Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (939-988)

ΟΡ. λέγοιμ᾽ ἄν· ἀρχαὶ δ᾽ αἵδε μοι πολλῶν πόνων.
940 ἐπεὶ τὰ μητρὸς ταῦθ᾽ ἃ σιγῶμεν κακὰ
ἐς χεῖρας ἦλθε, μεταδρομαῖς Ἐρινύων
ἠλαυνόμεσθα φυγάδες, ἔνθεν μοι πόδα
ἐς τὰς Ἀθήνας δῆτ᾽ ἔπεμψε Λοξίας,
δίκην παρασχεῖν ταῖς ἀνωνύμοις θεαῖς.
945 ἔστιν γὰρ ὁσία ψῆφος, ἣν Ἄρει ποτὲ
Ζεὺς εἵσατ᾽ ἔκ του δὴ χερῶν μιάσματος.
ἐλθὼν δ᾽ ἐκεῖσε… πρῶτα μέν μ᾽ οὐδεὶς ξένων
ἑκὼν ἐδέξαθ᾽, ὡς θεοῖς στυγούμενον·
οἳ δ᾽ ἔσχον αἰδῶ, ξένια μονοτράπεζά μοι
950 παρέσχον, οἴκων ὄντες ἐν ταὐτῷ στέγει,
σιγῇ δ᾽ ἐτεκτήναντ᾽ ἀπόφθεγκτόν μ᾽, ὅπως
δαιτός γενοίμην πώματός τ᾽ αὐτῶν δίχα,
εἰς δ᾽ ἄγγος ἴδιον ἴσον ἅπασι βακχίου
μέτρημα πληρώσαντες εἶχον ἡδονήν.
955 κἀγὼ ᾽ξελέγξαι μὲν ξένους οὐκ ἠξίουν,
ἤλγουν δὲ σιγῇ κἀδόκουν οὐκ εἰδέναι,
μέγα στενάζων, οὕνεκ᾽ ἦ μητρὸς φονεύς.
κλύω δ᾽ Ἀθηναίοισι τἀμὰ δυστυχῆ
τελετὴν γενέσθαι, κἄτι τὸν νόμον μένειν,
960 χοῆρες ἄγγος Παλλάδος τιμᾶν λεών.
ὡς δ᾽ εἰς Ἄρειον ὄχθον ἧκον, ἐς δίκην
ἔστην, ἐγὼ μὲν θάτερον λαβὼν βάθρον,
τὸ δ᾽ ἄλλο πρέσβειρ᾽ ἥπερ ἦν Ἐρινύων.
εἰπὼν ‹δ᾽› ἀκούσας θ᾽ αἵματος μητρὸς πέρι,
965Φοῖβός μ᾽ ἔσῳσε μαρτυρῶν· ἴσας δέ μοι
ψήφους διηρίθμισε Παλλὰς ὠλένῃ·
νικῶν δ᾽ ἀπῆρα φόνια πειρατήρια.
ὅσαι μὲν οὖν ἕζοντο πεισθεῖσαι δίκῃ,
ψῆφον παρ᾽ αὐτὴν ἱερὸν ὡρίσαντ᾽ ἔχειν·
970 ὅσαι δ᾽ Ἐρινύων οὐκ ἐπείσθησαν νόμῳ,
δρόμοις ἀνιδρύτοισιν ἠλάστρουν μ᾽ ἀεί,
ἕως ἐς ἁγνὸν ἦλθον αὖ Φοίβου πέδον,
καὶ πρόσθεν ἀδύτων ἐκταθείς, νῆστις βορᾶς,
ἐπώμοσ᾽ αὐτοῦ βίον ἀπορρήξειν θανών,
975 εἰ μή με σώσει Φοῖβος, ὅς μ᾽ ἀπώλεσεν.
ἐντεῦθεν αὐδὴν τρίποδος ἐκ χρυσοῦ λακὼν
Φοῖβός μ᾽ ἔπεμψε δεῦρο, διοπετὲς λαβεῖν
ἄγαλμ᾽ Ἀθηνῶν τ᾽ ἐγκαθιδρῦσαι χθονί.
ἀλλ᾽ ἥνπερ ἡμῖν ὥρισεν σωτηρίαν,
980 σύμπραξον· ἢν γὰρ θεᾶς κατάσχωμεν βρέτας,
μανιῶν τε λήξω καὶ σὲ πολυκώπῳ σκάφει
στείλας Μυκήναις ἐγκαταστήσω πάλιν.
ἀλλ᾽, ὦ φιληθεῖσ᾽, ὦ κασίγνητον κάρα,
σῷσον πατρῷον οἶκον, ἔκσωσον δ᾽ ἐμέ·
985 ὡς τἄμ᾽ ὄλωλε πάντα καὶ τὰ Πελοπιδῶν,
οὐράνιον εἰ μὴ ληψόμεσθα θεᾶς βρέτας.
ΧΟ. δεινή τις ὀργὴ δαιμόνων ἐπέζεσε
τὸ Ταντάλειον σπέρμα διὰ πόνων τ᾽ ἄγει.

***
ΟΡΕ. Το λέω· κι αυτή η αρχή ᾽ναι των παθών μου.
Σαν πέρασαν στα χέρια μου της μάνας
940 οι συμφορές —γι᾽ αυτές ας μη μιλούμε—,
στα ξένα οι Ερινύες με κυνηγούσαν,
ώσπου ο Λοξίας με στέλνει στην Αθήνα,
στις τρομερές θεές να δώσω λόγο.
Είν᾽ ένα εκεί ιερό κριτήριο· ο Δίας
κάποτε το ᾽χε ιδρύσει για τον Άρη,
που με αίμα είχε τα χέρια του μολύνει.
Πήγα· κανένας στην αρχή δεν είχε
την προθυμία να με δεχτεί σαν ξένο·
με κρίνανε θεομίσητο· όσοι νιώσαν
950 λίγη σπλαχνιά, μου πρόσφερναν στα σπίτια
φιλοξενία σε χωριστό τραπέζι
και, σιωπηλοί, βουβό κι εμένα με είχαν,
χώρια απ᾽ αυτούς να τρώγω και να πίνω·
σε κούπες χωριστές —μέτρο ίσο για όλους—
κρασί κερνούσαν, κι έτσι τρωγοπίναν.
Να ελέγξω εγώ τους ξένους δεν μπορούσα·
πονούσα σιωπηλός και καμωνόμουν
πως τίποτα δε νιώθω, και βογκούσα
πολύ, γιατί φονιάς της μάνας μου ήμουν.
Κι ακούω πως στην Αθήνα οι συμφορές μου
έγιναν τελετή· η συνήθεια μένει
και τώρ᾽ ακόμα· της χοϊκής κανάτας
960 γιορτή ο λαός γιορτάζει της Παλλάδας.
Σαν έφτασα στο βράχο του Άρη, η δίκη
άρχισε· απ᾽ τα δυο βάθρα πιάνω το ένα
και τ᾽ άλλο η πιο προεστή απ᾽ τις Ερινύες.
Είπα και μου είπαν για της μάνας το αίμα,
κι η μαρτυριά με γλίτωσε του Φοίβου·
στη διαλογή, το χέρι της Παλλάδας
μέτρησε ισοψηφία· κι έφυγα τότε,
αφού τη φονική κέρδισα δίκη.
Όσες την κρίση αυτή Ερινύες δεχτήκαν,
έμειναν, και κοντά στο δικαστήριο
970 διάλεξαν θέση για ιερό τους· οι άλλες
με κέντριζαν αδιάκοπα να τρέχω·
στου Φοίβου το ναό ξανά έτσι πήγα,
μπρος στο άδυτό του ξάπλωσα και, δίχως
να τρώγω, ορκίστηκα ότι στη ζωή μου
θα ᾽βαζα τέρμα εκεί, αν ο Φοίβος ο ίδιος
δε μ᾽ έσωζε, που με είχε καταστρέψει.
Φωνή του Φοίβου απ᾽ το χρυσό τριπόδι
ακούστη τέλος· μ᾽ έστελνε εδώ πέρα
να πάρω την εικόνα, που έχει πέσει
από τον ουρανό, και να τη στήσω
στων Αθηναίων τη χώρα. Βοήθησέ με
λοιπόν για να σωθώ, σαν που έχει ορίσει·
980 αν το άγαλμα της θεάς δικό μας γίνει,
θα γιατρευτώ, και το πολύκουπό μου
καράβι στη Μυκήνα θα σε πάει.
Αγαπημένη εσύ, ακριβή αδερφή μου,
σώσε το πατρικό μας, γλίτωσέ με
κι εμέ· γιατί αν δεν πάρουμε στα χέρια
την απ᾽ τον ουρανό πεσμένη εικόνα,
κι εγώ κι οι Πελοπίδες σβήνουμε όλοι.
ΚΟΡ. Άγρια, καυτή η οργή των θεών πλακώνει
στου Τάνταλου το σόι και το παιδεύει.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Τα μυστικά της γλώσσας

1.4 Όλες οι γλώσσες είναι ίδιες: όλες είναι σχεδιασμένες με τον ίδιο τρόπο

Όλες οι γλώσσες κατασκευάζουν τον πολύ μεγάλο αριθμό λέξεων που έχουν με έναν μικρό, περιορισμένο αριθμό κομματιών ήχου. Και έτσι, παρά τις διαφορές τους ως προς τους ήχους που χρησιμοποιούν, είναι κατά βάθος ίδιες. Δηλαδή έχουν τον ίδιο σχεδιασμό. Και αν διαφέρουν ως προς τους γλωσσικούς ήχους που χρησιμοποιούν, δεν διαφέρουν ως προς τις σημασίες που εκφράζουν. Γι' αυτό και μπορούμε να κάνουμε μεταφράσεις από γλώσσα σε γλώσσα, χωρίς να εμποδιζόμαστε από τις διαφορές των γλωσσικών ήχων (των φθόγγων που χρησιμοποιεί κάθε γλώσσα) και των συνδυασμών τους.

Το μεγάλο μυστικό της γλώσσας λοιπόν είναι ότι με έναν μικρό αριθμό ήχων (τους ονομάσαμε φθόγγους) δημιουργεί τη μεγάλη ποικιλία των λέξεων που χρησιμοποιούμε κάθε μέρα. Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά μεταξύ ανθρώπων και ζώων. Αυτό είναι εύκολο να το καταλάβει κανείς, όπως έχουμε ήδη πει, αν σκεφτεί τα γράμματα του αλφαβήτου. Με τα 24 γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου, που απεικονίζουν τους ήχους (τους φθόγγους) της ελληνικής γλώσσας, κατασκευάζονται όλες αυτές οι λέξεις που χρησιμοποιούμε καθημερινά για να μιλήσουμε για μας και για τον κόσμο γύρω μας.

Friedrich Nietzsche: είμαστε όλοι ηφαίστεια που περιμένουν την ώρα της έκρηξής του

Οι εκρήξεις μας.

-Αναρίθμητα πράγματα που ιδιοποιήθηκε σε προγενέστερα στάδια η ανθρωπότητα, αλλά με μορφή τόσο αδύναμη και εμβρυακή που κανένας δεν μπόρεσε να αντιληφθεί την ιδιοποίηση αυτή, έρχονται ξαφνικά στο φως πολύ αργότερα, ίσως αιώνες αργότερα- στο μεταξύ έχουν γίνει δυνατά κι έχουν ωριμάσει.

Ορισμένες εποχές, όπως και ορισμένοι άνθρωποι, μοιάζουν να μην έχουν καθόλου το τάδε ή το δείνα ταλέντο, την τάδε ή τη δείνα αρετή: περιμένετε όμως τα εγγόνια και τα δισέγγονά τους, αν μπορείτε να περιμένετε τόσο πολύ - θα φέρουν στο φως ό,τι είχαν μέσα τους οι παππούδες τους, ό,τι είχαν μέσα τους δίχως να το ξέρουν ακόμη.

Συχνά, ήδη ο γιος αποκαλύπτει τον πατέρα του: ο πατέρας καταλαβαίνει καλύτερα τον εαυτό του από τη στιγμή που έχει ένα γιο.

Όλοι έχουμε μέσα μας κρυμμένους κήπους και φυτείες· και, για να χρησιμοποιήσω μια άλλη μεταφορά, είμαστε όλοι ηφαίστεια που περιμένουν την ώρα της έκρηξής τους· κανένας δεν ξέρει όμως πότε, σε λίγο ή σε πολύ, θα γίνει η έκρηξη αυτή -ούτε καν ο καλός Θεός.

Περνώντας το γεφυράκι.

-Στις σχέσεις μας με ανθρώπους που ντρέπονται για τα συναισθήματα τους πρέπει να ξέρουμε να προσποιούμαστε.

Οι άνθρωποι αυτοί νιώθουν ξαφνικό μίσος για όποιον τους τσακώνει να έχουν ένα τρυφερό, ενθουσιώδες ή υψηλό συναίσθημα, σαν να είχε δει τα μυστικά τους.

Αν θέλετε να τους κάνετε να νιώσουν καλά τέτοιες στιγμές, κάντε τους να γελάσουν ή πείτε μια ψυχρή και δηκτική κακία· τότε το συναίσθημα τους παγώνει και συνέρχονται αμέσως.

Λέω όμως το επιμύθιο πριν πω την ιστορία.

-Κάποτε ήμασταν τόσο κοντά ο ένας στον άλλο μέσα στη ζωή που τίποτα δεν φαινόταν να εμποδίζει τη φιλία και την αδελφοσύνη μας, και μόνον ένα μικρό γεφυράκι υπήρχε ανάμεσα μας.

Ακριβώς τη στιγμή που πήγαινες να ανεβείς ο' αυτό σε ρώτησα:

«Θέλεις να περάσεις το γεφυράκι για να με συναντήσεις;» -και τότε έπαψες πια να το θέλεις* κι όταν σε ξαναπαρακάλεσα, έμεινες σιωπηλός.

Από τότε βουνά κι ορμητικοί ποταμοί κι ό,τι άλλο χωρίζει και αποξενώνει μπήκαν ανάμεσά μας· κι ακόμη κι όταν το θέλαμε, δεν ήταν μπορετό να συναντηθούμε!

Μα όταν θυμάσαι τώρα εκείνο το μικρό γεφυράκι δεν έχεις πια λόγια -μόνο λυγμούς και απορία.

Friedrich Nietzsche, Η χαρούμενη επιστήμη (1882)

Ο έρωτας αρχίζει από την επιθυμία, αλλά δεν στέκεται σ’ αυτήν, πηγαίνει πιο πέρα, ορθότερα: παραπάνω

Για να συναντήσουμε τον έρωτα, πρέπει να εγκαταλείψουμε τους άγριους χώρους του ζώου και να μεταφερθούμε στα ήμερα δώματα του ανθρώπου…

Η μετάβαση από την επιθυμία στον έρωτα γίνεται με ένα είδος «μπολιάσματος»: μπολιάζεται το άγριο δέντρο, η φυσική ορμή, μ’ ένα ήμερο κλαδί, προϊόν μακράς και επίπονης καλλιέργειας, δηλαδή με την τρυφερότητα, τη στοργή, την εμπιστοσύνη, το θαυμασμό (και τα τρία θα τα έλεγα με μια λέξη: «αγάπη», ευτυχής που υπάρχει στην εθνική μου γλώσσα χωριστή ονομασία γι’ αυτή την συναισθηματική ομάδα), και αν το μπόλι πιάσει (δυστυχώς πιάνει πολύ σπάνια), αναπτύσσεται ένα νέο φυτό που δίνει θαυμάσια λουλούδια: ο έρωτας.

Και πώς μπορούμε να βεβαιωθούμε ότι η έλξη μας από το πρόσωπο που «αγαπούμε» δεν βρίσκεται στο επίπεδο της απλής επιθυμίας παρά είναι γνήσια ερωτική;

Από τα κριτήρια που έχει δώσει η ανάλυση και η πείρα, θα απαριθμήσω τα σπουδαιότερα κατά τη γνώμη μου.

Α. Η επιθυμία είναι κεντρομόλος ο έρωτας φυγόκεντρος.

Για τη φυσική ορμή ο «άλλος» είναι «αντικείμενο» που υπάρχει και λογαριάζεται μόνο ως μέσον για την ικανοποίηση μιας «δικής» μου ανάγκης. Ο άνθρωπος που επιθυμεί είναι γεμάτος από την επιθυμία του αυτή μόνο τον ενδιαφέρει και τον απασχολεί, αυτή δεσπόζει στις σχέσεις του με τους άλλους. Ο ορίζοντας της ψυχής του είναι κλειστός. – στον έρωτα η ροπή αντιστρέφεται, η κίνηση διευθύνεται προς έναν αυθύπαρκτο «άλλο» που καλεί το «εγώ» να στραφεί προς αυτόν και να ενωθεί μαζί του. Το πρόσωπο που αγαπώ ερωτικά υπάρχει απέναντι μου όχι απλώς ως ισάξιο, αλλά ως περισσότερο άξιο από μένα. Καθώς έλκομαι απ’ αυτό, θεωρώ ευτυχία μου το προνόμιο ότι μπορώ να του δοθώ ολόκληρος.

Β. Στον έρωτα όσο περισσότερο δίνεται κανείς, τόσο πλουσιότερος επιστρέφει στον εαυτό του.

Με την επιθυμία, συμβαίνει το αντίθετο: όσο παίρνεις από τον «άλλο», τόσο χάνεις τον εαυτό σου, αδειάζεις και φτωχαίνεις. Όποιος αρπάζει σα λάφυρο το «αντικείμενο» της επιθυμίας του και το νέμεται με βουλιμία, ληστεύεται από την ίδια την ηδονή του και ενώ όλο «παίρνει», το έχει του διαρκώς λιγοστεύει. Αντίθετα εκείνος που προσφέρεται ερωτικά, αισθάνεται ότι πολλαπλασιάζεται αι περισσεύει το έχει του. Το παράδοξο τούτο είναι της ερωτικής μαγείας το έργο. Δίνεσαι, θυσιάζεσαι για τον «άλλο», και όμως – επειδή εδώ λειτουργεί ένας άλλος νόμος και όχι ο φυσικός – τώρα είσαι πιο στερεός και πιο σίγουρος.

Γ. Η ερωτική σχέση, όταν ιδρυθεί και ευδοκιμήσει, είναι και για τους δύο όρους της ευφρόσυνη και δημιουργική, γόνιμη σε έργα που τιμούν τον άνθρωπο.

Χαρίζει ευτυχία και αυτοπεποίθηση, παρορμά σε δράση θετική, φωτίζει τη ζωή μ’ ένα εσωτερικό φως. Αντίθετα η επιθυμία, όταν μένει χωρίς έλεγχο, όρεξη άπληστη και τυφλή, κατεβάζει χαμηλά το επίπεδο των απαιτήσεων, εμπνέει μικρόχαρες σκέψεις, οδηγεί στη βαναυσότητα, στην πνευματική στειρότητα, στην ηθική αναπηρία. Γίνεται ο φαύλος κύκλος μιας διαλεκτικής που όταν μας παρασύρει ο τροχός της, ζούμε –όπως ακούσαμε τον Kierkegaard να λέγει – δίπλα από τον εαυτό μας, όχι μέσα στον εαυτό μας. Ούτε πλήρωση λοιπόν πραγματική μπορούμε να περιμένουμε από την άνευ όρων παράδοσή μας στην επιθυμία, ούτε ευτυχία.

