Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

Ο Αριστοτέλης, η έννοια της ισότητας και η υπεροχή των πολλών

Σχετικά με την έννοια του δικαίου, για τον Αριστοτέλη τα πράγματα είναι απολύτως ξεκάθαρα: «το δίκαιο αποτελεί πολιτικό αγαθό το οποίο συνίσταται στο κοινό συμφέρον». Με άλλα λόγια το δίκαιο, ως ρυθμιστής των ανθρωπίνων σχέσεων, δηλαδή ως καθοριστικός παράγοντας της συνύπαρξης, δε θα μπορούσε παρά να αποτελεί πολιτικό αγαθό, αφού αυτό που ονομάζουμε πολιτεία δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνύπαρξη που λειτουργεί οργανωμένα, που αποκτά δηλαδή θεσμικό περιεχόμενο. Το αίσθημα του δικαίου, ως διασφάλιση της ισοτιμίας ανάμεσα στα μέλη, είναι η πιστοποίηση της περιφρούρησης όλων των ατομικών ελευθεριών ή αλλιώς η εγγύηση της πάταξης κάθε αυθαιρεσίας. Κι αυτό είναι η κοινωνική γαλήνη που εξασφαλίζει τη συνοχή και τη συνέχεια της κοινωνίας. Η επισήμανση του κοινού συμφέροντος, θα λέγαμε ότι αποτελεί την πεμπτουσία της συνύπαρξης, αφού η συνύπαρξη που αποσκοπεί μόνο στο συμφέρον των λίγων εκλαμβάνεται περισσότερο ως εκμετάλλευση. Κι εδώ ακριβώς ξεκινά η αριστοτελική προβληματική αναφορικά με τη σημασία του δικαίου: «Η κοινή γνώμη αντιλαμβάνεται το δίκαιο κάπως ως ισότητα και ως ένα σημείο και οι στοχαστές συμφωνούν για τις φιλοσοφικές τους αναλύσεις για το δίκαιο, για τις οποίες έγινε λόγος σχετικά στα Ηθικά (δηλαδή ποια είναι η έννοια του δικαίου και ότι το δίκαιο υφίσταται σε σχέση πάντα με κάποιους. Ακόμη υπάρχει η άποψη ότι η ισότητα πρέπει να ισχύει ανάμεσα στους ίσους). Όμως οφείλουμε να μην παραβλέψουμε το ερώτημα ποιοι είναι οι ίσοι για τους οποίους ισχύει η ισότητα και ποιοι οι ανώτεροι για τους οποίους ισχύει η ανισότητα».
 
Και βέβαια, εδώ δε γίνεται λόγος για ανθρώπους ανώτερους και κατώτερους (αυτά αφορούν μόνο τις συγκρίσεις με τους δούλους) μέσα στο πλαίσιο της πόλης. Η αντίληψη αυτή, που συνήθως σχετίζεται με τον πλούτο ή την καταγωγή, κρίνεται απολύτως εσφαλμένη. Εδώ μιλάμε για ανωτερότητα και κατωτερότητα του καθενός ανάλογα με την αξία του σε κάθε επιμέρους θέμα. Αυτός που είναι ανώτερος στο παίξιμο του αυλού από τους άλλους δε σημαίνει ότι είναι και ολοκληρωτικά ανώτερος. Με τον ίδιο τρόπο αυτός που υπερέχει στον πλούτο ή την καταγωγή δε σημαίνει ότι υπερέχει σε όλα: «δε δίνουμε τους καλύτερους αυλούς στους αυλητές με την αριστοκρατική καταγωγή (επειδή λόγω καταγωγής δεν πρόκειται να παίξουν τον αυλό καλύτερα). Η λογική υπαγορεύει να δώσουμε τους καλύτερους αυλούς σε αυτόν που υπερέχει στην επιτέλεση του συγκεκριμένου έργου». Η λογική που θέλει τους πλούσιους ή τους ευγενείς να υπερέχουν σε όλα ισοδυναμεί με την πεποίθηση ότι ο πλούτος και η καταγωγή μπορούν να συγκριθούν με όλα (σαν να είναι όλα ίδια) και μάλιστα να υπερέχουν: «σύμφωνα με την ίδια λογική κάθε αγαθό θα ήταν δυνατό να συγκριθεί με κάθε άλλο αγαθό. Αν δηλαδή προς σύγκριση είναι το ανάστημα, ενδέχεται γενικά το ανάστημα να συγκριθεί με τον πλούτο και την ελευθερία». Το να πούμε ότι ο πιο ψηλός είναι και ο πιο πλούσιος είναι τόσο παράλογο όσο και το να νομίζει κάποιος ότι πρέπει να έχει τον πρώτο λόγο στη διακυβέρνηση της πόλης επειδή είναι πλούσιος. Η ανωτερότητα του καθενός αναγνωρίζεται και απονέμεται στον τομέα που υφίσταται. Κι αυτός είναι και ο δρόμος για την καταξίωση όλων των ανθρώπων.
 
Γίνεται λοιπόν ξεκάθαρο ότι η ισότητα δεν υφίσταται ως ισοπέδωση. Δε λειτουργεί δηλαδή ως μηχανισμός που από θέση αρχής εξομοιώνει τους ανθρώπους. Γιατί οι άνθρωποι δεν είναι όμοιοι. Η ισότητα προϋποθέτει την αμερόληπτη αξιολόγηση των ανθρώπων και την αποτίμηση στον καθένα αυτού που του αξίζει. Η ισότητα που θέλει τον καλύτερο αυλητή να θεωρείται το ίδιο με το χειρότερο είναι αδικία. Γι’ αυτό ο Αριστοτέλης επιμένει ότι η ισότητα αφορά τους ίσους και η ανισότητα τους άνισους. Γιατί θέλει να διασφαλίσει την παράμετρο της αξίας αποδίδοντας στην ισότητα την ολοκληρωμένη της μορφή. Και βέβαια η αναγνώριση της ανωτερότητας κάποιου σε κάτι δεν πρέπει να γενικεύεται καταλαμβάνοντας και άλλους τομείς που δεν έχουν καμία σχέση: «αν άλλοι είναι αργοί και άλλοι γρήγοροι δρομείς, αυτό καθόλου δε δικαιολογεί πολιτικό πλεονέκτημα για τους μεν και μειονέκτημα για τους άλλους. Στους αθλητικούς αγώνες όμως η διαφορά τους είναι λογικό να εκτιμάται». Όμως, αν στο ανάστημα και στο τρέξιμο τα πράγματα είναι απολύτως ξεκάθαρα, δε θα λέγαμε το ίδιο και στην αξιολόγηση του καλύτερου αυλητή, αφού το υποκειμενικό στοιχείο αναγκαστικά περιπλέκει τα πράγματα. Πόσο μάλλον στα πολιτικά ζητήματα, που αφορούν τη διαχείριση της εξουσίας.
 
Πέρα από κάθε αμφιβολία αυτοί που πρέπει να διεκδικήσουν τα αξιώματα πρέπει να είναι οι άνθρωποι που τα αξίζουν, αυτοί δηλαδή που θα μπορέσουν να ανταποκριθούν στο βάρος της ευθύνης που συνεπάγεται, υπηρετώντας σε κάθε περίπτωση το κοινό συμφέρον. Και βέβαια δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελεύθερους πολίτες. Με δεδομένο ότι ο Αριστοτέλης αντιλαμβάνεται την ελευθερία μόνο σε συνάρτηση με τον ελεύθερο χρόνο (κατά τη γνώμη του ο ελεύθερος χρόνος είναι η παράμετρος που δίνει ποιότητα στον άνθρωπο) κι όχι με την τυπική έννοια της παροχής πολιτικών δικαιωμάτων (τους χειρώνακτες εργάτες που αναγκαστικά δούλευαν από το πρωί μέχρι το βράδυ για την επιβίωση τους θεωρούσε δούλους ασχέτως αν είχαν πολιτικά δικαιώματα) δε θα μπορούσαμε να βρούμε καταλληλότερους διεκδικητές των πολιτικών αξιωμάτων από τους πλούσιους, τους ευγενείς και τους ελεύθερους: «Κατά λογική αναγκαιότητα, επομένως, η διεκδίκηση των πολιτικών δικαιωμάτων εκδηλώνεται ανάμεσα σ’ εκείνα τα μέρη που συνιστούν την πόλη. Για το λόγο αυτό δικαιολογημένα διεκδικούν τα πολιτικά αξιώματα οι ευγενείς, οι ελεύθεροι και οι πλούσιοι». Το ότι προκρίνει αυτές τις τάξεις ως καταλληλότερες για τις θέσεις της εξουσίας δε σημαίνει ούτε ότι υποστηρίζει κάποια συγκεκριμένη από αυτές ούτε ότι τάσσεται υπέρ συγκεκριμένων συμφερόντων. Εξάλλου έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι τα πολιτεύματα που δεν αποσκοπούν στο κοινό συμφέρον είναι στρεβλά, αφού δεν πρέπει να εξυπηρετούνται ούτε τα συμφέροντα του ενός ούτε των πλουσίων ούτε των απόρων. Κι αυτή ακριβώς είναι η διαχείριση της εξουσίας που συμπλέει με τη δικαιοσύνη και την πολιτική αρετή: «Αλλά αν η πόλη χρειάζεται απαραιτήτως αυτούς, τότε χρειάζεται επίσης απαραιτήτως τη δικαιοσύνη και την πολιτική αρετή. Γιατί είναι αδύνατο να διαχειριστεί επιτυχώς η πόλη τις υποθέσεις της χωρίς αυτές τις αρετές».
 
Η ορθή αντίληψη της ισότητας που πρέπει να εμπεριέχει την αξία στην αποτίμησή της, είναι ένας ακόμη τρόπος να διαχωρίσει κανείς τα ορθά από τα στρεβλά πολιτεύματα. Γιατί κάποιος πρέπει να έχει επίγνωση των ορίων της δικής του ανωτερότητας, αφού μόνο έτσι θα μπορέσει να κατανοήσει και τα όρια της ανωτερότητας των άλλων. Η αντίληψη ότι κάποιος είναι ανώτερος σε όλα είναι η επισφράγιση του ατομισμού, που δικαιούται να τα έχει όλα δικά του. (Από τη στιγμή που ο καλύτερος αυλητής δικαιούται τον καλύτερο αυλό, τότε ο καλύτερος σε όλα δικαιούται τα πάντα). Κι αυτή ακριβώς είναι η απαρχή της ωφελιμιστικής αντίληψης για την εξουσία, που πρέπει να διασφαλίσει τα συμφέροντα των ισχυρών: «Επειδή ωστόσο οι ίσοι σε ένα μόνο πράγμα, δεν είναι σωστό να έχουν ισότητα σε όλα, ούτε οι ανώτεροι σε ένα πράγμα να έχουν υπεροχή σε όλα, έπεται αναγκαστικά ότι όλα τα παρόμοια πολιτεύματα είναι παρεκβατικά». Από αυτή την άποψη η αντίληψη της ισότητας που εκλαμβάνεται με κριτήριο την αξία αποτελεί τη διασφάλιση όχι μόνο της αξιοκρατίας, αλλά και του αμοιβαίου σεβασμού, αφού η αναγνώριση της αξίας του άλλου είναι και ο σεβασμός που εκείνος εμπνέει. Ο άνθρωπος που θεωρεί ότι όλοι είναι ίσοι – με την ισοπεδωτική εκδοχή – είναι αυτός που απαξιώνει. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη έλλειψη σεβασμού από την απαξίωση.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης θεωρεί ότι αυτές οι τρεις κατηγορίες (πλούσιοι, ευγενείς, ελεύθεροι) είναι και οι καταλληλότερες για τη διαχείριση της εξουσίας. Γιατί η εξουσία προϋποθέτει γνώσεις και λεπτούς χειρισμούς που ο χειρώνακτας εργάτης ενδεχομένως να μην κατέχει. Από αυτή την άποψη ο Αριστοτέλης δεν υποτιμά τους εργάτες (κι ούτε βέβαια τους ρίχνει την ελάχιστη ευθύνη για την ακαταλληλότητά τους), αλλά εφαρμόζει στην πράξη την ισότητα όπως ο ίδιος την αντιλαμβάνεται. Κι επειδή γνωρίζει ότι οι διεκδικητές αδυνατούν να αναγνωρίσουν τα προτερήματα των άλλων προβάλλοντας μόνο τα δικά τους, προβαίνει στην αναγκαία διευκρίνιση: «Επαναλαμβάνουμε, λοιπόν, ότι όλοι δίκαια τρόπον τινά διεκδικούν τα αξιώματα της πόλης, με την αυστηρή όμως έννοια του όρου όχι δίκαια όλοι». Φυσικά όταν λέει όλοι αναφέρεται στους ανθρώπους των τριών κατηγοριών (πλούσιοι, ευγενείς, ελεύθεροι) κι όχι στο σύνολο του πληθυσμού. Κι όταν λέει «με την αυστηρή έννοια του όρου» δεν μπορεί παρά να εννοεί τον όρο της ισότητας, αφού αμέσως μετά ξεκαθαρίζει και για τους πλούσιους και για τους ευγενείς ότι στρεβλά θεωρούν τους εαυτούς τους ανώτερους σε όλα, επειδή υπερέχουν σε κάτι, γεγονός που τους καθιστά ανίκανους να αναγνωρίσουν την ανωτερότητα του άλλου, κι ως εκ τούτου επίφοβους στη διαχείριση της εξουσίας: «οι πλούσιοι θεωρούν δίκαιες τις διεκδικήσεις τους, με τη δικαιολογία ότι κατέχουν το μεγαλύτερο μέρος της χώρας, η δε χώρα είναι κοινό αγαθό, και με το αιτιολογικό επίσης ότι είναι συνήθως πιο αξιόπιστοι στις συναλλαγές τους. Με ανάλογα επιχειρήματα οι ελεύθεροι και οι ευγενείς έχοντας στενούς δεσμούς μεταξύ τους, διεκδικούν την κυριαρχία στην πόλη (γιατί οι καταγόμενοι από επιφανέστερες γενιές είναι ανώτεροι πολίτες απ’ όσους κατάγονται από ασήμαντες γενιές. Έπειτα σε κάθε πόλη, ιδιαίτερη τιμή απονέμεται στις οικογένειες ευγενικής καταγωγής). Αυτοί διεκδικούν, γιατί πιστεύουν ότι καλύτεροι εύλογα είναι όσοι κατάγονται από καλύτερους, καθώς η “ευγένεια” είναι αρετή που αφορά τη γενιά».
 
Η επιμονή του καθενός να επιδείξει τη δική του ανωτερότητα δεν είναι παρά η προσπάθεια να προσαρμόσει το δίκαιο στα δικά του μέτρα. Γιατί αν το δίκαιο επιβάλλει να αναλάβει την εξουσία ο καλύτερος, είναι προφανές ότι εννοείται ο καλύτερος ως προς την άσκηση της πολιτικής αρετής, κι αυτό δεν είναι τίποτε άλλο από την κατοχύρωση του κοινού συμφέροντος. Γιατί αυτός που δε μετέχει στο συμφέρον της πόλης αυτομάτως απαξιώνεται κι ως πολίτης. Η προσπάθεια απόδειξης ότι η καταγωγή ή ο πλούτος είναι το κριτήριο που διασφαλίζει την πολιτική αρετή είναι η προβολή των προσωπικών αξιών ως δημόσιο συμφέρον. Και φυσικά στερείται λογικής: «Διότι, αν ένας είναι πιο πλούσιος από όλους τους πλούσιους, σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη του δικαίου θα πρέπει αυτός ο ένας να εξουσιάζει όλους τους άλλους. Το ίδιο και εκείνος που υπερέχει στην καταγωγή, θα δικαιούται να εξουσιάζει όλους όσους διεκδικούν τα πολιτικά δικαιώματα, επειδή είναι ελεύθεροι». Με άλλα λόγια, αν φτάσουμε στα άκρα αυτής της συλλογιστικής, όλα τα λόγια περισσεύουν, αφού είναι προκαθορισμένο ότι πρέπει να κυβερνήσει ο πλουσιότερος ή ο ενδοξότερος ως προς την καταγωγή. Εξάλλου αυτή η στρέβλωση που προσπαθεί να παρουσιαστεί ως επιχειρηματολογία θα μπορούσε να δικαιώσει οποιονδήποτε τη χρησιμοποιήσει, αφού επί της ουσίας στερείται και την ελάχιστη πολιτική τεκμηρίωση: «Αυτό το ίδιο ίσως θα συμβεί και στα αριστοκρατικά πολιτεύματα τα οποία στηρίζονται στην αρετή των πολιτών. Δηλαδή, αν ένας είναι πιο ενάρετος από τους άλλους που είναι σπουδαίοι στο πλαίσιο αυτού του πολιτεύματος, σύμφωνα με την ίδια αντίληψη δικαίου αυτός δικαιούται να εξουσιάζει τους άλλους. Αλλά η ίδια αντίληψη δικαίου εφαρμόζεται και στο πλήθος, με την προϋπόθεση ότι και το πλήθος είναι σωστό να έχει κυριαρχικά δικαιώματα, διότι είναι ισχυρότερο απ’ τους λίγους». Με δυο λόγια, το συμπέρασμα τίθεται πλέον ξεκάθαρα: «Συνάγεται καθαρά, λοιπόν, από όλα αυτά ότι κανένας όρος δικαίου στον οποίο στηρίζονται κάθε φορά αυτοί που διεκδικούν την εξουσία και την υποταγή των άλλων σ’ αυτούς, δεν είναι σωστός».
 
