Σάββατο 25 Αυγούστου 2018

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Οἱ σύγ­χρο­νοι ἱ­στο­ρι­κοί ὑ­πο­στη­ρί­ζουν κα­τά κα­νό­να ὅτι οἱ λα­οί καί οἱ κυ­βερ­νή­σεις τους δέ δι­δά­σκον­ται τί­πο­τε ἀ­πό τήν ­ἱ­στο­ρί­α - «ἡ ἱ­στο­ρί­α δι­δά­σκει ὅτι ἡ ἱ­στο­ρί­α δέ δι­δά­σκει» - καί ἑ­πο­μέ­νως εἶ­ναι ἄ­σκο­πο νά ἀ­να­ζη­τοῦ­με στό πα­ρελ­θόν πα­ρό­μοι­ες κα­τα­στά­σεις γιά νά ἀν­τλή­σου­με ἐμ­πει­ρί­α καί δι­δάγ­μα­τα, για­τί ἁ­πλού­στα­τα ἡ ἱ­στο­ρί­α δέν ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται. Βέ­βαι­α, ὅτι ἡ Ἱ­στο­ρί­α δέν μπο­ρεῖ νά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται ὁ­μοι­ό­τρο­πα καί ἄ­σχε­τα ἀ­πό τό­πο, χρό­νο καί πρό­σω­πα εἶ­ναι λο­γι­κό καί προ­φα­νές. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά ὁμως, ἄν ἀ­φαι­ρέ­σου­με κά­θε ὠ­φε­λι­μι­στι­κό χα­ρα­κτή­ρα ἀ­πό τή με­λέ­τη τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ὑ­πάρ­χει ὁ κίν­δυ­νος νά ξε­πέ­σουν τά ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα σέ ἕ­να ἀ­νού­σιο ἀ­νά­γνω­σμα γιά τούς πε­ρί­ερ­γους καί τούς ἀρ­γό­σχο­λους, σέ ἕ­να κου­τσομ­πο­λιό. Καί, φυ­σι­κά, ἄν ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­σπα­ζό­ταν τίς ἀ­πό­ψεις τῶν νε­ό­τε­ρων ὁ­μο­τέ­χνων του, δέ θά ἐ­πι­χει­ροῦ­σε νά γρά­ψει πο­τέ τό πο­λυ­τι­μό­τε­ρο ἴσως ἱ­στο­ρι­κό ἔρ­γο ὅ­λων τῶν ἐ­πο­χῶν.
 
Κα­θώς ἀ­να­φέ­ρει στήν εἰ­σα­γω­γή τοῦ βι­βλί­ου του, ὁ Πε­λο­πον­νη­σια­κός πό­λε­μος, κα­τά τόν Θου­κυ­δί­δη, ὑ­πῆρ­ξε ὁ με­γα­λύ­τε­ρος καί ση­μαν­τι­κό­τε­ρος ἀ­πό τους προ­η­γού­με­νους, ἀφοῦ τά Τρω­ι­κά τά δι­έ­κρι­νε ἡ διά­ρκεια ἀλ­λά καί ἡ χα­λα­ρό­τη­τα, καί τά Περ­σι­κά οὐ­σι­α­στι­κά κρίθη­καν ἀ­πό δύ­ο πε­ζο­μα­χί­ες καί δύ­ο ναυ­μα­χί­ε­ς[1]. Ἀν­τί­θε­τα, στόν Πε­λο­πον­νη­σια­κό πό­λε­μο καί οἱ ἀν­τί­πα­λες δυ­νά­μεις δι­έ­θε­ταν τά τε­λει­ό­τε­ρα πο­λε­μι­κά μέ­σα πού εἶ­χαν ἕ­ως τό­τε χρη­σι­μο­ποι­η­θεῖ, ἀλ­λά καί πῆ­ραν μέ­ρος σ’ αὐ­τόν σχε­δόν ὅλοι οἱ Ἕλ­λη­νες ὡς πό­λεις-κρά­τη κα­θώς καί με­γά­λο μέ­ρος τῶν βαρ­βά­ρων. Μέ δύ­ο λό­για, γιά τό Θου­κυ­δί­δη καί τήν ἐ­πο­χή του ἦ­ταν ἕ­νας παγ­κό­σμιος πό­λε­μος, ἀ­φοῦ ἡ ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα πα­ρου­σί­α­ζε σέ μι­κρο­γρα­φί­α ἕ­να κό­σμο πο­λι­τι­κά ἀ­νά­λο­γο μέ τή νε­ό­τε­ρη Εὐ­ρώ­πη, ἕ­νας πό­λε­μος πού κρά­τη­σε 27 ὁ­λό­κλη­ρα χρό­νια καί πρό­σφε­ρε ἕ­να ἰ­δε­α­τό πρό­τυ­πο πο­λε­μι­κῆς δρά­σης κρα­τῶν πού τά συμ­φέ­ροντά τους ἀλ­λη­λο­συγ­κρού­ον­ταν καί δέ­χον­ταν μό­νο πρό­σκαι­ρους δι­πλω­μα­τι­κούς συν­δυα­σμούς.
 
Ὅ­ταν ὁ Θου­κυ­δί­δης ἀ­πο­φά­σι­σε νά ἐ­ξι­στο­ρή­σει τόν Πε­λο­πον­νη­σια­κό πό­λε­μο, πί­στευ­ε ἀ­κρά­δαν­τα στή χρη­σι­μό­τη­τα τοῦ ἔρ­γου του γιά τίς ἑ­πό­με­νες γε­νε­ές. ­Ἄλ­λω­στε ὁ ­ἴ­διος τό δη­λώ­νει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά: «Και ­ἴ­σως ἡ ἔλ­λει­ψη τοῦ μυ­θι­κοῦ στοι­χεί­ου ἀ­πό τό ἔρ­γο μου θά τό κά­νει νά φα­νεῖ στ’ αὐ­τιά λι­γό­τε­ρο εὐ­χά­ρι­στο. Ὅ­σοι ὁμως θά θε­λήσουν νά γνω­ρί­σουν μέ ἀ­κρί­βεια καί αὐ­τά πού ἔ­γι­ναν καί ὅσα, σύμ­φω­να μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, θά γί­νουν πά­λι στό μέλ­λον τέ­τοι­α ἤ πα­ρα­πλή­σια, θά μο­ΰ εἶ­ναι ἀρκε­το ἄν θε­ω­ρή­σουν ὠ­φέ­λι­μα αὐ­τά πού γρά­φω. Τό ἔρ­γο μου εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρο ἕ­να ἀ­πό­χτη­μα παν­το­τι­νό, πα­ρά ἕ­να εὐ­χά­ρι­στο ἀ­νά­γνω­σμα τῆς στιγ­μῆ­ς[2]».
 
Ἡ ἀ­να­φο­ρά, πού κά­νει πιό πά­νω ὁ Θου­κυ­δί­δης στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, εἶ­ναι ἡ πρώ­τη στή σει­ρά μέ­σα στήν ἱ­στο­ρί­α του, ὄχι ὁ­μως καί ἡ μο­να­δι­κή. Καί πιό κά­τω, στό τρί­το βι­βλί­ο τῆς ἱ­στο­ρί­ας του, ὅταν ἐ­ξι­στο­ρεῖΐ τά Κερ­κυρα­ϊ­κά, μι­λών­τας γιά τίς συ­νέ­πει­ες τοῦ πο­λέ­μου, τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Θου­κυ­δί­δης χα­ρα­κτη­ρί­ζει «βί­αι­ο δι­δά­σκα­λο», γρά­φει με­τα­ξύ ἄλ­λων: «Καί ἐ­πέ­πε­σε πολ­λά καί χα­λε­πά κα­τά στά­σιν ταῖϊς πό­λε­σι, γι­γνό­με­να μέν καί αἰ­εί ἐ­σό­μενα, ἕ­ως ἄν ἡ αὐ­τή φύ­σις ἀν­θρώ­πων ᾖ·­··[3]» Μέ ἄλ­λα λό­για, αὐ­τό πού βγαί­νει ὡς πί­στη τοῦ Θου­κυ­δί­δη, ἀ­πό τά δυ­ό χω­ρί­α του πού ἀ­να­φέ­ρον­ται στήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, εἶ­ναι ὅτι οἱ ἄν­θρω­ποι ἀν­τι­δροῦν πα­ρό­μοι­α κά­τω ἀ­πό πα­ρό­μοι­ες συν­θῆ­κες καί ὅτι αὐ­τό συμ­βαί­νει καί θά συμ­βαί­νει ὅ­σο ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἀ­με­τά­βλη­τη.
 
Σ’ αὐ­τή τήν πί­στη στη­ρί­ζε­ται ὁ δι­δα­κτι­κός καί προ­γνω­στι­κός χα­ρα­κτή­ρας τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη, ὁ ὁ­ποῖ­ος φαί­νε­ται πώς θε­ω­ροῦ­σε τόν πό­λε­μο ὡς ἀρ­ρώ­στια τοῦ κοι­νω­νι­κοῦ καί πο­λι­τι­κοῦ σώ­μα­τος, ἐ­πη­ρε­α­σμέ­νος ἴσως καί ἀ­πό τό σύγ­χρο­νό του ἰα­τρό ­Ἱπ­πο­κρά­τη καί τίς ἰ­α­τρι­κές τοῦ προ­γνώ­σει­ς[4]. Ὅ­πως δη­λα­δή ἕ­νας για­τρός μέ τή βο­ή­θεια τῆς συσ­σω­ρευ­μέ­νης ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γνώ­σης μπο­ρεῖ ὄ­χι μό­νο νά βρεῖ τήν αἰ­τί­α ἀλ­λά καί νά προ­βλέ­ψει τήν πο­ρεί­α καί τήν ἐ­ξέ­λι­ξη μί­ας ἀρ­ρώ­στιας καί νά ἐ­νερ­γή­σει προ­λη­πτι­κά ἡ θε­ρα­πευ­τι­κά, κα­τ’ ἀ­να­λο­γί­α καί ἡ ἀν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά, ἀ­το­μι­κή ἤ ὁ­μα­δι­κή, θά μπο­ροῦ­σε ὡς ἕ­να ση­μεῖ­ο νά προ­γνω­σθεῖ, νά προ­λη­φθεῖ ἡ νά κα­θο­δη­γη­θεῖ, μέ τή βο­ή­θεια τῶν στα­θε­ρῶν καί ἀ­με­τά­βλη­των στοι­χεί­ων τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Φυ­σι­κά, ἡ πρό­γνω­ση αὐ­τή του Θου­κυ­δί­δη στη­ρί­ζε­ται ἀ­πο­κλει­στι­κά καί μό­νο στήν ἀν­θρώ­πι­νη δι­ά­νοι­α καί δέν ἔ­χει κα­μιά σχέ­ση μέ τίς με­θό­δους τῆς ἀρ­χαί­ας μαν­τι­κῆς.
 
­Ἄλ­λω­στε, ἡ ἴ­δια συλ­λο­γι­στι­κή ἦ­ταν πού ὁ­δή­γη­σε τό Θου­κυ­δί­δη στή λε­πτο­με­ρή πε­ρι­γρα­φή τοῦ φο­βε­ροῦ λοι­μοῦ πού ἔ­πλη­ξε τήν Ἀ­θή­να στά 429 π.Χ., τό δεύ­τε­ρο χρό­νο τοῦ Πε­λοπον­νη­σια­κοῦ πο­λέ­μου, για­τί ὁ ἱ­στο­ρι­κός ἡ­θε­λε νά δώ­σει μιά «πρό­γνω­ση» γιά τίς ἐ­περ­χό­με­νες γε­νε­ές, ὥ­στε σέ πε­ρί­πτω­ση πού θά ξα­να­πέ­φτε μιά πα­ρό­μοι­α ἀρ­ρώ­στια, νά εἶ­ναι σέ θέ­ση νά τήν ἀ­να­γνω­ρί­σουν. Κα­θώς ὁ ­ἴ­διος γρά­φει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, «ἐ­γώ θά πε­ρι­γρά­φω πῶς ἦ­ταν ἡ ἀρ­ρώ­στια, ὥ­στε ἐ­ξε­τά­ζον­τας κά­ποι­ος τά συμ­πτώμα­τά της, ἄν πο­τέ πά­λι ἡ ἀρ­ρώ­στια ξα­νά­πε­φτε, ἔ­χον­τας αὐ­τός ἀ­πό πρίν γνώ­ση, νά εἶ­ναι πιό πο­λύ σέ θέ­ση νά γνω­ρί­ζει. Καί θά τά πῶ αὐ­τά, για­τί καί ὁ­ ­ἴ­διος ἀρ­ρώ­στη­σα καί εἶ­δα μέ τά μά­τια μου ἄλ­λους νά ὑ­πο­φέ­ρουν ἀ­πό τήν ἀρ­ρώ­στια[5]».
 
Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό πρέ­πει νά ποῦ­με ὅτι γιά τίς ἰ­δέ­ες αὐ­τές τοῦ Θου­κυ­δί­δη σχε­τι­κά μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση δι­α­τυ­πώ­θη­καν ἀ­πό νε­ό­τε­ρους ἐ­ρευ­νη­τές κρι­τι­κές, ἑρ­μη­νεῖ­ες καί πα­ρερ­μη­νεῖ­ες. Ἐ­μεῖς, προ­σπερ­νών­τας ὅλα τά ἄλ­λα, θά στα­θοῦ­με μό­νο στό ἐ­ξαί­ρε­το κα­τά τά ἄλ­λα βι­βλί­ο τοῦ J. Η. F­i­n­l­ey, ὁ ὁ­ποῖ­ος, ἀ­να­φε­ρό­με­νος στά χω­ρί­α τοῦ Θου­κυ­δί­δη πού καί ἐ­μεῖς ἐ­πι­κα­λε­στή­κα­με, γρά­φει με­τα­ξύ ἄλ­λων: «Ὅ­ταν ὅ­μως δη­λώ­νει (ὁ Θου­κυ­δί­δης) λί­γο πα­ρα­πά­νω ὅτι τό ἔρ­γο του θά εἶ­ναι πο­λύ­τι­μο γιά τίς ἑ­πόμε­νες γε­νε­ές για­τί ἡ ἱ­στο­ρί­α ἐ­πα­να­λαμ­βά­νε­ται, εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι τε­λι­κά υἱ­ο­θέ­τη­σε μιά κυ­κλι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ὅ­πως καί ὁ Πλά­τω­να­ς[6]».
 
­Ἔ­χω τή γνώ­μη ὅτι ἡ πιό πά­νω δι­α­πί­στω­ση τοῦ F­i­n­l­ey δέν προ­κύ­πτει ἀ­πό κα­νέ­να ση­μεῖ­ο τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη καί ὅτι, ἄν ὁ τε­λευ­ταῖ­ος δέ­χε­ται τήν ἐ­πα­νά­λη­ψη καί στό μέλ­λον φαι­νο­μέ­νων πα­ρό­μοι­ων μέ φαι­νό­με­να τοῦ πα­ρελ­θόν­τος, αὐ­τό ὀ­φεί­λε­ται ὄ­χι στήν ἀν­τί­λη­ψή του γιά κυ­κλι­κή πο­ρεί­α τῆς ἱ­στο­ρί­ας ἀλ­λά στήν πί­στη του γιά τή στα­θε­ρό­τη­τα κά­ποι­ων βα­σι­κῶν στοι­χεί­ων τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Ἀλ­λά καί ὁ κα­θη­γη­τής D­o­d­ds, πα­ρα­τη­ρών­τας ὅτι οἱ μυ­α­λω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι τοῦ 5ου π.Χ. αἰ­ώ­να γνώ­ρι­ζαν τούς πε­ρι­ο­ρι­σμούς πού ἐ­πι­βάλ­λον­ται στήν πρό­ο­δο ἀ­πό τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, γρά­φει τά πα­ρα­κά­τω:
 
«Κα­θέ­νας ἀ­πό τούς δύ­ο με­γά­λους ἱ­στο­ρι­κούς (ἐν­νο­εῖ τόν Ἡ­ρό­δο­το καί τό Θου­κυ­δί­δη) ἐ­ξέ­φρα­σε αὐ­τή τή γνώ­ση μέ τό δι­κό του τρό­πο. Κα­θέ­νας τους, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, ἦ­ταν πε­ρή­φα­νος γιά τά ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τοῦ λα­οῦ του στό πα­ρελ­θόν: Γιά τόν Ἡ­ρό­δο­το, οἱ Ἕλ­λη­νες ἀ­πό πα­λαι­ό­τε­ρα εἷ­χαν ἀ­παλ­λα­γεῖ ἀ­πό τίς ἀ­νό­η­τες ἀ­φέ­λει­ες πού εἶ­χαν σχέ­ση μέ τό βαρ­βα­ρι­σμό[7], καί ὁ Θου­κυ­δί­δης εἶ­δε τήν πα­λαι­ό­τε­ρη ἱ­στο­ρί­α τῆς Ἑλ­λά­δας ὡς ἐ­πι­δίω­ξη γιά μιά βαθ­μια­ία ἀ­νο­δι­κή πο­ρεί­α. Ἀλ­λά ὁ Ἡ­ρό­δο­τος γρά­φει “ὅπως κά­ποι­ος πού γνω­ρί­ζει τήν ἀ­στά­θεια τῆς ἀν­θρώ­πι­νης εὐ­η­με­ρία­ς[8]”, καί αὐ­τή ἡ πε­ποί­θη­ση στοι­χει­ώ­νει τή φαν­τα­σί­α του, ὁ­πως στοι­χεί­ω­σε καί τή φαν­τα­σί­α τοῦ φί­λου του Σο­φο­κλῆ. Ὁ Σο­φο­κλῆς τήν ἐ­ξη­γεῖ μέ τόν πα­λαι­ό θρη­σκευ­τι­κό τρό­πο: ὁ ἄν­θρω­πος βρί­σκε­ται στό ἔ­λε­ος μιᾶς δύ­να­μης, ἡ ὁ­ποί­α τοῦ ἀ­πα­γο­ρεύ­ει νά ὑ­ψω­θεῖΐ πά­νω ἀ­πό τά ἀν­θρώ­πι­να. Ὁ Θου­κυ­δί­δης, ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά, βρί­σκει αὐ­τό τό ὅ­ριο στήν ψυ­χο­λο­γι­κή δο­μή τοῦ ἴδιου τοῦ ἀν­θρώ­που. ­Ὁ­ρι­σμέ­νες συμ­φο­ρές, μᾶς λέ­ει, “συμ­βαί­νουν καί θά συμ­βαί­νουν πάν­το­τε, ὅ­σο ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἴδια”· καί δι­α­κιν­δυ­νεύ­ει τή γε­νι­κό­τε­ρη δή­λω­ση ὅτι “σύμ­φω­να μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση πα­ρό­μοι­α γε­γο­νό­τα (ὅ­πως ἐ­κεῖϊ­να πού πε­ρι­γρά­φει) θά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται στό μέλ­λον”. Καί εἶ­ναι λά­θος νά συμ­πε­ραί­νου­με ἀ­πό αὐ­τά τά κεί­με­να, ὅ­πως ἕ­νας νε­ό­τε­ρος συγ­γρα­φέ­ας τό κά­νει[9], ὅτι ὁ Θου­κυ­δί­δης “τε­λι­κά υἱ­ο­θέ­τη­σε μιά κυ­κλι­κή ἀν­τί­λη­ψη τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ὁ­πως ὁ Πλά­των”. Ἡ προσ­δο­κί­α τοῦ Θου­κυ­δί­δη γιά ἐ­πα­νά­λη­ψη τῶν γε­γο­νό­των στη­ρί­ζε­ται ὄ­χι στήν κυ­κλι­κή πο­ρεί­α τοῦ κό­σμου ἀλ­λά στή μο­νι­μό­τη­τα τῶν ἄ­λο­γων στοι­χεί­ων τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, πού δέν ἐ­πι­δέ­χον­ται δι­δα­χή­[10]».
 
Ποι­ά ὅ­μως εἶ­ναι τά μό­νι­μα στοι­χεῖ­α τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης πού βρί­σκον­ται ἐ­κτός λο­γι­κοῦ ἐ­λέγ­χου καί δέν ἐ­πι­δέ­χον­ται δι­δα­χή; Ὁ Θου­κυ­δί­δης στά Κερ­κυ­ραϊ­κά του, ὅπως εἴ­δα­με, ἀ­να­φέ­ρει ὡς τέ­τοι­α στοι­χεῖ­α τή δί­ψα γιά δύ­να­μη, τήν πλε­ο­νε­ξί­α καί τή φι­λο­δο­ξί­α­[11]. Ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον ὁμως πα­ρου­σιά­ζει τό κε­φά­λαι­ο 45 τοῦ τρί­του βι­βλί­ου τῆς ἱ­στο­ρί­ας τοῦ Θου­κυ­δί­δη, πού ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν ἀ­πο­στα­σί­α τῆς Λέ­σβου. Ἐ­κεῖϊ ὁ ρή­το­ρας Δι­ό­δο­τος, προ­σπα­θών­τας νά ἐ­ξη­γή­σει για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι πα­ρα­βαί­νουν τό νό­μο καί ὅ­ταν ἀ­κό­μη ἀν­τι­με­τω­πί­ζουν τήν ποι­νή τοῦ θα­νά­του, λέ­γει με­τα­ξύ ἄλ­λων καί τά ἑ­ξῆ­ς[12]:
 
«Ἤ τοίνυν δει­νό­τε­ρον τί τού­του δέ­ος εὐ­ρε­τέ­ον ἔ­στιν ἡ τά­δε γέ οὐ­δέν ἐ­πί­σχει, ἀλ­λ’ ἡ μέν πε­νί­α ἀ­νάγ­κῃ τήν τόλ­μαν πα­ρέ­χου­σα, ἡ δ’ ἐ­ξου­σί­α ὕ­βρει τήν πλε­ο­νε­ξί­αν καί φρο­νή­μα­τι, αἱ δ ’ ἄλλαι ξυν­τυ­χί­αι ὀρ­γᾖ τῶν ἀν­θρώ­πων ὡς ἑ­κά­στη τίς κα­τέ­χε­ται ὑ­π’ ἀ­νη­κέ­στου τι­νός κρείσ­σο­νος ἐ­ξά­γου­σιν ἐς τούς κιν­δύ­νους, ἥ τε ἐλ­πίς καί ὁ ἔ­ρως ἐ­πί παν­τί, ὁ μέν ἡ­γού­με­νος, ἡ δ ’ ἑ­φε­πο­μέ­νη, καί ὁ μέν τήν ἐ­πιβου­λήν ἐκ­φρον­τί­ζων, ἡ δέ τήν εὐ­πο­ρί­αν τῆς τύ­χης ὑ­πο­τιθεῖ­σα, πλε­ῖ­στα βλά­πτου­σι, καί ὄντα ἀ­φα­νῆ κρείσ­σω ἐ­στί τῶν ὁ­ρω­μέ­νων δει­νῶν, καί ἡ τύ­χη ἐ­π' αὐ­τοῖς οὐ­δέν ἔ­λασσον ξυμ­βάλ­λε­ται ἐς τό ἐ­παί­ρειν ἀ­δο­κή­τως γάρ ἔ­στιν ὅτε πα­ρι­στα­μέ­νη καί ­ἐκ τῶν ὑ­πο­δε­ε­στέ­ρων κιν­δυ­νεύ­ειν τι­νά προ­ά­γει, καί οὐχ ἧσ­σον τάς πό­λεις, ὅ­σῳ πε­ρί τῶν με­γί­στων τε, ἐ­λευ­θε­ρί­ας ἤ ἄλ­λων ἀρ­χῆς, καί με­τά πάν­των ἕ­κα­στος ἀ­λο­γί­στως ἐ­πι­πλέ­ον τί αὐ­τόν ἐ­δό­ξα­σεν. ἁ­πλῶς τέ ἀ­δύ­να­τον καί πολ­λῆς εὐ­η­θείας, ὅστις οἴ­ε­ται τῆς ἀν­θρω­πεί­ας φύ­σε­ως ὁρ­μω­μέ­νης προ­θύ­μως τί πρᾶ­ξαι ἀ­πο­τρο­πήν τι­νά ἔ­χειν ἤ νό­μων ἰ­σχύι ἡ ἄλ­λῳ τῷ δει­νῷ».
(Ἤ, λοι­πόν, πρέ­πει νά βρε­θεῖ φό­βη­τρο πιό φο­βε­ρό ἀ­πό τό θά­να­το ἤ αὐ­τή ἡ ποι­νή του­λά­χι­στον δέν εἶ­ναι ἐ­παρ­κής. Για­τί ἡ φτώ­χια μέ τίς ἀ­νάγ­κες της φέρ­νει τόλ­μη, ἡ ἐ­ξου­σί­α προ­κα­λε­ῖ πλε­ο­νε­ξί­α γε­μά­τη ἀ­λα­ζο­νεί­α καί ἐ­γω­πά­θεια καί οἱ δι­ά­φο­ρες συμ­πτώ­σεις, ἀ­νά­λο­γα μέ τά ἀ­κα­τα­νί­κη­τα πά­θη πού ἐ­ξου­σιά­ζουν τόν κα­θέ­να, πα­ρα­σύ­ρουν τούς ἀν­θρώ­πους σέ κιν­δύ­νους. Ἀλ­λά καί ἡ ἐλ­πί­δα καί ὁ πό­θος γιά τό κά­θε τί, ὁ πό­θος μπρο­στά, ἡ ἐλ­πί­δα ἀ­κο­λου­θών­τας, ἐ­κεῖ­νος κα­τα­στρώ­νον­τας τά σχέ­δια καί αὐ­τή ὑ­πο­βάλ­λον­τας τήν ἰ­δέ­α ὅτι θά βο­η­θή­σει ἡ τύ­χη, κά­νουν τό με­γα­λύ­τε­ρο κα­κό, καί, ἐ­νῶ δέ φαί­νον­ται, εἶ­ναι δυ­να­τό­τε­ρα ἀ­πό τά φα­νε­ρά δει­νά. Ἀλ­λά κον­τά σ’ αὐ­τά καί ἡ τύ­χη δέ συν­τε­λεῖ λι­γό­τε­ρο στήν πα­ρε­κτρο­πή, για­τί κά­πο­τε ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀ­προσ­δό­κη­τα καί πα­ρα­σύ­ρει στόν κίν­δυ­νο κά­ποι­ον πού δέν ἔ­χει με­γά­λες δυ­να­τό­τη­τες, καί ἀ­κό­μη πε­ρισ­σό­τε­ρο τίς πό­λεις, ἀφοῦ ἄλ­λω­στε πρό­κει­ται γιά πράγ­μα­τα πο­λύ ση­μαν­τι­κά, τήν ἐ­λευ­θε­ρί­α ἡ τήν ἐ­ξου­σί­α ἐ­πά­νω στούς ἄλ­λους, ὁ­πό­τε ὁ κα­θέ­νας μέ­σα στό πλῆ­θος τῶν συμ­πο­λι­τῶν του ἀ­συλ­λό­γι­στα ὑ­πε­ρε­κτι­μᾶ συ­νή­θως τίς δυ­νά­μεις του. Μέ δύ­ο λό­για, εἶ­ναι ἀ­δύ­να­τον καί εἶ­ναι πο­λύ ἀ­νό­η­τος ἐ­κεῖ­νος πού νο­μί­ζει πώς, ὅ­ταν ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση σπρώ­χνε­ται ἀ­πό τό πά­θος νά κά­νει κά­τι, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τρα­πεῖ ἀ­π’ αὐ­τό, εἴ­τε μέ τή δύ­να­μη τοῦ νό­μου εἴ­τε μέ κά­ποι­ο ἄλ­λο φό­βη­τρο).
 
