Πέμπτη 18 Μαΐου 2017

Οι άνθρωποι μοιάζουν πιο όμορφοι όταν δεν προσπαθούν να είναι

Ό, τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Ως οπτικά οντά μάθαμε να εκτιμάμε το ωραίο βασισμένοι στην εικόνα που βλέπουν τα μάτια μας. Το ωραίο όμως απ’ το όμορφο διαφέρει κι είναι αυτή η διαφοροποίηση που δίνει νόημα κι ουσία. Το να προσδώσεις μια όμορφη ψυχική υπόσταση σε ένα φαινομενικά ωραίο πλάσμα, προϋποθέτει να σπαταλήσεις χρόνο απ’ τη ζωή σου μαζί του και διορατικότητα.
Ας πάρουμε τη σοφά πλασμένη φύση. Με τα άπειρα καλή της που δεν προσπάθησαν να κάνουν κάτι για να δείξουν πανέμορφα. Χωρίς παρεμβάσεις μας δίνει απλόχερα τα αγαθά της κι απολαμβάνουμε τα οφέλη της. Οποιοσδήποτε προσπάθησε να αλλάξει αυτό που αυθεντικά βρήκαμε από γεννησιμιού μας, κατάφερε απλώς να να φτιάξει ένα τεχνητά όμορφο δημιούργημα.

Κάπως έτσι λειτουργεί και με τους ανθρώπους γύρω μας. Η πραγματική έννοια της ομορφιάς πηγάζει από μέσα μας. Η αλήθεια ενός βλέμματος, η αυθεντικότητα ενός χαμόγελου, η μαγεία μιας ψυχής.

Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι μια νέα γνωριμία προσπαθούμε να παρουσιάσουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Δείχνουμε ένα πρόσωπο που ίσως δε μας αντιπροσωπεύει εκατό τις εκατό. Γινόμαστε υποχείριο της επιθυμίας αυτού που θέλει ο άλλος να δει. Λες κι αν εκφραζόμασταν ελεύθερα θα χαλούσαμε το ιδανικό της τελειότητας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να βιώνουμε πλασματικές καταστάσεις. Να πλάθουμε χαρακτήρες βασισμένους σε ερεθίσματα που δεν είναι αληθινά. Και στο τέλος να απογοητευόμαστε ψάχνοντας να βρούμε τι απέγινε αυτό ακριβώς το οποίο πιστέψαμε πως στην αρχή γνωρίσαμε.

Είμαστε οι εικόνες που θέλουν οι άλλοι να δουν. Λέμε πράγματα που θέλουν οι γύρω να ακούσουν. Καλώς ή κακώς η ροή του λόγου έχει τόση δύναμη που μπορεί να παραπλανήσει τον άλλο και να αφήσει εντυπώσεις που δεν πλησιάζουν ούτε στο ελάχιστο το χαρακτήρα του ανθρώπου με τον οποίο μιλάμε. Αυτό μπορεί να συμβαίνει γιατί στις αρχές μιας γνωριμίας η ανάγκη του εντυπωσιασμού υπερβαίνει την επιθυμία του να θες πραγματικά να εκφράσεις στον άλλο τι νιώθεις. Ίσως από φόβο μην τρομάξει. Ή για να μην απογοητευτεί. Λες κι η απογοήτευση δεν είναι διπλή όταν αργότερα τα λόγια δεν υλοποιηθούν ποτέ σε πράξεις.

Τι είναι καλύτερο απ’ το να μπορέσεις να εκτιμήσεις κάποιον για την ειλικρίνειά που τον διακρίνει και να τον πλησιάσεις εξ’ αρχής γι αυτό που στ’ αλήθεια είναι. Να μείνεις μαζί του γι’ αυτά που αψήφιστα σου δίνει χωρίς να προσπαθεί. Κι αβίαστα αργότερα να αγαπήσεις την ψυχή του, έχοντας ως οδηγό τα σημάδια που σε έκαναν να ανακαλύψεις πως δεν υποκρίνεται. Να σε κερδίσει το γεγονός ότι δε φοβάται να εκφράσει ακόμα και την πιο κρυφή του επιθυμία. Να εξωτερικεύσει τον πιο μεγάλο του φόβο.

Αυτόν που σε κοίταξε στα μάτια κι είδες να φωτίζεται η αλήθεια στο πρόσωπό του. Εκείνον που σε μαγνήτισε με τον υπέροχο  αυθορμητισμό του, που κάθε συλλογισμός του εξωτερικεύεται. Ντύνεται με λέξεις, παίρνει μορφή και μοιράζεται ανάμεσα σε δύο υπάρξεις. Να αντιδρά σε κάθε ερέθισμα που του δίνεις όπως ακριβώς νιώθει. Κάθε συναίσθημα γεννιέται για να εκφράζεται. Αλλιώς δε λέγεται συναίσθημα αλλά κρυφή σκέψη. Κι οι κρυφές σκέψεις πληγώνουν την επικοινωνία. Σου απορροφούν όλη την ενέργεια, σε βουλιάζουν σε μια μοναξιά που από μόνος σου διαλέγεις να οικειοποιείσαι. Γιατί απομακρύνεις κάθε ανθρώπινο δέσιμο. Υποτιμάς τη νοημοσύνη του ατόμου που προσπαθεί να σε πλησιάσει και δεν ανακαλύπτεις ποτέ πόσα όμορφα έκρυβε μέσα του για σένα.

Γιατί το αληθινό απ’ το εικονικό απέχει κι αργά ή γρήγορα κάποια στιγμή αποκαλύπτεται. Είναι τόσο εύθραυστο που σπάει σε καθετί προκαλεί ράγισμα. Στις δυσκολίες, στις απογοητεύσεις, στις καταστάσεις που απαιτούν δύναμη. Εκεί πολλές φορές αποκαλύπτεται ο πραγματικός μας χαρακτήρας. Στις περιπτώσεις εκείνες που μια εξήγηση δεν είναι πια πειστική και μια δικαιολογία δε σώζει την κατάσταση. Ένας όμορφος λόγος δεν είναι αρκετός για να λύσει το πρόβλημα.

Γιατί δεν αφηνόμαστε πραγματικά ελεύθεροι να αλληλεπιδράσουμε με τους γύρω μας χρησιμοποιώντας την αυθεντικότητά μας. Πότε θα συνειδητοποιήσουμε πως είναι αδύνατο να είμαστε σε όλους αρεστοί. Υπάρχουν τόσα διαφορετικά είδη χαρακτήρων ικανά να ταυτιστούν μεταξύ τους, αλλά δυστυχώς ποτέ δεν θα προκύψει αυτή η συσχέτιση αν δε νικηθεί ο φόβος του μη αρεστού. Η ανασφάλεια του ανθρώπου για το «φαίνεσθαι». Και κάπως έτσι ξεκινάνε όλα όμορφα έως ότου να πέσουν οι μάσκες. Και να έρθουν στο φως πράγματα που θάβουμε βαθιά μέσα μας.

Λεπτομέρειες που ο διπλανός σου ίσως αγαπήσει σε σένα και σε κάνουν ξεχωριστό στα μάτια του. Ψεγάδια που ίσως του φανούν τόσο χαριτωμένα που ούτε καν το φανταζόσουν. Ελαττώματα που μπορεί να κρύβουν αδυναμίες αλλά που μόνο όταν ένα χέρι τις διακρίνει θα έρθει και θα σε σηκώσει. Θα φανεί πόσο σε εκτιμά γι’ αυτό που δεν προσπαθείς να δείξεις, αλλά γι’ αυτό που δε φοβάσαι να κρύψεις. Κι όταν θέλουμε να λέμε πως επιθυμούμε να ζούμε μέσα στην αλήθεια και να δημιουργούμε σχέσεις βασισμένες σε δυνατές βάσεις τότε θα πρέπει να δείξουμε ποιοι είμαστε. Απ’ την αρχή μέχρι το τέλος. Χωρίς φόβο και πάθος.

Ψεύτικοι άνθρωποι σε ψεύτικες σχέσεις

Άνθρωποι που έρχονται και φεύγουν σαν αέρας, που είναι και δεν είναι εδώ, που θέλουν να είναι παντού και στην πραγματικότητα πουθενά, αλλά που το πιο σημαντικό που θέλουν είναι να φαίνονται παντού. Άνθρωποι που πείθουν τον εαυτό τους ότι είναι καλά μέσα σε μη πραγματικές σχέσεις.
 
Μερικές φορές δεν είναι ο κόσμος που αλλάζει, είναι η μάσκα που πέφτει

Μια πλάνη στην οποία έχεις ανάγκη να πιστέψεις, να τραφείς ή να νιώσεις για λίγο καλά. Σχέση που στηρίζεται μόνο στα λόγια, στον τρόπο που φαίνεται η σχέση προς τα έξω, στο φαίνεσθαι, στην εικόνα που έχουν οι άλλοι. Όλη η ενέργεια αφιερώνεται σε αυτά τα πράγματα. Οι ψεύτικοι άνθρωποι έχουν μια εικόνα που κάνουν τα πάντα να τη διατηρήσουν. Οι σχέσεις τους είναι μέρος αυτής της εικόνας. Πόσο θέλεις να είσαι ένας από αυτούς ή πόσο τους μοιάζεις;
 
Σε μια ψεύτικη σχέση δεν υπάρχει πραγματική επικοινωνία, ακόμα κι όταν «επικοινωνείς» με τον άλλο, δεν υπάρχει σημείο επαφής, νιώθεις ένα άδειασμα, ένα κενό, μια απογοήτευση, παρά ένα γέμισμα και μια συναισθηματική εξέλιξη. Η απόσταση της μη πραγματικότητας δημιουργεί ένα τεράστιο χάσμα, που δεν μπορεί να ξεπεραστεί ώστε να υπάρξει μια αληθινή επαφή και επικοινωνία.
 
Σε μια κοινωνία που επιτυχώς καλλιεργεί έναν επιφανειακό υλιστικό τρόπο ζωής, το πιο σημαντικό για τις σχέσεις είναι το πώς φαίνονται παρά το πώς πραγματικά είναι. Δεν έχει σημασία τι θέλω αλλά το πώς θα αξιολογήσουν οι άλλοι τις επιλογές μου.
 
Είναι τόσο εύκολο να πείσεις τους άλλους ότι είσαι καλά και είναι τόσο εύκολο να ξεγελάσεις τον εαυτό σου ότι η εικόνα σου είναι ότι πιο σημαντικό υπάρχει. Τι σημασία έχει τι νιώθεις, πώς νιώθεις, ποιος νοιάζεται για το πώς είσαι μέσα σου; Και ποιος περιμένεις να νοιαστεί αν εσύ ο ίδιος ασχολείσαι μόνο με το τι θα δείξεις στους άλλους. Τι σε νοιάζει περισσότερο: πώς είσαι και ποιος είσαι; Ή πώς παρουσιάζεσαι ότι είσαι και ποιος φαίνεσαι ότι είσαι; Τι θέλεις να είναι πιο σημαντικό και τι αποτελεί προτεραιότητα για σένα;
 
Ασχολήσου λίγο ακόμα με την εικόνα σου. Σίγουρα θα ξεχάσεις ποιος είσαι και τι θέλεις, όμως, θα καταφέρεις να ασχοληθούν μαζί σου και όλοι αυτοί που ασχολούνται με τη δική τους εικόνα και κάποια στιγμή που έχουν πλέον πείσει τους άλλους ότι είναι καλά δεν τους μένει παρά να «βοηθήσουν» και τους άλλους να φτιάξουν την εικόνα τους, να γίνουν το ίδιο «πετυχημένοι» με αυτούς.
 