Δ. Η επιθυμία δημιουργεί σχέσεις απρόσωπες, ενώνει όλους μέσα στην ανωνυμία (μας εξισώνει προς τα «κάτω»).

Αντίθετα ο έρωτας είναι σχέση που συνάπτεται μόνο μεταξύ ορισμένων, επώνυμων προ (μας διαφοροποιεί προς τα «άνω»). Άλλο σωματοψυχική οργανική υπόσταση, και άλλο ύπαρξη προσωπική. H πρώτη είναι μια φυσική έννοια, μονάδα μέσα σε πλήθος ομοειδών όντων, η δεύτερη είναι έννοια ηθική, άτομο με πνευματικές ανάγκες και αξιώσεις, με δική του ιστορία, ιδιόρρυθμο και ανεπανάληπτο. Πρόσωπο δεν είναι «ο οποιοσδήποτε», αλλά «κάποιος», μορφή ορισμένη από την τροχιά της προσωπικής ζωής και σφραγισμένη από το πεπρωμένο της, συνείδηση ηθική, πνευματική φυσιογνωμία με τη δική της τοποθέτηση απέναντι στα μεγάλα προβλήματα της ζωής.

Αντίθετα λοιπόν προς την επιθυμία που δεν «εκλέγει» τον έτερο, ο έρωτας απαιτεί τη θερμή και αμοιβαία προσήλωση επώνυμων, «εκλεκτών» όντων που υψώθηκαν έως τη στάθμη της προσωπικής ύπαρξης χάρη στο ηθικό τους ποιόν.

Ε. Οι σχέσεις που συνάπτονται με την επιθυμία είναι «κατά συμβεβηκός».

Τμηματικές, προσωρινές, τυχαίες και για τούτο, όταν ο δεύτερος όρος αλλάζει (άλλο «αντικείμενο» παίρνει τη θέση του προηγούμενου), η κατάσταση δεν μεταβάλλεται ριζικά, εξακολουθεί να είναι όπως και πριν (η τυχόν διαφορά περιορίζεται στον βαθμό της ικανοποίησης). Αντίθετα, ο ερωτικός είναι δεσμός «αναγκαίος» – ολικός, διαρκής και ουσιαστικός, επειδή ανάμεσα στα πρόσωπα που ενώνει υπάρχει ένα είδος «προκαταστημένης αρμονίας»: αμοιβαία κατανόηση και εκτίμηση, παραδοχή κοινών μέτρων, αναγνώριση κοινής κλίμακας αξιών, συνεργασία σ’ ένα κοινό πρόγραμμα ζωής. Ο ένας αισθάνεται, σκέπτεται, θέλει δια του άλλου, σα να υπάρχει μια ευαισθησία, μια συνείδηση, μια βούληση μοιρασμένη σε δύο πρόσωπα, σα να είναι το ένα πρόσωπο συνέχεια και συμπλήρωση του άλλου. Μόνο στον έρωτα μιλούμε για «ολοκλήρωση» της προσωπικής ύπαρξης.

Tο συμπέρασμα από την ανάλυσή μας είναι –πιστεύω- ότι κακώς ταυτίζεται η επιθυμία με τον έρωτα. Ο έρωτας αρχίζει από την επιθυμία, αλλά δεν στέκεται σ’ αυτήν, πηγαίνει πιο πέρα, ορθότερα: παραπάνω.

Από το ζευγάρωμα που είναι μια φυσιολογική ανάγκη (στην ωμή γλώσσα του ο βιολόγος θα την έλεγε υπόθεση αδένων), ο άνθρωπος με την καλαισθησία του, με τις ηθικές του αξιώσεις, με τη λάμψη του πνεύματός του, με τη δημιουργική του ορμή προχωρεί σε κάτι «άλλο» (τον έρωτα) που στηρίζεται βέβαια στην αρχική βάση αλλά και την υπερβαίνει.

Μάρκος Αυρήλιος: Είναι παράλογο και αδύνατο να περιμένεις από τους άλλους να μη σφάλλουν

Από νωρίς το πρωί να λες στον εαυτό σου: σήμερα θα συναντηθώ με τον πολυπράγμονα, με τον αχάριστο, με τον αλαζόνα, τον δολερό, τον φθονερό, τον ακοινώνητο. Τους συμβαίνουν αυτά επειδή αγνοούν το αγαθό και το κακό.

Εγώ, όμως, στοχάστηκα τη φύση του καλού, κι είδα την ομορφιά του και τη φύση του κακού, κι είδα την ασχήμια του και τη φύση του ανθρώπου που σφάλλει, κι είδα ότι είναι συγγενής μου, όχι από το ίδιο αίμα ή σπέρμα αλλά από τον ίδιο Νου, και ότι έχει τη θέση του μέσα στο θείο έργο.

Δεν μπορεί να με βλάψει κανείς από τους παραπάνω, γιατί κανείς τους δεν μπορεί να με εμπλέξει στην αισχρότητα.

Επίσης δεν μπορώ να οργίζομαι μ’ ένα συγγενικό μου πρόσωπο ούτε να το μισώ.

Γεννηθήκαμε για να συνεργαζόμαστε μεταξύ μας, όπως τα πόδια, τα χέρια τα βλέφαρα, όπως η πάνω και η κάτω σειρά των δοντιών.

Το να κάνουμε αντίπραξη ο ένας στον άλλον είναι παρά φύσιν.

Και η αγανάκτηση και η αποστροφή αποτελούν αντίπραξη» Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, 2.1

Η ζωή είναι γεμάτη προκλήσεις. Ανέκαθεν ήταν.

Για τους Στωικούς, η ευτυχία που αναζητούμε όλοι πηγάζει από την εσωτερική ηρεμία, αταραξία, απέναντι σε ό,τι μας αποσπά από αυτό που θέλουμε να είμαστε.

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι προσδοκίες και οι εκτιμήσεις μας για τα γεγονότα και τους άλλους ποδηγετούν τη ζωή μας.

Ο Στωικισμός έχει δοκιμαστεί σε βάθος αιώνων, καταλήγοντας η δημοφιλέστερη σύγχρονη φιλοσοφία του βίου, ένας οδηγός ζωής.

Ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους του, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Μάρκος Αυρήλιος, απέδειξε ότι ο άνθρωπος μπορεί να τιθασεύσει τον εαυτό του, αντί να προσπαθεί να αλλάξει τους άλλους.

Εν τέλει, ακόμη κι αν δεν αλλάξουμε τον κόσμο και τους άλλους, μπορούμε πάντα να αλλάξουμε τον εαυτό μας.

Η αλλαγή ξεκινάει από εμάς, τώρα: «Πόσο εναργές γίνεται ότι καμία άλλη περίσταση της ζωής δεν είναι τόσο κατάλληλη για να φιλοσοφήσεις, όσο αυτή στην οποία βρίσκεσαι τώρα». 11.7

Στο ημερολόγιό του «τα Εις εαυτόν» ο Μάρκος Αυρήλιος μας προσφέρει εννέα δώρα από τις Μούσες και ένα δέκατο από τον «Μουσηγέτη» Απόλλωνα.

Τα δώρα των Μουσών είναι κατ’ αρχάς καθημερινές υπενθυμίσεις στον ίδιο του τον εαυτό, καθώς ουδέποτε τα κείμενά του προορίζονταν για δημοσίευση, με σκοπό να τον κάνουν πιο «ανθρώπινο», προφυλάσσοντάς τον από τον θυμό. «Ο θυμός δεν είναι ανδρεία» σε αντίθεση με την πραότητα και την ηρεμία. Είναι όμως στον έλεγχό μας.

Ο Μάρκος Αυρήλιος καταγράφει, ώστε να μείνει δυνατός (11.18):

1. Έχουμε γεννηθεί ο ένας για χάρη του άλλου.

2. Φέρε στον νου σου πώς ζουν οι άνθρωποι συνολικά για να καταλάβεις τα κίνητρά τους.

3. Αναλογίσου ότι όταν οι άλλοι σφάλλουν δρουν εν αγνοία ή αθέλητα.

4. Ακόμη και εσύ μπορεί να σφάλλεις.

5. Πολλές φορές μπορεί να μη γνωρίζεις γιατί οι άλλοι δρουν έτσι.

6. Όταν αγανακτείς ή θλίβεσαι να σκέφτεσαι ότι όλοι θα πεθάνουμε.

7. Αυτό που με ενοχλεί δεν είναι οι πράξεις των άλλων, αλλά οι δικές μου κρίσεις για αυτές.

8. Η οργή που νιώθουμε για ένα γεγονός είναι χειρότερη από το ίδιο το γεγονός.

9. Η καλοσύνη είναι το αντίδοτο στον θυμό.

10. Είναι παράλογο και αδύνατο να περιμένεις από τους άλλους να μη σφάλλουν.

Ο Μάρκος Αυρήλιος υπενθυμίζει τους κανόνες της ζωής στον εαυτό του με έναν σκοπό: «Θεώρησέ τους δώρα που σου έχουν χαρίσει οι Μούσες και άρχισε επιτέλους να είσαι άνθρωπος για όσο ζήσεις».

Στο χέρι μας είναι να ανοίξουμε και εμείς τα δώρα των Μουσών. Το κόστος θα είναι μικρό, αλλά το κέρδος τεράστιο.

Ο μύθος του Ορφέα: Γιατί όσο και να προχωρούμε στη ζωή, κοιτάμε πάντα πίσω;

Όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε τον μύθο. Ο Ορφέας, κύριος εκπρόσωπος της τραγουδιστικής τέχνης, γιος του θεού Απόλλωνα, νυμφεύτηκε την αγαπημένη του, την Ευρυδίκη. Εκείνη όμως πεθαίνει και μάλιστα νέα. Ο Ορφέας δεν το αποδέχεται και κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο. Εκεί καταφέρνει να γοητεύσει τον Άδη και την Περσεφόνη και να τους πείσει να επιτρέψουν στην Ευρυδίκη να φύγει μαζί του.

Όλα αυτά όμως υπό έναν όρο: να ολοκληρώσει το ταξίδι του αυτό χωρίς να γυρίσει το βλέμμα του πίσω ούτε μια φορά. Προσπάθησε και σχεδόν θα τα κατάφερνε. Παραβίασε τον όρο και η Ευρυδίκη εξαφανίστηκε.

Ο μύθος αυτός, σε αντίθεση με τους άλλους, είναι δυσκολότερο να εξηγηθεί, να αποσυμβολοποιηθεί. Γιατί ο Ορφέας γύρισε πίσω; Μια ερμηνεία που έχει δοθεί είναι ότι κοίταξε πίσω απλώς επειδή φοβόταν ότι θα είχε φύγει και ήθελε τόσο πολύ να βεβαιωθεί. Μια άλλη αναφέρει ότι ξαφνική «τρέλα» τον κυρίευσε και αμέσως μετά βρίσκοντας τη λογική του, το μετάνιωσε.

Ο Πλάτωνας καταδικάζει τον Ορφέα ως δειλό επειδή προσπάθησε να ξεγελάσει τον θάνατο αντί να αποδεχτεί το αναπόφευκτο. Μία πιο πρόσφατη ματιά συμπεραίνει ότι υποπτεύθηκε πως ο Άδης τον είχε κοροϊδέψει και γι’ αυτό γύρισε πίσω θυμωμένος. Και θα αναρωτιέστε: Γιατί τόσες διαφορετικές ερμηνείες; Γιατί ο Ορφέας γύρισε πίσω; Και τι μπορούμε εμείς οι θνητοί να μάθουμε από αυτή την τραγωδία;

Είναι δελεαστικό να προσεγγίσουμε τον μύθο ως ένα συμβολικό παζλ, ως μια είσοδο προς τα συλλογικά όνειρα και την ανάλυσή τους. Ωστόσο, εδώ θα προσπαθήσουμε να τον δούμε όχι ως μια αλληγορία, αλλά ως μια αφηγηματική εξερεύνηση της ανθρώπινης εμπειρίας.

Η βασική ανθρώπινη εμπειρία που σχετίζεται με αυτό τον μύθο δεν είναι άλλη από την αμφιβολία. Η αμφιβολία δεν αποτελεί ένα προσωπικό μειονέκτημα, όπως προσπαθούν να την ερμηνεύσουν ορισμένοι σχολιαστές, αλλά είναι ένα αναπόφευκτο χαρακτηριστικό, έμφυτο της ανθρώπινης φύσης μας.

Η σύγχρονη ψυχολογία στηρίζει αυτή την πεποίθηση. Ο ανθρώπινος νους είναι ευάλωτος κατά τη διάρκεια ενός μακρινού ταξιδιού με αβέβαιο αποτέλεσμα. Όταν κάποιος, κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, περάσει από σκοτεινά σημεία και νιώσει αβοήθητος, μπορεί να γίνει ευάλωτος στην κατάθλιψη και την απελπισία. Αν αυτό συνεχιστεί, η αίσθηση αδυναμίας απειλεί ξεκάθαρα την ικανότητά του να διατηρήσει την ελπίδα και το κουράγιο του. Αυτός ο συνδυασμός είναι τοξικός για τον εαυτό μας.

Αλλά αυτή η ψυχολογική τροπή που παίρνει κανείς σε ένα μακρύ ταξίδι στο σκοτάδι δεν εξηγεί γιατί ο χαρακτήρας του Ορφέα, κάνει τη συγκεκριμένη επιλογή ως απόκριση στις συνθήκες του. Η περιγραφή του χαρακτήρα του και η θαρραλέα πράξη του να ταξιδέψει στον Κάτω Κόσμο και να διαπραγματευτεί δεν δείχνουν έναν δειλό άνδρα.

Η απάντηση είναι ότι, στον ανθρώπινο νου, το «πάω μπροστά» και «κοιτώ πίσω» δεν υπάρχουν το ένα ανεξάρτητα από το άλλο, αλλά είναι αλληλοσυνδεόμενα. Ως βρέφη, ένα από τα πρώτα μας εργαλεία για την κατανόηση του κόσμου είναι η αντίθεση, το να ξεχωρίζουμε με αυτό τον τρόπο τα αντικείμενα γύρω μας.

Και γενικά χρησιμοποιούμε πολύ την αντίθεση και τη σύγκριση στη ζωή μας: Για παράδειγμα, θα πούμε ότι ένα αντικείμενο είναι βαρύτερο σε σύγκριση με κάποιο άλλο αντικείμενο, που είναι ελαφρύ. Αυτό υποδεικνύει ότι η φυσική ακολουθία της μάθησης περιλαμβάνει τη μάθηση της αυθαίρετης σχέσης της αντίθεσης πριν ακόμα και από την συγκριτική σχέση. Μαθαίνουμε ότι τα πράγματα πάντα σχετίζονται με τα αντίθετά τους. Το πάνω μας φέρνει στο νου το κάτω, η ζωή μας φέρνει στο νου το αντίθετό της, τον θάνατο.

Η προτροπή «δεν πρέπει να κοιτάξω πίσω» περιλαμβάνει το ίδιο το αντίθετό της. Είναι κυριολεκτικά αδύνατο να διαβάσουμε δυνατά αυτή την πρόταση χωρίς ταυτόχρονα να μη σκεφτούμε το αντίθετο, το «αρνητικό». Κάθε φορά που επαναλαμβάνετε «δεν πρέπει να κοιτάξω πίσω», αναγκάζεστε να πείτε «κοιτάξω πίσω».

Οπότε ίσως το θανάσιμο λάθος του Ορφέα είναι ότι, αποδεχόμενος την προσφορά του Άδη, αρνείται να αποδεχτεί το ψυχολογικό κόστος αυτής. Το ταξίδι του μέχρι εκείνη τη στιγμή ήταν σχετικά εύκολο. Για ολόκληρη τη ζωή του, το ταλέντο του Ορφέα έχει αποδειχθεί εξαιρετικά αποτελεσματικό στο να πείθει τους άλλους.

Η φωνή του γοητεύσει την Ευρυδίκη, τον Κέρβερο, τον ίδιο τον Άδη. Αλλά σκαρφαλώνοντας έξω από τον Κάτω Κόσμο, ανήσυχος και αβέβαιος, ο Ορφέας αναγκάζεται να διαπραγματευτεί με έναν νου τον οποίο δεν μπορεί να επηρεάσει με το τραγούδι του: τον δικό του. Μόνος με αυτή τη σκέψη, ο σπουδαίος τραγουδιστής προβληματίζεται από τις σκέψεις που δεν μπορεί να καταστείλει με τα τραγούδια του. Ο Ορφέας δεν μπορεί να γοητεύσει τον εαυτό του.

Αν γινόταν οι όμορφες στιγμές να επαναλαμβάνονταν πολλές φορές

Η αιώνια επιστροφή είναι ιδέα μυστηριώδης και ο Νίτσε, με την ιδέα αυτή, έφερε πολλούς φιλοσόφους σε δύσκολη θέση: σκέψου δηλαδή ότι μια μέρα όλα πρόκειται να επαναληφθούν όπως ήδη τα έχουμε ζήσει και ότι ακόμα κι η επανάληψη αυτή θα επαναλαμβάνεται ασταμάτητα! Τι πάει να πει αυτός ο χωρίς νόημα μύθος;

Ο μύθος της αιώνιας επιστροφής μας λέει, αρνητικά, ότι η ζωή που μια για πάντα θα εξαφανιστεί και δεν θα ξανάρθει μοιάζει με μια σκιά, ότι δεν έχει βάρος, ότι ήδη από σήμερα είναι πεθαμένη, κι ότι όσο άσπλαχνη, όσο ωραία, όσο λαμπερή κι αν είναι αυτή η ομορφιά, αυτή η φρίκη, αυτή η λαμπρότητα, δεν έχουν κανένα νόημα. Δεν πρέπει να τα υπολογίζει κανείς περισσότερο απ’ όσο έναν πόλεμο ανάμεσα σε δύο αφρικανικά βασίλεια του αιώνα, που τίποτα δεν άλλαξε στην όψη του κόσμου, παρ’ όλο που τριακόσιες χιλιάδες μαύροι θα είχαν βρει εκεί το θάνατο μέσα σε απερίγραπτα βασανιστήρια.

Αλλά μήπως πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα και σ’ αυτόν τον πόλεμο ανάμεσα σε δύο αφρικανικά βασίλεια του αιώνα αν επαναληφθεί ατελείωτες φορές μέσα στην αιώνια επιστροφή;

Ναι οπωσδήποτε: θα εξελιχθεί σ’ έναν όγκο που ορθώνεται και διαρκεί, και η ανοησία του θα είναι ασυγχώρητη.

