Παρασκευή 16 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (146.1-150.1)

146. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΒΑΤΡΑΧΟΣ [146.1] λέων ἀκούσας βατράχου κεκραγότος ἐπεστράφη πρὸς τὴν φωνὴν οἰόμενος μέγα τι ζῷον εἶναι. προσμείνας δὲ αὐτῷ μικρὸν χρόνον ὡς ἐθεάσατο αὐτὸν ἀπὸ τῆς λίμνης ἐξελθόντα, προσελθὼν κατεπάτησεν εἰπών· «μηδένα ἀκοὴ ταραττέτω πρὸ τῆς θέας».
πρὸς ἄνδρα γλωσσαλγῆ οὐδὲν πλέον τοῦ λαλεῖν δυνάμενον.

147. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΑΛΩΠΗΞ
[147.1] λέων γηράσας καὶ μὴ δυνάμενος δι᾽ ἀλκῆς ἑαυτῷ τροφὴν πορίζειν ἔγνω δεῖν δι᾽ ἐπινοίας τοῦτο πρᾶξαι. καὶ δὴ παραγενόμενος εἴς τι σπήλαιον καὶ ἐνταῦθα κατακλιθεὶς προσεποιεῖτο τὸν νοσοῦντα καὶ οὕτω τὰ παραγενόμενα πρὸς αὐτὸν εἰς ἐπίσκεψιν ζῷα συλλαμβάνων κατήσθιε. πολλῶν δὲ θηρίων καταναλωθέντων ἀλώπηξ τὸ τέχνασμα αὐτοῦ συνεῖσα παρεγένετο καὶ στᾶσα ἄπωθεν τοῦ σπηλαίου ἐπυνθάνετο αὐτοῦ, πῶς ἔχοι. τοῦ δὲ εἰπόντος· «κακῶς» καὶ τὴν αἰτίαν ἐρομένου, δι᾽ ἣν οὐκ εἴσεισιν, ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔγωγε εἰσῆλθον ἄν, εἰ μὴ ἑώρων πολλῶν εἰσιόντων ἴχνη, ἐξιόντος δὲ οὐδενός».
οὕτως οἱ φρόνιμοι τῶν ἀνθρώπων ἐκ τεκμηρίων προορώμενοι τοὺς κινδύνους ἐκφεύγουσι.

148. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΤΑΥΡΟΣ
[148.1] λέων ταύρῳ παμμεγέθει ἐπιβουλεύων ἐβουλήθη δόλῳ αὐτοῦ περιγενέσθαι. διόπερ πρόβατον τεθυκέναι φήσας πρὸς ἑστίασιν αὐτὸν ἐκάλεσε βουλόμενος κατακλιθέντα αὐτὸν καταγωνίσασθαι. ὁ δὲ ἐλθὼν καὶ θεασάμενος λέβητάς τε πολλοὺς καὶ ὀβελίσκους μεγάλους, τὸ δὲ πρόβατον οὐδαμοῦ, μηδὲν εἰπὼν ἀπηλλάττετο. τοῦ δὲ λέοντος αἰτιωμένου αὐτὸν καὶ τὴν αἰτίαν πυνθανομένου, δι᾽ ἣν οὐδὲν δεινὸν παθὼν ἄλογος ἄπεισιν, ἔφη· «ἀλλ᾽ ἔγωγε οὐ μάτην τοῦτο ποιῶ. ὁρῶ γὰρ παρασκευὴν οὐχ ὡς εἰς πρόβατον, ἀλλ᾽ εἰς ταῦρον ἡτοιμασμένην».
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι τοὺς φρονίμους τῶν ἀνθρώπων αἱ τῶν πονηρῶν τέχναι οὐ λανθάνουσι.

149. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΟΣ
[149.1] λέων εἰς ἔπαυλιν γεωργοῦ εἰσῆλθεν· ὁ δὲ συλλαβεῖν αὐτὸν βουλόμενος τὴν αὐλιαίαν θύραν ἔκλεισε. καὶ ὃς ἐξελθεῖν μὴ δυνάμενος πρῶτον μὲν τὰ ποίμνια διέφθειρεν, ἔπειτα δὲ καὶ ἐπὶ τοὺς βόας ἐτράπη. καὶ ὁ γεωργὸς φοβηθεὶς περὶ αὑτοῦ τὴν θύραν ἀνέῳξεν. ἀπαλλαγέντος δὲ τοῦ λέοντος ἡ γυνὴ θεασαμένη αὐτὸν στένοντα εἶπεν· «ἀλλὰ σύ γε δίκαια πέπονθας· τί γὰρ συγκλεῖσαι τοῦτον ἠβουλήθης, ὃν καὶ μακρόθεν σε ἔδει τρέμειν;»
οὕτως οἱ τοὺς ἰσχυροτέρους διερεθίζοντες εἰκότως τὰς ἑαυτῶν πλημμελείας ὑπομένουσι.

150. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΔΕΛΦΙΣ
[150.1] λέων ἔν τινι αἰγιαλῷ πλαζόμενος ὡς ἐθεάσατο δελφῖνα παρακύψαντα, τοῦτον ἐπὶ συμμαχίαν παρεκάλεσε λέγων, ὅτι ἁρμόζει μάλιστα φίλους αὐτοὺς καὶ βοηθοὺς γενέσθαι· ὁ μὲν γὰρ τῶν θαλαττίων ζῴων, αὐτὸς δὲ τῶν χερσαίων βασιλεύει. τοῦ δὲ ἀσμένως ἐπινεύσαντος ὁ λέων μετ᾽ οὐ πολὺν χρόνον μάχην ἔχων πρὸς ταῦρον ἄγριον ἐπεκαλεῖτο τὸν δελφῖνα ἐπὶ βοήθειαν. ὡς δὲ ἐκεῖνος καίπερ βουλόμενος ἐκβῆναι τῆς θαλάσσης οὐκ ἠδύνατο, ᾐτιᾶτο αὐτὸν ὁ λέων ὡς προδότην. ὁ δὲ ὑποτυχὼν εἶπεν· «ἀλλὰ μὴ ἐμὲ μέμφου, ἀλλὰ τὴν φύσιν, ἥτις με θαλάσσιον ποιήσασα γῆς οὐκ ἐᾷ ἐπιβῆναι».
ἀτὰρ οὖν καὶ ἡμᾶς δεῖ φιλίαν σπενδομένους τοιούτους ἐπιλέγεσθαι συμμάχους, οἳ ἐν κινδύνοις παρεῖναι ἡμῖν δύνανται.

***
146. Το λιοντάρι και ο βάτραχος.
[146.1] Μια φορά το λιοντάρι άκουσε τον βάτραχο να κοάζει. Αμέσως γύρισε το βλέμμα του προς τα εκεί από όπου ακουγόταν η φωνή, θαρρώντας πως επρόκειτο για κανένα πελώριο θηρίο. Περίμενε έτσι για λίγο με αδημονία. Μόλις όμως αντίκρισε το κακομοίρικο το βατράχι να βγαίνει από τη λίμνη, τράβηξε καταπάνω του και το έλιωσε κάτω από την πατούσα του, παρατηρώντας: «Προτού να δεις ποιός φωνάζει, μην πανικοβάλλεσαι από τον σαματά του».
Ο μύθος ταιριάζει για άνθρωπο πολυλογά που είναι όλο λόγια και τίποτε άλλο.

147. Το λιοντάρι και η αλεπού.
[147.1] Ήταν μια φορά ένα γέρικο λιοντάρι που δεν ήταν πλέον σε θέση να προσπορίζεται την τροφή του με τη σωματική του ρώμη. Συνειδητοποίησε λοιπόν ότι από εδώ και πέρα έπρεπε να καταφύγει σε πονηριές για να το πετύχει. Μια και δυο, πήγε χώθηκε σε κάποια σπηλιά και ξάπλωσε εκεί μέσα, κάνοντας τον άρρωστο. Έτσι, διάφορα ζώα άρχισαν να καταφτάνουν για να το επισκεφτούν, και το λιοντάρι φυσικά τα άρπαζε και τα καταβρόχθιζε. Με αυτόν τον τρόπο χάθηκαν κάμποσα πλάσματα. Στο τέλος όμως η αλεπού κατάλαβε το τέχνασμα του θεριού. Κατέφτασε λοιπόν έξω από τη σπηλιά του, στάθηκε κάπως μακρύτερα από την είσοδο και ρωτούσε το λιοντάρι πώς πάει η υγεία του. «Χάλια, χάλια είμαι», βόγκηξε το θηρίο και συμπλήρωσε: «Μα γιατί δεν περνάς μέσα, καλή μου;». Η αλεπού τότε αποκρίθηκε: «Ε, ξέρεις… Θα έμπαινα, μόνο που, να, βρε παιδί μου, βλέπω τα ίχνη τόσων πολλών ζώων να κατευθύνονται προς τα μέσα, και όμως κανένα τους δεν βγαίνει προς τα έξω, μυστήριο πράγμα».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Όσοι μπορούν και προβλέπουν το κακό από τις ενδείξεις, ξεφεύγουν τον κίνδυνο.

148. Το λιοντάρι και ο ταύρος.
[148.1] Ήταν ένα λιοντάρι που βυσσοδομούσε ενάντια σε κάποιον πελώριο ταύρο. Έβαλε, που λέτε, με τον νου του πανούργο σχέδιο για να τον εξολοθρεύσει. Για αυτόν τον σκοπό έστειλε μήνυμα στον ταύρο ότι είχε σφάξει ένα πρόβατο και τον καλούσε και αυτόν για τραπέζωμα. Λογάριαζε, βλέπετε, να ορμήσει πάνω του, αμέσως μόλις θα πλάγιαζε το καημένο το ζώο για το γεύμα, και να τον βάλει κάτω. Πράγματι, ο καλεσμένος ήλθε και αμέσως παρατήρησε πολλά καζάνια τριγύρω και σούβλες μεγάλου μεγέθους, πρόβατο όμως δεν πήρε το μάτι του πουθενά. Χωρίς να πει τίποτε, λοιπόν, σηκώθηκε και πήρε δρόμο. Μετά από αυτό, το λιοντάρι του έκανε παράπονα και απορούσε για ποιόν λόγο το έσκασε ο μουσαφίρης του έτσι αμίλητος, δίχως να έχει πάθει κανένα κακό. Ωστόσο ο ταύρος ήξερε να του δώσει απάντηση: «Έγνοια σου και δεν το έκανα δίχως λόγο. Τί θαρρείς, πως δεν το έβλεπα; Οι ετοιμασίες που είχες κάνει δεν ήσαν για πρόβατο, για ταύρο ολόκληρο ήσαν».
Το δίδαγμα του μύθου: Τους μυαλωμένους ανθρώπους δεν τους ξεγελούν τα τεχνάσματα των πονηρών.

149. Το λιοντάρι και ο γεωργός.
[149.1] Μια φορά το λιοντάρι τρύπωσε μέσα στο αγρόκτημα κάποιου γεωργού. Εκείνος, που λέτε, είχε την πρόθεση να το αιχμαλωτίσει, γι᾽ αυτό έκλεισε από πίσω του τη θύρα του στάβλου. Τότε το θηρίο, καθώς δεν έβρισκε τρόπο να βγει έξω, έπεσε πρώτα πάνω στα πρόβατα και τα μακέλεψε, και κατόπιν όρμησε να κάνει το ίδιο και στα βόδια. Εκεί ήταν που ο γεωργός τα χρειάστηκε από φόβο για την ίδια τη ζωή του. Άνοιξε λοιπόν την πόρτα και το λιοντάρι ξέφυγε μακριά. Ύστερα, έτσι όπως καθόταν ο ανθρωπάκος και αναστέναζε βαθιά, τον είδε η γυναίκα του και τον κατσάδιασε: «Μωρέ καλά να πάθεις. Τί σου ήρθε, για πες μου, και βάλθηκες να φυλακίσεις εδώ μέσα το θεριό που θα έπρεπε να το τρέμεις από μίλια μακριά;».
Το ίδιο συμβαίνει και με εμάς: Όσοι τσιγκλάνε τους πιο δυνατούς, φυσικό είναι να υφίστανται κατόπιν τις συνέπειες της αστοχασιάς τους.

