Κυριακή 29 Νοεμβρίου 2020

Λιβάνιος: Υπέρ των Ελληνικών ναών

Ο Λιβάνιος ήταν ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας, ο «μεγαλύτερος ρήτορας και σοφιστής του αιώνα του», το «σταθερό πρότυπο ύφους για όλους τους μεταγενέστερους (βυζαντινούς) ρήτορες, δασκάλους και ανθρώπους των γραμμάτων», δάσκαλος ο ίδιος του Μεγάλου Βασιλείου, του Ιωάννου Χρυσοστόμου, αλλά και του Ιουλιανού. Το τεράστιο σε όγκο έργο του αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ιστορικές πηγές της ύστερης αρχαιότητας. Σε μια εποχή που η ανθρωπότητα διάβαινε το κατώφλι του Μεσαίωνα, ο Λιβάνιος υπερασπίστηκε τον ελληνικό πολιτισμό και, παραμένοντας πεισματικά εθνικός, επέλεξε την οδό της αντιπαράθεσης με τον μισαλλόδοξο σκοταδισμό των πιστών του χριστιανικού δόγματος. Στην Ελλάδα, το όνομα και το έργο του παραμένουν εδώ και αιώνες στην αφάνεια και η «επίσημη» φιλολογία τον αγνοεί σκανδαλωδώς…

Γεννημένος στην Αντιόχεια (το 314 μ.Χ.), εγκατέλειψε τη στοργική του μητέρα για να σπουδάσει στην Αθήνα. Του είχαν προσφέρει για σύζυγο μια πλούσια κληρονόμο αν δεχόταν να μείνει στη γενέτειρά του, όμως ο Λιβάνιος δήλωσε ότι θα αρνιόταν ακόμα και θεά να παντρευτεί, προκειμένου να αντικρύσει της Αθήνας «καπνό αναθρώσκοντα». Τα λόγια των δασκάλων του, δεν τα εκλάμβανε ως ιερούς χρησμούς αλλά ως αφετηρίες για τον ίδιο. Μέσα σ’ έναν λαβύρινθο σχολών και δασκάλων, στη μόρφωσή του συνέβαλε πάνω απ’ όλα ο ίδιος. Αφού δοκίμασε για ένα διάστημα την τύχη του ως δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη και στη Νικομήδεια, επέστρεψε στην Αντιόχεια (το 354) και ίδρυσε σχολή που επί σαράντα χρόνια είχε τους περισσότερους σπουδαστές και τη μεγαλύτερη φήμη σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία. Η φήμη του ήταν τόσο μεγάλη, ώστε τραγουδούσαν τους λόγους του στους δρόμους. Μεταξύ των μαθητών του ήταν ο Αμμιανός Μαρκελίνος, ο Μέγας Βασίλειος και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος…

Ο Ευνάπιος, σύγχρονος του Λιβάνιου, στους «Βίους φιλοσόφων και σοφιστών» γράφει:

Κυκλοφορούν πολλά βιβλία του Λιβάνιου κι όποιος έχει μυαλό και τα διαβάσει ολόκληρα, έχει να μάθει. Ο Λιβάνιος είχε και μεγάλη ικανότητα να εκφωνεί λόγους πάνω σε ζητήματα πολιτικά και εκτός από τις πολιτικές αγορεύσεις, με μεγάλη ευκολία και τόλμη συνέθετε και ομιλίες προς τέρψιν του κοινού των θεάτρων. Όταν οι κατοπινοί βασιλείς τού πρόσφεραν το υψηλότερο αξίωμα, καλώντας τον να δεχτεί τον τιμητικό τίτλο του έπαρχου της αυλής, δεν το αποδέχτηκε, λέγοντας ότι η ιδιότητα του σοφιστή είναι ανώτερη. Κι είναι πράγματι αξιέπαινο αυτό, δεδομένου ότι η μόνη δόξα που κυνηγούσε είναι εκείνη που κερδίζει κανείς χάρη στη μόρφωσή του και ότι κάθε άλλη δόξα τη θεωρούσε «δημώδη» και πρόστυχη.

Πέθανε κι αυτός σε βαθιά γεράματα, αφήνοντας σε όλους ένα αίσθημα θαυμασμού προς το πρόσωπο του. Ο γράφων δεν τον γνώρισε προσωπικά γιατί η τύχη, πότε με τον ένα τρόπο και πότε με τον άλλο, πάντοτε έβαζε εμπόδια.

Ο Λιβάνιος δεν ήταν ιστορικός, αλλά αυτό που σήμερα θα λέγαμε φιλόλογος. Δάσκαλος της ρητορικής και σοφιστής, αλλά όχι φιλόσοφος με την αρχαιοελληνική έννοια. Στα πλαίσια του επαγγέλματός του, έγραψε αμέτρητα ρητορικά γυμνάσματα (σώζονται 44), με θέματα εμπνευσμένα από την ιστορία, τη μυθολογία και τα ομηρικά έπη. Επίσης, στα πλαίσια των μαθημάτων του έγραφε πλήθος μικρά δοκίμια.

Οι μεγαλύτερες έγνοιες του Λιβάνιου ήταν η παράδοση κι η ελληνική παιδεία και γλώσσα. Υποτιμούσε επιδεικτικά οτιδήποτε το εξωελληνικό, είτε λατινικό ήταν αυτό είτε ιουδαϊκό-χριστιανικό, διατηρώντας μια βαθιά πίστη στις αξίες του ελληνικού πολιτισμού. Είναι χαρακτηριστικό το ότι δεν καταδέχτηκε να μάθει ή να χρησιμοποιήσει ούτε μια λατινική λέξη.

Γράφει ο Ευνάπιος:

Όταν ανακάλυπτε κάποια ελληνική λέξη που δεν χρησιμοποιούνταν πια κι είχε περιπέσει σε αφάνεια λόγω παλαιότητας, την καθάριζε σαν να ‘ταν ιερό ανάθημα και καλλωπισμένη την έφερνε στο φως, στηρίζοντάς την και δίνοντάς της νέο νόημα, σαν τις υπηρέτριες και θεραπαινίδες νεόπλουτης κυρίας που τη βοηθούν να διώξει από πάνω της τα γηρατειά. Γι’ αυτό τον εθαύμαζε ο θειότατος Ιουλιανός, όπως τον θαύμαζαν όλοι οι άνθρωποι για την χάρη που είχαν οι λόγοι του.

Όπως οι περισσότεροι συγκαιρινοί του διανοούμενοι -απ’ όσους τυχαίνει σήμερα να γνωρίζουμε- ήταν οπαδός του νεοπλατωνισμού. Τίποτα δεν τον συνέδεε με τον στωικισμό και -πολύ περισσότερο- με τον επικουρισμό: Ο Λιβάνιος ήταν ευσεβέστατος, αν και δεν δίσταζε να μέμφεται και να κατηγορεί τους θεούς όταν θεωρούσε ότι ολιγωρούσαν ή ότι ήταν υπεύθυνοι για κάποιο κακό.

Ως Έλληνας διανοούμενος, ο Λιβάνιος δεν διακατεχόταν από κανενός είδους αποστολικό ζήλο[1] και έτρεφε την ψευδαίσθηση ότι αρκούσε να γίνει κανείς κοινωνός της ελληνικής παιδείας ώστε να αναγνωρίσει την ανωτερότητά της διά βίου. Από την πλευρά τους, οι χριστιανοί έβλεπαν στο πρόσωπο του Λιβάνιου τον ιδεώδη δάσκαλο, εκείνον που θα τους παρείχε τα εφόδια ώστε να ξεφύγουν από την πνευματική μιζέρια και να ανοιχτούν στην κοινωνία ως ισοδύναμοι των εθνικών. Έτσι, από τα χέρια του Λιβάνιου πέρασε ο αξιολογώτερος χριστιανός όλων των εποχών, ο Μέγας Βασίλειος, καθώς και το μετέπειτα «βαρύ πυροβολικό» του Xριστιανισμού, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ο τελευταίος δεν δίστασε αργότερα να επιτεθεί στον Λιβάνιο, λούζοντάς τον με βρισιές που μόνο από ένα «χρυσό στόμα» δεν θα περίμενε κανείς να βγουν: «Ω μιαρέ… Ω ληρόσοφε… Άθλιε και ταλαίπωρε».

Ο Χρυσόστομος βρίζει τον παλιό του δάσκαλο επειδή ο δεύτερος θρήνησε για τον εμπρησμό του ναού του Απόλλωνα στη Δάφνη. Στον λόγο του «Εις τον Άγιον Βαβύλαν», οργίζεται με τον Λιβάνιο που τόλμησε να πει ότι την φωτιά την έβαλε ανθρώπινο χέρι, και υποστηρίζει (ο Χρυσόστομος) ότι τον ναό τον έκαψε ο ίδιος ο θεός των χριστιανών. Και συμπεραίνει: «Πράγματι, οι Έλληνες είναι πάντα παιδιά· δεν υπάρχει ώριμος Έλληνας» -κι αυτό επειδή δεν πίστευαν, όπως εκείνος, ότι δράστης του εμπρησμού ήταν ο Θεός…

Αντιθέτως, με τον Μέγα Βασίλειο ο Λιβάνιος διατηρούσε ειλικρινή φιλία… Ύστερα από μια περίοδο διακοπής της αλληλογραφίας που διατηρούσαν, ο Βασίλειος γράφει: «Αν σκεφτώ ότι παρ’ όλο που ζεις μες στα γράμματα παραλείπεις να μου γράψεις, δεν έχω παρά να το πάρω απόφαση ότι με έχεις ξεχάσει. Αν σωπαίνεις εσύ που τό ‘χεις τόσο εύκολο να μιλάς και να γράφεις, είναι φανερό ότι αυτό οφείλεται είτε στην υπεροψία είτε στη λήθη. Εγώ όμως σ’ αυτή σου τη σιωπή απαντώ με την προσαγόρευσή μου: Χαίρε, λοιπόν, αξιότιμε, κι αν θες γράψε μου κι αν δεν σ’ αρέσει μη μου γράφεις». Η αλληλογραφία, συνεχίστηκε, άγνωστο όμως μέχρι πότε.

Το σύνολο των σωζόμενων γνήσιων επιστολών του Λιβάνιου είναι 1.560. Πολλές απ’ αυτές εκδόθηκαν για πρώτη φορά σε τυπωμένη μορφή το 1499 στη Βενετία από τον Κρητικό, Μάρκο Μουσούρο. Όπως αναφέρει το βυζαντινό λεξικό Σουίδα, ο Λιβάνιος «έγραψεν άπειρα»… Είναι πράγματι ο πολυγραφότερος συγγραφέας της αρχαιότητας, ίσως του κόσμου ολόκληρου. Σώζονται 60 Λόγοι (ο υπ’ αριθμόν 1, είναι η εκτενής αυτοβιογραφία του «Λόγος της περί εαυτού τύχης»). Εννέα από τους Λόγους του έχουν ονομαστεί «Ιουλιανικοί»: Είτε απευθύνονται προς τον ίδιο τον αυτοκράτορα Ιουλιανό είτε μιλούν γι’ αυτόν. Σ’ αυτούς περιλαμβάνεται και ο «Θρήνος για τον Ιουλιανό», ο «Επιτάφιος για τον Ιουλιανό» και ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού», γραμμένος 15 χρόνια μετά τον ηρωικό θάνατο του αυτοκράτορα στην τελευταία μάχη του με τους Πέρσες.

Ο Λόγος «Περί της τιμωρίας Ιουλιανού» («Εκδίκηση για τον Ιουλιανό») απευθύνεται στον Θεοδόσιο που μόλις έχει πάρει την εξουσία (το 379). Έχει προηγηθεί η ήττα των Ρωμαίων σε μάχη με τους Γότθους στην Αδριανούπολη, όπου βρήκε τραγικό θάνατο ο αυτοκράτορας Βάλενς, μέγας διώκτης των εθνικών. Ο Λιβάνιος υποστηρίζει ότι ο Ιουλιανός δολοφονήθηκε από Ρωμαίο στρατιώτη, βαλτό από τους χριστιανούς, ότι μετά τον θάνατο του τα πράγματα στην αυτοκρατορία πήγαν από το κακό στο χειρότερο καθώς οι στρατιωτικές ήττες κι οι υποχωρήσεις των Ρωμαίων διαδέχονταν η μία την άλλη, ότι οι δολοφόνοι έπρεπε να τιμωρηθούν, ότι οι μετέπειτα αυτοκράτορες που τον διαδέχτηκαν όχι μόνο στάθηκαν ανίκανοι στρατιωτικοί αλλά κυβέρνησαν με την τρομοκρατία, εξολοθρεύοντας «μυριάδες διαπρεπείς πολίτες» (εθνικούς)…

Το 386 μ.Χ., τα πάντα έχουν πια κριθεί προ πολλού… Μία από τις συγκλονιστικότερες στιγμές της ελληνικής ιστορίας: Ο πολιτισμός που επί μία χιλιετία λάμπρυνε την ανθρωπότητα, εκπροσωπείται τώρα από έναν μοναχικό γέροντα που βλέποντας τα πάντα γύρω του να γκρεμίζονται, βρήκε το θάρρος να ορθώσει το ανάστημά του και να απευθυνθεί στον αυτοκράτορα Θεοδόσιο, ηθικό αυτουργό των καταστροφών.

Ο Λιβάνιος ήταν ένας από τους λίγους εθνικούς διανοούμενους που βγήκαν ζωντανοί από τις σφαγές της δεκαετίας του 370. Χάρις στο κύρος του και την ανοχή που απολάμβανε επί τρεις δεκαετίες (μιας και ως φιλόλογος, ήταν πολύτιμος δάσκαλος για τους νεαρούς χριστιανούς), ο Λιβάνιος κατά κάποιον τρόπο, είχε το ένα πόδι χωμένο στην πόρτα εμποδίζοντας την εξουσία να του την κλείσει κατάμουτρα. Εξαντλεί λοιπόν όλα τα περιθώρια ανοχής, που όπως διαπιστώνει κανείς είναι πολύ στενά: Δεν του μένει παρά να καταφύγει σε δικονομικά επιχειρήματα αλλά και να επισημάνει στον θρησκόληπτο Θεοδόσιο ότι είναι προς το οικονομικό του συμφέρον να αφήσει απείραχτους τους ελληνικούς ναούς, ότι τα αγάλματα χάρη στην αισθητική τους αξία δεν θα ‘πρεπε να καταστραφούν, ότι ένας ναός μπορεί να στεγάσει μία δημόσια υπηρεσία, ότι οι εθνικοί είναι δουλευτάδες και παράγουν πλούτο, ενώ οι χριστιανοί είναι κηφήνες και κοινωνικά παράσιτα. Όμως «εις μάτην», όπως έγραψε ο ιστορικός Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος: «Εις μάτην ο περιώνυμος σοφιστής Λιβάνιος επ’ ελπίδι του να συγκινήση την ψυχήν του Θεοδοσίου, περιέγραψε τα παθήματα του αρχαίου θρησκεύματος… Η φωνή αύτου δεν εισηκούσθη και το έργον της καταστροφής εξηκολούθησε»…

Προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο: Υπέρ των Ελληνικών ναών

Πολλές φορές, βασιλιά, όταν σου πρόσφερα συμβουλές στο παρελθόν, σου φάνηκε πως εξέφρασα σωστές απόψεις και σε πείσμα εκείνων που έλεγαν και επιδίωκαν τα αντίθετα, υπερίσχυσαν οι δικές μου παραινέσεις, όντας ορθότερες. Με την ελπίδα αυτή, έρχομαι και τώρα να κάνω το ίδιο. Και μακάρι τώρα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να καταφέρω να σε πείσω. Αν όχι, μη θεωρήσεις εμένα που σου απευθύνω αυτά τα λόγια εχθρό της πολιτείας σου -αν μη τι άλλο, υπολόγισε πόσο με έχεις τιμήσει στο παρελθόν και σκέψου ότι θα ήταν παράδοξο να μη νιώθει ο ευεργετημένος μεγάλη αγάπη για τον ευεργέτη του. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, πιστεύω ότι πρέπει να σε συμβουλέψω πάνω σε θέματα για τα οποία νομίζω ότι θα μιλήσω σωστά. Ίσως ο μόνος τρόπος να σου ανταποδώσω την τιμή, είναι οι λόγοι μου και ό,τι απορρέει απ’ αυτούς.

Σε πολλούς θα φανεί πολύ επικίνδυνο το ότι θα απευθυνθώ σε σένα για να επιχειρηματολογήσω υπέρ των ναών και να υποστηρίξω ότι οι ναοί δεν πρέπει, όπως συμβαίνει τώρα, να παθαίνουν κακό. Όμως μου φαίνεται πως όσοι έχουν τέτοιους φόβους, κάνουν λάθος ως προς τον χαρακτήρα σου. Γιατί είναι, νομίζω, χαρακτηριστικό των οργίλων και των δύστροπων ανθρώπων, το να καταφεύγουν κατευθείαν στην τιμωρία όταν λέγεται κάτι που δεν τους αρέσει, ενώ ο ήπιος, ο φιλάνθρωπος και πράος άνθρωπος -κι αυτά είναι τα δικά σου γνωρίσματα- απλώς αρνείται να δεχτεί μια συμβουλή που δεν την εγκρίνει. Γιατί όταν είναι στο χέρι του ακροατή το αν θα συμμορφωθεί ή όχι στα λόγια κάποιου, δεν είναι σωστό να αποφεύγει την ακρόαση, μιας και τίποτα κακό δεν πρόκειται να πάθει απ’ αυτήν, αλλά ούτε και να εξοργίζεται και να τιμωρεί σε περίπτωση που δεν συμφωνεί, αν κάποιος βρήκε το θάρρος να εκφράσει αυτά που θεωρεί σωστά.

Σε παρακαλώ, λοιπόν, βασιλιά, να στραφείς σε μένα που σου μιλάω και να μη δίνεις σημασία σ’ εκείνους που θα θελήσουν με χίλιους δυο τρόπους να μας αποπροσανατολίσουν, και σένα και μένα, γιατί πολλές φορές στο παρελθόν φάνηκε ότι ένα απλό νεύμα αυλικού στάθηκε πιο ισχυρό από τη δύναμη της αλήθειας. Και επιμένω ότι κι εκείνοι θα πρέπει να με αφήσουν ήσυχο να ολοκληρώσω τον λόγο μου χωρίς να με προπηλακίσουν και κατόπιν ας προσπαθήσουν να ανατρέψουν τα λεγόμενά μου με λογικά επιχειρήματα.

Βασιλιά μου, οι πρώτοι άνθρωποι που εμφανίστηκαν πάνω στη γη, για να προστατέψουν τη ζωή τους έπιασαν τα υψώματα κι έμεναν σε σπηλιές και καλύβες, και καθώς είχαν αποκτήσει ευθύς ες αρχής μιαν ιδέα για τους θεούς και κατάλαβαν πόσο σπουδαίο πράγμα ήταν η εύνοια των θεών προς τους ανθρώπους, έφτιαξαν ναούς τέτοιους που θα περίμενε κανείς από ανθρώπους πρωτόγονους, καθώς και αγάλματα για τους ίδιους. Κι όταν προχώρησαν στη δημιουργία πόλεων κατέχοντας σε ικανοποιητικό βαθμό την τέχνη της οικοδόμησης, εμφανίστηκαν πολλές πόλεις, άλλες σε πρόποδες βουνών κι άλλες στις πεδιάδες. Και σε κάθε πόλη, το πρώτο πράγμα που έχτιζαν μετά τα τείχη ήταν οι ναοί και τα ιερά. Γιατί πίστευαν πως με τέτοιους πολιούχους κυβερνήτες θα είχαν τη μεγαλύτερη ασφάλεια.

Όπου και να πας, σ’ όλη την επικράτεια των Ρωμαίων, παντού αυτό θα βρεις. Και στην Κωνσταντινούπολη ακόμα, υπάρχουν κάποιοι ναοί, αν και δεν τους αποδίδεται πλέον κανένας σεβασμός κι είναι βέβαια οι λίγοι που απόμειναν από τους πάμπολλους, παρ’ όλα αυτά δεν έχουν αφανιστεί τελείως. Και ακριβώς χάρη στη συμμαχία τους με τους θεούς αυτούς, κατάφερναν οι Ρωμαίοι, εφορμώντας κατά των αντιπάλων τους να νικούν στις μάχες και έχοντας υπερισχύσει, να παρέχουν στους ηττημένους έναν τρόπο ζωής καλύτερο από αυτόν που είχαν προηγουμένως, διώχνοντας κάθε φόβο και δίνοντάς τους μερίδιο συμμετοχής στην πολιτική ζωή.

Όταν ήμουν παιδί, ο ηγέτης του στρατεύματος των Γαλατών[2], που στράφηκαν ενάντια στους θεούς που πρώτα προσκυνούσαν, νίκησε εκείνον που είχε προσβάλει τη Ρώμη[3], κι αφού κατατρόπωσε και τον άνθρωπο που είχε δώσει νέα ζωή στις πόλεις[4], ο ίδιος, θεωρώντας πως θα αποκόμιζε προσωπικό όφελος αναγνωρίζοντας κάποιον άλλον ως θεό, χρησιμοποίησε τις περιουσίες των ναών για να χτίσει την πόλη που επιθυμούσε. Δεν επέφερε, βέβαια, καμία αλλαγή στις καθιερωμένες λατρείες, αλλά οι ναοί υπέφεραν από φτώχεια μπορούσε όμως κανείς να δει ότι γενικά όλες οι άλλες λειτουργίες τους εκτελούνταν στο ακέραιο.

Όταν η εξουσία πέρασε στον γιο του[5] (μάλλον το σχήμα της εξουσίας, γιατί την ίδια την εξουσία την είχαν άλλοι, οι οποίοι χάρη στην ανατροφή που του έδωσαν από μικρό παιδί, είχαν τη δυνατότητα να είναι ισοδύναμοι μ’ αυτόν στα πάντα), εκείνος, βασιλεύοντας υπό τις διαταγές άλλων, σε πολλά πράγματα πείστηκε ν’ ακολουθήσει κακή πολιτική, και επιπλέον απαγόρεψε τις θυσίες. Ο εξάδελφός του, ένας άνθρωπος που τον διέκριναν όλες οι αρετές[6], τις επανέφερε. Κι όταν αυτός έχασε τη ζωή του στην Περσία (δεν θα μιλήσω τώρα για τα όσα έκανε και τα όσα έμελλε να κάνει), οι θυσίες παρέμειναν για κάποιο διάστημα, αλλά, ύστερα από κάποια νεότερα συμβάντα, απαγορεύτηκαν από τους δύο αδελφούς[7]. Δεν απαγορεύτηκε όμως η προσφορά θυμιάματος. Αυτό το τελευταίο έχει επιβεβαιωθεί και από τον δικό σου νόμο, πράγμα που μας κάνει περισσότερο να νιώθουμε ευγνωμοσύνη για ό,τι μας έχει παραχωρηθεί παρά να υποφέρουμε γι’ αυτά που στερηθήκαμε.

Βέβαια, εσύ ο ίδιος δεν έδωσες διαταγή να κλείσουν οι ναοί και δεν απαγόρεψες ούτε την είσοδο σε ναούς, ούτε το ιερό πυρ των ναών, ούτε το λιβάνι, ούτε τις προσφορές άλλων θυμιαμάτων σε ναούς και βωμούς. Όμως, εκείνα τα μαυροφορεμένα υποκείμενα, που τρώνε περισσότερο κι από τους ελέφαντες και κατεβάζοντας αμέτρητα ποτήρια, παρενοχλούν τους άλλους που συνοδεύουν το πιοτό τους με τραγούδια, αυτοί που συγκαλύπτουν τις επιδόσεις τους στο φαγοπότι με μια τεχνητή χλωμάδα του προσώπου. Αυτοί, ενώ ο νόμος παραμένει σε ισχύ, ορμούν πάνω στους ναούς κρατώντας ξύλα και πέτρες και σίδερα, και μερικές φορές χωρίς αυτά, με χέρια και πόδια. Ακολουθεί η εκ του ασφαλούς λεηλασία[8], το γκρέμισμα της στέγης, η κατεδάφιση των τοίχων, σπάσιμο των αγαλμάτων, αναποδογύρισμα των βωμών. Και οι ιερείς των ναών είναι υποχρεωμένοι να σωπαίνουν ή να πεθαίνουν. Κι αφού κατεδαφίσουν έναν ναό, σπεύδουν στον δεύτερο και στον τρίτο κι ύστερα στοιβάζουν τρόπαια πάνω σε τρόπαια, καταπατώντας τον νόμο.

Τέτοιες πράξεις αποτολμούνται και μέσα σε πόλεις, όμως κυρίως στην ύπαιθρο. Κι είναι πολλοί αυτοί που κάθε φορά επιτίθενται’ κι ύστερα από τα μύρια κακά που διαπράττουν τα σκορπισμένα πλήθη, συγκεντρώνονται και ζητούν αναμεταξύ τους λογαριασμό των πράξεων τους, και το ‘χουν σε ντροπή να μην έχουν διαπράξει τα μεγαλύτερα αδικήματα. Ξεχύνονται στους αγρούς σαν χείμαρροι και μαζί με τους ναούς ερημώνουν και τους αγρούς. Γιατί όταν ένας αγρός στερηθεί τον ναό του, πάει χαμένος, τυφλώνεται και πεθαίνει. Οι ναοί, βασιλιά, είναι η ψυχή των αγρών οι ναοί πρωτοέδωσαν ζωή στους αγρούς, και από γενιά σε γενιά παραδόθηκαν στους σημερινούς ανθρώπους.

Σ’ αυτούς αποθέτουν τις ελπίδες τους οι αγρότες, για τις γυναίκες ή τους συζύγους, για τα παιδιά τους, για τις αγελάδες, για τη γη που σπέρνουν και φυτεύουν. Κι όταν παθαίνει τέτοιο κακό η ύπαιθρος, μαζί με τις ελπίδες των αγροτών χάνεται κι η προθυμία τους, γιατί πιστεύουν πως θα πάνε οι κόποι τους χαμένοι, αφού στερήθηκαν τους θεούς που θα βοηθήσουν ώστε οι κόποι τους να ευοδωθούν. Και όπως δεν δουλεύουν τη γη με την ίδια φροντίδα, ούτε κι η σοδειά μπορεί να είναι ίδια με πριν. Έτσι, και ο γεωργός γίνεται φτωχότερος και η είσπραξη φόρων μειώνεται. Γιατί, ακόμα και να είναι κανείς πρόθυμος ν’ αποδώσει φόρους, τον εμποδίζει η ίδια η αδυναμία του.

