Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Ο Αριστοτέλης και η νομοθεσία του Σόλωνα

Αναντίρρητα, δε θα μπορούσε να αμφισβητηθεί η σύνεση και διορατικότητα του Σόλωνα στη διαχείριση του αθηναϊκού πολιτεύματος. Γιατί ο Σόλων, διαβλέποντας τις πληγές και το έκρυθμο της κοινωνίας κατάφερε να παρέμβει εξομαλύνοντας – κατά το δυνατό βέβαια – τις κοινωνικές αντιπαλότητες, που δε θα μπορούσαν παρά να έχουν ταξικό περιεχόμενο. Από τη μια οι αριστοκράτες γαιοκτήμονες, οι κυρίαρχοι του οικονομικού παιχνιδιού, κι από την άλλοι οι εκτήμοροι, οι φτωχοί ακτήμονες χωρίς ιδιοκτησία που νοίκιαζαν τη γη από τους γαιοκτήμονες δίνοντας το ένα έκτο της ετήσιας σοδειάς τους, αποτελούσαν τα αγεφύρωτα οικονομικά άκρα βάζοντας σε κίνδυνο αυτό που ονομάζουμε ομαλότητα, αφού η ολοφάνερη κοινωνική αναταραχή δεν μπορούσε παρά να είναι τα προεόρτια της εξέγερσης. Όμως το πραγματικό μπαρούτι που θα μπορούσε να τα τινάξει όλα στον αέρα ήταν οι δούλοι που έχασαν την ελευθερία τους λόγω χρεών τα οποία δεν μπορούσαν να ξεπληρώσουν στους πλούσιους γαιοκτήμονες δανειστές τους. Η δυνατότητα δανεισμού με εγγύηση την προσωπική ελευθερία, που ίσχυε ως εκείνη την εποχή, μετέτρεπε πρώην ελεύθερους (και καθόλα Αθηναίους) σε δούλους δημιουργώντας κοινωνική ανισότητα – και οργή – χωρίς προηγούμενο. Μπροστά σ’ αυτή την εύφλεκτη κατάσταση ο Σόλων κατάφερε να πείσει τους αριστοκράτες να αποδεχτούν τις ριζοσπαστικές του τομές προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα.
 
Μερικές από τις πιο σπουδαίες μεταρρυθμίσεις ήταν η κατάργηση της θεσμικής διάταξης του “δανείζειν επί τοις σώμασιν”, η “σεισάχθεια” νομοθεσία, η κατάργηση των υποχρεώσεων που βάρυναν τους εκτήμορους, η απαγόρευση της υποθήκης σε περίπτωση δανεισμού κ. α. Ο Πλούταρχος στη βιογραφία “Σόλων” γράφει ότι ο πρώτος σολώνειος νόμος – η “σεισάχθεια” νομοθεσία – “όριζε την απόσβεση των χρεών και απαγόρευε στους πολίτες να δανείζονται χρήματα, παρέχοντας για εγγύηση το σώμα τους. Η κατάργηση της δουλείας για χρέη επέδρασε οπωσδήποτε στην ανάπτυξη των κοινωνικών σχέσεων, γιατί οι χρεοφειλέτες δεν ανήκαν πια στην κατηγορία των εξαρτημένων πολιτών. Έτσι, στην Αττική εισέρευσε ένας αριθμός δούλων από άλλες περιοχές”. Νομοθετικά απαγορευόταν να μετατρέπονται οι χρεώστες σε δούλους. Προηγούμενα οι δανειστές τοποθετούσαν πέτρες με επιγραφές στους αγρούς των χρεοφειλετών. Επί Σόλωνα, αυτό επίσης απαγορεύτηκε.
 
Φυσικά, τα μέτρα αυτά κάθε άλλο παρά ευχαριστούσαν την αριστοκρατία, αφού πέρα από τις δεδομένες οικονομικές ζημιές που προκαλούσαν, ουσιαστικά στερούσαν το δικαίωμα της ιδιοκτησιακής επέκτασης στη γη: «Τα μέτρα αυτά ανέκοψαν την προσπάθεια για πλουτισμό των εκπροσώπων της αριστοκρατίας, που τώρα πια δεν μπορούσε να διευρύνει τη γαιοκτησία της ούτε να δημιουργεί εξαρτημένους αγροκαλλιεργητές». Προκειμένου λοιπόν να πείσει τους αριστοκράτες να τα δεχτούν δε θα μπορούσε παρά να προβεί και στα απαραίτητα ανταλλάγματα. Πέρα από το μεγάλο δέλεαρ της κοινωνικής ομαλότητας που θα απέκλειε την περίπτωση της κοινωνικής εξέγερσης – φαινόμενο άκρως επικίνδυνο γι’ αυτούς που κατέχουν την οικονομική ισχύ – και αποφεύγοντας τον αναδασμό της γης που απαιτούσαν οι πιο ριζοσπαστικές ομάδες, όρισε ως κύριο παράγοντα για τη συμμετοχή στη διακυβέρνηση την ατομική περιουσία του καθενός, αποκλείοντας μ’ αυτό τον τρόπο τους φτωχούς από την εξουσία. Η συμφωνία ήταν απλή: οι αριστοκράτες έπρεπε να εγκαταλείψουν τις οικονομικές αξιώσεις που εξαθλίωναν το λαό και υποκινούσαν τον ξεσηκωμό του, αλλά θα διατηρούσαν την εξουσία, δηλαδή τον έλεγχο της κατάστασης. Η λεπτομέρεια ότι το κριτήριο για τη διεκδίκηση της εξουσίας είναι απολύτως οικονομικό, πράγμα που απαξίωνε παράγοντες όπως τίτλοι ευγενείας ή καταγωγή ή οτιδήποτε συνόδευε αυτό που ονομάζουμε αριστοκράτη, δε φάνηκε να αποθαρρύνει τους αριστοκράτες, καθιστώντας σαφές ότι το τελικό ζητούμενο είναι το χρήμα και μόνο το χρήμα κι ότι η περίπτωση του ξεπεσμένου αριστοκράτη που έχει χάσει την περιουσία του προφανώς δεν σημαίνει και τίποτε το σοβαρό που να αξίζει διαπραγμάτευση. Ο Σόλωνας κατάφερε μ’ ένα σμπάρο να πετύχει όλα τα τρυγόνια, αφού και τις εξαθλιωμένες τάξεις ανακούφισε απομακρύνοντας τις αναταραχές, και τους αριστοκράτες ικανοποίησε διασφαλίζοντας ότι δε θα χάσουν τα ινία, και άνοιξε για τους εμπόρους το δρόμο προς την εξουσία, καθώς γνώριζε καλά (ο ίδιος υπήρξε πολυταξιδεμένος έμπορος) ότι είναι η ανερχόμενη οικονομική δύναμη. Για τη συμμετοχή του λαού στη διακυβέρνηση της πολιτείας ο Σόλων έθεσε όρια στο εισόδημα των πολιτών. Τώρα δεν ίσχυε η ένταξη στο ένα ή το άλλο γένος, δηλαδή η καταγωγή, αλλά το μέγεθος της ατομικής ιδιοκτησίας που καθόριζε την κοινωνική ένταξη και την αξία του ανθρώπου. Ο ελεύθερος ιθαγενής πληθυσμός της Αττικής χωρίστηκε με βάση το τιμοκρατικό σύστημα σε τέσσερις κοινωνικές “τάξεις”, σύμφωνα με το μέγεθος των εσόδων (πεντακοσιομέδιμνοι, ιππείς, ζευγίτες, θήτες). Τα άτομα που είχαν εισόδημα πεντακόσια μέδιμνα σιτηρά ή 500 μέτρα λάδι (ή κρασί) κατατάχτηκαν στην υψηλότερη βαθμίδα, δηλαδή στην “τάξη” των πεντακοσιομεδίμνων. Όσοι παρήγαγαν αντίστοιχα τριακόσια μέδιμνα ανήκαν στην “τάξη” των ιππέων (που ήταν σε θέση να συντηρούν άλογα), όσοι παρήγαγαν διακόσια μέδιμνα ανήκαν στην “τάξη” των ζευγιτών, που καλλιεργούσαν δικό τους κομμάτι γης. Στην “τάξη” των θητών ανήκαν όσοι είχαν λιγότερο από διακόσια μέδιμνα. Το ίδιο περίπου μέτρο, αλλά σε χρηματικό ποσό (μια δραχμή = ένα μέδιμνο), ίσχυε για τους εμπόρους και τους χειροτέχνες.
 
Ο Αριστοτέλης, στο δεύτερο βιβλίο απ’ τα «Πολιτικά» αναφέρει: «Για το Σόλωνα πιστεύουν μερικοί ότι υπήρξε σπουδαίος νομοθέτης. Διότι και την ολιγαρχία (ενν. της Αθήνας), η οποία ήταν ακραία, κατήργησε και το λαό απάλλαξε από τη δουλεία και εγκαθίδρυσε την πατροπαράδοτη δημοκρατία μετά από αρμονική σύνθεση διαφορετικών πολιτειακών στοιχείων. Διότι ο θεσμός της βουλής του Αρείου Πάγου είναι ολιγαρχικός, ο θεσμός της ανάδειξης στα αξιώματα της πολιτείας με εκλογές αριστοκρατικός και ο θεσμός των δικαστηρίων δημοκρατικός». Η άποψη ότι ο Σόλωνας εγκαθίδρυσε τη δημοκρατία είναι μάλλον υπερβολική, αφού δημοκρατία που θεσμοθετεί επισήμως τον αποκλεισμό των φτωχότερων από την εξουσία δεν είναι δημοκρατία. Το βέβαιο είναι ότι ο Σόλωνας είχε την πρόθεση να ενεργοποιήσει την πολιτική αντίληψη όλων των στρωμάτων, να δώσει δηλαδή το έναυσμα για τη συμμετοχή στα πολιτικά ζητήματα – γεγονός που προϋποθέτει πολιτική σκέψη – όχι όμως και να δώσει τη δυνατότητα της μετατροπής του λαού σε δυναμικό παράγοντα διαμόρφωσης αποφάσεων, αφού η εξουσία παρέμενε εξ’ ορισμού στα χέρια των λίγων. Επί Σόλωνα στη λαϊκή συνέλευση είχαν δικαίωμα να παίρνουν μέρος οι διάφορες “τάξεις” – ζευγίτες, θήτες κ. α. – κάτι που μετέτρεπε το σώμα αυτό σε σπουδαίο όργανο εξουσίας. Την περίοδο αυτή η λαϊκή συνέλευση θέσπισε νόμο με τον οποίο αφαιρούσε τα πολιτικά δικαιώματα απ’ όσους στη διάρκεια κάποιας εμφύλιας αντιδικίας δεν προσχωρούσαν σε καμιά πολιτική παράταξη. Ο νόμος αυτός στόχευε στη δραστηριοποίηση των πολιτών. Για την καλύτερη λειτουργία των θεσμών της πολιτείας ο Σόλων ίδρυσε τη Βουλή των Τετρακοσίων, όπου εκλέγονταν εκατό αντιπρόσωποι από κάθε φυλή (υπήρχαν τέσσερις φυλές). Εδώ γινόταν η προετοιμασία για τα θέματα της Εκκλησίας του δήμου.
 
To εκτελεστικό όργανο της εξουσίας, σε συνδυασμό με την ενδυνάμωση της λαϊκής συνέλευσης, είχαν ως άμεση συνέπεια τον ξεκάθαρο εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας: Επί Σόλωνα το εκτελεστικό όργανο εξουσίας της πόλης αποτελούσαν οι δέκα άρχοντες (βασιλεύς, επώνυμος άρχοντας, πολέμαρχος, έξι θεσμοθέτες και γραμματεύς), ταυτόχρονα υπήρχε και ο θεσμός των στρατηγών (τέσσερις, ένας από κάθε φυλή). Όλα τα παραπάνω οδήγησαν στον περιορισμό των δικαιοδοσιών του Αρείου Πάγου και στον εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας: ιδρύθηκε το δικαστήριο της Ηλιαίας, που τα μέλη του εκλέγονταν απ’ όλους τους πολίτες. Είχε έξι χιλ. μέλη ενταγμένα σε δέκα τμήματα και ήταν τα πιο δημοκρατικό ανάμεσα στα άλλα όργανα εξουσίας, γιατί στη σύνθεσή τους έπαιρναν μέρος και οι θήτες. Επί Σόλωνα το πνεύμα της δικαστικής εξουσίας διέπεται από την αρχή της δικαιοσύνης για όλους, εκτός από τους δούλους.
 
Η άποψη του Αριστοτέλη ότι το πολίτευμα του Σόλωνα συνδύαζε θεσμούς όλων των αποχρώσεων είναι απολύτως κατατοπιστική. Η δυνατότητα της ενεργής συμμετοχής όλων στη δικαστική εξουσία είναι ξεκάθαρο δείγμα εκδημοκρατισμού. Ο τρόπος λειτουργίας όμως του Αρείου Πάγου και κυρίως ο αποκλεισμός των φτωχών από τα πολιτικά αξιώματα, όχι. Εξ’ άλλου, ακόμη και η συμμετοχή στο δικαστήριο της Ηλιαίας κρίνεται επισφαλής, αφού τα φτωχά στρώματα, που συντηρούνταν από την καθημερινή τους εργασία, συναντούσαν αντικειμενικές οικονομικές δυσκολίες. Ο μεροκαματιάρης δεν είναι τόσο εύκολο να απουσιάζει κάθε λίγο από τη δουλειά του. Κατά συνέπεια δεν είναι εύκολο να γίνει δικαστής. Ο Simon Hornblower στο συλλογικό τόμο του πανεπιστημίου της Οξφόρδης «Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός Κόσμος» που επιμελήθηκαν οι John Boardman, Jasper Griffin, και Oswyn Murray ξεκαθαρίζει: «Αρχικά ο Σόλων και μετά ο Κλεισθένης στο τέλος του έκτου αιώνα είχαν αφήσει την Αθήνα πόλη αριστοκρατική ακόμη από πολλές απόψεις. Και συγκεκριμένα η εισαγωγή της “προσφυγής στο λαό”, που ο Αριστοτέλης θεωρούσε ως ένα από τα δημοτικότατα μέτρα του Σόλωνα, παρέμενε μόνο δυνάμει δημοκρατικό μέχρι που η εισαγωγή της πληρωμής των ενόρκων στη δεκαετία του 460 σήμαινε ότι τα μεγάλα λαϊκά δικαστήρια (με εκατοντάδες ή ακόμα και χιλιάδες δικαστές) μπορούσαν να συνέρχονται τακτικά χωρίς εισοδηματικές απώλειες για τα μέλη τους».
 
Ο Αριστοτέλης στο ζήτημα του εκδημοκρατισμού της δικαστικής εξουσίας από το Σόλωνα τοποθετείται μάλλον επικριτικά, αφού στέκεται στις κατηγορίες που διατύπωσαν μερικοί: «Γι’ αυτό και τον κατηγορούν μερικοί. Λένε δηλαδή ότι κατήργησε τους άλλους θεσμούς (ενν. τους μη δημοκρατικούς), αφού κατέστησε τα δικαστήρια, των οποίων τα μέλη αναδεικνύονται με κλήρο, κυρίαρχη εξουσία για όλα τα ζητήματα. Διότι, όταν αυτό το θεσμικό σύστημα επικράτησε, κολακεύοντας ορισμένοι το λαό, σα να ήταν τύραννος, μετέστρεψαν το πολίτευμα στη σημερινή μορφή της δημοκρατίας». Είναι φανερό ότι ο Αριστοτέλης είναι βαθύτατα απογοητευμένος από την ποιότητα της δημοκρατίας που παρακολουθεί. Και σ’ αυτό δεν έχει άδικο. Η κυριαρχία του αριβισμού και η ανευθυνότητα ενός λαού που άγεται και φέρεται από τη βούληση των καιροσκόπων σηματοδοτούν τη στρέβλωση της δημοκρατίας μετατρέποντας τον τυχοδιωκτισμό σε αδιαπραγμάτευτη πολιτική συνθήκη. Υπό αυτούς τους όρους είναι αδύνατο να συζητάμε για ευνομία, αφού όλα ματαιώνονται από την επιβολή των προσωπικών συμφερόντων που διεκδικούν την επίφαση της νομιμότητας. Όμως ο Αριστοτέλης δεν επιχειρεί να μπει στην ουσία αυτών των στρεβλώσεων. Στέκεται περισσότερο ως παρατηρητής και προχωρά σε ταξινομήσεις. Η δημοκρατία που βλέπει ταξινομείται στα στρεβλά πολιτεύματα και κατ’ επέκταση οτιδήποτε μπορεί να συνέβαλε στη δημιουργία της δεν μπορεί παρά να αντιμετωπίζεται με δυσπιστία. Μοιραία πέφτει σε αντιφάσεις. Ενώ στο τρίτο βιβλίο απ’ τα «Πολιτικά» θέτει ξεκάθαρα τον ορισμό του πολίτη ως εξής: «Πολίτης, λοιπόν, με την ακριβέστερη σημασία της λέξης ορίζεται κάποιος με βάση κυρίως το δικαίωμά του να μετέχει στη δικαστική και πολιτική εξουσία και με τίποτε άλλο», πράγμα που επαναλαμβάνει: «Διευκρινίστηκε επομένως από όλα αυτά ποια είναι η φύση του πολίτη: όποιος δηλαδή σε μια πόλη έχει τη δυνατότητα να μετέχει στη βουλευτική και δικαστική εξουσία, αυτόν θεωρούμε πολίτη της πόλης τούτης», βλέποντας τη μεταρρύθμιση του Σόλωνα, όπου γίνονται τρομερά βήματα προς την κατεύθυνση του να αποδοθεί στους Αθηναίους η ιδιότητα του πολίτη (όπως ο ίδιος την ορίζει), επισημαίνει τις κατηγορίες, γιατί διαβλέπει τις συνθήκες της δημοκρατικής στρέβλωσης που θα ακολουθήσει. Μολονότι αντιλαμβάνεται ότι πρέπει ο πολίτης να έχει λόγο για τις κοινές υποθέσεις και μολονότι συνειδητοποιεί ότι ο λαός ενωμένος είναι πανίσχυρος και ξεπερνά κάθε άριστο, εντούτοις αποστασιοποιείται από οτιδήποτε του δίνει πρόσβαση στη διαχείριση της εξουσίας. Θα λέγαμε ότι, ενώ συνειδητοποιεί την ανωτερότητα της πολιτειακής οργάνωσης που προϋποθέτει τη λαϊκή κυριαρχία, ταυτόχρονα απομακρύνεται γιατί δεν μπορεί να ερμηνεύσει τα θεσμικά κενά που την οδηγούν στη στρέβλωση. Όλα καλά και άγια λοιπόν με τις κολοσσιαίας σημασίας μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα, αλλά μια “τρύπα” που υπάρχει στο όλο σύστημα θα αποδειχθεί καταστροφική: Ο Σόλων δεν προβλέπει κεντρική εξουσία στο διοικητικό μηχανισμό. Όμως, όπως ήδη καταλάβαμε, δεν προβλέπει ούτε “λαϊκή εξουσία”. Η εξουσία μοιράζεται άτσαλα στην ανανεούμενη κάθε χρόνο “κυβέρνηση” των πεντακοσιομεδίμνων αρχόντων, την Εκκλησία του Δήμου, τον Άρειο Πάγο και τη Βουλή των Τετρακοσίων. Οι έριδες ανάμεσα σ’ αυτά τα “όργανα” είναι συχνές και οξύτατες. Οι διορθώσεις στο διοικητικό σύστημα, που κάνει ο Σόλων, δε στέκονται ικανές να διορθώσουν την κατάσταση. Κάπου τα μπέρδεψε ο Σόλων. Αλλά πώς να μην τα μπερδέψει; Ήταν τόσο καινούργια αυτά που έκανε, που τα λάθη του δε μετρούν.
 