150. Το λιοντάρι και το δελφίνι.
[150.1] Ήταν ένα λιοντάρι που τριγύριζε στην ακρογιαλιά, όταν ξαφνικά πήρε το μάτι του ένα δελφίνι το οποίο ξεμύτισε για λίγο έξω από το νερό. Αμέσως ο λέοντας του πρότεινε να κάνουν συμμαχία, καθότι οι δυο τους ταίριαζαν απολύτως να γίνουν φίλοι και βοηθοί ο ένας του άλλου. Βλέπετε, το δελφίνι είναι ο βασιλιάς των πλασμάτων της θάλασσας, όπως το λιοντάρι διαφεντεύει τα ζωντανά της ξηράς. Το θαλάσσιο ζώο, που λέτε, συμφώνησε μετά χαράς. Μετά από λίγο καιρό, όμως, ο λέοντας έμπλεξε σε μάχη ενάντια σε κάποιον ανήμερο ταύρο, και φυσικά έσπευσε να καλέσει τον πρόσφατο σύμμαχό του σε βοήθεια. Το δελφίνι είχε ασφαλώς όλη την καλή διάθεση να συνδράμει, έλα όμως που δεν μπορούσε να βγει από τα νερά. Τότε το λιοντάρι τού έκανε πικρά παράπονα και το αποκάλεσε προδότη. Όμως το δελφίνι δικαιολογήθηκε ως εξής: «Α, όλα κι όλα! Μη ρίχνεις το φταίξιμο σε μένα, στη φύση να το ρίξεις. Αυτή με έπλασε ζώο της θάλασσας και δεν με αφήνει να πατήσω πόδι στη γη».
Έτσι πρέπει να κάνουμε και εμείς: Άμα συνάπτουμε φιλίες, να κοιτάζουμε να διαλέγουμε κατάλληλους συμμάχους, που θα είναι σε θέση να σταθούν πλάι μας στον κίνδυνο.

Στο CERN σχεδιάζεται η συγκέντρωση και μεταφορά τεράστιας ποσότητας αντιύλης για να μελετηθούν οι συγκρούσεις της με την ύλη

Η αντιύλη εξαφανίζεται στιγμιαίως όταν συναντά την ύλη. Όμως οι ερευνητές έχουν αναπτύξει τρόπους για να την παγιδεύουν και να αυξάνουν τον χρόνο ζωής της με σκοπό να την χρησιμοποιήσουν για να μελετήσουν την ύλη. Ένα νέο πρόγραμμα το οποίο αποκαλείται PUMA (antiProton Unstable Matter Annihilation) στοχεύει να παγιδεύσει μια ποσότητα ενός δισεκατομμυρίου αντιπρωτονίων στο πείραμα GBAR του CERN στις εγκαταστάσεις ELENA και να τα κρατήσουν για ορισμένες εβδομάδες.

Ένας τέτοιος μεγάλος χρόνος αποθήκευσης θα επέτρεπε τα παγιδευμένα αντιπρωτόνια να φορτωθούν σε ένα βαν και να μεταφερθούν στη γειτονική εγκατάσταση δέσμης ιόντων ISOLDE που βρίσκεται μερικές εκατοντάδες μέτρα μακριά. Στις εγκαταστάσεις ISOLDE, τα αντιπρωτόνια στη συνέχεια θα συγκρουσθούν με ραδιενεργά ιόντα έτσι που θα μπορούσαν να μελετηθούν εξωτικά πυρηνικά φαινόμενα.

Για να παγιδευτούν τα αντιπρωτόνια για αρκετά μακρύ, για αυτά, χρονικό διάστημα για να μεταφερθούν και χρησιμοποιηθούν στις εγκαταστάσεις ISOLDE, το PUMA σχεδιάζει να χρησιμοποιήσει μια 70 εκατοστών μήκους παγίδα «διπλής ζώνης» μέσα σε έναν, ενός τόνου, υπεραγωγό σωληνοειδή μαγνήτη και να τα διατηρήσει κάτω από ένα εξαιρετικά υψηλό κενό (10^-17 mbar) και σε κρυογονική θερμοκρασία (4 Κ). Η αποκαλούμενη αποθηκευτική ζώνη της παγίδας θα εγκιβωτίσει τα αντιπρωτόνια, , ενώ η δεύτερη ζώνη θα φιλοξενήσει συγκρούσεις μεταξύ των αντιπρωτονίων και των ραδιενεργών πυρήνων που παράγονται στις εγκαταστάσεις ISOLDE όμως διασπώνται τόσο γρήγορα για να μεταφερθούν και να μελετηθούν αλλού.

Το πρόγραμμα ελπίζεται να μελετήσει τις ιδιότητες των ραδιενεργών πυρήνων μετρώντας τα σωμάτια πιόνια που εκπέμπονται στις συγκρούσεις μεταξύ των πυρήνων και των αντιπρωτονίων. Τέτοιες μετρήσεις θα βοηθήσουν να προσδιοριστεί πόσο συχνά τα αντιπρωτόνια εξαφανίζονται με τα πρωτόνια ή τα νετρόνια των πυρήνων και συνεπώς οι σχετικές τους πυκνότητες στην επιφάνεια των πυρήνων. Οι σχετικές πυκνότητες στη συνέχεια θα δείχνουν εάν οι πυρήνες έχουν εξωτικές ιδιότητες, όπως οι πυκνοί νετρονικοί φλοιοί, οι οποίοι ανταποκρίνονται σε μια σημαντικά υψηλότερη πυκνότητα νετρονίων παρά πρωτονίων στην πυρηνική επιφάνεια και στην εκτεινόμενη άλω πρωτονίων και νετρονίων γύρω από την κεντρική πυρηνική περιοχή.

Σήμερα, το CERN είναι το μόνο μέρος στον κόσμο όπου παράγονται χαμηλής ενέργειας αντιπρωτόνια, όμως «το πρόγραμμα αυτό μπορεί να οδηγήσει στον εκδημοκρατισμό της χρήσης της αντιύλης», αναφέρει ο Alexandre Obertelli, φυσικός του Τεχνικού Πανεπιστημίου του Darmstadt, ο οποίος είναι ο επικεφαλής του προγράμματος. Ο Obertelli σχεδιάζει να κατασκευάσει και αναπτύξει το σωληνοειδές, παγίδα και ανιχνευτή στα ερχόμενα δυο χρόνια, με σκοπό της παραγωγής των πρώτων συγκρούσεων στο CERN το 2022.

Όλοι οι γαλαξίες κάνουν μία περιστροφή κάθε ένα δισ. χρόνια

Ανεξαρτήτως του μεγέθους τους, φαίνεται ότι όλοι οι γαλαξίες έχουν μερικά περίεργα κοινά χαρακτηριστικά, όπως ότι κάνουν μία περιστροφή κάθε ένα δισ. χρόνια.  Στη Γη μετράμε τον χρόνο βάσει της περιστροφής του πλανήτη μας γύρω από τον άξονά του. Μια πλήρης περιστροφή είναι μια μέρα και μια ολοκληρωμένη τροχιά γύρω από τον Ήλιο είναι ένας χρόνος. 
 
“Δεν έχει ο Γαλαξίας μας την ακρίβεια των ελβετικών ρολογιών, αλλά ανεξαρτήτως αν ένας γαλαξίας είναι πολύ μεγάλος ή πολύ μικρός, αν μπορούσατε να καθίσετε στην άκρη του καθώς γυρίζει, θα χρειαζόταν περίπου ένα δισ. χρόνια για να κάνει όλη την περιστροφή. Μάλιστα όλοι οι γαλαξίες του ίδιου μεγέθους έχουν την ίδια μέση εσωτερική πυκνότητα.», δήλωσε ο καθηγητής Gerhardt Meurer του Διεθνούς Κέντρου Έρευνας Ραδιοαστρονομίας.
 
Ο Γαλαξίας μας (Milky Way) έχει διάμετρο μεταξύ 100.000 και 180.000 ετών φωτός, αναλόγως από ποιο σημείο γίνεται η μέτρηση.
 
«Η ανακάλυψη μιας τέτοιας κανονικότητας στους γαλαξίες μας βοηθάει να κατανοήσουμε καλύτερα τους μηχανισμούς που τους κάνουν να κινούνται. Δεν θα βρείτε έναν πυκνό γαλαξία να περιστρέφεται γρήγορα και έναν άλλο με το ίδιο μέγεθος αλλά με μικρότερη πυκνότητα να περιστρέφεται πιο αργά».
 
Η ομάδα του Gerhardt Meurer διαπίστωσε, επίσης, ότι τα μεγάλα αστέρια τα τελευταία χρόνια της «ζωής» τους υπάρχουν στην άκρη των γαλαξιών. «Με βάση τα υπάρχοντα μοντέλα, περιμέναμε ότι θα βρούμε ένα μικρό πληθυσμό νέων αστεριών στην άκρη των γαλαξιών που μελετήσαμε. Αντί να βρούμε όμως μόνο αέρια και νεοσυσταθέντα αστέρια στις άκρες, βρήκαμε έναν σημαντικό αριθμό παλαιότερων αστέρων μαζί με λίγα νέα αστέρια και διαστρικό αέριο», πρόσθεσε ο καθηγητής.
 
Και συνέχισε: «Αυτό είναι σημαντικό συμπέρασμα γιατί γνωρίζοντας πού τελειώνει ο γαλαξίας, οι αστρονόμοι μπορούν να περιορίσουν τις έρευνές τους και να μην σπαταλούν χρόνο, προσπάθεια και ενέργεια για τη μελέτη δεδομένων πέρα από αυτό το σημείο. Έτσι, λόγω αυτής της ανακάλυψης, γνωρίζουμε τώρα ότι οι γαλαξίες περιστρέφονται μία φορά κάθε ένα δισ. χρόνια, με μια άκρη γεμάτη με διαστρικό αέριο και παλιά και νέα αστέρια».
 
Ο καθηγητής δήλωσε ότι αυτές οι πληροφορίες είναι ζωτικής σημασίας για την επόμενη γενιά ραδιοτηλεσκοπίων που θα φέρνουν τεράστιους αριθμούς δεδομένων κατά την εξέταση του ουρανού.
Για τα τηλεσκόπια, όπως το υπό κατασκευή SKA, που μπορεί να εντοπίσει την ακμή ενός γαλαξία, θα γίνει πιο εύκολη η αναζήτηση αυτών των δεδομένων.
 
«Όταν το SKA ενεργοποιηθεί την επόμενη δεκαετία, θα χρειαστούμε τη μέγιστη δυνατή βοήθεια για να χαρακτηρίσουμε τα δισεκατομμύρια των γαλαξιών, που αυτά τα τηλεσκόπια θα μας κάνουν διαθέσιμα», επεσήμανε ο ίδιος.

Ο Αριστοτέλης και η αρετή σε σχέση με το χρήμα

Ο Αριστοτέλης μετά την κατάδειξη των γενικών αρχών της αρετής (εθισμός, υποκειμενική μεσότητα, λογική, ελεύθερη βούληση) έχει τη διάθεση να προχωρήσει ακόμη πιο πέρα: «Γιατί στην πρακτική φιλοσοφία οι καθολικές αρχές έχουν, βέβαια, πλατύτερη εφαρμογή, οι αρχές όμως που καλύπτουν μερικότερες περιπτώσεις έχουν μέσα τους μεγαλύτερο ποσοστό αλήθειας: η συμπεριφορά μας αποτελείται από επιμέρους πράξεις, και ο θεωρητικός μας λόγος πρέπει να βρίσκεται σε συμφωνία με αυτές». (1107a 7, 31-34).
 
Η θεωρία, όταν λειτουργεί αποκομμένα από την πράξη, είναι αδύνατο να αποδώσει με ασφάλεια αυτό που πραγματεύεται, καθώς μόνο η πράξη θα καταδείξει την ορθότητά της. Με άλλα λόγια, θεωρία χωρίς εφαρμογή στερείται εγκυρότητας κι αυτό ο Αριστοτέλης, ως θεμελιωτής της «πρακτικής φιλοσοφίας», το γνωρίζει πολύ καλά. Η αναζήτηση παραδειγμάτων είναι η μέθοδος που θα καταστήσει τη θεωρία χειροπιαστή. Και η σχέση του ανθρώπου με το χρήμα (και στην απόκτηση και στη διαχείρισή του) είναι εξόχως κατατοπιστική για μια τέτοια διερεύνηση.
 