Αν η Γαλλική Επανάσταση έπρεπε να επαναλαμβάνεται αιωνίως, η γαλλική ιστοριογραφία θα ήταν λιγότερο περήφανη για τον Ροβεσπιέρο. Καθώς, όμως, μιλάει για ένα πράγμα που δεν πρόκειται να επαναληφθεί, τα αιματοβαμμένα χρόνια δεν είναι παρά λέξεις, θεωρίες, συζητήσεις, είναι πιο ελαφρά από ένα πούπουλο, δεν προξενούν φόβο. Υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσα σ’ ένα Ροβεσπιέρο που δεν εμφανίστηκε παρά μόνο μία φορά στην Ιστορία και σ’ ένα Ροβεσπιέρο που θα επέστρεφε αιωνίως να κόβει τα κεφάλια των Γάλλων.

Ας πούμε λοιπόν ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής διαγράφει μια προοπτική όπου τα πράγματα δεν μοιάζουν να είναι έτσι όπως τα ξέρουμε: μας εμφανίζονται χωρίς το ελαφρυντικό του φευγαλέου τους χαρακτήρα. Αυτό το ελαφρυντικό μας εμποδίζει στην πραγματικότητα να εκδώσουμε οποιαδήποτε ετυμηγορία. Μπορεί κανείς να καταδικάσει ό,τι είναι εφήμερο; Τα πορτοκαλιά σύννεφα του δειλινού φωτίζουν όλα τα πράγματα με τη γοητεία της νοσταλγίας, ακόμα και την καρμανιόλα.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός που κι εγώ ο ίδιος βρέθηκα αντιμέτωπος με κάτι τέτοιο: μου φαινόταν απίστευτο, αλλά, ξεφυλλίζοντας ένα βιβλίο, συγκινήθηκα με ορισμένες από τις φωτογραφίες του· με ξανάφερναν στα παιδικά μου χρόνια, που τα έζησα, και μου θύμιζε μια περασμένη εποχή της ζωής μου, μια εποχή που δεν θα ξαναρχόταν πια;

Αυτή η συμφιλίωση προδίδει τη βαθιά ηθική διαστροφή, που είναι αναπόσπαστη από έναν κόσμο θεμελιωμένο κυρίως πάνω στην ανυπαρξία της επιστροφής, γιατί σ’ αυτόν εκεί τον κόσμο όλα συγχωρούνται εκ των προτέρων και όλα είναι, λοιπόν, με κυνισμό επιτρεπτά.

Αν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας είναι να επαναληφθεί αμέτρητες φορές, είμαστε καρφωμένοι στην αιωνιότητα. Τι φριχτή ιδέα! Στον κόσμο της αιώνιας επιστροφής κάθε κίνηση φέρει το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης. Αυτό είναι που έκανε τον Νίτσε να λέει ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής είναι το πιο βαρύ φορτίο (das schwerste Gewicht).

Αν η αιώνια επιστροφή είναι το πιο βαρύ φορτίο, οι ζωές μας μπορούν, σ’ αυτό το πλαίσιο, να φανερωθούν σ’ όλη τους τη λαμπρή ελαφρότητα. Στ’ αλήθεια, όμως, είναι φριχτή η βαρύτητα και ωραία η ελαφρότητα;

Η φροντίδα να ικανοποιήσουμε τη βούληση, η οποία διαρκώς απαιτεί κάτι, όποιας μορφής κι αν είναι αυτό, διακατέχει και κινεί διαρκώς τη συνείδηση

Κάθε βουλητικό ενέργημα πηγάζει από την ανάγκη, επομένως από στέρηση, επομένως από πόνο. Με την πλήρωση της ανάγκης ο πόνος σταματά, ωστόσο σε κάθε επιθυμία που έχει εκπληρωθεί αντιστοιχούν τουλάχιστον δέκα ανεκπλήρωτες· κι ακόμα, η επιθυμία διαρκεί πολύ, οι απαιτήσεις τείνουν στο άπειρο, ενώ η πλήρωση είναι σύντομη και λειψή. Αλλά κι αυτή ακόμα η τελική ικανοποίηση είναι μόνο φαινομενική, η επιθυμία που εκπληρώθηκε δίνει αμέσως τη θέση της σε άλλη επιθυμία: η προηγούμενη ήταν πλάνη που την έχουμε πια καταλάβει, η νέα επιθυμία είναι πλάνη που δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή. 

Δεν υπάρχει αντικείμενο της βούλησης που η απόκτησή του να μπορεί να μας δώσει σταθερή, αμετακίνητη πια ικανοποίηση: Το πράγμα μοιάζει με την ελεημοσύνη που πετάει κανείς στον ζητιάνο και που τον βοηθάει να τα βγάλει πέρα σήμερα παρατείνοντας έτσι το μαρτύριό του ώς αύριο. Για τούτο λοιπόν, όσο η συνείδησή μας εξακολουθεί να διακατέχεται από τη βούλησή μας, όσο είμαστε έρμαιο των επιθυμιών, με τις ελπίδες και τους φόβους που διαρκώς τις συνοδεύουν, όσο είμαστε υποκείμενα του βούλεσθαι, δεν θα έχουμε ποτέ σταθερή ευτυχία και γαλήνη. Αδιάφορο αν επιδιώκουμε κάτι ή αν προσπαθούμε να γλιτώσουμε από κάτι, αν φοβόμαστε κάτι κακό ή αν επιδιώκουμε μιαν απόλαυση, ουσιαστικά πρόκειται για το ίδιο πράγμα: Η φροντίδα να ικανοποιήσουμε τη βούληση, η οποία διαρκώς απαιτεί κάτι, όποιας μορφής κι αν είναι αυτό, διακατέχει και κινεί διαρκώς τη συνείδηση και μοιάζει με την ελεημοσύνη που πετάει κανείς στον ζητιάνο και που τον βοηθάει σήμερα παρατείνοντας το μαρτύριό του ως αύριο

Ένας υποψήφιος για τη σκοτεινή ύλη – το αξιόνιο – θα μπορούσε να εμφανίσει εικόνα χορδής στο εργαστήριο

Ένα υποθετικό σωμάτιο που θα μπορούσε να λύσει το μεγαλύτερο αίνιγμα στην κοσμολογία μόλις έγινε λιγότερο(;) μυστηριώδες. Ένας φυσικός του RIKEN και δυο συνάδελφοί του αποκάλυψαν τα μαθηματικά στηρίγματα που θα μπορούσαν να εξηγήσουν πώς τα αποκαλούμενα αξιόνια μπορούν να δημιουργήσουν οντότητες όμοιες με χορδές που δημιουργούν μια παράξενη διαφορά δυναμικού σε εργαστηριακά υλικά. Ας τα ξεκαθαρίσουμε σιγά-σιγά.

Πριν από όλα τα αξιόνια (axions, μια καλλιτεχνική απεικόνιση στην εικόνα). Οι υποθετικές (ακόμη) αυτές οντότητες προτάθηκαν για πρώτη φορά τη δεκαετία του 1970 από φυσικούς που μελετούσαν τη θεωρία της κβαντικής χρωμοδυναμικής, η οποία περιγράφει πώς ορισμένα στοιχειώδη σωμάτια συγκρατούνται μαζί στον ατομικό πυρήνα. Το πρόβλημα ήταν ότι η θεωρία αυτή προέβλεπε ορισμένες παράξενες ιδιότητες για γνωστά σωμάτια, που όμως δεν παρατηρούνται. Τι έκαναν οι φυσικοί για να διορθώσουν το πρόβλημα; Επινόησαν ένα νέο σωμάτιο – που αργότερα ονομάστηκε αξιόνιο, από το όνομα ενός καθαριστικού πλυντηρίου σε χρωματιστό κουτί που τράβηξε το μάτι του Dr Frank Wilczek. Το πρότεινε, όπως έγραψε, και το όνομα κόλλησε. Η λογική της πρότασης ήταν ότι το (υποθετικό) σωμάτιο αυτό θα βοηθούσε στο να καθαρίσει το χάος της κατάστασης στη θεωρία.

Οι φυσικοί σύντομα συνειδητοποίησαν ότι τα αξιόνια θα μπορούσαν να καθαρίσουν και ένα κοσμικό αίνιγμα. Ποιο είναι αυτό; Περισσότερο από 80% της ύλης του σύμπαντος θεωρείται ότι συγκροτείται από μια μυστηριώδη αόρατη ουσία, τη σκοτεινή ύλη. «Τα αξιόνια είναι ένας υποψήφιος για τη σκοτεινή ύλη, αλλά δεν τα έχουμε βρει ακόμη», θα πει ο Yoshimasa Hidaka, του Διεπιστημονικού Προγράμματος Θεωρητικών και Μαθηματικών Επιστημών του RIKEN. Τα αξιόνια ίσως έχουν τις σωστές ιδιότητες και έτσι οι φυσικοί αναζητούν για σημάδια που εμφανίζονται σε διάφορα πειράματα. Σε ένα από αυτά, το πείραμα XENON1T, που έγινε τον Ιούνιο του 2020 στο Εργαστήριο του Gran Sasso, στην Ιταλία, αναφέρθηκαν στοιχεία ότι μπορεί να έχει ανιχνευτεί το αξιόνιο – όμως το αποτέλεσμα δεν έχει ακόμη να επιβεβαιωθεί. Έτσι προχωρά η Επιστήμη.

Για να προσεγγίσουμε την προσπάθεια των επιστημόνων του RIKEN, ας δούμε και ένα άλλο πεδίο όπου μπορούν να μελετηθούν οι ιδιότητες του αξιόνιου: Οι φυσικοί μπορούν να παρασκευάσουν εξωτικά υλικά – αποκαλούνται τοπολογικοί μονωτές – στο εργαστήριο, στα οποία εμφανίζονται παράξενες ιδιότητες, όπως ότι άγουν τον ηλεκτρισμό στις επιφάνειές τους ενώ παραμένουν ηλεκτρικοί μονωτές στο εσωτερικό τους. Τέτοια υλικά εμφανίζουν και άλλες περίεργες συμπεριφορές. Μερικές φορές, τα ηλεκτρόνια ομαδοποιούνται και κινούνται με έναν τέτοιο τρόπο που το υλικό εμφανίζεται να αποτελείται από «οιονεί σωμάτια» με ασυνήθιστες ιδιότητες. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια μη αναμενόμενη διαφορά δυναμικού κατά μήκος του υλικού, που αποκαλείται ανώμαλο φαινόμενο Hall. Για το φαινόμενο Hall θα μιλήσουμε άλλη φορά.

Λοιπόν συνεχίζουμε: το αξιόνιο προβλέπεται επίσης ότι αναδύεται με αυτόν τον δρόμο, στους τοπολογικούς μονωτές, όπου θα πρέπει να αλληλεπιδρά με σωμάτια φωτός ή αλλιώς φωτόνια, με ένα διαφορετικό τρόπο από ότι τα κανονικά σωμάτια. Εδώ είναι που μπαίνουν στο παιχνίδι ο Hidaka και οι συνάδελφοί του (Muneto Nitta και Ryo Yokura), οι οποίοι εξέτασαν τη θεωρία που διέπει την αλληλεπίδραση μεταξύ αξιονίων και φωτονίων. Παρόλο που τα αξιόνια είναι σημειακά σωμάτια, η ομάδα των επιστημόνων υπολόγισε ότι μέσα στα υλικά, το φως στην πραγματικότητα αλληλεπιδρά με εκτεταμένες σαν νήμα διαμορφώσεις από αξιόνια, που αποκαλούν αξιονικές χορδές (axionic strings). Αυτό θα οδηγούσε στο ανώμαλο φαινόμενο Hall, το οποίο παρατηρείται στα πειράματα.

«Έχουμε βρει την υποκείμενη μαθηματική δομή για το φαινόμενο», θα σημειώσει ο Hidaka.

Ο νόμος των ακούσιων συνεπειών

Στις κοινωνικές επιστήμες οι απρόβλεπτες ή ακούσιες συνέπειες είναι αποτελέσματα που δεν έχουν προβλεφθεί μετά από μία πολιτική απόφαση. “Είναι αυτό που συμβαίνει όταν ένα απλό σύστημα προσπαθεί να ρυθμίσει ένα περίπλοκο σύστημα”, έγραφε ο Alex Tabarrok. Σαν τους ανθρώπους, τη ζωή, τα οικοσυστήματα που είναι περίπλοκα, αλλά που πιστεύουμε ότι με μία απλή ενέργεια ή νόμο θα βελτιωθούν. Ή να βγάζεις μία απαγόρευση συνάθροισης και να σου προκύπτουν περισσότερα προβλήματα από αυτά που ήθελες να λύσεις.

Ο νόμος αυτός αναφέρεται και σε πρακτικά θέματα εφαρμοσμένης πολιτικής και στις αποκλίσεις ανάμεσα στους στόχους και στα τελικά αποτελέσματα μιας ενέργειας. Αυτό συμβαίνει συχνά σε οποιοδήποτε είδος κυβερνητικού προγράμματος, κανονισμούς, νόμους ή απόπειρας ελέγχου εντός ενός σύνθετου συστήματος που ζούμε, με μια σχετικά απλή δράση. Τελικά θα συμβούν πράγματα και καταστάσεις που δεν περιμέναμε. Είναι ότι συμβαίνει όταν αλλάζετε λογισμικό στον υπολογιστή.

Ο όρος διαδόθηκε τον εικοστό αιώνα από τον Αμερικανό κοινωνιολόγο Robert Merton. Οι ανεπιθύμητες συνέπειες μπορούν να ομαδοποιηθούν σε τρεις τύπους:

-Απροσδόκητο όφελος: Ένα θετικό απροσδόκητο όφελος (αναφέρεται επίσης ως τύχη ή απροσδόκητο).

-Απροσδόκητο μειονέκτημα: Μία απροσδόκητη βλάβη που συμβαίνει μακριά από το επιθυμητό αποτέλεσμα της πολιτικής (π.χ., ενώ τα συστήματα άρδευσης παρέχουν στους ανθρώπους νερό για τη γεωργία, μπορούν να αυξήσουν τις μεταφερόμενες ασθένειες που έχουν καταστροφικές επιπτώσεις στην υγεία).

-Ανεπιθύμητο αποτέλεσμα: Ένα αποτέλεσμα χειρότερο με αυτό που είχε αρχικά προβλεφθεί (όταν μια επιδιωκόμενη λύση επιδεινώνει ένα πρόβλημα).

Οι πιθανές αιτίες των ανεπιθύμητων συνεπειών περιλαμβάνουν την εγγενή πολυπλοκότητα του κόσμου, τα λανθασμένα κίνητρα, την ανθρώπινη ηλιθιότητα, τις αυταπάτες, την αποτυχία λογοδοσίας για τις ανθρώπινες δραστηριότητες ή άλλες γνωστικές ή συναισθηματικές προκαταλήψεις. Επίσης, ας μην ξεχνάμε τη χαοτική φύση του σύμπαντος – και ιδιαίτερα το χαοτικό φαινόμενο της πεταλούδας.

Το 1936, ο Ρόμπερτ Μέρτον απαρίθμησε πέντε πιθανές αιτίες απρόβλεπτων συνεπειών: 

-Άγνοια, καθιστώντας αδύνατη την πρόβλεψη όλων των παραμέτρων, οδηγώντας έτσι σε ατελή ανάλυση.

-Σφάλματα στην ανάλυση του προβλήματος ή μετά από συνήθειες που λειτούργησαν στο παρελθόν αλλά ενδέχεται να μην ισχύουν για την τρέχουσα κατάσταση.

-Άμεσα συμφέροντα που υπερισχύουν των μακροπρόθεσμων συμφερόντων.

-Βασικές εκτιμήσεις που ενδέχεται να απαιτούν ή να απαγορεύουν συγκεκριμένες ενέργειες, ακόμη και αν το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα μπορεί να είναι δυσμενές.

-Αυτοκαταστροφική προφητεία, ή, ο φόβος για κάποια συνέπεια που οδηγεί τους ανθρώπους να βρουν λύσεις πριν εμφανιστεί το πρόβλημα, επομένως δεν αναμένεται η μη εμφάνιση του προβλήματος.

Για παράδειγμα η ποτοαπαγόρευση τη δεκαετία του 1920 στις Ηνωμένες Πολιτείες, η οποία αρχικά θεσπίστηκε για να καταστείλει το εμπόριο αλκοόλ, παγίωσε τη δράση του οργανωμένου εγκλήματος μεγάλης κλίμακας. Δεδομένου ότι το αλκοόλ ήταν ακόμη δημοφιλές, οι εγκληματικές οργανώσεις που παράγουν αλκοόλ χρηματοδοτήθηκαν καλά και ως εκ τούτου αύξησαν επίσης τις άλλες δραστηριότητές τους. Ομοίως, ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών, με σκοπό την καταστολή του παράνομου εμπορίου ναρκωτικών, αντ' αυτού αύξησε τη δύναμη και την αποδοτικότητα των καρτέλ ναρκωτικών που έγιναν η κύρια πηγή των προϊόντων.

Άλλο παράδειγμα. Πριν 40 χρόνια έγινε προσπάθεια να μειωθεί η κυκλοφορία των αυτοκινήτων με βάση τους μονούς ή ζυγούς αριθμούς στις πινακίδες. Που οδήγησε τους ανθρώπους να παρακάμψουν την πολιτική αυτή αγοράζοντας περισσότερα αυτοκίνητα.

Και ένα απροσδόκητο όφελος. Για παράδειγμα, η ασπιρίνη, ένα παυσίπονο, είναι επίσης αντιπηκτικό που μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη καρδιακών προσβολών και στη μείωση της σοβαρότητας και της βλάβης από θρομβωτικά εγκεφαλικά επεισόδια. Επίσης, είναι γνωστό ότι το Viagra αναπτύχθηκε για τη μείωση της αρτηριακής πίεσης, και είδαμε ότι είχε μία απροσδόκητη παρενέργεια. Για τη θεραπεία της στυτικής δυσλειτουργίας.

Η σκοτεινή πλευρά του διαδικτύου

Ρώτησαν κάποτε τον Βόλφγκανγκ Γκέτε, τον μεγάλο Γερμανό ρομαντικό ποιητή, αν η ζωή του ήταν ευτυχισμένη. Η απάντηση: «Βέβαια, έζησα μια ζωή πολύ ευτυχισμένη, αλλά δεν θυμάμαι να έχω περάσει έστω και μία μόνο βδομάδα ευτυχίας». Το μήνυμα που περιέχεται στην απάντηση είναι πολύ σαφές: η ευτυχία δεν βρίσκεται στην απαλλαγή από προβλήματα, αλλά στη χαρά να ξεπερνάμε τα προβλήματα.

Το να αντιμετωπίζουμε προβλήματα και να τα λύνουμε με τη δράση, τη φαντασία και την αποφασιστικότητά μας είναι το μυστικό μιας ευτυχισμένης ζωής. Το μήνυμα που μας άφησε ο Γκέτε είναι σαφές και, κατά τη γνώμη μου, όλα τα νέα τεχνολογικά εργαλεία, συνοδευόμενα από τη συνεχή αναζήτηση ευκολιών και ανέσεων, δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να τον δικαιώνουν. Ακόμη και σήμερα, οι κοινωνιολογικές έρευνες για την ευτυχία των προσώπων αποκαλύπτουν τα ίδια ποσοστά υποκειμένων που ισχυρίζονται ότι δεν είναι ικανοποιημένα.

