Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2020

Επιστήμονες υπολόγισαν την ηλικία του εσωτερικού πυρήνα της Γης

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Τέξας των ΗΠΑ, υπολόγισαν την ηλικία του εσωτερικού πυρήνα της Γης μέσω πειράματος.

Ο πυρήνας του πλανήτη μας παίζει κυρίαρχο ρόλο στη διαδικασία της δημιουργίας μαγνητικού πεδίου γύρω από τη Γη, το οποίο μας προστατεύει από τις επικίνδυνες ακτινοβολίες που εκπέμπει ο Ήλιος, ενώ σημαντικό ρόλο έχει και στην παρουσία ζωής επάνω στον πλανήτη. Ωστόσο, λίγα είναι γνωστά για την ιστορία και την ηλικία του.
Με την πάροδο του χρόνου, διάφορες μελέτες έχουν ασχοληθεί με την ηλικία του γήινου πυρήνα, με διάφορα συμπεράσματα, που την υπολογίζουν από μισό έως και 4,5 δισεκατομμύρια χρόνια, υποδεικνύοντας πως σχηματίστηκε όταν δημιουργήθηκε και η Γη.

Ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα της νέας έρευνας, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Physical Review Letters», ο εσωτερικός πυρήνας είναι μεταξύ ενός δισεκατομμυρίου και 1,3 δισεκατομμυρίων ετών, χρονική διάρκεια που συμπίπτει με την ενίσχυση του μαγνητικού πεδίου του πλανήτη.

Πώς έγινε το πείραμα

Για να εκτιμήσουν την ηλικία του πυρήνα, οι ερευνητές αναδημιούργησαν τις συνθήκες του σε μια μικρή κλίμακα, θερμαίνοντας ένα μικρό κομμάτι σιδήρου στους 4.490 βαθμούς Φαρενάιτ, δηλαδή στους 2.477 βαθμούς Κελσίου και τοποθετώντας το ανάμεσα σε αμόνι από διαμάντι, ώστε να αναπαραστήσουν τις ακραίες πιέσεις που δέχεται ο εσωτερικός πυρήνας.

Στη συνέχεια το κομμάτι του υπερθερμασμένου σιδήρου μετρήθηκε, για να παρατηρηθεί πώς εξάγει θερμότητα, με τον ίδιο τρόπο που ο εσωτερικός πυρήνας μεταφέρει θερμότητα στον εξωτερικό πυρήνα.

Αυτή η λεπτομέρεια επέτρεψε στους ερευνητές, να υπολογίσουν τη ψύξη του πυρήνα που τροφοδοτεί τη διαδικασία της γεωδυναμικής, η οποία δημιουργεί το μαγνητικό πεδίο του πλανήτη.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν πως το γεωδύναμο αντλεί περίπου 10 Τerawatts ενέργειας από τον πυρήνα που ψύχεται.

Μετά τον υπολογισμό της ποσότητας της απώλειας ενέργειας, μπόρεσαν να υπολογίσουν και την ηλικία του εσωτερικού πυρήνα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, τα αποτελέσματα θα ρίξουν φως σε μυστήρια που περιβάλλουν και άλλους πλανήτες στο ηλιακό σύστημα.

«Η Γη είναι μοναδική στο ηλιακό μας σύστημα, δεδομένου ότι έχει μαγνητικό πεδίο και ότι είναι κατοικήσιμη» δήλωσε ο συγγραφέας της μελέτης Γιουνγκ-Φου Λιν, γεωεπιστήμονας στο Πανεπιστήμιο του Τέξας, προσθέτοντας πως «τελικά, τα αποτελέσματά μας θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να σκεφτούμε γιατί άλλοι πλανήτες στο ηλιακό μας σύστημα δεν έχουν μαγνητικά πεδία».

K. Marx: τι μας λέει το "Κεφάλαιο";

Καρλ Μαρξ: 1818–1883

Πώς ο πεθαμένος αδράχνει το ζωντανό;

§1

Τι είναι το Κεφάλαιο του Μαρξ; Είναι ένα αληθινό αριστούργημα, το οποίο όμως ο μεγάλος αυτός στοχαστής άφησε ημιτελές. Ο πρώτος τόμος κυκλοφόρησε το 1867, ενώ οι άλλοι δυο έμειναν χειρόγραφα. Τη μετέπειτα έκδοσή τους ανέλαβε ο επιστήθιος φίλος του Φρ. Ένγκελς. Όπως όλα τα κείμενα του Μαρξ, έτσι και αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως έργο ενός ορισμένου φιλοσοφικού ή ιδεολογικού συστήματος. Αν και το συγκεκριμένο έργο θεωρείται κατ’ εξοχήν οικονομικό, εν τούτοις οι φιλοσοφικές του ρίζες, ιδιαίτερα εγελιανές, αλλά και το πολυεδρικό περιεχόμενό του επιτρέπουν να κατατάσσεται στα ύψιστα πνευματικά έργα της ανθρωπότητας, όπως π.χ. είναι η Πολιτεία του Πλάτωνα, τα Πολιτικά του Αριστοτέλη, η Φαινομενολογία του πνεύματος του Χέγκελ, το Είναι και Χρόνος του Χάιντεγκερ κ.λπ. Το σταθερό μέλημα του Μαρξ, που καθοδηγούσε τη σκέψη του καθ’ όλη την πορεία συγκρότησής της, ήταν η στροφή από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, στο πραγματικό. Οδηγός του η περίφημη ρήση του Χέγκελ: το συγκεκριμένο αντιμετωπίζεται μόνο συγκεκριμένα. Το πέρασμά του από τον ιδεαλισμό στον υλισμό δεν σήμαινε εκμηδένιση των ιστορικά μεγάλων επιτευγμάτων του φιλοσοφικού πολιτισμού και τον εγκλεισμό της σκέψης μέσα σε έναν χυδαίο υλισμό, σαν αυτόν που υπερασπίζονται σήμερα κάποιοι στα λόγια «μαρξιστές», αλλά στην πράξη σκληροί και φιλήδονοι καθεστωτικοί. Ο Μαρξ κατανοούσε περίπου ως εξής το όραμά του:

«Εφόσον κάθε αληθινή φιλοσοφία είναι η πνευματική πεμπτουσία της εποχής της, θα πρέπει να φτάσει η εποχή, όπου η φιλοσοφία, τόσο εσωτερικά με το περιεχόμενό της όσο και εξωτερικά με τη μορφή της, θα έλθει σε επαφή και αλληλεπίδραση με τον πραγματικό κόσμο της εποχής της» (MEW BD 1, σ. 97).

Αυτόν τον πραγματικό κόσμο της εποχής του, βασικά χαρακτηριστικά του οποίου ισχύουν και σήμερα, ο Μαρξ επιχείρησε, καθ’ όλο τον βίο του, να ερμηνεύσει φιλοσοφικά, πολιτικά και οικονομικά. Αυτό είναι και το τρίπτυχο που υποβαστάζει όλο το οικοδόμημα του Κεφαλαίου.

§2

Αφομοιώνοντας πολύ νωρίς το ως άνω τρίπτυχο, αδιαλείπτως σκεπτόταν και σχεδίαζε να γράψει μια κριτική πραγματεία για την πολιτική οικονομία. Το αποκορύφωμα όλου αυτού του σχεδιασμού, με ενδιάμεσες σχετικές δημοσιεύσεις, κράτησε πάνω από δεκαπέντε χρόνια έρευνας, ώσπου να μορφοποιηθεί σε βιβλίο ο πρώτος τόμος. Η γλώσσα του εν λόγω έργου σχετίζεται με θεμελιώδεις έννοιες της πολιτικής οικονομίας, που εισάγονται και συνάπτονται με τέτοιο τρόπο μέσα στο συγκείμενο περιβάλλον, ώστε να απελευθερώνουν, διαφωτιστικά για τον αναγνώστη, έναν εκπληκτικό πλούτο σημασιών, μεταφορικών και μη, αναγκαίων για την κατανόηση του σημερινού πολύπλοκου κόσμου. Σε επίπεδο περιεχομένου, ο Μαρξ παρουσιάζει με καθαρό λόγο τους οικονομικούς νόμους, δυνάμει των οποίων αναπτύσσεται η σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία. Η δική του κριτική στρέφεται ενάντια στην ισχύουσα πολιτική οικονομία –A. Smith, D. Ricardo– και τις βασικές της προϋποθέσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, καθώς και η αντίστοιχη οργάνωση της κοινωνίας καθορίζονται από αιώνιους φυσικούς νόμους. Ο Μαρξ εργάζεται πυρετωδώς προς την αντίθετη ακριβώς κατεύθυνση: η κοινωνία, ως εκ της δομής της, βρίσκεται σε μια σταθερή διεργασία και διαδικασία μεταβολής. Ωστόσο, ενώ μια τέτοια μεταβολή την προκαλούν οι αντικειμενικές συνθήκες, πρακτικά την πραγματοποιούν και μπορούν να την πραγματοποιήσουν οι άνθρωποι. Ποιοι άνθρωποι όμως; Αυτοί που υφίστανται την αδικία, την εκμετάλλευση, την πλήρη εξόντωσή τους από το υφιστάμενο κοινωνικο-πολιτικό σύστημα: οι προλετάριοι ή άλλως η εργατική τάξη. Βέβαια, η σημερινή εργατική τάξη, η μάζα των εργαζομένων, δείχνει τόσο συμβιβασμένη και όχι λιγότερο εγκλωβισμένη σε εξουσιαστικούς και ιδεολογικο-πολιτικούς μηχανισμούς, που αντί για κάποιο φωτεινό της σήμερα φροντίζει για αναπαραγωγή όλου αυτού του συστήματος, που την εξουθενώνει και πολεμούσε θανάσιμα ο Μαρξ. Λόγω ακριβώς του ριζοσπαστικού χαρακτήρα της σκέψης που διατρέχει το Κεφάλαιο, η συγκεκριμένη κριτική της πολιτικής οικονομίας δεν αποτελεί για τον Μαρξ απλώς ένα κριτικό θεώρημα ερμηνείας, αλλά και ένα απόλυτα πρακτικό αίτημα ανατροπής.

ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (362d-369b)