Πήγαινε να σου δείξουν πώς τα κατάφεραν, θαύμασέ τους και ευχήσου να τους μοιάσεις. Ίσως, κάποια στιγμή καταλάβεις ότι θα χρειαστεί να πεις ψέματα και στον ίδιο σου τον εαυτό, να τον παραμυθιάσεις ότι αυτό θέλεις, ότι έτσι θέλεις να είσαι και ότι και οι άλλοι έτσι σε θέλουν. Τι ευτυχία;
 
Ναι, τα κατάφερες… Να γίνεις ένας ψεύτικος άνθρωπος, ομοίωμα αυτών που θαυμάζεις και σ’ έπεισαν ότι είναι τόσο ευτυχισμένοι και για να επιβιώσεις δέχτηκες να κάνεις και ψεύτικες σχέσεις…
 
Πολύ προσπάθεια για το τίποτα… Συνέχισε να παραμυθιάζεις τον εαυτό σου ότι είσαι καλά και ότι οι σχέσεις σου είναι καλές και σε θαυμάζουν και οι άλλοι για αυτό και όλοι θα είμαστε ευτυχισμένοι. Η εικόνα μετράει. Τι σημασία έχει αν δεν σε βλέπει καν ο άλλος, αν δεν σε ξέρει καθόλου. Σημασία έχει να δίνεις καλή εντύπωση στους άλλους ότι έχεις πετύχει στη ζωή σου, στις σχέσεις σου, στην καριέρα σου, σε όλα…
 
Ασχολήσου, λοιπόν, λίγο ακόμα με την εικόνα σου… γυάλισέ την, κάν’ την να αστράφτει και όταν όλοι βλέπουν αυτή την εικόνα απόλαυσέ το. Ποιος νοιάζεται αν νιώθεις άδειος, αν νιώθεις ότι χάνεις τον εαυτό σου, ότι δεν ζεις πραγματικά; Ποιος νοιάζεται αν δεν εξελίσσεσαι σαν άνθρωπος, αν δεν σε γεμίζει αυτό; Ποιος περιμένεις να νοιαστεί όταν εσύ ο ίδιος δεν το κάνεις; Όταν περάσουν τα χρόνια ίσως συνειδητοποιήσεις ότι ήσουν τόσο αφοσιωμένος με την εικόνα σου που ξέχασες να ζήσεις, ήταν τόσο επιφανειακά όλα που δεν κατάφεραν να σε αγγίξουν, να σε κάνουν να προχωρήσεις, να γνωρίσεις τους άλλους και να σε γνωρίσουν, αλλά και να γνωρίσεις εσύ τον εαυτό σου.
 
Αν το πιο σημαντικό για εσένα είναι τι εντύπωση θα δώσεις στους άλλους κι αν κάνεις τα πάντα για αυτό ίσως παραμελείς λίγο τον εαυτό σου, τον πραγματικό σου εαυτό, αυτόν που δεν ενδιαφέρεται για την εικόνα που θα σχηματίσουν οι άλλοι για αυτόν, αλλά για το τι πραγματικά θέλει, που θέλει να είναι και με ποιους…

Aνάγκη για έλεγχο

Αναγνωρίζουμε ότι κάποιοι άνθρωποι μπορούν να μας ασκήσουν επιρροή. Συνήθως αυτά τα άτομα έχουν ένα είδος σοφίας στον τρόπο που κινούνται και μιλούν. Τείνουν να εκτείνονται στο χώρο, εκπέμποντας θετική αύρα και υπνωτίζοντάς μας με τον πιο μαγευτικό τρόπο. Αναγνωρίζουμε όμως και ένα άλλο είδος ατόμου με ένα λιγότερο κολακευτικό χαρακτηριστικό: το χειριστικό είδος.

Για το άτομο με αυξημένη ανάγκη για έλεγχο, το κυρίαρχο χαρακτηριστικό δεν είναι η σοφία, αλλά ο φόβος… Βρίσκεται σε πόλεμο με την πραγματικότητα που τον περιτριγυρίζει, την κοινότητά του, την οικογένεια ή το εργασιακό του περιβάλλον. Προσπαθεί συνεχώς να πιέσει και να αλλάξει αυτές τις πραγματικότητες, ώστε να γίνουν κάτι που δεν μπορούν. Ο κόσμος του γίνεται τελικά περιορισμένος, αυστηρός και μικρός. Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί ότι η ανάγκη για έλεγχο δεν έχει να κάνει με κάποιο από τα δύο φύλα συγκεκριμένα, όπως προτείνουν τα στερεότυπα. Ας αναλύσουμε κάποια από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά εκείνων που ζουν με την ανάγκη να ελέγχουν.

Εμμονή με τον έλεγχο
• Ένα τέτοιο άτομο βλέπει τη ζωή σαν έναν μεγάλο αγώνα που θα χάσει, αν δεν βρίσκεται συνέχεια σε εγρήγορση.
• Θεωρεί ότι ο κόσμος είναι ένα επικίνδυνο μέρος, οπότε πρέπει να είναι συνέχεια σε επιφυλακή.
• Όλοι οι άλλοι είναι αναξιόπιστοι.
• Τα συναισθήματα είναι τρομακτικά.
• Αναμένει και επιβάλλει την εμπιστοσύνη και την πειθαρχία, όπου μπορεί να τις βρει, ακόμα και αν προέρχεται από την ίδια του την οικογένεια.
• Πολλά συμβαίνουν κρυφά και περιμένει/απαιτεί μυστικότητα από τους άλλους.

Οι άλλοι μπορεί να τον θεωρούν ως:
• έναν νταή, παρά έναν ηγέτη
• έναν κακοποιητικό γονιό, παρά ένα γονιό που νοιάζεται
• έναν δεσμοφύλακα, παρά έναν προστατευτικό γονέα
• έναν θύτη, παρά έναν σύζυγο
• έναν τύραννο ή ένα δικτάτορα, παρά έναν ισχυρό ηγέτη
• έναν μικροπρεπή τύραννο, παρά έναν εργοδότη ή προϊστάμενο
• έναν εκμεταλλευτή, παρά ένα ισότιμο μέλος της ομάδας.

Σε υπερβολικές, ακραίες περιπτώσεις, ένα άτομο εμμονικό με τον έλεγχο μπορεί να προσδιοριστεί και ως παρανοϊκό.

Η προσπάθεια ολικού ελέγχου αποτυγχάνει βέβαια, καθώς ο έλεγχος της πραγματικότητας αποτελεί ψευδαίσθηση. Το μόνο πράγμα που ίσως μπορείτε να ελέγξετε είναι ο εαυτός σας και τα συναισθήματά σας. Αν παρασύρεστε από μια έντονη ανάγκη να ελέγχετε την εξωτερική πραγματικότητα, συμπεριλαμβανομένων και των άλλων ανθρώπων, σύντομα και αναπόφευκτα θα βρεθείτε να παλεύετε ενάντια σε έναν επικίνδυνο κόσμο, που δήθεν βρίθει αναξιόπιστων ανθρώπων.

Επομένως, τι κάνετε αν βρεθείτε να ζείτε μαζί με ένα χειριστικό άτομο; Ή ακόμα χειρότερα, τι κάνετε αν συνειδητοποιήσετε ότι εσείς είστε εκείνοι που έχετε αποκτήσει εμμονή με τον έλεγχο της πραγματικότητας;

Ο εμμονικός με τον έλεγχο δεν είναι ένα ελεύθερο άτομοΈνας τέτοιος άνθρωπος δεν αποτελεί ελεύθερο υποκείμενο και αυτό πρόκειται για παράδοξο. Βρίσκεται κάτω από τον πλήρη έλεγχο της παράλογης ανάγκης του για έλεγχο. Είναι εθισμένος σε αυτόν. Οπότε, είναι υποκείμενος σε μια διπλή ψευδαίσθηση: ότι μπορεί να αλλάξει την εξωτερική πραγματικότητα και ότι νομίζει πως είναι ελεύθερος.

Αν έχετε ζήσει ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα με ένα άτομο, που έχει έντονη τάση ελέγχου, ίσως είστε και εσείς πια εθισμένοι στον έλεγχο. Μπορεί να βρίσκεστε σε πόλεμο με τη σχέση που θέλετε να αλλάξετε. Χειρίζεστε, προσαρμόζετε, καταπιέζετε συναισθήματα, αποφεύγετε συγκρούσεις με κάθε κόστος και αποκρύβετε την αλήθεια, όσο εκείνος προσπαθεί να αλλάξει τη στάση του απέναντί σας, τη συμπεριφορά και την ευτυχία του. Πώς τα πάτε λοιπόν με την αλλαγή της πραγματικότητας;

Αν δεν βρισκόσασταν σε εκείνο το παιχνίδι ελέγχου, είναι πιθανό να είχατε αποφασίσει καιρό πριν, αν θα μπορούσατε να αποδεχτείτε και να συμβιβαστείτε με τη σχέση σας, ή θα είχατε βρει τον τρόπο να την αφήσετε (γιατί δυστυχώς, μερικές φορές, το να μείνουμε μαζί με τον άλλον ασχέτως συνθηκών, είναι και αυτή μια ακραία συνέπεια της ψευδαίσθησης και εμμονής με τον έλεγχο).

Αν υποψιάζεστε ότι ελέγχεστε από μια ανάγκη για έλεγχο, τότε κάντε ό,τι χρειάζεται να κάνετε για να απελευθερώσετε τον εαυτό σας από αυτή την παράλογη ανάγκη. Γιατί, τουλάχιστον αυτή, είναι μια απόφαση στην οποία έχετε έλεγχο.

Δε συγχωρώ αλλά κυριώς δεν ξεχνώ

Αποτέλεσμα εικόνας για Δε συγχωρώ αλλά κυριώς δεν ξεχνώΠολλά λέγονται τις μέρες τούτες, πολλά περί συγχώρεσης, ανωτερότητας και αξιοπρέπειας.

Συγνώμη. Λέξη τρισύλλαβη, απλή στη χρήση, όμορφη σαν ακούγεται, γενναιόδωρη και πέρα ως πέρα ψεύτικη. Καραμέλα που δε λείπει από καμιά τσάντα, που δεν απουσιάζει από κανένα στοματάκι, απαραίτητο αξεσουάρ όλων όσων παρουσιάζονται μετανιωμένοι, αποκαρδιωμένοι και πολιορκημένοι από τύψεις και ενοχές λόγων ή πράξεων που συνήθως έχουν πει ή πράξει κάποιες φορές στη ζωή τους.

Συγχώρεση: Πολύπλοκη υπόθεση, μια ανάγκη να τα βρεις με τον άλλον που όμως συχνά σε οδηγεί σε αδιέξοδο. Τη ζητούμε και μόλις πάρουμε την έγκριση, αισθανόμαστε να πετάμε. Θα μου πείτε λίγο είναι αυτό; Να αισθάνεσαι εντάξει. Εντάξει απέναντι σε ποιον; Σε εσένα ή στον άλλον; Μα σε εμένα, θα απαντήσετε, έκανα αυτό που όφειλα να κάνω απέναντι στον εαυτό μου, απέναντι στις άσχημες σκέψεις που με κύκλωναν κάθε μέρα. Οπότε επιτέλεσα το καθήκον μου. Το τι κάνει ο άλλος, ποσώς με ενδιαφέρει. Το χρέος μου το ξεπλήρωσα και με το παραπάνω.

Συγχωρώ, σημαίνει δίνω χώρο, αποδέχομαι το λάθος του άλλου και το διαγράφω. Μα δε μπορείς εύκολα να διαγράψεις πράξεις ή λόγια που κάποια στιγμή σε υποτίμησαν, σε προσέβαλαν, σε έκαναν να αισθανθείς άσχημα όταν μάλιστα αυτά προέρχονταν από δικά σου άτομα, δικούς σου ανθρώπους που επέλεξες να συνυπάρχετε, να μοιράζεστε, να πορεύεστε παρέα. Θες δε θες, ας μην κρυβόμαστε φίλοι μου, αποθηκεύεις στο πίσω μέρος του μυαλού σου τα τεκταινόμενα και τουλάχιστον, τα ξεχνάς για όσο… Γιατί τι να την κάνεις τη συγνώμη αν ό,τι έγινε αποθηκεύεται και δε διαγράφεται;

Υπάρχουν άνθρωποι που δέχονται τη συγνώμη και μετά από εβδομάδες, μήνες, αρχίζουν να υποφέρουν με όλα όσα υποτίθεται άφησαν πίσω. Πίσω; Πού; Η υπόθεση, βγαίνει απ΄ το αρχείο και επανεξετάζεται. Αναρωτιούνται, αν ο άλλος έχει στ' αλήθεια μετανιώσει, αν αυτά που τους είχε πει είναι εκείνα που πραγματικά αισθάνθηκε, αν θα τους ξαναπροδώσει, και έτσι τα παιχνίδια του μυαλού πλέον είναι ανεξέλεγκτα.