Η συνολική ποσότητα δυσθυμίας δεν φαίνεται να έχει μειωθεί με την έλευση της ψηφιακής εποχής. Το διαδίκτυο μας προσφέρει μια πρωτόγνωρη ποσότητα δυνατοτήτων, επιτρέποντας σε όποιον έχει μια μικροσκοπική ηλεκτρονική συσκευή στην τσέπη του να διαθέτει πρόσβαση σε απέραντη γνώση, σε κάθε τόπο και σε απευθείας σύνδεση. Αυτό το απίστευτο θαύμα της τεχνολογίας, όπως και πολλά άλλα, έχει μια σκοτεινή πλευρά.

Όταν ήμουν νέος, όπως και τόσοι άλλοι συγκαιρινοί μου, νόμιζα ότι αυτό που μας εμπόδιζε να υλοποιήσουμε κάθε επιθυμία μας ήταν η έλλειψη γνώσης. Σήμερα, αν θέσω ένα ερώτημα στο Google, πολύ πιθανά ο αριθμός των απαντήσεων που θα μου δοθούν θα υπερβαίνει τα δύο ή τρία εκατομμύρια· πράγμα που σημαίνει ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να τις διαβάσω όλες ή έστω να φανταστώ το περιεχόμενό τους. Αν προηγούμενα το πρόβλημα ήταν η έλλειψη γνώσης, σήμερα είναι η υπεραφθονία της. Για να το πούμε απλά: είναι αδύνατο να καταπιεί κανείς, να χωνέψει και να αφομοιώσει αυτή την πελώρια ποσότητα πληροφοριών. Και αυτό το πράγμα μας τρομάζει εξίσου.

Μια άλλη παράπλευρη ζημιά, που αξίζει τον κόπο να αναφέρουμε, είναι η απώλεια της ικανότητας να σκεφτόμαστε μακρόπνοα. Έχουμε όλο και λιγότερη υπομονή, μολονότι γνωρίζουμε ότι, για να πετύχουμε μεγάλους στόχους, πρέπει να ξέρουμε να περιμένουμε.

Καθώς προχωράμε, πρέπει να ξεπερνάμε τα εμπόδια που συναντάμε· εμπόδια που δεν είχαμε προβλέψει και που γι’ αυτό μας αιφνιδιάζουν, περιπλέκουν τα σχέδιά μας και παρεμβάλλονται ανάμεσα σε μας και την επιτυχία. Σήμερα θέλουμε τα πάντα και αμέσως, αναζητώντας μια άμεση ικανοποίηση. Όταν η σύνδεση με το διαδίκτυο είναι αργή, νιώθω αμέσως απογοήτευση και οργή. Δεν είμαι πλέον ικανός να περιμένω και κάθε στιγμή που περνάει μου φαίνεται σπαταλημένη.

Μια άλλη αξιοσημείωτη παράπλευρη ζημιά είναι η απώλεια της ικανότητας να αποθηκεύουμε πληροφορίες στον νου μας. Είμαστε όλο και λιγότερο ικανοί να αφομοιώνουμε τη γνώση και να τη διατηρούμε στη μνήμη μας και ο λόγος είναι κατεξοχήν πρακτικός. Σήμερα οι πληροφορίες είναι περισσότερο διαθέσιμες από όσο υπήρξαν οποτεδήποτε άλλοτε.

Για να βρούμε μια σημαντική πληροφορία, δεν χρειάζεται πλέον να μελετήσουμε εκατοντάδες ή χιλιάδες βιβλία στη βιβλιοθήκη. Δεν χρειάζεται ούτε καν να πάμε στη βιβλιοθήκη για να συμβουλευτούμε ένα βιβλίο. Μπορούμε να κάνουμε τις έρευνές μας καθισμένοι άνετα στον καναπέ του σπιτιού μας.

Τελικά δεν οφείλουμε πλέον να φορτώνουμε το φτωχό μας μυαλό με πληροφορίες, που σήμερα είναι όλο και περισσότερο διαθέσιμες ή μπορούμε να τις συμβουλευτούμε σε κάποιον server. Αυτές οι πληροφορίες όμως, καθώς βρίσκονται σε έναν τόπο διαφορετικό από το μυαλό μας, δεν φιλτράρονται από τη σκέψη μας. Δεν περνούν μια περίοδο «επώασης» ούτε αναπτύσσονται μέσα μας. Ετσι, εμείς δεν τις επεξεργαζόμαστε ούτε συνειδητά ούτε ασυνείδητα. Εγώ συχνά, μετά από αυτή τη διαδικασία «επώασης», ξυπνώ με μια πλήρη και ολοκληρωμένη φράση στον νου μου, ακόμη και αν δεν ψάχνω συνειδητά την απάντηση σε κάποιο συγκεκριμένο ερώτημα. Ξαφνικά, η απάντηση μου έρχεται στον νου, σαν να φιλτραρίστηκε με ώσμωση από το ασυνείδητο στη συνείδησή μου.

Ο νους εργάζεται, ανακυκλώνει δεδομένα και πληροφορίες, ακόμη και αν εμείς δεν το συνειδητοποιούμε. Όταν όμως οι πληροφορίες που προορίζονται για τον εγκέφαλό μας παραμένουν στους servers, το πιο σημαντικό όργανό μας μένει χωρίς υλικό προς επεξεργασία. 'Ενας αυξανόμενος αριθμός ψυχολόγων φοβάται ότι μακροπρόθεσμα αυτό το φαινόμενο θα έχει αρνητική επίπτωση στην ανθρώπινη δημιουργικότητα.

Σε τελική ανάλυση, η δημιουργικότητα έγκειται στο να κάνουμε συνθέσεις, να αναδιατυπώνουμε και να αναδιατάσσουμε τις διάσπαρτες, διάχυτες και ανάκατες πληροφορίες που βρίσκονται ήδη κάπου στο νευρικό μας σύστημα.

Διάφορες έρευνες οδήγησαν στην ανακάλυψη ότι, μεταξύ των πιο απρόβλεπτων, απροσδόκητων και ισχυρών επιπτώσεών του, το διαδίκτυο ωθεί τους πιο επίμονους χρήστες του να περνούν τον περισσότερο χρόνο τους με πρόσωπα που συμμερίζονται τις ίδιες γνώμες. Το διαδίκτυο δημιουργεί το ισοδύναμο μιας κλειστής κοινότητας (ή gated community) για όποιον έχει στη διάθεσή του έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή. Μια gated community δεν είναι παρά ένας αποκλειστικός τόπος στον οποίο πληρώνει κάποιος μια περιουσία για να αγοράσει ένα διαμέρισμα σε μια συνοικία προστατευόμενη από φρουρές ασφαλείας.

Μόνον τα πρόσωπα που έχουν προσκληθεί ή έχουν την άδεια των κατοίκων μπορούν να μπουν. Το θέλγητρο αυτών των κοινοτήτων είναι ότι μας δίνουν τη δυνατότητα να ζούμε μαζί με πρόσωπα όμοια με μας. Ζώντας σε μια κοινότητα αυτού του τύπου, δεν διατρέχουμε τον κίνδυνο να καυγαδίζουμε με τον γείτονα, να συγκρουόμαστε μαζί του για πολιτικά, ιδεολογικά ή όποια άλλα θέματα.

Χάρη στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, σήμερα μπορούμε να πετύχουμε το ίδιο θαυμαστό αποτέλεσμα, χωρίς να χρειάζεται να αγοράσουμε ένα πολύ ακριβό διαμέρισμα σε μια gated community. Όταν πέφτουμε σε μια σελίδα στο διαδίκτυο που εκφράζει μια ιδέα αντίθετη από τη δική μας, που δεν μας αρέσει ή δεν τη συμμεριζόμαστε, αντί να σκεφτούμε τους λόγους που οδήγησαν στη διατύπωσή της -αναμφίβολα κάθε ιδέα είναι καρπός ενός συλλογισμού- ή και να σκεφτούμε θέσεις και επιχειρήματα για να υποστηρίξουμε τη δική μας άποψη και να αντικρούσουμε την άλλη, περιοριζόμαστε στο να πατήσουμε το πλήκτρο «cancel» και να περάσουμε στην επόμενη σελίδα.

Ουσιαστικά, στη διάρκεια των εφτάμισι ωρών που περνάμε καθημερινά στο διαδίκτυο, θα μπορούσαμε να μη συναντήσουμε κανέναν διαφορετικό από μας. Αν ο κόσμος online είναι εξ ορισμού ομόψυχος, όταν διακόπτουμε τη σύνδεση η κατάσταση γίνεται ριζικά διαφορετική, ποικιλόμορφη και ετερογενής. Τα πρόσωπα συγκρούονται, έχουν ιδέες διαφορετικές και μερικές φορές ασυμβίβαστες μεταξύ τους. Στην ουσία, ο κόσμος offline, από την ίδια του τη φύση, βασίζεται στη σύγκρουση. Ορισμένοι σκέφτονται όπως εμείς, άλλοι διαφωνούν ολικά με μας και εμείς, από τη μεριά μας, αποστρεφόμαστε και απορρίπτουμε τις ιδέες άλλων. Είμαστε προορισμένοι να ζούμε σε αυτόν τον κόσμο.

B. Brecht: Οι πολιτικές αυταπάτες και οι προσταγές τους

Μπέρτολτ Μπρεχτ: 1898–1956

«Oι κρατούντες κατασκευάζουν τον όμοιό τους: τον μεγάλο παλιάνθρωπο»

§1 Εισαγωγικές παρατηρήσεις

Ι. Ο ποιητικός λόγος έχει μια ιδιαίτερη φύση: από τη μια πλευρά αποτελεί ανάλαφρη ηχώ για πράγματα και καταστάσεις, που «κουβεντιάζονται με λιγότερες φωνές» (Σεφέρης), από την άλλη σου μιλάει «με παραμύθια και παραβολές/ …γιατί τ’ ακούς καλύτερα, κι η φρίκη/ δεν κουβεντιάζεται γιατί είναι ζωντανή/γιατί είναι αμίλητη και προχωράει» (Σεφέρης: Τελευταίος Σταθμός). Η φρίκη, σύμφωνα με τη βιωματική εμπειρία του Μπρεχτ –βλ. μεταξύ άλλων το ποίημά του: «Στους Μεταγενέστερους»– είναι μια οδυνηρή πραγματικότητα του κόσμου και της ιστορίας του, με τους δικούς της νόμους και τη δική της πορεία, όπου ο άνθρωπος από ενεργό υποκείμενο μεταποιείται σε αντικείμενο, στο πιο ευτελισμένο πράγμα, σε εργαλείο ξένων προς τη φύση του δυνάμεων. Τότε συμβαίνει να πολτοποιείται σε αδρανή μάζα και να στρέφει τον εαυτό του ενάντια στον εαυτό του. Θεμελιώδες χαρακτηριστικό μιας τέτοιας αυτοκαταστροφής είναι να προσχωρεί ασμένως στην ακατάσχετη φλυαρία των κρατούντων περί ισότητας, δικαιοσύνης, ελπίδας που έρχεται και παρόμοιων λεκτικών διαστροφών και να συμβιβάζεται με την πολιτική του εξαπάτηση.

ΙΙ. Ο Μπρεχτ ωστόσο δεν ξεχνά πως πάνω απ’ όλα είναι καλλιτέχνης. Γι’ αυτό και δεν αρκείται σε οποιαδήποτε άχρωμη περιγραφή της κακοποίησης των ανθρώπων από τους κρατούντες ούτε απλώς στο να κατονομάζει τους συντελεστές της: Ανάλογα με τη δεσπόζουσα ιστορική στιγμή, με προεξάρχουσα εκείνη της ανόδου και της πτώσης του τρίτου Ράιχ, καθιστά το λόγο του θεάτρου και της ποίησης πρωτομάστορα ζωντανών εικόνων από την ιστορική και κοινωνικο-πολιτική εμπειρία των ανθρώπων. Το καλλιτεχνικό του μέλημα δεν είναι απλώς να συγκινήσει το θεατρικό και αναγνωστικό του κοινό, αλλά να το κάνει να σκεφτεί. Έτσι, ο λόγος του γίνεται λόγος του δια-λεκτικού πράττειν:: ψυχ-αγωγεί τις άριστες πτυχές του εσωτερικού Είναι του ανθρώπου, ώστε ο τελευταίος να μπορεί να αυτονομείται από την ψευδή πραγματικότητα που τον περικυκλώνει: είτε από εκείνη του γερμανικού Ράιχ με τις προεκτάσεις της είτε από την άλλη της ανατολικής Γερμανίας, της λεγόμενης λαϊκής δημοκρατίας της Γερμανίας (DDR), όπου η φαινομενική ευφορία των εκεί κρατούντων έκρυβε τη μέγιστη εξαθλίωση της κοινωνίας. Ομοιώματα τέτοιων αντανακλάσεων εμφανίζουν και οι πολιτικοί θεατρίνοι της παρούσας Ελληνικής Τραγωδίας. Το ποίημα, που μεταφράζω και σχολιάζω στη συνέχεια, είναι αποκαλυπτικό της πολιτικής αποξένωσης χτες και σήμερα.

§2 DER RADWECHSEL

Ich sitze am Straßenrand
Der Fahrer wechselt das Rad.
Ich bin nicht gern, wo ich herkomme.
Ich bin nicht gern, wo ich hinfahre.
Warum sehe ich den Radwechsel
Mit Ungeduld?

Η ΑΛΛΑΓΗ ΤΟΥ ΤΡΟΧΟΥ

Κάθομαι στου δρόμου την άκρη
Ο οδηγός αλλάζει τον τροχό.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, απ’ όπου ήρθα.
Δεν μ’ αρέσει ο τόπος, που πρόκειται να πάω.
Γιατί τότε βλέπω την αλλαγή του τροχού
Με ανυπομονησία;

§3 Ερμηνεία –σχολιασμός

1. Τι εκφράζει εδώ ο ποιητής; Μια διάψευση ελπίδων και προσδοκιών. Μια εσωτερική ανησυχία, που προκαλούν τα παράσιτα ενός πολιτικού καθεστώτος με ανεστραμμένη τη Λογική του προοπτική: διατείνεται ότι υπηρετεί την ιδέα της βαθιάς κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής, τα γνήσια συμφέροντα του λαού, αλλά στην πράξη εξυπηρετεί τα συμφέροντα του δικού του μαζικού μορφώματος εξουσίας. Θεμελιακή αρχή αυτής της ανησυχίας είναι η ανυπομονησία, για το κατά πόσο μπορεί αυτό το καθεστώς να ανταποκριθεί στο αίτημα του λαού για μια αυθεντικά χαρούμενη και ευτυχισμένη ζωή.
2. Εάν λάβουμε υπόψη πως η εν λόγω ελεγεία γράφτηκε το καλοκαίρι του 1953 στην ανατολική Γερμανία και αμέσως μετά τα γεγονότα της 17ης Ιουνίου, τότε το πολιτικό καθεστώς, που υπαινίσσεται ο ποιητής, ήταν το υποτιθέμενο λαϊκό καθεστώς της DDR.
3. Τι έγινε στις 17 Ιούνη; Εξέγερση των εργαζομένων μαζών ενάντια στους πολιτικούς και οικονομικούς σχεδιασμούς μιας κυβερνητικής μηχανής, που διέθετε μεν λαϊκό έρεισμα, αλλά πολιτευόταν ερήμην της «σοφίας του λαού» (Μπρεχτ), εντελώς εγκεφαλικά και γραφειοκρατικά: ως εκ τούτου ιδιοτελώς και στην πραγματικότητα ενάντια στα συμφέροντα της κοινωνίας.
4. Στο παρόν ποίημα, το κέντρο βάρους μετατοπίζεται από τις λεκτικές υποσχέσεις των κρατούντων υπέρ της «ευημερίας» των πολιτών στη διάλυση των ψευδαισθήσεων και στη συνεπακόλουθη από-γοήτευση.
5. Από-γοήτευση με το νόημα ότι έπαψε πια να γοητεύει την ανθρώπινη κοινότητα το εγκεφαλικό-σχηματικό θεώρημα της οικοδόμησης της «σοσιαλιστικής» πατρίδας, ένα θεώρημα δηλαδή, περίπου παρόμοιο με τα παιδαριώδη μηχανεύματα των ελλαδικών τσαρλατάνων της τρέχουσας πολιτικής σκηνής.
6. στ.1: ο ποιητής, η συνειδητή φωνή του πονεμένου πλήθους, εγκλωβισμένου στις ποικίλες τεχνητές μάζες εξ-ουσίας, κάθεται στην άκρη [=Εκτός] του εκτυλισσόμενου πολιτικού θεάματος και το θεωρεί, το κρίνει:
7. στ. 2: δια-κρίνει, καθορά, χωρίς ψευδαισθήσεις πια, πως ο οδηγός της κινούμενης μηχανής, ήτοι ο ηγέτης της κυβερνητικής μηχανής, αλλάζει τον τροχό, δηλαδή την τροχιά, την πορεία της πολιτικής.
8. στ. 3-4: Δεν χαίρεται όμως γι’ αυτό, καθώς η αλλαγή προέρχεται από τα πάνω και όχι από τα κάτω, χωρίς δηλαδή τη συμμετοχή και σοφία του λαού. Πρόκειται συνεπώς για εναλλαγήˑ για ένα νέο μηχανισμό εξουσίας, απαράλλακτα φίλαυτο με τον παλιό: και στην πρότερη χώρα/κατάσταση, την καπιταλιστική, και στην τωρινή, τη «σοσιαλιστική», οι μάζες παίζουν το ρόλο του θεατή, του χειροκροτητή των υποτιθέμενων «αντιπροσωπευτικών» θεσμών της πολιτείας. Δεν είναι πλήρως απελευθερωμένες κοινωνικά.
9. στ. 5-6: Κάθε ριζική αμφισβήτηση, εκ μέρους τους, αυτών των εγωιστικών μορφωμάτων εξουσίας πληρώνεται ακριβά. Τα εν λόγω μορφώματα, καπιταλιστικά, σοσιαλδημοκρατικά ή «σοσιαλιστικά», θέλουν τη μάζα να κυβερνάται, να υπακούει πειθήνια και να φοβάται τους κρατούντες. Γι’ αυτό και ο ποιητής διερωτάται με ανυπομονησία: τι νόημα έχει η αλλαγή πορείας; Για να εναλλάσσεται στην κυβερνητική μηχανή ο ένας παλιάνθρωπος μετά τον άλλο ή για να πάψουν τα πράγματα να είναι έτσι όπως «πρέπει» [=όπως θέλουν οι άρχοντες] να είναι;

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (515e-517e)

