Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δι­αί­τε­ρος τρό­πος ἀν­τί­λη­ψης το­ῦ κό­σμου· ἄλ­λοι τρό­ποι εἶ­ναι, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἡ θρη­σκεί­α ἤ ἡ τέ­χνη. Ὡς ἐκ τού­του, ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου. Ἀ­πο­κλεί­ει συ­νει­δη­τά τίς ἄλ­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες κι αὐ­τό κα­θι­στᾶ τή μο­νο­μέ­ρειά της ἀ­κό­μα πιό τρο­μα­κτι­κή. Κα­τά συ­νέ­πεια καί ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής γλώσ­σα πού ἀ­γνο­εῖ ἤ ἐ­κτο­πί­ζει συγ­κε­κρι­μέ­νες γλωσ­σι­κές δο­μές ἐ­νῶ ἄλ­λες τίς εὐ­νο­εῖ.

Ἡ εὐ­ρω­πα­ϊ­κή ἐ­πι­στή­μη ἀ­νά­γε­ται στούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες. Καί στήν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα μπο­ροῦ­με νά δοῦ­με τί συμ­βαί­νει στή γλώσ­σα, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νά δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὁ «ἐ­πι­στη­μο­νι­κός» λό­γος. Ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος εἶ­ναι αὐ­τό­χθων μό­νο στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα - ὅ­που ἀλ­λοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, δα­νεί­ζε­ται ὅ­ρους ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, τούς με­τα­φρά­ζει καί δι­ευ­ρύ­νει τή ση­μα­σί­α τους.
 
Ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα, ἐν­νο­οῦ­με κα­τ’ ἀρ­χάς τήν ὁ­ρο­λο­γί­α. Οἱ νέ­ες εἰ­δι­κό­τη­τες πού συ­νε­χῶς ἐμ­φα­νί­ζον­ται χρη­σι­μο­ποι­οῦν νέ­ες λέ­ξεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τά με­γά­λο μέ­ρος σχη­μα­τί­ζον­ται ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά - ἤ ἀ­πό τά λα­τι­νι­κά, πού καί αὐ­τά ὀ­φεί­λουν πολ­λά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά. Αὐ­τές οἱ λέ­ξεις δη­μι­ουρ­γοῦν­ται συ­νει­δη­τά, μί­α - μί­α, ἀ­πό με­μο­νω­μέ­νους ἐ­ρευ­νη­τές καί τό πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ πλη­θώ­ρα αὐ­τή τῶν ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ὅ­ρων δέν ἀ­νή­κει σέ κα­μί­α ζων­τα­νή γλώσ­σα. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, εἰσ­δύ­ουν σέ κά­θε γλώσ­σα, ἐ­φό­σον στή γλώσ­σα αὐ­τή σκε­φτό­μα­στε καί μι­λᾶ­με (ἤ γρά­φου­με) μέ τούς ὅ­ρους τῆς ἐ­πι­στή­μης. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές συγ­κρό­τη­σαν ἕ­να δι­ε­θνές γλωσ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα, τό ὁ­ποῖ­ο αὐ­τό κα­θαυ­τό κα­νείς δέν τό κα­τα­λα­βαί­νει, οὔ­τε οἵ εἰ­δι­κοί - ἐ­πει­δή ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον δέν ξέ­ρουν ἀρ­χαῖ­α ἕλ­λη­νι­κα - οὔ­τε οἱ φι­λό­λο­γοι - ἐ­φό­σον δέν γνω­ρί­ζουν τό ἀν­τι­κεί­με­νο στό ὁ­ποῖ­ο οἱ ὄ­ροι αὐ­τοί ἀ­να­φέ­ρον­ται. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στό ἰ­δί­ω­μα αὐ­τό μπο­ρεῖ νά συ­νεν­νο­η­θεῖ κα­νείς ἐ­ξαι­ρε­τι­κά κα­λά ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­θνι­κό­τη­τας.
 
Δέν θά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τό πώς οἱ Προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, καί μά­λι­στα οἱ Σο­φι­στές, προ­ε­τοί­μα­σαν τό ἔ­δα­φος γιά μιά τέ­τοι­α ὁ­ρο­λο­γί­α ἤ μέ τό πώς ὁ Πλά­τω­νας καί ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης τήν προ­ώ­θη­σαν δυ­να­μι­κά. Θά πῶ ὅ­μως ὅ­τι ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος εἶ­ναι μιά πο­λύ πε­ρι­πε­τει­ώ­δης ἱ­στο­ρί­α πού ξε­κί­να ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες τῆς ἀρ­χα­ϊ­κῆς πε­ρι­ό­δου.
 
Ὁ ἀρ­χαι­ό­τε­ρος ἑλ­λη­νι­κός φι­λο­σο­φι­κός καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κός ὅ­ρος πού γνω­ρί­ζου­με εἶ­ναι τό ἄ­πει­ρον τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου. Βέ­βαι­α ἤ­δη στόν Ὅ­μη­ρο (Ἰ­λιά­δα II, 446) ὁ Πο­σει­δώ­νας ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι ἐ­π’ ἄ­πει­ρον γαῖ­αν καί στήν Ὀ­δύσ­σεια (δ. 510) δι­α­βά­ζου­με ὅ­τι κά­ποι­ος ἐκ­σφεν­δο­νί­στη­κε, κα­τά πόν­τον ἀ­πεί­ρο­να. Κι αὐ­τό φυ­σι­κά ση­μαί­νει ὅ­τι κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά δεῖ ποῦ τε­λει­ώ­νει ἡ στε­ριά ἤ ἡ θά­λασ­σα· ὅ­τι ὅ­σο φτά­νει τό μά­τι, ὑ­πάρ­χει μό­νο στε­ριά ἤ θά­λασ­σα. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος ὅ­μως εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος φι­λό­σο­φός του ὁ­ποί­ου δι­α­θέ­του­με ἀ­πο­σπά­σμα­τα καί ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λᾶ γιά τό ἄ­πει­ρον καί τό θέ­τει ὡς ἀρ­χή καί βά­ση τοῦ ὄν­τος.
 
Ἐ­δῶ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς πα­ρά­δο­ξο. Μιά λέ­ξη πού δέν δη­λώ­νει τί­πο­τα θε­τι­κό ἀλ­λά ἁ­πλῶς δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ἕ­να τέ­λος ἤ κά­ποι­ο ὅ­ριο, χά­νει τήν ἀρ­χι­κή, οὐ­δέ­τε­ρη ση­μα­σί­α της. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος κα­ταρ­γεῖ ἀ­να­φαν­δόν καί συ­νει­δη­τά τή λέ­ξη ἀ­πό τό λε­ξι­λό­γιο τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς ὑ­πο­κεί­με­νου τῆς γνώ­σης. Οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­ών­τας τό ἐ­πί­θε­το, δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο τό ὁ­ποῖ­ο δέν ἀ­παν­τᾶ στόν ἐμ­πει­ρι­κό κό­σμο. Τό πιό πα­ρά­λο­γο εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τή ἡ τό­σο τε­χνη­τά κα­τα­σκευ­α­σμέ­νη ἔν­νοι­α δέν εἶ­ναι κα­θό­λου ἀ­σα­φής καί ἀ­κα­θό­ρι­στη ἀλ­λά μπο­ρεῖ νά ὁ­ρι­στεῖ μέ ἀ­κρί­βεια καί χω­ρίς ἀν­τι­φά­σεις. Μπο­ρεῖ μά­λι­στα νά ὑ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πό ἕ­να μα­θη­μα­τι­κό σύμ­βο­λο, τό ὁ­ρι­ζόν­τιο 8 [].
 
Τί συ­νέ­βη; Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τή γλώσ­σα μ’ ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο, στό ἐ­πί­πε­δό της λέ­ξης. Ἡ λέ­ξη ἄ­πει­ρον ὅ­μως ξε­περ­νᾶ ὄν­τως τήν κοι­νή ση­μα­σί­α της και, ἄν τό δοῦ­με αὐ­στη­ρά, δεν θά ἔ­πρε­πε ὁ Ὅ­μη­ρος νά κά­νει λό­γο γιά «ἀ­τέ­λει­ω­τη» θά­λασ­σα ἤ ξη­ρά «δί­χως ὅ­ρια». Ὁ ἴ­διος ὁ Ὅ­μη­ρος ξέ­ρει ὅ­τι πί­σω ἀ­πό τή θά­λασ­σα βρί­σκον­ται ἡ Κρή­τη ἤ ἡ Αἴ­γυ­πτος, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά τίς δι­α­κρί­νει. Αὐ­τό πού ὄν­τως «δέν ἔ­χει τέ­λος» (ἄ­πει­ρον) ξε­περ­νᾶ αὐ­τό πού ὁ ἄν­θρω­πος νο­μί­ζει πώς δέν ἔ­χει ὅ­ρια.
 
Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος δη­μι­ούρ­γη­σε - ἔ­τσι πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε - ἀ­πό λέ­ξη τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης ἤ τῆς ποί­η­σης μιάν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔν­νοι­α. Τά ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κά τοῦ ἔ­δω­σαν ἕ­να μέ­σο, τή δυ­να­τό­τη­τα, δη­λα­δή, να κα­τα­σκευά­ζει ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά χρη­σι­μο­ποι­ών­τας πρίν ἀ­πό το ἐ­πί­θε­το τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο, π.χ. τό ἄ­πει­ρον. Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο και οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ροι φι­λό­σο­φοι ἔ­φτια­ξαν καί ἄλ­λα τέ­τοι­α ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, τό ἀ­γα­θόν, κ.λπ. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή μιᾶς μή ἐ­λεγ­χό­με­νης ἐ­ξέ­λι­ξης. Φι­λό­σο­φοι καί ἐ­ρευ­νη­τές, γιά νά κα­λύ­ψουν τίς ἀ­νάγ­κες τους δη­μι­ουρ­γοῦν και­νούρ­για ἀν­τι­κεί­με­να, ἀν­τι­κεί­με­να τῆς σκέ­ψης τους. Ἡ ὁ­ρο­λο­γί­α πού δη­μι­ούρ­γη­σαν εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ κο­ρω­νί­δα τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ λό­γου.
 
Ἀλ­λά προ­τοῦ ἐ­πι­στρέ­φω στό τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ καί στό πώς ἡ γλώσ­σα μπο­ρεῖ νά τό ἐκ­φρά­σει, θά ἤ­θε­λα νά δεί­ξου­με ἕ­να ἀ­κό­μα πα­ρά­δειγ­μα ὅ­τι ἡ γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης με­τα­πλά­θει τόν φυ­σι­κό λό­γο καί δέν τοῦ πα­ρέ­χει ἁ­πλῶς νέ­ους ὅ­ρους. Ἄν μπο­ροῦ­σε κα­νείς σή­με­ρα νά ρω­τή­σει ἕ­ναν ἀρ­χαῖ­ο Ἕλ­λη­να βο­σκό «Πό­σων χρό­νων εἶ­σαι;», ὁ βο­σκός μᾶλ­λον θά τόν κοί­τα­ζε ἔκ­πλη­κτος, θά ἔ­βγα­ζε ἀ­πό τό που­κά­μι­σό του τό δερ­μά­τι­νο πουγ­κί του, θά τό ἄ­νοι­γε καί θά τοῦ ἔ­λε­γε: «Νά τά χρή­μα­τά μου. Τά ἔ­χω με­τρή­σει, για­τί μπο­ρεῖ νά μοῦ τά κλέ­ψουν. Τά χρό­νια μου ὅ­μως δέν τά ἔ­χω με­τρή­σει, για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά μοῦ τά πά­ρει». Γι’ αὐ­τον τόν βο­σκό ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση δέν ἔ­χει νό­η­μα, ἄν δέν σχε­τί­ζε­ται μέ μιά πρα­κτι­κή ἀ­νάγ­κη, νά ἐ­λέγ­ξει ὅ­σα εἶ­χε ἤ­δη μί­α φο­ρά κα­τα­με­τρή­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον καί ἐν σχέ­σει πρός τό γε­γο­νός αὐ­τό, ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση συν­δέ­ε­ται μέ ἀν­τι­κεί­με­να πού μπο­ροῦν νά με­τρη­θοῦν. Τό τί ση­μαί­νει αὐ­τό γί­νε­ται σα­φές μό­νον ἀ­πό τά νο­μί­σμα­τα πού με­τρή­θη­καν καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή πρά­ξη τῆς κα­τα­μέ­τρη­σης. Στή γλούσ­σα μας, πού ἔ­χει ἤ­δη ἐμ­πο­τι­στεῖ σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­πό ἐ­πι­στι­μο­νι­κούς ὄ­ο­ους, ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση εἶ­ναι κά­τι θε­ω­ρη­τι­κό καί ἀ­φη­ρη­μέ­νο. Δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἕ­νας τε­χνη­τά κα­τα­σκευ­α­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κός ὅ­ρος. Εἶ­ναι λέ­ξη τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς γλώσ­σας, ἡ ὁ­ποί­α ἐν τού­τοις δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πό τόν «ἁ­πλοι­κό» λό­γο, πού δέν ἔ­χει ἐ­πη­ρε­α­στεῖ. Μο­λο­νό­τι σή­με­ρα ἔ­χει με­τα­βλη­θεῖ οὐ­σι­α­στι­κά ἡ ση­μα­σί­α τῶν λέ­ξε­ων «με­τρῶ» στήν γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης καί «κα­τα­με­τρη­τέ­ος», πα­ρό­λα αὐ­τά. εἴ­μα­στε σέ θέ­ση νά τίς κα­τα­νο­ή­σου­με καί γιά τόν λό­γο αὐ­τό ἐ­πέ­λε­ξα ἕ­να τέ­τοι­ο πα­ρά­δειγ­μα. Οἱ λέ­ξεις μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ξαν ση­μα­σί­α· δι­α­τή­ρη­σαν ὅ­μως κά­τι. Ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη ση­μα­σί­α ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά δι­α­φαί­νε­ται πα­ρά τή μο­νο­μέ­ρεια πού ἐ­πέ­βα­λε ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος.
 
Τέ­τοι­ες με­τα­βο­λές δέν ὑ­πέ­στη μό­νον ἡ ἔν­νοι­α με­μο­νω­μέ­νων λέ­ξε­ων ἀλ­λά καί ἡ ἐκ­φο­ρά τοῦ λό­γου ἐν συ­νό­λω. Ὁ βο­σκός δέν θά ἔ­λε­γε ἁ­πλῶς: «Λέν ἔ­χω με­τρή­σει τά χρό­νια μου, για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά μοῦ τά πά­ρει». Θά ἔ­δει­χνε πα­ρα­στα­τι­κά καί δι­ε­ξο­δι­κά τήν ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα σέ ὅ,τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­με­τρη­θεῖ καί σέ ὅ,τι εἶ­ναι δυ­να­τόν νά κα­τα­με­τρη­θεῖ. Μέ τήν ἀν­τί­θε­ση αὐ­τή ἔ­γι­νε εὔ­λο­γη ἡ εἰ­κό­να. Αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­ο­ους ἡ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α μᾶς εἶ­ναι οἰ­κεί­α ἀ­πό τήν ἀρ­χα­ϊ­κη λυ­ρι­κή ποί­η­ση. Τό λε­γό­με­νο Priamel ἐ­νι­σχύ­ει ἕ­ναν ἰ­σχυ­ρι­σμό πα­ρα­βάλ­λον­τας τόν μέ ἕ­ναν ἀν­τι-ι­σχυ­ρι­σμό. Ἄν θε­λή­σει κα­νείς νά πεῖ π.χ. πώς ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δυ­να­τή φω­τιά, ἀρ­χί­ζει ἔ­τσι: «Κα­μιά φω­τιά, κα­νέ­να κάρ­βου­νο δέν μπο­ρεῖ νά κά­ψει τό­σο...». Ἀλ­λά γι’ αὐ­τό θά μι­λή­σου­με καί στή συ­νέ­χεια. Πρῶ­τα ὅ­μως ἐ­πεί­γει νά ποῦ­με τό ἑ­ξῆς: ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σε­ται ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος, ἡ δο­μή γλώσ­σας με­τα­βάλ­λε­ται, ὄ­χι μό­νον ἐ­πει­δή δη­μι­ουρ­γοῦν­ται και­νούρ­γι­ες λέ­ξεις ἀλ­λά καί ἐ­πει­δή ἀλ­λά­ζει ἡ ση­μα­σί­α ἀρ­χαι­ό­τε­ρων λέ­ξε­ων καί τρο­πο­ποι­εῖ­ται ἡ σύν­τα­ξη. Ὅ­πως κά­θε γλώσ­σα ἔ­χει ἕ­να σύ­στη­μα καί ὅ­λες οἱ προ­τά­σεις γί­νον­ται κα­τα­νο­η­τές στίς ἀ­μοι­βαῖ­ες σχέ­σεις τους μέ­σα σ’ αὐ­τό τό σύ­στη­μα, ἔ­τσι καί ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα ἔ­χει τή δι­κή της δο­μή. Ὅ­λοι συμ­φω­νοῦ­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πό τά με­γα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας καί γι’ αὐ­τό ἄλ­λω­στε ἀ­σχο­λού­μα­στε μα­ζί της. Ἀλ­λά τό ὅ­τι ἔ­πρε­πε νά πλη­ρώ­σου­με ἀ­κρι­βά τό κέρ­δος μας αὐ­τό, εἶ­ναι κά­τι πού θά τό μά­θου­με ἀ­πό τόν ἀρ­χαῖ­ο βο­σκό πρίν τόν ἀ­πο­χω­ρι­στοῦ­με. Ποι­ός δέν πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ὁ λό­γος του εἶ­ναι πιό φυ­σι­κός ἀ­πό τόν δι­κό μας, πού εἶ­ναι τό­σο καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος;
 
Στά δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα πού χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με, οἱ λέ­ξεις ἄ­πει­ρον καί «με­τρῶ» ἀ­πο­τέ­λε­σαν ὅ­ρους μί­ας ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γλώσ­σας, ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση καί ἡ ἀ­ρίθ­μη­ση ἀ­πέ­κτη­σαν ση­μα­σί­α γιά μας, ἀ­πό τή στιγ­μή, δη­λα­δή, πού ἀ­πο­μο­νώ­σα­με τίς ἔν­νοι­ες τοῦ α­ριθ­μοῦ καί τοῦ μέ­τρου στή γλώσ­σα ἀ­πο­γυ­μνώ­νον­τάς τες ἀ­πό κά­θε συ­ναι­σθη­μα­τι­κή καί πρα­κτι­κή ἀ­να­φο­ρά. Ἐ­μᾶς, πού εἴ­μα­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες, δέν μᾶς ἐκ­πλήσ­σει πού μιά ἐπ­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα προ­ε­τοι­μά­ζει τό ἔ­δα­φος γιά τήν κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ. Πα­ρά τό γε­γο­νός ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες πρῶ­τοι ἔ­φτα­σαν στήν κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ, σέ μᾶς φαί­νε­ται μᾶλ­λον ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος καί ὁ βο­σκός χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τίς λέ­ξεις ἄ­πει­ρον καί «με­τρῶ» μέ ἀ­σα­φῆ ση­μα­σί­α, κα­θώς δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με στίς λέ­ξεις αὐ­τές τήν ἔν­νοι­α πού σή­με­ρα πλέ­ον τούς προσ­δί­δου­με.
 
Τό ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ ὡς δυ­να­τό­τη­τα ὑ­πάρ­χει καί στήν πρω­τό­γο­νη γλώσ­σα. Δέν ὑ­πάρ­χει που­θε­νά ἀλ­λοῦ πα­ρά μό­νο στή γλώσ­σα και, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ, μπο­ρεῖ νά ἔρ­θει στό φῶς φυ­σι­κά καί ἀ­βί­α­στα.
 
Τό ἴ­διο συμ­βαί­νει καί μέ ἄλ­λες ἔν­νοι­ες, ὄ­χι μό­νον τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ. Φαί­νε­ται πώς ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ μί­α μα­κρά ἑ­νια­ία ἐ­ξέ­λι­ξη.
 
Καί στό ση­μα­σι­ο­λο­γι­κό πε­δί­ο τοῦ εἰ­δέ­ναι καί τοῦ γνῶ­ναι, οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἀ­πέ­σπα­σαν στα­δια­κά ἀ­πό τίς κα­θη­με­ρι­νές λέ­ξεις ὅ,τι τίς κα­θι­στοῦ­σε χρή­σι­μες καί γό­νι­μες στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλο­όσ­σα καί μά­λι­στα μέ τόν ἴ­διο τε­χνη­τό - καί ὅ­μως τό­σο φυ­σι­κό - τρό­πο.
 
Ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή λέ­ξη εἰ­δέ­ναι ση­μαί­νει οὐ­σι­α­στι­κά «ἔ­χω δεῖ». Πε­ρι­γρά­φει ἐ­πο­μέ­νως μό­νον τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα μί­ας συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐμ­πει­ρι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης - τήν ἥτ­τα, δη­λα­δή, πού ὑ­πέ­στη ἡ ὁ­ποί­α πνευ­μα­τι­κή ἀ­να­φο­ρά ὑ­πάρ­χει στό «βλέ­πω» - καί ἀρ­γό­τε­ρα, τήν κα­θα­ρά νο­η­τι­κή κα­τά­στα­ση τῆς γνώ­σης, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τόν τρό­πο πού ἀ­πο­κτή­θη­κε. Ὅ­πως θά φα­νεῖ, ἡ γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μέ­σω τῆς ὁ­ρά­σε­ως ἦ­ταν πάν­τα ἕ­να εἶ­δος μον­τέ­λου ἐ­πί τῇ βά­σει τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἔ­τει­ναν νά ἑρ­μη­νεύ­ουν καί τή γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μ’ ἄλ­λους τρό­πους. Στόν Ὅ­μη­ρο (κυ­ρί­ως σ' αὐ­τόν, ἄν καί ἡ ἀρ­χι­κή ση­μα­σί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καί στούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους) τό εἰ­δέ­ναι ση­μαί­νει «κα­τέ­χω». «ξέ­ρω», ὅ­πως τό savoir στά γαλ­λι­κά. Ἤ­δη στόν Ὅ­μη­ρο ἡ λέ­ξη εἶ­χε τό­σο εὐ­ρεί­α ση­μα­σί­α, ὥ­στε κα­τόρ­θω­σε στή συ­νέ­χεια νά κα­λύ­ψει τίς ἀ­νάγ­κες τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης. Καί ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μαν­τι­κό ἐ­πί­τευγ­μα ὅ­τι σέ σχε­τι­κά πρώ­ι­μη ἐ­πο­χή προ­έ­κυ­ψε ἀ­πό τό ρῆ­μα ἤ εἰ­δι­κό­τε­ρη ση­μα­σί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς/νο­η­τι­κῆς λει­τουρ­γί­ας.
 
Δι­α­φο­ρε­τι­κά εἶ­ναι τά πράγ­μα­τα μέ τή λέ­ξη γνῶ­ναι. Καί αὐ­τή ἀ­νή­κει ἀρ­χι­κά στή σφαί­ρα τῆς νο­η­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης ἡ ὁ­ποί­α δι­α­μορ­φώ­θη­κε μέ­σω τῆς δρά­σε­ως· αὐ­τό ἰ­σχύ­ει ἤ­δη ἀ­πό τόν Ὅ­μη­ρο. Μιά συ­χνή (καί προ­φα­νῶς ἡ ἀρ­χι­κή) χρή­ση εἶ­ναι: τόν εἶ­δε καί τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε πώς ἦ­ταν ὁ Δι­ο­μή­δης, ἤ ἀ­κό­μα, πώς ἦ­ταν κά­ποι­ος θε­ός. Ἐ­πί­σης, ἡ Ἀ­ρή­τη ἀ­να­γνώ­ρι­σε τό ροῦ­χο πού ἡ ἴ­δια εἶ­χε φτιά­ξει. Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν χρή­σεις ὅ­πως: ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν εὐ­νο­ϊ­κή, δύ­σκο­λη, κ.λπ., χω­ρίς ὅ­μως νά ὑ­περ­βαί­νουν ὅ,τι πε­ρί­που μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη sehen στά γερ­μα­νι­κά, π.χ. εἶ­δε πώς ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν σο­βα­ρή, κ.λπ. Στόν Ὅ­μη­ρο ὅ­μως τό γνῶ­ναι δέν ση­μαί­νει ἀ­κό­μα τήν ἑ­κού­σια δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μέ τήν πο­ρεί­α πού ὁ Πλά­τω­νας πε­ρι­έ­γρα­ψε στό Συμ­πό­σιο, τά προ­σχε­δι­α­σμέ­να βή­μα­τα ἀ­πό τήν ἀ­βέ­βαι­η ὑ­πό­θε­ση στήν ἀ­λή­θεια. Τό γνῶ­ναι εἶ­ναι ρῆ­μα στόν ἀ­ό­ρι­στο χρό­νο, δη­λα­δή πε­ρι­γρά­φει κά­τι πού συ­νέ­βη σέ συγ­κε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή στιγ­μή, σάν νά πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά ἕ­να γε­γο­νός πού μου συμ­βαί­νει πα­ρά μιά ἀ­το­μι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα: ξαφ­νι­κά ἀ­να­γνω­ρί­ζω κά­ποι­ον πού συ­ναν­τῶ ἤ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να τρα­πέ­ζι.
 
Τό ἴ­διο πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με καί γιά τό νο­εῖν, πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ἀ­πο­κτή­σει τή ση­μα­σί­α «σκέ­πτο­μαι». Στόν Ὅ­μη­ρο ση­μαί­νει «ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι», «βλέ­πω», «δι­α­βλέ­πω». Καί αὐ­τή ἡ λέ­ξη σχε­τί­ζε­ται μέ τήν ὅ­ρα­ση καί δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ, ὅ­πως τό γνῶ­ναι καί τό εἰ­δέ­ναι, τό μή νο­η­τι­κό πού πε­ρι­έ­χε­ται στήν νο­η­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη ἀ­πό τήν κα­θα­ρή νο­η­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη. Ἐ­πί­σης, δη­λώ­νει τήν πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α πού εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ὅ­ρα­ση. Ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ ὅ,τι ἀ­πο­τε­λεῖ τόν πυ­ρή­να καί τήν οὐ­σί­α του «βλέ­πω», για­τί ἡ ὅ­ρα­ση χω­ρίς ἀ­να­γνώ­ρι­ση, πα­ρα­τή­ρη­ση καί ὡς ἐκ τού­του γνώ­ση, εἶ­ναι ἄ­χρη­στη καί χω­ρίς νό­η­μα. Ἀλ­λά τό νο­εῖν δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μέ τή βο­ή­θεια τῆς ὅ­ρα­σης. ὅ­πως τό εἰ­δέ­ναι οὔ­τε πε­ρι­γρά­φει τή δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ταύ­τι­σης αὐ­τοῦ πού ἔ­χου­με δεῖ μέ ἄλ­λα ἤ­δη γνω­στά. Ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ αὐ­τό πού μᾶς γί­νε­ται σα­φές με­τά ἀ­πό προ­σε­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση. Τά «βλέ­πω» καί «δι­α­βλέ­πω» εἶ­ναι ἀ­πο­δό­σεις πού δεί­χνουν πώς ἡ λέ­ξη ἀ­νή­κει στό λε­ξι­λο­γι­κό πε­δί­ο τοῦ «βλέ­πω· ὑ­περ­βαί­νει ὅ­μως τίς ση­μα­σί­ες αὐ­τές. Στόν Ὅ­μη­ρο ἡ λέ­ξη δέν δη­λώ­νει ἀ­κό­μα τήν πνευ­μα­τι­κή προ­σπά­θεια πού κα­τα­βάλ­λου­με γιά νά λύ­σου­με π.χ. ἕ­να πρό­βλη­μα, τήν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­κεί­νη πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, καί γι’ αὐ­τό εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νά τό με­τα­φρά­σου­με μέ τό «σκέ­πτο­μαι» - ἄν καί με­ρι­κές φο­ρές πλη­σιά­ζει τή ση­μα­σί­α τοῦ «ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι», «ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι», «λαμ­βά­νω ὑ­πό­ψη»[1].
 
Τό γε­γο­νός πώς δέν ὑ­πάρ­χει στόν Ὅ­μη­ρο κα­μί­α λέ­ξη γιά τό «σκέ­πτο­μαι» καί τό γε­γο­νός πώς ἡ γνώ­ση δέν γί­νε­ται ἀ­κό­μα ἀν­τι­λη­πτή ὡς δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ὀ­φεί­λε­ται στό ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος δέν δι­α­θέ­τει ἀ­πο­λύ­τως κα­νέ­ναν ὄ­ρο γιά τή νό­η­ση ὡς πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ὡς γνω­στόν, ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­γνο­εῖ καί τήν ἀν­τί­θε­ση σώ­μα­τος καί πνεύ­μα­τος, κορ­μιοῦ καί ψυ­χῆς.
 
Αὐ­τό πού ἐ­μεῖς ὀ­νο­μά­ζου­με πνεῦ­μα ἤ ψυ­χή, δέν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀ­κό­μη οὐ­σι­α­στι­κά δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­νο ἀ­πό τό σῶ­μα, μό­νον πού ἡ σω­μα­τι­κό­τη­τά του πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἀρ­κε­τά πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἡ ψυ­χή, πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ση­μά­νει καί γιά τούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὅ,τι καί γιά μᾶς σή­με­ρα, εἶ­ναι ἡ πνο­ή πού κρα­τᾶ τόν ἄν­θρω­πο στή ζω­ή (αὐ­τή εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή της λει­τουρ­γί­α στόν Ὅ­μη­ρο καί δέν σχε­τί­ζε­ται μέ τή σκέ­ψη καί τίς αἰ­σθή­σεις). Με­τά τόν θά­να­το ἡ ψυ­χή κα­τε­βαί­νει σάν σκιά στόν Ἅ­δη. Ὁ νό­ος, τό ὄρ­γα­νο τοῦ νο­εῖν, εἶ­ναι τρό­πον τι­νά ἕ­νας «ἐ­σω­τε­ρι­κός ὀ­φθαλ­μός». Ὁ Ὅ­μη­ρος δέν μᾶς λέ­ει μέ σα­φή­νεια ποῦ τόν το­πο­θε­τεῖ ἤ πῶς τόν φαν­τά­ζε­ται. Τοῦ ἀ­πο­δί­δει ὅ­μως ὀ­πτι­κές λει­τουρ­γί­ες: ὁ σκο­πός του εἶ­ναι νά ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, νά βλέ­πει, νά δι­α­βλέ­πει.
 
Ἄν τό νο­εῖν στόν Ὅ­μη­ρο δέν συ­νε­πά­γε­ται τήν πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, τό­τε ἔ­τσι ἴ­σως ἐ­ξη­γεῖ­ται μιά ἀ­κό­μα ὁ­μη­ρι­κή φρά­ση πού, ὅ­σο γνω­ρί­ζω, δέν ἔ­χει μέ­χρι σή­με­ρα ἐρ­μη­νευ­τεῖ. Ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἐν­το­πί­ζου­με τή σκέ­ψη στό κε­φά­λι καί οὐ­σι­α­στι­κά τήν αἰ­σθα­νό­μα­στε στό κε­φά­λι με­τά ἀ­πό ἔν­το­νη πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Στόν Ὅ­μη­ρο ὅ­μως τό νο­εῖν κι ὅ­λα ὁ­σα ἔ­χουν νά κά­νουν μέ τόν νοῦν, συν­δέ­ον­ται μέ τό δι­ά­φραγ­μα, μέ τίς φρέ­νες. Αυ­τό. ὅ­σο ὁ ἴ­διος γνω­ρί­ζω καί ὄ­πως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα καί ἀ­πό ἄλ­λους, δέν μπο­ροῦ­με νά τό ἑρ­μη­νεύ­σου­με ὅ­σο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τό νο­εῖν ὡς «σκέ­πτο­μαι». Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­μως πο­λύ κα­λά για­τί οἱ φρέ­νες συμ­με­τέ­χουν στή δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τή, ἄν τό νο­εῖν ση­μαί­νει ὅ,τι καί τό ὁ­μη­ρι­κό γνῶ­ναι: πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά ἕ­να συμ­βάν. Ἄν τό νο­εῖν ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να εἶ­δος ἀν­τί­λη­ψης πού «συμ­βαί­νει» στόν ἄν­θρω­πο σάν ἕ­να ἤ­πιο σόκ. τό­τε μπο­ροῦ­με νά κα­τα­λά­βου­με κα­λά για­τί τόν χτυ­πᾶ στό δι­ά­φραγ­μα[2].
 
Πα­ράλ­λη­λα ἄς ση­μει­ώ­σου­με ὅ­τι τά ρή­μα­τα πράτ­τω καί ποι­ῶ στόν Ὅ­μη­ρο συ­νε­πά­γον­ται πο­λύ μι­κρό­τε­ρη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἀ­π’ ὅ,τι τά ἀν­τί­στοι­χα δι­κά μας. Πράτ­τω ση­μαί­νει οὐ­σι­α­στι­κά «περ­νῶ ἕ­ναν δρό­μο». Ὅ­μως τό ὅ­τι ἡ λέ­ξη ση­μαί­νει λι­γό­τε­ρο τήν προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τό ὅ­τι κά­τι «πη­γαί­νει κα­λά», τό ἀ­πο­δει­κνύ­ει καί ἡ φρά­ση εὖ πράτ­τω πού σώ­θη­κε στήν ἀτ­τι­κή δι­ά­λε­κτο. Ἔ­τσι τώ­ρα μπο­ροῦ­με νά συ­σχε­τί­σου­με τό τεύ­χειν (πα­ρά­γω κά­τι) μέ τό τυ­χεῖν (συμ­βαί­νει κά­τι) κα­τά τόν τρό­πο πού τό φεύ­γειν σχε­τί­ζε­ται μέ τό φυ­γεῖν. Καί μο­λο­νό­τι ὁ Boisacq πι­στεύ­ει πώς ἡ ση­μα­σί­α τους δέν συ­νη­γο­ρεῖ στή σύν­δε­σή τους, οἱ με­το­χές ὅ­μως τε­τυγ­μέ­νος καί τε­τυ­χώς - «εὐ­τυ­χής» ἤ «κα­λο­φι­αγ­με­νος» - δεί­χνουν ὅ­τι τό τεύ­χειν δέν ση­μαί­νει τό­σο τήν προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια ὅ­σο τήν ἐ­πι­τυ­χῆ ἐ­ξέ­λι­ξη.
 
Αὐ­το τό στοι­χεῖ­ο τῆς προ­σω­πι­κῆς πνευ­μα­τι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας πού ἀ­πο­τε­λεῖ τή βά­ση κά­θε ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καί φι­λο­σο­φι­κῆς ἀν­τι­με­τώ­πι­σης τοῦ κό­σμου λεί­πει καί ἀ­πό ἄλ­λα ρή­μα­τα πού δέν προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τή σφαί­ρα τοῦ «βλέ­πω». Στή σφαί­ρα τοῦ «ἀ­κού­ω» ἀ­νή­κει τό ρῆ­μα συ­νι­έ­ναι πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ἀ­πο­κτή­σει τή ση­μα­σί­α «κα­τα­λα­βαί­νω». Ὅ­μως ἡ ση­μα­σί­α τοῦ συ­νι­έ­ναι στόν Ὅ­μη­ρο δέν ξε­περ­νᾶ τά ὅ­ρια τῆς κα­τα­νό­η­σης μιᾶς λέ­ξης ἤ φρά­σης. Τό συ­νι­έ­ναι δέν ση­μαί­νει ἀ­κό­μα καί σέ αὐ­τά τά συμ­φρα­ζό­με­να τήν κα­θα­ρά θε­ω­ρη­τι­κή κα­τα­νό­η­ση ἀλ­λά ἁ­πλῶς «ἀ­κού­ω κά­ποι­ον καί τόν ἀ­κο­λού­θῶ σέ ἀ­πό­στα­ση τέ­τοι­α ὥ­στε νά μπο­ρῶ νά τόν ἀ­κού­ω».
 
Ἀ­πό ἕ­ναν ἄλ­λο πά­λι χῶ­ρο προ­έρ­χε­ται ἡ λέ­ξη ἐ­πί­στα­σθαι ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α πα­ρά­γε­ται ἡ ἐ­πι­στή­μη, ὁ πλα­τω­νι­κός ὅ­ρος γιά τή γνώ­ση. Ἐ­πί­στα­σθαι στόν Ὅ­μη­ρο ση­μαί­νει «ξέ­ρω κά­τι» καί συ­νε­πά­γε­ται τή γνώ­ση πού ἀ­φο­ρᾶ σέ πρα­κτι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης σέ τε­χνι­κές δε­ξι­ό­τη­τες, σέ ὅ­λες τίς τέ­χνες κα­θώς καί στόν λό­γο καί σέ κα­τα­στά­σεις πού μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἀν­τι­με­τω­πί­σει. Στό ἴ­διο πε­δί­ο τῶν πρα­κτι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των ἀ­νή­κει καί ἡ λέ­ξη σο­φός πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τόν ἐ­πι­δέ­ξιο σέ κά­ποι­ο χει­ρο­τέ­χνη­μα, πρό πάν­των αὐ­τόν πού κα­τέ­χει μιά τέ­χνη ἡ ὁ­ποί­α ἐν­τάσ­σε­ται στά πλαί­σια τῆς πρώ­ι­μης οἰ­κο­τε­χνί­ας· ση­μαί­νει τόν εἰ­δι­κό πού εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος γιά τήν κοι­νό­τη­τα, τόν δη­μι­ουρ­γόν.
 
Τό πώς αὐ­τοί οἱ τρό­ποι κα­τά­κτη­σης τῆς γνώ­σης στόν Ὅ­μη­ρο ἐ­πε­νερ­γοῦν στή ζω­ή τῶν ἀν­θρώ­που, τό δεί­χνει ἡ μορ­φή τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α, τοῦ δι­α­νο­ού­με­νου, ἄν μπο­ροῦ­με νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τόν ὅ­ρο αὐ­τό γιά τόν ὁ­μη­ρι­κό κό­σμο. Ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας εἶ­δε πολ­λά καί ἔ­μα­θε πολ­λά. Εἶ­ναι ἐ­κτός αὐ­τοῦ ὁ πο­λυ­μή­χα­νος, ὁ ἱ­κα­νός νά ἐ­νερ­γή­σει μέ τούς πιό πρω­τό­τυ­πους τρό­πους, ἐν τέ­λει εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού μπο­ρεῖ νά ἀ­κού­σει τή φω­νή τῆς θε­ᾶς Ἀ­θη­νᾶς, τῆς προ­στά­τι­δάς του. Δέν ἀ­πέ­κτη­σε τήν γνώ­ση μέ­σω τῆς ὁ­ρά­σε­ως οὔ­τε τό πλῆ­θος τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν του μέ δι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καί προ­σω­πι­κή ἔ­ρευ­να. Μᾶλ­λον αὐ­τά συ­νέ­ζη­σαν σέ ἐ­κεῖ­νον, ὅς μά­λα πολ­λά/πλάγ­χθη. Δέν ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ τόν Σό­λω­να, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Ἡ­ρό­δο­τος λέ­ει πώς πρῶ­τος τα­ξί­δε­ψε θε­ω­ρί­ης ἕ­νε­κεν. Στόν Ὀ­δυσ­σέ­α ἡ πο­λυ­γνω­σί­α το­πο­θε­τεῖ­ται στό ἐ­πί­πε­δό του ἐ­πί­στα­σθαι καί δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πό τή δρά­ση του κα­τά τρό­πο ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το. Τό γε­γο­νός αὐ­τό πε­ρι­ο­ρί­ζει τή δρά­ση του στήν ἐ­ξεύ­ρε­ση μέ­σων προ­κει­μέ­νου νά ἐ­πι­τύ­χει κά­ποι­ο συγ­κε­κρι­μέ­νο σκο­πό, νά σώ­ζει δη­λα­δή τή ζω­ή τῶν συν­τρό­φων του καί τή δι­κή του. Καί στό ἐ­πι­πε­δο τῆς κα­τα­νό­η­σης καί τῆς ἑρ­μη­νεί­ας, ὁ Ὄ­δυσ­σέ­ας κα­τα­νο­εῖ ἁ­πλῶς, ὅ­πως καί κά­θε ὕ­παρ­ξη στόν Ὅ­μη­ρο, τούς λό­γους πού δι­α­τυ­πώ­νον­ται μέ σα­φή­νεια. Σέ πε­ρί­πτω­ση πού γε­γο­νό­τα, πρά­ξεις, ἄν­θρω­ποι δέν δη­λώ­νουν ἄ­με­σα τί ση­μαί­νουν, ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἐν­νοι­ά τους, τό­τε μπο­ρεῖ νά τά κα­τα­στή­σει σα­φῆ ἕ­νας θε­ός μι­λών­τας μέ λό­για κα­τα­νο­η­τά, μπο­ρεῖ π.χ. νά τά ἀ­να­κοι­νώ­σει σέ ἕ­ναν προ­φή­τη καί αὐ­τός μέ τή σει­ρά του νά τά πεῖ στούς ἄλ­λους ἤ μπο­ρεῖ νά τά πεῖ ἡ Μού­σα στόν ποι­η­τή. Ὅ­μως οὔ­τε ὁ προ­φή­της εἶ­ναι σέ θέ­ση νά ἐ­ρευ­νή­σει τό σκο­τει­νό μέλ­λον οὔ­τε ὁ ποι­η­τής προ­σπα­θεῖ νά φέ­ρει στό φῶς μιά κρυμ­μέ­νη ἀ­λή­θεια· ὁ μέν προ­φή­της μα­θαί­νει τό πα­ρελ­θόν, τό πα­ρόν καί τό μέλ­λον πού ὁ θε­ός τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτει, ὁ δέ ποι­η­τής ἀ­να­κοι­νώ­νει μό­νον ὅ,τι ἡ Μού­σα τοῦ γνω­στο­ποι­εῖ. Οἱ θε­οί τά γνω­ρί­ζουν ὅ­λα, τά ἔ­χουν δεῖ ὅ­λα καί εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες (ὅ­πως λέ­γε­ται στή Β ρα­ψω­δί­α τῆς Ἰ­λιά­δας [στ. 485-486]). Ἡ πνευ­μα­τι­κή δυ­να­τό­τη­τα βα­σί­ζε­ται καί στίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις στή γνώ­ση πού κα­τέ­χει ἡ θε­ό­τη­τα. Στήν πε­ρι­πτω­ση τῶν Μου­σῶν ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­πο­δί­δει τή γνώ­ση τους αὐ­τή στό γε­γο­νός ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν αὐ­τό­πτεις μάρ­τυ­ρες ὅ­σων με­τα­δί­δουν στόν ποι­η­τή.
 
Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἄν­θρώ­που πού ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες, πού σκέ­πτε­ται καί ἐ­ρευ­νᾶ, γί­νε­ται δυ­να­τή, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­χί­ζει νά συλ­λαμ­βά­νει τό πνεῦ­μα «πιό ἀ­φαι­ρε­τι­κά». Τί ση­μαί­νει ὅ­μως «ἀ­φαι­ρε­τι­κά»; Εἶ­ναι πλέ­ον κοι­νό­το­πη ἡ δι­α­πί­στευ­ση ὅ­τι ἡ ἀ­φαί­ρε­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη καί τόν λό­γο. Ἤ­δη τό ζή­τη­μα αὐ­τό τό θί­ξα­με, ὅ­ταν μι­λή­σα­με γιά τό ἄ­πει­ρον του Ἀ­να­ξι­μάν­δρου, κα­θώς ἐ­πί­σης γιά τήν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­τρου», τή γνώ­ση καί τή σκέ­ψη. Τό θέ­μα ὁ­λό­κλη­ρου του κε­φα­λαί­ου αὐ­τοῦ θά μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξαν­τλη­θεῖ στήν πρό­τα­ση: οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες δη­μι­ούρ­γη­σαν μιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα κα­τα­σκευ­ά­ζον­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά - ἄν εἶ­ναι βέ­βαι­α δυ­να­τόν νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με τή δι­α­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή ἀ­νά­με­σα στά συγ­κε­κρι­μέ­να καί τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά. Πι­στεύ­ω πώς θά ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νά μι­λή­σου­με γιά στα­δια­κή με­τά­βα­ση ἀ­πό πιό συγ­κε­κρι­μέ­να σέ πιό ἀ­φαι­ρε­τι­κά στά­δια. Ἄν, ὅ­πως φά­νη­κε ἀ­πό τά δυ­ό-τρί­α πα­ρα­δείγ­μα­τα, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­μο­νω­θεῖ ἀ­βί­α­στα ἡ πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α ἀ­πό τίς φρά­σεις τῆς γλώσ­σας, τό­τε ἡ γλώσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ἕ­νας πο­λύ­πλο­κος ὀρ­γα­νι­σμός, ἱ­κα­νός νά πα­ρα­γά­γει ἀ­πό τόν ἴ­διο της τόν ἑ­αυ­τό κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό. Ἀλ­λά γιά νά δοῦ­με ἄν ἡ μο­νο­μέ­ρεια στόν ἐ­πι­στη­μο­νι­κό λό­γο, μ’ ἄλ­λα λό­για ἄν μιά ἀ­πό τίς ἀρ­χές του - ἡ ὁ­ποί­α, μο­λο­νό­τι ὑ­πάρ­χει σέ κά­ποι­ο βαθ­μό καί στήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ὁ­μως κα­τε­ξο­χήν στήν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νη σκέ­ψη τῶν Ἑλ­λή­νων - εἶ­ναι πράγ­μα­τι συμ­πα­γής, πρέ­πει νά με­λε­τή­σου­με προ­σε­κτι­κά πώς ἡ τά­ση γιά ἀ­φαί­ρε­ση εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά κα­τα­στοῦν κά­ποι­ες γλωσ­σι­κές δο­μές τῶν ἀρ­χαί­ων ἑλ­λη­νι­κῶν κα­τάλ­λη­λες γιά νά ἐκ­φρά­σουν τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη.
 
Νο­μί­ζω πώς ὑ­πάρ­χουν τρεῖς τρό­ποι πα­ρα­γω­γῆς ἀ­φη­ρη­μέ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν. Ὁ πρῶ­τος εἶ­ναι ἡ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση ὅ­πως τήν εἴ­δα­με στό ἅ­πει­ρον τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου. Ὁ δεύ­τε­ρος συ­νί­στα­ται στή με­τε­ξέ­λι­ξή του χα­ρα­κτη­ρι­σμοῦ ἑ­νός ὀρ­γά­νου σέ χα­ρα­κτη­ρι­σμό τῆς λει­τουρ­γί­ας του. Π.χ. ὅ­ταν λέ­με ὅ­τι κά­ποι­ος ἔ­χει γε­ρό κε­φά­λι, ἐν­νο­οῦ­με ὅ­τι ἔ­χει γε­ρό μυα­λό ἤ δι­α­θέ­τει σω­στή σκέ­ψη. Ὁ τρί­τος τρό­πος εἶ­ναι ἡ με­τα­τρο­πή ταν κυ­ρί­ων ὀ­νο­μά­των, θε­ῶν ἤ δαι­μό­νων, σέ ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά. Στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοί ὅ­ροι δη­μι­ουρ­γή­θη­καν - ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά - καί μέ τούς τρεῖς αὐ­τούς τρό­πους.
 
Τόν πρῶ­το τρό­πο ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος μέ τό ἄ­πει­ρον καί εἴ­δα­με ὅ­τι στην πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη ἐκ­φρά­στη­κε μέ την οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τή ση­μαί­νει κα­τ’ οὐ­σί­αν ὅ­τι κά­τι πού εἶ­χε ἀρ­χι­κά μί­α ὑ­λι­κή ὑ­πό­στα­ση με­τα­τρέ­πε­ται σέ ἀν­τι­κεί­με­νο - ἀν­τι­κεί­με­νο, βέ­βαι­α, πού δέν τό ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὡς ὑ­λι­κή ὀν­τό­τη­τα, ἀλ­λά πού μπο­ροῦ­με μό­νο νά τό σκε­φτοῦ­με, σέ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς σκέ­ψης μας. Καί ἐ­δῶ φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἡ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης «οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση».
 
Τί ση­μαί­νει ἡ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του γιά τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη καί τήν πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, θά τό δι­ευ­κρι­νή­σου­με μέ με­ρι­κά ἀ­κό­μα πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου, τά ὁ­ποῖ­α δέν σχε­τί­ζον­ται τό­σο ἄ­με­σα μέ τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα.
 
Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δι­η­γεῖ­ται τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ζα­σι­λιᾶ τῆς Λυ­δί­ας Κροί­σου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρώ­τη­σε τόν Σό­λω­να τόν Ἀ­θη­ναῖ­ο ποι­ός εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Ὁ Σό­λω­νας (καί αὐ­τή εἶ­ναι ἐν πά­ςῃ πε­ρι­πτώ­σει ἡ ἐκ­δο­χή πού μπο­ροῦ­με νά θε­ω­ρή­σου­με ὡς τήν πα­λαι­ό­τε­ρη) κα­το­νό­μα­σε ἕ­ναν ἁ­πλό χω­ρι­κό της Ἀτ­τι­κῆς, τόν Τέλ­λο, ἐ­νῶ ὁ Κροῖ­σος, ὁ πλού­σιος καί ἰ­σχυ­ρός βα­σι­λιάς, πε­ρί­με­νε φυ­σι­κά νά ἀ­κού­σει τ’ ὄ­νο­μά του.
 
Ἡ ἱ­στο­ρί­α θέ­λει νά δεί­ξει τή δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στή φαι­νο­με­νι­κή εὐ­τυ­χί­α καί τήν ἀ­λη­θι­νή. Ὁ Σό­λω­νας λέ­ει πώς κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­ξι­ω­θεῖ τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό «εὐ­τυ­χής» πρίν τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του.
 
Καί ὁ Κροῖ­σος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­λή­θεια τῶν λό­γων τοῦ Σό­λω­να, ὅ­ταν πιά ἔ­χει χά­σει τό πλού­σιο βα­σί­λει­ό του καί βρί­σκε­ται πά­νω στήν πυ­ρά.
 
Γε­νι­κά θε­ω­ροῦ­με εὐ­τυ­χῆ ἕ­ναν ἰ­σχυ­ρό βα­σι­λιά στό ἀ­πό­γει­ο της δό­ξας του. Ἀλ­λά μπο­ρεῖ νά τε­θεῖ τό ἐ­ρώ­τη­μα ἄν εἶ­ναι «ὄν­τως» εὐ­τυ­χής κα­νείς, ὅ­ταν τοῦ ἀ­πο­δί­δε­ται τό ἐ­πί­θε­το αὐ­τό μ’ ὅ­λη τή ση­μα­σί­α του. Ἕ­νας μέ­σος ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι «πραγ­μα­τι­κά» εὐ­τυ­χι­σμέ­νος.
 
Πί­σω ἀ­πό αὐ­τήν τή δι­α­πί­στω­ση προ­βάλ­λει τό ἐ­ρώ­τη­μα ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή εὐ­δαι­μο­νί­α, αὐ­τό πού κά­νει τόν εὐ­δαί­μο­να εὐ­δαί­μο­να. To ἐ­ρώ­τη­μα «ποι­ός εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νος;» προ­κα­λεῖ τήν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση: «ποι­ά εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κή εὐ­τυ­χί­α; Τί εἶ­ναι ἡ εὐ­τυ­χί­α;» Τό ἐ­ρώ­τη­μα γιά τό πρό­σω­πο θά ἐ­ξε­λι­χθεῖ τε­λι­κά σέ ἐ­ρώ­τη­μα γιά τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό.
 
Ἄν ὅ­μως ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. τό «εὐ­τυ­χές», καί πα­ρά­γε­ται ὅ­πως τό ἄ­πει­ρον του Ἀ­να­ξι­μάν­δρου, μέ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του, τό­τε καί στίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ση­μα­σί­α τῆς νέ­ας αὐ­τῆς λέ­ξης προ­ϋ­πο­θέ­τει τή βα­σι­κή ση­μα­σί­α τοῦ ἐ­πι­θέ­του. «Ἄ­πει­ρο» μέ τή ση­μα­σί­α τοῦ «ὄν­τως ἀ­πεί­ρου» καί «εὐ­τυ­χές» μέ τή ση­μα­σί­α τοῦ «ἀ­πο­λύ­τως εὐ­τυ­χοῦς» εἶ­ναι ἤ­δη κά­τι πού ὑ­περ­βαί­νει τήν «ἁ­πλο­ϊ­κή», προ­ε­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα. Ἔ­τσι ὅ­μως ἔ­χου­με ἕ­να ἀ­κό­μα ἀν­τι­κεί­με­νο, π.χ. τό ἄ­πει­ρο, τό εὐ­τυ­χές, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ρεῖ νά τε­θεῖ ὑ­πό ἀμ­φι­σβή­τη­ση.
 
Στίς δι­η­γή­σεις γιά τούς Ἑ­πτά Σο­φούς - στούς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γον­ται τό­σο ὁ Σό­λω­νας ὅ­σο καί ὁ Θα­λῆς. ὁ δά­σκα­λος τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου – συ­ναν­τοῦ­με συ­χνά τέ­τοι­ες ἐ­ρω­τή­σεις ὑ­πό τόν τύ­πο αἰ­νίγ­μα­τος. Κά­ποι­ες δέν ζη­τοῦν μό­νον τό πρό­σω­πο πού ἔ­χει μιά συγ­κε­κρι­μέ­νη ἰ­δι­ό­τη­τα σέ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο βαθ­μό ἀλ­λά καί τό πρᾶγ­μα πού δι­α­θέ­τει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τη­τα: «Ποι­ό εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο;», «ποι­ό εἶ­ναι τό πα­λαι­ό­τε­ρο;», «ποι­ό εἶ­ναι τό δι­και­ό­τε­ρο;», κ.λπ. Τέ­τοι­ες ἐ­ρω­τή­σεις ὁ­δη­γοῦν κα­τ’ ἀ­νάγ­κη στόν ὁ­ρι­σμό: «Ποι­ό εἶ­ναι τό κα­λό;», «ποι­ό εἶ­ναι τό δί­και­ο;» Αὐ­τοῦ του εἴ­δους, ἐν πά­ςῃ πε­ρι­πτώ­σει. οἱ πνευ­μα­τώ­δεις ἀλ­λά καί βα­θυ­στό­χα­στες ἱ­στο­ρί­ες μᾶς πα­ρα­δί­δον­ται ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἐ­πο­χή τῶν Ἑ­πτά Σο­φῶν. Τό ση­μαν­τι­κό στίς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές ἔγ­κει­ται στό ὅ­τι κά­τι πα­ρου­σι­ά­ζε­ται νά ἔ­χει μιά ἰ­δι­ό­τη­τα τήν ὁ­ποί­α κα­νείς δέν τοῦ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε ὡς τό­τε. Ἐ­πί­σης, στό ὅ­τι στίς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές δι­α­μορ­φώ­νε­ται μιά σχε­τι­κά σα­φής εἰ­κό­να τῆς ἰ­δι­ό­τη­τας στήν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρον­ται. Κά­τι πα­ρό­μοι­ο π.χ. ἔ­χου­με καί στόν μύ­θο τοῦ Αἰ­σώ­που καί στό λα­ϊ­κό ἀ­νά­γνω­σμα τοῦ ἀ­γώ­να τοῦ Ὁ­μή­ρου καί Ἡ­σι­ό­δου[3], τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νά­γον­ται στόν 6ο αἰ­ώ­να π.Χ. Τά ἐ­ρε­θι­στι­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα ὑ­πό τόν τύ­πο αἰ­νίγ­μα­τος, πού ἀ­πο­σκο­ποῦν στήν κα­τά­κτη­ση νέ­ων γνώ­σε­ων, δεί­χνουν πώς οἱ γνώ­σεις αὐ­τές δέν πρέ­πει νά πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἄ­με­σα καί νά ἐ­πι­βάλ­λον­ται ἀλ­λά πρέ­πει νά κα­τα­βάλ­λε­ται προ­σπά­θεια προ­κει­μέ­νου νά ἀ­να­ζη­τη­θοῦν καί νά ἀ­νευ­ρε­θοῦν. Ἡ γνώ­ση συ­νε­πά­γε­ται ἑ­πο­μέ­νως πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ἀ­πό ἐ­δῶ ξε­κι­νᾶ ἡ ἔ­ρευ­να, ἡ βά­σα­νος γιά τήν ἀ­λή­θεια.
 
Ἄν πα­ραλ­λη­λί­σου­με τά λε­γό­με­να πού δια­ρκῶς πε­ρι­πλέ­κον­ται: ὁ Κροῖ­σος εἶ­ναι εὐ­τυ­χής... εἶ­ναι εὐ­τυ­χέ­στε­ρος... εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χής, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νά κα­τέ­χει κα­νείς αὐ­τό κι ἐ­κεῖ­νο, ἡ εὐ­τυ­χί­α συ­νί­στα­ται στό νά.... τό­τε φαί­νε­ται κα­θα­ρά πώς τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό «εὐ­τυ­χί­α» προ­κύ­πτει ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι τό ἐ­πί­θε­το «εὐ­τυ­χής» μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει ὡς κα­τη­γο­ρού­με­νο[4] καί ἡ ἔν­νοι­α «εὐ­τυ­χής», ἀ­πό την πλευ­ρά της, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει τό ἀν­τι­κεί­με­νο μί­ας φρά­σης ὅ­πως ἡ ἀ­κό­λου­θη: «Τό νά εἶ­ναι κά­νεις εὐ­τυ­χής ση­μαί­νει...». Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα μπο­ρε­ϊ νά χει­ρι­στεῖ καί τά ρή­μα­τα. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο προ­σπα­θεῖ νά «ἐκ­μαι­εύ­σει» ση­μα­σί­ες: ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νείς νά μι­λᾶ γιά τό βλέ­πειν, τό σκέ­πτε­σθαι, κ.λπ. Καί ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θώς τό ἀ­πα­ρέμ­φα­το τοῦ ρή­μα­τος, πού δέν εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κό, με­τα­τρέ­πε­ται μέ τή βο­ή­θεια τοῦ ἄρ­θρου σέ οὐ­σι­α­στι­κό. Καί ἄλ­λοι ρη­μα­τι­κοί τύ­ποι πού δέν ἀ­παν­τοῦν ὡς verba finita μπο­ροῦν νά οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­η­θοῦν, π.χ. οἱ με­το­χές πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πο­λύ συ­χνά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή φαί­νε­ται πώς τά ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στά ἀ­φη­ρη­μέ­να καί συγ­κε­κρι­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά εἶ­ναι ρευ­στά. Ὅ­ταν λέ­ω «τό βλέ­πον» ἐν­νο­ῶ τά μά­τια, τό ὄρ­γα­νο, πού ἀ­ναμ­φί­βο­λα εἶ­ναι συγ­κε­κρι­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. Μπο­ρῶ ὅ­μως νά μι­λῶ γιά «τό βλέ­πον» καί νά ἐν­νο­ῶ τή λει­τουρ­γί­α τοῦ μα­τιοῦ. Ἔ­τσι «τό βλέ­πον» προ­σεγ­γί­ζει αὐ­τό πού δη­λώ­νει «τό βλέ­πειν». Ἡ γλώσ­σα τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά δη­μι­ούρ­γη­σε ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῶν Σο­φι­στῶν ἕ­να πλῆ­θος ρη­μα­τι­κῶν οὐ­σι­α­στι­κῶν, τά ὁ­ποῖ­α κα­τά τήν ση­μα­σί­α προ­σεγ­γί­ζουν τά οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­η­μέ­να ἀ­πα­ρέμ­φα­τα καί τίς με­το­χές, τυ­πι­κά ὅ­μως ἀ­νή­κουν στά οὐ­σι­α­στι­κά: ἡ γνῶ­σις πού ἰ­σο­δυ­να­μεῖ πά­νω-κά­τω μέ τό γνῶ­ναι, ἡ κί­νη­σις, κ.ο.κ.
 
Ἡ συ­σχέ­τι­ση ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου ὀρ­γά­νου μέ τήν ἀ­φη­ρη­μέ­νη λει­τουρ­γί­α του εἶ­ναι, ὅ­πως εἴ­πα­με, ὁ δεύ­τε­ρος δρό­μος πρός τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη. Ἀ­νέ­φε­ρα ἤ­δη τό πα­ρά­δειγ­μα «ἔ­χει γε­ρό κε­φά­λι», δη­λα­δή ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή λει­τουρ­γί­α τοῦ μυα­λοῦ του εἶ­ναι κα­λή, εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνος. Πρό­κει­ται συ­νή­θως γιά με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις τῶν λέ­ξε­ων. Σέ πρω­τό­γο­νες γλώσ­σες τό ὄρ­γα­νο δη­λώ­νει ἀ­ναμ­φί­βο­λα καί τή λει­τουρ­γί­α. Μά καί ἐ­κεῖ ὅ­που πρό­κει­ται γιά κα­θα­ρή με­τα­φο­ρά, αὐ­τός ὁ πα­ραλ­λη­λι­σμός τοῦ ὀρ­γά­νου καί τῆς λει­τουρ­γί­ας παί­ζει με­γά­λο ρό­λο, π.χ. στίς τό­σο συ­χνές με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις τῶν ἐρ­γα­λεί­ων. Ὅ­ταν μι­λῶ γιά τό «σφυ­ρί» τῆς μοί­ρας, ἐν­νο­ῶ τή συν­τρι­βή. Ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο ἐν­νο­ῶ, ὅ­ταν μι­λῶ γιά τή «γρο­θιά» τῆς μοί­ρας. Ἐ­δῶ μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μη νά ἀ­να­φέ­ρου­με καί τίς πα­ρο­μοι­ώ­σεις μέ κά­ποι­ο ζῶ­ο πού πα­λαι­ό­τε­ρα συ­νή­θι­ζαν νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν γιά νά δεί­ξουν τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἤ τίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ἑ­νός ἀν­θρώ­που ἤ τίς λει­τουρ­γί­ες τῶν ὀρ­γά­νων του καί γιά νά δη­λώ­σουν μιά πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α στή γλώσ­σα.
 
Αὐ­τός πού βλέ­πει σάν λύγ­κας. ἔ­χει κα­λή ὅ­ρα­ση, βλέ­πει κα­λά. Ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­λε­πού, εἶ­ναι πο­νη­ρός. Ἔ­τσι, μέ­σω τῆς πα­ρο­μοί­ω­σης μέ τά ζῶ­α, σκι­α­γρα­φεῖ­ται αὐ­τό πού ἀρ­γό­τε­ρα ὀ­νο­μά­στη­κε πνευ­μα­τι­κή ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, χα­ρα­κτή­ρας. Στούς μύ­θους μέ ζῶ­α πε­ρι­γρά­φον­ται τύ­ποι ἀν­θρώ­πι­νης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.
 
