Πέμπτη 3 Μαρτίου 2022

Συλλογικός ναρκισσισμός: Πώς η κουλτούρα μιας ομάδας μπορεί να γίνει επικίνδυνη

Κοινωνικές ομάδες υπάρχουν σε πολλούς τομείς της ζωής, από λέσχες αναψυχής και αθλητικές ομάδες μέχρι ομάδες ακτιβιστών και πολιτικά κόμματα. Είναι φυσικό να θέλουμε να απολαμβάνουμε την παρέα άλλων ανθρώπων που μοιράζονται τις σκέψεις και τα ιδανικά μας. Η κοινωνική σύνδεση είναι σημαντική και θρεπτική για τους περισσότερους ανθρώπους. Όμως, μερικές φορές, η υποστήριξη μιας κοινωνικής ομάδας μπορεί να εξελιχθεί σε μια μορφή υπεροχής με αρνητικές συνέπειες που ονομάζεται συλλογικός ναρκισσισμός.

Τι συνιστά συλλογικό ναρκισσισμό

Ο συλλογικός ναρκισσισμός, γνωστός και ως ομαδικός ναρκισσισμός, δεν είναι απλώς μια χούφτα ανθρώπων με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά που ομαδοποιούνται. Περιγράφει καταστάσεις κατά τις οποίες ομάδες ανθρώπων έχουν τη συλλογική πεποίθηση ότι η ομάδα ή ο οργανισμός τους είναι ανώτερος από τους άλλους. Επιπλέον, το φαινόμενο αυτό συχνά συνοδεύεται από την κοινή παραδοχή ότι η ανωτερότητα της ομάδας αγνοείται άδικα ή δεν αναγνωρίζεται από τους ξένους. Ο συλλογικός ναρκισσισμός μπορεί να παρατηρηθεί σχεδόν σε κάθε είδους συνεργατικό ομαδικό περιβάλλον, όπως:

– θρησκευτικές ομάδες

– ομάδες ακτιβιστών

– πολιτικά κόμματα

– φιλανθρωπικές οργανώσεις

– ακαδημαϊκές ομάδες

– κοινωνικοί σύλλογοι

– ομάδες αναψυχής

– οπαδοί

– πολιτιστικές ομάδες.

Αν και είναι δυνατόν άτομα με ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας ή ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά να ομαδοποιούνται, δεν εμφανίζουν όλα τα μέλη μιας ναρκισσιστικής ομάδας ναρκισσιστικές συμπεριφορές. Ο συλλογικός ναρκισσισμός αφορά την κουλτούρα ενός κοινωνικού κύκλου, όχι τα άτομα.

Ο ρόλος της θετικότητας εντός της ομάδας

Η αίσθηση του ανήκειν σε μια ομάδα μπορεί να είναι ένα υπέροχο συναίσθημα, ακόμη και όταν η ομάδα αυτή επιδεικνύει συλλογικό ναρκισσισμό. Αυτό έχει να κάνει με τη «θετικότητα εντός της ομάδας», αλλά δεν είναι όλοι οι τύποι ίσοι.

Ο συλλογικός ναρκισσισμός υπονοεί ότι μια ομάδα αισθάνεται ανώτερη σε σύγκριση με άλλες ομάδες. Θεωρείται μια μορφή αμυντικής θετικότητας εντός της ομάδας, η οποία επικεντρώνεται σε εξωτερική επικύρωση, ευαισθησία στην απειλή και αρνητικές συνέπειες για τις εξωτερικές ομάδες. Η ασφαλής θετικότητα εντός ομάδας, που εμφανίζεται σε ομάδες χωρίς ναρκισσιστικές τάσεις, προέρχεται από την αυτοϊκανοποίηση του ατόμου εντός της ομάδας. Είναι συνήθως ανθεκτική στις απειλές χωρίς το άτομο να επιδιώκει να ανταποκριθεί σε αυτές.

Παραδείγματα συλλογικού ναρκισσισμού

Μερικά παραδείγματα συλλογικού ναρκισσισμού θα μπορούσαν να είναι το σαμποτάρισμα των προσπαθειών μιας άλλης ομάδας με ψευδή διαφήμιση ή ο βανδαλισμός της περιουσίας μιας άλλης ομάδας για να αποδείξει τη δύναμή της. Ο συλλογικός ναρκισσισμός μπορεί επίσης να γίνει αισθητός σε σχόλια όπως:

– «Αν ο κόσμος μας άκουγε, δεν θα υπήρχαν τέτοιου είδους προβλήματα».

– «Αντιλαμβάνεστε τι προσπαθούμε να κάνουμε εδώ; Είμαστε οι μόνοι που προσπαθούμε να αλλάξουμε τον κόσμο».

– «Δεν μας νοιάζει γι’ αυτούς. Δεν είναι καν άνθρωποι».

Αιτίες του συλλογικού ναρκισσισμού

Δεν ξεκινούν όλες οι ναρκισσιστικές ομάδες με μια συλλογική πεποίθηση ή με μια αμυντική θετικότητα εντός της ομάδας. Μπορεί να αρκεί μόνο ένα άτομο με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά ή ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας σε θέση επιρροής για να αλλάξει τη δυναμική.

Ένα άτομο με ναρκισσιστικές συμπεριφορές μπορεί να φαίνεται ενσυναισθητικό και αφοσιωμένο στους στόχους μέσα σε μια ομάδα. Μπορεί ακόμη και να επιλέξουν έναν ευγενή σκοπό για να τον υπερασπιστούν ως τρόπο διατήρησης μιας αλτρουιστικής εικόνας. Συχνά, η διατήρηση αυτής της προσωπικότητας σε ένα ομαδικό περιβάλλον εξασφαλίζει τη συμμόρφωση των άλλων και μπορεί τελικά να μετατρέψει την ομάδα σε ναρκισσιστική προέκταση.

Καθώς η ομάδα ή η ιδεολογία της ομάδας βυθίζεται στην αίσθηση ανωτερότητας, οι φαινομενικά φιλανθρωπικοί στόχοι μπορεί να γίνουν μέσο για την απόκτηση χρημάτων, δύναμης και φήμης. Από τη στιγμή που η κουλτούρα της ομάδας γίνεται ναρκισσιστική, η έρευνα αναφέρει τέσσερις βασικούς παράγοντες που διατηρούν αυτή την κουλτούρα ζωντανή:

– Πεποίθηση ότι έχουν περισσότερα δικαιώματα και εκμετάλλευση,

– κυριαρχία και αλαζονεία,

– απάθεια,

– λατρεία.

Κοινωνικές συνέπειες

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς, οι κοινωνικές συνέπειες του συλλογικού ναρκισσισμού μπορούν μερικές φορές να χαρακτηριστούν από επιβλαβείς ενέργειες, όπως:

– εμπρηστικές επιθέσεις

– αβάσιμες κατηγορίες ή ενοχοποίηση αποδιοπομπαίου τράγου

– ψέματα

– ρητορική μίσους

– εκστρατείες σπίλωσης

– απόπειρες δολοφονίας χαρακτήρα

– Ακραία σκέψη άσπρου-μαύρου.

Πώς μπορούμε να σταματήσουμε τον συλλογικό ναρκισσισμό

Ένας τρόπος για να μειωθεί ο ομαδικός ναρκισσισμός μπορεί να ξεκινήσει από το άτομο. Ενθαρρύνοντας κάποιον να ταυτιστεί με μια άλλη ομάδα, πιθανώς να μπορέσουμε να βοηθήσουμε στη μετατόπιση της αίσθησης του εαυτού του. Για παράδειγμα, αν κάποιος είναι μέλος μιας διαδικτυακής ομάδας γνωστής για τον συλλογικό ναρκισσισμό και τη βία προς τις γυναίκες, η υποστήριξη της συμμετοχής σε ένα ομαδικό άθλημα, όπως το ποδόσφαιρο ή το θέατρο, μπορεί να βοηθήσει στη μετατόπιση της κεντρικής ταυτότητας του ατόμου.

Μια άλλη επιλογή είναι να δίνουμε μεγάλη προσοχή στις δομές εξουσίας και στην ίδια την εξουσία και να τις αμφισβητούμε. Η αξιολόγηση της δομής του χαρακτήρα των υπευθύνων είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για τον εντοπισμό πιθανής διαφθοράς και εξαπάτησης.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι τα κακόβουλα κίνητρα συχνά καλύπτονται από ευγενείς ιδεολογίες. Μπορεί να είναι χρήσιμο να παραμένουμε προσεκτικοί σε πιθανές εναλλακτικές ατζέντες. Η ανοιχτή επικοινωνία είναι επίσης μια επιλογή για να σταματήσει ο συλλογικός ναρκισσισμός. Η τήρηση μιας στάσης ψυχραιμίας και ενός περιεκτικού κριτικού διαλόγου διασφαλίζει ότι δεν θα παρασυρθούμε και δεν θα εθελοτυφλούμε.

Οι απόψεις τους δεν καθορίζουν την πραγματικότητα σου

Άγραφος και τελεσίδικος νόμος της ζωής. Οι απόψεις τους δεν καθορίζουν την πραγματικότητα σου και μου. Οι πολλές και διαφορετικές απόψεις αποπροσανατολίζουν και δημιουργούν σύγχυση. Τόσα και τόσα έχουμε ακούσει όλοι μας κατά καιρούς. Απόψεις και γνώμες των άλλων με το κιλό. Τι σημασία έχει αν ποτέ δεν έχουμε ερωτηθεί για την έγκριση της έκφρασης τους. Ξεστομίζονται και μάλιστα υπό την επήρεια της σιγουριάς και της ασφάλειας που αισθάνονται οι ίδιοι υπό το πρίσμα όμως της πραγματικότητας την οποία βιώνουν οι ίδιοι.

Για πολλούς λόγους όλοι μας εμφανιζόμαστε ειδήμονες και παντογνώστες σε θέματα άλλων. Γινόμαστε οι καλύτεροι «τζαμπατζήδες» ψυχολόγοι. Πού μπορεί να οφείλεται αυτό; Ίσως γιατί η πραγματικότητα όσων υπόκεινται σε προβληματισμούς γίνεται πάντα πιο ξεκάθαρη και σφαιρική στα μάτια τρίτων. Οπότε και λαμβάνουν την πρωτοβουλία με ευκολία να φωτίσουν τα υπό συζήτηση θέματα, εκφέροντας πολλών λογιών απόψεις. Σε αντίθεση με τους «νοσούντες», όπου η πραγματικότητά τους με κεντρικό άξονα τους προβληματισμούς που τους ταλανίζουν μετατρέπεται σε τετράγωνη, χωρίς έξοδο διαφυγής, με κοφτερές, απότομες γωνίες, μολυσμένη με τον ιό της καθημερινότητας. Μιας καθημερινότητας γεμάτη δυσκολίες, δοκιμασίες και για τους πιο ρεαλιστές, μια καθημερινότητα που ασφυκτιά από ζωή.

Είναι αλήθεια, βιώνοντας τις δυσκολίες που ληστεύουν από την ενέργεια μας, αδειάζοντας τα ψυχολογικά μας αποθέματα, μας καθιστούν ευάλωτους, ανασφαλείς σαφώς, προβληματισμένους και δυνητικά ανήμπορους να δώσουμε την λύση που διακαώς αναζητούμε. Η εστίαση μας επικεντρώνεται όλο και πιο πολύ σε σκοτεινούς δρόμους, σκεπτόμενοι τα χειρότερα σενάρια που θα μπορούσαν να έλξουν οι επηρεασμένες επιλογές μας από την ανασφαλή συμπεριφορά μας δεδομένου της έλλειψης ψυχραιμίας, διαχείρισης και κρίσης. Μοιάζει λοιπόν, λογική προέκταση να ζητάμε υποσυνείδητα έστω, «την βοήθεια του κοινού», όντας χαμένοι και αποπροσανατολισμένοι.

Ωστόσο, γιατί πρέπει να αφήνουμε την δική μας ζωή να την χειρίζονται άλλοι; Γιατί πρέπει να κρυβόμαστε πάντα πίσω από δικαιολογίες χαρακτηριστικό δε, με αυτές τις τάσεις φυγής που για κάποιους κοντεύουν να γίνουν μαζί με τις κρίσεις πανικού αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής τους, θαρρείς και γεννήθηκαν με αυτές; Γιατί πάντα επιλέγουμε όλοι μας τα εύκολα και δεν μας αρέσει να παιδευόμαστε έστω και λίγο; Πού είναι η υπομονή μας; Πού είναι η συνειδητή και ώριμη σκέψη καθώς και η απόσταση που αρμόζει να πάρουμε από τις όποιες δυσκολίες κάθε φορά έχουμε να αντιμετωπίσουμε; Γιατί να περιμένουμε το “μάνα εξ ′ουρανού” ; Ναι αναγνωρίζω, είναι πολύ ελκυστικό να ξεθυμαίνουμε στην πρώτη δυσκολία σε οποιονδήποτε άλλον πέραν του εαυτού μας. Πάντα οι ευθύνες και το φταίξιμο όταν το μεταθέτεις αλλού πέραν του εαυτού σου, σου δίνει μια τέτοια άνεση και ασφάλεια που αν μη τι άλλο ξεχνάς το δάσος και βλέπεις το δέντρο, άρα χάνεσαι, βουλιάζεις, πέφτεις και δεν είναι ωραία η πτώση. Η οποιαδήποτε πτώση δεν είναι ωραία, γιατι για να πέσεις προϋποθέτει πως θέλεις και μπορείς να σηκωθείς. Θέλουμε όλοι σίγουρα, αλλά μπορούμε όλοι;

Καμιά απολύτως άποψη, καμιά γνώμη δεν μπορεί και δεν πρέπει να της επιτρέψουμε να μπορεί να καθορίσει μα ούτε και να επηρεάσει την πραγματικότητα μας. Αυτά είναι για εκείνους τους δειλούς, τους θρασύδειλους που τους αρέσει να κρύβονται συνέχεια πίσω από το δάχτυλο τους με μόνιμο φόβο να τολμήσουν να ζήσουν την δική τους ζωή με τον τρόπο που οι ίδιοι επιθυμούν. Που ποτέ τους δεν εξέφρασαν άποψη για την δική τους ζωή, δεν όρθωσαν ανάστημα, δεν πήραν ρίσκο, δεν έλαβαν αποφάσεις δεν έκαναν επιλογές, δεν προέταξαν βήμα, παρά μονάχα τους κινούν, τους κατευθύνουν απόψεις τρίτων λες και «κατοικούν» όλη της του ζωή σε αναπηρικό αμαξίδιο. Άβουλοι, άμοιροι και φοβισμένοι.

Μην ξεχνάμε ο καθένας ζει την ζωή που επιθυμεί. Ανεξάρτητα εάν πολλές φορές ελλοχεύουν οι συνέπειες από την σύγκρουση της λογικής με του συναισθήματος. Ο κάθε εσύ και εγώ γνωρίζουμε μόνοι μας τι θέλουμε και πόσο αξίζει να κοπιάσουμε για να καταφέρουμε αυτό που θέλουμε, με τον τρόπο που το θέλουμε. Εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε τα όρια μας, τις αντοχές μας. Οι δικές μας απόψεις κρατάνε την ζυγαριά της ζωής μας στα χέρια μας και κάθε φορά καλούμαστε να αποφασίσουμε προς τα που κλίνει. Εμείς είμαστε υπεύθυνοι για εμάς. Φτάνει μόνο να λειτουργούμε με διαύγεια που προϋποθέτει να έχουμε χτίσει μια υγιή και ισορροπημένη σχέση με τον εαυτό μας ώστε να τον εμπιστευόμαστε!

Η συμφιλίωση με τον θάνατο

Η πραγματική συμφιλίωση με το τέλος της ύπαρξης δεν έχει να κάνει με την ιδέα του θανάτου αλλά με την αποδοχή και την κατανόηση της ζωής.

Κάθε λεπτό αμέτρητοι άνθρωποι φεύγουν απο την ζωή. Γνωρίζουμε ότι είναι ένα οριστικό και αμετάκλητο γεγονός. Αναμφισβήτητα, η απώλεια συγκλονίζει και αγγίζει περισσότερο όταν φεύγει ένας δικός μας άνθρωπος. Όμως ακόμα και η είδηση ενός επώνυμου η άγνωστου νέου ανθρώπου που έφυγε απο την ζωή πρόωρα και τραγικά μας ταρακουνά και μας θλίβει. Αναζητούμε λεπτομέρειες. Μιλάμε και διαβάζουμε μέρες γι' αυτό. Ταυτιζόμαστε.

Ο θάνατος μας εξομοιώνει όλους. Δεν κάνει διακρίσεις, δεν εξαγοράζεται. Δεν συγκινείται απο νιάτα, ταλέντο, χαρακτήρα, ομορφιά , πλούτη και κοινωνική τάξη. Όταν αποφασίσει να σε επισκεφτεί, ξέρει ανά πάσα στιγμή που θα σε βρεί.

Η ζωή όσο γενναιόδωρη και γλυκιά μπορεί να γίνει, άλλο τόσο ανατρεπτική, ανασφαλής και εύθραυστη είναι. 'Οσο οργανωμένος και αν είσαι, όσο δυνατός και αν νιώθεις, δεν ξέρεις ποτέ τι σχέδια έχει το αύριο για σένα. Άσχετα αν έχουμε την ψευδαίσθηση ότι θα ζήσουμε για πάντα και ότι ο θάνατος αφορά μόνο τους άλλους – κανείς δεν γνωρίζει πόσο χρόνο έχει.

Πως διαχειριζόμαστε την θνησιμότητα μας όταν την συνειδητοποιήσουμε;

Η λύση δεν βρίσκεται στο να σαμποτάρουμε την ζωή νιώθοντας τρόμο και ματαιότητα ούτε να εστιάζουμε στο τέλος. Ο θάνατος “νικιέται” με την αγάπη. Εστιάζοντας στην ζωή. Τιμώντας την. Αντιμετωπίζοντας την σαν θαύμα, δώρο, ευκαιρία.

