Παρασκευή 6 Μαΐου 2016

Οστρακισμός – Η πρώιμη ασπίδα της Δημοκρατίας

Ostracism - Ostraca_Stoà_of_Attalus_Museum_by_Giovanni_Dall'OrtoΌταν ο Κλεισθένης καθιέρωσε το δημοκρατικό πολίτευμα στην Αθήνα, η ανάμνηση της τυραννίας του Πεισιστράτου και των γιων του ήταν ακόμα νωπή. Ο φόβος πως το νεοσύστατο πολίτευμα της ελευθερίας θα μπορούσε να ανατραπεί ανά πάσα στιγμή, ήταν το ισχυρότερο και βαθύτερο κίνητρο για την καθιέρωση τους θεσμού της εξορίας. Ο Αριστοτέλης μας λέει ότι μέσω της διαδικασίας του οστρακισμού οι Αθηναίοι απομάκρυναν από την πόλη τους οποιονδήποτε είχε αποκτήσει μεγαλύτερη επιρροή απ’ όση πρέπει είτε λόγω πλούτου είτε λόγω γνωριμιών. Όταν οι Αθηναίοι εξοστράκιζαν κάποιον, δεν τον τιμωρούσαν για κάποιο έγκλημα. Άλλωστε τα εγκλήματα δικάζονταν στα δικαστήρια. Ήταν μία προληπτική ενέργεια για τον περιορισμό του κινδύνου της τυραννίας.
 
Η διαδικασία γινόταν κάθε χρόνο, στις αρχές της άνοιξης στην εκκλησίας του Δήμου, υπό την προϋπόθεση πως είχαν σε προηγούμενη συνέλευση αποφασίσει πως ήθελαν να γίνει οστρακισμός. Οι πολίτες έγραφαν σε ένα όστρακο (κομμάτι κεραμικού) το όνομα εκείνου που ήθελαν να διώξουν από την πόλη και τα έριχναν μέσα σε υδρίες. Αν το όνομα κάποιου βρισκόταν γραμμένο σε περισσότερα από 6000 όστρακα, τότε ο πολίτης αυτός έπρεπε να εγκαταλείψει την πόλη μέσα σε δέκα μέρες. Ο Πλούταρχος, και μόνο αυτός, ισχυρίζεται πως όλα τα όστρακα έπρεπε να είναι 6000 και όποιος συγκέντρωνε τα πιο πολλά εξοριζόταν. Πιθανότερη όμως είναι η πρώτη εκδοχή.
 
Ο «εκκηρυχθείς» μπορούσε να επιστρέψει μετά από δέκα χρόνια και να συνεχίσει τη ζωή του στην πόλη, αφού η περιουσία του παρέμενε άθικτη. Πολύ συχνά, όμως, η Αθηναίοι ανακαλούσαν από την εξορία σπουδαίες προσωπικότητες όταν χρειάζονταν τις υπηρεσίες τους. Με την πάροδο των ετών, ο εξοστρακισμός χρησιμοποιήθηκε ως εργαλείο από την παράταξη που είχε την εξουσία. Ήταν ένας εύσχημος και καθ’ όλα νόμιμος τρόπος να απομακρύνουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους.
 
Ο θεσμός δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, καθώς ο φόβος της τυραννίας είχε παρέλθει. Ο κίνδυνος τώρα δεν προερχόταν από ένα άτομο, αλλά από τους ολιγαρχικούς, μία ολόκληρη παράταξη. Ο θεσμός τυπικά υπήρχε, αλλά οι Αθηναίοι δεν αποφάσιζαν πια να τον εφαρμόσουν. Αντ’ αυτού καθιέρωσαν τη «Γραφή Παρανόμων». Μπορούσε δηλαδή ένας πολίτης να μηνύσει κάποιον, επειδή εισηγήθηκε έναν νόμο που έρχεται σε σύγκρουση με κάποιον προηγούμενο. Ο τελευταίος που εξορίστηκε (απ’ όσο γνωρίζουμε) ήταν ο δημαγωγός Υπέρβολος, ο διάδοχος του Κλέωνα στη φιλοπολεμική παράταξη το 417 π.Κ.Χ.

Τρεις ενδιαφέρουσες περιπτώσεις οστρακισμού

Ο Αριστείδης ο δίκαιος, που παραήταν μετριοπαθής
Ostracism - Aristedes - Ostraca_Stoà_of_Attalus_Museum_by_Giovanni_Dall'OrtoΟι Αθηναίοι τον λάτρεψαν για τον ακέραιο χαρακτήρα του και του έδωσαν το παρατσούκλι «δίκαιος». Ήταν ο συντηρητικός ηγέτης της παράταξης των αγροτών, οι οποίοι υπηρετούσαν ως οπλίτες στον στρατό, και είχε ως αντίπαλο τον σπουδαίο Θεμιστοκλή, ηγέτη της παράταξης που υποστήριζαν οι φτωχοί θήτες, οι οποίοι υπηρετούσαν στο ναυτικό. Το πολιτικό όραμα του Αριστείδη ήταν η ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας και η επίτευξη διαρκούς ειρήνης με τη Σπάρτη.

Οι Αθηναίοι πείστηκαν να εξορίσουν τον αξιαγάπητο στρατηγό, επειδή πείστηκαν πως για το συμφέρον της πόλης τους όφειλαν να υποστηρίξουν το πρόγραμμα του Θεμιστοκλή, δηλαδή την ενίσχυση της ναυτικής δύναμης. Ο Αριστείδης, με τις συντηρητικές του ιδέες αντιτασσόταν έντονα σε αυτό το πρόγραμμα και οι Αθηναίοι τον εξορίζουν το 483 π.Κ.Χ. Μετοικεί στην Αίγινα, όπου έμεινε μόνο 3 χρόνια. Ο Θεμιστοκλής τον καλεί πίσω λίγο αργότερα, και οι δυο άνδρες συνεργάζονται στη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Το 479 π. Χ ο Αριστείδης εκλέγεται και πάλι στρατηγός και ηγείται στη μάχη των Πλαταιών.
 
Τα χρόνια που ακολούθησαν, ο Αριστείδης ασχολήθηκε με τα οικονομικά της Αθηναϊκής Συμμαχίας, ταξιδεύοντας συχνά στις συμμαχικές πόλεις. Όταν πέθανε, ετάφη με όλες τις τιμές στο Φάληρο, ο γιος του Λυσίμαχος έλαβε αποζημίωση από το δημόσιο και οι κόρες του προικίστηκαν από την πολιτεία, εφόσον ο ίδιος δεν είχε αφήσει καθόλου δική του περιουσία.
Ο Θεμιστοκλής, που παραήταν φιλόδοξος
AGMA_Ostrakon_ThemistoclesΔέκα χρόνια αργότερα, έρχεται και η σειρά του σπουδαίου Θεμιστοκλή, να δει το όνομά του στα όστρακα. Αυτή τη φορά οι Αθηναίοι πείσθηκαν από τον Κίμωνα, ο οποίος ασκούσε πολιτική συμφιλίωσης με τη Σπάρτη.
 
Η βαθύτερη αιτία της εκδίωξης του Θεμιστοκλή βρίσκεται στο μίσος που έτρεφαν γι’ αυτόν οι Σπαρτιάτες, από την εποχή που εξαπατώντας τους προέβη παρά τις αντιρρήσεις τους στην ανέγερση των Τειχών. Τώρα, λοιπόν, που ο Κίμων, ο φίλος των Λακεδαιμονίων, ήταν στα πράγματα, η ενδυνάμωση του Θεμιστοκλή θα έθετε σε κίνδυνο τις ομαλές, αλλά πάντα εύθραυστες, σχέσεις των δύο ισχυρών πόλεων. Αυτό με τη σειρά του θα έκανε αδύνατη την απελευθέρωση των ελληνικών πόλεων της Μ. Ασίας από τον περσικό ζυγό. Ο Κίμων έπεισε τους Αθηναίους για την ορθότητα του πολιτικού του προγράμματος και το 473 π.Κ.Χ ο Θεμιστοκλής εξορίστηκε. Στην απόφαση των Αθηναίων βοήθησε η φήμη πως ο Θεμιστοκλής, σε συνεργασία με τον Παυσανία, είχε έρθει σε μυστικές συνεννοήσεις με τους Πέρσες, προκειμένου να ολοκληρώσει το σχέδιό του για την απόλυτη κυριαρχία της Αθήνας. Λαμβάνοντας υπόψιν τους τον απρόβλεπτο και φιλόδοξο χαρακτήρα του Θεμιστοκλή, οι Αθηναίοι φοβήθηκαν πως, αν δεν τον σταματούσαν, δεν θα ήταν πια δυνατό να τον ελέγχουν. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν η φήμη εναντίον του Θεμιστοκλή, την οποία είχαν διαδώσει οι Σπαρτιάτες, είχε κάποια υπόσταση.
 
Ο Θεμιστοκλής εγκαταστάθηκε στο Άργος, από όπου θα αναγκαστεί να φύγει αργότερα αντιμετωπίζοντας την εχθρότητα των Σπαρτιατών. Θα καταλήξει στην αυλή του νέου Πέρση βασιλιά, του Αρταξέρξη, ο οποίος θα του παραχωρήσει τα εισοδήματα από τρεις περιοχές της Μ. Ασίας.
 
Ο Θουκυδίδης αναφέρει πως πέθανε από ασθένεια, αλλά μια άλλη εκδοχή λέει πως ήπιε δηλητήριο όταν ο βασιλιάς του ζήτησε να τον βοηθήσει να καταπνίξει την επανάσταση των Αιγυπτίων, επειδή αυτό θα ήταν εις βάρος της Αθήνας.
Ο Κίμων, που παραήταν φιλοσπαρτιάτης
Ostracism - Cimon - Ostraca_Stoà_of_Attalus_Museum_by_Giovanni_Dall'OrtoΑλλά ούτε και ο Κίμων γλίτωσε από την κατάρα του όστρακου. Μία δεκαετία αργότερα, η Σπάρτη ζητά βοήθεια από την Αθήνα για να αντιμετωπίσει μία εξέγερση των ειλώτων. Οι Αθηναίοι αποφασίζουν να στείλουν 4000 οπλίτες με επικεφαλής τον Κίμωνα. Όμως, «όταν φάνηκε πως η Ιθώμη (εκεί είχαν καταφύγει οι είλωτες) δεν θα έπεφτε με έφοδο, οι Σπαρτιάτες φοβήθηκαν μήπως, αν μείνουν εκεί πολύ καιρό οι Αθηναίοι, οι οποίοι ήταν τολμηροί και προοδευτικοί, παρασυρθούν από τους πολιορκημένους της Ιθώμης και επιχειρήσουν κανένα πραξικόπημα. Γι’ αυτό τους απομάκρυναν, μόνους αυτούς από όλους τους συμμάχους.» Η προσβολή ήταν πολύ μεγάλη για τους περήφανους Αθηναίους, οι οποίοι μόλις έμαθαν για τη συμπεριφορά των Σπαρτιατών, στράφηκαν προς την αντιπολίτευση και εναντίον του Κίμωνα, που πλήρωνε τώρα ακριβά τη φιλία του προς τους Λακεδαιμόνιους. Η απογοήτευση και η οργή που ένιωθαν οι Αθηναίοι, ακόμα και οι υποστηρικτές του Κίμωνα, ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αγάπη τους για αυτόν. Το 461 π.Κ.Χ ο Κίμων εξοστρακίζεται, και ανοίγει ο δρόμος για την λαμπρή σταδιοδρομία του ηγέτη της αντίπαλης παράταξης, του σπουδαίου Περικλή.
 
Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο Κίμων, μολονότι είναι ακόμα εξόριστος, θα πολεμήσει μαζί με τους οπαδούς του στο πλευρό των υπόλοιπων Αθηναίων που προσπαθούν να αποκρούσουν μία αιφνιδιαστική επίθεση των Σπαρτιατών στην Τανάγρα. Οι φίλοι του θα σκοτωθούν όλοι πολεμώντας, ο αθηναϊκός στρατός υφίσταται πανωλεθρία, αλλά και οι Σπαρτιάτες έχουν υποστεί τέτοια ζημιά που αναγκάζονται να επιστρέψουν στην πόλη τους.
 
Αυτή η χρονιά (457) η Αθήνα καθιερώνεται ως κυρίαρχη ναυτική δύναμη, η Αθηναϊκή Ηγεμονία σταθεροποιείται και η άμυνα της πόλης είναι πανίσχυρη. Ο Κίμων εγκαταλείπει και πάλι την Αθήνα, για να επιστρέψει το 451 που λήγει οριστικά η περίοδος της εξορίας του. Σκοτώθηκε ή πέθανε από ασθένεια τον επόμενο χρόνο (450) στην Κύπρο, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Κιτίου (σημερινή Λάρνακα), που ήταν ναυτική βάση των Περσών.

Η φήμη των τριών αυτών σπουδαίων πολιτικών δεν σπιλώθηκε επειδή εξοστρακίστηκαν. Ο οστρακισμός δεν θεωρείτο ατιμωτικός, όπως η «φυγή», που ήταν ποινή οριστικής εκδίωξης κι επιβαλλόταν μετά από δίκη. Ήταν ένας θεσμός που επέτρεπε στους πολίτες να απομακρύνουν εκείνον που σε μία κρίσιμη στιγμή εμπόδιζε λόγω της ισχύος του ένα πρόγραμμα που εκείνοι θεωρούσαν επιβεβλημένο. Κι όταν συνέβαινε να αποδειχθεί λανθασμένη η απόφασή τους, με μεγάλη ευκολία ανακαλούσαν τον εξόριστο. Μπορεί οι παρατάξεις να χρησιμοποίησαν τον οστρακισμό ως εργαλείο εξόντωσης των αντιπάλων τους, αλλά και πάλι, δεν μπορούσαν να το χρησιμοποιήσουν μόνοι τους. Έπρεπε να πείσουν 6000 πολίτες!
 
Ο Πλούταρχος, εξετάζοντας τον μοναδικό θεσμό του οστρακισμού από απόσταση τεσσάρων αιώνων, μας δίνει και μία ψυχολογική ερμηνεία: Ο οστρακισμός ήταν «Φθόνου παραμυθία φιλάνθρωπος». Ήταν ένας τρόπος να θεραπεύεται ο φθόνος που θα μπορούσε εύκολα να οδηγήσει σε δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων, όπως τόσο συχνά συνέβαινε σε άλλα πολιτεύματα. Στους δύο σχεδόν αιώνες της αθηναϊκής δημοκρατίας έχουμε μία μόνο δολοφονία πολιτικού ανδρός, του Εφιάλτη της παράταξης του Περικλή. Αλλά και γι’ αυτήν δεν γνωρίζουμε αν διαπράχθηκε από πολιτικό αντίπαλο ή οφειλόταν σε προσωπικές διαφορές.
 ---------
πηγές:
Θουκυδίδου, Ιστορία
Πλουτάρχου, Βίοι Παράλληλοι, Περικλής
Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία

Το Δίκαιο στην αρχαϊκή Ελλάδα

Η συνείδηση από όλους τους Έλληνες της κοινής καταγωγής, εθίμων και γλώσσας ενισχύθηκε στην Αρχαϊκή περίοδο. Παράλληλα, ωστόσο, καλλιεργήθηκε και ένα αίσθημα ιδιαίτερης «τοπικής» υπερηφάνειας, που σχετιζόταν με την ανάπτυξη των πόλεων-κρατών. Στην Αθήνα οι κοινωνικές δομές προσδιορίζονται σαφέστερα μεταξύ του 8ου και του 6ου αιώνα π.X.

Ο δήμος, μια μορφή κοινωνικής συγκρότησης γνωστή από παλαιότερες εποχές, είναι ο τελευταίος που αποκτά θεσμοθετημένη υπόσταση στα τέλη του 6ου αιώνα π.X. Στη διάρκεια του ίδιου αιώνα γίνεται σαφής διαχωρισμός των τάξεων, ενώ παράλληλα αυξάνει -σε σχέση με το παρελθόν -η κοινωνική κινητικότητα. Η κωδικοποίηση του δικαίου κατά την Αρχαϊκή περίοδο οφείλεται από τη μια στη χρήση της γραφής και από την άλλη στο όλο και πιεστικότερο αίτημα για ισονομία. Οι παραδόσεις για τους πρώτους νομοθέτες χάνονται στα όρια του θρύλου. Η αθηναϊκή νομοθεσία, ακόμη και μετά την Αρχαϊκή περίοδο, φέρει τη σφραγίδα του Δράκοντα και του Σόλωνα. Στον τελευταίο οφείλεται η συγκρότηση ενός νέου δικαστικού σώματος και ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων ανάμεσα στα διάφορα δικαστήρια. Πολλές από τις ρυθμίσεις του, που αφορούσαν τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό δίκαιο, συνέχισαν να ισχύουν και κατά την Κλασική περίοδο.