Να τι αντίκτυπο έχουν στις μεγάλες υποθέσεις του κράτους οι βιαιότητες που αποτολμούν ενάντια στον κόσμο της υπαίθρου οι άνθρωποι αυτοί που ισχυρίζονται ότι πολεμούν τους ναούς. Μόνο που ο πόλεμός τους, είναι γι’ αυτούς πηγή εισοδήματος, γιατί αρπάζουν όχι μόνο ό,τι βρίσκεται μες στους ναούς αλλά και τα υπάρχοντα των ταλαίπωρων αγροτών, την παραγωγή τους και τα ζωντανά. Και αποχωρούν τελικά οι εισβολείς κουβαλώντας τη λεία τους από τα μέρη που εκπόρθησαν. Και δεν τους φτάνει αυτό, αλλά σφετερίζονται και ξένα κτήματα, λέγοντας ότι η γη του τάδε γεωργού είναι περιουσία του ναού, και πολλοί έχουν χάσει έτσι πατρικές περιουσίες, επειδή προβάλλονται ψεύτικοι τίτλοι. Από τα δεινά των άλλων καλοπερνούν αυτοί, που ισχυρίζονται ότι κάνοντας νηστείες λατρεύουν τον θεό τους. Κι αν κάποιοι από τα θύματά τους πάνε στην πόλη και βρουν τον «ποιμένα» (έτσι αποκαλούνται κάποιοι άνθρωποι, όχι και τόσο αγαθοί) και κλαίγοντας του διηγηθούν τα όσα έπαθαν, ο «ποιμένας» αυτός επαινεί τους κακοποιούς και ξαποστέλνει τους παθόντες, λέγοντάς τους πως είναι κερδισμένοι κι από πάνω, που δεν έπαθαν χειρότερα.

Κι όμως, βασιλιά, δικοί σου υπήκοοι είναι κι αυτοί και σου είναι πιο χρήσιμοι από τους άλλους που εγκληματούν σε βάρος τους, όσο πιο χρήσιμος είναι ένας εργαζόμενος από έναν άεργο. Αυτοί είναι οι μέλισσες, ενώ εκείνοι οι κηφήνες. Κι όταν ακούνε πως σε κάποιο κτήμα υπάρχουν πράγματα προς αρπαγή, αμέσως κατηγορούν τον κτηματία ότι κάνει θυσίες και άλλα κακά, και ότι πρέπει να γίνει ένοπλη επέμβαση, και να σου, καταφθάνουν οι σωφρονιστές. Έτσι τις βαφτίζουν τις ληστείες τους, αν και η λέξη «ληστεία» είναι ανεπαρκής. Ο ληστής κοιτάει να ξεφύγει και αρνείται την πράξη του κι αν τον πεις ληστή θα το πάρει για προσβολή. Ενώ αυτοί περηφανεύονται και καμαρώνουν για τα κατορθώματα τους και τα διηγούνται σε όσους δεν τα γνωρίζουν, κι από πάνω έχουν και την αξίωση να ανταμειφθούν γι’ αυτά.

Όμως τι άλλο είναι αυτό, αν όχι πόλεμος κατά των γεωργών σε καιρό ειρήνης; Σε τίποτα βέβαια δεν μειώνει τις συμφορές τους το ότι τις παθαίνουν από συμπατριώτες τους, για να μη πω ότι είναι ακόμα πιο τρομερό, όσα περιέγραψα παραπάνω, να τα παθαίνεις σε καιρό ειρήνης απ’ αυτούς που θα ‘ταν φυσικό να τους έχεις συμμάχους σε ώρες πολέμου.

Μα τότε, για ποιον λόγο διατηρείς στρατό, βασιλιά, και τον εξοπλίζεις και κάνεις συσκέψεις με στρατηγούς, και άλλους τους τοποθετείς εκεί που είναι απαραίτητοι και σ’ άλλους γράφεις επιστολές για επείγοντα ζητήματα ή τους στέλνεις απαντήσεις όταν σε ρωτάνε; Τί νόημα έχουν τα καινούρια τείχη κι η επίπονη δουλειά για να χτιστούν μες στο καλοκαίρι; Σε τι αποβλέπουν όλα αυτά; Τι είναι αυτό που επιτρέπει στους ανθρώπους της πόλης και της υπαίθρου να ζουν σε ασφάλεια, να κοιμούνται ήσυχοι και να μην τους ταράζει ο φόβος του πολέμου, αν όχι η πεποίθηση ότι ο κάθε ξένος εισβολέας θα πάρει δρόμο, παθαίνοντας μεγαλύτερο κακό απ’ αυτό που θα ‘χει προκαλέσει; Αν λοιπόν, την ώρα που εσύ κρατάς μακριά τους εξωτερικούς εχθρούς, κάποιοι από τους υπηκόους σου επιτίθενται ενάντια σε κάποιους άλλους υπηκόους σου και δεν τους αφήνουν να απολαμβάνουν κι αυτοί τα κοινά αγαθά, τότε αυτοί δεν καταπατούν τους κόπους σου, τις φροντίδες, τις προφυλάξεις σου; Μ’ αυτές τις πράξεις τους δεν εναντιώνονται στη θέλησή σου;

Θα ισχυριστούν, βέβαια, ότι τιμωρούν αυτούς που κάνουν θυσίες και παραβαίνουν τον νόμο που δεν τις επιτρέπει. Ψεύδονται, βασιλιά, όταν τα λένε αυτά. Από τα θύματά τους, που δεν είναι άνθρωποι ξεβγαλμένοι, κανείς δεν είναι τόσο θρασύς ώστε να ‘χει την αξίωση να είναι υπεράνω του νόμου -και λέγοντας νόμο εννοώ τον νομοθέτη. Πιστεύεις πως οι άνθρωποι αυτοί, που δειλιάζουν μπροστά στη χλαμύδα του φοροεισπράκτορα, θα δείχναν περιφρόνηση στον ίδιο το βασιλιά; Κι όμως, συχνά το περιβάλλον του Φλαβιανού[9] ακριβώς αυτά ισχυριζόταν, χωρίς ποτέ να αποδειχτεί τίποτα, ακόμα και μέχρι σήμερα.

Εμπρός λοιπόν, προκαλώ τους προστάτες αυτού του νόμου: Ποιός από σας είδε κάποιον από τους ανθρώπους που τους αναστατώσατε τη ζωή, να κάνει θυσίες κατά τρόπο που απαγορεύει ο νόμος; Ποιός, είτε νέος είτε γέρος, άντρας ή γυναίκα, ποιός συγχωριανός που διαφωνεί μ’ αυτούς που κάνουν θυσίες στους θεούς, ποιός γείτονας έκανε καταγγελία; Η έχθρα και ο φθόνος εύκολα θα μπορούσαν να σπρώξουν κάποιον να καταδώσει τον γείτονά του με μεγάλη του χαρά. Όμως, ούτε από γείτονες, ούτε από άλλους ήρθε ποτέ κανείς, και ούτε πρόκειται να έρθει, γιατί φοβάται την ψευδορκία, για να μη πω το ξύλο που θα φάει εξ αιτίας της ψευδορκίας. Πού βασίζεται η ενοχοποίησή τους, αν όχι σε απλές διαβεβαιώσεις, ότι έκαναν θυσίες; Όμως αυτές δεν είναι αρκετές για τον βασιλιά.

«Δηλαδή δεν έκαναν θυσίες;», θα ρωτήσετε. Ναι, έκαναν και με το παραπάνω. Αλλά για το φαγητό τους το έκαναν οι άνθρωποι, για το μεσημεριανό ή για τη διασκέδασή τους, και τα μοσχάρια τα έσφαζαν σε άλλο μέρος: Κανένας βωμός δεν δέχτηκε προσφορά αίματος, κανένα κομμάτι του ζώου δεν αφέθηκε να καεί, δεν προηγήθηκε καμμιά κανονική θυσία, ούτε επακολούθησε σπονδή. Αν μερικοί άνθρωποι μαζευτούν σε μιαν ωραία τοποθεσία, κι αφού σφάξουν ένα πρόβατο ή ένα μοσχάρι ή και τα δυο, τα ψήσουν ή τα βράσουν και μετά στρωθούν καταγής και τα φάνε, δεν καταλαβαίνω, που παραβαίνουν τον νόμο.

Γιατί αυτά, βασιλιά, δεν τα ‘χεις απαγορέψει δια νόμου. Απαγορεύοντας μία συγκεκριμένη πράξη, επιτρέπεις όλες τις υπόλοιπες. Έτσι, αν οι άνθρωποι αυτοί έπιναν όλοι μαζί καίγοντας κάθε λογής θυμιάματα, δεν παρέβαιναν κανέναν νόμο, ακόμα κι αν έκαναν φιλικές προπόσεις με τραγούδια και εκκλήσεις στους θεούς. Εκτός κι αν πρόκειται να αρχίσουμε συκοφαντίες σε βάρος της ιδιωτικής ζωής του καθενός.

Ήταν έθιμο, στις γιορτές να μαζεύονται πολλοί χωρικοί μαζί στα σπίτια των γνωστών, να κάνουν θυσίες και έπειτα να γλεντούν. Όσο επιτρεπόταν αυτό, το έκαμαν. Και στη συνέχεια, εκτός από τις θυσίες, όλα τα άλλα παρέμειναν επιτρεπτά. Κι έτσι, όταν το ‘θελε η μέρα, οι άνθρωποι ανταποκρίνονταν και την τιμούσαν, όπως τιμούσαν και τον οίκο του θεού, με τρόπο που δεν τους εξέθετε σε κίνδυνο. Κανείς τους δεν είπε, ούτε άκουσε, ούτε έπεισε, ούτε πείστηκε ότι πρέπει να προσφερθεί θυσία. Και από τους εχθρούς τους, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι παραβρέθηκε αυτόπτης μάρτυρας σε θυσία ή ότι έχει να παρουσιάσει κάποιον καταδότη.

Γιατί αν ήταν έτσι, ή αν υπήρχε κάποια άλλη απόδειξη, ποιος θα το ανεχόταν, να κάνουν οι ίδιοι συλλήψεις και να ωρύονται και να κατηγορούν, όχι στο δικαστήριο του Φλαβιανού, αλλά στα αληθινά δικαστήρια; Θα μπορούσαν άνετα να θέσουν τέρμα στις θυσίες: Αρκεί να έβγαιναν από τη μέση κάποιοι συγκεκριμένοι που θυσιάζουν.

Αλλά δεν το συνηθίζουν, θα πούνε, να παραδίδουν έναν άνθρωπο στους δημίους του, ακόμα κι αν έχει κάνει τα χειρότερα. Εγώ θα αφήσω κατά μέρος τον αριθμό των ανθρώπων που οι ίδιοι θανάτωσαν στη διάρκεια ταραχών, χωρίς καν να ντραπούν το κοινό τους όνομα -κι αυτό για να μη μου αντιτείνει κανείς ότι επρόκειτο για «αστόχαστες ενέργειες». Όμως όταν κυνηγήσατε ανθρώπους, που με τις φροντίδες τους ανακούφιζαν από τη φτώχεια γέρους και γριές και ορφανά, με σωματικές αναπηρίες τα περισσότερα, αυτό δεν ήταν φόνος; Δεν ήταν θάνατος; Όταν τους καταδικάζεις να πεθάνουν με τον χειρότερο θάνατο, από πείνα, δεν τους σκοτώνεις; Γιατί αν τους στερήσεις τα μέσα συντήρησης, το μόνο που τους απομένει είναι αυτό. Κι έπειτα, σκοτώνοντας εκείνους τους ανθρώπους (τους προστάτες τους) σκοτώνετε και αυτούς τους αθώους. Όμως, δεν θα σας περνούσε η ιδέα να το κάνετε αυτό αν όντως είχαν παραβεί τον νόμο. Το ότι αποφεύγουν τα δικαστήρια είναι απόδειξη ότι οι άνθρωποι δεν έκαναν θυσίες. Σφάζοντάς τους έτσι χωρίς δίκη, ομολόγησαν ότι δεν είχαν επιβαρυντικά στοιχεία για το δικαστήριο.

Κι αν αρχίσουν να μου μιλάνε για τις Βίβλους στις οποίες μένουν πιστοί, όπως ισχυρίζονται, εγώ θα τους αντιπαραθέσω τις φαύλες πράξεις τους. Γιατί αν δεν ήταν φαύλες, οι ίδιοι δεν θα ζούσαν τώρα μες στην πολυτέλεια. Και ξέρουμε τώρα, ότι όπως περνούν τις μέρες περνούν και τις νύχτες τους. Δεν θα ήταν αφύσικο, όταν τη μέρα δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό, να είναι φρόνιμοι τη νύχτα; Έχουν καταστραφεί τόσοι και τόσοι ναοί στην ύπαιθρο εξ αιτίας της θρασύτητας και της παράνοιάς τους, της δίψας για κέρδος και της έλλειψης αυτοσυγκράτησης.

Και να μία απόδειξη: Υπήρχε στη Βέροια ένα χάλκινο άγαλμα του Ασκληπιού που είχε τη μορφή του ωραίου Αλκιβιάδη -σε τούτο το άγαλμα η τέχνη εξομοιωνόταν με τη φύση. Τόσο ωραίο ήταν, που ακόμα κι εκείνοι που το έβλεπαν καθημερινά δεν χόρταιναν να το κοιτάζουν. Κανείς δεν είναι τόσο ξεδιάντροπος ώστε να πει ότι γίνονταν θυσίες σ’ αυτό το άγαλμα. Κι ωστόσο, βασιλιά, τούτο το άγαλμα που για να γίνει τόσο τέλειο χρειάστηκε τόσος κόπος αλλά και λαμπρότητα ψυχής, έχει πια γίνει κομμάτια, έχει χαθεί. Το έργο του Φειδία, το μοιράστηκαν αναμεταξύ τους χέρια πολλά. Για ποιά προσφορά αίματος; Για ποιά θυσία; Για ποιά παράνομη λατρεία;

Κρίνοντας από την περίπτωση αυτή -όπου ενώ δεν είχαν να καταγγείλουν καμιά θυσία έκαναν κομμάτια τον Αλκιβιάδη, ή μάλλον τον Ασκληπιό, στερώντας την πόλη από το στολίδι της-, θα πρέπει να πιστέψουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί κινήθηκαν και στην ύπαιθρο κατά τον ίδιο τρόπο. Καμία θυσία δεν προσφέρθηκε στους ναούς εκείνους, όπου απλώς πήγαιναν και έβρισκαν ανάπαυση οι δουλευτάδες κι ωστόσο γκρεμίστηκαν όλοι, μικροί και μεγάλοι. Κι αυτοί που τους στερήθηκαν μοιάζουν τώρα με ανθρώπους που τους ρίξαν από το καράβι στη θάλασσα.

Ποιοί αξίζει λοιπόν να τιμωρηθούν; Αυτοί που τηρούν τους νόμους ή εκείνοι που στη θέση των νόμων βάζουν τις επιθυμίες τους; Αν είναι κακό πράγμα η ανυπακοή στα διατάγματα σου, βασιλιά, τότε οι άνθρωποι που δεν έκαναν θυσίες υπάκουσαν σ’ αυτά, ενώ ακριβώς το αντίθετο έκαναν όσοι λεηλάτησαν περιουσίες που εσύ ο ίδιος όρισες να παραμείνουν στα χέρια των ιδιοκτητών τους. Κι όσοι αυθαίρετα επέβαλαν τιμωρίες, οφείλουν να τιμωρηθούν γι’ αυτό και για το ότι οι τιμωρίες που επέβαλαν ήταν τελείως ανάρμοστες, καθώς άφησαν ζωντανούς ανθρώπους που κατηγορούσαν, και κατέστρεψαν άψυχα πράγματα, τα οποία κανείς δεν είναι δυνατό να κατηγορήσει.

Επιπλέον, αν είχαν να κάνουν με κανένα φοβερό αδίκημα, υποχρέωσή τους ήταν να δείξουν ότι οι άλλοι αξίζει να τιμωρηθούν. Όμως, η επιβολή της τιμωρίας είναι δουλειά του δικαστή. Και το να βρεθεί δικαστής δεν ήταν καθόλου δύσκολο: Όλες οι επαρχίες υπό την εξουσία τους βρίσκονται. Έναν δολοφόνο, οι συγγενείς του θύματος τον τιμωρούν μέσω της απόφασης των δικαστών οι ίδιοι οι συγγενείς απλώς μιλούν μες στο δικαστήριο. Κανείς τους δεν αρπάζει το σπαθί να το καρφώσει στον τράχηλο του δολοφόνου, χρησιμοποιώντας, αντί για το δικαστήριο, τα χέρια του. Το ίδιο ισχύει και για τους τυμβωρύχους, τους προδότες και τους άλλους εγκληματίες, χθεσινούς και αυριανούς: Αντί για το σπαθί υπάρχει η καταγγελία, η μήνυση, το δικαστήριο.

Και φαντάζομαι ότι κι οι δικαστές επιθυμούν, οι τιμωρίες να επιβάλλονται από τους αρμόδιους που ορίζει ο νόμος. Ετούτοι εδώ όμως από μόνοι τους δίκαζαν όλους όσους κατηγορούσαν, κι αφού έβγαζαν την απόφαση αναλάμβαναν και το έργο του δήμιου. Και με τι σκοπό; Απαγορεύοντας στους ανθρώπους τη λατρεία των θεών, να τους κάνουν να μεταστραφούν στη δική τους πίστη. Μα αυτό είναι εντελώς ηλίθιο. Ποιός δεν το ξέρει, ότι εξαιτίας των παθημάτων τους, οι άνθρωποι ένιωσαν για την πίστη τους μεγαλύτερο θαυμασμό απ’ ότι πριν; Ακριβώς όπως οι ερωτευμένοι, που όταν τους είναι απαγορευμένη η ερωτική πράξη, την κάνουν ακόμα πιο συχνά και νιώθουν μεγαλύτερο πάθος για το πρόσωπο που αγαπούν.

Αν πάλι, το γκρέμισμα των ιερών ήταν αρκετό ώστε να αλλάξουν μυαλά οι άνθρωποι, τότε εσύ ο ίδιος θα είχες διατάξει να γκρεμιστούν εδώ και πολύ καιρό, γιατί θα σε χαροποιούσε μια τέτοια μεταστροφή. Ήξερες όμως ότι δεν το μπορούσες, γι’ αυτό και δεν έβαλες χέρι στους ναούς. Όσο γι’ αυτούς που κάνουν τις καταστροφές, αν έλπιζαν σε κάτι τέτοιο, θα ήταν σωστό να προχωρήσουν στις όποιες ενέργειές τους μαζί με σένα και να σου επιτρέψουν, ως βασιλέα, να μοιραστείς τις φιλοδοξίες τους. Θα ήταν καλύτερο, πιστεύω, να επιτύχουν τους σκοπούς τους με νόμιμες ενέργειες κι όχι παραβαίνοντας τους νόμους.

Κι αν σου πούνε, ότι χάρις σ’ αυτά τα κατορθώματά τους, μερικοί άνθρωποι έχουν μεταστραφεί και τώρα μοιράζονται την ίδια πίστη μ’ αυτούς, μη σου διαφεύγει ότι μιλούν για φαινομενικές και όχι αληθινές μεταστροφές. Οι άνθρωποι στην πραγματικότητα δεν απομακρύνθηκαν από τις ιδέες τους. Απλώς έτσι λένε, όμως αυτό δεν σημαίνει ότι αλλαξοπίστησαν, αλλά ότι εξαπάτησαν τους άλλους. Φαινομενικά συμμετέχουν στις ομαδικές και στις άλλες εκδηλώσεις τους, όμως την ώρα που προσεύχονται, είτε δεν απευθύνονται σε κανέναν θεό, είτε απευθύνονται στους θεούς -μολονότι ο χώρος στον οποίο βρίσκονται δεν είναι ο κατάλληλος· πάντως αυτούς καλούν. Ακριβώς όπως στις τραγωδίες: Ο ηθοποιός που παρουσιάζεται στη σκηνή ως τύραννος δεν είναι τύραννος, μόνο είναι αυτός που ήταν πριν φορέσει τη μάσκα. Έτσι κι ο καθένας, μέσα του παραμένει αμετακίνητος, αφήνοντας στους άλλους την εντύπωση ότι έχει αλλάξει.

Τί καλό έχουν πετύχει λοιπόν, όταν πρόκειται μόνο για λόγια κι όχι για πράξεις; Σε τέτοια ζητήματα, βέβαια, χρειάζεται να πείθεις τον άλλον, όχι να τον εξαναγκάζεις. Κι αυτός που χρησιμοποιεί εξαναγκασμό επειδή δεν μπορεί να πείσει, δεν πετυχαίνει τίποτα, απλώς έτσι νομίζει. Έχει ειπωθεί ότι κάτι τέτοιο είναι έξω από τους κανόνες και τις συνήθειές τους, ότι τιμούν την πειθώ και αποδοκιμάζουν τον εξαναγκασμό. Τότε γιατί σας πιάνει τρέλα με τους ναούς; Αν δεν μπορείτε να πείσετε, είναι ανάγκη να καταφεύγετε στη βία; Δεν είναι ολοφάνερο ότι έτσι παραβαίνετε τους δικούς σας κανόνες;

Αλλά το να μην υπάρχουν ιερά, ισχυρίζονται, είναι προς όφελος της χώρας και των ανθρώπων που την κατοικούν. Εδώ, βασιλιά, χρειάζεται να μιλήσω χωρίς περιστροφές, όμως φοβάμαι πως θα ενοχλήσω κάποιους ανωτέρους μου. Ας συνεχίσω όμως τον λόγο μου, μιας και το μόνο πράγμα που απαιτείται απ’ αυτόν είναι η αλήθεια.

Ας μου πει κάποιος απ’ αυτούς τους ανθρώπους που παράτησαν τις λαβίδες, τα σφυριά και τ’ αμόνια[10] για να ‘χουν την αξίωση να μας κάνουν διαλέξεις περί του ουρανού και των βασιλέων του: Ποιούς ακολουθούσαν οι Ρωμαίοι στο ξεκίνημά τους, κι από μικροί και ταπεινοί που ήσαν πρώτα, κατόρθωσαν τα μέγιστα; Τον θεό ετούτων εδώ ή τους θεούς στους οποίους είναι αφιερωμένοι οι ναοί κι οι βωμοί και που μέσω των μάντεων, άκουγαν οι Ρωμαίοι τους ορισμούς τους για το τι έπρεπε να πράξουν και τι όχι; Κι ο Αγαμέμνονας που έκανε τόσες και τόσες θυσίες σαλπάροντας για την Τροία, δεν εξασφάλισε την επιστροφή του, άδοξη ή όχι, όταν η Αθηνά επινόησε τα μέσα για τον σκοπό αυτό; Και πριν απ’ αυτόν, μήπως δεν ξέρουμε ότι κι ο Ηρακλής που λεηλάτησε την ίδια πόλη, κέρδισε την υποστήριξη των θεών προσφέροντάς τους θυσίες;

Κι ακόμα, η λαμπρή νίκη του Μαραθώνα δεν οφείλεται τόσο στους δέκα χιλιάδες Αθηναίους, όσο στον Ηρακλή και στον Πάνα. Και η θεϊκή Σαλαμίνα, όχι τόσο στα τριακόσια καράβια των Ελλήνων όσο στους Ελευσίνιους συμμάχους που έσπευσαν στη ναυμαχία υπό τους ήχους των ιερών τους ύμνων. Θα μπορούσε κανείς ν’ αναφέρει αμέτρητους πολέμους που η έκβασή τους κρίθηκε από τους θεούς και, μα τον Δία, και εποχές ειρήνης και ησυχίας.

Και το σημαντικότερο: Εκείνοι που περισσότερο απ’ όλους φαίνονται να καταφρονούν τους θεούς, χωρίς να το θέλουν, τους έχουν τιμήσει. Ποιοί είναι αυτοί; Μα ακριβώς εκείνοι που δεν τόλμησαν να απαγορέψουν τις θυσίες στη Ρώμη. Κι όμως, αν γενικά οι θυσίες είναι μια ανοησία, γιατί δεν απαγορεύτηκε αυτή η ανοησία; Αν είναι και βλαβερές, ένας λόγος παραπάνω. Αν όμως στις θυσίες που γίνονται εκεί βασίζεται η σταθερότητα της αυτοκρατορίας, τότε θα πρέπει να θεωρήσουμε ότι παντού οι θυσίες είναι προς όφελος μας, και ότι πρέπει να προσφέρουμε στους θεούς της Ρώμης τις μεγαλύτερες τιμές και μικρότερες στους θεούς της υπαίθρου ή και των άλλων πόλεων, ακόμα κι αυτό, θα το δεχόταν οποιοσδήποτε λογικός άνθρωπος.

Σ’ έναν στρατό δεν είναι ίση η συνεισφορά όλων, όμως πάνω στη μάχη ο καθένας απ’ τη μεριά του όλο και κάτι προσφέρει. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τους κωπηλάτες: Δεν έχουν όλων τα χέρια την ίδια δύναμη, όμως κι αυτός που υστερεί σε δύναμη κάπως συντελεί. Κι από τους θεούς, άλλος ενισχύει τη δύναμη της Ρώμης, άλλος είναι σωτήρας μιας πόλης που βρίσκεται υπό την εξουσία της, κάποιος άλλος προστατεύει έναν αγρό και φροντίζει για την ευημερία του. Ας υπάρχουν, τότε, ναοί παντού, αλλιώς ας το ομολογήσουν αυτοί (οι αξιωματούχοι) ότι είναι δυσμενής η στάση σου απέναντι στη Ρώμη, αφού της επιτρέπεις να κάνει πράγματα που θα την ζημιώσουν.

Και δεν διατηρήθηκαν οι θυσίες μοναχά στη Ρώμη, αλλά και στην μεγάλη πόλη του Σέραπη, την Αλεξάνδρεια, που χάρις στο πλήθος των καραβιών της, οι σοδειές της Αιγύπτου γίνονται κοινή περιουσία όλων των ανθρώπων. Κι η σοδειά της Αιγύπτου είναι έργο του Νείλου και προς τιμήν του Νείλου γίνονται γιορτές, όπου τον προτρέπουν να πλημμυρίσει τα χωράφια. Κι αν δεν διοργανωθούν οι γιορτές στην εποχή που πρέπει κι απ’ αυτούς που πρέπει, ο Νείλος δεν πρόκειται να πλημμυρίσει. Έχω την αίσθηση ότι, ξέροντάς το αυτό, εκείνοι που θα ‘θελαν ακόμα και τις γιορτές να απαγορέψουν, δεν τις απαγορεύουν, παρά επιτρέπουν να γίνονται σύμφωνα με τα παλιά έθιμα οι γιορτές προς τιμήν του ποταμού, που του ανταποδίδουν τις ευεργεσίες.

Τί θα γίνει, λοιπόν; Επειδή δεν υπάρχουν παντού, σε κάθε αγρό, ποτάμια σαν τον Νείλο να ευεργετούν τη γη, δεν θα πρέπει να υπάρχουν ούτε ναοί, και θα πρέπει να παθαίνουν οι ναοί ό,τι αποφασίσουν ετούτοι οι ευγενείς; Με χαρά θα τους έθετα το ερώτημα: Θα τολμήσουν να βγουν μπροστά να πουν ότι πρέπει να πάψουν οι γιορτές του Νείλου και να μη μετέχει η γη, να μη σπέρνεται, να μη θερίζεται, να μη βγάζει στάρι κι ούτε να μεταφέρονται τα προϊόντα της παντού σ’ όλον τον κόσμο, όπως τώρα; Αν υπ’ αυτές τις συνθήκες δεν ανοίγουν το στόμα τους, με τη σιωπή τους αναιρούν τους ισχυρισμούς τους. Γιατί, όποιος δεν λέει ότι ο Νείλος πρέπει να στερηθεί τις τιμές που του αποδίδονται, συμφωνεί ότι οι τιμές προς τους ναούς είναι προς όφελος των ανθρώπων.

