Κυριακή 17 Ιουνίου 2018

Ο μεγάλος επιταχυντής LHC του CERN αναβαθμίζεται

Σχετική εικόναΣτόχος είναι η κατασκευή του νέας γενιάς επιταχυντή υψηλής φωτεινότητας High-Luminosity LHC (HL-LHC), ο οποίος θα επιτρέψει στο CERN να περάσει σε μια νέα φάση της ιστορίας του, βελτιώνοντας από το 2026 την απόδοσή του σημαντικά, καθώς θα καταστεί εφικτή η μεγάλη αύξηση του αριθμού των συγκρούσεων μεταξύ των υποατομικών σωματιδίων.   

Η αναβάθμιση θα αυξήσει την πιθανότητα της ανακάλυψης νέων σωματιδίων και ίσως μιας νέας Φυσικής, η οποία θα αφορά π.χ. την υπερσυμμετρία που έως τώρα παραμένει μια ανεπιβεβαίωτη θεωρητική πρόταση ή τη σκοτεινή ύλη ή τις έξτρα διαστάσεις.
 
Οι πρώτες συγκρούσεις σωματιδίων στον μεγάλο υπόγειο επιταχυντή μήκους 27 χιλιομέτρων, που βρίσκεται σε βάθος 100 μέτρων στα γαλλο-ελβετικά σύνορα, έγιναν το 2010. Δέσμες πρωτονίων ταξιδεύουν σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός από αντίθετες κατευθύνσεις και συγκρούονται μεταξύ τους σε τέσσερα σημεία του τούνελ, όπου υπάρχουν και οι αντίστοιχοι ανιχνευτές των πειραμάτων του CERN, που καταγράφουν τα παραγόμενα σωματίδια (κάπως έτσι βρέθηκε το μποζόνιο Χιγκς το 2012).
 
Σήμερα ο LHC μπορεί να παράγει έως ένα δισεκατομμύριο συγκρούσεις μεταξύ πρωτονίων το δευτερόλεπτο. Ο μελλοντικός HL-LHC θα αυξήσει κατά πέντε έως επτά φορές αυτό τον αριθμό (γνωστό ως «φωτεινότητα» στους σωματιδιακούς φυσικούς) στη διάρκεια της δεκαετίας 2026-2036. 
 
Στο πλαίσιο της αναβάθμισης, που έχει αρχικό προϋπολογισμό 950 εκατ. ελβετικών φράγκων, πάνω από 1,2 χιλιόμετρα του σημερινού επιταχυντή θα αντικατασταθούν με νέο εξοπλισμό υψηλότερης τεχνολογίας. Μεταξύ άλλων, θα εγκατασταθούν περίπου 130 νέοι ισχυρότεροι μαγνήτες, που θα επιτρέψουν τη μεγαλύτερη συμπίεση της σωματιδιακής δέσμης, κάτι το οποίο θα αυξήσει τις συγκρούσεις μεταξύ των σωματιδίων.
 
Ήδη άρχισαν οι τεχνικές εργασίες σε δύο σημεία στη Γαλλία και στην Ελβετία, όπου θα κατασκευασθούν νέα κτίρια, νέες υπόγειες αίθουσες και ένα ακόμη τούνελ 300 μέτρων για να τοποθετηθεί ο νέος εξοπλισμός. Στη διάρκεια των εργασιών έως το 2026, οπότε αναμένεται να ολοκληρωθούν, ο νυν μεγάλος επιταχυντής LHC θα συνεχίσει να λειτουργεί, με δύο μακριές ενδιάμεσες διακοπές για συντήρηση.

Το ιστορικό πείραμα των Franck-Hertz του αντίστροφου φωτοηλεκτρικού φαινομένου

Το 1914, οι James Franck και Gustav Hertz εκτέλεσαν ένα πείραμα στο οποίο κατέδειξαν το αντίστροφο του φωτοηλεκτρικού φαινομένου. Δηλαδή αποδείχθηκε ότι κατά την σύγκρουση ενός επιταχυνόμενου ηλεκτρονίου με ένα άτομο, για να αποσπαστεί ένα ηλεκτρόνιο από το άτομο, πρέπει η ενέργεια  του ηλεκτρονίου να είναι πάνω από μία ορισμένη τιμή. Η ενέργεια αυτή που λέγεται ενέργεια ιοντισμού ποικίλλει από άτομο σε άτομο. Επίσης έδειξαν ότι για την εκπομπή φωτονίων από άτομα του υδραργύρου, τα οποία συγκρούονται με ηλεκτρόνια, απαιτείται η κινητική ενέργεια των ηλεκτρονίων να υπερβαίνει μια ορισμένη ενέργεια, που αντιστοιχεί στη μικρότερη συχνότητα του φάσματος εκπομπής του υδραργύρου. 

Εμφάνισαν δηλαδή ότι είναι διακριτές – καθορισμένες – οι ενεργειακές στάθμες των ατόμων. Έτσι τα αποτελέσματα του πειράματος βοήθησαν να επιβεβαιωθεί η κβαντική θεωρία, που πρόβλεπε ότι τα ηλεκτρόνια καταλαμβάνουν μόνο καθορισμένες, κβαντικές ενεργειακές καταστάσεις. Για την συμβολή τους στην κατανόηση και επιβεβαίωση της κβαντικής θεωρίας πήραν το βραβείο Nobel φυσικής, το 1925.
 
Στο ιστορικό τους πείραμα  ηλεκτρόνια που ελευθερώνονται θερμικά από την κάθοδο, επιταχύνθηκαν με τη βοήθεια μιας τάσης προς ένα θετικά φορτισμένο πλέγμα  σε ένα υάλινο κλειστό δοχείο γεμάτο με ατμούς υδραργύρου. Ύστερα από το θετικό πλέγμα υπήρχε ένα επίπεδος συλλέκτης με μια μικρή αρνητική τάση, σε σχέση με το θετικό πλέγμα. Για να φθάσουν στο συλλέκτη τα θερμικά ηλεκτρόνια πρέπει η ενέργεια τους να είναι μεγάλη, ώστε να ξεπερνούν το φράγμα του αρνητικού δυναμικού του συλλέκτη, αλλιώς δεν κατορθώνουν να φτάσουν στο συλλέκτη.
 
Στο πείραμα μετράμε το ρεύμα των ηλεκτρονίων που φτάνει στο συλλέκτη, ως συνάρτηση της τάσης μεταξύ του θετικού πλέγματος και της καθόδου VΠΛ-ΚΑΘ. Αρχικά όσο αυξάνει η τάση αυτή, αυξάνει και το ρεύμα γιατί όλο και πιο πολλά ηλεκτρόνια αποκτούν την απαραίτητη κινητική ενέργεια για να ξεπεράσουν το φράγμα του δυναμικού του συλλέκτη. Καθώς η τάση VΠΛ-ΚΑΘ αυξάνει περαιτέρω φτάνει την τιμή των 4,9 Volt και τότε η ενέργεια των ηλεκτρονίων φτάνει στο κατώφλι που μπορεί να προκαλέσει διέγερση των ατόμων του υδραργύρου στην πρώτη επιτρεπόμενη διεγερμένη στάθμη.
 
Προκαλώντας αυτή τη διέγερση τα ηλεκτρόνια χάνουν την ενέργειά τους, δεν μπορούν να περάσουν το φράγμα του δυναμικού του συλλέκτη,  και έτσι στο κατώφλι αυτό, συμβαίνει μια δραστική μείωση του μετρούμενου ρεύματος. Αυτή η μείωση είναι μάλιστα ανάλογη με τον αριθμό των ανελαστικών κρούσεων που συνέβησαν. Όταν αυξηθεί κι άλλο η τάση VΠΛ-ΚΑΘ ν τα ηλεκτρόνια υπερνικούν και πάλι το φράγμα δυναμικού και το ρεύμα βαθμιαία αυξάνει πάλι. Μόλις όμως φτάσει την διπλάσια τιμή των 4,9Volt, είναι δυνατό τα ηλεκτρόνια να αποκτήσουν την απαραίτητη ενέργεια και να διεγείρουν τα άτομα του υδραργύρου, στο μέσον της διαδρομής μεταξύ πλέγματος και καθόδου, να χάσουν κατά την διέγερση όλη τους την ενέργεια και στη συνέχεια να ξαναεπιταχυνθούν ώστε να διεγείρουν κι άλλο άτομο πριν από το πλέγμα. Εμφανίζεται τότε ένα δεύτερο βύθισμα του ρεύματος στην τιμή αυτή περίπου των 9,8Volt της τάσης.
 
Με τη μέθοδο αυτή της αύξησης της τάσης μπορούν να εμφανιστούν 5 ή και περισσότερες διεγέρσεις των ατόμων υδραργύρου στην πρώτη διεγερμένη στάθμη τους, κατά την πορεία των ηλεκτρονίων. Η μείωση μάλιστα του ρεύματος είναι πιο απότομη στις επόμενες κορυφές αφού αυξάνεται στατιστικά και το πλήθος των ηλεκτρονίων που τους δίνεται η ευκαιρία να συγκρουστούν ανελαστικά με τα άτομα του υδραργύρου και να τα διεγείρουν. 
 
Στο ανωτέρω σχήμα, η απότομη κορυφή δείχνει ότι όταν η ενέργεια των ηλεκτρονίων του πλέγματος γίνει 4.9 eV, τότε τα ηλεκτρόνια του ατόμου του υδραργύρου μπορούν να πάρουν την ενέργεια των 4.9 eV και να φθάσουν στην πρώτη διεγερμένη  κατάσταση. Η διέγερση των ατόμων υδραργύρου ακολουθείται από αποδιέγερση, η οποία συνοδεύεται με εκπομπή φωτονίων μιας ισχυρής υπεριώδους γραμμής, μήκους λ=254nm, στο φάσμα εκπομπής του υδραργύρου. Για ενέργεια μικρότερη των 4.9eV δεν εμφανίζεται εκπομπή φωτονίων γιατί δεν μπορούν να διεγερθούν τότε τα άτομα του υδραργύρου.
 
Συγχρόνως όμως στο διάγραμμα εμφανίζονται κορυφές και σε τάσεις πολλαπλάσιες των 4.9 βολτ, επειδή στα πολλαπλάσια αυτά η διέγερση επιτυγχάνεται στο μέσον της διαδρομής και μόλις αφαιρεθεί η ενέργεια των 4.9 eV από ένα θερμικό ηλεκτρόνιο, λόγω σύγκρουσης με ένα άτομο του υδραργύρου, μπορεί να επανεπιταχυνθεί για να παραγάγει κι άλλες τέτοιες συγκρούσεις μέχρι το πλέγμα. Αυτό το πείραμα ήταν ισχυρή επιβεβαίωση της ιδέας των κβαντικών ατομικών επιπέδων ενέργειας.

Πως καλλιεργείται η αξία της υπομονής στα παιδιά;

Σχετική εικόναH υπομονή είναι αρετή, ακούνε συχνά τους μεγάλους να λένε αλλά δυσκολεύονται να το κάνουν πράξη. Ας το παραδεχτούμε όμως, σε κανέναν μας δεν αρέσει να περιμένει – πόσο μάλλον τα μικρά παιδιά που είναι από τη φύση τους ανυπόμονα, δεν έχουν μάθει ακόμα γιατί η υπομονή είναι σημαντική και ούτε έχουν αναπτύξει τις δεξιότητες εκείνες που χρειάζονται για να το πράξουν με επιτυχία.
 
Τα μικρά παιδιά ζουν τη στιγμή και θέλουν τα πράγματα “τώρα”, και επειδή δεν έχουν κατακτήσει πλήρως τη γλώσσα ή δεν έχουν την εμπειρία να καταλάβουν γιατί ή πότε τα πράγματα που θέλουν θα καταστούν διαθέσιμα ή πραγματοποιήσιμα, η υπομονή αποτελεί πραγματική πρόκληση. Παρόλα αυτά, η διδασκαλία της είναι σημαντική γιατί θα χρειαστεί τόσο στο σχολείο όσο και στη ζωή γενικότερα!
 
Τι είναι η υπομονή;
Η υπομονή είναι το ποιοτικό χαρακτηριστικό που φέρνει εσωτερική γαλήνη, και μαζί με την επιμονή, σχεδόν εγγυάται την επιτυχία σε οποιαδήποτε προσπάθεια και αν κάνουμε. Στο αντίθετο άκρο της, βρίσκεται η ανυπομονησία, η οποία συχνά προκαλεί νευρικότητα και απερισκεψία, ή μπορεί να οδηγήσει σε λάθος αποφάσεις ακόμα και στη δυστυχία.
 
Η υπομονή έχει πολλές πτυχές. Είναι η δύναμη ή η συνήθεια του να υπομένουμε τις δυσκολίες, τις αντιξοότητες ή τον πόνο, με ηρεμία και θάρρος. Έχει να κάνει με την αυτοκυριαρχία και την ψυχραιμία στην αντιμετώπιση των εμποδίων ή των καθυστερήσεων. Είναι αυτή που μας επιτρέπει να μην είμαστε βιαστικοί και παρορμητικοί. Το να έχουμε υπομονή δεν είναι μόνο επιθυμητό, είναι αναγκαίο για να μπορέσουμε να ευτυχήσουμε και να προσαρμοστούμε με έναν υγιή τρόπο στην κοινωνία!
 
Η αξία της υπομονής στα παιδιά…
Η υπομονή είναι ένα ιδιαίτερα σημαντικό χαρακτηριστικό στα παιδιά και παίζει μεγάλο ρόλο στη διαδικασία ωρίμανσης. Είναι αυτή που τα βοηθάει να σκέφτονται και να επιλύουν προβλήματα, είναι αυτή που μειώνει την παρορμητικότητα και την ανυπομονησία και παράλληλα ενθαρρύνει τη συναισθηματική ενδυνάμωση του χαρακτήρα τους.
 
Έρευνες έχουν δείξει πως η ικανότητα ενός παιδιού να ελέγχει τις παρορμήσεις του και να καθυστερεί την άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών του, προβλέπουν σε σημαντικό βαθμό τη σχολική επιτυχία – χωρίς αυτές τις δεξιότητες τα παιδιά δυσκολεύονται να ακούσουν, να παρακολουθήσουν
οδηγίες και να μάθουν.

Τα παιδιά θα ανακαλύψουν σύντομα πως σε πολλές περιπτώσεις θα πρέπει να δείχνουν υπομονή – να περιμένουν να ακούσουν το όνομά τους, να παίξουν ένα παιχνίδι, να περιμένουν τη σειρά τους στο πάρκο και μεγαλώνοντας, θα πρέπει να κάνουν υπομονή για να επιτύχουν αυτά που θέλουν και ονειρεύονται.
 
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;
Αν και η υπομονή είναι κάτι που βελτιώνεται με τη φυσική ανάπτυξη του παιδιού, οι γονείς παίζουν σημαντικό ρόλο στη διδασκαλία της. Αρχικά, για να βοηθήσουν τα παιδιά να αναπτύξουν την ικανότητα της υπομονής, δε χρειάζεται να τρέχουν σε κάθε τους επιθυμία. Για να αποφύγουν τα παιδιά την προσκόλληση στην άμεση ικανοποίηση των επιθυμιών και των θέλω τους, χρειάζεται να κατανοήσουν την αξία του να περιμένεις.
 
Για να συμβεί αυτό, οι γονείς μπορούν να αυξήσουν τον χρόνο μεταξύ του αιτήματος και της παράδοσης του επιθυμητού πράγματος. Μπορούν να χρησιμοποιούν συχνά τη λέξη “περίμενε” έτσι ώστε να αρχίζουν τα παιδιά να κατανοούν τη σημασία της. Για παράδειγμα, “Θα σου κάνω αυτό που ζητάς, αλλά θα χρειαστεί να περιμένεις ένα λεπτό”. Ο χρόνος αναμονής μπορεί σταδιακά να αυξάνει.
 