Η μεσότητα τίθεται κι εδώ (όπως παντού) ως βασικότερο κριτήριο προκειμένου να καταδειχθεί η ισορροπία που εξασφαλίζει την αρετή. Το ζήτημα είναι ότι ο Αριστοτέλης ταυτίζει την ορθή μέση στάση προς το χρήμα με την ελευθεριότητα, ενώ την υπερβολή και την έλλειψη με την ασωτία και την ανελευθερία αντιστοίχως: «Στη δόση και τη λήψη χρημάτων μεσότητα είναι η ελευθεριότητα, υπερβολή και έλλειψη η ασωτία και η ανελευθερία». (1107b 7, 10-12).
 
Και συμπληρώνει αμέσως: «Σαυτές τις δύο» (εννοείται ασωτία κι ανελευθερία) «οι άνθρωποι υπερβάλλουν και ελλείπουν με ακριβώς αντίθετο τρόπο: ο άσωτος υπερβάλλει στο ξόδεμα και ελλείπει στη λήψη, ενώ ο ανελεύθερος υπερβάλλει στη λήψη και ελλείπει στο ξόδεμα των χρημάτων». (1107 7, 12-15).
 
Το ότι η ανελευθερία ταυτίζεται με τη συσσώρευση του χρήματος καταδεικνύει το ευάλωτο του ανθρώπου απέναντι στον πλούτο, αφού τον μετατρέπει σε καθαυτό αξία και πηγή χαράς. Για τον Αριστοτέλη το χρήμα έχει σημασία μόνο ως εργαλείο που διευκολύνει τη ζωή με την κάλυψη των πρακτικών αναγκών. Η αναγωγή του σε ευτυχία είναι η θεοποίηση του εργαλείου, δηλαδή, η απόλυτη στρέβλωσή του, που, σε τελική ανάλυση, το καθιστά άχρηστο στην εκπλήρωση του πραγματικού του ρόλου. Γιατί το χρήμα δεν είναι για να μαζεύεται, αλλά για να μετατρέπεται σε αγαθά που θα συμβάλουν στην απόκτηση της ευτυχίας.
 
Και λέμε συμβάλλουν, γιατί άλλο η συμβολή κι άλλο η εξασφάλιση. Τα αγαθά δεν εξασφαλίζουν την ευτυχία, αλλά εκπληρώνουν τις υλικές προϋποθέσεις για να αποκτηθεί. Η προσπάθεια του ανθρώπου να νιώσει ευτυχής μέσω της αγοράς είναι η μετουσίωση του μέσου σε αυτοσκοπό διαστρεβλώνοντας το νόημα της ευτυχίας που ανάγεται σε εμπορεύσιμο είδος. Από την άλλη, αυτός που δεν ξοδεύει μαζεύοντας το χρήμα γίνεται δέσμιος της δικής του στρέβλωσης, καθώς αντιλαμβάνεται σαν ευτυχία το ίδιο το χρήμα (ούτε καν τα αγαθά που πρεσβεύει με την αξία του). Η επιμονή στη συσσώρευση του πλούτου παρουσιάζεται ως πάθος που όχι μόνο υποβαθμίζει την ποιότητα της ζωής αλλά οδηγεί στο ανελεύθερο.
 
Και οι δύο στρεβλώσεις έχουν να κάνουν με την κακή αντίληψη του χρήματος. Ο άσωτος, που σκορπάει το χρήμα στην αναζήτηση απολαύσεων, είναι αδύνατο να φτάσει στην ευτυχία, αφού η ψυχική του ολοκλήρωση είναι αδύνατο να καλυφθεί με ηδονές. Το εφήμερο αυτού του είδους των απολαύσεων επιβάλλουν τη διαρκή (θα έλεγε κανείς ξέφρενη) ανανέωσή τους προκειμένου να μη γίνει φανερή η κενότητα που τις πλαισιώνει. Κι αυτή είναι η κατάδειξη της ανισορροπίας, που αναγκαστικά ευτελίζει τα πάντα μετατρέποντάς τα σε καταναλωτικά αγαθά. Γιαυτό και οι ηδονές που αναζητούνται από τέτοιους ανθρώπους είναι κατά κανόνα χαμηλής ποιότητας. Υπό αυτούς τους όρους είναι αδύνατο να γίνει λόγος για ευτυχία.
 
Ο Αριστοτέλης στο τέταρτο βιβλίο από τα «Ηθικά Νικομάχεια» σχολιάζει: «Γιαυτό και οι άσωτοι θεωρούνται εξαιρετικά κακής ποιότητας άνθρωποι· γιατί έχουν πολλές μαζί κακίες». (1119b 1, 33-35). Η ακατάπαυστη αναζήτηση ηδονών δεν μπορεί παρά να οδηγήσει στην ακολασία: «ονομάζουμε, πράγματι, ασώτους τους ακρατείς και αυτούς που ξοδεύουν τα χρήματά τους για να ικανοποιήσουν την ακολασία τους». (1119b 1, 32-33).
 
Σε τελική ανάλυση, ο άσωτος δεν μπορεί παρά να οδηγηθεί στην αυτοκαταστροφή: «Άσωτος είναι, πράγματι, ο άνθρωπος που καταστρέφεται από τον ίδιο τον εαυτό του, και η καταστροφή της περιουσίας θεωρείται ένα είδος αυτοκαταστροφής, αφού η ζωή θεωρείται ότι διατηρείται μέσω αυτών των πραγμάτων. Με αυτή λοιπόν τη σημασία καταλαβαίνουμε τη λέξη ασωτία». (1120a 1, 2-5).
 
Κι όταν γίνεται λόγος για ακολασία, δεν εννοείται κατανάγκη η προτεραιότητα στις σωματικές ηδονές (ούτε βέβαια και αποκλείεται), αλλά η κάθε είδους χρηματική σπατάλη προς ανθρώπους που δεν το αξίζουν: «σε ανθρώπους με καλό και αξιοπρεπή χαρακτήρα μπορεί να μη δίνουν τίποτε, δίνουν όμως πολλά στους κόλακες και σαυτούς που τους προσφέρουν κάποια άλλη ευχαρίστηση». (1121b 7-9).
 
Η χρηματοδότηση του κόλακα ή οποιουδήποτε άλλου προσφέρει ευτελή ευχαρίστηση είναι η ανάγκη της επιβεβαίωσης, δηλαδή της συναισθηματικής είσπραξης που γίνεται με λάθος τρόπο. Σε τελική ανάλυση, κι ο πιο άσωτος το συναισθηματικό του κενό προσπαθεί να γεμίσει. Κι αυτό είναι το νόημα της ασωτίας. Η αναζήτηση της ευτυχίας μέσα από το δρόμο της ευτέλειας.
 
Και δε χρειάζεται να χρηματοδοτεί κανείς πρόθυμους επιτήδειους για να γεμίσει το κενό του. Και μόνο η αγορά αγαθών κρίνεται αρκετή. Ο σύγχρονος κόσμος είναι γεμάτους από δυστυχισμένους υπερκαταναλωτές. Η θεοποίηση της κατανάλωσης είναι η θεοποίηση του χρήματος που τίθεται πάνω από τους ανθρώπους. Κι αυτή είναι η πιο επαίσχυντη μορφή αποξένωσης. Ο άνθρωπος αυτού του είδους είναι καταδικασμένος στη δυστυχία, αφού αδυνατεί να φτάσει στη γαλήνη της ισορροπίας που επέρχεται μόνο μέσα από την πληρότητα των συναισθημάτων, δηλαδή από την επαφή με τους άλλους ανθρώπους.
 
Κι αν ο άσωτος είναι αυτός που τείνει προς τη μεριά της υπερβολής, ο ανελεύθερος τείνει προς τη μεριά της έλλειψης. Είναι αυτός που το χρήμα το αντιλαμβάνεται πρωτίστως ως αντικείμενο προς αποθήκευση. Ένας τέτοιος άνθρωπος επί της ουσίας αδυνατεί να συμμετέχει στις αληθινές χαρές της ζωής, καθώς τις έχει αντικαταστήσει με το χρήμα. Ο πλούτος είναι γιαυτόν η καθαυτό ευχαρίστηση, που ματαιώνει όλες τις άλλες. Συνήθως επικαλείται τη δικαιολογία της μελλοντικής αβεβαιότητας, που καθιστά συνετό το να έχει κανείς χρήματα στην άκρη.
 
Ο Αριστοτέλης σχολιάζει: «υπάρχουν, πράγματι, κάποιοι που δίνουν την εντύπωση, ή τουλάχιστον έτσι λένε οι ίδιοι, ότι ο λόγος που φυλάγουν τα χρήματά τους είναι για να μη βρεθούν κάποια μέρα στην ανάγκη να κάνουν κάτι το άσχημο· εδώ ανήκει και ο εξηνταβελόνηςκαι όλοι οι όμοιοί του η λέξη ξεκινάει από την υπερβολή στην οποία φτάνουν, να μη θέλουν να δώσουν απολύτως τίποτε». (1121b 1, 29-33).
 
Κι εδώ δεν πρόκειται για την απαξίωση της αποταμίευσης. Η μεσότητα επιβάλλει να μεριμνά κανείς και για κάποια δύσκολη μελλοντική στιγμή. Το ζήτημα είναι η αναγωγή της αποταμίευσης σε σκοπό της ζωής. Σταδιακά ένας τέτοιος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να απομακρυνθεί από τους άλλους ανθρώπους. Αποφεύγοντας οτιδήποτε μπορεί να τον κάνει να ξοδέψει απεχθάνεται τις συναναστροφές. Κι αυτό γιατί τις θυσιάζει. Το μάζεμα του πλούτου κρίνεται περισσότερο δελεαστικό. Βρισκόμαστε μπροστά στην απαρχή της ανελευθερίας. Ο πλούτος από απελευθερωτική δύναμη που εκπληρώνει τις επιθυμίες μετατρέπεται σε μηχανισμό υποδούλωσης εξαφανίζοντάς τες. Η αντικατάσταση των επιθυμιών από τη συγκέντρωση του πλούτου σηματοδοτεί τη θυσία των πάντων για χάρη του. Τελικά, πρόκειται για τη θυσία της ελευθερίας για την εξυπηρέτηση ενός πάθους.
 
Όμως, η ανελευθερία δεν είναι μόνο αυτό: «η ανελευθερία καλύπτει μεγάλη έκταση και είναι πολύμορφη φαίνεται, πράγματι, ότι υπάρχουν πολλά είδη ανελευθερίας. Καθώς η ανελευθερία σχετίζεται με δύο πράγματα, με την έλλειψη στη δόση και με την υπερβολή στη λήψη, δεν εμφανίζεται στην ολοκληρωμένη της μορφή σε όλους τους ανθρώπους, αλλά μερικές φορές χωρίζεται: άλλοι υπερβάλλουν στη λήψη και άλλοι ελλείπουν στη δόση». (1121b 1, 19-24).
 
Με άλλα λόγια, ανελεύθερος δεν είναι μόνο αυτός που τσιγκουνεύεται, αλλά κι αυτός που είναι πρόθυμος να κάνει τα πάντα για να αποκτήσει περισσότερα, ασχέτως αν δεν τα χρειάζεται πραγματικά. Επί της ουσίας, τόσο ο άσωτος, όσο κι ο ανελεύθερος καταλήγουν στο ίδιο πράγμα από την άλλη πλευρά: στη θεοποίηση του χρήματος. Ο πρώτος το θεοποιεί για να το σπαταλήσει κι ο δεύτερος για να το αποθηκεύσει. Εν τέλει κανείς τους δεν είναι ελεύθερος: «Οι περισσότεροι όμως άσωτοι, όπως το έχουμε ήδη πει, και παίρνουν από κει που δεν πρέπει και είναι από την άποψη αυτή ανελεύθεροι». (1121a 1, 35-37).
 
Οι άσωτοι σταδιακά είναι ικανοί να κάνουν τα πάντα για να αποκτήσουν χρήμα: «Την τάση να παίρνουν την αποκτούν επειδή θέλουν να ξοδεύουν, κάτι όμως που δεν είναι σε θέση να το κάνουν με την απλοχεριά που θέλουν, αφού τα υπάρχοντά τους εξαντλούνται γρήγορα· αναγκάζονται λοιπόν να τα προμηθευτούν από αλλού». (1121a 1, 37-40 και 1121b 1, 1).
 
