Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2019

Ηλιοκεντρισμός – Μικρή παρουσίαση της εξέλιξης της ηλιοκεντρικής αντίληψης από την αρχαία εποχή έως σήμερα

Τί είναι το ηλιοκεντρικό μοντέλο και ποιά η διαφορά του από το γεωκεντρικό;

Τί σημαίνει αυτό για την εξέλιξη της γνώσης του ανθρώπου;

Ποιές δυσκολίες αντιμετώπισε στην καθιέρωσή του; Γιατί αντέδρασε η Εκκλησία;


Μελετώντας την εξέλιξη της επιστήμης και της τεχνολογίας από την Ελληνιστική Εποχή, στην Ρωμαϊκή και στο Βυζάντιο, φαίνεται μια ενδιαφέρουσα δραστηριότητα σε σχέση με τον ηλιοκεντρισμό με μια αντίστοιχη ύφεση που η ύφεση αυτή έχει αποτέλεσμα και στην ίδια την αστρονομία.

Το γεωκεντρικό μοντέλο θεωρεί τη Γη τελείως ακίνητη. Τα πάντα περιστρέφονται γύρω από αυτήν σε συγκεκριμένους κύκλους ανάλογα με την απόσταση. Πρώτα η Σελήνη, ο Ήλιος, οι πλανήτες και τέλος οι απλανείς. Οι απλανείς μάλιστα θεωρούνται ότι βρίσκονται καρφωμένοι πάνω σε μια υλική σφαίρα που περικλείει όλο το σύστημα αυτό (στον 7ο ουρανό!).

Οι αποστάσεις θεωρούνται μικρές, αφού η Γη είναι στο κέντρο και όλα τα άλλα περιστρέφονται, είναι προφανές ότι όλα αυτά τα περιστρεφόμενα είναι πολύ μικρότερα από την Γη, αφού όλα τα σώματα τείνουν να πέσουν στη Γη που είναι το μοναδικό κέντρο -και ενίοτε πέφτουν σαν μετέωρα. Από το μοντέλο αυτό βγήκαν και οι “7 ουρανοί”, θεωρώντας ότι ο κάθε πλανήτης και φυσικά και ο Ήλιος και η Σελήνη ήταν σε ξεχωριστούς ουρανούς ο ένας πάνω από τον άλλον.

Το μοντέλο αυτό είναι επίσης μικρό, περιορισμένο και ανθρωπο-κεντρικό. Όλος ο κόσμος γυρνάει γύρω από την Γη, γύρω από τον άνθρωπο.

Το ηλιοκεντρικό μοντέλο θεωρεί ότι η Γη κάνει δύο τουλάχιστον κινήσεις, μία περί τον άξονά της (ημέρα–νύκτα) και μια γύρω από τον Ήλιο (έτος) στην ουσία θεωρεί όλα τα προηγούμενα λάθος και θα δούμε γιατί στην εξέλιξή του. Επίσης, αποτέλεσμά του είναι η βαρυτική θεωρία, αφού δεν υπάρχει ένα κέντρο αλλά πολλά. Αποτέλεσμα ακόμη είναι και η σχετική κίνηση, όπως και η πλήρης αιτιολόγηση των κομητών. Αποτέλεσμά της είναι και η δραματική αύξηση των μεγεθών και ιδιαίτερα του Σύμπαντος που τείνει προς το άπειρο. Είναι ένα μη άνθρωπο-κεντρικό μοντέλο, αφού η ανθρωπότητα είναι ένα κομμάτι του σύμπαντος που όσο η κατανόηση μας μεγαλώνει αυτό το κομμάτι συνέχεια μικραίνει και ο ρόλος και οι δυνατότητες του ανθρώπου επίσης.

Πριν τον Πτολεμαίο


Ένα από τα βασικά προβλήματα που είχαν να απαντήσουν οι πρώτοι διανοητές που ασχολήθηκαν με την αστρονομία, ήταν η μη τελειότητα στις κινήσεις όλων των συνηθισμένων αστρονομικών φαινομένων. Από τους πέντε γνωστούς πλανήτες οι μεν Άρης, Δίας και Κρόνος φαίνεται να κινούνται κυκλικά στον Ουρανό, πάνω στην Εκλειπτική αν και μερικές φορές έχουν καθυστερήσεις, δείχνουν να σταματούν και μετά να ξαναεπιταχύνουν. Οι άλλοι δύο, η Αφροδίτη και ο Ερμής, έχουν πολύ περίεργη συμπεριφορά. Δεν ακολουθούν αυτόν τον κανόνα κινούμενοι πάνω σε όλη την Εκλειπτική, αλλά εμφανίζονται μόνο στην Ανατολή ή στην Δύση και άλλοτε σταματούν γυρίζουν πίσω σαν να έχασαν την πορεία τους, μετά ξανασταματούν και μετά συνεχίζουν κανονικά. Η προτροπή του Πλάτωνα “ σώζειν τα φαινομενα ” προς τους μαθητές του, ήταν να βρουν την γεωμετρική αιτιολόγηση του φαινομένου αυτού. Άλλο ένα θέμα ήταν οι κομήτες· εμφανιζόντουσαν σπάνια μεν, αλλά συμπεριφερόντουσαν και αυτοί σαν πλανήτες μέχρι να ξανα-εξαφανιστούν όπως ήρθαν.

Όπως ήδη έχουμε δείξει, ο πρώτος που έβγαλε την Γη από το κέντρο του Σύμπαντος ήταν ο Φιλόλαος, αλλά οι λόγοι του για αυτήν την προσέγγιση ήταν μάλλον συμβολικοί και αριθμολογικοί, παρά επιστημονικοί. Το βήμα όμως για το μυαλό ήταν τεράστιο, γιατί για πρώτη φορά, βγήκε η Γη από το κέντρο του Κόσμου, που έδωσε την δυνατότητα σε κάποιους διανοητές, να βρουν και άλλες λύσεις να φανταστούν τον κόσμο διαφορετικά.

Παρόμοια γνώμη ηλιοκεντρική, ή έστω περιστροφής της Γης, φαίνεται να είχε και άλλοι δύο Πυθαγόρειοι: Ο Έκφαντος από τον Κρότονα, αλλά και ο Ικέτας από τις Συρακούσες.

Ο Αναξαγόρας ήταν ο πρώτος που διατύπωσε την θεωρία ότι ο Ήλιος είναι μια διάπυρη πέτρα που στέλνει φως και η Σελήνη (που θα μπορούσε να είναι μια άλλη Γη) είναι μια ψυχρή πέτρα που ανακλά το φως του Ήλιου.

Ακολούθησε ο Πλάτων και η προτροπή του στους αστρονόμους να λύσουν το πρόβλημα.

Ο Ηρακλείδης ο Ποντικός προσπάθησε να “σώσει τα φαινόμενα” και έδωσε δύο υποθέσεις ως πιθανές λύσεις. Ή οι δύο “εσωτερικοί” πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο, και ο Ήλιος και οι υπόλοιποι γύρω από την Γη, ή ο Ήλιος είναι το κέντρο και η Γη κάνει δύο κινήσεις, μία γύρω από τον Ήλιο και άλλη μία γύρω από τον εαυτό της. Το ότι έγερνε περισσότερο στο ηλιοκεντρικό μοντέλο το δείχνει η άλλη θεώρησή του, είναι και αυτός που αρνήθηκε την ύπαρξη σφαίρας των απλανών θεωρώντας το Σύμπαν άπειρο.

Ο Αρίσταρχος ο Σάμιος είναι αυτός που μέτρησε με γεωμετρικές μεθόδους το μέγεθος και την απόσταση της Σελήνης σε σχετικά σωστές τιμές για την εποχή και την μέθοδο, αλλά στο μέγεθος και την απόσταση του Ηλίου έπεσε έξω λόγω ακρίβειας των οργάνων του (λάθος σε γωνία 1,75 της μοίρας που έδωσε όμως σημαντική διαφορά μεγέθους και απόστασης). Το σημαντικό όμως είναι ότι βρήκε τον Ήλιο πολύ μεγαλύτερο από την Γη και αυτό προφανώς ήταν επιβεβαίωση του Ηλιοκεντρισμού, που σημαίνει ότι ήδη υπήρχε μια ενδιαφέρουσα βαρυτική θεωρία. Ο ίδιος φαίνεται να είναι ο πρώτος ηλιοκεντριστής. Ο ηλιοκεντρισμός ξεκαθαρίζει ότι το μέγεθος του Σύμπαντος είναι τεράστιο γιαυτό και δεν υπάρχει ορατή παράλλαξη των απλανών, κάτι που και ίδιος ο Αρίσταρχος δήλωσε.

Γνωστός ηλιοκεντριστής είναι και ο Σέλευκος από την Σελεύκεια, που σύμφωνα με τον Πλούταρχο είχε αποδείξει τον ηλιοκεντρισμό. Η σχέση του με την μελέτη της παλίρροιας δεν είναι τυχαία, αφού η βαρυτική θεωρία είναι απόρροια του ηλιοκεντρισμού.

Ας δούμε τώρα τι έγινε στην συνέχεια. Υπάρχει μεγάλη συζήτηση, για το αν ο Αρχιμήδης που μεταφέρει αυτές τις πληροφορίες για τον Αρίσταρχο, την στιγμή που μάλιστα γράφει ότι τις απέδειξε, στο κατά πόσον τις αποδέχεται ο ίδιος ή όχι. Σύμφωνα με το κείμενο, δεν δείχνει αντίδραση στο μοντέλο αυτό από πλευράς φυσικής, αλλά κάνει κρίσεις μόνο στην μαθηματική του διατύπωση. Φαίνεται επίσης ότι ο Αρχιμήδης όπως αναφέρει ο Κικέρων, κατασκεύασε ένα πλανητάριο που αναπαρήγαγε τις κινήσεις με μία κίνηση (περιστροφή; μετατροπή;) και το ερώτημα είναι πώς μπορεί να το κατασκεύασε αν η Γη ήταν στο κέντρο; Το ίδιο ξέρουμε και για τον Ποσειδώνιο τον 1ο αιώνα π.κ.ε., αν και αυτό δεν δείχνει για πραγματικό πλανητάριο αλλά για equatorium κάτι σαν τον Μηχανισμό των Αντικυθήρων. Το ενδιαφέρον είναι ότι μετά τον Πτολεμαίο δεν έχουμε άλλη κατασκευή πλανητάριου με το γεωκεντρικό μοντέλο και υποψιαζόμαστε ότι και ο Αρχιμήδης και ο Ποσειδώνιος ήσαν ηλιοκεντριστές. Βέβαια ένα equatorium δουλεύει το ίδιο σε ένα γεωκεντρικό όσο και ηλιοκεντρικό σύστημα, όμως ένα πλανητάριο πρέπει να δείχνει γύρω από πιο κέντρο περιστρέφεται και γεωκεντρικό πλανητάριο δεν έχει υπάρξει ποτέ, πως θα κατασκευαστεί άλλωστε; θα ήθελε εκατοντάδες γρανάζια για να αναπαραγάγει του επίκυκλους.

Αυτές είναι οι πραγματικές γνώσεις μας περί ηλιοκεντρισμού για την ελληνιστική εποχή.

Το θέμα είναι ότι το ηλιοκεντρικό μοντέλο περιλαμβάνει δύο κινήσεις για την Γη αντί καμίας και υιοθετώντας τις δύο κινήσεις, μπαίνει αυτόματα το θέμα της “σχετικής κίνησης”, αφού πλέον μπαίνει ένας σχετικισμός των φαινομένων κινήσεων ανάλογα με το που κάθεται ο παρατηρητής και που είναι και αυτός ο ίδιος μηχανισμός που εξηγεί την ανάδρομη πορεία των εσωτερικών πλανητών.

Η “σχετική κίνηση” όμως είναι διάχυτη στα ελληνιστικά αποσπάσματα που έχει συλλέξει ο Neugebauer για τον σκοπό αυτό, με αρχαιότερο του Ηρακλείδη και που σταματούν την αυτοκρατορική εποχή. Ο Λουκρήτιος που αναφέρει επίσης την σχετική κίνηση ανάμεσα σε δύο κινούμενα πλοία, είναι και αυτός οπαδός του άπειρου Σύμπαντος. Το ίδιο και ο ηλιοκεντριστής Σέλευκος. Ο Γέμινος (50 π.κ.ε.) αναφέρει ότι η σφαίρα των απλανών δεν είναι κυριολεκτική, αφού τα άστρα έχουν διαφορετικές αποστάσεις από εμάς.

Στην σχετική κίνηση ότι είναι πιο μακρυά φαίνεται και να κινείται λιγότερο και αυτό το λέει και ο Ίππαρχος, ότι οι απλανείς μπορεί να φαίνονται ακίνητοι αλλά είναι σε κίνηση. Βέβαια ο Ίππαρχος είναι γνωστός για την ανακάλυψη της μετάπτωσης των ισημεριών, που είναι μια επιπλέον κίνηση της Γης. Ο λόγος που ο Ίππαρχος συνέταξε τους αστρονομικούς του πίνακες (σύμφωνα με τον Πλίνιο) ήταν για τις επόμενες γενιές, για να συγκρίνουν και να ορίσουν την μετατόπιση των απλανών, ή την εμφάνιση νέων άστρων, κάτι που δούλεψε μετά από 20 αιώνες με τις μελέτες του Halley. Αυτό σημαίνει ότι ούτε ο Ίππαρχος πίστευε στον θόλο των απλανών, θεωρούσε ήδη το Σύμπαν ευρύτερο από την αρχαία αντίληψη. Αυτό είναι ίσως μια ένδει ξη ότι και ο Ίππαρχος μπορεί να ήταν ηλιοκεντριστής.

Ας έρθουμε, τέλος, στον άλλο κορυφαίο αστρονόμο τον Απολλώνιο τον Περγαίο, που είναι αυτός που έκανε το μοντέλο των επικύκλων, που μέσω του Πτολεμαίου δικαιολογεί το γεωκεντρικό μοντέλο. Σύμφωνα με τον Ιππόλυτο Ρώμης, όμως, ήταν ηλιοκεντριστής. Το θέμα είναι το ένα αποκλείει το άλλο, ή ήταν η πρόκληση σε ένα επιστήμονα να δώσει μαθηματικές λύσεις και στα δύο.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι δεν έχουμε καλή ακόμα εικόνα της έκτασης που είχε η αποδοχή του ηλιοκεντρισμού στην Ελληνιστική Περίοδο στην οποία φαινόταν πιο ριζωμένος από όσα ξέρουμε. Η επικράτηση του Γεωκεντρισμού του Πτολεμαίου που συνέπεσε με την ύφεση της Επιστήμης αλλά και την κοσμοθεωρία του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη που συνέπιπτε και με την Αγία Γραφή, ήταν αυτό που καθυστέρησε την επανανακάλυψη του. Το ενδιαφέρον είναι ότι ταυτόχρονα αλλάζει η εικόνα και το Σύμπαν “μικραίνει”, επανέρχεται ο θόλος των απλανών, οι “7 ουρανοί” και δεν ξανατίθεται το θέμα της σχετικής κίνησης.

Μετά τον Πτολεμαίο

 
Πολλοί θεωρούν τον Κλαύδιο Πτολεμαίο (1ος αι. κ.ε.) τον μεγαλύτερο αστρονόμο της αρχαιότητας. Η αλήθεια είναι ότι για τους προηγούμενους αστρονόμους δεν ξέρουμε πολλά. Το θέμα είναι ότι το έργο του σώθηκε σχεδόν ολόκληρο και έτσι απέκτησε μεγάλη φήμη, μολονότι εμφανίστηκε στην ύφεση της ελληνιστικής επιστημονικής προσπάθειας και δεν φαίνεται να κατανοεί τα προηγούμενα επιτεύγματα. Έτσι ακολουθεί τον Αριστοτέλη, χρησιμοποιεί τα δεδομένα του Ιππάρχου χωρίς να το αναφέρει και κατηγορεί και τον Ίππαρχο για τις μετρήσεις του. Χρησιμοποιεί επίσης τους γεωκεντρικούς επίκυκλους του Απολλώνιου και τους σώζει από την λήθη σε όλον τον Μεσαίωνα. Το έργο του περνά στους Άραβες και στους Βυζαντινούς και καθορίζει όλη την μεσαιωνική σχετική δραστηριότητα.