Επίσης, οι γονείς μπορούν να χρησιμοποιήσουν ευκαιρίες μέσα από την καθημερινότητα για να διδάξουν την υπομονή, όπως το να περιμένουν το ασανσέρ να έρθει, ή να περιμένουν υπομονετικά στη σειρά του σούπερ μάρκετ, ή στο αμάξι για να φτάσουν στον προορισμό τους κλπ. Η συμπεριφορά των γονιών σε τέτοιες καταστάσεις είναι ιδιαίτερα σημαντική δεδομένου πως λειτουργούν ως πρότυπα για τα παιδιά. Όταν δείχνουν οι ίδιοι υπομονή ακόμα και σε καταστάσεις που νιώθουν εξαντλημένοι από την αναμονή, τα παιδιά παρακολουθούν και μαθαίνουν τη σημασία και την αξία της.
 
Το χρονόμετρο ή το ρολόι μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά στην κατανόηση του χρόνου και της προσμονής για πράγματα που δεν είναι ακόμη διαθέσιμα. Για παράδειγμα, “Το φαγητό θα είναι έτοιμο σε δέκα λεπτά. Όταν δηλαδή ακούσεις το χρονόμετρο να χτυπάει ή όταν δεις το ρολόι να φτάνει σε αυτό το σημείο”.
 
Οι γονείς μπορούν να δίνουν τη δυνατότητα επιλογής στα παιδιά για να ενθαρρύνουν την προσμονή στην ικανοποίηση των θέλω τους. Για παράδειγμα, “Μπορείς να έχεις ένα μπισκότο τώρα, ή μπορείς να έχεις δύο μπισκότα αν περιμένεις μέχρι μετά το φαγητό”. Αυτού του τύπου οι επιλογές, θα ενθαρρύνουν τα παιδιά να ελέγχουν τις παρορμήσεις και τις επιθυμίες τους έτσι ώστε να λάβουν μεγαλύτερη ανταμοιβή σε μεταγενέστερο χρόνο – ένα πολύ σημαντικό μάθημα που θα τους ευνοήσει στη μετέπειτα ζωή τους.
 
Όταν τα παιδιά γίνονται ιδιαίτερα απαιτητικά και ζητούν κάτι να γίνει αμέσως, είναι σημαντικό οι γονείς με ήρεμο τρόπο χωρίς φωνές και εντάσεις, να εξηγήσουν για ποιο λόγο δεν είναι σε θέση να εκπληρώσουν το αίτημά τους άμεσα. Μπορούν να προσφέρουν ή να προτείνουν κάτι στο παιδί για να κάνει στο μεσοδιάστημα, και να εκπληρώσουν το αίτημα την ώρα που είπαν ότι θα το κάνουν επιβραβεύοντας την υπομονετική συμπεριφορά με σκοπό να την ενθαρρύνουν.
 
Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν, οι γονείς μπορούν να τους εξηγήσουν με λόγια την αξία της υπομονής. Να τους βοηθήσουν να κατανοήσουν πως κανένα μεγάλο επίτευγμα δεν δημιουργήθηκε ποτέ ακαριαία. Κάθε μεγάλο επίτευγμα είναι πάντοτε συνάρτηση της υπομονής. Ο υπολογιστής που χρησιμοποιούμε, το αμάξι που οδηγούμε, τα βιβλία που είναι στα ράφια μας και άλλα τόσα, είναι δικό της αποτέλεσμα. Η υπομονή είναι η γέφυρα που συνδέει το όραμα με το τέλος της διαδρομής και χωρίς αυτήν, τίποτα μεγάλο και σπουδαίο δεν μπορεί να επιτευχθεί!

Περί αλήθειας: Βλέπουμε τα Πράγματα όχι όπως Είναι αλλά όπως Είμαστε

Όλο και περισσότερο συνειδητοποιώ ότι σχεδόν καμία από τις σκέψεις που κάνουμε δεν μας ανήκει. Στην πραγματικότητα, όλες μας τις σκέψεις τις έχουν κάνει αμέτρητοι άλλοι άνθρωποι πριν από μας.
 
Κι ωστόσο, θα σας έχει τύχει πράγματα που θεωρητικά γνωρίζατε να παίρνουν άλλο νόημα μέσα από ένα βίωμα, μια εμπειρία και τότε μια φράση πολλάκις ειπωμένη να αντηχεί στα αυτιά σας διαφορετικά και να έρχεται να συμπυκνώσει μέσα σε λίγες λέξεις μια βιωμένη ‘αλήθεια’. Και αυτή είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια σκέψη, μια ιδέα και ένα βίωμα- ότι μπορείς πια να διεκδικείς την ιδιοκτησία του, γιατί το βίωμα είναι αποκλειστικά δικό σου και είναι μοναδικό- ακόμα κι όταν δανείζεσαι τα λόγια κάποιου άλλου για να το περιγράψεις…
 
Κάπως έτσι  ήρθε η φράση του τίτλου, «Βλέπουμε τα Πράγματα όχι όπως Είναι αλλά όπως Είμαστε» (Anais Nin)  να συμπυκνώσει την απορία μου για το γεγονός ότι δύο άνθρωποι που έχουν κάνει την ίδια διαδρομή την έχουν αποτυπώσει ο καθένας με το δικό του τόσο διαφορετικό τρόπο, έτσι που το ποια είναι τελικά η ‘αλήθεια’- αν υπάρχει κάτι τέτοιο- να έχει λίγη ή και ελάχιστη σημασία, μιας και ο καθένας έχει διαμορφώσει τη δική του εντελώς υποκειμενική εκδοχή.
 
Ανάμεσα στους δύο αυτούς  ανθρώπους υπάρχει διαφορά στον τρόπο που βλέπουν τα πράγματα, υπάρχει διαφωνία, υπάρχει παρεξήγηση… Και λες: εντάξει… δεν είναι τόσο περίεργο να συμβαίνει αυτό όταν ο άλλος αγνοεί ένα μέρος από τα δεδομένα. Θεωρείς αφελώς ότι αν του παραθέσεις  τα γεγονότα τότε δε μένει παρά να δει ότι τα συμπεράσματα και οι ερμηνείες του είναι εσφαλμένες. Όμως πέφτεις σε πλάνη…γιατί ακόμη κι όταν τα κομμάτια του παζλ είναι όλα τοποθετημένα επάνω στο τραπέζι- ο άλλος και πάλι μοιάζει να μην είναι διατεθειμένος να συλλάβει αυτό που είναι μπροστά στα μάτια του.
 
Στην πραγματικότητα τα γεγονότα είναι τελείως ουδέτερα- τόσο όσο να πεις ότι σου τηλεφώνησα 5 φορές μέσα σε αυτή την εβδομάδα  ή ότι σου ζήτησα να με συναντήσεις στο τάδε μέρος.  Κι ύστερα έρχεται το μυαλό του καθενός μας  να  τα χρωματίσει έτσι που από ουδέτερα γίνονται υποκειμενικά καθώς τα ερμηνεύουμε μέσα από τα φίλτρα  της προσωπικής μας αντίληψης.
 
Η αλήθεια καταλήγει να είναι προϊόν των αντιλήψεων μας,  αρχικά χρωματισμένων από την προσωπική μας εμπειρία  και ύστερα επεξεργασμένων μέσα από την τρέχουσα συναισθηματική μας κατάσταση, έτσι που να τροποποιείται ακόμη περισσότερο.
 
Μέχρι το σημείο αυτό, ένα ουδέτερο γεγονός έχει περάσει από μια τέτοια επεξεργασία που το τι έχει πραγματικά συμβεί  και το τι έχουμε επινοήσει ότι συνέβη γίνεται πραγματικά θολό. Και είναι φυσικό, γιατί ο καθένας μας είναι μοναδικά διαφορετικός και γιατί έτσι λειτουργεί το μυαλό μας.
 
Το πρόβλημα είναι  ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι ‘σηκώνουμε’ τις προσωπικές μας αλήθειες ως λάβαρο σε σταυροφορία, ως την απόλυτη αλήθεια- μη διατεθειμένοι να αναρωτηθούμε καν πως ο άλλος έχει βιώσει την ίδια ιστορία και γιατί, μη διατεθειμένοι να ακούσουμε, να κατανοήσουμε, να λάβουμε υπόψη μας…και συχνά προτιμώντας να μείνουμε σε εκδοχές της αλήθειας που μόνο περισσότερο πόνο μας προκαλούν.  
 
Κάποιος πολύ σοφά έχει πει ότι «οι άνθρωποι φτιάχνουμε ιστορίες και ύστερα καλουπώνουμε τη ζωή μας με βάση τις ιστορίες που έχουμε πει στον εαυτό μας;». Πώς; Οι ιστορίες που λέμε στον εαυτό μας επηρεάζουν τις πράξεις μας που με τη σειρά τους επηρεάζουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας που επηρεάζουν τις πράξεις μας που… κ.ο.κ. Καταλαβαίνετε νομίζω…
 
Αν εμείς οι ίδιοι κατασκευάζουμε τις ιστορίες μας  δημιουργώντας το νόημα της ζωής μας,  αναλογιστείτε πόσο μεγαλύτερη σημασία έχει  να συνειδητοποιήσουμε ότι- ναι, υπάρχει πιθανότητα να έχουμε σφάλλει και να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να εξετάσει τις όποιες άλλες εκδοχές των πραγμάτων…να κάνουμε ένα βήμα πίσω και να κοιτάξουμε μια κατάσταση από απόσταση βάζοντας για λίγο στην άκρη πολλά από όσα πιστεύουμε…
 
Η παραδοχή ότι η ανθρώπινη αντίληψη συχνά είναι εσφαλμένη έχει εξαιρετική σημασία γιατί μόνο κάνοντας την  μπορούμε να διερωτηθούμε επάνω στην ίδια τη διαδικασία της  σκέψης μας.  Εφόσον συνειδητοποιήσουμε ότι τα γεγονότα είναι ουδέτερα και δεν έχουν παρά το νόημα που τους έχουμε δώσει, τότε ένα βήμα παρακάτω μπορούμε να  να αναρωτηθούμε για ποιο λόγο τους δώσαμε το συγκεκριμένο νόημα.
 
Και επανέρχομαι στη φράση της Αnais- “Βλέπουμε τα πράγματα όχι όπως είναι αλλά όπως είμαστε”– θέλοντας να τονίσω ότι το νόημα που αποδίδουμε στα πράγματα έχει άμεσα να κάνει με το ποιοι είμαστε και το ποιοι είμαστε συνδέεται άρρηκτα με το τι πιστεύουμε, έτσι που οι ερμηνείες και τα συμπεράσματά μας για τους ανθρώπους και  τα γεγονότα συχνά  να αφορούν  περισσότερο εμάς τους ίδιους και τον τρόπο με τον οποίο τείνουμε να προσλαμβάνουμε τον εαυτό μας και τον κόσμο γύρω μας…
 
Οι προηγούμενες εμπειρίες μας και οι ιστορίες που έχουμε φτιάξει μέσα από αυτές αποτελούν τα γυαλιά μέσα από τα οποία βλέπουμε τα πράγματα. Και όπως έχει πει και ο Αbraham Maslow «αν συνεχώς κρατάω στα χέρια μου ένα σφυρί τότε θα βλέπω παντού γύρω μου καρφιά» . Mε την ίδια λογική που ένας πλαστικός χειρουργός μπορεί να βλέπει την παραμικρή ατέλεια ως κάτι που χρειάζεται «φτιάξιμο», γιατί αυτό είναι το φίλτρο μέσα από το οποίο προσλαμβάνει τον κόσμο…
 
Οι άνθρωποι έχουμε την  ανάγκη να νοηματοδοτούμε τα πράγματα, να τα τακτοποιούμε μέσα μας με ένα συνεκτικό και σημαίνοντα τρόπο, έτσι που να αποτελούν ένα οργανωτικό σχήμα για τις επόμενες εμπειρίες μας.  Η επίγνωση του ότι ο καθένας μας βλέπει τον κόσμο μέσα από το δικό του προσωπικό φίλτρο και ότι για αυτό το λόγο υπάρχουν περισσότερες από μια εκδοχές της αλήθειας μπορεί να είναι εξαιρετικά βοηθητική για τη ζωή μας.
 
Αφενός γιατί αν καταλάβουμε ότι καθένας μας μπορεί να βιώνει τις ίδιες καταστάσεις εντελώς  διαφορετικά, μπορούμε να αποκτήσουμε μια βαθύτερη κατανόηση των άλλων ανθρώπων και συχνά να είμαστε λιγότερο σκληροί μαζί τους σε περιπτώσεις διαφωνίας ή σύγκρουσης, γλιτώνοντας και εμάς και εκείνους από περισσότερο πόνο και ταλαιπωρία. Και αφετέρου, διότι αν καταλάβουμε ότι ο τρόπος που βλέπουμε τα πράγματα βασίζεται στις πεποιθήσεις μας, ενδεχομένως να θελήσουμε να δούμε ποιες ακριβώς είναι αυτές, πως έχουν παγιωθεί και ίσως να επιλέξουμε να τις αναθεωρήσουμε ή να τις επαναπροσδιορίσουμε.
 
Σκεφτείτε το λίγο: Βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τη δική μας προοπτική αλλά έχουμε τη δύναμη να επηρεάζουμε αυτή την προοπτική,  έχουμε τη δυνατότητα να προκαλούμε τον ίδιο μας τον εαυτό και τη διαδικασία της σκέψης μας.  Και μερικές φορές το μόνο που χρειάζεται είναι να είμαστε διατεθειμένοι απλά… να ΜΕΤΑΚΙΝΗΘΟΥΜΕ…

Την αλήθεια την «φτιάχνει» κανείς ακριβώς όπως φτιάχνει και το ψέμα. ~Oδυσσέας Ελύτης, 1911-1996

Η αλήθεια δεν είναι ποτέ μόνο μία. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει. ~ Εric-Emmanuel Schmit

Μια μεγάλη αλήθεια είναι μια αλήθεια της οποίας το αντίθετο είναι επίσης μια αλήθεια. ~ Thomas Mann, 1875-1955

Οι πεποιθήσεις είναι μεγαλύτεροι αντίπαλοι της αλήθειας από τα ψέματα. ~ Friedrich Nietzsche,1844-1900

Οι προκαταλήψεις είναι τα συντρίμμια παλιών αληθειών. ~ Maxim Gorky,1868-1936

Ο Αριστοτέλης για τη γυμναστική

Ο Αριστοτέλης όχι μόνο δεν αμφισβητεί την ανάγκη της σωματικής εκγύμνασης, αλλά τη θέτει σε απόλυτη προτεραιότητα: «επιβάλλεται να προηγείται η φροντίδα για το σώμα από τη φροντίδα για την ψυχή». (1334b25 – 26), άποψη που επαναλαμβάνει: «η παιδεία πρέπει να παρέχεται πρώτα με τη συνήθεια παρά με το λόγο, και να ασχολείται πρώτα με το σώμα παρά με το πνεύμα». (1338b 4 – 6). Το τελικό συμπέρασμα επικυρώνει τα παραπάνω: «συνάγεται καθαρά από αυτά ότι προηγείται η αγωγή των παιδιών η προερχόμενη από τους γυμναστές και τους παιδοτρίβες». (1338b 6 – 7).
 
Ωστόσο, αυτό που πρώτα διευκρινίζεται είναι ότι άλλο γυμναστική κι άλλο σωματική καταπόνηση: «Σήμερα μερικές από τις φημισμένες πόλεις για τη φροντίδα των παιδιών επιμένουν στην αθλητική διάπλαση του σώματος σε βάρος της σωματικής μορφής και ανάπτυξης». (1338b 9 – 11). (Οι πόλεις που αναφέρεται ο Αριστοτέλης είναι κυρίως το Άργος και η Θήβα). Η επισήμανση ότι η επιμονή στην αθλητική διάπλαση είναι σε βάρος της σωματικής ανάπτυξης καταδεικνύει το ζημιογόνο της υπερβολής, που όχι μόνο δεν ασκεί το σώμα, αλλά το στρεβλώνει.
 