[362d] Ταῦτ᾽ εἰπόντος τοῦ Γλαύκωνος ἐγὼ μὲν αὖ ἐν νῷ εἶχόν τι λέγειν πρὸς ταῦτα, ὁ δὲ ἀδελφὸς αὐτοῦ Ἀδείμαντος, Οὔ τί που οἴει, ἔφη, ὦ Σώκρατες, ἱκανῶς εἰρῆσθαι περὶ τοῦ λόγου;
Ἀλλὰ τί μήν; εἶπον.
Αὐτό, ἦ δ᾽ ὅς, οὐκ εἴρηται ὃ μάλιστα ἔδει ῥηθῆναι.
Οὐκοῦν, ἦν δ᾽ ἐγώ, τὸ λεγόμενον, ἀδελφὸς ἀνδρὶ παρείη· ὥστε καὶ σύ, εἴ τι ὅδε ἐλλείπει, ἐπάμυνε. καίτοι ἐμέ γε ἱκανὰ καὶ τὰ ὑπὸ τούτου ῥηθέντα καταπαλαῖσαι καὶ ἀδύνατον ποιῆσαι βοηθεῖν δικαιοσύνῃ.
[362e] Καὶ ὅς, Οὐδέν, ἔφη, λέγεις· ἀλλ᾽ ἔτι καὶ τάδε ἄκουε. δεῖ γὰρ διελθεῖν ἡμᾶς καὶ τοὺς ἐναντίους λόγους ὧν ὅδε εἶπεν, οἳ δικαιοσύνην μὲν ἐπαινοῦσιν, ἀδικίαν δὲ ψέγουσιν, ἵν᾽ ᾖ σαφέστερον ὅ μοι δοκεῖ βούλεσθαι Γλαύκων. λέγουσι δέ που καὶ παρακελεύονται πατέρες τε ὑέσιν, καὶ πάντες οἱ [363a] τινῶν κηδόμενοι, ὡς χρὴ δίκαιον εἶναι, οὐκ αὐτὸ δικαιοσύνην ἐπαινοῦντες ἀλλὰ τὰς ἀπ᾽ αὐτῆς εὐδοκιμήσεις, ἵνα δοκοῦντι δικαίῳ εἶναι γίγνηται ἀπὸ τῆς δόξης ἀρχαί τε καὶ γάμοι καὶ ὅσαπερ Γλαύκων διῆλθεν ἄρτι, ἀπὸ τοῦ εὐδοκιμεῖν ὄντα τῷ δικαίῳ. ἐπὶ πλέον δὲ οὗτοι τὰ τῶν δοξῶν λέγουσιν. τὰς γὰρ παρὰ θεῶν εὐδοκιμήσεις ἐμβάλλοντες ἄφθονα ἔχουσι λέγειν ἀγαθά, τοῖς ὁσίοις ἅ φασι θεοὺς διδόναι· ὥσπερ ὁ γενναῖος Ἡσίοδός τε καὶ Ὅμηρός φασιν, ὁ μὲν τὰς δρῦς [363b] τοῖς δικαίοις τοὺς θεοὺς ποιεῖν «ἄκρας μέν τε φέρειν βαλάνους, μέσσας δὲ μελίσσας· εἰροπόκοι δ᾽ ὄιες, φησίν, μαλλοῖς καταβεβρίθασι», καὶ ἄλλα δὴ πολλὰ ἀγαθὰ τούτων ἐχόμενα. παραπλήσια δὲ καὶ ὁ ἕτερος· «ὥς τέ τευ» γάρ φησιν
ἢ βασιλῆος ἀμύμονος ὅς τε θεουδὴς
εὐδικίας ἀνέχῃσι, φέρῃσι δὲ γαῖα μέλαινα
[363c] πυροὺς καὶ κριθάς, βρίθῃσι δὲ δένδρεα καρπῷ,
τίκτῃ δ᾽ ἔμπεδα μῆλα, θάλασσα δὲ παρέχῃ ἰχθῦς.
Μουσαῖος δὲ τούτων νεανικώτερα τἀγαθὰ καὶ ὁ ὑὸς αὐτοῦ παρὰ θεῶν διδόασιν τοῖς δικαίοις· εἰς Ἅιδου γὰρ ἀγαγόντες τῷ λόγῳ καὶ κατακλίναντες καὶ συμπόσιον τῶν ὁσίων κατασκευάσαντες ἐστεφανωμένους ποιοῦσιν τὸν ἅπαντα χρόνον [363d] ἤδη διάγειν μεθύοντας, ἡγησάμενοι κάλλιστον ἀρετῆς μισθὸν μέθην αἰώνιον. οἱ δ᾽ ἔτι τούτων μακροτέρους ἀποτείνουσιν μισθοὺς παρὰ θεῶν· παῖδας γὰρ παίδων φασὶ καὶ γένος κατόπισθεν λείπεσθαι τοῦ ὁσίου καὶ εὐόρκου. ταῦτα δὴ καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἐγκωμιάζουσιν δικαιοσύνην· τοὺς δὲ ἀνοσίους αὖ καὶ ἀδίκους εἰς πηλόν τινα κατορύττουσιν ἐν Ἅιδου καὶ κοσκίνῳ ὕδωρ ἀναγκάζουσι φέρειν, ἔτι τε ζῶντας [363e] εἰς κακὰς δόξας ἄγοντες, ἅπερ Γλαύκων περὶ τῶν δικαίων δοξαζομένων δὲ ἀδίκων διῆλθε τιμωρήματα, ταῦτα περὶ τῶν ἀδίκων λέγουσιν, ἄλλα δὲ οὐκ ἔχουσιν. ὁ μὲν οὖν ἔπαινος καὶ ὁ ψόγος οὗτος ἑκατέρων.
Πρὸς δὲ τούτοις σκέψαι, ὦ Σώκρατες, ἄλλο αὖ εἶδος λόγων περὶ δικαιοσύνης τε καὶ ἀδικίας ἰδίᾳ τε λεγόμενον [364a] καὶ ὑπὸ ποιητῶν. πάντες γὰρ ἐξ ἑνὸς στόματος ὑμνοῦσιν ὡς καλὸν μὲν ἡ σωφροσύνη τε καὶ δικαιοσύνη, χαλεπὸν μέντοι καὶ ἐπίπονον, ἀκολασία δὲ καὶ ἀδικία ἡδὺ μὲν καὶ εὐπετὲς κτήσασθαι, δόξῃ δὲ μόνον καὶ νόμῳ αἰσχρόν· λυσιτελέστερα δὲ τῶν δικαίων τὰ ἄδικα ὡς ἐπὶ τὸ πλῆθος λέγουσι, καὶ πονηροὺς πλουσίους καὶ ἄλλας δυνάμεις ἔχοντας εὐδαιμονίζειν καὶ τιμᾶν εὐχερῶς ἐθέλουσιν δημοσίᾳ τε καὶ ἰδίᾳ, τοὺς δὲ ἀτιμάζειν καὶ ὑπερορᾶν, οἳ ἄν πῃ ἀσθενεῖς τε [364b] καὶ πένητες ὦσιν, ὁμολογοῦντες αὐτοὺς ἀμείνους εἶναι τῶν ἑτέρων. τούτων δὲ πάντων οἱ περὶ θεῶν τε λόγοι καὶ ἀρετῆς θαυμασιώτατοι λέγονται, ὡς ἄρα καὶ θεοὶ πολλοῖς μὲν ἀγαθοῖς δυστυχίας τε καὶ βίον κακὸν ἔνειμαν, τοῖς δ᾽ ἐναντίοις ἐναντίαν μοῖραν. ἀγύρται δὲ καὶ μάντεις ἐπὶ πλουσίων θύρας ἰόντες πείθουσιν ὡς ἔστι παρὰ σφίσι δύναμις ἐκ θεῶν ποριζομένη θυσίαις τε καὶ ἐπῳδαῖς, εἴτε τι [364c] ἀδίκημά του γέγονεν αὐτοῦ ἢ προγόνων, ἀκεῖσθαι μεθ᾽ ἡδονῶν τε καὶ ἑορτῶν, ἐάν τέ τινα ἐχθρὸν πημῆναι ἐθέλῃ, μετὰ σμικρῶν δαπανῶν ὁμοίως δίκαιον ἀδίκῳ βλάψει ἐπαγωγαῖς τισιν καὶ καταδέσμοις, τοὺς θεούς, ὥς φασιν, πείθοντές σφισιν ὑπηρετεῖν. τούτοις δὲ πᾶσιν τοῖς λόγοις μάρτυρας ποιητὰς ἐπάγονται οἱ μὲν κακίας πέρι, εὐπετείας διδόντες, ὡς
τὴν μὲν κακότητα καὶ ἰλαδὸν ἔστιν ἑλέσθαι
[364d] ῥηϊδίως· λείη μὲν ὁδός, μάλα δ᾽ ἐγγύθι ναίει·
τῆς δ᾽ ἀρετῆς ἱδρῶτα θεοὶ προπάροιθεν ἔθηκαν
καί τινα ὁδὸν μακράν τε καὶ τραχεῖαν καὶ ἀνάντη· οἱ δὲ τῆς τῶν θεῶν ὑπ᾽ ἀνθρώπων παραγωγῆς τὸν Ὅμηρον μαρτύρονται, ὅτι καὶ ἐκεῖνος εἶπεν—
λιστοὶ δέ τε καὶ θεοὶ αὐτοί,
καὶ τοὺς μὲν θυσίαισι καὶ εὐχωλαῖς ἀγαναῖσιν
[364e] λοιβῇ τε κνίσῃ τε παρατρωπῶσ᾽ ἄνθρωποι
λισσόμενοι, ὅτε κέν τις ὑπερβήῃ καὶ ἁμάρτῃ.
βίβλων δὲ ὅμαδον παρέχονται Μουσαίου καὶ Ὀρφέως, Σελήνης τε καὶ Μουσῶν ἐκγόνων, ὥς φασι, καθ᾽ ἃς θυηπολοῦσιν, πείθοντες οὐ μόνον ἰδιώτας ἀλλὰ καὶ πόλεις, ὡς ἄρα λύσεις τε καὶ καθαρμοὶ ἀδικημάτων διὰ θυσιῶν καὶ [365a] παιδιᾶς ἡδονῶν εἰσι μὲν ἔτι ζῶσιν, εἰσὶ δὲ καὶ τελευτήσασιν, ἃς δὴ τελετὰς καλοῦσιν, αἳ τῶν ἐκεῖ κακῶν ἀπολύουσιν ἡμᾶς, μὴ θύσαντας δὲ δεινὰ περιμένει.
Ταῦτα πάντα, ἔφη, ὦ φίλε Σώκρατες, τοιαῦτα καὶ τοσαῦτα λεγόμενα ἀρετῆς πέρι καὶ κακίας, ὡς ἄνθρωποι καὶ θεοὶ περὶ αὐτὰ ἔχουσι τιμῆς, τί οἰόμεθα ἀκουούσας νέων ψυχὰς ποιεῖν, ὅσοι εὐφυεῖς καὶ ἱκανοὶ ἐπὶ πάντα τὰ λεγόμενα ὥσπερ ἐπιπτόμενοι συλλογίσασθαι ἐξ αὐτῶν ποῖός τις ἂν [365b] ὢν καὶ πῇ πορευθεὶς τὸν βίον ὡς ἄριστα διέλθοι; λέγοι γὰρ ἂν ἐκ τῶν εἰκότων πρὸς αὑτὸν κατὰ Πίνδαρον ἐκεῖνο τὸ «Πότερον δίκᾳ τεῖχος ὕψιον ἢ σκολιαῖς ἀπάταις ἀναβὰς» καὶ ἐμαυτὸν οὕτω περιφράξας διαβιῶ; τὰ μὲν γὰρ λεγόμενα δικαίῳ μὲν ὄντι μοι, ἐὰν μὴ καὶ δοκῶ ὄφελος οὐδέν φασιν εἶναι, πόνους δὲ καὶ ζημίας φανεράς· ἀδίκῳ δὲ δόξαν δικαιοσύνης παρεσκευασμένῳ θεσπέσιος βίος λέγεται. [365c] οὐκοῦν, ἐπειδὴ «τὸ δοκεῖν», ὡς δηλοῦσί μοι οἱ σοφοί, «καὶ τὰν ἀλάθειαν βιᾶται» καὶ κύριον εὐδαιμονίας, ἐπὶ τοῦτο δὴ τρεπτέον ὅλως· πρόθυρα μὲν καὶ σχῆμα κύκλῳ περὶ ἐμαυτὸν σκιαγραφίαν ἀρετῆς περιγραπτέον, τὴν δὲ τοῦ σοφωτάτου Ἀρχιλόχου ἀλώπεκα ἑλκτέον ἐξόπισθεν κερδαλέαν καὶ ποικίλην. «Ἀλλὰ γάρ, φησί τις, οὐ ῥᾴδιον ἀεὶ λανθάνειν κακὸν ὄντα.» Οὐδὲ γὰρ ἄλλο οὐδὲν εὐπετές, [365d] φήσομεν, τῶν μεγάλων· ἀλλ᾽ ὅμως, εἰ μέλλομεν εὐδαιμονήσειν, ταύτῃ ἰτέον, ὡς τὰ ἴχνη τῶν λόγων φέρει. ἐπὶ γὰρ τὸ λανθάνειν συνωμοσίας τε καὶ ἑταιρίας συνάξομεν, εἰσίν τε πειθοῦς διδάσκαλοι σοφίαν δημηγορικήν τε καὶ δικανικὴν διδόντες, ἐξ ὧν τὰ μὲν πείσομεν, τὰ δὲ βιασόμεθα, ὡς πλεονεκτοῦντες δίκην μὴ διδόναι. «Ἀλλὰ δὴ θεοὺς οὔτε λανθάνειν οὔτε βιάσασθαι δυνατόν.» Οὐκοῦν, εἰ μὲν μὴ εἰσὶν ἢ μηδὲν αὐτοῖς τῶν ἀνθρωπίνων μέλει, τί καὶ ἡμῖν [365e] μελητέον τοῦ λανθάνειν; εἰ δὲ εἰσί τε καὶ ἐπιμελοῦνται, οὐκ ἄλλοθέν τοι αὐτοὺς ἴσμεν ἢ ἀκηκόαμεν ἢ ἔκ τε τῶν νόμων καὶ τῶν γενεαλογησάντων ποιητῶν, οἱ δὲ αὐτοὶ οὗτοι λέγουσιν ὡς εἰσὶν οἷοι θυσίαις τε καὶ «εὐχωλαῖς ἀγανῇσιν» καὶ ἀναθήμασιν παράγεσθαι ἀναπειθόμενοι, οἷς ἢ ἀμφότερα ἢ οὐδέτερα πειστέον. εἰ δ᾽ οὖν πειστέον, ἀδικητέον καὶ θυτέον [366a] ἀπὸ τῶν ἀδικημάτων. δίκαιοι μὲν γὰρ ὄντες ἀζήμιοι μόνον ὑπὸ θεῶν ἐσόμεθα, τὰ δ᾽ ἐξ ἀδικίας κέρδη ἀπωσόμεθα· ἄδικοι δὲ κερδανοῦμέν τε καὶ λισσόμενοι ὑπερβαίνοντες καὶ ἁμαρτάνοντες, πείθοντες αὐτοὺς ἀζήμιοι ἀπαλλάξομεν. «Ἀλλὰ γὰρ ἐν Ἅιδου δίκην δώσομεν ὧν ἂν ἐνθάδε ἀδικήσωμεν, ἢ αὐτοὶ ἢ παῖδες παίδων.» Ἀλλ᾽, ὦ φίλε, φήσει λογιζόμενος, αἱ τελεταὶ αὖ μέγα δύνανται καὶ οἱ λύσιοι θεοί, ὡς αἱ [366b] μέγισται πόλεις λέγουσι καὶ οἱ θεῶν παῖδες ποιηταὶ καὶ προφῆται τῶν θεῶν γενόμενοι, οἳ ταῦτα οὕτως ἔχειν μηνύουσιν.
Κατὰ τίνα οὖν ἔτι λόγον δικαιοσύνην ἂν πρὸ μεγίστης ἀδικίας αἱροίμεθ᾽ ἄν, ἣν ἐὰν μετ᾽ εὐσχημοσύνης κιβδήλου κτησώμεθα, καὶ παρὰ θεοῖς καὶ παρ᾽ ἀνθρώποις πράξομεν κατὰ νοῦν ζῶντές τε καὶ τελευτήσαντες, ὡς ὁ τῶν πολλῶν τε καὶ ἄκρων λεγόμενος λόγος; ἐκ δὴ πάντων τῶν [366c] εἰρημένων τίς μηχανή, ὦ Σώκρατες, δικαιοσύνην τιμᾶν ἐθέλειν ᾧ τις δύναμις ὑπάρχει ψυχῆς ἢ χρημάτων ἢ σώματος ἢ γένους, ἀλλὰ μὴ γελᾶν ἐπαινουμένης ἀκούοντα; ὡς δή τοι εἴ τις ἔχει ψευδῆ μὲν ἀποφῆναι ἃ εἰρήκαμεν, ἱκανῶς δὲ ἔγνωκεν ὅτι ἄριστον δικαιοσύνη, πολλήν που συγγνώμην ἔχει καὶ οὐκ ὀργίζεται τοῖς ἀδίκοις, ἀλλ᾽ οἶδεν ὅτι πλὴν εἴ τις θείᾳ φύσει δυσχεραίνων τὸ ἀδικεῖν ἢ ἐπιστήμην λαβὼν [366d] ἀπέχεται αὐτοῦ, τῶν γε ἄλλων οὐδεὶς ἑκὼν δίκαιος, ἀλλ᾽ ὑπὸ ἀνανδρίας ἢ γήρως ἤ τινος ἄλλης ἀσθενείας ψέγει τὸ ἀδικεῖν, ἀδυνατῶν αὐτὸ δρᾶν. ὡς δέ, δῆλον· ὁ γὰρ πρῶτος τῶν τοιούτων εἰς δύναμιν ἐλθὼν πρῶτος ἀδικεῖ, καθ᾽ ὅσον ἂν οἷός τ᾽ ᾖ. καὶ τούτων ἁπάντων οὐδὲν ἄλλο αἴτιον ἢ ἐκεῖνο, ὅθενπερ ἅπας ὁ λόγος οὗτος ὥρμησεν καὶ τῷδε καὶ ἐμοὶ πρὸς σέ, ὦ Σώκρατες, εἰπεῖν, ὅτι «Ὦ θαυμάσιε, πάντων [366e] ὑμῶν, ὅσοι ἐπαινέται φατὲ δικαιοσύνης εἶναι, ἀπὸ τῶν ἐξ ἀρχῆς ἡρώων ἀρξάμενοι, ὅσων λόγοι λελειμμένοι, μέχρι τῶν νῦν ἀνθρώπων οὐδεὶς πώποτε ἔψεξεν ἀδικίαν οὐδ᾽ ἐπῄνεσεν δικαιοσύνην ἄλλως ἢ δόξας τε καὶ τιμὰς καὶ δωρεὰς τὰς ἀπ᾽ αὐτῶν γιγνομένας· αὐτὸ δ᾽ ἑκάτερον τῇ αὑτοῦ δυνάμει τί δρᾷ, τῇ τοῦ ἔχοντος ψυχῇ ἐνόν, καὶ λανθάνον θεούς τε καὶ ἀνθρώπους, οὐδεὶς πώποτε οὔτ᾽ ἐν ποιήσει οὔτ᾽ ἐν ἰδίοις λόγοις ἐπεξῆλθεν ἱκανῶς τῷ λόγῳ ὡς τὸ μὲν μέγιστον κακῶν ὅσα ἴσχει ψυχὴ ἐν αὑτῇ, δικαιοσύνη δὲ μέγιστον ἀγαθόν. [367a] εἰ γὰρ οὕτως ἐλέγετο ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ πάντων ὑμῶν καὶ ἐκ νέων ἡμᾶς ἐπείθετε, οὐκ ἂν ἀλλήλους ἐφυλάττομεν μὴ ἀδικεῖν, ἀλλ᾽ αὐτὸς αὑτοῦ ἦν ἕκαστος ἄριστος φύλαξ, δεδιὼς μὴ ἀδικῶν τῷ μεγίστῳ κακῷ σύνοικος ᾖ.»
Ταῦτα, ὦ Σώκρατες, ἴσως δὲ καὶ ἔτι τούτων πλείω Θρασύμαχός τε καὶ ἄλλος πού τις ὑπὲρ δικαιοσύνης τε καὶ ἀδικίας λέγοιεν ἄν, μεταστρέφοντες αὐτοῖν τὴν δύναμιν φορτικῶς, ὥς γέ μοι δοκεῖ. ἀλλ᾽ ἐγώ, οὐδὲν γάρ σε [367b] δέομαι ἀποκρύπτεσθαι, σοῦ ἐπιθυμῶν ἀκοῦσαι τἀναντία, ὡς δύναμαι μάλιστα κατατείνας λέγω. μὴ οὖν ἡμῖν μόνον ἐνδείξῃ τῷ λόγῳ ὅτι δικαιοσύνη ἀδικίας κρεῖττον, ἀλλὰ τί ποιοῦσα ἑκατέρα τὸν ἔχοντα αὐτὴ δι᾽ αὑτὴν ἡ μὲν κακόν, ἡ δὲ ἀγαθόν ἐστιν· τὰς δὲ δόξας ἀφαίρει, ὥσπερ Γλαύκων διεκελεύσατο. εἰ γὰρ μὴ ἀφαιρήσεις ἑκατέρωθεν τὰς ἀληθεῖς, τὰς δὲ ψευδεῖς προσθήσεις, οὐ τὸ δίκαιον φήσομεν ἐπαινεῖν σε ἀλλὰ τὸ δοκεῖν, οὐδὲ τὸ ἄδικον εἶναι [367c] ψέγειν ἀλλὰ τὸ δοκεῖν, καὶ παρακελεύεσθαι ἄδικον ὄντα λανθάνειν, καὶ ὁμολογεῖν Θρασυμάχῳ ὅτι τὸ μὲν δίκαιον ἀλλότριον ἀγαθόν, συμφέρον τοῦ κρείττονος, τὸ δὲ ἄδικον αὑτῷ μὲν συμφέρον καὶ λυσιτελοῦν, τῷ δὲ ἥττονι ἀσύμφορον. ἐπειδὴ οὖν ὡμολόγησας τῶν μεγίστων ἀγαθῶν εἶναι δικαιοσύνην, ἃ τῶν τε ἀποβαινόντων ἀπ᾽ αὐτῶν ἕνεκα ἄξια κεκτῆσθαι, πολὺ δὲ μᾶλλον αὐτὰ αὑτῶν, οἷον ὁρᾶν, [367d] ἀκούειν, φρονεῖν, καὶ ὑγιαίνειν δή, καὶ ὅσ᾽ ἄλλα ἀγαθὰ γόνιμα τῇ αὑτῶν φύσει ἀλλ᾽ οὐ δόξῃ ἐστίν, τοῦτ᾽ οὖν αὐτὸ ἐπαίνεσον δικαιοσύνης, ὃ αὐτὴ δι᾽ αὑτὴν τὸν ἔχοντα ὀνίνησιν καὶ ἀδικία βλάπτει, μισθοὺς δὲ καὶ δόξας πάρες ἄλλοις ἐπαινεῖν· ὡς ἐγὼ τῶν μὲν ἄλλων ἀποδεχοίμην ἂν οὕτως ἐπαινούντων δικαιοσύνην καὶ ψεγόντων ἀδικίαν, δόξας τε περὶ αὐτῶν καὶ μισθοὺς ἐγκωμιαζόντων καὶ λοιδορούντων, σοῦ δὲ οὐκ ἄν, εἰ μὴ σὺ κελεύοις, διότι πάντα τὸν βίον [367e] οὐδὲν ἄλλο σκοπῶν διελήλυθας ἢ τοῦτο. μὴ οὖν ἡμῖν ἐνδείξῃ μόνον τῷ λόγῳ ὅτι δικαιοσύνη ἀδικίας κρεῖττον, ἀλλὰ καὶ τί ποιοῦσα ἑκατέρα τὸν ἔχοντα αὐτὴ δι᾽ αὑτήν, ἐάντε λανθάνῃ ἐάντε μὴ θεούς τε καὶ ἀνθρώπους, ἡ μὲν ἀγαθόν, ἡ δὲ κακόν ἐστι.
Καὶ ἐγὼ ἀκούσας, ἀεὶ μὲν δὴ τὴν φύσιν τοῦ τε Γλαύκωνος καὶ τοῦ Ἀδειμάντου ἠγάμην, ἀτὰρ οὖν καὶ τότε πάνυ γε [368a] ἥσθην καὶ εἶπον· Οὐ κακῶς εἰς ὑμᾶς, ὦ παῖδες ἐκείνου τοῦ ἀνδρός, τὴν ἀρχὴν τῶν ἐλεγείων ἐποίησεν ὁ Γλαύκωνος ἐραστής, εὐδοκιμήσαντας περὶ τὴν Μεγαροῖ μάχην, εἰπών—
παῖδες Ἀρίστωνος, κλεινοῦ θεῖον γένος ἀνδρός·
τοῦτό μοι, ὦ φίλοι, εὖ δοκεῖ ἔχειν· πάνυ γὰρ θεῖον πεπόνθατε, εἰ μὴ πέπεισθε ἀδικίαν δικαιοσύνης ἄμεινον εἶναι, οὕτω δυνάμενοι εἰπεῖν ὑπὲρ αὐτοῦ. δοκεῖτε δή μοι ὡς [368b] ἀληθῶς οὐ πεπεῖσθαι —τεκμαίρομαι δὲ ἐκ τοῦ ἄλλου τοῦ ὑμετέρου τρόπου, ἐπεὶ κατά γε αὐτοὺς τοὺς λόγους ἠπίστουν ἂν ὑμῖν— ὅσῳ δὲ μᾶλλον πιστεύω, τοσούτῳ μᾶλλον ἀπορῶ ὅτι χρήσωμαι. οὔτε γὰρ ὅπως βοηθῶ ἔχω· δοκῶ γάρ μοι ἀδύνατος εἶναι —σημεῖον δέ μοι, ὅτι ἃ πρὸς Θρασύμαχον λέγων ᾤμην ἀποφαίνειν ὡς ἄμεινον δικαιοσύνη ἀδικίας, οὐκ ἀπεδέξασθέ μου— οὔτ᾽ αὖ ὅπως μὴ βοηθήσω ἔχω· δέδοικα γὰρ μὴ οὐδ᾽ ὅσιον ᾖ παραγενόμενον δικαιοσύνῃ [368c] κακηγορουμένῃ ἀπαγορεύειν καὶ μὴ βοηθεῖν ἔτι ἐμπνέοντα καὶ δυνάμενον φθέγγεσθαι. κράτιστον οὖν οὕτως ὅπως δύναμαι ἐπικουρεῖν αὐτῇ.
Ὅ τε οὖν Γλαύκων καὶ οἱ ἄλλοι ἐδέοντο παντὶ τρόπῳ βοηθῆσαι καὶ μὴ ἀνεῖναι τὸν λόγον, ἀλλὰ διερευνήσασθαι τί τέ ἐστιν ἑκάτερον καὶ περὶ τῆς ὠφελίας αὐτοῖν τἀληθὲς ποτέρως ἔχει. εἶπον οὖν ὅπερ ἐμοὶ ἔδοξεν, ὅτι Τὸ ζήτημα ᾧ ἐπιχειροῦμεν οὐ φαῦλον ἀλλ᾽ ὀξὺ βλέποντος, ὡς ἐμοὶ [368d] φαίνεται. ἐπειδὴ οὖν ἡμεῖς οὐ δεινοί, δοκῶ μοι, ἦν δ᾽ ἐγώ, τοιαύτην ποιήσασθαι ζήτησιν αὐτοῦ, οἵανπερ ἂν εἰ προσέταξέ τις γράμματα σμικρὰ πόρρωθεν ἀναγνῶναι μὴ πάνυ ὀξὺ βλέπουσιν, ἔπειτά τις ἐνενόησεν, ὅτι τὰ αὐτὰ γράμματα ἔστι που καὶ ἄλλοθι μείζω τε καὶ ἐν μείζονι, ἕρμαιον ἂν ἐφάνη οἶμαι ἐκεῖνα πρῶτον ἀναγνόντας οὕτως ἐπισκοπεῖν τὰ ἐλάττω, εἰ τὰ αὐτὰ ὄντα τυγχάνει.
Πάνυ μὲν οὖν, ἔφη ὁ Ἀδείμαντος· ἀλλὰ τί τοιοῦτον, ὦ [368e] Σώκρατες, ἐν τῇ περὶ τὸ δίκαιον ζητήσει καθορᾷς;
Ἐγώ σοι, ἔφην, ἐρῶ. δικαιοσύνη, φαμέν, ἔστι μὲν ἀνδρὸς ἑνός, ἔστι δέ που καὶ ὅλης πόλεως;
Πάνυ γε, ἦ δ᾽ ὅς.
Οὐκοῦν μεῖζον πόλις ἑνὸς ἀνδρός;
Μεῖζον, ἔφη.
Ἴσως τοίνυν πλείων ἂν δικαιοσύνη ἐν τῷ μείζονι ἐνείη καὶ ῥᾴων καταμαθεῖν. εἰ οὖν βούλεσθε, πρῶτον ἐν ταῖς [369a] πόλεσι ζητήσωμεν ποῖόν τί ἐστιν· ἔπειτα οὕτως ἐπισκεψώμεθα καὶ ἐν ἑνὶ ἑκάστῳ, τὴν τοῦ μείζονος ὁμοιότητα ἐν τῇ τοῦ ἐλάττονος ἰδέᾳ ἐπισκοποῦντες.
Ἀλλά μοι δοκεῖς, ἔφη, καλῶς λέγειν.
Ἆρ᾽ οὖν, ἦν δ᾽ ἐγώ, εἰ γιγνομένην πόλιν θεασαίμεθα λόγῳ, καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτῆς ἴδοιμεν ἂν γιγνομένην καὶ τὴν ἀδικίαν;
Τάχ᾽ ἄν, ἦ δ᾽ ὅς.
Οὐκοῦν γενομένου αὐτοῦ ἐλπὶς εὐπετέστερον ἰδεῖν ὃ ζητοῦμεν;
[369b] Πολύ γε.
Δοκεῖ οὖν χρῆναι ἐπιχειρῆσαι περαίνειν; οἶμαι μὲν γὰρ οὐκ ὀλίγον ἔργον αὐτὸ εἶναι· σκοπεῖτε οὖν.
Ἔσκεπται, ἔφη ὁ Ἀδείμαντος· ἀλλὰ μὴ ἄλλως ποίει.
Γίγνεται τοίνυν, ἦν δ᾽ ἐγώ, πόλις, ὡς ἐγᾦμαι, ἐπειδὴ τυγχάνει ἡμῶν ἕκαστος οὐκ αὐτάρκης, ἀλλὰ πολλῶν ‹ὢν› ἐνδεής· ἢ τίν᾽ οἴει ἀρχὴν ἄλλην πόλιν οἰκίζειν;
Οὐδεμίαν, ἦ δ᾽ ὅς.