Γιατί οι μετέπειτα αστρονόμοι δεν υιοθέτησαν τον ηλιοκεντρισμό;

Οι λόγοι ήταν πολλοί. Τα κείμενα της ελληνιστικής εποχής όπως έχει αναφερθεί συχνά, ήταν λίγα αυτά που επιβίωσαν, αλλά και όσα επιβίωσαν ήταν ακατάληπτα από πλευράς επιστημονικής θεωρίας. Η σχετική κίνηση δεν τους έλεγε τίποτα και η απουσία παράλλαξης, δηλαδή της ετήσιας κίνησης των μακρινών άστρων, που ήταν αδύνατο να φανεί με τα μέσα της εποχής, ήταν επίσης ένα μείον. Φυσικά ο γεωκεντρισμός είχε την ξεκάθαρη καθημερινή εμπειρία σαν επιχείρημα που όλα φαίνονται στατικά στην Γη και δεν ήταν ακόμα γνωστή η θεωρία της βαρύτητας και της ατμοσφαιρικής κίνησης. Φανταζόντουσαν ότι αν η Γη εκινείτο, θα φαινόταν αυτό στα ατμοσφαιρικά φαινόμενα και στα πουλιά που πετούσαν, θα υπήρχε ένας μόνιμος αέρας που θα ακολουθούσε την περιστροφή. Η επιβολή του Χριστιανισμού όπως είπαμε ήταν και καταλυτική στο να μην μπορεί το ανθρώπινο πνεύμα να ερευνήσει ελεύθερα.

Το χριστιανικό δόγμα είναι απόλυτα συμβατό με τον γεωκεντρισμό και αυτό το δείχνουν πολλά σημεία των Γραφών. Η κατασκευή του κόσμου από τον Γιαχβέ για τον άνθρωπο, η κατασκευή των ζώων και των φυτών για να είναι στην υπηρεσία του, τονίζουν τον εγωκεντρισμό του γεωκεντρικού-ανθρωποκεντρικού μικρού μοντέλου. Οι πολλοί ουρανοί που αναφέρονται σε πολλά σημεία, αντιστοιχούν στις σφαίρες των πλανητών και των απλανών. Ακόμα και στο Σύμβολο της Πίστεως το “κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν” αντικατοπτρίζει αυτή την λογική. Οι “τέσσερεις γωνιές της Γης” μπορεί να μην ταυτίζονται με την σφαιρικότητά της, αλλά αυτό δεν θεωρήθηκε πρόβλημα, εκλαμβάνεται εύκολα συμβολικά. Αν και το μοντέλο του Κοσμά του Ινδικοπλεύστη, μολονότι δεν ταυτίζεται με το σφαιρικό του Πτολεμαίου, αλλά με τις 4 γωνίες, είναι επίσης ριζωμένο βαθιά στον γεωκεντρισμό και στο περιορισμένο Σύμπαν. Το πρόβλημα με την έρευνα είναι εγγενές στον Χριστιανισμό, τουλάχιστον στην φάση αυτή. Οι λόγιοι που ασχολούντο με την επιστήμη ήταν αυτοί που ασχολούνται και με την φιλοσοφία. Η φιλοσοφία όμως δεν είχε μπορέσει να απεξαρτηθεί από την θεολογία, κάτι που θα γίνει αργότερα και μόνο στην Δύση. Κάθε διαφορετική φιλοσοφική θεώρηση εύκολα κατηγορείται για αίρεση. Δεν είναι τυχαίο που όλοι οι μεγάλοι επιστήμονες σε αυτή την περίοδο είχαν τέτοιου είδους προβλήματα με αιρετικές θέσεις.

Αρχές του 5ου αιώνα, ο Martianus Capella στο έργο του De nuptiis (ένα αλληγορικό πεζογράφημα), περιγράφει ένα γεωκεντρικό μεν μοντέλο, αλλά ο Ερμής και η Αφροδίτη περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο και φαίνεται να διασώζει ψήγματα της αρχαίας γνώσης. Αναφέρεται γιατί ήταν γνωστό αργότερα στον Κοπέρνικο.

Μετά τον 5ο αιώνα και για 10 αιώνες μέσα στον Μεσαίωνα, δεν έχουμε καμία εξέλιξη στο θέμα του ηλιοκεντρισμού.

Η ανατροπή αρχίζει στην Αναγέννηση μετά από δέκα αιώνες.

Στις αρχές του 15ου αιώνα, έχουμε:

Ο Leonardo da Vinci έγραψε στις σημειώσεις του ότι “ο Ήλιος δεν κινείται… Η Γη δεν είναι στο κέντρο του Σύμπαντος, η Γη είναι ένας πλανήτης”.

Ο Nicholas of Cusa θεωρούσε την Γη επίσης κινούμενη,

Ο Nilakantha Somayaji, Ινδός αστρονόμος το 1501, παρουσίασε ένα αστρονομικό έργο όπου όλοι οι πλανήτες περιστρέφονται γύρω από τον Ήλιο και ο Ήλιος γύρω από την Γη.

Τα σημάδια ότι έρχεται μια νέα θεώρηση είναι αρκετά και η Καθολική Εκκλησία με το που έρχεται από το Βυζάντιο η Γεωγραφία του Πτολεμαίου, αμέσως την εκδίδει και την διαδίδει ευρύτατα, για να ανεβάσει το κύρος του αρχαίου γεωκεντρικού επιστήμονα και εμμέσως του γεωκεντρικού μοντέλου. Ενδεικτικό αυτής της σπουδής είναι ότι σε δεκαπέντε χρόνια από το 1475, θα γίνουν επτά διαφορετικές εκδόσεις σε πέντε διαφορετικές πόλεις και ακολουθούν αργότερα επανεκδόσεις με περισσότερους και ενημερωμένους χάρτες.

Το 1514, ο Κοπέρνικος δίνει το έργο του για τον ηλιοκεντρισμό σε φίλους, και το 1533 γίνεται μια σειρά διαλέξεων στην Ρώμη από τον Johann Albrecht Widmannstetter, ενώ το βιβλίο του ανέβαλε την έκδοσή του για την αποφυγή αντιδράσεων. Τελικά με την παρότρυνση των φίλων του στάλθηκε να τυπωθεί την ώρα που ο ίδιος πέθανε το 1543. Περιέργως, επειδή η θεωρία ήταν ήδη γνωστή στους κύκλους των αστρονόμων, δεν υπήρξε άμεση μεγάλη αντίδραση. Σε αυτό βοήθησε και η εισαγωγή γραμμένη από τον θεολόγο Andreas Osiander που ανέφερε ότι ήταν μια απλή θεωρία που επέτρεπε ακριβέστερους υπολογισμούς και τίποτα άλλο. Ο πρώτος που αντέδρασε ήταν ο Giovanni Maria Tolosani επικεφαλής της λογοκρισίας της Καθολικής Εκκλησίας. Τον κατηγόρησε ότι δεν χρησιμοποιούσε φυσικά κριτήρια αλλά μαθηματικά, σε αντίθεση με τις αρχές του Θωμά του Ακινάτη και ό τι αντιφάσκει με τις αρχές της Αγίας Γραφής της οποίας έχει άγνοια. Η αντίδραση αυτή έμεινε αδημοσίευτη, αλλά τροφοδότησε το κήρυγμα του Tommaso Caccini το 1613 κατά του Κοπέρνικου, που σημαίνει ότι υπήρχε ανταλλαγή ιδεών για το θέμα μέσα στην Καθολική Εκκλησία. Ταυτόχρονα όμως ο ηλιοκεντρισμός έγινε σύντομα γνωστός σε όλους σχεδόν τους αστρονόμους της Ευρώπης.

Η πρώτη επίσημη αντίδραση έγινε το 1616, όταν ο καρδινάλιος Bellarmine, έδωσε διαταγή στον Γαλιλαίο να υιοθετήσει και να προβάλλει στα βιβλία του την θεώρηση ότι ο ηλιοκεντρισμός είναι τελείως υποθετικός, το δε βιβλίο του Κοπέρνικου εντάχθηκε στον Κατάλογο των απαγορευμένων βιβλίων. Ο Γαλιλαίος μολονότι φαίνεται να υποτάχθηκε αρχικά, δημοσίευσε το 1632 τον Διάλογο περί των δύο Μεγίστων Συστημάτων του Κόσμου, που ήταν σύμφωνο με τις παρατηρήσεις του και την θεωρία του Κοπέρνικου. Κατηγορήθηκε, μετανόησε και φυλακίστηκε από το ιεροδικείο τον επόμενο χρόνο. Επειδή τρεις από τους δέκα καρδινάλιους αρνήθηκαν να καταδικάσουν τον Γαλιλαίο, ο Πάπας τον έβαλε σε κατ` οίκον περιορισμό και γλύτωσε την πυρά. Την 1η Δεκεμβρίου του 1641 οδηγήθηκε στον περιορισμό και στις 8 Ιανουαρίου πέθανε. Ο Γαλιλαίος, ανακάλυψε τους δακτυλίους του Κρόνου και τους δορυφόρους του Διός. Το γεγονός ότι υπάρχουν και άλλοι πλανήτες, διαφορετικοί και με δικούς τους δορυφόρους, κατέρριψε την εικόνα του τέλειου κόσμου που είχε η χριστιανική κοσμοθέαση και αυτό δεν ήταν αρεστό στην Εκκλησία.

Εν τω μεταξύ, υπήρξε άλλο ένα θύμα στην αντίδραση της Εκκλησίας ο Giordano Bruno, ήταν φυσικά ηλιοκεντριστής αλλά προχωράει την θεωρία πάρα πέρα, υποστήριζε την απειρία του Σύμπαντος και θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένα κέντρο του Σύμπαντος ούτε καν ο Ήλιος, υπάρχουν αναρίθμητοι ήλιοι σαν τον δικό μας και γύρω τους αντίστοιχα “σύμπαντα”. Γνωρίζοντας ότι ήταν στο στόχαστρο της Εκκλησίας κρυβόταν και δίδασκε ιδιωτικά. Συνελήφθη μετά από καταγγελία μαθητή του στην Ιερά Εξέταση και κλείστηκε για 7 χρόνια σε φυλακή. Η άρνησή του να υποταχθεί και να αλλάξει τις απόψεις του όπως έκανε ο Γαλιλαίος, τον οδήγησαν στην πυρά στις 17 Φεβρουαρίου του 1700. Να σημειώσουμε ότι την ίδια εποχή υπήρχε σε έξαρση το κυνήγι μαγισσών που απαγορεύτηκε στις περισσότερες χώρες μέσα στις αρχές του 18ου αιώνα, οπότε και περιορίστηκε η δράση της Ιεράς Εξέτασης, η οποία έληξε τελικά μέσα στον 19ο αιώνα. Το τέλος όμως του 17ου αιώνα, έφερε και την δημοσίευση του Νεύτωνα για τους “Νόμους της Βαρύτητας και της Κίνησης” που άλλαξε τελείως την μορφή της κατανόησης της Αστρονομίας αλλά και του Κόσμου μας και είναι το επόμενο λιθαράκι της γνώσης μετά την καθιέρωση του ηλιοκεντρισμού. Ήταν η απόδειξη της βαρυτικής θεωρίας που ήταν και λογική συνέπειά του.

Το 1992 (μετά από τριάμισι αιώνες) ο πάπας Ιωάννης Παύλος ο ΙΙ παραδέχτηκε το λάθος της Εκκλησίας στην καταδίκη του Γαλιλαίου με την αιτιολογία ότι “οι θεολόγοι της εποχής δεν αναγνώρισαν την ξεκάθαρη διαφορά μεταξύ της Βίβλου και της ερμηνείας της, εξ ου και μεταφέρθηκε στη σφαίρα του δόγματος κάτι που αφορούσε επιστημονική έρευνα”.

Στην Ανατολή


Αρχικά, να πούμε ότι στην Ανατολή, μετά τον 15ο αιώνα, δεν υπήρχαν αστρονόμοι, όλη η σχετική έρευνα γινόταν στην Δύση. Στην Ανατολή μετά τις ησυχαστικές έριδες και τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων, η επιστημονική έρευνα σταμάτησε ακολουθώντας τον υποβιβασμό της λογικής. Υπήρξαν όμως κάποιοι λόγιοι στην Εκκλησία και από αυτούς βγήκαν και οι διαφωτιστές, άνθρωποι που επειδή διδάχθηκαν και γνώρισαν τις νεότερες γνώσεις στην Δύση, θέλησαν να τις μεταλαμπαδέψουν στην Ανατολή, αυτοί ήταν πρακτικά ερασιτέχνες ή ακόμα και άσχετοι ως προς την αστρονομία. Η πρόσληψη των ιδεών αυτών είχε πολλά προβλήματα από την εγγενή δυσανεξία των ορθοδόξων προς τις προόδους των “αιρετικών δυτικών”. Η δράση των Κολλυβάδων έκανε την πρόσληψη αυτή δυσκολότερη. Άλλος ένας παράγοντας ανάσχεσης ήταν ότι όλοι αυτοί οι Λόγιοι προέρχονταν ή είχαν άμεση σχέση με τον εκκλησιαστικό μηχανισμό, αφού η Εκκλησία είχε σχεδόν απόλυτο έλεγχο της εκπαίδευσης.

Στην περιοχή μας, οι ιδέες του ηλιοκεντρισμού κάνουν την δειλή εμφάνισή τους στις αρχές του 18ου αιώνα. Πρώτη παρουσίαση στον ελληνόφωνο χώρο του ηλιοκεντρικού συστήματος, έγινε από τον Χρύσανθο Νοταρά που έγινε πατριάρχης Ιεροσολύμων, που ήταν και ο πρώτος που ασχολήθηκε σοβαρά με την αστρονομία στην Πάδοβα και στο Παρίσι. Στο βιβλίο του με τίτλο Εισαγωγή εις τά Γεωγραφικά καί Σφαιρικά που εκδόθηκε το 1716, κάνει κριτική στον Κοπέρνικο στην βάση των επιστημονικών αντιρρήσεων που υπήρχαν στην Ευρώπη δύο αιώνες νωρίτερα.

Ο Κοσμάς Μπαλάνος, αν και είναι από τους πρώτους που δέχεται το νέο ημερολόγιο ως ορθό, είναι αρνητικός στον ηλιοκεντρισμό.

Υπήρξαν αρκετοί λόγιοι που λόγω της γνωστής αντίδρασης της Ορθοδοξίας στην Δύση, προσπάθησαν να αναπτύξουν διδασκαλίες στην βάση της παράδοσης που υπήρχε από το Βυζάντιο και φυσικά ήταν κατά του ηλιοκεντρισμού, όπως ο Κωνσταντίνος Γορδάτος και ο Μπαλάνος Βασιλόπουλος.

Ο Ευγένιος Βούλγαρης, σε όλο το έργο του προσπαθεί να καταρρίψει τον ηλιοκεντρισμό ακόμα και με θεολογικά επιχειρήματα.

Διστακτικός υποστηρικτής αναφέρεται ο Νικηφόρος Θεοτόκης, ο οποίος επανερχόμενος εκ Ληψείας στην δεύτερη σχολαρχία του, διδάσκει “τας νέας φιλοσοφίας” στο Ιάσιο, από το οποίο εγκαταλείπει την θέση του “δια νυκτός ως δραπέτης”, για άγνωστους λόγους, αλλά όλοι οι μελετητές συγκλίνουν ότι αντέδρασαν συντηρητικοί κύκλοι της πόλης. Δεν ξέρουμε αν στις νέες φιλοσοφίες περιλαμβανόταν και ο ηλιοκεντρισμός τον οποίον δίδασκε μαζί με τον γεωκεντρισμό. Την ανάλυση του ηλιοκεντρισμού την περιλαμβάνει στο έργο του Γεωγραφία που εκδόθηκε όμως τέσσερα χρόνια μετά τον θάνατό του.