Μιά μα­τιά στό πιό πά­νω κεί­με­νο δεί­χνει ὅτι ἀ­φθο­νοῦϋν οἱ ψυ­χο­λο­γι­κοί ὄ­ροι - δέ­ος, ὕβρις, πλε­ο­νε­ξί­α, ὀρ­γή, πό­θος, ἐλ­πίς, ἔ­ρως - μέ τούς ὁ­ποι­ους ὁ Θου­κυ­δί­δης ἐ­ξη­γε­ΐ καί αἰ­τι­ο­λο­γεῖ τά ἱ­στο­ρι­κά γε­γο­νό­τα, ἀ­το­μι­κά καί ὁ­μα­δι­κά, πα­ρα­δε­χό­με­νος στήν οὐ­σί­α ὅτι οἱ ἄ­λο­γες ψυ­χι­κές δυ­νά­μεις μπο­ροῦν νά θο­λώ­σουν καί νά νι­κή­σουν τή δύ­να­μη τοῦ νο­ῦ. Τά πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­φθο­νο­ῦν μέ­σα στή­ν ἴ­δια τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Θου­κυ­δί­δη. Ἔ­τσι, πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε ὅτι οἱ Σπαρ­τιά­τες κή­ρυ­ξαν τόν πό­λε­μο ἐ­ναν­τίον τῶν Ἀ­θη­ναί­ων ἐ­πει­δή φο­βοῦν­ταν τήν αὔ­ξη­ση τῆς ἀ­θη­να­ϊ­κῆς δύ­να­μη­ς[13]. Ἐ­πί­σης, ὅτι ἡ Σι­κε­λι­κή ἐκ­στρα­τεί­α πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε ἀ­πό τούς Ἀ­θη­ναί­ους πα­ρά τήν πε­ρί τοῦ ἀν­τι­θέ­του εἰ­σή­γη­ση τοῦ στρα­τη­γοῦ Νι­κί­α, για­τί «ἔ­ρως ἐ­νέ­πε­σε το­ῖς πᾶ­σιν ὁ­μοί­ως ἐκ­πλεῦ­σαι.­.. πόθῳ ὄψε­ως καί θε­ω­ρί­ας καί εὐέλ­πι­δες ὄντες σω­θή­σε­σθαι.­.. διά τήν ἄ­γαν τῶν πλε­όνων ἐ­πι­θυ­μί­αν.­..[14]»
 
Ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐν­τύ­πω­ση ὅμως προ­κα­λοῦν καί τά ἐ­πι­χει­ρήμα­τα μέ τά ὁ­ποῖ­α οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι ὑ­πε­ρα­σπί­ζον­ται τήν ἡ­γε­μο­νί­α τους, ἐ­πι­κα­λού­με­νοι τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση: Ὅ­πως λέ­νε, δέν ἔ­κα­ναν τί­πο­τε πα­ρά­δο­ξο ἤ ἀν­τί­θε­το πρός τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση μέ τό νά δε­χτοῦν μιά ἡ­γε­μο­νί­α πού τούς πρόσφέρ­θη­κε καί πού ἀρ­νοῦν­ται νά τήν ἀ­φή­σουν γιά τρεῖς πο­λύ σπου­δαί­ους λό­γους: τή δό­ξα, τό φό­βο καί τό συμ­φέ­ρον. ­Ἄλ­λω­στε, εἶ­ναι κα­θι­ε­ρω­μέ­νο ὁ κα­τώ­τε­ρος νά ὑ­πο­τάσ­σε­ται στόν ἀ­νώ­τε­ρο­[15]. Ση­μει­ώ­νου­με ὅτι ἀ­νά­λο­γα ἐ­πι­χει­ρή­μα­τα χρη­σι­μο­ποι­οῦν οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι καί στόν πε­ρί­φη­μο δι­ά­λο­γο μέ τούς Μη­λί­ους, ἰ­σχυ­ρι­ζό­με­νοι ὅτι «δί­και­α μέν ἐν τῷ ἀν­θρω­πεί­ῳ λό­γῳ ἀ­πό της ἴ­σης ἀ­νάγ­κης κρί­νε­ται, δυ­να­τά δέ οἱ πρού­χον­τες πράσ­σο­ο­σι καί οἱ ἀ­σθε­νεῖς ξυγχω­ροῦ­σι­[16]». (= τό δί­και­ο στίς ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις λαμ­βάνε­ται ὑ­πό­ψη ὅταν οἱ ἀν­τί­δι­κοι εἶ­ναι ἴσοι, ἀλ­λι­ῶς οἱ δυ­να­τοί κά­νουν ὅσα μπο­ροῦν καί οἱ ἀ­δύ­να­μοι ὑ­πο­χω­ροῦν).
 
Κά­τι ἀ­κό­μη πού ἀ­ξί­ζει νά ἐ­πι­ση­μαν­θεῖΐ εἶ­ναι ὅτι στήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Θου­κυ­δί­δη, ἐ­κτός ἀ­πό τους ψυ­χο­λο­γι­κούς ὅρους πού προ­α­να­φέ­ρα­με, χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται καί οἱ λέ­ξεις ἀ­νάγ­κη καί τύ­χη, γιά νά ἐκ­φρά­σουν ἐ­πί­σης κα­τα­στά­σεις τῶν ὁ­ποί­ων τό πε­ρι­ε­χό­με­νο εἶ­ναι πο­λύ δύ­σκο­λο ἕ­ως ἀ­δύ­να­τον νά ἐ­λεγ­χθεῖ, κα­θώς ὁ ἄν­θρω­πος πού ἐμ­πλέ­κε­ται σ’ αὐ­τές δέν ὁ­δη­γεῖ πλέ­ον τά γε­γο­νό­τα ἀλ­λά ὁ­δη­γε­ϊ­ται ἀ­π’ αὐ­τά. ­Ἔ­τσι, π.χ., ἀ­πό τή στιγ­μή πού οἱ Λα­κε­δαι­μό­νιοι ἐ­πέ­λε­ξαν νά εἶ­ναι ἐ­πι­κε­φα­λῆς τῶν Ἑλ­λή­νων, ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νά κη­ρύ­ξουν τόν πό­λε­μο στούς Ἀ­θη­ναί­ου­ς[17]. Ἀλ­λά καί οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι, ἀ­πό τή στιγ­μή πού δέ­χτη­καν τήν ἡ­γε­μο­νί­α τῶν Ἑλ­λή­νων, ἦ­ταν ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νά συ­νε­χί­σουν νά τήν ἔ­χου­ν[18]. Τέ­λος, ἐν­τύ­πω­ση προ­κα­λοῦν καί αὐ­τά πού λέ­γει ὁ Ἀλ­κι­βιά­δης στούς Ἀ­θη­ναί­ους: «Καί οὐκ ἐ­στιν ἡ­μῖν τα­μι­εύ­ε­σθαι ἐς ὅ­σον βου­λό­με­θα ἄρ­χειν, ἀλ­λ’ ἀ­νάγ­κη, ἐ­πει­δή πέρ ἐν τῷ­δε κα­θέ­στα­μεν, τοῖς μέν ἐ­πι­βου­λεύ­ειν, τούς δέ μή ἀ­νι­έ­ναι, διά τό ἀρ­χθῆ­ναι ἄν ὑ­φ’ ἑ­τέ­ρων αὐ­τοῖς κίν­δυ­νον εἶ­ναι, εἰ μή αὐ­τοί ἄλ­λων ἄρ­χομεν»[19] (=Καί δέν εἶ­ναι στό χέ­ρι μας νά κα­νο­νί­ζου­με ἕ­ως ποῦ θέ­λου­με νά φτά­σει ἡ ἐ­ξου­σί­α μας, ἀλ­λά εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι, ἀφοῦ βέ­βαι­α φτά­σα­με ἐ­δῶ πού φτά­σαμε, γιά ἄλ­λους νά κα­τα­στρώ­νου­με ἐ­χθρι­κά σχέ­δια καί γιά ἄλ­λους νά μή χα­λα­ρώ­νου­με τήν ἐ­ξου­σί­α μας ἐ­πά­νω τους, για­τί ὑ­πάρ­χει κίν­δυ­νος νά ἐ­ξου­σιά­σουν αὐ­τοί ἐ­μᾶς, ἄν δέν ἐ­ξου­σι­ά­σου­με ἐ­μεῖς ἐ­κεί­νους).
 
Ὅ­σο γιά τήν τύ­χη καί τό ρό­λο τοῦ τυ­χαί­ου στήν ἱ­στο­ρί­α, μο­λο­νό­τι ὁ ἱ­κα­νός νοῦς μπο­ρεῖΐ νά προ­σαρ­μο­στεῖ τα­χύ­τε­ρα στά τυ­χαῖ­α πε­ρι­στα­τι­κά, ὡ­στό­σο εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι ἡ ἔν­νοι­α τῆς τύ­χης ἀ­πο­τε­λε­ϊ πε­ρι­ο­χή ὁ­που ἀ­να­γνω­ρί­ζε­ται «ἡ ἀ­δυ­να­μί­α τῆς σκέ­ψης νά ἐ­ξου­σιά­σει πλή­ρως τή ζω­ή[20]». ­Ἔ­τσι, π.χ., ἄν στήν Ἀ­θή­να δέ συ­νέ­βαι­νε ἡ ξαφ­νι­κή καί ἄ­και­ρη κο­πή τῶν Ἐρ­μῶ­ν[21] πρίν ἀ­πό τή Σι­κε­λι­κή ἐκ­στρα­τεί­α καί δέν ἀ­να­κα­λοῦν­ταν ὁ Ἀλ­κι­βιά­δης , ὅ­λα θά ἦ­ταν δι­α­φο­ρε­τι­κά στήν ἔκ­βα­ση τοῦ Πε­λο­πον­νη­σι­α­κοῦ πο­λέ­μου. Ἐ­πί­σης, ἄν πρίν ἀ­πό τήν ἀ­πο­χώ­ρη­ση τοῦ Νι­κί­α ἀ­πό τή Σι­κε­λί­α δέ συ­νέ­βαι­νε ἔ­κλει­ψη σε­λή­νης, ὁ Ἀ­θη­ναῖ­ος στρα­τη­γός δέ θά πα­ρέ­με­νε ἄ­πρα­κτος ἐ­πί 27 μέ­ρες, μέ ἀ­πο­τέ­λε­σμα οἱ ἐ­χθροί νά τόν πε­ρι­κυ­κλώ­σουν καί νά κα­τα­στρέ­ψουν τόν ἀ­θη­να­ϊ­κό στό­λο­[22].
  
Ξα­να­γυ­ρί­ζου­με στήν πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ D­o­d­ds ὅτι οἱ μυ­α­λω­μέ­νοι ἄν­θρω­ποι τοῦ 5ου π.Χ. αἰ­ώ­να ἤ­ξε­ραν τούς πε­ρι­ο­ρι­σμούς πού ἐ­πι­βάλ­λον­ται ἀ­πό τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση στήν πρό­ο­δο τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους. Πρό­κει­ται γιά μιά ση­μαν­τι­κή δι­α­πί­στω­ση, πού δεί­χνει ὅτι οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες γνώ­ρι­ζαν τίς δυ­νά­μεις ἀλ­λά καί τίς ἀ­δυ­να­μί­ες καί τά ὅρια τοῦ ἀν­θρώ­που καί τό ἐ­πε­σή­μα­ναν μέ δι­ά­φο­ρους τρό­πους, καί μά­λι­στα, σέ μιά ἐ­πο­χή σάν τήν κλα­σι­κή, στήν ὁ­ποί­α ἡ λαμ­πρή πρό­ο­δος πού εἶ­χε συν­τε­λε­σθε­ῖ σ’ ὅλούς τούς το­μεῖς ἦ­ταν τέ­τοι­α, ὥ­στε θά μπο­ροῦ­σαν νά εἶ­χαν «με­θύ­σει» ἀ­πό αὐ­τα­ρέ­σκεια. Προ­χω­ρών­τας ἐ­πι­λε­κτι­κά θά ἀρ­χί­σου­με ἀ­πό τόν Ἡ­ρό­δο­το­[23], ὁ ὁ­ποῖ­ος ἐ­πι­ση­μαί­νει τήν ἀ­στά­θεια τῆς ἀν­θρώ­πι­νης εὐ­τυ­χί­ας «τήν ἀνθρω­πη­ί­ην ἐ­πι­στά­με­νος εὐ­δαιμο­νί­ην οὐ­δα­μά ἐν ταὠυ­τῷ μένου­σαν», για­τί τό θεῖ­ον εἶ­ναι «φθο­νε­ρόν καί τα­ρα­χῶ­δες» καί ὁ θε­ός «φι­λέ­ει τά ὑ­πε­ρέ­χοντα πάν­τα κο­λού­ειν ». Ὅ­λοι οἱ σο­φοί στήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ Ἡ­ρο­δό­του - Σό­λων, ’­Ἄ­μα­σις, Ἀρ­τάβα­νος- γνω­ρί­ζουν ὅτι ὁ θε­ός προ­κα­λε­ῖ­ται καί ἐ­νο­χλεῖ­ται ἀ­πό τόν ὑ­πέρ­με­τρο πλοῦ­το καί τήν ἀ­λα­ζο­νι­κή δύ­να­μη, γι’ αὐ­τό καί ἡ «ὕβρις » τι­μω­ρεῖ­ται, ὁ­πως δεί­χνουν οἱ πε­ρι­πτώ­σεις τοῦ Κροί­σου, τοῦ Ξέρ­ξη, τοῦ Κλε­ο­μέ­νη, τοῦ Γλαύ­κου κτλ.
 
Καί στόν Αἰ­σχύ­λο «ὑ­πάρ­χει τό σχῆ­μα ὄλ­βος-ὕβρις-τίσις, σύμ­φω­να μέ τό ὁ­ποῖ­ο, ὁ με­γά­λος πλοῦ­τος ἤ ἡ πολ­λή εὐ­τυ­χί­α ὁ­δη­γοῦν στήν ἀ­λα­ζο­νεί­α καί τε­λι­κά στήν τι­μω­ρί­α ἐκ μέ­ρους τοῦ θεί­ου­[24]. Ἐ­κεῖ­νο ὁμως πού ἀ­πο­τε­λε­ΐ βα­σι­κό χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό στίς τρα­γω­δί­ες τοῦ Αἰ­σχύ­λου, εἶ­ναι ἡ τρα­γι­κό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, ὁ ὁ­ποῖ­ος μπαί­νον­τας στό ζυ­γό τῆς ἀ­νάγ­κης - ὁ ρό­λος τῆς ἀ­νάγ­κης ἔ­χει ἐ­πι­ση­μαν­θεῖ καί στό Θου­κυ­δί­δη - ἐμ­πλέ­κε­ται σ’ ἕ­να δί­χτυ τρα­γι­κά διλημ­μα­τι­κῶν κα­τα­στά­σε­ων, ἀ­νήμ­πο­ρος ν’ ἀν­τι­δρά­σει. ­Ἔ­τσι, π.χ. στήν τρα­γω­δί­α «Ἑ­πτά ἐ­πί Θή­βας» ὁ βα­σι­λιάς τῆς Θή­βας Ἐ­τε­ο­κλῆς ἔ­χει ὑ­πο­χρέ­ω­ση νά ὑ­πε­ρα­σπι­σθεῖ μέ ὅ­λα τά μέ­σα τήν πό­λη του καί νά σκο­τώ­σει τόν πο­λι­ορ­κη­τή καί εἰ­σβο­λέ­α, πού ὅ­μως δέν εἶ­ναι ἄλ­λος ἀ­πό τόν ἀ­δελ­φό του Πο­λυ­νεί­κη. Στόν «Ἀ­γα­μέ­μνο­να», ὁ ἐ­πι­κεφα­λῆς τῆς ἐκ­στρα­τεί­ας στήν Τροί­α Ἀ­γα­μέ­μνων εἶ­ναι ἀ­ναγ­κα­σμέ­νος νά θυ­σιά­σει τήν κό­ρη του ­Ἰ­φι­γέ­νεια, ἄν δέ θέ­λει νά μα­ται­ω­θεῖ ἡ ἐκ­στρα­τεί­α. Ἀλ­λά καί στίς «Χο­η­φόρους», ὁ Ὀ­ρέ­στης ἀ­ναγ­κά­ζε­ται νά σκο­τώ­σει τή μη­τέ­ρα του Κλυ­ται­μνή­στρα γιά νά ἐκ­δι­κη­θε­ῖ τό θά­να­το τοῦ πα­τέ­ρα του Ἀ­γα­με­μνο­να[25].
 
Ὁ Σο­φο­κλῆς, κα­θώς εἴ­δα­με, εἶ­ναι αὐ­τός πού ὕ­μνη­σε στό πρῶ­το στά­σι­μο ταῆς «Ἀν­τι­γό­νης» τά ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῆς ἀν­θρώ­πι­νης δι­ά­νοι­ας. Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως πί­στευ­ε πώς ἡ ἀ­λη­θι­νή γνώ­ση ἀ­πο­τε­λε­ῖ προ­νό­μιο θε­ϊ­κό καί πώς ὁ ἄν­θρω­πος μό­νο γνώ­ση τῆς φθαρ­τῆς του ὕ­παρ­ξης μπο­ρε­ΐ νά ἔ­χει. Οἱ τρα­γω­δί­ες τοῦ «Αἴ­ας» καί «Οἰ­δί­πους τύ­ραν­νος» ἀ­πο­τε­λοῦν ἁ­πτά δείγ­μα­τα τῆς ἀ­σή­μαν­της ἀν­θρώ­πι­νης ὑ­πό­στα­σης μπρός στήν ἄ­πει­ρη δύ­να­μη καί σο­φί­α τοῦ θε­ο­ῦ, γι’ αὐ­τό καί συγ­κλο­νί­ζουν τό θε­α­τή, προ­κα­λών­τας τόν «ἔ­λε­ον» ἄλ­λα καί τόν «φό­βον» γιά τούς κιν­δύ­νους πού πα­ρα­μο­νεύ­ουν κά­θε ἀν­θρω­πο­[26].
 
Ὁ Εὐ­ρι­πί­δης, ὁ τρί­τος με­γά­λος τρα­γι­κός ποι­η­τής, εἶ­ναι γνω­στό πώς δέν εἶ­χε τή βα­θιά θρη­σκευ­τι­κό­τη­τα, ἀλ­λά καί τό σε­βα­σμό καί τήν προ­σή­λω­ση στήν πα­ρά­δο­ση τοῦ Αἰ­σχύ­λου καί τοῦ Σο­φο­κλῆ, καί, κα­τά τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη­[27], πα­ρί­στα­νε τά πράγ­μα­τα ρε­α­λι­στι­κά, ὅπως εἶ­ναι. Στήν τρα­γω­δί­α του λοι­πόν «Μή­δεια» - γιά νά μεί­νου­με μό­νο σ’ αὐ­την - σέ μιά σύγ­κρου­ση ἀ­νά­με­σα στή δύ­να­μη τοῦ νο­ϋ καί στά πά­θη τῆς ψυ­χῆς, τή νί­κη τήν κερ­δί­ζουν τά δεύ­τε­ρα, καί αὐ­τό φαί­νε­ται μέ πε­ρισ­σό­τε­ρη σα­φή­νεια λί­γο πα­ρα­κά­τω, ὅταν ἡ Μή­δεια, παίρ­νον­τας τήν τρο­με­ρή ἀ­πό­φα­ση νά σφά­ξει τά παι­διά της καί νά ἐκ­δι­κη­θε­ῖ ἔ­τσι τόν Ἰ­ά­σο­να πού τήν ἐγ­κα­τέ­λει­ψε γιά νά παν­τρευ­τεῖ μιάν ἄλ­λη γυ­ναί­κα, δη­λώ­νει ξε­κά­θα­ρα­[28]:
 
Καί μαν­θά­νω μέν οἷα δρᾶν μέλ­λω κα­κά,
θυ­μός δέ κρείσ­σων τῶν ἐ­μῶν βου­λευ­μά­των.
 
(Καί ξέ­ρω τί εἴ­δους κα­κό πρό­κει­ται νά δι­α­πρά­ξω,
ὅ­μως τό πά­θος μου εἶ­ναι πιό δυ­να­τό ἄ­π’ τή θέ­λη­σή μου).
 