***
[363a] έχουν νέους στην κηδεμονία των, πως πρέπει να είναι κανείς δίκαιος, όχι γιατί θέλουν μ᾽ αυτό να επαινέσουν τη δικαιοσύνη, αλλά για τα πλεονεκτήματα που εξασφαλίζει, ώστε, όταν κατορθώσει κανείς να περνά για δίκαιος, ν᾽ αποκτά μ᾽ αυτή την υπόληψη αξιώματα και γάμους και όλα όσα μας αράδιασε τώρα ο Γλαύκων πως κερδίζει ο άδικος. Προχωρούν όμως και πάρα πέρα αυτοί και προσθέτουν τα άφθονα αγαθά, που λέγουν πως θα σκορπούν οι θεοί στους δικαίους, μια που έχουν εξασφαλισμένη την ευμένειά των, όπως τα λέγουν κι ο καλός μας ο Ησίοδος κι ο Όμηρος, ο πρώτος, πως οι θεοί έκαμαν τις βαλανιδιές [363b] για τους δικαίους και πως γι᾽ αυτούς
έχει η κορφή τους τον καρπό κι έχει ο κορμός μελίσσια
και μέσα στο παχύ μαλλί πνίγουνται οι προβατίνες,
κι άλλα πολλά παρόμοια αγαθά· τα ίδια κι ο δεύτερος, που λέει για κάποιον πως
σαν τον καλό το βασιλιά, που σα θεός μοιράζει
τη δικαιοσύνη στους λαούς, η παχιά γη τού φέρνει
[363c] σιτάρι και γεννήματα, πλήθιους καρπούς τα δέντρα,
πάντα φτουρούν οι στάνες του, ψάρια οι γιαλοί του βγάζουν.
Ο Μουσαίος πάλι κι ο γιος του ακόμη γενναιότερα αγαθά τάζουν στους δικαίους από μέρους των θεών· γιατί, αφού μετά το θάνατό τους τούς οδηγήσουν στον Άδη, τους στρώνουν ξαπλωμένους στο συμπόσιο των ευσεβών, που έχουν ετοιμάσει, κι εκεί πια περνούν όλη τη ζωή τους [363d] πίνοντας και διασκεδάζοντας στεφανωμένοι, σαν να ήταν η καλύτερη αμοιβή για την αρετή τους το αιώνιο το μεθύσι. Άλλοι πάλι δεν περιορίζουν ως εκεί μόνο τις αμοιβές από μέρους των θεών, γιατί λέγουν πως παιδιά των παιδιών τους και γενεές γενεών αφήνουν πίσω τους οι ευσεβείς και οι εύορκοι. M᾽ αυτά και μ᾽ άλλα τέτοια εγκωμιάζουν τη δικαιοσύνη· τους ασεβείς πάλι και τους αδίκους τους χώνουν στον Άδη μέσα σε μια λάσπη και τους αναγκάζουν να κουβαλούν νερό με το κόσκινο· μα κι όσο είναι ακόμα στη ζωή, [363e] τους φορτώνουν μ᾽ όλους τους εξευτελισμούς και τις καταφρόνιες και τους υποβάλλουν σ᾽ όλα τα βασανιστήρια που αράδιασε ο Γλαύκων πως τραβούν εκείνοι που, ενώ είναι δίκαιοι, θεωρούνται άδικοι· αυτά λέγουν για τους αδίκους και τίποτα παραπάνω. Αυτός είναι ο έπαινος και η κατηγορία και των δυο των.
Εκτός όμως από αυτά άκουσε τώρα, Σωκράτη, κι ένα άλλο είδος λόγους που έχουν πάντα στο στόμα τους και οι κοινοί άνθρωποι [364a] και οι ποιηταί. Όλοι δηλαδή μ᾽ ένα στόμα κηρύττουν πως είναι βέβαια ωραίο πράγμα η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη, δύσκολο όμως και κοπιαστικό· ενώ η ακολασία και η αδικία είναι μεν ευχάριστα και δε στοιχίζουν τίποτα να τ᾽ αποκτήσει κανείς, θεωρούνται όμως αισχρά κατά την ιδέα του κόσμου και από το νόμο· ότι όμως τα άδικα είναι πιο ωφέλιμα από τα δίκαια, κανείς λέγουν δεν μπορεί να τ᾽ αρνηθεί· κι οι περισσότεροι δε δυσκολεύονται να μακαρίζουν και να τιμούν παντού και πάντα τους παλιανθρώπους εκείνους που έχουν τα πλούτη και τη δύναμη, ενώ απεναντίας ελεεινολογούν και περιφρονούν όπου είναι κανείς φτωχός [364b] κι αδύνατος, όσο κι αν παραδέχουνται πως είναι καλύτεροι από τους αδίκους. Αλλ᾽ απ᾽ όλους αυτούς τους λόγους οι πιο παράξενοι είναι εκείνοι που ακούει κανείς σχετικά με τους θεούς και την αρετή, ότι τάχα κι οι ίδιοι οι θεοί στέλνουν πολλές φορές σε καλούς και εναρέτους ανθρώπους όλα τα κακά και τις δυστυχίες της ζωής, ενώ για τους κακούς προορίζουν ολωσδιόλου την ενάντια μοίρα. Απ᾽ τ᾽ άλλο πάλι μέρος αγύρτες και μάντεις μπαινοβγαίνουν από τα σπίτια των πλουσίων και τους πείθουν πως έχουν από θεία παραχώρηση τη δύναμη, αν [364c] έπεσαν σε κανένα αμάρτημα, ή οι ίδιοι ή κανείς από τους προγόνους των, να το εξιλεώνουν με χαρές και πανηγύρια, κι αν θέλουν να βλάψουν κανένα τους εχθρό, δίκαια ή άδικα αδιάφορο, με μικρό έξοδο μπορούν να το επιτύχουν, γιατί αυτοί με κάτι μαγικά ξόρκια και μ᾽ άλλες μαγγανείες τα καταφέρνουν να τους εξυπηρετούν οι θεοί. Και για όλ᾽ αυτά που λένε μάρτυρες φέρνουν πάλι τους ποιητές, άλλοι για ν᾽ αποδείξουν τί εύκολο πράγμα που είναι η κακία,
γιατί μπορείς με το σακί να πάρεις την κακία
[364d] εύκολα· ίσια η στράτα της, δεν κάθεται κι αλάργου,
μα μπρος στην αρετή οι θεοί έχουν ιδρώτα βάλει
κι ένα δρόμο μακρύ κι ανηφορικό· άλλοι πάλι φέρνουν μάρτυρα τον Όμηρο, πως μπορούν οι άνθρωποι να στρέφουν με το θέλημά των τους θεούς, γιατί είπε και κείνος ότι
και των θεών γυρνάει η γνώμη
κι αυτούς μπορούν με προσευχές και ευπρόσδεκτες θυσίες
[364e] με κνίσα και με τις σπονδές οι ανθρώποι να λυγίσουν
παρακαλώντας, αν κανείς καμιά αμαρτία κάμει.
Κι ένα σωρό ακόμη βιβλία παρουσιάζουν του Μουσαίου και του Ορφέως, που κατάγονται, λέγουν, από τη Σελήνη και τις Μούσες, και που περιέχουν τις ιεροτελεστίες αυτών των θυσιών, και πείθουν, όχι μόνο τους ιδιώτες αλλά και ολόκληρες πόλεις ακόμη, πως με τις θυσίες των και [365a] με κάτι τέτοια ξεφαντώματα μπορούν να επιτύχουν και για ζωντανούς και για πεθαμένους τον εξαγνισμό και την άφεση των αμαρτιών τους· και ονομάζουν τελετές όλ᾽ αυτά τα μέσα, που μας λυτρώνουν από τα βασανιστήρια του κάτω κόσμου, που δε θα τα ξεφύγουν όσοι τις παραμελούν.
Όλα λοιπόν αυτά, αγαπητέ μου Σωκράτη, που λέγουν για την αρετή και την κακία και για την εκτίμηση που τους έχουν θεοί και άνθρωποι, ποιάν επίδραση νομίζεις πως θα έχουν επάνω στις ψυχές των νέων, όσοι εκ φύσεως είναι προικισμένοι με την ικανότητα να ημπορούν να βγάζουν συμπεράσματα απ᾽ όσα ακούουν σχετικά με το ζήτημα: τί λογής [365b] θα έπρεπε να είναι ο άνθρωπος και ποιό δρόμο ν᾽ ακολουθήσει για να περάσει ευτυχισμένη τη ζωή του; Δεν είναι φυσικό να βάλει στον εαυτό του το ερώτημα εκείνο που λέγει και ο Πίνδαρος
Ποιό δρόμο ν᾽ ακλουθήσω
για ν᾽ ανεβώ στον πύργο εκεί ψηλά;
της δικαιοσύνης τον ίσιο,
ή τη λοξή γυροβολιά;
κι αφού ανεβώ και ταμπουρωθώ μέσα, έτσι να περνώ τη ζωή μου; Γιατί απ᾽ όσα ακούω να λένε, τίποτα δε θα μ᾽ ωφελήσει να είμαι δίκαιος, αν δεν περνώ για τέτοιος και μόνο ζημίες και βάσανα φανερά θα έχω. [365c] Επειδή λοιπόν αρκεί να περνά μόνο κανείς για δίκαιος, καθώς μου το βεβαιώνουν οι σοφοί, κι αυτό είναι πιο δυνατό από την αλήθεια κι εξασφαλίζει στον άνθρωπο την ευδαιμονία, σ᾽ αυτό λοιπόν θα στραφώ κι εγώ ολάκερος· θα περιβληθώ λοιπόν ολόγυρά μου μ᾽ όλα τα προσχήματα και τη σκιαγραφία της αρετής και θα σέρνω ξοπίσω μου την πονηρή εκείνη και τετραπέρατη αλεπού, που λέει κι ο σοφότατος Αρχίλοχος. Μα θα μου πει ίσως κανείς πως δεν είν᾽ εύκολο να είσαι πάντα κακός χωρίς να σε πάρουν στο τέλος είδηση. Ναι, μα κι όλα τα μεγάλα πράγματα έχουν τις δυσκολίες των, [365d] θα του απαντήσομε· κι ό,τι κι αν είναι, αν θέλομε να ευτυχήσομε, αυτό το δρόμο ανάγκη να πάρομε, που τα ίχνη του μας τα χαράζουν οι λόγοι που ακούομε. Άλλωστε, για να μείνομε ασύλληπτοι, θα συγκεντρώσομε γύρω μας συντρόφους και συνενόχους, και υπάρχουν εξάλλου και διδάσκαλοι της ρητορικής να μας μεταδώσουν τη δημηγορική και τη δικανική σοφία, έτσι που, άλλοτε με την απάτη και άλλοτε με τη βία, θα κατορθώνομε να μένομε ατιμώρητοι για τ᾽ αδικήματά μας. «Ναι, μα τους θεούς, όμως, δεν μπορούμε ούτε να τους ξεγελάσομε ούτε να τους εκβιάσομε». Αλλ᾽ αν δεν υπάρχουν θεοί, ή αν δεν ενδιαφέρονται καθόλου για τους ανθρώπους, τί μας μέλει κι εμάς [365e] αν μας νιώσουν ή δε μας νιώσουν. Αν πάλι υπάρχουν και ενδιαφέρουνται, δε γνωρίζομε ούτε απ᾽ αλλού έχομε ακούσει για την ύπαρξή τους παρά από τους λόγους των ποιητών που μας έκαμαν και τη γενεαλογία των· μα αυτοί οι ίδιοι οι ποιηταί μας διδάσκουν πως είναι τέτοιοι οι θεοί, που να μπορούμε να τους εξιλεώνομε κι εξευμενίζομε την οργή τους με θυσίες ευπρόσδεκτες και ταξίματα και προσευχές. Ή λοιπόν πρέπει να τους πιστέψομε και σε κείνα και σ᾽ αυτά που λένε, ή ούτε στο ένα ούτε στο άλλο· κι αν επομένως τους πιστεύσομε, ας πάει να ᾽μαστε άδικοι, φτάνει να τους προσφέρομε θυσίες [366a] από τους καρπούς της αδικίας μας. Είναι η αλήθεια πως, αν είμαστε δίκαιοι, δεν έχομε να φοβούμαστε τίποτε από μέρους των θεών, θ᾽ απαρνηθούμε όμως συγχρόνως κι όλα τα κέρδη που προέρχονται από την αδικία· ενώ, αν είμαστε άδικοι, πρώτα δε θα χάσομε αυτά τα κέρδη, έπειτα εξαγοράζοντας τις αδικίες και τα κρίματά μας με προσευχές και θυσίες θα τα καταφέρνομε να την περάσομε ατιμώρητοι. «Ναι, αλλά θα πληρώσομε στον Άδη ή εμείς οι ίδιοι, ή τα παιδιά των παιδιών μας, για όσες αμαρτίες εκάμαμε σ᾽ αυτή τη ζωή». Υπάρχουν όμως πάλι οι τελετές του εξαγνισμού και οι αλεξίκακοι θεοί που έχουν μεγάλη δύναμη, όπως το παραδέχονται [366b] οι μεγαλύτερες πόλεις και όπως το διακηρύττουν οι ποιηταί, που είναι τέκνα συγχρόνως και προφήτες των θεών.
Με ποιά λοιπόν λογική θα μπορούσαμε ακόμα να προτιμούμε τη δικαιοσύνη από τη μεγαλύτερη αδικία; που αν αυτή την περιτυλίξομε έμορφα έμορφα με το κίβδηλο σχήμα της αρετής, όλα θα μας έρχουνται ίσια κι απ᾽ τους θεούς κι απ᾽ τους ανθρώπους και σ᾽ αυτή και την άλλη τη ζωή, όπως όλοι το λέγουν και το πλήθος και οι κορυφαίοι; Απ᾽ όλα λοιπόν [366c] όσα είπαμε, ποιός τρόπος υπάρχει, Σωκράτη, να προτιμά τη δικαιοσύνη ένας άνθρωπος με ανώτερα ψυχικά και σωματικά προτερήματα, με καταγωγή, με περιουσία και να μη γελά απεναντίας, όταν ακούει να την εγκωμιάζουν; Αφού μάλιστα, κι αν ημπορεί ακόμα κανείς ν᾽ αποδείξει πως όλ᾽ αυτά που είπαμε είναι ψέματα κι έχει απόλυτη βεβαιότητα πως η δικαιοσύνη είναι το καλύτερο πράγμα, πάλι δεν μπορεί παρά να είναι κάπως συγκαταβατικός και να μην αγανακτεί υπερβολικά με τους αδίκους, επειδή ξέρει ότι, εκτός ίσως από κείνους που ή προικισμένοι με θεία φύση αποτροπιάζουνται την αδικία, ή εφοδιασμένοι με την επιστήμη [366d] απέχουν από αυτήν, κανείς από τους άλλους δεν είναι δίκαιος από θέλησή του, αλλά είτε από ανανδρία, είτε από γερατειά, ή από άλλη καμιά αδυναμία κατηγορεί την αδικία, γιατί δεν μπορεί ο ίδιος ν᾽ αδικήσει. Και απόδειξη, ο πρώτος από τους τέτοιους που θα έπαιρνε τη δύναμη θ᾽ άρχιζε πρώτος τις αδικίες, όσο θα του περνούσε απ᾽ το χέρι. Και αιτία για όλ᾽ αυτά δεν είναι καμιά άλλη, παρά εκείνη ακριβώς που έδωσε την αφορμή ν᾽ ανοίξομε, ο Γλαύκων και εγώ, αυτή τη συζήτηση μαζί σου, Σωκράτη, για να σου ειπούμε: «ω θαυμαστέ άνθρωπε, κανείς [366e] από σας, που μας παρουσιάζεστε υμνηταί της δικαιοσύνης, αν αρχίσομε απ᾽ τους πιο παλιούς ήρωες, που έχουν σωθεί οι λόγοι τους, ως τους σημερινούς ανθρώπους, κανείς δεν έψεξε την αδικία ουδ᾽ εγκωμίασε τη δικαιοσύνη διαφορετικά, παρά για τις δόξες και τις τιμές και τις αμοιβές που προέρχονται απ᾽ αυτές· όσο γι᾽ αυτήν όμως την ίδια τη δικαιοσύνη και την αδικία, καθώς από μόνες των και με τη δική τους μονάχα την ουσία και τη δύναμη βρίσκουνται μες στις ψυχές των δικαίων και των αδίκων, αγνοημένες κι από θεούς και από ανθρώπους, κανείς δεν πραγματεύτηκε ικανοποιητικά το ζήτημα έτσι, ούτε στην ποίηση ούτε στον πεζό λόγο, για ν᾽ αποδείξει πως η αδικία είναι το μεγαλύτερο κακό απ᾽ όσα έχει μέσα της η ψυχή, και η δικαιοσύνη το μεγαλύτερο αγαθό. [367a] Γιατί αν το κάνατε αυτό όλοι εσείς απαρχής και μας επείθετε από τη νεαρή μας ηλικία, δε θα ήταν ανάγκη να φυλάγει ο ένας τον άλλο μην αδικήσει, αλλά ο καθένας θα ήταν φύλακας του εαυτού του, γιατί θα φοβόντανε να τρέφει μέσα στην ψυχή του αυτό το μεγαλύτερο απ᾽ όλα τα κακά, την αδικία».
Αυτά λοιπόν, Σωκράτη, και ίσως και πολύ περισσότερα απ᾽ αυτά, θα είχαν να λέγουν ο Θρασύμαχος και όποιος άλλος για τη δικαιοσύνη και την αδικία, όσο και αν μετάλλαζαν λίγο ασύστολα, καθώς μου φαίνεται, τη φύση της μιανής και της άλλης. Εγώ όμως, και δεν έχω [367b] καμιά ανάγκη να σου το κρύψω, γι᾽ αυτό ίσα ίσα παρατέντωσα τόσο πολύ το λόγο μου, γιατί επιθυμώ ν᾽ ακούσω εσένα, πώς θα αντικρούσεις όλ᾽ αυτά. Μην περιοριστείς λοιπόν μόνο να μας αποδείξεις πως η δικαιοσύνη είναι προτιμότερη από την αδικία, αλλά και πώς ενεργεί από μόνη της επάνω στην ψυχή του ανθρώπου, για να είναι πράγμα κακό η μια και αγαθό η άλλη· και να βγάζεις από τη μέση το τί φαίνεται η καθεμιά των, καθώς σου το εζήτησε και ο Γλαύκων. Γιατί, αν δεν αφαιρέσεις κι από τη μια κι από την άλλη την αληθινή έστω υπόληψη που τους έχει ο κόσμος, και δεν προσθέσεις απεναντίας την ψεύτικη, θα πούμε πως δεν επαινείς τη δικαιοσύνη, ούτε πως κατηγορείς [367c] την αδικία, αλλά εκείνο που θεωρεί ο κόσμος για δικαιοσύνη και αδικία· και ότι μας επιτρέπεις επομένως να αδικούμε, φτάνει να μη μας παίρνουν είδηση, και ότι στο τέλος είσαι σύμφωνος με τον Θρασύμαχο, πως η δικαιοσύνη δεν είναι αγαθόν για κείνον που την έχει, αλλά είναι το συμφέρον του ισχυροτέρου, ενώ απεναντίας η αδικία είναι πράγμα ωφέλιμο και συμφέρον για τον εαυτό της, και μονάχα για τον ασθενέστερο δεν είναι συμφέρον. Αφού λοιπόν παραδέχτηκες ότι η δικαιοσύνη είναι από τα μεγαλύτερα αγαθά που αξίζει να τα αποκτά κανείς και για τ᾽ αποτελέσματά των, μα πολύ περισσότερο γι᾽ αυτά τα ίδια, όπως είναι η όραση, [367d] η ακοή, η φρόνηση, η υγεία κι όσ᾽ άλλα αγαθά είναι γόνιμα από τη φύση των κι όχι γιατί τα θεωρούν για τέτοια οι άνθρωποι, εγκωμίασε λοιπόν και τη δικαιοσύνη γι᾽ αυτό το ίδιο πράγμα, για την ωφέλεια που παρέχει η ίδια αφεαυτού της στον άνθρωπο, καθώς και την αδικία για τη βλάβη της· όσο για τις ανταμοιβές και τις ιδέες που έχει ο κόσμος γι᾽ αυτές, παράτα τις σε άλλους να τις εκθειάζουν, επειδή εγώ κάθε άλλον θα μπορούσα ν᾽ ανεχθώ να εγκωμιάζει κατ᾽ αυτό τον τρόπο τη δικαιοσύνη και να ψεγαδιάζει την αδικία, από τις ιδέες του κόσμου κι από τις ανταμοιβές των, όχι όμως και σένα, εκτός αν μου το επέβαλλες ο ίδιος, αφού εσύ πέρασες όλη σου τη ζωή [367e] χωρίς να κάνεις τίποτε άλλο παρά να μελετάς και να εξετάζεις αυτό το ζήτημα. Να μη μας αποδείξεις λοιπόν με το λόγο σου μόνο πως είναι καλύτερο πράγμα η δικαιοσύνη από την αδικία, αλλά τί κάνει η καθεμιά των τον άνθρωπο που την έχει αφεαυτού της, είτε έχουν γνώση θεοί και άνθρωποι, είτε όχι, ώστε να είναι καλό η μια και κακό η άλλη.