 Παραδόσεις και Νομοθέτες
Σήμερα είναι γενικά αποδεκτό ότι στο α’ μισό του 7ου αιώνα π.X. διατυπώθηκε στις Ελληνικές πόλεις η ανάγκη για γραπτούς νόμους. Το έργο αυτό πραγματοποιούσε συνήθως κάποιος άρχοντας της πόλης περιβεβλημένος με ιδιαίτερες εξουσίες. Στην Αθήνα της πρώιμης Αρχαϊκής περιόδου, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, το δίκαιο απένειμαν οι άρχοντες κατά τη βούλησή τους. Ο παλαιότερος θεσμός του βασιλιά είχε πια μετατραπεί σε άρχοντα βασιλέα. Ο τελευταίος από τις αρχικές νομοθετικές και δικαστικές του εξουσίες πλέον ασκούσε μόνον όσες σχετίζονταν με την προάσπιση και την εφαρμογή του ιερού δικαίου. Εξαιτίας αυτού μεριμνούσε και για τα εγκλήματα ασέβειας ή ανθρωποκτονίας, δεδομένου ότι ο φόνος θεωρούνταν πάντα ανοσιούργημα, επέσυρε την οργή των θεών και έφερε άγος στην πόλη. Ένας από τους αρχαιότερους νομοθέτες, για τον οποίο όμως δεν είμαστε βέβαιοι αν υπήρξε πραγματικά ή πρόκειται για μυθικό πρόσωπο, ήταν ο Λυκούργος της Σπάρτης. Η ιδιαιτερότητα της μορφής του συνδέεται με το γεγονός ότι ο ίδιος απαγόρευσε να καταγραφούν οι νόμοι που θέσπισε, αλλά ταυτόχρονα πρόβλεψε και αυστηρή τιμωρία σε όποιον επιχειρούσε να τους αλλάξει. Πράγματι η Σπάρτη δε διέθετε γραπτό δίκαιο, τουλάχιστον ως την Κλασική περίοδο. άλλωστε και η λέξη ρήτρα, όπως αποκαλούνταν ο νόμος στη Σπάρτη, υποδηλώνει τον προφορικό του χαρακτήρα.

Οι αρχαίοι Έλληνες πίστευαν ότι οι παλαιότεροι γραπτοί νόμοι ήταν του Ζάλευκου για τους Επιζεφύριους Λοκρούς και τους χρονολογούσαν συμβατικά γύρω στο 662 π.X. O ίδιος ο Ζάλευκος μάλιστα ισχυριζόταν ότι τους είχε παραλάβει από την Αθηνά. H απόδοση των νόμων σε θεία έμπνευση αποτελούσε κοινό φαινόμενο στους πρώιμους νομοθέτες, δίχως άλλο για να περιβάλουν το έργο τους με τον αναγκαίο σεβασμό και να εξασφαλίσουν την πιστή τήρησή του. Ο Λυκούργος, επίσης, ισχυριζόταν ότι οι νόμοι του προέρχονταν από το μαντείο των Δελφών. Μία ανάλογη παράδοση ήταν διαδεδομένη και στην Κρήτη, όπου η νομοθεσία και η απονομή της δικαιοσύνης σχετίζονταν με τις μυθικές μορφές του Μίνωα και του Ραδάμανθη. Oι νόμοι του Ζάλευκου, όπως και εκείνοι του Δράκοντα στην Αθήνα, θεωρούνταν πολύ σκληροί. Ορισμένοι μάλιστα όπως ο λεγόμενος lex talionis, αναλογούσαν στο γνωστό «οφθαλμόν αντί οφθαλμού». Ωστόσο, οι πηγές διίστανται ως προς την απόδοσή του στο Ζάλευκο. Σύμφωνα με τον Διόδωρο, ο παραπάνω νόμος οφείλεται σε έναν άλλο νομοθέτη του 7ου αιώνα π.X., που επίσης καταγόταν από ελληνική αποικία της Δύσης. Πρόκειται για το Χαρώνδα, νομοθέτη της Κατάνης. Σε αυτόν αποδίδονται νόμοι σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές, την υποχρεωτική συμμετοχή των πολιτών στα δικαστικά όργανα, καθώς και για πρώτη φορά η πρόβλεψη ποινικής δίωξης σε περίπτωση ψευδομαρτυρίας. Η διαδικασία αυτή ονομαζόταν επίσκεψις. Οι περιπτώσεις του Ζάλευκου και του Χαρώνδα αφορούν νομοθεσίες που σχετίζονται με την ίδρυση μίας νέας πόλης. Άλλες παλαιότερες πόλεις ζητούσαν τη βοήθεια ενός νομοθέτη κυρίως όταν αντιμετώπιζαν κοινωνικές εντάσεις. Έτσι ο Πιττακός, γνωστότερος από κατοπινές πηγές ως ένας από τους επτά σοφούς, ορίστηκε αισυμνήτης στη Μυτιλήνη, αξίωμα για το οποίο δεν ξέρουμε πολλά. Στην προκειμένη περίπτωση όμως φαίνεται πως αντιστοιχούσε σε εξουσία τυράννου με διάρκεια δέκα χρόνων.

Συχνά ο νομοθέτης έπρεπε να παίξει το ρόλο του μεσολαβητή ανάμεσα σε συγκρουόμενες κοινωνικές τάξεις και αποκαλούνταν καταρτιστήρ ή διαλλάκτης, όπως για παράδειγμα ο Δημώναξ στην Κυρήνη, ο Αρίσταρχος στην Έφεσο και ο Σόλων στην Αθήνα (Ηρόδοτος, Ιστορίαι 4. 161). Δεν ήταν ωστόσο σπάνιο το φαινόμενο να προτιμάται για νομοθέτης κάποιος ξένος προς την πόλη, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αμεροληψία. Ο Δημώναξ, για παράδειγμα, καταγόταν από τη Μαντίνεια και ο Αρίσταρχος από την Αθήνα. Αντίστοιχα, κάποιος Ανδρομάδας από το Ρήγιο έγραψε νόμους για μία άγνωστη πόλη της Χαλκιδικής και ο Φιλόλαος από την Κόρινθο νομοθέτησε στη Θήβα. Για το έργο άλλων νομοθετών είναι γνωστά μόνον αποσπασματικά στοιχεία: ο Αριστείδης από την Κέα νομοθέτησε σχετικά με την ευκοσμία των γυναικών, ενώ ο Φείδων από την Κόρινθο και ο Φαλέας από τη Χαλκηδόνα σχετικά με τον αριθμό και την έκταση των κτημάτων.

 Δημόσιο Δίκαιο
Στο δημόσιο δίκαιο υπάγονται κυρίως όλες οι ρυθμίσεις σχετικά με τους πολιτειακούς θεσμούς, την κατανομή και την άσκηση της εξουσίας. Οι αρμοδιότητες της Εκκλησίας, η λειτουργία της Βουλής, οι εξουσίες των πρυτάνεων, ο έλεγχος των αρχόντων και των στρατηγών, η σύσταση και η λειτουργία των δικαστηρίων είναι οι σπουδαιότερες από αυτές τις ρυθμίσεις. Ιδιαίτερη σημασία είχαν οι θεσμοί που έλεγχαν τη νομοθετική δραστηριότητα, τα μέτρα προστασίας του νομοθετικού συστήματος και γενικότερα οι δικονομικές ρυθμίσεις. Στην ίδια κατηγορία ανήκαν και θεσμοί όπως ο οστρακισμός και η δοκιμασία. Οι κατηγορίες που με σύγχρονους όρους θα ονομάζαμε εμπράγματο και ενοχικό δίκαιο εξετάζονται σε συνάφεια με το δημόσιο δίκαιο, από το οποίο εν μέρει εξαρτιόνταν. άλλωστε οι παρεμβάσεις της πόλης ήταν συχνές και δυναμικές. Το ενοχικό δίκαιο περιλαμβάνει εκούσιες και ακούσιες σχέσεις. Τέλος, το λεγόμενο σήμερα ποινικό δίκαιο πέρασε στη διάρκεια της Αρχαϊκής περιόδου από την έννοια της προσωπικής ή οικογενειακής αντεκδίκησης στον έλεγχο της πόλης, η οποία καθόρισε κυρώσεις και ποινές καθώς και τον τρόπο επιβολής του.

Ιδιωτικό Δίκαιο
Το αττικό ιδιωτικό δίκαιο στηριζόταν εξ ολοκλήρου στην έννοια του οίκου, ο οποίος αναφέρεται σε έναν απλό και συνάμα εύστοχο ορισμό του ως «ένα σύνολο προσώπων, πραγμάτων και θρησκευτικών συνηθειών». Ο οίκος υπόκειται σε ένα δίκαιο εντελώς ξεχωριστό από εκείνο της πόλης. Ο συνδετικός κρίκος μεταξύ των δύο ήταν ο πολίτης, ο οποίος εκτός από ενεργό μέλος των θεσμών της πόλης ήταν και η κεφαλή του οίκου στον οποίο ανήκε. Η πόλη, ωστόσο, δεν ήταν αδιάφορη για όσα συνέβαιναν στον οίκο. Αντιμετώπιζε τον επικεφαλής της οικογένειας ως κύριο και διαχειριστή της περιουσίας της, η οποία όμως αποτελούσε ταυτόχρονα και το αντικείμενο συγκυριότητας με τα υπόλοιπα μέλη. Γι’ αυτό άλλωστε η πόλη διατηρούσε το δικαίωμα να επεμβαίνει σε περιπτώσεις που το ιδιοκτησιακό καθεστώς διαταρασσόταν, να καθορίζει τις κληρονομικές ρυθμίσεις και να διατηρεί κάποιον έλεγχο στο γάμο και στο διαζύγιο. Στενότερος ήταν ο έλεγχος για την είσοδο με υιοθεσία κάποιου νέου μέλους στον οίκο, αλλά και για τη μεταβίβαση της περιουσίας μέσω διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Ειδικές διατάξεις προέβλεπαν την περίπτωση που ο πολίτης δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις του προς τα μέλη του οίκου του.

Το μέσο με το οποίο εξασφαλιζόταν η δυνατότητα παρέμβασης ήταν η γραφή κακώσεως, μία μήνυση δηλαδή που μπορούσε να καταθέσει οποιοσδήποτε τρίτος εναντίον του οικογενειάρχη για παραβίαση των δικαιωμάτων των οικείων του. Επιπλέον, η γραφή ασεβείας επέτρεπε να μηνυθεί όποιος δε μεριμνούσε για την τιμωρία φόνου που είχε συμβεί στην οικογένειά του. Καθοριστικής σημασίας για την κατανόηση των ρυθμίσεων του οικογενειακού δικαίου ήταν ο όρος αγχιστεία. Η αγχιστεία περιελάμβανε όλες τις σχέσεις που δημιουργούνταν στα όρια της νόμιμης οικογένειας και προσδιόριζε τη συγγένεια και τους βαθμούς της, πράγμα εξαιρετικά σημαντικό σε πολλές περιπτώσεις όπως είναι η κληρονομιά, η διεκδίκηση επικλήρου και η δίκη φόνου. Περιελάμβανε μέχρι και τα παιδιά των πρώτων εξαδέλφων, δηλαδή και τους συγγενείς πέμπτου βαθμού.

Πέμπτη 5 Μαΐου 2016

Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΗ ΕΠΟΧΗ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ, [ΛΟΓΓΙΝΟΣ] - Περὶ ὕψους 2, 7.2-8.1, 10, 12.3-5

Το υψηλό στη λογοτεχνία

Στα χειρόγραφα η πραγματεία Περὶ ὕψους παραδίδεται ως έργο (α) Ανωνύμου, (β) Διονυσίου ή Λογγίνου και (γ) Διονυσίου Λογγίνου. Παλαιότερα εθεωρείτο έργο του Κάσσιου Λογγίνου (3ος αι. μ.Χ.), είναι όμως σχεδόν βέβαιο ότι γράφτηκε κατά τον 1ο αι. μ.Χ. Για λόγους πρακτικούς χρησιμοποιείται και σήμερα συμβατικά το όνομα Λογγίνος. Η πραγματεία έχει τη μορφή επιστολής με αποδέκτη τον Ποστούμιο Τερεντιανό, πιθανώς κάποιον Ρωμαίο φίλο ή μαθητή του συγγραφέα. Αφορμή για τη συγγραφή στάθηκε το ομότιτλο σύγγραμμα του Καικίλιου από την Καλή Ακτή της Σικελίας, ο οποίος -σύμφωνα με τον συγγραφέα του Περὶ ὕψους- πραγματευόταν το θέμα με τρόπο που δεν ικανοποιούσε. Αν και η πραγματεία Περὶ ὕψους δεν σώζεται ολόκληρη (υπολογίζεται ότι έχει εκπέσει κατά τη χειρόγραφη παράδοση του έργου περίπου το 1/3), η δομή της είναι ευδιάκριτη: στην αρχή συζητείται το ερώτημα αν το υψηλό είναι διδακτό ή αποτελεί έμφυτο χάρισμα· ακολούθως αναφέρονται λάθη που μπορεί να διαπράξει κανείς στην προσπάθειά του να επιτύχει το υψηλό και θίγεται το ζήτημα της φύσης του υψηλού· έπεται αναφορά στις πηγές του υψηλού και στις αιτίες για την παρακμή της λογοτεχνίας. Η ίδια η έννοια του ὕψους δεν ορίζεται, καθίσταται ωστόσο σαφές και από τα παραδείγματα που παρατίθενται ότι δεν ταυτίζεται με συγκεκριμένο ύφος, αλλά συνίσταται στην ύπαρξη βαθυστόχαστης σκέψης συνυφασμένης με την "άκρα τελειότητα και κορύφωση της γλωσσικής έκφρασης" που οδηγούν τον αναγνώστη στην έκσταση. Το ὕψος αποτελεί "την ηχώ μιας μεγάλης ψυχής". Με την έννοια αυτή του υψηλού συνάδει και το ύφος του ίδιου του έργου, το οποίο δεν θυμίζει το συστηματικό και ξηρό ύφος παρόμοιων πραγματειών.