Ο Αριστοτέλης δεν μπορεί να διαγνώσει αυτά τα λάθη. Ούτε μπαίνει στη διαδικασία της μελέτης των θεσμών, ώστε να εντοπίσει τις ατέλειες. Έτσι μένει μετέωρος ανάμεσα στην πεποίθηση της υπεροχής του λαού (ως σύνολο) και της ταυτόχρονης υποτίμησης της δημοκρατίας, ως κάτι στρεβλό που ευνοεί περισσότερο την αναξιοκρατία. Όπως είναι φυσικό, στέκεται επικριτικά ακόμη και στον ολοκληρωτικό εκδημοκρατισμό της δικαστικής εξουσίας από τον Περικλή που θεσμοθέτησε μισθό για τους δικαστές, ώστε να μπορούν να συμμετέχουν όλοι ισότιμα: «Την εξουσία της βουλής του Αρείου Πάγου περιόρισαν ο Εφιάλτης και ο Περικλής, και μισθό στους δικαστές έδωσε ο Περικλής. Με τον τρόπο αυτό κάθε δημαγωγός συνέβαλλε όλο και περισσότερο στη διαμόρφωση της σημερινής μορφής της δημοκρατίας». Ο εκδημοκρατισμός είναι για τον Αριστοτέλη σχεδόν συνώνυμο της δημαγωγίας. Ο Simon Hornblower στο βιβλίο «Η Ελλάδα και ο Ελληνιστικός Κόσμος» ξεκαθαρίζει: «Στην πραγματικότητα, οι δημαγωγοί όφειλαν τη δύναμη της επιρροής τους σε ένα δομικό κενό της δημοκρατίας. Η διαχείριση της ηγεμονίας σήμαινε έναν ολοένα αυξανόμενο όγκο εργασίας, και οι Αθηναίοι που δε διέθεταν δημόσια διοίκηση σημερινού τύπου, άφηναν αυτό το έργο στους πολιτικούς που έκαναν δουλειά τους τη λεπτομερή γνώση: η γνώση ήταν δύναμη». Και κάπου εδώ κρύβονται τα θεσμικά κενά της αθηναϊκής δημοκρατίας, που μοιραία την οδήγησαν στη στρέβλωση. Κι αυτά δεν έχουν να κάνουν με τη συμμετοχή όσο με την αποχή του λαού από τα τεκταινόμενα της διαχείρισης της εξουσίας. Η μετατροπή των πολιτικών σε επαγγελματίες γνώστες των ζητημάτων που ο λαός αδυνατεί να ελέγξει, αφού δεν τα κατέχει, δε θα μπορούσε να οδηγήσει πουθενά αλλού πέρα απ’ τη στρέβλωση. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το πεδίο των δημαγωγών που σταδιακά θα καταλύσουν όλους τους νόμους. Οι δημοκρατίες δε στηρίζονται ούτε σε ευχολόγια ούτε στην καλή θέληση των ανθρώπων που κατέχουν τα διοικητικά πόστα. Οι δημοκρατίες στηρίζονται στη διαφάνεια, που μόνο οι θεσμοί μπορούν να εξασφαλίσουν. Δημοκρατία χωρίς ισχυρούς θεσμούς κι ελεγκτικούς μηχανισμούς που καθιστούν τους πολίτες αληθινούς κοινωνούς της εξουσίας (δικαιοσύνη, ενημέρωση, οικονομικός έλεγχος κλπ), δεν μπορεί παρά να κινείται παρασκηνιακά. Είναι ο μηχανισμός που μετατρέπει τους πολιτικούς σε επαγγελματίες γνώστες και το λαό ανίσχυρο μπροστά σε όρους και γεγονότα που δεν καταλαβαίνει. Είναι δηλαδή ο μηχανισμός της συσκότισης. Οι δημοκρατίες αυτού του είδους είναι οι κατ’ επίφαση δημοκρατίες, γιατί στην ουσία λειτουργούν ολιγαρχικά. Οι νόμοι διαστρεβλώνονται, τα συμφέροντα κυριαρχούν και οι δημαγωγοί βρίσκουν άριστο πεδίο δράσης. Όμως, είναι ολοφάνερο ότι όλα αυτά προϋποθέτουν την απομάκρυνση του λαού από την εξουσία κι όχι τη συμμετοχή του.
 
Ο Αριστοτέλης δε θεωρεί υπεύθυνο το Σόλωνα για την ανάδειξη των δημαγωγών: «Αυτό όμως» (η ανάδειξη των δημαγωγών) «δε φαίνεται ότι ανταποκρινόταν στην πρόθεση του Σόλωνα, αλλά συνέβη συμπτωματικά. (Διότι ο λαός, επειδή κατά τους περσικούς πολέμους υπήρξε η αιτία της κυριαρχίας (ενν. των Ελλήνων) στη θάλασσα, έγινε αλαζονικός και διάλεξε για αρχηγούς ανθρώπους φαύλους παρά την αντίδραση των έντιμων πολιτών). Διότι ο Σόλωνας φαίνεται ότι έδωσε στο λαό όση δύναμη θεωρούσε απολύτως αναγκαία, δηλαδή να εκλέγει τους αξιωματούχους και να ζητεί απ’ αυτούς να λογοδοτούν για τις πράξεις τους (γιατί, αν ο λαός δεν είχε και αυτή την εξουσία, θα ήταν δούλος και εχθρός της πολιτείας), ενώ όλοι οι αξιωματούχοι όρισε να είναι διακεκριμένοι και πλούσιοι, να προέρχονται δηλαδή από τις τάξεις των πεντακοσιομεδίμνων και των ζευγιτών, καθώς και από την τρίτη τάξη των λεγομένων ιππέων. Η τέταρτη τάξη, ήταν η τάξη των θητών, οι οποίοι δεν είχαν καμιά συμμετοχή στην εξουσία». Με άλλα λόγια ο λαός πρέπει να ελέγχει τους αξιωματούχους, πρέπει να απαιτεί να λογοδοτούν οι διαχειριστές της εξουσίας, αλλά όχι να τη διεκδικεί ο ίδιος. Τα εγγενή θεσμικά προβλήματα δε φαίνεται να προβληματίζουν τον Αριστοτέλη. Το βέβαιο είναι ότι η πολιτική σκέψη διαμορφώνεται αυστηρά μέσα στα δεδομένα και τις δυνατότητες που προσφέρει κάθε εποχή. Εξάλλου και οι προθέσεις του Αριστοτέλη φαίνεται ότι είναι περισσότερο περιγραφικές, ως αυστηρός καθορισμός των πολιτευμάτων που μελετάει, κι ως εντοπισμός των αδυναμιών του καθενός. Ο Αριστοτέλης περισσότερο διαχωρίζει τις έννοιες από τον τρόπο που λειτουργούν τα πολιτεύματα παρά προβαίνει σε προσωπικές προτάσεις ή λύσεις προκειμένου να βελτιωθούν. Γι’ αυτό ακριβώς και το έργο του «Πολιτικά» είναι το θεμέλιο της πολιτικής σκέψης. Γιατί δίνει τα εννοιολογικά εργαλεία για να μπορούμε να εντοπίζουμε όλες τις λεπτές αποχρώσεις των συστημάτων που πολλές φορές εμπλέκονται και λειτουργούν από κοινού, σαν αξεδιάλυτο κουβάρι. Κι αυτό ακριβώς το ξεδιάλεγμα είναι το έργο του Αριστοτέλη, που τον καθιστά πιο επίκαιρο από ποτέ.
 
Όσο για το Σόλωνα, τελικά προκάλεσε τη δυσαρέσκεια όλων. Ο Πλούταρχος υπογραμμίζει ότι ο Σόλων με τις μεταρρυθμίσεις αυτές δυσαρέστησε και τους εύπορους και τους άπορους, τους πρώτους επειδή κατάργησε τα χρέη, τους δεύτερους επειδή δε μοίρασε τη γη. Ήταν όμως πανθομολογούμενο το γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις τους Σόλωνα οδήγησαν στην ενεργοποίηση της λαϊκής συνέλευσης (Εκκλησία του δήμου)». Το μόνο που μένει είναι η απάντηση του Σόλωνα «όταν τον ρωτούσαν αν θέσπισε τους καλύτερους νόμους για τους Αθηναίους: “Τους καλύτερους που θα μπορούσαν να δεχτούν οι ίδιοι”.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (61.1-65a.1)

61. ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΥΧΗ [61.1] γεωργός τις χρυσίον εὑρὼν ἐν γῇ σκάπτων ἔστεφε τὴν Γῆν καθ᾽ ἡμέραν ὡς εὐεργετηθεὶς παρ᾽ αὐτῆς. τούτῳ δὲ ἐπιστᾶσά φησιν ἡ Τύχη· «ὦ οὗτος, τί τῇ Γῇ τὰ ἐμὰ δῶρα προστιθεῖς, ἅπερ ἐγὼ σοὶ δέδωκα πλουτίσαι βουλομένη σε; ἂν γὰρ ὁ καιρὸς μεταλλάξῃ τὴν φύσιν καὶ †εἰς ἄλλας χρείας μοχθηρὰς ἀναλώσῃ, πάλιν τὴν Τύχην μέμψῃ».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι χρὴ ἐπιγιγνώσκειν τὸν εὐεργέτην καὶ τούτῳ χάριτας ἀποδιδόναι.

62. ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΟΦΙΣ
[62.1] γεωργὸς χειμῶνος ὥραν ὄφιν εὑρὼν ὑπὸ κρύους πεπηγότα τοῦτον ἐλεήσας καὶ λαβὼν ὑπὸ κόλπον ἔθετο. θερμανθεὶς δὲ ἐκεῖνος καὶ ἀναλαβὼν τὴν ἰδίαν φύσιν ἔπληξε τὸν εὐεργέτην καὶ ἀνεῖλε. ὁ δὲ θνῄσκων ἔλεγε
«δίκαια πάσχω τὸν πονηρὸν οἰκτείρας».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ἀμετάθετοί εἰσιν αἱ πονηρίαι, κἂν τὰ μέγιστα φιλανθρωπεύωνται.

63. ΔΗΜΑΔΗΣ Ο ΡΗΤΩΡ
[63.1] Δημάδης ὁ ῥήτωρ δημηγορῶν ποτε ἐν Ἀθήναις ἐκείνων δὲ μὴ πάνυ τι αὐτῷ προσεχόντων ἐδεήθη αὐτῶν, ὅπως ἐπιτρέψωσιν αὐτῷ Αἰσώπειον μῦθον εἰπεῖν. τῶν δὲ συγχωρησάντων αὐτῷ ἀρξάμενος ἔλεγε· «Δήμητρα καὶ χελιδὼν καὶ ἔγχελυς τὴν αὐτὴν ὁδὸν ἐβάδιζον. γενομένων δὲ αὐτῶν κατά τινα ποταμὸν ἡ μὲν χελιδὼν ἀνέπτη, ἡ δὲ ἔγχελυς κατέδυ». καὶ ταῦτα εἰπὼν ἐσιώπησεν. ἐρομένων δὲ αὐτῶν· «ἡ οὖν Δήμητρα τί ἔπαθεν;» ἔφη· «κεχόλωται ὑμῖν, οἵ τινες τὰ τῆς πόλεως πράγματα ἐάσαντες Αἰσωπείων μύθων ἀκούειν ἀνέχεσθε».
οὕτω καὶ τῶν ἀνθρώπων ἀλόγιστοί εἰσιν, ὅσοι τῶν μὲν ἀναγκαίων ὀλιγωροῦσι, τὰ δὲ πρὸς ἡδονὴν μᾶλλον αἱροῦνται.

64. ΚΥΝΟΔΗΚΤΟΣ
[64.1] δηχθείς τις ὑπὸ κυνὸς περιῄει ζητῶν τὸν ἰασόμενον. εἰπόντος δέ τινος [οὕτως] ὡς ἄρα δέοι αὐτὸν ἄρτῳ τὸ αἷμα ἐκμάξαντα τῷ δακόντι κυνὶ βαλεῖν, ὑποτυχὼν ἔφη· «ἀλλ᾽ ἐὰν τοῦτο πράξω, δεήσει με ὑπὸ πάντων τῶν ἐν τῇ πόλει κυνῶν δάκνεσθαι».
οὕτω καὶ ἡ τῶν ἀνθρώπων πονηρία δελεαζομένη ἔτι μᾶλλον ἀδικεῖν παροξύνεται.

65. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΟΔΟΙΠΟΡΩΝ
[65.1] Διογένης ὁ κύων ὁδοιπορῶν ὡς ἐγένετο κατά τινα ποταμὸν πλημμυροῦντα, εἱστήκει πρὸς τὰς διαβάσεις ἀμηχανῶν. εἷς δέ τις τῶν διαβιβάζειν εἰθισμένων θεασάμενος αὐτὸν διαποροῦντα προσελθὼν διεπέρασεν αὐτόν. ὁ δὲ ἀγάμενος αὐτοῦ τὴν φιλοφροσύνην εἱστήκει τὴν αὑτοῦ πενίαν μεμφόμενος δι᾽ ἣν ἀμείψασθαι τὸν εὐεργέτην οὐ δύναται. ἔτι δὲ αὐτοῦ ταῦτα διανοουμένου ἐκεῖνος θεασάμενος ἕτερον ὁδοιπόρον διελθεῖν μὴ δυνάμενον προσδραμὼν καὶ αὐτὸν διεπέρασε. καὶ ὁ Διογένης προσελθὼν αὐτῷ εἶπεν· «ἀλλ᾽ ἔγωγε οὐκέτι σοι χάριν ἔχω ἐπὶ τῷ γεγονότι· ὁρῶ γάρ, ὅτι οὐ κρίσει ἀλλὰ νόσῳ τοῦτο ποιεῖς».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι ‹οἱ› μετὰ τῶν σπουδαίων καὶ τοὺς ἀνεπιτηδείους εὐεργετοῦντες οὐκ εὐεργεσίας δόξαν, ἀλογιστίαν δὲ μᾶλλον ὀφλισκάνουσι.

65a. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΚΑΙ ΦΑΛΑΚΡΟΣ
[65a.1] Διογένης ὁ κυνικὸς φιλόσοφος λοιδορούμενος ὑπό τινος φαλακροῦ εἶπεν· «ἐγὼ μὲν οὐ λοιδορῶ, μὴ γένοιτο. ἐπαινῶ δὲ τὰς τρίχας, ὅτι κρανίου κακοῦ ἀπηλλάγησαν».

***
61. Ο γεωργός και η Τύχη.
[61.1] Ήταν ένας γεωργός που ανακάλυψε χρυσάφι καθώς σκάλιζε το χώμα. Ύστερα από αυτό, που λέτε, ο άνθρωπος πρόσφερε στεφάνια στη θεά Γη καθημερινά, θεωρώντας πως αυτή είναι η ευεργέτιδά του. Τότε όμως εμφανίστηκε μπροστά του η Τύχη και διαμαρτυρήθηκε: «Γιά άκου να σου πω, βρε αχάριστε, γιατί καταλογίζεις στη Γη τα δικά μου δώρα; Να ξέρεις, εγώ σου τα έδωσα αυτά για να σε κάνω πλούσιο. Αλλά έτσι μου είσαστε: άμα αλλάξουν αργότερα οι καιροί και εσύ σπαταλήσεις το χρυσάφι κάνοντας κακή χρήση του, πάλι στην Τύχη θα ρίξεις το φταίξιμο».
Το δίδαγμα του μύθου: Πρέπει να αναγνωρίζουμε τον ευεργέτη μας και να του αποδίδουμε τις πρέπουσες ευχαριστίες.

62. Ο γεωργός και το φίδι.
[62.1] Ήταν κάποιος γεωργός που βρήκε ένα φίδι, χειμώνα καιρό, να έχει ξυλιάσει από το κρύο. Το λυπήθηκε, λοιπόν, και το πήρε να το βάλει στον κόρφο του. Μόλις όμως το φίδι ζεστάθηκε, άρχισε πάλι να διακατέχεται από τη φυσική του κλίση, με αποτέλεσμα να δαγκώσει τον ευεργέτη του και να τον ξεκάνει. Ψυχορραγώντας, ο άνθρωπος ψέλλισε:
«Καλά να πάθω, που έδειξα συμπόνια στον αχρείο».
Το δίδαγμα του μύθου: Η κακία δεν αλλάζει, με όση φιλανθρωπία και αν της φερθείς.

63. Ο ρήτορας Δημάδης.
[63.1] Μια φορά ο Δημάδης, ο γνωστός ρήτορας, έβγαζε λόγο δημόσια στην Αθήνα. Ο κόσμος όμως δεν του έδινε ιδιαίτερη προσοχή. Γι᾽ αυτό ο Δημάδης, με τα πολλά, τους παρακάλεσε να τον αφήσουν να τους διηγηθεί έναν μύθο του Αισώπου. Το ακροατήριο του έδωσε την άδεια, και έτσι ο ρήτορας έπιασε να εξιστορεί ως εξής: «Κάποτε περπατούσαν μαζί στον ίδιο δρόμο η Δήμητρα, το χελιδόνι και το χέλι. Έφτασαν, που λέτε, μπροστά σε ένα ποτάμι, και εκεί το χελιδόνι πέταξε ψηλά ενώ το χέλι βούτηξε μέσα στο νερό». Και σε αυτό το σημείο ο ρήτορας σταμάτησε να μιλάει. Ο κόσμος τότε βάλθηκε να τον βομβαρδίζει με ερωτήσεις: «Και η Δήμητρα; Τί έκανε η Δήμητρα; Πες μας». Και ο Δημάδης αποκρίθηκε: «Έγινε έξω φρενών εναντίον σας, φυσικά, αφού αδιαφορείτε για τις υποθέσεις του κράτους και κάθεστε να ακούτε ιστορίες από τον Αίσωπο».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Είναι άμυαλοι όσοι παραμελούν τα απαραίτητα και προτιμούν αντίθετα να καταγίνονται με ό,τι τους κάνει κέφι.

64. Το δάγκωμα του σκυλιού.
[64.1] Ήταν ένας άνθρωπος που τον δάγκωσε σκυλί και τριγυρνούσε γυρεύοντας κάποιον να τον γιατρέψει. Με τα πολλά βρέθηκε κάποιος και βάλθηκε να του δίνει οδηγίες: «Το και το, πρέπει να σκουπίσεις τα αίματα με ένα κομμάτι ψωμί και μετά να το πετάξεις στο σκυλί που σε δάγκωσε». Όμως ο δαγκωμένος τον διέκοψε, βάζοντας τις φωνές: «Είσαι με τα καλά σου; Άμα το κάνω αυτό, σίγουρα θα πέσουν μετά πάνω μου να με γεμίσουν δαγκωνιές όλα τα σκυλιά της πόλης!».
Έτσι συμβαίνει και με τους αχρείους ανθρώπους: Άμα δελεάσεις την κακία τους, ξεσηκώνονται και διαπράττουν ακόμη περισσότερο κακό.

65. Ο Διογένης πεζοπορεί.
[65.1] Μια φορά ο Διογένης, ο διάσημος Κυνικός φιλόσοφος, ταξίδευε με τα πόδια και έφτασε στις όχθες κάποιου ποταμού που ήταν γεμάτος νερό. Στεκόταν λοιπόν μπροστά στο πέρασμα και δεν ήξερε τί να κάνει. Με τα πολλά τον πρόσεξε κάποιος από εκείνους που είχαν αναλάβει την αποστολή να περνούν τον κόσμο απέναντι. Τούτος, που λέτε, βλέποντας τον φιλόσοφο να κοντοστέκεται άπραγος, τον πήρε και τον διαπόρθμευσε στην άλλη όχθη. Ο Διογένης έμεινε έκπληκτος με την καλοσύνη του ανθρώπου· γι᾽ αυτό έμεινε κολλημένος επιτόπου και ελεεινολογούσε την άμοιρη τη φτώχεια του, που εξαιτίας της δεν ήταν σε θέση να ανταμείψει κατάλληλα τον ευεργέτη του. Ενώ όμως ο φιλόσοφος καθόταν και τα αναλογιζόταν όλα αυτά, ο περαματάρης πρόσεξε κάποιον άλλον ταξιδιώτη που δεν μπορούσε να διαβεί αντίπερα. Ευθύς λοιπόν έτρεξε προς το μέρος του και τον διαπόρθμευσε και αυτόν. Τότε ο Διογένης πήγε κοντά του και του είπε: «Ξέρεις, κύριος, δεν αισθάνομαι πια να σου έχω καμία υποχρέωση για αυτό που έγινε. Εξ όσων βλέπω, ό,τι κάνεις δεν το κάνεις από ορθή κρίση αλλά από καθαρή τρέλα».
Το δίδαγμα του μύθου: Όσοι ευεργετούν αδιάκριτα τους ανάξιους μαζί με τους σπουδαίους, δεν αποκτούν τη δόξα του ευεργέτη. Απεναντίας, ο κόσμος τούς περνάει μάλλον για ανόητους.