Ο Σωκράτης προτείνει να εξεταστεί πώς παρουσιάζεται η δικαιοσύνη πρώτα μέσα στην πόλη και ύστερα μέσα στο άτομο
Εγώ, όταν άκουσ᾽ αυτά, πάντα είν᾽ αλήθεια πως είχα σε ιδιαίτερη συμπάθεια τον Γλαύκωνα και τον Αδείμαντο για την καλή τους φύση, αυτή τη φορά όμως [368a] καταμαγεύτηκα μαζί των και είπα: Δεν είχε καθόλου άδικο, τέκνα εκείνου του πατρός, ο ποιητής, ο φίλος του Γλαύκωνος, που άρχισε την ελεγεία που σας έκαμε, όταν ανδραγαθήσατε στη μάχη των Μεγάρων, μ᾽ αυτό το στίχο:
Τέκνα του Αρίστωνος, πατρός ενδόξου θείον γένος·
και πολύ σωστά μου φαίνεται πως το είπε· γιατί θα ᾽χετε πραγματικώς κατιτί το θεϊκό μέσα σας, για να μην παραδέχεσθε πως είναι καλύτερο πράγμα η αδικία από τη δικαιοσύνη, ενώ έχετε την ικανότητα να κάνετε τόσο καλά το συνήγορό της. Και αληθινά μου φαίνεται πως [368b] δεν το παραδέχεσθε· το συμπεραίνω από όλο τον άλλο χαρακτήρα σας, επειδή, απ᾽ αυτούς τουλάχιστο τους λόγους που είπατε, θα είχα το δικαίωμα να αμφιβάλω· μα όσο περισσότερο το πιστεύω σε τόσο μεγαλύτερη αμηχανία βρίσκομαι, πώς να κάμω· γιατί, απ᾽ το ένα μέρος δεν ξέρω πώς ν᾽ αναλάβω την υπεράσπισή της, επειδή συναισθάνομαι την αδυναμία μου· και απόδειξη, πως δε σας ικανοποίησαν εσάς όσα είπα στον Θρασύμαχο και που μ᾽ αυτά νόμιζα πως απέδειξα ότι είναι καλύτερη η δικαιοσύνη από την αδικία· απ᾽ τ᾽ άλλο όμως μέρος πάλι, πώς μπορώ ν᾽ αφήσω αβοήθητη και ανυπεράσπιστη τη δικαιοσύνη; γιατί φοβούμαι μήπως είναι και ασέβεια εκ μέρους μου να τύχω εμπρός που να κατηγορούν [368c] τη δικαιοσύνη, και ν᾽ αποδειλιάσω ν᾽ αναλάβω την υπεράσπισή της, ενόσω έχω ακόμη μέσα μου πνοή και μπορώ να μιλώ. Το καλύτερο λοιπόν είναι να το επιχειρήσω, έτσι όπως μπορώ.
Ο Γλαύκων λοιπόν και οι άλλοι με παρακαλούσαν ν᾽ αναλάβω με κάθε τρόπο την υπεράσπιση και να μην παρατήσω τη συζήτηση, αλλά να εξετάσομε κατά βάθος ποιά είναι η ουσία της δικαιοσύνης και της αδικίας και ποιά είναι η αλήθεια όσο για τις ωφέλειες που αποδίδουν και στη μία και στην άλλη. Τους είπα λοιπόν την ιδέα μου: Ότι το ζήτημα που επιχειρούμε δεν είναι του καθενός, αλλά θέλει άνθρωπο με μεγάλη οξυδέρκεια. [368d] Επειδή λοιπόν εμείς δεν είμαστε τέτοιοι, μου φαίνεται πως μπορούμε να κάμομε ως εξής την εξέτασή του: Αν κανείς έδινε σε ανθρώπους που δεν έχουν πολύ δυνατή όραση να διαβάσουν από μακριά γράμματα πολύ μικρά, κι έπειτα ανακάλυπτε κάποιος πως αυτά τα ίδια γράμματα βρίσκονται και κάπου αλλού μεγαλύτερα και με μεγαλύτερους χαρακτήρες, νομίζω πως θα τους φαίνονταν εύρημα, αφού διαβάσουν πρώτα εκείνα, να προσπαθήσουν να διακρίνουν και τα μικρότερα, αν είναι τα ίδια.
Πολύ σωστά, είπε ο Αδείμαντος, μα τί σχέση έχει αυτό [368e] με το ζήτημά μας;
Θα σου το ειπώ· δε λέμε πως υπάρχει δικαιοσύνη και σε έναν άνθρωπο και σε ολόκληρη πολιτεία;
Βεβαιότατα.
Και μια πολιτεία δεν είναι μεγαλύτερο πράγμα από έναν άνθρωπο;
Μάλιστα, μεγαλύτερο.
Ίσως λοιπόν να υπάρχει και περισσότερη δικαιοσύνη στο μεγαλύτερο, και επομένως να είναι ευκολότερο να μελετηθεί επάνω σ᾽ αυτό. Αν λοιπόν θέλετε, λέγω να εξετάσομε πρώτα [369a] στις πολιτείες την ουσία της δικαιοσύνης· κι έτσι έπειτα την εξετάζομε και σε κάθε άτομο χωριστά, προσπαθώντας να ιδούμε την ομοιότητα του μεγαλύτερου μέσα στη μορφή του μικρότερου.
Πολύ σωστά μου φαίνεται να το λες.
Αν τώρα φαντασθούμε με το νου μας μια πολιτεία, όταν αρχίζει να σχηματίζεται, δε θα μπορέσομε να παρακολουθήσομε πώς αρχίζει και η δικαιοσύνη και η αδικία της;
Υποθέτω.
Και δε θα είχαμε τότε την ελπίδα να βρούμε ευκολότερα εκείνο που ζητούμε;
[369b] Και πολύ μάλιστα.
Τί λέτε λοιπόν; δοκιμάζομε να βγάλομε πέρα την επιχείρηση; Γιατί μου φαίνεται πως δεν είναι μικρή δουλειά αυτή· αποφασίσετε λοιπόν.
Αποφασίστηκε, είπε ο Αδείμαντος, και λοιπόν εμπρός.