Κι αυτή ακριβώς είναι η ώρα του λαού που θα λειτουργήσει ως αρμόδιος κριτής αυτών που θα διεκδικήσουν την εξουσία. Γιατί, εφόσον ο καθένας παρουσιάζει τον εαυτό του ως καταλληλότερο, μετατρέποντας την προσωπική του υπεροχή σε συνολικό δίκαιο, δε μένει παρά η λαϊκή βούληση που θα αποτιμήσει τα δεδομένα με τον ορθότερο τρόπο. Η διαχείριση της εξουσίας δεν μπορεί να επαφίεται σε υποκειμενικότητες, και δεν υπάρχει τίποτε πιο αντικειμενικό από την κρίση του συνόλου: «Άλλωστε σε όσους διεκδικούν την εξουσία με κριτήριο την αρετή, το ίδιο και σε όσους τη διεκδικούν με κριτήριο τον πλούτο, μπορούν τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα να αντιτάξουν το εξής δίκαιο επιχείρημα: τίποτε δεν εμποδίζει το πλήθος να είναι καλύτερο από τους λίγους και πιο πλούσιο, όχι ως άτομα αλλά ως σύνολο». Με δυο λόγια το σύνολο των πολιτών είναι το πιο ενδεδειγμένο όργανο για την ανάδειξη της εξουσίας: «Και πολίτης γενικά είναι όποιος δικαιούται να άρχει και να άρχεται».
 
Βρισκόμαστε μπροστά στην άλλη όψη της ισότητας που δεν καθορίζεται από την προσωπική αξία του καθενός, γιατί αποτελεί από μόνη της την ύψιστη αξία όλων. Είναι η ισότητα που πρέπει να έχουν όλα τα επιμέρους άτομα που αποτελούν μέρος ενός συνόλου. Γιατί η ψήφος δε γνωρίζει ανώτερους και κατώτερους. Γιατί το κοινό συμφέρον αφορά όλους ανεξαιρέτως και όλοι πρέπει να έχουν μερίδιο σ’ αυτό. Είναι η ισότητα που ο Αριστοτέλης ονομάζει «σωστό»: «Το σωστό όμως πρέπει να εκλαμβάνεται με την έννοια του ίσου. Το σωστό με την έννοια του ίσου αποβλέπει και στο συμφέρον όλης της πόλης και στο κοινό συμφέρον των πολιτών».
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Τετάρτη 14 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (136.1-140.1)

136. ΚΥΩΝ ΚΡΕΑΣ ΦΕΡΟΥΣΑ [136.1] κύων κρέας ἔχουσα ποταμὸν διέβαινε· θεασαμένη δὲ τὴν ἑαυτῆς σκιὰν κατὰ τοῦ ὕδατος ὑπέλαβεν ἑτέραν κύνα εἶναι μεῖζον κρέας ἔχουσαν. διόπερ ἀφεῖσα τὸ ἴδιον ὥρμησεν ὡς τὸ ἐκείνης ἀφαιρησομένη. συνέβη δὲ αὐτῇ ἀμφοτέρων στερηθῆναι, τοῦ μὲν μὴ ἐφικομένῃ, διότι μηδὲν ἦν, τοῦ δέ, διότι ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ παρεσύρη.
πρὸς ἄνδρα πλεονέκτην ὁ λόγος εὔκαιρος.

137. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΛΥΚΟΣ
[137.1] κύων πρὸ ἐπαύλεώς τινος ἐκοιμᾶτο· λύκος δὲ τοῦτον θεασάμενος καὶ συλλαβὼν οἷός τε ἦν καταφαγεῖν. ὁ δὲ αὐτοῦ ἐδεήθη πρὸς τὸ παρὸν μεθεῖναι αὐτὸν λέγων· «νῦν μὲν λεπτός εἰμι καὶ ἰσχνός. μέλλουσι δέ μου οἱ δεσπόται γάμους ἄγειν. ἐὰν οὖν ἀφῇς με νῦν, ὕστερον λιπαρώτερον καταθοινήσεις με». ὁ δὲ πεισθεὶς αὐτῷ τότε μὲν ἀπέλυσε, μεθ᾽ ἡμέρας δὲ ὀλίγας ἐλθὼν ὡς ἐθεάσατο αὐτὸν ἐπὶ τοῦ δώματος κοιμώμενον, κατεκάλει πρὸς αὐτὸν ὑπομιμνῄσκων τῶν ὁμολογιῶν. ὁ δὲ ὑποτυχὼν ἔφη· «ἀλλ᾽, ὦ λύκε, ἐὰν αὖθίς με πρὸ τῆς ἐπαύλεως κοιμώμενον ἴδῃς, μηκέτι γάμους ἀναμείνῃς».
οὕτως οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων, ὅταν περί τι κινδυνεύσαντες ἐκφύγωσι, ταῦτα ὕστερον φυλάττονται.

138. ΚΥΝΕΣ ΛΙΜΩΤΤΟΥΣΑΙ
[138.1] κύνες λιμώττουσαι ὡς ἐθεάσαντο ἔν τινι ποταμῷ βύρσας βρεχομένας, μὴ δυνάμεναι αὐτῶν ἐφικέσθαι συνέθεντο ἀλλήλαις, ὅπως πρῶτον τὸ ὕδωρ ἐκπίωσιν, εἶθ᾽ οὕτως ἐπὶ τὰς βύρσας παραγένωνται. συνέβη δὲ αὐτὰς πινούσας διαρραγῆναι ‹πρὶν› ἢ τῶν βυρσῶν ἐφικέσθαι.
οὕτως ἔνιοι τῶν ἀνθρώπων δι᾽ ἐλπίδα κέρδους ἐπισφαλεῖς μόχθους ὑφιστάμενοι φθάνουσι πρῶτον καταναλισκόμενοι ἢ ὧν βούλονται περιγενόμενοι.

139. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΛΑΓΩΟΣ
[139.1] κύων θηρευτικὸς λαγωὸν συλλαβὼν τοῦτον ποτὲ μὲν ἔδακνε ποτὲ δὲ αὐτοῦ τὰ χείλη περιέλειχεν. ὁ δὲ ἀπαυδήσας ἔφη πρὸς αὐτόν· «ἀλλ᾽, ὦ οὗτος, παῦσαί με δάκνων ἢ καταφιλῶν, ἵνα γνῶ, πότερον ἐχθρὸς ἢ φίλος μου καθέστηκας».
πρὸς ἄνδρα ἀμφίβολον ὁ λόγος εὔκαιρος.

140. ΚΩΝΩΨ ΚΑΙ ΤΑΥΡΟΣ
[140.1] κώνωψ ἐπιστὰς κέρατι ταύρου καὶ πολὺν χρόνον ἐπικαθίσας ἐπειδὴ ἀπαλλάττεσθαι ἔμελλεν, ἐπυνθάνετο τοῦ ταύρου, εἰ ἤδη βούλεται αὐτὸν ἀπελθεῖν. ὁ δὲ ὑποτυχὼν ἔφη· «ἀλλ᾽ οὔτε, ὅτε ἦλθες, ἔγνων οὔτε, ἐὰν ἀπέλθῃς, γνώσομαι».
τούτῳ τῷ λόγῳ χρήσαιτο ἄν τις πρὸς ἄνδρα ἀδύνατον, ὃς οὔτε παρὼν οὔτε ἀπὼν ἐπιβλαβὴς ἢ ὠφέλιμός ἐστι.


***
136. Το σκυλί με το κρέας.
[136.1] Ήταν κάποιο σκυλί που κρατούσε ένα κομμάτι κρέας στο στόμα του και πήγε να περάσει τον ποταμό. Μόλις όμως αντίκρισε το είδωλό του μέσα στο νερό, νόμισε πως υπήρχε εκεί κάτω άλλο σκυλί που κρατούσε ακόμη πιο μεγάλο τεμάχιο κρέας. Γι᾽ αυτό παράτησε τη δική του λεία και όρμησε μπρος να αρπάξει το κρέας εκείνου του άλλου σκυλιού. Και ποιό το αποτέλεσμα; Φυσικά τα έχασε και τα δύο κομμάτια — το ένα δεν μπόρεσε να το πιάσει, διότι δεν υπήρχε καν, ενώ το άλλο παρασύρθηκε από το ποτάμι.
Ο μύθος ταιριάζει για άπληστο άνθρωπο.

137. Ο σκύλος και ο λύκος.
[137.1] Ήταν ένας σκύλος που το είχε ρίξει στον ύπνο μπροστά σε κάποιο αγροτόσπιτο, ώσπου για κακή του τύχη τον πήρε το μάτι του λύκου. Το θεριό, φυσικά, έπεσε αμέσως πάνω του, τον έπιασε και ετοιμαζόταν να τον κατασπαράξει. Τότε όμως ο σκύλος ρίχτηκε στα παρακάλια: «Άσε με, άσε με να ζήσω προς το παρόν!». Και μάλιστα πρόβαλε εύσχημη δικαιολογία: «Κοίτα εδώ τί λιπόσαρκος και κοκαλιάρης που είμαι τώρα! Να ξέρεις, όμως, ότι σύντομα τα αφεντικά μου θα γιορτάσουν τους γάμους τους. Λοιπόν, αν με αφήσεις σήμερα να ζήσω, θα με βρεις πιο καλοθρεμμένο μετά το γλέντι, και τότε θα το απολαύσεις περισσότερο που θα με ξεκοκαλίζεις». Ο λύκος πράγματι ξεγελάστηκε και τον αμόλησε εκείνη τη φορά. Μετά από λίγες μέρες, βέβαια, ξαναήλθε· έλα όμως που τότε βρήκε τον σκύλο να κοιμάται ψηλά πάνω στην ταράτσα. Του έβαλε, που λέτε, τις φωνές, θυμίζοντάς του την υπόσχεση που είχε δώσει. Όμως ο σκύλος, κόβοντάς του την πολυλογία, του πέταξε: «Καλά βρε μπουνταλά, άμα με ξαναβρείς άλλη φορά να κοιμάμαι μπροστά στο υποστατικό, μην κάτσεις πάλι να περιμένεις τους γάμους!».
Έτσι συμβαίνει και με τους μυαλωμένους ανθρώπους: Αν διατρέξουν κάποιον κίνδυνο και γλιτώσουν, μετά φυλάγονται από καθετί παρόμοιο.

138. Τα πεινασμένα σκυλιά.
[138.1] Ήταν μια φορά κάτι πεινασμένα σκυλιά, που αγνάντεψαν από μακριά μερικά δέρματα να μουλιάζουν μέσα στο ποτάμι. Πάσχισαν, που λέτε, να τα πιάσουν αλλά δεν μπορούσαν. Γι᾽ αυτό, λοιπόν, έκαναν συμφωνία μεταξύ τους να πιούνε πρώτα όλο το νερό· έτσι θα μπορούσαν μετά να φτάσουν άνετα ώς τα τομάρια. Και ποιό ήταν το αποτέλεσμα; Όλο έπιναν και έπιναν μέχρι που έσκασαν, δίχως βέβαια να έχουν βάλει ακόμη τα δέρματα στο χέρι.
Έτσι συμβαίνει και με μερικούς ανθρώπους: Από επιθυμία για κέρδος ρίχνονται σε δουλειές παρακινδυνευμένες, με αποτέλεσμα να καταστρέφονται οι ίδιοι προτού προλάβουν να πάρουν στην κατοχή τους όσα προσδοκούσαν.

139. Το σκυλί και ο λαγός.
[139.1] Ήταν κάποιο κυνηγόσκυλο που έπεσε στα χέρια του ένας λαγός. Τον άδραξε λοιπόν και τη μία τον δάγκωνε, την άλλη του έγλειφε τα χείλη γύρω-γύρω. Στο τέλος πια απαύδησε ο λαγός και του φώναξε: «Σταμάτα πια, βρε χρυσέ μου, και διάλεξε: θα με δαγκώνεις ή θα με φιλάς; Να ξέρω κι εγώ τί από τα δύο είσαι τέλος πάντων, φίλος ή εχθρός μου».
Ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο διπρόσωπο.

140. Το κουνούπι και ο ταύρος.
[140.1] Ήταν κάποτε ένα κουνούπι που πήγε και στάθηκε πάνω στο κέρατο του ταύρου. Κάθισε, που λέτε, εκεί πάνω για πολλή ώρα, και μετά, όταν πια ήταν έτοιμο να πετάξει, του ήρθε να ρωτήσει τον ταύρο: «Ψιτ, λέω να φύγω τώρα. Τί λες, θα σου λείψω καθόλου;». Ο ταύρος τότε απάντησε : «Τί; Α, καλά, κοίτα να δεις, εγώ ούτε όταν ήλθες το πήρα είδηση, ούτε άμα φύγεις θα καταλάβω τίποτε».
Αυτός ο μύθος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για αδύναμο άνθρωπο, ο οποίος ούτε βλάπτει ούτε ωφελεί με την παρουσία ή την απουσία του.

Κικέρων: Η φιλία είναι εκεί πάντα παρούσα, δεν είναι ποτέ νωθρή

Η φιλία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια σύμπνοια σε πράγματα ανθρώπινα και θεϊκά. Είναι σύμπνοια που την τρέφει η στοργή και η καλή προαίρεση. Αναρωτιέμαι αν οι θεοί πρόσφεραν τίποτε καλύτερο στον άνθρωπο, εκτός βέβαια από τη σοφία.

Σίγουρα άλλοι άνθρωποι προτιμούν το χρήμα, άλλοι προτιμούν την υγεία, την εξουσία, τις τιμές. Πολλοί προτιμούν μόνο την ηδονή, αλλά αυτή η τελευταία επιλογή ταιριάζει περισσότερο στην τάξη των χυδαίων ανθρώπων.

Όσο για τις προηγούμενες επιλογές είναι αβέβαιες και πρόσκαιρες, εξαρτώνται κυρίως από τα καπρίτσια της τύχης και λιγότερο από τη βούληση του ανθρώπου. Όσο για κείνους που εντάσσουν τη φιλία στην αρετή, το υπέρτατο αγαθό, ασφαλώς έχουν δίκιο· ακριβώς απ’ αυτήν την αρετή γεννιέται και αναπτύσσεται η φιλία. Χωρίς αρετή, καμία φιλία δεν είναι δυνατόν να στεριώσει!

Ας δώσουμε λοιπόν στη λέξη αρετή την έννοια που προσλαμβάνει από την καθημερινότητα, στην απλή γλώσσα των ανθρώπων. Ας μην αφήσουμε να απομακρυνθεί από την κυριολεκτική της σημασία με λεκτικούς ακροβατισμούς, όπως κάνουν οι δοκησίσοφοι.

Ας θεωρήσουμε ότι οι άριστοι άνδρες, που τη λογάριασαν έτσι, ήταν άνθρωποι σαν τον Παύλο Αιμίλιο, τον Κάτωνα, τον Γάλλο, σαν τους Σκιπίωνες και τον Φίλωνα. Η ζωή τους αποτελεί παράδειγμα και σήμερα ακόμη. Ας έχουμε λοιπόν κατά νου αυτούς και ας αφήσουμε τους άλλους.