Ἔ­τσι φτά­νου­με στήν τρί­τη μορ­φή, προ­κει­μέ­νου νά κα­τα­νο­ή­σου­με τή σκο­πι­μό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τῶν ἀ­φη­ρη­μέ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν. Πρό­κει­ται γιά τό μυ­θι­κό ὄ­νο­μα, τό ὄ­νο­μα δη­λα­δή ἑ­νός θε­οῦ ἤ ἑ­νός δαί­μο­να. Ὁ Ἄ­ρης εἶ­ναι ὁ θε­ός τοῦ πο­λέ­μου ἀλ­λά τό ὄ­νο­μά του ἔ­χει σχε­δόν τή ση­μα­σί­α τοῦ ἀ­φη­ρη­μέ­νου οὐ­σι­α­στι­κοῦ «πό­λε­μος». Ὁ πό­λε­μος εἶ­ναι ἔρ­γο τοῦ Ἄ­ρη. Σέ φρά­σεις ὅ­μως ὅ­πως ἔρ­χε­ται Ἄ­ρης, δέν δι­α­φαί­νε­ται κα­θό­λου κα­τά πό­σον ὁ ὁ­μι­λῶν φαν­τά­ζε­ται ἕ­ναν θε­ό μέ συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή. Σέ με­τα­γε­νέ­στε­ρες ἐ­πο­χές προ­σπά­θη­σαν νά ἑρ­μη­νεύ­σουν ἀλ­λη­γο­ρι­κά τους θε­ούς καί θε­ώ­ρη­σαν πώς ἡ Ἀ­φρο­δί­τη εἶ­ναι κα­τ’ οὐ­σί­αν ὁ ἔ­ρω­τας, ἡ Ἀ­θη­νᾶ ἡ σύ­νε­ση καί ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος μί­λη­σε μό­νον ποι­η­τι­κῇ ἀ­δεί­ᾳ γιά θε­ούς. Φυ­σι­κά οἱ θε­οί στόν Ὅ­μη­ρο δέν ἀ­πο­τε­λοῦν τέ­τοι­ου εἴ­δους αἰ­σθη­τι­κά βο­η­θη­τι­κά μέ­σα. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἔ­χει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι οἱ θε­οί ἀ­πο­κτοῦν ὀν­τό­τη­τα, ὅ­ταν ταυ­τί­ζον­ται μέ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες. Τά ὀ­νό­μα­τα τῶν θε­ῶν εἶ­ναι συ­χνά καί ρη­μα­τι­κά οὐ­σι­α­στι­κά. Φό­βος ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά τόν «τρό­μο»· εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­νας δαί­μο­νας πού τρέ­πει σέ φυ­γή. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή δέν εἴ­μα­στε πάν­το­τε σέ θέ­ση νά δι­α­κρί­νου­με ἄν ἐν­νο­εῖ­ται ὁ θε­ός ἤ τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό - κι αὐ­τό μας φέρ­νει, σέ ἀ­μη­χα­νί­α γιά τό ἄν πρέ­πει νά γρά­ψου­με στά κεί­με­νά μας τή λέ­ξη μέ κε­φα­λαῖ­ο ἤ μι­κρό ἀρ­χι­κό. Ἕ­να ὅ­μως δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ τόν θε­ό ἀ­πό τήν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔν­νοι­α, τό ὅ­τι ὁ θε­ός δρᾶ ἄ­με­σα, ἐ­πι­βάλ­λε­ται στόν ἄν­θρω­πο, ἐ­νῶ τό πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό (ὅ­πως φά­νη­κε πα­ρα­πά­νω μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του) εἶ­ναι ὁ στό­χος τῆς ἀν­ρώ­πι­νης σκέ­ψης καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας.
 
Τή στιγ­μή αὐ­τή δέν μπο­ρῶ νά δώ­σω κα­μιά συ­στη­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση τῶν με­τα­φο­ρῶν, τῶν πα­ρο­μοι­ώ­σε­ων, τῶν δι­η­γή­σε­ων μέ ζῶ­α καί τῶν μύ­θων. Ἐ­δῶ ἔ­πρε­πε μό­νο νά φα­νεῖ ὅ­τι οἱ προ­ε­πι­στη­μο­νι­κές μορ­φές σκέ­ψης καί λό­γου ἔ­χουν ἀ­φε­νός πολ­λά κοι­νά μέ τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά — ἐ­φό­σον ἔ­χουν κοι­νό στό­χο - ἀ­φε­τέ­ρου δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται ἀ­πό τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θώς θέ­λουν τόν στό­χο τους νά συν­δέ­ε­ται μέ κά­τι ζων­τα­νό, κά­τι ὀρ­γα­νι­κό, κ.τ.τ. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως δέν θά ἀ­σχο­λη­θοῦ­με μ’ αὐ­τό τό θέ­μα, για­τί κα­τα­λή­γου­με στόν ταυ­το­λο­γι­κό καί ἀρ­νη­τι­κό ὁ­ρι­σμό, ὅ­τι τά μή ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά δέν εἶ­ναι ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά.
 
Ἴ­σως μπο­ρέ­σου­με νά ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καί νά ὁ­ρί­σου­με ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τήν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πι­στι­μο­νι­κῆς γλώσ­σας πού δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, ἄν ἀν­τι­στρέ­ψου­με τά πράγ­μα­τα. Τόν σκο­πό μας αὐ­τό ἴ­σως θά ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε μιά πα­ρέκ­βα­ση σέ μιά ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή ὁ­μά­δα λέ­ξε­ων, στίς προ­θέ­σεις καί τούς συν­δέ­σμους. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές συν­δέ­ουν πα­ρα­στά­σεις το­πι­κά, χρο­νι­κά ἤ αἰ­τι­ο­λο­γι­κά. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς γλώσ­σας δεί­χνει ὅ­τι οἱ το­πι­κοί καί σέ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο βαθ­μό οἱ χρο­νι­κοί προσ­δι­ο­ρι­σμοί εἶ­ναι πα­λαι­ό­τε­ροι ἀ­πό τους αἰ­τι­ο­λο­γι­κούς. Οἱ αἰ­τι­ο­λο­γι­κοί δέν δι­έ­θε­ταν ἐ­ξαρ­χῆς δι­κές τους λέ­ξεις, ἀλ­λά οἱ λέ­ξεις πού τούς δη­λώ­νουν προ­έ­κυ­ψαν ἀ­πό με­τα­βο­λή τῆς ση­μα­σί­ας το­πι­κῶν (ἀλ­λά καί χρο­νι­κῶν) προ­θέ­σε­ων καί συν­δέ­σμων. Στή γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης καί τῆς φι­λο­σο­φί­ας, φυ­σι­κά, προ­ϋ­πο­τί­θε­ται ἡ ἀρ­χή ὅ­τι οἱ αἰ­τια­κές σχέ­σεις μπο­ροῦν νά ἀ­να­κα­λυ­φθοῦν καί νά δι­α­τυ­πω­θοῦν. Πῶς γί­νε­ται στήν πρά­ξη αὐ­τό; Στά Γερ­μα­νι­κά τό durch ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά μί­α το­πι­κή σχέ­ση (durch das Feld), ἐν συ­νε­χεί­ᾳ καί μιά χρο­νι­κή (durch den Tag). Μπο­ρῶ ἐ­πί­σης νά πῶ πώς ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος γνώ­ρι­σε τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη μέ­σω τοῦ πα­τέ­ρα του - καί ἐ­δῶ θά ἦ­ταν πα­ρά­λο­γο νά ἐν­νο­ή­σω τό μέ­σῳ (durch) το­πι­κά ἤ χρο­νι­κά. Ἀ­φε­τη­ρί­α γιά μιά τέ­τοι­α χρή­ση ὑ­πῆρ­ξαν προ­τά­σεις ὅ­πως «μέ­σω τοῦ και­νούρ­γιου δρό­μου φτά­νει κα­νείς γρη­γο­ρό­τε­ρα στήν πό­λη». Ἀρ­χι­κά νο­εῖ­ται το­πι­κά ἀλ­λά, ὅ­ταν κα­τα­λά­βου­με ἀ­πό τήν πρό­τα­ση πώς ὁ δρό­μος κα­τα­σκευ­ά­στη­κε γιά νά συν­το­μεύ­σει τήν ἀ­πό­στα­ση πρός τήν πό­λη, τό «μέ­σω» (durch) ἀ­πο­κτᾶ μιά αἰ­τια­κή ση­μα­σί­α. Αὐ­τό εἶ­ναι μιά φο­βε­ρή πα­ρα­νό­η­ση, ἄν πρέ­πει νά ὀ­νο­μά­σου­με πα­ρα­νό­η­ση τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ νέ­α χρή­ση τῆς λέ­ξης δη­λώ­νει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί τήν οὐ­σί­α. Ἄν στήν πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξέ­λι­ξη τό «μέ­ςῳ» (durch) ἀ­πο­βά­λει τήν το­πι­κή καί χρο­νι­κή ση­μα­σί­α καί ἀ­πο­κτή­σει σέ συγ­κε­κρι­μέ­να συμ­φρα­ζό­με­να κα­θα­ρά αἰ­τια­κή, τό­τε ἡ ἄ­με­ση σχέ­ση μέ τά πράγ­μα­τα θά ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λά αὐ­τό δέν ση­μαί­νει ὅ­τι τό πραγ­μα­τι­κό, τό ἀν­τι­κει­με­νι­κό θά χα­θεῖ κα­τ’ ἀ­νάγ­κη. Ἀν­τί­θε­τα μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­βί­α­στα ὑ­πό ὁ­ρι­σμέ­νες συν­θῆ­κες.
 
Ἡ φρά­ση «ἐ­πει­δή βρέ­χει, θά μου­σκέ­ψουν ὅ­λα» ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά «δι­ό­τι βρέ­χει...»· χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἐ­πο­μέ­νως μό­νον τή χρο­νι­κή ὑ­πό­τα­ξη «κα­θώς βρέ­χει...». Οὐ­σι­α­στι­κά ὅ­μως πρό­κει­ται γιά κά­τι πα­ρα­πά­νω». Μό­λις ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τό «ἐ­πει­δή» ὡς αἰ­τι­ο­λο­γι­κό, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε καί τίς ἄλ­λες σχέ­σεις.
 
Ἡ γλώσ­σα τοῦ Ὁ­μή­ρου εἶ­ναι σχε­τι­κά φτω­χή σέ τέ­τοι­ες συν­δε­τι­κές λέ­ξεις μέ αἰ­τι­ο­λο­γι­κή ση­μα­σί­α. Ὅ­που ἐν­νο­οῦν­ται τέ­τοι­ες αἰ­τια­κές σχέ­σεις, ὑ­πο­δη­λώ­νον­ται ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον ἔμ­με­σα, δη­λα­δή εἴ­τε ἡ σύν­δε­ση δέν δη­λώ­νε­ται κα­θό­λου εἴ­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται λέ­ξεις πού δη­λώ­νουν τό­πο ἤ χρό­νο. Ὁ λό­γος ὅ­μως τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης κα­θί­στα­ται ἐ­φι­κτός, ὅ­ταν ἡ γλώσ­σα μπο­ρεῖ νά κά­νει αὐ­τήν τή δι­ά­κρι­ση. Αἰ­τι­ο­λο­γι­κούς συν­δέ­σμους καί με­το­χές πλή­ρους ἀ­να­πτυγ­μέ­νες συ­ναν­τοῦ­με ὄν­τως τόν 6ο αἰ­ώ­να, κα­θώς τό­τε δι­α­μορ­φώ­θη­καν ἡ κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ, τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο, πού χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιά τούς ἀ­φαι­ρε­τι­κούς συλ­λο­γι­σμούς, καί κά­ποι­α ἄλ­λα πράγ­μα­τα.
 
Προ­φα­νῶς πρό­κει­ται γιά μί­α με­γά­λη ἑ­νια­ία πο­ρεί­α πού ἐ­πι­φέ­ρει αὐ­τήν τή δο­μι­κή με­τα­βο­λή στή γλώσ­σα καί κα­θι­στᾶ δυ­να­τή τήν ἐμ­φά­νι­ση τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γλώσ­σας, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τόν λό­γο, τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη - ἤ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς τό ὀ­νο­μά­σει κα­νείς - ἀ­πό τήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα.
 
Μπο­ρεῖ ἡ πο­ρεί­α αὐ­τή στή γλώσ­σα νά γί­νει ἀν­τι­λη­πτή μέ ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρο τρό­πο ἤ του­λά­χι­στον νά πε­ρι­γρα­φεῖ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα;
 
Προ­φα­νῶς πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει κά­τι στήν ἴ­δια τή γλώσ­σα πού νά μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτύσ­σε­ται - φυ­σι­κά εἰς βά­ρος κά­ποι­ου ἄλ­λου - ὥ­στε νά δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα νά συγ­κρο­τη­θεῖ ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος καί σκέ­ψη. Σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά ἀ­να­λύ­σου­με ἐ­ξαν­τλη­τι­κά τή γλώσ­σα.
 
Πρίν ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια προ­σπά­θη­σα νά πε­ρι­γρά­ψω τή δο­μή τῆς γλώσ­σας μέ γνώ­μο­να αὐ­τά τά ἐ­ρω­τή­μα­τα. Ὅ­πως ὅ­μως δι­α­πί­στω­σα, οὔ­τε οἱ φι­λό­λο­γοι οὔ­τε οἱ φι­λό­σο­φοι ἔ­μει­ναν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πό τό ἐγ­χεί­ρη­μά μου αὐ­τό. Πι­στεύ­ω πώς μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἐν­το­πί­σει στή δο­μή τῆς γλώσ­σας τρί­α στοι­χεῖ­α: τό στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης, τῆς ἔκ­φρα­σης καί τῆς προ­θε­τι­κό­τη­τας, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται ὅ­που ἤ κυ­ρι­αρ­χί­α ἕ­νος ἐξ αὐ­τῶν σφρα­γί­ζει κά­θε φο­ρά μιά γλωσ­σι­κή μορ­φή. Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ὑ­πει­σέρ­χον­ται οἱ ψυ­χι­κές λει­τουρ­γί­ες, ὅ­πως τίς εἶ­δαν ὁ Dilthey καί ὁ Buhler. Ἀλ­λά ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τῆς ψυ­χο­λο­γί­ας, ὅ­πως ἔ­δει­ξε στούς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους ὁ Husserl, οἱ λει­τουρ­γί­ες αὐ­τές δέν μπο­ροῦν νά ἀν­τα­γω­νί­ζον­ται τό πε­ρι­ε­χο­μέ­νο τῆς γλώσ­σας, για­τί τό οὐ­σι­α­στι­κό στή γλώσ­σα εἶ­ναι τό πνεῦ­μα, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο δη­λα­δή καί ἡ ση­μα­σί­α.
 
Ὅ­λα ὅ­σα θί­ξα­με μέ­χρι στιγ­μῆς ἴ­σως γί­νουν σα­φέ­στε­ρα ὅ­ταν, ἐ­πί τῇ βά­σει αὐ­τῶν τῶν στοι­χεί­ων, ἑρ­μη­νεύ­σου­με τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις πού κά­νει γιά πρώ­τη φο­ρά ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας σχε­τι­κά μέ τό πῶς πρέτ­τει νά δοῦ­με τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των, ἄν θέ­λου­με νά κα­τα­νο­ή­σου­με τόν κό­σμο μέ τόν τρό­πο τῶν φυ­σι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν. Ἐ­δῶ φαί­νε­ται σα­φῶς ὁ ρό­λος τῆς γλώσ­σας. Ἀλ­λά πρίν ἀ­πό αὐ­τό ἄς κά­νου­με μιά ἀ­κό­μα σύν­το­μη πα­ρα­τή­ρη­ση γιά τό πῶς ἡ κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα χει­ρί­ζε­ται τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των καί πῶς μπο­ρεῖ κα­νείς νά μι­λή­σει π.χ. γιά μί­α «ἔν­νοι­α» τῶν χρω­μά­των, κα­θώς ἐ­δῶ ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀν­τιρ­ρή­σεις.
 
Μέ τίς δη­λώ­σεις τῶν χρω­μά­των κί­τρι­νο, μπλέ, κόκ­κι­νο, κ.ο.κ.. ἔ­χου­με τήν ἀν­τί­θε­ση τῶν ἀ­πο­χρώ­σε­ων πού προσ­λαμ­βά­νουν οἱ αἰ­σθή­σεις μας. Ἄν μπο­ροῦ­με νά σκε­φτοῦ­με μιά ἐ­πι­στή­μη πού ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ αὐ­τά τά χρώ­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α μᾶς συγ­κι­νοῦν ἰ­δι­αί­τε­ρα, π.χ. τή θε­ω­ρί­α το­ΰ Γκα­ΐ­τε γιά τά χρώ­μα­τα ἤ μί­α ἔ­ρευ­να γιά τό κί­τρι­νο καί τό μπλέ στούς πί­να­κες τοῦ Vermeer van Delft, τό­τε μπο­ρῶ ν’ ἀ­πο­δεί­ξω ὅ­τι τά χρώ­μα­τα ἔ­χουν «ἔν­νοι­α». Ἀλ­λά αὐ­τό δέν ἔ­χει νά κά­νει μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες. Ἡ ἔν­νοι­α ἐ­δῶ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τό βί­ω­μα, πρό­κει­ται γιά ἐν­τύ­πω­ση, ἔκ­φρα­ση, κ.ο.κ., πράγ­μα­τα δη­λα­δή πού δέν βρί­σκον­ται στόν χῶ­ρο τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοῦ. Μπο­ρῶ ὅ­μως νά μι­λή­σω ἐ­πι­στη­μο­νι­κά γιά τήν ἔν­νοι­α τῶν χρω­μά­των, ἄν ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τό τή σκο­πι­μό­τη­τά τους. Ἄν, γιά πα­ρά­δειγ­μα, πῶ ὅ­τι οἱ ρῶ­γες τῶν στα­φυ­λι­ῶν εἶ­ναι κυ­ρί­ως κόκ­κι­νες γιά νά ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­πό τά που­λιά, ἀν­τι­θέ­τως τά λου­λού­δια εἶ­ναι κυ­ρί­ως μπλέ, κί­τρι­να ἤ ἄ­σπρα γιά νά προ­σελ­κύ­ουν τά ἔν­το­μα. Ἔ­τσι το­πο­θε­τοῦ­με τά χρώ­μα­τα σέ ἐ­κλο­γι­κευ­μέ­νες σχέ­σεις. Ὅ­μως οὔ­τε αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἐ­πι­στή­μη.
 
Ἡ ἐ­πι­στή­μη ἐ­πι­δι­ώ­κει νά εἶ­ναι «ἀν­τι­κει­με­νι­κή», θέ­λει δη­λα­δή νά γνω­ρί­σει τόν κό­σμο ὅ­πως αὐ­τός στέ­κε­ται ἀ­νε­ξάρ­τη­τος ἔ­ξω ἀ­πό ἐ­μᾶς. «Ἔλ­λο­γο» δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά τό δυ­νά­με­νο νά με­τρη­θεῖ.
 
Ὁ πρῶ­τος ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας πού ἀν­τι­με­τω­πί­ζει σύμ­φω­να μέ αὐ­τές τίς ἀρ­χές - ἐ­πι­στη­μο­νι­κά» - τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των, εἶ­ναι ὁ Δη­μο­κρι­τος. Ἐ­ξη­γεῖ μέ σα­φή­νεια ὅ­τι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες δέν ὑ­πάρ­χουν, ὅ­τι πρέ­πει κα­νείς νά τίς ἀ­πο­κλεί­σει γιά νά δεῖ αὐ­τό πού πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι. Κα­τά τόν Δη­μο­κρι­το, πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι μό­νον τά ἄ­το­μα, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται με­τα­ξύ τους ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ γε­ω­με­τρι­κοῦ τους σχή­μα­τος.
 
Τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ; Μᾶς ἀ­ρέ­σει τό γλυ­κό μέ­λι - ὁ Δη­μο­κρι­τος κά­νει λό­γο γιά τό γλυ­κύ. Μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του, ἀ­πό μί­α ἰ­δι­ό­τη­τα πού ὑ­πῆρ­χε στό ἀν­τι­κεί­με­νο φτιά­χνει ἕ­να δι­κό του ἀν­τι­κεί­με­νο, ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. Καί ἀ­πό τά δι­α­φο­ρε­τι­κά γνω­ρί­σμα­τα πού μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χουν σέ δι­ά­φο­ρα ἀν­τι­κεί­με­να φτιά­χνει ἕ­να ἀ­κό­μη «γε­νι­κό­τε­ρο» ἀν­τι­κεί­με­νο, τήν ἰ­δι­ό­τη­τα. Ἔ­τσι ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι αὐ­τό πού θά δη­λω­νό­ταν μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση, δέν ὑ­πάρ­χει στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πάρ­χουν μό­νον τά ἐ­λά­χι­στα τμή­μα­τα ὕ­λης - ἑ­πο­μέ­νως τά πο­λύ μι­κρά ἀν­τι­κεί­με­να - πού δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται με­τα­ξύ τους ἀ­πό τό δι­α­φο­ρε­τι­κό τους σχῆ­μα, τό ἕ­να εἶ­ναι στρογ­γυ­λό, τό ἄλ­λο αἰχ­μη­ρό, κ.ο.κ.
 
Ἑ­πο­μέ­νως δέν χά­νον­ται ὅ­λες οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες. Μέ­νουν μᾶλ­λον ἐ­κεῖ­νες πού ἀ­φο­ροῦν στό γε­ω­με­τρι­κό σχῆ­μα. Ἀ­πό τό σχῆ­μα αὐ­τό, πού εἶ­ναι ἀν­τι­κει­με­νι­κό καί πραγ­μα­τι­κό, ἀ­πο­δε­χό­μα­στε ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συλ­λη­φθεῖ μα­θη­μα­τι­κά. Αὐ­τό τό μα­θη­μα­τι­κό στοι­χεῖ­ο ὑ­περ­βαί­νει ὅ­μως καί τήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα καί τήν ἀ­λή­θεια πού μπο­ρεῖ νά δι­α­πι­στω­θεῖ ἐμ­πει­ρι­κά, κα­θώς δί­νου­με ὁ­πωσ­δή­πο­τε βά­ρος στίς λέ­ξεις, ὅ­πως εἴ­δα­με καί στήν πε­ρι­πτω­ση τοῦ ἀ­πεί­ρου. Οἱ ἔν­νοι­ες «στρογ­γυ­λό» ἤ «εὐ­θύ» δη­λώ­νουν τό στρογ­γυ­λό ἤ εὐ­θύ κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε αὐ­τά νά μήν ὑ­πάρ­χουν πλέ­ον στόν κό­σμο.
 
