Τετάρτη 15 Αυγούστου 2018

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ

Γίνεται, γενικά αποδεκτό ότι ο Θουκυδίδης ήταν πρώτα και. προπάντων ιστο­ρικός και ότι η φήμη του οφείλεται στο έργο του ως νεωτεριστή ιστοριογράφου. Σύμφωνα με αυτήν την άποψη ο Θουκυδίδης υιοθέτησε τον πεζό λόγο της ιστορίας που μόλις είχε αναπτυχθεί από προγενέστερους συγγραφείς, συμπεριλαμβανομένου του Ελλάνικου και του Ηροδότου, και τον μετέτρεψε σε ένα αυστηρό και ‘επιστημονικό’ είδος λόγου. Ο Ηρόδοτος (1.1) είχε αποφανθεί ότι η πρόθεση των Ιστοριών του ήταν η διατήρηση της μνήμης, «έτσι ώστε όσα έχουν γίνει από τους ανθρώπους να μην ξεχαστούν με το πέρασμα του χρόνου, ενώ μεγάλες και σημαντικές πράξεις να μην απολέσουν τη δόξα τους».[1] Όπως ο Ηρόδοτος, έτσι και ο Θουκυδίδης είχε έντονα την αίσθηση του ρόλου του ως συγγραφέα στην πολιτιστική διαδικασία της διατήρησης της μνήμης του παρελθόντος και - ακολουθώντας τον Ηρόδοτο - παρουσίασε μια διαδοχική αφήγηση σημαντικών γεγονότων του παρελθόντος. Στην καθιέρωση της άποψης ότι ο Θουκυδίδης είναι ο κατ’ εξοχήν ιστορικός έχουν συμβάλει πολλοί παράγοντες. Ο Θουκυδίδης θεωρούσε αντιπάλους τους πρώτους Έλληνες ιστοριογράφους που είχαν συνείδηση του έργου τους. Όπως ο Ευθυμίδης, ένας από τους πρώτους ζωγράφους ερυθρόμορφων αγγείων, έγραψε πάνω σε έναν αριστουργηματικό αμφορέα που υπέγραψε ‘όπως (δεν έκανε) ποτέ ο Ευφρόνιος’, έτσι και ο Θουκυδίδης, επικρίνοντας ονομαστικά τον Ελλάνικο για ανακρίβεια σχετικά με τη χρονολόγηση (1.97) και, κατ’ επέκταση, τον Ηρόδοτο για αντικειμενικά σφάλματα, τοποθετεί το έργο του σε μια ανταγωνιστική σχέση με το έργο των πρώτων ιστορικών.[2] Ο Ευθυμίδης και ο Ευφρόνιος όμως ήταν συμμέτοχοι σε αυτό που αμφότεροι ενδεχομένως θα αναγνώριζαν ως ένα είδος τέχνης, ένα εγχείρημα διεπόμενο από κανόνες, το οποίο επέτρεπε τολμηρούς νεωτερισμούς, αλλά ταυτόχρονα αποδεχόταν και τηρούσε σαφείς γενικές αρχές.[3] Δεν είναι τόσο προφανές ότι ο Θουκυδίδης θα αποδεχόταν ότι είχε αναλάβει το ίδιο ακριβώς ειδολογικά εγχείρημα με τον Ηρόδοτο, αφού δεν χαρακτήρισε το κείμενό του ως ἱστορίαι.[4] Επιπλέον δεν είναι προφανές, εάν οι κανόνες, που χαρακτήριζαν τον πεζό λόγο του 5ου αιώνα, ήταν σαφώς προσδιορισμένοι, όπως οι σχετικοί με τη ζωγραφική των αμφορέων ή των ποιητικών μορφών. Σημαντικό είναι ότι το κείμενο του Θουκυδίδη ακυρώνει και συγχρόνως βασίζεται επί των κειμένων τα οποία έγραψαν οι Έλληνες που θεμελίωσαν την ιστοριογραφία.
 
Νεωτερισμός και στοχασμός
 
Σε αυτό το δοκίμιο θα υποστηριχθεί η άποψη ότι ο Θουκυδίδης ανέπτυξε μι νέα προσέγγιση αναφορικά με την περιγραφή και τη χρήση του παρελθόντος μια προσέγγιση που κατέληξε ουσιαστικά στην ανακάλυψη μιας νέας μεθόδου πολιτικής και κοινωνικής επιστήμης. Με αυτό εννοώ ότι θεωρούσε ανεπαρκείς τις προθέσεις όλων των προγενέστερων (και πολλών μεταγενέστερων) ιστορικών: τη διατήρηση της μνήμης, την εξύμνηση ηρωικών επιτευγμάτων, την έκθεση ηθικών σφαλμάτων, την αιτιώδη συσχέτιση άσχετων φαινομενικά μεταξύ τους γεγονότων του παρελθόντος. Παρά το γεγονός ότι είναι δυνατόν να εντοπίσουμε στο έργο του Θουκυδίδη σημαντικά ίχνη για κάθε μια από αυτές τις προθέσεις, η περιγραφή των γεγονότων του παρελθόντος ήταν ένα μέσο για τον τελικό σκοπό και όχι αυτοσκοπός. Αυτό δηλώνεται απερίφραστα στην καθοριστικής σημασίας προγραμματική δήλωσή του στο χωρίο 1.22.4. Ο συγγραφέας θα ήταν ευχαριστημένος, εάν το κείμενό του θεωρούνταν ‘ωφέλιμο από όσους θελήσουν να έχουν ακριβή γνώση των γεγονότα που συνέβησαν και εκείνων που θα συμβούν στον μέλλον.’[5] Παρ’ όλα αυτά τ κείμενο θέλει να προσφέρει μια ακριβή αφήγηση του παρελθόντος. Η πρόθεση όμως να προσφέρει μια τέτοια αφήγηση δεν στοχεύει στη διατήρηση της μνήμης ως αυτοσκοπό, αλλά στην καθοδήγηση των ανθρώπων ως προς τη μελλοντική τους δράση. Θα υποστηρίξω ότι το κείμενο του Θουκυδίδη διδάσκει τον αναγνώστη ότι το κλειδί για αποτελεσματικές ενέργειες στο μέλλον είναι η κατανόηση των κοινωνικοπολιτικών συστημάτων, δηλ. η πολιτική επιστήμη.
 
Η προγραμματική δήλωση στο 1.22.4 υποδηλώνει ότι το έργο του Θουκυδίδη απέβλεπε να είναι ένα είδος ‘οδηγιών χρήσης για πολιτικά συστήματα’. Η ενσωμάτωση της κοινωνικοπολιτικής θεωρίας στην ακριβή αφήγηση των γεγονότων του παρελθόντος προσπαθεί να δώσει στους ανθρώπους (δηλ. τους αναγνώστες του) τη δυνατότητα να κερδίσουν επιρροή, ώστε να συμμετάσχουν ενεργά στις κοινωνικές και πολιτικές δομές. Είχε σκοπό να δώσει στους ανθρώπους γνώση, η οποία θα ήταν χρήσιμη όσον αφορά την επέκταση της ικανότητας να ασκήσουν ατομική δράση μέσα στην κοινωνία. Τέτοιοι άνθρωποι θα τελούσαν σε μια ανταποδοτική σχέση με την κοινωνία: οι άνθρωποι του Θουκυδίδη δεν θα ήταν μόνον κοινωνικά προϊόντα αλλά και καταλύτες κατά την εξέλιξη των κοινωνιών.[6]
 
Ένας τρόπος για να ανιχνεύσουμε τις προθέσεις του συγγραφέα είναι να προσδιορίσουμε το πεδίο των θεμάτων με τα οποία ασχολείται το κείμενο.[7] Το κείμενο του Θουκυδίδη ασχολείται με ένα πολύ πιο ευρύ πεδίο από αυτό που χειρίζονταν οι συγγραφείς τους οποίους σήμερα θεωρούμε τους ‘πρώτους Έλληνες ιστορικούς’. Ο Θουκυδίδης συνέκρινε το εγχείρημά του και με αυτό των ποιητών και με αυτό των πεζογράφων (λογογράφοι: 1.21.1). Η ποιητική παράδοση, στην οποία αποδίδει μεγάλη σημασία, είναι κατ’ αρχήν η ομηρική, παρόλο που και η τραγωδία εμφανίζεται εξίσου έντονα. Οι λογογράφοι στους οποίους αναφέρεται συμπεριλαμβάνουν προφανώς και ιστορικούς, αλλά και συγγραφείς πολιτικών φυλλαδίων και λόγων στα Αθηναϊκά δικαστήρια. Όπως οι ιστορικοί, έτσι και οι ποιητές και οι συγγραφείς λόγων χρησιμοποιούσαν το παρελθόν, ενώ αμφότεροι είχαν επεξεργασθεί περίτεχνα ‘ρητορικά’ σχήματα, με τα οποία το περιεχόμενο γεγονότων του παρελθόντος έπαιρνε την καλλιτεχνικά ευχάριστη μορφή την οποία απορρίπτει κατηγορηματικά ο Θουκυδίδης.[8]
 
Ο Θουκυδίδης γνώριζε βεβαίως φυλλάδια τα οποία ασκούσαν κριτική στην Αθηναϊκή δημοκρατία - η στενή σχέση μεταξύ ορισμένων κεντρικών ζητημάτων του έργου του (όπως η ναυτική δύναμη και η αυτοκρατορία) και της μάλλον λίγο προγενέστερης ψευδο-ξενοφώντειας Αθηναίων Πολιτείας έχει αναγνωρισθεί προ πολλού.[9] Ο Θουκυδίδης επίσης δανείσθηκε τις μεθόδους και τη γλώσσα της ιπποκρατικής παράδοσης ιατρικών κειμένων. Εκτός από από αυτό ήταν σε θέση να παραπέμπει και να μιμείται τις θεωρίες και το ύφος των σο (όπως στον Διάλογο των Μηλίων) και τους ομιλητές σε συνελεύσεις (όπως στους αγώνες λόγων στη Μυτιλήνη και τη Σικελία). Μεταξύ των δασκάλων της σοφιστικής και της ρητορικής υπήρχαν ορισμένοι οι οποίοι ισχυρίζονταν ότι είχαν αναπτύξει μια ‘πολιτική επιστήμη’, την πολιτικήν τέχνην. Η σοφιστική/ρητορική αντίληψη της τέχνης ήταν στενά λειτουργική και δεν στηριζόταν θεωρούσε ο Θουκυδίδης ότι έπρεπε να συμβαίνει με κάθε σωστή αντίληψη ‘πολιτικής επιστήμης’, στη συστηματική κατανόηση των κοινωνικοπολιτικών δομών και τη δυναμική αλληλεπίδρασή τους μέσα στο πλαίσιο ευρύτερων κοινωνικών συστημάτων. Με λίγα λόγια, ο Θουκυδίδης σκόπιμα αντιπαρατέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους της εποχής του, μέσα από ένα ευρύ φάσμα που εμείς σήμερα θα θεωρούσαμε λογοτεχνικά είδη - με αποτέλεσμα το έργο του να μη μπορεί να ταξινομηθεί με βάση ένα, καθιερωμένο ή υπό διαμόρφωση λογοτεχνικό πεδίο.[10]
 
Παρόλο που το κείμενο του Θουκυδίδη είναι περίτεχνο με τον δικό του τρόπο, πιστεύω ότι θα πρέπει να τον πάρουμε στα σοβαρά, όταν ο ίδιος προτείνει στο χωρίο 1.22.4 ότι η διαρκής αξία του κειμένου του (όπως και η υπεροχή του στο επίπεδο της σύγκρισης με άλλα λογοτεχνικά είδη) δεν εντοπίζεται στη λογοτεχνική έκφραση που προκαλεί ευχαρίστηση, αλλά στην ακρίβεια, τη διεισδυτικότητα και την πρακτική εφαρμογή της ανάλυσής του. Ο ισχυρισμός του Θουκυδίδη για τη διαρκή αξία του έργου του (δηλ. ως ενός κτήματος ἐς αἰί) βασίζεται σε δύο θεμελιώδεις αντιλήψεις: πρώτον, ότι ο κόσμος στον οποίο μεγάλωσε (δηλ. η Αθήνα στα μέσα του 5ου αιώνα) ήταν κάτι νέο και εκ βάθρων διαφορετικό - και από την Αθήνα του παρελθόντος από τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο· δεύτερον, ο Θουκυδίδης αναγνώρισε κόσμος της Αθήνας, παρά το γεγονός ότι είχε πολύ πρόσφατα διαμορφωθεί παρέμενε θεμελιωμένος σε αρχές ανθρώπινης ψυχολογίας οι οποίες διατηρούνταν σταθερές. Καμία από αυτές τις αντιλήψεις δεν ήταν πρωτότυπη, αλλά όπως θα υποστηρίξω, ο Θουκυδίδης ανέπτυξε αυτές τις θεμελιώδεις αντιλήψεις κατά τέτοιο τρόπο, ώστε κατέστησε το έργο του ιδιαίτερα πρωτότυπο. Ο τρόπος με τον οποίο αναπτύσσει ο Θουκυδίδης αυτές τις δύο ιδέες καθιστά επίσης το έργο του ‘μοντέρνο’ προ του γράμματος. Δεν αποτελεί υπερβολή, εάν ισχυρισθεί κανείς ότι ο Θουκυδίδης είναι με πολλούς τρόπους ‘μοντέρνος’. Για μεγάλο χρονικό διάστημα διεκδίκησε τον τίτλο του πατέρα του μοντέρνου κλάδου της ‘επιστημονικής’ ιστορίας.[11] Εγώ όμως προτείνω ότι είναι μοντέρνος με μια έννοια η οποία είναι πολύ πιο συνολική και ταυτόχρονα πιο ενοχλητική για τη δική μας ακαδημαϊκή αντίληψη περί ορίων μεταξύ επιστημονικών κλάδων.
 
Από τα μέσα του 19ου αιώνα αφιερώθηκαν πολλές κοινωνιολογικές και πολιτικές αναλύσεις στην εξήγηση των χαρακτηριστικών του ‘μοντέρνου’, προ- κειμένου να διαφοροποιηθούν οι ‘μοντέρνες’ από τις παραδοσιακές, προγενέστερες κοινωνίες. Ο Anthony Giddens εστιάζει σε τρεις παράγοντες:
 
1. τον διαχωρισμό του χρόνου και του χώρου (τον οποίο ονομάζει ‘αποστασιοποίηση’),
 
2. την ανάπτυξη ‘εκσφηνωτικών μηχανισμών’, που ‘ανασύρουν’ την κοινωνική δραστηριότητα από τοπικά συμφραζόμενα (συμπεριλαμβανομένης και της κρατικής διοίκησης) και
 
3- την οικειοποίηση της εξειδικευμένης γνώσης.[12]
 
 Αναγνωρίζοντας ότι παραμένουν πολλές σημαντικές διαφορές μεταξύ του Αθηναϊκού μοντερνισμού και του δικού μας (δηλ. όσον αφορά την οργάνωση της εργασίας και την κλίμακα της παγκοσμιοποίησης) ισχυρίζομαι ότι ο Θουκυδίδης είχε αναγνωρίσει κάτι συγγενές με κάθε έναν από τους τρεις ειδοποιούς παράγοντες του Giddens στην αρχαία Αθήνα του 5ου αιώνα, έτσι ώστε να νομιμοποιούμαστε να μιλάμε για τον μοντερνισμό του Θουκυδίδη και τον μοντερνισμό της Αθήνας, όπου μεγάλωσε.
 
Δίχως να κρύβουμε τις διαφορές ή να λησμονούμε τις ειδοποιούς διαφορές του μοντερνισμού μας, μπορούμε να μάθουμε κάτι και για τον Θουκυδίδη και για την Αθήνα, αν αναγνωρίσουμε ότι η Αθήνα ήταν μοντέρνα με τους τρόπους με τους οποίους σύγχρονοι πολιτικοί και κοινωνικοί επιστήμονες έχουν προσδιορίσει τον όρο αυτό. Περαιτέρω, υιοθετώντας την αντίληψη του Giddens για την κοινωνική αλλαγή ως προϊόν μιας σχέσης μεταξύ γνωστών παραγόντων και κοινωνικών δομών, μπορούμε να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης έλαβε μέρος ενεργά στον εκμοντερνισμό της εποχής και του τόπου του: ο ιστορικός αναζήτησε με αυτοπεποίθηση τη γνώση τη σχετική με κοινωνικοπολιτικές δομές. Επίσης επιδίωξε συνειδητά να χρησιμοποιήσει τις ειδικές γνώσεις του σε μια σχέση αλληλεπίδρασης με αυτές τις δομές. Αυτό σημαίνει ότι η ανάλυσή του είχε διπλό σκοπό: αφενός να καταστήσει κατανοητά ορισμένα σημαντικά τμήματα της κοινωνικής δομής (στους αναγνώστες του, οι οποίοι ενημερώνονται διά του κειμένου του) και αφετέρου να προωθήσει την αλλαγή εντός του κοινωνικού συστήματος μέσω της εκούσιας δράσης ανάλογα μορφωμένων ανθρώπων που είναι μέλη αυτής της κοινωνικής δομής. Το κείμενό του, λοιπόν, είναι ένα είδος υπερ-τέχνης, αφού διδάσκει τις τεχνικές οι οποίες επιτρέπουν στα συστήματα και να γίνουν κατανοητά και να επηρεασθούν από αυτούς οι οποίοι έχουν καταστεί ειδικοί της ‘τέχνης’.
 
Εάν παρακολουθήσουμε τον ισχυρισμό του Giddens μέχρι τέλους, προκύπτει ότι, εφόσον οι δομές και τα συστήματα αποσταθεροποιούνται μέσω των ενεργειών προσώπων που έγιναν ‘θουκυδίδειοι ειδικοί σε τεχνικά ζητήματα’ (και εφόσον αυτά τα ειδικευμένα μέλη έχουν αυτά καθεαυτά αλλάξει μέσω της μόρφωσής τους μέσα σε εξελισσόμενες κοινωνικές δομές), το είδος της ειδικής γνώσης το οποίο θα ήταν δυνατόν να προσφέρει το κείμενο του Θουκυδίδη έχει πιθανόν καταστεί απαρχαιωμένο και με αυτόν τον τρόπο και ασήμαντο. Αυτό συμβαίνει διότι το σύστημα δεν είναι δυνατόν να παραμείνει σταθερό από τη στιγμή που έχει ενσωματώσει εξειδικευμένη γνώση για τον εαυτό του· στην περίπτωση αυτή είναι αναγκασμένο να διαμορφωθεί σε κάτι διαφορετικό από αυτό το οποίο ήταν, και κατά αυτόν τον τρόπο το παρελθόν καθίσταται ασυνεχές σε σχέση με το μέλλον. Ο Θουκυδίδης όμως σκεπτόταν προφανώς διαφορετικά: στην προγραμματική έκφραση των προθέσεών του δήλωσε σαφώς ότι το έργο του, περιγράφει ένα ιδιαίτερο παρελθόν και έτσι αποτελεί κτήμα όλων των εποχών (1.22.4). Μένει να δούμε εάν αυτός ο ισχυρισμός ερμηνεύεται καλύτερα ως ένα είδος οριοθέτησης (ένας όρος) του μοντερνισμού του Θουκυδίδη (και, σε αυτήν την περίπτωση, πού θα τοποθετηθεί αυτός ο όρος), ή εάν το κείμενο προβάλλει τον ισχυρισμό ότι τα διδάγματά του θα καθιστούσαν έναν πολιτικό ικανό να εργασθεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο του κοινωνικού συστήματος, ακόμη και όταν αυτά τα συστήματα συνεχίζουν να εξελίσσονται μέσω της αλληλεπίδρασης με ενημερωμένους πολίτες.
 
Παράδοση και μοντερνισμός
 
Ως απάντηση στην ερώτηση του όλβιου Κροίσου της Λυδίας, ο Σόλων του Ηροδότου δηλώνει ότι κατά τη γνώμη του ο ευτυχέστερος άνθρωπος ο οποίος έζησε ποτέ ήταν ο Αθηναίος συμπολίτης του, ο Τέλλος, ο οποίος ‘καταγόταν από μια ευημερούσα πόλη και του οποίου οι γιοι ήταν καλοί τε κάγαθοί. Είδε τα παιδιά του όλα να αποκτούν παιδιά, τα οποία όλα επέζησαν. Η ζωή του ήταν ευτυχισμένη σύμφωνα με τα κριτήριά μας και ο θάνατός του ήταν ένδοξος: όταν οι Αθηναίοι πολεμούσαν τους γείτονές τους στην Ελευσίνα, βοήθησε να νικήσουν τον εχθρό και πέθανε ένδοξα. Η Αθηναίοι τον κήδευσαν δημοσία δαπάνη στο σημείο όπου έπεσε και του απέδωσαν πολλές τιμές’ (Ηροδ. 1.30.4,5). Η διήγηση του Ηροδότου για την απάντηση του Σόλωνα στον Κροίσο είναι σκόπιμα αναδρομική και είναι δυνατόν να εκληφθεί ως προσδιορισμός ‘παραδοσιακών Ελληνικών κοινωνικών εθίμων.’ Κατά τον 5ο αιώνα οι περισσότεροι πολίτες των περισσότερων Ελληνικών πόλεων θα ήταν σε θέση, νομίζω, να αναγνωρίσουν τον ‘κόσμο του Τέλλου’, δηλ. το κοινωνικό σύστημα το οποίο υποστήριζε τις φιλοδοξίες και τις ενέργειές του, ενώ πολλοί θα προσυπέγραφαν το πρότυπο ζωής το οποίο περιγράφεται ως κάλλιστον από τον Σόλωνα του Ηροδότου. Μολονότι θα συμφωνούσαν ότι ελάχιστοι θα μπορούσαν να φθάσουν στο επίπεδο της ευτυχίας του Τέλλου, δεν θα υπήρχε τίποτα στις κοινότητές τους που να καθιστά αυτόν τον τρόπο ζωής μια παράλογη φιλοδοξία. Με αυτήν την έννοια είναι δυνατόν να ισχυρισθούμε ότι το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος παρέμενε μάλλον ‘παραδοσιακό’ παρά ‘μοντέρνο’.[13]
 
Την εποχή κατά την οποία ο Θουκυδίδης μορφώθηκε κοινωνικά και με την οποία ασχολείται, δηλαδή την εποχή του Περικλή, του Κλέωνα και του Αλκιβιάδη, οι Αθηναίοι ίσως αναπολούσαν τον ‘κόσμο του Τέλλου’ με νοσταλγία, ζούσαν όμως τη ζωή τους σε συνθήκες που είχαν αλλάξει τον κόσμο εκ θεμελίων: ως διοικητικό κέντρο της αυτοκρατορίας του Αιγαίου και του εκτεταμένου εμπορικού δικτύου στη Μεσόγειο, η Αθήνα ήταν μια πόλη ευημερούσα και δυνατή, που ξεπερνούσε ακόμη και τα πιο απίστευτα όνειρα του ηροδότειου Σόλωνα. Η τελευταία μάχη του Τέλλου ήταν μια παραμεθόρια αψιμαχία με τους Μεγαρείς, οι οποίοι ζούσαν στην επόμενη πεδιάδα μετά την Αθήνα. Στη νέα εποχή της αυτοκρατορίας ο πόλεμος δεν αφορούσε μόνο τις συνηθισμένες μάχες με γείτονες: οι πόλεμοι λάμβαναν χώρα σε απομακρυσμένα πεδία με ναυτικές δυνάμεις που δρούσαν σε στενή συνεργασία με τον στρατό ξηράς και σύμφωνα με περίπλοκα στρατηγικά σχέδια.[14] Οι φιλοδοξίες του Τέλλου για το μέλλον ήταν εξασφαλισμένες κατ’ αρχήν από την επιβίωση των ευγενικών παιδιών του και εγγονών του και τελικά από το επιτύμβιο μνημείο, το οποίο επιβεβαίωνε την προσωπική του δόξα. Ο νέος κόσμος της Αθήνας ενθάρρυνε τους πολίτες να φαντασθούν το μέλλον με όρους δόξας της πόλης τους. Οι Αθηναίοι πεσόντες του πολέμου κηδεύονταν μαζικά σε δημόσιο νεκροταφείο.[15] Ο Τέλλος ήταν σε θέση να πάρει αποφάσεις ζωής με σχετική αυτοπεποίθηση, βασιζόμενος στην προσωπική του επαγωγική γνώση σχετικά με το πώς λειτουργεί ο κόσμος. Κατανοούσε τις κοινωνικές δομές οι οποίες καθόριζαν το μάλλον απλό κοινωνικοπολιτικό σύστημα στο οποίο ανήκε αυτός και η οικογένειά του. Οι Αθηναίοι της εποχής του Θουκυδίδη ζούσαν σε μια πολύ ευρύτερη και πολυπλοκότερη κοινωνία, στην οποία η πεποίθηση βάσει προσωπικής επαγωγικής γνώσης είχε αντικατασταθεί αναγκαστικά από υπολογισμούς της διαχείρισης των κινδύνων, υπολογισμούς που βασίζονταν σε ένα ιδιαίτερα περίπλοκο σύστημα που ήταν ίσως αδύνατο να συλλάβει κανείς στο σύνολό του.[16] Αυτό ήταν το σύστημα και οι μηχανισμοί που ο Θουκυδίδης προσπάθησε να καταστήσει κατανοητούς στο κείμενό του.
 