Υπάρχει πιο γλυκιά εμπειρία από την παρουσία ενός ανθρώπου στον οποίο μπορείς να τα εκμυστηρευτείς όλα, σαν να μιλάς στον εαυτό σου; Τι να την κάνεις την ευτυχία, όταν δεν έχεις κανέναν να τη μοιραστείς;

Και πώς θα μπορούσε κανείς ν’ αντέξει την κακοτυχία χωρίς το στήριγμα που οι περισσότεροι από μας αναζητούν; Η φιλία ανάμεσα σε άριστους ανθρώπους έχει τέτοια και τόσο μεγάλα πλεονεκτήματα που δεν θα μπορούσα να τα περιγράψω παρά μονάχα επιφανειακά. Και πρώτα απ’ όλα πώς μπορεί να είναι η ζωή «άξια να τη ζει κανείς» όπως λέει ο Έννιος, χωρίς την ηρεμία και την αφοσίωση που μπορείς να βρεις στο πρόσωπο ενός φίλου;

Όλες οι επιθυμίες του ανθρώπου έχουν ένα συγκεκριμένο στόχο: θέλει να αποκτήσει πλούτη για να περνάει καλύτερα, επιζητεί την ισχύ για να κερδίσει το σεβασμό του κόσμου, επιδιώκει τις τιμές για να τον επαινούν, τις ηδονές για να γεύεται την απόλαυση· θέλει να έχει υγεία για να μην υποφέρει και για να αντλεί δυνάμεις από το σφρίγος του σώματος. Η φιλία, αυτή καθαυτή έχει πολλά θετικά στοιχεία. Όποιος τη χρειάζεται, είναι εκεί πάντα παρούσα, δεν αποκλείει κανέναν, δεν είναι ποτέ νωθρή.

Όπως λένε, δεν χρειαζόμαστε τόσο τη φωτιά και το νερό, όσο χρειαζόμαστε τη φιλία. Δεν μιλώ φυσικά για μια συνηθισμένη, κοινή, συγκαταβατική φιλία, ανεξάρτητα από τα πλεονεκτήματα που τη συνοδεύουν. Μιλώ για την πραγματική, την ολοκληρωμένη φιλία που ένας πολύ μικρός αριθμός ανθρώπων κατάφερε να κατακτήσει. Κάνει την ευτυχία ακόμη μεγαλύτερη και τη δυστυχία λιγότερο οδυνηρή γιατί μοιράζει το βάρος της.

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - μύθοι (131.1-135.1)

Αποτέλεσμα εικόνας για ΑΙΣΩΠΟΣ - μύθοι131. ΚΟΛΟΙΟΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΣΤΕΡΑΙ [131.1] κολοιὸς ἰδὼν περιστερὰς ἔν τινι περιστεροτροφείῳ καλῶς τρεφομένας λευκάνας ἑαυτὸν ἧκεν ὡς τῆς αὐτῆς διαίτης μεταληψόμενος. αἱ δέ, μέχρι μὲν ἡσύχαζεν, οἰόμεναι περιστερὰν αὐτὸν εἶναι προσίεντο· ἐπειδὴ δέ ποτέ ἐκλαθόμενος ἐφθέγξατο, τηνικαῦτα γνωρίσασαι αὐτοῦ τὴν φωνὴν ἐξήλασαν αὐτόν. καὶ ὃς ἀποτυχὼν τῆς ἐνταῦθα τροφῆς ἐπανῆλθε πάλιν πρὸς τοὺς κολοιούς· κἀκεῖνοι οὐ γνωρίζοντες αὐτὸν διὰ τὸ χρῶμα τῆς μετ᾽ αὐτῶν διαίτης ἀπεῖρξαν αὐτόν. οὕτω δὲ δυοῖν ἐπιτυχεῖν ζητῶν οὐδὲ μιᾶς ἔτυχεν.
ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς δεῖ τοῖς ἑαυτῶν ἀρκεῖσθαι λογιζομένους, ὅτι ἡ πλεονεξία πρὸς τῷ μηδὲν ὠφελεῖν καὶ τὰ προσόντα ἀφαιρεῖται.

132. ΚΟΙΛΙΑ ΚΑΙ ΠΟΔΕΣ
[132.1] κοιλία καὶ πόδες περὶ δυνάμεως ἤριζον. παρ᾽ ἕκαστα δὲ τῶν ποδῶν λεγόντων, ὅτι τοσοῦτον προέχουσι τῇ ἰσχύι ὡς καὶ αὐτὴν τὴν γαστέρα βαστάζειν, ἐκείνη ἀπεκρίνατο· «ἀλλ᾽, ὦ οὗτοι, ἐὰν μὴ ἐγὼ τροφὴν προσλάβωμαι, οὐδὲ ὑμεῖς βαστάζειν δυνήσεσθε».
οὕτω καὶ ἐπὶ τῶν στρατευμάτων μηδέν ἐστι τὸ πολὺ πλῆθος, ἐὰν μὴ οἱ στρατιῶται ἄριστα φρονῶσι.

133. ΚΟΛΟΙΟΣ ΦΥΓΑΣ
[133.1] κολοιόν τις συλλαβὼν καὶ δήσας αὐτοῦ τὸν πόδα λίνῳ τῷ ἑαυτοῦ παιδὶ ἔδωκεν. ὁ δὲ οὐχ ὑπομείνας τὴν μετὰ ἀνθρώπων δίαιταν ὡς πρὸς ὀλίγον ἀδείας ἔτυχε, φυγὼν ἧκε εἰς τὴν ἑαυτοῦ καλιάν. περιειληθέντος δὲ τοῦ δεσμοῦ τοῖς κλάδοις ἀναπτῆναι μὴ δυνάμενος, ἐπειδὴ ἀποθνῄσκειν ἔμελλεν, ἔφη πρὸς ἑαυτόν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε δείλαιος, ὅστις τὴν παρὰ ἀνθρώπων δουλείαν μὴ ὑπομείνας ἔλαθον ἐμαυτὸν καὶ σωτηρίας στερήσας».
οὗτος ὁ λόγος ἁρμόσειεν ἂν ἐπ᾽ ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες μετρίων ἑαυτοὺς κινδύνων ῥύσασθαι βουλόμενοι ἔλαθον εἰς μείζονα δεινὰ πεσόντες.

134. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΜΑΓΕΙΡΟΣ
[134.1] κύων εἴς τι μαγειρεῖον εἰσελθοῦσα τοῦ μαγείρου ἀσχολουμένου καρδίαν ἁρπάσασα ἔφυγεν. ὁ δὲ ἐπιστραφεὶς ὡς ἐθεάσατο αὐτήν, ἔφη· «ἀλλ᾽, ὦ αὕτη, ὅπου ἂν ᾖς, φυλάξομαί σε. ‹οὐ γὰρ ἀπ᾽ ἐμοῦ καρδίαν εἴληφας, ἀλλ᾽ ἔμοιγε καρδίαν δέδωκας».›
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλάκις τὰ παθήματα τοῖς ἀνθρώποις μαθήματα γίνονται.

135. ΚΥΩΝ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
[135.1] κύων θηρευτικὸς λέοντα ἰδὼν τοῦτον ἐδίωκεν· ὡς δὲ ἐπιστραφεὶς ἐκεῖνος ἐβρυχήσατο, φοβηθεὶς εἰς τοὐπίσω ἔφυγεν. ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν ἔφη· «ὦ κακὴ κεφαλή, σὺ λέοντα ἐδίωκες, οὗ οὐδὲ τὸν βρυχηθμὸν ὑπέμεινας;»
ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ᾽ ἀνδρῶν αὐθάδων, οἳ κατὰ πολὺ δυνατωτέρων συκοφαντεῖν ἐπιχειροῦντες, ὅταν ἐκεῖνοι ἀντιστῶσιν, εὐθέως ἀναχαιτίζουσιν.


***
131. Η καλιακούδα και τα περιστέρια.
[131.1] Μια φορά η καλιακούδα παρακολουθούσε κάτι περιστέρια, που έμεναν σε κάποιον περιστερώνα και τρώγανε καλά. Μια και δυο, λοιπόν, βάφτηκε και η ίδια άσπρη και πήγε να ανακατευτεί μαζί τους, θαρρώντας πως έτσι θα περάσει και αυτή το ίδιο πλουσιοπάροχα. Και όσο κρατούσε τη γλώσσα της, βέβαια, τα περιστέρια νόμιζαν πως είναι και αυτή δικιά τους και την έκαναν παρέα. Μια μέρα, όμως, ξεχάστηκε και έβγαλε ένα κρώξιμο· τότε τα περιστέρια την αναγνώρισαν αμέσως από τη φωνή της και την πέταξαν έξω. Τί να κάνει λοιπόν η καλιακούδα; Αφού στερήθηκε μια και καλή τη δυνατότητα να καλοπερνάει εκεί πέρα, αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω κοντά στις άλλες του είδους της. Έλα όμως που εκείνες δεν μπορούσαν να την αναγνωρίσουν λόγω του χρώματός της· γι᾽ αυτό την εμπόδισαν και αυτές να ζήσει ανάμεσά τους. Έτσι η καλιακούδα μας, εκεί που γύρευε να πετύχει δύο πράγματα, δεν κέρδισε κανένα τους.
Το ίδιο ισχύει βέβαια και για εμάς: Πρέπει να αρκούμαστε στα δικά μας και να θυμόμαστε ότι η απληστία όχι μόνο δεν μας ωφελεί καθόλου, αλλά απεναντίας μας στερεί κιόλας όσα έχουμε.

132. Η κοιλιά και τα πόδια.
[132.1] Μια φορά και έναν καιρό μάλωναν τα πόδια με την κοιλιά, ποιός είναι ο πιο δυνατός. Τα πόδια, που λέτε, αράδιαζαν διάφορα επιχειρήματα. Μεταξύ άλλων ισχυρίζονταν ότι είναι τόσο ανώτερα σε δύναμη που βαστάνε και την ίδια την κοιλιά. Εκείνη όμως τους αποκρίθηκε: «Τί λέτε, βρε ηλίθια; Γιά να σταματήσω εγώ να δέχομαι τροφή, και θα δούμε αν θα μπορείτε μετά να με βαστάξετε».
Έτσι συμβαίνει και με τον στρατό: Το μεγάλο πλήθος είναι τελείως άχρηστο, αν δεν έχουν μυαλό οι στρατιώτες.

133. Η καλιακούδα που δραπέτευσε.
[133.1] Ήταν μια καλιακούδα που κάποιος την αιχμαλώτισε. Αυτός, που λέτε, της έδεσε το ποδάρι με λινό σπάγκο και τη χάρισε στο παιδί του για παιχνίδι. Όμως η καλιακούδα δεν μπορούσε να αντέξει τη ζωή με τους ανθρώπους. Μόλις λοιπόν βρήκε για λίγο την ευκαιρία, ξέφυγε και πέταξε μακριά για την παλιά φωλιά της. Έλα όμως που ο σπάγκος στο πόδι της μπουρδουκλώθηκε ανάμεσα στα κλαδιά και δεν την άφηνε να πετάξει ψηλά. Τότε, καθώς τη ζύγωνε ο θάνατος, συλλογίστηκε από μέσα της: «Αχ βαριά μου μοίρα! Δεν άντεχα που δεν άντεχα να είμαι δούλα των ανθρώπων, μα να χάσω και τη σωτηρία μου έτσι από απροσεξία!».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για ορισμένο είδος ανθρώπων: εννοώ όσους πασχίζουν να γλιτώσουν από μικροκινδύνους και δίχως να το καταλάβουν πέφτουν σε πολύ μεγαλύτερα δεινά.

134. Η σκύλα και ο χασάπης.
[134.1] Ήταν μια σκύλα που τρύπωσε μέσα σε ένα χασάπικο, και καθώς ο μαγαζάτορας ήταν απασχολημένος, άρπαξε μια καρδιά και πήρε δρόμο. Πάνω στην ώρα, όμως, ο χασάπης γύρισε το κεφάλι του και την είδε, οπότε της φώναξε: «Βρε κοπρόσκυλο, όπου και να πας, εγώ θα σε παραφυλάω. ‹Τί θαρρείς; Κλέβοντας την καρδιά, το μόνο που κατάφερες είναι να σκληρύνεις τη δικιά μου».›
Το δίδαγμα του μύθου: Συχνά στους ανθρώπους το πάθημα τους γίνεται μάθημα.

135. Ο σκύλος και η αλεπού.
[135.1] Ήταν κάποτε ένα κυνηγόσκυλο που πήρε το μάτι του ένα λιοντάρι και βάλθηκε να το καταδιώκει. Ξάφνου όμως το λιοντάρι γύρισε προς το μέρος του διώκτη του και βρυχήθηκε, οπότε ο σκύλος έκανε έντρομος μεταβολή και το έβαλε στα πόδια. Τον είδε τότε η αλεπού και τον περιγέλασε: «Βρε χαμένο κορμί, τί πήρες από πίσω το λιοντάρι, άμα δεν μπορούσες να αντέξεις ούτε καν το μουγκρητό του;».
Ο μύθος αυτός μπορεί να ειπωθεί για θρασύδειλα υποκείμενα, που έχουν την αναίδεια να συκοφαντούν ανθρώπους πολύ πιο ισχυρούς· πλην όμως όταν εκείνοι υψώσουν το ανάστημά τους, αμέσως οι θρασύδειλοι βάζουν την ουρά στα σκέλια.

Ορφέας, τα ορφικά μυστήρια και το σύμπαν

Ο Ορφεύς, τα Ορφικά Μυστήρια αλλά και οι Ορφικοί Ύμνοι, αποτελούν μέγιστες Γνώσεις για να κατανοήσουμε το Σύμπαν αλλά και να σκεφτούμε με ποια μέσα κατάφεραν να αναλύσουν τόσο πολύ το Διάστημα οι πρόγονοί μας. Διότι οι Ορφικοί είναι ύμνοι με υπόβαθρο δεκάδων χιλιάδων χρόνων. Ούτε τυχαία γράφτηκαν ούτε πρόχειρα. Είναι έρευνες και Γνώσεις που δεν συμβαδίζουν με τα όσα μας μαθαίνουν ως «Ιστορία» σήμερα.

Κάθε ύμνος και κάθε χειρόγραφό τους σηκώνει τεράστια ανάλυση γιατί κρύβουν κωδικοποιημένα μηνύματα και αποτελεί το ερέθισμα στον καθένα να εξετάσει από πολλές οπτικές γωνίες τους Ορφικούς και θα μείνει έκπληκτος μ’ αυτά που θα ανακαλύψει.
Ειδικά αν τα ταυτίσει με τις σύγχρονες έρευνες…

O Ορφέας
 Σύμφωνα με τη μυθολογία ο Ορφέας γεννήθηκε στην περιοχή της Θράκης και καταγόταν κατά απ’ τους Κίκονες ενώ σύμφωνα με την ιστορία από τους Οδρύσες Θράκες. Ήταν του Οιάγρου βασιλιά της Θράκης και της Μούσας Καλλιόπης. Γεννήθηκε σε μια σπηλιά όρος Ελικών στα Λείβηθρα στην Πίμπλεια της Πιερίας και από νήπιο ακόμα έδειξε την αγάπη του και την κλίση του στην μουσική.
Αδελφός του ήταν ο τραγουδιστής Λίνος που δίδαξε τον Ηρακλή τραγούδι και μουσική (κατά την μυθολογία, ο νεαρός Ηρακλής θύμωσε κάποτε με τον Λίνο και τον σκότωσε άθελά του χτυπώντας τον πολύ στο κεφάλι με την λύρα του).

Ο ίδιος ο θεός Απόλλωνας του δίδαξε την μουσική και του χάρισε την λύρα του. Ο Ορφέας έπαιζε τόσο αρμονικά τη λύρα και τραγουδούσε τόσο γλυκά, που λένε ότι και τα αγρίμια ακόμη του δάσους μαζεύονταν γύρω του για να τον ακούσουν. Ακόμα και τα δένδρα και οι βράχοι μετακινούνται για να έρθουν να ακούσουν τη μουσική του.

Το όνομα Ορφέας δεν συναντάται ούτε στον Όμηρο ούτε στον Ησίοδο, αλλά ήταν γνωστό την εποχή του Ιβυκού (περ. 530 π.Χ.). Ο Πίνδαρος (522-442 π.Χ) αναφέρεται σ' αυτόν ως «ο πατέρας των τραγουδιών».

Ο Ορφέας πήρε μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία με τον Ιάσονα και τους άλλους μυθικούς ήρωες. Με τη μουσική της λύρας του κοίμησε το δράκο που φύλαγε το χρυσόμαλο δέρας και έτσι μπόρεσε να το κλέψει ο Ιάσονας. Στον δρόμο της επιστροφής, γλίτωσε τους Αργοναύτες από τις Σειρήνες και την παγίδα τους παίζοντας τόσο δυνατά και αρμονικά που ξεπέρασε σε ομορφιά, δύναμη και μαγεία το τραγούδι των Σειρήνων.

Πολύ νέος ταξίδεψε στην Αίγυπτο όπου σπούδασε τη θεολογία και τη φιλοσοφία. Αιγύπτιοι ιερείς, πολλά χρόνια αργότερα, πληροφόρησαν τον Πλάτωνα ότι ο Ορφέας είχε περάσει από τα σχολεία τους όπως ο Λυκούργος και ο Σόλωνας.