Η εξαντλητική εντατικοποίηση που απαιτεί η αθλητική εκδοχή της γυμναστικής οδηγεί περισσότερο στην εξασθένηση της αντοχής παρά στην ενδυνάμωση: «Ισχυρή απόδειξη της δυνατής αυτής επίπτωσης είναι το γεγονός ότι στους πίνακες των Ολυμπιονικών σε δύο τρεις μόνο περιπτώσεις θα εύρισκε κανείς ότι νίκησαν στους αγώνες οι ίδιοι αθλητές αγωνιζόμενοι ως παιδιά και ως άντρες, επειδή οι υποχρεωτικές και επίπονες ασκήσεις κατά τη νεότητά τους εξάντλησαν τη δυναμικότητά τους». (1338b 42 – 1339a 4).
 
Φυσικά, αυτό που ο Αριστοτέλης ονομάζει αθλητισμό σήμερα θα το λέγαμε πρωταθλητισμό. Η ουσία όμως δεν αλλάζει. Η γυμναστική, όταν τίθεται αυστηρά στη λογική των επιδόσεων χάνει το σκοπό της, αφού οφείλει να κινηθεί στα άκρα προκειμένου να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό. Το γεγονός ότι οι περισσότεροι νέοι αδυνατούν να επαναλάβουν ως άντρες τις διακρίσεις που είχαν στους Ολυμπιακούς αγώνες αποδεικνύει το εσφαλμένο της κατάχρησης.
 
Εξάλλου, η γυμναστική που αποσκοπεί στα αθλητικά επιτεύγματα δεν έχει άλλη επιλογή από το να εστιάσει κυρίως σ’ εκείνα τα μέλη του σώματος που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στη διεκπεραίωση του εκάστοτε αθλήματος. Με άλλα λόγια, παύει να αφορά το σώμα στο σύνολό του και παίρνει τη μορφή της βίαιης εξάσκησης ενός μόνο μέρους: «Το σώμα είναι καλό να μάθει στη σκληραγωγία, αλλά όχι με βίαιες ασκήσεις και ούτε με την άσκηση και ενίσχυση ενός μέλους μόνο του σώματος, όπως είναι η τάση των αθλητών, αλλά με σκοπό την πραγμάτωση των επιδιώξεων των ελεύθερων πολιτών». (1335b 8 – 11).
 
Ο ελεύθερος πολίτης θέλοντας να εκπληρώσει το πρότυπο του «καλός κι αγαθός» οφείλει να πραγματώνει το «νους υγιής εν σώματι υγιεί». Και το υγιές σώμα δε σχετίζεται με την κακομεταχείριση, που σταδιακά θα το αχρηστεύσει. Από την άποψη αυτή, ο αθλητισμός δεν ταιριάζει στους ελεύθερους.
 
Όμως, η γυμναστική δεν είναι μόνο σωματική άσκηση, αλλά συμβάλλει και στη διάπλαση της ψυχής. Το σθένος, η ανδρεία, η αντοχή στις αντιξοότητες και στους κινδύνους, με δυο λόγια αυτό που ονομάζουμε ευψυχία είναι η κύρια μέριμνα του παιδοτρίβη. Το γυμνασμένο σώμα είναι το υγιές σώμα και οι δυνατότητες της ψυχής βρίσκουν γόνιμο έδαφος μέσα σ’ ένα τέτοιο σώμα. «Η ψυχή δεν υπάρχει χωρίς το σώμα, αλλά δεν είναι είδος σώματος. Δεν είναι σώμα, αλλά κάτι από το σώμα. Γι’ αυτό υπάρχει μέσα στο σώμα, και μάλιστα σε συγκεκριμένο σώμα».
 
Και συμπληρώνει: «Σύμφωνα με τον αριστοτελικό ορισμό, ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια ενός φυσικού, οργανικού σώματος, που έχει τη δυνατότητα της ζωής, και, επίσης, έχει μέσα του την αρχή της κίνησης και της στάσης. Εντελέχεια είναι η μορφή του όντος που υπάρχει σε κατάσταση δυνατότητας. Η ψυχή, δηλαδή, είναι μια υπόσταση με την έννοια της μορφής. Η χαρακτηριστική αριστοτελική διατύπωση, είναι πως η ψυχή είναι αυτό που ένα συγκεκριμένο σώμα ήταν να είναι. Είναι αιτία και αρχή του ζωντανού σώματος, η πηγή και ο σκοπός της κίνησής του».
 
Ο Αριστοτέλης στο Β΄ βιβλίο από το «Περί Ψυχής» αναφέρει: «κάθε φυσικό σώμα, που έχει ζωή, πρέπει να είναι υπόσταση, και μάλιστα με την έννοια της σύνθετης υπόστασης». (412a 15 – 16). Φυσικά ως σύνθετη υπόσταση εννοείται η ύλη και η μορφή. Η ύλη ταυτίζεται με το δυνάμει, τη δυνατότητα. Το μάρμαρο (ύλη) είναι δυνάμει άγαλμα. Για να γίνει και ενεργεία πρέπει πρώτα να το φιλοτεχνήσει ο γλύπτης, να πάρει δηλαδή τη μορφή του αγάλματος. Το ενεργεία, η πραγμάτωση δηλαδή του δυνάμει, ταυτίζεται με τη μορφή. Η εντελέχεια είναι η τάση κάθε όντος να φτάσει στην τέλεια κατάστασή του, να επιτελέσει δηλαδή με τον καλύτερο τρόπο το έργο για το οποίο είναι πλασμένο: «η ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια ενός φυσικού σώματος, που έχει τη δυνατότητα της ζωής». (412a 27 – 29).
 
Με άλλα λόγια, η ψυχή είναι η τελειότητα, όπου το σώμα πρέπει να φτάσει μέσα από την εξελικτική του πορεία. «η ψυχή είναι αυτό που ένα συγκεκριμένο σώμα ήταν να είναι». Γιατί κατά τον Αριστοτέλη: «Η ψυχή, επομένως, είναι εντελέχεια ενός τέτοιου σώματος». (412a 21 – 22).
 
Από τη στιγμή που η ψυχή τίθεται ως εντελέχεια του σώματος, δηλαδή ως δυνητική μορφή ενός όντος, αν ολοκληρώσει την εξελικτική του πορεία, αυτό που μένει είναι ότι το σώμα οφείλει να εκπληρώσει τις επιταγές τις ψυχής. Γι’ αυτό το σώμα ταυτίζεται με την ύλη: «γιατί, κάθε πράγματος η εντελέχεια, είναι φυσικό να πραγματώνεται μέσα σε εκείνο που έχει τη δυνατότητα να γίνει αυτό το πράγμα, και μέσα στην κατάλληλη ύλη. Ότι, επομένως, η ψυχή είναι μια ορισμένη εντελέχεια, και μορφή εκείνου που έχει τη δυνατότητα να είναι κάτι συγκεκριμένο, γίνεται φανερό από αυτά που είπαμε». (414a 27 – 30).
 
Γι’ αυτό η ψυχή ταυτίζεται με τη μορφή, ως εντελέχεια της ύλης, ως δηλαδή τελική υπόσταση, που, έστω δυνητικά, οφείλει να δώσει στο σώμα. Κι αυτός είναι ο λόγος που η ψυχή και το σώμα είναι αλληλένδετα, όπως αλληλένδετα είναι το μάρμαρο (ύλη) με το άγαλμα (μορφή).
 
Το σώμα, αποστερούμενο την εντελέχεια της ψυχής δεν έχει νόημα, αφού κάθε πράγμα υφίσταται μονάχα αν μπορεί να εκπληρώσει το έργο για το οποίο είναι πλασμένο (τελεολογία), όπως το κομμένο χέρι δεν είναι χέρι, αφού τελεολογικά αχρηστεύεται, ασχέτως αν εξακολουθούμε να το λέμε χέρι. Με τον ίδιο τρόπο, το αποκομμένο από την ψυχή σώμα, αν θα μπορούσε να ειπωθεί κάτι τέτοιο, είναι άχρηστο καθώς αποκόβεται από τον τελικό του σκοπό, που νοηματοδοτεί την ύπαρξή του.
 
Από την άλλη, μια ψυχή χωρίς σώμα είναι επίσης άχρηστη, αφού στερείται της ύλης που θα οδηγήσει στην εντελέχεια. Είναι σαν να μιλάμε για άγαλμα χωρίς μάρμαρο: «και επειδή η ψυχή είναι πρωταρχικά αυτό με το οποίο ζούμε και αισθανόμαστε και σκεπτόμαστε, το συμπέρασμα είναι πως η ψυχή είναι έννοια και μορφή, και όχι ύλη και το υποκείμενο. Πράγματι, η υπόσταση, όπως είπαμε, έχει τρεις σημασίες: σημαίνει τη μορφή, την ύλη και τελικά τη σύνθεση των δύο. Από αυτά, πάλι, η ύλη είναι μια δυνατότητα, ενώ η μορφή εντελέχεια. Και, επειδή το έμψυχο είναι αυτό που αποτελείται και από τα δύο, δεν είναι το σώμα εντελέχεια της ψυχής, αλλά η ίδια» (η ψυχή εννοείται) «εντελέχεια ενός ορισμένου σώματος. Και, γι’ αυτό, σωστά σκέπτονται, αυτοί που θεωρούν πως ούτε υπάρχει χωρίς το σώμα, ούτε είναι η ψυχή ένα είδος σώματος». (414a 13 – 22).
 
Αποδεχόμενοι ότι η ψυχή, ως εντελέχεια και μορφή, επιδιώκει το θάρρος και την ανδρεία, η γυμναστική είναι η μέθοδος που πλάθει την ύλη (σώμα) σύμφωνα με τις επιταγές που έχουν οριστεί γι’ αυτήν. Είναι δηλαδή ο τρόπος που το «δυνάμει» γίνεται «ενεργεία», που το σώμα θα φτάσει στην ολοκλήρωσή του σύμφωνα με τα παραγγέλματα της ψυχής. Όμως, και πάλι τίθενται όρια, τα οποία, εάν ξεπεραστούν, θα επέλθουν τα αντίθετα αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, όπως το σώμα καταπονείται και τελικά εξασθενεί από την επίπονη άσκηση των αθλητικών επιδόσεων, έτσι και η ψυχή ζημιώνεται, αφού το θάρρος το διαδέχεται η θρασύτητα, ιδίως στην περίπτωση που η επίπονη γυμναστική δε συνοδεύεται από την πνευματική καλλιέργεια.
 
Στο όγδοο βιβλίο των «Πολιτικών» ο Αριστοτέλης εξηγεί: «Εκείνοι πάλι που επιτρέπουν να υποβάλλονται τα παιδιά τους σε αυτές τις σκληρές εκπαιδεύσεις και τα αφήνουν απαιδαγώγητα στα αναγκαία, τα καθιστούν χυδαία, αφού τα κάνουν ικανά σε ένα μόνο έργο/τομέα της πολιτικής και σε αυτό χειρότερα από τους άλλους, όπως δείχνει η λογική». (1338b 32 – 36).
 
Η αγριότητα και η καθημερινή σκληραγωγία όχι μόνο δεν παραπέμπουν στον ελεύθερο άνθρωπο, αλλά περισσότερο τείνουν προς τη βαρβαρότητα: «υπάρχουν πολλά βαρβαρικά έθνη στα οποία διακρίνονται τάσεις ανθρωποκτονίας και ανθρωποφαγίας, όπως οι Αχαιοί και οι Ηνίοχοι γύρω από τον Πόντο, καθώς και άλλα ηπειρωτικά έθνη, όμοια αλλά και χειρότερα από αυτά, τα οποία είναι μεν ληστρικά δε διακρίνονται όμως από ανδρεία». (1338b 19 – 24).
 
Όσο για τους Σπαρτιάτες, που προήγαγαν σε ιδεώδες τη στρατιωτική εκγύμναση και τη σκληραγωγία, ο Αριστοτέλης σχολιάζει: «Επιπλέον γνωρίζουμε ότι οι Σπαρτιάτες όσο αυτοί μόνο υπέβαλλαν τον εαυτό τους σε επίπονες εκπαιδεύσεις, υπερείχαν των άλλων, τώρα όμως υπολείπονται και στους αθλητικούς αγώνες και στους πολέμους. Με άλλα λόγια δεν ήταν ανώτεροι, επειδή εφάρμοζαν στους νέους αυτό τον τρόπο γυμναστικής αγωγής, αλλά επειδή αυτοί μόνο ασκούνταν, ενώ οι άλλοι όχι». (1338b 24 – 29)
 
Τελικώς, το στοιχείο που θα καθορίσει τις ισορροπίες είναι η μεσότητα και, όταν γίνεται λόγος για παιδαγωγικά ζητήματα αυτό που μένει ως ένδειξη μέτρου είναι ο πλουραλισμός. Η αγωγή που εμμένει στην καλλιέργεια μιας μόνο αρετής δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί στην υπερβολή, δηλαδή να αποτύχει. Ο άνθρωπος, ως πολυδιάστατο ον, οφείλει να βρεθεί μπροστά σε όλα τα παιδαγωγικά ερεθίσματα και να καλλιεργήσει όλες τις αρετές της ψυχής: «Και όμως, όπως επαναλάβαμε πολλές φορές, δεν είναι σωστό να κατευθύνουν οι άνθρωποι την αγωγή αποβλέποντας στην άσκηση μίας αρετής ούτε στην άσκηση κυρίως μιας συγκεκριμένης αρετής, διότι, αν επικεντρώσουν τη φροντίδα τους σε αυτή, δε θα κατορθώσουν την επίτευξη ούτε αυτής». (1338b 14 – 17).
 
Ο στόχος της παιδείας είναι η ευγένεια της ψυχής. Το θάρρος και  η ανδρεία προϋποθέτουν αυτή την ευγένεια, αφού η γενναιότητα υφίσταται, μονάχα, όταν τίθεται στην υπηρεσία ενός ανώτερου σκοπού και συνοδεύεται από την επίγνωση του κινδύνου. Η γενναιότητα προϋποθέτει τη συνείδηση. Η άγνοια του κινδύνου ταιριάζει στην αφροσύνη και η έλλειψη ανώτερου σκοπού στη βαρβαρότητα: «Συνεπώς είναι σωστό να πρωταγωνιστεί το ευγενές και όχι το θηριώδες, καθώς ούτε ο λύκος ούτε κανένα άλλο θηρίο μπορεί να ριψοκινδυνεύσει για κάποιον ανώτερο σκοπό παρά μόνο ο ευγενής άνθρωπος». (1338b 29 – 32).
 
Επιπλέον, όταν η εκπαίδευση εστιάζει στην πνευματική εξάσκηση  είναι καλό να χαλαρώνει τη σωματική και το αντίστροφο, αφού η εντατικοποίηση και στους δύο τομείς συγχρόνως κρίνεται ζημιογόνα: «δεν ενδείκνυται να καταπονούνται συγχρόνως και το πνεύμα και το σώμα, καθώς το κάθε είδος άσκησης αντίστοιχα από μόνο του καταπονεί το αντίθετό του, δηλαδή ο σωματικός κόπος ταλαιπωρεί το πνεύμα και ο πνευματικός κόπος το σώμα». (1339a 7 – 10).
 
Αυτό που μένει είναι οι τελικές συστάσεις του Αριστοτέλη για τη σωστή εκγύμναση των νέων, η οποία οφείλει να συνδέεται άρρηκτα με την ηλικία τους: «ως την εφηβική ηλικία χρειάζεται να δίνονται ελαφρότερες γυμναστικές ασκήσεις, να αποφεύγονται η αυστηρή δίαιτα και ο εξαναγκασμός σε επίπονες ασκήσεις, για να μην εμποδίζεται καθόλου η φυσιολογική ανάπτυξη του σώματος. Όταν περάσουν τρία χρόνια από την αρχή της εφηβείας, τότε μαζί με τα άλλα μαθήματα είναι ο κατάλληλος χρόνος να επιδίδονται οι νέοι σε επίπονες ασκήσεις και σε αναγκαστική δίαιτα». (1338b 40 – 43, 1339a 4 – 7).
 