Μπαίνεις σε διαδικασίες αμφιβολίας, γίνεσαι καχύποπτος, επιφυλακτικός και πολλές φορές σκέφτεσαι μήπως χρειαστεί να πράξεις και εσύ αναλόγως. Έτσι, για να πατσίσετε.

Πού είναι λοιπόν η γαλήνη, που η αρχική συγνώμη του σου χάρισε; Πότε λοιπόν μια συγνώμη είναι τόσο δυνατή ώστε να απαλύνει τα σημάδια και σε επαναφέρει στα ίσια σου; Πόσες χιλιάδες φορές χρειάζεται να την ακούσεις για να δώσεις «τόπο στην οργή» και να ξεκινήσεις από εκεί όπου σταμάτησες; Ε, λοιπόν, όχι. Και η πιο δακρύβρεχτη συγνώμη δεν είναι αρκετή, αν εσύ δεν είσαι έτοιμος να την καταπιείς χωρίς να σε πνίξει.

Άλλωστε, αυτός είναι ο ρόλος μιας καλής συγχώρεσης: να γίνει το χωνευτικό που θα σε βοηθήσει να χωνέψεις την πίκρα και, αργά ή γρήγορα, να την αποβάλεις. Μπορεί η αλαζονεία σου να ικανοποιηθεί με πολλές τραγικές παραστάσεις όπου θα πρωταγωνιστεί ο «προδότης», όμως καθώς λένε, αν ραγίσει το γυαλί, δεν ξανακολλάει, η αλήθεια είναι ότι ξανακολλάει, όμως του μένει το ραγισματάκι.

Μια συγνώμη λοιπόν, δε βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Δεν εγγυάται ότι όλα θα είναι όπως πριν. Δεν αποκαθιστά την προδοσία, ούτε την τάξη πραγμάτων όπως αυτά προϋπήρχαν. Γι αυτό, δεν αρκεί μόνο η γενναιοδωρία της ψυχής για να κάνεις delete. Πρέπει να είσαι πολύ σίγουρος ότι ειλικρινά, θέλεις να συγχωρέσεις τον άλλον.

Και να κάνεις restart τολμώντας το ακατόρθωτο: Να περάσεις από τη θεωρία της συγνώμης στην πράξη.

Ο ανόητος ούτε συγχωρεί ούτε ξεχνά.
Ο αφελής και συγχωρεί και ξεχνά.
Ο έξυπνος συγχωρεί, αλλά δεν ξεχνά.
Thomas Szasz, 1920-2012, Ουγγροαμερικανός ψυχίατρος

Σε ποια κατηγορία ανήκουμε άραγε;

Μόνο μέσα από τα βαθιά μου σκοτάδια θα καταφέρω να παλέψω με τους φόβους μου και να τους νικήσω.

Την ωραιότερη θέα την είχα πάντα από κάτι εγκαταλελειμμένα υπόγεια.

Εκεί συνήθιζα να κάνω επιλογές, να παίρνω σημαντικές αποφάσεις για την εξέλιξη της ζωής μου, επαναπροσδιοριζόμουν και ατένιζα το άγνωστο μέλλον μου.

Εκεί συνήθιζα να θάβω και να κρύβω τους εσωτερικούς μου θησαυρούς.

Εκεί ασφάλιζα τα πολύτιμα και τα ιδανικά μου.

Για να μην τα βρει και τα πειράξει κανένας.

Εκεί αποφάσισα να ασφαλίσω τον εαυτό μου.

Εκεί που λίγοι τολμούν να πάνε.

Αν και εκεί συνήθως παίρνεις ρίσκο και πολεμάς με το μέσα σου.

Εγώ ξέρεις, ανέκαθεν ήμουν από τους τολμηρούς ανθρώπους.

Βλέπεις είναι σχεδόν ακατόρθωτο να αγγίξεις και να ανακατέψεις τα σκοτάδια σου.

Θέλει τσαμπουκά και μαγκιά.

Και εκεί κάτω στο μεγάλο μου χάος, στο χαμηλό έως ανύπαρκτο φωτισμό επιλέγω να μην κλείσω τα μάτια μου στους φόβους μου, στις αδυναμίες μου και στον θυμό μου.

Επιλέγω, λάθος σωστό ποιος μπορεί να κρίνει, να τα αντικρίσω και να τα αντιμετωπίσω όλα στα ίσα.

Μόνο μέσα από τα βαθιά μου σκοτάδια θα καταφέρω να παλέψω με τους φόβους μου και να τους νικήσω.

Και ναι, θέλω να είναι δική μου η απόφαση, χωρίς να επηρεαστώ από κανέναν για να βουτήξω στον σκοτεινό εαυτό μου, να γνωριστούμε και να αναμετρηθούμε.

Και τότε αφού θα με μάθω και στις μαύρες μου, θα με πολεμήσω, θα έχω δικαίωμα στην ηρεμία, την γαλήνη που θα μου προσφέρει η εσωτερική μου ανακάλυψη.

Όταν αντιμετωπίζεις ένα ηλίθιο άτομο, βρίσκεσαι ολοκληρωτικά στο έλεός του

Στην ουσία, οι ηλίθιοι άνθρωποι είναι επικίνδυνοι και επιβλαβείς επειδή οι λογικοί άνθρωποι δυσκολεύονται να συλλάβουν και να κατανοήσουν την παράλογη συμπεριφορά. Ένα ευφυές άτομο πιθανά να κατανοήσει τη λογική ενός κακοποιού. Οι πράξεις των κακοποιών ακολουθούν ένα σχέδιο με κάποια συλλογιστική – επίβουλη συλλογιστική μεν, αλλά παρ’ όλα αυτά συλλογιστική. Ο κακοποιός επιθυμεί ενεργητικό στο λογαριασμό του. Εφόσον δεν είναι αρκετά έξυπνος ώστε να σχεδιάσει πρακτικές που θα του αποφέρουν όφελος και παράλληλα θα ωφελήσουν κι εσάς, θα παραγάγει το ενεργητικό του προκαλώντας παθητικό στο δικό σας λογαριασμό. Η συμπεριφορά του είναι κατακριτέα, αλλά διέπεται από μία λογική, και ένας λογικός άνθρωπος μπορεί να την προβλέψει. Μπορείς να μαντέψεις πώς θα ενεργήσει ένας κακοποιός, τους κακόβουλους χειρισμούς του και τις υστερόβουλες φιλοδοξίες του και συχνά είναι εφικτό να θωρακίσεις τις άμυνές σου…

Με ένα ηλίθιο άτομο, αυτό είναι παντελώς αδύνατο, όπως εξηγείται από τον Τρίτο Βασικό Νόμο. Ένα ηλίθιο πλάσμα σε κατατρέχει χωρίς λόγο, χωρίς να προσβλέπει σε κάποιο πλεονέκτημα, χωρίς σχέδιο ή μεθόδευση και στις πλέον ακατάλληλες στιγμές και μέρη. Όταν αντιμετωπίζεις ένα ηλίθιο άτομο, βρίσκεσαι ολοκληρωτικά στο έλεός του.

Επειδή οι ενέργειες του ηλίθιου ατόμου δε διέπονται από τους νόμους της λογικής, συνεπάγεται ότι: α) η επίθεση, κατά κανόνα, σε βρίσκει απροετοίμαστο, β) ακόμη και όταν κάποιος αντιληφθεί ότι δέχεται επίθεση, αδυνατεί να οργανώσει λογικά αντίμετρα, γιατί η ίδια η επίθεση στερείται λογικής δομής.

Το γεγονός πως οι δραστηριότητες και οι ενέργειες του ηλίθιου πλάσματος είναι απόλυτα αλλοπρόσαλλες και παράλογες δεν καθιστά μόνο την άμυνα προβληματική αλλά και την όποια αντεπίθεση εξαιρετικά δύσκολη – σαν να προσπαθείς να στοχεύσεις ένα αντικείμενο που μπορεί να κινηθεί με τις πιο απίθανες και απροσδόκητες κινήσεις.

Όταν η οικογένεια είναι θυματοποιός

Το οικογενειακό κύτταρο είναι, σίγουρα, ο ακρογωνιαίος λίθος της οικονομικής ανάπτυξης, ο βασικός θεσμός που διδάσκει αξίες και στάσεις. Είναι όμως, και ο θεσμός, μέσα στους κόλπους του οποίου μαθαίνεται και εκφράζεται η μεγαλύτερη εχθρότητα, το άγχος, το στρες και η κατάθλιψη. Αν επισκεφτείτε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα και μιλήσετε με τους αρρώστους, θα δείτε ότι όλοι σχεδόν έχουν προβλήματα με τα διάφορα μέλη της οικογένειάς τους. Δεν είναι οι γείτονες, οι εργοδότες, οι δάσκαλοι ή οι φίλοι αυτοί που δημιουργούν προβλήματα στα διαταραγμένα άτομα, σε σημείο που να απαιτείται το κλείσιμό τους στο νοσοκομείο. Σχεδόν πάντα είναι τα μέλη της οικογένειάς τους.

Διαβάστε ένα εύστοχο μικρό απόσπασμα από το τελευταίο βιβλίο του Σέλντον Μπ. Κοπ, «Αν συναντήσετε το Βούδα στο Δρόμο, Σκοτώστε τον! Το προσκύνημα της Ψυχοθεραπείας».

«Τα μέλη της οικογένειας του Δον Κιχώτη, καθώς και το χωριό του, έπαθαν μεγάλη ταραχή όταν έμαθαν πως αποφάσισε να πιστέψει στον εαυτό του. Αντιμετώπισαν με περιφρόνηση την επιθυμία του να ακολουθήσει το όνειρό του. Δε συνέδεσαν καθόλου την εμφάνιση της ιπποτικής παράνοιάς του με τη θανάσιμη μονοτονία της ζωής του μέσα στο θρησκόληπτο περιβάλλον του. Η γεροντοκόρη ανιψιά του, η πολύξερη νοικοκυρά του, ο κουτός κουρέας του και ο φαφλατάς παπάς του χωριού, όλοι, πίστευαν πως τα επικίνδυνα βιβλία του ήταν αυτά που γέμισαν το μυαλό του Δον Κιχώτη με παράλογες ιδέες και τον τρέλαναν».

Στη συνέχεια, ο Κοπ κάνει μία σύγκριση ανάμεσα στον Δον Κιχώτη και την επίδραση της σύγχρονης οικογένειας πάνω στα σοβαρά διαταραγμένα άτομα.

«Το σπιτικό τους μου θυμίζει τις οικογένειες των νεαρών σχιζοφρενών. Τέτοιες οικογένειες δίνουν συχνά την εντύπωση μιας υπέρ-φυσιολογικής σταθερότητας και μιας ηθικολογικής καλοσύνης. Η πραγματικότητα είναι ότι έχουν αναπτύξει ένα περίπλοκο σύστημα προειδοποιήσεων, προκειμένου να αποτρέψουν οποιοδήποτε μέλος να κάνει κάποια αυθόρμητη κίνηση, κάτι που θα ανέτρεπε την εύθραυστη οικογενειακή ισορροπία και θα ξεσκέπαζε την υποκριτικότητα της υπερελεγχόμενης ψευδοσταθερότητάς της».

Η οικογένειά σας μπορεί να είναι ένα πολύ ευεργετικό στοιχείο της ζωής σας. Και θα είναι, αν φροντίσετε να γίνει έτσι. Η άλλη όψη του νομίσματος , όμως, μπορεί να είναι καταστροφική. Αν επιτρέψετε στην οικογένειά σας ( ή στις οικογένειες ) να κινούν τα νήματά σας, θα τραβήξουν τόσο δυνατά και, συχνά, από τόσο διαφορετικές κατευθύνσεις, που θα σας κάνουν κομμάτια.