Περὶ ὕψους 2, 7.2-8.1, 10, 12.3-5

[2.1] ἡμῖν δ᾽ ἐκεῖνο διαπορητέον ἐν ἀρχῇ, εἰ ἔστιν ὕψους τις ἢ βάθους τέχνη, ἐπεί τινες ὅλως οἴονται διηπατῆσθαι τοὺς τὰ τοιαῦτα ἄγοντας εἰς τεχνικὰ παραγγέλματα. γεννᾶται γάρ, φησί, τὰ μεγαλοφυῆ καὶ οὐ διδακτὰ παραγίνεται, καὶ μία τέχνη πρὸς αὐτὰ τὸ πεφυκέναι· χείρω τε τὰ φυσικὰ ἔργα, ὡς οἴονται, καὶ τῷ παντὶ δειλότερα καθίσταται ταῖς τεχνολογίαις κατασκελετευόμενα. [2.2] ἐγὼ δὲ ἐλεγχθήσεσθαι τοῦθ᾽ ἑτέρως ἔχον φημί, εἰ ἐπισκέψαιτό τις ὅτι ἡ φύσις, ὥσπερ τὰ πολλὰ ἐν τοῖς παθητικοῖς καὶ διηρμένοις αὐτόνομον, οὕτως οὐκ εἰκαῖόν τι κἀκ παντὸς ἀμέθοδον εἶναι φιλεῖ, καὶ ὅτι αὐτὴ μὲν πρῶτόν τι καὶ ἀρχέτυπον γενέσεως στοιχεῖον ἐπὶ πάντων ὑφέστηκεν, τὰς δὲ ποσότητας καὶ τὸν ἐφ᾽ ἑκάστου καιρὸν ἔτι δὲ τὴν ἀπλανεστάτην ἄσκησίν τε καὶ χρῆσιν ἱκανὴ πορίσαι καὶ συνενεγκεῖν ἡ μέθοδος, καὶ ὡς ἐπικινδυνότερα, αὐτὰ ἐφ᾽ αὑτῶν δίχα ἐπιστήμης, ἀστήρικτα καὶ ἀνερμάτιστα ἐαθέντα τὰ μεγάλα, ἐπὶ μόνῃ τῇ φορᾷ καὶ ἀμαθεῖ τόλμῃ λειπόμενα· δεῖ γὰρ αὐτοῖς ὡς κέντρου πολλάκις οὕτω δὲ καὶ χαλινοῦ. [2.3] (ὅπερ γὰρ ὁ Δημοσθένης ἐπὶ τοῦ κοινοῦ τῶν ἀνθρώπων ἀποφαίνεται βίου, μέγιστον μὲν εἶναι τῶν ἀγαθῶν τὸ εὐτυχεῖν, δεύτερον δὲ καὶ οὐκ ἔλαττον τὸ εὖ βουλεύεσθαι, ὅπερ οἷς ἂν μὴ παρῇ συναναιρεῖ πάντως καὶ θάτερον, τοῦτ᾽ ἂν καὶ ἐπὶ τῶν λόγων εἴποιμεν, ὡς ἡ μὲν φύσις τὴν τῆς εὐτυχίας τάξιν ἐπέχει, ἡ τέχνη δὲ τὴν τῆς εὐβουλίας.) τὸ δὲ κυριώτατον, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ εἶναί τινα τῶν ἐν λόγοις ἐπὶ μόνῃ τῇ φύσει οὐκ ἄλλοθεν ἡμᾶς ἢ παρὰ τῆς τέχνης ἐκμαθεῖν δεῖ.
[7.2] φύσει γάρ πως ὑπὸ τἀληθοῦς ὕψους ἐπαίρεταί τε ἡμῶν ἡ ψυχὴ καὶ γαῦρόν τι ἀνάστημα λαμβάνουσα πληροῦται χαρᾶς καὶ μεγαλαυχίας, ὡς αὐτὴ γεννήσασα ὅπερ ἤκουσεν. [7.3] ὅταν οὖν ὑπ᾽ ἀνδρὸς ἔμφρονος καὶ ἐμπείρου λόγων πολλάκις ἀκουόμενόν τι πρὸς μεγαλοφροσύνην τὴν ψυχὴν μὴ συνδιατιθῇ μηδ᾽ ἐγκαταλείπῃ τῇ διανοίᾳ πλεῖον τοῦ λεγομένου τὸ ἀναθεωρούμενον, πίπτῃ δέ, ἂν αὐτὸ συνεχὲς ἐπισκοπῇς, εἰς ἀπαύξησιν, οὐκ ἂν ἔτ᾽ ἀληθὲς ὕψος εἴη μέχρι μόνης τῆς ἀκοῆς σῳζόμενον. τοῦτο γὰρ τῷ ὄντι μέγα, οὗ πολλὴ μὲν ἡ ἀναθεώρησις, δύσκολος δὲ μᾶλλον δ᾽ ἀδύνατος ἡ κατεξανάστασις, ἰσχυρὰ δὲ ἡ μνήμη καὶ δυσεξάλειπτος. [7.4] ὅλως δὲ καλὰ νόμιζε ὕψη καὶ ἀληθινὰ τὰ διὰ παντὸς ἀρέσκοντα καὶ πᾶσιν. ὅταν γὰρ τοῖς ἀπὸ διαφόρων ἐπιτηδευμάτων βίων ζήλων ἡλικιῶν λόγων ἕν τι καὶ ταὐτὸν ἅμα περὶ τῶν αὐτῶν ἅπασι δοκῇ, τόθ᾽ ἡ ἐξ ἀσυμφώνων ὡς κρίσις καὶ συγκατάθεσις τὴν ἐπὶ τῷ θαυμαζομένῳ πίστιν ἰσχυρὰν λαμβάνει καὶ ἀναμφίλεκτον. [8.1] ἐπεὶ δὲ πέντε, ὡς ἂν εἴποι τις, πηγαί τινές εἰσιν αἱ τῆς ὑψηγορίας γονιμώταται, προϋποκειμένης ὥσπερ ἐδάφους τινὸς κοινοῦ ταῖς πέντε ταύταις ἰδέαις τῆς ἐν τῷ λέγειν δυνάμεως, ἧς ὅλως χωρὶς οὐδέν, πρῶτον μὲν καὶ κράτιστον τὸ περὶ τὰς νοήσεις ἁδρεπήβολον, ὡς κἀν τοῖς περὶ Ξενοφῶντος ὡρισάμεθα· δεύτερον δὲ τὸ σφοδρὸν καὶ ἐνθουσιαστικὸν πάθος· ἀλλ᾽ αἱ μὲν δύο αὗται τοῦ ὕψους κατὰ τὸ πλέον αὐθιγενεῖς συστάσεις, αἱ λοιπαὶ δ᾽ ἤδη καὶ διὰ τέχνης, ἥ τε ποιὰ τῶν σχημάτων πλάσις (δισσὰ δέ που ταῦτα, τὰ μὲν νοήσεως, θάτερα δὲ λέξεως), ἐπὶ δὲ τούτοις ἡ γενναία φράσις, ἧς μέρη πάλιν ὀνομάτων τε ἐκλογὴ καὶ ἡ τροπικὴ καὶ πεποιημένη λέξις· πέμπτη δὲ μεγέθους αἰτία καὶ συγκλείουσα τὰ πρὸ αὑτῆς ἅπαντα, ἡ ἐν ἀξιώματι καὶ διάρσει σύνθεσις.
[10.1] φέρε νῦν, εἴ τι καὶ ἕτερον ἔχοιμεν ὑψηλοὺς ποιεῖν τοὺς λόγους δυνάμενον, ἐπισκεψώμεθα. οὐκοῦν ἐπειδὴ πᾶσι τοῖς πράγμασι φύσει συνεδρεύει τινὰ μόρια ταῖς ὕλαις συνυπάρχοντα, ἐξ ἀνάγκης γένοιτ᾽ ἂν ἡμῖν ὕψους αἴτιον τὸ τῶν ἐμφερομένων ἐκλέγειν ἀεὶ τὰ καιριώτατα καὶ ταῦτα τῇ πρὸς ἄλληλα ἐπισυνθέσει καθάπερ ἕν τι σῶμα ποιεῖν δύνασθαι· ὃ μὲν γὰρ τῇ ἐκλογῇ τὸν ἀκροατὴν τῶν λημμάτων, ὃ δὲ τῇ πυκνώσει τῶν ἐκλελεγμένων προσάγεται. οἷον ἡ Σαπφὼ τὰ συμβαίνοντα ταῖς ἐρωτικαῖς μανίαις παθήματα ἐκ τῶν παρεπομένων καὶ ἐκ τῆς ἀληθείας αὐτῆς ἑκάστοτε λαμβάνει. ποῦ δὲ τὴν ἀρετὴν ἀποδείκνυται; ὅτι τὰ ἄκρα αὐτῶν καὶ ὑπερτεταμένα δεινὴ καὶ ἐκλέξαι καὶ εἰς ἄλληλα συνδῆσαι· [10.2] φαίνεταί μοι κῆνος ἴσος θέοισιν
ἔμμεν᾽ ὤνηρ, ὄττις ἐνάντιός τοι
ἰσδάνει καὶ πλάσιον ἆδυ φωνεί-
σας ὐπακούει
καὶ γελαίσας ἰμέροεν, τό μ᾽ ἦ μὰν
καρδίαν ἐν στήθεσιν ἐπτόαισεν.
ὠς γὰρ ἔς σ᾽ ἴδω βρόχε᾽, ὤς με φωνὰς
οὐδὲν ἔτ᾽ εἴκει·
ἀλλὰ κὰμ μὲν γλῶσσα ἔαγε· λέπτον δ᾽
αὔτικα χρῷ πῦρ ὐπαδεδρόμακεν·
ὀππάτεσσι δ᾽ οὐδὲν ὄρημμ᾽, ἐπιρρόμ-
βεισι δ᾽ ἄκουαι·
†εκαδε μ᾽ ἴδρως ψυχρὸς† κακχέεται, τρόμος δὲ
παῖσαν ἄγρει, χλωροτέρα δὲ ποίας
ἔμμι· τεθνάκην δ᾽ ὀλίγου ᾽πιδεύης
φαίνομ᾽ ‹ἔμ᾽ αὔτᾳ·›
ἀλλὰ πὰν τόλματον, †ἐπεὶ καὶ πένητα† [10.3] οὐ θαυμάζεις ὡς ὑπ‹ὸ τὸ› αὐτὸ τὴν ψυχὴν τὸ σῶμα, τὰς ἀκοὰς τὴν γλῶσσαν, τὰς ὄψεις τὴν χρόαν, πάνθ᾽ ὡς ἀλλότρια διοιχόμενα ἐπιζητεῖ, καὶ καθ᾽ ὑπεναντιώσεις ἅμα ψύχεται καίεται, ἀλογιστεῖ φρονεῖ, {ἢ γὰρ} ‹θαρρεῖ› φοβεῖται †ἢ παρ᾽ ὀλίγον τέθνηκεν ἵνα μὴ ἕν τι περὶ αὐτὴν πάθος φαίνηται, παθῶν δὲ σύνοδος; πάντα μὲν τοιαῦτα γίνεται περὶ τοὺς ἐρῶντας, ἡ λῆψις δ᾽ ὡς ἔφην τῶν ἄκρων καὶ ἡ εἰς ταὐτὸ συναίρεσις ἀπειργάσατο τὴν ἐξοχήν.
[12.3] ὅθεν, οἶμαι, κατὰ λόγον ὁ μὲν ῥήτωρ ἅτε παθητικώτερος πολὺ τὸ διάπυρον ἔχει καὶ θυμικῶς ἐκφλεγόμενον, ὁ δέ, καθεστὼς ἐν ὄγκῳ καὶ μεγαλοπρεπεῖ σεμνότητι, οὐκ ἔψυκται μέν, ἀλλ᾽ οὐχ οὕτως ἐπέστραπται. [12.4] οὐ κατ᾽ ἄλλα δέ τινα ἢ ταῦτα, ἐμοὶ δοκεῖ, φίλτατε Τερεντιανέ, (λέγω δέ, ‹εἰ› καὶ ἡμῖν ὡς Ἕλλησιν ἐφεῖταί τι γινώσκειν) καὶ ὁ Κικέρων τοῦ Δημοσθένους ἐν τοῖς μεγέθεσι παραλλάττει. ὁ μὲν γὰρ ἐν ὕψει τὸ πλέον ἀποτόμῳ, ὁ δὲ Κικέρων ἐν χύσει, καὶ ὁ μὲν ἡμέτερος διὰ τὸ μετὰ βίας ἕκαστα, ἔτι δὲ τάχους ῥώμης δεινότητος, οἷον καίειν τε ἅμα καὶ διαρπάζειν σκηπτῷ τινι παρεικάζοιτ᾽ ἂν ἢ κεραυνῷ, ὁ δὲ Κικέρων ὡς ἀμφιλαφής τις ἐμπρησμός, οἶμαι, πάντη νέμεται καὶ ἀνειλεῖται, πολὺ ἔχων καὶ ἐπίμονον ἀεὶ τὸ καῖον καὶ διακληρονομούμενον ἄλλοτ᾽ ἀλλοίως ἐν αὐτῷ καὶ κατὰ διαδοχὰς ἀνατρεφόμενον. [12.5] ἀλλὰ ταῦτα μὲν ὑμεῖς ἂν ἄμεινον ἐπικρίνοιτε, καιρὸς δὲ τοῦ Δημοσθενικοῦ μὲν ὕψους καὶ ὑπερτεταμένου ἔν τε ταῖς δεινώσεσι καὶ τοῖς σφοδροῖς πάθεσι καὶ ἔνθα δεῖ τὸν ἀκροατὴν τὸ σύνολον ἐκπλῆξαι, τῆς δὲ χύσεως ὅπου χρὴ καταντλῆσαι· τοπηγορίαις τε γὰρ καὶ ἐπιλόγοις κατὰ τὸ πλέον καὶ παρεκβάσεσι καὶ τοῖς φραστικοῖς ἅπασι καὶ ἐπιδεικτικοῖς, ἱστορίαις τε καὶ φυσιολογίαις, καὶ οὐκ ὀλίγοις ἄλλοις μέρεσιν ἁρμόδιος.

