Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018

ΠΛΑΤΩΝ: Ο ΕΙΔΩΣ

Αν κατορθώσουμε να αντικρούσουμε το “κλασσικό ήθος”, όχι σαν αφηρημένο ιδεατοτυπικό σχήμα, αλλά σαν μια ζωντανή ιστορική πραγματικότητα, τότε θάχουμε και το κλειδί για την κατανόηση αυτής της ειδικής μορφής συνέχειας, που παρουσιάζει η ιστορία του 5ου αιώνα.
 
Κι εδώ χρειάζεται να εφοδιαστούμε με ορισμένες βασικές Ελληνικές απόψεις και ιδέες. Συνέχεια για τους Έλληνες δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά διατήρηση μιας αδιάλειπτα διαφοροποιούμενης Ενότητας. Αυτός ο ορισμός εκφράζει την απόλυτα καταφατική και ενεργητική στάση του Έλληνα απέναντι στην Ιστορία. Ας προσπαθήσουμε ν’ αναπλάσουμε αυτή την πρωταρχική εκδήλωση κάθε γεννωμένου πολιτισμού, αυτή τη μυστική ιδέα τη γεμάτη από βάθη της λαϊκής ψυχής και που μ’ αυτήν κάθε πολιτισμός στα πρώτα του σκιρτήματα εκφράζει το πεπρωμένο του, τη μυστική εικόνα του εαυτού του.
 
Στις Ινδίες, η θλίψη, η οδύνη και η αηδία που γεννάει το θέαμα της αιώνιας και μάταιης πάλης, που γίνεται ανάμεσα στις ατομικότητες και που καταλήγει στο Μηδέν, στο θάνατο, με λίγα λόγια, το θέαμα του “ιστορικού γίγνεσθαι” γέννησε μια καθαρά αρνητική στάση απέναντι στο γίγνεσθαι και την αλλαγή. Η επί χιλιάδες χρόνια αναλλοίωτη διατήρηση του συστήματος των καστών, όπου μέσα του αποστεώθηκε όλο το “ιστορικό γίγνεσθαι” και η ινδική Φιλοσοφία της Φυγής, της Επιστροφής πίσω σε κάποια αιώνια αδιαφοροποίητη Παγκόσμια Ενότητα μέσα στην οποία εξαφανίζεται η ατομική ψυχή…είναι οι δυο πιο τυπικές εκδηλώσεις της αρνητικής αυτής στάσης.

Αντίθετα οι Έλληνες από τα πρώτα τους βήματα είδαν σαν κάτι ολότελα θετικό το γεγονός της διαφοροποίησης, του κατατεμαχισμού σε ατομικότητες, του γίγνεσθαι και της φθοράς. Ο άνθρωπος σαν ατομικότητα δεν είναι κλειστή μονάδα δίχως παράθυρα, χαμένη μες την παγερή της απομόνωση, έρμαιο του χρόνου και της φθοράς, που η μόνη της ελπίδα να σβυστή, να αφανιστή μέσα σε μια παγκόσμια ύπαρξη, που θα’ ναι η δική της ανυπαρξία.
 
Βέβαια, οι Έλληνες ποτέ δεν αποτράβηξαν το βλέμμα τους από το ζοφερό θέαμα των “εφήμερων” όντων που στροβιλίζονται μες το χρόνο σαν τα φύλλα του φθινοπώρου, σαν “σκιάς ονείρατα”. Στον 7ο αιώνα μάλιστα, όταν η κρίση είχε φτάσει στο κατακόρυφο και ο διονυσιασμός είχε κατακλύσει όλη την Ελλάδα, θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ο Ελληνισμός ήταν έτοιμος να βυθιστή σε κάποια ασιατική Θεοκρατούμενη βαρβαρότητα. Εκείνη την εποχή μέσα στη φοβερή εξαθλίωση, την αποσύνθεση της αριστοκρατίας και τις πρώτες αυθόρμητες και ανώριμες επαναστατικές κινήσεις του Δήμου, σα να φάνηκε ότι η Ελλάδα θα ριχνόταν μες το δίλημμα να χαθή μέσα σε μια απάνθρωπη πολιτεία “στρατοπέδου” τύπου Σπάρτης ή μέσα σε μια νομιμοποιημένη διονυσιακή αναρχία, σαν κι αυτή που περιοδικά επαναλαμβανόμενη είναι φαινόμενο κοινό για όλους τους πρωτογόνους.
 
Ποια ήταν η σωτήρια εκείνη δύναμη που προφύλαξε τον ελληνισμό από τον κίνδυνο να εξαφανιστεί μέσα σ’ ένα κοινωνικά ξεπερασμένο στρατοκρατικό σχήμα ή μέσα στην αντιουμανιστική διονυσιακή μυστικοπάθεια; Και πως πραγματοποιήθηκε ιστορικά η δύναμη αυτή; Η δύναμη αυτή, για την οποία θα μιλήσουμε, είναι ακριβώς ο Νόμος του κλασσικού πολιτισμού ή ελληνικώτερα, ο Δαίμων του.
 
Παρατηρήστε τους αρχαϊκούς κούρους πως βγαίνουν απ’ την πέτρα, βαρείς ακόμα από ύλη και από προϊστορικό ύπνο, με σφιγμένες τις γροθιές, το βλέμμα υγρό από δίψα ζωής και εκείνο το αινιγματικό χαμόγελο του όντος, που δεν έχει διαφοροποιηθή ακόμα από τον Κόσμο και σα φυτό χώνει τις ρίζες του και θρέφεται από τον Κόσμο. Προσέχτε αυτή την τέλεια χαρά της καθαρής ασυνειδησίας και την παντοδυναμία του αδιάφθορου ακόμα από κάθε είδους πολιτισμό ενστίκτου, που διαισθάνεται όμως το πεπρωμένο του και την ιστορία που το περιμένει. Παρατηρήστε όλη την εξέλιξη του αρχαϊκού κόσμου, πως βγαίνει μέσα από την πέτρα, πως χειραφετείται απ’ αυτή τη σχεδόν αιγυπτιακή ακινησία, πως αρχίζει να περπατά και βγάζει τονα πόδι μπρος απ’ τ’ άλλο, πως τα χέρια του αποχτάν ζωή, υψώνονται και οπλίζονται…λες και βλέπουμε μπροστά μας τα πρώτα βήματα του κλασσικού πολιτισμού.
 
Λοιπόν ακριβώς μέσα από το χαμόγελο των κούρων μπορούμε να δούμε όλη την Φιλοσοφία της Ιστορίας των Ελλήνων, αυτή την ιδέα της απόλυτης θετικότητας της ύπαρξης, που αψηφάει το θάνατο και βεβαιώνει τον εαυτό της μέσα στον αγώνα, εκεί όπου η ζωή συνορεύει με τον θάνατο. Μπορούμε να δουμε στο έμβρυό της όλη την κλασσική πίστη στην αξία της ύπαρξης και στη δημιουργικότητά της, στην ανθρώπινη ιστορία, δηλ. σ’ αυτή τη δαιμονική δύναμη, που όπως την ορίζει αργότερα ο Πλάτων, επιτρέπει στον άνθρωπο να ξεπερνάη τη σχετική και θνητή ατομικότητά του με τον Πολιτισμό και την Ιστορία, “κινητή εικόνα της αθανασίας”και όχι με την ινδική μέθοδο της προσκόλλησης στην Παράδοση ή με την διονυσιακή μέθοδο της εξαφάνισης του ανθρώπου πίσω από τη μάσκα του Θεού.
 
Είναι τελείως χαρακτηριστικό το ότι, εκτός από τον Παρμενίδη, το στασιώτη του όλου[1], “αυτόν που αναστάτωσε το Σύμπαν ακινητοποιώντας το”, όλη την Ελληνική Φιλοσοφία εξέφρασε την ίδια θετική και ενεργητική στάση απέναντι στην ιστορία και το Γίγνεσθαι. Ας προσπαθήσουμε τώρα να κατανοήσουμε τη σημασία των “αφηρημένων” εννοιών, με τις οποίες η φιλοσοφία εξέφρασε την κοσμοθεωρία και τη Φιλοσοφία της Ιστορίας του Ελληνισμού, επί παραδείγματι, ποια είναι η βαθύτερη σημασία της αντίθεσης ανάμεσα στο είναι και το γίγνεσθαι, αυτής της αντίθεσης που αποτελεί τη σπονδυλική στήλη της Ελληνικής Φιλοσοφίας;
 
Ποιο είναι το νόημα της αντίθεσης αυτής στο θείο (το Έν, το Απόλυτο, το Όν, το αιώνιο, το “αεί κατά ταύτα έχον”) και το ανθρώπινο (το Σχετικό, το Γιγνόμενο, το διάφορο, το εφήμερο) και ποια είναι η λύση, η “κάθαρση” που έδωσε ο Ελληνισμός στην αγωνιώδη αξεπέραστη (π.χ στις Ινδίες), αυτή αντίθεση; Γιατί η αντίθεση αυτή δεν είναι μια άσαρκη, εγκεφαλική έννοια αλλά εκφράζει τη συνειδητή στάση ενός ολάκερου πολιτισμού πάνω στο πρόβλημα της ανθρώπινης σχετικότητας, δηλ. πάνω στο πρώτο θεμελιώδες πρόβλημα που θέτει και μ’ ένα οποιοδήποτε (θετικό ή αρνητικό) τρόπο λύνει κάθε πολιτισμός.
 
Στις Ινδίες π.χ την οδυνηρή απειροποικιλία και ρευστότητα του γίγνεσθαι δεν την είδαν παρά σαν γυμνό χάος, σαν απατηλή φαινομενικότητα ή σαν πηγή θλίψης και απογοήτεψης, δηλ. σαν κάτι απόλυτα και ανεπανόρθωτα. Κακό που προσπάθησαν να το απαρνηθούν με μια αυστηρή ασκητική και με μια ακόμα αυστηρότερη προσήλωση στον Τραντισιοναλισμό.
 
Στην Αίγυπτο πάλι, όπου το αίσθημα της απεραντοσύνης του χρόνου είχε δημιουργήσει μια γεροντική περιφρόνηση της μηδαμινότητας και της σχετικότητας της ανθρώπινης ζωής, η απόλυτα καταφατική στάση του κλασσικού Έλληνα απέναντι στη ζωή θα φαινόταν σαν μια παράξενη παιδαριωδία. “Ω Έλληνες” –είχε πη στο Σόλωνα ένας αιγύπτιος ιερέας–, αεί παίδες εστέ, γέρων δε Έλλην ουκ έστιν”… “Νέοι εστί τας ψυχάς πάντες. Ουδεμίαν γάρ εν αυταίς έχετε δι’ αρχαίαν ακοήν παλαιάν δόξαν, ουδέ μάθημα χρόνω πολιόν ουδέν”. [2] Φυσικά με τα παραπάνω ο Αιγύπτιος ιερέας δεν υποστήριζε τη σπεγκλερική ιδέα [3] ότι οι Έλληνες δεν είχαν ιστορική συνείδηση· αντίθετα, διαπίστωνε ότι οι Έλληνες ήταν ανίκανοι να δουν sub specie aeternitatis τη σχετικότητα της ανθρώπινης φύσης. Ο Herder λέει σχετικά: “Αν ένας αρχαίος Αιγύπτιος έμπαινε σε ένα Ελληνικό Μουσείο θα τρόμαζε, θα ξαφνιαζόταν και ίσως στο τέλος γύριζε αλλού με περιφρόνηση. «Τι ανακάτωμα, θαλεγε, τι θράσος! Ξιφομάχε! πόσην ώρα θα ρίχνεσαι μπροστά; Και συ νεανία! πόσον καιρό θ’ απλώνης το χέρι στο στεφάνι; Και συ Αφροδίτη! Ολοένα θα βγαίνης από το λουτρό; Και σεις παλαιστές ακόμα δεν νικήσατε; Πόσο αλλοιώτικα είμαστε εμείς! Εμείς παρασταίνουμε μόνο εκείνο που διαρκεί αιώνια, τη στάση της ηρεμίας και της ιερής σιωπής»”…
 
Απέναντι στις θεμελιώδεις αυτές αντιθέσεις, ανάμεσα στην ηρεμία και την κίνηση, το όν και το γιγνόμενο, την ενότητα και την πολλότητα, την ταυτότητα και την ποικιλία, ο κλασσικός πολιτισμός αντέταξε σαν σωτήρια σύνθεση την ιδέα του Δαίμονα-Μεταξύ. Πρώτοι οι Έλληνες στην Ιστορία ένοιωσαν πως η αδιάκοπη αλλαγή και κίνηση, που χαρακτηρίζει τη ζωή, φαινομενικά μόνο είναι άπιαστη και φευγαλέα.
 
Ύστερα από τον 6ο αιώνα, όταν η τάση προς το Νόμο και τον Κανόνα, προς ό,τι είναι γενικό και αναγκαίο, με μια λέξη προς την “ιδέα”, που μένει ατάραχη στο βάθος κάθε αλλαγής, γίνηκε το θεμέλιο της πολιτιστικής τους ζωής, μπόρεσε ο Έλληνας Καλλιτέχνης και μόλις αντιμετώπισε στην πλαστική του π.χ. το πρόβλημα της κίνησης δεν περιορίστηκε στην απλή μίμηση- κατά την πλατωνική ορολογία – τυχαίων, αυθαίρετων και στιγμιαίων κινήσεων, αλλά κατόρθωσε να εκφράση αυτόν ακριβώς τον ίδιο το ρυθμό τους, τον εσωτερικό Νόμο της λειτουργίας τους.
 
Μόλις έθεσε το πρόβλημα του γίγνεσθαι στην τέχνη, μόλις δηλ. μπόρεσε να χειραφετηθή από τη θρησκευτική υποταγή στο θέμα της άχρονης και αναλλοίωτης θεϊκής μακαριότητας και προσπάθησε να εκφράση αισθητικά μιαν ανθρώπινη μορφή κατόρθωσε να δώση έναν άνθρωπο έχοντας για μοντέλο για μοντέλο όχι το απλό εμπειρικό ατομικό αντικείμενο, αλλά τους γενικούς ρυθμιστικούς κανόνες της σωματικής κατασκευής και κίνησης, την “ιδέα” του ανθρώπινου κορμιού και της ανθρώπινης ύπαρξης.
 
Έτσι η “ιδέα” στην πλαστική γίνεται ρυθμός, στη ζωή γίνεται μέτρο και στην πολιτική “Νόμος”. Το ίδιο και στη Φιλοσοφία. Ξεπέρασαν την αντίθεση ανάμεσα στο αναλλοίωτο ον και στο διαφοροποιούμενο γίγνεσθαι με την έννοια του Νόμου και της Ενότητας, που η παρουσία τους δίνει νόημα και ύπαρξη στον κόσμο των φαινομένων, μες στον οποίο ζη ο άνθρωπος. Κανείς π.χ δεν τόνισε περισσότερο από τον Ηράκλειτο –τον κατ’ εξοχήν φιλόσοφο του Γίγνεσθαι– τη σημασία της ενότητας και του Νόμου σαν πρωταρχικών και σωτήριων κοσμικών, κοινωνικών και ψυχικών δυνάμεων. Ο Πλάτων αφιερώνει μερικές από τις καλύτερες σελίδες του Φαίδωνα[4], για να αποδείξη τη θετική συμμετοχή του αισθητού στη διαδικασία της γνώσης και τονίζει ότι δεν μπορεί να φτάσουμε στην Ιδέα παρά μόνο διαμέσου του αισθητού· όταν δε ένας παρεξηγημένος πλατωνισμός και ελεατικές επιδράσεις εγέννησαν μες την πλατωνική Ακαδημία την τάση των “φίλων των ειδών” δηλ. τη θεωρία της απόλυτης “χωριστής”(χωρίς) ύπαρξης των ιδεών και των φαινομένων, ο Πλάτων έσπευσε στον “Παρμενίδη”, οδηγούμενος από το γνήσιον Ελληνικό του ένστικτο, να καταδείξη τι παραλογισμούς γεννούσε μια θεωρία, που καταδίκαζε τον κόσμο της εμπειρίας στο ρόλο μιας απόλυτα απατηλής και αρνητικής φαινομενικότητας και που αρνιόταν κάθε δυνατότητα επαφής της ανθρώπινης ιστορικής ύπαρξης[5] με την κοσμική αιώνια πραγματικότητα[6].
 