Να κάνουμε τις στιγμές να μετράνε. Να μην αναβάλλουμε. Να μην μετανιώνουμε για όσα δεν είπαμε και δεν κάναμε. Να βρούμε χρόνο για τα σημαντικά. Να αξιοποιήσουμε τα χαρίσματα μας και να παλέψουμε για τα όνειρα μας. Να εξερευνήσουμε, να εξελιχθούμε, να ρισκάρουμε. Να προσφέρουμε.

'Οσο ζούμε έχουμε παράταση χρόνου για να αλλάξουμε, να δράσουμε και να απολαύσουμε.

Να μη ξεχνάμε ότι κανείς δεν παίρνει τίποτα μαζί του. Ίσως το μόνο που παίρνει είναι η αγάπη που έδωσε και πήρε. Μια τέτοια ψυχή, σίγουρα, αναχωρεί τυλιγμένη σε ένα διαφορετικό πέπλο, πιο ανάλαφρη και γεμάτη.

Ας αφήσουμε στην άκρη ασήμαντες μικροπρέπειες, εγωισμούς και ανούσιες βεντέτες.

Ας αναλογιστούμε όλα τα ευχαριστώ και τις συγνώμες που δεν είπαμε. Τα λάθη και τις αδικίες που εν γνώση μας επαναλαμβάνουμε. Την αδιαφορία που δείχνουμε. Αυτά είναι ο πραγματικός θάνατος. Η έλλειψη συνείδησης, επίγνωσης και συμπόνοιας.

Αυτό εξηγεί γιατί υπάρχουν νεκροί που ζούνε για πάντα και ζωντανοί που έχουν ήδη πεθάνει.

Στη ζωή έλκουμε αυτό που είμαστε κι όχι αυτό που θέλουμε πολύ

Από παιδί σου έλεγαν πως όταν θέλεις κάτι πολύ, στο τέλος θα το αποκτήσεις. Τα χρόνια πέρασαν, οι επιθυμίες σου έμειναν στο ντουλάπι και το σύμπαν δεν αποδείχτηκε τόσο φιλικό μαζί σου. Σε όλα τα κομμάτια της ζωής σου πήγαινες με αυτή τη λογική μέχρι που ο Κοέλιο κι η γνωστή του φράση «Όταν θέλεις κάτι πάρα πολύ, το σύμπαν συνωμοτεί για να γίνει η επιθυμία σου πραγματικότητα» άρχιζαν να σε εκνευρίζουν.

Στη ζωή έλκουμε αυτό που είμαστε κι όχι αυτό που θέλουμε πολύ.

Σίγουρα τα «θέλω» μας αντικατοπτρίζουν τον εαυτό μας αλλά αυτό ως ένα βαθμό. Αν το κάρμα είναι κάτι σαν την τεράστια ρόδα του λούνα παρκ, η θέα από ψηλά όσο επικίνδυνη είναι, άλλο τόσο είναι μαγευτική και καλώς ή κακώς εσύ διαλέγεις τη θέα κι από πόσο ψηλά θα την δεις.

Όσον αφορά τις σχέσεις το «έλκουμε ό,τι είμαστε» ισχύει και με το παραπάνω. Όσο κι αν επιθυμείς κάποιον πολύ, πάντα θα παίρνεις αυτό που ταιριάζει στην ψυχοσύνθεσή σου την εκάστοτε στιγμή. Δεν μπορεί να είσαι μπερδεμένος και να προσπαθείς να έλξεις έναν άνθρωπο ξεκάθαρο. Στο κάτω-κάτω της γραφής τι σου φταίει κιόλας; Είσαι χαρούμενος; Έλκεις τη χαρά! Είσαι λυπημένος; Έλκεις τη λύπη! Είσαι μπερδεμένος; Συγχαρητήρια, κέρδισες έναν μαλακομαγνήτη τελευταίας τεχνολογίας κι ό,τι αυτό συνεπάγεται μαζί. Μην απορείς!

Η ζωή είναι σαν ένα ζεστό πιάτο φαγητό κι εσύ σαν έμπειρος μάγειρας οφείλεις να βάζεις τα απαραίτητα συστατικά που θα απογειώσουν τη γεύση την κατάλληλη στιγμή. Όταν είσαι έτοιμος πραγματικά να είσαι ευτυχισμένος τότε η ζωή , ναι, θα φανεί γενναιόδωρη μαζί σου και θα σου δώσει όλες τις ευκαιρίες για να ζήσεις την ευτυχία που προετοίμασες τον εαυτό σου.

Άλλο το «θέλω», άλλο το «κάνω» κι άλλο το «είμαι». Τα τρία αυτά ρήματα όσο συναφή κι αν φαίνονται, απέχουν χιλιόμετρα μεταξύ τους το ένα απ’ το άλλο κι εσύ πρέπει να σκεφτείς σε ποιο μαραθώνιο θες να τρέξεις. Πώς άλλωστε θα δώσεις αγάπη κι ευτυχία αν εσύ πρώτα δεν είσαι πλήρης; Δίνεις απ’ τα αποθέματα που έχεις. Αν δεν έχεις πώς θα δώσεις;

Στις σχέσεις, όταν αποζητάς την ευτυχία και την αγάπη δεν έχεις παρά να τα νιώσεις πρώτα μέσα σου. Πρέπει να αποτελούν ήδη αναπόσπαστο κομμάτι του εαυτού σου για να έλξεις τον κατάλληλο άνθρωπο που θα σου δώσει τα αντίστοιχα. Ο εαυτός μας λειτουργεί σαν ένας καθρέπτης και λίγο-πολύ όλοι κρύβουμε ένα νάρκισσο μέσα μας. Η ενέργεια λοιπόν που θα στείλεις απέναντι θα είναι κι η ίδια που θα λάβεις. Καλό, χρυσό το σύμπαν, αλλά μην τα αφήνουμε κι όλα πάνω του. Έχει κι αυτό κι άλλες δουλειές. Κι εσένα η δική σου αρμοδιότητα είναι να δουλέψεις πάνω στον εαυτό σου για να τραβήξεις κοντά σου όσα θες.

Έλκεις ό,τι είσαι κι όχι εκείνο που έχεις στο μυαλό σου. Οι θετικοί άνθρωποι, εκείνοι που χαρίζουν τα θετικά τους vibes στον περίγυρό τους, είναι κι εκείνοι που έχουν μόνο θετικά πράγματα να σου αφηγηθούν. Όσο βλέπεις τη ζωή αισιόδοξα έρχονται ευχάριστα πράγματα. Όταν ζεις στη μιζέρια, σου συμβαίνουν αρνητικά. Κι αν πιστεύεις ότι όλα αυτά είναι απλά μεταφυσικές χαζομάρες, δες το λογικά· αν φοράς μαύρα γυαλιά τα βλέπεις όλα σκούρα. Αν όμως τα αλλάξεις αμέσως και βάλεις από εκείνα τα άλλα με τον ανοιχτόχρωμο φακό είναι όλα πιο γλυκά. Θα μου πεις τα γυαλιά αλλοιώνουν την πραγματικότητα. Θα σου πω ότι η πραγματικότητα δεν είναι ένα σταθερό σημείο. Ο καθένας την βλέπει διαφορετικά. Εσύ διαλέγεις πώς θα δεις τα πράγματα.

Αντί να γκρινιάζεις που δε σου ήρθε ετοιμοπαράδοτο και με την ένδειξη «Συστημένο» απ’ το σύμπαν εκείνο που το τόσο πολύ ήθελες, ίσως ήρθε η ώρα να το πάρεις αλλιώς. Στην τελική δε χάνεις και κάτι. Έκατσες και τα περίμενες όλα έτοιμα και δεν ήρθαν όπως τα ήθελες. Γίνε εσύ ο ίδιος αυτό που θες και θα δεις πόσο απλόχερα γενναιόδωρο θα είναι το σύμπαν μαζί σου. Γίνε αυτό που θες να έλξεις, γιατί αν ένα πράγμα ισχύει αυτό είναι ότι όλα εδώ πληρώνονται, δεν συγχωρεί το κάρμα.

Μίλησε μας για την Αγάπη

Μίλησε μας για την Αγάπη

Κι εκείνος, ύψωσε το κεφάλι του κι αντίκρισε το λαό κι απλώθηκε βαθιά ησυχία. Και με φωνή μεγάλη είπε: Όταν η αγάπη σε καλεί, ακολούθησέ την. Μόλο που τα μονοπάτια της είναι τραχιά κι απότομα.

Κι όταν τα φτερά της σε αγκαλιάσουν, παραδώσου, μόλο που το σπαθί που είναι κρυμμένο ανάμεσα στις φτερούγες της μπορεί να σε πληγώσει. Κι όταν σου μιλήσει, πίστεψε την, μ’ όλο που η φωνή της μπορεί να διασκορπίσει τα όνειρά σου σαν το βοριά που ερημώνει τον κήπο.

Γιατί όπως η αγάπη σε στεφανώνει, έτσι και θα σε σταυρώσει. Κι όπως είναι για το μεγάλωμα σου, είναι και για το κλάδεμά σου.

Κι όπως ανεβαίνει ως την κορφή σου και χαϊδεύει τα πιο τρυφερά κλαδιά σου που τρεμοσαλεύουν στον ήλιο. Έτσι κατεβαίνει κι ως τις ρίζες σου και ταράζει την προσκόλληση τους στο χώμα.

Σα δεμάτια σταριού σε μαζεύει κοντά της. Σε αλωνίζει για να σε ξεσταχιάσει. Σε κοσκινίζει για να σε λευτερώσει από τα φλούδια σου. Σε αλέθει για να σε λευκάνει. Σε ζυμώνει ώσπου να γίνεις απαλός. Και μετά σε παραδίνει στην ιερή φωτιά της για να γίνεις ιερό ψωμί για του Θεού το άγιο δείπνο.

Όλα αυτά θα σου κάνει η αγάπη για να μπορέσεις να γνωρίσεις τα μυστικά της καρδιάς σου και με τη γνώση αυτή να γίνεις κομμάτι της καρδιάς της ζωής.

Αλλά αν από το φόβο σου, γυρέψεις μόνο την ησυχία της αγάπης και την ευχαρίστηση της αγάπης, Τότε, θα ήταν καλύτερα για σένα να σκεπάσεις τη γύμνια σου και να βγεις έξω από το αλώνι της αγάπης. Και να σταθείς στον χωρίς εποχές κόσμο όπου θα γελάς, αλλά όχι με ολάκερο το γέλιο σου και θα κλαις, αλλά όχι με όλα τα δάκρυά σου.

Η αγάπη δε δίνει τίποτα παρά μόνο τον εαυτό της και δεν παίρνει τίποτα παρά από τον εαυτό της. Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται, γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη. Όταν αγαπάς, δε θα έπρεπε να λες: “Ο Θεός είναι στην καρδιά μου”, αλλά μάλλον “Εγώ βρίσκομαι μέσα στην καρδιά του Θεού”.

Και μη πιστέψεις ότι μπορείς να κατευθύνεις την πορεία της αγάπης, γιατί η αγάπη, αν σε βρει άξιο, θα κατευθύνει εκείνη τη δική σου πορεία.

Η αγάπη δεν έχει καμιά άλλη επιθυμία εκτός από την εκπλήρωσή της. Αλλά αν αγαπάς κι είναι ανάγκη να έχεις επιθυμίες, ας είναι αυτές οι επιθυμίες σου: Να λιώσεις και να γίνεις σαν το τρεχούμενο ρυάκι που λέει το τραγούδι του στη νύχτα.

Να γνωρίσεις τον πόνο της πολύ μεγάλης τρυφερότητας. Να πληγωθείς από την ίδια την ίδια τη γνώση σου της αγάπης. Και να ματώσεις πρόθυμα και χαρούμενα.

Να ξυπνάς την αυγή με καρδιά έτοιμη να πετάξει και να προσφέρεις ευχαριστίες για μια ακόμα μέρα αγάπης. Να αναπαύεσαι το μεσημέρι και να στοχάζεσαι την έκσταση της αγάπης. Να γυρίζεις σπίτι το σούρουπο με ευγνωμοσύνη στην καρδιά Και ύστερα να κοιμάσαι με την αγάπη που έχεις στην καρδιά σου και μ’ έναν ύμνο δοξαστικό στα χείλη σου.

Αξίζει τον κόπο να πιείς απ’ το βαθύ αυτό πηγάδι

Εγώ βλέπω τους ηλικιωμένους σαν ταξιδιώτες σε ένα ταξίδι που δεν έχω κάνει ακόμα και που πρέπει να κάνω, και δεν μπορώ να τους ρωτήσω αν ο δρόμος είναι ίσιος κι εύκολος ή δύσκολος και κακοτράχαλος.

Οι ανθρωπολόγοι διαβεβαιώνουν ότι, στην αρχαιότητα, φτάνοντας ακόμα και στα προϊστορικά χρόνια, οι ηλικιωμένοι – που τότε δεν ξεπερνούσαν τα είκοσι με τριάντα χρόνια – θεωρούνταν μια μεγάλη πηγή σοφίας, κι ήταν αυτοί που δίδασκαν του νέους και τους διαπαιδαγωγούσαν στον δρόμο προς την ενήλικη ζωή.

Και δικαίως, γιατί οι ηλικιωμένοι ήταν αυτοί που είχαν δει περισσότερα και μπορούσαν να μεταδώσουν τις γνώσεις τους σ’ εκείνους που δεν είχαν ακόμα ανακαλύψει ακόμα τον κόσμο. Κι εξακολουθεί να είναι έτσι, μόνο που μερικές φορές το ξεχνάμε.

Σήμερα οι ηλικιωμένοι, πολλές φορές, και αδίκως, θεωρούνται άντρες και γυναίκες άλλης εποχής. Ίσως επειδή δεν ξέρουν να χρησιμοποιούν το τάμπλετ, ξεχνάμε ότι έχουν υπάρξει λαμπροί, σταθεροί, δυνατοί και ευφυείς κι ότι έχουν επιβιώσει μέσα σε μεγάλες αντιξοότητες και συγκεντρώνουν πείρα πολλών ετών.

Ας δούμε μερικά χαρακτηριστικά της σοφίας αυτής:
  • Αν περπατάνε αργά, είναι γιατί ξέρουν ότι δεν χρειάζεται να ζούνε βιαστικά.
  • Αν παίρνουν το χρόνο τους για να κάνουν τα πράγματα, είναι γιατί γνωρίζουν την ικανοποίηση του ν’ αφιερώνουν όλη τους την προσοχή σ’ αυτό που έχουν μέσα στα χέρια τους.
  • Αν γελάνε με την αρρώστια του έρωτά σου, είναι γιατί ξέρουν ότι μπορεί να υποφέρει κανείς στ’ αλήθεια, κι όχι εξαιτίας του αγαπημένου προσώπου.
  • Αν θέλουν να σου πουν τις ιστορίες τους, είναι γιατί ξέρουν πως υπάρχει ένα δίδαγμα για σένα πίσω από κάθε βίωμά τους.
  • Αν σε παροτρύνουν να φας και να ξαναφάς, είναι γιατί ξέρουν τι σημαίνει να περνάς πείνα.
  • Αν σε αγκαλιάζουν και σε φιλούν ασταμάτητα, είναι γιατί ξέρουν την τύχη που έχει εκείνος που μπορεί να μοιράζεται τη ζωή του με κάποιον.
  • Αν σε παραχαϊδεύουν, είναι γιατί ξέρουν ότι κάποια μέρα θα σου λείψει αυτή η αμέριστη αγάπη.
Υπάρχουν ακόμα πολιτισμοί που ενθρονίζουν τους ηλικιωμένους τους και τους ακούν με αληθινή προσοχή. Αυτοί είναι που πληρούν τα κριτήρια των σοφών σε πολλούς λαούς, γιατί κατέχουν το πλεονέκτημα της πείρας.

Την επόμενη φορά που θα μιλήσεις με κάποιο ηλικιωμένο, να θυμηθείς πως είναι φορέας γνώσης πολλών ετών.

Αξίζει τον κόπο να πιείς απ’ το βαθύ αυτό πηγάδι.

ΠΙΤΤΑΚΟΣ Ο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ: ΠΕΡΙ ΧΡΗΜΑΤΩΝ

Πιττακός, γιος του Υρραδίου, Μυτιληναίος. Ο Δούρης λέει ότι ο πατέρας του Πιττακού ήταν από τη Θράκη. Μαζί με τα αδέρφια του Αλκαίου, ανέτρεψε τον Μέλαγχρο, τον τύραννο της Λέσβου. Και όταν οι Αθηναίοι και οι Μυτιληναίοι πολεμούσαν για την περιοχή της Αχιλείτιδας, αυτός ήταν ο στρατηγός των Μυτιληναίων, ενώ ο στρατηγός των Αθηναίων ήταν ο Ολυμπιονίκης στο παγκράτιο Φρύνωνας. Συμφώνησε λοιπόν να μονομαχήσει με τον Φρύνωνα· έκρυψε κάτω από την ασπίδα του ένα δίχτυ και, τυλίγοντάς τον με αυτό, τον σκότωσε, και έτσι λευτέρωσε την περιοχή. Αργότερα όμως, όπως λέει ο Απολλόδωρος στα Χρονικά του, οι Αθηναίοι διεκδίκησαν δικαστικώς την περιοχή από τους Μυτιληναίους· στη δίκη ήταν παρών ο Περίανδρος, ο οποίος και επιδίκασε την περιοχή στους Αθηναίους.

[1.75] Τότε λοιπόν οι Μυτιληναίοι τίμησαν εξαιρετικά τον Πιττακό και του εμπιστεύθηκαν την εξουσία. Εκείνος την κράτησε για δέκα χρόνια, και αφού τακτοποίησε το πολίτευμα, παραιτήθηκε. Ύστερα έζησε άλλα δέκα χρόνια. Οι Μυτιληναίοι τού παραχώρησαν ένα κομμάτι γης, ο ίδιος όμως το αφιέρωσε στους θεούς και το άφησε ελεύθερο. Σήμερα ο τόπος αυτός λέγεται «Πιττάκειος». Ο Σωσικράτης λέει ότι ο Πιττακός έκοψε για τον εαυτό του ένα μικρό κομμάτι και είπε ότι το μισό είναι περισσότερο από το ολόκληρο. Και ο Κροίσος, επίσης, του πρόσφερε χρήματα, εκείνος όμως τα αρνήθηκε λέγοντας ότι είχε διπλάσια από όσα ήθελε — γιατί ο αδερφός του πέθανε άτεκνος και αυτός τον κληρονόμησε.