Η μετάλλαξη της Αθήνας από τον κόσμο του Τέλλου στον κόσμο του Περικλή, από μια σχετικά απλή και παραδοσιακή σε μια πολύπλοκη και ‘μοντέρνα’ κοινωνία, ήταν εν πολλοίς παράγωγο της δημοκρατίας και της αυτοκρατορίας. Ο Ηρόδοτος είχε αναγνωρίσει ότι τα χρόνια μετά την πτώση της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών, το 510 π.Χ., η ελευθερία και η ισότητα, τα γνωρίσματα της δημοκρατίας, είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση της Αθηναϊκής στρατιωτικής δύναμης. Εν τω μεταξύ οι δημοκρατικές θεσμικές μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη οδήγησαν σε ένα νέο διοικητικό σύστημα. Συνδέοντας τοπικά κοινωνικά δίκτυα μεταξύ τους και δημιουργώντας έτσι ένα συνολικό δίκτυο, το σύστημα αυτό επέτρεψε στην Αθήνα να ξεπεράσει τα όρια της διακυβέρνησης που εξαρτάται από την προσωπική γνώση και που χαρακτηρίζει τις μικρές, ‘ατομικές’ κοινωνίες. Όταν το νέο διοικητικό σύστημα τέθηκε σε λειτουργία και καθώς οι Αθηναίοι άρχισαν να το γνωρίζουν, αντάλλαξαν εκούσια την παραδοσιακή τους πεποίθηση, τη βασιζομένη στην επαγωγική γνώση των ατόμων, με την πίστη στο ίδιο το σύστημα και στη δυνατότητά του να ελέγχει τους κινδύνους μέσω μηχανισμών ευθύνης και διαφάνειας. Το αποτέλεσμα ήταν μια υψηλής αποτελεσματικότητας διοίκηση, η οποία είχε τη δυνατότητα να λειτουργεί σε μια άγνωστη έως τότε κλίμακα και με πρωτοφανή ταχύτητα.[17] Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα ο κοινός χώρος της πόλης μεταμορφώθηκε ανάλογα: νέα κτήρια κτίστηκαν για δημόσιους σκοπούς εντός μιας σαφώς οριοθετημένης δημόσιας ζώνης, μια χωροταξικά καθορισμένη αγορά.[18] Ακόμη και η αντίληψη για τον χρόνο άλλαξε με ένα τυποποιημένο δημόσιο ημερολόγιο και με ιδιαίτερη προσοχή στον διαχωρισμό μεταξύ βραχυπρόθεσμου δημόσιου και νομικού χρόνου με τη χρήση μέσων που παρείχε η τεχνολογία.[19] Μετά την ήττα των Περσικών εισβολέων οι Αθηναίοι στράφηκαν σχεδόν αμέσως προς τη δημιουργία μιας ευρείας συμμαχίας, η οποία σύντομα, μέσω της αλληλεπίδρασης του Αθηναϊκού διοικητικού συστήματος με τη νέα αντίληψη του χωρόχρονου, κατέληξε σε Αθηναϊκή αυτοκρατορία.
 
Η ανάγκη ελέγχου της αυτοκρατορίας - από στρατιωτική, οικονομική και διοικητική άποψη - οδήγησε σε νεωτερισμούς, οι οποίοι αμφισβήτησαν περαιτέρω τις παραδοσιακές αντιλήψεις τις σχετικές με τον χρόνο και τον χώρο, την εθνικότητα και τον τόπο. Ένας στόλος από υπερσύγχρονα πολεμικά πλοία, τα οποία κινούνταν στο Αιγαίο με τρομακτική ταχύτητα, καταργούσε τις συμβατικές αντιλήψεις σχετικά με τη δύναμη και την απόσταση. Ο ρυθμός της ζωής επιταχύνθηκε δραματικά: οι αποφάσεις της πόλης και οι πειραματικές πολιτικές αναπτύσσονταν γρηγορότερα από ό, τι οι προσκολλημένοι στην παράδοση θα ήταν δυνατόν να φαντασθούν. Η ιδιοκτησία και η παραμονή στον ίδιο τόπο δεν αποτελούσαν πλέον σταθερές δομές, οι οποίες θεμελίωναν τις ζωές των ατόμων: πολλοί Αθηναίοι πολίτες περνούσαν ένα μέρος της ζωής τους στο ‘εξωτερικό’, ως κληρούχοι ή ως φρουρά ή ελέγχοντας σημαντικές ξένες περιουσίες ή έχοντας αναμειχθεί σε υπερπόντιες εμπορικές επιχειρήσεις. Το Αθηναϊκό σύστημα των λαϊκών δικαστηρίων ανέλαβε νέα καθήκοντα ελέγχου της αυτοκρατορίας, έτσι ώστε οι έως τότε τοπικές δικαστικές διαφορές μεταφέρονταν πλέον στην Αθήνα και κρίνονταν στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας. Τυποποιημένα νομίσματα της αυτοκρατορίας δημιούργησαν επανάσταση στη χρήση του χρήματος ως συμβόλου μέτρησης της αξίας, ενώ η ανάπτυξη πιστωτικών συστημάτων επέτρεψε τον μερικό απεγκλωβισμό της οικονομίας από τις παραδοσιακές της κοινωνικές σχέσεις.[20] Η διατήρηση αρχείων προοδευτικά τυποποιήθηκε και η πρόσβαση σε αυτά έγινε δημόσια.[21]
 
Η νέα Αθήνα δημιούργησε επανάσταση στον τρόπο σκέψης για την ισχύ και τη δράση: νεωτεριστικές μορφές δύναμης, πολιτικής και στρατιωτικής, αναπτύχτηκαν πολύ γρήγορα με απρόβλεπτο εκ των προτέρων ρυθμό. Η κοινωνική και η πολιτική ζωή εμπλουτίστηκε πολλαπλά με νέους και εκπληκτικούς τρόπους. Παντού υπήρχε μια αυξημένη αυτοπεποίθηση σχετικά με τον ρόλο της συνειδητής ανθρώπινης δραστηριότητας ως πηγής όλων των σχετικών με τους ανθρώπους φαινομένων. Την ίδια στιγμή, η αυξημένη πολυπλοκότητα του συστήματος φαινομενικά καθιστούσε απίθανο τον έλεγχό τους από ένα μεμονωμένο άτομο.[22] Στη θέση ενός ατόμου που ήλεγχε το πολύπλοκο αυτό σύστημα υπήρχε ένα δίκτυο γνώσεων, ειδικών και ερασιτεχνικών. Οι ειδικές γνώσεις (π.χ. γραμματέων σε δικαστικές επιτροπές) ήταν συνυφασμένες με την πολιτική πρακτική ερασιτεχνών (π.χ. των διά του κλήρου εκλεγμένων δικαστών). Παράλληλα, αυτοανακηρυχθέντες ειδικοί διαφόρων ειδών επωφελούς κοινωνικής γνώσης (συμπεριλαμβανομένων των σοφιστών) προέβαλαν ενεργά τις ειδικές τους γνώσεις ως ένα προϊόν που θα ήταν δυνατόν να ανταλλαχθεί και να αναπαραχθεί μέσα από λογικές διαδικασίες εκμάθησης. Η συλλογική αλληλεπίδραση αυτών των τυποποιημένων μορφών κοινωνικής γνώσης ενεργοποιούσε συνεχώς καινούριες κοινωνικές αλλαγές.
 
Μπροστά σε αυτόν τον πρωτοφανή Αθηναϊκό νεωτερισμό, το μέλλον δεν ήταν προβλέψιμο, η πίστη όμως στο σύστημα επέτρεπε στα άτομα να υπολογίζουν τους κινδύνους και έτσι να λαμβάνουν ενεργά μέρος στη νέα τάξη πραγμάτων. Ήταν όμως το σύστημα καθεαυτό αρκετά σταθερό, ώστε να είναι άξιο εμπιστοσύνης; Ήταν οι αντιφάσεις και οι εντάσεις των Αθηναίων, ο ασταμάτητος νεωτερισμός, ο αναιδής προσανατολισμός τους προς το μέλλον, πηγές δύναμης ή αδυναμίας; Αυτό το περίεργο, νέο φαινόμενο θα αποδεικνυόταν μια ασυγκράτητη δύναμη, η οποία θα κατέστρεφε τις παραδοσιακές κοινότητες ολοσχερώς οδηγώντας τις στον θάνατο; Ή ήταν ένα ανέκδοτο ιστορικού απροόπτου, μια ανωμαλία καταδικασμένη σε γρήγορη εξαφάνιση; Θα ήταν δυνατόν να συνυπάρξει μέσα στον χρόνο με παραδοσιακές κοινωνίες, οι οποίες εκτιμούσαν περισσότερο τη σταθερότητα και τη συνέχεια παρά τον νεωτερισμό και την αλλαγή; Αυτού του είδους ήταν τα ερωτήματα τα οποία έθεσε ο Θουκυδίδης, με σκοπό να τα απαντήσει για τους αναγνώστες του.
 
Δυναμικά συστήματα και συγκρούσεις
 
Στα δύο επόμενα κεφάλαια θα διηγηθώ μια ιστορία για το πώς ο Θουκυδίδης, ο οποίος μεγάλωσε στον ‘κόσμο του Περικλή’, τον οποίο περιέγραψα προηγουμένως, κατέληξε να εφεύρει την πολιτική επιστήμη, αναλύοντας αυτόν τον κόσμο και τη σχέση του με την παραδοσιακή Ελλάδα. Είναι βέβαια αδύνατο να ανακαλύψουμε τα ίχνη, την πραγματική σειρά και εξέλιξη των σκέψεων του Θουκυδίδη· δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε τη στιγμή κατά την οποία ξεκίνησε και ανέπτυξε τις ιδέες και τις αντιλήψεις που τελικά κατέληξαν στην παραγωγή του κειμένου, που έχουμε εμείς μπροστά μας. Έτσι το προτεινόμενο εξελικτικό σχήμα πρέπει να το δούμε περισσότερο ως ένα εργαλείο έρευνας παρά ως μια υπόθεση την οποία πρέπει οπωσδήποτε να υπερασπισθεί κανείς. Παρ’ όλα ταύτα δεν μου φαίνεται σημαντικό το ζήτημα της σειράς με την οποία ο Θουκυδίδης ανέπτυξε τις σκέψεις του. Αυτό το οποίο είναι σημαντικό είναι να προσδιορίσουμε τα διαφορετικά πνευματικά στοιχεία, χωρίς τα οποία το κείμενο δεν θα ήταν δυνατόν να υπάρξει, όπως και τη σχέση αυτών των στοιχείων μεταξύ τους.
 
Τα θεμέλια του κειμένου του Θουκυδίδη εντοπίζονται, πρώτον, σε δύο βασικές ιδέες: αφενός ότι η ανθρώπινη ψυχολογία ήταν (λιγότερο ή περισσότερο) σταθερή, αφετέρου ότι η δημοκρατική Αθήνα, η Αθήνα του Περικλή και των άλλων ήταν ουσιαστικά κάτι νέο και με αυτόν τον τρόπο αντιπροσώπευε μια σημαντική ρήξη με την παραδοσιακή Ελλάδα και τις μορφές της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης τις οποίες έχουμε ονομάσει ‘τον κόσμο του Τέλλου’. Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι αμφότερες αυτές οι βασικές ιδέες ήταν αυθεντικές, δηλ. ότι ανήκαν στον ίδιο τον Θουκυδίδη. Η σκέψη ότι η ανθρώπινη φύση είναι αρκετά σταθερή αποτελούσε κεντρικό στοιχείο της σοφιστικής διδασκαλίας στα μέσα του 5ου αιώνα. Η πραγματεία του ψευδο-Ξενοφώντα και οι κωμωδίες του Αριστοφάνη (μεταξύ άλλων) δείχνουν ότι είχε γίνει πλέον κοινός τόπος, τουλάχιστον στους πνευματικούς κύκλους, να υποστηρίζεται ότι ‘η νέα Αθήνα ήταν διαφορετική’ σε σύγκριση με τους θεσμούς και τις πρακτικές των παραδοσιακών Ελληνικών πόλεων. Βεβαίως ο Θουκυδίδης ίσως βασίζεται κατά το μάλλον ή ήττον στους προκατόχους του όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο εισάγει τους αναγνώστες του στη ‘νέα και διαφορετική Αθήνα’. Ο Ξενοφών υιοθετεί τη λογοτεχνική έπαρση της γνώσης εκ των έσω, εξηγώντας σε έναν αφελή και δύσπιστο, μη Αθηναίο αναγνώστη την έκταση και την ιδιαιτερότητα της Αθηναϊκής διαφοράς. Έτσι, οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη (1.68-71 αναλαμβάνουν τον ρόλο των ειδικών, οι οποίοι γνωρίζουν, ενώ προσπαθούν νά εξηγήσουν σε ένα, προφανώς αφελές και κατ’ αρχήν δύσπιστο κοινό Σπαρτιατών τι ακριβώς είναι νέο και διαφορετικό στην Αθήνα.
 
Οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη συγκρίνουν τους ‘μοντέρνους Αθηναίους’ με τους ‘παραδοσιακούς Σπαρτιάτες’. Οι δύο κοινωνίες παρουσιάζονται ως εκ διαμέτρου διαφορετικές, μια άποψη που βασίζεται σε δύο κριτήρια: η Αθήνα ενεργούσε με ταχύτητα, ενώ η Σπάρτη με καθυστέρηση, η Αθήνα ήταν τεχνολογικά νεωτερίζουσα, ενώ η Σπάρτη πλήρως συμβατική, η Αθήνα αναζητούσε τον κίνδυνο, ενώ η Σπάρτη τον απέφευγε κτλ. Η αντιπαράθεση της μοντέρνας Αθήνας με την παραδοσιακή Σπάρτη εξαντλείται στο κείμενο του Θουκυδίδη στους λόγους του Αρχίδαμου και του Περικλή με ορισμένες επιπλέον λεπτομέρειες: το Αθηναϊκό ναυτικό αντιπαρατίθεται προς τον Σπαρτιατικό στρατό, ενώ οι οικονομικοί πόροι των Αθηνών αντιπαραβάλλονται με την απουσία χρημάτων στην περίπτωση της Σπάρτης, ο ευμετάβλητος χαρακτήρας των Αθηναίων συγκρίνεται με τη Σπαρτιατική σταθερότητα. Υπάρχουν πολλές αιτίες οι οποίες είναι δυνατόν να οδήγησαν τον Θουκυδίδη να συγγράψει αυτό το κείμενο, αφού η αντιπαράθεση της Αθήνας με τη Σπάρτη ήταν ένας καθιερωμένος τόπος πνευματικών και πολιτικών συζητήσεων. Πολλά μάλιστα από τα στοιχεία στα οποία δίνουν έμφαση οι ομιλητές του Θουκυδίδη ως θεμελιώδη στοιχεία του Αθηναϊκού μοντερνισμού είναι καθιερωμένα θέματα μεταξύ των συγγραφέων του 5ου αιώνα. Δεν υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι ο Θουκυδίδης πρωτοτυπεί απαριθμώντας τα. Τελικά, η σχέση μεταξύ της δημοκρατίας ως πολιτικής μορφής με τα περισσότερο προφανή στοιχεία του Αθηναϊκού μοντερνισμού ήταν καθιερωμένη και δεδομένη. Ποια λοιπόν είναι η αυθεντική συμβολή του Θουκυδίδη;
 
Έχοντας συλλάβει τα καθιερωμένα θέματα του 5ου αιώνα σχετικά με αυτό που ονομάζω Αθηναϊκό μοντερνισμό και τους τρόπους με τους οποίους αυτός βρισκόταν σε αντίθεση με τη Σπαρτιατική προσκόλληση στις παραδόσεις, η πρώτη ουσιαστικά ριζοσπαστική παρέμβαση του Θουκυδίδη ήταν να αναγνωρίσει ότι αυτή η αντίθεση δεν ήταν ένα στατικό ‘στοιχείο για τον κόσμο’[23]. Ήταν περισσότερο η κινητήρια δύναμη μιας μακρόχρονης (εικοσιπενταετούς) και καταστρεπτικής περιόδου ένοπλης διένεξης μεταξύ δύο μεγάλων, αλλά πολύ διαφορετικών δυνάμεων. Αυτή η διένεξη κυριάρχησε στη ζωή του Θουκυδίδη και ήταν βεβαίως το αντικείμενο του έργου του.
 
Η αντίληψη του Θουκυδίδη για την καταστρεπτική δυναμική την οποία συνεπάγεται η αντιπαράθεση μεταξύ του μοντερνισμού και της προσκόλλησης στις παραδόσεις εκφράζεται χωρίς περιστροφές σε ένα πολύ γνωστό χωρίο του κειμένου (1.23.6), όπου ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι η ‘αληθινή αιτία’ της σύγκρουσης ήταν ο φόβος των Σπαρτιατών απέναντι στην ανάπτυξη της Αθηναϊκής δύναμης. Έτσι οι Σπαρτιάτες άρχισαν να αντιλαμβάνονται ότι η εικόνα, που παρουσιάζουν οι Κορίνθιοι στον Θουκυδίδη, ήταν αληθινή. Και κάτι περισσότερο: άρχισαν να αποδέχονται την εγκυρότητα των όσων ισχυρίζονταν οι Κορίνθιοι. Ο Αθηναϊκός μοντερνισμός με λίγα λόγια θα υπερτερούσε, αν δεν εμποδιζόταν, τελικά όλων των παραδοσιακών μορφών της Ελληνικής κοινότητας. Οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη εξηγούν ότι η λογική του Αθηναϊκού μοντερνισμού ήταν δυναμικά επεκτατική. Τη στιγμή που ο δυναμικός επεκτατισμός έγινε αντιληπτός από τη Σπάρτη ως δυνητικά μοιραίος για την επιβίωση της Σπάρτης ο πόλεμος έγινε αναπόφευκτος. Συνοπτικά θα μπορούσε να ειπωθεί ότι ο Θουκυδίδης ξεκινώντας από μια στατική σύλληψη των ‘μοντέρνων Αθηνών και της παραδοσιακής Σπάρτης’ την ανέπτυξε δημιουργώντας ένα δυναμικό μοντέλο, ικανό να εξηγήσει τις υποκείμενες αιτίες μεγάλων ιστορικών γεγονότων· μάλιστα το έκανε αυτό, χωρίς να καταφύγει σε παράγοντες άλλους εκτός των ανθρώπινων. Ο αναγνώστης συνειδητοποιεί ότι ο μεγάλος πόλεμος ήταν το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της παρέκκλισης της Αθήνας ως κοινωνικοπολιτικού συστήματος από τις παραδοσιακές μορφές της ελληνικής κοινότητας, αλλά και του φόβου, τον οποίο αυτή η παρέκκλιση προκαλούσε στην υπερπαραδοσιακή Σπάρτη.
 
Έχοντας διαγνώσει τον δυναμισμό της αντίθεσης της Αθήνας με τη Σπάρτη, ο Θουκυδίδης συνειδητοποιεί κατόπιν ότι αυτή η αντιπαλότητα θα είναι έντονη και διαρκής: κάθε πλευρά διέθετε ουσιαστικά, αν και πολύ διαφορετικά, πλεονεκτήματα - πολιτικά, δημογραφικά και υλικά. Αυτά τα πλεονεκτήματα θα επέτρεπαν και στις δύο πλευρές να συνεχίσουν να μάχονται παρά τις δυσάρεστες εκπλήξεις, τις κατά τα φαινόμενα καταστροφικές απώλειες, τις παλινδρομήσεις, οι οποίες κανονικά θα ανάγκαζαν άλλες κοινότητες να αναστείλουν τις εχθροπραξίες. Για αυτόν τον λόγο ο πόλεμος μπορούσε να εξαπλωθεί και γεωγραφικά και χρονικά· διέφερε ριζικά από την ‘εποχή των εκστρατειών εναντίον γειτόνων’, της αντιπαράθεσης μεταξύ πόλεων στον ‘κόσμο του Τέλλου’, και υπερέβαινε ακόμη και τους μυθικούς πολέμους των Ομηρικών επών. Ο νέος πόλεμος ήταν μια τεράστια σύγκρουση, η οποία διαδραματιζόταν σε πολλά θέατρα μαχών και καμιά φορά γινόταν μέσω αντιπροσώπων. Φαινομενικά διαλείμματα κατά τις εχθροπραξίες δεν συνιστούσαν εποχές πραγματικής ειρήνης, αλλά μόνον άλλες μορφές της συνεχιζομένης αντιπαλότητας. Αυτό συνέβαινε διότι οι Σπαρτιάτες αναγνώριζαν και φοβούνταν τις συνέπειες του Αθηναϊκού μοντερνισμού: εφόσον η Αθήνα παρέμενε μοντέρνα (και επομένως δυναμικά επεκτατική) και η Σπάρτη παρέμενε παραδοσιακή (και επομένως βέβαιο θύμα του ανεξέλεγκτου Αθηναϊκού επεκτατισμού), δεν υπήρχε κανένα πραγματικό έδαφος για ειρήνη. Η αναγνώριση από τον Θουκυδίδη της δυναμικής φύσης της αντίθεσης της Αθήνας με την Σπάρτη και του εύρους αυτής της αντίθεσης ήταν επομένως η πηγή τόσο του προγραμματικού ισχυρισμού ότι ο πόλεμος θα ήταν σημαντικός (1.1.1) όσο και της εκ των υστέρων άποψης ότι η σύγκρουση αποτέλεσε έναν μοναδικό πόλεμο που διήρκεσε 27 έτη (5-26).
 
Ο Θουκυδίδης στη συνέχεια αναγνώρισε ότι η έντονη αντίθεση μεταξύ του δημοκρατικού μοντερνισμού και της ολιγαρχικής προσκόλλησης στην παράδοση προκαλούσε αντιπαραθέσεις εντός των Ελληνικών κρατών. Επομένως, με όρους που αφορούν την έννοια του χώρου, ο πόλεμος λάμβανε χώρα εσωτερικά, με τη μορφή στάσεων, και συγχρόνως εξωτερικά μεταξύ πολιτικών κοινοτήτων και ομάδων των κοινοτήτων αυτών. Το εκτεταμένο θέατρο του πολέμου συνοδευόταν για αυτόν τον λόγο από μια έντονη αντίθεση, η οποία έφερε τον πόλεμο εντός των τειχών της πόλης ακόμη και εντός των τοίχων ενός σπιτιού. Η αντίθεση μεταξύ μοντερνισμού και εμμονής στην παράδοση παρήγαγε με αυτόν τον τρόπο κοινωνικοπολιτικές παθολογίες, οι οποίες αποδείχθηκαν ικανές να μολύνουν και τελικά να καταστρέψουν τις κοινότητες της πόλεως. Το γεγονός ότι η σύγκρουση ήταν αγώνας δύο αντίπαλων πολιτικών συστημάτων (της δημοκρατίας και ολιγαρχίας) προσέφερε σε διαφορετικές κοινωνικοοικονομικές ομάδες (τους πλούσιους και τους φτωχούς) εντός μια δεδομένης πόλης την ευκαιρία να ταυτίσουν τα ιδιαίτερα συμφέροντά τους με πολύ ευρύτερες διαδικασίες, με πολύπλοκα συστήματα (που είχαν τη μορφή της Αθηναϊκής και Σπαρτιατικής συμμαχίας) και να υποστηρίξουν, με διαφορετικό τρόπο, τον μοντερνισμό και την παράδοση. Και αυτή η τάση της ταύτισης περισσότερο με εξωτερικές διαδικασίες και συστήματα που αποσταθεροποιούν παρά με ‘το κοινό καλό της ενωμένης τοπικής πολιτικής κοινότητας’ σήμαινε ότι τα τοπικά συμφέροντα και αξίες απαγκιστρώθηκαν από τις τοπικές συνήθειες και πρακτικές της μολυσμένης κοινότητας.
 
Ως αποτέλεσμα η γλώσσα με την οποία περιγράφονταν οι αξίες και τα συμφέροντα ήταν ελεύθερη από τους γνωστούς περιορισμούς που επέβαλαν η πρακτική και η συνήθεια. Τη θέση των τοπικών και θεμελιωμένων στην πράξη ορισμών άρχισε τώρα να καταλαμβάνει το είδος των χαλαρά αφηρημένων διατυπώσεων που συνδέουμε με τους σοφιστές και αφορούσε τους ανθρώπινους υπολογισμούς και ενέργειες. Κατ' αυτόν τον τρόπο καθιερώθηκε ένα είδος αρνητικής αντανάκλασης μεταξύ μιας σοφιστικής και λειτουργικής ‘πολιτικής τέχνης’ και της διάλυσης των μέχρι τότε σταθερών κοινωνικών δομών. Ο Θουκυδίδης προβάλλει την Κέρκυρα ως μια περίπτωση βάσει της οποίας μπορεί να μελετηθεί αυτή η διαδικασία αποσύνθεσης, υπογραμμίζοντας όμως τον γενικό χαρακτήρα της: η στάσις, η οποία γεννήθηκε από την αντιπαράθεση του μοντέρνου με το παραδοσιακό, τυραννούσε τις κοινότητες παντού στον Ελληνικό κόσμο. Οι συμμετέχοντες σε στάσεις που έλαβαν χώρα αργότερα, σημειώνει, χρησιμοποιούσαν αντανακλαστικά γνώσεις που προέρχονταν από γεγονότα τα οποία είχαν λάβει χώρα αλλού, με σκοπό να εφεύρουν νέες μορφές βαρβαρότητας (3.82). Έτσι, η σύγκρουση μεταξύ του Αθηναϊκού μοντερνισμού και της Σπαρτιατικής προσκόλλησης στην παράδοση αποτελούσε μέρος της κατάρρευσης αυτού που ο Θουκυδίδης, οδυνηρά και χαρακτηριστικά, περιγράφει ως την ‘αρχαία λιτότητα’ (εὔηθες) (3·83)·[24]
 
Το φαινόμενο της στάσεως αποκάλυψε μια άλλη αλληλεπίδραση μεταξύ του κοινωνικοπολιτικού συστήματος, το οποίο χαρακτηρίζει μια δεδομένη κοινότητα (και τα ηθικά και πολιτιστικά θεμέλιά της), και των αναγκών της ανθρώπινης φύσης. Η αναλογία μεταξύ πόλης και ψυχής, και κατά συνέπεια μεταξύ ενδοκοινοτικής αντιπαράθεσης και παθολογίας της ηθικής ψυχολογίας, θα αναπτυχθεί πλήρως από τον νεότερο σύγχρονο του Θουκυδίδη, τον Πλάτωνα (ειδικά στην Πολιτεία). Ο Θουκυδίδης ο ίδιος όμως σημείωσε αξιοπρόσεκτη πρόοδο όσον αφορά την κατανόηση τρόπων με τους οποίους οι εσωτερικές διαμάχες στις πόλεις αποκαλύπτουν αλήθειες σχετικά με θεμελιώδεις αρχές της ανθρώπινης ψυχολογίας. Ο Θουκυδίδης πίστευε ότι η στάσις υποσκάπτει τις κοινωνικές δομές, οι οποίες κανονικά περιορίζουν τις πράξεις των ανθρώπων. Απελευθερωμένοι από τους περιορισμούς των κοινωνικών δομών, οι άνθρωποι τείνουν εκ φύσεως να φέρονται εγωιστικά. Αυτό σημαίνει, ότι προσπαθούν να προωθήσουν περισσότερο τα δικά τους συμφέροντα σε ανταγωνισμό με άλλους παρά να συνεργασθούν με άλλους, διαφορετικούς ανθρώπους σε κοινά έργα. Αυτή η τάση προς την αυτοπροβολή συνετέλεσε στον μαρασμό των υφιστάμενων κοινωνικών δομών και κατ’ αυτόν τον τρόπο και του ίδιου του πολιτισμού. Το προσωπικό συμφέρον δεν ήταν δυνατόν να εξασφαλίσει μια εναλλακτική ‘φυσική’ δομή (με μορφή ελευθεριάζουσας ουτοπίας), διότι οι εγωιστικές πράξεις των ανθρώπων θα καθοδηγούνταν από μια μοιραία επαγωγική γνώση των πολύπλοκων παραμέτρων οι οποίες συνέβαλαν στα πραγματικά συμφέροντά τους. Έτσι οι ενέργειές τους δεν οδηγούσαν στην προώθηση των συμφερόντων τους. Το προσωπικό συμφέρον, όταν δεν θα βασίζεται σε πραγματική γνώση, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί λογικό. Ένα ταχέως φθίνον κοινωνικό σύστημα ήταν εξ ορισμού ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ανθρώπινο περιβάλλον, όπου δήθεν λογικές (αλλά ουσιαστικά παράλογες) επιλογές είχαν καταστρεπτικές συνέπειες όταν οι συνθήκες άλλαζαν με χαοτικό και απρόβλεπτο τρόπο.
 
