Κυριακή 7 Μαΐου 2017

Το τέλος μιας αυταπάτης

Η Μεγάλη Υπόσχεση της Απεριόριστης Προόδου -η υπόσχεση της κυριαρχίας επάνω στη φύση, της υλικής αφθονίας, της μέγιστης δυνατής ευτυχίας για τον μέγιστο δυνατό αριθμό ανθρώπων και της ανεμπόδιστης προσωπικής ελευθερίας- διατηρούσε τις ελπίδες και την εμπιστοσύνη των γενιών από την απαρχή ήδη της βιομηχανικής εποχής. Είναι αναμφισβήτητο πως ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε την ίδια στιγμή που η ανθρώπινη φυλή άρχισε να έχει κάποιον έλεγχο επάνω στη φύση, όμως αυτός ο έλεγχος παρέμεινε περιορισμένος μέχρι την έλευση της βιομηχανικής εποχής. Με τη βιομηχανική πρόοδο, από την υποκατάσταση της ζωικής και της ανθρώπινης ενέργειας πρώτα, από τη μηχανική ενέργεια στη συνέχεια, και από την πυρηνική ως την υποκατάσταση του ανθρώπινου μυαλού από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή, αισθανθήκαμε πως βαδίζαμε στον δρόμο της χωρίς όρια παραγωγής, άρα και της απεριόριστης κατανάλωσης, πως η τεχνολογία μας έκανε παντοδύναμους, πως η επιστήμη μας έκανε παντογνώστες. Βαδίζαμε στον δρόμο για να γίνουμε θεοί, υπέρτατα όντα τα οποία θα μπορούσαν να δημιουργήσουν έναν δεύτερο κόσμο, χρησιμοποιώντας τον φυσικό κόσμο απλώς και μόνο ως πηγή οικοδομικών υλικών για την καινούρια δημιουργία.

Οι άντρες και, με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς, οι γυναίκες βίωναν μια νέα αίσθηση ελευθερίας- είχαν γίνει κύριοι της ίδιας τους της ζωής: οι αλυσίδες της φεουδαρχίας είχαν σπάσει και μπορούσε ο καθένας να κάνει οτιδήποτε επιθυμούσε, ελεύθερος από κάθε είδους δεσμά. Ή, τουλάχιστον, έτσι ένιωθαν οι άνθρωποι. Και, παρά το γεγονός πως αυτό ίσχυσε μόνο για την ανώτερη και τη μεσαία τάξη, το δικό τους επίτευγμα έκανε και όλους τους άλλους να πιστεύουν πως τελικά η ελευθερία νέας μορφής θα μπορούσε να επεκταθεί σε όλα τα μέλη της κοινωνίας, υπό την προϋπόθεση ότι θα εξακολουθούσε η βιομηχανοποίηση να προχωρά με τον ίδιο ταχύ ρυθμό. Ο σοσιαλισμός και ο κομμουνισμός δεν άργησαν να μεταβληθούν από κίνημα, το οποίο στόχευε σε μια νέα κοινωνία και σε έναν νέο άνθρωπο, σε ένα άλλο κίνημα του οποίου το ιδεώδες ήταν η αστική ζωή για όλους, δηλαδή ο παγκοσμιοποιημένος αστός ως ο άντρας και η γυναίκα του μέλλοντος. Η επίτευξη πλούτου και άνεσης για όλους θεωρήθηκε πως θα έφερνε και την απεριόριστη ευτυχία σε όλους. Η τριάδα της χωρίς όρια παραγωγής, της απόλυτης ελευθερίας και της απεριόριστης ευτυχίας διαμόρφωσε τον πυρήνα μιας νέας θρησκείας. Η πρόοδος και μια καινούρια Επίγεια Πολιτεία της Προόδου ήρθαν ν’ αντικαταστήσουν την Πολιτεία του Θεού. Και καθόλου δεν θα πρέπει να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η καινούρια αυτή θρησκεία εφοδιάζει τους πιστούς της με ενέργεια, ζωτικότητα και ελπίδα.

Το εύρος της Μεγάλης Υπόσχεσης -τα θαυμαστά υλικά και διανοητικά επιτεύγματα της βιομηχανικής εποχής- πρέπει να μελετηθεί σε βάθος προκειμένου να κατανοήσουμε επίσης πόσο βαθύ είναι το τραύμα που προκαλεί σήμερα η συνειδητοποίηση της διάψευσής της. Καθώς η βιομηχανική εποχή πράγματι απέτυχε να εκπληρώσει τη Μεγάλη της Υπόσχεση, όλο και περισσότεροι άνθρωποι συνειδητοποιούν σήμερα τα εξής:

Η απεριόριστη ικανοποίηση όλων των επιθυμιών δεν οδηγεί σε μια καλή ποιότητα ζωής ούτε αποτελεί τον δρόμο για την ευτυχία ή έστω για τη μεγίστη δυνατή ευχαρίστηση.

Το όνειρο του να γίνουμε κύριοι της ίδιας μας της ζωής έσβησε όταν αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι είχαμε γίνει όλοι μας γρανάζια μιας γραφειοκρατικής μηχανής, με το κράτος -την εκάστοτε κυβέρνηση-, τη βιομηχανία και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, που ελέγχονται από αυτή, να χειραγωγούν τις σκέψεις, τα αισθήματα και τις προτιμήσεις μας.

Η οικονομική πρόοδος παρέμεινε περιορισμένη στις πλούσιες χώρες, και το χάσμα ανάμεσα στα πλούσια και στα φτωχά έθνη μεγάλωσε ακόμη περισσότερο.

Η τεχνολογική πρόοδος από μόνη της προκάλεσε οικολογικούς κινδύνους όπως και τον κίνδυνο ενός πυρηνικού πολέμου, δύο απειλές που, είτε από κοινού είτε η καθεμία μόνη της, θα μπορούσαν να βάλουν ένα τέλος σε ολόκληρο τον πολιτισμό, πιθανώς ακόμη και στην ίδια τη ζωή.

Όταν ο Άλμπερτ Σβάιτσερ πήγε στο Όσλο για να αποδεχτεί το Νόμπελ Ειρήνης (1952), κάλεσε τους ανθρώπους να «τολμήσουν ν’ αντιμετωπίσουν την κατάσταση… Ο άνθρωπος έχει γίνει ένας υπεράνθρωπος… Αλλά ο υπεράνθρωπος με την υπεράνθρωπη δύναμη δεν έχει επίσης εξυψωθεί και σε ένα επίπεδο υπεράνθρωπης λογικής. Στον βαθμό που η δύναμή του αυξάνεται, αυτός γίνεται όλο και περισσότερο φτωχός… Πρέπει να αφυπνιστεί η συνείδησή μας από το γεγονός ότι όσο περισσότερο γινόμαστε υπεράνθρωποι, άλλο τόσο γινόμαστε απάνθρωποι».

Erich Fromm, Να Έχεις ή να Είσαι;

Το παζλ της ζωής

 Γεννιόμαστε με κάποιες ιδιαίτερες ο καθένας ικανότητες που καθορίζονται από τα γονίδια που κληρονομούμε από τους προγόνους μας. Γεννιόμαστε ο καθένας μοναδικός και ανεπανάληπτος! Γι αυτό και είναι ο κάθε ένας από εμάς εξ ίσου σημαντικός σε ετούτη τη ζωή…

Στη συνέχεια μεγαλώνει ο καθένας σε διαφορετικές οικογενειακές, κοινωνικές κ.λπ συνθήκες που διαμορφώνουν (μαζί με τα γονίδιά μας) την αντίληψη με την οποία αναγνωρίζουμε τον κόσμο γύρω μας.

Κάθε άνθρωπος μεγαλώνοντας, παραμένει, έτσι, μοναδικός και ανεπανάληπτος και διαθέτει κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που τον κάνουν όχι μόνον χρήσιμο αλλά και απαραίτητο στη ζωή της ανθρωπότητας. Δεν υπάρχει κομματάκι άχρηστο στο παζλ της ζωής… Το πρόβλημα είναι πως το παζλ είναι τόσο μεγάλο που τα κομματάκια του δεν μπορούν να το δουν συμπληρωμένο… Γι αυτό και παιδεύονται τόσο να βρουν τη θέση τους τη σωστή…

Γιατί στο παζλ αυτό τα κομματάκια βρίσκουν μόνα τους την θέση τους. Γι αυτό τους έχουν δοθεί οι ιδιαίτερες και μοναδικές ικανότητες. Τα κομματάκια δεν είναι απλά υλικά χαρτονάκια… Είναι νοήμονα υλικά «χαρτονάκια»… Και αυτή η νοημοσύνη τους έχει δοθεί για να αντιληφθούν ακριβώς αυτό : πως είναι νοήμονα και πρέπει να χρησιμοποιήσουν αυτή τη νόημοσύνη για να βρουν τον δρόμο προς τη σωστή τους θέση στο παζλ.

Δεν μπορεί να στέκονται σε οποιαδήποτε κενή θέση βρίσκουν μπροστά τους… Κάποιο άλλο περισσότερο νοήμον κομματάκι θα έρθει στη σωστή του θέση και θα τους αναγκάσει κάποια στιγμή να φύγουν από εκεί.. . Δεν είναι για κακό τους… Είναι απλά μια ένδειξη πως δεν βρισκόντουσαν στη σωστή τους θέση και πως πρέπει να ψάξουν να προχωρήσουν προς κάπου αλλού…

Τα εμπόδια στη ζωή δεν είναι για κακό μας. Δείχνουν απλά πως δεν ήμασταν στο σωστό μας δρόμο και πως πρέπει να αλλάξουμε πορεία. Ο ψυχικός πόνος που συνήθως συνοδεύει αυτές τις αλλαγές, δεν θα έπρεπε να υπάρχει, γιατί οδηγεί αναπόφευκτα σε σωματικά προβλήματα.

Η στάση σε μία λάθος θέση του παζλ είναι στενόχωρη, αφού δεν είναι στα μέτρα μας, και η εσφαλμένη αίσθηση της ασφάλειας που δίνει αυτή, το μόνο που μπορεί να πετύχει είναι να «φαγωθεί» και να τσακίσει τελικά το χαρτονάκι που την έχει καταλάβει, χάνοντας το σχήμα του…

Το τίμημα αυτό είναι μεγάλο, γιατί με αυτή του τη στάση το κομματάκι αυτό αφενός αφήνει κενή τη σωστή του θέση στο παζλ που μόνο το ίδιο θα μπορούσε να γεμίσει, αφετέρου δεν αφήνει το σωστό για τη θέση που λανθασμένα κρατάει εκείνο κομματάκι να κάνει το έργο του. Να προσφέρει δηλαδή τις δικές του μοναδικές ικανότητες σε τούτο το απίστευτα μεγάλο παζλ, μπαίνοντας στη σωστή του θέση…

Συμπέρασμα:

1. Αν η θέση μας στη ζωή δεν είναι απόλυτα αρμονική και συμβατή με τις ιδιαίτερες ικανότητές μας, αν δεν είμαστε ευτυχισμένοι και αντιμετωπίζουμε δυσκολίες σε όποια κατάσταση βρισκόμαστε, σημαίνει πως πρέπει να αλλάξουμε πορεία, και να αναζητήσουμε τη σωστή μας θέση στο παζλ της ζωής, όσο και αν αυτό μας φαίνεται κουραστικό και μας γεμίζει ανασφάλειες.

2. Το κομματάκι που θα έρθει να πάρει την θέση που εμείς αφήσαμε κενή, δεν πρέπει καθόλου να το ζηλεύουμε ή να το βλέπουμε με θυμό και κακία. Γιατί, αν είναι το σωστό κομματάκι, θα προσφέρει κάτι πολύ σημαντικό στο παζλ. Αν όχι, θα ταλαιπωρηθεί με τη σειρά του και αυτό...

Υπάρχει όμως και η άποψη πως το παζλ ετούτο της ζωής δεν είναι χαρτονένιο, αλλά μεταλλικό και επηρεάζεται από μαγνήτες...

Στη περίπτωση αυτή, τα κομματάκια δεν κινούνται αυτόματα για να βρουν την σωστή τους θέση και μόνον χάρη στην δική τους νοημοσύνη, αλλά κινούνται κάτω από την επίδραση κάποιου μαγνήτη που τα οδηγεί παραμένοντας αόρατος πίσω από το παζλ...

Οι λανθασμένες θέσεις, με αυτή την υπόθεση, δεν φαίνονται πια "λανθασμένες" αλλά απαραίτητες για λόγους που η νοημοσύνη των μεταλλικών κομματιών καλείται να ξεκαθαρίσει...

Σημαντικός ο ρόλος της νοημοσύνης και στις δύο εκδοχές της αλήθειας...

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ (8 Μαϊου 1821)

Η ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΧΑΝΙ ΤΗΣ ΓΡΑΒΙΑΣ

Τα Γεγονότα της Εποχής

Κατά τον πόλεμο της σουλτανικής εξουσίας εναντίον του Αλή Πασά (λίγο πριν την Ελληνική Επανάσταση), ο Οδυσσέας Ανδρούτσος μετέβη από τη Στερεά Ελλάδα στα Ιωάννινα για να τον ενισχύσει, αφήνοντας τον Αθανάσιο Διάκο ως τοποτηρητή στην οπλαρχηγία του (αρματολίκι). Ο Οδυσσέας έμεινε για αρκετούς μήνες στα Ιωάννινα, όπου ο Αλής πολιορκείτο από τα σουλτανικά στρατεύματα. Τελικά, όταν διαπίστωσε ότι ο πασάς είχε εγκαταλειφθεί από τους περισσότερους ακολούθους του, Αλβανούς και Έλληνες, και ότι δεν μπορούσε να διασωθεί, τον εγκατέλειψε και εκείνος επικεφαλής 1.500 Ελλήνων πολεμιστών, διασπώντας τον κλοιό των Τούρκων. Έτσι διέσωσε μία εμπειροπόλεμη στρατιωτική δύναμη, η οποία χρησιμοποιήθηκε στη συνέχεια στον εθνικό αγώνα. Ο ίδιος, ο Καραϊσκάκης και άλλοι οπλαρχηγοί διέφυγαν στα Επτάνησα...

Ο Ανδρούτσος κάλεσε στην Άρτα τους ισχυρότερους Αλβανούς οπλαρχηγούς επιχειρώντας να εφαρμόσει ένα παλαιό σχέδιο του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο «γέρος του Μοριά» είχε επιχειρήσει παλαιότερα να προσεταιρισθεί τους Αλβανούς προκειμένου να επαναστατήσουν από κοινού με τους Έλληνες εναντίον των Τούρκων και είχε συνάψει συμμαχία με τον Αλή Φαρμάκη, τον ηγέτη των ισχυρών Λαλαίων Αλβανών της Πελοποννήσου (το κέντρο ισχύος των οποίων βρισκόταν στην Ηλεία).

Οι Αλβανοί ήταν πανίσχυροι στρατιωτικά και ο Κολοκοτρώνης εκτίμησε πως αν ένωναν τις δυνάμεις τους με τους Έλληνες επαναστάτες, οι δύο λαοί θα επιτύγχαναν σχεδόν σίγουρα την ανεξαρτησία τους. Εντούτοις, το σχέδιο του είχε αποτύχει, επειδή στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στην ενίσχυση του Μεγάλου Ναπολέοντα στην ελληνοαλβανική συμμαχία. Οι Βρετανοί κατέλαβαν τα Επτάνησα και απέτρεψαν τη γαλλική υποστήριξη. Στην Άρτα, ο Ανδρούτσος και άλλοι Έλληνες ηγέτες πρότειναν στους Αλβανούς οπλαρχηγούς την από κοινού επανάσταση εναντίον των Οθωμανών, όμως η συνεννόηση δεν ευοδώθηκε, κυρίως λόγω της αντίδρασης ενός από αυτούς, του περίφημου Ομέρ Βρυώνη.

