Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Πολλοί μεσσίες, πολλοί χριστοί

Αποτέλεσμα εικόνας για christenverfolgung im römischen reich

Η πορεία του μεσσιανισμού τον 1ο αιώνα

(Η δημοσίευση αυτή ανήκει στην σειρά δημοσιεύσεων σχετικά με την ιστορικότητα του Ιησού).
 
Εδώ θα δούμε την εξέλιξη του μεσσιανισμού στους Εβραίους τον 1ο αιώνα και αρχή του 2ου αιώνα κ.ε., επίσης θα θίξουμε τα κυριότερα γεγονότα της εποχής του 1ου αιώνα στην Παλαιστίνη και πως αυτά επηρεάζουν την έρευνά μας για να βρούμε την ιστορικότητα του Ιησού των Ευαγγελίων, λίγο πριν προχωρήσουμε στις πηγές του 2ου αιώνα.
 
Μετά την εποχή των ελληνιστικών βασιλείων και την επιτυχή επανάσταση των Μακκαβαίων, το Ισραήλ δεν έπαψε να είναι σε αναταραχή γιατί οι Μακκαβαίοι ως μη ανήκοντες σε βασιλική γενιά δεν ήταν αρεστοί στους Φαρισαίους. Με εξαίρεση την περίοδο της βασιλείας της Σαλώμης, η χώρα ήταν σε συνεχή αναβρασμό, διχόνοιες και επαναστάσεις, μέχρι την έλευση των Ρωμαίων, που οι διαμάχες τους διευκόλυναν να βάλουν πόδι στην Παλαιστίνη. Εκεί λοιπόν που αχνόφεγγε ένα είδος ελευθερίας για τους Εβραίους, ξαναέπεσαν από τις έριδες στην υποτέλεια. Από αυτή την περίοδο έχουμε και το κτίσιμο της μεσσιανικής ιδέας, που ξεκίνησε από την ελληνιστική εποχή, με την προφητεία για την αναμονή του μεσσία που υποτίθεται ότι έχει η Γραφή τους, που θα έρθει σαν απεσταλμένος του Γιαχβέ για να τους ελευθερώσει και να γίνει βασιλιάς.

Όχι μόνο το Ισραήλ γέμισε με προφητείες για την έλευσή του, αλλά και με αρκετούς επίδοξους μεσσίες προς επίρρωση των προφητειών αυτών, που έπειθαν τον κόσμο να τους ακολουθήσει για να επαναστατήσουν στους Ρωμαίους. Η κατάσταση στις πόλεις ήταν σχεδόν πάντα έκρυθμη γιατί ο λαός εύκολα παρασυρόταν από τον κάθε έναν που δήλωνε προφήτης, ενώ έξω από τις πόλεις κυριαρχούσαν φίλαρχοι και ληστές, που ενίοτε εισέβαλλαν και στις πόλεις ή έκαναν ανταρτοπόλεμο, πολλοί από αυτούς εμφορούμενοι από την προφητεία αυτή. Στο Παράρτημα στο τέλος του κειμένου μπορείτε να βρείτε τα σχετικά χωρία της Παλαιάς Διαθήκης που υποτίθεται ότι είναι οι σχετικές προφητείες.

Όσο περνούσε ο καιρός και οι προφητείες δεν επιβεβαιώνονταν, τόσο και νέοι μεσσίες εμφανιζόντουσαν στην προσπάθεια να εκπληρωθεί η προφητεία αυτή. Τί πίστευαν ότι ήταν ο μεσσίας; Μα ένα προφήτης και βασιλιάς μαζί, απεσταλμένος του Ιεχωβά για να τους σώσει. Αφού η θρησκευτική τους ελευθερία ήταν σύμφυτη με την εθνική, άρα και με την καταστροφή των ειδώλων και των ειδωλολατρών, όπως όλη τους η παράδοση τονίζει. Δεν θα ήταν μόνο θρησκευτικός ηγέτης, αλλά και αυτός που θα τους λύτρωνε από την σκλαβιά, αυτός που θα σταματούσε την διαρροή του εκλεκτού λαού στα νέα ελληνορωμαϊκά ήθη που κατέκλυζαν την Ιουδαία, αυτός που θα έδιωχνε του ειδωλολάτρες και θα τους ελευθέρωνε, κάνοντας το Ισραήλ μεγάλο και κυρίαρχο “των εθνών”. Θα ήταν λοιπόν ένας πραγματικός ηγέτης, ένας νέος βασιλιάς ισάξιος ή και μεγαλύτερος του μυθικού Δαβίδ, για τον λόγο αυτό θα ήταν υποτίθεται από την γενιά του.

Επίσης, έχει ενδιαφέρον ότι πάρα πολλές στάσεις και μεσσίες έδρασαν στο Όρος των Ελαιών, που για την Ιερουσαλήμ, είναι όπως περίπου ο Υμηττός για την Αθήνα, (αν και η υψομετρική διαφορά είναι μικρή 200 μέτρα, το όρος είναι στα 800 και τα Ιεροσόλυμα στα 600 μέτρα ύψος). Το όρος αυτό έχει στρατηγική σχέση με την πόλη των Ιεροσολύμων και εκεί αν θυμάστε στο Ιώσηπο, είχε γίνει ήδη αναταραχή και μια μικρή στάση, όταν έγινε η προσπάθεια να φτιαχτεί από τον Πιλάτο ένα υδραγωγείο, μάλιστα αμέσως πριν από αυτό το συμβάν στο ένα του έργο, και μετά από αυτό το συμβάν στο άλλο, αναφέρεται κάτι περί Ιησού που αφήνεται στην κρίση σας αν μπορεί τελικά να έχει και σχέση.

Τα κείμενα του Χριστιανισμού μάς αναφέρουν έναν τέτοιον μεσσία που τονίζουν ότι μόνο αυτός ήταν ο Χριστός, και το όνομά του Ιησούς. Μάλιστα μας αναφέρονται ιστορίες για την παρουσία και δράση του, για την διδασκαλία, τους μαθητές, τα θαύματά του, την σταύρωση και το τέλος του, που δεν ήταν ακριβώς τέλος, αφού μόλις αναστήθηκε μετά από λίγο εξαφανίστηκε, δηλαδή αναλήφθηκε όπως λένε, αλλά και μια υποσχόμενη συνέχεια σε επόμενη “season”, άγνωστο πότε για να υπάρχει η σχετική αγωνία. Είναι περιττό να επαναληφθεί ότι εκτός από τα χριστιανικά κείμενα, δεν αναφέρεται σε κανέναν σύγχρονο ιστορικό κάτι για αυτόν· αν υπήρχε έχει εξαφανιστεί, και ελλείψει τέτοιων κειμένων στην ουσία εδώ, ερευνούμε ποια ήταν η γενικότερη κατάσταση στην περιοχή. Ψάχνοντας λοιπόν στα ιστορικά κείμενα, υπάρχουν ένας σωρός καταγεγραμμένοι υποψήφιοι μεσσίες και θα διαπιστώσουμε ότι αρκετοί από αυτούς ίσως μας θυμίζουν από κάτι αντίστοιχο στα Ευαγγέλια. Ακολουθεί η σύντομη ιστορική ανασκόπηση που αν δεν σας ενδιαφέρει, παρ' όλο που είναι σημαντική γιατί μας βάζει στο κλίμα, μπορείτε να προσπεράσετε και να πάτε κατευθείαν στους μεσσίες.

ΔΕΣΠώς ο Ιησούς έγινε «θεός»

Σύντομη ιστορική αναδρομή

Οι ωφελημένοι από την δράση των Μακκαβαίων και την αντίσταση στους Μακεδόνες-Επίγονους ήταν οι Ασμοναίοι βασιλείς που η δυναστεία τους, αφού κράτησε από το 142 π.κ.ε έως το 63 π.κ.ε. καταλύθηκε από τις εσωτερικές τους διαμάχες με την φιλική συνδρομή της Ρώμης και την κατάληψη της Ιερουσαλήμ από τον Πομπήιο. Από τότε υπήρχε ήδη μια τυπική πλέον αυτονομία της Ιουδαίας, κηδεμονευμένης όμως από τον Ρωμαίο έπαρχο της Συρίας.

To 40 π.κ.ε. αναλαμβάνει σαν βασιλιάς ο Ηρώδης ο Μέγας με τις ευλογίες της ρωμαϊκής Συγκλήτου.

Το 4 π.κ.ε. επέρχεται ο θάνατος του Βασιλιά Ηρώδη (αυτού που υποτίθεται θανάτωσε τα βρέφη στα Ευαγγέλια). Το βασίλειό του αναλαμβάνει ο εθνάρχης Αρχέλαος και μετά από μερικές ίντριγκες, το 6 κ.ε. η Ιουδαία μοιράζεται από τον Καίσαρα στους δύο τετράρχες, τον Ηρώδη Αντίπα και Ηρώδη Φιλίππου έως το 39 κ.ε.

Tο 6 κ.ε. γίνεται η η απογραφή του Κυρίνιου, για να καταγράψουν οι Ρωμαίοι, τι αφήνει ο Ηρώδης, για να γίνει η σωστή μοιρασιά στους τετράρχες (αυτή ήταν απογραφή περιουσίας και όχι προσώπων, που υποτίθεται ανάγκασε τον Ιωσήφ και την Μαρία, αλλά κανένα άλλο μέλος από πιθανή προγενέστερη οικογένεια του Ιωσήφ, να βρεθούν στην Βηθλεέμ, δηλαδή εκεί που δεν είχαν καμία περιουσία) και από τότε οι Ρωμαίοι έχουν τον πλήρη έλεγχο της Ιουδαίας με κυβερνήτη τον Κωπώνιο.

Μέχρι εδώ ελπίζω να έχετε καταλάβει ότι τα γεγονότα που αναφέρουν ο Λουκάς και ο Ματθαίος περί την Γέννηση του Ιησού, ως τελείως άσχετες με την πραγματικότητα όπως έχω δείξει και εδώ.

Ο τέταρτος Ρωμαίος διοικητής της Ιουδαίας (15-26 κ.ε.) ήταν ο Βαλέριος Γράτος και το 26 αναλαμβάνει ο Τιβέριος Πόντιος Πιλάτος, που φαίνεται να δημιούργησε πολλά προβλήματα με τους υπόδουλους πλέον Εβραίους μέχρι και το 36 κ.ε.

Το 38 επί Γάϊου Καλιγούλα και σε συνδυασμό με κάποιες ταραχές με Εβραίους στην Αλεξάνδρεια, η ρωμαϊκή διοίκηση γίνεται σκληρότερη, και το μοναδικό προνόμιο που είχαν οι Εβραίοι να μην προσκυνούν τον αυτοκράτορα, αμφισβητήθηκε, οξύνοντας ακόμα περισσότερο τα πνεύματα. Μετά τον θάνατο όμως του Καλιγούλα, ο Ηρώδης Αγρίππας φίλος του νέου αυτοκράτορα (Κλαύδιου), αναλαμβάνει όλο το παλιό βασίλειο του Ηρώδη του Μεγάλου, από το 37 έως το 44 κ.ε. και σχεδόν αμέσως μετά αναλαμβάνει ο Ηρώδης Αγρίππας ο 2ος, σε μια τελείως φιλορωμαϊκή πορεία (για αυτό και στις Πράξεις τού δίνουν υποτίθεται ένα θεόσταλτο κακό τέλος), ενώ ο Ρωμαίος διοικητής που ανέλαβε τότε ως επίτροπος πλέον (Procurator) ήταν ο Κούσπιος Φάδος.

Το 46 ανέλαβε ως επίτροπος ο Τιβέριος Ιούλιος Αλέξανδρος και το 48 ο Ουεντίδιος Κουμανός. Οι ταραχές εντείνονται, ενώ το 50 υπάρχει έντονος αναβρασμός σε συνδυασμό με μια διαμάχη Σαμαρειτών και Ιουδαίων. Το 52 αναλαμβάνει ο Μάρκος Αντώνιος Φήλιξ. Η κατάσταση είναι εκρηκτική ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται εκτεταμένη τρομοκρατία με την δράση των σικάριων· μεταμφιεσμένοι μαχαιροβγάλτες κρυμμένοι μέσα στο πλήθος, σκότωναν με άνεση Ρωμαίους δυνάστες ή Εβραίους αποστάτες και εξαφανιζόντουσαν πάλι στο πλήθος με ασφάλεια.

Μετά από αρκετούς επιτρόπους το 64 κ.ε., με το που αναλαμβάνει ο Γέσσιος Φλώρος, ξεσπάει γενική επανάσταση (Πρώτος Ιουδαϊκός Πόλεμος), που λήγει από τον Τίτο το 70 με την κατάληψη της Ιερουσαλήμ και την καταστροφή του Ναού, αλλά οι εχθροπραξίες συνεχίστηκαν μέχρι το 73 με την κατάληψη του οχυρού της Μασάντα (ΝοτιοΔυτικά της Νεκράς Θάλασσας). Λίγο πριν, το 68 έγινε και η κατάληψη του οχυρού–καταυλισμού των Εσσαίων στα ΒΔ της Νεκράς Θάλασσας.

Όλες οι θρησκευτικές σέκτες έχασαν την συνοχή τους με εξαίρεση τους Φαρισαίους που φαίνεται να είχαν την μικρότερη εμπλοκή στην επανάσταση και ίσως για αυτό και να κατηγορήθηκαν μετά ως υποκριτές από τους αντιπάλους τους “χριστιανούς”. Φαίνεται όμως ότι τότε αρχίζουν να διαμορφώνονται νέες σέκτες. Από τότε η Ιουδαία γίνεται επαρχία και ο υπεύθυνος ονομάζεται legatos. Φυσικά οι ταραχές δεν σταμάτησαν, αλλά μετά από μικρή ανάπαυλα επεκτάθηκαν με μια σειρά ταραχών που λέγονται και Δεύτερος Ιουδαϊκός Πόλεμος (115-117) στην Β. Αφρική και την Κύπρο, από Εβραίους της διασποράς ή φυγάδες του πρώτου πολέμου. Να σημειωθεί ότι εκείνη την εποχή οι Εβραίοι που βρισκόντουσαν ήδη διεσπαρμένοι σε ανθηρά κέντρα της αυτοκρατορίας ήταν ήδη πάρα πολλοί.

Ο Τρίτος Ιουδαϊκός Πόλεμος (132-135), ήταν η συνέχεια και το τέλος εκείνης της μεσσιανικής ελπίδας των Ιουδαίων. Εδώ φαίνεται να συμμετείχαν όλοι, ακόμα και οι Σαμαρείτες. Οι “χριστιανοί” δεν αναφέρονται πουθενά, αν και έχουν εμφανιστεί ήδη από το 112 κ.ε. σαν ονομασία. Από την χριστιανική γραμματεία θα μάθουμε μόνο, ότι υπήρχαν πολλοί ψευδοπροφήτες και υπάρχουν κάποιες αναφορές τους, ότι στην τελευταία εξέγερση (132-5) δεν συμμετείχαν και το χρησιμοποιούν σαν επιχείρημα στις απολογίες τους.

Γνωστοί επίδοξοι προφήτες - μεσσίες – δάσκαλοι, στην “εποχή” του Ιησού.

