Παρασκευή 22 Σεπτεμβρίου 2017

Η ΑΦΥΠΝΙΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΪΚΗ ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Σήμερα θεωρούμε αυτονόητο ότι το έπος, ή λυρική ποίηση και το δράμα είναι ποιητικά είδη πού συνυπάρχουν στη δυτική λογοτεχνία. Στην Ελλάδα όμως, οπού δημιουργήθηκαν αυτά τα ποιητικά είδη ως φορείς μεγάλης ποίησης, η οποία άσκησε άμεσα ή έμμεσα επίδραση στην εξέλιξη της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, άκμασαν διαδοχικά και όχι παράλληλα. Όταν παρακμάζει το έπος, προβάλλει η λυρική ποίηση, και όταν αυτή πλησιάζει στο τέλος της, γεννιέται το δράμα. Τα ποιητικά είδη ήταν επομένως στη χώρα της γέννησης τους κατόρθωμα και έκφραση μιας ορισμένης ιστορικής κατάστασης. Η ιδιοτυπία της επικής σύνθεσης να συλλαμβάνει τη ζωή σαν μια αλυσίδα από γεγονότα δεν αποτελεί στον Όμηρο ένα συνειδητό τρόπο σύνθεσης. Ο Όμηρος δεν επέλεξε συνειδητά ανάμεσα σε άλλες δυνατότητες έναν ορισμένο τρόπο παρουσίασης της ανθρώπινης ύπαρξης, τον οποίο θεώρησε τον πιο κατάλληλο για το έπος. Ο Lessing δεν έχει επομένως δίκιο, όταν αποδίδει στον Όμηρο την καλλιτεχνική πρόθεση σύμφωνα με την οποία ο ποιητής αποφεύγει κάθε περιγραφή καταστάσεων και αρκείται μόνο στην αφήγηση γεγονότων. Αυτή η ιδιοτυπία εξαρτάται κυρίως από τον τρόπο με τον οποίο ο Όμηρος βλέπει και φυσικά ερμηνεύει τον άνθρωπο, τη ζωή και τον κόσμο: Οι πράξεις και τα αισθήματα του ανθρώπου καθορίζονται από τις θεϊκές δυνάμεις πού δρουν στον κόσμο, είναι αντιδράσεις των φυσικών του οργάνων σ' ένα ερέθισμα, το οποίο πιστεύει ότι τον άφορα προσωπικά. Κάθε κατάσταση είναι αποτέλεσμα αυτών των ερεθισμάτων και συγχρόνως πηγή νέων ερεθισμάτων.

    Η γένεση του ελληνικού έπους βυθίζεται στο σκοτάδι της προϊστορικής εποχής. Το αρχαιότερο έργο πού γνωρίζουμε αποτελεί συγχρόνως και το αποκορύφωμα της ελληνικής επικής ποίησης: είναι το έργο πού παραδόθηκε με το όνομα του Ομήρου, η Ιλιάδα και η Οδύσσεια. Η λυρική ποίηση, αντίθετα, επιτρέπει να θέσουμε ερωτήματα ιστορικού χαρακτήρα, όπως: ποια είναι η διαφορά της από το παλαιότερο ποιητικό είδος, το έπος, και ποιο είναι το νέο πνεύμα πού εκφράζει; Η πιο χαρακτηριστική διαφορά ανάμεσα στους παλαιούς επικούς και τους λυρικούς πού τους διαδέχονται είναι ότι στη λυρική ποίηση οι ποιητές εμφανίζονται ως προσωπικότητες. Οι λυρικοί ποιητές σε αντίθεση με το προβληματικό όνομα του Ομήρου αναφέρουν το όνομα τους, μιλούν για τον εαυτό τους, προσφέρονται σε αναγνώριση ως συγκεκριμένα πρόσωπα.

    Στην εποχή της λυρικής ποίησης εμφανίζονται για πρώτη φορά στη σκηνή της ευρωπαϊκής ιστορίας προσωπικότητες με τους πιο διαφορετικούς ρόλους: Αρχηγοί κομμάτων, νομοθέτες και τύραννοι, θρησκευτικοί στοχαστές και φιλόσοφοι, καλλιτέχνες πού τοποθετούν στα έργα τους την υπογραφή τους, και έτσι διασπούν το φράγμα της ανωνυμίας που υψωνόταν ως τότε στην Ελλάδα και την Ανατολή. Την πνευματική σημασία αυτής της διαδικασίας είναι πολύ ευκολότερο να την εκτιμήσουμε με τη βοήθεια της λυρικής ποίησης παρά οποιασδήποτε άλλης τέχνης, γιατί η ποίηση εκφράζει με λόγια την καινούρια προοπτική πού διανοίγεται, και έτσι αποκαλύπτει με σαφήνεια το πνεύμα της εποχής. 

    Η λυρική ποίηση, τόσο η χορική όσο και η μονωδική, στηρίζεται σε δύο προϋποθέσεις: πρώτον εξαρτάται από λαϊκές προλογοτεχνικές μορφές, πού απαντούν σε όλες τις εποχές και σε όλους τους πολιτισμούς, όπως είναι ορχηστικά, λατρευτικά, εργατικά κτλ. τραγούδια, πού σκοπό έχουν να εξυπηρετήσουν ομαδικές ασχολίες σε ορισμένες περιστάσεις της κοινωνικής συμβίωσης. Δεύτερο, γίνεται αισθητή η επίδραση της επικής ποίησης και ιδιαίτερα του Ομήρου στους έλληνες λυρικούς. Δεν υπάρχει κανένας ποιητής πού να μη δέχτηκε σε ορισμένα αντιπροσωπευτικά χωρία της ποίησης του αυτή την επίδραση, με τη βοήθεια της οποίας η λυρική ποίηση υπερβαίνει το στάδιο της περιστασιακής ποίησης, παρόλο πού δεν παύει να συνδέεται με ορισμένες και συγκεκριμένες αφορμές.

    Το μεγαλύτερο μέρος της αρχαϊκής λυρικής ποίησης που μας παραδόθηκε είναι εορταστική ποίηση, δηλαδή ποίηση πού χρωστά τη σύνθεση της σε διάφορες γιορτές προς τιμήν θεών ή ανθρώπων. Σκοπός της είναι να εξυψώσει ένα σημαντικό γεγονός του παρόντος πάνω από τον συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, να χαρίσει διάρκεια στη χαρούμενη στιγμή. Τα δύο βασικά μέσα πού χρησιμοποιεί για να φτάσει σ' αυτόν το σκοπό (αν δεν λάβουμε υπόψη την αυστηρή παραδοσιακή μορφή που είναι ένας παράγοντας σταθερότητας, είναι ο μύθος και το γνωμικό. Ο μύθος, κυρίως ο μύθος που πέρασε από το φίλτρο της επικής ποίησης, παραθέτει πλάι στο γήινο γεγονός μια ανάλογη θεϊκή ή ηρωική εικόνα και έτσι προσδίδει στις εφήμερες ανθρώπινες πράξεις νόημα και αξία. Το γνωμικό συνδέει το επιμέρους με το γενικό, συχνά με προτρεπτική ή διδακτική μορφή, και οδηγεί με ορθολογικό τρόπο το πνεύμα στις μόνιμες αξίες, στην αλήθεια. Σ' αυτή την εορταστική ποίηση ανήκει σχεδόν ολόκληρη η χορική ποίηση από το τέλος του 7ου ως τα μέσα του 8ου αιώνα π.Χ., από τον Αλκμάνα ως τον Βακχυλίδη και τον μεγάλο Πίνδαρο με ενδιάμεσους σταθμούς τον Στησίχορο, τον Ίβυκο και τον Σιμωνίδη.

    Αυτοί οι ύμνοι που αποτελούν την πραγματικά «μεγάλη» λυρική ποίηση των Ελλήνων διαμόρφωσαν το υψηλό ποιητικό ύφος τόσο για τους ίδιους τους Έλληνες όσο και για τους μεταγενεστέρους. Από αυτήν εξελίχθηκε η τραγωδία και κάθε μορφή ποίησης με υψηλό και παθητικό ύφος. Αυτή καθοδήγησε τον Κlοpstock, τον νεαρό Goethe, τον Hölderlin και τον Rilke στη σύνθεση των ύμνων τους. Αυτή η ποίηση πιστεύει, σε αντίθεση με το έπος, ότι το παρόν αξίζει να εξυμνηθεί. Οι πράξεις του παρελθόντος δεν αποτελούν αυτοσκοπό, άλλα συμβάλλουν στην εξύψωση του παρόντος. Οι αρχαϊκοί Έλληνες ένιωθαν χαρά για καθετί ζωντανό και πολύχρωμο πού ανήκει στο παρόν.

    Η χτυπητή αντίθεση ανάμεσα στο μύθο και το παρόν, ανάμεσα στο ιδεατό και το πραγματικό, ανάμεσα στην απαίτηση και τη δυνατότητα πραγματοποίησης της, γίνεται όλο και περισσότερο αισθητή στη διάρκεια της διακοσιόχρονης εξέλιξης• παρ' όλα αυτά το παρόν παραμένει ο χώρος οπού κινείται η λυρική ποίηση, αν και έχει αποκτήσει μια νέα αίσθηση της υπερχρονικότητας.

    Παράλληλα με την υμνωδική ποίηση αναπτύσσεται την ίδια εποχή - μόνο πού αρχίζει κάπως νωρίτερα και παρακμάζει επίσης κάπως νωρίτερα - ένα άλλο εξίσου σημαντικό είδος λυρικής ποίησης, πού πλησιάζει περισσότερο τη σημασία πού δίνουμε εμείς στον όρο «λυρικός», γιατί η ποίηση αυτή εκφράζει προσωπικά βιώματα των δημιουργών της. Για τους Έλληνες αυτή η ποίηση δεν αποτελεί μια ενότητα, λυρική ποίηση είναι η ποίηση πού τραγουδιέται είτε είναι χορική, όπως είδαμε παραπάνω, είτε μονωδική, Οπότε παρουσιάζεται από ένα άτομο, όπως η ποίηση της Σαπφώς, του Αλκαίου και του Ανακρέοντα. Πολλά από τα μονωδικά ποιήματα είναι εγκώμια προς τιμήν θεών ή ανθρώπων - π.χ. τα επιθαλάμια της Σαπφώς -, άλλα το νέο στοιχείο που χαρακτηρίζει την ποίηση αυτή σε σύγκριση με τη χορική είναι ότι οι ποιητές μιλούν για τον εαυτό τους. Παρόμοιοι είναι και οι στίχοι που οι Έλληνες δεν τους κατέτασσαν στη λυρική ποίηση, γιατί δεν τραγουδιούνται με τη συνοδεία λύρας, άλλα αντιστοιχούν περίπου στη δική μας αντίληψη για τη λυρική ποίηση. Πρόκειται για τους στίχους που απαγγέλλονταν με τη συνοδεία αυλού, οι ίαμβοι και τα δίστιχα, που ανακάλυψε ο Αρχίλοχος σύμφωνα με την αρχαία παράδοση. Για να δείξουμε τι θεωρούσαν οι ίδιοι οι ποιητές προσωπικό στοιχείο στην «προσωπική λυρική ποίηση» (αν αυτός ο όρος είναι θεμιτός), για ποιο λόγο μιλούσαν για τον ίδιο τους τον εαυτό και με ποιο τρόπο συνειδητοποίησαν την ατομικότητα τους, διαλέγουμε τρεις ποιητές: τον Αρχίλοχο, τον ποιητή των Ιάμβων, που ζει στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα, και τους δύο μονωδικούς ποιητές Σαπφώ και Ανακρέοντα. Η Σαπφώ ακμάζει γύρω στα 600 π.Χ. και ο Ανακρέων ζει ως το 500 π.Χ. περίπου. Έτσι οι ερωτήσεις μας απευθύνονται σε τρεις πολύ διαφορετικούς χαρακτήρες και ιδιοσυγκρασίες, που με τα ποιήματα τους καλύπτουν χρονικά σχεδόν ολόκληρη την περίοδο των δύο αιώνων, στην οποία άνθησε ή λυρική ποίηση. Με αυτό τον τρόπο είναι δυνατό να προβληθούν ικανοποιητικά τόσο τα κοινά σημεία όσο και η προσωπική συμβολή τους. Η ερευνά θα δείξει ότι και αυτοί οι ποιητές, όπως οι χορικοί, στρέφονται από το παρελθόν στο παρόν, για να αναζητήσουν το υπερχρονικό.

    Το πεδίο που θα ερευνήσουμε καλύπτεται από αξιοθρήνητα κατάλοιπα. Από τα λίγα ποιήματα του Αρχίλοχου, της Σαπφώς και του Ανακρέοντα που σώθηκαν ακέραια και από τα συνήθως πολύ σύντομα παραθέματα μεταγενέστερων συγγραφέων μπορούμε να αποσπάσουμε μια απάντηση στο ερώτημα για το πνευματικό τους κατόρθωμα, μόνο αν εκμεταλλευτούμε ακόμη και την παραμικρότερη λεπτομέρεια. Ωστόσο, έτσι τουλάχιστον ελπίζουμε, αυτό που θα προκύπτει κάθε φορά ως νεοτερικό ή ιδιότυπο στοιχείο θα αποτελέσει τελικά τμήμα μιας ενιαίας εικόνας. Ο δρόμος που ακολουθούν οι λυρικοί οδηγεί προς μια ορισμένη κατεύθυνση, και αυτό που αρχικά φαίνεται ως παραλλαγή μιας μοναδικής σκέψης, ως προσωπική μεταβολή ενός παραδοσιακού θέματος, ανήκει σε μια γενικότερη ιστορική διαδικασία.

        Ο Αρχίλοχος διάβασε στην Οδύσσεια το στίχο (ξ 228):

κάθε άνθρωπος και με άλλη χαίρεται μαθές δουλειά στον κόσμο    
και έδωσε τη δική του παραλλαγή (απ. 41 ):
(του καθενός ή καρδιά ευχαριστιέται με διαφορετικά πράγματα)


    Η γνώση ότι κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά δεν εκφράζεται ακόμη στην Ιλιάδα με τόση σαφήνεια. Στην Οδύσσεια διαμορφώνεται μια λεπτότερη αντίληψη σχετικά με τη διαφοροποίηση των ανθρώπων. Τα ίχνη αυτά ακολουθεί ο Αρχίλοχος, ο οποίος εκφράζει μια βασική ιδέα της αρχαϊκής εποχής. Ο Σόλων περιγράφει με λεπτομέρειες πόσο διαφορετικοί είναι οι δρόμοι της ζωής, και ο Πίνδαρος επινοεί διαρκώς νέες διατυπώσεις της σκέψης αυτής (π.χ. Πνθιόνικος 10, 60). Η όραση των ποιητών οξύνεται για τις μεταβολές πού συμβαίνουν στον άνθρωπο με το πέρασμα του χρόνου. Ο Αρχίλοχος βρήκε στην Οδύσσεια τους στίχους (σ 136 κ.έ.):

Κατά πού αλλάζει των αθάνατων και των θνητών ο κύρης
την πάσα μέρα, αλλάζει κι ο άνθρωπος στη γης αυτή τα φρένα.

    Έχοντας ως πρότυπο αυτό το χωρίο ο ποιητής απευθύνει στο φίλο του Γλαυκό τους στίχους (απ. 68):

Γλαυκέ, γιε του Λεπτίνη, η σκέψη των θνητών
είναι τέτοια, όπως ó Δίας κάθε μέρα την κατευθύνει,
και σκέφτονται σύμφωνα με τις καθημερινές τους ασχολίες.

    Ο Αρχίλοχος ξαναπιάνει αυτές τις γενικές σκέψεις της Οδύσσειας που τονίζουν την αστάθεια του κόσμου στην οποία ο άνθρωπος είναι εκτεθειμένος, ενός κόσμου που είναι γοητευτικός και συγχρόνως καταπιεστικός. Τόσο βαθιά νιώθει ο Αρχίλοχος την επισφαλή θέση του ανθρώπου. Αυτή τη θέση επιβεβαιώνουν και άλλοι στίχοι του. Ουσιαστικά δεν εκφράζει κάτι καινούριο, άλλα αυτή η διαφοροποιημένη όραση συμβάλλει στην καλύτερη κατανόηση του εαυτού μας και των ιδιοτήτων του κι έτσι έχουμε την αρχή μιας πραγματικά καινούριας σκέψης.


    Η αντιπαράθεση της προσωπικής γνώμης ενός ανθρώπου στη γνώμη των άλλων είναι το θέμα του ποιήματος της Σαπφώς που βρέθηκε σ' έναν πολύ κατεστραμμένο πάπυρο στην Αίγυπτο, και που το κείμενο του συμπληρωμένο έχει ως εξής (απ. 27):

Ο ένας υμνεί σαν το πιο όμορφο πράγμα πάνω στη μαύρη γη
το ιππικό, ένας άλλος το πεζικό, κι ένας τρίτος το ναυτικό,
εγώ όμως θεωρώ το πιο όμορφο αυτό που καθένας αγαπά.
Κι αυτό είναι πολύ εύκολο να το καταλάβει
ο καθένας, γιατί αυτή που ξεπερνούσε όλους
σε ομορφιά, η Ελένη, εγκατέλειψε τον καλύτερο σύζυγο.
Με το καράβι πήγε στην Τροία
και δε σκέφτηκε ούτε την κόρη της ούτε τους αγαπημένους της γονείς,
αλλά χωρίς τη θέληση της ακολούθησε την Αφροδίτη.
Αλήθεια, δεν είναι δύσκολο να κατευθύνεις μια γυναίκα,
η αγάπη μπορεί να θολώσει τόσο εύκολα το μυαλό της!
Και τώρα η Κύπρις μου θύμισε ξαφνικά την Ανακτορία.
Θα προτιμούσα να δω το εράσμιο βάδισμα της
και το φωτεινό, λαμπερό πρόσωπο της,
παρά τα άρματα των Λυδών και το βαριά οπλισμένο πεζικό.

    Στην αρχή και στο τέλος του ποιήματος η Σαπφώ χρησιμοποιεί το σχήμα Priamel (μια λαϊκή μορφή που διαχωρίζει ένα πράγμα από όλα τα αλλά) για να αντιπαραθέσει την προσωπική της γνώμη σ' αυτό πού οι άλλοι θεωρούν ωραίο. Έτσι μετασχηματίζει το εγκώμιο και το συμβατικό εορταστικό τραγούδι μιας παραδοσιακής κοινωνίας. Στη μεγαλοπρέπεια πού προκαλεί γενικό θαυμασμό, στις παρελάσεις του ιππικού, του πεζικού και του στόλου, αντιπαραθέτει κάτι απλό: το χαριτωμένο βάδισμα και το λαμπερό πρόσωπο της αγαπημένης της Ανακτορίας. (Ό,τι αγαπά ο καθένας, αυτό είναι και το πιο όμορφο.) Η Σαπφώ θεωρεί το εσωτερικό αίσθημα ανώτερο από την εξωτερική λάμψη, που με την τελευταία της πρόταση δείχνει ότι της είναι ξένη και ανατολίτικη. Ή αντίληψη του Ομήρου και του Αρχίλοχου ότι «του καθενός η καρδιά ευχαριστιέται με διαφορετικά πράγματα» παρέθετε τις αξίες ισότιμα, η Σαπφώ τονίζει ποια αξία είναι ανώτερη από τις άλλες, και εννοεί την αξία πού ή ψυχή της περιβάλλει με αγάπη. Παρόμοιες απόψεις εκφράστηκαν και σε άλλα ποιήματα της αρχαϊκής εποχής, αλλά στη Σαπφώ συναντούμε τη σκέψη αυτή για πρώτη φορά. Σε ένα άλλο απόσπασμα λέει για την αγαπημένη κόρη της Κλείδα (απ. 152): «δεν την αλλάζω ούτε με ολόκληρο το λυδικό βασίλειο», και ο Ανακρέων ξαναπιάνει αυτή την ιδέα και την εκφράζει με το σχήμα Priamel (απ. 8):

Εγώ δεν θα επιθυμούσα
ούτε το κέρας της Αμάλθειας
ούτε να είμαι βασιλιάς της Ταρτησσού
για εκατόν πενήντα χρόνια.


    Ό, τι επιθυμούν άλλοι, το πλούσιο κέρας της Αμάλθειας, ή τη μακρόχρονη βασιλεία στην πόλη της Δύσης με τα μυθώδη πλούτη, ο Ανακρέων το αρνιέται. Αυτό που έχει αξία γι' αυτόν δεν μας το διαφύλαξε η παράδοση, αλλά, μια και μιλά για μια τόσο υπερβολική μεγαλοπρέπεια, θα πρέπει να ήταν κάτι πολύ απλό το αντικείμενο της προτίμησης του.


    Αυτή η αντίθεση ανάμεσα στο θεαματικό που θαυμάζουν όλοι και στο απλό πού είναι και πιο ουσιαστικό είναι άγνωστη στον Όμηρο. Παρόμοιες ιδέες είναι όμως γνωστές ήδη στον Αρχίλοχο, ένα απόσπασμα του οποίου (απ. 22) επιτρέπει να αναγνωρίσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια πως η απαρίθμηση σε σχήμα Priamel «συνδέεται με τον συμβατικό μακαρισμό».

Ο ποιητής λέει :

δε με ενδιαφέρει η περιουσία του πάμπλουτου Γύγη
και δε ζηλεύω ούτε εποφθαλμιώ
ό,τι (του) έδωσαν οι θεοί (θεών έργα) ούτε επιθυμώ
τη μεγάλη τυραννίδα, γιατί είναι μακριά από τις βλέψεις μου.

    Διαφορετικά από τη Σαπφώ και με μεγαλύτερη έμφαση από τον Ανακρέοντα ο Αρχίλοχος εκδηλώνει την περιφρόνηση του για ένα επώνυμο πρόσωπο που το εκτιμούν όλοι. Συνήθως εγκωμιάζουν αυτόν που έχει τα πλούτη του Γύγη. Έχει πολύ χρυσάφι, επομένως είναι όλβιος• οι θεοί του το χάρισαν, άρα είναι ευδαίμων, η βασιλική εξουσία τον κάνει να φαίνεται όμοιος με τους θεούς, είναι ισόθεος. Όλες αυτές οι ιδιότητες θα άξιζαν να γίνουν αντικείμενο ενός μακαρισμού, ενός εγκωμίου.

    Ένας τέτοιος μακαρισμός σταθεροποιούσε την εκτίμηση εκείνου πού άξιζε να εκτιμάται στο πλαίσιο ενός πολιτισμού, όπου το καλό όνομα ήταν το παν. Επίνικος, επιθαλάμιο, θρήνος ήταν μορφές ενός τέτοιου μακαρισμού που καθιέρωσε η λατρεία. Η καθημερινά όμως αυξανόμενη συνείδηση ότι διαφορετικοί άνθρωποι χαίρονται με διαφορετικά πράγματα ανέτρεψε την πίστη ότι η κοινωνική εκτίμηση αποτελεί τη μοναδική αξία του ανθρώπου. Ακόμη και όταν ο μακαρισμός διατηρεί, ιδιαίτερα στον αριστοκρατικό κόσμο, την αξία του, όπως συμβαίνει στον Πίνδαρο, ο Αρχίλοχος καλλιεργεί «αντιμορφές» μακαρισμού, όπως θα μπορούσε κάποιος να τις ονομάσει. Με τον ψόγο καταστρέφει την εκτίμηση των έχθρων του, και με το σχήμα Priamel εκφράζει αυτό πού θεωρεί σημαντικότερο από τις παραδοσιακές αξίες. Ο σκληρός πολεμιστής, που δεν γνωρίζει τους τρυφερούς τόνους της Σαπφώς ούτε την πνευματώδη χάρη του Ανακρέοντα, περιγράφει πώς φαντάζεται έναν καλό στρατηγό (απ. 60):

Δε μου αρέσει ó στρατηγός πού είναι ψηλός και κάνει μεγάλα βήματα, πού περηφανεύεται για τις πλεξούδες του και ξυρίζει φιλάρεσκα
το γένι του.

Περισσότερο θα μου άρεσε ένας κοντός, ακόμη κι αν είναι
στραβοπόδης, αρκεί να κρατιέται γερά στα πόδια του και να το λέει
ή καρδιά του.

    Ένας τέτοιος διαχωρισμός ανάμεσα σε εσωτερικές και εξωτερικές αξίες είναι άγνωστος στον Όμηρο. Βέβαια ο Οδυσσέας επιστρέφει στην πατρίδα του σαν αξιολύπητος γερο-ζητιάνος, ενώ είναι ο δυνατός ήρωας. Εδώ η φτώχεια είναι απλώς το προσωπείο πίσω από το οποίο η Αθηνά κρύβει τον ήρωα για να μην τον αναγνωρίσει κανείς. Όταν όμως το φαινόμενο και η πραγματική αξία έρχονται σε αντίθεση, δεν θυσιάζεται, όπως στον Αρχίλοχο, η εξωτερική αξία για χάρη της εσωτερικής. Ο στρατηγός του Αρχίλοχου είναι καλός, γιατί δεν είναι κομψός. Ο ζητιάνος Ίρος είναι αλήθεια ότι (Οδύσσεια, σ 3):

δεν είχε ανδρεία ούτε δύναμη, άλλα έδειχνε τρανή η κορμοστασιά του.