Στη συνέχεια ο Οδυσσέας έπλευσε στην Ιθάκη και από εκεί στους Παξούς, όπου εγκατέστησε την οικογένεια του για να την προστατεύσει από τα τουρκικά αντίποινα. Στις αρχές του 1821 έπλευσε στη Λευκάδα, όπου συναντήθηκε σε πολεμικό συμβούλιο με πολλούς οπλαρχηγούς από τη Ρούμελη και τον Μοριά (Καραϊσκάκη, Γ. Βαρνακιώτη, Κυριακούλη Μαυρομιχάλη κ.α.), προκειμένου να προετοιμάσουν την επανάσταση. Στο συμβούλιο, ο Οδυσσέας και ο Πανουργιάς ανέλαβαν να εξεγείρουν τη Στερεά.
 

Στις αρχές του Μαρτίου 1821, ο Ανδρούτσος έπλευσε μυστικά στην τουρκοκρατούμενη Πάτρα, όπου συναντήθηκε με τον Ιωάννη Μακρυγιάννη. Όπως αναφέρει ο Μακρυγιάννης, ο Ανδρούτσος τον ενημέρωσε ότι ο Διάκος και ο Πανουργιάς θα ανελάμβαναν την εξέγερση στην ανατολική Στερεά, ενώ ο ίδιος θα βάδιζε στο Ξηρόμερο (Ακαρνανία) της δυτικής Στερεάς προκειμένου να εξεγείρει την περιοχή.

Πριν τη Μάχη

Γύρω στις 20 Μαρτίου του 1821, ο Ανδρούτσος αποβιβάσθηκε μυστικά σε άγνωστο σημείο της νότιας στερεοελλαδικής ακτής, όπου συνάντησε το πρωτοπαλήκαρο του, Γιάννη Γκούρα, με λίγους πολεμιστές. Εκεί έγραψε και έστειλε στους Γαλαξιδιώτες την περίφημη επιστολή του, με την οποία τους παρακινούσε να επαναστατήσουν, να του στείλουν πολεμοφόδια και να ακολουθήσουν τις οδηγίες του Γκούρα, τον οποίο τους έστειλε για να οργανώσει τον αγώνα. Ο Ανδρούτσος γνώριζε πόσο σημαντική ήταν για τον «μεγάλο σκοπό», η εξέγερση της πλούσιας ναυτικής πόλης του Γαλαξιδίου.

Η πόλη και η ανατολική Στερεά επαναστάτησαν, όμως ο Ανδρούτσος δεν κατόρθωσε να πείσει τους οπλαρχηγούς της δυτικής Στερεάς να πράξουν το ίδιο. Οι τελευταίοι ζήτησαν προθεσμία για να εξετάσουν την κατάσταση. Η θέση των κατοίκων της δυτικής Ρούμελης ήταν δύσκολη, επειδή η περιοχή τους δεν απείχε πολύ από τα Ιωάννινα όπου ήταν συγκεντρωμένος ο επίφοβος σουλτανικός στρατός του Χουρσήτ πασά, ο οποίος πολιορκούσε τον Αλή.

Ο Οδυσσέας επιχείρησε να πιέσει τους δυτικούς Ρουμελιώτες βαδίζοντας με το σώμα του στην Τατάρνα (Τριπόταμο) της Ευρυτανίας. Στη γέφυρα της Τατάρνας φόνευσε τον τοπικό δερβέναγα και 60 Τούρκους συνοδούς μιας χρηματαποστολής, προκειμένου να «ενοχοποιηθούν» οι κάτοικοι της ευρύτερης περιοχής. Ο Ανδρούτσος ήταν αποφασισμένος να επιβάλει την επανάσταση με κάθε μέσο, θεμιτό και αθέμιτο.
 

Όταν ο Χουρσήτ πασάς έλαβε τις πρώτες πληροφορίες για την ελληνική εξέγερση στην ανατολική Ρούμελη, την Πελοπόννησο και τα νησιά, έστειλε τον Ομέρ Βρυώνη, πασά του Βερατίου, και τον Κιοσέ Μεχμέτ επικεφαλής ισχυρών δυνάμεων, να την καταπνίξουν. Ο Ομέρ, ο ουσιαστικός αρχηγός του εκστρατευτικού σώματος, ήταν έναν από τους ικανότερους στρατηγούς της Χερσονήσου του Αίμου. Ο Αθανάσιος Διάκος επιχείρησε να σταματήσει την κάθοδο των Τούρκων στην Αλαμάνα, με κατάληξη τη μεγαλειώδη θυσία του μαζί με 200 περίπου άνδρες του (Απρίλιος 1821).

Ο Ανδρούτσος έχει δεχθεί μομφές από ιστορικούς και ερευνητές για την υποτιθέμενη «ολιγωρία» του να βοηθήσει τον Διάκο στην ανατολική Στερεά, δήθεν επειδή παλαιότερα οι δύο άνδρες είχαν έντονη αντιδικία. Μάλιστα έχει υπονοηθεί ότι ο Ανδρούτσος επεδίωκε την εξόντωση του Διάκου ή ότι αμφιταλαντευόταν ανάμεσα στην επανάσταση και στο «προσκύνημα» στους Τούρκους. Αντιδικίες όπως αυτή που πράγματι συνέβη ανάμεσα στον Ανδρούτσο και τον Διάκο, ήταν συνήθεις μεταξύ των κλεφταρματολών.

Επίσης, όπως είδαμε, ο πρώτος κάθε άλλο παρά ολιγώρησε, δρώντας στην Τατάρνα προκειμένου να παρασύρει τη δυτική Ρούμελη στην επανάσταση. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι η είσοδος της δυτικής Στερεάς στον αγώνα ήταν αποφασιστικότατη για την πορεία του, επειδή έτσι η Πελοπόννησος θα προστατευόταν πλήρως από τα βόρεια και θα καθίστατο το σταθερό ορμητήριο των επαναστατών. Ο Ανδρούτσος, όπως είχε ανακοινώσει στον Μακρυγιάννη, θα βάδιζε στη δυτική Στερεά έως το Ξηρόμερο (από την Τατάρνα όπου βρισκόταν), προκειμένου να την εξεγείρει. Εντούτοις δίσταζε να ξεκινήσει επειδή τον ανησυχούσε η κάθοδος του εμπειροπόλεμου Ομέρ Βρυώνη.

Όταν έμαθε για την τουρκική νίκη στην Αλαμάνα, άλλαξε τα σχέδια του και ανέλαβε τη διάσωση της επανάστασης στην ανατολική Στερεά. Όσο για τον πατριωτισμό του Ανδρούτσου, η άμεση και αδίστακτη σφαγή του δερβέναγα της Τατάρνας και 60 Τούρκων δεν αφήνει καμία αμφιβολία για τις προθέσεις του. Αν ήταν υστερόβουλος, θα κρατούσε αρκετούς αιχμαλώτους για το δικό του όφελος, κυρίως τον δερβεναγα. Τέλος, ο Ανδρούτσος είχε διασώσει τον Διάκο από τη σκέψη του Αλή Πασά να τον θανατώσει, τον είχε μυήσει στη Φιλική Εταιρία και τον είχε αφήσει ο ίδιος τοποτηρητή στο αρματολίκι του.
 

Οι πρόκριτοι της Λειβαδιάς εξέλεξαν νέο οπλαρχηγό στη θέση του νεκρού Διάκου, τον Βασίλειο Μπούσγο. Ωστόσο, η κατάσταση ήταν κρίσιμη για τον αγώνα στην ανατολική Στερεά αλλά και την Πελοπόννησο. Το ηθικό των επαναστατών είχε κλονισθεί από την ήττα στην Αλαμάνα και είχαν πέσει σε αδράνεια. Ο Ομέρ μπορούσε να εκμεταλλευθεί την κατάσταση και να βαδίσει ταχύτατα στα νότια, φθάνοντας στην Πελοπόννησο και απειλώντας σοβαρά την Ελληνική Επανάσταση ήδη από την έναρξη της.

Ο πασάς θεωρούσε ότι θα κατέπνιγε ευκολότερα την εξέγερση, αν έπειθε τους Ρουμελιώτες αρματολούς να εκστρατεύσουν μαζί του στην Πελοπόννησο. Οι Πελοποννήσιοι αγωνιστές δικαιολογημένα θα κλονίζονταν βλέποντας ομοεθνείς τους να συμπολεμούν με το τουρκικό εκστρατευτικό σώμα. Ο Ομέρ Βρυωνης είχε αποτύχει να προσεταιρισθεί τον Διάκο, αλλά το επιχείρησε πάλι με άλλους οπλαρχηγούς.

Είχε πληροφορηθεί ότι ο Ανδρούτσος βρισκόταν στην Τατάρνα και υπολόγιζε στην κοινή θητεία τους στην αυλή του Αλή Πασά, για να τον προσεταιρισθεί. Γνώριζε ότι αν εξασφάλιζε τη συνεργασία του Ανδρούτσου, του ισχυρότερου Έλληνα οπλαρχηγού, πολλοί Στερεοελλαδίτες θα ακολουθούσαν το παράδειγμα του. Γι’ αυτό του έστειλε επιστολή από τη Λαμία, όπου βρισκόταν, στην οποία του ανακοίνωνε τον θάνατο του Διάκου, του πρότεινε να συνταχθεί μαζί του και του εγγυάτο πως σε αυτή την περίπτωση θα τον συγχωρούσε για τον φόνο του δερβέναγα Χασάν μπέη Γκέκα και θα του παρέδιδε την αρχηγία όλων των αρματολικίων της ανατολικής Στερεάς. Ο πασάς τον καλούσε να συναντηθούν στη Γραβιά.

Ο Ανδρούτσος αγνόησε την προσφορά του Ομέρ Βρυώνη και βάδισε στην ανατολική Στερεά. Από την πρόσκληση του πασά να συναντηθούν στη Γραβιά, ο Οδυσσέας αντιλήφθηκε ότι σκόπευε να προχωρήσει στα Σάλωνα (Άμφισσα) και στη συνέχεια στο Γαλαξίδι. Εκεί ο πασάς θα επιβίβαζε τον στρατό του σε πλοία και θα τον διαπεραίωνε στην Πελοπόννησο. Φαίνεται πως ο Ομέρ θεωρούσε ότι μετά τη μάχη της Αλαμάνας, οι Στερεοελλαδίτες δεν θα προέβαλαν πλέον σοβαρή αντίσταση.
 

Γι’ αυτό δεν επέλεξε τη μακρύτερη και δυσκολότερη πορεία έως την Πελοπόννησο διαμέσου της Βοιωτίας και του Ισθμού. Προτίμησε τον συντομότερο δρόμο Λαμίας-Γραβιάς-Σαλώνων-Γαλαξιδίου προκειμένου να αιφνιδιάσει τους Πελοποννήσιους. Στις αρχές του Μαΐου, ο Ανδρούτσος, ενισχυμένος με τους άνδρες του Κατσικογιάννη και του Σουλιώτη Χρήστου Κοσμά, εγκαταστάθηκε στο Χάνι (πανδοχείο) της Γραβιάς με 100 περίπου άνδρες. Ο σκοπός του ήταν να ανακόψει την πορεία του εχθρού στη διάβαση της Γραβιάς.

Η Μάχη

Η Γραβιά βρισκόταν σε στρατηγική και οχυρή θέση, την οποία οι Έλληνες είχαν χρησιμοποιήσει από την Αρχαιότητα προκειμένου να αναχαιτίσουν βαρβάρους οι οποίοι κατευθύνονταν από τον Βορρά προς τη Φωκίδα και τους Δελφούς. Εκεί οι αρχαίοι Στερεοελλαδίτες είχαν αναχαιτίσει μέρος των Γαλατών που κατευθύνονταν στους Δελφούς. Στην ίδια θέση οι Βυζαντινοί είχαν αποπειραθεί να αποκρούσουν, ανεπιτυχώς, τους Γότθους του Αλάριχου.

Στο Χάνι της Γραβιάς κατέφθασαν και τα σώματα του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη, οι οποίοι μετά την καταστροφή του Διάκου στην Αλαμάνα, υποχώρησαν από τις αρχικές τους θέσεις (στον Γοργοπόταμο και τη Χαλκωμάτα). Ο Οδυσσέας («Λυσσέος», όπως τον αποκαλούσαν οι σύντροφοι του) εμψύχωσε τους καταβεβλημένους αγωνιστές και άρχισε αμέσως να οργανώνει τη νέα αντίσταση στους εισβολείς.

Παράλληλα, είχε στείλει τον Γκούρα με εντολή να «καθαρίσει» τα Σάλωνα, δηλαδή να εκτελέσει όλους τους αιχμάλωτους Τούρκους και Αλβανούς της περιοχής. Επρόκειτο για μία σκληρή διαταγή του Ανδρούτσου, την οποία οι επικριτές του έσπευσαν να μεταχειρισθούν ως μία ακόμη απόδειξη του ανηλεούς χαρακτήρα του. Εντούτοις, ο Οδυσσέας δεν είχε άλλη επιλογή. Οι μουσουλμάνοι της περιοχής ήταν ισχυροί αριθμητικά και θα ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνοι αν εξεγείρονταν.
 

Ο Ανδρούτσος είχε δεσμεύσει αρκετούς άνδρες για τη φύλαξη τους, που ήταν απαραίτητοι για την αναχαίτιση του Ομέρ Βρυώνη. Αν ελευθέρωνε τους αιχμαλώτους, εκείνοι θα ενώνονταν με τον πασά ισχυροποιώντας τον περισσότερο. Άλλος βασικός λόγος της απόφασης του, ήταν η πρόταση των τοπικών χωρικών να φυλάξουν εκείνοι ειδικά τους αιχμάλωτους μπέηδες. Ο Οδυσσέας σκέφθηκε, δικαιολογημένα, ότι επρόκειτο για υστερόβουλη πρόταση τους με σκοπό είτε να χρησιμοποιήσουν τους μπέηδες ως μάρτυρες σε περίπτωση «προσκυνήματος» τους, είτε να τους ανταλλάξουν έναντι λύτρων.

Ο Ανδρούτσος, στα πλαίσια της πάγιας πολιτικής του, προσπαθούσε να καταστήσει τους ντόπιους χριστιανούς «συνενόχους» στην εξόντωση των Τούρκων, έτσι ώστε να εξασφαλίσει πως δεν θα σκέπτονταν να καταθέσουν τα όπλα. Τέλος, ο θάνατος του παλαιού του φίλου Διάκου και 200 παληκαριών του στην Αλαμάνα, επηρέασε το κοινό ελληνικό αίσθημα που ζητούσε αντεκδίκηση και τη δική του απόφαση για τη θανάτωση των Τούρκων.

Η φοβερή εξόντωση όλων των μουσουλμάνων – εκτός από έναν όπως λέγεται – των Σαλώνων, της Μενδενίτσας (Βοδωνίτσας) και του Τουρκοχωρίου από τον Γκούρα, διήρκεσε μία εβδομάδα. Μαζί τους εκτελέσθηκαν όλοι οι Μπεκτασήδες δερβίσες, με εντολή του Ανδρούτσου.

Ο Οδυσσέας έστειλε από το Χάνι επιστολή στον Μπούσγο, καλώντας τον να έλθει με όλους τους άνδρες του στη Γραβιά. Όπως του έγραφε χαρακτηριστικά: «ένας να μη λείψη». Παράλληλα, οι επαναστάτες απομάκρυναν όλα τα γυναικόπαιδα της περιοχής στις δυσπροσπέλαστες πλαγιές της Γκιώνας και του Παρνασσού. Στο πολεμικό συμβούλιο με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη, ο Ανδρούτσος πρότεινε να οχυρώσουν το Χάνι που βρισκόταν επί του δρόμου της Γραβιάς και να κλεισθούν σε αυτό, χρησιμοποιώντας το ως φρούριο από όπου θα εμπόδιζαν τη διάβαση των Τούρκων.
 