65a. Ο Διογένης και ο φαλακρός.
[65a.1] Μια φορά κάποιος φαλακρός περιγελούσε τον Διογένη, τον γνωστό Κυνικό φιλόσοφο. Ο Διογένης, όμως, τον συγύρισε κατάλληλα: «Εγώ, αγαπητέ, δεν θα σε βρίσω· μακριά από μένα τέτοιο πράγμα. Εγώ έχω μονάχα επαίνους — επαίνους για τα πρώην μαλλιά σου, εννοείται, που σηκώθηκαν και έφυγαν από τέτοια ξεκουτιασμένη κούτρα».

Το τρίγωνο στις διαπροσωπικές σχέσεις

Σχετική εικόναΊσως να μην υπάρχει τίποτα το οποίο συναντάμε συχνότερα στην ιστορία της ανθρωπότητας από τις τριάδες. Πράγματι, ο αριθμός τρία, είναι ένα νούμερο το οποίο συναντάμε ξανά και ξανά.

Στην τριαδική ανάλυση του ανθρώπινου ψυχισμού από τον Freud, αλλά και τον Rogers στη συνέχεια, βλέπουμε πάντοτε έναν «τρίτο» ο οποίος μπαίνει μέσα σε μια δυαδική σχέση για να καταλήξει να συμβολίζει τελικά την σοφία, την ισορροπία, το μέτρο. Δεν έχει μεγάλη σημασία εάν αυτός ο «τρίτος», είναι το «Άγιο Πνεύμα», το Φροϋδικό «Υπερεγώ», ή ο «ιδανικός εαυτός» του Rogers. Το θέμα είναι αυτή καθαυτή η ύπαρξή του, ο ρόλος του και οι λόγοι για τους οποίους αυτός ο «τρίτος» είναι απαραίτητος για την σταθεροποίηση μιας δυαδικής δομής.

Από την αρχαία τραγωδία, μέχρι και σήμερα η ανθρώπινη ζωή ήταν πάντοτε ένα δράμα αποτελούμενο από τρεις ρόλους. Σύμφωνα με τον Μπουκάι, ο Hegel ήταν αυτός που είχε υποστηρίξει, ότι και στις ανθρώπινες σχέσεις, ο τρίτος άνθρωπος παίζει καταλυτικό ρόλο.

Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, ο σκοπός κάθε ανθρώπου είναι να καταφέρει να κάνει έναν άλλο άνθρωπο να τον θαυμάσει. Αυτή είναι και η κινητήρια δύναμη για την δημιουργία μίας σχέσης. Εμφανίζεται όμως το εξής πρόβλημα: Εγώ μπορεί να αγωνίζομαι με πάθος για να κερδίσω τον θαυμασμό κάποιου άλλου, αλλά αυτό θα έχει αξία μόνο μέχρι να τα καταφέρω. Από τη στιγμή που θα επιτύχω το στόχο μου, και θα καταφέρω ο άλλος να με θαυμάζει, ξαφνικά αυτός ο άλλος πέφτει στα μάτια μου. Δεν είναι πλέον ένας άνθρωπος, αλλά κάτι το δεδομένο για μένα, κάποιος ο οποίος έτσι κι αλλιώς με θαυμάζει, και ο θαυμασμός του προς το πρόσωπό μου, δεν μου προσφέρει πλέον τίποτα.

Προκειμένου να δοθεί μια λύση σε αυτό το παράδοξο, ο Hegel πρότεινε ότι πρέπει να μπει ένας τρίτος άνθρωπος στο παιχνίδι. Αυτός θα λειτουργήσει ως αυτόπτης μάρτυρας της όλης διαδικασίας. Είναι αυτός που θα με δει να κατακτώ τον θαυμασμό του άλλου. Επειδή αυτός ο τρίτος δεν θα βρίσκεται χαμηλότερα στα μάτια μου από εμένα, όπως ο άνθρωπος που κατάφερα να κάνω να με θαυμάσει, ο τρόπος με τον οποίο θα με βλέπει , θα μου προσφέρει τελικά την ικανοποίηση που ψάχνω.

Το τρίγωνο στην ψυχολογία
Περνώντας στον τομέα της ψυχολογίας, τα τρίγωνα είναι μια έννοια την οποία θα συναντάμε πολύ συχνά μπροστά μας. Στην πραγματικότητα, οι περισσότερες διαπροσωπικές σχέσεις περιλαμβάνουν τρίγωνα, και η αναγνώρισή τους είναι πολύ σημαντική, αφού αποτελεί ένα από τα πρώτα βήματα που θα οδηγήσουν στην βελτίωση των εν λόγω σχέσεων.

Μιλώντας για τρίγωνο στην ψυχολογία, εννοούμε την περίπτωση που σε μία σχέση ανάμεσα σε δύο ανθρώπους χρησιμοποιείται ένας τρίτος προκειμένου να λυθούν προβλήματα της σχέσης. Αυτό συνήθως γίνεται χωρίς να το γνωρίζει κανένας από τους συμμετέχοντες. Δεν περιλαμβάνει δηλαδή πρόθεση.

Ένα πολύ συνηθισμένο παράδειγμα τριγώνου, είναι σε μία σχέση ανάμεσα σε δύο γονείς, η οποία δεν πάει καλά. Προκειμένου να μπορέσει να κρατηθεί ζωντανή, οι γονείς μπορεί να χρησιμοποιούν το παιδί. Μπορεί να ενώνουν τις δυνάμεις τους για να «λύσουν» ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζει το παιδί, το οποίο με τη σειρά του, να συνεχίζει να έχει αυτό το πρόβλημα έτσι ώστε οι γονείς να ασχολούνται με αυτό αντί να συγκρούονται μεταξύ τους (κοινώς να τραβάει τα πυρά). Σε κάποια άλλη περίπτωση, μπορεί κάθε φορά που η μητέρα τσακώνεται με τον πατέρα, να περνάει περισσότερο και ποιοτικότερο χρόνο με το παιδί, και έτσι ο πατέρας να νιώθει απομονωμένος και ανεπαρκής στο ρόλο του ως γονιός. Ή μπορεί ο πατέρας να κάνει το ίδιο πράγμα, κάνοντας τη μητέρα να νιώθει ανεπαρκής.

Η κατανόηση των τριγώνων, είναι ιδιαίτερα σημαντική σε περιπτώσεις που κάποιος ο οποίος αναφέρει πρόβλημα στην συντροφική του σχέση. Υπάρχει ο κίνδυνος, να πιέσει τον σύμβουλο να πάρει κάποια θέση υπέρ ή εναντίον του και στη συνέχεια συζητώντας το με τον σύντροφό του, να στραφούν και οι δύο ενάντια στον τρίτο. Αυτό είναι μια τακτική που θα βοηθήσει το ζευγάρι να νιώσει καλύτερα, αλλά αυξάνει τον κίνδυνο να απομακρυνθεί από τη θεραπεία χωρίς να έχει ουσιαστικά αντιμετωπιστεί κανένα από τα προβλήματα με τα οποία ήρθε.

Αλλά και στην καθημερινή μας ζωή, το να κατανοήσουμε ποια τρίγωνα δημιουργούμε στις σχέσεις με τους αγαπημένους μας ανθρώπους καθώς και τον ρόλο που παίζουν αυτά, στην αλληλεπίδρασή μας με τους γύρω μας, αποτελεί ένα σημείο κλειδί για την βελτίωση των σχέσεών μας

Βελτιώνοντας την ακρίβεια των μοντέλων που προβλέπουν το πλήθος των στοιχείων που δημιουργούνται σε εκρήξεις άστρων

Οι κλασικοί καινοφανείς – θερμοπυρηνικές εκρήξεις που συμβαίνουν ένας λευκός νάνος σωρεύει υλικό από ένα συνοδό άστρο – θεωρούνται ότι είναι μια σημαντική πηγή των στοιχείων μέχρι το ασβέστιο. Ωστόσο, υπάρχουν μεγάλες αβεβαιότητες στις προβλέψεις του υπάρχοντος μοντέλου των ποσοτήτων των στοιχείων που δημιουργούνται στους καινοφανείς. Τέτοιες αδυναμίες υφίστανται, εν μέρει, εξαιτίας της φτωχής γνώσης των ρυθμών των πυρηνικών αντιδράσεων μέσω των οποίων δημιουργούνται τέτοια στοιχεία. Τώρα, ο Gregory Christian, στο Πανεπιστήμιο A&M του Τέξας στην College Station και οι συνάδελφοί του έχουν περιγράψει μια τέτοια αντίδραση με πρωτοφανή ακρίβεια. Σύμφωνα με την ανάλυση των συγγραφέων, τα νέα αποτελέσματα μειώνουν δραματικά τις αβεβαιότητες των υπολογισμών του μοντέλου.

Οι ερευνητές εστίασαν σε μια αντίδραση στην οποία πυρήνας καλίου-38 συλλαμβάνει ένα πρωτόνιο για να σχηματίσει ασβέστιο-39 και απελευθερώνει ακτίνες-γ. Προηγούμενη θεωρητική εργασία έδειξε ότι για ορισμένους τύπους καινοφανών η αντίδραση αυτή ήταν ένα κύριος καθοριστικός παράγοντας του ρυθμού παραγωγής για το ασβέστιο, το κάλιο και το αργό. Σε πειράματα που έλαβαν χώρα στο εθνικό εργαστήριο για σωματιδιακή και πυρηνική φυσική, TRIUMF, του Καναδά, η ομάδα κατεύθυνε δέσμη ραδιενεργού καλίου-38 προς ένα στόχο αερίου υδρογόνου. Μετά χρησιμοποιώντας τον Ανιχνευτή DRAGON (Detector Recoils And Gammas Of Nuclear Reactions), μέτρησαν το ρυθμό με τον οποίο παράγονταν το ασβέστιο-39 και οι ακτίνες-γ σε συγχρονία. Από τέτοιες μετρήσεις, η ομάδα απέκτησε μια εκτίμηση του ρυθμού αντίδρασης με μια αβεβαιότητα – που ορίζεται ως το λόγος του ανώτερου προς το κατώτερο όριο για το ρυθμό – περίπου 15, που είναι 250 φορές καλύτερη από προηγούμενες εκτιμήσεις. Βρήκαν ότι τα νέα όρια βελτιώνουν την ακρίβεια των προβλέψεων του πλήθους για τα τρία στοιχεία κατά έναν παράγοντα περίπου 10.

Ανεκπλήρωτος έρωτας

Η αγάπη δε χρειάζεται να πληγώνει, δυστυχώς όμως φαίνεται ότι σε μερικές περιπτώσεις αυτό ακριβώς κάνει.

Τι είναι αυτό που πληγώνει;
Η αλήθεια είναι ότι δεν πρόκειται για την αγάπη καθαυτή που πληγώνει, αλλά για το ότι το άτομο παύει να είναι ερωτευμένο και απομακρύνεται, προξενώντας στον σύντροφό του στεναχώρια.  Και όσο πιο ερωτευμένος είναι κανείς, όσο μεγαλύτερο πάθος έχει, τόσο μεγαλύτερη και πιο απότομη είναι η πτώση του.  Ένας χωρισμός, διαζύγιο, θάνατος ή εγκατάλειψη είναι από τις πιο οδυνηρές εμπειρίες, επειδή μας λείπει η αγάπη τόσο πολύ.

Τι χρειαζόμαστε στη ζωή;
Δυο βασικά πράγματα που χρειαζόμαστε στη ζωή είναι α) να μην είμαστε ή να μην αισθανόμαστε μόνοι και β) να αισθανόμαστε ότι οι άλλοι μας εκτιμούν και μας αγαπούν γι’ αυτό που είμαστε.  Η αγάπη μας φέρνει κοντά, ενώ η μοναξιά μας υπενθυμίζει ότι κάτι μας λείπει στη ζωή.  Έτσι, όταν υπάρχει μονόπλευρη αγάπη, δηλαδή όταν κάποιος αγαπάει ένα άλλο άτομο που δεν ανταποκρίνεται, στην πραγματικότητα έχει τόση ανάγκη ν’ αγαπηθεί και να μην είναι μόνος, που διαλέγει το λάθος ‘αντικείμενο’ και δεν μπορεί να το αφήσει για κάτι πιο ταιριαστό.  Συχνά οι άνθρωποι ψάχνουν την ψυχική ικανοποίηση μέσα από την αγάπη των άλλων, ενώ το μόνο που έχουν να κάνουν είναι καταρχήν ν’ αγαπήσουν τον εαυτό τους.

Το άτομο που βρίσκεται στη δυσάρεστη θέση ν’ αγαπάει χωρίς ανταπόκριση, είτε εισπράττει πλήρη άρνηση και αδιαφορία από τον άλλον, είτε πρέπει να αρκεστεί στο ότι ο άλλος του προσφέρει μόνο τη φιλία του.  Όσο ο έρωτας του ενός φουντώνει, τόσο η ερωτική αδιαφορία του άλλου γίνεται εμφανέστερη και γι’ αυτό πληγώνει περισσότερο. Κι επειδή πρόκειται για παγκόσμιο φαινόμενο, που λίγο-πολύ καθένας έχει την εμπειρία του, γι’ αυτό το λόγο και η αγάπη χωρίς ανταπόκριση αποτελεί βασικό θέμα πολλών ταινιών και τραγουδιών.

Όταν η αγάπη υπάρχει μόνο από τη μία πλευρά και το άτομο αυτό καταφέρει με κάποιον τρόπο να πείσει ή να αναγκάσει το άλλο άτομο που δεν ανταποκρίνεται να δημιουργήσουν μια σχέση έστω και δοκιμαστικά, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό, γιατί οδηγεί στην εγκατάλειψη και τη στεναχώρια.

Η συνταγή της μιζέριας
Πέρα από την αγάπη χωρίς ανταπόκριση, υπάρχουν και πολλά άλλα συναισθήματα που αναμειγνύονται σε αυτή την κατάσταση. Υπάρχει πάθος, που γίνεται έμμονη ιδέα με το άλλο άτομο που δεν ανταποκρίνεται.

Σε αυτό προσθέτουμε τις ανεκπλήρωτες προσδοκίες, τα όνειρα, τη φαντασίωση ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει ξαφνικά και να αλλάξει την κατάσταση. Και βέβαια, το συναίσθημα της απόρριψης από το άλλο άτομο είναι παρόν και έντονο.

Υπάρχει ζήλεια, αυτολύπηση και, βέβαια, η αίσθηση του ανεκπλήρωτου. Το όλο συναισθηματικό μείγμα είναι η συνταγή για να νιώθει κανείς μίζερα και χωρίς ελπίδα.

Όταν μάλιστα το άτομο που δεν ανταποκρίνεται στην αγάπη του άλλου δεν λέει ξεκάθαρα ότι δεν ενδιαφέρεται ή όταν είναι φιλικό και ευγενικό, χωρίς περαιτέρω ερωτικές προθέσεις, τότε δημιουργεί ψεύτικες ελπίδες στον ερωτευμένο καθώς και εξάρτηση.

Και όταν ξεκαθαριστεί κάποια στιγμή ότι η στάση του είναι καθαρά φιλική, το άτομο που ήταν ερωτευμένο χωρίς ανταπόκριση αισθάνεται ότι γκρεμίζεται από την κορυφή του πύργου των ονείρων και των επιθυμιών του και προσγειώνεται με τα μούτρα στη σκληρή πραγματικότητα.

Σύμφωνα με το μοντέλο της συμπεριφορικής ψυχολογίας, ο λόγος που η ευγενική και φιλική συμπεριφορά αυτού που δεν είναι ερωτευμένος προς τον ερωτευμένο του γίνεται έμμονη ιδέα και του προκαλεί εξάρτηση είναι επειδή πρόκειται για επιβράβευση των προσδοκιών του ερωτευμένου.

Και όσο πιο πολύ επιβραβεύουμε μια συμπεριφορά, σε τυχαία χρονικά διαστήματα, τόσο περισσότερη εξάρτηση δημιουργούμε. Έτσι δημιουργούνται οι φρούδες ελπίδες και στη συνέχεια έρχεται ο ψυχικός πόνος.

Τι μπορεί να γίνει
Αν είστε στη θέση του ατόμου που δεν ανταποκρίνεστε στα αισθήματα που εκφράζει για σας κάποιος άλλος, θα πρέπει να είστε εντελώς ξεκάθαροι και ειλικρινείς με το άλλο άτομο. Η επικοινωνία είναι το κλειδί της επιτυχίας, ώστε ούτε το άλλο άτομο να αισθανθεί συντετριμμένο ούτε εσείς να έχετε τύψεις.

Το σημαντικότερο είναι να πει κανείς ξεκάθαρα -χωρίς να είναι ανελέητος- ότι δεν ενδιαφέρεται και να λήξει το ζήτημα εκεί. Το να χρυσώσει κανείς το χάπι, να αφήσει να εννοηθεί ότι κάτι θα μπορούσε να γίνει και να πει το ‘όχι, αλλά ίσως..’, αφήνοντας ψεύτικες προσδοκίες δεν είναι καλή τακτική, μια που διαιωνίζει το πρόβλημα και θα προκαλέσει δυσάρεστες καταστάσεις.

Αν είστε στη θέση του ατόμου που αγαπά χωρίς ανταπόκριση, θα πρέπει να διατηρήσετε την ψυχραιμία σας στο πώς βλέπετε και αντιμετωπίζετε τα πράγματα. Η απόρριψη από ένα άτομο δε σημαίνει ότι είστε καταδικασμένοι σε μόνιμη αποτυχία.

Το να γίνει σκοπός της ζωής σας το να κατακτήσετε αυτό το άτομο ή το να σας γίνει έμμονη ιδέα και να σκέφτεστε διαρκώς όλες τις πτυχές του ζητήματος ή να το αναλύετε σε βάθος και πλάτος ούτε αυτό ωφελεί.

Μπορείτε να ομολογήσετε ειλικρινά στον εαυτό σας ότι ερωτευτήκατε, ότι κάνατε λάθος επιλογή ατόμου, ότι παρασυρθήκατε και ότι πιθανότατα είναι ο πληγωμένος σας εγωισμός που δε σας αφήνει να ξεκολλήσετε.

Αν μπορέσετε ν’ αντιληφθείτε ότι από τη στιγμή που ο άλλος δε σας θέλει αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι δεν είναι αρκετά καλός για σας και ότι θα υπάρξει κάποιο άλλο άτομο να ερωτευθείτε και να σας ερωτευθεί στη συνέχεια, τότε θα σας είναι πολύ πιο εύκολο ν’ αφήσετε πίσω σας τον έρωτα χωρίς ανταπόκριση.

Κι έπειτα, θα πρέπει να θυμάστε ότι δεν είστε το μόνο άτομο στον κόσμο που του συνέβη κάτι τέτοιο, μια που αυτή η κατάσταση είναι πάρα πολύ συχνή, στην αληθινή ζωή και στον κινηματογράφο, και ότι το ‘happy ending’, το αίσιο τέλος έρχεται, ίσως όχι με τη μορφή και τον άνθρωπο που θα θέλατε εκείνη τη στιγμή, αλλά έρχεται!

Ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους σαν αντικείμενα

Σχετική εικόναΗ προσέγγισή μας στη ζωή γίνεται σήμερα ολοένα και πιο μηχανική. Ο βασικός στόχος μας είναι να παράγουμε πράγματα και στη διαδικασία αυτής της ειδωλολατρίας των πραγμάτων μεταμορφώνουμε τους εαυτούς μας σε εμπορεύματα. Συμπεριφερόμαστε στους ανθρώπους σαν να ήταν αριθμοί. Το ερώτημα εδώ δεν είναι κατά πόσο τους συμπεριφερόμαστε καλά και αν είναι καλοταϊσμένοι (μπορεί κανείς να συμπεριφέρεται καλά και στα αντικείμενα)- το ερώτημα είναι κατά πόσο οι άνθρωποι είναι πράγματα ή έμβια όντα. Οι άνθρωποι αγαπούν τα μηχανικά μαραφέτια περισσότερο από τα έμβια όντα. Προσεγγίζουμε τους ανθρώπους νοητικά-αφαιρετικά. Ενδιαφερόμαστε για τους ανθρώπους σαν αντικείμενα, τα κοινά τους χαρακτηριστικά, τους στατιστικούς κανόνες της μαζικής συμπεριφοράς, και όχι για τα ζωντανά άτομα.

Όλα αυτά συμβαδίζουν με τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των γραφειοκρατικών μεθόδων. Σε τεράστια κέντρα παραγωγής, τεράστιες πόλεις, τεράστιες χώρες, οι άνθρωποι διοικούνται σαν να ήταν πράγματα- οι άνθρωποι και οι διοικητές τους μετασχηματίζονται σε πράγματα και υπακούν στους νόμους των πραγμάτων. Όμως ο προορισμός του ανθρώπου δεν είναι ένα πράγμα. Καταστρέφεται αν γίνει πράγμα- και προτού συμβεί αυτό, φτάνει σε απόγνωση και επιθυμεί να σκοτώσει κάθε ζωή.

Σε ένα γραφειοκρατικά οργανωμένο και συγκεντρωτικό βιομηχανισμό, οι προτιμήσεις χειραγωγούνται, ώστε οι άνθρωποι να καταναλώνουν όσο το δυνατόν περισσότερο και σε προβλέψιμες και προσοδοφόρες κατευθύνσεις. Η ευφυΐα και ο χαρακτήρας τους κανονικοποιείται από τον συνεχώς αυξανόμενο ρόλο των τεστ που επιλέγουν τους μέτριους και δειλούς σε σύγκριση με τους ευρηματικούς και τολμηρούς. Μάλιστα, ο γραφειοκρατικός-βιομηχανικός πολιτισμός, που έχει επικρατήσει στην Ευρώπη και στη βόρεια Αμερική, έχει δημιουργήσει έναν νέο τύπο ανθρώπου- μπορούμε να τον περιγράψουμε ως τον οργανωτικό άνθρωπο, ως τον αυτόματο άνθρωπο και ως τον homo mechanicus (μηχανικός άνθρωπος). Με αυτό εννοώ έναν άνθρωπο των “συσκευών” (gadget), που έλκεται βαθιά από οτιδήποτε μηχανικό και έχει μια τάση κατά οτιδήποτε ζωντανού. Είναι αλήθεια ότι ο βιολογικός και φυσιολογικός εξοπλισμός του ανθρώπου τον εφοδιάζει με τόσο ισχυρές σεξουαλικές παρορμήσεις, που ακόμη και ο homo mechanicus συνεχίζει να έχει σεξουαλικές επιθυμίες και να αποζητά γυναίκες. Ωστόσο, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το ενδιαφέρον του για τις γυναίκες μειώνεται. Μια γελοιογραφία στην εφημερίδα New Yorker το υπέδειξε αυτό με πολύ κωμικό τρόπο. Μια πωλήτρια που προσπαθεί να πουλήσει μια συγκεκριμένη μάρκα αρώματος σε μια νεαρή πελάτισσα το προτείνει λέγοντας: “Μυρίζει σαν καινούριο σπορ αυτοκίνητο”. Πράγματι, κάθε παρατηρητής της ανθρώπινης συμπεριφοράς σήμερα θα επιβεβαιώσει ότι αυτό το σκίτσο είναι κάτι παραπάνω από ένα έξυπνο αστείο. Υπάρχει, όπως φαίνεται, μεγάλος αριθμός αντρών που ενδιαφέρονται περισσότερο για τα σπορ αυτοκίνητα, τις συσκευές τηλεόρασης και ραδιοφώνου, τα διαστημικά ταξίδια και ένα σωρό άλλα μαραφέτια, απ’ ό,τι για τις γυναίκες, την αγάπη, τη φύση, την τροφή- άντρες που διεγείρονται περισσότερο από τη μεταχείριση μη οργανικών, μηχανικών πραγμάτων παρά από τη ζωή. Δεν θα ήταν υπερβολικό ακόμη και να υποθέσουμε ότι ο homo mechanicus περισσότερο γοητεύεται και νιώθει υπερηφάνεια για συσκευές που μπορούν να σκοτώσουν εκατομμύρια ανθρώπους σε απόσταση αρκετών χιλιάδων χιλιομέτρων μέσα σε μερικά λεπτά, παρά αισθάνεται φόβο και θλίψη από την πιθανότητα μιας τέτοια μαζικής καταστροφής. Ο homo mechanicus συνεχίζει να απολαμβάνει το σεξ και το ποτό. Όμως όλες αυτές τις ηδονές τις αναζητά μέσα στο πλαίσιο αναφοράς του μηχανικού και του άβιου. Περιμένει ότι πρέπει να υπάρχει ένα κουμπί που, αν το πατήσει, θα φέρει ευτυχία, αγάπη, ικανοποίηση. (Πολλοί πηγαίνουν σε ψυχαναλυτή έχοντας την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να τους διδάξει πώς να βρουν αυτό το κουμπί.) Κοιτάζει τις γυναίκες όπως θα κοίταζε κανείς ένα αυτοκίνητο: ξέρει ποια είναι τα σωστά κουμπιά που πρέπει να πατήσει, απολαμβάνει τη δύναμη που έχει να την κάνει να “τρέξει” και παραμένει ένας ψυχρός παρατηρητής. Τον homo mechanicus τον ενδιαφέρει ολοένα και περισσότερο η μεταχείριση των μηχανών παρά η συμμετοχή και η αντίδραση στη ζωή. Έτσι, γίνεται αδιάφορος απέναντι στη ζωή.

Σκεφτείτε τον ρόλο που παίζει ο σκοτωμός στις διασκεδάσεις μας. Ο κινηματογράφος, τα κόμικς, οι εφημερίδες είναι τόσο συναρπαστικά, επειδή είναι γεμάτα με αναφορές καταστροφής, σαδισμό και βαρβαρότητα. Εκατομμύρια άνθρωποι ζουν μια ανιαρή αλλά άνετη ζωή- και τίποτα δεν τους συναρπάζει περισσότερο από το να παρακολουθούν ή να διαβάζουν για σκοτωμούς, είτε πρόκειται για έναν φόνο είτε για ένα μοιραίο ατύχημα σε έναν αυτοκινητιστικό αγώνα. Αυτό δεν αποτελεί ένδειξη για το πόσο βαθύ έχει γίνει ήδη αυτό το πάθος για τον θάνατο; Ή σκεφτείτε εκφράσεις όπως “μέχρι θανάτου” ή “πεθαίνω να” κάνω αυτό ή εκείνο ή την έκφραση “με σκοτώνει”. Σκεφτείτε την αδιαφορία για τη ζωή που εκδηλώνεται στα ποσοστά των τροχαίων ατυχημάτων.

Εν συντομία, η διανοητικοποίηση, η ποσοτικοποίηση, η αφαιρετικοποίηση, η γραφειοκρατικοποίηση και η πραγματικοποίηση – οι οποίες αποτελούν χαρακτηριστικά της σύγχρονης βιομηχανικής κοινωνίας- όταν εφαρμόζονται στους ανθρώπους, αντί στα πράγματα, δεν αποτελούν τις αρχές της ζωής αλλά της μηχανικής. Οι άνθρωποι που ζουν σε ένα τέτοιο σύστημα αναπτύσσουν αδιαφορία προς τη ζωή ή ακόμη και έλξη προς τον θάνατο. Οι ίδιοι δεν το αντιλαμβάνονται. Περνούν τις εξάψεις των συγκινήσεων για τις χαρές της ζωής και ζουν με την ψευδαίσθηση ότι είναι ζωντανοί όταν έχουν πολλά πράγματα στην κυριότητά τους ή προς χρήση. Η έλλειψη διαμαρτυρίας κατά του πυρηνικού πολέμου, οι συζητήσεις των “ατομολόγων” μας για το ισοζύγιο της ολοκληρωτικής ή σχεδόν ολοκληρωτικής καταστροφής δείχνει πόσο βαθιά έχουμε προχωρήσει ήδη στην “κοιλάδα της σκιάς του θανάτου”.

Erich Fromm, Η Καρδιά του Ανθρώπου

Τα βαρυτικά κύματα μας αποκαλύπτουν την σταθερά Hubble και το πόσο γρήγορα διαστέλλεται το σύμπαν

Σχετική εικόναΤο 2016 οι αστρονόμοι πραγματοποίησαν την  πρώτη ανίχνευση των βαρυτικών κυμάτων εξ αιτίας της συγχώνευσης δύο μαύρων οπών. Και έτσι μας έδωσε έναν εντελώς νέο τρόπο να δούμε τον Κόσμο. Τώρα πια δεν περιοριζόμαστε από την εκπομπή και την απορρόφηση του φωτός από την ύλη. Μπορούμε να εξερευνήσουμε το σύμπαν μέσα από κυματισμούς στον ιστό του ίδιου του χωροχρόνου. Μέσα δε από πρόσφατες παρατηρήσεις μπορούμε να μελετήσουμε την πιο μυστηριώδη άποψη του χωροχρόνου, γνωστή και ως σκοτεινή ενέργεια.
 
Η σκοτεινή ενέργεια είναι αυτό που προκαλεί την διαστολή του ίδιου του σύμπαντος. Αποτελεί περίπου το 70% του σύμπαντος, αλλά δεν γνωρίζουμε πραγματικά τι είναι. Ένας λόγος γι ‘αυτό είναι ότι δεν γνωρίζουμε με ακρίβεια πόσο διαστέλλεται το σύμπαν. Η κοσμική διαστολή τυπικά καθορίζεται από την παράμετρο – σταθερά Hubble H 0 . Επειδή το σύμπαν διαστέλλεται, οι πιο μακρινοί γαλαξίες φαίνεται να απομακρύνονται από εμάς γρηγορότερα από τους κοντινότερους γαλαξίες. Η ταχύτητα ενός μακρινού γαλαξία σχετίζεται με την απόσταση του, από τον γνωστό τύπο v = H 0 d. Μπορούμε, ως γνωστόν, να μετρήσουμε την ταχύτητα ενός γαλαξία μέσω της ερυθρής μετατόπισης του φωτός του (redshift). Όσο μεγαλύτερη είναι η ταχύτητα του γαλαξία, τόσο περισσότερο το φως μετατοπίζεται προς μεγαλύτερα (ερυθρά) μήκη κύματος.
 
Γνωρίζοντας λοιπόν την απόσταση ενός γαλαξία και την παρατηρούμενη ερυθρή μετατόπιση του φωτός του (redshift), μπορούμε να προσδιορίσουμε την παράμετρο Hubble. Όταν το κάνουμε αυτό για πολλούς γαλαξίες, βρίσκουμε μια τιμή περίπου H 0 = 67,6 (km / s) / Mpc. Αλλά υπάρχει ένα πρόβλημα. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε άμεσα τις αποστάσεις σ τους πιο μακρινούς γαλαξίες. Χρησιμοποιούμε γι αυτούς τη γνωστή ως κλίμακα κοσμικής απόστασης , όπου χρησιμοποιούμε έναν τύπο μέτρησης για να προσδιορίσουμε την απόσταση των κοντινών άστρων και χρησιμοποιούμε αυτό το αποτέλεσμα σε άλλες παρατηρήσεις για να μετρήσουμε τις αποστάσεις σε κοντινούς γαλαξίες και μετά χρησιμοποιούμε αυτό το αποτέλεσμα για να μετρήσουμε πιο απομακρυσμένους γαλαξίες κοκ. Κάθε βήμα στην κλίμακα έχει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, και εάν ένα σκαλοπάτι στην κλίμακα δεν είναι ακριβής, γίνεται λάθος σε όλα τα άλλα.
   
Ευτυχώς, έχουμε και άλλους τρόπους μέτρησης της παραμέτρου –σταθεράς Hubble. Ένας από αυτούς είναι μέσα από το Κοσμικό Μικροκυματικό Υπόβαθρο . Αυτή η εναπομένουσα ηχώ του Big Bang έχει μικρές διακυμάνσεις της θερμοκρασίας. Το μέγεθος αυτών των διακυμάνσεων μας αποκαλύπτει μεταξύ των άλλων και το ρυθμό της κοσμικής διαστολής. Παρατηρήσεις από τον δορυφόρο Planck έδωσαν μία τιμή της σταθεράς Hubble περίπου H 0 = 67,7 (km / s) / Mpc.
 
Όμως άλλες μέθοδοι μέτρησης της σταθεράς Hubble δίνουν ελαφρώς διαφορετικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, μια μέθοδος εξέτασε το πώς το φως βγαίνει με τη βοήθεια βαρυτικού φακού από μακρινούς γαλαξίες. Ο βαρυτικός φακός μπορεί να δημιουργήσει πολλές εικόνες απομακρυσμένων υπερκαινοφανών, και καθώς κάθε εικόνα κάνει μια διαφορετική διαδρομή γύρω από τον γαλαξία, φθάνουν σε διαφορετικούς χρόνους. Ο χρονισμός αυτών των εικόνων μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προσδιορισμό της σταθεράς Hubble και το αποτέλεσμα δίνει, περίπου, H 0 = 71,9 (km / s) / Mpc. Μια άλλη διαφορετική μέθοδος χρησιμοποιεί τους μακρινούς σουπερνόβα και δίνει ένα αποτέλεσμα πολύ υψηλό, H 0 = 73 (km / s) / Mpc. Ποια είναι λοιπόν η πραγματική τιμή της παραμέτρου Hubble;
 
Εδώ έρχονται προς βοήθεια μας τα κύματα βαρύτητας. Όλες οι μετρήσεις της σταθεράς Hubble H 0  μέχρι στιγμής βασίζονται σε παρατηρήσεις φωτός. Τα κύματα βαρύτητας όμως μας παρέχουν μια εντελώς νέα μέθοδο μέτρησης των κοσμικών αποστάσεων. Καθώς αρχίζουν να συγχωνεύονται δύο μαύρες τρύπες ή άστρα νετρονίων, κάνουν μια σπειροειδή κίνηση όλο και περισσότερο μεταξύ τους, δημιουργώντας κύματα βαρύτητας που μπορούμε να εντοπίσουμε. Η συχνότητα αυτών των κυμάτων εξαρτάται από τις μάζες τους και οι μάζες τους καθορίζουν πόση ενέργεια παράγουν όταν συγχωνευθούν. Συγκρίνοντας την ενέργεια που παράγουν με την ισχύ των κυμάτων βαρύτητας που παρατηρούμε, γνωρίζουμε την απόσταση τους. Αυτός ο τρόπος είναι παρόμοιος με τον τρόπο που χρησιμοποιούνται τα Τυποποιημένα Κεριά στην οπτική αστρονομία, όπου γνωρίζουμε την πραγματική φωτεινότητα ενός άστρου ή γαλαξία και τη συγκρίνουμε με την παρατηρούμενη φωτεινότητα του για τον προσδιορισμό της απόστασης. Στην πραγματικότητα, αυτή η νέα μέθοδος έχει ονομαστεί Τυποποιημένη Σειρήνα (standard siren). Η δε ιδέα για τη χρήση πηγών βαρυτικών κυμάτων ως Τυποποιημένων Σειρήνων προτάθηκε από τον Bernard Schutz το 1986 .
 
Αλλά η απόσταση δεν είναι αρκετή για να καθορίσει την παράμετρο – σταθερά του Hubble. Πρέπει, επίσης, να καθορίσουμε την ταχύτητά του που απομακρύνεται από εμάς. Δεν μπορούμε να μετρήσουμε την ερυθρή μετατόπιση των βαρυτικών κυμάτων, και γι’ αυτό δεν μπορούμε να τα χρησιμοποιήσουμε για να μετρήσουμε την ταχύτητα. Αλλά όταν συγχωνεύονται δύο άστρα νετρονίων, παράγουν τόσο βαρυτικά κύματα όσο και φως. Για μια τέτοια συγχώνευση, παρατηρήσαμε όχι μόνο το παραγόμενο φως αλλά και την ερυθρή μετατόπισή του. Από αυτή μπορούμε να βρούμε την παράμετρο Hubble. Δεδομένου ότι η απόσταση βρίσκεται απευθείας από τα κύματα βαρύτητας, δεν βασίζεται στην Κλίμακα της Κοσμικής Απόστασης ή ένα υποτιθέμενο μοντέλο της κοσμικής διαστολής. Έτσι από αυτό το γεγονός βρέθηκε ότι H 0 = 70 (km / s) / Mpc.
 
Ενώ αυτό το αποτέλεσμα δείχνει μια μεγαλύτερη σταθερά Hubble H 0 , η αβεβαιότητα του αποτελέσματος είναι πραγματικά μεγάλη. Βάσει των δεδομένων, θα μπορούσε να είναι από 82 έως 62 km / s) / Mpc. Όμως αυτή η τιμή H 0 = 70 (km / s) / Mpc προέρχεται μόνο από μία μέτρηση. Καθώς θα παρατηρούνται περισσότερες συγχωνεύσεις, θα έχουμε ακριβέστερα αποτελέσματα. Έτσι τα κύματα βαρύτητας θα μας βοηθήσουν να καταγράψουμε καλύτερα την σταθερά Hubble.

Αντίληψη και Κατανόηση χωρίς τον Νου

Οι άνθρωποι αντιλαμβανόμαστε το περιβάλλον μας και τον κόσμο που γνωρίζουμε με ένα σταθερό και παγ(ι)ωμένο «ερμηνευτικό σύστημα» που στην τελική είναι αδιάφορο αν είναι δικό μας ή μας το έδωσαν άλλοι. Το πρόγραμμα ερμηνείας του σύμπαντος που τρέχουμε είναι ελαττωματικό και αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο ελαττωματικά· γι αυτό έχουμε τόσες αναπάντητες ερωτήσεις και τόσες πολλές διαστρεβλωμένες θεωρίες που δεν εξηγούν τίποτε, πέρα από την προβολή επιστημονικών φαντασιώσεων. Αυτό μπορεί να το δει κάθε άνθρωπος που είναι ικανός να βλέπει την ενέργεια που ρέει μέσα στο σύμπαν.

Το βασικότερο εμπόδιο που πρέπει με άτεγκτα αυστηρή πειθαρχία να ξεπεραστεί είναι το εμπόδιο του «εγώ» της κοινωνικοποίησης και της συνήθειας που δίνει στους ανθρώπους από γενιά σε γενιά μια πανομοιότυπα αυθαίρετη, οριστική κι αμετάκλητη άποψη του Κοσμικού. Αποτέλεσμα αυτής της ψευδαίσθησης (σκιές στον τοίχο από τους δεσμώτες – θαυματοποιούς) είναι η φαινομενικά ατράνταχτη πεποίθηση των ανθρώπων ότι ο κόσμος (φυσικός, ιστορικός, μυθολογικός) είναι ο μοναδικός και η οριστικότητα του είναι στατικά αδιαμφισβήτητη, ειδικά αφού την επιβάλλουν τόσο περισπούδαστοι ιεράρχες θρησκευτικοί κι επιστημονικοί. Επειδή δεν τολμάει κανείς να τους αμφισβητήσει, οι ψευδαισθήσεις τους εδραιώθηκαν σαν η μοναδική αληθοφανής θέση. Οι άνθρωποι είναι έρμαια δυνάμεων που τους έλκουν· από και σε κάθε κατεύθυνση και σπάνια αμφισβητούν την «ιερή αγελάδα» αντιθέτως την λατρεύουν. Μια χαρά τα ήξερε ο παππούς Πλάτων.