Θα έλεγε κανείς πως η διευκρίνιση ότι η αναγκαστική δίαιτα και οι επίπονες ασκήσεις πρέπει να γίνουν τρία χρόνια μετά την εφηβεία παραπέμπει περισσότερο σε στρατιωτική προετοιμασία, που αναγκαστικά εμπεριέχει την αυστηρή εκγύμναση. Υπό αυτό τον όρο, δε θα ήταν υπερβολή να γίνει λόγος και για την πειθαρχία και την αυτοσυγκράτηση ως αρετές της ψυχής. Όμως, κι αυτή η συνθήκη, όσο κι αν τίθεται ως κάτι αναγκαίο, είναι συνυφασμένη με την παροδικότητα.
 
Ο Αριστοτέλης δεν ασπάζεται το σπαρτιατικό μοντέλο της διαρκούς πολεμικής προετοιμασίας, γιατί, εν τέλει, τείνει στο θηριώδες: «οι Σπαρτιάτες από την άλλη καθιστούν θηριώδη τα παιδιά τους με τις επίπονες ασκήσεις, γιατί κατά τη γνώμη τους έτσι ενισχύεται πάρα πολύ η ανδρεία τους». (1338b 12 – 14). Όμως το θηριώδες δε συνάδει με την ευγένεια. Κατά συνέπεια δε θα μπορούσε να εκπληρώνει το ιδεώδες του ελεύθερου ανθρώπου.
 
Αριστοτέλης: Πολιτικά», Περί Ψυχής

Σάββατο 16 Ιουνίου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας (182-202)

ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


ΕΤ. ὑμᾶς ἐρωτῶ, θρέμματ᾽ οὐκ ἀνασχετά,
ἦ ταῦτ᾽ ἀρωγὰ καὶ πόλει σωτήρια,
στρατῷ τε θάρσος τῷδε πυργηρουμένῳ,
185 βρέτη πεσούσας πρὸς πολισσούχων θεῶν
αὔειν, λακάζειν, σωφρόνων μισήματα;
μήτ᾽ ἐν κακοῖσι μήτ᾽ ἐν εὐεστοῖ φίλῃ
ξύνοικος εἴην τῷ γυναικείῳ γένει.
κρατοῦσα μὲν γὰρ οὐχ ὁμιλητὸν θράσος,
190 δείσασα δ᾽ οἴκῳ καὶ πόλει πλέον κακόν.
καὶ νῦν πολίταις τάσδε διαδρόμους φυγὰς
θεῖσαι διερροθήσατ᾽ ἄψυχον κάκην·
τὰ τῶν θύραθεν δ᾽ ὡς ἄριστ᾽ ὀφέλλετε,
αὐτοὶ δ᾽ ὑπ᾽ αὐτῶν ἔνδοθεν πορθούμεθα.
195 τοιαῦτά τἂν γυναιξὶ συνναίων ἔχοις.
κεἰ μή τις ἀρχῆς τῆς ἐμῆς ἀκούσεται,
ἀνὴρ γυνή τε χὤ τι τῶν μεταίχμιον,
ψῆφος κατ᾽ αὐτῶν ὀλεθρία βουλεύσεται,
λευστῆρα δήμου δ᾽ οὔ τι μὴ φύγῃ μόρον.
200 μέλει γὰρ ἀνδρί—μὴ γυνὴ βουλευέτω—
τἄξωθεν· ἔνδον δ᾽ οὖσα μὴ βλάβην τίθει.
ἤκουσας, ἢ οὐκ ἤκουσας; ἢ κωφῇ λέγω;

***
ΕΤΕΟΚΛΗΣ
Εσάς ρωτώ, ανυπόφερτα πλάσματα, — μα είναι
καλά πράματ᾽ αυτά για να σωθεί μια πόλη
και δώσουν θάρρος σε λαό πολιορκημένο,
να πέφτετε μπρος στων θεών τ᾽ αγάλματα έτσι
με τ᾽ άγρια αυτά ξεφωνητά και τις στριγγιές σας,
που κάνουνε σε γνωστικούς ανθρώπους φρίκη;
Α! και στις συμφορές και στη γλυκιά ευτυχία
να ᾽διν᾽ ο Θεός και να ᾽λειπε από με η γυναίκα!
γιατί αν της έρθουνε δεξιά, και ποιός την πιάνει
στην έπαρσή της! μ᾽ αν την κυριεύσει ο φόβος,
190 τότε είναι που είναι μια πληγή για τους δικούς της.
Σαν τώρα εσείς μ᾽ αυτά τα ξώφρενα τρεχιά σας
δεξά ζερβά δειλία κακόψυχη σκορπάτε
μες στο στρατό μας, κι έτσ᾽ οι εχθροί, πὄχομ᾽ απόξω,
βρίσκουνε μια χαρά το πιο μεγάλο κέρδος,
ενώ εμείς μέσα φτείρομε τους εαυτούς μας.
Νά τί κερδίζει όταν κανείς ζει με γυναίκες.
Μα όποιος την προσταγή μου, τώρα, δεν ακούσει,
άντρας, γυναίκα, ή ό,τι κι άλλο πάει να ᾽ναι,
απόφαση θανατική τον περιμένει,
κι από τις πέτρες του λαού δε θα ξεφύγει.
200 Έχει έγνοια ο άντρας, η γυναίκα ας μη φροντίζει
για τα όξω· μεσ᾽ ας κάθεται, χωρίς να βλάφτει.
Τ᾽ ακούς, ή δεν τ᾽ ακούς, ή σε κουφή τα λέω;

Ίων Δραγούμης: Περασμένα και μελλόμενα. Η προγονομανία

Το κείμενο που δημοσιεύουμε στη συνέχεια -με λίγες αλλαγές στην ορθογραφία- είναι από ένα μικρό βιβλιαράκι με τίτλο «Ελληνικός πολιτισμός» που κυκλοφόρησε στα 1913 από το περιοδικό «Γράμματα». Ο Δραγούμης υπογράφει με το ψευδώνυμο «Ίδας».
 
Διαβαίνοντας κάτω από την Ακρόπολη, μιά μέρα Σεπτεμβριανή ηλιολουσμένη και δροσερή, στοχάστηκα πως καθάριοι από κάθε περασμένο πράμα και λυτρωμένοι από κάθε θύμηση πολύχρονης ιστορίας και από κάθε πίεση ξένου σύγχρονου πολιτισμού, έπρεπε οι Έλληνες να ρίχνονται στη ζωή, λαφρύτατοι, ελεύτεροι, και να την πλάθουν όπως τη θέλουν αυτοί. Μα που είναι το; Μια παιδεία τέτοια φαντάστηκα, που οι Έλληνες θα ξεσκολνούσαν ζωντανά πλάσματα και τίποτε άλλο, χωρίς ιερή ιστορία, χωρίς ιστορία, χωρίς θρησκεία καθιερωμένη καμία, χωρίς την παραμικρή θύμηση περασμένου καιρού η πολιτισμού που να τους βαραίνει, παρά μόνο μ’ ένα πλούσιο θρησκευτικό αίσθημα ζουμερό, που θα τους αποκάλυπτε όλες τις ομορφιές της ζωής, τότε θα ήταν φρέσκοι οι Έλληνες και νέοι και δροσεροί και άφοβοι και μελλοντικοί. Δε θα τους έδενε τίποτα με τα περασμένα γιατί δε θα γνώριζαν τους δεσμούς τους μ’ αυτά για να νοιώθουν το βάρος των δεσμών τους. Θα είχαν λησμονησιά.
 
Μα αυτά είναι αδύνατα. Και μνημονικό έχει ο άνθρωπος που τον συνεδένει με τους αλλοτινούς ανθρώπους και του θυμίζει τα περασμένα πράματα, και άθελα του κληρονομά την ψυχή των αποθαμένων είτε το ξέρει είτε όχι, και γύρω του ολοένα γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν άνθρωποι κάθε ηλικίας και κάθε γένους και κάθε φυλής που τον επηρεάζουν ή τους επηρεάζει, έτσι που ενώ λέγω έξαφνα πως τούτη την ώρα το έθνος μου βαστά δέκα εκατομμύρια άτομα στη μάντρα του και η γη δυο δισεκατομμύρια, τα δέκα αυτά εκατομμύρια και τα δισεκατομμύρια της γης είναι κινητά και όχι ακίνητα, είναι άγνωστα και όχι γνωστά, νοιώθω μονάχα το βάρος τους απάνω μου ή τη δύναμη μου σ’ αυτά επάνω, χωρίς να τα ξεχωρίζω ένα ένα, είναι μπλεμένα με χίλιους μύριους δεσμούς αναμεταξύ τους και μαζί μου και μπορεί μίαν άλλη ώρα της ζωής μου να είναι περισσότερα ή λιγότερα μα στο διάστημα της ζωής μου είναι άπειρα και ατέλειωτα όπως ανεξάντλητα είναι και τα ρεύματα που με ενώνουν ή με χωρίζουν απ’ αυτά και αναμεταξύ τους. Και δεν παύουν να ζουν με το θάνατο μου. Γιατί ο άνθρωπος δεν είναι πλάσμα ξεμοναχιασμένο, ξεκρέμαστο, ουρανοκατέβατο και άτομο, παρά μόνο κύτταρο της ζωντανής μάζας της ανθρωποσύνης, δεμένο με αναρίθμητα νήματα κατά κάθε διεύθυνση και προς τα περασμένα και προς τα ερχόμενα, πιεζόμενο από δω, σκουντιούμενο από κει και ορίζοντας αλλού. Και αυτό το κάθε κύτταρο της ανθρωποσύνης έχει μέσα του μια πνοή, όμοια και ως τόσο ξεχωριστή από τα άλλα, την αρχική πνοή που πήρε από τους γεννήτορες του σα γεννήθηκε, που θέλει και αυτή να απλωθεί και να κυριαρχήσει απάνω στα άλλα, και που θα τη μεταδώσει στα παιδιά του.
 
Να θυμάται τα περασμένα ή να τα λησμονεί; Είτε τα θυμάται, είτε δεν τα θυμάται, τα έχει μέσα του, κληρονομημένα, και αυτά τον ορίζουν. Γι’ αυτό λεν πως οι πεθαμένοι μας κυβερνούν. Και οι πεθαμένοι είναι οι «πλείονες», και μεις οι λιγότεροι ανάγκη πάσα να υποχωρούμε στην πίεση των περισσότερων αφού κιόλα απ’ αυτούς πήραμε την πνοή της ζωής. Μα τάχα γεννηθήκαμε για να κάνουμε και να ξανακάνουμε τα ίδια σαν τους πεθαμένους; Δεν υπάρχει ελεύτερη βούληση; Στον κύκλο περιορισμένοι που μας όρισαν οι αποθαμένοι μας και αναγνωρίζοντας τους δεσμούς μας όλους και ξεχάνοντάς τους έπειτα, γινόμαστε ελεύτεροι να κουνηθούμε και να κάνουμε πράξες, αδιάφορο αν κάθε μας κίνηση και κάθε πράξη μας θα μοιάζει με των προγόνων μας χωρίς να είναι ολότελα όμοιες και ισοδύναμες. Η θύμηση των περασμένων μας κάνει διαφορετικούς από τους προγόνους μας, το μνημονικό είναι η αρχή και το τέλος του ανθρωπισμού, αυτό φτιάνει τη συνείδηση, και η συνείδηση μας αλλάζει έπειτα. Μα δε γερνάει ο άνθρωπος με τη συνείδηση; Η σπίθα της ζωής η αρχική που έλαβε όταν τον πιάστηκε η μάννα του και τον εγέννησε, καίει και φωτοβολεί μέσα του και τον προστάζει να εξακολουθήσει το δρόμο της ζωής και να ξεχάσει τα περασμένα. Σημάδι της ζωντανάδας του είναι και η αλησμονιά των περασμένων. Έτσι δε γερνάει ο άνθρωπος γιατί διαδέχεται τη συνείδηση η λησμονιά και ξανανιώνει. Με το να θυμάται και να ξεχνά διαδοχικά, βαστιέται σε μιά λυγερή ισορροπία που τον γονιμοποιεί και τον ετοιμάζει να ποθήσει τα ερχόμενα και να τα δημιουργήσει.
 
Στο ρίζωμα του Ελικώνα στη σημερνή Λεβαδιά κοντά, είναι μιά μεγαλόπρεπη ρεματιά με ψηλούς πέτρινους απότομους βουνίσιους όχτους που τα νερά της αναβρύζουν από δυο πηγές μέσα σε βράχινες σπηλιές. Η μία ονομάζεται πηγή της Λήθης, η άλλη λέγεται της Μνημοσύνης. Μου φαίνεται πως η επιβλητική αυτή τοποθεσία εβίασε τους αρχαίους Έλληνες να σταματήσουν εκεί δα πέρα για να στοχαστούν την τύχη του ανθρώπου και να συμπεράνουν πως μήτε να θυμάται παντοτινά μπορεί και πρέπει, μήτε να ξεχνά παντοτινά. Και το βαθύν αυτό στοχασμό τους τον εσυμβόλισαν με τις αναβρυστικές πηγές.
 
Για τα έθνη θύμηση είναι η παράδοση που όταν καταντά ολότελα συνειδητή λέγεται ιστορία. Και λησμονιά είναι η ορμή της δημιουργίας. Συντηρητικό στοιχείο είναι η παράδοση και προοδευτικό η δημιουργία. Όπως στα άτομα το μνημονικό πλάθει και διατηρεί το εγώ τους, έτσι και στα έθνη η παράδοση. Χωρίς αυτήν δε θα ήξεραν τον εαυτό τους, δε θα τον αναγνώριζαν, δε θα ένοιωθαν πως είναι ένα και όμοιο με τα περασμένα και θα ήταν σα χαμένα. Η παράδοση είναι ο σύνδεσμος των ατόμων μιας φυλής, τωρινών και περασμένων που τα κάνει έθνος. Ιστορία είναι η συνείδηση του συνδέσμου αυτού. Ορμή δημιουργίας είναι ο σύνδεσμος των τώρα ζωντανών ανόμων του έθνους με τα ερχόμενα, είναι η λησμονιά των περασμένων, είναι ο καημός των μελλόμενων. Κανείς ας μην αναθεματίζει τη συντηρητικότητα. Κανείς ας μην περιφρονεί την προοδευτικότητα. Για ένα έθνος και τα δύο στοιχεία είναι απαραίτητα. Κάθε στιγμή της ζωής του θα κοιτάζει λυγίζοντας και προς τα πίσω και προς τα εμπρός και προς τα περασμένα που είναι δικά του και προς τα μελλόμενα που και αυτά δικά του θα είναι. Δύναμη και συστατικό στοιχείο του έθνους η παράδοση, δύναμη και συστατικό του και η δημιουργία. Συνταιριάζοντας τες όπως ξέρει θα ζήσει όπως μπορεί. Αν η παράδοση ρίζωσε υπερβολικά δυνατή μέσα του θα το εμποδίσει να ζήσει φυσιολογικά θα το καταντήσει ξερό, αλύγιστο και δυσκολοκίνητο, ανίκανο να προσαρμοστεί με τις ανάγκες που αλλάζουν ολοένα, και τότε θα γίνει αναπόφευγο, όχι να την αρνηθεί ολότελα, παρά να τη χτυπησει ως που να ξεδεθεί απ’ αυτήν όσο χρειάζεται για να ποθήσει τα ερχόμενα.
 
Όσο για την ορμή της δημιουργίας δεν είναι ποτέ υπερβολική αλλά δε μπορεί να μη στηρίζεται κάπως στην παράδοση, αλλιώς ξοδεύεται μάταια, ξεφτά και καταστρέφεται ο πολύτιμος οργανισμός που λέγεται έθνος, και η δύναμη της δημιουργίας πάει χαμένη για πάντα. Τη λυγερή ισορροπία μεταξύ παράδοση και δημιουργία, συντηρητικότητα και προοδευτικότητα πρέπει να τη βρει το έθνος και τότε θα ζήσει στα γεμάτα, ζωή πλούσια και ακέρια.
 
Καλοκαθισμένοι και καλοριζωμένοι στα περασμένα, ο άνθρωπος και τα έθνη θα ποθήσουν φυσιολογικά και θα δημιουργήσουν τα μελλόμενα.
 