Οι άλλοι δύο οπλαρχηγοί διαφώνησαν, θεωρώντας καλύτερη λύση την κατάληψη θέσεων αριστερά και δεξιά του δρόμου, προκειμένου να μπορούν να διαφύγουν σε περίπτωση εχθρικής επικράτησης. Η πρόταση του Ανδρούτσου ήταν πρωτότυπη συγκριτικά με τις πολεμικές συνήθειες των κλεφταρματολών, οι οποίοι φρόντιζαν συνήθως να εξασφαλίζουν μία οδό διαφυγής από το πεδίο της μάχης. Ο Οδυσσέας γνώριζε ότι η διαφυγή από το Χάνι θα ήταν πολύ δύσκολη και σε αυτό το στοιχείο στηριζόταν προκειμένου να επιτύχει τη μέγιστη πολεμική απόδοση των ανδρών.

Μάλιστα ο Πανουργιάς και ο Δυοβουνιώτης επισήμαναν την εκτεθειμένη θέση του Χανίου στο ανοικτό πεδίο και θεώρησαν ότι δεν θα άντεχε στις σφοδρές επιθέσεις των εχθρών. Οι διαβουλεύσεις των αγωνιστών συνεχίζονταν, όταν στις 7 Μαϊου ο Ομέρ Βρυώνης ξεκίνησε από τη Λαμία, άφησε τον Κιοσέ Μεχμέτ στη Μενδενίτσα με 1.000 άνδρες ως οπισθοφυλακή ασφαλείας, και βάδισε προς τη Γραβιά επικεφαλής 8.000 εκλεκτών πολεμιστών.

Το πεζικό του αποτελείτο από 7.000 Αλβανούς, Βόσνιους και άλλους Σλαβομουσουλμάνους, και Σαριγκιουλήδες από τη Μακεδονία. Το ιππικό του περιελάμβανε 500 Γκέγκηδες Αλβανούς, με επικεφαλής τον Τελεχά Φέζο, και 500 Τσάμηδες ομοεθνείς τους υπό τον Μουσταφά μπέη Κιαφαζέζη. Οι Αλβανοί αποτελούσαν τη μεγάλη πλειοψηφία του στρατεύματος.

Όταν οι επαναστάτες έμαθαν ότι ο εχθρός πλησίαζε, ο Ανδρούτσος πρότεινε νέο σχέδιο μάχης με το οποίο οι άλλοι οπλαρχηγοί συμφώνησαν. Το πρωί της επόμενης ημέρας (8 Μαΐου), οι ελληνικές δυνάμεις (1.000-1.500 πολεμιστές) διαιρέθηκαν σε τρία μέρη. Ένα τμήμα τους με επικεφαλής τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη κατέλαβε τα υψώματα του Χλωμού, στα αριστερά του δρόμου απ’ όπου θα περνούσε ο εχθρός.
 

Το δεύτερο τμήμα τους, υπό τους Χρήστο Κοσμά και Κατσικογιάννη, εγκαταστάθηκε στα δεξιά του, στα υψώματα της βρύσης «Σού Τζίκα». Το τρίτο και επίλεκτο σώμα με επικεφαλής τον Οδυσσέα, αποτελούμενο από άνδρες που θα τον ακολουθούσαν αυτόβουλα, θα κλεινόταν στο Χάνι της Γραβιάς. Μάλιστα ο Ανδρούτσος, προκειμένου να εμψυχώσει όσους θα τον ακολουθούσαν, φώναξε στους πολεμιστές: «Αί ορέ παιδιά, όποιος θέλει ν’ ακολουθήση, ας πιαστή στον χορό!». Ο Οδυσσέας έσυρε τον τσάμικο και ύψωσε το μαντήλι του.

Ο Γκούρας πιάστηκε πρώτος από το μαντήλι και ακολούθησαν ο Παπαντρέας, ο Κομνάς Τράκας, ο Αγγελής Γοβγίνας από την Εύβοια, οι Καπογιωργαίοι, ο Ζαφείρης από τα Επτάνησα και ο Μουσταφά, ένας Τουρκαλβανός «βλάμης» (αδερφικός φίλος) του Ανδρούτσου. Συνολικά 120 άνδρες έσυραν τον χορό και κλείσθηκαν στο Χάνι. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο αμπάρωσαν τις θύρες του, σφράγισαν όποια ανοίγματα και άνοιξαν πολεμίστρες. Σε λίγο οι Τούρκοι διέβησαν το ποτάμι της Γραβιάς και αντιλήφθηκαν τους Έλληνες οι οποίοι ήταν ακροβολισμένοι στο Χλωμο και στη βρύση Σού Τζίκα.

Αφού προσευχήθηκαν για τη νίκη, ο Ομέρ Βρυώνης έστειλε δύο ισχυρά σώματα για να διενεργήσουν υπερκέραση των δύο ελληνικών πτερύγων. Οι άνδρες των πτερύγων ήταν ολιγάριθμοι συγκριτικά με τους Τουρκαλβανούς και οι περισσότεροι ήταν εξοπλισμένοι μόνο με σφενδόνες και μαχαίρια, μη διαθέτοντας πυροβόλα όπλα όπως οι εχθροί.

Πυροβόλα έφεραν εξολοκλήρου μόνο οι αγωνιστές που είχαν κλεισθεί στο Χάνι. Μοιραία, οι άνδρες του Πανουργιά και του Δυοβουνιώτη δεν άντεξαν το βάρος της εχθρικής επίθεσης και υποχώρησαν. Σε λίγο τους ακολούθησαν και οι πολεμιστές του Κοσμά και του Κατσικογιάννη. Οι ελληνικές πτέρυγες διαλύθηκαν και οι άνδρες τους κατέφυγαν στα ορεινά, όμως το ηθικό των αγωνιστών στο Χάνι δεν κάμφθηκε επειδή γνώριζαν ότι αυτή θα ήταν η πιθανότερη εξέλιξη.
 

Πριν το μεσημέρι, έφθασε μπροστά στο Χάνι ο Ομέρ Βρυώνης με τον κύριο όγκο του στρατού. Ο πασάς προσπάθησε πάλι να προσεταιρισθεί τον Ανδρούτσο. Έστειλε στο Χάνι τον Χασάν δερβίση, ο οποίος οδηγούσε τους άνδρες του ως θρησκευτικός αρχηγός (ως δερβίσης) που ευχόταν για τη νίκη και προσπαθούσε να διεγείρει τον πολεμικό φανατισμό τους, προκειμένου να διαπραγματευθεί με τον Οδυσσέα.

Ο Χασάν ήταν παλαιός γνώριμος του από την αυλή του Αλή Πασά, στοιχείο στο οποίο υπολόγιζε πάλι –μάταια – ο Ομέρ. Ο Ανδρούτσος είχε διατάξει τους πολεμιστές του να μην πυροβολήσουν, αν εκείνος δεν έδινε την εντολή. Γνώριζε τις μεθόδους του εχθρού και ότι ο πασάς θα του έστελνε τον δερβίση. Οι Τουρκαλβανοί πεζοί άρχισαν να βαδίζουν, οδηγούμενοι από τον Χασάν, αλλά σταμάτησαν σε απόσταση εκατό μέτρων από το Χάνι. Ο Οδυσσέας παρακολουθούσε τις κινήσεις τους από μία πολεμίστρα.

Ο δερβίσης βάδισε μόνος του θαρραλέα προς το Χάνι και όταν έφθασε κοντά στην κεντρική θύρα του, φώναξε στον Ανδρούτσο. Ο τελευταίος τον χαιρέτησε στην αλβανική γλώσσα και ο Χασάν ανταπέδωσε τον χαιρετισμό. Παρά την απόλυτη ηρεμία που επικρατούσε, η κατάσταση ήταν τεταμένη, με τους πολεμιστές των δύο πλευρών να παρακολουθούν με το δάκτυλο στη σκανδάλη. Μετά από κάποιο διάστημα εσκεμμένης σιωπής, ο δερβίσης φώναξε στον Οδυσσέα με προστακτικό τόνο, ότι θέλει να συνομιλήσει μόνος μαζί του.

Ο Ανδρούτσος του απάντησε στον ίδιο τόνο, εξυβρίζοντας τον αθυρόστομα στα αλβανικά. Ο δερβίσης άρχισε επίσης να υβρίζει τον Οδυσσέα, ώσπου εκείνος τον πυροβόλησε και τον σκότωσε με εύστοχη βολή στο κρανίο. Ο Χασάν σωριάστηκε στο έδαφος και οι Τουρκαλβανοί έτρεξαν αμέσως μαζικά κοντά στον «ιερό πολεμιστή». Ο Οδυσσέας εκμεταλλεύθηκε τη ριψοκίνδυνη συγκέντρωση των εχθρών τόσο κοντά στο Χάνι και διέταξε μαζική ομοβροντία. Πολλοί Αλβανοί έπεσαν νεκροί ή τραυματίες και οι υπόλοιποι υποχώρησαν πάλι σε απόσταση ασφαλείας.
 

Σε λίγο οι εχθροί διενήργησαν την πρώτη έφοδο τους στο Χάνι. Ο Οδυσσέας είχε εκπαιδεύσει τους άνδρες του να πυροβολούν με την ευρωπαϊκή μέθοδο των πυκνών συγχρονισμένων πυρών. Ένα μέρος των πολεμιστών του εξαπέλυε συγχρονισμένα μία ομοβροντία εναντίον των Τουρκαλβανών και κατά το διάστημα που γέμιζαν πάλι τα καριοφίλια και τις πιστόλες τους, άλλοι πυροβολητές ήταν έτοιμοι να πυροβολήσουν συγχρονισμένα εναντίον του εχθρού κ.ο.κ.

Η αναφερόμενη μέθοδος ήταν η καταλληλότερη έναντι μαζικής εχθρικής επιθέσης και υπήρξε ιδιαίτερα φονική έναντι των ασυντάκτων Τουρκαλβανών. Οι τελευταίοι σωριάζονταν ομαδόν στο έδαφος από τα βόλια των επαναστατών, αναγκαζόμενοι τελικά να υποχωρήσουν. Ακολούθησαν και άλλες θυελλώδεις επιθέσεις τους και παρότι κατάφεραν επανειλημμένα να στήσουν τα μπαϊράκια τους (πολεμικές σημαίες) στο τοιχίο του χώρου του Χανίου, στο τέλος τρέπονταν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους πολλούς νεκρούς.

Κατά το μεσημέρι, ο Ομέρ Βρυώνης, απογοητευμένος από την αποτυχία, διέταξε την παύση των επιθέσεων και συγκάλεσε πολεμικό συμβούλιο. Οι υπαρχηγοί του πρότειναν να φέρει βαριά πυροβόλα από τη Λαμία, προκειμένου να μεταβάλουν το Χάνι σε ερείπια από ασφαλή απόσταση. Ο πασάς θεώρησε υποτιμητικό να φέρει πυροβόλα για την εκπόρθηση ενός πανδοχείου. Έως τη δύση του ήλιου, εξαπέλυσε τρεις ακόμη επιθέσεις εναντίον του, χωρίς αποτέλεσμα.

Οι Τουρκαλβανοί όχι μόνο αδυνατούσαν να έλθουν σε αγχέμαχη συμπλοκή με τους αγωνιστές, αλλά ακόμη και να πλησιάσουν τους τοίχους του Χανίου, που «θέριζε» τους επιτιθέμενους από όλες τις πλευρές. Ο περίγυρος του πανδοχείου καλυπτόταν από σωρούς νεκρών και τραυματιών.
 

Ο Ομέρ κατανόησε ότι τα πυροβόλα ήταν απαραίτητα. Έστειλε έναν Τάταρο ιππέα στη Λαμία, με εντολή για μεταφορά τους στη Γραβιά και κύκλωσε το οχυρωμένο πανδοχείο με νυκτερινούς φρουρούς. Τέλος, επέτρεψε στον καταπονημένο στρατό του να αναπαυθεί. Στο Χάνι, οι οπλαρχηγοί εξέτασαν την κατάσταση. Η ολοήμερη μάχη είχε εξαντλήσει τα πυρομαχικά τους και γνώριζαν ότι την επόμενη ημέρα ο πασάς θα έφερνε πυροβόλα προκειμένου να μη θυσιάζει άσκοπα τους άνδρες του και να μην ονειδίζεται από την παρατεταμένη πολιορκία ενός πανδοχείου.

Είχαν πετύχει μερικώς τον στόχο τους, αφού είχαν προκαλέσει μεγάλες απώλειες στους Τουρκαλβανούς και είχαν ανυψώσει το φρόνημα όλων των επαναστατών. Γι’ αυτούς τους λόγους αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το Χάνι. Περίπου δύο ώρες πριν ξημερώσει, ο Ανδρούτσος και οι άλλοι οπλαρχηγοί ξύπνησαν τους άνδρες και άρχισαν να απομακρύνουν αθόρυβα τις πέτρες από τον λιθοσωρό με τον οποίο είχαν σφραγίσει μία από τις θύρες του πανδοχείου.

Από την πύλη βγήκε προσεκτικά πρώτος ο Γκούρας, ο οποίος φημιζόταν για την εξαίρετη όραση του, και οδήγησε την πορεία των πολεμιστών στον γειτονικό αγρό. Τελευταίος βγήκε ο Οδυσσέας. Το χωράφι στο οποίο κινούνταν σκυμμένοι οι αγωνιστές, καλυπτόταν από ψηλά στάχυα τα οποία έκρυβαν την κίνηση τους από τους Αλβανούς που κατόπτευαν το Χάνι. Επρόκειτο για μία δύσκολη επιχείρηση διαφυγής που έγινε με πολλές προφυλάξεις, επειδή στον αγρό κείτονταν αρκετοί τραυματισμένοι εχθροί, κάποιος από τους οποίους θα μπορούσε να φωνάξει προδίδοντας στους ομοεθνείς του την ελληνική έξοδο.

Οι αγωνιστές έφθασαν τελικά σε ένα σημείο όπου βρίσκονταν οι Τουρκαλβανοί νυκτερινοί φρουροί. Εκείνοι τους αντιλήφθηκαν και άρχισαν να τους πυροβολούν. Τότε ο Οδυσσέας χρησιμοποίησε ένα στρατήγημα: πολλοί Αλβανοί ήταν ενδεδυμένοι όπως οι Έλληνες και δεν διακρίνονταν εμφανισιακά.
 

Ο Ανδρούτσος άρχισε να κραυγάζει στα αλβανικά εναντίον των ανδρών του και να προσποιείται ότι τους καταδιώκει. Έτσι «έπεισε» τους Τουρκαλβανούς ότι ήταν ένας από αυτούς και σε λίγο άρχισε να φωνάζει ότι οι Έλληνες διαφεύγουν προς τη βρύση Σού Τζίκα, ενώ εκείνοι έτρεχαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, προς το Χλωμό. Οι Αλβανοί έτρεξαν προς τη βρύση ενώ ο Ανδρούτσος διέφυγε με τους άνδρες του μέσα στο σκοτάδι της νύκτας.

Όταν ξημέρωσε η 9η Μαΐου, οι επαναστάτες βρίσκονταν ασφαλείς στα υψώματα του Χλωμού, όπου καταμετρήθηκαν. Είχαν δύο τραυματίες, τον καπετάνιο Κώστα Καπογιωργάκη και έναν από τους πολεμιστές του Γκούρα, και έξι νεκρούς. Μεταξύ των τελευταίων βρίσκονταν ο επιφανής για τη γενναιότητα του, Αθανάσιος Καπλάνης, και ο Αθανάσιος Σεφέρης. Λίγο μετά την ανατολή του ηλίου, ο Ομέρ εισήλθε στο εγκαταλειμμένο Χάνι και όταν είδε την ισχνή κατασκευή του (συγκριτικά με τα πραγματικά οχυρά), επέπληξε σφόδρα τους Τουρκαλβανούς του επειδή δεν μπόρεσαν να νικήσουν λίγους «ζορμπάδες» (άτακτοι πολεμιστές ή «παλικαράδες»).

