«Αυτή την ευτυχισμένη μέρα και συνάμα την τελευταία της ζωής μου σου γράφω αυτό το γράμμα. Η δυσουρία και οι πόνοι που συνοδεύουν τη δυσεντερία δεν απέχουν από την υπερβολή του μεγέθους τους. Αλλά σε όλα αυτά αντιπαραβάλλω τη χαρά της ψυχής (τὸ κατὰ ψυχὴν χαῖρον) μου όταν αναθυμούμαι τις περασμένες συζητήσεις μας.»
Επίκουρος, Επιστολή προς Ιδομενέα (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι 10.22)
Τι περιέχει ο απολογισμός της ζωής μας; Τι απομένει όταν ένας άνθρωπος φτάνει στο τέλος της ζωής του; Το τώρα ή το τότε; Όταν ο Επίκουρος γράφει την τελευταία επιστολή στον Ιδομενέα έχει συναίσθηση του τέλους του. Πεθαίνει. Δεν μπορεί παρά να είναι συνεπής. Τόσα χρόνια δίδασκε την αποφυγή του φόβου, συμπεριλαμβανομένου του φόβου του θανάτου, που όλοι θα αισθανθούν. Ο ίδιος δεν δειλιάζει, αντιθέτως. Αντλεί δύναμη από τις αναμνήσεις του. «Θυμάμαι τις συζητήσεις μας». Αυτό μένει.
Οι πιο ευχάριστες στιγμές είναι αυτές που ζήσαμε με άλλους. Με τους φίλους. Χωρίς εκείνους η ζωή (αυτό το σύντομο πέρασμα από τη γέννηση στον θάνατο) δεν μπορεί να είναι ηδονική. Η συνειδησιακή μέθεξή μας στην ηδονή απαιτεί να τη μοιραστούμε. Και η φιλία είναι μέρος της ηδονής. Ζούμε με τους άλλους. Ας τους επιλέξουμε λοιπόν.
Ο Επίκουρος είχε φίλους. Πολλούς φίλους. Ο Επικούρειος κήπος, η σχολή που ίδρυσε ο Επίκουρος, στηρίχτηκε εκεί. Τη στιγμή που οι άλλοι φιλόσοφοι προσπαθούσαν να οικοδομήσουν στέρεες σχολές σε μια Αθήνα που έβραζε φιλοσοφικά, ο Επίκουρος δίνει τη δική του προοπτική. Μόνο όσοι είναι έτοιμοι να ακολουθήσουν αυτό που έχτισε (και είναι βέβαιος για τη στεγανότητα της φιλοσοφίας του), όσοι ασπάζονται τα κηρύγματά του, τις ιδέες και τον τρόπο ζωής, μπορούν να γίνουν φίλοι. Μεταξύ τους και με τον ίδιο.
Εκεί που ο Πλάτωνας οραματίζεται την ιδανική Πολιτεία, εκεί που ο Αριστοτέλης εξετάζει τα πολιτεύματα, εκεί που ο Ζήνωνας προτείνει τη συμβίωση των αγαθών ανθρώπων ο Επίκουρος καινοτομεί. Δεν μένει στη θεωρία. Περνά στην πράξη και δημιουργεί μια κοινότητα φίλων. Ο Κήπος, ένα όραμα του Επίκουρου που έγινε πραγματικότητα, υπάρχει και σήμερα. Αντικατοπτρίζει τον εαυτό μας. Πώς θέλουμε να περάσουμε τον σύντομο βίο μας; Με θεωρίες ή με πράξεις; Μόνοι ή με φίλους; Οι συζητήσεις με φίλους είναι για τον ίδιο η μεγαλύτερη ηδονή. Η απόκτηση φίλων είναι το μέγιστο αγαθό (Κύρια Δόξα 27). Ο Στωικός Σενέκας συμφωνεί και παραθέτει τον Επίκουρο στον Λουκίλιο:
«Αντί, λέει [ο Επίκουρος], να παρατηρείς τι τρως και πίνεις, πρέπει να προσέχεις με ποιους τρως και πίνεις. Επειδή το γεύμα χωρίς φίλους είναι σαν τη ζωή ενός λιονταριού ή λύκου (Nam sine amico visceratio leonis ac lupi vita est).»
Σενέκας, Ηθικές Επιστολές 19.10
Ποιος θα επέλεγε να ζει χωρίς αναμνήσεις; Ο Επίκουρος προκρίνει την αναπόληση ευτυχισμένων στιγμών στο τέλος της ζωής του. Το παρόν βιώνεται μέσα από το παρελθόν. Θυμόμαστε τη ζωή μας. Ειδικά στο τέλος. Το αν ήταν μεγάλη ή μικρή εξαρτάται όχι από το πόσο ζήσαμε αλλά από το πώς ζήσαμε. Ο χρόνος δεν είναι ο ίδιος για όλους. Ως μέγεθος της φυσικής δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως τα υπόλοιπα. Είναι στενά συνδεδεμένος με την ύπαρξή μας. Είναι η ζωή μας. Ο Επίκουρος επαναφέρει τον βιολογικό, υποκειμενικό χρόνο του ατόμου στη φιλοσοφία. Η μέτρηση του χρόνου, του προσωπικού μας χρόνου εναπόκειται στα βιώματά μας. Οι μέρες και οι νύχτες, οι μήνες και τα χρόνια δεν είναι ίδια για όλους. Ο Επίκουρος εξηγεί στον Ηρόδοτο:
«Και πρέπει να εξετάσουμε προσεκτικά και αυτό· τον χρόνο δεν πρέπει να τον ερευνήσουμε όπως τις υπόλοιπες ιδιότητες, που αναζητούμε σε ένα υποκείμενο, ανάγοντάς τις σε έννοιες (προλήψεις) που είναι ιδωμένες από πριν, αλλά πρέπει να υπολογίζουμε την καθαρή εμπειρία μας (ἐνάργημα), σύμφωνα με την οποία αποκαλούμε τον χρόνο πολύ ή λίγο. Αυτό δεν χρειάζεται απόδειξη αλλά τη σκέψη ότι τις μέρες και τις νύχτες τις συνδέουμε με τα μέρη τους, και με τον ίδιο τρόπο με τα συναισθήματα (πάθη) ή την έλλειψή τους, και με την κίνηση και τη στάση, μελετώντας το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό (σύμπτωμα) με το οποίο ονομάζουμε τον χρόνο.»
Επίκουρος, Επιστολή προς Ηρόδοτο (Διογένης Λαέρτιος, Βίοι 72-73)
Ο χρόνος μας ανήκει, είναι δικός μας, το πώς θα το επιμηκύνουμε ή θα τον συρρικνώσουμε εξαρτάται από το πώς ζούμε το παρόν. Οι αναμνήσεις είναι η ζωή μας, καθώς το παρελθόν μετουσιώνεται σε διαρκές παρόν, χωρίς στιγμές πόνου. Ο παρελθοντικός χρόνος δεν αλλάζει. Είναι η ζωή που ζήσαμε. Μέσα από τις αναμνήσεις μας ξαναβρίσκουμε τον χαμένο χρόνο. Η γεύση της μαντλέν μένει για πάντα στον ουρανίσκο για να μας θυμίζει ότι ζήσαμε. Ο θάνατος παύει να είναι φοβερός, «είναι ένα τίποτε», επειδή ζήσαμε ηδονικά και ευδαίμονα.
Σάββατο 27 Νοεμβρίου 2021
ΣΤΩΪΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΪΚΙΣΜΟΣ: ΑΡΘΡΑ - Σαν ένας μουσικός
Αν κάποιο κλαδί αποκοπεί από το συνεχόμενό του, δεν μπορεί να μην αποκοπεί από όλο το φυτό. Έτσι λοιπόν και ο άνθρωπος, αν αποσπαστεί από κάποιον άλλο, τότε έχει αποσπαστεί από την κοινωνία ολόκληρη. Το κλαδί, ωστόσο, άλλος το κόβει. Αντίθετα, ο άνθρωπος, που μισεί και αποστρέφεται το συνάνθρωπό του, αποχωρίζεται από τον πλησίον του, αγνοώντας όμως ότι συγχρόνως έχει αποκοπεί και από την πολιτεία ολόκληρη. Όμως, η πολιτεία είναι δώρο του Δία που την συνέστησε. Μπορούμε όμως να συνδεθούμε ξανά με τον πλησίον μας και να γίνουμε πάλι συμπληρωματικό μέρος του συνόλου. Αν, όμως, μια τέτοια αποκοπή επαναλαμβάνεται συχνά, τότε αυτό συνεπάγεται το τμήμα που αποκόπτεται με δυσκολία πλέον να ενώνεται και να αποκαθίσταται εκ νέου. Σε γενικές γραμμές, όμως, το κλαδί, που βλάστησε αρχικά και μεγάλωσε συνενωμένο με το φυτό του, δεν είναι όμοιο με το κλαδί που εμβολιάστηκε αμέσως μετά την αποκοπή του, παρά την αντίθετη άποψη των καλλιεργητών.
Να μεγαλώνεις μαζί με το φυτό, να μην ακολουθείς όμως τις ίδιες δοξασίες.
Σαν ένας μουσικός
Πρώτη έκπληξη ανοίγοντας το βιβλίο του Μάρκου Αυρηλίου: είναι γραμμένο στα αρχαία ελληνικά. Περισσότερο από τριακόσια χρόνια μετά την πολιτική εμφάνιση της Ελλάδας, ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας διαβάζει, σπουδάζει και γράφει σ’ αυτή τη γλώσσα. Το να μιλάς αρχαία ελληνικά είναι παντελώς άχρηστο στο μέτωπο της Μοραβίας. Δεν χρησιμεύει στη διακυβέρνηση της Ρώμης, στην καθοδήγηση των στρατευμάτων, στην αντιμετώπιση των μηχανορραφιών, δεν χρησιμεύει ούτε καν για να γνωρίσεις καλύτερα τη νομολογία, τόσο δυσκολομάθητη για έναν νεαρό καίσαρα. Η γλώσσα του Πλάτωνος δεν είναι χρήσιμη για τα καθήκοντα του αυτοκράτορα, αλλά μόνον για εκείνα του ανθρώπου -σπουδαιότερο στα μάτια του Μάρκου Αυρηλίου. Δεν σε μαθαίνει να βασιλεύεις στην Αυτοκρατορία, αλλά να κυβερνάς τον εαυτό σου. Το να μιλάς αρχαία ελληνικά σημαίνει πως συνδέεσαι σ’ ένα δίκτυο του οποίου οι κόμβοι ονομάζονται Σωκράτης, Ηράκλειτος και Επίκτητος. Σημαίνει να εμβαθύνεις στη φιλοσοφία, να ανακαλύψεις ότι η πιο τολμηρή πλοηγία είναι εκείνη του πνεύματος. Σημαίνει να μεταχειρίζεσαι μια γλώσσα που χρησιμεύει για να μιλάς στον εαυτό σου, για να χρησιμοποιήσουμε έναν από τους πολυάριθμους τίτλους που δόθηκαν στα Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου.*
Δεύτερη έκπληξη: αυτό το βιβλίο δεν είναι ένα βιβλίο τουλάχιστον όπως συνήθως το εννοούμε. Ο Μάρκος Αυρήλιος δεν γράφει για να διηγηθεί μια ιστορία ούτε για να εκθέσει κάποια θεωρία. Απλώς θέλει να θυμηθεί κάποιες θεμελιώδεις αλήθειες, να προετοιμαστεί για μια εργάσιμη μέρα, όπως ένας δρομέας που ασκείται ή ένας μουσικός της τζαζ που αυτοσχεδιάζει. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι νότες αλλά η μουσική, η κατάσταση συνειδητότητας στην οποία σε βυθίζει και σε συντηρεί η άσκηση. Ένα τέτοιο έργο δεν είναι φτιαγμένο για να μαθαίνεις, αλλά για να ασκείσαι, να προοδεύεις και να ζεις.
Ανάμεσα στις αρχές που πρέπει κανείς να θυμάται καθημερινά, ο Μάρκος Αυρήλιος επιμένει στη σχέση που μας ενώνει με τους άλλους και με το σύμπαν. Η αλήθεια του καθενός δεν βρίσκεται μέσα του αλλά στους ομοίους του. Ο άνθρωπος δεν γίνεται και δεν παραμένει ο ίδιος παρά μόνο μέσω της επαφής του με τους άλλους ανθρώπους, όχι γενικά με τους ανθρώπους, αλλά με εκείνους που θα συναντήσει στη διάρκεια μιας ημέρας, για λίγα δευτερόλεπτα, για μια συνάντηση ή μια σύσκεψη. Ας μην είμαστε αποκομμένοι από εκείνους με τους οποίους ζούμε: τα πρόσωπα τα πιο κοντινά μας είναι τα πιο δύσκολα να δούμε - και από την άποψη της ηθικής η τύφλωση αρχίζει με την πρεσβυωπία. Ας μην ξεκόβουμε από τους ενδεείς: με το πέρασμα του χρόνου, το πέπλο της κοινωνικής αυταπάτης σχίζεται και ο δούλος Επίκτητος είναι το ίδιο σημαντικός με τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Ας μην ξεκόβουμε από τους ξένους: θα πάψουν να μας φαίνονται ξένοι, όταν ζήσουμε μαζί τους. Ας μην ξεκόψουμε από τους Έλληνες: έχουν εφεύρει τον άνθρωπο.
Να μεγαλώνεις μαζί με το φυτό, να μην ακολουθείς όμως τις ίδιες δοξασίες.
Σαν ένας μουσικός
Πρώτη έκπληξη ανοίγοντας το βιβλίο του Μάρκου Αυρηλίου: είναι γραμμένο στα αρχαία ελληνικά. Περισσότερο από τριακόσια χρόνια μετά την πολιτική εμφάνιση της Ελλάδας, ένας Ρωμαίος αυτοκράτορας διαβάζει, σπουδάζει και γράφει σ’ αυτή τη γλώσσα. Το να μιλάς αρχαία ελληνικά είναι παντελώς άχρηστο στο μέτωπο της Μοραβίας. Δεν χρησιμεύει στη διακυβέρνηση της Ρώμης, στην καθοδήγηση των στρατευμάτων, στην αντιμετώπιση των μηχανορραφιών, δεν χρησιμεύει ούτε καν για να γνωρίσεις καλύτερα τη νομολογία, τόσο δυσκολομάθητη για έναν νεαρό καίσαρα. Η γλώσσα του Πλάτωνος δεν είναι χρήσιμη για τα καθήκοντα του αυτοκράτορα, αλλά μόνον για εκείνα του ανθρώπου -σπουδαιότερο στα μάτια του Μάρκου Αυρηλίου. Δεν σε μαθαίνει να βασιλεύεις στην Αυτοκρατορία, αλλά να κυβερνάς τον εαυτό σου. Το να μιλάς αρχαία ελληνικά σημαίνει πως συνδέεσαι σ’ ένα δίκτυο του οποίου οι κόμβοι ονομάζονται Σωκράτης, Ηράκλειτος και Επίκτητος. Σημαίνει να εμβαθύνεις στη φιλοσοφία, να ανακαλύψεις ότι η πιο τολμηρή πλοηγία είναι εκείνη του πνεύματος. Σημαίνει να μεταχειρίζεσαι μια γλώσσα που χρησιμεύει για να μιλάς στον εαυτό σου, για να χρησιμοποιήσουμε έναν από τους πολυάριθμους τίτλους που δόθηκαν στα Εις εαυτόν του Μάρκου Αυρηλίου.*
Δεύτερη έκπληξη: αυτό το βιβλίο δεν είναι ένα βιβλίο τουλάχιστον όπως συνήθως το εννοούμε. Ο Μάρκος Αυρήλιος δεν γράφει για να διηγηθεί μια ιστορία ούτε για να εκθέσει κάποια θεωρία. Απλώς θέλει να θυμηθεί κάποιες θεμελιώδεις αλήθειες, να προετοιμαστεί για μια εργάσιμη μέρα, όπως ένας δρομέας που ασκείται ή ένας μουσικός της τζαζ που αυτοσχεδιάζει. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι οι νότες αλλά η μουσική, η κατάσταση συνειδητότητας στην οποία σε βυθίζει και σε συντηρεί η άσκηση. Ένα τέτοιο έργο δεν είναι φτιαγμένο για να μαθαίνεις, αλλά για να ασκείσαι, να προοδεύεις και να ζεις.
Ανάμεσα στις αρχές που πρέπει κανείς να θυμάται καθημερινά, ο Μάρκος Αυρήλιος επιμένει στη σχέση που μας ενώνει με τους άλλους και με το σύμπαν. Η αλήθεια του καθενός δεν βρίσκεται μέσα του αλλά στους ομοίους του. Ο άνθρωπος δεν γίνεται και δεν παραμένει ο ίδιος παρά μόνο μέσω της επαφής του με τους άλλους ανθρώπους, όχι γενικά με τους ανθρώπους, αλλά με εκείνους που θα συναντήσει στη διάρκεια μιας ημέρας, για λίγα δευτερόλεπτα, για μια συνάντηση ή μια σύσκεψη. Ας μην είμαστε αποκομμένοι από εκείνους με τους οποίους ζούμε: τα πρόσωπα τα πιο κοντινά μας είναι τα πιο δύσκολα να δούμε - και από την άποψη της ηθικής η τύφλωση αρχίζει με την πρεσβυωπία. Ας μην ξεκόβουμε από τους ενδεείς: με το πέρασμα του χρόνου, το πέπλο της κοινωνικής αυταπάτης σχίζεται και ο δούλος Επίκτητος είναι το ίδιο σημαντικός με τον αυτοκράτορα Μάρκο Αυρήλιο. Ας μην ξεκόβουμε από τους ξένους: θα πάψουν να μας φαίνονται ξένοι, όταν ζήσουμε μαζί τους. Ας μην ξεκόψουμε από τους Έλληνες: έχουν εφεύρει τον άνθρωπο.
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
6.3. Τι είναι η σοφιστική κίνηση;
Οι σοφιστές δεν αποτελούν φιλοσοφική σχολή, σαν τους Πυθαγορείους ή την πλατωνική Ακαδημία. Δεν πρεσβεύουν ένα κοινό δόγμα, δεν αναφέρονται σε κάποιον αρχηγέτη ή ιδρυτή, δεν έχουν τους ίδιους στόχους, την ίδια πολιτική τοποθέτηση και τους ίδιους αντιπάλους. Το πιο πιθανό είναι ότι οι ίδιοι δεν θα ενέτασσαν καν τους εαυτούς σε ένα ενιαίο ρεύμα.
Η αντιμετώπιση των σοφιστών ως διακριτής ομάδας φιλοσόφων με κοινή ταυτότητα είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή του Πλάτωνα, μια κατασκευή που επιβλήθηκε στους μεταγενέστερους. Στον Πλάτωνα επίσης οφείλεται και η αρνητική χροιά που πήρε η λέξη «σοφιστής», μια σημασία που δεν πρέπει να ήταν καθιερωμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, ο μαθητής του Αισχίνης (Κατά Τιμάρχου 125, 173, 175) δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Σωκράτη και τον Δημοσθένη «σοφιστές». Ο σκοπός του Πλάτωνα είναι σαφής. Θέλει πάση θυσία να αναδείξει τη μοναδικότητα του Σωκράτη. Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου, όπως φάνηκε και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, η διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές δεν ήταν καθόλου εμφανής.
Δυστυχώς όλα σχεδόν τα έργα των σοφιστών έχουν χαθεί. Στην αρνητική εικόνα που μας μεταφέρουν οι πλατωνικοί διάλογοι, λίγες είναι οι αντίθετες μαρτυρίες που μπορούμε να επικαλεστούμε για να φτάσουμε σε μια πιο αντικειμενική αποτίμηση. Συνήθως μάλιστα οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρονται συλλογικά στις θέσεις των σοφιστών, και έτσι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς την ειδική συνεισφορά κάθε εκπροσώπου της σοφιστικής κίνησης. Δεν μας μένει παρά να κάνουμε το ίδιο κι εμείς.
Αν προσπεράσουμε προς στιγμήν τα ίδια τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, η πλατωνική πολεμική προβάλλει με έντονα αρνητικό τρόπο δύο γνωρίσματα των σοφιστών. Ο σοφιστής δεν έχει σταθερό τόπο και σπίτι, είναι περιφερόμενος άπατρις. Επιπλέον, διδάσκει έναντι αμοιβής, είναι «έμμισθος θηρευτής νέων και πλουσίων» (Πλάτων, Σοφιστής 231d, 223b). Ο Πλάτων δεν παραποιεί στο σημείο αυτό την αλήθεια. Οι πιο γνωστοί σοφιστές προέρχονται από την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας: ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο Πρόδικος από την Κέα, ο Ιππίας από την Ηλεία, ο Θρασύμαχος από τη Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Μόνο ο Αντιφών είναι Αθηναίος. Η δράση των σοφιστών δεν τοποθετείται στις άσημες πατρίδες τους, αλλά στα κέντρα του ελληνισμού, και κυρίως στην Αθήνα. Εκφωνούν επιδεικτικούς λόγους σε πανελλήνιες γιορτές, περιτριγυρίζονται από μαθητές, ζουν από τη διδασκαλία τους, ίσως μάλιστα η απασχόλησή τους αυτή να είναι και ιδιαίτερα επικερδής.
Αν οι κατηγορίες του Πλάτωνα είχαν διατυπωθεί μερικά χρόνια αργότερα, κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά. Ο σοφός της ελληνιστικής εποχής αισθάνεται πατρίδα του όλη την οικουμένη. Και θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να πληρώνεται για τη διδασκαλία του, όπως άλλωστε πληρωνόταν ήδη ο Ισοκράτης. Στην εποχή όμως του Σωκράτη και των σοφιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τους Αθηναίους, η ιδιότητα του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά είναι η ύψιστη τιμή. Ένας ξένος ή ένας μέτοικος, όσο πλούσιος και διάσημος κι να ήταν (και υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι κατά τον 5ο αιώνα), δεν έπαυε να θεωρείται κατώτερος, αφού τα πλούτη και η φήμη δεν εξασφάλιζαν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη μεριά, το να διδάσκεις την υψηλή τέχνη της πολιτικής έναντι αμοιβής σε κατέτασσε αυτομάτως στην κατηγορία του «βαναύσου», αφού μόνο οι χειρώνακτες δέχονταν να εμπορευτούν την τέχνη τους. Οι κατηγορίες επομένως του Πλάτωνα θα πρέπει να έπιαναν τόπο, ιδίως μάλιστα όταν προέβαλλε το αντίθετο υπόδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος δεν έκρυβε τη φτώχεια του και ήταν τόσο περήφανος για την αθηναϊκή καταγωγή του, ώστε ποτέ στη ζωή του δεν θέλησε να βγει από τα σύνορα της πόλης του.
Τι διδάσκουν όμως οι σοφιστές στην Αθήνα; Πώς προσελκύουν τους μαθητές τους; Όταν ο Σωκράτης θέτει αυτό το ερώτημα στον Πρωταγόρα (στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο), παίρνει την απάντηση ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «πολιτική τέχνη», η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς «αγαθούς πολίτες»: «Το μάθημά μου είναι η σωστή αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων (πώς να διοικεί κανείς άριστα το σπίτι του) και των υποθέσεων της πόλης (πώς να γίνει ασυναγώνιστος στην πολιτική πρακτική και στον πολιτικό λόγο)» (Πλάτων, Πρωταγόρας 318e-319a). Όταν η ίδια ερώτηση απευθύνεται στον Γοργία, η απάντηση είναι πιο συγκεκριμένη: ο Γοργίας διδάσκει «την ωραιότερη τέχνη», την τέχνη της ρητορικής. Η ρητορική προσφέρει το σπουδαιότερο αγαθό στον άνθρωπο, γιατί του «εξασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξουσιάζει τους άλλους μέσα στην πόλη του». Η εξουσία στη δημοκρατική πόλη στηρίζεται στην πειθώ. Εξουσιάζει, όποιος κατέχει την τέχνη της πειθούς, «όποιος μπορεί να πείσει με τα λόγια τους δικαστές στο δικαστήριο, τους βουλευτές στη Βουλή, τους πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου» (Πλάτων, Γοργίας 452d-e).
Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι οι δύο απαντήσεις είναι διαφορετικές. Ο συνετός Πρωταγόρας διδάσκει την καθαγιασμένη στη Αθήνα πολιτική τέχνη, ενώ ο κυνικός Γοργίας την εξουσία της πειθούς Στην ακραία της εκδοχή η στάση του Γοργία οδηγεί στην ταύτιση της αρετής και της δύναμης, σε αυτό που διακήρυξε ένας άλλος σοφιστής ο Θρασύμαχος, λέγοντας ότι «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου» (Πλάτων, Πολιτεία 338c). Ίσως πάλι η απάντηση του Γοργία να μην είναι τόσο διαφορετική από την απάντηση του Πρωταγόρα. Ο σοφιστής διδάσκει τη σωστή άσκηση της πολιτικής πρακτικής, η οποία εξαρτάται από την ορθή χρήση του πολιτικού λόγου. Σε αυτό συμφωνούν και ο δύο. Ο Γοργίας απλώς προσθέτει ότι η ορθή χρήση του πολιτικού λόγου έχει όνομα: πρόκειται για τη νέα τέχνη της ρητορικής, η οποία ακριβώς ορίζεται ως «δημιουργός πειθούς». Ο Πλάτων, που αναπλάθει την όλη συζήτηση, μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.
Για κάποια λοιπόν πράγματα είμαστε σίγουροι. Οι σοφιστές φιλοδοξούν να καλύψουν ένα κενό στην εκπαίδευση των πολιτών, ένα κενό που προέκυψε από την ταχύτατη επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών. Η ειδικότητά τους είναι η γνώση της πολιτικής τέχνης. Ισχυρίζονται ότι με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους - συνδέουν επομένως την αρετή με την πολιτική. Και διαβλέπουν την άμεση σχέση της πολιτικής αποτελεσματικότητας με την έντεχνη χρήση του λόγου.
Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοφιστών. Άλλοι επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού, όπως ο Πρωταγόρας και ο Αντιφών, και έφεραν στο προσκήνιο την αντίθεση «φύσης» και «νόμου» - οι σταθερές καταβολές του είδους ή οι κοινωνικές συμβάσεις είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς; Το πρόβλημα της αντικειμενικής γνώσης και της αλήθειας απασχόλησε τον Πρωταγόρα και τον Γοργία. Ο Πρόδικος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα, ενώ ο Γοργίας θεωρείται ο θεμελιωτής της ρητορικής. Ο Ιππίας ίσως αποτελεί σύνδεσμο της σοφιστικής με την παλαιότερη προσωκρατική φιλοσοφία, αφού επιμένει στη διδασκαλία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Και μόνο η αναφορά στα παραπάνω προβλήματα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη συμβολή των σοφιστών στον μετασχηματισμό της φιλοσοφίας κατά τον 5ο αιώνα.
Οι σοφιστές δεν αποτελούν φιλοσοφική σχολή, σαν τους Πυθαγορείους ή την πλατωνική Ακαδημία. Δεν πρεσβεύουν ένα κοινό δόγμα, δεν αναφέρονται σε κάποιον αρχηγέτη ή ιδρυτή, δεν έχουν τους ίδιους στόχους, την ίδια πολιτική τοποθέτηση και τους ίδιους αντιπάλους. Το πιο πιθανό είναι ότι οι ίδιοι δεν θα ενέτασσαν καν τους εαυτούς σε ένα ενιαίο ρεύμα.
Η αντιμετώπιση των σοφιστών ως διακριτής ομάδας φιλοσόφων με κοινή ταυτότητα είναι σε μεγάλο βαθμό μια κατασκευή του Πλάτωνα, μια κατασκευή που επιβλήθηκε στους μεταγενέστερους. Στον Πλάτωνα επίσης οφείλεται και η αρνητική χροιά που πήρε η λέξη «σοφιστής», μια σημασία που δεν πρέπει να ήταν καθιερωμένη, αν σκεφτεί κανείς ότι, πενήντα χρόνια μετά τον θάνατο του Σωκράτη, ο μαθητής του Αισχίνης (Κατά Τιμάρχου 125, 173, 175) δεν διστάζει να αποκαλέσει τον Σωκράτη και τον Δημοσθένη «σοφιστές». Ο σκοπός του Πλάτωνα είναι σαφής. Θέλει πάση θυσία να αναδείξει τη μοναδικότητα του Σωκράτη. Στα μάτια όμως του μέσου Αθηναίου, όπως φάνηκε και από τις Νεφέλες του Αριστοφάνη, η διαφορά του Σωκράτη από τους σοφιστές δεν ήταν καθόλου εμφανής.
Δυστυχώς όλα σχεδόν τα έργα των σοφιστών έχουν χαθεί. Στην αρνητική εικόνα που μας μεταφέρουν οι πλατωνικοί διάλογοι, λίγες είναι οι αντίθετες μαρτυρίες που μπορούμε να επικαλεστούμε για να φτάσουμε σε μια πιο αντικειμενική αποτίμηση. Συνήθως μάλιστα οι μεταγενέστεροι συγγραφείς αναφέρονται συλλογικά στις θέσεις των σοφιστών, και έτσι είναι πολύ δύσκολο να εντοπίσει κανείς την ειδική συνεισφορά κάθε εκπροσώπου της σοφιστικής κίνησης. Δεν μας μένει παρά να κάνουμε το ίδιο κι εμείς.
Αν προσπεράσουμε προς στιγμήν τα ίδια τα φιλοσοφικά επιχειρήματα, η πλατωνική πολεμική προβάλλει με έντονα αρνητικό τρόπο δύο γνωρίσματα των σοφιστών. Ο σοφιστής δεν έχει σταθερό τόπο και σπίτι, είναι περιφερόμενος άπατρις. Επιπλέον, διδάσκει έναντι αμοιβής, είναι «έμμισθος θηρευτής νέων και πλουσίων» (Πλάτων, Σοφιστής 231d, 223b). Ο Πλάτων δεν παραποιεί στο σημείο αυτό την αλήθεια. Οι πιο γνωστοί σοφιστές προέρχονται από την περιφέρεια της ελληνικής επικράτειας: ο Πρωταγόρας από τα Άβδηρα της Θράκης, ο Γοργίας από τους Λεοντίνους της Σικελίας, ο Πρόδικος από την Κέα, ο Ιππίας από την Ηλεία, ο Θρασύμαχος από τη Χαλκηδόνα της Προποντίδας. Μόνο ο Αντιφών είναι Αθηναίος. Η δράση των σοφιστών δεν τοποθετείται στις άσημες πατρίδες τους, αλλά στα κέντρα του ελληνισμού, και κυρίως στην Αθήνα. Εκφωνούν επιδεικτικούς λόγους σε πανελλήνιες γιορτές, περιτριγυρίζονται από μαθητές, ζουν από τη διδασκαλία τους, ίσως μάλιστα η απασχόλησή τους αυτή να είναι και ιδιαίτερα επικερδής.
Αν οι κατηγορίες του Πλάτωνα είχαν διατυπωθεί μερικά χρόνια αργότερα, κανείς δεν θα τις έπαιρνε στα σοβαρά. Ο σοφός της ελληνιστικής εποχής αισθάνεται πατρίδα του όλη την οικουμένη. Και θεωρεί αυτονόητο ότι πρέπει να πληρώνεται για τη διδασκαλία του, όπως άλλωστε πληρωνόταν ήδη ο Ισοκράτης. Στην εποχή όμως του Σωκράτη και των σοφιστών τα πράγματα είναι διαφορετικά. Για τους Αθηναίους, η ιδιότητα του πολίτη και η συμμετοχή στα κοινά είναι η ύψιστη τιμή. Ένας ξένος ή ένας μέτοικος, όσο πλούσιος και διάσημος κι να ήταν (και υπήρχαν πάρα πολλοί τέτοιοι κατά τον 5ο αιώνα), δεν έπαυε να θεωρείται κατώτερος, αφού τα πλούτη και η φήμη δεν εξασφάλιζαν πολιτικά δικαιώματα. Από την άλλη μεριά, το να διδάσκεις την υψηλή τέχνη της πολιτικής έναντι αμοιβής σε κατέτασσε αυτομάτως στην κατηγορία του «βαναύσου», αφού μόνο οι χειρώνακτες δέχονταν να εμπορευτούν την τέχνη τους. Οι κατηγορίες επομένως του Πλάτωνα θα πρέπει να έπιαναν τόπο, ιδίως μάλιστα όταν προέβαλλε το αντίθετο υπόδειγμα του Σωκράτη, ο οποίος δεν έκρυβε τη φτώχεια του και ήταν τόσο περήφανος για την αθηναϊκή καταγωγή του, ώστε ποτέ στη ζωή του δεν θέλησε να βγει από τα σύνορα της πόλης του.
Τι διδάσκουν όμως οι σοφιστές στην Αθήνα; Πώς προσελκύουν τους μαθητές τους; Όταν ο Σωκράτης θέτει αυτό το ερώτημα στον Πρωταγόρα (στον ομώνυμο πλατωνικό διάλογο), παίρνει την απάντηση ότι το αντικείμενο της διδασκαλίας του είναι η «πολιτική τέχνη», η δυνατότητα να διαμορφώνει κανείς «αγαθούς πολίτες»: «Το μάθημά μου είναι η σωστή αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων (πώς να διοικεί κανείς άριστα το σπίτι του) και των υποθέσεων της πόλης (πώς να γίνει ασυναγώνιστος στην πολιτική πρακτική και στον πολιτικό λόγο)» (Πλάτων, Πρωταγόρας 318e-319a). Όταν η ίδια ερώτηση απευθύνεται στον Γοργία, η απάντηση είναι πιο συγκεκριμένη: ο Γοργίας διδάσκει «την ωραιότερη τέχνη», την τέχνη της ρητορικής. Η ρητορική προσφέρει το σπουδαιότερο αγαθό στον άνθρωπο, γιατί του «εξασφαλίζει την προσωπική του ελευθερία, δίνοντάς του τη δυνατότητα να εξουσιάζει τους άλλους μέσα στην πόλη του». Η εξουσία στη δημοκρατική πόλη στηρίζεται στην πειθώ. Εξουσιάζει, όποιος κατέχει την τέχνη της πειθούς, «όποιος μπορεί να πείσει με τα λόγια τους δικαστές στο δικαστήριο, τους βουλευτές στη Βουλή, τους πολίτες στην Εκκλησία του Δήμου» (Πλάτων, Γοργίας 452d-e).
