Τρίτη 30 Ιουλίου 2019

Σωκράτης & Πλάτωνας: η Ουτοπία

Σωκράτης: Ο φιλόσοφος που ανακάλυψε την πολιτική
 
Για τον Σωκράτη η πολιτική είναι το καθήκον του πολιτικού να «επιμελείται» των ψυχών όλων των συμπολιτών του και να τους κάνει «όσο το δυνατόν καλύτερους». Ήταν ο πρώτος που υπέβαλε σε «έλεγχο» και τους πολιτικούς, ενώ καταλόγιζε σε όλους σχεδόν τους επώνυμους άρχοντες ακόμη και της λαμπρής πεντηκονταετίας της Αθήνας το ότι κανένας τους δεν βελτίωσε ηθικά τους πολίτες της. Ο Σωκράτης ήταν ο πρώτος φιλόσοφος που αγωνίστηκε για τη συνάφεια ηθικής και πολιτικής, που απέρριψε τη συμβατική πολιτική κι όχι μόνο της ταραγμένης εποχής του, που αμφισβήτησε την αξία και τη χρησιμότητά της, αλλά και ο μόνος που απέκρουσε την κατηγορία για πολιτική απραξία με τον προκλητικό ισχυρισμό ότι «μόνος αυτός έπραττε τα πολιτικά».
 
ΣΩΚΡΑΤΗΣ: Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΑΣ
 
Ο Σωκράτης (470-399 π.κ.ε.) ήταν ταπεινής καταγωγής και δύσμορφος, που στους μεταγενέστερους χρόνους μετατράπηκε σε σύμβολο της φιλοσοφίας και που ακροβατεί ανάμεσα στον θρύλο και στην πραγματικότητα. Η μνήμη του συγκινεί όλους τους μελετητές της φιλοσοφίας, ακόμη και σήμερα που έχουν περάσει σχεδόν δυόμισι χιλιάδες χρόνια από την δολοφονία του στην αρχαία Αθήνα. Ο Σωκράτης ήταν ο μεγαλομάρτυρας της φιλοσοφίας, αντί της πολιτικής, ο σοφός που εξέταζε και έλεγχε τους ανθρώπους και οι άνθρωποι τον σκότωσαν.
 
Ήταν υιός ενός λιθοξόου, του Σωφρονίσκου και της μαίας Φαιναρέτης (από την οποία ίσως να εμπνεύστηκαν τον όρο «μαιευτική μέθοδος»). Από τη μητέρα του αλλά από άλλο της σύζυγο, είχε και έναν αδελφό, τον Πατροκλέα. Η οικογένεια του κάθε άλλο παρά εύπορη ήταν κι όλοι μαρτυρούν ότι ο Σωκράτης έζησε όλη του τη ζωή «εν μυρίαι πενίαι» σε μεγάλη πενία. Από πολύ μικρό παιδί είχε δείξει μια φυσική ιδιοφυΐα για όλα τα πράγματα, αλλά ποτέ για κάτι συγκεκριμένο, ενώ, μάλλον λόγω της φτώχειας, δεν είχε καμία εκπαίδευση ούτε παιδεία κανενός πράγματος. Ακόμη κι όταν μεγάλωσε, καλά-καλά δεν γνώριζε ούτε να γράφει και μάλιστα γελοιοποιούταν κάθε φορά που αναγκαζόταν να γράψει ή να αναγνώσει κάτι, γιατί έκανε πολλές ανορθογραφίες και φριχτά λάθη στην προφορά, όπως τα μικρά παιδιά.
 
Όταν τον ρωτούσαν ποιοι ήταν οι δάσκαλοι του, εκείνος απαντούσε ότι ήταν «αυτοδίδακτος» μια λέξη που τη χρωστάμε σε αυτόν, που την επινόησε για να πει ότι ο ίδιος δίδαξε τον εαυτό του. Ήταν, λοιπόν, αυτοδίδακτος στη φιλοσοφία ή, όπως έλεγε άλλες φορές, «αυτουργός της φιλοσοφίας» και όλοι γελούσαν. (Αν και υπάρχουν κάποιες ενδείξεις πως ίσως για λίγον καιρό ήταν μαθητής του Αρχέλαου, μαθητή του Αναξαγόρα).
 
Ο ίδιος διηγούταν πως όταν ήταν παιδί, ήταν πολύ άτακτος και δεν είχε καλή συμπεριφορά, δείχνοντας πλήρη ανυπακοή ακόμη και στον πατέρα του. Όταν ο πατέρας του τον διάταζε να πάρει τα εργαλεία της τέχνης του και να πάει να τον συναντήσει σε κάποιο μέρος για να τον βοηθήσει, εκείνος παραμελούσε την προσταγή και έτρεχε όπου του άρεσε και έπειτα όλοι τον έψαχναν. Έλεγε ότι ακολούθησε τη φιλοσοφία για να κάνει ότι του αρέσει και να το δικαιολογεί όπως θέλει. Ο Σωκράτης ήταν άνθρωπος με εξαιρετικά πολύ χιούμορ.
 
Κανένας γύρω του δεν χειριζόταν τόσο καλά τον λόγο όσο αυτός, ήταν ένας αξιοθαύμαστος συζητητής, κανείς δεν μπορούσε να ξεχάσει ακόμη και μία απλή συζήτηση με τον Σωκράτη και σίγουρα θα τη θυμόταν σε όλη του τη ζωή. Ο Σωκράτης έλεγε ότι από την παιδική του ηλικία άκουγε μια εσωτερική φωνή, το «δαιμόνιο» του, η οποία πάντα τον απέτρεπε, να κάνει ή να πει κάποια πράγματα και ποτέ δεν τον προέτρεπε και επίσης τον συμβούλευε.
 
Αγαπούσε τη φιλοσοφία όσο τίποτε άλλο στη ζωή του. «Εγώ, όταν ήμουν νέος, σε υπερβολικά θαυμαστό βαθμό καταλήφθηκα από τη σφοδρή επιθυμία να αποκτήσω αυτή τη σοφία, την οποία ως γνωστόν ονομάζουν έρευνα αναφερόμενη στη φύση» Από μικρός, λοιπόν, ασχολήθηκε με τη φυσική φιλοσοφία και έρευνα (η οποία στην εποχή του απαγορευόταν με νόμο, και γι’ αυτό αρνήθηκε στο περιβόητο δικαστήριο ότι ασχολήθηκε ποτέ μ’ αυτήν), αργότερα με τη σοφιστεία, αλλά τελικά ήταν ο ιδρυτής της ηθικής φιλοσοφίας και της λεγόμενης ανθρωπολογικής, ενώ εντρύφησε και στα γνωσιολογικά προβλήματα και στις νοητικές διαδικασίες. Δίδασκε, στους ανθρώπους πώς να σκέφτονται σωστά.
 
Ήταν παντρεμένος και η σύζυγός του ονομαζόταν Ξανθίππη (που έμεινε θρυλική για τον εξαιρετικά δύστροπο χαρακτήρα της) και είχε τρία παιδιά: τον Λαμπροκλή, τον Σωφρονίσκο και τον Μενέξενο. Η Ξανθίππη φαίνεται ότι τυραννούσε πολύ τον Σωκράτη, ο οποίος εξαντλούσε όλη του την υπομονή για να την υποφέρει. Στο έργο Συμπόσιο του Ξενοφώντα, υπάρχει ένα χαρακτηριστικό σημείο στο οποίο αναφέρεται ότι ο Σωκράτης, όταν του είπαν ότι οι γυναίκες είναι ανεπίδεκτες μαθήσεως και σοφίας, εξέφρασε τη γνώμη ότι «η γυναικεία φάσις είναι επιδεκτική διδασκαλίας».
 
Τότε, ο Αντισθένης, απαντώντας στον Σωκράτη, εκφράζει την απορία του γιατί τότε δεν κατορθώνει να αλλάξει με τη διδασκαλία του τον χαρακτήρα της Ξανθίππης: «Πώς, λοιπόν, ω Σωκράτη, και εσύ δεν βελτιώνεις δια της διδασκαλίας την Ξανθίππη, αλλά έχεις γυναίκα η οποία είναι εις ύψιστον βαθμόν δυσκολομεταχείριστη εξ όλων των γυναικών αίτινες υπάρχουν, υπήρξαν και θα υπάρξουν;»
 
Ο Σωκράτης δίνει την ακόλουθη απάντηση: «Διότι βλέπω ότι και εκείνοι: οι οποίοι θέλουν να γίνουν ικανοί ιππείς, προσπαθούν να αποκτήσουν όχι ευπειθέστατους αλλά θυμοειδείς ίππους. Διότι νομίζουν ότι αν έχουν τη δύναμη να δαμάζουν αυτούς τους ίππους, με ευκολία θα μπορούν να οδηγούν όλους τους άλλους ίππους. Και εγώ, λοιπόν, επειδή θέλω να αποκτήσω ικανότητα να έχω σχέση και συναναστροφή με τους ανθρώπους, έχω ως σύζυγο αυτήν, διότι γνωρίζω καλώς ότι εάν κατορθώσω να υποφέρω αυτήν, ευκόλως θα κάνω συναναστροφή με οποιονδήποτε άλλον άνθρωπο». Υπήρξε γενναίος πολεμιστής και πολέμησε σε μάχες επιδεικνύοντας μεγάλη αντοχή και δεξιοτεχνία, κερδίζοντας τον θαυμασμό των συμπολεμιστών του.
 
Ο Σωκράτης που ήταν κοντός και καθόλου όμορφος κι όλοι έλεγαν ότι έμοιαζε με σάτυρο, βάδιζε στους δρόμους με βήμα αγέρωχο, κρατώντας το κεφάλι ψηλά προς τα επάνω και πίσω, και συνήθιζε να ρίχνει πλάγια βλέμματα. Το συχνό πλάγιο βλέμμα του Σωκράτη, που ήταν σαν να μην ήθελε να του ξεφύγει τίποτε ή σαν να επιτιμούσε όποιον έβλεπε, παρομοιαζόταν με το βλέμμα του ταύρου. Η εξωτερική εμφάνιση του ήταν εξαιρετικά εντυπωσιακή και παράδοξη, άσχημη και αποκρουστική. Ήταν πάντα ξυπόλητος, ατημέλητος και απαθής, απέφευγε τα λουτρά, φορούσε το ίδιο σκοροφαγωμένο ένδυμα και το χειμώνα και το καλοκαίρι και αγαπούσε την παρέα με φίλους.
 
Παρουσιάζεται ως άνθρωπος που καταφρονούσε τις απολαύσεις της ζωής, «του οποίου η σκέψη είχε στραφεί σε κάτι το Οποίο ευρίσκεται πέραν του συνηθισμένου κόσμου». Συχνά άκουγε το δαιμόνιο του να του μιλά, και τότε προσπαθούσε να απομονωθεί για να το ακούει καλύτερα και σε όποιον του μιλούσε του ζητούσε να σιωπήσει και ακόμη πιο συχνά έπεφτε σε ένα είδος έκστασης ή βαθιάς αυτοσυγκέντρωσης, για πολλές ώρες.
 
Ο Πλάτωνας διηγείται ότι ο Σωκράτης βάδιζε μαζί του για να πάνε στο σπίτι ενός φίλου που τους κάλεσε για δείπνο, και είχαν φτάσει κοντά στο σπίτι όπου περίμεναν οι προσκεκλημένοι, βαδίζοντας αργά έμενε διαρκώς πίσω και τελικά σταμάτησε στα πρόθυρα ενός γειτονικού σπιτιού. «Ο Σωκράτης, λοιπόν, έχοντας στρέψει την προσοχή του κατά τέτοιον τρόπο προς τον εαυτό του, πορευόταν μένοντας πίσω και, όταν ο φίλος του τον περίμενε, εκείνος τον προέτρεπε να προχωρεί. Ο Σωκράτης, λοιπόν, αφού στάθηκε στο πρόθυρο μιας γειτονικής οικείας, έχει σταματήσει εκεί, και παρόλο που εγώ του φωνάζω, δεν θέλει να εισέλθει. Αλλά, αφήστε τον, διότι έχει αυτή τη συνήθεια, κάποτε παραμερίζει και ίσταται ακίνητος όπου τύχει, θα έλθει όμως συντόμως, όπως νομίζω. Μην τον ταράζετε, αλλά αφήνετε τον ήσυχο. Έπειτα, λοιπόν, ήλθε ο Σωκράτης μόνος, όπως άλλωστε συνήθιζε επί πολύ, αλλά ήλθε όταν αυτοί βρισκόντουσαν στα μέσα περίπου του δείπνου».
 
Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, ο Αλκιβιάδης διηγείται ένα άλλο περιστατικό με τον Σωκράτης κατά την εκστρατεία της Ποτίδαιας: «Ήταν ανώτερος στην αντοχή από όλους τους άλλους. Ακόμη και στις οινοποσίες τους νικούσε όλους και, πράγμα το οποίο είναι θαυμαστό, ουδείς άνθρωπος είδε ποτέ τον Σωκράτη μεθυσμένο, θαυμαστός ήταν και στην αντοχή του ψυχρού κλίματος. Εξερχόταν από τη σκηνή, ενδεδυμένος το ένδυμα το οποίο συνήθιζε να φορεί, ξυπόλητος μέσα στους πάγους, και βάδιζε καλύτερα από εκείνους που φορούσαν υποδήματα.

Σε άλλη περίσταση, βυθισμένος σε μία αυτοσυγκέντρωση από το πρωί, είχε σταθεί στο μέρος όπου βρέθηκε απασχολημένος με κάποια σκέψη. Και επειδή μάλλον δεν κατόρθωνε να προχωρήσει στις σκέψεις του, δεν διέκοψε την αυτοσυγκέντρωση του, αλλά εξακολούθησε να στέκει απασχολημένος με την εξέταση του ζητήματος. Και είχε πλέον φτάσει η μεσημβρία, και τον αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι και θαυμάζοντας έλεγαν ο ένας στον άλλον ότι ο Σωκράτης έχει μείνει ακίνητος εκεί από το πρωί, απασχολημένος με κάποιο ζήτημα. Εν τέλει μερικοί εξ εκείνων οι οποίοι τον είδαν, όταν έγινε εσπέρα, δείπνησαν, κι αφού έβγαλαν από τις σκηνές τα στρώματα τους κοιμόντουσαν στην παγωνιά, αλλά συγχρόνως τον παραφυλούσαν για να δουν αν θα σταθεί ακίνητος εκεί και κατά τη νύκτα. Αυτός στάθηκε ακίνητος μέχρι ότου ήλθε η αυγή και βγήκε ο ήλιος. Έπειτα απομακρύνθηκε αφού απέτεινε χαιρετισμό προς τον ήλιο».
 
Ο Σωκράτης, ήταν αφοσιωμένος στην παρατήρηση του εαυτού του και περνούσε τελικά στην παρατήρηση όλων των άλλων εαυτών γύρω του, εξετάζοντας τους, γι’ αυτό και αποκαλούσε τον εαυτό του «ψύλλο», ίσως για να δείξει ότι ήταν ταπεινός και ασήμαντος και μικρός σαν ένας ψύλλος, ίσως για να δείξει ότι ενοχλούσε επίμονα τους ανθρώπους όπως ο ψύλλος, αλλά μάλλον εννοούσε και τα δύο. Παρόλο που παλαιότερα είχε ασχοληθεί με το επάγγελμα του πατέρα του σκαλίζοντας την πέτρα, ο ίδιος έλεγε ότι αισθανόταν πιο κοντά στο επάγγελμα της μητέρας του που ήταν μαία: «Γιατί κι εγώ βοηθάω τους ανθρώπους να γεννήσουν: όχι παιδιά, αλλά ιδέες».
 
Δεν τον πρόσβαλλε ποτέ τίποτε και είχε το χάρισμα να λέει τα πιο πολύπλοκα και βαθυστόχαστα πράγματα με τις πιο απλές λέξεις. Να δύο παραδείγματα γι’ αυτά: Ο αθυρόστομος Αλκιβιάδης τον πείραζε λέγοντάς του: «Δεν μπορείς να αρνηθείς, αγαπητέ Σωκράτη, ότι μοιάζεις με σάτυρο» κι εκείνος απαντούσε «Έχεις δίκιο και μοιάζω κυρίως στην κοιλιά. Πρέπει να αρχίσω να χορεύω για να κομψήνουν οι διαστάσεις της».
 
Όταν τον ρωτούσαν για τη φιλοσοφία, έλεγε: «Α, είναι πολύ απλό. Η φιλοσοφία δεν είναι κατοχή γνώσεων, αλλά συνεχής έρευνα αναφερόμενη όχι σε έναν περιορισμένο κύκλο θεμάτων αλλά στην ανθρώπινη ζωή γενικώς. Η φιλοσοφία είναι ο έρως και η εκζήτηση της γνώσεως. Ο θεός δεν φιλοσοφεί, γιατί κατέχει τη σοφία, φιλοσοφεί όμως ο άνθρωπος, διότι η ύπαρξη του είναι πεπερασμένη και ενδεής. Η κατάσταση που διεγείρει στον άνθρωπο την ορμή για φιλοσοφική έρευνα, είναι η απορία. Γι’ αυτό ρωτώ τους πάντες, αλλά συνήθως αποκρίσεις δεν δίδω, διότι δεν είμαι κάτοχος γνώσεων, γι’ αυτό και έχω πολλές απορίες και γι’ αυτό φιλοσοφώ. Αλλά, κατέχω την τέχνη να κάνω και τους άλλους να απορούν».
 
Αληθινά, ο Σωκράτης συντάρασσε τον νου και την ψυχή των συνομιλητών του και τους έκανε να χάνουν την ψευδαίσθηση ότι ήταν κάτοχοι σταθερών γνώσεων. Όταν συζητούσε, δήλωνε πάντοτε πλήρη άγνοια σε σχέση με το συζητούμενο θέμα και έκανε συνεχώς ερωτήσεις. Άκουγε με υπομονή τους μαθητές του και ύστερα άρχιζε να διατυπώνει τις ερωτήσεις ή τις αντιρρήσεις του: «Όταν μιλάς για την αρετή, τι ακριβώς εννοείς με αυτή τη λέξη;» Πολύ σωστά, απαιτούσε ακριβείς συλλογισμούς, καθαρές διατυπώσεις, συνειδητή γνώση κι όχι παιχνίδια με τις λέξεις. «Τι είναι αυτό;» ήταν η αγαπημένη του ερώτηση για οποιοδήποτε θέμα κι αν συζητούσε με τους ανθρώπους.
 
«Θεωρώ τον εαυτό μου τον σοφότερο μεταξύ των ανθρώπων, γιατί ξέρω πως δεν ξέρω τίποτε» (μια αξιοθαύμαστα ρητορική δήλωση, αφού δεν μπορείς να ξεχωρίσεις αν αυτός που την κάνει είναι αλαζονικός ή μετριόφρων). Ο Αριστοτέλης έλεγε για τον Σωκράτη: «Δύο πράγματα πρέπει να του αναγνωριστούν: οι επαγωγικοί συλλογισμοί και οι ορισμοί».
 