Όταν λοιπόν επικαλούνται τον ιερόσυλο[11], -αφήνω κατά μέρος το ότι εκείνος δεν εμπόδισε τις θυσίες-, τους ρωτώ: Ποιός άλλος τιμωρήθηκε τόσο βαριά για τη στάση του απέναντι στις περιουσίες των ναών, είτε κάνοντας ο ίδιος κακό[12] στον εαυτό του, είτε υποφέροντας ακόμα και μετά τον θάνατο του, που οι άνθρωποι της οικογένειάς του επιτεθήκαν ο ένας στον άλλο και δεν απόμεινε κανένας; Κι όμως θα ‘ταν πολύ καλύτερο γι’ αυτόν, να βρεθούν στην εξουσία οι απόγονοί του, παρά να μεγαλώσει με καινούρια οικοδομήματα η πόλη που ‘χει πάρει τ’ όνομά του, τη στιγμή που όλοι οι άνθρωποι -εκτός από κείνους που ζουν μέσα σε χυδαίες απολαύσεις- καταριούνται την ευημερία που οι ίδιοι της παρέχουν μένοντας φτωχοί.

Κι όταν μετά απ’ αυτόν μιλούν για τον γιο του και την καταστροφή που προκάλεσε στους ναούς -παρ’ ότι δεν ήταν λιγότερο κοπιαστική η κατεδάφιση απ’ ότι η οικοδόμησή τους, τόσο ήταν δύσκολο να αποκολλήσουν τη μια από την άλλη τις πέτρες που ‘χαν σφιχτοδεθεί μεταξύ τους-, όταν λοιπόν μιλούν γι’ αυτά, εγώ προσθέτω κι από πάνω ότι εκείνος πρόσφερε τους ναούς σαν δώρα στους αυλικούς του, θαρρείς και χάριζε κανένα άλογο ή δούλο ή σκυλί ή κύπελο χρυσό. Όμως, τα δώρα αυτά ήταν μοιραία και γι’ αυτούς που τα χάρισαν και γι’ αυτούς που τα πήραν. Έζησε όλη του τη ζωή μες στον φόβο, τρέμοντας τους Πέρσες: Όπως τα παιδιά φοβούνται τον μπαμπούλα, αυτός φοβόταν κάθε άνοιξη την επίθεση που θα δεχόταν. Αυτοί, είτε πέθαναν δυστυχισμένοι χωρίς παιδιά και διαθήκη, είτε θα ήταν καλύτερα να μην είχαν καθόλου παιδιά.

Μέσα σε τέτοια ατιμία, μέσα σε τέτοιο μεταξύ τους πόλεμο ζουν τα παιδιά τους τριγυρνώντας ανάμεσα στους κίονες των ναών κι αυτοί οι ναοί είναι, νομίζω, η αιτία γι’ αυτή τους την κατάσταση. Τέτοια υλικά μέσα ευημερίας παρέδωσαν στα παιδιά τους αυτοί οι φιλοχρήματοι. Και τώρα οι άνθρωποι που οι αρρώστιες τους χρειάζονται το χέρι του Ασκληπιού, οδηγούνται στην Κιλικία[13], όμως στέλνονται πίσω άπραγοι εξαιτίας των προσβολών που υπέφερε αυτός ο τόπος. Πώς είναι, λοιπόν, δυνατόν να μην αποχωρούν βλαστημώντας τον υπεύθυνο γι’ αυτά;

Τέτοια πρέπει να είναι η ζωή του βασιλιά, ώστε ακόμη και μετά θάνατον να τον μνημονεύουν με επαίνους και τέτοιος βασιλιάς ξέρουμε πως ήταν ο διάδοχός του στον θρόνο[14] που θα κατατρόπωνε τους Πέρσες, αν η προδοσία δεν εμπόδιζε τα σχέδιά του. Σπουδαίος όμως είναι ακόμη και στον θάνατο του. Γιατί πέθανε με δόλο, όπως ο Αχιλλέας, όμως δοξάζεται όπως εκείνος, για τα έργα που έκανε πριν πεθάνει.

Και αυτή είναι η ανταμοιβή του απ’ τους θεούς στους οποίους απέδωσε ναούς, τιμές, τεμένη, βωμούς και θυσίες. Απ’ αυτούς έμαθε ότι επρόκειτο να πεθάνει μόλις θα ταπείνωνε την περηφάνεια των Περσών και με τη ζωή του εξαγόρασε τη δόξα του, αφού κυρίεψε πολλές πόλεις, κατέστρεψε πολλή γη και έμαθε τους διώκτες να τρέπονται σε φυγή, ενώ, όπως όλοι γνωρίζουμε, σκόπευε να δεχτεί πρεσβεία που θα διαμήνυε την υποταγή των εχθρών. Γι’ αυτό, λοιπόν, καλοσώρισε με χαρά το τραύμα και ευχαριστιόταν να το βλέπει, και χωρίς να δακρύζει ο ίδιος, κατηγορούσε αυτούς που έκλαιγαν επειδή δεν πίστευαν ότι το τραύμα του ήταν πολύ καλύτερο απ’ τα γηρατειά. Και οι πολλές πρεσβείες των εχθρών από την εποχή του και μετά οφείλονται σ’ αυτόν, όπως και το ότι οι Αχαιμενίδες προτίμησαν τις διαπραγματεύσεις και όχι τον πόλεμο, οφείλεται στο δέος που τους προκάλεσε. Αυτός ήταν που αποκατέστησε τους ναούς για τους θεούς, αυτός που έκανε έργα αξέχαστα, αξέχαστος και ο ίδιος.

Εγώ περίμενα ο προκάτοχός του να γκρεμίσει, να καταστρέψει και να κάψει τους ναούς του εχθρού -μιας και είχε διακηρύξει την καταφρόνια του προς τους θεούς-, αν και θα ήταν καλύτερα να λυπηθεί τους ναούς και την περιουσία των εχθρών. Περίμενα όμως άξια να υπερασπιστεί τους δικούς μας ναούς που φτιάχτηκαν με πολύ κόπο, χρόνο, με πολλή δουλειά και πολλά χρήματα. Γιατί, αν με κάθε τρόπο πρέπει να προστατεύουμε τις πόλεις μας, αν οι πόλεις μας χρωστούν τη λαμπρή τους φήμη περισσότερο στους ναούς και αν αυτοί οι ναοί είναι, μετά την αίγλη των ανακτόρων, το κυριότερο θέλγητρό τους, πρέπει να τους φροντίζουμε και με ζήλο να τους διατηρούμε στο σώμα των πόλεων. Όπως και να ‘χει, είναι οικοδομήματα, ακόμη κι αν δεν χρησιμοποιούνται ως ναοί. Η φορολογία απαιτεί, νομίζω, φοροεισπράκτορες: Αφήστε, λοιπόν, τον ναό να υπάρχει (ως χώρος συγκέντρωσης εισφορών), και μην τον καταστρέφετε. Ας μην θεωρούμε πως είναι έγκλημα να κόβει κανείς το χέρι ενός ανθρώπου, ενώ είναι ανεκτό να βγάζει τα μάτια των πόλεων. Ούτε να θρηνούμε για την ερείπωση που προκαλούν οι σεισμοί, όταν τις καταστροφές που θα προκαλούσε ένας σεισμός τις κάνουμε εμείς οι ίδιοι.

Οι ναοί, όπως και άλλα πράγματα, είναι περιουσία των βασιλιάδων. Σκέψου, όμως, αν είναι συνετοί, όσοι από μόνοι τους αφανίζουν αυτό που τους ανήκει. Αυτός που πετάει τα λεφτά του στη θάλασσα, έχει χάσει τα λογικά του. Αν ένας καπετάνιος κόψει το παλαμάρι που συγκρατεί το καράβι ή διατάξει σ’ έναν ναύτη να πετάξει το κουπί του στη θάλασσα, θα τον περάσουν για άρρωστο. Αν τώρα ένας άρχοντας βλάψει έστω και ελάχιστα μια πόλη, θεωρείται μεγάλος ευεργέτης της; Γιατί πρέπει να καταστρέφει κάτι που είναι δυνατόν να αλλάξει τη χρήση του; Μα δεν είναι εξευτελιστικό για έναν στρατό να πολεμά να γκρεμίσει τα ίδια του τα τείχη και ο υπεύθυνος στρατηγός να τον διατάζει να στραφεί ενάντια σε πανύψηλα οικοδομήματα, που ανεγέρθηκαν πριν από πολύ καιρό με μεγάλο ζήλο και που η αποπεράτωσή τους ήταν γιορτή για τους τότε βασιλιάδες;

Και ας μην σκεφτεί κανείς πως αυτή είναι μια κατηγορία εναντίον σου, βασιλιά. Στα σύνορα με την Περσία βρίσκεται κατεδαφισμένος ένας ναός που όμοιος του δεν υπήρχε, αν κρίνουμε απ’ όλους όσους τον είδαν. Τόσο μεγάλο τον είχαν χτίσει, με πέτρες τεράστιες, που κάλυπτε τόση γη όση και η πόλη. Μέσα στον φόβο του πολέμου, ήταν τουλάχιστον αρκετό για τους κατοίκους ότι αν οι εχθροί κυρίευαν την πόλη, δεν θα έπαιρναν τίποτα περισσότερο, αφού δεν θα μπορούσαν να καταλάβουν τον ναό εξαιτίας ενός ισχυρού περιβόλου που αντιστάθηκε σε κάθε πολεμική μηχανή. Επιπλέον, ανεβαίνοντας στη στέγη του μπορούσε κανείς να παρατηρεί ένα μεγάλο μέρος της εχθρικής χώρας, πράγμα που είναι σπουδαίο πλεονέκτημα για τους εμπόλεμους. Άκουσα μάλιστα κάποιους, να μαλώνουν για το ποιος ναός έκανε το μεγαλύτερο θαύμα, αυτός που δεν υπάρχει πια ή ο ναός του Σέραπι -που εύχομαι να μην πάθει κι αυτός τα ίδια.

Αλλά αυτός ο καταπληκτικός ναός, -ας μην πω για τα κρυφά θέλγητρα της οροφής του και τα σιδερένια αγάλματα που έχουν χαθεί στο σκοτάδι, μακριά απ’ το φως του ήλιου- αυτός ο ναός χάθηκε και πάει, προς λύπη αυτών που τον είδαν και προς ανακούφιση αυτών που δεν τον είδαν, γιατί σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι άλλο πράγμα να βλέπεις κι άλλο να ακούς. Πράγματι, αυτοί που δεν τον είδαν δοκίμασαν και τα δύο αισθήματα: Λύπη για το γκρέμισμά του και ανακούφιση για το ότι δεν τον είχαν δει.

Όμως, αν κάποιος εξετάσει το πράγμα προσεκτικά, δεν ευθύνεσαι εσύ γι’ αυτό, αλλά ο άνθρωπος που σε παραπλάνησε[15], ένας αχρείος, μισητός στους θεούς, δειλός και φιλοχρήματος και πληγή για την γη που τον δέχθηκε όταν γεννήθηκε. Ένας άνθρωπος που επωφελήθηκε απ’ το παράλογο φέρσιμο της τύχης, έκανε κατάχρηση της τύχης του, υποδουλώθηκε στη γυναίκα του και της έκανε όλα τις χάρες κι ήταν η γυναίκα του το παν γι’ αυτόν. Κι εκείνη πάλι είχε ανάγκη να υπακούει στο κάθε τι τους ανθρώπους που δίνουν τέτοιες διαταγές και που αποδεικνύουν την αρετή τους με το να ζουν ντυμένοι στα πένθιμα και ακόμη περισσότερο με το να φοράνε ρούχα από τσουβάλια[16].

Τέτοια κλίκα σε εξαπάτησε, σε ξεγέλασε, σε παρέσυρε και σε παραπλάνησε. Μα εδώ ακόμα και θεοί έχουν εξαπατηθεί πολλές φορές, όπως μαθαίνουμε από τα παιδιά των θεών[17]. Εξαπολύοντας λοιπόν κατηγορίες, ότι οι άλλοι, δήθεν, θυσιάζουν σφάγια, τόσο κοντά τους που ο καπνός μπαίνει στα ρουθούνια τους, ότι τους απειλούν, ότι τους προκαλούν με κάθε τρόπο, ότι κομπάζουν πιστεύοντας πως τίποτα πιο δυνατό δεν μπορεί να τους εμποδίσει· με τέτοια μυθεύματα, τέτοια τεχνάσματα και τέτοιες επινοημένες ιστορίες, ικανές να προκαλέσουν τον θυμό του, εξώθησαν τον πιο πράο από τους βασιλιάδες να συμπεριφερθεί με τρόπο που δεν αρμόζει στον χαρακτήρα του, αφού ό,τι πραγματικά τον διακρίνει είναι η φιλανθρωπία, η συμπόνια, ο οίκτος, η πραότητα, η επιείκεια και η θέληση να σώζει παρά να καταστρέφει. Όμως παρ’ ότι υπήρξαν κι εκείνοι που μίλησαν δικαιότερα, ότι δηλαδή αν όντως συνέβαινε τέτοιο πράγμα, έπρεπε να επιβληθεί τιμωρία, ώστε να προληφθεί η επανάληψή του, αυτός[18], θεωρώντας αναγκαίο να κερδίσει έστω και μια πύρρειο νίκη, νίκησε με κάθε μέσο.

Δεν έπρεπε να βάλει τις προσωπικές του απολαύσεις πάνω απ’ τα συμφέροντά σου ούτε να κοιτά πώς θα αποκτήσει επιρροή σ’ αυτούς που λαθραία εγκαταλείπουν τη γεωργία[19] και ισχυρίζονται πως συνομιλούν στα βουνά με τον δημιουργό του σύμπαντος. Αντίθετα, έπρεπε να φροντίζει πως η βασιλεία σου θα φανεί και ευγενική και αξιέπαινη σε όλους τους ανθρώπους. Όμως όταν πρόκειται για υλικές απολαβές και για να σου αδειάσουν τα ταμεία, μαζεύονται γύρω σου ένα σωρό φίλοι και επιτήδειοι και η βασιλεία σου σημαίνει πιο πολλά γι’ αυτούς απ’ ό,τι οι ίδιες οι ζωές τους. Μα σαν έρθει η ώρα να συγκληθεί συμβούλιο, όπου χρειάζεται να σου δείξουν την εύνοια τους, η φιλία παραμερίζεται κι ο καθένας κοιτά να ικανοποιήσει το προσωπικό του συμφέρον.

Και αν κάποιος έρθει και τους ρωτήσει γιατί τα έκαναν αυτά, αρνούνται κάθε ευθύνη και απαντούν ότι έχουν ενεργήσει σύμφωνα με τις διαταγές του βασιλιά και ότι εκείνος οφείλει να απολογηθεί -τέτοια λένε. Αυτοί οφείλουν να μιλήσουν, αυτοί που δεν θα έχουν ποτέ καμιά δικαιολογία για τις πράξεις τους. Γιατί βέβαια, ποια δικαιολογία μπορεί να υπάρξει για τέτοια κακά; Αυτοί μπροστά σε άλλους αρνούνται την ευθύνη γι’ αυτή την πράξη, όταν όμως συναντιούνται κατ’ ιδίαν μαζί σου ισχυρίζονται πως καμιά άλλη πράξη δεν ευεργέτησε τόσο πολύ τον οίκο σου. Μακάρι αυτοί που σε ανέδειξαν αρχηγό σε στεριά και θάλασσα να απαλλάξουν τον οίκο σου απ’ αυτούς. Μεγαλύτερη προσφορά δεν θα μπορούσες να δεχτείς, γιατί οι υποτιθέμενοι φίλοι και προστάτες σου, με τα κακοπροαίρετα λόγια τους, εκμεταλλευόμενοι την εμπιστοσύνη σου για να σε βλάψουν, δεν δυσκολεύτηκαν να σου κάνουν ζημιά.

Αλλά θα τους εξετάσω για να αποδείξω την ενοχή τους σ’ αυτά που μόλις ανέφερα. Πείτε μου: Ποιός ο λόγος που γκρεμίσατε αυτόν τον μεγάλο ναό; Επειδή έτσι αποφάσισε ο βασιλιάς; Καλώς. Οπότε, οι καταστροφείς δεν έκαναν κανένα αδίκημα αφού έπραξαν σύμφωνα με τη θέληση του βασιλιά. Έτσι, όποιος έχει πράξει τα αντίθετα απ’ αυτά που διατάζει ο βασιλιάς, δεν κάνει αδίκημα; Ε, λοιπόν, σ’ αυτή την κατηγορία ανήκετε εσείς, αφού για τα όσα κάνατε δεν ισχύει η παραπάνω δικαιολογία.

Για πείτε μου, γιατί ο ναός της Τύχης στέκεται σώος και αβλαβής καθώς και αυτός του Δία, της Αθηνάς και του Διόνυσου; Μήπως επειδή θέλατε να παραμείνουν αυτοί; Όχι, αλλά επειδή κανείς δεν σας έδωσε την εξουσία να ενεργήσετε εναντίον τους. Είχατε πάρει μήπως την εξουσία για εκείνους που καταστρέψατε; Όχι! Γιατί, λοιπόν, δεν πρέπει να τιμωρηθείτε; Πώς αποκαλείτε τις πράξεις σας ως επιβολή τιμωρίας όταν τα θύματα δεν έχουν κάνει τίποτα που να επιδέχεται κατηγορία;

Θα μπορούσες, εσύ βασιλιά, να εκδώσεις ένα διάταγμα: «Κανένας απ’ τους υπηκόους μου να μην πιστεύει στους θεούς, ούτε να τους τιμά, ούτε να τους ζητά ευλογία για τον εαυτό του ή τα παιδιά του, παρά μόνο σιωπηλά και κρυφά. Όλοι να τιμούν τον θεό που λατρεύω εγώ, να παίρνουν μέρος στις τελετές προς τιμήν του, να προσεύχονται σ’ αυτόν και να σκύβουν το κεφάλι κάτω απ’ το χέρι του επισκόπου. Κι όποιος δεν υπακούει να θανατώνεται οπωσδήποτε».

Θα ήταν εύκολο για σένα να εκδώσεις ένα τέτοιο διάταγμα, αλλά βέβαια αρνήθηκες να το κάνεις και δεν επέβαλες τέτοιον ζυγό στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Θεωρείς αυτή τη θρησκεία καλύτερη απ’ την άλλη, όμως κι η άλλη δεν είναι βέβαια ασεβής, ούτε αιτία για δίκαιη τιμωρία. Ούτε βέβαια απέκλεισες τους πιστούς της απ’ τα αξιώματα, αλλά και τους έδωσες εξουσίες και συνέφαγες μαζί τους και συχνά μάλιστα ήπιες στην υγειά τους κι ακόμα και τώρα συναναστρέφεσαι με κάποιους, έχοντας την πεποίθηση πως εξυπηρετεί τα συμφέροντα της βασιλείας ένας άνθρωπος που ορκίζεται στους θεούς μπροστά σε άλλους και σε σένα. Δεν αγανακτείς, ούτε θεωρείς αυτούς τους όρκους σαν προσβολή απέναντι σου, ούτε θεωρείς απαραίτητα κακόν άνθρωπο κάποιον που εναποθέτει τις μεγαλύτερες ελπίδες του στους θεούς.

Εσύ λοιπόν δεν μας καταδιώκεις, ακριβώς όπως εκείνος που καταδίωξε τους Πέρσες με τα όπλα δεν δίωξε όσους υπηκόους του είχαν αντίθετες αντιλήψεις από τις δικές του[20]. Τότε, γιατί μας καταδιώκουν αυτοί οι άνθρωποι; Με ποιο δικαίωμα κάνουν επιδρομές; Πώς απλώνουν οργισμένοι το χέρι πάνω σε ξένα κτήματα; Πώς μπορούν να καταστρέφουν και ν’ αρπάζουν, και σ’ όλα αυτά να προσθέτουν την ύβρη με το να καμαρώνουν γι’ αυτές τους τις πράξεις;

Βασιλιά, αν εσύ επαινείς και διατάζεις τέτοιες πράξεις, εμείς θα τις ανεχτούμε, όχι χωρίς λύπη, αλλά θα δείξουμε πως ξέρουμε να υπακούμε. Αν όμως οι άνθρωποι αυτοί, χωρίς δική σου άδεια, στραφούν ενάντια σε ό,τι έχει γλυτώσει μέχρι τώρα ή σε ό,τι βιαστικά αποκαταστάθηκε, να ξέρεις πως οι κτηματίες θα υπερασπιστούν και τους εαυτούς τους και τον νόμο.
----------------
Σημειώσεις:
[1] Ο θρησκευτικός αποστολικός ζήλος δεν υπήρξε ποτέ γνώρισμα του Ελληνισμού -αντιθέτως, είναι το κύριο γνώρισμα του Ιουδαϊσμού και των αιρέσεών του. Τα διάφορα ρεύματα και οι εκφάνσεις του Ελληνισμού μπορούν να αντιπαρατίθενται και να μάχονται μεταξύ τους, όμως ο Ελληνισμός ως τρόπος κοσμοθεώρησης και στάση ζωής, δεν προπαγανδίζεται ώστε να γίνει αντικείμενο μαζικής πίστης. Με αυτήν την αλήθεια στάθηκε αδύνατο να συμβιβαστεί ο Ιουλιανός…
[2] Ο Μέγας Κωνσταντίνος. (Ο Λιβάνιος αποφεύγει να αναφερθεί ονομαστικά στους αυτοκράτορες και καίσαρες του παρελθόντος, προτιμώντας μια σύντομη και υπαινικτική της άποψής του αναφορά σε πράξεις τους).
[3] Τον Μαξέντιο.
[4] Τον Λικίνιο.
[5] Στον Κωνστάντιο (γιο του Μ. Κωνσταντίνου), που επί βασιλείας του είχε παραχωρήσει πολλές εξουσίες στους ευνούχους του παλατιού.
[6] Ο Ιουλιανός.
[7] Εννοεί τους αδελφούς συμβασιλείς Βαλεντινιανό και Βάλενς.
[8] Μυσών λεία: Οτιδήποτε μπορεί να ληστευτεί ατιμώρητα.
[9] Φλαβιανός: Πατριάρχης της Αντιόχειας (381-404).
[10] Ομηρικός στίχος (Οδύσσεια, Γ’ 434) που χρησιμοποιόταν για να υποδηλώσει τον απαίδευτο, τον χειρώνακτα.
[11] Τον Μέγα Κωνσταντίνο.
[12] Υπονοεί τα οικογενειακά εγκλήματα του Μέγα Κωνσταντίνου: Τη θανάτωση με βασανιστήρια της γυναίκας του Φαύστας και τη δολοφονία του γιου του Κρίσπου.
[13] Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς Ευσέβιος και Σωζομενός, αναφέρουν ότι ο ναός-θεραπευτήριο του Ασκληπιού στην Κιλικία καταστράφηκε επί Μεγάλου Κωνσταντίνου και ξαναχτίστηκε επί Ιουλιανού. Όπως γράφει στην αυτοβιογραφία του ο Λιβάνιος, νοσηλεύτηκε και ο ίδιος εκεί, το 367.
[14] Ο Ιουλιανός.
[15] Ο Λιβάνιος αναφέρεται στον έπαρχο Κυνήγιο.
[16] Εννοεί τους μοναχούς.
[17] Εννοεί τους ποιητές.
[18] Εννοεί τον έπαρχο Κυνήγιο.
[19] Ο Λιβάνιος υπήρξε ο πρώτος που κατήγγειλε τους μοναχούς, ως φυγόπονους και κοινωνικά παράσιτα.
[20] Εννοεί τον Ιουλιανό.

Ο Λιβάνιος, μέσα από την αλληλογραφία του με τον Βασίλειο Καισαρείας

Θα παρουσιάσουμε τον χαρακτήρα του εθνικού Λιβανίου μέσα από την αλληλογραφία του με τον χριστιανό επίσκοπο Βασίλειο. Σκοπός είναι να αναιρεθούν οι απολογητικές συκοφαντίες εναντίον του Λιβανίου μέσα από τα λόγια ενός σημαντικού πατέρα της Εκκλησίας. Ο Λιβάνιος υπήρξε ένας μεγάλος διδάσκαλος της ρητορικής τέχνης, ακόλουθος της νεοπλατωνικής φιλοσοφίας και υποστηρικτής του Ιουλιανού.

Ενώ η αλληλογραφία που μας έχει παραδοθεί περιλαμβάνει 25 επιστολές που αντάλλαξαν μεταξύ τους αυτοί οι δύο άνδρες, ωστόσο η επιστημονική έρευνα δεν τις δέχεται όλες ως αυθεντικές.

Στην «Θρησκευτική και ηθική εγκυκλοπαίδεια», αναφέρεται: «Η γνησιότης της αλληλογραφίας μετά του Λιβανίου, προς τον οποίον ο Βασίλειος παρουσιάζεται ως πέμπων μαθητάς, δεν είναι επαρκώς κατωχυρωμένη. Εκ του συνόλου (335-359), ίσως είναι γνήσιαι αι 335-346 και 358» (Θ. Η. Ε, τ.3, σ. 692).

Ο καθηγητής Π. Χρήστου, γράφει στην πατρολογία του: «Εις την συλλογήν των Μαυριστών αι υπ’ αριθμόν 335-359, ήτοι συνολικώς είκοσι πέντε, φέρονται ως αλληλογραφία μεταξύ του Βασιλείου και Λιβανίου. Ο Βασίλειος, επ’ ευκαιρία της αποστολής νέων Καππαδόκων μαθητών εις τον διαπρεπή ρητοροδιδάσκαλον της Αντιοχείας ανταλλάσσει με αυτόν επιστολάς φιλοφροσύνης, όπως συνηθίζετο τότε ευρύτατα, διηνθισμένας με όλα τα ευρήματα της σοφιστικής τέχνης. Ενώ όλαι αι επιστολαί αύται εθεωρούντο παλαιότατα νόθοι, τώρα αι εκτιμήσεις έχουν μεταβληθή ριζικώς. Είναι ασφαλώς δυνατόν μεταγενέστεροι χριστιανοί μαθηταί να κατασκεύασαν τοιούτου είδους επιστολάς χάριν ασκήσεως, αλλ’ είναι απίθανον ότι έπλασαν τόσον πολλάς» (Π. Χρήστου, Πατρολογία τ.4, σ. 53-54).