Η σημαντικότερη περίπτωση διακοινοτικής διένεξης που εξετάζει ο Θουκυδίδης είναι η στάσις που κατέστρεψε την κάποτε ευημερούσα πόλη της Κέρκυρας. Όλες όμως οι κοινότητες ήταν δυνατόν να πληγούν από την υποχώρηση του έλλογου στοιχείου στην ανθρώπινη φύση, όταν η κοινωνική δομή αποσαθρώνεται: η εγγενής ανθρώπινη ροπή προς τον εγωισμό ήταν ένας παράγοντας που συνετέλεσε στη χαοτική συμπεριφορά των Αθηναίων κατά την έξαρση του λοιμού και κατά την Αθηναϊκή στάση του 411. Και όμως η περίπτωση των Αθηναίων δείχνει επίσης ότι η κοινωνική παθολογία δεν είναι αναγκαστικά μοιραία: η Αθήνα διατήρησε την ικανότητα να ενεργεί συνεκτικά ως κοινότητα σε όλη την περίοδο του λοιμού και ανένηψε από την επαναστατική περίοδο του 411. Σε αντίθεση με αυτό που μερικοί σοφιστές προφανώς δίδασκαν στους μαθητές τους η κατανόηση της ψυχολογικής βάσης των ανθρώπινων ενεργειών δεν ήταν αυτή καθεαυτή επαρκής, ώστε να επιτρέπει σε έναν παράγοντα να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε ένα δεδομένο κοινωνικό σύστημα: το κείμενο του Θουκυδίδη δείχνει ότι η εκάστοτε πολιτική συμπεριφορά ήταν πολύ πιο περίπλοκη και ποικίλη από μια απλώς ‘εγωιστική ανθρώπινη φύση’. Η απλή συνειδητοποίηση ότι τα ανθρώπινα όντα τείνουν να επιδιώκουν το προσωπικό τους συμφέρον ήταν μόνο ένα μέρος μιας ευρύτερης κοινωνικοπολιτικής εξίσωσης.
 
Δημοκρατία και δύναμη
 
Ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι κατά την έναρξη των εχθροπραξιών οι Σπαρτιάτες και ενδεχομένως πολλοί άλλοι Έλληνες (2.8.4-5) ανέμεναν ο πόλεμος να είναι μια σχετικά βραχύχρονη υπόθεση, η οποία θα τελείωνε με τη νίκη της Σπάρτης. Αυτή η προσδοκία βασιζόταν σε εικασίες που στηρίζονταν σε περιορισμένες ιστορικές γνώσεις και πολιτικά συστήματα. Είχαν αναγνωρίσει ότι η Αθήνα είχε γίνει πολύ ισχυρή κατά τις δεκαετίες μετά τους Περσικούς Πολέμους, ενώ το εγγενώς ευμετάβλητο δημοκρατικό σύστημα των Αθήνας δεν θεωρούνταν ακόμη ισάξιος αντίπαλος της Σπάρτης, της οποίας η πολιτειακή σταθερότητα προκαλούσε δέος. Οι σημαντικότερες εκστρατείες των μέσων του 5ου αιώνα είχαν δημιουργήσει ένα αποφασιστικό προηγούμενο: όταν η Σπάρτη πολεμούσε, η Αθήνα τελικά αναγκαζόταν να εκλιπαρήσει για ειρήνη. Για να εξηγηθεί πώς και για ποιον λόγο ο ‘εικοσιεπτάχρονος πόλεμος’ διέψευσε τις γεμάτες αυτοπεποίθηση προβλέψεις των έμπειρων παρατηρητών και κατέρριψε τα παγιωμένα τοπικά και χρονικά όρια των συγκρούσεων μεταξύ ελληνικών πόλεων, ο Θουκυδίδης έπρεπε να κάνει κάτι περισσότερο από το να περιγράψει πάλι τα αυτονόητα και επιφανειακά χαρακτηριστικά του Αθηναϊκού μοντερνισμού (ταχύτητα, νεωτερισμός, ανάληψη ριψοκίνδυνων πρωτοβουλιών, κτλ.). Έπρεπε να διερευνήσει τη φύση της Αθηναϊκής δύναμης και τη σχέση της και με τη δημοκρατική πολιτική τάξη και με την ανθρώπινη ψυχολογία. Αυτό μας οδηγεί στο επίκεντρο του σχεδίου του Θουκυδίδη και στη διανοητική του πρωτοτυπία.
 
Οι Κορίνθιοι του Θουκυδίδη εκφράζουν κάτι το οποίο ήταν πιθανώς η τυπική εκτίμηση των Ελλήνων, όταν υπαινίσσονται ότι οι ορατές εκδηλώσεις της Αθηναϊκής υπεροχής (και ιδιαιτερότητας) ήταν απλώς ένα γεγονός που οφειλόταν στον εγγενή ‘εθνικό χαρακτήρα’. Δεν έδειξαν ενδιαφέρον να ερευνήσουν, πώς αυτός ο χαρακτήρας αναδύθηκε στην πορεία μιας συγκεκριμένης εθνικής ιστορίας και πώς αναπτύχθηκε και διατηρήθηκε μέσα από διάφορους πολιτικούς θεσμούς και πολιτιστικές συνήθειες. Αντίθετα, το κείμενο του Θουκυδίδη, τόσο τα αναλυτικά του μέρη, τα οποία προηγούνται των χαρακτηρισμών των Κορινθίων, όσο και τα αφηγητικά, τα οποία ακολουθούν, παρέχει στον αναγνώστη μια βαθειά και λεπτομερή εξήγηση της προέλευσης και ζωτικότητας του Αθηναϊκού ‘εθνικού χαρακτήρα’, ο οποίος ήταν διαφορετικός από τους άλλους Έλληνες και ο οποίος κατ’ εξοχήν οδηγούσε στον επεκτατισμό.
 
Ο αναγνώστης του Θουκυδίδη (όπως προβάλλεται στο Σπαρτιατικό ακροατήριο των Κορινθίων) μαθαίνει ότι ο δυναμικός επεκτατισμός των Αθηναίων γίνεται κατανοητός αρχικά με όρους τελειοποίησης της τεχνολογίας της δύναμης. Στην επονομαζόμενη Αρχαιολογία ο Θουκυδίδης εκθέτει τις συνθήκες οι οποίες περιόριζαν την ισχύ των αρχαϊκών Ελληνικών κοινωνιών. Λόγω της εσωτερικής διχόνοιας και της ενδημικής παρουσίας πειρατών οι πρώτες Ελληνικές κοινότητες δεν ήταν σε θέση να συγκεντρώσουν τις τρεις αναγκαίες προϋποθέσεις της δύναμης. Η πρώτη εξ αυτών ήταν χρήματα για επενδύσεις σε πολυδάπανα έργα. Η επόμενη ήταν ασφαλή τείχη, ικανά να αποτρέψουν απόπειρες να λεηλατηθούν τα αποθέματα κεφαλαίου. Η τρίτη ήταν ένα ναυτικό διά του οποίου η δύναμη θα ήταν ικανή να επεκταθεί γρήγορα και σε απόσταση, χωρίς να υποστεί φθορά λόγω της απόστασης, με σκοπό την άντληση χρημάτων από πιο αδύναμες κοινότητες. Αυτή η ‘υλική τριάδα’ χρημάτων, τειχών και πλοίων ήταν αυτομάτως συνδεδεμένη με τη γνώση αυτού το οποίο θα ονομάζαμε την ‘ιδεολογική τριάδα’ της αυτοκρατορίας (ἀρχή), ασφάλειας (ἀσφάλεια) και επεκτατική δύναμη (δύναμις). Παλαιότερες Ελληνικές δυνάμεις (π.χ. ο Μίνως στην Κρήτη) είχαν αναπτύξει εντυπωσιακές, ακόμη όμως στοιχειώδεις, εκδοχές αυτού του διπλού (υλικού/ιδεολογικού) τριγώνου. Απέμεινε λοιπόν στους Αθηναίους του 5ου αιώνα να καταστήσουν το σύστημα σχεδόν τέλειο. Οι εσωτερικοί μηχανισμοί αυτής της τεχνολογίας της δύναμης εξηγούνται περαιτέρω στον αναγνώστη στους τρεις λόγους του Περικλή -τον Επιτάφιο και τους δύο λόγους προς την Αθηναϊκή εκκλησία - δήμου.[25]
 
Η τελειοποιημένη τεχνολογία της δύναμης επέτρεπε, ίσως και να επέβαλλε την επεκτατική ανάπτυξη. Η ιδεολογική γνώση επέτρεπε στα υλικά στοιχεία να χρησιμοποιούνται πιο αποτελεσματικά και η αντανάκλαση από τη χρήση τους παρήγαγε βαθύτερη ιδεολογική κατανόηση. Επειδή ήταν δυναμικά ανακλαστική στις λειτουργίες της, η τεχνολογία οδηγούσε στην ανάπτυξη χω; προφανή όρια: μεγαλύτερα κεφάλαια προσέφεραν βελτίωση της εσωτερικής δομής, η οποία με τη σειρά της ενίσχυε την ασφάλεια. Αυτό σήμαινε μια αυί μένη δυνατότητα στο να αποστέλλεται μεγαλύτερη δύναμη ταχύτερα και πιο μεγάλες αποστάσεις. Και αυτό πάλι με τη σειρά του απέφερε περισσότερο κεφάλαιο. Και τα λοιπά - ενδεχομένως, όπως φαινόταν, επ’ άπειρον. Μολονότι καθένα από αυτά τα υλικά στοιχεία (χρήματα, τείχη, πλοία) ήταν σαφές η αντανακλαστική τεχνολογία της δύναμης, η οποία υποστήριζε την Αθηναϊκή ανάπτυξη, ήταν υπερβολικά δύσκολο να γίνει αντιληπτή στο σύνολό της - Περικλής του Θουκυδίδη την περιγράφει ως ένα είδος ‘μυστικού’ σε έναν λόγο προς στην εκκλησία του δήμου (2.62). Επιπλέον, το μυστικό δεν αποκαλύπτεται εντελώς, ακόμα και αν ομολογείται η ύπαρξή του - ο Περικλής στρέφει την προσοχή του στη ναυτική δύναμη. Είναι απίθανο ένας ακροατής, ο οποί άκουσε μόνον τους τρεις λόγους του Περικλή, όπως μας τους μεταφέρει ο Θουκυδίδης (ή σε παρόμοια μορφή), να είναι σε θέση να συλλάβει επακριβώς - πολύπλοκο σύστημα το οποίο συνέδεε την τεχνολογία της δύναμης με την ανάπτυξη της αυτοκρατορίας.
 
Σε ορισμένα σημεία, προφανέστερα στη συζήτηση για τη Σικελική εκστρατεία, ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι οι Αθηναίοι είχαν ιδιαιτέρως περιορισμένη γνώση του συστήματος της δύναμης και της επέκτασης στην οποία ίδιοι συμμετείχαν.[26] Όμως το σύστημα λειτουργούσε αναμφισβήτητα με επιτυχία. Εκπληρούσε τις ανάγκες της ανθρώπινης φύσης, με τις οποίες ικανοποιούνται τα συμφέροντα των ανθρώπων: το σύστημα προσπόριζε μεγάλα οφέλη στους Αθηναίους (και ως άτομα και ως κοινότητα) από την άποψη ψυχικών ικανοποιήσεων (συμμετοχή στη δόξα, έντονη δραστηριότητα, ικανοποίηση της περιέργειας), όπως επίσης και από την άποψη των υλικών ανταμοιβών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Αθηναίοι εμπιστεύονταν όλο και περισσότερο το σύστημα. Επιπλέον, είχαν τη διάθεση να διακινδυνεύουν όλο και περισσότερο (και ως άτομα και ως κοινότητα), πράγμα το οποίο ήταν αποτέλεσμα τη αυξανόμενης εμπιστοσύνης. Τροφοδοτημένο από μια διαρκώς εντονότερη τάσ για ανάληψη επικίνδυνων αποστολών το σύστημα ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει νέες προκλήσεις, να επεκταθεί προς νέες εντυπωσιακές κατευθύνσεις. Υπήρχαν οπισθοδρομήσεις, οι οποίες όμως εντάσσονταν στη συνολική εξίσωση: το ρίσκο, το οποίο έπαιρναν οι Αθηναίοι, τους έθετε πραγματικά σε κίνδυνο, αλλά παρέμενε μάλλον υπολογίσιμο ρίσκο και όχι απλή απερισκεψία. Ο Περικλής του Θουκυδίδη αναφέρεται στη λογική του ρίσκου, όταν αντιπαραθέτει τις Αθηναϊκές και Σπαρτιατικές μορφές του θάρρους: αντιθέτως προς τη Σπαρτιατική συνήθεια, το Αθηναϊκό θάρρος ήταν βασισμένο στη δυνατότητα της επιλογής.[27]
 
Το επεκτατικό σύστημα ενσωμάτωνε δομή και επιλογή: θεμελιωμένο πάνω στην τεχνολογία της δύναμης αναπαρήγαγε αρκετά πιστά μια ψυχολογία ανάληψης ενός λογικού ρίσκου. Αυτή η ψυχολογία με τη σειρά της προωθούσε την παραγωγικότητα του συστήματος και ανανέωνε την εμπιστοσύνη σε αυτό. Ο Αθηναϊκός ‘εθνικός χαρακτήρας’, ο οποίος εμφανιζόταν σε λιγότερο ενδελεχείς παρατηρητές ως ένα απλό στοιχείο της Αθηναϊκής ‘φύσης’, ήταν κατανοητός για τους αναγνώστες του Θουκυδίδη από την άποψη της αλληλεπίδρασης μεταξύ μιας τεχνολογίας δύναμης και της ανθρώπινης ψυχολογίας.
 
Πώς όμως συνδεόταν αυτή η δύναμη, αυτό το σύστημα της εμπιστοσύνης, με την πολιτική δομή, με τη δημοκρατία; Εδώ ο Θουκυδίδης βασιζόταν στο έργο συγγραφέων όπως ο ψευδο-Ξενοφώντας, κάνοντας παράλληλα για ακόμη μια φορά σημαντική πρόοδο σε σχέση με τους προκατόχους του. Ο ψευδο-Ξενοφώντας είχε αντιληφθεί ότι υφίσταται μια οργανική σχέση μεταξύ της Αθηναϊκής ναυτικής δύναμης και της δημοκρατίας, η ανάλυσή του όμως δεν προχώρησε περισσότερο από τις σκέψεις ότι το ναυτικό προσέφερε απασχόληση στη χαμηλότερη τάξη, στους ‘πολλούς’, και ότι τους προσέφερε μια αυξημένη αίσθηση της δικής τους κοινωνικής αξίας. Στον Επιτάφιο και σε άλλα συναφή χωρία ο Θουκυδίδης προχωρεί βαθύτερα, αποκαλύπτοντας πώς η δημοκρατική κοινωνία, στην οποία όλες οι κοινωνικές τάξεις θεωρούν τον εαυτό τους στην υπηρεσία ενός κοινού εγχειρήματος, ενός που αξιόπιστα διανέμει ανταμοιβές στον καθένα και σε όλους, είναι σε θέση να χρησιμοποιήσει αποτελεσματικά το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό: κάθε ενήλικας Αθηναίος, ασχέτως οικογενειακής περιουσίας, είχε την υποχρέωση και ήταν δυνητικά σε θέση να είναι ‘χρήσιμος’ στην πόλιν του - και στρατιωτικά και πολιτικά.
 
Στην πορεία της αφήγησης η πολιτική κοινωνία της δημοκρατικής Αθήνας συγκρίνεται έμμεσα με αυτή της δημοκρατικής Μυτιλήνης· στη Μυτιλήνη, μόλις δόθηκαν στις κατώτερες τάξεις όπλα (όπως σε μια απελπισμένη προσπάθεια να απαλλαγούν από την πολιορκία των Αθηναίων το 427), εκείνοι έστρεψαν τα όπλα τους εναντίον των ολιγαρχικών, αλλά με αυτόν τον τρόπο αφαίρεσαν από τη Μυτιλήνη τη δυνατότητα να αντισταθεί στην Αθηναϊκή πολιορκία. Ο αναγνώστης καλείται να συγκρίνει τη συμπεριφορά των Αθηναίων κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους: μετά τον καταστρεπτικό λοιμό καθείλκυσαν τον μεγαλύτερο στόλο ο οποίος είχε υπάρξει στον πόλεμο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Διεξήγαγαν ταυτόχρονα ναυτικές επιχειρήσεις στα παράλια της Πελοποννήσου, εξουδετέρωσαν μια Σπαρτιατική ναυτική αποστολή στο Αιγαίο και διεκπεραίωσαν μια ευρεία επιχείρηση ξηράς και θάλασσας στη Μυτιλήνη, κρατώντας σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα την υπόλοιπη αυτοκρατορία υπό τον έλεγχό τους. Επειδή όλοι οι Αθηναίοι θεωρούσαν τον εαυτό τους μέλη μιας κοινής επιχείρησης, ήταν σε θέση να χρησιμοποιήσουν όλα τους τα αποθέματα ανθρώπινου δυναμικού, έστω και εάν αυτά είχαν αποδεκατισθεί από τον λοιμό. Με αυτόν τον τρόπο κατόρθωσαν να μετατρέψουν αυτό το οποίο ήταν αρχικά μια Σπαρτιατική ευκαιρία σε μια συνταρακτική Αθηναϊκή νίκη. Όπως εξηγεί ο Περικλής του Θουκυδίδη στον Επιτάφιο, η συμμετοχή και η αξιοκρατική κουλτούρα της δημοκρατίας καθιστούσαν αυτό το είδος εθνικού επιτεύγματος όχι μόνο δυνατόν αλλά και αναμενόμενο.[28]
 
Παρομοίως ο αναγνώστης αρχίζει να κατανοεί ότι η Αθηναϊκή πολιτική κουλτούρα οδηγούσε στην ανάπτυξη ατομικών δεξιοτήτων. Η δυνατότητα της Αθήνας να κατορθώνει τόσο πολλά δεν στηριζόταν μόνο στη θέληση και την ικανότητα κάθε Αθηναίου να γίνεται χρήσιμος ξεδιπλώνοντας ένα συγκεκριμένο και προδιαμορφωμένο ‘σύνολο ικανοτήτων’, όπως γυμνάσια οπλιτών, κατασκευή τειχών ή κωπηλασία τριήρους. Κάθε Αθηναίος ήταν σε θέση να αναλάβει πολύπλευρα καθήκοντα. Όπως υπογράμμισε με μια πασίγνωστη διατύπωση ο Περικλής του Θουκυδίδη, η δημοκρατική πόλις ήταν ένα μορφωτικό σύστημα και οι Αθηναίοι είχαν λάβει πραγματικά μεγάλη μόρφωση. Οι Αθηναίοι θεωρούσαν τις υπηρεσίες τους προς το κράτος ένα είδος διά βίου μάθησης και αποδείχθηκαν θεληματικοί, ενθουσιώδεις και ικανοί να αναλάβουν νέα καθήκοντα, κάτω από πιεστικές συνθήκες, σε πραγματικό χρόνο.[29]
 
Ένα παράδειγμα αυτής της ικανότητας δίνουν οι Αθηναίοι οπλίτες το 427, οι οποίοι επιβιβάσθηκαν στα πλοία στον Πειραιά, κωπηλάτησαν μέχρι την Μυτιλήνη, έκτισαν γρήγορα ένα τείχος, πήραν έπειτα τα όπλα και άρχισαν την πολιορκία. Ένα άλλο παράδειγμα δίνεται από τους Αθηναίους κωπηλάτες οι οποίοι αποβιβάσθηκαν στην Πύλο το 425, αποφάσισαν να χτίσουν ένα οχυρό με τα χέρια τους, το υπερασπίσθηκαν επιτυχημένα με αυτοσχέδια όπλα, επιτυχαίνοντας έτσι την καταπληκτική νίκη στη Σφακτηρία - μια νίκη, η οποία (εκείνη τη στιγμή) έδειχνε να προσφέρει στους Αθηναίους τον δρόμο προς την τελική νίκη. Αντίθετα οι οπλίτες των Σπαρτιατών στη Σφακτηρία αποδείχτηκαν εντυπωσιακά ακατάλληλοι να μάθουν οτιδήποτε νέο: περίμεναν παθητικά στο νησί μέχρι να εισβάλουν οι Αθηναίοι με ελαφρά οπλισμένα στρατεύματα, έπειτα προσπάθησαν να διεξαγάγουν μια συμβατική μάχη οπλιτών κάτω από εξαιρετικά αρνητικές γι’ αυτούς συνθήκες, για να ηττηθούν εύκολα από τη νέα τακτική, την οποία υιοθέτησαν οι Αθηναίοι επικεφαλής. Και πάλι η βάση για τη διάκριση μεταξύ των προσκολλημένων στις παραδόσεις Σπαρτιατών και των καινοτόμων, εργατικών, και αυτοεκπαιδευόμενων Αθηναίων, καθώς και η σχέση τους με τους πολιτικούς θεσμούς και την κουλτούρα της δημοκρατίας είχε αναλυθεί επαρκώς με αφηρημένους και ιδεαλιστικούς όρους από τον Περικλή στον Επιτάφιο.
 
Ο αναγνώστης του Θουκυδίδη τελικά κατανοεί ότι ο μοντερνισμός της Αθήνας ήταν προϊόν ενός πολύπλοκου συστήματος, το οποίο συνέδεε την τεχνολογία της δύναμης και με την ψυχολογία και με την πολιτική. Το σύστημα ήταν δυναμικό, αλλά δεν ήταν σε θέση να λειτουργήσει μόνο του. Για να λειτουργήσει αποτελεσματικά, απαιτούσε μια διαδικασία με την οποία να λαμβάνονται λογικές αποφάσεις, μια τέτοια διαδικασία, η οποία με βεβαιότητα (αν και, δεδομένης της Αθηναϊκής τάσης για πειραματισμό, όχι αναπόφευκτα) θα ανέπτυσσε τις σωστές τακτικές, ώστε να επιτρέψει στην Αθηναϊκή ενέργεια και τα υλικά μέσα της πόλης να χρησιμοποιηθούν σε αποτελεσματικές επιχειρήσεις.
 
Στο πλαίσιο του πολέμου η ανάπτυξη μιας σωστής πολιτικής συμπεριλάμβανε τα πάντα, από τα μεγάλα σχέδια, τα οποία θα ήταν εκτεταμένα στον χώρο και τον χρόνο και θα περιλάμβαναν πολλά, τοπικής εμβέλειας, θέατρα πολέμου για μεγάλη χρονική διάρκεια, ώστε να καταλήξουν μέσα από μια αποτελεσματική πολεμική στρατηγική στη νίκη σε ένα συγκεκριμένο θέατρο συγκρούσεων μιας δεδομένης εκστρατευτικής περιόδου, μέχρι τις συγκεκριμένες τακτικές οι οποίες θα προσέφεραν τη δυνατότητα νίκης σε επιμέρους μάχες. Ο Περικλής αναφέρεται σε αυτό το θέμα στον Επιτάφιο (2.40.2-3), μόνο περιληπτικά ή ελλειπτικά. Ισχυρίζεται ότι, διαφορετικά από άλλους λαούς, οι Αθηναίοι δεν χρειάζεται να επιλέξουν μεταξύ προσεκτικής μελέτης και τολμηρής πράξης. Ήταν κατά μοναδικό τρόπο σε θέση να συνδυάσουν την απόφαση με την πράξη μέσω της διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης, η οποία επέτρεπε σε όλους να λαμβάνουν μέρος και στο επίπεδο των προτάσεων και στο επίπεδο της κρίσης. Εδώ επανειλημμένα η αφήγηση των γεγονότων υποστηρίζει τη γενική θεωρία. Στην περιγραφή των ναυτικών επιχειρήσεων του Φορμίωνα στον Κορινθιακό κόλπο το 429, των επιχειρήσεων στην Μυτιλήνη το 427 και των επιχειρήσεων στην Πύλο-Σφακτηρία το 425 ο Θουκυδίδης προσφέρει στους αναγνώστες του μια φευγαλέα εικόνα των τολμηρών προτάσεων των Αθηναίων αρχηγών, οι οποίες βασίζονται στην προσωπική τους εκτίμηση των ευκαιριών, των κινδύνων και των διαθέσιμων πόρων —και των αποτελεσμάτων. Η διήγηση των γεγονότων δείχνει κατ’ αυτόν τον τρόπο πώς οι δημόσιες διαδικασίες λήψης αποφάσεων συνδέονταν με τις πράξεις.
 