Θα μπορούσε να θεωρήσει κανείς ότι οι δύο απαντήσεις είναι διαφορετικές. Ο συνετός Πρωταγόρας διδάσκει την καθαγιασμένη στη Αθήνα πολιτική τέχνη, ενώ ο κυνικός Γοργίας την εξουσία της πειθούς Στην ακραία της εκδοχή η στάση του Γοργία οδηγεί στην ταύτιση της αρετής και της δύναμης, σε αυτό που διακήρυξε ένας άλλος σοφιστής ο Θρασύμαχος, λέγοντας ότι «δίκαιο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου» (Πλάτων, Πολιτεία 338c). Ίσως πάλι η απάντηση του Γοργία να μην είναι τόσο διαφορετική από την απάντηση του Πρωταγόρα. Ο σοφιστής διδάσκει τη σωστή άσκηση της πολιτικής πρακτικής, η οποία εξαρτάται από την ορθή χρήση του πολιτικού λόγου. Σε αυτό συμφωνούν και ο δύο. Ο Γοργίας απλώς προσθέτει ότι η ορθή χρήση του πολιτικού λόγου έχει όνομα: πρόκειται για τη νέα τέχνη της ρητορικής, η οποία ακριβώς ορίζεται ως «δημιουργός πειθούς». Ο Πλάτων, που αναπλάθει την όλη συζήτηση, μας αφήνει να βγάλουμε τα δικά μας συμπεράσματα.
Για κάποια λοιπόν πράγματα είμαστε σίγουροι. Οι σοφιστές φιλοδοξούν να καλύψουν ένα κενό στην εκπαίδευση των πολιτών, ένα κενό που προέκυψε από την ταχύτατη επικράτηση των δημοκρατικών θεσμών. Η ειδικότητά τους είναι η γνώση της πολιτικής τέχνης. Ισχυρίζονται ότι με τη διδασκαλία της πολιτικής τέχνης κάνουν τους ανθρώπους καλύτερους - συνδέουν επομένως την αρετή με την πολιτική. Και διαβλέπουν την άμεση σχέση της πολιτικής αποτελεσματικότητας με την έντεχνη χρήση του λόγου.
Από εδώ και πέρα αρχίζουν οι διαφοροποιήσεις μεταξύ των σοφιστών. Άλλοι επικεντρώθηκαν στην ανάλυση των κοινωνικών θεσμών και του πολιτισμού, όπως ο Πρωταγόρας και ο Αντιφών, και έφεραν στο προσκήνιο την αντίθεση «φύσης» και «νόμου» - οι σταθερές καταβολές του είδους ή οι κοινωνικές συμβάσεις είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης συμπεριφοράς; Το πρόβλημα της αντικειμενικής γνώσης και της αλήθειας απασχόλησε τον Πρωταγόρα και τον Γοργία. Ο Πρόδικος ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε για τα γλωσσικά ζητήματα, ενώ ο Γοργίας θεωρείται ο θεμελιωτής της ρητορικής. Ο Ιππίας ίσως αποτελεί σύνδεσμο της σοφιστικής με την παλαιότερη προσωκρατική φιλοσοφία, αφού επιμένει στη διδασκαλία των μαθηματικών και της αστρονομίας. Και μόνο η αναφορά στα παραπάνω προβλήματα αρκεί για να αντιληφθεί κανείς τη συμβολή των σοφιστών στον μετασχηματισμό της φιλοσοφίας κατά τον 5ο αιώνα.
Παρασκευή 26 Νοεμβρίου 2021
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Φιλοκτήτης (343-390)
ΝΕ. ἦλθόν με νηὶ ποικιλοστόλῳ μέτα
ο άρχοντας ο Οδυσσέας μαζί κι ο γέρος
ο τροφός του πατέρα μου στη Σκύρο
να με ζητήσουν λέγοντας, ή αλήθεια
ή έτσι του βρόντου, πως δε θα γενόνταν,
μια κι ο πατέρας μου έλειψε, να πάρει
άλλος κανείς έξω από με την Τροία.
Αυτά και τέτοια ακούοντας, δεν ήταν
και πολύ που χρειάστηκε να πάρω
αμέσως την απόφαση, προπάντων
350 απ᾽ τη λαχτάρα που είχα, πριν τον θάψουν,
να ιδώ τον πεθαμένο μου πατέρα,
που δεν τον είχα ζωντανό γνωρίσει·
μα εκτός αυτό, καλός ήταν κι ο λόγος
να πάω να πάρω εγώ της Τροίας τα κάστρα.
Κι έτσι αφού κάμαμε πανιά, την άλλη
μέρα στο Σίγειο το πικρό είχα κιόλας
αράξει κι άμα βγήκα, ο στρατός όλος
μ᾽ ανοιχτές με τριγύρισαν αγκάλες
κι ορκίζονταν πως έβλεπαν τον ίδιο
τον Αχιλλέα ξαναζωντανεμένο·
μα εκείνος κείτονταν νεκρός και γω,
360 αφού τον έκλαψα ο άμοιρος, πηγαίνω
σε λίγες μέρες στους Ατρείδες, όπως
σε φίλους φυσικά, να τους ζητήσω
του πατέρα μου τ᾽ άρματα κι ό,τι άλλο
ήταν δικό του· πού να βάλει ο νους μου
πως θ᾽ άκουα τέτοια ξεσκισμένα λόγια;
«Γιε του Αχιλλέα, όλα τ᾽ άλλα πού ηταν
του πατέρα σου, πάρ᾽ τα, είναι δικά σου·
μα εκείνη την αρματωσιά του τώρα
άλλος, του Λαέρτη ο γιος εξουσιάζει.»
Μα εμένα βούρκωσαν τα μάτια· επάνω
πετιούμαι ευτύς, βαρύ θυμό γιομάτος,
κι «Άθλιοι» τους λέγω «κι έχετε στ᾽ αλήθεια
τολμήσει, τα όπλα τα δικά μου σ᾽ άλλον
αντίς εμέ να δώσετε και δίχως
370 πριν καν να με ρωτήσετε και μένα;»
Κι ο Οδυσσέας παρών εκεί μου λέει:
«Μάλιστα, νέε, μου τα ᾽χουν δώσει μ᾽ όλο
το δίκιο, γιατ᾽ εγώ με τα δικά μου
τα χέρια τα ᾽σωσα κι αυτά και κείνον.»
Μ᾽ άφρισα εγώ κι ευτύς σού τον αρχίζω
μ᾽ όλες του κόσμου τις βρισιές, χωρίς
καμιά ν᾽ αφήσω, που καλά και σώνει
θα μου ᾽παιρνε τ᾽ άρματα τα δικά μου.
Κι αυτός, σαν έφτασε ως εκεί το πράμα,
κεντημένος μ᾽ όσα άκουσε, αν και ξέρει
να κρατά το θυμό, μου απάντησ᾽ έτσι:
«Δεν ήσουν όπου εμείς, μα έλειπες όπου
380 δεν έπρεπε· μ᾽ αφού το θράσος έχεις
και να μιλάς, ποτέ δε θα γυρίσεις
με τα όπλ᾽ αυτά, και ξέρε το, στη Σκύρο.»
Έτσι λοιπόν εγώ, μετά ᾽πό τέτοιες
προσβολές και βρισιές, γυρίζω τώρα
στην πατρίδα μου πίσω, στερημένος
χτήμα δικό μου απ᾽ τον κακόψυχο
και κακής φάρας γέννημα Οδυσσέα.
Μα πάλι τόσο και μ᾽ αυτόν δεν τα ᾽χω,
όσο με εκείνους που ᾽ναι η εξουσία·
γιατ᾽ είναι αυτοί το παν στην πολιτεία
και σ᾽ όλο το στρατό· κι όσοι απ᾽ τους άλλους
παραστρατούν, με το παράδειγμά τους
να γίνουνται κι αυτοί κακοί μαθαίνουν.
Είπα όλα που είχα· κι όποιος τους Ατρείδες
εχθρεύεται, είθε τόσο και δικός μου
390 φίλος να ᾽ναι καθώς και των θεών.
δῖός τ᾽ Ὀδυσσεὺς χὡ τροφεὺς τοὐμοῦ πατρός,
345 λέγοντες, εἴτ᾽ ἀληθὲς εἴτ᾽ ἄρ᾽ οὖν μάτην,
ὡς οὐ θέμις γίγνοιτ᾽, ἐπεὶ κατέφθιτο
πατὴρ ἐμός, τὰ πέργαμ᾽ ἄλλον ἢ ᾽μ᾽ ἑλεῖν.
ταῦτ᾽, ὦ ξέν᾽, οὕτως ἐννέποντες οὐ πολὺν
χρόνον μ᾽ ἐπέσχον μή με ναυστολεῖν ταχύ,
350 μάλιστα μὲν δὴ τοῦ θανόντος ἱμέρῳ,
ὅπως ἴδοιμ᾽ ἄθαπτον· οὐ γὰρ εἰδόμην·
ἔπειτα μέντοι χὡ λόγος καλὸς προσῆν,
εἰ τἀπὶ Τροίᾳ πέργαμ᾽ αἱρήσοιμ᾽ ἰών.
ἦν δ᾽ ἦμαρ ἤδη δεύτερον πλέοντί μοι,
355 κἀγὼ πικρὸν Σίγειον οὐρίῳ πλάτῃ
κατηγόμην· καί μ᾽ εὐθὺς ἐν κύκλῳ στρατὸς
ἐκβάντα πᾶς ἠσπάζετ᾽, ὀμνύντες βλέπειν
τὸν οὐκέτ᾽ ὄντα ζῶντ᾽ Ἀχιλλέα πάλιν.
κεῖνος μὲν οὖν ἔκειτ᾽· ἐγὼ δ᾽ ὁ δύσμορος,
360 ἐπεὶ ᾽δάκρυσα κεῖνον, οὐ μακρῷ χρόνῳ
ἐλθὼν Ἀτρείδας πρὸς φίλους, ὡς εἰκὸς ἦν,
τά θ᾽ ὅπλ᾽ ἀπῄτουν τοῦ πατρὸς τά τ᾽ ἄλλ᾽ ὅσ᾽ ἦν.
οἳ δ᾽ εἶπον, οἴμοι, τλημονέστατον λόγον,
ὦ σπέρμ᾽ Ἀχιλλέως, τἄλλα μὲν πάρεστί σοι
365 πατρῷ᾽ ἑλέσθαι, τῶν δ᾽ ὅπλων κείνων ἀνὴρ
ἄλλος κρατύνει νῦν, ὁ Λαέρτου γόνος.
κἀγὼ δακρύσας εὐθὺς ἐξανίσταμαι
ὀργῇ βαρείᾳ, καὶ καταλγήσας λέγω,
ὦ σχέτλι᾽, ἦ ᾽τολμήσατ᾽ ἀντ᾽ ἐμοῦ τινι
370 δοῦναι τὰ τεύχη τἀμά, πρὶν μαθεῖν ἐμοῦ;
ὁ δ᾽ εἶπ᾽ Ὀδυσσεύς, πλησίον γὰρ ὢν κυρεῖ,
ναί, παῖ, δεδώκασ᾽ ἐνδίκως οὗτοι τάδε·
ἐγὼ γὰρ αὔτ᾽ ἔσωσα κἀκεῖνον παρών.
κἀγὼ χολωθεὶς εὐθὺς ἤρασσον κακοῖς
375 τοῖς πᾶσιν, οὐδὲν ἐνδεὲς ποιούμενος,
εἰ τἀμὰ κεῖνος ὅπλ᾽ ἀφαιρήσοιτό με.
ὃ δ᾽ ἐνθάδ᾽ ἥκων, καίπερ οὐ δύσοργος ὤν,
δηχθεὶς πρὸς ἁξήκουσεν ὧδ᾽ ἠμείψατο·
οὐκ ἦσθ᾽ ἵν᾽ ἡμεῖς, ἀλλ᾽ ἀπῆσθ᾽ ἵν᾽ οὔ σ᾽ ἔδει.
380 καὶ ταῦτ᾽, ἐπειδὴ καὶ λέγεις θρασυστομῶν,
οὐ μή ποτ᾽ ἐς τὴν Σκῦρον ἐκπλεύσῃς ἔχων.
τοιαῦτ᾽ ἀκούσας κἀξονειδισθεὶς κακὰ
πλέω πρὸς οἴκους, τῶν ἐμῶν τητώμενος
πρὸς τοῦ κακίστου κἀκ κακῶν Ὀδυσσέως.
385 κοὐκ αἰτιῶμαι κεῖνον ὡς τοὺς ἐν τέλει·
πόλις γάρ ἐστι πᾶσα τῶν ἡγουμένων
στρατός τε σύμπας· οἱ δ᾽ ἀκοσμοῦντες βροτῶν
διδασκάλων λόγοισι γίγνονται κακοί.
λόγος λέλεκται πᾶς· ὁ δ᾽ Ἀτρείδας στυγῶν
390 ἐμοί θ᾽ ὁμοίως καὶ θεοῖς εἴη φίλος.
345 λέγοντες, εἴτ᾽ ἀληθὲς εἴτ᾽ ἄρ᾽ οὖν μάτην,
ὡς οὐ θέμις γίγνοιτ᾽, ἐπεὶ κατέφθιτο
πατὴρ ἐμός, τὰ πέργαμ᾽ ἄλλον ἢ ᾽μ᾽ ἑλεῖν.
ταῦτ᾽, ὦ ξέν᾽, οὕτως ἐννέποντες οὐ πολὺν
χρόνον μ᾽ ἐπέσχον μή με ναυστολεῖν ταχύ,
350 μάλιστα μὲν δὴ τοῦ θανόντος ἱμέρῳ,
ὅπως ἴδοιμ᾽ ἄθαπτον· οὐ γὰρ εἰδόμην·
ἔπειτα μέντοι χὡ λόγος καλὸς προσῆν,
εἰ τἀπὶ Τροίᾳ πέργαμ᾽ αἱρήσοιμ᾽ ἰών.
ἦν δ᾽ ἦμαρ ἤδη δεύτερον πλέοντί μοι,
355 κἀγὼ πικρὸν Σίγειον οὐρίῳ πλάτῃ
κατηγόμην· καί μ᾽ εὐθὺς ἐν κύκλῳ στρατὸς
ἐκβάντα πᾶς ἠσπάζετ᾽, ὀμνύντες βλέπειν
τὸν οὐκέτ᾽ ὄντα ζῶντ᾽ Ἀχιλλέα πάλιν.
κεῖνος μὲν οὖν ἔκειτ᾽· ἐγὼ δ᾽ ὁ δύσμορος,
360 ἐπεὶ ᾽δάκρυσα κεῖνον, οὐ μακρῷ χρόνῳ
ἐλθὼν Ἀτρείδας πρὸς φίλους, ὡς εἰκὸς ἦν,
τά θ᾽ ὅπλ᾽ ἀπῄτουν τοῦ πατρὸς τά τ᾽ ἄλλ᾽ ὅσ᾽ ἦν.
οἳ δ᾽ εἶπον, οἴμοι, τλημονέστατον λόγον,
ὦ σπέρμ᾽ Ἀχιλλέως, τἄλλα μὲν πάρεστί σοι
365 πατρῷ᾽ ἑλέσθαι, τῶν δ᾽ ὅπλων κείνων ἀνὴρ
ἄλλος κρατύνει νῦν, ὁ Λαέρτου γόνος.
κἀγὼ δακρύσας εὐθὺς ἐξανίσταμαι
ὀργῇ βαρείᾳ, καὶ καταλγήσας λέγω,
ὦ σχέτλι᾽, ἦ ᾽τολμήσατ᾽ ἀντ᾽ ἐμοῦ τινι
370 δοῦναι τὰ τεύχη τἀμά, πρὶν μαθεῖν ἐμοῦ;
ὁ δ᾽ εἶπ᾽ Ὀδυσσεύς, πλησίον γὰρ ὢν κυρεῖ,
ναί, παῖ, δεδώκασ᾽ ἐνδίκως οὗτοι τάδε·
ἐγὼ γὰρ αὔτ᾽ ἔσωσα κἀκεῖνον παρών.
κἀγὼ χολωθεὶς εὐθὺς ἤρασσον κακοῖς
375 τοῖς πᾶσιν, οὐδὲν ἐνδεὲς ποιούμενος,
εἰ τἀμὰ κεῖνος ὅπλ᾽ ἀφαιρήσοιτό με.
ὃ δ᾽ ἐνθάδ᾽ ἥκων, καίπερ οὐ δύσοργος ὤν,
δηχθεὶς πρὸς ἁξήκουσεν ὧδ᾽ ἠμείψατο·
οὐκ ἦσθ᾽ ἵν᾽ ἡμεῖς, ἀλλ᾽ ἀπῆσθ᾽ ἵν᾽ οὔ σ᾽ ἔδει.
380 καὶ ταῦτ᾽, ἐπειδὴ καὶ λέγεις θρασυστομῶν,
οὐ μή ποτ᾽ ἐς τὴν Σκῦρον ἐκπλεύσῃς ἔχων.
τοιαῦτ᾽ ἀκούσας κἀξονειδισθεὶς κακὰ
πλέω πρὸς οἴκους, τῶν ἐμῶν τητώμενος
πρὸς τοῦ κακίστου κἀκ κακῶν Ὀδυσσέως.
385 κοὐκ αἰτιῶμαι κεῖνον ὡς τοὺς ἐν τέλει·
πόλις γάρ ἐστι πᾶσα τῶν ἡγουμένων
στρατός τε σύμπας· οἱ δ᾽ ἀκοσμοῦντες βροτῶν
διδασκάλων λόγοισι γίγνονται κακοί.
λόγος λέλεκται πᾶς· ὁ δ᾽ Ἀτρείδας στυγῶν
390 ἐμοί θ᾽ ὁμοίως καὶ θεοῖς εἴη φίλος.
***
ΝΕΟ. Ήρθαν με κοκκινόπλωρο καράβιο άρχοντας ο Οδυσσέας μαζί κι ο γέρος
ο τροφός του πατέρα μου στη Σκύρο
να με ζητήσουν λέγοντας, ή αλήθεια
ή έτσι του βρόντου, πως δε θα γενόνταν,
μια κι ο πατέρας μου έλειψε, να πάρει
άλλος κανείς έξω από με την Τροία.
Αυτά και τέτοια ακούοντας, δεν ήταν
και πολύ που χρειάστηκε να πάρω
αμέσως την απόφαση, προπάντων
350 απ᾽ τη λαχτάρα που είχα, πριν τον θάψουν,
να ιδώ τον πεθαμένο μου πατέρα,
που δεν τον είχα ζωντανό γνωρίσει·
μα εκτός αυτό, καλός ήταν κι ο λόγος
να πάω να πάρω εγώ της Τροίας τα κάστρα.
Κι έτσι αφού κάμαμε πανιά, την άλλη
μέρα στο Σίγειο το πικρό είχα κιόλας
αράξει κι άμα βγήκα, ο στρατός όλος
μ᾽ ανοιχτές με τριγύρισαν αγκάλες
κι ορκίζονταν πως έβλεπαν τον ίδιο
τον Αχιλλέα ξαναζωντανεμένο·
μα εκείνος κείτονταν νεκρός και γω,
360 αφού τον έκλαψα ο άμοιρος, πηγαίνω
σε λίγες μέρες στους Ατρείδες, όπως
σε φίλους φυσικά, να τους ζητήσω
του πατέρα μου τ᾽ άρματα κι ό,τι άλλο
ήταν δικό του· πού να βάλει ο νους μου
πως θ᾽ άκουα τέτοια ξεσκισμένα λόγια;
«Γιε του Αχιλλέα, όλα τ᾽ άλλα πού ηταν
του πατέρα σου, πάρ᾽ τα, είναι δικά σου·
μα εκείνη την αρματωσιά του τώρα
άλλος, του Λαέρτη ο γιος εξουσιάζει.»
Μα εμένα βούρκωσαν τα μάτια· επάνω
πετιούμαι ευτύς, βαρύ θυμό γιομάτος,
κι «Άθλιοι» τους λέγω «κι έχετε στ᾽ αλήθεια
τολμήσει, τα όπλα τα δικά μου σ᾽ άλλον
αντίς εμέ να δώσετε και δίχως
370 πριν καν να με ρωτήσετε και μένα;»
Κι ο Οδυσσέας παρών εκεί μου λέει:
«Μάλιστα, νέε, μου τα ᾽χουν δώσει μ᾽ όλο
το δίκιο, γιατ᾽ εγώ με τα δικά μου
τα χέρια τα ᾽σωσα κι αυτά και κείνον.»
Μ᾽ άφρισα εγώ κι ευτύς σού τον αρχίζω
μ᾽ όλες του κόσμου τις βρισιές, χωρίς
καμιά ν᾽ αφήσω, που καλά και σώνει
θα μου ᾽παιρνε τ᾽ άρματα τα δικά μου.
Κι αυτός, σαν έφτασε ως εκεί το πράμα,
κεντημένος μ᾽ όσα άκουσε, αν και ξέρει
να κρατά το θυμό, μου απάντησ᾽ έτσι:
«Δεν ήσουν όπου εμείς, μα έλειπες όπου
380 δεν έπρεπε· μ᾽ αφού το θράσος έχεις
και να μιλάς, ποτέ δε θα γυρίσεις
με τα όπλ᾽ αυτά, και ξέρε το, στη Σκύρο.»
Έτσι λοιπόν εγώ, μετά ᾽πό τέτοιες
προσβολές και βρισιές, γυρίζω τώρα
στην πατρίδα μου πίσω, στερημένος
χτήμα δικό μου απ᾽ τον κακόψυχο
και κακής φάρας γέννημα Οδυσσέα.
Μα πάλι τόσο και μ᾽ αυτόν δεν τα ᾽χω,
όσο με εκείνους που ᾽ναι η εξουσία·
γιατ᾽ είναι αυτοί το παν στην πολιτεία
και σ᾽ όλο το στρατό· κι όσοι απ᾽ τους άλλους
παραστρατούν, με το παράδειγμά τους
να γίνουνται κι αυτοί κακοί μαθαίνουν.
Είπα όλα που είχα· κι όποιος τους Ατρείδες
εχθρεύεται, είθε τόσο και δικός μου
390 φίλος να ᾽ναι καθώς και των θεών.
ΟΜΗΡΟΣ: Ἰλιάς (6.237-6.310)
Ἕκτωρ δ᾽ ὡς Σκαιάς τε πύλας καὶ φηγὸν ἵκανεν,
κι οι κόρες τον τριγύρισαν των Τρώων κι οι μητέρες
να μάθουν δια τα τέκνα των, τους αδελφούς, τους άνδρες
240 και συγγενείς· και δέησες προς τους θεούς να κάμουν
εις όλες είπε· αλλ᾽ έμελλαν πολλές ν᾽ αναστενάξουν.
Και ως έφθασε στο μέγαρο τ᾽ ωραίο του Πριάμου,
με σκαλισμένες αίθουσες κτισμένο, κι ήσαν μέσα
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι πενήντα,
245 όλοι κτισμένοι σύνεγγυς· και αυτού μέσα εκοιμόνταν
με τες μνηστές γυναίκες των οι παίδες του Πριάμου·
και απ᾽ τ᾽ άλλο μέρος στην αυλήν, αντίκρυς, εις τ᾽ ανώγι,
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι εκτισθήκαν
δώδεκα σύνεγγυς και αυτοί· και αυτού πάλι εκοιμόνταν
250 με τες σεβάσμιες κόρες του οι αγαπητοί γαμβροί του,
κει τον απάντησ᾽ η αγαθή μητέρα οπού περνούσε
στην Λαοδίκην κόρην της στο κάλλος εξαισίαν·
το χέρι του ᾽πιασε σφικτά, προσφώνησέ τον κι είπε:
«Τέκνον, πώς ήλθες κι άφησες τον άγριον αγώνα;
255 Οι επικατάρατοι Αχαιοί στενά μας περιορίζουν
κάτω απ᾽ τα τείχη· κι έρχεσαι, καθώς σου ᾽πε η καρδιά σου,
τα χέρια απ᾽ την ακρόπολιν να υψώσεις προς τον Δία.
Αλλ᾽ εδώ μείνε, όσο γλυκό κρασί να σου προσφέρω,
και να σπονδίσεις του Διός και όλων των αθανάτων,
260 και συ να λάβεις άνεσιν, αν το γευθείς ολίγο·
ενδυναμώνει το κρασί τον κατακουρασμένον,
ως είσαι συ, μαχόμενος να σώσεις τους δικούς σου».
Και ο μέγας της απάντησεν ο λοφοσείστης Έκτωρ:
«Μη μου προσφέρεις το γλυκό κρασί, σεπτή μητέρα,
265 και απολυθούν τα μέλη μου και χάσω την ανδρειά μου·
άνιφτος το γλυκό κρασί δεν χύνω εγώ στον Δία·
δεν γίνεται με αίματα και χώμα μολυσμένοι
να κάμομεν στον βροντητήν Κρονίδην τες ευχές μας.
Αλλά συ τες γερόντισσες πάρε σιμά σου και άμε
270 εις τον ναόν της Αθηνάς με αρώματα μαζί σου·
και απ᾽ όσους πέπλους διαλεκτούς στο δώμα σου φυλάγεις
τον μέγαν, τον λαμπρότερον, τον ακριβότερόν σου
στης καλοπλέξουδης θεάς τα γόνατα να θέσεις,
και δώδεκα να υποσχεθείς χρονιάρικες μοσχάρες
275 θυσίαν, ίσως η θεά να ελεηθεί θελήσει
την πόλιν, τες γυναίκες μας και τα μικρά παιδιά μας,
και απ᾽ την αγίαν Ίλιον μακρύνει τον Τυδείδην,
τον άγριον πολεμιστήν, δεινόν φυγής εργάτην.
Και στον ναόν της Αθηνάς συ πήγαινε, ω μητέρα,
280 κι εγώ τον Πάριν τώρα ευθύς θα εύρω να καλέσω,
αν θα μ᾽ ακούσει· ν᾽ άνοιγαν της γης τα βάθη εμπρός του!
Διότι ο Ζευς τον έτρεφε μέγα κακό στους Τρώας,
εις τον γενναίον Πρίαμον και εις όλα τα παιδιά του.
Τα μάτια μου αν τον έβλεπαν να κατεβεί στον Άδη,
285 θαρρώ πως όλοι θα ᾽παυαν οι πόνοι της ψυχής μου».
Τον άκουσε και πρόσταξε τες κόρες να συνάξουν
γύρωθεν τες γερόντισσες· κατέβη ωστόσο εκείνη
στον μυροβόλον θάλαμον, οπού πολλοί ήσαν πέπλοι,
έργα θαυμάσια γυναικών απ᾽ τα Σιδώνια μέρη,
290 οπόθεν ο θεόμορφος Αλέξανδρος τες πήρε,
τα πέλαγα όταν έσχιζεν εις το ταξίδι εκείνο,
οπού την λαμπρογέννητην ανέβαζεν Ελένην.
Και να προσφέρει της θεάς η Εκάβη εσήκωσ᾽ έναν
απ᾽ όλους τον πλατύτερον κι εξαίσια κεντημένον,
295 που ωσάν αστέρας έλαμπε και κάτω απ᾽ όλους ήταν·
και ως πήγαινε γερόντισσες πολλές ακολουθούσαν.
Και οπόταν στην ακρόπολιν και στον ναόν εφθάσαν,
η καλοπρόσωπη Θεανώ τούς άνοιξε την θύραν,
του Αντήνορος η ομόκλινη και κόρη του Κισσέως·
300 της Αθηνάς ιέρειαν την είχαν βάλ᾽ οι Τρώες·
και όλες με θρήνους ύψωσαν στην Αθηνά τα χέρια,
και η κᾳλοπρόσωπη Θεανώ τον πέπλον που της δώσαν
στης λαμπρομάλλας Αθηνάς τα γόνατ᾽ αποθέτει,
και προς την κόρην του Διός κεραυνοφόρου ευχήθη:
305 «Θεά θεών, ω Αθηνά, σωσίπολις, αγία,
του Διομήδη σύντριψε την λόγχην, και αυτόν κάμε
έμπροσθεν των Σκαιών πυλών, επίστομα να πέσει,
κι ευθύς θα λάβεις δώδεκα χρονιάρικες μοσχάρες,
αν ευδοκήσεις, ω θεά, να ελεηθείς την πόλιν
310 των Τρώων, τες γυναίκες των και τα μικρά παιδιά των».
ἀμφ᾽ ἄρα μιν Τρώων ἄλοχοι θέον ἠδὲ θύγατρες
εἰρόμεναι παῖδάς τε κασιγνήτους τε ἔτας τε
240 καὶ πόσιας· ὁ δ᾽ ἔπειτα θεοῖς εὔχεσθαι ἀνώγει
πάσας ἑξείης· πολλῇσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπτο.
Ἀλλ᾽ ὅτε δὴ Πριάμοιο δόμον περικαλλέ᾽ ἵκανε,
ξεστῇς αἰθούσῃσι τετυγμένον —αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
πεντήκοντ᾽ ἔνεσαν θάλαμοι ξεστοῖο λίθοιο,
245 πλησίον ἀλλήλων δεδμημένοι· ἔνθα δὲ παῖδες
κοιμῶντο Πριάμοιο παρὰ μνηστῇς ἀλόχοισι·
κουράων δ᾽ ἑτέρωθεν ἐναντίοι ἔνδοθεν αὐλῆς
δώδεκ᾽ ἔσαν τέγεοι θάλαμοι ξεστοῖο λίθοιο,
πλησίον ἀλλήλων δεδμημένοι· ἔνθα δὲ γαμβροὶ
250 κοιμῶντο Πριάμοιο παρ᾽ αἰδοίῃς ἀλόχοισιν.
ἔνθα οἱ ἠπιόδωρος ἐναντίη ἤλυθε μήτηρ
Λαοδίκην ἐσάγουσα, θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην·
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«τέκνον, τίπτε λιπὼν πόλεμον θρασὺν εἰλήλουθας;
255 ἦ μάλα δὴ τείρουσι δυσώνυμοι υἷες Ἀχαιῶν
μαρνάμενοι περὶ ἄστυ· σὲ δ᾽ ἐνθάδε θυμὸς ἀνῆκεν
ἐλθόντ᾽ ἐξ ἄκρης πόλιος Διὶ χεῖρας ἀνασχεῖν.
ἀλλὰ μέν᾽, ὄφρα κέ τοι μελιηδέα οἶνον ἐνείκω,
ὡς σπείσῃς Διὶ πατρὶ καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισι
260 πρῶτον, ἔπειτα δὲ καὐτὸς ὀνήσεαι, αἴ κε πίῃσθα.
ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει,
ὡς τύνη κέκμηκας ἀμύνων σοῖσιν ἔτῃσι.»
Τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
«μή μοι οἶνον ἄειρε μελίφρονα, πότνια μῆτερ,
265 μή μ᾽ ἀπογυιώσῃς μένεος, ἀλκῆς τε λάθωμαι·
χερσὶ δ᾽ ἀνίπτοισιν Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον
ἅζομαι· οὐδέ πῃ ἔστι κελαινεφέϊ Κρονίωνι
αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον εὐχετάασθαι.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς νηὸν Ἀθηναίης ἀγελείης
270 ἔρχεο σὺν θυέεσσιν, ἀολλίσσασα γεραιάς·
πέπλον δ᾽, ὅς τίς τοι χαριέστατος ἠδὲ μέγιστος
ἔστιν ἐνὶ μεγάρῳ καί τοι πολὺ φίλτατος αὐτῇ,
τὸν θὲς Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
καί οἱ ὑποσχέσθαι δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
275 ἤνις ἠκέστας ἱερευσέμεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ
ἄστυ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα,
αἴ κεν Τυδέος υἱὸν ἀπόσχῃ Ἰλίου ἱρῆς,
ἄγριον αἰχμητήν, κρατερὸν μήστωρα φόβοιο.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς νηὸν Ἀθηναίης ἀγελείης
280 ἔρχευ, ἐγὼ δὲ Πάριν μετελεύσομαι, ὄφρα καλέσσω,
αἴ κ᾽ ἐθέλῃσ᾽ εἰπόντος ἀκουέμεν· ὥς κέ οἱ αὖθι
γαῖα χάνοι· μέγα γάρ μιν Ὀλύμπιος ἔτρεφε πῆμα
Τρωσί τε καὶ Πριάμῳ μεγαλήτορι τοῖό τε παισίν.
εἰ κεῖνόν γε ἴδοιμι κατελθόντ᾽ Ἄϊδος εἴσω,
285 φαίην κε φρέν᾽ ἀτέρπου ὀϊζύος ἐκλελαθέσθαι.»
Ὣς ἔφαθ᾽, ἡ δὲ μολοῦσα ποτὶ μέγαρ᾽ ἀμφιπόλοισι
κέκλετο· ταὶ δ᾽ ἄρ᾽ ἀόλλισσαν κατὰ ἄστυ γεραιάς.