Ὅ­πως βλέ­που­με, ὁ Θου­κυ­δί­δης δέν εἶ­ναι ὁ μό­νος ἀ­πό τούς με­γά­λους της ἑλ­λη­νι­κῆς ἀρ­χαι­ό­τη­τας πού δι­εῖ­δαν ἐμ­πό­δια στή ἀ­πρό­σκο­πτη πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­που. Καί ὅ­σο καί ἄν ἦ­ταν αἰ­σι­ό­δο­ξος γιά τήν ἀ­νο­δι­κή πο­ρεί­α τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου γέ­νους, ὅ­πως αὐ­τη ἐκ­φρά­στη­κε στήν «Ἀρ­χαι­ο­λο­γί­α», ἡ ἀρ­χι­κή του αἰ­σι­ο­δο­ξί­α εἶ­ναι φα­νε­ρό ὅτι ἀ­να­κό­πη­κε ἀ­πό τό ἐμ­πό­διο της ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης. Καί γιά τό Θου­κυ­δί­δη οἱ ἄν­θρω­ποι, ἰ­δι­αί­τε­ρα ὅ­ταν ἀ­πο­κτοῦν δύ­να­μη, ὑ­πε­ρε­κτι­μοῦν τίς δυ­να­τό­τη­τές τους, ἐμ­πιστεύ­ον­ται τόν ἑ­αυ­τό τους ὑ­περ­βο­λι­κά καί στό τέ­λος ὁ­δηγοῦν­ται στήν κα­τα­στρο­φή, ἡ ὁ­ποί­α τώ­ρα δέν ὀ­φεί­λε­ται στή θε­ϊ­κή ἐ­πέμ­βα­ση σέ συν­δυα­σμό καί μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἀ­προ­νο­η­σί­α, ὁ­πως συμ­βαί­νει στόν Ἡ­ρό­δο­το, ἀλ­λά στήν ψυ­χο­λο­γι­κή δο­μή τοῦ ἀν­θρώ­που καί σέ μιά ψυ­χο­λο­γι­κή δι­α­δι­κα­σί­α πού μπο­ρεῖ νά πε­ρι­γρά­φει. Καί, βέ­βαι­α, ὅ­σο ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἴδια, οἱ ἄν­θρω­ποι μέ αὐ­ξο­μει­ώ­σεις ἡ μι­κρο­α­πο­κλί­σεις θά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νουν τούς ἑ­αυ­τούς τους καί τίς πρά­ξεις τους, για­τί δυ­στυ­χῶς δέ δι­δά­σκον­ται ἀ­πό τά λά­θη καί τίς ἐμ­πει­ρί­ες τους.
 
Τε­λι­κά, κα­τά τήν πα­ρα­τή­ρη­ση τοῦ B­r­u­no S­n­e­ll, «τό­σο ὁ Ἡ­ρό­δο­τος ὅ­σο καί ὁ Θου­κυ­δί­δης μᾶς δι­δά­σκουν αὐ­τό πού οἱ Ἕλ­λη­νες ἔ­μα­θαν ἀ­πό τά ἐ­ρεί­πια τῶν ἀρ­χαί­ων ἀ­κρο­πό­λε­ων: νά εἶ­ναι με­τρι­ό­φρο­νες στήν πε­ρη­φά­νια τους καί πε­ρή­φα­νοι γιά τή με­τρι­ο­φρο­σύ­νη του­ς[29]».
  
Κα­τά τό συγ­γρα­φέ­α τοῦ Πε­λο­πον­νη­σια­κοῦ πο­λέ­μου, οἱ ψυ­χο­λο­γι­κές ἀν­τι­δρά­σεις τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης ὄ­χι μό­νο θο­λώ­νουν τή λο­γι­κή καί ὁ­δη­γοῦν τούς ἀν­θρώ­πους σέ πα­ρε­κτρο­πές, ἀλ­λά καί πε­ρι­ο­ρί­ζουν τή δυ­να­τό­τη­τα νά γνωσθεῖΐ ἡ ἱ­στο­ρι­κή ἀ­λή­θεια. Ἔ­τσι, οἱ ἄν­θρω­ποι γε­νι­κά χα­ρα­κτη­ρί­ζον­ται ἀ­πό εὐ­πι­στί­α καί δέ­χον­ται ἀ­βα­σά­νι­στα τίς πλη­ρο­φο­ρί­ες γιά τά δι­ά­φο­ρα γε­γο­νό­τα: «Οἱ γάρ ἄν­θρω­ποι τάς ἀ­κοάς τῶν προ­γε­γε­νη­μέ­νων, καί ἤν ἐ­πι­χώ­ρια σφί­σιν ᾖ, ὁ­μοί­ως ἀ­βα­σα­νί­στως πα­ρ’ ἀλ­λή­λων δέ­χον­ται[30]­.­.. οὕ­τως ἀ­τα­λαί­πω­ρος τοῖς πολ­λοῖς ἡ ζή­τη­σις τῆς ἀ­λή­θειας καί ἐ­πί τά ἑ­τοῖ­μα μᾶλ­λον τρέ­πον­ται­[31]» (=για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι, τά ὅ­σα ἀ­κοῦν γιά τά πε­ρα­σμέ­να, ἀ­κό­μα καί ἄν ἀ­φο­ροῦν τόν τό­πο τους, τά δέ­χον­ται τό ἴ­διο ἀ­βα­σά­νι­στα ὁ ἕ­νας ἀ­πό τόν ἄλ­λο.­.. τό­σο λί­γο κο­πιά­ζουν οἱ πολ­λοί γιά τήν ἀ­να­ζή­τη­ση τῆς ἀ­λή­θειας καί στρέ­φον­ται πε­ρισ­σό­τε­ρο στά ἕ­τοι­μα).
 
Ἀ­κό­μη, ἡ ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα καί ἡ ἀ­ξι­ο­πι­στί­α τῶν ἱ­στο­ρι­κῶν μαρ­τυ­ρι­ῶν, οἱ ὁ­ποῖ­ες θά ἔ­πρε­πε νά τεκ­μη­ρι­ώ­νον­ται ἀ­πό αὐ­τό­πτες μάρ­τυ­ρες «πού λέ­νε τά ἴ­δια λό­για γιά τά­ ἴ­δια πε­ρι­στα­τι­κά», συ­χνά πα­ρεμ­πο­δί­ζον­ται ἀ­πό ἀ­δυ­να­μί­α τῆς μνή­μης ἀλ­λά καί ἀ­πό εὔ­νοι­α: «ἐ­πι­πό­νως δέ ηὔ­ρι­σκε­το, δι­ό­τι οἱ πα­ρόν­τες το­ῖς ἔρ­γοις ἑ­κά­στοις οὐ ταὐ­τά πε­ρί τῶν αὐ­τῶν ἔ­λε­γον, ἀλ­λ’ ὡς ἑ­κα­τέ­ρων τίς εὐ­νοί­ας ἤ μνή­μης ἔ­­χοι[32]» (=καί ἡ ἀ­λή­θεια βρι­σκό­ταν μέ πο­λύ κό­πο, για­τί οἱ αὔ­το­πτες μάρ­τυ­ρες δέν ἔ­λε­γαν τά ἴ­δια γιά τά ἴϊ­δια πε­ρι­στα­τι­κά, ἀλ­λά ὁ κα­θέ­νας ἀ­νά­λο­γα μέ τή συμ­πά­θειά του στόν κα­θέ­να ἀ­πό τούς δύ­ο ἀν­τι­πά­λους ἤ ὅπως τά θυ­μό­ταν).
 
Ἰ­δι­αί­τε­ρα σέ πε­ρι­ό­δους κρί­σε­ων οἱ ἄν­θρω­ποι ἀν­τιδρο­ῦν συ­νή­θως συ­ναι­σθη­μα­τι­κά, μέ αὐ­ξη­μέ­νη ἀ­στά­θεια καί εὐ­πι­στί­α, καί ἡ μνή­μη τους ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα πού βι­ώ­νουν κά­θε φο­ρά στήν πα­ροῦ­σα στιγ­μή: «Οἱ γάρ ἄν­θρω­ποι πρός ἅ ἔ­πα­σχον τήν μνή­μην ἐ­ποιοῦν­το­[33]» (=για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι ἔ­χουν ἀ­να­μνή­σεις ἀ­νά­λογες μ’ αὐ­τά πού πα­θαί­νουν). Καί πρέ­πει ἐ­δῶ νά ποῦ­με ὅτι ἡ κα­τά­στα­ση αὐ­τή ἀ­πο­τυ­πώ­νε­ται κα­λύ­τε­ρα ἀ­πέ­ναν­τι στούς χρη­σμούς, πού ὁ ­ἴ­διος ὁ ἱ­στο­ρι­κός πα­ρα­θέ­τει στό ἔρ­γο του. Πρίν ὁμως δοῦ­με κά­ποι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα, ἐ­πειδή ἡ στά­ση τοῦ Θου­κυ­δί­δη πρός τή μαν­τι­κή ἀλ­λά καί πρός τήν ἀρ­χαί­α θρη­σκεί­α γε­νι­κό­τε­ρα ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μεῖ­ο ἀμ­φι­λε­γό­με­νο, εἶ­ναι ἀ­νάγ­κη νά ξε­κα­θα­ρί­σου­με κά­πως τό το­πί­ο μέ δυ­ό λό­για.
 
Ὁ Θου­κυ­δί­δης, εἶ­ναι ἀ­λή­θεια, δέ μι­λᾶ τή γλώσ­σα τῆς θρη­σκεί­ας ὅ­πως ὁ Ἡ­ρό­δο­τος, ὡ­στό­σο - καί μο­λο­νό­τι στή βι­ο­γρα­φί­α πού τοῦ κά­νει ὁ Μαρ­κελ­λί­νος, ὁ ἱ­στο­ρι­κός ἐμ­φα­νί­ζε­ται ὡς «ἄ­θε­ος ἡ­ρέ­μα» - που­θε­νά στό ἔρ­γο του δέν κά­νει πο­λε­μι­κή ἐ­ναν­τί­ον της. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά, ἄν καί δέν εἶ­ναι ὁ πι­στός τῶν μαν­τεί­ων καί τῶν χρη­σμῶν, στήν ἱ­στο­ρί­α του πα­ρα­θέ­τει συ­νο­λι­κά 14 χρη­σμού­ς[34], κά­ποι­ους μά­λι­στα τούς σχο­λιά­ζει μέ τό ὀρ­θο­λο­γι­κό πνεῦ­μα πού τόν χα­ρα­κτη­ρί­ζει. Καί ἐ­νῶ ὡς Ἱ­στο­ρι­κός μέ ἀ­με­ρο­λη­ψί­α καί ἀν­τι­κει­με­νι­κό­τη­τα κα­τα­γρά­φει τούς χρη­σμούς ὡς στοι­χεῖ­α μί­ας πραγ­μα­τι­κό­τη­τας τοῦ και­ρο­ῦ του, φαί­νε­ται ὅτι πε­ρισ­σό­τε­ρο τους χρη­σι­μο­ποι­εῖ γιά νά κα­τα­δεί­ξει τήν ἀν­θρώ­πι­νη συμ­πε­ρι­φο­ρά καί τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση.
 
Ἄς δοῦΰ­με ὅ­μως τώ­ρα κά­ποι­α πα­ρα­δείγ­μα­τα χρη­σμῶν. Ὅ­ταν στά 431 π.Χ. ξέ­σπα­σε ὁ Πε­λο­πον­νη­σια­κός πό­λε­μος, οἱ κά­τοι­κοι τῆς Ἀτ­τι­κῆς ἀ­πό τά πε­ρί­χω­ρα συγ­κεν­τρώ­θη­καν ὅ­λοι στήν Ἀ­θή­να. Μπρο­στά σ’ αὐ­τή τήν ἀ­νάγ­κη, κα­τοι­κήθη­καν καί ἐ­ρη­μι­κά μέ­ρη τῆς πό­λης, ἡ­ρῶ­α καί ἱ­ε­ρά, καί με­τα­ξύ αὐ­τῶν καί τό Πε­λαρ­γι­κόν, τμῆ­μα γῆς κά­τω ἀ­πό τήν Ἀ­κρό­πο­λη, γιά τό ὁ­ποῖ­ο ὅ­μως ὑ­πῆρ­χε πα­λαι­ά κα­τά­ρα νά μεί­νει ἀ­κα­τοί­κη­το ἀλ­λά καί χρη­σμός τοῦ μαν­τεί­ου τῶν Δελ­φῶν, πού συμ­βού­λευ­ε «τό Πε­λαρ­γι­κόν ἄρ­γον ἄ­μεινόν» (=εἶναι κα­λύ­τε­ρα τό Πε­λαρ­γι­κό νά μεί­νει ἀ­χρη­σι­μοποί­η­το). Ἐ­πει­δή, ὅ­ταν στά 429 π.Χ. ἔ­πε­σε ὁ λοι­μός στήν Ἀ­θή­να, πολ­λοί τόν εἶ­δαν ὡς θε­ϊ­κή τι­μω­ρί­α γιά τήν πα­ρά­βα­ση τοῦ χρη­σμοῦ τοῦ Ἀ­πόλ­λω­να, ὁ ὀρ­θο­λο­γι­στής Θου­κυ­δί­δης, κα­τα­λο­γί­ζον­τας προ­φα­νῶς εὐ­πι­στί­α καί δει­σι­δαι­μο­νί­α στά πλή­θη, σχο­λιά­ζει: «Καί μο­ΰ φαί­νε­ται ὅτι ὁ χρη­σμός ἐ­πα­λη­θεύ­τη­κε ἀν­τί­στρο­φα ἀ­π’ ὅ,τι πε­ρί­με­νε ὁ κό­σμος. Για­τί οἱ συμ­φο­ρές δέ βρῆ­καν τήν πό­λη ἀ­πό τήν πα­ρά­νο­μη κα­τοί­κη­ση τοῦ Πε­λαρ­γι­κοῦ, ἀλ­λά ὁ πό­λε­μος προ­κά­λε­σε τήν ἀ­νάγ­κη νά κα­τοι­κη­θε­ΐ. Τόν πό­λε­μο αὐ­τόν δέν τόν ἀ­νέ- φε­ρε ρη­τά τό μαν­τεῖ­ο, ἤ­ξε­ρε ὅ­μως ἀ­πό πρίν ὅτι τό Πε­λαρ­γι­κό δέ θά κα­τοι­κη­θε­ΐ πο­τέ ἀ­πό κα­λό­[35]». Μ’ ἀλ­λά λό­για, γιά τό Θου­κυ­δί­δη ὁ χρη­σμός αὐ­τός δέν ἀ­παι­τοῦ­σε κά­ποι­α ὑ­περ­φυ­σι­κή γνώ­ση, ἀλ­λά ἦ­ταν θέ­μα ἁ­πλῆς λο­γι­κῆς.
 
Στό ἴδιο δι­ά­στη­μα - μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ ὁ Θου­κυ­δί­δης - οἱ Ἀ­θη­ναῖ­οι θυ­μή­θη­καν καί ἕ­να χρη­σμό πού τόν μνη­μό­νευ­αν ἡ­δη οἱ πα­λαι­ό­τε­ροί τους: «ἥ­ξει Δω­ρια­κός πό­λε­μος καί λοι­μός ἅμ’ αὐ­τῳ» (=θά ἔρ­θει πό­λε­μος ἀ­πό τούς Δω­ρι­εῖς καί μα­ζί μ’ αὐ­τόν καί ἀρ­ρώ­στια). Καί γιά τό χρη­σμό αὐ­τόν ὁ Θου­κυ­δί­δης σχο­λιά­ζει: «Ξέ­σπα­σε, λοι­πόν, φι­λο­νι­κί­α ἀ­νά­με­σα στούς ἀν­θρώ­πους ὅτι οἱ πα­λαι­οί στό στί­χο τοῦ χρη­σμοῦ δέν ἐν­νο­οῦ­σαν λοι­μό (=ἐ­πι­δη­μί­α) ἄλ­λα λι­μό (=πεί­να), στήν προ­κεί­με­νη πε­ρί­πτω­ση ὅ­μως, ὅ­πως ἦ­ταν φυ­σι­κό, ἐ­πι­κρά­τη­σε ἡ ἄ­πο­ψη ὅτι ἐν­νο­οῦ­σαν λοι­μό. Για­τί οἱ ἄν­θρω­ποι θυ­μοῦν­ται σύμ­φω­να μέ αὐ­τά πού πα­θαί­νουν, καί νο­μί­ζω πώς ἄν κά­πο­τε γί­νει ἄλ­λος Δω­ρι­κός πό­λε­μος, ὕστε­ρ’ ἀ­π’ αὐ­τόν, καί συμ­βεῖ νά πέ­σει λι­μός (=πεί­να), τό­τε εἶ­ναι φυ­σι­κό νά ποῦν αὐ­τή τήν ἐκ­δο­χή[36]». Καί ὁ Θου­κυ­δί­δης συ­νε­χί­ζον­τας συμ­πλη­ρώ­νει: «Θυ­μή­θη­καν ἀ­κό­μη, ὅ­σοι τόν ἡ­ξε­ραν, καί τό χρη­σμό πού δό­θη­κε στούς Λα­κε­δαι­μο­νί­ους, ὅ­ταν αὐ­τοί ρώ­τη­σαν τό θε­ό­[37] ἄν ἔ­πρε­πε νά πο­λε­μή­σουν μέ τούς ­Ἀ­θη­ναί­ους, καί ἐ­κεῖ­νος χρη­σμο­δό­τη­σε πώς, ἄν πο­λε­μή­σουν μέ ὅ­λες τους τίς δυ­νά­μεις, θά νι­κή­σουν, καί ὑ­πο­σχέ­θη­κε πώς καί ὁ ­ἴ­διος θά τούς βο­η­θή­σει. ’­Ἔ­βγα­ζαν λοι­πόν τό συμ­πέ­ρα­σμα πώς, τά ὅ­σα γί­νον­ταν, συμ­φω­νοῦ­σαν μέ τό χρη­σμό ».
 
Στούς προ­η­γού­με­νους χρη­σμούς, εἴ­χα­με φαι­νό­με­να ὁ­μα­δι­κῆς συ­ναι­σθη­μα­τι­κῆς ἀν­τί­δρα­σης, μέ κυ­ρί­αρ­χο συ­ναί­σθη­μα προ­φα­νῶς τό φό­βο. Στόν ἑ­πό­με­νο χρη­σμό, ἔ­χου­με ἕ­να δεῖγ­μα ἀ­το­μι­κῆς ἀν­τί­δρα­σης μέ πρω­τα­γω­νί­στρια αὐ­τή τή φο­ρά τήν ἐλ­πί­δα. Ὅ­πως μᾶς πλη­ρο­φο­ρεῖ δ Θου­κυ­δί­δης, ὁ Ἀ­θη­ναῖ­ος Ὀ­λυμ­πι­ο­νί­κης Κύ­λων, ἀ­πό πλού­σια οἰ­κο­γέ­νεια εὐ­γε­νῶν καί γαμ­πρός τοῦ τυ­ράν­νου τῶν Με­γά­ρων Θε­α­γέ­νη, φι­λο­δό­ξη­σε νά γί­νει καί ὁ ἴ­διος τύ­ραν­νος στήν Ἀ­θή­να, καί γιά τό σκο­πό αὖ­το ζή­τη­σε χρη­σμό ἀ­πό τό μαν­τεῖ­ο τῶν Δελ­φῶν. Ἡ ἀ­πάν­τη­ση τοῦ δελ­φι­κοῦ Ἀ­πόλ­λω­να ἦ­ταν «­.­..ἐν τοῦ Δἰ­ός τῇ με­γί­στῃ ἑ­ορ­ταῇ κατα­λα­βεῖν τήν Ἀ­θη­ναί­ων ἀκχρό­πο­λιν»[38] (=στή με­γα­λύ­τε­ρη γι­ορ­τή τοῦ Δί­α νά κα­τα­λά­βει τήν ἀ­κρό­πο­λη τῶν Ἀ­θη­ναί­ων). Ποι­ά ὁμως ἦ­ταν ἡ με­γα­λύ­τε­ρη γι­ορ­τή τοῦ Δί­α; Ὁ Κύλων ἐ­πει­δή ὑ­πῆρ­ξε Ὀ­λυμ­πι­ο­νί­κης, ἐλ­πί­ζον­τας ἴ­σως ὅτι ὁ ­Ὀ­λύμ­πιος Ζεύς θά εἶ­ναι βο­η­θός του, θε­ώ­ρη­σε ὡς με­γα­λύ­τε­ρη γι­ορ­τή τοῦ Δί­α τά ­Ὀ­λύμ­πια ταῆς Πε­λο­πον­νή­σου καί τήν ἡ­μέ­ρα αὐ­τή ἐ­πι­χεί­ρη­σε τήν εἰ­σβο­λή στήν ἀ­θη­να­ϊ­κή ἀ­κρό­πο­λη, ἀλ­λά ἀ­πέ­τυ­χε­[39].
 
Ποι­ός θά μπο­ροῦ­σε ἄ­ρα­γε νά δι­α­φω­νή­σει μέ τό Λου­κια­νό, πού μέ πολ­λή ὀ­ξύ­νοι­α πα­ρα­τή­ρη­σε ὅτι ἡ ἐλ­πί­δα καί ὁ φό­βος εἶ­ναι οἱ δυ­ό με­γα­λύ­τε­ροι τύ­ραν­νοι τοῦ ἀν­θρώ­που;[40]
  
Κα­τά τόν Πλού­ταρ­χο, ὅταν ὁ βα­σι­λιάς τῆς Ἠ­πεί­ρου Πύρρος ἑ­τοι­μα­ζό­ταν νά ἐκ­στρα­τεύ­σει ἐ­ναν­τιόν της ­Ἰ­τα­λί­ας, τόν πλη­σί­α­σε ὁ Θεσ­σα­λός ρή­το­ρας Κι­νέ­ας, πού εἶ­χε γί­νει φί­λος του, καί τόν ρώ­τη­σε: «­Ἄν δώ­σει ὁ θε­ός καί νι­κή­σου­με, πώς θά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τή νί­κη;» «Ρω­τᾶς πράγ­μα πού φαί­νε­ται, Κι­νέ­α. Ἄν νι­κη­θοῦν οἱ Ρω­μαῖ­οι, δέ θά ὑ­πάρ­ξει ἐ­κεῖ οὔ­τε ἑλ­λη­νι­κή οὔ­τε βαρ­βα­ρι­κή πό­λη ἀ­ξι­ό­μα­χη καί ἔ­τσι θά πά­ρου­με ὅ­λη τήν ­Ἰ­τα­λί­α». Ὁ Κι­νέ­ας, στα­μά­τη­σε γιά λί­γο καί ὕ­στε­ρα ξα­να­ρώ­τη­σε: «Καί ἄν πά­ρου­με τήν ­Ἰ­τα­λί­α, τί θά κά­νου­με;» Καί ὁ Πύρ­ρος· «δί­πλα ἡ Σι­κε­λί­α, νη­σί πλού­σιο καί πο­λυ­άν­θρω­πο, ἁ­πλώ­νει τά χέ­ρια καί εἶ­ναι εὔ­κο­λο νά ὑ­πο­τα­χθεῖ για­τί ἔ­πε­σε σέ ἐμ­φύ­λιο πό­λε­μο ἀ­πό τό­τε πού ἔ­λει­ψε ὁ ­Ἀ­γα­θο­κλῆς». «Σω­στά λές, ἀ­πάν­τη­σε ὁ Κι­νέ­ας, ἀλ­λά ἄν πά­ρου­με καί τή Σι­κε­λί­α θά λή­ξει ἡ ἐκ­στρα­τεί­α μας;» «­Ἄν ἐ­δῶ πᾶ­με κα­λά, θά στρα­φοῦ­με σέ με­γά­λα πράγ­μα­τα. Για­τί ποι­ός θά πα­ρα­τοῦ­σε τή Λι­βύ­η καί τήν Καρ­χη­δό­να;­.­.. ­Ἄν νι­κή­σου­με ἐ­κεῖ, κα­νείς ἀ­πό τους ἀ­λα­ζο­νι­κούς ἔ­χθρούς μας δέ θά μᾶς ἐ­νο­χλή­σει». «Φυ­σι­κά, εἶ­πε ὁ Κι­νέ­ας, καί μέ μιά τέ­τοι­α δύ­να­μη θά ἐ­ξου­σι­ά­σου­με καί τή Μα­κε­δο­νί­α καί τήν Ἑλ­λά­δα. Καί ἄν τά πε­τύ­χου­με ὅ­λα αὐ­τά, τί θά κά­νου­με;» Καί ὁ Πύρ­ρος γε­λών­τας· «θά ξα­πλώ­σου­με καί θά γλεν­τοῦ­με κα­θη­με­ρι­νά». «Καί για­τί δέν τό κά­νου­με ἀ­πό τώ­ρα ἀ­φοῦ μπο­ροῦ­με, ρώ­τη­σε ὁ Κι­νέ­ας, ἀ­πο­φεύ­γον­τας κό­πους, κιν­δύ­νους καί αἴ­μα­τα;»
 
Ἄλ­λα - πα­ρα­τη­ρεῖ ὁ Πλού­ταρ­χος - μ’ αὐ­τά του τά λό­για ὁ Κι­νέ­ας πιό πο­λύ στε­νο­χώ­ρη­σε πα­ρά ἄλ­λα­ξε τόν Πύρ­ρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος κα­τά­λα­βε πό­ση εὐ­χά­ρι­στη ζω­ή ἔ­χα­νε, ὁ­μως δέν μπο­ροῦ­σε ν’ ἀ­φή­σει τίς ἐλ­πί­δες του γι’ αὖ­τα πού πο­θού­σε­[41]. Για­τί ὁ βα­σι­λιάς τῆς Ἠ­πεί­ρου «ἐλ­πίδας ἕξ ἐλ­πί­δων ἀ­εί κυ­λίν­δων, καί ταῖς μέν εὐ­τυχί­αις ἐ­π’ ἄλ­λαις χρώ­μενος ἀ­φορ­μαῖϊς, ἅ δέ ἕ­πταιεν ἑ­τέ­ροις βου­λό­με­νος ἀ­να­πλη­ροῦν πράγ­μα­σιν, οὐθ’ ἧτ­ταν οὔ­τε νί­κην ὅ­ρον ἐ­ποι­εῖϊ­το τοῦ τα­ράτ- τε­σθαι και ­τα­ράτ­τει­ν[42]».
 