Ο Πιττακός στον Κροίσο

Μου ζητάς να ᾿ρθω στη Λυδία, να δω τα πλούτη σου. Εγώ όμως, κι ας μην τα έχω δει, πιστεύω πως ο γιος του Αλυάττη είναι ο πιο πλούσιος απ᾽ όλους τους βασιλιάδες. Κι ούτε θα κερδίσω τίποτε περισσότερο, αν έρθω στις Σάρδεις: χρυσάφι δεν χρειάζομαι, κι αυτά που έχω φτάνουν και παραφτάνουν για μένα και για τους φίλους μου. Παρ᾽ όλ᾽ αυτά εγώ θα ᾿ρθω, για να μείνω μαζί σου, μαζί μ᾽ έναν άνθρωπο φιλόξενο.

Σενέκας: Αν περιμένετε να γεράσετε για να το μάθετε αυτό, θα είναι πολύ αργά

Αυτή η σκληρή φιλοσοφία εμφανίστηκε στην αρχαία Ελλάδα, αλλά άκμασε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Δύο σπουδαίοι συγγραφείς που διέδωσαν τη στωική διδασκαλία ήταν ο Μάρκος Τύλλιος Κικέρων (106-43 π. Χ.) και ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας (1 π. Χ. – 65 μ. Χ.). Η βραχύτητα του βίου και η αναπόδραστη γήρανση ήταν θέματα που τους ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Αναγνώριζαν ότι η γήρανση είναι μια φυσική διαδικασία και δεν προσπάθησαν να αλλάξουν αυτό που δεν μπορούσαν να αλλάξουν. Συγχρόνως βέβαια πίστευαν ότι πρέπει να κάνουμε ότι καλύτερο μπορούμε στο σύντομο διάστημα που ζούμε.

Ο Κικέρων ήταν τρομερά πολυάσχολος: ήταν νομομαθής και πολιτικός, καθώς και φιλόσοφος. Στο βιβλίο του Περί γήρατος εντόπισε τέσσερα βασικά προβλήματα όσον αφορά τη γήρανση: η εργασία γίνεται δυσκολότερη, το σώμα πιο αδύναμο, η χαρά από τις σωματικές ηδονές χάνεται, ο θάνατος πλησιάζει. Η γήρανση είναι αναπόδραστη, αλλά, όπως υποστήριξε ο Κικέρων, μπορούμε να επιλέγουμε πώς να αντιδρούμε σε αυτήν τη διαδικασία. Πρέπει να αναγνωρίζουμε ότι η παρακμή σε μεγάλη ηλικία δε χρειάζεται να καθιστά τη ζωή αφόρητη. Πρώτον, οι ηλικιωμένοι μπορούν συχνά να τα καταφέρνουν κάνοντας λιγότερα, λόγω της πείρας τους, συνεπώς κάθε δουλειά που κάνουν μπορεί να γίνεται πιο αποτελεσματικά. Το σώμα και το μυαλό τους δεν παρακμάζουν κατ’ ανάγκην δραματικά, αν τα εξασκούν. Ακόμα και αν οι σωματικές ηδονές προκαλούν μικρότερη ικανοποίηση, οι ηλικιωμένοι μπορούν να περνούν περισσότερο χρόνο με φίλους και να συζητούν, πράγμα που τους ανταμείβει. Τέλος, ο Κικέρων πίστευε ότι η ψυχή ζει αιώνια, επομένως οι ηλικιωμένοι δε χρειάζεται να ανησυχούν για τον θάνατο. Ο Κικέρων θεωρούσε πως αφενός πρέπει να αποδεχτούμε τη φυσική διαδικασία της γήρανσης, αφετέρου να αναγνωρίσουμε ότι η στάση μας απέναντι σ’ αυτή τη διαδικασία δε χρειάζεται να είναι απαισιόδοξη.

Ο Σενέκας, ένας άλλος σπουδαίος εκλαϊκευτής των στωικών αντιλήψεων, ακολούθησε μια παρόμοια γραμμή όταν έγραφε για την βραχύτητα του βίου. Σπάνια ακούμε ανθρώπους να παραπονούνται ότι η ζωή είναι μεγάλη. Οι περισσότεροι λένε ότι είναι πολύ σύντομη. Υπάρχουν τόσα να κάνουν και τόσο λίγος χρόνος να τα κάνουν. Με τα λόγια του Ιπποκράτη: «Ο βίος βραχύς, η δε τέχνη μακρά». Οι ηλικιωμένοι που βλέπουν τον θάνατο να πλησιάζει εύχονται να ζήσουν μερικά χρόνια ακόμα ώστε να πετύχουν όσα πραγματικά ήθελαν στη ζωή τους. Αλλά συχνά είναι πολύ αργά και θλίβονται για όσα θα μπορούσαν να είχαν γίνει. Η φύση είναι σκληρή από αυτή την άποψη. Ενώ πλησιάζουμε την ευτυχία, πεθαίνουμε.

Ο Σενέκας δε συμφωνούσε με αυτή την άποψη. Πολυάσχολος όπως ο Κικέρων, έβρισκε χρόνο για να γράφει θεατρικά, να πολιτεύεται και να είναι ένας επιτυχημένος επιχειρηματίας καθώς και φιλόσοφος. Το πρόβλημα, κατά τη γνώμη του, δεν ήταν ότι ο βίος είναι βραχύς, αλλά ότι οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν άσχημα τον χρόνο τους. Και πάλι, μεγαλύτερη σημασία έχει η στάση μας απέναντι στις αναπόδραστες πτυχές της ανθρώπινης κατάστασης. Δεν πρέπει να θυμώνουμε που ο βίος είναι βραχύς, αλλά απεναντίας να κάνουμε όσα περισσότερα μπορούμε. Επισήμανε ότι κάποιοι άνθρωποι θα χαράμιζαν ακόμα και χίλια χρόνια με την ίδια ευκολία που χαράμισαν τη ζωή τους. Ακόμα και τότε, πιθανόν θα παραπονιόνταν ότι η ζωή παραείναι σύντομη. Στην πραγματικότητα η ζωή είναι αρκούντως μακρά για να κάνουμε πολλά πράγματα, αν κάνουμε τις σωστές επιλογές: αν δεν τη σπαταλούμε σε άχρηστα έργα. Κάποιοι κυνηγούν το χρήμα ξοδεύοντας τόση ενέργεια, ώστε δεν τους μένει χρόνος να κάνουν πολλά άλλα πράγματα- άλλοι πέφτουν στην παγίδα να αναλώνουν όλο τον ελεύθερο χρόνο τους στο πιοτό και το σεξ.

Αν περιμένετε να γεράσετε για να το μάθετε αυτό, θα είναι πολύ αργά, πίστευε ο Σενέκας. Τα άσπρα μαλλιά και οι ρυτίδες δεν εγγυώνται ότι ένας ηλικιωμένος ανάλωσε τον χρόνο του κάνοντας άξια πράγματα, αν και κάποιοι, εσφαλμένα, συμπεριφέρονται ωσάν να τα είχαν κάνει. Ένας άνθρωπος που σάλπαρε και οι ανεμοθύελλες τον παρασέρνουν δεν έχει πάει ταξίδι. Απλώς παραδέρνει. Έτσι είναι και η ζωή. Όταν δεν έχουμε τον έλεγχο, όπως και όταν παρασυρόμαστε από τα γεγονότα δίχως να βρίσκουμε χρόνο για τις εμπειρίες που οι περισσότεροι θεωρούμε πως έχουν αξία και νόημα, δε ζούμε αληθινά.

Μια καλή ζωή έχει το πλεονέκτημα ότι στα γηρατειά δε φοβάται κανείς τις αναμνήσεις του. Αν χαραμίζετε τον χρόνο σας, όταν θα κοιτάξετε πίσω μπορεί να μη θέλετε να σκέφτεστε πώς περάσατε τη ζωή σας, καθώς θα είναι υπερβολικά οδυνηρό να σκέφτεστε όλες τις ευκαιρίες που χάσατε. Γι’ αυτό, κατά την άποψη του Σενέκα, πολλοί ασχολούνται με ασήμαντα πράγματα – είναι ένας τρόπος να αποφεύγουν την αλήθεια για όσα απέτυχαν να κάνουν. Ο Σενέκας ωθούσε τους αναγνώστες του να απομακρύνονται από το πλήθος και να μην κρύβονται από τον εαυτό τους παριστάνοντας τους πολυάσχολους.

Πώς λοιπόν, σύμφωνα με το Σενέκα, πρέπει να περνάμε τον χρόνο μας; Το ιδεώδες των Στωικών ήταν μια ζωή απομονωμένη, μακριά από τους άλλους. Ο πιο γόνιμος τρόπο ύπαρξης, δήλωνε ο Σενέκας – διορατικά -, ήταν η μελέτη της φιλοσοφίας. Αυτός ήταν ένας τρόπος να ζει κανείς αληθινά.

Ο βίος του Σενέκα του πρόσφερε πολλές ευκαιρίες να ασκεί όσα διακήρυττε.Το 41 μ.Χ., για παράδειγμα, τον κατηγόρησαν ότι είχε σχέση με την αδερφή του αυτοκράτορα Γάιου. Δεν ξέρουμε τι συνέβη πραγματικά, αλλά το αποτέλεσμα ήταν να εξοριστεί στην Κορσική για τα επόμενα οκτώ χρόνια. Έπειτα η τύχη του άλλαξε και τον κάλεσαν πίσω στη Ρώμη για να γίνει δάσκαλος του δωδεκάχρονου μελλοντικού αυτοκράτορα του Νέρωνα. Αργότερα ο Σενέκας έγραφε τους λόγους του και έγινε πολιτικός σύμβουλός του. Αυτή η σχέση έληξε όμως άσχημα, άλλη μια στροφή της μοίρας. Ο Νέρων κατηγόρησε τον Σενέκα ότι συμμετείχε σε μια συνωμοσία για να τον δολοφονήσουν. Αυτήν τη φορά ο Σενέκας δεν μπορούσε να γλιτώσει. Ο Νέρων του είπε να αυτοκτονήσει. Η άρνηση δεν είχε νόημα αφού ούτως ή άλλως θα τον εκτελούσαν. Δεν είχε νόημα ούτε να αντισταθεί. Έτσι, ο Σενέκας αυτοκτόνησε και, μένοντας πιστός στον στωικισμό του, υπήρξε γαλήνιος ως το τέλος.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Η εύνοια μοιάζει με φιλία αλλά δεν είναι

Η εύνοια ναι μεν μοιάζει με φιλία, δεν είναι όμως φιλία· διότι εύνοια γίνεται και προς άγνωστα πρόσωπα και χωρίς να το γνωρίζουν, φιλία όμως όχι — αυτά έχουν ειπωθεί και πρωτύτερα.

Αλλά ούτε αγάπη είναι, καθώς δεν έχει ένταση ούτε επιθυμία, στοιχεία που υπάρχουν στην αγάπη. Εξάλλου η αγάπη προϋποθέτει οικειότητα, ενώ εύνοια γίνεται και ξαφνικά, όπως συμβαίνει και με τους αθλητές· αφού γινόμαστε ευνοϊκοί προς αυτούς και θέλουμε ό,τι και εκείνοι, όχι όμως ότι θα τους βοηθούσαμε σε κάτι, διότι, καθώς είπαμε, ξαφνικά γινόμαστε ευνοϊκοί και επιφανειακά αγαπάμε.

Φαίνεται λοιπόν πως είναι αρχή φιλίας, όπως και στον έρωτα αρχή είναι η τέρψη που λαμβάνει κανείς στη θέα του αγαπημένου προσώπου· αφού κανείς δεν ερωτεύεται, αν πρώτα δεν λάβει χαρά από την εικόνα του, ενώ αυτό, δηλαδή η χαρά μπροστά στη θέα του προσώπου, δεν αρκεί για να πει κανείς πως είναι ερωτευμένος, αλλά είναι ερωτευμένος όταν και ποθεί στην απουσία του και επιθυμεί την παρουσία του. Έτσι λοιπόν και δεν είναι δυνατόν να είναι κανείς φίλος δίχως να έχει ευνοϊκή διάθεση, όμως όσοι έχουν, δεν σημαίνει ότι και αγαπούν· αφού θέλουν μόνο τα καλά πράγματα για εκείνους που αισθάνονται έτσι, αλλά όχι ότι θα τους βοηθούσαν, ούτε θα έμπαιναν σε κόπο για χατίρι τους.

Γι’ αυτό και θα μπορούσε κανείς, μιλώντας μεταφορικά, να πει πως είναι μια ανενεργή φιλία, που, όταν χρονίσει και αποκτήσει οικειότητα, γίνεται φιλία, όχι όμως εκείνο το είδος της φιλίας που χαρακτηρίζεται από το όφελος ούτε εκείνο που χαρακτηρίζεται από την ευχαρίστηση· αφού τέτοιου είδους φιλίες δεν προκαλούν εύνοια. Γιατί αυτός που ευεργετήθηκε προσφέρει την εύνοιά του σε αντάλλαγμα για όσα του συνέβησαν, πράττοντας έτσι το σωστό, ενώ εκείνος που θέλει να προκόψει κάποιος ελπίζοντας ότι μέσω εκείνου θα βρεθεί σε καλή κατάσταση, δεν φαίνεται ευνοϊκός προς εκείνον, αλλά μάλλον προς τον εαυτό του, καθώς ούτε φίλος είναι, αν τον φροντίζει για κάποιο όφελος.

Γενικώς, η εύνοια γίνεται για κάποια αρετή και καλοσύνη, όταν φανεί κανείς σε κάποιον καλός ή ανδρείος ή κάτι τι παρόμοιο, όπως ακριβώς είπαμε και για τους αθλητές.

Αριστοτέλους, Ηθικά Νικομάχεια (1166b.30 έως 1167a.21)

Δημιουργήθηκαν νανορομπότ που μπορούν να απομακρύνουν τη ρύπανση από το νερό

Ερευνητές ανακοίνωσαν ότι δημιούργησαν μαγνητικά και ευαίσθητα στη θερμοκρασία νανορομπότ, τα οποία είναι ικανά να αφαιρέσουν τους ρύπους από το νερό.

Ανοίγει, έτσι, ο δρόμος για νέες τεχνολογίες απορρύπανσης από χημικές ουσίες. Οι ερευνητές από την Τσεχία, τη Ν. Κορέα και την Ταϊβάν, με επικεφαλής τον Μάρτιν Πούμερα του Κέντρου Εξελιγμένων Λειτουργικών Νανορομπότ του Πανεπιστημίου Χημείας και Τεχνολογίας στην Πράγα, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature Communications», δημιούργησαν νανορομπότ, αφενός από πολυμερές υλικό (PTBC) ευαίσθητο στη θερμοκρασία αφετέρου από σωματίδια οξειδίου του σιδήρου που καθιστούν τα ρομπότ μαγνητικά.

Πώς τα νανορομπότ «καθαρίζουν» τους ρύπους

Έτσι, είναι σε θέση να λειτουργήσουν σαν μικροσκοπικά «χέρια» και να «μαζέψουν» τη χημική ρύπανση. Τα βαρέα μέταλλα και τα διάφορα παρασιτοκτόνα φάρμακα στη γεωργία που καταλήγουν στο νερό αποτελούν σοβαρό πρόβλημα για το περιβάλλον και την υγεία. Τα πειράματα έδειξαν ότι τα εν λόγω νανορομπότ είναι σε θέση να αφαιρέσουν από το νερό τόσο το μέταλλο αρσενικό όσο και το κοινό ζιζανιοκτόνο ατραζίνη.

Η ικανότητα απορρύπανσης εξαρτάται από τη θερμοκρασία του νερού: Στους 5 βαθμούς Κελσίου τα νανορομπότ διασκορπίζονται, αλλά στους 25 βαθμούς συναθροίζονται όλα μαζί και μπορούν να παγιδεύσουν τους ρύπους. Αφού κάνουν τη δουλειά τους, μετά τα νανορομπότ μπορούν να απομακρυνθούν από το νερό με τη χρήση μαγνητών. Στη συνέχεια είναι δυνατό να επαναχρησιμοποιηθούν.

Η αγάπη μόνη απάντηση στο πρόβλημα της ανθρώπινης ύπαρξης

Κάθε θεωρία της Αγάπης θα έπρεπε να αρχίζει με τη θεωρία τού ανθρώπου, της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όπου συναντάμε την Αγάπη, ή μάλλον το αντίστοιχο της αγάπης, στα ζώα, πρόκειται κυρίως για εκδηλώσεις της λειτουργίας των ενστίκτων τους. Στον άνθρωπο αντίθετα, μόνο υπολείμματα αυτού του ενστικτώδικου μηχανισμού εξακολουθούν να λειτουργούν. Το βασικό για τον άνθρωπο είναι ότι έχει ξεφύγει από το ζωικό βασίλειο, από τη σκλαβιά των ενστίκτων, ότι έχει ξεπεράσει τη φύση -αν και ποτέ δεν την εγκαταλείπει. Είναι ένα κομμάτι της φύσης —κι ωστόσο, μια και κάποτε ξέκοψε απ’ αυτήν, δε μπορεί να ξαναγυρίσει κοντά της. Μια και κάποτε διώχτηκε από τον παράδεισο – πού αντιπροσωπεύει την κατάσταση της αρχέγονης ενότητας με τη φύση – τα χερουβείμ με τα φλεγόμενα σπαθιά φράζουν το δρόμο της επιστροφής, αν δοκιμάσει να τον εξακολουθήσει.

Ο άνθρωπος δε μπορεί να γυρίσει πίσω, μπορεί μόνο να πάει μπροστά, αναπτύσσοντας το λογικό του, ανακαλύπτοντας μια καινούργια αρμονία, μια ανθρώπινη αρμονία, αντί για την προανθρώπινη πού είναι οριστικά κι ανεπίστρεπτα χαμένη.