αὐτὴ δ᾽ ἐς θάλαμον κατεβήσετο κηώεντα,
ἔνθ᾽ ἔσαν οἱ πέπλοι παμποίκιλα ἔργα γυναικῶν
290 Σιδονίων, τὰς αὐτὸς Ἀλέξανδρος θεοειδὴς
ἤγαγε Σιδονίηθεν, ἐπιπλὼς εὐρέα πόντον,
τὴν ὁδὸν ἣν Ἑλένην περ ἀνήγαγεν εὐπατέρειαν·
τῶν ἕν᾽ ἀειραμένη Ἑκάβη φέρε δῶρον Ἀθήνῃ,
ὃς κάλλιστος ἔην ποικίλμασιν ἠδὲ μέγιστος,
295 ἀστὴρ δ᾽ ὣς ἀπέλαμπεν· ἔκειτο δὲ νείατος ἄλλων.
βῆ δ᾽ ἰέναι, πολλαὶ δὲ μετεσσεύοντο γεραιαί.
Αἱ δ᾽ ὅτε νηὸν ἵκανον Ἀθήνης ἐν πόλει ἄκρῃ,
τῇσι θύρας ὤϊξε Θεανὼ καλλιπάρῃος,
Κισσηῒς ἄλοχος Ἀντήνορος ἱπποδάμοιο·
300 τὴν γὰρ Τρῶες ἔθηκαν Ἀθηναίης ἱέρειαν.
αἱ δ᾽ ὀλολυγῇ πᾶσαι Ἀθήνῃ χεῖρας ἀνέσχον·
ἡ δ᾽ ἄρα πέπλον ἑλοῦσα Θεανὼ καλλιπάρῃος
θῆκεν Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
εὐχομένη δ᾽ ἠρᾶτο Διὸς κούρῃ μεγάλοιο·
305 «πότνι᾽ Ἀθηναίη, ῥυσίπτολι, δῖα θεάων,
ἆξον δὴ ἔγχος Διομήδεος, ἠδὲ καὶ αὐτὸν
πρηνέα δὸς πεσέειν Σκαιῶν προπάροιθε πυλάων,
ὄφρα τοι αὐτίκα νῦν δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
ἤνις ἠκέστας ἱερεύσομεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃς
310 ἄστυ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα.»
εἰρόμεναι παῖδάς τε κασιγνήτους τε ἔτας τε
240 καὶ πόσιας· ὁ δ᾽ ἔπειτα θεοῖς εὔχεσθαι ἀνώγει
πάσας ἑξείης· πολλῇσι δὲ κήδε᾽ ἐφῆπτο.
Ἀλλ᾽ ὅτε δὴ Πριάμοιο δόμον περικαλλέ᾽ ἵκανε,
ξεστῇς αἰθούσῃσι τετυγμένον —αὐτὰρ ἐν αὐτῷ
πεντήκοντ᾽ ἔνεσαν θάλαμοι ξεστοῖο λίθοιο,
245 πλησίον ἀλλήλων δεδμημένοι· ἔνθα δὲ παῖδες
κοιμῶντο Πριάμοιο παρὰ μνηστῇς ἀλόχοισι·
κουράων δ᾽ ἑτέρωθεν ἐναντίοι ἔνδοθεν αὐλῆς
δώδεκ᾽ ἔσαν τέγεοι θάλαμοι ξεστοῖο λίθοιο,
πλησίον ἀλλήλων δεδμημένοι· ἔνθα δὲ γαμβροὶ
250 κοιμῶντο Πριάμοιο παρ᾽ αἰδοίῃς ἀλόχοισιν.
ἔνθα οἱ ἠπιόδωρος ἐναντίη ἤλυθε μήτηρ
Λαοδίκην ἐσάγουσα, θυγατρῶν εἶδος ἀρίστην·
ἔν τ᾽ ἄρα οἱ φῦ χειρὶ ἔπος τ᾽ ἔφατ᾽ ἔκ τ᾽ ὀνόμαζε·
«τέκνον, τίπτε λιπὼν πόλεμον θρασὺν εἰλήλουθας;
255 ἦ μάλα δὴ τείρουσι δυσώνυμοι υἷες Ἀχαιῶν
μαρνάμενοι περὶ ἄστυ· σὲ δ᾽ ἐνθάδε θυμὸς ἀνῆκεν
ἐλθόντ᾽ ἐξ ἄκρης πόλιος Διὶ χεῖρας ἀνασχεῖν.
ἀλλὰ μέν᾽, ὄφρα κέ τοι μελιηδέα οἶνον ἐνείκω,
ὡς σπείσῃς Διὶ πατρὶ καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισι
260 πρῶτον, ἔπειτα δὲ καὐτὸς ὀνήσεαι, αἴ κε πίῃσθα.
ἀνδρὶ δὲ κεκμηῶτι μένος μέγα οἶνος ἀέξει,
ὡς τύνη κέκμηκας ἀμύνων σοῖσιν ἔτῃσι.»
Τὴν δ᾽ ἠμείβετ᾽ ἔπειτα μέγας κορυθαίολος Ἕκτωρ·
«μή μοι οἶνον ἄειρε μελίφρονα, πότνια μῆτερ,
265 μή μ᾽ ἀπογυιώσῃς μένεος, ἀλκῆς τε λάθωμαι·
χερσὶ δ᾽ ἀνίπτοισιν Διὶ λείβειν αἴθοπα οἶνον
ἅζομαι· οὐδέ πῃ ἔστι κελαινεφέϊ Κρονίωνι
αἵματι καὶ λύθρῳ πεπαλαγμένον εὐχετάασθαι.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς νηὸν Ἀθηναίης ἀγελείης
270 ἔρχεο σὺν θυέεσσιν, ἀολλίσσασα γεραιάς·
πέπλον δ᾽, ὅς τίς τοι χαριέστατος ἠδὲ μέγιστος
ἔστιν ἐνὶ μεγάρῳ καί τοι πολὺ φίλτατος αὐτῇ,
τὸν θὲς Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
καί οἱ ὑποσχέσθαι δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
275 ἤνις ἠκέστας ἱερευσέμεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃ
ἄστυ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα,
αἴ κεν Τυδέος υἱὸν ἀπόσχῃ Ἰλίου ἱρῆς,
ἄγριον αἰχμητήν, κρατερὸν μήστωρα φόβοιο.
ἀλλὰ σὺ μὲν πρὸς νηὸν Ἀθηναίης ἀγελείης
280 ἔρχευ, ἐγὼ δὲ Πάριν μετελεύσομαι, ὄφρα καλέσσω,
αἴ κ᾽ ἐθέλῃσ᾽ εἰπόντος ἀκουέμεν· ὥς κέ οἱ αὖθι
γαῖα χάνοι· μέγα γάρ μιν Ὀλύμπιος ἔτρεφε πῆμα
Τρωσί τε καὶ Πριάμῳ μεγαλήτορι τοῖό τε παισίν.
εἰ κεῖνόν γε ἴδοιμι κατελθόντ᾽ Ἄϊδος εἴσω,
285 φαίην κε φρέν᾽ ἀτέρπου ὀϊζύος ἐκλελαθέσθαι.»
Ὣς ἔφαθ᾽, ἡ δὲ μολοῦσα ποτὶ μέγαρ᾽ ἀμφιπόλοισι
κέκλετο· ταὶ δ᾽ ἄρ᾽ ἀόλλισσαν κατὰ ἄστυ γεραιάς.
αὐτὴ δ᾽ ἐς θάλαμον κατεβήσετο κηώεντα,
ἔνθ᾽ ἔσαν οἱ πέπλοι παμποίκιλα ἔργα γυναικῶν
290 Σιδονίων, τὰς αὐτὸς Ἀλέξανδρος θεοειδὴς
ἤγαγε Σιδονίηθεν, ἐπιπλὼς εὐρέα πόντον,
τὴν ὁδὸν ἣν Ἑλένην περ ἀνήγαγεν εὐπατέρειαν·
τῶν ἕν᾽ ἀειραμένη Ἑκάβη φέρε δῶρον Ἀθήνῃ,
ὃς κάλλιστος ἔην ποικίλμασιν ἠδὲ μέγιστος,
295 ἀστὴρ δ᾽ ὣς ἀπέλαμπεν· ἔκειτο δὲ νείατος ἄλλων.
βῆ δ᾽ ἰέναι, πολλαὶ δὲ μετεσσεύοντο γεραιαί.
Αἱ δ᾽ ὅτε νηὸν ἵκανον Ἀθήνης ἐν πόλει ἄκρῃ,
τῇσι θύρας ὤϊξε Θεανὼ καλλιπάρῃος,
Κισσηῒς ἄλοχος Ἀντήνορος ἱπποδάμοιο·
300 τὴν γὰρ Τρῶες ἔθηκαν Ἀθηναίης ἱέρειαν.
αἱ δ᾽ ὀλολυγῇ πᾶσαι Ἀθήνῃ χεῖρας ἀνέσχον·
ἡ δ᾽ ἄρα πέπλον ἑλοῦσα Θεανὼ καλλιπάρῃος
θῆκεν Ἀθηναίης ἐπὶ γούνασιν ἠϋκόμοιο,
εὐχομένη δ᾽ ἠρᾶτο Διὸς κούρῃ μεγάλοιο·
305 «πότνι᾽ Ἀθηναίη, ῥυσίπτολι, δῖα θεάων,
ἆξον δὴ ἔγχος Διομήδεος, ἠδὲ καὶ αὐτὸν
πρηνέα δὸς πεσέειν Σκαιῶν προπάροιθε πυλάων,
ὄφρα τοι αὐτίκα νῦν δυοκαίδεκα βοῦς ἐνὶ νηῷ
ἤνις ἠκέστας ἱερεύσομεν, αἴ κ᾽ ἐλεήσῃς
310 ἄστυ τε καὶ Τρώων ἀλόχους καὶ νήπια τέκνα.»
***
Στες Σκαιές πύλες έφθασεν ο Έκτωρ και στο φράξον,κι οι κόρες τον τριγύρισαν των Τρώων κι οι μητέρες
να μάθουν δια τα τέκνα των, τους αδελφούς, τους άνδρες
240 και συγγενείς· και δέησες προς τους θεούς να κάμουν
εις όλες είπε· αλλ᾽ έμελλαν πολλές ν᾽ αναστενάξουν.
Και ως έφθασε στο μέγαρο τ᾽ ωραίο του Πριάμου,
με σκαλισμένες αίθουσες κτισμένο, κι ήσαν μέσα
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι πενήντα,
245 όλοι κτισμένοι σύνεγγυς· και αυτού μέσα εκοιμόνταν
με τες μνηστές γυναίκες των οι παίδες του Πριάμου·
και απ᾽ τ᾽ άλλο μέρος στην αυλήν, αντίκρυς, εις τ᾽ ανώγι,
θάλαμοι καλοσκάλιστοι μαρμάρινοι εκτισθήκαν
δώδεκα σύνεγγυς και αυτοί· και αυτού πάλι εκοιμόνταν
250 με τες σεβάσμιες κόρες του οι αγαπητοί γαμβροί του,
κει τον απάντησ᾽ η αγαθή μητέρα οπού περνούσε
στην Λαοδίκην κόρην της στο κάλλος εξαισίαν·
το χέρι του ᾽πιασε σφικτά, προσφώνησέ τον κι είπε:
«Τέκνον, πώς ήλθες κι άφησες τον άγριον αγώνα;
255 Οι επικατάρατοι Αχαιοί στενά μας περιορίζουν
κάτω απ᾽ τα τείχη· κι έρχεσαι, καθώς σου ᾽πε η καρδιά σου,
τα χέρια απ᾽ την ακρόπολιν να υψώσεις προς τον Δία.
Αλλ᾽ εδώ μείνε, όσο γλυκό κρασί να σου προσφέρω,
και να σπονδίσεις του Διός και όλων των αθανάτων,
260 και συ να λάβεις άνεσιν, αν το γευθείς ολίγο·
ενδυναμώνει το κρασί τον κατακουρασμένον,
ως είσαι συ, μαχόμενος να σώσεις τους δικούς σου».
Και ο μέγας της απάντησεν ο λοφοσείστης Έκτωρ:
«Μη μου προσφέρεις το γλυκό κρασί, σεπτή μητέρα,
265 και απολυθούν τα μέλη μου και χάσω την ανδρειά μου·
άνιφτος το γλυκό κρασί δεν χύνω εγώ στον Δία·
δεν γίνεται με αίματα και χώμα μολυσμένοι
να κάμομεν στον βροντητήν Κρονίδην τες ευχές μας.
Αλλά συ τες γερόντισσες πάρε σιμά σου και άμε
270 εις τον ναόν της Αθηνάς με αρώματα μαζί σου·
και απ᾽ όσους πέπλους διαλεκτούς στο δώμα σου φυλάγεις
τον μέγαν, τον λαμπρότερον, τον ακριβότερόν σου
στης καλοπλέξουδης θεάς τα γόνατα να θέσεις,
και δώδεκα να υποσχεθείς χρονιάρικες μοσχάρες
275 θυσίαν, ίσως η θεά να ελεηθεί θελήσει
την πόλιν, τες γυναίκες μας και τα μικρά παιδιά μας,
και απ᾽ την αγίαν Ίλιον μακρύνει τον Τυδείδην,
τον άγριον πολεμιστήν, δεινόν φυγής εργάτην.
Και στον ναόν της Αθηνάς συ πήγαινε, ω μητέρα,
280 κι εγώ τον Πάριν τώρα ευθύς θα εύρω να καλέσω,
αν θα μ᾽ ακούσει· ν᾽ άνοιγαν της γης τα βάθη εμπρός του!
Διότι ο Ζευς τον έτρεφε μέγα κακό στους Τρώας,
εις τον γενναίον Πρίαμον και εις όλα τα παιδιά του.
Τα μάτια μου αν τον έβλεπαν να κατεβεί στον Άδη,
285 θαρρώ πως όλοι θα ᾽παυαν οι πόνοι της ψυχής μου».
Τον άκουσε και πρόσταξε τες κόρες να συνάξουν
γύρωθεν τες γερόντισσες· κατέβη ωστόσο εκείνη
στον μυροβόλον θάλαμον, οπού πολλοί ήσαν πέπλοι,
έργα θαυμάσια γυναικών απ᾽ τα Σιδώνια μέρη,
290 οπόθεν ο θεόμορφος Αλέξανδρος τες πήρε,
τα πέλαγα όταν έσχιζεν εις το ταξίδι εκείνο,
οπού την λαμπρογέννητην ανέβαζεν Ελένην.
Και να προσφέρει της θεάς η Εκάβη εσήκωσ᾽ έναν
απ᾽ όλους τον πλατύτερον κι εξαίσια κεντημένον,
295 που ωσάν αστέρας έλαμπε και κάτω απ᾽ όλους ήταν·
και ως πήγαινε γερόντισσες πολλές ακολουθούσαν.
Και οπόταν στην ακρόπολιν και στον ναόν εφθάσαν,
η καλοπρόσωπη Θεανώ τούς άνοιξε την θύραν,
του Αντήνορος η ομόκλινη και κόρη του Κισσέως·
300 της Αθηνάς ιέρειαν την είχαν βάλ᾽ οι Τρώες·
και όλες με θρήνους ύψωσαν στην Αθηνά τα χέρια,
και η κᾳλοπρόσωπη Θεανώ τον πέπλον που της δώσαν
στης λαμπρομάλλας Αθηνάς τα γόνατ᾽ αποθέτει,
και προς την κόρην του Διός κεραυνοφόρου ευχήθη:
305 «Θεά θεών, ω Αθηνά, σωσίπολις, αγία,
του Διομήδη σύντριψε την λόγχην, και αυτόν κάμε
έμπροσθεν των Σκαιών πυλών, επίστομα να πέσει,
κι ευθύς θα λάβεις δώδεκα χρονιάρικες μοσχάρες,
αν ευδοκήσεις, ω θεά, να ελεηθείς την πόλιν
310 των Τρώων, τες γυναίκες των και τα μικρά παιδιά των».
Η λογική σκοτώνει τον Έρωτα
Ναι, φαίνεται να τα έχω με τον Αριστοτέλη, πολύ καιρό τώρα. Σκότωσε τη μαγεία και οδήγησε τον Δυτικό άνθρωπο σε μια μηχανιστική, εκτελεστική ύπαρξη. Φαίνεται όμως… γιατί είναι ένδειξη άγνοιας και ψεύτικης γνώσης, να βγάζεις τόσο εύκολα συμπεράσματα παιδιάστικα.
Θα ήθελα να τον συναντήσω, να του μιλήσω, να τον γνωρίσω, αν βρισκόταν εδώ σήμερα. Ίσως και ο ίδιος θα είχε αλλάξει πολλά από αυτά που είχε πει. Ίσως αν έβλεπε πώς οι άνθρωποι τα κατάλαβαν και τα ερμήνευσαν στη συνέχεια, να τα έλεγε διαφορετικά, να τα διόρθωνε ή ακόμα και να τα εξέλισσε. Ποιος ξέρει...
Αλήθεια, πόσο κουτό να πιστεύουμε ότι η αλήθεια είναι στατική και ότι αυτό που ίσχυε πριν από χιλιάδες χρόνια, μπορεί να ισχύει και σήμερα, αναλλοίωτο, αλλά κυρίως, ερμηνευμένο από οποιαδήποτε προσωρινή, περιοριστική, υποκειμενική αντίληψη! Αλλά, αυτό είναι ένα άλλο θέμα…
Διάφορα συμβάντα των τελευταίων ημερών, έφεραν στο προσκήνιο ένα θέμα, με συγχρονικότητα καταπληκτική, μέσα από μια νέα σύνθεση εννοιών, κρυμμένη από την επιφάνεια.
Τι είναι αυτό που ενώνει πραγματικά τους ανθρώπους; Τι είναι αυτό που μπορεί να τους κρατήσει αληθινά μαζί;
Ξέρω, έχουν γραφτεί πολλά, πληθώρα θεωριών έχουν αναπτυχθεί και ακόμα περισσότεροι κανόνες, συμβουλές, ψυχαναλύσεις, καθοδήγηση κλπ. Οι απορίες μου είναι πάντα απλές: γιατί ακόμα οι άνθρωποι δεν καταφέρουν να ενώνονται πραγματικά, αληθινά, παρόλα αυτά; Οι απαντήσεις είναι πάντα, εξίσου απλές… Τα απλά, τα κάνει πολύ πολύπλοκα ο γραμμικός, περιοριστικός νους. Όμως...
Μόνο ο έρωτας ενώνει τους ανθρώπους!
Αλλά πόσο έχει παρανοηθεί, πόσο έχει αναλυθεί και εκπορνευθεί. Πόσο έχει παραποιηθεί και υποτιμηθεί! Πόσο εύκολα έχει καταντήσει να σημαίνει όλα όσα δεν είναι! Άλλοι τον κυνηγάνε, άλλοι έχουν παντελώς παραιτηθεί. Αμέτρητες πεποιθήσεις δειλίας εμποδίζουν την ανάδυσή του!
Είναι πολύ δύσκολο, ίσως αδύνατον στην πραγματικότητα, να γράψει κανείς για ένα θέμα που δεν χωράει σε κανένα άρθρο, σε κανένα βιβλίο, σε καμία ανάλυση, σε κανένα όριο και περιορισμό.
Οι μεγαλύτερες πλάνες όμως είναι οι εμφανέστερες και τις βλέπεις να παρουσιάζονται παντού: στα πρόσωπα, στον τρόπο ζωής, στις προτεραιότητες, στις μικρές, «ασήμαντες» λεπτομέρειες που φωνάζουν, "βαριεστιμάρα, ρουτίνα, απουσία πάθους, έλλειψη φαντασίας, επαναλαμβανόμενες κούφιες, ξύλινες δράσεις...".
Ο Έρωτας (ναι, με κεφαλαίο), αναδύεται εσωτερικά, πουθενά αλλού. Εξωτερικά μοιράζεται, απλώνεται, επεκτείνεται, διευρύνεται, δημιουργεί!
Ο Έρωτας δεν εξαρτάται, δεν έχει όρια και κανόνες. Δεν κοιτάει ηλικία, φύλο, φυλή, έθνος, συνθήκες, χρόνο. Είναι ανεξάρτητος και ατάραχος από όλ’ αυτά, που για τον σύγχρονο άνθρωπο έχουν γίνει σημαντικά.
Τον έχουν μπερδέψει οι άνθρωποι με τα ένστικτά τους, με την επιφανειακή, προσωρινή έλξη, που πλανεύεται από το φαίνεσθαι, το προσωρινό. Τον έχουν φορτώσει με τόσες παρανοήσεις που έχουν πλέον ξεχάσει την αληθινή του έννοια… που όμως ενυπάρχει, βαθιά μέσα στον καθένα, φτάνει να θέλει και να είναι πρόθυμος να την αναστήσει.
Ο Έρωτας έχει τη δική του λογική και δεν μοιάζει με την λογική του νου, που παγιδεύει τους ανθρώπους σε μια στείρα ύπαρξη, χωρίς συνέχεια, με αμέτρητα αδιέξοδα. Η γλώσσα του Έρωτα είναι η γλώσσα της καρδιάς, που κι αυτή είναι συμβολική. Δεν την κατανοούμε με τον τρόπο που έχουμε εκπαιδευτεί (προγραμματιστεί) να σκεφτόμαστε. Δεν αντιλαμβανόμαστε καν, ό,τι δεν ανταποκρίνεται στις (κατά τα άλλα) σίγουρες θέσεις που υιοθετούμε, της ύπαρξής μας.
Πηγάζει σαν σπίθα, από τα βάθη της ύπαρξής σου, και αναδύεται σαν τεράστιο κύμα που σαρώνει τα πάντα, όσο εσύ εμπιστεύεσαι, στηρίζεις, ενισχύεις το όραμα, την ουσία, τον πρωταρχικό λόγο της ύπαρξής σου!
Είναι η ενέργεια που σε κρατάει ζωντανό, πραγματικά ζωντανό! Είναι το φως που δίνει λάμψει σε κάθε σκέψη, συναίσθημα και δράση σου. Είναι η έλξη που δημιουργεί θαύματα πέρα από κάθε επιφανειακή λογική, που ο νους έμαθε ν’ απορρίπτει. Είναι η Ζωή που σε ανασταίνει όταν πεθαίνεις, ο χτύπος που κινεί τα πάντα ξανά...
Όσο όμως οι άνθρωποι ψάχνουν τον έρωτα «εκεί έξω», σε κάποια αόριστη χρονική στιγμή, τόσο αυτός θα απουσιάζει, θα κρύβεται, θα γίνεται ακόμα πιο μυστήριος. Όμως, χωρίς τον Έρωτα, η ζωή μάς διαφεύγει, στερείται νοήματος, γίνεται δύσκολη, επιφανειακή.
Η ματιά μέσα από τον Έρωτα δεν συγκρίνεται με τίποτα προσωρινό. Η αίσθηση αυτού του τρόπου ύπαρξης δεν περιγράφεται και τίποτα δεν την αντικαθιστά!
Θα ήθελα να τον συναντήσω, να του μιλήσω, να τον γνωρίσω, αν βρισκόταν εδώ σήμερα. Ίσως και ο ίδιος θα είχε αλλάξει πολλά από αυτά που είχε πει. Ίσως αν έβλεπε πώς οι άνθρωποι τα κατάλαβαν και τα ερμήνευσαν στη συνέχεια, να τα έλεγε διαφορετικά, να τα διόρθωνε ή ακόμα και να τα εξέλισσε. Ποιος ξέρει...
Αλήθεια, πόσο κουτό να πιστεύουμε ότι η αλήθεια είναι στατική και ότι αυτό που ίσχυε πριν από χιλιάδες χρόνια, μπορεί να ισχύει και σήμερα, αναλλοίωτο, αλλά κυρίως, ερμηνευμένο από οποιαδήποτε προσωρινή, περιοριστική, υποκειμενική αντίληψη! Αλλά, αυτό είναι ένα άλλο θέμα…
Διάφορα συμβάντα των τελευταίων ημερών, έφεραν στο προσκήνιο ένα θέμα, με συγχρονικότητα καταπληκτική, μέσα από μια νέα σύνθεση εννοιών, κρυμμένη από την επιφάνεια.
Τι είναι αυτό που ενώνει πραγματικά τους ανθρώπους; Τι είναι αυτό που μπορεί να τους κρατήσει αληθινά μαζί;
Ξέρω, έχουν γραφτεί πολλά, πληθώρα θεωριών έχουν αναπτυχθεί και ακόμα περισσότεροι κανόνες, συμβουλές, ψυχαναλύσεις, καθοδήγηση κλπ. Οι απορίες μου είναι πάντα απλές: γιατί ακόμα οι άνθρωποι δεν καταφέρουν να ενώνονται πραγματικά, αληθινά, παρόλα αυτά; Οι απαντήσεις είναι πάντα, εξίσου απλές… Τα απλά, τα κάνει πολύ πολύπλοκα ο γραμμικός, περιοριστικός νους. Όμως...
Μόνο ο έρωτας ενώνει τους ανθρώπους!
Αλλά πόσο έχει παρανοηθεί, πόσο έχει αναλυθεί και εκπορνευθεί. Πόσο έχει παραποιηθεί και υποτιμηθεί! Πόσο εύκολα έχει καταντήσει να σημαίνει όλα όσα δεν είναι! Άλλοι τον κυνηγάνε, άλλοι έχουν παντελώς παραιτηθεί. Αμέτρητες πεποιθήσεις δειλίας εμποδίζουν την ανάδυσή του!
Είναι πολύ δύσκολο, ίσως αδύνατον στην πραγματικότητα, να γράψει κανείς για ένα θέμα που δεν χωράει σε κανένα άρθρο, σε κανένα βιβλίο, σε καμία ανάλυση, σε κανένα όριο και περιορισμό.
Οι μεγαλύτερες πλάνες όμως είναι οι εμφανέστερες και τις βλέπεις να παρουσιάζονται παντού: στα πρόσωπα, στον τρόπο ζωής, στις προτεραιότητες, στις μικρές, «ασήμαντες» λεπτομέρειες που φωνάζουν, "βαριεστιμάρα, ρουτίνα, απουσία πάθους, έλλειψη φαντασίας, επαναλαμβανόμενες κούφιες, ξύλινες δράσεις...".
Ο Έρωτας (ναι, με κεφαλαίο), αναδύεται εσωτερικά, πουθενά αλλού. Εξωτερικά μοιράζεται, απλώνεται, επεκτείνεται, διευρύνεται, δημιουργεί!
Ο Έρωτας δεν εξαρτάται, δεν έχει όρια και κανόνες. Δεν κοιτάει ηλικία, φύλο, φυλή, έθνος, συνθήκες, χρόνο. Είναι ανεξάρτητος και ατάραχος από όλ’ αυτά, που για τον σύγχρονο άνθρωπο έχουν γίνει σημαντικά.
Τον έχουν μπερδέψει οι άνθρωποι με τα ένστικτά τους, με την επιφανειακή, προσωρινή έλξη, που πλανεύεται από το φαίνεσθαι, το προσωρινό. Τον έχουν φορτώσει με τόσες παρανοήσεις που έχουν πλέον ξεχάσει την αληθινή του έννοια… που όμως ενυπάρχει, βαθιά μέσα στον καθένα, φτάνει να θέλει και να είναι πρόθυμος να την αναστήσει.
Ο Έρωτας έχει τη δική του λογική και δεν μοιάζει με την λογική του νου, που παγιδεύει τους ανθρώπους σε μια στείρα ύπαρξη, χωρίς συνέχεια, με αμέτρητα αδιέξοδα. Η γλώσσα του Έρωτα είναι η γλώσσα της καρδιάς, που κι αυτή είναι συμβολική. Δεν την κατανοούμε με τον τρόπο που έχουμε εκπαιδευτεί (προγραμματιστεί) να σκεφτόμαστε. Δεν αντιλαμβανόμαστε καν, ό,τι δεν ανταποκρίνεται στις (κατά τα άλλα) σίγουρες θέσεις που υιοθετούμε, της ύπαρξής μας.
Πηγάζει σαν σπίθα, από τα βάθη της ύπαρξής σου, και αναδύεται σαν τεράστιο κύμα που σαρώνει τα πάντα, όσο εσύ εμπιστεύεσαι, στηρίζεις, ενισχύεις το όραμα, την ουσία, τον πρωταρχικό λόγο της ύπαρξής σου!
Είναι η ενέργεια που σε κρατάει ζωντανό, πραγματικά ζωντανό! Είναι το φως που δίνει λάμψει σε κάθε σκέψη, συναίσθημα και δράση σου. Είναι η έλξη που δημιουργεί θαύματα πέρα από κάθε επιφανειακή λογική, που ο νους έμαθε ν’ απορρίπτει. Είναι η Ζωή που σε ανασταίνει όταν πεθαίνεις, ο χτύπος που κινεί τα πάντα ξανά...
Όσο όμως οι άνθρωποι ψάχνουν τον έρωτα «εκεί έξω», σε κάποια αόριστη χρονική στιγμή, τόσο αυτός θα απουσιάζει, θα κρύβεται, θα γίνεται ακόμα πιο μυστήριος. Όμως, χωρίς τον Έρωτα, η ζωή μάς διαφεύγει, στερείται νοήματος, γίνεται δύσκολη, επιφανειακή.
Η ματιά μέσα από τον Έρωτα δεν συγκρίνεται με τίποτα προσωρινό. Η αίσθηση αυτού του τρόπου ύπαρξης δεν περιγράφεται και τίποτα δεν την αντικαθιστά!
Δεν είμαι ένα όνομα, ένας αριθμός
Όταν με ρωτάνε ποιος είμαι, απαντώ βιαστικά και σχεδόν αντανακλαστικά λέγοντας το όνομα μου, την ηλικία, την ιδιότητα μου, το μέρος καταγωγής μου, την οικογενειακή μου κατάσταση.
Αλλά δεν είμαι όλα αυτά.
Δεν είμαι ο συνδυασμός γραμμάτων που αναγράφεται στην ληξιαρχική πράξη. Δεν είμαι το όνομα που βιάστηκαν να κολλήσουν ως βραχιόλι στο βρεφικό καρπό στο νεογέννητο εαυτό μου. Δεν είμαι το όνομα που ως παράδοση μου μεταβίβασαν συνδέοντάς με με το παρελθόν, με κληρονομικές απολήξεις, γενεαλογικούς σχηματισμούς και προγονικό αίμα. Δεν είμαι η συνέχιση της ιστορίας μιας οικογένειας μέσα στο χρόνο. Είμαι μια ένωση, μια ιερή μίξη δυο διαφορετικών γονιδιακών υπάρξεων, ένας συνδυασμός χρωμοσωμάτων, μια μοναδική αλυσίδα dna και συνονθύλευμα χαρακτηριστικών προσώπων που συνδέθηκαν μαζί μου κατά τη διάρκεια της ζωής μου. Είμαι το χαμόγελο και τα μάτια της μητέρας μου, είμαι η ευγένεια της γιαγιάς μου, το ήθος και το βλέμμα του πάτερα μου.
Δεν είμαι συγκεκριμένων χρόνων. Δεν είμαι ένας αριθμός, υπηρετώντας μια σύμβαση των ανθρώπων. Ψηφίο που συνεχώς αλλάζει με ένα φύσημα σε πάρτι γενεθλίων, που καταγράφεται, αποκωδικοποιείται, ακολουθεί νόρμες, μπαίνει σε καλούπια και τετραγωνάκια φόρμας προς συμπλήρωση. Είμαι οι αλλαγές στο ύψος που χάρασσαν στον τοίχο οι γονείς μου, το δόντι που αποχωρίστηκα και κρατούσα στην παλάμη μου όλο το βράδυ για να εξαγοράσω τη νεράιδα των δοντιών, είμαι οι πληγές και οι ουλές στα πόδια από παιχνίδια στη γειτονιά, είμαι η ρυτίδα στο μέτωπο, οι πρώτοι πόνοι στην πλάτη, το ανώριμο γέλιο και οι ώριμες σκέψεις, η πρώτη λευκή τρίχα και η συνειδητοποίηση της πεπερασμένης μας ύπαρξης. Είμαι οι εικόνες που πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου κατά τις εναλλαγές ήλιου και σελήνης. Οι εμπειρίες που έζησα και με έκαναν τον άνθρωπο που είμαι σήμερα, τα απλά, ράθυμα απογεύματα βροχερής μέρας και τα συνταρακτικά γεγονότα κρύων πρωινών που με συγκλόνισαν. Είμαι το πρώτο φως που αντίκρισα ως μωρό και η πρώτη μεθυσμένη ανατολή που με μάγεψε στο δρόμο προς το σπίτι.
Δεν είμαι ό,τι μου επέβαλαν να επιλέξω να γίνω στην ανώριμη φάση της αυτογνωσίας μου, προδιαγράφοντας το μέλλον μου. Δεν είμαι γιατρός, δικηγόρος, άνεργος ή τεχνίτης. Δεν είμαι κανένα κορνιζαρισμένο χαρτί σε τοίχο εφηβικού δωματίου. Δε φέρω καμιά ταμπέλα στο στήθος μου, καμιά επιγραφή. Κανένας τίτλος και επίσημο έγγραφο δεξιοτήτων ή εργασιακής κατάστασης δε θα αναδείξει την προσωπικότητα μου, δε θα αποτελέσει σημάδι αναγνώρισής μου σε περίπτωση που ξεχαστώ, που χαθώ. Είμαι όσα ανακάλυψα, όσα έμαθα, όσα έπιασαν τα χέρια μου, όσα παίδεψαν το μυαλό μου, όσο ονειρεύτηκα και ακόμα ονειρεύομαι να γίνω. Είμαι το χαμόγελο όταν κράτησα τον πρώτο μου μισθό. Είμαι η ικανοποίηση της πρώτης μου επιτυχίας. Είμαι ο θυμός της απόλυσης και όσα αυτή με δίδαξε. Είμαι τα ξενύχτια που πέρασα για να αφουγκραστώ ένα αντικείμενο. Είμαι η συγκίνηση της εθελοντικής εργασίας που απλόχερα προσέφερα.