[515e] Οὐκοῦν κἂν εἰ πρὸς αὐτὸ τὸ φῶς ἀναγκάζοι αὐτὸν βλέπειν, ἀλγεῖν τε ἂν τὰ ὄμματα καὶ φεύγειν ἀποστρεφόμενον πρὸς ἐκεῖνα ἃ δύναται καθορᾶν, καὶ νομίζειν ταῦτα τῷ ὄντι σαφέστερα τῶν δεικνυμένων;Οὕτως, ἔφη.
Εἰ δέ, ἦν δ᾽ ἐγώ, ἐντεῦθεν ἕλκοι τις αὐτὸν βίᾳ διὰ τραχείας τῆς ἀναβάσεως καὶ ἀνάντους, καὶ μὴ ἀνείη πρὶν ἐξελκύσειεν εἰς τὸ τοῦ ἡλίου φῶς, ἆρα οὐχὶ ὀδυνᾶσθαί τε [516a] ἂν καὶ ἀγανακτεῖν ἑλκόμενον, καὶ ἐπειδὴ πρὸς τὸ φῶς ἔλθοι, αὐγῆς ἂν ἔχοντα τὰ ὄμματα μεστὰ ὁρᾶν οὐδ᾽ ἂν ἓν δύνασθαι τῶν νῦν λεγομένων ἀληθῶν;
Οὐ γὰρ ἄν, ἔφη, ἐξαίφνης γε.
Συνηθείας δὴ οἶμαι δέοιτ᾽ ἄν, εἰ μέλλοι τὰ ἄνω ὄψεσθαι. καὶ πρῶτον μὲν τὰς σκιὰς ἂν ῥᾷστα καθορῷ, καὶ μετὰ τοῦτο ἐν τοῖς ὕδασι τά τε τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ τῶν ἄλλων εἴδωλα, ὕστερον δὲ αὐτά· ἐκ δὲ τούτων τὰ ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ αὐτὸν τὸν οὐρανὸν νύκτωρ ἂν ῥᾷον θεάσαιτο, προσβλέπων τὸ τῶν [516b] ἄστρων τε καὶ σελήνης φῶς, ἢ μεθ᾽ ἡμέραν τὸν ἥλιόν τε καὶ τὸ τοῦ ἡλίου.
Πῶς δ᾽ οὔ;
Τελευταῖον δὴ οἶμαι τὸν ἥλιον, οὐκ ἐν ὕδασιν οὐδ᾽ ἐν ἀλλοτρίᾳ ἕδρᾳ φαντάσματα αὐτοῦ, ἀλλ᾽ αὐτὸν καθ᾽ αὑτὸν ἐν τῇ αὑτοῦ χώρᾳ δύναιτ᾽ ἂν κατιδεῖν καὶ θεάσασθαι οἷός ἐστιν.
Ἀναγκαῖον, ἔφη.
Καὶ μετὰ ταῦτ᾽ ἂν ἤδη συλλογίζοιτο περὶ αὐτοῦ ὅτι οὗτος ὁ τάς τε ὥρας παρέχων καὶ ἐνιαυτοὺς καὶ πάντα [516c] ἐπιτροπεύων τὰ ἐν τῷ ὁρωμένῳ τόπῳ, καὶ ἐκείνων ὧν σφεῖς ἑώρων τρόπον τινὰ πάντων αἴτιος.
Δῆλον, ἔφη, ὅτι ἐπὶ ταῦτα ἂν μετ᾽ ἐκεῖνα ἔλθοι.
Τί οὖν; ἀναμιμνῃσκόμενον αὐτὸν τῆς πρώτης οἰκήσεως καὶ τῆς ἐκεῖ σοφίας καὶ τῶν τότε συνδεσμωτῶν οὐκ ἂν οἴει αὑτὸν μὲν εὐδαιμονίζειν τῆς μεταβολῆς, τοὺς δὲ ἐλεεῖν;
Καὶ μάλα.
Τιμαὶ δὲ καὶ ἔπαινοι εἴ τινες αὐτοῖς ἦσαν τότε παρ᾽ ἀλλήλων καὶ γέρα τῷ ὀξύτατα καθορῶντι τὰ παριόντα, καὶ μνημονεύοντι μάλιστα ὅσα τε πρότερα αὐτῶν καὶ ὕστερα [516d] εἰώθει καὶ ἅμα πορεύεσθαι, καὶ ἐκ τούτων δὴ δυνατώτατα ἀπομαντευομένῳ τὸ μέλλον ἥξειν, δοκεῖς ἂν αὐτὸν ἐπιθυμητικῶς αὐτῶν ἔχειν καὶ ζηλοῦν τοὺς παρ᾽ ἐκείνοις τιμωμένους τε καὶ ἐνδυναστεύοντας, ἢ τὸ τοῦ Ὁμήρου ἂν πεπονθέναι καὶ σφόδρα βούλεσθαι «ἐπάρουρον ἐόντα θητευέμεν ἄλλῳ ἀνδρὶ παρ᾽ ἀκλήρῳ» καὶ ὁτιοῦν ἂν πεπονθέναι μᾶλλον ἢ ᾽κεῖνά τε δοξάζειν καὶ ἐκείνως ζῆν;
[516e] Οὕτως, ἔφη, ἔγωγε οἶμαι, πᾶν μᾶλλον πεπονθέναι ἂν δέξασθαι ἢ ζῆν ἐκείνως.
Καὶ τόδε δὴ ἐννόησον, ἦν δ᾽ ἐγώ. εἰ πάλιν ὁ τοιοῦτος καταβὰς εἰς τὸν αὐτὸν θᾶκον καθίζοιτο, ἆρ᾽ οὐ σκότους ‹ἂν› ἀνάπλεως σχοίη τοὺς ὀφθαλμούς, ἐξαίφνης ἥκων ἐκ τοῦ ἡλίου;
Καὶ μάλα γ᾽, ἔφη.
Τὰς δὲ δὴ σκιὰς ἐκείνας πάλιν εἰ δέοι αὐτὸν γνωματεύοντα διαμιλλᾶσθαι τοῖς ἀεὶ δεσμώταις ἐκείνοις, ἐν ᾧ ἀμβλυώττει, [517a] πρὶν καταστῆναι τὰ ὄμματα, οὗτος δ᾽ ὁ χρόνος μὴ πάνυ ὀλίγος εἴη τῆς συνηθείας, ἆρ᾽ οὐ γέλωτ᾽ ἂν παράσχοι, καὶ λέγοιτο ἂν περὶ αὐτοῦ ὡς ἀναβὰς ἄνω διεφθαρμένος ἥκει τὰ ὄμματα, καὶ ὅτι οὐκ ἄξιον οὐδὲ πειρᾶσθαι ἄνω ἰέναι; καὶ τὸν ἐπιχειροῦντα λύειν τε καὶ ἀνάγειν, εἴ πως ἐν ταῖς χερσὶ δύναιντο λαβεῖν καὶ ἀποκτείνειν, ἀποκτεινύναι ἄν;
Σφόδρα γ᾽, ἔφη.
Ταύτην τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὴν εἰκόνα, ὦ φίλε Γλαύκων, [517b] προσαπτέον ἅπασαν τοῖς ἔμπροσθεν λεγομένοις, τὴν μὲν δι᾽ ὄψεως φαινομένην ἕδραν τῇ τοῦ δεσμωτηρίου οἰκήσει ἀφομοιοῦντα, τὸ δὲ τοῦ πυρὸς ἐν αὐτῇ φῶς τῇ τοῦ ἡλίου δυνάμει· τὴν δὲ ἄνω ἀνάβασιν καὶ θέαν τῶν ἄνω τὴν εἰς τὸν νοητὸν τόπον τῆς ψυχῆς ἄνοδον τιθεὶς οὐχ ἁμαρτήσῃ τῆς γ᾽ ἐμῆς ἐλπίδος, ἐπειδὴ ταύτης ἐπιθυμεῖς ἀκούειν. θεὸς δέ που οἶδεν εἰ ἀληθὴς οὖσα τυγχάνει. τὰ δ᾽ οὖν ἐμοὶ φαινόμενα οὕτω φαίνεται, ἐν τῷ γνωστῷ τελευταία ἡ τοῦ [517c] ἀγαθοῦ ἰδέα καὶ μόγις ὁρᾶσθαι, ὀφθεῖσα δὲ συλλογιστέα εἶναι ὡς ἄρα πᾶσι πάντων αὕτη ὀρθῶν τε καὶ καλῶν αἰτία, ἔν τε ὁρατῷ φῶς καὶ τὸν τούτου κύριον τεκοῦσα, ἔν τε νοητῷ αὐτὴ κυρία ἀλήθειαν καὶ νοῦν παρασχομένη, καὶ ὅτι δεῖ ταύτην ἰδεῖν τὸν μέλλοντα ἐμφρόνως πράξειν ἢ ἰδίᾳ ἢ δημοσίᾳ.
Συνοίομαι, ἔφη, καὶ ἐγώ, ὅν γε δὴ τρόπον δύναμαι.
Ἴθι τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, καὶ τόδε συνοιήθητι καὶ μὴ θαυμάσῃς ὅτι οἱ ἐνταῦθα ἐλθόντες οὐκ ἐθέλουσιν τὰ τῶν ἀνθρώπων πράττειν, ἀλλ᾽ ἄνω ἀεὶ ἐπείγονται αὐτῶν αἱ ψυχαὶ διατρίβειν· [517d] εἰκὸς γάρ που οὕτως, εἴπερ αὖ κατὰ τὴν προειρημένην εἰκόνα τοῦτ᾽ ἔχει.
Εἰκὸς μέντοι, ἔφη.
Τί δέ; τόδε οἴει τι θαυμαστόν, εἰ ἀπὸ θείων, ἦν δ᾽ ἐγώ, θεωριῶν ἐπὶ τὰ ἀνθρώπειά τις ἐλθὼν κακὰ ἀσχημονεῖ τε καὶ φαίνεται σφόδρα γελοῖος ἔτι ἀμβλυώττων καὶ πρὶν ἱκανῶς συνήθης γενέσθαι τῷ παρόντι σκότῳ ἀναγκαζόμενος ἐν δικαστηρίοις ἢ ἄλλοθί που ἀγωνίζεσθαι περὶ τῶν τοῦ δικαίου σκιῶν ἢ ἀγαλμάτων ὧν αἱ σκιαί, καὶ διαμιλλᾶσθαι [517e] περὶ τούτου, ὅπῃ ποτὲ ὑπολαμβάνεται ταῦτα ὑπὸ τῶν αὐτὴν δικαιοσύνην μὴ πώποτε ἰδόντων;
Οὐδ᾽ ὁπωστιοῦν θαυμαστόν, ἔφη.

***
[515e] Κι αν λοιπόν τον ανάγκαζε κανείς να στρέψει τα μάτια του στο ίδιο το φως, δε θα του πονούσαν τα μάτια και δε θα ᾽φευγε για να ξαναγυρίσει πάλι σε κείνα που μπορεί να βλέπει και δε θα νόμιζε πως εκείνα είναι πραγματικώς καθαρότερα και αληθινότερα απ᾽ αυτά που του δείχνουν;
Έτσι βέβαια.
Κι αν τέλος τον ξεκολλούσε κανείς από κει κάτω με τη βία, από ένα κακοτρόχαλο και ανηφορικό δρόμο, και δεν τον άφηνε πριν τον τραβήξει έξω στο φως του ήλιου, άραγε δε θα τραβούσε μαρτύρια [516a] και δε θ᾽ αγανακτούσε όσο τον έσερναν, κι όταν θα ᾽φτανε στο φως, με πλημμυρισμένα τα μάτια του απ᾽ τη φεγγοβολή, θα μπορούσε να δει και ένα καν απ᾽ όσα εμείς λέμε τώρα αληθινά;
Όχι βέβαια, έτσι τουλάχιστο εξαφνικά.
Θα χρειάζονταν πραγματικώς να συνηθίσει πρώτα, για να κατορθώσει να βλέπει καθαρά όσα είναι εκεί επάνω· και στην αρχή θα μπορούσε να βλέπει ευκολότερα τις σκιές, έπειτα επάνω στα νερά τα είδωλα των ανθρώπων και των άλλων, και στερνά κι αυτά τα ίδια· κατόπι απ᾽ αυτά κι όσα είναι στον ουρανό και τον ίδιο τον ουρανό θα μπορούσε να στραφεί ή να κοιτάξει τη νύχτα ευκολότερα, [516b] με το φως του φεγγαριού και των άστρων, παρά την ημέρα με τον ήλιο και το φως του.
Πώς όχι;
Και τελευταία, θα μπορούσε να ιδεί, υποθέτω, και αυτόν τον ίδιο τον ήλιο, όχι μέσα στα νερά ή σε άλλη θέση τα είδωλά του, αλλ᾽ αυτόν καθαυτόν στη θέση του, και να παρατηρήσει τί λογής είναι.
Αναγκαστικά.
Ύστερ᾽ απ᾽ αυτά θα ᾽κανε τη σκέψη γι᾽ αυτόν πως αυτός είναι που κάνει τις εποχές και τους ενιαυτούς και [516c] διευθύνει σαν επίτροπος όλα στον ορατό κόσμο, και ο αίτιος, για να πούμε έτσι, όλων εκείνων που έβλεπαν αυτοί.
Είναι φανερό πως σ᾽ αυτό το συμπέρασμα θα ᾽φτανε σιγά σιγά.
Και τί λοιπόν; όταν θα θυμόταν την πρώτη του εκείνη κατοικία και τη σοφία που είχαν εκεί κάτω αυτός και οι συνδεσμώτες του, δε νομίζεις πως θα μακάριζε τον εαυτό του γι᾽ αυτή τη μεταβολή και θα ελεεινολογούσε εκείνους;
Και πολύ μάλιστα.
Και αν υπήρχαν μεταξύ τους εκεί κάτω έπαινοι και τιμές και τίποτα βραβεία για κείνον που θα᾽ χε ισχυρότερη όραση να βλέπει ό,τι θα περνούσε εμπρός του, και να θυμάται ποιά συνηθίζουν να περνούν πρώτα, ποιά κατόπι τους [516d] και ποιά μαζί μαζί και έτσι να ήταν σε θέση να μαντεύει καλύτερα από κάθε άλλο τίνος θα είναι η σειρά του να παρουσιαστεί, τί λες; θα είχε καμιά επιθυμία για όλ᾽ αυτά και θα ζήλευε εκείνους που έτσι ετιμούσαν εκεί κάτω και που αφέντευαν επάνω στους άλλους; ή δε θα πάθαινε εκείνο που λέει ο Όμηρος για τον Αχιλλέα, και θα προτιμούσε χίλιες φορές καλύτερα να ζει στον επάνω κόσμο και να δουλεύει κοντά σ᾽ έναν άλλο δίχως κλήρο άνθρωπο, παρά να έχει τις ίδιες τις ιδέες και την ίδια ζωή όπως εκεί κάτω;
[516e] Κάθε άλλο κι εγώ παραδέχομαι πως θα προτιμούσε να πάθει παρά να ζει μ᾽ εκείνον τον τρόπο.
Βάλε τώρα στο νου σου κι αυτό: αν ένας τέτοιος ήθελε ξανακατέβει πάλι εκεί και ξανακαθίσει στο θρονί του, δε θα γέμιζαν τα μάτια του ξανά σκοτάδι, καθώς θα ᾽ρχόταν ξαφνικά από τον ήλιο;
Και πολύ βέβαια.
Κι αν ήταν ανάγκη να παραβγεί με ᾽κείνους τους παντοτινούς εκεί κάτω δεσμώτες λέγοντας τη γνώμη του για κείνες τις σκιές, ενώ ακόμη δε θα καλοδιάκρινε [517a] πριν αποκατασταθεί τέλεια η όρασή του, γιατί βέβαια δε θα χρειάζονταν και πολύ λίγος καιρός να ξανασυνηθίσει, δεν θα τους έκανε να σκάσουν στα γέλια και δε θα ᾽λεγαν γι᾽ αυτόν πως γύρισε από κει πάνω π᾽ ανέβηκε με χαλασμένα τα μάτια, και πως δεν αξίζει τον κόπο ούτε να δοκιμάσει κανείς ν᾽ ανεβεί εκεί πάνω, κι αν κανείς επιχειρούσε να τους λύσει και να τους ανεβάσει, δε θα ήταν ικανοί και να τον σκοτώσουν ακόμα, αν μπορούσαν να τον πιάσουν στα χέρια;
Χωρίς άλλο.
Αυτή λοιπόν την εικόνα, φίλε μου Γλαύκων, [517b] πρέπει να την εφαρμόσεις σ᾽ όλα που λέγαμε πρωτύτερα και να παρομοιάσεις αυτό τον κόσμο που βλέπομε με την όραση με την κατοικία του δεσμωτηρίου, και την αντιλαμπή της φωτιάς μες σ᾽ αυτήν με τη δύναμη του ήλιου· αν ακόμα δεχτείς πως εκείνος ο δεσμώτης που ανεβαίνει εδώ πάνω και βλέπει όσα βλέπει παρασταίνει το ανέβασμα της ψυχής από τον ορατό στον νοητό κόσμο, θα είσαι μέσα σε κείνο που πιστεύω εγώ τουλάχιστο, αφού αυτό επιθυμούσες ν᾽ ακούσεις. Κι ο θεός πια το ξέρει αν τυχαίνει να είναι αληθινή η ιδέα μου. Οπωσδήποτε για μένα έτσι φαίνονται πως είναι αυτά: πως μέσα στο νοητό κόσμο τελευταία που παρουσιάζεται [517c] είναι η ιδέα του αγαθού, μόλις και μετά βίας ορατή· όταν όμως μια φορά τη δει κανείς, δεν μπορεί να μη συμπεράνει πως αυτή είναι γενικώς η αιτία του κάθε καλού και ωραίου, πως αυτή είναι που γέννησε και μέσα στον ορατό κόσμο το φως και τον κύριο του φωτός, και μέσα στον νοητό αυτή είναι η δέσποινα που χαρίζει την αλήθεια και το νου, και ότι σ᾽ αυτήν πρέπει να αποβλέπει όποιος το έχει σκοπό με φρόνηση να κυβερνηθεί και στον ιδιωτικό του και στο δημόσιο βίο.
Συμμερίζομαι κι εγώ τη γνώμη σου, με τον τρόπο τουλάχιστο που μπορώ.
Έλα τώρα λοιπόν να συμμεριστείς κι αυτήν ακόμα τη γνώμη και να μην παραξενεύεσαι αν όσοι έφτασαν ως εδώ δε βρίσκουν πια ευχαρίστηση να καταγίνουνται με τις συνηθισμένες ανθρώπινες ασχολίες, αλλά αισθάνονται την ανάγκη να ζουν πάντα εκεί επάνω οι ψυχές των· [517d] και είναι φυσικό να γίνεται έτσι, αν πάλι είναι σύμφωνο κι αυτό με την εικόνα που είπαμε πριν.
Είναι βέβαια φυσικό.
Τί λοιπόν; σου φαίνεται τίποτα παράξενο, αν ένας που κατεβαίνει από εκείνη τη θεϊκιά θεωρία στις ανθρώπινες αθλιότητες δε γνωρίζει πώς να φερθεί και φαίνεται φοβερά γελοίος, καθώς δεν βλέπει ακόμη καλά πριν συνηθίσει οπωσδήποτε με το σκοτάδι αυτού του κόσμου και αναγκάζεται, ή στα δικαστήρια ή όπου αλλού, να υποστηρίζει την ιδέα του για τις σκιές του δικαίου και για τα είδωλα που παρασταίνουν οι σκιές και να πολεμά [517e] τις δοξασίες που έχουν για τη δικαιοσύνη όπου ποτέ τού ποτέ δεν την είδαν;
Μα καθόλου βέβαια παράξενο.

Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἰφιγένεια ἡ ἐν Ταύροις (900-938)

900 ΧΟ. ἐν τοῖσι θαυμαστοῖσι καὶ μύθων πέρα
τάδ᾽ εἶδον αὐτὴ κοὐ κλύουσ᾽ ἀπαγγελῶ.
ΠΥ. τὸ μὲν φίλους ἐλθόντας εἰς ὄψιν φίλων,
Ὀρέστα, χειρῶν περιβολὰς εἰκὸς λαβεῖν·
λήξαντα δ᾽ οἴκτων κἀπ᾽ ἐκεῖν᾽ ἐλθεῖν χρεών,
905 ὅπως τὸ κλεινὸν ὄνομα τῆς σωτηρίας
λαβόντες ἐκ γῆς βησόμεσθα βαρβάρου.
σοφῶν γὰρ ἀνδρῶν ταῦτα, μὴ ᾽κβάντας τύχης,
καιρὸν λαβόντας, ἡδονὰς ἄλλας λαβεῖν.
ΟΡ. καλῶς ἔλεξας· τῇ τύχῃ δ᾽ οἶμαι μέλειν
910 τοῦδε ξὺν ἡμῖν· ἢν δέ τις πρόθυμος ᾖ,
σθένειν τὸ θεῖον μᾶλλον εἰκότως ἔχει.
ΙΦ. μηδέν μ᾽ ἐπίσχει γ᾽· οὐδ᾽ ἀποστήσει λόγου,
πρῶτον πυθέσθαι τίνα ποτ᾽ Ἠλέκτρα πότμον
εἴληχε βιότου· φίλα γὰρ ἔσται πάντ᾽ ἐμοί.
915 ΟΡ. τῷδε ξυνοικεῖ βίον ἔχουσ᾽ εὐδαίμονα.
ΙΦ. οὗτος δὲ ποδαπὸς καὶ τίνος πέφυκε παῖς;
ΟΡ. Στρόφιος ὁ Φωκεὺς τοῦδε κλῄζεται πατήρ.
ΙΦ. ὁδ᾽ ἐστί γ᾽ Ἀτρέως θυγατρός, ὁμογενὴς ἐμός;
ΟΡ. ἀνεψιός γε, μόνος ἐμοὶ σαφὴς φίλος.
920 ΙΦ. οὐκ ἦν τόθ᾽ οὗτος ὅτε πατὴρ ἔκτεινέ με.
ΟΡ. οὐκ ἦν· χρόνον γὰρ Στρόφιος ἦν ἄπαις τινά.
ΙΦ. χαῖρ᾽ ὦ πόσις μοι τῆς ἐμῆς ὁμοσπόρου.
ΟΡ. κἀμός γε σωτήρ, οὐχὶ συγγενὴς μόνον.
ΙΦ. τὰ δεινὰ δ᾽ ἔργα πῶς ἔτλης μητρὸς πέρι;
925 ΟΡ. σιγῶμεν αὐτά· πατρὶ τιμωρῶν ἐμῷ.
ΙΦ. ἡ δ᾽ αἰτία τίς ἀνθ᾽ ὅτου κτείνει πόσιν;
ΟΡ. ἔα τὰ μητρός· οὐδὲ σοὶ κλύειν καλόν.
ΙΦ. σιγῶ· τὸ δ᾽ Ἄργος πρὸς σὲ νῦν ἀποβλέπει;
ΟΡ. Μενέλαος ἄρχει· φυγάδες ἐσμὲν ἐκ πάτρας.
930 ΙΦ. οὔ που νοσοῦντας θεῖος ὕβρισεν δόμους;
ΟΡ. οὔκ, ἀλλ᾽ Ἐρινύων δεῖμά μ᾽ ἐκβάλλει χθονός.
ΙΦ. ταῦτ᾽ ἆρ᾽ ἐπ᾽ ἀκταῖς κἀνθάδ᾽ ἠγγέλθης μανείς;
ΟΡ. ὤφθημεν οὐ νῦν πρῶτον ὄντες ἄθλιοι.
ΙΦ. ἔγνωκα, μητρός σ᾽ οὕνεκ᾽ ἠλάστρουν θεαί.
935 ΟΡ. ὥσθ᾽ αἱματηρὰ στόμι᾽ ἐπεμβαλεῖν ἐμοί.
ΙΦ. τί γάρ ποτ᾽ εἰς γῆν τήνδ᾽ ἐπόρθμευσας πόδα;
ΟΡ. Φοίβου κελευσθεὶς θεσφάτοις ἀφικόμην.
ΙΦ. τί χρῆμα δράσειν; ῥητὸν ἢ σιγώμενον;

***
900 ΚΟΡ. Το θάμ᾽ αυτό, το ανώτερο από λόγια,
θα ᾽χω να το ιστορώ σαν κάτι που είδαν
τα μάτια μου, όχι που άκουσαν τ᾽ αυτιά μου.
ΠΥΛ. Φυσικό, ν᾽ αγκαλιάζονται, σα σμίγουν,
Ορέστη, συγγενείς· ανάγκη, ωστόσο
τα συγκινητικά να σταματήσουν
και να σκεφτούμε πώς, τη σωτηρία
—λέξη λαμπρή!— αφού βρούμε, από τη χώρα
θα βγούμε των βαρβάρων. Ευκαιρία
σα βρουν οι μυαλωμένοι, δεν το ρίχνουν
σ᾽ άλλες χαρές, λοξοδρομώντας έξω
απ᾽ το στρατί που τους ανοίγει η τύχη.
ΟΡΕ. Σωστά· μαζί μ᾽ εμάς θαρρώ κι η τύχη
910 πως γνοιάζεται γι᾽ αυτό· μα δυναμώνει
κι η θεία βοήθεια, προθυμία σα βλέπει.
ΙΦΙ. Τίποτε ας μην μποδίσει —δε θα βγούμε
κιόλ᾽ απ᾽ το θέμα— να ρωτήσω πρώτα
ποιά μοίρα στη ζωή έχει βρει η Ηλέκτρα·
οι δυο σας είστε ό,τι αγαπώ στον κόσμο.
ΟΡΕ. Νά, αυτόν πήρε άντρα κι είν᾽ ευτυχισμένη.
ΙΦΙ. Κι αυτός πούθε είναι; ποιόν έχει πατέρα;
ΟΡΕ. Είναι του Στρόφιου γιος, απ᾽ τη Φωκίδα.
ΙΦΙ. Κόρη του Ατρέα η μάνα του; γενιά μου;
ΟΡΕ. Ξάδερφος· και πιστός μου —ο μόνος— φίλος.
920 ΙΦΙ. Σα μ᾽ έσφαζε ο πατέρας δεν υπήρχε.
ΟΡΕ. Είχε αργήσει παιδί να κάμει ο Στρόφιος.
ΙΦΙ. Άντρα της αδερφής μου, χαιρετώ σε.
ΟΡΕ. Και μόνο συγγενής; σωτήρας μου είναι.
ΙΦΙ. Κι η μάνα... πώς το βάσταξε η καρδιά σου;
ΟΡΕ. Σ᾽ αυτά σιωπή· για του πατέρα το αίμα.
ΙΦΙ. Κι αυτή γιατί τον σκότωσε; Η αιτία;
ΟΡΕ. Και να τ᾽ ακούς είν᾽ άσκημο· άφησέ τα.
ΙΦΙ. Καλά· κι είσ᾽ αρχηγός εσύ μες στο Άργος;
ΟΡΕ. Ο Μενέλαος· εγώ ᾽μαι σε εξορία.
930 ΙΦΙ. Αυθαιρεσία του θείου στη δύσκολη ώρα;
ΟΡΕ. Όχι· των Ερινύων με διώχνει ο φόβος.
ΙΦΙ. Τρελό είπαν σε είδαν στ᾽ ακρογιάλι· αυτό ᾽ναι;
ΟΡΕ. Με είδαν πολλοί σε τέτοιο χάλι ως τώρα.
ΙΦΙ. Νιώθω· οι θεές σε κέντριζαν της μάνας.
ΟΡΕ. Το γκέμι τους μου μάτωνε το στόμα.
ΙΦΙ. Κι εδώ, στη χώρα τούτη, γιατί νά ᾽ρθεις;
ΟΡΕ. Με πρόσταξε χρησμός του Φοίβου και ήρθα.
ΙΦΙ. Να κάμεις τί; Κρυφό αν δεν είναι, πες το.

Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Τα μυστικά της γλώσσας

1.3 Πώς οι λέξεις σημαίνουν κάτι;


Όλοι ξέρουμε ότι, ενώ δεν υπάρχουν λεξικά, για τους φυσικούς ήχους (κραυγές, βογκητά κλπ.) ή τις συμπεριφορές των ζώων, υπάρχουν λεξικά για τη γλώσσα. Αν ανοίξουμε ένα λεξικό στη λέξη παιδί, θα δούμε ότι η σημασία που δίνει είναι «άνθρωπος, αρσενικού ή θηλυκού γένους, μικρής ηλικίας». Αν ψάξουμε στη λέξη κότα, θα βρούμε ότι σημαίνει «είδος κατοικίδιου πτηνού που εκτρέφεται για τα αβγά και για το κρέας του». Αν βρούμε τη λέξη πόνος, θα δούμε ως σημασία «(έντονα) δυσάρεστο αίσθημα, που προκαλείται σε σημείο, σε περιοχή ή σε όργανο του σώματος από αρρώστια, χτύπημα, τραυματισμό ή από άλλες βλάβες και αιτίες». Όπως θα παρατηρήσετε, η σημασία των τριών αυτών λέξεων δίνεται μέσα από μια περιγραφή που χρησιμοποιεί άλλες λέξεις. Η σημασία λοιπόν των λέξεων είναι μια περιγραφή. Και αυτό ακριβώς τις ξεχωρίζει από τις κραυγές, τα βογκητά, τα γαβγίσματα, που δεν αποτελούν περιγραφές αλλά φυσικές, ενστικτώδεις αντιδράσεις σε ερεθίσματα που σημαίνουν κάτι, χωρίς ωστόσο να το περιγράφουν. Ο γλωσσικός ήχος κλείνει μέσα του μια περιγραφή, ενώ ο φυσικός ήχος δεν κάνει κάτι τέτοιο.

Το μυστικό ωστόσο της γλώσσας δεν τελειώνει εδώ. Αν προσέξετε τις περιγραφές που δίνουν τα λεξικά για τις τρεις λέξεις που είδαμε πιο πάνω, θα δείτε ότι όλες είναι γενικές. Με άλλα λόγια, όταν το λεξικό μάς δίνει τη σημασία της λέξης κότα, δεν μας μιλάει για τη συγκεκριμένη κότα που βλέπουμε σε μια δεδομένη στιγμή, αλλά για τις κότες γενικά, ως ένα είδος ζώου. Όταν μας δίνει τη σημασία για τη λέξη πόνος, δεν μας μιλάει για το αίσθημα του πόνου που νιώθουμε κάποια συγκεκριμένη στιγμή αλλά για τον πόνο γενικά, ως ένα είδος αισθήματος. Όταν, τέλος, διαβάζουμε στο λεξικό τη σημασία της λέξης παιδί, η σημασία αυτή δεν αφορά κάποιο συγκεκριμένο παιδί, όπως το βλέπουμε μπροστά μας κάποια στιγμή, αλλά τα παιδιά γενικά.

Αν θέλουμε να μιλήσουμε για τη συγκεκριμένη κότα, ή για έναν συγκεκριμένο πόνο που αισθανόμαστε, ή για ένα συγκεκριμένο παιδί, θα βάλουμε μπροστά στη λέξη το άρθρο: θα πούμε το παιδί, ο πόνος, η κότα. Με το άρθρο μπορούμε να συνδέσουμε τη γενική περιγραφή, που είναι η σημασία κάθε λέξης, με έναν συγκεκριμένο αντιπρόσωπο του είδους που περιγράφει γενικά η σημασία της λέξης. Έτσι, αν πω Ήρθε το παιδί, αυτό μπορεί να μεταφραστεί με βάση το λεξικό, όπως είδαμε παραπάνω, «ήρθε ένα μέλος του είδους άνθρωπος, αρσενικού ή θηλυκού γένους, μικρής ηλικίας».

Οι λέξεις, λοιπόν, σε αντίθεση με τα βογκητά, τα γαβγίσματα και τις κραυγές, περιγράφουν γενικά. Και αυτό σημαίνει μιλώ: σημαίνει ότι έχω στο κεφάλι μου σημασίες, δηλαδή γενικές περιγραφές του κόσμου μέσα στον οποίο ζω. Αυτό λείπει από τα ζώα. Τα ζώα απλώς αντιδρούν με γαβγίσματα, βελάσματα, χλιμιντρίσματα σε ερεθίσματα από το περιβάλλον τους. Αλλά αυτές οι αντιδράσεις δεν έχουν σημασία. Δεν είναι δηλαδή περιγραφές, και μάλιστα γενικές, του κόσμου με τον οποίο έρχονται σε επαφή.

Αυτές οι τελευταίες παρατηρήσεις μπορούν να μας βοηθήσουν να καταλάβουμε αυτό που είδαμε λίγο πιο πάνω και το ονομάσαμε το μυστικό της γλώσσας: ότι ο γλωσσικός ήχος, σε αντίθεση με τον φυσικό ήχο της κραυγής, του γαβγίσματος, του βελάσματος κλπ., αποτελείται από ξεχωριστά κομμάτια ήχου, αυτά που αντιπροσωπεύονται στα γράμματα του αλφαβήτου και τα οποία συνδυάζονται με πολλούς τρόπους. Με τους πολλούς συνδυασμούς ενός περιορισμένου αριθμού κομματιών ήχου (τους ονομάζουμε φθόγγους) κατασκευάζεται η ποικιλία των σημασιών της γλώσσας.

Μήπως κάνετε συχνά λάθη από αφηρημάδα;

Όλοι μας βιώνουμε μνημονικά λάθη ή αφηρημάδα από καιρό σε καιρό. Συνήθως, τα λάθη που προέρχονται από αφηρημάδα είναι σχετικά επουσιώδη, σε ορισμένες όμως περιπτώσεις μπορεί να αποβούν εξαιρετικά σοβαρά - όπως στην περίπτωση ενός οδηγού ο οποίος κατέστρεψε τον επάνω όροφο ενός διώροφου λεωφορείου επειδή το οδήγησε κάτω από μια γέφυρα που ήταν πολύ χαμηλή.

Και τούτο διότι συνήθως οδηγούσε ένα μονώροφο λεωφορείο σε εκείνο το δρόμο και απλώς ενεργούσε από συνήθεια. Σε πολλές περιπτώσεις η πραγματική διαφορά ανάμεσα σε ένα σημαντικό ή ένα ασήμαντο λάθος δεν έγκειται στην ψυχολογία που βρίσκεται στο υπόβαθρο του λάθους, αλλά στις συνέπειές του.

Δεν έχει και μεγάλη σημασία αν στρίψετε σε έναν γνωστό δρόμο καθώς γυρίζετε σπίτι, αντί να διακόψετε τη διαδρομή για να κάνετε την προσχεδιασμένη βόλτα σας στα μαγαζιά. Όμως έχει σημασία όταν το ίδιο λάθος το κάνει ο οδηγός του λεωφορείου σε αυτό το συγκεκριμένο δρόμο.

Σφάλματα μνήμης και ολισθήματα

Ο Reason (1984) προέβη σε μια διάκριση ανάμεσα σε δύο βασικούς τύπους λαθών: στα σφάλματα και στα ολισθήματα.

Τα σφάλματα είναι λάθη στις ίδιες τις σχεδιασμένες ενέργειες, όπου τα πράγματα πηγαίνουν στραβά εξαιτίας κάποιων εσφαλμένων υπολογισμών.

Αντίθετα, τα ολισθήματα είναι λάθη στα οποία τα πράγματα δεν πηγαίνουν σύμφωνα με το σχέδιο συνήθως επειδή το άτομο δεν προσέχει. Ο Reason επίσης περιγράφει συγκεκριμένα είδη ολισθημάτων που τα ονομάζει ''παραλείψεις'', τα οποία δεν είναι συνήθως εμφανή σε έναν εξωτερικό παρατηρητή αλλά μόνο στο άτομο που αφορούν, όπως το να ξεχάσουμε το όνομα ενός ανθρώπου.

Αν και όλοι αυτοί οι τύποι λαθών έχουν ερευνηθεί, το μεγαλύτερο μέρος της έρευνας επικεντρώνεται στα ολισθήματα της καθημερινής ζωής.

Μελέτες και έρευνες για την αφηρημάδα

Μερικοί ερευνητές έχουν διερευνήσει την αφηρημάδα χρησιμοποιώντας ερωτηματολόγια. Οι Broadbent et al. (1982) βρήκαν ότι, όταν ζητούσαν από τους ανθρώπους να αναφέρουν τα λάθη τους με τη βοήθεια ερωτηματολογίων και συνέκριναν τα αποτελέσματα με εκτιμήσεις για το ίδιο πρόσωπο οι οποίες δίνονταν από τους/τις συζύγους τους, οι δύο μετρήσεις συσχετίζονταν αρκετά ικανοποιητικά.

Αυτό δείχνει ότι τα ερωτηματολόγια ίσως είναι ένας χρήσιμος τρόπος μέτρησης των καθημερινών λαθών. Επίσης, βρήκαν ότι οι άνθρωποι που παρουσιάζουν εξίσου υψηλή βαθμολογία σε έναν τύπο λάθους, όπως η αδυναμία τους να θυμούνται ονόματα ανθρώπων, συνήθως παρουσιάζουν εξίσου υψηλή βαθμολογία και σε άλλους τύπους λαθών.

Οι ερευνητές θεώρησαν ότι αυτό σημαίνει πως τα λάθη συνδέονται περισσότερο με κάποιου είδους γενική λειτουργία συνολικού γνωστικού ελέγχου παρά ότι οφείλονται στην ανεπάρκεια ενός συγκεκριμένου υποσυστήματος στη μνήμη.

Οι Martin & Jones (1983) βρήκαν ότι οι άνθρωποι που έτειναν να παρουσιάζουν υψηλές βαθμολογίες σε τέτοια ερωτηματολόγια είχαν συνήθως μεγάλες δυσκολίες στην εκτέλεση δύο έργων ταυτοχρόνως, ενώ δε δυσκολεύονταν να εκτελέσουν το καθένα ξεχωριστά.