    Ο Ίρος είναι ακριβώς το αντίθετο του Οδυσσέα. Αλλά ο Αρχίλοχος εκφράζει για πρώτη φορά το παράδοξο ότι ο στρατηγός δεν είναι γενναίος χάρη στη μεγαλόπρεπη εμφάνιση του και ότι τα ωραία, μακριά του πόδια μόνο για τη φυγή τα χρειάζεται (αυτό φαίνεται ότι εννοεί ó ποιητής). Eδώ η εξωτερική εμφάνιση καταστρέφει την εσωτερική αξία.

Ο Αρχίλοχος και με άλλες ευκαιρίες αντιπαραθέτει αυτό πού θεωρεί αξιόλογο στις γενικά αναγνωρισμένες αξίες με πολύ πιο απότομο τρόπο από ο,τι η Σαπφώ, η καλύτερα με τρόπο σκανδαλιστικό (απ. 6):

Κάποιος από τους Σαϊους περηφανεύεται για την αψεγάδιαστη
ασπίδα μου που παρά τη θέληση μου άφησα κοντά σ' ένα θάμνο.
Αλλά γλίτωσα τη ζωή μου. Τι μ' ενδιαφέρει η ασπίδα εκείνη ;
Ας πάει στα κομμάτια, θα αποκτήσω πάλι μιαν άλλη το ίδιο καλή.

    Χωρίς ασπίδα τα βγάζω πέρα, αρκεί μόνο να ξεφύγω το θάνατο. Ο ηρωικός κώδικας των Σπαρτιατών που απαιτεί από τον πολεμιστή να γυρίσει ή με την ασπίδα ή νεκρός πάνω σ' αυτήν, για τον Αρχίλοχο είναι μια ουτοπία που την αποκαλύπτει με θράσος και χιούμορ. Αυτή τη χαρά για την αφαίρεση της μάσκας από τα φαινόμενα την ξανασυναντούμε, αλλά με τετριμμένη μορφή, στον Ανακρέοντα. Όπως ο Αρχίλοχος αφαιρεί τη μάσκα από τον ωραίο στρατηγό, έτσι κι αυτός αποκαλύπτει το πραγματικό πρόσωπο του νεόπλουτου Αρτέμωνα που καλλωπισμένος περνά με την αμαξά του (απ. 54):

Πριν φορούσε έναν μπαλωμένο σκούφο στο κεφάλι
κι ένα στενοραμμένο χιτώνα,
ξύλινους κύβους στ' αυτιά και γύρω
από τα πλευρά του ένα άτριχο βοδίσιο δέρμα
πού είχε να πλυθεί από τότε πού κάλυπτε την παλιά
ασπίδα. Έκανε παρέα με φουρνάρισσες
και πόρνες ο παλιάνθρωπος Αρτέμων,
πού κέρδιζε βρώμικα το ψωμί του.
Συχνά έπαιξε το κεφάλι του, συχνά τον δέσαν στον
τροχό των βασανιστηρίων,
συχνά του χάραξαν την πλάτη με το μαστίγιο
και του μάδησαν τα μαλλιά και τα γένια.
Τώρα όμως καμαρώνει σε πολυτελή άμαξα ο γιος
της Κύκης και φορά χρυσά στολίδια,
κρατά ομπρέλα από ελεφαντόδοντο
όπως οι γυναίκες...

    Από που παίρνουν αυτοί οι ποιητές το δικαίωμα να κρίνουν τόσο υποκειμενικά; Ποια κριτήρια καθορίζουν την αξία που λαμβάνουν ως πρότυπο; Έχουν κάτι κοινό μεταξύ τους ο απογοητευτικός κυνισμός του Αρχίλοχου, η πνευματώδης διάθεση του Ανακρέοντα και η εσωτερικότητα της Σαπφώς; Το κοινό τους χαρακτηριστικό είναι καταρχήν αρνητικό. Και οι τρεις τους δεν αρνούνται μια γενικά αναγνωρισμένη αξία για ηθικούς ή νομικούς λόγους. Το γεγονός ότι η Σαπφώ δεν χαίρεται με τις στρατιωτικές παρελάσεις δεν έχει καμιά σχέση με την ηθική ή με το δίκαιο. Ο Αρχίλοχος θεωρεί τη ζωή του ανώτερη από την ασπίδα του. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με κάθε παραδοσιακή ηθική, αλλά δεν σημαίνει ότι θέλει να παρουσιάσει μια νέα ηθική ή ένα ανώτερο δίκαιο.

    Η πρόταση της Σαπφώς «το πιο όμορφο είναι αυτό που κάποιος αγαπά» φαίνεται ότι ευνοεί την αυθαιρεσία του προσωπικού γούστου, για το οποίο, σύμφωνα με τη λατινική παροιμία, κανείς δεν μπορεί να προβάλει, αντιρρήσεις. Ο Αρχίλοχος εμφανίζεται ως αδίστακτος ατομικιστής. Αλλά και οι δυο έχουν τάξει σκοπό τους να συλλάβουν ένα μέρος από τη γνήσια πραγματικότητα, να ανακαλύψουν την ουσία πίσω από τα φαινόμενα.

    Ο Καλλίνος ήδη πριν από τον Αρχίλοχο και έπειτα ο Τυρταίος συνέβαλαν με τις ελεγείες τους στην αναβίωση των πολεμικών παραινέσεων που γνώριζαν από τον Όμηρο, και τις μεταμόρφωσαν, θα λέγαμε, σε επίκαιρα πολεμικά τραγούδια που παρακινούσαν τους πολεμιστές να είναι γενναίοι στη μάχη.

    Με αυτή την επιστροφή από τη λογοτεχνική μορφή στην άμεση πραγματικότητα, που εδώ εμφανίζεται για πρώτη φορά, οδηγήθηκε το ευρωπαϊκό πνεύμα επανειλημμένα σε νέες ανακαλύψεις. Ο Αρχίλοχος είναι ο πρώτος που στρέφεται συνειδητά και με ριζοσπαστικό τρόπο προς την άμεση πραγματικότητα. Και αυτός ανήκει στη λογοτεχνική παράδοση του ηρωικού έπους, χρησιμοποιεί τη γλώσσα του και πραγματεύεται το κύριο επικό θέμα, τον πόλεμο. Αλλά αφαιρεί από τον πόλεμο κάθε επική μεγαλοπρέπεια και τον θεωρεί γεγονός της σύγχρονης ζωής. Μιλά για το σκληρό ψωμί στο πεδίο της μάχης, για το ποτό την ώρα της σκοπιάς (απ. 2, 5) ή για τη σκληρότητα του αγώνα που τον περιμένει (απ. 3). Ως μισθοφόρος συναντά στη ζωή αυτό που περιγράφει το έπος, αλλά χωρίς ψευδαισθήσεις, πράγμα που για τον Αρχίλοχο σημαίνει: με μεγαλύτερη ένταση. Από την ποίηση του μας έχουν σωθεί μόνο αποσπάσματα, και γι' αυτό ένα συμπέρασμα e silentio δεν μπορεί να είναι σίγουρο. Μας επιτρέπεται ωστόσο να υποθέσουμε ότι ασχολήθηκε λιγότερο με την αριστοκρατική κοινωνία, με το σκοπό ενός πολέμου ή με την ανδρεία που φέρνει τη νίκη. θέμα του ήταν η αντικειμενική πραγματικότητα του πολέμου, η αθλιότητα και αβεβαιότητα του. Έζησε τη γυμνή πραγματικότητα της ζωής με έναν τρόπο νέο και μεγάλο. Το πολεμικό όμως τραγούδι του δεν έχει τον ίδιο σκοπό που είχε το τραγούδι του Καλλίνου και του Τυρταίου, δηλαδή την ενθάρρυνση των πολεμιστών. Το τραγούδι του δεν είναι ένας πολεμικός αλαλαγμός με ποιητική μορφή, μια ενίσχυση για την κλειστή τάξη των πολεμιστών, αλλά αποδεσμεύεται από αυτή την κοινωνική λειτουργία. Ο Αρχίλοχος επιδιώκει με την ποίηση προσωπικούς στόχους. Οι στίχοι του δεν αποσκοπούν μόνο στη δράση, όσο δραστήριος κι αν ήταν ο ίδιος, αλλά εκφράζουν την αθλιότητα και την αβεβαιότητα της ζωής.

    Όταν μιλά για αγάπη, τότε πρόκειται πάντα για μια ατυχή αγάπη. Ο Όμηρος γνωρίζει την αγάπη ως ένα από τα ευχάριστα πράγματα της ζωής, και την αναφέρει μαζί με το χορό, το κρασί, και τον ύπνο. Η ατυχή αγάπη του είναι άγνωστη. Στη χειρότερη περίπτωση εμφανίζεται ως καταστρεπτική τύφλωση, όπως συμβαίνει με τη ζώνη της Αφροδίτης (Ιλιάδα, Ξ 215 κ.έ.), στην οποία,

τα μάγια έσμιγαν όλα,
κι η αποθυμιά και τα γλυκόλογα της ερωτιάς κι η αγάπη
και το ξελόγιασμα, που πλάνεψε και μυαλωμένο ακόμα.
     

Αυτούς τους στίχους έχει υπόψη του ο Αρχίλοχος στο απόσπασμα 112:

Τέτοιος πόθος γι' αγάπη γλίστρησε κρυφά στην καρδιά μου,
άπλωσε στα μάτια μου πυκνή ομίχλη
και μου έκλεψε την ήρεμη σκέψη από τα στήθια.

    Η Ομίχλη που απλώνεται στα μάτια άπαντα και στον Όμηρο, οπού είναι σύμπτωμα θανάτου ή λιποθυμίας. Αυτή ακριβώς η διαπίστωση κάνει πιθανή τη σκέψη ότι ο Αρχίλοχος δεν παρατήρησε από απόσταση τις συνέπειες που έχει μια μάταιη αγάπη σε κάποιο άλλο πρόσωπο, όπως συμβαίνει στον Όμηρο, αλλά μιλά για τη δική του άτυχη αγάπη, πράγμα που δεν γίνεται σαφές στο κείμενο που μας παραδόθηκε. Η ίδια σκέψη επανέρχεται σ' ένα άλλο απόσπασμα (104) που σίγουρα αναφέρεται στον ίδιο:

Δυστυχισμένος κείτομαι ξεψυχισμένος
από τον πόθο τρυπημένος ως το μεδούλι
από φοβερούς πόνους σύμφωνα με τη θέληση των θεών.

    Ο Αρχίλοχος αισθάνεται την αγάπη ως δύναμη που τον φέρνει κοντά στη λιποθυμία ή το θάνατο. Τον τρυπά ως το μεδούλι, λέει, σύμφωνα με τη θέληση των θεών. Εδώ συναντούμε την Ομηρική αντίληψη ότι τα αισθήματα δεν προέρχονται αυθόρμητα από τον εσωτερικό κόσμο του ανθρώπου, αλλά έχουν την πηγή τους στους θεούς. Ωστόσο το καινούριο στοιχείο είναι ότι ο ποιητής αισθάνεται την αγάπη, που η εκπλήρωση της αναστέλλεται, με ιδιαίτερη ένταση. Με αυτό τον τρόπο όμως η αγάπη δεν ανήκει πια στις εμπειρίες που ολοκληρώνουν χαρούμενα τη ζωή, άλλα προκαλεί το αίσθημα του θανάτου. Ο ποιητής αισθάνεται την αγάπη ως αποτέλεσμα της ενέργειας μιας θεότητας, αλλά το γεγονός ότι η ομαλή ροή των αισθημάτων του αναστέλλεται, το συνειδητοποιεί ως κάτι προσωπικό, ως απώλεια των δυνάμεων του, ως αδυναμία που μοιάζει, με θάνατο.

Έτσι αισθάνεται την αγάπη και η Σαπφώ (απ. 2):

Αυτός ο άντρας μου φαίνεται ίσος με τους θεούς,
που κάθεται απέναντι σου
και ακούει δίπλα σου τα γλυκά σου λόγια
και το γέλιο το γεμάτο πόθο. 'Αλήθεια,

ή καρδιά μου στα στήθη πιάνεται από φόβο. 'Όταν σ' αντικρίζω, έστω και για λίγο,

η φωνή μου κόβεται,
η γλώσσα μου κομπιάζει, και μια σιγανή
φωτιά καίει κάτω από το δέρμα μ»υ'
τα μάτια μου δε βλέπουν τίποτε
και τ' αυτιά μου βουίζουν
ίδρωτας κυλά στο κορμί μου κι ένα τρέμουλο
με συνεπαίρνει ολόκληρη. Γίνομαι πιο χλωμή κι απ 'το χορτάρι
και νομίζω ότι βρίσκομαι κοντά στο θάνατο. Αλλά όλα μπορεί να τα αντέξει κανείς...

    Το ποίημα έχει τα χαρακτηριστικά ενός επιθαλάμιου και αρχίζει με τον παραδοσιακό μακαρισμό του άντρα που οδηγεί τη νύφη στο σπίτι. Αλλά η Σαπφώ μιλά για τη δική της αγάπη. Η αγάπη που έγινε στους στίχους που παραθέσαμε πιο πάνω (σ. 86) κριτήριο για την επιλογή του ωραίου είναι εδώ, όπως κι εκεί, άτυχη αγάπη: άτυχη εκεί, γιατί η αγαπημένη βρίσκεται μακριά, εδώ, γιατί πρόκειται να φύγει. Όπως ο Αρχίλοχος αισθάνεται αδύναμος και χωρίς ζωή, έτσι και η Σαπφώ περιγράφει με μελανά χρώματα πως οι αισθήσεις και το σώμα της παραλύουν, πως φτάνει στα όρια του θανάτου.

    Οι αναφορές και οι ομοιότητες που συνδέουν τη Σαπφώ με τον Αρχίλοχο δεν είναι ούτε εξωτερικές ούτε τυχαίες, γιατί η Σαπφώ γνώριζε τα ποιήματα του Αρχίλοχου. Ένα παλιό επικό επίθετο χαρακτήριζε τον ύπνο λυσιμελή, επειδή κάνει τον άνθρωπο ανίκανο να κινήσει τα μέλη του. Ακολουθώντας αυτή την παράδοση ο Ησίοδος λέει (Θεογονία 120): «Ο Έρως, που είναι ο πιο όμορφος ανάμεσα στους αθάνατους θεούς /και λύνει τα μέλη, υποτάσσει τη σκέψη στα στήθη και τη συνετή συμβουλή /όλων των θεών και όλων των ανθρώπων...». Αυτός είναι ο έρωτας που αφαιρεί το λογικό των ανθρώπων και τους κάνει νωθρούς και ανόητους. Την επιρροή του τη διαπιστώνουμε σε άλλους ανθρώπους. Αυτή τη σκέψη χρησιμοποιεί ο Αρχίλοχος, για να εκφράσει ένα προσωπικό του Βίωμα στην αρχή ενός ποιήματος (απ. 118), που ο πρώτος του στίχος πρέπει να είχε περίπου το περιεχόμενο: «είμαι ανίκανος να κάνω οτιδήποτε»• έπειτα συνεχίζει:

ο πόθος, φίλε μου, που λύνει τα μέλη, με νίκησε.

    Τη σκέψη που ήδη γνωρίσαμε, ότι δηλ. η αγάπη προκαλεί στον ερωτευμένο αδυναμία, η Σαπφώ τη δανείζεται από τον Αρχίλοχο, και μάλιστα πάλι στους πρώτους στίχους ενός ποιήματος (απ. 137):

Πάλι με αναστατώνει δ ερωτάς, που λύνει, τα μέλη,
αυτό το γλυκόπικρο πλάσμα που με κάνε1, αδύναμη.
     


    Το λεξιλόγιο και το αίσθημα ότι ο άτυχος εραστής νιώθει αβοήθητος και ανίκανος να δράσει είναι ένα αίσθημα καινούριο για τη μεθομηρική εποχή και τόσο κοντά στους στίχους του Αρχίλοχου, ώστε είναι βέβαιο ότι η Σαπφώ έμαθε από τον Αρχίλοχο να αισθάνεται και να εκφράζει αυτή την ατυχή αγάπη που μοιάζει τόσο πολύ με το θάνατο.

Και σ’ αυτόν το στίχο η «αγάπη» της Σαπφώς είναι πέρα για πέρα «μυθική». Δεν είναι ένα αίσθημα που πηγάζει από τον εσωτερικό της κόσμο, άλλα μια επέμβαση της θεότητας. Δικό της ωστόσο προσωπικό αίσθημα με όλη τη σημασία της λέξης είναι η αδυναμία της. Η εμποδισμένη, η ανεκπλήρωτη αγάπη καταγράφεται στη συνείδηση με ιδιαίτερη ένταση. Εκεί που πάει να σβήσει η σπίθα ενός δυνατού και ζωντανού πόθου, φουντώνει ακόμη περισσότερο, γιατί συναντά αντίσταση. Αυτό το αίσθημα, που συνειδητοποιείται από τη στιγμή που θα συναντήσει αντίσταση, είναι κάτι τελείως προσωπικό και μειώνει την αξία των πραγμάτων που είχαν άλλοτε υμνηθεί. Σ' αυτό το σημείο δημιουργείται η αντίθεση ανάμεσα στην πραγματική ύπαρξη και τα φαινόμενα, ανάμεσα σε αυτό που οι άλλοι εκτιμούν βαθιά και σε αυτό που θεωρεί κάποιος σημαντικό. Και επειδή η αγάπη δεν θεωρείται ιδιωτική παραξενιά ή υποκειμενικό αίσθημα, αλλά βιώνεται ως υπερανθρώπινη, θεϊκή δύναμη, αυτό το προσωπικό αίσθημα είναι δυνατό να οδηγήσει τον άνθρωπο σε ουσιαστικές αλήθειες. Η Σαπφώ χρωστά στο πάθος και στη θλίψη της την ανακάλυψη της απλής και φυσικής πραγματικότητας, και αυτή η νέα προσέγγιση στις ρίζες της ύπαρξης της αποκαλύπτει νέες περιοχές του ψυχικού κόσμου.

    Όσον άφορα την καθαρότητα και ειλικρίνεια αυτού του αισθήματος, η Σαπφώ προχωρεί πέρα από τον Αρχίλοχο, παρόλο που η ποίηση της εξαρτάται από αυτόν σε μεγάλο βαθμό. Ο Αρχίλοχος δεν άνηκε στους ανθρώπους που παραδίδονται στα αισθήματα τους. Στη δυστυχία του έβλεπε περισσότερο αυτό που του έφραζε το δρόμο και τον εμπόδιζε να είναι ευτυχισμένος. Ήξερε να αμύνεται (απ. 66):

Ένα πράγμα σημαντικό ξέρω καλά:
ν' ανταμείβω αυτόν που μ' έβλαψε με ακόμη μεγαλύτερο κακό.

    Γι' αυτόν το λόγο και ο άτυχος ερωτάς του προκάλεσε τους σκληρούς τόνους οργής και αγανάκτησης, και όχι το τρυφερό παράπονο. Αγανάκτηση εκφράζουν και άλλα ποιήματα του Αρχίλοχου που δεν έχουν καμιά σχέση με την αγάπη, και όμως συμφωνούν σ' ένα σημαντικό θέμα με την ερωτική ποίηση της Σαπφώς. Να ένα παράδειγμα ενός ώμου άλλα πολύ εκφραστικού σκωπτικού ποιήματος (απ. 79):

βγαλμένος από τα κύματα στην ακρογιαλιά.
Στο Σαλμυδησσό οι θράκες, που δένουν τα μαλλιά τους ψηλά,
μακάρι να υποδεχτούν τον γυμνό άντρα πολύ φιλικά.
Εκεί ας υπομείνει πολλά βάσανα
και ας γευτεί το ψωμί της δουλείας.
Μακάρι να παγώσει από το κρύο και να κολλήσουν πάνω του
πολλά φύκια από τα αφρισμένα κύματα
και να χτυπά τα δόντια του ξαπλωμένος σαν τα σκυλί ταπίστομα
και μαστιγωμένος από τα κύματα της ακρογιαλιάς,
θα επιθυμούσα να τα δω όλα αυτά,
γιατί με πρόδωσε και πάτησε τον όρκο, ενώ πρώτα ήταν φίλος.

    Ο Αρχίλοχος καταριέται κάποιον να πέσει στη θάλασσα και τα κύματα να τον βγάλουν στον κρύο Βορρά, όπου δυστυχισμένος να περάσει την υπόλοιπη ζωή του. Με έκπληξη πληροφορούμαστε στο τέλος του ποιήματος ότι αυτός, που τόσο βαριά καταριέται, ήταν κάποτε φίλος του. Και αυτό το ποίημα είναι μια αντίδραση για κάτι που δεν έγινε σύμφωνα με την επιθυμία του ποιητή, αλλά το πληγωμένο αίσθημα ξεπερνά τον απλό υποκειμενισμό: δεν είναι μόνο η φιλία που πληγώνεται, αλλά το αίσθημα δικαιοσύνης. Όπως η αγάπη, έτσι και η δικαιοσύνη δεν εξαρτάται από όρους, απαιτεί μάλιστα σε ακόμη μεγαλύτερο βαθμό να είναι υπερπροσωπική και θεϊκή. Το αίσθημα της δικαιοσύνης μπορεί να εκφραστεί με διαφόρους τρόπους: με προτροπή, έπαινο, με κάποια απόφαση, κτλ. ο Αρχίλοχος συλλογίζεται την αρχή της δικαιοσύνης, όταν διαψεύδεται η προσδοκία του ότι ο φίλος του θα τηρήσει τον όρκο του. Δεν μίλα για τη δικαιοσύνη ως σκοπό των ενεργειών του ανθρώπου, ως θεμέλιο της πολιτειακής τάξης ή γενικά ως κανονιστικό παράγοντα, αλλά μιλά με δικαιολογημένη αγανάκτηση μόνο για την αδικία που του έγινε. Ο Αρχίλοχος χρησιμοποιεί την ποίηση ως δραστικό όπλο εναντίον ενός άπιστου φίλου, άλλα το ποίημα του είναι κάτι περισσότερο από κατάρα, κάτι περισσότερο από σκωπτικός λόγος ενός ομηρικού ήρωα, δηλαδή κάτι περισσότερο από ένα αγωνιστικό μέσο. Επίσης είναι κάτι περισσότερο από ένα όπλο για δικαστικό αγώνα, όπως οι στίχοι του Ησίοδου. Στον Αρχίλοχο το ποίημα τελειώνει - οι τελευταίες λέξεις του αποσπάσματος αποτελούν και το τέλος του ποιήματος - με την έκφραση της προσωπικής του θλίψης: «ενώ πρώτα ήταν φίλος». Εδώ ο λόγος δεν αποτελεί μέσο ενίσχυσης του αγώνα, άλλα έκφραση απογοήτευσης. Όπως τα πολεμικά του τραγούδια έτσι και το ποίημα αυτό αποδεσμεύεται από τις πρακτικές ανάγκες της ζωής και γίνεται φορέας προσωπικών αισθημάτων.


    Με δικαιολογημένη αγανάκτηση ο Αρχίλοχος βάζει στο στόμα της αλεπούς του μύθου την ακόλουθη προσευχή (απ. 94):

Δία, πατέρα Δία, η εξουσία του ουρανού είναι δική σου.
Συ βλέπεις τις πράξεις των ανθρώπων,
τόσο τις βίαιες όσο και τις νόμιμες. Αλλά και η αλαζονεία
και η δικαιοσύνη ανάμεσα στα ζώα σ' ενδιαφέρει.
     

    Ο Αρχίλοχος απαιτεί την ύπαρξη ενός ανώτερου δικαστή που τιμωρεί την αδικία. Έτσι πλησιάζει περισσότερο στην αντίληψη του δικαίου ως κανόνα ζωής, αλλά αντιμετωπίζει το δίκαιο ακόμη με τη συγκεκριμένη μορφή της απονομής του.

    Σ' ένα στίχο του (απ. 96) ο Αρχίλοχος φαίνεται ότι θεωρεί ελάττωμα την απουσία της δικαιολογημένης οργής:

Στο συκώτι σου δεν έχεις καθόλου χολή!