Εδώ έχουμε μια λίστα με ανθρώπους που ήταν δάσκαλοι-μάγοι, είχαν θαυμαστή δράση ή θεωρήθηκαν μεσσίες από τους Εβραίους και όχι μόνο (ο Τυανεύς δεν έχει σχέση με τον εβραϊκό μεσσιανισμό, αλλά η δράση του έχει πολλά κοινά σημεία, την ίδια περίοδο και που δεν μπορούν να περάσουν απαρατήρητα).
  • Γιέισου χα–Νοτζρί (135 π.κ.ε) (από το Ταλμούδ που γράφτηκε τον 2ο αιώνα).
  • Ο Δάσκαλος της Δικαιοσύνης (τέλος του 2ου αιώνα π.κ.ε.)
  • Ο Σίμων της Περαίας (4 π.κ.ε.).
  • Ο ήρωας της στήλης του Γαβριήλ
  • Ο Αθρόγκης (3 κ.ε.).
  • Μπεν Στάδα (Ρωμαϊκή εποχή) (από το Ταλμούδ) εμπλέκεται συχνά και από τον Κέλσο σαν το ίδιο άτομο με τον Γιέισου χα–Νοτζρί.
  • Ο Μεσσίας του όρους Γαριζίν. (34-35)
  • Ιούδας ο Γαλιλαίος (6 κ.ε.) και οι γιοι του.
  • Ιωάννης ο Βαπτιστής. (33 κ.ε.).
  • ο θαυματοποιός ή και Ιησούς του Ιώσηπου (26-36 κ.ε.).
  • Μαναήμ και Ελεάζαρος γιος του Ιαείρου (64 κ.ε.).
  • o Χρήστος ή Χρηστός που οργάνωσε ταραχές των Εβραίων στην Ρώμη (41-54 κ.ε.).
  • ο Θευδάς (44 κ.ε.).
  • Ο Ελεάζαρος γιος του Δειναίου (59 κ.ε.).
  • Βενιαμίν ο Αιγύπτιος (60 κ.ε.).
  • Ιησούς υιός Ανανία (+70 κ.ε.).
  • Απολλώνιος ο Τυανέας, (τέλος 1ου αιώνα).
  • Μπαρ Κεχομπά. (135 κ.ε.).
Πιθανόν, να μου έχουν ξεφύγει κάποιοι, γιατί οι επαναστάσεις ήταν πάρα πολλές και δεν είναι σίγουρο ότι τους ξέρουμε όλους. Επικεντρώθηκα σε αυτούς που υπάρχουν κάποια στοιχεία και όπως είπαμε η επανάσταση ήταν δεδομένη τόσο για εθνικούς όσο και θρησκευτικούς λόγους και ο οποιοσδήποτε επαναστάτης διεκδικούσε αυτόματα, τόσο τον θρόνο όσο και το χρίσμα του Ιεχωβά δηλαδή την ιδιότητα του κεχρισμένου–χριστού-ναζωραίου-μεσσία. Ακολουθεί η παρουσίασή τους. Με κόκκινο χρώμα είναι στοιχεία που θυμίζουν κάτι από την δράση του Ιησού των Ευαγγελίων.

Ο Δάσκαλος της Δικαιοσύνης (αρχή του 1ου αιώνα π.κ.ε)
Είναι ο δάσκαλος και ιδρυτής μιας σέκτας των Εσσαίων που η σέκτα αυτή εμφανίστηκε στο τέλος του 2ου αιώνα π.κ.ε. μέχρι το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα κ.ε. σε απομονωμένο καταφύγιο στις σπηλιές του Κουμράν και με κάποιο παράρτημα στην Δαμασκό. Τα κείμενα τους γραμμένα στα Αραμαϊκά, βγήκαν σχετικά τελευταία (για τα πιο σημαντικά θέματα τουλάχιστον). Ο δάσκαλος αυτός σταυρώθηκε από τους εθνικούς παραμονές μιας μεγάλης γιορτής, αλλά με την προδοσία Εβραίου και πέθανε. Το σημαντικό είναι ότι αναμενόταν με αγωνία από τους οπαδούς του να αναστηθεί και να έρθει ως Μεσσίας για να βοηθήσει την απελευθέρωση από τους Ρωμαίους. Το εντυπωσιακό είναι ότι όλη η θεολογία του, έχει σκανδαλωδώς πολλά κοινά με τον Χριστιανισμό, ειδικά σε καινοφανή κηρύγματα που υποτίθεται πρωτακούονταν από τον Ιησού των Ευαγγελίων. Για το θέμα αυτό έχουμε ασχοληθεί αναλυτικότερα σε ξεχωριστή δημοσίευση “Η προέλευση του Χριστιανισμού”.

Ο Σίμων της Περαίας

 Ήταν δούλος του Βασιλιά Ηρώδη, που μετά τον θάνατό του, έβαλε το στέμμα και ξεκίνησε επανάσταση· έγινε μεγάλη μάχη με τις δυνάμεις του Γράτου και κατά την σφαγή που ακολούθησε, ο Σίμων αποκεφαλίστηκε. Οι οπαδοί του συνέχισαν τις καταστροφές μέχρι οι Ρωμαίοι να καταστείλουν τελείως την στάση αυτή. Αρχ. 17.273.

Ο ήρωας της στήλης του Γαβριήλ

Ο ήρωας της στήλης του Γαβριήλ, αναφέρεται σε ένα μεσσία που παρουσιάζεται στην στήλη το όραμα του Γαβριήλ που ανακαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και χρονολογείται τον 1ο αι. π.κ.ε. με αρχές του επόμενου. Υπάρχουν κάποιοι που τον ταυτίζουν με τον Σίμωνα της Περαίας και άλλοι όχι. Το εντυπωσιακό σε αυτήν είναι η προτροπή στον ήρωα από τον αρχάγγελο να αναστηθεί σε τρεις μέρες.

Ο Αθρόγκης

 Ήταν ένας χωρικός που μετά τον θάνατο του Ηρώδη διεκδίκησε το στέμμα μαζί με τους τέσσερεις ρωμαλέους αδερφούς του και αρκετούς που τον ακολούθησαν, δημιουργώντας έναν μεγάλο ανταρτοπόλεμο και ληστείες στις αποστολές των Ρωμαίων. Αφού σκοτώθηκαν όλοι οι αδελφοί του παραδόθηκε αργότερα στον Αρχέλαο (4 π.κ.ε. - 6 κ.ε.) (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 17.278.

Ο Γιέισου χα–Νοτζρί

Δηλαδή Ιησούς, και αυτός Ναζαρηνός έζησε το τέλος του 2ου π.κ.ε. αιώνα αναφέρεται στα Μπαράιτας (ερμηνευτικά σχόλια, στο Ταλμούδ) και στα Τοσέφτα (πρόσθεμα, στο Ταλμούδ). Ο πατέρας του ονομαζόταν Πανδέιρα. Κατά την δίωξη των φαρισαίων από τον Γιαννάι (Αλέξανδρος Ιανός, τον είδαμε στα χειρόγραφα της Νεκράς Θάλασσας στα οποία ο Ιανός θεωρήθηκε ο προδότης) διέφυγε στην Αίγυπτο. Ο κόσμος πίστευε πως ο Γιέισου ήταν μάγος και τον θεώρησε ως κάποιον που οδήγησε τους Εβραίους σε λάθος δρόμο. Σαν αποτέλεσμα αυτών των κατηγοριών που διατυπώθηκαν εναντίον του (οι λεπτομέρειες των οποίων δεν είναι γνωστές, αλλά που πιθανώς να εμπλέκουν και μεγάλη προδοσία) ο Γιέισου λιθοβολήθηκε και το σώμα του κρεμάστηκε την παραμονή του Πάσχα. Πριν απ’ όλα αυτά διαπομπεύτηκε γύρω-γύρω για σαράντα μέρες. Ο Γιέισου είχε πέντε μαθητές: Τον Ματτάι (Ματθαίο), τον Νακάι, τον Νέιτζερ, τον Μπουνί και τον Τοδάχ (Θαδδαίο) (Sanhedrin 43a σελ. 85 και Sotah 47a). Ξανατονίζω ότι έζησε έναν αιώνα πριν τον Ιησού των Ευαγγελίων.

Ο Μπεν Στάδα

Που αναφερόταν και ως Μπεν Σοτήρα (Σωτήρας) αναφέρεται επίσης στα Μπαράιτας και στα Τοσέφτα και στην Γκεμαρά. Έζησε στην ρωμαϊκή εποχή και μερικοί πίστευαν ότι είχε φέρει μαγικές επικλήσεις από την Αίγυπτο μέσα σε μια εγκοπή της σάρκας του, και άλλοι νόμισαν ότι ήταν τρελός. Αυτός ήταν απατεώνας γόης και συνελήφθη διά της μεθόδου του συγκεκαλυμμένου μάρτυρα. Λιθοβολήθηκε στην περιοχή της Λοδ (Shabbath Γεμαρά104b υποσημείωση 19).

Σύζευξη των δύο παραπάνω μάγων.

Φαίνεται ότι ο Μπεν Στάδα εμπλεκόταν κατ`επανάληψη σαν έννοια με τον Γιέισου που είδαμε μόλις πριν, αν και έζησαν σε άλλη εποχή, ίσως επειδή και οι δύο ήταν μάγοι, είχαν σχέση με την Αίγυπτο και εκτελέστηκαν για τις πράξεις τους. Επίσης φαίνεται ότι το όνομα “Στάδα” ως το αραμαϊκό «στατ δα», που σημαίνει «αυτή πήρε λάθος δρόμο», νομίστηκε ότι αναφερόταν στην μάνα του Γιέισου και ότι αυτή ήταν μοιχαλίς. Συνεπώς, ο κόσμος άρχισε να σκέπτεται ότι ο Μπεν δηλαδή τελικά ο Γιεσού ήταν νόθος γιος του Πανδέιρα (πατέρας του Γιέισου που έζησε πριν ένα αιώνα, αλλά και συχνό όνομα Ρωμαίων στρατιωτών της εποχής του μπεν Στάδα) (Βιβλίο Sanhedrin Γεμαρά67a υποσημείωση 12).

Να σημειωθεί ότι, επίσης, υπήρχε μια άλλη γνωστή ιστορία: Η Τοσέφτα αναφέρει μια φημισμένη περίπτωση μιας γυναίκας με όνομα Μιργιάμ μπατ Μπιλγκάχ που είχε ερωτευτεί έναν Ρωμαίο στρατιώτη. Η ιδέα ότι ο Γιέισου είχε γεννηθεί από κάποια Εβραία γυναίκα που είχε μια ερωτική περιπέτεια με Ρωμαίο στρατιώτη, είχε πιθανώς ως αποτέλεσμα να μπερδέψουν τη μητέρα του Γιέισου με αυτή εδώ την Μιργιάμ. Είναι πράγματι γνωστό από την Γκεμαρά ότι μερικοί που έμπλεξαν τον Γιέισου με τον Μπεν Στάδα, πίστευαν ότι η μάνα του Γιέισου ήταν η «Μιργιάμ η κομμώτρια γυναικών». Όλο αυτό το μπέρδεμα αναφέρεται και αναλύεται από τον Hayyim ben Yehoshua στο “Απορρίπτοντας ιεραποστόλους - Τι λέει το Ταλμούδ για τον Ιησού” και εμφανίζεται και στον Κέλσο, ακριβώς σαν περιπλεγμένη ιστορία που την ταυτίζει στο όνομα του Ιησού των Ευαγγελίων, που αντικατοπτρίζει το πόσο μπερδεμένη ήταν η εικόνα για τους διάφορους μεσσίες, για την προ της διασποράς εποχή.

Η πηγή για τους δύο παραπάνω είναι το Ταλμούδ που γράφτηκε από τον 2ο έως τον 6ο αιώνα κ.ε., για το οποία υπάρχει μεγάλη ιστορία που αξίζει να διαβάσετε στην μεταφρασμένη ανάλυση του Hayyim ben Yehoshua στο “Απορρίπτοντας ιεραποστόλους - Τι λέει το Ταλμούδ για τον Ιησού ”, γιατί είχε απαγορευτεί τον Μεσαίωνα και έτσι βγήκαν λογοκριμένες εκδόσεις του και γενικά επικρατεί ένα κουβάρι στο τι είναι παλιό και αυθεντικό. Μπορείτε επίσης να δείτε σχετικά την σελίδα της Wikipedia.

Ο Γιεχούδα της Γαλιλαίας (Ιούδας ο Γαλιλαίος ή Γαυλανίτης, 6 κ.ε.)

Ο Ιούδας της Γαλιλαίας κήρυξε στην Γαλιλαία και συγκέντρωσε πολλούς οπαδούς με την βοήθεια του Σαδδώκου του Φαρισαίου, αρνήθηκε την συμμετοχή στην γνωστή απογραφή των Ρωμαίων και έκανε επανάσταση προτού συλληφθεί και σταυρωθεί από τους Ρωμαίους (να σημειωθεί ότι η απογραφή του Κυρίνιου που αναφέρεται στον Λουκά 2: 2, και που έγινε το 6 κ.ε., αφορούσε το ξανατονίζω περιουσίες και όχι πρόσωπα) (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία 18.2 , Ιουδαϊκός Πόλεμος2.118. Να σημειωθεί επίσης ότι είχε δύο γιούς τον Ιάκωβο και τον Σίμωνα επίσης επαναστάτες. Ο Ιούδας είναι και ο δημιουργός της σχολής των Ζηλωτών  (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία. 18,Ι,6). Η ιστορία της ιερατικής αποστολής του Ιησού στη Γαλιλαία μοιάζει πάρα πολύ με την ζωή του Γιεχούδα της Γαλιλαίας. Αυτή η ιστορία και η πίστη ότι ο Ιησούς έζησε στην ανύπαρκτη “Ναζαρέτ” της Γαλιλαίας ενισχύουν η μία την άλλη, άσχετα αν δεν υπάρχει πόλη Ναζαρέτ αλλά το Ναζηραίος-Ναζωραίος =χρησμένος =χριστός, κάποιος αμόρφωτος και άσχετος με την περιοχή, αλλά συντάκτης ή αντιγραφέας των κειμένων, το πήρε σαν καταγωγή από συγκεκριμένο τόπο και δημιούργησε από το τίποτα, ολόκληρη πόλη.

Οι δύο γιοί του Ιούδα, Ιάκωβος και Σίμων σταυρώθηκαν αργότερα, για αντίστοιχη επαναστατική δράση επί Τιβέριου Ιούλιου Αλέξανδρου (Ρωμαίου διοικητή) το 46 κ.ε. (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία20.102).

Ο Μεναχέμ ή Μαναήμ (Menahem ben Yehuda)

Αναφέρεται επίσης σαν γιος του Ιούδα αλλά ίσως να ήταν εγγονός του. Άλλος ένας επίδοξος μεσσίας που συμμετείχε, ίσως να ήταν και υποκινητής στην επανάσταση του 64-70 ενώ ο Ελεάζαρος γιος του Ιαείρου ξάδερφος του Μαναήμ, φαίνεται να ήταν ο τελευταίος απόγονος του Ιούδα που σκοτώθηκε το 73 κ.ε. στην πολιορκία της Μασάντα. Ήταν και οι δύο βασικοί υποκινητές και διεκδικητές της βασιλείας, στην επανάσταση του 64’.