Η Ενότητα και ο Νόμος είναι αυτά που “σώζουν”, δηλ. που διατηρούν το φαινομενικό και το ατομικό, δηλ. γενικά το υποκείμενο στη γένεση και τη φθορά. Αυτή είναι η βασική ιδέα που διέπει όλη την Ελληνική Φιλοσοφία από τον Ηράκλειτο μέχρι τον Πλάτωνα. Ο Πλάτων μάλιστα (που η αφελής δογματική άποψη από τον Αριστοτέλη και δώθε τον είδε σαν τον θεωρητικό της “χωριστής” απόλυτης Ιδέας), μόλις ξεκαθάρισε από κάθε είδους δογματισμό το αληθινό περιεχόμενο της Ιδεοκρατίας, υπέδειξε ρητά τη μέθοδο των ιδεών σαν την μέθοδο εκείνη που “σώζει τα φαινόμενα”[7] δηλ. που τους δίνει ενότητα και ύπαρξη υπάγοντάς τα κάτω από το Νόμο. Στο Γοργία μάλιστα, και ιδιαίτερα στις σελίδες 500-508, όπου ο Πλάτων συμπυκνώνει όλη την προηγούμενη εμπειρία του Ελληνισμού, αποκαλύπτεται η οργανική σχέση που έβλεπε το κλασσικό πνεύμα ανάμεσα στις έννοιες της ύπαρξης, της Ενότητας, του Νόμου, του Λόγου, του Αγαθού και της Τάξης.
 
Το Αγαθό, δηλ. το θεμέλιο κάθε ανθρώπινης και κοσμικής ύπαρξης (που δεν είναι παρά η πλατωνική, “ουμανιστική” μετάφραση της έννοιας της Δίκης του Σόλωνα και των προσωκρατικών) δεν είναι για τον Πλάτωνα παρά ο Νόμος καθ’ εαυτόν, η έννοια της νομιμότητας, η συμφωνία προς το Νόμο. Νόμος είναι η πρωταρχική Δύναμη, που υπερβαίνει “πρεσβεία και δυνάμει” (κατά λογική προτεραιότητα και σπουδαιότητα) κάθε ατομικό, μερικό φαινόμενο, η δύναμη που δίνει ενότητα, μορφή και νόημα (το “είδος” τους) στα φαινόμενα και που επιβάλλει τάξη, δηλ. ενιαίο συνολικό νόημα στη χαώδη απειροποικιλία τους.
 
Έτσι η τελευταία έννοια του Νόμου είναι τάξη, μορφή, δηλ. διατήρηση ενότητας μέσα στη γένεση και την εξαφάνιση των πολλών και διαφόρων ατομικοτήτων. Από θεωρητική άποψη, είναι Λόγος, δηλ. η Ενότητα της Συνείδησης που χωρίς αυτήν είναι αδύνατη η κατανόηση των πολλών και διαφόρων αντικειμένων και η διατήρηση τους μέσα στη γνώση. Από κοσμολογική άποψη, είναι “κόσμος”, δηλ. διατήρηση της θεμελιώδους ενότητας του είναι μέσα στο γίγνεσθαι από κοινωνική, ηθική και πολιτική άποψη, είναι αγαθό, έννομη τάξη, δηλ. διατήρηση της έννοιας της Νομιμότητας μέσα στο άτομο και την Κοινωνία. Από την άποψη του πολιτισμού είναι δαίμων, διατήρηση της Πρωταρχικής Ενότητας του πολιτισμού μέσα στη συνεχή διαφοροποίηση του ανθρώπινου Γίγνεσθαι, μέσα στην Ιστορία, δηλ. μέσα στην γένεση και τον αφανισμό των ατόμων και των γενών.
-----------------
[1] ΠλάτωνΘεαίτ. 181α
[2]
Τίμ. 22β
[3] Spengler: Le declin de Occident 1, 28-29.
Η άποψη αυτή του Spengler είναι τελείως αστήρικτη, ιδίως μάλιστα όταν σκεφτούμε ότι ο Ηρόδοτος και ο Θουκυδίδης είναι οι πατέρες της Ιστορίας
[4] Αυτή την έννοια έχει η θεωρία της ανάμνησης, βλ. Φαιδ. 72-77
[5] “Παρ’ ημίν, εν ημίν”: “Παρμ”, 130c, 133d, 134b βλ. και Φαιδ. 102β 103 χωρίς παρμ. 139c
[6] “Εν τη φύσει”, βλ. τα προαναφερθέντα χωρία του “Πάρμεν” και του “Φαίδωνα”.
[7] “Σώζειν τα φαινόμενα”- “αποδεδόντι τα φαινόμενα”- Θεόφραστος Diels Vorrokz ΙΙ, 43, “τα φαινόμενα αποδούναι”, Αριστοτέλης “Μετ. Τ. Φυσικά” 107 3β 36 107 4α 1.

Κανένας δε σ’ άρπαξε να σε ταρακουνήσει από τους ώμους, όταν ακόμα ήταν καιρός

Φίλε μου, που κάθεσαι πλάι μου και που είσαι ο ίδιος ο εαυτός μου.
 
Τίποτα δε σ’ έκανε να ξεφύγεις απ’ όπου βρίσκεσαι και δεν είσαι διόλου υπεύθυνος γι’ αυτό.
 
Έφτιαξες την ηρεμία σου καθώς κάνουν οι τερμίτες έχοντας για καλά φρακάρει όλους τους δρόμους που φέρνουνε από τη φυλακή τους στο φως.
 
Τυλίχθηκες για καλά μέσα στην αστική ασφάλεια, με τις συνήθειές σου, που πνίγουνε την επαρχιώτικη ζωή σου, σήκωσες τούτο το ταπεινό ανάχωμα ενάντια στους ανέμους, τις πλημμύρες και τ’ άστρα.
 
Δεν έχεις κέφι να νοιαστείς διόλου για τα μεγάλα προβλήματα και είχες αρκετά απ’ αυτά για να ξεχάσεις την ανθρώπινή σου υπόσταση.
 
Δεν είσαι διόλου ο κάτοικος ενός περιπλανώμενου πλανήτη, δεν βάζεις πια ερωτήματα στον εαυτό σου χωρίς να παίρνεις απάντηση: είσαι ένας μικροαστός της Τουλούζης.
 
Κανένας δε σ’ άρπαξε να σε ταρακουνήσει από τους ώμους, όταν ακόμα ήταν καιρός.
 
Τώρα, ξεράθηκε πια ο πηλός που σ’ έπλασε και σκλήρανε, και κανένας μέσα σου δε θα μπορέσει πια να ξυπνήσει τον κοιμισμένο μουσικό, εάν ήσουν, ή τον ποιητή, ή τον αστρονόμο.
 
Antoine de Saint-Exupéry, Η γη των ανθρώπων

Απαλλαγμένος από τα τραύματα μου γράφω ένα νέο σενάριο για τη ζωή μου

Τα όνειρα μας τα αγγίζουμε κάποια στιγμή. Ίσως μόνο οι πιο τυχεροί από εμάς, ίσως απλά αυτοί από εμάς, που δεν παραιτήθηκαν ποτέ από αυτά. Τα αναγνωρίζουμε όταν είναι μπροστά μας; Ή τα δηλητηριάζουμε με όλο το φορτίο του παρελθόντος που κουβαλάμε στους ώμους μας; Θυσιάζουμε πάντα το καλό που μας έρχεται για το καλύτερο;

Και όμως είναι τόσο απλό, αν έρθουμε σε επαφή με τις αισθήσεις μας, να τραβήξουμε επιτέλους αυτήν την κουρτίνα μπροστά από τα μάτια μας. Αυτή που μας εμποδίζει χρόνια τώρα να δούμε καθαρά τις πραγματικές μας ανάγκες αλλά και την ίδια την ομορφιά της ζωής.

Η κουρτίνα αυτή είναι υφασμένη από τα νήματα των τραυμάτων μας, των ματαιώσεων μας, του άγχους μας, της λύπης μας και του θυμού μας. Ραμμένη και κομμένη στα μέτρα της πίκρας, του πόνου και της μνησικακίας που άφησαν πίσω τους όλα όσα νιώσαμε κάποια στιγμή, πως ήρθαν στη ζωή μας και μας στιγμάτισαν.

Τι θα σήμαινε άραγε στα αλήθεια για εμάς, να συγχωρούσαμε; Να συγχωρούσαμε το παρελθόν μας; Να συγχωρούσαμε τα λάθη των άλλων που μας πλήγωσαν, μα κυρίως να συγχωρούσαμε τα λάθη που κάναμε εμείς απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό;

Το κακό που του κάναμε όταν τον παραμελήσαμε, όταν δεν τον προσέξαμε, όταν τον πιέσαμε να μείνει σε καταστάσεις πέρα των δυνατοτήτων του, πέρα των ψυχολογικών και συναισθηματικών του αντοχών; Όταν τον πιέσαμε να κάνει πράγματα που δεν ήταν αυτά που ήθελε πραγματικά να κάνει αλλά θεωρώντας το «σωστό» να μείνει εκεί και να τα διεκπεραιώσει, βάλαμε τις δικές του προτεραιότητες κάτω από τις προτεραιότητες σημαντικών άλλων;

Στην ταινία της ζωής μας, οι πρωταγωνιστές είμαστε εμείς. Ίσως δε γράψαμε εμείς τις πρώτες σκηνές της, έχουμε όμως την ευκαιρία να γράψουμε τις επόμενες. Να αλλάξουμε τελείως την πλοκή της προσωπικής μας ιστορίας. Αυτό δεν είναι πάντα εύκολο. Γιατί την πλοκή τη γράφουν οι πεποιθήσεις που έχουμε, για τον εαυτό μας, για τη ζωή γενικότερα, για τους άλλους. Την πλοκή, όπως λέμε τη μοίρα μας.

Πάντα μπορούμε να αλλάξουμε λοιπόν, το τέλος της ταινίας της ζωής μας. Αρκεί να αποφασίσουμε να συγχωρέσουμε τον εαυτό μας και να φροντίσουμε τις πληγές μας. Τότε θα μπορέσουμε, να τραβήξουμε την κουρτίνα που δε μας αφήνει να δούμε καθαρά. Τότε μόνο θα αναγνωρίσουμε, το καθετί καλό που ίσως ήδη μας συμβαίνει και που δε μπορούμε να το δούμε, να το χαρούμε. Αφήνοντας πίσω όλα αυτά που μας πλήγωσαν. Αλλάζοντας τις περιοριστικές μας πεποιθήσεις.

Πάνω σε όλα αυτά που πιστεύαμε πως δε μπορούμε να αλλάξουμε μέσα μας στην αρχή και κατόπιν σε αυτά που πιστεύαμε πως είναι έξω από τον έλεγχο μας. Πριν προλάβουμε να βρούμε για άλλη μια φορά, μια δικαιολογία, για να υποστηρίξουμε πως δε μπορούμε να αλλάξουμε το οτιδήποτε. Αλήθεια ποιος μπορεί να μας εμποδίσει; Μόνο ο ίδιος μας ο εαυτός. Η αλλαγή μπορεί να έρθει πιο εύκολα από όσο νομίζουμε, αν θελήσουμε να πάρουμε την ευθύνη να αφήσουμε πίσω το παλιό. Αυτό που δε μας είναι πια χρήσιμο.

Ας σαλπάρουμε για νέες θάλασσες. Ας πάρουμε το ρίσκο. Έτσι μόνο θα μεταβάλλουμε τη δομή του -όλα όπως δείχνουν- προδιαγεγραμμένου σεναρίου της ζωής μας. Άλλωστε εδώ που τα λέμε, η μεγάλη ανατροπή σε κάθε κινηματογραφική ιστορία, δεν είναι αυτή που κάνει τελικά την ταινία από συνηθισμένη ενδιαφέρουσα, και μας αφήνει πάντα στο τέλος με το στόμα ανοιχτό

Δώσε ελπίδα σ’ αυτούς που δεν έχουν

Δώσε ελπίδα σ’ αυτούς που δεν έχουν
Δε χρειάζονται πολλά από σένα
Μια ματιά, ένα χαμόγελο, μια δόση καλοσύνης
Και μόνο αυτά να προσφέρεις.
 
Είναι ικανά να ανατρέψουν
Τα μεγάλα σκοτάδια
Να τρυπώσει λίγο Ερεβοκτόνο φως εκεί που δεν υπάρχει
Κι αυτό το λίγο που θα δώσεις εσύ.
 
Θα είναι μόνο η αρχή
Μια αρχή που κάποιος άλλος θα βρεθεί να συνεχίσει
Κι από την δική σου πνοή αγάπης
Πολλοί θα ευαισθητοποιηθούν
Και θα ανοίξουν τα μάτια και την καρδιά τους.
 
Δώσε ελπίδα και μη φοβάσαι
Με την αγάπη δεν κάνεις κακό
Η αγάπη κάνει θαύματα
Γιατί η αγάπη όλα τα μπορεί και τα ανατρέπει.

Πάρε το φόβο σου από το χέρι και προχώρα

Η ζωή είναι πολύ μικρή για να κάνεις περικοπή στις στιγμές. Ο φόβος είναι ένα αίσθημα που σε κυριεύει γιατί δε γνωρίζεις το παραπέρα, το άγνωστο που ακολουθεί και το τι μπορεί να προκύψει στην πορεία.

Και λοιπόν; Κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί το επόμενο λεπτό ότι και να κάνεις όπου και αν βρίσκεσαι. Το μέλλον είναι αβέβαιο για όλους.

Τόλμησε να κάνεις αυτό που φοβάσαι. Θα δεις, πιθανόν να τα καταφέρεις και τότε η χαρά σου θα είναι διπλή γιατί έκανες κάτι που ήθελες και κατάφερες να νικήσεις το φόβο σου. Ρίσκαρε και προχώρα σε ότι δεν τολμούσες να κάνεις ως τώρα, θα διαπιστώσεις πως η ζωή είναι πολύ πιο όμορφη έτσι.

Μη μένεις στο ίδιο σημείο όπου στάθηκες χθες. Ξεκίνα περπάτα όπως μπορείς έστω δειλά –δειλά αλλά συνέχισε να κινείσαι προς το στόχο σου. Μην τα παρατάς. Ξεπέρασε τα όριά σου και θα ανακαλύψεις ότι όλα είναι στο μυαλό και τίποτα δε μπορεί να σε σταματήσει.

Ένας νέος κόσμος είναι έτοιμος να ξεδιπλωθεί μπροστά σου αρκεί να έχεις τα μάτια ανοιχτά και να είσαι σε ετοιμότητα για να το ζήσεις.

Η Φύση, η μητέρα των πάντων, στέλνει ανέμελα τα παιδιά της να εκτεθούν σε χίλιους κινδύνους

Αποτέλεσμα εικόνας για καθενασ δινει οτι εχει στην ψυχηΓια μας τους ανθρώπους, φυσικά, το πιο μεγάλο ρίσκο το έχει το παιχνίδι της ζωής και του θανάτου, και κάθε σχετική απόφαση τη βλέπουμε με έντονη αγωνία, φόβο και πάθος. Γιατί για μας η ζωή είναι το παν. Από την άλλη μεριά, η φύση, η οποία ποτέ δε λέει ψέματα, αλλά είναι πάντα ντόμπρα και ειλικρινής, μιλάει εντελώς διαφορετικά σε σχέση μ’ αυτό το θέμα, όπως ακριβώς μιλάει o Κρίσνα στην Μπαγκαβάτ Γκίτα. Μας λέει δηλαδή ότι η ζωή ή ο θάνατος του ατόμου δεν έχουν καμία απολύτως βαρύτητα. Και το εκφράζει αυτό θυσιάζοντας τη ζωή κάθε ζώου, ακόμα και του ανθρώπου, στις πιο ασήμαντες συγκυρίες χωρίς να προστρέχει σε βοήθεια.

Σκεφτείτε το έντομο στο δρόμο που περπατάτε˙ μια μικρή μετακίνηση του ποδιού σας είναι αποφασιστική στο ζήτημα της ζωής ή του θανάτου του. Σκεφτείτε τον γυμνοσάλιαγκα που δεν έχει τρόπους διαφυγής, ούτε άμυνας, ούτε παραλλαγής, ούτε απόκρυψης, που είναι εκτεθειμένος στην επιβουλή όλων των άλλων. Δείτε το ψάρι που παίζει αμέριμνο στο ανοιχτό ακόμα δίχτυ˙ τον βάτραχο, που η νωθρότητά του τον εμποδίζει να διαφύγει και να σωθεί˙ το πουλί που αγνοεί, ότι πάνω απ’ το κεφάλι του περιφέρεται ένα γεράκι˙ το πρόβατο, που το ορέγεται πίσω απ’ τον θάμνο o λύκος.