Ἡ τά­ση γιά ἀν­τι­κει­με­νι­κο­ποί­η­ση ὑ­πο­λαν­θά­νει στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κή ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλί­οσ­σα, κα­θώς ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς γνώ­σης κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν ὅ­ρα­ση καί ἀ­πό τή γνώ­ση πού ἀ­πο­κτᾶ­ται μέ­σω αὐ­τῆς. Ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ ἔν­νοι­α μέ­σω τῆς ὁ­ποί­ας μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τά πράγ­μα­τα ἀν­τι­κει­με­νι­κά, ἔ­ξω ἀ­πό μᾶς. Ἡ ἀ­φαί­ρε­ση, αὐ­τό τό θε­με­λι­ῶ­δες μέ­σο γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α κα­τάλ­λη­λων φι­λο­σο­φι­κῶν καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κὼν ἐν­νοι­ῶν, ἱ­δρύ­ει καί αὐ­τή ἀν­τι­κεί­με­να. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συλ­λη­φθεῖ ἀρ­χι­κῶς ὡς ἐ­πί­θε­το ἤ ρῆ­μα δέν με­τα­τρέ­πε­ται, μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του ἤ τοῦ ρή­μα­τος, σέ κα­τ’ οὐ­σί­αν ἀν­τι­κεί­με­νο, ἀλ­λά σέ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς σκέ­ψης. Ἔ­τσι δι­ευ­ρύ­νε­ται ἡ λε­ξι­λο­γι­κή κα­τη­γο­ρί­α πού στήν προ­ε­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα χρη­σι­μεύ­ει προ­παν­τός γιά νά πα­ρα­στή­σει τόν κό­σμο στήν πλη­ρό­τη­τά του καί δη­μι­ουρ­γοῦν­ται και­νούρ­για ἀν­τι­κεί­με­να στά ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νείς νά προσ­δώ­σει μιά πιό ἀν­τι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πό αὐ­τήν τα­ῶν ὑ­λι­κῶν ἀν­τι­κεί­με­νων.
 
Ἡ γλώσ­σα εἶ­ναι τό πε­δί­ο ὅ­που πάν­τα συ­ναν­τῶν­ται οἱ δι­ά­φο­ρες νο­η­τι­κές λει­τουρ­γί­ες καί πάν­τα θά μπο­ροῦν ἐκ νέ­ου νά συ­ναν­τῶν­ται. Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ὅ­μως γλώσ­σα βα­σί­ζε­ται στό ὅ­τι σέ αὐ­τήν προ­βάλ­λε­ται τό ἀν­τι­κει­με­νι­κό, ἀ­να­πα­ρα­στα­τι­κό στοι­χεῖ­ο τό­σο ἔν­το­να, ὥ­στε συν­θλί­βει σέ ἀρ­κε­τά με­γά­λο βαθ­μό αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­ζου­με ἐν πολ­λοῖς «γλώσ­σα».
 
Ὁ φι­λό­λο­γος μπο­ρεῖ, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζει μιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα, νά ἀ­πο­ρή­σει σέ τί μᾶς ὠ­φε­λεῖ μιά τέ­τοι­α χρή­ση τῆς γλώσ­σας. Τό γε­γο­νός ὅ­μως ὅ­τι ὠ­φε­λού­μα­στε - καί γι’ αὐ­τό δέν πρέ­πει ν’ ἀμ­φι­βάλ­λου­με κα­θό­λου - μᾶλ­λον ὀ­φεί­λε­ται στό ὅ­τι ἡ γλώσ­σα μᾶς προ­σφέ­ρε­ται γιά τέ­τοι­ες πε­ρι­πέ­τει­ες. Του­λά­χι­στον οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, πού ἔ­χουν ἐκ­φρα­στεῖ μέ σκε­πτι­κι­σμό γιά τίς δυ­να­τό­τη­τές της, τόλ­μη­σαν νά τήν δο­κι­μά­σουν σ’ αὐ­τούς τούς τρό­πους.
-----------------------
[1] Ὅλους αὐτούς τούς ὅρούς ἐξέτασε ὁ Κ. v. Fritz σέ τρεῖς μελέτες του: «Νοῦς άπό νοεῖν in the Homeric poems», Class. Philol. 38, 1943 , σσ. 79-93· «Νοῦς, νοεῖν and their derivatives in Pre-Socratic philosophy I», .π. 40, 1945, σσ. 223-242·
II, ὅ.π. 41, 1946, σσ. 12-34. Ἐπίσης πρβλ. Gert Plambock, Erfassen, Gegenwartigen, Innesein. Aspekte homerischen Psychologie, διατρ. Kiel 1959 (δακτυλογρ.). 
[2] Δέν μπορῶ φυσικά νά ὑπεισέλθω σέ ζητήματα ἰατρικῆς πού ἀνακύπτουν ἐδῶ. Ἄν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού κυβερνᾶ, τότε κανείς δέν θά ἰσχυριζόταν πώς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου δέν διέθεταν πλήρως ἀνεπτυγμένο ἐγκέφαλο. Τό ζήτημα εἶναι κατά πόσον μπόρεσαν συνειδητά νά τόν θέσουν σέ δραστηριότητα καί νά τόν δοκιμάσουν. Λέξεις γιά τό «ἐρευνῶ» ἔχουμε στά ἀρχαῖα ἑλληνικά του 5ου αἰώνα π.Χ.: δίζημαι στόν Ἡράκλειτο Β 101 (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ μέ τά μάτια κάποιον, ἐπιθυμῶ, ζητῶ κάποιον, ἐπιδιώκω κάτι. προσπαθῶ νά κερδίσω»)· ἐρευνάω ἀπό τόν Πίνδαρο καί τόν Αἰσχύλο καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀνιχνεύω, ἰχνηλατῶ»)· ζητῶ ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ξενοφώντα καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ»)· ἱστορέω ἀπό τόν Αίσχύλο καί στό ἑξῆς· πεύθομαι/πυνθάνομαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «μαθαίνω κάτι, ζητῶ πληροφορίες γιά κάτι». 
[3] Γιά τό ἐρώτημα τῆς Σαπφοῦς «Ποιό εἶναι τό ὡραιότερο;» (16L-P), τόν προβληματισμό τοῦ Ἀλκαίου γιά τόν «πραγματικό» φίλο (333L-P) καί τοῦ Σιμωνίδη γιά τόν «ἀληθινά» ἀγαθόν ἄνθρωπο (4D), βλ. Aufbau der Sprache (2η ἔκδ.), 188, καί Poetry and Society, 34, 47 καί 51. 
[4] Γιά τό ὅτι ἡ ἔννοια «λιοντάρι» εἶναι δυνατή, ἐπειδή τό οὐσιαστικό ὡς κατηγορούμενο ἔχει «γενική» σημασία, βλ. Ἡ Ἀνακάλυψη τοῦ Πνεύματος, ὅ.π., σσ. 300-301.

Όταν το σεξ από απόλαυση γίνεται υποχρέωση

Το πάθος ενώνει δυο κορμιά. Το πάθος δημιουργεί έναν έρωτα, καψουρεύει τους ανθρώπους, τους θέλει μαζί. Η σεξουαλική έλξη –κυρίως αυτή– διαχωρίζει την ερωτική από κάθε άλλου είδους σχέση. Όταν δυο άνθρωποι ερωτεύονται συνταιριάζεται μέσα τους το συναίσθημα με το ένστικτο σε δόσεις ίσες, που απλώς εναλλάσσονται ανάλογα με τη στιγμή. Μα υπάρχουν και τα δύο ζωντανά σαν φλόγα που σιγοκαίει μέχρι να έρθει η ώρα να αφεθεί και να γίνει πυρκαγιά.
Σχέση χωρίς σεξ δεν είναι σχέση ερωτική. Σεξ χωρίς πάθος και θέληση σημαίνει αγγαρεία. Καταναγκαστικό σεξ ισούται με αιτία χωρισμού. Και πάει λέγοντας. Γιατί σε πολλές σχέσεις παρατηρείται μειωμένη διάθεση για κάτι που στην αρχή ήταν ένα απ’ τα βασικά ζητούμενα; Γιατί περνώντας ο καιρός πολλά ζευγάρια χάνουν όλο και πιο πολύ το ενδιαφέρον τους γι’ αυτό που κρατάει ζωντανό ένα μεγάλο κομμάτι του έρωτα ως έννοια, ως ένστικτο ή ως ό,τι άλλο μπορεί να είναι; Ή μήπως όταν χάνεται η σεξουαλική ορμή σημαίνει πως ο ίδιος ο έρωτας έχει ήδη χαθεί;

Υπερβολική οικειότητα, συνήθεια, ρουτίνα, άγχος, έλλειψη χρόνου, κούραση είναι μερικές μόνο απ’ τις βάσιμες ή και όχι πάντα δικαιολογίες όσων έχουν φτάσει πια στο σημείο να θέτουν το σεξ σε δεύτερη ή ακόμη και τελευταία μοίρα μεταφέροντάς το απ’ τη λίστα των απολαύσεων σ’ εκείνη των υποχρεώσεων. Ίσα για να μπορούν ακόμη να ισχυρίζονται πως έχουν ερωτικό σύντροφο κι όχι έναν ακόμη κολλητό ή συγγενή.

Το καταναγκαστικό σεξ στις σχέσεις έχει πάρει τη μορφή μάστιγας ειδικότερα στις μεγαλύτερες ηλικίες όπου την όρεξη για ζωή και παθιασμένα συναισθήματα έχει αντικαταστήσει η παραίτηση κι η επανάπαυση ίσως σε κάθε επίπεδο. Κατά τη γνώμη μου είναι λυπηρό ένα τόσο ζωτικό στοιχείο μιας ερωτικής σχέσης να καταλήγει να γίνεται διεκπεραιωτικό κομμάτι ενός προγράμματος δίπλα στη λίστα με τα ψώνια.

Ακόμη πιο λυπηρό είναι όταν παύει να υφίσταται εντελώς ή όταν ο ένας απ’ τους δύο βάζει με το ζόρι σε αυτή τη διαδικασία τον σύντροφό του με τη δικαιολογία ότι εφόσον είναι ζευγάρι έχει κάθε δικαίωμα και δεν πρόκειται για παρενόχληση ή κάτι παρόμοιο. Πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν ισχύει αφού οτιδήποτε συμβαίνει χωρίς τη θέλησή μας είναι τουλάχιστον αυτό ακριβώς: παρενόχληση.

Οι δικαιολογίες είναι όντως πολλές μα όσο κι αν κάποιες από αυτές στέκουν ίσως δεν αποτελούν την απόλυτη αλήθεια από μόνες τους. Όσο κι αν οι υποχρεώσεις σε παρασέρνουν όταν θέλεις κάποιον πραγματικά υπάρχει χρόνος να του αφιερώσεις. Όταν θέλεις κάποιον πραγματικά το σεξ είναι για σένα τόσο σημαντικό κι αναγκαίο όσο το συναίσθημα. Αλλιώς δεν τον θέλεις. Απλώς νοιάζεσαι ή τον αγαπάς. Σε μια τέτοια περίπτωση κι όταν τα πράγματα μεταξύ δυο ανθρώπων οδηγούνται εκεί, κάποιος απ’ τους δύο έστω καλό είναι να βρίσκει τα κότσια και να παραδέχεται την κατάσταση. Διαφορετικά διαιωνίζεται το μαρτύριο του καταναγκασμού, γίνεται συνήθεια και καταλήγει να θεωρείται από κάποιους ως και φυσιολογικό.

Είναι κρίμα μία απ’ τις μεγαλύτερες απολαύσεις του ανθρώπου να θυσιάζεται στο βωμό της επανάπαυσης όπως τόσες και τόσες άλλες ανάγκες μας. Είναι κρίμα να διατηρούνται σχέσεις μέσα από μια άγραφη υποχρέωση ή να υπάρχουν εκεί έξω άνθρωποι που δέχονται ακόμη κι απ’ τη «σχέση» τους βία είτε εντός είτε εκτός εισαγωγικών για κάτι τόσο όμορφο, φυσικό κι αναγκαίο που μόνο μεταξύ δύο ερωτευμένων θα έπρεπε να λαμβάνει χώρα. Ή τουλάχιστον μεταξύ δύο ανθρώπων που νιώθουν την ίδια έστω και μόνο σαρκική έλξη ο ένας για τον άλλον.

Το σεξ δεν είναι δευτερεύον. Δεν είναι πολυτέλεια. Δεν είναι θυσία ούτε υποχρέωση. Το σεξ είναι εκείνη η ακατανίκητη ανάγκη του κορμιού, αλλά και του μυαλού σου που θα νιώσεις απέναντι στον άνθρωπο που θα έχει καταφέρει να σε κάνει να τον θέλεις πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο τη δεδομένη στιγμή. Πες το έρωτα, καψούρα, καύλα ή όπως αλλιώς θέλεις. Μην το πεις, όμως, καταναγκασμό. Μην το τοποθετήσεις στα πρέπει. Μη σε πείσει κανείς ότι έχει δικαίωμα να σε αναγκάσει να κάνεις οτιδήποτε αν δεν το θέλεις όποιος κι αν είναι αυτός.

Οι σχέσεις χωρίς πάθος, οι σβησμένες από έρωτα σχέσεις ίσως θα ήταν καλύτερο να τελειώνουν και στην πράξη κάποτε όσο κι αν αυτό πονάει όταν υπάρχει αγάπη. Βρες τα κότσια να παραδεχτείς τι ακριβώς αισθάνεσαι για τον άνθρωπο που έχεις δίπλα σου ώστε να αποφύγεις δυσάρεστες καταστάσεις. Κανείς δε ζει όμορφα βουτηγμένος στη βαρεμάρα, την απονευρωμένη καθημερινότητα, την αγγαρεία. Ακόμη κι αν αυτά τα μοιράζεται.

Δε θα έπρεπε να νιώθω έτσι

Πόσες φορές σου έχει τύχει να πεις «Δε θα έπρεπε να νιώθω έτσι τώρα». «Δεν είναι σωστό να του θυμώσω». «Έχει κάνει τόσα για μένα». «Δεν πρέπει να νιώθω απογοήτευση. Αφού έχω τα πάντα στη ζωή μου. Μα, είμαι τόσο αχάριστος;» Κι όμως το συναίσθημα είναι εκεί. Δίνει το παρόν αγνοώντας την εκλογίκευση που επιχειρείς. Τι συμβαίνει σε αυτές τις καταστάσεις; Πώς πρέπει να τις χειριζόμαστε αν θέλουμε να εξελιχθούμε;
 
Δεν υπάρχει λάθος συναίσθημα
 
Για να απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα χρειάζεται να ξεκινήσουμε με μια παραδοχή. Δεν υπάρχει λάθος συναίσθημα. Τα συναισθήματα είναι η απευθείας σύνδεση με τον εσωτερικό μας κόσμο. Είναι μηνύματα από το ασυνείδητό μας. Όταν νιώθουμε κάτι έντονα ο εαυτός μας προσπαθεί να μας επικοινωνήσει κάτι. Αν νιώθουμε θυμωμένοι με κάποιον σημαίνει ότι κάτι σε αυτόν μας θυμώνει ακόμα και αν δεν ξέρουμε τι. Κάτι μας ενοχλεί κι ας μη γνωρίζουμε το λόγο.
 
Το συναίσθημά σου είναι η αλήθεια σου
Δεν είναι λάθος αυτό που νιώθουμε. Είναι η αλήθεια μας. Δεν έχει σημασία αν δε μας βγάζει νόημα με βάση την κοινή λογική. Το συναίσθημα έχει τη δική του λογική. Την Ψυχο-λογική.
«Μα πώς γίνεται να θυμώνω με το παιδί μου; Πρέπει να είμαι πολύ κακός γονέας!» Γίνεται και είναι και πολύ ανθρώπινο. Τα παιδιά όσο και αν τα αγαπάμε είναι αναπόφευκτο πολλές φορές να μας σπάνε τα νεύρα. Οι ανάγκες τους συχνά ανταγωνίζονται με τις δικές μας. Δεν είμαστε «κακοί» αν αγανακτούμε μέσα μας. Άνθρωποι είμαστε.
 
«Πώς να θυμώσω με τη μητέρα μου που με μεγάλωσε και με αγαπάει τόσο; Πρέπει να είμαι πολύ κακός γιος/κόρη!». Είναι φυσιολογικότατο να της θυμώσεις. Είναι ανθρώπινη και η μητέρα σου, όχι θεά. Η ανθρώπινη φύση της θα σου προκαλέσει κάποιες φορές αγανάκτηση και θα σε εξοργίσει. Συμβαίνει σε όλους. Δε γίνεται αλλιώς.
 
«Πώς γίνεται να με ενοχλεί ο σύντροφός μου που με προσέχει τόσο πολύ; Που είναι τόσο καλός και όλοι μου λένε πόσο καλό παιδί είναι. Μήπως κάτι πάει στραβά με μένα;» Όχι, τίποτα δεν πάει στραβά με σένα. Το ότι σε προσέχει κάποιος δε σημαίνει ότι πάντα πρέπει να είσαι ευχαριστημένος μαζί του. Αυτό είναι αδύνατον. Δε σημαίνει ότι είναι κακό να είσαι δυσαρεστημένος μαζί του. Δεν υπάρχουν «πρέπει». Δεν υπάρχει καλό και κακό συναίσθημά. Υπάρχει μόνο το δικό σουσυναίσθημα. Η δικιά σου αλήθεια. Ο καλύτερος άνθρωπος μπορεί να είναι ο άλλος αλλά εσένα μπορεί να μη σου ταιριάζει. Τι να κάνουμε τώρα.
 
«Πώς γίνεται να παραπονιέμαι για τη ζωή μου αφού τα έχω όλα; Πρέπει να είμαι πολύ αχάριστος!» Δεν είσαι αχάριστος. Η ζωή δεν είναι κουτάκια τα οποία αν τα γεμίσεις θα νιώσεις πλήρης με το ζόρι. Δεν υπάρχει αντικειμενική πληρότητα. Μόνο υποκειμενική. Μόνο η δική σου.
 
Επεξεργασία σημαίνει εξέλιξη

Μην αγνοήσεις το συναίσθημά σου. Ο βαθύτερος εαυτός σου στέλνει ένα μήνυμα. Εκφράζεις το βαθύ θέλω σου όπως λέω και στο βιβλίο μου. Αν επιλέξεις να μη δώσεις σημασία να είσαι σίγουρος ότι το συναίσθημα θα επανέλθει δριμύτερο. Δεν θα περάσει. Δε θα φύγει. Ο μόνος τρόπος να το ησυχάσεις είναι να το κοιτάξεις κατάματα. Να το επεξεργαστείς. Μπορεί, βέβαια, αυτό να φαντάζει αδύνατο σε πρώτο χρόνο. Αν για παράδειγμα νιώθεις θυμό με τον προστατευτικό γλυκό σύντροφό σου, μη βιαστείς να συμπεράνεις ότι κάτι δεν κάνεις καλά. Ίσως χρειαστεί να το εκφράσεις και να το δείτε μαζί αν η σχέση το αντέχει.
 
Αν επιλέξεις να μην το εκφράσεις για τον οποιοδήποτε λόγο (πχ. φοβάσαι πώς θα το πάρει, πώς θα ακουστεί, θα σε πάρουν για τρελό) δεν πειράζει. Δεν είναι πάντα εύκολο να μοιραζόμαστε τα συναισθήματά μας, ειδικά αν για κάποιο λόγο νιώθουμε περίεργα για το γεγονός ότι τα νιώθουμε... Όμως, μην το καταπνίξεις. Συζήτησέ το με κάποιον έμπιστο φίλο. Μίλησε με έναν ειδικό αν αυτό που νιώθεις επιμένει. Μόνο μην το καταπνίξεις. Επεξεργάσου το. Τι σε κάνει να νιώθεις έτσι; Τι συμβαίνει; Για ποιο λόγο έχει αντίκτυπο πάνω σου;
 
Η επεξεργασία των συναισθημάτων είναι που μας ωριμάζει σαν ανθρώπους. Όχι η ηλικία. Μπορεί να δεις ανθρώπους 60 ετών και να είναι ακόμα σαν 7χρονα παιδιά. Εξελισσόμαστε σαν προσωπικότητες όταν δίνουμε σημασία στον εσωτερικό μας κόσμο. Όταν ακούμε το συναίσθημά μας και σκύβουμε στοργικά επάνω του για να ακούσουμε τι έχει να μας πει. Μεγαλώνουμε όταν κατανοούμε τον εαυτό μας. Αυτά που νιώθουμε είναι ο μοναδικός τρόπος για να αφουγκραστούμε τι είναι αυτό που μας εκφράζει.
 