Ὁ Πύρ­ρος, λοι­πόν, παρα­δο­μέ­νος στό κυ­νη­γη­τό τῆς ἐλ­πί­δας καί πο­θών­τας ὁ­λο­έ­να καί πε­ρισ­σό­τε­ρα, δέ θε­ω­ροῦ­σε τί­πο­τε ἱ­κα­νό νά τόν στα­μα­τή­σει ἀ­πό τό «νά τα­ρά­ζε­ται καί νά τα­ρά­ζει». Ὁ Πύρ­ρος ὅμως δέν εἶ­ναι φυ­σι­κά ὁ μο­να­δι­κός. Καί γιά τούς ἀρ­χαί­ους Ἀ­θη­ναί­ους δι­α­βά­ζου­με στό Θου­κυ­δί­δη ὅτι «γεν­νή­θη­καν μή­τε γιά νά ἔ­χουν ἡ­συ­χί­α οἱ ­ἴ­διοι μή­τε γιά ν’ ἀ­φή­νουν τούς ἄλ­λους ἀν­θρώ­πους νά ἡ­συ­χά­σου­ν[43]». Ἀλ­λά καί ὁ ση­με­ρι­νός ἄν­θρω­πος, πα­ρά τά τό­σα χρό­νια προ­ό­δου, πο­λι­τι­σμοῦ καί παι­δεί­ας, φαί­νε­ται νά σέρ­νει τό­ν ἴ­διο χο­ρό. Τί ἄ­ρα­γε συμ­βαί­νει μέ τό μο­να­δι­κό λο­γι­κό ὄν τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας, τόν ἄν­θρω­πο, ὁ ὁ­ποῖ­ος «θεί­ας με­τέσχέ μοί­ρας.­..διά τήν τοῦ θε­οῦ συγ­γέ­νειαν ζώ­ων μό­νον θε­ούς ἐ­νο­μι­σεν.­..ἔ­πει­τα φω­νήν καί ὀ­νό­μα­τα τα­χύ δι­ηρθρώ­σα­το τῇ τέ­χνῃ, καί οἰ­κή­σεις καί ἐ­σθῆ­τας καί ὑ­πο­δέ­σεις και ­στρω­μνάς καί­ τάς ἐκ γῆς τρο­φάς ηὕ­ρε­το;­[44]»
 
­Ἔ­χου­με ἡ­δη ση­μει­ώ­σει σέ προ­η­γού­με­νο κε­φά­λαι­ο ὅτι, ἐ­νῶ τά ζῶ­α εἶ­ναι εὐ­χα­ρι­στη­μέ­να καί εὐ­τυ­χι­σμέ­να ὅταν ἔ­χουν ἀ­σφά­λεια καί ἀρ­κε­τή τρο­φή, Οἱ ἄν­θρω­ποι δέν εἶ­ναι. Ὅ­πως ση­μει­ώ­νει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης στά «Πο­λι­τι­κά»[45], «οὐ μό­νον δ’ Οἱ ἄν­θρω­ποι διά τά­ναγ­κα­ϊ­α ἄ­δι­κου­σιν.­.. ἄλ­λα καί ὁ­πως χαί­ρω­σι καί μή ἐ­πι­θυ­μῶ­σιν ἐ­άν γάρ μεῖ- ζῶ ἔ­'­χω­σιν ἐ­πι­θυ­μί­αν τῶν ἀ­ναγ­καί­ων, διά τήν ταύ­της ἴα­τρειαν ἄ­δι­κη­σου­σιν οὐ τοί­νυν διά ταύ­την μό­νον, ἄλ­λα καί Ῥνα χαί­ρω­σι τα­ϊς ἄ­νευ λυ­πῶν ἦ­δο­ναις.­.. ἔ­πει ἄ­δι­κου­σι γέ τά μέ­γι­στα διά τάς ὑ­περ­βο­λᾶς, ἄλ­λ’ οὗ διά τά ἀ­ναγ­καί­α.­.­.» (=Οἱ ἄν­θρω­ποι δέν ἀ­δι­κοῦν μό­νο γιά τά ἀ­ναγ­καί­α.­.. ἄλ­λα καί γιά νά γεύ­ον­ται ἀ­πο­λαύ­σεις καί νά ἱ­κα­νο­ποι­οῦν τίς ἐ­πι­θυ­μί­ες τους. Για­τί ἄν ἐ­πι­θυ­μοῦν πε­ρισ­σό­τε­ρα ἀ­πό τά ἀ­ναγ­καί­α, γιά νά ἱ­κα­νο­ποι­ή­σουν αὔ­την τήν ἐ­πι­θυ­μί­α θά ἀ­δι­κή­σουν, καί ὄχι μό­νο γι’ αὔ­την, ἄλ­λα καί γιά ν’ ἀ­πο­λαύ­σουν ἡ­δο­νές χω­ρίς κό­πο.­.. για­τί ἄ­δι­κο­ϋν πρό πάν­των λό­γω ὑ­περ­βο­λι­κῶν ἐ­πι­θυ­μι­ῶν καί ὄχι ἀ­πό ἔλ­λει­ψη τῶν ἀ­ναγ­καί­ων.­.­.)
 
Ἄλ­λα καί πέ­ρα ἀ­πό αὖ­τα, ἐ­ϊ­τε τό θέ­λου­με εἴ­τε ὄχι, ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­χε ἀ­πό πα­λιά καί ἑ­ξα­κο­λου­θε­ΐ νά ἔ­χει στή φύ­ση τοῦ δλᾶ τά ἐ­ϊ­δη τό­σο τῶν δη­μι­ουρ­γι­κῶν δσό καί τῶν ἐ­πι­θε­τι­κῶν ἔν­στι­κτων, ἱ­κα­νός γιά κά­θε κα­λό ἄλ­λα καί γιά κά­θε κα­κό. Εἶ­ναι αὖ­τος πού ἀ­πέ­σπα­σε τά μυ­στι­κά τῆς φύ­σης σέ με­γά­λο βαθ­μό καί τήν ὑ­πέ­τα­ξε, ἕ­ξα­σφα­λι­ζο- ντᾶς γιά τόν ἕ­αυ­τό του ἕ­να ἄ­νε­το τρό­πο ζω­ῆς. Ἀ­πό τήν ἄλ­λη με­ριά ὁ­μως εἶ­ναι ὄ­ϊ­διος πού κα­τά­στρε­ψε τό πε­ρι­βάλ­λον του καί ση­μά­δε­ψε τήν πο­ρεί­α του μέ πο­λέ­μους φυ­λε­τι­κούς, θρη­σκευ­τι­κούς, πο­λι­τι­κούς, οἰ­κο­νο­μι­κούς, ἰ­δε­ο­λο­γι­κούς. Καί ἐ­νῶ συ­νέ­λα­βε, μορ­φο­ποί­η­σε καί ἄ­ξιο- ποί­η­σε μέ τίς γνώ­σεις του καί τά τε­χνι­κά του μέ­σα ὁ,τι ἔ­χει δι­α­στά­σεις καί βά­ρος, ἀ­δυ­να­τεῖ νά σταθ­μί­σει καί νά ἔ­λεγ­ξει τόν ἀρ­χέ­γο­νο φό­βο, τήν πλα­νε­ρή ἐλ­πί­δα, τή μά- ται­ο­δο­ξί­α, τό φθό­νο, τή φι­λο­δο­ξί­α, τήν πλε­ο­νε­ξί­α. Καί ὁ­λα αὖ­τα θά συμ­βαί­νουν, θά ἐ­πα­να­λαμ­βά­νον­ται καί θά ὑ­πάρ­χουν -μᾶς βε­βαι­ώ­νει ὁ Θου­κυ­δί­δης- πα­ρα­πλή­σια καί πα­ρό­μοι­α στό μέλ­λον, ὁ­σο ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση πα­ρα­μέ­νει ἴδια…
 
Στίς μᾶλ­λον ἀ­παι­σι­ό­δο­ξες αὖ­τες δι­α­πι­στώ­σεις, Οἱ αἰ­σι­ό­δο­ξοι ἀ­παν­τοῦν πώς πα­ρ’ ὁ­λα αὖ­τα ἡ ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἔ­στω καί μέ κό­πους, θυ­σί­ες καί αἷ­μα, πο­ρεύ­τη­κε ἕ­ως τώ­ρα τό δρό­μο τοῦ πε­πρω­μέ­νου της καί ἔ­τσι θά συ­νε­χί­σει καί στό μέλ­λον. Πι­θα­νόν νά εἶ­ναι κι ἔ­τσι, ἄν καί πρέ­πει νά ἐ­πι­ση­μά­νου­με ὅτι τώ­ρα Οἱ δυ­σκο­λί­ες προ­φα­νῶς θά εἶ­ναι πε­ρισ­σό­τε­ρες καί Οἱ κίν­δυ­νοι με­γα­λύ­τε­ροι, καί νά για­τί: Για­τί ἡ­δη γί­να­με πολ­λοί καί σέ λί­γο θά γί­νου­με πο­λύ πε­ρισ­σό­τε­ροι, μέ ἄ­με­σο ἀ­πο­τέ­λε­σμα τή σμί­κρυν­ση τῆς με­ρί­δας πού ἀ­να­λο­γεῖ στόν κα­θέ­να- για­τί, ἐ­πί­σης, τώ­ρα εἴ­μα­στε λι­γό­τε­ρο ἀ­νε­κτι­κοί καί πε­ρισ­σό­τε­ρο ἀ­παι­τη­τι­κοί, καί συ­χνά δι­εκ­δι­κο­ΰ­με δυ­να­μι­κά καί ἐ­πι­θε­τι­κά «ζω­τι­κό χῶ­ρο»· τέ­λος, για­τί ἔ­χου­με τρο­με­ρές δυ­νά­μεις κα­τα­στρο­φῆς στά χέ­ρια μας, ἱ­κα­νές νά κα­τα­στρέ­ψουν τόν πλα­νή­τη.
 
Λέ­γε­ται πώς σχε­δόν πο­τέ τά πράγ­μα­τα δέν πᾶ­νε τό­σο κα­λά, ὁ­σο ἐλ­πί­ζου­με, ἀλ­λά καί πο­τέ τό­σο ἄ­σχη­μα, ὁ­σο φο­βό­μα­στε. Τό δεύ­τε­ρο τό εὐ­χό­μα­στε. Καί εὐ­χό­μα­στε, ἀ­κό­μη, ὁ καλός θεός, πού βρέχει ἐπί δικαίων καί ἄδικων, νά φανεῖ καί πάλι σκανδαλωδῶς φιλεύσπλαχνος χαρίζοντᾶς μᾶς «σώφρονα λογισμόν», καί «καρδίαν νήφουσάν», «διά τήν λίαν φιλοτητα βροτών[46] », ὁπως θά ἔλεγε ὁ Αἰσχύλος.
------------------------------
[1] Θούκ. 1,11 καί 1, 23. 
[2] 2. Θούκ. 1,22,4
[3] Θούκ. 3,82, 2.
[4] Βλ. καί Δ. Λυπουρλή, Ὅ Θουκυδίδης καί ἡ ἰπποκρατική πρόγνωση, «Φίλτρα», τιμητ. τόμ. Σ. Γ. Καψωμένου, Θεσσαλονίκη 1975, σ. 87 κ.ε.
[5] Θούκ. 2, 48,3. 
[6] Βλ. J. Η. Finley, Θουκυδίδης, δ.π., σ. 91.
[7] Ἡροδ. 1,60, 3.
[8] Ἡροδ. 1,5,4.
[9] Ἐννοεῖ τόν J. Η. Finley, γιά τόν ὁποιο ἔχει καί σχετική παραπομπή.
[10] Βλ. Ε. R. Dodds, The Ancient Concept of Progress, .π., σ. 12. 
[11]Θούκ. 3, 82,8.
[12] Θούκ. 3, 45,4 κ.ε. 
[13] Θούκ. 1,23,6.
[14] Θούκ. 6, 24,3-4.
[15] Θούκ. 1, 76, 2.
[16] Θούκ. 5. 89.
[17] Θούκ. 1, 23, 6:... τους Ἀθηναίους ἡγοῦμαι μεγάλους γιγνομένους και φόβον παρέχοντας τοῖς Λακεδαιμονίοις ἀναγκᾶσαι ἐς τό πολεμεῖν. 
[18] Θούκ. 1, 75, 3: Ἐξ αὐτοῦ δέ τοῦ ἔργου κατηναγκάσθημεν τό πρῶτον προαγαγεῖν αὐτήν ἐς τόδε, μάλιστα μέν ὑπό δέους, ἔπειτα καί τιμῆς, ὕστερον καί ὠφελίας.
[19] Θούκ. 6,18, 3.
[20] Βλ. καί J. Η. Finley, Θουκυδίδης, ο.π., σ. 318.
[21] Θούκ. 6,27,1 κ.ε.
[22] Πλούτ., Ntx. 23 καί Ἠθικ. 1,169α.
[23] Ἡροδ. 1, 5, 4 καί 1, 32, 1 καί 7, 10, 2e. 
[24] Αἰσχύλ..Ἄγαμ. 750 κ.ε.
[25] Βλ. καί A. Lesky, Τό μήνυμα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας, Ἕλλην. Ἀνθρωπ. Ἑταιρ. ἀριθ. 41, Ἀθήνα 1969, σ. 6-7.
[26] A. Lesky, Τό μήνυμα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς τραγωδίας, ὅ.π., σ. 8-9.
[27] Ἀριστοτ., Ποιητ. 25,1460b32. 
[28] Εὐριπ., Μήδ. 1078-1079.
[29] Βλ. Bruno Snell, Ἡ ἀνακάλοψη τοῦ πνεύματος (μέτ. Δ. I. Ἰακώβ), Μ.Ι.Ε.Τ., Ἀθήνα 1989, σ. 216.
[30] Θούκ. 1,20, 1. 
[31] Θούκ. 1,20,3.
[32] Θούκ. 1,22,3.
[33] Θούκ. 2, 54,3.
[34] Βλ. καί Ά. Κ. Καραδημητρίου, Οἱ χρησμοί στήν ἱστορία τοῦ Θουκυδίδη, «Παρνασσός», τόμ. ΛΗ·, Ἀθήνα 1996, σ. 238 κ.ε. 
[35] Θούκ. 2,17,1-2.
[36] Θούκ. 2, 54, 2-5.
[37] Σημειώνουμε ὅτι ὁ θεός ἦταν ὁ δελφικός Ἀπόλλων, μέ τόν ὁποιο ἦταν συνδεδεμένη ἡ τιμωρία τοῦ λοιμοῦ ἤδη ἀπό τήν ὁμηρική ἐποχή (βλ. καί Ὀμηρ., Ἰλιάδ. A 43 κ.ε.). 
[38] Θούκ. 1,126,3κ.ε.
[39] Κατά τό Θουκυδίδη, ὑπῆρχαν καί τά ἀθηναϊκά Διάσια, «Διός ἑορτή Μειλιχίου μεγίστη», μιά γιορτή ἔξω ἀπό τήν πόλη μέ πάνδημη συμμετοχή καί μέ τήν Ἀθήνα ἔρημη ἀπό κατοίκους (Θούκ. 1, 126,6).
[40] Λούκ., Ἀλεξ. ἡ φευδομ. 8: «...ῥαδίως κατενόησαν τόν τῶν ἀνθρώπων βίον ὑπό δυοῖν τούτοιν μεγίστοιν τυραννούμενον, ἐλπίδος καί φόβου...» 
[41] Πλούτ., Πύρρ. 14.
[42] Πλούτ., Πύρρ. 30.
[43] Εἴ τις αὐτούς ξυνελών φαίη πεφυκέναι ἐπί τῷ μήτε αὐτούς ἔχειν ἡσυχίαν μήτε τούς ἄλλους ἀνθρώπους ἐᾶν. ὀρθῶς ἄν εἶποι (Θούκ. 1, 70,9).
[44] Πλάτ., Πρωταγ. 322α.
[45] Ἀριστοτ., Πολιτ. 1267α3-14. 
[46] Αἰσχυλ., Προμ. 123.

Γνωστική ασυμφωνία

Η θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας αναπτύχθηκε από τον Leon Festinger (1919-1989), έναν Αμερικανό εκπαιδευτικό και κοινωνικό ψυχολόγο, και εδράζεται στην ανακολουθία στάσεων-συμπεριφοράς, δηλαδή, σε αυτό που συμβαίνει όταν βιώνουμε ασυμφωνία ανάμεσα σ' αυτό που πιστεύουμε και σ’ αυτό που κάνουμε.

Όταν ο Φέστινγκερ έμαθε ότι τα θύματα ενός σεισμού στην Ινδία ήταν τρομοκρατημένα καθώς πίστευαν ότι θα συνέβαινε ένας ακόμη πιο δυνατός σεισμός, παρά τις ενδείξεις για το αντίθετο, θεώρησε ότι οι άνθρωποι αυτοί πίστευαν τις συγκεκριμένες φήμες επειδή χρησίμευαν για να δικαιολογήσουν το φόβο που ένιωθαν ήδη.

Από την πεποίθηση αυτή, ο Φέστινγκερ, ανέπτυξε τη θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας, μία κατάσταση δυσφορίας την οποία το άτομο βιώνει όταν έχει δύο αντικρουόμενες απόψεις.

Η γνωστική ασυμφωνία συχνά πηγάζει από τις αξίες του ατόμου και μπορεί να εντοπιστεί όταν το άτομο, λόγω των υφιστάμενων συνθηκών, εξαναγκάζεται να συμπεριφερθεί με τρόπο που έρχεται σε σύγκρουση με τις αξίες και πεποιθήσεις του. Όταν, λοιπόν, το άτομο συμμετέχει σε πρακτικές ή δραστηριότητες που γνωρίζει ότι είναι επιβλαβείς για τον εαυτό του ή τους άλλους, όπως το κάπνισμα ή η μοιχεία, μπορεί να βιώσει μία κατάσταση γνωστικής ασυμφωνίας.

Όταν οι πεποιθήσεις διαψεύδονται...

Στο βιβλίο «Όταν η προφητεία αποτυγχάνει», ο Φέστινγκερ και οι συνάδελφοί του μοιράστηκαν τις εμπειρίες τους από τη διείσδυσή τους σε μία μικρή αίρεση η οποία πίστευε ότι το τέλος του κόσμου ήταν επικείμενο. Το βιβλίο εξετάζει τις επιπτώσεις που προκύπτουν όταν οι πεποιθήσεις των ανθρώπων διαψεύδονται από αποδεικτικά στοιχεία. Ο Φέστινγκερ παρατήρησε ότι όταν οι προφητείες για την καταστροφή του κόσμου αποδεικνύονται λανθασμένες, αυτό δεν μεταπείθει τα μέλη της ομάδας. Αντιθέτως, τα άτομα αυτά θεωρούν ότι οι πεποιθήσεις τους ήταν η αιτία αποτυχίας ολοκλήρωσης της προφητείας.

 Βασικές αρχές της θεωρίας Γνωστικής Ασυμφωνίας

Η βασική πρόταση της θεωρίας του Festinger (1957) είναι ότι: το άτομο έχει την τάση να μειώνει την ασυμφωνία που μπορεί να δημιουργηθεί μεταξύ δύο γνωστικών στοιχείων το ένα με το άλλο.

Ας επεξηγήσουμε, λοιπόν, ορισμένα σημεία αυτής της πρότασης. Γνωστικό στοιχείο, είναι ο,τιδήποτε μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο γνώσης για κάποιο άτομο: συμπεριφορά, γνώμες, πεποιθήσεις, ποινές, αίσθηση πόνου κλπ. Ασυμφωνία, υπάρχει όταν, μεταξύ δύο στοιχείων που εμφανίζονται μαζί στο γνωστικό πεδιο του ατόμου, το ένα συνεπάγεται την άρνηση του άλλου. Αυτή, όμως, η έλλειψη συμβατότητας δεν είναι λογική αλλά κοινωνικό- λογική: δύο στοιχεία είναι δηλαδή ασύμφωνα, όταν, για τον έναν ή τον άλλο λόγο, τα άτομα που είναι εξοικειωμένα με την υπό μελέτη κοινωνική συνθήκη, εκτιμούν γενικα ότι αυτά τα δύο στοιχεία δεν θα έπρεπε να συνδέονται μεταξύ τους.

Έτσι, όταν ορισμένοι πιστέψουν ότι μια συγκεκριμένη μέρα θα έρθει η συντέλεια του κόσμου, η οποία τελικά δεν έρχεται, θα νιώσουν γνωστική ασυμφωνία. Το ίδιο θα συμβεί, όταν κάποιοι φοιτητές περάσουν μια δύσκολη δοκιμασία για να συμμετάσχουν σε μερικές ανούσιες συγκεντρώσεις, ή όταν χωρίς κανένα λόγο απογορεύσουμε σ' ένα παιδί να παίξει μ' ένα παιχνίδι που αγαπάει. Είναι σαφές πως σ' όλα αυτά τα παραδείγματα που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες πειραματικές διερευνήσεις, ο ορισμός της γνωστικής ασυμφωνίας είναι ιδιαίτερα ευρύς.

Τί συμβαίνει στην κατάσταση γνωστική ασυμφωνίας

Το ίδιο συμβαίνει και με τον ορισμό της "κατάστασης" γνωστικής ασυμφωνίας: δύο στοιχεία παρουσιάζουν γνωστική συμφωνία όταν το ένα είναι απόρροια του άλλου ή όταν, μ' άλλα λόγια, το ένα είναι η ψυχολογική συνέπεια του άλλου. Ο ερευνητής, δηλαδή, πρέπει να  γνωρίζει πολύ καλά το σύνολο της συνθήκης που μελετάει, ώστε να μπορέσει να καταλήξει κατά πόσο η συνθήκη αυτή είναι (γνωστικά) σύμφωνη ή ασύμφωνη.

Σύνοψη της θεωρίας της γνωστικής ασυμφωνίας

Μπορούμε, λοιπόν, να συνοψίσουμε ως εξής τη θεωρία της γνωστικής ασυμφωνίας:
Η γνωστική ασυμφωνία είναι μια δυσάρεστη κατάσταση.

Το άτομο προσπαθεί να μειώσει ή να εξαλείψει τη γνωστική ασυμφωνία, και να αποφεύγει καθετί που μπορεί να την αυξήσει.

Όταν βρίσκεται σε κατάσταση γνωστικής συμφωνίας, το άτομο αποφεύγει ο,τιδήποτε είναι σε θέση να δημιουργήσει ασυμφωνία.

Η ένταση της γνωστικής ασυμφωνίας είναι συνάρτηση:
  • της σπουδαιότητας των γνωστικών στοιχείων 
  • της αναλογίας των ασύμφωνων γνωστικών στοιχείων
Η ένταση των τάσεων που αναφέρονται στα σημεία 2 και 3 έχουν άμεση σχέση με την έντυαση της γνωστικής συμφωνίας.