Κι αυτό το «αλλού», όταν πρόκειται για ανθρώπους που εξυπηρετούν κάποιο πάθος, κρίνεται επίφοβο. Ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αδύνατο να φερθεί με ελευθεριότητα: «Από την άλλη μεριά, καθώς δε νοιάζονται καθόλου για το (ηθικά) ωραίο, παίρνουν απερίσκεπτα και από παντού· το μόνο που επιθυμούν είναι να δίνουν· το πώς και το από πού τους είναι τελείως αδιάφορο. Γιαυτό και όταν δίνουν, η ενέργειά τους αυτή δεν έχει καθόλου τα χαρακτηριστικά της ελευθεριότητας, αφού ούτε (ηθικά) ωραία είναι, ούτε σε έναν τέτοιου είδους συγκεκριμένο σκοπό αποβλέπει». (1121b 1, 2-6).
 
Βέβαια, ο Αριστοτέλης αναφέρεται σε ακραίες περιπτώσεις. Γιαυτό και η φράση: «το μόνο που επιθυμούν είναι να δίνουν· το πώς και το από πού τους είναι τελείως αδιάφορο». Οι άνθρωποι, όταν χάνουν το σημείο της μεσότητας δε φτάνουν αναγκαστικά στα απόλυτα άκρα. Άλλοι βρίσκονται κοντά της (αν και όχι ακριβώς), άλλοι ακόμη μακρύτερα και πάει λέγοντας. Ο ίδιος έχει ξεκαθαρίσει ότι τα σημεία εκτός του μέσου είναι άπειρα. Από αυτή την άποψη και η έννοια άσωτος έχει διαβαθμίσεις ανάλογα από το πόσο απέχει κανείς από το μέσο. Αυτός που τείνει στην υπερβολή τείνει προς την ασωτία, κι άλλος μπορεί να τείνει πολύ κι άλλος λίγο.
 
Η πλήρης αδιαφορία για τον τρόπο που αποκτά κανείς τον πλούτο προκειμένου να τον ξοδέψει αφορά προφανώς το ανώτατο σημείο της υπερβολής, δηλαδή το πιο απομακρυσμένο από το μέσο. Όμως, κι ο άσωτος που δεν κινείται στα άκρα, μπορεί να μην έχει φτάσει στο ακραίο σημείο του ολοκληρωτικού αμοραλισμού ή ανηθικότητας, αλλά είναι σε θέση να επιβαρύνει τα κοντινά του πρόσωπα αποσπώντας χρήματα ή να αυτοκαταστραφεί καταφεύγοντας σε τοκογλύφους. Η διαβάθμιση παίζει σπουδαίο ρόλο στο μέγεθος της αριστοτελικής ασωτίας κι αυτό επιβεβαιώνει εκ νέου τη σημασία της μεσότητας, αφού όσο πιο κοντά βρίσκεται κανείς σαυτή, τόσο πιο ακίνδυνες είναι οι επιλογές του.
 
Ακριβώς το ίδιο κι από την πλευρά της έλλειψης. Ο τσιγκούνης που βρίσκεται κοντά στη μεσότητα μπορεί να περνά απαρατήρητος. Όσο όμως απομακρύνεται, τόσο πιο ισχυρά γίνονται τα δεσμά της ανελευθερίας του. Ο ολοκληρωτικά τσιγκούνης μπορεί να αποδειχθεί καταστροφικός και για τους γύρω του και για τον εαυτό του. Το βέβαιο είναι ότι ο τσιγκούνης δε συμπεριφέρεται αρπακτικά προς τους άλλους: «Αυτοί που τους λέμε με λέξεις όπως τσιγκούνης, σφιχτός, σπαγκοραμμένος, όλοι τους ελλείπουν στη δόση· δεν επιθυμούν, πάντως, τα ξένα υλικά αγαθά, ούτε και θέλουν να τα πάρουν, μερικοί από ένα είδος εντιμότητας και αποφυγής των άσχημων πραγμάτων και άλλοι πάλι κρατιούνται μακριά από τα ξένα αγαθά από φόβο, λέγοντας πως δεν είναι εύκολο ο ίδιος να παίρνεις τα αγαθά των άλλων, να εμποδίζεις όμως τους άλλους να πάρουν τα δικά σου· προτιμούν λοιπόν μήτε να παίρνουν μήτε να δίνουν». (1121b 1, 25-28 και 1121b 1, 33-35).
 
Από την πλευρά της έλλειψης εκείνος που προτιμά την αισχροκέρδεια κρίνεται απείρως επικινδυνότερος από τον τσιγκούνη: «Άλλοι, πάλι, υπερβάλλουν στη λήψη, καθώς παίρνουν από παντού και τα πάντα, όπως π.χ. αυτοί που κάνουν βρόμικες και χυδαίες δουλειές: οι σωματέμποροι και όλοι οι όμοιοί τους ή οι τοκογλύφοι που δανείζουν μικρά ποσά με μεγάλους τόκους. Όλοι αυτοί παίρνουν από εκεί που δεν πρέπει και όσα δεν πρέπει. Κοινό χαρακτηριστικό τους είναι προφανώς η αισχροκέρδεια, αφού για κάποιο κέρδος, και αυτό μικρό, είναι πρόθυμοι να υπομείνουν κάθε λογής ντροπή. Γιατί αυτούς που παίρνουν μεγάλα κέρδη, όχι όμως από κει που πρέπει, κέρδη που δε θα έπρεπε να τα κερδίζουν, αυτούς δεν τους λέμε ανελεύθερους (τους τυράννους π.χ. που καταστρέφουν πόλεις και λεηλατούν ιερά), αλλά μάλλον κακούς, ασεβείς και άδικους». (1121b 1, 35-39 και 1122a 1, 1-8).
 
Ο Αριστοτέλης διαχωρίζει τους άδικους και τους κακούς από τους ανελεύθερους ανάλογα με τα κέρδη που αποκτιούνται. Οι ανελεύθεροι έχουν να κάνουν με τα μικρά κέρδη. Όταν τα ποσά μεγαλώνουν οι έννοιες αλλάζουν. Κι αυτό έχει να κάνει με το νόμο. Ο άσωτος, ως ανελεύθερος, είναι υπόδουλος του χρήματος, αλλά δεν παραβαίνει το νόμο (ή τουλάχιστον όχι σε μεγάλο βαθμό). Ο τύραννος, όπως και ο άδικος, εγκληματούν. Κι αυτό τους καθιστά διαφορετικούς, παρόλο που το κίνητρο μπορεί να είναι και πάλι το χρήμα. Όταν μιλάμε γιαυτούς, αυτό που τίθεται πρωτίστως δεν είναι ο τρόπος που αντιλαμβάνονται το χρήμα, αλλά ότι παραβαίνουν το νόμο. Και το ζήτημα της δικαιοσύνης είναι μια άλλη υπόθεση.
 
Η σχέση του ανθρώπου με το χρήμα είναι πολύ ενδεικτική για την κατάδειξη της επικρατούσας αντίληψης για την ευτυχία. Κι όσο πιο στρεβλή αποδεικνύεται, τόσο πιο επίφοβα γίνονται τα πράγματα. Αν η στρέβλωση πάρει συλλογικές διαστάσεις, γίνει δηλαδή κοινωνικό πρότυπο, τότε η απληστία, η αδικία και η εξαπάτηση μετατρέπονται σε κανόνες ζωής. Μια τέτοια κοινωνία όμως δεν μπορεί να προσδοκά και πολλά. Το μόνο που της μένει είναι το ανελεύθερο. Κι αυτό οι πολίτες πρέπει να το λάβουν υπόψη τους πολύ σοβαρά.
 
Αριστοτέλης: Ηθικά Νικομάχεια

Πέμπτη 15 Μαρτίου 2018

ΑΙΣΩΠΟΣ - Μῦθοι (141.1-145.1)

141. ΚΑΡΥΑ [141.1] καρύα παρά τινα ὁδὸν πεφυκυῖα καὶ ὑπὸ τῶν παριόντων λίθοις βαλλομένη στενάξασα πρὸς ἑαυτὴν εἶπεν· «ἀθλία ἔγωγέ εἰμι, ἥτις κατ᾽ ἐνιαυτὸν ἐμαυτῇ ὕβρεις καὶ λύπας προφέρω».
ὁ λόγος πρὸς τοὺς ἐπὶ τοῖς ἰδίοις ἀγαθοῖς λυπουμένους.

142. ΚΑΜΗΛΟΣ
[142.1] κάμηλος ἀναγκαζομένη ὑπὸ τοῦ ἰδίου δεσπότου ὀρχεῖσθαι εἶπεν· «ἀλλ᾽ οὐ μόνον ὀρχουμένη εἰμὶ ἄσχημος ἀλλὰ καὶ περιπατοῦσα».
ὁ λόγος ἁρμόδιος παντὶ ἀνδρὶ τῷ ἐν τοῖς ἔργοις ἀπρέπειαν ἔχοντι.

143. ΛΑΓΩΟΙ ΚΑΙ ΒΑΤΡΑΧΟΙ
[143.1] λαγωοὶ καταγνόντες ἑαυτῶν δειλίαν ἔγνωσαν δεῖν ἑαυτοὺς κατακρημνίσαι. παραγενομένων δὲ αὐτῶν ἐπί τινα κρημνόν, ᾧ λίμνη ὑπέκειτο, οἱ ἐνταῦθα βάτραχοι ἀκούσαντες τῆς ποδοψοφίας ἑαυτοὺς εἰς τὰ βάθη τῆς λίμνης ἐδίδοσαν. εἷς δέ τις τῶν λαγωῶν θεασάμενος αὐτοὺς ἔφη πρὸς τοὺς ἑτέρους· «ἀλλὰ μηκέτι ἑαυτοὺς κατακρημνίσωμεν· ἰδοὺ γάρ, εὕρηνται καὶ ἡμῶν δειλότερα ζῷα».
οὕτω καὶ τοῖς ἀνθρώποις αἱ τῶν ἄλλων συμφοραὶ τῶν ἰδίων δυστυχημάτων παραμυθίαι γίνονται.

144. ΛΑΡΟΣ ΚΑΙ ΙΚΤΙΝΟΣ
[144.1] λάρος ἰχθὺν καταπιὼν διαρραγέντος αὐτοῦ τοῦ φάρυγγος ἐπὶ τῆς ἠιόνος νεκρὸς ἔκειτο. ἰκτῖνος δὲ αὐτὸν θεασάμενος ἔφη· «ἄξια σύ γε πέπονθας, ὅτι πτηνὸς γεννηθεὶς ἐπὶ θαλάσσης τὴν δίαιταν ἐποιοῦ».
οὕτως οἱ τὰ οἰκεῖα ἐπιτηδεύματα καταλιπόντες καὶ τοῖς μηδὲν προσήκουσιν ἐπιβαλλόμενοι εἰκότως δυστυχοῦσιν.

145. ΛΕΩΝ ΚΑΙ ΓΕΩΡΓΟΣ
[145.1] λέων ἐρασθεὶς θυγατρὸς γεωργοῦ ταύτην ἐμνηστεύσατο. ὁ δὲ μὴ ἐνδοῦναι θηρίῳ τὴν θυγατέρα ὑπομένων μηδὲ ἀρνήσασθαι διὰ τὸν φόβον δυνάμενος τοιοῦτόν τι ἐπενόησεν. ἐπειδὴ συνεχῶς αὐτῷ ὁ λέων ἐπέκειτο, ἔλεγεν, ὡς νυμφίον μὲν αὐτὸν ἄξιον τῆς θυγατρὸς δοκιμάζει· μὴ ἄλλως δὲ αὐτῷ δύνασθαι ἐκδοῦναι, ἐὰν μὴ τούς τε ὀδόντας ἐξέλῃ καὶ τοὺς ὄνυχας ἐκτέμῃ· τούτους γὰρ δεδοικέναι τὴν κόρην. τοῦ δὲ ῥᾳδίως διὰ τὸν ἔρωτα ἑκάτερα ὑπομείναντος ὁ γεωργὸς καταφρονήσας αὐτοῦ, ὡς παρεγένετο πρὸς αὐτόν, ῥοπάλοις αὐτὸν παίων ἐξήλασεν.
ὁ λόγος δηλοῖ, ὅτι οἱ ῥᾳδίως τοῖς ἐχθροῖς πιστεύοντες, ὅταν τῶν ἰδίων πλεονεκτημάτων ἑαυτοὺς ἀπογυμνώσωσιν, εὐάλωτοι τούτοις γίνονται, οἷς πρότερον φοβεροὶ καθεστήκεσαν.