Πώς συγκροτείται η πολιτεία από τις ανάγκες της ζωής
H πολιτεία, είπα εγώ, μου φαίνεται πως γεννήθηκε, επειδή κάθε ένας από μας δεν είναι σε θέση να εξοικονομεί μόνος του όλες τις ανάγκες, αλλά του λείπουν πολλά· ή νομίζεις εσύ πως άλλη στάθηκε η αρχή της κοινωνίας;
Καμιά άλλη.

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἱππόλυτος (936-982)

ΘΗ. φεῦ τῆς βροτείας—ποῖ προβήσεται; —φρενός.
τί τέρμα τόλμης καὶ θράσους γενήσεται;
εἰ γὰρ κατ᾽ ἀνδρὸς βίοτον ἐξογκώσεται,
ὁ δ᾽ ὕστερος τοῦ πρόσθεν εἰς ὑπερβολὴν
940 πανοῦργος ἔσται, θεοῖσι προσβαλεῖν χθονὶ
ἄλλην δεήσει γαῖαν ἣ χωρήσεται
τοὺς μὴ δικαίους καὶ κακοὺς πεφυκότας.
σκέψασθε δ᾽ ἐς τόνδ᾽, ὅστις ἐξ ἐμοῦ γεγὼς
ἤισχυνε τἀμὰ λέκτρα κἀξελέγχεται
945 πρὸς τῆς θανούσης ἐμφανῶς κάκιστος ὤν.
δεῖξον δ᾽, ἐπειδή γ᾽ ἐς μίασμ᾽ ἐλήλυθα,
τὸ σὸν πρόσωπον δεῦρ᾽ ἐναντίον πατρί.
σὺ δὴ θεοῖσιν ὡς περισσὸς ὢν ἀνὴρ
ξύνει; σὺ σώφρων καὶ κακῶν ἀκήρατος;
950 οὐκ ἂν πιθοίμην τοῖσι σοῖς κόμποις ἐγὼ
θεοῖσι προσθεὶς ἀμαθίαν φρονεῖν κακῶς.
ἤδη νυν αὔχει καὶ δι᾽ ἀψύχου βορᾶς
σίτοις καπήλευ᾽ Ὀρφέα τ᾽ ἄνακτ᾽ ἔχων
βάκχευε πολλῶν γραμμάτων τιμῶν καπνούς·
955 ἐπεί γ᾽ ἐλήφθης. τοὺς δὲ τοιούτους ἐγὼ
φεύγειν προφωνῶ πᾶσι· θηρεύουσι γὰρ
σεμνοῖς λόγοισιν, αἰσχρὰ μηχανώμενοι.
τέθνηκεν ἥδε· τοῦτό σ᾽ ἐκσώσειν δοκεῖς;
ἐν τῶιδ᾽ ἁλίσκηι πλεῖστον, ὦ κάκιστε σύ·
960 ποῖοι γὰρ ὅρκοι κρείσσονες, τίνες λόγοι
τῆσδ᾽ ἂν γένοιντ᾽ ἄν, ὥστε σ᾽ αἰτίαν φυγεῖν;
μισεῖν σε φήσεις τήνδε, καὶ τὸ δὴ νόθον
τοῖς γνησίοισι πολέμιον πεφυκέναι;
κακὴν ἄρ᾽ αὐτὴν ἔμπορον βίου λέγεις
965 εἰ δυσμενείαι σῆι τὰ φίλτατ᾽ ὤλεσεν.
ἀλλ᾽ ὡς τὸ σῶφρον ἀνδράσιν μὲν οὐκ ἔνι,
γυναιξὶ δ᾽ ἐμπέφυκεν; οἶδ᾽ ἐγὼ νέους
οὐδὲν γυναικῶν ὄντας ἀσφαλεστέρους,
ὅταν ταράξηι Κύπρις ἡβῶσαν φρένα·
970 τὸ δ᾽ ἄρσεν αὐτοὺς ὠφελεῖ προσκείμενον.
νῦν οὖν—τί ταῦτα σοῖς ἁμιλλῶμαι λόγοις
νεκροῦ παρόντος μάρτυρος σαφεστάτου;
ἔξερρε γαίας τῆσδ᾽ ὅσον τάχος φυγάς,
καὶ μήτ᾽ Ἀθήνας τὰς θεοδμήτους μόληις
975 μήτ᾽ εἰς ὅρους γῆς ἧς ἐμὸν κρατεῖ δόρυ.
εἰ γὰρ παθών γέ σου τάδ᾽ ἡσσηθήσομαι,
οὐ μαρτυρήσει μ᾽ Ἴσθμιος Σίνις ποτὲ
κτανεῖν ἑαυτὸν ἀλλὰ κομπάζειν μάτην,
οὐδ᾽ αἱ θαλάσσηι σύννομοι Σκιρωνίδες
980 φήσουσι πέτραι τοῖς κακοῖς μ᾽ εἶναι βαρύν.
ΧΟ. οὐκ οἶδ᾽ ὅπως εἴποιμ᾽ ἂν εὐτυχεῖν τινα
θνητῶν· τὰ γὰρ δὴ πρῶτ᾽ ἀνέστραπται πάλιν.

***
ΘΗΣ. Αλίμονο! Το πού μπορεί να φτάσει
τ᾽ ανθρώπου η πονηριά. Και σε ποιό τέρμα
το θράσος του τραβάει κι η αδιαντροπιά του!
Αν έτσι πάμε και παραφουσκώσει
η κάκητ᾽ απ᾽ τη μια γενιά στην άλλη
και ξεπερνάει ο δεύτερος τον πρώτο
940 στην πανουργία, ε τότες οι θεοί
κι άλλη μια γη σε τούτη να προστέσουν,
να χωράει τους κακούς και διαστρεμμένους!
(εδώ γυρίζει προς τον Ιππόλυτο και τον δείχνει με το δάχτυλο)
Κοιτάχτε τον εκεί! Γέννημα θρέμμα
δικό μου, τη δικιά μου κλίνη ντρόπιασε
κι εμαρτυρήθη απ᾽ τη νεκρή την ίδια!
(ο Ιππόλυτος γυρίζει τις πλάτες)
Γύρνα λοιπόν ο καταμολεμένος
και δείξε στον πατέρα σου τα μούτρα!
Εσύ ᾽σουνα λοιπόν άντρας ανώτερος,
που ᾽κανες συντροφιά με τους θεούς;
Ο φρόνιμος και πάναγνος εσύ;
950 Δεν τις πιστεύω εγώ τις παινεσιές σου!
Οι αθάνατοι δεν είναι άμαθοι τόσο!
Κόμπαζε τώρα και περίπαιζέ μας,
πως τάχα τρως αναίματη θροφή
και με μπροστάρη τον Ορφέα βακχεύεις,
πιστεύοντας τα φούμαρα, όσα γράφουν
παλιοφυλλάδες. Γιατί τώρα πιάστηκες!
«Μακριά», φωνάζω, «από τους τέτοιους». Πάνε
κυνήγι μ᾽ άγια πρόφαση, μα κρύβουν
αισχρές βουλές μες στην ψυχή τους. (δείχνει τη νεκρή) Κοίτα:
Πεθαμένη! Θαρρείς πως θα γλιτώσεις;
Το πτώμα τούτο σ᾽ άδραξε, πανάθλιε!
960 Ποιά λόγια κι όρκοι, ανώτερ᾽ απ᾽ το πτώμα,
θα μπορούσαν το φταίχτη ν᾽ αθωώσουν;
Και τί θα πεις, το ξέρω: σε μισούσε,
γιατί ᾽σουν νόθο τέκνο μου κι οι νόθοι
από γεννησιμιό τους πάντα μάχονται
τα γνήσια τέκνα. Για μια τέτοιαν έχτρα
τόσο φτηνά θα πούλαε τη ζωή της,
που ᾽ναι το πιο πολύτιμο αγαθό;
Ή θα μου πεις ακόμα πως η τρέλα
η ερωτική τούς άντρες δεν τους πιάνει,
παρά την έχουν από φυσικού οι γυναίκες;
Ξέρω νιους που δεν είναι ασφαλισμένοι
πιότεροι απ᾽ τις γυναίκες, άμα η Κύπρη
τους ταράξει τα εφηβικά μυαλά τους.
970 Μα σαν άντρες γλιτώνουμε το φταίξιμο.
Τώρα λοιπόν, γιατί ν᾽ αντιδικιέμαι
μαζί σου με τα λόγια, αφού η νεκρή
κείται μπροστά μας μάρτυρας ατράνταχτος;
Τσακίσου από τη χώρα το ταχύτερο
κι ούτε να πας στη θεόχτιστην Αθήνα
κι ούτε τα σύνορά μας να πατήσεις,
οπού τα διαφεντεύει το κοντάρι μου!
Αν δε σε τιμωρήσω για ό,τι μου ᾽κανες,
ο Σίνις ο κακούργος στον Ισθμό
ποτές δε θα μολόγαε πως τον σκότωσα,
μα καυκιέμαι του βρόντου. Μήτε οι βράχοι
του Σκίρωνα κατάντικρα στη θάλασσα
θα μαρτυρούσαν πόσο είναι το χέρι μου
980 βαρύ για τους κακοποιούς. ΚΟΡ. Δεν τολμώ
να πω κανέναν άνθρωπο καλότυχο,
μια κι όσ᾽ είναι ψηλά χάμου γκρεμίζονται.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη του 4ου αιώνα π.Χ.: Η όψιμη κλασική περίοδος

7.5. Η μεγάλη ζωγραφική

Στο προηγούμενο κεφάλαιο εξηγήσαμε ότι η μεγάλη ζωγραφική γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και άνοιξε καινούργιους δρόμους ήδη από το πρώτο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Η αλήθεια είναι όμως ότι κανένα από τα έργα των αρχαίων Ελλήνων ζωγράφων της πρώιμης κλασικής περιόδου δεν μας έχει σωθεί είτε στο πρωτότυπο είτε σε αντίγραφο. Το μόνο που έχουμε είναι περιγραφές ορισμένων τοιχογραφιών και πινάκων από συγγραφείς των ρωμαϊκών χρόνων, όπως ο Λουκιανός και ο Παυσανίας, ενώ ορισμένες αγγειογραφίες μάς επιτρέπουν, όπως είδαμε, να σχηματίσουμε μιαν ατελή έστω εικόνα των χαμένων έργων. Εξίσου δύσκολο ήταν ως πρόσφατα να προσεγγίσουμε αντίστοιχα έργα του 4ου αιώνα π.Χ. που, όπως συμπεραίνουμε από τις γραπτές μαρτυρίες, ήταν η πιο λαμπρή εποχή για την αρχαία ελληνική ζωγραφική. Οι αρχαίοι συγγραφείς μάς παραδίδουν τα ονόματα διάσημων ζωγράφων, όπως ο Ζεύξις, ο Παρράσιος και ο Απελλής, και μιλούν με θαυμασμό για την τέχνη τους. Αλλά η μεγάλη ζωγραφική της εποχής αυτής παρέμενε ουσιαστικά άγνωστη· την προσεγγίζαμε έμμεσα, είτε μέσα από μεμονωμένες μορφές ή συνθέσεις της αγγειογραφίας και εγχάρακτες παραστάσεις σε χάλκινα σκεύη, οι οποίες φαίνεται να έχουν ζωγραφικά πρότυπα, είτε από τοιχογραφίες και ψηφιδωτά των ρωμαϊκών χρόνων που επαναλαμβάνουν, περισσότερο ή λιγότερο πιστά, έργα του 4ου αιώνα π.Χ. Ανάμεσα στα έργα αυτά ιδιαίτερη θέση έχει το ψηφιδωτό του Μεγάλου Αλεξάνδρου από την Πομπηία.
 
Οι γνώσεις μας για τη ζωγραφική της όψιμης κλασικής περιόδου αυξήθηκαν απρόσμενα τα τελευταία χρόνια, καθώς η ανακάλυψη στη Μακεδονία μνημειακών τάφων διακοσμημένων με τοιχογραφίες μάς έδωσε τη δυνατότητα να γνωρίσουμε από κοντά αξιόλογα δείγματα της μεγάλης ζωγραφικής του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα π.Χ. Ανάμεσα στα νέα ευρήματα ξεχωρίζουν για την ποιότητα και τη σημασία τους οι τοιχογραφίες των τάφων της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας. Οι τάφοι αυτοί βρίσκονται στο νεκροταφείο μιας σημαντικής αρχαίας μακεδονικής πόλης, η οποία ταυτίζεται πλέον χωρίς αμφιβολία με τις αρχαίες Αιγές, την πρώτη πρωτεύουσα του βασιλείου της Μακεδονίας, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, θάβονταν οι Μακεδόνες βασιλείς. Μπορούμε επομένως να δεχτούμε ότι οι μνημειακοί τάφοι της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας που ανακάλυψε το 1977 ο Μανόλης Ανδρόνικος και χρονολογούνται όλοι στο δεύτερο μισό του 4ου αιώνα π.Χ. ανήκουν σε μέλη της βασιλικής οικογένειας, αν και δεν είναι προς το παρόν δυνατόν να προσδιορίσουμε με βεβαιότητα την ταυτότητά τους.
 
Οι τάφοι της Μεγάλης Τούμπας ανήκουν, με μία μόνο εξαίρεση, στην κατηγορία των μακεδονικών τάφων, είναι δηλαδή ευρύχωρα υπόγεια κτίσματα με ορθογώνια κάτοψη και δύο εσωτερικούς χώρους, προθάλαμο και θάλαμο, στεγασμένα με ημικυλινδρική καμάρα από πελεκητές πέτρες. Οι μακεδονικοί τάφοι έχουν ακόμη μνημειακή πρόσοψη όμοια με πρόσοψη ναού, με θριγκό και επίστεψη ψηλή ζωφόρο (όπως στον τάφο Β της Μεγάλης Τούμπας της Βεργίνας) ή αέτωμα, αλλά με ημικίονες στη θέση των κιόνων. Η πρόσβαση στο εσωτερικό του τάφου γίνεται από μια μαρμάρινη συνήθως θύρα, η οποία μιμείται ξύλινα πρότυπα και σφραγιζόταν μετά την ταφή του νεκρού. Οι μακεδονικοί τάφοι καλύπτονταν πάντοτε από τύμβο (έναν τεχνητό λόφο από χώμα) και δεν ήταν επομένως ορατοί παρά μόνο πριν από την ταφή· σε ορισμένες περιπτώσεις όμως είναι σαφές ότι ανοίχτηκαν ξανά για να ταφούν μέσα άλλα μέλη της ίδιας οικογένειας. Τέτοιοι μνημειακοί τάφοι κατασκευάζονταν αποκλειστικά για τους υψηλότερους αξιωματούχους του μακεδονικού βασιλείου και τις οικογένειές τους, οι οποίοι διατηρούσαν περισσότερο ή λιγότερο στενές σχέσεις με τη βασιλική οικογένεια. Το γεγονός ότι οι μακεδονικοί τάφοι παρέμειναν θαμμένοι κάτω από τη γη συνετέλεσε ώστε να διατηρηθεί συχνά σε σχετικά καλή κατάσταση ο ζωγραφικός τους διάκοσμος.