Αυτή η μυθική προσωπικότητα έπαιξε σπουδαίο ρόλο στη θρησκευτική ζωή των αρχαίων προγόνων μας γιατί όπως μας λέει ο Απολλόδωρος, ο αρχαίος ιστορικός και μυθογράφος, ο Ορφέας είναι αυτός που καθιέρωσε τα Μυστήρια του Διόνυσου. «Εύρε δε Ορφεύς και τα Διονυσίου Μυστήρια, και τέθαπται περί την Πιερίαν, διασπασθείς υπό των Μαινάδων».

Επίσης παροιμιώδης έμεινε ο έρωτας του για την Ευρυδίκη. Η Ευρυδίκη, η αγαπημένη σύζυγος του Ορφέα, μια μέρα που έτυχε να ξεφύγει από την ερωτική καταδίωξη του βοσκού Αρισταίου, τσιμπήθηκε από ένα φίδι που ήταν κρυμμένο στα χόρτα. Το τσίμπημα ήταν θανατηφόρο.

Ο Ορφέας μη μπορώντας να απαλύνει τον πόνο του αποφάσισε να κατέβει στον Άδη να την αναζητήσει. Ο Πλούτωνας δέχτηκε να του την επιστρέψει με έναν όρο, να μη γυρίσει να την κοιτάξει μέχρι να ανεβούν στην επιφάνεια της γης. Ο Ορφέας δεν κρατήθηκε όμως, και λίγο πριν φτάσουν στη γη του φωτός γυρίζει γρήγορα να δει αν τον ακολουθούσε και τότε αυτή χάθηκε για πάντα από τα μάτια του. Η ιστορία με αυτή τη μορφή ανήκει στην εποχή του Βιργιλίου, ο οποίος πρώτος εισάγει το όνομα του Αρισταίου. Και άλλοι αρχαίοι συγγραφείς, ωστόσο, μιλούν για την επίσκεψη του Ορφέα στον κάτω κόσμο.

Σύμφωνα με τον Πλάτωνα οι καταχθόνιοι θεοί του «παρουσίασαν μία εμφάνιση» της Ευρυδίκης. Ο Οβίδιος λέει πως ο θάνατος της Ευρυδίκης δεν προκλήθηκε από την δραπέτευσή της από τον Αρισταίο αλλά από τον χορό της με τις Ναϊάδες τη μέρα του γάμου της.

Σύμφωνα με μία περίληψη της Ύστερης Αρχαιότητας ενός χαμένου έργου του Αισχύλου, ο Ορφέας στο τέλος της ζωής του περιφρόνησε την λατρεία όλων των θεών εκτός από του ήλιου, τον οποίο αποκαλούσε Απόλλωνα. Ένα πρωινό ανέβηκε το όρος Παγγαίον (όπου ο Διόνυσος είχε ένα μαντείο) για να χαιρετήσει τον θεό κατά την ανατολή, αλλά σκοτώθηκε από Θρακικές Μαινάδες επειδή δεν τιμούσε τον πρώην προστάτη του, τον Διόνυσο. Είναι σημαντικό πως ο θάνατός του είναι ανάλογος με το θάνατο του Διονύσου.

Ο Οβίδιος (Μεταμορφώσεις XI) επίσης αφηγείται πως οι Θρακικές Μαινάδες, ακόλουθοι του Διονύσου, περιφρονημένες από τον Ορφέα, αρχικά του έριξαν ραβδιά και πέτρες ενώ έπαιζε, αλλά η μουσική του ήταν τόσο όμορφη που ακόμα και οι πέτρες και τα κλαδιά αρνιόντουσαν να τον χτυπήσουν. Εξαγριωμένες, οι Μαινάδες τον έσκισαν σε κομμάτια κατά τη φρενίτιδα των Βακχικών τους οργίων.

Ο διαμελισμός του Ορφέα, από τις Μαινάδες και ειδικότερα του ταξίδι του κεφαλιού του διαμέσου των υδάτων στη Λέσβο δημιουργούν μια ιερή γεωγραφία, γιατί βλέπουμε ότι εκεί δημιουργείται ένα ιερό και το κεφάλι συνεχίζει να δίνει χρησμούς για αρκετό καιρό.

Μία άλλη παράδοση μας λέει ότι τον Ορφέα κατακεραύνωσε ο Δίας επειδή αποκάλυπτε τα ιερά μυστικά στους ανθρώπους.

Η συνολική θεώρηση των Ορφικών αποδεικνύει πως ο Ορφέας ήταν όντως υπαρκτό πρόσωπο και όχι απλά το αποκύημα της φαντασίας ορισμένων.

Ο Ορφέας είναι ιδρυτής μιας θρησκείας που στη συνέχεια ίδρυσε τα Ορφικά Μυστήρια. Συνδέεται άμεσα με τον Απόλλωνα και αυτό δείχνει τον Ηλιακό χαρακτήρα του Θεού. Βλέπουμε τον Ορφέα να συμβολίζει τον Ήλιο, ο οποίος όταν είναι στον ουρανό γίνεται ζωοδότης για όλα τα όντα. Η σύζυγός του Ευρυδίκη, που το όνομά της ήταν ένα από τα ονόματα που δίνουν στην Αυγή, επιβεβαιώνει την Ηλιακή προέλευση του Μύθου. Η κάθοδος στον Άδη συμβολίζει την νυχτερινή πορεία του Ήλιου που σ’ αυτό το μύθο φαίνεται σαν την αναζήτηση της αγαπημένης του Ευρυδίκης (Αυγή) που όταν βγαίνει ο Ήλιος αυτή χάνεται. Το ότι ο Ορφέας μπορούσε να ανεβαίνει και να κατεβαίνει στον Άδη, χωρίς τρομερές μάχες και εμπόδια, μας δηλώνει ότι ήταν μυημένος σε μεγάλα μυστήρια και ότι μπορούσε να κυριαρχεί στον θάνατο. Η δύναμη που είχε το παίξιμο της λύρας του μας δηλώνει την αρμονία που μπορεί να εκδηλωθεί με τη μουσική και πώς αυτή μπορεί να επηρεάζει όλα τα Όντα.

Ο Ορφέας ήταν μία από τις πιο σημαντικές μορφές της ελληνικής μυθολογίας. Σ’ αυτόν ο μύθος αποδίδει τη μεταρρύθμιση των Ελευσινίων Μυστηρίων, την επιπρόσθεση της λατρείας του Διονύσου στο αρχαίο τελετουργικό. Σε ολόκληρη την ιστορία του εμφανίζεται αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στις υψηλές σφαίρες του Πνεύματος και στις σφαίρες της ύλης, ανάμεσα στον Απόλλωνα και το Διόνυσο. Αντιπροσωπευτική μορφή του ήρωα, σημαίνει ότι έχει κάποια υπεράνθρωπη διάσταση. Τραγουδάει πάνω απ’ όλα τη ζωή και το νόημά της.

Σ’ ένα απόσπασμα που διασώθηκε από τον Πρόκλο (Εις Τίμαιον 38,7) αναφέρεται: «Ου μόνον οι μαθηματικοί λέγουσι περί του μη παν κλίμα προς ανθρώπων οίκησιν σύμμετρον (κατάλληλο) αλλά και ο Ορφεύς ουτωσί διορίζων».

Η Ορφική θεολογία κυριάρχισε για αιώνες στον Ελληνικό χώρο και άσκησε τεράστια επίδραση «Άπασα γαρ παρ' Έλλησι θεολογία της Ορφικής εστί μυσταγωγία έκγονος» όπως λέει ο Πρόκλος.

Πλήξη

Αν γίνεις σαν τα ζώα, η πλήξη θα εξαφανιστεί.
Αν κοιτάξεις τους ανθρώπους που ζουν σαν τα ζώα, θα δεις ότι δεν νιώθουν πλήξη. Τρώνε, πίνουν, ζευγαρώνουν και δεν βαριούνται ποτέ. Δεν είναι όμως ευαίσθητοι. Ζουν με τόση συνειδητότητα, όση χρειάζεται για την καθημερινή ρουτίνα της ζωής τους.
Θα δεις ότι οι διανοούμενοι, οι άνθρωποι που σκέφτονται πολύ, βαριούνται περισσότερο, ακριβώς επειδή σκέφτονται. Και επειδή σκέφτονται, μπορούν να δουν ότι κάτι είναι επανάληψη.
Η ζωή σου είναι επανάληψη. Κάθε πρωί, σηκώνεσαι με τον ίδιο σχεδόν τρόπο που σηκώνεσαι σε όλη σου τη ζωή.
Παίρνεις το πρωινό σου με τον ίδιο σχεδόν τρόπο. Ύστερα πηγαίνεις στο γραφείο – το ίδιο γραφείο, οι ίδιοι άνθρωποι, η ίδια δουλειά. Έπειτα έρχεσαι στο σπίτι, στην ίδια γυναίκα.
Αν βαριέσαι, είναι φυσικό. Σου είναι πολύ δύσκολο να δεις κάτι καινούργιο εδώ. Όλα μοιάζουν παλιά, γεμάτα σκόνη.
Η ίδια σύζυγος κάθε μέρα…
Και αν σου πουν να κλείσεις τα μάτια σου και να θυμηθείς το πρόσωπο της γυναίκας σου, θα βρεις ότι είναι αδύνατον να το θυμηθείς. Θα έρθουν στο νου σου τα πρόσωπα πολλών άλλων γυναικών, ολόκληρης της γειτονιάς σου, της γυναίκας σου, όμως, όχι!
Η όλη σχέση έχει γίνει μια επανάληψη. Αγκαλιάζεις τη γυναίκα σου, τη φιλάς, μα αυτές είναι κενές χειρονομίες. Η λάμψη και η μεγαλοπρέπεια έχουν εξαφανιστεί εδώ και καιρό.
Ο γάμος έχει τελειώσει από τότε που τελείωσε το ταξίδι του μέλιτος. Από τότε απλώς προσποιείσαι. Πίσω από αυτήν την προσποίηση όμως, συσσωρεύεται βαθιά πλήξη.
Παρατήρησε τους ανθρώπους στο δρόμο και θα δεις πόσο πολύ βαριούνται. Όλοι βαριούνται, βαριούνται μέχρι θανάτου.
Κοίταξε τα πρόσωπά τους. Δεν υπάρχει καμία αύρα απόλαυσης.
Κοίταξε τα μάτια τους. Είναι καλυμμένα από σκόνη, χωρίς καμία ακτίνα εσωτερικής ευτυχίας. Πηγαίνουν από το σπίτι στο γραφείο κι από το γραφείο στο σπίτι και σιγά – σιγά ολόκληρη η ζωή τους γίνεται μια συνεχής επανάληψη, μια μηχανική ρουτίνα.
Και μια μέρα πεθαίνουν. Οι περισσότεροι άνθρωποι πεθαίνουν χωρίς να έχουν ζήσει.
Λέγεται ότι ο Μπέρτραντ Ράσελ είπε: “Απ’ ότι θυμάμαι, δεν μπορώ να βρω παρά ελάχιστες στιγμές στη ζωή μου, που να ήμουν στ’ αλήθεια ζωντανός, σε έξαψη.”
Μπορείς να θυμηθείς εσύ, πόσες στιγμές στη ζωή σου ήσουν αληθινά ζωντανός, σε έξαψη; Σπάνια συμβαίνει. Ονειρεύεσαι εκείνες τις στιγμές, φαντάζεσαι εκείνες τις στιγμές, ελπίζεις για εκείνες τις στιγμές, μα δεν συμβαίνουν ποτέ.
Ακόμη κι αν συμβούν, αργά ή γρήγορα θα γίνουν επανάληψη. Όταν ερωτεύεσαι, νιώθεις ότι σου συμβαίνει ένα θαύμα. Σιγά – σιγά όμως, το θαύμα εξαφανίζεται και όλα γίνονται ρουτίνα.
Πλήξη είναι η επίγνωση της επανάληψης.
Επειδή τα ζώα δεν θυμούνται το παρελθόν, δεν μπορούν να νιώσουν πλήξη. Επειδή δεν μπορούν να θυμηθούν το παρελθόν, δεν έχουν αίσθηση της επανάληψης, οπότε δεν μπορούν να νιώσουν πλήξη.
Το βόδι τρώει το ίδιο χορτάρι κάθε μέρα, με την ίδια απόλαυση. Εσύ δεν μπορείς. Πώς μπορείς να τρως το ίδιο χορτάρι και να νιώθεις την ίδια απόλαυση; Θα μπουχτίσεις.
Γι’ αυτό οι άνθρωποι προσπαθούν να αλλάξουν. Μετακομίζουν σε καινούριο σπίτι, αγοράζουν καινούριο αυτοκίνητο, χωρίζουν τον παλιό σύζυγο, βρίσκουν καινούριο εραστή, αργά ή γρήγορα όμως θα νιώσουν την επανάληψη και θα αρχίσουν να βαριούνται.
Το να αλλάζεις σπίτια, πόλεις, ανθρώπους, συντρόφους, δεν πρόκειται να σε οδηγήσει πουθενά. Και όποτε μια κοινωνία νιώθει μεγάλη πλήξη, οι άνθρωποι αρχίζουν να μετακινούνται από την μια πόλη στην άλλη, από την μια δουλειά στην άλλη, από τη μια σύζυγο στην άλλη, αλλά αργά ή γρήγορα αντιλαμβάνονται την ανοησία του πράγματος, γιατί το ίδιο πράγμα πρόκειται να συμβεί ξανά και ξανά με κάθε γυναίκα, με κάθε άντρα, με κάθε σπίτι, με κάθε αυτοκίνητο.
Τι να κάνεις λοιπόν;
Να γίνεις περισσότερο συνειδητός. Το ζήτημα δεν είναι να αλλάξεις τις στάσεις, αλλά να μεταλλάξεις την ύπαρξή σου, να γίνεις περισσότερος συνειδητός.

Με επιλέγω

Κανείς δεν είναι σε θέση να αισθανθεί και να καταλάβει τα «ταξίδια» της ψυχής, την ανάγκη της καρδιάς του καθενός μας ν’ αγαπήσει και ν’ αγαπηθεί.

Απόρροια της ανάγκης αυτής είναι πολλές φορές οι τρέλες, οι επιπολαιότητες, οι λάθος επιλογές.

Η δίψα για ζωή, μας κάνει αδύναμους να σκεφτούμε λογικά, ανίσχυρους σε έντονα πάθη που υπνωτίζουν το νου και βάζουν οδηγό την καρδιά, «όνομα» θηλυκό με τσαχπινιά και χάρη.

Επιλέγουμε τότε με μάτια κλειστά έχοντας ανεπτυγμένες τις υπόλοιπες μόνο αισθήσεις. Και τότε έρχονται συχνά τα λάθη, αυτά που οι άλλοι γύρω μας αποκαλούν σφάλματα, επιλογές χαμένες.

Κι αρχίζουν οι νουθεσίες, οι μακροσκελείς μονόλογοι με κανόνες, επιχειρήματα, ιδέες ηθικές.

Πνιγόμαστε, ασφυκτιούμε να βλέπουμε γύρω μας να βγαίνουν απ’ το πουθενά εμπόδια και «φράχτες».

Πόσο δυνατοί είμαστε τότε να στηρίξουμε τις επιλογές μας, να κλείσουμε τ’ αυτιά μας στην κριτική και την υπόδειξη; Θα μπορούσαμε άραγε να γκρεμίσουμε τα τείχη των «πρέπει» που ορθώνονται συνεχώς μπροστά μας, κλείνοντας δρόμους, εμποδίζοντας όνειρα;

Θα έπρεπε όμως, γιατί κανείς δεν μπορεί να πορευτεί τη ζωή μας, να μπει στη θέση μας.

Ο καθένας μόνος του φτιάχνει τον Παράδεισο και την Κόλασή του, μόνος αυτός «υψώνεται» ή «θάβεται».
 

Αστραπές με ίχνη αντιύλης

Σύμφωνα με ερευνητές της NASA, οι κεραυνοί δεν είναι αποκλειστικά γήινο φαινόμενο, καθώς παρατηρούνται στην ατμόσφαιρα κι άλλων πλανητών, συγκεκριμένα του Δία, του Κρόνου και της Αφροδίτης. Πρόσφατη έρευνα, επίσης, από επιστήμονες του Πανεπιστημίου του Κιότο, υποστηρίζει ότι οι αστραπές αλληλεπιδρούν με τα μόρια του αέρα και παράγουν αντιύλη στην ατμόσφαιρα.
 