Η προσπάθεια αποθυματοποίησης σας οδηγεί να εφαρμόσετε τις συμβουλές του βιβλίου αυτού, κυρίως στα πιο κοντινά μέλη της οικογένειάς σας. Τα μέλη της οικογένειας, που πιστεύουν ότι σας κατέχουν, και που εσείς θεωρείτε τον εαυτό σας υποχρεωμένο να τα υποστηρίζει, μόνο και μόνο επειδή είναι συγγενείς. Τα μέλη, που πιστεύουν ότι έχουν το ΔΙΚΑΙΩΜΑ να σας υποδεικνύουν πώς θα ζήσετε εσείς τη ζωή σας, επειδή τυχαίνει να έχετε το ίδιο αίμα.

Ο έρωτας στον Πλάτωνα

H φιλοσοφική σύλληψη του έρωτα ξεκινά από τον Πλάτωνα και συνεχίζεται σε όλη τη μακραίωνη πλατωνική παράδοση μέχρι τον Πλωτίνο. O Πλάτων θα αφιερώσει δύο από τους ωραιότερους διαλόγους του στον έρωτα - το Συμπόσιο και τον Φαίδρο -, ενώ το μοτίβο του φιλοσοφικού έρωτα διατρέχει το έργο του από τον πρώιμο Χαρμίδη, όπου η αρετή της σωφροσύνης εισάγεται ως το αντίθετο της ερωτικής άκρατης ορμής, μέχρι την ύστερη 7η Επιστολή. O Πλάτων ενσωματώνει τον έρωτα στη φιλοσοφία του, αξιοποιώντας και μετασχηματίζοντας, όπως συνηθίζει, ποικίλες προϋπάρχουσες μυθολογικές και ποιητικές εικόνες του έρωτα. Ταυτοχρόνως, η πλατωνική αντίληψη του έρωτα είναι ένα διεισδυτικό σχόλιο στην τρέχουσα ερωτική πρακτική της εποχής του. Τη θεματική αυτή μπορεί να την παρακολουθήσει ο αναγνώστης στους λόγους των συνδαιτυμόνων τού Σωκράτη στο Συμπόσιο, με απαραίτητο βοήθημα τη μνημειώδη έκδοση του Συκουτρή.1
 
Αυτές οι πλευρές του πλατωνικού έρωτα δεν θα με απασχολήσουν στο σύντομο κείμενο που ακολουθεί. Κρατώ απλώς μια απαραίτητη σημασιολογική διευκρίνιση. O «έρωτας» στα αρχαία ελληνικά διατηρεί πάντοτε ως πρωτεύουσα σημασία του τη σεξουαλική έλξη. Δεν περιγράφει μια κατάσταση ή ένα συναίσθημα, αλλά μια ορμή κίνησης προς ένα αντικείμενο επιθυμίας. Και είναι μια ορμή που δεν προϋποθέτει αμοιβαιότητα: οι ρόλοι του εραστή και του ερωμένου προσώπου παραμένουν σαφώς διακριτοί.
 
Θα μπορούσε να διερωτηθεί κανείς αν πριν από τον Πλάτωνα υπήρξε κάποια φιλοσοφική αξιοποίηση του έρωτα. O Αριστοτέλης θέτει ευθέως το ίδιο ερώτημα, όταν στα Μετά τα φυσικά αναζητά προδρόμους του δικού του ποιητικού αιτίου, της δύναμης δηλαδή που κινεί τα πράγματα:
 
Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι ο πρώτος που αναζήτησε μια τέτοιου είδους αιτία ήταν ο Ησίοδος, ή και κάποιος άλλος που έθεσε ως αρχή ανάμεσα στα όντα τον έρωτα ή την επιθυμία, όπως για παράδειγμα ο Παρμενίδης. Γιατί λέει ο Παρμενίδης περιγράφοντας τη δημιουργία του σύμπαντος: «πρώτον απ' όλους τους θεούς συνέλαβε τον Έρωτα»,2 και ο Ησίοδος: «πρώτα απ' όλα τα πράγματα το Χάος γεννήθηκε, κι έπειτα η ευρύστερνη Γη και ο Έρωτας, που ξεχωρίζει ανάμεσα στους αθανάτους»,3 σαν να πρέπει να υπάρχει ανάμεσα στα όντα κάποια αιτία που θα κινεί και θα συναρμόζει τα πράγματα.4
 
Ο Αριστοτέλης θα συσχετίσει τον έρωτα του Ησίοδου και του Παρμενίδη με τη «φιλότητα» του Εμπεδοκλή (που δεν ισοδυναμεί με τον έρωτα, αλλά είναι πάντως μια δύναμη ένωσης των ομοειδών), δίνοντας με τον συνήθη περιεκτικό του τρόπο τη λειτουργία που θα μπορούσε να έχει ο έρωτας στην προσωκρατική σκέψη: ο έρωτας είναι η προσωποποίηση της δύναμης ή της αιτίας κίνησης των όντων στο σύμπαν.
 
Στη φιλοσοφία του Πλάτωνα τη λειτουργία αυτή θα την αναλάβει η ψυχή. Η κοσμική ψυχή διευθύνει και κινεί τα πάντα στο σύμπαν, όπως η ανθρώπινη ψυχή ελέγχει και κινητοποιεί τον ανθρώπινο οργανισμό. Στον έρωτα ο Πλάτων θα αναθέσει έναν διαφορετικό και πρωτόγνωρο ρόλο: ο έρωτας, η πιο ισχυρή και πολύπλοκη ανθρώπινη επιθυμία, λειτουργεί ως ανέλπιστος εσωτερικός σύμμαχος μας στο δρόμο προς την αληθινή φιλοσοφία. Η ερωτική έλξη ξεκινά ως άλογο πάθος, έχει όμως τη δυνατότητα να μετασχηματιστεί σε ένα είδος θεϊκής μανίας, που ωθεί τον άνθρωπο προς την ένωση με τις Ιδέες. Για τον Πλάτωνα, ο έρωτας έχει κάτι το φιλοσοφικό, γιατί όπως ο φιλόσοφος (ο «φιλῶν τήν σοφίαν») βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και την άγνοια, έτσι και ο έρωτας, που είναι εξ ορισμού ανικανοποίητος, είναι ένας δαίμων που παλινδρομεί ανάμεσα στην έλλειψη και την πλήρωση, την ασχήμια και την ωραιότητα, τη θνητότητα και την αθανασία.
 
Στο Συμπόσιο, τον ωραιότερο του ίσως διάλογο, ο Πλάτων παρουσιάζει τη συνομιλία έξι φίλων (του Φαίδρου, του Παυσανία, του Ερυξίμαχου, του Αγάθωνα, του Αριστοφάνη και του Σωκράτη), ιστορικών και διάσημων προσώπων του 5ου αιώνα π.Χ., ο καθένας από τους οποίους αναλαμβάνει να δώσει ένα εγκώμιο του έρωτα. Οι διαδοχικοί λόγοι οδηγούνται σε κορύφωση, όταν τελευταίος μιλά ο Σωκράτης και μας μεταφέρει όσα έμαθε για τον έρωτα από μια μυστηριώδη γυναίκα, την ιέρεια Διοτίμα. Για τον Σωκράτη ο έρωτας είναι δαίμων, γιος του Πόρου, του θεού της επίνοιας και της ευρετικότητας, και της ζητιάνας Πενίας. Από τους δύο γονείς του αντλεί την αντιφατική του φύση: είναι φτωχός, άσχημος και σκληρός, «ανυπόδητος και άστεγος»1 είναι όμως ταυτοχρόνως γενναίος, ενεργητικός, εφευρετικός, γητευτής, πολυμήχανος, κυνηγός του ωραίου, αιωνίως ανικανο-ποίητος.5 H ενδιάμεση φύση του ορίζει και τη σχέση του με τη γνώση και τη σοφία: ο έρωτας «βρίσκεται ανάμεσα στη σοφία και στην αμάθεια». Οι θεοί, οι απόλυτοι γνώστες, δεν φιλοσοφούν, γιατί κατέχουν τη γνώση. Ούτε όμως και οι ανόητοι φιλοσοφούν, αφού δεν συνειδητοποιούν την άγνοιά τους.
 
Φιλο-σοφούν, δηλαδή έλκονται από τη σοφία, μόνο αυτοί που αντιλαμβάνονται την αξία και την ωραιότητα της σοφίας, χωρίς να την κατέχουν. Ο έρωτας λοιπόν ως κυνηγός του ωραίου ρέπει προς τη σοφία, «είναι ο ίδιος φιλόσοφος».6
 
Αντικείμενο του έρωτα είναι το ωραίο, και μάλιστα ο «τόκος» - η δημιουργία - μέσα στην ωραιότητα. Στόχος του η κατάκτηση της αθανασίας: αθανασία σωματική, που επιτυγχάνεται με τη σεξουαλική αναπαραγωγή, κυρίως όμως αθανασία πνευματική, μέσω των έργων της ψυχής που διεκδικούν ένα μερίδιο στην αιωνιότητα.
 
Ο Πλάτων σκιαγραφεί μια κλίμακα ερωτικής ανάβασης που διαδοχικά καλύπτει την έλξη προς ένα ωραίο σώμα, την έλξη προς όλα τα ωραία σώματα, την έλξη προς τις ωραίες ψυχές, την έλξη προς τις ωραίες δημιουργίες και μαθήσεις, για να καταλήξει στην αποκάλυψη ότι το πραγματικό κίνητρο του έρωτα είναι η ταύτισή του με το ιδεατό Ωραίο, με την Ιδέα της ωραιότητας.
 
Όποιος λοιπόν διαπαιδαγωγηθεί στην ερωτική τέχνη και μάθει να βλέπει σωστά τη μια μετά την άλλη τις διάφορες μορφές του ωραίου, όταν φθάσει στο τέρμα της ερωτικής μυσταγωγίας, θα αντικρύσει ξαφνικά ένα κάλλος αξιοθαύμαστο - εκείνο ακριβώς το κάλλος χάριν του οποίου καταβλήθηκαν όλες οι προηγούμενες προσπάθειες. Αυτό το Ωραίο είναι κάτι αυθύπαρκτο, ενιαίο στη μορφή, αιώνιο· όλα τα άλλα ωραία πράγματα μετέχουν σ' αυτό με τέτοιον τρόπο, ώστε ενώ εκείνα γεννιούνται και πεθαίνουν, αυτό ούτε αυξάνεται ούτε μειώνεται ούτε υφίσταται την παραμικρή αλλαγή. Όταν λοιπόν χάρη στο «ορθώς παιδεραστείν» ανεβεί από τα φαινόμενα αυτού του κόσμου και αρχίσει να βλέπει το ίδιο το Ωραίο, έχει σχεδόν φθάσει στο τέλος. Γιατί αυτή είναι η σωστή ερωτική οδός που πρέπει να πάρει κανείς μόνος του ή να οδηγηθεί από άλλον.7
 
Αν ωστόσο το Συμπόσιο είναι ένα αριστούργημα, δεν το οφείλει μόνο στη βαρυσήμαντη διήγηση της Διοτίμας. Το σπουδαιότερο λογοτεχνικό του εύρημα είναι η ξαφνική είσοδος του Αλκιβιάδη στη σκηνή, και το εγκώμιο του Σωκράτη που αυτός εκφωνεί. Ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης, ήδη διάσημος την εποχή του Συμποσίου, εξιστορεί τη δική του νεανική ερωτική ιστορία με τον Σωκράτη. Η ίδια η διήγηση είναι τολμηρή και απολαυστική. Το πιο ωραίο όμως στοιχείο της είναι η ταύτιση του Σωκράτη με τον έρωτα - με τον έρωτα-φιλόσοφο, που μόλις είχε περιγράψει ο ίδιος ο Σωκράτης στο λόγο του. Ο Σωκράτης του Αλκιβιάδη είναι η επίγεια προσωποποίηση και του έρωτα και της φιλοσοφίας. Είναι κι αυτός άσχημος, σκληρός, φτωχός, ανυπόδητος, γοητευτικός και ανικανοποίητος· είναι κυρίως «άτοπος», όπως ο φιλοσοφικός έρωτας.
 