ΟΡΦΙΣΜΟΣ (ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ): Ο "Ιερός Χρόνος"

Προ-Κοσμική Νύχτα, κοσμικό και ετήσιο ημερονύκτιο
 
Προ-Κοσμική Νύχτα (Νυξ, και μελανόπτερος Νυξ) είναι ο «Χώρος» (Άχρονος Χώρος), όπου όλες οι μορφές διαλύονται, χάνοντας το «περίγραμμά» τους, κι ενώνονται με τον Όλο Χώρο…

Με μία δεύτερη έννοια, που σχετίζει την Νύχτα με την δημιουργία, τον Κοσμικό Κύκλο, «Νύχτα» είναι το Υπερκόσμιο, (το Αόρατο, το μη-υλικό), από το Οποίο προέρχεται και στο Οποίο απορροφάται το κοσμικό… Μέρα, με αυτή την έννοια, είναι το ορατό, ο φυσικός υλικός κόσμος…

Από την άλλη μεριά ο Κοσμικός Κύκλος, η κοσμική δημιουργία συμβολίζεται, αποτυπώνεται κι αντιστοιχεί στον Ετήσιο Κύκλο (που αναπαριστάνει έτσι τον κοσμικό κύκλο στην εναλλαγή του έτους, των εποχών, σε μία ετήσια επανάληψη της κοσμογονίας)… όπου η Νύχτα ταυτίζεται με την περίοδο από την φθινοπωρινή ισημερία μέχρι την εαρινή ισημερία (και παριστάνεται συμβολικά στην εκλειπτική με το άνω μέρος της εκλειπτικής από ισημερία σε ισημερία και περιλαμβάνει το χειμερινό ηλιοστάσιο)… και η Μέρα ταυτίζεται με την περίοδο από την εαρινή ισημερία μέχρι την φθινοπωρινή ισημερία (και παριστάνεται συμβολικά στην εκλειπτική με το κάτω μέρος της εκλειπτικής από ισημερία σε ισημερία και περιλαμβάνει το θερινό ηλιοστάσιο)…

Ο Θεός ταυτίζεται με τον Προ-Κοσμικό Ήλιο (τον Ωογέννητο Έρωτα, τον Πρωτόγονο, τον Φάνη) Ταυτίζεται με τον Κοσμικό Ήλιο (τον Ζαγρέα)… Ταυτίζεται με τον Ετήσιο Ήλιο, στην διπλή του Όψη (Διόνυσος, Απόλλωνας)… αλλά και με τον κοσμικό ήλιο, το άστρο, (που εμπλουτίζεται με ένα μυστικιστικό περιεχόμενο), και τις κινήσεις του στην διάρκεια του έτους, που παριστάνονται από τις διάφορες θέσεις του στην εκλειπτική… Όλα αυτά είναι σύμβολα που αναφέρονται και μας αναγάγουν στην Πραγματικότητα…

Ειδικότερα:

Ο Ζαγρέας είναι ο «Ήλιος του μεσονυκτίου», που στο χειμερινό ηλιοστάσιο, στις 22 Δεκεμβρίου «χάνεται» και «ξαναφανερώνεται», στα πλαίσια του Κοσμικού Κύκλου και της Αιώνιας Επαναγέννησης που αποτυπώνεται (και) στον Ετήσιο Κύκλο. Ορατό σύμβολο της κοσμικής διαδικασίας στην διάρκεια του έτους είναι ο «ήλιος του μεσονυκτίου» που το Χειμώνα, στο Βόρειο Ημισφαίριο, πάνω από τον αρκτικό κύκλο, στο γεωγραφικό πλάτος 66,33 μοίρες «αδυνατίζει», για να «δυναμώσει» στην συνέχεια… Αυτό το κοσμικό (και ετήσιο) γεγονός συμβολίζεται ακόμα (όταν ο κοσμικός χρόνος ταυτίζεται με το «έτος») στο τελετουργικό σβήσιμο της «Φωτιάς» (στις «εστίες» των ναών και των σπιτιών) και το «ξανάναμά» της, ακριβώς στην εναλλαγή του χρόνου, στις 22 Δεκεμβρίου, στην αστρική πρωτοχρονιά…

Ο Διόνυσος είναι ο «Ήλιος της Νύχτας», (της περιόδου από την φθινοπωρινή ισημερία μέχρι την εαρινή ισημερία, κατά την διάρκεια της οποίας ο ήλιος (στο Βόρειο ημισφαίριο, όπου βρίσκεται η Ελλάδα…), «αδυνατίζει» και δεν μπορεί να ζωοποιήσει την φύση, με τον ερχομό του χειμώνα, και «ξαναδυναμώνει» την άνοιξη, για να «ξαναναστήσει» την φύση. Σε αυτή την περίοδο ο ήλιος στην εκλειπτική παίρνει το δρόμο του «Νότου»… Αυτός είναι ο λόγος που «καθιερώθηκαν» τα «Αναγώγια» του Θεού Διονύσου, κι η «αναχώρηση» του Απόλλωνα για την «χώρα των υπερβορείων»… καθώς και τα «Καταγώγια» του Θεού Διονύσου, κι ο «ερχομός» του Απόλλωνα από την «χώρα των υπερβορείων»… (αν και στην κλασσική εποχή, στα Μεγάλα Διονύσια, «Αναγώγια», «Καταγώγια», γιορτάζονταν την ίδια μέρα, σε μία «επανάληψη» και της «κανονικής γιορτής» που γινόταν το χειμώνα (στους Δελφούς, κι αλλού…).

Ο Απόλλωνας είναι ο «Ήλιος της Μέρας», (της περιόδου από την εαρινή ισημερία ως την φθινοπωρινή ισημερία, κατά την διάρκεια της οποίας ο ήλιος (στο Βόρειο ημισφαίριο) κυριαρχεί, στην φύση, που ανθίζει και καρπίζει. Σε αυτή την περίοδο ο ήλιος στην εκλειπτική παίρνει τον δρόμο του «Βορά»… Στην διάρκεια αυτής της περιόδου γίνονται διάφορες γιορτές που σχετίζονται με την φύση, την παραγωγή, και ιδιαίτερα την αγροτική παραγωγή…

Γίνεται κατανοητό ότι, το Άχρονο (το Προκοσμικό), το Αόρατο (στην Κοσμική Δημιουργία), η Νύχτα (στην Ετήσια Επανάληψη της Κοσμογονίας), ο Χειμώνας (στον Ετήσιο Κύκλο των εποχών), ο Θεός, Διόνυσος κι Απόλλωνας (σαν Γενουσιουργός και Ζωοποιός Δύναμη), ο Ήλιος (σαν Δύναμη του φυσικού κόσμου), ο ήλιος (το άστρο, σαν ορατό σύμβολο κι όργανο του Θεού, που δίνει ζωή στη γη)… όλα «ταυτίζονται», όχι από την άποψη του «περιεχομένου» (αφού ανήκουν σε διαφορετικά επίπεδα ύπαρξης), αλλά σημασιολογικά και αναλογικά στα διάφορα επίπεδα της ύπαρξης… Ό, τι είναι ο Θεός για την Ύπαρξη, είναι (αναλογικά) ο ήλιος για την ζωή στη γη… Έτσι σε όποιο επίπεδο ύπαρξης κι αν «λειτουργούμε», κατανοούμε πως αναλογικά, το ίδιο συμβαίνει και στα άλλα επίπεδα ύπαρξης… Από το μεταφυσικό επίπεδο μπορούμε να κατέβουμε επαγωγικά στο υλικό επίπεδο… η από το υλικό επίπεδο να ανέβουμε αναγωγικά στο μεταφυσικό επίπεδο… Με άλλα λόγια δεν ταυτίζουμε σαν ουσίες το Άχρονο, το Θεό, τον Ήλιο, τον ήλιο (άστρο)… αυτό πρέπει να είναι ξεκάθαρο…

Το «Κοσμικό Ωόν

Το Πρώτο Ον (ο Πρωτόγονος, ο Προκοσμικός) «αναδύθηκε» μέσα από ένα «Μυθικό Αυγό» (σύμβολο του Απεριόριστου Χώρου που με την Θεϊκή Δύναμη, «μεταβάλλεται» σε «Δημιουργικό Χώρο», εντός του Οποίου θα «εκδηλωθούν» όλα)…

Η τελετουργική χρήση του αυγού (όχι μόνο στην Αρχαία Ελλάδα αλλά και σε άλλα μέρη του πλανήτη), αποτελεί μία «θεοφάνεια» της δημιουργίας, μία επανάληψη της κοσμικής δημιουργίας…

Από αυτό το πανάρχαιο έθιμο (που το επαναλάμβαναν οι αρχαίοι σε εορτές της άνοιξης) πηγάζει και το έθιμο των χριστιανών να βάφουν κόκκινα αυγά το Πάσχα, (κατ’ εξοχήν ανοιξιάτικη γιορτή, που είναι απομίμηση της εορτής των «Αναγωγίων» - «Καταγωγίων» που γιόρταζαν οι Αρχαίοι Έλληνες στα Μεγάλα Διονύσια…).

Το Άχρονο κι ο χρόνος

Το Άχρονο (σαν μεταφυσική κατάσταση ύπαρξης) δεν είναι (όπως λανθασμένα μπορεί να νομίσουμε, αν μείνουμε στην γραμματική κι ετυμολογική έκφραση) το αντίθετο (της δημιουργίας και) του χρόνου…

Ο χρόνος όπως γίνεται αντιληπτός από τον άνθρωπο είναι «διάρκεια», διαδοχή γεγονότων (και κατ’ επέκταση, παρελθόν-παρόν-μέλλον)…

Ο Άνθρωπος (ο Αρχαίος Έλληνας μέσα από την Μύηση), δεν επιζητεί να «βγει έξω» από την διάρκεια και την διαδοχή (τον χρόνο με την κοινή έννοια), σε κάποιο φανταστικό άχρονο, πλασματικό αιώνιο… Αντίθετα επιζητεί να «εντάξει» μέσα στο Άχρονο, (το Αιώνιο), την διάρκεια…Ζητά, μέσα στην Ιερή Στιγμή του Τώρα να εντάξει την διάρκεια, τον ιστορικό χρόνο… Μέσα στο Αιώνιο Τώρα που Ρέει χωρίς να αλλοιώνεται πραγματικά εντάσσει όλα τα συμβάντα, προϊστορικά, ιστορικά, και μεταϊστορικά, δηλαδή όλο το χρόνο…

Αυτό βέβαια «γίνεται» μέσα από την Μυητική Διαδικασία, την Εσωτερική Προσπάθεια, την Οντολογική Μεταμόρφωση… Ανεβαίνοντας τις Πέντε Βαθμίδες της Μύησης (των Μυστηρίων) ο Αρχαίος Μύστης έφθανε στην Πλήρη Αντίληψη της Πραγματικότητας, στο Άχρονο που Αγκαλιάζει τα πάντα, γινόταν «αθάνατος» σαν τον Θεό… Αυτή είναι η πραγματική έννοια της «αθανασίας» στην Αρχαία Ελλάδα…

Το Άχρονο, η Αιωνιότητα που Ρέει ( «ο Ζευς που ήταν, ο Ζευς που είναι, ο Ζευς που θα είναι»… κατά την αρχαία έκφραση…), είναι Αυτό που Συμπεριλαμβάνει Τώρα, Εδώ, τα πάντα, και την διάρκεια (τον ιστορικό χρόνο), δεν είναι το «αντίθετο» της διάρκειας… Σε Αυτό το Αιώνιο που Ρέει ήθελε ο Αρχαίος Μύστης να «αναδυθεί», να Ομοιωθεί με τον Θεό, να κατακτήσει την «αθανασία»… Αυτός ήταν ο Σκοπός των Μυστηρίων, και το βαθύτερο νόημα της Φιλοσοφίας, όπως την αντιλαμβάνονταν οι Αρχαίοι Σοφοί, ο Πλάτωνας, κι οι άλλοι…

Το Αληθινό Άχρονο (όπως το Αντιλαμβάνονταν οι Αρχαίοι Μύστες) είναι Βίωμα του Αιώνιου Τώρα που Ρέει και τα συμπεριλαμβάνει όλα, δεν είναι μία έννοια, μία ανθρώπινη σύλληψη…

Είναι η ανθρώπινη σκέψη που (προφανώς αγνοεί την Αρχαία Γνώση κι) εργάζεται με έννοιες (κι όχι βιώματα) που αντιπαραθέτει στην έννοια της διάρκειας ένα αντίθετο, (φανταστικό) άχρονο…

Ο καθαγιασμένος χρόνος

Οποιαδήποτε στιγμή της χρονικής διάρκειας, μπορούμε να υπερβούμε το χρόνο και να «Ανυψωθούμε» (μέσω των Μυστηρίων, της εσωτερικής προσπάθειας, και της οντολογικής μεταμόρφωσης) Ως το Άχρονο.

Η καθιέρωση ενός ιερού ημερολογίου, ιερών στιγμών του χρόνου (ηλιοστάσια, ισημερίες, νέα σελήνη, πανσέληνος, μήνες, γιορτές…) δεν καταργούν την ελευθερία του ανθρώπου, αλλά του δίνουν την δυνατότητα να συμμετέχει μαζί με άλλους, στην κοινή αντίληψη, στην κοινή πίστη, στην κοινή δράση, στην κοινή ζωή…

Οι Αρχαίοι Έλληνες της Δημοκρατίας, είχαν καθιερώσει (πολύ σοφά) ένα σεληνιακό ημερολόγιο (με ηλιακά στοιχεία, που λάβαινε υπόψη ηλιοστάσια, ισημερίες, κλπ…) στο οποίο προσάρμοσαν, τελετές πανάρχαιες, νέες γιορτές, υπάρχουσες γιορτές στις οποίες έδωσαν άλλο νόημα…

Τα παιδιά διψούν για αλληλεπίδραση

Θα ήταν αφελές να πούμε ότι τα παι­διά μαγεύονται από την ευκολία μιας δραστηριότητας όπως η τηλεόραση ή ενός τρισδιάστατου παιχνιδιού οθό­νης, που εμπεριέχουν τη μοναχικότητα. Η αλήθεια είναι ότι διψούν για αλληλε­πίδραση.

Διψούν να χρησιμοποιήσουν όσο περισσότερες ικανότητες (φυσικές και πνευματικές) έχουν ανακαλύψει ότι έχουν και αδημονούν να ανακαλύψουν και άλλες.

Ενθουσιάζονται με την ιδέα ό­τι ο σημαντικότερος άνθρωπος στη ζωή τους (ο γονιός) μπορεί να έχει αντίστοι­χες ανάγκες με αυτά.

Είναι απίστευτη η αίσθηση για το παιδί να αντι­λαμβάνεται ότι ο πατέρας ή η μητέρα του πραγματικά χαίρε­ται (και δεν προσποιείται) παίρνοντας μέρος σε μια δρα­στηριότητα μαζί του.

Τελικά, η αλληλεπίδραση αυτή, εκτός α­πό δημιουργική για το παιδί και τη διαπαιδαγώγηση του, γίνεται θεμέλιος λίθος της σχέσης και πολλές φορές αγχολυτική για τον υπερδραστήριο γο­νέα.

Κύριος γνώμονας της συμπεριφοράς του παιδιού είναι σχεδόν πάντοτε η συμπεριφορά του γονέα. Από πολύ μικρή ηλικία το παιδί απευθύ­νεται ακόμα και στις εκφράσεις του προ­σώπου του γονέα για να αποφασίσει αν του αρέσει κάτι ή όχι.

'Οσο πιο συχνή η αλληλεπίδραση λοιπόν, τόσο καλύτερη και η αίσθηση που έχει το παιδί για την πραγματικότητα.

Φανταστείτε ένα παιδί που στηρίζει την αντίληψη του για την πραγματικότητα στην εικονική πραγμα­τικότητα ενός κινουμένου σχεδίου (κολ­λημένο μπροστά σε μια οθόνη) και ένα παιδί που κινείται μέσα στην πραγματικότητα (της πόλης του, της γειτονιάς του, της μουσικής, της τέχνης, της Ιστορίας) και μπορεί να ελέγχει την αντίληψη του γι' αυτήν μέσα από τις εκάστοτε αντιδρά­σεις του γονιού.

Το δεύτερο αισθάνεται σιγουριά και σταθερότητα μέσα από τον γονιό για την πραγματικότητα του, ενώ το πρώτο αναρωτιέται γιατί εδώ που ζει όλα είναι τόσο δύσκολα και απαιτούν τόση προσπάθεια.

Το παραπάνω δεν αποτελεί και το μονα­δικό πλεονέκτημα.

Σκεφτείτε πώς δημιουργείται, πώς αναπτύσσεται και πώς εδραιώνεται μια οποι­αδήποτε σχέση στη ζωή ενός ανθρώπου.

Πρέπει να ανακα­λύψουμε τα κοινά ενδιαφέρο­ντα.

Πρέπει να δούμε τον τρό­πο που τα δύο μέλη της σχέσης διαχειρίζονται καταστάσεις. Και βέβαια έχουμε ανάγκη να παρατηρήσουμε αν μπορούμε να συνεργαστούμε.