Βασική προϋπόθεση αντίληψης (πόσο μάλλον κατανόησης) κάθε πληροφορίας που έρχεται έξω από το ελαττωματικό ερμηνευτικό σύστημα είναι η απουσία μεσολάβησης του νου. Ο νους αγαπάει την συνήθεια και την κοινωνικοποίηση κι αυτό τον καθιστά επιρρεπή να άγεται και να φέρεται τόσο ηλίθια. Βασικό εργαλείο έκφρασης του «εγώ» σε κάθε του έκφανση είναι ο νους.

Θα στρέψω την προσοχή μας στην Ηλεκτρική Θεωρία του Σύμπαντος, η οποία τονίζει την σημασία του ηλεκτρισμού σε όλο το Σύμπαν και που εξηγεί το 99,99% των παρατηρούμενων κοσμολογικών φαινομένων και τις επιπτώσεις τους στην ζωή μας, από την δημιουργία ήλιων, αστέρων και πλανητών, μέχρι το βάθος του γονιδιώματος μας, όπου η πιθανότητα να αφήσεις έξω από την βιτρίνα το «εγώ» και τον νου θα δημιουργήσει μια παράξενα μαγική κατανόηση. Αντίληψη και Κατανόηση χωρίς τον Νου. Άφησε την Αίσθηση (όχι τα συναισθήματα· είναι του νου) να σε κατευθύνει, αυτή είναι η ΔΥΝΑΜΗ που τόσο συχνά διαβάζεις κι αναφέρουμε.

Η τρέλα του γαμήλιου έρωτα

Η υπερβολή της εποχής μας συνοψίζεται στο άπιαστο όνειρο: όλα σε ένα ή τα θέλω όλα. Ένα και μοναδικό πλάσμα πρέπει να συμπυκνώνει όλες μου τις προσδοκίες. Ποιος μπορεί να ανταποκριθεί σε τέτοια απαίτηση;
 Η ιλιγγιώδης αύξηση των διαζυγίων στην Ευρώπη δεν οφείλεται στον εγωισμό μας αλλά στον ιδεαλισμό μας: είναι αδύνατο να ζήσουμε μαζί, απέναντι στο είναι δύσκολο να μείνουμε μόνοι. Τα ζευγάρια διαλύονται όχι από απογοήτευση, αλλά από υπερβολική ιδέα για τον εαυτό τους. Από τον έρωτα δεν μένει παρά «το κεραυνοβόλο βλέμμα του θεού» (Αντρέ Μπρετόν) κι αυτό είναι το πρόβλημα. Παραφορτώνουμε το καράβι, το επενδύουμε με τόσες ελπίδες, ώστε τελικά ναυαγεί. Δεν υποφέρουμε από έλλειψη συναισθημάτων αλλά από υπερβολική ανάγκη για συναισθήματα.
 
Πιστεύω ακόμα στον μεγάλο έρωτα, ακούμε να λέμε. Όμως δεν έχει νόημα να πιστεύουμε σε μία αφηρημένη έννοια, όσο αξιοθαύμαστη κι αν είναι, καλύτερα να πιστεύουμε στα άτομα, τα ευάλωτα και ατελή άτομα. Αγαπώντας τον έρωτα καταλήγουμε στην εξιδανίκευσή του. Κάποτε αποκλεισμένος από τον γάμο, ο έρωτας-αίσθημα διαλύθηκε εκ των έσω προτού μπει σε κίνδυνο από τις υπερβολικές φιλοδοξίες – η βουλιμία του σηματοδοτεί και την απώλειά του. Από τότε που αφαιρέθηκαν τα εμπόδια που τον τροφοδοτούσαν με το να τον φρενάρουν, είναι υποχρεωμένος να βρει μόνος του τα μέσα για να ανανεωθεί. Πεθαίνει, όχι από τα εμπόδια που συναντά, αλλά από την εύκολη επιτυχία του.
 
Λένε ότι το πάθος είναι ακαταμάχητο: πράγματι, αντιστέκεται σε όλα εκτός από τον ίδιο του τον εαυτό. Η αρχαία τραγωδία αντέτασσε μια αδύνατη ένωση στη σκληρή τάξη των πραγμάτων – η σύγχρονη τραγωδία είναι ο έρωτας που σκοτώνει τον εαυτό του, που πεθαίνει επειδή νικά. Η ελευθερία του τού επιτρέπει να φθάνει στο απόγειό του και να παρακμάζει. Ποτέ οι ερωτικές μας ιστορίες δεν ήταν τόσο βραχύβιες, ποτέ δεν έφταναν τόσο νωρίς στο κρεβάτι και στη συμβίωση, εφόσον δεν υπάρχουν πια εμπόδια. Η δυστυχία μας δεν οφείλεται πια στην έλλειψη, οφείλεται στον κορεσμό.
 
Πρόκειται για μια ευρέως διαδεδομένη ασθένεια: η δαιμονική αναζήτηση του ερωτικού αντικειμένου που απογοητεύει και αντικαθίσταται από ένα άλλο, το οποίο με τη σειρά του επισκιάζεται από ένα τρίτο, ένα τέταρτο, μία σειρά από φλόγες που τρεμοσβήνουν κι ύστερα χάνονται για πάντα. Ενθουσιαζόμαστε, ψυχραινόμαστε, δεν είμαστε ποτέ ικανοποιημένοι. Κάθε φορά υπερτιμάμε τα συναισθήματά μας, νιώθουμε ψευτοερωτοχτυπημένοι – όπως γράφει ο Σταντάλ, «πιστεύουμε ότι αγαπάμε κάποιον για όλη μας τη ζωή στη διάρκεια μίας και μοναδικής βραδιάς».
 
Η αδελφή ψυχή δεν είναι ποτέ αρκετά ωραία, έξυπνη, σέξι, όλοι οι υποψήφιοι είναι καταδικασμένοι σε αποτυχία. Ο πρίγκιπας ήταν λοιπόν ένας τιποτένιος, η σεξοβόμβα μία ψυχρή νευρωτική, μία μέγαιρα. Αυτή είναι η κόλασή μας, αντίβαρο της προόδου: δεν μπορούμε να ερωτευτούμε άνδρες ή γυναίκες στο ύψος των προσδοκιών μας, επειδή οι προσδοκίες μας είναι μη ρεαλιστικές.
 
Έτσι, φτάνουμε στη μοναξιά. Μετά τα τριάντα, αντί να βρούμε το ονειρεμένο πλάσμα, καθόμαστε μπροστά στην τηλεόραση και μασουλάμε πρόχειρα φαγητά περιμένοντας να χτυπήσει το τηλέφωνο. Γι’ αυτό και πολλαπλασιάζονται οι μοναχικές και πονεμένες ψυχές στο διαδίκτυο, που συμμετέχουν σε μία αγορά «δεύτερο χέρι»: χωρισμένοι και ξαναπαντρεμένοι κάμποσες φορές «ερωτεύονται» έναν άγνωστο και είναι έτοιμοι να κάνουν τα ίδια λάθη, τις ίδιες εξωφρενικές επιλογές.
 
Θα πεθαίνατε για κάποιον που αγαπάτε; Το ζήτημα όμως δεν μπαίνει έτσι, κυρίως πρέπει να είμαστε πρόθυμοι να ζήσουμε με κάποιον, όχι να πεθάνουμε. Η ρουτίνα της καθημερινότητας συνεπάγεται τη συνέπεια της κάθε στιγμής και κάνει ανώφελη την εξονυχιστική εξέταση της κάθε χειρονομίας, της κάθε ακραίας ή τυχαίας κίνησης.
 
Κάποτε η συναισθηματική αγωγή συνίστατο στην αποφυγή της απογοήτευσης: έπρεπε να βρούμε το δρόμο μας στους μαιάνδρους της καρδιάς, να μην παραδοθούμε στις παρορμήσεις, να αντιμετωπίσουμε τις χίμαιρες της νιότης και να επιλέξουμε ένα πνευματικό και ηθικό δρομολόγιο. Όλη η φιλολογία μάς διδάσκεια, αντιθέτως, πώς να ανασκαλεύουμε τη φωτιά, πώς να φλεγόμαστε…
 
Ανατροπή σε σχέση με την κλασική εποχή: η κλασική εποχή φοβόταν τα μεγάλα πάθη, που προκαλούν δυστυχία – εμείς φοβόμαστε τη χλιαρότητα… Στην πραγματικότητα, δεν φοβόμαστε πια την αναρχία της συμπεριφοράς, αλλά την εξάλειψη των συγκινήσεων. Αυτό που επιζητούμε είναι το πάθος – ποιητικό, ευτυχισμένο – χωρίς τις μοιραίες του συνέπειες.

Ο Αριστοτέλης και η έννοια του νόμου

Στα Ηθικά Νικομάχεια ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει ότι ο νομοθέτης είναι ο μεγάλος παιδαγωγός της κοινωνίας. Υποστηρίζοντας ότι η αρετή δεν είναι εκ φύσεως αλλά αποτέλεσμα εθισμού, καθιστά σαφές πως μόνο με την επανάληψη ηθικών πράξεων μπορεί κανείς να αποκτήσει την αρετή, αφού μόνο η επανάληψη οδηγεί στη συνείδηση. Η ολοκλήρωση του εθισμού, δηλαδή της διαδικασίας των επαναλαμβανομένων πράξεων με σκοπό την αρετή, πιστοποιείται από τα αντίστοιχα συναισθήματα που συνοδεύουν την πράξη, αφού δε φτάνει να κάνει κανείς καλές πράξεις, αλλά πρέπει να νιώθει και χαρά απ’ αυτό. Κι αυτό ακριβώς είναι ο εθισμός (κατά την αρχαιοελληνική έννοια του όρου), η ταύτιση συγκεκριμένων ενεργειών με ευχάριστα συναισθήματα. Υπό αυτή την έννοια, το ότι δουλεύει κανείς (από μόνο του) δεν είναι απόδειξη της εργατικότητάς του. Γιατί, αν δεν εισπράττει και συναισθηματικά από την εργασία, με την πρώτη ευκαιρία θα την παρατήσει. Γι’ αυτό πρέπει να εθιστεί κανείς στην αρετή. Για να νιώθει συναισθηματικά ολοκληρωμένος με την εκπλήρωσή της. Μόνο έτσι θα καταφέρει να απομακρύνει όλους τους πιθανούς πειρασμούς. Και σ’ αυτό βέβαια χρειάζεται δάσκαλος. Ο δάσκαλος είναι ο άνθρωπος που θα καθοδηγήσει σωστά τη διαδικασία του εθισμού, αφού η εφαρμογή της ηθικής αρετής είναι πρωτίστως θέμα παιδείας. Γι’ αυτό και η διαπαιδαγώγηση οφείλει να ξεκινά από τις πολύ μικρές ηλικίες.

Υπό αυτή την έννοια, κατά τον Αριστοτέλη, ο νομοθέτης είναι αυτός που χαράσσει τον ηθικό δρόμο και τον επιβάλλει αδιαλείπτως στο όνομα της συνύπαρξης. Είναι ο μεγάλος δάσκαλος που εθίζει τους πολίτες στο καλό. Αν εθίσει τους πολίτες σωστά θα ελαχιστοποιήσει τις παραβάσεις. Αν όχι, θα τις αυξήσει – δηλαδή θα αποτύχει. Γι’ αυτό οι νόμοι πρέπει να ανταποκρίνονται στις ανάγκες, την κουλτούρα και τις συνθήκες της κάθε κοινωνίας. Γιατί ο ουρανοκατέβατος νόμος είναι παράλογος νόμος, κι ως τέτοιος είναι αδύνατο να έχει αποδοχή. (Ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε περιπτώσεις όπου ο ίδιος ο νομοθέτης παραβιάζει το νόμο ή φτιάχνει άδικους νόμους προκειμένου να ευνοήσει συγκεκριμένα συμφέροντα. Γιατί ο Αριστοτέλης δε χρησιμοποιεί λέξεις άσκοπα. Αν ο νομοθέτης δεν είναι ακέραιος τότε δεν είναι νομοθέτης, ή μάλλον είναι νομοθέτης μόνο κατ’ όνομα, αφού κατ’ ουσία είναι παραβάτης ο ίδιος).
 
Από τη στιγμή που καθίσταται σαφές ότι η αρετή, ως αντικείμενο του νόμου, είναι θέμα παιδείας, κι ότι κατ’ επέκταση ο νομοθέτης είναι ο δάσκαλος όλης της κοινωνίας, δε μένει παρά να μελετηθεί η παιδαγωγική μέθοδος που επιδιώκει την ταύτιση του ευχάριστου συναισθήματος με την πράξη της αρετής και συνακόλουθα του δυσάρεστου συναισθήματος με τις πράξεις που αντίκεινται στην αρετή. Κι εδώ ο Αριστοτέλης επικαλείται τις παιδαγωγικές μεθόδους του Πλάτωνα που συνδύαζε τον έπαινο με τις ενάρετες πράξεις, ώστε να συνδυαστεί το ευχάριστο συναίσθημα του επαίνου με το καλό, και την τιμωρία με τις ανεπιθύμητες, μη ηθικές πράξεις, ώστε να συνδυαστεί το δυσάρεστο συναίσθημα της τιμωρίας με το κακό. Η επανάληψη αυτής της τακτικής θα οδηγούσε τελικά στον εθισμό, δηλαδή στην αυτόματη και ισόβια αναζήτηση της ευχαρίστησης στις ηθικές πράξεις. Στο ερώτημα, κατά πόσο ο νομοθέτης οφείλει να ακολουθήσει αυτή την τακτική, ο Αριστοτέλης θέτει αντιρρήσεις στο ζήτημα του επαίνου. (Στο ζήτημα της τιμωρίας από την πλευρά του νόμου δεν αναφέρεται καν, ως κάτι απολύτως προφανές, αφού είναι αυτονόητο ότι οι παραβάτες του νόμου πρέπει να τιμωρούνται): «Σχετικά τώρα με τις τιμές που πρέπει να αποδίδονται σ’ εκείνους που επινοούν κάτι χρήσιμο για την πόλη η σχετική νομοθεσία δεν είναι ακίνδυνη, παρά είναι μόνο ευχάριστο να ακούει κανείς κάτι τέτοιο. Διότι μπορεί να προκαλέσει συκοφαντίες και ενδεχομένως ανατρεπτικά κινήματα».
 
Φυσικά το να ισχυριστεί κανείς ότι ο νόμος θα έπρεπε να επαινεί κάθε νόμιμη πράξη, με την ίδια λογική που οφείλει να τιμωρεί κάθε παράνομη πράξη, θα ήταν ανόητο. Η έννοια της επιβράβευσης τείνει προς την προαίρεση, και ο νόμος όχι μόνο δεν είναι προαιρετικός, αλλά (ενδεχομένως) ακόμη και ο χαρακτηρισμός καθήκον να μην είναι ακριβής. Γιατί ο νόμος είναι πρωτίστως κατοχύρωση των δικαιωμάτων, καθώς δε λειτουργεί περιοριστικά σε σχέση με τα πράγματα που απαγορεύει, αλλά απελευθερωτικά σε σχέση με τα πράγματα που διασφαλίζει. Η τήρηση του νόμου, ως προϋπόθεση της συνύπαρξης, είναι η επίτευξη της αρμονίας. Η ισότητα, η ισονομία, ο σεβασμός στον άλλο, η αξιοκρατία, με δυο λόγια η συνείδηση της αναγκαιότητας της κοινωνικής ισορροπίας, ως όρος για την ατομική γαλήνη, είναι ο δρόμος προς τη συλλογικότητα. Κι αυτό ακριβώς είναι ο νόμος. Το σημείο που διαχωρίζει την ατομικότητα από το όλο καθορίζοντας τις αμοιβαία απαιτούμενες συμπεριφορές. Αποδεχόμενοι ότι ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον δεν έχουμε παρά να συμπεράνουμε ότι ο νόμος είναι ο ρυθμιστής μιας φυσικής επιταγής. Αν καταλυθεί ο νόμος θα διαλυθούν οι πόλεις. Κι αν διαλυθούν οι πόλεις ο άνθρωπος θα οδηγηθεί στο παρά φύση, δηλαδή στη δυστυχία. Γι’ αυτό δε χρειάζεται ο νόμος να επιβραβεύει την εφαρμογή του. Η επιβράβευση είναι η ευεργεσία της συνύπαρξης. Κι αυτό πρέπει να το αντιλαμβάνεται κανείς χωρίς περαιτέρω εξηγήσεις. Ο έπαινος αφορά ζητήματα που θα ήταν καλό να κάνει κάποιος. Λειτουργεί δηλαδή προτρεπτικά. Κι η τήρηση του νόμου δεν είναι θέμα προτροπής. Είναι θέμα συνείδησης.
 
Όμως και οι τιμές προς όλους αυτούς «που επινοούν κάτι χρήσιμο για την πόλη» κρίνονται από τον Αριστοτέλη επικίνδυνες. Από θέση αρχής, κρύβουν κάτι λαϊκιστικό μέσα τους: «είναι μόνο ευχάριστο να ακούει κανείς κάτι τέτοιο». Η συνείδηση της αναγκαιότητας του νόμου δεν είναι τίποτε άλλο από τη συνείδηση της συλλογικότητας, δηλαδή της αδιαπραγμάτευτης προτεραιότητας του ομαδικού, αφού μόνο μέσα του ολοκληρώνεται η ατομικότητα. Με άλλα λόγια, απ’ όποια σκοπιά και να το δει κανείς, είτε τη συλλογική είτε την ατομική, αυτό που προέχει είναι διαφύλαξη της κοινωνίας. Ακόμη και η πιο στείρα εγωιστική εκδοχή οφείλει να γνωρίζει ότι το εγώ δεν υφίσταται χωρίς τους άλλους. Υπό αυτή την έννοια, ο εγωισμός που εκδηλώνεται σε βάρος του συνόλου και που κλονίζει την κοινωνική συνοχή, είναι ο εγωισμός που στρέφεται ενάντια στον εαυτό του. Ο υγιής εγωισμός είναι αυτός που προβάλλει την ατομικότητα μέσα στο πλαίσιο του συνόλου. Είναι δηλαδή η φιλοδοξία της υπεροχής που εκδηλώνεται θετικά προς τους άλλους. Και υπερέχει κανείς από τους άλλους, όταν μπορεί να πετύχει αυτό που οι άλλοι δεν μπορούν. Γι’ αυτό ο εγωιστής οφείλει να είναι πρωτίστως ευεργετικός. Γιατί εισπράττει συναισθηματικά την αναγνώριση της υπεροχής του, ικανοποιεί δηλαδή τον εγωισμό του (ενδεχομένως να έχει και κάποιες υλικές απολαβές) χωρίς όμως να προσπαθεί να αρπάξει από τους άλλους αυτό που δεν αξίζει. Ο γνήσιος εγωιστής δεν ανέχεται τις χάρες. Γιατί ο εγωισμός πηγαίνει με την περηφάνια.
 