Βρέθηκαν μερικοί νέοι στον καιρό μας, και μάλιστα ξενοσπουδασμένοι να πουν πως η παράδοση είναι πρόληψη και πρέπει να χτυπηθεί γιατί και στην Ευρώπη πολεμιούνται τώρα οι πρόληψες. Η επιστημονική τους μόρφωση δεν τους επιτρέπει να παραδέχονται τέτοια παλιωμένα πράματα. Αυτοί είναι οι άνθρωποι των νέων ιδεών και οι νέες ιδέες πρέπει αναγκαστικά να διαφέρουν ολότελα από τις παλιές. Όπου οι παλιές ιδέες βεβαιώνουν «άσπρο», οι νέες πρέπει να βεβαιώνουν «μαύρο». Μα οι νέοι αυτοί είναι πάρα πολύ νέοι ακόμη, φαίνεται, και κοντά στα άλλα σκοτισμένοι από την ξένη μάθηση. Ο επαναστατικός τους οργασμός που θέλει βιαστικά να φανερωθεί και μαγνητίζεται από τα ξένα παραδείγματα, δεν τους άφησε να στοχαστούν πως εκείνα που σ’ έναν τόπο μπορεί να είναι πρόληψες ή παλιές συνήθειες εγχώριες που εμποδίζουν την προκοπή του και φυσικά χτυπιούνται από μιά νεότερη γενεά που αντιδρά στην παλιότερη από την ορμή της προς τη δημιουργία, σ’ άλλον τόπο δεν είναι πρόληψες και δεν πρέπει να χτυπηθούν γιατί αν χτυπηθούν δε μένει πιά τίποτε όρθιο. Αυτό το ισοπέδωμα όλων των τόπων, όλων των ανθρώπων και όλων των ιδεών, δεν είναι βέβαια επιστημονικό. Εμείς αν χτυπήσουμε, ας πούμε, τη δημοτική μας παράδοση, δεν ξέρω τι θα μείνει πιά δικό μας, δε θα είμαστε πιά τίποτε γιατί παραγνωρίζουμε και χτυπούμε το μόνο θησαυρό μας, το εγώ μας. Μπορεί σε μας κάτι άλλο να πρέπει να χτυπηθεί, μα δεν τους άφησε η βιασύνη τους και η «επιστημονική τους μόρφωση να καλοξετάσουν την κατάσταση μας και να ξεχωρίσουν εκείνα που χρειάζονται ξεχώρισμα. Δεν μπόρεσαν να ξεδιαλύνουν τι σε μας πρέπει να χτυπηθεί και τι να καλλιεργηθεί και να δυναμώσει, ποιο μέρος του εαυτού μας είναι χαλασμένο και ποιο γερό, ποιο ξερό και ποιο χλωρό, ποιο σάπιο και ποιο ζωντανό.
 
Η προγονολατρεία που όλα τα σημαντικά έθνη τα βοήθησε να μεγαλουργήσουν είναι η θύμηση των προγόνων. Άμα όμως καταντήσει μανία παραλεί τα έθνη και ανάγκη πάσα να χτυπηθεί η υπερβολή της. Οι αποθαμένοι κυβερνούν βέβαια τους ζωντανούς όχι όμως και όσο να τους πνίξουν, αυτή δεν ήταν η θέληση τους ούτε ο σκοπός τους. Αυτοί μας έδωσαν τη ζωή όχι βέβαια για να την εκμηδενίσουν. Κάποιοι δημοτικιστές συνηθίζουν να μεταχειρίζονται τη λέξη «προγονοπληξία» (θα έλεγα καλύτερα «προγονομανία») για να δηλώσουν τον ψευτοκλασικισμό των δασκάλων που δε βλέπουν και δε διδάχνουν παρά την αρχαία Ελλάδα και που απ’ τους Αττικούς ή το πολύ από τον Αλέξαντρο και δώθε δε διακρίνουν, σαν τυφλοί που είναι, τη ζωή του έθνους ούτε τη λογαριάζουν. Γι’ αυτούς οι αρχαίοι έχουν βρικολακιάσει και τους παρουσιάζονται στον ύπνο και στο ξύπνο. Από την ξεραΐλα του μυαλού τους προσκολλήθηκαν στο γράμμα και όχι στο πνεύμα του αρχαίου πολιτισμού και προσπαθούν να μας παρουσιάζουν το γράμμα σαν είδωλο, για προσκύνημα και μίμηση. Μα κάθε είδωλο είναι περιττό και κάθε μίμηση ολέθρια. Μερικοί άλλοι όμως, κοντόφθαλμοι από θετικισμό, παρανόησαν τη λέξη «προγονοπληξία» και θάρρεψαν πως πρέπει και είναι στο χέρι τους να σκοτώσουν τους προγόνους που είναι τάχα πρόληψη, και πως κατέβηκαν στη γη ξεκρέμαστοι, σα λαμπερά μετέωρα, και δεν είναι απ’ αυτούς άλλοι στον κόσμο. Ανάθεμα λοιπόν στους προγόνους!
 
Το να νοιώθεις την καταγωγή σου, τη συνέχεια του εθνικού εγώ σου, την ιστορία που σου κάνει συνειδητό όσο και να είναι το πέρασμα του έθνους σου μέσα στους αιώνες, τη γειτονιά σου με το εικοσιένα, με την τουρκοκρατία, με το βυζαντινό πολιτισμό, με τα έθιμα των πατέρων σου, με την σκέψη τους, με το κράτος τους, δεν είναι «προγονοπληξία» είναι απλή και καλή «προγονολατρεία», θύμηση των περασμένων, γνωρισμός με τον εαυτό σου. Και αυτή η προγονολατρεία πρέπει να βρίσκεται, είναι η παράδοση η χρήσιμη.
 
Από τις δυο παράδοσες που μας κληροδότησε ο βυζαντινός πολιτισμός, τη σχολαστική λογιώτατη και τη λαϊκή δημοτική, η μία πρέπει να ξεχωριστεί από την άλλη, η μια για να πολεμηθεί αλύπητα γιατί παραλεί κάθε ζωντανάδα, ξεραίνει κάθε ζουμερότητα του έθνους, σκοτώνει κάθε ορμή δημιουργίας και δυναμώνει κιόλα κατά παράδοξο τρόπο την αρχαιοντυμένη ξενολατρεία, η άλλη απαραίτητο να καλλιεργηθεί γιατί είναι η γνήσια πηγή της ζωής του σημερινού έθνους. Η διαφορά της μιας από την άλλη μπορεί να συμβολιστεί έτσι. Η λογιώτατη παράδοση σου μαθαίνει, με την κλασική μόρφωση με βιβλία και σκολειά και δασκάλους σαν κάτι ξένο από σένα, τι ήταν τον αρχαίο καιρό αι Νηρηίδες και ο Χάρων. Η δημοτική παράδοση σου μαθαίνει, στοματικά από πατέρα ή μητέρα σε γιο ή κόρη, τις Νεράιδες και το Χάρο, τα δικά μας γνώριμα πρόσωπα. Λοιπόν χοντρικά δεν ταιριάζει να πολεμιέται η παράδοση, έθνος χωρίς παράδοση δεν υπάρχει, και μεις οι ίδιοι οι ζωντανοί, παράδοση δημιουργούμε κάθε μέρα για τα ερχόμενα τα χρόνια και για τις νεότερες γενεές με τις πράξες μας και με τη σκέψη μας, αλλά να ξεχωρίζουμε τι είναι για χτύπημα και τί όχι μόνο δεν είναι, παρά και να γνωριστεί τελειότερα πρέπει και να δουλευτεί για να ανθοβολήσει. Και οι δυο είναι παράδοσες, μα η μια είναι εξωτερική και θρόνιασε στην ψυχή των γραμματισμένων και μονάχα ξέβαψε απάνω στο λαό. ενώ η άλλη είναι εσωτερική, φωλιάζει στην τύχη του λαού, είναι αυτή η ίδια η ψυχή του έθνους και ανεβαίνει από το λαό προς μιά νέα τάξη γραμματισμένων που τώρα και λίγα χρονιά άρχισε να σχηματίζεται. Ίσως να ήταν ανάγκη να περάσει το έθνος μιά φορά από την επίδραση της λογιώτατης παράδοσης που μπορεί και να του χρησίμεψε κάποτε, μα τώρα που η ανάγκη αυτή πέρασε, μας είναι πιά και περιττή και βλαβερή.
 
Βγήκαν μερικοί, και δημοτικιστές ακόμα και είπαν πως οι τελευταίοι πόλεμοι και η νίκη μας δείχνει πως δε μας έβλαψε ο λογιωτατισμός ή και πως σ’ αυτόν χρωστούμε τη νίκη. Μα γιατί να μη στοχαστούν πόσο μεγαλύτερη θα ήταν η νίκη αν δεν ύπαρχε λογιωτατισμός; Δεν μπορούσε τάχα να ήταν τελειότερη η νίκη; Και δεν είναι δυνατό άραγε να εμπόδισε την τελειότητα το βάρος του λογιωτατισμού που μας επλάκωνε και αλυσσόδενε τη σκέψη μας, των περισσότερων, δηλαδή των περισσότερων από κείνους που διοικούσαν;
 
Επειδή τα έθνη από μιά διανοητική ολιγαρχία κυβερνιούνται, η σημερνή τάξη των γραμματισμένων, των θρεμμένων με τη σχολαστική παράδοση, θα χτυπηθεί, και σιγά σιγά τη θέση της θα την παίρνει η καινούρια τάξη των μορφωμένων ή διανοητικών ανθρώπων που αυτοί θα είναι θρεμμένοι με τη δημοτική παράδοση. Η νέα αυτή ολιγαρχία των διανοητικών θα διαφεντέψει το έθνος με το να κάμει συνειδητή σ’ όλες τις άλλες τάξες του την ίδια του την ψυχή και να τη συνεχίσει και να τη δυναμώσει πλάθοντας καινούρια παράδοση. Αυτή θα είναι η αριστοκρατία του έθνους.

Να φτάσεις στην κορυφή για τη θέα, όχι για να σε δουν

Δύο άτομα βρέθηκαν σε μια ίδια διαδρομή, που οδηγεί στην κορυφή του βουνού. Ο στόχος και των δύο είναι, φυσικά, να φτάσουν στο πιο υψηλό σημείο, όμως, έχουν μια βασική διαφορά: Ο Α θέλει να φτάσει στην κορυφή για να τον δουν κι ο Β απλώς επειδή θέλει να δει κι αυτό το σημείο της διαδρομής, στην οποία βρέθηκε.

Η κορυφή για τον Α, λοιπόν, είναι ο μοναδικός στόχος κι ο δρόμος στον οποίο μπήκε είναι απλώς το μέσο για να φτάσει σ’ αυτήν. Για τον Β, όμως, ο σκοπός είναι μεταξύ άλλων και η κορυφή, καθώς είναι σημαντικότερο το γεγονός πως στάθηκε τυχερός και μπήκε στο δρόμο που ήθελε πιο πολύ απ’ όλους ν’ ακολουθήσει απ’ το αν θα καταφέρει να δει το τέρμα του.

Βλέπουμε, λοιπόν, πως η δύναμη που κινεί τον Α είναι η φιλοδοξία, ενώ τον Β η καθαρή αγάπη για τη διαδρομή του. Παρ’ όλο, όμως, που το κίνητρο του Β είναι πιο ουσιαστικό, ωστόσο η φιλοδοξία δεν είναι ένα ευκαταφρόνητο κίνητρο, καθώς μπορεί να φέρει τον Α ακόμη και πολύ πιο μπροστά απ’ τον Β.

Αν έχουμε τα χαρακτηριστικά του Β ατόμου, τότε η άσκηση του επαγγέλματος που αγαπάμε έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ την αναγνώριση. Έτσι, είναι πολύ πιθανόν να εφησυχαστούμε απλώς και μόνο επειδή βρεθήκαμε στο σωστό δρόμο και να μην προσπαθήσουμε να υπερβούμε τον εαυτό μας, προκειμένου να φτάσουμε στην κορυφή του. Τότε, όμως, για το άτομο που κινείται από φιλοδοξία δε θα είναι αρκετή η ενασχόλησή του με το ίδιο επάγγελμα κι έτσι θα έχει περισσότερη διάθεση να φτάσει στο πιο υψηλό σημείο του.

Όταν καταπιανόμαστε μ’ αυτό για το οποίο γεννηθήκαμε, κάθε ίχνος αμφισβήτησης είναι ικανό να μας πλήξει ψυχικά. Έτσι, μπορεί να πάρουμε κατάκαρδα όλες τις απογοητεύσεις που ενδεχομένως να συναντήσουμε στο δρόμο μας και να επιβραδύνουμε την πορεία μας για την κορυφή. Τα άτομα με τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου Α, όμως, δε θα υφίστανται την ίδια ψυχική κούραση, εφόσον η αμφισβήτηση που θα δέχονται θ’ απευθύνεται απλώς στο μέσον που χρησιμοποιούν για ν’ αναδειχθούν και δε θα μπορεί, δηλαδή, να τους συγκινήσει και ν’ ανακόψει το δρόμο τους.

Προχωρώντας στη διαδρομή με τα χαρακτηριστικά του ανθρώπου Β, δε θα μπορούμε παρά να αισθανόμαστε ευγνωμοσύνη, που καταφέραμε να βρεθούμε στο δρόμο όπου ανήκουμε. Έτσι, θα σεβόμαστε τη διαδρομή μας και θα είναι αδύνατον να προβούμε σε οποιανδήποτε πράξη που θα την ευτελίζει, προκειμένου να επισπεύσουμε την άνοδό μας. Τα άτομα Α, απ’ την άλλη, προκειμένου να πετύχουν το στόχο τους κι αδιαφορώντας για το δρόμο που θα τους οδηγήσει σ’ αυτόν, είναι ικανά σε πολλές περιπτώσεις να βάλουν τρικλοποδιές, ή να κόψουν ακόμη και δρόμο, για να φτάσουν πρώτα στην κορυφή του βουνού.

Έτσι, λοιπόν, τα άτομα Α και Β θα προχωρούν στον ίδιο δρόμο, με διαφορετικά, όμως, κίνητρα. Και, παρ’ όλο που ο Β θα είναι γεννημένος για ν’ ακολουθήσει αυτή τη διαδρομή, ωστόσο το άτομο Α είναι πολύ πιθανόν να τον ξεπεράσει και να φτάσει υψηλότερα, καθώς η φιλοδοξία του είναι ένα ισχυρό κίνητρο, που δε θ’ αφήνει τίποτα να τον αποθαρρύνει και να τον εξαντλεί.

Φρ. Νίτσε: Τι Διατηρεί Το Είδος

«Κάθε μεγάλος άντρας σπρώχνεται,
μαρτυρεί ίσαμε που διπλώνεται
μέσα στη μοναξιά του
 
Τα δυνατά και πονηρά μυαλά είναι εκείνα που επέφεραν τη μεγαλύτερη πρόοδο στην ανθρωπότητα. Αυτά συνεχώς ξανάναβαν τα πάθη που κόντευαν να αποκοιμη­θούν -γιατί έτσι συμβαίνει, κάθε εξημερωμένη κοινωνία τα αποκοιμίζει-, αυτά λοιπόν συνεχώς ξυπνούσαν το συγκριτικό και το αντιρρητικό πνεύμα, υποδαύλιζαν την αγάπη για το καινούριο, το διακινδυνευμένο, το αδοκίμαστο. Ανάγκαζαν τον άνθρωπο να φέρνει αντιρρήσεις, και να μη δέχεται τις γνώμες των άλλων, αλλά να λέει τις δικές του και να τις υπερασπίζεται μάλιστα. Έδωσαν δύναμη στον άνθρωπο να αντιτάξει τα ιδανικά σ’ άλλα ιδανικά.
 
Τις περισσότερες φορές με το όπλο στο χέρι, ανατρέποντας τα σύμβολα, βιάζοντας τις θρησκευτικές ευλάβειες, αλλά, και ιδρύοντας νέες θρησκείες, δημιουργώντας νέες ηθικές!
 