***
[2,1] Το ερώτημα από το οποίο πρέπει να αρχίσουμε είναι: υπάρχει κάποια μέθοδος διδασκαλίας του υψηλού και του βαθυστόχαστου λόγου; Ορισμένοι1 πιστεύουν ότι πλανώνται ολωσδιόλου όσοι ανάγουν πράγματα σαν αυτά σε κανόνες τεχνικής. Οι μεγαλοφυΐες, ισχυρίζονται, γεννιούνται, δεν διαμορφώνονται μέσα από διδασκαλίες. Ο δρόμος είναι ένας και μοναδικός: το φυσικό χάρισμα. Τα έργα της προικισμένης φύσης, έτσι πιστεύουν, [2] υποβιβάζονται και κατεξευτελίζονται όταν αποσκελετώνονται με τις επεξεργασίες που συνιστούν τα τεχνικά εγχειρίδια. Εγώ ωστόσο υποστηρίζω πως τα πράγματα δεν είναι καθόλου έτσι, αν αναλογιστούμε τα εξής: α) όταν εκρήγνυται το πάθος και ανεβαίνει ο τόνος της έκφρασης η φύση κατά κανόνα δεν υπόκειται σε δεσμεύσεις. Αλλά και τότε ακόμα υπακούει σε κάποιο προγραμματισμό, δεν είναι παντελώς ακαθοδήγητη. β) Πράγματι το φυσικό χάρισμα συνιστά το πρωταρχικό και πρότυπο στοιχείο κάθε δημιουργίας. Όμως τις ποιοτικές σχέσεις και την κατάλληλη στιγμή, και ακόμη τη σωστή άσκηση και εφαρμογή, αυτά είναι σε θέση να τα επινοήσει και να τα προσφέρει η μέθοδος. γ) Τα μεγάλα δημιουργικά πνεύματα διατρέχουν σοβαρούς κινδύνους αν αφεθούν μόνα τους χωρίς καλλιέργεια συστηματική, αστήρικτα και ανερμάτιστα, εγκαταλειμμένα στις παρορμήσεις τους και στην τόλμη που γεννά η απειρία. Ναι, όπως χρειάζονται πολλές φορές το βουκέντρι, άλλο τόσο χρειάζονται, και το χαλινάρι. [3] (Αυτό που λέει σε έναν αφορισμό του ο Δημοσθένης γενικά για τη ζωή του ανθρώπου ισχύει και για τη λογοτεχνία: «το μέγιστο από τα αγαθά είναι η καλή τύχη. Το δεύτερο και εξίσου σημαντικό είναι η ευθυκρισία. Η έλλειψη του δευτέρου συνεπάγεται μοιραίως και την απώλεια του πρώτου».2 Στη λογοτεχνία τώρα, το φυσικό χάρισμα αντιστοιχεί με την καλή τύχη, η συμμόρφωση προς τους κανόνες της τέχνης με την ευθυκρισία!). Και το σπουδαιότερο: ορισμένα στυλιστικά επιτεύγματα εξαρτώνται αποκλειστικώς από τη φύση του δημιουργού. Αυτήν ακριβώς τη διαπίστωση μόνο με τη βοήθεια της ανάλυσης του κειμένου μπορούμε να την κάνουμε.
...
[7,2] Το αληθινό ύψος κάνει την ψυχή μας να επαίρεται, και ορθώνοντας αγέρωχα το ανάστημά της γεμίζει χαρά και υπερηφάνεια σαν να είχε η ίδια πια δημιουργήσει αυτό που άκουσε.
[3] Όταν λοιπόν ένας άνθρωπος στοχαστικός, που ξέρει από λογοτεχνία, διαβάσει κάτι πολλές φορές, και αυτό το ανάγνωσμα δεν παρασύρει την ψυχή του σε μια ανώτερη θεώρηση των πραγμάτων ούτε και εγκαταλείπει μες στη διάνοιά του κάτι περισσότερο από τις γυμνές λέξεις για να τον προβληματίσει, αλλά όσο το διερευνάς τόσο χάνει τη σημασία του, τότε πια αυτό δεν έχει ύψος αληθινό, γιατί διαρκεί τόσο μόνο όσο ηχεί μέσα στα αυτιά μας. Το αληθινά υψηλό κεντρίζει συνεχώς τη σκέψη μας, είναι δύσκολο ή μάλλον αδύνατο να του αντισταθείς, και η ανάμνησή του μένει πάντα ζωηρή στο μυαλό μας και δεν ξεθωριάζει. [4] Με μια λέξη, ωραίο και αληθινό ύψος είναι ό,τι αρέσει για πάντα στους πάντες! Όταν άνθρωποι με διαφορετική απασχόληση, με διαφορετικό τρόπο ζωής, με διαφορετικές προτιμήσεις, ηλικίες και γλώσσες έχουν για τα ίδια έργα την ίδια και απαράλλακτη γνώμη, τότε αυτή η ομόφωνη κρίση και επιδοκιμασία κριτών που δεν έχουν τίποτε το κοινό μεταξύ τους γίνονται πίστη σταθερή και αναμφίλεκτη στην αξία των έργων που θαυμάζουμε.
[8,1] Πέντε είναι, θα μπορούσε να πει κανείς, οι πιο παραγωγικές πηγές της υψηγορίας -κοινή τους βάση βέβαια η φυσική ευχέρεια στην έκφραση· χωρίς αυτήν την προϋπόθεση τίποτε δεν μπορείς να επιτύχεις.
α) Πρώτη και σημαντικότερη είναι η ικανότητα να συλλαμβάνεις υψηλά διανοήματα. (Αυτό το θέμα πάντως το έχω διασαφήσει στη μελέτη μου για τον Ξενοφώντα).
β) Δεύτερη, το σφοδρό και εμπνευσμένο πάθος. (Βέβαια οι δύο αυτές πηγές είναι μάλλον φυσικά χαρίσματα· οι υπόλοιπες τρεις εξαρτώνται και από κάτι άλλο: τη μελέτη και την άσκηση).
γ) Ορισμένα σχήματα λόγου. (Τα σχήματα αυτά είναι δύο ειδών: διανοίας και λέξεως).
δ) Η ρωμαλέα φρασεολογία, όπου εντάσσονται η επιλογή των λέξεων, οι μεταφορές και οι νεολογισμοί.
ε) Η πέμπτη αιτία μεγέθους, που κλείνει και τον κατάλογο, είναι η επιβλητική και εξυψωμένη σύνθεση.
...
[10,1] Αςδούμε τώρα αν υπάρχει και κάτι άλλο που να προσδίδει ύψος στο λόγο. Το κάθε θέμα εμπεριέχει ορισμένα στοιχεία που είναι συνυφασμένα με την πρώτη ύλη του. Σε κάθε περίπτωση συνεπώς, αναγκαία προϋπόθεση του ύψους είναι η επιλογή των πιο σημαντικών από τα ουσιώδη αυτά χαρακτηριστικά, και η συναρμογή του ενός με το άλλο σε ένα ενιαίο οργανικό σύνολο. Ο αναγνώστης γοητεύεται αφενός με την επιλογή των τυπικών χαρακτηριστικών και αφετέρου με το αρμονικό συνταίριασμα των επιλεγμένων. Πρόσεξε επί παραδείγματι τι κάνει η Σαπφώ όταν περιγράφει τα βασανιστικά συναισθήματα που νιώθουν οι τρελά ερωτευμένοι: παίρνει το υλικό της από τις αντιδράσεις που τα συνοδεύουν κατά κανόνα και στην ίδια τη ζωή. Πού λοιπόν αποκαλύπτεται η μεγάλη της τέχνη; Στο ότι ακριβώς είναι φοβερή και στην επιλογή των πιο εντυπωσιακών και εντόνων συμπτωμάτων και στο συνδυασμό του ενός με το άλλο·
[2] Μου φαίνεται ότι είναι ίσος με τους θεούς
εκείνος ο άντρας που κάθεται απέναντί σου
κι ακούει από κοντά τη γλνκειά σου μιλιά και το θελκτικό σου γέλιο.
Αυτό την καρδιά μου εμένα μέσα στο στήθος συνταράζει!
Μόλις γυρίσω έστω για λίγο να σε δω, σβήνει η φωνή μου.
Η γλώσσα μου χίλια κομμάτια. Μια φλόγα λεπτή
τρέχει παρευθύς κάτω από το δέρμα μου.
Τα μάτια μου σκοτεινιάζουν, βουίζουν τα αυτιά,
ψυχρός ιδρώτας περιλούζει το κορμί μου και σύγκορμη
με συνεπαίρνει μια τρεμούλα. Πιο πράσινη κι από τη χλόη -
Μου φαίνεται πως λίγο ακόμη και θα ξεψυχήσω.
Αλλά όλα πρέπει να τ᾽ αποτολμήσω, γιατί κι ένας στερημένος...
[3] Δεν σου προκαλεί το θαυμασμό ο τρόπος με τον οποίο την ίδια στιγμή προσπαθεί να συγκεντρώσει το μυαλό και το σώμα της, την ακοή και τη γλώσσα της, τα μάτια και το χρώμα της -όλα αυτά σαν να ήταν ξένα που έφυγαν μακριά; Κι έτσι ταυτοχρόνως σε γρήγορη εναλλαγή παγώνει και φλέγεται, χάνει το νου της και ορθοφρονεί, έχει κουράγιο και φοβάται. Φοβάται; -σχεδόν έχει πεθάνει. Δίνει λοιπόν την εντύπωση πως δεν είναι ένα και μόνο πάθος που την ταλανίζει, αλλά σύνδρομο παθών! Όλα αυτά βέβαια τα συναισθήματα τα νιώθουν οι ερωτευμένοι, αλλά, όπως είπα, η επιλογή των βιαιοτέρων και η σύνθεσή τους σε ενιαίο σύνολο δημιούργησαν το έξοχο καλλιτέχνημα.
...
[12,3] Ο Δημοσθένης συνεπώς -μια δυνατή πυρά φλογίζει την ψυχή του γιατί το πάθος του είναι σφοδρότερο, ενώ ο Πλάτων επιβλητικός πάντοτε και μεγαλόπρεπα κόσμιος δεν είναι βέβαια ψυχρός αλλά του λείπει αυτή η θέρμη. [4] Μου φαίνεται λοιπόν, φίλτατε μου Τερεντιανέ (αν σαν Έλληνας που είμαι μπορώ να έχω άποψη γι᾽ αυτά), πως η βασική διαφορά του κικερώνειου από το δημοσθενικό μέγεθος δεν βρίσκεται πουθενά αλλού παρά στο ακόλουθο σημείο: ο Δημοσθένης υψώνεται κατακόρυφα, ο Κικέρων διαχέεται.3 Ο δικός μας ρήτορας είναι βίαιος, γρήγορος, ρωμαλέος, δεινός! Στο πέρασμά του καίει και διαρπάζει τα πάντα. Θα τον συνέκρινα λοιπόν με κεραυνό που χτυπά ή με αστραπή θύελλας. Ο Κικέρων αντιθέτως μου φαίνεται όμοιος με πελώρια πυρκαγιά που ξεδιπλώνεται μεγαλόπρεπα και όλα γύρω της τα καταβροχθίζει. Η καυστική της επενέργεια είναι δυνατή και διαρκής. Καθώς διαχέει τις φλόγες της, έτσι εδώ αλλιώς εκεί, υποδαυλίζεται από μόνη της ακατάπαυστα και φουντώνει. [5] Μα γι᾽ αυτά τα θέματα η κρίση η δική σας θα ήταν εγκυρότερη. Το ύψος πάντως και ο υπερτεταμένος λόγος του Δημοσθένη είναι κατάλληλα σε μεγαλοποιήσεις, σε εκφράσεις σφοδρού πάθους και γενικά όπου χρειάζεται να εντυπωσιασθεί ο ακροατής. Η σωστή στιγμή του κικερώνειου ξεχειλίσματος είναι όπου πρέπει ο ακροατής να κατακλυσθεί από το ρεύμα του λόγου. Αυτό το ύφος συνεπώς ταιριάζει κυρίως σε αναπτύξεις κοινών τόπων και σε επίλογους, αλλά επίσης σε παρεκβάσεις, σε κάθε λογής περιγραφές και εγκωμιασμούς, σε ιστορικές και επιστημονικές εκθέσεις και σε πολλά άλλα μέρη του λόγου.
-----------------
1 Δεν γνωρίζουμε ποιους εννοεί ο συγγραφέας. Στην αρχαιότητα ήταν διαδεδομένη η αντίληψη ότι η ποιητική δημιουργία είναι αποτέλεσμα θεϊκής έμπνευσης.
2 Δημοσθένης, Κατ᾽ Ἀριστοκράτους 113.
3 Η σύγκριση του Δημοσθένη με τον Κικέρωνα επανέρχεται σε αρκετούς συγγραφείς της αρχαιότητας. Με τη σύγκριση των δύο εκφραζόταν εμμέσως ο ανταγωνισμός Ελλάδας και Ρώμης.

Αντίπαλα Στρατόπεδα

Ίσως η πιο αντιπροσωπευτική περίοδος του χρόνου, στην οποία οι συντροφικές/ερωτικές σχέσεις φαίνονται καθαρότερα από οποιαδήποτε άλλην, είναι το καλοκαίρι. Ξεκινάει συνήθως το όλο θέμα με τις μεγαλύτερες προσδοκίες, τις καλύτερες προϋποθέσεις και καταλήγει σε μεγάλες απογοητεύσεις, αδιέξοδα ή στην καλύτερη περίπτωση, βουβά, αντίπαλα στρατόπεδα.

Αν γνώριζαν οι άνθρωποι να έφτιαχναν σχέσεις, θα ήξερα και να χωρίζουν. Ούτε το ένα ούτε το άλλο λειτουργεί ομαλά και ειρηνικά. Και δεν διαφέρουν σε τίποτα μεταξύ τους. Τα περισσότερα ζευγάρια είναι έτσι κι αλλιώς χωρισμένα στην ουσία τους, έστω και αν ζούνε μαζί «για τα μάτια του κόσμου» ή «για τα παιδιά». Όπως επίσης, και τα περισσότερα χωρισμένα ζευγάρια είναι ακόμα μαζί, έστω και αν έχουν «πάρει διαζύγιο» ή αν έχει ο καθένας «προχωρήσει τη ζωή σου».

Η καλά κρυμμένη αυτή πραγματικότητα είναι μια από τις τραγικότερες που εμποδίζει για όποιον μπορεί να δει και ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια της σύγχρονης κοινωνίας.

Δεν υπάρχει ευκολότερο πράγμα από τα στήνεις έναν άλλο άνθρωπο απέναντί σου, να τον κρίνεις - νομίζοντας φυσικά πως δεν το κάνεις, «απλώς επιλέγεις» - και να αποφασίζεις να διαχωρίσεις τον εαυτό σου από αυτόν… είτε πρακτικά και ολοκληρωτικά, είτε νοητικά και συναισθηματικά είτε όλα μαζί. Έτσι οχυρώνεται το εγώ, πιστεύοντας πως βλέπεις, ξέρεις και αποφασίζεις. Και είναι τόσο ουτοπία και εικονική πραγματικότητα αυτό, που η μη συνειδητοποίησή του είναι τουλάχιστον τραγική (ή κωμικοτραγική).

Ποτέ όλ’ αυτά δεν οδηγούν σε εσωτερική γαλήνη, όσο «πολιτισμένα» κι αν διεξάγονται, ποτέ δεν φτιάχνουν αλλά καταστρέφουν ανθρώπους, ποτέ δεν προχωράμε, μόνο μένουμε στάσιμοι… ό,τι κι αν νομίζουμε, με όποιον «άλλον» κι αν είμαστε!

Στη θεωρία είναι βέβαια όλα ρόδινα, και από λόγια, όλοι τα καταφέρνουμε τέλεια. Η πραγματικότητα όμως της κοινωνίας, των ανθρώπων γύρω μας, των δικών μας σχέσεων, της εσωτερικής γνώσης μας που εσκεμμένα ή ασυνείδητα αγνοούμε, αποδεικνύει τραγικά, πως δεν είναι ακριβώς έτσι! Είναι φανερό ότι δεν έχουμε καταλάβει, όπως είναι και φανερό ότι δεν είμαστε οι περισσότεροι πραγματικά ευτυχισμένοι.

Επιστρέφοντας από τις «διακοπές», οι περισσότεροι θα επιστρέψουν στη ρουτίνα της υποχρέωσης, στο κυνήγι του φόβου και της ασφάλειας, στα διαδικαστικά καθημερινά, αγνοώντας το τεράστιο αυτό εσωτερικό κενό, που θα κρυφτεί, θα αγνοηθεί, θα υποτιμηθεί… μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, τις επόμενες διακοπές ή μέχρι η ίδια η ζωή να αποφασίσει να το εμφανίσει σαν αναπάντεχο μπροστά μας… αλλά και πάλι δεν αντιλαμβανόμαστε κάτω από την επιφάνεια που ψάχνουμε για απαντήσεις.

Κάποια στιγμή όμως, χρειάζεται να αναρωτηθούμε αληθινά και με θάρρος...όχι δημόσια, όχι νοητικά, όχι μεταξύ μας, όχι επιφανειακά, μα με αγνή ειλικρίνεια, με τον Εαυτό μας, με μια και μόνο συνειδητή πρόθεση, να μάθουμε επιτέλους:

Τι χάνω;
Τι δεν κατάλαβα;
Τι κάνω;
Πού/πώς βρίσκομαι;
Τι δεν βλέπω;

Γιατί, το σίγουρο είναι ότι ενόσω υπάρχει έστω κι ένας άνθρωπος απέναντί σου, δεν αντιλαμβάνεσαι ολόκληρη την πραγματικότητα. Ενόσω αισθάνεσαι διαχωρισμένος από έστω κι έναν άνθρωπο που υπήρξε ή υπάρχει στη ζωή σου, σίγουρα δεν κατανοείς, σίγουρα δεν μπορείς να είσαι γαλήνιος και ευτυχισμένος... Και να είσαι σίγουρος πως «δεν προχωράς μπροστά»… όποια σχέδια κι αν κάνεις, ό,τι και αν προγραμματίζεις, ό,τι κι αν θέλεις ή πιστεύεις πως γνωρίζεις πού πας!

Και όχι, ούτε «διαζύγιο» έχεις πάρει, ούτε μπορείς να φτιάξεις οποιαδήποτε άλλη σχέση, μα ούτε και μπορείς να προχωράς πραγματικά Μόνος… πιστεύοντας πως έχεις απαλλαγεί και πως είσαι «ελεύθερος». Δεν είσαι!

Γιατί δεν μιλάμε για τις σχέσεις μας;

Τις τελευταίες μέρες παρακολουθώ τους ανθρώπους, τις σχέσεις ή αυτές που θέλουν να ονομάζονται «συντροφικές σχέσεις». Τα πράγματα είναι τραγικά συμβατικά, άχαρα και αποκαρδιωτικά.

Δεν χρειάζομαι στατιστικές ή γκάλοπ για να γνωρίζω πως οι περισσότεροι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι με αυτούς που επέλεξαν να είναι μαζί στη ζωή. Τα μάτια της καρδιάς βλέπουν αυτά που ο νους θέλει να αγνοεί.

Σχέσεις συμβατικές, εαυτοί κρυμμένοι, ζωές άχαρες και ρουτινιάρικες, μικρές διακοπές χαράς σε ένα σύνολο θλίψης, ενοχής και εσωτερικού πόνου. Και είναι τραγικό…

Ο καθένας μας κάνει «τον έξυπνο» στη ζωή και στον περίγυρό του, συζητώντας για πολιτική, επιστήμη, φιλοσοφία, περιβαλλοντική συνείδηση, εναλλακτικό τρόπο ζωής κλπ, αλλά τα θεμελιώδη θέματα της ζωής του, δεν τα έχει λύσει, δεν έχει βρει απαντήσεις… εν τέλει, δεν είναι ενιαίος, ευτυχισμένος και συνδεδεμένος με το «άλλο του μισό».

Δεν είναι τόσο δύσκολο να εντοπίσεις τα θλιμμένα μάτια πίσω από το χαμόγελο, την άγνοια πίσω από το απλανές βλέμμα στο κενό, τη δυστυχία πίσω από γεμάτες ζωές με πράγματα, στόχους, σχέδια και προγραμματισμούς, μεγάλα λόγια και φιλοσοφίες, όταν το βίωμα απουσιάζει.

Σύμβουλοι, θεραπευτές, ειδικοί και μη… όλοι έχουν αποτύχει στο πρωταρχικό ζητούμενο που θεμελιώνει κάθε άλλη δραστηριότητα του ανθρώπου. Κάποια στιγμή θα πρέπει να το παραδεχτούν αυτό. Αλλά πιο σημαντικό είναι να παραδεχτούμε εμείς οι ίδιοι, ο καθένας στον εαυτό του, ότι δεν ζει πραγματικά, ότι απλά επιβιώνει… και έχει τεράστια διαφορά!

Είναι τραγικά αποκαλυπτικό το ότι έχουμε εκπαιδευτεί να θεωρούμε οτιδήποτε άλλο σημαντικότερο από τις σχέσεις μας. Κυνηγάμε διάφορα, ορίζουμε αναγκαίες και «ώριμες» τις επιλογές καριέρας, οικονομικής ανεξαρτησίας, κοινωνικής ένταξης, οικογενειακής σταθερότητας κλπ, άλλα όμως, όχι τις σχέσεις μας. Αυτές μπαίνουν στο περιθώριο γρήγορα ή συνεχίζουμε την αναζήτηση χωρίς να βρίσκουμε, χωρίς να φτάνουμε, χωρίς να αισθανόμαστε πραγματικά ποτέ πλήρεις, ευτυχισμένοι, σε τέλεια αρμονία με τον άλλον.

Πού πήγε το πάθος, η αφοσίωση, ο θαυμασμός, η κατανόηση, η φροντίδα και όλα όσα νομίζουμε πως ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας ή σε κάποια συγκεκριμένη βιολογική ηλικία; Όλοι έχουμε μια «έξυπνη» απάντηση για να διώχνουμε τις δύσκολες προσωπικές ερωτήσεις του εαυτού μας. Όλοι μιλάμε στον πληθυντικό εννοώντας εμάς και την πολύ προσωπική ζωή μας. Όλοι συμβουλεύουμε άλλους ενώ εμείς οι ίδιοι δεν έχουμε βρει τις κατάλληλες, διαχρονικές απαντήσεις.

Δεν μ’ ενδιαφέρει να αναλύσω το θέμα… το κάθε «θέμα», η κάθε σχέση είναι εντελώς ξεχωριστή.

Δεν ασχολούμαι με τη συμβουλευτική… συνεχίζοντας την παρανοϊκή πεποίθηση ότι οι άνθρωποι είμαστε μικροί και αδύναμοι για να βρίσκουμε μόνοι μας τις απαντήσεις.