Προικισμένα με ελάχιστη προνοητικότητα, όλα αυτά τα πλάσματα περιφέρονται ανέμελα ανάμεσα στους κινδύνους που κάθε στιγμή απειλούν τη ζωή τους. Αφού λοιπόν η φύση εγκαταλείπει ανενδοίαστα οργανισμούς δικούς της, κατασκευασμένους με άπειρη επιδεξιότητα, όχι μόνο στα αιμοβόρα ένστικτα του ισχυρότερου, αλλά ακόμα και στα καπρίτσια της τύχης ή του οποιουδήποτε ανόητου, στη μοχθηρία κάποιου παιδιού, είναι σαν να θέλει να μας πει ότι η εξόντωση αυτών των οργανισμών της είναι αδιάφορη, δεν την βλάπτει καθόλου, δεν έχει καμία απολύτως σημασία γι’ αυτήν, κι ότι σ’ αυτές τις περιπτώσεις το αποτέλεσμα είναι το ίδιο αδιάφορο με το αίτιο.

Η φύση το δηλώνει αυτό ξεκάθαρα και δε λέει ποτέ ψέματα˙ αρνείται μάλιστα να σχολιάσει τις ενέργειές της και περιορίζεται να τις εκφράζει με τη λακωνικότητα ενός μαντείου. Αν λοιπόν τώρα, η μητέρα των πάντων στέλνει ανέμελα τα παιδιά της χωρίς καμία προστασία, να εκτεθούν σε χίλιους κινδύνους, αυτό δεν μπορεί να συμβαίνει παρά μόνο επειδή γνωρίζει ότι όταν θα πέσουν, θα επιστρέψουν στη μήτρα της, όπου θα είναι και πάλι ασφαλή. Τον άνθρωπο δεν τον αντιμετωπίζει διαφορετικά. Η τακτική της επεκτείνεται και σ’ αυτόν: η ζωή ή o θάνατος του ατόμου την αφήνουν αδιάφορη. Γι’ αυτό και θα ‘πρεπε και για μας, υπό κάποια έννοια, να είναι επίσης αδιάφορα˙ γιατί στην πραγματικότητα είμαστε κι εμείς οι ίδιοι μέρος της φύσης. Αν μπορούσαμε να δούμε τα πράγματα πιο βαθιά, σίγουρα θα συμφωνούσαμε με τη φύση και θα βλέπαμε τη ζωή ή τον θάνατο το ίδιο αδιάφορα μ’ εκείνη.

Arthur Schopenhauer

Ο Δρόμος της Αυτοκράτειρας

Αποτέλεσμα εικόνας για women in chinese paintingsΑρχαία κινέζικα μυστικά για την Γυναικεία Δύναμη:

«Η Αυτοκράτειρα γεννήθηκε ελεύθερη.
Η Αυτοκράτειρα κυβερνά τη δική της αυτοκρατορία.
Η Αυτοκράτειρα είναι ξεδιάντροπη.
Η Αυτοκράτειρα κοιτάζει την αλήθεια.
Η Αυτοκράτειρα αγαπάει και καλλιεργεί τα οράματά της.
Η Αυτοκράτειρα περιπλανιέται μέσα σε βαθιές αβύσσους.
Η Αυτοκράτειρα σπάει το τελευταίο ταμπού.
Η Αυτοκράτειρα είναι γενναιόδωρη

Πριν από περίπου 1300 χρόνια η παλλακίδα Βου Ζιάο ξεκίνησε το παραμυθένιο ταξίδι της για να γίνει η πιο ισχυρή γυναίκα στην Κίνα. Η ευστροφία της και η ερωτική της ακτινοβολία, σε συνδυασμό με στρατηγικές από την κινέζικη τέχνη του πολέμου της άνοιξαν το δρόμο προς το θρόνο. Υπήρξε η μόνη γυναίκα που κυβέρνησε ποτέ επίσημα την Κίνα. Πιστός της σύμβουλος ήταν ο σοφός σαμάνος και δάσκαλος Σουν Σι-Μιάο, γνώστης και φύλακας των πανάρχαιων μυστικών της γυναικείας σοφίας και δύναμης.

ΤΟ ΑΝΕΞΙΧΝΙΑΣΤΟ ΑΠΑΙΤΕΙ ΧΑΛΑΡΟΤΗΤΑ

Υπάρχει μια ιστορία για έναν διάσημο Κινέζο κηπουρό. Όταν κάποτε τον ρώτησαν γιατί όλα τα φυτά που φυτεύει αναπτύσσονται τόσο καλά, ο γέρος απάντησε: «Εγώ φυτεύω το δέντρο και μετά το αφήνω στην ησυχία του. Αυτό είναι όλο το μυστικό.»

Όσο πιο ανενόχλητο μπορέσει να αναπτυχθεί κάτι τρυφερό, είτε πρόκειται για νεαρό φυτό είτε για μικρό παιδί, τόσο πιο δυνατό θα γίνει, τόσο περισσότερο θα δραστηριοποιηθεί μέσα του αυτό που έχει πάρει σαν προίκα από τη φύση -με την προϋπόθεση ότι θα λαμβάνει αρκετή τροφή, καθώς και προστασία από τους άγριους ανέμους.

Η σοφή πρακτική της μη ανάμειξης στους μυστηριώδεις μηχανισμούς του Ανεξιχνίαστου, του Ταό, ονομάζεται Βου Βάι. Από το Ανεξιχνίαστο αναδύεται η ζωή, η οποία συντηρείται από την πρωταρχική της δύναμη, την Πεμπτουσία. Ό,τι καταφέρει να ξεδιπλωθεί και να αναπτυχθεί ανενόχλητο από την αρχή, θα συνεχίσει να είναι γερό και δυνατό. Οι σοφοί άνθρωποι δεν παρεμβαίνουν. Έχουν εμπιστοσύνη στο Ανεξιχνίαστο, στο Ταό. Το Ταό έχει συγκριθεί με τη σκοτεινή και μυστηριώδη αγκαλιά της μήτρας, που είναι η πηγή όλων των πλασμάτων. Από δω τα πράγματα βγαίνουν αβίαστα στο φως, ελεύθερα και χωρίς εξωτερικές επεμβάσεις.

Έτσι έκανε και η μητέρα της Βου Ζιάο. Όταν έμαθε πως είναι έγκυος, προετοιμάστηκε εσωτερικά για να γίνει υποδοχέας ενός νέου πλάσματος. Πρόσεχε ώστε να μην έρχεται σε επαφή με άξεστους ανθρώπους και αναζητούσε μόνο τη συντροφιά των ευγενών. Φρόντιζε να μην ταράζεται και επέλεγε εκλεκτά εδέσματα για την ίδια και για το παιδί. Γιατί γνώριζε πως ότι κάνει καλό στη μητέρα κάνει καλό και στο παιδί.

Πολλές γυναίκες πιστεύουν πως πρέπει να δίνουν διαρκώς νέα ερεθίσματα στο παιδί τους. Αυτό αρχίζει ήδη από την εγκυμοσύνη. Οι μέλλουσες μητέρες συνομιλούν με το παιδί μέσα στην κοιλιά τους και εκπαιδεύουν την ακοή του με Μότσαρτ ή με κασέτες ηχογραφημένης λογοτεχνίας. Και μόλις το παιδί έρθει στον κόσμο, αρχίζει κανονικά το πανηγύρι. Το παιγνίδι δε χρησιμεύει μόνο για να παίζει το παιδί, αλλά πρέπει και να εξασκεί την αντιληπτική του ικανότητα για τα χρώματα και τα σχήματα, καθώς και την επιδεξιότητα των χεριών του.

Εκτός από μουσικές προπαιδείες, μαθήματα μπαλέτου και κάποιο άθλημα, μερικοί γονείς νομίζουν πως πρέπει να προάγουν και την πρόωρη εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας αγοράζοντας ξενόγλωσσα εικονογραφημένα βιβλία για το παιδί τους. Έτσι ξεχνούν το σημαντικότερο απ’ όλα: ότι πρέπει να δώσουν στο παιδί συνείδηση του εαυτού του και προ πάντων μια αίσθηση ασφάλειας. Πιστεύουν ότι πρέπει να εκπαιδεύσουν το παιδί προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση αντί να το αφήσουν απλώς ήσυχο και να το τρέφουν, βοηθώντας το να πάρει τη θέση του στη ζωή με το δικό του τρόπο.

ΤΙ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΑ
Η ΑΡΧΗ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ – ΠΡΙΝ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ:
ΑΠΟ ΤΟ ΧΑΟΣ ΞΕΠΗΔΟΥΝ ΤΑ ΔΕΚΑ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΠΡΑΓΜΑΤΑ
 
Αυτό που απομένει από έναν άνθρωπο μόλις απεκδυθεί όλες τις συμβάσεις, τα προσωπεία και τις μεταμφιέσεις, το Ουσιαστικό στον καθένα μας, ονομάζεται Πεμπτουσία. Είναι η πηγή όλων των ζωτικών διαδικασιών, η ρίζα του πνεύματος και του σώματος και η βάση της σεξουαλικής δύναμης. Καθώς η ζωή περνάει, αυτή αργά ή γρήγορα καταναλώνεται.Όταν καταναλωθεί όλη η Πεμπτουσία, ο άνθρωπος πεθαίνει. Γι’ αυτό και η Πεμπτουσία πρέπει να διαφυλάσσεται κατά τη διάρκεια ολόκληρης της ζωής.

Η Πεμπτουσία δεν μπορεί να αλλάζει μετά τη γέννηση. Έχουμε όμως την επιλογή να την προστατέψουμε ή όχι, να τη χρησιμοποιήσουμε ή να την ξοδέψουμε άσκοπα. Η κινέζικη ιατρική διδάσκει τον τρόπο με τον οποίο γίνεται αυτό. Μερικές φορές η κινέζικη ιατρική χρησιμοποιεί τους όρους πρωταρχική ενέργεια, ενέργεια των νεφρών, πηγή και ρίζα της αρχής τον Ουρανού. Πάντοτε όμως εννοεί την Πεμπτουσία.

Η Πεμπτουσία προέρχεται από τους προγόνους. Κατά τη σεξουαλική διέγερση των συντρόφων, από τα πιο εκλεπτυσμένα μέρη της γονικής Πεμπτουσίας αναδύονται οι καυτοί ατμοί, οι οποίοι συνενώνονται στη διάρκεια μιας αλχημικής διαδικασίας σχηματίζοντας το χάος, την άμορφη κατάσταση. Η άμορφη κατάσταση αποκτά τις πολικότητες Γιν και Γιανγκ. Σκοτεινό και φωτεινό. Κρύο και ζεστό. Ύλη και ενέργεια. Σώμα και πνεύμα. Στο ενεργειακό πεδίο που βρίσκεται μεταξύ των δύο πόλων Γιν και Γιανγκ, μέσα από το χάος γεννιούνται τα Δέκα Χιλιάδες Πράγματα. Η Πεμπτουσία ολοκληρώνεται μέσα σε δέκα φεγγάρια (σεληνιακούς κύκλους). Έτσι σχηματίζονται όλες οι πλευρές του παιδιού. Όσο η μέλλουσα Αυτοκράτειρα κατοικεί στο παιδικό παλάτι -τη μήτρα- τρέφεται από το αίμα της μητέρας.

Η τελειοποίηση της Πεμπτουσίας ακολουθεί μυστηριώδεις εσωτερικούς κανόνες, με τον ίδιο τρόπο που σχηματίζονται οι κρύσταλλοι μέσα σε ένα διάλυμα. Όσο λιγότερο κλυδωνίζεται το δοχείο τόσο μεγαλύτεροι και τελειότεροι γίνονται οι κρύσταλλοι: το παιδί αναπτύσσεται ιδανικά μόνο αν το αφήσουμε στην ησυχία του.

Μια μέλλουσα μητέρα δεν πρέπει να αφήνει να τη θυμώνουν και θα κάνει καλά να απαγορεύει κάθε έξωθεν επέμβαση! Η μητέρα μιας μέλλουσας Αυτοκράτειρας πρέπει να αποφεύγει όχι μόνο τις βλαβερές τροφές, το θόρυβο και το στρες, αλλά κυρίως τη συναναστροφή με βλάκες και χυδαίους ανθρώπους. Όταν αυτό είναι αναπόφευκτο, η μητέρα οφείλει να μένει εσωτερικά ανεπηρέαστη από αυτούς. Η Πεμπτουσία μιας Αυτοκράτειρας σχηματίζεται απερίσπαστη.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ
ΜΕΤΑ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ: Η ΑΥΤΟΚΡΑΤΕΙΡΑ ΒΡΙΣΚΕΙ ΤΟ ΚΕΝΤΡΟ ΤΗΣ

Από τη στιγμή που το παιδί παίρνει την πρώτη του ανάσα, αρχίζει το τέλος του Ουρανού. Η Πεμπτουσία έχει τελειοποιηθεί. Το παιδί δε λαμβάνει πια το μητρικό αίμα. Για να δυναμώσει την υλική και την ενεργειακή του βάση θα πρέπει να στηριχτεί στο δικό του μεταβολισμό. Τα αντίστοιχα όργανα είναι το στόμα, ο στόμαχος και ο σπλήνας. Οι Κινέζοι μιλούν για την εξισορροπητική και θρεπτική λειτουργία της Γης, εννοώντας το μεταβολισμό. Η Γη μπορεί να αφομοιώσει τα πάντα και να τα ενσωματώσει στο παιδί.

Αν η Γη είναι δυνατή, η αρμονία ολοκληρώνεται. Ένα τέτοιο παιδί -παρά τις ποικίλες επιρροές και συναισθήσεις- θα βρίσκεται σε αρμονία με τον εαυτό του, θα μεγαλώσει και θα ευδοκιμήσει. ΓΓ αυτό λένε πως η ρίζα του τέλους του Ουρανού βρίσκεται στη Γη.

Μετά τη γέννηση όλες οι ιδιότητες έχουν εγχαραχτεί. Η Πεμπτουσία έχει τελειοποιηθεί, όμως είναι ακόμα πολύ τρυφερή. Το παιδί μεγαλώνει. Πρέπει τώρα λοιπόν να το προστατεύσουμε και να του δώσουμε μια υλική βάση. Η υλική βάση δημιουργείται σιγά σιγά. Αρχικά το στοιχείο της Γης, που εξισορροπεί και αφομοιώνει, είναι ακόμα πολΰ αδύναμο. Το παιδί είναι σε θέση να επεξεργάζεται λίγες μόνο από τις εξωτερικές επιρροές ταυτόχρονα και διαθέτει ελάχιστες δυνάμεις αντίστασης στις εκδηλώσεις επιθετικότητας από το περιβάλλον. Το μεγάλο ψύχος, οι ισχυροί καύσωνες και οι άνεμοι, αλλά και κάθε προσπάθεια άσκησης ελέγχου εκ μέρους των γονιών, θα τραυματίσουν το παιδί βαθιά και οριστικά. ΓΓ αυτό το παιδί χρειάζεται προστασία.

Για να μπορέσει το παιδί να αναπτύξει σιγά σιγά τους δικούς του αμυντικούς μηχανισμούς -στην κινέζικη ιατρική αυτό ορίζεται σαν Μέταλλο- χρειάζεται διαρκώς εύπεπτη τροφή, ζεστασιά, καθαρό αέρα και αγάπη. Η διάρκεια είναι εδώ πολύ σημαντική, καθώς η αδύναμη ακόμα Γη δε μπορεί να συγκεντρώνει στις εποχές της περίσσειας ώστε να έχει στις εποχές της έλλειψης. Κάθε διακοπή στην παροχή τροφής, ζεστασιάς και αγάπης εξασθενεί το παιδί. Όσο πιο δυνατό και ζωηρό είναι, τόσο μεγαλύτερη αντίσταση θα προβάλει σ’ αυτή την εξασθένηση και θα κλαίει. Σύμφωνα με την κινέζικη αντίληψη, ένα παιδί που κλαίει δεν παίζει παιχνιδάκια εξουσίας, όπως πολλοί πιστεύουν, αλλά παλεύει για τη ζωή του. ΓΓ αυτό οι Κινέζοι πιστεύουν πως ποτέ δεν πρέπει να αφήνουμε ένα παιδί να κλαίει.