Το ξεχείλωμα των νόμων προκειμένου να προωθούνται συγκεκριμένα συμφέροντα (ή, πολύ περισσότερο, η θέσπιση άδικων νόμων για τους ίδιους λόγους) δεν προδίδει μόνο μια κοινωνία αρπακτικών, αλλά, πρωτίστως, μια κοινωνία ηλιθίων. (Ερωτήσεις όπως “σε ποια κοινωνία ο νόμος διασφάλισε την ιδανική συνύπαρξη” και “πότε η εφαρμογή του νόμου εξάλειψε την αδικία” κλπ, καλύτερα να αποφευχθούν γιατί μάλλον θα οδηγήσουν σε δυσάρεστα αδιέξοδα. Το σίγουρο είναι ότι μόνο σε κοινωνίες ηλιθίων, η ηλιθιότητα αποτελεί κοινωνικό πρότυπο). Όμως ο Αριστοτέλης δεν αναφέρεται σε κάτι τέτοιο. Ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε μια κατάσταση ιδανικής θέσπισης και εφαρμογής των νόμων. Δηλαδή σε μια κατάσταση συνειδητοποιημένων πολιτών. Γι’ αυτό ο νόμος δε χρειάζεται να επιβραβεύει όλους αυτούς που πρόσφεραν κάτι ιδιαιτέρως χρήσιμο στην πόλη. Γιατί η πόλη είναι η προέκταση του εαυτού τους. Και βέβαια, ο Αριστοτέλης δεν επικροτεί μια κοινωνία απάθειας ή αγνωμοσύνης. Η προσφορά του καθενός οφείλει να αναγνωρίζεται. Όμως η αναγνώριση και ο κοινωνικός σεβασμός ως ένδειξη παραδοχής της προσφοράς κάποιου δεν έχει να κάνει με το νόμο. Έχει να κάνει με τις πεποιθήσεις και τις αξίες των ανθρώπων. Ο καθένας μπορεί να τιμά και να επικρίνει όποιον θέλει.
 
Όμως, η αδιαπραγμάτευτη σημασία του νόμου για την ύπαρξη της κοινωνίας δεν μπορεί παρά να οδηγήσει και στο αδιαπραγμάτευτο της ισχύος που πρέπει να έχει. Η ισχύς του νόμου, που οφείλει να είναι απαράβατος, δεν εξασφαλίζεται μόνο με την αντίληψη της ισονομίας ή της σωστής εφαρμογής του κλπ, αλλά (κυρίως) με τον ίδιο το σεβασμό που προκαλεί στους πολίτες. Κι εδώ δε μιλάμε για το σεβασμό που επιτυγχάνεται δια του φόβου. Εδώ μιλάμε για το σεβασμό που εμπνέει η εμπιστοσύνη της νηφάλιας κρίσης ως μέσο επίλυσης όλων των διαφορών. Και καθώς η κοινωνία εξελίσσεται, δεν υπάρχει τίποτε πιο λογικό απ’ το να εξελίσσονται και οι νόμοι που την καθορίζουν. Οι παρωχημένοι νόμοι δεν είναι παρά η οπισθοδρόμηση που αδυνατεί να προσαρμοστεί στις εξελίξεις. Η μετατροπή του νόμου σε τροχοπέδη των εξελίξεων είναι η αρχή της απαξίωσής του. Είναι η στιγμή που ο νομοθέτης δεν εθίζει σωστά τους πολίτες και γι’ αυτό αποτυγχάνει: «Όσον αφορά λοιπόν τις άλλες επιστήμες, η μεταβολή αποδείχθηκε επωφελής. Αυτό ισχύει π. χ. για την Ιατρική, όταν ήρθε σε ρήξη με την παράδοσή της, για τη Γυμναστική και για όλες γενικά τις τέχνες και δεξιότητες, και προφανώς πρέπει να ισχύει το ίδιο και για την Πολιτική, αφού και αυτή πρέπει να καταταχθεί σ’ αυτές. Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι απόδειξη περί αυτού αποτελούν τα ίδια τα γεγονότα. Είναι πιθανόν οι πρώτοι άνθρωποι, είτε γεννήθηκαν από τη γη είτε διασώθηκαν από κάποια καταστροφή, να ήταν όμοιοι με τους σημερινούς τυχαίους και ανόητους, όπως λέγεται και για τους ανθρώπους που γεννήθηκαν από τη γη. Γι’ αυτό είναι παράλογο να μένουμε προσκολλημένοι στις αντιλήψεις τους».
 
Ξεκαθαρίζοντας ότι ο Αριστοτέλης δεν τάσσεται συλλήβδην κατά της παράδοσης, καθίσταται σαφές ότι προσπαθεί να καταδείξει με νηφαλιότητα τη σημασία της διαχείρισης των νόμων. Και η προσκόλληση στο παρελθόν, που κατά βάση εξιδανικεύεται, δεν αποτελεί νηφάλια προσέγγιση. Η αντίληψη της άκαμπτης νομοθεσίας δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το να οδηγήσει το νόμο σε σύγκρουση με τις κοινωνικές ανάγκες. Ο νόμος οφείλει να βρίσκεται σε διαρκή διαλεκτική σχέση με την κοινωνία. Πρέπει να την καθορίζει και ταυτόχρονα να καθορίζεται από αυτή. Πρέπει να διαισθάνεται τις ανάγκες της προτού εκείνες τον ξεπεράσουν. Κι αυτή είναι η έννοια του νόμου που υπηρετεί την κοινωνία. Αλίμονο αν ο νόμος από υπηρέτης γίνει τύραννος. Θα βρεθεί μπροστά στην πιο κραυγαλέα αποτυχία.
 
Από την άλλη όμως, όσο κι αν είναι δεδομένη η ανάγκη της προσαρμογής του νόμου στα εκάστοτε νέα δεδομένα, το ζήτημα των νομοθετικών αλλαγών δεν είναι καθόλου αυτονόητο: «Όταν όμως δούμε τα πράγματα από άλλη σκοπιά, θα φανεί ότι αυτό θα πρέπει να γίνεται με μεγάλη προσοχή. Διότι, όταν η βελτίωση είναι ασήμαντη, και βεβαίως ο εθισμός στην εύκολη κατάργηση των νόμων κακός, είναι φανερό ότι πρέπει να ανεχόμαστε μερικές αδυναμίες των νόμων και των αρχόντων. Διότι το όφελος εκείνου που θα επιφέρει την αλλαγή θα είναι μικρότερο από τη βλάβη που θα του προξενήσει ο εθισμός στην απείθεια έναντι των αρχόντων. Άστοχη είναι και η παραβολή της πολιτικής με τις τέχνες. Διότι η μεταβολή στις τέχνες και η αλλαγή των νόμων είναι πράγματα διαφορετικά. Διότι η υπακοή στο νόμο θεμελιώνεται αποκλειστικά με τη δύναμη της συνήθειας. Γι’ αυτό η ευκολία στη μεταβολή από τους υπάρχοντες νόμους σε άλλους καινούργιους είναι δυνατό να εξασθενήσει τη δύναμη του νόμου».
 
Η ισχύς του νόμου εξασφαλίζεται από την εμπιστοσύνη των πολιτών και δεν υπάρχει ασφαλέστερος δρόμος για την εμπιστοσύνη από τη σταθερότητα. Ο νόμος οφείλει να αλλάζει προσαρμοζόμενος στις αλλαγές της κοινωνίας. Όμως οι αλλαγές στις κοινωνικές δομές που χρήζουν νομοθετικής μεταρρύθμισης γίνονται αργά και σταθερά. Ο νόμος, που παρακολουθεί τις εξελίξεις, δεν έχει άλλη επιλογή απ’ το ν’ αλλάζει με τους ίδιους ρυθμούς. Όσο κι αν λέμε ότι στη σύγχρονη εποχή η κοινωνία αλλάζει ραγδαία, είναι αδύνατο να δικαιολογηθούν τόσες νομοθετικές αλλαγές. (Το παράδειγμα της παιδείας είναι πολύ χαρακτηριστικό. Τι το απρόβλεπτο έχει γίνει στην εκπαίδευση και αλλάζει το πλαίσιο χρονιά παρά χρονιά; Πώς μπορούν να δικαιολογηθούν οι ρυθμίσεις επί ρυθμίσεων;) Οι διαρκείς νομοθετικές αλλαγές, πέρα από τη σύγχυση που προκαλούν, προσβάλλουν θανάσιμα και το κύρος του νόμου. Γιατί γεννούν την καχυποψία. Γιατί, αυτό που μένει, είναι ή η ανικανότητα του νομοθέτη να θεσπίσει ένα νόμο που θα διευθετήσει την κατάσταση ή – ακόμα χειρότερα – η υποψία των συμφεροντολογικών μαγειρεμάτων που διαρκώς αναπροσαρμόζονται. Όλες οι εκδοχές συγκλίνουν στην απαξίωση του νόμου. Είναι μοιραίο, η νομοθεσία που αλλάζει διαρκώς να απαξιώνεται. Γιατί αυτοαναιρείται. Κι αυτή είναι η απαρχή της δυσαρέσκειας. Όμως όταν ο νόμος χάσει τη δυναμική του στην κοινωνία, μετά ο καθείς νιώθει δικαίωση καταπατώντας τον με την πρώτη ευκαιρία. Κι αυτός είναι ο ορισμός της νομοθετικής αποτυχίας.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά

Κυριακή 25 Φεβρουαρίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (56.1-60.1)

56. ΓΥΝΗ ΜΑΓΟΣ [56.1] γυνὴ μάγος ἐπῳδὰς καὶ καταθέσεις θείων μηνιμάτων ἐπαγγελλομένη διετέλει πολλὰ τελοῦσα κἀκ τούτων οὐ μικρὰ βιοποριστοῦσα. ἐπὶ τούτοις γραψάμενοί τινες αὐτὴν ὡς καινοτομοῦσαν περὶ τὰ θεῖα εἰς δίκην ὑπήγαγον καὶ κατηγορήσαντες κατεδίκασαν αὐτὴν θανάτῳ. θεασάμενος δέ τις αὐτὴν ἀπαγομένην ἐκ τῶν δικαστηρίων ἔφη πρὸς αὐτήν· «σὺ τὰς τῶν δαιμόνων ὀργὰς ἀποτρέπειν ἐπαγγελλομένη πῶς οὐδὲ ἀνθρώπους πεῖσαι ἠδυνήθης;»
[ὁ λόγος πρὸς ἀπατεῶνας καὶ μεγάλα ὑποσχομένους· εἶτα οὗτοι ἐν μικροῖς ἐλέγχονται.]

57. ΓΡΑΥΣ ΚΑΙ ΙΑΤΡΟΣ
[57.1] γυνὴ πρεσβῦτις τοὺς ὀφθαλμοὺς νοσοῦσα ἰατρὸν ἐπὶ μισθῷ παρεκάλεσεν. ὁ δὲ εἰσιών, ὁπότε αὐτὴν ἔχρισε, διετέλει ἐκείνης συμμυούσης καθ᾽ ἓν ἕκαστον τῶν σκευῶν ὑφαιρούμενος. ἐπεὶ δὲ πάντα ἐκφορήσας κἀκείνην ἐθεράπευσεν, ἀπῄτει τὸν ὡμολογημένον μισθόν· μὴ βουλομένης δ᾽ αὐτῆς ἀποδοῦναι ἤγαγεν αὐτὴν ἐπὶ τοὺς ἄρχοντας. ἡ δὲ ἔλεγε τὸν μὲν μισθὸν ὑποσχέσθαι, ἐὰν θεραπεύσῃ αὐτῆς τὰς κόρας, νῦν δὲ χεῖρον διατεθῆναι ἐκ τῆς ἰάσεως ἢ πρότερον· «τότε μὲν γὰρ ἔβλεπον», ἔφη, «πάντα τὰ ἐπὶ τῆς οἰκίας μου σκεύη, νῦν δ᾽ οὐδὲν ἰδεῖν δύναμαι».
οὕτως οἱ πονηροὶ τῶν ἀνθρώπων διὰ πλεονεξίαν λανθάνουσι καθ᾽ ἑαυτῶν τὸν ἔλεγχον ἐπισπώμενοι.

58. ΓΥΝΗ ΚΑΙ ΟΡΝΙΣ
[58.1] γυνὴ χήρα ὄρνιν ἔχουσα καθ᾽ ἑκάστην ἡμέραν ὠὸν τίκτουσαν ὑπέλαβεν, ὅτι, ἐὰν πλείονα αὐτῇ τροφὴν παραβάλῃ, καὶ δὶς τῆς ἡμέρας τέξεται. καὶ δὴ τοῦτο αὐτῆς ποιούσης συνέβη τὴν ὄρνιν πίονα γενομένην μηκέτι μηδὲ ἅπαξ τεκεῖν.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων διὰ πλεονεξίαν περιττοτέρων ἐπιθυμοῦντες καὶ τὰ παρόντα ἀπόλλουσιν.

59. ΓΑΛΗ
[59.1] γαλῆ εἰσελθοῦσα εἰς χαλκέως ἐργαστήριον τὴν ἐκεῖ κειμένην ῥίνην περιέλειχε. συνέβη δὲ ἐκτριβομένης τῆς γλώττης πολὺ αἷμα φέρεσθαι. ἡ δὲ ἐτέρπετο ὑπονοοῦσά τι τοῦ σιδήρου ἀφαιρεῖσθαι, μέχρι παντελῶς ἀπέβαλε τὴν γλῶτταν.
ὁ λόγος εἴρηται πρὸς τοὺς ἐν φιλονεικίαις ἑαυτοὺς καταβλάπτοντας.

60. ΓΕΡΩΝ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ
[60.1] γέρων ποτὲ ξύλα κόψας καὶ ταῦτα φέρων πολλὴν ὁδὸν ἐβάδιζε. διὰ δὲ τὸν κόπον τῆς ὁδοῦ ἀποθέμενος τὸ φορτίον τὸν Θάνατον ἐπεκαλεῖτο. τοῦ δὲ Θανάτου φανέντος καὶ πυθομένου, δι᾽ ἣν αἰτίαν αὐτὸν ἐπεκαλεῖτο, ἔφη· «ἵνα τὸ φορτίον ἄρῃς».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι πᾶς ἄνθρωπος φιλοζωεῖ, κἂν δυστυχῇ λίαν.

***
56. Η μάγισσα.
[56.1] Ήταν μια γυναίκα μάγισσα, που ήξερε ξόρκια και διαλαλούσε ότι μπορεί να κατευνάσει την οργή των θεών. Έκανε λοιπόν συνέχεια κάθε λογής τελετουργίες, και από αυτές κέρδιζε πολλά και έβγαζε το ψωμί της. Τελικά όμως κάποιοι της έκαναν μήνυση, κατηγορώντας την ότι εισάγει αιρετικές ιδέες στη θρησκεία. Με αυτήν την κατηγορία την έσυραν σε δίκη και πέτυχαν να καταδικαστεί η γυναικούλα σε θάνατο. Καθώς λοιπόν την έπαιρναν από το δικαστήριο, την είδε κάποιος και τη χλεύασε: «Καλά, μωρή, εσύ κοκορευόσουν ότι είσαι ικανή να αποσοβήσεις τον θυμό των θεών. Πώς έγινε και δεν μπόρεσες να καταφέρεις μια χούφτα ανθρώπους;».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για τους απατεώνες που δίνουν παχιές υποσχέσεις για μεγάλα κατορθώματα, μόνο και μόνο για να αποδειχτούν ψεύτες σε μικροπράγματα.

57. Η γριά και ο γιατρός.
[57.1] Ήταν μια γριά γυναίκα που υπέφερε από προβλήματα στα μάτια της. Φώναξε λοιπόν έναν γιατρό να την κουράρει επ᾽ αμοιβή. Ο παμπόνηρος ο γιατρός, που λέτε, κάθε φορά που ερχόταν, άλειφε τα μάτια της γριάς με διάφορα κολλύρια, και όσο η κυρά κρατούσε κλειστά τα βλέφαρά της, εκείνος έκλεβε στα κρυφά τα συμπράγκαλά της, ένα κάθε φορά. Μέχρι να ολοκληρωθεί η θεραπεία, ο γιατρός είχε σηκώσει πια όλο το νοικοκυριό. Στο τέλος πήγε κιόλας και ζητούσε από τη γριά την αμοιβή που είχαν συμφωνήσει. Εκείνη όμως δεν εννοούσε με τίποτε να τον πληρώσει. Τότε ο γιατρός την κατάγγειλε και την έσυρε ενώπιον των αρχών. Εκεί η γριούλα ομολόγησε ότι του είχε υποσχεθεί ορισμένη αμοιβή, αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι θα της γιάτρευε τα μάτια. «Αυτό όμως δεν συνέβη, κύριοί μου», δήλωσε, «διότι τώρα ο περί ου ο λόγος με τις θεραπείες του με έφερε σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι ήμουν πρωτύτερα. Για να καταλάβετε: πριν μπορούσα και έβλεπα όλα τα σκεύη του νοικοκυριού μου, ενώ τώρα δεν καταφέρνω να δω ούτε ένα».
Έτσι συμβαίνει και με τους αχρείους ανθρώπους: Τόση είναι η πλεονεξία τους που δεν καταλαβαίνουν ότι μόνοι τους, με όσα κάνουν, προκαλούν τις επικρίσεις των άλλων.

58. Η γυναίκα και η κότα της.
[58.1] Ήταν μια γυναίκα χήρα και είχε μια κότα που κάθε μέρα τής γεννούσε από ένα αυγό. Η γυναίκα λοιπόν πίστεψε ότι, αν έριχνε στην κότα πιο πολλή τροφή, το ζώο θα άρχιζε να γεννοβολάει δύο φορές την ημέρα. Όμως όταν έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό της, έφερε το αντίθετο αποτέλεσμα: Η κότα πάχυνε πολύ και δεν μπορούσε πια να γεννήσει ούτε καν το ένα καθημερινό της αυγό.
Το δίδαγμα του μύθου: Πολλοί άνθρωποι, άμα γίνουν αχόρταγοι και επιθυμούν όλο και περισσότερα, χάνουν τελικά ακόμη και όσα είχαν.

59. Η νυφίτσα.
[59.1] Ήταν μια νυφίτσα που μπήκε στο εργαστήριο κάποιου χαλκωματά και βάλθηκε να γλείφει μια λίμα που κείτονταν εκεί χάμω στο πάτωμα. Όπως ήταν φυσικό, η γλώσσα της γδάρθηκε πάνω στη λίμα και άρχισε να τρέχει το αίμα ποτάμι. Όμως η νυφίτσα το ευχαριστιόταν, θαρρώντας ότι αποσπούσε κομμάτια από το σίδερο, μέχρι που τελικά της κόπηκε η γλώσσα ολότελα.
Ο μύθος αυτός απευθύνεται σε εκείνους που βλάπτουν ολοσχερώς τον ίδιο τους τον εαυτό μπλέκοντας σε διενέξεις.

60. Ο γέρος και ο θάνατος.
[60.1] Ήταν μια φορά ένας γέρος που είχε κόψει ξύλα και τα κουβαλούσε, κάνοντας πολύ δρόμο με τα πόδια. Σε κάποια στιγμή, λοιπόν, αισθάνθηκε τέτοια κόπωση από το περπάτημα, που άφησε κάτω το φορτίο του και αναφώνησε: «Αμάν, να βρω τον θάνατο να ησυχάσω!». Αμέσως τότε εμφανίστηκε ο θάνατος και ρώτησε τον γέρο τί τον θέλει και τον φωνάζει. «Α, τίποτε», είπε ο γέρος, «σε ήθελα απλώς να σηκώσεις τούτο εδώ το φορτίο».
Το δίδαγμα του μύθου: Κάθε άνθρωπος αγαπά τη ζωή του, όσες δυστυχίες και αν τραβάει.

Οι Τρώες

Οι εχθροί των Αχαιών ονομάζονται «Τρώες» και απαρτίζουν την δεύτερη σημαντική ενότητα πάνω στην οποία στηρίζεται το ομηρικό «ιστορικό» πλαίσιο και η αξιοπιστία της ομηρικής αφήγησης.

Η διερεύνηση της παρουσίας των Τρώων στο βορειοδυτικό άκρο της Μικράς Ασίας διέρχεται τόσο από την ερμηνεία των ευρημάτων που ήρθαν στο φως, στην συγκεκριμένη περιοχή, όσο και από την σύνθεση των πληροφοριών που αποτυπώνονται μέσα στην ελληνική, την λατινική γραμματεία και την μυθολογική παράδοση.