    Αυτή η δικαιολογημένη αγανάκτηση στηρίζεται στις ίδιες πνευματικές προϋποθέσεις με τις προϋποθέσεις του άτυχου ερωτά: η αβοήθητη ψυχή εκφράζεται γιατί νιώθει ένα χάσμα ανάμεσα στην πραγματικότητα όπως είναι και όπως θα έπρεπε να είναι. Ο Αρχίλοχος βρίσκει παρηγοριά για τις στενοχώριες της ζωής στη σκέψη ότι ο πόνος δεν είναι μόνιμος και ότι οι θεοί είναι αυτοί που ανυψώνουν ή καταβαραθρώνουν τον άνθρωπο, γι' αυτό και τα αισθήματα της χαράς και της λύπης εναλλάσσονται. Αυτή η βασική πεποίθηση ήταν για την εποχή του κάτι καινούριο (απ. 58):

Για τους θεούς όλα είναι εύκολα: συχνά
ανορθώνουν τον άνθρωπο πού κείτεται στη μαύρη
γη από τα δεινά,
συχνά ξαπλώνουν ανάσκελα έναν άλλο, αν και προχωρούσε
με σταθερό βήμα.
Αυτόν τον βρίσκει μεγάλη δυστυχία
και τριγυρνά φτωχός και με το νου του σαλεμένο.

    Όταν βρήκε την πόλη του συμφορά, έγραψε το ποίημα (απ. 7):

Κανείς πολίτης μες στην πόλη, Περικλή,
δε θα κατηγορήσει την πολυστέναχτη δυστυχία
και δε θα χαρεί τη γιορτή.
Τέτοιους άντρες τους κατάπιε το κύμα της βουερής θάλασσας.
Φουσκωμένα είναι τα πνευμόνια από τον πόνο.
Ωστόσο οι θεοί χάρισαν, φίλε μου, φάρμακο
για τους αγιάτρευτους πόνους τη δύναμη της υπομονής.
Η συμφορά βρίσκει πότε τον ένα πότε τον άλλο,
τώρα βρήκε εμάς
και η ματωμένη πληγή φέρνει στεναγμούς.
Άλλους θα τους βρει μιαν άλλη φορά. Μπρος, γρήγορα
αφήστε τα γυναικεία κλάματα και υπομονέψτε.

    Με τη φράση «άλλα όλα μπορεί να τα αντέξει κανείς» άρχιζε η τελευταία στροφή του ποιήματος της Σαπφώς και αυτή η σκέψη της επαναφέρει τη χαμένη ισορροπία. Πάλι από τον Αρχίλοχο διδάχτηκε η Σαπφώ ότι ο άνθρωπος δεν έχει άλλη δυνατότητα από το να υπομένει καρτερικά τους κλυδωνισμούς της ζωής. Αυτή τη σκέψη την πλουτίζει ο Αρχίλοχος με ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο σ' ένα άλλο απόσπασμα (67):

Καρδιά, καρδιά μου, πού σε ταράζουν αγιάτρευτες συμφορές,
μάζεψε τις δυνάμεις σου κι αντιμετώπισε τον εχθρό προτάσσοντας
τα στήθη σου. Με σταθερότητα δέξου τον αγώνα με τον εχθρό
σώμα με σώμα.
Αν νικήσεις μη δείξεις τη χαρά σου δημόσια
κι αν νικηθείς μη ριχτείς στο πάτωμα του σπιτιού σου κλαίγοντας.
Να χαίρεσαι στη χαρά και να λυπάσαι στη λύπη,
αλλά όχι υπερβολικά. Προσπάθησε να καταλάβεις το ρυθμό
που κυβερνά τους ανθρώπους.

    Ο άνθρωπος πρέπει να καταλάβει ποιος ρυθμός τον κυβέρνα, και η γνώση που αποκτά γι’ αυτό που κρύβεται πίσω από τα φαινόμενα τον βοήθα να αντέξει τις μεταβολές. Σ' αυτή την ιδέα στηρίζεται και το μοναδικό ποίημα της Σαπφώς που έχει παραδοθεί ακέραιο :

Αθάνατη Αφροδίτη, που κάθεσαι σε πλουμιστό θρόνο,
κόρη του Δία πολυμήχανη, σε παρακαλώ:
δέσποινα, μη βασανίζεις με έγνοιες και στενοχώριες την
καρδιά μου !
Αλλά έλα κοντά μου, αν κάποτε άλλοτε
άκουσες τη φωνή μου από μακριά
και εισάκουσες την προσευχή μου. Τότε άφησες το χρυσό
παλάτι του πατέρα σου και ήρθες
ζεύοντας την αμαξά σου. Όμορφα σπουργίτια σε φέρανε
γρήγορα κάτω στη μαύρη γη.
Χτυπώντας γοργά τα φτερά τους και διασχίζοντας τον
αιθέρα ήρθαν από τον ουρανό.
Γρήγορα φτάσανε' κι εσύ, μακαρισμένη,
με γελαστό το αθάνατο σου πρόσωπο,
με ρωτούσες τι έπαθα πάλι, γιατί σε κάλεσα πάλι,
τι επιθυμεί πιο πολύ
η τρελή καρδιά μου. «Ποιο αγαπημένο πρόσωπο
πρέπει ή πειθώ
να φέρει τώρα στην αγάπη σου; Πες μου, Σαπφώ,
ποιος σε αδικεί;
Σε αποφεύγει; Σύντομα θα σε κυνηγήσει η ίδια.
Δε δέχεται δώρα; θα σου προσφέρει ή 'ίδια.
Δε σ' αγαπά; Σύντομα θα σ' αγαπήσει, ακόμη και παρά
τη θέληση της.»
Έλα και τώρα και λύτρωσε με από το βαρύ
μαράζι. 'Εκπλήρωσε αυτό που ή καρδιά μου ποθεί να γίνει
και γίνε σύμμαχος μου.


    Από τις πολλές ομορφιές του ποιήματος μία οφείλεται στο γεγονός ότι το βίωμα από το οποίο πηγάζουν αυτοί οι στίχοι ξεπερνά το παρόν με μια διπλή κλιμάκωση. «Έλα» προσεύχεται η Σαπφώ «όπως ήρθες παλιότερα, κάποτε ήρθες και με ρώτησες τι μου συμβαίνει και γιατί σε καλώ πάλι.» Η Σαπφώ ξανακάλεσε σε παρόμοια ανάγκη την Αφροδίτη, άλλα και τότε δεν ήταν η μοναδική φορά. Η νηφάλια σαφήνεια που χαρακτηρίζει το ποίημα οφείλεται κατά κύριο λόγο στο γεγονός ότι η Σαπφώ βλέπει τη θλίψη της από απόσταση αναγνωρίζοντας ότι στην ίδια κατάσταση βρέθηκε και παλιότερα. Τότε η θεά τη βοήθησε, θα τη βοηθήσει λοιπόν και τώρα.

    Και άλλοι στίχοι προδίδουν ότι η Σαπφώ βλέπει το αίσθημα της από το πρίσμα της επανάληψης. Ήδη παραθέσαμε την αρχή του ποιήματος (απ. 137): «πάλι με αναστατώνει ο ερωτάς που λύνει τα μέλη». Ότι η επανάληψη («πάλι») είναι ένα τυπικό στοιχείο της αρχαϊκής λυρικής ποίησης το δείχνει ένα ποίημα του Αλκμάνα (απ. 101):

με πλημμυρίζει πάλι ή αγάπη με την εύνοια της 'Αφροδίτης
θερμαίνοντας γλυκά την καρδιά μου.

    Τα ερωτικά τραγούδια του Ανακρέοντα μετατρέπουν τη λέξη «πάλι» σε τυπική αρχή ποιήματος (απ. 5):

πάλι μου ρίχνει το πορφυρένιο τόπι
ο χρυσομάλλης Έρωτας
και με προκαλεί να παίξω
με μια μικρή πού φόρα πλουμιστά σαντάλια.
Αλλά αυτή - κρατάει, βλέπεις, από την καλοχτισμένη
Λέσβο - ειρωνεύεται τα άσπρα μαλλιά μου
και κοιτάει με ανοιχτό το στόμα κάποιον άλλο.
 

   
Ή (απ. 17):

πάλι βουτώ από το βράχο της Λευκάδας στο αφρισμένο κύμα
μεθυσμένος από Ερωτά.


Ή (απ. 26):

πάλι με τσάκωσε Πυθόμανδρος, ενώ προσπαθούσα να ξεφύγω
τον Έρωτα.


Ή, τέλος, (απ. 45):

πάλι με χτύπησε δ Έρωτας με το μεγάλο του σφυρί σαν σιδεράς
και μ' έλουσε σε παγωμένο χείμαρρο.


και (απ. 79):

πάλι αγαπώ και δεν αγαπώ,
είμαι τρελός και δεν είμαι.

    Παρόλο που ο Ανακρέων παριστάνει την αγάπη του συνεχώς με καινούριες εικόνες τόσο αριστοτεχνικά, η αρχή του ποιήματος «πάλι αγαπώ...» έχει χάσει την πρωταρχική δραστικότητα της. Για τη Σαπφώ η πρόταση αυτή μπορούσε να σημαίνει μόνο: η μοίρα μου που συνεχώς επαναλαμβάνεται ορίζει ν' αγαπώ και να υποφέρω. Έτσι συλλαμβάνει η Σαπφώ το νόμο της ύπαρξης της και το ρυθμό των συναισθημάτων της. Στον Ανακρέοντα η πρόταση «πάλι αγαπώ...» δίνει την εντύπωση ενός επιπόλαια γραμμένου στίχου.

    Την παρηγοριά πού προσφέρει ή γνώση ότι όλα μεταβάλλονται τη γνωρίζει και ο Ανακρέων, αλλά η παρηγοριά αυτή δεν έχει συναισθηματική πληρότητα και βάθος: τη θέση τους την παίρνει μια πνευματώδης και κάπως επιπόλαιη παραλλαγή τους σε ένα ποίημα που απευθύνεται σε μια νεαρή Θρακιώτισσα και είναι το μοναδικό που παραδόθηκε ακέραιο (απ. 88):

θρακικό πουλάρι, γιατί
με κοιτάς με ύποπτο βλέμμα;
Γιατί με αποφεύγεις τόσο άκαρδα; Πιστεύεις
ότι είμαι τελείως άπειρος;
Ξέρε το καλά' θα
μπορούσα εύκολα να σου φορέσω το χαλινάρι
και κρατώντας σε να σε φέρω
στο τέρμα του δρόμου.
Αλλά τώρα βόσκεις στο λιβάδι
και σκιρτώντας ανέμελα παίζεις,
γιατί δεν βρήκες ακόμη έναν έμπειρο
κι επιδέξιο αναβάτη.

    Αυτό που ανακάλυψε ο Αρχίλοχος, αυτό που η Σαπφώ διαπότισε με βαθύ αίσθημα, ο Ανακρέων το μετέτρεψε σε ανέμελο παιχνίδι. Ο Ανακρέων γίνεται με ταχύτητα και δεξιοτεχνία κύριος μιας στάσης απέναντι στη ζωή, η αμεσότητα της οποίας αποκτήθηκε δύσκολα. Τα σκοτεινά κύματα που απειλούν τον Αρχίλοχο γίνονται τώρα μια ήρεμη θάλασσα, πάνω στην οποία ο ποιητής ταξιδεύει ακίνδυνα. Αλλά ακόμη και αυτό το παιχνιδιάρικο ποίημα του Ανακρέοντα στηρίζεται σε μια θεώρηση τυπική για την αρχαϊκή λυρική ποίηση. «Γνώριζε» λέει ο Ανακρέων «ότι όλα μπορεί να έρθουν διαφορετικά.» «Αυτή που σε αποφεύγει θα σε κυνηγήσει» λέει η Αφροδίτη στη Σαπφώ. «Προσπάθησε να καταλάβεις το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους» λέει ο Αρχίλοχος στην καρδιά του. Σημαντικά χαρακτηριστικά αυτής της τυπικής θεώρησης συναντούμε στον πιο εξελιγμένο Ομηρικό μονόλογο. Στην αρχή του υ της Οδύσσειας ο Οδυσσέας, καθώς ακόμη είναι άγνωστος και έχει τη μορφή ζητιάνου, πάει να ξαπλώσει στο διάδρομο του παλατιού του την παραμονή της μνηστηροφονίας. Όταν ακούει τις δούλες να χαριεντίζονται και να γελούν με τους μνηστήρες, θυμώνει, γιατί αυτός είναι ο πραγματικός τους κύριος και αυτός θα έπρεπε να τις διατάζει. Αναρωτιέται λοιπόν αν θα πρέπει να επιτεθεί και να τις σκοτώσει μία προς μία ή να τις αφήσει στο κρεβάτι των μνηστήρων για μια φορά ακόμη. Η καρδιά του χτυπά στο στήθος και ο Οδυσσέας της μιλά: «Βάστα, καρδιά μου, έχεις αντέξει κι άλλα χειρότερα, όταν ο Κύκλωπας καταβρόχθιζε τους συντρόφους σου, και συ υπομόνεψες, ώσπου η πονηριά σου σ' έσωσε». Ο στοιχειώδης πόθος για δίκαιη εκδίκηση δεν μπορεί να εκπληρωθεί, και το εμπόδιο αυτό τον κάνει να συνειδητοποιήσει την αδυναμία του. Η καρδιά αντιδρά βίαια από θλίψη και αγανάκτηση, αλλά την προτρέπει να είναι υπομονετική και ανεκτική. Η ανάμνηση ότι κάποτε άλλοτε η κατάσταση ήταν ακόμη χειρότερη, τον βοήθα να κάνει τώρα. υπομονή. Αυτή είναι η βασική κατάσταση που εκθέτουν τα ποιήματα που παραθέσαμε. Οι στίχοι του Αρχίλοχου ιδιαίτερα θυμίζουν ως τις λεπτομέρειες τους τόσο πολύ τον Όμηρο, ώστε ο Αρχίλοχος πρέπει να γνώριζε τους στίχους της Οδύσσειας και να δέχτηκε την επίδραση τους. Αλλά και η Σαπφώ έχει κάποια σχέση με τους στίχους αυτούς: ο Οδυσσέας ησυχάζει τελείως, μόνο όταν εμφανίζεται η Αθηνά, όπως η Αφροδίτη στη Σαπφώ, και του μιλά με τρυφερή οικειότητα. Ωστόσο η ανάμνηση στον Όμηρο αφορά μόνο ένα παλαιότερο βίωμα που μοιάζει με την παροντική κατάσταση. Ο Οδυσσέας δεν γνωρίζει τις μεταβολές της ζωής και το ρυθμό που κυβερνά τους ανθρώπους. Όταν η καρδιά του Οδυσσέα «χτυπά» και ο ήρωας της μίλα ή όταν, όπως είδαμε πιο πάνω, ο θυμός «ταράζεται» στα στήθια του, πρόκειται για κάτι διαφορετικό από την αποστροφή του Αρχίλοχου στο «θυμό» του. Για τον Όμηρο ο θυμός - καθώς και η καρδιά - είναι μόνο ένα όργανο πνευματικής διέγερσης που δεν διαφέρει βασικά από τα φυσικά όργανα.

    Ότι οι λυρικοί ποιητές αντιλαμβάνονται τον ψυχικό κόσμο διαφορετικά δεν μπορεί να αποδειχτεί αδιάσειστα με την ανάλυση των λέξεων «ψυχή» και «πνεύμα», γιατί η αποσπασματική παράδοση δεν βοηθά σε κάτι τέτοιο και γιατί η νέα αντίληψη δεν είχε ίσως αποκρυσταλλωθεί αρκετά, ώστε να οδηγήσει στο σχηματισμό νέων ορών για τον ψυχικό κόσμο. Ωστόσο μεμονωμένες φράσεις προδίδουν αναμφισβήτητα ότι οι λυρικοί αντιλαμβάνονται την ψυχή διαφορετικά και όχι ως φυσικό όργανο. Όταν ο Αρχίλοχος ονομάζει το θυμό του «ταραγμένο από τις συμφορές» ή θέλει το στρατηγό του να «έχει καρδιά», χρησιμοποιεί ήδη φράσεις που είναι άγνωστες ακόμη στον Όμηρο και υποδηλώνουν μια αφηρημένη αντίληψη περί ψυχής.

    Ακόμη πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα αυτής της μεταβολής παρουσιάζουν η Σαπφώ και ο Ανακρέων. Οι αντιθέσεις στα αισθήματα τους εμφανίζονται σ' αυτούς τους δύο ποιητές όχι μόνo σε διαφορετικές στιγμές ως αποτέλεσμα εναλλαγής ανάμεσα στο πάθος και την ηρεμία, ανάμεσα στην ευτυχία και τη δυστυχία, άλλα ως διχασμός μιας μοναδικής παροντικής στιγμής. Γνωρίσαμε ήδη τους στίχους του Ανακρέοντα:

πάλι αγαπώ και δεν αγαπώ,
είμαι τρελός και δεν είμαι.

    Ο άτυχος εραστής περιγράφει τη διχασμένη και χωρίς διέξοδο κατάσταση του με την παράδοξη καταφατική και αρνητική διατύπωση. Παρόμοια κατάσταση περιγράφει και όταν λέει ότι ο έρωτας τον σφυροκοπά και τον λούζει σε παγωμένο χείμαρρο. Ή Σαπφώ βρήκε γι' αυτή την κατάσταση μια παράδοξη και λακωνική διατύπωση: μίλα για τον γλυκόπικρο έρωτα. Ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν κάποτε κοινός τόπος, αυτό το νόμισμα που με τη χρήση των 2.500 ετών έχασε τη λάμψη του, έφερε τότε ολοκαίνουριο και ευδιάκριτο το χάραγμα του. Το έπος δεν γνωρίζει ακόμη αυτόν το διχασμό του αισθήματος και την εσωτερική ένταση, γιατί δεν υπάρχει κάτι παρόμοιο στη σφαίρα των φυσικών λειτουργιών, σε αναλογία με τις όποιες αντιλαμβάνεται ο Όμηρος τις ψυχικές λειτουργίες. Η Σαπφώ συλλαμβάνει και χαρακτηρίζει με τον τολμηρό νεολογισμό της «γλυκόπικρος» τον ψυχικό κόσμο τελείως διαφορετικά από τον φυσικό. Και σ' αυτό το σημείο ο Αρχίλοχος προηγείται πάλι από τη Σαπφώ: γιατί, παρόλο που δεν μας σώθηκε κανένα χωρίο που να περικλείει σε μια λέξη το δίλημμα του άτυχου ερωτευμένου, το αίσθημα της εσωτερικής έντασης υπάρχει, έστω και ανέκφραστο, στις προτάσεις που περιγράφουν τον έρωτα με τα συμπτώματα της λιποθυμίας ή του θανάτου. Η ομοιότητα της αγάπης με το θάνατο είναι, ιδιαίτερα για τη Σαπφώ, η μεγαλύτερη ένταση της ψυχής.

    Όταν οι αρχαϊκοί ποιητές θεωρούν αυτό το νέο αίσθημα τόσο θεϊκό και υπερπροσωπικό, ώστε να το καθιστούν κριτήριο για τον καθορισμό των αξιών, δεν σημαίνει ότι το αίσθημα αυτό δεν μπορεί αντικειμενικά να αποτύχει. Η ψυχή του Αρχίλοχου αντιδρά με ασυγκράτητη βιαιότητα. Αλλά αυτή η βιαιότητα είναι σημαντική για την πνευματική ιστορία της εποχής του: Η συνείδηση της προσωπικότητας στα παραδείγματα που αναφέραμε παραμένει στο σημείο της ομηρικής αντίληψης για το θυμό. Με άλλα λόγια ή προσωπικότητα συνειδητοποιείται μόνο τη στιγμή της ψυχικής αντίδρασης. Η «καρδιά που χτυπά», όπως την περιγράφει ο Όμηρος, ο πόνος της αγάπης και η οργή που προκαλεί το δικαιολογημένο μίσος υπογραμμίζουν το ατομικό στοιχείο. Γενικότερα χαρακτηριστικά, όπως βιώματα και πράξεις, μοίρα και χαρακτήρας, δεν αποτελούν χαρακτηριστικά μιας μοναδικής προσωπικότητας. Ωστόσο η θεώρηση της ζωής οδηγεί σε μια γενικότερη διαπίστωση: το νόμο της αιώνιας εναλλαγής. Και αυτό είναι μια νέα ανακάλυψη των λυρικών ποιητών, η οποία δεν ακολουθεί τον ίδιο δρόμο με την ανακάλυψη του προσωπικού αισθήματος, αλλά είναι συμπλήρωμα της. Η νέα ατομικότητα συνοδεύεται παράλληλα από μια νέα καθολικότητα, το νέο αίσθημα από μια καινούρια γνώση. Και τα δύο συνδέονται στενά και αναγκαστικά μεταξύ τους: η συνεχής αυτή μετάπτωση από πολύ ψηλά πολύ χαμηλά γίνεται αντιληπτή με τις αισθήσεις και συνειδητοποιείται με τη βοήθεια τους. Σ' αυτό το πάνω κάτω συλλαμβάνεται ή απέραντη πολυμορφία της ζωής, χωρίς όμως Ο νόμος αυτός να είναι σε θέση να τη χαλιναγωγήσει.

    Αυτός ο τρόπος σκέψης, σύμφωνα με τον οποίο η ανθρώπινη ζωή στο σύνολο της δεν αντιμετωπίζεται ατομικά άλλα συλλαμβάνεται με γενικά σχήματα, ήταν γνωστός και στους μεταγενέστερους Έλληνες. Αλλά το γεγονός ότι οι αρχαϊκοί λυρικοί ποιητές στηρίζουν το ξέσπασμα των προσωπικών αισθημάτων στο γενικό νόμο της αιώνιας εναλλαγής δείχνει ότι δεν έχουν αποκτήσει ακόμη συνείδηση του ατομικού χαρακτήρα των πράξεων τους. Ένα σημαντικό γεγονός στον Όμηρο δεν πηγάζει από έναν ατομικό χαρακτήρα, ή από τα ιδιαίτερα χαρίσματα του, αλλά από μια θεϊκή δύναμη που εισχωρεί μέσα του και προκαλεί μια αντίδραση. Αν θέλαμε να τονίσουμε τη διαπίστωση αυτή κάπως υπερβολικά, θα λέγαμε: υπάρχει προσωπική μοίρα, αλλά δεν υπάρχουν προσωπικά κατορθώματα. Γι' αυτό όταν ο Αρχίλοχος χαρακτηρίζει τη διπλή ζωή του πολεμιστή και του ποιητή λέει (απ. 1):

Είμαι υπηρέτης του βασιλιά Ενυάλιου και γνωρίζω
επίσης το αξιέραστο δώρο των Μουσών.

    Παρόμοια είναι τα αισθήματα της Σαπφώς. όταν την εξουσιάζουν οι θεοί της, η Αφροδίτη και ο Έρωτας. Ωστόσο το μυθικό στοιχείο υποχωρεί στη Σαπφώ, γιατί το διχασμένο και έντονο προσωπικό αίσθημα συλλαμβάνεται ως κάτι ατομικό, και γιατί η τάξη και το νόημα των γεγονότων δεν εξαρτώνται όπως στον Όμηρο από τη μόνιμη επέμβαση των θεών, άλλα από τον ανεξάρτητο νόμο της αιώνιας εναλλαγής. Παρ' όλα αυτά η Σαπφώ δεν βλέπει ακόμη την ανθρώπινη δράση ως προσωπικό κατόρθωμα. Η συνείδηση του προσωπικού αισθήματος οδηγεί στη συνειδητοποίηση της αδυναμίας του ανθρώπου, της «αμηχανίας». Η ορθολογική διασάφηση των κοσμικών σχέσεων και η αναγνώριση του νόμου της εναλλαγής δεν έχουν ως αποτέλεσμα τη δράση, άλλα συμβάλλουν στο να δείχνει ο άνθρωπος ανοχή και υπομονή. Στην Οδύσσεια συναντούμε τα χαρακτηριστικά αυτά περισσότερο τονισμένα από ό,τι στην Ιλιάδα. Αλλά ο Οδυσσέας που η καρδιά του υπέφερε πολλά, ο πολύτλας, δεν αναρωτήθηκε ποτέ για την κοσμική τάξη. Ήταν μ' έναν απλοϊκό τρόπο πολυμήχανος και ήξερε να βοήθα τον εαυτό του πάντα και να βρίσκει μια διέξοδο με έξυπνες πράξεις.