***
141. Η καρυδιά.
[141.1] Ήταν μια καρυδιά που είχε φυτρώσει στην άκρη της δημοσιάς, και έτσι όλοι οι περαστικοί τής πετούσαν πέτρες. Αναστέναξε λοιπόν και μουρμούρισε από μέσα της: «Τί δυστυχία και αυτή! Χρόνο με τον χρόνο δεν τραβάω πάνω μου άλλο από λύπες και προσβολές!».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για όσους δεν είναι ικανοποιημένοι με τα αγαθά τους.

142. Η καμήλα.
[142.1] Ήταν μια καμήλα που ο αφέντης της την ανάγκαζε να χορεύει. Αυτή, που λέτε, το ομολογούσε: «Ε καλά, δεν είναι μόνο στον χορό που δείχνω απαίσια — και άμα περπατάω, τα ίδια χάλια έχω».
Ο μύθος αυτός ταιριάζει για κάθε άνθρωπο που κάνει άσχημα τις δουλειές του.

143. Οι λαγοί και τα βατράχια.
[143.1] Μια φορά και έναν καιρό οι λαγοί βάλθηκαν να αυτοκατηγορούνται για τη δειλία τους και το πήραν απόφαση να πάνε κάπου να γκρεμοτσακιστούν. Μια και δυο, λοιπόν, φτάσανε στην άκρη κάποιου γκρεμού, όπου υπήρχε από κάτω λίμνη. Τα βατράχια μέσα στη λίμνη, που λέτε, άκουσαν τον πάταγο από τα ποδάρια των λαγών και αμέσως βούτηξαν κάτω στον βυθό. Τότε ένας από τους λαγούς, που το είδε αυτό, σταμάτησε τους υπόλοιπους: «Ρε σεις, γιατί να γκρεμοτσακιστούμε τώρα; Για κοιτάξτε: υπάρχουν και πλάσματα ακόμη πιο φοβητσιάρικα από εμάς».
Έτσι συμβαίνει και με τους ανθρώπους: Οι συμφορές των άλλων τούς δίνουν παρηγοριά για τη δική τους δυστυχία.

144. Ο γλάρος και το γεράκι.
[144.1] Ήταν μια φορά ένας γλάρος που κατάπιε αμάσητο ένα ψάρι, με αποτέλεσμα να πάθει διάτρηση το λαρύγγι του και να πέσει νεκρός κάτω στην ακρογιαλιά. Τον είδε τότε το γεράκι και τον ελεεινολόγησε: «Καλά να πάθεις, βρε ανόητε. Πουλί γεννήθηκες· τί δουλειά είχες να γυρεύεις την τροφή σου στη θάλασσα;».
Έτσι συμβαίνει και με εμάς: Όσοι εγκαταλείπουν τις δουλειές που ξέρουν και καταπιάνονται με πράγματα που δεν τους ταιριάζουν καθόλου, είναι φυσικό να καταντούν δυστυχισμένοι.

145. Το λιοντάρι και ο αγρότης.
[145.1] Μια φορά το λιοντάρι ερωτεύτηκε την κόρη κάποιου αγρότη και πήγε να τη ζητήσει σε γάμο. Του πατέρα της, βέβαια, δεν του έκανε καρδιά να δώσει την κόρη του γυναίκα σε άγριο θεριό. Δεν τολμούσε εντούτοις και να αρνηθεί από τον φόβο του. Σκέφτηκε λοιπόν το ακόλουθο σχέδιο. Καθώς το λιοντάρι ερχόταν συνέχεια και τον πίεζε, ο πατέρας το διαβεβαίωσε ότι ασφαλώς το εγκρίνει σαν άξιο γαμπρό για τη θυγατέρα του. «Δεν μπορώ όμως να σου τη δώσω σε γάμο», συνέχισε, «παρά μόνο με μία προϋπόθεση: συγκεκριμένα να βγάλεις αυτές τις δοντάρες σου και να κόψεις τα νύχια σου. Βλέπεις, η κοπελιά τα φοβάται πολύ αυτά». Το λιοντάρι ήταν τόσο ερωτοχτυπημένο που δέχτηκε να τα κάνει και τα δύο χωρίς δισταγμό. Έτσι όμως ο γεωργός έπαψε πια να το υπολογίζει. Αποτέλεσμα: όταν εμφανίστηκε ξανά μπροστά του το θεριό, του έδωσε ένα γερό ξύλο με τη μαγκούρα και το έδιωξε κακήν κακώς.
Το δίδαγμα του μύθου: Μην εμπιστεύεστε αβασάνιστα τους εχθρούς σας. Βλέπετε, όποιος ξεγυμνώνεται μόνος του από τα δυνατά του σημεία γίνεται μεμιάς ευάλωτος στα χτυπήματα των άλλων, όσο και αν ήταν πρωτύτερα ο φόβος και ο τρόμος τους.

ΔΙΟΝΥΣΟΣ

Ο Ζευς μετά την αφομοίωσιν εν τη φύσει αυτού, του Φάνητος, εσκέφθη, κατά τον Θείον Ορφέα, να δημιουργήσει μίαν νέαν Θεότητα εις την οποίαν να αναθέσει την εξουσίαν επί των ενεργειών των φύσεων πάντων των όντων. Και όντως εξ αυτού και της Θυγατρός του Περσεφόνης εγέννησε τον Ζαγρέα Διόνυσον. Ο Διόνυσος κατ’ αρχάς μεν υπήρξεν και υπάρχει ως Θεότης χθόνιος, μετέπειτα όμως εγένετο και γίνεται Ουρανία Θεότης.

Εις τας αλληγορικάς εικόνας του Ορφέως περί του Διονύσου είναι τοποθετημέναι υψίστης σημασίας έννοιαι, αλλά περί αυτών δεν δυνάμεθα παρά ελάχισrα να είπωμεν. Μόνον άκρως μεμυημένοι εις τα μυστήρια του Ορφέως είναι ενδεδειγμένοι να ομιλούν και αποκαλύπτουν αυτά.

Η μήτηρ του Διονύσου Περσεφόνη και εκείνη η οποία αναφέρεται εις την Ελληνικήν παράδοσιν ως μήτηρ αυτού η Σεμέλη, εικονίζουν το αυτό πρόσωπο ή την αυτήν ατομικότητα. Eικoviζουν την ανελιχθείσαν ψυχήν, την υπερβάσασαν κατά την διανόησιν αυτής τα όρια της Τιτανικής φύσεως των ανθρώπων. Την ψυχήν εκείνην η αποία εδέχθη και αφομοίωσεν εν αυτή τας ενεργητικάς δυνάμεις του Φάνητος, δια των σχέσεών της προς τον πνευματικόν άρχοντα του Ουρανού Δία. Εκ των δυνάμεων αυτών εγεννήθη ο Διόνυσος και δια τούτο είναι τέκνον του Θεού Διός και της Περσεφόνης ή Σεμέλης. Αλλά η Περσεφόνη ή η Σεμέλη, κατά τον Θείον Ορφέα, παρά την υπέροχον διανόησιν αυτής έζη ακόμη μέσα εις Τιτανικήν των ανθρώπων φύσιν και ως εκ τούτου είχεν αμέσους σχέσεις προς τους Τιτάνας. Οι Τιτάνες γνωρίζοντες την διπλήν φύσιν του Διονύσου εβουλεύθησαν να κατασπαράξουν αυτόν και εις στιγμήν κατά την οποίαν ο Διόνυσος ήτο προσηλωμένος εις εν κάτοπτρον βλέπων την μορφήν του, εικών η οποία προδίδει αλληγορικώς κατά τον Θείον Ορφέα την Τιτανικήν των ανθρώπων φύσιν, επέπεσαν κατ’ αυτού και τον κατεσπάραξαν διαμελίσαντες δε την φύσιν αυτού την κατέφαγον.

Οι κατασπαράξαντες τον Διόνυσον Τιτάνες ήσαν επτά τον αριθμόν και διεμέλισαν την φύσιν αυτού εις επτά ίσα μέρη. Έκτοτε, απεκάλυψεν ο Θείος Ορφεύς, πάσαι αι ανθρώπιναι φύσεις φέρουν μέρος της διπλής φύσεως του Διονύσου, αλλά τούτο δεν δύναται να φέρει τας ψυχάς αυτών εις το γένος των αθανάτων. Δια να γίνει αυτό, πρέπει εις τας φύσεις αυτάς να αφομοιωθεί ολόκληρος η φύσις του Διονύσου.

Κατά τον διαμελισμόν της φύσεως του Διονύσου έσπευσεν εκ του Ουρανού η Θεά της Σοφίας και έλαβε την καρδίαν του, την μετέφερε και την παρέδωσε εις τον Θεόν Δία. Την καρδίαν του Διονύσου εχρησιμοποίησεν ο Θεός Ζευς προς δημιουργίαν ενός νέου Διονύσου, ενός Ουρανίου Διονύσου και είναι πλέον αυτός, όχι ο Διόνυσος ο Ζαγρεύς, η υποχθονία Θεότης, αλλά ο Διόνυσος ο Ελευθερεύς, εκείνος εις τον οποίον ανέθεσεν ο Θεός Ζεύς την απελευθέρωσιν των ανθρωπίνων ψυχών από τας Τιτανικάς αυτών φύσεις. Εκείνος ο οποίος μεταφέρει τας ψυχάς των ανθρώπων δια γάμου του τελουμένου προς αυτάς εις τας φύσεις των αθανάτων και τούτο, όταν η διανόησίς των φθάνει να ενεργεί πέραν των Τιτανικών φύσεων των ανθρώπων.

Εις αυτάς τας αλληγορικάς εικόνας του Θείου Ορφέως περικλείεται ολόκληρος η σημασία της διδασκαλίας αυτού προς τους μύστας του και εχρησιμοποιείτο δια της προφορικής διδασκαλίας του και αναλύσεως των εννοιών των προς μύησιν εις τα Θεία πνευματικά μυστικά, άνευ της γνώσεως των οποίων καθίσταται αδύνατος η ψυχική μεταμόρφωσις των μεμυημένων.

Η πνευματική έννοια των Θεών της αρχαίας Ελλάδος δεν είναι δυνατόν να ευρίσκεται εις το περιεχόμενο των πα­νηγύρεων, εις τας οποίας πρωτίστως επιζητείται να θερα­πεύεται η λαϊκή φαντασία και να δημιουργείται η λαϊκή πί­στις. Η πνευματική έννοια του Διονύσου δεν δύναται ει μη να ευρίσκεται εις την αλληγορία της γεννήσεως αυτού και εις το έργον του επί της ανθρωπίνης Ψυχής. Δια της κατανοήσεως αυτών φρονώ, ότι ο άνθρωπος δύναται να καταστεί γνώστης των λειτουργιών του πνεύμα­τος και δια της γνώσεως του ταύτης, ευτυχής εις τον επί­γειoν αυτού βίον.

Ο Διόνυσος είναι τέκνον του Θεού Διός και της Νύμφης Σεμέλης. Η Σεμέλη ήτo θυγάτηρ του κτίσαντος τας επτα­πύλους Θήβας Κάδμου. Ο Κάδμος είναι το σύμβολον του Ηλιακού φωτός του ερχομένου και απ’ ευθείας και δια των πλανητών προς δημιουργίαν του ανθρωπίνου οργανισμού. Ο αριθμός 7 των πυλών των Θηβών καθιστά κατάδηλον την εξήγησιν αυτήν περί Κάδμου.

Η δημιουργία του ανθρωπίνου οργανισμού είναι απο­τέλεσμα συνεργασίας της ουσίας της Γης και του φωτός του Ηλίου. Η Σεμέλη είναι το ψυχικόν ανθρώπινον πλάσμα το οποίον έρχεται εις ερωτικάς σχέσεις προς τον Θεόν του Ουρανού Δία, προς το Θείον δηλαδή Ουράνιον πρωταρχι­κόν Πυρ, εις την ισχύν του οποίου οφείλονται πάσαι αι συ­γκροτήσεις και μεταμορφώσεις των κόσμων. Εκ της προς τον Θεόν Δία επαφής της Σεμέλης, προκύπτει η προς αυ­τήν μετάδοσις του Θείου Πυρός, εκ της οποίας η απαρχή του εξελικτικού σταδίου του ανθρώπου.