 «Είναι εκπληκτικό, αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν μοιάζει με κανέναν, ούτε από τους παλαιότερους ούτε από τους τωρινούς. Όσο κι αν ψάξεις δεν θα βρεις κανέναν σαν κι αυτόν· τόσο "άτοπος" είναι και ο ίδιος και οι λόγοι του».8 Περιφρονεί το χρήμα, τις τιμές και τα ακριβά ρούχα και προτιμά να κυκλοφορεί ξυπόλητος· έχει απίστευτη αντοχή στις κακουχίες, στο ξενύχτι και στο πιοτό· δεν χάνει ποτέ την αυτοκυριαρχία του. Είναι «υβριστής», του αρέσει να ειρωνεύεται τους συνομιλητές του, δίνει την εντύπωση ότι παίζει συνομιλώντας, μιλά για σοβαρά θέματα χρησιμοποιώντας παράδοξα παραδείγματα από την καθημερινή ζωή, «κάτι για γάιδαρους σαμαρωμένους και για χαλκωματάδες και πετσωτήδες και βυρσοδέψες». Και όμως στο τέλος οι συνομιλητές του αντιλαμβάνονται ότι «οι δικές του συζητήσεις είναι οι μόνες που έχουν πραγματικό νόημα»,9 οι λόγοι του μαγεύουν, «αιχμαλωτίζουν και εκστασιάζουν τους ανθρώπους», έχουν τη δύναμη να τους κάνουν να «αντιλαμβάνονται ότι δεν αξίζει να ζουν όπως ζουν».10
 
Ο λόγος του Αλκιβιάδη στο Συμπόσιο είναι και ένα αφηγηματικό τέχνασμα, που προσφέρει τη δυνατότητα στον Πλάτωνα να μιλήσει για πρώτη φορά εκτενώς για τον πρωταγωνιστή των διαλόγων του. Αντιλαμβανόμαστε έτσι πώς ο ερωτικός Σωκράτης του Συμποσίου, ο παθιασμένος κυνηγός των ωραίων εφήβων, ο γνώστης της ερωτικής τέχνης, είναι ο ίδιος άνθρωπος με τον εκλεπτυσμένο διαλεκτικό του Πρωταγόρα, τον πολιτικό στοχαστή του Γοργία, τον γαλήνιο μπροστά στο θάνατο φιλόσοφο του Φαίδωνα. Η εικόνα αυτή δεν θα αλλάξει ουσιαστικά στον μεταγενέστερο Φαίδρο. Θα συμπληρωθεί ωστόσο με ορισμένα νέα στοιχεία.
 
Η ανθρώπινη ψυχή συλλαμβάνεται πλέον ως σύνθετη ολότητα. Αποτελείται από τρία διαφορετικά μέρη (το «λογιστικό», το «θυμοειδές» και το «επιθυμητικό»), η ισορροπία των οποίων δεν είναι δεδομένη. Οπότε αντιστοίχως και η ερωτική έλξη γίνεται πολυσύνθετη και αντιφατική. Το επιθυμητικό μέρος της ψυχής ρέπει προς τη σαρκική επαφή με το αντικείμενο του έρωτα, ενώ το λογιστικό προς την πνευματική. Ο Πλάτων δείχνει για πρώτη φορά να αντιλαμβάνεται την πιθανότητα της «ακρασίας», δηλαδή της εσωτερικής σύγκρουσης του ευγενούς σκοπού και της αδυναμίας της σάρκας. Ο φιλοσοφικός έρωτας συστήνεται ως αποκλειστικά πνευματική έλξη και επαφή, ανάμεσα σε ανθρώπους διαφορετικής ηλικίας, ωριμότητας και σο­φίας - υποψιάζομαι ότι από τον Φαίδρο προέκυψε η τρέχουσα αντίληψη περί πλατωνικού έρωτα.
 
Η προνομιακή σχέση του έρωτα προς το Ωραίο, που εκδηλώνεται με την έλξη προς κάθε ωραία αισθητή μορφή ή πραγμάτωση, ανοίγει μια επίγεια προοπτική προς τις Ιδέες. Ο Πλάτων παραδέχεται ότι στον κόσμο που ζούμε «είναι δυσθεώρητες η δικαιοσύνη και η σωφροσύνη και όσα άλλα είναι πολύτιμα για τις ψυχές». Από τις πλατωνικές Ιδέες «μόνο το Ωραίο είχε τη μοίρα να είναι κάτι κατάφωτο και αξιαγάπητο»,11 και σ' αυτό μπορεί να μας οδηγήσει η θεϊκή μανία του έρωτα.
 
Στον Φαίδρο όμως ο Πλάτων μάς δίνει και την πληρέστερη στους διαλόγους του εικόνα για το πώς αντιλαμβάνεται τη φύση της αληθινής φιλοσοφίας.
 
Η φιλοσοφία ορίζεται ως «μάθημα», ως διαδικασία διδαχής, που προϋποθέτει έναν «ειδότα» και έναν «μανθάνοντα». Ο φιλοσοφικός λόγος είναι ο λόγος του δασκάλου και όχι εν γένει ο λόγος του γνώστη. Και είναι ένας λόγος με συγκεκριμένη απεύθυνση: στοχεύει στη διαμόρφωση του «ήθους» του μαθητή, στην καλλιέργεια της ψυχής του. Η φιλοσοφία καλλιεργείται με τη «σπορά έμψυχων και γόνιμων» λόγων, που έχουν τη δυνατότητα «να υπερασπίσουν τον εαυτό τους» και να «βοηθήσουν τον εισηγητή τους»,12 με τη διά ζώσης δηλαδή εκφορά εύπλαστων επιχειρημάτων και θεωριών, που μπορούν μέσω του διαλόγου να ελεγχθούν, να επαναδιατυπωθούν και να μετασχηματιστούν γεννώντας νέα επιχειρήματα και νέες θεωρίες. Η φιλοσοφία καλλιεργείται λοιπόν με τη ζωντανή ανταλλαγή των λόγων.
 
­                Η σπορά και η γονιμοποίηση των λόγων γίνεται μόνο στο κατάλληλο εύφορο έδαφος, στην «προσήκουσα ψυχή» του «μανθάνοντος»ι εκεί γονιμοποιούνται οι λόγοι του δασκάλου, εκεί αποδεικνύονται αθάνατοι, εκεί παράγεται η ανθρώπινη ευδαιμονία.13 Η αναζήτηση της κατάλληλης ψυχής αποτελεί ουσιαστικό μέρος της δράσης του φιλοσόφου, αφού η φιλοσοφία είναι «ψυχαγωγία», αγωγή δηλαδή της ψυχής. Η ανεύρεσή της και η επίγνωση της πραγματικής της φύσης επηρεάζει τη μορφή των εκφερομένων φιλοσοφικών επιχειρημάτων και θεωριών. Έδρα επομένως του φιλοσοφείν είναι η ανθρώπινη ψυχή.
 
Καταλαβαίνουμε τώρα γιατί ο έρωτας αποτελεί την προσφιλή μεταφορά του Πλάτωνα για την κατάδειξη της φύσης της φιλοσοφίας. Αν η φιλοσοφία είναι ζωντανή διαδικασία μάθησης, που προϋποθέτει δύο ανισότιμους πόλους, το δάσκαλο και το μαθητή, τότε η ερωτική συνομιλία είναι η ανθρώπινη δραστηριότητα που πλησιάζει περισσότερο σ' αυτό το ιδεώδες. Σαν τον εραστή που προσπαθεί αενάως να κατακτήσει το αντικείμενο του έρωτά του χωρίς να το καταφέρνει ποτέ πλήρως, ο φιλόσοφος είναι αιωνίως διψασμένος για την αληθινή γνώση, και, όπως ο Σωκράτης, αναζητεί τις κατάλληλες νεανικές ψυχές που θα του προσφέρουν γόνιμο έδαφος για τη σπορά των λόγων του.
 
Ο Πλάτων αναδεικνύει το ρόλο του εραστή-δασκάλου και όχι του ερωμένου-μαθητή, ίσως γιατί το κίνητρο του δεύτερου είναι πιο εμφανές. Ο ερώμενος και ο μαθητής προσδοκούν ίσως από την επαφή κάποια οφέλη. Το κίνητρο όμως του εραστή και του φιλοσόφου είναι πιο δυσδιάκριτο. Η ερωτική κατάκτηση και η φιλοσοφική μύηση δεν αποτελούν αυτοσκοπό για τον Πλάτωνα. Ο πλατωνικός εραστής στοχεύει μέσω της ερωτικής κατάκτησης στην πνευματική δημιουργία (στον «τόκον ἐν τῷ καλῷ»), που θα του εξασφαλίσει συμμετοχή στην αθανασία. Ο πλατωνικός φιλόσοφος, από την άλλη πλευρά, έχει αντιληφθεί ότι η φιλοσοφία δεν είναι μοναχική ενασχόληση, αλλά δημιουργικός διάλογος με νεαρά και προικισμένα άτομα. Στη δική τους ψυχή θα γραφεί ο φιλοσοφικός λόγος, εκεί θα βλαστήσουν οι νέες ιδέες, που ίσως οδηγήσουν κάποια στιγμή στην αποκάλυψη της αληθινής γνώσης των όντων.14 Η μέριμνα αυτή βρίσκεται πίσω από την απόφαση του Πλάτωνα να ιδρύσει την Ακαδημία, ένα θεσμό σταθερής συνύπαρξης δασκάλων και μαθητών, παλαιών και νέων στη φιλοσοφία. Το κυρίαρχο στοιχείο της Ακαδημίας είναι ο κοινός τρόπος ζωής των μελών της, η κοινή αναζήτηση, ο δημιουργικός διάλογος, μέσα από τον οποίο η νέα γενιά των μαθητών βρίσκει το δρόμο της. Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά τον Πλάτωνα, μολονότι το ερωτικό στοιχείο δεν προβάλλεται πλέον με την ίδια ένταση, η φιλοσοφική μύηση στον αρχαίο κόσμο γίνεται πάντοτε δίπλα σε έναν δάσκαλο ή στο εσωτερικό μιας φιλοσοφικής σχολής.
-------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1 Πλάτωνος, Συμπόσιον, κείμενον, μετάφρασις και ερμηνεία υπό Ιωάννου Συκου­τρή, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1934.
2 Παρμενίδης, αποσπ. 13.
3 Ελεύθερη απόδοση των στίχων 116-20 της Θεογονίας. Είναι πάντως ενδιαφέρον ότι η σύνδεση των ονομάτων του Ησίοδου και του Παρμενίδη με την πρωτοκαθεδρία και την παλαιότητα του έρωτα επιχειρείται πρώτη φορά από τον Πλάτωνα στο λόγο του Φαίδρου στο Συμπόσιο (178ab).
4 Μετά τα φυσικά Α 984b23-31.
5 Πλάτ., Συμπόσιον 142c-e.
6 Πλάτ., Συμπόσιον 204b.
7 Πλάτ., Συμπόσιον 210e-211b.
8 Πλάτ., Συμπόσιον 221 cd.
9 Πλάτ., Συμπόσιον 221e-222a.
10 Πλάτ., Συμπόσιον 215d-216a.
11 Πλάτ., Φαίδρος 250de.
12 Πλάτ., Φαίδρος 276a,e.
13 Πλάτ., Φαίδρος 277a.
14 Στην 7η Επιστολή ο Πλάτων, ως πραγματικό δρόμο της φιλοσοφίας, θα σκιαγραφήσει μια πορεία ζωής, επίπονη, καθημερινή και μακρόχρονη, μια πορεία με οδηγό έναν γνώστη, μια κοινή αναζήτηση, που μπορεί να οδηγήσει τελικά στον ξαφνικό φωτισμό της ψυχής του ανθρώπου (341d, 344b).

Το φιλοσοφικό «φάρμακο» του θανάτου

Tο αληθινό πρόσωπο του ΤΕΛΟΥΣ. Ένα ζήτημα που όλους θα πρέπει να μας απασχολεί κατά τη διάρκεια της ζωής μας. Ένα ζήτημα που τους περισσότερους τους φοβίζει. Ένα ζήτημα που η μελέτη του, καθορίζει την καθημερινότητα και τις αληθινές επιθυμίες του ανθρώπου.