Ένθερμος επίσης ηλιοκεντριστής, αλλά και οπαδός του Νεύτωνα, ήταν ο Ιώσηπος Μοισιόδακας που ανέλαβε και αυτός μετά τον Θεοτόκη την διδασκαλία στο Ιάσιο, από το οποίο σύντομα εξαναγκάστηκε σε παραίτηση για παρόμοιους λόγους.

Ενδιαφέρον έχει, επίσης, η μετάφραση στην Ελληνική τού Περί πληθύος κόσμων (Entretiens sur la pluralité des mondes, 1686), του Fontenelle, από τον Παναγιώτη Κορδικά. Ένα εκλαϊκευτικό επιστημονικό πόνημα, που είχε σκοπό με ένα μυθιστορηματικό τρόπο, να κάνει κατανοητές στον κόσμο τις νέες ανακαλύψεις της Επιστήμης. “ έπειδή και είναι όμολογόμενον ότι κανένα άλλο δεν πρέπει να μάς έγγίζη τόσον, όσον το να ηξεύρωμεν πώς είναι κατασκευασμλένος ό κόσμος αυτός όπου εκατοικούμεν, άν είναι και αλοι κόσμοι παρόμοιοι, και αν είναι και έκείνοι επίσης κατοικημένοι; ”, γράφει ο Κορδικάς στο προοίμιο.

Φαίνεται ότι η μετάφραση αυτή θορύβησε πιο πολύ το Πατριαρχείο, από τις μέχρι τώρα σποραδικές διδασκαλίες. Η αντίδραση προήλθε μετά από υπόδειξη του Πατριαρχείου από τον Σέργιο Μακραίο, που δίδασκε στην Πατριαρχική Σχολή της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μακραίος δημοσιεύει το 1797 το Τρόπαιον εκ της ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπερνίκου εν τρισί διαλόγοις (Βιέννη 1797). Τέσσερεις διάλογοι που σκοπό έχουν να ανατρέψουν τις νέες ανακαλύψεις. Αδυνατεί να καταλάβει τις κυκλικές κινήσεις (φυγόκεντρο και κεντρομόλο), αρνείται την απειρία του Σύμπαντος, και μέσα σε όλα μπλέκει και τον αιθέρα. Στον τέταρτο διάλογο μιλάει για την υπεροχή της χριστιανικής πίστης από την επιστήμη, που καταπιάνεται με την ύλη και καταντά ειδωλολατρεία.

Αυτός όμως που υιοθέτησε ξεκάθαρα και δίδαξε τον ηλιοκεντρισμό ήταν ο Βενιαμίν ο Λέσβιος που ήταν και αγωνιστής της Επανάστασης. Ήδη είχε ήδη μπει ο 19ος αιώνας και ο ηλιοκεντρισμός στην Δύση είχε πλέον γίνει πλήρως αποδεκτός, σε αντίθεση με την Ανατολή. Σπούδασε στην Πίζα και στο Παρίσι. Δίδαξε σε πολλά σχολεία όπως και στις Κυδωνιές και στην Σμύρνη. Δεν δέχεται τον νόμο της Παγκόσμιας Έλξης και τον αντικαθιστά με μια δική του πρωτότυπη ενοποιητική θεωρία, το “πανταχηκίνητον”. Τον Ιούλιο του 1803, συνεδριάζει η Πατριαρχική Σύνοδος στην Κωνσταντινούπολη και βγάζει απόφαση για τις “κακοδοξίες” του Βενιαμίν, όπου αναφέρει τις “ψυχοφθόρες διδασκαλίες” του: Αναφέρει τις θεωρίες του και την ακινησία του Ηλίου, σαν υποθέσεις κάποιων φιλοσόφων, τους οποίους όμως ο κατηγορούμενος υπερέβαλε στο ψέμα λέγοντας ότι οι πλανήτες και οι απλανείς αστέρες είναι κατοικημένοι και ο ήλιος είναι σκοτεινός…έτσι αποδείχθηκε ότι θέτει τον εαυτό του αντιμέτωπο στην Αγ. Γραφή και την Ι. Παράδοση ”. ( retsasbooks.gr )

Δίνει επιπλέον εντολή να συγκεντρωθούν από τους Κυδωνιάτες όλα τα τετράδια της “ψυχοφθόρου διδασκαλίας”, προφανώς για καταστροφή και να μην τολμήσει ο Βενιαμίν να επαναλάβει τοιούτο σύστημα εις διδασκαλίαν εμμέσως και αμέσως, κρυφίως ή φανερώς . (σ. 71-2). Με την επέμβαση των Τούρκων, κατόπιν εντολής του Πατριαρχείου, η σχολή κλείνει το 1806 και το 1812 ο Βενιαμίν απολογείται στον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Στην απολογία αυτή, αν δεν τον προστάτευε ο Εφέσου Διονύσιος, θα είχε την τύχη του Γαλιλαίου σύμφωνα με τον Ν.Ι. Σαλτέλη. Εκεί, ο Βενιαμίν ομολόγησε τελικά ορθόδοξη πίστη και απαρνήθηκε τις “κακοδοξίες” του. Έτσι γλύτωσε την φυλάκιση και ίσως τον θάνατο, απαρνούμενος τις ιδέες του.

Ο Στέφανος Δούγκας δεν αναφέρεται η θέση του σε σχέση με τον ηλιοκεντρισμό, αλλά ήταν μεγάλος γνώστης των νέων θεωριών και ανακαλύψεων, του νευτώνειου μοντέλου και της πειραματικής έρευνας. Αναγκάστηκε σε παραίτηση έναν χρόνο μετά την διδασκαλία του στην Μεγάλη του Γένους Σχολή λόγω των αντιδράσεων των συντηρητικών κύκλων. Το ίδιο έγινε και στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, όπου θα κατηγορηθεί κατευθείαν στο Πατριαρχείο από τον μοναχό Δωρόθεο Βουλησμά. Αναγκάστηκε να στείλει επιστολή απολογίας, αλλά οι κατηγορίες συνεχίστηκαν. Το 1817 αναγκάστηκε να υπογράψει κείμενο ομολογίας και καταδίκης του βιβλίου του και των θέσεών του. Το έργο του Εξέτασις της φύσεως, παρέμεινε ανέκδοτο λόγω της επίσημης καταδίκης του από την Εκκλησία, σώζεται σε μορφή οκτάτομου χειρογράφου στη μονή Βατοπεδίου.

Τέλος, ο ∆ιονύσιος Πύρρος, που ήταν γιατρός, πολυεπιστήμονας και μαθητής του Βενιαμίν, στην Πρακτική Αστρονομία, αναλύει πλήρως τόσο το ηλιοκεντρικό σύστημα όσο και την ιστορία του. Έχει όμως τελειώσει η Επανάσταση και έχουμε την δημιουργία του ελληνικού κράτους.

Τελευταίος ηλιοκεντριστής, θύμα εκκλησιαστικών διώξεων, ήταν ο Θεόφιλος Καΐρης στο ιδρυθέν πλέον νέο ελληνικό κράτος, αν και ο ηλιοκεντρισμός ήταν το ελάχιστο σε αυτά που τον κατηγόρησαν, αφού ο Θεόφιλος κατανοώντας ότι η θρησκεία είναι μεγάλο εμπόδιο στην εξέλιξη της έρευνας, έφτιαξε νέα ελεύθερη θρησκεία την θεοσέβεια.

Η σημασία του ηλιοκεντρισμού και ο λόγος της αντίδρασης

 
Ήδη αναφερθήκαμε στην σημασία που είχε η κατανόηση του τεραστίου μεγέθους του Σύμπαντος και της απομάκρυνσης της Γης από το κέντρο του Κόσμου, στην ψυχοσύνθεση του ανθρώπου. Η Εκκλησία δεν μπορούσε να το ανεχθεί, γιατί τόσο στις γραφές της, όσο και στην ιστορία της στηριζόταν στην διακεκριμένη θέση του ανθρώπου, τόσο στην κορυφή της δημιουργίας, όσο και στην απόλυτη κυριαρχία πάνω στην δημιουργία αυτή, υιοθέτησε έτσι εύκολα την αριστοτέλεια (και πτολεμαϊκή) θεώρηση, η οποία αν και δεν έβλεπε την Γη ως κέντρο, αλλά ως το “κάτω” του κόσμου, ο χώρος της βασικής ύλης δηλαδή σε αντίθεση με την πεμπτουσία των ουρανών, έδεσαν μαζί και περιόρισαν το πνεύμα στα περιορισμένα μεγέθη της Βίβλου.

Η σημασία της αλλαγής αυτής είναι μεγάλη και για την ίδια την Εκκλησία. Ακολούθησαν και άλλα πλήγματα αργότερα από τον Δαρβίνο και τον Φρόιντ, του πρώτου στο πως δημιουργήθηκαν όλα τα όντα και κατ’ επέκτασην και ο άνθρωπος και του δεύτερου στην εξήγηση των ψυχικών φαινομένων και των ονείρων, αλλά η αρχή έγινε από τον Κοπέρνικο και τον Νεύτωνα. Αναγκάστηκε έτσι να αποδεχτεί η Εκκλησία σιωπηρά πάντα, την Γένεση με τελείως συμβολικό χαρακτήρα, αναγκάστηκε επίσης να αποπροσωποποιήσει τον Θεό και να τον κάνει όλο και πιο συμβολικό. Το μεγάλο μέρος του Χριστιανισμού μετά από την Επιστημονική Επανάσταση δεν έχει καμία σχέση με το μεσαιωνικό.

Οι νέες θεωρήσεις, τελικά, έφεραν και άλλα ενδιαφέροντα όπως η οικολογία. Ο άνθρωπος κατανοεί ότι δεν είναι κομμάτι ενός Σχεδίου, δεν φτιάχθηκε ο κόσμος για αυτόν, δεν υπάρχει κάποιος να φροντίζει την ανθρωπότητα και την Φύση και ο ίδιος είναι υπεύθυνος για τις αλλαγές που δημιουργεί και που χαλούν την ισορροπία της Φύσης. Η Επιστημονική Επανάσταση είναι τέλος αυτή που έφερε την νέα εποχή την εποχή του διαστήματος και της τεχνολογίας για την ανθρωπότητα, και η κβαντομηχανική και οι νέες θεωρίες, μας δείχνουν νέες δυνατότητες. Ο άνθρωπος έχασε την πρωτοκαθεδρία του ιδιαίτερου δημιουργήματος βλέποντας την απεραντοσύνη του σύμπαντος και τις άπειρες πιθανότητες που αυτό παρέχει. Ακόμα και το σύμπαν μας ολόκληρο, χάνει σταδιακά την ιδιότητα του μοναδικού.

Σήμερα έχει ενδιαφέρον, που ταυτόχρονα με μία αναζωπύρωση της δράσης των θρησκειών, έχουμε και ένα νέο ρεύμα, ελάχιστο μεν, αλλά αξιοσημείωτο, για την θεωρία της “ Επίπεδης Γης” που είναι φυσικά και γεωκεντρική. Είναι μια προσπάθεια φανατικών των θρησκειών (χριστιανών και μουσουλμάνων) που έμειναν κολλημένοι στην παραδοσιακή θρησκευτική κανονικότητα, που επικρατούσε στον Μεσαίωνα και περιλαμβάνει και την αντίστοιχη κοσμοθέαση. Η πιθανή εξέλιξη αυτού του ρεύματος θα δείξει πολλά για το μέλλον της κοινωνίας μας.

Εξημερώνω σημαίνει δημιουργώ δεσμούς

«Τι σημαίνει «εξημερώνω»;» ρώτησε ο μικρός πρίγκιπας. «Είναι κάτι πολύ ξεχασμένο», είπε η αλεπού. «Σημαίνει «δημιουργώ δεσμούς».

Οι «μεγάλοι» στις σχέσεις μας αλληλεπιδρούμε τόσο-όσο. Αρκούμαστε στο επίπεδο των απλών συναλλαγών και κινούμαστε με κανόνες κι όρια που θέτουμε στους εαυτούς μας τάχα για μέτρα προστασίας· «Να μη δεθώ!», «να μην προδοθώ», «να φροντίζω να μη με μοιράζομαι». Η ουσία ωστόσο στην αλληλεπίδραση είναι, εκ των πραγμάτων, το να είσαι έστω και λίγο διαφορετικός μετά από αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση του ερωτικού, ο βαθμός επιρροής υψώνεται εις την δεκάτη· όπως ακριβώς της αρμόζει.

«Εξημερώνω» θα πει βλέπω τον άλλον από μια σκοπιά άκρως πνευματική και βασίζεται στο πως εκείνος κρατάει μια εκδοχή του μόνο για σένα κι εσύ την αγκαλιάζεις, την κάνεις δική σου και βλέπεις το μυαλό σου να τη συνδέει με καθημερινά αντικείμενα, τοπία, καταστάσεις. «Εξημερώνω» σημαίνει κάνω κάτι κτήμα μου. Όταν μιλάμε γι’ άνθρωπο αναλύεται ως «δημιουργώ υποσυνείδητα ένα πρίσμα μέσα από το οποίο θα παρατηρώ τον κόσμο». Όλες οι πληροφορίες που επεξεργάζεσαι περνούν από αυτό το φίλτρο και καταλήγουν μέσα σου ιριδίζουσες και με μια ιδέα ενθύμησης του άλλου.

Εμείς οι μεγάλοι προσπαθούμε πάντα μανιακά να απομακρύνουμε το φίλτρο του πρίσματος γιατί θεωρούμε πως μας θολώνει τη σκέψη. Τα πράγματα όμως είναι πολύ πιο απλά απ’ ότι τα κάνουμε να φαντάζουν. Δεν είναι κακό το να πληγωθείς επειδή εξημέρωσες, κερδίζεις τη δυνατότητα να σκέφτεσαι για δύο, να νοιάζεσαι, ν’ ανησυχείς, ν’ αγαλλιάζεις. Οι άνθρωποι ζούμε τόσο επιφανειακά που δεν αγγίζουμε ποτέ τον ανώτερο εαυτό μας με τις ατέρμονες δυνατότητες προσφοράς. Αντιμετωπίζουμε τους εαυτούς μας ως κάτι το άκρως εύθραυστο που δεν είναι για πολλά-πολλά, οπότε σταδιακά επειδή εμείς οι ίδιοι στεκόμαστε εμπόδιο στην ευτυχία μας, μας καταδικάζουμε σ’ αιώνια δυστυχία για παραδειγματισμό.

«Φαίνεσαι όμορφη ψυχή, θες να γίνεις τα γυαλιά μυωπίας μου; Ξέρεις δε βλέπω καλά τη ζωή χωρίς αυτά…», να λέγαμε εμείς κι η απάντηση να ήταν «Γιατί όχι; Με κολακεύεις πολύ, κι άλλωστε δεν έχουμε να χάσουμε κάτι.». Τόσο απλά! Δίχως ενδοιασμούς και δήθεν αντιστάσεις, αναστολές κι αυτοσυγκράτηση· all in. Τόσο απλά όπως τρως ή κοιμάσαι. Τόσο εύκολα, ασυναίσθητα και χωρίς προσπάθεια, όσο υπάρχεις. Υπάρχεις που υπάρχεις, γιατί δεν αγαπάς; Όχι με τον εγωιστικό ορισμό που έχουμε δώσει στην αγάπη, με τον άλλον τον αρχέγονο που αναβλύζει σαν πηγή με δροσερό νερό από μέσα σου που τίποτα και κανείς δε θα τη σταματήσει από το να υπάρχει -ακόμα κι όταν στερέψει.