    Για τους λυρικούς που αναφέραμε παραπάνω την τελειότητα αντιπροσωπεύει κυρίως αυτό που κάποιος αισθάνεται ως τέλειο. Αξία έχει αυτό που απευθύνεται στο αίσθημα και προκαλεί την ευχάριστη αντίδραση των αισθήσεων. Ως την εποχή του Πίνδαρου και του Βακχυλίδη οι αξίες παριστάνονται επανειλημμένα με την εικόνα της λάμψης. Το θειο είναι λαμπρό και φωτεινό, το τέλειο λάμπει, το μεγαλείο εξακολουθεί να ζει στο φως της δόξας. Ο ποιητής αποκαλύπτει αυτή τη λάμψη και στέλνει τις ακτίνες της πέρα από τα σκοτάδια του θανάτου. Στα εγκώμια προβάλλει το στοιχείο αυτό με απόλυτη σαφήνεια. Για παράδειγμα μπορούμε να παραθέσουμε ένα από τα λίγα επιθαλάμια της Σαπφώς που μας έχει παραδοθεί σε σχετικά καλή κατάσταση (απ. 55), το όποιο, για να εξυψώσει την τελετή για την οποία γράφτηκε, περιγράφει τους μυθικούς γάμους του Έκτορα και της Ανδρομάχης.

    Η αρχή του ποιήματος έχει χαθεί. Οι πρώτοι στίχοι που μας παραδόθηκαν μιλούν για την άφιξη ενός κήρυκα στην Τροία που αναγγέλλει ότι το νιόπαντρο ζευγάρι μόλις έφτασε με πλοίο από τη Θήβα, την πατρίδα της νύφης.

Με σπουδή ήρθε ο κήρυκας...
και ο Ιδαίος, ο γρήγορος αγγελιοφόρος, έφερε την είδηση:
«...άφθαρτη δόξα έρχεται σήμερα για την Τροία και για
ολόκληρη την 'Ασία.
'Ο Έκτορας και οι φίλοι του φέρνουν στο σπίτι την κόρη
με τα ωραία μάτια
από την ιερή Θήβα κάτω από το βουνό Πλάκο,
την τρυφερή Ανδρομάχη, αφού πέρασαν με τα καράβια
την αλμυρή
θάλασσα, χρυσά κοσμήματα και πορφυρένια ρούχα και ένα
πλήθος πράγματα που φέρνουν χαρά,
αμέτρητες ασημένιες κούπες και δώρα από ελεφαντόδοντο».
Αυτά είπε. Τότε πετάχτηκε αμέσως από το θρόνο του
ο στοργικός πατέρας.
Η φήμη απλώθηκε στην ευρύχωρη πόλη κι έφτασε
στους φίλους.
Οι Τρώες έζεψαν αμέσως τα ζώα στις άμαξες με τις
καλοφτιαγμένες ρόδες,
όλες οι γυναίκες και οι καλλίγραμμες παρθένες ανέβηκαν
οι θυγατέρες του Πριάμου πάλι πήγαιναν χωριστά από
τους άλλους.
Οι άντρες έζεψαν τα άλογα στις άμαξες
και μαζί τους πήγαιναν τα παλικάρια. Οι φωνές
των ηνιόχων αντηχούσαν...
 
Οι επόμενοι στίχοι δεν μας σώθηκαν. Έπειτα συνεχίζει:

...το ισόθεο ζευγάρι...
και συνωστισμένο το πλήθος
πήγαινε στο Ίλιο...
Γλυκόφωνοι αυλοί έσμιγαν με τον ήχο
της λύρας και το χτύπημα των κροτάλων. Οι κόρες
τραγουδούσαν δυνατά
ένα ιερό τραγούδι και ó θεϊκός ήχος έφτανε στον ουρανό...
Παντού στους δρόμους... Κρατήρες και κούπες...
Το λιβάνι έσμιγε τους καπνούς του με ευωδιά από σμύρνα
και κανέλα.
Οι μεσόκοπες γυναίκες φώναζαν δυνατά
κι όλοι οι άντρες με ωραίο θριαμβευτικό τραγούδι καλούσαν
τον μακροσαγιτάρη κιθαριστή Απόλλωνα
και υμνούσαν τον Έκτορα και την Ανδρομάχη σαν θεούς.

    Το ποίημα αυτό είναι για μας το πρωιμότερο παράδειγμα για τη σημασία του μύθου στην ελληνική εορταστική ποίηση. Μύθος και πραγματικότητα συνδέονται εδώ τόσο στενά, ώστε η μυθική κατάσταση φαίνεται ότι συνεχίζεται ως το παρόν. Η διήγηση για το γάμο του Έκτορα τελειώνει με το γαμήλιο τραγούδι, και ακριβώς αυτό το τραγούδι ακούμε κι εμείς, όταν ηχεί το επιθαλάμιο της Σαπφώς. Av σε άλλες περιπτώσεις Υμεναίων υμνούν το νιόπαντρο ζευγάρι σαν θεϊκό, εδώ νύφη και γαμπρός εξισώνονται με μυθικές μορφές. Η Σαπφώ όμως δεν διηγείται τις μεγαλόπρεπες πράξεις τους ή τη μοίρα τους, άλλα περιγράφει τη λάμψη και την τελειότητα της τελετής. Ακόμη και τα γαμήλια δώρα γίνονται με τη λάμψη τους σημαντικότερα από τις πράξεις. Έτσι η διήγηση μεταβαίνει από το ένα φωτεινό σημείο στο άλλο, και τα φωτεινά αυτά σημεία ακτινοβολούν μια λάμψη που ξεπερνά τη συγκεκριμένη στιγμή.

         Σ' ένα συγκινητικό ποίημα η ηλικιωμένη Σαπφώ περιγράφει την αδυναμία της και αναπολεί τα νιάτα της. Από το τραγούδι αυτό μας έχει σωθεί μόνο το τέλος των στίχων σ’έναν πάπυρο (65Α, 13-26)• παρόλο πού το κείμενο δεν μπορεί να αποκατασταθεί, το περιεχόμενο του είναι σαφές και μπορεί να αποδοθεί (σύμφωνα με την ανάγνωση του Manfred Hausmann):

Το δέρμα μου είναι παντού ρυτιδωμένο
και παραλυμένο από τα γερατειά.
Το βαθύ μαύρο χρώμα των μαλλιών μου
έγινε άσπρο.
Τα χέρια μου είναι αδύναμα
και τα γόνατα μου τόσο ασθενικά,
ώστε αρνούνται να με σηκώσουν.
Δεν μπορώ πια να κινούμαι
χορεύοντας ανάμεσα στα κορίτσια
σαν ελαφίνα το βράδυ στο δάσος.
Αλλά τι να γίνει;
Ένας θνητός δεν μπορεί να χαίρεται αιώνια τη νιότη.
Τραγουδούν ένα τραγούδι,
και η Αυγή, λένε, έπρεπε να το πάθει
που κάποτε οδήγησε το νεαρό Τιθωνό
στην άκρη του κόσμου.
Ωστόσο κι αυτόν τον βρήκαν
τα θλιβερά γερατειά.
Και τώρα, επειδή τη νύχτα
δεν μπορεί να πλησιάσει πια
ερωτικά το τρυφερό του ταίρι,
πιστεύει ότι έχασε κάθε ευτυχία. Γι' αυτό ικετεύει τον Δία
να του χαρίσει το θάνατο σύντομα.
Ωστόσο εγώ ποθώ ακόμη τη χάρη και τη χρυσή αφθονία.
Αυτή η λάμψη με περιβάλλει πάντα,
γιατί αγαπώ τον ήλιο.

    Η Σαπφώ ξεπερνά την αδυναμία της μελαγχολικής ηλικίας («αλλά τι να γίνει ;») με τη σκέψη ότι δεν έχασε την ουσία της νιότης, δηλαδή τη χαρά για τη λάμψη και την ακτινοβολία. Δεν προσπαθεί όμως να δώσει στο πέρασμα του χρόνου, στα γερατειά ένα δικό τους νόημα.

    Το ίδιο θέμα αναπτύσσει σ' ένα γεροντικό ποίημα ο Ανακρέων, άλλα του λείπει η παρηγοριά ότι κράτησε στη μνήμη του κάτι αναλλοίωτο. Επειδή δεν έχει καμιά δυνατότητα να αξιολογήσει τη ζωή του θέτοντας ένα σκοπό στη δράση του ή να τη θεωρήσει γενικά μια έλλογη ενότητα, καταλήγει στην ωμή και φοβερή ομολογία (απ. 44):

Οι κρόταφοι μου είναι γκρίζοι κιόλας
και το κεφάλι μου άσπρισε.
Δεν έχω πια τη χαριτωμένη νιότη,
και τα δόντια μου γέρασαν
από τη γλυκιά ζωή
μου απόμεινε έva μικρό κομμάτι.
Τρέμω μπρος στον Τάρταρο,
γιατί η άβυσσος του Άδη είναι
φοβερή και το ταξίδι θλιβερό. Και είναι βέβαιο:
όποιος κατεβεί μια φορά δεν ανεβαίνει ποτέ πια.

    Και τα δύο ποιήματα εκφράζουν την αδυναμία των δημιουργών τους, γιατί η θέληση τους για ζωή συναντά εμπόδια. Η πείρα, δηλαδή οι αισθήσεις κρίνουν τι έχει αξία και τι όχι. Η νιότη είναι γλυκιά, ενώ τα γερατειά γεμάτα φόβο και βάσανα. Οι αρχαϊκοί ποιητές μιλούν και με άλλες ευκαιρίες για το πέρασμα της νιότης και τον ερχομό των γερατειών - στον Όμηρο οι ήρωες δεν αναφέρονται ποτέ στις αντιθέσεις των ηλικιών στη ζωή τους - αλλά η ζωή στο σύνολο της δεν αποτελεί ακόμη μια έλλογη ενότητα.


    Πέρα από την ιωνική και αιολική περιοχή (Ο Αρχίλοχος γεννήθηκε στην Πάρο, η Σαπφώ στη Λέσβο και ο Ανακρέων στην Τέω) τον 6ο αιώνα διατυπώνονται τέλειος διαφορετικές σκέψεις για την ανθρώπινη ζωή.

    Ο Σόλων, ο μεγάλος πολιτικός με τον όποιο η Αττική πρωτοεμφανίζεται στην ιστορία της λογοτεχνίας, λέει (απ. 22, 7): «Γερνάω μαθαίνοντας πάντα περισσότερα». Τον δραστήριο πολιτικό και μετριοπαθή νομοθέτη τον απασχολούν τα ερωτήματα των ανθρώπινων πράξεων και της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Δεν είναι ο μοναδικός στίχος που αναφέρεται στο σκοπό και το νόημα της ζωής του και των ενεργειών του - ο στίχος αυτός, ας σημειωθεί περιθωριακά, συλλαμβάνει για πρώτη φορά τη μάθηση ως πνευματική διαδικασία. Ό ποιητής νιώθει τον εαυτό του δεμένο μ' ένα σκοπό, το δίκαιο. Αυτή η στάση προετοιμάζει την αττική τραγωδία. Όταν ο Αρχίλοχος μιλά για δίκαιο, εννοεί το καταπιεσμένο αίσθημα δικαιοσύνης και την ισορροπία δικαίου που αποκαθιστούν πάντα οι θεοί, όχι όμως τη δική του δίκαιη συμπεριφορά, η Σαπφώ και ο Ανακρέων δεν μιλούν καθόλου για δικαιοσύνη.

    Αυτοί οι λυρικοί ποιητές διαθέτουν αρκετή φαντασία, ώστε να σκεφτούν ορισμένα πράγματα διαφορετικά από ό,τι είναι στην πραγματικότητα και να αντιληφθούν την ασυμφωνία που υπάρχει ανάμεσα στη δυνατότητα και την πραγματικότητα, ανάμεσα στις προσωπικές τους προσδοκίες και τη σκληρή πραγματικότητα, ανάμεσα στην αλήθεια και τα φαινόμενα. Δεν φαντάζονται το τέλειο σαν κάποιο ιδανικό προς το οποίο ο άνθρωπος θα έπρεπε να αποβλέπει ή σύμφωνα με το οποίο θα μπορούσε να μεταμορφώσει τον κόσμο. Ήδη ο Όμηρος γνωρίζει ότι η ζωή στη γη είναι ατελής και θλιβερή. Ακόμη και οι ήρωες συμμερίζονται τη βαθιά ριζωμένη ατέλεια του ανθρώπου, αλλά οι θεοί προσδίδουν στα γήινα το νόημα και την αξία τους. Αυτοί οι θεοί κυβερνούν ακόμη τον κόσμο των λυρικών ποιητών, και κανείς δεν επαναστατεί εναντίον τους. Η επανάσταση αρχίζει με τη σκέψη ότι η ανθρώπινη ζωή θα μπορούσε να έχει στην πραγματικότητα ακόμη περισσότερο νόημα και οι θεοί να είναι ακόμη τελειότεροι, κυρίως όμως με τη σκέψη για τον πραγματικό ρόλο της δικαιοσύνης στον κόσμο.

         Τα προσωπικά αισθήματα και οι αξιώσεις των λυρικών ποιητών αφορούν στη στιγμή που κάποιος αποκόβεται από το γενικό ρεύμα της ζωής και απόκτα συνείδηση ότι αποχωρίζεται από το δέντρο που περικλείει καθετί ζωντανό και αυξάνει συνεχώς. Σε τέτοιες στιγμές ο άνθρωπος κατευθύνει το βλέμμα στην ψυχή του. Αυτή όμως η προσωπική ψυχή δεν είναι φορέας όλων των αισθημάτων και συγκινήσεων, αλλά μόνο αντιδράσεων, όταν τα αισθήματα παρεμποδίζονται. Η αγάπη π.χ. δεν είναι ένα αίσθημα που πηγάζει από το εσωτερικό του ανθρώπου, αλλά δώρο της Αφροδίτης ή του Έρωτα. Μόνο ο διχασμός του αισθήματος που προέρχεται από μια ατυχή αγάπη είναι κάτι προσωπικό. Παρόλο που ο Αρχίλοχος είναι πεισματάρης και ή Σαπφώ έχει τόσο βαθιά αισθήματα, και οι δυο τους δεν χάνονται στην άβυσσο ρομαντικών συναισθηματισμών. Όταν η Σαπφώ λέει (απ. 27): «το πιο όμορφο είναι αυτό που καθένας αγαπά», εννοεί φυσικά ότι οι άνθρωποι θεωρούν διαφορετικά αντικείμενα ωραία, αλλά η ίδια γνωρίζει καλά τι αγαπά. Το αίσθημα της δεν είναι ακαθόριστο ούτε απευθύνεται στην αρκαδική φύση της βουκολικής ποίησης που μπορεί και συναισθάνεται μαζί με τον άνθρωπο. Το ποίημα αυτό στρέφεται βέβαια εναντίον καθιερωμένων αξιών: δεν είναι όμορφο το μεγαλείο, άλλα αυτό πού κάποιος αγαπά. Κι είναι ένα πρώτο βήμα προς τον Ηράκλειτο, όταν ή ίδια λέει ότι κάτι μπορεί να γίνει κατανοητό. Ωστόσο απέχει πολύ από την πίστη του ίδιου φιλοσόφου ότι το νόημα των λόγων του είναι τόσο βαθύ, ώστε οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να τον παρακολουθήσουν.

    Οι αρχαϊκοί ποιητές δεν μιλούν με μοναχικούς μονολόγους όπως οι σύγχρονοι λυρικοί, άλλα απευθύνονται σε κάποιον είτε αυτός είναι θεός (κυρίως σε προσευχές) είτε άνθρωπος ή ομάδα ανθρώπων. Παρόλο πού το άτομο απελευθερώνεται από μερικές παλιές δεσμεύσεις, ή ανακάλυψη του ψυχικού κόσμου συνενώνει τους Ομοϊδεάτες. Η διαδικασία της εξατομίκευσης είναι συγχρόνως μια διαδικασία νέων δεσμεύσεων.

    Ένα ποίημα της Σαπφώς, του οποίου η αρχή και το τέλος χάθηκαν, προϋποθέτει ότι η ποιήτρια έμεινε με την Ατθίδα, την οποία αγάπα ιδιαίτερα, στη Λέσβο, ενώ ένα άλλο κορίτσι, η Αριγνώτα, έπρεπε να φύγει από τη συντροφιά τους και να επιστρέψει στις Σάρδεις, την πρωτεύουσα της Λυδίας (απ. 96):

...Από τις Σάρδεις συχνά...
στέλνει τις σκέψεις της προς τα δω.
Όσο ήταν ακόμη κοντά μας η Αριγνώτα, σε υμνούσε
σαν θεά και άκουγε
με μεγάλη ευχαρίστηση τα τραγούδια σου.
Τώρα όμως λάμπει ανάμεσα στις Λυδές
όπως λάμπει η ροδοδάχτυλη σελήνη
μετά τη δύση του ήλιου επισκιάζοντας όλα τ' αστέρια
και σκορπά το φως της
στην αλμυρή θάλασσα και
στους λουλουδιασμένους κάμπους.
Άφθονη δροσιά έχει απλωθεί, τα ρόδα ανθούν
και το τρυφερό χορτάρι και
το βαθυπράσινο τριφύλλι πού ευωδιάζει μέλι.
Και συχνά περπατώντας
θυμάται τον πόθο της για την
ωραία Ατθίδα, και την τρυφερή καρδιά της
τη σπαράζει ο πόνος.
«Έλα κοντά μου»
φωνάζει δυνατά, άλλα η φωνή δε φτάνει
ως εμάς, η σκοτεινή νύχτα
δε φέρνει τον ήχο πάνω από τα κύματα.

   
Από άλλα ποιήματα της Σαπφώς γνωρίζουμε ότι η Ατθίδα στάθηκε συχνά αφορμή για ζηλοτυπίες και ότι η Αριγνώτα, όσο καιρό άνηκε στον κύκλο της Σαπφώς, είχε αγαπήσει ιδιαίτερα την Ατθίδα. Τώρα που η Σαπφώ έμεινε με την αγαπημένη της Ατθίδα περιγράφει πως η Αριγνώτα μια καλοκαιριάτικη νύχτα με πανσέληνο σκέφτεται τις φίλες της στην άλλη άκρη της θάλασσας, και νοσταλγεί τις μέρες που έζησαν μαζί. Εδώ εκφράζεται ένα αίσθημα δεσμού που παρ’ όλη την απόσταση παραμένει στον πνευματικό και ψυχικό κόσμο ως ανάμνηση και αγάπη. Με αυτό το ποίημα η Σαπφώ ζήτα ολοφάνερα την ακόμη στενότερη φιλία με την Ατθίδα, γιατί της δείχνει πόσο κοντά είναι η μία στην άλλη, αφού και οι δυο τους σκέφτονται την Αριγνώτα, κι εκείνη στέλνει τη σκέψη της και στις δυο. «Από τις Σάρδεις συχνά έχει το νου της εδώ» είναι η κατά λέξη μετάφραση του πρώτου στίχου. Αυτό είναι κάτι που ο Όμηρος δεν θα μπορούσε να το διατυπώσει με τα στοιχειώδη γλωσσικά μέσα του. Στη Σαπφώ το πνεύμα έχει τη δυνατότητα να αποδεσμεύεται από τον τόπο, και έτσι μπορεί να υπάρξει κοινότητα στη σκέψη και το αίσθημα. Αυτές οι αντιλήψεις για την «κοινότητα» του πνευματικού στοιχείου, που από την εποχή του Ηράκλειτου είναι κάτι συνηθισμένο, δεν υπήρχαν ακόμη στον Όμηρο. Επειδή το βίωμα της ομορφιάς σε μια λατρευτική τελετή γίνεται κοινή ανάμνηση, η Σαπφώ μπορεί να το συνδέσει εύκολα με το λατρευτικό τραγούδι και να εκφράσει αυτό που θεωρεί σημαντικό.

    Η νοσταλγία είναι φυσικά ένα φαινόμενο γνωστό στον Όμηρο. Ο Οδυσσέας π.χ. πού βρίσκεται κοντά στην Καλυψώ νοσταλγεί την πατρίδα του:

αὐτάρ Ὀδυσσεύς
ἱέμενος καί καπνόν ἀποθρῴσκοντα νοῆσαι
ἧς γαίης θανέειν ἱμείρεται,

    «επιθυμεί να δει έστω και τον καπνό της πατρίδας του να υψώνεται κι έπειτα θέλει να πεθάνει». Εδώ αναφέρεται μόνο ο αντικειμενικός στόχος της επιθυμίας. Οι στίχοι αυτοί συγκινούν, γιατί - παράλληλα με την ευφωνία και παραστατικότητα των λέξεων - ο Οδυσσέας εύχεται να εκπληρωθεί μια τόσο μικρή επιθυμία κι υστέρα να πεθάνει.

    Σ' ένα άλλο ποίημα, που η αρχή και το τέλος του επίσης δεν έχουν παραδοθεί, η Σαπφώ σκέφτεται πάλι ένα κορίτσι που έχει φύγει μακριά και περιγράφει πως παρηγορήθηκε την ώρα του αποχαιρετισμού με την ανάμνηση για ό,τι ωραίο είχαν ζήσει μαζί (απ. 94):

...Αλήθεια θα 'θελα να μην υπάρχω.
Έκλαψε πολύ, όταν με αποχωρίστηκε
και είπε: «Αλίμονο, πόσο φοβερή είναι η μοίρα μας!
Σαπφώ, το ξέρεις ότι σ’ αφήνω χωρίς τη θέληση μου».
Κι εγώ της απάντησα:
«Πήγαινε χαρούμενη και να με θυμάσαι.
Ξέρεις βέβαια πόσο σ’ αγαπήσαμε.
Αν όχι, τότε θα σου θυμίσω
αυτό που ξέχασες,
πόσο χαρούμενος κι ωραίος ήταν ο καιρός που περάσαμε μαζί.
Συχνά στόλισες μπροστά μου τις πλεξούδες σου
με στεφάνια από μενεξέδες και τριαντάφυλλα.
Συχνά φόρεσες στον τρυφερό λαιμό σου
την ευωδιαστή λουλουδένια αλυσίδα,
και με γλυκιά ευωδιά
από βασιλικό βάλσαμο και λάδι από σμύρνα
άλειψες το δροσερό σου σώμα.
Ξαπλωμένη σε χνουδωτό στρώμα
ξεδιψούσες τον πόθο σου με τη συντροφιά μας.
Και δεν υπήρχε χορός,
γιορτή ή παιχνίδι
στην αμμουδιά πού να μην πήρες μέρος.
Δεν υπήρχε δάσος πού την άνοιξη
να μην αντηχούσε αρμονικά
από το τραγούδι των κοριτσιών».

    Η ανάμνηση ενώνει τους ερωτευμένους γεφυρώνοντας την απόσταση· οι άνθρωποι συνδέονται ψυχικά μεταξύ τους. Αλλά αυτό το ψυχικό στοιχείο δεν έχει συναισθηματικό χαρακτήρα· δεν απομακρύνει τον άνθρωπο από τον κόσμο και δεν τον προδιαθέτει εχθρικά απέναντι του. Είναι ανάμνηση εντελώς γήινων πραγμάτων πού ακτινοβολούν με την ομορφιά τους και απευθύνονται στις αισθήσεις. Η ανάμνηση επιτρέπει την επιβίωση όλων αυτών των πραγμάτων, χαρίζει διάρκεια στη χαρά που προέρχεται από αυτά και δίνει σ’ αυτούς πού τα χάρηκαν το αίσθημα ότι ο ένας ανήκει στον άλλο. Κάποιος είπε ότι αύτη η μνήμη, που η Σαπφώ εξασκεί, είναι ένα είδος μόνιμης παρηγοριάς και υπέδειξε μια σκηνή της Οδύσσειας, οπού κάποιος αποχαιρετώντας τους άλλους παρακαλεί να τον θυμούνται. Ωστόσο εδώ υπάρχει μια λεπτή αλλά σημαντική διαφορά: Όταν ο Οδυσσέας αναχωρεί από το νησί των Φαιάκων, η Ναυσικά του λέει (θ 461): «Καλό ταξίδι, ξένε, και θυμήσου με όταν θα φτάσεις στην πατρίδα σου, γιατί πρώτα από όλους σε μένα χρωστάς τη σωτηρία σου». Η ανάμνηση στην περίπτωση αυτή είναι η ευγνωμοσύνη για μια καλή πράξη που έγινε σε κάποιον. Στο ποίημα της Σαπφώς οι ερωτευμένοι έχουν την ίδια ανάμνηση και δεν υπάρχει μονομερής υποχρέωση. Ο καθαρός στοχασμός ότι η μνήμη δεν είναι τίποτε άλλο από αναπαράσταση μιας περασμένης ομορφιάς δημιουργεί την ίδια διάθεση και στις δύο ψυχές. Όπως στο ποίημα της Αριγνώτας η νοσταλγία που έρχεται από τις Σάρδεις είναι η ίδια, αν και η Σαπφώ τρυφερά το αποσιωπά, με τη νοσταλγία που στέλνει η ίδια προς τις Σάρδεις, έτσι κι εδώ η ανάμνηση ενώνει τις δύο ψυχές.