Όταν γεννιέται ο άνθρωπος – και με τη λέξη αυτή εννοώ τόσο το ανθρώπινο γένος όσο και το ξεχωριστό άτομο – εγκαταλείπει μια κατάσταση συγκεκριμένη πού αντιπροσωπεύει ό κόσμος των ενστίκτων, και βρίσκεται σε μια κατάσταση ακαθόριστη, αβέβαιη και ανοιχτή. Σιγουριά υπάρχει μόνο όσο αφορά το παρελθόν, και για το μέλλον μόνο όσο αφορά το θάνατο.

Ο άνθρωπος είναι προικισμένος με το λογικό. Είναι ζωή που έχει συνείδηση του εαυτού της. O άνθρωπος έχει συνείδηση τού εαυτού του, τού συνανθρώπου του, τού παρελθόντος του και των δυνατοτήτων τού μέλλοντος του. Αυτή ή επίγνωση τού εαυτού του σαν μιας ξεχωριστής οντότητας, ή επίγνωση τού περιορισμένου, σύντομου χρόνου της ζωής και επιπλέον ή επίγνωση τού γεγονότος ότι χωρίς τη θέλησή του γεννήθηκε και χωρίς τη θέλησή του θα πεθάνει, πριν ή μετά από αυτούς πού αγαπά, ή επίγνωση ότι είναι μόνος και ξεχωρισμένος από τούς άλλους, αδύνατος μπροστά στις δυνάμεις της φύσης και της κοινωνίας, όλ’ αυτά κάνουν την ατομική ξεκομμένη του ύπαρξη μια αβάσταχτη φυλακή. Και ίσως θα τρελαινόταν, αν δεν κατάφερνε να ελευθερωθεί από τη φυλακή αυτή, να ξεφύγει από τη μόνωση και να ενωθεί κατά τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τούς άλλους ανθρώπους, με τον έξω κόσμο.

H εμπειρία της μοναξιάς προκαλεί αγωνία. Το ξεχωριστό της ύπαρξής μας είναι πράγματι ή πηγή κάθε αγωνίας. Το να είμαι μόνος, σημαίνει ότι είμαι ξεκομμένος από τούς άλλους, χωρίς καμιά Ικανότητα να χρησιμοποιήσω τις ανθρώπινες δυνάμεις μου.

Γι' αυτό, το να είμαι μόνος σημαίνει ότι είμαι αβοήθητος, ανίκανος να επικοινωνήσω ενεργητικά με τον κόσμο, τα πράγματα και τούς ανθρώπους. Σημαίνει ότι o κόσμος μπορεί να στραφεί εναντίον μου χωρίς εγώ να μπορώ ν’ αντιδράσω. Έτσι λοιπόν, το ξεχωριστό της ύπαρξής μας είναι πηγή βαθιάς αγωνίας. Και πέρα απ’ αυτό, προκαλεί το συναίσθημα της ντροπής κι ακόμα της ενοχής.

Αυτή η εμπειρία της ντροπής και ένοχης πού ενυπάρχει στην ξεκομμένη ύπαρξη, εκφράζεται στη βιβλική ιστορία τού Αδάμ και της Εύας. Αφού ο Αδάμ και ή Εύα έφαγαν από «το δέντρον της γνώσεως του καλού και του κακού», αφού παράκουσαν την εντολή (δεν υπάρχει καλό και κακό αν δεν υπάρχει και η ελευθερία να απειθήσεις), αφού έγιναν άνθρωποι με το να χειραφετηθούν από την αρχέγονη ζωική συμβίωση με τη φύση, μόλις δηλαδή γεννήθηκαν σαν ανθρώπινα όντα – είδαν «ότι ήσαν γυμνοί και εντράπηκαν». Μήπως θα έπρεπε να υποθέσουμε ότι ένας μύθος τόσο παλιός και αρχέγονος έχει τη σεμνότυφη αντίληψη τού 19ου αιώνα και επομένως το σημαντικό πού o μύθος θέλει να μας μεταδώσει είναι ή αμηχανία πού νιώσανε για τα ακάλυπτα γεννητικά τους μέρη; ’Ασφαλώς δεν είναι αυτό το σημαντικό και όποιος δε μπορεί παρά να το βλέπει έτσι μόνο, χάνει την ουσία σ’ όλη αυτή την ιστορία, πού φαίνεται να είναι ή εξής: αφού ό άντρας και ή γυναίκα απέκτησαν συνείδηση τού εαυτού τους και ό ένας τού άλλου, νιώσανε ταυτόχρονα πώς είναι και μόνοι και διαφορετικοί, όσο αφορά το ότι ανήκουν σε διαφορετικά φύλα. Ενώ όμως αναγνωρίζουν το χωρισμό τους, παραμένουν ξένοι μεταξύ τους, επειδή δεν έχουν μάθει ακόμα ν’ αγαπιούνται (κι αυτό γίνεται ολοφάνερο από το γεγονός ότι ό Αδάμ υπερασπίζει· τον εαυτό του κατηγορώντας την Εύα, αντί να την υπερασπίσει). Η επίγνωση του ανθρώπινων ξεχωρισμού χωρίς την επανένωση δια της αγάπης είναι ή πηγή του συναισθήματος της ντροπής. Είναι ταυτόχρονα και η πηγή της αγωνίας και του συναισθήματος της ενοχής.

Ώστε, η πιο βαθιά ανάγκη τού ανθρώπου είναι να ξεπεράσει τη χωριστή του ύπαρξη, να ξεφύγει από τη φυλακή της μόνωσής του. Ή ολοκληρωτική αποτυχία του να πραγματοποιήσει αυτό το σκοπό, θα σημάνει την τρέλα, γιατί ο τρόμος της τέλειας απομόνωσης μπορεί να ξεπεραστεί μόνο με ένα τόσο ριζικό αποτράβηγμα από τον έξω κόσμο ώστε το αίσθημα τού χωρισμού να εξαφανιστεί – εφόσον ο έξω κόσμος, από τον όποιο είναι χωρισμένος, εξαφανίζεται.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της

6.3.3. Μνημειακά ανάγλυφα: Το μεγάλο Ελευσινιακό ανάγλυφο και τα Τρίμορφα ανάγλυφα


Ένα παράδειγμα της τεχνοτροπίας της εποχής του Παρθενώνα είναι το λεγόμενο Ελευσινιακό ανάγλυφο, που βρέθηκε το 1859 στο ιερό της Ελευσίνας ξαναχρησιμοποιημένο σε μια μικρή χριστιανική εκκλησία, και χρονολογείται στη δεκαετία 440-430 π.Χ. Το ανάγλυφο είναι έργο εξαιρετικής ποιότητας και ασυνήθιστα μεγάλου μεγέθους (έχει ύψος 2,20 m). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράσταση, για την οποία έχουν προταθεί διαφορετικές ερμηνείες: εικονίζονται οι δύο μεγάλες θεές της Ελευσίνας, η Δήμητρα και η Κόρη (ή Περσεφόνη), η μία απέναντι στην άλλη, με ένα μικρό αγόρι ανάμεσά τους. Η Δήμητρα, θεά-μητέρα, είναι ντυμένη με πέπλο και κρατάει ένα σκήπτρο ως σύμβολο εξουσίας, ενώ η Κόρη έχει νεανικά χαρακτηριστικά, φοράει χιτώνα και ιμάτιο και έχει στο χέρι μια δάδα, που χρησίμευε για να φωτίζει τις νυχτερινές μυστηριακές τελετές στο ιερό της Ελευσίνας. Το νεαρό παιδί έχει μακριά μαλλιά, που δένονται σε κόμπο επάνω από το μέτωπο, φοράει σανδάλια στα πόδια, είναι όμως σχεδόν γυμνό, με μόνο ένδυμα ένα μικρό ιμάτιο, που καλύπτει τον δεξιό ώμο, πέφτει πίσω από την πλάτη και συγκρατείται με το αριστερό χέρι. Η Δήμητρα φαίνεται να δίνει στο παιδί ένα μικρό αντικείμενο, ενώ η Κόρη υψώνει το δεξί της χέρι με μισάνοιχτα τα δάχτυλα επάνω από το κεφάλι του, χωρίς να είναι σαφές αν κρατάει κάτι. Για την ταυτότητα του αγοριού δεν υπάρχει ομοφωνία: πολλοί αρχαιολόγοι νομίζουν ότι είναι ο Τριπτόλεμος, ο πρωτότοκος γιος του μυθικού βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού και της γυναίκας του Μετανείρας, στον οποίο η Δήμητρα έδωσε ένα δεμάτι από στάχυα και τον έστειλε να διδάξει στους ανθρώπους την καλλιέργεια των δημητριακών, επάνω σε ένα άρμα που το έσερναν φτερωτά φίδια. Ο μύθος του Τριπτόλεμου ήταν θέμα μιας χαμένης σήμερα τραγωδίας του Σοφοκλή με αυτό τον τίτλο. Η δυσκολία με την ερμηνεία αυτή είναι ότι στο Ελευσινιακό ανάγλυφο δεν εικονίζονται τα στάχυα και το άρμα με τα φτερωτά φίδια, τα οποία συναντούμε πάντοτε στις αγγειογραφίες και τα ανάγλυφα του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ., όπου αναγνωρίζεται χωρίς αμφιβολία ο Τριπτόλεμος. Άλλοι έχουν σκεφτεί ότι μπορεί να εικονίζεται ο Ίακχος, ένας θεός που συνδέεται με τα Ελευσίνια Μυστήρια, ή ο Πλούτος, ο οποίος παρουσιάζεται ως γιος της Δήμητρας ήδη στα ποιήματα του Ομήρου και του Ησιόδου. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η πρόταση να αναγνωρίσουμε στη μορφή του αγοριού όχι ένα μυθικό πρόσωπο, αλλά τον παῖδα ἀφ᾽ ἑστίας, το παιδί που κάθε χρόνο μυούνταν συμβολικά στα Ελευσίνια Μυστήρια με έξοδα της πόλης της Αθήνας. Όποιο και αν είναι το θέμα της παράστασής του, το Ελευσινιακό ανάγλυφο πρέπει να θεωρηθεί σημαντικό θρησκευτικό μνημείο που συνδέεται με την ελευσινιακή λατρεία, ενδεχομένως με τις μυστηριακές τελετές που γίνονταν στο τελεστήριο της Ελευσίνας. Η σημασία του φαίνεται άλλωστε και από το γεγονός ότι αντιγράφηκε στα ρωμαϊκά χρόνια: μας είναι γνωστά ένα μαρμάρινο αντίγραφο (σήμερα στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης) και δύο πήλινα, που προέρχονται όλα από μια ρωμαϊκή βίλα στο Λάτιο.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τέσσερα ανάγλυφα με μυθολογικά θέματα, που μας είναι γνωστά από αντίγραφα της ρωμαϊκής εποχής και τα ονομάζουμε Τρίμορφα ανάγλυφα, επειδή εικονίζουν τρεις ανθρώπινες μορφές το καθένα. Τα ανάγλυφα αποτελούσαν ένα ενιαίο σύνολο και κοσμούσαν ένα σημαντικό αθηναϊκό μνημείο των χρόνων 430-420 π.Χ., όπως φανερώνουν οι ίδιες διαστάσεις τους και οι ομοιότητες στη σύνθεση και την τεχνοτροπία. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται ακόμη από τη διαπίστωση ότι στις παραστάσεις εμφανίζονται και οι τέσσερις δυνατοί συνδυασμοί ανδρικών και γυναικείων μορφών (τρεις ανδρικές, τρεις γυναικείες, δύο ανδρικές και μία γυναικεία, δύο γυναικείες και μία ανδρική). Τα θέματα σχετίζονται όλα με τον θάνατο και τη μετάβαση στον κάτω κόσμο, αλλά και την αδυναμία επιστροφής από εκεί: 

Στο πρώτο ανάγλυφο εικονίζεται ο χωρισμός του Ορφέα και της Ευρυδίκης, την οποία ο Ερμής οδηγεί οριστικά και αμετάκλητα στον Άδη. 

Στο δεύτερο βλέπουμε τις δύο κόρες του Πελία, του βασιλιά της Ιωλκού και θείου του Ιάσωνα, καθώς ετοιμάζονται να σφάξουν τον πατέρα τους και να βράσουν τα κομμάτια του σε μεγάλο λέβητα ώστε να γίνει νέος, ακολουθώντας τις απατηλές οδηγίες της μάγισσας Μήδειας, που στέκεται απέναντι τους φορώντας ανατολίτικα ρούχα και κρατώντας ένα δοχείο με μαγικά βότανα. 

Στο τρίτο ο Ηρακλής έχει κατεβεί στον κάτω κόσμο και στέκεται δίπλα στον Πειρίθου και τον Θησέα, θέλοντας να τους πάρει μαζί του πίσω. Σύμφωνα με τον μύθο, κατόρθωσε να απελευθερώσει μόνο τον Θησέα, που εικονίζεται όρθιος απέναντι του. Ο Πειρίθους έμεινε κολλημένος στο έδαφος και έτσι δεν μπόρεσε να φύγει από το βασίλειο του Άδη· γι᾽ αυτό τον βλέπουμε να κάθεται περίλυπος σε έναν βράχο. 

Το τέταρτο ανάγλυφο δείχνει τον Ηρακλή στον κήπο των Εσπερίδων, ένα θέμα που, όπως είδαμε, δήλωνε συμβολικά την ευτυχισμένη μεταθανάτια ζωή που περίμενε τους ενάρετους ανθρώπους. Έχει υποστηριχθεί ότι τα ανάγλυφα αυτά κοσμούσαν τον βωμό των δώδεκα θεών στην Αγορά της Αθήνας, όπου κατέφευγαν οι διωκόμενοι για να βρουν άσυλο. Ωστόσο, η αναφορά όλων των παραστάσεων στον κόσμο των νεκρών και στην αδυναμία επανόδου από εκεί οδηγεί στη σκέψη ότι ίσως τα ανάγλυφα αυτά ανήκαν σε ένα σημαντικό επιτύμβιο μνημείο.

Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: ΙI. ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΣΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

15.2. Η μεταστροφή στη φιλοσοφία - Εις την σχολήν περιωνύμου φιλοσόφου

Λίγο κράτησε αυτή η πρώτη και εξωτερική περιπλάνηση. Αυτά που ζητούσε τα βρήκε όταν ένας φίλος του τον οδήγησε σε έναν άλλο δάσκαλο, όχι ιδιαίτερα ξακουστό, τον Αμμώνιο Σακκά. «Αυτόν ζητούσα,» είπε στον φίλο του, και από εκείνη τη μέρα έμεινε κοντά στον Αμμώνιο για έντεκα χρόνια, από το 232 ως το 242 μ.Χ., μαθητεύοντας στη φιλοσοφία.

Ο Αμμώνιος ονομάστηκε Σακκάς ίσως επειδή φορούσε σάκκον (ένα είδος τρίβωνα) ή επειδή, λένε άλλοι, στα νιάτα του κουβαλούσε σάκους. Ανήκει στους φιλοσόφους που σκοπίμως δεν άφησαν γραπτά κείμενα, και η διδασκαλία τους δεν καταγράφηκε από κάποιον μαθητή τους. Αυτό δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι είχε κάποια «απόκρυφα» δόγματα, δείχνει όμως τη σημασία που είχε ακόμη η προφορική διδασκαλία. Μάλιστα, όταν πέθανε, τρεις από τους μαθητές του, ο Ερέννιος, ο Ωριγένης και ο Πλωτίνος, δεσμεύτηκαν με συμφωνία να μην αποκαλύψουν τις διδασκαλίες του Αμμωνίου, πιθανώς για να μη διεκδικήσει κανένας αποκλειστικά για τον εαυτό του την πνευματική κληρονομιά του δασκάλου τους. Μόνο ο Πλωτίνος σεβάστηκε τη συμφωνία. Όπως και να είχε, τελικά σήμερα δεν γνωρίζουμε κάτι σίγουρο για τη διδασκαλία του Αμμωνίου!

Πάντα υπάρχει κάτι να κερδίσει κανείς από έναν δάσκαλο, πόσο μάλλον ο Πλωτίνος από τον Αμμώνιο. Πρέπει να ήταν ένας χαρισματικός δάσκαλος, «θεοδίδακτον» (δηλαδή αυτοδίδακτο) τον αποκάλεσαν, που θα γοήτευσε τον Πλωτίνο γιατί δεν ακολουθούσε τον καθιερωμένο τρόπο διδασκαλίας των φιλοσοφικών σχολών. Δίπλα του ο Πλωτίνος δεν θα έμαθε απλώς τις απόψεις των παλαιότερων φιλοσόφων, αλλά θα μυήθηκε στον ιδιόμορφο πλατωνισμό του Αμμωνίου. Ο δάσκαλός του επιχειρηματολογούσε υπέρ της συμφωνίας Πλάτωνα και Αριστοτέλη, παρόλο που ο συνδυασμός των δύο μεγάλων φιλοσόφων, ή έστω η ισότιμη μελέτη τους, δεν ήταν καθόλου δημοφιλής τότε στην Αλεξάνδρεια.

Είχε πεθάνει ο δάσκαλός του, όταν ο Πλωτίνος το 243 μ.Χ. μπήκε στην ακολουθία του ρωμαίου αυτοκράτορα Γορδιανού και συμμετείχε στην εκστρατεία εναντίον των Περσών. Δεν γνωρίζουμε αν αισθανόταν όπως οι επιστήμονες που είχαν συνοδεύσει τον Μέγα Αλέξανδρο στη δική του εκστρατεία. Πάντως, ο Γορδιανός σκοτώθηκε στη Μεσοποταμία, και ο Πλωτίνος γλίτωσε και έφτασε σώος στην Αντιόχεια.