Το μόνο που μαθαίνουμε απ’ όταν είμαστε έφηβοι -σε μια προσπάθεια των μεγάλων να μας προσγειώσουν στη δική τους ξενέρωτη πραγματικότητα-, είναι πως το να στερέψει η πηγή είναι κακό και τότε δε θα έχει νόημα ύπαρξης. Μία πενταετία νωρίτερα οι ίδιοι άνθρωποι προσπαθούσαν να μας μάθουν για την αγάπη και τη σημαντικότητά της· τι άλλαξε από τότε; Λιγοψύχησαν μερικά μέτρα πριν τη γραμμή πυρός και μας πήραν τα όπλα απ’ τα χέρια αγνοώντας το ότι εμείς για χρόνια περιμέναμε αυτή τη μάχη, οπότε θα ριχτούμε στο μέτωπο όπως και να ‘χει.

Πόσο πιο απλό θα ήταν αν προετοιμαζόμασταν για μια απλή διεκδίκηση στην οποία νικητές είναι κι οι δύο, αντί ν’ αδημονούμε να χυθεί αντίπαλο αίμα;

Η ανατομία της αγάπης και το παράδοξο του έρωτα

Στην πραγματικότητα, λίγοι άνθρωποι στην σύγχρονη εποχή έχουν απαλλαγεί από τις αγωνίες των ερωτικών σχέσεων. Αυτές οι αγωνίες έρχονται σε πολλές μορφές: φιλώντας πάρα πολλούς βατράχους στον δρόμο προς τον γοητευτικό πρίγκηπα ή την όμορφη πριγκίπισσα, προσηλωμένη αναζήτηση στο διαδίκτυο, μοναχική επιστροφή από μπαρ, πάρτι ή ραντεβού στα τυφλά.

Ακόμα, κι όταν οι σχέσεις σχηματιστούν, οι αγωνίες δεν σβήνουν, καθώς μπορεί να βαριέσαι, να είσαι ανήσυχος ή θυμωμένη μέσα σε αυτές, να ανταλλάσσεις οδυνηρές κουβέντες και να έχεις επώδυνες συγκρούσεις ή τελικά να βρεθείς σε σύγχυση, αμφιβολίες και την κατάθλιψη του χωρισμού ή του διαζυγίου. Αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους τρόπους με τους οποίους η αναζήτηση της αγάπης είναι μια συγκλονιστικά δύσκολη εμπειρία από την οποία λίγοι άντρες και γυναίκες έχουν γλυτώσει. Αν μπορούσαμε να ακούσουμε τους ήχους των ανδρών και των γυναικών που αναζητούν αγάπη, θα ακούγαμε μια μακρά και δυνατή λιτανεία από στεναγμούς, λυγμούς, δάκρυα και σπαραγμούς.

Το παράδοξο του έρωτα


Η ευτυχία μου είμαι εγώ, όχι εσύ. Όχι μόνο γιατί εσύ μπορεί να είσαι περαστικός, αλλά κι επειδή εσύ θέλεις να είμαι αυτό που δεν είμαι. Υπάρχει μια θαυμάσια φράση του Γκαίτε που περιέχει όλη την ειρωνεία αυτού του αλληλεπιδρόντος μηχανισμού.
«Εγώ σ΄αγαπώ. Αυτό όμως δεν έχει καμιά σχέση με σένα»
Οι γυναίκες παραπονιούνται ότι δεν ξέρουν τι περιμένουν οι άντρες και οι άντρες λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι θέλουν οι γυναίκες…όπως είπε ο Lacan με έναν στεναγμό…οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα. Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει (Jacques Alain Miller).

Ο έρωτας ξεβολεύει. Προκαλεί ψυχική αναταραχή, εδραιώνει νέες σχέσεις και εισάγει καινούργιους στόχους. Στην ερωτική διάσταση ενεργοποιείται μία σύνδεση με κάτι που μεταβάλλεται και ό,τι μεταβάλλεται είναι πάντοτε απρόβλεπτο. Σύμφωνα με τον Λακάν: «Να αγαπάς είναι να δίνεις εκείνο που δεν έχεις σε κάποιον που δεν το θέλει». Στον έρωτα, το άτομο δοκιμάζει μια κατάσταση που έχει την ιδιαιτερότητα να είναι πάντα άγνωστη. Το άγνωστο είναι ένα άλλο χαρακτηριστικό του να επιθυμούμε κάτι κι ας μην έχουμε αναφορές κι ας ερχόμαστε απότομα αντιμέτωποι με αυτό που δεν γνωρίζουμε. Ό,τι είναι άγνωστο όμως προκαλεί και φόβο.
«Φόβος και έρωτας πάνε μαζί» (Aldo Carotenudo)
Μία ένδειξη του, ότι είμαστε ερωτευμένοι, είναι ο φόβος που νιώθουμε απέναντι στον έρωτα κι αν δεν νιώθουμε αγωνία για αυτό που συμβαίνει, προφανώς δεν είμαστε ερωτευμένοι.
«Η μικρή αλεπού λέει στον μικρό πρίγκηπα: Εξημέρωσέ με» (Ο Μικρός Πρίγκηπας, -Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ-)
Υπάρχει διαφορά μεταξύ του «είμαι ερωτευμένος» και του «αγαπώ». Το ένα προκαλεί πρωτογενείς μηχανισμούς σύνδεσης, ενώ το άλλο απαιτεί ωριμότητα. Το «είμαι ερωτευμένος» μπορεί να οδηγήσει στην «αγάπη» ως συνέχεια, συνέπεια και διάρκεια, αλλά για να το παραφράσουμε, δεν υπάρχει βασιλική οδός από το ένα στο άλλο. Το πλήρες ταξίδι απαιτεί την εμπειρία και την γνώση (εμπειρογνωμοσύνη) ενός εαυτού που είναι σε επαγρύπνηση.

Πέντε λειτουργίες του Εγώ είναι ιδιαίτερα σημαντικές.


Πρώτον, η αγάπη απαιτεί διαρκή έλεγχο της πραγματικότητας για να αξιολογήσει τις πραγματικές ιδιότητες του αγαπημένου.

Δεύτερον, το Εγώ πρέπει να ενσωματώνει τις πρώιμες εμπειρίες με τις εμπειρίες που μοιραζόμαστε στις ενήλικες σχέσεις μας για να φτιάξει μια ισχυρή ενήλικη αγάπη.

Τρίτον, το Εγώ πρέπει να αντισταθμίζει τη δύναμη της εσωτερικής κριτικής και να προστατεύει τη νέα αγάπη από την τάση να την ματαιώσουμε.

Τέταρτον, το Εγώ πρέπει να μετριάσει τις παρορμήσεις που απαιτούν πλήρη ικανοποίηση.

Πέμπτον, το Εγώ καλείται να κατανοήσει και να τιθασεύσει την παθολογική τάση να επιλέγει αυτούς με τους οποίους αναβιώνει γνώριμες στερήσεις και τραύματα με το να διαπραγματευτεί μεταξύ της απαίτησης για επανασύνδεση με τα πρόσωπα φροντίδας ώστε «να ξαναζήσει το οικείο και επώδυνο για να αλλάξει την εμπειρία», αφενός, και της ανάγκης να φτιάξει μια ενήλικη θεραπευτική αγάπη μέσα στην οποία να νιώθει ικανοποίηση, εμπιστοσύνη και ασφάλεια, από την άλλη.
Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει την απάντηση ή μια απάντηση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;» (Jacques Alain Miller)

Η θεραπευτική αγάπη


Η αγάπη είναι κάτι που μαθαίνεται, όπως μαθαίνεται ο φόβος, η προκατάληψη, το μίσος, το ενδιαφέρον, η υπευθυνότητα, η αφοσίωση, ο σεβασμός, η καλοσύνη, η ευγένεια. Όλα αυτά μαθαίνονται έξω στην κοινωνία, στο σπίτι, μέσα σε μια σχέση.

Η αγάπη προς τον άλλον μπορεί να θεραπεύσει τις πληγές που κουβαλάμε. Ο «άλλος» γίνεται η αφορμή να προκαλέσουμε και να προσκαλέσουμε την ευτυχία καθώς μαζί του επιδιώκουμε συναισθηματικές εμπειρίες, όπως ενθάρρυνση, αισιοδοξία ή την εμφάνιση πλευρών του εαυτού που δεν είχαμε την ευκαιρία να ανακαλύψουμε μέσα από την σχέση με τους γονείς. Η αναζήτηση θεραπευτικής αγάπης είναι εγγενώς ελπιδοφόρα, αν και είναι επιρρεπής στην απογοήτευση όταν οι προσδοκίες είναι πολύ υψηλές. Ακόμα, η αναζήτηση της θεραπείας μέσα από την αγάπη είναι προοδευτική, προσβλέπει σε ένα νέο μέλλον που δεν αποτελεί αναπαράσταση του παρελθόντος. Η έννοια της θεραπευτικής αγάπης δε πρέπει να συγχέεται με την ακύρωση των πρώιμων τραυμάτων διότι βασίζεται σε μια αναζήτηση για κάτι καλό, όχι μόνο στην αποφυγή κάποιου κακού, και σίγουρα όχι, στην εξουδετέρωση παλαιών αναμνήσεων.

Πώς μπορεί η ενήλικη αγάπη να θεραπεύσει εάν δεν βασίζεται σε πρώιμη εμπειρία;


Η αγάπη καταπονείται από την σύγκρουση μεταξύ της επιθυμίας για το οικείο αλλά επώδυνο, αφενός, και την επιθυμία για μία θεραπευτική σχέση, αφετέρου.

Η θεραπευτική αγάπη δεν μπορεί να προσφέρει σύνδεση με τα πρόσωπα φροντίδας, αλλά μπορεί να αναβιώσει μια ματαιωμένη δυνατότητα για αίσθηση ικανοποίησης και οικειότητας.

Η θεραπευτική αγάπη ακόμα και να διερευνηθεί πλήρως, εμπεριέχει μερικά μυστήρια. Η προέλευση της θεραπευτικής αγάπης βρίσκεται τουλάχιστον σε δύο διαφορετικές ζώνες εμπειρίας. Καταρχάς, η επιθυμία για θεραπευτική αγάπη μπορεί να διαμορφωθεί μέσω της συμβολικής επεξεργασίας μερών της εμπειρίας μας, όπως μεταβατικών στιγμών σύνδεσης ή ικανοποίησης που κάποτε βιώσαμε είτε άμεσα είτε έμμεσα μέσα από την παρατήρηση της ικανοποίησης που νιώθουν οι άλλοι που τη λαμβάνουν. Η δεύτερη ζώνη εμπειρίας είναι οι διαπροσωπικές σχέσεις της ενήλικης ζωής. Οι αντιξοότητες της αγάπης στην ενήλικη ζωή μπορούν να ανακατασκευάσουν τις αντιλήψεις μας για την αγάπη. Οι συναισθηματικές ανάγκες που δεν ικανοποιούνται κατά την παιδική ηλικία μπορούν να ικανοποιηθούν αργότερα, στην ενηλικίωση. Τέτοιες ενήλικες εμπειρίες ικανοποίησης μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση νέων πρωτοτύπων συναισθηματικής σύνδεσης.
Ίσως η αγάπη είναι η προσπάθειά μου να σε οδηγήσω μαλακά πάλι πίσω στο εαυτό σου (Ο Μικρός Πρίγκηπας, -Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερύ-)
Η αγάπη εκπληρώνει μια σειρά ενδοψυχικών λειτουργιών. Πρώτον, το πάθος της αγάπης διευκολύνει τη μεταφορά της αρχέγονης ενέργειας από παιδικές εικόνες που κατοικούν στο ασυνείδητο, όπου η ικανοποίηση δεν είναι εφικτή, στις τρέχουσες, διαπροσωπικές σχέσεις, όπου είναι εφικτή.

Δεύτερον, η αγάπη συμβολικά επαναφέρει τις σχέσεις με τους σημαντικούς ανθρώπους της παιδικής ηλικίας. Τρίτον, η αγάπη αποκαθιστά ένα μέτρο συμβιωτικής ευδαιμονίας. Τέλος, η αγάπη θεραπεύει τα πρώιμα τραύματα και τις στερήσεις.
Η αγάπη μπορεί να αποκαταστήσει τη ναρκισσιστική ισορροπία μέσω της προβολής του ιδεώδους Εγώ στον αγαπημένο (Freud, 1914)
Η ευτυχισμένη αγάπη είναι ανακάλυψη της ζωτικής ενέργειας μέσα μας, μπορεί να αποκαταστήσει την παιδική ικανότητα για παιχνίδι, συνδέει τη ζωή της φαντασίας με την αντικειμενική πραγματικότητα στον κοινό διαπροσωπικό χώρο της φαντασίας. Όλες αυτές οι λειτουργίες, φυσικά, έχουν τις παθολογίες τους, όμως, εντός ορίων, κάθε όριο μπορεί επίσης να είναι μέρος της φυσιολογικής αγάπης.

Η αγάπη είναι συμβιβαστικός μηχανισμός, μια πολύπλοκη ενσωμάτωση διαφορετικών επιθυμιών και σχέσεων από κάθε εποχή της ανάπτυξης, μαζί με τις ισχύουσες αγωνίες και άμυνες. Έτσι λοιπόν υπάρχουν ποικιλίες αγάπης, κάθε αγάπη σχηματίζεται από διαφορετικό συνδυασμό συστατικών και από μια διαφορετική λύση των συγκρούσεων και των προκλήσεων που προκύπτουν. Όλες οι δυσκολίες της αγάπης, οι περίεργες τελετουργίες, τα υποκατάστατα, οι διαστροφές και οι παράλογες προϋποθέσεις για αγάπη, μπορούν να νοηθούν ως εκφράσεις των δυσκολιών που συναντώνται στην ενσωμάτωση αυτών των πολλών συστατικών. Δεν υπάρχει αγνή αγάπη περισσότερο από ότι υπάρχει καθαρή διαστροφή. Η ίδια η αγάπη συνεπάγεται αντιφατικές συναισθηματικές δυνάμεις και την ενσωμάτωση αυτών των δυνάμεων.
Η αγάπη είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια απλή ανακατασκευή της εμπειρίας(Bergmann, 1993)

Η αγάπη απορρίπτει τις ταμπέλες

Ο Έμερσον μιλώντας για ένα απλό αγριόχορτο, είπε ότι πρόκειται για «ένα φυτό του οποίου οι αρετές δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί».

Αναρωτιέμαι πόσους ανθρώπους έχουμε περιφρονήσει σαν αγριόχορτα, επειδή, για τον ένα ή τον άλλο λόγο, μας φάνηκε ότι δεν άξιζαν την αγάπη και την προσοχή μας.

Οι άνθρωποι με τους οποίους επιλέγουμε να συνδεθούμε είναι προφανώς προσωπικές επιλογές, και έτσι πρέπει να είναι.

Έχω την αίσθηση ωστόσο, ότι ο κόσμος θα ήταν πολύ πιο ενδιαφέρων και πολύ λιγότερο περιορισμένος αν εξετάζαμε πιο προσεκτικά τις ταμπέλες και τις δικαιολογίες που χρησιμοποιούμε για να κρατήσουμε αποστάσεις από τους άλλους.

Αν το κάναμε, μάλλον θ΄ ανακαλύπταμε ότι αυτές οι βολικές κατηγοριοποιήσεις βασίζονται σε απαρχαιωμένες κασέτες που συνεχίζουν να παίζουν μέσα στο κεφάλι μας.

Στην προσπάθειά μας να εντάξουμε σε κατηγορίες τους ανθρώπους, καταλήγουμε να ελαχιστοποιήσουμε την αξία τους ή να τους αποκλείουμε για λόγους εντελώς αβάσιμους: χρησιμοποιούμε ως κριτήριο την ηλικία, το φύλο, την κοινωνική θέση, την οικονομική κατάσταση, το χρώμα της επιδερμίδας, τη θρησκεία, την εθνικότητα…οτιδήποτε για να κρατηθούμε μακριά από όσους είναι διαφορετικοί από εμάς.

Αυτό, φυσικά, μας απαλλάσσει από τον κόπο να αναπτύσσουμε ανεξάρτητη, αυτόνομη σκέψη και να αξιολογούμε κάθε άτομο ως ξεχωριστή και άξια σεβασμού προσωπικότητα.

Είναι πολύ πιθανό οι περισσότεροι από τους ανθρώπους που συναντάμε να αξίζουν στην πραγματικότητα μεγαλύτερη προσοχή απ΄ όση τους δίνουμε.