         Αυτή η ανάμνηση είναι για τη Σαπφώ σημαντική όχι μόνο γιατί συνδέει δύο αγαπημένα πρόσωπα μεταξύ τους· όλος ο κύκλος της συνέχεται, καθώς όλες οι κοπέλες θυμούνται το κοινά βίωμα της ομορφιάς. Ένα λατρευτικό τραγούδι περιγράφει π.χ. τον τόπο της τελετής, όπου πρόκειται να τιμήσουν την Αφροδίτη (απ. 5):

Κατέβα από τον ουρανό χι έλα στον ιερό ναό σου,
όπου δάσος οι μελιές ανθούν
και από τους βωμούς υψώνεται ευωδιαστό το θυμίαμα.
Κρύο νερό μουρμουρίζει ανάμεσα στα κλαδιά της μελιάς
και τριαντάφυλλα σκεπάζουν όλο τον τόπο.
Καθώς θροΐζουν τα φύλλα μου έρχεται ύπνος που με παραλύει.
Το λιβάδι που τρέφει τ' άλογα σκεπάζεται
πέρα ως πέρα από τ' ανοιξιάτικα λουλούδια και γλυκιά
ευωδιά απλώνεται

'Έλα, Κύπριδα, και κέρασε στις χρυσές κύλικες νέκταρ
ανάμεικτο με κέφι.

       Η Σαπφώ προσκαλεί με αυτή την προσευχή τη θεά να ‘ρθει στη γη. Περιγράφοντας όμως ολόκληρο αυτό το πλέγμα της ομορφιάς το διατηρεί στη μνήμη τη δική της και των κοριτσιών της. Σκοπός του έπους είναι ήδη η διατήρηση του παρελθόντος στη μνήμη των ανθρώπων - από την εποχή του Ησίοδου οι Μούσες θεωρούνται θυγατέρες της Μνημοσύνης. Ωστόσο το αντικείμενο της ανάμνησης έχει αλλάξει. Ο Όμηρος σώζει το «κλέος ανδρών», τα μεγάλα κατορθώματα, τα ιστορικά γεγονότα. Η Σαπφώ, αντίθετα, διατηρεί στη μνήμη κάτι απλό, που το θεωρεί, όπως συχνά επαναλαμβάνει, σημαντικότερο από όλα τα άλλα. Αυτό που εξυμνεί δεν είναι ένα γεγονός της παράδοσης, αλλά κάτι στο όποιο η ίδια και οι δικοί της έχουν λάβει μέρος. Το προσωπικό στοιχείο προχωρεί μάλιστα ακόμη περισσότερο. Σίγουρα η παρουσίαση ωραίων τραγουδιών σε μια γιορτή είναι κάτι συνηθισμένο στη λατρεία. Απαλές ευωδιές υψώνονται προς τον ουρανό, τα κορίτσια στολίζονται με λουλούδια και όλες οι αισθήσεις απολαμβάνουν. Χαρά νιώθουν τόσο αυτοί που παίρνουν μέρος στη γιορτή όσο και η θεά, την οποία θέλουν να προδιαθέσουν ευνοϊκά. Αλλά η Σαπφώ ενδιαφέρεται για κάτι περισσότερο: Επανειλημμένα αναφέρει τις φίλες της με το όνομα τους· ακόμη και τον εαυτό της αναφέρει ονομαστικά. Ό,τι έζησαν μαζί, ό,τι τις έδεσε συναισθηματικά το έπλασαν μόνες τους και το διαμόρφωσαν κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να εκπληρώνει τις επιθυμίες τους για μια ανώτερη πραγματικότητα. Πάνω από όλα η ίδια η Σαπφώ στεφανώνει με την ποίηση της την ομορφιά της γιορτής και την παραδίδει συγχρόνως στους μεταγενεστέρους. Αυτό που ενώνει τις αγαπημένες φίλες στο παρόν γίνεται υπερχρονικό και αθάνατο.

    Αυτός ο τρόπος δημιουργίας νέων θεμάτων διαφέρει ριζικά από τον τρόπο του Αρχίλοχου ή του Αλκαίου: Η Σαπφώ δεν παραμερίζει το παλιό με αγανάκτηση, αλλά το διατηρεί και του δίνει καινούριο νόημα. Παρόλο που οι άλλοι αρχαϊκοί ποιητές δεν γνωρίζουν την ανάμνηση του ωραίου που συνδέει τους ανθρώπους, ωστόσο συναντούμε παραπλήσια φαινόμενα. Η αρχαϊκή εποχή δημιούργησε διάφορες εθιμικές εκδηλώσεις, κυρίως το συμπόσιο, για να διευκολύνει τη συνάντηση ομοϊδεατών αντρών. Αν το κρασί ενώνει τους ανθρώπους - παρόλο που μπορεί να φέρει και το αντίθετο αποτέλεσμα - , το συμπόσιο με την ποίηση και τη μουσική είναι μια ακόμη καλύτερη ευκαιρία για συντροφιά. Η συμποτική ποίηση κατέχει από την εποχή του Αρχίλοχου σημαντική θέση στην αρχαϊκή λυρική ποίηση. Ένα τραγούδι του Ανακρέοντα (απ. 43) υμνεί τα «ωραία τραγούδια» στο συμπόσιο:

Μπρος φέρε, παιδί μου, την κούπα, για να
την αδειάσω μονορούφι.
Ανάμιξε στον κρατήρα
δέκα ποτήρια νερό
με πέντε κρασί
γιατί δεν θέλω να μεθύσω
και να φερθώ άπρεπα

Ας μην κάνουμε
πάλι ένα συμπόσιο με θόρυβο και κραυγές
όπως οι Σκύθες. Ας πιούμε ήρεμα
κι ας τραγουδήσουμε ωραία τραγούδια.

    Επειδή το συμπόσιο σ’ αυτή την εποχή καλλιεργεί την αρμονική συναδελφικότητα, στα ποιήματα που διαβάζονται κατά τη διάρκεια του παίζει μεγάλο ρόλο το ερώτημα ποιος είναι πραγματικός φίλος και με ποιο κριτήριο μπορεί κάποιος να διαγνώσει την αληθινή σκέψη ενός άντρα. Ο Θέογνης λέει (1,499):

Το χρυσάφι και το ασήμι το δοκιμάζουν οι ειδικοί στη φωτιά,
άλλα τη σκέψη του ανθρώπου την αποκαλύπτει το κρασί,
ακόμη και τη σκέψη ενός συνετού ανθρώπου που πίνει υπέρμετρα
και ντροπιάζεται, αν και πριν ήταν έξυπνος.


    Κάποιος θέλει να αφαιρέσει τη μάσκα από τα φαινόμενα και να γνωρίσει την πραγματική σκέψη των συμποτών του, για να βρεθεί ανάμεσα σε ομοϊδεάτες του. Πόσο σοβαρά λαμβάνεται υπόψη αυτό το κοινό και αμοιβαίο αίσθημα το δείχνει η παιδεραστία που ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στην αρχαϊκή εποχή και έπαιζε σημαντικό ρόλο στο συμπόσιο.


    Και στην πολιτική ζωή συγκεντρώνονται οι άντρες που έχουν την ίδια ιδεολογία. Τώρα δημιουργούνται για πρώτη φορά κόμματα, και τους αγώνες τους διηγείται ο Αλκαίος από τη Λέσβο, ο συμπατριώτης και σύγχρονος της Σαπφώς, και ο Σόλων από την Αθήνα.

    Ο Σόλων προσπάθησε να ξεπεράσει τις κομματικές διαμάχες και να αποκαταστήσει την ενότητα του κράτους με νόμους και καταστατικό χάρτη. Στην εποχή των λυρικών δημιουργείται η πόλη-κράτος. Την παλιά φεουδαρχική ζωή την αντικαθιστά ένα κοινό πλαίσιο που θεμελιώνεται στο δίκαιο και την τάξη. Δεν αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι η συνείδηση για την προσωπικότητα και η πολιτειακή τάξη δημιουργούνται την ίδια εποχή. Το να είναι κάποιος πολίτης είναι κάτι διαφορετικό από το να ανήκει σε μια καθοδηγούμενη μάζα ανθρώπων. Το δίκαιο γίνεται η νέα δέσμευση των ανθρώπων.

    Και στη θρησκευτική ζωή της εποχής συγκεντρώνονται οι «ομοϊδεάτες». Αυτό συμβαίνει γιατί οι αιρέσεις των Πυθαγορείων και των Ορφικών, που διαδίδονται αυτή την περίοδο, αναπτύσσουν μια κοινή πίστη και ελπίδα. Η φροντίδα τους για την ανθρώπινη ψυχή προϋποθέτει μια αντίληψη περί ψυχής που σχηματίζεται αυτή την εποχή για πρώτη φορά.

    Τέλος, την εποχή αυτή οι φιλοσοφικές σχολές αρχίζουν να συγκεντρώνουν φιλόσοφους με την ίδια κοσμοθεωρία. Για την κοινωνική δομή της Ευρώπης έχει τεράστια σημασία το γεγονός ότι παράλληλα με τις παραδοσιακές ομάδες όπως οικογένεια, φυλή, κτλ. δημιουργούνται ενώσεις που δεν στηρίζονται στη θρησκευτική παράδοση αλλά σε πνευματικούς δεσμούς. Η ύπαρξη κομμάτων, αιρέσεων, σχολών κτλ. στην Ευρώπη, ενώσεων που θεμελιώνονται σε κοινές πεποιθήσεις και θεωρίες, οφείλεται στην πρώιμη αρχαϊκή εποχή της Ελλάδας. Οι λυρικοί ποιητές μας προσφέρουν την πιο σαφή εικόνα για τις προϋποθέσεις των φαινομένων αυτών, γιατί εκφράζουν με το λόγο τις νέες ανακαλύψεις τους στον ψυχικό χώρο.

         Είδαμε ότι ο Όμηρος δεν είναι σε θέση να συλλάβει την ψυχή ως κάτι τελείως αντίθετο από το σώμα. Αυτό μπορέσαμε να το αποδείξουμε (βλ. παραπάνω, σ. 37) με τη σκέψη ότι ο Όμηρος δεν διαθέτει τις γλωσσικές προϋποθέσεις, για να εκφράσει τα τρία χαρακτηριστικά που αποδίδει ο Ηράκλειτος στην ψυχή: την «ένταση» που περικλείει συγχρόνως και το «βάθος», την «αυθορμησία» και την «κοινότητα». Στα προσωπικά αισθήματα των λυρικών ανακαλύπτεται ο διχασμός της ψυχής και η κοινότητα του πνευματικού στοιχείου. Ο Αρχίλοχος, η Σαπφώ και ο Ανακρέων αποδίδουν στην αυθορμησία του πνεύματος μόνο ένα μικρό μέρος των αισθημάτων τους. Οι δυνατές συγκινήσεις εξακολουθούν να οφείλονται στην επέμβαση των θεών, ενώ μόνο η απογοήτευση θεωρείται κάτι προσωπικό. Αλλά ο χώρος της συνειδητής προσωπικής δράσης δεν έχει ακόμη ανακαλυφθεί. Το βήμα αυτό το πραγματοποιεί για πρώτη φορά η τραγωδία. Το γεγονός ότι οι ανακαλύψεις των λυρικών ποιητών επανέρχονται με συγγενικές μορφές σε καλλιτέχνες, στοχαστές και πολιτικούς, δείχνει ότι τα κατορθώματα των μεγάλων προσωπικοτήτων ανήκουν σε μια γενικότερη ιστορική διαδικασία. Η Ιστορία είναι ένα υφαντό που τα υλικά του είναι η πράξη και η μοίρα. Η μια πλευρά φαίνεται να είναι καμωμένη μόνο από το υφάδι· αν όμως το αντιστρέψεις, τότε βλέπεις και το στημόνι.

Πλάτων vs Αριστοτέλη

Στο σύγχρονο παγκοσμιοποιημένο κόσμο όπου οι νόμοι και το δίκαιο της «αγοράς» τείνουν να αυτονομηθούν οι οικονομολόγοι με την ανοχή, αν όχι την αρωγή, των κοινωνιολόγων φιλοδοξούν να αναδείξουν την «οικονομία» ως το πρώτο κινούν του ανθρώπινου πολιτισμού. Στην αντίπερα όχθη οι επιστήμονες και ιδιαίτερα οι φυσικοί και αστρονόμοι αποκωδικοποιούν τα μυστικά του σύμπαντος και φιλοδοξούν να δώσουν μια πειστική απάντηση για το σημείο μηδέν της αρχής του κόσμου. Τα τελευταία ευρήματα – σωματίδιο του Θεού και τα βαρυτικά κύματα – φαίνεται να δικαιώνουν τις προσπάθειές τους. Αυτή η αφανής διαπάλη των οικονομολόγων και φυσικών επιστημόνων είναι μια από τις πολλές εκφράσεις των μεγάλων πνευματικών συγκρούσεων του παρελθόντος που καθόρισαν απόλυτα τη μορφή του σύγχρονου (υλικού – πνευματικού) κόσμου.

Πρωτεργάτες αυτών των «μεγάλων συγκρούσεων» υπήρξαν οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι. Κοινό, ωστόσο, σημείο όλων αυτών ήταν η προσπάθειά τους να αποδεσμευτούν από τα θεολογικά δεσμά του παρελθόντος και να δομήσουν ένα σύστημα ερμηνείας της πραγματικότητας πάνω στη βάση της ανθρώπινης λογικής. Η επιστήμη – στα πρώτα της βήματα – συγκρούστηκε με τα στερεότυπα των θεολογικών – κοσμογονικών μύθων. Ο Ξενοφάνης, ο Ηράκλειτος, ο Αναξαγόρας και ο Πρωταγόρας με περισσότερη τόλμη από όλους αμφισβήτησαν την ύπαρξη των θεών και το ρόλο τους στη διαμόρφωση της πραγματικότητας. Η σύγκρουση αυτή προκάλεσε την εξορία κάποιων ή το κάψιμο των βιβλίων τους. Η δεύτερη σύγκρουση για τη φύση του «όντος» δίχασε τους Ίωνες φιλοσόφους (Ηράκλειτος..) και τους Ελεάτες (Παρμενίδης). Ο Εμπεδοκλής και ο Δημόκριτος προσπάθησαν να συνθέσουν τις διαφορές Ιώνων και Ελεατών προωθώντας έτσι το διάλογο αλλά και τα λογικά αδιέξοδα. Συνεχιστές της φιλοσοφικής πορείας ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης που η σκέψη τους σημάδεψε ανεξίτηλα την επιστήμη και το υπόβαθρο του σύγχρονου κόσμου.

Πλάτων vs Αριστοτέλης
Ο Πλάτωνας θητεύοντας στην «αυλή» του Σωκράτη και καταγράφοντας τη διδασκαλία του προσπάθησε να δώσει απαντήσεις αλλά και να βγει από τα αδιέξοδά της Ιωνικής και Ελεατικής σχολής (Ηράκλειτος vs Παρμενίδης). Ειδικότερα, ο Πλάτων βρίσκεται πιο κοντά στις θέσεις του Παρμενίδη και προσπάθησε με τα έργα του («Τίμαιος») να λύσει το πρόβλημα της σχέσης Ιδέας και Πραγματικότητας. Η θεωρία της «μέθεξης» δίνει προβάδισμα στην αιώνια, ακίνητη και αμετάβλητη ιδέα που κάνει τον αισθητό κόσμο ωχρή απομίμηση. Το «Όν» του Παρμενίδη αποτέλεσε το υπόβαθρο της θεωρίας των Ιδεών του Πλάτωνα. Όπως το Παρμενίδειο ον, έτσι και οι Ιδέες έχουν αυθεντική ύπαρξη, συλλαμβάνονται με τη νόηση, είναι αιώνιες, αγέννητες κι άφθαρτες, ακίνητες και αμετάβλητες. Η διαφορά των Πλατωνικών Ιδεών με το ον του Παρμενίδη είναι ότι αυτές είναι πολλές.

Για τον Πλάτωνα τα «όντως όντα», τα αληθινά όντα, δηλαδή οι ιδέες είναι μόνο τα αρχέτυπα των αισθητών όντων. Οι ιδέες είναι αιώνιες οντότητες – οι κατοπινοί τις ταύτισαν με τις έννοιες – με πραγματική υπόσταση, έξω από κάθε σωματικότητα και ανεξάρτητες από την ανθρώπινη σκέψη. Οι ιδέες είναι ακίνητες˙ εκείνο που αλλάζει είναι ο αισθητός κόσμος που συνιστά το «απείκασμα» των ιδεών. Έτσι, ο Πλάτωνας βρήκε τη διέξοδο από τη διαπάλη του Ηράκλειτου (κίνηση – μεταβολή) και του Παρμενίδη (το αγέννητον και ακίνητο ον). Στο θέμα της κατανόησης του κόσμου και των ιδεών ο Πλάτωνας βρέθηκε πιο κοντά στον Παρμενίδη, αφού θεωρεί πως αυτές δεν κατανοούνται με τις αισθήσεις αλλά μόνο με τη βοήθεια της σκέψης. Το λευκό χρώμα ενός αντικειμένου το αντιλαμβανόμαστε έτσι, γιατί «μετέχει» στην ιδέα της «λευκότητας».

 Αυτός ο δυϊσμός του κόσμου του Πλάτωνα – οι αιώνιες Ιδέες και ο κίβδηλος αισθητός κόσμος – αποτέλεσε το βάθρο πάνω στο οποίο τέθηκαν οι βασικές παράμετροι της γνωσιολογίας. Ο αισθητός κόσμος (υλική πραγματικότητα) είναι ο κόσμος της αίσθησης και της ανθρώπινης «δόξας» - γνώμης. Αντίθετα, ο κόσμος των Ιδεών είναι ο κόσμος της νόησης και της αλήθειας (α + λήθη). Ο μύθος του σπηλαίου καταγράφει με γλαφυρότητα και πρωτότυπο τρόπο τόσο την πλάνη των ανθρώπινων αισθήσεων όσο και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει τον πραγματικό κόσμος, τις Ιδέες.

Για πολλούς μελετητές του Πλάτωνα «οι πλατωνικές Ιδέες προέκυψαν από την ανάγκη να δοθεί μια ικανοποιητική απάντηση στον ηθικό σχετικισμό των σοφιστών….Ο Πλάτων προτίμησε να διχοτομήσει την πραγματικότητα σε δυο ανεξάρτητα βασίλεια, παρά να αφήσει να πλανάται η σύγχυση φιλοσοφίας και σοφιστών».

 Ωστόσο, τα δυο αυτά ανεξάρτητα βασίλεια (αισθητός κόσμος – ιδέες) απέρριψε ο Αριστοτέλης που με τις θεωρίες του προχώρησε σε μια sui generis «πατροκτονία», αφού ο Πλάτωνας υπήρξε δάσκαλός του. Για τον Αριστοτέλη, η ουσία της πραγματικότητας, η αληθινή πραγματικότητα δεν βρίσκεται έξω και πάνω από τον αισθητό κόσμο αλλά είναι ενσωματωμένη σε αυτόν. Ο άκρατος Ιδεαλισμός του Πλάτωνα δεν έγινε δεκτός από τον Αριστοτέλη, που ως εκπρόσωπος της τυπικής λογικής φάνηκε περισσότερο πραγματιστής. Γι’ αυτό πρόβαλε με έμφαση τη θέση πως οι μόνες αυθύπαρκτες οντότητες, οι μόνες ουσίες, είναι τα ατομικά, αισθητά πρόσωπα και πράγματα. Γι’ αυτόν οι Πλατωνικές Ιδέες δεν αποτελούν ξεχωριστό βασίλειο του «Όντος, αλλά απλώς ιδιότητες των πραγμάτων».

Ο Αριστοτέλης με μεθοδικότητα και με αρωγό την εμπειρία προσπάθησε να οριοθετήσει την «ουσία» του όντος. Σύμφωνα με τη θεωρία του η ουσία ενός αντικειμένου έγκειται στη μορφή του και όχι στην «ύλη» από την οποία αποτελείται. Η ουσία, δηλαδή, δεν είναι τα υλικά, συστατικά στοιχεία. Στον Αριστοτέλη η Πλατωνική Ιδέα μετασχηματίζεται σε «μορφή». Κάθε ατομική ουσία είναι σύνθεση «μορφής» και «ύλης». Το τραπέζι, π.χ. πρώτα είναι μορφή και μετά ή λιγότερο από το υλικό στοιχείο με το οποίο είναι κατασκευασμένο (ξύλινο, σιδερένιο, πλαστικό…). Αυτή η σύνθεση – συνδυασμός Ύλης και Μορφής υπακούουν σε ένα γενικό νόμο της φύσης, ένα σκοπό. Η τελολογική αντίληψη για τον κόσμο σε συνδυασμό με την «Εντελέχεια» αποτελούν τους βασικούς πυλώνες για την ερμηνεία της ουσίας του Αριστοτελικού όντος.

Η επίδραση του Αριστοτέλη στους αιώνες που ακολούθησαν ήταν καταλυτική και για τη φιλοσοφία των Νέων Χρόνων. Για αιώνες ήταν η αναμφισβήτητη αυθεντία. Αυτό, ίσως, νάρκωσε τις νέες ιδέες κι εμπόδισε κάπως την πρόοδο της επιστήμης. Ωστόσο, η προσφορά του στη Λογική ήταν σημαντική, στοιχείο που ανάγκασε κάποιον νεότερο Ευρωπαίο διανοούμενο να πει πως «η Ελλάδα δεν χρωστά τίποτε σε κανέναν˙ κάθε φορά που στο λόγο μας χρησιμοποιούμε το «άρα» θα πρέπει να πληρώνουμε πνευματικά δικαιώματα στη χώρα που γέννησε τον Αριστοτέλη».

Με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη τελειώνει η δεύτερη μεγάλη σύγκρουση δυο γιγάντων της αρχαίας Ελληνικής φιλοσοφίας, όπως ανάγλυφα εικονοποιήθηκε στον πίνακα η «Σχολή των Αθηνών». Η διαφορετική φορά των χεριών του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη δεν αποκάλυπτε μόνο τη συγκεκριμένη διαφωνία για τον αληθινό κόσμο αλλά και τη γενικότερη πάλη δυο αντίστοιχων κόσμων.

Ωστόσο, οι «μυθικές» μορφές του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη αλλά και του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη δώσαν το περίγραμμα μιας σύγκρουσης για το «ον» και την κίνηση. Η ασταμάτητη αλλαγή (Ηράκλειτος), το Παρμενίδειο «ον», οι πλατωνικές Ιδέες και οι θέσεις του Αριστοτέλη για την «ουσία» των όντων συνθέτουν μέσα από τη διαφορετικότητά τους τη γέννηση και την ωρίμανση της φιλοσοφικής σκέψης.

Επιτυχία είναι στο ταξίδι

Εξήντα τέσσερα χρόνια πριν, ο Edmund Hillary και ο Tenzing Norgay πήγαν κυριολεκτικά εκεί που κανένας άλλος άνθρωπος δεν είχε φτάσει, όταν πάτησαν το πόδι τους στην κορυφή του Everest. Μπορείτε να φανταστείτε πώς θα είχαν νιώσει; Περηφάνια, ολοκλήρωση, έντονη ικανοποίηση; Αλλά ήταν σύντομο. Μπόρεσαν να απολαύσουν τον αέρα σε εκείνο το ύψος μόνο για 15 λεπτά πριν αρχίσουν την κατάβαση.

Σκεφτείτε τώρα το πιο σημαντικό επίτευγμα στη ζωή σας. Θυμηθείτε εκείνη την αίσθηση, όταν επιτέλους προσεγγίσατε τελικά την κορυφή του δικού σας δύσκολου «βουνού». Νιώθατε σαν να μπορούσατε να κατακτήσετε τα πάντα. Αλλά δεν μπορείτε να ξεχάσετε όλες εκείνες τις δύσκολες στιγμές στην πορεία προς την κορυφή- τις μέρες που απλά θέλατε να τα παρατήσετε και να επιχειρήσετε κάτι ευκολότερο. Και είναι σίγουρο ότι οι Hillary και Norgay είχαν τέτοιες μέρες επίσης.

Η επιτυχία δεν είναι ποτέ τελική και η αποτυχία ποτέ ολέθρια. Στο τέλος, είναι το κουράγιο που συνεχίζει να μετράει». Το να έχουμε το κουράγιο να συνεχίσουμε ακόμα και αν πέσαμε είναι σημαντικό, αλλά αυτό που είναι ακόμα πιο σημαντικό είναι το να συνεχίσουμε μετά την επιτυχία. Τότε είναι που το νιώθουμε ευκολότερο να χαλαρώσουμε και να κοιτάξουμε όλα όσα έχουμε καταφέρει, να ξεχάσουμε πόσα ακόμα μας έχουν μείνει να κάνουμε. Η επιτυχία είναι ένα ταξίδι και όχι ένας προορισμός.