Στις εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς» (από όπου θα παραθέσουμε τα στοιχεία μας), στην σειρά «Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας» (ή Ε.Π.Ε), ο ίδιος καθηγητής γίνεται πιο σαφής, γράφοντας στην εισαγωγή των επιστολών του Βασιλείου: «Η γνησιότης της αλληλογραφίας του Βασιλείου με τον Λιβάνιον (επιστολαί 335-359) αμφισβητείται από πολλούς. Βέβαια θα ήτο δυνατόν μερικοί Χριστιανοί μαθηταί να κατασκευάσουν επιστολάς χάριν ασκήσεως, αλλ’ είναι απίθανον να έπλασαν τόσας πολλάς. Μερικαί είναι μάλλον γνήσιαι και από αυτάς δημοσιεύομεν εδώ τέσσαρας, δύο από κάθε πλευρά, υπ’ αριθμόν 337, 338, 339, 340» (ΕΠΕ, τ. 2, σ. 251).

Αντίθετη άποψη έχει ο Στ. Παπαδόπουλος, ο οποίος στην πατρολογία του θεωρεί ότι «μάλλον δεν είναι γνήσιες» (τ. 2, σ. 395). Να σημειωθεί ότι επόπτες της ανωτέρω έκδοσης είναι ο καθηγητής Στ. Σακκός, ο Β. Ψευτόγκας, και ο πρωτοπρεσβύτερος Θ. Ζήσης.

Ακόμα κι αν παίρναμε την εκδοχή ολόκληρη η αλληλογραφία να είναι πλαστή, σημασία έχει ότι το όνομα του Λιβανίου αναφέρεται με τρόπο θετικό. Αυτό διαψεύδει τους νεο-απολογητές οι οποίοι προσπαθούν να αμαυρώσουν έναν άνθρωπο που δεν είναι πλέον σε θέση να τους απαντήσει, επειδή πρέσβευε τα ιδεώδη του αρχαίου κόσμου, ήταν υποστηρικτής του Ιουλιανού, και διασώζεται μια επιστολή-ντοκουμέντο προς τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο («Υπέρ των ιερών»), όπου Λιβάνιος διαμαρτύρεται για τις βαρβαρότητες, τα αίσχη, τις αρπαγές και τις αθλιότητες των χριστιανών της εποχής του.

Παραθέτουμε τις επιστολές

Επιστολή 337, από τον Βασίλειο προς τον Λιβάνιο.

Ιδού και έτερος Καππαδόκης σου έρχεται, υιός ιδικός μου και αυτός· διότι το σχήμα που φέρομεν τώρα καθιστά παιδιά μας εξ υιοθεσίας όλους τους ανθρώπους. Ώστε κατά τούτο μεν θα ήτο αδελφός του προηγηθέντος, και άξιος της ιδίας φροντίδος και εις εμέ τον πατέρα και εις σε τον διδάσκαλον, εάν βεβαίως είναι δυνατόν να έχουν καθόλου οποιονδήποτε προνόμιον οι από ημάς ερχόμενοι αυτού. Λέγω δε τούτο, όχι διότι έχω την ιδέαν ότι η λογιότης σου δεν δεικνύει περισσοτέραν εύνοιαν προς τους παλαιούς σου εταίρους, αλλά διότι γνωρίζω ότι η βοήθειά σου προσφέρεται αφθόνως σε όλους. Θα ήτο δε αρκετόν δια τον νεαρόν, πριν δοκιμασθεί δια του χρόνου, να ταχθεί μεταξύ των οικείων μαθητών σου. Ασφαλώς δε θα τον αποστείλεις εις ημάς άξιον και των ιδικών μας ευχών και της ιδικής σου φήμης εις την διδασκαλίαν του λόγου. Φέρει μαζί του και έναν συνηλικιώτην, ο οποίος έχει τον ίδιον ζήλον δια την ρητορείαν, ευπατρίδην και αυτόν και συγγενή ημών. Πιστεύομεν ότι θα τον δεχτείς με όχι ολιγοτέραν καλοσύνην, έστω και αν από απόψεως οικονομικής υπολοίπεται πολύ των άλλων μαθητών σου.

Σχόλια: Καθίσταται φανερό ότι η αποστολή χριστιανών (για την ακρίβεια πνευματικών παιδιών του Βασιλείου) για να μαθητεύσουν την ρητορική τέχνη κοντά στον Λιβάνιο, ήταν σύνηθες φαινόμενο. Ο Λιβάνιος παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος απαλλαγμένος της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας (και κάθε άλλης), εφόσον παρέχει την βοήθειά του προς όλους. Επίσης, μνημονεύεται ως φημισμένος διδάσκαλος του λόγου, άνθρωπος των γραμμάτων και σοβαρός.

Επιστολή 338, από τον Λιβάνιο προς τον Βασίλειο.

Γνωρίζω ότι θα γράψεις πολλάς φοράς την πρότασιν, «Ιδού σοι και έτερος ήκει Καππαδόκης». Διότι, νομίζω, θα στείλεις πολλούς, αφού πλέκεις διαρκώς εγκώμια έναντίον μου, με τα οποία ξεσηκώνεις πατέρες και παιδιά. Πάντως δεν είναι σωστόν ν’ αποσιωπήσω τι συνέβη με την καλήν επιστολήν σου. Εκάθηντο πλησίον αρκετοί από τους λαβόντας πολιτικά αξιώματα, μαζί με αυτούς ο καθ΄όλα άριστος Αλύπιος, ανεψιός εκείνου του περίφημου Ιεροκλέους. Μόλις λοιπόν μου έδωσαν την επιστολήν οι κομισταί, αφού την ανέγνωσα ολόκληρον σιωπηλώς, είπα, «ενικήθημεν», χαμογελών και χαίρων συγχρόνως. Ηρώτησαν, τι είδους ήτταν υπέστης; Και πως δεν στενοχωριέσαι, αφού είσαι νικημένος;». Απήντησα· «εις κάλλος επιστολών έχω νικηθή, έχει δε νικήσει ο Βασίλειος. Είναι δε φίλος ο άνθρωπος και δια τούτο ευφραίνομαι». Αφού είπα ταύτα, ηθέλησαν να διαπιστώσουν την νίκην από το ίδιον το γράμμα. Και το ανέγνωσε ο μεν Αλύπιος, το ήκουσαν δε οι παρόντες, η δε ψήφος που εδόθη ήτο ότι δεν είχα καθόλυ ψευσθή. Και ο αναγώσας εξήλθε κρατών το γράμμα δια να το δείξει, νομίζω, και εις άλλους, και μου το έστρεψε με δυσκολίαν. Γράφε λοιπόν παρόμοια, και νίκα· διότι τούτο σημαίνει ότι νικώ εγώ. Καλώς εικάζεις και εκείνο, ότι αι διδασκαλικαί υπηρεσίαι μου δεν μετρούνται με χρήματα, αλλ’ εκείνος που δεν ημπορεί να δώσει αρκεί να θέλει να λάβη. Διότι οσάκις αντιλαμβάνομαι κάποιον φτωχόν μαθητήν να έχει τον έρωτα της μαθήσεως, αυτόν τον τοποθετώ πριν από τους πλουσίους. Αν και ημείς δεν επετύχαμεν τοιούτους διδασκάλους, τίποτε δεν μας εμποδίζει να είμεθα καλύτερα από εκείνους, τουλάχιστον ως προς το σημείον τούτο. Κανείς φτωχός λοιπόν ας μη διστάσει να βαδίσει προς τα εδώ, εάν έχει εκείνο το μοναδικό προσόν, το να γνωρίζει να κοπιάζει.

Σχόλια: Ο Λιβάνιος, ως γνήσιος διδάσκαλος, χαίρεται όχι μόνο με την πρόοδο των μαθητών του (των πρότερων και των νυν), αλλά και με το να τον ξεπερνούν. Αυτό κάνει και εδώ. Ευφραίνεται καθώς αναγνωρίζει την ρητορική δεινότητα των λόγων του Βασιλείου, του οποίου υπήρξε καθηγητής. Τον αποκαλεί «φίλο», αν και βρίσκεται στην αντίπερα θρησκευτική όχθη. Ο Λιβάνιος δίδασκε επί πληρωμή, διότι αυτό ήταν το επάγγελμά του. Έτσι έβγαζε τα ως προς το ζειν. Όταν όμως έβλεπε ανθρώπους που δεν μπορούσαν να ανταπεξέρθουν στα δίδακτρα αλλά είχαν τον έρωτα για την μάθηση («λόγων ερώντα»), τους δίδασκε δωρεάν. Και αυτό του απαντά, καθώς στην προηγούμενη επιστολή ο Βασίλειος τον είχε παρακαλέσει έμμεσα σχετικά με αυτό.

Επιστολή 339, από τον Βασίλειο προς τον Λιβάνιο.

Τι δεν θα έλεγεν ένας σοφιστής, και μάλιστα σοφιστής τοιαύτης αξίας, που η τέχνη του κατά κοινήν ομολογίαν έχει την ιδιότητα και τα μεγάλα να τα κάνει μικρά, όταν θέλει, και τα μικρά να τα μεγαλοποιεί; Αυτό ακριβώς έδειξες και εις την περίπτωσίν μου. Διότι εκείνη την ρυπαράν επιστολήν μου, όπως θα ελέγατε σεις οι διατρίβοντες εις τον πλούτον της ρητορείας, η οποία δεν ήτο κατά τίποτε περισσότερον υποφερτή από την παρούσαν που κρατείς εις τας χείρας σου, τόσον εξύψωσες με τον λόγο, ώστε να έχεις δήθεν νικηθεί από αυτήν και να παραχωρείς εις ημάς τα πρωτεία της συγγραφής. Κάμεις κάτι παρόμοιον με τα παιγνίδια των πατέρων, όταν αφήνουν τα παιδά των να υπερηφανεύονται δια τας νίκας που τους διευκολύνουν να κερδίσουν εις βάρος των καλλιεργούντες την φιλοτιμίαν των παιδών, χωρίς αυτοί να ζημιώνονται εις τίποτε. Πράγματι ο λόγος που χρησιμοποιήσατε εις το παιγνίδι με ημάς είχε μιαν απερίγραπτον ηδονήν. Ήτο σαν να εγκατέλειπεν αγώνα πάλης ή παγκρατίου με εμέ ένας Πολυδάμας ή ένας Μίλων. Διότι, αφού εξήτασα με πολλήν προσοχήν τας επιστολάς σου, δεν βρήκα κανένα δείγμα ασθενείας εις αυτάς. Ώστε εκείνοι που ζητούν υπερβολάς των λόγων σε θαυμάζουν δι΄αυτήν ακριβώς την δύναμιν, ότι δηλαδή με τα παιγνίδια ηδυνήθεις να κατέβεις εις το ιδικόν μας επίπεδον περισσότερον από όσον αν ανεβίβαζες τον βάρβαρον να πλέει πάνω στον Άθωνα. Αλλά ημείς μεν, ω θαυμάσιε, συναναστρεφόμεθα με τον Μωυσήν και τον Ηλίαν και άλλους παρομοίους μακαρίους άνδρας, οι οποίοι ανακοινώνουν εις ημάς τας σκέψεις των με την βάρβαρον φωνήν και εκφέρομεν εκείνα τα οποία λαμβάνομεν από αυτούς, κατά μεν την έννοιαν αληθινά, κατά δε την λογοτεχνικήν μορφήν αμαθή, όπως αποδεικνύει και το παρόν γράμμα. Διότι, και αν είχαμεν μάθει κάτι από εσάς, το εξεχάσαμεν με την παρέλευσιν του χρόνου. Συ γράφε εις ημάς λαμβάνων άλλα θέματα δια τας επιστολάς σου, τα οποία και σε θα επιδείξουν και ημάς δεν θα εκθέσουν. Τον υιόν του Ανυσίου σου συνέστησα ήδη ως ιδικόν μου υιόν. Εάν είναι ιδικόν μου παιδί, είναι παιδί του πατρός, πένης εκ πένητος. Και ό, τι λέγω είναι αντιληπτόν από άνδρα σοφόν και σοφιστήν.

Σχόλια: Από την ανάγνωση της επιστολής προκύπτει αβίαστα η παραδοχή του Βασιλείου ότι το ρητορικό κάλλος πρυτανεύει στα κλασσικά κείμενα και τους εκπροσώπους της, σε αντίθεση με τις «ιερές» Γραφές του Χριστιανισμού. Αξιοσημείωτο είναι ότι ενώ απευθύνεται στον Λιβάνιο στον ενικό, κατά την συνήθεια της εποχής, εδώ χρησιμοποιεί τον πληθυντικό· «Αλλά ημείς μεν, ω θαυμάσιε, συναναστρεφόμεθα με τον Μωυσήν και τον Ηλίαν και άλλους παρομοίους μακαρίους άνδρας…», σε αντιδιαστολή με το «αν είχαμεν μάθει κάτι από εσάς…». Εδώ, υπονοείται ο διαχωρισμός μεταξύ «χριστιανών» και «εθνικών». Οι Γραφές μεν λαλούν «με βάρβαρη φωνή» (δηλαδή, δεν έχουν ρητορικά σχήματα ούτε πλούτο λέξεων), αλλά λαλούν «αλήθειες», σε αντιδιαστολή προφανώς με τα κείμενα των άλλων (των «θύραθεν» όπως έλεγαν).

Επιστολή 340, από τον Λιβάνιο προς τον Βασίλειο.

Εάν εσκέπτεσο πάρα πολύν χρόνον πώς να απαντήσεις εις το περί του γράμματός σου γράμμα μου, δεν νομίζω ότι θα ηδύνασο να το κάμεις καλύτερα από όσον το έκαμες τώρα, γράφων τοιαύτα πράγματα, όσα έγραψες τώρα. Διότι με ονομάζεις σοφιστήν, λέγεις ότι προσόν του τοιούτου ανθρώπου είναι να δύναται να μεγαλοποιεί τα μικρά και να μικροποιεί τα μεγάλα. Λέγεις χαρακτηριστικώς ότι η επιστολή μου απέβλεπεν εις το να δείξει την ιδικήν σου ως καλήν, ενώ δεν ήτο καλή, ότι δεν είναι κατά τίποτε καλυτέρα αυτής την οποίαν έστειλες τώρα και ότι δεν υπάρχει εις σε καμία δύναμις λόγων, διότι τα μεν βιβλία που έχεις τώρα εις τας χείρας σου δεν προσφέρουν τοιαύτην ικανότητα, όση είχες προηγουμένως εξηφανίσθη. Και μάλιστα, επιχειρών να πείσεις ημάς ότι και την παρούσαν επιστολήν σου, περί της οποίας ομιλείς υποτιμητικώς, την συνέταξες τόσον ωραίαν, ώστε οι παρόντες μαζί μας δεν ηδύναντο να μη αναπηδούν όταν ανεγινώσκετο. Εθαύμασα λοιπόν ότι, ενώ επεχείρησες με αυτήν να καθαιρέσεις την προηγούμενην, λέγων ότι εκείνη ομοιάζει με αυτήν, εστήριξες με αυτήν την προηγούμενην. Επομένως εκείνος που ήθελε κάτι τέτοιον έπρεπε να συνθέσει αυτήν χειροτέραν, δια να υποβιβάσει την αξίαν της προηγούμενης. Αλλά νομίζω ότι δεν είναι ταιριαστόν εις τον χαρακτήρα σου να αδικήσεις την αλήθειαν. Θα είχε αδικηθεί, αν έγραφες εξ επίτηδες χειρότερα και δεν χρησιμοποιούσες τας πραγματικάς δυνάμεις σου. Εις τον τοιούτον λοιπόν άνδρα θα εταίριαζεν επίσης το να με ψέγη όσα είναι δίκαιον να επαινεί, δια να μη σε μεταφέρει εις τας τάξεις των σοφιστών αυτή η ενέργεια προσπαθούντα να παραστήσεις ταπεινά τα μεγάλα. Λοιπόν βιβλία, τα οποία όπως λέγεις έχουν χειρότερον μεν το ύφος καλύτερον δε το νόημα, έχε, και κανείς δεν σε εμποδίζει. Αλλά της παιδείας η οποία ήτο ανέκαθεν ιδική μου, και ιδική σου κάποτε, αι ρίζαι μένουν και θα μένουν έως ότου υπάρχεις και κανείς χρόνος δεν θα ηδύνατο να τας αποσπάσει, ακόμη και αν ελάχιστα τας ποτίζεις.

Σχόλια: Σε αυτήν τη τελευταία επιστολή που παραθέτουμε, διαφαίνεται το φρόνημα των δύο ανδρών. Αυτό, αντανακλά δύο κόσμους διαφορετικούς. Ο μεν Βασίλειος, παρ’ όλο που ο ίδιος ο Λιβάνιος αναγνωρίζει την ικανότητά του στον λόγο, ακολουθεί την ευαγγελική διδαχή περί ταπεινοφροσύνης και δουλοπρέπειας, σε σημείο ώστε να μην αναγνωρίζει κανείς την αξία που έχει, εφόσον τα θεωρεί όλα ισοπεδωμένα. Πράγμα ως ένα σημείο υποκριτικό, αρκεί να θυμίσουμε στους αναγνώστες τον Παύλο που ενώ από την μία διδάσκει «τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν» (Προς Φιλιππησίους, 2:3), την άλλη γράφει για τον εαυτό του «λογίζομαι γὰρ μηδὲν ὑστερηκέναι τῶν ὑπερ λίαν ἀποστόλων» (Προς Κορινθίους Β΄, 11:5) και «διάκονοι Χριστοῦ εἰσιν παραφρονῶν λαλῶ ὑπὲρ ἐγώ».

Ο δε Λιβάνιος, έχοντας κατά νου το αξιακό σύστημα των αρχαίων Ελλήνων, θεωρεί ότι η αξία πρέπει να αναγνωρίζεται και να τιμάται. Το ένα φρόνημα κρατά τον άνθρωπο χαμηλά, στερώντας του την ευκαιρία και την δυνατότητα αυτοπραγμάτωσης, κάνοντάς τον είτε κομπλεξικό είτε υποκριτή. Το άλλο, κινείται προς αντίθετη κατεύθυνση. Δίνει την δυνατότητα στον άνθρωπο να προοδεύσει, να διευρύνει τους ορίζοντές του και τελικά, με την αξία του να επιτύχει πράγματα που θα ωφελήσουν και άλλους. Για τον Χριστιανισμό είναι «κακό» και «αμαρτία» η αναγνώριση της αξίας. Είναι υπερηφάνεια. Για τον κλασσικό κόσμο είναι η κινητήριος δύναμις του πολιτισμού.

Ο Λιβάνιος ως ανεξίθρησκος και ειλικρινής , αφήνει τον Βασίλειο στα βιβλία του (τις «Γραφές»), αλλά του υπενθυμίζει (και μας υπενθυμίζει ταυτόχρονα) ότι η παιδεία ήταν ανέκαθεν «δική μου», δηλαδή Ελληνική και ότι ακόμα και στον Βασίλειο υπάρχουν κάποιες ρίζες, καθώς άλλοτε είχε ασχοληθεί λίγο. Δεν αναφέρεται πλέον ειδικά σε έναν κλάδο της παιδείας, αλλά στην ίδια την παιδεία την οποία τα «ιερά» κείμενα δεν μπορούν να προσφέρουν εφόσον δεν την έχουν.

Κλείνουμε, παραθέτοντας την «εξομολόγηση» του Βασιλείου, σε επιστολή του προς τον Ευστάθιο Σεβαστηνό, περί της λύπης του που κάποτε έχασε χρόνια ασχολούμενος με την φιλοσοφία…

Εγώ δαπάνησα πολύ χρόνο εις την ματαιότητα και αφάνισα σχεδόν όλη την νεότητά μου εις την ματαιοπονία, εις την οποία διέτριψα ασχολούμενος με την πρόσληψη των διδαγμάτων της υπό του Θεού μωρανθείσας σοφίας. Όταν κάποτε, σαν να σηκώθηκα από βαθύ ύπνο, κοίταξα μεν προς το θαυμαστό φως της αλήθειας του Ευαγγελίου, είδα το άχρηστο της σοφίας των αρχόντων του αιώνος τούτου των καταργουμένων, θρήνησα για την ελεεινή μου ζωή και ευχήθηκα να μου προσφερθεί χειραγωγία, για να εισαχθώ στα δόγματα της ευσέβειας.

ΔΕΣ:

Οι τρεις ανθέλληνες Ιεράρχες - Μια «γιορτή» όνειδος για την Ελληνική Παιδεία

Ορθοδοξία και η άλλη άποψη έως την Άλωση – Ποια είναι ιστορικά η σχέση της Ανατολικής 
Εκκλησίας με την άλλη άποψη, ιδιαίτερα την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική μέχρι το 1453

Η μελέτη της άλγεβρας και της γεωμετρίας αποτελούν άσκηση ευκινησίας και ευκαμψίας για το πνεύμα

Αυτό που θα ήθελα να σας δείξω είναι ότι οι γερές σπουδές του λυκείου, αναπτύσσοντας όλες τις δυνάμεις της νόησης, της δίνουν την ευκαμψία και την ελαστικότητα εκείνη για την οποία μιλούσαμε μόλις προ ολίγου ότι μας προετοιμάζουν για να γνωρίσουμε τους ανθρώπους καθώς σιγά σιγά προχωρούν, θα μπορέσουν μια μέρα να γίνουν η μαγιά που μετατρέπει την απλή καλή προαίρεση σε χάρη και την καλοσύνη σε ευγένεια.

Ο Καρτέσιος μας λέει κάπου ότι «θα ήταν παιδαριώδες να ασχολούμαστε με αριθμούς και σχήματα αν επιδιώκαμε να μην προχωρήσουμε πέρα από τέτοια άνευ σημασίας πράγματα . Εντούτοις, ασχολήθηκε με τα μαθηματικά , όπως ξέρετε, όλη του την ζωή. Κι αυτό, διότι η άλγεβρα και η γεωμετρία ήταν γι’ αυτόν κάτι άλλο από την μελέτη των αριθμών και των σχημάτων.

Έβλεπε σ’ αυτά μια άσκηση ευκαμψίας, ευκινησίας για το πνεύμα αντλούσε απ’ αυτά δυνάμεις για να φιλοσοφεί σχετικά με τους ανθρώπους και τα πράγματα. Και πράγματι, δεν είναι άραγε αξιοθαύμαστο που οι μεγάλοι μοραλιστές του 17ου αιώνα, αυτοί που εισχώρησαν περισσότερο στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής, ο Πασκάλ, ο Καρτέσιος, ο Μαλμπράνς, υπήρξαν συγχρόνως και εξαίρετοι μαθηματικοί. Η μελέτη των μαθηματικών, που καθιστά το πνεύμα απόμακρο, ακόμα και αφηρημένο όταν το απορροφά, του προσδίδει, αν την μετριάσουμε και με άλλες φροντίδες, κάτι το οξυδερκές και το διεισδυτικό .

Αυτή είναι ιδέα που κατευθύνει την επιστημονική διδασκαλία στο λύκειο. Ζητούμενο δεν είναι τόσο το να μάθετε τις ιδιότητες των γραμμών και των πολυωνύμων όσο το να αποκτήσετε την συνήθεια να σκέφτεστε λογικά σχετικά με τα πιο απλά και τα πιο αφηρημένα αντικείμενα , να κάνετε λεπτές διακρίσεις και να εξάγετε από ένα δεδομένο όλα όσα περιέχει. Δεν είναι άραγε αυτό μια καλή προετοιμασία για την κατανόηση της ζωής εν γένει και του ανθρώπου ιδιαίτερα;

Ακριβώς δε στον ίδιο τον άνθρωπο είναι που στρέφονται ευθέως οι θεωρητικές σπουδές. Φιλόσοφοι, ιστορικοί ή ποιητές, όλοι όσοι έχουν γράψει έργα που διαρκούν στον χρόνο, δεν είχαν άλλο σκοπό από το να περιγράψουν τον άνθρωπο ως προς το πώς σκέφτεται, αισθάνεται ή πράττει. Τις αναλυτικές ικανότητες που η επιστήμη αναπτύσσει μέσα μας, η θεωρητική γραμματεία τις εφαρμόζει στο αντικείμενο που μας ενδιαφέρει περισσότερο, στην γνώση της ανθρωπότητας Η διδασκαλία των γραμμάτων είναι άρα η κατ’ εξοχήν πρακτική διδασκαλία. Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο που να μας προετοιμάζει να γνωρίσουμε αυτούς που μας περιβάλλουν, να κρίνουμε σχετικά με το τι αξίζουν, να διακρίνουμε αν αξίζουν το να προσπαθήσουμε να μας αγαπήσουν και πώς θα το καταφέρουμε αυτό.

Vera Rubin: Η γυναίκα που μας εισήγαγε στην σκοτεινή ύλη

Οι επιστήμονες, μέχρι σήμερα, αναζητούν την σκοτεινή ύλη, επειδή πιστεύουν ότι οι γαλαξίες και τα σμήνη των γαλαξιών είναι βυθισμένα στη βαρυτική επίδραση αχανών νεφών σκοτεινής ύλης. Και αυτό το πιστεύουν σε μεγάλο βαθμό λόγω της Βέρα Ρούμπιν, μιας αστρονόμου που πέθανε το 2016 σε ηλικία 88 ετών.

Μεγαλώνοντας η Vera Rubin στην Ουάσιγκτον τη δεκαετία του 1930, όπως και πολλοί νέοι που άρχισαν στην επιστήμη, η Ρούμπιν ερωτεύτηκε το νυχτερινό ουρανό. Δεν μπορούν όμως όλοι να μετατρέψουν το παιδικό τους όνειρο και τη γοητεία του άγνωστου σε καριέρα, αλλά η Ρούμπιν το κατάφερε.

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1960 βρίσκεται στο Εθνικό Αστεροσκοπείο Kitt Peak κοντά στο Tucson της Αριζόνα, και κάνει ακριβώς αυτό που ονειρευόταν: παρακολουθεί την κίνηση των αστεριών.

Αυτή τη φορά, ωστόσο, έχει ένα καλό τηλεσκόπιο και κοιτάζει αστέρια σε κίνηση στην άκρη του γειτονικού μας γαλαξία, της Ανδρομέδας. Μόλις 40 χρόνια πριν, ο Edwin Hubble είχε αναγνωρίσει, για πρώτη φορά, ότι η Ανδρομέδα ήταν ένας γαλαξίας έξω από τον δικό μας, και ότι υπήρχαν ακόμη και γαλαξίες εκτός του δικού μας. Με μία παρατήρηση, ο Χαμπλ διπλασίασε το μέγεθος του γνωστού σύμπαντος.

Μέχρι το 1960, οι επιστήμονες έκαναν βασικές ερωτήσεις μετά την ανακάλυψη αυτή. Όπως: Πώς κινούνται οι γαλαξίες;

Η Ρούμπιν και ο συνάδελφός της Κεντ Φορντ βρίσκονταν στο παρατηρητήριο κάνοντας αυτή τη βασική επιστήμη, υπολογίζοντας πώς τα αστέρια κινούνται στην άκρη της Ανδρομέδας. «Υποθέτω ότι ήθελα να επιβεβαιώσω τους νόμους του Νεύτωνα», είπε η Ρούμπιν σε μια συνέντευξη της.