Αυτή η «κακία» που τη βρίσκουμε σε κάθε προφέσορα νεωτερισμού, σε κάθε διαλαλητή καινούριων πραγμάτων, είναι η ίδια «κακία» που υποβιβάζει τον κατακτητή, παρόλο που διατυπώνεται με λεπτότερο τρόπο και δεν βάζουν σε κίνηση αμέσως τον νου -και με αυτό, άλλωστε, τον υποβιβάζει λιγότερο-. Όπως και να είναι, το καθετί καινούριο είναι το κακό, αφού αυτό είναι που επιζητά να κατακτήσει, να ανατρέψει τα ορόσημα, να ρίξει κάτω τις παλιές λατρείες. Καλό είναι μονάχα το παλιό!
 
Κάθε εποχή έχει τους καλούς ανθρώπους, τους ανθρώπους εκείνους που φυτεύουν βαθιά στην καρδιά τους τις παλιές ιδέες για να τις κάνουν να καρπίσουν, και είναι οι καλοί αυτοί άνθρωποι οι καλλιεργητές του πνεύματος. Αλλά κάθε χωράφι στο τέλος εξασθενεί, και πρέπει πάντα να ξανάρχεται το αλέτρι του κακού.
 
Σήμερα στην Αγγλία υπάρχει μια θεωρία της ηθικής, μια εσφαλμένη θεωρία που διδάσκει πως το «καλό» και τo «κακό» εκφράζουν ένα σύνολο από εμπειρίες του «ευνοϊ­κού» και του «δυσμενούς», ακόμα διδάσκει πως ονομά­ζουμε «καλό» ό,τι διατηρεί το είδος και «κακό» ό,τι βλά­πτει αυτό.
 
Στην πραγματικότητα όμως, τα κακά ένστικτα είναι ισάξια ωφέλιμα και ισάξια χρήσιμα για τη διατήρηση του είδους, ισάξια και απαραίτητα με τα καλά: η μόνη τους διαφορά βρίσκεται στη λειτουργία τους.
 
Friedrich Nietzsche: "Η θεωρία του σκοπού της ζωής"

Το ανθρώπινο γονιδίωμα είναι το σενάριο της ζωής μας

Το ανθρώπινο σώμα είναι εξαιρετικά πολύπλοκο. Οι παραδοσιακοί βιολόγοι επικεντρώθηκαν σε ένα μικρό κομμάτι και προσπάθησαν να το καταλάβουν λεπτομερώς. Αυτή η βασική προσέγγιση δεν άλλαξε στην πορεία της μοριακής βιολογίας.

Οι επιστήμονες στο μεγαλύτερο μέρος τους εξακολουθούν να ειδικεύονται σε ένα γονίδιο ή στα γονίδια που εμπλέκονται σε μια βιοχημική οδό. Αλλά τα μέρη οποιουδήποτε μηχανήματος δεν λειτουργούν ανεξάρτητα.

Αν έπρεπε να μελετήσω το καρμπυρατέρ της μηχανής του αυτοκινήτου μου, ακόμα και με εξαιρετικές λεπτομέρειες, δεν θα είχα ιδέα για τη συνολική λειτουργία του κινητήρα, πολύ λιγότερο για ολόκληρο το αυτοκίνητο. Για να καταλάβω τι κάνει ο κινητήρας και πώς λειτουργεί, θα έπρεπε να μελετήσω το όλο θέμα – θα έπρεπε να τοποθετήσω το καρμπυρατέρ σε συνάφεια, όπου αυτό θα αποτελούσε ένα λειτουργικό μέρος μεταξύ πολλών.

Το ίδιο ισχύει για τα γονίδια. Για να κατανοήσουμε τις γενετικές διεργασίες που στηρίζουν τη ζωή, χρειαζόμαστε περισσότερο από μια λεπτομερή γνώση συγκεκριμένων γονιδίων ή διεργασιών. Πρέπει να τοποθετήσουμε αυτή τη γνώση στο πλαίσιο ολόκληρου του συστήματος – του γονιδιώματος.

Το γονιδίωμα είναι το σύνολο των γενετικών εντολών στο πυρήνα κάθε κυττάρου. Στην πραγματικότητα, κάθε κύτταρο περιέχει δύο γονιδιώματα, ένα από κάθε γονέα: τα δύο αντίγραφα κάθε χρωμοσώματος που κληρονομούμε, μας παρέχουν δύο αντίγραφα από κάθε γονίδιο και, κατά συνέπεια, δύο αντίγραφα του γονιδιώματος.

Τα μεγέθη του γονιδιώματος ποικίλλουν σε κάθε είδος. Από τις μετρήσεις της ποσότητας του DNA σε ένα μόνο κύτταρο, μπορέσαμε να εκτιμήσουμε ότι το ανθρώπινο γονιδίωμα – το ήμισυ των περιεχομένων του DNA σε έναν μόνο πυρήνα – περιέχει περίπου 3,2 δισεκατομμύρια ζεύγη βάσεων: 3.200.000.000 Α, Τ, G και C.

Τα γονίδια αντικατοπτρίζονται σε κάθε επιτυχία και συμφορά, ακόμη και στην τελική: εμπλέκονται, σε κάποιο βαθμό, σε όλες τις αιτίες θνησιμότητας εκτός από τα ατυχήματα. Στις πιο προφανείς περιπτώσεις, ασθένειες όπως η κυστική ίνωση και το σύνδρομο Tay-Sachs προκαλούνται ευθέως από μεταλλάξεις.

Υπάρχουν όμως κι πολλά άλλα γονίδια με έργο εξίσου θανατηφόρο, αν και πιο έμμεσο, τα οποία επηρεάζουν την ευαισθησία μας σε κοινούς δολοφόνους, όπως ο καρκίνος και οι καρδιακές παθήσεις, οι οποίες μπορεί να μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη και η αντίδρασή μας σε μολυσματικές ασθένειες όπως η ιλαρά και το κοινό κρυολόγημα έχει γενετική συνιστώσα, αφού το ανοσοποιητικό σύστημα διέπεται από το DNA μας.

Επομένως, αν θέλουμε να κατανοήσουμε πλήρως και τελικά να ασχοληθούμε με αυτούς τους γενετικούς παράγοντες της ζωής και του θανάτου, πρέπει να έχουμε έναν πλήρη κατάλογο όλων των γενετικών παραγόντων στο ανθρώπινο σώμα.

Το ανθρώπινο γονιδίωμα περιέχει τo κλειδί για την ανθρώπινη φύση μας. Είναι το μεγάλο σύνολο οδηγιών συναρμολόγησης που διέπει την ανάπτυξη όλων μας. Η ίδια η ανθρώπινη φύση είναι εγγεγραμμένη στο βιβλίο αυτό.

Οι άνθρωποι που ασχολούνται με τους άλλους προσπαθούν να καλύψουν το κενό μέσα τους

Όλοι έχουμε βρεθεί σε αυτή τη θέση, αλλά ταυτόχρονα έχουμε πράξει το ίδιο κάποια στιγμή στη ζωή μας: να μιλήσουμε αρνητικά για κάποιον πίσω από την πλάτη του, να τον σχολιάσουμε με άσχημο και υποτιμητικό τρόπο.

Για ποιο λόγο οι άνθρωποι επιδίδονται σε μία τέτοια συμπεριφορά; Αισθάνονται πως γίνονται ανώτεροι με το να μειώνουν κάποιον τρίτο, βρίσκουν νόημα στην άγευστη ζωή τους, αισθάνονται φθόνο και επιθυμούν ενδόμυχα να αποδομήσουν τις δικές μας επιτυχίες και ζωή ώστε να αισθανθούν εκείνοι καλύτερα;

Το γεγονός είναι ένα: πως ένας άνθρωπος που μας σχολιάζει αρνητικά και πισώπλατα, επιθυμεί να μας βλάψει και έχει μέσα του έναν συγκεκριμένο κακό σκοπό για εμάς. Αν, πραγματικά, ενδιαφερόταν για εμάς ή είχε κάποιο παράπονο μαζί μας θα μπορούσε να ξεσπάσει μπροστά μας όλο του το θυμό χωρίς να καταφύγει στην προσπάθεια να μας σπιλώσει στα μάτια τρίτων. Θα μιλούσε σε εμάς αυτοπροσώπως και θα κατέθετε εκεί τα αρνητικά του συναισθήματα.

Κι ενώ μερικοί άνθρωποι περνάνε αβρόχοις ποσί το γεγονός πως κάποιος τους κριτικάρει, τους κουτσομπολεύει ή τους σχολιάζει αρνητικά, πώς να αισθάνεται εκείνος που βάλλεται επαγγελματικά, φιλικά και προσωπικά από τις κατηγορίες που εξαπολύει εναντίον του κάποιος τρίτος; Πώς μπορεί να νοιώσει ένας άνθρωπος με μεγαλύτερα ευαισθησία και λιγότερη ψυχική ανθεκτικότητα στην κακία και τα κακεντρεχή σχόλια των άλλων;

Αν κάποιος διαπιστώσει πως κάποιος άνθρωπος τον κατηγορεί, τότε μπορεί να μιλήσει στον ίδιο και να του ζητήσει το λόγο, εκφράζοντας μάλιστα το θυμό του για την αρνητική συνέπεια έχει επιφέρει η πράξη του αυτή στη ζωή του. Οφείλει, παράλληλα, να ενημερώνει τους ανθρώπους της εργασίας του, λέγοντάς τους πως δεν πρέπει να πιστέψουν κάποιον ο οποίος έχει κακή βλέψη για εκείνον. Σε κάθε περίπτωση, απομακρύνεται ο ίδιος από τον άνθρωπο ο οποίος τον διαβάλλει όσο περισσότερο μπορεί.

Στην ουσία, για να δούμε και ένα θετικό της όλης κατάστασης, αυτή μπορεί να είναι και μία κακή ευκαιρία ώστε να τεστάρουμε την αξία των ανθρώπων που έχουμε δίπλα μας. Οι άνθρωποι που μας αγαπούν πραγματικά δε θα αλλάξουν ποτέ γνώμη για εμάς και δε θα μας απομακρύνουν από τη ζωή τους, απλά και μόνο επειδή κάποιος μπορεί να μας κουτσομπολεύει.

Από την άλλη πλευρά, αν κάποιος έχει κουτσομπολέψει και έχει ζημιώσει έναν άνθρωπο με τα λόγια του, τότε πρέπει να ζητήσει συγγνώμη και να προσπαθήσει να μαζέψει τα αναληθή του σχόλια. Το να εκθέτει κάποιος την προσωπική ζωή ενός άλλου ατόμου ή να κατακρίνει την ιδιωτική του ζωή, δεν είναι δικαίωμά του, διότι δεν τον αφορά η ζωή κάποιου άλλου και οι επιλογές του. Οι άνθρωποι που στην ουσία ασχολούνται με τους άλλους, προσπαθούν να καλύψουν μέσα τους το κενό που βιώνουν επειδή δεν ασχολούνται με τη δική τους ζωή, τα δικά τους λάθη και τις δικές τους επιλογές.

Η επιλογή να κοιτάξουμε τον εαυτό μας και να αφοσιωθούμε σε αυτόν, είναι η καλύτερη απόφαση η οποία θα μας βοηθήσει να ‘’γεμίσουμε’’ τη ζωή μας με ουσιαστικά πράγματα, από το να ασχολούμαστε διαρκώς με έναν άνθρωπο ο οποίος βρίσκεται έξω από εμάς. Ο κόσμος, δυστυχώς, δεν είναι αγγελικά πλασμένος και ο φθόνος όπως και η κακία υπάρχει στη ζωή. Θα τα καταφέρουμε και δε τους επιτρέψουμε να μας δηλητηριάσουν ξανά.

Ο Οδυσσέας στη χώρα των Κυκλώπων

Τη χώρα των μονόφθαλμων Κυκλώπων, των γνωστών ως τεράστιων και άνομων, πλησιάζει ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του, στον τρίτο σταθμό. Οι Κύκλωπες ούτε οργώνουν τη γη, ούτε σπέρνουν με τα χέρια τους φυτά. Μόνο παίρνουν εκείνα που τους δίνει η φύση και οι θεοί – και από αυτά, πολύ. Σε υψώματα κατοικούν, σε σπηλιές, μακριά από άλλων κατοικίες, έτσι ώστε λίγο να έρχονται σε επαφή μεταξύ τους.

Ακόμη, δε γνωρίζουν συνάξεις ή συνελεύσεις, καθένας ζει με το δικό του τρόπο και καθορίζει κατά το δοκούν το δίκαιο και τους νόμους, όπως το θεωρεί σωστό. Ο Οδυσσέας κατευθύνει το πλοίο του σε ένα παρακείμενο γειτονικό νησάκι – τα άλλα έντεκα πλοία τον ακολουθούν. Εφόσον οι Κύκλωπες δεν είναι ούτε ναυπηγοί, μα ούτε ναυτικοί, εκείνος μπορεί να προετοιμαστεί με τους συντρόφους του, χωρίς κίνδυνο, για την επικείμενη συνάντηση.

Από ασφαλή απόσταση, παρακολουθούν τη χώρα των Κυκλώπων. Βλέπουν τον καπνό που ανεβαίνει και ακούν το βέλασμα των αρνιών και των κατσικιών. Έτσι αποφασίζει ο Οδυσσέας, την άλλη ημέρα, μόνο με το δικό του πλοίο και την ομάδα να προσεγγίσει την ακτή της χώρας, ενώ οι υπόλοιποι μένουν πίσω, στο νησί. Η πρόθεσή του είναι να γνωρίσει τους Κύκλωπες και να δοκιμάσει τη φιλοξενία τους.

Την άλλη μέρα, η πρόθεση γίνεται πράξη. Με δώδεκα συντρόφους ξεκινά ο Οδυσσέας να βρει τον τεράστιο γίγαντα Πολύφημο, στη σπηλιά του. Ταυτόχρονα, δεν ξεχνά να πάρει μαζί του εκείνο το ασκί με το υπέροχο κρασί που έλαβε ως δώρο όταν προστάτεψε – στη χώρα των Κικόνων – κάποιον ιερέα του Απόλλωνα. Μένουν σχεδόν άναυδοι, μπαίνοντας στο σπιτικό του γίγαντα: Στοίβες τυριού, αρκετοί κουβάδες γεμάτοι γάλα και τυρόγαλα, αμέτρητα αρνιά και κατσικάκια, μόνο ο Πολύφημος – ο γίγαντας – βρίσκεται ακόμη έξω, στα βοσκοτόπια.

Οι φοβισμένοι σύντροφοι ικετεύουν τον Οδυσσέα, γρήγορα τ’ αρνιά και τα κατσίκια να πάνε στο πλοίο και να εγκαταλείψουν, το συντομότερο, τη χώρα των Κυκλώπων. Αλλά ο Οδυσσέας δε μεταπείθεται. Θέλει οπωσδήποτε να γνωρίσει τους Κύκλωπες. Έτσι, κρύβονται όλοι στο σκοτάδι της σπηλιάς και περιμένουν, έως ότου με δυνατό θόρυβο, ο φοβερός Πολύφημος με το ένα μεγάλο στρογγυλό μάτι στη μέση του μετώπου, γυρνάει στο σπίτι του. Με ένα βαρύ βράχο σφραγίζει την είσοδο της σπηλιάς από μέσα, ταΐζει το κοπάδι του και ανάβει τη φωτιά. Και ξαφνικά, ανακαλύπτει στο φως της τους «εισβολείς». Αμέσως απευθύνεται σ’ αυτούς και τους ρωτά:

«Ξένοι. ποιοί είστε; Γιατί έρχεστε μέσα από το υγρό μονοπάτι της θάλασσας; Για δουλειές; Ή περιπλανιέστε απλώς έτσι όπως οι πειρατές πάνω στην αλμυρή παλίρροια, όπως εκείνοι που περιπλανιούνται και αφιερώνουν τη ζωή τους για να φέρνουν κακό σε άλλους;»

Ήδη, στα πρώτα λόγια του Πολύφημου, υπάρχει καχυποψία. Ο Οδυσσέας παρακαλεί για φιλική υποδοχή και δεν παραλείπει να προσθέσει ότι η φιλοξενία είναι για το Δία, το μεγαλύτερο των Ολύμπιων θεών, ιερή. Όμως ο Πολύφημος ονομάζει την υπενθύμιση γελοία και ενημερώνει τον Οδυσσέα πως οι Κύκλωπες δε νοιάζονται για το Δία. Τώρα ο Οδυσσέας καταλαβαίνει ξεκάθαρα πως ο Πολύφημος δε θα είναι ούτε φίλος, ούτε σύμμαχός του. Έτσι ξεκινά, από τη μεριά του, να σερβίρει στον Πολύφημο μια ιστορία ελεύθερης επινόησης σχετικά με τον ίδιο και την προέλευσή του.