Οι απώλειες του τουρκικού στρατοπέδου αριθμούσαν 600 τραυματίες και 300 νεκρούς μεταξύ των οποίων και δύο μπέηδες. Με την εξόντωση τόσων Αλβανών στη Γραβιά, ο Οδυσσέας και οι άνδρες του πήραν μία «άτυπη» εκδίκηση για τον θάνατο των Ελλήνων αγωνιστών στην Αλαμάνα, τον προηγούμενο μήνα.

Οι Συνέπειες της Μάχης

Η μάχη της Γραβιάς είχε αποφασιστική σημασία για την πορεία της Ελληνικής Επανάστασης. Παρότι ‘επίσημα’ επρόκειτο για νίκη του Ομέρ Βρυώνη, στην πραγματικότητα είναι αμφίβολο αν η ταπείνωση 8.000 Τουρκαλβανών από μόλις 120 Έλληνες πολεμιστές μπορεί να θεωρηθεί «νίκη». Αυτή η πραγματικότητα κλόνισε το ηθικό του πασά και το ηθικό των ανδρών του. Μετά τη σχετικά «ανώδυνη» επιτυχία του στην Αλαμάνα, ο Ομέρ πίστευε μάλλον πως δεν θα συναντούσε σοβαρή αντίσταση κατά την πορεία του στην Πελοπόννησο.
 

Εντούτοις, η μανιώδης αντίσταση του Ανδρούτσου και των παληκαριών του έκαναν τον Ομέρ να κατανοήσει ότι η ελληνική εξέγερση κάθε άλλο ήταν παρά μία τοπική και ανάξια λόγου «ανταρσία» (όπως τη θεωρούσαν πολλοί Οθωμανοί). Όταν σε λίγο πληροφορήθηκε τη θανάτωση των μουσουλμάνων από τα Σάλωνα έως τη Μενδενίτσα, αντιλήφθηκε ότι επρόκειτο για πραγματική επανάσταση, οι φορείς της οποίας σκόπευαν να πολεμήσουν μέχρι τέλους.

Έτσι, ο Ομέρ Βρυώνης εγκατέλειψε το σχέδιο του για άμεση εισβολή στην Πελοπόννησο και προσπάθησε να καταπνίξει την εξέγερση στην ανατολική Ρούμελη. Με αυτόν τον τρόπο, η αντίσταση του Ανδρούτσου στη Γραβιά «διευκόλυνε» την πρώτη σπουδαία νίκη των Πελοποννησίων στο Βαλτέτσι και βοήθησε αποφασιστικά στην εδραίωση της εθνεγερσίας στην Πελοπόννησο (στην οποία δεν είχε σταθεροποιηθεί ακόμη).

Ο διασυρμός των Τουρκων στη Γραβιά είχε την ίδια σημασία για την επιβίωση της επανάστασης στην ανατολική Στερεά και για τη διάδοση της στη δυτική Στερεά και την Εύβοια. Όταν οι κάτοικοι των δύο τελευταίων περιοχών πληροφορήθηκαν τα γεγονότα της Γραβιάς, επηρεάσθηκαν αποφασιστικά υπέρ της επανάστασης και σε λιγότερο από έναν μήνα (έως τις 5 Ιουνίου) μία προς μία οι πόλεις και οι περιφέρειες τους, η Λίμνη, η Κύμη, η Κάρυστος, το Μεσολόγγι, το Αιτωλικό, το Ξηρόμερο και το Καρπενήσι, ύψωσαν τα λάβαρα της (το Ξηροχώρι της Εύβοιας είχε ήδη εξεγερθεί από τις 8 Μαΐου).

Η αναχαίτιση των εισβολέων στη Γραβιά προστάτευσε τον εθνικό αγώνα σε μία από τις κρισιμότερες φάσεις του, μετά τον θάνατο του ηρωικού Διάκου. Η στρατηγική διάνοια του Ανδρούτσου εκδηλώθηκε κατά τη μάχη της Γραβιάς. Ήταν τόση η απήχηση του θριάμβου του, ώστε ο Μπούσγος, εκλεγμένος οπλαρχηγός της Λειβαδιάς, του παραχώρησε αυτόβουλα την αρχηγία των όπλων της Βοιωτίας και τέθηκε υπό τις διαταγές του.

Φωτογραφικό Υλικό 
 
 
(Κάντε κλικ στις φωτογραφίες για μεγέθυνση)

Αριστοτέλης: Δημοκρατία ή φαυλοκρατία;

Δίκαιο και εκφυλισμένο πολίτευμα: Διαλεκτική άρχειν και άρχεσθαι

Η πολιτική σκέψη του Αριστοτέλη, ακόμη και χωρίς αναγωγές στους σύγχρονους καιρούς, είναι από μόνη της ικανή να δώσει ριζικές απαντήσεις στα σημερινά αδιέξοδα που έχει δημιουργήσει η κατά συρροή εγκληματική δράση της πολιτικής φαυλοκρατίας στο όνομα της δημοκρατίας. Είναι ικανή, αποφαίνεται ο Χέγκελ, επειδή είναι πιο ιδεαλιστική συγκριτικά με τον Πλάτωνα· ιδεαλιστική με το νόημα της προσήλωσης στην εμπειρική πραγματικότητα. Αυτή η φαυλοκρατία έχει ιδιοποιηθεί την αρχή της λαϊκής βούλησης και υπονομεύει συστηματικά το κύρος του νόμου (Πολιτικά 1291b κ.εξ.). Ο Αριστοτέλης τη συνταυτίζει με τους δημαγωγούς, με αυτούς δηλ. που σήμερα αποκαλούμε πολιτικούς απατεώνες, οι οποίοι παραπλανούν το λαό με μικρο-παραχωρήσεις, αδιαφορώντας πλήρως για τη μακροπρόθεσμη ευημερία της πολιτείας. Πώς εμπειρώμεθα στις ημέρες μας αυτή την παραπλάνηση; Θεωρητικά γίνεται πολύς λόγος για δημοκρατία και για τη συνταγματική της κατοχύρωση σε συνάρτηση με το γεγονός ότι διασφαλίζεται, υποτίθεται, η «κυριαρχία» του «λαού» και ανατροφοδοτείται από καθορισμένες εκάστοτε συμμετοχικές του πράξεις, όπως για παράδειγμα, η συμμετοχή του στο να εκλέγει εκείνους που θα τον εκπροσωπήσουν στα διάφορα πολιτικά, νομοθετικά, εκτελεστικά όργανα εξουσίας. Οι εκάστοτε «εκπρόσωποι» όμως, στη μεγάλη τους πλειοψηφία, αποδεικνύονται εν έργω εκπρόσωποι των συμφερόντων του φίλαυτου εαυτού τους και όχι του πάσχοντος πολίτη· βέβαια δεν κουράζονται διόλου να επικαλούνται τη «δημοκρατία» και το συμφέρον του λαού, ειδικά όταν χρειάζεται να νομοθετούν ενάντια στην ουσία της δημοκρατίας και στο συμφέρον των πολλών. Γι’ αυτό και η εκπροσώπηση ή η αντιπροσώπευση δεν παραπέμπει υποχρεωτικά ή ουσιαστικά στη λαϊκή κυριαρχία παρά στην υπονόμευσή της: κρατά την ευρεία μάζα του λαού μακριά από την ουσιαστική της συμμετοχή στις διάφορες πολιτικές αποφάσεις και κατ’ επέκταση μακριά από μια αντίστοιχη πολιτική παιδεία.

Το αποτέλεσμα είναι: αυτή η μάζα να μετατρέπεται, όχι σπάνια, σε όχλο κομματικο-γραφειοκρατικών γενίτσαρων –και άβουλων ψηφοφόρων– που στραγγαλίζουν εν τη γενέσει του καθετί το δημιουργικό και απελευθερωτικό για την από-οχλοποίηση πρωτίστως των ίδιων. Μέσα σε μια τέτοια ατμόσφαιρα γενιτσαρισμού ανδρώνονται, κατά κανόνα, και οι ίδιοι οι πολιτικοί «εκπρόσωποι», γιατί, αν δεν ήταν και οι ίδιοι γενίτσαροι, δεν θα πολιτικολογούσαν ανοήτως για λογαριασμό τρίτων. Η εν λόγω εκπροσώπηση ή αντιπροσώπευση λειτουργεί, εν πολλοίς, αλλοτριωτικά για την κοινωνία και εκφυλιστικά για το πολίτευμα. Χαρακτηριστικά είναι, ως προς το θέμα, τα λόγια του Χέγκελ από τη Φαινομενολογία του πνεύματος (§588):

«όπου ο Εαυτός είναι παρών δι’ αντιπροσώπευσης …εκεί αυτός δεν είναι [=υπάρχει] πραγματικά· όπου είναι δι’ εκπροσώπου, αυτός δεν είναι [=υπάρχει]».

Πώς κατανοεί ο Αριστοτέλης τη δημοκρατία; Την κατανοεί στο πλαίσιο κατάταξης των πολιτευμάτων με τα εξής κριτήρια: 1. Ο αριθμός των ασκούντων την εξουσία: αν οι κυβερνώντες είναι πολλοί, τότε έχουμε τη λεγόμενη «πολιτεία» ή τη δημοκρατία. Αν είναι ένας, τότε το πολίτευμα είναι μοναρχία ή τυραννίδα, ενώ αν είναι λίγοι, έχουμε ολιγαρχία. 2. Κατά πόσο το πολίτευμα ωφελεί όλους ή μόνο τους κυβερνώντες. Με βάση αυτό το κριτήριο, η δημοκρατία λογίζεται εκφυλισμένο πολίτευμα της «πολιτείας». Σύμφωνα με το αριθμητικό κριτήριο ταξινόμησης,

«δημοκρατία υπάρχει, όταν κατέχουν την εξουσία οι φτωχοί και ολιγαρχία, όταν πολιτικά κυρίαρχοι είναι οι πλούσιοι. Συμβαίνει ασφαλώς οι πρώτοι να είναι πολλοί και οι δεύτεροι λίγοι. Οι ελεύθεροι δηλαδή είναι πολλοί και οι πλούσιοι λίγοι» (Πολιτικά 1290b).

Ι. Η «πολιτεία», με βάση το ποιοτικό κριτήριο, είναι το δίκαιο πολίτευμα, δηλαδή εκείνος ο τύπος δημοκρατίας, που ενδιαφέρεται για το συνολικό συμφέρον της πολιτείας, ήτοι της πόλης/κράτους, και δεν περιορίζεται στο μερικό συμφέρον των κυβερνώντων, ακόμη κι αν αυτοί είναι οι φτωχοί. Ο εκφυλισμένος τύπος ή μορφή δημοκρατίας προσδιορίζεται ποσοτικά μόνο ως εξουσία των πολλών και είναι, ως τέτοια ποσότητα, ευθέως αντίθετη προς την εξουσία των λίγων. Το ποσοτικό κριτήριο όμως δεν αρκεί, γιατί ο καταπιεστικός χαρακτήρας της εξουσίας ως τέτοιας παραμένει, άρα η ισότητα, με το νόημα της ποσοτικής ισοπέδωσης, δεν αποτελεί εγγενές στοιχείο του πολιτεύματος, αλλά επιβάλλεται –εάν επιβάλλεται– βίαια.

ΙΙ. Ο Αριστοτέλης συγχρόνως αναφέρει και το στοιχείο της ελευθερίας: οι πολλοί υποτίθεται ότι δύνανται να συμμετέχουν στην εξουσία, να άρχουν, γιατί είναι ελεύθεροι. Τούτο υποδηλώνει πως, εάν η έννοια της ελευθερίας κατανοείται στην ποιοτική της έκφανση ως άμεση πραγμάτωση της πολιτικής αρετής, τότε οι «ελεύθεροι» έρχονται στην εξουσία, έχοντας γνώση και επίγνωση τι είναι δίκαιο και άδικο, αγαθό και κακό, τουτέστι ως αληθώς πνευματικές και ανιδιοτελείς προσωπικότητες και όχι ως εξουσιομανείς πεινασμένοι-κλεπτοκράτες ή ασυνάρτητοι πλιατσικολόγοι, σαν τους αγράμματους καθεστωτικούς του παρόντος διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος. Οι πραγματικά ελεύθεροι άρχοντες δεν εμφορούνται από εγωιστικούς υπολογισμούς, μας λέει ο Αριστοτέλης, ούτε από αγελαία ένστικτα αλλά από την ευαισθησία της πνευματικότητάς τους, για να πραγματώσουν την ως άνω πολιτική αρετή.

ΙΙΙ. Θεμελιώδη συστατικά της τελευταίας, μεταξύ άλλων, είναι:
η ουσιαστική συμμετοχή του πολίτη στην άσκηση της εξουσίας –όχι η απατηλή εκπροσώπηση–, η αίσθηση του δικαίου που εκπορεύεται από την αντίστοιχη φιλοσοφικο-πολιτική παιδεία, η απουσία βαναυσότητας, αμοραλισμού, αγελαίας συμπεριφοράς και πάνω από όλα η εφαρμογή της αρχής:

«ο πολίτης να μην άρχεται από καμιά εξουσία, ή, αν αυτό δεν είναι δυνατόν, ο καθένας να άρχεται με τη σειρά του» (Πολιτικά 1317a).

Ετούτη η τελευταία αρχή απαντά σε όλα τα αινίγματα του σημερινού πολιτικού αδιεξόδου της Ελλάδας. Πιο ειδικά: οι βασικοί εκπρόσωποι του σύγχρονου πολιτικαντισμού –που συνήθως άρχει– φροντίζουν ή να διαιωνίζουν την εξουσία τους – κυρίως αν είναι διεφθαρμένοι– ή να πλουτίζουν δια της εξουσίας και να αποσύρονται για να απολαύσουν τον πλούτο τους. Η οντολογική τους αγωνία είναι να αποφεύγουν να άρχονται. Όμως η αριστοτελική αρχή είναι αμείλικτη:

«όλοι οι άρχοντες να εκλέγονται από όλους του πολίτες· όλοι να γίνονται άρχοντες του καθενός και ο καθένας άρχοντας όλων» (ό.π.).

Εάν στοιχειωδώς ίσχυαν αυτές οι αρχές στη σημερινή ελλαδική πολιτικο-κοινωνική φαυλότητα, δεν θα υπήρχαν οι ατέλειωτες κοιλάδες των δακρύων.

Χριστιανοί απολογητές και χριστιανική απολογητική - Η ιουδαιοχριστιανική «τέχνη» του «κάνουμε το μαύρο άσπρο, εκλογικεύουμε τον παραλογισμό και δεν απαντάμε επί της ουσίας»

Ως απολογητές καλούνται αυτοί που υπερασπίζονται τις δοξασίες τους, ερχόμενοι αντιμέτωποι και προσπαθώντας ν' αντικρούσουν όσους τις αμφισβητούν. Στη θέση αυτή, βρέθηκαν από τους πρώτους αιώνες του Χριστιανισμού, διάφοροι άνθρωποι της Εκκλησίας (ιερείς, εκκλησιαστικοί συγγραφείς κ.ά.), οι επονομαζόμενοι «χριστιανοί απολογητές», όταν η «αλήθεια» του Χριστιανισμού αμφισβητήθηκε, αλλά και διακωμωδήθηκε εντόνως, από σφοδρούς επικριτές της νέας θρησκείας που ερχόταν σε ευθεία σύγκρουση με την ελληνική κοσμοθεωρία και την απλή λογική, όπως φιλόσοφους, σαν τον Κέλσο και τον Πορφύριο, ή τον αυτοκράτορα Ιουλιανό.