Είναι εύκολο να καταλάβει κανείς ότι ο Σωκράτης ήταν ένας πάρα πολύ ενοχλητικός και αντιπαθής άνθρωπος για όλους τους εξυπνάκηδες, τους πονηρούς και δόλιους ανθρώπους, τους μισαλλόδοξους, τους υποκριτές, τους ημιμαθείς, τους άδικους, τους μικρόνοες, τους κρυψίνοες, τους εξουσιαστές, τους εγωιστές, τους ξεροκέφαλους, τους βλάκες, τους κομπλεξικούς, κλπ δηλαδή για το 80% του πληθυσμού οποιασδήποτε εποχής. Είναι ο φιλόσοφος που αποτέλεσε το αρχετυπικό θύμα της μισαλλοδοξίας και της αλαζονείας των ανθρώπων, της κρατικής εξουσίας και του παρωπιδισμού, του ιερατείου και του σκοταδισμού.
 
Αγαπούσε τους νέους και οι νέοι τον αγαπούσαν και τον θαύμαζαν, μαζεύονταν πάντοτε γύρω του στους δρόμους και στην αγορά και παρακολουθούσαν τις συζητήσεις του με τους ανθρώπους που εξέταζε: μετά από μερικές ερωτήσεις και επισημάνσεις, ο Σωκράτης αποδείκνυε ότι ο φαφλατάς συνομιλητής του είτε δεν ήξερε τι έλεγε, είτε καυχιόταν για γνώσεις που δεν κατείχε, είτε υποκρινόταν και δεν ενδιαφερόταν στ’ αλήθεια για τα πράγματα που έλεγε ότι ενδιαφερόταν, είτε ήταν ημιμαθής.
 
Η αναμόρφωση των πολιτών
 
Όπως προκύπτει από την Απολογία, από κάποιους πρώιμους πλατωνικούς διαλόγους και κυρίως από τον Γοργία, αλλά και από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα, ο Σωκράτης δεν ασχολήθηκε ενεργά με την πολιτική. Είτε τον απέτρεπε το «δαιμόνιο» είτε γιατί γνώριζε ότι, αν το έκανε σύμφωνα με τις αρχές του, θα είχε καταδικασθεί από τους Αθηναίους πολύ ενωρίτερα. Έτσι, σύμφωνα με το πνεύμα του Επιταφίου του Περικλή, θα μπορούσε, περιοριζόμενος στον ιδιωτικό και όχι τον δημόσιο έλεγχο και αγώνα για το δίκαιο, να χαρακτηρισθεί «αχρείος».
 
Κάποιες, με το σημερινό πνεύμα γνήσια πολιτικές, πράξεις και αντιστάσεις που πρόβαλε απέναντι τόσο στη δημοκρατία όσο και στην τυραννία της εποχής του, ο ίδιος δεν φαίνεται να τις αξιολογούσε πολιτικά αλλά ηθικά όταν ομολογούσε απολογητικά ότι πράγματι με την τρέχουσα έννοια «δεν έπραττε τα πολιτικά» περιοριζόμενος στην ιδιωτική κριτική πολιτικών πρακτικών, όπως της εκκλησίας του δήμου και του αιτήματος να έχει ο καθένας λόγο για τα κοινά, της κλήρωσης των αρχών από τους «τυχόντες» κτλ. και δημοσίων προσώπων γιατί διεκδικούσαν σοφία που δεν είχαν και δεν συνέβαλλαν στην ηθική βελτίωση των πολιτών.
 
Κύριο μέλημα της πολιτικής για τον Σωκράτη ήταν η ηθική θωράκιση και αναμόρφωση των πολιτών. Έτσι, παρά τα όποια επιτεύγματά τους για την ασφάλεια, την οικονομική άνθηση και το γόητρο της πόλης ­ πολιτικές στρατηγικές για μας σήμερα θεμελιωδώς σημαντικές ­, καταλόγιζε σε όλους σχεδόν τους επώνυμους άρχοντες ακόμη και της λαμπρής πεντηκονταετίας της Αθήνας το ότι κανένας τους δεν βελτίωσε ηθικά τους πολίτες της. Ισχυριζόταν λοιπόν ότι από μια άποψη αυτός «έπραττε τα πολιτικά» καλύτερα γιατί, αντί να τα πράττει μόνος του, φρόντιζε να κάνει όσο το δυνατόν περισσότερους ικανούς για τούτο. Καταδίκαζε και αυτός την πολιτική αδιαφορία ενθαρρύνοντας, με τεχνοκρατικό κάπως, ανάλογο με το πλατωνικό, πνεύμα, την ενεργό ανάμειξη στην πολιτική των «επισταμένων άρχειν». «Άνευ παρασκευής και επιμελείας» δεν μπορεί κάποιος να «πράττει τα πολιτικά» γιατί η πολιτική τέχνη είναι η «μεγίστη τέχνη» και η «καλλίστη αρετή».
 
Με την πεποίθηση ότι «ο ανεξέταστος βίος ου βιωτός ανθρώπω» και ότι κανείς δεν έπρεπε να «ιδιωτεύει της αρετής» αγωνιζόταν ο Σωκράτης σαν την αλογόμυγα να αφυπνίσει τις συνειδήσεις, να κεντρίσει την αυτογνωσία και να επιτύχει την ηθική αναμόρφωση. Είχε απόλυτη επίγνωση ότι η για πολλούς ενοχλητική αυτή πρακτική, με το πολύ βαρύ, όπως αποδείχθηκε, τίμημα, ήταν αυθεντική πολιτική πράξη, όπως φαίνεται από την τελική του σχετική απάντηση στον Γοργία.
 
Ενώ παραδέχεται ότι «ουκ έστι των πολιτικών» και σημειώνει ότι γινόταν συχνά περίγελως με την άγνοιά του των πολιτικών πραγμάτων, μη ξέροντας ούτε καν να «επιψηφίζει» και εξηγεί ότι δεν θα τον ξαφνιάσει καθόλου η καταδίκη του, διακηρύσσει: «Οἶμαι μετ’ ὀλίγων Ἀθηναίων, ἵνα μή εἴπω μόνος, ἐπιχειρεῖν τῇ ὡς ἀληθῶς πολιτική τέχνη καί πράττειν τά πολιτικά μόνος τῶν νύν· ἅτε οὖν οὐ πρός χάριν λέγω τούς λόγους οὖς λέγω ἑκάστοτε, ἀλλά πρός τό βέλτιστον, οὐ πρός τό ἥδιστον, καί οὐκ ἐθέλων ποιεῖν ἅ σύ παραινεῖς, τά κομψά ταῦτα»(521d). Στο χωρίο αυτό δίνει ο Σωκράτης την πρώτη απάντηση στην ιστορία του πνεύματος στο ερώτημα «σε τι χρησιμεύει η πολιτική;»: Η αληθινή πολιτική αποσκοπεί κυρίως στην καλλιέργεια της ηθικής ακεραιότητας των πολιτών.
 
Πολλά από τα επιχειρήματα του Σωκράτη δεν αντέχουν στην κριτική. Η δημοκρατία και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων είναι τα ύψιστα πολιτισμικά γεγονότα του αιώνα μας. Μερικοί σοφιστές, θεωρητικοί της δημοκρατίας και της ιδεολογίας οικουμενικών δικαιωμάτων βρίσκονται γενικώς εγγύτερα από τον Σωκράτη στο πνεύμα των καιρών. Αλλά μετά τον Μακιαβέλι, τη realpolitik και τα πρόσφατα «σύνδρομα», κεφαλαιώδες αίτημα της εφαρμοσμένης και της δημόσιας ηθικής είναι η επαναπροσέγγιση ηθικής και πολιτικής. Η πολιτική δεν επιτρέπεται να παρέχει στα δημόσια πρόσωπα ηθικό άλλοθι. Η απάντηση του Σωκράτη, παρά τις υπερβολές και τις παραλείψεις της, είναι σήμερα από την άποψη αυτή μοναδικά επίκαιρη. Ας την ενστερνισθούν οι πολιτικοί μας κατά το «Έτος Σωκράτη» και κατά την «Ημέρα της φιλοσοφίας».

Το τέλος του Σωκράτη από την ανθρώπινη πανούκλα
 
Οι υποκριτές άνθρωποι οργίζονταν, κατηγορώντας τον Σωκράτη, ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι τον αντιπαθούσαν ή τον μισούσαν θανάσιμα γιατί τους ξεμπρόστιαζε. Και οι ανήσυχοι -και πάντα ριζοσπάστες- νέοι, που συνήθως τα παρακολουθούσαν όλα αυτά, έπαιρναν πάντα το μέρος του Σωκράτη, μάθαιναν απ’ αυτόν ή διασκέδαζαν, τον ακολουθούσαν παντού για να μάθουν περισσότερα. Αυτός είναι ο λόγος που -οι θιγμένοι αλαζόνες που όλο και πλήθαιναν- κατηγόρησαν τον Σωκράτη στην πολιτεία για «διαφθορά των νέων».
 
Αντί να αναγνωρίσουν έναν σοφό άνθρωπο και να μάθουν απ’ αυτόν και να γίνουν καλύτεροι άνθρωποι ή να εμπνευστούν, αυτό που στα αλήθεια εννοούσαν κατηγορώντας τον για διαφθορά της νεολαίας ήταν ότι τους ξεγύμνωνε ηθικά και νοητικά, φανέρωνε τη βλακεία τους μπροστά στους νέους, και εκείνοι έχαναν το σεβασμό τους προς αυτούς. Δεν μπορούσαν πλέον να ασκήσουν εξουσία επάνω τους. Ο Σωκράτης απομυθοποιούσε την εξουσία των φαύλων που παρίσταναν τους ενάρετους και τους δημοκράτες, τους διανοούμενους και τους ειδικούς.
 
Τον κατηγόρησαν για ασέβεια και «εισαγωγή νέων θεών», επειδή έλεγε ότι είχε ένα δικό του δαιμόνιο, δηλαδή έναν ολόδικό του θεό που μιλούσε μόνο σ’ αυτόν προσωπικά και σε κανέναν άλλον και επειδή έφερνε στο φως της εξέτασης και της έρευνας όλες τις αφελείς δεισιδαιμονίες τους και τις ανόητες δοξασίες και πεποιθήσεις τους, αναζητώντας τη λογική, τη διάνοια, το δίκαιο και την ηθική, που ήταν οι αληθινοί «θεοί» του Σωκράτη. Και το γελοίο της υπόθεσης ήταν ότι ο Σωκράτης ποτέ δεν έδειξε ασέβεια προς το θείο, αντιθέτως μάλιστα, ήταν άνθρωπος μετρημένος και ευσεβής, ούτε καταφρόνησε ποτέ έκδηλα την πολιτεία.
 
Στην αναπτυσσόμενη δυσαρέσκεια των φαύλων απέναντι στον Σωκράτη και στη δυσφήμηση του από αυτούς προς το λαό, συντέλεσε και ο φαφλατάς και άξεστος είρωνας Αριστοφάνης, που τον παρουσίαζε στην κωμωδία Νεφέλες και αλλού, ως άνθρωπο γελοίο, τεμπέλη, ονειροπαρμένο και πρόστυχο, πιθανώς τρελό και επικίνδυνο, και το παράδειγμα του συκοφάντη Αριστοφάνη μιμήθηκαν και άλλοι κωμικοί συγγραφείς της γελοιότητας και της γελοιογραφίας. Τα έργα αυτά δημιούργησαν μια τελείως δυσφημιστική εικόνα του Σωκράτη κι επηρέασαν σημαντικά την ετυμηγορία της δίκης που θα ακολουθούσε, με αποτέλεσμα την άνανδρη δολοφονία του σοφού ανθρώπου της φιλοσοφίας.
 
Ήταν ένας άνθρωπος που ποτέ δεν απέκρυψε τη γνώση και τις ιδέες, όπως έκαναν οι μυστικιστές χειραγωγοί των ανθρώπων σε όλες τις εποχές, που ωθούσε προς τη σοφία όλους τους φίλους του, αποστρεφόταν τα πλούτη και τις πόζες και ήταν ένας πολύ φτωχός άνθρωπος, ένας αυθεντικός διανοούμενος και ένας αληθινός δάσκαλος.
 
«Εγώ βρίσκω μεγάλη ευχαρίστηση με τους καλούς φίλους κι εάν αποκτήσω μίαν ωφέλιμον γνώση, την ανακοινώνω εις αυτούς δια της διδασκαλίας, και τους συνιστώ και εις άλλους ανθρώπους, από τους οποίους νομίζω ότι θα έχουν κάποια καλή ωφέλεια ως προς την αρετή. Και τους θησαυρούς των παλαιών σοφών, τους οποίους εκείνοι τους κληροδότησαν εις ημάς γράψαντες αυτούς σε βιβλία, όταν βρίσκω τα βιβλία αυτά από κοινού με τους φίλους τα αναγιγνώσκω, και αν βλέπωμεν κάτι το οποίον είναι καλό, το εκλέγομεν και νομίζομεν μέγα κέρδος εάν γινόμεθα ωφέλιμοι προς αλλήλους.» Αυτόν τον άνθρωπο σκότωσαν οι Αθηναίοι. Ενώ ακόμη και τους τυράννους απλά τους εξόριζαν, τους τσαρλατάνους μάντεις τους θαύμαζαν, τους κόλακες και τους πονηρούς απατεώνες τους έδιναν πολιτικά αξιώματα, (όπως έδωσαν αξιώματα και τιμές στους κατήγορους του που τον οδήγησαν στο θάνατο).
 
Να τι έγραφε το κατηγορητήριο ενάντια στον Σωκράτη: «Ο Σωκράτης είναι ένοχος μεγίστου αδικήματος, επειδή δεν αναγνώριζει ως θεούς εκείνους τους οποίους αναγνωρίζει η πόλης, εισηγείται δε νέας θεότητας. Είναι προσέτι ένοχος αδικήματος και επειδή διαφθείρει τους νέους. Η προτεινόμενη ποινή είναι θάνατος…» Αυτό είναι ουσιαστικά το κατηγορητήριο ενάντια στη φιλοσοφία, και ο Σωκράτης είναι ο μεγαλομάρτυρας της φιλοσοφίας.
 
Ο Σωκράτης ξεκινάει την απολογία του λέγοντας ότι οι κατήγοροί του, είπαν τόσες αναλήθειες και τόσο πειστικά που λίγο ακόμα και θα έπειθαν και τον ίδιο για όλα αυτά. Οι κατήγοροι είχαν ήδη προτρέψει τους δικαστές να μην τον πιστέψουν διότι είναι δεινός ρήτορας, ο Σωκράτης όμως καταρρίπτει το επιχείρημά τους αυτό, με την απόδειξη ότι πρώτη φορά σε ηλικία εβδομήντα ετών παρουσιάζεται μπροστά σε δικαστήριο, οπότε είναι και εντελώς ξένος ως προς την γλώσσα που χρησιμοποιείται εκεί.
 
Στην συνέχεια ο Σωκράτης ενημερώνει τους δικαστές ότι υπάρχουν δύο ειδών κατήγοροι, οι πρόσφατοι Άνυτος, Μέλητος και Λύκωνας και οι παλαιότεροι. «Το κατηγορητήριο λοιπόν λέει ότι αυτός ερευνά με περιττό ζήλο τα φαινόμενα που συμβαίνουν κάτω από την γη και στον ουρανό, τα άδικα τα κάνει να φαίνονται δίκαια και όλα αυτά τα διδάσκει στους άλλους». Ο Σωκράτης καλεί όλους τους παρευρισκόμενους να πουν αν ποτέ τον άκουσαν να λέει κάτι από τα παραπάνω, όπως και το αν ποτέ πήρε χρήματα για την διδασκαλία του, όπως κάνουν πολλοί άλλοι, όχι κακώς. Κανείς δεν επιβεβαίωσε κάτι τέτοιο. Ο Σωκράτης αφού έδωσε εικόνα για την αιτία των πρώτων κατηγόρων συνεχίζει στην εξέταση των προσφάτων κατηγόρων ξεκινώντας από τον Μέλητο.

Ο Σωκράτης ξεκινάει επιθετικά λέγοντας ότι ένοχος είναι ο Μέλητος επειδή σέρνει σε δικαστήρια ανθρώπους προσποιούμενος ότι ενδιαφέρεται και φροντίζει για πράγματα που ποτέ δεν νοιάστηκε. Με τις ερωτήσεις του προτρέπει τον Μέλητο να επιδείξει ποιοι είναι αυτοί που ωφελούν τους νέους. Ο Μέλητος απαντάει ότι είναι οι όλοι οι δικαστές, οι ακροατές, οι βουλευτές, τα μέλη της εκκλησίας του δήμου, οι εκκλησιαστές κτλ.
 
«Δηλαδή όλοι εκτός από εμένα έτσι;» ρωτάει ο Σωκράτης, «έτσι ακριβώς» απαντάει ο Μέλητος. Ο Σωκράτης λέγει ότι «είναι δυνατόν στα άλογα οι πολλοί να τα εκπαιδεύουν και οι λίγοι δηλαδή οι ιπποκόμοι να τα διαφθείρουν, μάλλον το αντίθετο συμβαίνει, έτσι θα ήταν πολύ ευτυχισμένοι οι νέοι αν μόνο ένας υπήρχε να τους διαφθείρει και όλοι οι υπόλοιποι να τους ωφελούσαν».
 
Ο Άνυτος υποστήριξε μπρος στους δικαστές (εκ των υστέρων και εκ του ασφαλούς) ότι είτε από την αρχή δεν θα έπρεπε καθόλου να δικαστεί ο Σωκράτης είτε αφού ξεκίνησε η δίκη δεν γίνεται να μην καταδικαστεί εις θάνατον, διότι αν δεν καταδικάσουν τον Σωκράτη αυτός μετά θα καταστρέψει τα παιδιά τους και τους ίδιους με τις φιλοσοφίες του. Στην συνέχεια ο Σωκράτης κάνει λόγο για το γνωστό «Σωκρατικό Δαιμόνιο» (στο οποίο στάθηκε ο Πλούταρχος με το βιβλίο του “Περί Σωκράτους Δαιμόνιον” ) εξηγώντας τον λόγο για τον οποίο δεν ασχολήθηκε ποτέ με την πολιτική.
 
«Ίσως σας φαίνεται παράξενο που ενώ τριγυρνάω ανάμεσα σας και σας συμβουλεύω, ποτέ δεν ανέβηκα στο βήμα μιλώντας στο πλήθος να συμβουλέψω την πόλη. Αιτία αυτού είναι εκείνο που πολλές φορές σε πολλά μέρη με έχετε ακούσει να λέω, ότι δηλ. μέσα μου κάτι θεϊκό και δαιμόνιο, μια φωνή. Αυτή η φωνή υπάρχει από τότε που ήμουν παιδί, που πάντα την ακούω η οποία με αποτρέπει από κάτι που πρόκειται να κάνω αλλά ποτέ δεν με προτρέπει σε τίποτα. Αυτή λοιπόν με αποτρέπει να ασχοληθώ με την πολιτική, και ξέρετε καλά ότι αν είχα ασχοληθεί με την πολιτική από καιρό θα είχα αφανισθεί και ούτε εσάς θα είχα ωφελήσει ούτε και τον εαυτό μου».
 