Η διάκριση του Περικλή μεταξύ των προτάσεων από τη μια και των κρίσεων από την άλλη υπογραμμίζει την σημασία της ηγεσίας στο δημοκρατικό σύστημα. Ο ουσιαστικός δομικός ρόλος, τον οποίο είχε η προικισμένη και προοδευτική ηγεσία, είναι το τελικό στοιχείο στη θουκυδίδεια ανάλυση του Αθηναϊκού κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Σε έναν λεπτομερή απολογισμό της σταδιοδρομίας του Περικλή (2.65) ο Θουκυδίδης αποκαλύπτει ότι ο Περικλής ήταν ένα ουσιαστικό στοιχείο του γενικού συστήματος, διότι ήταν σε θέση να παρεμβαίνει στο σύστημα βασιζόμενος στη βαθιά κατανόησή του. Επιπλέον ο Περικλής είχε τις αναγκαίες τεχνικές ικανότητες ως ομιλητής, οι οποίες συνδυάζονταν με μια μεγάλη ψυχολογική ικανότητα επιλογής των διαφορετικών ειδών λόγου που ήταν δυνατόν να συγκινήσουν τα ακροατήρια. Έτσι οι παρεμβάσεις του ήταν αποτελεσματικές. Και τέλος, ο Περικλής ήταν αδιάφθορος: ποτέ δεν έθετε τα προσωπικά του συμφέροντα πάνω ή σε αντίθεση με τα συμφέροντα του συνόλου. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι παρεμβάσεις του δεν ήταν μόνον αποτελεσματικές, αλλά και πρωτότυπες και ευεργετικές για το κοινό.
 
Ο Περικλής ίσως φαίνεται αρχικά να είναι κάπως ‘απάνθρωπος’ στην απροθυμία του να επιδιώξει το προσωπικό του συμφέρον. Ουσιαστικά όμως, όπως εξηγούν και οι τρεις λόγοι του (ιδιαιτέρως 2.60.1-5), δεν υπήρχε αντίφαση μεταξύ της αναζήτησης του ατομικού και του δημόσιου συμφέροντος. Η φύση του Περικλή ήταν ανθρώπινη, η τάση του όμως να επιδιώκει το συμφέρον του ήταν πλαισιωμένη από την πολιτικο-ηθική του αντίληψη ότι ακόμη και (ή ίσως περισσότερο) υπό συνθήκες μοντερνισμού το ατομικό συμφέρον του ατόμου είναι δυνατόν να εξασφαλισθεί με μια δυνατή και ακμάζουσα κοινότητα. Όταν ευημερούσε η Αθήνα, τότε ευημερούσε και ο Περικλής που συμπεριφερόταν σύμφωνα με τις πεποιθήσεις του και με απόλυτη συνέπεια. Κατά έναν τρόπο ο Περικλής φαίνεται να είναι το ακριβές μοντέρνο αντίγραφο της ‘αρχαίας απλότητας’. Η διαφορά μεταξύ του Τέλλου και του Περικλή είναι ότι ο Περικλής συμπεριφέρεται με βάση την ιδιαίτερη θεωρητική και πρακτική γνώση των μηχανισμών ενός εξαιρετικά πολυπλόκου συστήματος, ενώ ο Τέλλος ήταν σε θέση να βασίζεται στη συνηθισμένη γνώση μιας παραδοσιακής κοινωνίας.
 
Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης περιόδου της πολιτικής σταδιοδρομίας του Περικλή το Αθηναϊκό σύστημα ήταν σε θέση να αναπτυχθεί χωρίς τον κίνδυνο απώλειας της συνοχής του. Αναπτυσσόταν διά της αλληλεπίδρασης με έναν ιδιαίτερο ανθρώπινο παράγοντα. Το σύστημα κατευθυνόταν από τις παρεμβάσεις των πολιτικών ηγετών, οι οποίοι το κατανοούσαν πραγματικά και είχαν τη δυνατότητα να το επηρεάσουν, όπως και το συμφέρον να αναζητούν θετικές μεταβολές. Η ύπαρξη μιας έμπειρης, ικανής και φιλάνθρωπος ηγεσίας ήταν ένα ουσιαστικό μέρος της λειτουργικότητας του συστήματος και της γενικής σταθερότητάς του. Δίχως να υποθέσουμε ότι ο Περικλής αναζητούσε ή αποδεχόταν τη λατρεία της προσωπικότητάς του, ο Θουκυδίδης οδηγεί τους αναγνώστες του να εικάσουν ότι η εμπιστοσύνη των πολιτών στον Περικλή ως ιδιαίτερο ηγέτη ήταν ένα σοβαρό στοιχείο στην αξιοπιστία του γενικού συστήματος. Έτσι η παράμετρος της ηγεσίας ήταν το κλειδί για την ανάληψη λογικών κινδύνων και με αυτόν τον τρόπο και για τη δυναμική επέκταση του συστήματος.
 
Εξαιτίας της ιδιαίτερης σχέσης προς το σύστημα του οποίου ήταν μέρος, ο Θουκυδίδης υποστήριξε την άποψη ότι κατά την εποχή του Περικλή η Αθήνα ήταν κατ’ όνομα δημοκρατία, αλλά στην πραγματικότητα διοικούνταν από τον πρώτο της πολίτη (2.65-9). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Περικλής ήταν αυτοπροσώπως η υπέρτατη εξουσία του κράτους, αλλά ότι η ηγεσία του ήταν ένα απαραίτητο δομικό στοιχείο για τη μόνιμη επιτυχία του κοινωνικοπολιτικού συστήματος. Για να λειτουργήσει το σύστημα, όπως είδαμε, χρειάζονταν και οι προτάσεις και η κρίση. Οι αναγνώστες του Θουκυδίδη καταλήγουν να υποθέσουν ότι κατά την εποχή της ηγεσίας του Περικλή ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα, η κρίση των Αθηναϊκών ακροατηρίων, κορυφώνεται με την έγκριση προτάσεων οι οποίες είναι ολοφάνερα αξιόπιστες, διότι προέρχονται από έναν άνδρα τον οποίον οι Αθηναίοι δικαίως εμπιστεύονται πλήρως. Έτσι το πολιτικό σύστημα ήταν γνήσια εκπαιδευτικό: κάθε πολίτης καλούνταν να προσπαθήσει να κατανοήσει για ποιον λόγο η πρόταση, την οποία αυτός θεωρούσε την καλύτερη, βασιζόταν στην εμπιστοσύνη του σε αυτόν που την είχε προτείνει και συνιστούσε - και για αυτόν τον λόγο - την καλύτερη δυνατή πορεία των πραγμάτων για την Αθήνα. Ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι δεν επρόκειτο για εμπαιγμό του ακροατηρίου, αλλά ότι οι λόγοι και οι προτάσεις του Περικλή βοηθούσαν τους πολίτες να αποκτήσουν μια καλύτερη δυνατότητα κατανόησης (έστω και αναπόφευκτα μερική) του πώς λειτουργούσε το όλο σύστημα.[30]
 
Ο Περικλής ήταν απαραίτητος, αλλά ήταν και θνητός. Μετά τον θάνατό του το σύστημα έχασε ένα ζωτικό δομικό στοιχείο. Τελικά ορισμένοι Αθηναίοι προφανώς αναγνώρισαν (έστω και χωρίς την αναλυτική διαύγεια με την οποία το παρουσίασε ο Θουκυδίδης στους αναγνώστες του) ότι αυτό το είδος ηγεσίας του τύπου του Περικλή ήταν μια δομική αναγκαιότητα. Μετά τον Περικλή πολλοί άλλοι ‘δυνάμει’ ηγέτες προσπάθησαν να πάρουν τη θέση του. Ωστόσο, απέτυχαν γρήγορα με τον έναν ή τον άλλον τρόπο: είτε τους έλειπε η γενική κατανόηση του συστήματος (Κλέων), είτε τους έλειπε η λογική φιλανθρωπία, η οποία έρχεται με τη βαθειά αναγνώριση της συνάρτησης του ατομικού με το δημόσιο συμφέρον (Αλκιβιάδης), είτε τους έλειπε η ρητορική ικανότητα, αναγκαία για να επηρεάζονται πολυπληθή ακροατήρια (Νικίας).
 
Με την αποτυχία κάθε άλλου ηγέτη να εκπληρώσει τον δομικό ρόλο του Περικλή ο Θουκυδίδης ισχυρίζεται ότι η Αθήνα έγινε ουσιαστικά δημοκρατία - όσον αφορά την επιλογή των προτάσεων από μαζικά ακροατήρια, αφού αυτό ήταν πια σημαντικότερο από το να κάνουν πολιτική και προτάσεις οι σοφοί ηγέτες. Δεδομένου ότι τώρα η κρίση του λαού ήταν σημαντικότερη, οι ‘δυνά­μει’ ηγέτες που προσπαθούσαν (προληπτικά) να ικανοποιήσουν τα δικά τους συμφέροντα, κατέληξαν να ενθαρρύνουν το ακροατήριο. Έτσι η ελαστικότητα της ηγεσίας και η λαϊκή κρίση πήραν μια αρνητική τροπή: αντί της συστηματικής διαπαιδαγώγησης από έναν αληθινό ηγέτη, οι μάζες τώρα είχαν κακή διαπαιδαγώγηση από τους δήθεν ηγέτες. Ο δήμος μάθαινε στους δήθεν ηγέτες να λένε ό, τι ο ίδιος ο δήμος εύρισκε ευχάριστο να ακούει αντί να ακούει προτάσεις οι οποίες θα ήταν ωφέλιμες για την κοινότητα. Αυτό, τότε, ισχυρίζεται ο Θουκυδίδης, ήταν ‘πραγματική’ δημοκρατία, αλλά δεν ήταν ο τρόπος για να λειτουργήσει το επεκτατικό σύστημα της δύναμης και της πολιτικής το οποίο είχε αναδείξει και έπρεπε να διατηρήσει μια μεγάλη αυτοκρατορία.
 
Όπως είδαμε, η κοινωνικοπολιτική ανάλυση του Θουκυδίδη υποστηρίζει ότι, όταν η Αθήνα πήρε τον δρόμο του μοντερνισμού, το επίτευγμα της Αθήνας (δηλ. η ικανότητα να ακμάζει ως πόλις και να επεκτείνεται ως αυτοκρατορία) εξαρτήθηκε από την αλληλεπίδραση μιας τεχνολογίας της δύναμης με πολιτικούς θεσμούς και κουλτούρα - και με την ώθηση της ανθρώπινης φύσης. Χωρίς την ηγεσία του Περικλή η πολιτική πλευρά της Αθηναϊκής εξίσωσης δεν παρέμεινε στη θετική σχέση με τα άλλα στοιχεία του συστήματος. Χωρίς τους κατάλληλους παράγοντες να του δίνουν τη λογική κατεύθυνση, το σύστημα έχασε την ισορροπία του. Κακές δομές (και διοικητικές και ιδεολογικές) υπερτέρησαν των ανθρώπινων ενεργειών. Ο ανθρώπινος εγωισμός είχε εγκαταλείψει την αντίληψη ότι η ατομική ευμάρεια απαιτεί κοινές προσπάθειες. Η δικαιολογημένη πίστη στο σύστημα χάθηκε και μαζί της η δυνατότητα να αναληφθούν λογικοί κίνδυνοι. Έτσι, τα καταστροφικά λάθη έγιναν και παρ’ όλα τα αποθέματα, τα οποία είχαν οδηγήσει τον Περικλή να προβλέψει τη νίκη, η Αθήνα έχασε τον πόλεμο.[31
 
Το κείμενο του Θουκυδίδη
 
Τα δύο προηγούμενα κεφάλαια ανασυνθέτουν υποθετικά την πνευματική ανάπτυξη ενός προγράμματος, το οποίο αξίζει να ονομασθεί ‘η εφεύρεση της πολιτικής επιστήμης’. Αυτό το πρόγραμμα συνδυάζει τη θεωρητική ανάλυση με την αφηγηματική περιγραφή των γεγονότων με σκοπό να εξηγήσει πώς οι τεχνολογίες της δύναμης, οι διεθνείς σχέσεις, οι πολιτικοί θεσμοί και η κουλτούρα, αλλά και η ψυχολογία συνδέονταν με δυναμικά κοινωνικοπολιτικά συστήματα. Το αποτέλεσμα ήταν ένα κομψό επεξηγηματικό πλαίσιο, το οποίο προσέφερε μια νέα κατανόηση της συλλογικής συμπεριφοράς και των δομικών ιδιοτήτων των οργανωμένων κοινοτήτων. Ο Θουκυδίδης δεν εφηύρε κάθε ένα από τα στοιχεία που είναι σημαντικά για την πολιτική του επιστήμη. Προκαταρκτικό έργο είχαν ήδη προσφέρει οι προκάτοχοί του. Υποστηρίζω ότι η μεγάλη ιδεολογική ανακάλυψη του Θουκυδίδη ήταν η βούληση να κατανοήσει πώς τα διάφορα στοιχεία συναρθρώνονται και να δείξει πώς λειτουργούν ως ελαστικά δυναμικά κοινωνικά και πολιτικά συστήματα, πώς το ‘μοντέρνο’ Αθηναϊκό σύστημα ήρθε σε αντίθεση με το ‘παραδοσιακό’ Σπαρτιατικό σύστημα, πώς μια ευρύτατης κλίμακας σύγκρουση προκάλεσε κοινωνικές παθολογίες σε πολλές κοινότητες και πώς η δυσλειτουργία της δημοκρατίας μετά τον θάνατο του Περικλή οδήγησε τη μοντέρνα Αθήνα να χάσει τον πόλεμο από την παραδοσιακή Σπάρτη.
 
Αλλά άλλο πράγμα ήταν για τον Θουκυδίδη να τα καταλάβει όλα αυτά μόνος του και άλλο να τα εξηγήσει σε άλλους. Θα ήταν παράλογο να ισχυρισθούμε ότι πρόκειται για μια ‘εφεύρεση’ που παρέμεινε στο κεφάλι του συγγραφέα της. Για να έχει κάποια σημασία αυτή η νέα ιδέα της συλλογικής ενέργειας, θα πρέπει κατά κάποιον τρόπο να γίνει γνωστή. Σε κάποιο σημείο (δεν είναι δυνατόν να γνωρίζουμε πότε) ο Θουκυδίδης αποφάσισε να γνωστοποιήσει τις ιδέες του, δίνοντάς τους τη μορφή γραπτού κειμένου. Αυτό δεν ήταν εκείνη την εποχή μια ιδιαίτερα σημαντική απόφαση, ήταν όμως μια απόφαση την οποία έπρεπε να πάρει. Ο σύγχρονός του Σωκράτης έχοντας αναπτύξει μια εξίσου μνημειώδη εφεύρεση (την ηθική φιλοσοφία) ποτέ δεν συνέγραψε κάτι σχετικό, αλλά γνωστοποιούσε τις ιδέες του σε δημόσιες ή ιδιωτικές συζητήσεις.
 
Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Θουκυδίδης φαίνεται κατά κάποιον τρόπο να πιστεύει ότι η εφεύρεσή του είναι δυνατόν να δημοσιοποιηθεί εξ ολοκλήρου μέσω του γραπτού κειμένου. Δεν υπάρχει καμιά ένδειξη που να μας οδηγεί να υποθέσουμε ότι ο Θουκυδίδης είχε μαθητές, όπως είχαν οι πρώιμοι Σοφιστές, οι ρήτορες και οι φιλόσοφοι. Ούτε διάβασε σε κοινό το κείμενό του, όπως πολλοί ποιητές και πεζογράφοι συμπεριλαμβανομένου (ίσως) και του Ηροδότου βεβαίως, οι σαφείς δηλώσεις του Θουκυδίδη στη μεθοδολογική του εισαγωγή ότι το κείμενό του πιθανώς δεν θα προσφέρει ευχαρίστηση στους ακροατές του, μας επιτρέπουν να ισχυρισθούμε ότι το κείμενο δεν είχε την πρόθεση να μεταβιβασθεί προφορικά στους μαθητές ή να παρουσιασθεί ενώπιον κοινού. Το κείμενο του Θουκυδίδη είναι αυστηρά ‘γραπτό’ περισσότερο από κάθε άλλο αρχαίο κείμενο. Με την πρόθεση να αποτελέσει κτῆμα ἐς αἰεί - και έχοντας έτσι μια ζωή εντελώς ανεξάρτητη από αυτήν του συγγραφέα του - το έργο του Θουκυδίδη θα επιτύγχανε ή θα αποτύγχανε ανάλογα με τη σχέση μεταξύ αναγνωστών και κειμένου. Στέκεται μόνο του και δεν είναι δυνατόν να ελπίζει να τύχει οιασδήποτε άλλης συμπάθειας, όπως αυτή θα προερχόταν από μια σχολή οπαδών ή μια δεξιοτεχνική παράσταση.
 
Έχοντας λάβει την απόφαση να γράψει ένα κείμενο το οποίο θα εκφράζει τη μεγάλη εφεύρεσή του, το ερώτημα ήταν η μορφή του κειμένου: πώς να συνθέσει ένα κείμενο το οποίο θα μπορούσε να κοινοποιεί ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο και πρωτότυπο σύστημα ιδεών στους αναγνώστες; Η απάντηση είναι, κατά μιαν έννοια, σαφής, εφόσον διαθέτουμε το κείμενο και η μορφή του είναι δυνατόν να αναλυθεί με τα συνήθη μέσα της λογοτεχνικής ανάλυσης. Θα άξιζε όμως να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε ακριβώς πώς και γιατί η εντελώς ιδιαίτερη μορφή του κειμένου ενισχύει την πρόθεση του Θουκυδίδη να διαδώσει την εφεύρεση της πολιτικής επιστήμης.
 
Κατ’ αρχάς ο Θουκυδίδης επέλεξε για το κύριο μέρος του κειμένου του τη μορφή μιας αυστηρής χρονολογικής αφήγησης των γεγονότων: έγραψε κάτι το οποίο ήταν συγγενές, έστω και εάν ήταν σε πολλά σημεία εντελώς διαφορετικό, με τον Ελλάνικο και τον Ηρόδοτο. Όταν συγκρίνεται το έργο του με αυτό των προκατόχων του, η ιστορική του αφήγηση είναι εντυπωσιακά πειθαρχημένη: προχωρά κατά θέρη και χειμώνες κατά την περίοδο του πολέμου, και η αφήγηση διακόπτεται από σχετικά λίγες ουσιαστικές παρεκβάσεις. Έπειτα, χρησιμοποιούσε τη λογοτεχνική αρχή (την οποία χρησιμοποίησε και ο Ηρόδοτος με άριστο αποτέλεσμα) του ενοφθαλμισμού λόγων (και ενός. εκτενούς διαλόγου) στην τριτοπρόσωπη αφήγηση· συχνά οι λόγοι αυτοί εκφωνούνται σε πρώτο πρόσωπο και υποτίθεται ότι οι ομιλητές είναι διάφορα ιστορικά πρόσωπα (σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο). Τρίτον, ο Θουκυδίδης συμπεριέλαβε έναν αριθμό από αναλυτικά χωρία, όπου ο ίδιος εξηγεί ως συγγραφέας τις προθέσεις και τις μεθόδους του, ενώ προσφέρει κρίσεις για διάφορα θέματα ερμηνείας. Κάθε αναγνώστης του Θουκυδίδη σύντομα συνειδητοποιεί ότι το έργο αυτό αντλεί την αποτελεσματικότητά του (τη λογοτεχνική και τη διδακτική) από την αλληλεπίδραση αυτών των διαφόρων στοιχείων.
 
Εάν όμως η εφεύρεση του Θουκυδίδη ήταν η πολιτική επιστήμη, για ποιον λόγο γράφει μια αφήγηση εν είδει χρονικού;[32] Η τότε πρακτική στο πεδίο της πολιτικής επιστήμης και της κοινωνιολογίας είναι σαφώς μη ιστορική. Παρόλο που μερικοί από τους μοντέρνους (με την τρέχουσα έννοια) ιδρυτές του αντικειμένου της κοινωνιολογικής πολιτικής επιστήμης (όπως ο Karl Marx και ο Max Weber) ασχολούνταν με την ιστορία και έγραφαν για ιστορικά γεγονότα, δεν έγραφαν ιστορικές αφηγήσεις. Ούτε οι άμεσοι προκάτοχοι του Θουκυδίδη ούτε και οι διάδοχοί του στον τομέα της πολιτικής τέχνης επέλεξαν να γράψουν ιστορία. Εάν υποτεθεί ότι ο Θουκυδίδης είχε αποδυθεί σε μια συγκριτική αντιπαράθεση της λογοτεχνίας με την πολιτική τέχνη και εάν είναι θεμιτό να ονομάζουμε την εφεύρεση του Θουκυδίδη ‘πολιτική επιστήμη’, για ποιον λόγο επέλεξε να χρησιμοποιήσει μια χρονολογική αφήγηση των γεγονότων (σε αντίθεση με τις λογοτεχνικές μορφές της πολιτείας ή τον διάλογο) ως την πρώτη δομική αρχή του κειμένου του;
 
Δεν είναι δυνατόν να απαντήσουμε σε αυτό το ερώτημα με οριστικό τρόπο. Μολονότι έχω θεωρήσει δεδομένο ότι η εφεύρεση έγινε πριν από την επιλογή της λογοτεχνικής μορφής, ο Θουκυδίδης ίσως είχε αρχίσει να συγγράφει μια περισσότερο συμβατική ιστορία (όπως ο Ηρόδοτος ή ο Ελλάνικος), με προθέσεις και γενικές φιλοδοξίες παρόμοιες με αυτές των πρώιμων ιστορικών, κατά την πορεία όμως κατέληξε στη σύνθεση των απόψεων, δηλαδή σε αυτό το οποίο εγώ ονομάζω ‘την εφεύρεση της πολιτικής επιστήμης’. Η ιστορία της εξέλιξης αυτής, την οποία προτείνω εδώ, έχει σκοπό να προβάλει τον ρόλο της κοινωνικοπολιτικής πλευράς στο σχέδιο του Θουκυδίδη. Δεν είναι δυνατόν να επαληθεύσουμε την υπόθεση αυτή ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο από εκείνη που υποστηρίζει ότι το έργο είναι κατ’ αρχάς ‘ιστορικό’. Όπως και με το αναπάντητο ερώτημα της σειράς με την οποία ο Θουκυδίδης κατέληξε στις διάφορες αυτές απόψεις, η πραγματική διαδικασία της σύνθεσης δεν επηρεάζει τη θεωρία μου. Αυτό που επεδίωξα ήταν να αφηγηθώ μια εύλογη ιστορία, η οποία θα φωτίσει τη μορφή, το περιεχόμενο και τη δύναμη του κειμένου ως έχει - δηλαδή εν ολίγοις μια ιστορία η οποία μας βοηθά να είμαστε καλύτεροι αναγνώστες.
 
Προηγουμένως ισχυρίσθηκα ότι οι ριζοσπαστικές απόψεις του Θουκυδίδη αφορούσαν δυναμικά συστήματα και διαδικασίες αλλαγής. Και αυτό προσφέρει μια εξήγηση για την επιλογή της ιστορικής αφήγησης ως λογοτεχνικού μέσου για την παρουσίαση αυτής της εφεύρεσης. Ο Θουκυδίδης δεν ήθελε να δείξει μόνον πώς ήταν δομημένα και πώς λειτουργούσαν τα κοινωνικά συστήματα, με τα οποία ασχολούνταν, αλλά επίσης και τι προσέφεραν. Διότι, αυτό το οποίο έκαναν γινόταν αντιληπτό στην πορεία του χρόνου και των αλλαγών, τις οποίες επέφερε, ώστε μόνο μια διαχρονική αφήγηση ήταν ικανή να δείξει με αποτελεσματικό τρόπο τα σχετικά φαινόμενα. Σε ορισμένες περιπτώσεις (όπως στην Αθηναϊκή τεχνολογία της δύναμης) η λειτουργικότητα του συστήματος παρήγαγε αλλαγές στη μορφή και στην ανάπτυξη ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης των διαφόρων πλευρών της. Αυτή η ανάπτυξη είχε ως αποτέλεσμα μια περαιτέρω αλλαγή με τη μορφή μιας δυναμικής διακρατικής σύγκρουσης, διότι οι Σπαρτιάτες αντιλήφθηκαν τον κίνδυνο τον οποίον αντιπροσώπευε για αυτούς η ανεξέλεγκτη ενίσχυση της Αθηναϊκής δύναμης.
 
Ωστόσο, η ιδεολογική σύλληψη της πολιτικής επιστήμης από τον Θουκυδίδη βασιζόταν επίσης στην αλληλεπίδραση μεταξύ δομής και ανθρώπινου παράγοντα: όταν οι διάφοροι πρωταγωνιστές της ιστορίας αντιλήφθηκαν τη σημασία των κοινωνικών συστημάτων, η γνώση τους - σχετικά και με τη χρήση τους και με την ικανότητα άλλων να τη μάθουν - έγινε στοιχείο της λειτουργίας (ή δυσλειτουργίας) του συστήματος και με αυτόν τον τρόπο και των αποτελεσμάτων τα οποία έφερε. Έτσι, παραδείγματος χάριν, η επέκταση της σύγκρουσης μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης οδήγησε σε εμφύλιους πολέμους εντός των Ελληνικών κοινοτήτων, ενώ η γνώση αυτών των εμφύλιων πολέμων αναπαραγόταν αντανακλαστικά στις αποφάσεις του ανθρώπινου παράγοντα, με αποτέλεσμα να εντείνει το ποσοστό του κοινωνικού εκφυλισμού σε μεταγενέστερες συγκρούσεις. Συγκεκριμένοι Σπαρτιάτες αντλούσαν διδάγματα από τις πρώτες αποτυχίες της Σπάρτης - όπως έδειξε και η πειραματική και αποτελεσματική εκστρατεία του Βρασίδα στη Βόρεια Ελλάδα, ή όπως έδειξαν οι μεταγενέστερες Σπαρτιατικές ναυτικές εκστρατείες στην περιοχή του Ελλήσποντου. Από την πλευρά τους οι Αθηναίοι είχαν την εμπειρία αυτού το οποίο θα ονομάζαμε ‘ανακλαστικότητα εντροπίας’ στη μετά τον Περικλή εποχή, όπου οι ‘δυνάμει’ ηγέτες, κακώς εκπαιδευμένοι από τον κρίνοντα δήμον, πρότειναν στο κράτος λύσεις δεύτερης τάξης, γεγονός το οποίο με το πέρας του χρόνου οδήγησε μοιραία σε εκφυλισμό της πολεμικής ικανότητας της Αθήνας.
 