Η παιδική ηλικία είναι μια επικίνδυνη περίοδος για την Πεμπτουσία. Σ’ αυτό το διάστημα είναι εύκολο να καταστραφεί το τρυφερό πλασματάκι από υπερβολική πρόσληψη ερεθισμάτων, και το κοριτσάκι γρήγορα θα ξεχάσει πως έχει έρθει στον κόσμο σαν Αυτοκράτειρα. Αν όμως την αφήσουμε στην ησυχία της, τρέφοντας και αγαπώντας την, σεβόμενοι πάντοτε τις επιθυμίες και τις προτιμήσεις της, τότε η μικρή Αυτοκράτειρα θα μεγαλώσει από μόνη της.

Αν οι γονείς αγαπούν πραγματικά το παιδί και ξέρουν να εκτιμούν την εσωτερική του Αυτοκράτειρα, γνωρίζουν ότι μια Αυτοκράτειρα γεννιέται ελεύθερη. Διαθέτει μέσα της όλα όσα χρειάζεται και είναι ήδη ολοκληρωμένη όταν έρχεται στον κόσμο. Θα αποφύγουν να την εκπαιδεύσουν προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, σαν ένα δέντρο καλλιεργημένο και περίτεχνα κλαδεμένο. Το θέαμα ενός φράχτη από διακοσμητικές βελανιδιές είναι πολύ λυπηρό σε σύγκριση με μια μεγάλη άγρια βελανιδιά που μεγαλώνει στην ύπαιθρο!

Τόσο μεγάλη είναι και η διαφορά ανάμεσα σε μια Αυτοκράτειρα και σε μια μη Αυτοκράτειρα. Για να μπορέσει να αναπτυχθεί πλήρως ένα δεντράκι χρειάζεται χώμα, νερό, φως από τον ήλιο και προστασία από θύελλες και τραυματισμούς. Για μια νεαρή Αυτοκράτειρα ισχύει ακριβώς το ίδιο. Χρειάζεται να σέβονται τον προσωπικό της χώρο, να λαμβάνει καλή τροφή και να γίνεται αποδεκτή από τους ανθρώπους με αγάπη. Αν λείπει κάτι απ’ όλα αυτά, η ανάπτυξή της δε θα μπορέσει να ολοκληρωθεί.

Σύμφωνα με τις πέντε φάσεις Μεταμόρφωσης (που ονομάζονται και στοιχεία) -Νερό, Ξύλο, Φωτιά, Γη και Μέταλλο- το παιδί χρειάζεται κυρίως τα ακόλουθα τρία πράγματα:
--------------------
«Ο Δρόμος της Αυτοκράτειρας» είναι βασισμένο στη ζωή της μοναδικής Αυτοκράτειρας της Κίνας που πριν από περίπου 1300 χρόνια ξεκίνησε το παραμυθένιο ταξίδι της για να γίνει από παλλακίδα η πιο ισχυρή γυναίκα στην Κίνα. Πιστός της σύμβουλος ήταν ο σοφός σαμάνος και θεραπευτής Σουν Σι – Μιάο, γνώστης και φύλακας των πανάρχαιων μυστικών της γυναικείας σοφίας και δύναμης. Τα ίδια μυστικά που άνοιξαν το δρόμο στη Βου Ζιάο, τη μοναδική Αυτοκράτειρα στην Κινέζικη ιστορία, θα βοηθήσουν και τις σημερινές γυναίκες να βαδίσουν το δικό τους αυτοκρατορικό δρόμο. Η αναγνώστρια Αυτοκράτειρα θα κατά-νοήσει και θα μάθει να χρησιμοποιεί αυτά τα αρχαία μυστικά.

Η Αφροδίτη… βρυχάται – Εντοπίστηκε ενεργή ηφαιστειακή δραστηριότητα

Μία νέα μελέτη επιβεβαιώνει προηγούμενες που δείχνουν ότι η Αφροδίτη, ο κοντινότερος πλανήτης στη Γη, κατά πάσα πιθανότητα είναι ακόμη ενεργή ηφαιστειακά.

Η Αφροδίτη είναι καλυμμένη από ένα πυκνό νέφος, με συνέπεια οι αστρονόμοι να δυσκολεύονται να κάνουν άμεσες παρατηρήσεις και έτσι να βασίζουν τα δεδομένα τους κυρίως σε στοιχεία από ραντάρ και άλλα μήκη κύματος ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας πέρα από το ορατό φως.

Τα τελευταία χρόνια υπήρξαν ενδείξεις για ροές λάβας στην επιφάνεια του πλανήτη. Τώρα, οι επιστήμονες έχουν σαφέστερες από ποτέ ενδείξεις ότι υπάρχουν μέχρι σήμερα ενεργά ηφαίστεια στην Αφροδίτη, καθώς εντόπισαν ορισμένα καυτά σημεία, όπου παρατηρούνται μεγάλες αλλαγές θερμοκρασίας σε διάστημα λίγων μόνο ημερών. Εκτιμάται ότι οι θερμοκρασιακές μεταβολές οφείλονται στη συνεχιζόμενη ηφαιστειακή δραστηριότητα.

Η ανάλυση των στοιχείων από το σκάφος Venus Express του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος (ESA), στο υπέρυθρο μήκος κύματος που μπορεί να διαπεράσει το νέφος πάνω από την επιφάνεια, δείχνει ότι αυτά τα εφήμερα καυτά σημεία καλύπτουν έκταση από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο έως 200 χλμ., με την θερμοκρασία τους περιοδικά να ξεπερνά τους 825 βαθμούς Κελσίου, πολύ πάνω από τον μέσο όρο των 480 βαθμών για τον πλανήτη.

Όταν η λάβα (εφόσον όντως πρόκειται για λάβα) κρυώνει κάπως, τότε η θερμοκρασία επανέρχεται στα συνήθη επίπεδα. Η σχετική διεθνής μελέτη, με επικεφαλής τον Ε. Β. Σαλίγκιν του Ινστιτούτου Μαξ Πλανκ της Γερμανίας, παρουσιάστηκε στην επιθεώρηση «Geophysical Research Letters».

Τα αποθέματα των υπόγειων υδάτων είναι πολύ λιγότερα από αυτό που πιστεύαμε προειδοποιεί η NASA!

Την εξάντληση των λεγόμενων υπόγειων ταμιευτήρων νερού με ρυθμούς ταχύτερους του αναμενόμενου, καταδεικνύει Έρευνα της Water Resources Research, επιθεώρησης της Αμερικανικής Ένωσης Γεωφυσικής.

Επιστήμονες που χρησιμοποίησαν δεδομένα των δίδυμων δορυφόρων GRACE της NASA, οι οποίοι μετρούν την ένταση του βαρυτικού πεδίου σε όλο τον πλανήτη και εξέτασαν τους 37 μεγαλύτερους υδροφόρους ορίζοντες της Υφηλίου, ανακάλυψαν, ότι οκτώ από αυτούς εξαντλούνται δίχως να αναπληρώνονται με φυσικό τρόπο, ενώ πέντε, συμπεριλαμβανομένης της Κεντρικής Κοιλάδας της Καλιφόρνια, δέχονται πολύ “ισχυρές πιέσεις” χωρίς να αναπληρώνονται επαρκώς.

Σημαντικές πιέσεις δέχονται επίσης οι υδροφόροι ορίζοντες στη Σαουδική Αραβία, την Ινδία, το Πακιστάν και τη βόρεια Αφρική.

Ειδικότερα, η μέγιστη επιβάρυνση καταγράφεται στην Αραβική Χερσόνησο, της οποίας ο υπόγειος ταμιευτήρας αποτελεί σημαντική πηγή νερού για 60 εκατομμύρια ανθρώπους.

Στη δεύτερη θέση, είναι η λεκάνη του Ινδού ποταμού στη βορειοδυτική Ινδία και το Πακιστάν και στην τρίτη θέση η λεκάνη Μούρζουκ-Ντιάντο στη βόρεια Αφρική.

Οι ερευνητές, καταθέτουν την άποψη ότι τα αποθέματα των υπόγειων υδάτων είναι πολύ λιγότερα από αυτό που πιστεύαμε, ενώ επισημαίνουν ότι θα πρέπει να γίνουν επιτόπιες γεωτρήσεις και έρευνες για να διαπιστωθεί το ακριβές μέγεθός τους.

«Πιστεύω ότι θα πρέπει να ερευνούμε τους υδροφόρους ορίζοντες σαν να είχαν την ίδια αξία με τα αποθέματα πετρελαίου» λέει ο Τζέι Φαμιγκλιέτι, καθηγητής του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Ιρβάιν και ερευνητής του Εργαστηρίου Αεριοπροώθησης της NASA.

«Χρειάζεται να ανοίγουμε γεωτρήσεις για νερό, με τον ίδιο τρόπο που ανοίγουμε γεωτρήσεις για άλλους πόρους», προειδοποιεί.

Σέντνα: Ο παγωμένος κόσμος που άρπαξε ο Ήλιος

Ο Ήλιος άρπαξε από το άστρο στο οποίο ανήκε τη Σέντνα και την έκανε μέλος του δικού μας ηλιακού συστήματος.

Τον Νοέμβριο του 2003 ομάδα αστρονόμων ανακάλυψε ένα μεγάλο παγωμένο βράχο στις εσχατιές του ηλιακού μας συστήματος, πολύ πιο μακριά από τον Πλούτωνα.

Πρόκειται για ένα πλανητοειδές σώμα που ονομάστηκε Σέντνα (Sedna) από το όνομά μιας θεάς των ωκεανών και πιο συγκεκριμένα μιας θεότητας των Εσκιμώων, η οποία σύμφωνα με τον μύθο δημιούργησε τα θαλάσσια πλάσματα της Αρκτικής.

Πρόκειται για το πιο παγωμένο και μακρινό γνωστό αντικείμενο που βρίσκεται σε τροχιά γύρω από τον Ήλιο. Η παρουσία της Σέντνα στο ηλιακό μας σύστημα πονοκεφαλιάζει τους επιστήμονες και έχουν αναπτυχθεί διάφορες θεωρίες για την ύπαρξη της.

Μια νέα θεωρία αναφέρει ότι η Σέντνα ανήκε σε ένα άστρο που κάποτε πέρασε από τη διαστημική μας γειτονιά με τον Ήλιο να καταφέρνει να την αρπάξει και να την τοποθετεί στην θέση που βρίσκεται σήμερα.

Η Σέντνα
Ο παγωμένος αυτός βράχος βρίσκεται σε απόσταση περίπου 13 δισ. χλμ. από τον Ηλιο ενώ ο Πλούτωνας βρίσκεται σε απόσταση περίπου 4 δισ. χλμ. από το μητρικό μας άστρο.

Η Σέντνα έχει ελαφρώς μικρότερο μέγεθος από τον Πλούτωνα και το μισό μέγεθος από τη Σελήνη, η διάμετρός της εκτιμάται ότι είναι στα 3/4 αυτής του Πλούτωνα. H θερμοκρασία στη Σέντνα βρίσκεται μόνιμα χαμηλότερα από τους -240 βαθμούς Κελσίου.

Οι θεωρίες
Η Σέντνα βρίσκεται στη ζώνη Κάιπερ, μια περιοχή στα σύνορα του ηλιακού μας συστήματος με αμέτρητους μικρότερους και μεγαλύτερους παγωμένους βράχους. Θεωρείται η δεύτερη μεγάλη ζώνη αστεροειδών του ηλιακού μας συστήματος μετά από εκείνη που βρίσκεται ανάμεσα στον Δία και τον Άρη.

Πρόκειται για σώματα που οι ειδικοί πιστεύουν ότι αποτελούν απομεινάρια από την διαδικασία σχηματισμού του ηλιακού μας συστήματος. Στη ζώνη Κάιπερ υπάρχουν ορισμένα σώματα όπως η Σέντνα η τροχιακή κίνηση των οποίων δεν εξηγείται με τα συμβατικά πλανητικά μοντέλα. Ετσι οι ειδικοί άρχισαν να ρίχνουν στο τραπέζι διάφορες ιδέες.

Μια από αυτές ήταν ότι αυτά τα σώματα βρίσκονταν στο εσωτερικό του ηλιακού μας συστήματος αλλά το καθένα εξ αυτών μπλέχτηκε στις βαρυτικές δυνάμεις ενός πλανήτη που το… εξόρισε στη ζώνη Κάιπερ. Μπορεί για κάποια από αυτά τα σώματα η θεωρία αυτή να ταιριάζει όχι όμως και στην περίπτωση της Σέντνα.

Κάποιοι επιστήμονες πρότειναν μια πιο προωθημένη θεωρία σύμφωνα με την οποία η Σέλντα που βρισκόταν κάπου στο ηλιακό μας σύστημα μπλέχτηκε στις πανίσχυρες βαρυτικές δυνάμεις ενός άστρου που πέρασε κοντά από τη διαστημική μας γειτονιά πριν από περίπου τέσσερα δισ. έτη με αποτέλεσμα να καταλήξει στη ζώνη Κάιπερ έχοντας αυτή την παράξενη τροχιά.

Η αρπαγή
Τώρα ομάδα ερευνητών στο Αστεροσκοπείο Leiden στην Ολλανδία προχωρεί σε μια ακόμη πιο προωθημένη άποψη υποστηρίζοντας ότι η Σέντα δεν ανήκε στο δικό μας σύστημα αλλά ήταν ένα από τα κοσμικά σώματα που συνόδευαν εκείνο το άστρο που πέρασε από κοντά μας.

Σύμφωνα με τη θεωρία που ανέπτυξαν οι ερευνητές το άστρο κατά το πέρασμα του ήρθε σε ένα βαρυτικό μπρα-ντε-φερ με τον Ήλιο. Το περαστικό άστρο τράβηξε κοντά του πολλά σώματα από τη ζώνη Κάιπερ αλλά το ίδιο έκανε και ο Ήλιος αντικαθιστώντας τις απώλειες από τη ζώνη Κάιπερ με σώματα που εκείνος άρπαξε από το περαστικό άστρο.

Ένα από τα σώματα που άρπαξε ο Ήλιος ήταν και η Σέντνα σύμφωνα με τους ερευνητές που δημοσιεύουν τη θεωρία τους στο διαδικτυακό αρχείο επιστημονικών προδημοσιεύσεων «arXiv.org».

Ο Σωκράτης για τη φύση της φιλίας

«Δεν μπορούν λοιπόν να είναι φίλοι, αν δεν εκτιμούν ο ένας τον άλλον»215b
 
Ο Σωκράτης βρίσκεται σε παρέα νεαρών που περιλαμβάνει και τον Λύσι, ένα συνεσταλμένο και πολύ αγαπητό αγόρι. Τον ρωτάει αν πιστεύει ότι οι γονείς του τον αγαπούν και, άρα, αν θέλουν να είναι ευτυχισμένος. Ο Λύσις φυσικά απαντάει καταφατικά. «Σου φαίνεται όμως πως είναι ευτυχισμένος άνθρωπος εκείνος που υποτάσσεται και δεν μπορεί να κάνει τίποτα απ’ όσα θέλει;»207e. Ο Λύσις είναι στην ηλικία της εφηβείας και ο Σωκράτης του θυμίζει ότι οι γονείς του δεν τον αφήνουν ελεύθερο να κάνει ό,τι επιθυμεί. Δεν του επιτρέπεται να οδηγήσει το άρμα και την άμαξα του οίκου του, τον ίδιο του τον εαυτό τον εξουσιάζουν οι δάσκαλοί του και ο παιδαγωγός του, και δεν τον αφήνουν να ακουμπήσει ούτε τον αργαλειό, ενώ όλες αυτές τις δουλειές τις κάνουν δούλοι. «Και τους δούλους, όπως φαίνεται, υπολογίζουν περισσότερο από σένα»208b.
 
Ο Λύσις λέει πως ο λόγος για όλους αυτούς τους περιορισμούς είναι η μικρή του ηλικία, αλλά ο Σωκράτης τον διορθώνει λέγοντάς του ότι είναι λόγω της έλλειψης γνώσης που ο πατέρας του δεν του αναθέτει τέτοιες ευθύνες. Όταν ο πατέρας του πειστεί πως ο γιος του σκέφτεται καλύτερα από τον ίδιο, τότε θα του αναθέσει και την περιουσία του αλλά και τον εαυτό του. «Αν όμως γίνεις σοφός, παιδί μου, θα γίνουν όλοι φίλοι και οικείοι σου, γιατί θα είσαι χρήσιμος κι ενάρετος»210d. Για τον Σωκράτη η γνώση συνδέεται με την χρησιμότητα και την ευτυχία. Κανένας δεν αγαπάει κανέναν εφόσον είναι άχρηστος. Μέχρι να αποκτηθεί η γνώση λοιπόν, δε φαίνεται να μπορεί να υπάρχει φιλία.
 
Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι από μικρός το μόνο που επιθυμούσε ήταν η απόκτηση φίλων και όχι χρημάτων ή τιμών. Κι όμως, δεν πιστεύει πως έχει καταφέρει ακόμα να αποκτήσει πραγματικούς φίλους κι εκπλήσσεται που βλέπει μια τόσο καλή φιλία μεταξύ του Λύσι και του συνομήλικου Μενέξενου, ο οποίος ήταν επίσης παρών. Οπότε τους ρωτάει για τη φύση της φιλίας για να μπορέσει να την αποκτήσει κι αυτός. Η έννοια της «φιλίας» στην αρχαία Ελλάδα διέφερε από τη σημερινή. «Φιλικά» μεταξύ τους ήταν, εκτός από άνθρωποι, πράγματα, καταστάσεις, ιδιότητες κτλ. Γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται παραδείγματα όπως το άρρωστο σώμα που είναι «φιλικό» προς το φάρμακο, εξ ου και η λέξη «φιλοσοφία». Φυσικά, αυτή η έννοια συμπεριλαμβάνει και τη σημερινή «φιλία» μεταξύ δύο ανθρώπων.
 
«Ποιος από τους δύο γίνεται φίλος του άλλου, αυτός που αγαπάει γίνεται φίλος αυτού που αγαπιέται ή αυτός που αγαπιέται φίλος αυτού ο οποίος αγαπάει – ή σε τίποτα δεν διαφέρει;»212b. Ο Μενέξενος απαντάει ότι σε τίποτα δε διαφέρει, ότι δηλαδή για να πούμε κάποιον φίλο αρκεί, και πρέπει, ο ένας να αγαπάει τον άλλον. Όταν ο Σωκράτης όμως του φέρνει παραδείγματα από εραστές που ο ένας αγαπάει κάποιον αλλά ο δεύτερος όχι τον πρώτο, και μάλιστα ο δεύτερος μπορεί να τον μισεί, παραδέχεται ότι σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι μεταξύ τους υπάρχει φιλία. Έτσι, η πρόταση παραφράζεται και τώρα λένε «Άρα αυτό που αγαπιέται είναι φιλικό σ’ αυτόν ο οποίος αγαπάει… είτε [αυτός] τον αγαπάει είτε τον μισεί»213e. Τα μικρά παιδιά, για παράδειγμα, όταν τιμωρούνται από τους γονείς φέρονται σαν να τους μισούν, ενώ αυτοί τα τιμωρούν ακριβώς επειδή τα αγαπούν. Εξ άλλου είναι οι φίλοι μας που θα μας εμποδίσουν να κάνουμε ό,τι θέλουμε σε κάτι που δεν κατέχουμε. Άρα φίλος μου είναι αυτός που εγώ αγαπάω, ενώ εγώ δεν είμαι αναγκαστικά φίλος του, και εχθρός μου είναι αυτός που μισώ, ενώ εγώ δεν είμαι αναγκαστικά δικός του εχθρός. Έτσι όμως, πολλοί αγαπιούνται από εχθρούς και μισιούνται από φίλους, αφού αυτός που εγώ αγαπώ (ο φίλος μου) μπορεί να με μισεί (είμαι εχθρός του)213ab.
 
Αυτό φαίνεται παράλογο και στους δύο, οπότε ο Σωκράτης στρέφεται στον Λύσι, και του αναφέρει αυτά που λένε οι ποιητές και οι σοφοί ότι ο όμοιος γίνεται φίλος με τον όμοιό του214b. Αυτό θα σήμαινε ότι οι καλοί γίνονται φίλοι με τους καλούς και οι κακοί με τους κακούς. «Οι κακοί όμως, πράγμα το οποίο λέγεται γι’ αυτούς, δεν είναι ποτέ όμοιοι ούτε με τους εαυτούς τους, αλλά άστατοι και ανερμάτιστοι»214c. Έτσι, ο κακός ποτέ δεν γίνεται πραγματικός φίλος ούτε στον καλό ούτε στον κακό. Άρα φίλοι γίνονται μόνο οι καλοί.
 
Και οι καλοί όμως, και όποιοι είναι όμοιοι σε κάτι, δεν χρειάζονται ο ένας τον άλλον, γιατί σε αυτό που είναι καλοί και όμοιοι είναι αυτάρκεις. Όταν κάποιος είναι αυτάρκης σε κάτι, δεν του χρειάζεται αυτό, αφού δεν του λείπει, και άρα δεν το εκτιμά όταν το συναντήσει, και κάποιος που το έχει δεν μπορεί να τον βοηθήσει ως προς αυτό, αφού το κατέχει ήδη. Άρα οι όμοιοι δεν αγαπάνε ο ένας τον άλλον αφού δεν μπορούν να βοηθηθούνε μεταξύ τους, και άρα δεν μπορούν να γίνουν φίλοι. Από τη στιγμή που δεν εκτιμά ο ένας τον άλλον η φιλία είναι αδύνατη. Για παράδειγμα, «όσοι είναι ήδη σοφοί δεν αγαπούν τη σοφία, είτε είναι θεοί είτε άνθρωποι. Ούτε πάλι αγαπούν τη σοφία όσοι έχουν τόση άγνοια, ώστε να είναι κακοί˙ κακός άλλωστε και αμαθής που ν’ αγαπάει τη σοφία δεν υπάρχει»218a (βλέπουμε άλλη μια φορά τη σύνδεση που κάνει συχνά ο Σωκράτης της γνώσης με την αρετή). Υπολείπονται για να είναι φίλοι της σοφίας (φιλό-σοφοι), αυτοί που δεν είναι ούτε σοφοί ούτε εντελώς αμαθείς, τόσο που να μην ξέρουν καν ότι είναι αμαθείς.
 
Η συζήτηση φτάνει σε αδιέξοδο. Ο Σωκράτης τώρα λέει ότι κάποτε άκουσε κάποιον να λέει ότι, αντίθετα με το προηγούμενο, τα όμοια εχθρεύονται τα όμοιά τους, και μάλιστα αυτός επικαλούνταν τον Ησίοδο που έλεγε ότι «ο κεραμέας τον κεραμέα εχθρεύεται, και ο αοιδός τον αοιδό, και τον φτωχό ο φτωχός»215c. Τα ανόμοια όμως είναι γεμάτα φιλία, γιατί ο φτωχός έχει ανάγκη τον πλούσιο και ο πλούσιος τις υπηρεσίες του φτωχού, και ο ασθενής τον γιατρό κτλ. «Το εντελώς αντίθετο γίνεται κατ’ εξοχήν φιλικό με το αντίθετό του. Το καθένα δηλαδή επιθυμεί το αντίθετο και όχι το όμοιό του…Άλλωστε το αντίθετο είναι τροφή για το αντίθετό του, ενώ το όμοιο δεν είναι δυνατό ν’ αποκομίσει τίποτε από το όμοιό του»215e. Κι όμως, ούτε αυτή η οδός φαίνεται να μας οδηγεί κάπου, αφού θα έπρεπε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως πράγματα αντίθετα μεταξύ τους, όπως το δίκαιο με το άδικο, το καλό με το κακό και η εγκράτεια με την ακολασία είναι φιλικά το ένα με το άλλο, πράγμα παράλογο.
 
Ο Σωκράτης μαντεύει ότι η αλήθεια είναι πως το ωραίο και καλό είναι φιλικό αυτού που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό. Και εφόσον τα όμοια δεν γίνονται φιλικά μεταξύ τους -και το κακό με κανένα- αυτό που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό μπορεί μόνο με το καλό ή αγαθό να είναι φιλικό.216e Για παράδειγμα, ένα σώμα που είναι απολύτως υγιές δεν είναι φιλικό με τον γιατρό, γιατί δεν τον χρειάζεται. Το σώμα που είναι απόλυτα άρρωστο («κακό», το οποίο δηλαδή είναι σε σημείο που η αρρώστια το έχει καταλάβει και δεν υπάρχει γιατρειά) επίσης δεν τον χρειάζεται, αφού δεν μπορεί να το γιατρέψει. Το σώμα μας όμως συνήθως δεν βρίσκεται σε αυτές τις απόλυτες καταστάσεις. Δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, και χρειάζεται τον γιατρό όταν αρρωσταίνει, γι’ αυτό είμαστε φίλοι της Ιατρικής, που μας γιατρεύει. Κανένας υγιής δεν γίνεται φίλος του γιατρού εξαιτίας της υγείας του. Αντίθετα, ο άρρωστος εξαιτίας της ασθένειας.
 
Άρα κάτι που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό (σώμα), γίνεται φιλικό με κάτι καλό (ιατρική), εξαιτίας της παρουσίας του κακού (ασθένεια).
 
Το ούτε καλό ούτε κακό είναι φιλικό προς το καλό πριν να επικρατήσει μέσα του το κακό και το μετατρέψει αυτό το ίδιο σε κακό, γιατί τότε, όντας κακό, δεν θα είναι φιλικό με τίποτα. Κι αυτό γιατί είναι ανάλογα με την κατάσταση που κάποια πράγματα αποκτούν ή όχι κάποιες ιδιότητες. Όπως και αν κάποιος βάψει με ψιμύθιο τα ξανθά μαλλιά, αυτά θα μοιάζουν άσπρα λόγω της παρουσίας του λευκού, αλλά δεν θα γίνουν άσπρα. Αν όμως έρθουν τα γηρατειά, τότε θα γίνουν άσπρα, λόγω της παρουσίας του λευκού. Αντίστοιχα, λόγω της παρουσίας του κακού, άλλα πράγματα γίνονται κακά, ενώ άλλα, ανάλογα με την παρούσα κατάσταση, δεν γίνονται. Όσον αφορά κάτι που δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό, και η παρούσα κατάσταση είναι το κακό, αλλά αυτό δεν έχει μετατραπεί ακόμα σε κακό, είναι αυτή ακριβώς η κατάσταση της εμφάνισης του κακού που το κάνει να επιθυμεί το καλό. Αν η κατάσταση το μετατρέψει σε κακό, τότε δεν θα επιθυμεί πλέον το καλό. Τέλος, φίλος είναι κάποιος προς κάτι, και για κάποιο λόγο. Η φιλία δηλαδή έχει αντικείμενο, το οποίο διαφέρει από τον σκοπό της. Ο ασθενής είναι φίλος της ιατρικής με σκοπό να αποκτήσει υγεία.
 
Άρα αυτό που δεν είναι κακό ή καλό (σώμα) γίνεται φιλικό σε κάτι καλό (ιατρική) λόγω του κακού (ασθένεια), και εξαιτίας κάποιου άλλου καλού (υγεία).
 
Η υγεία είναι κάτι φιλικό εξαιτίας κάποιου πράγματος, το οποίο είναι επίσης φιλικό. Και εκείνο εξαιτίας κάποιου άλλου φιλικού πράγματος. Πρέπει «να φτάσουμε σε κάποια αρχή, η οποία δεν θα μας ξαναφέρει σε άλλο φιλικό πράγμα, αλλά θα μας οδηγήσει σε κείνο που είναι το πρωταρχικό φιλικό, εξαιτίας του οποίου και όλα τα άλλα λέμε ότι γίνονται φιλικά»219d. Πρέπει δηλαδή να δούμε πέρα από τις απεικονίσεις του φιλικού και να βρούμε το πραγματικά φιλικό.
 
Για παράδειγμα, ο πατέρας που αγαπά τον γιο του, αν ο γιος πιει κώνειο και η μόνη γιατρειά είναι το κρασί, τότε θα εκτιμήσει και θα αγαπήσει το κρασί και το αγγείο που το φέρει, όχι για άλλο λόγο, παρά για το ότι αυτά θα βοηθήσουν στο να σωθεί ο γιος του, δηλαδή για τον σκοπό που θα επιτελέσουν. Κατά τον ίδιο τρόπο, δεν αγαπάμε το ασήμι και τον χρυσό, αλλά εκείνα που αποδεικνύεται ότι εξαιτίας τους δημιουργούνται το ασήμι και ο χρυσός. Δεν είναι δηλαδή ότι αγαπάμε τον χρυσό, αλλά αυτά που μπορούμε να αγοράσουμε με αυτόν, το αίσθημα ασφάλειας που δίνει ο πλούτος κτλ.220a
 
Άρα καθετί που αποκαλούμε φιλικό είναι φιλικό επειδή οδηγεί σε αυτό που είναι πραγματικά φιλικό. Οι λεγόμενες φιλίες καταλήγουν σε αυτό που είναι όντως φιλικό. Το πραγματικά φιλικό λοιπόν δεν γίνεται φιλικό για χάρη κάποιου άλλου φιλικού.
 
Το καλό όμως, είναι φιλικό; Αν εξαφανιστεί το κακό τι θα συμβεί; Έχουμε αναφέρει τρία γένη. Το καλό, το κακό, και το ούτε καλό ούτε κακό. Αν εξαφανιστεί το κακό, και δεν αγγίζει ούτε το σώμα ούτε την ψυχή ούτε τίποτα άλλο, το αγαθό δεν θα μας χρησιμεύει σε τίποτα. Το αγαθό (φάρμακο) μας χρησιμεύει και το εκτιμάμε μόνο λόγω της παρουσίας του κακού (ασθένεια) και για χάρη του καλού (υγεία). Αν δεν υπάρχει ασθένεια, δεν χρειαζόμαστε φάρμακο, αφού έχουμε ήδη υγεία, και άρα δεν το εκτιμάμε και δεν το αγαπάμε. Γιατί το μόνο που μπορεί να μας προσφέρει το καλό είναι να διώξει το κακό, και δεν μας ωφελεί από μόνο του με κάποιον άλλον τρόπο.220ad
 
Αν όμως εξαφανιστούν όλα τα κακά, θα εξαφανιστεί και η πείνα, για παράδειγμα; Όχι, γιατί η πείνα είναι άλλοτε βλαβερή και άλλοτε όχι βλαβερή. Είναι βλαβερή όταν προκαλεί λαιμαργία, αλλά ωφελεί αυτόν που πεινάει, όταν του θυμίζει να τραφεί για να συνεχίσει να ζει υγιείς. Άρα, ακόμα και να εξαφανιστεί το κακό, δεν θα συμπαρασύρει μαζί του όλες τις ανθρώπινες επιθυμίες, αφού μεταξύ τους υπάρχουν και ωφέλιμες. Έχουμε παραδεχτεί όμως ότι φιλικά είναι αυτά που επιθυμούνται για κάποιον λόγο, και ότι αυτοί που δεν είναι ούτε καλοί ούτε κακοί επιθυμούν το καλό εξαιτίας του κακού. Τώρα όμως που μιλάμε για την εξαφάνιση του κακού, αναγνωρίζουμε ότι υπάρχουν ακόμα επιθυμίες, και άρα φιλίες. Άρα πρέπει να υπάρχει και κάποιος άλλος τρόπος να δημιουργούνται φιλίες, πέραν της ύπαρξης του κακού, κάτι που προηγουμένως μας διέφυγε.
 
Εκείνο που επιθυμεί κάποιος γίνεται φιλικό αυτού που έχει μια ανάγκη, και είναι κάτι που του έχει αφαιρεθεί. Άρα η επιθυμία, η φιλία και ο έρωτας έχουν σχέση με κάτι που μας ήταν οικείο και μας αφαιρέθηκε. Δύο άνθρωποι που είναι μεταξύ τους φίλοι έχουν ο ένας προς τον άλλον φυσικό σύνδεσμο, και ταιριάζουν είτε στην ψυχική διάθεση είτε στον χαρακτήρα είτε στην ψυχή είτε στη μορφή. «Το εκ φύσεως οικείο δημιουργεί κατ’ ανάγκη τη φιλία»222a. Αλλά πρέπει το οικείο να είναι κάτι διαφορετικό από το όμοιο, αφού είπαμε πως το όμοιο δεν μπορεί να επιθυμεί το όμοιό του, άρα ούτε να είναι φιλικό απέναντί του.
 