Η γνωστική ασυμφωνία μπορεί να ελαττωθεί ή να εξαλειφθεί:
  • προσθέτοντας νέα γνωστικά στοιχεία.
  • μετατρέποντας τα ήδη υπάρχοντα γνωστικά στοιχεία.
Η προσθήκη των γνωστικών στοιχείων μειώνει τη γνωστική ασυμφωνία, όταν:
  • τα νέα στοιχεία ενισχύουν τα γνωστικά σύμφωνα στοιχεία και αποδυναμώνουν τα γνωστικά ασύμφωνα στοιχεία
  • τα νέα στοιχεία μειώνουν τη σπουδαιότητα των γνωστικών στοιχείων που μπλέκονται στη γνωστική ασυμφωνία.
Η μετατροπή των ήδη υπαρχόντων γνωστικών στοιχείων μειώνει τη γνωστική ασυμφωνία, όταν:
  • το νέο τους περιεχόμενο τα καθιστά λιγότερο αντιφατικά
  • μειώνει τη σπουδαιότητά τους.
Αυτή η αυξομείωση των γνωστικών στοιχείων γίνεται εφικτή με την ενεργό μετατροπή των γνωστικών πλευρών του περιβάλλοντος.

H συνδρομή της θεωρίας του Festinger στην κοινωνική ψυχολογία

Η θεωρία του Festinger μπορεί να μην έχει μέλλον, έχει όμως παρελθόν και μεγάλη επιρροή στις έρευνες που αναπτύχθηκαν στο γνωστικό πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας. Και έπειτα, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το βασικό της πλεονέκτημα: έβγαλε στην επιφάνεια και μελέτησε με σπάνια συστηματικότητα ένα από τα πιο περίεργα και -επιφανειακά- παράλογα φαινόμενα. Έδειξε, δηλαδή, πως όταν δεν μπορούμε να αναγκάσουμε κάποιον να προσαρμόσει τη νέα του συμπεριφορά στις παλιές του πεποιθήσεις, μπορούμε, πάντοτε, να κάνουμε το αντίθετο: να τον αναγκάσουμε να προσαρμόσει τις παλιές του πεποιθήσεις στην καινούργια του συμπεριφορά.

Γιατί δεν πρέπει να κάνετε το παιδί σας, κολλητό σας φίλο

Υπάρχει μία καθαρά συναισθηματική πλευρά στη σχέση παιδιού/γονέα που χτίζεται με στοργή και αυτοπεποίθηση. 
 
Ο γονέας και το παιδί, είναι γενετικά προορισμένα να αγαπούν ο ένας τον άλλον αλλά υπάρχει ένα στάδιο όπου ο γονικός ρόλος γίνεται περισσότερο λειτουργικός παρά συναισθηματικός.
 
Με τα βρέφη, ο συναισθηματικός ρόλος διαφαίνεται όταν για παράδειγμα η μητέρα κρατάει το μωρό στην αγκαλιά της, του τραγουδάει ή του μιλάει.

Ο λειτουργικός ρόλος έχει να κάνει με τη φροντίδα από τον γονέα, όταν για παράδειγμα η μητέρα ταΐζει το μωρό, του αλλάζει πάνα ή το κάνει μπάνιο. Ο ένας ρόλος χωρίς τον άλλον, έχει καταστροφικές συνέπειες για το παιδί.

Εάν δηλαδή ο γονιός έχει μόνο συναισθηματικό ρόλο απέναντι στο παιδί, τότε εκείνο μπορεί να βρεθεί σε κίνδυνο, να χτυπήσει ή να παραμεληθεί. Εάν ο γονιός έχει μόνο λειτουργικό ρόλο απέναντι στο παιδί και δεν του δείχνει αγάπη, αυτό θα έχει μακροχρόνιες συνέπειες στη συναισθηματική του ανάπτυξη.

Νομίζω δε, πως το πιο συχνό και σοβαρό λάθος που κάνουν οι γονείς, και ιδιαίτερα οι μονογονείς λόγω των αλλαγών και των συνθηκών της ζωής τους, είναι να κάνουν το παιδί, έμπιστό τους όταν εκείνο δεν είναι συναισθηματικά, πνευματικά και ηθικά έτοιμο για να παίξει ένα τέτοιο ρόλο στη ζωή του γονέα.

Όσο τα παιδιά μεγαλώνουν, ο ρόλος του γονέα γίνεται περισσότερο λειτουργικός παρά συναισθηματικός κάτι που γίνεται επώδυνο ως μάθημα στους γονείς που θέλουν να κάνουν το παιδί τους, κολλητό τους. Κι έτσι στα πλαίσια αυτού του λειτουργικού ρόλου, είναι και η θέσπιση ορίων στο παιδί.

Τα όρια είναι μια υγιής λειτουργία που μαθαίνει στο παιδί να κατανοεί τι είναι ασφαλές και σωστό και τί δεν είναι.

Ο λειτουργικός αυτός ρόλος, αλλάζει για τους γονείς όσο το παιδί μεγαλώνει.

Με ένα παιδί ενός έτους, ο λειτουργικός ρόλος σχετίζεται με την αλλαγή της πάνας, με ένα παιδί 8 ετών σχετίζεται με τη βοήθεια στα μαθήματα του σχολείου και με ένα παιδί 15 ετών, ο γονέας μέσα από τον λειτουργικό του ρόλο, αναλαμβάνει να του δείξει την υπευθυνότητα στη ζωή.

Γιατί δεν πρέπει να κάνετε το παιδί σας, κολλητό σας φίλο
Νομίζω πως οι γονείς κάνουν το λάθος να κάνουν το παιδί, κολλητό τους.

Επομένως, όταν οι γονείς λένε «Θέλω να είμαι φίλος με το παιδί μου» αυτό που πραγματικά εννοούν είναι «Θέλω το παιδί μου να γίνει ο κολλητός μου».

Κι αυτό δεν συνάδει με τον λειτουργικό ρόλο του γονέα, αντιθέτως αποτελεί μία καλοστημένη παγίδα στην οποία πολλοί γονείς πέφτουν.

Οι γονείς θέλουν να μοιράζονται με το παιδί τα συναισθήματά τους για τους γονείς τους, τον γείτονα ή τους φίλους τους. Κι αυτό είναι λάθος διότι το παιδί δεν έχει την συναισθηματική και πνευματική ικανότητα να ανταπεξέλθει σε έναν τέτοιο ρόλο.

Αν είστε 40 ετών και θέλετε έναν κολλητό φίλο, βρείτε έναν άλλο 40χρονο. Βρείτε έναν 50χρονο ή 60χρονο. Όχι ένα 13χρονο, 10χρονο ή 5χρονο παιδί.

Εάν για παράδειγμα αισθάνεστε ότι ο δάσκαλος του παιδιού του δεν είναι ο κατάλληλος ή η παιδαγωγική του μέθοδος για παράδειγμα δεν ταιριάζει με τις αρχές σας, δεν πρέπει αυτό να το μοιραστείτε με το παιδί.

Σε μια τέτοια περίπτωση μπορείτε να γίνετε ο «καλύτερος φίλος» του παιδιού σας, λέγοντάς του «Ο δάσκαλός σου είναι βλάκας που δεν σε αφήνει να μασάς τσίχλα στη τάξη» ή μπορείτε να γίνετε ένας λειτουργικός γονιός και να του πείτε «Κι εμένα δεν μου άρεσε αυτό όταν ήμουν παιδί αλλά έπρεπε να ακολουθήσω τους κανόνες».

Δύο διαφορετικές απαντήσεις, από τις οποίες η μία φέρνει το παιδί σε ρόλο κολλητού φίλου δίπλα σας και η άλλη το διδάσκει τη σημασία του να ακολουθεί κανείς κανόνες στη ζωή του.

Θυμηθείτε: Αν ανοίγετε τρύπες στις φιγούρες εξουσίας νομίζοντας πως έτσι φέρνετε το παιδί σας πιο κοντά, τότε θα έρθει μια μέρα που το παιδί θα δείξει ασέβεια σε αυτές τις φιγούρες κι αν του κάνετε παρατήρηση, τότε θα σας κατηγορήσει για υποκρισία. Και θα΄χει και δίκιο.

Όταν κάνετε το παιδί σας, κολλητό σας, είναι σαν να λέτε ότι συν-αποφασίζετε με το παιδί, κάτι που πρακτικά δεν γίνεται.

Το παιδί μπορεί να πεί τη γνώμη του, τί του αρέσει και τι όχι, αλλά οι αποφάσεις πρέπει να παίρνονται από εσάς.

Όλες οι αποφάσεις σημαντικές ή ασήμαντες, πρέπει να παίρνονται από τον γονέα και το παιδί πρέπει να καταλάβει ότι η οικογένεια λειτουργεί σαν ενότητα όπου μόνο οι ενήλικοι αποφασίζουν.

Σίγουρα υπάρχουν πράγματα που μπορείτε να μοιραστείτε με το παιδί χωρίς να το μετατρέψετε σε κολλητό σας.

Για παράδειγμα μπορείτε να του πείτε «Δεν έχουμε αρκετά χρήματα να αγοράσουμε αυτό», δηλαδή μια ξεκάθαρη δήλωση που εξηγεί τα όρια κάτω από τα οποία πρέπει να ζείτε.

Αυτό που δεν πρέπει να μοιραστείτε με το παιδί είναι «Δεν έχω να πληρώσω το νοίκι αυτό το μήνα» διότι μια τέτοια δήλωση βρίσκει το παιδί απροετοίμαστο και του δίνει την αίσθηση ότι ο κόσμος που ζεί δεν είναι υγιής ή ρεαλιστικός.

Εάν έχετε τη τάση να αντιμετωπίζετε το παιδί σας σαν φίλο σας, πρέπει να καταλάβετε τη σημαντική ερμηνεία αυτής της φιλίας: Φίλοι είναι μία ομάδα ανθρώπων που έχουν την ίδια αντίληψη για τη ζωή ενώ τα παιδιά και οι ενήλικες έχουν εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη ζωή και για το τι είναι σωστό και λάθος, έχουν διαφορετική αντίληψη μέχρι και στο τι θέλουν να κάνουν σήμερα το βράδυ.

Επομένως αυτό που χρειάζεται είναι να είστε ένας αφοσιωμένος και υπεύθυνος γονιός που αγαπάει το παιδί του και ότι αν θέλετε να βρείτε έναν κολλητό φίλο, πρέπει να ψάξετε έξω από τη δομή της οικογένειας.

Μην προσπαθήσετε να γίνετε στο παιδί σας, ο γονιός που είχατε ή θα θέλατε να έχετε
Πολλοί γονείς προσπαθούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους με τον τρόπο που εύχονταν να τους είχαν μεγαλώσει οι γονείς τους. Ακούγεται ωραία σαν τακτική αλλά δεν αποδίδει.

Επομένως, αν οι γονείς σας ήταν απόμακροι μαζί σας ή έδειχναν να μην ενδιαφέρονται για εσάς ή δεν σας έδιναν τη καθοδήγηση που χρειαζόσασταν σαν παιδί, μην περάσετε στο άλλο άκρο με το να παραβιάζετε τα όρια στο μεγάλωμα του δικού σας παιδιού.

Θυμηθείτε πως οτιδήποτε γίνεται από αντίδραση σε κάτι άλλο, έχει απρόβλεπτες συνέπειες. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα στη φιλία παιδιού-γονέα, είναι ακριβώς αυτές οι απρόβλεπτες συνέπειες.

Για παράδειγμα, το παιδί μου θα με συμπαθεί πιο πολύ αν γίνω φίλος του. Θα με εμπιστεύεται. Αλλά οι γονείς δεν βλέπουν τις απρόβλεπτες συνέπειες, όπως το να μην ξέρει το παιδί τι θα πεί όχι γιατί ο γονιός, μέσα στα πλαίσια αυτής της φιλίας, ποτέ δεν δίδαξε το παιδί πώς να το δεχτεί και πώς να το χειριστεί.

Ο στόχος της ενηλικίωσης είναι η αυτονομία και ο χωρισμός από τους ενήλικες. Αυτό σημαίνει ότι το παιδί θα φτιάξει τη δική του επιχείρηση, θα έχει τους δικούς του κανόνες και τα δικά του πιστεύω, τους δικούς του φίλους και τις δικές του αξίες, πράγματα τα οποία πιθανόν να μην θελήσει να μοιραστεί με τους ενήλικες.

Αυτό δεν συνιστά παραβίαση της σχέσης γονέα-παιδιού, ακόμη κι αν από τη ματιά του γονέα ή ενός άλλου ενήλικα, μπορεί αυτές οι αξίες ή οι φιλίες να μην είναι υγιείς. Αλλά είναι δουλειά του παιδιού να αξιολογήσει τα πιστεύω και τον κοινωνικό του κύκλο. Οι άνθρωποι που δεν «απογαλακτίζονται» από τους γονείς τους στη προ-ενηλικίωση ή στην ενηλικίωσή τους, καταλήγουν με συναισθηματικά και κοινωνικά προβλήματα στη ζωή τους.

Πολλοί γονείς βλέπουν αυτή την αυτονομία να συμβαίνει κατά τη διάρκεια της εφηβείας του παιδιού και αισθάνονται εγκαταλελειμμένοι από το παιδί, ειδικά όσοι γονείς έχουν περισσότερο συναισθηματικό ρόλο στη ζωή του ή θεωρούσαν το παιδί, φίλο τους.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το αίσθημα απώλειας του γονέα είναι μεγάλο με αποτέλεσμα να κατηγορεί το παιδί.

Οι φίλοι δεν επιτρέπουν στους φίλους τους, να μην κάνουν τα μαθήματα του σχολείου
Ένας διαχωρισμός που πρέπει εδώ να σημειωθεί είναι ότι στο τέλος, μπορεί το παιδί να γίνει φίλος σας, όχι όμως ο κολλητός σας. Το κλειδί είναι μια υπεύθυνη φιλία μαζί του.

Είθισται να λένε ότι οι φίλοι δεν αφήνουν τους φίλους να οδηγήσουν μεθυσμένοι. Έτσι και οι φίλοι, δεν αφήνουν τους φίλους να μην κάνουν τις εργασίες τους ή να δικαιολογούνται για τις αποτυχίες τους.

Οι φίλοι δεν επιτρέπουν στους φίλους να αντιμιλούν στο δάσκαλο και να αψηφούν τους κανόνες μέσα στη τάξη.

Αυτό είναι το είδος του φίλου που χρειάζεται το παιδί σας. Έναν υπεύθυνο φίλο που να ταυτίζεται με το μοντέλο ενός υπεύθυνου γονέα.

Πώς να σταματήσετε να είστε ο κολλητός του παιδιού
Εάν έχετε μοιραστεί πάρα πολλά με το παιδί σας και δεν έχετε βάλει τα όρια που πρέπει, για οποιοδήποτε λόγο, μπορείτε –στο όνομα αυτής της «φιλίας»- να γίνετε πιο αποτελεσματικοί.

Μιλήστε από αυτή εδώ τη στιγμή στο παιδί σας και πείτε του «Αποφάσισα ότι υπάρχουν πράγματα για τα οποία πρέπει η μαμά/ο μπαμπάς, να τα λέει μόνο στους μεγάλους. Κάποια πράγματα θα σταματήσω να σου τα λέω γιατί αυτό κάνει κακό στη σχέση μας».

Δεν χρειάζεται να εξηγήσετε περισσότερα ή να μπείτε σε λεπτομέρειες. Απλά να είστε ξεκάθαροι.
Κατόπιν, πρέπει να μάθετε να ανταποκρίνεστε διαφορετικά στο παιδί σας, και όχι να απαιτείτε τη διαφορετικότητα της επικοινωνίας από το παιδί.

Αν για παράδειγμα τόσα χρόνια λέγατε πόσο ακατάλληλος είναι ο δάσκαλός του, όταν το παιδί αναφερθεί ξανά σε αυτό δεν πρέπει να του πείτε «Μην ξαναμιλήσεις έτσι για το δάσκαλό σου» αλλά «Δεν νομίζω ότι μας βοηθάει να μιλάμε έτσι για το δάσκαλό σου. Να σκεφτούμε τι μπορούμε να κάνουμε για να περνάς καλύτερα στη τάξη;»

Ένας ανεύθυνος φίλος θα κάτσει και θα συνεχίσει να βρίζει το δάσκαλο μαζί με το παιδί. Ένας υπεύθυνος φίλος θα βοηθήσει το παιδί να λύσει το πρόβλημά του με το δάσκαλο!

Ειδικά οι διαζευγμένοι γονείς, συνηθίζουν να προσπαθούν να γίνουν ο κολλητός του παιδιού με αποτέλεσμα να το βάζουν στη μέση και να το φέρνουν σε επώδυνη θέση.

Η μητέρα λέει στο παιδί τι είναι ο πατέρας του, τι κάνει και τι δεν κάνει. Ο πατέρας από την άλλη, του λέει με τι μοιάζει η μαμά του, πόσο τρελή είναι και πόσο θέλει να ελέγχει τους άλλους.

Έχω ακούσει παιδιά διαζευγμένων γονιών, να λένε ότι «η μαμά τους είναι τόσο απαίσια και αυταρχική που δεν θέλουν να ζούν μαζί της» φράση που έχουν ξεσηκώσει από τον άλλον γονέα, χωρίς να καταλαβαίνουν τη σημασία της.

Και το χειρότερο και πιο δηλητηριώδες, είναι όταν αυτό που λένε οι γονείς είναι αλήθεια μέχρι ενός σημείου και το παιδί μπορεί να το δεί, χωρίς να μπορεί να αντιδράσει κατάλληλα σε αυτό επειδή δεν έχει την ωριμότητα να το κάνει.
 
Όταν ο γονέας-κολλητός του παιδιού, προβάλλει έντονα τα ελαττώματα του άλλου γονέα, τότε είναι ζήτημα χρόνου το παιδί να επιτεθεί στον «ελαττωματικό” και αργότερα και στους δύο!

Ιγνωστικισμός ή ιγθεϊσμός

Σχετική εικόναΟ Ιγνωστικισμός (ignosticism) ή ιγθεϊσμός υποστηρίζει ότι η γνώση που αφορά την πραγματικότητα του Θεού είναι εντελώς άκαρπη. Αυτή η άποψη έρχεται σε άμεση σύγκρουση με τις συμβατικές διδασκαλίες των μονοθεϊστικών θρησκειών όπως του Ιουδαϊσμού, του Χριστιανισμού, του Ισλάμ, και της Μπαχάι Πίστης.
 
Ο Ιγνωστικισμός είναι η άποψη ότι κάθε θεολογική γνώμη υποθέτει υπερβολικά πολλά πράγματα για την έννοια του Θεού αλλά και άλλων θεολογικών εννοιών όπως της πίστης, της πνευματικότητας, του παραδείσου, της κόλασης, της μετά θάνατον ζωής, της καταδίκης, της σωτηρίας, της αμαρτίας και της ψυχής.
 
Την ιδέα ίσως την περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο ο Γερμανός συγγραφέας Έκχαρτ Τόλε, εαν και δεν χρησιμοποιεί την λέξη “ιγνωστικός” για να περιγράψει την οπτική του γωνία:
” Η λέξη ‘Θεός’ έχει χάσει το νόημά της μέσα από τα χιλιάδες χρόνια της λανθασμένης χρήσης της. Την χρησιμοποιώ κι εγώ κάποιες φορές, αλλά με μέτρο. Όταν αναφέρομαι στην λανθασμένη χρήση της, εννοώ ότι άνθρωποι, που δεν έχουν ποτέ τους ούτε κοιτάξει στη σφαίρα του ιερού, στην απεραντοσύνη την λέξης, την χρησιμοποιούν με τέτοια βεβαιότητα. σαν να ξέρουν για τι ακριβώς μιλάνε. Ή το αντιμάχονται, σαν να ξέρουν τι ακριβώς είναι αυτό που αρνούνται. Αυτή η λανθασμένη χρήση αποτελεί έναυσμα για την ύπαρξη παράλογων πεποιθήσεων, ισχυρισμών και εγωιστικών ψευδαισθήσεων, όπως το ‘Ο Θεός μου/μας είναι ο μοναδικός αληθινός Θεός και ο δικός σου/σας Θεός είναι λάθος’, ή την διάσημη φράση του Νίτσε ‘Ο Θεός είναι νεκρός’.
Ο Τόλε συνεχίζει λέγοντας ότι γλωσσολογικώς, η λέξη ‘Θεός’ έχει αποκτήσει μια κλειστή έννοια.
” Την στιγμή που θα ειπωθεί η λέξη, δημιουργείται μια νοητική εικόνα… για κάτι ή για κάποιον έξω από εσένα… Ούτε η λέξη ‘Θεός’, ούτε η λέξη ‘Ων’ , ούτε καμία άλλη λέξη μπορεί να χαρακτηρίσει ή να εξηγήσει την απερίγραπτη πραγματικότητα πίσω από την λέξη, οπότε το μόνο σημαντικό ερώτημα είναι εάν η λέξη λειτουργεί ως βοήθημα ή ως εμπόδιο στο να σου επιτρέψει να βιώσεις Αυτό στο οποίο αναφέρεται. Αναφέρεται σε κάτι μεγαλύτερο μεγαλύτερο από αυτήν, σε μια υπερβατική πραγματικότητα, ή δανείζει τον εαυτό της πολύ συχνά ώστε να εξελίσσεται σε τίποτα παραπάνω από μια ιδέα στο κεφάλι σου που εσύ πιστεύεις, ένα νοητικό είδωλο; ”
Ο όρος ιγνωστικισμός επινοήθηκε την δεκαετία του ’60 από τον Σέρουιν Ουάιν, έναν ραββίνο και ηγετική φιγούρα του Ανθρωπιστικού Ιουδαϊσμού.
 
Διαφορές με την θεολογική μη-γνωστικότητα
Ο ιγνωστικισμός και οι θεολογικη μη-γνωστικότητα μοιάζουν όμως ενώ ο ιγνωστικός υποστηρίζει ότι “κάθε θεολογική γνώμη υποθέτει υπερβολικά πολλά πράγματα για την έννοια του Θεού”, ο υποστηρικτής της θεολογικης μη-γνωστικότητας θα υποστηρίξει ότι δεν υπάρχει καμία έννοια που να μπορεί να χαρακτηριστεί ώς “έννοια του Θεού”. Παρ’όλα αυτά, η σχέση του ιγνωστικισμού με άλλες μη-θεϊστικές απόψεις δεν είναι ξεκάθαρη. Ενώ ο Paul Kurtz θεωρεί ότι ο ιγνωστικισμός είναι σύμφωνος με τον αρνητικό αθεϊσμό και τον αγνωστικισμό, άλλη φιλόσοφοι θεωρούν ότι ο ιγνωστικισμός ξεχωρίζει.
 
O αγνωστικισμός από την άλλη ονομάζεται η φιλοσοφική θεώρηση ότι η αλήθεια ορισμένων μεταφυσικών υποθέσεων, όπως οι θεολογικοί ισχυρισμοί που αφορούν την ύπαρξη του Θεού, των θεών ή θεοτήτων, είναι είτε προς το παρόν άγνωστη είτε εγγενώς απρόσιτη. Δηλαδή λέει ότι το ζήτημα της ύπαρξης του Θεού δεν έχει νόημα, επειδή ο όρος “θεός” δεν έχει σαφή ορισμό. απαιτεί έναν συνεπή, μη αμφισβητούμενο ορισμό του θεού προτού επιχειρηματολογήσει για την ύπαρξή του.

Είναι τελικά τόσο δύσκολο να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας;

Είναι τελικά τόσο δύσκολο να μάθουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας; Και αν σας έλεγε κάποιος ότι η αγάπη, η αποδοχή και η εκτίμηση προς τον εαυτό σας αποτελεί το θεμέλιο της ψυχικής υγείας;
 
Εάν οι άνθρωποι αρχίσουν να αγαπάνε περισσότερο τον εαυτό τους, η ζωή τους θα γίνει πολύ καλύτερη. Θα νιώθουν πιο χαρούμενοι και ο σχέσεις τους με τους άλλους θα βελτιώνονται συνέχεια. 
 
Η ζωή είναι ένα ταξίδι αυτοανακάλυψης.
Και όταν αγαπάμε τον εαυτό μας μπορούμε πραγματικά να αγαπήσουμε και τους άλλους ανθρώπους. Δυστυχώς όμως δεν είναι τόσο εύκολο όσο ακούγεται. Συχνά θέτουμε όρους στην αγάπη και υπάρχουν φορές που τιμωρούμε τον εαυτό μας ή του βάζουμε διάφορες ταμπέλες, που ορίζουν την αξία του. Όμως μπορούμε να αλλάξουμε. Μπορούμε να αγαπήσουμε τον εαυτό μας όπως ακριβώς είναι. Είμαστε η δύναμη που επιδιώκουμε.
 