Μια τέτοια πράξη έμοιαζε παράταιρη για έναν φιλόσοφο της εσωτερικότητας. Αλλά οι μαθητές του, καθότι φιλόσοφοι, επινόησαν μια ευλογοφανή δικαιολογία: «Είχε αποκτήσει τέτοια τριβή με τη φιλοσοφία, που επεδίωξε να γνωρίσει και αυτήν που εξασκούν οι Πέρσες και εκείνην που έχουν διαμορφώσει οι Ινδοί» (Πορφύριος, Βίος Πλωτίνου 3). Μα, δεν είναι και ο καλύτερος τρόπος, για να καταλάβεις τη σκέψη ενός λαού, να εκστρατεύσεις εναντίον του! Έτσι κι αλλιώς ο Πλωτίνος δεν έφτασε στον προορισμό του…

Στο κρίσιμο σταυροδρόμι των σαράντα ετών άλλαξε κατεύθυνση. Αφού δεν είδε το αρχαίο φως της Ανατολής (από τους Πέρσες και τους Ινδούς), στράφηκε προς τη νεόκοπη λάμψη της Δύσης. Επέλεξε να αλλάξει ακροατήριο. Να μην τρέμει η ψυχή του μιλώντας με βαρβαρισμούς δεινούς τα ελληνικά, μήπως οι Αλεξανδρινοί τον πάρουν στο ψιλό ως είναι το συνήθειό τους. Άφησε την Αλεξάνδρεια, με την ισχυρή φιλοσοφική και επιστημονική παράδοση, και πήγε και εγκαταστάθηκε στην πρωτεύουσα, τη χρονιά που ανέβηκε στον θρόνο ο Φίλιππος ο Άραβας, (ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας) το 244 μ.Χ. Όσο και να γνώριζαν τα ελληνικά οι Ρωμαίοι (ειδικά όσοι ασχολούνταν με τη φιλοσοφία όφειλαν να τα γνωρίζουν), δύσκολα θα μπορούσε κάποιος τους να καυχηθεί ότι τα ήξερε καλύτερα από τους Αλεξανδρινούς!

Τετάρτη 2 Μαρτίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (16.419-16.476)

Σαρπηδὼν δ᾽ ὡς οὖν ἴδ᾽ ἀμιτροχίτωνας ἑταίρους
420 χέρσ᾽ ὕπο Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο δαμέντας,
κέκλετ᾽ ἄρ᾽ ἀντιθέοισι καθαπτόμενος Λυκίοισιν·
«αἰδώς, ὦ Λύκιοι· πόσε φεύγετε; νῦν θοοὶ ἔστε.
ἀντήσω γὰρ ἐγὼ τοῦδ᾽ ἀνέρος, ὄφρα δαείω
ὅς τις ὅδε κρατέει καὶ δὴ κακὰ πολλὰ ἔοργε
425 Τρῶας, ἐπεὶ πολλῶν τε καὶ ἐσθλῶν γούνατ᾽ ἔλυσεν.»
Ἦ ῥα, καὶ ἐξ ὀχέων σὺν τεύχεσιν ἆλτο χαμᾶζε.
Πάτροκλος δ᾽ ἑτέρωθεν, ἐπεὶ ἴδεν, ἔκθορε δίφρου.
οἱ δ᾽ ὥς τ᾽ αἰγυπιοὶ γαμψώνυχες ἀγκυλοχεῖλαι
πέτρῃ ἐφ᾽ ὑψηλῇ μεγάλα κλάζοντε μάχωνται,
430 ὣς οἱ κεκλήγοντες ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ὄρουσαν.
τοὺς δὲ ἰδὼν ἐλέησε Κρόνου πάϊς ἀγκυλομήτεω,
Ἥρην δὲ προσέειπε κασιγνήτην ἄλοχόν τε·
«ὤ μοι ἐγών, ὅ τέ μοι Σαρπηδόνα, φίλτατον ἀνδρῶν,
μοῖρ᾽ ὑπὸ Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο δαμῆναι.
435 διχθὰ δέ μοι κραδίη μέμονε φρεσὶν ὁρμαίνοντι,
ἤ μιν ζωὸν ἐόντα μάχης ἄπο δακρυοέσσης
θείω ἀναρπάξας Λυκίης ἐν πίονι δήμῳ,
ἦ ἤδη ὑπὸ χερσὶ Μενοιτιάδαο δαμάσσω.»
Τὸν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα βοῶπις πότνια Ἥρη·
440 «αἰνότατε Κρονίδη, ποῖον τὸν μῦθον ἔειπες.
ἄνδρα θνητὸν ἐόντα, πάλαι πεπρωμένον αἴσῃ,
ἂψ ἐθέλεις θανάτοιο δυσηχέος ἐξαναλῦσαι;
ἔρδ᾽· ἀτὰρ οὔ τοι πάντες ἐπαινέομεν θεοὶ ἄλλοι.
ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δ᾽ ἐνὶ φρεσὶ βάλλεο σῇσιν·
445 αἴ κε ζὼν πέμψῃς Σαρπηδόνα ὅνδε δόμονδε,
φράζεο μή τις ἔπειτα θεῶν ἐθέλῃσι καὶ ἄλλος
πέμπειν ὃν φίλον υἱὸν ἀπὸ κρατερῆς ὑσμίνης·
πολλοὶ γὰρ περὶ ἄστυ μέγα Πριάμοιο μάχονται
υἱέες ἀθανάτων, τοῖσιν κότον αἰνὸν ἐνήσεις.
450 ἀλλ᾽ εἴ τοι φίλος ἐστί, τεὸν δ᾽ ὀλοφύρεται ἦτορ,
ἤτοι μέν μιν ἔασον ἐνὶ κρατερῇ ὑσμίνῃ
χέρσ᾽ ὕπο Πατρόκλοιο Μενοιτιάδαο δαμῆναι·
αὐτὰρ ἐπὴν δὴ τόν γε λίπῃ ψυχή τε καὶ αἰών,
πέμπειν μιν Θάνατόν τε φέρειν καὶ νήδυμον Ὕπνον,
455 εἰς ὅ κε δὴ Λυκίης εὐρείης δῆμον ἵκωνται,
ἔνθα ἑ ταρχύσουσι κασίγνητοί τε ἔται τε
τύμβῳ τε στήλῃ τε· τὸ γὰρ γέρας ἐστὶ θανόντων.»
Ὣς ἔφατ᾽, οὐδ᾽ ἀπίθησε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
αἱματοέσσας δὲ ψιάδας κατέχευεν ἔραζε
460 παῖδα φίλον τιμῶν, τόν οἱ Πάτροκλος ἔμελλε
φθίσειν ἐν Τροίῃ ἐριβώλακι, τηλόθι πάτρης.
Οἱ δ᾽ ὅτε δὴ σχεδὸν ἦσαν ἐπ᾽ ἀλλήλοισιν ἰόντες,
ἔνθ᾽ ἤτοι Πάτροκλος ἀγακλειτὸν Θρασύμηλον,
ὅς ῥ᾽ ἠῢς θεράπων Σαρπηδόνος ἦεν ἄνακτος,
465 τὸν βάλε νείαιραν κατὰ γαστέρα, λῦσε δὲ γυῖα.
Σαρπηδὼν δ᾽ αὐτοῦ μὲν ἀπήμβροτε δουρὶ φαεινῷ
δεύτερον ὁρμηθείς, ὁ δὲ Πήδασον οὔτασεν ἵππον
ἔγχεϊ δεξιὸν ὦμον· ὁ δ᾽ ἔβραχε θυμὸν ἀΐσθων,
κὰδ δὲ πέσ᾽ ἐν κονίῃσι μακών, ἀπὸ δ᾽ ἔπτατο θυμός.
470 τὼ δὲ διαστήτην, κρίκε δὲ ζυγόν, ἡνία δέ σφι
σύγχυτ᾽, ἐπεὶ δὴ κεῖτο παρήορος ἐν κονίῃσι.
τοῖο μὲν Αὐτομέδων δουρικλυτὸς εὕρετο τέκμωρ·
σπασσάμενος τανύηκες ἄορ παχέος παρὰ μηροῦ,
ἀΐξας ἀπέκοψε παρήορον οὐδὲ μάτησε·
475 τὼ δ᾽ ἰθυνθήτην, ἐν δὲ ῥυτῆρσι τάνυσθεν·
τὼ δ᾽ αὖτις συνίτην ἔριδος πέρι θυμοβόροιο.

***
Και τότε ο μέγας Σαρπηδών άμ᾽ είδε του Πατρόκλου
420 από το χέρ᾽ οι άζωστοι να πέφτουν σύντροφοί του,
τους ισοθέους φώναζε και ονείδιζε Λυκίους:
«Λύκιοι, πού φεύγετε; Εντροπή· είν᾽ ώρα ν᾽ ανδρειευθείτε·
τον άνδρα θ᾽ αντικρίσω εγώ, κι εγώ θα μάθω πρώτος,
ποιος είναι αυτός ο τρομερός που αφάνισε τους Τρώας,
425 που ανδρείων τόσων μαχητών τα γόνατα έχει λύσει».
Είπε, και μ᾽ όλα τ᾽ άρματα επήδησε απ᾽ τ᾽ αμάξι.
Και άμα τον είδε ο Πάτροκλος επήδησε κι εκείνος·
και ως μάχονται κυρτόνυχοι, κυρτόμυτοι πετρίτες
επάνω εις πέτραν υψηλήν με σκούξιμο μεγάλο,
430 όμοια κι εκείνοι με κραυγές επιάσθηκαν στην μάχην.
Είδε κι επόνεσ᾽ ο υιός του πρωτοβούλου Κρόνου
κι είπε στην Ήραν σύγκλινην ομού και αυτάδελφήν του:
«Αχ! των θνητών ο Σαρπηδών, ο περιπόθητός μου.
Να μου τον σβήσει ο Πάτροκλος διόρισεν η μοίρα!
435 κι εις δύο τώρα στοχασμούς χωρίζεται η ψυχή μου,
θα τον σηκώσω ζωντανόν απ᾽ τον φρικτόν αγώνα
και θα τον θέσω εις τον λαόν της κάρπιμης Λυκίας,
ή θέν᾽ αφήσ᾽ ο Πάτροκλος να σβήσει την ζωήν του».
Κι η Ήρα η μεγαλόφθαλμη του αντείπε η σεβασμία:
440 «Ποιον λόγον τώρα επρόφερες, ω φοβερέ Κρονίδη!
άνδρα θνητόν που απ᾽ αρχής τον έχει δέσ᾽ η μοίρα
απ᾽ τα δεσμά του άχαρου θανάτου θ᾽ απολύσεις;
Κάμε το· αλλ᾽ όλοι οι επίλοιποι θεοί δεν θα το στέρξουν.
Κι έν᾽ άλλο ακόμα θα σου ειπώ, να το σκεφθείς· αν στείλεις
445 τον Σαρπηδόνα ζωντανόν στα γονικά του οπίσω,
σκέψου μη και άλλος των θεών θελήσει τον υιόν του
να στείλει από τον φονικόν αγώνα στην πατρίδα.
Πολλά μάχονται ολόγυρα στους πύργους του Πριάμου
παιδιά θεών, και συ μ᾽ αυτό χολήν θα τους γεννήσεις.
450 Αλλ᾽ αν σου είν᾽ αγαπητός και οδύρεται η καρδιά σου,
τώρ᾽ άφησέ τον στον φρικτόν αγώνα ν᾽ αποθάνει,
ως θα τον σβήσει ο Πάτροκλος ο υιός του Μενοιτίου,
και άμα η ψυχή του και η πνοή έρμο το σώμ᾽ αφήσουν
να τον σηκώσει ο Θάνατος και ο γλυκός Ύπνος κάμε
455 ώσπου να φθάσουν στον λαόν της άμετρης Λυκίας,
όπου αδελφοί και συγγενείς θα του σηκώσουν τάφον
και στήλην, μόνο χάρισμα του πεθαμένου ανθρώπου».
Κι έστερξε ό,τι είπε, των θεών και ανθρώπων ο πατέρας.
Κι αιματωμένες έβρεξε ρανίδες ουρανόθεν
460 τιμώντας τον γλυκόν του υιόν, που έμελλε στην Τροίαν
να πέσει από τον Πάτροκλον μακράν απ᾽ την πατρίδα.
Και οπόταν επροχώρησαν κι εβρέθηκαν αντίκρυ
του Σαρπηδόνος τον λαμπρόν ακόλουθον ανδρείον
Θρασύμηλον ο Πάτροκλος κάτω από την γαστέρα
465 κτύπησε και άφησε νεκρόν· και ο Σαρπηδών την λόγχην
ακόντισε στον Πάτροκλον χαμέν᾽, αλλά τον ίππον
ελάβωσε τον Πήδασον, στην δεξιάν του πλάτην·
αγκομαχώντας βόγγησε και έπεσε στο χώμα
εκείνο κι εξεψύχησε, και ως είδαν έμπροσθέν τους
470 να κείτεται ο παράζυγος ξεσμίγουν τ᾽ άλλα δύο,
τρίζει ο ζυγός κι εμπλέκονται κακά τα χαλινάρια
κι ήβρε το τέλος του κακού ο μέγας Αυτομέδων·
το μακρύ ξίφος έσυρε απ᾽ το παχύ μερί του,
ξεκόφτει τον παράσειρον ως αστραπή κι εκείνα
475 έσιασαν μες στους χαλινούς, ως πρώτα τανυσμένα.
Και πάλιν έσμιγαν αυτοί στον φονικόν αγώνα.

Η ζωή είναι αλλού

Ο κίνδυνος όταν τα καταστρέφεις όλα είναι να μη μείνει τίποτα όρθιο.

Αλλά αν το πιστέψεις αυτό, ο φόβος σε κατέχει για πάντα.

Δημιουργεί ψευδαισθήσεις, παρανοήσεις, ψεύτικες υπερασπίσεις και κατηγορίες.

Σε πείθει πως τον χρειάζεσαι, πως είναι ο καλύτερος σου φίλους, το σωσίβιό σου.

Παραδίδεσαι στη δύναμη που εσύ του έχεις δώσει.

Δεν έχεις καμία άλλη επιλογή. Σου τις έχει αφαιρέσει όλες.

Καμία «λογική» διεργασία δεν είναι ικανή να σε πείσει πως σού λέει ψέματα.

Κι εσύ έχεις επενδύσει σ’ αυτήν. Είναι το μόνο που έχεις… θεωρείς.

Κι έτσι συνεχίζεις να προσπαθείς να διατηρήσεις, να μην καταστρέφεις, να μην γκρεμίζεις, να μην κινδυνεύεις.

Η προσπάθεια σε εξαντλεί, σε ξεζουμίζει, σού κλέβει τη ζωή, αλλά εσύ δεν το ξέρεις.

Μέχρι την τελική εκείνη στιγμή, που η καταστροφή… η τελική, μοναδική, αναπόφευκτη καταστροφή, έρχεται.

Ο φόβος σε κυριεύει. Η απόλυτη, σαρωτική, καθοριστική του δύναμη μπροστά σου.

Και δεν έχεις όπλα. Μένεις ακάλυπτος. Μόνος. Μικρός. Αβοήθητος.

Όπως ξεκίνησες.

Ας βρισκόταν κάποιος να σου πει πως ήταν αναγκαίο να παραδοθείς χρόνια πριν… Ας βρισκόταν κάποιος να σού δείξει πώς να καταστρέφεις, πώς να γκρεμίζεις όλα όσα νόμιζες πως ήταν αναγκαία, απαραίτητα!

Ας σταμάταγες να τρέχεις κάποιες στιγμές για να τολμήσεις να κοιτάξεις το φόβο της ματαιότητας κατάματα, να μάθεις να παραιτείσαι από τον έλεγχο. Να ξεκινήσεις να ζεις, ελεύθερος!

Ας τολμούσες να ακούσεις την απαλή, ήρεμη φωνούλα μέσα σου που σού ψιθύριζε, «αλλού είναι η ζωή»!

Μετά την καταιγίδα η ηρεμία, μετά το σκοτάδι το φως.

Αλλά πρέπει να επιτρέψεις την καταιγίδα, να περπατήσεις στο σκοτάδι.

«Τίποτα δεν απειλείται» αποκτά νόημα μόνο όταν «τα πάντα απειληθούν».

Γιατί στην αλήθεια δεν χωράει το ψέμα.

Η καρδιά δεν δεσμεύεται από υπερασπίσεις και κατηγορίες.

Η φύση αναζητά με κάθε τρόπο την αρμονία, την ισορροπία, τη σύνδεση.

Είτε μιλάω σε σένα, είτε στον εαυτό μου, είτε γράφω για άλλους, είναι όλα ένα. Όλα το ίδιο. Διαφορετικά, είναι ψέμα.

Προσπάθησα να το μάθω (το ψέμα) για να είμαι ασφαλής, αρεστός… δεν τα κατάφερα.

Και τώρα δεν προσπαθώ πια..

Η ζωή είναι όντως αλλού!

Ήταν μια προσωπική συνομιλία που έγινε ανάρτηση...

Εγώ ή εμείς;

Ο κόσμος μας βρίσκεται διαχωρισμένος αλλά δεν το βλέπεις εύκολα. Παντού αυτός ο διαχωρισμός είναι εμφανής, αν κοιτάξεις με «διαφορετικά μάτια»: σε χώρες, σε κοινωνίες, σε περιοχές, ακόμα και μέσα σε οικογένειες, στο ίδιο σου το σπίτι, στον ίδιο σου τον εαυτό. Οι αριθμοί δεν αλλάζουν την πραγματικότητα.

Υπάρχει το εγώ και υπάρχει το εμείς. Στη μια περίπτωση το «δικό μου» και το «υπάρχω μόνο ή πρώτα εγώ και μετά όλοι οι άλλοι» είναι κυρίαρχο και καθορίζει το γίγνεσθαι και την ποιότητα της ζωής. Στην άλλη περίπτωση «εγώ δεν έχω σημασία αλλά υπάρχω για τους άλλους (την οικογένεια/τη χώρα/το έθνος/τα ιδανικά που μου δόθηκαν κλπ», καθορίζει το πλαίσιο της ύπαρξης. Η συνεχόμενη πάλη ανάμεσα στα δυο, ενισχύει τον εσωτερικό διάλογο, την αυτό-αμφισβήτηση αλλά και δημιουργεί παράλληλα άπειρους άλλους διαχωρισμούς.

Η προσπάθεια να ισορροπήσεις ανάμεσα στα δυο, να διακρίνεις κάθε φορά το «σωστό» και να αισθάνεσαι ταυτόχρονα ασφαλής, χρήσιμος και αυτάρκης, αποδεικνύεται ένας συνεχιζόμενος αγώνας, που απλά ενισχύει τον δυαδισμό. Ο νους και ο τρόπος σκέψης που μάθαμε να εμπιστευόμαστε, καθώς και το ποιοι εκπαιδευτήκαμε να είμαστε, δεν έχει τρόπο διαφυγής από τη γραμμική, δυαδική σκέψη. Πέρα από τις θεωρίες, διαπιστώνεις, στην καθημερινότητά σου, ότι πιο συχνά, βρίσκεσαι αντιμέτωπος με ένα ή περισσότερα δίλληματα κάθε φορά, για το ποιος θα υπερισχύσει, ποια «αρχή» σου θα εμφανιστεί, ως πράξη ή αντίδραση.