Η πρώτη επίσημη εμφάνιση του λαού των Τρώων, γίνεται στην ελληνική γραμματεία, στον Όμηρο, ο οποίος εισάγει για πρώτη φορά την συγκεκριμένη ονομασία για τον λαό που κατοικεί την πόλη της Τροίας και κάποια γειτονική περιοχή, την Ζέλεια, και είναι αυτός που αποτυπώνει την πρώτη «ιστορική» τους εικόνα περιγράφοντας τον λαό και τον πολιτισμό τους.

O Λαοκόων ήταν πρόσωπο της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας, ένας από τους Τρώες ιερείς του Θυμβραίου Απόλλωνα. Ο Λαοκόων ήταν γιος του Κάπυος ή του Αντήνορα ή του Πριάμου ή του Ακοίτη, αδελφός του Αγχίση και σύζυγος της Αντιόπης.

Ο Όμηρος μιλάει για τον βασιλιά τους, τον Πρίαμο, την οικογένειά του (ονόματα), το γενεαλογικό δένδρο αυτής της δυναστείας που βασιλεύει την εποχή του τρωικού πολέμου, τα ανάκτορά του, την πόλη του, τα τείχη της, τους ναούς, τη λατρεία, τα έθιμα …

Οι ομηρικές περιγραφές αντιμετωπίστηκαν από τους ιστορικούς με μεγάλη δυσπιστία διότι σε πολλά ζητήματα εισηγούνται μια εντυπωσιακή ομοιότητα ανάμεσα στους Τρώες και τους Έλληνες.

Οι Τρώες έχουν ονόματα ελληνικά: Έκτωρ, Πολίτης, Αλέξανδρος, Πολυξένη, Αντήνωρ, Ανδρομάχη, Δηίφοβος, Αστυάνακτας, Ακάμας, Πολύδωρος….ενώ εξαιρετική εντύπωση προκαλούν κάποιες διπλές ονομασίες που μνημονεύει ο Όμηρος, αφού ο γιος του Έκτορα ονομάζεται Αστυάνακτας και Σκαμάνδριος, η Τροία ονομάζεται Ίλιον και Τροία, ο Πάρης λεγόταν και Αλέξανδρος, η Μύρινα λέγεται και Βατεία (Β813) ο ποταμός Ξάνθος λέγεται και Σκάμανδρος (Υ 33) ώστε να δίνεται η εντύπωση πως το ένα όνομα μεταφράζει το άλλο.

Βέβαια ο ποιητής σ’ όλο το έπος δηλώνει πως οι αρχηγοί επικοινωνούν ευθέως χωρίς διερμηνείς, π.χ. ο Έκτορας με τον Αίαντα, τον Πάτροκλο ή τον Αχιλλέα, ο Πρίαμος επισκέπτεται στην σκηνή του τον Αχιλλέα και κουβεντιάζουν μόνοι τους για την απόδοση του νεκρού, ο Οδυσσέας και ο Μενέλαος κατά την άφιξη των Αχαιών μίλησαν στην συνέλευση της Τροίας (Γ-203) ….

Ο Όμηρος, συνειδητά ή μη, «προσεγγίζει» γλωσικά τους δύο αντιπάλους (Έλληνες και Τρώες), ενώ διαχωρίζει(γλωσσικά) με έμφαση τους Τρώες από τους υπολοίπους συμμάχους τους.

Είναι γεγονός ότι η ομοιότητα των δύο αντιπάλων είναι ανησυχητική αφού εκτείνεται από το «πολιτικό σύστημα», την κληρονομική μοναρχία, το συμβούλιο γερόντων (γερουσία), την πολεμική τακτική μέχρι τα περισσότερα στοιχεία του κοινωνικού βίου.

Έτσι στην λατρεία, οι ελληνικές θεότητες τιμώνται στα ιερά της Τροίας, (η Αθηνά και ο Φοίβος που έχουν ναούς), στα ταφικά έθιμα, αναφέρονται πανομοιότυπες πρακτικές για τα υψηλά πρόσωπα, αφού ο Έκτορας θα καεί στην πυρά, όπως ο Πάτροκλος και θα τιμηθεί με τύμβο, οι απλοί νεκροί των δύο αντιπάλων καίγονται, ενώ και στους δύο υπάρχουν οιωνοσκόποι, μάντεις …

Η διαφοροποίηση των αντιπάλων προέρχεται από τις δραστηριότητές τους και ειδικότερα τις πηγές πλουτισμού τους (εμπορικό προσανατολισμό), έτσι κάποια εθιμικά στοιχεία, όπως π.χ. η πολυγαμική συμπεριφορά του Πριάμου αντιδιαστέλλεται προς την ελληνική μονογαμικότητα και η ελληνική φιλοπόλεμη διάθεση προς την τρωική αλογοτροφία…

Το ομηρικό κείμενο χαρακτηρίζει τους Τρώες «ιπποδάμους», δηλαδή «ιπποδαμαστές» και την Τροία «εύπωλο» με «ωραία άλογα», χαρακτηρισμοί που σημαίνουν όχι μόνο ότι εκτρέφουν άλογα, αλλά ότι τα εκπαιδεύουν για διάφορες χρήσεις.

Η σχέση τους με τα άλογα φαίνεται ότι είναι «επαγγελματική» και μακραίωνη διότι αυτά αποτελούσαν μια πηγή πλούτου της πόλης:

«Ο Δάρδανος εγέννησε τον βασιλιά Εριχθόνιο

που ήταν ο πιο πλούσιος μέσ’ τους θνητούς ανθρώπους

και τρεις χιλιάδες ήταν οι φοράδες του στο βάλτο όπου βόσκαν

και χαίρονταν τα τρυφερά πουλάρια που γεννούσαν
…»

Υ 219-222

Η ομηρική μαρτυρία δεν είναι τυχαία αφού τα ευρήματα των ανασκαφών επιβεβαίωσαν την σχέση των Τρώων με τα άλογα.

Όμως υπάρχει και μια άλλη λεπτομέρεια στην Ιλιάδα που καταδεικνύει μια σημαντική όψη στις ενασχολήσεις των Τρώων αφού τους σχετίζει με την υφαντική και πιθανόν με το εμπόριο των υφαντών.

Είναι άξιο προσοχής ότι στα δώρα του Πριάμου για την εξαγορά του νεκρού Έκτορα, τα οποία επιλέχθηκαν από το ίδιο το βασιλιά των Τρώων, με σπουδή για να είναι πολύτιμα, δίνεται ιδιαίτερη βαρύτητα στα κάθε είδους περίτεχνα «υφαντά» (αν και μερικά ήταν από την Σιδώνα).

Πράγματι ανάμεσα στα λύτρα του Πριάμου, τα είδη ύφανσης δηλώνονται με έμφαση και αποτελούν πέντε διαφορετικά είδη, πέπλοι, χλαίνες, τάπητες, επανωφόρια, χιτώνες, 60 συνολικά κομμάτια υφαντών.

Η σημασία αυτής της επιλογής γίνεται κατανοητή αν τη συγκρίνουμε με τα δώρα του Αγαμέμνονα προς το ίδιο πρόσωπο, τον Αχιλλέα για την άρση της φιλονικίας.

Τα δώρα του Αγαμέμνονα έχουν μια άλλη φιλοσοφία στην σύνθεσή τους, διότι αν εξαιρέσουμε το χρυσάφι που είναι ισοβαρές (10 ταλαντα) με του Πριάμου, τα υπόλοιπα είναι: τρίποδες, λέβητες, ίπποι και αιχμάλωτες 1.

Πρέπει βέβαια να τονίσουμε ότι στο έπος η αξία των αντικειμένων στις κάθε είδους συναλλαγές είναι «σταθερά» διαβαθμισμένη, κάτι που αποτυπώνεται στα δώρα και στην αθλοθέτηση των βραβείων κατά τους επιτάφιους αγώνες για τον Πάτροκλο.

Αντικειμένα, ζώα και αιχμάλωτοι έχουν την αξία τους:

«καλόν κρατήρα ολάργυρο που έξι χωρούσε μέτρα (όρισε)

.… βραβείο σ’ όποιον θα έβγαινε γοργότερος από όλους, (α΄ βραβείο)

βόδι μεγάλο, ολόπαχο, έθεσε του δευτέρου (β΄ βραβείο)

και μισό τάλαντο χρυσό για ύστερο βραβείο
…» (γ΄ βραβείο)

Ψ 741- 751

Ο υπολογισμός της αξίας των αντικειμένων γινόταν σε βόδια, αφού όπως αναφέρει ο ποιητής τα χάλκινα όπλα του Διομήδη αξίζαν εννέα βόδια και τα χρυσά του Γλαύκου ενενήντα 2, άραγε με βάση και την προηγούμενη αναφορά μπορούμε να συμπεραίνουμε ότι ένα βόδι δεν άξιζε πάνω από μισό τάλαντο χρυσάφι.

Η συγκεκριμένη παρατήρηση σημαίνει ότι ο Αγαμέμνονας προσφέρει ακριβά δώρα με μεγάλη αξία, η οποία αποτυπώνεται κυρίως σε αντικείμενα, άλογα και αιχμαλώτους, που είναι λεία πολέμου, ενώ ο Πρίαμος προσφέρει μεν χρηστικά αντικείμενα, προσθέτει όμως και πολύτιμα υφαντά, μια επιλογή που φανερώνει την διαφορά αντίληψης, αφού έτσι ο Όμηρος «διαχωρίζει» τις προσφορές προς το ίδιο πρόσωπο (Αχιλλέα) με τα προϊόντα της υφαντικής.

Η επιλογή του Πριάμου δείχνει ότι οι Τρώες έχουν ένα πολιτισμό με εμπορικούς στόχους που ήταν προσανατολισμένοι στα προϊόντα της υφαντικής (όπως και στην εκτροφή – εμπορεία αλόγων), αντίθετα οι Αχαιοί εμφανίζονται περισσότερο φιλοπόλεμοι και αναμεταξύ τους δέχονται ευχάριστα, ως δώρα, ότι σχετίζεται με την λεία πολέμου 3.

Η αυθεντικότητα κάποιων αναφορών σαν αυτές είναι πολύ πιθανή διότι οι δύο κατάλογοι των δώρων ίσως συντηρήθηκαν κάπου, όπως οι κατάλογοι της Β ραψωδίας, ίσως αποτελούσαν μέρος κάποιου παλαιότερου έπους που τραγουδούσε την «Λύτρωση του Έκτορα» ή την «Πρεσβεία του Αγαμέμνονα» στο οποίο τα δώρα θ’ αποτελούσαν το κεντρικό του θέμα.

Εντύπωση μας κάνει άλλωστε η επιλογή του Πάρη να φέρει από την Σιδώνα στην οικογένεια του Πριάμου περίτεχνους πέπλους (Ζ-290), μια επιλογή που πιθανόν να μην είναι εντελώς τυχαία, αλλά να δείχνει την γνώση και την εξοικείωσή του με αυτό τον τομέα δραστηριοτήτων.

Τις παρατηρήσεις μας για την τρωική υφαντική ενισχύουν τα αρχαιολογικά ευρήματα, αφού στις ανασκαφές από τον Σλήμαν ανακαλύφτηκαν 7.737 πήλινα αδράχτια και άλλα 400 στη συνέχεια. Ο τεράστιος αριθμός τους δεν μπορεί να έχει καμιά άλλη εξήγηση από την χρησιμοποίησή τους στην κατεργασία του μαλλιού και στην δημιουργία νημάτων, επίσης ο αριθμός πολλών οστών από αιγοπρόβατα που βρέθηκαν είναι ολοφάνερο ότι χρησίμευαν για την παραγωγή πλούσιας υφαντικής ύλης (μαλλί).

Η σύντομη αναφορά μας είχε χαρακτήρα εισαγωγικό διότι έθεσε κάποια βασικά ερωτήματα που θα μας απασχολήσουν:

-Ποιος ήταν ο λαός που στα ομηρικά έπη φέρει την ονομασία «Τρώες»;

-Υπήρχε φυλετική σχέση ανάμεσα σ’ αυτούς και τους Αχαιούς;

-Αναπτύχθηκε σημαντικός πολιτισμός στην Τροία και τι λογής ήταν αυτός;

Ας παρακολουθήσουμε λοιπόν μια πιο αναλυτική προσέγγιση αυτών των ζητημάτων.

Η φυλετική καταγωγή των Τρώων

Όσον αφορά την καταγωγή των Τρώων πρώτος ο Όμηρος καταθέτει την μαρτυρία του, υιοθετώντας την θεωρία του ομώνυμου γενάρχη, ο οποίος μεταφέρει συνήθως στο λαό το όνομά του π.χ. Δαναός – Δαναοί, Αχαιός – Αχαιοί, Ίων – Ίωνες, έτσι οι Τρώες πήραν το όνομά τους από τον βασιλιά – γενάρχη: τον Τρώα.

Το γενεαλογικό δένδρο του Τρώα, όπως άλλωστε και των ελληνικών βασιλικών οίκων, έχει τη ρίζα του στον Δία («Διογένητοι βασιλείς»).

Τις σχετικές πληροφορίες αναφέρει ο ποιητής στην Υ ραψωδία όταν σε 25στίχους (215-140), μας παραθέτει τη γενεαλογία του Αινεία και ταυτόχρονα εκθέτει το γενεαλογικό δένδρο των βασιλέων της Τροίας:

«Ο Δάρδανος, γιος του Δία έχτισε την πόλη Δαρδανία, και εκείνος γέννησε τον ένδοξο πλούσιο βασιλιά Εριχθόνιο, που είχε 3000 θηλυκά άλογα (φοράδες) του οποίου γιος ήταν ο Τρως, ο βασιλιάς των Τρώων, που απέκτησε τρία παιδιά: τον Ίλο, τον Άσσαρακο και τον Γανυμήδη (που τον πήραν οι θεοί για οινοχόο).

Ο Ίλος απέκτησε γιο τον Λαομέδοντα και αυτός τον Πρίαμο».

Σημαντική όμως είναι και η αναφορά του Απολλοδώρου4 που αναφέρει ότι πρόγονος των Τρώων ήταν ο Δάρδανος(με αρκαδική καταγωγή), ο γιος του Δία και της Ηλέκτρας (κόρης του Άτλαντα), αυτός βρισκεται εγκατεστημένος στην Σαμοθράκη και από εκεί θα περάσει στην ακτή της Μικράς Ασίας (λόγω του κατακλυσμού) όπου ήταν βασιλιάς ο Τεύκρος, γιος του Σκαμάνδρου (ποταμού) και της νύμφης Ιδαίας (οι κάτοικοι ονομάζονται Τευκροί).

Ο Τεύκρος θα δεχθεί φιλικά τον Δάρδανο, ο οποίος θα παντρευτεί την κόρη του και θα τον διαδεχθεί στον θρόνο, ονομάζοντας την χώρα Δαρδανία (=Δαρδανέλλια). Ο γιος του Εριχθόνιος με την Αστυόχη (κόρη του ποταμού Σιμόεντα) θ’ αποκτήσει τον Τρώα, ο οποίος θα τον διαδεχθεί και θα ονομάσει τη χώρα Τροία.

Αυτόν θα τον διαδεχθεί στον θρόνο ο μεγαλύτερος γιος, που ονομαζόταν Ίλος, ο οποίος πηγαίνει σε αγώνες στην Φρυγία, και εκεί θα δεχθεί την συμβουλή του βασιλιά (κατόπιν μαντείας) να κτίσει μια πόλη με τον εξής παράδοξο τρόπο: αφού ακολουθήσει μια αγελάδα, που εκείνος του προσφέρει, μέχρι το σημείο όπου αυτή θα σταματήσει, εκεί να χτίσει και την πόλη.

Η αγελάδα, κατά την παράδοση, σταματά σ’ ένα λόφο που τον ονόμασε Ίλιον, ενώ ο Δίας ως θεϊκό σημάδι έγκρισης, του έδωσε το Παλλάδιο (το ξύλινο άγαλμα της Αθηνάς που υπήρχε στην πόλη).

Αυτή η πόλη ονομάστηκε Τροία.

Γιος λοιπόν του Ίλου, ήταν ο Λαομέδων και εκείνου ο Ποδάρκης, που όταν ο Ηρακλής κατέκτησε την Τροία, τον αιχμαλώτισε και κατόπιν, επειδή εξαγοράστηκε ονομάσθηκε «Πρίαμος».

Ο Ηρόδοτος ονομάζει τους Τρώες «Τευκρούς»5 και η ονομασία αυτή θυμίζει όχι μόνο την παράδοση που συντηρεί ο Απολλόδωρος αλλά και την ονομασία του γνωστού ήρωα από την Σαλαμίνα του «Τεύκρου» (αδελφού του Αίαντα) ο οποίος ήταν ο γιος του Τελαμώνα από την Ησιόνη την κόρη του Τρώα βασιλιά Λαομέδοντα,(αδελφή του Πριάμου) μια ονομασία που παραπέμπει κυρίως στην φυλετική καταγωγή της μητέρας του!

Ο Στράβων 6 όμως αναφέρει, όπως και άλλοι συγγραφείς, ότι οι Τευκροί (Τρώες) ήταν άποικοι από την Κρήτη!

Η παράδοση αυτή ήταν αρκετά διαδεδομένη στον αρχαίο κόσμο και η αξιοπιστία της ενισχυόταν από κάποια τοπωνύμια που πράγματι παρέπεμπαν στην Κρήτη (όρος Ίδη), μάλιστα γίνεται δεκτή και την συμπεριλαμβάνουν στις εργασίες τους νεότεροι μελετητές, όπως ο Graves, 7 που χρησιμοποιεί και άλλες πηγές.

Όταν λοιπόν η Κρήτη υπέφερε από λιμό, ο πρίγκιπας Σκάμανδρος έφυγε από το νησί, με το ένα τρίτο του πληθυσμού, για να ιδρύσουν αποικία. Έφτασαν λοιπόν στην Φρυγία (του Ελλησπόντου) και εκεί έστησαν το στρατόπεδο, κοντά στο βουνό που το ονόμασαν Ίδη, προς τιμή του κρητικού όρους Ίδη, όπου ανατράφηκε ο Δίας. Εκεί κατά την διάρκεια της νύχτας δέχτηκαν επίθεση από πεινασμένους ποντικούς, οι οποίοι κατέστρεψαν οτιδήποτε δερμάτινο έφεραν οι άποικοι. Τότε ο Σκάμανδρος, υπακούοντας σε χρησμό του Απόλλωνα που έλεγε να εγκατασταθούν εκεί όπου θα δεχθούν «νυχτερινή επίθεση» αποφάσισε στον χώρο αυτό να κάνουν την αποικία και έχτισε ναό στον Σμινθαίο Απόλλωνα (Σμίνθη= ο αρουραίος).

Ο Σκάμανδρος θα σκοτωθεί σε μάχη με τους γείτονες Βέβρυκες, κοντά στο ποτάμι που πήρε το όνομά του (Σκάμανδρος). Τον διαδέχτηκε όμως ο γιος του Τεύκρος, απ’ τον οποίο ο λαός θα πάρει το όνομα «Τευκροί».

Ως βοηθό του Σκάμανδρου, ο Grimal στο λεξικό του αναφέρει τον Σάμωνα που και αυτός σκοτώθηκε σε κάποια μάχη ενώ είχε σύζυγο την Δάδα 8 η οποία αυτοκτόνησε όταν βιάστηκε….

Οι επιστήμονες πιστεύουν ότι οι Τρώες αποτελούν κομμάτι των εισβολέων που εισήλθαν στην Μικρά Ασία γύρω στο 2300 π.Χ. ενώ κάποιο μέρος από αυτούς τους πληθυσμούς αποτελούσαν και τα ελληνικά φύλα.