Να σημειωθεί ότι ο Μεναήμ που αναφέρεται και στις Πράξεις: Ἦσαν δέ τινες ἐν Ἀντιοχείᾳ κατὰ τὴν οὖσαν ἐκκλησίαν προφῆται καὶ διδάσκαλοι, ὅ τε Βαρνάβας καὶ Συμεὼν ὁ ἐπικαλούμενος Νίγερ, καὶ Λούκιος ὁ Κυρηναῖος, Μαναήν τε Ἡρῴδου τοῦ τετράρχου σύντροφος καὶ Σαῦλος (13:1) ως φίλος του Ηρώδη μαζί με τον Σαύλο τον Βαρνάβα και άλλους να αναφέρονται ως προφήτες και δάσκαλοι. Σημειώστε ότι η αποστολική διαδοχή περιλαμβάνει πριν τους επισκόπους τους προφήτες και τους δασκάλους, που σημαίνει ότι με αυτή τη δήλωση που διασώζουν οι Πράξεις, ο επαναστάτης Μαναήμ εθεωρείτο παράγοντας για τους μετέπειτα χριστιανούς. Ο Μαναήμ λοιπόν μεγάλος επαναστάτης, σκοτώθηκε από τους οπαδούς του Ελεάζαρου για τον τυραννικό του χαρακτήρα. ι.π. 2.442. (Στον Ιώσηπο αναφέρεται ως Μανάημος) ή απλά στην προσπάθεια διεκδίκησης του μελλοντικού στέμματος.

O Ιησούς της Αρχαιολογίας ή και ο θαυματοποιός του Όρους των Ελαιών του σλαβονικού κειμένου του Ιώσηπου στην εποχή του Πιλάτου (26-36 κ.ε.). Δεν ξέρω αν πρέπει να τα μετράμε σαν δύο ξεχωριστά πρόσωπα ή ένα.

Όπως ήδη είδαμε στην προηγούμενη δημοσίευση (στην Αρχαιολογία και στον Ιουδαϊκό Πόλεμο), ο Ιώσηπος έχει μία αναφορά περί Ιησού που θεωρείται πλαστογραφημένη, στην Ιουδαϊκή Αρχαιολογία και άλλη μια επίσης πλαστογραφημένη στο σλαβονικό αντίτυπο του Ιουδαϊκού Πολέμου, που μιλάει για έναν “θαυματοποιό” στο Όρος των Ελαιών, που έχει αρκετά κοινά στοιχεία με τον ευαγγελικό Ιησού, και επίσης για τον ίδιο τον Ιησού. Και τα δύο αυτά φαίνεται να είχαν κάτι άλλο στις αντίστοιχες θέσεις περί κάποιου θαυματοποιού που θα πρέπει να είχε ίσως αρκετά κοινά με τον Ιησού των Ευαγγελίων και πιθανότατα συμμετοχής σε αντίστοιχη στάση των Εβραίων, εξ’ αιτίας του οποίου δημιουργήθησαν δεινά. Θα δούμε τις δυνατότητες για αυτό στην τελευταία ανάρτηση περί της ιστορικότητας, ο “Ιησούς ως επαναστάτης”.

O Ιωάννης ο Βαπτιστής (26-36 κ.ε.)

Για τον Ιωάννη αναφέρονται αρκετά, τόσο στα Ευαγγέλια, στον Ιώσηπο καθώς και στον παραχαραγμένο σλαβονικό Ιώσηπο. Δεν ξέρουμε αν είχε επαναστατική δράση, αν και είχε έντονα θρησκευτική αν διαβάσει κανείς όλα τα σχετικά. Το ότι και αυτός θεωρήθηκε αδικημένος από κάποιους Εβραίους και ότι ήταν και αυτός υποψήφιος για Χριστός φαίνεται από τους μαθητές του, που συνέχισαν να τον πιστεύουν ως μεσσία και χριστό και ήταν μια από τις πρώτες καλούμενες “χριστιανικές” αιρέσεις, οι μανδαίοι ή και ημεροβαπτιστές. Μάλιστα την προσπάθεια να τους ενσωματώσουν οι μετέπειτα χριστιανοί, δείχνει και το γνωστό εδάφιο του Λουκά, που παρά τα της θαυματουργής του βάπτισης και όλα αυτά τα ωραία που είπε ο Ιωάννης αναγνωρίζοντας υποτίθεται τον Ιησού ως Χριστό, έρχονται αρκετά μετά οι μαθητές του Ιωάννη και ρωτούν τον Ιησού “είσαι εσύ αυτός που περιμένουμε ή άλλος”; και ακολουθεί το καλόπιασμα στο τέλος: “19 καὶ προσκαλεσάμενος δύο τινὰς τῶν μαθητῶν αὐτοῦ ὁ Ἰωάννης ἔπεμψε πρὸς τὸν Ἰησοῦν λέγων· Σὺ εἶ ὁ ἐρχόμενος ἢ ἕτερον προσδοκῶμεν; ...24 Ἀπελθόντων δὲ τῶν μαθητῶν Ἰωάννου ἤρξατο λέγειν πρὸς τοὺς ὄχλους περὶ Ἰωάννου....28 λέγω γὰρ ὑμῖν, μείζων ἐν γεννητοῖς γυναικῶν προφήτης Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ οὐδείς ἐστιν· ” (Κατά Λουκάν, 7: 19-28.

Ο μεσσίας του όρους Γαζερείν. (34-35 κ.ε.)

Ένας άνθρωπος που με μια ωραία ιστορία, συσπείρωσε τον λαό της Σαμάρειας. Τους έπεισε λοιπόν ότι αν τον ακολουθήσουν, θα τους έδειχνε που ήταν θαμμένα τα ιερά σκεύη που έθαψε εκεί ο Μωυσής. Να σημειωθεί ότι στο όρος Γαζερείν ή Γαζιρίν, ήταν παλαιότερα ο ανταγωνιστικός ναός των Σαμαρειτών (Απόγονοι του Βόρειου Βασιλείου του Ισραήλ), ανταγωνιστικός ως προς τον μοναδικό ναό του Σολομώντος των Ιουδαίων (Νότιο Βασίλειο του Ιούδα), και ο χώρος αυτός εθεωρείτο, παρά την καταστροφή του ναού, ιερός. Ήταν και εκεί που έγινε υποτίθεται η θυσία του Ισαάκ από τον Αβραάμ. Οι οπαδοί του λοιπόν μαζεύτηκαν οπλισμένοι, και πολύς κόσμος πείσθηκε και τους ακολούθησε στο ιερό βουνό. Το όλο εγχείρημα το πρόλαβε ο Πιλάτος και το έπνιξε στο αίμα, αλλά λόγω της βιαιότητας που έδειξαν οι Ρωμαίοι, φαίνεται να ήταν και η αιτία της αντικατάστασής του Πιλάτου και η τελευταία πράξη του στην Ιουδαία. (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία18.85-89).

Ο Χρήστος ή Χρηστός

Που οργάνωσε ταραχές των Εβραίων στην Ρώμη την εποχή του Κλαύδιου (41-54 κ.ε.)
Αναφέρεται από τον Σουητώνιο:(ο Κλαύδιος)... «Judaeos impulsore Chresto assidue tumultuantis Roma expulit», δηλαδή «(ο Κλαύδιος)...εξέβαλε τους Ιουδαίους από τη Ρώμη, διότι υποκινούμενοι από (κάποιον) “Χρηστο” έκαναν ταραχές».

Είναι μια από τις δήθεν αποδείξεις περί της ιστορικότητας του Ιησού που χρησιμοποιούν οι απολογητές, χωρίς κανένα έρεισμα, επειδή σήμερα η λέξη Χρηστός έχει γίνει σχεδόν όνομα, ενώ τότε ήταν τίτλος για μεν τους Ρωμαίους ως “χρήσιμος” δηλαδή δούλος και αντίστοιχο παρατσούκλι σαν όνομα, για δε τους Εβραίους ως “χρισμένος” αλλά όχι με “η” αλλά με “ι” δηλαδή χριστός, δηλαδή μεσσίας, σαν όλους τους άλλους που είδαμε. Άλλωστε εδώ ο Σουητώνιος αναφέρεται ξεκάθαρα σε δράση στην Ρώμη, σε Ιουδαίους που έκαναν ταραχές, όχι χριστιανούς, αλλά και σε κάτι μάλιστα που συμφωνεί και με τις Πράξεις: “ 2 καὶ εὑρών τινα Ἰουδαῖον ὀνόματι Ἀκύλαν, Ποντικὸν τῷ γένει, προσφάτως ἐληλυθότα ἀπὸ τῆς Ἰταλίας, καὶ Πρίσκιλλαν γυναῖκα αὐτοῦ, διὰ τὸ διατεταχέναι Κλαύδιον χωρίζεσθαι πάντας τοὺς Ἰουδαίους ἀπὸ τῆς Ρώμης, προσῆλθεν αὐτοῖς, ” (Πράξεις18:2).

Αλλά για να τελειώνει αυτή η ιστορία, η λέξη Χριστός όπως την ξέρουμε σήμερα, παίρνει αυτή την έννοια στο τέλος του 2ου έως τον 4ο αιώνα και με τα γνωστά Ευαγγέλια. Όλοι οι Ιουδαίοι περίμεναν μανιωδώς έναν Χριστό και εμφανίστηκαν πολλοί και όλοι αυτοί είχαν οπαδούς. Το ότι κάποιος Εβραίος το θρήσκευμα, πίστευε σε κάποιο Χριστό τον 1ο αιώνα δεν λέει τίποτα το μη εβραϊκό στην πραγματικότητα. Αντίθετα εδώ φαίνεται να είναι άλλος ένας μεσσίας επαναστάτης με δράση όμως στην Ρώμη.

Θευδάς (44 κ.ε.)

Έπεισε μεγάλο μέρος του λαού να τον ακολουθήσει στον Ιορδάνη, ότι ήταν ο Χριστός και ότι με μια εντολή του το ποτάμι θα χώριζε και θα περνούσαν με ασφάλεια σε μια νέα Έξοδο. Οι Ρωμαίοι ιππείς (procurator Κούσπιος Φάδος) τους απέκοψαν, συνέλαβαν πολλούς και αποκεφάλισαν τον Θευδά. (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 20.97 και πραξ 5:36). Η πεποίθηση ότι ο Αγρίππας σκότωσε μερικούς μαθητές του Ιησού κατά το έτος 44 Κ. Ε. φαίνεται να βασίζεται την μοίρα των μαθητών του Θευδά. (Ο Απόστολος Ιωάννης προφανώς βασίζεται σε έναν ιστορικό μαθητή τού ψευδό-μεσσία Θευδά ο οποίος σταυρώθηκε από τους Ρωμαίους το +44 Κ. Ε. και του οποίου οι μαθητές όλοι φονεύθηκαν). Μάλιστα οι Πράξεις λένε ότι ο Ιούδας ο Γαλιλαίος που όπως είδαμε σκοτώθηκε το 6 κ.ε. εξεγέρθηκε μετά τον Θευδά του 44 κ.ε. Για να καταλάβετε τι εικόνα είχαν την εποχή που τις γράψανε, για το παρελθόν προ των στάσεων και της καταστροφής και τι αξία έχουν οι ιστορικές πληροφορίες που αναφέρουν.

Ο Ελεάζαρος γιος του Δειναίου

Ήταν κλασική περίπτωση ζηλωτή επαναστάτη που ξεκίνησε με δολοφονίες αλλοφύλων (κατοίκους της Φιλαδέλφειας) καταδιώχθηκε, διέφυγε στα βουνά και από εκεί έκανε λεηλασίες στους Σαμαρείτες. Τον συνέλαβε ο Μάρκος Αντώνιος Φήλιξ που τον έστειλε σιδηροδέσμιο στην Ρώμη να δικαστεί.

Ο Βενιαμίν ο Αιγύπτιος ή ο Αιγύπτιος (+60 κ.ε.)

Μερικοί των ταυτίζουν με τον Μπεν Στάδα γιατί και αυτός είχε επανέλθει από την Αίγυπτο. Ισχυριζόμενος ότι ήταν προφήτης, κάλεσε τους Ιουδαίους να τον ακολουθήσουν στο όρος των Ελαιών, όπου όπως δήλωνε με μια διαταγή του θα γκρέμιζε τα τείχη της Ιερουσαλήμ και θα μπουν στην πόλη. Σκοτώθηκαν 400 και συνελήφθησαν 200, αλλά ο Αιγύπτιος εξαφανίστηκε (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία20.167 Πραξ 21:38. Πιθανώς να ήταν και σύγχρονος του Μπεν Στάδα. Μερικοί νεότεροι συγγραφείς έφτασαν στο σημείο να προτείνουν ότι ήταν το ίδιο πρόσωπο. Θα μπορούσε ίσως από την δράση του και την μη ξαναεμφάνιση του να θεωρήθηκε σαν πρότυπο στα Ευαγγέλια, αν και στις Πράξεις υπάρχει ένα εδάφιο (21:38) που θέλει να μας το αποκλείσει.

O Ιησούς υιός Ανανία (+63-70 κ.ε.)

Ένας άξεστος χωριάτης που “προφήτευε” φωνάζοντας συνέχεια “αίαὶ Ἱεροσολύμοις” και που τριγυρνούσε την πόλη, φωνάζοντας για επτά χρόνια μέχρι και την πτώση της Ιερουσαλήμ όπου και σκοτώθηκε. Συνελήφθη με το που άρχισε την δράση του, εδάρη ανηλεώς τόσο από τους Εβραίους όσο και τον διοικητή Αλβίνο και αφού δεν του βρήκαν κάτι μεμπτό, αφέθηκε ελεύθερος να συνεχίζει τις κραυγές και την προφητεία του (Ιουδαϊκός Πόλεμος6.300-9)

Υπάρχουν επίσης αρκετές αναφορές στον Ιώσηπο για πολλούς άλλους αγύρτες και προφήτες που ξεγελούσαν τα πλήθη (Ιουδαϊκή Αρχαιολογία, 20.160), για ένταση της δράσης των ζηλωτών, που προϊόντος του χρόνου αναμείχθηκαν με τους ληστές, αλλά και πολλές επαναστάσεις και πράξεις οργής, σε κλιμάκωση σταδιακά από τον θάνατο του Ηρώδη του Μεγάλου μέχρι και το 66 κ.ε., κάτι που τελικά δεν σταμάτησε από ότι ξέρουμε μέχρι και την διασπορά του 136 κ.ε.. Οι Ιουδαίοι αν και κατάφεραν με τον Ηρώδη να αποκτήσουν πολλά προνόμια και ιδιαιτερότητες, όπως να μην έχουν στις πόλεις τους αγάλματα και τρόπαια (εικόνες) του αυτοκράτορα, έχοντας ένα μόνιμο είδος αλαζονείας, αφού νομίζονταν ο αγαπημένος λαός του θεού τους, άρχισαν με την πύκνωση της δράσης των ζηλωτών, των προφητειών και του μεσσιανικού κηρύγματος, να δημιουργούν όλο και περισσότερα προβλήματα στην ρωμαϊκή διοίκηση, με αποτέλεσμα την διάλυση τελικά του κράτους των Εβραίων, αλλά στο τέλος και την διασπορά τους στην ρωμαϊκή οικουμένη.

Απολλώνιος ο Τυανεύς, (3 - 97 κ.ε.)