Εάν δεν είστε πρόθυμοι να αγαπήσετε τον εαυτό σας σήμερα, δεν πρόκειται να τον αγαπήσετε ποτέ. Γιατί οποιαδήποτε δικαιολογία έχετε σήμερα, θα έχετε και αύριο και μεθαύριο και για πάντα.  Σήμερα είναι η μέρα που μπορείτε να αγαπήσετε τον εαυτό σας και να γίνετε υπεύθυνοι για τη ζωή σας. Η αγάπη είναι κάτι που όλοι οι άνθρωποι μπορούν να επιλέξουν, με τον ίδιο τρόπο που επιλέγουν το θυμό, το μίσος ή τη θλίψη.
 
Η αγάπη έρχεται από μέσα μας. Μόνο αν αρχίσετε να βλέπετε τα καλά σας στοιχεία, τότε μόνο θα απολαμβάνετε τις ομορφιές της ζωής. Σταματήστε να επικεντρώνεστε στα αρνητικά και επικεντρωθείτε σε αυτά που είστε καλοί.
 
Όλοι μας έχουμε καλές πλευρές και όλοι έχουμε αδυναμίες. Αν όμως βλέπετε μόνο τα άσκημα, ξεχνάτε ό,τι όμορφο έχετε. Η αγάπη είναι η πιο ισχυρή θεραπευτική δύναμη που υπάρχει. Μπορεί αυτή τη στιγμή να νιώθετε δυσαρεστημένοι και απογοητευμένοι, αν όμως το πάρετε απόφαση, θα μπορέσετε να ανακαλύψετε τον εαυτό σας και να τον αγαπήσετε έτσι ακριβώς όπως είναι. Κάθε μεγάλο ταξίδι, ξεκινά από ένα απλό βήμα.

Στο δρόμο της ζωής μας, σταματούν μόνο εκείνοι που έχουν να μας διδάξουν κάτι

Προσωπικά πιστεύω πως ο καθένας από μας βρίσκεται σ’ αυτήν τη ζωή για να εξελιχθεί και να γίνει καλύτερος.

Πιστεύω βαθιά πως υπάρχει ένα τέλειο σχέδιο για τον καθένα μας, που έχει ως στόχο να μας δημιουργήσει τις κατάλληλες ευκαιρίες και τα απαραίτητα γεγονότα, έτσι ώστε να μάθουμε εκείνο που δεν ξέρουμε και μέσα από αυτήν τη γνώση να γίνουμε καλύτεροι και να εξελιχθούμε.

Δεν πιστεύω πως αυτό το θαύμα που το λέμε ζωή ξεκινάει από μια “τυχαία” στιγμή κατά την οποία ενθουσιάστηκαν ο πατέρας και η μητέρα μας και πως τελειώνει επίσης με ένα “τυχαίο” ατύχημα, μια αρρώστια ή έστω ένα θάνατο από γηρατειά.

Αυτό το θαύμα έχει μέσα του ένα σκοπό: το σκοπό της ζωής μας, που είναι εντελώς προσωπικός για τον καθένα μας. Μας δίνει τη δυνατότητα αλλά και την υποχρέωση να μάθουμε και να εξελιχθούμε, έτσι ώστε να γίνουμε καλύτεροι, αναπτύσσοντας τη θεϊκή μας διάσταση.

Αυτά λοιπόν τα μαθήματα που ο καθένας από μας παίρνει στη ζωή του είναι απόλυτα προσωπικά. Παίρνουμε από τη ζωή αυτό που μας χρειάζεται και επειδή ο καθένας έχει να μάθει κάτι διαφορετικό, γι’ αυτό και τα μαθήματα τελικά είναι ένα καθρέφτισμα του εσωτερικού μας κόσμου και είναι εντελώς διαφορετικά για τον καθένα.

Τα μαθήματα ζωής τα παίρνουμε από τις συμπεριφορές των άλλων ανθρώπων. Έτσι λοιπόν έλκουμε στη ζωή μας είτε τα άτομα εκείνα που έχουν την ιδιότητα που οφείλουμε να μάθουμε, ώστε να μας διδάξουν με τη συμπεριφορά τους, είτε τα άτομα εκείνα που θα μας αναγκάσουν με εκείνα που θα μας κάνουν να πάρουμε το μάθημά μας.

Ας υποθέσουμε πως κάποιος πρέπει να μάθει στη ζωή του να συγχωρεί. Τότε θα προσελκύσει στη ζωή του δύο ειδών ανθρώπους. Πρώτον, εκείνους που ξέρουν να συγχωρούν, οι οποίοι θα τον διδάξουν με τη συμπεριφορά τους πόσο πολλά έχει να κερδίσει όταν θα μάθει να συγχωρεί και πιθανόν να συγχωρήσουν και τον ίδιο για κάτι που θα τους κάνει.

Και δεύτερον, ανθρώπους που θα τους αγαπήσει πολύ, οι οποίοι θα του δημιουργήσουν με τη συμπεριφορά τους ένα τόσο μεγάλο πρόβλημα, ώστε ορμώμενος από τη μεγάλη αγάπη που τους έχει να οδηγηθεί στο να μάθει να συγχωρεί.

Το ίδιο θα συμβεί όταν εμείς χρειαστεί να μάθουμε την αγάπη χωρίς όρους, την ειλικρίνεια, τη δύναμη ή οποιοδήποτε άλλο μάθημα που θα μας κάνει καλύτερους.

Στο δρόμο της ζωής μας σταματούν μόνον οι άνθρωποι που έχουν να μάς μάθουν κάτι. Οι φίλοι, οι συγγενείς, οι εραστές, οι συνάδελφοι και οι γείτονές μας είναι εκείνοι που είναι και όχι κάποιοι άλλοι, επειδή ο καθένας από αυτούς έχει κάτι να μας μάθει με τη συμπεριφορά του.

Όταν ένας άνθρωπος δεν έχει να μας διδάξει τίποτε δε θα σταματήσει στη ζωή μας. Πιθανό να τον γνωρίσουμε, αλλά δεν θα υπάρξει συνέχεια σ’ αυτήν τη γνωριμία.

Η ΜΑΝΙΑ ΤΗΣ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑΣ

Για μένα, όλα τα πράγματα είναι ένα αίνιγμα
Που απ’ το αυτονόητο ξεκινά
Και με τα συνεχή του ερωτήματα
Κουράζει την καρδιά μου.
Τα πράγματα είναι και φαίνονται και τίποτα δεν αποδίδει
Το μυστικό που περιβάλλει τη ζωή.

Όλων των πραγμάτων πάντα η παρουσία
Ερωτήματα επώδυνα μου θέτει
Επιφορτίζοντας το νου μου με φοβερούς ενδοιασμούς.
Πόσο ψευδής είναι η αλήθεια; Και πόσο φαίνεται
Εφόσον όνειρα είναι όλα, και το παν είναι ένα όνειρο.

Η θέλησή μου εξασθενίζει στο μυστήριο μπροστά
Ξεσκισμένη πολεμά στο μυαλό μου μέσα,
Και η Λογική σαν δειλή τρομάζει
Να διαπιστώσει
Πως όσο περισσότερα τα πράγματα αποκαλύπτουν
Ακόμη περισσότερα τα ίδια κρύβουν

ΦΕΡΝΑΝΤΟ ΠΕΣΣΟΑ

Υπάρχει πάντα ένα μυστικό στην κοινωνική οργάνωση που ουδέποτε αποκαλύπτεται

Το μόνο σίγουρο είναι πως από τα περί ισότητας τίποτα ή σχεδόν τίποτα δεν υλοποιείται στην πραγματικότητα. Υποτίθεται ότι διακηρύξαμε τα ίσα δικαιώματα επειδή δεν αντέχαμε την ανισότητα των δυνάμεων της κοινωνίας.

Εντάξει, οι διακρίσεις καταγωγής καταργήθηκαν. Πώς μπορούν όμως να καταργηθούν κι εκείνες που έχουν να κάνουν με την ανωτερότητα των φυσικών ικανοτήτων; Δεν υπάρχει τρόπος! Κι όμως είναι αρκετές για να αποκαταστήσουν προνόμια, για να υψώσουν μεταξύ των ανθρώπων φράγματα, τόσο αξεπέραστα όσο και αυτά τα οποία χώριζαν κάποτε τις διαφορετικές κοινωνικές τάξεις.

Σήμερα ο καθένας στη γραμμή εκκίνησης μπορεί να πάρει τη θέση που είναι εκ φύσεως ικανός να πάρει. Έτσι, άλλοι καταφέρνουν και εξυψώνονται από τη δουλειά και τα ταλέντα τους στα υψηλότερα στρώματα, άλλοι δεν μπορούν να κατακτήσουν κάτι παραπάνω παρά μόνο τις μεσαίες θέσεις του μεγάλου όχλου κι άλλοι, που έτυχε να γεννηθούν σε οικογένειες των υψηλών στρωμάτων, επειδή δεν έχουν ταλέντα σε συνδυασμό με ανάλογη εργατικότητα, κατρακυλούν στα τελευταία στρώματα της κοινωνίας, στα οποία και είναι αναγκασμένοι να παραμείνουν για όλη τους τη ζωή.

Τι συμπέρασμα λοιπόν μπορεί να βγάλει κανείς; Ότι όλα βρίσκονται στο βάθος της ανθρώπινης ψυχής. Εκεί υπάρχουν ισχυρά ένστικτα, που εξαιτίας τους οι άνθρωποι δέχονται να υφίστανται τα πάντα και να σκύβουν το κεφάλι. Ο κάθε άνθρωπος μεμονωμένα και, κατ’ επέκτασιν, οι πολλές και διαφορετικές ομάδες που απαρτίζουν την κοινωνία έλκονται προς τα πάνω ή μένουν προσκολλημένοι στην κατάντια στην οποία γεννήθηκαν από δυνάμεις έλξης και βαρύτητας, των οποίων οι αρχές βρίσκονται μέσα στην ψυχή τούς κι από τις οποίες δεν μπορούν να γλιτώσουν.

Όλες οι σχέσεις ανάμεσα στους ανθρώπους διαμορφώνονται σύμφωνα με το αν ο καθένας είναι πλασμένος να επιβάλλει ή να υφίσταται. Πρώτα υποτασσόμαστε στον εαυτό μας και στη συνέχεια στους άλλους. Πάντα ανάλογα με το βαθμό ψυχικής δύναμης, η οποία υπάρχει εκ γενετής μέσα τους. Αυτή είναι εκείνη που κυριαρχεί και, ό,τι και να κάνουν, αυτή είναι που τους καθορίζει τη θέση τους στην κοινωνία.

Η πραγματικότητα που περιγράφεται πιο πάνω εμπεριέχει, ασφαλώς, ένα είδος μοιρολατρίας, η οποία έχει να κάνει με την κατανομή της εξυπνάδας και της αντοχής καθώς και των άλλων κοινωνικά ενεργών πλεονεκτημάτων του χαρακτήρα ανάμεσα στους ανθρώπους, κατανομή που έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με την εκάστοτε ιδιοτροπία της τύχης.

■ Η δύναμη, η περιουσία, η κοινωνική θέση, η φήμη και η δόξα είναι σε ανεπάρκεια. Δεν μπορούν να τα κατέχουν παρά μόνο οι λίγοι κι εκλεκτοί.
■ Το ξεκίνημα της ζωής του κάθε ανθρώπου δεν είναι παρά μια λοταρία στην οποία λίγοι μόνο αριθμοί κερδίζουν. Οι κερδισμένοι έχουν πολύ περισσότερα φυσικά εφόδια για να παραγκωνίσουν τους υπόλοιπους.
■ Το κράμα των ανθρώπων της κοινωνίας μοιάζει με τα πλήθη που συνωστίζονται σε πολύ μικρούς δημόσιους χώρους και προσπαθούν να μη μείνουν απ’ έξω. Αυτοί που δεν έχουν πολύ δυνατά πλευρά για ν’ αντέξουν την πίεση συνθλίβονται ή αυτοί που το κεφάλι τους δεν ξεπερνά πολύ το μέσο ύφος στο πλήθος για να μπορούν να αναπνεύσουν, πνίγονται.
■ Στο παιχνίδι των κοινωνικών δυνάμεων, οτιδήποτε είναι ασθενές αναπόφευκτα ισοπεδώνεται. Αυτός είναι ο νόμος της μάχης, κι αυτό στην εποχή μας είναι η μεγαλύτερη αλήθεια.
■ Στα πόδια των κατακτητών του, ο άνθρωπος που έχει πια πέσει είναι ένα τίποτα, ένα συνηθισμένο πτώμα κάποιου που είναι φυσικό να χαθεί στο πεδίο της μάχης.
■ Οι ιαχές του πλήθους πνίγουν τους αναστεναγμούς του ηττημένου και η κυρίαρχη ιαχή ανάμεσα στο πλήθος είναι: Επιτυχία! Στόχοι!
■ Επιτυχία! Στόχοι! Οι λέξεις αυτές καθορίζουν ολόκληρο τον πολιτισμό. Η τελευταία λέξη της σύγχρονης κοινωνικής φιλοσοφίας δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά το να αναζητάς τρόπους για να πετύχεις.
■ Το δρόμο προς την Επιτυχία δεν γίνεται να σ’ τον δείξει άλλος. Είναι δρόμος απόλυτα προσωπικός. Πρέπει να τον βρεις μόνος σου. Το μόνο που μπορεί να σε καθοδηγήσει για να τον βρεις είναι τα εξής αξιώματα, που έχουν προκύψει από την εμπειρία:
● Τα μυστικά της ζωής δεν είναι κάτι που μαθαίνεται θεωρητικά.
● Όταν μάθουμε τη ζωή είναι ανοησία να προσπαθήσουμε να την μάθουμε και σε άλλους. Η διδασκαλία μας δεν πρόκειται να τους χρησιμεύσει σε τίποτα.
● Αυτοί που κάθονται και πολυψάχνουν θεωρητικά τη ζωή είναι αυτοί οι οποίοι λιγότερο επιτυχημένοι.
■ Δε μπορούμε να κρίνουμε τους ανθρώπους από αυτά τα οποία φαίνονται, αφού όσα φαίνονται δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Δε μπορούμε να τους κρίνουμε με βάση αυτά που λένε, αφού δεν λένε αυτά τα οποία σκέφτονται. Κι ακόμα κι αν ήταν ειλικρινείς, δεν θα μπορούσαμε να τους πιστέψουμε, αφού κι αυτοί οι ίδιοι δεν γνωρίζουν αρκετά τον εαυτό τους για να μπορέσουν να μας διαβεβαιώσουν πως πάντα θα συμβαδίζουν τα λόγια και τις πράξεις τους.
■ Κάθε άνθρωπος κάποτε θα είναι καλός, κάποτε θα είναι κακός, κάποτε θα είναι γενναίος, κάποτε θα είναι δειλός. Ανάλογα με τη δεδομένη στιγμή της ζωής του. Τίποτα δεν είναι πιο εύκολο παρά να κάνουμε λάθος προβλέποντας τη μία ή την άλλη συμπεριφορά να εκπλαγούμε από τα αποτελέσματα.

Άδραξε το σήμερα (carpe diem)

Καλό είναι, λοιπόν, καθημερινά να εξετάζουμε με ποιο τρόπο αναλώνουμε τις πολύτιμες μέρες μας και να βεβαιωνόμαστε πως τα σχέδια, οι δραστηριότητες κι οι σχέσεις στις οποίες αφοσιωνόμαστε, όντως μας προσφέρουν, σε χρόνο εύθετο, την ευτυχία που αναζητούμε.

Αυτό το ηθικό δίδαγμα συνοψίζεται στο λατινικό ρητό carpe diem – καθώς παραγγέλλει ο Ρωμαίος ποιητής Οράτιος σε μια από τις ωδές του:


Εσύ, Λευκονόη μου, μη ρωτάς, δεν κάνει να το ξέρεις

ποιο τέλος μάς όρισαν οι θεοί,

και μη γυρεύεις με λογαριασμούς αστρολόγων να το βρεις.

Πόσο καλύτερο είναι αντοχή να ‘χεις γι’ αυτά που σου

μέλλονται,

χειμώνες πολλούς κι αν μας έχει χαρισμένους ο Δίας

ή αν αυτόν μας χάρισε στερνόν…

… δείξε τη φρονιμάδα σου

λαγάριζε λοιπόν κι έτοιμα έχε τα κρασιά, κι αφού η ζωή

είναι λίγη,

περιόρισε την προσδοκία τη μακρινή που έχεις πλάσει.

Όσο μιλούμε, ο φθονερός ο χρόνος έχει κιόλας πετάξει`

δίνε όσο μπορείς πιο λίγη πίστη στο αύριο,

μα άδραξε το σήμερα (carpe diem).


Οράτιος Ωδές

Η τεμπελιά ευνοεί την… επιβίωση

Η τεμπελιά φαίνεται να είναι μια νικηφόρα εξελικτική στρατηγική που αναβάλλει την εξαφάνιση διαφόρων ειδών.

Αυτό, τουλάχιστον, υποστηρίζουν οι ερευνητές σε μελέτη τους. Δείγματα για την ολοκλήρωση της μελέτης αποτέλεσαν σχεδόν 300 μορφές μαλακίων που έζησαν και πέθαναν στον Ατλαντικό τα τελευταία πέντε εκατομμύρια χρόνια.

Τα σαλιγκάρια της θάλασσας, τα μύδια και τα χτένια που κατανάλωναν περισσότερη ενέργεια στην καθημερινή τους ζωή ήταν πιο πιθανό να πεθάνουν σε σχέση με τα λιγότερο δραστήρια συγγενικά τους είδη, ιδιαίτερα όταν ζούσαν σε μικρούς βιότοπους, διαπίστωσαν οι επιστήμονες.

Ενώ τα αίτια της εξαφάνισης ενός είδους είναι ποικίλα και πολύπλοκα, η έρευνα δείχνει μια νέα συσχέτιση μεταξύ του ρυθμού με τον οποίο τα ζώα χρησιμοποιούν ενέργεια για να αναπτυχθούν και να διατηρήσουν τους ιστούς του σώματος τους και το χρονικό διάστημα που θα ζήσουν στη γη.

Αντί για την «επιβίωση του ικανότερου», ίσως ένας πιο αντιπροσωπευτικός χαρακτηρισμός για τα αποτελέσματα της έρευνας είναι «επιβίωση των πιο υποτονικών και πιο τεμπέληδων». «Όσο χαμηλότερος είναι ο μεταβολικός ρυθμός, τόσο πιο πιθανό είναι το είδος στο οποίο ανήκει ένα ζώο να επιβιώσει«, δήλωσε ο Bruce Lieberman, καθηγητής οικολογίας και εξελικτικής βιολογίας που ηγήθηκε της έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Κάνσας.

Οι επιστήμονες εξέτασαν 299 είδη γαστερόποδων, όπως σαλιγκάρια, μύδια και χτένια, που έζησαν στον δυτικό Ατλαντικό Ωκεανό πριν από περισσότερα από πέντε εκατομμύρια χρόνια μέχρι και σήμερα. Όταν οι ερευνητές υπολόγισαν τους μεταβολικούς ρυθμούς ανάπαυσης για κάθε είδος, διαπίστωσαν ότι η χρήση ενέργειας διέφερε σημαντικά για 178 από τα είδη που εξαφανίστηκαν, σε σχέση με αυτά που επιβιώνουν σήμερα.

«Η πιθανή εξήγηση είναι ότι τα πλάσματα που ήταν πιο υποτονικά ή τεμπέλιαζαν είχαν χαμηλότερες απαιτήσεις σε ενέργεια ή τρόφιμα και έτσι μπορούσαν να ανταπεξέλθουν ακόμα και σε δύσκολες περιόδους, στις οποίες αναγκάζονταν να μείνουν χωρίς τροφή», δήλωσε ο Lieberman.

Το έργο θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να προβλέψουν καλύτερα ποια είδη είναι πιθανό να εξαφανιστούν πρώτα καθώς η παγκόσμια αλλαγή του κλίματος εμποδίζει την παραγωγή των τροφών που απαιτούνται για την επιβίωσή τους. Το επόμενο βήμα είναι να διαπιστωθεί εάν ο μεταβολισμός και η ενέργεια παίζουν ρόλο στα ποσοστά εξαφάνισης άλλων ζώων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ζουν στην ξηρά.

«Αυτό το αποτέλεσμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι τεμπέληδες άνθρωποι είναι και… αναγκαίοι, γιατί μερικές φορές αυτοί οι τεμπέληδες είναι που καταναλώνουν περισσότερους πόρους», πρόσθεσε ο Lieberman.

Βρέθηκε νερό στη σκοτεινή πλευρά του φεγγαριού με τη μορφή πάγου

Σε μια εντυπωσιακή παρατήρηση προχώρησαν οι αστρονόμοι της NASA μελετώντας πιο προσεκτικά τις φωτογραφίες που τράβηξε στο φεγγάρι η ινδική αποστολή Chandrayaan-1.
 
Σύμφωνα με την τελευταία ανακάλυψη στους δύο πόλους της Σελήνης υπάρχουν διασκορπισμένες περιοχές με πάγο.
 
Όπως εξήγησαν οι ειδικοί, οι περιοχές στις οποίες εντοπίστηκε ο πάγος βρίσκονται στο τμήμα της Σελήνης που βρίσκεται στη σκιά προστατευμένο από τη θερμότητα του Ηλίου.
 
Ο περισσότερος πάγος εντοπίστηκε στο νότιο πόλο γύρω από κρατήρες που έχουν πάρει το όνομά τους από ερευνητές όπως οι Haworth, Shoemaker, Sverdrup and Shackleton.
 
Μετρήσεις έδειξαν ότι ο πάγος είχε την τάση να σχηματίζετα σε περιοχές στις οποίες η θερμοκρασία της επιφάνειας δεν ανεβαίνει πάνω από τους -136 βαθμούς Κελσίου.
 
Η θερμοκρασία, πάντως, δεν είναι το μοναδικό στοιχείο για την παρουσία πάγου καθώς οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι το εύρημα αυτό εντοπίστηκε μόνο στο 3,5% της σκοτεινής πλευράς του φεγγαριού.
 
«Αυτές οι «αποθήκες» πάγου θα μπορούσαν να αποτελέσουν πηγή νερού για μελλοντικές εξερευνήσεις της Σελήνης» υποστηρίζουν οι ειδικοί.

Οστό αποδεικνύει τη διασταύρωση Νεάντερνταλ και Ντενίσοβα για πρώτη φορά

Μικροσκοπικό θραύσμα οστού αποτελεί απόδειξη μιας διασταύρωσης δύο διαφορετικών ειδών ανθρωπίδων, των Ντενίσοβα και Νεάντερταλ. Όπως εξηγεί η Βίβιαν Σλον, του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ Εξελικτικής Ανθρωπολογίας, στη Λειψία της Γερμανίας, μία από τους συγγραφείς της σχετικής μελέτης που δημοσιεύτηκε σήμερα στην επιστημονική επιθεώρηση Nature, πρόκειται για την πρώτη φορά που ανακαλύπτεται απόγονος αυτών των δύο ειδών.
 
Ντενίσοβα: Οι μυστηριώδεις άνθρωποι που έζησαν κάποτε στην Ασία με την ικανότητα να επιβιώνουν χωρίς πρόβλημα στα μεγάλα ύψη

Οι Ντενισόβιοι και οι Νεάντερταλ χωρίστηκαν πριν από 400.000-500.000 χρόνια και εξελίχθηκαν σε δύο ξεχωριστά είδη του γένους Χόμο (ο Homo sapiens, o «Σοφός άνθρωπος», ήταν ένα τρίτο). Ο άνθρωπος του Νεάντερταλ εξαφανίστηκε από τη Γη πριν από περίπου 40.000 χρόνια, για άγνωστους ακόμη λόγους. Οι Ντενισόβιοι εξαφανίστηκαν επίσης, αλλά δεν γνωρίζουμε ακριβώς πότε.
 
Οι αναλύσεις DNA απέδειξαν ότι ο άνθρωπος του Ντενίσοβα κληροδότησε ένα μέρος του γονιδιώματός του στους σύγχρονους ανθρώπους: κάτω από το 1% στους ασιατικούς και αμερινδικούς πληθυσμούς και μέχρι 5% στους αυτόχθονες της Αυστραλίας ή τους Παπούα της Νέας Γουινέας. Κατά τον ίδιο τρόπο, όλοι οι σύγχρονοι άνθρωποι, εκτός από τους Αφρικανούς, έχουν στο DNA τους ένα μέρος (περίπου 2%) από το DNA των Νεάντερταλ, γεγονός που αποδεικνύει ότι στο μακρινό παρελθόν τα είδη αυτά διασταυρώνονταν μεταξύ τους.
 