Και ποιός ξέρει; Μπορεί να ξαφνιαστούμε ανακαλύπτοντας ότι τελικά δεν είναι αγριόχορτα, αλλά μάλλον λουλούδια, κι εμείς παραλείπαμε να σταθούμε για να τα εκτιμήσουμε….

Ο Αριστοτέλης και η αναζήτηση του αγαθού σε σχέση με τις επιστήμες

Ξεκινώντας το πρώτο βιβλίο από τα «Ηθικά Μεγάλα» ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει τη θέση της πολιτικής διάστασης της αρετής, όπως την έχει καταδείξει και στα «Ηθικά Νικομάχεια»: «Με δεδομένη την πρόθεσή μας να μιλήσουμε για την ηθική, το πρώτο μάλλον που πρέπει να εξετάσουμε είναι το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το ήθος. Θα πω, λοιπόν, κοφτά αυτό που πιστεύω: το ζήτημα του ήθους εντάσσεται στο πλαίσιο της πολιτικής και μόνον αυτής» (1181a 1.1).
 
Πράγματι, η ηθική αρετή εκτός πόλεως είναι αδύνατο να νοηματοδοτηθεί. Θα ήταν παράλογο να αποδώσει κανείς ηθικούς χαρακτηρισμούς στο λιοντάρι που ενεργεί εντελώς παρορμητικά μέσα στη ζούγκλα. Η ηθική αρετή αφορά τους ανθρώπους (και μόνο αυτούς) ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνύπαρξη, δηλαδή τη δημιουργία της πολιτικής κοινωνίας. Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «είναι αδύνατο να προβεί κανείς σε οποιαδήποτε πολιτική ενέργεια χωρίς να χαρακτηρίζεται από κάποια ηθική ποιότητα, να είναι π.χ. σπουδαίος (και σπουδαίος σημαίνει να είναι φορέας των αρετών, ενάρετος)· κατ’ ανάγκη θα ασκεί τις πολιτικές του πράξεις με ένα δεδομένο ήθος, αυτό του ενάρετου» (1181a 1.1 και 1.2).
 
Και θα ολοκληρώσει: «Τμήμα, συνεπώς, και μάλιστα αφετηρία της πολιτικής πραγματείας φαίνεται να είναι η ηθική πραγματεία· και στο σύνολό της η πραγματεία νομίζω πως δίκαια ονομάζεται πολιτική και όχι ηθική» (1181a 1.2). Η προτεραιότητα που δίνεται στον όρο «πολιτική» καταδεικνύει την ένταξη της ηθικής μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο της πολιτικής λειτουργίας. Σε τελική ανάλυση όλα γίνονται για την εξασφάλιση της συνύπαρξης, δηλαδή την εκπλήρωση των στόχων της πολιτικής: «Και, οπωσδήποτε, ανώτερη όλων των δραστηριοτήτων είναι ακριβώς η πολιτική, και κατά πάσα πιθανότητα ο δικός της σκοπός αποτελεί αγαθό» (1182b 1.10). Η ηθική είναι η προετοιμασία του εαυτού, από την πλευρά της ατομικότητας, ώστε να διασφαλιστεί η αρμονία στις σχέσεις των πολιτών, δηλαδή η κοινωνική αρμονία.
 
Αυτό όμως δεν πρέπει να εκληφθεί ως καταπίεση του ατόμου προς όφελος της πόλης. Η πόλη που καταπιέζει τους πολίτες δεν εκπληρώνει τους κανόνες της αρετής, αφού υπό αυτές τις συνθήκες δεν μπορεί να γίνει λόγος για αρμονία. Αντίθετα, πρέπει να διασφαλίζει την ελευθερία των πολιτών δημιουργώντας τις προϋποθέσεις της συλλογικής ευτυχίας. Κι αυτό έχει να κάνει με τον τρόπο της οργάνωσής της, δηλαδή με το πολίτευμα που θα υιοθετηθεί. Η δικαιοσύνη, η αξιοκρατία, η νομοθεσία που δεν υπηρετεί κανενός είδους συμφέροντα και ο σταθερός προσανατολισμός της καταπολέμησης των ακραίων οικονομικών ανισοτήτων είναι το γενικό περίγραμμα του ορθού πολιτεύματος, ασχέτως με τον αριθμό των ατόμων που ασκούν τη διακυβέρνηση – όπως έχει ξεκαθαρίσει ο Αριστοτέλης στα «Πολιτικά».

Σε αυτό το πλαίσιο της αναζήτησης το πρώτο που πρέπει να διερευνηθεί είναι η αρετή: «Φαίνεται, κατά συνέπεια, αναγκαίο να μιλήσουμε πρώτα-πρώτα για την αρετή: να βρούμε τι είναι η αρετή καθ’ εαυτήν και τι συντελεί στην απόκτησή της· γιατί ίσως είναι ανώφελο να μάθουμε απ’ τη μια τι είναι η αρετή, κι απ’ την άλλη να μη γνωρίζουμε με σιγουριά τον τρόπο και τα μέσα απόκτησής της. Η έρευνά μας, με άλλα λόγια, δεν πρέπει να περιοριστεί στην αναζήτηση της ουσίας της αρετής, αλλά να προχωρήσει και στα μέσα απόκτησής της· ο λόγος είναι, βέβαια, που μαζί με τη γνώση της αρετής θέλουμε και οι ίδιοι να γίνουμε ενάρετοι» (1181a 1.4).
 
Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ξεκάθαρο: «Συμπερασματικά: υποχρεούμαστε να γνωρίσουμε την ουσία της αρετής, μια και δεν είναι εύκολο, όταν αγνοούμε την ουσία, να μαθαίνουμε τα μέσα και τους τρόπους απόκτησης· το ίδιο δε συμβαίνει και με τις επιστήμες τέχνες;» (1181a 1.5).
 
Και βέβαια μια τέτοια διερεύνηση δε θα μπορούσε παρά να προϋποθέτει τη γνώση όλων των προηγούμενων φιλοσόφων, που ασχολήθηκαν με το συγκεκριμένο θέμα: «Πρώτος, λοιπόν, ο Πυθαγόρας αποπειράθηκε να μιλήσει για την αρετή, πλην όμως με τρόπο λανθασμένο· διότι ανήγε τις αρετές στους αριθμούς, και συνέδεε την περί αρετής θεωρία με πράγματα άσχετα μ’ αυτήν» (1181a 1.6).
 
Η αντίληψη του Πυθαγόρα ότι οι αριθμοί προϋπήρχαν έναντι οτιδήποτε άλλου τον οδήγησε στο συμπέρασμα ότι όλες οι έννοιες που τίθενται προς διερεύνηση έχουν να κάνουν με τους αριθμούς, αφού σε τελική ανάλυση τους εμπεριέχουν και εν πολλοίς τους αντανακλούν. Θα έλεγε κανείς ότι η ισορροπία των αριθμών είναι η τελική ισορροπία των πάντων, καθώς όλα ανάγονται σε αυτούς – ακόμη και το ζήτημα της ηθικής αρετής. Η άποψη αυτή δε βρίσκει σύμφωνο τον Αριστοτέλη.
 
Αμέσως μετά σειρά έχει ο Σωκράτης: «… ο Σωκράτης μίλησε πιο σωστά γι’ αυτά τα θέματα και πιο εκτεταμένα, πλην όμως με τρόπο λανθασμένο και αυτός· διότι τις αρετές τις έκανε επιστήμες, και δεν είναι δυνατόν να είναι οι αρετές επιστήμες· διότι οι επιστήμες εν γένει συνδέονται με το λόγο, και ο λόγος εντοπίζεται στο διανοητικό μέρος της ψυχής· έτσι, για τον Σωκράτη οι αρετές συλλήβδην εντοπίζονται στο διανοητικό μέρος της ψυχής, με αποτέλεσμα αυτός να αναιρεί με τις αρετές-επιστήμες το άλογο μέρος της ψυχής· κι ακόμα παραπέρα, να αναιρεί έτσι και το πάθος και το ήθος. Αυτός είναι ο λόγος που ο Σωκράτης έθιξε τα θέματα της ηθικής με τρόπο λανθασμένο» (1181a 1.7).

Σύμφωνα με τον Αριστοτέλη η ψυχή χωρίζεται στο λόγον έχον μέρος, το άλογον μέρος και το επιθυμητικόν, στο οποίο υπάρχει και το άλογον και το λόγον έχον μέρος. Τα ανθρώπινα πάθη και ήθη ανήκουν στο επιθυμητικόν μέρος του αλόγου της ψυχής και η ανάδειξη της αρετής από το Σωκράτη ως επιστήμης, αυτομάτως την κατατάσσει στο λόγον έχον μέρος ακυρώνοντας το άλογο κομμάτι της. Αυτός είναι ο λόγος που τελικά η σωκρατική εκδοχή κρίνεται ανεπαρκής κι απορρίπτεται.
 
Πιο ολοκληρωμένη, αν και όχι ακριβής, φαίνεται η προσέγγιση του Πλάτωνα: «Μετά απ’ αυτά ο Πλάτων χώρισε την ψυχή σε δύο μέρη, στο έλλογο και το άλογο· ορθώς. Και αντιστοίχισε στο καθένα τις προσήκουσες αρετές. Μέχρις εδώ, καλά· πλην όμως, μετά απ’ αυτό δεν προχώρησε σωστά. Διότι ενέταξε την αρετή στη φιλοσοφική του διδασκαλία για το Αγαθό [και τη συνέζευξε με αυτό], και βέβαια έκανε λάθος, γιατί το πρόβλημα της αρετής και το πρόβλημα του Αγαθού είναι έτερον εκάτερον. Αφού μιλούσε για τα όντα και την αλήθεια, δεν έπρεπε καθόλου να κάνει λόγο για την αρετή· τίποτε κοινό δεν έχουν το Αγαθό και η αρετή» (1181a 1.8).
 
Η ασάφεια του πλατωνικού Αγαθού που εν τέλει εμπλέκεται με το θείο και η ταύτισή του με την αρετή, που, κατά συνέπεια, αποκτά επίσης ασαφείς διαστάσεις κάθε άλλο παρά μπορούν να ικανοποιήσουν τον Αριστοτέλη. Αυτό που μένει είναι να κάνει το επόμενο βήμα ο ίδιος προς την πληρέστερη διερεύνηση του όρου: «Ο Πυθαγόρας, ο Σωκράτης και ο Πλάτων, λοιπόν, έθιξαν το θέμα μας και το προχώρησαν μέχρις αυτού του σημείου και όπως είπαμε. Αλλά, νομίζω, το επόμενο βήμα είναι να δούμε τι πρέπει εμείς να πούμε γι’ αυτά» (1181a 1.9).
 
Και φυσικά, όλα ξεκινούν και πάλι από την αρχή της τελεολογίας: «Πρώτα, λοιπόν, πρέπει να δούμε ότι για κάθε επιστήμη και δραστηριότητα υπάρχει ένας εσώτερος σκοπός (τέλος) και ότι αυτός είναι κάτι αγαθό. Με δεδομένο ότι ο σκοπός καθεμιάς από τις επιστήμες και δραστηριότητες είναι κάτι το αγαθό, είναι φανερό ότι ο σκοπός της άριστης δραστηριότητας θα είναι το άριστο αγαθό» (1181a 1.9 και 1181b 1.10).
 
Η έννοια του αγαθού τίθεται συνυφασμένα με την τελεολογία, αφού το τέλος (τελικός σκοπός) κάθε δραστηριότητας αποβλέπει σε αυτό. Και βέβαια, εφόσον η φιλοσοφία (ως αποκλειστικά ανθρώπινο έργο) οφείλει να είναι αυστηρά προσανατολισμένη στον άνθρωπο (η φιλοσοφία των άλλων όντων –αν δεχτούμε ότι υπάρχει– δεν αφορά τα ανθρώπινα), και το αγαθό, ως ζητούμενο φιλοσοφικής διερεύνησης, δεν μπορεί παρά να αποδίδεται στα μέτρα της ανθρώπινης διάστασης: «Είναι λοιπόν φανερό ότι το θέμα μας πρέπει να είναι το αγαθό, και μάλιστα το αγαθό όχι το απόλυτο και θεϊκό αλλά το ανθρώπινο (για το θεϊκό αγαθό είναι άλλη η συζήτηση και διαφορετική η έρευνα)» (1182b 1.10).
 
Κι αφού η αρετή τίθεται αλληλένδετα με το ζήτημα της πόλης, ως μέσο που θα εξασφαλίσει την τέλεια συνύπαρξη, και το αγαθό της αρετής που διερευνάται θα τεθεί επίσης μέσα στο πλαίσιο της πολιτικής συμβίωσης: «Πρέπει επομένως να μιλήσουμε για το αγαθό ως τελικό στόχο και εσώτερο σκοπό της πολιτικής συμβίωσης» (1182b 1.10).

Όμως, ακόμη και μετά τη διευκρίνιση αυτή, τα πράγματα δεν έχουν ξεκαθαριστεί πλήρως: «Αλλά κι όσον αφορά αυτό το αγαθό, πρέπει να προβούμε σε μια περαιτέρω διαίρεση. Θα μιλήσουμε για το αγαθό, αλλά με ποια έννοια; Διότι δεν είναι μονοσήμαντο το αγαθό: αγαθό ονομάζεται είτε το άριστο μέσα σε κάθε ον (το άριστο ταυτίζεται με ό,τι η ίδια η φύση του εκάστοτε όντος το οδηγεί να επιλέξει), είτε εκείνο στο οποίο τα επιμέρους αγαθά συνέβαλαν και ως εκ τούτου αποτέλεσαν αγαθά, και το οποίο ταυτίζεται με την ιδέαν του αγαθού» (1182b 1.11).
 
Με άλλα λόγια, θα μπορούσε να πει κανείς ότι υπάρχει το ατομικό αγαθό, που έχει να κάνει με τις ιδιομορφίες και τη μοναδικότητα κάθε όντος, (άλλο είναι το άριστο για τον έναν κι άλλο για τον άλλο άνθρωπο), αλλά και το αγαθό που διαγράφεται μέσα από τη συλλογικότητα όλων των ατομικοτήτων, ως υπέρτατο από κοινού αγαθό. Το ότι αγαθό για κάποιον είναι η καλλιτεχνία δε σημαίνει ότι ισχύει αυτό για όλους. Κι ευτυχώς είναι έτσι. Γιατί η πόλη δε χρειάζεται μόνο καλλιτέχνες. Από αυτή την άποψη το αγαθό της ατομικότητας εντάσσεται μέσα στο συλλογικό αγαθό που θα προσφέρει το σύνολο της πόλης.
 
Όμως και πάλι τα πράγματα δεν έχουν τεθεί με ακρίβεια, αφού το συλλογικό αγαθό, όπως φανερώνεται από τη συλλογικότητα της πόλης ως σύνολο των ατομικών αγαθών, δεν αποτελεί την ιδέα του αγαθού: «Άραγε πρέπει να μιλήσουμε για την ιδέαν του αγαθού; Ή μήπως δεν πρέπει, κι αν είναι καλύτερο να μιλήσουμε για το αγαθό μόνο ως αυτό το κοινό το οποίο ενυπάρχει στα όντα και είναι αγαθό για όλα τα όντα;» (1182b 1.12).
 
Κι εδώ βρισκόμαστε σε έναν ακόμη διαχωρισμό του αγαθού, αφού το κοινό αγαθό που «ενυπάρχει στα όντα και είναι αγαθό για όλα τα όντα» δεν μπορεί να ταυτιστεί με την έννοια του συλλογικού αγαθού που πρεσβεύει η πόλη. Αγαθό για όλα τα όντα είναι η διατροφή και γενικά οτιδήποτε είναι σε θέση να τα διατηρήσει στη ζωή, ενώ το συλλογικό αγαθό της πόλης είναι αδύνατο να περιοριστεί σε ένα τέτοιο στενό πλαίσιο. Το συλλογικό αγαθό της πόλης δεν αφορά μόνο την εκπλήρωση των βιολογικών αναγκών (ζην), αλλά την πραγμάτωση όλων των αναγκών του ανθρώπου (ευ ζην) εξασφαλίζοντας την παιδεία, τη δικαιοσύνη, την ασφάλεια, ακόμη και τις μεταφυσικές ανθρώπινες ανησυχίες.
 