Στην συνέχεια ο Σωκράτης περνάει στο σημείο της κατηγορίας περί των θεών. Καταρρίπτει την κατηγορία του άθεου εφόσον η ίδια η κατηγορία είναι ότι διδάσκει και φέρνει καινούριες θεότητες, οπότε δεν μπορεί να είναι άθεος. Και ενώ ο Μέλητος επιμένει στην κατηγορία ότι δεν πιστεύει σε θεούς, ο Σωκράτης απαντά ότι είναι δυνατόν να κατηγορείται για αθεΐα την στιγμή που εισάγει νέους θεούς; Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος της απολογίας, το δικαστήριο αποφασίζει ότι είναι ένοχος με τριάντα ψήφους διαφορά, οπότε θα πρέπει να περάσει σε δευτερολογία για να επιχειρηματολογήσει επάνω στο φλέγον ζήτημα της ποινής που θα του επιβληθεί.
 
«Όντας βέβαιος ότι δεν έχω αδικήσει κανέναν, δεν πρόκειται φυσικά να αδικήσω τον εαυτό μου» συνεχίζει ο Σωκράτης.
 
Οι δικαστές όμως τον καταδίκασαν εις θάνατον και ο Σωκράτης κάνει τον επίλογό του.
 
Μετά ο Σωκράτης απευθύνεται σε αυτούς που έριξαν αθωωτική βουλή φανερώνοντας τους ότι η συνηθισμένη μαντική ικανότητα του δαιμονίου που του εμφανιζόταν πολύ συχνά, και που ακόμα για απλά πράγματα τον εμπόδιζε αν ήταν να πράξει κάτι που δεν ήταν σωστό, αυτή την φορά δεν τον εμπόδισε να μην πει αυτά που είπε στο δικαστήριο. Όπως λοιπόν φαίνεται ήταν γι' αυτόν καλό. Τέλος τους παροτρύνει να πιστέψουν ότι η αλήθεια είναι ότι δεν υπάρχει για τον καλόν άνθρωπο κανένα κακό, ούτε όταν ζει ούτε όταν πεθαίνει και ότι δεν αμελούν οι θεοί να φροντίζουν για τις υποθέσεις τους. Ο Σωκράτης κλείνει την απολογία του με τα εξής λόγια: «Αλλά τώρα είναι ώρα να φύγουμε, εγώ για να πεθάνω και σεις για να ζήσετε. Ποιοι από μας πηγαίνουν σε καλύτερο πράγμα είναι άγνωστο σε όλους εκτός από τον θεό».
 
Δεν έγραψε ποτέ τίποτε, τη φιλοσοφία του την κατέγραψαν οι μαθητές του, κυρίως ο Πλάτωνας (ο μαθητής που τον αγαπούσε πιο πολύ απ’ όλους) σε μορφή διαλόγων. Αν δεν μιλούσαν γι’ αυτόν ο Πλάτωνας, ο Ξενοφώντας, ο Διογένης Λαέρτιος, ο Πλούταρχος, ο Πορφύριος και μερικοί Σωκρατικοί φιλόσοφοι, δεν θα γνωρίζαμε τίποτε για τον Σωκράτη.
 
Ενώ του δόθηκε μια ευκαιρία μέσω των μαρτύρων υπεράσπισης να αποφύγει τον θάνατο, όταν τον ρώτησαν τι ποινή θα πρότεινε για τον εαυτό του αντί του θανάτου, εκείνος εξόργισε ακόμη περισσότερο το πλήθος και τους δικαστές όταν αντιπρότεινε ότι όχι μόνο δεν έπρεπε να τον καταδικάσουν αλλά ζήτησε και την τιμητική συντήρηση και ενίσχυση του από το πρυτανείο!
 
Οι φίλοι του προσπάθησαν να τον πείσουν να τους αφήσει να τον βοηθήσουν να αποδράσει, όπως είχαν φυγαδευτεί και γλιτώσει από την καταδίκη ο Πρωταγόρας και ο Αναξαγόρας πριν από, αυτόν, αλλά εκείνος αρνήθηκε, είτε από κούραση, είτε από υπερηφάνεια, είτε γιατί δεν είχε ταξιδέψει μακριά ποτέ του, είτε αποδεχόμενος το ρόλο του ως μάρτυρα. Τον οδήγησαν στη φυλακή, όπου έμεινε για λίγο τριγυρισμένος από τους μαθητές του που έκλαιγαν απαρηγόρητοι και από τα μικρά παιδιά του που τα είχε φέρει η σαστισμένη Ξανθίππη για να τον αποχαιρετήσουν.
 
Όταν ο δήμιος του έδωσε να πιει το κώνειο, παρηγορούσε τους αγαπημένους του φίλους και μαθητές μέχρι την τελευταία του ανάσα, λέγοντας: «Γιατί απελπίζεστε; Δεν ξέρετε άραγε πως από τη μέρα που γεννήθηκα η φύση με είχε καταδικάσει σε θάνατο; Καλύτερα λοιπόν εγκαίρως και όσο είμαι υγιής, αποφεύγοντας την παρακμή. Είθε να είναι ευτυχής η μετοίκηση μου στον άλλο κόσμο, ο οποίος ίσως να είναι καλύτερος απ’ αυτόν εδώ»
 
«Εγώ όσα πράγματα γνωρίζω, το πλήθος τα αποδοκιμάζει, κι όσα το πλήθος επιδοκιμάζει, εγώ δεν τα γνωρίζω καθόλου» (Επίκουρος)

Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΟΥΤΟΠΙΑ
 
Ο Πλάτωνας (427-346 μ.κ.ε.) είναι ίσως ο πιο γνωστός κι ο πιο πολυδιαβασμένος στην εποχή μας φιλόσοφος της αρχαιότητας. Το αληθινό όνομα του Πλάτωνα ήταν Αριστοκλής. Το όνομα Πλάτωνας ήταν ένα παρατσούκλι του, τον φώναζαν έτσι επειδή ήταν «πλατύς», είχε πλατιούς και δυνατούς ώμους, πλατύ στέρνο και αθλητικό παράστημα. Καταγόταν από παλαιά οικογένεια ευγενών, που θεωρούσε ως προγονό της τον Σόλωνα. Κατ’ επέκταση, ήταν ευκατάστατος.
 
Ήταν όντως πολύ αθλητικός και δυνατός, στον πόλεμο είχε τιμηθεί πολλές φορές ως πολεμιστής, ο πρώτος του δάσκαλος στη φιλοσοφία ήταν ο Κρατύλος, ο οποίος τον ώθησε να μελετήσει τους Ίωνες φιλοσόφους και τελικά περισσότερο τον Εμπεδοκλή, τον Αναξαγόρα και τον Ηράκλειτο, αλλά στα είκοσι δύο του χρόνια γνώρισε τον Σωκράτη και μεταμορφώθηκε σε διανοούμενο. Μέχρι τότε ο Πλάτωνας ήταν ένας ποιητής, συνέθετε κυρίως ελεγείες και επιγράμματα. Ήταν μάλλον ο πιο πιστός και ο πιο επιμελής μαθητής του δασκάλου του, τον οποίο αγαπούσε με πάθος, τον θαύμαζε και τον υποστήριζε ακόμη και με κίνδυνο της ζωής του.
 
Η άδικη δολοφονία του Σωκράτη τον συγκλόνισε βαθύτατα, τόσο που τον ώθησε να εκπατριστεί, εγκατέλειψε την Αθήνα και τους ανόητους και μισαλλόδοξους συμπολίτες του και άρχισε τις περιπλανήσεις. Πήγε στα Μέγαρα όπου έμεινε κοντά στον Ευκλείδη, έπειτα στην Κυρήνη (όπου έμεινε για κάποιον καιρό μαζί με τον Αρίστιππο), στην Ιωνία, και κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου θέλησε να ζήσει με ηρεμία μελετώντας τα μαθηματικά και τη θεολογία. Δεν ήθελε να επιστρέψει στην Αθήνα, γιατί έπειτα από τη νομιμοποιημένη δολοφονία του Σωκράτη που προκάλεσε μέγιστο τραύμα στην ψυχή του Πλάτωνα, από τις εμπειρίες του, την εξέταση και τη βαθύτερη κριτική παρατήρηση της κοινωνίας, είχε απογοητευτεί πλήρως από το τοπικό πεδίο των πολιτικών ανδρών, των νόμων, της θρησκείας, και των παραδοσιακών εθίμων και ηθών.
 
Επέστρεψε για λίγο στην Αθηναίο το 395 μ.κ.ε. αλλά έφυγε ξανά άπρακτος και αηδιασμένος για να ταξιδέψει στον Τάραντα της Κάτω Ιταλίας και στη Σικελία για να ερευνήσει την Πυθαγόρεια φιλοσοφία, όπου και γνώρισε τον αινιγματικό φιλόσοφο και επιστήμονα Αρχύτα, ο οποίος τον εξάσκησε σε ειδικές μεθόδους και γνώσεις των Πυθαγορείων και στη σκέψη του Δημόκριτου.
 
Δεν θα αναφερθώ εκτενώς στην Πλατωνική φιλοσοφία, όχι μόνο γιατί είναι πολυσχιδής και περίτεχνη, στο βάθος της μυστικιστική και με πολλές ερμηνείες, αλλά διότι, οι βασικές της θεωρίες είναι αρκετά γνωστές και διαδεδομένες. Η φιλοσοφία του Πλάτωνα επικεντρώνονταν κυρίως στις Ιδέες -έννοια που αυτός εισήγαγε στον κόσμο της σκέψης- και στον περιβόητο Κόσμο των Ιδεών και των Αρχετύπων, στη θεωρία, στην ηθική, στη θετική διαλεκτική (που ως τις μέρες του είχε αρνητικό χαρακτήρα), στην τέχνη του διαλόγου, στη γεωμετρία και στην ιστορία, στη νομική και σε μεγάλο βαθμό στην πολιτική (ή μάλλον, θα έλεγε κανείς, στην κυβερνητική).
 
Αν και, δεν υπήρχε τομέας της γνώσης που να μην είχε εντρυφήσει και είχε τη σοφία να συνδυάζει τις γνώσεις και τις θεωρίες όχι μόνο τις δικές του αλλά και των άλλων φιλοσόφων που είχε υπ’ όψιν του, καθώς και όλες τις γνωστές επιστήμες και αρκετές δικής του επινόησης. Ήταν αληθινά ένας πανεπιστήμονας. Ο Πλάτωνας ήταν ο πρώτος συγκρητιστής, ίσως και ο πρώτος σημειολόγος. Φυσικά, ήταν και μεγάλος λογοτέχνης και συναρπαστικός ρήτορας. Το κύριο χαρακτηριστικό των πάμπολλων έργων του Πλάτωνα είναι ότι τα περισσότερα γράφτηκαν με τη μορφή διαλόγου, με ήρωα τον Σωκράτη, και παρουσιάζονται ως Σωκρατικοί διάλογοι.
 
Στην πραγματικότητα, κανείς δεν ξέρει αν οι διάλογοι αυτοί είναι αυθεντικοί, αν έγιναν δηλαδή στ’ αλήθεια από τον Σωκράτη και τους συνομιλητές του, ή είναι φανταστικοί. Το πιθανότερο είναι πως ισχύουν και τα δύο. Μοιάζει αδύνατον να θυμόταν ο Πλάτωνας όλους αυτούς τους εξαιρετικά περίτεχνους διάλογους του Σωκράτη, λέξη προς λέξη, αλλά δεν είναι και απίθανο, μιας και ο Πλάτωνας ήταν ένας πολύ ασυνήθιστος άνθρωπος με πολλά ιδιαίτερα χαρίσματα.
 
(Το μόνο αντίστοιχο στη λογοτεχνία που μπορώ να φανταστώ, είναι οι πολύτομοι διάλογοι του Δον Χουάν με τον Κάρλος Καστανέντα, πρότυπο των οποίων είναι φανερό ότι υπήρξαν οι Σωκρατικοί διάλογοι του Πλάτωνα). Η λογοτεχνική αυτή μέθοδος αποτελεί εξαιρετικό συγγραφικό κόλπο, αφού ο συγγραφέας βάζει έναν ήρωα να μιλήσει για λογαριασμό του κι έτσι περνάει αυτά που έχει να πει ξεπερνώντας τις επιφυλάξεις του αναγνώστη, ο οποίος ταυτίζεται με τον άλλο συνομιλητή.
 
Είναι ένας διάλογος ανάμεσα στον Πλάτωνα και στον αναγνώστη του.
 
Επιπλέον, έτσι ο συγγραφέας δεν μπορεί να αποδοκιμαστεί άμεσα για κάτι που έγραψε, επειδή το έχει βάλει στα χείλη κάποιου άλλου. Ας μην ξεχνάμε ότι ο Πλάτωνας ζούσε σε επικίνδυνες εποχές κι ο Σωκράτης είχε ήδη πληρώσει το τίμημα. Πέρα από όλα αυτά, το βέβαιο είναι πως οι συγγραφείς αυτών των διαλόγων αποτέλεσαν και ένα είδος εκδίκησης του Πλάτωνα για λογαριασμό του δασκάλου του, όχι μόνο καταδεικνύοντας αναμφισβήτητα πόσο σοφός ήταν ο Σωκράτης, αλλά και εξασφαλίζοντας ότι οι εχθροί της φιλοσοφίας δεν θα μπορούσαν να σβήσουν εύκολα τη μνήμη του από την Ιστορία. Είναι αμφίβολο αν θα θαυμάζαμε σήμερα τόσο πολύ τον Σωκράτη, αν δεν υπήρχαν τα έργα αυτά του Πλάτωνα.
 
Ο Πλάτωνας θεωρούσε ότι το πιο σημαντικό έργο του ήταν η Πολιτεία κι έλεγε ότι τα περισσότερα γραπτά του συνέκλιναν σ’ αυτό του το έργο. Ήταν η αρχετυπική ουτοπία, το τέλειο πολιτικό σύστημα, η φιλοσοφική πολιτεία των τελείων, σύμφωνα με την οποία τους πολίτες κυβερνούσαν οι σοφοί και οι ενάρετοι κάτω από έναν βασιλιά φιλόσοφο. Ο Πλάτωνας δεν είχε μείνει μόνο στο θεωρητικό κομμάτι της Πολιτείας του, αλλά σε όλη του τη ζωή αναζητούσε με επιμονή τον τρόπο να την εφαρμόσει σε κάποιο μέρος της Ελλάδας, των αποικιών ή του υπόλοιπου γνωστού κόσμου.
 
Ήταν ένας μεταφυσικός στοχαστής, ιδεαλιστής και ελιτιστής
 
Ο Πλάτωνας ήταν ανοιχτά και δηλωμένα αρνητής της δημοκρατίας (την οποία τη θεωρούσε στη χειρότερη περίπτωση ως εφαρμοσμένη υποκριτική ή θεατρικό δρώμενο και στην καλύτερη ως ανεπαρκές πολιτικό σύστημα). Ήταν ένας εκ φύσεως αριστοκράτης του πνεύματος (και θα έλεγε κανείς ότι ενσάρκωνε έναν τύπο φιλόσοφου Δον Κιχώτη).
 
Στο ταξίδι του εκείνο στην Κάτω Ιταλία και στη Σικελία, κατά το οποίο τον συνόδευαν δύο από τους «εταίρους» του (όπως αποκαλούσε τους συνεργάτες του και τους μαθητές του, που τους θεωρούσε «συνόντες») ο Ξενοκράτης και ο Σπεύσιππος, έκανε μία κομβική γνωριμία, συναντήθηκε και έγινε φίλος με τον Δίωνα, έναν λαμπρό νέο που έγινε ίσως ο πιο πιστός μαθητής του και πολύ καλός φίλος. Η αδελφή του Δίωνα, Αριστομάχη, είχε παντρευτεί τον τύραννο των Συρακουσών, Διονύσιο Α΄ τον πρεσβύτερο, κι έτσι ο Δίωνας είχε άμεση πρόσβαση στη βασιλική αυλή.
 
Ο Δίωνας προσκάλεσε τον Πλάτωνα στις Συρακούσες και τον παρουσίασε στον τύραννο Διονύσιο Α’. Είναι φανερό ότι ο Πλάτωνας, μέσω της γνωριμίας του με τον Δίωνα και με τον Διονύσιο, είδε στο πρόσωπο του βασιλιά την ευκαιρία να τον κατηχήσει και να τον χρησιμοποιήσει για να εφαρμόσει στις Συρακούσες το ουτοπικό πολιτικό σύστημα που περιγράφει στην Πολιτεία του.
 
Είχε έρθει η στιγμή για το μεγάλο πείραμα. Αλλά η τύχη δεν ήταν με το μέρος του. Ο τύραννος, που διακατεχόταν από έντονο σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στους διανοούμενους (όπως, άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι με κάποια εξουσία), αρεσκόταν στο να τους ταπεινώνει και να τους υποτιμά, και μια μέρα είπε στον Πλάτωνα: «Όσα λες είναι τελείως ανόητα, γιατί είσαι ένας ανόητος» κι ο Πλάτωνας απάντησε: «Κι εσύ είσαι ένας μικρόνοος αυθάδης».
 
Έτσι, ο Διονύσιος τον απέλασε από τις Συρακούσες, τον έβαλε μέσα σε ένα καράβι για να επιστρέψει στην Ελλάδα, αλλά διέταξε το πλήρωμα να τον συλλάβει και να τον αλυσοδέσει μόλις σαλπάρουν και να τον πουλήσουν σαν σκλάβο. Το καράβι προσάραξε στην Αίγινα, ένα νησί που ήταν σε στενή συμμαχία με τους Σπαρτιάτες βρισκόταν σε εμπόλεμη σχέση με την Αθήνα, και έτσι ο Αθηναίος Πλάτωνας θεωρήθηκε αιχμάλωτος πολέμου, και πουλήθηκε ως δούλος. Ευτυχώς, εκεί τον αναγνώρισε κάποιος πλούσιος άνθρωπος ονόματι Αννίκερις από την Κυρήνη, πλήρωσε το μεγάλο ποσό των τριών χιλιάδων δραχμών για να τον αγοράσει, και έπειτα του πρόσφερε την ελευθερία του αρνούμενος να δεχθεί τα χρήματα από τους φίλους του Πλάτωνα που στο μεταξύ είχαν ειδοποιηθεί και τα είχαν συγκεντρώσει για να τον εξαγοράσουν. Με το κεφάλαιο αυτών των συγκεντρωμένων χρημάτων ιδρύθηκε η «Ακαδημία»!
 
Η Ακαδημία του Πλάτωνα, ιστορικά, δεν ήταν το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης όπως έχει ειπωθεί λανθασμένα, αφού είχε προηγηθεί ήδη τουλάχιστον η σχολή του Πυθαγόρα στον Κρότωνα και η σχολή του Ισοκράτη στην Αθήνα, αλλά ουσιαστικά ήταν όντως το πρώτο πανεπιστήμιο της Ευρώπης όπως το καταλαβαίνουμε σήμερα, διότι πραγματικά δίδασκε όλες τις επιστήμες: εκεί μπορούσες να διδαχθείς γεωμετρία, μαθηματικά, νομικά, μουσική, ιστορία, ηθική, διαλεκτική, ρητορική, κ.ά.. Υπήρχαν βοηθοί που δίδασκαν είτε με διαλέξεις, είτε με διάλογους, δημόσιες συζητήσεις, κλπ. φυσικά, η Ακαδημία δεχόταν και γυναίκες, μια και ο Πλάτωνας ήταν ένθερμος φεμινιστής.
 