Αυτή η «οικογενειακή ιστορία» αποκαλύφθηκε από ένα οστό μόλις 1,5 εκατοστού – τόσο μικρό που αρχικά οι ερευνητές δεν μπορούσαν να πουν μετά βεβαιότητας αν ανήκε σε ανθρωπίδη ή σε κάποιο είδος ζώου.
 

Το οστό «Ντένι»

Το οστό (οι επιστήμονες το αποκαλούν χαϊδευτικά «Ντένι») ανακαλύφθηκε το 2012 σε ένα σπήλαιο στα βουνά Αλτάι της Σιβηρίας, κοντά στα σημερινά σύνορα της Ρωσίας με τη Μογγολία. Ανήκε σε έναν θηλυκό ανθρωπίδη ηλικίας τουλάχιστον 13 ετών, που έζησε πριν από περίπου 50.000 χρόνια. Το οστό αυτό προερχόταν ήταν από το πόδι (από το μηριαίο) είτε από το χέρι (το βραχιόνιο) της «Ντένι.»
 
Το σπήλαιο όπου πέθανε η Ντένι, που αποκαλείται Ντενίσοβα, ήταν ήδη γνωστό στους επιστήμονες αφού εκεί βρέθηκαν τα πρώτα απολιθωμένα λείψανα του Ανθρώπου της Ντενίσοβα.

Αναλύοντας το οστό, οι γενετιστές κατάφεραν να ξεχωρίσουν τα χρωμοσώματα που κληρονόμησε το κορίτσι από τον πατέρα και τη μητέρα του. Και χωρίς καμία αμφιβολία, εκείνη ήταν Νεάντερταλ και εκείνος Ντενισόβιος.
 
«Αρχικά νόμιζα ότι έγινε κάποιο λάθος στο εργαστήριο», εξήγησε ο Σβάντε Παάμπο, επίσης ερευνητής στο Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ.
 
Φεύγοντας από την Αφρική, οι Νεάντερταλ κατευθύνθηκαν προς την Ευρώπη και τη δυτική Ασία ενώ οι Ντενισόβιοι πήραν τον δρόμο προς την ανατολική Ασία.
 
«Οι Νεάντερταλ και οι Ντενισόβιοι πιθανότατα δεν είχαν πολλές ευκαιρίες να συναντηθούν. Όμως όταν συνέβαινε αυτό, φαίνεται ότι δεν ήταν προκατειλημμένοι οι μεν με τους δε», σχολίασε ο Παάμπο. «Θα πρέπει να ζευγάρωναν συχνά, πολύ συχνότερα απ’ όσο πιστεύαμε μέχρι τώρα, διαφορετικά δεν θα είχαμε σταθεί τόσο τυχεροί», πρόσθεσε.
 
Η ανάπτυξη του εγκεφάλου των Νεάντερνταλ φαίνεται να απαιτούσε περισσότερο χρόνο από αυτήν του δικού μας είδους, σύμφωνα με τα ευρήματα νέας έρευνας. Το γεγονός αυτό, αποδεικνύει ότι αυτό το εξαφανισμένο πλέον ανθρώπινο είδος δεν ήταν πιο πρωτόγονο από το δικό μας, καθώς η μεγαλύτερη διάρκεια ανάπτυξης σηματοδοτεί έναν πιο ώριμο και καλύτερα αναπτυγμένο εγκέφαλο.
 
Μήπως οι Νεάντερταλ δεν ήταν πιο πρωτόγονοι από τον Homo Sapiens;
 
Έπειτα από τον εύρεση ενός παιδικού σκελετού, διεξήχθη ανάλυση, από την οποία προέκυψε ότι ο εγκέφαλός του βρισκόταν ακόμα σε διαδικασία ανάπτυξης τη στιγμή που σε αντίστοιχη φάση, ο εγκέφαλος των σύγχρονων παιδιών έχει φτάσει στο τέλος της ανάπτυξής του.
 
Μέχρι στιγμής, επικρατούσε η αντίληψη ότι είμαστε το μοναδικό είδος με αργή ανάπτυξη εγκεφάλου. Σε αντίθεση με τους πιθήκους και άλλους πρωτόγονους ανθρώπους, η περίοδος της παιδικής – αναπτυξιακής ηλικίας του Homo Sapiens διαρκεί αρκετά χρόνια.
 
Αυτό συμβαίνει γιατί απαιτείται χρόνος και ενέργεια ώστε να αναπτυχθεί ένας μεγάλος εγκέφαλος. Παλαιότερες μελέτες των σκελετών των Νεάντερνταλ είχαν υποδείξει ότι αναπτύσσονταν γρηγορότερα από τους σύγχρονους ανθρώπους, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλός τους ήταν λιγότερο εξελιγμένος.
 
Ωστόσο, τα ευρήματα της μελέτης που έγινε από ομάδα στο Μουσείο Φυσικών Επιστημών της Μαδρίτης, έδειξαν ακριβώς το αντίθετο, οδηγώντας μέχρι και τον επικεφαλής της έρευνας να δηλώσει ότι επρόκειτο για έκπληξη.
 
Ο λόγος που τους έχει οδηγήσει να πιστεύουν ότι τα σωστά ευρήματα είναι αυτά της δικής τους μελέτης και όχι των παλιότερων, είναι ότι ήταν η πρώτη φορά που είχαν τη δυνατότητα να μελετήσουν έναν σχεδόν πλήρως αναπτυγμένο παιδικό σκελετό.
 
Πρόκειται για τον σκελετό ενός παιδιού σχεδόν 7μιση ετών, που βρέθηκε στην τοποθεσία El Sidrón της Ισπανίας. Έχει διατηρηθεί σε πολύ καλή κατάσταση, γεγονός που βοήθησε την ερευνητική ομάδα να προσδιορίσει την ηλικία του με ακρίβεια.
 
Βρέθηκε, επίσης, ότι μερικά από τα οστά που σχηματίζουν την σπονδυλική στήλη δεν είχαν ενωθεί ακόμα, τη στιγμή που στο είδος μας, αυτά τα οστά τείνουν να ενώνονται όταν τα παιδιά φτάνουν στην ηλικία των έξι ετών.
 
Συνολικά, η μελέτη αποδεικνύει ότι οι Νεάντερνταλ ήταν αρκετά όμοιοι με εμάς. Αν και τα ευρήματα οδηγούν στην πιθανότητα να είχαν πιο αναπτυγμένο εγκέφαλο από τον δικό μας, ο επικεφαλής της έρευνας προτιμά μία πιο πεζή εξήγηση. «Καθώς οι Νεάντερνταλ είχαν μεγαλύτερο εγκέφαλο και σώμα, είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι χρειαζόταν περισσότερος χρόνος για ανάπτυξη, ώστε να φτάσουν σε ενήλικη μορφή», εξήγησε.
 
Παλαιότερα, οι επιστήμονες πίστευαν ότι οι σύγχρονοι άνθρωποι ήταν το πιο αργά αναπτυσσόμενο είδος. Όμως, τώρα γνωρίζουμε ότι οι Νεάντερνταλ είχαν εξίσου αργή ανάπτυξη, κάτι που υποδεικνύει ότι και τα δύο είδη κληρονόμησαν αυτό το αναπτυξιακό μοτίβο από κάποιον –εξαφανισμένο πλέον- κοινό πρόγονο.

Το μαγνητικό πεδίο της Γης μπορεί να αντιστρέψει τους πόλους τρομερά απρόβλεπτα

Το μαγνητικό πεδίο της Γης περιβάλλει και προστατεύει σαν ασπίδα τον πλανήτη μας από τα πιο καυτά, στατικά φορτισμένα σωματίδια, που ο ήλιος μπορεί να πετάει προς όλες τις κατευθύνσεις. Αυτή η ασπίδα – το φυσικό προϊόν του λιωμένου σιδήρου που περιστρέφεται γύρω από τον πυρήνα του πλανήτη μας – είχε βάλει “πλάτη” για δισεκατομμύρια χρόνια και εμπόδισε τη Γη να γίνει ένα ακτινοβολημένο, ηλεκτρισμένο απόβλητο. Κάθε μέρα, όμως, αυτή η ασπίδα αποδυναμώνεται. 
 
Η ηλιακή ακτινοβολία βομβαρδίζει συνεχώς τη Γη και το μαγνητικό πεδίο της Γης το απωθεί. Σύμφωνα με νέα μελέτη, η προστατευτική ασπίδα του πλανήτη μας θα μπορούσε να αποδυναμωθεί πολύ πιο γρήγορα και απρόβλεπτα από ό, τι πιστεύουν οι επιστήμονες.

Μερικές φορές σε κάθε λίγα εκατομμύρια χρόνια, το μαγνητικό πεδίο της Γης αντιστρέφει την πολικότητα του . Φανταστείτε ότι ο γιγαντιαίος – σαν ράβδος – μαγνήτης μέσα στον πλανήτη μας έχει αναποδογυριστεί ανάποδα. τότε τα μόρια του σιδήρου στον εξωτερικό πυρήνα της Γης θα άλλαζαν κατεύθυνση, ο μαγνητικός Βόρειος Πόλος θα γίνει ο μαγνητικός Νότιο Πόλο και τα αόρατα ρεύματα ενέργειας που αποτελούν τη μαγνητική θωράκιση του πλανήτη θα μπλέκονταν οι γραμμές τους και θα έσπαζαν, μειώνοντας ενδεχομένως την προστατευτική δύναμη της ασπίδας έως και 90% , όπως έχουν προτείνει προηγούμενα μελέτες.
 
Ευτυχώς, οι πλήρεις αντιστροφές είναι ασυνήθιστες και ξεδιπλώνονται αργά για χιλιάδες χρόνια. (Η τελευταία πλήρη αναστροφή έγινε περίπου πριν από 780.000 χρόνια.) Αλλά σύμφωνα με νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Proceedings της Εθνικής Ακαδημίας Επιστημών , μερικές ή προσωρινές μετατοπίσεις των μαγνητικών πόλων της Γης μπορεί να συμβούν πολύ πιο γρήγορα, από ό, τι θεωρήθηκε προηγουμένως ότι ήταν πιθανόν – ενδεχομένως, μέσα ακόμα και σε διάστημα μιας ανθρώπινης ζωής.
 
Στη νέα μελέτη, μια διεθνής ομάδα επιστημόνων ανέλυσε 16.000 χρόνια γεωμεγνητικής ιστορίας όπως κωδικοποιήθηκε στα άτομα ενός αρχαίου σταλαγμίτη στην Κίνα. Αυτή η ιστορία που γράφτηκε στην πέτρα, τους είπε ότι μια φορά, πριν από 98.000 χρόνια, το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη αντιστράφηκε ξαφνικά σε μόλις 100 χρόνια – περίπου 30 φορές ταχύτερα από τον γενικά αναμενόμενο ρυθμό και 10 φορές ταχύτερα από ό, τι πιστεύεται ότι ήταν ταχύτερο δυνατόν.
«Το αρχείο παρέχει σημαντικές πληροφορίες σχετικά με τη συμπεριφορά του αρχαίου μαγνητικού πεδίου, το οποίο έχει αποδειχτεί ότι μεταβάλλεται πολύ πιο γρήγορα από ό, τι είχε προηγουμένως θεωρηθεί», δήλωσε ένας συν-συγγραφέας της μελέτης, ο Andrew Roberts καθηγητής των επιστημών της Γης στο αυστραλιανό εθνικό πανεπιστήμιο.
 

Μια χαοτική ιστορία

Στη νέα μελέτη, ο Ρόμπερτς και μια μεγάλη ομάδα συναδέλφων από την Κίνα και την Ταϊβάν εξέτασαν περίπου 16.000 χρόνια μαγνητικής ιστορίας της Γης, που προηγουμένως δεν γνωρίζαμε. Επέλεξαν λοιπόν ένα αρχαίο, κίτρινο σταλαγμίτη που αναπτύχθηκε σε μια σπηλιά στη νοτιοδυτική Κίνα, μεταξύ 91.000 και 107.000 χρόνια περίπου πριν. Με τη χρονολόγηση και την ανάλυση των σιδηρομεταλλευμάτων μέσα στο σταλαγμίτη, η ομάδα κατάφερε να ανιχνεύσει περιοδικές παραλλαγές στην κατεύθυνση στην οποία το μαγνητικό πεδίο της Γης έρεε κατά τη στιγμή που σχηματίστηκαν τα ορυκτά αυτά (Τα μαγνητικά ορυκτά προσανατολίζονται προς διαφορετικές κατευθύνσεις ανάλογα με το πού είναι τότε οι μαγνητικοί πόλοι της γης.)
 
Η ομάδα διαπίστωσε ότι η μαγνητική πολικότητα της Γης μετατοπίστηκε αρκετές φορές κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου 16.000 ετών, η οποία δεν ήταν έκπληξη γι΄ αυτούς. Το σοκ εμφανίστηκε περίπου 98.000 χρόνια πριν, όταν σημειώθηκε τεράστια μετατόπιση της πολικότητας σε μια περίοδο μικρότερη των 200 ετών – πιθανόν μέσα σε 100 χρόνια.
 
Μια τέτοια εξαιρετικά γρήγορη αλλαγή της πολικότητας δεν έχει αποδειχθεί πριν», γράφουν οι ερευνητές στη νέα τους μελέτη.
 
Το να γνωρίζουμε ότι ο πλανήτης μας είναι ικανός για τέτοιες αυθόρμητες μαγνητικές κρίσεις είναι σημαντικό, κυρίως επειδή η μαγνητική ασπίδα μας μπορεί να μειωθεί σε, περίπου, 10% αποτελεσματικότητα όταν είναι στη μέση μιας αναστροφής. Ευτυχώς, αυτή η αποδυνάμωση δεν αρκεί για να απειλήσει τη ζωή στη Γη. επεσήμανε ο Ρόμπερτς. Ξέρουμε ότι το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη έχει αντιστραφεί περιοδικά για δισεκατομμύρια χρόνια και η ζωή εξακολουθεί να παραμένει. Η τεχνολογία όμως του ανθρώπου (επικοινωνίες – ηλεκτροδότηση), από την άλλη πλευρά, μπορεί να αντιμετωπίσει μεγάλες δυσκολίες.
 
Ακόμα και καταιγίδες πολύ λιγότερο ισχυρές από αυτές που θα συνέβαιναν τότε θα μπορούσαν να προκαλέσουν πολύ μεγαλύτερη ζημιά, αν μας έπλητταν, ενώ το μαγνητικό πεδίο της Γης θα ήταν εν μέσω αναστροφής, είπε ο Ρόμπερτς. Το αποτέλεσμα θα ήταν πιθανώς ζημιές τρισεκατομμυρίων δολαρίων στην ηλεκτρική μας υποδομή και μάλιστα τώρα δεν υπάρχει σχέδιο για την αντιμετώπιση ενός γεγονότος αυτού του μεγέθους.
 
«Ας ελπίσουμε ότι μια τέτοια εκδήλωση είναι πολύ μακριά στο μέλλον και μπορούμε να αναπτύξουμε μελλοντικές τεχνολογίες για να αποφύγουμε τεράστιες ζημιές», κατέληξε ο Roberts.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Αρχαίοι Έλληνες Ιστοριογράφοι - Ηρόδοτος

Σχετική εικόναΗρόδοτος

Βιογραφικά: Ο Ηρόδοτος γεννήθηκε στην Αλικαρνασσό στη νοτιοδυτική Μ. Ασία, μια κυρίως δωρική πόλη, η οποία εντούτοις εμφανίζει ήδη στον 5ο αιώνα π.Χ. και ένα ισχυρό ιωνικό στοιχείο. Ο πατέρας του, ο Λύξης, και ο στενός του συγγενής (θείος ή εξάδελφος) επικός ποιητής Πανύασσις φέρουν καρικά ονόματα· τα ονόματα της μητέρας του (῾Ροιὼ ήΔρυώ) και του αδελφού του (Θεόδωρος) είναι ελληνικά. ο ιστορικός πρέπει να γεννήθηκε το 484 π.Χ. Η οικογένειά του προερχόταν βέβαια από την αριστοκρατική τάξη (Σούδα λ. Ἡρόδοτος)· επειδή όμως συμμετείχε στην προσπάθεια ανατροπής του φιλοπέρση τυράννου της Αλικαρνασσού, του Λύγδαμη, του γιου της βασίλισσας Αρτεμισίας, εξορίστηκε από την πατρίδα του. Ο Ηρόδοτος διέμεινε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Σάμο, για να επιστρέψει στην πατρίδα του μετά την πτώση του Λύγδαμη (πριν το 454 π.Χ.). Ο Ηρόδοτος πρέπει να πραγματοποίησε τα μεγάλαταξίδια του στο διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στηνεπιστροφή του στην πατρίδα και στον επόμενο βεβαιωμένο σταθμότης βιογραφίας του, την Αθήνα. Ο χρόνος και η έκταση των ταξιδιών, καθώς και ο ρόλος που διαδραμάτισαν στη γένεση των Ἱστοριῶν είναι ερωτήματα στα οποία δεν έχει απαντήσει ακόμη με τρόπο οριστικό η έρευνα. Πριν από την περίοδο κατά την οποία διέμεινε στην Αθήνα ο Ηρόδοτος πρέπει να επισκέφθηκε την περσική αυτοκρατορία στην Αφρική και την Ασία, την περιοχή του Ευξείνου Πόντου, τη Θράκη και τη Μακεδονία. Πολύ σημαντικός σταθμός στη ζωή του Ηροδότου υπήρξε η Αθήνα, για την οποία ωστόσο απουσιάζει οποιαδήποτε ένδειξη που να προδίδει αυτοψία. Η διαμονή στην Αθήνα πρέπει να χρονολογηθεί στα μέσα της δεκαετίας του 440 π.Χ., επειδή διαθέτουμε ασφαλείς μαρτυρίες για την ισχυρή εντύπωση που προκάλεσαν οι Ιστορίες στους Αθηναίους κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας αυτής. Αρκεί να θυμηθεί κανείς την Αντιγόνη του Σοφοκλή, και μάλιστα τους περίφημους στίχους 904-920, που βασίζονται στην ιστορία του Ινταφρένη από το τρίτο βιβλίο των Ιστοριών (κεφ. 118 κ.ε.). Ούτε η μαρτυρία που δείχνει ότι τη συγκεκριμένη εποχή πρέπει να αναπτύχθηκε και μια προσωπική σχέση μεταξύ Ηροδότου και Σοφοκλή μπορεί να αμφισβητηθεί σοβαρά: ο Πλούταρχος (Ηθ. 785Β) παραθέτει ένα επίγραμμα, σύμφωνα με το οποίο ο τραγικός ποιητής συνέθεσε σε ηλικία 55 ετών μια ωδή στον Ηρόδοτο. Ακόμη και αν δεν μπορούμε να θεωρήσουμε απολύτως αξιόπιστες τις μαρτυρίες για διάφορες τιμητικές διακρίσεις που απένειμαν οι Αθηναίοι στον Ηρόδοτο (Δίυλλος στο FGrHist 73 F 3, Ευσέβ. Αρμ. Χρον. Ολ. 83.4), το ίδιο το γεγονός των δημόσιων διαλέξεων του Ηροδότου στην Αθήνα δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Για μεγάλο διάστημα η έρευνα θεωρούσε βέβαιο ότι ο Ηρόδοτος συνδέθηκε και με τον Περικλή, και μάλιστα ότι επηρεάστηκε αποφασιστικά από τη γοητεία της προσωπικότητας του Αθηναίου πολιτικού, όπως αποδεικνύει η δήθεν φιλοαθηναϊκή, για την ακρίβεια: «φιλοπερίκλεια», στάση του σε διάφορα τμήματα των Ιστοριών. Όπως όμως έδειξαν νεότερες μελέτες, ο Ηρόδοτος δεν υπήρξε ούτε φανατικός θαυμαστής του Περικλή ούτε μπορεί να επικριθεί για μεροληψία υπέρ των Αθηναίων. Με αφετηρία την Αθήνα ο Ηρόδοτος γνώρισε την Κεντρική και τη Βόρεια Ελλάδα, καθώς και την Πελοπόννησο. Είχε στενούς δεσμούς με τους Θουρίους, αποικία που η Αθήνα ίδρυσε στον κόλπο του Τάραντα το 444/3· σύμφωνα με ορισμένες αρχαίες μαρτυρίες οι Θούριοι είναι ο τόπος θανάτου και ταφής του. Δεν γνωρίζουμε ωστόσο αν ανήκε στην ομάδα των πρώτων αποίκων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονταν διάσημες προσωπικότητες όπως οι φιλόσοφοι Εμπεδοκλής και Πρωταγόρας. Η χρονολογία θανάτου του ιστορικού, για την οποία δεν διαθέτουμε καμιά αρχαία μαρτυρία, πρέπει να συναχθεί από το ίδιο το έργο. Φαίνεται ότι οι Ιστορίες δημοσιεύθηκαν κατά πάσα πιθανότητα ανάμεσα στο 430 (το πιο πρόσφατο γεγονός που μνημονεύεται στο χωρίο 7.137) και το 424 (έλλειψη αναφοράς στη θανάτωση των Αιγινητών στο χωρίο 6.91).
 
Η δομή του έργου: Τόσο στην έκταση όσο και στη σύλληψή τους οι Ιστορίες σηματοδοτούν μια τομή στην ιστορία του αρχαιοελληνικού πεζού λόγου. Ο συνδυασμός γεγονότων και πράξεων σε ένα ενιαίο σύνολο, η αφηγηματική αναπαράσταση της πορείας τους και η περιγραφή εξελίξεων που αγγίζουν περισσότερες γενιές στο πλαίσιο μιας ιστορίας με πλήθος πρωταγωνιστών: όλα αυτά αποτελούν βασικά στοιχεία της αφηγηματικής τέχνης του Ομήρου. Οι επικές-ομηρικές καταβολές της ηροδότειας αφήγησης αποδεικνύονται και από την ύπαρξη δύο πρόσθετων χαρακτηριστικών. Της μικτής αφηγηματικής μορφής (σύμφωνα με τον περίφημο ορισμό του Πλάτωνα, Πολιτεία 392c-394b), η οποία συνδυάζει την ἁπλῆν διήγησιν με την μίμησιν -η δεύτερη αποτυπώνεται στην παράθεση δημηγοριών· και της εσωτερικής εστίασης, της πρόσβασης στις σκέψεις και τα συναισθήματα των πρωταγωνιστών της ιστορίας, στον εσωτερικό τους κόσμο, που ο Ηρόδοτος αποκαλύπτει στους αναγνώστες μέσω της επαναλαμβανόμενης χρήσης ρημάτων που υπαινίσσονται τις ψυχικές ή πνευματικές διεργασίες των ενεργούντων προσώπων.
 
Με κριτήριο τις σύγχρονες αντιλήψεις περί ιστοριογραφίας, οι ηροδότειες Ιστορίες αποτελούν ένα πολύχρωμο μωσαϊκό. Πράξεις, έργα, ήθη και έθιμα, θρησκευτικές τελετές, περιγραφές τοποθεσιών, θεωρητικές και πρακτικές παρατηρήσεις συναποτελούν το ηροδότειο έργο. Ο πλούτος του περιεχομένου προαναγγέλλεται ήδη στο προοίμιο: «Ο Ηρόδοτος από την Αλικαρνασσό εκθέτει εδώ τις έρευνές του, για να μην ξεθωριάσει με τα χρόνια ό,τι έγινε από τους ανθρώπους, μήτε έργα μεγάλα και θαυμαστά, πραγματοποιημένα άλλα από τους Έλληνες και άλλα από τους βαρβάρους, να σβήσουν άδοξα· ιδιαίτερα γίνεται λόγος για την αιτία που αυτοί πολέμησαν μεταξύ τους».
 