Τα καθαρά αναλυτικά χωρία, στα οποία ο Θουκυδίδης απευθύνεται προσωπικά στον αναγνώστη, όπως επίσης και οι λόγοι του Περικλή, διδάσκουν την ουσία, τη ραχοκοκαλιά της αντίληψης του Θουκυδίδη για την πολιτική επιστήμη. Διατυπώνουν σε γενικές γραμμές μια αφηρημένη θεωρία δύναμης, πολιτικής, διεθνών σχέσεων, ανθρώπινης ψυχολογίας και συλλογικής ενέργειας. Η χρονολογική αφήγηση συγκεκριμενοποιεί τη θεωρία, δείχνοντας με ποιον τρόπο λειτουργεί στην πράξη. Η αφήγηση καθιστούσε επιπλέον τον αναγνώστη του Θουκυδίδη ικανό να συλλάβει τη διαδικασία με την οποία παραγόταν η αλλαγή μέσω της δυναμικής αλληλεπίδρασης εντός και μεταξύ των συστημάτων κατά τη διάρκεια του χρόνου. Ο αναγνώστης του Θουκυδίδη ίσως διαλέξει μερικές θεωρητικές απόψεις μόνο από τα αναλυτικά χωρία. Ίσως μάθει κάτι περί πρακτικών αξιών μελετώντας τους λόγους. Η αληθινή διδακτική δύναμη του έργου όμως απαιτούσε να τοποθετηθούν τα αναλυτικά χωρία σε αφηγηματικά πλαίσια και με αυτόν τον τρόπο να οδηγήσουν στην κατανόηση της δυναμικής και αντανακλαστικής δράσης των συστημάτων - αυτή ήταν η μεγαλειώδης εφεύρεση του Θουκυδίδη.
 
Σε αντίθεση προς έναν μαθητή της ρητορικής σχολής του Ισοκράτη, παραδείγματος χάριν, ο αναγνώστης του Θουκυδίδη δεν αντιμετώπιζε μια σειρά από κανόνες, δεν ήταν υποχρεωμένος να αποστηθίσει τόπους, δεν μάθαινε τη μηχανική λειτουργία μιας τέχνης. Γινόταν περισσότερο ένας θουκυδίδειος τεχνικός, ειδικός (εάν ήταν αρκετά επιμελής) στην πολιτική επιστήμη, ικανός να κατανοήσει πολύπλοκα συστήματα και τα αποτελέσματά τους. Και έτσι αποκτούσε δυναμικά την αληθινή πολιτική οντότητα, την οποία αντιπροσώπευε κάποτε ο Περικλής. Με την ‘περίκλεια’ γνώση των συστημάτων αποκτούσε την ικανότητα να παρεμβαίνει με θετικούς τρόπους στις κοινωνικές και πολιτικές δομές. Γινόταν ένα θετικό στοιχείο ενός δυναμικού συστήματος.
 
Και αυτό, θα έλεγα, είναι και η τελική πρόθεση του κειμένου. Θέλει να παράγει ηγέτες με τις ικανότητες του Περικλή. Αυτοί οι ηγέτες δεν θα ήταν ανήθικοι σοφιστές, δεν θα ήταν εχθροί της ‘αρχαίας απλότητας’. Όπως ο Περικλής, ενστερνίζονταν μια ηθική η οποία σε πολλά σημεία ήταν ανάλογη της ηθικής του Τέλλου του Σόλωνα. Οι ίδιοι όμως θα ήταν, όπως ο Περικλής, κάθε άλλο παρά απλοί. Θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν για το κοινό καλό βάσει της άριστης κατανόησης του πώς τα προσωπικά τους συμφέροντα συνδέονταν με τη συλλογική δράση, του πώς λειτουργούν τα μοντέρνα και τα παραδοσιακά κοινωνικά συστήματα, και του πώς και γιατί αυτά τα συστήματα αλλάζουν (θετικά ή αρνητικά) μέσα στον χρόνο. Παρ’ όλη την αυστηρότητά του και παρά τη φαινομενική της αδιαφορία, η κοινωνική επιστήμη του Θουκυδίδη βασίζεται ακριβώς για αυτόν τον λόγο στην πεποίθηση ότι η αληθινή γνώση θα προάγει το καλό (καθόσον το καλό προσδιορίζεται ως η ευημερία των ατόμων μέσα σε μια ευημερούσα κοινότητα). Και με αυτόν τον τρόπο εμφανίζεται απροσδόκητα να έχει σχέση με τις φιλοσοφικές αντιλήψεις του Σωκράτη και του Αριστοτέλη. Εάν εννοούμε ότι επιστήμη και ήθος είναι ασυμβίβαστα στο πλαίσιο ενός μοντέρνου μεθοδολογικού παραδείγματος, με το να προσδιορίσουμε ένα ενδιαφέρον για το ήθος στην πολιτική επιστήμη του Θουκυδίδη χαράσσουμε τα όρια του μοντερνισμού του Θουκυδίδη. Ωστόσο, δεδομένου ότι τα σύγχρονα τμήματα πολιτικής επιστήμης συχνά ακολουθούν μια ιδιαίτερα εμπειρική και ρυθμιστική ερευνητική προσέγγιση, η ταυτόχρονη παρουσία στο κείμενο του ασχολούμενου με την ηθική θεωρητικού και του εμπειρικού πολιτικού επιστήμονα ίσως εκληφθεί ως ένα περαιτέρω τεκμήριο του μοντερνισμού του - ή ακόμη για του μεταμοντερνισμού του.[33]
 
Σε κάθε περίπτωση ο αναγνώστης δεν θα πρέπει να παραπλανηθεί ούτε από την αυθεντικότητα της πολιτικής επιστήμης του Θουκυδίδη, ούτε από την ελκυστικότητα του ήθους της πολιτικής του ηγεσίας, και να αποδεχθεί ότι οτιδήποτε στην ανάλυση του Θουκυδίδη είναι ορθό. Δεδομένου ότι εντάσσεται σε μια ιστορική αφήγηση, η ορθότητα της πολιτικής ανάλυσης μπορεί να επιβεβαιωθεί από την ίδια την ιστορία. Όπως έχω ισχυρισθεί και σε άλλο σημείο, η επιτυχημένη ανοικοδόμηση της Αθήνας κατά τις δεκαετίες μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο από μια δημοκρατική κυβέρνηση και χωρίς να υπάρχει κανένας που να είναι ένας ηγέτης του τύπου του Περικλή, καθιστά προφανές ότι ο Θουκυδίδης υποτίμησε την ικανότητα της αληθινής δημοκρατίας να εξαγάγει συμπεράσματα από τα λάθη της.[34] Εάν βρισκόταν αντιμέτωπος με αυτή την κριτική ο Θουκυδίδης, θα την αποδεχόταν; Ή θα αντέλεγε ότι αυτό σημαίνει πως δεν έχει γίνει αντιληπτή η βασική του σκέψη ότι δηλαδή το ‘σύστημα αλλάζει’; Παρ’ όλα αυτά η μεταπολεμική Αθήνα ήταν εντελώς διαφορετική από την Αθήνα αμέσως μετά τον Περικλή, τουλάχιστον σε ένα σημείο: με τη διάδοση του κειμένου του Θουκυδίδη μετά τον πόλεμο η γνώση περί δυναμικών συστημάτων ήταν πλέον διαθέσιμη. Οι αναγνώστες που ασχολούνταν με το κείμενο είχαν την ευκαιρία να γίνουν θουκυδίδειοι τεχνικοί-ειδικοί. Μερικοί από αυτούς τους ειδικούς είχαν, σχεδόν αναπόφευκτα, αυτομάτως εμπλακεί στο εξελισσόμενο Αθηναϊκό κοινωνικοπολιτικό σύστημα. Δεν είμαι βέβαιος ότι θα δεχόμουν αυτή την υπεράσπιση - αλλά είμαι αρκετά βέβαιος, ότι εάν ήταν δυνατόν να καλέσουμε το φάντασμά του, ο Θουκυδίδης δεν θα ενοχλούνταν καθόλου - καθόσον το κείμενο είχε σκοπό να ‘μιλά’ μόνο του, ως ένα κτῆμα ἐς αἰεί.
 --------------------------
[1] Ηρόδ. 1.1.
[2] Τα δύο περίφημα σφάλματα του Ηροδότου: 1.20.3. Ο Θουκυδίδης στο πλαίσιο μιας ανταγωνιστικής κοινότητας που ασκεί κριτική: Ober (1998) κεφ. 2.
[3] Neer (2002), ιδ. 51.
[4] Θουκ. 1.1.1. «ξυνέγραψε τον πόλεμον» ίσως σημαίνει ότι έβλεπε τον εαυτό του ως συν θέτη μιας ξυγγραφής, δηλ. ως εργαζόμενο στο ίδιο λογοτεχνικό είδος με τον Ελλάνικο, στο οποίου το έργο Αττική ξυγγραφή αναφέρεται (1.97). Ο Θουκυδίδης όμως ποτέ δεν περ γράφει το έργο του ως ξυγγραφή, πρβλ. Edmunds (1993). 
[5] Αυτό το σημείο του κειμένου έχει συζητηθεί πολύ: ο Gomme, HCT αυτόθι, π.χ., προσπαθεί να αποφύγει την προφανή σημασία με σκοπό να διατηρήσει τον Θουκυδίδη στου κόλπους των τυπικών ιστορικών. 
[6] Ο Cole (1991) ισχυρίζεται ότι το κείμενο του Θουκυδίδη ήταν μια τέχνη με την έννοια ενός οδηγού με χρήσιμα στοιχεία. Αυτό όμως δεν αποδίδει στο έργο τη σημασία την οποία έχει ως ανάλυση του συστήματος. 
[7] Skinner (1978), με Tully (1988). 
[8] 1.21.1, 1.22.4 κατά τον Ober (1998) 55-63. 
[9] Βλ., τελευταία, Hornblower (2000α), ο οποίος ισχυρίζεται (διαφωνώντας με τη^ τούσα άποψη και βασιζόμενος σε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν πείθουν) ότι ο Θουκυδίδης προγενέστερος. 
[10] Ο Θουκυδίδης βέβαια δεν είναι η μοναδική περίπτωση συγγραφέα που έχει ( δηση της ύπαρξης πολλαπλών λογοτεχνικών ειδών και ο οποίος επιχειρεί συνειδητά ξεπεράσει: πρβλ. Nightingale (1995) για τη σχέση του Πλάτωνα με διάφορα ποιητικά και πεζά είδη. Είναι ιδιαίτερα δύσκολο να προσδιορίσει κανείς με ακρίβεια πεζά είδη το; και του πρώιμου 4ου αιώνα. 
[11] Ο Θουκυδίδης ως ‘μοντέρνος, επιστημονικός’ ιστορικός: Cochrane (1929). 
[12] Giddens (1990). Η ιστορία κατά τον Giddens έχει δύο όψεις: προμοντερισμό και μοντερνισμό. Ωστόσο η προμοντέρνα κοινωνία του βασίζεται προφανώς στη μεσαιωνική δυτική Ευρώπη (δηλ. διαθέτει ασαφή πολιτικά όρια, έλλειψη του μονοπωλίου της βίας, ανησυχία σχετική με τη Θεία Πρόνοια). Κατά κάποιο τρόπο όμως η άποψή του για την παραδοσιακή ελληνική κοινωνία είναι αόριστη. Θα προτείνω παρακάτω ότι το μεγαλύτερο μέρος της Ελλάδος παρέμεινε ‘παραδοσιακό’ και ότι ο Αθηναϊκός μοντερνισμός δεν ήταν ένα γενικό φαινόμενο. Αυτό καθιστά την ιστορία του ριζικά διαφορετική από αυτήν του δικού μας μοντερνισμού, πράγμα το οποίο δεν συνιστά λόγο για να αγνοούμε τις σημαντικές διαφορές μεταξύ της Αθήνας και άλλων Ελληνικών πόλεων. 
[13] Με όρους πληθυσμού και έκτασης η Αθήνα της κλασικής εποχής ήταν πέντε φορές το μέγεθος μιας ‘κανονικής πόλης’ (βλ. Ruschenbusch [1978], Hansen [1996]) και αυτή η υπεροχή της κλίμακας ήταν προϋπόθεση του ‘μοντερνισμού’ της. Ο Hanson (1995) προσφέρει ένα ιδεαλιστικό πορτρέτο των παραδοσιακών Ελληνικών κοινοτήτων, παρουσιάζει όμως και μαρτυρίες για την προτίμηση των Ελλήνων για το ‘παραδοσιακό’ στις ‘συνήθεις πόλεις' κατά την κλασική περίοδο. Βλ. επίσης Gehrke (1986), Brock και Hodkinson (2000). 
[14] Η ανάπτυξη των νέων τρόπων πολέμου και στρατηγικής: Ober (1996) κεφ. 5 και 6. 
[15] Βλ. Loraux (1986c). Βεβαίως οι Αθηναίοι συνέχιζαν να έχουν προσωπικό ενδιαφέρον για τα παιδιά τους και για τη φήμη τους, η αλλαγή δεν υπήρξε ποτέ ολική. 
[16] Ο Giddens (1990) διαφοροποιεί την ‘πεποίθηση’, η οποία βασίζεται σε προσωπική επαγωγική γνώση και στα χαρακτηριστικά των παραδοσιακών κοινωνιών, από την ‘εμπιστοσύνη’, η οποία βασίζεται στην ικανότητα να υπολογισθούν οι κίνδυνοι στο πλαίσιο των μοντέρνων κοινωνιών. 
[17] Σύστημα του Κλεισθένη: Manville και Ober (2003), Ober (2004). 
[18] Αγορά και κοινοτικός χώρος: Ober (1995), Camp (1992). 
[19] Για την ιδιαίτερη σχέση των Αθηναίων με τη μέτρηση του χρόνου βλ. D. Allen (1996). 
[20] Βλ. Kallet-Marx (1993) και Kallet (2001) σχετικά με το θέμα του χρήματος την εποχή του Θουκυδίδη, και τη συζήτηση μεταξύ της von Reden (1997), του Seaford (1998) και του Kurke (1999) για τη συμβολική αξία του νομίσματος στην πόλιν. Άλλες πρόσφα­τες εργασίες για την επιρροή του χρήματος είναι οι Figueira (1998), Trevett (2001) και Schaps (2004). 
[21] Βλ. Sickinger (1999) για τη συλλογή στοιχείων, Hedrick (1999) αναφορικά με τη δη­μοκρατία και τη δημοσιοποίηση στοιχείων. 
[22] Ωστόσο, βλ. παρακάτω: ο Θουκυδίδης για τον ηγετικό ρόλο του Περικλή και τη σχέση του με τη βαθειά γνώση των συστημάτων. 
[23] Βλ. τον Ψευδο-Ξενοφώντα, για τον οποίο η ‘Αθηναϊκή ιδιαιτερότητα’ φαίνεται να οδηγεί μόνο σε απορίαν: Ober (1998), κεφ.1. 
[24] Crane (1998). 
[25] Βλ. Ober (1998) 63-94 και Ober (2001a) για λεπτομέρειες. 
[26] Βλ. Ober (1998) 104-20 για τη Σικελική Εκστρατεία και την άγνοια των Αθηναίων 
[27] Balot (2004). 
[28] Η εκστρατεία στην Μυτιλήνη: 3.1-50. Ο Επιτάφιος του Περικλή και το επίτευγμα: Manville και Ober (2003) 
[29] Πόλις ως μόρφωση: βλ. περαιτέρω Ober (2001b). 
[30] Βλ. Farrar (1988). 
[31] Για την κριτική του Θουκυδίδη στη δημοκρατία βλ. γενικά Ober (1998) κεφ. 2. 
[32] Βλ. περαιτέρω, Ober (2001a). 
[33] Connor (1977a). Βλ. Euben (1990) για τον Θουκυδίδη ως μεταμοντέρνο πολιτικό θε­ωρητικό. 
[34] Βλ., περαιτέρω, Ober (1998) 120-21 και Ober (1996) κεφ. 6. 

A. Camus: Ναι, ίσως αυτό να είναι η ευτυχία, η συμπόνια για την δυστυχία μας

Αν είναι αλήθεια πως οι μόνοι παράδεισοι είναι εκείνοι που έχουμε χάσει, τότε ξέρω πως να ονομάσω αυτό το τρυφερό κι απάνθρωπο συναίσθημα που με διακατέχει σήμερα.

Ένας μετανάστης επιστρέφει στην πατρίδα του. Κι εγώ θυμάμαι.

Η ειρωνεία, η σκληρότητα, όλα καταλαγιάζουν και να με πίσω στην πατρίδα.

Δε θέλω ν' αναμασώ ευτυχισμένες στιγμές, αυτό είναι πολύ πιο απλό και πολύ πιο εύκολο.

Γιατί, αν έχει απομείνει κάτι ανέγγιχτο απ' τις ώρες που ανασύρω απ' τα βάθη της λησμονιάς, αυτό είναι κυρίως η ανάμνηση μιας αγνής συγκίνησης, μιας στιγμής που αιωρείται μέσα στην αιωνιότητα.

Τούτο μόνο είναι αληθινό μέσα μου και το αντιλαμβάνομαι πάντα πολύ αργά.

Αγαπάμε μια λυγερή κίνηση, το ταίριασμα ενός δέντρου μέσα στο τοπίο.

Και, για να ξαναζωντανέψουμε όλη αυτή την αγάπη, έχουμε μόνο μια λεπτομέρεια, που μας είναι όμως αρκετή: τη μυρωδιά μιας κάμαρας που έμεινε για καιρό κλεισμένη, τον ιδιαίτερο ήχο ενός βήματος στο δρόμο.

Έτσι και μ' εμένα. Κι αν αγάπησα τότε δίνοντας το είναι μου, ήμουν τελικά ο εαυτός μου, αφού η αγάπη και μόνο μας αποδίδει στον εαυτό μας.

Αργές, γαλήνιες και κρίσιμες, εκείνες οι ώρες επιστρέφουν, το ίδιο έντονες, το ίδιο συγκινητικές γιατί είναι βράδυ και οι στιγμές είναι όλο θλίψη, και υπάρχει ένα είδος ακαθόριστου πόθου μέσα στον άφωτο ουρανό. Κάθε κίνηση που ξαναθυμάμαι μου αποκαλύπτει τον εαυτό μου.

Κάποτε μου είχαν πει: «Είναι τόσο δύσκολο να ζεις». Και θυμάμαι με ποιο τρόπο μου το είπαν.

Μια άλλη φορά κάποιος ψιθύρισε: «Το χειρότερο σφάλμα είναι να κάνεις τους άλλους να υποφέρουν».

Όταν όλα τελειώνουν, η δίψα της ζωής σβήνει. Μήπως είναι αυτό η ευτυχία;

Όταν περιπλανιόμαστε σ' αυτές τις αναμνήσεις, ντύνουμε τα πάντα με το ίδιο διακριτικό ένδυμα και ο θάνατος μας φαίνεται σαν ένα σκηνικό με ξεθωριασμένα χρώματα.

Ξαναγυρίζουμε στον εαυτό μας.

Αισθανόμαστε την απελπισία μας και τον αγαπάμε περισσότερο.

Ναι, ίσως αυτό να είναι η ευτυχία, η συμπόνια για την δυστυχία μας.
 
A. Camus, Η καλή και η ανάποδη

Charles Baudelaire: Τα Παράθυρα

Αυτός που απ’ έξω κοιτάζει μέσα σε ένα ανοιχτό παράθυρο δεν βλέπει ποτέ τόσα πράγματα όσα εκείνος που κοιτάζει ένα παράθυρο κλειστό.

Δεν υπάρχει αντικείμενο πιο βαθύ, πιο μυστηριώδες, πιο γόνιμο, πιο σκοτεινό, πιο εκθαμβωτικό από ένα παράθυρο που το φωτίζει ένα κερί.

Αυτό που μπορούμε να δούμε στο φως του ήλιου είναι πάντα λιγότερο ενδιαφέρον από αυτό που συμβαίνει πίσω από ένα τζάμι.

Μέσα σε αυτή τη μαύρη ή φωτεινή τρύπα ζει η ζωή, ονειρεύεται η ζωή, υποφέρει η ζωή.

Πέρα από τις κυματιστές στέγες, διακρίνω μια γυναίκα ώριμη, ήδη ρυτιδωμένη, φτωχή, πάντα σκυμμένη σε κάτι, και η οποία δεν βγαίνει ποτέ.

Με το πρόσωπό της, με το ρούχο της, με τη χειρονομία της, σχεδόν με τίποτα, ξανάφτιαξα την ιστορία αυτής της γυναίκας, ή μάλλον το θρύλο της, και καμιά φορά τον διηγούμαι στον εαυτό μου κλαίγοντας.

Αν επρόκειτο για έναν φτωχό γέρο άντρα θα είχα ξαναφτιάξει τον δικό του με την ίδια άνεση.

Και πλαγιάζω περήφανος που υπέφερα μέσα σε άλλους και όχι στον εαυτό μου.

Θα μου πείτε ίσως: «Είσαι σίγουρος ότι αυτός ο θρύλος είναι ο αληθινός;»

Τι σημασία έχει ποια μπορεί να είναι η πραγματικότητα που βρίσκεται έξω από μένα, αν με βοήθησε να ζήσω, να αισθανθώ ότι υπάρχω και αυτό που είμαι;

Καρλ Σαγκάν: Ο ύπνος του Νεύτωνα

Ας μας φυλάει ο Θεός από το απλό όραμα και τον ύπνο του Νεύτωνα. Ουίλιαμ Μπλέικ

Από ένα ποίημα που περιλαμβανόταν σε ένα γράμμα προς τον Τόμας Μπατς (1802)

Είναι η άγνοια αυτή που συχνά κερδίζει
την εμπιστοσύνη, παρά η γνώση:
είναι εκείνοι που ξέρουν λίγα και
όχι εκείνοι που γνωρίζουν πολλά,
αυτοί που μας διαβεβαιώνουν με τόση σιγουριά
ότι το ένα ή το άλλο πρόβλημα
δεν θα λυθεί ποτέ από την επιστήμη
.
Κάρολος Δαρβίνος Εισαγωγή, Η καταγωγή τον Ανθρώπου (1871)

Με τον “ύπνο του Νεύτωνα”, ο ποιητής, ζωγράφος και επαναστάτης Ουίλιαμ Μπλέικ φαίνεται να εννοούσε κάποιο υποχθόνιο όραμα που υποβόσκει στην προοπτική της Φυσικής του Νεύτωνα, καθώς και την αποδέσμευση (όχι πλήρως) του ίδιου του Νεύτωνα από τον μυστικισμό. Ο Μπλέικ θεωρούσε την ιδέα της ύπαρξης των ατόμων και των μορίων ελαφρώς διασκεδαστική και την επιρροή του Νεύτωνα πάνω στο είδος μας “σατανική”.

Συχνά επικρίνουν την επιστήμη ότι είναι πολύ περιοριστική. Εξαιτίας της δηλωμένης πιθανότητας να κάνει κανείς κάποιο λάθος, δεν λαμβάνει υπόψη της μια μεγάλη ποικιλία από ενθουσιώδεις ιδέες, αντιλήψεις, σοβαρό μυστικισμό και καταπληκτικά θαύματα. Η επιστήμη δεν παραδέχεται τα πνεύματα, τις ψυχές, τους αγγέλους, τους διαβόλους, τα σώματα Ντάρμα του Βούδα, ή τις επισκέψεις από εξωγήινους χωρίς σοβαρές αποδείξεις.

Ο Αμερικανός ψυχολόγος Τσαρλς Ταρτ, που πιστεύει ότι οι αποδείξεις για την εξωαισθητηριακή αντίληψη είναι πειστικές, γράφει:

Ένας σημαντικός παράγοντας της δημοτικότητας που έχουν σήμερα οι ιδέες της “Νέας Εποχής”, είναι μια αντίδραση στις απάνθρωπες και μη πνευματικές επιδράσεις του επιστημονισμού, στη φιλοσοφική άποψη (που μεταμφιέζεται σε αντικειμενική επιστήμη και επιδοκιμάζει τη συναισθηματική εμμονή του ξαναγεννημένου φονταμενταλισμού) ότι δεν είμαστε τίποτα άλλο παρά υλικά όντα. Το να αγκαλιάζει κανείς απερίσκεπτα οτιδήποτε και όλα όσα έχουν την ταμπέλα “πνευματικό” ή “ψυχολογικό” ή “Νέα Εποχή” είναι φυσικά ανόητο, αφού πολλές από αυτές τις ιδέες είναι στην πραγματικότητα εσφαλμένες, όσο και αν είναι ευγενείς ή εμπνευσμένες. Από την άλλη αυτό το ενδιαφέρον για τη Νέα Εποχή είναι μια νομότυπη αναγνώριση κάποιων αληθινών καταστάσεων της ανθρώπινης φύσης: ο κόσμος είχε πάντα και συνεχίζει να έχει εμπειρίες που μοιάζουν να είναι “ψυχικές” ή “πνευματικές”.

Αλλά γιατί άραγε οι “ψυχικές” εμπειρίες να αναιρούν την άποψη ότι είμαστε φτιαγμένοι από ύλη και τίποτα άλλο; Υπάρχουν ελάχιστες αμφιβολίες ότι στον καθημερινό κόσμο η ύλη (και η ενέργεια) υπάρχει. Οι αποδείξεις είναι ολόγυρα μας. Αντιθέτως, όπως ανέφερα νωρίτερα, οι αποδείξεις για κάτι μη υλικό που ονομάζεται “πνευματικό” ή “ψυχικό”, είναι πολύ αμφίβολες.

Φυσικά, ο καθένας μας έχει μια πλούσια εσωτερική ζωή. Ωστόσο, αν σκεφτούμε τη θαυμαστή περιπλοκότητα της ύλης, πώς μπορούμε να αποδείξουμε ότι η εσωτερική μας ζωή δεν οφείλεται απόλυτα στην ύλη; Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν πολλά γύρω από την ανθρώπινη συνείδηση που δεν καταλαβαίνουμε απόλυτα και δεν μπορούμε ακόμα να τα εξηγήσουμε με όρους της νευροβιολογίας. Οι άνθρωποι υπόκεινται σε περιορισμούς και κανείς δεν το γνωρίζει αυτό καλύτερα από τους επιστήμονες.

Εν τούτοις, μια πληθώρα από απόψεις γύρω από το φυσικό κόσμο που θεωρούνταν θαυματουργές λίγες μόνο γενιές πριν, τώρα έχουν γίνει πλήρως κατανοητές με όρους της φυσικής και της χημείας. Κάποια εξάλλου από τα μυστήρια του σήμερα θα έχουν λυθεί με κατανοητό τρόπο από τους απογόνους μας. Το γεγονός ότι εμείς δεν μπορούμε να κατανοήσουμε λεπτομερώς, ας πούμε, τις τροποποιημένες καταστάσεις της συνείδησης με όρους της χημείας του εγκεφάλου, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει ένας “πνευματικός κόσμος”. Όπως για παράδειγμα, το γεγονός ότι ένα ηλιοτρόπιο ακολουθεί τον ήλιο στην πορεία του κατά μήκος του ουρανού, αποτελούσε κυριολεκτικά την ένδειξη ενός θαύματος, προτού μάθουμε για το φωτοτροπισμό και τις ορμόνες των φυτών.