Ερευνητές του Πανεπιστημίου Κιότο αποκάλυψαν το μυστήριο της εκπομπής των ακτίνων-γ από κεραυνούς

Μία μέση αστραπή μεταφέρει ενέργεια πάνω από μισό δισεκατομμύριο joule, όση περίπου παράγει ένας σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε ένα δευτερόλεπτο. Η θερμοκρασία στην περιοχή όπου δημιουργείται η αστραπή αγγίζει θερμοκρασίες υψηλότερες κι από αυτές που επικρατούν στην επιφάνεια του ήλιου. Τα μόρια του αέρα διαστέλλονται, λόγω αυτής της ξαφνικής αύξησης της θερμοκρασίας, και η βροντή ξεκινάει το ηχητικό ταξίδι της. Η λάμψη που βλέπουμε στον ουρανό οφείλεται στην εκπομπή φωτονίων από τα άτομα του αέρα, τα οποία «επιστρέφουν» μ’ αυτόν τον τρόπο την επιπλέον ενέργεια που απορρόφησαν. Ωστόσο, αυτή η λάμψη είναι μικρό μόνο ποσοστό της ακτινοβολίας που εκπέμπεται, η οποία εκτείνεται από ραδιοκύματα μέχρι ακτίνες Χ και ακτίνες-γ, συχνότητες που δεν είναι ορατές από το ανθρώπινο μάτι.
 
Ακτίνες-γ
Οι επιστήμονες έχουν από καιρό ανιχνεύσει την ύπαρξη ακτίνων-γ στην ατμόσφαιρα, οι οποίες είναι αρκετά ισχυρές ώστε να προκαλέσουν πυρηνικές αντιδράσεις. Παρ’ όλα αυτά, δεν ήταν σε θέση να περιγράψουν επακριβώς την αλληλεπίδρασή τους με τα μόρια των στοιχείων της ατμόσφαιρας. «Γνωρίζαμε ήδη ότι οι αστραπές εκπέμπουν ακτίνες-γ και υποθέταμε ότι με κάποιον τρόπο αντιδρούν με τους πυρήνες των στοιχείων της ατμόσφαιρας. Καθώς οι παράκτιες περιοχές της Ιαπωνίας είναι ιδανικές για την παρατήρηση ισχυρών καταιγίδων και κεραυνών, το 2015 αποφασίσαμε να εγκαταστήσουμε μια σειρά από ανιχνευτές ακτινοβολίας-γ σε διάφορα σημεία, κοντά στην ακτή», δήλωσε ο δρ Teruaki Enoto, επικεφαλής της έρευνας.
 
Από την ανάλυση των δεδομένων μιας καταιγίδας που «χτύπησε» την περιοχή τον περασμένο Φεβρουάριο, η ομάδα του δρος Ενότο ανίχνευσε τρεις ξεχωριστές «εκρήξεις» ακτινοβολίας-γ, ύστερα από την εμφάνιση ενός κεραυνού. Η πρώτη προερχόταν άμεσα από την αστραπή, ενώ η δεύτερη ήταν αποτέλεσμα της αντίδρασης της αστραπής με το άζωτο που υπάρχει στην ατμόσφαιρα. Ουσιαστικά, οι ακτίνες-γ προκάλεσαν απώλεια νετρονίων από τα μόρια του αζώτου και η επαναπορρόφηση αυτών των νετρονίων από άλλα ατμοσφαιρικά σωματίδια ήταν αυτή που προκάλεσε τη δεύτερη εκπομπή ακτίνων-γ. Το τρίτο επεισόδιο εκπομπής ακτινοβολίας-γ προκλήθηκε από τη διάσπαση των ασταθών πλέον ατόμων του αζώτου και την απελευθέρωση ποζιτρονίων. Τα ποζιτρόνια, που είναι το αντισωματίδιο του ηλεκτρονίου, αλληλοεξουδετερώθηκαν με τα ηλεκτρόνια, με αποτέλεσμα την απελευθέρωση ακτινοβολίας-γ.
 
Κατά τον Teruaki Enoto, η έρευνά τους απέδειξε για πρώτη φορά ότι η αντιύλη είναι κάτι που μπορεί να υπάρξει στη φύση, λόγω κοινών μηχανισμών. «Είχαμε την εντύπωση ότι η αντιύλη είναι κάτι που υπάρχει μόνο στην επιστημονική φαντασία», δήλωσε. «Ποιος να το φανταζόταν ότι βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας, μια βροχερή ημέρα;».
 
Όταν τα αεροπλάνα συναντούν κεραυνούς…
Τα σύγχρονα αεροσκάφη είναι ειδικά κατασκευασμένα, ώστε να μην επηρεάζονται σε περίπτωση που χτυπηθούν από κεραυνό. Γενικά, οι πιλότοι φροντίζουν να αποφεύγουν τις καταιγίδες, όμως ορισμένες φορές η συνάντηση αεροπλάνου και κεραυνού είναι αναπόφευκτη. Συνήθως, ο κεραυνός χτυπά κάποιο από τα άκρα του αεροπλάνου, όπως τα πτερύγια ή τη μύτη. Το ρεύμα ταξιδεύει μέσω του μεταλλικού κελύφους του αεροπλάνου και εξέρχεται από κάποιο άλλο σημείο – για παράδειγμα, την ουρά. Το κέλυφος περιβάλλεται από λεπτό στρώμα μετάλλου, το οποίο, στην περίπτωση «συνάντησης» με κεραυνό, λειτουργεί ως αγωγός, που «οδηγεί» το ρεύμα εκτός του αεροσκάφους. Οι επιβάτες και το πλήρωμα ενδεχομένως να αντιληφθούν κάποια λάμψη, όμως δεν διατρέχουν κίνδυνο, καθώς η καμπίνα των επιβατών προστατεύεται από το ηλεκτρικό ρεύμα. Επιπλέον, οι δεξαμενές καυσίμων, το μεταλλικό περίβλημα του αεροσκάφους και οι αεραγωγοί είναι όλα κατάλληλα σχεδιασμένα και μονωμένα, ώστε να αντέχουν το οποιονδήποτε χτύπημα από κεραυνό.

Ποιος είναι ο πλανητικός Άνθρωπος;

Το τέλος της ιστορίας και το τέλος του ανθρώπου — σαν προορισμός και εξάντληση — που με τόση ένταση διακήρυξαν ο Χέγκελ, ο Ρεμπώ κι ο Νίτσε, ζουν σήμερα τις επιγονικές τους υποτροπές: επιστημολογικές και πανεπιστημιακές, επιφυλλιδογραφικές και δημοσιογραφικές.

Αυτός ο άνθρωπος, ο προορισμένος να κυβερνήσει τον πλανήτη γη, είναι ο «πλανητικός άνθρωπος», ο καθολικός και περιπλανώμενος πάνω σ’ έναν αστέρα ενοποιημένο και πλάνητα. Η πορεία προς το τέλος του ανθρώπου, του εκμηδενιστή, εκμηδενιζόμενου κι εκμηδενισμένου μέσα και από τα θετικά του έργα που συνεπάγονται την αρνητικότητα, του ανθρώπου που δεν έχει άστρο-οδηγό σαν ξεκινά για την κατάχτηση των άστρων, πρόκειται να διαρκέσει πολύ, να γνωρίσει σωρό θανάτους κι επιμέρους αναγεννήσεις, να περάσει μέσα από πολλούς αγώνες στο θέατρο της ποικιλίας του κόσμου.
 
Ο άνθρωπος εξακολουθεί να βρίσκεται σφιγμένος στη μέγγενη της ανθρωπολογίας και του ανθρωπισμού. Ακόμα κι αυτοί που κάτι διακρίνουν από την πλανητική μοίρα – δηλαδή από το μέρος – που μας φανερώθηκε, παραμένουν σαν άνθρωποι γατζωμένοι στον άνθρωπο, λες και δεν μπορεί ακόμα να γίνει διαφορετικά. Είναι ανθρώπινο: αντιλαμβάνονται αυτό που φοβούνται.
 
Το κάλεσμα της πλανητικής σκέψης παραμένει για την ώρα ανήκουστο μέσα σ’ έναν αιώνα που έχει άλλα ολοκληρωτικά ή επιμέρους θέματα να ασχοληθεί. Ο άνθρωπος, στο μεταξύ, — με ολη του την απέραντη ικανότητα να βαυκαλίζεται, να απωθεί και να μην αναγνωρίζει — διαβλέπει όσο πάει τον περιπλανώμενο κι αποσπασματικό χαρακτήρα του· είναι ένα απόσπασμα της αποσπασματικής και διασπασμένης κοσμικής ολότητας, με τη γνώση και τη δράση του – που τις περισσότερες φορές βασίζονται σε αντιφάσεις και παραποιήσεις, αιχμάλωτες του παιχνιδιού των τμημάτων του τεμαχισμένου χρόνου.
 
Κάθε θεωρία και κάθε πρακτική παραμένει, κατά συνέπεια, υπό γωνία· προσβλέπει στην ολότητα αλλα μένει καρφωμένη στη γωνία που της προορίστηκε. Πιεσμένος να τελειώνει πια με το πρόβλημα της ελευθερίας (του), εκλεγμένος παρά εκλέγων – αν και με μεγάλη δυσκολία το παραδέχεται —, ο πλανητικός άνθρωπος (είτε το θέλει, είτε όχι) δοκιμάζει την αλήθεια σαν το θριαμβικό πρόσωπο της περιπλάνησης, που αντιστοιχεί στην περιπλάνηση, χωρίς όμως ν’ αναγνωρίζει αυτό που συμβαίνει. Δεν ξέρει λοιπόν τι να σκεφτεί και τι να χάνει με τη γοητεία, τη γοητεία που εξασκεί ο άνθρωπος στον άνθρωπο.

Ο πλανητικός άνθρωπος, έχοντας εξαντλήσει τόσο το ego όσο και το cogito, το υποκείμενο και τη σκέψη – αποτελειώνοντας το μοντερνισμό και γενικεύοντάς τον κι ενώ πρέπει ταυτόχρονα ν’ ανοιχτεί στη σχεδόν καινούργια πλανητική εποχή – βρίσκεται ριγμένος στον τεθλασμένο αγώνα δρόμου που τον οδηγεί προς το συλλογικό και την πράξη. Η συλλογικότητα όμως δεν είναι παρά μία γενίκευση της υποκειμενικότητας και δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα που άφησε εκκρεμή η τελευταία. Κι ακόμα περισσότερο, η πράξη – φαίνεται — δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς σκέψη – χωρίς σκέψη κι όχι χωρίς φιλοσοφία, η διαλογισμό, η θεωρητική δραστηριότητα και τεχνοεπιστημονική πρακτική – και η σκέψη παραμένει το ένα μισό όσο είναι διαζευγμένη από τη δράση.
Έτσι στην καρδιά της προβληματικης ενότητας – της πλανητικής ενότητας -προβάλλει η διαφορά και μαζί της τα προβλήματα της πολλαπλότητας, της πολυμορφίας, της διαφορετικότητας και της ποικιλίας. Στον κόσμο σαν ολότητα πολυδιάστατη κι αποσπασματική, ανοιχτή στο παιχνίδι του χρόνου, αντιστοιχεί, χωρίς ν’ αντιστοιχεί απόλυτα, η πολύκεντρη κι αποσπασματική ολότητα που είναι ο άνθρωπος, προσηλωμένος — μέσα απο τη ρωγμή και το άνοιγμα, την πληγή και το κλείσιμο – στη ζωή και κυριως στην επιβίωση της ανθρωπότητας, μέσα στο χρόνο κι όχι στην αιωνιότητα, όπως αποχαλούμε ακόμα ελαστικά την πανχρονικότητα.
 
Αυτή η χρονική και πρόσκαιρη επιβίωση δεν ξεπερνά την ανθρώπινη περατότητα και την περατότητα, για τον άνθρωπο, της σφαίρας των σφαιρών που είναι κι η ίδια σπασμένη. Άνθρωπος πλανητικός και κόσμος πλανητικός αποτελούν κάτι σαν πρελούδιο ήδη παιγμένο κι αποδιαρθρωμένο. Αυτός ο παίχτης-παίγνιο που είναι ο άνθρωπος — κι ο κόσμος ο ίδιος δεν είναι παιχνίδι ενός παίκτη —, πάντα ανάμεσα σε δύο πράξεις, χάνει μια ύστατη απόπειρα να παρουσιάσει στον εαυτό του ένα μυστικιστικό ή εκλαϊκευμένο θεό που θα ήταν κύριος του παιχνιδιού και θα ξέφευγε από την περατότητα-αυτή όμως η έκκληση για βοήθεια δεν προσφέρει καταφύγιο όσο κι αν παρακινεί και παρακινείται εξ ίσου από το θεϊσμό και το υποκατάστατο του, τον αθεϊσμό.
 
Ούτε ο θεός βασιλιάς του κόσμου και του ανθρώπου, ούτε ο άνθρωπος, μικρός η μεγάλος θεός, μπορούν ν’ αποφύγουν το αναπόφευκτο: το παιχνίδι της περατότητας που περιέχει όλα τα παιχνίδια και την απεριόριστη αν και περατωμένη συνδυαστική τους. Η συμπληρωματικότητα των αντιθέτων χαι των αντιφατικών, η αυτών που θεωρούνται σαν τέτοια, πρέπει πάντα, ξανά και ξανά, ν’ αποκαλυφθεί ερωτηματικά και παραγωγικά χωρίς να είναι δυνατόν να αποφευχθεί το σχίσιμο, το σχίσιμο της τροχιάς του πλανητη που διασχίζει τον ενωτικό ορίζοντα.
 
Υποκείμενα κι αντικείμενα, μαζί στην πορεία προς το ξεπέρασμά τους -που δεν αποφεύγει ούτε τις στερεοποιήσεις, ούτε τις ρευστοποιήσεις — στερούνται γης και ουρανού γιατί κάθε γη κι ουρανός γίνονται αυτό που πράγματι είναι: περιπλανώμενα, πλανητικά. Τίποτα δεν είναι τοσο θεμελιακό αφού χαι το ον το ίδιο δεν είναι παρά η άλλη όψη του μηδενός, δεν έχει θεμέλιο και το ίδιο το ον δεν είναι τέτοιο. Έτσι όλα παραμένουν παράδοξα και τα αντιθετικά παράδοξα είναι συνδεδεμένα με το ζυγό της ίδιας πλάστιγγας.
 
Το να δεχτεί κανείς τον κόσμο όπως είναι κι όπως μεταβάλλεται, μεταβάλλοντας τις θελήσεις και τα όνειρα των αναμορφωτών, δεν είναι τόσο απλό. Να τον αρνηθεί πάλι, μπορεί να οδηγήσει στη θέσπιση ενός από τα πολλά φολκλόρ που συναπαρτίζουν τον κόσμο που οδηγείται σε μία ενότητα, που δεν ενσωματώνει απαραίτητα ολα οσα είναι και γίνονται. Το ημιτελές αποτυπώνει το σημάδι του πάνω στην καθε στιγμή και τον κάθε χώρο του χωροχρονικού γίγνεσθαι, όλα τα παιχνίδια – πετυχημένα ή και αποτυχημένα – παραμένουν ημιτελή μέσα και δια μέσου των επιτυχιών και των αποτυχιών της συγχρονικότητας ή της επαλληλίας τους.

Αν οι ερωτήσεις και οι απαντήσεις οι μυθολογικές και θεωρητικές κι ύστερα οι μεταφυσικές και ιδεολογικές έχουν υποχωρήσει – αν και διατηρούνται μέσα από τις μεταλλαγές και τις μεταμφιέσεις τους -, οι ερωτήσεις κι απαντήσεις που αποκαλούνται θετικές και είναι τεχνοεπιστημονικές δεν είναι περισσότερο ανθεκτικές· η πλανητική εποχή πρεπει να το δοκιμασει με το σταθερό ταρακούνημα όλων των θεωριών και των πρακτικών που επικρατούν.
 
Αφού όλα τα ολοκληρωτικά απόλυτα αποδεικνύονται αποσπασματικά, τετμημένα και υπό γωνία, η ανθρώπινη οξύτητα, θέλοντας να πιαστεί απ’ όλα, απ’ ό,τι είναι κι απ’ ό,τι δεν είναι, θα πρέπει ίσως, μέσα στον αγώνα της για επιβίωση, να ζήσει αντίστροφα το προμηθέΐκό σχέδιο επανασυνδέοντας θνητούς κι αθάνατους που ανταλλάσσουν τα πρόσωπα και τις μάσκες τους στον αγώνα δρόμου του χρονου που εμπαίζει τους ανώνυμους ή επώνυμους, εξατομικευμένους η συλλογικούς πρωταγωνιστές του.
 