Εκ πρώτης όψεως, η χριστιανική απολογητική εμφανίζεται ως ρητορικό όργανο, δηλαδή όργανο του προφορικού και γραπτού λόγου, η χρήση του οποίου σκοπό έχει την αποσαφήνιση, προβολή και απόδειξη της υπέρτατης και εξ αποκαλύψεως αληθείας των «θέσεων» της χριστιανικής θρησκείας και συνεπώς η ανθρωπότητα οφείλει να την αποδεχθεί και όχι να την διώκει. Παρά ταύτα όμως, η χριστιανική απολογητική παρακάμπτει πλήρως την λογική συνδιαλλαγή και κατά βάθος και ουσία δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα τέχνασμα, μια σοφιστικοειδής (και όχι σοφιστική) τεχνική η οποία χρησιμοποιεί διάφορα τεχνάσματα, γενικολογίες, παραπλανητικές απαντήσεις, κόλπα και παρόλες, σοφιστείες, τρικλοποδιές, εντυπώσεις, μορφασμούς, διάφορα σχήματα λόγου, μπερδέματα, κατάργηση ή διαστροφή της λογικής με λογικά σφάλματα και άλματα, κατάργηση της κριτικής, συσκότιση της Ιστορίας, παραποίηση γεγονότων και δεδομένων, κ.λπ. για να:

1. Δικαιολογεί με κάθε μέσο κάθε λάθος, αυθαιρεσία, αντίφαση και παραλογισμό που υπάρχει εντός της χριστιανικής πίστεως.

2. Να συγκρατεί τα θύματα των αδαών ή ημιμαθών και εξαθλιωμένων πιστών στις αγκάλες της χριστιανικής πίστεως και να αρπάζει εντός αυτών τους επιπολαίους και εκείνους που δεν έχουν καμία διάθεση για έρευνα, λογική εξέταση και κρίση.

3. Να χρησιμοποιεί τη γκρίνια, την ικεσία και κάθε άλλο παρόμοιο μέσο για να προκαλεί την ανοχή, την συμπάθεια, τον οίκτο, κ.λπ., των μη χριστιανών, αντιπάλων και μη, ώστε η χριστιανική θρησκεία να καρπούται ειρηνική συνύπαρξη όταν ήταν αδύνατη κατά τους τρεις πρώτους αιώνες.

4. Να δικαιολογεί κάθε είδους βία, νοθεία και καταστροφή που ήταν προς όφελός της όταν έγινε ισχυρή από τον «Μέγα» Κωνσταντίνο και μετά.

5. Να επιδεικνύει ψευδόμενη κάποιες ηθικές αρχές, τελετουργίες, μυστήρια, κ.λπ., ως χριστιανικές πρωτοτυπίες, ενώ όλα αυτά προϋπήρχαν σε πάρα πολλές προηγούμενες θρησκείες, διδασκαλίες, φιλοσοφικές τάσεις και σχολές. Μεταξύ αυτών ήταν οι: Νεοπυθαγόρειοι, νεοπλατωνικοί, στωικοί, σοφιστές, θεραπευτές της Αιγύπτου, γνωστικοί, ζωροάστρες, μιθραϊστές, γυμνοσοφιστές (βουδιστές, ινδουιστές), η σχολή του Εβραίου γραμματοδιδασκάλου Χιλέλ του Πρεσβυτέρου (παππού του Γαμαλιήλ των Πράξεων των Αποστόλων 5: 33-41), διάφοροι άλλοι Εβραίοι ραβίνοι, κ.ά.

6. Να καυχάται για κοινωνικούς άθλους του Χριστιανισμού, τους οποίους ουδέποτε διέπραξε, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται: Η κατάργηση της δουλείας, η καλυτέρευση της κοινωνικής θέσεως της γυναίκας, η απεμπόληση μυθολογιών και δεισιδαιμονιών ως ψεύδη, κ.λπ.

Σήμερα, όπως και κατά την βυζαντινή εποχή, στις διάφορες ιερατικές σχολές διδάσκουν το μάθημα της «ρητορικής». Αυτό δεν έχει καθόλου το νόημα που υπήρχε περί Ρητορικής στην Αρχαία Ελλάδα και Ρώμη. Όπως και σε όλη τους την δισχιλιετή ιστορία, αυτό που συνεχώς προσπαθούν να μάθουν είναι το πως θα καταφέρουν να μπαλώσουν και να καμουφλάρουν τα συνεχώς προκύπτοντα ερωτήματα, προβλήματα, ζητήματα, αντιφάσεις, ανοησίες, βλακείες, κλπ, επί. της χριστιανικής πίστεως αντί να τα ξελασπώσουν με ορθά επιχειρήματα και να παράξουν πειστικές απαντήσεις για την αλήθεια που αυτοί μόνο κατέχουν και οι άλλοι «δεν μπορούν να δουν». Προσπαθούν να ανακαλύψουν ψευδοεπιχειρήματα, μπερδέματα, υπεκφυγές, διαστροφές λόγων και νοημάτων, κ.λπ., για να αντιπαρέλθουν τους αντιρρησίες και αμερόληπτους ερευνητές οι οποίοι συνεχώς και πειστικώς ανακαλύπτουν πόσο διάτρητη, φτιαχτή, επινενοημένη και ψευδής είναι η χριστιανική θρησκεία. Πολλές φορές προκειμένου να φτάσει στα συμπεράσματά της, η χριστιανική απολογητική εξιδανικεύει συστηματικά κάθε τι το παράλογο ή συμπτωματικό το οποίο ήθελε συναντήσει ή στο οποίο ήθελε σκοντάψει, αλλ’ όμως φαινόταν πως με την εξιδανίκευση του θα απέβαινε προς συμφέρον της, παρακάμπτοντας κάθε απλή ή σύνθετη λογική, κάθε απλό ή σύνθετο επιχείρημα.

Όλα αυτά φανερώνουν το παράλογο, το ψευδές και το ανέντιμο των επιχειρημάτων τών χριστιανών απολογητών και θεολόγων όπως και της πίστεώς τους. Όλα αυτά ξεμπροστιάζουν την κατάσταση, τον χαρακτήρα και την προσωπικότητά τους. Παρά τον παραλογισμό, το ψεύδος και το παραλήρημα τους, πολλοί απ’ αυτούς, μέσα στην σύγχυση, την πλύση εγκεφάλου και την πεποίθηση που τους διακατέχει αδυσώπητα, νομίζουν ότι καλώς πράττουν! Όμως, τόσο φτηνιάρικα και ανέντιμα είναι τα μέσα με τα οποία οι χριστιανοί απολογητές και θεολόγοι προσπαθούν να αγρεύουν και συγκρατούν τους αδαείς και τους αφελείς, οι οποίοι ατυχώς ή δυστυχώς αποτελούν την συντριπτική πλειοψηφία του πληθυσμού, στην σαγήνη της χριστιανικής πίστεως. Ιδού τα μέσα τους και ιδού τα χάλια τους!

Με άλλα λόγια η χριστιανική απολογητική ουδέποτε απέδειξε ούτε προσπάθησε ή έθεσε ως στόχο της το να αποδείξει με αντικειμενικό (λογικό) τρόπο την υπέρτατη και αδιάσειστη αλήθεια αυτής της εξ αποκαλύψεως πίστεως και συνεπώς «γνώσεως». Τέτοια απόδειξη ή προσπάθεια αποδείξεως δεν υπάρχει πουθενά. Αυτό που έκαναν όλοι οι απολογητές όλο κι όλο είναι με όλα τα παραπάνω αθέμιτα μέσα και τεχνάσματα να προσπαθούν να μπαλώνουν τις ανοησίες, αντιφάσεις και τα άτοπα του Χριστιανισμού οσάκις οι φωστήρες του προκαλούντο γι’ αυτά από ερευνητές και σκεπτικιστές. Όμως, με μια σαφή και καθαρή απόδειξη της αλήθειας που κατείχαν θα έλυναν ανά πάσα στιγμή κάθε ζήτημα ή ερώτημα. Αφού όπως ισχυρίζονταν, κατείχαν την υπέρτατη αλήθεια η οποία τους αποκαλύφθηκε άνωθεν διά θείας παρεμβολής, τότε λογικώς έπρεπε να έχουν στη διάθεσή τους και μπόλικους, αδιάσειστους, πειστικούς και ευκολονόητους τρόπους, εν ανάγκη και αυτούς άνωθεν αποκαλυφθέντες, ή τουλάχιστον έναν τέτοιο τρόπο για να διαλύουν κάθε αμφιβολία και αμφισβήτηση και να απαντούν σαφώς σε κάθε ερώτηση και πρόκληση περί της σαθρότητας και του αμφιβόλου της νέας αυτής πίστεως, «γνώσεως» και θρησκείας. Παρ’ όλα ταύτα κατάφευγαν σε κάθε είδους παραπλανητικά τεχνάσματα, κόλπα και κολπάκια, γενικολογίες, προκλήσεις εντυπώσεων και τρικλοποδιές για να μπερδέψουν κατά το δυνατόν τον αντίπαλο. Αν πάλι μέσα σ’ όλα τύχαινε ο αντίπαλός τους να κάνει κάπου ένα λαθάκι, ακόμα και επουσιώδες, αυτοί αμέσως δράττονταν της ευκαιρίας για να ισχυριστούν ότι όλα όσα ο αντίπαλος ξεμπροστιάζει είναι εσφαλμένα και συνεπώς όλοι πρέπει να τον αγνοήσουν. «Να του τη φέρουν» όπως λέμε λαϊκίστικα σήμερα. Όπως ακριβώς κάνει ένας δικηγόρος που έχει στο δικαστήριο έναν εγκληματία πελάτη και προσπαθεί με κάθε κολπάκι και παραθυράκι του ατελούς ανθρώπινου νόμου να πείσει τους δικαστές ότι ο πελάτης του είναι αθώος.

Πολύ περισσότερο όμως σε μια τέτοια αντιπαράθεση οι απολογητές σκόπευαν να φανούν οι νικητές μπροστά στους ανεγκέφαλους πιστούς των, οι οποίοι όχι μόνο γνώση δεν κατείχαν αλλά είχαν χάσει ή και οι ίδιοι απεμπολήσει κάθε ικανότητα και θέληση κρίσεως. Η νίκη αυτή είναι προφανώς ευκολότατη όταν κριτές είναι ένα πλήθος προκατειλημμένων αδαών και ανεξετάστων της θρησκευτικής χριστιανικής πίστεως. Το ζητούμενο όμως πάντα ήταν το ξεκαθάρισμα της αλήθειας και όχι το ποιος θα νικήσει κλέβοντας την παράσταση. Τις πιο πολλές φορές που δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν λογικώς και ξεκάθαρα ένα ερώτημα ή ζήτημα που τους ετίθετο, προσπαθούσαν να αυγατίσουν με περιφερειακές μισοκουβέντες ή έφευγαν από το ένα θέμα στο άλλο και απαντούσαν σε άλλα πράγματα. Μάλλον και οι γλωσσολαλιές τους, θα ήταν πολύ πιο βολικές σε τέτοιες κρίσιμες περιπτώσεις. Αυτές τις γλωσσολαλιές τις εκθειάζει ο Παύλος στην «Α΄ Προς Κορινθίους Επιστολή», κεφάλαιο 14. Ο Κέλσος, στον «Αληθή Λόγο», τις καταγγέλλει ως απόδειξη της αποβλάκωσης των πιστών. Ο δε Λoυκιανός ο Σαμοσατεύς τις σατιρίζει στο έργο του «Περί Περεγρίνoυ Τελευτής». Οι γλωσσολαλιές είναι εν ενεργεία και σήμερα σε μερικές χριστιανικές αιρέσεις (π. χ. Πεντηκοστιανοί).

Ο «μέγας θεολόγος» Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Καππαδόκης, ο οποίος συγκαταλέχθηκε στους «Τρεις Ιεράρχας, Προστάτας των Ελληνικών Γραμμάτων», ορθά κοφτά λέει (όπως μας το μεταφέρει νοηματικώς η Helena Blavatsky): «Τίποτα δεν μπορεί να επιβληθεί καλύτερα στον κόσμο από τη μωρολογία· όσο λιγότερο καταλαβαίνουν τόσο περισσότερο θαυμάζουν» («Επειδή το μεν ραδίως ληπτόν, άπαν ευκαταφρόνητον· το δε υπέρ ημάς, όσω δυσεφικτότερον, τοσούτω θαυμασιώτερον και γυμνάζειν τον πόθον άπαν το διαφύγον την έφεσιν» [Λόγος ΙΔ, Περί Φιλοπτωχίας, ΛΓ]). Τί ειλικρινής και αξιοθαύμαστη ρήση του Γρηγορίου! Μελετήσετε όλον αυτόν τον λόγο να δείτε τι θα πει προβατοποίηση, από τον Μέγα Θεολόγο Γρηγόριο! Μια πλήρως αντιεπιστημονική ρήση που μοιάζει με τις απάτες και τις σαχλαμάρες του Τερτυλλιανού! Είχε λοιπόν ή δεν είχε δίκιο ο Κέλσος;

Μια άλλη γνωστή μέθοδος και παλιά τακτική των απολογητών είναι αυτή που λέει ότι, «αν δεν μπορείς να χτυπήσεις το μήνυμα, τότε χτύπα τον μηνυτή του». Έτσι πολλές φορές χρησιμοποιούν συκοφαντίες, λάθος πληροφορίες και ψέματα εναντίον του μηνυτή για να πείσουν τους άλλους να μην δώσουν σημασία στο μήνυμά του. Οι απολογητές κάνουν συχνή χρήση αυτής της μεθόδου. Η χριστιανική ιστορία και βιβλιογραφία αποδεικνύει σαφώς ότι όσες φορές οι χριστιανοί απολογητές δεν μπόρεσαν να βρουν επιχειρήματα και στοιχεία για να ανατρέψουν κάποιο νευραλγικό σημείο που κάποιος είχε γενικώς διαπιστώσει ή τους είχε υποβάλλει σε μια αντιπαράθεση, τότε κατάφυγαν σε κάθε αθέμιτο μέσο, όπως π. χ., η ύβρις, το μίσος, η συκοφαντία, κ.λπ. Αντί να επιχειρηματολογήσουν κατά του θέματος και του σημείου που ετέθη υπ’ όψη τους άρχισαν να καταφέρονται εναντίον εκείνου που τους το έθεσε. (Πρόκειται για σκόπιμη εφαρμογή του λογικού σφάλματος που αποκαλείται «ad hominem»).

Οι τρόποι και οι τακτικές που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί απολογητές για να δικαιολογήσουν πάση θυσία αυτά που πιστεύουν καθώς και η συμπεριφορά την οποία επιδεικνύουν, φανερώνουν το κατά πόσο είναι αλήθεια όλα όσα διατείνονται και για τα οποία προσπαθούν να πείσουν τους άλλους. Μια αληθινή και εξ αποκαλύψεως θρησκεία και ο λόγος του μόνου αληθινού Θεού της, νομίζουμε, ότι δεν χρειάζεται τέτοια μέσα. Η αλήθειά μιας τέτοιας θρησκείας και του Θεού της, νομίζουμε, πρέπει να είναι καθαρός ουρανός που αστραπές δεν φοβάται. Πρέπει να είναι σαφής, απλή και κατανοητή από όλους και χωρίς περιτροπές. Δεν θα έπρεπε καν να χρειάζεται και να υπάρχει απολογητική. Δεν μπορούμε να δεχτούμε πως ένας πάνσοφος και παντοδύναμος Θεός θέλει να μπερδεύει συνεχώς τους ανθρώπους με τις ακαταστασίες, αντιφάσεις και ακαταλαβίστικες αλήθειές του και να χρειάζεται συνεχώς απολογητές για να του τις ξεμπερδεύουν. Με τον χριστιανικό Θεό και την απολογητική του όμως έχουμε να κάνουμε με κάθε είδους ακαταστασία, αντιφατικότητα, αυθαιρεσία, δόγμα, ισχυρισμό χωρίς κανένα φερέγγυο στοιχείο, κ.λπ. Άλλοτε πάλι έχουμε απαντήσεις παραπλανητικές και τόσο δαιδαλώδεις που δεν βρίσκεις άκρη, ούτε αρχή, ούτε τέλος.