Και αν ο κόσμος δεν ανταποκρίνεται στις επιθυμίες μας, άραγε είναι λάθος της επιστήμης ή εκείνων που επιβάλλουν τις δικές τους επιθυμίες στον κόσμο; Όλα τα θηλαστικά – και πολλά άλλα ζώα – νιώθουν κάποια συναισθήματα: φόβο, λαγνεία, ελπίδα, πόνο, αγάπη, μίσος καθώς και την ανάγκη να τους καθοδηγεί κάποιος. Δεν υπάρχει τίποτα το μοναδικό στα συναισθήματα των ανθρώπων. Από την άλλη, κανένα άλλο είδος δεν ασκεί την επιστήμη τόσο πολύ ή τόσο καλά όσο εμείς. Πώς λοιπόν μπορεί η επιστήμη να γίνεται “απάνθρωπη”;

Ωστόσο μοιάζει άδικο: μερικοί από μας πεθαίνουν από την πείνα κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ενώ άλλοι – από μια τυχαία σύμπτωση – γεννιούνται και ζουν τη ζωή τους με πλούτο και μεγαλοπρέπεια. Μπορεί να έχουμε γεννηθεί σε μια διεφθαρμένη οικογένεια ή σε μια διασυρμένη εθνική ομάδα, ή να αρχίζουμε τη ζωή μας με κάποια αναπηρία· ή μήπως διανύουμε τη ζωή μας με σημαδεμένη την τράπουλα σε βάρος μας και έπειτα πεθαίνουμε; Αυτό είναι όλο; Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας ατέλειωτος ύπνος χωρίς όνειρα; Πού είναι η δικαιοσύνη;

Είναι σκληρό, απάνθρωπο και άκαρδο. Δεν θα έπρεπε να έχουμε μια δεύτερη ευκαιρία σε κάποιο άλλο επίπεδο; Θα ήταν καλύτερα να ξαναγεννιόμαστε υπό κάποιες συνθήκες όπου θα λαμβανόταν υπόψη το πόσο καλά είχαμε παίξει το ρόλο μας στην προηγούμενη ζωή, αδιαφορώντας για το πόσο σημαδεμένη θα ήταν τότε η τράπουλα σε βάρος μας. Ή αν υπήρχε η Ώρα της Κρίσης αφού πεθάνουμε, τότε θα έπρεπε – στο βαθμό που τα έχουμε πάει καλά με το πρόσωπο που μας είχαν δώσει σε αυτή τη ζωή και είμαστε ταπεινοί, πιστοί και όλα τα συναφή – να ανταμειφθουμε ζώντας ευτυχισμένα αιωνίως σε ένα μόνιμο καταφύγιο, μακριά από τις αγωνίες και τις αναταραχές αυτού του κόσμου. Έτσι θα έπρεπε να ήταν ο κόσμος αν τον είχαν προσχεδιάσει δίκαια. Έτσι θα έπρεπε να ήταν, αν όλοι όσοι υπέφεραν από πόνους και βάσανα, μπορούσαν να τύχουν κάποιας παρηγοριάς, όπως πραγματικά τους αξίζει.

Έτσι οι κοινωνίες που διδάσκουν τη συγκατάβαση απέναντι στην παρούσα κατάσταση της ζωής, προσδοκώντας μια μεταθανάτια ανταμοιβή, έχουν την τάση να διαποτίζονται από αντεπαναστατικές ιδέες. Επιπλέον, ο φόβος του θανάτου, που από κάποια άποψη είναι δυνατόν να προσαρμοστεί στον εξελικτικό αγώνα επιβίωσης, δεν είναι δεκτικός προσαρμογής σε κατάσταση πολέμου. Πάντως, οι θρησκείες που διδάσκουν μια μετά θάνατο ζωή μακαριότητας για τους ήρωες – ή έστω για εκείνους που απλώς έκαναν ό,τι τους είπαν αυτοί που κατείχαν την εξουσία – μπορούν να κερδίσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Άρα, η ιδέα ενός πνευματικού τμήματος της φύσης μας που επιβιώνει μετά θάνατο, η ιδέα της μέλλουσας ζωής, θα έπρεπε να πουλιέται εύκολα από τις θρησκείες και τα έθνη. Αυτό δεν είναι ένα θέμα το οποίο θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί εύκολα με σκεπτικισμό. Οι άνθρωποι θα θέλουν να πιστεύουν σε αυτή την ιδέα, έστω και αν οι αποδείξεις είναι ελάχιστες έως μηδαμινές.

Είναι αλήθεια ότι οι βλάβες του εγκεφάλου μπορεί να μας προκαλέσουν απώλεια μεγάλων τμημάτων της μνήμης, ή να μας μετατρέψουν από μανιακούς σε ήρεμους και το αντίθετο. Όπως και οι μεταβολές στη χημεία του εγκεφάλου μπορούν να μας πείσουν ότι υπάρχει μια μαζική συνωμοσία εναντίον μας ή να μας κάνουν να νομίζουμε ότι ακούμε τη φωνή του Θεού.

Αλλά παρά το γεγονός ότι κάποιες επιτακτικές μαρτυρίες σαν και αυτές, ορίζουν ότι η προσωπικότητα, ο χαρακτήρας, η μνήμη – αν θέλετε και η ψυχή – εδρεύουν στην ύλη του εγκεφάλου, είναι εύκολο να μην επικεντρωθούμε σε αυτή την ιδέα, αλλά να βρούμε τρόπους να αποφύγουμε το βάρος των αποδείξεων.

Μιας και υπάρχουν ισχυροί κοινωνικοί θεσμοί που επιμένουν ότι υπάρχει ζωή μετά το θάνατο, δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός πως όσοι αντιτίθενται στην επίσημη Εκκλησία, τείνουν να είναι λίγοι, σιωπηλοί και πικραμένοι. Μερικές ανατολικές και χριστιανικές θρησκείες ή κάποιες θρησκείες της Νέας Εποχής καθώς και ο πλατωνισμός, θεωρούν ότι ο κόσμος είναι μη πραγματικός και ότι τα βάσανα, ο θάνατος και η ίδια η ύλη είναι ψευδαισθήσεις και τίποτα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα παρά μόνο η “διάνοια”.

Αντίθετα, η κυρίαρχη επιστημονική άποψη είναι ότι η διάνοια είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε αυτό που κάνει ο εγκέφαλος, δηλαδή είναι μια ιδιότητα των εκατοντάδων τρισεκατομμυρίων νευρικών συνδέσεων μέσα στον εγκέφαλο.

Υπάρχει μια περίεργα διευρυμένη ακαδημαϊκή άποψη, με ρίζες στη δεκαετία του ’60, που θεωρεί ότι όλες οι απόψεις είναι το ίδιο αυθαίρετες και ότι το “σωστό” ή το “λάθος” είναι μια αυταπάτη. Ίσως αυτό είναι μια απάθεια κάποιων να ανακτήσουν υπεροχή επί των επιστημόνων, που πολύ καιρό ισχυρίζονται ότι η λόγια κριτική, η θρησκεία, η αισθητική και μεγάλος μέρος της φιλοσοφίας και της ηθικής δεν είναι παρά υποκειμενικές απόψεις επειδή δεν μπορούν να αποδειχτούν όπως ένα θεώρημα της Ευκλείδειας Γεωμετρίας, αλλά ούτε και με πειραματική δοκιμασία.

Υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν τα πάντα να είναι πιθανά. Η φαντασία μας και οι ανάγκες μας απαιτούν περισσότερα. Αισθανόμαστε ότι για τα ελάχιστα που διδάσκει η επιστήμη, πρέπει να βεβαιωθούμε με λογικό τρόπο. Πολλοί από τους γκουρού της Νέας Εποχής – και ανάμεσά τους και η ηθοποιός Σίρλεΰ Μακ Λέιν – προχωρούν μακριά μέχρι του σημείου να ασπάζονται τον σολιψισμό * και υποστηρίζουν ότι η μοναδική πραγματικότητα είναι οι ίδιες τους οι σκέψεις .

“Εγώ είμαι ο Θεός” λένε στην πραγματικότητα. «Πραγματικά πιστεύω ότι εμείς δημιουργούμε μόνοι μας την πραγματικότητά μας», είπε κάποτε η Μακ Λέιν έναν σκεπτικιστή. «Πιστεύω ότι εγώ σε δημιουργώ αυτή τη στιγμή».

Αν ονειρεύομαι ότι ξαναενώνομαι με τους νεκρούς γονείς μου ή το παιδί μου ποιος μου λέει ότι αυτό δεν συνέβη πραγματικά; Αν έχω ένα όραμα βλέπονται εαυτό μου να αιωρείται στο διάστημα κοιτώντας κάτω στη Γη, ίσως να ήμουν πραγματικά εκεί. Ποιοι είναι αυτοί οι επιστήμονες, που δεν μοιράστηκαν και αυτή την εμπειρία και θα μου πουν ότι όλα αυτά είναι μονάχα στο μυαλό μας.

Αν η θρησκεία μου διδάσκει ότι αυτός είναι ο αναλλοίωτος και αλάνθαστος Λόγος του Θεού, ότι το Σύμπαν είναι μερικών χιλιάδων ετών, τότε οι επιστήμονες γίνονται προσβλητικοί και ασεβείς και μάλιστα κάνουν λάθος όταν ισχυρίζονται ότι αυτό είναι μερικών δισεκατομμυρίων ετών.

Γενικά, η επιστήμη επιχειρεί να θέτει όρια, με έναν τρόπο εκνευριστικό σε αυτά που μπορούμε να κάνουμε. Ποιος ισχυρίζεται ότι δεν μπορούμε να τα ταξιδέψουμε γρηγορότερα από το φως; Κάποτε το ισχυρίζονταν και για τον ήχο, έτσι δεν είναι; Ποιος θα μας σταματήσει, αν έχουμε αληθινά ισχυρά όργανα για να μετρήσουμε τη θέση και την ορμή ενός ηλεκτρονίου ταυτόχρονα; Γιατί δεν μπορούμε, αφού είμαστε τόσο έξυπνοι, να φτιάξουμε ένα αεικίνητο “πρώτου είδους” (που να δημιουργεί περισσότερη ενέργεια απ’ όση του παρέχεται)? ή. ένα αεικίνητο “δεύτερου είδους” (που να μην σταματάει ποτέ); Ποιος τολμά να βάλει όρια στην ανθρώπινη εφευρετικότητα;

Στην πραγματικότητα, η Φύση το κάνει. Μια κατανοητή και ευσύνοπτη ανάλυση των νόμων της Φύσης, σχετική με τη λειτουργία του Σύμπαντος, περιέχει έναν τέτοιο κατάλογο από απαγορευμένες πράξεις. Πολύ εύστοχα, η ψευδοεπιστήμη και οι προλήψεις τείνουν να μην αναγνωρίζουν περιορισμούς στη Φύση. Αντιθέτως, λένε ότι “όλα είναι δυνατά”. Υπόσχονται έναν απεριόριστο αριθμό δυνατοτήτων, παρότι οι οπαδοί τους έχουν συχνά απογοητευτεί και προδοθεί.
---------------------
* Θεωρία βάσει της οποίας το μόνο που υπάρχει πραγματικά είναι το υποκειμενικό

Πώς γιόρταζαν τον Δεκαπενταύγουστο στην αρχαία Αθήνα

Με μια πολύ σπουδαία λαϊκή γιορτή, εθνική και θρησκευτική γιόρταζαν οι αρχαίοι Αθηναίοι τον Δεκαπενταύγουστο. Κάθε τέσσερα χρόνια, την 28η Εκατομβαιώνος, περί τον δικό μας 15αύγουστο δηλαδή, τα Μεγάλα Παναθήναια σημείωναν το γενέθλιο της θεάς Αθηνάς, προστάτιδας της Αθήνας. Η γιορτή ήταν φημισμένη σε ολόκληρη την Ελλάδα, καθώς συνοδευόταν από πλούσιους αθλητικούς και καλλιτεχνικούς αγώνες, αλλά και από θυσία 100 βοδιών (εξ ου και η λέξη εκατόμβη) τα οποία ψήνονταν και μοιράζονταν στους μετέχοντες.

Τα Παναθήναια αποτελούσαν τη σημαντικότερη γιορτή στην Αθήνα και σύμφωνα με την παράδοση, καθιερώθηκαν από το μυθικό βασιλιά Εριχθόνιο, ενώ μετά το συνοικισμό -τη συνένωση των αγροτικών κοινοτήτων της Αττικής με την Αθήνα- αναδιοργανώθηκε, ονομάστηκε Παναθήναια και ορίστηκε να εορτάζεται στις 28 του μήνα Eκατομβαιώνος (Ιουλίου- Αυγούστου).

Από το 566/5 π.Χ., επί άρχοντος Ιπποκλείδη, καθιερώθηκαν τα Mεγάλα Παναθήναια, τα οποία εορτάζονταν με μεγάλη λαμπρότητα κάθε τέσσερα χρόνια και διαρκούσαν δώδεκα ημέρες. Στα Μεγάλα Παναθήναια γίνονταν πολλές τελετές, θυσίες -μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατείχε η λεγόμενη εκατόμβη (θυσία 100 βοδιών)- καθώς και μουσικοί και γυμνικοί αγώνες με πανελλήνιο χαρακτήρα. Το κρέας από τις θυσίες μοιραζόταν στους πολίτες στο χώρο της Αγοράς. Επίσης, πραγματοποιούνταν αγώνας πυρρίχιου χορού, στον οποίο συμμετείχαν ένοπλοι άντρες κάθε ηλικίας.

Μεγάλα Παναθήναια

Το βράδυ της παραμονής των Μεγάλων Παναθηναίων, μας πληροφορεί η ιστοσελίδα του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, λάμβανε χώρα η παννυχίς, με χορούς νεαρών αγοριών και κοριτσιών. Με την ανατολή του ήλιου, την 28η Eκατομβαιώνος -ημέρα των γενεθλίων της Αθηνάς- άρχιζε η λαμπαδηφορία, προκειμένου να μεταφερθεί η φλόγα από το άλσος του Ακάδημου έξω από την πόλη στο βωμό της Αθηνάς στην Ακρόπολη.

Στη συνέχεια, όλος ο πληθυσμός συμμετείχε στη μεγάλη πομπή που ξεκινούσε από τον Κεραμεικό και κατέληγε στην Ακρόπολη, για να μεταφέρει το ιερό πέπλο που προοριζόταν για το ξόανο της Αθηνάς Πολιάδος καθώς και τις υπόλοιπες προσφορές για τη θεά.

Ο πέπλος ήταν ένα μεγάλο τετράγωνο ύφασμα με παράσταση Γιγαντομαχίας, που ύφαιναν κάθε χρόνο οι εκλεκτές Αθηναίες παρθένες (εργαστίναι) υπό την εποπτεία της ιέρειας της θεάς. Το ίδιο θέμα απεικονιζόταν στο αέτωμα του ναού της Αθηνάς, που οικοδομήθηκε την εποχή του Πεισίστρατου στην Ακρόπολη, και συνδεόταν με το μύθο της συμμετοχής και διάκρισής της στη Γιγαντομαχία.

Ο πέπλος απλωνόταν σαν ιστίο σε ένα τροχοφόρο πλοίο που διέσχιζε την Αγορά και έφτανε μέχρι τον Άρειο Πάγο, ενώ στη συνέχεια μεταφερόταν στα χέρια και παραδιδόταν στους ιερείς που αναλάμβαναν να ντύσουν με αυτόν το άγαλμα της θεάς.

Στην πομπή συμμετείχαν γυναίκες με κάνιστρα (καλάθια), τα οποία περιείχαν προσφορές για τη θεά και τα μετέφεραν στο κεφάλι (κανηφόροι), ηλικιωμένοι που κρατούσαν κλαδιά ελιάς (θαλλοφόροι), έφιπποι νέοι, καθώς και άλλοι άντρες που κρατούσαν δοχεία, σκάφες, (σκαφηφόροι) και γυναίκες ή νεαρά κορίτσια με υδρίες στον ώμο (υδριαφόροι). Η προσφορά και η μεταφορά των αγγείων αυτών ήταν καθήκον των μετοίκων.

Την πομπή ακολουθούσαν και όσα ζώα (αίγες, κριάρια, ταύροι, αγελάδες, πρόβατα) προορίζονταν για τις θυσίες στην Αθηνά. Σύμφωνα με την πλειονότητα των μελετητών, η πομπή των Mεγάλων Παναθηναίων απεικονίστηκε στη ζωφόρο του Παρθενώνα.

Η ζωφόρος

Η ζωφόρος του Παρθενώνα, περιέτρεχε τον κυρίως ναό και όχι το πτερό, όπως ήταν σύνηθες στους ναούς ιωνικού ρυθμού. Είχε ύψος 1 μέτρο και το αρχικό της μήκος ήταν 160 μέτρα. Από αυτά 17 περίπου είναι γνωστά μόνο από τα σχέδια του Carrey και άλλα 14 έχουν καταστραφεί εντελώς. Το ανάγλυφο είναι αρκετά χαμηλό, αλλά χάρις στην εξαιρετική δεξιοτεχνία των γλυπτών αποδίδεται πειστικά το βάθος μέχρι και τεσσάρων αλλεπάλληλων μορφών.

Αποτελούνταν από 115 λίθους, όπως αναφέρουν επιστήμονες του Μουσείου Ακροπόλεως. Είχε συνολικό μήκος 160 μέτρα, ύψος 1,02 μέτρα και πάχος 0,6 μέτρα. Στην πομπή εικονίζονταν περίπου 378 ανθρώπινες και θεϊκές μορφές, καθώς και περισσότερα από 200 ζώα, κυρίως άλογα.
Ομάδες ιππέων και αρμάτων καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της. Ακολουθεί η πομπή της θυσίας, με τα ζώα και τις ομάδες ανδρών και γυναικών που φέρουν ιερά τελετουργικά σκεύη και προσφορές. Στη μέση της ανατολικής πλευράς, πάνω από την είσοδο του ναού, εικονίζεται το τέλος της πομπής, το αποκορύφωμα του πολυήμερου εορτασμού των Παναθηναίων: η παράδοση του πέπλου, του δώρου των Αθηναίων στο λατρευτικό διιπετές ξόανο της θεάς. Αριστερά και δεξιά εικονίζονται καθιστοί οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου.

Οι διαφορές που εντοπίζονται σε σχέση με τις περιγραφές της πομπής από τις αρχαίες πηγές συνέτειναν στη σύγχυση. Για ορισμένους μελετητές η πομπή απεικονίζεται σε διάφορες χρονικές περιόδους της αθηναϊκής ιστορίας. Kατ' άλλους εμπεριέχει στοιχεία αφηρωισμού των νεκρών του Μαραθώνα. Σύμφωνα τέλος με την επικρατέστερη άποψη αποτελεί ένα συνονθύλευμα από σκηνές διαφορετικού τόπου και χρόνου, ταυτίζεται με μία εξιδανικευμένη αναπαράσταση του θρησκευτικού γεγονότος και αποδίδει τη δόξα της αθηναϊκής πολιτείας και της προστάτιδας θεάς της.

Πολιτεία και δημοκρατία

Ο καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών Πάνος Βαλαβάνης στο βιβλίο του «Ιερά και αγώνες στην αρχαία Ελλάδα» (εκδόσεις Καπόν) λέει πως στη ζωφόρο είχαν απεικονιστεί μορφές ανθρώπων και ζώων, κυρίως αλόγων. Οι ιππείς, άλλωστε, που αποδόθηκαν έξοχα καλλιτεχνικά, απεικόνιζαν την αθηναϊκή πολιτεία «και κατ’ επέκτασιν την αθηναϊκή Δημοκρατία». Χωρισμένοι με βάση ιδιαιτερότητες της ενδυμασίας τους σε δέκα ομάδες, υποδηλώνουν τις δέκα φυλές στις οποίες διαιρούνταν ο πληθυσμός της Αττικής από την ίδρυση της δημοκρατίας κατά την εποχή του Κλεισθένους 506 π.Χ.

Η μεγαλύτερη καταστροφή στην ιστορία του Παρθενώνα προκλήθηκε το 1687, όταν βομβαρδίστηκε κατά την πολιορκία της Ακρόπολης από τους Ενετούς. Η ανατίναξη της πυρίτιδας, που είχαν αποθηκεύσει οι Τούρκοι στο εσωτερικό του μνημείου, προκάλεσε κατάρρευση εκτενών τμημάτων του ναού και μετέτρεψε το κτίριο σε ερείπιο. Η εικόνα της καταστροφής ολοκληρώθηκε στις αρχές του 19ου αι., με τη συστηματική απομάκρυνση των γλυπτών του ναού από το λόρδο Έλγιν.

Από τον Παρθενώνα αποξηλώθηκαν βίαια 18 εναέτια γλυπτά, 15 μετόπες και 56 λίθοι της ιωνικής ζωφόρου. Από το σύνολο της ζωφόρου, σήμερα σώζονται 50 μέτρα στο Μουσείο της Ακρόπολης, 80 μέτρα στο Βρετανικό Μουσείο, ένας λίθος στο Μουσείο του Λούβρου, ενώ άλλα τμήματα είναι διασκορπισμένα σε μουσεία στο Παλέρμο, στο Βατικανό, στο Würzburg, στη Βιέννη, στο Μόναχο και στην Κοπεγχάγη.

ΔΕΣ: Μαρία· από απλή γυναίκα, σε «μετά Θεόν, η θεός» - Η προοδευτική εξέλιξη της θεολογικής θέσης της Παναγίας, κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες

Μπορούμε να διαχειριστούμε την αχαριστία

Έκφρασε ανοιχτά τα συναισθήματά σου. Το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να συζητήσεις με το άτομο αυτό τα συναισθήματά σου. Εξήγησέ του πώς νιώθεις όταν σε αντιμετωπίζει με αυτόν τον τρόπο. Ανάφερε συγκεκριμένα περιστατικά για να μπορέσει και αυτός να καταλάβει. Ορισμένοι άνθρωποι δεν συνειδητοποιούν ότι αρκετές φορές είναι αγενείς ή αγνώμονες. Επίσης, πολλοί θεωρούν πως το «ευχαριστώ» είναι δεδομένο. Εάν, λοιπόν, το άτομο καταλάβει ότι έκανε λάθος, θα σου ζητήσει συγγνώμη και θα προσπαθήσει να μην το ξανακάνει.

Από την άλλη πλευρά, όμως, υπάρχουν και άτομα που δε θα παραδεχτούν ότι έκαναν λάθος, θα θυμώσουν και θα αντιδράσουν άσχημα. Στην περίπτωση αυτή το άτομο μπορεί να αντιμετωπίζει κάποια άλλα προβλήματα και να συμπεριφέρεται κατά αυτόν τον τρόπο. Εάν συμβεί αυτό, σταμάτησε την κουβέντα ευγενικά και μην τη συνεχίσεις.

Σταμάτα να είσαι τόσο γενναιόδωρος μαζί του. Εάν συνειδητοποιήσεις πως η κουβέντα μαζί του δεν έλυσε το πρόβλημα και συνεχίζει να συμπεριφέρεται με τον ίδιο τρόπο, τότε πρέπει να σταματήσεις να είσαι τόσο γενναιόδωρος. Οι αχάριστοι άνθρωποι δε σταματούν ποτέ να ζητάνε και να απαιτούν. Όσα περισσότερα τους δίνεις, τόσα περισσότερα περιμένουν. Σταμάτα να δίνεις σε ανθρώπους που δεν το εκτιμούν. Άρχισε να λες «όχι» κάθε φορά που σου ζητάνε κάτι. Πολλές φορές όταν σταματήσουν να παίρνουν απομακρύνονται και χάνονται, ψάχνοντας το επόμενο διαθέσιμο άτομο που θα τους δώσει.

Ο Καλλίμαχος τονίζει πως «δεν υπάρχει κανένας πιο βέβαιος εχθρός από τον αχάριστο που ευεργετήθηκε».

Απομακρύνσου και βοήθησε περισσότερο ανθρώπους που εκτιμούν την προσπάθειά σου. Σίγουρα αποτελεί τη δυσκολότερη επιλογή, ιδιαίτερα εάν τα άτομα αυτά είναι χρόνια στη ζωή σου, είναι όμως αναγκαία για την ψυχική σου ηρεμία και ισορροπία. Τα άτομα που είναι αχάριστα και συνεχώς ζητούν από σένα πρέπει να φύγουν από τη ζωή σου το συντομότερο δυνατό. Υπάρχουν γύρω σου τόσοι πολλοί άνθρωποι που σε κάνουν να χαμογελάς, να αισθάνεσαι όμορφα και εκτιμούν πραγματικά αυτό που τους δίνεις ακόμα και αν αυτό είναι μικρό. Για ποιο λόγο, λοιπόν, να συνεχίζεις να αφιερώνεις το χρόνο σου σε άτομα που γκρινιάζουν και σε «εκμεταλλεύονται» συνεχώς;

Να θυμάσαι πως κάθε άνθρωπος έχει να κάνει μία πολύ σημαντική επιλογή κατά τη διάρκεια της ζωής του: Αν θα ακολουθήσει το δρόμο της ευγνωμοσύνης για όλα αυτά που έχει ή το δρόμο της αχαριστίας για αυτά που δεν έχει. Είναι προσωπική του επιλογή αν θα είναι χαρούμενος ή δυστυχισμένος. Εάν, λοιπόν, ορισμένα άτομα στη δική σου τη ζωή έχουν επιλέξει το δεύτερο δρόμο, δεν είσαι υποχρεωμένος να μείνεις δίπλα τους.

Πλησίασε περισσότερο τους ανθρώπους που σε κάνουν να χαμογελάς και εκτιμούν αυτά που τους δίνεις. Να θυμάσαι τα λόγια του Earl Nightingale: «η στάση μας απέναντι στη ζωή καθορίζει και τον τρόπο που θα μας αντιμετωπίσει η ίδια η ζωή».

Το πρόβλημα των Συρακουσών

Ένα σκληρό πρόβλημα και η δεσποτεία του ενός!
 