Στην Αθήνα, η Ακαδημία ήταν αφιερωμένη στις Μούσες και υποτίθεται ότι οι Μούσες λατρεύονταν εκεί από τους εταίρους. Ο Πλάτωνας είχε μάθει το μάθημα του από το πάθημα του Σωκράτη και των πάμπολλων άλλων φιλοσόφων που είχαν καταδικαστεί για αθεΐα και καινοτομία. Οι Μούσες ήταν το τέλειο και το πιο έντιμο άλλοθι. Αντιπροσώπευαν συμβολικά τις τέχνες και την έμπνευση, που πραγματικά τις λάτρευαν οι ακαδημαϊκοί, αλλά ήταν και θεές, οπότε τα είχαν καλά και με το ιερατείο. Αυτό το άλλοθι αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από τις πρώτες μεγάλες βιβλιοθήκες, όπως αυτή της Αλεξάνδρειας και γι’ αυτό χρησιμοποιούσαν επίσημα τον τίτλο «μουσείο» που στην πάροδο του χρόνου μεταλλάχθηκε στην έννοια που του δίνουμε σήμερα.
 
Στην Ακαδημία ο Πλάτωνας και οι εταίροι του, μεταξύ άλλων έδιναν και θεματικές εργασίες στους μαθητές, σχεδόν πάντα τελείως ασυνήθιστες και παράξενες στα μάπα των αμύητων.
 
Να ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιου θέματος: «Βρείτε τους νόμους που διέπουν τη φαινομενικά άτακτη κίνηση των πλανητών και αντιπαραβάλετε τους με τους νόμους που κυβερνούν τις πράξεις των ανθρώπων» Έτσι, λοιπόν, ο Πλάτωνας είχε επιστρέψει στην Αθήνα, οργανώνοντας την Ακαδημία του, φτιάχνοντας ένα ιδεατό ορμητήριο. Αφού η Αθήνα ήταν αυτό που ήταν, ο Πλάτωνας θα έφτιαχνε έναν δικό του μικρόκοσμο, ένα καταφύγιο της γνώσης και των ιδεών, ένα ιδεατό καταφύγιο καταμεσής στην απογοητευτική καθημερινή πραγματικότητα, μια μικρή ουτοπία μέσα στην ατοπία.
 
Στον μικρόκοσμο αυτόν, μπορούσε μαζί με τους φίλους του να ασχοληθεί, απερίσπαστος και προστατευμένος, με τα πνευματικά πράγματα και τις μελέτες και τις διδασκαλίες, κλείνοντας απ’ έξω όλον τον υπόλοιπο υλικό κόσμο. Στο αέτωμα της εισόδου της σχολής υπήρχε μία επιγραφή που διέταζε: «Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω». Μια ανάμνηση του Πυθαγόρα.
 
Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς μιλούν για την Ακαδημία του Πλάτωνα με επικριτικό τρόπο, θεωρώντας την ως ένα ίδρυμα που φιλοξενούσε πλούσιους κουλτουριάρηδες τύπους, εξαιρετικά σνομπ και επιδειξίες, οι μαθητές -οι περισσότεροι γόνοι καλών και αριστοκρατικών οικογενειών- ντύνονταν με κομψά και ακριβά ρούχα- είχαν δικές τους αναγνωριστικές χειρονομίες και χαιρετισμούς, μιλούσαν όλοι με ένα ιδιαίτερο ύφος και λεξιλόγιο και είχαν τη συνήθεια να ανταλλάσσουν μεταξύ τους με επιδεικτικό τρόπο πανάκριβα δώρα. Ανάμεσα στους μαθητές του Πλάτωνα υπήρχαν και άνθρωποι που θα εξελίσσονταν σε πολύ αξιόλογα μέλη της Ακαδημίας, όπως ο Αριστοτέλης και ο Εύδοξος.
 
Στην Αθήνα, ο Πλάτωνας τα πήγαινε αρκετά καλά με τις αριστοκρατικές οικογένειες, σε μια από τις οποίες ανήκε και ο ίδιος και στις οποίες ανήκαν οι περισσότεροι από τους μαθητές του και, σε συνδυασμό με τη λατρεία των Μουσών, αυτό μάλλον εξηγεί γιατί δεν είχε ιδιαίτερα προβλήματα τελικά. Μπορεί να εφάρμοζε πλέον έστω και σε μικρή μυστική κλίμακα στην Ακαδημία την Πολιτεία του κατά προσέγγιση, αλλά αυτό δεν τον έκανε να παρατήσει τις ελπίδες και τις βλέψεις του να τα καταφέρει να εφαρμόσει την ουτοπία του και σε μεγαλύτερη κλίμακα.
 
Παραδόξως, η δεύτερη ευκαιρία ήρθε και πάλι από τις Συρακούσες πάλι μέσω του καλού του φίλου Δίωνα. Ο τύραννος Διονύσιος είχε πεθάνει και στον θρόνο τον διαδέχτηκε ο υιός του, ο Διονύσιος ο Β΄. Αλλά ο νέος τύραννος δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένος για την ανάληψη των καθηκόντων του, διότι ο πατέρας του, δυστυχώς και καχύποπτος όπως ήταν, είχε φροντίσει να κρατήσει τον γιο του μακριά από τα πολιτικά πράγματα. Κι έτσι, στην αρχή ο Διονύσιος Β΄ βρισκόταν υπό την επιρροή του θείου του, του Δίωνα, ο οποίος και τον παρότρυνε να προσκαλέσει τον Πλάτωνα στις Συρακούσες για να του διδάξει πώς να κυβερνά και να τον καθοδηγήσει προς τη σοφία.
 
Ο Διονύσιος Β’ έστειλε ογδόντα τάλαντα στην Ακαδημία, (κι ίσως γι’ αυτό ο Πλάτων να είχε αργότερα τόσο υπομονή μαζί του). Ο Πλάτωνας αποδέχτηκε την πρόσκληση, αφού είδε να αναζωπυρώνονται οι ελπίδες του για την εφαρμογή της Πολιτείας του και, αν και εξήντα χρονών πια, έκανε το ταξίδι και ξαναγύρισε έτσι στον τόπο που του είχε προκαλέσει την άσχημη περιπέτεια της δουλείας, προσδοκώντας ότι η επιρροή του Δίωνα θα εξασφάλιζε να μην επαναληφθεί κάτι παρόμοιο. Ο Δίωνας παρίστανε τον τύραννο ως μέγα εραστή της φιλοσοφίας και της παιδείας, λέγοντας στον Πλάτωνα ότι αν υπήρχε μια ευκαιρία να εφαρμόσει τις ιδέες του, αυτή η ευκαιρία ήταν τώρα.
 
Όταν έφτασε ο Πλάτωνας στην αυλή των Συρακουσών, απογοητεύτηκε και πάλι, γιατί βρήκε το περιβάλλον να είναι γεμάτο από συκοφαντίες και διαβολές εναντίον του Δίωνα, στην κοινωνική επιρροή του οποίου τόσες ελπίδες είχε στηρίξει. Προσπάθησε για πολλούς μήνες και με πολλούς τρόπους να αναστρέψει το κλίμα που υπήρχε κατά του φίλου του, αλλά τελικά ο Δίωνας εξορίστηκε από τον Διονύσιο, με την κατηγορία ότι υπονόμευε την εξουσία του. Ο Δίωνας κατέφυγε στην Ελλάδα, και ο Πλάτωνας συνέχισε να μένει φιλοξενούμενος του Διονυσίου, ή μάλλον αιχμάλωτός του, περιμένοντας πότε ο τύραννος θα αποκτήσει τη ροπή της φιλοσοφικής ζωής.
 
Όμως, μία πολεμική κινητοποίηση ανάγκασε τον Διονύσιο να εγκαταλείψει τις Συρακούσες, κι έδωσε στον Πλάτωνα την άδεια για την επιστροφή του στην Ελλάδα, με την υπόσχεση ότι στο τέλος του πολέμου θα ξανακαλέσει και αυτόν και τον Δίωνα. Έτσι ο Πλάτωνας ξαναγύρισε στην Ακαδημία του. Λίγα χρόνια αργότερα, η πρόσκληση του τυράννου εμφανίστηκε και πάλι, όπως είχε υποσχεθεί, αλλά ήταν μόνο για τον Πλάτωνα και όχι για τον Δίωνα, ο οποίος ήδη ζούσε σε ένα κτήμα δίπλα στην Ακαδημία. Στην προσπάθεια του να πείσει τον Πλάτωνα να έλθει πάλι στις Συρακούσες, ο Διονύσιος έστειλε μία τριήρη για να τον παραλάβει.
 
Έτσι, ο Πλάτωνας πείστηκε και ξεκίνησε για τρίτη φορά το ταξίδι, γιατί είχε λάβει επιστολές και από τον Αρχύτα και από άλλους Πυθαγορείους του Τάραντα που ήθελε να τους συναντήσει κι αυτούς. Μαζί του πήρε αρκετά επιφανή μέλη της Ακαδημίας, όπως τον Σπεύσιππο, τον Ξενοκράτη και τον Εύδοξο, αφήνοντας τον Ηρακλείδη τον Ποντικό να διοικεί την Ακαδημία. Όταν όμως έφτασε στις Συρακούσες, οι εντυπώσεις του ήταν πλέον οδυνηρές, διότι ο τύραννος όχι μόνο δεν τήρησε καμία από τις υποσχέσεις του, όχι μόνο δεν πείστηκε να ανακαλέσει τον Δίωνα, όχι μόνο κατάσχεσε όλη την περιουσία του, όχι μόνο δεν έκανε καμία κίνηση αποδοχής της φιλοσοφίας, όχι μόνο ασκούσε απαράδεκτη πολιτική, αλλά όταν ο Πλάτωνας προσπάθησε να τον νουθετήσει τελικά τον κατηγόρησε κι αυτόν για υπονόμευση της εξουσίας του και για συνωμοσία. Έμεινε αιχμάλωτος του Διονυσίου μαζί με τους φίλους του, ώσπου ο Αρχύτας και οι Πυθαγόρειοι κατάφεραν να τους φυγαδεύσουν από τις Συρακούσες με περιπετειώδη τρόπο, και τελικά μπόρεσαν να επιστρέψουν στο καταφύγιο της Ακαδημίας!!!

Αλλά η ιστορία δεν τελείωσε εκεί
 
Ο Δίωνας, όταν τα έμαθε όλα αυτά, κατάφερε να μαζέψει στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον των Συρακουσών για να εκθρονίσει τον Διονύσιο Β΄. Απώτερος σκοπός του ήταν να καταφέρει να εγκαθιδρύσει επιτέλους εκεί την Πλατωνική Πολιτεία. Η εκστρατεία πέτυχε, ο Διονύσιος δραπέτευσε, και ο Δίωνας άρχισε να ασχολείται με την εσωτερική οργάνωση του κράτους, καλώντας και πάλι τον Πλάτωνα να έλθει μαζί με όλους τους εταίρους του για να εγκαθιδρύσουν επιτέλους την ουτοπία. Καθώς όμως όλοι ετοίμαζαν τις αποσκευές τους, ήρθαν τα νέα ότι ο Δίωνας δολοφονήθηκε από το μαχαίρι του Αθηναίου Καλίππου, ο οποίος μάλιστα ήταν και μαθητής του Πλάτωνα και μέλος της Ακαδημίας. Έπειτα από αυτό, ο Πλάτωνας ένιωσε μεγάλη ντροπή και θλίψη, και έπεσε σε βαθιά μελαγχολία.
 
Ο ανιψιός του Δίωνα, ο Ιππαρίνος, κατάφερε να εκδιώξει τον δολοφόνο και να καταλάβει την εξουσία, δηλώνοντας ότι ήθελε να συνεχίσει το έργο του Δίωνα, και κάλεσε τον Πλάτωνα να του δώσει οδηγίες για το πολιτικό έργο που απαιτούταν. Ο Πλάτωνας, όμως, είχε ήδη απογοητευτεί πάρα πολύ και δεν έτρεφε πλέον ελπίδες ότι θα εφαρμοζόταν ποτέ το σύστημα της Πολιτείας του. Έστειλε κάποιες συμβουλευτικές επιστολές κι αυτό ήταν όλο, ένιωθε πια πολύ γέρος για νέες μεγάλες περιπέτειες.
 
Δεν έφευγε πια από την Αθήνα παρά σε ελάχιστα ταξίδια. Η Ακαδημία τον είχε πλέον απορροφήσει τελείως. Όταν δεν δίδασκε και δεν μελετούσε, έβγαινε μαζί με τους αγαπημένους του μαθητές και φίλους κάνοντας μεγάλους περιπάτους, εξασκώντας τους στην τέχνη του διαλόγου. Δεν ήθελε να έχει καμία σχέση με την πεζή πραγματικότητα και την κοινωνία.
 
Ο Πλάτωνας μπορεί να μην είδε την ουτοπία να πραγματοποιείται, αλλά είχε κερδίσει το φως της γνώσης, των ιδεών, της φιλίας, είχε κατακτήσει πολλά από τα μυστήρια του κόσμου, ήταν ένας συγκλονιστικός δάσκαλος. Είχε εξελιχθεί σε ένα σπανιότατο ανθρώπινο ον. Ο Πλάτωνας ήταν ένας αγνός άνθρωπος, έντιμος άνδρας, ευθύς, ήρεμος, καθόλου υπεροπτικός, ακτινοβολούσε από σοφία και γνώση, και ήταν φανερό πως είχε μια θερμή αγάπη για τον άνθρωπο και για την ανώτερη αποστολή του. Ήταν ένας αληθινά ευγενής σοφός.
 
Πέρα από τις ιδέες του και τη σοφία του, του άρεσε να διηγείται πολύ διασκεδαστικές ιστορίες και ανέκδοτα, και είχε εξαιρετικό χιούμορ, και ήταν ένας πολύ καλός φίλος για όλους τους φίλους του. Με διασκεδαστικές αφηγήσεις από τη ζωή του και συναρπαστικούς φιλοσοφικούς διάλογους με φίλους καρδιακούς, πέρασε τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ενοικώντας πλέον αποκλειστικά στον κόσμο του πνεύματος. Ήταν ευτυχισμένος.
 
Κάποιες πληροφορίες λένε ότι ο Πλάτωνας πέθανε γράφοντας, όταν έσπασε η καλαμένια πένα του την ώρα που κατέγραφε κάποιες σημαντικές ιδέες. Αλλά υπάρχει και μια άλλη εκδοχή για τον θάνατό του, που ακούγεται πολύ πιο πιθανή και έγκυρη. Μια μέρα ένας από τους καλούς μαθητές του παντρευόταν και ζήτησε από τον δάσκαλο να γίνει κουμπάρος του. Ο γερο-Πλάτωνας, παρά την ηλικία του των ογδόντα ετών, πήγε στη γιορτή, διασκέδασε μαζί με τους νεαρούς μέχρι αργά τη νύχτα, κι ίσως να ήπιε λίγο παραπάνω απ’ ότι έπρεπε. Ένιωσε κουρασμένος και αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά για να κοιμηθεί, ενώ η γιορτή συνεχιζόταν. Το επόμενο πρωί τον βρήκαν εκεί νεκρό. Είχε πεθάνει στον ύπνο του χωρίς να το καταλάβει, όπως πεθαίνουν όλοι οι ευτυχισμένοι και γαλήνιοι άνθρωποι.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (565-616)

565 ἀλλά μιν ἐξαπάτησεν ἐὺς πάις Ἰαπετοῖο
κλέψας ἀκαμάτοιο πυρὸς τηλέσκοπον αὐγὴν
ἐν κοίλῳ νάρθηκι· δάκεν δ᾽ ἄρα νειόθι θυμὸν
Ζῆν᾽ ὑψιβρεμέτην, ἐχόλωσε δέ μιν φίλον ἦτορ,
ὡς ἴδ᾽ ἐν ἀνθρώποισι πυρὸς τηλέσκοπον αὐγήν.
570 αὐτίκα δ᾽ ἀντὶ πυρὸς τεῦξεν κακὸν ἀνθρώποισι·
γαίης γὰρ σύμπλασσε περικλυτὸς Ἀμφιγυήεις
παρθένῳ αἰδοίῃ ἴκελον Κρονίδεω διὰ βουλάς·
ζῶσε δὲ καὶ κόσμησε θεὰ γλαυκῶπις Ἀθήνη
ἀργυφέῃ ἐσθῆτι· κατὰ κρῆθεν δὲ καλύπτρην
575 δαιδαλέην χείρεσσι κατέσχεθε, θαῦμα ἰδέσθαι·
[ἀμφὶ δέ οἱ στεφάνους νεοθηλέας, ἄνθεα ποίης,
ἱμερτοὺς περίθηκε καρήατι Παλλὰς Ἀθήνη·]
ἀμφὶ δέ οἱ στεφάνην χρυσέην κεφαλῆφιν ἔθηκε,
τὴν αὐτὸς ποίησε περικλυτὸς Ἀμφιγυήεις
580 ἀσκήσας παλάμῃσι, χαριζόμενος Διὶ πατρί.
τῇ δ᾽ ἔνι δαίδαλα πολλὰ τετεύχατο, θαῦμα ἰδέσθαι,
κνώδαλ᾽ ὅσ᾽ ἤπειρος δεινὰ τρέφει ἠδὲ θάλασσα·
τῶν ὅ γε πόλλ᾽ ἐνέθηκε, χάρις δ᾽ ἐπὶ πᾶσιν ἄητο,
θαυμάσια, ζωοῖσιν ἐοικότα φωνήεσσιν.
585αὐτὰρ ἐπεὶ δὴ τεῦξε καλὸν κακὸν ἀντ᾽ ἀγαθοῖο,
ἐξάγαγ᾽ ἔνθά περ ἄλλοι ἔσαν θεοὶ ἠδ᾽ ἄνθρωποι,
κόσμῳ ἀγαλλομένην γλαυκώπιδος Ὀβριμοπάτρης·
θαῦμα δ᾽ ἔχ᾽ ἀθανάτους τε θεοὺς θνητούς τ᾽ ἀνθρώπους,
ὡς εἶδον δόλον αἰπύν, ἀμήχανον ἀνθρώποισιν.
590 ἐκ τῆς γὰρ γένος ἐστὶ γυναικῶν θηλυτεράων,
[τῆς γὰρ ὀλοίιόν ἐστι γένος καὶ φῦλα γυναικῶν,]
πῆμα μέγα θνητοῖσι, σὺν ἀνδράσι ναιετάουσαι,
οὐλομένης Πενίης οὐ σύμφοροι, ἀλλὰ Κόροιο.
ὡς δ᾽ ὁπότ᾽ ἐν σμήνεσσι κατηρεφέεσσι μέλισσαι
595 κηφῆνας βόσκωσι, κακῶν ξυνήονας ἔργων·
αἱ μέν τε πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
† ἠμάτιαι σπεύδουσι τιθεῖσί τε κηρία λευκά,
οἱ δ᾽ ἔντοσθε μένοντες ἐπηρεφέας κατὰ σίμβλους
ἀλλότριον κάματον σφετέρην ἐς γαστέρ᾽ ἀμῶνται·
600 ὣς δ᾽ αὔτως ἄνδρεσσι κακὸν θνητοῖσι γυναῖκας
Ζεὺς ὑψιβρεμέτης θῆκε, ξυνήονας ἔργων
ἀργαλέων. ἕτερον δὲ πόρεν κακὸν ἀντ᾽ ἀγαθοῖο,
ὅς κε γάμον φεύγων καὶ μέρμερα ἔργα γυναικῶν
μὴ γῆμαι ἐθέλῃ, ὀλοὸν δ᾽ ἐπὶ γῆρας ἵκηται
605 χήτει γηροκόμοιο· ὁ δ᾽ οὐ βιότου γ᾽ ἐπιδευὴς
ζώει, ἀποφθιμένου δὲ διὰ ζωὴν δατέονται
χηρωσταί. ᾧ δ᾽ αὖτε γάμου μετὰ μοῖρα γένηται,
κεδνὴν δ᾽ ἔσχεν ἄκοιτιν, ἀρηρυῖαν πραπίδεσσι,
τῷ δέ τ᾽ ἀπ᾽ αἰῶνος κακὸν ἐσθλῷ ἀντιφερίζει
610 ἐμμενές· ὃς δέ κε τέτμῃ ἀταρτηροῖο γενέθλης,
ζώει ἐνὶ στήθεσσιν ἔχων ἀλίαστον ἀνίην
θυμῷ καὶ κραδίῃ, καὶ ἀνήκεστον κακόν ἐστιν.
ὣς οὐκ ἔστι Διὸς κλέψαι νόον οὐδὲ παρελθεῖν.
οὐδὲ γὰρ Ἰαπετιονίδης ἀκάκητα Προμηθεὺς
615 τοῖό γ᾽ ὑπεξήλυξε βαρὺν χόλον, ἀλλ᾽ ὑπ᾽ ἀνάγκης
καὶ πολύιδριν ἐόντα μέγας κατὰ δεσμὸς ἐρύκει.