 Γι αυτό να θυμάσαι ότι δεν είσαι περίεργος, αγνώμων, κακός ή αχάριστος. Είσαι ένας άνθρωπος όπως όλοι μας και παλεύεις να βρεις τη δική σου αλήθεια. Μην πεις «δε θα έπρεπε να νιώθω έτσι». Άκου το συναίσθημά σου και επεξεργάσου το. Μάθε από αυτό και θα μάθεις τον εαυτό σου.
 

Αν σε αγαπούν επειδή σε χρειάζονται… δεν σε αγαπούν. Σε χρειάζονται

Αν νιώθεις πως για να αγαπηθείς, πρέπει να δίνεις και να είσαι χρήσιμος… δεν σε αγαπάς. Σε χρησιμοποιείς.

Υπάρχουν άνθρωποι που θα αγαπήσουν αυτό που τους δίνεις και όχι εσένα.

Άνθρωποι που θα γυρνούν κοντά σου γιατί έχουν ανάγκη τον θησαυρό σου, το φως σου, την αγάπη σου. Όχι εσένα.

Άνθρωποι που θα είναι ερωτευμένοι με τον έρωτά σου.

Θα μάθεις να τους ξεχωρίζεις… όταν μάθεις να αγαπάς δίχως την ανάγκη να είσαι χρήσιμος.

Θα τους αναγνωρίζεις όταν μπορέσεις να αγαπήσεις δίνοντας ελευθερία… στον εαυτό σου και στον άλλο.

Ελευθερία να είσαι αυτό που είσαι. Ελευθερία να είναι αυτός που είναι. Είτε όταν εσύ δίνεις… είτε όταν σταματάς.

Την σχέση δε τη διαμορφώνουν αποκλειστικά όσα δίνουμε. Αλλά και εκείνα που δε δώσαμε ακόμα ή που δε θα δώσουμε ποτέ.

Γιατί μέσα σου, κρυφά, σιωπηλά, περιμένεις τον άνθρωπο που θα σε αγαπήσει όπως και αν είσαι, ό,τι και αν έχεις.

Εκείνον που θα αισθάνεται όταν σε κοιτάζει, όταν σε ακούει, όταν σε αγγίζει, όταν σε βλέπει να φρικάρεις, όταν θυμώνεις, όταν αποστασιοποιείσαι, όταν τσαλακώνεσαι, όταν είσαι οι 1000 και 1 εαυτοί σου.

Εκείνον που θα αγαπάει εσένα… όχι το πόσο όμορφο τον κάνει η αγάπη σου.

Υ.Γ: Το να προσφέρεις είναι ένα κομμάτι της αγάπης σου, όχι ολόκληρη η αγάπη. Μάθε να δέχεσαι αγάπη, όχι μόνο να προσφέρεις.

Άλλαξε ο κόσμος, αλλάζω κι εγώ

Αποτέλεσμα εικόνας για stranger in the mirrorΚάτι πάει στραβά σε αυτόν τον κόσμο τώρα τελευταία. Ενοχοποιούνται άδικα όλα όσα έκανες και όλα όσα δεν κατάφερες να κάνεις. Ενοχοποιούνται ακόμα και αυτά που έχεις στο μυαλό σου να κάνεις.

Καταδικάζονται τα πάντα, όσα κατάφερες και όσα δεν κατάφερες. Καταδικάζονται οι σκέψεις σου αυτές που κράταγες για εσένα και κάποια στιγμή σε μια δική σου στιγμή αδυναμίας, κάπου, σε κάποιον εκμυστηρεύτηκες τα μυστικά σου, με την ελπίδα να σε καταλάβει και να σε συμπονέσει. Και τελικά κανένας δεν είχε την διάθεση να το κάνει.

Μάταια προσπαθείς να βγάλεις συμπεράσματα. Ο κόσμος άλλαξε προς το χειρότερο. Σκλήρυνε, γέμισε μίσος και υποκρισία. Το μόνο που μπορεί να σου απομείνει είναι ένας βουβός πόνος για τις αλλαγές που γίνονται μέσα σου.

Όλοι προφασίζονται κάτι όταν εσύ τους έχεις ανάγκη και εξαφανίζονται, σε αποφεύγουν, ακόμα δεν το κατάλαβες.

Είσαι καλός μέχρι εκεί που σε έχουν ανάγκη. Μετά όλα τελειώνουν δεν σε θέλουν ρε παιδί μου. Και ας έχεις ξεπεράσει εκατό φορές τα όρια σου για εκείνους. Δεν το κατανοούν. Κοιτούν αποκλειστικά και μόνο το τομάρι τους και να είναι καλά μονό εκείνοι. Και από δω παν΄ κι άλλοι, όπως λέει ο σοφός, μα αλλαγμένος πλέον λαός.

Γεμίσαμε ανθρώπους με άσχημα ξεστολισμένες ψυχές. Όλοι έμαθαν να μιλούν όμορφα, επιφανειακά, τυπικά και όταν οι κουβέντες σοβαρέψουν, οι λέξεις που ξεστομίζονται είναι γεμάτες ασφάλεια και τυπικότητα.

Σταμάτα λοιπόν να γεμίζεις τις κενές ώρες των ανθρώπων που κάποια στιγμή είναι βέβαιο πως θα σε αδειάσουν, χωρίς ίχνος ντροπής.  Με αναίδεια θα εξαφανιστούν, χωρίς την παραμικρή δικαιολογία, γιατί πολύ απλά έτσι έμαθαν και έτσι θέλησαν.

Δεν ξέρω εσύ τι θα θελήσεις από την δική σου ζωή, εγώ όμως θέλω να απομακρύνω άμεσα όλους όσους με θέλουν μόνο για το δικό τους συμφέρον.

Βλέπετε τους ανθρώπους να υποφέρουν για κάτι ασήμαντο που δεν είναι καν πραγματικό

Σύμφωνα με τους Τολτέκους, όσα πιστεύουμε για τον εαυτό μας και όλα όσα γνωρίζουμε για τον κόσμο είναι ένα όνειρο. Αν ανατρέξετε σε οποιαδήποτε θρησκευτική περιγραφή της κόλασης, είναι ίδια με την ανθρώπινη κοινωνία, με τον τρόπο που ονειρευόμαστε. Η κόλαση είναι ένας τόπος βασάνων, φόβου, πολέμου και βίας, επίκρισης και αδικίας, ένας τόπος παντοτινής τιμωρίας. Οι άνθρωποι συγκρούονται μεταξύ τους σαν να είναι αρπακτικά της ζούγκλας – άνθρωποι γεμάτοι επικρίσεις, ενοχές και συναισθηματικό δηλητήριο – φθόνο, θυμό, μίσος, λύπη, πόνο. Δημιουργούμε όλους αυτούς τους μικρούς δαίμονες στο μυαλό μας γιατί έχουμε μάθει με το όνειρό μας να φέρνουμε την κόλαση στη ζωή μας.

Καθένας μας δημιουργεί ένα προσωπικό όνειρο, όμως όλοι μαζί δημιουργούμε ένα συλλογικό, εξωτερικό όνειρο, το όνειρο της ανθρωπότητας. Το εξωτερικό Όνειρο, ή το Όνειρο του Πλανήτη, είναι το συλλογικό όνειρο δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Το μεγάλο Όνειρο περιλαμβάνει όλους τους κοινωνικούς κανόνες, τους νόμους, τις θρησκείες, τις διάφορες κουλτούρες και τους τρόπους ύπαρξης. Όλες αυτές οι πληροφορίες που βρίσκονται αποθηκευμένες στο μυαλό μας είναι σαν χιλιάδες φωνές που μας μιλούν ταυτόχρονα. Οι Τολτέκοι το αποκαλούν ''μιτότε''.

Ο πραγματικός μας εαυτός είναι αγνή αγάπη· είμαστε Ζωή. Ο πραγματικός μας εαυτός δεν έχει καμία σχέση με το Όνειρο, αλλά το μιτότε δεν μας αφήνει να δούμε την πραγματική μας φύση. Όταν δείτε το Όνειρο από αυτή την οπτική και αν έχετε συνείδηση της πραγματικής σας φύσης, θα καταφέρετε να διακρίνετε την ανόητη συμπεριφορά των ανθρώπων, που, πλέον, θα σας φαίνεται αστείο. Αυτό που για άλλους είναι ένα τρομερό δράμα, για σας γίνεται κωμωδία. Βλέπετε τους ανθρώπους να υποφέρουν για κάτι ασήμαντο που δεν είναι καν πραγματικό. Αλλά δεν έχουμε άλλη επιλογή. Γεννιόμαστε και μεγαλώνουμε σε αυτή την κοινωνία, και μαθαίνουμε να είμαστε σαν όλους τους άλλους και συναγωνιζόμαστε στην ανοησία.

Φανταστείτε ότι επισκέπτεστε έναν πλανήτη όπου όλοι έχουν διαφορετικό συναισθηματικό νου. Συμπεριφέρονται πάντα με χαρά, αγάπη και γαλήνη. Τώρα φανταστείτε ότι μια μέρα ξυπνάτε και βρίσκεστε εδώ, σε αυτόν τον πλανήτη, και δεν έχετε πια συναισθηματικές πληγές. Δεν φοβάστε να είστε ο εαυτός σας. Ό,τι κι αν πει κάποιος για σας, ό,τι κι αν κάνει, δεν το παίρνετε προσωπικά και δεν σας πληγώνει. Δεν χρειάζεται να προστατεύετε πια τον εαυτό σας. Δεν φοβάστε να αγαπήσετε, να μοιραστείτε, να ανοίξετε την καρδιά σας. Όμως, κανείς άλλος δεν είναι σαν εσάς. Πώς μπορείτε να αλληλεπιδράτε με άτομα που είναι συναισθηματικά πληγωμένα και γεμάτα φόβο;

DON MIGUEL RUIZ, ΜΑΘΑΙΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ

Ο ναός της Ήρας, γνωστός και ως «ναός Ε»

Ο πανέμορφος ναός της Ήρας στον Σελινούντα της Σικελίας. Η πόλη ιδρύθηκε από Μεγαρείς αλλά ισοπεδώθηκε από τους Καρχηδόνιους του Αννίβα. Έχει ασυνήθιστο αριθμό κιόνων και αναστηλώθηκε το 1959.

Ο ναός της Ήρας , γνωστός και ως «ναός Ε», ήταν ο νεότερος από όλους. Αν και υπέστη ζημιές από τη φθορά του χρόνου και από έναν δυνατό σεισμό, αναστηλώθηκε το 1959 από τον Ιταλό αρχαιολόγο Τζόλε Μπόβιο Μαρκόνι, ο οποίος έκανε ανασκαφές στα αρχαία μνημεία της Σικελίας και σήμερα διατηρείται σε καλή κατάσταση.

Δέκα σκαλοπάτια οδηγούν στην είσοδο και ακόμα έξι σκαλοπάτια καταλήγουν στο εσωτερικό του ναού. Το 1831 ανακαλύφθηκαν οι τέσσερις μετόπες που κοσμούσαν τη ζωφόρου του ναού, στις οποίες απεικονίζεται ο γάμος του Δία με την Ήρα, ο Ηρακλής να μάχεται με μια αμαζόνα, ο Ακταίωνας και η μάχη της Αθηνάς με τον Εγκέλαδο.

Ο Σελινούντας ήταν αρχαία ελληνική πόλη της Σικελίας και ιδρύθηκε δίπλα στη θάλασσα από τους κατοίκους της αποικίας, Μέγαρα Υβλαία, η οποία με τη σειρά της είχε ιδρυθεί από τους Μεγαρείς. Ήκμασε τον 5ο και 6ο αιώνα και σύμφωνα με τον Θουκυδίδη απέκτησε δόξα και πλούτη.

Είχε αντιπαλότητα με την πόλη Εγέστα, με την οποία ήρθε σε πόλεμο το 416 π.Χ. Οι Αθηναίοι έκαναν εκστρατεία στη Σικελία, προκειμένου να βοηθήσουν την Εγέστα αλλά ηττήθηκαν και η Εγέστα έχασε τον πόλεμο. Τότε, ο Σελινούντας απέκτησε πολλά εδάφη, αλλά και έναν νέο εχθρό, τους Καρχηδόνιους, οι οποίοι τους επιτέθηκαν υπό την ηγεσία του Αννίβα.

Οι Καρχηδόνιοι πολιόρκησαν την πόλη, σφάγιασαν 16.000 κατοίκους και έριξαν τα τείχη. Από τότε τέθηκε υπό τον έλεγχο των Καρχηδονίων, οι οποίοι κατέστρεψαν ολοσχερώς την πόλη κατά τη διάρκεια του πολέμου με τους Ρωμαίους. Σήμερα αποτελεί δημοφιλή αρχαιολογικό χώρο της Νότιας Σικελίας.

Η ζωή θέλει απλά πράγματα

Η κάθε μέρα που ζούμε μάς χαρίζεται σαν δώρο ζωής και δημιουργικότητας, εμείς, όμως, τη θεωρούμε δεδομένη.

Αρπαζόμαστε από την ύλη κι αισθανόμαστε αθάνατοι και η μόνη μας έννοια είναι πώς θα μαζέψουμε τα υλικά αγαθά που θα μας κάνουν να νιώθουμε δυνατοί και ωραίοι.

Δουλεύουμε από το πρωί ως το βράδυ σαν ρομπότ, θυσιάζοντας τη ζωή μας στο βωμό του χρήματος. Εξαντλούμε τις δυνάμεις μας, γιατί τάχα πρέπει και το δικό μας παιδί ή εμείς οι ίδιοι να φοράμε την άλφα ή τη βήτα φίρμα.

Στερούμαστε τα παιδιά μας, πηγαίνοντάς τα στους παιδικούς σταθμούς για να έχουμε έπιπλα ακριβά, αυτοκίνητα πολυτελείας και πολλά άλλα.

Όλα αυτά, όμως, μας κουράζουν, μας δημιουργούν ψυχολογικά προβλήματα. Χάνουμε τον ύπνο μας και τρέμουμε στη σκέψη να μείνουμε μόνοι με τον εαυτό μας γιατί δεν τον αγαπάμε και τον κατηγορούμε συνεχώς, θεωρώντας ότι αυτός φταίει που δεν έχουμε όλα όσα θέλουμε.

Αλήθεια, πόσοι από μας έχουν ακούσει το κελάηδισμα ενός πουλιού το πρωί που όλοι τρέχουμε πανικόβλητοι;

Πόσοι σταθήκαμε να μυρίσουμε ή να καμαρώσουμε το λουλουδάκι που φύτρωσε στην άκρη του δρόμου μόνο και μόνο για να γεμίσει ομορφιά τη ζωή μας;

Πόσοι αφήνουμε στην πόρτα του σπιτιού μας τα προβλήματα της ημέρας και νιώθουμε ευτυχισμένοι στην αγκαλιά της οικογένειάς μας;

Πόσοι προλαβαίνουμε να δούμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη και να του πούμε "Σ' αγαπώ, είσαι μοναδικός. Σ' ευχαριστώ για όσα καλά κάνεις;"

Πόσοι από εμάς ζούνε την κάθε στιγμή γεμάτοι ειρήνη κι ευτυχία;

Πόσοι πάνε να ξαπλώσουν το βράδυ με ήσυχη συνείδηση ότι έκαναν το καλύτερο που μπορούσαν για τον εαυτό τους και τους άλλους στα πλαίσια των δυνατοτήτων τους;

Και, τέλος, πόσοι κάθε βράδυ ευχαριστούν για την κάθε ημέρα που τους χαρίστηκε;

Σαφώς και δικαιούμαστε να θέλουμε να ζήσουμε μια άνετη ζωή και να δημιουργήσουμε ένα καλύτερο αύριο. Συχνά, όμως, ξεχνάμε το σπουδαιότερο, ότι, δηλαδή, δεν ξέρουμε αν θα υπάρξει αύριο. Γι' αυτό:

1. Κάνουμε το καλύτερο που μπορούμε σήμερα, χωρίς άγχος, και

2. Θυμόμαστε ότι η ζωή θέλει απλά πράγματα. Όσο πιο απλά ζούμε, τόσο πιο πλούσιοι θα είμαστε σε εσωτερικούς θησαυρούς και αυτοί είναι οι μόνοι που χρειαζόμαστε.

Ας αδειάσουμε, επομένως, τη ζωή μας από καθετί περιττό για να κάνουμε χώρο για τα σπουδαία. Να γίνουμε σαν τα παιδιά: να γελάμε, να παίζουμε με τη ζωή. Είναι τόσο όμορφη... Σαν μια βόλτα με λιακάδα.

Άλλωστε, αυτό είναι η ζωή, μια βόλτα. Ας την κάνουμε, λοιπόν, όσο μπορούμε καλύτερη. Και στο ηλιοβασίλεμά της ήμεροι και ευτυχισμένοι να μπορούμε να πούμε: ΕΖΗΣΑ.

Τα αρνητικά συναισθήματα είναι απολύτως ανώφελα

Φαίνεται παράξενο αλλά είναι πολύ σημαντικό να καταλάβουμε ότι όλα τα αρνητικά συναισθήματα είναι απολύτως ανώφελα. Δεν εξυπηρετούν κανένα χρήσιμο σκοπό. Δεν μας εξοικειώνουν με καινούρια πράγματα και δεν μας φέρνουν πιο κοντά σε καινούρια πράγματα. Δεν μας δίνουν ενέργεια. Απλώς σπαταλούν ενέργεια και δημιουργούν δυσάρεστες ψευδαισθήσεις. Μπορούν ακόμη και να καταστρέψουν τη σωματική υγεία.

Μετά από μια κάποια μελέτη και παρατήρηση ίσως καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι μπορούμε να απαλλαγούμε από τα αρνητικά συναισθήματα, ότι δεν είναι υποχρεωτικά. Εδώ το σύστημα προσφέρει βοήθεια διότι δείχνει ότι δεν υπάρχει στ’αλήθεια πραγματικό κέντρο για τα αρνητικά συναισθήματα, αλλά ότι ανήκουν σε ένα τεχνητό κέντρο μέσα μας, που δημιουργούμε κατά την παιδική ηλικία μιμούμενοι ανθρώπους με αρνητικά συναισθήματα οι οποίοι μας περιστοιχίζουν. Οι άνθρωποι διδάσκουν ακόμη και στα παιδιά τους να εκφράζουν αρνητικά συναισθήματα. Ύστερα τα παιδιά μαθαίνουν ακόμη πιο πολλά με τη μίμηση. Μιμούνται τα μεγαλύτερα παιδιά, τα μεγαλύτερα μιμούνται τους μεγάλους και έτσι σε πολύ μικρή ηλικία γίνονται ξεφτέρια στα αρνητικά συναισθήματα.

Είναι μεγάλη απελευθέρωση όταν αρχίσουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν υπάρχουν υποχρεωτικά αρνητικά συναισθήματα. Γεννιόμαστε χωρίς αυτά, αλλά για κάποιο άγνωστο λόγο διδάσκουμε στον εαυτό μας αρνητικά συναισθήματα.

Εξάλλου, αν θέλουμε να αναπτύξουμε συνειδητότητα και να βελτιώσουμε τις λειτουργίες μας, θα ήταν καλό από την αρχή σχεδόν κιόλας της παρατήρησης του εαυτού να προσπαθήσουμε να σταματήσουμε ορισμένες από τις λειτουργίες μας, που όχι μόνο δεν χρησιμεύουν σε τίποτε αλλά είναι σαφώς βλαβερές. Παραδείγματος χάρη, παρατηρώντας τον εαυτό σας, ιδιαίτερα όταν παρατηρείτε τη συναισθηματική λειτουργία, προσπαθήστε να σταματήσετε όσο γίνεται περισσότερο κάθε έκφραση αρνητικών συναισθημάτων. Η ζωή πολλών ανθρώπων ουσιαστικά αποτελείται από αυτά. Εκφράζουν αρνητικά συναισθήματα σε κάθε στιγμή που μπορεί να διανοηθεί κανείς, σε κάθε ευκαιρία είτε κατάλληλη είτε ακατάλληλη. Είναι σε θέση πάντοτε να βρίσκουν ψεγάδια στο καθετί.

Η βασική τάση του ανθρώπου είναι να εκφράζει αμέσως όλα τα αρνητικά του συναισθήματα. Αν κάνει μια προσπάθεια να σταματήσει αυτή την έκφραση, του δίνει υλικό για παρατήρηση και βλέπει τον εαυτό του από τελείως διαφορετική γωνία αν κάνει σοβαρές προσπάθειες προς την κατεύθυνση αυτή, θα πειστεί πολύ σύντομα ότι δεν έχει θέληση, διότι είναι πάρα πολύ δύσκολο να σταματήσει κανείς να εκφράζει αυτά τα αρνητικά συναισθήματα. Ωστόσο είναι απαραίτητο.

Μια άλλη περιττή λειτουργία είναι η ομιλία.Μιλάμε πολύ. Μιλάμε, μιλάμε και τελειωμό δεν έχουμε. Και στην πραγματικότητα ποτέ δεν το προσέχουμε. Συνήθως νομίζουμε πως μιλάμε πολύ λίγο , ελάχιστα, αλλά ιδιαίτερα εκείνοι που λένε τα πιο πολλά νομίζουν πως δεν μιλάνε ποτέ. Αυτό το θέμα είναι πολύ χρήσιμο για παρατήρηση. θα δείτε πως περνάει η μέρα σας, πόσα πράγματα λέτε μηχανικά σε ορισμένες περιστάσεις, πόσα άλλα λέτε μηχανικά σε άλλες περιστάσεις. Ή θα προσέξετε ότι απλώς μιλάτε συνέχεια διότι σας ευχαριστεί ή γεμίζει το χρόνο σας. Πρέπει να το παρατηρήσετε αυτό και να σταματήσουμε έστω και ένα μέρος από αυτή την περιττή ομιλία. Η ομιλία, η φαντασία, το ψέμα και η έκφραση αρνητικών συναισθημάτων είναι στην πραγματικότητα οι κύριες λειτουργίες μας.