Είμαι οι συζητήσεις με τους συναδέλφους, τα γέλια, τα πικρόχολα σχόλια, ο ανταγωνισμός και η συνεργασία που με έκαναν να εμπιστευτώ τους ανθρώπους αλλά και να κρίνω ποιοι αξίζουν να είναι δίπλα μου. Είμαι η οργή, ενώ κρατούσα το δελτίο ανεργίας και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Είμαι τα καινούρια πράγματα που έμαθα και ένιωσα μπερδεμένος, φοβισμένος, αλλά και περήφανος. Είμαι τα παλιά που έγιναν η καθημερινότητά μου και μοιράστηκα με νέους ανθρώπους στη ζωή μου. Είμαι τα στρογγυλά γυαλιά μου και ο τρόπος που τα πειράζω κάθε τόσο, ενώ εργάζομαι. Ο καφές με δυο κουταλιές ζάχαρη και το απογοητευμένο ξύπνημα το πρωινό της Δευτέρας. Όσα ελπίζω να κατακτήσω και να γίνω και τα σχέδια που καταστρώνω γι’ αυτά.
Δεν είμαι η κάτοικος ενός τόπου, αναγνωριστικό στοιχείο του ήθους, της συμπεριφοράς μου, της ταυτότητάς μου. Δεν είμαι όλα όσα προσδίδουν σε εκείνους που κάποιος όρισε με νοητή γραμμή ότι ανήκουν σε μια πόλη, σε ένα κομμάτι γης. Δεν είμαι γαντζωμένος σε μια στεριά, με κωδικό τις συντεταγμένες της. Είμαι το αγαπημένο μου σημείο που με ηρεμεί, η κλασική και ασφαλής διαδρομή που ακολουθώ αλλά και τα καινούρια, μυστηριώδη μονοπάτια που επιλέγω. Είμαι τα ηλιοβασιλέματα που είδα και ακόμα θυμάμαι, οι παραλίες που χάραξαν ανεξίτηλα κάποια καλοκαίρια μου. Είμαι οι λακκούβες που προσέχω να μη με πλήξουν ξανά, η ελπίδα που μου προσέφερε η θέαση του ορίζοντα ένα ήσυχο πρωινό και το δέος που μου προξένησε μια λάμψη πάνω από φουρτουνιασμένα νερά, ενώ κρυβόμουν κάτω από την ομπρέλα μου. Είμαι τα στίγματα στο χάρτη σε μέρη που ονειρεύομαι να πάω, είμαι οι μικρές καρτ ποστάλ από ταξίδια που έκανα και φυλάω ευλαβικά σε διακοσμητικά κουτάκια ή κολλάω περήφανα στην πόρτα του ψυγείου μου. Είμαι όλες εκείνες οι διαφορετικές παραδόσεις, ήθη, έθιμα γνώρισα και διεύρυναν τους ορίζοντές μου. Είμαι το βότσαλο που μάζεψα από την άμμο, το φύλλο δέντρου που έκλεισα απερίσκεπτα σε ένα παιδικό ανθολόγιο, είμαι οι πατρίδες που άφησα, οι πατρίδες που ανακάλυψα, οι πατρίδες που δημιούργησα. Είμαι ένα σύνολο από κομμάτια παζλ. Και κάθε ένα από αυτά είναι μέρη που επισκέφτηκα, εικόνες που πέρασαν στη μακρόχρονη μνήμη μου, άνθρωποι που γνώρισα και με έφεραν στο τώρα μου.
Δεν είμαι η σύζυγος κάποιας και ο πατέρας τόσων τέκνων που θα με εντάξουν σε άλλη κατηγορία παροχών. Δεν είμαι στεφανωμένος ή ανύμφευτος στιγματισμένος με κοινωνικά κριτήρια. Δεν είμαι καμιάς τάδε και καμιάς δείνα. Είμαι το δάκρυ της πρότασης γάμου, το μαξιλάρι για εκείνη που μοιράστηκε τον εαυτό της, οι μεσημεριανές συζητήσεις μετά τη δουλειά, εκείνα τα πρωινά βλέποντας παιδικά με τις πυτζάμες, είμαι το αίσθημα της ολοκλήρωσης που μου προσέφερε η συντροφικότητα. Είμαι το άγχος και η οργή που μου παρείχε η διαφορετικότητα, είμαι η πόρτα που βρόντηξε κατά τη διεκδίκηση του δίκιου μου, η κλωτσιά κάτω από το τραπέζι προς συμμόρφωση σε μια οικογενειακή μάζωξη. Είμαι η ηδονή της ερωτικής συνεύρεσης και αυτό το μούδιασμα στο στήθος, το καταλυτικό αίσθημα της αγάπης. Είμαι τα ξενύχτια, οι φόβοι και οι ανησυχίες για ένα πλάσμα που μοιράστηκε την ανάσα μου. Είμαι η ευχή κάθε φορά που κλείνει την πόρτα πίσω του, οι συμβουλές που βουτάνε στη δική μου κοσμοθεωρία και η αίσθηση της ολοκλήρωσης - βάρος και θείο δώρο για την υπόλοιπη ζωή μου.
Είμαι οι φωτογραφίες που τραβάω αιχμαλωτίζοντας στιγμές στο δικό μου προσωπικό, μοναδικό κάδρο. Οι λέξεις που αραδιάζω δίνοντας υπόσταση στις σκέψεις μου, τα τραγούδια που με κάνουν να δακρύζω και να χορεύω, οι γεύσεις που με ωθούν να γλείφω τα δάχτυλά μου. Είμαι οι χτύποι της καρδιάς μου όταν ένιωσα την αγάπη και οι ρωγμές της όταν γνώρισα την απόρριψη, την απώλεια. Είμαι το αστείο που λέω πάντα, ο τρόπος που κοιμάμαι, η δική μου οπτική γωνία για τη ζωή, η συνταγή που μοιράστηκα, το είδωλό σου που καθρεφτίζεται στα μάτια μου όταν με κοιτάς.
Είμαι συναισθήματα, ήχοι, μυρωδιές, εικόνες. Δεν είμαι λέξεις στριμωγμένες σε χαρτιά υπηρεσιών. Είμαι τόσα πολλά που δεν μπορεί να κλείσει κανένας γραφειοκρατικός φάκελος, δεν μπορεί να φωνάξει κανείς στο δρόμο για να γυρίσω ακούγοντάς τα. Όλα αυτά είμαι. Με το γνωστό σήμα γνησιότητας. Τώρα ξέρεις τι να πεις αν σε ρωτήσουν ποια είμαι.
~Το μόνο σίγουρο είναι ότι είσαι πολύ παλιός, ο χρόνος δεν σε έχει αγγίξει, δεν έχεις φύλο, ούτε ημερομηνία γέννησης, δεν έχεις συγκεκριμένο όνομα ούτε προκαθορισμένο σχήμα~
Εσύ ποιος είσαι;
Αλλά δεν είμαι όλα αυτά.
Δεν είμαι ο συνδυασμός γραμμάτων που αναγράφεται στην ληξιαρχική πράξη. Δεν είμαι το όνομα που βιάστηκαν να κολλήσουν ως βραχιόλι στο βρεφικό καρπό στο νεογέννητο εαυτό μου. Δεν είμαι το όνομα που ως παράδοση μου μεταβίβασαν συνδέοντάς με με το παρελθόν, με κληρονομικές απολήξεις, γενεαλογικούς σχηματισμούς και προγονικό αίμα. Δεν είμαι η συνέχιση της ιστορίας μιας οικογένειας μέσα στο χρόνο. Είμαι μια ένωση, μια ιερή μίξη δυο διαφορετικών γονιδιακών υπάρξεων, ένας συνδυασμός χρωμοσωμάτων, μια μοναδική αλυσίδα dna και συνονθύλευμα χαρακτηριστικών προσώπων που συνδέθηκαν μαζί μου κατά τη διάρκεια της ζωής μου. Είμαι το χαμόγελο και τα μάτια της μητέρας μου, είμαι η ευγένεια της γιαγιάς μου, το ήθος και το βλέμμα του πάτερα μου.
Δεν είμαι συγκεκριμένων χρόνων. Δεν είμαι ένας αριθμός, υπηρετώντας μια σύμβαση των ανθρώπων. Ψηφίο που συνεχώς αλλάζει με ένα φύσημα σε πάρτι γενεθλίων, που καταγράφεται, αποκωδικοποιείται, ακολουθεί νόρμες, μπαίνει σε καλούπια και τετραγωνάκια φόρμας προς συμπλήρωση. Είμαι οι αλλαγές στο ύψος που χάρασσαν στον τοίχο οι γονείς μου, το δόντι που αποχωρίστηκα και κρατούσα στην παλάμη μου όλο το βράδυ για να εξαγοράσω τη νεράιδα των δοντιών, είμαι οι πληγές και οι ουλές στα πόδια από παιχνίδια στη γειτονιά, είμαι η ρυτίδα στο μέτωπο, οι πρώτοι πόνοι στην πλάτη, το ανώριμο γέλιο και οι ώριμες σκέψεις, η πρώτη λευκή τρίχα και η συνειδητοποίηση της πεπερασμένης μας ύπαρξης. Είμαι οι εικόνες που πέρασαν μπροστά από τα μάτια μου κατά τις εναλλαγές ήλιου και σελήνης. Οι εμπειρίες που έζησα και με έκαναν τον άνθρωπο που είμαι σήμερα, τα απλά, ράθυμα απογεύματα βροχερής μέρας και τα συνταρακτικά γεγονότα κρύων πρωινών που με συγκλόνισαν. Είμαι το πρώτο φως που αντίκρισα ως μωρό και η πρώτη μεθυσμένη ανατολή που με μάγεψε στο δρόμο προς το σπίτι.
Δεν είμαι ό,τι μου επέβαλαν να επιλέξω να γίνω στην ανώριμη φάση της αυτογνωσίας μου, προδιαγράφοντας το μέλλον μου. Δεν είμαι γιατρός, δικηγόρος, άνεργος ή τεχνίτης. Δεν είμαι κανένα κορνιζαρισμένο χαρτί σε τοίχο εφηβικού δωματίου. Δε φέρω καμιά ταμπέλα στο στήθος μου, καμιά επιγραφή. Κανένας τίτλος και επίσημο έγγραφο δεξιοτήτων ή εργασιακής κατάστασης δε θα αναδείξει την προσωπικότητα μου, δε θα αποτελέσει σημάδι αναγνώρισής μου σε περίπτωση που ξεχαστώ, που χαθώ. Είμαι όσα ανακάλυψα, όσα έμαθα, όσα έπιασαν τα χέρια μου, όσα παίδεψαν το μυαλό μου, όσο ονειρεύτηκα και ακόμα ονειρεύομαι να γίνω. Είμαι το χαμόγελο όταν κράτησα τον πρώτο μου μισθό. Είμαι η ικανοποίηση της πρώτης μου επιτυχίας. Είμαι ο θυμός της απόλυσης και όσα αυτή με δίδαξε. Είμαι τα ξενύχτια που πέρασα για να αφουγκραστώ ένα αντικείμενο. Είμαι η συγκίνηση της εθελοντικής εργασίας που απλόχερα προσέφερα.
Είμαι οι συζητήσεις με τους συναδέλφους, τα γέλια, τα πικρόχολα σχόλια, ο ανταγωνισμός και η συνεργασία που με έκαναν να εμπιστευτώ τους ανθρώπους αλλά και να κρίνω ποιοι αξίζουν να είναι δίπλα μου. Είμαι η οργή, ενώ κρατούσα το δελτίο ανεργίας και η ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Είμαι τα καινούρια πράγματα που έμαθα και ένιωσα μπερδεμένος, φοβισμένος, αλλά και περήφανος. Είμαι τα παλιά που έγιναν η καθημερινότητά μου και μοιράστηκα με νέους ανθρώπους στη ζωή μου. Είμαι τα στρογγυλά γυαλιά μου και ο τρόπος που τα πειράζω κάθε τόσο, ενώ εργάζομαι. Ο καφές με δυο κουταλιές ζάχαρη και το απογοητευμένο ξύπνημα το πρωινό της Δευτέρας. Όσα ελπίζω να κατακτήσω και να γίνω και τα σχέδια που καταστρώνω γι’ αυτά.
Δεν είμαι η κάτοικος ενός τόπου, αναγνωριστικό στοιχείο του ήθους, της συμπεριφοράς μου, της ταυτότητάς μου. Δεν είμαι όλα όσα προσδίδουν σε εκείνους που κάποιος όρισε με νοητή γραμμή ότι ανήκουν σε μια πόλη, σε ένα κομμάτι γης. Δεν είμαι γαντζωμένος σε μια στεριά, με κωδικό τις συντεταγμένες της. Είμαι το αγαπημένο μου σημείο που με ηρεμεί, η κλασική και ασφαλής διαδρομή που ακολουθώ αλλά και τα καινούρια, μυστηριώδη μονοπάτια που επιλέγω. Είμαι τα ηλιοβασιλέματα που είδα και ακόμα θυμάμαι, οι παραλίες που χάραξαν ανεξίτηλα κάποια καλοκαίρια μου. Είμαι οι λακκούβες που προσέχω να μη με πλήξουν ξανά, η ελπίδα που μου προσέφερε η θέαση του ορίζοντα ένα ήσυχο πρωινό και το δέος που μου προξένησε μια λάμψη πάνω από φουρτουνιασμένα νερά, ενώ κρυβόμουν κάτω από την ομπρέλα μου. Είμαι τα στίγματα στο χάρτη σε μέρη που ονειρεύομαι να πάω, είμαι οι μικρές καρτ ποστάλ από ταξίδια που έκανα και φυλάω ευλαβικά σε διακοσμητικά κουτάκια ή κολλάω περήφανα στην πόρτα του ψυγείου μου. Είμαι όλες εκείνες οι διαφορετικές παραδόσεις, ήθη, έθιμα γνώρισα και διεύρυναν τους ορίζοντές μου. Είμαι το βότσαλο που μάζεψα από την άμμο, το φύλλο δέντρου που έκλεισα απερίσκεπτα σε ένα παιδικό ανθολόγιο, είμαι οι πατρίδες που άφησα, οι πατρίδες που ανακάλυψα, οι πατρίδες που δημιούργησα. Είμαι ένα σύνολο από κομμάτια παζλ. Και κάθε ένα από αυτά είναι μέρη που επισκέφτηκα, εικόνες που πέρασαν στη μακρόχρονη μνήμη μου, άνθρωποι που γνώρισα και με έφεραν στο τώρα μου.
Δεν είμαι η σύζυγος κάποιας και ο πατέρας τόσων τέκνων που θα με εντάξουν σε άλλη κατηγορία παροχών. Δεν είμαι στεφανωμένος ή ανύμφευτος στιγματισμένος με κοινωνικά κριτήρια. Δεν είμαι καμιάς τάδε και καμιάς δείνα. Είμαι το δάκρυ της πρότασης γάμου, το μαξιλάρι για εκείνη που μοιράστηκε τον εαυτό της, οι μεσημεριανές συζητήσεις μετά τη δουλειά, εκείνα τα πρωινά βλέποντας παιδικά με τις πυτζάμες, είμαι το αίσθημα της ολοκλήρωσης που μου προσέφερε η συντροφικότητα. Είμαι το άγχος και η οργή που μου παρείχε η διαφορετικότητα, είμαι η πόρτα που βρόντηξε κατά τη διεκδίκηση του δίκιου μου, η κλωτσιά κάτω από το τραπέζι προς συμμόρφωση σε μια οικογενειακή μάζωξη. Είμαι η ηδονή της ερωτικής συνεύρεσης και αυτό το μούδιασμα στο στήθος, το καταλυτικό αίσθημα της αγάπης. Είμαι τα ξενύχτια, οι φόβοι και οι ανησυχίες για ένα πλάσμα που μοιράστηκε την ανάσα μου. Είμαι η ευχή κάθε φορά που κλείνει την πόρτα πίσω του, οι συμβουλές που βουτάνε στη δική μου κοσμοθεωρία και η αίσθηση της ολοκλήρωσης - βάρος και θείο δώρο για την υπόλοιπη ζωή μου.
Είμαι οι φωτογραφίες που τραβάω αιχμαλωτίζοντας στιγμές στο δικό μου προσωπικό, μοναδικό κάδρο. Οι λέξεις που αραδιάζω δίνοντας υπόσταση στις σκέψεις μου, τα τραγούδια που με κάνουν να δακρύζω και να χορεύω, οι γεύσεις που με ωθούν να γλείφω τα δάχτυλά μου. Είμαι οι χτύποι της καρδιάς μου όταν ένιωσα την αγάπη και οι ρωγμές της όταν γνώρισα την απόρριψη, την απώλεια. Είμαι το αστείο που λέω πάντα, ο τρόπος που κοιμάμαι, η δική μου οπτική γωνία για τη ζωή, η συνταγή που μοιράστηκα, το είδωλό σου που καθρεφτίζεται στα μάτια μου όταν με κοιτάς.
Είμαι συναισθήματα, ήχοι, μυρωδιές, εικόνες. Δεν είμαι λέξεις στριμωγμένες σε χαρτιά υπηρεσιών. Είμαι τόσα πολλά που δεν μπορεί να κλείσει κανένας γραφειοκρατικός φάκελος, δεν μπορεί να φωνάξει κανείς στο δρόμο για να γυρίσω ακούγοντάς τα. Όλα αυτά είμαι. Με το γνωστό σήμα γνησιότητας. Τώρα ξέρεις τι να πεις αν σε ρωτήσουν ποια είμαι.
~Το μόνο σίγουρο είναι ότι είσαι πολύ παλιός, ο χρόνος δεν σε έχει αγγίξει, δεν έχεις φύλο, ούτε ημερομηνία γέννησης, δεν έχεις συγκεκριμένο όνομα ούτε προκαθορισμένο σχήμα~
Εσύ ποιος είσαι;
Σε επαφή με τα συναισθήματά μου
Συναισθήματα είναι όλα όσα νοιώθω.
Χαρά, λύπη, ευτυχία, δυστυχία, στεναχώρια, θλίψη, θυμό, ευχαρίστηση, αγανάκτηση είναι μερικά από τα πιο »διάσημα» συναισθήματα...
Το να τα νοιώθω είναι αναποφευκτό. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι, αυτό είναι το φυσιολογικό.
Το να είμαι σε επαφή με αυτό που κάθε φορά νοιώθω είναι το ζητούμενο.
Να μπορώ να αναγνωρίζω, να αποδέχομαι και να διαχειρίζομαι τα συναισθήματά μου.
Συχνά αυτήν την διαδικασία την μπλοκάρουμε.
Αναγνωρίζουμε επιφανειακά το τι νοιώθουμε και το αφήνουμε μέσα μας, δεν το βγάζουμε, δεν το κάνουμε κάτι...
Συνήθως γίνετε αυτό με τα δυσάρεστα συναισθήματα, συχνά όμως μας συμβαίνει και με τα ευχάριστα: ούτε αυτά δεν ξέρουμε τι να τα κάνουμε καμιά φορά!
Τα κλείνουμε μέσα λοιπόν... Μέσα κι αυτά – όλα μέσα!
Και μπλοκάρουμε...
Δεν είναι ότι δεν νοιώθουμε, αλλά έχουμε μπλοκάρει τα συναισθήματά μας.
Κάτι σαν το capital control, μόνο που εδώ το προκαλούμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.
Καταλαβαίνω ότι είναι πολύ απλοϊκό να πει κανείς «απελευθερώσου», «ανοίξου», «εκφράσου», απλοϊκό υπό την έννοια του ευχολόγιου...
Ωστόσο η απάντηση (λύση) στο μπλοκάρισμα -σε πάσης φύσεως μπλοκάρισμα- δεν μπορεί παρά να είναι το άνοιγμα, η αλλαγή, η μετατόπιση...
Τα συμπεράσματα δικά σας.
Χαρά, λύπη, ευτυχία, δυστυχία, στεναχώρια, θλίψη, θυμό, ευχαρίστηση, αγανάκτηση είναι μερικά από τα πιο »διάσημα» συναισθήματα...
Το να τα νοιώθω είναι αναποφευκτό. Έτσι είμαστε φτιαγμένοι, αυτό είναι το φυσιολογικό.
Το να είμαι σε επαφή με αυτό που κάθε φορά νοιώθω είναι το ζητούμενο.
Να μπορώ να αναγνωρίζω, να αποδέχομαι και να διαχειρίζομαι τα συναισθήματά μου.
Συχνά αυτήν την διαδικασία την μπλοκάρουμε.
Αναγνωρίζουμε επιφανειακά το τι νοιώθουμε και το αφήνουμε μέσα μας, δεν το βγάζουμε, δεν το κάνουμε κάτι...
Συνήθως γίνετε αυτό με τα δυσάρεστα συναισθήματα, συχνά όμως μας συμβαίνει και με τα ευχάριστα: ούτε αυτά δεν ξέρουμε τι να τα κάνουμε καμιά φορά!
Τα κλείνουμε μέσα λοιπόν... Μέσα κι αυτά – όλα μέσα!
Και μπλοκάρουμε...
Δεν είναι ότι δεν νοιώθουμε, αλλά έχουμε μπλοκάρει τα συναισθήματά μας.
Κάτι σαν το capital control, μόνο που εδώ το προκαλούμε εμείς οι ίδιοι στον εαυτό μας.
Καταλαβαίνω ότι είναι πολύ απλοϊκό να πει κανείς «απελευθερώσου», «ανοίξου», «εκφράσου», απλοϊκό υπό την έννοια του ευχολόγιου...
Ωστόσο η απάντηση (λύση) στο μπλοκάρισμα -σε πάσης φύσεως μπλοκάρισμα- δεν μπορεί παρά να είναι το άνοιγμα, η αλλαγή, η μετατόπιση...
Τα συμπεράσματα δικά σας.
Τα πλεονεκτήματα της ειδωλολατρίας
Δύο χιλιάδες χρόνια μονοθεϊστικής πλύσης εγκεφάλου έχουν κάνει τους περισσότερους Δυτικούς να βλέπουν τον πολυθεϊσμό σαν αμαθή και παιδαριώδη ειδωλολατρία. Πρόκειται για ένα άδικο στερεότυπο. Για να καταλάβουμε την εσωτερική λογική του πολυθεϊσμού, είναι απαραίτητο να συλλάβουμε την κεντρική ιδέα που στηρίζει την πίστη σε πολλούς θεούς.
Ο πολυθεϊσμός δεν αμφισβητεί κατ’ ανάγκη την ύπαρξη μίας και μοναδικής δύναμης ή νόμου που κυβερνά όλο το σύμπαν. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες πολυθεϊστικές ή ακόμα και ανιμιστικές θρησκείες αναγνώριζαν μια τέτοια υπέρτατη δύναμη που βρίσκεται πίσω από όλους τους διαφορετικούς θεούς, δαίμονες και ιερούς βράχους. Στον πολυθεϊσμό της κλασικής Ελλάδας, ο Δίας, η Ήρα, ο Απόλλωνας και οι συνάδελφοί τους υπάκουαν σε μια παντοδύναμη και πανταχού παρούσα δύναμη - τη Μοίρα (ή την Ανάγκη). Οι σκανδιναβικοί θεοί, επίσης, ήταν όλοι δέσμιοι της μοίρας, η οποία τους καταδίκαζε να πεθάνουν στον κατακλυσμό του Ράγκναροκ (του Λυκόφωτος των Θεών). Στην πολυθεϊστική θρησκεία των Γιορούμπα της δυτικής Αφρικής, όλοι οι θεοί είχαν γεννηθεί από τον υπέρτατο θεό Ολοντουμάρε και παρέμεναν υποτελείς του. Στον ινδουιστικό πολυθεϊσμό, μία και μόνη αρχή, το Άτμαν, ελέγχει τις μυριάδες θεούς και πνεύματα, την ανθρωπότητα και τον βιολογικό και υλικό κόσμο. Το Άτμαν είναι η αιώνια ουσία ή ψυχή όλου του σύμπαντος, όπως και κάθε ατόμου και κάθε φαινομένου.
Η θεμελιώδης αντίληψη του πολυθεϊσμού, που τον διακρίνει από το μονοθεϊσμό, είναι ότι η υπέρτατη δύναμη που κυβερνάει τον κόσμο δεν έχει ενδιαφέροντα και προτιμήσεις και, συνεπώς, δεν ενδιαφέρεται για τις γήινες επιθυμίες, έγνοιες και ανησυχίες των ανθρώπων. Είναι άσκοπο να ζητάς από αυτή τη δύναμη νίκη στον πόλεμο, υγεία ή βροχή γιατί, καθώς περιβάλλει τα πάντα, από τη σκοπιά της δεν έχει διαφορά αν ένα συγκεκριμένο βασίλειο θα νικήσει ή θα ηττηθεί, αν μια συγκεκριμένη πόλη θα ακμάσει ή θα σβήσει, αν ένα συγκεκριμένο άτομο θα αναρρώσει ή θα πεθάνει. Οι Έλληνες δεν έχαναν το χρόνο τους κάνοντας θυσίες στη Μοίρα και οι ινδουιστές δεν έφτιαχναν ναούς του Άτμαν.
Ο μόνος λόγος να προσεγγίσει κανείς την ανώτατη δύναμη του σύμπαντος θα ήταν να αποκηρύξει όλες τις επιθυμίες και να αποδεχτεί το κακό μαζί με το καλό - να αποδεχτεί ακόμα και την ήττα, τη φτώχεια, την αρρώστια και το θάνατο. Έτσι, ορισμένοι ινδουιστές, γνωστοί ως σαντού ή σανιάσι, αφιερώνουν τη ζωή τους στην ένωση με το Άτμαν, πετυχαίνοντας έτσι τη φώτιση. Προσπαθούν να δουν τον κόσμο από την οπτική γωνία αυτής της θεμελιώδους αρχής, να συνειδητοποιήσουν ότι από την άχρονη σκοπιά της όλες οι γήινες επιθυμίες και φόβοι είναι εφήμερα φαινόμενα χωρίς νόημα.
Οι περισσότεροι ινδουιστές, ωστόσο, δεν είναι σαντού. Είναι βυθισμένοι στο βούρκο των γήινων ανησυχιών, όπου το Άτμαν δεν βοηθάει και πολύ. Για βοήθεια σε αυτά τα ζητήματα, οι ινδουιστές απευθύνονται στους θεούς με τις περιορισμένες δυνάμεις τους. Ακριβώς επειδή οι δυνάμεις τους είναι περιορισμένες και δεν περιβάλλουν τα πάντα, θεοί όπως ο Γκανέσα, η Λάχσμι και η Σαρασβάτι έχουν ενδιαφέροντα και προτιμήσεις. Οι άνθρωποι μπορούν, επομένως, να κάνουν συμφωνίες με αυτές τις περιορισμένες δυνάμεις και να στηριχτούν στη βοήθειά τους για να κερδίσουν πολέμους και να αναρρώσουν από αρρώστιες. Αναγκαστικά, υπάρχουν πολλές τέτοιες μικρές δυνάμεις, γιατί όταν αρχίσεις να διαιρείς την απόλυτη δύναμη μιας υπέρτατης αρχής, αναπόφευκτο θα καταλήξεις με περισσότερες θεότητες από μία. Από εκεί προκύπτει και το πλήθος των θεοτήτων.
Η αντίληψη του πολυθεϊσμού λειτουργεί θετικά για μια εκτεταμένη θρησκευτική ανεκτικότητα. Καθώς οι πολυθεϊστές πιστεύουν, αφενός, στη μία ανώτατη και απόλυτα αδιάφορη δύναμη και, αφετέρου, σε πολλές επιμέρους και μεροληπτικές δυνάμεις, οι πιστοί ενός θεού δεν έχουν κάποια δυσκολία να αποδεχτούν την ύπαρξη και την αποτελεσματικότητα άλλων θεών. Ο πολυθεϊσμός είναι εγγενώς ανοιχτόμυαλος και σπάνια διώκει «αιρετικούς» κα «άπιστους».
Ακόμα και όταν οι πολυθεϊστές κατέκτησαν τεράστιες αυτοκρατορίες, δεν προσπάθησαν να προσηλυτίσουν τους υπηκόους τους. Οι Αιγύπτιοι, οι Ρωμαίοι και οι Αζτέκοι δεν έστειλαν ιεραπόστολους σε ξένες περιοχές για να διαδώσουν τη λατρεία του Όσιρη, του Δία ή του Ουιτζιλοπότστλι (του αρχηγού των θεών των Αζτέκων) και σίγουρα δεν έστειλαν στρατό για το σκοπό αυτό. Οι υποτελείς λαοί σε ολόκληρη την αυτοκρατορία έπρεπε να σέβονται τους θεούς και τις τελετουργίες της αυτοκρατορίας, εφόσον οι θεοί και οι τελετουργίες αυτές τη νομιμοποιούσαν. Ωστόσο, δεν ήταν αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τους τοπικούς θεούς και τις τελετουργίες τους. Στην αυτοκρατορία των Αζτέκων, οι υποτελείς λαοί ήταν υποχρεωμένοι να χτίσουν ναούς του Ουιτζιλοπότστλι, αλλά οι ναοί αυτοί φτιάχνονταν δίπλα σε εκείνους των τοπικών θεών, και όχι στη θέση τους Σε πολλές περιπτώσεις, η ίδια η αυτοκρατορική ελίτ υιοθετούσε τους θεούς και τις τελετουργίες των υποτελών λαών. Οι Ρωμαίοι πρόσθεσαν με ευχαρίστηση την ασιατική θεά Κυβέλη και την αιγύπτια θεά Ίσιδα στο πάνθεό τους.
Ο μόνος θεός που αρνήθηκαν να ανεχτούν οι Ρωμαίοι ήταν ο μονοθεϊστικός και προσηλυτιστής θεός των χριστιανών. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν απαιτούσε από τους χριστιανούς να εγκαταλείψουν τις πεποιθήσεις και τα τελετουργικά τους, αλλά περίμενε να σέβονται τους προστάτες θεούς της αυτοκρατορίας και τη θεϊκή φύση του αυτοκράτορα. Αυτό εκλαμβανόταν ως δήλωση πολιτικής πίστης. Όταν οι χριστιανοί αρνήθηκαν πεισματικά να το κάνουν αυτό και στη συνέχεια απέρριψαν κάθε προσπάθεια συμβιβασμού, οι Ρωμαίοι αντέδρασαν διώκοντας αυτό που θεωρούσαν πως ήταν μια ανατρεπτική πολιτική φράξια. Κ αυτό ακόμα το έκαναν με μισή καρδιά. Στα 300 χρόνια που μεσολάβησαν από τη σταύρωση του Χριστού μέχρι τη μεταστροφή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό, οι πολυθεϊστές ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν έκαναν πάρε τέσσερις εκτεταμένους διωγμούς χριστιανών. Ορισμένοι τοπικοί διοικητές και κυβερνήτες υποκίνησαν από μόνοι τους κάποια βία εις βάρος χριστιανών. Ωστόσο, αν αθροίσουμε όλα τα θύματα αυτών των διωγμών, αποδεικνύεται ότι στους τρεις αυτούς αιώνες οι πολυθεϊστές Ρωμαίοι δεν σκότωσαν περισσότερους από μερικές χιλιάδες χριστιανούς. Αντίθετα, μέσα στα επόμενα 1.500 χρόνια, οι χριστιανοί σκότωσαν άλλους χριστιανούς κατά εκατομμύρια, για να υπερασπιστούν ελαφρώς διαφορετικές ερμηνείες της θρησκείας της αγάπης και της συμπόνιας.
Οι θρησκευτικοί πόλεμοι ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες που σάρωσαν την Ευρώπη τον 16ο και τον 17ο αιώνα είναι διαβόητοι. Όλοι όσοι συμμετείχαν σε αυτούς, αποδέχονταν τη θεία φύση του Χριστού και το ευαγγέλιό Του της αγάπης και της συμπόνιας. Ωστόσο, διαφωνούσαν ως προς τη φύση αυτής της αγάπης. Οι προτεστάντες πίστευαν ότι η Θεϊκή αγάπη είναι τόσο μεγάλη, που ο Θεός ενσαρκώθηκε και αφέθηκε να βασανιστεί και να σταυρωθεί, λυτρώνοντας έτσι τους ανθρώπους από το προπατορικό αμάρτημα και ανοίγοντας τις πύλες του παραδείσου για όσους διακήρυσσαν την πίστη τους σε Αυτόν. Οι καθολικοί υποστήριζαν ότι η πίστη, μολονότι απαραίτητη, δεν ήταν αρκετή. Για να εισέλθουν οι πιστοί στον παράδεισο, έπρεπε να συμμετέχουν στα τελετουργικά της Εκκλησίας και να κάνουν καλές πράξεις. Οι προτεστάντες δεν το δέχονταν αυτό, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η ανταλλαγή μειώνει το μεγαλείο και την αγάπη του Θεού. Όποιος πιστεύει ότι η είσοδός του στον παράδεισο εξαρτάται από τις δικές του καλές πράξεις μεγαλοποιεί τη σημασία του και υπαινίσσεται πως το μαρτύριο του Χριστού στο σταυρό και η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα δεν αρκούν.