Ποτέ δεν είστε τόσο καλοί, όσο νομίζετε, όταν η ζωή σας τα φέρνει όλα δεξιά. Η άλλη πλευρά του νομίσματος είναι επίσης αληθινή. Η επιτυχία χρειάζεται μια ομάδα. Ποτέ δεν θα μπορούσατε να είχατε σκαρφαλώσει εκείνο το βουνό, χωρίς τους ανθρώπους που στάθηκαν δίπλα σας, για να σας βοηθήσουν στην πορεία. Οπότε μην αφήσετε το εγώ σας να αναλάβει τα ηνία μετά το επίτευγμά σας. Αναγνωρίστε και ευχαριστείστε την ομάδα σας λοιπόν για όλα όσα έκαναν. Βρείτε χρόνο για να γιορτάσετε συλλογικά την επιτυχία σας και ύστερα ξαναβάλτε το κεφάλι μέσα, για να εργαστείτε για τον επόμενο στόχο.

Οι Hillary και Norgay συνέχισαν να ζουν τη ζωή τους γεμάτη περιπέτειες, σκαρφαλώνοντας και σε άλλες κορυφές και οργανώνοντας και άλλες ορειβατικές ομάδες. Ποτέ δεν σταμάτησαν να προσπαθούν.

Οι άνθρωποι που χαρακτηρίζονται πραγματικά επιτυχημένοι, είναι εκείνοι που νιώθουν χαρούμενοι, ζωντανοί και ανυπομονούν για το μέλλον. Έχουν υγιείς σχέσεις και αγωνίζονται για να ισορροπούν το κίνητρο με την ταπεινοφροσύνη. Είναι αφοπλιστικά ταπεινοί άνθρωποι. Κι αυτό αποτελεί μια αντίθεση, όπως τα περισσότερα πράγματα στη ζωή. Περπατήστε με το κεφάλι ψηλά και την καρδιά απλή και ταπεινή και θα βρείτε την σπουδαία εκείνη αίσθηση εσωτερικής γαλήνης και ολοκλήρωσης.

Η μετριοφροσύνη δεν είναι κάτι με το οποίο γεννιέστε. Συμβαίνουν ορισμένα πράγματα στη ζωή μας που τονώνουν το εγώ μας ή το ρημάζουν. Μάθετε να αποδέχεστε και τα δύο με αποφασιστικότητα. Και αυτό θα το καταφέρετε, μην επιτρέποντας στα συναισθήματά σας να ελέγξουν την κατεύθυνσή σας. Και όπως ο Rudyard Kipling έγραψε: «Αν μπορείς να αντικρίσεις τον Θρίαμβο και την Καταστροφή και σε αυτούς τους δυο αγύρτες όμοια να φερθείς, δική σου τότε θα είναι η Γη και όλα εκείνα που κατέχει.

Πως να φτάνεις πάντα εκεί που θέλεις

Ο ιμπρεσιονιστής ζωγράφος Εντγκάρ Ντεγκά, αν και είναι κυρίως γνωστός για τους υπέροχους πίνακές του με χορεύτριες, φλέρταρε για μικρό χρονικό διάστημα και με την ποίηση. Ήταν ένα λαμπρό και δημιουργικό μυαλό, άρα θεωρητικά είχε τη δυνατότητα να συνθέσει ποιήματα – μπορούσε να δει την ομορφιά και να βρει έμπνευση.

Παρ΄όλα αυτά, δεν έγραψε ποτέ κανένα σημαντικό ποίημα. Είναι γνωστό ένα περιστατικό που θα μπορούσε να δώσει κάποια εξήγηση για αυτή του τη δυσκολία. Μια μέρα ο Ντεγκά παραπονιόταν στον φίλο του, τον ποιητή Στεφάν Μαλαρμέ, για το πόσο πολύ δυσκολευόταν να γράψει. «Δεν μπορώ να εκφράσω αυτό που θέλω, παρόλο που είμαι γεμάτος ιδέες». Η απάντηση του Μαλαρμέ ήταν βιτριολική: «Αγαπητέ μου Ντεγκά, δεν γράφει κανείς στίχους με ιδέες. Τους γράφει με λέξεις». Ή, μάλλον, με έργα.

Η διαφορά μεταξύ ενός επαγγελματία και ενός ερασιτέχνη έγκειται ακριβώς σε αυτό: στο να αποδέχεσαι ότι το να έχεις μια ιδέα δεν είναι αρκετό, ότι πρέπει να δουλέψεις μέχρι να μπορέσεις να ανασυνθέσεις την εμπειρία σου αποτελεσματικά με λέξεις πάνω σε μια σελίδα. Όπως εξηγούσε ο Γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας Πωλ Βαλερύ το 1938: «Η δουλειά ενός ποιητή… δεν είναι να βιώνει την ποιητική κατάσταση: αυτή είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Η δουλειά του είναι να δημιουργεί αυτή την κατάσταση στους άλλους». Με άλλα λόγια, η δουλειά του είναι να παράγει έργο.

Χρειάζεται λοιπόν να είναι κανείς ταυτόχρονα τεχνίτης και καλλιτέχνης. Να δημιουργεί ένα προϊόν χειροπιαστό, αντί για ένα ακόμα προϊόν του νου. Εδώ είναι το σημείο όπου το αφηρημένο συναντιέται με το πραγματικό, το σημείο στο οποίο ανταλλάσουμε τις σκέψεις και τις συζητήσεις με εργασία και πράξεις.

«Δεν μπορείς να χτίσεις τη φήμη σου με αυτά που πρόκειται να κάνεις», έλεγε ο Αμερικανός αυτοκινητοβιομήχανος Χένρι Φορντ. Στη μελέτη-ορόσημο του ψυχολόγου Μιχάι Τσίκζεντμιχαϊ με θέμα τη δημιουργικότητα, η γλύπτρια Νίνα Χόλτον κινήθηκε στο ίδιο μήκος κύματος. «Ο σπόρος μιας ιδέας», του είπε, «δεν δημιουργεί ένα γλυπτό που στέκεται. Απλώς υπάρχει. Το επόμενο στάδιο φυσικά είναι η σκληρή δουλειά».

Ο επενδυτής και δραστήριος επιχειρηματίας Μπεν Χόραουιτζ εξέφρασε την ίδια ιδέα ακόμα πιο γλαφυρά: «Το δύσκολο δεν είναι να θέσεις έναν μεγαλεπήβολο, τολμηρό στόχο… Το δύσκολο είναι να απολύεις ανθρώπους όταν δεν πετυχαίνεις τον μεγάλο στόχο… Το δύσκολο δεν είναι να κάνεις μεγάλα όνειρα, αλλά να ξυπνάς μέσα στη νύχτα λουσμένος στον ιδρώτα επειδή το όνειρο μετατρέπεται σε εφιάλτη».

Σίγουρα το καταλαβαίνετε. Ξέρετε ότι τα πάντα απαιτούν δουλειά και ότι η δουλειά μπορεί να είναι πολύ δύσκολη. Καταλαβαίνετε όμως πραγματικά; Έχετε ιδέα πόση δουλειά θα χρειαστεί να γίνει; Όχι δουλειά μέχρι να έχετε τη μεγάλη σας ευκαιρία, όχι δουλειά μέχρι να κάνετε όνομα, αλλά δουλειά, δουλειά, δουλειά, ατέλειωτη δουλειά στο διηνεκές. Χρειάζονται 10.000 ώρες ή 20.000 ώρες μέχρι να γίνει κανείς αυθεντία στον τομέα του; Η απάντηση είναι ότι δεν έχει σημασία. Δεν υπάρχει σημείο τερματισμού. Όταν βάλετε στο μυαλό σας έναν αριθμό, είναι σαν να ζείτε σε ένα υπό όρους μέλλον.

Μιλάμε για πολλές ώρες – το να πάμε εκεί όπου θέλουμε δεν είναι θέμα ευφυΐας, είναι θέμα συνεχούς προσπάθειας. Αν και δεν πρόκειται για καμιά ελκυστική ιδέα, είναι ωστόσο ενθαρρυντική, είναι μια ιδέα που δίνει κουράγιο. Επειδή σημαίνει ότι όλα είναι εφικτά – για όλους μας, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε τη συγκρότηση και την ταπεινότητα να κάνουμε υπομονή, και το σθένος να στρωθούμε στη δουλειά. Μάλλον τώρα καταλαβαίνετε γιατί το Εγώ ανατριχιάζει με αυτή την ιδέα. Όλα είναι εφικτά; παραπονιέται. Αυτό σημαίνει ότι παραδέχεσαι πως «δεν το έχεις τώρα». Ακριβώς. Δεν το έχεις. Κανείς δεν το έχει.

Το Εγώ πιστεύει πως πρέπει να επαρκεί το γεγονός ότι έχουμε ιδέες και ότι φιλοδοξούμε να κάνουμε κάτι για την υλοποίησή τους. Θέλει οι ώρες που περνάμε σχεδιάζοντας και συμμετέχοντας σε συνέδρια ή συζητώντας με εκστασιασμένους φίλους να πιστώνονται στον λογαριασμό που οδηγεί στην επιτυχία.

Το Εγώ θέλει να πληρώνεται καλά για το χρόνο που αφιερώνει και θέλει να ασχολείται με το διασκεδαστικό κομμάτι της δουλειάς – με τα πράγματα που τραβούν την προσοχή, τα εύσημα και τη δόξα. Αυτή είναι η πραγματικότητα. Το πού αποφασίζουμε να στρέψουμε την ενέργειά μας καθορίζει και το τι θα επιτύχουμε τελικά.

Αυτοί που βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος

Η ζωή είναι σαν ένα μυστήριο δάσος γεμάτο πολύχρωμα λουλούδια αλλά και δηλητηριώδη φυτά, γεμάτο με άγρια θηρία που απειλούν τη ζωή σου, αλλά και ήμερα ζώα που θα σε προφυλάξουν από την απειλή των πρώτων. Πολλοί άνθρωποι ωστόσο δεν μπλέκονται σε αυτήν την περιπέτεια. Στέκονται σε ένα ξέφωτο παριστάνοντας τους πεφωτισμένους. Κάποια θεία φώτιση νομίζουν, μάλλον, πως έχουν δεχθεί η οποία τους παραχωρεί τη δικαιοδοσία να εντοπίζουν τα αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητας των υπολοίπων, παραλείποντας τα χιλιάδες αλλά θετικά που μπορεί να έχουν.

Στέκονται λοιπόν σε απόσταση ασφαλείας (μακριά από κάθε είδους δράση) παρατηρώντας ένα μονάχα δέντρο το οποίο πράγματι μπορεί να είναι σάπιο εσωτερικά, χωρίς άνθη και τόσο μεγαλεπήβολο που να κρύβει τον ήλιο… Υπάρχει όμως και ένα ολόκληρο δάσος που χάνουν παραμένοντας σε εκείνο το ξέφωτο. Ένα ξέφωτο που τους παρέχει ασφάλεια και κριτική δύναμη, τους στερεί όμως ερεθίσματα δημιουργικής σκέψης αφού σε εκείνο το ξέφωτο δεν βρίσκεται καμία πηγή έμπνευσης που να τρέχει φρέσκο νερό από τα ψηλά βουνά που πλησιάζουν τον ήλιο και φωτίζονται από αυτόν.

Υποθέτω όμως ότι δεν ενδιαφέρονται για αυτού του είδους την ελευθερία, έχουν περιοριστεί σε ένα άλλο είδος ελευθερίας, αυτό της λεκτικής έκφρασης. Περιορίζονται στο να επικρίνουν τον κόσμο που τους περιβάλλει αδιαφορώντας για τα συναισθήματα που προκαλούν στον εκάστοτε κρινόμενο. Η δυνατότητά τους αυτή δεν ισοδυναμεί με την πραγματική ελευθερία (τουλάχιστον έτσι όπως ορίζεται για εμένα η ελευθερία). Είναι μια ψευδαίσθησή της, η οποία περιορίζει το άτομα μονάχα σε εκείνο το μικρό ξέφωτο της ασφάλειας που επικρατεί τόσο όσο φως χρειάζεται για να μην ξεμυτίσει πιο πέρα.

Ο επικριτικός άνθρωπος ίσως (προ)τιμάει τα ιδεαλιστικά πρότυπα του νου του, πρότυπα τελειότητας εκτός ρεαλιστικού τόπου και χρόνου. Πιθανόν χρειάζεται καθολικούς και αιώνιους κανόνες για να ζήσει «σωστά». Την ασφάλεια των κανόνων χρειάζεται άραγε ή την ασφάλεια που προσφέρει η επίκριση; Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν θεμελιώσει τη ζωή τους πάνω σε θρησκευτικές εντολές και ηθικούς κώδικες, και είναι απολύτως κατανοητό. Το γεγονός όμως ότι κάποιος χρησιμοποιεί τους ρητούς ή άρρητους κανόνες για να θίξει, σημαίνει ότι τέρπεται απο την συμπεριφορά του. Διαφορετικά γιατί να γεμίζει αρνητισμό εξωτερικεύοντάς τον με τέτοιο τρόπο;

Μια πιθανή απάντηση είναι ότι μαζί με τον αρνητισμό βιώνει και συναισθήματα ανωτερότητας. Υψώνει ένα βάθρο, στο οποίο τοποθετεί τον εαυτό του διαχωρίζοντάς τον από τους υπόλοιπους «κοινούς θνητούς». Η στάση ζωής που ακολουθεί του δίνει μια ιδιότητα με την οποία πορεύεται εκ του ασφαλούς αφού πια έχει βρει μια σταθερή ταυτότητα. Όλοι οι άνθρωποι άλλωστε έχουμε αυτού του είδους την ανάγκη: να αυτοπροσδιοριστούμε διαχωρίζοντας τον εαυτό μας από το σύνολο και να ανακαλύψουμε σταθερά στοιχεία του εαυτού μας, τα οποία θα μας συνοδεύουν στο υπόλοιπο της ζωής μας. Ο επικριτικός άνθρωπος όμως αυτοπροσδιορίζεται στη θεωρία, αλλά από φόβο μένει στην αδράνεια.

Η κριτική ικανότητα σχετίζεται με την αφαιρετική σκέψη. Την ικανότητα να διαχωρίζεις από ένα ενιαίο σύνολο (δάσος) τα επιμέρους στοιχεία (δέντρα). Η διαφορά του από τον επικριτικό είναι ότι ο δεύτερος εστιάζει σε ένα δέντρο και γενικεύει βγάζοντας αμέσως συμπεράσματα όχι τόσο επαινετικά. Εντούτοις, προσωπικά πιστεύω, ότι και ένας επικριτικός άνθρωπος δεν παύει να είναι ένας πραγματικά έξυπνος άνθρωπος (με την έννοια που περιέγραψα) που όμως δεν ξέρει να χρησιμοποιεί τα χαρίσματά του προς όφελός του.

Την ικανότητα να κοιτούν και να βλέπουν δεν την έχουν πολλοί άνθρωποι, μόνο οι πολύ ευαίσθητοι. Και εννοώ όλους αυτούς που καθημερινά κατακλύζονται από ερεθίσματα. Οι αισθήσεις τους επιτρέπουν σε αυτά να τις διαπεράσουν και τελικά να αγγίξουν το άτομο σε βάθος. Όλοι οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι ζωγράφοι, οι ηθοποιοί είναι απλά άνθρωποι που κοινωνούν, ό,τι πολύ εύκολα λαμβάνουν απο τα ευαίσθητα αισθητήρια όργανά τους, με θετικά αποτελέσματα. Τραβούν σαν μαγνήτης την ομορφιά και πεισματικά εμμένουν σε αυτήν, ώσπου να γίνει δημιουργία.

Ένα νόμισμα δεν έχει ποτέ μια πλευρά μόνο. Ίσως πίσω σου κρύβεται ένας παράδεισος και μετά από χρόνια αρνητισμού, όταν πια το συνειδητοποιήσεις, να είναι αργά. Το πιο αβάσταχτο πένθος που μπορεί να βιώσει κανείς, είναι αυτό των εν δυνάμει δυνατοτήτων μας που ποτέ δεν ενεργοποιήθηκαν. Αυτό που η ζωή μας αξίωσε να ζήσουμε αλλά δεν τα καταφέραμε. Δεν είναι αργά να εγκαταλείψεις την ασφάλεια. Το πιο άγριο «θηρίο του δάσους» άλλωστε, είναι το μυαλό σου και αυτό πρέπει να τιθασεύσεις, τίποτα άλλο

Ψυχή μου μη χάνεις την ουσία σου

Ψυχή μου, σου έχουν πει να είσαι καλή με αυτούς που είναι καλοί μαζί σου και να μην είσαι τόσο καλή με εκείνους που σε πλήγωσαν. Αλλά εγώ θα σου πω πως όλοι αξίζουν αγάπη και προσοχή. Αυτοί που ήταν καλοί μαζί σου και εκείνοι που δεν ήταν καλοί μαζί σου. Ναι, αξίζουν την αγάπη και την συμπόνια σου.

Μπορεί να βλέπεις τους συνανθρώπους σου αδύναμους, σκοτεινούς, ασήμαντους , σκληρούς ή άσπλαχνους. Τυφλωμένη όμως από αυτόν τον τρόπο προσέγγισης ξεχωρίζεις εσένα από τους συνανθρώπους σου. Τους βάζεις σε κουτάκια και σε κατηγορίες. Και μέσα από όλα αυτό παραλείπεις να δεις ποια είσαι εσύ. Διότι, αγαπημένη μου ψυχή, εσύ είσαι ο κόσμος και ο κόσμος είσαι εσύ. Ο κόσμος αντανακλά τη δική σου ανθρωπιά, τη δική σου ανθρώπινη υπόσταση.

Ο πόνος που βλέπεις στους άλλους, είναι και ο δικός σου πόνος. Οι φοβίες τους, οι αδυναμίες τους, οι αμφιβολίες τους – όλα αυτά είναι και δικά σου. Δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ των άλλων και του εαυτού σου. Δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ του καλού και του κακού, μεταξύ της καλοσύνης και τις κακίας. Όλα είναι ΕΝΑ μέσα σε όλους και όλα. Και αν σε πόνεσαν, σε πλήγωσαν , σκέψου πως κι εσύ μπορεί να έχεις κάνει το ίδιο. Κάπου, κάποτε κάποιον πλήγωσες, κάποιον πόνεσες. Βλέπεις; Δεν υπάρχει διαφορά. Όλοι οι άνθρωποι έχουμε αντιδράσεις, έχουμε συναισθήματα, έχουμε μια ψυχή που άλλοτε πονάει και άλλοτε αγαπάει. Δείξε συμπόνια. Αγκάλιασε όλα τα κομμάτια τους και ταυτόχρονα θα αγκαλιάζεις και όλα τα δικά σου κομμάτια.

Δεν υπάρχει διαχωρισμός μεταξύ των άλλων και του εαυτού σου. Εσύ είσαι η ανθρωπότητα και η ανθρωπότητα είναι μέσα σου. Δεν είσαι μια στάλα στον ωκεανό. Είσαι ολόκληρος ο ωκεανός μέσα σε μια στάλα. Και το ξέρεις βαθιά μέσα σου. Το ξέρεις ότι είναι αλήθεια. Ξέρεις την αλήθεια της Ενότητας.

Γιατί να μη δίνεις το Χαμόγελό σου, την Αγάπη σου στην Ενότητα αναγνωρίζοντας εσένα μέσα στον καθένα; Καθώς θα δίνεις στους άλλους, στην ουσία θα δίνεις σε σένα. Κάποτε με ρώτησες: “Ποια είναι η αποστολή μου; Τι πρέπει να κάνω για να μην έρθω πάλι σε αυτόν τον κόσμο;”

«Δεν είμαι Θεός», σου απάντησα, «δεν μπορώ να σου πω με ακρίβεια. Ένα όμως ξέρω: όταν όλοι σου επιτεθούν και εσύ συνεχίζεις να τους αγαπάς με όλη σου την ψυχή, τότε έχεις κάνει σωστά τη δουλειά σου».

Η αρχή του Σαμάνου

Στην πορεία του Σαμάνου, δουλεύουμε την αλλαγή. Θέλω να σας υπενθυμίσω κάποια πράγματα, όπως ότι το μονοπάτι της αλλαγής δεν έχει ευθείες. Η αυτογνωσία είναι μία σπείρα, η οποία σας γυρίζει ξανά σε πράγματα που νομίζατε ότι ξέρετε. Εκεί φανερώνεται τι ακόμα έχει μείνει εκεί για να δουλευτεί, μέσα από τη βιωματική σοφία.

Οι οραματιστές, οι Σαμάνοι, οι άνθρωποι γενικά που αναζητούν, δε σκέπτονται πως υπάρχουν δύο κόσμοι – ο ορατός και ο αόρατος. Ξέρουν πως ο ένας είναι κομμάτι του άλλου. Δεν είναι λοιπόν ότι ψάχνουμε να δούμε τον «αόρατο κόσμο», αλλά ότι συνεχίζουμε το ονείρεμά μας με τα μάτια ανοιχτά. Αυτό είναι που μπορεί να αλλάξει το προκαθορισμένο. Να απελευθερωθούμε από το δεδομένο και να πλάσουμε το νέο, πιο ουσιαστικό μας κομμάτι.

Εμείς δουλεύουμε με το μυθικό, με το κομμάτι του εαυτού μας που στήνει το πεπρωμένο μας και δεν ακολουθεί τη μοίρα. Το μυθικό κομμάτι μέσα μας είναι αυτό που περιέχει τον εν δυνάμει εαυτό μας με τα καλύτερα υλικά του, το θεραπευμένο μας κομμάτι. Όσο πιο πολύ δουλεύουμε και οραματιζόμαστε το θεραπευμένο μας κομμάτι, τόσο πιο εύκολα μπορεί να γίνει η μετάβαση. Τα φίλτρα που μας μπλοκάρουν από το να ονειρευτούμε, είναι οι πεποιθήσεις, οι προσωπικές ιστορίες που πλέκονται με το δράμα, η αρνητική όψη της Σκιάς μας. Αν δεν τα καθαρίσουμε, χάνουμε την αλήθεια μας.

Ο κόσμος είναι όπως τον ονειρευόμαστε, αλλά και όπως εμείς ονειρευόμαστε τον εαυτό μας. Ότι ψάχνουμε, θα το βρούμε. Ότι πιστεύουμε θα το δημιουργήσουμε και ότι ψάχνουμε και πιστεύουμε μαζί, θα το γειώσουμε.

Θέλω να θυμάστε πως, όταν μπορέσετε να δείτε πραγματικά τον εαυτό σας, μόνο τότε θα μπορέσετε να δείτε τους άλλους. Πρέπει να έχετε αντικρίσει πρώτα το δικό σας Εγώ, τις δικές σας προσδοκίες, τις συνήθειες της προσωπικότητας, τις ιστορίες που δημιουργείτε στο μυαλό σας και προβάλετε στους άλλους. Όταν μπορέσετε να αρχίσετε να βλέπετε ποια είναι η πραγματική σας φύση, χωρίς να προβάλετε, τότε θα αρχίσει η μετατροπή να γίνεται.

Μην πάτε από το τραύμα να συναντήσετε τη γιατρειά σας. Το τραύμα θα εκδηλωθεί πάλι μέσα από το τραύμα και θα δημιουργεί πάντα μέσα από την τραυματική εμπειρία. Δημιουργήστε από πιο υψηλό επίπεδο, χρησιμοποιήστε την Τέχνη, το χρώμα, την ποίηση, την κίνηση. Αυτά τα υλικά μπορούν να σας βοηθήσουν να μιμηθείτε την Ψυχή, ώσπου να μπορέσετε να την αντικρίσετε στην πραγματικότητα. Δεν είναι ντροπή. Ντροπή είναι να ξεχνάτε την Ψυχή. Ντροπή είναι να ξεθωριάζει από τη ματιά σας η στάλα του Ερεβοκτόνου Φωτός που έχετε μέσα σας. Μην την κρύψετε όμως άλλο, μη τη φυλακίσετε, μην την τρέψετε έξω από εσάς. Ρίξτε την στο σκοτάδι σας και, έτσι, ολάκεροι Φως θα γίνετε.