Ο γαλαξίας της Ανδρομέδας

Σύμφωνα με τις εξισώσεις του Νεύτωνα, τα αστέρια στον γαλαξία πρέπει να κινούνται όπως κάνουν οι πλανήτες στο ηλιακό μας σύστημα. Ο Ερμής, ο κοντινότερος πλανήτης στον ήλιο, περιστρέφεται πολύ γρήγορα, ωθούμενος από τη βαρύτητα του ήλιου με ταχύτητα περίπου 170.000 km/h. Ο Ποσειδώνας, μακριά από τον ήλιο, και λιγότερο επηρεασμένος από τη βαρύτητά του, κινείται πολύ πιο αργά, με ταχύτητα περίπου 20.000 km/h.

Το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και στους γαλαξίες: Τα αστέρια κοντά στα πυκνά, πλούσια σε βαρύτητα κέντρα των γαλαξιών πρέπει να κινούνται γρηγορότερα από τα αστέρια κατά μήκος των άκρων.

Αλλά δεν ήταν αυτό που παρατηρούσαν οι Ρούμπιν και Φορντ. Αντιθέτως, είδαν ότι τα αστέρια κατά μήκος της εξωτερικής σπείρας της Ανδρομέδας είχαν την ίδια ταχύτητα με τα αστέρια στο εσωτερικό. Ήταν απλά πολύ διαφορετικό από αυτό που περίμεναν όλοι.


Στα αριστερά, αυτό που περίμενε η Ρούμπιν να δει: αστέρια στα περίχωρα του γαλαξία να κινούνται πιο αργά από αυτά που βρίσκονται κοντά στο κέντρο. Στα δεξιά, αυτό που παρατηρήθηκε: τα αστέρια στο εξωτερικό τμήμα να κινούνται με την ίδια ταχύτητα με αυτά στο κέντρο.

Τα δεδομένα τους έδειξαν ένα τεράστιο πρόβλημα: Τα αστέρια δεν μπορούσαν απλά να κινούνται τόσο γρήγορα μόνα τους.

Σε αυτές τις ταχύτητες, ο γαλαξίας πρέπει να διαλύεται, να διασπάται και τα αστέρια να απομακρύνονται μακριά λόγω της μεγάλης ταχύτητας τους. Για να εξηγήσουν γιατί αυτή η διάλυση του γαλαξία δεν συνέβαινε, αυτά τα αστέρια χρειάζονταν κάποιο είδος επιπλέον βαρύτητας εκεί έξω που να ενεργούσε ελκτικά. Έπρεπε λοιπόν να υπάρχει μία αόρατη πηγή μάζας για όλη αυτή την επιπλέον βαρύτητα.

Τα δεδομένα έδειξαν ότι υπήρχε μια τεράστια αόρατη ποσότητα μάζας στον γαλαξία που οι αστρονόμοι απλά δεν μπορούσαν να δουν. Καθώς κοίταζαν εκεί έξω, απλώς δεν μπορούν να βρουν αποδείξεις ότι είναι κάποιος φυσιολογικός τύπος ύλης. Δεν ήταν μαύρες τρύπες. δεν ήταν νεκρά αστέρια. Ήταν κάτι άλλο που δημιουργούσε τη βαρύτητα που απαιτείται για να συγκρατήσουν τον γαλαξία από το να διαλυθεί και να ωθήσουν αυτά τα εξωτερικά αστέρια σε τόσο γρήγορες ταχύτητες.

«Όταν το είδα για πρώτη φορά, φοβήθηκα μην κάνω ένα χαζό λάθος, μήπως υπάρχει κάποια απλή εξήγηση», λέει η Ρούμπιν. Άλλοι επιστήμονες ενδέχεται να ανακοίνωναν αμέσως ένα δραματικό συμπέρασμα βάσει αυτών των περιορισμένων δεδομένων. Όχι όμως η Ρούμπιν. Αυτή και οι συνεργάτες της έσκυψαν στα δεδομένα τους και αποφάσισαν να κάνουν μια συστηματική ανασκόπηση των ταχυτήτων των άστρων στους γαλαξίες.

Η Rubin και ο Ford δεν ήταν η πρώτη ομάδα που έκανε μια παρατήρηση των αστεριών που κινούνται γρήγορα στην άκρη ενός γαλαξία. Αλλά γι αυτό που φημίζεται η Rubin και οι συνεργάτες της είναι η επαλήθευση των ευρημάτων τους σε όλο το σύμπαν. Μελέτησε 20 γαλαξίες, και στη συνέχεια 40 και μετά 60, και όλοι δείχνουν αυτήν την παράξενη συμπεριφορά των αστεριών που βρίσκονται πολύ έξω από το κέντρο του γαλαξία, να κινούνται, πολύ γρήγορα.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι άνθρωποι λένε ότι η Ρούμπιν έπρεπε να έχει κερδίσει ένα βραβείο Νόμπελ (τα βραβεία απονέμονται μόνο σε ζωντανούς παραλήπτες, οπότε δεν θα κερδίσει ποτέ). Δεν «ανακάλυψε» σκοτεινή ύλη. Αλλά τα δεδομένα που συνέλεξε κατά τη διάρκεια της καριέρας της τα έκανε έτσι, που η αστρονομική κοινότητα έπρεπε να αναπτύξει την ιδέα ότι το μεγαλύτερο μέρος της μάζας στο σύμπαν είναι άγνωστο.

Μέχρι το 1985, η Ρούμπιν ήταν αρκετά σίγουρη για τις παρατηρήσεις της. Τις ανακοίνωσε όχι σαν ανακάλυψη, αλλά για μία τεράστια απουσία στις συλλογικές μας γνώσεις. «Η φύση κρύβει πολλά από τους αστρονόμους», όπως είπε σε μια διάσκεψη του Διεθνούς Αστρονομικού Οργανισμού το 1985, «Τώρα ξέρουμε ότι μελετούσαμε μόνο ένα μικρό μέρος του. ”

Μέχρι σήμερα, κανείς δεν έχει “ανακαλύψει” σκοτεινή ύλη. Αλλά η Ρούμπιν έκανε κάτι απίστευτα σημαντικό: Είπε στον επιστημονικό κόσμο για αυτό που τους έλειπε.

Τις δεκαετίες μετά από αυτήν την αντι-εύρεση, άλλοι επιστήμονες προσπαθούν να συμπληρώσουν το κενό που επεσήμανε η Ρούμπιν. Η δουλειά τους δεν έχει ολοκληρωθεί. Αλλά αυτό που μαθαίνουν για τη σκοτεινή ύλη είναι ότι είναι απίστευτα σημαντική για την ίδια τη δομή του σύμπαντος μας και ότι είναι βαθιά, πολύ περίεργη.

Η σκοτεινή ύλη δεν είναι απλώς τεράστια. Είναι επίσης περίεργη.

Από τη στιγμή που η Rubin παρατηρούσε στην έρημο της Αριζόνα, όλο και περισσότερα στοιχεία έχουν συσσωρευτεί ότι η σκοτεινή ύλη είναι πραγματική, και περίεργη, και αντιπροσωπεύει το μεγαλύτερο μέρος της μάζας στο σύμπαν.

«Ακόμα κι αν δεν μπορούσαμε να δούμε το φεγγάρι με τα μάτια μας, θα ξέραμε ότι ήταν εκεί επειδή τραβάει τους ωκεανούς σε διαφορετικές κατευθύνσεις – και είναι πραγματικά πολύ παρόμοιο φαινόμενο με τη σκοτεινή ύλη», εξηγεί η Kathryn Zurek, αστροφυσικός του Caltech

Οι επιστήμονες δεν μπορούν να δουν τη σκοτεινή ύλη άμεσα. Αλλά μπορούν να δουν την επίδρασή της στο χώρο και το φως γύρω της. Το μεγαλύτερο κομμάτι έμμεσων αποδείξεων: Η σκοτεινή ύλη, όπως όλες οι ύλες που συσσωρεύονται σε μεγάλες ποσότητες, έχει την ικανότητα να παραμορφώνει τον ίδιο τον ιστό του χώρου.

«Μπορείτε να “φωτογραφίσετε” την έκταση της σκοτεινής ύλης καθώς αυτά τα κομμάτια της αόρατης ύλης δημιουργούν μικρές λακκούβες στο χωροχρόνο», λέει ο Priya Natarajan, ένας φυσικός του Yale. «Όλη η ύλη στο σύμπαν είναι γεμάτη με σκοτεινή ύλη.»

Όταν το φως πέφτει σε μία από αυτές τις “λακκούβες” με σκοτεινή ύλη, λυγίζει τις ακτίνες του φωτός. Με αυτόν τον τρόπο, δεν μπορούμε να «δούμε» τη σκοτεινή ύλη, αλλά μπορούμε να «δούμε» τις παραμορφώσεις που προκαλεί στις εικόνες του Κόσμου. Από αυτό, γνωρίζουμε ότι η σκοτεινή ύλη σχηματίζει ένα σφαιρικό κουκούλι γύρω από τους γαλαξίες, προσφέροντάς τους μεγαλύτερη μάζα, η οποία επιτρέπει στα αστέρια τους να κινούνται γρηγορότερα από ό, τι θα έκαναν οι νόμοι του Νεύτωνα.


Αυτή είναι μια εικόνα του διαστημικού τηλεσκοπίου Hubble του συμπλέγματος (σμήνους) γαλαξιών MACS J0717.5 + 3745 . Στην εικόνα εμφανίζεται με μπλε χρώμα ένας χάρτης της σκοτεινής ύλης που βρίσκεται μέσα στο σύμπλεγμα.

Αυτές είναι έμμεσες παρατηρήσεις, αλλά έχουν δώσει επίσης στους επιστήμονες κάποιες ενδείξεις για την εγγενή φύση της σκοτεινής ύλης. Δεν ονομάζεται σκοτεινή ύλη λόγω του χρώματος. Δεν έχει χρώμα. Ονομάζεται «σκοτεινή» επειδή δεν αντανακλά ούτε εκπέμπει φως, ούτε οποιαδήποτε ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία. Επομένως δεν μπορούμε να την δούμε απευθείας, ακόμη και με τα πιο ισχυρά τηλεσκόπια.

Όχι μόνο δεν μπορούμε να την δούμε, αλλά δεν θα μπορούσαμε να την αγγίξουμε αν προσπαθούσαμε: Εάν κάποιος εξωγήινος σας πετούσε ένα κομμάτι σκοτεινής ύλης σε εσάς, θα περάσει ακριβώς από μέσα σας. Αν πήγαινε αρκετά γρήγορα, θα περνούσε σε ολόκληρη τη Γη. Η σκοτεινή ύλη είναι σαν φάντασμα.

Εδώ είναι ένας λόγος που οι φυσικοί είναι σίγουροι για αυτό το παράξενο γεγονός. Οι αστρονόμοι έχουν κάνει παρατηρήσεις για σμήνη γαλαξιών που έχουν χτυπήσει ο ένας τον άλλον σαν σύγκρουση μεταξύ δύο αυτοκινήτων.

Οι αστρονόμοι κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι κατά τη σύγκρουση, μεγάλο μέρος της κανονικής ύλης στα σμήνη των γαλαξιών επιβραδύνθηκε και αναμίχθηκε μεταξύ τους. Αλλά η σκοτεινή ύλη στο σμήνος δεν επιβραδύνθηκε κατά τη σύγκρουση. Συνέχισε, σαν να μην συνέβη ποτέ η σύγκρουση.

Το φαινόμενο αναδημιουργείται σε αυτό το παρακάτω κινούμενο σχέδιο. Το κόκκινο αντιπροσωπεύει την κανονική ύλη στα σμήνη των γαλαξιών και το μπλε αντιπροσωπεύει τη σκοτεινή ύλη. Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης, η μπλε σκοτεινή ύλη δρα σαν φάντασμα, περνώντας απλώς μέσω από την κανονική ύλη σαν να μην ήταν εκεί.



Μια σημείωση: Αυτές οι δύο περίεργες πτυχές της σκοτεινής ύλης – η αορατότητα της και η μη αλληλεπίδραση της – συνδέονται: Η σκοτεινή ύλη απλά δεν αλληλεπιδρά με την ηλεκτρομαγνητική δύναμη της φύσης. Η ηλεκτρομαγνητική δύναμη φωτίζει το σύμπαν μας με το φως και την ακτινοβολία, αλλά κάνει επίσης ο κόσμος αισθάνεται σταθερός.

Ένα τελευταίο μεγάλο αποδεικτικό στοιχείο για τη σκοτεινή ύλη είναι ότι βοηθά τους φυσικούς να κατανοήσουν πώς σχηματίστηκαν οι γαλαξίες στο πρώιμο σύμπαν. «Γνωρίζουμε ότι η σκοτεινή ύλη έπρεπε να είναι παρούσα στο πρώιμο σύμπαν για να είναι μέρος αυτής της διαδικασίας», εξηγεί η αστροφυσικός Katie Mack . Πιστεύεται ότι η σκοτεινή ύλη συνενώθηκε στο πρώιμο σύμπαν πριν από την κανονική ύλη, δημιουργώντας βαρυτικά φρεάτια για να “πέσει μέσα η κανονική ύλη”. Αυτά τα βαρυτικά πηγάδια που σχηματίστηκαν από τη σκοτεινή ύλη έγιναν οι σπόροι των γαλαξιών.

Έτσι, η σκοτεινή ύλη δεν συγκρατεί μόνο τους γαλαξίες, όπως υπονοεί η δουλειά της Ρούμπιν – γι ‘αυτό οι γαλαξίες υπάρχουν στην πρώτη θέση.
Οπότε, τι είναι;

Μέχρι σήμερα, κανείς δεν ξέρει πραγματικά τι είναι η σκοτεινή ύλη.

Η καλύτερη εικασία των επιστημόνων είναι ότι είναι σωματίδιο. Τα σωματίδια είναι τα μικρότερα δομικά στοιχεία της πραγματικότητας. Πιστεύεται ότι η σκοτεινή ύλη είναι ένα άλλο από αυτά τα δομικά στοιχεία, αλλά δεν τα έχουμε δει από κοντά. (Υπάρχουν πολλά διαφορετικά προτεινόμενα σωματίδια που μπορεί να είναι καλοί υποψήφιοι για σκοτεινή ύλη. Οι επιστήμονες εξακολουθούν να μην είναι σίγουροι για το ποιο θα είναι.)

Ίσως αναρωτιέστε: Γιατί δεν μπορούμε να βρούμε την πιο κοινή πηγή ύλης σε όλο το σύμπαν; Λοιπόν, ο επιστημονικός μας εξοπλισμός είναι φτιαγμένος από κανονική ύλη. Επομένως, εάν η σκοτεινή ύλη περνά μέσα από την κανονική ύλη, το να προσπαθείς να βρεις σκοτεινή ύλη είναι σαν να προσπαθείς να πιάσεις ένα μπέιζμπολ φάντασμα με ένα κανονικό γάντι.

Επιπλέον, ενώ η σκοτεινή ύλη είναι άφθονη στο σύμπαν, είναι πραγματικά διάχυτη. Δεν υπάρχουν απλώς τεράστιοι ογκόλιθοι που περνούν κοντά στη Γη. Είναι σαν να κολυμπάμε σε μια ωραία ομίχλη. «Εάν προσθέσετε όλη τη σκοτεινή ύλη μέσα σε όλους τους ανθρώπους, όλοι οι άνθρωποι στον πλανήτη ανά πάσα στιγμή, είναι ένα νανογραμμάριο», λέει ο Natarajan – πολύ-πολύ μικροσκοπικό ποσό είναι η κανονική ύλη.

Η σκοτεινή ύλη δεν μπορεί ποτέ να “ανακαλυφθεί” και αυτό είναι εντάξει

Μερικοί φυσικοί προτιμούν μια διαφορετική ερμηνεία για αυτό που παρατήρησε η Ρούμπιν και για αυτό που άλλοι επιστήμονες έχουν παρατηρήσει από τότε: ότι δεν υπάρχει κάποια αόρατη μάζα σκοτεινής ύλης που κυριαρχεί στο σύμπαν, αλλά ότι η θεμελιώδης κατανόηση των επιστημόνων για τη βαρύτητα των επιστημόνων είναι ελαττωματική και πρέπει να ξανασχεδιαστεί .

Ενώ «αυτή είναι μια συγκεκριμένη πιθανότητα», λέει ο Natarajan, προς το παρόν, υπάρχουν πολύ περισσότερα στοιχεία από την πλευρά της σκοτεινής ύλης ότι είναι αληθινά και όχι μόνο ένας αντικατοπτρισμός που βασίζεται σε μια παρανόηση της βαρύτητας. «Θα χρειαζόμασταν μια νέα θεωρία της βαρύτητας που να εξηγεί όλα όσα βλέπουμε ήδη», εξηγεί. “Δεν υπάρχει τέτοια θεωρία που είναι διαθέσιμη αυτή τη στιγμή.”


Στα αριστερά, μια εικόνα του Hubble ενός σμήνους γαλαξιών. Στα δεξιά, προστέθηκε μια μπλε σκίαση για να δείξει πού πρέπει να είναι η σκοτεινή ύλη.

Δεν είναι δύσκολο να πιστέψεις σε κάτι αόρατο, λέει η αστροφυσικός Katie Mack, αν υπάρχουν όλα τα σωστά στοιχεία. Το κάνουμε όλη την ώρα.

«Είναι παρόμοιο με το εάν περπατάς στο δρόμο», λέει. «Και καθώς περπατάτε, βλέπετε ότι μερικά δέντρα κάμπτονται, και ακούτε μερικά φύλλα να μαραίνονται και ίσως βλέπετε μια πλαστική σακούλα να αιωρείται πέρα ​​από εσάς και να αισθάνεστε λίγο κρύο από τη μία πλευρά. Μπορείτε να καταλάβετε έτσι ότι υπάρχει άνεμος. Σωστά; Και αυτός ο άνεμος εξηγεί όλα αυτά τα διαφορετικά φαινόμενα. … Υπάρχουν πολλά, πολλά διαφορετικά στοιχεία για τη σκοτεινή ύλη. Και για καθένα από αυτά, μπορεί να μπορείτε να βρείτε κάποια άλλη εξήγηση που λειτουργεί επίσης. Αλλά όταν συλλέγονται μαζί, είναι πραγματικά καλά στοιχεία. ”

Εν τω μεταξύ, πειράματα σε όλο τον κόσμο προσπαθούν να εντοπίσουν άμεσα τη σκοτεινή ύλη. Οι φυσικοί στο LHC ελπίζουν ότι οι συγκρούσεις σωματιδίων τους μπορεί κάποια μέρα να παράγουν κάποια ανιχνεύσιμη σκοτεινή ύλη. Οι αστρονόμοι ψάχνουν στο διάστημα για περισσότερες ενδείξεις, ελπίζοντας ότι μια μέρα η σκοτεινή ύλη θα αποκαλυφθεί μέσω μιας έκρηξης ακτίνων γάμμα. Αλλού, οι επιστήμονες έσκαψαν βαθιά υπόγεια, προστατεύοντας τα εργαστήρια από το θόρυβο και την ακτινοβολία, ελπίζοντας ότι μια σκοτεινή ύλη θα περάσει μια μέρα μέσα από έναν ανιχνευτή που έχουν σχεδιάσει προσεκτικά και θα αναδειχθεί.

Αλλά δεν έχει συμβεί ακόμα. Δεν μπορεί ποτέ να συμβεί: Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι η σκοτεινή ύλη δεν είναι ένα τελείως φάντασμα μπροστά στην κανονική ύλη. Ελπίζουν ότι κάθε στιγμή, όταν συγκρούεται με την κανονική ύλη, κάνει κάτι πραγματικά, πολύ λεπτό, όπως να σπρώχνει ένα μόνο άτομο στο πλάι και να εκπέμπει έναν ευαίσθητα συναγερμό.

Αλλά αυτή η μέρα μπορεί να μην έρθει ποτέ. Θα μπορούσε να είναι μία σκοτεινή ύλη, που ποτέ δεν προκαλεί την κανονική ύλη, αλλά που παραμένει ένα φάντασμα.

«Πραγματικά μπήκα σε αυτήν την επιστήμη γιατί σκέφτηκα ότι θα την ανιχνεύσω μέσα σε πέντε χρόνια», λέει η Prisca Cushman, φυσικός του Πανεπιστημίου της Μινεσότα που εργάζεται σε έναν ανιχνευτή σκοτεινής ύλης. Προσπαθεί να βρει σκοτεινή ύλη για 20 χρόνια. Πιστεύει ακόμη ότι υπάρχει, ότι είναι εκεί έξω για να την βρει. Αλλά ίσως δεν είναι το συγκεκριμένο υποψήφιο σωματίδιο που ο ανιχνευτής της είχε αρχικά συσταθεί για να βρει.

Αυτή η αποτυχία δεν είναι λόγος να παραιτηθεί, λέει. «Χωρίς να βλέπουμε [σκοτεινή ύλη] ακόμα με έναν συγκεκριμένο ανιχνευτή, λέμε,« Ω, έτσι δεν είναι αυτό το συγκεκριμένο μοντέλο που πιστεύαμε ότι μπορεί να είναι ». Και αυτή είναι μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα δήλωση. Επειδή ξαφνικά ένας στρατός θεωρητικών βγαίνει και λέει: «Έι, τι άλλο θα μπορούσε να είναι;» »

Αλλά ακόμη και αν το σωματίδιο της σκοτεινής ύλης δεν βρεθεί ποτέ, αυτό δεν θα μειώσει όλες τις γνώσεις που έχει μάθει η επιστήμη γι ‘αυτό. «Είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια παραλία», εξηγεί ο Natarajan. «Έχετε πολλούς αμμόλοφους. Και έτσι βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου μπορούμε να καταλάβουμε πώς σχηματίζονται αυτοί οι αμμόλοφοι, αλλά στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε από τι αποτελείται ένας κόκκος άμμου.”
Αγκαλιάζοντας το άγνωστο

Οι φυσικοί δεν είναι ικανοποιημένοι με το τι γνωρίζουν, θέλουν να μάθουν περισσότερα, αλλά δέχονται ότι είναι πραγματική. Την αποδέχονται επειδή αυτή είναι η κατάσταση των αποδεικτικών στοιχείων. Και αν έρθουν νέα αποδεικτικά στοιχεία που θα την διαψεύσουν, θα πρέπει επίσης να τα αποδεχτούν.

«Ανταποκρίνεται στη φύση της επιστήμης το γεγονός ότι ό, τι γνωρίζουμε είναι προσωρινό», λέει ο Natarajan. «Είναι ικανό να αλλάξει. Πιστεύω λοιπόν ότι αυτό που παρακινεί ανθρώπους σαν κι εμένα να συνεχίσουν να κάνουν επιστήμη είναι το γεγονός ότι συνεχίζει να δημιουργεί όλο και περισσότερες ερωτήσεις. Τίποτα δεν επιλύεται τελικά. ”

Αυτό ισχύει όταν πρόκειται για τις μεγαλύτερες ερωτήσεις, όπως «από τι είναι φτιαγμένο το σύμπαν;»

Είναι αλήθεια και σε πολλούς άλλους τομείς της επιστήμης: Παρά τα νέα ερευνητικά ευρήματα που δημοσιεύονται καθημερινά, υπάρχουν πολλές περισσότερες αναπάντητες ερωτήσεις παρά απαντήσεις. Οι επιστήμονες δεν καταλαβαίνουν πραγματικά πώς τα ποδήλατα παραμένουν σε όρθια θέση ή δεν γνωρίζουν τη βασική αιτία της νόσου του Αλτσχάιμερ ή πώς να τη θεραπεύσουν . Ομοίως, στην αρχή της πανδημίας Covid-19, ζητήσαμε απαντήσεις : Γιατί μερικοί άνθρωποι αρρωσταίνουν πολύ περισσότερο από άλλους, πώς φαίνεται η ανοσία στον ιό; Η αλήθεια ήταν ότι δεν μπορούσαμε ακόμα να ξέρουμε (και ακόμα δεν το κάνουμε, σίγουρα). Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι η επιστημονική διαδικασία είχε διακοπεί.

Η αλήθεια είναι ότι, όταν πρόκειται για πολλά πεδία επιστημονικής προόδου, βρισκόμαστε στη μέση της ιστορίας και όχι στο τέλος. Το μάθημα εδώ είναι ότι η αλήθεια και η γνώση κερδίζονται σκληρά.

Στην περίπτωση της σκοτεινής ύλης, δεν ήταν ότι όλα όσα γνωρίζαμε για την ύλη ήταν λάθος. Ήταν ότι όλα όσα γνωρίζαμε για την κανονική ύλη ήταν ασήμαντα σε σύγκριση με την άγνοιά μας για τη σκοτεινή ύλη. Η ιστορία της σκοτεινής ύλης ταιριάζει με μια αφήγηση της επιστημονικής προόδου που μας κάνει τους ανθρώπους να φαίνονται μικρότεροι και μικρότεροι σε κάθε στροφή. Πρώτα, μάθαμε ότι η Γη δεν ήταν το κέντρο του σύμπαντος. Τώρα η σκοτεινή ύλη μάς διδάσκει ότι η ίδια η ουσία – η ύλη – είναι μόνο ένα κλάσμα όλης της πραγματικότητας.

Εάν μια σκοτεινή ύλη ανακαλυφθεί μια μέρα, θα ανοίξει μόνο περισσότερες ερωτήσεις. Η σκοτεινή ύλη θα μπορούσε να είναι περισσότερα από ένα σωματίδια, περισσότερα από ένα πράγμα. Θα μπορούσε να υπάρχει πλούτος και ποικιλομορφία στη σκοτεινή ύλη που μοιάζει με τον πλούτο και την ποικιλομορφία που βλέπουμε στην κανονική ύλη. Είναι πιθανό, και αυτή είναι η κερδοσκοπία, ότι υπάρχει ένα είδος σκιώδους σύμπαντος στο οποίο δεν έχουμε πρόσβαση – οι επιστήμονες το ονομάζουν «σκοτεινό τομέα» – που αποτελείται από διαφορετικά συστατικά που υπάρχουν, ως φάντασμα, που περιβάλλουν τους γαλαξίες μας .

Είναι λίγο τρομακτικό να ξέρουμε πόσα λίγα ξέρουμε, ούτε καν το τι είναι το μεγαλύτερο μέρος του σύμπαντος. Αλλά υπάρχει μια αίσθηση αισιοδοξίας σε μια ερώτηση, σωστά; Σας κάνει να νιώθετε ότι μπορούμε να γνωρίζουμε την απάντηση σε αυτούς.

Υπάρχουν τόσα πολλά στον κόσμο μας που είναι αλαζονικά: από πολιτικούς που πιστεύουν μόνο σε ό, τι είναι βολικό γι ‘αυτούς έως τις εταιρείες της Silicon Valley που ισχυρίζονται ότι βοηθούν τον κόσμο ενώ την σπάνε σε πολλά κομμάτια, και πολλά άλλα παραδείγματα. Αν μόνο όλοι μπορούσαν να δουν λίγο από αυτό που είδε η Βέρα Ρούμπιν – μια θεμελιώδη αλήθεια όχι μόνο για το σύμπαν, αλλά και για την ανθρωπότητα.