Η λογική και το συναίσθημα των ανθρώπων πλανώνται πλανητικά. Ο άνθρωπος, τελευταία και πρόσκαιρη εικόνα του απολύτου, θα πρέπει να ζήσει μέσα στην εφήμερη επιστροφή του ίδιου με τη μορφή του διαφορετικού, αυτό που ένας κατακτητικός και συντριμμένος ορθολογισμός και μια κακοπαθημένη κι ονειροπόλα αισθαντικοτητα του επιβάλλουν — μέσα στο συνταιριασμένο κι ασύμφωνο παιχνίδι τους — σαν επανάληψη του παιχνιδιού και παιχνίδι της επανάληψης.
 
Το υποκείμενο, ο άνθρωπος, αναγκασμένος να υπερβεί το ρόλο του — που έτσι κι αλλιώς δεν είναι ικανοποιητικός -, γυρεύει να παρεμβληθεί στο είδος, σ ολόκληρο τ’ ανθρώπινο γένος. Αλλά κι εδώ, όπως κι αλλού, μερικό και γενικό αναποδογυρίζουν τα σημάδια τους και από «αλήθειες» υπο γωνία δεν απορρέει καμιά γενική αλήθεια που κι αυτή να μην είναι υπό γωνία κι αποσπασματική. Το εμπειρικό κι ό,τι δεν είναι τέτοιο παραμένουν δέσμια της ταλάντωσης που τα συνδέει: δύο διασπασμένα μισά μιας διασπασμένης ολότητας.
 
Κατα συνέπεια, ακόμα κι η αποκάλυψη και η αναπαραγωγή της ολότητας – μέσα από τις διάφορες ειδικές, διαμεσολαβητικές οπτικές – παραμένουν μεροληπτικές και μερικές και κάθε θέση γεννά μια αντίθεση στους κόλπους της πιό απέραντης σύνθεσης που είναι όχι μόνον η ενότητα των αντιθέτων, αλλά ο κόσμος ο γεμάτος αντιθέσεις που συζεύγνυνται και διαζεύγνυνται. Καμιά πλανητική χορωδία δεν μπορεί να κάνει το τραγούδι του κόσμου να ακουστεί χωρίς αρμονία και δυσαρμονία, συμφωνίες και παραφωνίες – πολυφωνικές κι ατονικές.
 
Ο άνθρωπος, αγωνιζόμενος να ξεπεράσει την ατομικότητα και την υποκειμενικότητά του μέσα στη συλλογικότητα και το γένος, δεν ξεφεύγει παρ όλα αυτά τον (ακρωτηριασμό και την περατότητά του· ο αγώνας δρόμου κάθε ανθρώπου, ο αγώνας του ανθρώπου, των ανθρώπων – η σκυταλοδρομία – οδηγούν στο ίδιο τέλος. Ώρες χαράς κι ώρες λύπης, στιγμές έντασης και στιγμές χαλάρωσης, ευτυχία και δυστυχία συνδυάζονται, εναλλάσσονται, αναμειγνύονται στη διάρχεια αυτής της επιχείρησης, ανήμπορες να περιγράφουν το απερίγραπτο.
 
Καμία γλώσσα και καμία σημαντική δεν είναι ικανές να πετυχουν την ανάληψη του πλανητικού ανθρώπου και οι διάφορες κρίσεις – οντολογικες, λογικές, ηθικές, νομικές, ιστορικές και πολιτικές – γίνονται μπροστά σ’ ένα δικαστήριο που, οσο κι αν έχει βαρύτητα, λάμπει με την απουσία του. Ο πλανητικός άνθρωπος, αν και δεν ξέρει και δεν μπορεί ακόμα να πει ποιος είναι, τι είναι και τι είναι αυτό που δεν είναι — τείνοντας μάλιστα προς την καταργηση αυτών των ενοχλητικών ερωτήσεων —, αρχίζει να καταλαβαίνει την απεραντοσύνη του κοσμικού και γενικού του ρόλου, την απεραντοσύνη των καθηκοντων του και θα πρέπει να γνωρίσει την απεραντοσύνη της ανίας και της περατοτητάς του.
 
Για να συνεχίσει το δρόμο του έχει ανάγκη ν’ ακούει τραγούδια εύθυμα κι αισιόδοξα τραγουδισμένα από παιδικές χορωδίες — χωρίς να λείπουν κι οι απαισιόδοξες, θλιμμένες φωνές — κι αυτοί που σκύβουν πάνω στην ερώτηση για, και από, τον πλανητικό άνθρωπο μένουν συχνά περιορισμένοι στη στενή συνδυαστική των παραδοσιακων κατηγοριών και των αρχαίων σκοπών.

Ποιός είναι λοιπόν ο «πλανητικός άνθρωπος» που έχει ήδη κατά κάποιο τρόπο προηγηθεί της «πλανητικής σκέψης» έχοντας όμως προβλεφθεί απ’ αυτήν;
Πώς ν’ απαντηθεί αυτή η ερώτηση αφού το κάλεσμα από, και προς, την πλανητική σκέψη παραμένει ανήκουστο; Αυτό το κάλεσμα παραμένει ασύλληπτο, τα σημάδια που ήδη έχουν σταλεί προς την κατεύθυνσή του δεν έχουν καταγραφεί από την επικαιρότητα, ή μεταφράζονται αμέσως στη λεπτολόγο και τετριμμένη τρέχουσα γλώσσα· με τον ίδιο τρόπο συνεχίζουμε να μιλάμε για τη γλώσσα και τη σημαντική – ποιανού και για ποιό; — και για την ανέκαθεν σύγχρονη προβληματική του κοινωνικοποιημένου ανθρώπου, μεταθέτοντας το κέντρο του ενδιαφέροντος προς τον τρίτο κόσμο, σαν να μπορούσε αυτός να γεννήσει κάτι νέο, όταν το μόνο που χάνει είναι να προσπαθεί να προφτάσει τον καπιταλοσοσιαλιστικό μοντερνισμό.
 
Σχολαστικός ή μπαρόκ και ανανεωμένος μαρξισμός, λαχανιασμένος υπαρξισμός, ταξινομικός χαι ιμπεριαλιστικός στρουκτουραλισμός και διάφοροι νεοεπιστημονισμοί καταλαμβάνουν το μπροστινό μέρος της σκηνής, που είναι ορατό από τους ειδικούς και τον κόσμο και ανάγουν όλα τα καινούργια ερωτήματα στο δικο τους ήδη πεπαλαιωμένο σύμπαν.
 
Τεχνικές έρευνας, οσμοθεωρήσεις και κυρίαρχες ιδεολογίες παράγουν αποτελέσματα που φαίνονται σημαντικά στα προηγμένα βιομηχανικά κράτη και τραβούν την προσοχή των υπανάπτυκτων κρατών προς τα οποία εξάγονται. Στο μεταξύ αποκλειουν ο,τι τις υπερβαίνει και το καταδικάζουν, ή το αποσιωπούν με το πρόσχημα πως είναι υπερβολικό. Ο,τι δεν τους ταιριάζει έχει ωθηθεί στο εσωτερικό των συμβάσεών τους σαν ανάρμοστο. Ετσι το απαιτούν, όχι οι δικές τους προσταγές, αλλά αυτές της εποχής που απωθεί και απορρίπτει ό,τι δεν της είναι αποδεκτό.
 
Η τροχιά, του πλανητικού ανθρώπου, που υπακούει και δεν υπακούει στην πλανητική σκέψη του παιχνιδιού του κόσμου, θα είναι αργή και εξαντλητική· έχει πολλά πράγματα να εξαντλήσει μέχρι να εξαντληθεί κι η ίδια. Ο,τι εχει συλλάβει η σκέψη δεν καθίσταται ενεργό παρά πολύ αργα, με τη βοήθεια πολλών ματωμένων παιχνιδιών, χρήσιμων η και ανώφελών.
 
Ο πλανητικός άνθρωπος «γενικός» και κοσμικός είναι «κάτι» που δε γνωρίζει πιά τι είναι ο άνθρωπος ούτε ακόμα σε τι ο ίδιος είναι πλανητικός. Πέρα απ’ αυτό η γνώση και η δράση του τον ρίχνουν -αυτόν, όργανο της πλανητικής τεχνικής – στη θεωρητική κατάκτηση και την πρακτική μεταβολή του εαυτού του και των υπολοίπων. Πιστεύουμε συχνά, όχι βέβαια αναίτια, αλλά συνάμα και με μιά αναντίρρητη αφέλεια, πως, μετά το στάδιο άνθρωπος, στη διάδοχη των όντων θα (ακολουθήσει η εποχή των μηχανών.
 
Ονειρευόμαστε υπολογιστές που θα φέρνουν σε πέρας μια δουλειά «αντικειμενική», γενική, συλλογική, παγκόσμια, πλανητική, λαμβάνοντας υπ’ όψιν αμέτρητα «υποκειμενικά», προσωπικά, ατομικά, ειδικά (κι όχι λιγότερο πλανημένα) δεδομένα. Οι μηχανές και οι υπερμηχανές – παιχνίδια της πλανητικης τεχνικής – θα φτάσουν άραγε να θέσουν, να λύσουν, η να εξαλείψουν την ερώτηση: Ποιός είναι ο πλανητικός άνθρωπος του οποίου αυτές είναι τα παιχνίδια κι αυτός είναι παιχνίδι τους;

Η απλή και η σύνθετη καθολικοποίηση όλων όσων συνέβη-σαν μέσα στο χρόνο πάνω και γύρω από τον πλανήτη γη, το μέτρημα κι ο υπολογισμός της τροχιάς αυτού του πλανήτη, του «κατοικημένου» αν όχι στοιχειωμένου από τα ανθρώπινα όντα, θα μπορέσουν να κλείσουν, ή να εκκαθαρίσουν το πρόβλημα που τίθεται από, και προς, τον άνθρωπο — μέσα απ’ αυτόν, μια που ό,τι υπάρχει, φαίνεται και είναι ταυτόχρονα και για τον άνθρωπο, ο οποίος όμως είναι μία στέρηση του «είναι»;
 
Με τα παλιά απόλυτα – λόγος ή φύση, θεός ή άνθρωπος ή κοινωνία (και σύντομα το τεχνολογικό κατασκεύασμα) — καταβαραθρωμένα, θα υπάρξει χώρος για κάποιο άλλο, καινούριο απόλυτο; «Νέα» απόλυτα τείνουν ν αντικαταστήσουν τα παλιά, τα εξαργυρώνουν — σε μια εποχή που ταυτόχρονα σχετικοποιεί τα απόλυτα και παραμένει εξαρτημένη απ’ αυτά -, κατακλύζουν την παγκόσμια αγορά.
 
Κυκλοφορούν σαν νομίσματα συνηθισμένα και φθαρμένα, συγκεφαλαιωτικά κι όμως αποσπασμένα από το ολο κι από τα υπόλοιπα· προσφέρονται στην παραγωγή και την κατανάλωση του ανθρώπου που όντας πολυκεντρικός και πολύπλευρος — που ζει τη ζωή του σε πολλαπλά επίπεδα — έγινε, κύρια, άνθρωπος μονοδιάστατος χάρις στην τεχνική που ανάγει τις κατακτήσεις και την ικανοποίησή του στα όρια του κύκλου: παραγωγή-κατανάλωση.
 
Κάθε απόλυτο μένει αποκλεισμένο τοσο για τον άνθρωπο — μέσα στον κόσμο των σχέσεων και των συμπληραματικοτήτων – όσο και για τον κόσμο – όπως εκδηλώνεται και κρύβεται απο τον άνθρωπο — και δεν μπορεί να υπάρξει ούτε για τον εαυτό του. Μήπως το απόλυτο θα μπορούσε να είναι το παιχνίδι του κοσμου αυτό καθ εαυτό; Απόλυτο από τι; Το παιχνίδι του κόσμου είναι διαφορετικό από τα παιχνίδια μέσα στον κόσμο αλλά, αν και μοναδικό -αν αληθεύει ότι πραγματικά είναι —, δεν είναι γι’ αυτό απόλυτο.
 
Ποιος είναι λοιπόν ο πλανητικός άνθρωπος, ούτε ηρωας ειδυλλιακός, ούτε ηρωικός, αλλά πολίτης κι αστός, κοινωνός κι εταίρος της «πλανητικής εποχής» η οποία, αποτελειώνοντας τον μοντερνισμό, αφήνει ανοικτό το ερώτημα: παράγει άραγε αυτή κάτι νεο και τι φύσης είναι αυτό που δημιουργεί; Είναι ο άνθρωπος του πάντοτε και του πουθενά, του ποτέ και του πάντοτε; Στην περιπλάνηση του, ανοίγεται στο διάστημα και μένει κλεισμένος στο πρόβλημα του χρόνου; Και τι θα απογίνει; Είναι η γίνεται ο ικανός η ανίκανος να παίξει με την αυτοκριτική του, να κάνει χώρο στα αντίθετα επιχειρήματα;
 
Τα επιχειρήματα, παρ’ όλα αυτά, δε συνιστούν σκέψεις ούτε για τα άτομα, ούτε για τους λαούς. Ο πλανητικός άνθρωπος θα γεφυρώσει τα χάσματα, θα τα βαθύνει, η θα πέσει μέσα; Περνώντας απο το ατομικό στο ιστορικοκοσμικό — μέσα στην προβληματική προοπτική του τέλους του ανθρώπου και της ιστορίας — θα ξέρει, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, ποιος είναι, προς τα πού πάει, η θα υπερπηδήσει με λίγη τόλμη αυτά τα προβλήματα;
 
Θα είναι εκείνος μέσα από τον οποίο το ερώτημα της διάστασης ανάμεσα σέ άνθρωπο και κόσμο καταργείται μέσα στη γενικευμένη αδιαφορία, είτε αυτή έχει αναχθεί σ’ ενα «ανώτερο» επίπεδο, είτε όχι; Εκείνος για τον οποίο δεν πρόκειται πιά για ζωη αλλα γιά επιβίωση; Ο πλανητικός αυτός άνθρωπος, ο εξεταζόμενος παρά εξεταστής, θα είναι λοιπόν εκείνος που ανοίγει η εκείνος που κλείνει το ερώτημα του ερωτήματος του; Κι αυτό που ξεπερνά το κλείσιμο;

Ηράκλειτος: Η τραγικότητα της καθημερινής μας ύπαρξης

Ηράκλειτος ο Εφέσιος

§1 Κείμενο

«οὐ γὰρ φρονέουσι τοιαῦτα πολλοί, ὁκοίοις ἐγκυρεῦσιν, οὐδὲ μαθόντες γινώσκουσιν, ἑωυτοῖσι δὲ δοκέουσι» (απ. 17).

§2 Μετάφραση

Πράγματι, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν κατανοούν τέτοια πράγματα (που αποκαλύπτει ο λόγος), σαν αυτά που συναντούν τυχαία, ούτε τα γνωρίζουν, όταν τους τα διδάξουν άλλοι, πιστεύουν όμως ότι τα γνωρίζουν.

§3 Ερμηνεία ‒ κατανόηση

Η πυρηνική σκέψη του αποσπάσματος σχετίζεται με την κριτική του Ηράκλειτου, από τη σκοπιά του καθολικού Λόγου, στον τρόπο με τον οποίο οι πιο πολλοί άνθρωποι σκέφτονται και γνωρίζουν τα πράγματα:

α) οὐ … φρονέουσι … ἐγκυρεῦσιν:

1. Ο Ηράκλειτος φαίνεται πως με τις εν λόγω προτάσεις του παρακολουθεί από κοντά αντίστοιχες λεκτικές ρήσεις του Αρχίλοχου, για να αναιρέσει στοχαστικά το περιεχόμενό τους. Οι πολλοί, κοινοί θνητοί ως προς την σκέψη, για τους οποίους στο απ. 1 λέει πως δεν καταλαβαίνουν τι λέει ο Λόγος, παρουσιάζονται κι εδώ να μην μπορούν να κατανοήσουν την πραγματικότητα. Στο ίδιο απόσπασμα, όπως και στα απ. 34 και 72 τους διακρίνει από τον μυημένο στον καθολικό Λόγο, δηλαδή από τον φιλόσοφο, από τον φίλο της σοφίας (απ. 35). Ο τελευταίος, ακριβώς επειδή επιζητεί τη μύησή του στον καθολικό Λόγο, ψάχνει να βρει τον εαυτό του (απ.101): στοχάζεται βαθιά, μελετά προσεκτικά, με βάση τις επιταγές αυτού του λόγου, κάθε πράγμα που συναντά μπροστά του και επιχειρεί να το κατανοήσει στην ενδότερη αλήθεια του Είναι του, της φύσης του.