Εις την αλληγορικήν αυτήν έννοιαν ευρίσκεται ότι ο Θεός Ζευς ο οποίος ήλθεν εις μείξιν με την Νύμφη Σεμέλη, την ανθρωπίνην υπόστασιν, είναι αυτό τούτο το Θείον Πυρ, το πληρούν τας μεταξύ των Ουρανίων σωμάτων χώρας, εις τας οποίας δεν υπάρχει τιτανική, δηλαδή υλική ουσία. Εκάστη ακτίς του Πυρός τούτου ερχομένη εις την Γην, έρ­χεται μεταμορφωμένη. Το περιβάλλον της Γης αναγκαίως την μεταμορφώνει. H Νύμφη Σεμέλη όμως δεν αρκείται να έρχεται προς αυτήν ο Ζευς μεταμορφωμένος. Παροτρύνει και ζητεί παρ’ αυτού την υπόσχεσιν να εμφανισθεί ούτος ενώπιον της, ως εμφανίζεται προς την σύζυγόν του Ήραν. Ο Θεός Ζευς συνεπής προς ό,τι υπεσχέθη εμφανίζεται προ της Σεμέλης με πλήρη την Ουράνιον περιβολήν του. Μη δυναμένη όμως αύτη να ανθέξει προ της απείρου λάμψεως του Ουράνιου Πυρός κατακαίεται υπό τούτου. Η Σεμέλη έφερεν εν τη γαστρί της το αποτέλεσμα των ερώτων της προς τον Δία. Έπρεπε τούτο να σωθεί. Η ελθούσα προς τον ψυχικόν άνθρωπον ακτίς του Ουρανίου Πυρός και γο­νιμοποιηθείσα εις εν έμβρυον δεν έπρεπε να απωλεσθεί, διότι η ακτίς αύτη θα απετέλει εφεξής την βάσιν μιάς νέας δημιουργίας. Σπεύδει λοιπόν ο Ζευς, αποσπά από την και­ομένην Σεμέλη τω εν γαστρί αυτής έμβρυον, διανοίγει τον μηρόν αυτού και το τοποθετεί εκεί προς περαιτέρω κυοφο­ρίαν. Το έμβρυον τούτο εlναι πλέον φύσεως διπλής. Φέρει το σπέρμα του Ουράνιου Θεού αλλά και κληρονομά την φύσιν της μητρός του. Το Θείον έμβρυον αποτελειώνει την κυοφορίαν του εντός του μηρού του Διός και εκείθεν γεννά­ται ο Διόνυσος, όπως κατ’ ανάλογον τρόπον συνετελέσθη η γέννησις της Θεάς της σοφίας, Αθηνάς. Η γέννησις του Διονύσου και της Αθηνάς αποτελούν εν τη διατυπωθείση παραδόσει τα πλέον αξιοσπούδαστα μέρη αυτής, διότι ταύτα αποκαλύπτουν τα αίτια της αν­θρωπίνης διανοήσεως και τους νόμους της αναπαραγωγής των ιδεών και της απείρου αυτών διαιωνίσεως. Αποτελούν την εμφάνισιν των πνευματικών νόμων οι οποίοι καθιστούν το ατομικόν πνεύμα αιώνιον.

Αλλ’ επί πλέον η γέννησις του Διονύσου φέρει εις ημάς την έννοιαν των μέσων διά των οποίων θα δυνηθεί η ανθρωπίνη ψυχή να έλθει εις αδιάσπαστον σύνδεσιν προς την πρωτίστην ουσίαν την οποίαν αλληγορεί ο Θεός Ζεύς, εκ της οποίας και μόνης συνδέσεως θα επιτύχει την μετα­βολήν της Γηίνης αυτής φύσεως, θα αποβάλλει τα ελαττώ­ματα της φύσεως ταύτης και ούτω θα έκδηλώσει την πλήρη αυτής ελευθερίαν, η οποία θα της επιτρέψει την πτήσιν προς τας χώρας του φωτός, εις τας οποίας βασι­λεύει η πραγματική χαρά, η πραγματική ευδαιμονία και η πλήρης ευθυμία.

Ο Διόνυσος γενόμενος έφηβος εξεδήλωσεν όλη την χαράν και ευθυμίαν, αλλά προς τούτοις και κάποιαν αμερι­μνησίαν, την οποίαν εκδηλούμεν πάντες εμείς οι άνθρωποι προκειμένου περί της περαιτέρω ημών πνευματικής τύχης. Η αμεριμνησία του Διονύσου προέρχεται εκ της κληρονομι­κής φύσεως της μητρός του. Ευρισκόμενος όμως εν τη κα­ταστάσει ταύτη δέχεται εξαπίνης την επίθεσιν των Τιτάνων, oι οποίοι και τον εθανάτωσαν. Διεμέλησαν το σώμα του, το διεμοιράσθησαν μεταξύ των και έλαβον έκαστος εν μέρος. Δια του τοιούτου διαμελισμού οι Τιτάνες αφ’ ενός θα ημπό­διζον την υπό του Διονύσου μετάδοσιν ιδεών και μέσων ικανών να ωθήσουν την ανθρωπίνην ψυχήν προς την ελευθερίαν, αφ’ ετέρου εις την υπόστασίν του υπήρχε σπέρμα θείου Πυρός να εμβολιάσουν την φύσιν αυτών, όπως καταστεί ισχυροτέρα εις μέλλοντας πνευματικούς αγώνας. Βλέπομεν και εδώ την εικόνα της προσπαθείας του ανοήτου πνεύματος, του ζητούντος να γίνει ισχυρόν δι΄ εκτρόπων μέσων.

Τον φόνον του Διονύσου αντιλαμβάνεται η Θεά της Σοφίας Αθηνά, η οποία σπεύδει και σώζει την καρδίαν αυ­τού. Σώζει δηλαδή το μέρος εκείνο εις το οποίον κατά τους αρχαίους σοφούς έχει έδραν η ψυχή.

Την διασωθείσαν καρδίαν προσκομίζει η Θεά της Σο­φίας προς τον πατέρα των αθανάτων, ο οποίος κατά την εμήν γνώμην, δεν εθλίβη διά τον θάνατον του υιού του. Αντιθέτως του παρεσχέθη η ευκαιρία να αναγεννήσει εν τη φύσει αυτού, εκ της διασωθείσης καρδίας, ένα νέον αθάνα­τον Διόνυσον. Η εικών της αλληγορίας της αναγεννήσεως του Διονύσου υπό του πατρός των αθάνατων, αποτελεί ένα από τα μεγαλουργήματα της διανοήσεως των αρχαίων προγόνων μας και παρέχει πλήρη την έννοιαν της μετα­μορφώσεως της ανθρωπίνης ψυχής και της εισόδου της εις την αθανασίαν.

Τον φόνον του Διονύσου παρεμφερώς ευρίσκομεν και εις άλλας ανατολικάς παραδόσεις. Τοιαύτη π.χ. είναι η περί Χιράμ παράδοσις. Και εκείνος εφονεύθη ως ο Διόνυσος, όχι όμως υπό των επτά Τιτάνων αλλά υπό τριών αμαθών ανθρώπων. Η Ελληνική όμως παράδοσις είναι επικρατε­στέρα, διότι εις την έννοιαν των επτά Τιτάνων αποκαλύπτει και τας σχέσεις αυτών προς τας επί του κόσμου επιδράσεις των επτά πλανητών. Ο εκ νέου γεννηθείς εκ της φύσεως του πατρός των αθανάτων Διόνυσος, είναι αθάνατος, ως αθάνατος δε λαμβάνει μέρος εις την κατά των Τιτάνων πά­λην των άθανατων και αναδεικνύεται μετ’ εκείνων νικητής.

Ο Νέος Διόνυσος δεν φέρει πλέον μετ’ αυτού τίποτα το φθαρτόν και δια τούτο παραμένει εν Ολύμπω και εκείθεν εξασκεί το έργον αυτού προς το ανθρώπινον γένος. Εις το σημείον τούτο θα μου επιτρέψετε να επιμείνω ολίγον και να είπω ολίγας λέξεις περί Τιτανομαχίας εν τη οποία, κατ’ έμέ, περικλείονται ύψισται αλήθειαι. Προ της Τιτανομαχίας, ο κόσμος διεκυβερνάτο υπό της βασιλείας των Τιτάνων. Η βασιλεία αύτη είχεν ως αρχήν την επιβολήν της βίας επί του ανθρωπίνου κόσμου, ως δικαιοσύνην δε το δίκαιον του ισχυροτέρου. Ο πνευματικός κόσμος της Γης ευρίσκετο υπό αφόρητον δουλείαν. Η πρόοδος αυτού ήτο προβλημα­τική. Κατέχουσα η βασιλεία αύτη τας Ώρας του Ουρανού ημπόδιζε πάσαν επαφήν του πνεύματος της Γης προς το πνεύμα του Ουρανού. Κατά της βασιλείας ταύτης των Τιτά­νων η οποία εκράτει εις τοιαύτην παθητικότητα το πνεύμα της Γης, επολέμησαν οι Ολύμπιοι και την ανέτρεψαν. Την Τιτανικήν βασιλείαν διεδέχθη η βασιλεία των αθάνατων, η οποία και διετύπωσεν νέον σύστημα διακυβερνήσεως του κόσμου. Το νέον σύστημα επεζήτησεν να επαναφέρει τον άνθρωπον εις την φυσικήν του τροχιάν. Κατ΄ αυτό ο άν­θρωπος έδει να προάγεται πνευματικώς. Από τότε ενεφα­νίσθη η έννοια της δικαιοσύνης και εξεδηλώθη ο σεβασμός προς το ανθρώπινον δίκαιον. Από τότε ήρξατο διακανονι­σμός των σχέσεων μεταξύ των ανθρώπων και αι ανθρώπι­ναι κοινωνίαι έσχον την πρώτην αυτών εμφάνισιν. Δυστυ­χώς όμως οι άνθρωποι φέροντες τα ελαττώματα της τιτανι­κής αυτών ουσίας, δεν ηδυνήθησαν να προσανατολισθούν προς την δημιουργηθείσαν νέαν κατάστασιν και τα τιτανικά πάθη και πάλιν επεκράτησαν εις τας σχέσεις αυτών. Ταύτα εξώθησαν το ανθρώπινον γένος έξω της φυσικής του τρο­χιάς και δια τούτο εις τας σημερινάς κοινωνίας βλέπομεν να επικρατούν αι μέθοδοι των Τιτάνων. Το φαινόμενον όμως αυτό δεν είναι πραγματικόν. Είναι φαινόμενον κατ΄ επίφα­σιν και τούτο καταδηλούται εκ του ότι η εσωτερική ώθησις του ανθρώπου τείνει εις την απελευθέρωσιν αυτού εκ των Τιτανικών παθών. Αλλ’ εκτός τούτου, οι διευθετήσαντες την νέαν κατάστασιν Θεοί, εδημιούργησαν και το εποπτικόν σώμα των μοιρών, τας οποίας έθεσαν υπό την άμεσον έποπτείαν του Θεού Ερμού, ο οποίος συγκεντρώνει εις την εξουσίαν του απάσας τας βουλάς των αθανατων. Aι μοίραι κλώθουν την ειμαρμένην εκάστου, βάσει των παραβάσεων η μη των φυσικών νόμων. Η ειμαρμένη εκάστου εθίζει ημάς δια των δημιουργημένων παρ’ αυτής δοκιμασιών, να απο­στρεφώμεθα παν ό,τι αποτελεί πράξιν κολάσιμον προς τους ομοίους μας.

Το αντιπεπονθός περί του οποίου τόση υπό των Πυ­θαγορείων εξεδηλώθη εκτίμησις, ο Θείος ούτος νόμος της ειμαρμένης εκάστου, αναγκαίως θα μας φέρει εις το συναί­σθημα να μη πράπωμεν τι το οποίον αδικεί τον πλησίον μας και αναιρεί εν τω προσώπω μας την λειτουργίαν των φυσικών νόμων. Ευτυχείς oι κατανοούντες ότι εις τον κό­σμον τούτον πρέπει να βασιλεύει η ευτυχία και η χαρά.