Θα έλεγε κανείς ότι το από κοινού αγαθό με την έννοια του ζην αφορά τόσο τους ανθρώπους όσο και τα ζώα, ενώ το συλλογικό αγαθό που εξασφαλίζεται στην πόλη είναι και πάλι από κοινού, αλλά αφορά μονάχα τους ανθρώπους, ως πραγμάτωση του ευ ζην. Ωστόσο, με όποια έννοια κι αν αποδοθεί το από κοινού αγαθό και πάλι δεν μπορεί να ταυτιστεί με την ιδέα του αγαθού: «Και βέβαια όλοι θα συμφωνούσαν πως αυτό το κοινό είναι κάτι διαφορετικό από την ιδέαν του αγαθού: η ιδέα είναι κάτι αυθυπόστατο και αυθύπαρκτο, ενώ το κοινό αγαθό έχει τον τρόπο της ύπαρξής του μέσα στο καθένα από όλα τα όντα, και συνεπώς δεν μπορεί να ταυτιστεί με το αυθυπόστατο αγαθό. Σίγουρα, το αυθυπόστατο και αυθύπαρκτο δε θα μπορούσε ποτέ να είναι αυτό που έχει τον τρόπο της ύπαρξής του αλλού, μέσα στο καθένα από όλα τα όντα» (1182b 1.12).
 
Το αγαθό που ενυπάρχει μέσα στα όντα και που κατ’ επέκταση χάνεται με το θάνατό τους δε θα μπορούσε να αποδώσει την ιδέα του αγαθού, που ως αυθύπαρκτη, δηλαδή ανεξάρτητη, δε θα μπορούσε παρά να τεθεί ως προαιώνια αρχή που εν τέλει ορίζει την ύπαρξη. Κι αφού έχουν ξεκαθαριστεί οι έννοιες του από κοινού αγαθού και της ιδέας, το ερώτημα είναι με ποιο είδος πρέπει να ασχοληθεί ο Αριστοτέλης;
 
Το βέβαιο είναι ότι το από κοινού αγαθό είναι κοινό όπως αποδεικνύεται από τον ορισμό και την επαγωγή: «αυτό είναι κοινό, στο βαθμό που το αποδίδουν ως τέτοιο ο ορισμός και η επαγωγή· και ο ορισμός ενός πράγματος αποσκοπεί, πρώτον, στην απόδοση της ουσίας του, ότι, π.χ., αποτελεί αγαθό ή κακό ή οτιδήποτε άλλο. Ο ορισμός, δεύτερον, ορίζει και ένα συγκεκριμένο αγαθό ως καθολικό αγαθό: αυτό μάλλον που προτιμάται ως αυτοσκοπός» (1182b 1.13).
 
Ο Βασίλειος Μπετσάκος στα σχόλια παραθέτει: «… ο ορισμός του αγαθού στον οποίο αναφέρονται τα ΗΜ αποδίδει το αγαθό ως γενική, ενιαία και αφηρημένη έννοια γένους στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα επιμέρους αγαθά του κάθε επιμέρους όντος. Μπορεί να είναι διαφορετικό το αγαθό εκάστου όντος αλλά η έννοια του αγαθού είναι μία». Όσο για την επαγωγή, αφορά το γενικευμένο συμπέρασμα που προκύπτει από την εξέταση επιμέρους-ειδικών περιπτώσεων. Η επαγωγική μέθοδος θα λέγαμε ότι είναι η κατ’ εξοχήν μέθοδος που ακολουθεί ο Αριστοτέλης, καθώς, ως εμπειριστής, λαμβάνει πολύ σοβαρά τις ειδικές συμπεριφορές κάθε πράγματος που παρατηρεί, προκειμένου να εξάγει, εάν είναι αυτό δυνατό, καθολικά συμπεράσματα.
 
Η διευκρίνιση «το αγαθό το αποδίδει ο ορισμός και όχι η εκάστοτε επιστήμη ή δραστηριότητα» (1182b 1.14) θα τεκμηριωθεί με τα παραδείγματα του γιατρού και του οικοδόμου: «Πράγματι, ούτε ο γιατρός ούτε ο οικοδόμος λένε ότι η υγεία ή αντίστοιχα ή οικεία είναι αγαθό· ο πρώτος λέει μόνο ποιο πράγμα είναι υγιεινό, και ο δεύτερος ποιο πράγμα βοηθάει στο χτίσιμο της οικείας. Συμπέρασμα ολοφάνερο: ούτε η πολιτική είναι αρμόδια να μιλήσει για το αγαθό το κοινό για όλα τα όντα. Είναι και η πολιτική μία ανάμεσα στις υπόλοιπες επιστήμες-τέχνες, και το κοινό αγαθό δεν έχει αρμοδιότητα να το διαπιστώσει ως δικό της εσώτερο σκοπό καμιά δραστηριότητα και καμιά επιστήμη· άρα ούτε η πολιτική μπορεί να μιλήσει για το κοινό αγαθό, αυτό που αποδίδει ο ορισμός» (1182b 1.14 και 1182b 1.15).
 
Και υπάρχει κι ένας ακόμη λόγος, που η εκάστοτε επιστήμη είναι αδύνατο να προσεγγίσει την έννοια του από κοινού αγαθού: «Διότι το αγαθό συναντάται σε κάθε μία από τις κατηγορίες τρόπων ύπαρξης, και στο τι είναι κάτι (στην κατηγορία της ουσίας) και στην ποιότητα και στην ποσότητα και στο χρόνο και στη συσχέτιση, με ένα λόγο σε όλες τις κατηγορίες. Οπωσδήποτε, το αγαθό από την άποψη του χρόνου, όσον αφορά την ιατρική το ξέρει ο γιατρός, ενώ όσον αφορά τη διακυβέρνηση του πλοίου ο πλοίαρχος, και όσον αφορά την κάθε επιστήμη ο κάθε ειδήμων. Πότε πρέπει να μπει μαχαίρι το ξέρει ο γιατρός, ενώ πότε ήρθε η ώρα του απόπλου ο πλοίαρχος. Και σε κάθε επιστήμη ο εκάστοτε ειδήμων θα αποκτήσει γνώση για το δικό του αγαθό» (1183a 1.18 και 1183a 1.19).
 
Από τη στιγμή που κάθε επιστήμη γνωρίζει το αγαθό με τρόπο αποκομμένο κι όχι ως σύνολο (όλοι γνωρίζουν το αγαθό σε σχέση με το χρόνο όσον αφορά μονάχα τη δική τους δραστηριότητα), είναι φανερό ότι οι επιστήμες δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ένα συμπέρασμα για την ουσία του από κοινού αγαθού.
 
Το τελικό συμπέρασμα τίθεται με σαφήνεια: «Κατά συνέπεια γίνεται φανερό ότι ο λόγος πρέπει να αφορά στο αγαθό με την έννοια του αρίστου, και μάλιστα του αρίστου για τον άνθρωπο. Και μπορεί κανείς να δει καθαρά το καθολικό αγαθό: ότι δεν είναι έργο μιας επιστήμης ή δεξιότητας να εξετάσει το εκάστοτε επιμέρους αγαθό» (1183a 1.18).
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Μεγάλα, βιβλίο πρώτο

ΥΠΑΡΧΕΙ ΑΠΟΛΑΥΣΗ ΣΤΟ ΚΛΑΜΑ

Η αδυναμία της [ανθρώπινης] κατάστασής μας σημαίνει πως δεν είμαστε σε θέση να κάνουμε συνήθη χρήση κανενός πράγματος στη φυσική και απέριττη καθαρότητά του. Τα στοιχεία που απολαμβάνουμε είναι διαβρωμένα, το ίδιο με τα μέταλλα· ακόμα και το χρυσό πρέπει να το νοθεύσουμε με κάποια άλλη ουσία για να τον κάνουμε κατάλληλο να μας εξυπηρετήσει.

Ούτε η απλή αρετή, που ο Αρίστων και ο Πύρρων, καθώς και οι Στωικοί επίσης έθεσαν σκοπό της ζωής, μπορεί να ικανοποιήσει αυτόν το στόχο δίχως κάποια πρόσμειξη, το ίδιο και ο ηδονισμός [που πρέσβευαν] οι Κυρηναϊκοί φιλόσοφοι και ο Αρίστιππος.

Από τις χαρές και τα αγαθά που έχουμε, δεν υπάρχει ούτε ένα απαλλαγμένο από κάποια πρόσμειξη κακού και δυσαρέσκειας.

Κατευθείαν απ’ την πηγή των απολαύσεων
κάτι πικρό αναβρύζει, που μας αγγουσεύει ως και καταμεσίς
στα λουλούδια. (ΛΟΥΚΡΗΤΙΟΣ)

Η υπέρτατη των απολαύσεών μας μοιάζει κάπως με στεναγμό και οιμωγή. Δεν θα λέγατε πως πεθαίνει από οδύνη; Όταν μάλιστα πλάθουμε την εικόνα της στον ύψιστο βαθμό της, τη φτιασιδώνουμε με αρρωστιάρικα επίθετα και οδυνηρές ιδιότητες: λάγγεμα, ατονία, αδυναμία, λιποθυμία, μέγιστη απόδειξη πως είναι ιδιότητες ομόαιμες και ομοούσιες.

Η βαθιά χαρά έχει περισσότερη αυστηρότητα παρά ευθυμία, η άκρα και πλήρης ικανοποίηση περισσότερη νηφαλιότητα παρά ξεφάντωμα.

Ακόμα κι η ευτυχία μάς συντρίβει, αν δεν μετριάζεται. Η ευφροσύνη μάς συνθλίβει. (ΣΕΝΕΚΑΣ)

Το ίδιο εννοεί και ένας αρχαίος στίχος, όταν λέει: “Οι θεοί μάς πουλούν όλα τα καλά που μας δίνουν”, δηλαδή δεν μας δίνουν κανένα καθαρό και τέλειο και που να μην το πληρώνουμε με κάποιο κακό. (ΞΕΝΟΦΩΝ)

Ο μόχθος και η ευχαρίστηση, πολύ ανόμοια από τη φύση τους συνάπτονται με κάποιο ανεξήγητο φυσικό αρμολόγημα.

Ο Σωκράτης λέει πως κάποιος θεός δοκίμασε να σμίξει και να ανακατώσει τον πόνο και την απόλαυση, αλλά μην μπορώντας να τα καταφέρει, αποφάσισε να τα ζευγαρώσει από την ουρά τουλάχιστον. (ΠΛΑΤΩΝ, ΦΑΙΔΩΝ)

Ο Μητρόδωρος έλεγε πως η λύπη νοθευόταν από κάποια ευχαρίστηση. Δεν ξέρω αν ήθελε να πει κάτι άλλο, αλλά από τη μεριά μου φαντάζομαι πράγματι πως υπάρχει ένα στοιχείο πρόθεσης, συγκατάθεσης και αυταρέσκειας στο να τρέφεται κανείς από μελαγχολία (και αφήνω στην άκρη τη φιλοδοξία, που και αυτή μπορεί να ανακατευτεί με τη μελαγχολία). Υπάρχει κάποια χροιά φινέτσας και λεπτότητας που μας χαμογελάει και μας κολακεύει ακόμα και όταν είμαστε αγκαλιά της μελαγχολίας. Μήπως δεν υπάρχουν κάποιοι χαρακτήρες που την έχουν για μοναδική τροφή τους;

Υπάρχει απόλαυση στο κλάμα. (ΟΒΙΔΙΟΣ)

Η φύση μάς αποκαλύπτει αυτή τη νόθευση: οι ζωγράφοι υποστηρίζουν πως οι κινήσεις που δημιουργούν ρυτίδες στο πρόσωπο όταν δείχνουμε πως κλαίμε, φτιάχνουν τις ίδιες ρυτίδες όταν δείχνουμε πως γελάμε. Πράγματι: προσέξτε πώς προχωρεί η ζωγραφιά πριν οι πινελιές σκιαγραφήσουν εντέλει τη μια ή την άλλη συγκίνηση: δεν θα πάψετε να αμφιβάλλετε προς ποια από τις δύο τείνει. Και όταν ξεκαρδιζόμαστε, το γέλιο μας ανακατεύεται με τα δάκρυα.

Δεν υπάρχει κακό δίχως αντιστάθμισμα. (ΣΕΝΕΚΑΣ, Επιστολές. Πρόκειται για το ελληνικό “ οὐδέν κακόν ἀμιγές καλοῦ”).

Όταν με ευσυνειδησία εξομολογούμαι στον εαυτό μου, βρίσκω πως η καλύτερη καλοσύνη που έχω μέσα μου, έχει κάποια κηλίδα κακού. Και φοβάμαι πως ο Πλάτων, ακόμα και στην πλέον ανθούσα αρετή του (και το λέω εγώ που είμαι ο ειλικρινέστερος και πιστότερος θαυμαστής της Αρετής, καθώς και όλων των παρόμοιας υφής αρετών), αν την αφουγκραζόταν από κοντά (και την αφουγκραζόταν από κοντά) θα είχε πιάσει κάποιον παράταιρο ήχο ανθρώπινης νόθευσης, ήχο σκοτεινό όμως, που μόνος αυτός θα έπιανε. Ο άνθρωπος, σε όλα και παντού, δεν είναι παρά μπαλώματα και παρδαλοχρωμία.

Ακόμα και οι νόμοι της δικαιοσύνης δεν μπορούν να σταθούν δίχως κάποια πρόσμιξη αδικίας· και ο Πλάτων λέει πως επιχειρούν να κόψουν το κεφάλι της Ύδρας εκείνοι που έχουν την αξίωση να αφαιρέσουν από τους νόμους όλα τα στραβά και όλα τα μειονεκτήματα (νομοθετοῦντές τε οἶα ἄρτι διήλθομεν καί ἐπανορθοῦντες, ἀεί οἰόμενοί τι πέρας εὑρήσειν περί τά ἐν τοῖς συμβολαίοις κακουργήματα καί περί ἅ νυνδή ἐγώ ἔλεγον, ἀγνοοῦντες ὅτι τῶ ὂντι ὥσπερ Ὕδραν τέμνουσιν. ΠΛΑΤΩΝ, Πολιτεία, 426e)

Εκείνοι ήταν καιροί που η ευφυΐα βρισκόταν στην κορύφωσή της

Υπήρχαν πολλοί φιλόσοφοι την εποχή του Βούδα. Ποτέ άλλοτε δεν συνέβη τέτοιο άνθισμα της διάνοιας, όπως συνέβη εκείνη την εποχή.

Και όχι μόνο στην Ινδία, αλλά σε ολόκληρο τον κόσμο. Υπήρχε ο Βούδας, υπήρχε ο Μαχαβίρας, ο Πραμπούτα Κατγιαγιάν, ο Ατζίτ Κεσακαμπάλ, μεγάλοι φιλόσοφοι, ο Μακάλι Γοσπάλ, σπάνια διάνοια, ο Σαντζάβ Βιλετιπούτα και πολλοί άλλοι βρίσκονταν στο Μπιχάρ.

Τώρα τα ονόματά τους δεν είναι πολύ γνωστά, επειδή δεν δημιούργησαν καμία σχολή.

Ακριβώς την ίδια εποχή, στην Ελλάδα υπήρχε ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης – οι τρεις που δημιούργησαν το δυτικό νου.

Ακριβώς την ίδια εποχή, στην Κίνα υπήρχε ο Κομφούκιος, ο Λάο Τσου, ο Τσουάνγκ Τσου, ο Μένκιος. Φαίνεται ότι σε ολόκληρο τον κόσμο, ο νους βρισκόταν στη κορύφωσή του, στο δικό του Έβερεστ.

Υπάρχουν μόνο τρεις πολιτισμοί: ο Ελληνικός, ο Κινέζικος και ο Ινδικός.