***
Μ᾽ αυτόν τον εξαπάτησε ο γενναίος γιος του Ιαπετού
κλέβοντας της ακάματης φωτιάς τη λάμψη τη μακρόφωτη
μες σε καλάμι κούφιο. Και αυτό τον δάγκωσε κατάβαθα μες στην ψυχή
το Δία που από ψηλά βροντά και μες στην καρδιά του τον εξόργισε,
σαν είδε τη μακρόφωτη τη λάμψη της φωτιάς μες στους ανθρώπους.
570 Ευθύς σαν αντιστάθμισμα για τη φωτιά ετοίμασε συμφορά για τους ανθρώπους.
Γιατί από χώμα έπλασε ο ξακουστός Χωλός,
με εντολή του γιου του Κρόνου, ομοίωμα σεβαστής παρθένας.
Την έζωσε και τη στόλισε η θεά Αθηνά η αστραπομάτα
με φόρεμα που έλαμπε σαν ασήμι. Και στο κεφάλι της επάνω
καλύπτρα πολυποίκιλτη με τα χέρια της τής έριξε, θαύμα να τη βλέπεις.
[Και γύρω στο κεφάλι της στεφάνια νιόβλαστα, άνθη της χλόης,
ποθητά, της έβαλε η Αθηνά Παλλάδα.]
Και γύρω στο κεφάλι της διάδημα χρυσό τής έβαλε,
που ο ίδιος το ᾽φτιαξε ο ξακουστός Χωλός
580 αφού το φιλοτέχνησε με τις παλάμες του, τη χάρη κάνοντας στο Δία, τον πατέρα του.
Πάνω σ᾽ αυτό, θαύμα να τα βλέπεις, ποικίλματα πολλά ετοίμασε,
όσα θηρία φοβερά η στεριά και η θάλασσα τα τρέφει.
Κι έβαλε πολλά απ᾽ αυτά —πάνω σε όλα μια χάρη έπνεε—
στολίδια θαυμαστά που μοιάζανε με ζωντανά που πάνε να μιλήσουν.
Κι αφού ο Δίας ετοίμασε τούτο το καλό κακό, του αγαθού αντιστάθμισμα,
έξω την έβγαλε, εκεί που βρίσκονταν οι θεοί οι υπόλοιποι κι οι άνθρωποι,
γεμάτη από χαρά για τα στολίδια της αστραπόματης θεάς που δυνατό πατέρα έχει.
Και θαυμασμός κυρίευσε τους αθάνατους θεούς και τους θνητούς ανθρώπους,
σαν είδαν το βαθύ το δόλο, τον αναπότρεπτο για τους ανθρώπους.
590 Γιατί απ᾽ αυτήν κατάγεται των τρυφερών των γυναικών το γένος,
[αυτής είναι το ολέθριο γένος και η φυλή των γυναικών,]
μεγάλη συμφορά για τους θνητούς, των ανδρών συγκάτοικοι,
συντρόφισσες όχι της καταραμένης φτώχειας, αλλά της αφθονίας.
Όμοια όπως οι μέλισσες στις σκεπαστές κυψέλες
τους κηφήνες τρέφουνε, που είναι συνεργάτες στα έργα τα κακά.
Γιατί αυτές όλη τη μέρα μέχρι να δύσει ο ήλιος
τρέχουν καθημερινά και φτιάχνουνε λευκές κερήθρες,
ενώ εκείνοι μένουνε στις σκεπαστές κυψέλες
και τον ξένο κάματο στη δική τους την κοιλιά μαζεύουν.
600 Έτσι ακριβώς κι ο Δίας, που από ψηλά βροντά, για τους θνητούς τους άνδρες συμφορά
όρισε τις γυναίκες, που είναι συνεργάτιδες στα έργα τα πικρά.
Κι ακόμη ένα κακό τούς έδωσε στη θέση του αγαθού:
όποιος το γάμο και των γυναικών τα φθαρτικά τα έργα προσπαθώντας ν᾽ αποφύγει
να παντρευτεί τυχόν δε θέλει, αυτός να φτάνει στα ολέθρια γηρατειά
δίχως κανέναν να τον γηροκομήσει. Αυτός ζει δίχως να έχει έλλειψη από βιος,
μα σαν πεθάνει μοιράζονται τα υπάρχοντά του
οι συγγενείς οι μακρινοί. Σε όποιον πάλι λάχει μοίρα παντρειάς
κι έχει γυναίκα φρόνιμη και σταθερή στο νου της,
σ᾽ όλη του τη ζωή το κακό επίμονα με το καλό θ᾽ αναμετριέται.
610 Μα όποιος λάχει γένος γυναίκας βλαβερό
ζει στα στήθη μέσα έχοντας άπαυτη θλίψη
στην ψυχή και την καρδιά. Και είναι τούτο το κακό αγιάτρευτο.
Άρα του Δία το νου δεν είναι δυνατόν να ξεγελάσεις και να τον ξεπεράσεις.
Ούτε κι ο Προμηθέας, ο άκακος γιος του Ιαπετού,
απ᾽ τη βαριά οργή του ξέφυγε, αλλά δεσμά μεγάλα απ᾽ την ανάγκη κάτω
τον κρατούν, πολύπειρος κι ας είναι.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (135-170)

135 ΕΠ. νὴ Δία ταλαιπώρων γε πραγμάτων ἐρᾷς.
τί δαὶ σύ; ΠΙ. τοιούτων ἐρῶ κἀγώ. ΕΠ. τίνων;
ΠΙ. ὅπου ξυναντῶν μοι ταδί τις μέμψεται
ὥσπερ ἀδικηθεὶς παιδὸς ὡραίου πατήρ·
«καλῶς γέ μου τὸν υἱόν, ὦ στιλβωνίδη,
140 εὑρὼν ἀπιόντ᾽ ἀπὸ γυμνασίου λελουμένον
οὐκ ἔκυσας, οὐ προσεῖπας, οὐ προσηγάγου,
οὐκ ὠρχιπέδισας, ὢν ἐμοὶ πατρικὸς φίλος.»
ΕΠ. ὦ δειλακρίων σύ, τῶν κακῶν οἵων ἐρᾷς.
ἀτὰρ ἔστι γ᾽ ὁποίαν λέγετον εὐδαίμων πόλις
145 παρὰ τὴν ἐρυθρὰν θάλατταν. ΕΥ. οἴμοι, μηδαμῶς
ἡμῖν γε παρὰ θάλατταν, ἵν᾽ ἀνακύψεται
κλητῆρ᾽ ἄγουσ᾽ ἕωθεν ἡ Σαλαμινία.
ἑλληνικὴν δὲ πόλιν ἔχεις ἡμῖν φράσαι;
ΕΠ. τί οὐ τὸν Ἠλεῖον Λέπρεον οἰκίζετον
150 ἐλθόνθ᾽; ΕΥ. ὁτιὴ νὴ τοὺς θεοὺς ὅσ᾽ οὐκ ἰδὼν
βδελύττομαι τὸν Λέπρεον ἀπὸ Μελανθίου.
ΕΠ. ἀλλ᾽ εἰσὶν ἕτεροι τῆς Λοκρίδος Ὀπούντιοι,
ἵνα χρὴ κατοικεῖν. ΕΥ. ἀλλ᾽ ἔγωγ᾽ Ὀπούντιος
οὐκ ἂν γενοίμην ἐπὶ ταλάντῳ χρυσίου.
155 οὗτος δὲ δὴ τίς ἐσθ᾽ ὁ μετ᾽ ὀρνίθων βίος;
σὺ γὰρ οἶσθ᾽ ἀκριβῶς. ΕΠ. οὐκ ἄχαρις εἰς τὴν τριβήν·
οὗ πρῶτα μὲν δεῖ ζῆν ἄνευ βαλλαντίου.
ΕΥ. πολλήν γ᾽ ἀφεῖλες τοῦ βίου κιβδηλίαν.
ΕΠ. νεμόμεσθα δ᾽ ἐν κήποις τὰ λευκὰ σήσαμα
160 καὶ μύρτα καὶ μήκωνα καὶ σισύμβρια.
ΕΥ. ὑμεῖς μὲν ἆρα ζῆτε νυμφίων βίον.
ΠΙ. φεῦ φεῦ·
ἦ μέγ᾽ ἐνορῶ βούλευμ᾽ ἐν ὀρνίθων γένει,
καὶ δύναμιν ἣ γένοιτ᾽ ἄν, εἰ πίθοισθέ μοι.
ΕΠ. τί σοι πιθώμεσθ᾽; ΠΙ. ὅ τι πίθησθε; πρῶτα μὲν
165 μὴ περιπέτεσθε πανταχῇ κεχηνότες·
ὡς τοῦτ᾽ ἄτιμον τοὔργον ἐστίν. αὐτίκα
ἐκεῖ παρ᾽ ἡμῖν τοὺς πετομένους ἢν ἔρῃ·
«τίς ὄρνις οὗτος;» ὁ Τελέας ἐρεῖ ταδί·
«ἄνθρωπος ὄρνις ἀστάθμητος, πετόμενος,
170 ἀτέκμαρτος, οὐδὲν οὐδέποτ᾽ ἐν ταὐτῷ μένων.»

***
ΤΣΑ. Σου αρέσει η... κακοπέραση, όπως βλέπω.
Στον Πισθέταιρο.
Κι εσένα; ΠΙΣ. Κάτι τέτοια. ΤΣΑ. Ποιά, να πούμε;
ΠΙΣ. Ωραίου παιδιού ανταμώνοντάς με ο κύρης
να παραπονεθεί σαν πειραγμένος:
«Τί φίλος είσ᾽ εσύ, βρε σφανταχτίδη;
140 Βρήκες το γιο μου που έβγαινε λουσμένος
απ᾽ την παλαίστρα, και δεν του ᾽πες λέξη·
ούτε φιλί ούτε χάδι ή τίποτε άλλο.»
ΤΣΑ. Σκληραγωγίες σ᾽ αρέσουν, καημενούλη.
Λοιπόν, μια ευτυχισμένη πόλη υπάρχει
στης Ερυθράς της Θάλασσας την άκρη.
ΕΥΕ. Στη θάλασσα κοντά; Θεός φυλάξει!
Να στείλουν οι Αθηναίοι κανένα πλοίο
και να μας πάρουν πίσω; Ευχαριστώ.
Μια πόλη ελληνική δε βάζει ο νους σου;
ΤΣΑ. Δεν πάτε, λέω, στα Τρίκαλα; Είναι ωραία.
150 ΕΥΕ. Καλά τα Τρίκαλα είναι, μα είναι τρία
καλά μονάχα, εμείς ποθούμε κι άλλα.
ΤΣΑ. Στα Μέγαρα να μείνετε μπορείτε.
ΕΥΕ. Θα μου άρεσε πολύ, πώς χτίζονται όμως
τα μέγαρα; Δεν είμαστε για τέτοια.
Εδώ η ζωή με τα πουλιά πώς είναι;
Εσύ την ξέρεις στα όλα της. ΤΣΑ. Δεν είναι
και δίχως χάρες, αν τη συνηθίσεις·
και πρώτο: περιττά τα πορτοφόλια.
ΕΥΕ. Απ᾽ τη ζωή πολλή καλπιά έτσι φεύγει.
ΤΣΑ. Άσπρο σουσάμι βόσκουμε στους κήπους,
160 μύρτα και περπερήθρες και θυμάρι.
ΕΥΕ. Ζωή και κότα την περνάτε· μπράβο.
ΠΙΣ., σα να του ήρθε έμπνευση.
Μωρέ, μωρέ!
Μεγάλο σχέδιο ξεχωρίζω μέσα
στη φάρα των πουλιών και μια εξουσία
κατορθωτή, σ᾽ εμένα αν μπιστευτείτε.
ΤΣΑ. Να μπιστευτούμε; Και σε τί; ΠΙΣ. Γιά ακούστε.
Πρώτα πρώτα, να μη χαζοπετάτε
μια δω μια κει· δεν έχει αξιοπρέπεια
αυτή η δουλειά. Σκεφτείτε στων ανθρώπων
τις κοινωνίες τί γίνεται· αν ρωτήσεις
για κάποιον που μια δω μια κει γυρίζει
«βρε τί είν᾽ αυτός;», θα σου απαντήσουν· «όρνιο·
ένα φτερό στον άνεμο, μια σβούρα,
μια ανεμοδούρα· είν᾽ ένας δίχως βάση,
170 άστατος, επιπόλαιος, χαζοπούλι».

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΑΣΠΑΛΙΔΑ

ΑΣΠΑΛΙΔΑ
(ξύλινο άγαλμα)
 
Και για την Ασπαλίδα, κόρη του Αργαίου και αδελφή του Αστυγίτη, δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα αν υπήρξε μεταμόρφωση ή αντικατάσταση. Καταγόταν από τη Μελίτη της Φθίας, που στα χρόνια της κυβερνιόταν τυραννικά από τον ιδρυτή της Μελιτέα, τον οποίο οι ντόπιοι δεν ονόμαζαν καν, ενώ οι ξένοι του είχαν δώσει την προσωνυμία Τάρταρος*, προφανώς για τον τρόπο που κυβερνούσε αλλά και γιατί άρπαζε όποια κοπέλα του άρεζε**. Θέλησε και την Ασπαλίδα αλλά η κόρη απαγχονίστηκε πριν φτάσουν οι στρατιώτες να την πάρουν.
 
Για να εκδικηθεί τον θάνατό της, ο αδελφός της, νέος πολύ, ντύθηκε με τα ρούχα της αδελφής του, κάτω από τα οποία έκρυψε ένα σπαθί. Με αυτό σκότωσε τον Μελιτέα, όταν βρέθηκε μπροστά του σαν Ασπαλίδα. Οι κάτοικοι της πόλης έριξαν στο ποτάμι το σώμα του τυράννου τους, που το μετονόμασαν σε Τάρταρο από το παρατσούκλι του βασιλιά τους, ανέβασαν στην εξουσία τον φονιά του και αναζήτησαν το πτώμα της Ασπαλίδας. Αυτό όμως είχε εξαφανιστεί και στη θέση του οι θεοί έβαλαν ξύλινο άγαλμα δίπλα στης Άρτεμης.
 
Οι ντόπιοι το ονόμαζαν Ἀσπαλίς Ἀμειλήτη Ἑκαέργη και προς τιμή του οποίου καθιέρωσαν λατρεία· κάθε χρόνο οι κοπέλες κρεμούσαν έναν τράγο που δεν είχε πάει ακόμη με θηλυκό, γιατί και η Ασπαλίδα κρεμάστηκε παρθένα.
----------------------------
*Με την ονομασία αυτή αποδιδόταν στα ομηρικά και τα ησιόδεια έπη η πιο βαθιά περιοχή του κόσμου, πιο κάτω και από τον Άδη.
 
**Ο Μελιτέας ήταν γιος του Δία και της Νύμφης Οθρηίδας. Από φόβο για την Ήρα η μητέρα του τον άφησε έκθετο στο δάσος αλλά το παιδί σώθηκε με τρόπο θαυμαστό και τράφηκε από σμήνος μελισσών. Μεγάλωσε κοντά στον Φάγρο, αδελφό του από την ένωση της μητέρας του με τον Απόλλωνα, που είχε πάρει χρησμό ότι θα σώσει κάποιον που είναι αδελφός του και τρέφεται από μέλισσες· γι' αυτό ονόμασε το παιδί Μελιτέα. Το παιδί μεγάλωσε γρήγορα, έγινε γενναίος, έδειξε αρχηγικές ικανότητες και ίδρυσε στη Φθία την πόλη στην οποία έδωσε το όνομά του, Μελίτη.

Γκαίτε: Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Αν μπορείς να κάνεις αυτό, μπορείς να κάνεις τα πάντα

Θεωρείται ένας από τους γίγαντες του ευρωπαϊκού και παγκόσμιου πνεύματος. Ο Βόλφγκανγκ Γκαίτε γεννήθηκε το 1749. Ήταν Γερμανός ποιητής, επιστήμονας, συγγραφέας, δραματουργός και φιλόσοφος.

Το 1765, ο Γκαίτε άφησε το σπίτι του για να σπουδάσει νομική, όπως επιθυμούσε ο πατέρας του, αλλά λόγω της ασθένειάς του (φυματίωση), επέστρεψε σπίτι χωρίς πτυχίο. Εντούτοις, όσο σπούδαζε, ο Γκαίτε ήταν πλήρως απορροφημένος στη γραφή, αλλά φαίνεται πως έκαψε πολλά από τα έργα του καθώς τα θεωρούσε άχρηστα.
 
Συχνά αναφέρεται ως ο Σαίξπηρ της Γερμανίας, καθώς απέκτησε φήμη στην ηλικία των 25 ετών μετά την έκδοση του μυθιστορήματός του «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου». Λέγεται μάλιστα ότι αυτό το μυθιστόρημα είχε τόση επίδραση στους ευαίσθητους άνδρες της εποχής, που έκανε την αυτοκτονία από ερωτική απογοήτευση «της μόδας».

Αλλά το «Φάουστ» παραμένει το αριστούργημά του. Ξεκίνησε να γράφει αυτό το ποιητικό δράμα στην ηλικία των 23 ετών και το τελείωσε λίγους μήνες πριν τον θάνατό του. Το έργο αυτό έχει αποτελέσει τη βάση πολλών άλλων έργων σε όλο το φάσμα της τέχνης και θεωρείται αξεπέραστο στο είδος του.