Αυτές οι θεολογικές διαμάχες έγιναν τόσο βίαιες, που κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα καθολικοί και προτεστάντες αλληλοσκοτώνονταν κατά εκατοντάδες χιλιάδες. Στις 23 Αυγούστου 1572, οι γάλλοι καθολικοί που τόνιζαν την ανάγκη των καλών πράξεων επιτέθηκαν στις κοινότητες των γάλλων προτεσταντών που τόνιζαν την αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα. Σε αυτή την επίθεση, τη σφαγή της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες σφαγιάστηκαν 5.000 με 10.000 προτεστάντες. Όταν ο πάπας στη Ρώμη έμαθε τα νέα από τη Γαλλία, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που διοργάνωσε εορταστικές προσευχές για τον εορτασμό του γεγονότος και ανέθετε στον Τζόρτζιο Βασάρι να διακοσμήσει μία από τις αίθουσες του Βατικανού με μια τοιχογραφία της σφαγής (η αίθουσα είναι κλειστή για τους επισκέπτες). Περισσότεροι χριστιανοί σκοτώθηκαν από άλλους χριστιανούς μέσα σε αυτές τις 24 ώρες, παρά από την πολυθεϊστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε όλη της την ιστορία.
Ο πολυθεϊσμός δεν αμφισβητεί κατ’ ανάγκη την ύπαρξη μίας και μοναδικής δύναμης ή νόμου που κυβερνά όλο το σύμπαν. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες πολυθεϊστικές ή ακόμα και ανιμιστικές θρησκείες αναγνώριζαν μια τέτοια υπέρτατη δύναμη που βρίσκεται πίσω από όλους τους διαφορετικούς θεούς, δαίμονες και ιερούς βράχους. Στον πολυθεϊσμό της κλασικής Ελλάδας, ο Δίας, η Ήρα, ο Απόλλωνας και οι συνάδελφοί τους υπάκουαν σε μια παντοδύναμη και πανταχού παρούσα δύναμη - τη Μοίρα (ή την Ανάγκη). Οι σκανδιναβικοί θεοί, επίσης, ήταν όλοι δέσμιοι της μοίρας, η οποία τους καταδίκαζε να πεθάνουν στον κατακλυσμό του Ράγκναροκ (του Λυκόφωτος των Θεών). Στην πολυθεϊστική θρησκεία των Γιορούμπα της δυτικής Αφρικής, όλοι οι θεοί είχαν γεννηθεί από τον υπέρτατο θεό Ολοντουμάρε και παρέμεναν υποτελείς του. Στον ινδουιστικό πολυθεϊσμό, μία και μόνη αρχή, το Άτμαν, ελέγχει τις μυριάδες θεούς και πνεύματα, την ανθρωπότητα και τον βιολογικό και υλικό κόσμο. Το Άτμαν είναι η αιώνια ουσία ή ψυχή όλου του σύμπαντος, όπως και κάθε ατόμου και κάθε φαινομένου.
Η θεμελιώδης αντίληψη του πολυθεϊσμού, που τον διακρίνει από το μονοθεϊσμό, είναι ότι η υπέρτατη δύναμη που κυβερνάει τον κόσμο δεν έχει ενδιαφέροντα και προτιμήσεις και, συνεπώς, δεν ενδιαφέρεται για τις γήινες επιθυμίες, έγνοιες και ανησυχίες των ανθρώπων. Είναι άσκοπο να ζητάς από αυτή τη δύναμη νίκη στον πόλεμο, υγεία ή βροχή γιατί, καθώς περιβάλλει τα πάντα, από τη σκοπιά της δεν έχει διαφορά αν ένα συγκεκριμένο βασίλειο θα νικήσει ή θα ηττηθεί, αν μια συγκεκριμένη πόλη θα ακμάσει ή θα σβήσει, αν ένα συγκεκριμένο άτομο θα αναρρώσει ή θα πεθάνει. Οι Έλληνες δεν έχαναν το χρόνο τους κάνοντας θυσίες στη Μοίρα και οι ινδουιστές δεν έφτιαχναν ναούς του Άτμαν.
Ο μόνος λόγος να προσεγγίσει κανείς την ανώτατη δύναμη του σύμπαντος θα ήταν να αποκηρύξει όλες τις επιθυμίες και να αποδεχτεί το κακό μαζί με το καλό - να αποδεχτεί ακόμα και την ήττα, τη φτώχεια, την αρρώστια και το θάνατο. Έτσι, ορισμένοι ινδουιστές, γνωστοί ως σαντού ή σανιάσι, αφιερώνουν τη ζωή τους στην ένωση με το Άτμαν, πετυχαίνοντας έτσι τη φώτιση. Προσπαθούν να δουν τον κόσμο από την οπτική γωνία αυτής της θεμελιώδους αρχής, να συνειδητοποιήσουν ότι από την άχρονη σκοπιά της όλες οι γήινες επιθυμίες και φόβοι είναι εφήμερα φαινόμενα χωρίς νόημα.
Οι περισσότεροι ινδουιστές, ωστόσο, δεν είναι σαντού. Είναι βυθισμένοι στο βούρκο των γήινων ανησυχιών, όπου το Άτμαν δεν βοηθάει και πολύ. Για βοήθεια σε αυτά τα ζητήματα, οι ινδουιστές απευθύνονται στους θεούς με τις περιορισμένες δυνάμεις τους. Ακριβώς επειδή οι δυνάμεις τους είναι περιορισμένες και δεν περιβάλλουν τα πάντα, θεοί όπως ο Γκανέσα, η Λάχσμι και η Σαρασβάτι έχουν ενδιαφέροντα και προτιμήσεις. Οι άνθρωποι μπορούν, επομένως, να κάνουν συμφωνίες με αυτές τις περιορισμένες δυνάμεις και να στηριχτούν στη βοήθειά τους για να κερδίσουν πολέμους και να αναρρώσουν από αρρώστιες. Αναγκαστικά, υπάρχουν πολλές τέτοιες μικρές δυνάμεις, γιατί όταν αρχίσεις να διαιρείς την απόλυτη δύναμη μιας υπέρτατης αρχής, αναπόφευκτο θα καταλήξεις με περισσότερες θεότητες από μία. Από εκεί προκύπτει και το πλήθος των θεοτήτων.
Η αντίληψη του πολυθεϊσμού λειτουργεί θετικά για μια εκτεταμένη θρησκευτική ανεκτικότητα. Καθώς οι πολυθεϊστές πιστεύουν, αφενός, στη μία ανώτατη και απόλυτα αδιάφορη δύναμη και, αφετέρου, σε πολλές επιμέρους και μεροληπτικές δυνάμεις, οι πιστοί ενός θεού δεν έχουν κάποια δυσκολία να αποδεχτούν την ύπαρξη και την αποτελεσματικότητα άλλων θεών. Ο πολυθεϊσμός είναι εγγενώς ανοιχτόμυαλος και σπάνια διώκει «αιρετικούς» κα «άπιστους».
Ακόμα και όταν οι πολυθεϊστές κατέκτησαν τεράστιες αυτοκρατορίες, δεν προσπάθησαν να προσηλυτίσουν τους υπηκόους τους. Οι Αιγύπτιοι, οι Ρωμαίοι και οι Αζτέκοι δεν έστειλαν ιεραπόστολους σε ξένες περιοχές για να διαδώσουν τη λατρεία του Όσιρη, του Δία ή του Ουιτζιλοπότστλι (του αρχηγού των θεών των Αζτέκων) και σίγουρα δεν έστειλαν στρατό για το σκοπό αυτό. Οι υποτελείς λαοί σε ολόκληρη την αυτοκρατορία έπρεπε να σέβονται τους θεούς και τις τελετουργίες της αυτοκρατορίας, εφόσον οι θεοί και οι τελετουργίες αυτές τη νομιμοποιούσαν. Ωστόσο, δεν ήταν αναγκασμένοι να εγκαταλείψουν τους τοπικούς θεούς και τις τελετουργίες τους. Στην αυτοκρατορία των Αζτέκων, οι υποτελείς λαοί ήταν υποχρεωμένοι να χτίσουν ναούς του Ουιτζιλοπότστλι, αλλά οι ναοί αυτοί φτιάχνονταν δίπλα σε εκείνους των τοπικών θεών, και όχι στη θέση τους Σε πολλές περιπτώσεις, η ίδια η αυτοκρατορική ελίτ υιοθετούσε τους θεούς και τις τελετουργίες των υποτελών λαών. Οι Ρωμαίοι πρόσθεσαν με ευχαρίστηση την ασιατική θεά Κυβέλη και την αιγύπτια θεά Ίσιδα στο πάνθεό τους.
Ο μόνος θεός που αρνήθηκαν να ανεχτούν οι Ρωμαίοι ήταν ο μονοθεϊστικός και προσηλυτιστής θεός των χριστιανών. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία δεν απαιτούσε από τους χριστιανούς να εγκαταλείψουν τις πεποιθήσεις και τα τελετουργικά τους, αλλά περίμενε να σέβονται τους προστάτες θεούς της αυτοκρατορίας και τη θεϊκή φύση του αυτοκράτορα. Αυτό εκλαμβανόταν ως δήλωση πολιτικής πίστης. Όταν οι χριστιανοί αρνήθηκαν πεισματικά να το κάνουν αυτό και στη συνέχεια απέρριψαν κάθε προσπάθεια συμβιβασμού, οι Ρωμαίοι αντέδρασαν διώκοντας αυτό που θεωρούσαν πως ήταν μια ανατρεπτική πολιτική φράξια. Κ αυτό ακόμα το έκαναν με μισή καρδιά. Στα 300 χρόνια που μεσολάβησαν από τη σταύρωση του Χριστού μέχρι τη μεταστροφή του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου στο χριστιανισμό, οι πολυθεϊστές ρωμαίοι αυτοκράτορες δεν έκαναν πάρε τέσσερις εκτεταμένους διωγμούς χριστιανών. Ορισμένοι τοπικοί διοικητές και κυβερνήτες υποκίνησαν από μόνοι τους κάποια βία εις βάρος χριστιανών. Ωστόσο, αν αθροίσουμε όλα τα θύματα αυτών των διωγμών, αποδεικνύεται ότι στους τρεις αυτούς αιώνες οι πολυθεϊστές Ρωμαίοι δεν σκότωσαν περισσότερους από μερικές χιλιάδες χριστιανούς. Αντίθετα, μέσα στα επόμενα 1.500 χρόνια, οι χριστιανοί σκότωσαν άλλους χριστιανούς κατά εκατομμύρια, για να υπερασπιστούν ελαφρώς διαφορετικές ερμηνείες της θρησκείας της αγάπης και της συμπόνιας.
Οι θρησκευτικοί πόλεμοι ανάμεσα σε καθολικούς και προτεστάντες που σάρωσαν την Ευρώπη τον 16ο και τον 17ο αιώνα είναι διαβόητοι. Όλοι όσοι συμμετείχαν σε αυτούς, αποδέχονταν τη θεία φύση του Χριστού και το ευαγγέλιό Του της αγάπης και της συμπόνιας. Ωστόσο, διαφωνούσαν ως προς τη φύση αυτής της αγάπης. Οι προτεστάντες πίστευαν ότι η Θεϊκή αγάπη είναι τόσο μεγάλη, που ο Θεός ενσαρκώθηκε και αφέθηκε να βασανιστεί και να σταυρωθεί, λυτρώνοντας έτσι τους ανθρώπους από το προπατορικό αμάρτημα και ανοίγοντας τις πύλες του παραδείσου για όσους διακήρυσσαν την πίστη τους σε Αυτόν. Οι καθολικοί υποστήριζαν ότι η πίστη, μολονότι απαραίτητη, δεν ήταν αρκετή. Για να εισέλθουν οι πιστοί στον παράδεισο, έπρεπε να συμμετέχουν στα τελετουργικά της Εκκλησίας και να κάνουν καλές πράξεις. Οι προτεστάντες δεν το δέχονταν αυτό, υποστηρίζοντας ότι αυτού του είδους η ανταλλαγή μειώνει το μεγαλείο και την αγάπη του Θεού. Όποιος πιστεύει ότι η είσοδός του στον παράδεισο εξαρτάται από τις δικές του καλές πράξεις μεγαλοποιεί τη σημασία του και υπαινίσσεται πως το μαρτύριο του Χριστού στο σταυρό και η αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα δεν αρκούν.
Αυτές οι θεολογικές διαμάχες έγιναν τόσο βίαιες, που κατά τη διάρκεια του 16ου και του 17ου αιώνα καθολικοί και προτεστάντες αλληλοσκοτώνονταν κατά εκατοντάδες χιλιάδες. Στις 23 Αυγούστου 1572, οι γάλλοι καθολικοί που τόνιζαν την ανάγκη των καλών πράξεων επιτέθηκαν στις κοινότητες των γάλλων προτεσταντών που τόνιζαν την αγάπη του Θεού για την ανθρωπότητα. Σε αυτή την επίθεση, τη σφαγή της Νύχτας του Αγίου Βαρθολομαίου, μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες σφαγιάστηκαν 5.000 με 10.000 προτεστάντες. Όταν ο πάπας στη Ρώμη έμαθε τα νέα από τη Γαλλία, ενθουσιάστηκε τόσο πολύ, που διοργάνωσε εορταστικές προσευχές για τον εορτασμό του γεγονότος και ανέθετε στον Τζόρτζιο Βασάρι να διακοσμήσει μία από τις αίθουσες του Βατικανού με μια τοιχογραφία της σφαγής (η αίθουσα είναι κλειστή για τους επισκέπτες). Περισσότεροι χριστιανοί σκοτώθηκαν από άλλους χριστιανούς μέσα σε αυτές τις 24 ώρες, παρά από την πολυθεϊστική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε όλη της την ιστορία.
Νίτσε: Είναι η βούλησή μας αιτία των πράξεων μας;
Η πλάνη μιας ψευδούς αιτιότητας. - Τι εστί αιτία; Οι άνθρωποι σε κάθε εποχή πίστευαν ότι ήξεραν τι είναι αιτία: όμως από πού αντλούσαμε αυτή μας τη γνώση ή, πιο συγκεκριμένα, αυτή μας την πίστη ότι κατείχαμε αυτήν τη γνώση; Από τη σφαίρα των περίφημων «εσωτερικών γεγονότων1», κανένα εκ των οποίων δεν έχει αποδειχτεί μέχρι τώρα πραγματικό. Πιστεύαμε πως ήμασταν -εμείς οι ίδιοι!- οι αιτιώδεις παράγοντες της πράξης της βούλησης· νομίζαμε πως τουλάχιστον εδώ συλλαμβάναμε την αιτιότητα επ' αυτοφώρω.
Επίσης, κανένας δεν αμφέβαλλε ότι όλα τα antecedentia [προγενέστερα] μιας πράξης, οι αιτίες της, βρίσκονταν στη συνείδηση και ότι θα μπορούσε να τα βρει κανείς εκεί, αν τα αναζητούσε - ως «κίνητρα»: αλλιώς, κανένας δε θα ήταν ελεύθερος να κάνει την πράξη αυτή ούτε θα ήταν υπεύθυνος γι’ αυτήν. Τέλος, ποιος θα αμφισβητούσε το ότι μια σκέψη προκαλείται από κάτι; Το ότι το Εγώ προκαλεί τη σκέψη;...
Από αυτά τα τρία «εσωτερικά γεγονότα», μέσω των οποίων φαινόταν να πιστοποιείται η αυθεντικότητα της αιτιότητας, το πρώτο και το πιο πειστικό είναι εκείνο της βούλησης ως αιτίας· η σύλληψη μιας συνείδησης («πνεύματος») ως αιτίας και αργότερα εκείνη του Εγώ (του «υποκειμένου») ως αιτίας είναι απλώς μεταγενέστερες, καθώς πρώτα εδραιώθηκε η αιτιότητα της βούλησης ως δεδομένη, ως εμπειρία...
Εν τω μεταξύ σκεφτήκαμε τα πράγματα καλύτερα. Σήμερα δεν πιστεύουμε λέξη από όλα αυτά. Ο «εσωτερικός κόσμος» είν' όλο αντιφεγγίσματα κ’ ιριδισμούς - ανάμεσά τους η βούληση. Η βούληση δεν κινεί τίποτα πια, επομένως και τίποτα δεν εξηγεί πια - απλώς συνοδεύει τα συμβάντα· μπορεί ακόμα και να απουσιάζει.
Το λεγόμενο «κίνητρο»: άλλη μία πλάνη. Απλώς ένα επιφανειακό φαινόμενο της συνείδησης, ένα συνοδευτικό στοιχείο της πράξης, το οποίο συγκαλύπτει μάλλον παρά αποκαλύπτει τα antecedentia [προγενέστερα] μιας πράξης.
Και τώρα το Εγώ! Αυτό έχει γίνει μύθος, αποκύημα της φαντασίας, λογοπαίγνιο: έχει πάψει εντελώς να σκέφτεται, να αισθάνεται και να θέλει!... Τι προκύπτει από αυτό; Αιτίες κατά φαντασίαν2! ΔΕΝ υφίστανται! Όλη η δήθεν εμπειρία που τις επιβεβαίωνε πήγε κατά διαόλου! Αυτό προκύπτει! - Είχαμε κάνει υπερβολική κατάχρηση αυτής της «εμπειρίας»· βασιζόμενοι σε αυτήν είχαμε πλάσει τον κόσμο σαν έναν κόσμο αιτιών, σαν έναν κόσμο βούλησης, σαν έναν κόσμο πνευμάτων3.
Η παλαιότερη και μακροβιότερη ψυχολογία ήταν εδώ επί το έργον, δεν έκανε τίποτε άλλο: κάθε συμβάν ήταν γι’ αυτή μια πράξη, κάθε πράξη το αποτέλεσμα μιας βούλησης· ο κόσμος έγινε γι’ αυτή μια πολλαπλότητα δρώντων, ένας δρων (ένα «υποκείμενο») φορτώθηκε κάθε συμβάν.
Ο άνθρωπος πίστευε ακράδαντα σε τούτα τα τρία «εσωτερικά γεγονότα» του: τη Βούληση, το Πνεύμα, το Εγώ· από ΜΕΣΑ του τα πήρε, προβάλλοντάς τα στο κάθετί. Πρώτα, απ' το Εγώ παρήγαγε το ον, το Είναι· έπειτα, όρισε τα «πράγματα» ως υπαρκτά, ως οντότητες ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ του, νοώντας το Εγώ ως αιτία. Ε, και μετά, όποια πέτρα σήκωνε, ξαναέβρισκε μες στα πράγματα ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΙΟΜΙΣΜΑΤΑ.4 Εύλογο!
Επαναλαμβάνω: ακόμα κ' η λέξη «πράγμα» αντικατοπτρίζει την πίστη μας στο Εγώ-αιτία... Και στο προσφιλές σας Άτομον5, αγαπητοί μηχανοκράτες και φυσικοί, πόση πλάνη ακόμα και σ’ αυτό, πόσα και πόσα υπολείμματα ατελούς ψυχολογίας εκεί μέσα!
Για να μη μιλήσω για το «πράγμα καθ’ εαυτό»6, για το horrendum pudendum7 [επαίσχυντο πράγμα] των μεταφυσικών! Η πλάνη να συγχέουμε το πνεύμα ως αιτία με την πραγματικότητα! Και να την ανάγουμε σε μέτρο της πραγματικότητας! Και να την αποκαλούμε Θεό!
------------------------------
1.“Inneren Thatsachen” στο πρωτότυπο. Εννοεί τον «ψυχικό μας κόσμο». Βλ. και περί «ηθικών γεγονότων» (moralische Thatsachen). Γεγονότα που «υπακούουν» σε αιτίες «υπερβατικές», καθοδηγούμενα υπό του «θείου δακτύλου». Κατά Νίτσε: «ηθική τάξη πραγμάτων.» Πρβλ Αντίχριστο, 49 [KSA, VI, 228,28-33]: Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης [] θεωρούνται [] «ηθικές» συνέπειες (ανταμοιβή, τιμωρία), τότε κάθε προϋπόθεση για Γνώση καταστρέφεται.
2. “Geistige Ursache” στο πρωτότυπο. Έκφραση σύστοιχη των «πλασμάτων του νου» (fictions), των φανταστικών αιτιών (imaginare Ursache). Πρβλ και Αντίχριστο 39,137 [KSA, VI, 212,4] – όπου ο Νίτσε διακρίνει αφ’ ενός τι εισπράττει η συνείδηση, τι δέχεται ο νους ως «αλήθεια» (παραδοχές, βεβαιότητες, πίστεις), κι αφ’ ετέρου τι πράγματι συμβαίνει κάτω απ’ την «επιφάνεια» της συνείδησης στο πεδίο των ενστίκτων.
3. Υπαινιγμός στον Σοπενχάουερ, ο οποίος στο έργο του Die Welt als Wille und Vorstellung, ίί, 16 γράφει ότι ο κόσμος των εννοιών είναι ένας κόσμος πνευμάτων προσιτός μόνο στον ανθρώπινο νου.
4. Υπαινιγμός περί Κάντ, ο όποιος στον Πρόλογο της β' έκδ. της Κριτικής του καθαρού Λόγου έγραφε ότι ο άνθρωπος, για νάχει βέβαιη a priori γνώση, δεν πρέπει να βάλει τίποτε άλλο στο εκάστοτε υπό εξέτασιν αντικείμενο· αρκούν όσες ιδιότητες συνάγονται διά του ορισμού αυτής τούτης της έννοιας του (...er, um sicker etwas a priori zu wissen, er der Sache nichts beilegen musse, aΙs was aus dem notwendig folgte, was er seinem Begriffe gemab selbst in sie gelegt hat).
5. Πρβλ Λυκόφως, «Ο 'Λόγος' στη φιλοσοφία». Γι’ άλλη μια φορά, ο Νίτσε βάλλει κατά της πίστης σε «πρωταρχικές ουσίες» και, συγκεκριμένα, στο «απειροελάχιστο σβωλαράκι-Άτομον, το τελευταίο τάχα στερεό θεμέλιο της γης» (Πέρα από το Καλό και το Κακό, 12 [KSA, VI. 26]). Βλ. Gori, Boscouich, 8· Παράρτημα II.
Με τη δημοκρίτεια έννοια: ο αδιάσπαστος, ανώλεθρος δομικός λίθος του Κόσμου· - με αιχμές σαφώς κατά της «ψυχής» ως άτμητης μονάδας. Εδώ απορρίπτεται το όποιο μεταφυσικό «παραθυράκι» της προσωπικής αθανασίας και κάθε λογής κολακείας ή ματαιοδοξίας που θαρρεί πως παραβιάζει ως και τους νόμους της Φύσης (Αντίχριστος, 43 [KSA, VI, 217,7-24]- Παράρτημα II: «Μηχανική Φυσική, Λογική και Μαθηματικά), ενώ το βάρος πέφτει στο βιολογικό συνεχές (ή μια, συνεχής κι ακέραια Διαδρομή Άνθρωπος).
Ήτοι: ένα άλλου είδους «υποκείμενο». H[Και, πάντως, είναι άλλο ένα «νοησιοκρατικό» εύρημα... Πρβλ, αντίστοιχα, τα του Vaihinger, στην περίφημη Φιλοσοφία του αls ob (= ωσανεί), σύμφωνα με την οποία όλοι οι τομείς του Επιστητού ερείδονται πάνω σε τέτοιου είδους «νοησιοκρατικά ευρήματα». Βλ. Παράρτημα II· Πίνακα όρων, «Γνωσιολογία».]
6. “Ding an sich” στο πρωτότυπο: το επέκεινα της εμπειρίας. Ο μεγάλος Πρώσος φιλόσοφος Ιμάνουελ Καντ (1724- 1804) ήταν μόνιμος στόχος των επιθέσεων του Νίτσε. Ο υπαινιγμός εδώ είναι στη διάκριση του Καντ (στην Κριτική του καθαρού Λόγου) ανάμεσα στον «φαινομενικό» κόσμο των φαινομένων, που είναι ο μόνος που μπορούμε να συλλάβουμε με την αισθητηριακή αντίληψή μας, και στον «νοούμενο» κόσμο του «πράγματος καθ’ εαυτού». Βλ. Λυκόφως, «Ακροβολισμοί ενός άκαιρου», 29· επίσης: Αντίχριστος, υ. 96.
Η θεωρία των δέκα «κατηγοριών» ή «κλάσεων» του Είναι διατυπώθηκε πρώτα από τον Αριστοτέλη· στη φιλοσοφία του Καντ, οι «κατηγορίες» είναι οι μορφές που επιβάλλει η διάνοια στις αισθητηριακές αντιλήψεις στον χώρο και τον χρόνο: μέσω αυτών των κατηγοριών, αυτό που θα ήταν σε άλλη περίπτωση αισθήσεις ασύνδετες μεταξύ τους γίνεται συστηματικά συνδεδεμένος κόσμος. Από την ύπαρξη των κατηγοριών, ο Καντ παράγει την ύπαρξη των «πραγμάτων καθ’ εαυτών»: τα αντικείμενα που αντιλαμβανόμαστε κάτω από τις μορφές των κατηγοριών πρέπει, όπως λέει αυτός, να έχουν κάποια ύπαρξη έξω απ’ αυτές τις μορφές, προκειμένου να μπορέσουν να τεθούν πάνω τους αυτές. Βλ. Κριτική του καθαρού Λόγου, 1781.
7. ΔΗ Λατινικά στο πρωτότυπο. Σε κάπως ελεύθερη απόδοση: τα φρικιαστικά αχαμνά, τ’ άθλια αιδοία, τη γύμνια των Μεταφυσικών. Η έκφραση αυτή του Νίτσε θυμίζει το αντίστοιχο του Seidler για κάποιον «ζηλωτή» φιλόλογο της εποχής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Δημήτριος Βερναρδάκης, στη μνημειώδη έκδοση του -της Ηλέκτρας- του Ευριπίδη (Δράματα, Γ', εν Αθήνησιν, 1903, 425: «...Ο Σείδλερ λέγει, όχι άνευ ειρωνείας τινός, ότι ο Εάθ εισήγαγε “το μόριόν του”...»)!
Friedrich Nietzsche, Οι τέσσερις μεγάλες πλάνες
Επίσης, κανένας δεν αμφέβαλλε ότι όλα τα antecedentia [προγενέστερα] μιας πράξης, οι αιτίες της, βρίσκονταν στη συνείδηση και ότι θα μπορούσε να τα βρει κανείς εκεί, αν τα αναζητούσε - ως «κίνητρα»: αλλιώς, κανένας δε θα ήταν ελεύθερος να κάνει την πράξη αυτή ούτε θα ήταν υπεύθυνος γι’ αυτήν. Τέλος, ποιος θα αμφισβητούσε το ότι μια σκέψη προκαλείται από κάτι; Το ότι το Εγώ προκαλεί τη σκέψη;...
Από αυτά τα τρία «εσωτερικά γεγονότα», μέσω των οποίων φαινόταν να πιστοποιείται η αυθεντικότητα της αιτιότητας, το πρώτο και το πιο πειστικό είναι εκείνο της βούλησης ως αιτίας· η σύλληψη μιας συνείδησης («πνεύματος») ως αιτίας και αργότερα εκείνη του Εγώ (του «υποκειμένου») ως αιτίας είναι απλώς μεταγενέστερες, καθώς πρώτα εδραιώθηκε η αιτιότητα της βούλησης ως δεδομένη, ως εμπειρία...
Εν τω μεταξύ σκεφτήκαμε τα πράγματα καλύτερα. Σήμερα δεν πιστεύουμε λέξη από όλα αυτά. Ο «εσωτερικός κόσμος» είν' όλο αντιφεγγίσματα κ’ ιριδισμούς - ανάμεσά τους η βούληση. Η βούληση δεν κινεί τίποτα πια, επομένως και τίποτα δεν εξηγεί πια - απλώς συνοδεύει τα συμβάντα· μπορεί ακόμα και να απουσιάζει.
Το λεγόμενο «κίνητρο»: άλλη μία πλάνη. Απλώς ένα επιφανειακό φαινόμενο της συνείδησης, ένα συνοδευτικό στοιχείο της πράξης, το οποίο συγκαλύπτει μάλλον παρά αποκαλύπτει τα antecedentia [προγενέστερα] μιας πράξης.
Και τώρα το Εγώ! Αυτό έχει γίνει μύθος, αποκύημα της φαντασίας, λογοπαίγνιο: έχει πάψει εντελώς να σκέφτεται, να αισθάνεται και να θέλει!... Τι προκύπτει από αυτό; Αιτίες κατά φαντασίαν2! ΔΕΝ υφίστανται! Όλη η δήθεν εμπειρία που τις επιβεβαίωνε πήγε κατά διαόλου! Αυτό προκύπτει! - Είχαμε κάνει υπερβολική κατάχρηση αυτής της «εμπειρίας»· βασιζόμενοι σε αυτήν είχαμε πλάσει τον κόσμο σαν έναν κόσμο αιτιών, σαν έναν κόσμο βούλησης, σαν έναν κόσμο πνευμάτων3.
Η παλαιότερη και μακροβιότερη ψυχολογία ήταν εδώ επί το έργον, δεν έκανε τίποτε άλλο: κάθε συμβάν ήταν γι’ αυτή μια πράξη, κάθε πράξη το αποτέλεσμα μιας βούλησης· ο κόσμος έγινε γι’ αυτή μια πολλαπλότητα δρώντων, ένας δρων (ένα «υποκείμενο») φορτώθηκε κάθε συμβάν.
Ο άνθρωπος πίστευε ακράδαντα σε τούτα τα τρία «εσωτερικά γεγονότα» του: τη Βούληση, το Πνεύμα, το Εγώ· από ΜΕΣΑ του τα πήρε, προβάλλοντάς τα στο κάθετί. Πρώτα, απ' το Εγώ παρήγαγε το ον, το Είναι· έπειτα, όρισε τα «πράγματα» ως υπαρκτά, ως οντότητες ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ του, νοώντας το Εγώ ως αιτία. Ε, και μετά, όποια πέτρα σήκωνε, ξαναέβρισκε μες στα πράγματα ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΓΙΟΜΙΣΜΑΤΑ.4 Εύλογο!
Επαναλαμβάνω: ακόμα κ' η λέξη «πράγμα» αντικατοπτρίζει την πίστη μας στο Εγώ-αιτία... Και στο προσφιλές σας Άτομον5, αγαπητοί μηχανοκράτες και φυσικοί, πόση πλάνη ακόμα και σ’ αυτό, πόσα και πόσα υπολείμματα ατελούς ψυχολογίας εκεί μέσα!
Για να μη μιλήσω για το «πράγμα καθ’ εαυτό»6, για το horrendum pudendum7 [επαίσχυντο πράγμα] των μεταφυσικών! Η πλάνη να συγχέουμε το πνεύμα ως αιτία με την πραγματικότητα! Και να την ανάγουμε σε μέτρο της πραγματικότητας! Και να την αποκαλούμε Θεό!
------------------------------
1.“Inneren Thatsachen” στο πρωτότυπο. Εννοεί τον «ψυχικό μας κόσμο». Βλ. και περί «ηθικών γεγονότων» (moralische Thatsachen). Γεγονότα που «υπακούουν» σε αιτίες «υπερβατικές», καθοδηγούμενα υπό του «θείου δακτύλου». Κατά Νίτσε: «ηθική τάξη πραγμάτων.» Πρβλ Αντίχριστο, 49 [KSA, VI, 228,28-33]: Όταν οι φυσικές συνέπειες μιας πράξης [] θεωρούνται [] «ηθικές» συνέπειες (ανταμοιβή, τιμωρία), τότε κάθε προϋπόθεση για Γνώση καταστρέφεται.
2. “Geistige Ursache” στο πρωτότυπο. Έκφραση σύστοιχη των «πλασμάτων του νου» (fictions), των φανταστικών αιτιών (imaginare Ursache). Πρβλ και Αντίχριστο 39,137 [KSA, VI, 212,4] – όπου ο Νίτσε διακρίνει αφ’ ενός τι εισπράττει η συνείδηση, τι δέχεται ο νους ως «αλήθεια» (παραδοχές, βεβαιότητες, πίστεις), κι αφ’ ετέρου τι πράγματι συμβαίνει κάτω απ’ την «επιφάνεια» της συνείδησης στο πεδίο των ενστίκτων.
3. Υπαινιγμός στον Σοπενχάουερ, ο οποίος στο έργο του Die Welt als Wille und Vorstellung, ίί, 16 γράφει ότι ο κόσμος των εννοιών είναι ένας κόσμος πνευμάτων προσιτός μόνο στον ανθρώπινο νου.
4. Υπαινιγμός περί Κάντ, ο όποιος στον Πρόλογο της β' έκδ. της Κριτικής του καθαρού Λόγου έγραφε ότι ο άνθρωπος, για νάχει βέβαιη a priori γνώση, δεν πρέπει να βάλει τίποτε άλλο στο εκάστοτε υπό εξέτασιν αντικείμενο· αρκούν όσες ιδιότητες συνάγονται διά του ορισμού αυτής τούτης της έννοιας του (...er, um sicker etwas a priori zu wissen, er der Sache nichts beilegen musse, aΙs was aus dem notwendig folgte, was er seinem Begriffe gemab selbst in sie gelegt hat).
5. Πρβλ Λυκόφως, «Ο 'Λόγος' στη φιλοσοφία». Γι’ άλλη μια φορά, ο Νίτσε βάλλει κατά της πίστης σε «πρωταρχικές ουσίες» και, συγκεκριμένα, στο «απειροελάχιστο σβωλαράκι-Άτομον, το τελευταίο τάχα στερεό θεμέλιο της γης» (Πέρα από το Καλό και το Κακό, 12 [KSA, VI. 26]). Βλ. Gori, Boscouich, 8· Παράρτημα II.