Μόνο τρεις πολιτισμοί υπάρχουν.

Όλοι οι άλλοι είναι απλώς παράγωγα.

Ολόκληρη η Δύση γεννήθηκε με τον Ελληνικό νου, στην Αθήνα.

Ολόκληρος ο Κινέζικος πολιτισμός, ένας εντελώς διαφορετικός τύπος πολιτισμού, εμφανίστηκε από την αντιπαράθεση του Κομφούκιου και του Λάο Τσου και όλα αυτά που είναι όμορφα στην Ινδία βγήκαν από το Βούδα και το Μαχαβίρα. Και όλοι αυτοί οι άνθρωποι υπήρξαν σε μια και μοναδική στιγμή της ιστορίας.

Οι ιστορικοί λένε ότι η ιστορία κινείται σαν τροχός. Υπάρχουν στιγμές που η ευφυΐα βρίσκεται στην κορύφωσή της και υπάρχουν στιγμές που η ευφυΐα καταποντίζεται. Εκείνοι ήταν καιροί που η ευφυΐα βρισκόταν στη κορύφωσή της. Οι φιλόσοφοι ήταν πολλοί, ιδιαίτερα στην Ινδία. Ολόκληρη η χώρα φιλοσοφούσε. Οι άνθρωποι πήγαιναν από τη μία γωνιά στην άλλη, αναζητώντας την αλήθεια – εκατομμύρια αναζητητές!

Μόνο όταν υπάρχουν εκατομμύρια αναζητητές, τότε μπορούν να φωτιστούν μερικοί, επειδή είναι κάτι σαν πυραμίδα.

Και εκείνες τις μέρες, όταν παντού είχαν δημιουργηθεί συστήματα – και τόσο σύνθετα συστήματα, που ποτέ δεν υπήρξε κάτι για να συγκριθεί μαζί τους…

Οι ιστορικοί της φιλοσοφίας και της θρησκείας λένε ότι εκείνη την εποχή, η Ινδία γνώριζε όλα όσα είναι γνωστά στη φιλοσοφία, κάθε απόχρωση, κάθε λεπτή διαφορά της σκέψης, κάθε προσέγγιση.

Η Ινδία έχει δει όλα τα μονοπάτια και τις πιθανότητες και κάθε πιθανότητα έχει τελειώσει. Τώρα, από εκείνη την εποχή, δεν υπάρχει τίποτα καινούργιο στη φιλοσοφία. Και αν νομίζεις ότι υπάρχει κάτι καινούργιο, αυτό σημαίνει απλώς ότι δεν είσαι αρκετά εξοικειωμένος με την Ινδία.

Δεν έχει υπάρξει τίποτα καινούργιο από την εποχή του Βούδα, επειδή εκείνη την εποχή ερευνήθηκαν τα πάντα. Σχεδόν κάθε πιθανότητα τέλειωσε.

Και αν νομίζεις… Στη Δύση, πολλοί άνθρωποι αντιλαμβάνονται κάτι και νομίζουν ότι δίνουν κάτι καινούργιο. Φαίνεται καινούργιο, επειδή δεν είναι εξοικειωμένοι με αυτό, δεν το γνωρίζουν. Και τώρα όλος αυτός ο θησαυρός είναι κρυμμένος στα σανσκριτικά και στις γλώσσες πάλι και πράκριτ, που είναι γλώσσες που δεν χρησιμοποιούνται, που είναι νεκρές.

Κάθε απόχρωση σκέψης όμως…

Για παράδειγμα, όταν ο Φρόυντ είπε για πρώτη φορά ότι “υποπτεύομαι ότι ο συνειδητός νους δεν είναι ολόκληρος ο νους. Στο βάθος, κάτω από το συνειδητό υπάρχει ένα υποσυνείδητο επίπεδο. Και ακόμα πιο πέρα από αυτό, υποπτεύομαι ότι υπάρχει ένα ασυνείδητο επίπεδο”, νόμιζε πως ήταν πολύ επαναστατική ανακάλυψη.

Την εποχή του Βούδα όμως, αυτό ήταν ήδη γνωστό. Και όχι μόνο αυτό.

Ο Βούδας μιλάει για ακόμα περισσότερα επίπεδα. Μιλάει για τα επτά επίπεδα του νου. Αυτά τα τρία υπάρχουν, όπως είπε και ο Φρόυντ, αλλά υπάρχουν και τέσσερα επιπλέον. Και αν έχει δίκιο για τα τρία, υπάρχει κάθε πιθανότητα να έχει δίκιο και πέρα από αυτά, επειδή βρίσκεται στο σωστό δρόμο.

Τότε, ο Γιουνγκ δήλωσε ότι πέρα από το ασυνείδητο φαίνεται ότι υπάρχει το συλλογικό ασυνείδητο. Αυτό είναι το τέταρτο επίπεδο του Βούδα. Τώρα ολόκληρη η ψυχολογία έχει έρθει στο τέταρτο επίπεδο.

Και για τα τέσσερα αυτά έχει μιλήσει ο Βούδας.

Υπάρχουν όμως τρία επιπλέον.

Αργά ή γρήγορα θα τα ανακαλύψουμε.

Παίγνιο δειλίας ή αλλιώς το παιχνίδι «Περιστέρι-Γεράκι».

Εξελικτικά Σταθερή Στρατηγική (ΕΣΣ) είναι μια στρατηγική η οποία, αν υιοθετηθεί από έναν πληθυσμό, δεν μπορεί να υποστεί εισβολή από μια διαφορετική (μεταλλαγμένη) στρατηγική διότι σταθεροποιείται μέσω των διεργασίων της φυσικής επιλογής. Μπορούμε να εκφράσουμε διαφορετικά αυτή την ιδέα αν πούμε ότι η καλύτερη στρατηγική για ένα μεμονωμένο άτομο εξαρτάται από αυτό που κάνουν τα περισσότερα άτομα του πληθυσμού. Επειδή το υπόλοιπο του πληθυσμού αποτελείται και αυτό από μεμονωμένα άτομα, και το καθένα προσπαθεί να μεγιστοποιήσει τα δικά του κέρδη, η μόνη στρατηγική που σταθεροποιείται είναι αυτή η οποία, μόλις εμφανιστεί διαμέσου της εξέλιξης, δεν μπορεί να βελτιωθεί περισσότερο από κάποιο άτομο που αποκλίνει από τη συγκεκριμένη στρατηγική. Ύστερα από μια περιβαλλοντική αλλαγή μπορεί να υπάρξει μια σύντομη περίοδος αστάθειας στην εξέλιξη ή ακόμη και διακύμανση στον πληθυσμό. Μόλις όμως επιτευχθεί κάποια εξελικτικά σταθερή στρατηγική, αυτή σταθεροποιείται. Η φυσική επιλογή θα «τιμωρήσει» κάθε εκτροπή. Όταν, όμως, διαδραματίζονται σημαντικής κλίμακας μεταβολές στο εξωτερικό περιβάλλον, τότε τροποποιούνται οι ίδιες οι εξελικτικές πιέσεις, δηλαδή οι δυνάμεις της φυσικής επιλογής, οπότε σε αυτήν την περίπτωση η θεωρία των ΕΣΣ δεν ισχύει.
 
Το παιχνίδι «Περιστέρι-Γεράκι»
 
Η πρώτη παρουσίαση μιας εκδοχής του παιχνιδιού «Περιστέρι-Γεράκι», στο πεδίο της βιολογίας, έγινε το 1973 από τους John Maynard Smith και George Price σε ένα άρθρο τους στο περιοδικό Nature με τίτλο «The logic of animal conflict». Ο παραδοσιακός πίνακας πληρωμής για το παιχνίδι είναι ο εξής:
 
Περιστέρι
Γεράκι
Περιστέρι
V/2, V/20, V
Γεράκι
V, 0(V-C)/2, (V-C)/2
 
όπου V είναι η αξία του πόρου για τον οποίο γίνεται η διαμάχη και C το κόστος της διαμάχης για την απόκτηση του πόρου. Θεωρούμε ότι η αξία του πόρου είναι πάντα μικρότερη από το κόστος της μάχης (δηλαδή C > V > 0). Στην περίπτωση που C ≤ V, το παιχνίδι που προκύπτει έχει εντελώς διαφορετική εξέλιξη. Η ακριβής τιμή του αποτελέσματος της συνάντησης περιστέρι με περιστέρι ποικίλει ανάμεσα στα διάφορα μοντέλα. Κάποιες φορές η αξία του πόρου μοιράζεται ακριβώς στη μέση (V/2), ενώ άλλες φορές και τα δύο άτομα παίρνουν 0, αφού θεωρούμε ότι επιδίδονται σε ένα πόλεμο επίδειξης από το οποίο τελικά δεν ωφελείται κανένα.

Στο βιβλίο του «Το εγωιστικό γονίδιο», ο Richard Dawkins αναφέρει σχετικά με το παιχνίδι «Περιστέρι-Γεράκι»:

«Ας εξετάσουμε ένα από τα απλούστερα υποθετικά παραδείγματα του Maynard Smith. Ας υποθέσουμε ότι σε κάποιο πληθυσμό ενός συγκεκριμένου είδους υπάρχουν μόνο δύο τύποι στρατηγικής μάχης: του γερακιού και του περιστεριού. (Τα ονόματα έχουν συμβατικό χαρακτήρα και δεν σχετίζονται με τις συνήθειες των εν λόγω πουλιών. Στην πραγματικότητα, τα περιστέρια είναι μάλλον επιθετικά πουλιά). Κάθε άτομο του υποθετικού πληθυσμού μας ταξινομείται ως γεράκι ή περιστέρι. Τα γεράκια μάχονται πάντα ασυγκράτητα και όσο σκληρότερα μπορούν. Υποχωρούν μόνο όταν πληγωθούν σοβαρά. Τα περιστέρια απλώς απειλούν με αξιοπρεπή συμβατικό τρόπο, χωρίς ποτέ να πληγώνουν κανένα. Αν ένα γεράκι επιτεθεί σ’ ένα περιστέρι, το τελευταίο απομακρύνεται αμέσως και συνεπώς δεν πληγώνεται. Αν ένα γεράκι επιτεθεί σε άλλο γεράκι, η μάχη που θα επακολουθήσει θα συνεχιστεί ωσότου ένα από τα δύο πληγωθεί σοβαρά ή θανάσιμα. Αν ένα περιστέρι συναντήσει κάποιο άλλο περιστέρι κανένα τους δεν πληγώνεται. Το καθένα κάνει διάφορα καμώματα απέναντι στο άλλο για αρκετή ώρα, ώσπου κάποιο να βαρεθεί ή να αποφασίσει να μην ασχοληθεί άλλο, οπότε υποχωρεί. Προς το παρόν υποθέτουμε ότι κάθε άτομο δεν μπορεί να ξέρει από πριν αν ένας συγκεκριμένος αντίπαλος είναι γεράκι ή περιστέρι. Αυτό το ανακαλύπτει μόνο την ώρα της μάχης και δεν θυμάται τίποτε από προηγούμενες συμπλοκές με συγκεκριμένους αντιπάλους ώστε να βγάλει κάποιο συμπέρασμα».
 
Συμμετρικοί αγώνες

 Με κάποια εντελώς αυθαίρετα κριτήρια ας βαθμολογήσουμε τους αντιπάλους σύμφωνα με τον παρακάτω πίνακα:
 
Περιστέρι
Γεράκι
Περιστέρι
0, 0-1 στο περιστέρι, +1 στο γεράκι
Γεράκι
+1 στο γεράκι, -1 στο περιστέρι-10, -10
 
Αυτό που έχει σημασία είναι ότι δεν μας ενδιαφέρει αν τα γεράκια νικούν όταν οι αντίπαλοί τους είναι περιστέρια. Αυτό το ξέρουμε. Σε αυτήν την περίπτωση νικούν πάντα τα γεράκια. Αυτό που θέλουμε να μάθουμε είναι ποια από τις δύο στρατηγικές είναι εξελικτικά σταθερή: του γερακιού ή του περιστεριού; Αν από αυτές τις δύο στρατηγικές μόνο η μία είναι ΕΣΣ, τότε πρέπει να περιμένουμε ότι αυτή θα εξελιχθεί σε ΕΣΣ. Θεωρητικά, είναι δυνατό να υπάρχουν δύο εξελικτικά σταθερές στρατηγικές. Αυτό θα συνέβαινε αν η καλύτερη στρατηγική για κάθε συγκεκριμένο άτομο ήταν να κάνει ό,τι κάνουν τα περισσότερα άτομα του πληθυσμού, ανεξάρτητα από το αν η στρατηγική τους είναι του γερακιού ή του περιστεριού. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο πληθυσμός θα έτεινε να καθηλωθεί στη σταθερή κατάσταση που θα παρουσιαζόταν πρώτη.
 
Παρατηρούμε ότι τα περιστέρια τα έχουν πάει σαφώς καλύτερα από τα γεράκια», τόσο σε ατομικό όσο και σε ομαδικό επίπεδο. Τα γεράκια μπορεί να πλεονεκτούν όταν έρχονται αντιμέτωπα με περιστέρια, αλλά έχουν μεγάλες απώλειες όταν συναντιόνται μεταξύ τους.
 
Αν δούμε αυτό το παιχνίδι υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού για περιορισμένους πόρους και της φυσικής επιλογής, καταλαβαίνουμε ότι δεν ευνοούνται στρατηγικές έντονου ανταγωνισμού για ένα πόρο, γιατί τα μέλη των ειδών που υιοθετούν τέτοιες στρατηγικές θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις όταν έρθουν αντιμέτωπα μεταξύ τους. Αντίθετα, στρατηγικές υποχώρησης είναι πιο συμφέρουσες γιατί οδηγούν σε αμοιβαία εκμετάλλευση των πόρων με μικρότερο κόστος, αφού όταν το περιστέρι συναντήσει αντίπαλό αποφεύγει να έρθει σε σύγκρουση.

Όμως, καμιά από αυτές τις δύο στρατηγικές, του γερακιού ή του περιστεριού, δεν φαίνεται να είναι από μόνη της εξελικτικά σταθερή. Σε ένα πληθυσμό που αποτελείται μόνο από περιστέρια μόλις εισαχθεί ένα γεράκι θα έχει απίστευτο πλεονέκτημα αφού θα νικάει πάντα. Θα αρχίσουν, λοιπόν, να επικρατούν τα γονίδια του και ο αριθμός των γερακιών θα αυξηθεί στον γενικό πληθυσμό. Τότε, όμως, θα υπάρχει έντονος ανταγωνισμός μεταξύ των γερακιών οπότε τα περιστέρια θα βρίσκονται σε πλεονεκτική θέση. Έτσι, θα υπάρξει κάποια περιοδική μεταβολή του πληθυσμού.
 
Εντούτοις, αυτή η ταλάντωση δεν είναι υποχρεωτικό να είναι συνεχής. Υπάρχει μια κατάσταση όπου ο λόγος του αριθμού των γερακιών προς τον αριθμό των περιστεριών παραμένει σταθερός και η τιμή αυτού του λόγου μπορεί να υπολογιστεί με βάση τις τιμές του πίνακα βαθμολογίας. Έτσι, η ΕΣΣ για το παιχνίδι Περιστέρι-Γεράκι αποτελεί στην ουσία μια μεικτή στρατηγική. Μάλιστα, πρέπει να τονίσουμε ότι, σε θεωρητικό επίπεδο, δεν υπάρχει διαφορά εάν αυτή η μεικτή στρατηγική προκύπτει από ένα πληθυσμό από διαφορετικά άτομα που έχουν διακριτούς ρόλους (περιστέρι ή γεράκι) ή από ένα πληθυσμό με άτομα που εναλλάσσουν τις δύο στρατηγικές με βάση ορισμένη αναλογία. Σε βιολογικό επίπεδο, βέβαια, οι δύο ιδέες είναι εντελώς διαφορετικές.
 