Μια ιστορική προσωπικότητα αλλά με σχεδόν μυθική ζωή, ενός νεοπυθαγόρειου δασκάλου που φέρετε να έκανε και αυτός θαύματα παρόμοια με του Ιησού, σε βαθμό πολλοί να τους μπερδεύουν τους πρώτους αιώνες. Για την ζωή του διαβάστε εδώ  Για τα θεωρούμενα θαύματά του διαβάστε το εκτενές βιβλίο του Φλάβιου Φιλόστρατου Βίος Απολλώνιου Τυαννέως εδώ.  (αρχές του 3ου αιώνα) που είναι και αυτός που έγραψε την βιογραφία του στηριγμένος σε δύο προγενέστερες βιογραφίες, χαμένες πλέον (του Μοιραγένη και του αυτοκρατορικού γραμματέα Μάξιμου) και στο σημειωματάριο του Δάμιδος που ήταν μαθητής του Απολλώνιου. (*) Πολλοί θεωρούν ότι τα περί θαυμάτων μπήκαν αργότερα για να αποδείξουν οι εθνικοί ότι είχαν και αυτοί θαυμαστούς δασκάλους. Υπάρχουν επίσης επιστολές του ίδιου Απολλώνιου αν και δεν θεωρούνται όλες αυθεντικές. Τον Απολλώνιο μνημονεύει και ο Ιουστίνος στο έργο του AΠOΚΡIΣEIΣ ΠΡOΣ ΤOΥΣ OΡΘO∆OΞOΥΣ ΠEΡI ΤIΝΩΝ AΝAΓΚAIΩΝ ΖHΤHΜAΤΩΝ, αν και υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την αυθεντικότητά του και ότι είναι μεταγενέστερη, δεν παύει όμως να είναι ένα χριστιανικό κείμενο που μας λέει κάτι για την φήμη του Απολλώνιου, την εποχή ακόμα που αυτή γράφτηκε.

Τελευταίος μεσσίας για την εποχή και “γιος του άστρου” ο Μπαρ Κεχομπά (135 κ.ε.). Είναι αυτός ο τελευταίος που έπεισε τους Εβραίους ότι είναι ο Χριστός και τους οδήγησε στην έσχατη επανάσταση. Ο ίδιος σκοτώθηκε σε αυτή και αυτή ήταν και η τελευταία πράξη των Εβραίων για να αποκτήσουν την ελευθερία τους. Οι Ρωμαίοι καταλαβαίνοντας ότι αυτή η ιστορία δεν είχε τέλος, τους διέσπειραν σε όλη την αυτοκρατορία και άφησαν κενή την Παλαιστίνη από Εβραίους.
Να επαναλάβω πάλι, ότι στον Ιώσηπο εμφανίζονται γύρω στα 20 διαφορετικά άτομα με το όνομα Ιησούς. Εδώ ήδη έχουμε δει τρεις, δύο μεσσίες και χριστοί και ένας γόης-προφήτης, αν και ο αυτός που είναι και ναζαρηνός, δεν προέρχεται από τον Ιώσηπο αλλά από το Ταλμούδ.

Συμπεράσματα

Φαίνεται ότι μετά την ήττα του 70 κάποια σέκτα από αυτούς τους “χριστιανούς” που είναι πολύ πιθανόν να προήλθε από τους Εσσαίους, διαχώρισε τη θέση της και έβγαλε προς τα έξω το κρυφό μέχρι τότε μήνυμά της και τότε ήταν που άρχισε και ο επηρεασμός και οι διαφορετικές εκδοχές. Θυμηθείτε ότι το καλοκαίρι του 64 επί Νέρωνα, καίγεται η Ρώμη, ίσως και νωρίτερα τον Μάρτιο και η επανάσταση στην Ιουδαία υπάρχουν υποψίες να έχουν άμεση σχέση. Θυμηθείτε επίσης ότι τόσο οι Εβραίοι όσο και οι “χριστιανοί” (όρος χριστιανοί φυσικά δεν υπήρχε τότε, η εμπλοκή τους ομολογήθηκε αργότερα από τους ίδιους), φαίνεται να ενεπλάκησαν στην δημιουργία της ή έστω τιμωρήθηκαν για αυτή και υπήρξαν γενικά αρκετές διώξεις Εβραίων στην Ρώμη που προφανώς είχε σχέση και με την κατάσταση στην Ιουδαία. Είδαμε ότι στάση στην Ρώμη έγινε και επί Κλαύδιου. Μέχρι το 135 κ.ε. οι διάφοροι “χριστιανοί” ήταν μία λίγο διακριτή αίρεση του Ιουδαϊσμού και οι ίδιοι αισθανόντουσαν και ήσαν βασικά Εβραίοι και για αυτό ελάχιστα γράφτηκαν στην ιστοριογραφία όπως το 112 κ.ε. έχουμε την πρώτη αναφορά για μια τέτοια ομάδα από αυτούς στις επιστολές του Πλίνιου που θα δούμε στην επόμενη δημοσίευση.

Σήμερα που έχουμε καλύτερη εικόνα για το πως στήθηκε η ιστορία της Παλαιάς Διαθήκης, ξέρουμε ότι ο Ιεχωβάς ήταν ένα πολιτικό και εθνικό δημιούργημα, αλλά τί συμπέρασμα βγήκε τελικά για τους ίδιους τους Εβραίους, τότε που δεν ήξεραν, μετά από όλα αυτά που τον θεωρούσαν μοναδικό και αληθινό αλλά τελικά δεν τους βοήθησε; Σήμερα, ορθολογικά θα έλεγε κάποιος, ότι θα αναρωτιόντουσαν ίσως για την αλήθεια της θρησκείας τους και θα πήγαιναν σε άλλες ή θα έρεπαν προς την αθεΐα. Αυτό όμως δεν γίνεται εύκολα σε ανθρώπους που έχουν πάντα την ανάγκη προστάτη και έχουν μάθει από τα γεννοφάσκια τους να πιστεύουν σε θεούς και προφήτες. Ένα κλασικό αντίστοιχο παράδειγμα είναι οι δεκάδες προβλέψεις των ιεχωβάδων για την 2α Παρουσία από το 1914 και μετά, που αν και ήταν όλες αποτυχημένες, αν και οι ιεχωβάδες ήταν απόλυτα σίγουροι για την ορθότητά τους, παρά την αστοχία τους, δεν φαίνεται να τους επηρεάζει αρνητικά και την μεταθέτουν συνέχεια στο μέλλον σαν να μην τρέχει τίποτα. Αυτό είναι αποτέλεσμα ενός ενδιαφέροντος φαινόμενου που στην Ψυχολογία λέγεται “γνωστική ασυμφωνία”, που ερμηνεύει σε μεγάλο βαθμό το παράλογο της ανθρώπινης σκέψης. Σύμφωνα με αυτήν αν τα στοιχεία έρχονται σε αντίθεση με τις πεποιθήσεις μας που είναι τόσο έντονες μέσα μας και αδυνατούμε να τις αποβάλουμε, τότε δημιουργούμε νέες πεποιθήσεις, δηλαδή τις διαμορφώνουμε ώστε να γίνουν με κάποιο τρόπο συμβατές με τα νέα στοιχεία, αλλά να μην αναιρεθούν στην ουσία τους. Διαβάστε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση για το πως αυτό δουλεύει σε όλες τις αποτυχημένες προφητείες και συνεχίζει ακόμα.

Ακολουθώντας λοιπόν την λογική της γνωστικής ασυμφωνίας ας δούμε πως αντέδρασαν οι Ιουδαίοι. Στις συναγωγές τους σε όλο τον κόσμο άρχισαν να αναρωτιούνται τι φταίει και ο Ιεχωβάς δεν τους έστειλε τελικά τον μεσσία και φυσικά οι μόνες κάστες που φαίνεται να είχαν επιζήσει ήταν οι ορθόδοξοι Εβραίοι, δηλαδή οι Φαρισαίοι, και κάποιες από τις σέκτες “χριστιανών” που μόλις άρχισαν να διαδίδουν το μήνυμά τους, σαν αντιπολίτευση στην κρατούσα άποψη και από την στιγμή που δεν συμμετείχαν στην τελική επανάσταση πήραν τα πάνω τους. Οι απαντήσεις που συμφωνούν με την γνωστική ασυμφωνία, ήταν δύο ειδών. Οι μεν προφανώς είπαν ότι δεν έστειλε ο Γιαχβέ τον μεσσία του λόγω των αμαρτιών τους και τους δίνει μια άλλη ευκαιρία να μετανοήσουν μέσα από την νέα καταστροφή που υπέστησαν ελπίζοντας στο μέλλον. Οι δε ότι ήρθε μεν (ο κάθε ένας τον δικό του χαμένο προφήτη) αλλά οι περισσότεροι δεν τον άκουσαν, δεν τον ακολούθησαν και για αυτό καταστράφηκαν.

Από το 135 κ.ε. και μετά που ο Εβραϊσμός έπαθε πανωλεθρία και διαλύθηκε στην Ιουδαία, στις διασπαρμένες πλέον συναγωγές της αυτοκρατορίας, άρχισε το οριστικό σχίσμα και η σταδιακή ομογενοποίηση των “χριστιανών” ή το σωστότερο η επικράτηση μιας από όλες εκείνες τις σέκτες έναντι των άλλων. Εκεί το μετέπειτα γνωστό σήμερα σαν χριστιανικό μήνυμα εμπλουτισμένο από τους γνωστικούς, ξεχωρίζει από τους άλλους που τους αναφέρει σαν αιρετικούς, διαχωρίζεται από την ιουδαϊκή παράδοση, ανοίγει τελείως και βγαίνει προς τα έξω, εκεί και η σωτηρία από τον Γιαχβέ θα γίνει ξεκάθαρα “μετά θάνατον” και για όλους, αφού με τα στοιχεία του γνωστικισμού και του νεοπλατωνισμού που εισδύουν, θα ελκύσει και εθνικούς. Εκεί φαίνεται να επενδύεται και με την αντίστοιχη ιστορική δράση με τα κατορθώματα, ποίου όμως μεσσία από όλους; Δεν έχει σημασία, μπορεί κανενός, μπορεί και όλων, μπορεί και κάποιου για τον οποίο δεν έχουμε κανένα πραγματικό στοιχείο μέχρι στιγμής, για αυτό και αρκετοί από αυτούς τους μεσσίες κάτι μας θυμίζουν και τα ιστορικά συμβάντα που αναφέρονται στην Καινή είναι λανθασμένα και μπερδεμένα. Αυτό φαίνεται και από την μεγάλη ποικιλομορφία της νέας σέκτας αμέσως με την εμφάνισή της. Άλλοι θεωρούν τον Βαπτιστή χριστό, άλλοι μιλάνε για έναν χριστό που δεν αναφέρουν το όνομά του, άλλοι μιλάνε για πνευματικό χριστό, άλλοι θεωρούν τον χριστό ως μεσσία όχι όμως θεό, άλλοι λιγότεροι στην αρχή, τον δέχονται σαν θεό, άλλοι είναι κολλημένοι στα πάτρια των Ιουδαίων και λέγονται ιουδαιοχριστιανοί ή περιτετμημένοι και άλλοι όχι. Ταυτόχρονα με την δημιουργία λοιπόν έχουμε πολλές αιρέσεις γιατί όλοι αυτοί δημιουργήθηκαν από διαφορετικά ρεύματα και διαφορετικούς μεσσίες· ένα από όλα αυτά, τελικά θα επικρατήσει και θα οικειοποιηθεί όλο αυτό το ρεύμα.

Είναι φυσικό ότι η πολεμική της νέας σέκτας λόγω του μικρού της τότε μεγέθους, να επικεντρωθεί ιδιαίτερα στους άλλους ανταγωνιστές τους που είχαν την πρωτοκαθεδρία, τους φαρισαίους. Έτσι το νέο μήνυμα είναι ότι ήρθε ο μεσσίας αλλά οι φαρισαίοι δεν τον κατάλαβαν και τον αγνόησαν ή ακόμα χειρότερα τον σκότωσαν και όλο το μήνυμα να στρέφεται ειδικά στην υποκρισία τους γιατί ήταν κολλημένοι με την “τυπικαδούρα” του Σαββάτου και άλλα σχετικά. Από την μεριά των φαρισαίων προφανώς θα υπήρχε αντίλογος, ότι έχουν θεοποιήσει διαφόρους ψευτομεσσίες και ότι απλά ο Γιαχβέ τους δοκιμάζει ή κάτι άλλο σχετικό. Τότε πρέπει να διαμορφώνεται σταδιακά και ο χριστιανικός μύθος σαν μια “ειρηνική” και παγκόσμια θρησκεία, όπως περίπου θα τον δούμε να εμφανίζεται 50-70 χρόνια αργότερα, στα γνωστά μας Ευαγγέλια, που φαίνεται να εμφανίζονται στο τέλος του 2ου αι. και φυσικά έντονα εξωστρεφής που κάνει απροκάλυπτο προσηλυτισμό δημιουργώντας έναν νέο μεσσιανισμό, αυτόν που αναφέρονται στα Ευαγγέλια ότι ο Ιησούς θα ξανάρθει σύντομα, για τον λόγο αυτό και πολλοί πεθαίνουν με χαρά προσβάλλοντας αρχαίους ναούς και αγάλματα θεωρώντας ότι ήγγικεν η ώρα. Η πρώτη ολοκληρωμένη μορφή των Ευαγγελίων (άρα και του χριστιανισμού) που έχουμε, είναι στις αρχές του 4ου αι. και αυτά αποδεδειγμένα στην εξέλιξή τους έχουν υποστεί νοθεία. Ακόμα και τώρα όμως υπάρχουν ενδιαφέροντα ίχνη μέσα στα Ευαγγέλια που θα δούμε σε επόμενη δημοσίευση, που δείχνουν κάποια εξαφανισμένη επαναστατική δράση.

Ένα, επίσης, συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι όλοι, ή έστω οι περισσότεροι από αυτούς τους αναφερόμενους μεσσίες, πίστευαν ο κάθε ένας πραγματικά, ότι ήταν ο Χριστός και ότι θα τον σώσει ο Ιεχωβάς στην μάχη. Αυτό δεν είναι αστείο αν σκεφθείτε ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους κακόμοιρους, το υποστήριξαν με την ζωή τους που την έδωσαν σε αυτή την απέλπιδα πίστη. Το ότι λοιπόν κάποιος λέει κάπου, όπως στα γνωστά μας Ευαγγέλια, ότι “αυτός μόνο είναι ο Μεσσίας”, και “όλοι οι άλλοι που εμφανίστηκαν ή θα βγουν το μέλλον είναι ψευδοπροφήτες”, δεν λέει τίποτα διαφορετικό από τους υπόλοιπους του σωρού. Τίποτα νέο για την εποχή και την κατάσταση που επικρατούσε.

Το σημαντικότερο όμως συμπέρασμα, είναι ότι η ορολογία “χριστιανοί” τον πρώτο αιώνα και ίσως ακόμα και αρχές του 2ου αιώνα δεν ξέρουμε ακριβώς σε τι αναφέρεται, δηλαδή σε ποιόν πραγματικά χριστό ή μεσσία από όλους. Είναι κατανοητό ότι η κατοπινή και η σύγχρονη Εκκλησία θέλει να οικειοποιηθεί την οποιαδήποτε “χριστιανική” δράση της εποχής σαν αυθεντική δική της και στο όνομα του Ιησού των Ευαγγελίων, αλλά η ιστορία μας δείχνει κάτι άλλο.

Στην συνέχεια θα δούμε τις υπόλοιπες πηγές του 2ου αιώνα και τέλος το σενάριο του επαναστάτη Ιησού.
(Επιστροφή στην ιστορικότητα του Ιησού).
---------------------
Παράρτημα

Πως ξεκίνησε ο μεσσιανισμός
Παρακάτω επισυνάπτω τα χωρία της Παλαιάς Διαθήκης που ήταν αυτά που βεβαίωσαν έναν ολόκληρο λαό, ότι ήταν προφητείες για την έλευση ενός μεσσία, με αποτέλεσμα να διαλυθεί. Δυστυχώς αυτές δούλεψαν όχι μόνον για τους Εβραίους αλλά και για τις άλλες δύο μονοθεϊστικές θρησκείες που δημιουργήθηκαν από αυτή. Τα χωρία αυτά είναι στην βάση των στοιχείων αυτής της σελίδας.