Με τη δημοκρίτεια έννοια: ο αδιάσπαστος, ανώλεθρος δομικός λίθος του Κόσμου· - με αιχμές σαφώς κατά της «ψυχής» ως άτμητης μονάδας. Εδώ απορρίπτεται το όποιο μεταφυσικό «παραθυράκι» της προσωπικής αθανασίας και κάθε λογής κολακείας ή ματαιοδοξίας που θαρρεί πως παραβιάζει ως και τους νόμους της Φύσης (Αντίχριστος, 43 [KSA, VI, 217,7-24]- Παράρτημα II: «Μηχανική Φυσική, Λογική και Μαθηματικά), ενώ το βάρος πέφτει στο βιολογικό συνεχές (ή μια, συνεχής κι ακέραια Διαδρομή Άνθρωπος).
Ήτοι: ένα άλλου είδους «υποκείμενο». H[Και, πάντως, είναι άλλο ένα «νοησιοκρατικό» εύρημα... Πρβλ, αντίστοιχα, τα του Vaihinger, στην περίφημη Φιλοσοφία του αls ob (= ωσανεί), σύμφωνα με την οποία όλοι οι τομείς του Επιστητού ερείδονται πάνω σε τέτοιου είδους «νοησιοκρατικά ευρήματα». Βλ. Παράρτημα II· Πίνακα όρων, «Γνωσιολογία».]
6. “Ding an sich” στο πρωτότυπο: το επέκεινα της εμπειρίας. Ο μεγάλος Πρώσος φιλόσοφος Ιμάνουελ Καντ (1724- 1804) ήταν μόνιμος στόχος των επιθέσεων του Νίτσε. Ο υπαινιγμός εδώ είναι στη διάκριση του Καντ (στην Κριτική του καθαρού Λόγου) ανάμεσα στον «φαινομενικό» κόσμο των φαινομένων, που είναι ο μόνος που μπορούμε να συλλάβουμε με την αισθητηριακή αντίληψή μας, και στον «νοούμενο» κόσμο του «πράγματος καθ’ εαυτού». Βλ. Λυκόφως, «Ακροβολισμοί ενός άκαιρου», 29· επίσης: Αντίχριστος, υ. 96.
Η θεωρία των δέκα «κατηγοριών» ή «κλάσεων» του Είναι διατυπώθηκε πρώτα από τον Αριστοτέλη· στη φιλοσοφία του Καντ, οι «κατηγορίες» είναι οι μορφές που επιβάλλει η διάνοια στις αισθητηριακές αντιλήψεις στον χώρο και τον χρόνο: μέσω αυτών των κατηγοριών, αυτό που θα ήταν σε άλλη περίπτωση αισθήσεις ασύνδετες μεταξύ τους γίνεται συστηματικά συνδεδεμένος κόσμος. Από την ύπαρξη των κατηγοριών, ο Καντ παράγει την ύπαρξη των «πραγμάτων καθ’ εαυτών»: τα αντικείμενα που αντιλαμβανόμαστε κάτω από τις μορφές των κατηγοριών πρέπει, όπως λέει αυτός, να έχουν κάποια ύπαρξη έξω απ’ αυτές τις μορφές, προκειμένου να μπορέσουν να τεθούν πάνω τους αυτές. Βλ. Κριτική του καθαρού Λόγου, 1781.
7. ΔΗ Λατινικά στο πρωτότυπο. Σε κάπως ελεύθερη απόδοση: τα φρικιαστικά αχαμνά, τ’ άθλια αιδοία, τη γύμνια των Μεταφυσικών. Η έκφραση αυτή του Νίτσε θυμίζει το αντίστοιχο του Seidler για κάποιον «ζηλωτή» φιλόλογο της εποχής, όπως χαρακτηριστικά γράφει ο Δημήτριος Βερναρδάκης, στη μνημειώδη έκδοση του -της Ηλέκτρας- του Ευριπίδη (Δράματα, Γ', εν Αθήνησιν, 1903, 425: «...Ο Σείδλερ λέγει, όχι άνευ ειρωνείας τινός, ότι ο Εάθ εισήγαγε “το μόριόν του”...»)!
Friedrich Nietzsche, Οι τέσσερις μεγάλες πλάνες
Να τους ακούς όλους, αλλά να μην ακολουθείς κανέναν στα τυφλά
«Να τους ακούς όλους, να παίρνεις ένα πούπουλο από κάθε χήνα που περνάει, αλλά να μην ακολουθείς κανέναν στα τυφλά». Κινέζικη παροιμία
Για τον Κομφούκιο, η καθαρή σκέψη και η καλή ηγεσία πηγαίνουν χέρι χέρι. Κύριο στοιχείο της καθαρής σκέψης, όπως πιστεύει, είναι αυτό που αποκαλεί ορθή χρήση των ονομάτων – των λέξεων που χρησιμοποιούμε για να καταδείξουμε αντικείμενα της σκέψης, όπως είναι οι λέξεις με τις οποίες ξέρουμε, αναφερόμαστε ή απευθυνόμαστε σε ένα πρόσωπο, ζώο, τόπο ή πράγμα. Όμως ο Κομφούκιος δεν προτρέπει να παλεύουμε για την ακρίβεια χάριν μόνο της ακρίβειας. Αυτό που επιδιώκει είναι η διαύγεια της έκφρασης, όχι η σχολαστική ακρίβεια. «Αρκεί», λέει, «να μεταδίδει το νόημα η γλώσσα που χρησιμοποιείς» (15:41). Ουσιαστικά, είναι ένας πρακτικός στοχαστής.
Ο Τσι-λου είπε: «Αν ο Άρχοντας του Γουέι σου άφηνε τη διοίκηση (τσεγκ) του κράτους του, τι θα έκανες πρώτα;».
Ο Δάσκαλος είπε: «Αν κάτι πρέπει να γίνει πρώτα, αυτό είναι, ίσως, η επανόρθωση (τσεγκ) των ονομάτων». (Οι δύο χρήσεις της λέξης τσεγκ στα κινέζικα διακρίνονται μόνο από τον τονισμό τους.)
Ο Τσι-λου είπε: « Έτσι, ε; Από δω το πας και από κει το φέρνεις! Γιατί αναφέρεις την επανόρθωση;».
Ο Δάσκαλος είπε: «Όταν τα ονόματα δεν είναι σωστά, αυτό που λέγεται δεν θα φαίνεται λογικό· όταν αυτό που λέγεται δεν θα φαίνεται λογικό, τότε οι δουλειές δεν θα καταλήξουν σε επιτυχία… Έτσι, όταν ο ευγενής κύριος ονοματίζει κάτι, το όνομα σίγουρα θα είναι αξιοποιήσιμο στον λόγο, και όταν λέει κάτι, σίγουρα αυτό θα είναι εφαρμόσιμο. Το θέμα με τους ευγενείς κυρίους είναι ότι στο ζήτημα της ομιλίας είναι κάθε άλλο παρά τσαπατσούληδες».* (13:3)
Ακολουθώντας αυτή την καθοδήγηση του Δασκάλου, πρέπει να είμαστε εξαρχής σαφείς για το τι σημαίνουν στα αγγλικά οι λέξεις ηγέτης, ηγούμαι και ηγεσία.
* Συγκρίνετε μ’ αυτό τα λόγια που αποδίδει ο Πλάτωνας στον Σωκράτη στον Φαίδρο: «Να είσαι βέβαιος, αγαπητέ Κρίτωνα, ότι η ανακριβής γλώσσα όχι μόνο είναι λανθασμένη από μόνη της, αλλά επίσης ότι φέρνει το κακό στις ψυχές των ανθρώπων».
Όπως θα δούμε, η αστοχία στο πρώτο αυτό βήμα έχει προκαλέσει μεγάλη σύγχυση μεταξύ πολλών σύγχρονων συγγραφέων για το ζήτημα της ηγεσίας – ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον μεγαλύτερο εκδότη τέτοιων βιβλίων παγκοσμίως.
Απ’ όσο ξέρω, αυτές οι αγγλικές λέξεις δεν είχαν αντίστοιχες στα κινέζικα όπως τα έγραφαν και τα μιλούσαν πριν από 2.500 χρόνια. Στη σύγχρονη κινέζικη γλώσσα υπάρχουν λέξεις για τον ηγέτη και την ηγεσία, αλλά οι εικόνες που τους αντιστοιχούν δεν συνδέονται με εκείνες που δίνουν στις αγγλικές αντίστοιχές τους το χαρακτηριστικό και αναγνωρίσιμο νόημά τους.
Οι γλώσσες φυσικά δανείζονται λέξεις η μία από την άλλη. Στην πλειονότητά τους οι αγγλικές λέξεις που πάρθηκαν από τα κινέζικα είναι συνηθισμένα δάνεια με φυσιολογική φωνητική προσαρμογή, όπως το chop-suey, τσοπ-σουί (από την καντονέζικη λέξη tsap- sui, που σημαίνει ποικιλία από μικρά κομμάτια). Όμως η έκφραση σώζω πρόσωπο (saving face, σώζω τα προ- σχήματα), που έχει εδραιωθεί τόσο βαθιά στο αγγλικό λεξιλόγιο ώστε ο μέσος Άγγλος να μην έχει την παραμικρή ιδέα για την κινέζικη καταγωγή της, δεν είναι ένα απλό δάνειο. Καλύπτει ένα πραγματικό κενό στην αγγλική γλώσσα, όπως ακριβώς και η γαλλική λέξη- δάνειο morale, ηθικό.
Τα τελευταία είκοσι ή τριάντα χρόνια, άλλες γλώσσες, που –όπως και τα κινέζικα– δεν έχουν δικό τους αντίστοιχο της αγγλικής λέξης ηγέτης, έκαναν το προφανές. Τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα πολωνικά, τα φινλανδικά και τα γιαπωνέζικα, παραδείγματος χάριν, εισήγαγαν διακριτικά στα δικά τους λεξικά τη λέξη ηγέτης.
Παρόλο που ο Κομφούκιος δεν είχε την αντίστοιχη λέξη, σίγουρα κατείχε την έννοια ενός γενικού ρόλου στις ανθρώπινες υποθέσεις που αφορούσε την καθοδήγηση, έννοια που ήταν διακριτή από τους πιο εξειδικευμένους ρόλους, λειτουργίες, τέχνες και επαγγέλματα της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων.
Ο Κομφούκιος συσχετίζει αυτόν τον ανώνυμο γενικευμένο ρόλο με το να είναι κανείς ένας «ευγενής κύριος». Όταν ο ευγενής κύριος δεν καταγινόταν με τη μελέτη ή τους στοχασμούς (τις μόνες άλλες αποδεκτές ενασχολήσεις), συνεισέφερε στην κοινωνία με αυτόν τον τρόπο.
Η κινέζικη λέξη τζιντσί που συνήθως μεταφράζεται στα αγγλικά ως ευγενής κύριος, αρχικά αναφερόταν στον γιο ενός κυβερνήτη (τζιν σημαίνει κυβερνήτης· τσι σημαίνει γιος), επομένως σε κάποιον που προορίζεται να γίνει άνθρωπος με εξουσία. Το τζιν αρχικά σήμαινε τον ηγεμόνα αρχαίου κράτους, τον κυβερνήτη ή τον άρχοντά του. Παραδοσιακά, ο πρωτότοκος γιος του άρχοντα μορφωνόταν και εκπαιδευόταν σύμφωνα με τα ανώτατα όρια γνώσης και ηθικής. Ήταν λοιπόν το ανώτατο πρότυπο ηθικής για τους άλλους. Η λέξη τζιντσί επομένως άρχισε να χρησιμοποιείται για τους ανθρώπους που έχουν έντιμα χαρακτηριστικά και επιτεύγματα, τους πολιτισμένους ανθρώπους με υψηλές ηθικές αρχές.
Αργότερα, το τζιντσί απέκτησε ακόμα πιο ευρεία έννοια, όπως καλός άνθρωπος ή καλός σύζυγος. Όμως στον καιρό του Κομφούκιου, ο όρος ευγενής κύριος –όπως και στα αγγλικά το τζέντλεμαν– άρχισε να χρησιμοποιείται με ευρύτερη πολιτισμική έννοια, σημαίνοντας τον πολιτισμένο και ηθικό άνθρωπο. Ωστόσο, είχε χάσει τα συνδηλούμενα του ανθρώπου που ήταν ψηλότερα από τους άλλους εξαιτίας των προσωπικών ιδιοτήτων του, του ανθρώπου που γι’ αυτόν τον λόγο είναι κατάλληλος για ηγέτης και πρότυπο της καλύτερης συμπεριφοράς για όλους τους υπόλοιπους.
Εκτός από τους άρχοντες και τους γιους τους, στην αρχαία Κίνα υπήρχε μια τάξη ανθρώπων που αποτελούσε αυτό που στην Αγγλία θα αποκαλούνταν gentry (μικρή αριστοκρατία, ανώτερη τάξη χωρίς τίτλους ευγενείας). Συνήθως οι άνθρωποι αυτοί προέρχονταν από οικογένειες που είχαν αποκτήσει την τιμή να έχουν επώνυμο –ο Κομφούκιος προερχόταν από την οικογένεια Κογκ– και ήταν επιλέξιμοι για να αναλάβουν θέση στις ανώτερες γραφειοκρατικές ή στρατιωτικές ιεραρχίες των κρατών τους. Όλοι αυτοί συνολικά, ισχυριζόταν ο Κομφούκιος, προορίζονταν να συμβάλλουν στην κατεύθυνση και στον έλεγχο της κοινωνίας.
Στην αρχαία Κίνα, ένας εξαιρετικά συγκεκριμένος ρόλος στην κοινωνία –ή το άτομο που τον εκτελούσε– ήταν γνωστός ως σκεύος. Είναι μια μεταφορά που άντλησαν οι Κινέζοι από την καθημερινή ζωή: τα σκεύη είναι δοχεία με κοιλότητα, σχεδιασμένα για να χωρούν υγρά, όπως οι κανάτες, οι κούπες, τα κατσαρολικά, τα μπουκάλια και τα πιάτα. Τα σκεύη που χρησιμοποιούνταν σε θυσιαστικές τελετές στους ναούς συχνά ήταν κατασκευασμένα από νεφρίτη, μια πολύ σκληρή πέτρα συνήθως πράσινου χρώματος:
Ο Τσι-κογκ ρώτησε: «Τι γνώμη έχεις για μένα;».
Ο Δάσκαλος είπε: «Είσαι ένα σκεύος».
«Τι είδους σκεύος;»
«Θυσιαστικό σκεύος». (5:4)
Παρεμπιπτόντως, η προφανής ερμηνεία εδώ, ότι ο Κομφούκιος έκρινε πως ο Τσι-κογκ, λόγω ενδιαφερόντων, ικανοτήτων και ψυχοσύνθεσης, ήταν κατάλληλος για ιερέας σε έναν από τους μεγάλους ναούς του κράτους, δεν μπορεί να είναι ορθή. Διότι ξέρουμε πως ο Τσι-κογκ, που τον έχουμε ήδη γνωρίσει στην Εισαγωγή, δεν έγινε ιερέας. Μάλιστα ήταν ένας από τους τρεις πιο γνωστούς μαθητές του Κομφούκιου που έζησαν και μετά τον θάνατο του Δασκάλου. Στη συνέχεια είχε διακεκριμένη καριέρα ως διπλωμάτης και έμπορος. Αποκαλώντας τον εδώ «θυσιαστικό σκεύος», νομίζω ότι ο Κομφούκιος μάλλον εννοούσε ότι ο Τσι-κογκ –όπως και ο ίδιος ο Κομφούκιος– είχε κληθεί από τον Ουρανό (ή έμοιαζε να είχε κληθεί από τον Ουρανό) για να γίνει αυτό που ο Ουίλιαμ Γουόρντσγουορθ αποκαλούσε «αφοσιωμένο πνεύμα», άνθρωπος προορισμένος για έναν ανώτερο σκοπό ή ένα ξεχωριστό πεπρωμένο.
Ο ηγέτης ή ο ευγενής κύριος δεν είναι σκεύος με την έννοια ότι είναι περιορισμένος σε μια άκρως εξειδικευμένη λειτουργία, όπως αποσαφηνίζει ο Κομφούκιος (2:12). Ενδιαφέρον όμως είναι ότι ακόμα και εκείνους τους καιρούς οι άνθρωποι απολάμβαναν μεγάλη εκτίμηση μόνο όταν είχαν κάποια εξειδικευμένη γνώση ή δεξιότητα, όπως ένας σπουδαίος χτίστης σπιτιών ή ένας μουσικός. Χάρη σ’ αυτή την επαγγελματική δεξιότητά τους, αποκτούσαν καλό όνομα, και ενίοτε φήμη, και δίχως αυτήν οι γείτονες δεν τους είχαν σε υπόληψη. Όταν ένας γείτονας του Κομφούκιου του επισήμανε πως δεν είχε τέτοια φήμη, ο Δάσκαλος αποκρίθηκε με αρκετό χιούμορ:
Κάποιος από ένα χωριό του Τα Σιάγκ είπε: «Είναι πράγματι σπουδαίος ο Κομφούκιος! Είναι ευρυμαθής, όμως δεν έκανε όνομα σε καμία τέχνη». Ο Δάσκαλος, ακούγοντάς το, είπε στους μαθητές του: «Πού θα έπρεπε να γίνω πιο επιδέξιος; Στην οδήγηση άμαξας; Ή μήπως στην τοξοβολία; Νομίζω ότι θα προ- τιμήσω την οδήγηση άμαξας». (9:2)
Ο Κομφούκιος, όπως φαίνεται, ήταν πρακτικός άνθρωπος όσον αφορά τα είδη των χειρωνακτικών εργασιών που έκαναν οι υπηρέτες στο σπίτι ή στα χωράφια. Να γιατί είχε αποκτήσει αυτές τις δεξιότητες, όπως εξήγησε κάποτε στον Τσι-κογκ: «Είχα ταπεινή θέση όταν ήμουν νέος». Όμως αυτό στη δική του περίπτωση συνέβαινε απλώς κατά λάθος· δεν περίμενε από όλους τους ευγενείς κυρίους να έχουν τις ίδιες ικανότητες.
«Μήπως θα έπρεπε ένας ευγενής κύριος να είναι επιδέξιος σε πολλά πράγματα; Όχι, κάθε άλλο». (9:9) Ο ίδιος προσωπικά «δεν είχα αποδείξει ποτέ την αξία μου σε κάποιο αξίωμα» – με άλλα λόγια, δεν είχε κάνει όνομα ως ειδικός στη διακυβέρνηση: «Να γιατί δεν είμαι ειδήμων σε κάποιον συγκεκριμένο κλάδο». (9:7)
Η χαρακτηριστική χρήση της λέξης σκεύος με την έννοια του ειδικού βρίσκεται επίσης στο Τάο τε Τσινγκ (Βίβλος της Καλής και Φυσικής Οδού), το βασικό ταοϊστικό κείμενο που αποδίδεται στον Λάο Τσε, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ο ιδρυτής του ταοϊσμού. Το Τάο τε Τσινγκ θεωρείται ότι αρχικά είχε γραφτεί ως οδηγός για να γίνουν οι κυβερνήτες σοφοί (με αυτή τη λέξη ο Λάο Τσε εννοούσε τον πραγματικά άριστο ηγέτη) και αποτελεί την κλασική εισαγωγή στο Τάο (την Οδό), μια έννοια που ήταν ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των Κινέζων στοχαστών εκείνης της εποχής, του Κομφούκιου συμπεριλαμβανομένου.
Υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες κατά πόσον ο Δάσκαλος Λάο (που σημαίνει ηλικιωμένος) είχε υπάρξει ποτέ ως πραγματικό πρόσωπο, ή αν, αντιθέτως, ήταν η προσωποποίηση μιας παράδοσης. Είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο, είναι σαφές ότι ο Κομφούκιος είχε πολλά κοινά με τον Λάο Τσε. Έτσι λοιπόν υπάρχει τουλάχιστον μια ποιητική αλήθεια στον αρχαίο θρύλο που λέει πως, όταν ο Κομφούκιος ήταν νέος, έκανε ένα μακρύ ταξίδι για να γνωρίσει τον Λάο Τσε και να διδαχθεί από αυτόν σχετικά με τη σωστή εκτέλεση των τελετουργιών.
Ο Λάο Τσε ισχυρίζεται πως αντίθετα από τα σκεύη –τις συγκεκριμένες λειτουργίες εργασίας που έχουν ονόματα, όπως οι διάφορες τέχνες και τα επαγγέλματα– ο ρόλος του κυβερνήτη είναι υπεράνω κατηγοριών, ή δίχως όνομα. Τον συγκρίνει με ένα κομμάτι ασμίλευτου νεφρίτη κομμένου από ένα λατομείο που επίσης δεν έχει όνομα.
Παρομοίως, και η ίδια η Οδός –την οποία ο σοφός ακολουθεί και εκπροσωπεί– είναι επίσης ανώνυμη. Γιατί ένα όνομα στην ταοϊστική σκέψη είναι πάντα το όνομα ενός συγκεκριμένου πράγματος· διακρίνει το ένα πράγμα από το άλλο. Όμως η Οδός δεν έχει όρια και σύνορα. Επομένως, δίνοντας στην Οδό ένα όνομα –ή ένα σύνολο ονομάτων–, θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να την περιορίσουμε στο επίπεδο των ασυνείδητων υποθέσεών μας σε μία λειτουργία, ή ένα είδος δουλειάς, και όχι σε μία άλλη. Σαν τον άνεμο, η Οδός δεν σέβεται ούτε ορισμούς ούτε όρια. Ούτε κι έχει την αυτοσυνείδηση που προέρχεται από το να έχεις όνομα, πόσο μάλλον φήμη.
Όπως έχουμε δει, η εξειδικευμένη εμπειρία στις λειτουργίες με όνομα συνήθως φέρνει τιμή και δόξα στον άνθρωπο. Επομένως η Οδός –στερούμενη ονόματος– είναι ουσιαστικά ταπεινή. Σαν το νερό, πάντα κατεβαίνει στο χαμηλότερο επίπεδο όταν είναι σε κατάσταση ηρεμίας. Σε σχέση με τα μυριάδες πλάσματα:
Τους προσφέρει ζωή μα δεν διεκδικεί ιδιοκτησία· τους ωφελεί μα δεν αποσπά ευγνωμοσύνη· είναι ο κηδεμόνας μα δεν ασκεί εξουσία. (51:116)
Ο σοφός, καταλαμβάνοντας έναν γενικότερο ρόλο που δεν έχει όνομα, βασιζόμενος στην ανώνυμη Οδό, παρουσιάζεται ως ένα ον εντελώς ταπεινόφρον σε σχέση με τους ανθρώπους του. Πιο συγκεκριμένα, δεν διεκδικεί από αυτούς την παραμικρή ανταπόδοση ή αναγνώριση. Δίνει ελεύθερα και συνεχώς, όμως δεν περιμένει ανταμοιβή – ούτε καν την ανταμοιβή τού να τον προσέξουν:
Επομένως, σαν το απελέκητο κομμάτι του μάρμαρου, δίχως όνομα και άρα δίχως λόγο να περηφανεύεται, ο πραγματικά άριστος ηγέτης απεικονίζει την πραότητα. Η λέξη πραότητα, humility, προέρχεται από μια λατινική λέξη που έχει τη ρίζα της στο humus – χώμα. Η αντίστοιχη λέξη στα παλιά αγγλικά ήταν «ταπεινότητα»: ο Ιησούς περιγράφει τον εαυτό του στη Βίβλο ως «πτωχό τω πνεύματι», δηλαδή ταπεινό, χωρίς αλαζονεία ή έπαρση. Ίσως υπό αυτή την έννοια ο καλύτερος όρος να είναι «ταπεινόφρων».
Η δικαίως διάσημη έκφραση του εσωτερικού πνεύματος της ταπεινότητας εμφανίζεται στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο του Τάο τε Τσινγκ:
Ο καλύτερος απ’ όλους τους κυβερνήτες δεν είναι παρά μια σκιώδης παρουσία για τους υπηκόους του.
Μετά είναι ο κυβερνήτης που αγαπούν και εγκωμιάζουν.
Μετά έρχεται εκείνος που φοβούνται. Μετά έρχεται εκείνος που (τον απεχθάνονται ή) δεν του δίνουν σημασία.
Αν δεν σεβαστείς και δεν εμπιστευτείς τους ανθρώπους, ούτε κι εκείνοι θα σου δείξουν σεβασμό και εμπιστοσύνη.
(Ο σπουδαίος κυβερνήτης) μετράει τα λόγια του.
Όταν τελειώσει το έργο του και γίνει η δουλειά του, οι άνθρωποι όλοι θα πουν: «Συνέβη τόσο φυσικά».
Το ίδιο πνεύμα –η προθυμία να αφήσεις τον εγωισμό σου στην άκρη– είναι ακόμα δείγμα αριστείας. Όμως δεν ξεπηδά από το γεγονός ότι ο γενικός ρόλος στερείται ονόματος, όπως πίστευαν ο Λάο Τσε και ο Κομφούκιος. Διότι στα αγγλικά ο γενικός ρόλος έχει όντως όνομα: ηγεσία.
Κομφούκιος, Περί ηγεσίας
Για τον Κομφούκιο, η καθαρή σκέψη και η καλή ηγεσία πηγαίνουν χέρι χέρι. Κύριο στοιχείο της καθαρής σκέψης, όπως πιστεύει, είναι αυτό που αποκαλεί ορθή χρήση των ονομάτων – των λέξεων που χρησιμοποιούμε για να καταδείξουμε αντικείμενα της σκέψης, όπως είναι οι λέξεις με τις οποίες ξέρουμε, αναφερόμαστε ή απευθυνόμαστε σε ένα πρόσωπο, ζώο, τόπο ή πράγμα. Όμως ο Κομφούκιος δεν προτρέπει να παλεύουμε για την ακρίβεια χάριν μόνο της ακρίβειας. Αυτό που επιδιώκει είναι η διαύγεια της έκφρασης, όχι η σχολαστική ακρίβεια. «Αρκεί», λέει, «να μεταδίδει το νόημα η γλώσσα που χρησιμοποιείς» (15:41). Ουσιαστικά, είναι ένας πρακτικός στοχαστής.
Ο Τσι-λου είπε: «Αν ο Άρχοντας του Γουέι σου άφηνε τη διοίκηση (τσεγκ) του κράτους του, τι θα έκανες πρώτα;».
Ο Δάσκαλος είπε: «Αν κάτι πρέπει να γίνει πρώτα, αυτό είναι, ίσως, η επανόρθωση (τσεγκ) των ονομάτων». (Οι δύο χρήσεις της λέξης τσεγκ στα κινέζικα διακρίνονται μόνο από τον τονισμό τους.)
Ο Τσι-λου είπε: « Έτσι, ε; Από δω το πας και από κει το φέρνεις! Γιατί αναφέρεις την επανόρθωση;».
Ο Δάσκαλος είπε: «Όταν τα ονόματα δεν είναι σωστά, αυτό που λέγεται δεν θα φαίνεται λογικό· όταν αυτό που λέγεται δεν θα φαίνεται λογικό, τότε οι δουλειές δεν θα καταλήξουν σε επιτυχία… Έτσι, όταν ο ευγενής κύριος ονοματίζει κάτι, το όνομα σίγουρα θα είναι αξιοποιήσιμο στον λόγο, και όταν λέει κάτι, σίγουρα αυτό θα είναι εφαρμόσιμο. Το θέμα με τους ευγενείς κυρίους είναι ότι στο ζήτημα της ομιλίας είναι κάθε άλλο παρά τσαπατσούληδες».* (13:3)
Ακολουθώντας αυτή την καθοδήγηση του Δασκάλου, πρέπει να είμαστε εξαρχής σαφείς για το τι σημαίνουν στα αγγλικά οι λέξεις ηγέτης, ηγούμαι και ηγεσία.
* Συγκρίνετε μ’ αυτό τα λόγια που αποδίδει ο Πλάτωνας στον Σωκράτη στον Φαίδρο: «Να είσαι βέβαιος, αγαπητέ Κρίτωνα, ότι η ανακριβής γλώσσα όχι μόνο είναι λανθασμένη από μόνη της, αλλά επίσης ότι φέρνει το κακό στις ψυχές των ανθρώπων».
Όπως θα δούμε, η αστοχία στο πρώτο αυτό βήμα έχει προκαλέσει μεγάλη σύγχυση μεταξύ πολλών σύγχρονων συγγραφέων για το ζήτημα της ηγεσίας – ειδικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον μεγαλύτερο εκδότη τέτοιων βιβλίων παγκοσμίως.
Απ’ όσο ξέρω, αυτές οι αγγλικές λέξεις δεν είχαν αντίστοιχες στα κινέζικα όπως τα έγραφαν και τα μιλούσαν πριν από 2.500 χρόνια. Στη σύγχρονη κινέζικη γλώσσα υπάρχουν λέξεις για τον ηγέτη και την ηγεσία, αλλά οι εικόνες που τους αντιστοιχούν δεν συνδέονται με εκείνες που δίνουν στις αγγλικές αντίστοιχές τους το χαρακτηριστικό και αναγνωρίσιμο νόημά τους.
Οι γλώσσες φυσικά δανείζονται λέξεις η μία από την άλλη. Στην πλειονότητά τους οι αγγλικές λέξεις που πάρθηκαν από τα κινέζικα είναι συνηθισμένα δάνεια με φυσιολογική φωνητική προσαρμογή, όπως το chop-suey, τσοπ-σουί (από την καντονέζικη λέξη tsap- sui, που σημαίνει ποικιλία από μικρά κομμάτια). Όμως η έκφραση σώζω πρόσωπο (saving face, σώζω τα προ- σχήματα), που έχει εδραιωθεί τόσο βαθιά στο αγγλικό λεξιλόγιο ώστε ο μέσος Άγγλος να μην έχει την παραμικρή ιδέα για την κινέζικη καταγωγή της, δεν είναι ένα απλό δάνειο. Καλύπτει ένα πραγματικό κενό στην αγγλική γλώσσα, όπως ακριβώς και η γαλλική λέξη- δάνειο morale, ηθικό.
Τα τελευταία είκοσι ή τριάντα χρόνια, άλλες γλώσσες, που –όπως και τα κινέζικα– δεν έχουν δικό τους αντίστοιχο της αγγλικής λέξης ηγέτης, έκαναν το προφανές. Τα γαλλικά, τα ισπανικά, τα πολωνικά, τα φινλανδικά και τα γιαπωνέζικα, παραδείγματος χάριν, εισήγαγαν διακριτικά στα δικά τους λεξικά τη λέξη ηγέτης.
Παρόλο που ο Κομφούκιος δεν είχε την αντίστοιχη λέξη, σίγουρα κατείχε την έννοια ενός γενικού ρόλου στις ανθρώπινες υποθέσεις που αφορούσε την καθοδήγηση, έννοια που ήταν διακριτή από τους πιο εξειδικευμένους ρόλους, λειτουργίες, τέχνες και επαγγέλματα της συντριπτικής πλειονότητας των ανθρώπων.
Ο Κομφούκιος συσχετίζει αυτόν τον ανώνυμο γενικευμένο ρόλο με το να είναι κανείς ένας «ευγενής κύριος». Όταν ο ευγενής κύριος δεν καταγινόταν με τη μελέτη ή τους στοχασμούς (τις μόνες άλλες αποδεκτές ενασχολήσεις), συνεισέφερε στην κοινωνία με αυτόν τον τρόπο.
Η κινέζικη λέξη τζιντσί που συνήθως μεταφράζεται στα αγγλικά ως ευγενής κύριος, αρχικά αναφερόταν στον γιο ενός κυβερνήτη (τζιν σημαίνει κυβερνήτης· τσι σημαίνει γιος), επομένως σε κάποιον που προορίζεται να γίνει άνθρωπος με εξουσία. Το τζιν αρχικά σήμαινε τον ηγεμόνα αρχαίου κράτους, τον κυβερνήτη ή τον άρχοντά του. Παραδοσιακά, ο πρωτότοκος γιος του άρχοντα μορφωνόταν και εκπαιδευόταν σύμφωνα με τα ανώτατα όρια γνώσης και ηθικής. Ήταν λοιπόν το ανώτατο πρότυπο ηθικής για τους άλλους. Η λέξη τζιντσί επομένως άρχισε να χρησιμοποιείται για τους ανθρώπους που έχουν έντιμα χαρακτηριστικά και επιτεύγματα, τους πολιτισμένους ανθρώπους με υψηλές ηθικές αρχές.
Αργότερα, το τζιντσί απέκτησε ακόμα πιο ευρεία έννοια, όπως καλός άνθρωπος ή καλός σύζυγος. Όμως στον καιρό του Κομφούκιου, ο όρος ευγενής κύριος –όπως και στα αγγλικά το τζέντλεμαν– άρχισε να χρησιμοποιείται με ευρύτερη πολιτισμική έννοια, σημαίνοντας τον πολιτισμένο και ηθικό άνθρωπο. Ωστόσο, είχε χάσει τα συνδηλούμενα του ανθρώπου που ήταν ψηλότερα από τους άλλους εξαιτίας των προσωπικών ιδιοτήτων του, του ανθρώπου που γι’ αυτόν τον λόγο είναι κατάλληλος για ηγέτης και πρότυπο της καλύτερης συμπεριφοράς για όλους τους υπόλοιπους.
Εκτός από τους άρχοντες και τους γιους τους, στην αρχαία Κίνα υπήρχε μια τάξη ανθρώπων που αποτελούσε αυτό που στην Αγγλία θα αποκαλούνταν gentry (μικρή αριστοκρατία, ανώτερη τάξη χωρίς τίτλους ευγενείας). Συνήθως οι άνθρωποι αυτοί προέρχονταν από οικογένειες που είχαν αποκτήσει την τιμή να έχουν επώνυμο –ο Κομφούκιος προερχόταν από την οικογένεια Κογκ– και ήταν επιλέξιμοι για να αναλάβουν θέση στις ανώτερες γραφειοκρατικές ή στρατιωτικές ιεραρχίες των κρατών τους. Όλοι αυτοί συνολικά, ισχυριζόταν ο Κομφούκιος, προορίζονταν να συμβάλλουν στην κατεύθυνση και στον έλεγχο της κοινωνίας.