“Η απόλυτη ισότητα οδηγεί στην δεσποτεία του ενός.” Μοντεσκιέ

 Στις 6 Ιουλίου 1910, γεννήθηκε ο Γερμανός μαθηματικός Lothar Collatz. To 1937 διατύπωσε μια εικασία που παραμένει άλυτη. Το πρόβλημα των Συρακουσών. Ένα κατά βάση απλό στην διατύπωση ερώτημα που όμως αποδείχτηκε πολύ δύσκολο να απαντηθεί. Ο καθένας μπορεί να το τσεκάρει χρησιμοποιώντας μολύβι και χαρτί ή ακόμα και ένα απλό υπολογιστή τσέπης. Είναι τόσο απλό στην διατύπωση εξαιρετικά δύσκολο όμως να αποδειχθεί. Το είδος του προβλήματος που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε την απάντηση αλλά δεν μπορούμε να το αποδείξουμε.

Σκεφτείτε έναν θετικό ακέραιο αριθμό ,όποιον εσείς θέλετε.

Ακολουθείστε τώρα την εξής διαδικασία.
-Αν ο αριθμός είναι άρτιος (ζυγός),διαιρέστε τον με το 2.
-Αν ο αριθμός είναι περιττός (μονός), πολλαπλασιάστε τον με το 3 και προσθέστε το 1.

Επαναλάβετε την διαδικασία. Παρατηρείστε το αποτέλεσμα.

Εγώ σκέφτηκα το 11.Είναι περιττός, άρα πολλαπλασιάζω με 3 και προσθέτω 1,ο επόμενος αριθμός είναι 3×11+1=34,ο 34 τώρα είναι άρτιος άρα διαιρώ με το 2 και έχω αποτέλεσμα 17.Είναι περιττός και συνεχίζω τριπλασιάζοντας και προσθέτοντας την μονάδα,3×17+1=52. Συνεχίζω την ιδία διαδικασία και οι αριθμοί που προκύπτουν είναι 26,13,40,20,10,5,16,8,4,2,1.

Από το σημείο αυτό και μετά έχουμε την επαναλαμβανόμενη ακολουθία 4,2,1,4,2,1,4,2,1…

Όταν φτάσουμε στο 1 διαδικασία τερματίζεται.

Δείτε την αλυσίδα των αριθμών:

11 –>431–>7–>52–>26–>13–>40 –>20 –>10–>5–>16–>8–>4–>2–>1

Το πρόβλημα τέθηκε το 1937 από τον μαθηματικό Lothar Collatz, ο όποιος αναρωτήθηκε:
«Θα καταλήγουμε πάντα στο 1, από όποιον αριθμό και αν ξεκινήσουμε;».

Ύστερα από 80 χρόνια ακόμα δεν γνωρίζουμε την απάντηση.
L.Collatz (1910–1990)

Το πρόβλημα έχει πολλά ονόματα, εικασία 3n+1, εικασία Ούλαμ από τον Στάνιλσλαβ Ούλαμ (Stanislaw Ulam), πρόβλημα Κακουτάνι από τον Σιζούο Κακουτάνι (Shizuo Kakutani), εικασία Θουέιτς από τον Μπράιν Θουέιτς (Bryan Thwaites), αλγόριθμος του Χάσε από τον Χέλμουτ Χάσε (Helmut Hasse), ή πρόβλημα των Συρακουσών. Η ακολουθία των αριθμών που εμπλέκονται αναφέρεται ως ακολουθία χαλαζιού (επειδή οι τιμές συνήθως υπόκεινται σε πολλαπλές καταβάσεις και αναβάσεις σαν τους κόκκους του χαλαζιού σε ένα σύννεφο, είτε ως θαυμαστοί αριθμοί.

Οι μαθηματικοί ερευνητές εικάζουν ότι η απάντηση στο ερώτημα είναι καταφατική. Με την χρήση υπερ-υπολογιστών κατόρθωσαν να δείξουν ότι όλοι οι αριθμοί μέχρι τον 18*2^60 τελικά καταλήγουν στο 1.

Την δεκαετία του 60,ο μαθηματικός Σιζούο Κακκουτάνι, διέδωσε το πρόβλημα στο πανεπιστήμιο του Γειλ. Ε λοιπόν, για περισσότερο από έναν μήνα όλοι οι θεράποντες των μαθηματικών στο Γέιλ, καθηγητές, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί φοιτητές δούλευαν στο πρόβλημα, χωρίς ωστόσο να σημειώσουν κάποια πρόοδο. Παρόμοιο φαινόμενο σημειώθηκε και στο πανεπιστήμιο του Σικάγο. Αφού κυκλοφόρησε το ανέκδοτο ότι όλη η ιστορία δεν ήταν παρά ένα μυστικό σχέδιο των Σοβιετικών για να καθυστερήσει η μαθηματική ερεύνα στις Η.Π.Α.

Ο θρυλικός Ούγγρος μαθηματικός Πωλ Έρντος επικήρυξε το πρόβλημα για 500 δολάρια, χωρίς επίσης να σημειωθεί κάποιο αποτέλεσμα.

Είναι αθάνατο αυτό που βρίσκεται πάντα σε κίνηση

Το 1998, ο Αμερικανός ψυχολόγος Σπένσερ Τζόνσον έγραψε ένα βιβλίο που αμέσως έγινε μπεστ σέλερ και που σήμερα, μεταφρασμένο σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες, εξακολουθεί να είναι ένα από τα βιβλία αναφοράς στον χώρο του: Ποιος πήρε το τυρί μου;

Πρόκειται για μια ιστορία που εξηγεί πώς λειτουργούν οι άνθρωποι, ειδικότερα στον χώρο εργασίας.

Και τοποθετεί το κλειδί για όλα στην κίνηση, όπως στο απόφθεγμα του Πλάτωνα.

Οι πρωταγωνιστές, δύο ποντικοί και δύο μικροσκοπικοί άνθρωποι, ζουν σ’ έναν λαβύρινθο όπου τελικά βρίσκουν έναν διάδρομο γεμάτο τυρί. Οι ποντικοί ξέρουν ότι κάποια μέρα το τυρί θα τελειώσει και θα χρειαστεί να ψάξουν γι’ άλλο, όμως οι μικροί άνθρωποι θεωρούν την ύπαρξή του δεδομένη και, όταν τελειώνει, εξοργίζονται καθώς δεν ξέρουν τι να κάνουν και δεν τολμούν να βγουν από την περιοχή άνεσής τους ώστε να ψάξουν για περισσότερο τυρί. Κι εδώ είναι, φυσικά, που αρχίζει η αληθινή ιστορία.

Σ’ αυτό τον απλό μύθο, ο Τζόνσον μας δείχνει πώς η αναζήτηση της προσωπικής ικανοποίησης και της ευτυχίας, αντιπροσωπευόμενες από το τυρί, μπορεί να γίνει ένας αβέβαιος δρόμος, και σκληρός κάποιες φορές, που δεν είναι πάντα εύκολο να τον περπατήσουμε.

Επιπλέον, μας διδάσκει ότι ποτέ δεν πρέπει να θεωρούμε τίποτα σίγουρο, πόσο μάλλον την ευτυχία.
Όσα μας διδάσκει ο διάσημος αυτός ψυχολόγος, όπως ένας από τους πρωταγωνιστές του βιβλίου γράφει στον τοίχο, είναι τα εξής:

1. Οι αλλαγές συμβαίνουν και δεν είναι δυνατόν να τις σταματήσεις.
2. Πρέπει να προλαβαίνεις τις αλλαγές αυτές, ώστε να μη συνεπάγονται τραύμα.
3. Πρέπει να μελετάς την αλλαγή για να ξέρεις πότε θα προκληθεί και με ποιο τρόπο.
4. Είναι καλό να ξεκολλάς όσο πιο νωρίς από την προηγούμενη κατάσταση για να προσαρμόζεσαι γρήγορα στις αλλαγές.
5. Το καλύτερο είναι ν’ αλλάζεις με την αλλαγή.
6. Διασκέδαζε! Πάρε την αλλαγή ως κάτι θετικό.

Τέλος, ετοιμάσου να κάνεις τον κύκλο από την αρχή, γιατί η αλλαγή θα ξαναέρθει.

Αυτό που διοχετεύει την ενέργεια της ολικής μας ύπαρξης είναι γνωστό ως θέληση

Ο δον Χουάν μου είχε περιγράψει το ονείρεμα με διάφορους τρόπους. Ο πιο αφηρημένος απ’ όλους, τώρα, μου φαίνεται πως είναι αυτός που το περιγράφει καλύτερα. Είπε πως το ονείρεμα στην ουσία είναι η μη πράξη του ύπνου. Σαν τέτοιο, προσφέρει στους ασκούμενους το τμήμα της ζωής τους που διαφορετικά θα ξοδευόταν σε λήθαργο. Μοιάζει σαν να μην κοιμούνται πια οι ονειρευτές. Ωστόσο δεν προκαλείται καμιά ασθένεια απ’ αυτό. Οι ονειρευτές δε στερούνται τον ύπνο, όμως το αποτέλεσμα του ονειρέματος φαίνεται σαν αύξηση του χρόνου εγρήγορσης, χάρη στη χρησιμοποίηση ενός υποτιθέμενου παραπανίσιου σώματος —του ονειρικού.

Ο δον Χουάν μου είχε εξηγήσει πως το ονειρικό σώμα μερικές φορές ονομάζεται «διπλό» ή «ο άλλος», γιατί αποτελεί ακριβές αντίγραφο του σώματος του ονειρευτή. Είναι στην ουσία η ενέργεια ενός φωτεινού όντος —μιας υπόλευκης, φασματικής εκπόρευσης— η οποία προβάλλεται από την εστίαση της δεύτερης προσοχής σαν μια τρισδιάστατη εικόνα του σώματος. Ο δον Χουάν μου εξήγησε πως το ονειρικό σώμα δεν είναι ένα φάντασμα, αλλά κάτι τόσο πραγματικό όσο και οτιδήποτε άλλο με το οποίο ερχόμαστε σε επαφή σε τούτο τον κόσμο. Η δεύτερη προσοχή μας εστιάζεται αναπόφευκτα πάνω στο ενεργειακό πεδίο της ύπαρξής μας και μεταμορφώνει αυτή την ενέργεια σε ό,τι είναι αναγκαίο. Το ευκολότερο, βέβαια, είναι η εικόνα του φυσικού σώματος, με το οποίο έχουμε εξοικειωθεί απόλυτα από την καθημερινή μας ζωή και τη χρήση της πρώτης προσοχής.

Αυτό που διοχετεύει την ενέργεια της ολικής μας ύπαρξης ώστε να παράγει οτιδήποτε υπάρχει μέσα στα όρια των δυνατοτήτων είναι γνωστό ως θέληση. Ο δον Χουάν δεν ήταν σε θέση να πει μέχρι πού φτάνουν αυτά τα όρια, παρά μόνο ότι στο επίπεδο των φωτεινών όντων η ακτίνα δράσης είναι τόσο εκτεταμένη, ώστε είναι ανώφελο να προσπαθήσει κανείς να καθορίσει τα όριά της. Έτσι η ενέργεια ενός φωτεινού όντος μπορεί να μεταμορφωθεί, μέσω της θέλησης, σε οτιδήποτε.

«Το Ναγκουάλ έλεγε πως το ονειρικό σώμα εμπλέκεται και προσκολλιέται στο καθετί. Οι άντρες, έλεγε, είναι πιο αδύναμοι από τις γυναίκες, γιατί το ονειρικό σώμα ενός άντρα έχει την πιο έντονη αίσθηση της κτητικότητας.»

CARLOS CASTANEDA, Το δώρο του αετού

Μη φοβάσαι τον άνθρωπο που γελά, μιλά και τραγουδά δυνατά

Από όλες τις κατηγορίες ανθρώπων που έχω συναντήσει στη ζωή μου –τρελούς και παλαβούς, εργασιομανείς, μουρμούρηδες, παραπονιάρηδες κλπ –, περισσότερο φοβάμαι τους σιωπηλούς. Αυτούς που στο αχανές βλέμμα τους, καταλαβαίνεις να ξεχειλίζουν αποτυπωμένες δεκάδες σκέψεις, που ποτέ δεν εξωτερικεύουν.

Αυτούς τους φοβάμαι και τους βαριέμαι κιόλας. Μου δημιουργούν καχυποψίες κι ανασφάλειες. Μου δίνουν την εντύπωση ότι συνεχώς κάτι κρύβουν ή ότι ετοιμάζουν κάποια εκδίκηση εις βάρος μου ή για κάποιον άλλον και μου γεννούν θεωρίες συνομωσίας.

Πώς μπορώ να συνυπάρξω με τέτοια άτομα όταν βρίσκομαι στην αντίπερα όχθη, να λέω δηλαδή όσα νιώθω και να εκφράζομαι έντονα; Και ποιος μπορεί, θα μου πείτε να νιώθει συνεχώς την πίεση του να προσπαθεί να καταλάβει τα αμίλητα, για να βγάλει μια άκρη. Είτε πρόκειται για μία σχέση, είτε για μία φιλία ή ακόμα και στο χώρο εργασίας.

Δείτε το αλλιώς. Ποιοι είναι συνήθως οι πιο αγαπητοί της παρέας και οι πιο καλοί συνάδελφοι; Οι αμίλητοι κατσούφηδες με το σκοτεινό τους βλέμμα ή αυτοί που γελούν δυνατά, μιλούν, και στις πιο καλές μέρες τους μπορεί ακόμη και να τραγουδούν ή κάνουν αστεία; Νομίζω αυτούς της πρώτης κατηγορίας δεν τους κρατάει καν το μυαλό σε κάποια μνήμη ενώ με τους δεύτερους οι αναμνήσεις είναι πολλές.

Οι άνθρωποι αυτοί είναι απαραίτητοι στη ζωή του καθενός. Για να τον ανεβάζουν όταν τείνει να πέσει ψυχολογικά και για να γεμίζουν τη ζωή του με ωραίες στιγμές και γέλιο. Αυτοί δε φοβούνται να τσαλακωθούν για να κάνουν τον άλλο να γελάσει, δε φοβούνται τον αυτοσαρκασμό και τη σάτιρα και δε σε αφήνουν να βυθιστείς στις σκέψεις σου όταν έχεις τις μαύρες σου.

Είναι ακομπλεξάριστοι κι ανοιχτά βιβλία. Αυτό που βλέπεις κι ακούς, είναι αυτό που βλέπεις κι ακούς. Δεν κρύβει τίποτα από πίσω. Αυτό που έχεις απέναντί σου είναι αληθινό. Όταν κάνεις μαλακία, θα την ακούσεις κι όταν κάνεις κάτι καλό, θα επιβραβευτείς.

Όταν τους θυμώσεις θα σου φωνάξουν μες στα μούτρα κι όταν τους μαλακώσεις την καρδιά, θα σε πάρουν μια ζεστή αγκαλιά. Όταν τους πληγώσεις, θα κλάψουν και θα σε πρήξουν αντί να σιωπήσουν για να σου κεράσουν μετά το δηλητήριό τους διαλυμένο στον καφέ σου.

Τελικά, οι άνετοι, οι ακομπλεξάριστοι κι οι θορυβώδεις είναι τα πιο καλά παιδιά και τα πιο αγαπητά. Δεν είναι κομπάρσοι στη ζωή των γύρω τους αλλά πρωταγωνιστούν. Δεν περνάνε απαρατήρητοι και κανείς δεν προσπαθεί να τους αποφύγει στο μεσημεριανό. Αντίθετα, όλοι σχεδόν παρακαλούν να μοιραστούν μαζί τους έστω και μία όμορφη στιγμή.

Κι είναι οι πιο εύκολοι στις σχέσεις. Μαζί τους δε χρειάζεται να λύσετε κανένα γρίφο. Η κοινή σας ζωή δεν κυλάει σε μία ευθεία γραμμή, αλλά έχει τα πάνω και τα κάτω της, τα έντονα συναισθήματα και τις δυνατές στιγμές της.

Τα τραγούδια στο μπάνιο και στο αυτοκίνητο, τους χορούς στα πάρτι αλλά και στο σαλόνι, τις ολονυχτίες συζητήσεις και χαζά γέλια. Τα αισθήματα πέφτουν άφθονα, όταν υπάρχουν. Δεν τα ψάχνετε με το σταγονόμετρο και δεν παρακαλάτε γι’ αυτά. Περισσότερο απ’ όλα δε νιώθετε ποτέ μόνοι και δεν πλήττετε.

Ίσως και κάποιοι να τους μισούν για τη θετική στάση ζωής που καταφέρνουν να κρατούν, ακόμη κι όταν όλα γύρω τους καταρρέουν. Ζηλεύουν το χαμόγελό τους γιατί βγαίνει μέσα απ’ την καλή τους καρδιά και δηλώνει ευτυχία, μία ευτυχία που οι ίδιοι ψάχνουν και δεν βρίσκουν πουθενά. Δεν ξέρουν ότι είναι μέσα τους, σκεπασμένη από την κακία και τα κόμπλεξ που βγάζουν στο έξω τους.

Αυτούς τους έξω καρδιά ανθρώπους άμα τους βρίσκετε να τους κρατάτε στη ζωή σας γιατί όσο πάει και σπανίζουν. Θα έχουν θετική επίδραση πάνω σας καθημερινά και θα σας «κολλήσουν» αυτά τα μικρόβια της αισιοδοξίας και της αγάπης, μέχρι που να γεμίσουν όλο σας το σώμα και το στρώμα!

Όσο πιστεύεις ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, θα υποφέρεις

Υπάρχει ένα ρητό που λέει "όταν ξέρεις ότι η ζωή είναι δύσκολη, τότε η ζωή παύει να είναι δύσκολη". Τι σημαίνει αυτό;

Ότι η ζωή είναι δύσκολη όσο πιστεύεις ότι δεν πρέπει να είναι δύσκολη.

Όταν πιστεύεις ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, είσαι σε μια συνεχή αντίσταση απέναντι στις καταστάσεις, τους ανθρώπους και τα γεγονότα.

Όταν αποδεχτείς ότι η ζωή περιλαμβάνει και δυσκολίες, όταν εμφανιστεί η επόμενη δυσκολία θα πεις "να η ζωή πάλι με τις δυσκολίες της".

Με άλλα λόγια, όταν έχεις αυτή τη στάση δημιουργείται μια αποδοχή απέναντι σ' αυτό που "είναι".

Αν κουβαλάς στο μυαλό σου την πεποίθηση ότι η ζωή δεν πρέπει να είναι δύσκολη, ότι δεν πρέπει να υπάρχουν δύσκολοι άνθρωποι, εμπόδια και προβλήματα, ότι τα σχέδια δεν πρέπει να χαλάνε, οι άνθρωποι να πεθαίνουν και να αρρωσταίνουν, τότε θα υποφέρεις.

Γενικά όλοι έχουμε λίγο πολύ αυτή την πεποίθηση που λέει ότι τα πράγματα θα έπρεπε να εξελίσσονται ομαλά και άνετα.

Και όντως, κάποιες φορές τα πράγματα εξελίσσονται ομαλά και άνετα.

Αλλά το παράδοξο είναι ότι όταν αναγνωρίσεις ότι η ζωή είναι δύσκολη και ο σκοπός της δεν είναι το να σε κάνει ευτυχισμένο -ούτε δυστυχισμένο- σταματάς να υποφέρεις.

Μπορεί βέβαια να σε κάνει δυστυχισμένο όταν έχεις τη λάθος στάση απέναντί της.

Η ευτυχία έρχεται με το να αποδεχτούμε ότι οι προκλήσεις είναι ένα φυσικό φαινόμενο της εξέλιξης της ζωής και αυτό αφορά όλους τους ζωντανούς οργανισμούς.

Μπορούμε να ονομάζουμε όμως τις δυσκολίες προκλήσεις, αντί να τις ονομάζουμε προβλήματα ή κακά πράγματα.

Η λέξη πρόκληση εμπεριέχει και κάτι το θετικό.

Οι προκλήσεις είναι εδώ για να μας αφυπνίσουν.

Ακόμα και αν έχεις ήδη αφυπνιστεί, η ζωή μπορεί να συνεχίσει να σου δίνει προκλήσεις ώστε να επιταχυνθεί ακόμα περισσότερο η αφύπνισή σου και να γίνει πιο βαθιά.

Αν το αναγνωρίσεις αυτό δεν χρειάζεται πια να έχεις μια στάση αντίστασης και σύγκρουσης απέναντι στη ζωή. Και επίσης δεν θα θυμώνεις συνέχεια με αυτά που σου συμβαίνουν, με τα γεγονότα ή με τους ανθρώπους που συναντάς.

Το New Horizons θα «δει» το όριο του ηλιακού μας συστήματος

Οι αστρονόμοι πιστεύουν ότι μπορούν να δουν το αποκαλούμενο «τείχος υδρογόνου» στο μακρινό άκρο του ηλιακού μας συστήματος, για πρώτη φορά στην ιστορία, σύμφωνα με νέα μελέτη στο περιοδικό Geophysical Research Letters. 

Το τείχος υδρογόνου είναι ένα όριο στην άκρη του οικιακού μας συστήματος. Είναι εκεί όπου η φούσκα του ηλιακού ανέμου τελειώνει και όπου μάζα διαστρικού υλικού που είναι πολύ μικρό για να περάσει μέσα από αυτόν τον άνεμο, συσσωρεύεται. Αυτό δημιουργεί τότε ένα ορατό όριο που έχει τα τελευταία απομεινάρια ηλιακού ανέμου στη μια πλευρά και διαστρικό υλικό από την άλλη.

Ενώ οι επιστήμονες δεν κατάφεραν ποτέ να δουν το περίεργο φαινόμενο πριν, πιστεύουν ότι τα πράγματα πρόκειται να αλλάξουν.

Το New Horizons, το σκάφος που πέρασε τον Πλούτωνα το 2015, είναι σε θέση να δει επιπλέον υπεριώδες φως στο χώρο όπου πρέπει να είναι το τείχος. Επιπλέον, φαίνεται ότι είναι το ίδιο φως που οι ανιχνευτές της NASA εντόπισαν για πρώτη φορά το 1992.

Ενώ αυτές οι παρατηρήσεις είναι ελπιδοφόρες, δεν δείχνουν απαραίτητα ότι το New Horizons μπορεί να δουν το τείχος υδρογόνου. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το υπεριώδες φως που ανιχνεύεται μπορεί εύκολα να προέρχεται από άλλη πηγή.

Ωστόσο, η ομάδα εξακολουθεί να αισθάνεται ελπιδοφόρα επειδή η Alice, το όργανο στο New Horizons που ανίχνευσε το φως, είναι πολύ πιο ευαίσθητο από ό,τι είχαν τα Voyager.

«Εάν το υπεριώδες φως πέσει σε κάποιο σημείο, τότε το New Horizons μπορεί να έχει αφήσει το τείχος πίσω του», γράφουν οι ερευνητές, σύμφωνα με το Live Science. «Αλλά αν το φως ποτέ δεν εξασθενεί, τότε η πηγή του θα μπορούσε να είναι μακρύτερα προερχόμενη από κάπου βαθύτερα στο διάστημα».

Το εύρημα αφήνει πολλές υποσχέσεις. Για να το παρακολουθήσει, το New Horizons θα σαρώνει το σύμπαν για υπεριώδες φως δύο φορές το χρόνο και στη συνέχεια θα αναφέρει τυχόν ευρήματα πίσω στη Γη. Εάν κάτι ασυνήθιστο αναδυθεί ξανά, οι αστρονόμοι θα ξέρουν αμέσως.

«Είναι πραγματικά συναρπαστικό το ενδεχόμενο τα δεδομένα αυτά να είναι σε θέση να διακρίνουν το τείχος υδρογόνου», δήλωσε ο David McComas, ερευνητής στο Πανεπιστήμιο του Princeton.

Επιστήμονες πραγματοποιούν σημαντική διεθνώς ανακάλυψη σχετικά με τη μετάβαση μεταξύ δυο ενεργειακών καταστάσεων

Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου του Auckland , Νεοζηλανδός φυσικός ανακάλυψε την ενεργειακή διαφορά μεταξύ δυο κβαντικών καταστάσεων στο άτομο του ηλίου με πρωτοφανή ακρίβεια, μια ρηξικέλευθη ανακάλυψη που συνεισφέρει στην κατανόησή μας για το σύμπαν και το χωρόχρονο και συναγωνίζεται το έργο του πιο ακριβού προγράμματος φυσικής του κόσμου, το LHC (Large Hadron Collider). Η κατανόησή μας για το σύμπαν και τις δυνάμεις που το κυβερνούν βασίζεται στο Καθιερωμένο Πρότυπο (Standard Model) της σωματιδιακής φυσικής. Το μοντέλο αυτό μας βοηθάει να κατανοήσουμε το χωρόχρονο και τις θεμελιώδεις δυνάμεις που κρατούν τα πάντα στο σύμπαν στη θέση του. Είναι η πλέον ακριβής επιστημονική θεωρία, γνωστή στην ανθρωπότητα.

Όμως το Καθιερωμένο Πρότυπο δεν εξηγεί πλήρως τα πάντα, για παράδειγμα δεν εξηγεί τη βαρύτητα, τη σκοτεινή ύλη, τη σκοτεινή ενέργεια, ή το γεγονός ότι υπάρχει μακράν περισσότερη ύλη από ότι αντιύλη στο σύμπαν. Έτσι οι επιστήμονες ελέγχουν συνεχώς το Μοντέλο χειριζόμενοι και ελέγχοντας την ύλη σε ατομικό επίπεδο, αναζητώντας φαινόμενα που δεν μπορούν να εξηγηθούν άμεσα. Το πείραμα της ερευνητικής ομάδας σχετίζεται με το άτομο του ηλίου, του δεύτερου απλούστερου ατόμου μετά το υδρογόνο. Το τελευταίο πείραμα, που διενεργήθηκε από τον Dr Maarten Hoogerland από το Πανεπιστήμιο του Auckland και τον Dr Wim Vassen από το Ελεύθερο Πανεπιστήμιο στην Ολλανδία, ήταν για να ελέγξουν τη μετάβαση του ατόμου του ηλίου μεταξύ δυο καταστάσεων ενέργειας. Αυτό αναφέρεται μερικές φορές ως ένα κβαντικό άλμα.