Και πώς θα εντοπίσουμε τι είναι το οικείο; Ο Σωκράτης παρουσιάζει δύο ενδεχόμενα. Μήπως το καλό είναι οικείο σε όλα τα γένη, και το κακό ξένο σε όλα, ή μήπως το καλό είναι οικείο στο καλό, το κακό στο κακό, και το ούτε καλό ούτε κακό σε αυτό που επίσης δεν είναι ούτε καλό ούτε κακό; Ο Σωκράτης και οι συνδιαλεγόμενοί του συμφωνούν με το δεύτερο ενδεχόμενο. Έτσι όμως, προκύπτει πως ο κακός θα είναι εξίσου φίλος του κακού, και ο άδικος του άδικου, όσο και ο καλός θα είναι φίλος του καλού, αφού όλοι αυτοί θα επιθυμούν εξίσου το οικείο τους, και άρα θα είναι φίλοι απέναντί του. Αυτό όμως δεν μπορεί να ισχύει, αφού έχουμε ήδη συμφωνήσει ότι οι κακοί δεν μπορούνε να είναι φίλοι κανενός.
 
Οι συνομιλητές έφτασαν σε άλλο ένα αδιέξοδο. Και ενώ ο Σωκράτης ήθελε να απευθυνθεί στους γηραιότερους που ήταν παρόντες για κάποια συμβουλή, σταμάτησαν τη συζήτηση καθώς οι παιδαγωγοί του Μενέξενου και του Λύσιδος ήρθαν και τους πήραν για το σπίτι. Ο Σωκράτης θεωρεί ότι γελοιοποιηθήκανε όλοι μαζί, καθώς «θα πουν δηλαδή τούτοι εδώ φεύγοντας ότι θέλουμε να είμαστε φίλοι μεταξύ μας…και δεν μπορέσαμε ακόμα να βρούμε τι είναι φίλος»223b.
 
Ο διάλογος Λύσις, ή περί φιλίας είναι από τους πλατωνικούς διαλόγους που δεν καταλήγουν σε κάποιο συμπέρασμα αναφορικά με το θέμα συζήτησης, και ο Σωκράτης αφήνει τους συνομιλητές του, το ακροατήριο και, πλέον, τους αναγνώστες να καταλήξουν μόνοι τους στα δικά τους συμπέρασμα ή να συνεχίσουν τον συλλογισμό. Τι πιο συνεπές από κάποιον που δήλωνε ότι δεν γνωρίζει ο ίδιος τίποτα ιδιαίτερο, και ότι το μόνο που μπορούσε να κάνει είναι να εκμαιεύει ιδέες από άλλους με το ανακριτικό μυαλό του;
 
Πρόβλημα προέκυψε στον διάλογο όταν εικάστηκε η εξαφάνιση του κακού από τον κόσμο. Ακόμα και τότε συνεχίζουν να υπάρχουν επιθυμίες και άρα φιλίες, άρα το προηγούμενο συμπέρασμα ότι φιλίες υπάρχουν χάρη στην παρουσία του κακού γίνεται άτοπο.
 
Επιθυμίες υπάρχουν επειδή υπάρχουν ανάγκες. Μήπως και η ανάγκη είναι κάτι κακό; Όταν ο Σωκράτης μιλάει για την «όχι κακή επιθυμία» της πείνας, αποφεύγει να την ονομάσει «καλή πείνα»˙ εξ άλλου, μπορεί μεν η πείνα αυτή να μας ωφελεί αφού αποβλέπει στην αναζωογόνησή μας, αλλά από την άλλη δημιουργεί μια ανάγκη που θα μπορούσε, και μάλλον θα ήταν προτιμότερο, να λείπει, αφού εισάγει κάποιες υποχρεώσεις και ευθύνες στη ζωή μας. Εξαιτίας αυτών των υποχρεώσεων και ευθυνών, οι ανάγκες του σώματος και της ψυχής, περιορίζουν την ελευθερία μας. Αν κατά αυτόν τον τρόπο θεωρήσουμε ότι η ανάγκη είναι «κακό», τότε το αδιέξοδο της συζήτησης εξαφανίζεται, καθώς με την εξαφάνιση του κακού, θα χανόταν και η ανάγκη, και άρα η επιθυμία και η φιλία, οπότε θα μας αρκούσε το συμπέρασμα ότι φιλία δημιουργείται όταν εμφανίζεται το κακό.
 
Ο Σωκράτης δεν θα μπορούσε να δεχτεί κάτι τέτοιο˙ σύμφωνα με αυτόν οι επιθυμίες είναι «ούτε καλές ούτε κακές». Τι θα σήμαινε εξ άλλου να αρνηθούμε ως κακή κάθε ανάγκη/επιθυμία; Επιθυμία είναι και το να θέλουμε να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε˙ να γίνουμε «μια καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας». Η έννοια του «οικείου» έτσι, διαβάζεται όχι σαν κάτι που μας είναι συγγενές και μας έχει αφαιρεθεί, αλλά σαν κάτι που θα μπορούσαμε να έχουμε ή να γίνουμε, αλλά δεν το έχουμε ακόμα. Επιθυμούμε κάποιο επάγγελμα, να βρούμε σύντροφο, να κάνουμε ένα ταξίδι.
 
Θα μπορούσε βέβαια κάποιος να πει ότι επιθυμούμε να βρούμε σύντροφο για να απολέσσουμε τη μοναξιά. Αυτή όμως είναι κάτι κακό, που είπαμε ότι εξαφανίστηκε. Έτσι, είτε πρέπει να παραδεχτούμε ότι φτάσαμε σε άλλο ένα αδιέξοδο είτε να ανασκευάσουμε τον Σωκράτη. Γιατί αν θεωρήσουμε ότι η συντροφιά είναι πάντα το αντίθετο της μοναξιάς, και γενικότερα το καλό αντίθετο του κακού, τότε τι μπορεί να εννοούσε όταν μίλησε για εξαφάνιση του κακού, χωρίς εξαφάνιση του καλού; Και τι είναι το «ούτε καλό ούτε κακό» παρά αυτό που αποτελείται από «καλά» και από «κακά»; Η εξαφάνιση του κακού λοιπόν θα έπρεπε να σημαίνει την εξαφάνιση και των τριών γενών, και άρα την εξαφάνιση όλης της ανθρώπινης εμπειρίας. Γιατί οι ανάγκες που γεννούν επιθυμίες και η ικανοποίηση αυτών των επιθυμιών, με την απόλαυση που ακολουθεί, είναι βασικά στοιχεία της ανθρώπινης κατάστασης. Μόνο οι θεοί δεν επιθυμούν.
 
Εξ άλλου, στο παράδειγμά του, όταν στο σώμα εμφανίζεται το κακό (η ασθένεια) το μόνο που μπορεί να συμβεί, που θα κάνει το σώμα να επιθυμεί κάτι για να αποκτήσει την υγεία, είναι ακριβώς η αφαίρεση μίας έκφανσης αυτής της κατάστασης υγείας του. Αν κάποιος αρχίσει να χάνει την όρασή του (αφαίρεση του οικείου), αυτό θα συμβαίνει εξαιτίας κάποιας ασθένειας ή πάθησης (παρουσία του κακού). Και αυτό που θα συμβαίνει στον ασθενή θα είναι αυτό ακριβώς, θα χάνει την όραση που είναι φυσιολογικό να έχει, θα αφαιρείται δηλαδή αυτό που του είναι οικείο λόγω της εμφάνισης του κακού. Το να πούμε ότι «εμφανίζεται το κακό» ή ότι «αφαιρείται το οικείο», είναι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.
 
Δεδομένου φυσικά ότι η εξαφάνιση του κακού δεν είναι κάτι στο οποίο μπορούμε να αποβλέπουμε στην πρακτική μας εμπειρία, μας αρκεί το συμπέρασμα του Σωκράτη μέχρι εκείνο το σημείο. Το ότι δηλαδή είναι η παρουσία του κακού που μας έλκει στο καλό και δημιουργεί φιλίες. Ο κάθε ένας από μας, που είναι «ούτε καλός ούτε κακός», σε ό,τι είναι κακός, ή στον βαθμό που είναι κακός, επιθυμεί το καλό του άλλου, στον βαθμό που το κατέχει, για να μετριάσει το δικό του κακό. Η φιλία δημιουργείται από τις ατέλειές μας, αφού χάρη σε αυτές εκτιμούμε τις αρετές του άλλου.
 
Πλάτων – Λύσις (ή περί φιλίας)

Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 2018

ΕΠΙΚΟΥΡΕΙΟΙ ΚΑΙ ΣΤΩΙΚΟΙ

Τόσο οι Επικούρειοι όσο και οι Στωικοί χώριζαν τη φιλοσοφία σε τρεις κλάδους, στην ηθική, στη φυσική και στη λογική, και αμφότεροι θεωρούσαν ότι η φυσική και η λογική υπάγονταν στην ηθική. Και οι δυο σχολές επέμεναν ότι κύριος σκοπός της φιλοσοφίας ήταν η κατάκτηση της ευτυχίας, και ότι για να είναι ευτυχής ο άνθρωπος πρέπει να ζει απαλλαγμένος υπό το άγχος και τον φόβο. Αλλά επειδή, όσο παραμένει αδαής σε σχέση με τις αιτίες των φυσικών φαινομένων, θα συνεχίσει να βασανίζεται από παράλογους φόβους, έπεται ότι πρέπει να μελετήσει τη φυσική καθώς και την ηθική φιλοσοφία. Παρ’ όλο που Επικούρειοι και Στωικοί διαφωνούσαν τόσο στο ζήτημα του υπέρτατου αγαθού όσο και σε πολλά θεμελιώδη προβλήματα της φυσικής, αμφότεροι υποστήριζαν ότι το βασικό κίνητρο για τη διερεύνηση των προβλημάτων αυτών ήταν η κατάκτηση της αταραξίας.

Ο Επίκουρος, που γεννήθηκε στη Σάμο από Αθηναίους γονείς γύρω στο 341 π.Χ. και ίδρυσε τη σχολή του, τον Κήπο, στην Αθήνα στα τέλη του ίδιου αιώνα, δηλώνει κατηγορηματικά στο σύγγραμμά ίου Κύριαιδόξαι (11) ότι «αν δεν μας βασάνιζαν υποψίες για τα ουράνια φαινόμενα και σε σχέση με τον θάνατο, μήπως τελικά σημαίνουν κάτι για μας, και ακόμη η αδυναμία μας να διακρίνουμε τα όρια του πόνου και των επιθυμιών, δεν θα μας χρειαζόταν η μελέτη της φύσης». Και στην Επιστολή προς Πυθοκλήν (85) υποστηρίζει «να θυμάσαι ότι η μελέτη των ουράνιων φαινομένων δεν έχει άλλο σκοπό… από την αταραξία και τη βέβαιη πίστη». Καταφέρεται επανειλημμένα κατά της δεισιδαιμονίας και της μυθολογίας. «Ηλιοστάσια, εκλείψεις, ανατολές και δύσεις» κ.ο.κ. συμβαίνουν «χωρίς την αρωγή ή τη διαταγή» των θεών, και η τακτικότητα των φαινομένων στον ουρανό οφείλεται στη διευθέτηση των ατόμων και όχι στον θεό (Επιστολή προς Ηρόδοτον, 76 κ. εξ.). Αλλά παρ’ όλο που η φυσική επιστήμη χρησιμοποιείται για την κατάρριψη ψευδών θρησκευτικών πεποιθήσεων, η συνέχιση της μελέτης της φυσικής θεωρείται περιττή εφόσον έχει φτάσει κανείς οε κάποιες εξηγήσεις για φαινόμενα τα οποία θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι οφείλονται σε υπερφυσικές δυνάμεις ή που θα μπορούσαν, με άλλο τρόπο, να γεννήσουν παράλογους φόβους.
 
Πάντως, ο ίδιος ο Επίκουρος προχώρησε τις έρευνες του σε ορισμένα προβλήματα της φυσικής πολύ περισσότερο απ’ όσο θα υπέθετε κανείς, με δεδομένα τα κίνητρά του. Οι κύριες πηγές μας για τη φυσική του είναι οι Επιστολές προς Ηρόδοτον και προς Πυθοκλήν, ενώ το λατινικό ποίημα Περί της φύσεως των πραγμάτων (De rerum natura), έργο του ένθερμου οπαδού του Λουκρητίου (1ος αιώνας π.Χ.), είναι επίσης πολύτιμο. Αν και ο ίδιος αρνούνταν οποιαδήποτε οφειλή σε προγενέστερους στοχαστές, οι βασικές φυσικές θεωρίες του προέρχονται από τους ατομικούς του 5ον αιώνα π.Χ., τον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο. Όπως και εκείνοι, υποστήριζε ότι μόνον τα άτομα και το κενό υφίστανται. Υπάρχει άπειρος αριθμός ατόμων τα οποία βρίσκονται σε διαρκή κίνηση μέσα σε ένα άπειρο κενό. Συγκρούονται μεταξύ τους και αναπηδούν το ένα πάνω στο άλλο, σχηματίζοντας, έτσι, σύνθετα σώματα· οι δε αισθητές ιδιότητες που χαρακτηρίζουν τα σώματα αυτά δεν είναι πραγματικές αλλά φαινομενικές. Όλες αυτές οι ιδιότητες όπως η θερμότητα, το χρώμα, η γεύση κ.ο.κ. οφείλονται, και μπορούν να αναχθούν, σε διαφορές στις πρωταρχικές ιδιότητες των ατόμων, όπως το σχήμα και η θέση.
 
Ως εδώ, ο Επίκουρος απλώς συμβαδίζει με τον Δημόκριτο. Αλλά σε ορισμένα σημεία της θεωρίας του παρέκκλινε από τη δημοκρίτεια διδασκαλία – στις περισσότερες περιπτώσεις, όπως φαίνεται, εν είδει απάντησης στις επικρίσεις που είχε διατυπώσει ο Αριστοτέλης κατά του ατομισμού στην αρχική μορφή του. Ένα από τα ζητήματα που οι προγενέστεροι ατομικοί είχαν αφήσει αναπάντητο αφορά τη φύση των ίδιων των ατόμων. Ενώ είναι βέβαιο ότι πίστευαν πως τα άτομα είναι φυσικώς αδιαίρετα (πως δηλαδή δεν μπορούν να κατατμηθούν), παραμένει ασαφές αν πίστευαν ότι είναι μαθηματικώς διαιρετά (δηλαδή, διαιρετά τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο).[1] Έτσι, ο Αριστοτέλης καταφέρθηκε εναντίον των ατομικών με ένα σκεπτικό που ότι πίστευε πως δεν μπόρεσαν να διακρίνουν μεταξύ της φυσικής και της μαθηματικής αδιαιρετότητας. Η απάντηση του Επικούρου ήταν να θεωρήσει δύο είδη «ελάχιστων» και να καταστήσει σαφή τη διάκρισή ανάμεσά τους. Τα άτομα είναι τα φυσικά «ελάχιστα», οι αδιαίρετες μονάδες από τις οποίες απαρτίζονται τα φυσικά αντικείμενα, αλλά το ίδιο το άτομο έχει μέγεθος και περιλαμβάνει, και αποτελείται από, μαθηματικώς αδιαίρετα μέρη.
 
Τώρα, όσον αφορά το σχήμα των ατόμων, οι προγενέστεροι ατομικοί μπορεί να θεωρούσαν ότι, όπως ακριβώς τα άτομα ήταν άπειρα σε αριθμό, έτσι άπειρα σε ποικιλία ήταν και τα σχήματά τους. Αλλά τότε θα μπορούσε να διατυπωθεί η ένσταση ότι, αν υπήρχε άπειρη ποικιλία σχημάτων, τότε κάποια από τα άτομα θα ήταν εξαιρετικά μεγάλα, σίγουρα αρκετά μεγάλα ώστε να είναι ορατά. Αυτό δεν μπορούσε σε καμία περίπτωση να γίνει δεκτό, και η απάντηση του Επικούρου ήταν να υποστηρίξει ότι τα σχήματα -και τα μεγέθη- των ατόμων δεν είναι άπειρα, αλλά απροσδιορίστου αριθμού.
 