Μη συμμετρικοί αγώνες
 
Ως τώρα εξετάσαμε μόνο τους αγώνες που ο Maynard Smith τους ονομάζει «συμμετρικούς». Αυτό σημαίνει πως δεχτήκαμε ότι οι αντίπαλοι είναι σε όλα όμοιοι, εκτός από την αγωνιστική στρατηγική τους. Υποθέσαμε ότι τα γεράκια και τα περιστέρια είναι εξίσου δυνατά, ότι είναι προικισμένα με τα ίδια όπλα και τις ίδιες αρματωσιές και ότι η νίκη θα τους αποφέρει το ίδιο κέρδος. Όλα αυτά είναι βολικές υποθέσεις για να φτιάξουμε ένα μοντέλο, που όμως δεν είναι πολύ ρεαλιστικό. Οι Parker και Smith μελέτησαν και «μη συμμετρικούς» αγώνες. Ίσως το σημαντικότερο είδος μη αυθαίρετης ασυμμετρίας είναι το μέγεθος και η γενική αγωνιστική ικανότητα. Το μεγάλο μέγεθος δεν είναι υποχρεωτικά η σημαντικότερη ιδιότητα για να νικά κανείς πάντα στους αγώνες, ίσως όμως είναι μία από αυτές.
 
Για παράδειγμα, αν τα άτομα διαφέρουν σε μέγεθος και αγωνιστική ικανότητα, και κάθε άτομο είναι σε θέση να συγκρίνει το μέγεθος του αντιπάλου με το δικό του, αυτό επηρεάζει την εμφανιζόμενη ΕΣΣ; Σε ένα άλλο παιχνίδι, λοιπόν, θεωρούμε ότι τα άτομα έχουν διαφορετικά μεγέθη. Έτσι ένα μεγάλο γεράκι θα υπερισχύσει ενός μικρού, ένα μεγάλο περιστέρι θα υπερισχύσει ενός μικρού και ένα μεγάλο περιστέρι θα υπερισχύσει ενός μικρού γερακιού.
 
Οι βαθμολογίες προσαρμόζονται ανάλογα, όπως φαίνεται στον παρακάτω πίνακα.
 
Περιστέρι μεγάλο
Περιστέρι μικρό
Γεράκι μεγάλο
Γεράκι μικρό
Περιστέρι μεγάλο
0, 0+1 στο μεγάλο περιστέρι
0 στο μικρό περιστέρι
+0,5 στο γεράκι
+0,5 στο περιστέρι
+1 στο περιστέρι
0 στο γεράκι
Περιστέρι μικρό
+1 στο μεγάλο περιστέρι
0 στο μικρό περιστέρι
0, 0+1 στο γεράκι
-1 στο περιστέρι
+0,5 στο γεράκι
+0,5 στο περιστέρι
Γεράκι μεγάλο
+0,5 στο γεράκι
+0,5 στο περιστέρι
+1 στο γεράκι
-1 στο περιστέρι
-10, -10+1 στο μεγάλο γεράκι
0 στο μικρό γεράκι
Γεράκι μικρό
+1 στο περιστέρι
0 στο γεράκι
+0,5 στο γεράκι
+0,5 στο περιστέρι
+1 στο μεγάλο γεράκι
0 στο μικρό γεράκι
-10, -10
 
Σε αυτή την εκδοχή καλύτερα από όλους έχουν πάει τα μεγάλα περιστέρια. Ακόμη και τα μικρά περιστέρια τα πάνε καλύτερα σε σύγκριση με τα γεράκια, για τους ίδιους ακριβώς λόγους που έχουμε ήδη αναφέρει. Αλλά, είναι επίσης ενδιαφέρον το γεγονός ότι τα γεράκια έχουν περιορίσει θεαματικά τις απώλειες τους. Για την ακρίβεια, όλα τα άτομα και οι ομάδες, είτε πρόκειται για περιστέρια είτε για γεράκια, μικρά και μεγάλα, τα πάνε πολύ καλύτερα σε σχέση με τον πρώτο γύρο όπου δεν είχαμε διαφοροποιήσεις στο μέγεθος. Αυτό είναι ενδεικτικό ότι η μεγαλύτερη ποικιλομορφία σε ένα πληθυσμό, συμβάλλει στη δημιουργία πιο σύνθετων και -σε μερικές περιπτώσεις- πιο σταθερών εξελικτικών ισορροπιών.

Η «μεγαλύτερη αμηχανία του Αϊνστάιν» μπορεί να έχει τερματιστεί τελικά

Υπάρχει ένα θεμελιώδες πρόβλημα στη φυσική. Η κοσμολογική σταθερά λ μαστίζει τους φυσικούς για περισσότερο από έναν αιώνα.  Η κοσμολογική σταθερά γεφυρώνει τον μικροσκοπικό κόσμο της κβαντικής μηχανικής και τον μακροσκοπικό κόσμο της γενικής σχετικότητας του Αϊνστάιν. Αλλά ούτε η θεωρία μπορεί να συμφωνήσει στην τιμή της.  Στην πραγματικότητα, υπάρχει μια τεράστια διαφορά μεταξύ της παρατηρούμενης τιμής αυτής της σταθεράς και της θεωρίας, που θεωρείται ευρέως σαν την χειρότερη πρόβλεψη στην ιστορία της φυσικής. Η επίλυση της διαφοράς μπορεί να είναι ο σημαντικότερος στόχος της θεωρητικής φυσικής αυτού του αιώνα.
 
Μια απεικόνιση γαλαξιών που καμπυλώνουν τον ιστό του χωροχρόνου και την ομαλή επίδραση της σκοτεινής ενέργειας, η οποία κυριαρχεί στα αποτελέσματα της βαρύτητας.

Ο Lucas Lombriser, επίκουρος καθηγητής θεωρητικής φυσικής στο Πανεπιστήμιο της Γενεύης, εισήγαγε έναν νέο τρόπο αξιολόγησης των εξισώσεων βαρύτητας του Albert Einstein για να βρει μια για την τιμή της κοσμολογική σταθερά που ταιριάζει απόλυτα με την παρατηρούμενη τιμή.  Και τον δημοσίευσε στο περιοδικό Physics Letters Β.
 
Πώς η μεγαλύτερη σφάλμα του Αϊνστάιν έγινε σκοτεινή ενέργεια
 
Η ιστορία της κοσμολογικής σταθεράς ξεκίνησε πριν από περισσότερο από έναν αιώνα, όταν ο Αϊνστάιν παρουσίασε ένα σύνολο εξισώσεων, τώρα γνωστών ως εξισώσεις πεδίου του Αϊνστάιν, που έγιναν το πλαίσιο της θεωρίας του γενικής σχετικότητας . Οι εξισώσεις εξηγούν πώς η ύλη και η ενέργεια λυγίζουν τον ιστό του χώρου και του χρόνου για να δημιουργήσουν τη δύναμη της βαρύτητας. Τότε, τόσο ο Αϊνστάιν όσο και οι αστρονόμοι συμφώνησαν ότι το σύμπαν ήταν σταθερό σε μέγεθος και ότι ο συνολικός χώρος μεταξύ των γαλαξιών δεν άλλαξε. Ωστόσο, όταν ο Αϊνστάιν εφάρμοσε τη γενική σχετικότητα στο σύμπαν στο σύνολό του, η θεωρία του προέβλεπε ένα ασταθές σύμπαν που είτε θα έπρεπε να διαστέλλεται είτε θα συρρικνωθεί. Για να αναγκάσει το σύμπαν να είναι στατικό, ο Αϊνστάιν πρόσθεσε την κοσμολογική σταθερά. 
 
Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, ένας άλλος φυσικός, ο Edwin Hubble , ανακάλυψε ότι το σύμπαν μας δεν είναι στατικό αλλά επεκτείνεται. Το φως που έρχεται από τους μακρινούς γαλαξίες έδειξε ότι όλοι απομακρυνόταν το ένα από το άλλο. Αυτή η αποκάλυψη έπεισε τον Αϊνστάιν να εγκαταλείψει την κοσμολογική σταθερά από τις εξισώσεις του πεδίου, καθώς δεν ήταν πλέον απαραίτητο να εξηγεί κανείς ένα διαστελλόμενο σύμπαν. Μάλιστα ο Αϊνστάιν αργότερα ομολόγησε ότι η εισαγωγή της κοσμολογικής σταθεράς ήταν ίσως το μεγαλύτερη του σφάλμα.
 
Το 1998, οι παρατηρήσεις των μακρινών σουπερνόβα έδειξαν ότι το σύμπαν δεν επεκτάθηκε μόνο, αλλά επεκτείνεται με επιτάχυνση. Οι γαλαξίες επιταχύνθηκαν μακριά ο ένας από τον άλλο ως κάποια άγνωστη δύναμη να ξεπερνά τη βαρύτητα και να αναγκάζει να απομακρύνονται οι γαλαξίες. Οι φυσικοί έχουν ονομάσει αυτό το αινιγματικό φαινόμενο σκοτεινή ενέργεια , καθώς η πραγματική της φύση παραμένει ένα μυστήριο. 
 
Σαν ειρωνεία, οι φυσικοί ξανά εισήγαγαν την κοσμολογική σταθερά στις εξισώσεις πεδίου του Αϊνστάιν για να εξηγήσουν την σκοτεινή ενέργεια. Στο τρέχον πρότυπο μοντέλο κοσμολογίας , γνωστό ως ΛCDM (Lambda CDM), η κοσμολογική σταθερά είναι εναλλάξιμη με τη σκοτεινή ενέργεια. Οι αστρονόμοι εκτιμούσαν ακόμη και την τιμή της με βάση τις παρατηρήσεις των μακρινών σουπερνόβα και τις διακυμάνσεις στο κοσμικό μικροκυματικό υπόβαθρο . Αν και η τιμή είναι παράλογη μικρή (της τάξης των 10 ^ -52 ανά τετραγωνικό μέτρο), σε όλη την κλίμακα του σύμπαντος, είναι αρκετά σημαντική για να εξηγήσει την επιταχυνόμενη διαστολή του χώρου.
 
«Η κοσμολογική σταθερά [ή η σκοτεινή ενέργεια] αποτελεί επί του παρόντος περίπου το 70% του ενεργειακού περιεχομένου στο σύμπαν μας, το οποίο μπορούμε να συμπεράνουμε από την παρατηρούμενη επιταχυνόμενη διαστολή που υφίσταται σήμερα το σύμπαν μας. λέει ο Lombriser. «Οι προσπάθειες να εξηγηθεί αυτή η τιμή έχουν αποτύχει και φαίνεται ότι υπάρχει κάτι θεμελιώδες που λείπει από το πώς καταλαβαίνουμε τον Κόσμο.Η εξάπλωση αυτού του παζλ είναι ένας από τους σημαντικότερους ερευνητικούς τομείς της σύγχρονης φυσικής.Είναι γενικά αναμενόμενο ότι η επίλυση του θέματος μπορεί να οδηγήσει μας σε μια πιο θεμελιώδη κατανόηση της φυσικής.»
 
Η χειρότερη θεωρητική πρόβλεψη στην ιστορία της φυσικής
 
Η κοσμολογική σταθερά θεωρείται ότι αντιπροσωπεύει αυτό που οι φυσικοί ονομάζουν «ενέργεια κενού». Η θεωρία του κβαντικού πεδίου δηλώνει ότι ακόμη και σε ένα εντελώς άδειο κενό χώρο, τα εικονικά σωματίδια γεννιούνται και πεθαίνουν και δημιουργούν ενέργεια – μια φαινομενικά παράλογη ιδέα, αλλά έχει παρατηρηθεί πειραματικά. Το πρόβλημα προκύπτει όταν οι φυσικοί επιχειρούν να υπολογίσουν τη συμβολή τους στην κοσμολογική σταθερά λ. Το αποτέλεσμά τους διαφέρει από τις παρατηρήσεις κατά ένα  παράγοντα 10 ^ 121 (το 10 ακολουθούμενο από 120 μηδενικά), τη μεγαλύτερη απόκλιση μεταξύ θεωρίας και πειράματος σε ολόκληρη τη φυσική.
 
Μια τέτοια διαφορά έχει προκαλέσει ορισμένους φυσικούς να αμφισβητήσουν τις αρχικές εξισώσεις βαρύτητας του Αϊνστάιν. Ορισμένοι έχουν προτείνει ακόμη εναλλακτικά μοντέλα βαρύτητας. Ωστόσο, περαιτέρω στοιχεία των βαρυτικών κυμάτων από το παρατηρητήριο βαρυτικών κυμάτων ( LIGO ) έχουν ισχυροποιήσει τη γενική σχετικότητα και απορρίπτουν πολλές από αυτές τις εναλλακτικές θεωρίες. Για το λόγο αυτό, αντί να επανεξετάσει τη βαρύτητα, ο Lombriser υιοθέτησε μια διαφορετική προσέγγιση για να λύσει αυτό το κοσμικό παζλ.
 
«Ο μηχανισμός που προτείνω δεν τροποποιεί τις εξισώσεις πεδίου του Einstein», δήλωσε ο Lombriser. Αντ ‘αυτού, «προσθέτει μια επιπλέον εξίσωση στην κορυφή των εξισώσεων πεδίου του Αϊνστάιν».
 
Η σταθερά βαρύτητας G , η οποία χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στους νόμους βαρύτητας του Isaac Newton και τώρα είναι ένα ουσιαστικό μέρος των εξισώσεων πεδίου του Αϊνστάιν, περιγράφει το μέγεθος της βαρυτικής δύναμης μεταξύ των αντικειμένων. Θεωρείται μία από τις θεμελιώδεις σταθερές της φυσικής, αιώνια αμετάβλητες από την αρχή του σύμπαντος. Ο Lombriser έχει κάνει τη δραματική υπόθεση ότι αυτή η σταθερά μπορεί να αλλάξει. 
 
Στην τροποποίηση της γενικής σχετικότητας του Lombriser, η σταθερά βαρύτητας παραμένει η ίδια στο παρατηρούμενο σύμπαν μας, αλλά μπορεί να διαφέρει πέρα ​​από αυτό το παρατηρούμενο σύμπαν. Προτείνει δε ένα σενάρια πολλαπλών παραγόντων όπου μπορεί να υπάρχουν αδιαφανή κομμάτια του σύμπαντος για εμάς, και που να έχουν διαφορετικές τιμές για τις θεμελιώδεις σταθερές. 
 
Αυτή η διακύμανση της βαρύτητας έδωσε στον Lombriser μια επιπλέον εξίσωση που συνδέει την κοσμολογική σταθερά λ με το μέσο άθροισμα της ύλης κατά τη διάρκεια του χωροχρόνου. Αφού αντιπροσώπευε την εκτιμώμενη μάζα όλων των γαλαξιών, των αστεριών και της σκοτεινής ύλης του σύμπαντος, θα μπορούσε να λύσει κάποιος αυτή τη νέα εξίσωση για να αποκτήσει μια νέα τιμή για την κοσμολογική σταθερά – αυτή που συμφωνεί στενά με τις παρατηρήσεις.
 
Χρησιμοποιώντας μια νέα παράμετρο, ΩΛ (ωμέγα λάμδα), που εκφράζει το κλάσμα του σύμπαντος φτιαγμένο από σκοτεινή ύλη, βρήκε ότι το σύμπαν αποτελείται από περίπου 74% σκοτεινή ενέργεια. Αυτός ο αριθμός προσεγγίζει την τιμή του 68,5% που υπολογίζεται από τις παρατηρήσεις – μια τεράστια βελτίωση σε σχέση με την τεράστια ανισότητα που διαπιστώνεται από τη θεωρία του κβαντικού πεδίου.
 
Παρόλο που το πλαίσιο του Lombriser μπορεί να λύσει το πρόβλημα της κοσμολογικής σταθερότητας, δεν υπάρχει τρόπος να το δοκιμάσουμε. Αλλά στο μέλλον, αν πειράματα από άλλες θεωρίες επικυρώσουν τις εξισώσεις του, θα μπορούσε να σημαίνει ένα σημαντικό άλμα στην κατανόηση της σκοτεινής ενέργειας και να προσφέρει  ένα εργαλείο για την επίλυση άλλων κοσμικών μυστηρίων.