26 καὶ ἐπιστήσω τοὺς κριτάς σου ὡς τὸ πρότερον καὶ τοὺς συμβούλους σου ὡς τὸ ἀπ᾿ ἀρχῆς· καὶ μετὰ ταῦτα κληθήσῃ πόλις δικαιοσύνης, μητρόπολις πιστὴ Σιών”. Ησ. 1:26.

2 Ὃτι ἔσται ἐν ταῖς ἐσχάταις ἡμέραις ἐμφανὲς τὸ ὄρος Κυρίου καὶ ὁ οἶκος τοῦ Θεοῦ ἐπ᾿ ἄκρων τῶν ὀρέων καὶ ὑψωθήσεται ὑπεράνω τῶν βουνῶν·... 4 καὶ κρινεῖ ἀναμέσον τῶν ἐθνῶν καὶ ἐλέγξει λαὸν πολύν, καὶ συγκόψουσι τὰς μαχαίρας αὐτῶν εἰς ἄροτρα καὶ τὰς ζιβύνας αὐτῶν εἰς δρέπανα, καὶ οὐ λήψεται ἔθνος ἐπ᾿ ἔθνος μάχαιραν, καὶ οὐ μὴ μάθωσιν ἔτι πολεμεῖν” (Ησαΐας, 2: 1-4).

11 οἱ γὰρ ὀφθαλμοὶ Κυρίου ὑψηλοί, ὁ δὲ ἄνθρωπος ταπεινός· καὶ ταπεινωθήσεται τὸ ὕψος τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρα ἐκείνῃ12 ἡμέρα γὰρ Κυρίου σαβαὼθ ἐπὶ πάντα ὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ μετέωρον, καὶ ταπεινωθήσονται, 13 καὶ ἐπὶ πᾶσαν κέδρον τοῦ Λιβάνου τῶν ὑψηλῶν καὶ μετεώρων καὶ ἐπὶ πᾶν δένδρον βαλάνου Βασὰν 14 καὶ ἐπὶ πᾶν ὑψηλὸν ὄρος καὶ ἐπὶ πάντα βουνὸν ὑψηλὸν 15 καὶ ἐπὶ πάντα πύργον ὑψηλὸν καὶ ἐπὶ πᾶν τεῖχος ὑψηλὸν

16 καὶ ἐπὶ πᾶν πλοῖον θαλάσσης καὶ ἐπὶ πᾶσαν θέαν πλοίων κάλλους. 17 καὶ ταπεινωθήσεται πᾶς ἄνθρωπος, καὶ πεσεῖται ὕψος ἀνθρώπων, καὶ ὑψωθήσεται Κύριος μόνος ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ” (Ησαΐας, 2: 11-17).

1 ΚΑΙ ἐξελεύσεται ράβδος ἐκ τῆς ρίζης Ἰεσσαί, καὶ ἄνθος ἐκ τῆς ρίζης ἀναβήσεται....16 καὶ ἔσται δίοδος τῷ καταλειφθέντι μου λαῷ ἐν Αἰγύπτῳ, καὶ ἔσται τῷ Ἰσραὴλ ὡς ἡ ἡμέρα ὅτε ἐξῆλθεν ἐκ γῆς Αἰγύπτου” (Ησαΐας, κεφ. 11).

1ΚΑΙ εἶπε Δαυίδ... 8 καὶ ἐγένετό μοι λόγος Κυρίου λέγων· αἷμα εἰς πλῆθος ἐξέχεας καὶ πολέμους μεγάλους ἐποίησας· οὐκ οἰκοδομήσεις οἶκον τῷ ὀνόματί μου, ὅτι αἵματα πολλὰ ἐξέχεας ἐπὶ τὴν γῆν ἐναντίον μου. 9 ἰδοὺ υἱὸς τίκτεταί σοι, οὗτος ἔσται ἀνὴρ ἀναπαύσεως, καὶ ἀναπαύσω αὐτὸν ἀπὸ πάντων τῶν ἐχθρῶν αὐτοῦ κυκλόθεν, ὅτι Σαλωμὼν ὄνομα αὐτῷ, καὶ εἰρήνην καὶ ἡσυχίαν δώσω ἐπὶ Ἰσραὴλ ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτοῦ. 10 οὗτος οἰκοδομήσει οἶκον τῷ ὀνόματί μου, καὶ οὗτος ἔσται μοι εἰς υἱὸν κἀγὼ αὐτῷ εἰς πατέρα, καὶ ἀνορθώσω θρόνον βασιλείας αὐτοῦ ἐν Ἰσραὴλ ἕως αἰῶνος” (Α' Παραλειπομένων, 22: 8-10).

18 καὶ ἀναστήσω τὸν θρόνον τῆς βασιλείας σου, ὡς διεθέμην Δαυὶδ τῷ πατρί σου λέγων· οὐκ ἐξαρθήσεταί σοι ἡγούμενος ἀνὴρ ἐν Ἰσραήλ” (Β' Παραλειπομένων 7: 18).

8 κατέπιεν ὁ θάνατος ἰσχύσας, καὶ πάλιν ἀφεῖλε Κύριος ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἀπὸ παντὸς προσώπου· τὸ ὄνειδος τοῦ λαοῦ ἀφεῖλεν ἀπὸ πάσης τῆς γῆς” (Ησαΐας, 25: 8).

19 ἀναστήσονται οἱ νεκροί, καὶ ἐγερθήσονται οἱ ἐν τοῖς μνημείοις, καὶ εὐφρανθήσονται οἱ ἐν τῇ γῇ· ἡ γὰρ δρόσος ἡ παρὰ σοῦ ἴαμα αὐτοῖς ἐστιν, ἡ δὲ γῆ τῶν ἀσεβῶν πεσεῖται” (Ησαΐας, 26: 19).

11 καὶ λελυτρωμένοις; ὑπὸ γὰρ Κυρίου ἀποστραφήσονται καὶ ἥξουσιν εἰς Σιὼν μετ᾿ εὐφροσύνης καὶ ἀγαλλιάματος αἰωνίου· ἐπὶ κεφαλῆς γὰρ αὐτῶν ἀγαλλίασις καὶ αἴνεσις; καὶ εὐφροσύνη καταλήψεται αὐτούς, ἀπέδρα ὀδύνη καὶ λύπη καὶ στεναγμός (Ησαΐας, 51: 11).

7 ὡς ὥρα ἐπὶ τῶν ὀρέων, ὡς πόδες εὐαγγελιζομένου ἀκοὴν εἰρήνης, ὡς εὐαγγελιζόμενος ἀγαθά, ὅτι ἀκουστὴν ποιήσω τὴν σωτηρίαν σου λέγων Σιών·” (Ησαΐας, 52: 7).

13 Ἰδοὺ συνήσει ὁ παῖς μου καὶ ὑψωθήσεται καὶ δοξασθήσεται καὶ μετεωρισθήσεται σφόδρα14 ὃν τρόπον ἐκστήσονται ἐπὶ σὲ πολλοὶ ~ οὕτως ἀδοξήσει ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων τὸ εἶδός σου καὶ ἡ δόξα σου ἀπὸ υἱῶν ἀνθρώπων ~ 15 οὕτω θαυμάσονται ἔθνη πολλὰ ἐπ᾿ αὐτῷ, καὶ συνέξουσι βασιλεῖς τὸ στόμα αὐτῶν· ὅτι οἷς οὐκ ἀνηγγέλη περὶ αὐτοῦ, ὄψονται, καὶ οἳ οὐκ ἀκηκόασι, συνήσουσι.

ΝΓ'
1 ΚΥΡΙΕ, τίς ἐπίστευσε τῇ ἀκοῇ ἡμῶν; καὶ ὁ βραχίων Κυρίου τίνι ἀπεκαλύφθη; 2 ἀνηγγείλαμεν ὡς παιδίον ἐναντίον αὐτοῦ, ὡς ρίζα ἐν γῇ διψώσῃ. οὐκ ἔστιν εἶδος αὐτῷ οὐδὲ δόξα· καὶ εἴδομεν αὐτόν, καὶ οὐκ εἶχεν εἶδος οὐδὲ κάλλος· 3 ἀλλὰ τὸ εἶδος αὐτοῦ ἄτιμον καὶ ἐκλεῖπον παρὰ πάντας τοὺς υἱοὺς τῶν ἀνθρώπων· ἄνθρωπος ἐν πληγῇ ὢν καὶ εἰδὼς φέρειν μαλακίαν, ὅτι ἀπέστραπται τὸ πρόσωπον αὐτοῦ, ἠτιμάσθη καὶ οὐκ ἐλογίσθη. 4 οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται, καὶ ἡμεῖς ἐλογισάμεθα αὐτὸν εἶναι ἐν πόνῳ καὶ ἐν πληγῇ ὑπὸ Θεοῦ καὶ ἐν κακώσει. 5 αὐτὸς δὲ ἐτραυματίσθη διὰ τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν καὶ μεμαλάκισται διὰ τὰς ἀνομίας ἡμῶν· παιδεία εἰρήνης ἡμῶν ἐπ᾿ αὐτόν. τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν” (Ησαΐας, 52: 13-53: 5).

23 τάδε λέγει Κύριος παντοκράτωρ· ἐν ταῖς ἡμέραις ἐκείναις, ἐὰν ἐπιλάβωνται δέκα ἄνδρες ἐκ πασῶν τῶν γλωσσῶν τῶν ἐθνῶν καὶ ἐπιλάβωνται τοῦ κρασπέδου ἀνδρὸς Ἰουδαίου λέγοντες· πορευσόμεθα μετὰ σοῦ, διότι ἀκηκόαμεν ὅτι ὁ Θεὸς μεθ᾿ ὑμῶν ἐστι” (Ζαχαρίας, 8: 23).

55 καὶ ἡ ἀδελφή σου Σόδομα καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς ἀποκατασταθήσονται καθὼς ἦσαν ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ Σαμάρεια καὶ αἱ θυγατέρες αὐτῆς ἀποκατασταθήσονται καθὼς ἦσαν ἀπ᾿ ἀρχῆς, καὶ σὺ καὶ αἱ θυγατέρες σου ἀποκατασταθήσεσθε καθὼς ἀπ᾿ ἀρχῆς ἦτε” (Ιεζεκιήλ, 23: 55).

9 καὶ ἐξελεύσονται οἱ κατοικοῦντες τὰς πόλεις Ἰσραὴλ καὶ καύσουσιν ἐν τοῖς ὅπλοις, πέλταις καὶ κοντοῖς καὶ τόξοις καὶ τοξεύμασι καὶ ράβδοις χειρῶν καὶ λόγχαις· καὶ καύσουσιν ἐν αὐτοῖς πῦρ ἑπτὰ ἔτη. 10 καὶ οὐ μὴ λάβωσι ξύλα ἐκ τοῦ πεδίου οὐδὲ μὴ κόψωσιν ἐκ τῶν δρυμῶν, ἀλλ' ἢ τὰ ὅπλα κατακαύσουσι πυρί· καὶ προνομεύσουσι τοὺς προνομεύσαντας αὐτοὺς καὶ σκυλεύσουσι τοὺς σκυλεύσαντας αὐτούς, λέγει Κύριος11 καὶ ἔσται ἐν τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ δώσω τῷ Γὼγ τόπον ὀνομαστόν, μνημεῖον ἐν Ἰσραήλ, τὸ πολυάνδριον τῶν ἐπελθόντων πρὸς τῇ θαλάσσῃ, καὶ περιοικοδομήσουσι τὸ περιστόμιον τῆς φάραγγος12 καὶ κατορύξουσιν ἐκεῖ τὸν Γὼγ καὶ πᾶν τὸ πλῆθος αὐτοῦ, καὶ κληθήσεται Τὸ γαὶ τὸ πολυάνδριον τοῦ Γώγ. 13 καὶ κατορύξουσιν αὐτοὺς οἶκος Ἰσραήλ, ἵνα καθαρισθῇ ἡ γῆ, ἐν ἑπταμήνῳ· καὶ κατορύξουσιν αὐτοὺς πᾶς ὁ λαὸς τῆς γῆς, καὶ ἔσται αὐτοῖς ὀνομαστὸν ᾗ ἡμέρᾳ ἐδοξάσθη, λέγει Κύριος” (Ιεζεκιήλ, 39: 9-13).

33 συνεψήθη χαρμοσύνη καὶ εὐφροσύνη ἐκ τῆς Μωαβίτιδος καὶ οἶνος ἦν ἐπὶ ληνοῖς σου· πρωΐ οὐκ ἐπάτησαν οὐδὲ δείλης, οὐκ ἐποίησαν αἰδάδ” (Ιερεμίας, 31: 33).
(εδώ υποτίθεται με Ερμηνεία φυσικά, ότι μιλάει για την σοφία και αποκάλυψη της Πεντατεύχου που θα δοθεί σε όλο το Ισραήλ, πως βγαίνει αυτό δεν γνωρίζω)

4 κατατρύφησον τοῦ Κυρίου, καὶ δώσει σοι τὰ αἰτήματα τῆς καρδίας σου” (Ψαλμοί, 37 (36): 4)

13 ἰδοὺ ἡμέραι ἔρχονται, λέγει Κύριος, καὶ καταλήψεται ὁ ἀμητὸς τὸν τρυγητόν, καὶ περκάσει ἡ σταφυλὴ ἐν τῷ σπόρῳ, καὶ ἀποσταλάξει τὰ ὄρη γλυκασμόν, καὶ πάντες οἱ βουνοὶ σύμφυτοι ἔσονται”· (Αμώς 9: 13).

Επίκουρος: Το τετραπλό κριτήριο της αλήθειας

Σύμφωνα με τον Επίκουρο, τα φαινόμενα αποτελούν προέκταση της ύπαρξης, μια άμεση υλική απορροή της υποκείμενης πραγματικότητας του κόσμου. Αυτό δεν σημαίνει πως όλη η πραγματικότητα, όλη η ύπαρξη, είτε φαίνεται άμεσα είτε όχι, είναι δυνάμει αποκαλύψιμη με την κατάλληλη χρήση των αισθήσεων αφ’ ενός και του νου αφετέρου. Αισθήσεις και νους συνεργάζονται για να επιτύχουν μια θεμελιώδη συμφωνία μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου: οι αισθήσεις δέχονται τα μηνύματα του κόσμου των φαινομένων, ενώ ο νους συλλαμβάνει τα μηνύματα αυτά και τους δίνει μορφή και νόημα.

Το συμπέρασμα, λοιπόν, για τον Επίκουρο, είναι ότι η κρίση στην οποία προβαίνει ο κοινός νους περί των φυσικών φαινομένων, όπως αυτά εμφανίζονται στο αισθανόμενο/συναισθανόμενο/σκεπτόμενο υποκείμενο, πρέπει να επαρκεί, αν όχι για την πραγματική ανακάλυψη της αλήθειας, τουλάχιστον για μια προσέγγιση της φύσης, της δομής και της λειτουργίας της πραγματικότητας∙ υπό τον όρο, βέβαια, ότι η μαρτυρία των αισθήσεων, αν δεν επιβεβαιώνει την άποψη που έχουμε περί του κόσμου, με κανένα τρόπο να μην αντιφάσκει προς αυτήν.