«Σε έναν σπειροειδή γαλαξία, ο λόγος της σκοτεινής προς τη φωτεινή (κανονική) ύλη είναι περίπου ένας συντελεστής 10», δήλωσε κάποτε η Ρούμπιν . «Αυτός είναι πιθανώς ένας καλός αριθμός για την αναλογία της άγνοιας μας προς τη γνώση. Είμαστε εκτός νηπιαγωγείου, αλλά μόνο στην τρίτη τάξη. ”

Βαλκανική Δημοκρατία

Το 1893, ένας περίεργος Άγγλος με το όνομα Charles George Harrison (γ. 1855) έδωσε μια σειρά έξι διαλέξεων στην Berean Society, μια ένωση εσωτερικών χριστιανών.

Ο Χάρισον, που περιγράφεται ως «μυστηριώδης κι άγνωστη φιγούρα», ήταν αποκρυφιστής κι Αγγλικανός Χριστιανός.

Στο βιβλίο «The Transcendental Universe» μπορείτε να βρείτε ένα αρχείο με τις διαλέξεις του.

Αυτό που είναι σαφές είναι ότι ο C.G. Harrison είχε πρόσβαση σε εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες και πολλές εσωτερικές γνώσεις σχετικά με τις αλλαγές στον κόσμο που στην συνέχεια κατασκευάστηκαν από ορισμένους κύκλους στην Αγγλία.

Στην δεύτερη διάλεξή του ο Χάρισον μίλησε για τον «επόμενο μεγάλο ευρωπαϊκό πόλεμο» και για το πώς ο «εθνικός χαρακτήρας» των σλαβικών λαών «θα τους επέτρεπε να πραγματοποιήσουν πειράματα στον σοσιαλισμό, πολιτικά και οικονομικά, τα οποία θα παρουσίαζαν αμέτρητες δυσκολίες στην Δυτική Ευρώπη.» Ο «επόμενος μεγάλος ευρωπαϊκός πόλεμος» δείχνει τι θα ήταν ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος του 1914-18, ενώ τα «πειράματα στον Σοσιαλισμό» προβλέπουν την Μπολσεβίκικη Επανάσταση του 1917 που έφερε την Σοβιετική 'Ενωση, ένα από τα πιο τολμηρά και πιο αιματηρά πολιτικοοικονομικά πειράματα στην ανθρώπινη ιστορία.

Ο Χάρισον είπε ότι το σχέδιο μιας συγκεκριμένης μυστικής ελίτ, (το οποίο δεν αναφέρει ονομαστικά) ήταν ότι «η Ρωσική Αυτοκρατορία πρέπει να πεθάνει για να ζήσει ο ρωσικός λαός». Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι αυτά τα πραγματικά προφητικά λόγια μίλησαν το 1893, δηλ. 21 χρόνια πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο και 24 χρόνια πριν από το Ρωσικό Πραξικόπημα (και όχι «Επανάσταση»).

Σήμερα γνωρίζουμε ότι το 1917 ο ηγέτης των Μπολσεβίκων Βλαντιμίρ Λένιν μεταφέρθηκε από την Ζυρίχη, την τραπεζική πρωτεύουσα του κόσμου, στην Ρωσία με ένα τρένο φορτωμένο με χρυσό και όπλα για να ξεκινήσει το Πραξικόπημα (δήθεν επανάσταση)

Ένα άλλο σημαντικό κομμάτι πληροφοριών που συμπίπτει με τις ιδέες του C.G. Harrison για το μέλλον, είναι ένας χάρτης γελοιογραφία της Ευρώπης που εκτυπώθηκε στην Χριστουγεννιάτικη έκδοση του σατιρικού Αγγλικού εβδομαδιαίου περιοδικού The Truth το 1890. Πάνω στον χάρτη αναγράφεται: «Το όνειρο του Kaiser». Έδειχνε πως οπουδήποτε υπήρχαν μοναρχίες μέχρι εκείνη την στιγμή, επρόκειτο να υπάρξουν δημοκρατίες.

Η Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία της σεβάσμιας μοναρχίας των Αψβούργων είχε εξαφανιστεί, όπως και η αιώνια Ρωσική Αυτοκρατορία. Πάνω από το έδαφος της Ρωσίας διαβάζουμε τις λέξεις «Ρωσική έρημος».

Επιπλέον, η Γερμανία ταυτίζεται με τις λέξεις «Γερμανικές Δημοκρατίες»! (όπως και έγινε μετά τον Β’ Π.Π.)

Σχολιάζοντας αυτόν τον χάρτη από το 1890, ο Sevak Gulbekian σημειώνει: «Αυτός ο χάρτης υποδηλώνει όχι μόνο μια πρόβλεψη -παρόμοια με του Χάρισον- για την τύχη της Ρωσίας να γίνει πολιτιστική αλλά και οικονομική έρημος, αλλά και για την μελλοντική διάσπαση της Γερμανίας σε «δημοκρατίες».

Ο εκδότης του περιοδικού, Henry Labouch Ere, ήταν Ελευθεροτέκτων.

Ήταν αξιοσημείωτη η τύχη του για την πρόβλεψη ή για άλλη μια φορά γνώριζε μελλοντικά σχέδια για την διαμόρφωση του κόσμου;

Προσέξατε την Βαλκανική Δημοκρατία;

Μήπως αντιλαμβάνεστε για που πάμε;

Την Μεγάλη Επανεκκίνηση!!!

'Αντε και καλά κρασιά.

Tο άπειρο των κόσμων

Ταξιδεύοντας ανάμεσα σε κόσμους πλασμένους από τη φαντασία, η φανταστική αστρονομία των προγόνων μας, χαραγμένη από αποκρυφιστικές αστραπές, κατάφερε να συλλάβει μια επαναστατική ιδέα, αυτή της πολλαπλότητας των κόσμων. Υπήρχαν ήδη στους αρχαίους υποστηρικτές της θεωρίας των ατόμων: ο Δημόκριτος, ο Λεύκιππος, ο Επίκουρος, και ο Λουκρήτιος.

Όπως μας λέει ο Ιππόλυτος στα Φιλοσοφούμενά του, αν τα άτομα βρίσκονται σε συνεχή κίνηση μες στο κενό, δεν μπορεί παρά να παράγουν άπειρους κόσμους, διαφορετικούς τον ένα απ’ τον άλλο, και σε μερικούς δεν υπάρχουν ήλιος ή σελήνη, σε άλλους τ’ αστέρια είναι μεγαλύτερα απ' ό,τι στον δικό μας, σε άλλους ακόμα περισσότερα.

Μια υπόθεση που για τον Επίκουρο, μιας και δεν μπορούσε να καταρριφθεί, έπρεπε να θεωρηθεί αληθινή μέχρις ότου ν αποδειχτεί ψευδής. Ο Λουκρήτιος θα πει:

nulla est finis; uti docui, res ipsaque per se vociferatur, et elucet natura profundi. (δεν υπάρχει όριο στο άπαν, το ίδιο το πράγμα φωνάζει από μόνο του και η ίδια η ουσία του κενού γίνεται εμφανής).

Και συνέχισε:

«Έτσι γίνεται όλο και πιο αναγκαίο ν’ αναγνωρίσεις ότι υπάρχουν αλλού στο σύμπαν άλλες ενώσεις υλικών σωμάτων, όπως αυτή που περιβάλλει ο αιθέρας σ’ ένα αχόρταγο αγκάλιασμα».

Τόσο το κενό όσο και η πολλαπλότητα των κόσμων αμφισβητήθηκαν από τον Αριστοτέλη και, μαζί με τον Αριστοτέλη, από μεγάλους σχολαστικούς όπως ο Θωμάς και ο Βάκων. Αλλά η υποψία για την πολλαπλότητα των κόσμων θα εμφανιστεί στον Όκαμ, στον Μπουριντάν, στον Νικόλαο Ορέμ και άλλους, όταν συζητείται η infinita potentia Dei. Για απειράριθμους κόσμους θα μιλήσουν κατά τον 15ο αιώνα ο Νικόλαος Κουζάνο και κατά τον 16ο αιώνα ο Τζορντάνο Μπρούνο.

Το δηλητήριο που κρυβόταν σ’ αυτή την υπόθεση θα αναδυθεί πιο ξεκάθαρα, όταν θα την υποστηρίξουν οι νέοι επικούρειοι, οι λιμπερτίνοι του 17ου αιώνα. Η επίσκεψη σε άλλους κόσμους, η συνάντηση με τους κατοίκους τους ήταν αιρέσεις πολύ πιο επικίνδυνες από την ηλιοκεντρική υπόθεση.

Αν υπάρχουν απειράριθμοι κόσμοι, αμφισβητείται η μοναδικότητα της λύτρωσης: ή το αμάρτημα του Αδάμ και τα πάθη του Ιησού είναι απλώς ένα περιθωριακό επεισόδιο που αφορά τη Γη μας αλλά όχι τις υπόλοιπες θείες δημιουργίες, ή ο Γολγοθάς θα έπρεπε να επαναλαμβάνεται αμέτρητες φορές σε αμέτρητους πλανήτες, στερώντας την υπέρτατη μοναδικότητα της θυσίας του Υιού του Ανθρώπου.

Όπως θα μας υπενθυμίσει ο Φοντενέλ στο Εntretiens sur la pluralite des mondes (1686), η υπόθεση υπήρχε ήδη στην καρτεσιανή θεωρία των δινών, διότι αν κάθε αστέρι σέρνει τους πλανήτες του σε μια δίνη και μια μεγαλύτερη δίνη παρασέρνει το αστέρι, μπορούσε κανείς να φανταστεί στον ουρανό αμέτρητες δίνες που παρέσερναν αμέτρητα πλανητικά συστήματα.

Με την ιδέα της πολλαπλότητας των κόσμων ξεκινάει κατά τον 17ο αιώνα η σύγχρονη επιστημονική φαντασία, από τα ταξίδια του Σιρανό ντε Μπερζεράκ στις αυτοκρατορίες του Ήλιου και της Σελήνης, από το The Man in the Moone του Γκούντγουιν ως το Discovery of a World in the Moone του Γουίλκινς. Όσο για τους τρόπους ν’ ανεβούμε ως εκεί, δεν έχουμε φτάσει ακόμα στον Ιούλιο Βερν. Ο Σιρανό την πρώτη φορά δένει στο σώμα του πολλές φιάλες γεμάτες δροσιά και η ζέστη του ήλιου, τραβώντας τη δροσιά, τον ανεβάζει ψηλά. Τη δεύτερη φορά χρησιμοποιεί μια μηχανή που ωθείται από πυραύλους. Ο Γκούντγουιν προτείνει αντίθετα ένα αεροπλάνο ante litteram που προωθείται από πουλιά.

Ηράκλειτος - Ευριπίδης: το παράλογο θεών και ανθρώπων

Το αγεφύρωτο χάσμα: ανάμεσα στον λογισμό και τον παραλογισμό

§1 Ηράκλειτος Β 5

καθαίρονται δ᾽ ἄλλως αἵματι μιαινόμενοι οἷον εἴ τις εἰς πηλὸν ἐμβὰς πηλῷ ἀπονίζοιτο. μαίνεσθαι δ᾽ ἂν δοκοίη, εἴ τίς μιν ἀνθρώπων ἐπιφράσαιτο οὕτω ποιέοντα. καὶ τοῖς ἀγάλμασι δὲ τουτέοισιν εὔχονται, ὁκοῖον εἴ τις δόμοισι λεσχηνεύοιτο, οὔ τι γινώσκων θεοὺς οὔδ᾽ ἥρωας οἵτινές εἰσιν.

Εξαγνίζονται [από το αίμα] με καθαρμούς και μολύνονται με άλλο αίμα, σαν κάποιον που βούτηξε στη λάσπη και μετά προσπαθεί να ξεπλυθεί με λάσπη. Για τρελό θα τον έπαιρνε, αν κανείς τον έβλεπε να κάνει κάτι τέτοιο. Και στ’ αγάλματα τούτα προσεύχονται, σαν κάποιον που θα ήθελε να συνομιλήσει με τους τοίχους/με τους ναούς, χωρίς να έχει ιδέα τι είναι οι θεοί και οι ήρωες.

§2 Ερμηνεία ‒ κατανόηση:

Ι. Ποιοι επιζητούν μια τέτοιου είδους κάθαρση; Οι πολλοί, που δεν είναι μυημένοι στον καθολικό Λόγο και ζουν λες κι έχουν ιδιωτική σκέψη (απ. 2). Έτσι αρέσκονται στις ψευδαισθήσεις ενός εξαγνισμού, ήτοι μιας λατρείας του θείου, η οποία δεν έχει κανένα έρεισμα στο Λόγο παρά μόνο σχετίζεται με τα είδωλα, με τα αγάλματα των παραδοσιακών θεών. Μοιάζουν με εκείνους που προσπαθούν να ξεπλύνουν τη λάσπη τους με λάσπη. Τούτη η μέθοδος ή ο τρόπος μας θυμίζει, στο επίπεδο της τρέχουσας πολιτικής, τους πολιτικούς τεντιμπόηδες και τυχοδιώκτες της καθεστωτικής «αριστεράς», που στη συμφεροντολογική τους σύμπνοια με τα γνωστά παραμάγαζα της ακροδεξιάς, έχουν καθιδρύσει στην Ελλάδα το πιο βρώμικο σύστημα φασιστικής εξουσίας από τότε που δημιουργήθηκε το νεοελληνικό κράτος και ξεπλένουν, κάθε φορά, τον δικό τους οντολογικό βούρκο με βούρκο: είναι παράφρονες και ζητούν, μέσα από την παραφροσύνη τους, λογισμό από τους άλλους στα μέτρα αυτής της παραφροσύνης· δηλαδή ζητούν από τους άλλους να νομιμοποιούν την εν λόγω παραφροσύνη ως τον ύψιστο στοχασμό της κοινωνίας και της πολιτείας.

ΙΙ. Είναι τρελό, μας λέει ο Ηράκλειτος, οι άνθρωποι να σκέφτονται ότι μπορούν να ευχαριστήσουν, κατ’ αυτό τον τρόπο, τους θεούς. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια παραφροσύνη, που δεν είναι άσχετη με το ότι και οι ίδιοι οι θεοί, όπως τους φαντάζονται οι άνθρωποι, δηλαδή ανθρωπομορφικά, είναι άφρονες και παράφρονες σαν αυτούς. Οι άνθρωποι και οι θεοί τους βρίσκονται πολύ μακριά από το θείο, το οποίο μπορεί να συλληφθεί μόνο σε εναρμόνιση με τον καθολικό Λόγο.

§3 Ευριπίδης

Ι. Μια τέτοια παραφροσύνη των θεών της κλασσικής εποχής φέρνει στο φως ο Ευριπίδης στην Ιφιγένεια εν Ταύροις (στ. 380-390), όπου η Ιφιγένεια παρουσιάζεται να συμμερίζεται τον ορθό Λόγο ενάντια στον παραλογισμό των καθημερινών φαντασιώσεων των θνητών:

«Της θεάς μας τα καμώματα δεν μου αρέσουν·
αν με τα χέρια ένας θνητός αγγίξει φόνου αίμα
ή και λεχώνα ή πεθαμένο,
τον διώχνει απ’ το βωμό της ως μολυσμένο·
αυτήν θυσίες ανθρώπων την ευφραίνουν.
Αδύνατο η Λητώ, του Δία η γυναίκα
να γέννησε ένα τόσο ανόητο πλάσμα.
Ούτε όσα λένε για τα δείπνα του Τάνταλου,
πως δήθεν οι θεοί γευτήκανε τις σάρκες
του παιδιού του, πιστεύω· οι ντόπιοι πάλι
θαρρώ πως είναι αιμοχαρείς και ζητούν
στη θεά να αποδώσουν τ’ άγρια ένστικτά τους·
κανένας θεός δεν πιστεύω πως είναι κακός.
»

Ο παραλογισμός, η παραφροσύνη των θεών της λαϊκής θρησκείας, σύμφωνα με τον Ηράκλειτο αλλά και τον Ευριπίδη, αντανακλά το παραλήρημα και τη δεισιδαιμονία των ανθρώπων, ελλείψει πνευματικής καλλιέργειας, ακόμη και τη σκληρότητά τους, τη μοχθηρία τους.

ΙΙ. Δεδομένου ότι αυτό που κυβερνά, κατά τον Ηράκλειτο και τον Ευριπίδη, τον κόσμο είναι ο στοχαστικός Λόγος, ό,τι ο Λόγος διακρίνει στη θρησκευτική συμπεριφορά των ανθρώπων αλλά και των θεών, που οι ίδιοι κατασκευάζουν/φαντάζονται, είναι άλογο. Τούτο το άλογο δεν είναι το διαλεκτικά αντίθετο προς τον Λόγο, έτσι ώστε να συνάπτεται στο φιλοσοφικό παιγνίδι της ενότητας των αντιθέσεων, παρά ένα μηδέν , ένα τίποτα, κάτι το άκυρο.

ΙΙΙ. Καθώς το άλογο είναι ένα τίποτα, η πίστη σ’ αυτούς ή εκείνους τους θεούς ‒ή σε επίπεδο πολιτικής: σ’ αυτούς ή εκείνους τους πολιτικούς‒ δεν προσφέρει τίποτα θετικό, καμιά δυνατότητα εύρεσης της αλήθειας παρά μόνο αυταπάτες και στο τέλος καταστροφή. Ωστόσο, οι άνθρωποι έχουν να επιδείξουν πολλές συμπεριφορές τέτοιας υφής, οι οποίες όχι μόνο είναι ένα τίποτα αλλά και ενεργά αρνητικές: επιφέρουν αρνητικά αποτελέσματα. Οι πολλοί έτσι μετατρέπονται σε έναν βάρβαρο όχλο, που στο όνομα των ειδώλων του: θρησκευτικών, πολιτικών κ.λπ. σκοτώνουν και σκοτώνονται. Αυτή είναι η μοίρα του δουλόφρονου πλήθους.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (533a-534a)

[533a] Οὐκέτ᾽, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὦ φίλε Γλαύκων, οἷός τ᾽ ἔσῃ ἀκολουθεῖν —ἐπεὶ τό γ᾽ ἐμὸν οὐδὲν ἂν προθυμίας ἀπολίποι— οὐδ᾽ εἰκόνα ἂν ἔτι οὗ λέγομεν ἴδοις, ἀλλ᾽ αὐτὸ τὸ ἀληθές, ὅ γε δή μοι φαίνεται — εἰ δ᾽ ὄντως ἢ μή, οὐκέτ᾽ ἄξιον τοῦτο διισχυρίζεσθαι· ἀλλ᾽ ὅτι μὲν δὴ τοιοῦτόν τι ἰδεῖν, ἰσχυριστέον. ἦ γάρ;Τί μήν;
Οὐκοῦν καὶ ὅτι ἡ τοῦ διαλέγεσθαι δύναμις μόνη ἂν φήνειεν ἐμπείρῳ ὄντι ὧν νυνδὴ διήλθομεν, ἄλλῃ δὲ οὐδαμῇ δυνατόν;
Καὶ τοῦτ᾽, ἔφη, ἄξιον διισχυρίζεσθαι.
[533b] Τόδε γοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, οὐδεὶς ἡμῖν ἀμφισβητήσει λέγουσιν, ὡς αὐτοῦ γε ἑκάστου πέρι ὃ ἔστιν ἕκαστον ἄλλη τις ἐπιχειρεῖ μέθοδος ὁδῷ περὶ παντὸς λαμβάνειν. ἀλλ᾽ αἱ μὲν ἄλλαι πᾶσαι τέχναι ἢ πρὸς δόξας ἀνθρώπων καὶ ἐπιθυμίας εἰσὶν ἢ πρὸς γενέσεις τε καὶ συνθέσεις, ἢ πρὸς θεραπείαν τῶν φυομένων τε καὶ συντιθεμένων ἅπασαι τετράφαται· αἱ δὲ λοιπαί, ἃς τοῦ ὄντος τι ἔφαμεν ἐπιλαμβάνεσθαι, γεωμετρίας τε καὶ τὰς ταύτῃ ἑπομένας, ὁρῶμεν ὡς ὀνειρώττουσι μὲν [533c] περὶ τὸ ὄν, ὕπαρ δὲ ἀδύνατον αὐταῖς ἰδεῖν, ἕως ἂν ὑποθέσεσι χρώμεναι ταύτας ἀκινήτους ἐῶσι, μὴ δυνάμεναι λόγον διδόναι αὐτῶν. ᾧ γὰρ ἀρχὴ μὲν ὃ μὴ οἶδε, τελευτὴ δὲ καὶ τὰ μεταξὺ ἐξ οὗ μὴ οἶδεν συμπέπλεκται, τίς μηχανὴ τὴν τοιαύτην ὁμολογίαν ποτὲ ἐπιστήμην γενέσθαι;
Οὐδεμία, ἦ δ᾽ ὅς.
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἡ διαλεκτικὴ μέθοδος μόνη ταύτῃ πορεύεται, τὰς ὑποθέσεις ἀναιροῦσα, ἐπ᾽ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν [533d] ἵνα βεβαιώσηται, καὶ τῷ ὄντι ἐν βορβόρῳ βαρβαρικῷ τινι τὸ τῆς ψυχῆς ὄμμα κατορωρυγμένον ἠρέμα ἕλκει καὶ ἀνάγει ἄνω, συνερίθοις καὶ συμπεριαγωγοῖς χρωμένη αἷς διήλθομεν τέχναις· ἃς ἐπιστήμας μὲν πολλάκις προσείπομεν διὰ τὸ ἔθος, δέονται δὲ ὀνόματος ἄλλου, ἐναργεστέρου μὲν ἢ δόξης, ἀμυδροτέρου δὲ ἢ ἐπιστήμης —διάνοιαν δὲ αὐτὴν ἔν γε τῷ πρόσθεν που ὡρισάμεθα— ἔστι δ᾽, ὡς ἐμοὶ δοκεῖ, οὐ περὶ [533e] ὀνόματος ἀμφισβήτησις, οἷς τοσούτων πέρι σκέψις ὅσων ἡμῖν πρόκειται.
Οὐ γὰρ οὖν, ἔφη.
Ἀλλ᾽ ὃ ἂν μόνον δηλοῖ πως τὴν ἕξιν σαφηνείᾳ λέγειν ἐν ψυχῇ ‹ἀρκέσει;
Ναί.›
Ἀρκέσει οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, ὥσπερ τὸ πρότερον, τὴν μὲν πρώτην μοῖραν ἐπιστήμην καλεῖν, δευτέραν δὲ διάνοιαν, [534a] τρίτην δὲ πίστιν καὶ εἰκασίαν τετάρτην· καὶ συναμφότερα μὲν ταῦτα δόξαν, συναμφότερα δ᾽ ἐκεῖνα νόησιν· καὶ δόξαν μὲν περὶ γένεσιν, νόησιν δὲ περὶ οὐσίαν· καὶ ὅτι οὐσία πρὸς γένεσιν, νόησιν πρὸς δόξαν, καὶ ὅτι νόησις πρὸς δόξαν, ἐπιστήμην πρὸς πίστιν καὶ διάνοιαν πρὸς εἰκασίαν· τὴν δ᾽ ἐφ᾽ οἷς ταῦτα ἀναλογίαν καὶ διαίρεσιν διχῇ ἑκατέρου, δοξαστοῦ τε καὶ νοητοῦ, ἐῶμεν, ὦ Γλαύκων, ἵνα μὴ ἡμᾶς πολλαπλασίων λόγων ἐμπλήσῃ ἢ ὅσων οἱ παρεληλυθότες.

***
[533a] Δε θα είσαι πια σε θέση, φίλε μου Γλαύκων, να με ακολουθήσεις· γιατί όσο για μένα δε θα μου έλειπε καθόλου η προθυμία· κι ούτε θα ᾽βλεπες πια εικόνα απλώς αυτού που λέγαμε, αλλά την ίδια την αλήθεια, καθώς τουλάχιστο μου φανερώνεται εμένα. Αν είναι πραγματικό αυτό το φανέρωμα ή όχι δεν αξίζει να κάθεται κανείς τώρα να αναιρεί τους αντίθετους ισχυρισμούς· αλλά εκείνο που πρέπει να ισχυριστούμε είναι πως υπάρχει ένα τέτοιο πράγμα. Δεν είναι έτσι;
Πώς όχι;
Και ακόμα πως μονάχα η διαλεκτική μπορεί να το φανερώσει στο πνεύμα, που έχει τέλεια προετοιμαστεί με τις επιστήμες που αναφέραμε, και πως με κανένα άλλο τρόπο δεν είναι δυνατό.
Κι αυτό αξίζει να το ισχυριστούμε.
[533b] Αυτό τουλάχιστο κανείς δε θα μπορέσει να μας το αμφισβητήσει, όταν ισχυριζόμαστε πως μια ξεχωριστή έρευνα με τη μέθοδό της, που εφαρμόζεται γενικά σε όλα τα πράγματα, επιχειρεί να βρει τί είναι αυτό καθαυτό το καθένα τους. Ενώ όλες οι άλλες τέχνες ή καταγίνονται με τις δοξασίες και τις επιθυμίες των ανθρώπων ή έχουν στραφεί στην παραγωγή και την κατασκευή και τη συντήρηση των φυσικών προϊόντων ή των κατασκευασμάτων της τέχνης· και οι επίλοιπες που είπαμε πως έρχονται σε κάποιαν επαφή με το καθαυτό ον, όπως η γεωμετρία και οι σχετικές της επιστήμες, βλέπομε πως ονειρεύονται σα στον ύπνο τους [533c] το ον, και τους είναι αδύνατο να το δουν ποτέ πραγματικά στον ξύπνο τους, όσο θα στηρίζουνται απάνω σε υποθέσεις που τις αφήνουν άγγιχτες, επειδή δεν μπορούν να δώσουν το λόγο τους. Γιατί ποιός τρόπος υπάρχει να γίνει ποτέ και να ονομαστεί επιστήμη η απόδειξη εκείνη που αρχή της έχει κάτι που δε γνωρίζει, και το συμπέρασμά της κι όλη η μεταξύ ανάπτυξη είναι ένα σύμπλεγμα από πράγματα που δε γνωρίζει;
Πραγματικώς δεν υπάρχει τρόπος.
Ώστε μονάχα η διαλεκτική ακολουθεί, αφήνοντας κατά μέρος τις υποθέσεις, αυτό το δρόμο προς την αρχή [533d] για να την βεβαιωθεί, και ανασύρει τα μάτια της ψυχής από τον βαρβαρικό εκείνο βόρβορο, που ήταν πραγματικά καταχωσμένα μέσα, και τα υψώνει σιγά σιγά προς τα απάνω με τη βοήθεια και τη συνεργασία των τεχνών που αναφέραμε· τις ονομάσαμε πολλές φορές επιστήμες αυτές τις τέχνες έτσι από συνήθεια, αν και χρειάζουνταν κάποιο άλλο όνομα πιο φωτεινότερο από τη δοξασία και πιο σκοτεινότερο από την επιστήμη· τον όρο διάνοια μεταχειριστήκαμε, μου φαίνεται, κάπου πρωτύτερα. Μα δεν πρόκειται τώρα [533e] ν᾽ ανοίξομε συζήτηση για ονόματα, ενώ έχομε τόσα και τόσα σπουδαιότερα πράματα να εξετάσομε.
Όχι βέβαια.
Φτάνει το όνομα να εξωτερικεύει με κάποια σαφήνεια εκείνα που θέλει να πει η ψυχή.
Ναι.
Η γνώμη μου λοιπόν είναι να εξακολουθούμε, όπως πριν, να ονομάζομε το πρώτο τμήμα επιστήμη, το δεύτερο διάνοια, [534a] πίστη το τρίτο και το τέταρτο εικασία· τα δυο πάλι τελευταία μαζί μ᾽ ένα όνομα να τα λέμε δοξασία, και τα δυο πρώτα νόηση· κι έτσι η δοξασία να είναι ορισμένη για τη γένεση και η νόηση για την ουσία· και ό,τι σχέση έχει η ουσία με τη γένεση, στην ίδια σχέση βρίσκεται και η νόηση με τη δοξασία, και ό,τι η νόηση με τη δοξασία, το ίδιο και η επιστήμη με την πίστη και η διάνοια με την εικασία· ας αφήσομε όμως προς το παρόν με ποιάν αναλογία η δοξασία και η νόηση είναι διαιρεμένες η καθεμιά τους σε δυο τμήματα, μήπως τούτο μας ρίξει μέσα σε πολύ περισσότερους υπολογισμούς απ᾽ όλους τους προηγούμενους.