Δυστυχώς στο τέλος δεν γίνονται παρά κότες, που κακαρίζουν

Ξέρεις, Ανθρωπάκο, πώς θα ένιωθε ένας αετός αν κλωσούσε αυγά κότας; Αρχικά ο αετός νομίζει ότι κλωσάει μικρά αετόπουλα, που θα τα μεγαλώσει και θα γίνουν μεγάλοι αετοί. Από τα αυγά βγαίνουν όμως πάντα μικρά κοτόπουλα. Απελπισμένος, ο αετός εξακολουθεί να ελπίζει ότι τα κοτόπουλα θα γίνουν κάποια στιγμή αετοί. Δυστυχώς στο τέλος δεν γίνονται παρά κότες, που κακαρίζουν. Όταν ο αετός το αντιλαμβάνεται, συγκρατεί με πολύ κόπο την παρόρμησή του να κατασπαράξει όλα αυτά τα κοτόπουλα. Αυτό που τον αποτρέπει είναι μια μικρή ελπίδα. Συγκεκριμένα η ελπίδα ότι ανάμεσα στα πολλά κοτόπουλα μπορεί μια μέρα να βρεθεί ένα μικρό αετόπουλο που θα εξελιχτεί σε μεγάλο αετό, ικανό, σαν κι αυτόν, να ατενίζει από τη φωλιά του στα πέρατα, για να ανακαλύψει νέους κόσμους, νέες σκέψεις και νέες μορφές ζωής. Μόνο αυτή η αχνή ελπίδα συγκρατούσε τον αετό από το να καταβροχθίσει όλα τα κοτοπουλάκια. Κι εκείνα δεν έβλεπαν ότι τα είχε κλωσήσει αετός. Δεν έβλεπαν ότι ζούσαν σε έναν ψηλό απόκρημνο βράχο πάνω από τις υγρές και σκοτεινές κοιλάδες. Δεν ατένιζαν μακριά, όπως ο μοναχικός αετός. Απλώς έτρωγαν και έτρωγαν και έτρωγαν ό,τι τους έφερνε ο αετός στη φωλιά. Τον άφηναν να τα ζεστάνει κάτω από τις μεγάλες φτερούγες του σε βροχές και καταιγίδες, όταν αυτός υπέμενε την καταιγίδα χωρίς καμία προστασία.Ή, όταν τα πράγματα αγρίευαν, κρύβονταν και του πετούσαν κοφτερά πετραδάκια για να τον χτυπήσουν και να τον πληγώσουν.

Όταν ο αετός αντιλήφθηκε τη μοχθηρία τους, η πρώτη του παρόρμηση ήταν να τα κάνει χίλια κομμάτια. Αλλά το ξανασκέφτηκε και άρχισε να τα λυπάται. Κάποτε, ήλπιζε, θα υπήρχε, δεν μπορεί, θα έπρεπε να υπάρξει, ανάμεσα στα πολλά, λαίμαργα και κοντόφθαλμα κοτόπουλα, που κακάριζαν, ένας μικρός αετός που θα ήταν ικανός να γίνει σαν κι αυτόν.

Μέχρι σήμερα ο μοναχικός αετός δεν έχει εγκαταλείψει αυτή την ελπίδα. Κι έτσι συνεχίζει να κλωσάει κοτόπουλα.

Δεν θες να γίνεις αετός, Ανθρωπάκο, και γι’ αυτό αφήνεις τα όρνια να σε κατασπαράζουν. Φοβάσαι τους αετούς και γι’ αυτό ζεις σε μεγάλα κοπάδια και αφανίζεσαι μαζικά. Γιατί μερικές από τις κότες σου κλωσάνε αυγά όρνεων. Και τα όρνια σου έγιναν οι ηγέτες σου εναντίον των αετών, των αετών που ήθελαν να σε οδηγήσουν σε μακρινά, καλύτερα μέρη. Τα όρνια σε έμαθαν να τρως κουφάρια και να είσαι ευχαριστημένος με λίγα σπυριά σιτάρι. Επιπλέον σε έμαθαν να κραυγάζεις «Ζήτω! Ζήτω, μεγάλο όρνιο!». Τώρα λιμοκτονείς και πεθαίνεις μαζικά και εξακολουθείς να φοβάσαι τους αετούς που κλωσάνε τα κοτόπουλά σου.

Όλα αυτά τα πράγματα, Ανθρωπάκο, τα έχτισες πάνω στην άμμο: το σπίτι σου, τη ζωή σου, την κουλτούρα και τον πολιτισμό σου, την επιστήμη και την τεχνολογία σου, την αγάπη σου και την εκπαίδευση των παιδιών σου.

ΒΙΛΧΕΜ ΡΑΪΧ, Άκου, Ανθρωπάκο!

Δράσε αθόρυβα

Αποτέλεσμα εικόνας για audrey tautou noir et blancΗ φράση αυτή, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια της ζωής μου, ένα από τα πιο αγαπημένα μου μότο. Το επαναλαμβάνω στον εαυτό μου και παράλληλα, συμβουλεύω φίλους και γνωστούς να κάνουν την παραπάνω φράση, βίωμα.

«Δράσε σιωπηλά» θα πω και σε σένα που αυτήν την στιγμή διαβάζεις το άρθρο μου.

Μην ανακοινώνεις τις σημαντικές αποφάσεις της ζωής σου δεξιά και αριστερά.
Πίστεψε με ή μάλλον εμπιστεύσου με, δεν οδηγεί πουθενά!

Κακά τα ψέματα, είναι δύσκολο οι επιθυμίες μας, οι στόχοι μας και τα όνειρα μας να ταυτίζονται με την πολυκοσμία και εδώ που τα λέμε, λογικό το βρίσκω. Διαφορετικά θα ήμασταν όλοι ίδιοι.

Δεν υπάρχει λόγος λοιπόν να προσπαθείς να πείσεις τον καθένα τι είναι καλύτερο για σένα, κάνε απλά αυτό που εσύ θεωρείς σωστό.Μην ξεχνάς πως ίσως αυτό που ποθεί η ψυχή σου, να μην μπορεί να το καταλάβει ούτε ο πιο δικός σου άνθρωπος…

Άρα γιατί να υπάρχουν αντιπαραθέσεις; Σκέψου πόσες φορές, όταν ήμασταν παιδιά ακόμα, άλλα θέλαμε εμείς κι άλλα θεωρούσαν σωστά για εμάς οι γονείς μας…

Μη δημοσιοποιείς τις σκέψεις σου ή τα σχέδια σου… δράσε αθόρυβα, γιατί υπάρχει και κακός κόσμος εκεί έξω (φαντάζομαι πως το ‘χεις αντιληφθεί).

Υπάρχει κόσμος που θα σε κρατήσει πίσω κι αντί να σε παρακινεί, θα σε αποτρέπει, γιατί δυστυχώς υπάρχει ζήλια.

Όταν σε ζηλεύουν δεν σε ενθαρρύνουν, το αντίθετο, σου βάζουν τρικλοποδιές προσπαθώντας να θίξουν μόνο τις αρνητικές πτυχές του «ονείρου» σου.

Kαι φυσικά υπάρχει και η ομάδα εκείνη των ατόμων που σε έχουν από κοντά με σκοπό να πάρουν τις ιδέες σου και να φανούν αυτοί ανώτεροι στα μάτια άλλων, παρουσιάζοντας τες ως δικές τους.

Φαντάζομαι πως δεν θες να σου συμβεί κάτι τέτοιο!

Κυρίως όμως, μην ακούς κανέναν σε ζητήματα καρδιάς!

Το ένστικτο πάντα ξέρει και ποτέ δεν ψεύδεται. Ακούστε την καρδιά σας, εσείς ξέρετε καλύτερα από τον καθένα τι προορίζεται για εσάς!

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ ΔΙΧΩΣ ΛΟΓΙΚΗ

Μιλάς για τον έρωτα, που είναι η μόνη αιτία μίσους πάθους και επιθυμίας που οδηγεί στην κακία, διότι το να λυπάται μέχρι να αυτοκτονεί ένας άνθρωπος για τον έρωτα, ή να μισεί αυτό που δεν μπορεί να έχει, σημαίνει ό,τι ποτέ δεν αγάπησε ούτε αγαπήθηκε αληθινά.

Άλλωστε, δεν τον ρώτησε, αν ο έρωτας της ο πρίγκηπας, είχε τις ίδιες σκέψεις με αυτήν, ούτε αν την αγαπούσε, παρά μόνον όταν είχε οδηγηθεί στο αδιέξοδο! που την οδήγησε ο δίχως λογική έρωτας ο έρωτας χωρίς αγάπη!

Ναι, γι' αυτόν τον έρωτα πρόκειται, τον επίφοβο γητευτή, που γεννιέται στις καρδιές των κοριτσιών χωρίς να ρωτήσει, που ανθίζει ακάλεστος, που δεν εξαρτάται από το αν βρίσκει ανταπόκριση. Τον τρελό καταστροφικό έρωτα, τον γιο της πενίας, που σε κάνει να αισθάνεσαι πάντα πεινασμένος για τον Άλλον.

Έλλειψη, στέρηση, μανία απόκτησης, απελπισία, κατάθλιψη, σκοτάδι.

Όταν παραμερίζεται ο Νους. Όταν παίρνουν τα ηνία οι εμμονές και τα άλογα πάθη της σάρκας.
Είναι το υπόβαθρο της αναπαραγωγής, ας μην το ξεχνάμε. Είναι η Πτώση.

Έχουμε δημιουργήσει στο παγκόσμιο συνειδητό μας ως ανθρωπότητα ένα αδιαπέραστο τείχος μεταξύ γης και ουρανού!

Ο θάνατος, θεωρείται ως το μέγιστο κακό, ο αποχωρισμός αυτού του κόσμου, χωρίς να γνωρίζουμε τι είναι η ζωή και τι ο θάνατος, χωρίς να γνωρίζουμε αν όντως στον κόσμο του έρωτα δίχως δίχως λογική που ζούμε τώρα, είμαστε ήδη νεκροί!

Υπάρχει ένα τρίπτυχο. Ένα τρίγωνο με πλευρές την υγεία, την εργασία και το σεξ. Αν κάποια πλευρά έχει πρόβλημα, διαταράσσεται η ισορροπία του ατόμου.

Το θυμήθηκα χθες και αναρωτιέμαι τι επιπτώσεις μπορεί να έχει στην ψυχική και σωματική υγεία η έλλειψη του σεξ.

Πόσο δηλαδή η ερωτική ζωή παίζει ρόλο στην υγεία ανεξάρτητα και παράλληλα με την αναπαραγωγική διαδικασία. Αν βοηθά στην ευεξία ψυχής και σώματος, με την απελευθέρωση θεραπευτικών ορμονών και ουσιών στον οργανισμό, που τον αναγεννούν, τον προστατεύουν από τον μαρασμό και διατηρούν τους χυμούς.

Γιατί "Νους υγιής εν σώματι υγιεί". Και ήθελα την γνώμη σου.

Τι σχέση έχει ο Νους με τον έρωτα;
Νους υγιής εν σώματι υγιεί!
Χωρίς το Νου είναι αδύνατον να επιζήσει ο έρωτας!

Και ο Νους είναι η ουσία της ψυχής, και όχι ο έρωτας της σάρκας, δηλαδή όλες οι άλογες επιθυμίες και πάθη της σάρκας για οτιδήποτε υλικό!

Έλεγα μήπως το σώμα χωρίς σεξ υφίσταται τον ίδιο μαρασμό και καχεξία που παρουσιάζεται όταν του στερήσουμε την τροφή και το νερό. Η μη κάλυψη δηλαδή της ανάγκης αυτής του σώματος μήπως υποσκάπτει την υγεία και οδηγεί σε μη υγιές σώμα.

ΕΙΜΑΣΤΕ Ο,ΤΙ ΣΚΕΦΤΟΜΑΣΤΕ.
Αν λοιπόν μετατοπίσουμε τον έρωτα στην ένωση της σάρκας δύο σωμάτων που έλκονται μεταξύ τους, τότε ο Νους είναι αυτός που μπορεί να φέρει Αρμονία στην έλξη μέσα από τον έρωτα δύο ανόμοιων σωμάτων.

Διότι όλα τα σώματα είναι ανόμοια και μεταβαλλόμενα συνεχώς.

Εξού και η μεταβαλλόμενη άλογη λογική των άλογων σωμάτων μέσα από την διαμάχη.

Ο Νους είναι Αμετάβλητη ουσία, Ουσιωδώς όμοιος με το Αγαθό, και είναι ο μόνος που μπορεί να φέρει Αρμονία σε οτιδήποτε υλικό, ή αισθητό υλικό σώμα.

Πιστεύεις λοιπόν, ότι μπορούν να τα κατανοήσουν όλα αυτά οι άνθρωποι που εγκλωβίστηκαν στην λήθη του σώματος; και πλέον δαιμονοποίησαν τα πάντα και θεοποίησαν τα πάντα εκτός από την θεϊκότητα του Νου;

Παρατηρώ οτι ο έρωτας δεν είναι αγοραίος. Είναι επιλεκτικός. Το υποκείμενο του πόθου δεν είναι ένα τυχαίο δείγμα. Είναι ένα ειδικό πρόσωπο που ξεχωρίζει μέσα από το σύνολο και αποκτά μυθικές διαστάσεις στα μάτια μας.

Έχει άραγε αυτή η αυστηρή επιλογή καθαρά αναπαραγωγικά κριτήρια ή είναι πιο σύνθετη;
Γιατί περνούν αδιάφορα ή φιλικά τόσα πρόσωπα από την σκηνή και μόνο ένα, κι αυτό αραιά και που, δημιουργεί την έλξη και την εμμονή, που οδηγεί στην ψευδαίσθηση της άρσης τη δυαδικότητας;

Όλα είναι ανάλογα με το ποσοστό που μας οδηγεί ο Νους της ψυχής.

Όσο περισσότερο αποκτούμε την Αυτογνωσία, τόσο περισσότερο ελκόμαστε από τα όμοια μας. Και τα όμοια μην ξεχνάς ότι μπορεί να έχουν ανόμοιο σώμα, αλλά το εξουσιάζει ο Νους.

Οπότε πρώτα το Νου ερωτευόμαστε, και τελευταίο το σώμα.

Διότι όλες οι άλογες ενέργειες της Ύλης, έλκονται από πολύ μεγάλο έρωτα για το Νου.

Και όσοι άνθρωποι έλκονται μόνο από το σώμα, είναι άλογα ζώα, και σαν ζώα θα συμπεριφέρονται, όπου θα αλλάζουν τον έρωτα τους συνεχώς ως άλογα μεταβαλλόμενα στοιχεία που είναι και οδηγούνται από αυτά.

Σωστά! Το σώμα ακολουθεί όταν ο Νους έλκεται από τον όμοιο Νου. Η λαγνεία πάλι είναι άλλο πράγμα και αφορά μόνο το σώμα.

Μην ξεχνάς επίσης ότι και όλα τα άλογα όντα έλκονται το ίδιο από πολύ μεγάλο έρωτα για το Νου ...οπότε θέλουν να το αποκτήσουν! και όχι να το αγαπήσουν! διότι δεν οδηγούνται από το Νου!

Καλά κάνεις και το υπενθυμίζεις. Πάντα υπάρχει η πιθανότητα η έλξη να μην είναι παρά επιθυμία για κατάκτηση, μια τυφλή παρόρμηση για επιβεβαίωση μέσω μιας ψευδαισθησιακής κατοχής.

Ποιμάνδρης:

καὶ ἐπληθύνθη κατὰ γένος τὰ πάντα καὶ ὁ ἀναγνωρίσας ἑαυτὸν ἐλήλυθεν εἰς τὸ περιούσιον ἀγαθόν, ὁ δε ἀγαπήσας τὸ ἐκ πλάνης ἔρωτος σῶμα, οὗτος μένει ἐν τῷ σκότει πλανώμενος, αἰσθητῶς πάσχων τὰ τοῦ θανάτου.

Πραγματικά μας ρήμαξε ο διαχωρισμός σε φύλα. Μπορεί να φαίνεται γοητευτικό και σέξυ το παιγνίδι των φύλων αλλά στην πραγματικότητα είμαστε ανεπαρκείς και μισοί.

Χάσαμε την Αρμονία, το Νου, και πλέον μας οδηγεί η άλογη σάρκα.

Υπηρετούμε το σώμα. Πάντα όμως μπορούμε να εξοικονομήσουμε ώρα για τον Εαυτό. Ο Νους δεν φυλακίζεται.

Στο χέρι μας είναι αν θέλουμε να μας οδηγούν και να μας εξουσιάζουν όλα τα θνητά.
Διότι ο μεν Νους είναι Ουσιωδώς όμοιος με την Αλήθεια της Ζωής.
Το δε σώμα είναι ουσιωδώς όμοιο με την ανυπαρξία της ζωής.

Πως να υπερνικήσουμε τη δυσπιστία μας

Όλοι μας αντιμετωπίζουμε με δυσπιστία και αβεβαιότητα πολλές κατάστασεις και άτομα. Δυσκολευόμαστε να δείξουμε την εμπιστοσύνη μας κυρίως σε ανθρώπους και χρειάζομαστε τον απαιτούμενο χρόνο για νιώσουμε σίγουροι.

Αυτό που συμβαίνει ουσιαστικά είναι ότι κάθε μέρα κάνουμε τις επιλογές αναφορικά με τα άτομα στα οποία θα δείξουμε εμπιστοσύνη, βγάζουμε τα συμπεράσματα μας για συμπεριφορές και χαρακτήρες ανθρώπων. Μάλιστα η αλήθεια είναι ότι σήμερα εμπιστευόμαστε τους συνανθρώπους πιο εύκολα συγκριτικά με παλαιότερες εποχές. Βέβαια η ευκολοπιστία αυτή του σήμερα οδηγεί πολλά άτομα σε εσφαλμένες επιλογές, οι οποίες κοστίζουν σε πολλούς τομείς τις ζωής τους. Η υπερβολική αυτοκυριαρχία, αυτοέλεγχος πολλές φορές ως προς το θέμα της εμπιστοσύνης μας προς τους συνανθρώπους μας πηγάζει μέσα από δυσπιστία μας. Όταν η δυσπιστία φτάνει να είναι εκτός λογικών πλαισίων, τότε δημιουργείται ένας απομωνομένος, αποξενωμένος και δύσπιστος άνθρωπος.

Τα σημάδια ενός υπερβολικά δύσπιστου ατόμου:

Μεγάλη έλλειψη οικειότητας ή αίθησης της φιλίας λόγω της δυσπιστίας
Δυσπιστία που έρχεται σε επαφή με την πρωταρχική σχέση του ατόμου
Αρκετά έντονα δραματικές και θυελλώδεις σχέσεις για μεγάλο διάστημα ή ταυτόχρονα
Φευγαλέες σκέψεις καχυποψίας ή ανησυχίας για τους φίλους και την οικογένεια
Αίσθηση του φόβου κατά τη διάρκεια της σωματικής οικειότητας
Πεποίθηση ότι οι προθέσεις των άλλων είναι παραπλανητικές και κακόβουλες, χωρίς πραγματική απόδειξη

Θεραπεία μπορεί να βοηθήσει τα άτομα που αντιμετωπίζουν έντονα προβλήματα εμπιστοσύνης. Το άτομο που δεν μπορεί να εμπιστευθεί μπορεί πολύ εύκολα να να καταστρέψει φιλίες, σταδιοδρομίες, και οι γάμους, αλλά ευτυχώς μπορεί να μάθει και πάλι να επιστεύεται.

Για παράδειγμα, ένα άτομο που βίωσε απιστία σε μια σχέση μπορεί να μεταφέρει το φόβο σε κάθε μελλοντική σχέση, προκαλώντας περιττό πόνο και αναστάτωση και για τα δυο μέρη.

Δουλεύοντας, το ίδιο άτομο μπορεί να διαχωρίσει το παρελθόν του σε θέματα εμπιστοσύνης από μελλοντικούς φόβους και να διδαχθεί στην ουσία πως μπορεί να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη του στις υπάρχουσες σχέσεις του. Η εμπιστοσύνη αναπτύσσεται με την πάροδο του χρόνου σε κάθε πλαίσιο, και με την κατάλληλη καθοδήγηση. Με αυτό τον τρόπο ένα άτομο μπορεί να αποκτήσει τη διορατικότητα να εντοπίσει τις καταστάσεις που κατά το παρελθόν η εμπιστοσύνη του έχει κλονιστεί και να τις απομονώσει.

Κι αν δεν μπορούμε να γίνουμε τέλειοι, ας είμαστε τουλάχιστον σωστοί

Αποτέλεσμα εικόνας για Portrait photographyΦταίει το ζαβό το ριζικό μας, έγραψε κάποτε ο Βάρναλης. Για να το απογειώσει κάποιους στίχους παρακάτω, δηλώνοντας ότι φταίει το κεφάλι το κακό μας.

Κι όντως φταίει, είναι επιβεβαιωμένο πλέον.

Δεν ξέρω τι μας πιάνει. Κάποιος διάολος το πιθανότερο να μας καβαλάει κι εμείς με τη σειρά μας καβαλάμε ένα καλάμι και πάμε.

Μας τυφλώνει το εγώ μας και κάνουμε λάθη.

Γιγαντώνεται η γνώμη για τον εαυτό μας, για κάποιο λόγο θεωρούμε ότι περνάμε στο αλάθητο και απυρόβλητο και δίνουμε πόνο.

Γειώνουμε ανθρώπους, προσβάλλουμε, εκμηδενίζουμε.

Και δεν το κάνουμε από κακία. Αν ήταν έτσι, θα λέγαμε είμαστε κακοί και θα τελείωνε.

Όχι, κακοί δεν είμαστε. Αδύναμοι είμαστε, τρομάρα μας. Αδύναμοι σε πειρασμούς, σε μεγάλες κούφιες ιδέες, σε λάθη και πάθη.

Και κάπως έτσι παίρνουν αέρα τα μυαλά μας, δοκούμαστε για αυθεντίες, για πάπες με λίγα λόγια κι όποιον πάρει και σηκώσει στο διάβα μας.

Κι είναι τόσος ο εγωισμός μας, που ακόμη κι όταν το λάθος ουρλιάζει μες τα μούτρα μας, εμείς δεν το παραδεχόμαστε. Γατζωνόμαστε στην έπαρσή μας και δε δεχόμαστε τίποτα. Τίποτα και κανέναν.

Κι όμως, είναι αρετή η ταπεινότητα. Εν οίδα ότι ουδέν οίδα, λέγανε οι σοφοί οι αρχαίοι αλλά εμείς αγρόν αγοράζαμε. Πέρασε και δε μας άγγιξε η σοφία τους.

Αφήνουμε την έπαρση να μας οδηγεί, την υπερβολική ιδέα για έναν εαυτό που είναι κατώτερος από ότι θέλουμε να τον λέμε. Και η πτώση αρχίζει.

Και δε μας χαρίζεται κανείς. Βαλλόμαστε από παντού, η κριτική πέφτει βροχή, το κράξιμο το ίδιο. Κι εμείς στη μέση, αμετακίνητοι και εγωιστές.

Πώς λοιπόν να μη φταίει το κεφάλι το κακό μας;

Ταπεινότητα φίλοι μου. Αυτιά και μυαλά ανοιχτά.

Άνθρωποι είμαστε και κάνουμε λάθη. Επιβάλλεται να κάνουμε για να μάθουμε από αυτά. Αλλά να μη γατζωνόμαστε πάνω τους υποστηρίζοντας το άδικο για δίκαιο, το λάθος για σωστό. Να τα αναγνωρίζουμε, να αναλαμβάνουμε τις ευθύνες μας και να προχωρούμε παρακάτω.

Η έπαρση δε μας χρειάζεται. Μόνο κακό μας κάνει. Εμπιστοσύνη στον εαυτό μας, πίστη σε αυτόν αλλά χωρίς παρωπίδες.

Αυτές οι παρωπίδες είναι που μας απομονώνουν από τον υπόλοιπο κόσμο, μας αποδυναμώνουν, μας αποξενώνουν.

Ας τις βγάλουμε λοιπόν κι ας δεχτούμε τη βασική αρχή για μια ήρεμη ζωή: Δεν είμαστε τέλειοι. Παλεύουμε να γίνουμε αλλά είναι κάτι που εκ των πραγμάτων δε θα καταφέρουμε ποτέ.

Ας αρκεστούμε τουλάχιστον να είμαστε σωστοί.

Ο γαλαξίας Μαύρο Μάτι

m64Ο γαλαξίας με το όνομα Messier 64 (M64) έχει μια θεαματική σκοτεινή ζώνη από σκόνη που απορροφά το φως μπροστά από το λαμπρό πυρήνα του, γι αυτό και ονομάστηκε ο γαλαξίας «Μαύρο Μάτι» (Black Eye).
 
Σε αυτή την εικόνα που τράβηξε το Hubble φαίνονται λεπτομέρειες της σκοτεινής ζώνης στο κεντρικό τμήμα του M64.
 
Ο γαλαξίας αυτός, που καταχωρήθηκε πρώτα το 18ο αιώνα από το γάλλο αστρονόμο Messier, M64 βρίσκεται στο βόρειο αστερισμό της Κόμης της Βερενίκης, και βρίσκεται κατά προσέγγιση 17 εκατομμύρια έτη φωτός από τη γη.
 