Μιλήσαμε ήδη για διαρροές ενέργειας, αλλά το χειρότερο από όλα είναι η έκφραση αρνητικών συναισθημάτων. Αν μπορείτε να σταματήσετε την έκφραση αρνητικών συναισθημάτων, θα αποταμιεύσετε ενέργεια και δεν θα αισθανθείτε ποτέ να σας λείπει.

Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε ότι θα γίνουμε ενσυνείδητα όντα αν χρησιμοποιούμε με σωστό τρόπο την ενέργεια που χρησιμοποιείται τώρα με λανθασμένο τρόπο. Η μηχανή μπορεί να παράγει αρκετή ενέργεια, αλλά εσείς μπορεί να την σπαταλάτε με το να θυμώνετε, να εξάπτεσθε ή με κάτι ανάλογο, και μετά μένει ελάχιστη. Ο φυσιολογικός οργανισμός παράγει υπεραρκετή ενέργεια όχι μόνο για όλα τα κέντρα αλλά και για αποθήκευση. Η παραγωγή είναι εντάξει, αλλά δεν γίνεται σωστά η κατανάλωση. Οι διαρροές αυτές πρέπει να μελετηθούν, διότι με ορισμένα είδη διαρροών δεν αξίζει να συνεχίσει κανείς παρά μόνο αφού σταματήσουν, επειδή όσο περισσότερη ενέργεια συσσωρεύει κανείς, τόσο περισσότερο θα διαρρέει. Θα ήταν σαν να χύναμε νερό σε κόσκινο. Ορισμένα αρνητικά συναισθήματα δημιουργούν τέτοιες ακριβώς διαρροές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μερικοί άνθρωποι περνάνε από ολόκληρη γκάμα αρνητικών συναισθημάτων που είναι τόσο συνηθισμένα, ώστε ούτε καν τα προσέχουν. Αυτό μπορεί να μη κρατήσει παρά πέντε λεπτά ή πέντε δευτερόλεπτα αλλά μπορεί να είναι αρκετό για να ξοδέψει όλη την ενέργεια που είχε παράγει ο οργανισμός τους επί είκοσι τέσσερις ώρες.

Αυτή είναι μια από τις χειρότερες ψευδαισθήσεις που έχουμε. Νομίζουμε ότι τα αρνητικά συναισθήματα τα δημιουργούν οι περιστάσεις, ενώ όλα τα αρνητικά συναισθήματα βρίσκονται σε μας, μέσα μας. Το σημείο αυτό είναι πολύ σημαντικό. Πάντα νομίζουμε ότι για τα αρνητικά μας συναισθήματα φταίνε οι άλλοι ή φταίνε οι περιστάσεις. Πάντα το νομίζουμε αυτό. Τα αρνητικά μας συναισθήματα βρίσκονται μέσα μας και δημιουργούνται από εμάς τους ίδιους. Δεν υπάρχει κανένας απολύτως αναπόφευκτος λόγος ή πράξη κάποιου άλλου ή κάποια περίσταση να δημιουργήσει αρνητικό συναίσθημα σε μένα. Είναι απλώς η αδυναμία μου. Κανένα αρνητικό συναίσθημα δεν μπορεί να δημουργηθεί από εξωτερικές αιτίες αν εμείς δεν το θέλουμε. Τα αρνητικά συναισθήματα τα έχουμε επειδή τα επιτρέπουμε στον εαυτό μας, τα δικαιολογούμε, τα εξηγούμε σύμφωνα με εξωτερικές αιτίες, και έτσι δεν τα καταπολεμούμε.

Υπάρχει λόγος που θέλουμε τόσο πολύ να τα κρατάμε;

Συνήθεια. Τα έχουμε τόσο συνηθίσει που δεν μπορούμε να κοιμηθούμε χωρίς αυτά. Τι θα έκαναν πολλοί άνθρωποι χωρίς αρνητικά συναισθήματα; H συνήθεια αυτή είναι τοσο ριζωμένη, ώστε χρειάζεται ειδική εργασία για να απαλλαγούμε από αυτά.»

Μπορεί να έχει κανείς αρνητικά συναισθήματα και να είναι καλά στην υγεία του;

Τη λέξη «υγεία» πρέπει να την παίρνουμε με την ευρύτερη έννοια, από την άποψη του συστήματος. Δεν πρέπει να την παίρνουμε με τη συνηθισμένη έννοια των σωματικών εκδηλώσεων – την πραγματική απουσία σωματικής αρρώστιας – διότι μια από τις πρώτες ανάγκες της υγείας είναι η σωστή λειτουργία των κέντρων. Οι άνθρωποι που τα κέντρα τους δεν λειτουργούν σωστά, δεν είναι υγιείς. Πρέπει να διευρυνθεί η ιδέα της υγείας. Δεν πρέπει να την παίρνουμε με στενή έννοια.

Σχετικά με τη σωστή λειτουργία των κέντρων, δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν να εμποδίσουμε το συναισθηματικό κέντρο να παρεμβαίνει στην εργασία που προσπαθούμε να κάνουμε με το διανοητικό

Συνέχει επεμβαίνει. Δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε ώσπου να υπερνικήσετε τα αρνητικά συναισθήματα και να μάθετε να μην ταυτίζεστε όταν πάψετε να ταυτίζεστε, τα αρνητικά συναισθήματα αποδυναμώνονται, διότι αυτά είναι δυνατόν να υπάρχουν μόνο με βάση την ταύτιση.

Όταν νιώθουμε ένα αρνητικό συναίσθημα, γιατί πρέπει να μην το εκδηλώνουμε;

Είναι το ίδιο όπως και με την περιττή ομιλία. Ρωτήστε τον εαυτό σας: είναι χρήσιμο, είναι απαραίτητο να τα εκφράζουμε; Η ιδέα είναι να δημιουργήσουμε αντίσταση, διαφορετικά δεν μπορούμε να παρατηρήσουμε. Και αυτή η δημιουργία αντίστασης αποτελεί εισαγωγή στη μελέτη των συναισθημάτων. Δεν μπορούμε να τα δούμε χωρίς αυτή.

Το να συγκρατούμε και να μην εκφράζουμε τα αρνητικά συναισθήματα, το να μην «ξεθυμαίνουμε», να μη «βγάζουμε τα απωθημένα μας», όπως το λέμε στην καθημερινή κουβέντα, δεν μπορεί να έχει βλαβερή επίπτωση;

Δεν υπάρχει κίνδυνος. Ο βαθμός που μπορούμε να τα συγκρατήσουμε δεν είναι αρκετά μεγάλος ώστε να βλάψουμε τον εαυτό μας. Το να «βγάζουμε τα απωθημένα μας» για ανακούφιση είναι ψευδαίσθηση. Μας κάνει να χάνουμε ενέργεια. Η έκφραση των αρνητικών συναισθημάτων είναι πάντοτε μηχανική, και γι αυτό δεν μπορεί ποτέ να είναι χρήσιμη. Αλλά η αντίσταση σε αυτή είναι συνειδητή.

Αν δεν πρέπει να έχουμε αρνητικά συναισθήματα, καταργείται όλη η συναισθηματική ζωή!

Ακριβώς το αντίθετο. Τώρα δεν έχουμε συναισθηματική ζωή, αλλά μόνο απομίμηση. Το θέμα είναι να έχουμε συναισθηματική ζωή. Οι πραγματικές δυνατότητες για γνώση βρίσκονται στο συναισθηματικό κέντρο.

Τον ίδιο βαθμό εξάντλησης προκαλεί ο έλεγχος όπως και η αποδέσμευση. Τι κερδίζω τότε όταν προσπαθώ να ελέγξω την έκφραση του θυμού;

Η υπόθεση είναι τελείως εσφαλμένη ότι πρόκειται για την ίδια ποσότητα ενέργεια, διότι ο έλεγχος αυξάνει την ενέργεια. Μπορεί βέβαια να διαθέσετε ορισμένη ποσότητα ενέργειας για να ελέγξετε κάποιο συναίσθημα, αλλά την επόμενη στιγμή, αφού δεν ξοδεύετε ενέργεια σε αυτό το άχρηστο συναίσθημα, ο έλεγχος θα αυξήσει την ενέργειά σας. Αυτή είναι η χημική δράση του ελέγχου.

Η πείρα μου λέει, ότι η καταπίεση της έκφρασης ενός αρνητικού συναισθήματος, μας κουράζει.

Μπορεί να κουραστείτε μόνο αν καταπνίγετε την έκφραση. Αλλά εγώ δεν είπα ποτέ να καταπνίγετε, είπα: «Να μην εκφράζετε, να βρείτε λόγους για να μην εκφράζετε». Η καταπίεση δεν μπορεί να βοηθήσει ποτέ, γιατί αργά ή γρήγορα το αρνητικό συναίσθημα θα ξεπηδήσει. Αν απλώς καταπιέζετε, διατηρείτε την ταύτιση και αποκλείετε μόνο την εξωτερική έκφραση. Το ζήτημα είναι να βρούμε λόγους, να σκεφτόμαστε σωστά, διότι η έκφραση του αρνητικού συναισθήματος βασίζεται πάντοτε σε κάποιο είδος εσφαλμένης σκέψης.

Καλλιεργώντας το χιούμορ με έμπνευση τον Διογένη

Ο καλύτερος τρόπος να διαχειριζόμαστε τους ανθρώπους που μας επιτίθενται ή μας κριτικάρουν είναι με χιούμορ και ετοιμολογία.

Οι αρχαίοι έλληνες φιλόσοφοι ήταν μοναδικοί σε αυτό. Έχουν μείνει στην ιστορία ατάκες τους που μας εμπνέουν ακόμα και σήμερα. Συνεχίζοντας ας γνωρίσουμε και άλλες σπαρταριστές τους ατάκες που έγραψαν ιστορία…

Μια μέρα, ενώ συζητούσε επί σοβαρού θέματος κι ελάχιστοι τον άκουγαν, άρχισε να σφυρίζει· τότε, καθώς πλήθος μαζεύτηκε αμέσως γύρω του, κι εκείνος τότε τους επέπληξε λέγοντας: «Εσείς σπεύδετε με όλη σας τη σοβαρότητα όταν ακούτε ανοησίες, αλλά είστε πολύ αργοί και περιφρονητικοί όταν το θέμα είναι σοβαρό».

Όταν κάποιος του είπε, «Οι περισσότεροι άνθρωποι γελούν μαζί σου», η απάντησή του ήταν: «Πιθανόν κι οι γάιδαροι να γελούν μ’ εκείνους· αλλά όπως δεν τους νοιάζει αυτούς για τα γαϊδούρια, ούτε και μένα με νοιάζει γι’ αυτούς».

Ο Μέγας Αλέξανδρος κάποτε θέλησε να πειράξει τον Διογένη και αφού έλεγε ότι ήταν Κύων, του έστειλε ένα πιάτο κόκαλα. Μετά, όταν τον συνάντησε τον Διογένη, τον ρώτησε, «Σου άρεσε, κύον, το δώρο μου;». Ο Διογένης του απάντησε: «Το έδεσμα ήταν άξιο για σκύλο, αλλά το δώρο δεν ήταν καθόλου άξιο για βασιλέα».

Όταν κάποιος είπε στον Διογένη, «Γέρασες, κοίτα να ξεκουραστείς», αυτός απάντησε: «Αν έπαιρνα μέρος σε αγώνα δρόμου, προς το τέλος θα έπρεπε να χαλαρώσω αντί να επιταχύνω;».

Μια μέρα παρακολουθούσε κάποιον να παίζει κιθάρα. Ο κιθαρωδός ήταν ηρακλείων διαστάσεων και πολύ αγριωπός, το δε παίξιμό του είχε τα μαύρα του τα χάλια. Όλοι οι ακροατές αποδοκίμαζαν τον «καλλιτέχνη» και μονάχα ο Διογένης τον χειροκροτούσε. Όταν οι άλλοι τον ρώτησαν απορημένοι γιατί, εκείνος απάντησε: «Διότι τηλικούτος ων κιθαρωδεί και ου ληστεύει» (=επειδή παρά το πώς είναι οπτικά ο άνθρωπος αυτός, παίζει κιθάρα και δεν ληστεύει).

Όταν είδε ένα μουσικό να χορδίζει την άρπα, του είπε: «Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;».

Όταν είδε ένα μουσικό να χορδίζει την άρπα, του είπε : «Δεν ντρέπεσαι να δίνεις στο ξύλο εναρμονισμένους ήχους, τη στιγμή που απέτυχες να εναρμονίσεις την ψυχή με τη ζωή σου;».

Στην αγορά της Αθήνας τον έβρισε ένας φαλακρός. Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ ου λοιδορώ αλλά τας τρίχας επαινώ, ότι κρανίου κακού απηλλάγησαν». (=εγώ δεν θα σε βρίσω, αλλά θα παινέψω τις τρίχες σου, που εγκατέλειψαν ένα τέτοιο κρανίο).

Τον καιρό που ο Διογένης ζούσε στην Κόρινθο, μεσουρανούσε εκεί η περίφημη εταίρα Λαΐς. Ήταν τόσο όμορφη που κατά τον Προπέρτιο «όλη η Ελλάδα έλιωνε από πόθο μπροστά στην πόρτα της», ενώ ο Αρισταίνετος γράφει πως «τα στήθη της ήταν σαν κυδώνια» και κατά τον Αθήναιο πολλοί ζωγράφοι την είχαν ως πρότυπο. Δεν ήταν όμως μόνο πανέμορφη, ήταν πολύ μορφωμένη, καλλιεργημένη και πάμπλουτη. Φυσικά είχε σχέσεις με τους επιφανέστερους και πλουσιότερους Έλληνες, που συνέρρεαν στην Κόρινθο για να τη «γνωρίσουν», με τη βιβλική σημασία του ρήματος.
Ανάμεσα στους πελάτες της ήταν και ο μαθητής του Σωκράτη Αρίστιππος, ιδρυτή της ηδονιστικής σχολής. Ο Αρίστιππος ήταν άνθρωπος ρεαλιστής και όταν κάποιοι του είπαν πως η Λαΐδα δεν τον αγαπούσε, αυτός απάντησε, «Και τα ψάρια και το κρασί δε με αγαπάνε, εγώ όμως τα απολαμβάνω».
Ο Διογένης στην αρχή δεν έδινε καμιά σημασία στη Λαΐδα και όταν κάποιος φίλος του τον ρώτησε γιατί δεν την επισκέπτεται, αυτός απάντησε: «Ουκ ωνέομαι εγώ δεκακισχιλίων μίαν μεταμέλειαν» (=δεν αγοράζω με δέκα χιλιάδες δραχμές κάτι για το οποίο θα μετανιώσω). Η Λαΐς μαθαίνοντας το περιστατικό, πειράχτηκε κι αποφάσισε να τιμωρήσει τον φιλόσοφο που καταφρονούσε τη γοητεία της. Κατάφερε να τον πλησιάσει και του υποσχέθηκε μιαν ερωτική νύχτα μαζί της δωρεάν. Ο Διογένης —τι είχε να χάσει;— συμφώνησε. Η Λαΐδα όμως τον υποδέχτηκε σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο και στη θέση της είχε βάλει μια κακάσχημη υπηρέτριά της, από την οποία τελικά ο φιλόσοφος δέχτηκε τις θωπείες που του είχε υποσχεθεί η Λαΐς. Το άλλο πρωί διαπίστωσε το πάθημά του, το οποίο η εταίρα φρόντισε να το μάθει όλη η Κόρινθος. Ο Διογένης όμως απτόητος τής το ανταπέδωσε στα ίσα λέγοντας: «Λυχνίας σβεσθείσης πάσα γυνή Λαΐς» (=στο σκοτάδι όλες οι γυναίκες είναι ίδιες).

Μια φορά ο Διογένης βρέθηκε σε μια συντροφιά, όπου όλοι έπλητταν θανάσιμα από την απαγγελία ενός ποιητή. Βλέποντας να προβάλει το λευκό στο τέλος του ειληταρίου που κρατούσε ο ποιητής, ο Διογένης είπε: «Κουράγιο, φίλοι! Βλέπω στεριά»…

Όταν ο φιλόσοφος Διογένης είδε μια γυναίκα κρεμασμένη σε μια ελιά αναφώνησε: «Μακάρι να έβγαζαν όλα τα δέντρα τέτοιους καρπούς!».

Κάποιος καλοτύχιζε τον Καλλισθένη, γιατί ζούσε ωραία κοντά στον Μέγα Αλέξανδρο. Ο Διογένης τότε του είπε: «Κακότυχος είναι όποιος προγευματίζει και δειπνεί όποτε αρέσει στον Αλέξανδρο».

Μια φορά άναψε μέρα μεσημέρι έναν λύχνο και κρατώντας τον τριγύριζε στους δρόμους της Αγοράς. Κι όταν ρωτήθηκε γιατί το κάνει αυτό, έδωσε τη γνωστή περίφημη απάντησή του: «Άνθρωπον ζητώ».

Μια μέρα ο Διογένης πήγε στο θέατρο, όταν η παράσταση είχε τελειώσει και ο κόσμος έβγαινε έξω. Αντίθετα με το πλήθος που έβγαινε έξω, αυτός προσπαθούσε ν’ ανοίξει δρόμο και να μπει μέσα. Κι όταν τον ρώτησαν γιατί πάει αντίθετα, αυτός απάντησε: «Σε όλη μου τη ζωή αυτό εξασκούμαι να κάνω».

Όταν είδε μια μέρα ένα παιδί να πίνει νερό με τη χούφτα του χεριού του, έβγαλε καθώς λένε το κύπελλο με το οποίο έπινε νερό και το πέταξε αναφωνώντας: «Παιδίον με νενίκηκεν ευτελεία!» (=ένα παιδί με ξεπέρασε στη λιτότητα).

Ο Διογένης κάποτε στεκόταν μπροστά σ’ ένα άγαλμα ζητώντας του …ελεημοσύνη. Όταν τον ρώτησαν γιατί το κάνει αυτό, εκείνος απάντησε: «Μελετώ αποτυγχάνειν» (=εξασκούμαι στην αποτυχία).

Ο Διογένης είχε συλληφθεί αιχμάλωτος και κατάληξε στα δουλοπάζαρα. Ο δουλέμπορος δεν τον άφηνε να καθίσει, γιατί ήθελε να βλέπει ο κόσμος την «πραμάτεια» του. Ο Διογένης τότε του είπε: «Δεν έχει σημασία η στάση, γιατί και τα ψάρια όπως και να στέκονται το ίδιο πωλούνται». Ο Ξενιάδης, πλούσιος αριστοκράτης της εποχής είδε τον Διογένη και θέλησε να τον αγοράσει. Συζήτησε με τον δουλέμπορο και ο δουλέμπορος πλησίασε τον Διογένη και του είπε, «Αυτός ενδιαφέρεται να σε αγοράσει, τί δουλειά ξέρεις να κάνεις να του πω;». Ο Διογένης του απάντησε: «Ανθρώπων άρχειν», και συμπλήρωσε: «Φώναξε μήπως κάποιος θέλει δούλο για αφεντικό». Η φράση αυτή ενός δούλου που δήλωνε «άρχων ανθρώπων» άρεσε στον Ξενιάδη που χαμογέλασε και τον αγόρασε, αφού αντιλήφθηκε τις δύο έννοιες που με οξυδέρκεια έθεσε ο Διογένης, «διοικώ τους ανθρώπους και διδάσκω στους ανθρώπους αρχές». Ο Ξενιάδης ανέθεσε στον Διογένη την διδασκαλία των παιδιών του, και έτσι ο Διογένης έμεινε στο Κράθειον, ένα προάστιο της Κορίνθου.
Οι φίλοι του Διογένη θέλησαν να τον ελευθερώσουν (από δούλο του Ξενιάδη) και εκείνος τους απεκάλεσε ανόητους, γιατί όπως είπε: «Τα λιοντάρια δεν είναι δούλοι αυτών που τα τρέφουν, αλλά αυτοί που τρέφουν τα λιοντάρια είναι δούλοι των λιονταριών, αφού ο φόβος χαρακτηρίζει τους δούλους, ενώ τα θηρία προκαλούν φόβο στους ανθρώπους».