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (1284-1326)

ΑΓΓΕΛΟΣ
ὦ ναοφύλακες βώμιοί τ᾽ ἐπιστάται,
1285 Θόας ἄναξ γῆς τῆσδε ποῦ κυρεῖ βεβώς;
καλεῖτ᾽ ἀναπτύξαντες εὐγόμφους πύλας
ἔξω μελάθρων τῶνδε κοίρανον χθονός.
ΧΟ. τί δ᾽ ἔστιν, εἰ χρὴ μὴ κελευσθεῖσαν λέγειν;
ΑΓΓ. βεβᾶσι φροῦδοι δίπτυχοι νεανίαι
1290 Ἀγαμεμνονείας παιδὸς ἐκ βουλευμάτων
φεύγοντες ἐκ γῆς τῆσδε καὶ σεμνὸν βρέτας
λαβόντες ἐν κόλποισιν Ἑλλάδος νεώς.
ΧΟ. ἄπιστον εἶπας μῦθον· ὃν δ᾽ ἰδεῖν θέλεις
ἄνακτα χώρας, φροῦδος ἐκ ναοῦ συθείς.
1295 ΑΓΓ. ποῖ; δεῖ γὰρ αὐτὸν εἰδέναι τὰ δρώμενα.
ΧΟ. οὐκ ἴσμεν· ἀλλὰ στεῖχε καὶ δίωκέ νιν
ὅπου κυρήσας τούσδ᾽ ἀπαγγελεῖς λόγους.
ΑΓΓ. ὁρᾶτ᾽, ἄπιστον ὡς γυναικεῖον γένος·
μέτεστι χὑμῖν τῶν πεπραγμένων μέρος.
1300 ΧΟ. μαίνῃ· τί δ᾽ ἡμῖν τῶν ξένων δρασμοῦ μέτα;
οὐκ εἶ κρατούντων πρὸς πύλας ὅσον τάχος;
ΑΓΓ. οὔ, πρίν γ᾽ ἂν εἴπῃ τοὔπος ἑρμηνεὺς ὅδε,
εἴτ᾽ ἔνδον εἴτ᾽ οὐκ ἔνδον ἀρχηγὸς χθονός.
ὠή, χαλᾶτε κλῇθρα, τοῖς ἔνδον λέγω,
1305 καὶ δεσπότῃ σημήναθ᾽ οὕνεκ᾽ ἐν πύλαις
πάρειμι, καινῶν φόρτον ἀγγέλλων κακῶν.
ΘΟ. τίς ἀμφὶ δῶμα θεᾶς τόδ᾽ ἵστησιν βοήν,
πύλας ἀράξας καὶ ψόφον πέμψας ἔσω;
ΑΓΓ. φεῦ· πῶς ἔλεγον αἵδε, καί μ᾽ ἀπήλαυνον δόμων,
1310 ὡς ἐκτὸς εἴης· σὺ δὲ κατ᾽ οἶκον ἦσθ᾽ ἄρα.
ΘΟ. τί προσδοκῶσαι κέρδος ἢ θηρώμεναι;
ΑΓΓ. αὖθις τὰ τῶνδε σημανῶ· τὰ δ᾽ ἐν ποσὶ
παρόντ᾽ ἄκουσον. ἡ νεᾶνις ἣ ᾽νθάδε
βωμοῖς παρίστατ᾽, Ἰφιγένει᾽, ἔξω χθονὸς
1315 σὺν τοῖς ξένοισιν οἴχεται, σεμνὸν θεᾶς
ἄγαλμ᾽ ἔχουσα· δόλια δ᾽ ἦν καθάρματα.
ΘΟ. πῶς φῄς; τί πνεῦμα συμφορᾶς κεκτημένη;
ΑΓΓ. σῴζουσ᾽ Ὀρέστην· τοῦτο γὰρ σὺ θαυμάσῃ.
ΘΟ. τὸν ποῖον; ἆρ᾽ ὃν Τυνδαρὶς τίκτει κόρη;
1320 ΑΓΓ. ὃν τοῖσδε βωμοῖς θεὰ καθωσιώσατο.
ΘΟ. ὦ θαῦμα — πῶς σε μεῖζον ὀνομάσας τύχω;
ΑΓΓ. μὴ ᾽νταῦθα τρέψῃς σὴν φρέν᾽, ἀλλ᾽ ἄκουέ μου·
σαφῶς δ᾽ ἀθρήσας καὶ κλύων ἐκφρόντισον
διωγμὸς ὅστις τοὺς ξένους θηράσεται.
1325 ΘΟ. λέγ᾽· εὖ γὰρ εἶπας· οὐ γὰρ ἀγχίπλουν πόρον
φεύγουσιν, ὥστε διαφυγεῖν τοὐμὸν δόρυ.

***
Ένας από τους δούλους του Θόα που είχαν συνοδέψει τον Ορέστη και τον Πυλάδη ξαναγυρίζει βιαστικός ως αγγελιοφόρος.
ΑΓΓΕΛΙΟΦΟΡΟΣ
Φρουροί του ναού και των βωμών επόπτες!
Ο Θόας ο βασιλιάς πού πήγε; πού είναι;
Ανοίξτε του ναού τη στέρεη θύρα
και πείτε νά ᾽βγει ο βασιλιάς της χώρας.
ΚΟΡ. Τί ᾽ναι;... αν μπορώ ανερώτητα να κρίνω.
ΑΓΓ. Πάνε οι δυο νέοι με απόφαση της κόρης
1290του Αγαμέμνονα· πήραν τη σεβάσμια
της θεάς εικόνα πάνω σε καράβι
Ελληνικό και φεύγουν απ᾽ τη χώρα.
ΚΟΡ. Απίστευτο! Κι ο ρήγας που γυρεύεις
κίνησε δώθε απ᾽ το ναό και πάει.
ΑΓΓ. Πού; πρέπει αυτά που γίνονται να μάθει.
ΚΟΡ. Δεν ξέρουμε· μα τρέχα εσύ και κοίτα
πού θα τον βρεις και πες του αυτό το νέο.
ΑΓΓ. Ε, τί άτιμες, γιά δες, που είν᾽ οι γυναίκες!
Είστε κι εσείς σ᾽ αυτό ανακατεμένες.
1300ΚΟΡ. Τρελάθηκες; Αν το ᾽σκασαν οι ξένοι,
εμείς σ᾽ αυτό τί μπαίνουμε; Δεν παίρνεις
τα πόδια σου να τρέξεις στο παλάτι;
ΑΓΓ. Όχι, αν αυτός εδώ ο σηματοδότης
πρώτα δεν πει: είναι μέσα ο ρήγας ή όχι;
Πιάνει το χτυπητήρι της πόρτας και το χτυπά δυνατά και πολλές φορές.
Ε, 'σεις απ᾽ το ναό, ξεμανταλώστε!
Δώστε είδηση του αφέντη πως είμ᾽ έξω
καινούριων συμφορών φορτίο κρατώντας.
Ο Θόας βγαίνει από το ναό.
ΘΟ. Της θεάς ποιός βροντοχτύπησε τη θύρα,
τάραξε τη γαλήνη που είναι μέσα
και βάζει τις φωνές στο ναό απέξω;
ΑΓΓ. Εέ!
Πώς έλεαν τούτες —βέβαια για να φύγω—
1310πως είχες βγει! Κι ωστόσο εσύ ησουν μέσα.
ΘΟ. Με ελπίδα ή για κυνήγι τίνος κέρδους;
ΑΓΓ. Γι᾽ αυτές σου λέω αργότερα· άκου πρώτα
αυτά που επείγουν· η κοπέλα που είχε
των βωμών τη φροντίδα, η Ιφιγένεια,
πάει έξω από τη χώρα με τους ξένους
της θεάς κρατώντας τη σεβάσμια εικόνα·
κι αυτά τα καθαρίσματα ήταν δόλος.
ΘΟ. Τί; Ποιά πνοή σ᾽ αυτό την έχει σπρώξει;
ΑΓΓ. Θα ξαφνιστείς: Να σώσει τον Ορέστη.
ΘΟ. Ποιόν Ορέστη; το γιο της Τυνδαρίδας;
1320ΑΓΓ. Ναι, που η θεά είχε δω για θύμα ορίσει.
ΘΟ. Θάμα! Πιο δυνατή πού νά ᾽βρω λέξη;
ΑΓΓ. Ο νους σου ας μην κολλήσει αυτού, μόνο άκου·
νιώσε το πράγμα, πρόσεξε, και σκέψου
με τί κυνήγι θα πιαστούν οι ξένοι.
ΘΟ. Σωστά· ναι, λέγε· έχουν μακρύ να κάμουν
δρόμο, και δεν ξεφεύγουν· θα τους πιάσω.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Οι ήχοι της γλώσσας

2.2.4 Τα είδη των τόνων

Υπάρχουν γλώσσες όπου ο τόνος λειτουργεί ως διαφορά στο ύψος της προφοράς (στη νότα, ας πούμε) και λιγότερο ως διαφορά στην ένταση. Έτσι, στα κινέζικα η λέξη ma προφέρεται σε τέσσερις διαφορετικές νότες και η κάθε μία αντιστοιχεί σε μία διαφορετική σημασία.

Θα εκπλαγείτε αν ακούσετε ότι κάπως έτσι λειτουργούσε ο τόνος και στα αρχαία ελληνικά - ήταν μουσικός τόνος. Τα αρχαία ελληνικά είχαν μια κατηγορία φωνηέντων που δεν υπάρχει πια στα νέα ελληνικά: τα μακρά φωνήεντα, φωνήεντα δηλαδή που διαρκούν περισσότερο στην προφορά απ' ό,τι τα φωνήεντα που δεν είναι μακρά, που είναι «σύντομα» ή βραχέα, όπως τα ονόμαζαν οι αρχαίοι.

Όσοι ξέρετε αγγλικά, μπορείτε να θυμηθείτε τις δύο λέξεις ship, που σημαίνει 'πλοίο', και sheep, που σημαίνει 'πρόβατο'. Η πρώτη λέξη περιέχει ένα «σύντομο», βραχύ [i] και η δεύτερη ένα μακρό [i] (αυτό που γράφεται ως ee). Τα αγγλικά λοιπόν έχουν μακρά και βραχέα. Η διαφορά της σημασίας των δύο λέξεων ship και sheep οφείλεται στη διαφορά μακρού και βραχέος φωνήεντος.

Έτσι, και τα αρχαία ελληνικά είχαν μακρά και βραχέα φωνήεντα. Το γράμμα ωμέγα, δηλαδή 'μεγάλο ο', ήταν διαφορετικό στην προφορά από το όμικρον, δηλαδή 'μικρό ο'. Το μεγάλο ο (το ω) είχε διάρκεια στην προφορά όσο δύο «μικρά», δηλαδή βραχέα ο: ω = οο. Επίσης το γράμμα ήτα (το η) στα αρχαία ελληνικά προφερόταν ως ένα μακρό ε: η = εε (και με λατινικούς χαρακτήρες [ee]).

Πώς τα ξέρουμε όλα αυτά; Αυτό θα το δούμε στη συνέχεια. Για την ώρα μάς ενδιαφέρει ο μουσικός τονισμός των αρχαίων ελληνικών, όπως γίνεται και στα κινέζικα. Ας δούμε ένα παράδειγμα. Στα αρχαία ελληνικά υπάρχουν δύο λέξεις που αποτελούνται από τους ίδιους φθόγγους αλλά έχουν διαφορετική σημασία, ανάλογα με τη «νότα», το ύψος της προφοράς. Η λέξη φως = [foos] (θυμηθείτε ότι το ω ισοδυναμεί, ως προς τη διάρκειά του, με δύο ο), αν προφερθεί με τη φωνή να ανεβαίνει στο πρώτο ο και να κατεβαίνει στο δεύτερο, δηλαδή [fóòs], σημαίνει, όπως και σήμερα, το 'φως'. Στην παλιότερη ορθογραφία αυτό το ανεβοκατέβασμα της φωνής δηλωνόταν με ένα σημάδι (μια καμπύλη) που λεγόταν περισπωμένη: φῶς. Αν πάλι προφερθεί χωρίς αυτή τη μελωδική καμπύλη αλλά με τη φωνή να ανεβαίνει στο δεύτερο ο, δηλαδή [foós] = φώς, τότε στα αρχαία ελληνικά σημαίνει 'άνθρωπος'. Βλέπετε λοιπόν πώς η διαφορά στη μελωδία, στο ύψος της προφοράς, ξεχωρίζει λέξεις και σημασίες στα αρχαία ελληνικά. Στα νέα ελληνικά αυτός ο διαχωρισμός γίνεται με βάση την ένταση της προφοράς και όχι το ύψος (τη μελωδία). Γι' αυτό λέμε ότι τα αρχαία ελληνικά είχαν μουσικό τονισμό της λέξης, ενώ τα νεότερα ελληνικά έχουν δυναμικό τονισμό της λέξης. Στα νέα ελληνικά το ύψος διαχωρίζει σημασίες ολόκληρων φράσεων και προτάσεων (και αυτό είναι ο επιτονισμός, όπως είδαμε πιο πάνω) αλλά όχι λέξεων.

Νίτσε: Εμείς οι άφοβοι

«Σκέλεθρο, τρέμεις; Θα έτρεμες ακόμη περισσότερο αν ήξερες πού σε πηγαίνω». -Τυρέν (Γάλλος στρατηγός (1611-1675), που έλεγε αυτό στον εαυτό του πριν από κάθε μάχη.)

Τι σημαίνει η ευδιαθεσία μας.

-Το μεγαλύτερο πρόσφατο γεγονός -το ότι «ο Θεός είναι νεκρός», το ότι η πίστη στον χριστιανικό θεό έχει χάσει κάθε αξιοπιστία- έχει αρχίσει να ρίχνει τις πρώτες του σκιές πάνω στην Ευρώπη.

Στους λίγους τουλάχιστον, που τα μάτια τους, που η υποψία στα μάτια τους είναι αρκετά δυνατή και λεπτή γι' αυτό το θέαμα, δημιουργείται η εντύπωση πως κάποιος ήλιος έχει δύσει και πως κάποια αρχαία και βαθιά εμπιστοσύνη έχει μετατραπεί σε αμφιβολία: ο γέρικος κόσμος μας πρέπει να τους φαίνεται κάθε μέρα πιο όμοιος με δειλινό, πιο φιλύποπτος, πιο ξένος, πιο «γέρος».

Γενικά όμως μπορούμε να πούμε: το ίδιο το γεγονός είναι πάρα πολύ μεγάλο, πάρα πολύ μακρινό, πάρα πολύ απομακρυσμένο από την ικανότητα των πολλών να το συλλάβουν, για να μπορούμε να ισχυριστούμε απλώς πως έχει ήδη φτάσει η είδηση αυτού του γεγονότος· κι ακόμη λιγότερο ότι πολλοί γνωρίζουν ήδη τι συνέβη πραγματικά και τι θα γκρεμιστεί, τώρα που υπονομεύτηκε αυτή η πίστη, επειδή είχε χτιστεί πάνω σ αυτή, στηριχτεί σ' αυτή, αναπτυχθεί μέσα σ' αυτή: παραδείγματος χάρη, όλη η ευρωπαϊκή ηθική μας στο σύνολό της.

Αυτή η πληθώρα και η σειρά από καταρρεύσεις, καταστροφές, αφανισμούς και ανατροπές μας απειλεί σήμερα- ωστόσο, ποιος είναι σε θέση να μαντέψει αρκετά απ' αυτό το πράγμα, ώστε να γίνει ο δάσκαλος και ο προάγγελος αυτής της τρομερής λογικής του τρόμου, ο προφήτης ενός σκοτεινιάσματος και μιας έκλειψης ηλίου που όμοιά της ίσως δεν συνέβη μέχρι τώρα στη γη;...

Ακόμη κι εμείς, που είμαστε γεννημένοι για να λύνουμε αινίγματα, εμείς που περιμένουμε πάνω στα βουνά, τοποθετημένοι ανάμεσα στο αύριο και στο σήμερα, τεντωμένοι πάνω στην αντίφαση ανάμεσα στο αύριο και στο σήμερα, εμείς τα πρωτότοκα, τα πρόωρα γεννημένα παιδιά του αιώνα που έρχεται, εμείς που από τώρα πρέπει πράγματι να μπορούμε να διακρίνουμε τις σκιές που σύντομα θα σκεπάσουν την Ευρώπη -πώς είναι δυνατόν να βλέπουμε το σκοτάδι που πλησιάζει χωρίς να νιώθουμε πως μας αφορά και μας και ιδίως χωρίς να ανησυχούμε και να φοβόμαστε για μας;

Ίσως εξακολουθούμε να βρισκόμαστε κάτω από την επίδραση των εγγύτερων συνεπειών αυτού του γεγονότος - κι αυτές οι εγγύτερες συνέπειες, οι συνέπειές του για μας, είναι το αντίθετο εντελώς απ' ό,τι θα μπορούσε κανείς να περιμένει: δεν είναι καθόλου θλιβερές και ζοφερές, αλλά μοιάζουν με ένα καινούργιο και δύσκολο να περιγραφεί είδος φωτός, ευτυχίας, ανακούφισης, ιλαρότητας, ενθάρρυνσης, χαραυγής...

Πράγματι, εμείς οι φιλόσοφοι και «ελεύθερα πνεύματα», νιώθουμε, όταν ακούμε την είδηση ότι «ο παλιός θεός είναι νεκρός», σαν να λάμπει μπροστά μας μια καινούργια χαραυγή· η καρδιά μας ξεχειλίζει από ευγνωμοσύνη, έκπληξη, προαισθήματα, προσδοκία.

Επιτέλους, ο ορίζοντας μας φαίνεται πάλι ανοιχτός, παρόλο που δεν είναι φωτεινός· επιτέλους, μπορούν να σαλπάρουν πάλι τα πλοία μας, να βγουν στ' ανοιχτά για να αντιμετωπίσουν οποιονδήποτε κίνδυνο· επιτρέπεται πάλι κάθε παρακινδυνευμένο εγχείρημα του ανθρώπου της γνώσης· η θάλασσα, η δική μας θάλασσα, είναι ανοιχτή πάλι κι ίσως να μην έχει ξαναγίνει ποτέ τόσο «ανοιχτή θάλασσα».

Friedrich Nietzsche, Χαρούμενη επιστήμη

Η έφηβη εξουσία στο σταυροδρόμι του προσωπικού θανάτου

Η εφηβεία φαντάζει ως μία γοητευτική περίοδος στη ζωή του ανθρώπου. Υπόσχεται τα πάντα, ενώ οι «χάρες» της ζητούνται νοσταλγικά όχι μόνο σε ατομικό επίπεδο αλλά και στην κοινωνία και την πολιτική. Ο «αιώνιος έφηβος» θαυμάζεται για την ωραιότητα της δυναμικής του. Ως ηγέτης δε, μπορεί να ηρωοποιηθεί και σαγηνεύει ως ένα σημείο.

Το σημείο αυτό είναι το σταυροδρόμι της «Θήβας» που αναπόφευκτα έρχεται κάποια στιγμή και στο οποίο οφείλουν να μετουσιωθούν δημιουργικά οι ιδεολογικές ορμές. Αλλιώς θα οδηγήσουν σε μαρασμό τον πολλά υποσχόμενο νέο.

Το σημείο αυτό έχει φτάσει και στην Ελληνική πολιτική σκηνή, επιτακτικά και δραματικά σε επίπεδο εξουσίας και προσώπων, που εν αγνοία τους καταναλώνουν σε «fast forward» τις όποιες ψυχικές εφεδρείες τους.

Η εφηβεία είναι η περίοδος της ζωής, όπου υπό την πίεση των ορμονών, της πραγματικότητας θα λέγαμε με μία έννοια, ο άνθρωπος καλείται να διαχειριστεί τις «ψυχικές του ορμόνες» δηλαδή την ενστικτική παρακαταθήκη με την οποία σχετίζεται με τον κόσμο, εσωτερικό και εξωτερικό. Είναι μία εκρηκτική κατάσταση όπου συγκρούονται στα μαρμαρένια αλώνια η ζωή και ο θάνατος.

Με μόνο πρότυπο έως τότε για κάθε νεαρό άτομο, τη σχέση με τους γονείς και τα συμβολικά τους υποκατάστατα, η σεξουαλική άνθιση της εφηβείας ερμηνεύεται και είναι αιμομικτική. Ο έφηβος καλείται να διαχειριστεί την επάνοδο του απωθημένου προτύπου, που τον καλεί σε ένα αρχαίο κόσμο πλασματικής ομορφιάς. Οι απωθημένες ορμές ως συνιστώσες του ψυχισμού, είτε θα τον γοητεύσουν σαν σειρήνες οδηγώντας τον στον ψυχικό θάνατο, με σχέση μόνο με τον φαντασιωτικό εαυτό, είτε θα μετουσιωθούν σε γνώση, ιδέες και σχέση με τον εξωτερικό κόσμο. Ο φαντασιωτικός κόσμος ποτέ μεν δεν υπήρξε, αλλά αποτελεί εκ των υστέρων ένα ναρκισσιστικό ιδεώδες. Για έναν αδύναμο ψυχισμό όμως, είναι «μια κάποια λύσις» να ονειρεύεται «υπαρκτούς παραδείσους». Ο πραγματικός κόσμος από την άλλη, είναι μια πρόκληση που απαιτεί ματαιώσεις, συμβιβασμούς και παρέχει την ελπίδα, μόνο μετά από μόχθο. Η ελπίδα όμως αυτή, που έρχεται ως παρενέργεια του συμβιβασμού, είναι αληθινή και σε επίπεδο εθνών και χωρών εξαργυρώνεται σε πρόοδο και ευημερία.

Η ριζοσπαστικότητα του κάθε νέου έχει τελικά ταπεινά κίνητρα. Είναι η έκφραση της βίαιης διαπραγμάτευσης με τον ίδιο τον εαυτό, που προσπαθεί να διευθετήσει το αιμομικτικό απωθημένο που επανήλθε επιτακτικά ζητώντας την εξουσία. Η επαναστατικότητα ενάντια στους γονείς και τα κοινωνικά τους υποκατάστατα, είναι συχνά η προσπάθεια του νέου εφήβου να αντιμετωπίσει τη δική του ανομολόγητη ομοφυλόφιλη ή ετεροφυλόφιλη έλξη προς αυτούς. Υπό ευνοϊκές συνθήκες η ορμή αυτή θα μετουσιωθεί δημιουργικά.

Ο μύθος του Οιδίποδα αναπαριστά ακριβώς αυτή τη δραματική συγκρουσιακή κατάσταση που τίθεται ως οικουμενικό δίλλημα σε όλα τα επίπεδα, από το κάθε απλό άτομο έως τον πολιτικό ηγέτη. Ο Οιδίποδας ενώ έχει έτοιμο το χρησμό, σκοτώνει τον πρώτο γέροντα που βρίσκει στο δρόμο του και παντρεύεται μία αρκετά μεγαλύτερή του γυναίκα, που θα μπορούσαν και ήταν οι γονείς του. Το νόημα του μύθου είναι πως ο τραγικός ήρωας ενώ γνωρίζει συνειδητά και καθαρά ποιος είναι ο δρόμος της ζωής, δεν μπορεί να αποφύγει τη μοίρα της ασυνείδητης έλξης στη θνησιγενή επιταγή της αιμομιξίας που μόνον φαντασιωτικά υπήρξε ιδεώδης. Υπακούει στον εσωτερικό ασυνείδητο χρησμό, ο οποίος σαν μαγεμένο τον οδηγεί εκεί που βρίσκεται τελικά ο θάνατος του ίδιου και της χώρας του.

Απαιτείται τεράστια ψυχική δύναμη στον κάθε έφηβο, και στον «έφηβο ηγέτη Οιδίποδα» για να ξεπεράσει τους πατρογονικούς ιδεολογικούς του μύθους, ειδικά αν αυτοί γαλουχήθηκαν στο σκοτάδι της αμεριμνησίας του ασυνειδήτου, ως φαντασιωτική «πνευματική υπεροχή» και «ηθική ανωτερότητα».

Με την επιλογή του δρόμου του κόσμου και την απόρριψη των «συνιστωσών» της «Θήβας» χάνεται η εκθαμβωτική λάμψη της εφηβείας. Ο άνθρωπος και ο οποιοσδήποτε ηγέτης υποχρεούται να επιλέξει κάποιο μικρό θάνατο για να αποφύγει τον ολοκληρωτικό. Η απώλεια αυτή είναι παράλληλα ο απαραίτητος μαζοχισμός που ανοίγει το φως της ζωής.

Δεν είμαι βέβαιος για την ικανότητα της παρούσας κυβερνητικής εφηβείας να βαδίσει αυτόν τον δύσκολο δρόμο αποφεύγοντας τη μοίρα του Οιδίποδα.

Ψυχής ανείπωτα

Πόσες φορές είπες «είμαι καλά» και άφησες τη λύπη να μαυρίσει το μέσα σου χωρίς να το μάθει κανείς; Είναι κακό να ‘σαι δυστυχισμένος.

Πόσες φορές συγκράτησες το δάκρυ σου και το άφησες να ποτίσει την ψυχή σου; Είναι κακό να κλαις.

Πόσες φορές ένιωθες το απόλυτο κενό και στολίστηκες για έξω; Είναι κακό να σε λυπούνται.

Πόσες φορές είπες «μπορώ» ενώ ένιωθες ακρωτηριασμένος; Είναι κακό να ‘σαι αδύναμος.

Ψάχνουμε κάποιον να αγαπήσει τις ατέλειές μας και πρώτα-πρώτα μόνοι μας τις κρύβουμε. Κρύβουμε την αλήθεια μας. Ίσως επειδή τη φοβόμαστε και ‘μεις.