2. Απεναντίας, οι άλλοι (απ.1), οι μη φιλόσοφοι, δεν αντιμετωπίζουν με τη δέουσα προσοχή τα πράγματα που βρίσκουν μπροστά τους, με την ιδιάζουσα στη φύση των πραγμάτων σκέψη/εννόηση, αλλά τα προσπερνούν βιαστικά και έτσι τα εγκαταλείπουν ανερεύνητα, αποσυρόμενοι οι ίδιοι μέσα στον κύκλο-κύκλωμα της άσκεφτης υποκειμενικότητάς τους. Κατ’ αυτό τον τρόπο συσκοτίζουν την πραγματικότητα.

3. Μέσα στην καθολική, συμπαντική ροή, το πράγμα έχει θέση ως μέρος της φύσης, του Είναι ως τέτοιου. Το να αφηνόμαστε λοιπόν στη σκέψη του πράγματος σημαίνει να επιχειρούμε να κατανοούμε τη φύση του και σε άρρηκτη διασύνδεση με τούτη την κατανόηση να διανοιγόμαστε σ’ αυτό που είναι καθολικό, που υπάρχει συμπαντικά, και να απελευθερωνόμαστε από τη γεμάτη ψευδαισθήσεις υποκειμενικότητα.

4. Αυτή-εδώ μας αποκόπτει, μας απομονώνει από την καθολική φύση, από το Είναι, ενώ η σκέψη μας αποκαλύπτει ότι το πράγμα συνυφαίνεται με τα άλλα πράγματα και δεν είναι κάτι που αρέσκεται απλώς να προσκολλάται στον εαυτό του. Επομένως μας επιτρέπει να το λαμβάνουμε, στην καθεαυτότητά του, θεμελιωδώς υπόψη ως κριτήριο, ως μέτρο για την ελευθερία του υποκειμένου, για την αλήθεια της φύσης, του Είναι του τελευταίου και της καθολικής φύσης. Το Είναι λοιπόν είναι αναφορική σχέση και ο κόσμος συναφώς Άνοιγμα: είναι αυτό τούτο το Άνοιγμα, όπου όλα συνδέονται με όλα. Το έργο της σκέψης, ως εκ τούτου, έγκειται στο να μας οδηγεί σε τούτο το Άνοιγμα.

β) οὐδὲ μαθόντες γινώσκουσιν:

το γιγνώσκειν διαφέρει από το φρονεῖν, καθώς είναι αποτέλεσμα μιας διαδικασίας μάθησης: πληροφόρησης και σταθερής γνώσης, που καθιστά το πράγμα αντικείμενο. Οι άνθρωποι αυτής της πληροφοριακής, της καθιδρυμένης ορισμένως γνώσης ‒με σημερινούς όρους: οι εξειδικευμένοι επιστήμονες, αλλά και όσοι εικοτολογούν‒ ακολουθούν μια αντικειμενική, επιστημονική στάση, που είναι κι αυτή στάση συγκάλυψης του πράγματος, καθώς το θεωρούν από τη σκοπιά της δικής τους υποκειμενικότητας, των δικών τους αρχών και μόνο με βάση αυτές τις αρχές το κρίνουν άξιο να γίνεται αντικείμενο της γνώμης-γνώσης τους. έτσι το εγκλείουν στον κύκλο-κύκλωμα της υποκειμενικότητάς τους.

γ) ἑωυτοῖσι δὲ δοκέουσι:

Κάθε υποκειμενικότητα, αλλά και η υποκειμενικότητα καθόλου, τουτέστι οι άλλοι άνθρωποι, πλην των φίλων της σοφίας, των ακολουθούντων τον καθολικό λόγο, έχουν ως μέτρο της ερμηνευτικής τους πράξης τον εαυτό τους και επιχειρούν να προσεγγίσουν το πράγμα με βάση την κατ’ αίσθηση αντίληψή τους, την αισθητηριακή τους γνώμη. Στερούνται έτσι τη δυνατότητα να σκέπτονται τα πολλά μέσα από την ενδοσυνάφεια των τελευταίων με το Έν, με την εννοιολογική τους Εν-ότητα, κατά τον Χέγκελ, ακόμη κι αν κανείς επιχειρήσει να τους την διδάξει.

Βέβαια, εδώ δεν πρέπει να ερμηνεύεται ο Ηράκλειτος, σαν να θέλει να θυσιάσει την υποκειμενικότητα στο βωμό της αντικειμενικότητας ή μιας αλλότριας πραγμότητας, αλλά από τη σκοπιά της ερμηνευτικής διαλεκτικής του πνεύματος, της έννοιας, του συμπαντικά εννοιολογικού Ενός.

Κυριακή 11 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (126.1-130.1)

126. ΚΟΡΑΞ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ [126.1] κόραξ κρέας ἁρπάσας ἐπί τινος δένδρου ἐκάθισεν. ἀλώπηξ δὲ τοῦτον θεασαμένη καὶ βουλομένη τοῦ κρέως περιγενέσθαι στᾶσα ἐπῄνει αὐτὸν ὡς εὐμεγέθη τε καὶ καλόν, λέγουσα καὶ ὅτι πρέπει αὐτὸν μάλιστα ὀρνέων βασιλεύειν, καὶ τοῦτο πάντως ἂν γένοιτο, εἰ φωνὴν εἶχεν. ὁ δὲ παραστῆσαι αὐτῇ θέλων, ὅτι καὶ φωνὴν ἔχει, ἀποβαλὼν τὸ κρέας μεγάλα ἐκεκράγει. ἐκείνη δὲ προσδραμοῦσα καὶ τὸ κρέας ἁρπάσασα ἔφη· «ὦ κόραξ, καὶ φρένας εἰ εἶχες, οὐδὲν ἂν ἐδέησας εἰς τὸ πάντων βασιλεῦσαι».
πρὸς ἄνδρα ἀνόητον ὁ λόγος εὔκαιρος.

127. ΚΟΡΩΝΗ ΚΑΙ ΚΟΡΑΞ
[127.1] κορώνη φθονήσασα κόρακι ἐπὶ τῷ διὰ οἰωνῶν μαντεύεσθαι ἀνθρώποις καὶ τὸ μέλλον προφαίνειν καὶ διὰ τοῦτο ὑπ᾽ αὐτῶν μαρτυρεῖσθαι ἐβουλήθη τῶν αὐτῶν ἐφικέσθαι. καὶ δὴ θεασαμένη τινὰς ὁδοιπόρους παριόντας ἧκεν ἐπί τινος δένδρου καὶ στᾶσα μεγάλα ἐκεκράγει. τῶν δὲ πρὸς τὴν φωνὴν ἐπιστραφέντων καὶ καταπλαγέντων εἷς τις ὑποτυχὼν ἔφη· «ἀλλ᾽ ἀπίωμεν, ὦ φίλοι· κορώνη γάρ ἐστι, ἥτις κεκραγυῖα οἰωνὸν οὐκ ἔχει».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ τοῖς κρείττοσιν ἀνθαμιλλώμενοι πρὸς τῷ τῶν ἴσων μὴ ἐφικέσθαι καὶ γέλωτα ὀφλισκάνουσι.

128. ΚΟΛΟΙΟΣ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
[128.1] κολοιὸς λιμώττων ἐπί τινος συκῆς ἐκάθισεν. εὑρὼν δὲ τοὺς ὀλύνθους μηδέπω πεπείρους προσέμενεν, ἕως σῦκα γένωνται. ἀλώπηξ δὲ θεασαμένη αὐτὸν ἐγχρονίζοντα καὶ τὴν αἰτίαν παρ᾽ αὐτοῦ μαθοῦσα ἔφη· «ἀλλὰ πεπλάνησαι, ὦ οὗτος, ἐλπίδι προσέχων, ἥτις βουκολεῖν μὲν οἶδε, τρέφειν δὲ οὐδαμῶς».
[πρὸς ἄνδρα φιλόνεικον.]

129. ΚΟΡΩΝΗ ΚΑΙ ΚΥΩΝ
[129.1] κορώνη ‹Ἀθηνᾷ θύουσα› κύνα ἐφ᾽ ἑστίασιν ἐκάλεσεν. ὁ δὲ ἔφη πρὸς αὐτήν· «τί μάτην τὰς θυσίας ἀναλίσκεις; ἡ γὰρ δαίμων οὕτως σε μισεῖ, ὡς καὶ τῶν σῶν οἰωνῶν τὴν πίστιν περιελέσθαι»· καὶ ἡ κορώνη ἀπεκρίνατο· «ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο αὐτῇ θύω, διότι οἶδα αὐτὴν ἀπεχθῶς διακειμένην, ἵνα διαλλαγῇ μοι».
οὕτω πολλοὶ διὰ φόβον τοὺς πολεμίους εὐεργετεῖν οὐκ ὀκνοῦσι.

130. ΚΟΡΑΞ ΚΑΙ ΟΦΙΣ
[130.1] κόραξ τροφῆς ἀπορῶν ὡς ἐθεάσατο ὄφιν ἔν τινι εὐηλίῳ τόπῳ κοιμώμενον τοῦτον καταπτὰς ἥρπασε. τοῦ δὲ ἐπιστραφέντος καὶ δακόντος αὐτὸν ἀποθνῄσκειν μέλλων ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔγωγε δείλαιος, ὅστις τοιοῦτον ἕρμαιον εὗρον, ἐξ οὗ καὶ ἀπόλλυμαι».
οὗτος ὁ λόγος λεχθείη ἂν ἐπ᾽ ἄνδρα, ὃς διὰ θησαυροῦ εὕρεσιν καὶ περὶ σωτηρίας ἐκινδύνευσε.

***
126. Το κοράκι και η αλεπού.
[126.1] Ήταν κάποτε ένας κόρακας που άρπαξε ένα κομμάτι κρέας και κούρνιασε πάνω σε κάποιο δέντρο. Τον πρόσεξε, που λέτε, η αλεπού και ένιωσε λαχτάρα να βάλει στο χέρι το κρέας. Γι᾽ αυτό στήθηκε από κάτω από το δέντρο και βάλθηκε να εγκωμιάζει τον κόρακα: τί γεροδεμένος που είναι, και τί ωραίος, και πόσο θα του ταίριαζε να γίνει βασιλιάς των πουλιών, και φυσικά έτσι θα γινόταν εξάπαντος, αρκεί να είχε φωνή — όλο τέτοια του έλεγε. Ο κόρακας τότε, θέλοντας να της δείξει ότι διαθέτει και φωνή, άνοιξε το στόμα του και έκρωξε με όλη τη δύναμή του, αφήνοντας φυσικά το κρέας να πέσει. Αμέσως η αλεπού έτρεξε και άρπαξε τον μεζέ. Ύστερα φώναξε στο πουλί: «Κυρ-κόρακά μου, αν είχες και λίγο μυαλό, δεν θα σου έλειπε τίποτε για γίνεις βασιλιάς του κόσμου!».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για ανόητο άνθρωπο.

127. Η κουρούνα και το κοράκι.
[127.1] Ήταν μια κουρούνα που ζήλευε πολύ το κοράκι. Βλέπετε, αυτό το τελευταίο οι άνθρωποι το λογαριάζουν για μαντικό οιωνό, προκειμένου να κάνουν προβλέψεις για το μέλλον, και για αυτόν τον λόγο το επικαλούνται κιόλας στις μαρτυρίες τους. Η κουρούνα, που λέτε, ήθελε όλα αυτά να τα πετύχει και η ίδια. Μια φορά, λοιπόν, πήρε το μάτι της κάτι πεζοπόρους που περνούσαν από εκεί κοντά. Ευθύς η λεγάμενη πέταξε πάνω σε κάποιο δέντρο, κούρνιασε εκεί και βάλθηκε να κρώζει δυνατά. Οι ταξιδιώτες τότε τρόμαξαν και στράφηκαν προς την κατεύθυνση από όπου ακουγόταν η φωνή. Ένας τους όμως παρενέβη και καθησύχασε τους άλλους: «Μη φοβάστε, φίλοι μου, ας συνεχίσουμε τον δρόμο μας. Δεν είναι τίποτε — μια κουρούνα είναι μόνο. Ας κρώζει όσο θέλει, δεν είναι οιωνός».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Όσοι πάνε να συναγωνιστούν τους καλύτερούς τους, όχι μόνο δεν πετυχαίνουν ανάλογες επιδόσεις με εκείνους, αλλά γίνονται από πάνω και καταγέλαστοι.

128. Η καλιακούδα και η αλεπού.
[128.1] Ήταν μια καλιακούδα που υπέφερε από την πείνα. Πήγε λοιπόν και κούρνιασε πάνω σε μια συκιά· έλα όμως που διαπίστωσε ότι οι καρποί της ήσαν άγουροι ακόμη. Γι᾽ αυτό κάθισε να περιμένει μέχρι να γίνουν ώριμα τα σύκα. Την είδε τότε η αλεπού, έτσι που καθυστερούσε με τις ώρες πάνω στο δέντρο, και τη ρώτησε για ποιόν λόγο παρέμενε κολλημένη εκεί. Η καλιακούδα εξήγησε, οπότε η αλεπού τής φώναξε: «Καλά, μωρή ανόητη, τόσο πολύ χαμένα τα έχεις; Τί θαρρείς και κρατιέσαι από μια ελπίδα; Δεν τρώγεται η ελπίδα, κατάλαβέ το· μόνο να σε ξεγελάσει μπορεί».
[Μύθος για άνθρωπο καυγατζή.]

129. Η κουρούνα και ο σκύλος.
[129.1] Μια φορά η κουρούνα έκανε θυσία στην Αθηνά και προσκάλεσε τον σκύλο να του κάνει το τραπέζι. Εκείνος, βέβαια, της τα έψαλε ένα χεράκι: «Τί κάθεσαι και ξοδεύεσαι δίχως λόγο για θυσίες; Δεν ξέρεις πως η θεά σε σιχαίνεται τόσο πολύ, ώστε έχει αφαιρέσει κάθε αξιοπιστία από τους οιωνούς σου;». Όμως η κουρούνα αποκρίθηκε: «Βρε χρυσέ μου, για αυτόν ακριβώς τον λόγο της προσφέρω θυσία και εγώ. Ξέρω ότι με απεχθάνεται, και θέλω να την κάνω να συμφιλιωθεί μαζί μου».
Έτσι κάνουν πολλοί: Από φόβο για τους εχθρούς τους δεν διστάζουν ακόμη και να τους κάνουν χάρες.

130. Ο κόρακας και το φίδι.
[130.1] Ήταν ένας κόρακας που δεν είχε τίποτε να φάει. Σε κάποια στιγμή, που λέτε, πήρε το μάτι του ένα φίδι, το οποίο κοιμόταν σε κάποιο μέρος στη λιακάδα. Αμέσως λοιπόν όρμησε κάτω και το άρπαξε. Τότε όμως το φίδι σήκωσε κεφάλι και τον δάγκωσε. Έτσι, ξεψυχώντας, ο κόρακας ανέκραξε: «Αχ, η κακή μου μοίρα! Θαρρούσα πως βρήκα ένα τυχερό, και εξαιτίας του είναι που πάω χαμένος!».
Ο μύθος αυτός μπορεί να ειπωθεί για άνθρωπο που έψαχνε να βρει θησαυρό και διακινδύνευσε για αυτόν τον σκοπό την ίδια τη ζωή του.

Οι γυαλιστεροί άνθρωποι δεν είναι πάντα χρυσάφι

 Ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός… Έτσι λέει ο σοφός λαός κι εσύ θυμάσαι όλα εκείνα τα αστραφτερά μπιχλιμπίδια που κάποτε μάζευες. Τα φύλαγες σα να ήταν ο πολυτιμότερος θησαυρός. Κι ερχόταν η στιγμή που ξέφτιζε η γυαλάδα τους κι έβλεπες την αληθινή τους φύση. Ήταν απλά μπακίρια. Τότε ήσουν μικρός και δεν ήξερες.
Αλλά και τώρα που υποτίθεται μεγάλωσες, τα κάνεις τα λαθάκια σου.

Βλέπεις η ίδια σοφή παροιμία ισχύει και για τους ανθρώπους. Μόνο που εσύ άργησες λίγο να το καταλάβεις.

Οι γυαλιστεροί άνθρωποι δεν είναι πάντα χρυσάφι.
Μπορεί να πλασάρονται για μεγάλης αξίας. Μπορεί να δείχνουν την έντονη γυαλάδα τους και να καμώνονται ότι είναι κάτι σπουδαίο. Μπορεί και να πείθουν κιόλας γι’ αυτή τη σπουδαιότητα. Μόλις όμως περάσει ο καιρός, τούτη η σαν ψεύτικη λάμψη ξεφτίζει. Τότε, οι λαμπεροί και “πολύτιμοι” γίνονται απλά μπακίρια.
Γίνονται αυτό που στα αλήθεια είναι: ένα μάτσο δήθεν γεμάτο φιγούρα και προσποίηση.
Κι εσύ, εκείνο το παιδί που έψαχνε θησαυρούς στην άμμο, αυτός ο ενήλικας που ακόμη πιστεύει στους θησαυρούς, την πατάς.