Όταν ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν στη Κόρινθο θέλησε να γνωρίσει τον Διογένη και έστειλε ένα υπασπιστή του να τον βρει στο Κράθειο και να του τον φέρει. Ο υπασπιστής βρήκε τον Διογένη και του είπε, «Ζητάει ο Βασιλεύς Αλέξανδρος να σε δει». Ο Διογένης απάντησε: «Εγώ δεν θέλω να τον δω. Εάν θέλει αυτός ας έρθει να με δει». Και όντως ο Αλέξανδρος πήγε να δει τον Διογένη. Τον πλησιάζει ο Αλέξανδρος και του λέει, «Είμαι ο Αλέξανδρος ο Βασιλεύς». Ο Διογένης ατάραχος απαντά: «Κι εγώ είμαι ο Διογένης ο Κύων». Ο Μέγας Αλέξανδρος απορεί και του λέει, «Δεν με φοβάσαι;». Ο Διογένης απαντά: «Και τί είσαι; Καλό ή κακό;». Ο Αλέξανδρος μένει σκεπτικός. Δεν μπορεί ένας Βασιλεύς να πει ότι είναι κακό, και άμα είναι καλό, γιατί κάποιος να φοβάται το καλό; Αντί να απαντήσει ο Αλέξανδρος τον ρωτάει εκ νέου, «Τί χάρη θες να σου κάνω;» και ο Διογένης ξανά με λογοπαίγνιο απαντά: «Αποσκότησόν με». (=βγάλε με δηλαδή από το σκότος, την λήθη, και δείξε μου την αλήθεια). Με το έξυπνο λογοπαίγνιο του Διογένη, η απάντηση του μπορεί και να εννοηθεί και ως «Μη μου κρύβεις τον ήλιο», καθώς οι κυνικοί πίστευαν πώς η ευτυχία του ανθρώπου βρίσκεται στη λιτότητα, στη ζεστασιά του ήλιου και δεν έχει ανάγκη κανείς από τα υλικά πλούτη. Μόλις το άκουσε αυτό ο Αλέξανδρος, λέγεται πως είπε το περίφημο, «Εάν δεν ήμουν Αλέξανδρος, θα ήθελα να ήμουν Διογένης»…

Όταν ο Πλάτων τον είδε μια μέρα να γευματίζει μονάχα με ψωμί κι ελιές, δεν κρατήθηκε και τον πείραξε λέγοντας, «Αν είχες πάει στο Διονύσιο, δεν θα ‘τρωγες τώρα ελιές». Ο Διογένης όμως δεν του τη χάρισε: «Αν έτρωγες κι εσύ ελιές, δε θα χρειαζόταν να πας στον Διονύσιο» (Ο Διονύσιος ήταν ο τύραννος των Συρακουσών, κι ο Πλάτων είχε πάει κοντά του προσπαθώντας να εφαρμόσει στην πράξη τις ιδέες που είχε διατυπώσει στην «Πολιτεία» του).

Ο Διδύμων, ένας οφθαλμίατρος της εποχής, εξέταζε το μάτι μιας κοπέλας. Ο Διογένης τον είδε. Γνωρίζοντας λοιπόν ο Διογένης ότι ο Διδύμων ήταν τύπος ερωτύλος, κοινώς γυναικάς, του λέει: «Πρόσεξε, Διδύμονα, μήπως εξετάζοντας τον οφθαλμό, διαφθείρεις την κόρη».

Ήταν ο Διογένης καλεσμένος σε ένα γεύμα και πήγε στο λουτρό για να πλυθεί πριν φάει. Αλλά το λουτρό είναι πολύ βρώμικο. Δεν παραπονιέται, δεν λέει «είναι βρώμικο το λουτρό», αλλά μετά ρωτάει: «Οι εδώ λουόμενοι πού πλένονται κατόπιν;».

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε πού είδε ενάρετους σύμφωνα με τις αρχές του άνδρες, αποκρίθηκε: «Άνδρες πουθενά, στη Σπάρτη όμως, είδα μερικά παιδιά».

Ο Διογένης καυτηρίαζε τον πόλεμο με τον δικό του ιδιότυπο τρόπο: οι Κορίνθιοι προετοιμάζονταν πυρετωδώς για να πολεμήσουν τον Φίλιππο της Μακεδονίας και για να μη φανεί ότι ο Διογένης μένει άπρακτος, πήρε κι αυτός το πιθάρι του και άρχισε να το τσουλάει πάνω —κάτω…

Θέλησε κάποτε να πειράξει ένα ευνούχο μοχθηρό τύπο, γιατί έβλεπε τις πράξεις του και είχε ακούσει γι’ αυτόν. Οι αρχαίοι Έλληνες συνήθιζαν να βάζουν πάνω από την θύρα της οικίας τους ένα θυρεό. Αυτό ήταν ένα σήμα ή ρητό που διάλεγαν ως σύμβολο για τη ζωή τους. Ο κακός αυτός άνδρας είχε βάλει άνωθεν της πόρτας του το εξής ρητό: «Μηδέν κακόν εισίτω» (=να μην περάσει αυτή την πόρτα κακό κανένα). Και ο Διογένης χτύπησε τότε την πόρτα και ρώτησε: «Άρα, ο οικοδεσπότης από πού θα μπαίνει;».

Όταν ρωτήθηκε ποιανού ζώου το δάγκωμα είναι το χειρότερο, λέγεται πως απάντησε: «Ανάμεσα στα άγρια του συκοφάντη κι ανάμεσα στα ήμερα του κόλακα».

Έλεγε ο Διογένης, πως όταν πεθάνει θέλει να τον θάψουν μπρούμυτα. Τον ρώτησαν γιατί, κι εκείνος απάντησε: «Γιατί σύντομα θα ’ρθουν τα πάνω —κάτω».

Σε κάποιον που του υπενθύμισε χλευαστικά μια παλαιότερη παρανομία του (την παραχάραξη του νομίσματος για την οποία οι συμπολίτες του λεγόταν πως τον εκδίωξαν από την Σινώπη), ο κυνικός φιλόσοφος είπε: «Κάποτε ήμουν τέτοιος που εσύ είσαι τώρα, τέτοιος όμως που είμαι εγώ τώρα, εσύ δεν θα γίνεις ποτέ». Όταν οι Αθηναίοι τον κορόιδευαν για τον ίδιο λόγο, λέγοντας πώς οι Συνωπείς τον είχανε εξορίσει, αυτός με αστεϊσμό απαντούσε «Κι εγώ τους καταδίκασα να μείνουν εκεί για πάντα»…

Ο Διογένης βγήκε μια μέρα στην αγορά και άρχισε να φωνάζει:«Ε, άνθρωποι που είστε;». Σαν μαζεύτηκαν κάμποσοι, άρχισε να τους κυνηγά και να τους χτυπά με το ραβδί του, λέγοντάς τους: «Ανθρώπους κάλεσα, όχι παλιανθρώπους».

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε «Αν πεθάνεις, ποιος θα φροντίσει την κηδεία σου;», είπε «Αυτός που θα θέλει το σπίτι μου».

Βλέποντας κάποτε ο Διογένης μια θρησκόληπτη γυναίκα να σκύβει βαθιά στα αγάλματα των θεών, της είπε: «Δεν φοβάσαι, καλή μου, μήπως κανένας θεός από πίσω σε δει έτσι αλλιώς;».

Όταν ο Διογένης αιχμαλωτίστηκε στη μάχη τις Χαιρώνειας και οδηγήθηκε μπροστά στον Φίλιππο, ρωτήθηκε ποιος είναι, και απάντησε: «Ο κατάσκοπος της απληστίας σου».

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε πότε πρέπει να παντρεύεται κάποιος, είπε: «Τους μεν νέους μηδέπω (=όχι ακόμα), τους δε πρεσβυτέρους μηδεπώποτε (=ποτέ)».

Σ’ ένα δείπνο που κάποιοι του έριχναν κόκαλα σαν σε σκύλο, εκείνος σηκώθηκε και τους κατούρησε σαν σκύλος.

Όταν ο Διογένης ρωτήθηκε γιατί οι άνθρωποι ελεούν τους ζητιάνους αλλά όχι τους φιλοσόφους, είπε: «Γιατί κουτσοί και τυφλοί υπάρχει περίπτωση να γίνουν, φιλόσοφοι όμως αποκλείεται».

Όταν ο Διογένης παρουσιάστηκε σε μια ομιλία του ρήτορα Αναξιμένη κρατώντας ένα παστό ψάρι και απέσπασε την προσοχή των ακροατών, ο ρήτορας αγανάκτησε και ο Διογένης είπε: «Ένα τιποτένιο ψάρι διέλυσε την ομιλία του Αναξιμένη».

Όταν κατηγόρησαν τον Διογένη ότι τα πίνει στο καπηλειό, απάντησε: «Μα ναι, πού αλλού να πιω; Και στο κουρείο κουρεύομαι».

Ο Διογένης βλέποντας κάποτε έναν θηλυπρεπή νέο, του είπε: «Δεν ντρέπεσαι να έχεις για τον εαυτό σου χειρότερη γνώμη απ’ αυτή που είχε για σένα η Φύση; Αυτή σε έκανε άνδρα κι εσύ αναγκάζεις τον εαυτό σου να γίνει γυναίκα».

Κάποτε όταν τον ειρωνεύτηκαν πως μπαίνει σε ακάθαρτους χώρους, ο Διογένης τους απάντησε: «Αλλά και ήλιος και ου μιαίνεται» (=κι ο ήλιος μπαίνει σε ακάθαρτους τόπους, αλλά δεν μολύνεται από αυτούς).

Ο Διογένης αυνανιζόταν μπροστά στο πλήθος που μαζευόταν γύρω από το πιθάρι του. Όταν κάποτε ένας παριστάμενος τον ερώτησε πώς και δεν ντρέπεται, αυτός του απάντησε: «Είθε και την κοιλίαν ην παρατρίψαντα και μη πινείν» (=μακάρι να μπορούσα να ανακουφίσω και την πείνα μου, τρίβοντας την κοιλιά μου).

Βλέποντας ο Διογένης τους Μεγαρίτες να χτίζουν μεγάλα τείχη, τους είπε: «Μην έχετε έγνοια πόσο μεγάλα θα είναι τα τείχη, αλλά πόσο μεγάλοι θα είναι εκείνοι που θα σταθούν επάνω σε αυτά».

Ρώτησαν κάποτε τον Διογένη ποια στάση πρέπει να κρατά κάποιος απέναντι στην εξουσία: «Όποια και απέναντι στην φωτιά: να μη στέκεται ούτε πολύ κοντά για να μην καεί, ούτε πολύ μακριά για να μην ξεπαγιάσει».

Ο Διογένης κουβαλούσε μαζί του ό,τι είχε. Σ’ ένα σακούλι είχε συνήθως ψωμί και ελιές. Μια μέρα λοιπόν κάθησε στο μέσο της Αγοράς, άνοιξε το σακούλι του και άρχισε να τρώει. «Καλά, τι τόπος και τι ώρα είναι αυτή που τρως;», τον ρώτησε κάποιος. Κι ο Διογένης τού απάντησε: «Οι πλούσιοι τρώνε όποτε και όπου θέλουν, εγώ όμως ο φτωχός όταν και όπου πεινάω».

Για τις αναθηματικές επιγραφές πιστών που σώθηκαν χάρη σε μια θεότητα, έλεγε: «Θα ήταν πολύ περισσότερες, αν και εκείνοι που δεν είχαν σωθεί είχαν κάνει κι αυτοί αφιερώσεις».

Ένας νεόπλουτος κάλεσε τον Διογένη στην έπαυλή του να του την επιδείξει και να επιδειχθεί. Τον πήγαινε παντού, κομπάζοντας και θριαμβολογώντας. Κάποια στιγμή ο Διογένης γύρισε προς το μέρος του και τον έφτυσε κατά πρόσωπο. «Διογένη, τι κάνεις; Τρελάθηκες;», τον ρώτησε έκπληκτος αυτός. «Όχι. Πολλή ώρα ήθελα να φτύσω και δεν έβρισκα πού. Αποφάσισα τελικά πως το ευτελέστερο μέρος εδώ μέσα είναι το πρόσωπό σου», του απάντησε ο Διογένης ατάραχος.

Όταν ο Διογένης μεγάλωσε πολύ, κάποιοι μαθητές του αγόρασαν έναν δούλο. Αλλά ο Διογένης καθόλου δεν τον χρησιμοποιούσε, μέχρι που βαρέθηκε ο δούλος και σηκώθηκε κι έφυγε. Τότε οι μαθητές του τού είπαν, «Δεν θα καταδιώξεις τον δούλο που απελευθερώθηκε μόνος του, Διογένη;» «Τι λέτε, μωρέ παιδιά;», τους απάντησε. «Εδώ μπορεί ο δούλος χωρίς εμένα. Δεν μπορώ εγώ χωρίς τον δούλο;»…

Αστρονόμοι βρίσκουν τη μισή από την χαμένη ύλη του σύμπαντος λύνοντας ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια του

Ένα από τα πιο περίπλοκα προβλήματα της κοσμολογίας, αυτό της «εξαφάνισης» άνω του 90% της ύλης του σύμπαντος, φαίνεται ότι λύθηκε, καθώς οι αστρονόμοι υποστηρίζουν ότι, για πρώτη φορά, εντόπισαν περίπου το μισό αυτής. Το θέμα προέκυψε από τις μετρήσεις της ακτινοβολίας που έμεινε από το Bing Bang, με τις οποίες υπολόγισαν πόση ύλη υπάρχει στο σύμπαν και σε ποια μορφή. Διαπιστώθηκε ότι περίπου το 5% της μάζας στο σύμπαν υπάρχει σε μορφή συνηθισμένης – βαρυονικής ύλης και η υπόλοιπη σε σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια.
 
Το καυτό ενδιάμεσο γαλαξιακό μέσο ή Whim θα έπρεπε να εμφανίζεται ως ένα σκοτεινό περίγραμμα στο κοσμικό μικροκυματικό υπόβαθρο, λένε οι επιστήμονες. Πάνω, ένας χάρτης της ακτινοβολίας ‘λείψανο’ από το Big Bang, που αποτελείται από δεδομένα που συγκεντρώθηκαν από τον δορυφόρο Planck.
 
Η σκοτεινή ύλη δεν έχει παρατηρηθεί ποτέ άμεσα και η φύση της σκοτεινής ενέργειας αποτελεί μυστήριο ενώ ακόμα και η ανίχνευση του 5% της συνηθισμένης ύλης αποδείχτηκε πιο περίπλοκη απ’ ό,τι αναμενόταν. Όταν οι επιστήμονες καταμέτρησαν τα αντικείμενα που υπάρχουν στον ουρανό, δηλαδή αστέρια, πλανήτες, γαλαξίες κ.ο.κ., φάνηκε ότι όλα αυτά αντιστοιχούν μόνο στο 1/5 με 1/10 αυτών που βρίσκονται εκεί έξω.
 
Το συγκεκριμένο θέμα είναι γνωστό ως «το πρόβλημα του χαμένου βαρυονίου». Τα βαρυόνια είναι κοινά υποατομικά σωματίδια, όπως τα πρωτόνια και τα νετρόνια. 
 
Η κατανομή των γαλαξιών στο σύμπαν ακολουθεί το πρότυπο του ιστού και οι επιστήμονες υπέθεταν ότι τα χαμένα βαρυόνια μπορούν να κινούνται σε διάχυτα αέρια που συνδέουν τα συμπλέγματα των γαλαξιών στον κοσμικό ιστό.
 
Οι θεωρητικοί υπολογισμοί υποδεικνύουν ότι αυτά τα αέρια σπειρώματα, γνωστά ως Whim, θα έπρεπε να έχουν θερμοκρασία περίπου 1 εκατ. βαθμούς Κελσίου. Ένα νέφος αερίου σε αυτή τη θερμοκρασία είναι πολύ κρύο για να εκπέμπει ακτίνες που θα μπορούσαν να εντοπιστούν από συνηθισμένα τηλεσκόπια στη Γη. Δεν είναι όμως αρκετά κρύο για να απορροφήσει μεγάλες ποσότητες φωτός που διέρχονται από αυτό.
 
«Το πρόβλημα είναι ότι σε αυτές τις ασυνήθιστες θερμοκρασίες δεν μπορούμε να το δούμε», δήλωσε ο Richard Ellis, καθηγητής αστροφυσικής στο πανεπιστήμιο του Λονδίνου.
 
Τώρα όμως δύο ξεχωριστές ομάδες επιστημόνων, μία στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου και μία στο Ινστιτούτο Διαστημικής Αστροφυσικής στο Ορσέ της Γαλλίας, βρήκαν έμμεσες αποδείξεις για το Whim. Αμφότερες βασίστηκαν στο γεγονός ότι όταν η ακτινοβολία ταξιδεύει μέσα από ένα θερμό αέριο, είναι διάσπαρτη, κάτι που σημαίνει ότι το Whim θα έπρεπε να εμφανίζεται ως ένα σκοτεινό περίγραμμα στο κοσμικό μικροκυματικό υπόβαθρο.
 
Οι επιστήμονες έλαβαν υπόψη τους, επίσης, τις παρατηρήσεις της κοσμικής ακτινοβολίας, που έγιναν από τον διαστημικό παρατηρητήριο Planck και τον λεπτομερή τρισδιάστατο χάρτη του κοσμικού ιστού, που δημιούργησε η SDSS. Υπέθεσαν ότι εάν υπήρχαν αγωγοί αερίου, που συνδέουν συστάδες γαλαξιών, αυτοί θα έπρεπε να εμφανίζονται στα δεδομένα του Planck.
 
Η ομάδα του Εδιμβούργου διαπίστωσε ότι οι περιοχές μεταξύ των γαλαξιών φάνηκαν περίπου έξι φορές πιο πυκνές από αυτές που βρίσκονταν περιμετρικά και όταν συνόψισαν, διαπίστωσαν ότι αυτά τα αέρια νήματα μπορούσαν να ανέλθουν στο 30% της συνηθισμένης ύλης στο σύμπαν. Οι υπολογισμοί της γαλλικής ομάδας κατέληξαν σε λίγο μικρότερο αριθμό.

Foucault: O λόγος και η ανωνυμία του

Michel Foucault: 1926-1984

Τι είναι o ανώνυμος λόγος;

Στο πλαίσιο της Αρχαιολογίας της Γνώσης ο Φουκώ επιχειρεί να περιγράψει μια σειρά από λόγους, οι οποίοι μας δίνονται ως διάφορα σύνολα επιστημών, κατευθύνσεων, ιστορικών σχέσεων, συναφών αποφάνσεων κ.λπ. και μπορούν ή θα πρέπει να κατανοούνται ως συγκεκριμένες πρακτικές. Οι λόγοι δεν είναι μόνο αυτό, αλλά και ό,τι ήδη έχει αναλύσει στο άλλο έργο του: Οι Λέξεις και τα Πράγματα·· δηλαδή συνυφαίνονται με τη γλώσσα, έτσι όπως την έχουμε γνωρίσει στην κλασική της αποδοχή και μάλιστα υπό τη δύναμη της αναπαραστατικής διαύγειας. Ορισμένως λοιπόν νοούνται, πρώτα πρώτα, ως σημεία, ως σύνολα σημείων, που μας παραπέμπουν σε μια αντίστοιχη ποικιλία αναπαραστάσεων. Τούτο υποδηλώνει πως οι λόγοι δεν μπορούν να μας αποστείλουν σημασίες, χωρίς την προσφυγή σε σημεία. Ωστόσο το ολοκληρωμένο τους έργο δεν εξαντλείται εδώ αλλά προϋποθέτει και άλλες λειτουργίες. Θεμελιωδώς, επεξηγεί περαιτέρω ο ίδιος ο φιλόσοφος, πρέπει «να είμαστε έτοιμοι να δεξιωθούμε κάθε στιγμή του λόγου στην εισβολή του ως συμβάντος· μέσα στην εντελή ακρίβεια, με την οποία εμφανίζεται, και μέσα στη χρονική διασπορά που του επιτρέπει να γίνεται αντικείμενο επανάληψης, γνώσης, λήθης, μετασχηματισμού, εξάλειψης μέχρι τα παραμικρά του ίχνη, διαφυγής πολύ μακριά από κάθε βλέμμα, μέσα στη σκόνη των βιβλίων. Δεν πρέπει να επαναπέμψουμε τον λόγο στην απόμακρη παρουσία της καταγωγής· πρέπει να τον αντιμετωπίσουμε μέσα στο παιχνίδι της βαθμίδας του» (Η αρχαιολογία της Γνώσης, σ. 42).

Ο Φουκώ διέρχεται μέσα από μια τέτοια περιγραφή όχι για να εγκολπωθεί το παραδοσιακά ισχύον περί του λόγου ή για να επιβεβαιώσει μια απολύτως αναγκαία και παθητική αποδοχή του, παρά για να θέσει υπό μια διαφωτιστικής/απελευθερωτικής μορφής ερμηνεία όλα εκείνα τα σύνολα του λόγου, που θέτει ενώπιόν μας η ιστορία.

Πώς θα μπορέσει κανείς, σύμφωνα με τον Φουκώ, να ελευθερώσει περιοχές του λόγου, εάν δεν λάβει υπόψη του την πληθώρα των συμβάντων, που λαμβάνουν χώρα εντός του χώρου του λόγου; Με τούτη την έννοια, ό,τι λέγεται, και μάλιστα έτσι και όχι αλλιώς, έχει το δικό του μοναδικό λόγο εκφοράς, απόφανσής του, κατ’ επέκταση ύπαρξής του, και εμφανίζεται ανώνυμα· δεν αντανακλά υποχρεωτικά τις προθέσεις ενός ατόμου, αλλά εντυπώνεται σ’ αυτό. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για μια γλώσσα, της οποίας οι ορισμοί έχουν επιβληθεί πάνω μας. Στη συνάφεια τούτη, ο φιλόσοφος φέρνει στο κέντρο της περιγραφής του σχετικά με τους σχηματισμούς και τα σύνολα των λόγων την ανωνυμία του λόγου. Συμβαίνει λοιπόν να σκεφτόμαστε και να μιλάμε για ένα θέμα με τέτοιο τρόπο, ώστε να εσωτερικεύουμε μια σειρά από ανώνυμους λόγους, που ανήκουν σ’ αυτή τούτη την πρακτική του λόγου και είναι όπως η δύναμη/εξουσία που υπηρετούν.