Κι ύστερα πώς θα μας αγαπήσουμε πραγματικά;

Κι ύστερα πώς θα μας αγαπήσουνε πραγματικά;

Μένουμε στο τραύμα και το φυλάμε, μην τυχόν και ανοίξει πάλι η πληγή. Φοβόμαστε να πληγωθούμε και προτιμάμε την αδράνεια, το σίγουρο, το ασφαλές, το τίποτα. Μα το τραύμα είσαι εσύ, δεν το βλέπεις;

Κι ύστερα έρχεται η νύχτα, αμείλικτη. Και σου θυμίζει. Σου θυμίζει όνειρα. Σου θυμίζει όλα εκείνα που κάνεις πώς ξέχασες.

Και στριφογυρνάς. Και κάνεις εικόνες. Και φαντάζεσαι. Και ζεις. Και σκέφτεσαι. Και δεν κοιμάσαι. Βασανίζεσαι.

Κι ύστερα πάλι θα ξημερώσει.

Και θα φοράς το ψεύτικο χαμόγελο και τα όμορφα ρούχα και θα λες: «είμαι καλά».

Αλμπέρ Καμί: Έρχεται πάντα ή στιγμή πού πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στη σκέψη και στη δράση

«Όχι, λέει ο καταχτητής, μην πιστεύετε πώς για ν’ αγαπήσω τη δράση, χρειάστηκε να πάψω να σκέφτομαι. Αντίθετα, μπορώ κάλλιστα να εξηγήσω ό,τι πιστεύω. Γιατί το πιστεύω δυνατά και το αντικρίζω σταθερά και καθαρά. Δυσπιστείτε σ’ αυτούς πού λένε: «Αυτό το ξέρω πολύ καλά για να μπορέσω να το εκφράσω». Γιατί εάν δεν μπορούν σημαίνει πώς δεν το ξέρουν ή το εξέτασαν επιφανειακά.

Δεν έχω πολλές γνώμες. Στο τέλος μιας ζωής o άνθρωπος βλέπει πώς πέρασαν χρόνια για να βεβαιωθεί για μια αλήθεια. Αλλά φτάνει αυτή, αν είναι σαφής, για να καθοδηγήσει μια ύπαρξη. Όσο για τον εαυτό μου, οπωσδήποτε έχω κάτι να πω για τον άνθρωπο. ’Οφείλω να μιλήσω με σκληρότητα γι’ αυτόν και, αν χρειαστεί, με την περιφρόνηση που του πρέπει.

Ένας άντρας είναι περισσότερο άντρας με τα πράγματα πού αποσιωπά παρά με τα πράγματα που λέει. Υπάρχουν πολλά που θα αποσιωπήσω. Αλλά πιστεύω έντονα πώς όλοι εκείνοι πού έκριναν τον άνθρωπο το έκαναν, έχοντας λιγότερη εμπειρία από μας, για να επιβάλλουν την κρίση τους. Η διανόηση, η προοδευτική διανόηση, προαισθάνθηκε ίσως εκείνο που έπρεπε να δικαιολογήσει. Μα η εποχή, τα ερείπια και το αίμα της, μας γεμίζουν αποδείξεις. Στους αρχαίους λαούς, ακόμα και στους νεότερους έως την τεχνολογική εποχή μας, ήταν δυνατό να μπουν στην πλάστιγγα τα προτερήματα της κοινωνίας και τού ατόμου και να αναζητηθεί ποιο από τα δυο όφειλε να εξυπηρετεί το άλλο. Αρχικά, αυτό γινόταν εν ονόματι της πλάνης πού ήταν βαθιά ριζωμένη στην καρδιά του ανθρώπου, και πού σύμφωνα με αυτή τα όντα ήλθαν στον κόσμο για να εξυπηρετήσουν ή να εξυπηρετηθούν. Επίσης αυτό γινόταν γιατί ούτε η κοινωνία ούτε το άτομο είχαν δείξει ακόμα τις ικανότητες τους.

Είδα μεγάλα πνεύματα να εκστασιάζονται με τα αριστουργήματα 'Ολλανδών ζωγράφων που φτιάχτηκαν στη μέση των αιματηρών πολέμων της Φλάνδρας, να συγκινούνται με τις προσευχές των μυστικοπαθών σιλεσιανών που ανυψώθηκαν την εποχή του φοβερού Τριακονταετούς πολέμου. Οι αιώνιες αξίες καθρεφτίζονται στα έκπληκτα μάτια τους παραμερίζοντας τις λαϊκές ταραχές. Από τότε όμως, ο χρόνος προχώρησε. Οι σύγχρονοι ζωγράφοι στερήθηκαν αυτήν τη γαλήνη. Ακόμα κι αν, κατά βάθος, έχουν την καρδιά πού χρειάζεται στο δημιουργό, θέλω να πω μια σκληρή καρδιά, δε χρησιμεύει σε τίποτα, γιατί όλος ο κόσμος και ο ίδιος ο άγιος έχει αλλάξει. Να ότι, ίσως, έχω αισθανθεί πιο βαθιά. Σε κάθε αποτυχημένη μέσα στις αντιθέσεις μορφή, σε κάθε γραμμή, Αλληγορία ή προσευχή, ή αιωνιότητα χάνει μια παρτίδα τσακισμένη κάτω από το σίδερο.

Έχοντας συνείδηση του ότι δεν μπορώ να ξεφύγω από την εποχή μου, αποφάσισα να συμμαχήσω μαζί της. Γι’ αυτό δεν υπολογίζω τόσο τον άνθρωπο, επειδή μου φαίνεται γελοίος και ταπεινός. Γνωρίζοντας πώς δεν υπάρχουν προϋποθέσεις νίκης, προτιμώ τις χαμένες υποθέσεις: ζητάνε ολόκληρη την ψυχή, ίδια στην ήττα και στις εφήμερες νίκες της. Για κείνον πού αισθάνεται τον εαυτό του συνυφασμένο με τη μοίρα του κόσμου, η φθορά των πολιτισμών έχει κάτι το αγωνιακό. Έκανα δική μου αυτή την αγωνία από τη στιγμή που θέλησα να πάρω μέρος στο παιχνίδι. ’Ανάμεσα στην Ιστορία και στην αιωνιότητα διάλεξα την ιστορία γιατί μου αρέσει η βεβαιότητα. Γι' αυτήν τουλάχιστον είμαι σίγουρος και πώς να αρνηθώ μια δύναμη πού με συνθλίβει;

Έρχεται πάντα ή στιγμή πού πρέπει να διαλέξεις ανάμεσα στη σκέψη και στη δράση. Αυτό σημαίνει πώς γίνεσαι ένας άνθρωπος. Αυτός ο κατακερματισμός είναι φοβερός. ’Αλλά μια περήφανη καρδιά δεν μπορεί να μείνει στη μέση. Υπάρχει ο Θεός ή ο χρόνος, αυτός ο σταυρός ή αυτό το σπαθί. Ο κόσμος ή έχει ένα νόημα βαθύτερο, ανώτερο από τις κινήσεις του, ή τίποτα πιο αληθινό από αυτές τις κινήσεις.

Πρέπει να ζεις με το χρόνο και να πεθαίνεις μαζί του ή να παραιτηθείς από αυτόν για χάρη της αιώνιας ζωής. Ξέρω πώς μπορεί κανείς να συμβιβαστεί, να ζει στην εποχή του πιστεύοντας στην αιωνιότητα. Αυτό σημαίνει παραδοχή. Μα απεχθάνομαι αυτή τη λύση και θέλω τα πάντα ή τίποτα. Ή εκλογή της δράσης δεν αποκλείει τη σκέψη. Δεν μπορεί όμως να μου δώσει τα πάντα και στερημένος από την αιωνιότητα, θέλω να συμμαχήσω με το χρόνο. Δε θέλω να υπάρχει στον υπολογισμό μου ούτε νοσταλγία, ούτε λύπη, θέλω μονάχα να βλέπω σωστά. Σας το τονίζω, αύριο θα έχετε αλλάξει. Για σάς και για μένα αυτό είναι μια λύτρωση. 'Ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα και μπορεί να κάνει τα πάντα. Καταλαβαίνετε τώρα γιατί τον εξυμνώ και τον συντρίβω συγχρόνως. Ό κόσμος τον αφανίζει κι εγώ τον ελευθερώνω. Του δίνω όλα τα δικαιώματά του.

Οι κατακτητές ξέρουν πώς η ίδια η δράση είναι ανώφελη. Μια μονάχα ωφέλιμη πράξη υπάρχει, εκείνη πού θα ξαναδημιουργούσε τον άνθρωπο και τη γη. Δε θα ξαναδημιουργούσα ποτέ τους ανθρώπους. Αλλά πρέπει να γίνει «έτσι». Γιατί ο δρόμος του αγώνα με υποχρεώνει να συναντήσω τη σάρκα. Αν και ταπεινωμένη, ή σάρκα είναι ή μοναδική μου βεβαιότητα. Δεν μπορώ να ζω χωρίς αυτή. Η πραγματικότητα είναι η πατρίδα μου. Να γιατί διάλεξα αυτό τον παράλογο και ακατανόητο αγώνα. Να γιατί είμαι με το μέρος των αγωνιστών. Η εποχή, το έχω πει, ανοίγεται σ’ αυτούς. Μέχρι σήμερα το μεγαλείο ενός κατακτητή ήταν γεωγραφικό. Μετριόταν με την έκταση των νικημένων εδαφών. ’Έχει σημασία το ότι η λέξη άλλαξε νόημα και δε χαρακτηρίζει πια γενικά το νικητή.

Το μεγαλείο έχει αλλάξει χώρο. Βρίσκεται στην καταγγελία και στη χωρίς κέρδος θυσία. Εκεί ακόμα, δεν υπάρχει καθόλου ή προοπτική της ήττας, θα ήταν ποθητή η νίκη. ’Αλλά μια μονάχα νίκη υπάρχει και είναι αιώνια. Είναι ή νίκη πού δε θα-χω ποτέ. Να που αποβλέπω και που στηρίζομαι. Μια επανάσταση πάντα στρέφεται εναντίον των θεών, Αρχίζοντας από την επανάσταση του Προμηθέα, του πρώτου απο τους σύγχρονους κατακτητές. Είναι η επανάσταση του ανθρώπου ενάντια στο πεπρωμένο του: οι διεκδικήσεις της μάζας είναι μια πρόφαση. Δεν μπορώ όμως να καταλάβω αυτό το πνεύμα παρά μονάχα στην ιστορική του πορεία και εκεί το συναντώ. ’Αλλά δεν επαναπαύομαι: αντιμέτωπος στην ουσιαστική αντίφαση, διατηρώ την ανθρώπινη αντίφαση μου. Τοποθετώ τη σκέψη μου στο κέντρο αυτού πού την αρνείται. Εξυμνώ τον άνθρωπο μπροστά σ’ εκείνο πού τον συντρίβει και ή ελευθερία μου, ή επανάσταση μου και το πάθος μου συγκεντρώνονται τότε σ’ αυτή την ένταση, σ’ αυτήν τη σκέψη και σ’ αυτή την αμέτρητη επανάληψη.

Ναι, ο άνθρωπος είναι το ίδιο του το τέλος. Κι αυτό είναι το μοναδικό του τέλος. "Αν θέλει να είναι κάτι, είναι σ’ αυτήν τη ζωή. Τώρα, το ξέρω καλύτερα. Μερικές φορές οι κατακτητές μιλάνε για νίκη και υπεροχή. ’Αλλά αυτό πού θέλουν είναι να «ξεπεράσουν τον εαυτό τους». Ξέρετε καλά τι θέλει να πει αυτό. Ο κάθε άνθρωπος, για μερικές στιγμές, έχει νοιώσει πώς μοιάζει με τον Θεό. Μα αυτό προέρχεται από το ότι σε μια φωτεινή στιγμή ένοιωσε το καταπληκτικό μεγαλείο του ανθρώπινου πνεύματος. Οι κατακτητές είναι οι μόνοι ανάμεσα τους ανθρώπους που αισθάνονται αρκετά τη δύναμή τους ώστε να είναι σίγουροι πώς πάντα ζουν στα ύψη έχοντας πλήρη συνείδηση αυτού του μεγαλείου. Είναι ένα πρόβλημα αριθμητικής πρόσθεσης ή αφαίρεσης. Οι κατακτητές μπορούν να προσθέτουν. Δεν μπορούν όμως να προσθέσουν τίποτα περισσότερο από τον ίδιο τον άνθρωπο, δεν το θέλει. Γι’ αυτό ποτέ δεν εγκαταλείπουν το ανθρώπινο χωνευτήρι, ρίχνοντας περισσότερη φωτιά στην ψυχή των επαναστάσεων.

Εκεί βρίσκουν ακρωτηριασμένη τη δημιουργία αλλά κι εκεί συναντούν τις μόνες άξιες πού αγαπούν και θαυμάζουν, τον άνθρωπο και τη σιωπή του. Αυτό αποτελεί τη φτώχεια και τον πλούτο τους μαζί. Γι' αυτούς μια μονάχα πολυτέλεια υπάρχει, η ανθρώπινη επαφή. Πώς να μην καταλάβουν ότι σ’ αυτό τον πληγωμένο κόσμο, το κάθε τί που είναι ανθρώπινο (κι αυτό είναι μονάχα ή ανθρώπινη επαφή) έχει ένα νόημα πιο φωτεινό. Τρυφερά πρόσωπα, δειλή αδελφοσύνη, δυνατή και αγνή φιλία ανάμεσα τούς ανθρώπους είναι τα πραγματικά πλούτη αφού είναι περαστικοί. Ανάμεσα σ’ αυτά το πνεύμα αισθάνεται καλύτερα τις δυνατότητές του και τα όρια του. Δηλαδή τη δύναμή του. Μερικοί μίλησαν για μεγαλοφυΐα. Προτιμώ όμως τη σκέψη. Πρέπει να παραδεχτούμε πώς μπορεί να κάνει θαύματα. Φωτίζει και κατακτά αυτή την έρημο. Γνωρίζει τις ανάγκες της και τις περιγράφει. Θα πεθάνει μαζί με το κορμί. Το ξέρει όμως κι αυτό είναι η ελευθερία της.

Δεν το αγνοούμε, όλες οι εκκλησίες είναι εναντίον μας. Αυτή η τόσο τρυφερή καρδιά δε δέχεται την αιωνιότητα και όλες οι εκκλησίες, θεϊκές ή κοσμικές, την επικαλούνται. Η ευτυχία και το θάρρος, η αδικία η δικαιοσύνη, είναι γι' αυτές κατώτεροι σκοποί. Εκπροσωπούν μια θεωρία και τους χρειάζεται να την υπογράψουμε. Αλλά οι ιδέες ή η αιωνιότητα δε με απασχολούν. Τις αλήθειες πού είναι στα μέτρα μου, μπορεί να τις αγγίξει το χέρι. Δεν μπορώ νά χωριστώ άπ’ αυτές. Να γιατί δεν μπορείτε να βασίσετε τίποτα επάνω μου: ούτε από τον κατακτητή ούτε από τις θεωρίες του μένει τίποτα.

Παρ όλα αυτά, στο τέλος δόλων υπάρχει ο θάνατος. Το γνωρίζουμε. Ξέρουμε ακόμα πώς μ’ αυτόν τελειώνουν όλα. Γι’ αυτό τα κοιμητήρια πού σκεπάζουν την Ευρώπη, κι ενοχλούν μερικούς ανάμεσα μας, είναι αποτρόπαια. Στολίζουμε ότι αγαπάμε και ο θάνατος μας δυσανασχετεί και μας φοβίζει. Κι αυτός επίσης είναι κατακτητής. Ο τελευταίος Καρράρα, αποκλεισμένος στην άδεια από πανούκλα και πολιορκημένη από τους Βενετσιάνους Πάδουα, διέσχιζε ουρλιάζοντας τις αίθουσες του έρημου παλατιού του: φώναζε το διάβολο και του ζητούσε το θάνατο. Ήταν ένας τρόπος για να τον ξεπεράσει. Και είναι ακόμα ένα τιμητικό δείγμα θάρρους για τη Δύση πού είχε γνωρίσει τόσο τρομερούς τόπους που ο θάνατος θεωρείται τιμή. Στον κόσμο του επαναστατημένου ο θάνατος αποθεώνει την αδικία. Είναι η τέλεια άπατη.

“Άλλοι, χωρίς να συμβιβάζονται πια, διάλεξαν την αιωνιότητα και υποστήριξαν πώς αυτός ο κόσμος είναι φαντασία. Τα κοιμητήριά τους, γεμάτα λουλούδια και πουλιά, χαμογελάνε. Αυτό δικαιώνει τον κατακτητή και του προσφέρει τη σωστή εικόνα του εχθρού του. Ό δικός του τάφος είναι ένα μαύρο καγκελόφραχτο περίβλημα ή ανώνυμος. Οι καλύτεροι από τους ανθρώπους της αιωνιότητας νοιώθουν καμιά φορά να κυριεύονται από έναν πανικό, γεμάτο σκέψη και θλίψη, μπροστά σε πνεύματα που μπορούν και ζουν με μια παρόμοια εικόνα του θανάτου τους. Αυτή η εικόνα όμως δυναμώνει και δικαιώνει αυτά τα πνεύματα. Το πεπρωμένο βρίσκεται απέναντι μας καί τό προκαλούμε. Λιγότερο από αλαζονεία καί περισσότερο έχοντας συνείδηση της ανίκανης ύπαρξής μας. Εμείς, επίσης, νοιώθουμε, μερικές φορές, λύπη γιά τόν εαυτό μας. Είναι ό μόνος οίκτος πού δεχόμαστε: είναι ένα συναίσθημα πού, ίσως, δεν το καταλαβαίνετε καθόλου και νομίζετε πώς δεν είναι αντρικό. Εν τούτοις, εκείνοι πού το δοκιμάζουν είναι οι πιο τολμηροί ανάμεσα μας. Μα τολμηροί είναι αυτοί πού σκέφτονται κι εμείς το μόνο πού δεχόμαστε είναι ή σκέψη.

'Όλες αυτές οι εικόνες δεν προτείνουν καμιά ηθική, ούτε κρίνουν: είναι πίνακες. Περιγράφουν μονάχα έναν τρόπο ζωής. Ό εραστής, ο ηθοποιός ή ο τυχοδιώκτης ζουν το παράλογο. Αλλά, αν θέλουν, μπορούν να κάνουν το ίδιο κι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, ο εργάτης ή ο πρόεδρος της δημοκρατίας. Φτάνει να ξέρουν και να μην κρύβουν τίποτα. Στα ιταλικά μουσεία, βρίσκουμε καμιά φορά ζωγραφισμένα μικρά παραπετάσματα πού κρατούσαν οι ιερείς μπροστά στα πρόσωπα των καταδικασμένων για να μη βλέπουν το ικρίωμα. Το βύθισμα σε όλες του τις μορφές — δόσιμο στον Θεό ή στην αιωνιότητα, εγκατάλειψη στις καθημερινές φαντασίες και στις ψευδαισθήσεις της ιδέας — όλα αυτά τα παραπετάσματα δεν αφήνουν να φανεί το παράλογο. Υπάρχουν όμως εργάτες χωρίς παρωπίδες και γι’ αυτούς θέλω να μιλήσω.

Διάλεξα τούς πιο αντιπροσωπευτικούς. Από αυτήν τη σκοπιά το παράλογο τους δίνει μια βασιλική δύναμη. Είναι αλήθεια πώς αυτοί οι πρίγκιπες δεν έχουν βασίλειο. Άλλα πλεονεκτούν μπροστά σε άλλους γιατί ξέρουν πώς όλα τα βασίλεια είναι ψευδαισθήσεις. Ξέρουν, αυτό αποτελεί όλο τους το μεγαλείο, και είναι κουτό το ότι θέλουν να δουν στην περίπτωσή τους κρυμμένη δυστυχία και διάψευση ελπίδων. Το ότι είσαι στερημένος από την ελπίδα δε σημαίνει πώς είσαι απελπισμένος. Οι φλόγες της γης αξίζουν τα ουράνια αρώματα. Ούτε εγώ ούτε κανείς μπορεί εδώ να τούς κρίνει. Δε θέλουν να είναι οι καλύτεροι, επιδιώκουν να είναι συνεπείς. ’Αν η λέξη σοφός ταιριάζει στον άνθρωπο πού ζει μ’ αυτό πού έχει, χωρίς ν’ αποβλέπει σ’ αυτό πού δεν έχει, τότε αυτοί είναι σοφοί. "Ένας από αυτούς, κατακτητής, μα σε σχέση με το πνεύμα, Δον Ζουάν σε σχέση με τη γνώση, ηθοποιός σε σχέση με τη σκέψη, το ξέρει καλύτερα από τον καθένα:

«Όποιος οδήγησε την αθώα του ύπαρξη ως την τελειότητα δεν αξίζει ούτε ένα προνόμιο, είτε στη γη είτε στον ουρανό: ακόμα και στην καλύτερη περίπτωση θα συνεχίσει να είναι ένα γελοίο προβατάκι με κέρατα και τίποτα περισσότερο — έστω και αν δεχτούμε πώς δεν ενόχλησε κανένα με την κενοδοξία του ούτε σκανδάλισε με τις κρίσεις του».

Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να σταθούμε στην παράλογη σκέψη των πιο ενδιαφερόντων προσώπων. H φαντασία μπορεί να προσθέσει και άλλα — πού κι αυτά ξέρουν να ζουν στα πλαίσια ενός κόσμου χωρίς μέλλον κι επιείκεια. Τότε, αυτός ο παράλογος και χωρίς Θεό κόσμος γεμίζει από ανθρώπους πού σκέφτονται σωστά και δεν ελπίζουν πια. Και δε μίλησα ακόμα για τον πιο παράλογο ήρωα: το δημιουργό.

Αλμπέρ Καμύ, Ο μύθος του Σίσυφου

Όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία

Το ν’ αρκείται κανείς στον εαυτό του, το να είναι γι’ αυτόν τα πάντα σ’ όλες τις περιστάσεις και να μπορεί να λέγει omnia mea mecum porto [όλα τα δικά μου τα έχω επάνω μου] είναι αναμφίβολα η ιδιότητα που προάγει την ευτυχία μας περισσότερο από κάθε τι άλλο. Για τον λόγο αυτό, η ρήση του Αριστοτέλη η ευδαιμονία των αυτάρκων εστί [η ευτυχία ανήκει στους αυτάρκεις] (Ηθ. Ευδ. Ζ’ 2) δεν μπορεί να τύχει ποτέ υπερβολικής επαναλήψεως· και τούτο, αφενός, διότι μόνο στον εαυτό του μπορεί να βασίζεται κανείς με αρκετή βεβαιότητα και, αφετέρου, διότι τα δεινά που συνδέονται με την κοινωνικότητα, οι κόποι και οι ζημίες, οι κίνδυνοι και οι θλίψεις – όλα τούτα είναι αναρίθμητα και αναπόφευκτα.

Κατ’ αρχάς, κάθε κοινωνική διασύνδεση απαιτεί κατ’ ανάγκη μία αμοιβαία προσαρμογή κι έναν συγκερασμό. Για τον λόγο αυτό, όσο περισσότερα άτομα συμμετέχουν σ’ αυτήν τόσο πιο άνοστη γίνεται. Να είναι κανείς απόλυτα ο εαυτός του δεν μπορεί παρά μόνον όσο είναι μόνος- όποιος, λοιπόν, δεν αγαπά την μοναξιά δεν αγαπά και την ελευθερία, καθώς μόνον όταν είναι κανείς μόνος είναι και ελεύθερος – ο καταναγκασμός είναι ο αχώριστος σύντροφος κάθε κοινωνίας. Κατά συνέπεια, το πόσο ο κάθε άνθρωπος αποφεύγει, αντέχει ή αγαπά την μοναξιά του αντιστοιχεί ακριβώς στην αξία του ίδιου του εαυτού του, καθώς στην μοναξιά του νιώθει ο μεν ενδεής τω πνεύματι την πνευματική του ένδεια, ο δε μεγαλοφυής τη μεγαλοφυΐα του – κοντολογής, ο καθένας το πώς όντως είναι. Περαιτέρω, όσο υψηλότερα βρίσκεται κανείς στη Ιεραρχική κλίμακα της φύσης τόσο πιο μοναχικός είναι, και μάλιστα κατ’ ουσίαν και κατ’ ανάγκη. Τότε, όμως, συνιστά γι’ αυτόν ευεργεσία ν’ αντιστοιχεί στην πνευματική μοναξιά – ειδάλλως, η συχνή παρουσία πλασμάτων ετερογενών εισβάλλει οχληρά μέσα του, μάλιστα εχθρικά, και του στερεί τον εαυτό του χωρίς να έχει τίποτε να του προσφέρει ως αποζημίωση.

Κατόπιν, ενώ η φύση έχει εισαγάγει ανάμεσα στους ανθρώπους, τόσο σε ηθικό όσο και σε διανοητικό επίπεδο, την μέγιστη δυνατή διαφορετικότητα, η κοινωνία, θεωρώντας αυτή τη διαφορετικότητα ως ένα τίποτε, καθιστά όλους ίσους, ή, μάλλον, υποκαθιστά τις φυσικές με τις τεχνητές διαφορές και τις ιεραρχίες των τάξεων και των βαθμών, οι οποίες πολύ συχνά, είναι αντιδιαμετρικά αντίθετες από την φυσική ιεραρχία. Χάρη σε αυτή τη διάταξη εκείνοι που η φύση είχε τοποθετήσει χαμηλά έχουν καλή θέση, ενώ εκείνοι, αντίθετα, για τους οποίους προέβλεψε υψηλή θέση αδικούνται – για αυτό τον λόγο, τούτοι οι τελευταίοι προσπαθούν να αποσπαστούν από κάθε συνάθροιση, αφού σε κάθε τέτοια κυριαρχεί, όσο περισσότεροι μετέχοντες, το κοινό κι ευτελές.

Η καλούμενη “καλή κοινωνία” αναγνωρίζει κάθε λογής προτερήματα πλην των πνευματικών- τούτα, μάλιστα, τα θεωρεί λαθραίο εμπόρευμα μας εξαναγκάζει, λοιπόν, να αποδεικνύουμε άπειρη μακροθυμία με κάθε ανοησία, μούρλα, διαστροφή, ηλιθιότητα- τα προσωπικά προτερήματα, αντίθετα, πρέπει να εκλιπαρούν τη συγγνώμη της ή να κρύβονται. Κατά συνέπεια, η κοινωνία που καλείται “καλή κοινωνία” δεν έχει μόνο το μειονέκτημα ότι μας παρουσιάζει ανθρώπους που δε μπορούμε ούτε να επαινέσουμε ούτε να αγαπήσουμε ακόμα αλλά και δε μας επιτρέπει να είμαστε ο εαυτός μας όπως αρμόζει στη φύση μας- απεναντίας, μας εξαναγκάζει, χάριν του αρμονικού συγκερασμού μας με τους άλλους, να συρρικνωθούμε, ή μάλιστα και να παραμορφώσουμε οι ίδιοι τον εαυτό μας.