Για να τα καταφέρου­με όλα αυτά αρκεί να δραστηριοποιού­μαστε μαζί. Πόσο μάλλον στη σχέση που έχει ένας γονιός με το παιδί του.

Αρκεί να ανακαλύψουμε τα κοινά μας ενδιαφέ­ροντα, να διαχειριστούμε μαζί καταστά­σεις και να συνεργαστούμε.

Να βγούμε έξω και να δείξουμε στο παιδί τι μας αρέ­σει, δίνοντας του έτσι την ευκαιρία να μας δείξει και αυτό τι του αρέσει.

Να καλλιεργήσουμε μαζί τις δεξιότητές μας, επιβραβεύοντας ο ένας τον άλλον.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο μένει και το παιδί.

Όσο ο γονιός μένει άπραγος τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες στην εφηβεία να δημιουργηθεί ένα κοινωνικά δυσλει­τουργικό και μόνιμα ανικανοποίητο παι­δί.

Κάνοντας κάτι διαφορετικό από τα τε­τριμμένα με το παιδί, ο γονιός σίγουρα θα νιώσει σημαντικός και σωστός στον ρόλο του, μια και το παιδί του θα έχει αυ­τόματα την ευκαιρία να γνωρίσει πράγ­ματα που χωρίς τη δική του παρότρυνση θα ήταν απλά ανύπαρκτα.

Αυτή η αίσθη­ση γίνεται αυτόματα αγχολυτική σε μια ζωή που η ρουτίνα αποτελεί το κέντρο της καθημερινότητας.

Έτσι, η κοινή δρα­στηριότητα δεν ωφελεί μόνο τη ζωή και την ανάπτυξη του παιδιού αλλά και την ψυχική υγεία του γονιού.

Είναι αλήθεια λοιπόν ότι πρέπει γονείς και παιδιά να ζουν την πραγματικότητα μαζί όπως είναι, γεμάτοι ενδιαφέρον και άγνωστους κόσμους και όχι έτσι όπως τη ζουν, φυλακισμένοι μέσα σε ένα εύκολο και φαινομενικά ασφαλές περιβάλλον.

Θέλεις να μάθεις γιατί σε κρατάω σε απόσταση;

Για ποιο λόγο κάποιοι άνθρωποι δείχνουν να αδιαφορούν για τις σχέσεις και αντιστέκονται σθεναρά στις προσπάθειές μας να τους προσεγγίσουμε; Γιατί αντιλαμβάνονται το πλησίασμά μας ως απειλή στην ελευθερία τους;
 
Η Θεωρία του Δεσμού λέει ότι έχουν αυτό το απορριπτικό στυλ στον τρόπο που σχετίζονται, επειδή αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο σχετίστηκαν ως παιδιά με εκείνους που τους φρόντιζαν [1].
 
Φυσικά, δεν είναι ο μόνος τρόπος να σχετίζεται κανείς. Εκτός από το απορριπτικό, που αφορά την αποφυγή των άλλων, υπάρχουν ακόμα τρία στυλ δεσμού [2]: το ασφαλές (άνεση με τις σχέσεις), το υπερεμπλεκόμενο (γαντζώνομαι από τον άλλο) και το φοβικό (τρέμω στην ιδέα να έρθω κοντά).
 
Για την ώρα, θα εστιάσουμε στο πώς σκέφτεται, αισθάνεται και φέρεται στις σχέσεις του ένας άνθρωπος με απορριπτικό στυλ δεσμού, έχοντας υπόψη ότι μιλάμε για ένα ύφος ή μία τάση και όχι για κάποιο σταθερό και αναλλοίωτο χαρακτηριστικό που καθορίζει τον άνθρωπο.
 
Κι αν από κάποιου είδους κοινωνική προκατάληψη φαντάζεστε ότι οι συνήθεις ύποπτοι απορριπτικού στυλ είναι οι άντρες, σας ενημερώνω ότι οι γυναίκες είναι, πάνω κάτω, το ίδιο «ένοχες» [3, *].
 
Δεν καταλαβαίνω την ερώτηση, τι εννοείτε πώς αισθάνομαι;
 
Όταν λέμε άνθρωπος με απορριπτικό στυλ δεσμού, εννοούμε έναν άνθρωπο, από τον οποίο η συναισθηματική έκφραση απουσιάζει σχεδόν ολοκληρωτικά.
 
Φαίνεται να ζει σε ένα δικό του κόσμο, απορροφημένος στον εαυτό του και αποκομμένος από ό,τι συμβαίνει γύρω του. Νομίζεις ότι αποκρύπτει όσα αισθάνεται, ότι δεν έχει επαφή με όσα αισθάνεται ή ότι δεν αισθάνεται τίποτα. Μπορεί να γενικολογεί, αναλύει και επιχειρηματολογεί με δεινότητα, αλλά όταν η συζήτηση αγγίξει κάποιο συναίσθημα, θα σου πει «δεν ξέρω», «δεν καταλαβαίνω» ή δεν θα μιλήσει καθόλου.
 
Η αντίληψη της συναισθηματικής έκφρασης των άλλων, επίσης απουσιάζει.
 
Σε έντονες συναισθηματικά στιγμές είναι πιθανό να κατεβάσει ρολά και να μην αντιδράσει καθόλου. Μπορεί να σε δει να κλαις, να γελάς ή να οργίζεσαι και να στέκεται απαθής και ανέκφραστος. Σαν να μπερδεύεται, να νιώθει άβολα ή να μην καταλαβαίνει τι αναμένεται από εκείνον.
 
Δύο είναι οι επικρατέστερες υποθέσεις γι' αυτή τη γενικευμένη συναισθηματική ένδεια: είτε είναι φτιαγμένος από πέτρα, είτε βίωσε απόρριψη, κριτική και αδιαφορία ως παιδί [4] και αποφάσισε να πετρώσει.
 
Τίποτα δεν μπαίνει πάνω από την ανεξαρτησία μου
 
Η αίσθηση της ελευθερίας είναι το βασικότερο ζητούμενό του, ενώ η αίσθηση της εξάρτησης από τους άλλους, ο χειρότερος εχθρός του.
 
Περιφρουρεί με τέτοια ένταση κι εμμονή την ανεξαρτησία του, που σε κάνει να αναρωτιέσαι αν κάτι πήγε στραβά την εποχή που ήταν απόλυτα εξαρτημένος. Αναρωτιέσαι μήπως κάποιοι χλεύασαν ή παραμέλησαν τις φυσιολογικές τάσεις εξάρτησης της ηλικίας του ή μήπως του πέρασαν το μήνυμα ότι αν δεν είναι αυτόνομος και αυτάρκης δεν αξίζει την αγάπη τους.
 
Ό,τι και να συνέβη, εκείνος φαίνεται να πήρε όρκο ότι ποτέ ξανά δεν θα πέσει στην ανάγκη κανενός.
 
Έχει καταφέρει να είναι αυτορρυθμιζόμενος και αυτοκυριαρχούμενος κι είναι πολύ υπερήφανος
γι' αυτό. Έχει τόσο θετική εικόνα για τον εαυτό του [5], που μοιάζει σχεδόν αλαζονικός. Αισθάνεται ότι δεν χρειάζεται κανέναν και τίποτα, κι αυτό του δίνει έναν αέρα ανωτερότητας απέναντι στους «αδύναμους» και υποδεέστερους άλλους.
 
Οι σχέσεις είναι αναγκαίο κακό
 
Μετριοπαθώς μιλώντας, η σχέση του με την οικειότητα είναι διαταραγμένη: την αποφεύγει, την υποτιμά, δεν την αντέχει ή δεν την καταλαβαίνει.
 
Καταρχάς, δεν εμπιστεύεται τους ανθρώπους [6], η εμπειρία του λέει ότι δεν μπορείς να βασιστείς επάνω τους για τίποτα, κι ακόμα δεν έχει καθόλου καλή εικόνα για κείνους [7], τους περισσότερους από τους οποίους, σε αντίθεση με τον εαυτό του, θεωρεί μαλθακούς, εξαρτημένους και γεμάτους πιεστικές και ανικανοποίητες ανάγκες.
 
Δυσκολεύεται να συντονιστεί με τους άλλους, σαν να μην μπορεί να βρει σημείο επαφής ή σύνδεσης μαζί τους. Το μυαλό σου πάει στα παιδιά που δεν αναπτύσσουν συναισθηματικό συντονισμό, επειδή εκείνοι που τα φροντίζουν δεν μπορούν να συγχρονιστούν με τις ανάγκες τους, ας πούμε, τα διώχνουν όταν εκείνα ζητάνε αγκαλιά ή τα ενοχλούν όταν εκείνα θέλουν να μείνουν μόνα.
 
Τις φορές που αποφασίζει να σχετιστεί, σχετίζεται από θέση άμυνας, δίνοντας την εντύπωση ότι εξαναγκάζεται ή ότι μετά βίας το ανέχεται:
 
Εξαφανίζεται στα καλά καθούμενα και δεν ξέρεις πότε θα τον ξαναδείς. Κρατάει ολόκληρα κομμάτια ή περιόδους της ζωής του στο σκοτάδι. Διατηρεί ταυτόχρονα πολλές «χλιαρές» σχέσεις με πολλούς διαφορετικούς ανθρώπους, που ο ένας αγνοεί την ύπαρξη του άλλου. Βαριέται πολύ γρήγορα και αναζητά διαρκώς εναλλαγές, προκλήσεις και νέα ερεθίσματα. Δηλώνει ότι δεν είναι έτοιμος για σχέση, αλλά συνεχίζει να μένει στη σχέση ή, αντίστροφα, δηλώνει ότι είναι έτοιμος για σχέση, αλλά κάνει τα πάντα για να σαμποτάρει τη σχέση.
 
Συλλέγω ενάρξεις
 
Παρόλο που θεωρεί ότι είναι εξαιρετικά σπάνιο να βρει κανείς κάποιον να ερωτευτεί [8], πολύ συχνά σου δίνει την εντύπωση ότι είναι ερωτευμένος.
 
Ενθουσιάζεται με κάθε νέα σχέση και πέφτει με τα μούτρα, κάνοντας δηλώσεις και δίνοντας υποσχέσεις χωρίς να το πολυσκεφτεί, ενώ, μετά από λίγο, κάτι συμβαίνει και όλος αυτός ο ενθουσιασμός εξαφανίζεται και τα παίρνει όλα πίσω.
 
Αποδεικνύεται ότι, παρά τα φαινόμενα, δεν παύει στιγμή να βρίσκεται σε επιφυλακή. Έχει το βλέμμα συνεχώς στραμμένο προς την έξοδο κινδύνου, ώστε να διαφύγει εγκαίρως σε περίπτωση που η οικειότητα υπερβεί τα ανεκτά επίπεδα.
 
Όταν εμφανίζονται συναισθηματικές «απαιτήσεις», όταν γίνονται εξομολογήσεις, όταν η σχέση γίνεται σεξουαλική ή όταν κάποιος πλησιάσει τόσο ώστε να διαπεράσει τοίχους και άμυνες, το ένστικτό του τού λέει να το βάλει στα πόδια.
 
Τότε ψάχνει και βρίσκει χίλια δυο ελαττώματα στον άλλο και πλείστες άλλες δικαιολογίες, προκειμένου να βρει τρόπους να απεμπλακεί, να φρενάρει τη σχέση ή να την κινήσει με την όπισθεν. Η κλασική κι αγαπημένη στρατηγική εξόδου, που βγαίνει πρώτη από το μανίκι είναι, φυσικά, η λάθος στιγμή, το κακό timing.
 
Σε αυτό το σημείο, αν για κάποιο λόγο συνεχιστεί η σχέση, θα είναι μόνο με τους δικούς του όρους. Ο άλλος θα κληθεί να συμμαζευτεί και να συμβιβαστεί με μία χαμηλής εμπλοκής σχέση, δηλαδή μια σχέση αρκετά επιφανειακή και απρόσωπη ώστε να μην τον πιέζει και να μην απειλεί την ελευθερία του.
 
Αν τελικά τερματιστεί η σχέση, δεν θα του πάρει καιρό να την «ξεπεράσει». Αποσυνδέεται εύκολα γιατί σπανίως συνδέεται, κανείς δεν γίνεται τόσο σημαντικός ώστε να τον αγγίξει η έλλειψή του. Θα αποσυρθεί στη μοναξιά του ή θα βρει κάποιον άλλο, ανεξοικείωτο με τους τρόπους του, με τον οποίο θα μπορέσει να ξεκινήσει από μηδενικό επίπεδο οικειότητας.
 
Αν όμως τύχει και ο άλλος προλάβει να τον εγκαταλείψει πρώτος, θα πέσει από τα σύννεφα και θα το πάρει πολύ βαριά. Στο μυαλό του, η αδιάφορη και ψυχρή στάση που επιδεικνύει στις σχέσεις του, είναι ένας «κανονικός» και συνηθισμένος τρόπος να σχετίζεται κανείς, δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει αιτία εγκατάλειψης.
 
Η ειρωνεία είναι ότι, συχνά, αφού πλέον έχει αποσοβηθεί ο κίνδυνος της οικειότητας, εξιδανικεύει εκείνον που φεύγει, καθώς «θυμάται» κατόπιν εορτής πόσο σημαντικός του ήταν. Αν αργότερα βρεθεί σε μια επόμενη σχέση, το φάντασμα αυτής της εξιδανικευμένης, αστέριωτης σχέσης από το παρελθόν, θα προστεθεί ψηλά στη λίστα με τις δικαιολογίες, δίπλα στο timing...
 
Ο ΤΡΟΠΟΣ ΝΑ ΝΙΩΣΩ ΑΣΦΑΛΗΣ ΕΙΝΑΙ Η ΔΙΚΗ ΣΟΥ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ
 
Πολλοί που παρατηρούν απέξω, χαρακτηρίζουν τη συμπεριφορά του από ακατανόητη έως απαράδεκτη. Η αίσθησή μου είναι ότι, όσα κάνει και όσα συμβαίνουν στις σχέσεις του, προβληματίζουν και τον ίδιο.
 
Από τη μία βλέπει ότι οι άνθρωποι τον ερωτεύονται, τον διεκδικούν και επιθυμούν να σχετιστούν μαζί του κι από την άλλη δεν μπορεί να καταλάβει τι τους πιάνει και θέλουν να τον πνίξουν έπειτα από πέντε λεπτά συναναστροφής μαζί του.
 
Βρίσκεται μπλεγμένος σε καταστάσεις όπου οι άνθρωποι τον κατηγορούν, τον επικρίνουν, τον ειρωνεύονται, τον αποκαλούν αναίσθητο ή εγωκεντρικό, του απαριθμούν όλους τους τρόπους με τους οποίους τους πληγώνει, του υποδεικνύουν ότι έχει πρόβλημα και πρέπει να δει ειδικό, κι αμφισβητούν τις προθέσεις του ακόμα και τις σπάνιες φορές που εκείνος, κόντρα στη φύση του, κάνει μια ζεστή κίνηση.
 
Μπροστά σε όλο αυτό το χαμό, εκείνος απορεί. Πραγματικά δεν καταλαβαίνει ποιο είναι το θέμα. Αισθάνεται ότι κάνει το καλύτερο που μπορεί, αλλά ότι κανένας δεν το αναγνωρίζει ούτε το εκτιμά. Νιώθει πληγωμένος, αδικημένος, μπερδεμένος, θυμωμένος, αποσύρεται τελείως ή αποκλείει τους άλλους και δεν καταλαβαίνει γιατί οι σχέσεις του παίρνουν τέτοια τροπή.
 
Η ιστορία της ζωής του είναι αυτή. Οι άλλοι να προσπαθούν να πλησιάσουν κι εκείνος να αντιστέκεται, εκείνοι να σπρώχνουν κι εκείνος να απωθεί. Κάθε φορά επικυρώνεται και ενισχύεται η πεποίθησή του ότι μετά την «παράσταση» της αρχής, οι μάσκες πέφτουν και οι άνθρωποι φανερώνουν το αληθινό ανθρωποφάγο πρόσωπό τους, απαιτώντας πράγματα που εκείνος δεν θέλει ή δεν μπορεί να δώσει.
 
Αν εξέταζε τη δική του συμμετοχή σε όσα του συμβαίνουν, δεν αποκλείεται να έβγαζε κάποια άκρη, αλλά σπανίως μπαίνει σε αυτή τη διαδικασία. Μερικές φορές αναρωτιέται αν ευθύνονται οι επιλογές του για την κακοδαιμονία του, αλλά είναι μια σκέψη φευγαλέα αυτή, δεν κάθεται να την εξετάσει σοβαρά.
 
Γιατί το πιθανότερο είναι ότι, όπως όλοι, έτσι κι εκείνος ελκύει και ελκύεται από ανθρώπους που επιβεβαιώνουν όσα πιστεύει για τον εαυτό του, τους άλλους και τις σχέσεις.
 