15 αποφθέγματα από τον Βόλφγκανγκ Γκαίτε
1. «Μπορείς εύκολα να κρίνεις τον χαρακτήρα ενός ανθρώπου από το πώς συμπεριφέρεται σε εκείνους που δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτόν»
2. «Οι τολμηρές ιδέες είναι σαν τα πιόνια στο σκάκι. Μπορεί να νικηθούν, αλλά θα έχουν ξεκινήσει ένα παιχνίδι νίκης»
3. «Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο χαρακτήρας ενός ανθρώπου φαίνεται απ’ αυτό που θεωρεί αστείο»
4. «Ό,τι είναι ο νους και η καρδιά για τον άνθρωπο, είναι και η Ελλάδα για την οικουμένη»
5. «Θάρρος είναι η δέσμευση να ξεκινήσουμε χωρίς την εγγύηση της επιτυχίας»
6. «Μόλις εμπιστευθείς τον εαυτό σου, θα ξέρεις πώς να ζήσεις»
7. «Κανένας δεν είναι πιο απεγνωσμένα υποδουλωμένος από αυτόν που πιστεύει εσφαλμένα ότι είναι ελεύθερος»
8. «Αν σε δεχτώ όπως είσαι, θα σε κάνω χειρότερο. Αν όμως σε αντιμετωπίσω σαν να είσαι αυτό που είσαι ικανός να γίνεις, θα σε βοηθήσω να το πετύχεις»
9. «Μαγεία είναι να πιστεύεις στον εαυτό σου. Αν μπορείς να το κάνεις αυτό, μπορείς να κάνεις τα πάντα»
10. «Η αγάπη δεν κυριαρχεί, καλλιεργεί»
11. «Η γνώση δεν είναι αρκετή· πρέπει να την εφαρμόζουμε. Η πρόθεση δεν είναι αρκετή· πρέπει να πράττουμε»
12. «Το ταλέντο του ανθρώπου αναπτύσσεται μέσα στην απομόνωση, ο χαρακτήρας του όμως διαμορφώνεται μέσα στις τρικυμίες της ζωής»
13. «Όταν δυο άνθρωποι μαλώνουν, φταίει εκείνος που είναι πιο έξυπνος»
14. «Κάποιοι άνθρωποι δεν λογαριάζουν τα λεφτά τους μέχρι να τους τελειώσουν. Κάποιοι άλλοι κάνουν το ίδιο με το χρόνο τους»
15. «Η επιστήμη και η τέχνη ανήκουν σε όλο τον κόσμο, και μπροστά τους εξαφανίζονται όλα τα σύνορα»

Ο έξυπνος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από δόγματα και γίνεται ο αυστηρότερος κριτής του εαυτού του

Ρωτάτε απευθείας τη συνείδησή σας. Εννοείται, εντελώς αμερόληπτα. Τουλάχιστον αυτό πιστεύετε.

Όμως, πόσο ανόθευτη και ειλικρινής είναι η ενδοσκόπηση; Ο Σουηδός ψυχολόγος Πέττερ Γιόχανσον παρουσίασε σε εθελοντές δύο πορτρέτα, γρήγορα κι από απόσταση, ζητώντας να του πουν ποιο από τα δύο πρόσωπα έβρισκαν πιο ευχάριστο. Έπειτα τους έδειξε από κοντά τη φωτογραφία που είχαν προτιμήσει ζητώντας τους να εξηγήσουν γιατί έβρισκαν αυτό το πρόσωπο πιο συμπαθητικό. Αλλά, την τελευταία στιγμή, ταχυδακτυλουργικά, άλλαξε τις φωτογραφίες. Οι περισσότεροι εθελοντές δεν πρόσεξαν το κόλπο και δικαιολόγησαν λεπτομερώς γιατί αυτή η φωτογραφία (η ψεύτικη) τους άρεσε περισσότερο. Συμπέρασμα: Η ενδοσκόπηση δεν είναι αξιόπιστη. Όταν κάνουμε ενδοσκόπηση για να εξερευνήσουμε τα βάθη της ψυχής μας, κατασκευάζουμε κάτι.

Η πεποίθηση ότι με την αυτοεξέταση βρίσκουμε το αληθινό και το σωστό ονομάζεται Ψευδαίσθηση της ενδοσκόπησης. Και δε γλιτώνει κανείς απ’ αυτή. Επειδή είμαστε τόσο σίγουροι για τις πεποιθήσεις μας, όταν κάποιος δε μοιράζεται την οπτική μας πάνω στα πράγματα παρουσιάζουμε τριών ειδών αντιδράσεις:

Αντίδραση 1: Η «υπόθεση της άγνοιας» – ο άλλος απλούστατα δεν έχει τις αναγκαίες πληροφορίες. Αν ήταν ενημερωμένος, θα συμφωνούσε μαζί μας. Πρέπει απλώς να τον διαφωτίσουμε πάνω στο ζήτημα. Έτσι σκέφτονται οι ακτιβιστές – νομίζουν ότι μπορούν να πείσουν τους άλλους πληροφορώντας τους.

Αντίδραση 2: Η «υπόθεση της ηλιθιότητας» – παρόλο που ο άλλος διαθέτει τις αναγκαίες πληροφορίες, ο εγκέφαλός του δεν έχει αναπτυχθεί αρκετά, πράγμα που τον εμποδίζει να εξάγει τα σωστά συμπεράσματα. Απλούστατα, ο άλλος είναι βλαξ. Αυτή η αντίδραση είναι ιδιαιτέρως διαδεδομένη στους γραφειοκράτες που θέλουν να προστατέψουν τους «ηλίθιους» καταναλωτές από τον εαυτό τους.

Αντίδραση 3: Η «υπόθεση της κακίας» – ο άλλος έχει τις σωστές πληροφορίες, τις καταλαβαίνει, αλλά επιζητεί την αντιπαράθεση. Έχει κακές προθέσεις. Έτσι αντιμετωπίζουν πολλοί πιστοί τους άπιστους: οι άπιστοι είναι οι εκλεκτοί του διαβόλου.

Συμπέρασμα: Τίποτα δεν είναι πειστικότερο από τα δικά μας πιστεύω. Το να επιμένεις στις θέσεις σου πάση θυσία είναι φυσικό αλλά και επικίνδυνο. Η ενδοσκόπηση, αυτό το βλέμμα προς τα ενδότερά μας, είναι εν πολλοίς κατασκευή. Αν έχετε υπερβολική εμπιστοσύνη στον εαυτό σας για μεγάλο χρονικό διάστημα, υπάρχει κίνδυνος το ξύπνημα να είναι πολύ οδυνηρό. Κατά συνέπεια, όσο πιο ισχυρές είναι οι πεποιθήσεις σας, άλλο τόσο πιο κριτικός πρέπει να είστε απέναντι στον εαυτό σας. Ο έξυπνος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη από δόγματα και γίνεται ο αυστηρότερος κριτής του εαυτού του.

Ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στην ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε- η προσωπικότητά μας

To μέτρο της δυνατής ευτυχίας του καθενός είναι προκαθορισμένο από την ατομικότητά του. Ιδιαίτερα οι πνευματικές δυνάμεις του είναι εκείνες που καθορίζουν μια για πάντα την ικανότητά του για υψηλού επιπέδου απολαύσεις. Εάν η πνευματική του δυνατότητα είναι περιορισμένη, οποιαδήποτε προσπάθεια έξω από τον ίδιο, οτιδήποτε κι αν κάνουν οι άνθρωποι ή η μοίρα γι’ αυτόν, δεν θα καταφέρει να τον ανυψώσει πάνω από το συνηθισμένο επίπεδο της ανθρώπινης ευτυχίας και απόλαυσης – που έχει μέσα της και κάτι το ζωώδες. Το μόνο πράγμα που τον ευχαριστεί είναι η ικανοποίηση των αισθήσεων -στην καλύτερη περίπτωση μια άνετη και χαρούμενη οικογενειακή ζωή- χαμηλού επιπέδου παρέα και χυδαία διασκέδαση. Ακόμα και η εκπαίδευση, γενικά, λίγα μπορεί να προσφέρει -αν όχι τίποτα- για τη διεύρυνση των οριζόντων του. Διότι οι απολαύσεις που είναι ανώτερες, πιο ποικίλες και διαρκούν περισσότερο είναι οι πνευματικές, όσο και εάν τα νιάτα μάς οδηγούν παραπλανητικά προς άλλη κατεύθυνση. Οι πνευματικές απολαύσεις όμως εξαρτώνται κυρίως, από τη δύναμη του πνεύματος. Επομένως, είναι σαφές ότι η ευτυχία μας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αυτό που είμαστε, από την ατομικότητά μας, ενώ η τύχη και η μοίρα μας, σε γενικές γραμμές, σηματοδοτούν μόνο αυτό που έχουμε, ή αυτό που είμαστε για τους άλλους. Με την έννοια αυτή, η τύχη μας μπορεί να βελτιωθεί· όμως δεν περιμένουμε και πολλά από αυτήν αν έχουμε εσωτερικό πλούτο. Από την άλλη, ένας ανόητος θα παραμείνει ανόητος και χοντροκέφαλος μέχρι το τέλος της ζωής του, ακόμη και εάν έζησε περιστοιχισμένος από ουρί του παραδείσου.

Η κοινή εμπειρία αποδεικνύει πως για την ευτυχία και την ικανοποίησή μας το υποκειμενικό στοιχείο στη ζωή είναι ασύγκριτα πιο σημαντικό από το αντικειμενικό – αυτό επιβεβαιώνεται. Η υγεία βαραίνει περισσότερο απ’ όλα τα άλλα αγαθά, σε βαθμό που μπορεί να πει κανείς πως ένας υγιής ζητιάνος είναι πιο ευτυχισμένος από έναν φιλάσθενο βασιλιά. Ένας ήσυχος και πρόσχαρος χαρακτήρας που χαίρεται και απολαμβάνει ένα εύρωστο σώμα, ένας καθαρός νους που διεισδύει στα πράγματα και τα προσλαμβάνει ως έχουν, μια μετρημένη και ευγενική βούληση, και συνεπώς μια καλή συνείδηση: αυτά είναι προνόμια που καμία κοινωνική θέση και καμία περιουσία δεν μπορούν να αναπληρώσουν ή να αντικαταστήσουν. Διότι αυτό που είναι ένας άνθρωπος μέσα του, αυτό που τον συνοδεύει ακόμη και όταν είναι μόνος του, αυτό που κανένας δεν μπορεί να του προσφέρει ή να του στερήσει είναι δίχως άλλο πιο σημαντικό για εκείνον από οτιδήποτε έχει σχέση με υλικά αγαθά, ακόμα και από το τι πιστεύουν οι άλλοι γι’ αυτόν. Ένας διανοούμενος σε πλήρη μοναξιά ψυχαγωγείται θαυμάσια με τη δική του σκέψη και φαντασία, τη στιγμή που καμία ποικιλία στην κοινωνική ζωή —τα θέατρα, οι εκδρομές και οι ψυχαγωγίες – δεν μπορούν να διώξουν την ανία από έναν αμβλύνου. Ένας καλός, ήπιος και ευγενικός χαρακτήρας μπορεί να είναι ικανοποιημένος ακόμα και σε δύσκολες συνθήκες, ενώ ένας άπληστος, ζηλόφθονος και κακεντρεχής άνθρωπος, ακόμα και με όλα τα πλούτη του κόσμου, θα είναι δυστυχισμένος.

Επομένως, ο πρώτος και σημαντικότερος παράγοντας στην ευτυχία μας είναι αυτό που είμαστε – η προσωπικότητά μας- καθώς έρχεται συνεχώς στο προσκήνιο υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Άλλωστε, η προσωπικότητά μας δεν είναι παιχνίδι της μοίρας, ούτε κανείς μπορεί να μας τη στερήσει. Έτσι, η αξία της είναι απόλυτη, και όχι σχετική. Συνεπώς, είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ ό,τι φανταζόμαστε να επηρεαστεί ένας άνθρωπος από τις εξωτερικές συνθήκες. Εδώ, όμως, ο πανίσχυρος παράγοντας, ο Χρόνος, έρχεται να διεκδικήσει τα δικαιώματά του- υπό τη δική του επήρεια τα σωματικά και πνευματικά χαρίσματα αρχίζουν σταδιακά να φθίνουν. Μόνο ο ηθικός χαρακτήρας μένει απρόσβλητος από τον χρόνο.

ΑΡΤΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΣΟΦΙΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

Νέα ανακάλυψη από επιστήμονες: Εντόπισαν εξωπλανήτη που φωτίζεται από τρείς ήλιους

Ένα πλανητικό σύστημα, με τρείς ηλίους ανακάλυψαν πρόσφατα οι επιστήμονες 22,5 έτη φωτός μακριά από τη Γη.

Πέρα από αυτήν την ανακάλυψη βρήκαν έναν νέο πλανήτη που ονομάζεται LTT 1445Ab σύμφωνα με δεδομένα που συλλέχθηκαν από το ειδικό σύστημα της NASA (TESS).

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι ο πλανήτης είναι βραχώδης, περίπου το ένα τρίτο μεγαλύτερος από τη Γη.

Είναι πολύ ζεστός στην επιφάνεια, φτάνοντας τους 160 βαθμούς Κελσίου, γυρίζοντας γύρω από ένα αστέρι της τριάδας, κάθε πέντε ημέρες.

«Αν στέκεστε στην επιφάνεια αυτού του πλανήτη, υπάρχουν τρεις ήλιοι στον ουρανό, αλλά δύο από αυτούς είναι αρκετά μακρινές και μικρές,» ανέφερε η Τζένιφερ Γουίντερς αστρονόμος στο Κέντρο Χάρβαρντ-Σμιθσόνιαν, σύμφωνα με το New Scientist. «Είναι σαν δύο κόκκινα, δυσοίωνα μάτια στον ουρανό».

Ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα του νεοευρεθέντος πλανήτη είναι ότι οι επιστήμονες θα μπορούσαν να εξαγάγουν συμπεράσματα για τα αέρια στην ατμόσφαιρά τους.

Επειδή τα εν λόγω αστέρια είναι κόκκινοι νάνοι που βρίσκονται λογικά κοντά στη Γη και επειδή το σύστημα είναι τοποθετημένο έτσι ώστε ο πλανήτης να περνάει ανάμεσα στα αστέρια και τη Γη, οι επιστήμονες μπορούν πραγματικά να δουν κάποια αέρια γύρω από τον πλανήτη χρησιμοποιώντας τηλεσκόπια από τη Γη.

Αυτό είναι σημαντικό επειδή η ανακάλυψη νέων πλανητών προσφέρει στους επιστήμονες την ευκαιρία να μελετήσουν τις ατμόσφαιρες. Αυτό θα μπορούσε επίσης να μας δώσει μια καλύτερη πιθανότητα να βρούμε τη ζωή αλλού στο σύμπαν, επειδή τα αστέρια «κόκκινοι νάνοι» πιστεύεται ότι είναι το πιο κοινό είδος των αστεριών.

Ο Κυνοκέφαλος Θεός

Θηριομορφισμός
 
Με τον όρο θηριομορφισμός ή ζωομορφισμός, εννοείται στο εννοιολογικό πλαίσιο της θρησκειολογίας η απεικόνιση θεών ως ζώων ή η απόδοση ζωικών χαρακτηριστικών στο σύνολο των ιδιοτήτων τους με χαρακτηριστικά παραδείγματα τον ζωομορφισμό της αρχαίας αιγυπτιακής ή της αρχαίας σκανδιναβικής θρησκείας. Σε ένα διαφορετικό πλαίσιο, αυτό της τέχνης, με τον όρο εννοούμε τη χρήση ζωικών παραστάσεων, προκειμένου ο καλλιτέχνης να αποδώσει τα επιθυμητά νοήματα ή κατά την εκτίμησή του τον καταλληλότερο διάκοσμο. Στο κοινωνικό και ψυχολογικό πλαίσιο ο θηριομορφισμός χρησιμοποιείται για την περιγραφή της ανθρώπινης συμπεριφοράς και αποτελεί σημαντικό τμήμα του αρχετυπικού ονειρικού συμβολισμού.
 
Ανθρωπομορφισμός
 
Γενικά με τον όρο ανθρωπομορφισμός νοείται η προσπάθεια του ανθρώπου να αποδώσει σε μη ανθρώπινα όντα, αντικείμενα, φυσικά ή υπερφυσικά φαινόμενα, ανθρώπινες ιδιότητες ή μορφή. Ο όρος χρησιμοποιείται επίσης στην τέχνη για να αποδώσει την τάση του καλλιτέχνη να μεταφέρει τα νοήματά του με ανθρώπινες μορφές.
 
Ανθρωπομορφισμός στην έννοια Θεός: Ο ανθρωπομορφισμός ήταν ένα από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Θεών στην αρχαία ελληνική θρησκεία και μυθολογία. Γενικότερο χαρακτηριστικό των ελληνικών Θεοτήτων είναι ακριβώς αυτός ο ανθρωπομορφισμός τους, η τάση δηλαδή να αποδίδονται στους Θεούς ανθρώπινα χαρακτηριστικά, τόσο αδυναμίες όσο και αρετές. Είναι χαρακτηριστικό το γεγονός ότι σε όλες τις αναπαραστάσεις των ελληνικών Θεοτήτων, αυτές εμφανίζονται με ανθρώπινη μορφή.
 
Ότι ισχύει για την αναπαράσταση της εξωτερικής εμφανίσεως των Θεοτήτων, ισχύει και για το χαρακτήρα τους. Οι Ολύμπιοι Θεοί αν κι έχουν κι αυτοί πολλές αδυναμίες αν κι αυτοί ζητούν μερικές φορές θυσίες, είναι πραγματικά σε πολύ μεγάλο βαθμό προσιτοί στους ανθρώπους, συχνά κατεβαίνουν ανάμεσα στους θνητούς για να τους βοηθήσουν ή να τιμωρήσουν ή και να συμμετάσχουν στις γιορτές τους. Οι μυθικοί ήρωες έχουν Θεούς που τους προστατεύουν αλλά όχι μόνο οι ήρωες ακόμα κι οι απλοί άνθρωποι έχουν «δικούς» τους Θεούς.
 
Κατά τον Καντ αιτία του ανθρωπομορφισμού είναι η αδυναμία του ανθρώπου να φαντασθεί λογικό Ον (δύναμη) χωρίς να έχει την εικόνα του ανθρώπου, την εικόνα και την ομοίωσή του. Έτσι όλες οι παλαιότερες θρησκείες αλλά και οι θεωρίες περί της Φύσεως ήταν περίπου ανθρωπόμορφες (Αιγύπτου, Περσίας κ.λπ) έως πλήρη ανθρωπόμορφες (Ελληνική μυθολογία). Αλλά ακόμη και σήμερα όλες οι Θρησκείες έχουν το στοιχείο του ανθρωπομορφισμού του “Θεού” είναι δηλαδή ανθρωπόμορφες. Τούτο το γεγονός ήταν που έκανε τον Γάλλο φιλόσοφο Μέγερσον να ομολογήσει ότι ο όρος αυτός είναι αναπόφευκτος γιατί διαφορετικά είναι αδύνατη η αντίληψη του “Θείου” αλλά και πολλά συμβαίνοντα στη φύση.
 