Ώ μακάρι να μπορούσες να μετρήσεις τις φορές που συνέλεξες σκουπίδια που ονομάτισες θησαυρούς. Τα χάιδεψες με τρυφερότητα και τα είπες πολύτιμά σου. Έτσι τα ένιωσες.
Κι ήρθε η ώρα που σου φανερώθηκε η αλήθεια. Κι ήρθε η ώρα που κανένας θησαυρός δε σου ανήκε. Μόνο σαβούρα.
Εκείνη η σαβούρα των ανθρώπων που ξέρουν να φτιάχνουν ψέματα αλλά που δεν μπορούν να τα κρατήσουν.
Πόσο να κρατήσει άλλωστε κανείς τη γυαλάδα του όταν η στόφα του είναι θαμπώνει; Πόσο να καμωθεί τον ακριβό όταν η ούγια του είναι φτηνιάρικη;
Ναι, σε εξαπάτησαν πολλές φορές, δεν το αρνείσαι. Αλλά βαθιά μέσα σου δεν το μετανιώνεις.
Τους ανθρώπους πάντα τους έβλεπες σα να ήταν θησαυροί. Τους έλεγες πολύτιμους κι έτσι τους φερόσουν.

Μόνο που δεν ήσουν συλλέκτης ανθρώπων. Ήσουν συλλέκτης στιγμών.
Κι αν αυτοί, οι ψεύτικα λαμπεροί -ή μήπως λαμπερά ψεύτικοι;- φανερώνονταν κι έφευγαν, σου άδειαζαν μόνο το χώρο, όχι τη ζωή.
Η ζωή σου είναι οι στιγμές σου. Κι αυτοί, ακόμη και μες την κάλπικη ύπαρξή τους, σου χάρισαν στιγμές. Καλές ή κακές, δε σε νοιάζει. Σε νοιάζει ότι τους έμαθες. Σε νοιάζει ότι κάτι σε δίδαξαν. Σε νοιάζει ότι υπήρξαν.
Και όλα σου τα δάκρυα σπονδή στην ελπίδα για έναν άνθρωπο που θα είναι λαμπερός χωρίς να λάμπει. Που θα αξίζει δίχως να φαίνεται.
Ελπίδα πως μια μέρα θα τον συναντήσεις, θα τον αναγνωρίσεις μες την ταπεινότητά του και θα μπορέσεις να τον κρατήσεις.
Και τότε ναι, θα έχεις βρει τον αληθινό θησαυρό σου.

Ο δρόμος της καρδιάς: Από την ψυχολογία του κόσμου στην θεραπεία του εαυτού

Παρατηρώ πως η πλειοψηφία αυτών που διάκεινται ευνοϊκά προς τα σύγχρονα ρεύματα της ψυχοπνευματικής αναζήτησης, υποσυνείδητα ψάχνουν να ακούσουν:

«Εσύ δεν φταις σε τίποτα! Είσαι μόνο ένα τραυματισμένο παιδί… Κάποιος άλλος είναι υπεύθυνος για την σημερινή ψυχική σου κατάσταση".

Άλλοι είναι αυτοί που σε πλήγωσαν – οι γονείς, οι σύντροφοι, τα παιδιά σου, οι πολιτικοί- και τώρα δεν έχεις άλλη επιλογή από το να είσαι όπως είσαι. Μην στεναχωριέσαι! Ακολούθα μόνο τον δρόμο της καρδιάς σου και αυτός θα σε οδηγήσει στον αληθινό σου εαυτό».

''Φωτισμένος'' από την άνωθεν σοφία, ο άγιος Ισίδωρος ο ιερέας κάπου λέει: «Απ’ όλες τις προτροπές του πονηρού χειρότερη είναι αυτή που σε συμβουλεύει να ακολουθήσεις την καρδιά σου…» (sic).

Στην σημερινή εποχή που επικρατούν ο ατομικισμός και ο ανεπίγνωστος κομφορμισμός στην τυποποιημένη σκέψη, θεωρείται πως ελεύθερος είναι αυτός που έχει μάθει να συνδέεται με την διάθεση της στιγμής, με τα συναισθηματικά του θέλω. Ο βουλητικός άνθρωπος που είναι σε θέση να αυτοεκφραστεί με ειλικρίνεια και να διεκδικήσει με πάθος τις ατομικές του επιθυμίες.

Η κυρίαρχη ψυχολογική ιδεολογία και θεώρηση του κόσμου λειτουργεί ως σύντονο εργαλείο του σύγχρονου πολιτισμού προς την κατεύθυνση της κομφορμιστικής ισοπέδωσης, ευτελίζοντας ποιοτικά την μοναδικότητα του προσώπου.

Η ευρέως πια διαδεδομένη ψυχολογοποιημένη σκέψη συνδράμει με τα μότο και τις παροτρύνσεις της στο ολοένα και πιο δημοφιλές όνειρο της μεταμοντέρνας κοινωνίας:

«Όλοι μας, λαοί, έθνη και μεμονωμένα άτομα, όντας μοναδικοί κι ανεπανάληπτοι, έχουμε ιερό καθήκον να αναγνωρίζουμε και να προασπίζουμε την στενή, παγκοσμιοποιημένη –κοινή για όλους μας- ατομικότητα».

Προπαγανδιστικά υποβαλλόμαστε μαζικά στο να περιορίζουμε την εσωτερική μας αναζήτηση στην αναγνώριση και την διεκδίκηση των ψυχικών μας επιθυμιών. Με την προϋπόθεση πως, με κανέναν τρόπο, δεν θα επενδύσουμε την ψυχική και υπαρκτική μας ενέργεια στην υπέρβαση της ατομικής –κι ατομικιστικής μας- ταυτότητας.

Στο πλαίσιο της παραπάνω συλλογικής γραμμής, κουλτούρας και πλεύσης, όταν λέμε: «Κοίτα να γίνεις ο εαυτός σου, αυτός που πραγματικά είσαι», εννοούμε να έχεις επίγνωση των ψυχικών σου αποθεμάτων και επιθυμιών, να μάθεις να τις πραγματώνεις, και να τις διεκδικείς, αν χρειαστεί και σε βάρος των επιθυμιών των άλλων. Κυρίως, εις βάρος των πιο ανομολόγητων και βαθιών επιθυμιών της ατομικής ψυχής για αυθυπέρβαση κι ελευθερία από τους αυτοματισμούς του ψευδή, εγωϊκού εαυτού.

Η συστηματική καλλιέργεια της ιδεολογίας της ατομικής θέλησης και κυριαρχίας δεν αφήνει περιθώρια για αληθινά πνευματική νοηματοδότηση της ζωής.

Η ζωή όμως νοηματοδοτείται όχι από την ειλικρίνεια, αλλά από την αλήθεια. Από τον βαθμό στον οποίον το επιτρέπουμε να σχετισθούμε προσωπικά μαζί της.

Η μόνη τελεολογία που μπορεί να λυτρώνει την ανθρώπινη ψυχή από το τραύμα του σχίσματος και της αποσπασματικότητας της είναι η χωρίς ωραιοποιήσεις θέαση του εσωτερικού μας  κατακερματισμού και ο εκούσιος ενστερνισμός μιας συστηματικής ψυχικής πειθαρχίας. Μιας αυτόκλητης πειθαρχίας που απώτερο σκοπό έχει την μετάβαση από την συνειδητότητα του ατόμου σε εκείνη του προσώπου. Δηλαδή, εκείνη την συνειδητότητα που, γεμάτη επιγνώσεις, αναβαθμίζεται προς την ακεράιωσή της, την εν ενεργεία συνειδητότητα ενός υπαρκτικά όλο και πιο ενοποιημένου ανθρώπου.

Ενός ανθρώπου, που, αντί να χρειάζεται να επιλέγει ανάμεσα σε μια τεράστια και αγχωτική γκάμα προκατασκευασμένων επιλογών, καθώς συνδέεται με την αρχική του υπόσταση εν επιγνώσει και ελευθερία, δεν έχει άλλη επιλογή από το δικαίωμα να κινηθεί προς μόνο μια κατεύθυνση: Αυτή που του ορίζει η οντολογική του αρτιότητα, ταυτότητα και ελευθερία.

Για να ωριμάσεις δεν χρειάζεται να περιμένεις τα χρόνια να περάσουν, αλλά να πιστεύεις σε σένα

Ωριμότητα σημαίνει να είσαι υπεύθυνος, συνεπής, να ξέρεις τι θέλεις, να είσαι σίγουρος για αυτό που θέλεις, να έχεις αναπτυχθεί πλήρως σωματικά, νοητικά, αλλά και συναισθηματικά.

«Αν ο εαυτός μας ήταν μια άμαξα, τα συναισθήματα θα ήταν τα άλογα που την κινούν και το μυαλό μας ο αμαξάς που κρατάει τα γκέμια.» -Χόρχε Μπουκάι

Το να είσαι ώριμος, νομίζω, έχει να κάνει με την αντίληψη που έχεις για τον κόσμο, αλλά και τις συναναστροφές σου σε αυτόν. Για να είσαι ώριμος δε χρειάζεται να δείχνεις μεγάλος, αλλά ούτε και να είσαι σοβαροφανής. Απαιτεί μεγάλη πειθαρχία να είσαι ο εαυτός σου και παράλληλα αυτό που αποκαλούμε «Ώριμος».

Ένα ώριμο άτομο δε θα καταφέρεις ποτέ να το «ρίξεις» ψυχολογικά, ακόμη και λέγοντάς του ότι δεν αξίζει ή ότι δεν είναι τόσο καλό όσο θα έπρεπε. Το ίδιο άτομο, όμως, δε θα ζητήσει ποτέ την επιβράβευση σου και ούτε την έχει ανάγκη, διότι γνωρίζει πολύ καλά τι αξίζει και ποιες είναι οι δυνατότητές του.

Ακόμα κι αν η επιβράβευση αυτή έρθει, τότε παραμένει το ίδιο άτομο. Δεν αφήνει τίποτα να του χαλάσει τις ισορροπίες. Δεν αφήνει τίποτα να το καταβάλει ή να το κυριαρχήσει συναισθηματικά. Αντίθετα, κυριεύει αυτό το ίδιο τα συναισθήματά του, όχι καταπιέζοντάς τα, αλλά έχοντας πλήρη γνώση, ηρεμία και ευκρίνεια του νου του.

Ένα άτομο είναι ώριμο όταν κάνει αυτό που πραγματικά θέλει απρόσκοπτα, δηλαδή δε σταματάει, παρά τις επιβραβεύσεις ή απορρίψεις που ενδέχεται να δεχτεί. Βλέπει το καλό παντού γύρω του, αγαπάει το κάθε τι, αλλά πιο πολύ από όλα βλέπει το καλό μέσα του. Και πιστεύει σε αυτό. Πιστεύει στον εαυτό του.

Κι αν κάποιος το προδώσει, αν του φερθεί άσχημα ή αν το πληγώσει, τότε αυτό στέκεται στα πόδια του, συγχωρεί και συνεχίζει. Αποσύρει από το λεξιλόγιό του οποιαδήποτε αρνητική λέξη, όπως τη μνησικακία, το θυμό και το μίσος. Συγχωρεί αυτόν που πραγματικά αξίζει να συγχωρέσει, αλλά αδιαφορεί γι αυτόν που δεν αξίζει δεύτερη ευκαιρία.

Για να ωριμάσεις, δε χρειάζεται να περιμένεις τα χρόνια να περάσουν, αλλά ούτε και να αλλάξεις συμπεριφορά. Αρκεί να είσαι σίγουρος, να πιστεύεις σε σένα, να μην κατηγορείς τον εαυτό σου για τα παθήματά σου, να κάνεις λάθη, αλλά να μαθαίνεις από αυτά, να μην κρατάς κακίες και να είσαι ο εαυτός σου. Έτσι, θα είσαι ώριμος!

Θέλω, έχεις ακούσει πιο δυνατή λέξη;

Όλα ξεκινούν με ένα μαγικό συναίσθημα που σε σπρώχνει, μια αόρατη δύναμη, τη θέληση.
Όπως τότε, που πιτσιρικάς ακόμα, σκαρφάλωνες ατσούμπαλα στην κούνια κι έβαζες τα δυνατά σου να φτάσεις στο υψηλότερο σημείο του ορίζοντα, απλά για να πηδήξεις.
Θέλω, θα πει μπορώ.

Θέλω κάτι τόσο πολύ, που το πιστεύω, του δίνω πνοή, το δημιουργώ.
Είναι τέτοια και τόση η δύναμη που ασκεί πάνω μου αυτή η μικρή λεξούλα, που αποκτώ την αντοχη και την επιμονή να κάνω πράξη ακόμη και όσα ονειρεύομαι.
"Μα είναι τρελό" θα μου πεις, "τη φαντασία μου πράξη"; "Αδύνατον"!
Κι όμως, ο Πικάσο, ο μεγάλος αυτός ζωγράφος, έλεγε πως "ό, τι μπορείς να φανταστείς, είναι πραγματικό", ειδάλλως δεν θα μπορούσες να το δεις μέσα στο μυαλό σου.

Θέλω, σημαίνει προσπαθώ ακατάπαυστα όσες τούμπες κι αν φάω στην πορεία.
Οι μελανιές μου δεν είναι μόνιμες και θέλω τόσο πολύ, που από τούμπα σε τούμπα, δεν χάνω σταγόνα απο τον ενθουσιασμό και την πίστη μου.
Είναι ανεξάντλητη δύναμη η θέληση, όσο και η δημιουργικότητα.
Για αυτό και υπάρχουν άνθρωποι γύρω μας, που ζουν χωρίς τα πόδια, τα χέρια, τα μάτια τους!
Γιατί αγαπούν τη ζωή, γιατί η ψυχή τους θέλει κι έτσι το κορμί βρίσκει δύναμη να κρατηθεί όρθιο, ακόμα και γεμάτο πληγές.
Και φορούν τα σημάδια τους περήφανα, χωρίς να νιώθουν ηττημένοι, γιατί ποτέ τους δεν παραιτήθηκαν.

Δεν είναι εύκολο, ούτε απλό, να θέλεις κάτι με όλο σου το είναι. Είτε επαγγελματικό στόχο, όνειρο, ή άνθρωπο πλάι σου.
Δεν είναι εύκολο να χάνεις, ούτε να αποτυγχάνεις.
Πονάει και κοστίζει, αλλά όχι τόσο ώστε να μην βρίσκεις τη δύναμη να ξαναπροσπαθήσεις.
Η ζωή που μας δόθηκε, είναι συνεχής αγώνας, μια ακόρεστη πείνα για να βρούμε αγάπη και να της δώσουμε νόημα.

Αρκεί να θέλουμε, πολύ.

Sigmund Freud: Κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε την πραγματικότητα

Αποτέλεσμα εικόνας για erevoktonos συμποσιο«Έτσι όπως μας έχει δοθεί, η ζωή μας ταλαιπωρεί πολύ, μας προκαλεί πολύ πόνο, απογοητεύσεις και άλυτα προβλήματα. Για να την υποφέρουμε, δεν μπορούμε να αποφύγουμε τα καταπραϋντικά μέσα (δεν γίνεται χωρίς βοηθητικές κατασκευές, μας λέει ο Τέοντορ Φοντάνε).

Υπάρχουν ίσως τρία είδη τέτοιων μέσων:
  1. Δραστικοί αντιπερισπαμοί που μας κάνουν να υποτιμούμε τη μιζέρια μας.
  2. Υποκατάστατα ικανοποίησης που τη μειώνουν.
  3. Ναρκωτικές ουσίες που μας κάνουν να μην την αισθανόμαστε.
Κάποιο από αυτά μας γίνεται απαραίτητο.

Αυτόν το αντιπερισπασμό έχει κατά νου ο Βολταίρος, όταν κλείνοντας τον Καντιντ μας δίνει τη συμβουλή να καλλιεργούμε το κήπο μας.

Ένας παρόμοιος αντιπερισπασμός είναι και η επιστημονική δραστηριότητα.

Τα υποκατάστατα ικανοποίησης, όπως αυτά που προσφέρει η Τέχνη, είναι ψευδαισθήσεις εναντίον της πραγματικότητας, και ως εκ τούτου ψυχικώς εξίσου δραστικά, χάρη στον ρόλο που διεκδικεί η φαντασία στην ψυχική ζωή.

Οι ναρκωτικές ουσίες επιδρούν στο σώμα μας, μεταβάλλουν τη χημεία του.

Δεν είναι απλό να ορίσουμε τη θέση της θρησκείας εντός αυτής της σειράς. Θέλει λίγη προσπάθεια ακόμα.»