Η σημαντική αυτή αλλαγή στην ενέργεια στο άτομο του ηλίου μετρήθηκε με ακρίβεια για να εκτιμηθεί η διάμετρος του πυρήνα. Αυτό γίνεται με ένα πείραμα που θα μπορούσε να προσαρμοστεί σε μια επιφάνεια τραπεζιού με ένα υπέρ-ψυχρο αέριο χρησιμοποιώντας ένα υπερ-σταθερό λέιζερ, ακριβείας τέτοιου επιπέδου που αν χρησιμοποιηθεί αυτό το επίπεδο μέτρησης για τη μέτρηση της απόστασης από τη Γη στη Σελήνη, θα ήταν ακρίβειας ενός κλάσματος του χιλιοστού.

«Το γεγονός της μετάβασης που συνέβη είναι σπάνιο και ένα ορόσημο για την έρευνα στην κβαντική φυσική», αναφέρει ο Dr Hoogerland, στην ιστοσελίδα του Πανεπιστημίου του Auckland. «Προωθεί την γνώση μας για τον τρόπο που τα άτομα είναι τοποθετημένα μαζί και έτσι συμβάλλει στην κατανόησή μας για το χωρόχρονο. Το νέο αποτέλεσμα είναι ένα μεγάλο τεστ για την κατανόηση του Προτύπου και επίσης μας επιτρέπει να προσδιορίσουμε το μέγεθος του πυρήνα του ηλίου και του ατόμου του ηλίου. Υπήρξε το αντικείμενο εντατικής έρευνας για δεκαετίες, έτσι ώστε το πείραμά μας να έχει πετύχει ένα απίστευτα συναρπαστικό αποτέλεσμα».

Τα πρωτόνια μπορεί να έχουν πολύ μεγάλη επιρροή στις ιδιότητες των άστρων νετρονίων και άλλων πλούσιων σε νετρόνια αντικειμένων

Μια ακόμη νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε χθες στο περιοδικό Nature, με συνέργεια ερευνητών του ΜΙΤ, ασχολείται – έμμεσα -με τα άστρα νετρονίων. Τα άστρα αυτά είναι από τα μικρότερα και πυκνότερα άστρα στο σύμπαν, που γεννιούνται από τη βαρυτική κατάρρευση άστρων με εξαιρετικά μεγάλη μάζα. Όπως υποδηλώνει το όνομά τους, τα άστρα νετρονίων συντίθενται σχεδόν εξ ολοκλήρου από νετρόνια – ουδέτερα υποατομικά σωματίδια που συμπιέζονται σε ένα μικρό, απίστευτα πυκνό ουράνιο πακέτο. Παρόλο το πλήθος των νετρονίων, η μελέτη υποστηρίζει ότι, ορισμένες ιδιότητες των άστρων νετρονίων μπορεί να επηρεάζονται όχι μόνο από το πλήθος των πυκνά συσκευασμένων νετρονίων, αλλά επίσης από ένα ουσιαστικά μικρότερο κλάσμα πρωτονίων – των θετικά φορτισμένων σωματιδίων που αποτελούν μόλις το 5% ενός άστρου νετρονίων. Αν και η μελέτη αναφέρεται στα άστρα νετρονίων, εν τούτοις οι ερευνητές δεν έφθασαν σε αυτό το αποτέλεσμα ερευνώντας τα άστρα. Στα συμπεράσματά τους οδηγήθηκαν αναλύοντας τους μικροσκοπικούς πυρήνες των ατόμων στη Γη.

Ο πυρήνας ενός ατόμου είναι γεμάτος από πρωτόνια και νετρόνια, αν και όχι τόσο συμπυκνωμένα όσο στα άστρα νετρονίων. Περιστασιακά, αν βρίσκονται σε αρκετά κοντινή απόσταση, ένα πρωτόνιο και ένα νετρόνιο θα ζευγαρώσουν και θα κινηθούν με μεγάλη ταχύτητα μέσα στον πυρήνα ενός ατόμου με ασυνήθιστα υψηλή ενέργεια. Τέτοιοι «μικρής εμβέλειας συσχετισμοί» μπορούν να συνεισφέρουν σημαντικά στο ενεργειακό ισοζύγιο και στις συνολικές ιδιότητες ενός δεδομένου ατομικού πυρήνα.

Οι ερευνητές έψαξαν για σημάδια ζευγαριών πρωτονίου-νετρονίου σε άτομα άνθρακα, αργιλίου, σιδήρου και μολύβδου, καθένα με προοδευτικά μεγαλύτερο λόγο νετρονίων προς πρωτόνια. Αυτό που βρήκαν είναι ότι καθώς ο αριθμός των νετρονίων σε ένα άτομο αυξάνονταν, αυξάνονταν και η πιθανότητα ότι ένα πρωτόνιο θα σχημάτιζε ένα ενεργητικό ζεύγος. Η πιθανότητα ότι ένα νετρόνιο θα ζευγάρωνε, ωστόσο, παρέμενε περίπου η ίδια. Αυτό το εύρημα οδηγεί στην υπόθεση ότι τα πρωτόνια παίζουν ένα σημαντικό ρόλο, φαίνεται ότι σε αντικείμενα με υψηλές πυκνότητες νετρονίων – όπως τα άστρα νετρονίων, για παράδειγμα – η μειονότητα των πρωτονίων φέρει ένα δυσανάλογα μεγάλο μέρος της μέσης ενέργειας.

Όπως αναφέρει ο ένας εκ των συγγραφέων της μελέτης, Or Hen, επίκουρος καθηγητής Φυσικής στο MIT, στην ιστοσελίδα ειδήσεων του ιδρύματος: «Θεωρούμε ότι όταν έχετε έναν πυρήνα πλούσιο σε νετρόνια, τα πρωτόνια κινούνται ταχύτερα από ότι τα νετρόνια, έτσι κατά μια έννοια, τα πρωτόνια είναι φορείς της δράσης. Μπορούμε απλά να φανταστούμε τι μπορεί να συμβαίνει σε ένα ακόμη πυκνότερο με νετρόνια αντικείμενο όπως ένα άστρο νετρονίων. Ακόμη και αν τα πρωτόνια είναι μειονότητα στο άστρο, θεωρούμε ότι η μειονότητα κυβερνά. Τα πρωτόνια φαίνονται να είναι πολύ ενεργά και πιστεύουμε ότι μπορεί να προσδιορίζουν αρκετές ιδιότητες του άστρου».

Ο Hen και οι συνάδελφοί του βάσισαν τη μελέτη τους σε δεδομένα που συλλέχθηκαν με τον σωματιδιακό επιταχυντή και ανιχνευτή CLAS [CEBAF (Continuous Electron Beam Accelerator Facility) Large Acceptance Spectrometer] που λειτούργησε στο Εργαστήριο Jefferson στη Virginia από το 1998 μέχρι το 2012 ανιχνεύοντας και καταγράφοντας το πλήθος των σωματιδίων που εκπέμπονταν όταν δέσμες ηλεκτρονίων έπλητταν ατομικούς στόχους. Βασισμένη, η ερευνητική ομάδα, στη λογική ότι τα δεδομένα ενός ανιχνευτή που πιθανώς για κάποιους είναι «θόρυβος» για άλλους ερευνητές θα μπορούσαν να θεωρηθούν σήματα, έψαξαν στο αρχείο του συγκεκριμένου ανιχνευτή για μικρής εμβέλειας συσχετισμούς – αλληλεπιδράσεις που δεν υπήρχε απαραίτητα θέληση να παραχθούν, αλλά παρόλα αυτά καταγράφηκαν. Η λογική που υπήρξε ήταν: ας «σκάψουμε» στα δεδομένα και ας δούμε αν υπάρχει κάτι ενδιαφέρον εκεί, εννοείται σε σχέση με μια επιστημονική υπόθεση που εκ των προτέρων τέθηκε.

Εξορύξεις … δεδομένων και χοροί
Η ομάδα επέλεξε να «εξορύξει» δεδομένα που συλλέχθηκαν τη χρονιά 2004, κατά τη διάρκεια πειράματος στο οποίο δέσμες ηλεκτρονίων στόχευαν άτομα άνθρακα, αργιλίου, σιδήρου και μολύβδου, με σκοπό την παρατήρηση του πώς τα σωματίδια που παράγονται από τις πυρηνικές αλληλεπιδράσεις κινούνται μέσω του αντίστοιχα μεγαλύτερου όγκου του κάθε ατόμου. Επιπροσθέτως με τα ποικίλα μεγέθη τους, κάθε ένας από τους τέσσερις τύπους ατόμων έχει διαφορετικό λόγο νετρονίων προς πρωτόνια στους πυρήνες τους, με τον άνθρακα να έχει τα λιγότερα νετρόνια και τον μόλυβδο τα περισσότερα. Η συνολική μελέτη πραγματοποιήθηκε από ένα διεθνή συνεργασία, αποτελούμενη από 182 μέλη από 42 ιδρύματα σε 9 χώρες.

Η ομάδα μελέτησε τα δεδομένα για σημάδια υψηλής ενέργειας πρωτόνια και νετρόνια – ένδειξη ότι τα σωματίδια είχαν ζευγαρώσει – και εάν η πιθανότητα του ζευγαρώματος άλλαζε καθώς αυξανόταν ο λόγος νετρονίων προς πρωτόνια. «Θέλαμε να αρχίσουμε από ένα συμμετρικό πυρήνα και να δούμε, καθώς προσθέτουμε περισσότερα νετρόνια, πώς εξελίσσονται τα πράγματα», αναφέρει ο Hen στο MIT News. «Δεν θα κάναμε ποτέ τις συμμετρίες των άστρων νετρονίων εδώ στη Γη, όμως θα μπορούσαμε τουλάχιστον να δούμε κάποια τάση και να κατανοήσουμε από αυτή, τι θα μπορούσε να συμβαίνει στο άστρο». Στο τέλος η ομάδα παρατήρησε ότι καθώς ο αριθμός των νετρονίων στον πυρήνα ενός ατόμου αυξανόταν, η πιθανότητα των πρωτονίων που έχουν μεγάλες ενέργειες (και που έχουν ζευγαρώσει με ένα νετρόνιο) επίσης αυξάνονταν σημαντικά, ενώ η ίδια πιθανότητα για τα νετρόνια παρέμενε η ίδια.

Η αναλογία που ο Hen χρησιμοποίησε είναι αυτή ενός χορού, όπου πρέπει να χορεύουν ζευγάρια αγοριών και κοριτσιών με τα κορίτσια να είναι πολύ περισσότερα από τα αγόρια στη σάλα του χορού. «Αυτό που θα συμβεί», συνεχίζει, «είναι ότι ο μέσος όρος των αγοριών θα χορέψει πολύ περισσότερο, έτσι που ακόμα και αν είναι μειονότητα στο χορό, τα αγόρια, όπως τα πρωτόνια, θα είναι περισσότερο ενεργά». Όπως σημειώνει, αυτή η τάση των ενεργητικών πρωτονίων σε πλούσια σε νετρόνια άτομα μπορεί να επεκταθεί σε ακόμη πιο πυκνά σε νετρόνια αντικείμενα, όπως τα άστρα νετρονίων. Ο ρόλος των πρωτονίων σε αυτά τα ακραία αντικείμενα μπορεί τότε να είναι πολύ περισσότερο σημαντικός από ότι προηγουμένως ο κόσμος υπέθετε.

Η αποκάλυψη αυτή μπορεί να αναδιοργανώσει την κατανόηση των επιστημόνων στο πώς συμπεριφέρονται τα άστρα νετρονίων. Για παράδειγμα, καθώς τα πρωτόνια μπορεί να φέρουν σημαντικά περισσότερη ενέργεια από ότι θεωρείτο προηγουμένως, μπορεί να συνεισφέρουν σε ιδιότητες ενός άστρου νετρονίων, όπως η δυσκαμψία του, ο λόγος της μάζας προς το μέγεθός του και η διεργασία ψύξης του. «Όλες αυτές οι ιδιότητες επηρεάζουν το πώς συγχωνεύονται δυο άστρα νετρονίων, που θεωρούμε ότι είναι μια από τις κύριες διεργασίες που δημιουργούν βαρύτερους από αυτόν του σιδήρου πυρήνες, όπως του χρυσού. Τώρα που γνωρίζουμε ότι το μικρό κλάσμα πρωτονίων στο άστρο είναι υψηλά συσχετιζόμενο, θα πρέπει να ξανασκεφτούμε πώς [τα άστρα νετρονίων] συμπεριφέρονται», αναφέρει ο Hen.

Αρχαία Ελληνική Ιστοριογραφία: Ιστοριογραφικά είδη

Γενικά
 
Η ιστορία δεν αποτέλεσε ποτέ διακριτή επιστήμη ή διακριτό μάθημα στα σχολεία κατά την αρχαιότητα -η μελέτη των ιστορικών έργων εξυπηρετούσε αποκλειστικά ρητορικούς σκοπούς (ύφος, συλλογή παραδειγμάτων ή επιχειρημάτων κλπ.)· για τον λόγο αυτόν η θεωρητική θεμελίωση της ιστορίας μπορεί να συναχθεί μόνον εμμέσως (και συνήθως παρεμπιπτόντως) από τα ίδια τα έργα των αρχαίων ιστορικών. Οι λίγες ρητές θεωρητικές αναλύσεις που παραδίδονται έχουν συνήθως ως θέμα τους προβλήματα μορφής ή αποτελεσματικότητας της παρουσίασης των γεγονότων και όχι γενικότερα ζητήματα για τη φύση και τον σκοπό της ιστορίας. Κατά συνέπεια, δεν υφίσταται σαφής διαίρεση της ιστοριογραφικής παραγωγής σε επιμέρους είδη κατά την αρχαιότητα. Μεμονωμένοι όροι απαντούν λ.χ. στον Πολύβιο: με τη διατύπωση τὰ καθόλου γράφειν (5.33.2) χαρακτηρίζει την παγκόσμια ιστορία του Έφορου, ενώ η έκφραση οἱ κατὰ μέρος ἱστορίας γράφοντες (8.2.2· κατὰ μέρος συντάξεις στο 3.32) τους συγγραφείς ιστορικών μονογραφιών, τους οποίους ο Ισοκράτης (Αντίδ. 45) είχε αποκαλέσει τὰς πράξεις τὰς ἐν τοῖς πολέμοις συναγαγόντας και τους είχε αντιδιαστείλει προς τους γενεαλόγους (τοὺς τὰ γένη τῶν ἡμιθέων ἀναζητοῦντας· ο ίδιος στον Παναθ. 1 κάνει λόγο για λόγους τοὺς τὰς παλαιὰς πράξεις καὶ τοὺς πολέμους τοὺς Ἑλληνικούς ἐξηγουμένους). O Πολύβιος πάλι επιχειρεί μια πρόχειρη διαίρεση στο χωρίο 9.1.3: ὁ γενεαλογικὸς τρόπος, ὁ περὶ τὰς ἀποικίας καὶ κτίσεις καὶ συγγενείας, ὁ περὶ τὰς πράξεις τῶν ἐθνῶν καὶ πόλεων καὶ δυναστῶν.
 
Στη σύγχρονη εποχή η κυρίαρχη άποψη για τα διάφορα ιστοριογραφικά είδη έχει διατυπωθεί από τον μεγάλο Γερμανό φιλόλογο Felix Jacoby σε ένα άρθρο με το οποίο ανήγγειλε τη μνημειώδη έκδοση των αποσπασμάτων των αρχαίων ιστορικών. Στο άρθρο αυτό ο Jacoby κατατάσσει την ιστοριογραφική παραγωγή των αρχαίων Ελλήνων σε πέντε είδη, και μάλιστα με τη σειρά με την οποία τα είδη αυτά αναπτύχθηκαν κατά την άποψή του κατά τη διάρκεια κυρίως του 5ου αιώνα π.Χ. Το πρώτο χρονολογικά είδος συγκροτείται από τα μυθογραφικά έργα· η αρχή σηματοδοτείται με τις Γενεαλογίες του Εκαταίου του Μιλήσιου (τέλη του 6ου - αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.) και ακολουθούν κατά τη διάρκεια του 5ου αιώνα έργα άλλων λογογράφων (π.χ. του Φερεκύδη του Αθηναίου, του Ακουσίλαου από το Άργος ή του Ελλάνικου από τη Λέσβο). Το είδος συνεχίζεται κατά τη διάρκεια του 4ου αιώνα (π.χ. Aναξίμανδρος ο νεότερος από τη Μίλητο, Άνδρων από την Αλικαρνασσό, Ηρόδωρος ο Ηρακλεώτης) και εκλείπει γύρω στο 400 π.Χ.· οι ιστορικοί είτε παραλείπουν πια στα έργα τους τους «μυθικούς» χρόνους (όπως κάνει ο Έφορος) είτε τους προτάσσουν ως εισαγωγή μιας παγκόσμιας ιστορίας (Διόδωρος ο Σικελιώτης).
 
Το δεύτερο είδος το αποτελούν τα εθνογραφικά έργα· και το είδος αυτό έχει κατά τον Jacoby τις απαρχές του στον Εκαταίο, και συγκεκριμένα στο δεύτερο μεγάλο έργο του Μιλήσιου, την Περίοδο ή Περιήγηση Γης. Στο είδος αυτό κατατάσονται τα έργα τα οποία πραγματεύονται από γεωγραφική-εθνογραφική άποψη μια συγκεκριμένη χώρα (Περσικά, Λυδιακά, Αιγυπτιακά κλπ.) και που, όπως μαρτυρούν οι γεωγραφικοί-εθνογραφικοί λόγοι του Ηροδότου, τα πρώτα δηλαδή 4 βιβλία των Ιστοριών του «πατέρα της ιστορίας», διαρθρώνουν το υλικό τους γύρω από τέσσερις θεματικούς άξονες, τη γεωγραφία της χώρας, την ιστορία της κατά γενεαλογική σειρά των δυναστειών και βασιλέων της, τα λεγόμενα θαυμάσια (κυρίως μνημεία και τεχνικά έργα) και τους νόμους, τα ήθη δηλαδή και έθιμα, των κατοίκων της. Το παλαιότερο έργο αυτού του είδους είναι τα Περσικά του Διονύσιου από τη Μίλητο (αρχές του 5ου αιώνα π.Χ.) και ακολουθούν τα Λυδιακά (Ξάνθος ο Λυδός, δεύτερο μισό 5ου αι. π.Χ.) και τα Αιγυπτιακά του Ελλάνικου· το είδος εξακολουθεί να υπάρχει σε όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας και γνωρίζει ιδιαίτερη ακμή από την εποχή των κατακτήσεων του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της Ρώμης, όταν συντάσσονται Βαβυλωνιακά, Φοινικικά, Αραβικά, Ινδικά, Ιουδαϊκά, Ρωμαϊκά, Παρθικά, Ισαυρικά και Καππαδοκικά.
 
Το τρίτο είδος είναι τα χρονογραφικά έργα, το αρχαιότερο των οποίων είναι οι Ἱέρειαι τῆς Ἥρας αἱ ἐν Ἄργει του Ελλάνικου. Μεταγενέστεροι συγγραφείς χρησιμοποιούν διαφορετικά χρονολογικά συστήματα (π.χ. τους βασιλείς της Σπάρτης ή τους επώνυμους άρχοντες της Αθήνας)· τελικά θα επικρατήσει το σύστημα των Ολυμπιάδων που εισάγει ο Τίμαιος και θα αποδειχθεί ιδιαιτέρως χρήσιμο για τη σύνταξη παγκοσμίων ιστοριών.
 
Το επόμενο και σημαντικότερο είδος είναι η σύγχρονη ιστορία (Zeitgeschichte), τα έργα δηλαδή συγγραφέων που, χωρίς τοπικούς περιορισμούς, αφηγούνται την ελληνική ιστορία της εποχής τους ή έως την εποχή τους. Τα κατά Jacoby κύρια χαρακτηριστικά αυτών των έργων είναι η αφήγηση γεγονότων κυρίως της εποχής ή έως την εποχή του συγγραφέα, η ελληνική οπτική γωνία και η πανελλήνια προσέγγιση, δηλαδή η εξιστορήση γεγονότων όλων των ελληνικών πόλεων. Το είδος αυτό κάνει την πρώτη του εμφάνιση με τα βιβλία 7 έως 9 των Ιστοριών του Ηροδότου και φθάνει στην κορύφωσή του με το έργο του διαδόχου του Αλικαρνασσέα, με την Ιστορία του Θουκυδίδη. Μετά τον Θουκυδίδη τα έργα που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είτε πραγματεύονται έναν συγκεκριμένο πόλεμο (Καλλισθένης, Περί του Ιερού πολέμου, Φιλίνος από τον Ακράγαντα [Καρχηδονιακοί πόλεμοι], Σιληνός ο Καλλατιανός, Περί Αννίβαν Ιστορίαι) είτε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, όπως π.χ. κάνει ο Ξενοφώντας με τα Ελληνικά του ή άλλοι «συνεχιστές» του Θουκυδίδη (Ελληνικά του Θεόπομπου, τα λεγόμενα Ελληνικά της Οξυρύγχου, Κράτιππος). Σε μια τελευταία υποκατηγορία της σύγχρονης ιστορίας κατατάσσονται τα έργα που επικεντρώνονται σε σημαντικές ιστορικές προσωπικότητες (π.χ. τα Φιλιππικά του Θεόπομπου και τα ιστορικά έργα για τον Αλέξανδρο ή τους διαδόχους του).
 
Τελευταίο εμφανίσθηκε το είδος της τοπικής ιστορίας, των ὥρων ή ὡρογραφιῶν. Κατά τον Jacoby το είδος αυτό δεν υπήρχε, όταν ο Ηρόδοτος συνέλεγε το υλικό για το έργο του στα μέσα του 5ου αιώνα, αλλά πρωτοεμφανίσθηκε περί τα τέλη του αιώνα αυτού. Τα έργα τοπικής ιστορίας είχαν τη δομή του χρονικού, με άλλα λόγια τα γεγονότα καταγράφονταν κατ' έτος και κατά χρονολογική σειρά εντός του ιδίου έτους, περιλάμβαναν όχι μόνο πολιτικά γεγονότα ή πολέμους, αλλά μια μεγάλη ποικιλία πληροφοριών (π.χ. θρησκευτικά ή γενικότερα «πολιτιστικά» γεγονότα) και είχαν τοπική εστίαση, πραγματεύονταν δηλαδή μια συγκεκριμένη πόλη. Η ακμή της τοπικής ιστορίας τοποθετείται στον 4ο αιώνα κατά τον οποίο συντάχθηκε ένας μεγάλος αριθμός Ατθίδων, τοπικών δηλαδή ιστοριών της Αττικής, από τους λεγόμενους Ατθιδογράφους -η πρώτη είχε συνταχθεί από τον Ελλάνικο στα τέλη του 5ου αι. π.Χ.
 
Η διαίρεση των έργων των αρχαίων ιστορικών στα πέντε προαναφερθέντα είδη που ακολούθησε ο Jacoby στη συλλογή των αποσπασμάτων των αρχαίων ιστορικών (Die Fragmente der griechischen Historiker, Leiden 1923 κ.ε.) έχει επικριθεί από την πρόσφατη έρευνα για διάφορους λόγους, οι δύο σημαντικότεροι από τους οποίους είναι οι εξής: η «τελεολογική» πλευρά της θεωρίας του -τα πρώτα «ιστορικά» έργα ως περισσότερο ή λιγότερο «πρωτόγονα», η Ιστορία του Θουκυδίδη ως η αποκορύφωση της αρχαιοελληνικής ιστοριογραφίας και η παρακμή της τελευταίας ήδη αμέσως μετά τον 5ο αιώνα π.Χ.· η προβληματική κατηγορία της σύγχρονης ιστορίας, για την οποία δεν είναι δυνατό να εντοπισθεί ένας συνεπής και διακριτός αρχαίος όρος: έτσι οι συχνότατοι τίτλοι ιστορικών έργων με την κατάληξη -κά (Ελληνικά, Βοιωτικά, Μακεδονικά κλπ.) μπορεί να υποδηλώνουν οποιαδήποτε από τις τρεις κατηγορίες του Jacoby, εθνογραφία, τοπική ή σύγχρονη ιστορία. Επίσης, κατά την άποψη του Γερμανού μελετητή, όταν η οπτική γωνία του συγγραφέα ενός έργου είναι γενικά ελληνική, το έργο ανήκει στην Zeitgeschichte, όταν είναι η οπτική γωνία μιας συγκεκριμένης ελληνικής πόλης ή μιας μη ελληνικής χώρας το έργο (ακόμη και αν πραγματεύεται γεγονότα σύγχρονα της εποχής του συγγραφέα του) ανήκει στην εθνογραφία ή την τοπική ιστορία.
 
Στην πρόσφατη έρευνα (J. Marincola) έχει προταθεί η διαίρεση των ιστορικών έργων σε είδη βάσει μιας σειράς κριτηρίων: το πρώτο κριτήριο είναι το ερώτημα αν το έργο είναι αφηγηματικό ή όχι· αρχαία ιστορικά έργα εμφανίζουν συχνά μια μικτή μορφή, τον συνδυασμό δηλαδή αφηγηματικών και μη αφηγηματικών τμημάτων (λ.χ. οι Ιστορίες του Ηρόδοτου, ο Πολύβιος με το μη αφηγηματικό 6ο βιβλίο του, τα Ινδικά του Αρριανού κλπ.)· άλλο κριτήριο αποτελεί η αφηγηματική εστίαση, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από τις πράξεις μιας συγκεκριμένης ιστορικής προσωπικότητας (π.χ. Μέγας Αλέξανδρος), μιας ομάδας ατόμων (Ξενοφώντα, Κύρου Ανάβασις), μιας συγκεκριμένης πόλης-κράτους ή μιας ομάδας πόλεων-κρατών/ενός έθνους (τα πολυάριθμα Ελληνικά) ή όλης της οικουμένης (π.χ. Διόδωρος). Κριτήρια αποτελούν επίσης τα χρονικά όρια, το χρονολογικό πλαίσο δηλαδή της αφήγησης (από τις μυθικές απαρχές/ την αρχαϊκή ιστορία/ την πρόσφατη/ τη σύγχρονη ιστορία), η χρονολογική δομή ενός έργου (αφήγηση κατ' έτος, κατ' ἄρχοντας καὶ βασιλέας, κατὰ γένος, δηλαδή κατά γεωγραφική ή θεματική περιοχή κλπ.) και το θέμα (πολυθεματικά έργα, όπως του Ηρόδοτου, ή επικεντρωμένα σε ένα και μοναδικό θέμα, όπως η Ιστορία του Θουκυδίδη, κλπ.).