Όπως λοιπόν ο αείμνηστος Ρόμπερτ Τέιλορ (Αγγλικανός ευαγγελικός ιερέας που αποσκίρτησε από τον Χριστιανισμό όταν μελέτησε αρκετά και ανακάλυψε την τρομακτική αντιφατικότητα, τα λάθη, την ανακολουθία και την καταστροφικότητα αυτής της θρησκείας [1784-1844]) μας γράφει συχνά στα συγγράμματά του, το πιο πειστικό, κατά τη γνώμη του, κριτήριο για την απόρριψη της ιστορικότητας του Ιησού και όλων όσων πρεσβεύει η χριστιανική θρησκεία είναι το ότι ο ίδιος και όλοι οι ορθολογιστές και σκεπτικιστές μέχρι την εποχή του έπρεπε να υποφέρουν στον μέγιστο βαθμό το μίσος, την ατιμία, τη διαβολή και στο τέλος φυλακίσεις και βασανιστήρια από τους χριστιανούς απολογητές και αξιωματούχους, για τις ερωτήσεις και αντιρρήσεις που τους υπέβαλαν. Ο Τέιλορ εκτός από διάφορα χρηματικά πρόστιμα που του επεβλήθησαν, υβρίστηκε, συκοφαντήθηκε και στο τέλος φυλακίστηκε και βασανίστηκε δύο φορές. Στα συγγράμματά του λοιπόν γράφει αρκετές φορές ότι επί τέλους κατάλαβε, εξ ιδίας πείρας, ποια είναι τα μόνα πειστικά και αποστομωτικά επιχειρήματα των χριστιανών...

Έχουμε βεβαίως το θεολογικό παράδειγμα του Αποστόλου Παύλου: «Σ' αυτούς συμπεριλαμβάνονται ο Yμέναιος κι ο Aλέξανδρος, που τους παρέδωσα στον Σατανά, για να βάλουν μυαλό και να μάθουν να μη φέρονται με τρόπο βλάσφημο» (Α΄ Πρός Τιμόθεον 1: 20). Γιατί όμως έπρεπε να «βάλουν μυαλό» αυτοί οι δύο, παραδιδόμενοι στον Διάβολο; Γιατί, όπως μας εξηγεί ο Παύλος, «έπεσαν έξω σε θέματα της αλήθειας, ισχυριζόμενοι πως η ανάσταση έχει κιόλας γίνει και κλονίζουν έτσι την πίστη μερικών» (Β΄ Προς Τιμόθεον 2: 18). Ο Παύλος ξέρει καλά να διαβολοστέλνει, όπως το είχε ξανακάνει στην «Α΄ Προς Κορινθίους» (5: 4-5): «Έτσι, αφού συναχθείτε εσείς και το δικό μου πνεύμα, έχοντας και τη δύναμη του Kυρίου μας Iησού Xριστού, να παραδώσετε έναν τέτοιο άνθρωπο στον Σατανά, για να εξαλειφθεί το σαρκικό φρόνημα, ώστε το πνεύμα να διατηρηθεί σώο την Hμέρα του Kυρίου Iησού» ή «Εάν διά τoυ ψεύδoυς μoυ η αλήθεια τoυ Θεoύ κατεδείχθη μεγάλη πρoς δόξαν τoυ, γιατί ακόμη κατακρίνoμαι ως αμαρτωλός;». Απόστολος Παύλος (Προς Ρωμαίους Επιστολή, 3: 7).

Πολλοί σημερινοί αλλά και παλαιότεροι χριστιανοί όλων των χριστιανικών αιρέσεων, κυρίως όμως ορθόδοξοι, θεωρούν πουλημένους στον Σατανά ή τους Εβραιοσιωνιστές όλους όσους ασκούν κριτική επί του Χριστιανισμού και επί των αντιφάσεων, της διδασκαλίας, της θεολογίας και της ιστορίας του. Κύριε τάδε να μάθεις να μην κρίνεις αλλά να πιστεύεις στα τυφλά και να αναμασείς αυτά που μόνο ακούς. Μόνο τότε είσαι καλός ορθόδοξος χριστιανός. Αλλιώς είσαι όργανο του Σατανά και των Εβραίων! Εκτός από τον Παύλο είχαμε βεβαίως και τον Εβραιοχριστιανό Ιωάννη Χρυσόστομο στην Κωνσταντινούπολη να ωρύεται κατά των Ιουδαίων επειδή πολλοί χριστιανοί επισκεπτόταν την συναγωγή και οι Εβραίοι δεν ήθελαν να ασπαστούν τον Χριστιανισμό. Αυτή η νοοτροπία επικράτησε από τότε μέχρι και σήμερα. Οι κριτικοί του Χριστιανισμού όμως δεν παύουν να συμπεριλαμβάνουν και να στηλιτεύουν μαζί με τον Χριστιανισμό και τον Εβραϊσμό της ερήμου που είναι ο «πατέρας» του Χριστιανισμού. Ιδού η λογική τους! Άντε να βρεις λογική στο μυαλό αυτών των ανθρωπίνων όντων! Δεν μπορούν καν να δουν ότι ο Χριστιανισμός προήλθε ως αίρεση από τον Εβραϊσμό και οι ίδιοι πρώτοι απ’ όλους θα έπρεπε να προσκυνούν τους Εβραίους για το «καλό» που τους δώσανε!...

Πρέπει να τονισθεί άλλη μια φορά και μια για πάντα και εφ’ όλης της απολογητικής, θεολογικής, κλπ, ύλης και θεμάτων: Η εφεύρεση δικαιολογιών, ιδίως όταν χρησιμοποιούνται πολλά κόλπα, λογικά σφάλματα και άλματα, για να δικαιολογήσει κανείς οτιδήποτε είναι το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Όταν ακόμα οι άλλοι τις πιστεύουν στα τυφλά, τότε άνετα αυτός ο επιτήδειος μπορεί να αυτοβαπτίζεται και διδάκτωρ της δικανικής! Π. χ. για να δικαιολογήσει κάποιος το κάπνισμα, μάς είπε ότι: «Αυτός που δεν καπνίζει θα πεθάνει υγιής, οπότε μιας που θα πεθάνουμε ας καπνίζουμε για να μην πεθάνουμε υγιείς και πάμε τσάμπα χαμένοι!». Αυτό ικανοποίησε σφόδρα όλους τους καπνιστές που τον άκουσαν! Πάρα πολύ ωραία! Τέτοιου τύπου δικαιολογίες μπορεί ο καθένας να βγάλει με την σέσουλα.

Αν ο Χριστιανισμός ήταν η αληθής και εξ αποκαλύψεως θρησκεία δεν θα είχε ανάγκη καμίας απολογητικής. Όλα όσα τον αφορούν θα ήταν απολύτως καθαρά και ξάστερα χωρίς τριακόσιες ερμηνείες και αμέτρητα «ίσως»! Όπως πιστεύουν οι χριστιανοί, ο ίδιος ο Θεός έγινε άνθρωπος και κατέβηκε στη γη για να μας αποκαλύψει την αλήθεια, αλλά δυστυχώς ό,τι μας είπε έχει ανάγκη απολογητικής, ερμηνειών, εξηγήσεων και συνταιριασμάτων με όλα εκείνα τα «ίσως» ή με το «κάποια εξήγηση θα υπάρχει και γι’ αυτό ή για ‘κείνο», κ.λπ. Δηλαδή, κατέβηκε λοιπόν ο ίδιος ο Θεός στη γη έπαθε, σταυρώθηκε, πέθανε, κ.λπ., για να μας επικυρώσει μεταφορές, παρομοιώσεις και σχήματα λόγου. Έκτοτε όμως όλοι οι χριστιανοί προσπαθούν να εξακριβώσουν τι να εννοεί άραγε με το ένα ή με το άλλο, αλλά ό,τι και να πούνε δεν είναι ποτέ τους σίγουροι. Από την άλλη μεριά όμως οι χριστιανοί διά της βίας απαίτησαν και απαιτούν από όλους τους άλλους να πιστεύουν αυτά τα παραμυθάκια με τις μεταφορές και τις παρομοιώσεις, αλλιώς δεν πρόκειται να σωθούν και θα πάνε στην αιώνια Κόλαση. Αυτό θα πει θράσος...

Ο Χριστιανισμός είναι ψευδής, τεχνητή και κακοφτιαγμένη θρησκεία και γι’ αυτό χρειάζεται αυτή την συνεχή απολογητική για να ρίχνει στάχτη στα μάτια των τυφλών οπαδών του, να μπαλώνει τα αδικαιολόγητα και αλλόκοτα και να προσπαθεί να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα με την κατάργηση κάθε λογικής! Ακόμα μέχρι και σήμερα, δηλαδή 2.000 χρόνια μετά τον Ιησού Χριστό, πέραν ορισμένων αυθαιρέτων δογμάτων τα οποία ετέθησαν κατόπιν πολλών αγρίων διαμαχών στις συνόδους, τα υπόλοιπα πράγματα δεν έχουν ξεκαθαρίσει. Κάθε αίρεση λέει τα δικά της, τα οποία είναι και τα μόνα «σωστά». Εμείς όμως εδώ και παντού επί των θεολογικών θεμάτων και ζητημάτων ζητάμε τις σαφείς και πλήρεις απαντήσεις που οφείλουν να μας παρέχουν τα τέσσερα κανονικά «θεόπνευστα» Ευαγγέλια και όλα τα «θεόπνευστα» γραπτά της Μίας Αγίας Καθολικής Αποστολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας και Αμπέλου του Θεού και Ιησού Χριστού. Δεν ζητάμε τις απαντήσεις που είναι δικαιολογίες αφού συνεχώς προτάσσονται με όλα εκείνα τα ατελεύτητα «ίσως» και «μπορεί» που καθιστούν ταυτολογία κάθε ισχυρισμό! Ή μιλάμε ευκρινώς και επακριβώς για την απόλυτη, θεϊκή και αποκαλυφθείσα αλήθεια για την οποία ξέρουμε τι μας γίνεται, αλλιώς απλώς προσπαθούμε να δικαιολογήσουμε κάτι «θεϊκές» ιστοριούλες που δεν πιάνονται ούτε με δυο ξυλαράκια...

Άλλη συχνότατη και παραπλανητική τακτική είναι και η εξής: Προκειμένου οι απολογητές να δικαιολογήσουν κάτι διά των εβραιογνωστικοχριστιανικών γραφών επιλέγoυν από τις γραφές ό,τι ταιριάζει στην περίπτωση που αντιμετωπίζουν ενώ κάνουν την πάπια (ποιούν την νύσσα) για πάμπολλα άλλα χωρία τα οποία αποδεικνύουν ακριβώς την αντίθετη θέση αυτής της περίπτωσης. Οι χριστιανικές γραφές είναι πλήρεις αντιφάσεων και λαθών, ούτως ώστε βάσει αυτών μπορείς να ισχυριστείς ό,τι θέλεις! Ακόμα, και τα πιο αντιφατικά ή αντίθετα ζητήματα και συμπεράσματα...

Όταν οι απολογητές χάσουν κάθε λογικό ή θεολογικό επιχείρημα τότε καταφεύγουν σε ένα αλλόκοτο σόφισμα: Σου λένε ότι την Βίβλο, τον Χριστό, τον Χριστιανισμό τα βάζεις στην καρδιά σου και δεν τα βάζεις στο μυαλό σου ή στο μικροσκόπιο. Αυτό βεβαίως σημαίνει να τα δεχθείς εκ προοιμίου συναισθηματικώς χωρίς να τα εξετάσεις, έτσι επειδή τα γουστάρεις, και αν είναι δυνατόν να τα κάνεις βιώματά σου, έτσι αξιωματικώς. Κύριε τάδε, δεν τα εξετάζεις και δεν τα ψειρίζεις αλλά τα δέχεσαι αυτομάτως διά της θρησκοληπτικής πίστεως και συμμορφώσεως. Αν όμως έχουν έτσι τα πράγματα τότε γιατί έχουν καταναλώσει εκατοντάδες χιλιάδες σελίδες με το να γράφουν ερμηνείες και εξηγήσεις των γραφών, κατηχήσεις και κανόνες, κ.λπ.; Γιατί έχουν συγκαλέσει πάρα πολλές συνόδους για να αποφασίσουν το δόγμα; Γιατί έχουν φονεύσει πολλά εκατομμύρια αντιφρονούντων ή μη «μετατρεψίμων»; Γιατί εξηγούν την δημιουργία του κόσμου, την ύπαρξη ζωής, την δημιουργία του ανθρώπου διά της Βίβλου; Γιατί μάχονται με κάθε μέσο σε όλες τις επιστημονικές θεωρίες που αντιβαίνουν στην πίστη τους; Γιατί αυτοί θεωρούν τους εαυτούς των ως οι μονοπωλητές τις αλήθειας; Γιατί μάχονται με κάθε μέσο σε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές αποφάσεις και αλλαγές που δεν τους συμφέρουν; Γιατί άλλα τέτοια χιλιάδες γιατί; Αυτό αποδεικνύει άλλη μια φορά όχι μόνο την σύγχυση αλλά και την ειλικρίνεια και των ιδίων και της θρησκείας που τυφλά υπηρετούν. Λες και η θρησκευτικότητα ή η κοσμοθέαση των ανθρώπων είναι απλώς ζήτημα γούστου, λες και πρόκειται για παγωτό, ή συναισθηματισμούς, λες και πρόκειται για τον πρώτο έρωτα, και όχι λογικών και σταθερών βάσεων. Ιδού τα χάλια και η κατάντια τους...

Με άλλα λόγια οι απολογητές θεολογούν και δογματίζουν χωρίς κανένα απροκατάληπτο, ερευνητικό και επιστημονικό υπόβαθρο. Τα επιχειρήματά τους είναι ακατάστατες θεολογίες και δόγματα. Κάτι ισχύει μόνο και μόνο επειδή έτσι το θέσπισαν σύνοδοι, θεολόγοι και πατέρες και επειδή ετέθη ως δόγμα. Πάει και τελείωσε αξιωματικά! Πολλές φορές η υποβολή μιας ερωτήσεως ή ενστάσεως σε ένα θέμα έχει σαν απάντηση έναν λαβύρινθο ερμηνειών ή πιθανών απαντήσεων χωρίς τελικά να δίδεται μια σαφής και συγκεκριμένη απάντηση. Για ένα συγκεκριμένο ερώτημα ή ζήτημα που θα έπρεπε να έχει σχετικώς σύντομη και σαφή απάντηση σε παραπέμπουν σε κάποια βιβλιογραφία για να βρεις την απάντησή του. Αυτή πάλι σε οδηγεί σε άλλη και μετά σε άλλη βιβλιογραφία άνευ τέλους. Έτσι για ένα συγκεκριμένο ερώτημα ή θέμα που όφειλε να έχει σαφή και σύντομη απάντηση αναλώνεται κανείς σε ένα χάος ερμηνειών, πιθανών απαντήσεων, μαγειρεμένων δικαιολογιών και πολλών τόμων θεολογικών βιβλίων χωρίς τελικά να λαμβάνει ποτέ ξεκάθαρη και σίγουρη απάντηση.