Στην αρχαία Κίνα, ένας εξαιρετικά συγκεκριμένος ρόλος στην κοινωνία –ή το άτομο που τον εκτελούσε– ήταν γνωστός ως σκεύος. Είναι μια μεταφορά που άντλησαν οι Κινέζοι από την καθημερινή ζωή: τα σκεύη είναι δοχεία με κοιλότητα, σχεδιασμένα για να χωρούν υγρά, όπως οι κανάτες, οι κούπες, τα κατσαρολικά, τα μπουκάλια και τα πιάτα. Τα σκεύη που χρησιμοποιούνταν σε θυσιαστικές τελετές στους ναούς συχνά ήταν κατασκευασμένα από νεφρίτη, μια πολύ σκληρή πέτρα συνήθως πράσινου χρώματος:
Ο Τσι-κογκ ρώτησε: «Τι γνώμη έχεις για μένα;».
Ο Δάσκαλος είπε: «Είσαι ένα σκεύος».
«Τι είδους σκεύος;»
«Θυσιαστικό σκεύος». (5:4)
Παρεμπιπτόντως, η προφανής ερμηνεία εδώ, ότι ο Κομφούκιος έκρινε πως ο Τσι-κογκ, λόγω ενδιαφερόντων, ικανοτήτων και ψυχοσύνθεσης, ήταν κατάλληλος για ιερέας σε έναν από τους μεγάλους ναούς του κράτους, δεν μπορεί να είναι ορθή. Διότι ξέρουμε πως ο Τσι-κογκ, που τον έχουμε ήδη γνωρίσει στην Εισαγωγή, δεν έγινε ιερέας. Μάλιστα ήταν ένας από τους τρεις πιο γνωστούς μαθητές του Κομφούκιου που έζησαν και μετά τον θάνατο του Δασκάλου. Στη συνέχεια είχε διακεκριμένη καριέρα ως διπλωμάτης και έμπορος. Αποκαλώντας τον εδώ «θυσιαστικό σκεύος», νομίζω ότι ο Κομφούκιος μάλλον εννοούσε ότι ο Τσι-κογκ –όπως και ο ίδιος ο Κομφούκιος– είχε κληθεί από τον Ουρανό (ή έμοιαζε να είχε κληθεί από τον Ουρανό) για να γίνει αυτό που ο Ουίλιαμ Γουόρντσγουορθ αποκαλούσε «αφοσιωμένο πνεύμα», άνθρωπος προορισμένος για έναν ανώτερο σκοπό ή ένα ξεχωριστό πεπρωμένο.
Ο ηγέτης ή ο ευγενής κύριος δεν είναι σκεύος με την έννοια ότι είναι περιορισμένος σε μια άκρως εξειδικευμένη λειτουργία, όπως αποσαφηνίζει ο Κομφούκιος (2:12). Ενδιαφέρον όμως είναι ότι ακόμα και εκείνους τους καιρούς οι άνθρωποι απολάμβαναν μεγάλη εκτίμηση μόνο όταν είχαν κάποια εξειδικευμένη γνώση ή δεξιότητα, όπως ένας σπουδαίος χτίστης σπιτιών ή ένας μουσικός. Χάρη σ’ αυτή την επαγγελματική δεξιότητά τους, αποκτούσαν καλό όνομα, και ενίοτε φήμη, και δίχως αυτήν οι γείτονες δεν τους είχαν σε υπόληψη. Όταν ένας γείτονας του Κομφούκιου του επισήμανε πως δεν είχε τέτοια φήμη, ο Δάσκαλος αποκρίθηκε με αρκετό χιούμορ:
Κάποιος από ένα χωριό του Τα Σιάγκ είπε: «Είναι πράγματι σπουδαίος ο Κομφούκιος! Είναι ευρυμαθής, όμως δεν έκανε όνομα σε καμία τέχνη». Ο Δάσκαλος, ακούγοντάς το, είπε στους μαθητές του: «Πού θα έπρεπε να γίνω πιο επιδέξιος; Στην οδήγηση άμαξας; Ή μήπως στην τοξοβολία; Νομίζω ότι θα προ- τιμήσω την οδήγηση άμαξας». (9:2)
Ο Κομφούκιος, όπως φαίνεται, ήταν πρακτικός άνθρωπος όσον αφορά τα είδη των χειρωνακτικών εργασιών που έκαναν οι υπηρέτες στο σπίτι ή στα χωράφια. Να γιατί είχε αποκτήσει αυτές τις δεξιότητες, όπως εξήγησε κάποτε στον Τσι-κογκ: «Είχα ταπεινή θέση όταν ήμουν νέος». Όμως αυτό στη δική του περίπτωση συνέβαινε απλώς κατά λάθος· δεν περίμενε από όλους τους ευγενείς κυρίους να έχουν τις ίδιες ικανότητες.
«Μήπως θα έπρεπε ένας ευγενής κύριος να είναι επιδέξιος σε πολλά πράγματα; Όχι, κάθε άλλο». (9:9) Ο ίδιος προσωπικά «δεν είχα αποδείξει ποτέ την αξία μου σε κάποιο αξίωμα» – με άλλα λόγια, δεν είχε κάνει όνομα ως ειδικός στη διακυβέρνηση: «Να γιατί δεν είμαι ειδήμων σε κάποιον συγκεκριμένο κλάδο». (9:7)
Η χαρακτηριστική χρήση της λέξης σκεύος με την έννοια του ειδικού βρίσκεται επίσης στο Τάο τε Τσινγκ (Βίβλος της Καλής και Φυσικής Οδού), το βασικό ταοϊστικό κείμενο που αποδίδεται στον Λάο Τσε, ο οποίος, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ο ιδρυτής του ταοϊσμού. Το Τάο τε Τσινγκ θεωρείται ότι αρχικά είχε γραφτεί ως οδηγός για να γίνουν οι κυβερνήτες σοφοί (με αυτή τη λέξη ο Λάο Τσε εννοούσε τον πραγματικά άριστο ηγέτη) και αποτελεί την κλασική εισαγωγή στο Τάο (την Οδό), μια έννοια που ήταν ευρέως διαδεδομένη μεταξύ των Κινέζων στοχαστών εκείνης της εποχής, του Κομφούκιου συμπεριλαμβανομένου.
Υπάρχουν κάποιες αμφιβολίες κατά πόσον ο Δάσκαλος Λάο (που σημαίνει ηλικιωμένος) είχε υπάρξει ποτέ ως πραγματικό πρόσωπο, ή αν, αντιθέτως, ήταν η προσωποποίηση μιας παράδοσης. Είτε με τον έναν είτε με τον άλλο τρόπο, είναι σαφές ότι ο Κομφούκιος είχε πολλά κοινά με τον Λάο Τσε. Έτσι λοιπόν υπάρχει τουλάχιστον μια ποιητική αλήθεια στον αρχαίο θρύλο που λέει πως, όταν ο Κομφούκιος ήταν νέος, έκανε ένα μακρύ ταξίδι για να γνωρίσει τον Λάο Τσε και να διδαχθεί από αυτόν σχετικά με τη σωστή εκτέλεση των τελετουργιών.
Ο Λάο Τσε ισχυρίζεται πως αντίθετα από τα σκεύη –τις συγκεκριμένες λειτουργίες εργασίας που έχουν ονόματα, όπως οι διάφορες τέχνες και τα επαγγέλματα– ο ρόλος του κυβερνήτη είναι υπεράνω κατηγοριών, ή δίχως όνομα. Τον συγκρίνει με ένα κομμάτι ασμίλευτου νεφρίτη κομμένου από ένα λατομείο που επίσης δεν έχει όνομα.
Παρομοίως, και η ίδια η Οδός –την οποία ο σοφός ακολουθεί και εκπροσωπεί– είναι επίσης ανώνυμη. Γιατί ένα όνομα στην ταοϊστική σκέψη είναι πάντα το όνομα ενός συγκεκριμένου πράγματος· διακρίνει το ένα πράγμα από το άλλο. Όμως η Οδός δεν έχει όρια και σύνορα. Επομένως, δίνοντας στην Οδό ένα όνομα –ή ένα σύνολο ονομάτων–, θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να την περιορίσουμε στο επίπεδο των ασυνείδητων υποθέσεών μας σε μία λειτουργία, ή ένα είδος δουλειάς, και όχι σε μία άλλη. Σαν τον άνεμο, η Οδός δεν σέβεται ούτε ορισμούς ούτε όρια. Ούτε κι έχει την αυτοσυνείδηση που προέρχεται από το να έχεις όνομα, πόσο μάλλον φήμη.
Όπως έχουμε δει, η εξειδικευμένη εμπειρία στις λειτουργίες με όνομα συνήθως φέρνει τιμή και δόξα στον άνθρωπο. Επομένως η Οδός –στερούμενη ονόματος– είναι ουσιαστικά ταπεινή. Σαν το νερό, πάντα κατεβαίνει στο χαμηλότερο επίπεδο όταν είναι σε κατάσταση ηρεμίας. Σε σχέση με τα μυριάδες πλάσματα:
Τους προσφέρει ζωή μα δεν διεκδικεί ιδιοκτησία· τους ωφελεί μα δεν αποσπά ευγνωμοσύνη· είναι ο κηδεμόνας μα δεν ασκεί εξουσία. (51:116)
Ο σοφός, καταλαμβάνοντας έναν γενικότερο ρόλο που δεν έχει όνομα, βασιζόμενος στην ανώνυμη Οδό, παρουσιάζεται ως ένα ον εντελώς ταπεινόφρον σε σχέση με τους ανθρώπους του. Πιο συγκεκριμένα, δεν διεκδικεί από αυτούς την παραμικρή ανταπόδοση ή αναγνώριση. Δίνει ελεύθερα και συνεχώς, όμως δεν περιμένει ανταμοιβή – ούτε καν την ανταμοιβή τού να τον προσέξουν:
Επομένως, σαν το απελέκητο κομμάτι του μάρμαρου, δίχως όνομα και άρα δίχως λόγο να περηφανεύεται, ο πραγματικά άριστος ηγέτης απεικονίζει την πραότητα. Η λέξη πραότητα, humility, προέρχεται από μια λατινική λέξη που έχει τη ρίζα της στο humus – χώμα. Η αντίστοιχη λέξη στα παλιά αγγλικά ήταν «ταπεινότητα»: ο Ιησούς περιγράφει τον εαυτό του στη Βίβλο ως «πτωχό τω πνεύματι», δηλαδή ταπεινό, χωρίς αλαζονεία ή έπαρση. Ίσως υπό αυτή την έννοια ο καλύτερος όρος να είναι «ταπεινόφρων».
Η δικαίως διάσημη έκφραση του εσωτερικού πνεύματος της ταπεινότητας εμφανίζεται στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο του Τάο τε Τσινγκ:
Ο καλύτερος απ’ όλους τους κυβερνήτες δεν είναι παρά μια σκιώδης παρουσία για τους υπηκόους του.
Μετά είναι ο κυβερνήτης που αγαπούν και εγκωμιάζουν.
Μετά έρχεται εκείνος που φοβούνται. Μετά έρχεται εκείνος που (τον απεχθάνονται ή) δεν του δίνουν σημασία.
Αν δεν σεβαστείς και δεν εμπιστευτείς τους ανθρώπους, ούτε κι εκείνοι θα σου δείξουν σεβασμό και εμπιστοσύνη.
(Ο σπουδαίος κυβερνήτης) μετράει τα λόγια του.
Όταν τελειώσει το έργο του και γίνει η δουλειά του, οι άνθρωποι όλοι θα πουν: «Συνέβη τόσο φυσικά».
Το ίδιο πνεύμα –η προθυμία να αφήσεις τον εγωισμό σου στην άκρη– είναι ακόμα δείγμα αριστείας. Όμως δεν ξεπηδά από το γεγονός ότι ο γενικός ρόλος στερείται ονόματος, όπως πίστευαν ο Λάο Τσε και ο Κομφούκιος. Διότι στα αγγλικά ο γενικός ρόλος έχει όντως όνομα: ηγεσία.
Κομφούκιος, Περί ηγεσίας
Μάθε να προσέχεις την ψυχή σου, πιο πολύ από την εμφάνισή σου
Μη δίνεις τόση έμφαση στην εμφάνισή σου. Να γυμναστείς για να έχεις ωραίο σώμα, ναι να γυμναστείς αλλά όχι για να γίνεις ομορφότερος αλλά για να είσαι πιο υγιείς.
Κοιτάς να φοράς ωραία ρούχα για να δείχνεις πιο όμορφος. Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
Κοιτάς το πως θα φτιάξεις τα μαλλιά σου, πως θα καλλωπιστείς και πως θα αρωματιστείς για να αρέσεις.
Όμως η εμφάνισή μας είναι κάτι επιφανειακό. Όλα ξεκινούν από μέσα μας.
Από την ψυχή μας. Δεν θα ήταν τόσο όμορφος κάποιος εμφανισιακά αν και το μέσα του δεν ήταν ωραίο.
Το μέσα μας εκπέμπει προς τα έξω και μας κάνει να νιώθουμε όμορφοι. Πρέπει να τα χουμε καλά με τον εαυτό μας και να μην τον ταλαιπωρούμε, γι αυτό να καλλιεργείς το είναι σου και να προστατεύεσαι από κάθε κακό.
Όπως ένα δέντρο αν πάθει κάτι στις ρίζες του και του κόψουμε τα κλαδιά άδικος κόπος, το πρόβλημα δε θα λυθεί θα υπάρχει ακόμα μέχρι να καταστραφεί ολόκληρο γι αυτό να φροντίζεις να είναι υγιέστατο από τη ρίζα του και ας μη φαίνεται. Όλα ξεκινούν από κει.
Να φροντίζεις να είσαι σωστός άνθρωπος και ειλικρινής έτσι θα έχεις και ήσυχη τη συνείδησή σου κάτι πολύ σημαντικό για την ψυχική σου γαλήνη, να κάνεις καλές πράξεις και να προσφέρεις σε κάποιον που μπορείς ότι έχει ανάγκη.
Δίνοντάς του δεν έχεις να χάσεις αντιθέτως θα νιώσεις γεμάτος.
Να διαβάζεις και βιβλία, να εμπλουτίζεις τις γνώσεις σου, να μορφώνεσαι, να ανταλλάσεις απόψεις με άλλους ανθρώπους και μη πιστέψεις ποτέ πως τα ξέρεις όλα και δεν ενδιαφερθείς να μάθεις και κάτι παραπάνω. Όσο ζει κανείς μαθαίνει.
Να είσαι με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις ευχάριστα και αυτούς που έχουν κάτι να σου προσφέρουν για να γίνεις καλύτερος ακόμα και μια απλή συμβουλή.
Να νιώθεις ευγνώμων που ξυπνάς ένα ακόμα πρωί και να απολαμβάνεις τη μέρα σου.
Να ζεις το κάθε λεπτό. Να χαίρεσαι με τα απλά καθημερινά πράγματα και να γεμίζεις την ψυχή σου με αισιοδοξία.
Να χαμογελάς. Μην αφήσεις μέρα να περάσει χωρίς να έχεις γελάσει και αν έχεις προβλήματα να σκέφτεσαι ότι κάπου, κάποτε θα βρεθεί μια λύση.
Αλλά ακόμα και αν δε βρεθεί όπως σε θέμα υγείας ας πούμε, να σκεφτείς πως εσύ έκανες ότι μπορούσες για να ξεπεραστεί και πλέον είναι γραφτό ή μια δοκιμασία για ότι γίνεται και ίσως διαρκέσει και αρκετό καιρό.
Πρέπει να μάθουμε να συμβιβαζόμαστε με τη ζωή και να δεχόμαστε κάποια γεγονότα χωρίς πολλές αναλύσεις και να πράττουμε ανάλογα με τα δεδομένα της παρούσας φάσης κάθε φορά. Έτσι θα αισθανόμαστε καλύτερα.
Κοιτάς να φοράς ωραία ρούχα για να δείχνεις πιο όμορφος. Τα ράσα δεν κάνουν τον παπά.
Κοιτάς το πως θα φτιάξεις τα μαλλιά σου, πως θα καλλωπιστείς και πως θα αρωματιστείς για να αρέσεις.
Όμως η εμφάνισή μας είναι κάτι επιφανειακό. Όλα ξεκινούν από μέσα μας.
Από την ψυχή μας. Δεν θα ήταν τόσο όμορφος κάποιος εμφανισιακά αν και το μέσα του δεν ήταν ωραίο.
Το μέσα μας εκπέμπει προς τα έξω και μας κάνει να νιώθουμε όμορφοι. Πρέπει να τα χουμε καλά με τον εαυτό μας και να μην τον ταλαιπωρούμε, γι αυτό να καλλιεργείς το είναι σου και να προστατεύεσαι από κάθε κακό.
Όπως ένα δέντρο αν πάθει κάτι στις ρίζες του και του κόψουμε τα κλαδιά άδικος κόπος, το πρόβλημα δε θα λυθεί θα υπάρχει ακόμα μέχρι να καταστραφεί ολόκληρο γι αυτό να φροντίζεις να είναι υγιέστατο από τη ρίζα του και ας μη φαίνεται. Όλα ξεκινούν από κει.
Να φροντίζεις να είσαι σωστός άνθρωπος και ειλικρινής έτσι θα έχεις και ήσυχη τη συνείδησή σου κάτι πολύ σημαντικό για την ψυχική σου γαλήνη, να κάνεις καλές πράξεις και να προσφέρεις σε κάποιον που μπορείς ότι έχει ανάγκη.
Δίνοντάς του δεν έχεις να χάσεις αντιθέτως θα νιώσεις γεμάτος.
Να διαβάζεις και βιβλία, να εμπλουτίζεις τις γνώσεις σου, να μορφώνεσαι, να ανταλλάσεις απόψεις με άλλους ανθρώπους και μη πιστέψεις ποτέ πως τα ξέρεις όλα και δεν ενδιαφερθείς να μάθεις και κάτι παραπάνω. Όσο ζει κανείς μαθαίνει.
Να είσαι με ανθρώπους που σε κάνουν να νιώθεις ευχάριστα και αυτούς που έχουν κάτι να σου προσφέρουν για να γίνεις καλύτερος ακόμα και μια απλή συμβουλή.
Να νιώθεις ευγνώμων που ξυπνάς ένα ακόμα πρωί και να απολαμβάνεις τη μέρα σου.
Να ζεις το κάθε λεπτό. Να χαίρεσαι με τα απλά καθημερινά πράγματα και να γεμίζεις την ψυχή σου με αισιοδοξία.
Να χαμογελάς. Μην αφήσεις μέρα να περάσει χωρίς να έχεις γελάσει και αν έχεις προβλήματα να σκέφτεσαι ότι κάπου, κάποτε θα βρεθεί μια λύση.
Αλλά ακόμα και αν δε βρεθεί όπως σε θέμα υγείας ας πούμε, να σκεφτείς πως εσύ έκανες ότι μπορούσες για να ξεπεραστεί και πλέον είναι γραφτό ή μια δοκιμασία για ότι γίνεται και ίσως διαρκέσει και αρκετό καιρό.
Πρέπει να μάθουμε να συμβιβαζόμαστε με τη ζωή και να δεχόμαστε κάποια γεγονότα χωρίς πολλές αναλύσεις και να πράττουμε ανάλογα με τα δεδομένα της παρούσας φάσης κάθε φορά. Έτσι θα αισθανόμαστε καλύτερα.
Η μελέτη της άλγεβρας και της γεωμετρίας αποτελούν άσκηση ευκινησίας και ευκαμψίας για το πνεύμα
Αυτό που θα ήθελα να σας δείξω είναι ότι οι γερές σπουδές του λυκείου, αναπτύσσοντας όλες τις δυνάμεις της νόησης, της δίνουν την ευκαμψία και την ελαστικότητα εκείνη για την οποία μιλούσαμε μόλις προ ολίγου ότι μας προετοιμάζουν για να γνωρίσουμε τους ανθρώπους καθώς σιγά σιγά προχωρούν, θα μπορέσουν μια μέρα να γίνουν η μαγιά που μετατρέπει την απλή καλή προαίρεση σε χάρη και την καλοσύνη σε ευγένεια.
Ο Καρτέσιος μας λέει κάπου ότι «θα ήταν παιδαριώδες να ασχολούμαστε με αριθμούς και σχήματα αν επιδιώκαμε να μην προχωρήσουμε πέρα από τέτοια άνευ σημασίας πράγματα. Εντούτοις, ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, όπως ξέρετε, όλη του την ζωή. Κι αυτό, διότι η άλγεβρα και η γεωμετρία ήταν γι’ αυτόν κάτι άλλο από την μελέτη των αριθμών και των σχημάτων.
Έβλεπε σ’ αυτά μια άσκηση ευκαμψίας, ευκινησίας για το πνεύμα αντλούσε απ’ αυτά δυνάμεις για να φιλοσοφεί σχετικά με τους ανθρώπους και τα πράγματα. Και πράγματι, δεν είναι άραγε αξιοθαύμαστο που οι μεγάλοι μοραλιστές του 17ου αιώνα, αυτοί που εισχώρησαν περισσότερο στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, ο Πασκάλ, ο Καρτέσιος, ο Μαλμπράνς, υπήρξαν συγχρόνως και εξαίρετοι μαθηματικοί. Η μελέτη των μαθηματικών, που καθιστά το πνεύμα απόμακρο, ακόμα και αφηρημένο όταν το απορροφά, του προσδίδει, αν την μετριάσουμε και με άλλες φροντίδες, κάτι το οξυδερκές και το διεισδυτικό.
Αυτή είναι ιδέα που κατευθύνει την επιστημονική διδασκαλία στο λύκειο. Ζητούμενο δεν είναι τόσο το να μάθετε τις ιδιότητες των γραμμών και των πολυωνύμων όσο το να αποκτήσετε την συνήθεια να σκέφτεστε λογικά σχετικά με τα πιο απλά και τα πιο αφηρημένα αντικείμενα, να κάνετε λεπτές διακρίσεις και να εξάγετε από ένα δεδομένο όλα όσα περιέχει. Δεν είναι άραγε αυτό μια καλή προετοιμασία για την κατανόηση της ζωής εν γένει και του ανθρώπου ιδιαίτερα;
Ακριβώς δε στον ίδιο τον άνθρωπο είναι που στρέφονται ευθέως οι θεωρητικές σπουδές. Φιλόσοφοι, ιστορικοί ή ποιητές, όλοι όσοι έχουν γράψει έργα που διαρκούν στον χρόνο, δεν είχαν άλλο σκοπό από το να περιγράψουν τον άνθρωπο ως προς το πώς σκέφτεται, αισθάνεται ή πράττει. Τις αναλυτικές ικανότητες που η επιστήμη αναπτύσσει μέσα μας, η θεωρητική γραμματεία τις εφαρμόζει στο αντικείμενο που μας ενδιαφέρει περισσότερο, στην γνώση της ανθρωπότητας Η διδασκαλία των γραμμάτων είναι άρα η κατ’ εξοχήν πρακτική διδασκαλία . Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο που να μας προετοιμάζει να γνωρίσουμε αυτούς που μας περιβάλλουν, να κρίνουμε σχετικά με το τι αξίζουν, να διακρίνουμε αν αξίζουν το να προσπαθήσουμε να μας αγαπήσουν και πώς θα το καταφέρουμε αυτό.
Ο Καρτέσιος μας λέει κάπου ότι «θα ήταν παιδαριώδες να ασχολούμαστε με αριθμούς και σχήματα αν επιδιώκαμε να μην προχωρήσουμε πέρα από τέτοια άνευ σημασίας πράγματα. Εντούτοις, ασχολήθηκε με τα μαθηματικά, όπως ξέρετε, όλη του την ζωή. Κι αυτό, διότι η άλγεβρα και η γεωμετρία ήταν γι’ αυτόν κάτι άλλο από την μελέτη των αριθμών και των σχημάτων.
Έβλεπε σ’ αυτά μια άσκηση ευκαμψίας, ευκινησίας για το πνεύμα αντλούσε απ’ αυτά δυνάμεις για να φιλοσοφεί σχετικά με τους ανθρώπους και τα πράγματα. Και πράγματι, δεν είναι άραγε αξιοθαύμαστο που οι μεγάλοι μοραλιστές του 17ου αιώνα, αυτοί που εισχώρησαν περισσότερο στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, ο Πασκάλ, ο Καρτέσιος, ο Μαλμπράνς, υπήρξαν συγχρόνως και εξαίρετοι μαθηματικοί. Η μελέτη των μαθηματικών, που καθιστά το πνεύμα απόμακρο, ακόμα και αφηρημένο όταν το απορροφά, του προσδίδει, αν την μετριάσουμε και με άλλες φροντίδες, κάτι το οξυδερκές και το διεισδυτικό.
Αυτή είναι ιδέα που κατευθύνει την επιστημονική διδασκαλία στο λύκειο. Ζητούμενο δεν είναι τόσο το να μάθετε τις ιδιότητες των γραμμών και των πολυωνύμων όσο το να αποκτήσετε την συνήθεια να σκέφτεστε λογικά σχετικά με τα πιο απλά και τα πιο αφηρημένα αντικείμενα, να κάνετε λεπτές διακρίσεις και να εξάγετε από ένα δεδομένο όλα όσα περιέχει. Δεν είναι άραγε αυτό μια καλή προετοιμασία για την κατανόηση της ζωής εν γένει και του ανθρώπου ιδιαίτερα;
Ακριβώς δε στον ίδιο τον άνθρωπο είναι που στρέφονται ευθέως οι θεωρητικές σπουδές. Φιλόσοφοι, ιστορικοί ή ποιητές, όλοι όσοι έχουν γράψει έργα που διαρκούν στον χρόνο, δεν είχαν άλλο σκοπό από το να περιγράψουν τον άνθρωπο ως προς το πώς σκέφτεται, αισθάνεται ή πράττει. Τις αναλυτικές ικανότητες που η επιστήμη αναπτύσσει μέσα μας, η θεωρητική γραμματεία τις εφαρμόζει στο αντικείμενο που μας ενδιαφέρει περισσότερο, στην γνώση της ανθρωπότητας Η διδασκαλία των γραμμάτων είναι άρα η κατ’ εξοχήν πρακτική διδασκαλία . Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο που να μας προετοιμάζει να γνωρίσουμε αυτούς που μας περιβάλλουν, να κρίνουμε σχετικά με το τι αξίζουν, να διακρίνουμε αν αξίζουν το να προσπαθήσουμε να μας αγαπήσουν και πώς θα το καταφέρουμε αυτό.
LAO TZU: Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση
Επειδή στην Οικουμένη:
η υποχώρηση φέρνει προώθηση·
το άδειασμα, πληρότητα·
το πάλιωμα, ανανέωση·
όταν επιζητάς λίγα, στο τέλος κερδίζεις πολλά·
όταν επιζητάς πολλά, χάνεις και τα λίγα…
Ο σοφός άνθρωπος
αποδέχεται ανεπιφύλακτα
την ενότητα των αντιθέτων.
Έτσι στη ζωή του:
Δεν αυτοπροβάλλεται·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
αναδεικνύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε του λόγος είναι δίκαιος·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
παινεύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε πράξη του είναι σωστή·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
εκτιμάται.
Δεν έχει έπαρση·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
επιλέγεται για αρχηγός.
Δηλαδή φαίνεται ότι,
επειδή δεν διακατέχεται
από το πνεύμα του ανταγωνισμού,
κανείς μέσα στην κοινωνία
δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί.
Μήπως το παλιό ρητό:
«Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση»
είναι λόγια κούφια;
– Δεν νομίζω.
– Αλήθεια!
Αν κρατάς τέτοια στάση,
καταξιώνεσαι…
ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΤΣΙΝΓΚ
η υποχώρηση φέρνει προώθηση·
το άδειασμα, πληρότητα·
το πάλιωμα, ανανέωση·
όταν επιζητάς λίγα, στο τέλος κερδίζεις πολλά·
όταν επιζητάς πολλά, χάνεις και τα λίγα…
Ο σοφός άνθρωπος
αποδέχεται ανεπιφύλακτα
την ενότητα των αντιθέτων.
Έτσι στη ζωή του:
Δεν αυτοπροβάλλεται·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
αναδεικνύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε του λόγος είναι δίκαιος·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
παινεύεται.
Δεν ισχυρίζεται ότι
κάθε πράξη του είναι σωστή·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
εκτιμάται.
Δεν έχει έπαρση·
γι’ αυτό του όμως το προτέρημα
επιλέγεται για αρχηγός.
Δηλαδή φαίνεται ότι,
επειδή δεν διακατέχεται
από το πνεύμα του ανταγωνισμού,
κανείς μέσα στην κοινωνία
δεν μπορεί να τον ανταγωνιστεί.
Μήπως το παλιό ρητό:
«Η μετριοφροσύνη φέρνει την καταξίωση»
είναι λόγια κούφια;
– Δεν νομίζω.
– Αλήθεια!
Αν κρατάς τέτοια στάση,
καταξιώνεσαι…
ΛΑΟ ΤΣΕ, ΤΑΟ ΤΕ ΤΣΙΝΓΚ
Ορατίου οι Ωδές
Εσύ, Λευκονόη, μη θελήσεις να μάθεις (είναι αθέμιτο) ποιο τέλος έχουν
ορίσει για μένα, ποιο για σένα οι θεοί, ούτε να δοκιμάζεις
τους βαβυλωνιακούς αριθμούς. Πόσο καλύτερο είναι να υπομένεις ο,τιδήποτε
πρόκειται να συμβεί! Είτε περισσότερους χειμώνες μας έχει χαρίσει
ο Δίας είτε αυτόν εδώ ως τελευταίο,
που τώρα συντρίβει την τυρρηνική θάλασσα επάνω στους ενάντιους
σκοπέλους. Εσύ δείξε σύνεση· να διυλίζεις το κρασί σου
και να περιορίζεις τη μακροχρόνια ελπίδα
εξαιτίας του σύντομου διαστήματος (της ζωής). Ενώ θα συνομιλούμε,
θα έχει ήδη παρέλθει ο φθονερός χρόνος. Απόλαυσε την ημέρα
και έχε όσο το δυνατόν μικρότερη εμπιστοσύνη στο αύριο.
Ορατίου οι Ωδές
ορίσει για μένα, ποιο για σένα οι θεοί, ούτε να δοκιμάζεις
τους βαβυλωνιακούς αριθμούς. Πόσο καλύτερο είναι να υπομένεις ο,τιδήποτε
πρόκειται να συμβεί! Είτε περισσότερους χειμώνες μας έχει χαρίσει
ο Δίας είτε αυτόν εδώ ως τελευταίο,
που τώρα συντρίβει την τυρρηνική θάλασσα επάνω στους ενάντιους
σκοπέλους. Εσύ δείξε σύνεση· να διυλίζεις το κρασί σου
και να περιορίζεις τη μακροχρόνια ελπίδα
εξαιτίας του σύντομου διαστήματος (της ζωής). Ενώ θα συνομιλούμε,
θα έχει ήδη παρέλθει ο φθονερός χρόνος. Απόλαυσε την ημέρα
και έχε όσο το δυνατόν μικρότερη εμπιστοσύνη στο αύριο.
Ορατίου οι Ωδές
WILHELM REICH: Όταν δεν είσαι δουλοπρεπής, είσαι σπουδαίος
Ξέρω πως είσαι ον σοβαρό, αξιόπιστο και εργατικό, σαν το μυρμήγκι ή τη μέλισσα. Το μόνο που ήθελα να κάνω, ήταν να ξεσκεπάσω τον ανθρωπάκο μέσα σου, που σου καταστρέφει τη ζωή για χιλιάδες χρόνια.
Είσαι ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ, Ανθρωπάκο, όταν δεν είσαι δουλοπρεπής. Η σπουδαιότητά σου Ανθρωπάκο, είναι η μόνη ελπίδα που απέμεινε.
Είσαι μεγάλος όταν κάνεις τη δουλειά σου με αγάπη, όταν ευτυχείς ασχολούμενος με τη χαρακτική, το κτίσιμο, τη ζωγραφική, τη διακόσμηση, τη σπορά, όταν αντλείς ευχαρίστηση από το γαλάζιο ουρανό, από το ελάφι, απ’ τη δροσιά, απ’ τη μουσική και το χορό, απ’ το μεγάλωμα των παιδιών σου κι απ’ το όμορφο σώμα της γυναίκας σου ή του άντρα σου… όταν πας στο πλανητάριο για να γνωρίσεις τον ουρανό, ή στη βιβλιοθήκη για να διαβάσεις τί σκέπτονται για τη ζωή οι άλλοι άνθρωποι.
Είσαι μεγάλος όταν, σαν παππούς, κρατάς το εγγόνι σου στα γόνατά σου και του μιλάς για χρόνους περασμένους, όταν κοιτάζεις το αβέβαιο μέλλον σου με τη σιγουριά και την περιέργεια του παιδιού. Είσαι μεγάλη σαν μητέρα, όταν νανουρίζεις το νεογέννητο μωρό σου, όταν με δάκρυα στα μάτια ελπίζεις με όλη σου την καρδιά στη μελλοντική του ευτυχία, όταν κάθε ώρα και στιγμή δημιουργείς μέσα σου το μέλλον του.
Είσαι μεγάλος, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ, όταν τραγουδάς παλιά φολκλορικά τραγούδια, ή όταν χορεύεις στον ήχο του ακορντεόν. Γιατί τα φολκλορικά τραγούδια είναι γλυκά κι απαλά κι είναι τα ίδια σ’ όλο τον κόσμο.