Σε πολλούς δε λαούς προηγμένους (από τη παρατήρηση) πνευματικά, όπως οι αρχαίοι Έλληνες, ο ανθρωπομορφισμός υπήρξε βολικότερος στις Θεϊκές παραστάσεις ή και σε αυτές τις εκ παρατηρήσεως παραστάσεις του, που τις αναβίβαζε σε Θεότητες. Αλλά και η Ιουδαϊκή θρησκεία και η Μουσουλμανική καίτοι απαγορεύουν την απεικόνιση του “Θείου” τουλάχιστον με ανθρωπομορφισμό τον εννοούν (να ομιλεί, να σκέπτεται και να αποφασίζει). Μάλιστα κατά τους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού δημιουργήθηκε και αίρεση των “Ανθρωπομορφισμών” που υποστήριζαν ότι αφού ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο κατ΄εικόνα και ομοίωση, άρα ο Θεός έχει μορφή ανθρώπου.
 
Από την αρχαιότητα όμως φαίνεται πως η φιλοσοφία πολέμησε τον όρο αυτόν, έστω και αν δεν κατάφερε τίποτα. Πρώτος που φέρεται να κατακρίνει τον ανθρωπομορφισμό ήταν ο Ξενοφάνης ο Ελεάτης ο οποίος υποστήριζε «εν τάχει» ότι: όπως ο άνθρωπος έτσι και τα ζώα βόες και ελέφαντες θα πιστεύουν τους δικούς τους θεούς ως βόες και ελέφαντες! Μετά τον Ξενοφάνη πολλοί αρχαίοι φιλόσοφοι καταδίκασαν τον ανθρωπομορφισμό τους οποίους ακολούθησαν αργότερα και απολογητές πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας αλλά και άλλων δογμάτων για να φθάσουν να καταφέρονται για τα πρόσωπα της Ελληνικής Μυθολογίας αποκαλώντας τελικά και γενικά όλως αυθαίρετα, τους Έλληνες, «ειδωλολάτρες».
 
Στην λογοτεχνία: Στη λογοτεχνία κλασσικό παράδειγμα ανθρωπομορφισμού είναι η μορφή των ζώων στους μύθους του Αισώπου αλλά και στην μετέπειτα κλασσική παγκόσμια λογοτεχνία. Όλες ανεξαίρετα οι τέχνες άντλησαν τα θέματά τους από τον ανθρωπομορφισμό, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τα παιδικά “μίκυ μάους” τα οποία αποτέλεσαν τους πρόδρομους των σημερινών φανταστικών ηρώων των ηλεκτρονικών παιγνιδιών.
 
Η μεταμόρφωση των Θεών είναι πολύ συνηθισμένο θέμα στην επική ποίηση και στον Όμηρο. Δύο είναι οι λόγοι που οδηγούν τους ποιητές σε τέτοιου είδους ευρήματα. Ο πρώτος είναι ότι, κατά την αντίληψη που γενικά επικρατούσε, οι Θεοί δεν μπορούν να εμφανιστούν στους θνητούς με την πραγματική τους μορφή και με όλη τους τη λαμπρότητα. Ο άλλος λόγος είναι ότι έτσι (με την ανθρωπόμορφη δηλ. εμφάνισή τους) οι Θεοί καθοδηγούν τους ανθρώπους, αλλά δεν τους στερούν την ελευθερία δράσης τους και δεν τους απαλλάσσουν από την ευθύνη για τις πράξεις τους.
 
Χαρακτηριστικός της αντίληψης ότι οι Θεοί δεν μπορούσαν να εμφανιστούν στους θνητούς με την πραγματική τους μορφή είναι ο μύθος για τον Δία και τη Σεμέλη. Η Σεμέλη ήταν κόρη του Κάδμου, ιδρυτή και βασιλιά των Θηβών. Μαζί της ο πατέρας των Θεών έκανε τον Διόνυσο. Σύμφωνα με μια παράδοση, ο Δίας έσμιξε με τη Σεμέλη στο βουνό Σίπυλο, παίρνοντας τη μορφή ενός θνητού άντρα. Σύμφωνα όμως με άλλες παραδόσεις, δεν ήρθε σε σαρκική επαφή μαζί της, αλλά της έδωσε να πιει ένα ποτό, το οποίο την άφησε έγκυο. Θέλοντας να εμποδίσει τον τοκετό, η Ήρα πήρε τη μορφή της μαμής της Σεμέλης κι έπεισε την έγκυο να ζητήσει απ’ τον Δία να της εμφανιστεί με την πραγματική του μορφή, για να νιώσει κι αυτή το αληθινό αγκάλιασμα ενός Θεού.
 
Η Σεμέλη άκουσε την Ήρα και, όταν ήρθε κοντά της ο Δίας, του ζήτησε να της πραγματοποιήσει μια επιθυμία. Εκείνος δέχτηκε. Η Σεμέλη τον παρακάλεσε τότε να πάρει την πραγματική του μορφή και να την αγκαλιάσει με τον τρόπο που αγκαλιάζει και την Ήρα. Ο Δίας ανταποκρίθηκε στην παράκλησή της και πήρε τη μορφή της αστραπής. Μόλις τον είδε η Σεμέλη, κατάλαβε το λάθος της και προσπάθησε να γλιτώσει. Ήταν όμως πολύ αργά για ν’ αποφύγει το θανάσιμο Θεϊκό αγκάλιασμα. Χτυπημένη από την αστραπή, πέθανε. Ο Δίας έβγαλε από το νεκρό σώμα της τον Διόνυσο και τον έκρυψε στον μηρό του.
 
Γι’ αυτό, λοιπόν, οι Θεοί μεταμορφώνονται, όταν πρόκειται να έρθουν σε επαφή με τους θνητούς. Παίρνουν μορφές οικείες στους ανθρώπους, γιατί οι αληθινές τους μορφές είναι εξαιρετικά επικίνδυνες. Συνήθως εμφανίζονται με ανθρώπινη μορφή (όπως η Αθηνά στον Τηλέμαχο), αλλά στην ελληνική μυθολογία δεν είναι λίγες και οι φορές που δανείζονται μορφές από το ζωικό βασίλειο. Ο Δίας, για παράδειγμα, εμφανίστηκε στη Λήδα (γυναίκα του βασιλιά της Σπάρτης Τυνδάρεω) με τη μορφή κύκνου και στην Ευρώπη (κόρη ή αδερφή του βασιλιά Φοίνικα) με τη μορφή ταύρου.
 
Στον Όμηρο, πάντως, με εξαίρεση τον Πρωτέα, οι Θεοί δεν παίρνουν συχνά μορφές ζώων. Και όταν το κάνουν, οι μεταμορφώσεις τους περιορίζονται στη μορφή των πουλιών. Ίσως ο ποιητής επιλέγει να δώσει αυτήν τη μορφή στους Θεούς για να δηλώσει την ταχύτητα με την οποία αυτοί κινούνται. Εξάλλου, το πουλί είναι ένα ζώο πολύ οικείο στον άνθρωπο, γεγονός που ενδιαφέρει ιδιαίτερα τον Όμηρο, ο οποίος προτιμά να δίνει στους Θεούς εντελώς ανθρώπινα χαρακτηριστικά. Στις μεταμορφώσεις τους, οι Θεοί παίρνουν, λοιπόν, τη μορφή ενός ανθρώπου που είναι οικείος στον θνητό στον οποίο πρόκειται να εμφανιστούν.
 
«Όλα στον Όμηρο βρίσκονται πολύ κοντά στην ανθρώπινη εμπειρία. Και τι πιο φυσικό για τους Θεούς να διαλέξουν, ανάλογα με την περίπτωση, τη μορφή εκείνη που θα ξεγελάσει πειστικότερα τους ανθρώπους και θα τους εμπνεύσει έτσι εμπιστοσύνη; Οι Θεοί κατευθύνουν το παιχνίδι. Αλλά το κατευθύνουν στο επίπεδο των ανθρώπων. Τόσο καλά, ώστε στη σκέψη τους να πλανάται πολύ συχνά η αμφιβολία: είναι θεός, είναι άνθρωπος; Το Θείο εκδηλώνεται καθημερινά. Σε αυτό να προσθέσουμε ότι δεν περιγράφεται ποτέ η ίδια η μεταμόρφωση: το θαυμαστό γίνεται αισθητό από τις συνέπειές του και όχι από αυτό το ίδιο» (Jacqueline de Romilly).
 
“Όσον αφορά την ομοιομορφία Θεών και ανθρώπων (ανθρω­πο­μορφισμό Θεών), δηλ. το «κατ’ εικόνα ημών και ομοίωσιν» Γέν.1.26, οι Έλλη­νες έπ’ αυτού πραγματικά κυριολεκτούσαν. Οι πανέμορφοι ανθρω­πόμορφοι Θεοί των Ελλήνων, έναντι των υπόλοιπων τερατό­μορ­φων θεών, έδιναν ανέκαθεν ‘ουσία’ στην παρα­πάνω δήλωση. Απ’ την άλλη μεριά πάλι, πολλοί αρέσκονται να κατηγορούν τον ελληνικό ανθρω­πομορφισμό, σαν ένα απόλυτα μεμπτό κι ‘ανώριμο’ θρη­σκευτικό στοιχείο. Ομως, όταν ο γιος της παλαιοδιαθηκικής θεό­τητας, ο Λόγος ή Χριστός, ενανθρωπίστηκε, δεν ήταν ένας απόλυτα ανθρω­­πόμορ­φος θεός; Πού είναι λοιπόν η οποιαδήποτε διαφορά;
 
Μήπως όμως, για να συνεχίσουμε τις επισημάνσεις παράλληλων θέσεων, στα εναπομείναντα ελληνικά συγγράμματα, δεν μπο­ρεί να βρεθεί τίποτε σχετικό με τις διάσημες λεπτομέρειες της περιβόητης πτώ­σης στην αμαρτία, εξαιτίας της βρώσεως του απαγορευμένου “καρπού”; Κάθε άλλο. Να τι λέει ο Ησίοδος στο Έργα και Ημέρες: «Πριν (οι άνθρωποι) ζούσαν ολότελα χωρίς τον βαρύ μόχθο και τις μαρτυρικές αρρώστιες, που έδωσαν τις φρο­ντί­δες στους ανθρώπους. Σαν Θεοί ζούσαν έχοντας ανέγνοιαστη ψυχή, ολότελα χωρίς κόπους και πόνο, κι ούτε τα φοβερά γεράματα ήταν πάνω τους και πάντα οι ίδιοι στα πόδια και στα χέρια χαίρονταν και καρπόν έφερνε η ζωοδότρα γη μόνη της πολύν και άφθονον. Αλλά η γυναίκα, (η Πανδώρα) με τα χέρια της, το μεγάλο κούπωμα του πιθαριού βγάζοντας, τα (δεινά) σκόρ­πισε κι έφερε στους ανθρώπους πικρά βάσανα. Μόνο ή ελπίδα στον άσπαστο οίκο της έμεινε (έτσι) αμέτρητα πια βάσανα ανάμεσα στους ανθρώπους πλα­νώνται και είναι η γη και η θάλασσα κακά γεμάτη, και στους ανθρώπους οι αρρώστιες, άλλες την ημέρα κι άλλες τη νύχτα, μόνες τους έρχονται, φέρνοντας κακά στους θνητούς σιωπηλές.»! Hesiodus Epic.«Opera et dies» 90.
 
Ή μήπως διαφέρει νοηματικά η παραπάνω περιγραφή απ’ το πνεύμα της βιβλικής θεϊκής κατάρας; «Κατηραμένη να είναι η γη εξ αιτίας σου, με λύπας θέλεις τρώγει τους καρπούς αυτής… και εν τω ιδρώτι του προσώπου σου θέλεις τρώγει τον άρτον σου, εωσού επιστρέψης εις την γην, εκ της οποία ελήφθης»! Γέν.3.17-19.
 
Ίσως όμως απ’ τα ελληνικά αρχεία, να λείπουν άλλες διάσημες βιβλικές λεπτομέρειες, που μυθολογώντας προσπάθησαν να συγκρατήσουν τις ανθρώπινες περιπέτειες, γιατί μόνο στους βιβλικούς συγγραφείς εκμυστη­ρεύτηκαν τα όσα συνέβησαν οι ‘αυτόπτες’ μάρτυρες του πειρασμού, κάτω απ’ το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού, με τον όφη τον καταραμένο να παίζει τον προδοτικό του ρόλο; Όχι, κάθε άλλο. Μια ολόκληρη σειρά απαγορευμένων ‘καρπών’ έχει να επιδείξει η ελληνική μυθολογία, που η παραβίαση και η βρώση τους έφερνε τιμωρία ή θάνατο. Ήταν δε τόση η διάδοση των ιδιό­μορ­φων αυτών Θεϊκών απαγορεύσεων, που και ο μεγάλος Όμηρος συμπε­ριέλαβε στην Οδύσσεια, μια παρόμοια όμορφη ιστορία με τις αγε­λά­δες του Ήλιου. Πανάρχαια προομηρική προφανώς ιστορία, την οποία ο έξοχος Όμηρος συνταίριαξε στο υπέροχο έπος της Οδύσ­σειας.”

Το θέμα ανθρωπομορφισμού, της εξουσίας και της αλλοτρίωσης του ανθρώπινου ζώου θίγει κι ο Νέαρχος Γεωργιάδης στο διήγημά του “Ο Κυνοκέφαλος” χρησιμοποιώντας με ευρηματικό τρόπο τον ανθρωπομορφισμό.
 
Ο Κυνοκέφαλος
Τι ήτανε; Μια σύναξη πιστών στο προαύλιο ενός ναού για να λατρέψουνε τον Θεό τους ή μια ομάδα υπαλλήλων έξω από το Διευθυντήριο για να υποβάλουν τα σέβη στον Προϊστάμενό τους; Δε μπορεί κανείς να πει με σιγουριά. Το μόνο βέβαιο είναι πως ο καθένας χωριστά κι όλοι μαζί αντάμα, γυναίκες και άντρες, πλέκαν εγκώμια και ύμνους που σε πολύ λίγους Θεούς ταιριάζουνε και σε θνητόν κανένα.
 
– Σπουδαίος που είναι ο Κύριος και Θεός μας! Δοξασμένο το όνομά του και θαυμαστά τα έργα του.
– Είναι παντοδύναμος. Εξουσιάζει την ευτυχία και τη δυστυχία μας κι εμάς και των παιδιών μας. Ότι ζητά ας το εκπληρώνουμε κι ας του ψάλλουμε ύμνους υποταγής.
– Μας κοιτάζει από ψηλά κι ότι κάνουμε το γνωρίζει. Δεν τον εμποδίζουν τοίχοι και κλειστές πόρτες.
– Είναι πανταχού παρών. Ό,τι πούμε αμέσως το μαθαίνει, για να τιμωρεί τους υβριστές και να αμοίβει τους υμνητές του.
– Του τα ψιθυρίζουν όλα οι αγγέλοι του στ’ αυτί. Γιαυτό τον ονομάζουμε Παντογνώστη κι αδιάκοπα ευλογούμε το όνομά του.
– Ανάλογα με τα έργα μας, δίκαια μοιράζει τιμωρίες και αμοιβές.
– Κάνουμε το θέλημά του; – Μας εξυψώνει.
-Τον αντιστρατευόμαστε; – Μας ρίχνει κάτω και μας τσαλαπατά.
-Γιαυτό, είτε έτσι είτε αλλοιώς, αναγνωρίζουμε πως είναι σωστός και δίκαιος.
– Κι αν καμμιά φορά μας συντρίβει χωρίς να ξέρουμε ακριβώς το γιατί -σίγουρα κάπου θα σφάλαμε κι ας μην το έχομε συνειδητοποιήσει.
– Όμως ο Παντοδύναμος το γνωρίζει καλύτερα από μας, το αμάρτημά μας.
– Κι αν ακόμα χωρίς αιτία μας ταπεινώσει το κάνει για να δοκιμάσει τη μακροθυμία και την πίστη μας σ’ Αυτόν.
– Αν αγόγγυστα υπομείνουμε, σίγουρα ο δίκαιος αυτός κριτής (μπορεί σε δέκα, μπορεί σε είκοσι χρόνια) θα μας υψώσει ξανά στην ίδια και πολύ καλύτερη, ακόμα, θέση.
– Στα μάτια το πρόσωπο και το κεφάλι, αχτινοβολεί η μεγαλωσύνη του και δεν τολμάς να τον κοιτάξεις καταπρόσωπο, γιατί κινδυνεύεις να τυφλωθείς.
– Τόσο πολύ αστράφτει σαν ήλιος. Και μερικοί που αποτολμούν να τον αντικρύσουν, λένε πως στην κάθε ρυτίδα του προσώπου του, είναι αποτυπωμένη σοφία αιώνων σε μια μυστηριώδη σημειογραφία. Ευτυχισμένος όποιος την αποκρυπτογραφήσει.
– Κι αν πεις για τη φωνή του, βροντερή σαν χίλια ορμητικά ποτάμια μαζί κι αρμονική σαν ουράνια μελωδία, μας υπαγορεύει τις καινούργιες του επιθυμίες, που άμποτε να εκπληρώνονται πάντα ως την τελευταία τους κεραία.
Ανάμεσα στην ομάδα, ήταν κι ένας νέος μη μυημένος ακόμη στα τόσα και τόσα που κατέχαν και λαλούσαν οι άλλοι· ή μάλλον για ν’ ακριβολογούμε περισσότερο, σήμερα θα αντίκρυζε τον Κύριο για πρώτη φορά. Φύλαγε λοιπόν όλα τα αποθέματα του τεράστιου θαυμασμού του που ξεπήγαζε από τα όσα άκουγε, για να τα καταθέσει σαν θυμίαμα στον βωμό του Ενσαρκωμένου Θεού, με πρώτη ευκαιρία.
Όταν επιτέλους η μορφή του Κυρίου βγήκε από τα άδυτα των αδύτων της και κάθησε στον θρόνο, νεκρική επικράτησε σιγή, που διακοπτόταν μόνο από συριστικούς ήχους θαυμασμού και θαυμαστικά επιφωνήματα.
– Σίγουρα ο δικός μας, είναι ο ανώτερος Θεός της περιοχής κι ένας από τους σπουδαιότερους στον κόσμο! Ψιθύρισε κάποιος.
– Δοξασμένη η κάθε λέξη της ομιλίας του, που υλοποιεί ηχητικά τις αιώνιες και άφθαρτες αλήθειες. Ψιθύρισε δεύτερος.
– Ευτυχισμένοι εμείς που ζούμε κάτω από την εξουσία του και τον υπηρετούμε.
 
Ο Νέος ο μη μυημένος, στη βιάση του να μυηθεί μιαν ώρα αρχίτερα κι όσο καλύτερα μπορούσε, μισοσήκωσε λίγο το κεφάλι και λοξοκοίταξε το πρόσωπο του Θεού. Αυτό που είδε ήταν κάτι το αναπάντεχο, κάτι που τον έκανε ν’ αρχίσει ν’ αμφιβάλλει για την αξία της μαρτυρίας των αισθητηρίων οργάνων της όρασης του.
 
– Χαμήλωσε το κεφάλι σου, του σφυρίξανε επιτακτικά οι διπλανοί του.
 