Τα πάντα γύρω μας πεθαίνουν, τα αστέρια, οι γαλαξίες, οι άνθρωποι. Το τέλος είναι μια παγκόσμια σταθερά. Τα Ιμαλάια δεν υπήρχαν πριν 10 εκατομμύρια χρόνια ούτε θα υπάρχουν σε άλλα δέκα από τώρα. Η Γη είναι σε ηλικία 4.7 Δις χρόνια και σε περίπου 6 δις θα την έχει καταπιεί ο Ήλιος αφού θα μετατραπεί σε ερυθρό γίγαντα.

Εκείνο που λέμε από την αρχή είναι ότι ο θάνατος είναι κυρίαρχος και στον πλανήτη. Πλανητάρχης είναι ο θάνατος.

Ο Φρόιντ, στην αλληλογραφία του, με τον Αϊνστάιν, αναφέρει:

«Si vis vitam para mortem
Αν θέλεις ζωή, να ετοιμάζεσαι για θάνατο.

Ποιο είναι το φάρμακο εκείνο που θα μας απαλλάξει από το φόβο του θανάτου;

Είναι πολύ απλό. Ξέρετε γιατί φοβόμαστε το θάνατο; Διότι αγαπάμε τη ζωή, θα μου πείτε.

Και ξέρετε γιατί αγαπάμε τη ζωή; Διότι είμαστε πολύ δεμένοι με τη ζωή. Ο καθένας από μας δηλαδή ζωή βλέπει σαν μία μοναδική αξία, είναι δεμένος, σε μια τελική ανάλυση δηλαδή μιλάμε για έναν ηθικό εγωισμό. Ο εγωισμός μας είναι αυτή η αιτία που μας κάνει και φοβόμαστε το θάνατο. Δεν είναι σαφές αυτό που σας λέω σε πρώτη οπτική, διότι τον εγωισμό πρέπει να τον δούμε διαφορετικά. Να τον δούμε σαν μία μετεξελιγμένη κατάσταση στον ηθικό χώρο, στην ιστορία, στον πολιτισμό, στην ανθρώπινη ζωή, μια μετεξελιγμένη κατάσταση αυτού του φαινομένου που στη φύση το λέμε «ορμήν προς διατήρηση του είδους».

«Cold Spot»: Το κλειδί για την ανακάλυψη της ύπαρξης του πολυ-σύμπαντος

Νέα επιστημονική έρευνα βρίσκεται μπροστά στην πρώτη ένδειξη πως το σύμπαν στο οποίο ζούμε, δεν είναι παρά ένα από τα δισεκατομμύρια άλλα παράλληλα σύμπαντα που βρίσκονται εκεί έξω. Η θεωρία των πολλαπλών διαστάσεων έχει διατυπωθεί λίγο, πολύ ως θρύλος και υπάρχει σε δεκάδες ταινίες και ιστορίες επιστημονικής φαντασίας, όμως μια ομάδα ερευνητών του πανεπιστημίου του Durham έρχεται να δώσει μια πρώτη ένδειξη πως μπορεί να είναι αληθής.
 Το κλειδί για την ανακάλυψη της ύπαρξης του πολυ-σύμπαντος είναι το λεγόμενο "cold spot" που εντοπίζεται στο υπόβαθρο της κοσμικής ακτινοβολίας και ίσως αποτελεί το στοιχείο που αναδεικνύει πως κάποτε το σύμπαν στο οποίο ζούμε συγκρούστηκε με άλλο παράλληλο.Η κοσμική ακτονοβολία, κατάλοιπο κατά κάποιο τρόπο του Big Bang καλύπτει το σύνολο του διαστήματος και φαίνεται πως βρίσκεται σε θερμοκρασία 2,73 βαθμών (ή -270,43 βαθμών Κελσίου). Ωστόσο, οι επιστήμονες έχουν από καιρό παρατηρήσει μια ανωμαλία στη θερμοκρασία αυτή της κοσμικής ακτινοβολίας. Έτσι, το επονομαζόμενο cold spot, είναι σημεία της κοσμικής ακτινοβολίας όπου η θερμοκρασία είναι 0.00015 βαθμούς χαμηλότερη.
Μέχρι πρότινος η εξήγηση γι' αυτό ήθελε την ύπαρξη ενός τεράστιου κενού, δισεκατομμύρια έτη φωτός μακριά. Αν πράγματι υπάρχει αυτό το υπερ-κενό, τότε η πιθανότητα να εμφανίζεται το "κρύο σημείο" φαίνεται πως αποδίδεται στον παράγοντα τύχη. Ο καθηγητής Τομ Σανκς ωστόσο, που διεξήγαγε έρευνα σε 7.000 γαλαξίες δεν εντόπισε κανένα ίχνος ενός τέτοιου υπερ-κενού.
"Αυτό δεν σημαίνει πως μπορούμε να αποκλείσουμε εντελώς το τυχαίο γεγονός, ως εξήγηση για το cold spot" σημειώνει ο καθηγητής, που όμως συμπληρώνει πως αν δεν είναι αυτή η εξήγηση, τότε ίσως βρισκόμαστε μπροστά σε μια μοναδική ανακάλυψη. "Ενδεχομένως η πιο ενθουσιώδης εξήγηση να είναι πως το Cold Spot προκλήθηκε από την σύγκρουση μεταξύ δύο κόσμων, του δικού μας και μιας άλλης πανομοιότυπης συμπαντικής σφαίρας.

Ο μαγικός βολβός από την έκρηξη ενός άστρου

 
Το Νεφέλωμα της Φυσαλίδας ή NGC 7635 με το άστρο στο κέντρο της όπως το φωτογράφησε ο JP Metsavainio.
 
Μακριά στον αστερισμό της Κασσιόπειας κάπου 11.300 έτη φωτός από τη Γη, ένα αστέρι με μάζα 40-πλάσια αυτής του Ήλιου μας ανατινάχθηκε σχηματίζοντας μια γιγάντια φυσαλίδα από το δικό του υλικό στο διάστημα. Ο αστρικός άνεμος παρασύρει τα αέρια υλικά του άστρου σχηματίζοντας αυτό το καταπληκτικό Νεφέλωμα της Φυσαλίδας, το οποίο ανακαλύφθηκε το 1787 από τον αστρονόμο Friedrich Wilhelm Herschel.
 
Μέσα στη μαγική αυτή μπλε σφαίρα, το γιγάντιο άστρο καίγεται με μια μπλε έντονη φλόγα – οπότε σχηματίζεται ένας περίβλημα διαμέτρου 6 ετών φωτός από τα θερμά αέρια γύρω του, που διαστέλλονται προς τα έξω με ταχύτητα 6 εκατομμυρίων χιλιομέτρων την ώρα.

Μια σκουληκότρυπα στον Γαλαξία μας για χωροχρονικά ταξίδια;

Συνδυάζοντας παρατηρησιακά δεδομένα και τη γενική θεωρία της σχετικότητας, μια διεθνής ομάδα αστροφυσικών κατέληξε στο συμπέρασμα ότι πιθανόν ο Γαλαξίας μας «φιλοξενεί» μια σκουληκότρυπα. Η ομάδα, η οποία αποτελείται από επιστήμονες από την Ινδία, τις ΗΠΑ και τη Διεθνή Σχολή Προηγμένων Μελετών (SISSA) στην Ιταλία, δημοσίευσε τη μελέτη της στο περιοδικό Annals of Physics, στην οποία μάλιστα αναφέρει πως οι υπολογισμοί της δείχνουν πως η σκουληκότρυπα θα μπορούσε να είναι «σταθερή», επιτρέποντας έτσι τα χωροχρονικά ταξίδια.
 
«Λαμβάνοντας υπόψη τον χάρτη της σκοτεινής ύλης στον Γαλαξία και το πιο πρόσφατο μοντέλο για τη Μεγάλη Έκρηξη, και με την προϋπόθεση βέβαια πως οι “χωροχρονικές σήραγγες” όντως υπάρχουν, συμπεράναμε πως θα μπορούσε όντως να υπάρχει στον Γαλαξία μια τέτοια σήραγγα, με διαστάσεις μάλιστα που να αγγίζουν το μέγεθός του», αναφέρει στο σάιτ της SISSA ο Πάολο Σαλούτσι, αστροφυσικός στη Σχολή και ειδικός στη μελέτη της σκοτεινής ύλης.
 
Όπως προσθέτει ο Σαλούτσι, οι υπολογισμοί των επιστημόνων έδειξαν πως η σήραγγα θα μπορούσε να προσφέρει τη δυνατότητα χωροχρονικών ταξιδιών, όπως περίπου αποδίδονται στην πρόσφατη ταινία Interstellar.
 
Η αλήθεια είναι πως πολλοί μη ειδικοί έμαθαν για πρώτη φορά από την ταινία επιστημονικής φαντασίας του Κρίστοφερ Νόλαν για τις σκουληκότρυπες – ή τις «γέφυρες Αινστάιν-Ρόζεν», όπως τις αποκαλούν οι φυσικοί. Αποτελέσματα της επίλυσης των εξισώσεων της γενικής θεωρίας της σχετικότητας, οι σήραγγες συνδέουν απευθείας δύο σημεία, «παρακάμπτοντας» τη συμβατική απόσταση που τα χωρίζει. Μάλιστα, τουλάχιστον θεωρητικά, αφού δεν έχει υπάρξει έως σήμερα κανένα πειραματικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη των σκουληκότρυπων, η «είσοδος» και η «έξοδός» τους μπορεί να ανήκουν είτε στο ίδιο είτε σε διαφορετικά σύμπαντα.
 
Όπως είναι φυσικό, ούτε για την ύπαρξη μιας χωροχρονικής σήραγγας στον γαλαξία μας δεν υπάρχει κάποιο πειραματικό στοιχείο που να την επιβεβαιώνει. «Προφανώς δεν ισχυριζόμαστε πως ανακαλύψαμε μια σκουληκότρυπα στον γαλαξία μας, αλλά απλώς ότι, σύμφωνα με το θεωρητικό μας μοντέλο, πρόκειται για μια εύλογη θεωρία», σημειώνει ο αστροφυσικός.
 
Όσον αφορά πάντως την πειραματική «δοκιμή» του μοντέλου, ο Σαλούτσι υποστηρίζει πως δεν είναι εκ των προτέρων αδύνατη. «Θα μπορούσαμε να το ελέγξουμε συγκρίνοντας δύο γαλαξίες – τον Γαλαξία μας με κάποιον άλλο που βρίσκεται σε αρκετά μικρή απόσταση, όπως για παράδειγμα το Νέφος του Μαγγελάνου. Ωστόσο, απέχουμε ακόμη πολύ από την υλοποίηση μιας τέτοιας σύγκρισης».
 

Ένα πείραμα που επιβεβαιώνει το απίστευτο – Επιστήμονες έστειλαν φωτόνια στο παρελθόν!

Αποτέλεσμα εικόνας για Ένα πείραμα που επιβεβαιώνει το απίστευτο – Επιστήμονες έστειλαν φωτόνια στο παρελθόν!Παρά το γεγονός πως κατέστη δυνατή η προσομοίωση χρονοταξιδιού με μικροσκοπικά κβαντικά σωματίδια, κάτι παρόμοιο ίσως να μην είναι δυνατό για μεγαλύτερα σωματίδια ή άτομα.

Ένα πείραμα που πραγματοποίησαν επιστήμονες έρχεται να επιβεβαιώσει το …απίστευτο!


Επιστήμονες από τον Πανεπιστήμιο του Queensland χρησιμοποίησαν φωτόνια για να προσομοιώσουν ταξίδι των κβαντικών σωματιδίων στο χρόνο.

Η εν λόγω έρευνα δημοσιεύτηκε στο  Nature Communications φέροντας τον τίτλο: «Experimental simulation of closed timelike curves».