Η ύπαρξη χιλιάδων αντιφατικών χωρίων και η έλλειψη κάθε στοιχειώδους λογικής είναι ένας, αλλά όχι ο μόνος, από τους λόγους του τεραστίου αριθμού χριστιανικών αιρέσεων ήδη από τον 1ο αιώνα, δηλαδή από το ξεκίνημα αυτής της απόλυτα αληθινής θρησκείας... Βεβαίως και το αντίστροφο ισχύει. Ότι δηλαδή, οι πάμπολλες αιρέσεις δημιούργησαν μια τεράστια συλλογή αντιφατικών χωρίων. Περίεργα πράγματα για τη μόνη και πλήρη, θεϊκή, απόλυτη αλήθεια... Αλλά συγνώμη, ξεχάσαμε: «Αυτά έγιναν γιατί ο Διάβολος, ο Σατανάς, δεν έπαψε να σκανδαλίζει και να παραπλανά τον κόσμο, ακόμα και μετά την ανάσταση του σωτήρος». Το λέει και ο Ειρηναίος, στο «Κατά Αιρέσεων» βιβλίο του, ότι οι αιρετικοί ήταν όργανα του Διαβόλου. Ήδη στα χρόνια (180-185) του Ειρηναίου (επίσκοπος Λυών, Γαλλίας) οι αιρέσεις ήταν πάνω από εκατό. Βλέπετε «Για να γλιτώσει ο Θεός φτιάχτηκε ο Διάβολος. Αλλά για τη δημιουργία του Διαβόλου θα πρέπει να ζητηθούν κάποιες ευθύνες από τον –παντοδύναμο κ.λπ.- δημιουργό Θεό» (Σίγκμουντ Φρόιντ).

Δεν επιχειρηματολόγησαν ποτέ οι χριστιανοί απολογητές από τη θέση της ισχύος, πειστικότητας και βεβαιότητας που η όντως αληθής γνώση παρέχει και έπρεπε να είχαν δεδομένη εκ του Θεού τους, για να δείξουν απ’ ευθείας, λογικά και χωρίς περιτροπές την απόλυτη αλήθεια της εκ θεϊκής αποκαλύψεως πίστεως και «γνώσεώς» τους. Παντού και πάντοτε και όπου υπήρχε τρύπα στον σαθρότατο και ξεφτισμένο καμβά τους (και υπήρχαν συνεχώς χιλιάδες τρύπες) προσπαθούσαν εκ των υστέρων και κατόπιν μόνον προκλήσεως των αμφισβητούντων και σκεπτικιστών να ράψουν ένα κάποιο άχρηστο μπάλωμα, που νόμιζαν ότι εξυπηρετούσε την τότε παρούσα στιγμή. Όμως, το τελικό και μόνο επιχείρημα που τους απέμενε, όπως κραυγάζει ο «Μέγας» Κέλσος στον «Αληθή Λόγο», ήταν: «Πίστευε, πίστευε, πίστευε... Ποτέ γνώριζε...». Ο νοών νοησάτω...

Το «πίστευε και μη ερεύνα» και παρόμοια μηνύματα, έχουμε σε όλα τα γραπτά της νέας μονοθεϊστικής δοξασίας. Βεβαίως αυτήν την αρχή χρησιμοποιεί και κάθε άλλη καταστροφική θρησκεία διότι είναι η πιο βολική για να δικαιολογήσει οτιδήποτε επιβάλλει στους οπαδούς της. Στα πρώτα π. χ. γραπτά όπως, στην «B΄ Πρός Κορινθίους» στο κεφάλαιο 5 όπου ο Παύλος αναπτύσσει τις μεταφυσικές του δοξασίες, στον στίχο 7 δίνει την εξής δικαιολόγηση: «...διότι (στην εδώ ζωή) περιπατούμε με την πίστη και όχι με την όραση». Τέρμα λοιπόν οι αισθήσεις, μόνον η τυφλή πίστη υπάρχει και καθοδηγεί... Οι απολογητές απέναντι στο «πίστευε και μη ερεύνα», προσπαθούν ν' αντιτάξουν το «ερευνάτε τας γραφάς». Η φράση «ερευνάτε τας γραφάς» δεν υπάρχει πουθενά στην Καινή Διαθήκη υπό προστακτική έννοια. Μόνο στον Ιωάννη απαντάται μια φορά υπό οριστική έννοια (το ρήμα είναι σε οριστική έγκλιση): «Ερευνάτε τας γραφάς, ότι υμείς δοκείτε εν αυταίς ζωήν αιώνιον έχειν· και εκείναι εισίν αι μαρτυρούσαι περί εμού» (5: 39). Δηλαδή: «Εσείς ερευνάτε τις Γραφές, γιατί σας φαίνεται λογικό πως σ' αυτές θα βρείτε ζωή αιώνια· και αυτές είναι που δίνουν τη μαρτυρία τους για μένα». Την ακούμε πολλές φορές παραπλανητικώς από τους αμαθείς χωρίς να υπάρχει καμία διαπίστωσή της απ’ αυτούς. Η Εκκλησία μόνο τα εγκώμια επί των γραφών επιδοκίμαζε, ποτέ όμως την κριτική μελέτη και έρευνα τους. Για πολλούς αιώνες αν κανείς έκανε τέτοιο λάθος, τότε ήταν χαμένος μέχρι την δευτέρα παρουσία. Ακόμα στον Ιωάννη (20: 29) «λέγει αυτώ ο Ιησούς· ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Η ρήση είναι σαφής. Πίστευε χωρίς να δεις και θα είσαι μακάριος. Πλήρης προβατισμός δηλαδή...

Ο ανεκδιήγητος θεολόγος και απολογητής Τερτυλλιανός (τέλος δεύτερου και αρχές τρίτου αιώνα), ο οποίος στο τέλος κατάντησε και αιρετικός, με αφορμή την υποτιθεμένη ανάσταση του Ιησού και την υποσχεθείσα ανάσταση των ανθρωπίνων σωμάτων, είχε ισχυριστεί τα εξής δύο παροιμιώδη αποφθέγματα:

1) «Αυτό το πιστεύω επειδή είναι απίστευτο».
2) «Αυτό είναι δυνατόν επειδή είναι αδύνατον».

Ως προς το πρώτο, μπορούμε να πούμε ότι κάθε Τερτυλλιανός έχει δικαίωμα να πιστεύει ό,τι είναι απίστευτο ακόμα και το πιο αλλόκοτο αφού έτσι γουστάρει και εφ’ όσον βεβαίως δεν βλάπτει κανέναν. Εδώ βλέπουμε και πάλι ότι αυτή η ρήση θέτει εκ ποδών την έρευνα στη θρησκευτική πίστη αυτού του τύπου. Όταν κάποιος πει: «Αυτό το πιστεύω επειδή έτσι μου γουστάρει», τότε είναι προφανές ότι κάθε λογικό και επιστημονικό επιχείρημα ή αντίρρηση παύει να έχει ισχύ εμπρός στο εκ των προτέρων τεθέν θρησκευτικό γούστο του... Αλλά ως προς το δεύτερο, η κατάσταση είναι σχιζοφρενική. Διότι όταν κάτι είναι «αδύνατον», τότε λογικώς δεν είναι «δυνατόν». Εδώ δεν μιλάμε με όρους θρησκευτικής πίστεως αλλά με εμπειρικούς όρους. Η δυνατότητα κάποιου ενδεχομένου και η διαπίστωσή της είναι εμπειρικά φαινόμενα και ως εκ τούτου οι έννοιες «δυνατόν» και «αδύνατον» είναι αντίθετες. Συνεπώς η συνύπαρξή τους με το αυτό ενδεχόμενο είναι αντίφαση. Έτσι λοιπόν μόνο μια σχιζοειδής διανοητική κατάσταση μπορεί να ομιλεί περί ταυτοχρόνου συνυπάρξεώς των. Τα αποτελέσματα τέτοιων σχιζοειδών ισχυρισμών μόνο καταστροφικά δύνανται εν κατακλείδι να αποβούν. Αφού τα πάντα είναι δυνατά και ταυτοχρόνως αδύνατα και μάλιστα με θεία επικύρωση, τότε μπορείς να λες και να κάνεις ό,τι σου καπνίσει. Έτσι η καταστροφική ιδιότητα και μανία του Εβραιογνωστικοχριστιανισμού απεδείχθη πλήρως στη θεωρία και στην πράξη από ολόκληρη τη γραμματεία, την ιστορία και τα πεπραγμένα του. Εύγε κύριε ανεπανάληπτε Τερτυλλιανέ!

Μερικοί επικαλούνται το μαρτύριο ελαχίστων χριστιανών για την πίστη τους ή τον μοναχισμό περισσοτέρων ως απόδειξη της ορθότητας της χριστιανικής πίστεως. Αυτά δεν αποτελούν καμία επιχειρηματολογία ούτε λογική απόδειξη αυτής της ορθότητας. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι φανατικές στάσεις φανατικών πιστών που κάθε μεταφυσική πίστη, ενίοτε και φυσική, χωρίς έρευνα δημιουργεί και ειδικά όταν υπόσχεται ότι με το μαρτύριο αυτό ή την εγκατάλειψη των εγκοσμίων θα ανταμειφθεί μυριάκις στη μετά θάνατον ζωή. Αν αυτές οι στάσεις αποτελούσαν λογικές αποδείξεις της ορθότητας της χριστιανικής πίστης, τότε κάθε θρησκεία και ιδεολογία θα ήταν εξ ίσου λογικώς ορθή, εφ’ όσον κάθε θρησκεία και ιδεολογία έχει έναν ικανό αριθμό μαρτύρων, ασκητών και αγίων. Ο φανατικός προτιμά να αποθάνει γι’ αυτά που πιστεύει και υποστηρίζει παρά να παραδεχθεί τα λάθη και την πλάνη του και συνεπώς να τα απορρίψει και μετά να αρχίσει τη ζωή του επί νέων βάσεων.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε και για τα θαύματα. Στην αρχαιότητα υπήρχαν πάρα πολλοί «θαυματοποιοί». Εκτός του μυθικού θεού της Ιατρικής Ασκληπιού, υπάρχουν και ιστορικά πρόσωπα, όπως ο Απολλώνιος Τυανεύς, ο Αυτοκράτωρ Βεσπασιανός Φλάβιος Σαβίνος ο οποίος στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου θεράπευσε έναν τυφλό με λάσπης φτιαγμένη με χώμα και σάλιο του και έναν κουλό μόνο με το άγγιγμά του (βλέπε Τακίτος, Ιστορίες, Τόμος VI, κεφάλαιο 81), ο ραβίνος Χανίνα Μπεν Ντόσα (Μπερακόθ 17 β, 34 β, Εκκλησιαστής Ράμπα 1: 1, Μισνά 5: 5) κ. ά. Κάθε θρησκεία παρουσιάζει έναν μεγάλο κατάλογο θαυμάτων δικής της δικαιοδοσίας. Τα θαύματα της Καινής Διαθήκης έχουν ομόλογα θαύματα στην Παλαιά Διαθήκη, στα θαύματα του Απολλωνίου του Τυανέως και σε άλλες αρχαιότερες θρησκείες.

Στον Χριστιανισμό έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τον εξής τραγέλαφο: Τα μεν χριστιανικά θαύματα, τα διαπράττει ο Θεός Γιαχβέ διά δικής του άμεσης παρέμβασης ή διά του υιού του Γιεσούα (Ιησού) ή διά παρακλήσεως αγίων ανθρώπων (μεταξύ των οποίων εξέχουσα θέση κατέχει η Παναγία). Όλα δε τα μη χριστιανικά θαύματα τα διαπράττει ο Διάβολος. Όπως προαναφέραμε με τη ρήση του Σίγκμουντ Φρόιντ, το δίπολο Θεού–Διαβόλου (ζωροαστρικός δυϊσμός ή δυαδισμός) καθένας μπορεί να ερμηνεύσειτα πάντα χωρίς πολλές κουβέντες και άνευ αποδείξεων. Έτσι νομίζουν ακόμα ότι ευκόλως εξηγούν και δικαιολογούν την ύπαρξη του «κακού» και την πάλη του με το «καλό» μέσα στην τέλεια δημιουργία ενός παντοδυνάμου και παναγάθου Θεού. Παραβλέπουν όμως ότι το πρώτο–πρώτο βήμα του συλλογισμού τους είναι αντιφατικό και λανθασμένο ώστε όλος ο συλλογισμός τους να πάει περίπατο. Ένας τρόπος να τεθεί αυτό το πρώτο βήμα είναι ο εξής: Αφού ο Θεός που έφτιαξε τα πάντα και είναι τέλειος πάνσοφος και παντοδύναμος, τότε πως έφτιαξε το κακό και τους υπηρέτες του, τον Διάβολο και τους αγγέλους αυτού, μέσα στην τέλεια δημιουργία του; Μόνοι σας μπορείτε να διατυπώσετε και άλλους τρόπους. Μετά πάλι, αφού είναι παντοδύναμος και πανάγαθος γιατί με ένα φυσιματάκι του, «παφ», δεν σβήνει τους διαβόλους μια για πάντα να τελειώσομε με δαύτους;...

Αν εξαιρέσουμε διάφορες σκηνοθετημένες απάτες ή φανταστικές αφηγήσεις, κάθε σύμπτωση ή δυσεξήγητο φαινόμενο ή φαινόμενο που μπορεί να συμβαίνει από καιρού εις καιρόν αλλά κανείς να μην έχει ασχοληθεί για να βρει την επιστημονική ή κάποια εξήγησή του, η εκάστοτε ψευδής θρησκεία το οικειοποιείται ως ιδικό της θαύμα. Έτσι το παρουσιάζει σαν υπερβατικό (υπερφυσικό) φαινόμενο του οποίου η φυσική εξήγηση είναι αδύνατο να βρεθεί ποτέ. Γι' αυτό οφείλουμε να το δεχόμαστε και να το πιστεύομε ως θαύμα του θεού της, χωρίς να ρωτάμε τίποτα περί της εξηγήσεώς του. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η εν λόγω θρησκεία προκειμένου να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της εξισώνει την έννοια του «μη εξηγηθέν» με την έννοια του «μη εξηγήσιμο». Άλλο μπέρδεμα που συχνά διαπράττει, είναι η εξίσωση του «εξωλόγου» με «υπερφυσικό θαύμα» (π. χ., διάφορα ψυχικά ή παραψυχολογικά φαινόμενα, παραληρήματα Poltergeist, κ.λπ.).

Οι απολογητές, ανάμεσα στις δραστηριότητές τους, ανέπτυξαν και την εφεύρεση παντός είδους δικαιολογιών για να δικαιολογούν τις ιδιαιτερότητες (χούγια) και τις ακρότητες των Χριστιανών κατά τους τρεις πρώτους αιώνες (πράγμα που συνεχίστηκε διά μέσου των αιώνων, με τις αναγκαίες προσαρμογές, και μέχρι σήμερα). Τέτοιες ιδιαιτερότητες ήταν: Ζωή φόβου και τρόμου, η άμεση προσμονή τους τέλους του κόσμου, ή άμεση εσχατολογία, η άρνηση στρατεύσεως, η διατήρηση της παρθενίας ως υπερτάτου αρετής, η αγαμία, η εκτός νόμου πράξη του ευνουχισμού (Βαλέσιοι, Εγκρατίτες, κ.ά.), ο αντιερωτισμός, η απλυσιά, οι παράξενες μυστικές τελετές τους, οι διάφορες εκδηλώσεις αναχωρητισμού, η άρνηση συμμετοχής στις εορτές της αυτοκρατορίας, η άρνηση τιμών προς τον αυτοκράτορα, οι ύβρεις κατά του πολιτισμού, οι διάφοροι τσακωμοί τους με μη χριστιανούς και μεταξύ των αιρέσεων τους, κ.λπ. (Αυτά κι’ αν είναι στοιχεία καταστροφικής θρησκείας! ...). Έτσι καταντούσαν συνεχής παραβίαση του κρατικού και τοπικού νόμου, ακατάπαυστη πρόκληση των ρωμαϊκών αρχών και της τοπικής αστυνομίας, προκλητικοί ταραξίες τοπικών κοινοτήτων και κοινής ησυχίας. Μόνοι τους επέσυραν την οργή των ρωμαϊκών αρχών εναντίον τους με φυλακίσεις, τιμωρίες και τοπικές διώξεις. Οι ταραξίες και ποινικοί υπόδικοι ανακαλύπτονταν και λάμβαναν ό,τι προέβλεπε ο νόμος κατά περίπτωση.