Με μια πρώτη ματιά, ο M64 εμφανίζεται να είναι ένας αρκετά κανονικός σπειροειδής γαλαξίας σε σχήμα ανεμόμυλου. Όπως και στην πλειοψηφία των γαλαξιών, όλα τα αστέρια του M64 περιστρέφονται στην ίδια κατεύθυνση, δεξιόστροφα, όπως φαίνεται στην εικόνα του Hubble. Εντούτοις, λεπτομερείς μελέτες στη δεκαετία του ’90 οδήγησαν στην ανακάλυψη ότι το διαστρικό αέριο στις εξωτερικές περιοχές του M64 περιστρέφεται στην αντίθετη κατεύθυνση από ότι το αέριο και τα αστέρια στις εσωτερικές περιοχές.
 
Η εσωτερική περιοχή έχει μια ακτίνα περίπου 3.000 έτη φωτός, ενώ το εξωτερικό τμήμα επεκτείνεται άλλα 40.000 έτη φωτός. Αυτό το σχέδιο θεωρείται πως μπορεί να προκαλέσει τη δημιουργία πολλών νέων άστρων γύρω από το όριο που χωρίζει τις 2 περιοχές.
 
Ο ενεργός σχηματισμός των νέων άστρων εμφανίζεται στην περιοχή όπου τα αντιθέτως περιστρεφόμενα αέρια συγκρούονται, συμπιέζονται, και περιορίζονται. Ιδιαίτερα αξιοπρόσεχτο στην εικόνα είναι τα καυτά, μπλε νέα αστέρια που μόλις σχηματίστηκαν, μαζί με τα ροζ νέφη του λαμπρού αερίου υδρογόνου, που φθορίζουν όταν εκτίθεται στο υπεριώδες φως από τα νεο- σχηματισμένα αστέρια.
 
Οι αστρονόμοι θεωρούν ότι το αέριο που περιστρέφεται σε αντίθετη κατεύθυνση προέκυψε όταν ο M64 απορρόφησε έναν δορυφορικό γαλαξία με τον οποίο συγκρούστηκε, ίσως και περισσότερα από ένα δισεκατομμύριο έτη πριν. Αυτός ο μικρός γαλαξίας τώρα έχει σχεδόν καταστραφεί εντελώς, αλλά τα σημάδια της σύγκρουσης μένουν με την αντίθετη κίνηση του αερίου στην εξωτερική άκρη του M64.
 
Η πιο πάνω εικόνα του M64 λήφθηκε με την Ευρέως Πεδίου Πλανητική Κάμερα 2 του Hubble (WFPC2). Η έγχρωμη εικόνα είναι σύνθεση πολλών εικόνων που λήφθηκαν μέσω τεσσάρων διαφορετικών χρωματικών. Αυτά τα φίλτρα απομονώνουν το μπλε και το εγγύς υπέρυθρο φως, μαζί με το κόκκινο φως που εκπέμπονται από τα άτομα του υδρογόνου και το πράσινο φως από το Strömgren y.

Ανακαλύφθηκε μίνι-αστεροειδής που αποτελεί ημι-δορυφόρο του πλανήτη μας

semi-sateliteΑμερικανοί αστρονόμοι ανακάλυψαν ένα πολύ μικρό αστεροειδή, ο οποίος ακολουθεί κατά πόδας τη Γη στην πορεία της γύρω από τον Ηλιο. Ο αστεροειδής «2016 ΗΟ3» εκτιμάται ότι έχει μέγεθος 40 έως 100 μέτρων και είναι πολύ μακρινός για να θεωρηθεί πραγματικός δορυφόρος της Γης, γι’ αυτό οι επιστήμονες τού απέδωσαν το χαρακτηρισμό του «ημι-δορυφόρου».
 
Ανακαλύφθηκε στις 27 Απριλίου από το τηλεσκόπιο Pan-STARRS 1 στη Χαβάη και η σχετική ανακοίνωση έγινε τώρα από το Κέντρο Μελετών Κοντινών στη Γη Αντικειμένων του Εργαστηρίου Αεριοπροώθησης (JPL) της Αμερικανικής Διαστημικής Υπηρεσίας (NASA).
 
Οπως δήλωσε ο επικεφαλής του Κέντρου Πολ Τσόντας, ο «2016 ΗΟ3» αποτελεί το καλύτερο και πιο σταθερό παράδειγμα ενός πιστού συντρόφου της Γης, ο οποίος αναμένεται να παραμείνει ημι-δορυφόρος της για αρκετούς αιώνες ακόμη.
 
Ενας άλλος αστεροειδής, ο «2003 ΥΝ107», ακολουθούσε παλαιότερα μια παρόμοια τροχιά γύρω από τη Γη, αλλά εδώ και δέκα χρόνια έχει αναχωρήσει για άλλες διαστημικές «γειτονιές».
 
Ο «2016 ΗΟ3» έχει τροχιά ακόμη πιο «κλειδωμένη» πάνω στην τροχιά της Γης. Οι υπολογισμοί των επιστημόνων δείχνουν ότι αυτό συμβαίνει εδώ και σχεδόν ένα αιώνα. Η απόστασή του από τον πλανήτη μας εμφανίζει διακυμάνσεις, από 100 έως 38 φορές την απόσταση Γης-Σελήνης.

Από το ήθος του Λόγου

Ρήσεις του Hegel

1. «O άνθρωπος είναι κύριος του πεπρωμένου του και του προορισμού του».

2. «Δεν υπάρχουν πιο σοβαροί και πιο χαρούμενοι άνθρωποι από τους Έλληνες».

3. «Ο άνθρωπος πρέπει να προσηλώνεται στο συγκεκριμένο ένα …».

4. «Αυτό, με το οποίο έχει να κάνει η φιλοσοφία, είναι πάντοτε κάτι το συγκεκριμένο και απόλυτα παρόν».

5. «Ο ελεύθερος άνθρωπος δεν φθονεί, αλλά αναγνωρίζει πρόθυμα το μεγάλο και υψηλό και χαίρεται για την ύπαρξή του».

6. «Αυτό που διαφοροποιεί τον άνθρωπο από το ζώο είναι η αυτογνωσία του».

7. «Δεν υπάρχει κανένας ήρωας για τον καμαριέρη του· όχι βέβαια, επειδή ο ήρωας δεν είναι ήρωας, αλλά επειδή ο καμαριέρης είναι καμαριέρης, με τον οποίο ο ήρωας δεν έχει δοσοληψίες ως ήρωας, αλλά ως ένας άνθρωπος που τρώει, πίνει και ντύνεται».

8. «Ο άνθρωπος πρέπει να φάει και να πιει, καλλιεργεί σχέσεις με φίλους και γνωστούς, έχει αισθήματα και εξάψεις της στιγμής».

9. «Ο άνθρωπος είναι αυτοσκοπός μόνο χάρη στο θείο που ενυπάρχει μέσα του …».

10. «Το κράτος είναι ο πολιτικός θεός ...».

11. «Το να συλλαμβάνει το πνεύμα τον εαυτό του σημαίνει να τον συλλαμβάνει σκεπτόμενο».

12. «Το μέσο πρέπει να είναι αντίστοιχο με την αξιοπρέπεια του σκοπού, και το αληθινό δεν μπορούν να το γεννήσουν η επίφαση και η ψευδαίσθηση, αλλά μόνο το αληθινό».

13. «Όσες αρχές κι αν εμφυσήσουμε στη μετριότητα και τα ταλέντα της, θα είναι πάντα χαμένος κόπος».

14. «Ο άνθρωπος, όταν έχει συντριβεί από τη μοίρα, μπορεί να χάσει τη ζωή του, όχι όμως και την ελευθερία του. Αυτή η πράξη τού να στηρίζεται στον εαυτό του είναι εκείνο που του επιτρέπει, ακόμα και μέσα στον πόνο, να διατηρεί και να εκδηλώνει την ευδία της νηφαλιότητας». 

15. «Ο άνθρωπος είναι τούτο: όχι μόνο να φέρει εντός εαυτού την αντίφαση της πολλαπλής του φύσης, αλλά να την υποφέρει και εδώ μέσα να μένει αντάξιος και πιστός προς τον ίδιο τον εαυτό του».

Όψεις της μαζικής κουλτούρας

ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ι. ΓΕΝΙΚΗ ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ

· Η τηλεόραση αποτελεί ένα πεδίο, το οποίο κυριαρχείται από τον φόβο της πλήξης και το άγχος της διασκέδασης.
· Η πολιτική έτσι, που ασκείται μέσω της τηλεόρασης, θεωρείται πολλές φορές ένα άχαρο θέμα, άρα ένα θέαμα χωρίς ενδιαφέρον για το ευρύ κοινό.
· Ως τέτοιο θέαμα αντιβαίνει στο ήθος του Λόγου, για το οποίο μάχεται η ριζοσπαστική σκέψη από τον Ηράκλειτο έως και σήμερα.
· Γι' αυτό όλοι οι παραγωγοί, ανα-παραγωγοί και εκτελεστές τέτοιων θεαμάτων φροντίζουν για τη βαθμιαία αποκρυστάλλωση ποικιλότροπων ιδεολογικών μυστικισμών και για να προετοιμάσουν την επιδρομή νέων βαρβάρων.
· Συνέπεια όλων των παραπάνω είναι να απουσιάζει από την τηλεόραση η σωστή πληροφόρηση, η αξιοπρεπής ανάλυση, ο τεκμηριωμένος διάλογος, ο βαθύς προβληματισμός.
· Περαιτέρω συμβαίνει όλο το φάσμα του πολιτικού και κοινωνικού χώρου να κατακυριεύεται από άγνωμους οπαδούς που πρόθυμα εκχωρούν στους διαφόρους φυλάρχους το δικαίωμα να τους εξουσιάζουν και να ποδοπατούν τη ρίζα τoυ λογισμού τους.
· Προς επίρρωση αυτής της αγνωμίας απλώνεται παντού η εικόνα μιας ανούσιας πολυλογίας ανάμεσα σε τακτικούς και εναλλάξιμους συνομιλητές.
· Κυρίαρχος στόχος είναι να θυσιάζεται το καλό ρεπορτάζ, η σκεπτόμενη παρουσία ενός δημοσιογράφου, η διερευνητική ή ερευνητική άποψη ενός συνομιλητή στο βωμό της φτηνής διασκέδασης.
· Κάθε συζήτηση λοιπόν ή κάθε παρουσίαση που αποσκοπεί στην χωρίς νόημα και ευαισθησία διασκέδαση ξεπέφτει σε εικονική ανταλλαγή απόψεων.
· Η εικονική ανταλλαγή απόψεων σημαίνει ότι οι συμμετέχοντες στο ένα ή το άλλο τηλεθέαμα γίνονται άκριτοι φορείς ή υποστηρικτές προκατασκευασμένων τοποθετήσεων, επιφανειακών απόψεων ή δημαγωγικών κρίσεων.
· Κύριο μέλημα της εικονικής ανταλλαγής απόψεων είναι να ελέγχεται η σκέψη του συνομιλητή και να κατευθύνεται μονομερώς η κοινή γνώμη.
· Θεωρείται ανεπιθύμητη κάθε προσπάθεια για πιο σύνθετους συλλογισμούς, για την καλλιέργεια της κριτικής ικανότητας του τηλεθεατή, για την παραγωγή συγκεκριμένων γνώσεων, για μια ολοκληρωμένη πραγμάτευση ενός πολιτικού θέματος.
· Αποτέλεσμα αυτού του φαινομένου είναι η απόλυτη επικράτηση της δημαγωγικής υπεραπλούστευσης. Μια τέτοια υπεραπλούστευση οδηγεί στην υποβάθμιση των θεμάτων συζήτησης.
· Ο δημοσιογράφος ακολουθεί τακτική συσκότισης, παραπληροφόρησης, εντυπωσιασμού. Ο ακροατής δεν αποκτά σφαιρική πληροφόρηση και δεν μπορεί, συνακόλουθα, να αναπτύσσει κριτική άποψη, με συνέπεια να χειραγωγείται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία.
· Ο δημοσιογράφος δικαιολογεί τις αποβλακωτικές του επιλογές του με την πρόφαση ότι η εκλαϊκευση βοηθάει το κοινό να καταλαβαίνει καλύτερα και να μην πλήττει, αγνοώντας ή παραγνωρίζοντας, λόγω ιδίας αποβλάκωσης, πως είναι ο ίδιος πρωτίστως που δεν καταλαβαίνει τίποτε περισσότερο από αυτό που παρουσιάζει.
· Αυτό τον νομιμοποιεί να υποκαθιστά τον δημιουργικό διάλογο με τη στείρα αντιπαράθεση, με άγονους διαπληκτισμούς, με τη δημιουργία ενός κλίματος σύγκρουσης ανάμεσα στους συμμετέχοντες στη συζήτηση.

ΙΙ. ΚΕΙΜΕΝΑ

1. «Όλη η αυθεντία των δημοσιογράφων συνίσταται σε μια γνώση του πολιτικού κόσμου, η οποία βασίζεται περισσότερο στο στενό κύκλο των επαφών και των εκμυστηρεύσεων (και μάλιστα των διαδόσεων και της φημολογίας) παρά στην αντικειμενικότητα της παρατήρησης και της έρευνας. Αυτοί λοιπόν έχουν την τάση να μεταφέρουν τα πάντα σε ένα έδαφος το οποίο ελέγχουν απόλυτα: επικεντρώνουν το ενδιαφέρον στο παιχνίδι και στους παίκτες, παρά στα διακυβεύματα του παιχνιδιού, σε ζητήματα καθαρής πολιτικής τακτικής, παρά στην ουσία των συζητήσεων, στις πολιτικές επιπτώσεις των λόγων με βάση τη λογική του πολιτικού πεδίου (τη λογική των συνασπισμών, των συμμαχιών, των συγκρούσεων μεταξύ των προσώπων), παρά στο περιεχόμενο των λόγων».

2. «Στις κοινωνίες μας, στις οποίες υπάρχει όλο και λιγότερη αλληλεγγύη και οι οποίες έχουν γίνει δημοκρατίες της μοναξιάς, το να βλέπει κανείς τη διασημότητα να κατασκευάζεται μπροστά στα μάτια του, με τόσο μεγάλη και προφανή ευκολία, γοητεύει (ή σκανδαλίζει) το κοινό, και ιδιαίτερα τους πιο νέους, οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται ότι τελικά πρόκειται για μια απάτη. Γιατί, τη στιγμή που μαίνεται ο πόλεμος του ανταγωνισμού, το σύστημα των μέσων επικοινωνίας έχει επειγόντως ανάγκη από διασημότητες. Θέλει να τις παραγάγει γρήγορα, σε μαζική παραγωγή και να τις εκμεταλλευτεί εν θερμώ. Σε αυτή την κανιβαλική φύση της μαζικής κουλτούρας, η πρόοδος της υποταγής προχωρεί με απίστευτη ταχύτητα και έχουμε φτάσει στο σημείο να κατασκευάζονται διασημότητες μιας χρήσεως».

Πέμπτη 21 Σεπτεμβρίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΑΙΣΧΙΝΗΣ - Κατὰ Κτησιφῶντος (49-53)

[49] Ἔστι δὲ ὑπόλοιπόν μοι μέρος τῆς κατηγορίας ἐφ᾽ ᾧ μάλιστα σπουδάζω· τοῦτο δέ ἐστιν ἡ πρόφασις δι᾽ ἣν αὐτὸν ἀξιοῖ στεφανοῦσθαι. Λέγει γὰρ οὕτως ἐν τῷ ψηφίσματι· «καὶ τὸν κήρυκα ἀναγορεύειν ἐν τῷ θεάτρῳ πρὸς τοὺς Ἕλληνας ὅτι στεφανοῖ αὐτὸν ὁ δῆμος ὁ Ἀθηναίων ἀρετῆς ἕνεκα καὶ ἀνδραγαθίας», καὶ τὸ μέγιστον· «ὅτι διατελεῖ καὶ λέγων καὶ πράττων τὰ ἄριστα τῷ δήμῳ».

[50] Ἁπλοῦς δὴ παντάπασιν ὁ μετὰ ταῦτα ἡμῖν λόγος γίγνεται, καὶ ὑμῖν ἀκούσασι κρῖναι εὐμαθής· δεῖ γὰρ δή που τὸν μὲν κατηγοροῦντα ἐμὲ τοῦθ᾽ ὑμῖν ἐπιδεικνύναι ὡς εἰσὶν οἱ κατὰ Δημοσθένους ἔπαινοι ψευδεῖς, καὶ ὡς οὔτ᾽ ἤρξατο λέγειν τὰ βέλτιστα, οὔτε νῦν διατελεῖ πράττων τὰ συμφέροντα τῷ δήμῳ. Κἂν τοῦτ᾽ ἐπιδείξω, δικαίως δή που τὴν γραφὴν ἁλώσεται Κτησιφῶν· ἅπαντες γὰρ ἀπαγορεύουσιν οἱ νόμοι μηδένα ψευδῆ ἐγγράφειν ἐν τοῖς δημοσίοις ψηφίσμασι. Τῷ δ᾽ ἀπολογουμένῳ τοὐναντίον τούτου δεικτέον ἐστίν. Ὑμεῖς δ᾽ ἡμῖν ἔσεσθε τῶν λόγων κριταί.

 [51] Ἔχει δ᾽ οὕτως. Ἐγὼ τὸν μὲν βίον τὸν Δημοσθένους ἐξετάζειν μακροτέρου λόγου ἔργον ἡγοῦμαι εἶναι. Τί γὰρ δεῖ νῦν ταῦτα λέγειν ἢ τὰ περὶ τὴν τοῦ τραύματος γραφὴν αὐτῷ συμβεβηκότα, ὅτ᾽ ἐγράψατο εἰς Ἄρειον πάγον Δημομέλην τὸν Παιανιέα, ἀνεψιὸν ὄντα, καὶ τὴν τῆς κεφαλῆς ἐπιτομήν· ἢ τὰ περὶ τὴν Κηφισοδότου στρατηγίαν καὶ τὸν τῶν νεῶν ἔκπλουν τὸν εἰς Ἑλλήσποντον, ὅτε εἷς ὢν τῶν τριηράρχων Δημοσθένης,

[52] καὶ περιάγων τὸν στρατηγὸν ἐπὶ τῆς νεώς, καὶ συσσιτῶν καὶ συνθύων καὶ συσπένδων, καὶ τούτων ἀξιωθεὶς διὰ τὸ πατρικὸς αὐτῷ φίλος εἶναι, οὐκ ὤκνησεν ἀπ᾽ εἰσαγγελίας αὐτοῦ κρινομένου περὶ θανάτου κατήγορος γενέσθαι· καὶ ταῦτ᾽ ἤδη τὰ περὶ Μειδίαν καὶ τοὺς κονδύλους οὓς ἔλαβεν ἐν τῇ ὀρχήστρᾳ χορηγὸς ὤν, καὶ ὡς ἀπέδοτο τριάκοντα μνῶν ἅμα τήν τε εἰς αὑτὸν ὕβριν καὶ τὴν τοῦ δήμου καταχειροτονίαν ἣν ἐν Διονύσου κατεχειροτόνησε Μειδίου.

[53] Ταῦτα μὲν οὖν μοι δοκῶ καὶ τἆλλα τὰ τούτοις ὅμοια ὑπερβήσεσθαι, οὐ προδιδοὺς ὑμᾶς οὐδὲ τὸν ἀγῶνα καταχαριζόμενος, ἀλλ᾽ ἐκεῖνο φοβούμενος μή μοι παρ᾽ ὑμῶν ἀπαντήσῃ τὸ δοκεῖν μὲν ἀληθῆ λέγειν, ἀρχαῖα δὲ καὶ λίαν ὁμολογούμενα. Καίτοι, ὦ Κτησιφῶν, ὅτῳ τὰ μέγιστα τῶν αἰσχρῶν οὕτως ἐστὶ πιστὰ καὶ γνώριμα τοῖς ἀκούουσιν ὥστε τὸν κατήγορον μὴ δοκεῖν ψευδῆ λέγειν, ἀλλὰ παλαιὰ καὶ λίαν προωμολογημένα, πότερα αὐτὸν δεῖ χρυσῷ στεφάνῳ στεφανωθῆναι, ἢ ψέγεσθαι; καὶ σὲ τὸν ψευδῆ καὶ παράνομα τολμῶντα γράφειν πότερα χρὴ καταφρονεῖν τῶν δικαστηρίων, ἢ δίκην τῇ πόλει δοῦναι;

***
[49] Απομένει να αναπτύξω ακόμη εκείνο το μέρος του κατηγορητηρίου στο οποίο δίνω πολύ μεγάλη σημασία· αυτό είναι η πρόφαση για την οποία ο Κτησιφών κρίνει τον Δημοσθένη άξιο να στεφανωθεί. Αναφέρει δηλαδή στο ψήφισμά του τα εξής: «να ανακοινώσει ο κήρυκας στο θέατρο μπροστά στους Έλληνες ότι ο αθηναϊκός λαός στεφανώνει τον Δημοσθένη για την αρετή και την ακεραιότητά του», και το πιο τερατώδες, «επειδή με λόγια και με έργα επιδιώκει τα καλύτερα για τον λαό».

[50] Ύστερα από αυτά λοιπόν, ο λόγος γίνεται για μένα πάρα πολύ απλός και για σας θα είναι εύκολο, αφού με ακούσετε, να κρίνετε. Πρέπει λοιπόν εγώ ο κατήγορος να αποδείξω σε σας ότι οι έπαινοι για τον Δημοσθένη δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα· ούτε δηλαδή επιχείρησε «να δώσει τις καλύτερες συμβουλές» ούτε τώρα «εξακολουθεί να ενεργεί προς το συμφέρον του λαού». Και, αν αποδείξω αυτό, ο Κτησιφών, κατά πώς φαίνεται, δίκαια θα χάσει την υπόθεση. Γιατί όλοι οι νόμοι δεν επιτρέπουν σε κανέναν να συμπεριλάβει ψεύδη σε δημόσια έγγραφα. Ο απολογούμενος από την πλευρά του θα πρέπει να αποδείξει το αντίθετο απ᾽ αυτό. Και εσείς θα είστε οι κριτές των λόγων μας. Αυτή είναι η κανονική διαδικασία.

[51] Για να εξετάσω την ιδιωτική ζωή του Δημοσθένη, νομίζω ότι χρειάζεται ένας λόγος πολύ μακρύτερος του συνήθους. Αλλά γιατί να αναφέρω τώρα αυτά; τα όσα δηλαδή του έχουν συμβεί σχετικά με την καταγγελία για τον τραυματισμό του, όταν μήνυσε στον Άρειο Πάγο τον Δημομέλη από την Παιανία, τον ξάδερφό του, ενώ επρόκειτο για χτύπημα που είχε προκαλέσει ο ίδιος στο κεφάλι του· ή τα σχετικά με τη στρατηγία του Κηφισοδότου, κατά την αποστολή της ναυτικής μοίρας στον Ελλήσποντο·

[52] αναφέρομαι στον καιρό που ο Δημοσθένης, ως ένας από τους τριηράρχους, είχε στο σκάφος του τον στρατηγό, έτρωγε, θυσίαζε και έκανε σπονδές μαζί του· και, ενώ αξιώθηκε να απολαμβάνει τέτοιες τιμές ως πατρικός του φίλος, δεν δίστασε, όταν ο Κηφισόδοτος δικαζόταν για δημόσιο αδίκημα με κίνδυνο να καταδικαστεί σε θάνατο, να γίνει κατήγορός του· ακόμη ποιος ο λόγος να αναφερθώ στα όσα συνέβησαν μεταξύ αυτού και του Μειδία, τις γροθιές που έφαγε ο Δημοσθένης στην ορχήστρα όντας χορηγός, ότι πούλησε για τριάντα μνες τόσο την προσβολή στο πρόσωπό του όσο και την καταδικαστική απόφαση του λαού εναντίον του Μειδία μέσα στο θέατρο του Διονύσου;

[53] Αυτά λοιπόν τα συμβάντα και τα άλλα τα παρόμοια με αυτά νομίζω πως το καλύτερο είναι να τα παραλείψω, όχι γιατί θέλω να σας εξαπατήσω ούτε να χαλαλίσω την υπόθεση, αλλά από φόβο μήπως μου πει κάποιος: εντάξει, είναι αλήθεια αυτά που λες αλλά παλαιά και πανθομολογούμενα. Αλήθεια, Κτησιφώντα, για τον άνθρωπο για τον οποίο οι μεγαλύτερες ντροπές είναι αναμφισβήτητα πιστευτές και γνωστές σε όσους τις ακούν, ώστε ο κατήγορος να δίνει την εντύπωση ότι δεν λέει ψέματα αλλά απλώς παλαιά και εκ των προτέρων παραδεκτά, τι από τα δύο, πρέπει να τιμηθεί με χρυσό στεφάνι ή να του αποδοθεί μομφή; Και, όσο για σένα που είχες το θράσος να προτείνεις ψευδές και παράνομο ψήφισμα, τι από τα δύο, πρέπει να σου επιτραπεί να περιφρονείς τα δικαστήρια ή να τιμωρηθείς από την πόλη;