Αλλά η σημαντικότερη αναθεώρηση που εισήγαγε ο Επίκουρος αφορά το βάρος. Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστήριζαν ότι οι πρωταρχικές ιδιότητες των ατόμων είναι μόνον το σχήμα, η διάταξη και η θέση. Στις ιδιότητες αυτές ο Επίκουρος προσέθεσε το βάρος – κατά τους προγενέστερους ατομικούς, μια δευτερεύουσα ιδιότητα η οποία αποκτάται όταν τα άτομα έχουν συναθροιστεί για να δημιουργήσουν έναν κόσμο. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Επίκουρος ερμήνευε πολύ διαφορετικά από εκείνους τη διεργασία μέσω της οποίας δημιουργούνται οι κόσμοι. Ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος υποστήριζαν ότι τα άτομα βρίσκονται σε διαρκή κίνηση προς όλες τις κατευθύνσεις και ότι οι τυχαίες συγκρούσεις τους προκαλούν συσφαιρώσεις που με τη σειρά τους προσελκύουν και άλλα άτομα. Αντιθέτως, ο Επίκουρος θεωρούσε ότι πριν από τον σχηματισμό ενός κόσμου όλα τα άτομα κινούνται προς την ίδια κατεύθυνση μέσα στον χώρο, συγκεκριμένα «προς τα κάτω». Επίσης, ενώ ο Αριστοτέλης, π.χ., είχε υποστηρίξει ότι όσο βαρύτερο είναι ένα σώμα τόσο γρηγορότερα πέφτει, ο Επίκουρος διατεινόταν ότι στο κενό η ταχύτητα δεν εξαρτάται από το βάρος και ότι τόσο τα βαριά όσο και τα ελαφρά άτομα πέφτουν «γρήγορα σαν τη σκέψη». Αλλά τότε, κανένα άτομο δεν θα συναντούσε ούτε θα συγκρούονταν με άλλα άτομα – και κανένας κόσμος δεν θα δημιουργούνταν έτσι, ο Επίκουρος διατύπωσε την περίφημη, ή μάλλον διαβόητη, θεωρία της παρεγκλίσεως. Ενίοτε, ένα άτομο αποκλίνει ελάχιστα από την κάθετη πτώση. Η απόκλιση αυτή δεν αιτιολογείται – είναι απλώς ένα αποτέλεσμα χωρίς αιτία. Πάντως, οι εν λόγω αποκλίσεις πρέπει, όπως πίστευε, να συμβαίνουν τόσο στην αρχή της δημιουργίας ενός κόσμου αλλά και μέσα στους κόσμους μετά τη διαμόρφωσή τους. Παρ’ όλο που οι πηγές μας είναι ελλιπείς και σε ορισμένα σημεία ασαφείς, φαίνεται ότι ο Επίκουρος εφάρμοσε τη θεωρία της απόκλισης στην περιγραφή της ψυχής, προσπαθώντας να διαφυλάξει την ηθική φιλοσοφία του από τον ντετερμινισμό.
 
Ήδη από την αρχαιότητα το δόγμα αυτό αποτέλεσε αντικείμενο χλεύης. Εντούτοις η ηθική θεωρία δεν είναι τόσο ανόητη όσο έχει πολλές φορές υποστηριχθεί. Όντας υλιστής, ο Επίκουρος ερμήνευε τα νοητικά φαινόμενα ως φυσικές αλληλεπιδράσεις ίων «ατόμων της ψυχής» και το πρόβλημά του ήταν να σηματοδοτήσει την έννοια της ηθικής ευθύνης σε ένα τέτοιο σύστημα. Πολλοί μελετητές διατύπωσαν την άποψη ότι η λύση που έδωσε ήταν η εισαγωγή μιας παρεγκλίσεως στα άτομα της ψυχής για κάθε «ελεύθερη» ενέργεια. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε άμεση μαρτυρία ότι αυτή ήταν η πεποίθη­σή του, και είναι αλήθεια ότι φαντάζει παράδοξο να εξηγεί κανείς την επιλογή μέσω της επέμβασης ενός μη αιτιολογημένου γεγονότος κατά τη στιγμή της απόφασης. Το πιθανότερο είναι (όπως έχει υποστηριχθεί πρόσφατα[2]) ότι η επικούρεια θεωρία περί ευθύνης, όπως άλλωστε και η αντίστοιχη του Αριστοτέλη, εξαρτάται περισσότερο από την έννοια του χαρακτήρα και ότι η λειτουργία της παρεγκλίσεως είναι απλώς η δημιουργία μιας ασυνέχειας, κάποια στιγμή, στις κινήσεις των ατόμων της ψυχής ώστε να υπάρξει περιθώριο για τη δυνατότητα ελεύθερης επιλογής. Η παρέγκλισις δεν χρειάζεται, και στην πραγματικότητα δεν πρέπει, να συμπίπτει χρονικά με τη στιγμή της επιλογής: το μόνο που απαιτείται είναι να επέλθει κάποια στιγμή ώστε να προκύψει μια εξαίρεση στον κανόνα ότι οι αλληλεπιδράσεις τους είναι απολύτως προκαθορισμένες.
 
Η ερμηνεία του κοσμολογικού σκέλους της θεωρίας της παρεγκλίσεως είναι λιγότερο αμφιλεγόμενη. Εφόσον θεωρούνταν ότι όλα τα άτομα κινούνται με την ίδια ταχύτητα προς την ίδια κατεύθυνση, τότε θα έπρεπε να υπάρχουν εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό προκειμένου να εξηγηθεί η κοσμογονική διαδικασία. Γνωρίζουμε ότι ο κόσμος μας, τουλάχιστον, υπάρχει: συνεπώς, πρέπει, με κάποιον τρόπο να είχαν επέλθει συγκρούσεις ατόμων. Εξάλλου, η πρότασή του ότι ένα μεμονωμένο άτομο αποκλίνει κάθε τόσο από τον κανόνα μπορεί να είναι λιγότερο ανατρεπτική για εμάς σήμερα απ’ όσο για ορισμένους αρχαίους μελετητές. Η επικρατούσα, αν και όχι μοναδική, αρχαία αντίληψη περί φυσικού νόμου ήταν ότι επρόκειτο για μια αναγκαιότητα που ίσχυε σε όλες ανεξαιρέτως τις εκδηλώσεις ενός δοσμένου φαινομένου – σε αντίθεση με τη σύγχρονη αντίληψη του φυσικού νόμου ως δήλωσης μιας στατιστικής πιθανότητας. Εξάλλου, σύμφωνα με την αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ, η συμπεριφορά ενός μεμονωμένου πυρηνικού σωματιδίου δεν μπορεί να περιγράφει πλήρως – δηλαδή, δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε ταυτόχρονα τόσο τη θέση όσο και την ορμή του. Ωστόσο, αυτή η επιφανειακή ομοιότητα δεν πρέπει να επισκιάζει τις θεμελιώδεις διαφορές κινήτρων και πλαισίου ανάμεσα στην επικούρεια θεωρία από τη μια και την πυρηνική φυσική από την άλλη. Όταν ο Επίκουρος εισήγαγε τις εξαιρέσεις στον κανόνα που, κατά τα άλλα, πίστευε ότι ισχύει, αντιλαμβανόταν αυτόν τον κανόνα, σύμφωνα και με την επικρατούσα στην αρχαιότητα άποψη, ως αδήριτη αναγκαιότητα – είναι αυτή ακριβώς η αντίληψη που η σύγχρονη έννοια του φυσικού νόμου έχει εκτοπίσει. Η θεωρία της παρεγκλίσεως δεν ήταν τόσο το αποτέλεσμα έρευνας (λογικής ή εμπειρικής) της φύσης των διαθέσιμων δεδομένων σχετικά με τα άτομα, όσο η απέλπιδα προσπάθειά του να αποσυνδέσει με μια κίνηση την κοσμολογία και την ηθική φιλοσοφία του από τις συνέπειες της φυσικής θεωρίας του.
 
Ο Επίκουρος διατείνεται ότι δεν μπορεί να δοθεί παρά μία και μοναδική ερμηνεία για θεμελιώδεις αρχές όπως το ότι δεν υπάρχει τίποτε εκτός από τα άτομα και το κενό. Αλλά όσον αφορά την αιτιολόγηση επιμέρους φυσικών φαινομένων, ακολουθεί διαφορετική μέθοδο εξήγησης. Εδώ επιμένει ότι κάθε φαινόμενο μπορεί να έχει, και συνήθως έχει πράγματι, περισσότερες από μία αιτίες. Εάν φαίνεται να υπάρχουν περισσότερες από μία πιθανές εξηγήσεις, πρέπει να γίνονται όλες δεκτές. Στην Επιστολή προς Πυθοκλήν (86 στ) υποστηρίζει ότι τα ουράνια φαινόμενα «έχουν πολλαπλές αιτίες»: «αν δεχθούμε μία εξ αυτών και απορρίψουμε κάποια άλλη που είναι εξίσου σύμφωνη με το φαινόμενο, είναι φανερό ότι εγκαταλείπουμε τελείως τη μελέτη της φύσης και διολισθαίνουμε απερίσκεπτα προς τον μύθο».
 
Στην πράξη εφαρμόζει την παραπάνω αρχή όχι μόνο σε ζητήματα όπως η φύση του κεραυνού και της αστραπής, των κομητών, του χαλαζιού ή των ανεμοστροβίλων -στα οποία το επίπεδο των γνώσεων εκείνης της εποχή ήταν πρωτόγονο- αλλά και οε αστρονομικά προβλήματα τα οποία είχαν ήδη ερευνηθεί εκτενώς και με επιτυχία. Παραθέτω, π.χ., τις παρατηρήσεις του για τις φάσεις της Σελήνης από την Επιστολή προς Πυθοκλήν (94):
 
«Η λίγωση της σελήνης και ξανά το γέμισμά της μπορεί να προκαλείται από την περιστροφή της ή, επίσης, από τους σχηματισμούς του αέρα ή, πάλι, από την παρεμβολή άλλων σωμάτων, ή με κάποιον άλλο από τους τρόπους με τους οποίους τα επίγεια φαινόμενα μας κατευθύνουν να εξηγήσουμε ένα τέτοιο γεγονός, υπό την προϋπόθεση ότι δεν εγκλωβίζεται κανείς στη μέθοδο της μίας και μοναδικής εξήγησης ώστε να απορρίπτει αδικαιολόγητα τις άλλες χωρίς πρώτα να έχει εξετάσει τι μπορεί -και τι δεν μπορεί- να ερευνήσει ο άνθρωπος.»
 
Σε αυτό, και σε πολλά παρόμοια χωρία, γίνεται φανερή η απουσία επιστημονικού πνεύματος, ουσιαστικά η αντιεπιστημονικότητα, του Επικουρισμού. Ο Επίκουρος πιστεύει ότι η έρευνα είναι μάταιη αν δεν συμβάλλει στην αταραξία. Απορρίπτει την βαθύτερη έρευνα με στόχο να διαπιστωθεί ποια από τις αντικρουόμενες εξηγήσεις ενός φαινομένου είναι η ορθή, και καταφέρεται εναντίον όσων επιδίδονταν σε τέτοιες έρευνες, κατηγορώντας τους αφ’ ενός για δογματικότητα σε θέματα στα οποία ισχύει η αρχή των πολλαπλών αιτίων και αφ’ ετέρου για ροπή προς τη δεισιδαιμονία και τον μύθο. Όμως, αυτοί ακριβώς οι αστρονόμοι που ο Επίκουρος απέρριπτε είχαν, πολύ νωρίτερα, βρει τη σωστή εξήγηση για τις φάσεις της Σελήνης.
 
Ο Επικουρισμός είναι ένα παράξενο αμάλγαμα που συνδυάζει τη σοβαρή έρευνα σε ορισμένα από τα θεμελιώδη προβλήματα της φυσικής με μια κατά βάση αρνητική στάση απέναντι στην έρευνα των επιμέρους φυσικών φαινομένων. Με την εισαγωγή ορισμένων τροποποιήσεων στην ατομική θεωρία ως απάντηση στους επικριτές της, ο Επίκουρος συνεισέφερε στον διάλογο σχετικά με τα θεμελιώδη συστατικά της ύλης. Αλλά σε ειδικότερα ζητήματα τομέων όπως η αστρονομία, μόλις η διερεύνηση έφτανε σε κάποια αληθοφανή εξήγηση ή εξηγήσεις και απομακρυνόταν ο πειρασμός να καταφύγει κανείς στον μύθο, η έρευνα σταματούσε. Ο Επικουρισμός αποτελεί διαφωτιστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο οι βαθύτερες φιλοσοφικές παραδοχές επηρέαζαν τη φύση της επιστημονικής έρευνας, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση η επίδραση αυτών των παραδοχών ήταν διττή και αντικρουόμενη, καθώς περισσότερο αντιτάσσονταν στην εμπειρική έρευνα παρά ενθάρρυναν την αφηρημένη διερεύνηση των θεμελιωδών φυσικών προβλημάτων.
 
Το αντίπαλο, και μακροπρόθεσμα ευρύτερης επιρροής, φιλοσοφικό σύστημα του Στωικισμού θεμελιώθηκε και αναπτύχθηκε από τρεις στοχαστές, τον Ζήνωνα τον Κυτιέα, τον Κλεάνθη τον Άσσιο και τον Χρύσιππο τον Σολέα. Οι δύο πρώτοι ήταν ελάχιστα νεώτεροι του Επικούρου και ο τρίτος κάπου 50 χρόνια μεταγενέστερός τους, αλλά και οι τρεις έδρασαν κυρίως στην Αθήνα. Ενώ οι θεωρίες των Επικούρειων παρέμειναν αξιοσημείωτα σταθερές καθ’ όλη τη διάρκεια του μακρού βίου της σχολής -όπως διαπιστώνουμε και από τον Λουκρήτιο· ο Στωικισμός πέρασε από πολλές φάσεις, όχι μόνο στην πρώιμη περίοδό του, αλλά και, κυρίως, κατά τις περιόδους της λεγόμενης Μέσης και Ύστερης ή Νέας Στοάς, υπό τη διεύθυνση στοχαστών όπως ο Παναίτιος ο Ρόδιος (γενν. περί το 185 π.Χ.), ο Ποσειδώνιος ο Απαμεύς (περ. 130-50 π.Χ.) και ο Σενέκας (1ος αιώνας μ.Χ.). Ωστόσο, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι τα πιστεύω των ιδρυτών της σχολής. Οι κύριες φυσικές θεωρίες ήταν κατά κύριο λόγο έργο του Ζήνωνα, ενώ ο Χρύσιππος ήταν υπεύθυνος για πολλές από τις επιμέρους θεωρίες και τα επιχειρήματα που συνέβαλαν στην εδραίωση του συστήματος έναντι της κριτικής που διατύπωναν οι αντίπαλοί του.
 
Ο απώτερος σκοπός της μελέτης των φυσικών φαινομένων ήταν, όπως είπαμε, κοινός για τους Στωικούς και τους Επικουρείους: η επίτευξη της αταραξίας. Ωστόσο, κατά τα άλλα, οι δύο σχολές είχαν θεμελιώδεις διαφωνίες σχεδόν σε όλα τα σημαντικά ζητήματα της φυσικής. Ενώ ο Επίκουρος υποστήριζε ότι τα άτομα και το κενό είναι υπαρκτά, οι Στωικοί αρνούνταν ότι υπάρχει κενό μέσα στον κόσμο, αν και δέχονταν την ύπαρξη άπειρου κε­νού εκτός του κόσμου. Απέρριπταν το επιχείρημα ότι το κενό είναι αναγκαίο για την ερμηνεία της κίνησης. Ο κόσμος είναι ένα πλήρες, αλλά αυτό δεν εμποδίζει την ύπαρξη κίνησης. Όπως τα ψάρια κινούνται μέσα στο νερό, έτσι και κάθε αντικείμενο μπορεί να κινηθεί μέσα στο πλήρες, το οποίο γίνεται αντιληπτό ως ένα ελαστικό μέσο. Στην άποψη ότι η ύλη υπάρχει ως άθροισμα αδιαίρετων μονάδων, οι Στωικοί αντέταξαν ότι ο κόσμος είναι ένα συνεχές η ουσία του οποίου είναι απείρως διαιρετή. Επίσης, ενώ ο Επίκουρος πίστευε ότι ο χώρος και ο χρόνος συγκροτούνται από ελάχιστα μέρη, οι Στωικοί τους αντιλαμβάνονταν ως συνεχή.
 