Με κάποιο διαισθητικό τρόπο, κατάλαβε από πολύ νωρίς ότι οι μόνοι άνθρωποι που μπορούν να τον αντέξουν και να υπομείνουν την ψυχρή συμπεριφορά του, είναι εκείνοι με υπερεμπλεκόμενο στυλ δεσμού, δηλαδή εκείνοι που είναι αρκετά ανασφαλείς ώστε να κρεμαστούν από πάνω του. Βεβαίως είναι οι ίδιοι άνθρωποι που εκείνος υποτιμά και δεν εκτιμά, αλλά, από την άλλη, είναι οι μόνοι με τους οποίους μπορεί να έχει την αίσθηση ή ψευδαίσθηση του απόλυτου ελέγχου.
 
Πιστεύει ότι μαζί τους θα είναι ελεύθερος να κάνει ό,τι θέλει χωρίς ιδιαίτερες συνέπειες, θα μπορεί να απολαμβάνει αμέριστη προσοχή και ενδιαφέρον χωρίς την υποχρέωση να δώσει ανταλλάγματα και θα έχει το κεφάλι του ήσυχο ότι, παρά τα έντονα παράπονα και την καθημερινή γκρίνια τους, εκείνοι δεν θα τον εγκαταλείψουν ποτέ.
 
Μέσα σε τέτοιες δυσλειτουργικές σχέσεις επιβεβαιώνονται όλες οι πεποιθήσεις του: ότι εκείνος είναι «ανώτερος», ανεξάρτητος και κυρίαρχος, ότι οι άλλοι είναι τσιμπούρια που θέλουν να του πιουν το αίμα κι ότι οι σχέσεις είναι σκέτη ταλαιπωρία.
 
ΔΕΝ ΞΕΡΩ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΑΛΛΑΞΩ
 
Θα μπορούσε φυσικά να κάνει διαφορετικές επιλογές.
 
Θα μπορούσε να διαλέξει συντρόφους που αποφεύγουν την οικειότητα όπως ο ίδιος, αλλά δεν φαίνεται να το κάνει. Κι ακόμα θα μπορούσε να διαλέξει συντρόφους που ενώ δεν αποφεύγουν την οικειότητα, διατίθενται να του δώσουν το χώρο που χρειάζεται, αλλά ούτε αυτό το κάνει.
 
Καταρχάς, αν διάλεγε για σύντροφο κάποιον σαν τον εαυτό του, η σχέση δεν θα ξεκινούσε καν. Κανένας από τους δύο δεν θα έμπαινε στον κόπο να πλησιάσει τον άλλο – ο ένας θα περίμενε από τον άλλο να κάνει το πρώτο βήμα, να πάρει έστω ένα τηλέφωνο.
 
Από την άλλη, αν διάλεγε έναν άνθρωπο αρκετά σίγουρο για τον εαυτό του, που θα έμενε κοντά του κρατώντας απόσταση ασφαλείας ώστε να μην τον στριμώξει, η σχέση, παρόλο που θα μπορούσε να λειτουργήσει «μεταμορφωτικά» καταλαγιάζοντας τον πανικό του, στην πράξη μάλλον δεν θα λειτουργούσε.
 
Απαιτεί τόσο πολύ χρόνο αυτή η «μεταμόρφωση» που, συνήθως, ο άλλος άνθρωπος, έστω απογοητευμένος και με βαριά καρδιά, στρέφεται σε κάποιον περισσότερο έτοιμο να ανταποκριθεί συναισθηματικά. Και από την άλλη, ο «απορριπτικός» αισθάνεται εντελώς έξω από τα νερά του σε μια τέτοια σχέση. Προσλαμβάνοντας την διακριτική απόσταση του άλλου ως έλλειψη ενδιαφέροντος (!), προσπαθεί να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει καλά: να τον αποσταθεροποιήσει και να τον προκαλέσει να αντιδράσει με άγχος, πράγμα που, πολύ συχνά, το καταφέρνει [9].
 
Μοιάζει εγκλωβισμένος, αμετακίνητος στις αντιλήψεις του και, από τη στιγμή που δεν έχει εγκαταλείψει εξολοκλήρου τις σχέσεις, καταδικασμένος να βλέπει την ίδια ιστορία να επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά.
 
ΑΝ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΕ ΑΠΟΔΕΧΤΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΚΑΙΟΥΣΑΙ ΝΑ ΜΕ ΑΓΑΠΑΣ
 
Κανείς δεν ξέρει με ποιο τρόπο αλλάζει το στυλ δεσμού ενός ανθρώπου [10], αλλά ακόμα και να ξέραμε, πόσο μας επιτρέπεται και τι νόημα έχει να προσπαθούμε να αλλάξουμε έναν άνθρωπο αν ο ίδιος δεν αισθάνεται ότι χρειάζεται αλλαγή;
 
Αν σχετιζόμαστε με κάποιον «απορριπτικό» τύπο και τον κατηγορούμε για εγωκεντρισμό ή αλαζονεία, καλό είναι να αναρωτηθούμε μήπως είναι επίσης εγωκεντρικό και αλαζονικό εκ μέρους μας, να πιστεύουμε ότι μπορούμε να τον κάνουμε να σταματήσει να σχετίζεται με τον τρόπο που σχετίζεται τα τελευταία 30, 40 ή 50 χρόνια. Δεν είναι αλαζονικό να πιστεύουμε ότι η αγάπη μας θα τον «θεραπεύσει», ενώ δεν έχουμε μπει καν στον κόπο να τον ρωτήσουμε, αφενός αν θέλει να «θεραπευτεί» και, αφετέρου, αν η αγάπη μας είναι αυτό που χρειάζεται;
 
Μπορούμε να επιμένουμε όσο θέλουμε φυσικά. Μπορούμε να τον κυνηγάμε, να τον παρακαλάμε ή να τον απειλούμε, αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι το μόνο που καταφέρνουμε σχετιζόμενοι μαζί του με αυτόν τον αγωνιώδη, αγχώδη τρόπο, είναι να τον ωθούμε στο απορριπτικό στυλ δεσμού και στις άμυνές του ακόμα περισσότερο και να επιβεβαιώνουμε τις πεποιθήσεις του ότι οι σχέσεις είναι πεταμένα λεφτά.
 
Κι ακόμα πρέπει να καταλάβουμε ότι εκείνος, προφανώς, έχει τους λόγους του να επιλέγει να σχετίζεται με τον τρόπο που σχετίζεται. Η αδυναμία ή έλλειψη επιθυμίας του να αλλάξει τρόπους, δεν μπορεί να είναι απόρριψη του ποιοι είμαστε εμείς ως άνθρωποι, τα έχουμε πει αυτά.
 
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν μπορούμε να τον σεβαστούμε, να τον αποδεχτούμε και, γιατί όχι, να τον αγαπήσουμε έτσι όπως ακριβώς είναι. Γιατί αν δεν μπορούμε είναι καλύτερα να τον αφήσουμε στην ησυχία του.
 
Να θυμάστε πάντως: Οι μετρήσεις με παλμογράφο σε μωρά με απορριπτικό στυλ δεσμού έχουν δείξει ότι, κάτω από το παγερό κι απόμακρο παρουσιαστικό τους, η καρδούλα τους χτυπάει με μεγάλη ένταση και αγωνία μπροστά στην απομάκρυνση ή αδιαφορία των άλλων [11]…
--------------------------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΕΣ:
* Για την αποφυγή υπερφόρτωσης του κειμένου με συνεχή  δηλωτικά του φύλου (ο/η, του/της, τον/την), επέλεξα να χρησιμοποίησω τυχαία το αρσενικό γένος για να αναφερθώ και στα δύο φύλα. Η σύμβαση αυτή σε καμία περίπτωση δεν δηλώνει ούτε υπονοεί ταύτιση του ανδρικού φύλου με το απορριπτικό στυλ δεσμού.
[1, 5] Ainsworth, M. S. & Bowlby, J. (1991). An ethological approach to personality development. American Psychologist, 46(4):333-341.
[2] Bartholomew, K. & Horowitz, L. M. (1991). Attachment styles among young adults: a test of a four-category model. Journal of Personality and Social Psychology, 61(2): 226-244.
[3, 6] Feeney, J. A. & Noller, P. (1990). Attachment style as a predictor of adult romantic relationships. Journal of Personality and Social Psychology, 58(2):281-291.
[4, 8, 9] Hazan, C. & Shaver, P. (1987). Romantic love conceptualized as an attachment process. Journal of Personality and Social Psychology, 52(3): 511-524.
[7] Holmes, B. M. & Johnson, K. R. (2009). Adult attachment and romantic partner preference: A review. Journal of Social and Personal Relationships, 26 (6–7):833-852.
[10, 11] Fraley, R. C. (2010). A Brief Overview of Adult Attachment Theory and Research. Ανασύρθηκε από http://internal.psychology.illinois.edu/~rcfraley/attachment.htm την 22.11.14.

Μυθιστορηματική Πραγματικότητα: Πιστεύοντας το Απίστευτο

Όταν ένας συγγραφέας δημιουργεί ένα μη πραγματικό μυθιστορηματικό αντικείμενο, τότε αυτή η δημιουργία αποκτά ζωή πέρα από την σελίδα στην οποία δημιουργήθηκε. Οι Αναγνώστες συμπαθούν ή αντιπαθούν τους χαρακτήρες και επιθυμούν να επισκεφθούν τις φανταστικές τοποθεσίες των μυθιστορημάτων. Πόσες φορές άραγε έχουμε μεταφερθεί στην ατμόσφαιρα του κόσμου ενός μυθιστορήματος όταν βυθιζόμαστε στις σελίδες του, περνώντας κυριολεκτικά χρόνο μέσα στον φανταστικό κόσμο του; Πόσοι έχουν πιστέψει στην Μυθιστορηματική Πραγματικότητα;

Όσο φανταστική και αν είναι αυτή η πραγματικότητα όμως, υπάρχουν κάποιοι, οι Μυθιστορηματικοί Ρεαλιστές που υποστηρίζουν πως Θεωρητικά, όλα αυτά τα μέρη και οι χαρακτήρες υπάρχουν στα αλήθεια.

Η Μυθιστορηματική Πραγματικότητα και η έννοιά της είναι περισσότερο φιλοσοφική στην φύση της από οτιδήποτε άλλο. Η ιδέα είναι να αναλογιστούμε τι αποσαφηνίζεται ως «μυθιστορηματική Πραγματικότητα» και τι όχι.

Μυθιστορηματική Πραγματικότητα: Περί Υπαρξισμού

Για να καταφέρουμε να αναλογιστούμε τα πλαίσια της Μυθιστορηματικής Πραγματικότητας θα πρέπει να γνωρίζουμε την έννοια της ύπαρξης που θα χρησιμοποιηθεί ως μέτρο σύγκρισης για την Μυθιστορηματική Πραγματικότητα. Βέβαια ο ίδιος ο όρος «Μη Υπαρκτό αντικείμενο» εμπεριέχει από μόνο του μία αντίφαση – αφού ήδη είναι ένα αντικείμενο, άρα υπάρχει ή μήπως όχι; Η Μυθιστορία απαιτεί απο εμάς να συμπεράνουμε πως η έννοια της ύπαρξης είναι επιλεκτική.

Οι άνθρωποι συχνά θεωρούμε πως αντικείμενα χωρίς φυσική υπόσταση είναι υπαρκτά συνεχώς. Για παράδειγμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής δεν είναι περισσότερο υπαρκτές από την Μέση Γη: Μπορεί να είναι μια χώρα, να έχει κατοίκους κλπ όμως τι είναι αυτό που μας κάνει να θεωρούμε πως όλο αυτό είναι οι Ηνωμένες Πολιτείες; Χωρίς την οριοθέτηση του ονόματος θα ήταν απλά ένα κομμάτι Γης.

Μέσα στην Τρύπα

Η «Μυθιστορηματική Πραγματικότητα» είναι μια κοσμοθεωρία που αρέσκεται στην επιβεβαίωση της ύπαρξης των μυθιστορηματικών αντικειμένων. Ένας από τους Γνωστότερους υποστηρικτές της θεωρίας ήταν ο Φιλόσοφος David Lewis, που υποστήριζε πως η πραγματικότητα είναι δεικτική. Με άλλα λόγια ο ρεαλισμός των Μυθιστορηματικών αντικειμένων βασίζεται στην ατομική κατανόηση και οπτική του ατόμου. Αυτή η έννοια αποτελείται από έξι κύριες κατηγορίες: Ας δούμε τις 3 από αυτές.

Υπάρχουν πιθανοί άλλοι Κόσμοι – είναι όσο πραγματικοί είναι ο δικός μας κόσμος;

Οι πιθανό αυτοί κόσμοι αποτελούνται από ίδια είδη αντικειμένου του κόσμου μας. Διαφέρουν σε περιεχόμενο, αλλά όχι σε είδος.

Αυτοί οι κόσμοι δεν γίνεται να μειωθούν σε κάτι πιο βασικό. Είναι οντότητες ανεπίδεκτες αλλοιώσεως.

Βασικά αυτό που ο Lewis επισημαίνει με αυτές τις κατηγορίες είναι πως επειδή ένας κόσμος δεν είναι δικός μας ή οικείος μας δεν σημαίνει πως μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι είναι λιγότερο αληθινός από τον δικό μας επειδή δεν τον κατοικούμε και δεν ξέρουμε την πραγματική του φύση.

Αν υπάρχει ένα βιβλίο που αντικατοπτρίζει πλήρως αυτή την έννοια της Μυθιστορηματικής Πραγματικότητας είναι η Αλίκη στην Χώρα των θαυμάτων. Οι Θεωρητικοί έχουν υποστηρίξει εκτενώς πως ο Lewis Carroll ανέπτυξε το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του σε Φιλοσοφικές έννοιες. Αν και ο David Lewis δεν είχε έρθει στην ζωή όταν το Βιβλίο εμφανίστηκε στο αναγνωστικό κοινό, οι θεωρίες του αντηχούν τις αντανακλάσεις της Μυθιστορηματικής Πραγματικότητας του Carroll και της θεωρίας του για την φύση της πραγματικότητας.

Ενώ Η Χώρα των Θαυμάτων μοιράζεται αρκετά χαρακτηριστικά με την Εγχώρια Αγγλία, οι νόμοι της είναι ακατανόητοι στην Αλίκη. Ο κόσμος που απεικόνισε ο Carroll διαφέρει σε περιεχόμενο, και όχι σε είδος όπως αναφέρει η μία απο τις κατηγορίες που επιβεβαιώνουν την Μυθιστορηματική Πραγματικότητα.

Ο Παράγοντας της Πιθανότητας.

Ένα ζήτημα με την Μυθιστορηματική Πραγματικότητα είναι πως ενώ οι πραγματικοί κόσμοι εμπεριέχουν το ζήτημα της πιθανότητας, οι Μυθιστορηματικοί κόσμοι δεν το κάνουν. Ας εξηγήσουμε τι σημαίνει αυτό: Αφού δεν μπορούμε με λίγα λόγια δεν μπορούμε να περπατήσουμε στην Μορντόρ, τότε δεν υπάρχει στα αλήθεια. Αν θες να περπατήσεις στην Αμερική, τότε τα πόδια σου θα πατούν σε στέρεο έδαφος. Οι Πραγματικοί κόσμοι δεν χρειάζονται την δική μας επιβεβαίωση για την ύπαρξή τους. Όπως και αν το δούμε η Μυθιστορηματική Πραγματικότητα δεν έχει φυσικές καταβολές, παρά μόνο υποθετικές καταβολές. Μία ακόμη σημαντική κριτική για τις θεωρίες του Lewis είναι πως οι θεωρίες είναι εκτεθειμένες στο ξυράφι του Όκκαμ, μία αρχή που προτιμά την απλούστερη λύση σε μία υπόθεση που στερείται βεβαιότητας. Και όταν μιλάμε για Μυθιστορηματικούς κόσμους τότε κατανοούμε πως η βεβαιότητα είναι το τελευταίο στοιχείο που θα μπορούσαν να περιέχουν.

Όμως η πραγματικότητα είναι πως η Μυθιστορηματική Πραγματικότητα είναι μια συλλογή μερικών αντιπαραθέσεων που αφορούν ένα αρκετά πολύπλοκο ζήτημα. Και επικεντρώνεται στο αν η ύπαρξη θα πρέπει να προσδιορίζεται από μία οπτική της φυσικής υπόστασης (αν κάτι είναι υπαρκτό δηλαδή) η αν θα πρέπει να προσεγγίζουμε το ζήτημα βάση της ατομικής πραγματικότητας που συνεχώς εναλλάσσεται βάση της οπτικής γωνίας ή κοσμοθεωρίας του παρατηρητή.