Δεν πέφτω στην παγίδα να δίνω απαντήσεις υπεκφυγής, φιλοσοφικοθεωρίες ή «ουράνια λόγια» κούφιας πνευματικής σύνδεσης.

Το όλο σκηνικό – συλλογικό επίπεδο – είναι τουλάχιστον αποκαρδιωτικό!

Σώζονται οι σχέσεις; Φυσικά… το θέλεις;

Μπορούμε να είμαστε ευτυχισμένοι μαζί; Φυσικά… το αντέχεις;

Υπάρχει ο «ιδανικός» σύντροφος; Φυσικά… τον αναγνωρίζεις;

Πρώτα όμως χρειάζεται να παραδεχτείς ότι ΕΙΝΑΙ το σημαντικότερο θέμα της ζωής σου και το έχεις αφήσει τελευταίο, το έχεις παραμελήσει, το έχεις υποτιμήσει... και ουσιαστικά κάνεις κύκλους (αν προσέξεις) γύρω από το θυμό, την ενοχή, τις ανικανοποίητες προσδοκίες, τη ματαιότητα και την έλλειψη πάθους.

Τρόποι να Ξεπεράσεις το Θυμό

    θυμός
Κάνε ένα διάλειμμα.
Άφησε το χρόνο και την απόσταση να σε απομακρύνουν από την πηγή του θυμού σου. Όταν μπορείς, σήκω και φύγε. Η αύξηση της αδρεναλίνης που αισθάνεσαι, φυσιολογικά θα μειωθεί ή θα πέσει τελείως σε είκοσι λεπτά, ιδιαίτερα αν κάνεις κάποια σωματική άσκηση, όπως περπάτημα ή γυμναστική. Γι’ αυτό λοιπόν, κάνε ένα διάλειμμα και κινήσου. Η κίνηση βοηθάει
 
Άφησε το.
Μπορείς να συμφιλιωθείς ή να συμβιβαστείς; Τα έξυπνα, ενήλικα άτομα που έχουν αυτοπεποίθηση, μπορούν να τα κάνουν και τα δύο. Το ζήτημα δεν είναι αν θα’ πρεπε να συμφιλιωθείς, αλλά αν μπορείς. Είσαι πεισματάρης ή μπορείς να βρεις μια εναλλακτική λύση; Αν είσαι απόλυτος, όπως ήμουν συχνά εγώ, αναρωτήσου αν επιδιώκοντας τον έλεγχο παλεύεις μόνο και μόνο για να διατηρήσεις το θυμό σου, ή προσπαθείς πράγματι να λύσεις το πρόβλημα. Μήπως προσπαθείς κάπως υπερβολικά να αποδείξεις ότι μόνο εσύ έχεις δίκιο; Αν θυμώνεις εύκολα, τότε πιθανόν να είσαι και ισχυρογνώμων. Άφησέ το να περάσει: Δεν μπορείς, μόνο αν πεις «δεν μπορώ».
 
Διαπραγματεύσου.
Βρες κοινά σημεία. Προσπάθησε να κρατήσεις τη συζήτηση πάνω στο θέμα και μην υπεισέρχεσαι στην προσωπικότητα του άλλου. Αν τον βρίσεις ή μειώσεις τη συμπεριφορά και τη γνώμη του, χάνεται η αμοιβαία εμπιστοσύνη. Μην ξεγελάς τον εαυτό σου: Αν σε μια διαφωνία περάσεις το δικό σου γελοιοποιώντας τον άλλον, τότε τον έχεις πείσει για τη δύναμή σου τη συγκεκριμένη στιγμή. Κι έχεις κάνει έναν εχθρό, που με την πρώτη ευκαιρία θα σε εκδικηθεί.
Έχουμε την τάση να θυμόμαστε όποιον μας πληγώνει. Διαπραγματεύσου, μη χειραγωγείς. Ρώτησε τον εαυτό σου, «ενδιαφέρομαι πράγματι για το συμφέρον του άλλου ή προσπαθώ απλώς να δικαιολογήσω τις θέσεις μου; Προσπαθώ να λύσω τη διαφορά μας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο ή να κερδίσω;»
 
Πρόσεχε τα λόγια σου!
Αν είσαι υπερβολικός όταν μιλάς και χρησιμοποιείς λέξεις όπως «ποτέ» ή «πάντα», βγάλ’ τες από το λεξιλόγιό σου. Τις περισσότερες φορές η υπερβολή στα λόγια υποδηλώνει μια απειλή: «Δεν μπορώ να το δεχτώ με τίποτα αυτό!» Αν χρησιμοποιείς απειλητικές λέξεις, θα επιτύχεις μερικώς: Η πρόθεσή σου θα γίνει αντιληπτή. Και, όπως ακριβώς όταν κερδίζεις με εκφοβισμούς και βρισιές, έτσι κάθε φορά που συντρίβεις τον άλλον, να ξέρεις ότι μια μέρα θα σ’ το ανταποδώσει με το παραπάνω. Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν δυνατή μνήμη, ιδιαίτερα όταν χρειάζεται να καταπιούν τον εξευτελισμό, για να ξεπεράσουν τη δύσκολη στιγμή. Επίσης, όπως συμβαίνει και με τη φράση «δεν μπορώ», η γλώσσα που χρησιμοποιείς καθορίζει τον κόσμο σου.
Αν επιβάλλεις στον εαυτό σου να αναζητά θετικές και εποικοδομητικές λέξεις για κάθε περίπτωση, θα σκέφτεσαι κι εσύ θετικά και εποικοδομητικά: Είσαι ό,τι σκέφτεσαι.
 
Άκου.
Υπάρχει περίπτωση να έχεις δίκιο. Αυτό όμως θα το μάθεις μόνο, εάν καταστέλλεις το θυμό σου ενώ ακούς. Αναρωτήσου, «πώς μπορώ να δω καλύτερα την άποψη του άλλου;» Αν ακούς με προσοχή, μερικές φορές θα διαπιστώσεις πως υπάρχει ένα μυστικό πρόγραμμα. Όταν, για παράδειγμα, ένα παιδί παρεκτρέπεται για να τραβήξει την προσοχή, ο καλός γονιός εξετάζει την ανάρμοστη συμπεριφορά και τα αίτια που κρύβονται πίσω της.
Συνήθως έχουμε την τάση να ξεχνάμε τη μεγάλη αλήθεια που βρίσκεται σ’ αυτό, όταν ενηλικιωθούμε.
 
Αγκάλιασε.
Ναι, είπα αγκάλιασε. Αν θυμώσεις με κάποιον που αγαπάς, αγκάλιασέ τον. Και να το εννοείς. Μπορεί να μη θέλεις καθόλου να τον αγκαλιάσεις, πράγμα που αποτελεί έναν επιπλέον λόγο για να το κάνεις. Δύσκολα παραμένεις θυμωμένος, όταν ο άλλος σου δείχνει ότι σε αγαπά, κι αυτό ακριβώς κάνει, όταν σε αγκαλιάζει. Αν είσαι θυμωμένος με κάποιον με τον οποίο το σωματικό αγκάλιασμα δεν θα ήταν κατάλληλη συμπεριφορά, χρησιμοποίησε λέξεις για να τον αγκαλιάσεις..
 
Ζήτησε συγνώμη.
Τα λάθη στη ζωή μας είναι φυσιολογικά και πολύτιμα. Όταν προσπαθούμε να κρύψουμε τα σφάλματά μας, συνήθως αποτυγχάνουμε. Ο θυμός μας σιγοβράζει: Θεωρούμε προσβλητικές τις επικρίσεις για τη συμπεριφορά μας και γινόμαστε υποκριτές, επιθετικοί και δυσάρεστοι. Φίλε μου, χαλάρωσε. Πες, «λυπάμαι», όταν τα έχεις κάνει θάλασσα. Αυτή η απλή παραδοχή θα σβήσει το θυμό σου σαν τη σταγόνα που πέφτει σε αναμμένο σπίρτο. Επιπλέον, όταν ζητάς ειλικρινά συγνώμη, αναλαμβάνεις την ευθύνη των πράξεών σου: Έχεις τον έλεγχο. Όσο για το ποιος θα έχει την τελευταία λέξη σε μια διαφωνία που σε κάνει να βγάζεις καπνούς από τα αυτιά σου, άφησε τον άλλον να την έχει. Μάλιστα, δες το ως έναν υψηλό στόχο: να βεβαιωθείς ότι την τελευταία λέξη θα την έχει ο άλλος. Ο μόνος σίγουρος τρόπος να κερδίσεις μια μάχη είναι να την αποφύγεις – και ο μόνος σίγουρος τρόπος να τη διαιωνίσεις είναι να θέλεις να έχεις την τελευταία λέξη. Η συζήτηση είναι μια πεταλούδα. Η λογομαχία μια αλογόμυγα. Τι θα προτιμούσες να σου παρουσιαστεί στο πικνίκ σου;
 
Βάζε τα πράγματα στη σωστή τους θέση.
Το να αργήσεις λίγο, να βρεις το μπουφάν σου λερωμένο, τη βρύση σου σπασμένη, αυτά είναι μικροπροβλήματα. Το να αντιμετωπίζεις καρκίνο στο τελικό στάδιο, να ζεις τη φρίκη του πολέμου, αυτά είναι σοβαρά προβλήματα. Τα μικροπροβλήματα είναι απλώς ενοχλητικά, τα άλλα είναι σοβαρή υπόθεση. Γι’ αυτό φύλαξε την ενέργειά σου για τους μεγάλους μπελάδες.
Για να μπορείς να βάζεις τα πράγματα στη σωστή τους θέση, είναι πάντα σκόπιμο να ρωτάς: «Ποιο είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί;»
 
Κατάστρωσε ένα σχέδιο.
Πώς θα χειριστείς μια κατάσταση ή ένα πρόσωπο που σου προξενεί θυμό; Πρώτα, ρώτησε τον εαυτό σου: «Τι θέλω να πετύχω;», «Τι χρειάζομαι; Μήπως η επίλυση του προβλήματος απαιτεί τη βοήθεια κάποιου άλλου; Τι δυνατότητες έχω; Ποιες λογικές διευθετήσεις μπορώ να κάνω;»
Κάτσε κάτω και κατάστρωσε ένα σχέδιο. Θα τα χάσεις όταν δεις πόσο καλύτερα θα σε κάνει να αισθανθείς, γιατί πλέον: Έχεις τον έλεγχο.
 
Ζήτησε βοήθεια.
Ανάλογα πάντα με το πρόβλημα, μπορείς να ζητήσεις βοήθεια από φίλους και συγγενείς, μέχρι επαγγελματίες συμβούλους. Τα καλά νέα είναι πως, αν έχεις προδιάθεση να θυμώνεις – αν αρπάζεσαι με το παραμικρό, – υπάρχει διαθέσιμη βοήθεια. Το να τη ζητάς είναι ένδειξη δύναμης, ωριμότητας και θάρρους, όχι αδυναμία. Η αποκάλυψη των συναισθημάτων σου σε κάποιον που εμπιστεύεσαι όχι μόνο σε κάνει να αισθανθείς καλύτερα, αλλά και σε βοηθάει να ανακαλύψεις τα πραγματικά αίτια του θυμού σου.

ΕΛΕΥΘΕΡΩΘΕΙΤΕ

Εγώ είμαι ελεύθερος, ασυμβίβαστος, ολόκληρος, όχι το μερικό, όχι το σχετικό, αλλά η ολική Αλήθεια, που είναι αιώνια.

Γι' αυτό και επιθυμώ, όποιος προσπαθεί να με καταλάβει να είναι ελεύθερος και όχι να κατασκευάζει από τα λόγια μου ένα κλουβί, μια θρησκεία, μια αίρεση.

Θα πρέπει αντίθετα να απελευθερωθείτε από όλους τους φόβους, από το φόβο της θρησκείας, από το φόβο της σωτηρίας, από το φόβο της πνευματικότητας, από το φόβο της αγάπης, από το φόβο του θανάτου, από το φόβο της ίδιας της ζωής.

Όπως ένας καλλιτέχνης ζωγραφίζει από ευχαρίστηση, γατί έτσι αυτο-εκφράζεται, το ίδιο κάνω κι εγώ και όχι επειδή περιμένω κάτι από κάποιον.

Αν έρθει στον ύπνο σου η Μόρα...

Αν έρθει στον ύπνο σου η Μόρα...

Ήταν χειμώνας. Το δωμάτιο ήταν κρύο. Τα πάντα ήταν κρύα. Ίσως απλά να ήταν κουρασμένη, ίσως και να είχε πολλά στο μυαλό της. Σίγουρα είχε πολλά στο μυαλό της. Το μόνο σίγουρο ήταν πως η Αγγελική δεν είχε κοιμηθεί για μέρες. Το μυαλό της έλιωνε και η έλλειψη ενέργειας την καταπλάκωνε. Δεν αισθανόταν ασφαλής. Ακόμα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Αγκάλιαζε το μαξιλάρι, γυρνούσε στα παπλώματα που την έπνιγαν. Τα πετούσε από πάνω της μα πνιγόταν ακόμα.

Το νερό απ’ τη βρύση δεν έλεγε να πάψει να στάζει. Ήταν σαν οι σταγόνες να έπεφταν σιγά-σιγά και για ώρα στο μέτωπό της, δημιουργώντας έναν απίστευτο πονοκέφαλο. Σηκώθηκε να την κλείσει και έπειτα ήλεγξε τα δωμάτια.

Είχε το προαίσθημα πως δεν ήταν μόνη, παρ’ όλα αυτά δε βρήκε κανέναν στο σπίτι. Σε μια ατμόσφαιρα αποσύνθεσης, ο αέρας φυσούσε τόσο δυνατά που τα κλαδιά έγδερναν τα παράθυρα του δωματίου της ενώ ο οι σταγόνες της βροχής χτυπούσαν μανιωδώς τα τζάμια, προμηνύοντας κάποιο μεγάλο κρεσέντο. Το δωμάτιο φωτιζόταν μόνο απ’ την τηλεόραση που έσπαγε το σκοτάδι και τη μοναξιά της. Κοίταξε την ώρα. Τρεις και κάτι ψιλά. Προσπάθησε να κερδίσει όποια χαμένη ώρα ύπνου.

Ξάπλωσε ανάσκελα. Μια τελευταία απεγνωσμένη προσπάθεια να κοιμηθεί. Έκλεισε τα μάτια και άκουγε το ρολόι που χτυπούσε ρυθμικά. Δεν πέρασε κάμποση ώρα και τότε συνέβη. Η Αγγελική ένιωσε τα παπλώματα να σφίγγουν πάνω της. Το ρολόι σταμάτησε να χτυπάει. Ένιωσε πίεση στο στήθος. Η ανάσα της κόπηκε λόγω αυτής και του τρόμου που την κυρίευσε. Κάποιος ή κάτι βρισκόταν πάνω της.

Δεν μπορούσε να ανοίξει τα μάτια από τον φόβο. Είχε παραλύσει. Ήταν αδύνατον να αναπνεύσει, να κοιτάξει, να κουνηθεί ή να σκεφτεί. Πήγε να φωνάξει αλλά είχε χάσει τη φωνή της, καταφέρνοντας να εκπνεύσει μονάχα βουβούς ήχους.

 Ανοίγοντας μετά βίας ελάχιστα τα μάτια της, κατάφερε να δει μια σκιά, μια φιγούρα μαυροφορεμένης γριάς. Τα ξανάκλεισε. Ήταν ανίκανη να κάνει το οτιδήποτε. Φοβόταν για τη ζωή της, για το τι θα συνέβαινε στα επόμενα δευτερόλεπτα. Η πίεση γινόταν όλο και μεγαλύτερη, οι ανάσες όλο και πιο κοφτές. Ήταν σαν να της έκλεβαν τη ζωή. Αργά, βασανιστικά και ακατάπαυστα. Έχανε κάθε ζεστασιά που της είχε απομείνει. Ένιωθε την ψυχή να εγκαταλείπει το σώμα της, τις τρίχες του κορμιού της να ανασηκώνονται. Άνοιξε για ακόμη μια φορά δειλά τα μάτια της, αντικρίζοντας τα κατάμαυρα μάτια της γριάς. Μια αστραπή έκανε το δωμάτιο να λάμψει και τη σκιά να εξαφανιστεί.

Η Αγγελική πετάχτηκε πάνω. Άναψε τα φώτα και κοίταξε γύρω της. Κανείς και τίποτα. Ήταν εφιάλτης; Θα μπορούσε να ήταν; Η ανάσα της συνέχιζε να ήταν βαριά, το στήθος της πονούσε. Είχε ακούσει την ιστορία. Της την είχαν αφηγηθεί μα εκείνη δεν τα πίστευε αυτά. Αντιθέτως, γελούσε και κορόιδευε όσους τη διηγιόντουσαν γύρω από φωτιές στην εξοχή, λιώνοντας και τρώγοντας ζαχαρωτά.