Παρόμοια αποτελέσματα από άλλους ερευνητές οδήγησαν στη γενική ιδέα ότι η λειτουργία του ''κεντρικού ελέγχου'' που εμπλέκεται σχετίζεται με το πώς κατανέμουμε την προσοχή μας σε διαφορετικά πράγματα ταυτοχρόνως. Αυτό μπορεί να εξηγήσει, επίσης, γιατί οι άνθρωποι αναφέρουν συνήθως τους περισσότερους από αυτούς τους τύπους λαθών όταν βρίσκονται σε κατάσταση άγχους: αν το μεγαλύτερο μέρος της προσοχής τους καταλαμβάνεται από το άγχος το οποίο βιώνουν, τότε οι καθημερινές άλλες εργασίες θα υποβαθμιστούν.

Ο Reason (1979) χρησιμοποίησε το ημερολόγιο ως ερευνητική μέθοδο, ζητώντας από τα υποκείμενα της έρευνας να καταγράψουν σε αυτό οποιαδήποτε ολισθήματα μνήμης ή άλλα λάθη έκαναν τη στιγμή που πρόσεχαν ότι τα έχουν διαπράξει. Από τα δεδομένα που απέκτησε από αυτά τα ημερολόγια, ο Reason ήταν σε θέση να βγάλει κάποια γενικά συμπεράσματα για τα καθημερινά λάθη.
Συμπεράσματα ερευνών για την αφηρημάδα

Τα συμπεράσματά του σε γενικές γραμμές, ήταν τα ακόλουθα:

1. Τα ολισθήματα πράξεων είναι πιο πιθανό να συμβούν όταν οι άνθρωποι εκτελούν αυτόματες, αλλά μαθημένες ενέργειες σε πολύ οικεία περιβάλλοντα.

2. Τέτοια λάθη συνήθως συμβαίνουν όταν η προσοχή του ατόμου απορροφάται από κάτι άλλο -είτε εσωτερικά (για παράδειγμα, αν ανησυχούν για κάτι) είτε εξωτερικά (για παράδειγμα, αν αποσπάται η προσοχή τους από μια άφιξη ή έναν ξαφνικό θόρυβο).

3. Περίπου το 40% από τα ολισθήματα πράξεων που αναφέρθηκαν ήταν ''εισβολείς συνηθειών''. Συνέβαιναν σε ανθρώπους που ακολουθούσαν συνηθισμένες ακολουθίες ενεργειών σε στιγμές που έπρεπε να κάνουν κάτι διαφορετικό. Συνήθως συνέβαιναν στον ίδιο τόπο και εμπεριείχαν παρόμοιες κινήσεις με ενέργειες που το άτομο σκόπευε αρχικά να κάνει. Οι άνθρωποι απλώς είχαν την τάση να ''παλινδρομούν'' στην ίδια ρουτίνα.

4. Άλλα ολισθήματα πράξεων που αναφέρθηκαν έτειναν να εντάσσονται σε δύο ομάδες:

α. λάθη στα οποία οι άνθρωποι ''χάνουν τη σειρά τους'' σε μια ακολουθία, δηλαδή ξεχνούν πού βρίσκονται και ξαναξεκινούν από λάθος σημείο και

β. λάθη στα οποία οι άνθρωποι ''αναμειγνύουν'' δύο διαφορετικές εργασίες μαζί ή στοιχεία εργασιών, όπως, ας πούμε, το να ανακατεύουν τον καφέ με το μαχαίρι ή να απλώνουν μαρμελάδα στο ψωμί με το κουτάλι του τσαγιού.

Η δουλειά του Reason μας επέτρεψε να προσδιορίσουμε έναν αριθμό διαφορετικών χαρακτηριστικών της καθημερινής μνήμης και τον τρόπο που αυτή λειτουργεί: συχνά μπορούμε να μάθουμε περισσότερα για ένα σύστημα αν το μελετήσουμε τη στιγμή που δε λειτουργεί σωστά.

Όταν όλα λειτουργούν ομαλά, δεν είναι πάντα εύκολο να πούμε τι συμβαίνει.

Παρ΄ όλα αυτά βρισκόμαστε ακόμη μακριά από το να κατανοήσουμε τα πάντα για την ανθρώπινη μνήμη, καθώς πρόκειται για ένα σύνθετο αντικείμενο μελέτης που είναι πολύ στενά συνδεδεμένο με άλλες περιοχές της γνώσης. Όπως και με όλες τις περιοχές της γνώσης, αυτά που γνωρίζουμε είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Ακόμη κι έτσι, όμως, μπορεί να είναι πολύ χρήσιμα.

Ντενί Ντιντερό: Ελευθερία σημαίνει το τέλος του ιερέα και του βασιλιά

Ο πολυμαθής φιλόσοφος επηρεασμένος, όπως όλοι οι υλιστές του 18ου αιώνα από τον Βάκωνα, πίστευε πως η γνώση -εμπειρική στην προέλευσή της- δεν έχει σκοπό να φτάσει στην αφηρημένη αλήθεια, αλλά να τελειοποιήσει και να αυξήσει τη δύναμη του ανθρώπου.

«Προκλητικά» προοδευτικός μιλούσε για την ομορφιά του κακού, τις χαρές του κοινωνικού παρασιτισμού και το δικαίωμα να αναζητεί κανείς τον εαυτό του όπως επιθυμεί. Το έργο του, λίγο μετά τον θάνατό του θεωρήθηκε αιρετικό. Σήμερα τιμάται για τον σημαίνοντα φιλοσοφικό του ρόλο στη διανοητική χειραφέτηση από τις δεδομένες αυθεντίες, είτε θρησκευτικές είτε κοινωνικές.

Ο Ντιντερό ήταν, από κοινού με τον Ζαν Νταλεμπέρ, ένα από τα κυριότερη μέλη των Εγκυκλοπαιδιστών στη Γαλλία, ονομασία που τους αποδόθηκε λόγω της συμβολής τους στη συγγραφή της Εγκυκλοπαίδειας, η οποία αποσκοπούσε να αποτελέσει μια πλήρη επιτομή της φιλοσοφικής και επιστημονικής γνώσης της εποχής.

Ο φιλόσοφος δεν σκότωσε ποτέ κανέναν ιερέα, όμως ο ιερέας έχει σκοτώσει πάρα πολλούς φιλοσόφους.

Συμφωνούσε με τον ρασιοναλισμό και τον φιλελευθερισμό του Βολταίρου. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά «οι άνθρωποι δεν πρόκειται να ελευθερωθούν προτού ο τελευταίος βασιλιάς στραγγαλιστεί με τα έντερα του τελευταίου παπά».

-Τα συγκρατημένα πάθη κάνουν συνηθισμένους ανθρώπους.

-Τα πάθη ανυψώνουν τον άνθρωπο σε ανώτερα επίπεδα.

Ο διάσημος εκπρόσωπος του γαλλικού υλισμού, ξεκίνησε από τον ηθικό ιδεαλισμό και τον ντεϊσμό για να φτάσει πανηγυρικά στον υλισμό και τον αθεϊσμό. Τα φιλοσοφικά του έργα που γράφτηκαν από το 1740 ως το 1750 αντικατοπτρίζουν αυτήν ακριβώς την εξελικτική πορεία της σκέψης του. Στα κατοπινά του έργα (Ο ανεψιός του Ραμό, Συνομιλία του ντ’ Αλαμπέρ και του Ντιντερό, Το όνειρο του ντ’ Αλαμπέρ) ιστορεί τη θεωρία του υλισμού.

Ο Θεός των χριστιανών είναι ένας πατέρας που δημιουργεί μεγάλο θέμα για τα μήλα του και δεν προσπαθεί πολύ για να βοηθήσει τον γιο του.

Παράλληλα, ανέπτυξε ένα εκτενές έργο σχετικά με ζητήματα που αφορούν στην τέχνη, την αισθητική και την τεχνοκριτική. Στα Salons του, στην αλληλογραφία του με το Φαλκόν, στα «Παράδοξα του ηθοποιού», ανέπτυξε τη νέα αισθητική του ρεαλισμού και την όρθωσε αντιμέτωπη στις θεωρίες των επιγόνων του κλασικισμού και στη νατουραλιστική αντίληψη για την αλήθεια. Αυτές τις θεωρητικές αρχές της αισθητικής ο Ντιντερό προσπάθησε να τις εφαρμόσει στα λογοτεχνικά του δημιουργήματα, στα μυθιστορήματα και τα δράματα.

Τον φανατισμό από τη βαρβαρότητα τον χωρίζει μόνο ένα βήμα.

Όπως και οι άλλοι εκπρόσωποι του γαλλικού υλισμού, ο Ντιντερό ξεκινάει από τη θέση πως η φύση είναι αιώνια και άπειρη. Η φύση δεν δημιουργήθηκε από κανέναν εκτός από τη φύση. Έξω από τον κόσμο δεν υπάρχει τίποτα. Στην υλιστική διδασκαλία για τη φύση προσέφερε μερικά στοιχεία διαλεκτικής. Τις απόψεις του, δε, για την οργανική φύση τις χαρακτηρίζει η αντίληψη πως όλα βρίσκονται σε εξελικτική πορεία, πως οι φυσικοί τύποι μεταβάλλονται αιώνια και οι διάφορες λειτουργίες στη φύση αλληλοδένονται η μία με την άλλη.

Καταπίνουμε με απληστία κάθε ψέμα που μας κολακεύει, αλλά την αλήθεια που μας φαίνεται πικρή την παίρνουμε με μικρές γουλιές.

Ένα ιδιαιτέρως σημαντικό στοιχείο, που συνδέεται με τον αθεϊσμό του Ντιντερό, είναι το γεγονός πως έσπασε τα στενά πλαίσια της μεταφυσικής: Όλα αλλάζουν, όλα χάνονται και το μόνο που μένει είναι το σύνολο. Ο κόσμος γεννιέται και πεθαίνει ασταμάτητα, την κάθε στιγμή βρίσκεται σε κατάσταση γένεσης και φθοράς. Αλλά ο κόσμος ούτε υπήρξε ποτέ ούτε θα υπάρξει.

Τι είναι ο κόσμος μας; Μια σύνθετη οντότητα που υπόκειται σε ξαφνικές αλλαγές, οι οποίες αναδεικνύουν μια τάση προς την καταστροφή. Μια γρήγορη διαδοχή όντων που ακολουθούν το ένα μετά το άλλο, στηρίζουν τους εαυτούς τους και εξαφανίζονται. Μία φευγαλέα συμμετρία, μια στιγμιαία τάξη.

Ασχολήθηκε, ακόμη, επισταμένα, με το ζήτημα της υλιστικής ερμηνείας των αισθημάτων. Με ποιο τρόπο η μηχανική κίνηση των υλικών μορίων μπορεί να γεννήσει το ειδολογικό περιεχόμενο των αισθημάτων; Για τον Ντιντερό, στο ερώτημα αυτό μπορούν να δοθούν δύο απαντήσεις: Ή το αίσθημα εμφανίζεται σε ορισμένο στάδιο εξέλιξης της ύλης σαν κάτι ποιοτικά νέο ή πάλι πρέπει να παραδεχτούμε πως κάποια δυνατότητα, ανάλογη με την ικανότητα των αισθημάτων, είναι ιδιότητα της κάθε ύλης ανεξάρτητα από τη μορφή του υλικού σώματος και από το στάδιο όπου έχει φτάσει στην εξελικτική του πορεία η οργάνωσή του. Σύμφωνα με την τελευταία άποψη, η οργάνωση της ύλης καθορίζει μόνο το είδος της αίσθησης, όχι όμως και την ίδια την ποιότητα της αίσθησης. Η ποιότητα ανήκει στην ύλη, αφού είναι ιδιότητα της ύλης.

Προσέξτε αυτόν που λέει ότι τα πράγματα πρέπει να μπουν σε τάξη! Το να βάζεις πράγματα σε τάξη σημαίνει επίσης να θέτεις άλλους ανθρώπους υπό τον έλεγχό σου.

Για τον Ντιντερό, ανάμεσα στα περισσότερα αισθήματα και τις αιτίες τους υπάρχουν λιγότερες ομοιότητες από ό, τι ανάμεσα στις παραστάσεις που έχουμε από τα αισθήματα και τις ονομασίες τους. Μαζί με τον Λοκ και όλους τους μηχανιστές υλιστές του 17ου και 18ου αιώνα, διέκρινε στα αντικείμενα ποιότητες πρωταρχικές, που υπάρχουν ήδη στα ίδια τα αντικείμενα και δεν εξαρτώνται από τις σχέσεις της συνείδησής μας προς αυτά, και ποιοτικά «δευτερότερες» που υπάρχουν μόνο στις σχέσεις του αντικειμένου με τα άλλα αντικείμενα ή με τον ίδιο τον εαυτό του. Στη δεύτερη περίπτωση οι ποιότητες ονομάζονται αισθητηριακές.

Η απλότητα είναι μία από τις βασικές ιδιότητες της ομορφιάς, είναι αναπόσπαστη ένδειξη της υψηλοφροσύνης.

Οι αισθητηριακές ποιότητες, κατά τον Ντιντερό, δεν μοιάζουν με τις παραστάσεις που δημιουργούνται γι’ αυτές. Αντίθετα ωστόσο από τον Λοκ, υπογραμμίζει πως οι «δευτερότερες» ποιότητες έχουν χαρακτήρα αντικειμενικό, είναι δηλαδή σύμφυτες στα ίδια τα αντικείμενα του εξωτερικού κόσμου και υπάρχουν ανεξάρτητα από τη συνείδηση του υποκειμένου που τις δέχεται.

Δεν υπάρχει κανένα είδος παρενόχλησης, που ένας άντρας δεν μπορεί να κάνει σε μία γυναίκα χωρίς να παραμείνει ατιμώρητος σε πολιτισμένες κοινωνίες.

Όμως, η κληρονομιά που άφησε ο Ντιντερό στον σύγχρονο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο πολιτισμό έγκειται κυρίως στο ότι δίδασκε, στο πνεύμα του Διαφωτισμού, το δικαίωμα του ατόμου να καθορίζει την πορεία της ζωής του. Βέβαια, το είδος της ελευθερίας που περιέγραψε διαφέρει σημαντικά από τη σημερινή κατανόηση της ελευθερίας. Το μήνυμά του αφορούσε στην διανοητική χειραφέτηση από τις δεδομένες αυθεντίες (θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές) και κυρίως υπέρ του γενικότερου συμφέροντος της κοινωνίας.

Ακόμη περισσότερο από τον Ζαν Ζακ Ρουσό και τον Βολταίρο, ο Ντιντερό ενσάρκωνε την πιο προοδευτική πτέρυγα της σκέψης του Διαφωτισμού, μια θέση που προερχόταν από την πεποίθησή του ότι ο σκεπτικισμός για όλα τα θέμα «είναι το πρώτο βήμα προς την αλήθεια.»

Καταδίκαζε απερίφραστα την υποδούλωση Αφρικανών, προκαλούσε τις αντιλήψεις της εποχής περί θρησκευτικής αγαμίας και επιβεβλημένης αφιέρωσης στον Θεό, ενώ διασκέδαζε με την πιθανότητα ο υλισμός να αρνούταν τελικά την ελεύθερη βούληση.

Εξάλλου, ως ένθερμος εμπειριστής, αμφέβαλε και για τις δικές του πεποιθήσεις. Ένας από τους πιο αξιομνημόνευτους εκκεντρικούς ολόκληρης της λογοτεχνίας, μιλούσε προκλητικά για την ομορφιά του κακού, τις χαρές του κοινωνικού παρασιστισμού και το δικαίωμα να αναζητεί κανείς τον εαυτό του όπως επιθυμεί.

Εν ζωή ο Ντιντερό φυλακίστηκε για ορισμένα βιβλία του ενώ αμέσως μετά τον θάνατό του το μεγαλύτερο μέρος του έργου καλύφθηκε από σκοτάδι καθώς χαρακτηρίστηκε ως αιρετικό και προκλητικό.

Η αμφιβολία είναι το πρώτο βήμα στον δρόμο της φιλοσοφίας.

Τίποτα μα τίποτα δεν εξοργίζει τον άνθρωπο όσο το να του στερούν την ελευθερία του

Τίποτα μα τίποτα δεν εξοργίζει τον άνθρωπο όσο το να του στερούν την ελευθερία του, να μην του επιτρέπουν να είναι ο εαυτός του, είτε το καταλαβαίνει συνειδητά είτε όχι.

Θα επαναλάβουμε πως δεν είμαστε μόνο αυτό που ξέρουμε και που καταλαβαίνουμε, δεν είμαστε μονάχα το συνειδητό μας.

Υπάρχει πάντα μαζί μας ένας άγνωστος εαυτός, που παίζει δραματικό ρόλο στα αισθήματα και στις συμπεριφορές μας και που κάθε τόσο η απρόβλεπτη αντίδρασή του μας αφήνει άναυδους.

Κι έτσι η ζωή μας συνεχίζει να είναι -ενίοτε μέχρι τέλους- μια ζωή διαλεγμένη από γούστα άλλων, από κριτήρια ξένα.

Γι' αυτό και είμαστε ανεξήγητα ανικανοποίητοι, καταθλιπτικοί, θυμωμένοι γενικώς.

Γιατί δε ζούμε, παίζουμε ρόλους.

Δε δρούμε, αντιδρούμε ή υποτασσόμαστε -για λίγη γονεϊκή έγκριση, για κάποιο "μπράβο" τους τσιγκούνικο που μας έλειψε, ξεπουλάμε τη ζωή μας.

Μαθαίνουμε από πολύ νωρίς να οργανώνουμε χορούς μεταμφιεσμένων, αγωνιούμε μην πέσουν οι μάσκες μας, μην φανερωθεί γυμνό το βλέμμα μας ακόμη και μέσα στον δικό μας καθρέφτη.

Είναι ασύλληπτα κουραστικό αυτό, και ασύλληπτα βλακώδες.

Όταν κάποιος μας μιλάει και μας μιλάει, να προσπαθούμε, πιο πολύ από τα λόγια του, να παρατηρούμε τα μάτια του, τη φόρτιση της φωνής, τις κινήσεις των χεριών.

Αυτά τα ανεξέλεγκτα κομμάτια της παρουσίας του είναι κατά πολύ περισσότερο ειλικρινή γιατί ο ίδιος δεν τα παρατηρεί εύκολα.