Πόσο δίκιο έχει με αυτό, δείχνει η μετέπειτα εξέλιξη της συνάντησης.

Πρώτα αρπάζει ο Πολύφημος δύο συντρόφους, τους σηκώνει ψηλά και τους σκοτώνει χτυπώντας τους με τα κεφάλια στο βραχώδες έδαφος. Μετά, τους τρώει ολόκληρους με δέρμα και μαλλιά. Χορτασμένος αποκοιμιέται για να συνεχίσει την επόμενη ημέρα τις θηριώδεις πράξεις του. Αφού για πρωινό καταπίνει δύο ακόμη συντρόφους, εγκαταλείπει τη σπηλιά μαζί με τα ζώα του, χωρίς να ξεχάσει να τοποθετήσει τη γιγάντια βραχόπορτα μπροστά στην είσοδο.

Εγκλεισμένος στη σπηλιά και χωρίς δυνατότητα διαφυγής, ο Οδυσσέας καταστρώνει ένα σχέδιο, με σκοπό να το θέσει σε εφαρμογή το ίδιο βράδυ. Ευγενικά – σχεδόν φιλικά – ξεκινά να μπλέκει τον Πολύφημο σε μια κουβέντα. Του προσφέρει ως δώρο φιλοξενίας, ανόθευτο, το καλό κρασί που έχει φέρει μαζί του απ’ το πλοίο. Ο Πολύφημος αφήνεται στη συζήτηση, πίνει το κρασί και υπόσχεται κι αυτός απ’ την πλευρά του στον Οδυσσέα ένα ευχάριστο δώρο φιλοξενίας, εάν εκείνος του φανερώσει το πραγματικό του όνομα.

Ο έξυπνος Οδυσσέας όμως του απαντά: «Κύκλωπα! Με ρωτάς το ξακουστό μου όνομα. Εντάξει, θα σου το πω! Δώσε μου όμως κι εσύ το δώρο της φιλοξενίας, όπως μου το υποσχέθηκες! Κανένας είναι τ’ όνομα μου και Κανένα με φωνάζουν πατέρας και μητέρα και όλοι μου οι σύντροφοι». Σ’ αυτά, ο Πολύφημος με ασυγκίνητο θάρρος αποκρίνεται: «Τον Κανένα θα τον φάω τελευταίο από τους συντρόφους του, τους υπόλοιπους πρώτα, αυτό είναι το δώρο της φιλοξενίας για εσένα!»

Έχοντας όμως ήδη αδειάσει ο Κύκλωπας την τρίτη κούπα με κρασί, γέρνει μεθυσμένος προς τα πίσω, πέφτοντας σε βαθύ ύπνο. Αμέσως τοποθετείται το παλούκι από ξύλο ελιάς κάτω από τις στάχτες της φωτιάς μέχρι να πυρώσει. Έπειτα, πιάνουν ο Οδυσσέας και οι υπόλοιποι από τους συντρόφους τους το παλούκι, σέρνονται πάνω στον Κύκλωπα που ροχαλίζει δυνατά και χώνουν το πυρωμένο ξύλο βαθιά μέσα στο στρογγυλό του μάτι.

Ουρλιάζοντας από τον πόνο, τραβά ο τυφλωμένος γίγαντας το παλούκι απ’ την πληγή που τσιτσιρίζει. Μαίνεται και χτυπιέται δυνατά, χωρίς ωστόσο να μπορεί να πιάσει κανέναν. Από τη φασαρία καταφτάνουν και οι υπόλοιποι Κύκλωπες και στέκονται γύρω από τη σπηλιά, ρωτώντας τον Πολύφημο τι του συμβαίνει. Εκείνος απαντά με τη γνωστή φράση: «Φίλοι μου! Ο Κανένας με χτυπά με πονηριά και βιαιότητα!» Αφού κανένας δεν του κάνει κάτι, έτσι φεύγουν και οι υπόλοιποι Κύκλωπες από τον Πολύφημο. Σε αρρώστια που αποφασίστηκε από το Δία – έτσι λένε – δε μπορούν, σε καμία περίπτωση, να βοηθήσουν.

Ο ίδιος ο Οδυσσέας γελά με την καρδιά του για την έξυπνη ιδέα, όμως ο κίνδυνος για τον ίδιο και τους επιζώντες συντρόφους του δεν έχει ακόμη ξεπεραστεί. Με την έξοδο του κοπαδιού για την πρωινή βοσκή ολοκληρώνεται η διάσωση. Ο Οδυσσέας δένει καθένα από τους συντρόφους κάτω από μια τριάδα αρνιών και ο ίδιος κρεμιέται κάτω από την κοιλιά του δυνατότερου κριαριού, έχοντας πιαστεί από το τρίχωμά του με γυμνά χέρια.

Παρότι ο τυφλός Πολύφημος ψηλαφίζει τις ράχες των ζώων, για να μην αφήσει κανένα, εκτός των ζώων, να εγκαταλείψει τη σπηλιά, δεν καταλαβαίνει το τέχνασμα του Οδυσσέα. Έτσι, όλοι οι επιζώντες βγαίνουν σώοι από τη σπηλιά και κατεβαίνουν στον όρμο, για να γλιτώσουν με το πλοίο τους, το γρηγορότερο, απ’ τη βία των Κυκλώπων.

Όταν ο Πολύφημος ανακαλύπτει τη φυγή, όλοι οι άντρες είναι ήδη στο πλοίο και στη θάλασσα. Ο Οδυσσέας, ωστόσο, δε μπορεί να συγκρατηθεί και να μην αποχαιρετίσει χλευαστικά τον Κύκλωπα. Εκείνος ρίχνει τότε, οργισμένος, έναν τεράστιο βράχο στην κατεύθυνση από όπου ακούγεται η φωνή και λίγο μένει να μπατάρει το γρήγορο πλοίο του Οδυσσέα που απομακρύνεται. Από ασφαλή απόσταση πια, φωνάζει στον Κύκλωπα το αληθινό του όνομα, «Οδυσσέας».

Τώρα θυμάται ο Πολύφημος την προφητεία ενός μάντη, ότι μια μέρα θα έχανε το φως του απ’ τον Οδυσσέα. Από πόνους βασανισμένος, καταριέται ο Κύκλωπας τον Οδυσσέα. Καλεί τον Ποσειδώνα – τον πατέρα του – και τον παρακαλεί για εκδίκηση. Το ταξίδι της επιστροφής του Οδυσσέα – έτσι ικετεύει τον πατέρα του ο γίγαντας – ας εμποδιστεί ή – αν αυτό δεν είναι δυνατό – ας είναι, τουλάχιστον, όσο δυσκολότερο και πιο επίπονο γίνεται.

Με το βάρος της κατάρας επιστρέφουν πλοίο και πλήρωμα στο παρακείμενο νησί, όπου τα ζώα μοιράζονται δίκαια. Θλιμμένοι – κι όμως χαρούμενοι που ξέφυγαν από το θάνατο – θυσιάζουν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του το δυνατό Κριάρι στο Δία.

Η έννοια της αγάπης

Η «αγάπη» των βρεφών και των οικογενειακών ζώων, αλλά ακόμα και των εξαρτημένων υπάκουων συζύγων είναι ένας ενστιγματικός τύπος συμπεριφοράς στον οποίο ταιριάζει πολύ ο όρος «μητρικό ένστικτο» ή, γενικότερα, «γονικό ένστικτο». Μπορούμε να το παρομοιάσουμε με την ενστιγματική συμπεριφορά του «ερωτευμένου» : δεν πρόκειται για μιαν αυθεντική μορφή αγάπης, μιας και είναι σχετικά εύκολη και δεν είναι μια πράξη βούλησης ή εκλογής· προωθεί την επιβίωση του είδους, αλλά δεν κατευθύνεται προς τη βελτίωσή του ή την πνευματική του ανάπτυξη· είναι πολύ κοντά στην αγάπη, καθώς αποτελεί ένα άπλωμα του εαυτού προς τους άλλους και μια απαρχή διαπροσωπικών δεσμών από τους οποίους μπορεί να ξεκινήσει μια αληθινή αγάπη· όμως απαιτούνται αρκετά πράγματα ακόμα για να αναπτυχθεί ένας υγιής, δημιουργικός γάμος, η ανατροφή ενός υγιούς πνευματικά αναπτυσσόμενου παιδιού, ή μια συμβολή στην εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Το ζήτημα είναι ότι η ανατροφή μπορεί να είναι, και κανονικά πρέπει να είναι, κάτι παραπάνω από μια απλή διατροφή, και ότι η καλλιέργεια της πνευματικής ανάπτυξης είναι μια απείρως πιο περίπλοκη διεργασία, και γ’ αυτό δεν μπορεί να κατευθύνεται από κάποιο ένστικτο. Η μητέρα, που αναφέραμε στην αρχή αυτού του υποκεφαλαίου, η οποία δεν άφηνε το γιο της να παίρνει το σχολικό λεωφορείο για το σχολείο του, είναι μια τέτοια περίπτωση. Το να τον πηγαίνει και να τον φέρνει από το σχολείο ήταν ανατροφή κατά μιαν έννοια, αλλά μια ανατροφή που το παιδί δεν την χρειαζόταν και που σαφώς περιόριζε μάλλον παρά προήγαγε την πνευματική του ανάπτυξη. Άλλα παραδείγματα υπάρχουν άφθονα: μητέρες που σπρώχνουν τα ήδη παχύσαρκα παιδιά τους να τρώνε περισσότερο. Πατέρες που αγοράζουν και γεμίζουν δωμάτια ολόκληρα με παιχνίδια για τους γιους τους και ντουλάπες γεμάτες με ρούχα για τις κόρες τους· γονείς που δε θέτουν κανένα όριο και δεν αρνούνται καμιά επιθυμία. Αγάπη δεν είναι απλά να δίνεις: Είναι με ευθυκρισία να δίνεις, και με ευθυκρισία πάλι να αρνιέσαι να δίνεις. Είναι να επαινείς λογικά και να κατακρίνεις λογικά. Είναι να διαφωνείς λογικά, να παλεύεις, να αντιμετωπίζεις, να πιέζεις, να σπρώχνεις και να αποτραβάς, και, επιπρόσθετα, να παραστέκεις. Η λέξη «λογικό» σημαίνει ότι απαιτείται κρίση και η κρίση απαιτεί κάτι παραπάνω από το ένστικτο· απαιτεί στοχασμένη και οδυνηρή λήψη αποφάσεων.

Τα κίνητρα που κρύβονται πίσω από την άκριτη δωρεά και την καταστροφική ανατροφή είναι πολλά, αλλά οι τέτοιες περιπτώσεις έχουν πάντοτε ένα κοινό βασικό χαρακτηριστικό: Ο «δωρητής» με το κάλυμμα της αγάπης ανταποκρίνεται και ικανοποιεί τις δικές του ανάγκες, χωρίς να παίρνει υπόψη τις πνευματικές ανάγκες του αποδέκτη.

ΣΚΟΤ ΠΕΚ «Ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος»

Η σκιά της προσκόλλησης

Οι άνθρωποι συνήθως περνάμε ένα μεγάλο μέρος του χρόνου μας προσπαθώντας να συσσωρεύσουμε χρήματα, αγαθά, επαίνους, εξουσία και, μερικές φορές, ακόμη και ανθρώπους. Τρέχουμε εδώ κι εκεί, κάνουμε αλχημείες ή ταχυδακτυλουργίες και φαινόμαστε ικανοί να πληρώσουμε οποιοδήποτε τίμημα αρκεί να κερδίσουμε: επιτυχία, χρήματα, κάποιον ή κάποια. Το ν’ αποκτήσουμε κάτι μας γίνεται έμμονη ιδέα, μας απασχολεί διαρκώς και μας αγχώνει: «Τι να κάνω για ν’ αποκτήσω αυτό το πράγμα;», «είναι αρκετά αυτά που έχω;», «πρέπει ν’ αποκτήσω κι άλλα», «κι αν χάσω κι όσα έχω;» Όχι μόνο θέλουμε να έχουμε πράγματα, αλλά θεωρούμε ότι όσο περισσότερα, τόσο το καλύτερο.

Όλη αυτή η αναζήτηση οδηγεί σε δύο ολέθριες καταστάσεις. Καταρχάς, ο τόσος χρόνος που σπαταλάμε τρέχοντας πίσω τους δεν μας αφήνει περιθώρια να ζήσουμε (ούτε καν για να τα χαρούμε) και δεύτερον, ακόμη κι αν τους αφιερώναμε λίγο χρόνο, θα τον περνούσαμε ανήσυχοι και φοβισμένοι μήπως χάσουμε κάτι απ’ όλα αυτά που πετύχαμε.

Μερικές φορές ασχολούμαστε τόσο πολύ με τα πράγματα που μας ανήκουν, που θα ‘λεγε κανείς πως είμαστε εμείς που ανήκουμε σ’ αυτά. Ο αργεντινός συγγραφέας Χούλιο Κορτάσαρ γράφει στο διήγημά του: «Προοίμιο στις οδηγίες για το κούρδισμα του ρολογιού» ότι, όταν σου χαρίζουν ένα ρολόι δεν σου δίνουν μόνο το ρολόι: σου δίνουν μαζί και την ανάγκη να το κουρδίζεις κάθε μέρα, την ανησυχία μήπως το χάσεις και την τάση να το συγκρίνεις με άλλα ρολόγια. Ο Κορτάσαρ καταλήγει λέγοντας ότι, τελικά, το δώρο είσαι εσύ. Εσένα χάρισαν στο ρολόι για τα γενέθλιά του. Ζούμε με την ιδέα ότι όσο περισσότερα έχουμε τόσο περισσότερες δυνατότητες μας δίνονται, αλλά αν δεν προσέξουμε μπορεί να καταλήξουμε δέσμιοι των πραγμάτων που έχουμε αποκτήσει.

Όταν ποθούμε να αποκτήσουμε κάτι που δεν έχουμε, -είτε υλικό, είτε πνευματικό είτε συναισθηματικό-, διακατεχόμαστε από ένα λίγο-πολύ συγκεκριμένο συναίσθημα δυσαρέσκειας και στέρησης. Ξυπνά μέσα μας μια φυσική τάση να προμηθευτούμε αυτό που μας λείπει και οδηγούμε τα πράγματα προς αυτήν την κατεύθυνση χωρίς να συνειδητοποιούμε πως υπάρχει καλύτερος τρόπος για να ελέγξουμε το ανικανοποίητο: προσπαθώντας να προσαρμόσουμε την επιθυμία μας στην πραγματικότητα (αντί για το αντίθετο).

Μήπως αυτό σημαίνει, άραγε, ότι θα πρέπει να πάψουμε να έχουμε επιθυμίες; Πολλοί ανατολικοί φιλόσοφοι θα έλεγαν πως «ναι», ενώ κάποιοι ψυχαναλυτές θα υποστήριζαν πως αυτό είναι σκέτη καταστροφή. Λαμβάνοντας υπόψη μας και τις δύο απόψεις, θα μπορούσαμε να πούμε πως δεν είναι κακό να επιθυμούμε αν ξέρουμε να μην τα ζητάμε όλα εδώ και τώρα, κι αν μπορούμε να ελέγχουμε την απαίτησή μας να είναι όπως ακριβώς τα φανταζόμαστε. Η επιθυμία μας κινητοποιεί και μας βάζει σ’ έναν δρόμο, αλλά αν τα ζητάμε όλα αμέσως, τότε μάλλον το άγχος υπερισχύει της υγιούς επιθυμίας.