Λέγεται (για κάποιους μυθολογία και για άλλους πραγματικότητα), πως η γριά Μόρα είναι ένα σατανικό πνεύμα που ξέφυγε απ’ το βασίλειο των σκιών. Ένα κακόβουλο πλάσμα που σε «επισκέπτεται» κατά τη διάρκεια του ύπνου, κάθεται πάνω σου, σε παραλύει και σου κλέβει την ψυχή τρεφόμενη από την αρνητική ενέργεια.

Η Αγγελική μόλις την είχε νιώσει. Έψαχνε εξηγήσεις. Κρύος ιδρώτας έσταζε ακόμα στο μέτωπό της. Όλοι μας έχουμε δει όνειρα, πόσω μάλλον εφιάλτες. Κάποιοι τους έχουμε ζήσει, προσπαθώντας να ξεχωρίσουμε το πραγματικό απ’ το φανταστικό και το ψέμα απ’ την αλήθεια. Η Αγγελική έκανε το ίδιο. Όμως, όσο λογικά και να ήθελε να σκεφτεί, το συναίσθημα παρέμενε.

Έμεινε ξύπνια μέχρι το ξημέρωμα στο κρεβάτι, έχοντας τα πόδια τραβηγμένα κοντά στο σώμα της. Ακόμα ένα βράδυ είχε περάσει χωρίς να κλείσει μάτι. Μπορεί να ήταν παραισθήσεις λόγω της έλλειψης ύπνου. Μπορεί να ήταν όντως εφιάλτης, κάτι σαν πόλεμος με δαίμονες στο κεφάλι της. Έτσι κι αλλιώς, αποδείξεις δεν υπήρχαν, πέρα από ένα παράθυρο που βρήκε ανοιχτό το επόμενο πρωί και ας το είχε κλειδώσει αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Απ’ ό,τι φαίνεται, στο μυαλό αρέσει να παίζει και μάλιστα όχι τα ομορφότερα παιχνίδια.

Μετά το περιστατικό, η Αγγελική κατάφερνε να κοιμάται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, βρίσκοντας ευκαιρίες να ξεκουράζεται όταν ακόμα ο ήλιος έφεγγε στον ουρανό, ώστε να μπορεί να μείνει όλο το βράδυ ξύπνια. Είχε την ανάγκη να βρίσκεται σε επιφυλακή στην περίπτωση που το επεισόδιο θα έπαιζε σε επανάληψη.

Για καλή της τύχη, όσο περνούσε ο καιρός, έβρισκε λύσεις και προσπερνούσε τα εμπόδια που αντιμετώπιζε στην καθημερινότητά της. Πλέον αισιόδοξη, είχε πια αρχίσει να ηρεμεί και να χαμογελάει. Η αίσθηση της ξένης παρουσίας στο σπίτι είχε αρχίσει σταδιακά να εξασθενεί.

Η Μόρα δεν πέρασε ποτέ ξανά απ’ το σπίτι της Αγγελικής. Πού να είναι τώρα άραγε; Σε ποια σκοτεινά σοκάκια να μοιράζει ψύχος; Ποιες πόρτες να χτυπάει και ποιο σώμα θα αγκαλιάσει; Ίσως και το δικό σας. Αλλά δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείτε. Όπως είχε πει άλλωστε και τότε η Αγγελική, «είναι απλώς μια φανταστική ιστορία». Σωστά;

Κοιμηθείτε ήρεμα, είναι μονάχα σκιές. Σβήστε τα φώτα. ...Όλα τα φώτα. Καλή σας νύχτα και όνειρα γλυκά.

Κάθε τέχνη είναι μορφή λογοτεχνίας

Κάθε τέχνη είναι μορφή λογοτεχνίας, γιατί κάθε τέχνη έχει γίνει για να λέει κάτι. Υπάρχουν δύο τρόποι να λες- να μιλάς και να σιωπάς. Οι άλλες τέχνες εκτός της λογοτεχνίας δεν είναι παρά προβολές μιας εκφραστικής σιωπής.

Σε κάθε τέχνη εκτός της λογοτεχνίας πρέπει να ψάξεις την σιωπηρή φράση που περικλείει, ή το ποίημα, ή το μυθιστόρημα, ή το δράμα. Όταν λέμε «συμφωνικό ποίημα», μιλάμε με ακρίβεια και όχι με μεταφορά ή ευκολία.

Η υπόθεση φαίνεται λιγότερο απλή για τις τέχνες του λόγου, αλλά εάν προσπαθήσουμε να θεωρούμε ότι οι γραμμές, τα σχέδια, οι όγκοι, τα χρώματα, η αντιπαράθεση και οι αντιθέσεις είναι φαινόμενα λεκτικά που έχουν γίνει χωρίς λόγια, ή μάλλον με πνευματικά ιερογλυφικά, τότε θα καταλάβουμε πώς να αντιλαμβανόμαστε τις πλαστικές τέχνες· ακόμα και αν δεν μπορούμε να τις κατανοήσουμε, θα έχουμε ήδη, τουλάχιστον, το βιβλίο που περιέχει τον αριθμό και την δεκτική ψυχή που περιέχει την αποκρυπτογράφηση. Αυτό είναι αρκετό μέχρις ότου έρθει το υπόλοιπο.

Μπορεί ο νους να ελευθερωθεί μέσα σε μια στιγμή;

Πεθαίνουμε είτε από γηρατειά είτε από κάποια αρρώστια είτε από κάποιο σοβαρό ατύχημα, χωμένοι στη δυστυχία, στη σύγκρουση, στον πόνο, στη θλίψη. Υπάρχει η θλίψη που νιώθουμε όταν έρθει η στιγμή, εξαιτίας της προσκόλλησής μας σε ανθρώπους και πράγματα που αφήνουμε πίσω μας − το φίλο σου, τη γυναίκα σου ή τον άντρα σου, τα βιβλία σου, το όνομά σου, τις εμπειρίες σου, τη φήμη σου, τη διασημότητά σου, το χαρακτήρα που υποτίθεται ότι έχεις χτίσει. Όλα αυτά τ’ αφήνεις πίσω σου και είσαι απέραντα φοβισμένος γι’ αυτό.

Παρατηρήστε το τώρα που ζείτε, πριν εξασθενήσει ο οργανισμός, πριν φθαρεί το σώμα και πεθάνει. Η σκέψη μπροστά στο φόβο λέει στον εαυτό της: «Εντάξει, το σώμα φεύγει, αλλά εγώ θα συνεχίσω να υπάρχω· θα συνεχίσω μέσα από τα βιβλία που έχω γράψει, θα συνεχίσω μέσα από τα παιδιά μου, θα συνεχίσω μέσα από την επιχείρηση που δημιούργησα και την άφησα σε κάποιον άλλο...» Αυτό λένε ότι είναι –με κάποιο τρόπο− «αθανασία». Αλλά το βιβλίο, η επιχείρηση, το όνομα κι αυτά φθείρονται, αφού περνάνε ολοκληρωτικά σε κάποιον άλλο. Οπότε η σκέψη απαντάει σ’ αυτό: «Εντάξει, το ξέρω, αλλά θα ξαναγεννηθώ σε μια επόμενη ζωή».

Όλη η Ανατολή αυτό πιστεύει. Έτσι, η σκέψη, μη βλέποντας την ίδια την παροδικότητά της, μη βλέποντας το οικοδόμημα που έχει χτίσει γύρω της σαν «εγώ» και την παροδικότητά του, λέει: «Εγώ είμαι η αιτία, και η αιτία πρέπει να συνεχίσει». Κι αυτή η αιτία είναι χρόνος που λέει: «Θα συνεχίσω, θα συνεχίσω καλυτερεύοντας όλο και πιο πολύ τον εαυτό μου και θα συναντήσω τον Θεό· δεν μπορώ να τον φτάσω τώρα εκεί όπου βρίσκεται, αλλά θα συνεχίσω, σιγά σιγά, μέχρι τελικά να τελειοποιήσω τον εαυτό μου και να φτάσω σ’ αυτόν». Και φτάνει σ’ αυτό που η ίδια έχει προβάλει σαν Θεό.

Η συνείδηση κάθε ανθρώπου είναι η συνείδηση όλης της ανθρωπότητας. Είναι ένα απέραντο ποτάμι, που δεν έχει αρχή, που πάντα συνεχίζει να κυλάει, εσύ και εγώ και ο άλλος είμαστε μέρος του. Και εγώ και ο άλλος πεθαίνουμε. Τι γίνονται όλες οι επιθυμίες μου, τι γίνονται όλοι οι φόβοι μου, οι ανησυχίες μου, οι προσδοκίες μου, οι φιλοδοξίες μου, το τεράστιο φορτίο θλίψης που κουβαλούσα για χρόνια, τι γίνονται όλα αυτά όταν το σώμα πεθάνει;

Ανακατεύονται με το ποτάμι της ανθρωπότητας και μένουν σ’ αυτό. Είναι μέρος αυτού του ποταμού. Δεν ήταν ποτέ δικά σου. Δεν είναι δικά μου, είναι μέρος αυτού του ποταμού, που εκδηλώθηκε με την μορφή του Χ, του Ψ και λοιπά. Αυτό το ποτάμι είναι φτιαγμένο από επιθυμία, φόβο, απελπισία, μοναξιά, όπως και από τα αντίθετά τους.

Αυτά είναι το ποτάμι. Και είμαστε μέρος αυτού του ποταμού. Κι όταν το σώμα πεθάνει, οι επιθυμίες, οι φόβοι, οι τραγωδίες και οι δυστυχίες −και τα αντίθετά τους– συνεχίζονται. Εγώ πεθαίνω, αλλά το ποτάμι συνεχίζει. Το ποτάμι που είναι επιθυμία. Γιατί αυτό είναι το ποτάμι. Και το ποτάμι εκδηλώνεται με μια μορφή, ένα όνομα...

Από τη στιγμή, όμως, που μια εκδήλωση του ποταμού εγκαταλείπει το ποτάμι, γι’ αυτήν υπάρχει πλήρης ελευθερία από το ποτάμι. Το ποτάμι εκδηλώνεται μέσα από τον Χ, και αν ο Χ χρησιμοποιώντας αυτή την «εκδήλωση» δεν ελευθερώσει εντελώς τον εαυτό του από το ποτάμι, ξαναγυρίζει σ’ αυτό. Αυτό το ονομάζουν «μετενσάρκωση». Όλοι θέλουν να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Η σκέψη όλων των ανθρώπινων όντων υπάρχει και κυλάει σαν ένα μεγάλο ποτάμι, και σ’ αυτό το ποτάμι παραμένουν οι σκέψεις σου για τον εαυτό σου κι όταν φύγεις. Όταν ακολουθείτε κάποια οργάνωση, κάποια ομάδα, κι αυτό το περιβάλλον σάς επιβάλλει να είστε κάτι, εσείς μεταμφιέζεστε σαν να είστε έξω από το ποτάμι, αλλά βρίσκεστε ακόμα εκεί· στην καθημερινή σας ζωή είστε ακόμα εκεί, γιατί εξακολουθείτε να κυνηγάτε τα ίδια πράγματα που κυνηγάει κάθε άνθρωπος, υπάρχει μια συνεχής έγνοια για τον εαυτό σας μέσα στο ποτάμι, στο οποίο όλοι οι άνθρωποι είναι παγιδευμένοι.

Όταν πεθαίνεις, οι σκέψεις για το «εγώ» σου συνεχίζουν να υπάρχουν σ’ αυτό το ποτάμι, όπως συνεχίζουν και τώρα −ως χριστιανός, ως βουδιστής, ή ως ό,τι άλλο θέλετε-, ως πλεονέκτης, ως φθονερός, ως φιλόδοξος, ως φοβισμένος, ως κυνηγός της ευχαρίστησης· αυτό είναι το ανθρώπινο ποτάμι στο οποίο βρίσκεται κανείς παγιδευμένος. Αν δεν βγείτε απ’ αυτό τώρα, προφανώς θα συνεχίσετε να υπάρχετε και να «μπαινοβγαίνετε» σ’ αυτό το ποτάμι.

Το «εγώ» δεν είναι κάτι πραγματικό το ίδιο από μόνο του, που σαν την κάμπια που πάει από φύλλο σε φύλλο, περιπλανιέται από τη μια ύπαρξη στην άλλη μαζεύοντας εμπειρίες κι αποκτώντας σοφία ώσπου να φτάσει το ύψιστο, πράγμα που φανταζόμαστε ότι είναι η τελειοποίηση. Αυτή η αντίληψη είναι εσφαλμένη, είναι απλώς μια γνώμη και όχι μια πραγματικότητα. Την πραγματική πορεία του «εγώ» και τις διαδικασίες της μπορεί κανείς να τις διακρίνει μόλις αντιληφθεί πώς −μέσα από την άγνοιά του, τις τάσεις του, τις επιθυμίες του− ανασχηματίζεται και κάθε λεπτό επαναεδραιώνει τη συνέχισή του.

Μπορεί, λοιπόν, ποτέ αυτό το εμπόδιο, αυτή η εσωτερική «τριβή», αυτή η αντίσταση στην κίνηση της ζωής, δηλαδή αυτό που είναι γνωστό ως «εγώ», μπορεί ποτέ να τελειοποιηθεί; Μπορεί η επιθυμία να τελειοποιηθεί; Σίγουρα ο εγωισμός δεν μπορεί να γίνει ευγενέστερος, να γίνει αγνότερος εγωισμός· δεν μπορεί παρά να συνεχίζει να παραμένει αυτό που είναι. Η ιδέα ότι με την πάροδο του χρόνου το «εγώ» θα γίνει τέλειο είναι απόλυτα ψεύτικη και εσφαλμένη.

Αν δεν έχετε μέσα σας αγάπη σήμερα, κάνοντας κάποιες πρακτικές ή ακολουθώντας διάφορες «πειθαρχίες», θα γεμίσετε με αγάπη την άλλη εβδομάδα ή του χρόνου; Αυτές θα σας γεμίσουν με αγάπη; Ή μήπως η αγάπη γεννιέται μόνο όταν αυτός που κάνει την προσπάθεια σταματάει, δηλαδή όταν δεν υπάρχει πια η οντότητα που λέει, «είμαι κακός και πρέπει να γίνω καλός»; Αυτή η αναγνώριση ότι είμαι κακός και η επιθυμία μου να γίνω καλός μοιάζουν, γιατί βγαίνουν μέσα από την ίδια πηγή, που είναι το «εγώ».

Και μπορεί να μπει αμέσως τέλος σ’ αυτό το ίδιο το «εγώ» που λέει, «είμαι κακός και πρέπει να γίνω καλός», χωρίς να χρειαστεί καθόλου χρόνος; Αυτό σημαίνει να μην είστε οτιδήποτε· να μην προσπαθείτε να γίνετε κάτι ή να μην είστε τίποτα. Αν μπορεί κανείς να το δει πραγματικά αυτό, κάτι που είναι ένα απλό γεγονός, αν μπορεί να έχει άμεση αντίληψή του, τότε όλα τα άλλα είναι αυταπάτες.

Τότε θ’ ανακαλύψει κανείς ότι η επιθυμία να κάνει και αυτή την κατάσταση που αντιλήφθηκε μόνιμη είναι επίσης μια ψευδαίσθηση, επειδή σ’ αυτή την επιθυμία εμπεριέχεται προσπάθεια. Αν κανείς καταλάβει βαθιά ολόκληρη την επιθυμία για μονιμότητα, την παρόρμηση για συνέχεια, αν δει την ψευδαίσθηση αυτής της επιθυμίας, τότε έρχεται μια τελείως διαφορετική κατάσταση που δεν είναι το αντίθετό της.

Μπορούμε, λοιπόν, να έχουμε μια άμεση αντίληψη χωρίς την παρεμβολή του χρόνου; Σίγουρα αυτό είναι το πραγματικά επαναστατικό. Δεν υπάρχει επανάσταση που να περνάει μέσα από το χρόνο, μέσα απ’ αυτή τη μιζέρια του να θέλει κανείς αδιάκοπα να γίνει κάτι. Αυτό κάνει κάθε αναζητητής. Είναι παγιδευμένος στη φυλακή της θλίψης και το μόνο που κάνει είναι να μεγαλώνει και να διακοσμεί το κελί του· αλλά βρίσκεται πάντα στη φυλακή, επειδή ψυχολογικά λαχταράει να γίνει κάτι που δεν είναι.

Και δεν είναι δυνατόν να δει την αλήθεια αυτού του πράγματος κι έτσι να μην είναι τίποτα; Το ζήτημα δεν είναι να πει κανείς «Δεν πρέπει να είμαι τίποτα» και μετά να ρωτάει πώς να γίνει «τίποτα», πράγμα που είναι πολύ τραγελαφικό, παιδιάστικο και ανώριμο, το ζήτημα είναι να δει κανείς το γεγονός άμεσα, σε μια στιγμή, κι όχι χρησιμοποιώντας χρόνο γι’ αυτό.

Έχετε διαμορφωθεί να πιστεύετε ότι ο Θεός, η «Αλήθεια» −αυτό το εξαιρετικό πράγμα που ο άνθρωπος αναζητά αδιάκοπα− βρίσκεται κάπου μακριά, και ανάμεσα σ’ αυτό το πράγμα και στο «εγώ» υπάρχει ένα κενό διάστημα, ένας χοντρός τοίχος ματαιοδοξίας, απληστίας, φιλοδοξίας, φόβου και λοιπά.