Επιλογική απόκρυψη της αλήθειας ή Ειλικρίνεια;

Στον κόσμο των επιχειρήσεων και της πολιτικής είναι πότε πότε ανάγκη να εφαρμόζεται η επιλογική απόκρυψη των γνωμών εκείνων που επιδιώκουν να εισδύσουν εύκολα στα κέντρα λήψης των αποφάσεων. Αν οι άνθρωποι έλεγαν πάντα αυτά που σκέφτονται σε ζητήματα και μεγάλα και μικρά, θα θεωρούνταν απείθαρχοι από τον μέσο προϊστάμενο, και απειλή για τον οργανισμό από την διεύθυνση. Θα αποκτούσαν τη φήμη του δύσκολου χαρακτήρα, θα κρίνονταν επιπλέον ανάξιοι της εμπιστοσύνης να εκπροσωπήσουν σωστά έναν οργανισμό. Απλούστατα, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι αν ένας θέλει να είναι έστω και στο ελάχιστο αποτελεσματικός μέσα σε έναν οργανισμό, αυτός πρέπει μεροληπτικά να γίνει ένα «πρόσωπο του οργανισμού», επιφυλακτικός στην έκφραση προσωπικών γνωμών, συγχωνεύοντας πότε πότε την προσωπική του ταυτότητα με εκείνην του οργανισμού. Από το άλλο μέρος, αν κάποιος θεωρεί την αποτελεσματικότητά του σε έναν οργανισμό σαν το μόνο στόχο της επιχειρηματικής συμπεριφοράς, επιτρέποντας να εκφράζονται μόνο οι γνώμες που δεν προκαλούν ταλαντεύσεις στην επιχείρηση, τότε αυτός ο κάποιος θα έχει υιοθετήσει την αρχή «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και έτσι θα έχει χάσει την ατομική ακεραιότητα και ταυτότητά του, γινόμενος το τέλειο πρόσωπο του οργανισμού. Ο δρόμος που ένας μεγάλος διευθυντής επιχείρησης πρέπει να βαδίσει ανάμεσα στη συντήρηση και στο χάσιμο της ταυτότητας και ακεραιότητάς του, είναι εξαιρετικά στενός και πολύ πολύ λίγοι τον διατρέχουν με επιτυχία. Πρόκειται για μια τεράστια δοκιμασία.

Έτσι, σ’ αυτές και σε πολλές άλλες περιστάσεις, η έκφραση γνωμών, ιδεών ακόμα και γνώσεων πρέπει πότε πότε να καταπνίγονται στην πορεία των ανθρώπινων υποθέσεων. Κι αφού έτσι έχουν τα πράγματα, ποιους κανόνες μπορεί ένας ν’ ακολουθήσει αν είναι αφοσιωμένος στην αλήθεια; Πρώτον, να μη λέει ποτέ ψέματα. Δεύτερο, να έχει πάντα στο νου ότι η απόκρυψη της αλήθειας είναι δυνάμει ένα ψέμα, και ότι σε κάθε περίπτωση όπου αποκρύπτεται μια αλήθεια προαπαιτείται μια σημαντική ηθική απόφαση. Τρίτον, η απόφαση για απόκρυψη της αλήθειας δεν πρέπει ποτέ να βασίζεται σε προσωπικές ανάγκες, όπως η ανάγκη για εξουσία ή η ανάγκη να είναι κανείς αρεστός, ή η ανάγκη να προστατεύσει τον «χάρτη» του από την έρευνα. Τέταρτο, και αντίστροφα, η απόφαση για απόκρυψη της αλήθειας πρέπει πάντα να βασίζεται εξ ολοκλήρου στις ανάγκες του προσώπου ή των ανθρώπων από τους οποίους αποκρύπτεται η αλήθεια. Πέμπτο, η εκτίμηση των αναγκών ενός άλλου είναι μια πράξη ευθύνης τόσο πολυσύνθετη ώστε δεν μπορεί να διεξαχθεί σωστά παρά μόνον όταν αυτός που τη διεξάγει διέπεται από γνήσια αγάπη για τον άλλο. Έκτο, το πρωταρχικό στοιχείο στην εκτίμηση των αναγκών ενός άλλου, είναι η εκτίμηση της ικανότητας αυτού του προσώπου να χρησιμοποιεί την αλήθεια για τη δική του πνευματική ανάπτυξη. Τέλος, όταν προσπαθούμε να εκτιμήσουμε την ικανότητα ενός άλλου να χρησιμοποιεί την αλήθεια για την προσωπική του πνευματική ανάπτυξη, πρέπει να έχουμε πάντα υπόψη ότι η τάση μας είναι γενικά να υποτιμούμε μάλλον παρά να υπερτιμούμε αυτή την ικανότητα.

Όλα αυτά μπορεί να μας φαίνονται πελώριο έργο, που είναι αδύνατο να εκτελεστεί στην εντέλεια, ένα χρόνιο κι ατέλειωτο φόρτωμα αυτοπειθαρχίας, μια σωστή τροχοπέδη. Και είναι πράγματι αυτό, το ατέλειωτο φόρτωμα αυτοπειθαρχίας, που κάνει τους περισσότερους ανθρώπους να επιλέγουν μια ζωή περιορισμένης εντιμότητας και ειλικρίνειας και σχετικής κρυψίνοιας και κρυψιβουλίας απέναντι στους άλλους. Ο δρόμος αυτός είναι ευκολότερος. Ωστόσο, οι ανταμοιβές από τη δύσκολη ζωή της εντιμότητας και αφοσίωσης στην αλήθεια είναι περισσότερο από ανάλογες προς τις απαιτήσεις. Επειδή οι ειλικρινείς άνθρωποι έχουν την πραγματικότητά τους συνεχώς υπό εξέταση είναι, για το λόγο αυτό, άνθρωποι συνεχώς αναπτυσσόμενοι, χάρη στην ειλικρίνειά τους μπορούν να συνάπτουν και να διατηρούν στενές σχέσεις με μεγαλύτερη επιτυχία από τους πιο κλειστούς ανθρώπους. Επειδή δε λένε ποτέ ψέματα μπορούν να είναι ασφαλείς και περήφανοι γιατί ξέρουν ότι δεν έχουν κάνει τίποτα για να συμβάλουν στη σύγχυση που υπάρχει στον κόσμο, αλλά έχουν χρησιμεύσει ως πηγές διαφώτισης και διαύγασης. Τελικά, είναι και νιώθουν τελείως ελεύθεροι. Δε βαρύνονται από καμιά ανάγκη να κρυφτούν. Δεν υποχρεώνονται να ξεγλιστρούν στις σκιές. Δεν είναι αναγκασμένοι να φτιάχνουν καινούργια ψέματα για να κρύψουν τα παλιά. Δεν έχουν ανάγκη να σπαταλούν χρόνο και κόπο να σκεπάζουν ίχνη ή να διατηρούν προσωπεία. Και, τελικά, βρίσκουν ότι η δύναμη που απαιτείται για την αυτοπειθαρχία της τιμιότητας είναι πολύ λιγότερη από την ενέργεια που απαιτείται για την κρυψίνοια. Όσο περισσότερο είναι κανείς τίμιος τόσο ευκολότερο είναι γι’ αυτόν να συνεχίσει να είναι τίμιος, όπως ακριβώς όσο περισσότερα ψέματα έχει πει ένας, τόσο περισσότερο του είναι αναγκαίο να πει ξανά ψέματα. Χάρη στην ειλικρίνειά τους, οι άνθρωποι που είναι αφοσιωμένοι στην αλήθεια ζουν στα φανερά, και μέσα από την εξάσκηση του θάρρους τους να ζουν στα φανερά, απαλλάσσονται από το φόβο.

Πως να έχεις πάντα δίκιο

Σε έναν ιδανικό κόσμο, ο διάλογος και η αντιπαράθεση θα είχαν ως σκοπό την αποκάλυψη της αλήθειας ή τουλάχιστον τη σύγκλιση των απόψεων. Σʼ έναν τέτοιο κόσμο, η επιθυμία κάθε καλοπροαίρετου ανθρώπου θα ήταν να θέτει άξιους στόχους και να υιοθετεί τα καλύτερα μέσα για να τους πετύχει, ενώ θα προσπαθούσε να δώσει λύση στα προβλήματα με τη συνεργασία, ξεπερνώντας τις διαφωνίες και τις διαμάχες.

Όμως ο πραγματικός κόσμος κάθε άλλο παρά ιδανικός είναι και οι άνθρωποι δεν επιδιώκουν να φτάσουν στην αλήθεια, αλλά να επικρατήσουν στις διάφορες αντιπαραθέσεις. Ούτε επιζητούν το καλύτερο για τους πολλούς, αλλά το καλύτερο για τους εαυτούς τους. Για τη μεγάλη πλειοψηφία του κόσμου, η ιδιοτέλεια είναι ισχυρότερο κίνητρο από τον αλτρουισμό, κι ως εκ τούτου ο καθένας κάνει ό,τι μπορεί για να υπερισχύσει στον ανταγωνισμό της καθημερινής ζωής.

Τόσο επιτακτική είναι η ανάγκη του ανθρώπου για επικράτηση, που σχεδόν αμέσως μόλις οι Έλληνες φιλόσοφοι της κλασικής αρχαιότητας άρχισαν να διερευνούν σε βάθος τη φύση των πραγμάτων, ξεκίνησε και η τέχνη της ρητορικής, η τεχνική δηλαδή που χρησιμοποιεί κάποιος προκειμένου να επιβληθεί σε μια αντιπαράθεση ανεξάρτητα από την αλήθεια ή την ουσία του εκάστοτε ζητήματος.

Τίποτε δεν έχει αλλάξει από τότε. Τόσο στο Κοινοβούλιο όσο και στον Τύπο, το καθεστώς της αντιπαράθεσης, του τρόπου δηλαδή με τον οποίο κάποιος προκαλεί, κατηγορεί, υπεραμύνεται της θέσης του και αντεπιτίθεται, απαιτεί από όλους τους εμπλεκόμενους στο δημόσιο βίο να κατέχουν πλήρως την τέχνη της ρητορικής. Είναι αδιανόητο να αποδεχτεί κανείς μια κατηγορία πολιτικής φύσης ή να παραδεχτεί τη λασπολογία του σκανδαλοθηρικού Τύπου. Επομένως, όλα τα διαθέσιμα τεχνάσματα στρεψοδικίας πρέπει να επιστρατευτούν προκειμένου να υπερασπιστεί κάποιος τον εαυτό του, ξεγλιστρώντας από τη δύσκολη θέση, αποφεύγοντας τις ερωτήσεις, απαντώντας με ευλογοφανείς αοριστίες, εκτρέποντας και διαστρεβλώνοντας το θέμα ελισσόμενος, προσπαθώντας πάντα να φαίνεται ειλικρινής ενώ είναι το αντίθετο. Αυτή είναι η φύση των αντιπαραθέσεων στο μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής και δημόσιας ζωής, η οποία ως εκ τούτου δεν αποτελεί κονίστρα διαλόγου αλλά εξευτελισμού.

Εκείνοι που επινόησαν την αμφιλεγόμενη τέχνη της επικράτησης σε μια αντιπαράθεση, ακόμη κι αν αυτό ήταν μια προσπάθεια να κάνουν τη χειρότερη περίπτωση να φαίνεται ως η καλύτερη, ήταν οι σοφιστές της αρχαίας Αθήνας, τους οποίους ο Σωκράτης και ο εξίσου διάσημος μαθητής του, Πλάτωνας, απεχθάνονταν διότι δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για την αλήθεια και (ακόμη χειρότερα κατά τον Σωκράτη) αμείβονταν για να διδάξουν τα τεχνάσματά τους.

Οι σοφιστές είχαν πάρα πολλούς πελάτες διότι η επιτυχία στις πολιτείες του αρχαίου κόσμου εξαρτιόταν από τη ρητορική δεινότητα. Κάθε ανήλικος άνδρας ήταν μέλος του κυβερνητικού σώματος και έπρεπε να αναλαμβάνει τις δικές του νομικές υποθέσεις όταν υπήρχε ανάγκη. Μια τάξη γραφιάδων δημιουργήθηκε, που παρείχε επʼ αμοιβή ομιλίες για κάθε περίσταση. Αυτό όμως δεν υποβάθμισε την αξία της ρητορικής, που γρήγορα συστηματοποιήθηκε ως επιστήμη από τους πρώτους δασκάλους της.

Ο Άρτουρ Σοπενχάουερ, ένας απʼ τους μεγαλύτερους φιλοσόφους του 19ου αιώνα, αναγνώρισε όλα τα τεχνάσματα και τους ανειλικρινείς τρόπους της ρητορικής που χρησιμοποιούνται στις μέρες μας, διότι είχε βαθιά γνώση της κλασικής ρητορικής παράδοσης. Εξάλλου, τα είχε συναντήσει όλα αυτά στους δικολαβισμούς των πολιτικών και των διάφορων άλλων υποκριτών, και σαν απάντηση έγραψε το οξύ έργο του «Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο».

Αυτή η ανατρεπτική μικρή πραγματεία παρουσιάζεται ως εγχειρίδιο επικράτησης έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου σε μια αντιπαράθεση. «Εριστική διαλεκτική» έγραψε ο ίδιος ο Σοπενχάουερ, συγκαλύπτοντας έτσι κάθε ειρωνικό τόνο, «είναι η τέχνη του να λογομαχεί κανείς με τέτοιο τρόπο ώστε να υπερασπίζεται επαρκώς τις θέσεις του, είτε έχει δίκιο είτε άδικο». Και σαν να ήθελε να διαβεβαιώσει τους αναγνώστες του ότι το εννοούσε ειλικρινά αυτό, πρόσθεσε: «Σε μια αντιπαράθεση, πρέπει να αγνοήσουμε την αντικειμενική αλήθεια, ή μάλλον να την εκλάβουμε ως μια τυχαία συγκυρία, και να επικεντρωθούμε μόνο στην υπεράσπιση της θέσης μας και στην αντίκρουση της θέσης του αντιπάλου». Διότι κάποιος μπορεί να έχει αντικειμενικά δίκιο και εν τούτοις οι ακροατές ή και ο ίδιος ακόμη, να σχηματίσουν την εντύπωση ότι υστερεί.

Για παράδειγμα, καθώς προχωρώ στην απόδειξη ενός ισχυρισμού, μπορεί ο αντίπαλός μου να διαψεύσει την απόδειξη και να φανεί έτσι ότι διαψεύδει και τον ίδιο τον ισχυρισμό μου. Ενδέχεται ωστόσο να υπάρχουν κι άλλες αποδείξεις. Στην περίπτωση αυτή, ο αντίπαλός μου κι εγώ αλλάζουμε θέσεις: εκείνος φαίνεται σαν να έχει δίκιο, παρόλο που αντικειμενικά έχει άδικο.

Ασφαλώς, η αληθινή πρόσθεση του Σοπενχάουερ ήταν να επιστήσει την προσοχή των αναγνωστών του στα τεχνάσματα που χρησιμοποιούν κατά κόρον οι υπόλοιποι, είτε πρόκειται για πολιτικούς είτε για δημοσιογράφους, διαφημιστές ή εμπόρους. Προφασιζόμενος ότι διδάσκει τη «στρεψοδικία» (όπως χαρακτήρισε αργότερα ο ίδιος τη ρητορική), στην πραγματικότητα δίδαξε πώς να την αναγνωρίζει κανείς και, κατʼ επέκταση, πώς να την αντιμετωπίζει. Αυτό το δηκτικό μικρό έργο παραμένει ακόμα και σήμερα ένα πολύτιμο εργαλείο για το σκοπό αυτό.

Τα τεχνάσματα που περιγράφει ο Σοπενχάουερ είναι ποικίλα. Εκνεύρισε τον αντίπαλό σου, κάνε προσωπική επίθεση στον ίδιο αντί στα επιχειρήματά του, κάνε του τόσο πολλές ερωτήσεις ώστε να τον μπερδέψεις, εάν αρνείται μια θέση, διατύπωσε την αλλιώς ώστε να φαίνεται πως την δέχεται, χρησιμοποίησε λεπτούς διαχωρισμούς και εξειδικευμένους ορισμούς προκειμένου να συσκοτίσεις το ζήτημα, κάνε τον αντίπαλό σου να συμφωνήσει με αρκετές αληθείς θέσεις κι ύστερα παρέμβαλε μεταξύ αυτών και τη θέση που θέλεις να παραδεχτεί, απόσπασε γρήγορα την προσοχή του αντιπάλου σου από οποιοδήποτε επιχείρημα με το οποίο θα μπορούσε να σε νικήσει, εισηγούμενος εναλλακτικούς τρόπους προσέγγισης –κ.ο.κ., με δεκάδες υπόλοιπα κόλπα για να επικρατήσει σε μια αντιπαράθεση πάση θυσία.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Ο Σοπενχάουερ πιστεύει ότι οφείλεται στην εγγενή ποταπότητα της ανθρώπινης φύσης. Αν η ανθρώπινη φύση δεν ήταν ποταπή, αλλά απόλυτα έντιμη, θα έπρεπε σε κάθε αντιπαράθεση να αποβλέπουμε μόνο στην αποκάλυψη της αλήθειας. Δεν θα έπρεπε να μας απασχολεί ούτε στο ελάχιστο αν η αλήθεια θα αποδειχτεί υπέρ της άποψης που εκφράσαμε αρχικά ή υπέρ της άποψης του αντιπάλου μας. Αυτό δεν θα έπρεπε να θεωρείται σημαντικό ζήτημα ή, εν πάση περιπτώσει, θα έπρεπε να θεωρείται δευτερεύουσας σημασίας.

Όμως, όπως έχουν τα πράγματα, αποτελεί πρωταρχικό μέλημα. Η έμφυτη ματαιοδοξία μας, που είναι ιδιαίτερα εύθικτη όταν πρόκειται για τη νοητική μας ικανότητα, δεν επιτρέπεται να δεχτούμε πως η αρχική μας τοποθέτηση ήταν εσφαλμένη και ότι η θέση του αντιπάλου μας ήταν η σωστή.

Η λύση σʼ αυτή τη δύσκολη κατάσταση θα ήταν να μπαίνουμε πάντα στον κόπο να σχηματίζουμε σωστές απόψεις.

Γιʼ αυτό και θα έπρεπε κανείς να σκέφτεται προτού μιλήσει. Όμως, στους περισσότερους ανθρώπους η έμφυτη ματαιοδοξία συνοδεύεται από φλυαρία και εγγενή ανειλικρίνεια. Οι περισσότεροι άνθρωποι μιλούν προτού σκεφτούν, και μάλιστα, αν αργότερα αντιληφθούν πως έχουν άδικο, επιθυμούν να αποδειχτεί το αντίθετο. Το ενδιαφέρον για την αλήθεια, που υποτίθεται ότι ήταν το μοναδικό τους κίνητρο όταν άρχισαν να αναπτύσσουν την άποψη που θεωρούσαν ορθή, παραχωρεί πλέον τη θέση του στη ματαιοδοξία.

Ο πειρασμός της ματαιοδοξίας είναι μεγάλος. Η αδυναμία της σκέψης συμπληρώνει τη διαστροφή της βούλησης. Γιʼ αυτό, κατά κανόνα, κάθε συζητητής δεν αγωνίζεται για την αλήθεια, αλλά για την άποψή του σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου. Αγωνίζεται ανεξάρτητα από το δίκιο ή το άδικο. Από την καθημερινή εμπειρία αποδεικνύεται ότι, σε πολύ μεγάλο βαθμό, κάθε άνθρωπος επιμένει στον αρχικό του ισχυρισμό, ακόμη κι αν προς στιγμήν τον θεωρήσει λανθασμένο ή αβέβαιο. Κι αυτό δεν φέρνει τίποτα άλλο στο νου από τις συμβουλές του Μακιαβέλι στον Πρίγκιπά του.