Πολλοί μιλάνε για την καρδιά, θεωρώντας «ανώτερο» ν’ ακολουθείς «την καρδιά σου», ενώ παράλληλα, τα δικά τους κρυφά πάθη, τα κρυφά θέλω τους, αγωνιούν να εκφραστούν και να υλοποιηθούν. Οι παρερμηνείες αυτής της διπολικής υπόστασης είναι όσες και οι προσωπικές σου σχέσεις, τα προσωπικά σου προβλήματα, οι αντιφατικές έννοιες μέσα σου, τα λόγια που ασυνείδητα χρησιμοποιείς, αδυνατώντας να συνθέσεις αυτά που φαίνονται αντίθετα.

Ρωτάς, είτε άλλους είτε τον εαυτό σου, «τι πρέπει να κάνω;» ή «τι θα έπρεπε να είχα κάνει;» ψάχνοντας κανόνες που δύσκολα εφαρμόζονται στην διαφορετικότητα της κάθε στιγμής. Εκπαιδευτήκαμε να θέλουμε χάρτες, αναλυτική καθοδήγηση, στο «πώς» της ζωής μας. Σκέφτεσαι ανάμεσα στο «σωστό» και το «λάθος» ποιο θα έχει τις λιγότερες συνέπειες, τον μικρότερο πόνο, τη λιγότερη έλλειψη. Και σίγουρα δεν αντιλαμβάνεσαι τις επαναλήψεις. Δεν αντιλαμβάνεσαι την υποσυνείδητη κριτική που σου φανερώνει, ως προσωπικό βίωμα, όλα όσα κατηγόρησες, ως δικά σου.

Το είδωλο, των κρυμμένων σου κομματιών βρίσκεται παντού. Αλλά η μυωπική, συγκεκριμένη όρασή σου είναι ανίκανη να σου φανερώσει, αυτό που εκπαιδεύτηκες να μη βλέπεις. Σ’ αυτούς που έχουν την ικανότητα να βλέπουν, όλα μοιάζουν με σκηνή θεάτρου, όπου οι περισσότεροι ηθοποιοί δεν αντιλαμβάνονται καν ότι είναι ηθοποιοί, ότι έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τοςυ να παίξουν το συγκεκριμένο ρόλο, ότι υπάρχουν πολλά θέατρα, σε πολλά επίπεδα, που δεν εμφανίζονται καν στην περιοριστική, «κοντινή» όραση.

Δεν μπορείς, μέσω του ίδιου νου, που εστιάζεται αποκλειστικά σε αυτή τη μια γραμμική πραγματικότητα, να αντιληφθείς ότι ο χρόνος έχει διαφορετική έννοια από αυτήν που του έχεις δώσει και ότι η ψυχή καταχωρεί εντελώς διαφορετικά απ' ό,τι εσύ. Η ταυτόχρονη διείσδυση στη στιγμή και η παράλληλη απομακρυσμένη διευρυμένη ύπαρξη, ως ένα, μοιάζουν παιχνίδια λέξεων, των οποίων σου διαφεύγει το βίωμα της αλήθειας τους.

Προτού αντιληφθείς όμως όλα αυτά, σε βιωματικό, προσωπικό, καθημερινό επίπεδο, δεν έχει κανένα νόημα η ζωή. Ο σκοπός είναι πάντα εγωιστικός, άσχετα από την πλευρά της πολικότητας που έχεις επιλέξει να «παίζεις» και τίποτα διαφορετικό δεν μπορεί να εμφανιστεί, από αυτό που ασυνείδητα έλκεις στην πραγματικότητά σου, κατηγορώντας άλλες (πραγματικότητες και επιλογές).

Η πορεία του «ανοίγματος» της εσωτερικής ή διευρυμένης όρασης είναι αναγκαστικά υποκειμενική. Χρειάζεται πειθαρχία, αφοσίωση και ταπεινότητα… έννοιες, ήδη ερμηνευμένες από τον νου που εμπιστεύεσαι, νομίζοντας πως κατανοείς. Είναι απόφαση συνειδητή και πορεία αμετάκλητη.

ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, Γίγνεσθαι και ψευδαισθήσεις

Ακόμα κι όταν μιλά κάποιος από Εμπειρία και διατυπώνει μια αλήθεια που βίωσε και μπορεί να αποδείξει την αλήθεια των λεγόμενών του… πάλι είναι δύσκολο να γίνουν κατανοητά αυτά που λέει από αυτούς που δεν το έχουν ζήσει. Αντί να δοκιμάσουν (οι άλλοι) να το βιώσουν – εφόσον τους ενδιαφέρει και θέλουν να καταβάλουν την ανάλογη προσπάθεια και να διαθέσουν τον απαιτούμενο χρόνο – και να διαπιστώσουν «με τα ίδια τα μάτια τους» την αλήθεια του «λόγου», το συλλαμβάνουν νοητικά ή το «προσπερνούν» σαν αδιάφορο, χωρίς να αποκομίσουν τίποτα… τελικά καθένας «προσλαμβάνει» αυτά που είναι σε «θέση» να προσλάβει κι όχι όλα όσα αληθινά υπάρχουν εκεί έξω.

Η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ – κι αυτό το λέμε από εμπειρία – Είναι Μία, Αδιαίρετη, Εδώ, Τώρα, Έξω από τον Χρόνο…

ΣΤΟ ΑΠΟΛΥΤΟ το ΕΙΝΑΙ και το ΜΗΔΕΝ Ταυτίζονται. Όλα Υπάρχουν, Τίποτα Δεν υπάρχει. Με άλλα λόγια το ΑΠΟΛΥΤΟ Είναι η ΔΥΝΑΜΗ, η ΔΕΞΑΜΕΝΗ ΤΩΝ ΠΑΝΤΩΝ, που ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΔΥΝΑΜΕΙ κι Έρχονται σε «Ύπαρξη» Μόλις Αναζητηθούν Από την ΑΝΤΙΛΗΨΗ.

Όταν το ΑΠΟΛΥΤΟ Θεωρείται σαν ΕΙΝΑΙ τότε Χαρακτηρίζεται σαν ΦΥΣΗ Από ΤΗΝ Οποία «Φύονται» τα Πάντα… Όταν το ΑΠΟΛΥΤΟ «Εκλαμβάνεται» σαν ΜΗΔΕΝ τότε είναι το «ΜΗΔΕΝ» Από Το Οποίο «Δημιουργούνται» τα Πάντα… Και οι δύο απόψεις είναι Σωστές, γιατί σε τελευταία ανάλυση (τα «αντίθετα») λένε το ίδιο πράγμα…

Είναι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ (Αυτή) που Εδώ, Τώρα, Ρέει, Συλλαμβάνει, Διακρίνει, Διαχωρίζει, Απομονώνει… Κι Ενώ Όλα Αυτά Συμβαίνουν Εδώ, Τώρα, επειδή η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Εκλαμβάνει τις Δραστηριότητές της (όχι σαν Προϊόν της αλλά) σαν «πραγματικές» (και πραγματικότητες), δημιουργεί την Πραγματικότητα της Ύπαρξης, των Κόσμων, της Ατομικότητας (και της Πολλαπλότητας), τις εμπειρίες σε διάφορα πεδία εκδήλωσης, την ίδια την ζωή όπως την βιώνουμε στον υλικό κόσμο…

Έτσι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ Εμπλέκεται σε ένα Κόσμο Ψευδαισθήσεων που εξελίσσεται στον δικό του (φανταστικό) χρόνο: Και το Όνειρο ξετυλίγεται… Κι όπως έλεγαν οι παππούδες μας, οι γιαγιάδες μας… Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ' της κλώτσο να γυρίσει, παραμύθι ν' αρχινήσει.

1) Ενώ Όλα Υπάρχουν (και Δεν υπάρχουν) -στον ΧΩΡΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ, ΤΟΥ ΕΙΝΑΙ, ΤΟΥ ΜΗΔΕΝΟΣ - Ταυτόχρονα, Έξω από την ΚΙΝΗΣΗ, τον Χρόνο… Όλα Εμφανίζονται στην ΑΝΤΙΛΗΨΗ σαν ΚΙΝΗΣΗ, σαν Γίγνεσθαι, Εδώ, Τώρα, στην Στιγμή που Ρέει (στο Παρόν)… κι από την Κίνηση, την Μεταβολή, την Αλλαγή των Σχέσεων ανάμεσα στα Φαινόμενα, δημιουργείται η αντίληψη της εξέλιξης, του χρόνου... και το Όνειρο γίνεται όλο και πιο πραγματικό.

ΠΩΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ η ΑΝΤΙΛΗΨΗ;

2) Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ στην Καθαρή Μορφή της Αντιλαμβάνεται το Είναι σαν Ενότητα, Ομοιογένεια, Χωρίς Ιδιότητες. Μια Αγνή Παρουσία Όπου Υπάρχει Μόνη, Μια Αιώνια Κατάσταση που Ρέει, Πάντα Ζωντανή, Πάντα Νέα, Χωρίς να Αλλοιώνεται, (κι Όπου δεν έχουν αναδυθεί ή «έχουν ξεπερασθεί», διακρίσεις, διαχωρισμοί… Όπου δεν υπάρχει υποκείμενο-αντικείμενο…).

3) Σε Ένα Δεύτερο Επίπεδο – μια Δευτερογενή Δραστηριότητα, που Βασίζεται στο Έδαφος της Ομοιογενούς Ενότητας – Αναδύονται οι Διακρίσεις, χωρίς όμως να γίνονται Διαχωρισμός. Μια Ενιαία Αντίληψη Όπου Όλα Διακρίνονται, αλλά Όλα Ενώνονται με Άρρηκτους Δεσμούς Ενότητας που Πρακτικά Εκδηλώνονται σαν ΑΛΗΘΙΝΗ ΑΓΑΠΗ που τα Κρατάει Όλα Ενωμένα σε ΕΝΑ… Εδώ τα «Όντα» συμμετέχουν με τον Πυρήνα της Ύπαρξής τους, που Είναι «Εικόνα της Πρωτογενούς Ομοιογένειας», ο Αληθινός Εαυτός, ο Ανώτερος Εαυτός… σε Μια Άρρηκτη Ενότητα με Όλα, σε μια ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΓΑΠΗ, που ξεπερνά τις διακρίσεις υποκειμένου, αντικειμένου.

4) Σε μια Τρίτη Κίνησή της (η ΑΝΤΙΛΗΨΗ) «Ενισχύει» τις Διακρίσεις, απομονώνει, υποστασιοποιεί τις Διακρίσεις και φτάνει στον Διαχωρισμό… Έτσι δημιουργείται η Ατομικότητα που έχει σαν αποτέλεσμα -σε παγκόσμια κλίμακα – την πολλαπλότητα.

Ακριβώς αυτή η Δραστηριότητα του Διαχωρισμού (Μέσα στην ΑΝΤΙΛΗΨΗ) είναι ο Νους, η Σκέψη. Ενώ όμως αυτή η Δραστηριότητα στην Φυσική της Λειτουργεία είναι μια Προσωρινή Δραστηριότητα που μπορεί (Κατά Βούληση) να Ανακληθεί και να Επιστρέψουμε στην Ενότητα, οι υπάρξεις «παρασύρονται» κι «ενισχύουν» αυτή την αντίληψη και μονιμοποιούν τον διαχωρισμό.

Θέλουμε να πούμε ότι ο Νους, η Σκέψη, αυτή καθεαυτή, όταν Λειτουργεί και Ρέει Ελεύθερα, Διακρίνει, Διαχωρίζει και πάλι εγκαταλείπει τους διαχωρισμούς για να Ρέει Ελεύθερα, Αποκαλύπτοντας την Ενότητα του Βάθους (όλων των φαινομένων). Αυτή είναι η Φυσική Λειτουργία της Σκέψης… που μπορούμε να Χαρακτηρίσουμε σαν ΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ, ΛΟΓΙΚΗ ΣΚΕΨΗ, ΟΛΟΚΗΡΩΜΕΝΗ ΣΚΕΨΗ…

Όμως οι υπάρξεις δεν αφήνουν την Σκέψη να Ρέει Ελεύθερα αλλά αρπάζονται από τις αντιλήψεις, μονιμοποιούν τις αντιλήψεις και τις εμπειρίες. Κι έτσι η Σκέψη από Ρέουσα Ελεύθερα Διαδικασία, Διάκρισης, Διαχωρισμού κι Επανένωσης, γίνεται μόνιμη διαχωριστική δραστηριότητα… γίνεται η σκέψη, η συμβολική σκέψη των εννοιών (δηλαδή των απολιθωμένων διανοημάτων), η εννοιολογική δραστηριότητα. Αυτό το είδος της Σκέψης είναι μια Παρεκτροπή από την ΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ (την ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΗ ΣΚΕΨΗ), μια σχιζοφρενική εμμονή σε πράγματα που «δεν είναι» αλλά «φαίνονται», μια αρρώστια και μια πτώση. Με αυτή την «έννοια» η Σκέψη είναι κάτι κακό γιατί βυθίζει τις υπάρξεις σε ένα φανταστικό κόσμο σταθερών πραγμάτων, σε ένα κόσμο όπου εκλαμβάνονται σαν πραγματικές οι αντιλήψεις (δηλαδή οι δραστηριότητες της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ), σε ένα κόσμο ψευδαισθήσεων.

5) Σε ένα Κατώτερο Επίπεδο – μια Επιπλέον Δραστηριότητα της ΑΝΤΙΛΗΨΗΣ – η ΑΝΤΙΛΗΨΗ προσκολλάται σε όσα θεωρεί «σταθερά πράγματα» και σιγά-σιγά συσσωρεύει έλξεις, απωθήσεις, αδιαφορία… δηλαδή συναισθήματα, δημιουργώντας τον «ψυχικό» (συναισθηματικό, συγκινησιακό) κόσμο. Κι Ενώ, στην πραγματικότητα, όλα τα φαινόμενα ενώνονται, είναι αλληλένδετα, καλά, κακά, όλα προϊόντα της εξέλιξης, της ζωής, οι υπάρξεις τα διαχωρίζουν, προσκολλώνται σε ό,τι θεωρούν καλό και προσπαθούν να αποφύγουν ό,τι θεωρούν κακό.

6) Σε ένα ακόμα πιο Εξωτερικό Επίπεδο η ΑΝΤΙΛΗΨΗ συλλαμβάνει όχι το Ενιαίο Πεδίο των Φαινομένων, όπου όλα τα φαινόμενα είναι «συμπυκνώσεις» του Πεδίου κι είναι Αλληλένδετα (Όλα Αλληλένδετα), προσωρινές, φθαρτές, συμπυκνώσεις, οράματα, που εμφανίζονται και σβήνουν μετά στο Παγκόσμιο Ενεργειακό Πεδίο… αλλά συλλαμβάνει (λανθασμένα) τις συμπυκνώσεις του Πεδίου σαν «ξεχωριστά ανεξάρτητα πράγματα»…

Έτσι, Ενώ η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, Ενώ η ΑΝΤΙΛΗΨΗ στην Φυσική Λειτουργεία της Αντιλαμβάνεται Μία Και Μοναδική Πραγματικότητα (όπου όλα είναι «πνευματικά» και «υλικά» ταυτόχρονα, γιατί στα Πλαίσια της Μιας Ουσίας, δεν έχουν νόημα οι διακρίσεις, πνευματικό, υλικό) και δεν υφίστανται πραγματικές διακρίσεις σε Πεδία, Κόσμους, ζωές… με τις Δραστηριότητές της (η ΑΝΤΙΛΗΨΗ) Βυθίζεται στον Κόσμο του Γίγνεσθαι και στην Εμπειρία της Ύπαρξης, στο Βίωμα της Ατομικότητας, της Ζωής στους Κόσμους (τον νοητικό, τον αστρικό κόσμο και) στην περιπέτεια της ζωής στην γη.

Κι όσο (η ΑΝΤΙΛΗΨΗ) το Κάνει Ορθά – όσο δηλαδή Κατανοεί ότι Όλα είναι Αντιλήψεις, Δραστηριότητες, Φαινόμενα – Ελέγχει την Δράση της και δεν παρασύρεται στο «Όνειρο». Με αυτή την «έννοια» Αντιλαμβάνεται την Ενότητα των Πάντων. Υπάρχει, Σκέπτεται, διαχωρίζει κι ενώνει. Προσκολλάται κι εγκαταλείπει φυσιολογικά. Βλέπει ξεχωριστά πράγματα και αντιλαμβάνεται την Ενότητά τους με το Όλο… Η ΑΝΤΙΛΗΨΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΕΙ ΦΥΣΙΚΑ, Ενωτικά, Λογικά, Ισορροπημένα, Με Υγιή Τρόπο. Μια ΤΕΤΟΙΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ δεν έχει Εμπόδια και Βιώνει την Ζωή (το Γίγνεσθαι) με Ορθό Τρόπο… ΟΠΟΥ ΚΙ ΑΝ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ.

Αλλά οι υπάρξεις (οι άνθρωποι) δεν λειτουργούν έτσι. Δεν Αντιλαμβάνονται την Ενότητα της Ύπαρξης. Η Σκέψη τους δεν είναι Λογική, από Ρέουσα Ελεύθερα (διαχωρίζοντας κι ενοποιώντας) γίνεται διαχωριστική, συμβολική σκέψη εννοιών… Προσκολλώνται έντονα στα «αντικείμενα». Και βιώνουν την εξωτερική ζωή κατακομματιασμένη, κι είναι σε πόλεμο με όλα (αφού δεν Βλέπουν την Υπάρχουσα Ενότητα αλλά βλέπουν μόνον την «απομόνωση» των πραγμάτων.

Τελικά – αυτό που θέλουμε να πούμε είναι ότι Ενώ η ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ, είναι η ΑΝΤΙΛΗΨΗ – όταν Λειτουργεί Λανθασμένα – που διακρίνει, διαχωρίζει, ζυγίζει, απομονώνει… Όλη Αυτή η Εμπειρία είναι απλά μια λανθασμένη δραστηριότητα.