Το γνωστό παράδοξο του παππού υποστηρίζει πως αν ένας χρονοταξιδιώτης επέστρεφε στο παρελθόν και απέτρεπε την συνάντηση των παππούδων του θα απέτρεπε και την ίδια την γέννησή του. Συνεπώς αν ποτέ δεν είχε γεννηθεί, πως θα ήταν δυνατόν να ταξιδέψει και πίσω στο χρόνο; Τέτοιου είδους παράδοξα πηγάζουν από την θεωρία της σχετικότητας, ενώ η λύση τους είναι το Gödel metric.

Το 1991 προβλέφθηκε πως μερικά από τα παράδοξα που εισάγονται στο ενδεχόμενο ενός χρονοταξιδιού λόγω της σχετικότητας, θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν επιτυχώς χρήσει της κβαντικής μηχανικής.

Η θεωρία της σχετικότητας αποτελείται από 2 μέρη, την γενική σχετικότητα και την ειδική σχετικότητα.

Η ειδική σχετικότητα αντιμετωπίζει τον χώρο και τον χρόνο σαν πτυχές μίας ενιαίας οντότητας που καλούμε χωροχρονικό συνεχές. Ο χρόνος μπορεί να επιταχύνεται (συστέλλεται) ή να επιβραδύνεται (διαστέλλεται), με την συμπεριφορά του να εξαρτάται από την ταχύτητα κίνησης ενός αντικειμένου (ή υποκειμένου) σε σχέση με ένα σύστημα αναφοράς.

Η γενική σχετικότητα επιτάσσει πως η βαρύτητα μπορεί να στρεβλώνει το χρόνο και προτείνει πως θα ήταν δυνατό ένα ταξίδι στο παρελθόν, ακολουθώντας ένα χωροχρονικό μονοπάτι, δηλαδή μία κλειστή χρονική γραμμή η οποία επιστρέφει στο χωρικό σημείο εκκίνησης, αλλά σε πρωτύτερο χρόνο ως προς τον χρόνο εκκίνησης.

O Martin Ringbauer, PhD student του UQ’s School of Mathematics and Physics και επικεφαλής συγγραφέας της δημοσίευσης σημειώνει: «Το ερώτημα του ταξιδιού στο χρόνο κινείται στη διεπαφή μεταξύ δύο εκ των πιo επιτυχημένων μεν, μη συμβατών δε θεωριών. Τη γενική σχετικότητα του Einstein και την κβαντική μηχανική».

«Η θεωρία του Einstein περιγράφει τον κόσμο στην πολύ μεγάλη κλίμακα των άστρων και γαλαξιών, ενώ η κβαντική μηχανική είναι μία εξαιρετική περιγραφή του κόσμου στην πολύ μικρή κλίμακα των ατόμων και μορίων.»

Προσομοιώνοντας το ταξίδι στο χρόνο
Η ερευνητική ομάδα προσομοίωσε την συμπεριφορά δύο φωτονίων θεωρώντας τις δύο παρακάτω περιπτώσεις αλληλεπιδράσεων:

1. Φωτόνιο διέρχεται από σκουληκότρυπα και εν συνεχεία αλληλεπιδρά με τον παρελθοντικό εαυτό του.

2. Φωτόνιο ταξιδεύει στον κανονικό χωρόχρονο και αλληλεπιδρά με άλλο φωτόνιο μόνιμα παγιδευμένο σε κλειστή χρονική γραμμή.

Σύμφωνα με τον co-author καθηγητή Timothy Ralph οι ιδιότητες των κβαντικών σωματιδίων είναι «ασαφείς» ή αβέβαιες εξαρχής, γεγονός που τους δίνει επαρκή περιθώρια κινητικότητας ώστε να αποφύγουν ασυνεπείς καταστάσεις ταξιδιών στο χρόνο.»Η μελέτη μας παρέχει μία ενδοσκόπηση στο που και πως η φύση μπορεί να συμπεριφέρεται με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που προβλέπουν οι θεωρίες μας.»

Παρά το γεγονός πως κατέστη δυνατή η προσομοίωση χρονοταξιδιού με μικροσκοπικά κβαντικά σωματίδια, κάτι παρόμοιο ίσως να μην είναι δυνατό για μεγαλύτερα σωματίδια ή άτομα.

Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, Λογος του Είναι στο παρόν για το παρόν

H συνείδηση σήμερα

§1. Διασαφήσεις

Ι. Πιο κάτω μεταφράζεται και σχολιάζεται η § 93 από το πρώτο τμήμα: Α. Συνείδηση, κεφάλαιο Ι: Αισθητήρια βεβαιότητα της Φαινομενολογίας του πνεύματος. Πρόκειται για ένα από τα πιο σημαντικά τμήματα και κεφάλαια του εν λόγω έργου, γιατί μια σωστή κατανόησή του μας επιτρέπει μια συνολική παρακολούθηση της οδοιπορίας του πνεύματος στην ενδοκοσμική του εμφάνιση και μια ορθή σύλληψη όλων των γωνιών και διαγωνίων της δράσης του. Κάθε σύγχρονη ανάγνωση της εγελιανής Φαινομενολογίας και συναφώς της επιστήμης της λογικής αποτελεί μια αληθώς δια-τροπική πράξη ανοικτών οριζόντων του υποκειμένου: τουτέστι, μια φιλοσοφική πράξη διαφορετικής τροπής, ικανής να αποσυνθέτει τον παθητικό μηδενισμό, ήτοι τον ενεργό σκοταδισμό, τον οποίο παράγει το περίπλοκο σύστημα της «ψευδούς συνείδησης» και αναπαράγει η παρούσα δικτατορική ολιγαρχία τσιφτετελάδων πολιτικάντηδων, η πιο αδίστακτη από συστάσεως του νεοελληνικού κράτους πολιτική συμμορία λούμπεν ψευτο-«αριστερών», που σαν πεινασμένοι λύκοι, ως άλλα «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά», κατά την τραγουδιστική τους ορολογία, ξεσχίζουν τις σάρκες της κοινωνίας και σκορπούν στο λαό απαρηγόρητους θρήνους και κοπετούς.

ΙΙ. Το υπό συζήτηση θέμα της κατ’ αίσθηση συνείδησης, δηλαδή της συνείδησης στο επίπεδο της κατ’ αίσθηση πραγματικότητάς [της], αφορά μια ορισμένη μορφή αλήθειαςˑ αυτή της φανέρωσης της αναλήθειας που προβάλλεται ή μη-συνειδητά θεωρείται ως αλήθεια. Κάτι δηλαδή, που σχετίζεται πολλαπλώς με τη σημερινή πραγματικότητα εν όλω και με μια αντικειμενική της ανάγνωση. Ας μην ξεχνάμε: κάθε λόγος του Χέγκελ για το πνεύμα ξεκινά από το πνεύμα της εποχής (Zeitgeist), διατρέχει το φιλοσοφικό του Γολγοθά και ξαναγυρίζει στο ξεκίνημα. Στο πρώτο μας ξεκίνημα, με βάση την ως τώρα ανάλυση έχουμε τα εξής δεδομένα: α) τη συνείδηση, που γνωσι-οντο-λογικά συνιστά γενικώς την άμεση παρουσία του πνεύματος και στο υπό συζήτηση κεφάλαιο εμφανίζεται με τη μορφή της αισθητήριας βεβαιότητας (sinnliche Gewißheit)ˑ β) το αντι-κείμενο (Gegenstand), ενικό, ατομικό και ανεξάρτητο από τη συνείδησηˑ ανεξάρτητο με το νόημα πρωτίστως ότι η συνείδηση δεν έχει ακόμη επίγνωση πως είναι το αντι-κείμενό της, δηλαδή η ετερότητά της, και το βιώνει ως κάτι ξένο.

§2. Μετάφραση

Δεν είμαστε ακριβώς εμείς αυτοί που κάνουμε τούτη τη διάκριση ανάμεσα στην ουσία και στο παράδειγμα, στην αμεσότητα και στη διαμεσολάβηση, αλλά τη βρίσκουμε στην ίδια την κατ’ αίσθηση βεβαιότηταˑ και πρέπει να λαμβάνεται με τη μορφή που υπάρχει στην εν λόγω βεβαιότητα και όχι όπως την προσδιορίσαμε προ ολίγου εμείς. Στους κόλπους αυτής της βεβαιότητας, ο ένας όρος τίθεται ως το απλό άμεσα ον ή ως η ουσία, δηλαδή ως το αντι-κείμενο, ενώ ο άλλος ως το επουσιώδες και διαμεσολαβημένο, που μέσα στην αισθητήρια βεβαιότητα δεν είναι καθεαυτό, αλλά μέσω ενός άλλου, είναι δηλαδή το Εγώ, μια Γνώση, που γνωρίζει το αντι-κείμενο μόνο επειδή αυτό είναι, και η οποία μπορεί να είναι [= υπάρχει] ή και να μην είναι [= υπάρχει]. Το αντι-κείμενο όμως είναι: αυτό είναι το αληθές και η ουσίαˑ αυτό είναι, αδιαφορώντας για το εάν είναι αντικείμενο Γνώσης ή όχιˑ παραμένει, ακόμη και όταν δεν είναι αντικείμενο Γνώσηςˑ η Γνώση όμως δεν είναι [= υπάρχει], αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.

§3. Ερμηνεία-κατανόηση:

Ι. «Δεν είμαστε ακριβώς … προ ολίγου εμείς»:

α) Ποιο είναι το «εμείς»; Είναι ο φιλόσοφος εν γένει, που παρ-ακολουθεί την εμπειρία της συνείδησης και προσλαμβάνει μεταστοχαστικά, ήτοι με τη μορφή ή τον τρόπο της κατανοητικής σκέψης, δηλαδή της εννοιολογικής σύλληψης, ό,τι προκύπτει ως αποτέλεσμα αυτής της κατ’ εμπειρία κίνησης της συνείδησης. Δεν επεμβαίνει έξωθεν, με υπολογιστικό τρόπο, ήτοι βουλησιαρχικά ή φαντασιακά, παρουσιάζοντας ως αλήθεια ό,τι αυτός πιστεύει, θεωρεί ή κρίνει. Με άλλα λόγια δεν κατασκευάζει, αλλά δημιουργεί έννοιες. Έτσι στέκεται δια-κριτικά [=δια-στοχαστικά] απέναντι στις εσωτερικές διεργασίες της συνείδησης.

β) Η συνείδηση, ως άμεσο πνεύμα, εδώ με τη μορφή της κατ’ αίσθηση βεβαιότητας, βιώνει μέσα της το καθολικό, το όλο, του οποίου η ίδια, δυνάμει ή εγγενώς, πέραν δηλαδή του τι είναι και τι καταλαβαίνει στο παρόν σημείο ανάπτυξής της, αποτελεί ανα-σκόπηση, ανα-και μετα-στοχασμό (Reflexion).

γ) Βιώνει λοιπόν το καθολικό –δηλαδή ουσία και παράδειγμα, αμεσότητα και διαμεσολάβηση– χωρίς ωστόσο να το συλλαμβάνει στην έννοιά του: ως ένα όλο, με τις εσωτερικές του διαφοροποιήσεις, ενέργειες και παρενέργειες, δράσεις και αντιδράσεις, δηλαδή με τις αντιθετικές του τάσεις και εν τέλει με την τελική συνδιαλλαγή, ήτοι ενοποίηση όλων των αντιθετικών του τάσεων σε μια υψηλότερη γνωσι-οντο-λογικά ενότητα, όπου το αρνητικό είναι ανηρημένο και μόνο ως τέτοιο ανηρημένο υφίσταται.

δ) Ένα παράδειγμα από την κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα: η ως άνω συνείδηση, που αντιστοιχεί στη λεγόμενη κοινή συνείδηση/κοινό νου, βιώνει τα αρπακτικά θηρία της πολιτικής, όχι ως ένα εννοιακό όλο, δηλαδή ως ένα ριζικά θανατηφόρο κακό για όλη την κοινωνία, για το ίδιο το έθνος, αλλά ως ένα επί μέρους ή στιγμιαίο κακό: ως κλεφτοκοτάδες που απειλούν το δικό της/του βιος. Έτσι το/τους βδελύσσεται προς στιγμή, για να το/τους αγαπήσει εκ νέου, μεταμφιεσμένο/ους σε πιο ολοκληρωτική μορφή, ας πούμε, στην παρούσα δικτατορία της "αριστερής" φαυλοκρατίας, του αδιάντροπου αμοραλισμού και απροκάλυπτου φεουδαρχισμού, τύπου Μπρέζνιεφ ή Νικολάι και Έλενας Τσαουσέσκου.