Η κρίση στην οποία προβαίνει ο κοινός νους για τον κόσμο των φαινομένων σκιαγραφείται με κάποιες λεπτομέρειες στον Κανόνα, που εμπεριέχει τα τέσσερα κριτήρια της αλήθειας: «Στον κανόνα, λοιπόν, ο Επίκουρος βεβαιώνει ότι οι αισθήσεις, οι προλήψεις, και τα συναισθήματα/συγκινήσεις μας (πάθη) είναι τα κριτήρια της αλήθειας∙ οι Επικούρειοι δέχονται επίσης ως κριτήριο της αλήθειας και την προσήλωση του νου σε παραστάσεις (φανταστικαί επιβολαί της διανοίας)».

Η τετραπλή συνταγή ή τετραπλό κριτήριο της αλήθειας αποτελείται, λοιπόν, από τις αισθήσεις, τα πάθη (συναισθήματα, συγκινήσεις), τις προλήψεις (έννοιες των πραγμάτων ήδη αποθηκευμένες στο νου) και τις διορατικές συλλήψεις του νου (φανταστικαί επιβολαί της διανοίας).

Η αίσθησις

Η αίσθησις αναφέρεται στην άμεση αισθητηριακή αντίληψη, σε ένα είδος φυσικής συμφωνίας ανάμεσα στα όργανα των αισθήσεων και στο αντικείμενο ή σώμα και τις ιδιότητές του (οι οποίες ονομάζονται συμπτώματα και συμβεβηκότα). Ο όρος αίσθησις, ωστόσο, αναφέρεται και στην εντύπωση, στο προϊόν της αλληλεπίδρασης μεταξύ υποκειμένου και αντικειμένου της αισθητηριακής σύλληψης. 

Κάθε αίσθησις στερείται λόγου και δεν είναι επιδεκτική μνήμης∙ δεν ενεργοποιείται από μόνη της, αλλά και όταν ενεργοποιείται από κάτι άλλο δεν μπορεί να του προσθέσει ή να του αφαιρέσει κάτι. Κι ούτε υπάρχει κάτι που να μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις: Ούτε το λογικό μπορεί να ανασκευάσει τις αισθήσεις, αφού το λογικό εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τις αισθήσεις. Ούτε, πάλι, μπορεί μια αίσθησις να ελέγξει μιαν άλλη, εφ’ όσον σε όλες δίνουμε την ίδια προσοχή. Το γεγονός ότι βλέπουμε και ακούμε είναι εξίσου πραγματικό με το ότι νιώθουμε πόνο. Ως εκ τούτου, πρέπει με βάση τα φανερά να οδηγούμαστε σε συμπεράσματα για τα μη φανερά. Διότι όλες οι ιδέες μας προέρχονται από τις αισθήσεις – ποτέ μέσω σύμπτωσης, ποτέ κατ’ αναλογία ή σύμφωνα με κάποια ομοιότητα ή μέσω συσχετίσεων, όπου κατά τι συμβάλλει και το λογικό. Όσο για τα οράματα των τρελών και τα όνειρα που βλέπουμε, έχουν αληθινή υπόσταση, δεδομένου ότι προκαλούν κίνηση [στο νου]∙ και κάτι που δεν υπάρχει δεν προκαλεί τίποτα. (Διογένης Λαέρτιος, 10.31-32)

Πάθη

Τα πάθη ή συναισθήματα ή συγκινήσεις αποτελούν, σύμφωνα με τον Επίκουρο, το δεύτερο σημαντικό κριτήριο αλήθειας ή γνωσιολογικό κριτήριο. Τόσο οι αισθήσεις όσο και τα πάθη ανήκουν στην ίδια τάξη του πραγματικού. Επιπλέον, και τα δύο μας παρέχουν μια εξίσου κρίσιμη μαρτυρία της ομοιογενούς υλικής δομής του φυσικού κόσμου που περιβάλλει τον άνθρωπο (και από μια γενική έννοια, το σύνολο του έμψυχου κόσμου) και περικλείει τις δραστηριότητες του. Τα δύο αυτά κριτήρια αλήθειας συνιστούν από κοινού ότι μπορεί να θεωρηθεί ως η υποδομή της γνωσιολογίας του Επίκουρου.

Αισθήσεις και πάθη είναι εξίσου πραγματικά και εξίσου έντονα. Ό,τι ισχύει για την αντιληπτικότητα στην περίπτωση των αισθήσεων, το ίδιο ισχύει για την σωματική –ακόμη και ψυχολογική- εμπειρία του πόνου και της ηδονής στην περίπτωση των παθών. Επιπλέον, αισθήσεις και πάθη παρέχουν μια μη αναγώγιμη μαρτυρία της πραγματικότητας του κόσμου των φαινομένων, αλλά και εγγυώνται την ικανότητα του ανθρώπου να τα γνωρίζει. Η ύπαρξη, ως φαινόμενη πραγματικότητα, και η άμεση αδιαμεσολάβητη εμπειρία αυτής της πραγματικότητας μέσω της αισθητηριακής αντίληψης/εντύπωσης και του συναισθήματος – το οποίο μπορεί να θεωρηθεί ως ένα είδος «εσωτερικής αίσθησης»- συμπίπτουν.

[Οι Επικούρειοι] λένε ότι δύο πάθη υπάρχουν, η ηδονή και ο πόνος (αλγηδών), που προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον∙ ότι το ένα είναι οικείον (συγγενικό προς την φύση του) ενώ το άλλο αλλότριον (ξένο/εχθρικό)∙ και ότι με βάση αυτά αποφασίζουμε τι θα επιλέξουμε και τι θα αποφύγουμε.

Όσο για τις έρευνες, υπάρχουν δύο λογιών, η έρευνα που αφορά στα πράγματα, και η έρευνα που ασχολείται με σκέτα λόγια. (Διογ. Λαέρτ., 10.30)

Είναι σημαντικό να συνειδητοποιήσουμε και να τονίσουμε στο σημείο αυτό ότι τα δύο είδη παθών –ηδονή και πόνος- «προκαλούνται σε κάθε έμβιο ον» και συνοδεύουν κάθε έκφανση της ζωής στον κόσμο. Τα πάθη, με άλλα λόγια, όπως και οι αισθήσεις, αποτελούν θεμελιώδη φυσιο/ψυχο/λογικά δεδομένα, που πιστοποιούν και εγγυώνται την ύπαρξη και δομή του υλικού κόσμου όπως αυτός εμφανίζεται στον άνθρωπο και όπως ο άνθρωπος τον βιώνει. Και επιπλέον, ορίζουν τη θέση του ανθρώπου σ’ αυτόν τον κόσμο. Αισθήσεις και πάθη μαζί μας παρέχουν μια θεμελιώδη και μη διαψεύσιμη μαρτυρία περί της πραγματικότητας.

Οι αισθήσεις και τα πάθη ή, ακριβέστερα, η ολοφάνερη μαρτυρία που μας παρέχουν η αισθητηριακή αντίληψη, η εντύπωση και η συγκίνηση, είναι η μοναδική πηγή βεβαιότητας (Διογ. Λαέρτ., 10.63).

Πρόληψις

Η πρόληψις, ένας όρος ασυνήθιστος και προβληματικός –που συχνότατα αποδίδεται ως «έννοια», «γενική έννοια», «έννοια που παράγεται από την αισθητηριακή αντίληψη», προφανώς αναφέρεται στη διαδικασία σχηματισμού εννοιών, μια διαδικασία η οποία εντείνεται από την ακόμη πιο δύσκολη και δυσνόητη λειτουργία που αποκαλείται φανταστικαί επιβολαί της διανοίας (=«διορατική σύλληψη του νου»). Ατυχώς, στα σωζόμενα κείμενα του ιδίου του Επίκουρου, πολύ λίγα υπάρχουν που θα μας επέτρεπαν να συλλάβουμε με βεβαιότητα το ακριβές νόημα της προλήψεως. Η αναφορά του Διογένη Λαέρτιου σχετικά με το νόημα της προλήψεως έχει ως εξής:

Με την πρόληψιν εννοούν [οι Επικούρειοι] κάτι σαν νοητική σύλληψη κάποιου πράγματος ως υπαρκτού, ή ορθή γνώμη, ή έννοια ή γενική ιδέα επαναποθηκευμένη στο νου∙ δηλαδή την μνήμη ενός εξωτερικού πράγματος που μας έχει παρουσιαστεί επανειλημμένα. Τέτοιας λογής είναι π.χ. ο άνθρωπος: μόλις ειπωθεί η λέξη «άνθρωπος», αμέσως, σύμφωνα με την πρόληψιν που έχουμε του ανθρώπου, παρουσιάζεται στη νόηση η μορφή του, σύμφωνη με τα προηγούμενα δεδομένα των αισθήσεων. Έτσι, το αντικείμενο που αρχικά έχει δηλωθεί με μια λέξη, είναι ξεκάθαρο (εναργές). Οι προλήψεις, επομένως, είναι πράγματα αυταπόδεικτα. 

Για την γνώμη χρησιμοποιούν τη λέξη υπόληψις που, όπως ισχυρίζονται, είτε είναι αληθής είτε ψευδής: Αν πιστοποιείται από τις αυταπόδεικτες μαρτυρίες ή δεν αναιρείται, τότε αληθεύει. Ενώ αν δεν πιστοποιείται ή αν υπάρχει αρνητική μαρτυρία, τότε είναι ψευδής. Γι’ αυτό και εισήγαγαν την έκφραση «το προσμένον» [=αυτό που προσμένει επαλήθευση]∙ όπως, λόγου χάρη περιμένει κανείς να πλησιάσει πρώτα κοντά σ’ ένα πύργο και να εξακριβώσει πως φαίνεται εκ τους σύνεγγυς. (10. 33-34)

Το πρώτο και πιο σημαντικό χαρακτηριστικό της προλήψεως, σύμφωνα με την παραπάνω αναφορά, είναι η σχέση της με την μνήμη.  Μέσω των προλήψεων, λοιπόν, το υποκείμενο της αντίληψης και του συναισθήματος εισέρχεται στη σφαίρα της συνέχειας, του δομημένου χρόνου∙ ικανό να ανακαλεί τη μνήμη, να αναγνωρίζει και να ταυτοποιεί, αρχίζει να συγκροτεί, ή μάλλον να ανακαλύπτει ένα δομημένο, διαρκή και ανθεκτικό κόσμο αισθήσεων και παθών.

Μέσω της προλήψεως, ο αντιληπτός κόσμος γίνεται, σε βάθος χρόνου, συνεχής και αναγνωρίσιμος. Εικόνες δημιουργούνται, εναποθηκεύνται και απομνημονεύονται για περαιτέρω χρήση.

Επιπλέον, οι προλήψεις είναι εναργείς: έχουν την ίδια άμεση, αδιαμφισβήτητη, ξεκάθαρη προφάνεια που χαρακτηρίζει τις αισθήσεις και τα πάθη. Με άλλα λόγια, η πραγματικότητα και, συνεπώς, η αλήθεια αυτών των σταθερών συνεκτικών εικόνων διαθέτει την ίδια άμεση και αδιαμφισβήτητη φυσικότητα και εγκυρότητα που έχουν οι αρχικές αισθητηριακές εμπειρίες και τα συναισθήματα που παρήγαγαν τις εικόνες αυτές. Έτσι, η νέα τυπολογία που επιτυγχάνεται μέσω των προλήψεων μπορεί να υποκαταστήσει τη μαρτυρία των αισθήσεων και των συναισθημάτων με την ίδια αδιαφιλονίκητη αυθεντικότητα και σαφήνεια. 

Μαθαίνουμε να συνδέουμε λέξεις με πράγματα που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις μας∙ κι έτσι, όταν προφέρεται η λέξη, έχουμε μια «πρόληψη» αυτού στο οποίο η λέξη αναφέρεται. Υπάρχει ωστόσο ο κίνδυνος να λησμονήσουμε ότι αυτή είναι η χρήση των λέξεων και να επιχειρήσουμε να τους δώσουμε μια ανεξάρτητη ζωή. Έτσι, ο Επίκουρος τονίζει ότι θα πρέπει να έχουμε στο νου μας τα πράγματα τα οποία έχουμε εκχωρήσει στις λέξεις μας ώστε να αποφεύγουμε τη χρήση κενών λέξεων. Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις λέξει με τρόπο που ανταποκρίνεται στις προλήψεις μας, διότι αν αφήσουμε τις λέξεις αδέσποτες θα γίνουν άστοχες και ανεξέλεγκτες. (Furkey, Greek Atomists, σ. 205)

Τρίτο και τελευταίο χαρακτηριστικό της προλήψεως –και ίσως το πιο σημαντικό από όλα- είναι ότι οι προλήψεις αποκτώνται μέσα από μια διαλεκτική σχέση με τον κόσμο των φαινομένων και με τις αισθητηριακές εντυπώσεις και τα συναισθήματα που αυτός προκαλεί στο αντιλαμβανόμενο/αισθανόμενο υποκείμενο. Με άλλα λόγια, η διαδικασία σχηματισμού της προλήψεως αρχίζει να μοιάζει με τη διαδικασία της «εικασίας και ανασκευής», που ανοίγει το δρόμο στην αφαίρεση και τη θεωρία.

Φανταστικαί επιβολαί της διανοίας

Σύμφωνα με την αναφορά του Διογένη Λαέρτιου, οι Επικούρειοι –αλλά όχι ο ίδιος ο Επίκουρος- πρόσθεσαν ένα τέταρτο γνωσιολογικό κριτήριο, την φανταστικήν επιβολήν της διανοίας. Ο δύσκολος αυτός όρος απαντά σε κάποια από τα σωζόμενα συγγράμματα (Κύρια Δόξα 24) του Επίκουρου, αν και παραλλαγμένος. Εν τούτοις, πουθενά δεν αποσαφηνίζεται το ακριβές νόημά του.

Η έκφραση αποτελείται από τρεις όρους: φανταστική (από το φαντασία/φάντασμα = εικόνα, είδωλο, παράσταση, εντύπωση), επιβολή (προσήλωση, ρίψη) και διάνοια. Αναφέρεται επομένως στις εικόνες/παραστάσεις εκείνες που συλλαμβάνονται από το νου, ανεξάρτητα, εκ πρώτης όψεως, από οποιαδήποτε ορατά πράγματα. Υπό αυτή την έννοια, είναι παρόμοιες με τις ήδη συγκροτημένες προλήψεις. Θεωρούμενες ως «διορατικές συλλήψεις του νου», οι παραστάσεις αυτές που άμεσα συνέλαβε ο νους μέσω της διόρασης, εμφανίζονται να έχουν αποδεικτική αξία ισοδύναμη με των αισθήσεων.

Αυτές οι διορατικές συλλήψεις του νου μοιάζουν και, με μια έννοια, αντιστοιχούν στις πραγματικές, υπαρκτές –διότι ενεργούν ως αίτια, και προκαλούν κίνηση- παραστάσεις που παράγονται στο νου κάποιου που ονειρεύεται ή κάποιου διανοητικά διαταραγμένου – παραστάσεις εξίσου αληθείς με τις άλλες συνηθισμένες μαρτυρίες που μας παρέχουν οι αισθήσεις. Ο Επίκουρος είναι σαφής επ’ αυτού: «Ακόμη και των τρελών οι παραστάσεις, όπως αυτές που βλέπουμε στον ύπνο μας είναι αληθείς, διότι προκαλούν κίνηση –δηλαδή κίνηση στο νου- ενώ το μη ον δεν προκαλεί τίποτα. (Διογ. Λαέρτ., 10.32) 

Φαίνεται ωστόσο, ότι η διαφορά ανάμεσα στις προλήψεις (τις σταθερές έννοιες) και στις φανταστικές επιβολές της διανοίας, έγκειται στο γεγονός ότι οι τελευταίες μπορούν να σπάσουν τα δεσμά και να αποκτήσουν μια δική τους ανεξάρτητη ύπαρξη, χωρίς αναφορά στις αισθήσεις, τα πάθη ή τις προλήψεις που μπορεί να έχουν προκαλέσει το σχηματισμό τους.