Η ποικιλία που διακρίνει το περιεχόμενο των Ιστοριών αντιστοιχεί σε μια εξίσου σύνθετη διάρθρωση. Η βασιλεία του Λυδού βασιλιά Κροίσου σηματοδοτεί την αρχή της (κύριας) αφήγησης· η πολιορκία της Σηστού από τους Αθηναίους τον χειμώνα του 479/8, το τελευταίο γεγονός που περιγράφει ο Ηρόδοτος στο χωρίο 9.116-121, ορίζει το τέλος. Ωστόσο, υπερβάσεις των ορίων της χρονικής αυτής περιόδου, η οποία περιλαμβάνει 80 περίπου έτη, σημειώνονται με τις πολυάριθμες αφηγηματικές αναλήψεις και προλήψεις που προσδίδουν στο έργο μεγαλύτερο χρονικό βάθος. To πιο πρόσφατο γεγονός που μνημονεύεται ρητά στις Ιστορίες είναι ο θάνατος των γιων του Σπερθία και του Βούλη στα τέλη του θέρους του 430 (7.137· πρβλ. Θουκ. 2.67), ένας θάνατος που ερμηνεύεται ως τιμωρία για τον ανόσιο φόνο των απεσταλμένων του Δαρείου εκ μέρους των Σπαρτιατών. Οι εξωτερικές προλήψεις, δηλαδή η προοικονομία γεγονότων της λεγόμενης Πεντηκονταετίας και των δύο πρώτων χρόνων του Πελοποννησιακού πολέμου, είναι ιδιαιτέρως σημαντικές για την ερμηνεία του ηροδότειου έργου. Διότι αξιοποιούνται ολοένα και πιο συχνά από τη σύγχρονη έρευνα για να υποστηρίξουν την άποψη ότι οι Ιστορίες αποτελούν μια έμμεση προειδοποίηση του Ηροδότου κατά του αθηναϊκού επεκτατισμού.
 
Μέσα σε αυτά τα χρονικά όρια η αφήγηση των Ιστοριώνδιαρθρώνεται σε πέντε κύκλους γεγονότων: τον κύκλο σχετικά με τον Λυδό βασιλιά Κροίσο (1.6-94) και τους κύκλους που αφορούν τους τέσσερις Πέρσες βασιλιάδες, τον Κύρο (1.95-216), τον Καμβύση (2.1-3.60), τον Δαρείο (3.61-7.4) και τον Ξέρξη (7.5-9.122). Οι Έλληνες έρχονται στο προσκήνιο μόλις με την έναρξη της ιωνικής επανάστασης (5.28), ενώ, όταν οι Ιστορίες φτάνουν στην κορύφωσή τους με τον κύκλο του Ξέρξη (7.5 κ.ε.), οι Έλληνες διαδραματίζουν πλέον τον κεντρικό ρόλο στην αφήγηση.
 
Τα μεγάλα γεωγραφικά-εθνογραφικά τμήματα ενσωματώνονται στην κύρια αφήγηση σύμφωνα με τον δεύτερο δομικό κανόνα των Ιστοριών, δηλαδή στα σημεία εκείνα όπου τα διάφορα έθνη έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με την περσική αυτοκρατορία, και ειδικότερα με τον επεκτατισμό της ή την επεκτατική πολιτική των τεσσάρων Περσών βασιλιάδων, του Κύρου, του Καμβύση, του Δαρείου και του Ξέρξη. Ωστόσο, η λογική της ένταξης αυτών των τμημάτων, είτε τα ονομάσουμε γενικώς παρεκβάσεις είτε ειδικότερα νουβέλες, ανέκδοτα κλπ., δεν ανιχνεύεται εύκολα ούτε είναι ίδια σε όλες τις περιπτώσεις.
 
Aφηγηματική τεχνική: Η αφηγηματική τεχνική του Ηροδότου είναι, παρά τη φαινομενική αφέλεια και απλότητά της, εξόχως σύνθετη και συγκρίσιμη με την ομηρική, από την οποία άλλωστε αντλεί τα ισχυρότερα ερεθίσματά της. Τα σημαντικότερα αφηγηματικά χαρακτηριστικά των Ιστοριώνείναι οι αναλήψεις και οι προλήψεις που εξετάσαμε ήδη, η μορφή του αφηγητή και η στρατηγική της αγωνίας που χρησιμεύει στην πρόκληση και διατήρηση του ενδιαφέροντος του αναγνώστη.
 
Ένα από τα εντυπωσιακότερα χαρακτηριστικά των Ιστοριώνείναι η μορφή του αφηγητή, ο οποίος διακρίνεται για τη συνεχή παρουσία του, κάτι που τον διαφοροποιεί ουσιαστικά τόσο από το πρότυπό του, τον ομηρικό αφηγητή, όσο και από τον αφηγητή του θουκυδίδειου έργου. Ο ηροδότειος αφηγητής είναι ένας φανερός αφηγητής που έχει δύο λειτουργίες. Υπό τη στενή έννοια προσπαθεί να βάλει τάξη στην αφήγησή του, λόγου χάρη με παραπομπές σε άλλα χωρία ή με μετα-αφηγηματικές παρατηρήσεις, ότι δηλαδή θα αφηγηθεί κάτι αμέσως, αργότερα ή και καθόλου, ότι θέλει να επιστρέψει στον προηγούμενο λόγο του κλπ. Ως ιστορικός ερευνητής ευρύτερα παρουσιάζεται να επισκέπτεται τοποθεσίες ή μνημεία, να ρωτά μάρτυρες, να συνάγει συμπεράσματα από το υλικό του, με άλλα λόγια να κάνει χρήση και των τριών μέσων για την απόκτηση γνώσης όπως τα μνημονεύει ο ίδιος, της αυτοψίας (ὄψις), της κρίσης (γνώμη) και της έρευνας (ἱστορίη) (2.99.1). Σε αντίθεση προς τον ομηρικό ή τον θουκυδίδειο αφηγητή, ο αφηγητής των Ιστοριών διατυπώνει πολύ συχνά άμεσες ή έμμεσες κρίσεις για τις ενέργειες των πρωταγωνιστών της ιστορίας του. Γενικά η γνώση του είναι πεπερασμένη -ως προς αυτό διαφοροποιείται από τον παντογνώστη αφηγητή των ομηρικών επών: έτσι παραδέχεται συχνά ότι δεν γνωρίζει κάτι ή ότι απλώς το υποθέτει· ωστόσο διατηρεί μια σημαντική ιδιότητα του παντογνώστη (ομηρικού) αφηγητή, δηλαδή είναι σε θέση να παρατηρεί τις συνειδησιακές λειτουργίες -συναισθήματα, προθέσεις, κίνητρα- των πρωταγωνιστών του. Άλλα γνωρίσματα του ηροδότειου αφηγητή είναι ο επιδεικτικός τόνος, που παραπέμπει στους σοφιστές, τους γιατρούς και τους φυσικούς φιλοσόφους της εποχής του, και η εμφατικά προφορική χροιά των μετα-αφηγηματικών του σχολίων· έτσι για να περιγράψει τη δραστηριότητά του χρησιμοποιεί σχεδόν αποκλειστικά το ρήμα λέγω και όχι το γράφω.
 
Ο Ηρόδοτος υιοθετεί μια χαρακτηριστικά «επική» στρατηγική αγωνίας για να προκαλέσει και να διατηρήσει το ενδιαφέρον του αποδέκτη του. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται για τον σκοπό αυτόν είναι: η επιβράδυνση, η παραπλάνηση του αποδέκτη εκ μέρους του αφηγητή και η δραματική ειρωνεία. H επιβράδυνση συνίσταται σε γνωστές από την επική ποίηση τεχνικές: την επιβράδυνση του αφηγηματικού ρυθμού, τη διακοπή της πλοκής ή την προσωρινή μεταστροφή της πλοκής. Η παραπλάνηση του αποδέκτη περιλαμβάνει τεχνάσματα αφήγησης τα οποία αναγκάζουν τον αποδέκτη να αναρωτιέται όλο και πιο επίμονα για το πώς. Τέλος, η δραματική ειρωνεία προκαλείται από την αντίθεση ανάμεσα στη γνώση των αποδεκτών του έργου και την άγνοια των πρωταγωνιστών της ιστορίας.
 
Οι πηγές: Oι πηγές των Ιστοριώνείναι σχεδόν αποκλειστικά προφορικής φύσης. Οι πληροφοριοδότες του Ηροδότου είτε χαρακτηρίζονται με βάση την καταγωγή ή την ιδιότητά τους είτε μνημονεύονται ονομαστικά. Συχνότερες είναι οι μαρτυρίες των ντόπιων, των ἐπιχωρίων, που προέρχονται από τις σημαντικότερες πόλεις της κυρίως Ελλάδας, της Κάτω Ιταλίας και της Σικελίας, ή ανήκουν σε κάποιο βαρβαρικό φύλο.Δυσεπίλυτο είναι αντίθετα το ερώτημα αν και σε ποια έκταση αξιοποίησε ο Ηρόδοτος γραπτές πηγές. Από τους προκατόχους του παραπέμπει ρητά μόνο στον Εκαταίο (δύο φορές: 2.143.1, 6.137.1 και 4), ωστόσο είναι πιθανόν ότι πίσω από τη γενική ένδειξη «Ίωνες» λανθάνει, ειδικά στον αιγυπτιακό λόγο, ο Μιλήσιος. Είναι επίσης βέβαιο ότι ο Εκαταίος αξιοποιήθηκε στις Ιστορίες πολύ περισσότερο από ό,τι δηλώνει ή αφήνει εμμέσως να εννοηθεί ο Ηρόδοτος. Επιπλέον, ο Ηρόδοτος παραπέμπει συχνά σε ελληνικές, αιγυπτιακές, βαβυλωνιακές, λυδικές και περσικές επιγραφές, σε συλλογές χρησμών, σε μεμονωμένους χρησμούς και σε ποιητές. Ο ιστορικός αξιοποιεί επίσης διάφορα μνημεία (ιδίως στους Δελφούς, τη Σάμο, την Αθήνα, την Αίγυπτο, αλλά και σε άλλα μέρη της Ελλάδας, στη Θράκη, τη Σκυθία, τη Μικρά Ασία, τη Βαβυλώνα, την Παλαιστίνη, την Κυρήνη, την Καρχηδόνα, την Έγεστα, το Μεταπόντιον). Αξιοποίηση εγγράφων (ή ενός προκατόχου, ο οποίος συνήθως εικάζεται ότι είναι ο Εκαταίος) έχει τέλος θεωρηθεί ότι αποδεικνύει ο κατάλογος των σατραπιών (3.86-96) που δίνει την εντύπωση επίσημου διοικητικού ύφους ή ο κατάλογος του περσικού στρατού (7.60-99).
 
Ιστορική μέθοδος: Η ιστορική μέθοδος του Ηροδότου μπορεί να συναχθεί μόνο από σκόρπιες παρατηρήσεις, γιατί πουθενά δεν εξηγεί πώς εργάζεται, όπως κάνει ο Θουκυδίδης. Πρώτο του καθήκον θεωρεί την αναδιήγηση της παράδοσης (7.152.3): ἐγὼ δὲ ὀφείλω λέγειν τὰ λεγόμενα, πείθεσθαί γε μὲν οὐ παντάπασιν ὀφείλω, καί μοι τοῦτο το ἔπος ἐχέτω ἐς πάντα λόγον («εγώ όμως έχω την υποχρέωση ν' αναφέρω τα όσα λέγονται, αλλά δεν έχω την υποχρέωση να τα πιστεύω κι αυτό που λέω ισχύει για όλο μου το έργο»). O Θουκυδίδης είναι συνεπώς εκείνος που έθεσε πρώτος την αναζήτηση της αλήθειας ως απόλυτο ιστοριογραφικό κανόνα σε μια οξεία αντίδραση προς τον Ηρόδοτο (1.20.3): οὕτως ἀταλαίπωρος τοῖς πολλοῖς ἡ ζήτησις τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπὶ τὰ ἑτοῖμα μᾶλλον τρέπονται«τόσο αδοκίμαστα αναζητούν οι πολλοί την αλήθεια και στρέφονται προς όσα βρίσκουν έτοιμα».
 
Όπως η ιστοριογραφική μέθοδος του Ηροδότου δεν παρουσιάζεται με συστηματικό τρόπο πουθενά στις Ιστορίες, έτσι είμαστε αναγκασμένοι να ανασυνθέσουμε και το σύστημα της χρονολόγησης μέσα από πολυάριθμες ενδείξεις που είναι διάσπαρτες σε ολόκληρο το έργο. Ο χρονικός άξονας των Ιστοριών συγκροτείται από τη διαδοχή στην εξουσία των εκπροσώπων τριών δυναστειών της Ανατολής: της μηδικής-περσικής από τον Δηιόκη ως τον Ξέρξη, που περιλαμβάνει το συνολικό spatium historicum του έργου, και παράλληλα της λυδικής δυναστείας από τον Γύγη ως τον Κροίσο και της αιγυπτιακής Σαϊτικής δυναστείας από τον Ψαμμήτιχο ως τον Ψαμμήνιτο. Σε κάθε δυναστεία καταγράφεται πάντοτε η διάρκεια της βασιλείας κάθε ηγεμόνα. Οι συγχρονισμοί ανάμεσα στις τρεις διαφορετικές σειρές ηγεμόνων είναι σπάνιοι και λανθάνουν σε ελάχιστα σημεία του έργου. Το χρονικό πλαίσιο του έργου του Ηροδότου, ένα πλαίσιο που εκτείνεται από τον Κροίσο ως την άλωση της Σηστού από τους Αθηναίους, περιλαμβάνει τρεις γενεές και συγκροτεί τον «ιστορικό χρόνο»που βασίζεται στην ατομική μνήμη, ακριβώς όπως διδάσκει η σύγχρονη θεωρία της προφορικής ιστορίας. Στο εσωτερικό της περιόδου των τριών γενεών η ιωνική επανάσταση (5.28) αποτελεί ένα σημείο καμπής από χρονολογική άποψη, αφού από το σημείο αυτό και μετά η ολοένα και πιο λεπτομερής αφήγηση των γεγονότων συνοδεύεται από μια ολοένα και πιο ακριβή χρονολόγησή τους: από την αρχή της επανάστασης μέχρι την έναρξη της εκστρατείας του Ξέρξη εναντίον της Ελλάδας ο ιστορικός μετρά, ενίοτε μεμονωμένα, έτη, κατά τη διάρκεια της εκστρατείας του Ξέρξη όμως εποχές του έτους, ημέρες ή και ώρες. Η αφήγηση της εν λόγω εκστρατείας περιλαμβάνει επίσης και το έτος-σταθμό 480 π.Χ., το οποίο με την παράθεση του ονόματος του επώνυμου άρχοντα των Αθηναίων, του Καλλιάδη,αποτελεί και τη μοναδική απόλυτη χρονολόγηση των Ιστοριών (8.51.1).
 
Κοσμοθεωρία και ιστορική αντίληψη:Κάθε σελίδα του ηροδότειου έργου προδίδει τη μεταβατική εποχή στην οποία ανήκει, εκείνη που βρίσκεται ανάμεσα στη δύση της αρχαϊκής εποχής και στον «διαφωτισμό» του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα που μόλις ανατέλλει. Απόψεις όπως εκείνες που απαντούν στον Αισχύλο ή στους Ίωνες φυσικούς φιλοσόφους του 6ου αιώνα και αντιλήψεις που ανήκουν στον κόσμο των ιδεών των πρώτων συγγραμμάτων του ιπποκρατικού corpus, της σοφιστικής ή του Θουκυδίδη ή η συνειδητή μίμηση του Ομήρου ως προς την στοχοθεσία και τα αφηγηματικά μέσα των Ιστοριών και ο επιστημονικός ζήλος στην επιχειρηματολογία και στην κριτική απόψεων άλλων «ιστορικών» αποτελούν αντιθετικά ζεύγη πουσυνυπάρχουν στο έργο του Ηροδότου.
 
Στον Ηρόδοτο που διαμορφώνει την κοσμοθεωρία του με βάση παραδοσιακά μοντέλα, στον «αρχαϊκό» Ηρόδοτο, πρέπει να αποδοθεί η θεοκρατική πλευρά της ιστορικής του σκέψης, η άποψη ότι τα γεγονότα κατευθύνονται από θεϊκές δυνάμεις. Επειδή οι θεολογικές απόψεις που απαντούν στο έργο του διαφέρουν μεταξύ τους, είναι ανώφελη κάθε απόπειρα ανασύνθεσης της ηροδότειας «φιλοσοφίας της ιστορίας»· ότι όμως το θεϊκό στοιχείο έχει κεντρική σημασία για την ιστορία κατά τον Ηρόδοτο δεν μπορεί να αμφισβητηθεί. Βασική για τον Ηρόδοτο είναι η πίστη σε μια κυκλική εξέλιξη της ιστορίας, της οποίας τις διακυμάνσεις αποτυπώνει τόσο η πορεία της ζωής ενός ατόμου όσο και η πορεία της δύναμης ενός κράτους. Κεντρικό στοιχείο αυτής της εξέλιξης είναι η εκδίκηση για τις αδικίες σε ανθρώπινο επίπεδο και η τιμωρία για άδικες πράξεις (τίσις) σε θεϊκό επίπεδο. Στην ιστορική εξέλιξη ο θεός παρεμβαίνει με διάφορους τρόπους: συνηθέστερα τιμωρώντας τις άδικες πράξεις, με τίσινή τιμωρίαν. Ενίοτε ο θεός αντιδρά και με τον φθόνον, που δεν επιτρέπει στους ανθρώπους να συμπεριφέρονται σαν θεοί. Έξω και πέρα από τον θεό υπάρχει το πεπρωμένο. Όσο και αν δεν μπορεί να γίνει εύκολα κατανοητό, αυτή η άποψη περί του πεπρωμένου συνδυάζεται με την αναγνώριση της ελευθερίας της βούλησης και της ευθύνης των ανθρώπων. Πρόκειται για «γνήσιο κατάλοιπο της αρχαϊκής εποχής» που ανάγεται στην ομηρική άποψη της διπλής, θεϊκής και ανθρώπινης, αιτιότητας. Ο Ηρόδοτος πιστεύει επίσης ακλόνητα στο αλάθητο των χρησμών. Σταθερή είναι και η πίστη του στα όνειρα.
 
Ο «αρχαϊκός» Ηρόδοτος δεν είναι όμως ολόκληρος ο Ηρόδοτος. Πολλά στοιχεία των Ιστοριών ανάγονται στο πνευματικό κλίμα του δεύτερου μισού του 5ου αιώνα -προδίδουν μάλιστα την ενεργό συμμετοχή του στις επιστημονικές συζητήσεις της εποχής- με άλλα λόγια παραπέμπουν σε μια εγγύτερη από ό,τι πιστευόταν μέχρι σήμερα πνευματική συγγένεια με τον Θουκυδίδη. Οι σχέσεις αυτές πρέπει να ερμηνευθούν ως συμμετοχή του ιστορικού στην πνευματική κοινήτου 2ου μισού του 5ου αι. Ορατό σημείο αυτής της συγγένειας του Ηροδότου είναι ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζει το υλικό του, δηλαδή η ρητή μνεία των πηγών και η αξιολόγησή τους, οι μεθοδολογικές παρατηρήσεις, η έμφαση στην ὄψιν και την ἀκοήν, ο πανταχού παρών αφηγητής, το οξύ ύφος της κριτικής εναντίον των απόψεων ανταγωνιστών και προκατόχων κλπ.· πρόκειται για το ύφος ενός διανοούμενου, όχι απλώς για το ύφος των δημόσιων διαλέξεων. Με την ιατρική και τη σοφιστική της εποχής τον συνδέει η γενικότερη περιέργειά του για τη φύση, το κλίμα και τα ήθη και έθιμα, καθώς και για την επίδραση των στοιχείων αυτών στον χαρακτήρα και τη φύση των λαών.
 
Βασικό στοιχείο του πνευματικού κόσμου του Ηροδότου αποτελεί και το εθνογραφικό ενδιαφέρον, που διαποτίζει όλα τα τμήματα του έργου του. Ο Ηρόδοτος κατασκευάζει ένα περιεκτικό πολιτισμικό και γεωγραφικό πλέγμα της οικουμένης, στο πλαίσιο του οποίου οι Έλληνες μπορούν να εντάξουν τους εαυτούς τους αλλά και τους άλλους. Η ηροδότεια εθνογραφία βασίζεται σε ένα σχήμα αποτελούμενο από τρεις ομόκεντρους κύκλους: σύμφωνα με το σχήμα αυτό το πολιτισμικό επίπεδο μειώνεται όσο προχωρά κανείς από το κέντρο προς τις εσχατιές της οικουμένης: τον εσωτερικό κύκλο, και ταυτόχρονα το σταθερό σημείο αναφοράς, αποτελούν οι Έλληνες και οι υπόλοιποι προηγμένοι πολιτισμοί, τον μεσαίο τα νομαδικά έθνη και τον εξωτερικό τα πρωτόγονα φύλα.

Παρασκευή 24 Αυγούστου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἱκέτιδες (574-599)

δι᾽ αἰῶνος κρέων ἀπαύστου [στρ. δ]
575 Ζεὺς ...
βία δ᾽ ἀπημάντῳ σθένει
καὶ θείαις ἐπιπνοίαις
παύεται, δακρύων δ᾽ ἀπο-
στάζει πένθιμον αἰδῶ.
580 λαβοῦσα δ᾽ ἕρμα Δῖον ἀψευδεῖ λόγῳ
γείνατο παῖδ᾽ ἀμεμφῆ,

δι᾽ αἰῶνος μακροῦ πάνολβον· [ἀντ. δ]
ἔνθεν πᾶσα βοᾷ χθών,
« φυσιζόου γένος τόδε
585 Ζηνός ἐστιν ἀληθῶς·
τίς γὰρ ἂν κατέπαυσεν Ἥ-
ρας νόσους ἐπιβούλους;»
Διὸς τόδ᾽ ἔργον· καὶ τόδ᾽ ἂν γένος λέγων
ἐξ Ἐπάφου κυρήσαις.

590 τίν᾽ ἂν θεῶν ἐνδικωτέροισιν [στρ. ε]
κεκλοίμαν εὐλόγως ἐπ᾽ ἔργοις;
‹αὐτὸς ὁ› πατὴρ φυτουργὸς αὐτόχειρ ἄναξ,
γένους παλαιόφρων μέγας
τέκτων, τὸ πᾶν
μῆχαρ οὔριος Ζεύς.

595 ὑπ᾽ ἀρχᾶς δ᾽ οὔτινος θοάζων [ἀντ. ε]
† τὸ μεῖον κρεῖσσον ὢν κρατύνει,
οὔτινος ἄνωθεν ἡμένου σέβων κράτος.
πάρεστι δ᾽ ἔργον ὡς ἔπος
σπεῦσαί τι τῶν
βούλιος φέρει φρήν.

***
Είν᾽ αυτός που στους αιώνες βασιλεύει
πόκαμε το θάμα ο Δίας!
με το απόνετο ολοδύναμό του χέρι
και τη θεϊκιά εμπνοή του
παίρνουν τέλος τα δεινά της,
ενώ στάζαν της ντροπής από τα μάτια
θλιβερά τα δάκρυά της·
Μ᾽ αφού δέχτηκε του Δία το θείο το σπέρμα,
580 καθώς λόγος μαρτυράει αληθινός,
αψεγάδιαστο παιδί φέρνει στο φως,

Τρισμακάριο σε χρόνων μακρούς γύρους,
που έτσι βούιξε και κήρυξ᾽ όλη η γη:
«Του Δία γέννημα είναι αλήθεια
της ζωής αυτή η Πηγή».
Και ποιός άλλος την αρρώστια θα μπορούσε
να λουφάξει, που απ᾽ της Ήρας την οργή
την επίβουλη εβαστούσε;
μόνο ο Δίας! κι έτσι ακόμα αν θενα πεις
πως βαστάει από τον Έπαφο η γενιά μας,
γελασμένος δε θα βγεις.

590 Ποιόν λοιπόν απ᾽ τους θεούς θα ᾽χα πιο δίκιο
από τα έργα του βοηθό μου να καλούσα;
Αυτός κύριος, ο πατέρας μας
και με το ίδιο του το χέρι φυτουργός,
ο μεγάλος της αρχαίας μας
της γενιάς δημιουργός,
στα δεινά μας μόνη ελπίδα σωτηρίας
και το πρίμο αγέρι, ο Δίας.

Αυτός κάτω από καμιά άλλη δε θρονιάζει
εξουσία του πιο μεγάλη
που μικρότερή της να ᾽ναι η δύναμή του,
και δεν έχει, που να προσκυνάει, κανένα
πάνω από την κεφαλή του.
ό,τι κρίνει μες στα τέλεια της βουλής του,
με το λόγο του την ίδια τη στιγμή
κι έργο ευτύς έχει γενεί.