Αξίζει όμως να σημειώσουμε και την άποψη του Graves που θεωρεί πως στην περιοχή έζησαν όχι μόνο ένας, αλλά τρεις λαοί σε ομοσπονδία, οι Τευκροί που ήταν Λέλεγες, οι Δάρδανοι που ήταν Τυρρηνοί και ζούσαν στην Σαμοθράκη, την Λήμνο και την Μικρά Ασία και τέλος οι Τρώες που ήταν Φρύγες (Ινδοευρωπαίοι).

Η άποψή του έχει κάποια ερείσματα αν σκεφτούμε πως ο Όμηρος πραγματικά συμπεριλαμβάνει ανάμεσα στους συμμάχους των Τρώων αυτούς τους λαούς, Λέλεγες, Δαρδανούς, Φρύγες, όμως ο ποιητής τονίζει την διαφορετικότητα των Τρώων από τους συμμάχους τους, λέγοντας πως ήταν «αλλόγλωσσοι» από τους Τρώες και συνεπώς διαφορετικά έθνη.

Οι Τρώες μετά την άλωση της Τροίας δεν απόκτησαν ξανά δύναμη ούτε ως έθνος, ούτε ως πόλη, όμως για την τύχη τους από διάφορες πηγές μαθαίνουμε ότι μετανάστευσαν π.χ. ο Θουκυδίδης, ξέρει για την Σικελία9, ο Ηρόδοτος για την Λιβύη10 και την Θράκη11 κάτι που ενισχύει και τις παραδόσεις των Λατίνων οι οποίες δεν φαίνονται τελείως ανυπόστατες όταν υποστηρίζουν ότι πολλοί Τρώες αφίχθησαν στην Ιταλία και εκεί συνέχισαν να υπάρχουν.

Η πιο γνωστή αναφορά είναι του Διόδωρου και κυρίως του ποιητή Βιργιλίου, από το έργο του «Αινειάδα», όπου παρουσιάζεται ένας από τους πιο δημοφιλείς ήρωες των Τρώων ο Αινείας μετά την κατάληψη της πόλης, αφού πήρε στους ώμους τον γέρο του πατέρα, τους εφέστιους θεούς και τον γιο του Ασκάνιο, να εγκαταλείπει την πόλη και με τους συντρόφους του αφού περιπλανήθηκε στην Θράκη, τη Δήλο, την Κρήτη, τα παράλια της Ηπείρου, την Σικελία και την Καρχηδόνα, κατόπιν επιστρέφει πίσω στη Σικελία και αφού έχτισε εκεί την πόλη Ακέστη, κατευθύνθηκε στις εκβολές του ποταμού Τίβερη όπου εκεί παντρεύτηκε την Λαβίνια, κόρη του βασιλιά Λατίνου και εξαιτίας της συγκρούστηκε με του Ρουτούλους τους οποίους νίκησε.

Κατά τις παραδόσεις των Λατίνων ο Αινείας ήταν ο ιδρυτής της πόλης Λαβίνιο και σκοτώθηκε σε κάποια από τις συγκρούσεις με τους Ρουτούλους.

Στις αναφορές της Αινειάδας και γενικότερα των Λατίνων οι επιστήμονες στέκονται επιφυλακτικοί διότι πιστεύουν ότι απηχούν την προσπάθεια των Λατίνων να εμφανιστούν ως ένδοξοι απόγονοι των Τρώων και ότι η συγκεκριμένη μυθοπλασία έχει τις ρίζες της στην εποχή των πολέμων του Πύρρου.

Βέβαια όπως αποδεικνύεται ο μύθος του Αινεία ήταν πολύ προγενέστερος στην Ιταλία, αφού την παρουσία Τρώων στην Σικελία γνωρίζει ο Θουκυδίδης, ενώ από τις ανασκαφές ήρθαν στο φως αγγεία με παραστάσεις από τις περιπέτειες του Αινεία, τα οποία χρονολογούνται κατά τον 5ον αι. π.Χ.

Αυτή λοιπόν είναι η εικόνα για τους Τρώες του Ομήρου, όπως την συνθέτουν οι φιλολογικές πηγές, ενώ η άποψη ότι ήταν «κλάδος των ελληνοφώνων φύλων που εγκαταστάθηκαν εκείνη την εποχή και στην Ελλάδα» ήδη καταγράφεται επίσημα σε πολλές δημοσιεύσεις 12 και βρίσκει σύμφωνους σημαντικούς ομηρικούς μελετητές όπως π.χ. τον Page 13.

Οι Τρώες και οι Σύμμαχοί τους κατά τον Όμηρο.

Μια εικόνα για την στρατιωτική δύναμη των Τρώων και την σχέση που είχαν με τους αντιπάλους ή τους συμμάχους τους, μας παρέχει ο Όμηρος, όταν σε κάποια σημεία επιχειρεί να αποδώσει «αριθμητικά» τις στρατιωτικές δυνάμεις των δύο εμπολέμων.

Υπάρχει λοιπόν στη Β ραψωδία, μια πολύ σημαντική αναφορά η οποία έχει στόχο ν’ αποτυπώσει με ακρίβεια τις στρατιωτικές δυνάμεις των αντιπάλων, εκεί ο ποιητής με το στόμα του Αγαμέμνονα θα πει:

« …αν θέλαμε οι Αχαιοί και οι Τρώες

δεμένοι μ’ όρκους ιερούς, εδώ να μετρηθούμε,

εκείνοι να ξεδιαλεχθούν οι κάτοικοι της Τροίας

και εις δεκάδες οι Αχαιοί να διαιρεθούμε όλοι

και από τους Τρώες κεραστή να πάρει η κάθε μία

θα έλειπε ο κεραστής από πολλές δεκάδες,

τόσα είναι τα Αχαιόπαιδα πλειότερα των Τρώων,

όσοι στη πόλη κατοικούν, όμως από άλλες χώρες

πολλές τους ήλθαν σύμμαχοι
…»

Β – 118- 131

Η σύγκριση των δύο στρατών, εκφράζεται μαθηματικά αφού δίνονται δυο «αριθμοί» που ενώ σ’ αυτό το σημείο δεν ορίζονται με ακρίβεια, όμως στην συνέχεια ο ένας θ’ αποκαλυφθεί ώστε να μπορεί να υπολογιστεί και ο άλλος.

Από την ανάλυση αυτής της αναλογίας προκύπτει πως οι Τρώες (χωρίς τους συμμάχους) με τους Αχαιούς αποτυπώνουν μια αριθμητική σχέση ένα προς δέκα (1/10, λόγος) μάλιστα υπάρχει και αριθμητικό υπόλοιπο υπέρ των Αχαιών.

Βέβαια, ο ποιητής δεν μνημονεύει τυχαία τα δύο μεγέθη διότι έχει υπολογίσει αριθμητικά και τους δύο στρατούς, ειδικά το στράτευμα των Αχαιών, που θα το απογράψει αναλυτικά στην Β.

Αυτό, το μεγάλο στρατιωτικό σύνολο (τα 10/10), αντιστοιχεί στα 1186 ελληνικά πλοία, που μετέφεραν το καθένα στην Τροία από πενήντα έως εκατόν είκοσι άνδρες, άραγε υπάρχει ένας μέσος όρος, (μέση χωρητικότητα) 85 άνδρες, που σημαίνει ότι το αχαϊκό στράτευμα αριθμεί περίπου 100.000 στρατιώτες.

Εάν οι Αχαιοί είναι 100.000 στρατιώτες, τότε η πολεμική δύναμη των Τρώων που είναι το ένα δέκατο, πρέπει να υπολογιστεί γύρω στους 10.000 άνδρες.

Όμως η τρωική δύναμη προσαυξάνεται σημαντικά, όπως δηλώνει ο Αγαμέμνονας, (Όμηρος) όταν ήρθαν πολλοί σύμμαχοι για τον πόλεμο και αυτοί τον εμποδίζουν να κυριεύσει την πόλη.

Πόσοι ήταν τελικά οι σύμμαχοι και ποια ήταν η δύναμή τους;

Θα μπορούσαν να έρθουν στην Τροία μακρινοί σύμμαχοι διανύοντας το δύσκολο έδαφος της Μικράς Ασίας;

Σίγουρα θα μπορούσαν να έλθουν από τις κοντινές πόλεις, όμως στον Όμηρο απογράφονται πολλοί που διένυσαν μακρινές αποστάσεις για να έρθουν στην πόλη της Τροίας όπως π.χ. οι Παίονες.

Άραγε οι σύμμαχοι θα ήταν αρκετοί μάλιστα υπάρχει συγκεκριμένη αναφορά που αποτυπώνει την συνολική δύναμη Τρώων και συμμάχων.

Στην Θ ραψωδία διαβάζουμε :

«Τόσα μπροστά στην Ίλιον άστραφταν πυρά που ‘καίγαν

οι Τρώες ανάμεσα στον Ξάνθον και στα πλοία.

Χίλια στον κάμπον εκαίονταν πυρά και στο καθένα

άνδρες στην λάμψη του πυρός εκάθονταν πενήντα
…»

Θ 560 –3

Οι Τρώες λοιπόν και οι σύμμαχοί τους, τον 10ο χρόνο της πολιορκίας, κατά την νύχτα της γενικής επίθεσης προς τα καράβια των Αχαιών έχουν στρατιωτική δύναμη 50.000 άνδρες .

Συνεπώς ο υπολογισμός την δύναμης των συμμάχων είναι εύκολος, (50.000 μείον 10.000) ώστε να υπολογίσουμε ότι τους έχουν έρθει 40.000 άνδρες περίπου βοηθητικές δυνάμεις…

Ο αριθμός των συμμάχων, εάν έχει την οποιαδήποτε σχέση με την αλήθεια είναι πράγματι αξιοθαύμαστος και δημιουργεί πολλές λογικές απορίες.

Ποιοι ήταν λοιπόν αυτοί οι λαοί και γιατί θεώρησαν σωστό να υποστηρίξουν την Τροία στον σκληρό αγώνα με τους Αχαιούς, όταν αυτός διεξάγεται, σύμφωνα με την ομηρική αφήγηση, για μια βασίλισσα που απήχθη από την Σπάρτη;

Οι Σύμμαχοι Λαοί της Τροίας.

Στη Β ραψωδία, όπως ήδη αναφέραμε υπάρχουν οι δύο κατάλογοι των αντιπάλων, στον έναν από αυτούς, τον τρωικό, απογράφονται οι δυνάμεις των Τρώων και των συμμάχων τους.

Στην απογραφή των τρωικών δυνάμεων ακολουθείται ο εξής σχεδιασμός κατά την αποτύπωση: α) ομάδα: Τρώες, (κάτοικοι της Τροίας), Δάρδανοι, Τρώες της Ζέλειας β) ομάδα: ακολουθούν όλες οι άλλες 14 συμμετοχές των συμμάχων.

Υπάρχουν βέβαια και σύμμαχοι που δεν ήταν από την αρχή παρόντες, αλλά ήρθαν σταδιακά, όπως ο Ρήσος, ή κάποιοι άλλοι που δεν αναφέρονται στην Β΄ αλλά καταγράφονται κατόπιν να συμμετέχουν στις πολεμικές συγκρούσεις π.χ. οι Λέλεγες, ή οι Καύκωνες.

Ο Όμηρος στον τρωικό κατάλογο αναφέρει περίπου 20 στρατιωτικές οντότητες που δημιουργούν ένα «πολυφυλετικό» στρατό.

Αυτός, ο πολυφυλετικός στρατός (Τρώες – Σύμμαχοι) μπορεί να περιγραφεί με βάση την γεωγραφική του προέλευση (κατανομή):

Μικρασιατικοί – Ευρωπαϊκοί Λαοί

Η γεωγραφική «σύνθεση» της τρωικής συμμαχίας σχετίζεται με την εθνολογική σύνθεσή της (σύμμαχοι λαοί) και έχει μεγάλη σημασία για την κατανόηση της συγκρουσης στην Τροία.

Οι σύμμαχοι λαοί της Τροίας καταλαμβάνουν τεράστιο γεωγραφικό εύρος και θα μπορούμε να τους χωρίσουμε στους λαούς που ο Όμηρος τους αναφέρει καθαρά στον χώρο της Μικράς Ασίας και σ’ αυτούς που προέρχονται από τον Ευρωπαϊκό χώρο, σε μια ζώνη που εκτείνεται από τον Αξιό έως την Θράκη.

Από την γεωγραφική ζώνη της Μικράς Ασίας μνημονεύει:

Τρώες, Δαρδανούς, Φρύγες, Λυκίους, Μαίονες, Μοισούς, Κάρες, Λέλεγες, Πελασγούς, Παφλαγόνες, Αλιζώνες. (Αμαζόνες και Αιθίοπες δεν αναφέρει, παρά μόνο τον Μέμνονα στην Οδύσσεια).

Οι λαοί του ευρωπαϊκού χώρου, που αποτελούν ένα μόνο μέρος των Συμμάχων των Τρώων είναι: Θράκες, Κίκονες (=Θράκες), Παίονες.

Από όλα αυτά προκύπτουν πολλά ερωτήματα:

-Ποια ήταν η πραγματική δύναμη της Τροίας;

-Είχαν οι Τρώες ένα δικό τους κράτος, που αποτελούσε μια μικρή αυτοκρατορία, ή αποτελούσαν μέρος κάποιου άλλου κράτους (επαρχία);

Αν αποτελούσαν μέρος ενός ευρύτερου κράτους ποιο άραγε θα μπορούσε να ήταν αυτό; Οι Χετταίοι;

Η αρχαιολογία και τα ευρήματα στην Ελλάδα και στην Μικρά Ασία μας βοηθούν να κατανοήσουμε τις ρεαλιστικές δυνάμεις των δύο αντιπάλων, τον γεωστρατηγικό τους ρόλο στην περιοχή, την σχέση με τους συμμάχους τους, αν διατηρούσαν επικοινωνία μεταξύ τους ή με τους ισχυρούς γείτονές τους, τους Χετταίους.
------------------
Βιβλιογραφία και παραπομπές
1 Ο Πρίαμος δίνει ως λύτρα:
1)    Πέπλοι      – 12
2)    Χλαίνες     –  12
3)    Τάπητες     – 12
4)    Επανωφόρια  – 12
5)    Χιτώνες     – 12
6)    Χρυσάφι     – 10 τάλαντα(βάρος)
7)    Λέβητες      – 4
8)    Τρίποδες      -2
9)    Ποτήρια      -1
Η έννοια της παρατήρησης φαίνεται όταν δούμε τι δίνει ο Αγαμέμνονας στο ίδιο πρόσωπο:
1)    Τρίποδες    – 7
2)    Χρυσάφι    – 10 τάλαντα βάρος
3)    Λέβητες     -20
4)    Ίπποι        -12 αγωνιστικοί
5)    Αιχμάλωτες   -7 + Βρισηίδα
Υπόσχεται επίσης την κόρη του για γυναίκα του Αχιλλέα, λάφυρα ένα καράβι και 7 πόλεις στην Ελλάδα.
2 Η αναφορά έχει ως εξής :
«Του Γλαύκου τότε αφαίρεσε τις φρένες ο Κρονίδης
έλαβε χάλκινα άρματα, που εννέα βόδια αξίζαν
κι έδωκε άρματα χρυσά που αξίζαν ενενήντα» Ζ- 234
3 Δεν παραγνωρίζουμε το γεγονός ότι οι Αχαιοί είναι σε εκστρατεία και δεν μένουν στο παλάτι για να έχουν στην διάθεσή του και άλλα είδη εκτός από τη λεία του πολέμου, όμως στην λεία του πολέμου θ’ ανήκαν σίγουρα και όμορφα υφαντά που τα πορίζονταν στις λεηλασίες ….
4 Απολλόδωρος «Μυθολογική Βιβλιοθήκη» Γ΄ ΧΙΙ 1-3
5 Ηρόδοτος Ιστορία Ε΄13
6 Στράβων 13.1. 48
7 Graves Greek Myths, 158
8 Pierre Grimal «Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής και της Λατινικής Μυθολογίας» στο λήμμα Δάδα.
9 Θουκυδίσης Ιστορία Β΄2
10 Ηρόδοτος Ιστορία Α΄191
11 Ηρόδοτος Ιστορία Ε΄13
12 Ιστορία του Ελληνικού Έθνους
13 D. Page «Ιλιάς και Ιστορία» σελ. 67

Δίνω στον εαυτό μου την άδεια να είμαι αυτό που είμαι

Δίνω στον εαυτό μου την άδεια να είμαι αυτό που είμαι, όχι γιατί βαρέθηκα να μπαίνω διαρκώς στα παπούτσια τους, να δικαιολογώ, να υποτάσσομαι, ή να κουνώ συγκαταβατικά το κεφάλι στα όποια γούστα τους, αλλά γιατί κουράστηκα.

Κουράστηκα να τσαλακώνεται η αλήθεια μου και να μπερδεύεται με όνειρα, ή βλέψεις που έχουν άλλοι για εμένα και όχι εγώ για εμένα και έμαθα πως αυτό που είμαι όσο κι αν μοιάζει με σένα, ή διαφέρει, είναι στον κόσμο μοναδικό.

Δίνω στον εαυτό μου την άδεια να αισθάνεται αυτό που αισθάνεται όσο «παράτολμο», «επικίνδυνο», ή «ακατανόητο» μπορεί να φαίνεται στα μάτια σου, ή να ακούγεται στα αυτιά σου, γιατί αυτά είναι μόλις κάποια από τα χαρακτηριστικά που στο δικό μου κόσμο συνθέτουν.

Κουράστηκα να μπαλώνω τον εαυτό μου με άλλους επιθετικούς προσδιορισμούς, πιο «καθώς πρέπει» μόνο και μόνο για να είναι αποδεκτοί, ή να ταιριάζουν με ιστορίες αγάπης ανθρώπων που προσωπικά βρίσκω ανιαρές. Έμαθα άλλωστε πως και ο έρωτας εξίσου βιώνεται μοναδικά, σα ζωντανός οργανισμός, που παίρνει φωτιά από δύο και σε αλλάζει…

Δίνω στον εαυτό μου την άδεια να επιλέγει να αλλάζει, όχι για να πάει κόντρα σε κάποιο σύστημα, ή κάποιο πρόσωπο, αλλά γιατί αυτό είναι το φυσιολογικό, την ίδια στιγμή που οι γνωστοί άγνωστοι προσπαθούν εμμονικά μια ζωή ολόκληρη να μας πείσουν για το αντίθετο, γιατί αυτό τους συμφέρει… Να γινόμαστε όλο και πιο «ίδιοι». Όλο και πιο άδειοι…

Δίνω στον εαυτό μου την άδεια να σκέφτεται αυτό που σκέφτεται, χωρίς ντροπή και ενοχές και να λέει αυτό που θέλει, όταν το θέλει, μόνο αν το θέλει. Χωρίς ντροπή και ενοχές… Εκεί στάσου. Σκέψου πόσο δύσκολο είναι, όταν η φύση μας εξορισμού έχει ταυτιστεί με αυτές τις έννοιες.

Δίνω στον εαυτό μου την άδεια να αγκαλιάσει την ευάλωτη πλευρά του, αυτή που φοβάται, αυτή που δε ξέρει, αυτή που δεν έχει απαντήσεις για όλους και για όλα, αυτή που αγχώνεται και ξεσπά, αυτή που τρέμει… Αυτή την υπέροχη πλευρά, δίνω στον εαυτό μου την άδεια να αγαπήσει και τέλος…

Δίνω στον εαυτό μου την άδεια να ρισκάρει, ό,τι αποφασίσει ο ίδιος να ρισκάρει, γιατί η ζωή αυτή είναι ολοκληρωτικά δική του και όχι κάποιου άλλου. Γιατί για αυτήν τη ζωή ο εαυτός μου έχει την απόλυτη ευθύνη. Γιατί για αυτήν τη ζωή ο εαυτός μου είναι κυρίαρχος του παιχνιδιού και… παίρνει το ρίσκο με όποιο τίμημα.