Λέτε λοιπόν: «Χρειάζομαι χρόνο για να γκρεμίσω τον τοίχο, να τον διαλύσω για να δω αυτή την ομορφιά, αυτή την καλοσύνη». Αλλά εκείνο που σας λέω είναι ότι ο χρόνος δεν θα το κάνει ποτέ αυτό. Είτε έχετε μία είτε εκατοντάδες ζωές, όσο θα σκέφτεστε με βάση το χρόνο δεν θα γίνει ποτέ. Όλα τα ιερά βιβλία σας, όλοι σας οι γκουρού, σας έχουν πει ότι χρειάζεστε χρόνο· ποια είναι, όμως, η οντότητα που χρειάζεται χρόνο για να γκρεμίσει τον τοίχο, ποιος είναι αυτός που λέει: «Υπάρχει απόσταση ανάμεσα σ’ εμένα και στην “Αλήθεια”»;

 Αυτή η ίδια η οντότητα είναι εκείνη που δημιουργεί το χρόνο, επειδή αυτή η οντότητα θέλοντας να πετύχει κάτι σκέφτεται με βάση το «να φτάσει» σ’ αυτό· το «πότε» και «πώς» θα «φτάσει» σ’ αυτό. Έτσι, έχει δημιουργήσει αυτή την ιδέα, αυτή την ψευδαίσθηση ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσα στο «εγώ» και σ’ εκείνη την «Αλήθεια», κι έχοντας δημιουργήσει αυτή την απόσταση, αυτό το κενό που είναι χρόνος, ρωτάει: «Πώς θα το γεφυρώσω;»

Δείτε το αυτό, σας παρακαλώ. Οποιαδήποτε κίνηση του νου προς αυτό που ονομάζει, «Αλήθεια» δημιουργεί χρόνο, κι επομένως ποτέ δεν μπορεί να γεφυρωθεί το χάσμα. Όσο υπάρχει η οντότητα που λέει, «θα πειθαρχήσω, θα ελέγξω τον εαυτό μου, θα εξασκούμαι κάθε μέρα να είμαι ενάρετος για να ρίξω τον τοίχο ανάμεσα στον εαυτό μου και στην “Αλήθεια”», αυτή η ίδια η οντότητα είναι που δημιουργεί τον τοίχο, την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτήν και στην «Αλήθεια». Επίσης, η αρετή είναι απαραίτητη, γιατί η αρετή φέρνει ελευθερία, τάξη, αλλά η αρετή από μόνη της δεν οδηγεί στην «Αλήθεια».

Η αρετή αναγνωρίζεται από την κοινωνία, και για να ζήσετε στην κοινωνία πρέπει να είστε ενάρετοι. Ίσως πολλοί από σας εδώ να είναι ενάρετοι, καλοί, ευγενικοί, σπλαχνικοί, ανεπιτήδευτοι, κι όμως να μην έχουν εκείνο το εξαιρετικά δημιουργικό «κάτι» που χωρίς αυτό η αρετή έχει πολύ λίγη σημασία και είναι απλώς ένα κοινωνικό βερνίκι που δίνει τη δυνατότητα στην κοινωνία να λειτουργεί ομαλά.

Η αρετή δεν φτάνει.

Όσο ο νους σκέφτεται με βάση το «να γίνει κάτι», να γίνει κάτι άλλο από αυτό που είναι, όσο λέει, «είμαι εδώ και πρέπει να φτάσω εκεί»· όσο θέλει να είναι κάποιος, να έχει εξουσία, να αποκτήσει πλούτη, να είναι μεγάλο διευθυντικό στέλεχος· όσο ο νους λέει, «θα ολοκληρωθώ και θα φτάσω στο Θεό», δεν μπορεί παρά να χρειάζεται χρόνο.

Τώρα: αν μπορέσεις να δεις και να κατανοήσεις αυτό το γεγονός, τότε εκείνη ακριβώς τη στιγμή δεν υπάρχεις, δεν είσαι τίποτα −όχι «ένα τίποτα»−, δεν είσαι τίποτα που να θέλει να γίνει κάτι, και τότε για σένα δεν υπάρχει χρόνος. Τότε δεν υπάρχει κανένα χάσμα ανάμεσα σε εσένα και σε κάτι, δεν υπάρχει κανένα «εγώ», δεν υπάρχει «εκείνη η Αλήθεια που πρέπει να φτάσεις», δεν υπάρχει παρά μόνο μια κατάσταση ύπαρξης· τότε απλώς υπάρχεις και μέσα απ’ αυτή την κατάσταση έρχεται μια εξαιρετική χαρά. Τότε δεν υπάρχει καμιά ψυχολογική πάλη, καμιά σπατάλη ενέργειας. Και πρέπει να έχει κανείς άφθονη ενέργεια, αλλά όχι μέσα από έλεγχο.

Αν, για παράδειγμα, θέλοντας να φτάσεις σε «εκείνη την Αλήθεια» πεις: «θα πάρω όρκο αγαμίας, θα πειθαρχήσω τις επιθυμίες μου για να έχω πιο πολλή ενέργεια», αυτά είναι απλώς άλλο ένα παζάρι. Όλα αυτά είναι τρόποι και κόλπα του νου για να πετύχει κάτι, για να φτάσει κάπου. Για παράδειγμα, ο άνθρωπος που έχει πάρει όρκο αγαμίας δεν ξέρει από αγάπη, γιατί ασχολείται με τον εαυτό του και την προσωπική του ολοκλήρωση.

Το σημαντικό, λοιπόν, είναι να το δει κανείς όλο αυτό: πώς ο νους έχει δημιουργήσει μια απόσταση ανάμεσα στον εαυτό του και σ’ εκείνη την Αλήθεια που νομίζει πως υπάρχει κάπου που πρέπει να φτάσει. Όσο γίνεται οποιαδήποτε κίνηση του νου προς ένα στόχο δεν μπορεί παρά να υπάρχουν και στάδια προς αυτόν, δεν μπορεί παρά να υπάρχει χρόνος.

Τώρα: απλώς με το να ακούσει κανείς αυτό το γεγονός, να το δει και να το κατανοήσει βαθιά μέσα του, ελευθερώνει το νου από το χρόνο. Αλλά μπορείς να το ακούσεις και να το κατανοήσεις μόνο όταν δεν θέλεις να γίνεις κάτι άλλο από αυτό που είσαι, όταν δεν θέλεις να γίνεις οτιδήποτε, μόνο όταν ο νους σου είναι ξεγυμνωμένος απ’ όλες τις εμπειρίες· όταν είσαι όπως τώρα που ακούτε· που δεν «υπνωτίζεστε» από μένα και είστε ήσυχοι επειδή ακούτε κάτι που είναι αλήθεια. Κι αν μπορέσετε ν’ ακούσετε ήσυχα έστω και για ένα λεπτό, για ένα δευτερόλεπτο, τότε θ’ ανακαλύψετε ότι αυτή η ίδια η ησυχία, αυτή η ίδια η σιωπή τούτου του δευτερολέπτου κρύβει μέσα της όλη την αφθονία, την ομορφιά, την καλοσύνη και τον πλούτο της Αλήθειας. Εκείνη τη στιγμή υπάρχει πλήρης προσοχή χωρίς κανένα κίνητρο κι αυτή η απόλυτη προσοχή δεν επιθυμεί να έχει τίποτα περισσότερο, δεν θέλει να γίνει καλύτερη. Αυτή η απόλυτη προσοχή είναι το «καλό», κι επομένως δεν υπάρχει κάτι καλύτερο.

Εκείνο που λέω είναι ότι ο νους μπορεί να ελευθερωθεί αμέσως κι ότι δεν υπάρχει καμιά σταδιακή διαδικασία με την οποία ελευθερώνουμε το νου χρησιμοποιώντας χρόνο. Μόνο ο νους που είναι πολύ ήσυχος μπορεί να είναι ελεύθερος, κι αυτή η ησυχία δεν μπορεί ν’ αποκτηθεί με αντίτιμο τη συγκέντρωση γνώσης και αρετής, ακολουθώντας γκουρού, μπαίνοντας σε ομάδες, κάνοντας πρακτικές· δεν μπορεί κανείς να τη γνωρίσει μέσα από πειθαρχίες ή θυσίες.

Άτλαντας: Ο αταλάντευτος Κοσμοκράτωρ

Στην ελληνική μυθολογία και κατά τον Ησίοδο, ο Άτλας ήταν η μυθική μορφή που κρατούσε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού πάνω από τη Γη.

Ήταν γιος του Ιαπετού ή του Αιθέρα ή του Ποσειδώνα ή του Ουρανού και της Ωκεανίδας Κλυμένης, ή της Ωκεανίδας Ασίας, ή της Ασίας ή της Ημέρας ή της Λιβύης...

Αδελφός του Μενοίτιου, του Προμηθέα και του Επιμηθέα, σύζυγος της Εσπερίδας η κόρη του Έσπερου, που θεωρούνταν επίσης αδερφός του, από την οποία απέκτησε επτά κόρες, τις Ατλαντίδες ή Εσπερίδες· ή κατά άλλη εκδοχή σύζυγος της Ωκεανίδας Πλειόνης από την οποία απέκτησε τις επτά Πλειάδες· ή της Ησιόνης που του γέννησε την Ηλέκτρα· ή της Αίθρας που ήταν κόρη του Ωκεανού από την οποία απέκτησε τον Ύαντα και δώδεκα κόρες.

Ήταν πατέρας πολλών παιδιών ανάμεσα στα οποία ξεχώριζε ο Έσπερος για την ευσέβεια, τη δικαιοσύνη και τον ανθρωπισμό του. Θύελλα τον άρπαξε από το βουνό Άτλας και καταστερίστηκε για την ευσέβεια του. Αναφέρεται και ως πατέρας της Πασιφάης, της Καλυψώς και της αρκαδικής ηρωίδας Μαίρας· που του γέννησε ένα γιο, τον Αύσονα. Τιμωρήθηκε από τον Δία, όπως και οι άλλοι τρεις Υαπετίδες αδελφοί του.

Ο Άτλαντας και οι Εσπερίδες

Ο Ησίοδος γράφει στην Θεογονία:
"Και ο Ιαπετός την κόρη του Ωκεανού με τους ωραίους αστραγάλους
πήρε γυναίκα του, την Κλυμένη, κι ανέβηκε μαζί της σε κοινό κρεβάτι.
Εκείνη τον Άτλαντα το γενναιόψυχο του γέννησε παιδί,
γέννησε και το μεγαλοφάνταστο Μενοίτιο και τον Προμηθέα,
τον εύστροφο με τους ποικίλους δόλους, και τον Επιμηθέα τον ασυλλόγιστο,
που έγινε του κακού η αρχή για τους θνητούς τους σιτοφάγους.
Αφού πρώτος αυτός υποδέχτηκε την πλασμένη από το Δία γυναίκα,
την παρθένα [την Πανδώρα]. Τον υβριστή Μενοίτιο ο Δίας που μακριά ηχεί
στο έρεβος ξαπέστειλε χτυπώντας τον με τον γεμάτο αιθάλη κεραυνό
για την αλαζονεία του και την υπεροπτική του ανδρεία.
Κι ο Άτλας τον πλατύ ουρανό βαστά με το κεφάλι και τα χέρια του
τ' ακάματα σε κρατερή ανάγκη υποταγμένος, στα πέρατα στέκοντας της γης,
μπροστά απ' τις Εσπερίδες τις γλυκόφωνες."

(Ησ. Θεογ. 507-519)

Στη Τιτανομαχία ήταν αρχηγός των Τιτανιδών (γιων των Τιτάνων) και μάλιστα ο δυνατότερος και ο επιδεξιότερος, που όμως μετά τη νίκη του ο Δίας τον τιμώρησε για πάντα υποχρεώνοντας τον να φέρει στους ώμους του τον Ουράνιο θόλο.Ο πιθανότερος λόγος για τον οποίο καταδικάστηκε, ήταν μάλλον γιατί συμμάχησε με τους αντιπάλους του Δία, τους Τιτάνες, είτε γιατί μαζί με τα τρία αδέρφια του κρατούσαν γενικά περιφρονητική στάση απέναντι στον Δία ποτέ δεν τον αποδέχτηκαν ως βασιλιά των θεών.

Μια άλλη πιθανή εξήγηση είναι ότι ο Δίας τον εκδικήθηκε, γιατί κατασπάραξε τον Διόνυσο, μαζί με τους άλλους Τιτάνες.

Μετά την επικράτηση των Ολυμπίων οι τέσσερις γιοι του Ιαπετού εισέπραξαν την τιμωρία τους: ο Επιμηθέας και ο Μενοίτιος κατακεραυνώνονται και γκρεμίζονται από τον Δία στο Έρεβος. Ο Προμηθέας καρφώνεται στον Καύκασο στο ανατολικό άκρο της Γης.

Ο Άτλαντας βυθίζεται στα Τάρταρα βαθιά κάτω από τη Γη στο δυτικό άκρο, κοντά στα σύνορα του Χάους, εκεί όπου οι Εσπερίδες φυλάνε τα χρυσά μήλα και στο σημείο που βρίσκονται οι ρίζες της Γης, του Πόντου, του Ουρανού και του Τάρταρου.

Στο εξής θα ήταν καταδικασμένος να στηρίζει με τη δύναμή του τον Ουρανό πάνω από τη Γη.

Επειδή τη "θεία τιμωρία" αυτή την υπέμενε με θαυμαστή και παραδειγματική εγκαρτέρηση έλαβε το όνομα Άτλας, (<αρχ. Ἄτλας<α- αθροιστ. + τλᾶ- | τλη-, από όπου και απαρ. τλῆ-ναι "τολμώ") συγγενεύει με το επίθετο "αταλάντευτος", που σημαίνει στερεός, σταθερός, ανθεκτικός, αυτός που υπομένει να σηκώνει βάρη.

Ο Άτλαντας και ο Προμηθέας

Όνομα συγγενικό με της Αταλάντης, του Τάλω- του ηλιακού θεού της Κρήτης- όπως επίσης του Ταλαού του Τάνταλου και του Τελαμώνα. Οι ποιητές τον χαρακτήριζαν κρατερόφρονα και με σθένος κραταιόν. Οι άνθρωποι πίστευαν εκείνη την εποχή πως ο Κόσμος ήταν σαν ένα τεράστιο κτίριο με θεμέλια, κίονες και οροφή. Ο Άτλας θα κρατούσε την κολόνα ή τις κολόνες, όπου πατά ο Ουρανός στη Γη ή τον άξονα του Κόσμου.

Άλλοι πάλι φαντάζονταν πως θα σήκωνε στους ώμους του το θόλο του Ουρανού ή τον Ουρανό και τη Γη μαζί.

Επιπλέον, ο Άτλαντας, λόγω της θέσης του κατείχε απέραντη σοφία και γνώση οικουμενική.Ήξερε όλα τα βάθη της θάλασσας και τα περίεργα που κρύβονται στις αβύσσους του Ωκεανού. Γνώριζε τα μυστικά του Ουρανού, όπως και το ότι ο Κόσμος είναι μια μεγάλη σφαίρα. Κατά τον Απολλόδωρο ο Άτλαντας δεν σήκωνε τον ουρανό στη Δύση, στην Εσπερία αλλά στη χώρα των Υπερβόρειων. Εκεί πήγε και τον βρήκε ο Ηρακλής, ενώ νωρίτερα είχε περάσει από τον Καύκασο, το άλλο όριο του κόσμου, το ανατολικό. Εκεί, ο άλλος τιμωρημένος αδελφός, ο Προμηθέας,από ευγνωμοσύνη στον ήρωα που τον απάλλαξε από τον αετό που του έτρωγε το συκώτι, του υπέδειξε να πείσει τον Άτλαντα να πάρει για λογαριασμό του τα μήλα των Εσπερίδων, λέγοντάς του ότι θα κρατούσε στη θέση του το στερέωμα του ουρανού όσο θα κρατούσε το εγχείρημά του. Και ο Άτλαντας πήγε στον κήπο των Εσπερίδων, έκοψε τρία μήλα και τα έφερε στον Ηρακλή.

Όμως δεν ήθελε πια να κρατά τον ουρανό και σκόπευε να τον αφήσει στους ώμους του Ηρακλή. Αλλά εκείνος τον ξεγέλασε με τέχνασμα· του είπε να κρατήσει μόνο στιγμιαία τον ουρανό, ώστε να βάλει στο κεφάλι του μια κουλούρα ύφασμα για να τον σηκώνει πιο εύκολα. Ο Άτλαντας άφησε κάτω τα μήλα και παρέλαβε τον ουρανό· τότε ο Ηρακλής τα άρπαξε και έφυγε. Κάποιοι λένε ότι δεν τα πήρε από τον Άτλαντα, αλλά ότι ο ίδιος τα έκοψε, αφού πρώτα σκότωσε το φίδι που τα φύλαγε. Υπάρχει και μια διαφορετική εκδοχή.