ε) Η συνείδηση εδώ, ως γνώση καθοριστική για την οντο-λογική ύπαρξη του ανθρώπου, δεν υπερβαίνει τη βιωματική της εμπειρία, δεν είναι φιλοσοφική Γνώση, ώστε να κατοπτεύει, να ανα-στοχάζεται και να μετα-στοχάζεται: να ερμηνεύει διαλεκτικά το πολιτικό γίγνεσθαι ανθρώπων και πραγμάτων. Διαλεκτικά σημαίνει να μη σκέπτεται απλώς συναισθηματικά και έτσι να συμπεριφέρεται ως ποίμνιο, που έχει ανάγκη το βοσκό του ή που αναγορεύει ως βοσκό του τον χείριστο των χειρίστων. Διαλεκτικά επομένως σημαίνει να εισχωρεί στις αντιφατικές πτυχές της πραγματικότητας, π.χ. του πολιτικού συστήματος, να παρ-ακολουθεί, όπως το ως άνω φιλοσοφικό «εμείς», ήτοι να κρίνει –με βάση μια βαθιά γνώση και χωρίς ιδεολογικο-κομματικές παρωπίδες, τις εσωτερικές διαφοροποιήσεις, τις αντίστοιχες θέσεις και αντι-θέσεις, στάσεις και αντι-στάσεις κ.λπ. των δυνάμεων του εν λόγου πολιτικού συστήματος– και να αποφαίνεται ή να πράττει δεόντως.

ΙΙ. «Στους κόλπους αυτής … αν δεν είναι [= υπάρχει] το αντι-κείμενο.

α) Η ουσία είναι το αντι-κείμενο. Γιατί το αντι-κείμενο και όχι το Εγώ, δηλαδή η συνείδηση ως το Εγώ, που υποτίθεται ότι διαθέτει γνώση; Επειδή αυτό είναι κάτι το υπαρκτό, κάτι το αδιαμφισβήτητα πραγματικό: «επειδή είναι». Το ελάχιστα αληθινό, συγκεκριμένο, που μπορεί να γνωρίζει η συνείδηση για το αντι-κείμενο είναι το γεγονός ότι αυτό είναι.

β) Το Εγώ, το υποκείμενο, είναι το επουσιώδες. Γιατί; Επειδή προσδιορίζεται από μια γνώση, η οποία υπάρχει, επειδή υπάρχει το αντι-κείμενο. Χωρίς την ύπαρξη του τελευταίου δεν μπορεί να υπάρξει γνώση.

γ) Επουσιώδες λοιπόν με το νόημα ότι η ουσία του δεν βρίσκεται εντός εαυτού, δεν είναι ο εαυτός του, αλλά ένα άλλο: το αντι-κείμενο. Αυτό-εδώ προσφέρει τη δυνατότητα στο υποκείμενο να συγκροτείται ως γνωρίζον υποκείμενο, εφόσον εκείνο υπάρχει, ή ως μηδέν, εφόσον δεν υπάρχει.

δ) Έτσι δεν είναι μόνο επουσιώδες, αλλά και διαμεσολαβημένο από τη γνώση του αντι-κειμένου. Δεν αυτο-διαμεσολαβείται ακόμη από τη γνώση του εαυτού του, γι’ αυτό δεν είναι και εννοιολογικό όλοˑ διαμεσολαβείται ωστόσο από μια κατ’ αίσθηση γνώση, αυτή τη γνώση του αντικειμένουˑ τουτέστι από την άμεση, δια των αισθήσεων, εντυπώσεων, γνωμών, σχηματισθείσα εικόνα του αντι-κειμένου.

ε) Στο παράδειγμα του Πολιτικού: η γνώση του υποκειμένου για το πολιτικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα είναι μια αισθητηριακή γνώση: γνώση διαμεσολαβημένη από τις εντυπώσεις, τα επικοινωνιακά τεχνάσματα, τις συναισθηματικές εξάρσεις ή εξαρτήσεις από κόμματα και ιδεολογίες, τους εκβιασμούς ή καταναγκασμούς, την προπαγάνδα των Μ.Μ.Ε. κ.λπ. Γι’ αυτό και είναι επουσιώδης: εξαρτάται από την ύπαρξη του λησταρχείου της πολιτικής συμμορίας. Θα γίνει ουσιώδης, μόνο ως φιλοσοφική γνώση. Θα πάψει δηλαδή το ανθρώπινο υποκείμενο να είναι εξάρτημα του ενός ή του άλλου λησταρχείου, εφόσον ή όταν αυτό γίνει συνείδηση του Εαυτού και όχι απλώς του αντι-κειμένουˑ μια φιλοσοφική διεργασία.

Αριστοτέλης: τι είναι ο άνθρωπος της ἐξουσίας;

Η εξουσία ως εξ-ουσία [=εκτός ουσίας]

Η λέξη/όρος ἐξουσία απαντά στον Αριστοτέλη, πριν απ’ όλα, με το ακόλουθο αρχέγονο νόημα: να έχει κανείς τη δυνατότητα να κάμνει το δικό του, να πράττει κατά το δοκούν. Η λέξη παράγεται από το απρόσ. ρ. ἔξεστι, που σημαίνει είναι δυνατόν, επιτρέπεται. Ως εκ της ετυμολογικής της καταγωγής η υπό συζήτηση έννοια περιέχει μια ισχυρή θετική σημασία: το δικαίωμα, τη δυνατότητα, την άδεια, την ελευθερία να λέγει και να πράττει κανείς κάτι. Πρόκειται, επομένως, για ένα είδος ελευθερίας, με το νόημα περισσότερο της παρρησίας, της ελευθερίας λόγου, γνώμης ή κρίσης, ελεύθερης [=ευάρεστης] επιλογής. Η λέξη βρίσκεται σε κείμενα διαφόρων συγγραφέων της ελληνικής αρχαιότητας. Έτσι, για παράδειγμα, τη συναντάμε σε έργα του Δημοσθένη, μεταξύ άλλων, ο οποίος γράφει στον Γ΄ Φιλιππικό (3):

«ὑμεῖς τὴν παρρησίαν ἐπὶ μὲν τῶν ἄλλων οὕτω κοινὴν οἴεσθε δεῖν εἶναι πᾶσι τοῖς ἐν τῇ πόλει, ὥστε καὶ τοῖς ξένοις καὶ τοῖς δούλοις αὐτῆς μεταδεδώκατε, καὶ πολλοὺς ἄν τις οἰκέτας ἴδοι παρ’ ἡμῖν μετὰ πλείονος ἐξουσίας ὅ τι βούλονται λέγοντας ἢ πολίτας ἐν ἐνίαις τῶν ἄλλων πόλεων …»
«Εσείς θεωρείτε, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, πως η ελευθερία του λόγου πρέπει να είναι τόσο κοινή σε όλους όσους ζουν σε τούτη την πόλη, ώστε να την έχετε παραχωρήσει και στους ξένους και στους δούλους· θα μπορούσε μάλιστα να δει κανείς σ' εμάς υπηρέτες να λένε ό,τι θέλουν με περισσότερη ελευθερία απ’ ό,τι πολίτες σε μερικές άλλες πόλεις». Ο Πλάτων επίσης, ανάμεσα σε άλλα κείμενά του, γράφει στο Γοργία (461e2-3): «εἰ Ἀθήναζε ἀφικόμενος οὗ τῆς Ἑλλάδος πλείστη ἐστὶν ἐξουσία τοῦ λέγειν = αν έφθανες στην Αθήνα, όπου υπάρχει η μεγαλύτερη ελευθερία του λόγου από κάθε άλλο μέρος της Ελλάδας». Κατά το εύρος ωστόσο της χρήσης της λέξης/έννοιας ἐξουσία και μέσα από τις πολλαπλές ερμηνευτικές της εφαρμογές αποκτά ή περιέχει και μια εξίσου ισχυρή αρνητική σημασία: αλαζονεία, απόλυτη ισχύς ή δύναμη, αρχή, αξίωμα, εξουσία με το σημερινό νόημα.

Ι. Ο Αριστοτέλης, που σε κάθε ανάλυσή του εκκινεί πάντα από το κοινώς ισχύον, συμπεριλαμβάνει, κατά τη χρήση της συγκεκριμένης έννοιας, όλες σχεδόν τις προαναφερθείσες αποχρώσεις. Έτσι, όταν τη χρησιμοποιεί με την αρνητική σημασία, αναφέρεται σε έκφυλους, απόλυτα διεφθαρμένους ανθρώπους της εξουσίας, που δεν έχουν άλλη τιμή από το να διάγουν έναν έκλυτο βίο και να διέπονται από αχαλίνωτα πάθη. Αναφέρει συγκεκριμένα στα Ηθικά Νικομάχεια (1095b 20 κ.εξ.):

«οἱ μὲν οὖν πολλοὶ παντελῶς ἀνδραποδώδεις φαίνονται βοσκημάτων βίον προαιρούμενοι, τυγχάνουσι δὲ λόγου διὰ τὸ πολλοὺς τῶν ἐν ταῖς ἐξουσίαις ὁμοιοπαθεῖν Σαρδαναπάλλῳ = οι πολλοί έχουν πλήρως τα χαρακτηριστικά των σκλάβων, καθώς προτιμούν έναν βίο ίδιον των ζώων. Ωστόσο τους φέρνουμε σε κουβέντα, γιατί πολλοί από τους ανθρώπους της εξουσίας έχουν τις ίδιες προτιμήσεις με το Σαρδανάπαλλο».

ΙΙ. Τι μας λέει εδώ ο Αριστοτέλης; Πως η πλειάδα των ανθρώπων της εξουσίας δεν διαφέρει σε τίποτα από τον Σαρδανάπαλλο, σε ότι αφορά τα αισθήματα, την ενέργεια της ψυχής, τη δομή του χαρακτήρα και συναφώς τις προτιμήσεις. Εάν η ενέργεια της ψυχής αποβλέπει στα ανώτερα αγαθά, τότε διάγει κανείς πραγματικά ενάρετο βίο και είναι ευτυχισμένος. Η ενέργεια της ψυχής όμως των ανθρώπων της εξουσίας αποβλέπει στην ακολασία και τις ηδονές, ταυτίζοντάς τες με την ευδαιμονία. Τότε συμβαίνει να κυριαρχεί το άλογο μέρος της ψυχής τους επί του λογικού και οι άνθρωποι αυτοί αποβαίνουν «αναίσθητοι, αδιάφοροι, αγροίκοι» (Ηθ. Νικομάχεια 1104 κ.εξ.) και γίνονται εξίσου βίαιοι και ασυγκράτητα ακόλαστοι, όπως ο Σαρδανάπαλλος, ο βασιλιάς της Ασσυρίας. Εάν ο Αριστοτέλης ζούσε στις μέρες μας και έβλεπε τους σημερινούς σκυλάδες – πραιτοριανούς της εξουσίας να διαλύουν τη χώρα, γευόταν κάτι λίγο από την αδιαντροπιά και την αμορφωσιά τους, και βίωνε την αντιδημοκρατική, ολοκληρωτική τους πολιτική αντίληψη και πράξη, θα θεωρούσε τον Σαρδανάπαλλο ως το ύψιστο πρότυπο συνετής εξουσίας. Όπως προκύπτει και από ένα άλλο σημείο του ως άνω έργου του (1158a), οι άνθρωποι της εξουσίας δεν συσχετίζονται με ανθρώπους ενάρετους και χρήσιμους σε όμορφες πράξεις, αλλά με ηδονοθήρες και ικανούς να εκτελέσουν ό,τι τους διατάξουν οι ίδιοι. Ικανός, αυτός ο Αριστοτελικός λόγος, να εκμηδενίσει τον παρόντα πολιτικό και πνευματικό σκοταδισμό.