Απλά Πρέπει να Κατανοηθεί και να Διορθωθεί η Λανθασμένη Δράση μας, ΤΙΠΟΤΑ ΑΛΛΟ.

Αυτός είναι ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ, ο Δρόμος που μας Αποκαλύπτει την Ενότητα της Ύπαρξης, που μας Οδηγεί στην Συμμετοχή στην ΑΠΕΡΙΟΡΙΣΤΗ ΥΠΑΡΞΗ, που μας Φέρνει στην ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ, στον ΘΕΟ (όπως θέλουν και Το Ονομάζουν οι άνθρωποι).

ΤΟΣΟ ΦΥΣΙΚΑ, ΤΟΣΟ ΑΠΛΑ, ΤΟΣΟ ΕΥΚΟΛΑ!

Κι όλα αυτά που λέμε δεν είναι μια Ωραία Θεωρία. Είναι Κάτι που Ζούμε, που Έχουμε Δοκιμάσει, που Μπορούμε να Περιγράψουμε (στις εξωτερικές δραστηριότητες και στις εσωτερικές εμπειρίες) και Προκαλούμε οποιονδήποτε να δοκιμάσει. Πρέπει κάποιος να έχει προσωπική εμπειρία για να διαπιστώσει αν κάτι είναι αληθινό ή όχι –και να έχει εξαντλήσει κάθε ανθρώπινη δυνατότητα. Όταν δεν το κάνει ή το κάνει λανθασμένα έχει δικαίωμα «λόγου»; Αλλά στην «Γιορτή των Τρελών» - όπως έχουν καταντήσει την ζωή σε αυτόν τον έρημο πλανήτη, που όσο κι αν ψάχνει κάποιος από «έξω» δεν πρόκειται να τον βρει μέσα στο Απέραντο Σύμπαν – ο καθένας κάνει και λέει ό,τι θέλει.

Αλλά είναι «Κάποιοι» που δεν βρίσκουν πια κανένα ενδιαφέρον στις «γιορτές των τρελών»… προτιμούν τα «βουνά», τα δάση, τα ήσυχα μέρη, που δεν μολύνουν οι άνθρωποι, την ΣΙΩΠΗ, την ΓΑΛΗΝΗ, ΤΟ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΗΣ.

Οι άνθρωποι είναι ανόητοι. Νομίζουν πως μπορούν να Αποφύγουν ή να Κρύψουν την ΑΛΗΘΕΙΑ… Προσπαθούν να Κρύψουν τον ΗΛΙΟ ΤΗΣ ΘΕΟΤΗΤΑΣ με τα χέρια τους…

H ζωή είναι τέλεια μέσα στην ατέλεια της

Τίποτα δεν κρατάει για πάντα.
Τίποτα δεν έχει τελειώσει.
Τίποτα δεν είναι τέλειο.

Ένα από τα αγαπημένα μου ρητά. Η ζωή μας όλη. Ή τουλάχιστον έτσι θα έπρεπε να είναι. Αυτό το αρχαίο ιαπωνικό ρητό είναι όλα όσα είμαστε και θα είμαστε, όσοι αιώνες και αν περάσουν, όσοι ήλιοι και αν ανατείλουν, όσα νερά και αν κυλήσουν.

Αυτή η στάση ζωής είναι μονόδρομος γιατί δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Οφείλουμε να βλέπουμε την ομορφιά στην ατέλεια, την απλότητα στη φύση και τη φυσική ροή των πραγμάτων. Πρέπει να αποδεχτούμε τον φυσικό κύκλο της ζωής. Να αγκαλιάζουμε την φθορά, τις ρωγμές, τις ρυτίδες, τα σημάδια που αφήνει ο καιρός στο σώμα μας και τη ψυχή μας.

Εάν πορευτούμε έχοντας κατά νου ότι η ζωή μας όλη είναι μια ατέλεια, τότε ο δρόμος που θα τραβήξουμε θα είναι ήρεμος. Θα έχει αποδοχή. Θα αποδεχόμαστε τις υποσχέσεις που δεν κρατήθηκαν, τα λάθη, την απογοήτευση. Σιγά σιγά, θα μάθουμε να αποδεχόμαστε τα γκρίζα μαλλιά, τις ρυτίδες. Είναι όλα μέρος του κύκλου που λέγεται ζωή.

Γιατί αυτό είναι η ζωή μας, ένας κύκλος που συνεχώς γεννιέται, μεγαλώνει, πεθαίνει. Αδιάκοπα. Είμαστε κινούμενες ατέλειες που ψάχνουν συνεχώς τη τελειότητα. Άπιαστη όμως θα μείνει, γιατί δεν μπορείς να φτάσεις κάτι που δεν υπάρχει. Δεν υπάρχει τέλειο και εμείς οι άνθρωποι είμαστε το πιο ζωντανό παράδειγμα.

Θέλουμε τη τέλεια σχέση, το τέλειο σπίτι, το τέλειο αυτοκίνητο, τη τέλεια δουλειά. Τα θέλουμε τέλεια και για πάντα. Όταν επιτέλους συνειδητοποιήσουμε ότι όλα αυτά είναι εφήμερα, θα σταματήσουμε να τα θεοποιούμε. Όλα φθείρονται και όλα αλλάζουν.

Δεν γίνεται να θέλουμε μονιμότητα σε μια εφήμερη ζωή. Απογοητευόμαστε συνεχώς από τον εαυτό μας και τους άλλους. Βάζουμε ανθρώπους στα ψηλότερα σκαλοπάτια και αυτοί με τη σειρά τους χάνουν την ισορροπία τους και πέφτουν. Πέφτουν αυτοί από το σκαλί που τους έχουμε τοποθετήσει και εμείς από τα σύννεφα. Λες και δεν το περιμέναμε.

Όλα και όλοι περνάνε. Ο χρόνος, οι άνθρωποι, οι στεναχώριες, ο πόνος, η χαρά, η λύπη. Όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιήσουμε, τόσο πιο ήρεμοι θα είμαστε. Γιατί η ζωή είναι τέλεια μέσα στην ατέλεια της.

Ερωτικός είσαι ως προς τον τρόπο που ζεις την καθημερινότητα

Ερωτικός γίνεσαι; Ερωτικός είσαι;

Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή είδες κάποιον ή κάποια και σε γοήτευσε. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή αισθάνθηκες ακαταμάχητο πόθο να κάνεις σεξ μαζί του. Ερωτικός δεν γίνεσαι γιατί πονάς στη σκέψη του. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή τον σκέφτεσαι και δεν έχεις την δύναμη να ασχοληθείς με κάτι άλλο. Ερωτικός δεν είσαι όταν γράφεις στιχάκια για τον πόνο σου.

Ερωτικός είσαι πριν να γνωρίσεις το πρόσωπο που θα ερωτευθείς. Ερωτικός είσαι ως προς τον τρόπο που ζεις την καθημερινότητα, στην επαγγελματική και στην προσωπική ζωή. Ερωτικός στις αποφάσεις σου. Στους στόχους σου. Στον πόνο σου. Στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις αποτυχίες σου. Ερωτικός είσαι στις υπερβάσεις σου. Στην άντληση χαράς από αυτά που πάλεψες, από αυτά που δεν υποχώρησες, από αυτά που δεν συμβιβάστηκες.

Ερωτικότητα, τρόπος να υπάρχεις.

Η ερωτικότητα ως στοιχείο της προσωπικότητας είναι το ζητούμενο κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης. Η ερωτικότητα μπορεί να έχει ισχύ στη σεξουαλικότητα, αλλά δεν περικλείεται στα στενά όριά της. Δεν εκκινεί με τη σεξουαλική συγκίνηση, ούτε εξαφανίζεται μαζί της. Είναι τρόπος να υπάρχεις. Είναι απόφαση ζωής. Δεν καθορίζεται από εξωτερικά ερεθίσματα και δεν ζητά ανταλλάγματα.

Η ερωτικότητα είναι στοιχείο κάθε δημιουργού, που το βλέμμα του αναδεικνύει το αντικείμενό του. Είναι η επεξεργασμένη απλότητα που έχει αποβάλλει κάθε περιττό. Είναι η αυθεντικότητα που δεν ασχολείται με πιστοποιητικά γνησιότητας, γιατί δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα.

Είναι η αθωότητα που δεν είναι επιτηδευμένη άγνοια, αλλά συνειδητή επιλογή. Είναι η γοητεία που δεν αναζητά οπαδούς, αλλά που εκφέρεται με τρόπο που κάθε τι που αγγίζει, γίνεται μοναδικό.

Πού συναντιέται η ερωτική στάση απέναντι στη ζωή;

Στηρίζεται στο ξεπέρασμα των δυσκολιών της. Κτίζεται στις απαιτητικές διεργασίες της μοναξιάς, εμπνέεται από το κάλεσμα της αθέατης ομορφιάς και δομείται στις αποφάσεις που έχουν στόχους μακρινούς. Καλλιεργείται στις επιλογές φίλων και συντροφιών που προάγουν τη δημιουργία σ’ όλες της τις εκφάνσεις. Αυτοπροστατεύεται από τις βαριεστημένες παρέες της ισοπεδωτικής καλοπέρασης.

Αναζητά διαχρονικές αξίες που δεν αγοράζονται, αλλά που ανοίγουν τα πολύτιμα χρηματοκιβώτια της σοφίας. Αξιοποιεί την λογική για να δίνει χώρο στην ψυχή… Η ερωτική στάση προς τη ζωή τελικά αναζητά να ενωθεί με το άπειρο και, για την πορεία αυτή, ο άνθρωπος επιλέγει σύντροφο ζωής που θα τον συνοδεύει, θα τον υποστηρίζει, θα τον εμπνέει.

Ερωτικός ή ερωτεύσιμος ο άνθρωπος;

Ο ερωτικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν του έχει χαριστεί η ζωή. Δεν μπορεί να είναι ερωτικό, παρά μόνο ερωτεύσιμο, το κοριτσάκι που η μαμά του δεν το έχει αφήσει ποτέ από το χέρι της και δεν αυτονομήθηκε ποτέ. Δεν μπορεί να είναι ερωτικός, παρά μόνο ερωτεύσιμος για κάποιους, εκείνος ο νεαρός που έχει ασχοληθεί μόνο με την εξωτερική εικόνα του και δεν έχει επεξεργαστεί τη ζωή του.

Οι ερωτικοί άνθρωποι είναι εκείνοι που έχουν δυσκολευτεί στην προσωπική ζωή τους, αλλά που δεν παραιτούνται. Έχουν πονέσει, αλλά δεν κράτησαν τον πόνο ούτε ως φυλακτό, ούτε ως μέτρο στη ζωή τους. Οι ερωτικοί άνθρωποι συνειδητοποιούν τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειές τους, αλλά δίχως να τους καταθλίβουν. Ορκίστηκαν να τις υπερβούν.

Οι ερωτικοί άνθρωποι δεν περίμεναν να συναντήσουν τον αγαπημένο τους για να παθιαστούν. Παθιάζονται με τους στόχους της ζωής τους, με τις επιθυμίες τους, με την ανακάλυψη των ανθρώπων και της ανθρωπιάς. Γι΄ αυτό και η ερωτικότητά τους έχει δοκιμαστεί στον χρόνο.

Παραιτούνται οι άνθρωποι;

Ένας τέτοιος ερωτικός άνθρωπος δεν θα χάσει τον έρωτά του με τις πρώτες δυσκολίες στη σχέση. Ο ερωτικός εαυτός δεν είναι ο δοσμένος από τη μοίρα τις συνθήκες και το Dna. Eίναι ο εαυτός της υπέρβασης που διαψεύδει το πεπρωμένο. Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή.

Κι ο σεξουαλικός άνθρωπος;

Στον αντίποδα του ερωτικού ανθρώπου βρίσκεται ο σεξουαλικός άνθρωπος, ο καταναλωτής του έρωτα, αυτός δηλαδή που δεν ενδιαφέρεται για το πρόσωπο του άλλου. Λειτουργεί συλλεκτικά κι εκπαιδεύει τον εαυτό του να είναι συνέχεια απών. Με το που ζορίζεται σε μια ευκαιριακή σχέση, αποδρά από τον εαυτό του κι απ’ τη σχέση του.

Για τους σεξουαλικά πεινασμένους αυτό μοιάζει ελκυστικό, αλλά οδηγεί τελικώς σε ένα άδειασμα – όχι ηθικό, αλλά οντολογικό. Όμως το απρόσωπο σεξ αφορά μεγάλο αριθμό ανθρώπων, διότι είναι περισσότερο διαθέσιμο από ποτέ και σήμερα πλέον μπορούμε να μιλάμε για σεξουαλικό εθισμό. Το σεξ είναι το πιο φθηνό εθιστικό. Το πιο φθηνό χαλαρωτικό. Μπορεί όμως να καταστρέψει, όπως οι ουσίες ή ο τζόγος.

Το παλιό μαρξιστικό τσιτάτο σήμερα γίνεται έτσι: το σεξ είναι το όπιο του λαού. Παρατηρούμε το φαινόμενο αυτό στις πολύ χαμηλές κοινωνικές τάξεις αλλά και στις πιο υψηλές. Για διαφορετικούς λόγους, συχνά, άνθρωποι από τόσο διαφορετικές οικονομικά τάξεις συμπεριφέρονται παρόμοια: δεν ενδιαφέρονται για σχέσεις που απαιτούν διάθεση του εαυτού τους.

Η διαφορά μεταξύ ερωτικού πάθους και ερωτικής εμμονής;

Ο ερωτευμένος πλημμυρίζει από το συναίσθημά του για τον άλλο και τείνει να το βιώνει με θετικά συναισθήματα που εκκινούν από τον αγαπημένο και μεταφέρονται τόσο στον ίδιο, όσο και στους όποιους άλλους με τους οποίους σχετίζεται στην καθημερινότητά του.

Ο άνθρωπος που έχει παγιδευτεί στην ερωτική εμμονή, ενώ αναφέρεται στο πρόσωπο που έχει ερωτευτεί, στην πράξη κατακλύζεται από αρνητικά συναισθήματα άγχους, έντασης, πόνου και δυσφορίας που τα αιτιολογεί ως αποδεικτικά στοιχεία του έρωτά του. Το μόνο θέμα που κατακλύζει τη ζωή του, είναι ο εμποδισμένος έρωτας του.

Εγκαταλείπει όλα τα άλλα τρέχοντα θέματα της ζωής του και σαφέστατα υπολειτουργεί σε σημαντικούς άξονες της καθημερινότητάς του. Όλα ευρίσκονται σε αναστολή και έχει πείσει τον εαυτό του ότι, αν υπήρχε ανταπόκριση, τότε όλα θα άλλαζαν.

Οι φίλοι και οι δικοί του προσπαθούν να τον πείσουν για το ανέφικτο του έρωτά του, αλλά σύντομα κουράζονται από την επιμονή του να θέλει να αναφέρεται μόνο σ’ αυτό το θέμα και, όταν η συζήτηση απομακρύνεται, τότε προσπαθεί να την επαναφέρει ή διαφορετικά αποσύρεται στον εαυτό του.

Οι ερωτικές εμμονές είναι συνήθως εντοπισμένες και δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, είτε ότι δεν έχει την νοητική επάρκεια για να καταλάβει το τι συμβαίνει.

Ο πόνος του «Ν’ αγαπάς και να μην αγαπιέσαι, τι καημός! Τι καημός!» διαποτίζει την ύπαρξη και καταγράφεται ως αποδεικτικό στοιχείο του ερωτικού συναισθήματος. Ο πόνος γίνεται το σύμπτωμα του έρωτα, ως αγιάτρευτης αρρώστιας, που μόνο η ανταπόκριση θα τη θεραπεύσει.

Έρωτας δίχως αγάπη, και αγάπη δίχως έρωτα.

Οι δύο αυτές διαστάσεις της ερωτικής αγάπης ή του αγαπητικού έρωτα δεν μπορούν να χωριστούν χωρίς να καταστραφεί το όλο οικοδόμημα. Μόνο όταν συνυπάρχουν, μπορεί να αναφερόμαστε σε ερωτική σχέση που η αγάπη για τον άλλο είναι πραγματική. Ο έρωτας γίνεται κινητήρια δύναμη και η αγάπη λόγος υπέρβασης.

Η καταναλωτική στάση ως προς τον έρωτα διώχνει την αγάπη από τον έρωτα, ανάγοντας τον έρωτα μόνο σε σεξ, ενώ η πουριτανική κατανόηση του έρωτα θέτει μιαν άρνηση προς την σωματική σχέση και διώχνει τον έρωτα από την αγάπη.

Η αγάπη δίχως έρωτα υπήρξε το μοντέλο για κάποιους σεβαστούς ανθρώπους στο παρελθόν, αλλά ακόμη και στο παρόν. Οι πράξεις αγάπης στις περιπτώσεις αυτές περιέχουν φροντίδα, σεβασμό και νοιάξιμο. αλλά μέχρι εκεί. Η τρυφερότητα μπορεί να υπάρχει, αλλά τα ερωτόλογα και το πάθος είναι υπό εξαφάνιση.

Οι επιλογές ζωής έχουν προαποφασιστεί και ακολουθούνται πιστά. Η τιμιότητα, ένα εσωτερικό πιστοποιητικό εγγύησης ποιότητας ISO, είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ανθρώπων αυτών. Γνωρίζουν να υπηρετούν το καθήκον, αλλά η ζωοποιός έκπληξη απουσιάζει από τη ζωή τους. Απουσιάζει ο έρωτας.

Μια αγάπη που ακολουθεί ένα προκαθορισμένο μοντέλο αντί να δημιουργεί το δικό της ανεπανάληπτο μοντέλο, καθώς οι επιθυμίες έχουν καταπιεστεί στην προσπάθεια να μην ξεφύγουν από τα πρέποντα.

Η αγάπη σ’ αυτές τις περιπτώσεις απομονώνει τη σεξουαλικότητα, επειδή τη φοβάται. Είναι τότε που οι άνθρωποι, και κυρίως οι γυναίκες, διαχωρίζονται σε εκείνες που είναι ευγενικές, αθώες υπάρξεις και είναι άξιες σεβασμού και σε εκείνες που είναι μόνο για το σεξ.