Άτλαντας και Ηρακλής

Ληστές είχαν αρπάξει τις κόρες του Άτλαντα, τις Εσπερίδες. Ο Ηρακλής καταφέρνει να τους σκοτώσει και να ξαναφέρει τις κόρες πίσω στον πατέρα τους. Εκείνος τότε, για να τον ανταμείψει, του μεταφέρει τις απέραντες γνώσεις του, τα μυστικά του Ουρανού και την αστρονομία.

Ο Οβίδιος θέλει τον Άτλαντα πάμπλουτο βασιλιά της Μαυριτανίας με πολλά κοπάδια διαφόρων ζώων και απέραντους κήπους με τα περίφημα μήλα, για την προστασία των οποίων είχε υψώσει τείχη και έβαλε ένα δράκοντα να τα φυλά.

Αρνήθηκε να φιλοξενήσει τον Περσέα, όταν έμαθε την καταγωγή του, γιατί χρησμός από τη Θέτιδα στον Παρνασσό τον είχε προειδοποιήσει ότι ένας γιος του Δία θα του έκλεβε τα μήλα. Ο Περσέας προσπάθησε να τον πείσει, αλλά δεν τα κατάφερε όσο κι αν τον παρακάλεσε. Και τότε έβγαλε από το σακούλι του το κεφάλι της Μέδουσας και τον απολίθωσε.

Ο Περσέας πετρώνει τον Άτλαντα με το κεφάλι της Μέδουσας

Έτσι, ο Τιτάνας μεταβλήθηκε στο ομώνυμο βουνό, οι ώμοι και τα χέρια του έγιναν κορυφές με ψηλότερη αυτή του κεφαλιού του, τα μαλλιά και η γενειάδα του έγιναν δάση, τα κόκαλά του έγιναν βράχια. Και το κάθε μέρος έγινε τεράστιο και ο ουρανός με τα αστέρια αναπαύονταν σε αυτόν .

Είναι πιθανό η ιστορία αυτής της μεταμόρφωσης να στηρίζεται στην περιγραφή του ομώνυμου βουνού στην Αφρική από τον Ηρόδοτο που οι κορυφές του δεν διακρίνονται ούτε χειμώνα ούτε καλοκαίρι από τα νέφη που τις καλύπτουν. Οι ντόπιοι ονομάζουν το βουνό κίονα του ουρανού και τους εαυτούς τους Άτλαντες.

Κατά τον Πλάτωνα ο Άτλας ήταν ένας από τους δέκα βασιλείς της Ατλαντίδας.

Ο Διόδωρος Σικελιώτης αναφέρει τον Άτλαντα ως γιο του Ουρανού τον θεωρεί ως τον πρώτο αστρονόμο που δίδαξε στους ανθρώπους τους νόμους του ουρανού.

Γι' αυτό οι άνθρωποι πίστεψαν ότι ολόκληρο το σύμπαν στηρίζεται στους ώμους του Άτλαντα, ο μύθος δηλαδή υπαινίσσεται την ανακάλυψη και περιγραφή του σφαιρικού σύμπαντος από τον Άτλαντα που από το πανύψηλο αυτό βουνό της Αφρικής από το οποίο γλίστρησε και έπεσε στη παρακείμενη θάλασσα δίνοντας τόσο στο βουνό όσο και στη θάλασσα το όνομά του Άτλας και Ατλαντικός. (Διόδ. 60.2)

Ο ρόλος του Άτλαντα είναι, όπως είδαμε, να κρατά τον Ουρανό, καθώς στέκεται ανάμεσα σ' αυτόν και στη Γη. Με αυτή την έννοια, ο Άτλαντας είναι ένας τρόπος να συμβολίζεται η πράξη της δημιουργίας του Κόσμου.

Ο Κόσμος προέκυψε από το Χάος, που μέχρι τότε επικρατούσε και όπου όλα ήταν ανακατεμένα μεταξύ τους. Κάποια στιγμή τα στοιχεία του Σύμπαντος χωρίστηκαν και ο Κόσμος διακρίθηκε στα μέρη του. Έτσι και ο Άτλαντας χωρίζει τον Ουρανό από τη Γη, κάτι δηλαδή σαν αυτό που είχε πράξει ο Κρόνος για πρώτη φορά.

Φαίνεται πως για τους αρχαίους ο Άτλας και οι τέσσερις γιοί του Ιαπετού συμβόλιζαν τους ακρογωνιαίους λίθους στο οικοδόμημα του κόσμου, καθώς και τα σημεία προσανατολισμού τους.

Επίσης, με τη θέση και τις απέραντες γνώσεις που είχε θεωρούνταν δικαιολογημένα ο εφευρέτης και πρώτος δάσκαλος της αστρονομίας.

Τα λέιζερ θα αντικαταστήσουν τα μπουζί

serveimage-3Παρά τη διαρκή πρόοδο στις εναλλακτικές πηγές ενέργειας, φαίνεται πως ο κινητήρας εσωτερικής καύσης (ΚΕΚ) έχει ακόμα δεκαετίες ζωής. Οπότε έχει νόημα η εξέλιξή του, προκειμένου να γίνει ακόμη πιο λιτοδίαιτος σε καύσιμο και να μολύνει λιγότερο το περιβάλλον.

Στα πλαίσια αυτά, είναι πιθανόν σύντομα να αποχαιρετίσουμε οριστικά το μπουζί -ένα από τα πιο εμβληματικά μέρη του ΚΕΚ, το οποίο τον συνοδεύει από το 1860, οπότε και εφευρέθηκε από τον Βέλγο Étienne Lenoir.

Ο λόγος; Ερευνητές του Εθνικού Ινστιτούτου Φυσικών Επιστημών της Ιαπωνίας (NINS) δουλεύουν πάνω στη δημιουργία αναφλεκτήρων λέιζερ. Οι οποίοι πιστεύουν πως τελικά θα αντικαταστήσουν τα κοινά μπουζί στους κινητήρες.

Τα «μπουζί» λέιζερ έχουν σημαντικά πλεονεκτήματα. Δεν είναι μόνο ότι προσφέρουν καλύτερες επιδόσεις και χαμηλότερη κατανάλωση καυσίμου. Παράλληλα μειώνουν και τις εκπομπές ρύπων στην ατμόσφαιρα.

Τα συμβατικά μπουζί κάνουν τη δουλειά τους δημιουργώντας με ρεύμα υψηλής τάσης έναν ηλεκτρικό σπινθήρα στο άκρο τους που βρίσκεται μέσα στον θάλαμο καύσης. Ο σπινθήρας αναφλέγει το καύσιμο μείγμα, προκαλώντας την ελεγχόμενη έκρηξή του. Αυτή η έκρηξη είναι που σπρώχνει το έμβολο προς τα κάτω, προκαλώντας τη λειτουργία του κινητήρα.

serveimage-2

Ένα βλαβερό παράγωγο της διαδικασίας αυτής είναι τα τοξικά οξείδια του αζώτου (NOx) που μολύνουν την ατμόσφαιρα και συμβάλλουν σημαντικά στο «νέφος» και την όξινη βροχή. Οι κινητήρες εκπέμπουν λιγότερα οξείδια αζώτου όταν το εύφλεκτο μείγμα περιέχει περισσότερο αέρα και λιγότερο καύσιμο, όταν δηλαδή καταναλώνουν ένα  «φτωχό μείγμα» όπως αποκαλείται.
Όμως ένα τέτοιο μείγμα για να καεί απαιτεί πολύ μεγαλύτερη ενέργεια.

Κάτι τέτοιο είναι μεν εφικτό με τη σημερινή τεχνολογία, όμως το απαιτούμενο βολτάζ θα έλιωνε τα ηλεκτρόδια των μπουζί σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Αντίθετα οι αναφλεκτήρες λέιζερ μπορούν να αναφλέξουν πολύ φτωχότερα μείγματα χωρίς τον κίνδυνο να αυτοκαταστραφούν. Πολύ απλά επειδή δεν έχουν ηλεκτρόδιο.

Οι επιστήμονες του NINS ελπίζουν να ξεπεράσουν κι άλλο ένα μειονέκτημα των μπουζί. Το ότι αναφλέγουν μόνον το καύσιμο μείγμα που βρίσκεται γύρω από την ακίδα τους. Αυτό διότι μεγάλο μέρος της ενέργειας της έκρηξης απάγεται σαν θερμότητα από τα γύρω μέταλλα του κυλίνδρου και της κεφαλής, προτού φτάσει στο έμβολο.

Το λέιζερ αντίθετα μπορεί να εστιάσει την ενεργειακή ακτίνα του στο κέντρο του κυλίνδρου, από όπου η έκρηξη του μείγματος θα εκτεινόταν πιο συμμετρικά –και τρεις φορές πιο γρήγορα από ό,τι με ένα μπουζί, σύμφωνα με τις μετρήσεις.

Έτσι όμως οι μηχανικοί θα μπορέσουν να μεταβάλλουν και τον χρονισμό του κινητήρα. Δηλαδή να αλλάξουν τη χρονική στιγμή δημιουργίας του σπινθήρα της καύσης. Αυτό γιατί το λέιζερ δημιουργεί έναν παλμό ενέργειας σε νανοδευτερόλεπτα (δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου), ενώ το μπουζί σε μόλις χιλιοστά του δευτερολέπτου. Δηλαδή τα λέιζερ είναι ένα εκατομμύριο φορές ταχύτερα.
Για την καύση του μείγματος, ένα λέιζερ θα πρέπει να μπορεί να εστιάσει το φως με ένταση περίπου 100 γιγαβάτ ανά τετραφωνικό εκατοστό, με ενεργειακούς παλμούς των 10 μιλιτζάουλ (millijoule).

Ως τώρα κάτι τέτοιο ήταν δυνατόν μόνον μέσω μεγάλων, μη αποδοτικών και μάλλον ασταθών λέιζερ. Οι επιστήμονες του NINS όμως κατάφεραν να δημιουργήσουν ένα μικρό, στιβαρό και αποδοτικό λέιζερ που τα καταφέρνει εξίσου καλά.

Το πέτυχαν υπερθερμαίνοντας κεραμικές πούδρες τις οποίες κατόπιν ανέμειξαν με διαφανή στερεά υλικά, στα οποία τέλος ενσωμάτωσαν μεταλλικά ιόντα προκειμένου να «χειριστούν» –δηλ. ρυθμίσουν- τις ιδιότητές τους.

Έτσι ο αναφλεκτήρας λέιζερ που κατασκεύασαν έχει πλάτος μόλις 9 χιλιοστά και μήκος 11 χιλιοστά. Αποτελείται από δύο κολλημένα μεταξύ τους μέρη κατασκευασμένα από κράμα ύτριου-αλουμινίου-γαλλίου και εκπέμπει δύο παλμούς που αναφλέγουν το μείγμα σε δύο διαφορετικά σημεία του θαλάμου καύσης, προκαλώντας την ταχύτερη αλλά και πιο ομοιόμορφη έκρηξη.

Μάλιστα τώρα οι Ιάπωνες προσπαθούν να κατασκευάσουν ένα λέιζερ τριών ταυτόχρονων παλμών. Το λέιζερ αυτό δεν μπορεί να καύσει το μείγμα με έναν παλμό, μπορεί όμως να δημιουργήσει πολλαπλούς παράλληλους παλμούς με διάρκεια 800 πικοσεκόντ (τρισεκατομμυριοστό του δευτερολέπτου).

Για την ώρα ο αναφλεκτήρας λέιζερ δεν έχει δοκιμαστεί σε αυτοκίνητο. Η επιστημονική ομάδα συζητά τώρα τους όρους συνεργασίας με έναν μεγάλο κατασκευαστή μπουζί και με την DENSO Corporation, έναν γίγαντα στην κατασκευαστή αυτοκινητικών ανταλλακτικών.

Η έρευνά τους θα παρουσιαστεί τον ερχόμενο μήνα στο Συνέδριο Λέιζερ και Ηλεκτρο-Οπτικής στην Βαλτιμόρη.

Το μέλλον είναι εδώ: Ρομπότ κάνει εγχείρηση μόνο του... και ξεπερνά ακόμα και έμπειρους χειρούργους

Τα ρομπότ έκαναν ένα ακόμη καθοριστικό βήμα για να αποκτήσουν τη δική τους αυτονομία στο χειρουργείο, φιλοδοξώντας να κλέψουν λίγη από τη δόξα των αυτόνομων οχημάτων της Google.
 
Για πρώτη φορά, ένα αυτόνομο ρομπότ - υπό την απλή επίβλεψη αλλά όχι καθοδήγηση ενός γιατρού- έκανε με επιτυχία μια χειρουργική επέμβαση σε μαλακούς ιστούς ενός πειραματόζωου.
 
Το ρομπότ τα κατάφερε καλύτερα τόσο από τους έμπειρους χειρουργούς, όσο και από την υπάρχουσα σήμερα υποβοηθούμενη από ρομπότ χειρουργική επέμβαση. Η δοκιμή αφορούσε επέμβαση εντέρου σε ζωντανούς χοίρους. Το ρομπότ έκοψε και έραψε ξανά το έντερο με μεγάλη ακρίβεια.
 
Οι ερευνητές του Ινστιτούτου Παιδιατρικής Χειρουργικής Καινοτομίας Sheikh Zayed (ιδρύθηκε το 2010 με δωρεά από την κυβέρνηση του Αμπού Ντάμπι) και του Τμήματος Επιστήμης των Υπολογιστών του Πανεπιστημίου Τζον Χόπκινς των ΗΠΑ, με επικεφαλής τον Αζάντ Σέιντμαν, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ιατρικό περιοδικό "Science Translational Medicine".
 
Σήμερα η ρομποτική χειρουργική βασίζεται στον χειρουργό, ο οποίος καθοδηγεί χειροκίνητα το ρομπότ και η έκβαση της εγχείρισης εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την εκπαίδευση και την εμπειρία του γιατρού. Μέχρι τώρα είχαν γίνει πρόοδοι στην αυτόνομη ρομποτική χειρουργική μόνο για επεμβάσεις σε σκληρούς ιστούς, όπως τα οστά. Τώρα, για πρώτη φορά, έγινε κάτι ανάλογο και σε μαλακούς ιστούς, οι οποίοι περιλαμβάνουν τους τένοντες, τους μυς, τα νεύρα, τα αιμοφόρα αγγεία, το δέρμα, τον λιπώδη ιστό κ.α.
 
Οι μαλακοί ιστοί εμφανίζουν συνεχείς και απρόβλεπτες αλλαγές κατά την εγχείριση, γι' αυτό οι χειρουργοί πρέπει να κάνουν συνεχείς προσαρμογές, πράγμα που έως τώρα ήταν πέρα από τις δυνατότητες ενός ρομπότ. Όμως το νέο ρομποτικό σύστημα STAR (Smart Tissue Autonomous Robot) διαθέτει έναν ελαφρύ ρομποτικό βραχίονα και χειρουργικά εργαλεία ακριβείας, τεχνολογίες τρισδιάστατης όρασης και «έξυπνης» απεικόνισης, καθώς και ειδικό λογισμικό με εξελιγμένους αλγόριθμους. Όλα αυτά του επιτρέπουν να παίρνει αποφάσεις και να «πλοηγείται» σε πραγματικό χρόνο και με μεγάλη επιτηδειότητα στον μαλακό ιστό.
 
Οι ερευνητές σύγκριναν την αποτελεσματικότητα του STAR με παρόμοια χειρουργική επέμβαση που έγινε μέσω λαπαροσκόπησης από έμπειρα χέρια χειρουργών (με εμπειρία τουλάχιστον επτά ετών), καθώς και με την ημι-αυτόνομη επέμβαση που πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια του δημοφιλούς ρομποτικού συστήματος «Ντα Βίντσι». Σε όλες τις περιπτώσεις, σύμφωνα με τους ερευνητές, το αυτόνομο ρομποτικό σύστημα STAR είχε ίδιες ή και ανώτερες επιδόσεις, ακόμη και στην αναστόμωση (επανένωση) του εντέρου των πειραματόζωων. Όλοι οι χοίροι ήσαν καλά μετά την επέμβαση και δεν εμφάνισαν επιπλοκές.
 
Οι ερευνητές εκτίμησαν ότι ο αυτόνομος ρομποτικός χειρουργός STAR μπορεί να πιάσει δουλειά στα νοσοκομεία μέσα στην επόμενη διετία.
 
Στόχος των ερευνητών είναι σταδιακά να καταστήσουν αυτόνομους τους ρομποτικούς χειρουργούς, θεωρώντας ότι εξοβελίζοντας τον ανθρώπινο παράγοντα, στο μέλλον θα μειώσουν την πιθανότητα λάθους. Τα ρομπότ θα κάνουν μόνα τους την εγχείρηση και οι γιατροί απλώς θα παρακολουθούν, επεμβαίνοντας μόνο αν χρειασθεί. Παραμένει όμως ερώτημα κατά πόσο οι άνθρωποι θα εμπιστεύονταν τα ρομποτικά χειρουργικά χέρια.