Αλλ’ ας επανέλθωμε εις το περί Διονύσου θέμα ημών. Ο Διόνυσος εν τη διακυβερνήσει των πνευματικών κόσμων και των ανθρώπων υπό των Ολυμπίων, έχει να εκπληρώ­σει παμμέγιστον έργον, το έργον να δώσει εις την ψυχήν του κόσμου την ελευθερίαν αυτής. Πάσαι κατ’ ακολουθίαν αι σχέσεις αυτού προς το ανθρώπινον γένος, έχουν τούτον τον σκοπόν. Την δοξασίαν ταύτην περί Διονύσου πρώτος ο Θείος Ορφεύς διατύπωσεν. Τα υπ’ αυτού ιδρυθέντα και άλλοτε λειτουργήσαντα μυστήρια, ως αντικείμενον μυή­σεως είχον την γέννησιν, τον φόνον, την αναγέννησιν και την επί της ανθρωπίνης ψυχής δράσιν του Διονύσου. Πά­σαι αι εις τα μυστήρια αυτά μυηθείσαι ανθρώπιναι ψυχαί, έπρεπε εν τη ανελίξει αυτών εις την γνώσιν των Θείων μυ­στικών να ακολουθήσουν την οδόν του Διονύσου μέχρι αποθεώσεως αυτών. Έπρεπε να μάθουν την μυστικήν έν­νοιαν του χυμού της σταφυλής δια να παρασκευάσουν τα μέσα του εξαγνισμού και της αποθεώσεως.

Διόνυσος ο Ζαγρεύς ήτο το αντικείμενο της λατρείας των Ορφικών φυσιολατρών. Αλλά τον Διόνυσον ευρίσκομεν και εν τη λειτουργία των Ελευσινίων μυστηρίων. Και εκεί κατά πρώτον ο Ίακχος, ο οποίος αντεπεκρίνετο προς την έννοιαν του φονευθέντος Διονύσου υπό των επτά Τιτάνων, απετέλει το αντικείμενον ερεύνης της πνευματικής φύσεως υπό των μυστικών της Ελευσίνος.

Αι σχέσεις των ψυχών της Γης προς το φως του Ουρα­νού, είχον αναλογίαν προς την υπόθεσιν του τέκνου του Διός και της Σεμέλης. Αλλ’ εκείνο το οποίον απετέλει εν τη λειτουργία των μυστηρίων της Ελευσίνος το απόρρητον, ήσαν αι σχέσεις προς τον άφθαρτον και αθάνατον Διόνυ­σον. Ο Διόνυσος και η Περσεφόνη έρχονται εις γάμου ένωσιν και αυτό δίδει εις την Περσεφόνην το δικαίωμα να εγκαταλείψει τον Θεόν του Άδου Αϊδωνέα.

Εκ του γάμου της μετά του Διονύσου η θυγάτηρ της Θεάς Δήμητρος ελευθερούται και αυτό είναι που δίδει εις τον Διόνυσον την επωνυμίαν του Ελευθερέως.

Διόνυσος ο Ελευθερεύς είναι το όνομα παντός ανθρώ­που δυνηθέντος να κατανοήσει τας δοξασίας των Ιεροφα­ντών της Ελευσίνος.

Εν τη Ελληνική παραδόσει ο Διόνυσος φέρεται ότι έλαβε και άλλην σύζυγον εκτός της Περσεφόνης. Γνωρίζει την εις Κρήτην μετάβασιν του Θησέως και τον σκοπόν αυ­τού. Το έργον του Θησέως άνευ της παρεμβάσεως της Αριάδνης ήτο πολύ δυσχερές. Η παρέμβασις όμως αυτής δια της προς τον Θησέα χορηγήσεως του μίτου, επέφερε την Νίκην, διότι ο Μινώταυρος εφονεύθη. Οι Αθηναίοι απηλλάγησαν του βαρυτάτου φόρου και ο Θησεύς επι­στρέψας εις τας Αθήνας παρέλαβε μετ’ αυτού την Αριάδ­νην, την αφήκε δε εις την νήσον Άνδρον. Τούτο αντιλαμβά­νεται εκ των Ουρανίων του δωμάτων ο Διόνυσος, κατέρχε­ται και λαμβάνει αυτήν ως σύζυγον. Πόσα δεν μας αποκα­λύπτει η υπόθεσης αύτη; Η φωτεινή ψυχή της Αριάδνης γνωρίζουσα τα μέσα δια των οποίων επιτυγχάνεται η απο­θέωσης κατέστησε τον Θησέα νικητήν. Το έργον της Αριάδ­νης εκπληροί πάσα φωτεινή ψυχή. Πάσα ψυχή η οποία κα­τενίκησε τα πάθη της Τιτανικής φύσεως. Το έργov της Αριάδνης είναι έργον το οποίον πρέπει να εκπληρώσει πάσα ψυχή εις τον κόσμον τούτον, ίνα δικαιωθεί της εκ του Άδου απελευθερώσεώς της. Ο Διόνυσος είναι ο αντιλή­πτωρ του έργου των ψυχών, αι οποίαι έχουν εξαγνισθεί εκ των μολυσμάτων της κακίας και ο φυσικός ελευθερωτής αυτών. Τας τοιαύτας ψυχάς τας εγκαθιστά εις τας Ουρανίας χώρας ένθα αποτελούν την ακολουθία του. Αλλά δια να γίνουν αι ψυχαί της Γης Νύμφαι, έπρεπε αύται να αποβάλ­λουν όλον τον ρύπον των παθών τα οποία κατακλύζουν τας ψυχάς του κόσμου τούτου.

Το αληθινό χαμόγελο: Δεν φοριέται σαν μάσκα ομορφιάς, δεν έρχεται κατά παραγγελία, μόνοι μας θα το βρούμε

Πολλές έρευνες, πολλές μελέτες, μιλούν για την ευεργετική επίδραση του χαμόγελου στη ζωή μας. Στοιχεία που άλλα αποδεικνύονται επιστημονικά κι άλλα επιβεβαιώνονται εμπειρικά, συνιστούν το χαμόγελο ως μια κύρια πηγή ευζωίας: Μειώνει το στρες, σπάει την αμηχανία, συμβάλλει στην αξιοπιστία, αυξάνει την παραγωγικότητα, χαμηλώνει τους καρδιακούς παλμούς, ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα, αυξάνει τη διάρκεια της ζωής… Τόσοι και τόσοι λόγοι, όλοι τους εξαιρετικοί!

Τι γίνεται όμως στην πραγματική ζωή; Πόσο συχνά χαμογελάμε, πόσο συχνά επιτρέπουμε στην καθημερινότητά μας να «γεννήσει» χαμόγελα, πόσο αφήνουμε τους ρυθμούς μας να χωρέσουν ένα χαμόγελο αντί για ένα σφιγμένο πρόσωπο ή ένα «χαμογελαστό προσωπείο» που μάλλον υποκρίνεται παρά νιώθει τη χαρά;

Γιατί το χαμόγελο -κακά τα ψέματα- δεν μπορούμε να το φορέσουμε σαν να είναι μάσκα ομορφιάς, ούτε μπορούμε να το παραγγέλνουμε σαν να είναι καφές για να μας το φέρουν, το χαμόγελο πρέπει να το βρούμε μόνοι μας… να ξαναβρούμε το χαμόγελό μας! Τι σημαίνει όμως αυτό;

Σημαίνει ότι πρέπει να ξαναθυμηθούμε τις βασικές μας τις αρχές, τις αρχές δηλαδή της καλοσύνης, της ευγένειας, της εγγύτητας, όλων εκείνων των στοιχείων που επιτρέπουν την επαφή και την επικοινωνία στις ανθρώπινες σχέσεις: Μια καλημέρα, μια καλή κουβέντα, οι καλές προθέσεις, οι καλές πράξεις… το καλό γενικά! Σε αντίθεση, το συμφέρον, το κέρδος, η κοροϊδία, η κακοπιστία, όσο κι αν προσποιούμαστε δεν αφήνουν χώρο για χαμόγελα (κι ας κάνουμε πως χαμογελάμε…)

Το χαμόγελο θέλει καλή καρδιά και ανοιχτωσιά για να υπάρξει, θέλει ψυχική ευγένεια και καλοσύνη για να ευδοκιμήσει, θέλει καλούς τρόπους, καλούς ανθρώπους… Μην περιμένουμε από το χαμόγελο να έρθει να μας βρει για να μας καταπραΰνει. Πρέπει εμείς να πάμε σε αυτό και να το καλέσουμε με καλή προαίρεση στη ζωή μας… Τότε αυτό θα μας δοθεί απλόχερα και θα μας προσφέρει όλα τα ευεργετικά συστατικά του: σαν παυσίπονο, σαν μυστικό της νεότητας, σαν χαρά της ζωής και αλατοπίπερο μιας σχέσης…

Η σιωπή, ουρλιάζει όλα εκείνα που επιθυμεί η ψυχή

Ζω μέσα στις λέξεις κι ονειρεύομαι μέσα στη σιωπή.

Κι είναι φορές που μέσα στη σιωπή λέγονται πιο πολλά από τις λέξεις.

Είναι φορές που η σιωπή σχηματίζει τις πιο εύγλωττες λέξεις.

Δημιουργεί ανείπωτες επιθυμίες και χαράζει στιγμές.

Γιατί όσα δεν λες και τα κρύβεις στη σιωπή, είναι τα πολύτιμά σου.

Είναι εκείνα που ξέρεις βαθιά μέσα σου πως θες και δεν είναι πως δεν τολμάς να τα ζητήσεις, είναι που ακόμα δεν ξέρεις αν μπορείς να τα εμπιστευτείς στα χέρια του άλλου.

Είναι η σιωπή που ξέρει να βάζει τα πράγματα στη θέση τους και δίνει την αλήθεια μπροστά σου, ατόφια και αναμφισβήτητη.

Γιατί εκεί που τρέψει η σκέψη σου τις ώρες της σιωπής, εκεί ανήκεις.

Εκεί που μιλάς τις ώρες της σιωπής, εκεί ανήκεις.

Μην γελιέσαι. Η σιωπή είναι η προστασία σου.

Η σιωπή είναι η κρυψώνα σου.

Η σιωπή είναι οικεία, βολική και δίνει άλλοθι για όλα τα ανείπωτα, δίνει χρόνο για να βρεις τη δύναμη. 

Ουρλιάζει η σιωπή όλα εκείνα που επιθυμεί η ψυχή. 
Ουρλιάζει τα θέλω και αγνοεί τα μπορώ. 
Ουρλιάζει κι απαιτεί. 

Και την ακούς μόνο εσύ. 

Κι αν είσαι τυχερός, κι εκείνος που μπορεί κι αγγίζει την ψυχή σου...

“Όσο δεν μιλάς, εξουσιάζεις τη λέξη, αλλά μόλις φύγει από το στόμα σου, σε εξουσιάζει αυτή.” -Αμπού Σακούρ

Μπορεί ο άνθρωπος να πράττει με ελεύθερη βούληση;

Μήπως η ανεξαρτησία είναι ένας ωραίος μύθος; Η ελευθερία που θεωρούμε αυτονόητη, δεδομένη και έτοιμη να ασκηθεί δεν ασκείται και τόσο εύκολα; Το άτομο συνήθως επιλέγει να προσαρμοστεί σε αυτό που επιβάλλει η κοινή γνώμη. Προτιμά να γίνει ένα με αυτό, να υποτάσσεται στη βούληση των πολλών και όχι να υπερασπίζεται τις δικές του θέσεις, τα προσωπικά του “θέλω”.

Ο αγώνας για την αλήθεια είναι πολλές φορές αγώνας μοναχικός και η μοναξιά τρομάζει. Το άτομο υποτάσσεται στη μάζα και έτσι η εξάρτηση από τους άλλους οδηγεί στην πλάνη. Το καθιστά αντικείμενο, και όχι ελεύθερο υποκείμενο. Η ηθική ανδρεία και η πνευματική εντιμότητα δυστυχώς είναι πολύ λίγων κλήρος αλλά μόνο με αυτές τις σπάνιες ικανότητες σπάζει ο άνθρωπος τα δεσμά της πλάνης και κατακτά την ελευθερία της αλήθειας.