Τέλος, πρέπει να τονιστεί ότι οι φανταστικαί επιβολαί της διανοίας είναι κυρίως, αν όχι αποκλειστικά, προϊόντα της διανοίας. Ανήκουν σ’ ένα είδος της ανεξάρτητης δραστηριότητας που χαρακτηρίζεται από δικό της τρόπο λειτουργίας. Σ’ αυτά τα συμφραζόμενα ο ρόλος της γλώσσας γίνεται αμφίβολος και παραγνωρίζεται μια σειρά γνωσιολογικών προβλημάτων.

Για να συνοψίσουμε, λοιπόν: ο τετραπλός τύπος ή τα κριτήρια της αληθείας –οι αισθήσεις, τα πάθη, οι προλήψεις και οι φανταστικαί επιβολαί της διανοίας- ορίζουν το κατάλληλο γνωσιοθεωρητικό πεδίο για το επικούρειο οντολογικό όραμα. Αυτά τα κριτήρια είναι τόσο αξεδιάλυτα δεμένα με την επικούρεια άποψη περί της πραγματικότητας ως φαινομένου, ώστε συχνά είναι αδύνατο να πούμε που τελειώνει η υλιστική/ατομική θεωρία της φύσης και που αρχίζει η θετικιστική θεωρία της γνώσης.

Με έναν ιδιόμορφο και λιτό τρόπο ο Επίκουρος επιστρέφει στους Προσωκρατικούς, και πιστός στο πνεύμα τους επανερμηνεύει το δυαδισμό ύλης-πνεύματος. Αποδίδει υλικές ποιότητες στο νου, αν όχι πνευματικές ποιότητες στην ύλη – αφού αυτή η διχοτόμηση έχει ήδη αποκλειστεί από την υλιστική οντολογία. Και μάλιστα τολμά να προτείνει αυτή την ανορθόδοξη, έως και εικονακλαστική –αν όχι τελείως αιρετική- επιστροφή στην αδιαφανή πραγματικότητα της φύσεως των Προσωκρατικών μέσα από μια συνειδητή, καθ’ όλα συνειδητή θα λέγαμε, αναδιατύπωση της ατομικής θεωρίας του Δημόκριτου.

Ο κεντρικό πυρήνας, το κύριο μέλημα του Επίκουρου είναι, όπως έχει ειπωθεί, το άτομο στην ιστορικότητα του: το φυσικό ανθρώπινο άτομο στο φυσικό του περιβάλλον. Συνεπώς το πρωταρχικό μέλημα του φιλοσόφου είναι βαθιά σωκρατικό. Ο λόγος του, ωστόσο, ο τρόπος σκέψης του, το ίδιο του το όραμα του φυσικού κόσμου, μας επαναφέρουν σε έναν προσωκρατικό κόσμο. Η συνένωση, η συγχώνευση αυτών των δύο όψεων, ή μάλλον κοσμοαντιλήψεων, αποτελεί τη σημαντικότερη και πιο πρωτότυπη συμβολή του Επίκουρου στο χώρο της αρχαίας φιλοσοφίας.

ΒΑΚΧΥΛΙΔΗΣ: Διθύραμβοι (3.1-3.66)

ΔΙΘΥΡΑΜΒΟΣ IΙI

ΗΙΘΕΟΙ Ή ΘΗΣΕΥΣ

‹ΚΗΙΟΙΣ ΕΙΣ ΔΗΛΟΝ›

Κυανόπρῳρα μὲν ναῦς μενέκτυ[πον [στρ. α]
Θησέα δὶς ἑπτ[ά] τ᾽ ἀγλαοὺς ἄγουσα
κούρους Ἰαόνω[ν
Κρητικὸν τάμνε πέλαγος·
5 τηλαυγέϊ γὰρ [ἐν] φάρεϊ
βορήϊαι πίτνο[ν] αὖραι
κλυτᾶς ἕκατι π[ε]λεμαίγιδος Ἀθάν[ας·
κνίσεν τε Μίνωϊ κέαρ
ἱμεράμπυκος θεᾶς
10 Κύπριδος [ἁ]γνὰ δῶρα·
χεῖρα δ᾽ οὐ[κέτι] παρθενικᾶς
ἄτερθ᾽ ἐράτυεν, θίγεν
δὲ λευκᾶν παρηΐδων·
βόασέ τ᾽ Ἐρίβοια χαλκο-
15 θώρα[κα Π]ανδίονος
ἔκγ[ο]νον· ἴδεν δὲ Θησεύς,
μέλαν δ᾽ ὑπ᾽ ὀφρύων
δίνα[σ]εν ὄμμα, καρδίαν τέ οἱ
σχέτλιον ἄμυξεν ἄλγος,
20 εἶρέν τε· «Διὸς υἱὲ φερτάτου,
ὅσιον οὐκέτι τεᾶν
ἔσω κυβερνᾷς φρενῶν
θυμ[όν]· ἴσχε μεγάλαυχον ἥρως βίαν.

ὅ τι μ[ὲ]ν ἐκ θεῶν μοῖρα παγκρατὴς [αντ. α]
25 ἄμμι κατένευσε καὶ Δίκας ῥέπει τά-
λαντον, πεπρωμέν[α]ν
αἶσαν [ἐ]κπλήσομεν, ὅτ[α]ν
ἔλθῃ· [σ]ὺ δὲ βαρεῖαν κάτε-
χε μῆτιν. εἰ καί σε κεδνὰ
30 τέκεν λέχει Διὸς ὑπὸ κρόταφον Ἴδας
μιγεῖσα Φοίνικος ἐρα-
τώνυμος κόρα βροτῶν
φέρτατον, ἀλλὰ κἀμὲ
Πιτθ[έ]ος θυγάτηρ ἀφνεοῦ
35 πλαθεῖσα ποντίῳ τέκεν
Ποσειδᾶνι, χρύσεόν
τέ οἱ δόσαν ἰόπλοκοι κά-
λυμμα† Νηρηΐδες.
τῶ σε, πολέμαρχε Κνωσίων,
40 κέλομαι πολύστονον
ἐρύκεν ὕβριν· οὐ γὰρ ἂν θέλοι-
μ᾽ ἀμβρότοι᾽ ἐραννὸν Ἀο[ῦς
ἰδεῖν φάος, ἐπεί τιν᾽ ἠϊθέ[ων
σὺ δαμάσειας ἀέκον-
45 τα· πρόσθε χειρῶν βίαν
δε[ί]ξομεν· τὰ δ᾽ ἐπιόντα δα[ίμω]ν κρινεῖ.»

τόσ᾽ εἶπεν ἀρέταιχμος ἥρως· [επωδ. α]
τ]άφον δὲ ναυβάται
φ]ωτὸς ὑπεράφανον
50 θ]άρσος· Ἁλίου τε γαμβρῷ χόλωσεν ἦτορ,
ὕφαινέ τε ποταινίαν
μῆτιν, εἶπέν τε· «μεγαλοσθενὲς
Ζεῦ πάτερ, ἄκουσον· εἴ πέρ με νύμ[φα
Φοίνισσα λευκώλενος σοὶ τέκεν,
55 νῦν πρόπεμπ᾽ ἀπ᾽ οὐρανοῦ θοὰν
πυριέθειραν ἀστραπὰν
σᾶμ᾽ ἀρίγνωτον· εἰ
δὲ καὶ σὲ Τροιζηνία σεισίχθονι
φύτευσεν Αἴθρα Ποσει-
60 δᾶνι τόνδε χρύσεον
χειρὸς ἀγλαὸν
ἔνεγκε κόσμον ἐκ βαθείας ἁλός,
δικὼν θράσει σῶμα πατρὸς ἐς δόμους.
εἴσεαι δ᾽ αἴκ᾽ ἐμᾶς κλύῃ
65 Κρόνιος εὐχᾶς
ἀναξιβρέντας ὁ πάντω[ν με]δ[έω]ν.»

***
ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΝΕΕΣ Ή Ο ΘΗΣΕΑΣ

Έσκιζε ένα γαλαζόπλωρο καράβι [στρ. α]
τα νερά του κρητικού πελάγου· μέσα,
ήρωας άσκιαχτος σε αγώνες, ο Θησέας,
και μαζί του αγόρια εφτά και εφτά κοπέλες·
όλοι απ᾽ τη φυλή των Ιώνων·
στο πανί, που λαμποκόπαε πέρα, εφύσα
ο βοριάς, για να χαρεί και η Αθηνά,
η θεά που του πολέμου ορίζει ασπίδα.
Μα του Μίνωα την καρδιά μια αψιά κεντιά
κέντησε, σταλτή απ᾽ την Κύπρη,
10 τη θεά με το μαγνάδι των ερώτων·
δε συγκράτησε το χέρι του, σε μια
τ᾽ άπλωσε από τις κοπέλες
και της άγγιξε τα ολόασπρα μάγουλά της·
τότες έμπηξε η Ερίβοια μια φωνή,
του Πανδίονα για ν᾽ ακούσει ο εγγονός
ο χαλκοθωρακισμένος· μόλις το ᾽δε
ο Θησέας, κάτω απ᾽ τα φρύδια σκοτεινές
άγριες παίξανε οι ματιές του· από τον πόνο
σπάραξε η καρδιά του και είπε:
20 «Γιε του υπέρτατου του Δία, στα στήθια μέσα
την καρδιά σου ευλαβικά δεν κυβερνάς·
την αγέρωχη συγκράτησε, ήρωα, βία.

Κείνο που ᾽ναι απ᾽ τους θεούς, αυτό που η Μοίρα, [αντ. α]
παντοδύναμη, έχει γράψει, και της Δίκης
όπου γέρνει η ζυγαριά, σα φτάσει η ώρα,
θα το κάμουμε ώς την άκρη, εσύ όμως πάλι
τη βαριά βουλή συγκράτα.
Αν του Φοίνικα η τρισάξια, η παινεμένη
30 θυγατέρα σ᾽ έχει κάμει εσένα, αφού
σε ψηλή πλαγιά της Ίδης είχε σμίξει
με το Δία, κι αν είσαι ασύγκριτος θνητός,
μα κι εμένα είναι γονιός μου
του πελάγου ο Ποσειδώνας, κι έχω μάνα
του Πιτθέα του πλούσιου κόρη, που χρυσό
οι μενεξεδομαλλούσες
θυγατέρες του Νηρέα τής δώσαν πέπλο.
Της Κνωσού πολέμαρχε, άκου με λοιπόν·
τόσο αυθαίρετος μην είσαι· αυτό μπορεί
40 συμφορές πολλές να φέρει· κάλιο το ᾽χω
της αθάνατης Αυγής πια να μη δω
το γλυκό το φως ποτέ, παρά ν᾽ αφήσω
ένα νέο απ᾽ τους δικούς μου
να προσβάλεις άθελά του· πριν, θα δείξω
των χεριών μου εγώ τη δύναμη· ο θεός
πια θα κρίνει τί θα γίνει παραπέρα.»

Είπε ο Θησέας, ο δεινός [επωδ. α]
κονταρομάχος, κι οι ναύτες ξαφνιάστηκαν
για το περήφανο που έδειχνε θάρρος.
50 Χόλιασε του Ήλιου ο γαμπρός, και μια σκέψη βαθιά και πρωτάκουστη
έβαλε αμέσως στο νου:
«Μεγαλοδύναμε Δία και πατέρα μας,
δέηση σου κάνω θερμή·
αν μ᾽ έχεις γιο σου στ᾽ αλήθεια απ᾽ του Φοίνικα
την κρουσταλλόκορφη κόρη,
στείλε ολοφάνερο αμέσως σημάδι
φλογομαλλούσα αστραπή· κι αν εσύ αληθινά,
που η Τροιζηνιώτισσα σ᾽ έκαμε η Αίθρα, Θησέα,
τον Ποσειδώνα έχεις κύρη σου
τον κοσμοσείστη, μπρος, ρίξου στη θάλασσα,
μες στο παλάτι του,
60 και το χρυσό δαχτυλίδι μου αυτό, που στολίζει το χέρι μου,
φέρ᾽ το απ᾽ τα βάθη ξανά.
Κι έτσι θα δεις
αν ο τρανός γιος του Κρόνου μ᾽ ακούει, σαν του κάνω μια δέηση,
που όλα τα ορίζει, κι αυτός κυβερνά τη βροντή.»

Τετάρτη 28 Απριλίου 2021

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΣΟΦΟΚΛΗΣ - Αἴας (719-747)

ΑΓΓΕΛΟΣ
ἄνδρες φίλοι, τὸ πρῶτον ἀγγεῖλαι θέλω,
720 Τεῦκρος πάρεστιν ἄρτι Μυσίων ἀπὸ
κρημνῶν· μέσον δὲ προσμολὼν στρατήγιον
κυδάζεται τοῖς πᾶσιν Ἀργείοις ὁμοῦ.
στείχοντα γὰρ πρόσωθεν αὐτὸν ἐν κύκλῳ
μαθόντες ἀμφέστησαν, εἶτ᾽ ὀνείδεσιν
725 ἤρασσον ἔνθεν κἄνθεν οὔτις ἔσθ᾽ ὃς οὔ,
τὸν τοῦ μανέντος κἀπιβουλευτοῦ στρατῷ
ξύναιμον ἀποκαλοῦντες, ὡς οὐκ ἀρκέσοι
τὸ μὴ οὐ πέτροισι πᾶς καταξανθεὶς θανεῖν.
ὥστ᾽ ἐς τοσοῦτον ἦλθον ὥστε καὶ χεροῖν
730 κολεῶν ἐρυστὰ διεπεραιώθη ξίφη.
λήγει δ᾽ ἔρις δραμοῦσα τοῦ προσωτάτω
ἀνδρῶν γερόντων ἐν ξυναλλαγῇ λόγου.
ἀλλ᾽ ἡμὶν Αἴας ποῦ ᾽στιν, ὡς φράσω τάδε;
τοῖς κυρίοις γὰρ πάντα χρὴ δηλοῦν λόγον.
735 ΧΟ. οὐκ ἔνδον, ἀλλὰ φροῦδος ἀρτίως, νέας
βουλὰς νέοισιν ἐγκαταζεύξας τρόποις.
ΑΓ. ἰοὺ ἰού.
βραδεῖαν ἡμᾶς ἆρ᾽ ὁ τήνδε τὴν ὁδὸν
πέμπων ἔπεμψεν, ἢ ᾽φάνην ἐγὼ βραδύς.
740 ΧΟ. τί δ᾽ ἐστὶ χρείας τῆσδ᾽ ὑπεσπανισμένον;
ΑΓ. τὸν ἄνδρ᾽ ἀπηύδα Τεῦκρος ἔνδοθεν στέγης
μὴ ᾽ξω παρήκειν, πρὶν παρὼν αὐτὸς τύχῃ.
ΧΟ. ἀλλ᾽ οἴχεταί τοι, πρὸς τὸ κέρδιον τραπεὶς
γνώμης, θεοῖσιν ὡς καταλλαχθῇ χόλου.
745 ΑΓ. ταῦτ᾽ ἐστὶ τἄπη μωρίας πολλῆς πλέα,
εἴπερ τι Κάλχας εὖ φρονῶν μαντεύεται.
ΧΟ. ποῖον; τί δ᾽ εἰδὼς τοῦδε πράγματος πέρι;