Είσαι μεγάλος όταν λες στον φίλο σου: «Ευχαριστώ την καλή μου μοίρα γιατί πέρασα τη ζωή μου απαλλαγμένος από ρυπαρότητα και λαιμαργία, γιατί είδα το μεγάλωμα των παιδιών μου, το πρώτο τους ψέλλισμα, περπάτημα, παιχνίδι, ερώτημα, γέλιο και ερωτικό σκίρτημα… γιατί διατήρησα ακέραιη την ευαισθησία μου για την άνοιξη και το ελαφρό αεράκι της, για το νανούρισμα του ρυακιού πλάι στο σπίτι, για το τραγούδι των πουλιών στο δάσος… γιατί δεν συμμετείχα στα κουτσομπολιά του κακοήθη γείτονα… γιατί ήμουν ευτυχισμένος στην αγκαλιά του συντρόφου μου και γιατί ένιωσα το ρεύμα της ζωής μέσα μου… γιατί στους δύσκολους καιρούς δεν έχασα τον προσανατολισμό μου και γιατί η ζωή μου είχε ένα νόημα.
Κι αυτό, επειδή πάντα άκουγα τη φωνή μέσα μου που έλεγε: «Μόνο ένα πράγμα έχει σημασία: να περάσεις τη ζωή σου με υγεία και ευτυχία.
Ακολούθησε τη φωνή της καρδιάς σου, ακόμα κι αν σ’ οδηγεί έξω απ’ το μονοπάτι των άτολμων ψυχών.
Να μην γίνεσαι σκληρός και να μην πικραίνεσαι όταν η ζωή καμιά φορά σε βασανίζει».
Και στη σιγαλιά του δειλινού, μετά τη δουλειά της ημέρας, όταν κάθομαι στο λιβάδι μπροστά στο σπίτι με το παιδί μου και τη γυναίκα μου ακούγοντας την ανάσα της φύσης, φτάνει στα αυτιά μου μία μελωδία, η μελωδία του μέλλοντος.
«Εκατομμύρια άνθρωποι εσείς, σας αγκαλιάζω, μ’ ένα φιλί για όλο τον κόσμο.» Τότε νιώθω τη φλογερή επιθυμία να μάθει κάποτε αυτή η ζωή να διεκδικεί τα δικαιώματά της και να αλλάξει τη νοοτροπία των σκληρών και δειλών ψυχών που κάνουν τα κανόνια να βροντούν.
Το κάνουν μόνο επειδή η ζωή τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια.
Και αγκαλιάζω το γιό μου που με ρωτάει: « Πατέρα, ο ήλιος έφυγε. Πού πήγε; Θα ξαναγυρίσει γρήγορα;» Και του απαντώ: «Ναι γιέ μου θα ξανάρθει γρήγορα για να μας ζεστάνει».
Έφτασα στο τέλος της κουβέντας μου για σένα Ανθρωπάκο. Υπήρχαν πολλά για να σου πω!! Μ’ αν διάβασες τούτα τα λόγια προσεκτικά και τίμια, θ’ αναγνωρίσεις τον εαυτό σου Ανθρωπάκο και σε άλλες περιπτώσεις, που δεν σου ανέφερα. Γιατί πάντα η ίδια χαρακτηριστική ιδιότητα υπάρχει στις μικρές πράξεις και σκέψεις σου.
‘Ο,τι κι αν μου έκανες ή θα μου κάνεις στο μέλλον, είτε με δοξάσεις σαν μεγαλοφυΐα είτε, με βάλεις σε ίδρυμα φρενοβλαβών, είτε, με κρεμάσεις σαν κατάσκοπο, αργά ή γρήγορα η αρρώστια σου θα σ’ αναγκάσει να παραδεχτείς ότι ανακάλυψα τους νόμους της ζωής κι ότι σου έδωσα τα εργαλεία για να κυβερνήσεις με συνειδητό σκοπό τη ζωή σου, όπως ακριβώς μέχρι τώρα κυβερνούσες μόνο τις μηχανές.
Ήμουν πιστός μηχανοτεχνίτης του οργανισμού σου. Τα εγγόνια σου θα πατήσουν στα δικά μου τ’ αχνάρια και θα γίνουν καλοί μηχανοτεχνίτες της ανθρώπινης φύσης. Σου αποκάλυψα το απέραντο πεδίο της ζωής μέσα σου, την κοσμική σου φύση. Αυτό, είναι η μεγάλη μου ανταμοιβή… ”
Βίλχελμ Ράιχ, Άκου, Ανθρωπάκο!
Είσαι ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ, Ανθρωπάκο, όταν δεν είσαι δουλοπρεπής. Η σπουδαιότητά σου Ανθρωπάκο, είναι η μόνη ελπίδα που απέμεινε.
Είσαι μεγάλος όταν κάνεις τη δουλειά σου με αγάπη, όταν ευτυχείς ασχολούμενος με τη χαρακτική, το κτίσιμο, τη ζωγραφική, τη διακόσμηση, τη σπορά, όταν αντλείς ευχαρίστηση από το γαλάζιο ουρανό, από το ελάφι, απ’ τη δροσιά, απ’ τη μουσική και το χορό, απ’ το μεγάλωμα των παιδιών σου κι απ’ το όμορφο σώμα της γυναίκας σου ή του άντρα σου… όταν πας στο πλανητάριο για να γνωρίσεις τον ουρανό, ή στη βιβλιοθήκη για να διαβάσεις τί σκέπτονται για τη ζωή οι άλλοι άνθρωποι.
Είσαι μεγάλος όταν, σαν παππούς, κρατάς το εγγόνι σου στα γόνατά σου και του μιλάς για χρόνους περασμένους, όταν κοιτάζεις το αβέβαιο μέλλον σου με τη σιγουριά και την περιέργεια του παιδιού. Είσαι μεγάλη σαν μητέρα, όταν νανουρίζεις το νεογέννητο μωρό σου, όταν με δάκρυα στα μάτια ελπίζεις με όλη σου την καρδιά στη μελλοντική του ευτυχία, όταν κάθε ώρα και στιγμή δημιουργείς μέσα σου το μέλλον του.
Είσαι μεγάλος, ΑΝΘΡΩΠΑΚΟ, όταν τραγουδάς παλιά φολκλορικά τραγούδια, ή όταν χορεύεις στον ήχο του ακορντεόν. Γιατί τα φολκλορικά τραγούδια είναι γλυκά κι απαλά κι είναι τα ίδια σ’ όλο τον κόσμο.
Είσαι μεγάλος όταν λες στον φίλο σου: «Ευχαριστώ την καλή μου μοίρα γιατί πέρασα τη ζωή μου απαλλαγμένος από ρυπαρότητα και λαιμαργία, γιατί είδα το μεγάλωμα των παιδιών μου, το πρώτο τους ψέλλισμα, περπάτημα, παιχνίδι, ερώτημα, γέλιο και ερωτικό σκίρτημα… γιατί διατήρησα ακέραιη την ευαισθησία μου για την άνοιξη και το ελαφρό αεράκι της, για το νανούρισμα του ρυακιού πλάι στο σπίτι, για το τραγούδι των πουλιών στο δάσος… γιατί δεν συμμετείχα στα κουτσομπολιά του κακοήθη γείτονα… γιατί ήμουν ευτυχισμένος στην αγκαλιά του συντρόφου μου και γιατί ένιωσα το ρεύμα της ζωής μέσα μου… γιατί στους δύσκολους καιρούς δεν έχασα τον προσανατολισμό μου και γιατί η ζωή μου είχε ένα νόημα.
Κι αυτό, επειδή πάντα άκουγα τη φωνή μέσα μου που έλεγε: «Μόνο ένα πράγμα έχει σημασία: να περάσεις τη ζωή σου με υγεία και ευτυχία.
Ακολούθησε τη φωνή της καρδιάς σου, ακόμα κι αν σ’ οδηγεί έξω απ’ το μονοπάτι των άτολμων ψυχών.
Να μην γίνεσαι σκληρός και να μην πικραίνεσαι όταν η ζωή καμιά φορά σε βασανίζει».
Και στη σιγαλιά του δειλινού, μετά τη δουλειά της ημέρας, όταν κάθομαι στο λιβάδι μπροστά στο σπίτι με το παιδί μου και τη γυναίκα μου ακούγοντας την ανάσα της φύσης, φτάνει στα αυτιά μου μία μελωδία, η μελωδία του μέλλοντος.
«Εκατομμύρια άνθρωποι εσείς, σας αγκαλιάζω, μ’ ένα φιλί για όλο τον κόσμο.» Τότε νιώθω τη φλογερή επιθυμία να μάθει κάποτε αυτή η ζωή να διεκδικεί τα δικαιώματά της και να αλλάξει τη νοοτροπία των σκληρών και δειλών ψυχών που κάνουν τα κανόνια να βροντούν.
Το κάνουν μόνο επειδή η ζωή τους ξέφυγε μέσα από τα χέρια.
Και αγκαλιάζω το γιό μου που με ρωτάει: « Πατέρα, ο ήλιος έφυγε. Πού πήγε; Θα ξαναγυρίσει γρήγορα;» Και του απαντώ: «Ναι γιέ μου θα ξανάρθει γρήγορα για να μας ζεστάνει».
Έφτασα στο τέλος της κουβέντας μου για σένα Ανθρωπάκο. Υπήρχαν πολλά για να σου πω!! Μ’ αν διάβασες τούτα τα λόγια προσεκτικά και τίμια, θ’ αναγνωρίσεις τον εαυτό σου Ανθρωπάκο και σε άλλες περιπτώσεις, που δεν σου ανέφερα. Γιατί πάντα η ίδια χαρακτηριστική ιδιότητα υπάρχει στις μικρές πράξεις και σκέψεις σου.
‘Ο,τι κι αν μου έκανες ή θα μου κάνεις στο μέλλον, είτε με δοξάσεις σαν μεγαλοφυΐα είτε, με βάλεις σε ίδρυμα φρενοβλαβών, είτε, με κρεμάσεις σαν κατάσκοπο, αργά ή γρήγορα η αρρώστια σου θα σ’ αναγκάσει να παραδεχτείς ότι ανακάλυψα τους νόμους της ζωής κι ότι σου έδωσα τα εργαλεία για να κυβερνήσεις με συνειδητό σκοπό τη ζωή σου, όπως ακριβώς μέχρι τώρα κυβερνούσες μόνο τις μηχανές.
Ήμουν πιστός μηχανοτεχνίτης του οργανισμού σου. Τα εγγόνια σου θα πατήσουν στα δικά μου τ’ αχνάρια και θα γίνουν καλοί μηχανοτεχνίτες της ανθρώπινης φύσης. Σου αποκάλυψα το απέραντο πεδίο της ζωής μέσα σου, την κοσμική σου φύση. Αυτό, είναι η μεγάλη μου ανταμοιβή… ”
Βίλχελμ Ράιχ, Άκου, Ανθρωπάκο!
ΣΤΩΪΚΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΪΚΙΣΜΟΣ: ΑΡΘΡΑ - ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΌΤΕΡΑ ΔΌΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΣΤΩΙΚΙΣΜΟΎ
Ο στωικισμός διδάσκει...
1. Κάποιος για να ζήσει σύμφωνα με τη φύση. κοσμική φύση και ανθρώπινη φύση.
2. Η ενότητα όλων. όλοι οι θεοί. όλη η ουσία. όλη η αρετή. όλη η ανθρωπότητα σε μια Κοσμοπόλη (Παγκόσμια Πόλη).
3. Ότι ο εξωτερικός κόσμος διατηρείται από τη φυσική ανταλλαγή των αντίθετων (ποιόν / yin, πάσχον / yang)
4. Ότι ο καθένας έχει προσωπική, ατομική σύνδεση με όλους. ένας θεός μέσα.
5. Ότι κάθε ψυχή έχει ελεύθερη βούληση να δράσει και ότι η δράση της ψυχής είναι άποψη.
6. Απλή διαβίωση μέσω της μετριοπάθειας και της λιτότητας.
7. Ότι η πνευματική ανάπτυξη προέρχεται από την αναζήτηση του καλού.
8. Ότι η Αρετή είναι το μοναδικό καλό, το Vice το μοναδικό κακό, και όλα τα άλλα αδιάφορα.
9. Ότι οι βασικές Αρετές είναι η σωφροσύνη, η Δικαιοσύνη, το Σθένος και η Εγκράτεια.
10. Ότι ο δρόμος προς την προσωπική ευτυχία και την εσωτερική ειρήνη είναι μέσω της κατάσβεσης κάθε επιθυμίας να έχουμε ή να επηρεάσουμε πράγματα πέρα από αυτόν τον έλεγχο και μέσω της ζωής για το παρόν χωρίς ελπίδα ή φόβο για το μέλλον. πέρα από τη δύναμη της γνώμης.
11. Η διαδοχική επαναρρόφηση και αναψυχή του Σύμπαντος από την Κεντρική Φωτιά. η ανάφλεξη.
Είναι παράλογο να θέλεις αυτό που δεν είναι θέλημα Θεού, οπότε συντονίζεται με την εσωτερική σου Φύση και ζεις ευτυχισμένος.
Ζήστε σύμφωνα με τη φύση σας.
Αρχαίοι Έλληνες Φιλόσοφοι: Ι. ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΑΛΗ ΣΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ
6.2. Μια φιλοσοφία Αθηναϊκή;
Θα προσέξατε τις πολλαπλές αναφορές που κάναμε ήδη στην Αθήνα μιλώντας για τη νέα τροπή που πήρε η φιλοσοφία κατά τον 5ο αιώνα. Πράγματι, είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τη δράση του Σωκράτη και των σοφιστών έξω από το αθηναϊκό κοινωνικό πλαίσιο. Η εδραίωση αυτής της εικόνας μπορεί εν μέρει να οφείλεται και στο γεγονός ότι αντλούμε τις πληροφορίες για την πνευματική κίνηση αυτής της εποχής από Αθηναίους συγγραφείς - τον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα, τον Ισοκράτη, τον Λυσία. Ωστόσο, παρά τη μονομέρεια των πηγών μας, η κυριαρχία της Αθήνας στο πνευματικό προσκήνιο της Ελλάδας δεν αμφισβητείται από κανέναν. Ειδικά η φιλοσοφία, η οποία ως τις αρχές του 5ου αιώνα αναπτυσσόταν στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, θα εγκατασταθεί έκτοτε μονίμως στην αθηναϊκή επικράτεια.
Οι Περσικοί Πόλεμοι υπήρξαν αναμφίβολα η μεγάλη στιγμή της Αθήνας. Η γενική αναγνώριση του καθοριστικού ρόλου των Αθηναίων στις νίκες του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και η δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας το 477 π.Χ. άλλαξαν ριζικά τη μοίρα της πόλης. Από σχετικά άσημη επαρχιακή πόλη, όπως ήταν καθ᾽ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, η Αθήνα έγινε η πιο ισχυρή, η πιο πλούσια και η πιο μεγάλη πόλη της Ελλάδας. Ακόμη πιο απότομη ήταν η αλλαγή στην πνευματική της ατμόσφαιρα. Ενώ μέχρι τότε η Αθήνα δεν είχε προσφέρει το παραμικρό στην πνευματική ανάπτυξη της Ελλάδας, μέσα σε ελάχιστα χρόνια γίνεται το επίκεντρο μιας καλλιτεχνικής και διανοητικής κοσμογονίας. Ποιητές, καλλιτέχνες και σοφοί από τις αποικίες συρρέουν στην Αθήνα και έρχονται σε επαφή με τη λαμπρή γενιά των Αθηναίων ομολόγων τους. Όσα στοιχεία κι αν επικαλεστούμε, δύσκολα μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ταχύτητα των εξελίξεων, που φέρνει κατά την ίδια εποχή στην ίδια πόλη τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές και τον Αριστοφάνη, τον Φειδία και τον Πολύκλειτο, τον Θουκυδίδη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα και τον Σωκράτη.
Στη μεγάλη αίγλη της Αθήνας του Περικλή οφείλεται και η συνάντηση του Αθηναίου Σωκράτη με τους προερχόμενους από τις αποικίες σοφιστές. Για τη μορφή ωστόσο που πήρε η φιλοσοφία με τη γενιά αυτή των στοχαστών, μια πλευρά της αθηναϊκής ιστορίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο: η ανάπτυξη της δημοκρατίας.
Κατά τον 7ο και 6ο αιώνα η Αθήνα σπαράσσεται από έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Η αδυναμία της να μετάσχει στον αποικισμό και ο περιορισμός της στο έδαφος της Αττικής οδήγησε σε οικονομική κρίση και όξυνε τις κοινωνικές διαφορές. Για να φτάσουμε στην άμεση και διευρυμένη δημοκρατία του 5ου αιώνα, όπου όλοι πλέον οι Αθηναίοι πολίτες μετείχαν στη διακυβέρνηση της πόλης, απαιτήθηκαν οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα (592 π.Χ.), του Κλεισθένη (508 π.Χ.), του Εφιάλτη (462 π.Χ.) και του Περικλή (457-451 π.Χ.). Κοινό χαρακτηριστικό όλων των μεταρρυθμίσεων ήταν η προοδευτική αφαίρεση των προνομίων των πλούσιων γαιοκτημόνων προς όφελος του «δήμου». Η εξουσία περνά από τον αριστοκρατικό Άρειο Πάγο στην Εκκλησία του Δήμου, το κυρίαρχο σώμα της δημοκρατικής πολιτείας, όπου λαμβάνονται οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις με πάνδημη συμμετοχή και με την ισότιμη ψήφο των Αθηναίων πολιτών.
Στην Αθήνα η πλήρωση όλων των δημόσιων αξιωμάτων γινόταν με κλήρωση - μόνο οι στρατηγοί εκλέγονταν από την Εκκλησία του Δήμου. Καθώς τα βασικά θεσμικά όργανα της δημοκρατίας ήταν πολυπληθή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Αθήνας ήταν ανά πάσα στιγμή απασχολημένο με τη διοίκηση της πόλης. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από το ένα τρίτο των Αθηναίων πολιτών υπηρετούσαν στα θεσμικά όργανα της πόλης και στον στρατό, χωρίς να λογαριάσουμε τη συνέλευση του Δήμου που συνεδρίαζε τουλάχιστον είκοσι φορές κάθε χρόνο. Επομένως, κάθε Αθηναίος, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την περιουσία, τη μόρφωση ή το επάγγελμά του, είχε την ευκαιρία πολλές φορές στη ζωή του να περάσει από τη θέση του βουλευτή, του δικαστή, ακόμη και να κληρωθεί άρχοντας ή πρύτανης της Βουλής. Το ευτύχημα για την Αθήνα ήταν ότι η ολοκλήρωση της δημοκρατίας συνέπεσε χρονικά με την περίοδο της μέγιστης πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον Περικλή να καθιερώσει «μισθό» για όλα τα δημόσια αξιώματα, επιτρέποντας ακόμη και στον πιο φτωχό Αθηναίο να ασκήσει με αξιοπρέπεια και αφοσίωση τα πολιτικά του καθήκοντα. Ο ρόλος του «πολίτη» γίνεται η πιο σεβαστή ανθρώπινη δραστηριότητα στο εσωτερικό της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Η ζωή του μέσου Αθηναίου αλλάζει ριζικά. Η ουσιαστική συμμετοχή στα κοινά της ισχυρότερης ελληνικής πόλης, και μάλιστα στην κρίσιμη περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου, φέρνει τους πολίτες αντιμέτωπους με νέα ερωτήματα. Είναι το δημοκρατικό πολίτευμα καλύτερο από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα του παρελθόντος και των άλλων πόλεων; Ποια είναι τα όρια της δημοκρατίας; Ποιοι πρέπει να ψηφίζουν και ποιοι να εκλέγονται; Πώς διασφαλίζεται η ορθότητα των αποφάσεων του Δήμου και η αποτελεσματική άσκηση της εξουσίας; Πώς πρέπει να νομοθετούμε και πότε αλλάζουμε τους ισχύοντες νόμους; Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τους εκάστοτε ισχυρούς;
Νέα προβλήματα αντιμετωπίζει όχι μόνο ο πολίτης που καλείται για πρώτη φορά να συμμετάσχει στα κοινά, αλλά και αυτός που χάνει τα προνόμιά του. Για τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των Αθηναίων, από τις οποίες προερχόταν η συντριπτική πλειονότητα των ιθυνόντων ακόμη και στην εποχή της δημοκρατίας, η πολιτική αποκτά εντελώς νέο νόημα. Η ευγενική καταγωγή και η μεγάλη ιδιοκτησία δεν εξασφαλίζουν πλέον την πρόσβαση στην εξουσία. Για να αποκτήσει κανείς δύναμη στη δημοκρατική Αθήνα, ένας δρόμος μόνο υπάρχει: πρέπει να έχει μαζί του την πλειοψηφία των πολιτών στη Βουλή και στην Εκκλησία του Δήμου. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζει πώς να πείθει τους συμπολίτες του για την ορθότητα της άποψής του, και μάλιστα όχι κάθε τέσσερα χρόνια, όπως γίνεται σήμερα, αλλά σε καθημερινή βάση. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, στη δημοκρατία των «λόγων», η τέχνη της πειθούς γίνεται η ύψιστη πολιτική αρετή.
Η τέχνη της πειθούς όμως είναι απαιτητική και δεν μαθαίνεται εύκολα. Δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που περνούν από γενιά σε γενιά με την άσκηση και την εμπειρία. Η οικογένεια, όσο εξέχουσα κι αν είναι, δεν μπορεί να διασφαλίσει μια τέτοια μάθηση, και η πόλη της Αθήνας, όπως όλες οι ελληνικές πόλεις, δεν έχει θεσμούς δημόσιας εκπαίδευσης. Τον ρόλο του δασκάλου της πολιτικής, σε αυτή τη συγκυρία, θα διεκδικήσει ο ρήτορας και ο φιλόσοφος.
Αντιλαμβανόμαστε τώρα γιατί η φιλοσοφία αλλάζει προσανατολισμό κατά τον 5ο αιώνα, και γιατί συνδέει τη μοίρα της με την Αθήνα. Σε ένα περιβάλλον κοσμογονικών πολιτικών μεταβολών θα ήταν παράλογο οι φιλόσοφοι να μείνουν ανεπηρέαστοι. Η ανατροπή της παλαιάς τάξης πραγμάτων δεν αλλάζει απλώς τις κοινωνικές ισορροπίες, δημιουργεί και κρίση αξιών. Τίποτε δεν είναι πλέον δεδομένο όσον αφορά τη θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία και την αποδεκτή ηθική συμπεριφορά. Η φιλοσοφία ανακαλύπτει μια νέα ήπειρο γόνιμου προβληματισμού. Και στον φιλόσοφο δίνεται για πρώτη φορά η ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα διευρυμένο ακροατήριο και να διεκδικήσει έναν λειτουργικό ρόλο στο εσωτερικό της δημοκρατικής πολιτείας.
Θα προσέξατε τις πολλαπλές αναφορές που κάναμε ήδη στην Αθήνα μιλώντας για τη νέα τροπή που πήρε η φιλοσοφία κατά τον 5ο αιώνα. Πράγματι, είναι σχεδόν αδύνατο να φανταστούμε τη δράση του Σωκράτη και των σοφιστών έξω από το αθηναϊκό κοινωνικό πλαίσιο. Η εδραίωση αυτής της εικόνας μπορεί εν μέρει να οφείλεται και στο γεγονός ότι αντλούμε τις πληροφορίες για την πνευματική κίνηση αυτής της εποχής από Αθηναίους συγγραφείς - τον Αριστοφάνη, τον Πλάτωνα, τον Ξενοφώντα, τον Ισοκράτη, τον Λυσία. Ωστόσο, παρά τη μονομέρεια των πηγών μας, η κυριαρχία της Αθήνας στο πνευματικό προσκήνιο της Ελλάδας δεν αμφισβητείται από κανέναν. Ειδικά η φιλοσοφία, η οποία ως τις αρχές του 5ου αιώνα αναπτυσσόταν στην περιφέρεια του ελληνικού κόσμου, θα εγκατασταθεί έκτοτε μονίμως στην αθηναϊκή επικράτεια.
Οι Περσικοί Πόλεμοι υπήρξαν αναμφίβολα η μεγάλη στιγμή της Αθήνας. Η γενική αναγνώριση του καθοριστικού ρόλου των Αθηναίων στις νίκες του Μαραθώνα και της Σαλαμίνας και η δημιουργία της Αθηναϊκής Συμμαχίας το 477 π.Χ. άλλαξαν ριζικά τη μοίρα της πόλης. Από σχετικά άσημη επαρχιακή πόλη, όπως ήταν καθ᾽ όλη τη διάρκεια των προηγούμενων αιώνων, η Αθήνα έγινε η πιο ισχυρή, η πιο πλούσια και η πιο μεγάλη πόλη της Ελλάδας. Ακόμη πιο απότομη ήταν η αλλαγή στην πνευματική της ατμόσφαιρα. Ενώ μέχρι τότε η Αθήνα δεν είχε προσφέρει το παραμικρό στην πνευματική ανάπτυξη της Ελλάδας, μέσα σε ελάχιστα χρόνια γίνεται το επίκεντρο μιας καλλιτεχνικής και διανοητικής κοσμογονίας. Ποιητές, καλλιτέχνες και σοφοί από τις αποικίες συρρέουν στην Αθήνα και έρχονται σε επαφή με τη λαμπρή γενιά των Αθηναίων ομολόγων τους. Όσα στοιχεία κι αν επικαλεστούμε, δύσκολα μπορούμε να ερμηνεύσουμε την ταχύτητα των εξελίξεων, που φέρνει κατά την ίδια εποχή στην ίδια πόλη τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές και τον Αριστοφάνη, τον Φειδία και τον Πολύκλειτο, τον Θουκυδίδη, τον Αναξαγόρα, τον Πρωταγόρα και τον Σωκράτη.
Στη μεγάλη αίγλη της Αθήνας του Περικλή οφείλεται και η συνάντηση του Αθηναίου Σωκράτη με τους προερχόμενους από τις αποικίες σοφιστές. Για τη μορφή ωστόσο που πήρε η φιλοσοφία με τη γενιά αυτή των στοχαστών, μια πλευρά της αθηναϊκής ιστορίας έπαιξε καθοριστικό ρόλο: η ανάπτυξη της δημοκρατίας.
Κατά τον 7ο και 6ο αιώνα η Αθήνα σπαράσσεται από έντονες εσωτερικές συγκρούσεις. Η αδυναμία της να μετάσχει στον αποικισμό και ο περιορισμός της στο έδαφος της Αττικής οδήγησε σε οικονομική κρίση και όξυνε τις κοινωνικές διαφορές. Για να φτάσουμε στην άμεση και διευρυμένη δημοκρατία του 5ου αιώνα, όπου όλοι πλέον οι Αθηναίοι πολίτες μετείχαν στη διακυβέρνηση της πόλης, απαιτήθηκαν οι πολιτικές μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα (592 π.Χ.), του Κλεισθένη (508 π.Χ.), του Εφιάλτη (462 π.Χ.) και του Περικλή (457-451 π.Χ.). Κοινό χαρακτηριστικό όλων των μεταρρυθμίσεων ήταν η προοδευτική αφαίρεση των προνομίων των πλούσιων γαιοκτημόνων προς όφελος του «δήμου». Η εξουσία περνά από τον αριστοκρατικό Άρειο Πάγο στην Εκκλησία του Δήμου, το κυρίαρχο σώμα της δημοκρατικής πολιτείας, όπου λαμβάνονται οι σημαντικές πολιτικές αποφάσεις με πάνδημη συμμετοχή και με την ισότιμη ψήφο των Αθηναίων πολιτών.
Στην Αθήνα η πλήρωση όλων των δημόσιων αξιωμάτων γινόταν με κλήρωση - μόνο οι στρατηγοί εκλέγονταν από την Εκκλησία του Δήμου. Καθώς τα βασικά θεσμικά όργανα της δημοκρατίας ήταν πολυπληθή, ένα πολύ μεγάλο τμήμα του πληθυσμού της Αθήνας ήταν ανά πάσα στιγμή απασχολημένο με τη διοίκηση της πόλης. Έχει υπολογιστεί ότι πάνω από το ένα τρίτο των Αθηναίων πολιτών υπηρετούσαν στα θεσμικά όργανα της πόλης και στον στρατό, χωρίς να λογαριάσουμε τη συνέλευση του Δήμου που συνεδρίαζε τουλάχιστον είκοσι φορές κάθε χρόνο. Επομένως, κάθε Αθηναίος, ανεξάρτητα από την καταγωγή, την περιουσία, τη μόρφωση ή το επάγγελμά του, είχε την ευκαιρία πολλές φορές στη ζωή του να περάσει από τη θέση του βουλευτή, του δικαστή, ακόμη και να κληρωθεί άρχοντας ή πρύτανης της Βουλής. Το ευτύχημα για την Αθήνα ήταν ότι η ολοκλήρωση της δημοκρατίας συνέπεσε χρονικά με την περίοδο της μέγιστης πολιτικής και οικονομικής δύναμης. Δόθηκε έτσι η δυνατότητα στον Περικλή να καθιερώσει «μισθό» για όλα τα δημόσια αξιώματα, επιτρέποντας ακόμη και στον πιο φτωχό Αθηναίο να ασκήσει με αξιοπρέπεια και αφοσίωση τα πολιτικά του καθήκοντα. Ο ρόλος του «πολίτη» γίνεται η πιο σεβαστή ανθρώπινη δραστηριότητα στο εσωτερικό της αθηναϊκής δημοκρατίας.
Η ζωή του μέσου Αθηναίου αλλάζει ριζικά. Η ουσιαστική συμμετοχή στα κοινά της ισχυρότερης ελληνικής πόλης, και μάλιστα στην κρίσιμη περίοδο του Πελοποννησιακού Πολέμου, φέρνει τους πολίτες αντιμέτωπους με νέα ερωτήματα. Είναι το δημοκρατικό πολίτευμα καλύτερο από τα ολιγαρχικά πολιτεύματα του παρελθόντος και των άλλων πόλεων; Ποια είναι τα όρια της δημοκρατίας; Ποιοι πρέπει να ψηφίζουν και ποιοι να εκλέγονται; Πώς διασφαλίζεται η ορθότητα των αποφάσεων του Δήμου και η αποτελεσματική άσκηση της εξουσίας; Πώς πρέπει να νομοθετούμε και πότε αλλάζουμε τους ισχύοντες νόμους; Πώς μπορούμε να περιορίσουμε τους εκάστοτε ισχυρούς;
Νέα προβλήματα αντιμετωπίζει όχι μόνο ο πολίτης που καλείται για πρώτη φορά να συμμετάσχει στα κοινά, αλλά και αυτός που χάνει τα προνόμιά του. Για τις παλιές αριστοκρατικές οικογένειες των Αθηναίων, από τις οποίες προερχόταν η συντριπτική πλειονότητα των ιθυνόντων ακόμη και στην εποχή της δημοκρατίας, η πολιτική αποκτά εντελώς νέο νόημα. Η ευγενική καταγωγή και η μεγάλη ιδιοκτησία δεν εξασφαλίζουν πλέον την πρόσβαση στην εξουσία. Για να αποκτήσει κανείς δύναμη στη δημοκρατική Αθήνα, ένας δρόμος μόνο υπάρχει: πρέπει να έχει μαζί του την πλειοψηφία των πολιτών στη Βουλή και στην Εκκλησία του Δήμου. Πρέπει δηλαδή να γνωρίζει πώς να πείθει τους συμπολίτες του για την ορθότητα της άποψής του, και μάλιστα όχι κάθε τέσσερα χρόνια, όπως γίνεται σήμερα, αλλά σε καθημερινή βάση. Στην αθηναϊκή δημοκρατία, στη δημοκρατία των «λόγων», η τέχνη της πειθούς γίνεται η ύψιστη πολιτική αρετή.
Η τέχνη της πειθούς όμως είναι απαιτητική και δεν μαθαίνεται εύκολα. Δεν είναι σαν τις άλλες τέχνες, που περνούν από γενιά σε γενιά με την άσκηση και την εμπειρία. Η οικογένεια, όσο εξέχουσα κι αν είναι, δεν μπορεί να διασφαλίσει μια τέτοια μάθηση, και η πόλη της Αθήνας, όπως όλες οι ελληνικές πόλεις, δεν έχει θεσμούς δημόσιας εκπαίδευσης. Τον ρόλο του δασκάλου της πολιτικής, σε αυτή τη συγκυρία, θα διεκδικήσει ο ρήτορας και ο φιλόσοφος.
Αντιλαμβανόμαστε τώρα γιατί η φιλοσοφία αλλάζει προσανατολισμό κατά τον 5ο αιώνα, και γιατί συνδέει τη μοίρα της με την Αθήνα. Σε ένα περιβάλλον κοσμογονικών πολιτικών μεταβολών θα ήταν παράλογο οι φιλόσοφοι να μείνουν ανεπηρέαστοι. Η ανατροπή της παλαιάς τάξης πραγμάτων δεν αλλάζει απλώς τις κοινωνικές ισορροπίες, δημιουργεί και κρίση αξιών. Τίποτε δεν είναι πλέον δεδομένο όσον αφορά τη θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία και την αποδεκτή ηθική συμπεριφορά. Η φιλοσοφία ανακαλύπτει μια νέα ήπειρο γόνιμου προβληματισμού. Και στον φιλόσοφο δίνεται για πρώτη φορά η ευκαιρία να απευθυνθεί σε ένα διευρυμένο ακροατήριο και να διεκδικήσει έναν λειτουργικό ρόλο στο εσωτερικό της δημοκρατικής πολιτείας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)











/confused-girl-in-front-of-a-blackboard-full-of-formulas--947690882-5af49088eb97de003d93de23.jpg)