Μπορεί ο άνθρωπος να πράττει με ελεύθερη βούληση;

Δεν μπορούμε να αλλάξουμε διότι δεν μπορούμε να ενεργήσουμε με ελεύθερη βούληση. Ζούμε σε ένα πλαίσιο αυτοθέλητης ειλωτείας. Αδρανοποιούμαστε από απάθεια, από ζηλωτική παραμονή στην απραξία. Στηριζόμαστε σε σύμβολα (τους αποδίδουμε δυνάμεις, εξουσίες και ευθύνες που δεν έχουν).

Επιβιώνουμε σύμφωνα με τις επιταγές ακραίων ειωθότων (=καθιερωμένες και επιβεβλημένες ενέργειες, περιβεβλημένες πλήρους και υποσυνείδητης ιδιοτέλειας, που στόχο έχουν να εξασφαλίσουν την έξωθεν καλή μαρτυρία).

Ο λόγος που κινητοποιεί την παρόρμηση, την απάθεια, τα σύμβολα και τα ακραία ειωθότα είναι η ιδιοποίηση ταυτοτήτων σε παθολογικό βαθμό απόλυτης ταύτισης με το ιδιοποιούμενο πρόσωπο, αντικείμενο ή ιδιότητα (έντονη έλξη η απώθηση από κάτι, είναι ο ορισμός της ταύτισης).

Βρισκόμαστε σε μια καταγωγική σύγχυση ταυτότητας. Αυτή η ακαθοριστία, το ανεξιχνίαστο της καταγωγής και το αόριστο του επέκεινα, δημιουργεί την αναγκαιότητα στο υποκείμενο, στον άνθρωπο, να συμβληθεί με άλλα υποκείμενα σε συλλογικά μοντέλα που διατηρούν μια σχετική ευστάθεια στην ταυτότητα, τρόπον τινά να ομογενοποιηθεί.

Αν υποθέσουμε ότι βρισκόμαστε ενώπιον μιας κατάστασης όπου απαιτείται πράξη.

– Η έλλογη σκέψη χρονοτριβεί ανυπόφορα να αποφασίσει, αναλύοντας δεδομένα.

– Το συναίσθημα αγνοεί την συμπαρουσία (με την έλλογη σκέψη) και εκμεταλλεύεται το μεσοδιάστημα όπου η έλλογη σκέψη χρονοτριβεί. Το συναίσθημα μάς επιβάλλεται ταχύτερα. Έτσι αγόμαστε και φερόμαστε από παρορμήσεις.

Υπάρχουν τρόποι να πράττουμε με ελεύθερη βούληση αρκεί:

1. Να ισχυροποιήσουμε τη θέληση

Να αποταυτιστούμε αποτινάσσοντας κάθε ταύτιση – ταυτότητα· είναι σχεδόν αδύνατο να το κάνουμε αυτό και δεν είναι επιθυμητό, μπορούμε όμως να τις αντικαταστήσουμε με άλλες ιδεωδέστερης μορφής και περισσότερο επωφελείς και αυτό επιτυγχάνεται μέσω ισχυροποίησης της θέλησης, κάνοντας αυτό που δεν θέλουμε ή μη κάνοντας αυτό που θέλουμε.

2. Να αναπρογραμματίσουμε το νου μας

Μπορούμε να εκπαιδεύσουμε το νου μας έτσι ώστε να αποκλείει να μας προτείνει επιλογές που είναι τραγικές. Δηλαδή επιδιώκουμε να αναγνωρίσει ο εγκέφαλος κάτι ως κακό, χωρίς να το γνωρίζει ως βιωματική εμπειρία.

3. Να αποδομήσουμε εξιδανικευμένες ταυτίσεις

Πρέπει να βρούμε το απολύτως ασφαλές εποικοδομητικό στοιχείο και πάνω του να εργαστούμε. Το στοιχείο αυτό είναι μέρος της δόμησης, εμπεριέχεται στη δομή που δεν μπορεί να σταθεί απομονώνοντας αυτό το στοιχείο, είναι μέρος της.

Η ελεύθερη βούληση δεν είναι απροσπέλαστη. Αν ισχυροποιήσουμε τη θέληση, αν αναπρογραμματίσουμε το νου μας και αποδομήσουμε εξιδανικευμένες ταυτίσεις τότε ναι μπορούμε να πράξουμε με ελεύθερη βούληση.

Είναι δύσκολο να αποχαιρετήσεις το οικείο, αλλά εκεί κρύβεται η ελευθερία

Μου μιλάς για ελευθερία την ίδια στιγμή που θέλεις να με εγκλωβίσεις εκεί, όπου ανάσα δεν παίρνω. Μου λες ότι σου μοιάζω κι εγώ σε κοιτάζω στα μάτια και σου λέω, «Εγώ δεν είμαι εσύ!», «Είμαι εγώ!» Με μεγάλωσες κάνοντάς με να πιστέψω τις δικές σου ανάγκες για δικές μου. Με έμαθες να είμαι το καλό παιδί για όλους και χωρίς να το καταλάβω έγινα το κακό παιδί για μένα.

Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι η ζωή μου ήταν μια αναπαραγωγή της δικής σου, πασπαλισμένη με έντονα συναισθήματα, πάθη, έρωτες, δράματα. Πέρασαν τα χρόνια για να καταλάβω ότι με είχες καταδικάσει από άγνοια να μη χαίρομαι, να μη ζω. Μια μέρα με συνάντησα μπροστά στον καθρέπτη μου και μου ζήτησε να ξανασυστηθώ. Μου ζήτησε να σπάσω τις αλυσίδες!

Σάστισα! Άκουσα μέσα μου ένα κρακ… κάτι έσπασε με κρότο… και κλάματα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια μου. Πήρα μια φωτογραφία σου και άρχισα να σου λέω… «Εγώ δεν είμαι εσύ!» Συνέχεια, συνέχεια να επαναλαμβάνω δυνατά και με ένταση στην αναπνοή, την ίδια φράση μέχρι που την ένιωσα στο πετσί μου…

«Εγώ δεν είμαι εσύ! Είμαι εγώ!…» Kι εκεί άρχισα να ανασαίνω πιο ρυθμικά, σιγά σιγά όλο και πιο ήρεμα, πιο σιγά, μέχρι που ένιωσα να ηρεμώ τελείως. Τότε έσφιξα τη φωτογραφία σου πάνω μου σα να έσφιγγα εσένα. Τότε ένιωσα να σε αγαπάω από την αρχή γιατί ένιωσα να αγαπάω και να αποδέχομαι εμένα! Τότε ένιωσα να αρχίζω να με καταλαβαίνω και να καταλαβαίνω κι εσένα. Τότε άρχισα να γαληνεύω με τα μέσα μου και να γαληνεύω μαζί σου.

Άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ήρθε η ώρα να τελειώσουν οι στείρες επαναλήψεις της ζωής μου, γιατί τελείωσε η άγνοιά μου. Και τότε άρχισα να ζω και να χαίρομαι! 'Αρχισα να αναλαμβάνω την ευθύνη της ζωής μου και του εαυτού μου! Άρχισα να νιώθω ελεύθερος!

Είναι δύσκολο να αποχαιρετήσεις το οικείο και επαναλαμβανόμενο μοτίβο της ζωής σου μέχρι τη μέρα που θα ξημερώσει και θα καταλάβεις ότι είσαι έτοιμος. Τότε, καταλαβαίνεις πως το κρακ αυτό που ένιωσες, ο πόνος αυτός που βίωσες ήταν για να απελευθερωθείς από τις αλυσίδες σου. Τότε συνειδητοποιείς, πως πίσω από τον πόνο που ένιωσες όταν έσπασες το καλούπι… πίσω από αυτόν τον πόνο που σε διαφοροποιεί από «εκείνους» κρύβεται αυτό που ζητάς, και λέγεται ελευθερία!

Αφιερωμένο σε αυτούς που θέλουν και είναι έτοιμοι να σπάσουν τις αλυσίδες τους.

Εμπιστοσύνη… το μαγικό κλειδί στις σχέσεις

Όλοι μας διακατεχόμαστε, άλλοι σε μεγαλύτερο και άλλοι σε μικρότερο βαθμό, από την ανάγκη μας να αισθανόμαστε αγάπη. Λόγω της έμφυτης κοινωνικής φύσης του, ο άνθρωπος έχει ενστικτωδώς την ανάγκη να αισθάνεται αγαπητός και αποδεκτός από τους άλλους, διψάει για φροντίδα και αγάπη. Έτσι, προσπαθεί να καλλιεργήσει σχέσεις με τους άλλους ανθρώπους γύρω του.

Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν ανάγκη πρώτα από όλα την αγάπη, αλλά και άλλες αρετές όπως ενσυναίσθηση, ανιδιοτέλεια και φυσικά, εμπιστοσύνη. Η εμπιστοσύνη είναι εκείνη η πίστη στην αγάπη των ανθρώπων που βρίσκονται στη ζωή μας και δεν κλονίζεται ακόμα και όταν οι καταστάσεις πάρουν μία άσχημη τροπή, ακόμα και αν κάποια σχέση μας περάσει μία κρίση.

Η εμπιστοσύνη, κατά τη γνώμη μου, είναι πολλές φορές σημαντικότερη και από την ίδια την αγάπη διότι μας δείχνει πως πιστεύουμε στην ποιότητα των ανθρώπων που έχουμε δίπλα μας και πως δε χρειάζεται να γινόμαστε ντετέκτιβ κάθε ώρα και στιγμή για να διαπιστώνουμε αν είναι αξιόπιστοι. Διότι μπορεί να αγαπώ κάποιον αλλά να μην τον εμπιστεύομαι απόλυτα και να τον θεωρώ ικανό να με ξεγελάσει, να με πληγώσει ή να με αφήσει.

Όταν όμως έχω εμπιστοσύνη στον άλλον, τότε μόνο έχω εκτιμήσει την ποιότητα του χαρακτήρα του και έχω πιστέψει στην αλήθεια και την αγάπη του. Πόσες φορές έχουμε αισθανθεί πως ενώ αγαπάμε ανθρώπους, μέσα μας είμαστε γεμάτοι αμφιβολίες και αγωνία; Πόσες φορές έχουμε ακούσει περιστατικά για άτομα που αγαπούσαν μεν, όμως δεν εμπιστεύτηκαν.

Στην εμπιστοσύνη ναι μεν έχεις κοντά σου τον άλλον, αλλά του επιτρέπεις να διατηρήσει την ανεξαρτησία του διότι πιστεύεις πως σε αγαπάει και δεν επιθυμείς να τον ελέγχεις διαρκώς. Όταν εμπιστευτείς τον άλλο άνθρωπο ξέρεις ότι σε αγαπάει και δεν αισθάνεσαι την επιθυμία να τον καταπιέζεις.

Η εμπιστοσύνη για να θεμελιωθεί, χρειάζεται προσπάθεια, πίστη και πολλή αγάπη. Θεμελιώνεται στις έμπρακτες ενέργειες και όχι στα λόγια που παίρνει με το πρώτο φύσημα ο άνεμος. Πρώτα έρχονται οι πράξεις και αρχίζει με τον καιρό να χτίζεται και η πίστη μας στην αγάπη και το ενδιαφέρον του άλλου. Θέλει χρόνο, υπομονή, ταπείνωση και έμπρακτη προσπάθεια.

Είναι μεγάλο δώρο να εμπιστεύεσαι και όχι μόνο να αγαπάς τους ανθρώπους της ζωής σου. Διότι όπως είχε γράψει και ο σπουδαίος Επίκουρος: «Δεν έχουμε τόσο ανάγκη τη βοήθεια των φίλων μας, όσο τη βεβαιότητα πως εκείνοι θα μας βοηθήσουν». Τότε, έρχεται και η αγάπη και επισφραγίζει το ξεκλείδωμα της ύπαρξής μου σε εκείνα τα άτομα της καρδιάς μου.

Η εμπιστοσύνη είναι το όμορφο αποτέλεσμα των υγιών και πραγματικών σχέσεων που έρχεται και επισφραγίζει μοναδικά η αγάπη. Αισθάνομαι πάντοτε περισσότερο χαρούμενος όταν κάποιος μου λέει πως με εμπιστεύεται παρά πως με αγαπάει.