Υπάρχουν φορές που προσπαθούμε να «κατέχουμε», επειδή η ιδέα και μόνο μας προσφέρει κάποια ασφάλεια. Μπροστά στο τρωτό της ζωής και στο απροσδόκητο των γεγονότων, η σκέψη πως η περιουσία μας μπορεί να ανακόψει οποιοδήποτε απρόοπτο μας προσφέρει ηρεμία. Το σίγουρο είναι, όμως, ότι τίποτα δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει πως δεν θα προκύψουν προβλήματα. Όταν αυτά παρουσιάζονται, σπανίως είναι τόσο απλά ώστε να επιλυθούν «αντλώντας από τα αποθέματα» (χρημάτων, αγάπης ή υπερηφάνειας).

Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτους

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονος Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτουςΜοναξιές γυρεύουν οι άνθρωποι, εξοχές και παραθαλάσσια και βουνά και συ πολλάκις τυχαίνει να τα λαχταράς. Όλ’ αυτά όμως είναι καλά για τους απαίδευτους αφού μπορείς, όποια στιγμή θελήσεις  ν’ αποτραβηχθείς στον εαυτό σου. Γιατί πουθενά ησυχότερα κι αμεριμνότερα δεν αποτραβιέται ο άνθρωπος παρά μέσα στην ψυχή του. Και μάλιστα εκείνος που έχει τακτοποιημένα τα εσωτερικά του έτσι που, όταν τα βλέπει, καταλαμβάνεται από τέλεια καλή διάθεση. Και καλή διάθεση εννοώ την αρμονική διάθεση. Συχνά λοιπόν δίνε του εαυτού σου του είδους τούτου απομόνωση και ανανέωνέ τον.

Σύντομες να είναι και (βασικές oι αρχές εκείνες που, άμα τις συλλογισθείς, αρκούν για να σου πλύνουν την ψυχή και να σε στείλουν πίσω τέτοιον που να μην αγανακτείς μ’ εκείνα στα οποία επιστρέφεις. Ας δούμε όμως με τι αγανακτείς. Με την κακία των ανθρώπων; Ξανασκέψου την αρχή ότι τα λογικά ζώα έγιναν το ένα χάριν του άλλου και ότι η ανεκτικότης είναι μέρος της δικαιοσύνης και ότι άθελα αμαρτάνουν οι άνθρωποι και ότι τόσους που εχθρεύθηκαν, υποπτεύθηκαν, μίσησαν, τους πήρε ο χάρος κι έγιναν στάχτη και τότε παύσε v’ αγανακτείς.

Μάρκος Αυρήλιος, Τα εις εαυτόν, Δ, 3
 

Ένα έθνος που αρνείται v’ αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέφτη, η Ελλάδα, δεν αποτελεί έδαφος κατάλληλο για την απογυμνωτική σκέψη του Φλωρεντινού

Η αλήθεια είναι ότι, μέχρι και σήμερα, οι περισσότεροι αισθάνονται κατά βάθος άβολα με τον Μακιαβέλι. Πάνω από μετά τεσσερίσημιση αιώνες μετά το θάνατό του, o Φλωρεντινός εξακολουθεί να προκαλεί, να σοκάρει, Για τον πολύ κόσμο, έχει καταγραφεί ως ένα είδος πολιτικού πορνογράφου.

Δεν είναι -ίσως- δύσκολο να φανταστεί κανείς γιατί στην Ελλάδα o Μακιαβέλι είναι γνωστός μόνο ως όνομα, παντελώς άγνωστος ως προς την ουσία (με λίγες μεταφράσεις και ελάχιστη διάδοση). H χώρα μας, καθώς όλοι οι κλειστοί τόποι, αποφεύγει όπως o διάβολος το λιβάνι, τις χειρουργικές επεμβάσεις˙ χώρα της μυθοπλασίας, των μικρών και μεγάλων μυθοποιήσεων (τα ιερά και τα όσια του Γένους, το απυρόβλητο των τιτλούχων, η αποστέωση των συγκρουόμενων ιδεοληψιών, η φανατική εμμονή σε κλισαρισμένους αναχρονισμούς, ένα έθνος που αρνείται v’ αντικρύσει τον εαυτό του στον καθρέφτη), η Ελλάδα δεν αποτελεί έδαφος κατάλληλο για την απογυμνωτική σκέψη του Φλωρεντινού. Γιατί αυτό κάνει ο Μακιαβέλι -εκεί έγκειται η δυναμική κι η διαχρονική επικαιρότητά του: απογυμνώνει την πολιτική από τις μάσκες, τα προσχήματα, τις ωραιολογίες, την ηθική εικονοστασίου, απ’ όλα εκείνα τα συνήθη στοιχεία με τα οποία οι επαγγελματίες της εξουσίας την επικαλύπτουν για λόγους λαϊκής κατανάλωσης – λαϊκής ποδηγέτησης.

Ο Μακιαβέλι περιγράφει γυμνή την πολιτική ως φύση και ως λειτουργία αναδεικνύει τους πανάρχαιους νόμους της˙ μιλάει για την ταμπακιέρα: πολιτική είναι οι μορφές που προσλαμβάνει η σχέση -ο συσχετισμός δυνάμεων- ανάμεσα στους εξουσιάζοντες και τους εξουσιαζόμενους. Η ισχύς και η πειθώ, ο φόβος και η συνέγερση, το δέος και η συμμετοχή, η βία και η κολακεία (δημαγωγία), η τρομοκρατία και η ανάταση, ο αυταρχισμός και η δημοκρατικότητα εν τέλει, είναι τα διαλεκτικά στοιχεία (εργαλεία) στη σχέση αυτή. Θυμάμαι μια σαρδόνια φράση του Πωλ Βαλερύ: «Πολιτική είναι να εμποδίζεις τους ανθρώπους να ασχολούνται με τα πράγματα που τους αφορούν. Ο Μακιαβέλλι ρίχνει άπλετο φως (το φως ενός χειρουργικού τραπεζιού) στην τέχνη και την τεχνική της πολιτικής -δηλ. της εξουσίας. Κι αυτός ο (δια)φωτισμός, μοιραία λειτουργεί υπέρ (της συνειδητοποίησης) των εξουσιαζομένων, αν όχι και στην κατεύθυνση της αναβάθμισης των εξουσιαστών. Από αυτή την άποψη, ο «κυνικός» και «ωμός» συγγραφέας του «Ηγεμόνα» εγκαινιάζει -αιώνες κι αιώνες μετά τον Αριστοτέλη- την ουσιαστική παράδοση της σύγχρονης δημοκρατικής ηθικής. Ακριβώς επειδή αναδεικνύει την άκρα σχετικότητα της ηθικής στην πολιτική! (Ακριβώς αυτό, άλλωστε, τον κάνει και διαχρονικώς επίκαιρο.)

Η ηθική του Μακιαβέλι είναι η καθαρότητά του˙ είναι η ίδια η ωμότητά του. Μαζί του αισθάνονται άβολα -και είναι φυσικό- όσοι προτιμούν από νοητική μυωπία, ραθυμία ή ανασφάλεια, να στρουθοκαμηλίζουν πίσω από μονοκόμματες κι ετοιμοπαράδοτες αλήθειες, όσοι μεταμφιέζουν τα συμφέροντά τους σε ηθικές αρχές για να τα προωθήσουν καλύτερα, όσοι επικαλούνται τα ιερά και τα όσια για v’ ανεβάσουν την τιμή της δικής τους πραμάτειας, όσοι κατασκευάζουν εικονοστάσια για να εξασφαλίσουν την ευλάβεια των πολλών, όσοι καταφεύγουν σε μεγάλα λόγια για να κρύψουν πράξεις αθεράπευτα μικρές όσοι μετατρέπουν τις ιδέες σε χάντρες και καθρεφτάκια για τους ιθαγενείς, όσοι χρησιμοποιούν την ηθική ως μπλάστρι σε πληγές που θα έπρεπε να μένουν ανοιχτές… Ο Μακιαβέλι εξακολουθεί να ενοχλεί γιατί σκαλίζει με το νυστέρι στο πολιτικό σώμα του δυτικού πολιτισμού, απογυμνώνοντας την ίδια τη φύση των πραγμάτων – την πραγματικότητα της πολιτικής και της ζωής. Η απογύμνωση αυτή είναι μια κορυφαία ηθική πράξη˙ αφυπνίζει τα νεύρα και τις συνειδήσεις των πολλών. Ηθικό, είναι το αποκαλυπτικό.

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ ΣΤΗ ΜΑΚΑΒΕΛΙΚΗ ΗΘΙΚΗ

Γνώση ήδη έχουμε. Όμως όποιος την κυνηγήσει είναι ύποπτος ότι πηγαίνει εναντίον της

Η γνώση δεν ισοδυναμεί πάντα με τη σοφία, κάποιες φορές σημαίνει το εντελώς αντίθετο. Η εμμονή για αποθησαύριση γνώσεων μπορεί να θολώσει ακόμα και τη ματιά μας για τον κόσμο.

Για τους σοφούς της Ανατολής, η απαλλαγή, η απελευθέρωση από πολλές γνώσεις που έχουμε αποκτήσει ως προκαταλήψεις και στερεότυπα καταλήγει να είναι απαραίτητη ώστε να βλέπουμε την πραγματικότητα χωρίς τα φίλτρα που τη στρεβλώνουν.

Ο Αμερικανός διανοητής Γουίλ Ντουράντ θεμελιώνει την ακόλουθη διαφορά ανάμεσα στη σοφία και στη γνώση: «Η γνώση είναι δύναμη, όμως μόνο η σοφία είναι ελευθερία». Δύο αιώνες νωρίτερα, ο Εμμάνουελ Καντ έλεγε ότι: «Η επιστήμη είναι οργανωμένη γνώση, αλλά η σοφία είναι οργανωμένη ζωή».

Τι είναι αυτό από το οποίο πρέπει να απαλλαγούμε για να φτάσουμε στη σοφία;

.Οι γεμάτες προκατάληψη αντιλήψεις για πρόσωπα και πράγματα. .Οι προφητείες για το τι θα κάνει κάποιος ή για το τι θα συμβεί σε μια ορισμένη κατάσταση.

.Οι γνώμες τρίτων που δε μας αφήνουν να διαμορφώσουμε φυσιολογικά τη δική μας γνώμη.

.Η ψευδής πίστη ότι ήδη γνωρίζουμε όλα όσα είναι απαραίτητα για κάθε όψη της ζωής.

Αν αφήσουμε να πέσουν όλα αυτά τα φίλτρα, η σαφήνεια και η σοφία θα έρθουν από μόνες τους.

ΦΡΑΝΤΣ ΚΑΦΚΑ

Απαιτεί πολύ χρόνο η ανάπτυξη

«ΑN ΒΛΕΠΟΥΜΕ ΤΗ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΣΑΝ ΚΑΤΙ ΑΦΥΣΙΚΟ, κάτι που δεν θα έπρεπε να μας συμβαίνει, τότε δεν είναι καθόλου παράξενο να ψάχνουμε να βρούμε κάποιον ο οποίος ευθύνεται για τη δυστυχία μας. Ο θύτης μπορεί να είναι το κράτος, το εκπαιδευτικό σύστημα, οι καταπιεστικοί γονείς, μια δυσλειτουργική οικογένεια, το άλλο φύλο ή ο άστοργος σύντροφός μας. Ο κίνδυνος όμως που προκύπτει από τη συνεχιζόμενη απόδοση της ευθύνης και τη διατήρηση της θέσης του θύματος είναι η διαιώνιση της δυστυχίας μας -μέσα από τα επίμονα συναισθήματα θυμού, απογοήτευσης και αποστροφής».

«ΠΟΛΥ ΣΥΧΝΑ ΓΙΑ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΚΑΛΟΥΜΕ οι ίδιοι τη δυστυχία μας, με το να αρνούμεθα να εγκαταλείψουμε το παρελθόν. Αν προσδιορίσουμε την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας με τα δεδομένα που είχε το παρουσιαστικό μας παλιότερα ή με τα δεδομένα αυτών που μπορούσαμε παλιά να κάνουμε και που δεν μπορούμε πια να κάνουμε τώρα, μπορούμε να στοιχηματίσουμε με βεβαιότητα ότι με αυτές τις αντιλήψεις δεν πρόκειται να γινόμαστε πιο ευτυχισμένοι καθώς θα μεγαλώνουμε».

«Η ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΝΑ ΑΛΛΑΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ μπορεί να γίνει από τα πιο ισχυρά και αποτελεσματικά όπλα που έχουμε για να μας βοηθήσουν να ανταποκριθούμε στα προβλήματα της καθημερινής ζωής. Πρέπει να συνειδητοποιήσει κανείς ότι κάθε φαινόμενο, κάθε συμβάν, έχει διαφορετικές όψεις. Συμβαίνει συχνά όταν ανακύπτουν προβλήματα να περιορίζεται σημαντικά η θέασή μας. Όλη μας η προσοχή επικεντρώνεται στη στενοχώρια μας για το πρόβλημα και ίσως έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε οι μόνοι που αντιμετωπίζουμε τέτοιες δυσκολίες. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ένα είδος αυτοαπορρόφησης, που κάνει το πρόβλημα να φαίνεται πολύ μεγάλο».

«ΑΝ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΜΑΘΕΙΣ ΝΑ ΑΝΑΠΤΥΣΣΕΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ και ανεκτικότητα απέναντι στους εχθρούς σου, τότε όλα τα άλλα έρχονται πολύ πιο εύκολα -η συμπόνια σου απέναντι σε όλους τους άλλους αρχίζει να ρέει με φυσικότητα. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη ενδυνάμωση από εκείνη της υπομονής, ακριβώς όπως δεν υπάρχει χειρότερο βάσανο από το μίσος. Γι’ αυτό τον λόγο θα πρέπει να εντείνει κανείς τις προσπάθειές του όσο μπορεί, ώστε να μην τρέφει μίσος απέναντι στον εχθρό του, αλλά μάλλον να χρησιμοποιήσει την κάθε δυσκολία ως μια ευκαιρία για να αναπτύξει την άσκησή του στην υπομονή και την ανεκτικότητα. Στην πραγματικότητα, ο εχθρός είναι μια αναγκαία προϋπόθεση για την άσκηση της υπομονής».

«ΣΕ ΚΑΙΡΟΥΣ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ, ΣΕ ΠΕΡΙΟΔΟΥΣ ΠΡΙΝ ή μετά από άσχημες εμπειρίες δυστυχίας, μπορούμε να στοχαζόμαστε πάνω στη δυστυχία, προσπαθώντας να κατανοήσουμε το νόημά της. Και ο χρόνος και η προσπάθεια που καταβάλλουμε αναζητώντας το νόημα της δυστυχίας θα μας ανταμείψουν πλουσιοπάροχα όταν αρχίσει να μας χτυπάει το κακό».

«ΜΕΤΑΤΡΕΠΟΥΜΕ ΤΟΝ ΠΟΝΟ ΣΕ ΔΥΣΤΥΧΙΑ ακριβώς μέσα στο πνεύμα μας. Για να περιορίσουμε τη δυστυχία του πόνου, χρειάζεται να κάνουμε μια κρίσιμη διάκριση ανάμεσα στον πόνο του πόνου και στον πόνο που δημιουργούμε με τις σκέψεις μας γύρω από τον πόνο. Φόβος, θυμός, ενοχή, μοναξιά και η αίσθηση ότι είμαστε αβοήθητοι, όλα αυτά είναι νοητικές και συγκινησιακές αντιδράσεις που μπορούν να εντατικοποιήσουν τον πόνο».

«ΑΠΑΙΤΕΙ ΠΟΛΥ ΧΡΟΝΟ Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ της κατάλληλης συμπεριφοράς και των συνηθειών εκείνων του νου που συμβάλλουν στην επίλυση των προβλημάτων μας. Απαιτεί επίσης πολύ χρόνο για να εγκαθιδρυθούν οι νέες εκείνες συνήθειες που θα προσφέρουν την ευτυχία. Δεν υπάρχει τρόπος να παραγνωρίσουμε αυτά τα απαραίτητα συστατικά, όπως η αποφασιστικότητα, η προσπάθεια και ο χρόνος. Αυτά είναι τα πραγματικά μυστικά για την κατάκτηση της ευτυχίας».