Ο έρωτας δίχως αγάπη είναι μια σεξουαλική ενόρμηση, μια καταναλωτική στάση που ανάγει τον άλλο σε αντικείμενο της ανάγκης του και ουσιαστικά τον χρησιμοποιεί, ενώ τον αγνοεί. Είναι ο απρόσωπος έρωτας, ακόμη και αν η σχέση είναι δεσμευμένη και μακρόχρονη. Ουσιαστικά είναι η άρνηση του έρωτα και ας έχει τα χαρακτηριστικά του.

Θυμίζει τις επώδυνες περιπτώσεις συνδρόμου Alzheimer. που εξωτερικά είναι ο δικός σου άνθρωπος, αλλά εσωτερικά εκείνος είναι άδειος και εσύ γι’ αυτόν δεν υπάρχεις. Η παθιασμένη τρυφερή αγάπη και ο τρυφερός παθιασμένος έρωτας είναι οι συνιστώσες του ολοκληρωμένου έρωτα που παίρνει στα φτερά του τους φθαρτούς ανθρώπους σε μιαν υπέρβαση της ατομικότητας και της φθαρτότητας.

Πώς θα απαλλαγεί η σεξουαλικότητα από τα τραύματα της ενοχοποίησης και της αποπροσωποποίησης;

Είναι η σχέση αγάπης που θα επουλώσει τις πληγές που έχουμε στο σώμα μας και στην ψυχή μας. Είναι η ερωτική ματιά του άλλου, που μας έχει επιλέξει, που μας θέλει και που μας αγαπά. Όπως δεν είναι οι ανώριμες σχέσεις που καλύπτουν προσωρινά τις ανασφάλειες, αλλά που οδηγούν στην αφόρητη μοναξιά και στην επιβεβαίωση της αποτυχίας.

Ο έρωτας. η σεξουαλικότητα και η επιθυμία για ομορφιά αποτελούν αντίδοτα στην απομόνωση, στην αποξένωση και τον θάνατο. Αιτία χαράς, αλλά και ματαίωσης, αιτία απογοήτευσης, αλλά και πληρότητας.

Ε, λοιπόν, απέναντι στους ηλίθιους, σχεδόν πάντοτε θα χάνουμε – με μερικές εξαιρέσεις. Γιατί;

Εάν θέλετε να εμποδίσετε την ακαταμάχητη αύξηση των ηλιθίων, προτού γίνετε ο πρώτος και η πρώτη ανάμεσά τους, οφείλετε να παραδεχτείτε ότι η μετατροπή των συμπεριφορικών κωδίκων σε ηθικές αξίες είναι ακριβώς αυτό που μας ωθεί να μετατρέψουμε την απέχθεια σε αποκλεισμό, σε σημείο που καταλήγουμε να βλέπουμε παντού ηλίθιους. Εισάγοντας την ιερή ιδέα των αξιών στις ανόητες λεπτομέρειες της καθημερινότητας, χλευάζετε την αρχή που σας ζητά, διά στόματος των μεγαλύτερων σοφών, να πάψετε να κρίνετε τους όμοιούς σας ανά πάσα στιγμή.

Σας βλέπω να διστάζετε… Δεν οφείλουμε να υπερασπιστούμε τις αξίες μας; Σας απαντώ: εάν θέλετε να διατηρήσετε τις αξίες σας, πρωτίστως μην τις υπερασπίζεστε! Κραδαίνοντάς τες σαν κάτι το επιτακτικό, δε θα καταφέρετε να τις διαδώσετε και να περιορίσετε την ηλιθιότητα. Διότι εκείνο που σας κάνει να ξεχωρίζετε δεν είναι οι αξίες σας, είναι οι σχέσεις σας και η ποιότητα των σχέσεών σας. Οι αξίες σας, στον βαθμό που εκφράζουν την προσήλωσή σας σε ορισμένα είδη σχέσεων, έχουν προφανώς όλη μου τη συμπάθεια. Όμως είναι καταδικασμένες σε ανεπαρκή απόδοση εφόσον αναφέρεστε σε αυτές άνευ όρων. Η ελευθερία, για παράδειγμα, δεν είναι ποτέ άνευ όρων, αλλά προσδιορίζει την ικανότητα να τα καταφέρει κανείς μέσα στις υφιστάμενες συνθήκες, δηλαδή σε συνθήκες συγκεκριμένες και καθορισμένες.

Αν το καλοσκεφθεί κανείς, το γεγονός ότι υπάρχουν αξίες δεν είναι τελικά αυτό που διακρίνει τη μία ομάδα από την άλλη -πολύ ευχάριστο!- και η άποψη ότι οι αξίες μας μας καθορίζουν είναι από μόνη της μια ηλιθιότητα, δεδομένου ότι προσδίδει έναν περιορισμένο χαρακτήρα σε κάτι που, εκ της σύλληψής του, αποσκοπεί στο να υπερβεί τον διχασμό, όχι στο να τον δικαιολογήσει. Έτσι, για παράδειγμα, δεν μπορείτε να πείτε ότι το δικό σας ιδανικό είναι η ελευθερία, χωρίς να αφαιρέσετε από τους άλλους το δικαίωμα να ταυτιστούν με αυτό. Δεν μπορώ να φανταστώ τίποτε πιο επικίνδυνο, μια και μετατρέπετε αμέσως σε αντιπάλους όλους εκείνους που αντιλαμβάνονται την ελευθερία με διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι εσείς.

Παραδεχτείτε, λοιπόν, ότι αντί να υπερασπίζεστε τις αξίες, καλύτερα θα ήταν να αναπτύσσετε τις σχέσεις, με άλλα λόγια, να επιδιώξετε τον περιορισμό των παρεξηγήσεων. Διότι, θυμηθείτε, κατ’ αρχάς εξαιτίας αυτών πολλαπλασιάζονται οι ηλίθιοι. Συνεπώς, δεν μπορείτε να εμποδίσετε τον πολλαπλασιασμό τους ούτε με την επιστροφή στον αποικιακό οικουμενισμό του Διαφωτισμού ούτε με τον εξατομικευμένο σχετικισμό της ψηφιακής εποχής. Θα το πετύχετε μόνο εάν απελευθερωθείτε από την αμυντική στάση σας αποφασίζοντας να διακινδυνεύσετε την έκθεση των ιδανικών αξιών σας σε συγκεκριμένες αλληλεπιδράσεις και να ξεκινήσετε διαπραγματεύσεις προκειμένου να βελτιώσετε τις σχέσεις σας προς κάθε κατεύθυνση, γεγονός που θα αποδυναμώσει τους ηλίθιους όλων των κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, προσπαθήστε να διορθώσετε μια κατάσταση και όχι να την κρίνετε.

Να ‘μαστε, λοιπόν, σε ένα σταυροδρόμι όπου, παίζοντας το μέλλον μας (ή αυτό που θεωρούμε πως είναι το μέλλον μας) πρέπει ή να κερδίσουμε ή να χάσουμε. Ε, λοιπόν, απέναντι στους ηλίθιους, σχεδόν πάντοτε θα χάνουμε – με μερικές εξαιρέσεις. Γιατί; Σε καμία περίπτωση επειδή εκείνοι θα είναι περισσότεροι – αυτό είναι παράλογο: καθώς είναι αλληλεπιδραστικές μονάδες, οι ηλίθιοι δεν μπορούν να μετρηθούν! Αντίθετα, είμαστε ακριβείς όταν λέμε ότι η πλειοψηφία είναι σχεδόν πάντα ηλίθια, δεδομένου ότι έχει απαραιτήτως την τάση να ακολουθεί την αρχή της ελάχιστης επίδειξης ενέργειας. Ορίστε. Δεν πρόκειται για τίποτε διαφορετικό από αυτό: τεμπελιά, ολιγωρία, ανικανότητα και κομφορμισμός. Όλες αυτές οι λέξεις καταλήγουν πάντοτε στο ίδιο πράγμα, στην παλιά καλή αρχή της αδράνειας. Υπό αυτή την έννοια, οι ηλίθιοι κερδίζουν σχεδόν πάντα λόγω μιας φυσικής κλίσης της Φύσης, ενώ εσείς κι εγώ αγωνιζόμαστε να ωθήσουμε την κοινωνία να κάνει μερικά βήματα πλάγια, να εκδηλώσει κάποιες ελάχιστα πιθανές , εξεζητημένες και εποικοδομητικές αντιδράσεις. Όμως η φυσική κλίση πάντοτε θα έχει το πάνω χέρι, γεγονός που είναι εξίσου αξεπέραστο όσο και η Φύση, και αυτό συνιστά το άγνωστο σημείο συνάντησης όλων των κόσμων.

Για να διευκρινίσουμε τα πράγματα με τον πιο σύντομο τρόπο, είδαμε πώς οι ηλίθιοι μας έφερναν σε μια συγκεκριμένη συναισθηματική κατάσταση ότι η εν λόγω κατάσταση σηματοδοτεί το τέλος κάθε εμπιστοσύνης ότι το εν λόγω αλληλεπιδραστικό ναυάγιο είναι αμοιβαίο και καταστρέφει κάθε ικανότητα επικοινωνίας και ότι, εφόσον χάσουμε την επαφή, μεγαλώνει η επιθυμία μας να την αποκαταστήσουμε μέσω μιας αρχής. Η αρχή αυτή επιβεβαιώνεται αδέξια με τη χρήση της αργκό, με αναφορές στην ηθική ή στο δίκαιο και με κάθε είδους αντιδράσεις, οι οποίες εκφράζουν μία και μόνο αποστολή: να αποκατασταθεί η δύναμη του δεσμού που κλονίστηκε δίνοντάς της μια άλλη μορφή – μια στάση επιθετική, βίαιη, εξουσιαστική ακόμα και καταστροφική. Για να μην ηττηθούμε στον πόλεμο εναντίον των ηλιθίων, όπου όλοι πολεμούν εναντίον όλων, μπορούμε να κινηθούμε ανάμεσα σε τρεις στρατηγικές: να διαπραγματευτούμε μ’ εκείνους που μπορούν να διαπραγματευτούν, να βοηθήσουμε να εξελιχθούν εκείνοι που το επιτρέπουν, να αφήσουμε στην ησυχία τους εκείνους που αρνούνται να το κάνουν.

Σε κάθε περίπτωση, οι ηλίθιοι πάντοτε θα σας μαθαίνουν περισσότερα απ’ όσα τους μαθαίνετε εσείς, διότι εσείς επιθυμείτε να μάθετε.

SENECA: ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΟΥ ΑΤΤΑΛΟΥ

Επιστολές στον Λουκίλιο 108,12-16

Σε αυτό το απόσπασμα από τις Επιστολές στον Λουκίλιο, ο Σενέκας παραθέτει μία μαρτυρία της εκπαίδευσής του στον πρακτικό στωικισμό στη σχολή των Σεστίων, η οποία βασιζόταν στην ηθική αυστηρότητα και την αποφυγή της πολυτέλειας.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο εύκολο από το να κατευθύνουμε τα νέα πνεύματα στην αγάπη της τιμιότητας και της δικαιοσύνης. Πειθήνιοι και χωρίς ακόμα να έχουν λερωθεί, αυτοί κατακτώνται από την αλήθεια, αν την εκπροσωπεί ένας άξιος δικηγόρος. Εγώ, τουλάχιστον, όταν άκουγα τον Άτταλο να καταφέρεται εναντίον των ελαττωμάτων, της ακράτειας, των κακών της ζωής, ένιωθα συχνά λύπηση για το ανθρώπινο είδος και θεωρούσα αυτόν τον δάσκαλο υψηλό, ανώτερο απ’ όλα όσα σπουδαία υπάρχουν στη γη. 

Όταν έπλεκε το εγκώμιο της φτώχειας, για να δείξει ότι όλα όσα πυροδοτούν τις ανάγκες μας συνιστούν άχρηστο βάρος που είναι κουραστικό να φέρουμε, συχνά ήθελα να βγω φτωχός από τη σχολή. Όταν άρχιζε να επικρίνει με δριμύτητα τις απολαύσεις, να επαινεί την εγκράτεια, τη λιτότητα στα φαγητά, την καθαρότητα της ψυχής που απέχει όχι μόνο από τις αθέμιτες απολαύσεις, αλλά και από τις επιφανειακές, ήμουν έτοιμος να απαγορεύσω στον εαυτό μου κάθε κρίμα λαιμαργίας και φιληδονίας. Από αυτά τα μαθήματα, Λουκίλιε, κάτι μου έχει μείνει. Ήμουν έτοιμος με μεγάλο ζήλο να πραγματοποιήσω όλο του το πρόγραμμα- μετά, όταν γύρισα στην καθημερινή μου ζωή, τήρησα λίγες από τις αρχικές καλές μου προθέσεις. Από εδώ προέρχεται η άρνησή μου σε όλη μου τη ζωή για τα στρείδια και τα μανιτάρια. Δεν είναι φαγητά, χρησιμεύουν μόνο στο να διεγείρει κανείς τον ουρανίσκο του ακόμα και όταν είναι χορτάτος. 

Από εδώ η άρνησή μου σε όλη μου τη ζωή να χρησιμοποιήσω αρώματα, γιατί η καλύτερη μυρωδιά ενός ανθρώπινου σώματος είναι να μην έχει καμία. Δεν πίνω πια κρασί, ούτε κάνω ζεστό μπάνιο: το να ξεμυαλίζουμε το σώμα και να το καταπονούμε με σκληρή δουλειά μού φαίνεται μια άχρηστη απόλαυση.

Να Έχεις; ή να Είσαι;

Η διάκριση ανάμεσα στο έχει και το είναι δεν είναι και τόσο ξεκάθαρη για την κοινή λογική. Το έχει φαίνεται να είναι μια φυσιολογική λειτουργία της ζωής μας: για να ζήσουμε πρέπει να έχουμε πράγματα. Ακόμα περισσότερο, πρέπει να έχουμε πράγματα για να μπορούμε να τα απολαμβάνουμε. Σ’ ένα πολιτισμό όπου ό ύψιστος σκοπός είναι η κατοχή θα έλεγε κανείς ότι η βαθύτερη σημασία του είναι , είναι το έχει. Και όταν κάποιος δεν έχει τίποτα δεν είναι τίποτα.

Τα εμπειρικά ανθρωπολογικά και ψυχαναλυτικά δεδομένα δείχνουν ότι το έχει και το είναι αποτελούν τους δύο βασικούς τρόπους εμπειρίας, και οι αντίστοιχες δυνάμεις τους καθορίζουν τις διαφορές ανάμεσα στους χαρακτήρες των ατόμων καθώς και τους διάφορους τύπους του κοινωνικού χαρακτήρα.

Τους τελευταίους αιώνες στις δυτικές γλώσσες άρχισε να γίνεται φανερή μια κάποια αλλαγή στην έμφαση που δίνουν στο έχει και στο είναι, καθώς η τάση της υποκατάστασης των ρημάτων με ουσιαστικά έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις. Το ουσιαστικό είναι η ακριβής έκφραση για ένα πράγμα. Ενώ για μια ενέργεια είναι το ρήμα. Παρόλα αυτά όλο και πιο συχνά μια ενέργεια εκφράζεται με τύπους του έχω.

Για παράδειγμα: «Γιατρέ έχω ένα πρόβλημα. Έχω αϋπνία. Αν και έχω ένα όμορφο σπίτι, χαριτωμένα παιδιά και ευτυχισμένο γάμο, έχω πολλές στεναχώριες». Πριν από μερικές δεκαετίες αντί ο άρρωστος να πει «έχω πρόβλημα», πιθανόν να έλεγε «είμαι στεναχωρημένος», αντί «έχω αϋπνία», «δεν μπορώ να κοιμηθώ», και αντί «έχω ένα ευτυχισμένο γάμο», «είμαι ευτυχισμένος στον γάμο μου».

Το σύγχρονο γλωσσικό ύφος δείχνει τον ψηλό βαθμό αλλοτρίωσης που επικρατεί. Το εγώ της εμπειρίας αντικαθίσταται με το αυτό της κτήσης.

Το έχω είναι μια απατηλή έννοια. Αυτοί που πιστεύουν ότι η κατοχή είναι η πιο φυσική ιδιότητα της ανθρώπινης ύπαρξης θα εκπλαγούν αν μάθουν ότι πολλές γλώσσες δεν έχουν λέξη για το έχω. Στα εβραϊκά για παράδειγμα το έχω εκφράζεται με την φράση «είναι για εμένα». Είναι πολύ ενδιαφέρον να δούμε ότι κατά την εξέλιξη πολλών γλωσσών η φράση «είναι δικό μου» αντικαταστάθηκε πολύ αργότερα από το ρήμα έχω. Το γεγονός αυτό υπονοεί ότι το ρήμα έχω εξελίχτηκε παράλληλα με την ανάπτυξη της ατομικής ιδιοκτησίας και είναι ανύπαρκτο σε κοινωνίες όπου κυριαρχεί η λειτουργική ιδιοκτησία, δηλαδή η κτήση πραγμάτων για συγκεκριμένη χρήση. Όταν το έχει καθορίζει τον τρόπο ύπαρξης μου η σχέση μου με τον υπόλοιπο κόσμο είναι κτητική.

Το είμαι στις ινδοευρωπαϊκές γλώσσες εκφράζεται με την ρίζα του es που σημαίνει υπάρχω. Το είμαι δηλώνει την πραγματικότητα της ύπαρξης αυτού που είναι. Όταν λέμε ότι κάποιος ή κάτι είναι αναφερόμαστε στην ουσία του ανθρώπου ή του πράγματος και όχι στην εμφάνιση του.

Όταν χρησιμοποιώ τα ρήματα είμαι ή έχω, αναφέρομαι σε δυο βασικούς τρόπους ύπαρξης σε δυο διαφορετικές στάσεις απέναντι στον ίδιο τον εαυτό μου και τον κόσμο. Η διαφορά είναι ανάμεσα σε μια κοινωνία, που το ενδιαφέρον της συγκεντρώνεται στους ανθρώπους, και σε μια άλλη που το ενδιαφέρον της συγκεντρώνεται στα πράγματα.