Αναγκάστηκε να κατεβάσει το ασεβές βλέμμα του στο δάπεδο. Όμως τέντωσε τώρα την ακοή και περίμενε ν’ ακούσει τους πρώτους ήχους που θα βγαίναν απ’ το θείο εκείνο στόμα. Ο “Θεός”, πήρε ανάσα και άρχισε να μιλάει … Έ τώρα πια, ο Νέος βεβαιώθηκε πέρα από κάθε αμφιβολία. Οι ήχοι που βγαίναν από κείνο το λαρύγγι δεν είχανε τίποτα το θεϊκό ή τουλάχιστον το ανθρώπινο. Δεν ήταν τίποτ’ άλλο, παρά γαυγίσματα. Τα γαυγίσματα ενός σκυλιού!
 
– Μα αυτός έχει κεφάλι σκύλου, αποτόλμησε να ψελλίσει κοιτάζοντας καταπρόσωπο την πελώρια πτυχωτή και τριχωτή μουσούδα, με τη σφυριχτή ασθματική αναπνοή, τα σάλια που τρέχαν απ’ την κρεμασμένη γλώσσα, τα τσιμπλιάρικα μάτια, τους μυτερούς κυνόδοντες, τα μεγάλα πέτσινα αυτιά.
 
Οι συνάδελφοί του, άντρες και γυναίκες, γυρίσανε και κοιτάξανε τον βέβηλο με ύφος εσχάτης αποστροφής, απέχθειας και περιφρόνησης. Σαν από κάποιο σύνθημα λες κι ήταν μολυσμένος από καμμιά επικίνδυνη και μεταδοτική αρρώστεια, όλοι τραβήχτηκαν από κοντά του σε απόσταση τουλάχιστον δυο μέτρων. Κι ένας κύκλος από κενό δημιουργήθηκε γύρω του: Ο κύκλος της απομόνωσης.
 
Την ίδια κιόλας μέρα, ο Κύριος κάλεσε τον ιερόσυλο στο Διευθυντήριο και τον παρακάλεσε να κλείσει πίσω του την πόρτα. Η γραμματεύς όσο κι αν έστησε το εξ επαγγέλματος εξασκημένο αυτί της, δεν μπόρεσε ν’ ακούσει παρά μόνον άγρια γαυγίσματα, ήχους από καρέκλες κι άλλα έπιπλα που αναποδογυρίζονταν με πάταγο και τζάμια που σπάγανε με ορμή. Κραυγές πόνου και βογγητά.
 
Τελικά, ο Νέος ο μη μυημένος, βγήκε έξω: Το πουκάμισο και το πανταλόνι του καταξεσχισμένα. Ένα κομμάτι κρέας από τον μηρό του έλειπε. Νυχιές και δοντιές αφήσανε τα ίχνη τους στο υπόλοιπο σώμα και το πρόσωπο. Δεν έγινε, δυστυχώς, γνωστό το τι ειπώθηκε και τι διαδραματίστηκε μέσα στο άδυτο, γιατί δεν κρατήθηκαν πρακτικά. Όμως από κείνη τη μέρα (κι αφού γύρισε από την αναρρωτική του άδεια) ο πρώην αμύητος άρχισε να μυήται με ένα ζήλο πραγματικά αξιοθαύμαστο. Και σε λίγους μήνες η όραση και η ακοή του τόσο πολύ διορθώθηκαν και λυτρώθηκαν από τις παραισθήσεις, ώστε έφθασε στο σημείο όχι να συμφωνεί, απλώς, με τους άλλους, αλλά και να υπερθεματίζει σε ύμνους και εγκώμια για τον Θεό τους. Μάλιστα σε αγώνες γονυκλισίας και κάμψης της σπονδυλικής στήλης, ο Νέος ο μυημένος τώρα πια, έσπασε το κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Και σε διαγωνισμό “Ψαλμού Υποταγής” πήρε το πρώτο χρηματικό βραβείο, συνοδευόμενο κι από τιμητικό χρυσογραμμένο δίπλωμα.
 
Τώρα πια η κεφαλή του Θεού του δεν του φαινόταν διόλου αποκρουστική. Αντίθετα, τον θαύμαζε. Κι έβαλε σκοπό και προορισμό της ζωής του να εξομοιωθεί μαζί του. Και με τα χρόνια με μια σειρά από σταδιακές μεταμορφώσεις, δοκιμές μπροστά στον καθρέφτη και κοπιαστικές προσαρμογές, το κατάφερε απόλυτα. Έγινε εικόνα και ομοίωση του Κυρίου. Έγινε ο κορυφαίος του λατρευτικού χορού.
 
Πολύ τα εχτίμησε όλ’ αυτά ο Κύριος κι όταν ήρθε ο καιρός που έπρεπε Εκείνος, ο Παλαιός Θεός, να αποχωρήσει και να αναπαυθεί για πάντα, μεγαλόψυχα παραχώρησε τη θέση του σ’ αυτόν τον Νέο, που αγωνίστηκε σκληρά κι αδιάκοπα όσο κανένας άλλος, να του μοιάσει.
 
Κι όλα τα μέλη της ομάδας των πιστών, άντρες και γυναίκες, αναγνώρισαν και διακήρυξαν πως ο “Νέος Θεός” ήταν αντάξιος και παράξιος του παλαιού. Κι ο Νέος Θεός με τα σύμβολα της εξουσίας και την ακολουθία του (ευνούχους και παλλακίδες, γραμματείς και ποιητές, ψαλμωδούς και προσωπογράφους, κόλακες, αυλικούς και υπηρέτες, σωματοφύλακες και γελωτοποιούς και πλήθος άλλων πιστών), αποθανατίστηκε απ’ τον ευνοούμενό του ζωγράφο σε μια θαυμαστή τοιχογραφία, με ωραία σχήματα και πλουσιότατους χρωματισμούς.
 
Κι όσον αφορά την εμφάνισή και τις βασικές ιδιότητες αυτού του “Θεού” και τις λατρευτικές συνήθειες των πιστών του, όλα αυτά παραμείνανε σχεδόν ανάλλαγα για αρκετές δεκαετίες ενός ταχύρυθμου σε αλλαγές αιώνα, που καθεμιά του δεκαετία, ισοδυναμούσε με αιώνες του παρελθόντος. Επί Αποικιοκρατίας, επί Δημοκρατίας, επί Δικτατορίας, επί ξένης Κατοχής… Μόνον όσον αφορά τις λατρευτικές συνήθειες, πρέπει οπωσδήποτε να σημειωθεί ότι από καιρό σε καιρό παρατηριόταν μια έξαρση σε τελετές ανθρωποθυσίας.
 
Τέλος αν θέλετε και τη δική μου προσωπική μαρτυρία για τον “Νέο Θεό”, εκείνην ενός απλού υπηρέτη, αρκεί να σας πω ότι μια μέρα που τον συνάντησα τυχαία σε κάποιον δαιδαλώδη διάδρομο, γαύγισε τόσο πολύ άγρια, ώστε παρ’ όλη την ευσέβεια και τον θαυμασμό που του είχα, αναγκάστηκα να πηδήξω να κρυφτώ πίσω απ’ την πρώτη πόρτα που βρέθηκε κοντά μου και να την κλείσω ερμητικά με φόρα. Κι από κείνη την ώρα, για καλό και για κακό κουβαλάω πάντα μαζί μου μια σύριγγα και μερικά φιαλίδια αντιλυσσικού ορρού, ώσπου να φτάσει με το πέρασμα των εποχών, το τέλος της κυνοκέφαλης δυναστείας.

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (507-564)

κούρην δ᾽ Ἰαπετὸς καλλίσφυρον Ὠκεανίνην
ἠγάγετο Κλυμένην καὶ ὁμὸν λέχος εἰσανέβαινεν.
ἡ δέ οἱ Ἄτλαντα κρατερόφρονα γείνατο παῖδα,
510 τίκτε δ᾽ ὑπερκύδαντα Μενοίτιον ἠδὲ Προμηθέα,
ποικίλον αἰολόμητιν, ἁμαρτίνοόν τ᾽ Ἐπιμηθέα·
ὃς κακὸν ἐξ ἀρχῆς γένετ᾽ ἀνδράσιν ἀλφηστῇσι·
πρῶτος γάρ ῥα Διὸς πλαστὴν ὑπέδεκτο γυναῖκα
παρθένον. ὑβριστὴν δὲ Μενοίτιον εὐρύοπα Ζεὺς
515 εἰς ἔρεβος κατέπεμψε βαλὼν ψολόεντι κεραυνῷ
εἵνεκ᾽ ἀτασθαλίης τε καὶ ἠνορέης ὑπερόπλου.
Ἄτλας δ᾽ οὐρανὸν εὐρὺν ἔχει κρατερῆς ὑπ᾽ ἀνάγκης,
πείρασιν ἐν γαίης πρόπαρ᾽ Ἑσπερίδων λιγυφώνων
ἑστηώς, κεφαλῇ τε καὶ ἀκαμάτῃσι χέρεσσι·
520 ταύτην γάρ οἱ μοῖραν ἐδάσσατο μητίετα Ζεύς.
δῆσε δ᾽ ἀλυκτοπέδῃσι Προμηθέα ποικιλόβουλον,
δεσμοῖς ἀργαλέοισι, μέσον διὰ κίον᾽ ἐλάσσας·
καί οἱ ἐπ᾽ αἰετὸν ὦρσε τανύπτερον· αὐτὰρ ὅ γ᾽ ἧπαρ
ἤσθιεν ἀθάνατον, τὸ δ᾽ ἀέξετο ἶσον ἁπάντῃ
525 νυκτός, ὅσον πρόπαν ἦμαρ ἔδοι τανυσίπτερος ὄρνις.
τὸν μὲν ἄρ᾽ Ἀλκμήνης καλλισφύρου ἄλκιμος υἱὸς
Ἡρακλέης ἔκτεινε, κακὴν δ᾽ ἀπὸ νοῦσον ἄλαλκεν
Ἰαπετιονίδῃ καὶ ἐλύσατο δυσφροσυνάων,
οὐκ ἀέκητι Ζηνὸς Ὀλυμπίου ὕψι μέδοντος,
530 ὄφρ᾽ Ἡρακλῆος Θηβαγενέος κλέος εἴη
πλεῖον ἔτ᾽ ἢ τὸ πάροιθεν ἐπὶ χθόνα πουλυβότειραν.
ταῦτ᾽ ἄρα ἁζόμενος τίμα ἀριδείκετον υἱόν·
καί περ χωόμενος παύθη χόλου, ὃν πρὶν ἔχεσκεν,
οὕνεκ᾽ ἐρίζετο βουλὰς ὑπερμενέι Κρονίωνι.
535 καὶ γὰρ ὅτ᾽ ἐκρίνοντο θεοὶ θνητοί τ᾽ ἄνθρωποι
Μηκώνῃ, τότ᾽ ἔπειτα μέγαν βοῦν πρόφρονι θυμῷ
δασσάμενος προύθηκε, Διὸς νόον ἐξαπαφίσκων.
τῷ μὲν γὰρ σάρκάς τε καὶ ἔγκατα πίονα δημῷ
ἐν ῥινῷ κατέθηκε, καλύψας γαστρὶ βοείῃ,
540 τοῖς δ᾽ αὖτ᾽ ὀστέα λευκὰ βοὸς δολίῃ ἐπὶ τέχνῃ
εὐθετίσας κατέθηκε, καλύψας ἀργέτι δημῷ.
δὴ τότε μιν προσέειπε πατὴρ ἀνδρῶν τε θεῶν τε·
«Ἰαπετιονίδη, πάντων ἀριδείκετ᾽ ἀνάκτων,
ὦ πέπον, ὡς ἑτεροζήλως διεδάσσαο μοίρας.»
545ὣς φάτο κερτομέων Ζεὺς ἄφθιτα μήδεα εἰδώς·
τὸν δ᾽ αὖτε προσέειπε Προμηθεὺς ἀγκυλομήτης,
ἦκ᾽ ἐπιμειδήσας, δολίης δ᾽ οὐ λήθετο τέχνης·
«Ζεῦ κύδιστε μέγιστε θεῶν αἰειγενετάων,
τῶν δ᾽ ἕλευ ὁπποτέρην σε ἐνὶ φρεσὶ θυμὸς ἀνώγει.»
550φῆ ῥα δολοφρονέων· Ζεὺς δ᾽ ἄφθιτα μήδεα εἰδὼς
γνῶ ῥ᾽ οὐδ᾽ ἠγνοίησε δόλον· κακὰ δ᾽ ὄσσετο θυμῷ
θνητοῖς ἀνθρώποισι, τὰ καὶ τελέεσθαι ἔμελλε.
χερσὶ δ᾽ ὅ γ᾽ ἀμφοτέρῃσιν ἀνείλετο λευκὸν ἄλειφαρ,
χώσατο δὲ φρένας ἀμφί, χόλος δέ μιν ἵκετο θυμόν,
555 ὡς ἴδεν ὀστέα λευκὰ βοὸς δολίῃ ἐπὶ τέχῃ.
ἐκ τοῦ δ᾽ ἀθανάτοισιν ἐπὶ χθονὶ φῦλ᾽ ἀνθρώπων
καίουσ᾽ ὀστέα λευκὰ θυηέντων ἐπὶ βωμῶν.
τὸν δὲ μέγ᾽ ὀχθήσας προσέφη νεφεληγερέτα Ζεύς·
«Ἰαπετιονίδη, πάντων πέρι μήδεα εἰδώς,
560 ὦ πέπον, οὐκ ἄρα πω δολίης ἐπελήθεο τέχνης.»
ὣς φάτο χωόμενος Ζεὺς ἄφθιτα μήδεα εἰδώς.
ἐκ τούτου δἤπειτα χόλου μεμνημένος αἰεὶ
οὐκ ἐδίδου μελίῃσι πυρὸς μένος ἀκαμάτοιο
θνητοῖς ἀνθρώποις οἳ ἐπὶ χθονὶ ναιετάουσιν·

***
Και ο Ιαπετός την κόρη του Ωκεανού με τους ωραίους αστραγάλους
πήρε γυναίκα του, την Κλυμένη, κι ανέβηκε μαζί της σε κοινό κρεβάτι.
Εκείνη τον Άτλαντα το γενναιόψυχο του γέννησε παιδί,
510 γέννησε και το μεγαλοφάνταστο Μενοίτιο και τον Προμηθέα,
τον εύστροφο με τους ποικίλους δόλους, και τον Επιμηθέα τον ασυλλόγιστο,
που έγινε του κακού η αρχή για τους θνητούς τους σιτοφάγους.
Αφού πρώτος αυτός υποδέχτηκε την πλασμένη από το Δία γυναίκα,
την παρθένα. Τον υβριστή Μενοίτιο ο Δίας που μακριά ηχεί
στο έρεβος ξαπέστειλε χτυπώντας τον με τον γεμάτο αιθάλη κεραυνό
για την αλαζονεία του και την υπεροπτική του ανδρεία.
Κι ο Άτλας τον πλατύ ουρανό βαστά με το κεφάλι και τα χέρια του τ᾽ ακάματα
σε κρατερή ανάγκη υποταγμένος, στα πέρατα στέκοντας της γης,
μπροστά απ᾽ τις Εσπερίδες τις γλυκόφωνες.
520 Γιατί αυτόν τον κλήρο τού μοίρασε ο συνετός ο Δίας.
Και μ᾽ αλυσίδες έδεσε πιεστικές τον Προμηθέα τον πολυμήχανο,
μ᾽ αφόρητα δεσμά, αφού τα πέρασε απ᾽ τη μέση ενός κίονα,
και μακροφτέρουγο σήκωσε εναντίον του αετό. Κι αυτός
του ᾽τρωγε το αθάνατο συκώτι, μα εκείνο τη νύχτα αύξαινε
από παντού το ίδιο, όσο τη μέρα ολόκληρη του ᾽τρωγε το μακροφτέρουγο πουλί.
Κι αυτόν τον αετό ο γιος της Αλκμήνης της καλοστράγαλης ο δυνατός,
ο Ηρακλής, τον σκότωσε και τούτη την κακιά αρρώστια απομάκρυνε
από το γιο του Ιαπετού κι από τις στεναχώριες του τον ελευθέρωσε,
όχι χωρίς τη θέληση του Δία που κυβερνά ψηλά,
530 για να ᾽ναι η δόξα του Ηρακλή του Θηβογέννητου
ακόμη πιο πολλή από πριν πάνω στη γη που πλήθος τρέφει ανθρώπους.
Αυτήν σεβόμενος τιμούσε το γιο του τον επιφανή.
Και την οργή του που ᾽χε πριν την έπαψε, κι ας ήταν θυμωμένος
που ο Προμηθέας τον παντοδύναμο το γιο του Κρόνου παράβγαινε στις γνώμες.
Γιατί όταν οι θεοί και οι θνητοί οι άνθρωποι χώριζαν μεταξύ τους
στη Μηκώνη, τότε μεγάλο βόδι με πρόθυμη ψυχή ο Προμηθέας
μοίρασε και παράθεσε, του Δία το νου να εξαπατήσει προσπαθώντας.
Για το Δία τις σάρκες και τα πλούσια σε λίπος σπλάχνα
μες στο πετσί τα έβαλε και με του βοδιού την κοιλιά τα σκέπασε.
540 Για τους ανθρώπους τα άσπρα του βοδιού οστά τακτοποιώντας τα με δόλια
τέχνη τα παρέθεσε, αφού με λίπος τα κάλυψε λευκό.
Τότε του είπε ο πατέρας των θεών και των ανθρώπων:
«Γιε του Ιαπετού, απ᾽ όλους τους άρχοντες επιφανέστερε,
καλέ μου, πόσο μεροληπτικά χώρισες τις μερίδες!»
Έτσι είπε ο Δίας που αθάνατες σκέψεις έχει περιπαίζοντάς τον.
Κι ο Προμηθέας πάλι ο δολοπλόκος τού απάντησε,
με ήσυχο μειδίαμα, και το πανούργο τέχνασμά του δεν το ξέχασε:
«Δία ενδοξότατε, μέγιστε απ᾽ τους αιώνιους θεούς,
από τις δυο μερίδες διάλεξε όποια η καρδιά σου μες στα στήθη σε προστάζει.»
550 Έτσι είπε και δόλια σχέδια είχε. Κι ο Δίας που αθάνατες σκέψεις έχει
κατάλαβε κι ο δόλος δεν του ξέφυγε. Πρόβλεπε όμως στην καρδιά του συμφορές
για τους θνητούς ανθρώπους που έμελλε να γίνουν.
Και με τα δυο του χέρια σήκωσε το λευκό το λίπος,
θύμωσε μες στα σπλάχνα του κι οργή τού ήρθε στην καρδιά του,
σαν είδε κόκαλα βοδιού λευκά με το δόλιο τέχνασμα.
Και από τότε πάνω στη γη τα γένη των ανθρώπων
στους αθανάτους καίνε οστά λευκά επάνω στους ευωδιαστούς βωμούς.
Κι ο Δίας που τα νέφη συγκεντρώνει του είπε βαριά θλιμμένος:
«Γιε του Ιαπετού, που απ᾽ όλους πιο οξύνους είσαι,
560 καλέ μου, λοιπόν τη δόλια τέχνη σου δεν ξέχασες ακόμα.»
Έτσι είπε ο Δίας, που αθάνατες σκέψεις έχει, οργισμένος.
Και στο εξής την οργή του πάντα δίχως να ξεχνά
δεν έδινε πλέον στις μελιές τη δύναμη της ακάματης φωτιάς
για τους θνητούς ανθρώπους που κατοικούν πάνω στη γη.