Όσο αφορά την απεμπόληση των μυθολογιών και δεισιδαιμονιών, ο Χριστιανισμός κατάφερε να αντικαταστήσει τις αρχαιότερες μυθολογίες και δεισιδαιμονίες με τις δικές του. Μας σέρβιρε τους εβραϊκούς μύθους και τις εβραϊκές δεισιδαιμονίες και τους (τις) επεξέτεινε με πολλούς (-ές) δικούς (-ές) του και με τρομερές παρερμηνείες των αρχικών. Οι κλεψίτυποι μύθοι της «Γενέσεως» είναι γνωστοί. Αν πάλι θέλετε να απολαύετε ισχυρή δόση δεισιδαιμονίας και δαιμονολογίας διαβάστε από περιέργεια τα βιβλία του Ιώβ, του Τωβίτ, της Αποκαλύψεως, κ.λπ. Οι περισσότεροι εβραϊκοί μύθοι είναι επηρεασμένοι από τους ασσυριακούς, βαβυλωνιακούς, χαλδαϊκούς, ζωροαστρικούς, ακόμα και ελληνικούς μύθους ή είναι κακιές παραλλαγές αυτών. Έπειτα, εκτός από τη μυθολογία της Καινής Διαθήκης (π. χ., το άστρο της Βηθλεέμ, η σφαγή των νηπίων από τον βασιλιά Ηρώδη τον Μέγα, κλπ.), η Εκκλησία υπέκλεψε και μετάλλαξε πολλούς αρχαίους μύθους. Ένα παράδειγμα είναι ο αρχαίος ελληνικός μύθος του Περσέως, της Ανδρομέδας και Δράκοντος, ο οποίος βρίσκει ομολόγους μύθους σε όλους τους ινδοευρωπαϊκούς λαούς. Αυτός μεταλλάχθηκε στον μύθο του εφίππου στρατηλάτη Αγίου Γεωργίου της βασιλοπούλας και του Δράκοντος... Εν κατακλείδι οι χριστιανοί απολογητές και «πατέρες» καταδίκασαν όλους τους προηγουμένους μύθους των άλλων λαών ως αισχρά ψεύδη και παρουσίασαν και προπαγάνδισαν τους δικούς τους ως απολύτως αληθείς. Οι άλλοι λαοί ήσαν δεισιδαίμονες και βυθισμένοι στο σκοτάδι ενώ αυτοί σταμάτησαν κάθε δεισιδαιμονία και μας έφεραν το φως! Ουδέν ψευδότερον όλων τούτων! Έτσι επέβαλαν με κάθε βία και τρόμο το αυθαίρετο χριστιανικό αξίωμα: «Ό,τι λένε και πιστεύουν οι άλλοι είναι αυτομάτως λάθος ή ψέμα ενώ ό,τι λένε και πιστεύουν αυτοί είναι αυτομάτως η απόλυτη αλήθεια, την οποίαν οφείλουν να πιστεύουν άπαντες»! Είδατε λοιπόν τί έκαναν αυτοί που σέβονται και επικαλούνται την ελευθερία εκλογής και το δικαίωμα γνώμης όταν τους παρεδόθη η εξουσία εν λευκώ; Έτσι με την δογματική και διαστροφική τους δεισιδαιμονία απέβησαν η χειρότερη μάστιγα που γνώρισε η ιστορία του ανθρώπου...

Από τον τέταρτο αιώνα και εφεξής παρατηρούμε το εξής φοβερό φαινόμενο. Οι χριστιανοί εξαφανίζουν όχι μόνο τα πρωτότυπα των Ευαγγελίων τους και τα αντικαθιστούν με νέες εκδόσεις αλλά εξαφανίζουν συστηματικά και κάθε αντίλογο. Τα πρωτότυπα των Ευαγγελίων καθώς και των άλλων βιβλίων της Καινής Διαθήκης όφειλαν να τα διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού, όπως ακριβώς διαφύλαξαν «λείψανα αγίων» τους που φτάνουν μέχρι τον Εβραίο ζηλωτή Γιοχανάν τον επονομαζόμενον από τους χριστιανούς «Βαπτιστή» (π. χ., μαλλιά, δόντια, δάχτυλα) και τον ίδιο τον Ιησού ή Γιεσούα (π. χ., 17 «αυθεντικές» ακροβυστίες της περιτομής του). Οι χριστιανοί λοιπόν κατάσφαξαν κάθε αντιφρονούντα ή σκεπτικιστή και κατέκαψαν κάθε βιβλίο αντιφρονούντος ή κατά την κρίση τους αιρετικού. Κατέκαψαν και όλες τις αρχαίες βιβλιοθήκες. Η καταστροφή των βιβλιοθηκών από την Περσία, Βόρειο Αφρική, Ευρώπη μέχρι την Κεντρική Αμερική ήταν ολοκληρωτική. Άρχισε τον τέταρτον αιώνα με την βιβλιοθήκη της Αντιοχείας και τις 22 βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας και τελείωσε τον δέκατο όγδοο με την βιβλιοθήκη της Γουατεμάλας. Ο κατάλογος της απώλειας είναι υπέρογκος και δεν θα τον παραθέσομε εδώ. Απλώς αναφέρουμε ότι μαζί με την αρχαία φιλοσοφία, επιστήμη, γνώση και τέχνη περί παντός επιστητού κατέκαψαν και τα αρχεία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, ιστορία χιλίων ετών δηλαδή. Τα αρχαία έργα που έχουν σωθεί μέχρι σήμερα αντιστοιχούν σε ποσοστό ένα προς δέκα χιλιάδες (1/10.000). Εκτός ελαχίστων δεν έμεινε τίποτα.

Σήμερα πολλοί απολογητές καλυπτόμενοι πίσω από την ανωνυμία γράφουν ό,τι θέλουν και όπως το θέλουν και σε ότι θέλουν, χωρίς να παραθέτουν τις επιστημονικές έρευνες και κριτικές πάνω στο θέμα, τις οποίες το κοινό δεν γνωρίζει. Όταν δε κάποιος τους καταμαρτυρήσει, τότε χρησιμοποιούν κάθε λασπολογία και κακοήθεια εναντίον του, αφού η ανωνυμία τους προστατεύει ικανοποιητικά. Στην δε επιχειρηματολογία τους η ψευδεπιγραφία διαφόρων κειμένων τους έρχεται πάρα πολύ βολική. Βεβαίως από τα πρώτα χρόνια του Χριστιανισμού, έχουμε το συχνότατο φαινόμενο ανωνύμων, ψευδεπιγράφων (ή ψευδωνύμων), αποκρύφων, κ.λπ., έργων. Μπορούμε να πούμε ότι αυτές οι λέξεις αποτελούν ίδιον γνώρισμα του Εβραιοχριστιανισμού, αν δεν είναι συνώνυμες με τον Χριστιανισμό...

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Ὑπὲρ τοῦ ἀδυνάτου (21-27)

[21] Ἀλλὰ γὰρ οὐκ οἶδ᾽ ὅ τι δεῖ λίαν με ἀκριβῶς ἀπολογούμενον πρὸς ἓν ἕκαστον ὑμῖν τῶν εἰρημένων ἐνοχλεῖν πλείω χρόνον. εἰ γὰρ ὑπὲρ τῶν μεγίστων εἴρηκα, τί δεῖ περὶ τῶν φαύλων ὁμοίως τούτῳ σπουδάζειν; ἐγὼ δ᾽ ὑμῶν, ὦ βουλή, δέομαι πάντων τὴν αὐτὴν ἔχειν περὶ ἐμοῦ διάνοιαν, ἥνπερ καὶ πρότερον.

[22] μὴ οὗ μόνου μεταλαβεῖν ἔδωκεν ἡ τύχη μοι τῶν ἐν τῇ πατρίδι, τούτου διὰ τουτονὶ ἀποστερήσητέ με· μηδ᾽ ἃ πάλαι κοινῇ πάντες ἔδοτέ μοι, νῦν οὗτος εἷς ὢν πείσῃ πάλιν ὑμᾶς ἀφελέσθαι. ἐπειδὴ γάρ, ὦ βουλή, τῶν μεγίστων [ἀρχῶν] ὁ δαίμων ἀπεστέρησεν ἡμᾶς, ἡ πόλις ἡμῖν ἐψηφίσατο τοῦτο τὸ ἀργύριον, ἡγουμένη κοινὰς εἶναι τὰς τύχας τοῖς ἅπασι καὶ τῶν κακῶν καὶ τῶν ἀγαθῶν.

[23] πῶς οὖν οὐκ ἂν δειλαιότατος εἴην, εἰ τῶν μὲν καλλίστων καὶ μεγίστων διὰ τὴν συμφορὰν ἀπεστερημένος εἴην, ἃ δ᾽ ἡ πόλις ἔδωκε προνοηθεῖσα τῶν οὕτως διακειμένων, διὰ τὸν κατήγορον ἀφαιρεθείην; μηδαμῶς, ὦ βουλή, ταύτῃ θῆσθε τὴν ψῆφον. διὰ τί γὰρ ἂν καὶ τύχοιμι τοιούτων ὑμῶν;

[24] πότερον ὅτι δι᾽ ἐμέ τις εἰς ἀγῶνα πώποτε καταστὰς ἀπώλεσε τὴν οὐσίαν; ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν εἷς ἀποδείξειεν. ἀλλ᾽ ὅτι πολυπράγμων εἰμὶ καὶ θρασὺς καὶ φιλαπεχθήμων; ἀλλ᾽ οὐ τοιαύταις ἀφορμαῖς τοῦ βίου πρὸς τὰ τοιαῦτα τυγχάνω χρώμενος.

[25] ἀλλ᾽ ὅτι λίαν ὑβριστὴς καὶ βίαιος; ἀλλ᾽ οὐδ᾽ ἂν αὐτὸς φήσειεν, εἰ μὴ βούλοιτο καὶ τοῦτο ψεύδεσθαι τοῖς ἄλλοις ὁμοίως. ἀλλ᾽ ὅτι ἐπὶ τῶν τριάκοντα γενόμενος ἐν δυνάμει κακῶς ἐποίησα πολλοὺς τῶν πολιτῶν; ἀλλὰ μετὰ τοῦ ὑμετέρου πλήθους ἔφυγον εἰς Χαλκίδα [τὴν ἐπ᾽ Εὐρίπῳ], καὶ ἐξόν μοι μετ᾽ ἐκείνων ἀδεῶς πολιτεύεσθαι, μεθ᾽ ὑμῶν εἱλόμην κινδυνεύειν ἁπάντων.

[26] μὴ τοίνυν, ὦ βουλή, μηδὲν ἡμαρτηκὼς ὁμοίως ὑμῶν τύχοιμι τοῖς πολλὰ ἠδικηκόσιν, ἀλλὰ τὴν αὐτὴν ψῆφον θέσθε περὶ ἐμοῦ ταῖς ἄλλαις βουλαῖς, ἀναμνησθέντες ὅτι οὔτε χρήματα διαχειρίσας τῆς πόλεως δίδωμι λόγον αὐτῶν, οὔτε ἀρχὴν ἄρξας οὐδεμίαν εὐθύνας ὑπέχω νῦν αὐτῆς, ἀλλὰ περὶ ὀβολοῦ μόνον ποιοῦμαι τοὺς λόγους.

[27] καὶ οὕτως ὑμεῖς μὲν τὰ δίκαια γνώσεσθε πάντες, ἐγὼ δὲ τοιούτων ὑμῶν τυχὼν ἕξω τὴν χάριν, οὗτος δὲ τοῦ λοιποῦ μαθήσεται μὴ τοῖς ἀσθενεστέροις ἐπιβουλεύειν ἀλλὰ τῶν ὁμοίων αὐτῷ περιγίγνεσθαι.

***
[21] Ωστόσο δεν βλέπω για ποιό λόγο πρέπει να αντικρούω με άκρα λεπτομέρεια σημείο προς σημείο αυτά που έχουν λεχθεί και να σας ενοχλώ περισσότερη ώρα. Γιατί αν έχω μιλήσει ήδη για τα πιο σημαντικά, ποιός ο λόγος να κατατριβώ όπως αυτός με τα επουσιώδη; Εγώ, μέλη της βουλής, απευθύνω έκκληση σε όλους εσάς να έχετε για μένα την ίδια γνώμη που είχατε και στο παρελθόν.

[22] Μη σταθεί αυτός αιτία να μου στερήσετε το μόνο από τα καλά της πατρίδας μου, στο οποίο μου επέτρεψε η τύχη να έχω συμμετοχή. Και εκείνα που άλλοτε ομοφώνως μου δώσατε όλοι, μη σας πείσει τώρα, ένας αυτός, να μου τα πάρετε πίσω. Επειδή, μέλη της βουλής, η μοίρα μας στέρησε τα μεγάλα, η πόλη αποφάσισε να μας χορηγεί αυτό το επίδομα, κρίνοντας ότι η δυστυχία και η ευτυχία είναι κοινή για όλους.

[23] Θα είμαι λοιπόν ή όχι τρισδυστυχισμένος, αν από τη μια έχω στερηθεί λόγω της συμφοράς τα πιο ωραία και τα πιο σημαντικά, και από την άλλη, εξαιτίας του κατήγορου, μου στερήσετε αυτά που η πόλη έδωσε, λαμβάνοντας πρόνοια για όσους βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση; Σε καμιά περίπτωση, μέλη της βουλής, μην ψηφίσετε έτσι. Για ποιό λόγο άλλωστε να με αντιμετωπίσετε με αυτό τον τρόπο;

[24] Μήπως γιατί εξαιτίας μου στο παρελθόν οδηγήθηκε κάποιος σε δίκη και έχασε την περιουσία του; Κανείς δεν θα μπορούσε να αποδείξει κάτι τέτοιο. Ή γιατί είμαι πολυπράγμων και θρασύς και εριστικός; Οι προϋποθέσεις της ζωής μου δεν είναι ανάλογες.

[25] Ή γιατί είμαι άκρως προκλητικός και βάναυσος; Κάτι τέτοιο δεν θα το ισχυριζόταν ούτε ο ίδιος, εάν δεν ήθελε να πει και σ᾽ αυτό ψέματα όπως και στα άλλα. Ή γιατί την εποχή των Τριάκοντα απέκτησα δύναμη και έβλαψα πολλούς πολίτες; Βρέθηκα εξόριστος στη Χαλκίδα με τους δημοκρατικούς πολίτες, και παρόλο που μπορούσα να ζω άφοβα στην πόλη με εκείνους, προτίμησα να κινδυνεύσω μαζί με όλους εσάς.

[26] Μη λοιπόν, μέλη της βουλής, ενώ δεν έχω κάνει απολύτως τίποτα, με αντιμετωπίσετε όπως αυτούς που έχουν διαπράξει πολλά αδικήματα, αλλά ψηφίστε για μένα όπως οι προηγούμενες βουλές. Θυμηθείτε ότι ούτε χρήματα διαχειρίστηκα και προβαίνω σε απολογισμό για τη διάθεσή τους, ούτε ανέλαβα κάποιο αξίωμα και τώρα λογοδοτώ γι᾽ αυτό, μιλάω μόνο για έναν οβολό.

[27] Και έτσι όλοι εσείς θα λάβετε δίκαιη απόφαση, εγώ, αν έχω αυτή την αντιμετώπιση, θα σας είμαι ευγνώμων, και αυτός θα μάθει στο εξής να μην στρέφεται εναντίον ανθρώπων που δεν έχουν τη δύναμη που έχει ο ίδιος, αλλά να προσπαθεί να υπερισχύει των ομοίων του.