***
ΑΓΓΕΛΟΣ
Φίλοι, το πρώτο που έχω ν᾽ αναγγείλω·
720 έφτασε ο Τεύκρος από της Μυσίας τα όρη.
Δεν πρόλαβε όμως να σταθεί στου στρατηγείου τη βάση,
κι ευθύς τον πήραν στις βρισιές όλοι μαζί οι Αργίτες.
Μόλις τον είδαν να ᾽ρχεται, έκαναν κύκλο γύρω του,
τον έβαλαν στη μέση, κι άρχισαν να τον σέρνουν
βρίζοντας, ο ένας από δω, ο άλλος από κει — αμέτοχος
δεν έμεινε κανείς. Φωνάζοντας πως είναι αυτός ο αδελφός
ενός μανιακού, επίβουλου εχθρού μες στον στρατό,
και πως με τίποτα δεν τη γλιτώνει, λιώμα θα γίνει
κάτω από τις πέτρες, ωσότου να του βγει η ψυχή.
730 Έφτασαν κιόλας στο σημείο, σπαθιά απ᾽ τα θηκάρια
να τραβήξουν, κι αποσοβήθηκε η σύγκρουση όταν
δεν πήγαινε άλλο, οπότε μπήκαν οι γέροντες στη μέση,
φέρνοντας με τα λόγια τους διαλλαγή.
Όμως ο Αίας, πες, πού είναι; πρέπει να του μιλήσω, έχω
το χρέος να δώσω στους ηγέτες για όλα αναφορά.
ΧΟ. Δεν είναι μέσα. Έφυγε πριν από λίγο, αλλάζοντας
διάθεση, παίρνοντας νέες αποφάσεις.
ΑΓΓ. Ουαί κι αλίμονο.
Αυτός που μ᾽ έστειλε, φαίνεται στην αποστολή του
ν᾽ αργοπόρησε, εκτός αν αποδείχτηκα
εγώ αργοκίνητος.
740 ΧΟ. Αλλά τί μένει υπόλοιπο απ᾽ ό,τι θα ᾽πρεπε να γίνει;
ΑΓΓ. Ο Τεύκρος έχει απαγορέψει να βγει αυτός
απ᾽ τη σκηνή, προτού να φτάσει εδώ ο ίδιος.
ΧΟ. Έφυγε ωστόσο, αλλάζοντας προς το καλύτερο
τη γνώμη του· να φιλιωθεί με τους θεούς,
σβήνοντας τον θυμό του.
ΑΓΓ. Αυτά που λες είναι μωρά κι ανόητα, αν πράγματι
ο μάντης Κάλχας ξέρει ακόμη να μαντεύεται.
ΧΟ. Τί θες να πεις; τί παραπάνω ξέρεις για το θέμα;

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας

Αττικισμός


Φρύνιχος. Οδηγίες για τη «σωστή» χρήση της γλώσσας, με βάση τον αττικιστικό κανόνα· 2ος αι. μ.Χ.

Ὅστις ἀρχαίως καὶ δοκίμως ἐθέλει διαλέγεσθαι τάδ' αὐτῷ φυλακτέα· διωρία ἐσχάτως ἀδόκιμον· ἀντ' αὐτοῦ δὲ προθεσμίαν ἐρεῖς· ἀγαθός μᾶλλον λέγε, μὴ ἀγαθώτερος, καὶ ἀντὶ τοῦ ἀγαθώτατος, ἀγαθὸς μάλιστα· πάντοτε μὴ λέγε, ἀλλ' ἑκάστοτε καὶ διὰ παντός· κατορθώματα· ἁμαρτάνουσι κἀνταῦθα οἱ ῥήτορες, οὐκ εἰδότες ὅτι τὸ ῥῆμα δόκιμον, τὸ κατορθῶσαι, τό δ' ἀπὸ τούτου ὄνομα ἀδόκιμον, τὸ κατόρθωμα· λέγειν οὖν χρή ἀνδραγαθήματα.

Όποιος θέλει να μιλάει όπως οι αρχαίοι και δόκιμα πρέπει να προσέχει τα εξής: το διωρία, που χρησιμοποιείται τελευταία, είναι αδόκιμο· αντί γι' αυτό θα πεις προθεσμία· να λες ἀγαθός μᾶλλον και όχι ἀγαθώτερος, και αντί του ἀγαθώτατος (να λες) ἀγαθὸς μάλιστα· να μη λες πάντοτεαλλά ἑκάστοτε και διὰ παντός· κατορθώματα· και εδώ κάνουν λάθος οι ρήτορες, επειδή δεν ξέρουν ότι ενώ το ρήμα είναι δόκιμο, το κατορθῶσαι, το ουσιαστικό που παράγεται από αυτό, το κατόρθωμα, είναι αδόκιμο· πρέπει λοιπόν να λες ἀνδραγαθήματα.

Η σύγκριση που ακολουθεί ανάμεσα στις οδηγίες του Φρύνιχου και στο κείμενο της Καινής Διαθήκης δείχνει ότι στα Ευαγγέλια χρησιμοποιούνται αυτές ακριβώς οι λέξεις που καταδικάζει ο Φρύνιχος.

Εὐχαριστεῖν οὐδεὶς τῶν δοκίμων εἶπεν, ἀλλὰχάριν εἰδέναι.


Ευχαριστώ δεν είπε κανένας από τους δόκιμους συγγραφείς, αλλά χάριν είδέναι.

Βρέχει ἐπὶ τοῦ ὕει…· παντελῶς ἀποδοκιμαστέον τοὔνομα.

Βρέχει αντί για το ὕει…· οφείλουμε να αποδοκιμάσουμε με κάθε τρόπο αυτή τη λέξη.

Φάγομαι βάρβαρον· λέγε οὖν ἔδομαι καὶ κατέδομαι· τοῦτο γὰρ ἀττικόν.

Το φάγομαι είναι βαρβαρικό· εσύ να λεςἔδομαι και κατέδομαι- γιατί αυτό είναι αττικό.

Ἀπελεύσομαι παντάπασι φυλάττου· οὔτε γὰρ οἱ δόκιμοι ῥήτορες, οὔτε ἡ ἀρχαία κωμῳδία, οὔτε Πλάτων κέχρηται τῇ φωνῇ · ἀντὶ δ' αὐτοῦ τῷ ἄπειμι χρῶ καὶ τοῖς ὁμοειδέσιν ὡσαύτως.

Το ἀπελεύσομαι να το αποφεύγεις σε κάθε περίπτωση· γιατί ούτε οι δόκιμοι ρήτορες χρησιμοποιούν τη λέξη ούτε η αρχαία κωμωδία ούτε ο Πλάτωνας· στη θέση της να χρησιμοποιείς το ἄπειμι ή κάτι παρόμοιο.

Απ’ το κλάμα στον ολοκληρωμένο λόγο· πώς εξελίσσεται η ομιλία

Το θαύμα της ζωής. Να έχεις τη μοναδική ευκαιρία να παρακολουθείς από κοντά έναν άνθρωπο να μεγαλώνει. Από την πρώτη του εμφάνιση στη γη μέχρι τη στιγμή που αποκτάει την ικανότητα να επικοινωνεί με τους γύρω του. Μια ικανότητα που υπάρχει εξαρχής, πριν ακόμη δει το φως που αντικρύζουμε καθημερινά. Με το πέρασμα του χρόνου το μωρό ανακαλύπτει νέους κόσμους, νέες δυνατότητες που εξελίσσονται μπροστά στα μάτια του. Μια από τις βασικότερες είναι αυτή της ομιλίας κι είναι πραγματικά μαγικό πώς ένα παιδάκι, βήμα-βήμα, κινείται σε έναν δρόμο που του επιτρέπει να εκφράζει αυτά που υπάρχουν ως εικόνες στο μυαλό του.

Μέχρι και τους τρεις πρώτους μήνες το βρέφος χρησιμοποιεί διαφορετικά μέσα ώστε να μπορέσει να επικοινωνήσει αυτό που θέλει ή δε θέλει στους μεγάλους. Θα γυρίσει όταν ακούσει ένα γνωστό ήχο και θα ηρεμήσει με μια συγκεκριμένη φωνή, συνήθως των γονιών του. Στην προσπάθειά του να μιλήσει θα κλάψει όταν νιώσει άβολα, αν θέλει να αλλάξει θέση, αν πεινάει ή νυστάζει και για οτιδήποτε άλλο μπορεί να απασχολεί ένα νεογέννητο. Αυτό το πρώτο στάδιο ονομάζεται «cooing» και είναι η φάση κατά την οποία το μωρό βγάζει ακατανόητους ήχους. Είναι αξιοθαύμαστο το πώς μπορεί να εστιάσει σε κάτι ή κάποιον για πολλή ώρα, ακόμα και να αντιγράψει κάποια γκριμάτσα. Ποιος θα το φανταζόταν ότι με το να βγάζει τη γλώσσα του εκείνο το μικρό ανθρωπάκι μάς λέει πως μας ακούει κι αυτή είναι η απάντησή του.

Από τους τρεις μέχρι τους έξι μήνες, το παιδάκι φαίνεται ικανό να δώσει σημασία και να παρακολουθήσει το πρόσωπο αυτού που μιλάει. Αυτή τη φορά γνωρίζει πως τους ήχους που κάνει θα τραβήξει την προσοχή κι αυτός είναι ο σκοπός του. Οι ήχοι αυτοί θα διαφοροποιηθούν ανάλογα και με την ανάγκη που θέλει να εκφράσει τη δεδομένη στιγμή. Το πιο εντυπωσιακό σ’ αυτή την ηλικία είναι πως ξεκινούν οι εκούσιες εκφράσεις που το μωρό θα γελάσει κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού και θα «απαντήσει» όταν κάποιος του απευθύνει τον λόγο. Σε σχέση με την ανάγκη κοινωνικοποίησης σ’ αυτή τη φάση θ’ ανταποκριθεί διαφορετικά στο κάλεσμα του γονέα, άλλοτε με γέλιο, άλλοτε με σιγή. Το μόνο βέβαιο είναι πως άκουσε, αντιλήφθηκε κι αποκρίθηκε.

Από τους έξι μήνες μέχρι το παιδάκι να γίνει ενός έτους, η εξέλιξη είναι φαντασμαγορική, καθώς είναι ικανό να εντοπίσει από πού έρχεται κάποιος ήχος, για παράδειγμα το κουδούνι. Μπορεί να καταλάβει τη σημασία κοινών λέξεων, όπως είναι το «ναι» και το «όχι» αλλά και να γυρίσει όταν ακούσει το όνομά του. Η ομιλία του προχωράει στο στάδιο του «babbling», το οποίο πήρε την ονομασία του από τις συλλαβές που βγαίνουν απ’ το στόμα του παιδιού, όπως είναι το «πα» και το «μπα». Είναι εκείνη η στιγμή που ο γονιός θα ενθουσιαστεί γιατί θα ακούσει το παιδί του να «το φωνάζει» στην προσπάθειά του να μιλήσει. Θα χρησιμοποιήσει επίσης για πρώτη φορά χειρονομίες για να «εξηγήσει» καλύτερα τι εννοεί. Είναι η περίοδος που θ’ αρχίσει ν’ απολαμβάνει παιδικά τραγουδάκια, θα προσπαθεί να μιμηθεί τις κινήσεις των χειλιών των ενηλίκων και θα μπορεί μέσω του babbling ν’ απαντάει και να συμμετέχει σε συζητήσεις.

Μετά τον ένα χρόνο το παιδάκι μπορεί να αναγνωρίσει λέξεις σε προτάσεις. Συγκεκριμένα μπορεί να καταλάβει περισσότερες από εκείνες που είναι ικανό να αρθρώσει. Ταυτόχρονα είναι σε θέση να ακολουθήσει απλές οδηγίες, όπως «στείλε φιλάκι», «πες ευχαριστώ». Ένα παιδάκι σ’ αυτή την ηλικία μπορεί να πει γύρω στις δέκα λέξεις, ενώ ταυτόχρονα δείχνει το αντικείμενο το οποίο σχετίζεται μ’ αυτό που λέει. Μετά κι απ’ τους δεκαπέντε μήνες, το παιδί καταλαβαίνει μικρές φράσεις και δίνει ονόματα σε οικεία αντικείμενα. Πλέον γνωρίζει γύρω στις είκοσι λέξεις και αλλάζει τον τόνο της φωνής του όταν «μιλάει» κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού. Αντιγράφει κινήσεις από τους μεγάλους και παρ’ όλο που ξεκινάει να γίνεται ανεξάρτητο εξακολουθεί να του αρέσει η συντροφιά ενός οικείου προσώπου.

Από δύο μέχρι και τριών ετών, το παιδάκι αρχίζει να καταλαβαίνει πιο περίπλοκες οδηγίες και το εύρος των λέξεων που γνωρίζει μεγαλώνει. Χρησιμοποιεί αντωνυμίες, πληθυντικό και προθέσεις, όμως αντιμετωπίζει ακόμα μερικά θεματάκια με την προφορά δίφθογγων ή κάποιων δυσκολότερων συμφώνων, όπως το «ρ» και το «λ». Σ’ αυτή την ηλικία είναι ικανό να λάβει μέρος σε ολοκληρωμένη συζήτηση, όμως θα πετάγεται από θέμα σε θέμα. Περίπου στα τέσσερα χρόνια, το παιδί φτιάχνει πια προτάσεις των πέντε-έξι λέξεων με πιθανά λαθάκια. Είναι όμως πλέον ικανό να χρησιμοποιεί σωστά παρελθοντικό και μελλοντικό χρόνο. Γύρω στα πέντε του χρόνια το παιδί γίνεται πλήρως κατανοητό από τους μεγάλους και εκφέρει προτάσεις που βγάζουν ξεκάθαρο νόημα με πιθανές δυσκολίες στην προφορά κάποιων δύσκολων ήχων. Σ’ αυτό το σημείο φτάνει η υπέροχη στιγμή που το παιδί γίνεται περίεργο και κάνει ερωτήσεις για ό,τι βλέπει γύρω του, από άγνωστες λέξεις που θ’ ακούσει μέχρι όλα τα «γιατί» και τα «τι» του κόσμου.

Είναι εντυπωσιακό πώς η ανθρώπινη φύση κι ο εγκέφαλος εξελίσσονται με τόσο γοργούς ρυθμούς και η απόδειξη βρίσκεται στο πρόσωπο ενός μικρού παιδιού. Από τη στιγμή που θα έρθει στον κόσμο μέχρι την ώρα που θα δει κανείς την πρώτη του αντίδραση σε κάτι που θα του πει κάποιος μεγάλος. Η πρώτη φορά που θα εστιάσει κάπου και θα φανεί ότι πράγματι κοιτάει καθαρά, το πρώτο γέλιο, ο ήχος που θα σημαίνει «πεινάω», η πρώτη συλλαβή, η πρώτη λέξη, η πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση. Όλα για πρώτη φορά στη ζωή εκείνου του μικρού ανθρώπου αλλά και κάθε φορά πρωτόγνωρα για τον ενήλικα που στέκεται και παρατηρεί.