Σε αντίθεση με την κατ’ ουσίαν ποσοτική θεωρία των ατομικών, στην οποία οι ποιοτικές διαφορές ανάγονται σε διαφορές ως προς το σχήμα, τη διάταξη και τη θέση των ατόμων, η φυσική των Στωικών ήταν κατά βάσιν ποιοτική. Αφετηρία της κοσμολογίας τους είναι η διάκριση ανάμεσα στις δυο θεμελιώδεις αρχές, την ενεργητική (ποιοῦν) και την παθητική (πάσχον). Το πάσχον είναι η χωρίς ποιοτικές διαφοροποιήσεις ουσία της ύλης (ἀποιος οὐσία τῆς ὕλης). Το ποιούν ορίζεται με διάφορους τρόπους ως αιτία, θεός, λογική, πνεύμα (ζα)ογόνος πνοή), ψυχή και ειμαρμένη. Και οι δύο αρχές έχουν υλική (σωματική) υπόσταση και για να περιγράφουν τη σχέση τους οι Στωικοί χρησιμοποιούσαν τον όρο κρᾶσις δι’ ὅλων, «γενική μίξη», εισάγοντας μια πρωτότυπη θεωρία η οποία ορίζει διάφορες μορφές σύνθεσης. Ως κρᾶσις ορίζεται η εξ ολοκλήρου αλληλοδιείσδυση δύο ή περισσότερων ουσιών, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ανάμιξη δύο υγρών όπως ο οίνος και το νε­ρό. Διακρίνεται τόσο από την παράθεσιν – το απλό ανακάτεμα μερών, π.χ. δύο ειδών σπόρων- όσο και από τη σύγχυσιν – στην οποία, όπως σε αυτό που θα ονομάζαμε χημική ένωση, οι συμμετέχουσες ουσίες καταστρέφονται για να δημιουργήσουν μια νέα ουσία. Συνεπώς, η ενεργός αρχή θεωρείται ότι είναι σύμφυτη με ολόκληρο τον κόσμο και ότι διαποτίζει όλα τα μέρη του.
 
Οι δύο θεμελιώδεις αρχές είναι αγέννητες και άφθαρτες. Αλλά τα φυσικά στοιχεία των υλικών σωμάτων, όπως και το ίδιο το σύμπαν, δημιουργούνται (διακοσμεῖσθαι) και καταστρέφονται (ἐμπυροῦσθαι). Στα χνάρια του Εμπεδο­κλή, του Πλάτωνος και του Αριστοτέλη, οι Στωικοί υποστήριζαν ότι όλες οι άλλες φυσικές ουσίες αποτελούνται από τέσσερα στοιχεία: η φωτιά και ο αέρας, που συνδέονται αντίστοιχα με το θερμό και το ψυχρό, είναι τα πιο ενεργητικά στοιχεία, ενώ το νερό και η γη, που συνδέονται αντίστοιχα με το υγρό και το ξηρό, τα πιο παθητικά. Η διαδικασία της κοσμογονίας αρχίζει όταν η φωτιά μεταβάλλεται πρώτα σε αέρα, μετά σε νερό και, τέλος, σε γη. Αντιστρόφως, ο κόσμος κατά διαστήματα καταστρέφεται όταν η διαδικασία αντιστραφεί και τα άλλα στοιχεία γίνουν και πάλι φωτιά. Έτσι ο κόσμος αρχίζει και τελειώνει ως πϋρ σε μια διαδικασία που επαναλαμβάνεται αενάως.
 
Ως εδώ, η θεωρία των στοιχείων και η κοσμογονία των Στωικών απηχούν παραδοσιακές πεποιθήσεις, αλλά στη θεωρία περί πνεύματος, επέδειξαν μεγαλύτερη πρωτοτυπία, παρ’ όλο που και στην περίπτωση αυτή δανείζονται στοιχεία από την προγενέστερη φιλοσοφία. Κρίνοντας από τις αντικρουόμενες μαρτυρίες, η ερμηνεία της συγκεκριμένης θεωρίας παρουσίαζε δυσκολίες ακόμη και για τους αρχαίους. Αλλά παρά την ύπαρξη ενός χωρίου που αφήνει να εννοηθεί ότι το πνεύμα είναι ένα πέμπτο στοιχείο ισότιμο με τα άλλα τέσσερα (όπως ο αιθήρ του Αριστοτέλη[3]), είναι μάλλον ξεκάθαρο ότι πρέπει να ταυτιστεί με, ή να θεωρηθεί ως, μια μορφή της ενεργού αρχής: και επειδή είναι πανταχού παρόν, το πνεύμα πρέπει, συνεπώς, να ενυπάρχει σε όλα τα πράγματα, όπως πράγματι μαρτυρούν πολλές πηγές. Το πνεύμα πιστευόταν ότι αποτελείται από αέρα και φωτιά στον βαθμό που τα δύο αυτά στοιχεία είναι τα πιο ενεργητικά. Σύμφωνα με τον Γαληνό (Κ VII 525 11 κ. εξ.), «το πνεύμα δημιουργεί συνεκτικότητα, η ύλη γίνεται συνεκτική, και έτσι λένε ότι ο αέρας και η φωτιά προσδίδουν συνεκτικότητα ενώ η γη και το νερό αποκτούν συνεκτικότητα».
 
Η θεωρία του πνεύματος μας οδηγεί στη θεωρία των διαφορετικών επιπέδων ενοποιημένης δομής. Σε αντίθεση με τα σύνολα που αποτελούνται από διακριτά στοιχεία, όπως ένας στρατός, ή τις οντότητες λόγω γειτνίασης, οι οποίες αποτελούνται από διασυνδεόμενα στοιχεία, όπως ένα πλοίο, και στις οποίες ένα στοιχείο μπορεί να συνεχίσει να υπάρχει ακόμη και αν όλα τα υπόλοιπα καταστραφούν, μια ενοποιημένη δομή χαρακτηρίζεται από συμπάθεια μεταξύ των μερών, με αποτέλεσμα όταν επηρεάζεται ένα μέρος να επηρεάζεται και το σύνολο. Αλλά οι ενοποιημένες δομές είναι διαφόρων ειδών. Το απλούστερο είδος, με χαρακτηριστικά παραδείγματα την πέτρα, το ξύλο και το μέταλλο, χαρακτηρίζεται από τη λεγάμενη ἕξιν, την κατάσταση συνεκτικότητας μεταξύ των μερών. Σε ένα δεύτερο, πιο σύνθετο επίπεδο οργάνωσης, βρίσκουμε την φύσιν, το είδος ενοποιημένης δομής που χαρακτηρίζει, π.χ., τα φυτά. Τρίτον, τα ζώα δεν διαθέτουν μόνο φύσιν, δεδομένου ότι αναπτύσσονται και αναπαράγονται, αλλά και ψυχήν, εφόσον είναι σε θέση να κινούνται και να αισθάνονται. Επομένως, οι ενοποιημένες οντότητες διακρίνονται με βάση το είδος της δομής τους, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό που τις συνέχει είναι το πνεύμα, που γίνεται αντιληπτό όχι ως μια στατική, εξωτερική, περιοριστική δύναμη αλλά ως δυναμική, εσωτερική ένταση.
 
Η θεωρία αυτή ισχύει για το σύμπαν ως σύνολο, καθώς και αυτό είναι μια «ενοποιημένη» δομή όπως την ορίσαμε παραπάνω. Αναφέρεται, π.χ., ότι ο Χρύσιππος πίστευε πως όλη η ουσία του σύμπαντος ενοποιείται από ένα πνεύμα που τη διαποτίζει συνολικά. Το σύνολο είναι ένα δυναμικό συνεχές στο οποίο, όπως σε έναν ζωντανό οργανισμό, όλα τα μέρη βρίσκονται σε μια κατάσταση έντασης και μεταδίδουν το ένα στο άλλο ό, τι τα επηρεάζει.
 
Ο παραλληλισμός ανάμεσα στον μικρόκοσμο και τον μακρόκοσμο συγκαταλέγεται στα αγαπημένα θέματα των Στωικών, κατ’ ουσίαν μάλιστα, δεν αποτελεί απλό παραλληλισμό. Το σύμπαν δεν μοιάζει απλώς με ζωντανό οργανισμό, είναι ένας ζωντανός οργανισμός. Σαν τον άνθρωπο, διαπνέεται από πνεύμα (ζωτική δύναμη), ψυχήν και νοῦν. Η ενεργός αρχή δεν είναι απλώς ένα στοιχείο συνεκτικότητας αλλά και μια γενεσιουργός δύναμη. Σε περιγρα­φές της κοσμογονικής διεργασίας ο θεός περιγράφεται ως ο «σπερματικός λόγος» του σύμπαντος και αυτή η γενεσιουργός δράση γίνεται αντιληπτή σαν το σπέρμα των ζώων. Εξάλλου, η λογική που ενυπάρχει στο σύμπαν δεν είναι απλώς μια νοήμων αιτία, αλλά και μια δύναμη πρόνοιας. Αλλά η θεία πρόνοια δεν υπονοεί κάποια ρήξη στην αλληλουχία των φυσικών αιτίων και αποτελεσμάτων. Απεναντίας, μάλλον δίνει όνομα στην αλληλουχία αυτή: η διαδοχή αιτίας και αποτελέσματος συνιστά αφ’ ενός μοίρα και αφ’ ετέρου θεία βούληση. Η τύχη αποκλείεται ή μάλλον ερμηνεύεται τελείως υποκειμενικά ως το στοιχείο που παραμένει άδηλο για την ανθρώπινη νόηση. Παρ’ όλο που στην ηθική σφαίρα οι Στωικοί δεν αρνούνταν την ηθική ευθύνη -υποστηρίζοντας, με τη βοήθεια μιας διάκρισης ανάμεσα στα διάφορα είδη αιτίων, ότι μέρος των πράξεών μας τελεί «υπό τον έλεγχό μας», με την έννοια ότι εξαρτάται από τον χαρακτήρα μας- παρέμειναν συνεπείς φυσικοί ντετερμινιστές. Και εδώ, η αντίθεση με τον Επίκουρο είναι εντυπωσιακή. Ενώ εκείνος αρνούνταν ότι ο κόσμος είναι ζωντανός οργανισμός, ότι αποτελεί προϊόν σχεδιασμού και ότι υπάρχει μια αναπόδραστη αλληλουχία αιτίου και αποτελέσματος, οι Στωικοί υιοθετούσαν και τις τρεις πεποιθήσεις. Επίσης διατείνονταν όχι μόνον ότι το μέλλον είναι προκαθορισμένο, αλλά και ότι μπορεί, κατ’ αρχήν, να προβλεφθεί, το οποίο και επεδίωξαν με διάφορες μαντικές μεθόδους.
 
Δεν είναι δυνατό να αναφερθούμε εδώ ούτε σε λεπτομερείς θεωρίες ούτε σε αμφιλεγόμενες επιμέρους ερμηνείες, ωστόσο δώσαμε, ίσως, ένα επαρκές περίγραμμα των βασικών αρχών της φυσικής των πρώιμων Στανικών. Πρόκειται για την πρώτη πλήρως επεξεργασμένη θεωρία της ύλης ως συνεχούς στην αρχαιότητα. Άλλοι φιλόσοφοι είχαν αρνηθεί την ύπαρξη του κενού και είχαν επιχειρήσει να δώσουν μια ανάλυση των διαφόρων τρόπων μίξης. Αλλά οι Στωικοί ήταν οι πρώτοι που επεξεργάστηκαν ένα λεπτομερές φυσικό σύστημα με βάση την έννοια ενός συνεχούς στο οποίο όλα τα μέρη επικοινωνούν μεταξύ τους. Η έννοια του πνεύματος, η θεωρία της συνολικής μίξης ή αλληλοδιείσδυσης, της λεγάμενης κράσεως, η αρχή της συμπάθειας, η σύλληψη του χώρου και του χρόνου ως δύο συνεχών, αποτελούν όλα μέρος ενός προσεκτικά επεξεργασμένου και αξιοσημείωτα συνεκτικού συνόλου. Η αντίληψη περί αλληλουχίας αιτίου και αποτελέσματος ήταν παρεπόμενο αυτής της θεωρίας. Η πεποίθησή τους ότι το μέλλον είναι προβλέψιμο είναι, με τη σειρά της, συμβατή με, και ουσιαστικά απορρέει από, τον ντετερμινισμό τους. Το να χαρακτηρίσουμε τις προσπάθειές τους στη μαντική ως «αντιεπιστημονικές» είναι εκτός θέματος. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, κατά την αντίληψή τους, η προσπάθεια του φυσικού να διατυπώσει με επαγωγικό τρόπο γενικούς νόμους δεν διέφερε σε τίποτε από την προσπάθεια του μάντη να προβλέψει το μέλλον χρησιμοποιώντας τις παρατηρήσεις και την «τέχνη» του. Η συγκριτική επιτυχία των προβλέψεών τους μπορεί να ποικίλλει, όχι όμως και ο ορθολογισμός των διαδικασιών τους. Στα μάτια των Στωικών, η ορθολογική βάση για την άσκηση της μαντικής, όπως και της ίδιας της επιστήμης, είναι η φιλοσοφική πίστη στην αδιάρρηκτη αλληλουχία αιτίου και αποτελέσματος.
 
Οι φυσικές θεωρίες του Επικούρου και των πρώιμων Στωικών ήταν αφηρημένα συστήματα, προϊόντα στοχασμού πάνω στο πρόβλημα των θεμελιωδών συστατικών της ύλης. Αν και αμφότερες οι σχολές πρότειναν αιτιώδεις εξηγήσεις πολλών αστρονομικών, μετεωρολογικών και βιολογικών φαινομένων, καμία από τις δύο δεν επιδόθηκε ιδιαίτερα στην εμπειρική έρευνα. Ωστόσο, η αντιπαράθεσή τους ανέδειξε δύο διαμετρικά αντίθετες, αλλά συμπληρωματικές, αντιλήψεις περί ύλης – τον ατομισμό και τη θεωρία του συνεχούς. Η ύλη υπάρχει είτε με τη μορφή διακριτών σωματιδίων, που διαχωρίζονται από το κενό, είτε ως ένα συνεχές που αποτελείται από αλληλοεπικοινωνούντα μέρη. Στην κάθε αντίληψη αντιστοιχεί μια διαφορετική θεωρία της κίνησης – η μια σωματιδιακή και η άλλη κυματική: η κίνηση είτε ερμηνεύεται ως μεταφορά υλικών σωματιδίων μέσω του κενού είτε είναι η διάδοση μιας διαταραχής σε ελαστικό μέσο. Παρά τις θεμελιώδεις διαφορές ανάμεσα στις διάφορες θεωρίες που φέρουν το ίδιο όνομα, μπορεί κανείς να θεωρήσει τον αρχαίο ελληνικό ατομισμό ως το πρότυπο όλων των θεωριών που ανάγουν την ύλη σε σωματίδια, και τη φυσική των Στωικών ως πρόδρομο των μεταγενέστερων θεωριών της ύλης ως συνεχούς. Πράγματι, η μεγαλύτερη σύγχρονη αυθεντία στη φυσική των Στωικών, ο S. Sambursky, υποστηρίζει ότι μπορούμε να διακρίνουμε στο δόγμα του πνεύματος που διαπερνά την ύλη «την πρώτη διατύπωση του πεδίου ισχύος όπως αναπτύχθηκε στη φυσική του 19ου αιώνα», προσθέτοντας, ωστόσο: «με σημαίνουσα διαφορά ότι στην εποχή της μαθηματικής φυσικής αυτή η έτερη έννοια του πεδίου ήταν τελείως απογυμνωμένη από κάθε υπόσταση με την αμιγώς υλική έννοια της λέξης»[4].
 
Η φυσική επιστήμη συνδέεται στενά με την ηθική και τη θεολογία τόσο στον Επικουρισμό όσο και στον Στωικισμό. Αμφότερες οι σχολές συνέδεαν το πρόβλημα της αιτιότητας εν γένει με το ηθικό ζήτημα της επιλογής και της ευθύνης. Επίσης, και οι δύο θεωρούσαν την κατανόηση της πραγματικής φύσης των θεών ως ένα από τα οφέλη που προέκυπταν από τη μελέτη της φυσικής. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το κίνητρο για να εγκύψει κανείς στη φυσική επιστήμη ήταν, και στις δύο περιπτώσεις, ηθικής τάξεως, γεγονός που επηρέασε ουσιαστικά τόσο τα είδη των θεμάτων που ερεύνησαν όσο και τον τρόπο διερεύνησης των θεμάτων αυτών. Αν και αμφότερες οι σχολές πίστευαν ότι η ως ένα βαθμό γνώση των βασικών προβλημάτων της φυσικής ήταν ουσιαστικής σημασίας για την επίτευξη της αταραξίας, καμία δεν ενθάρρυνε την σε βάθος έρευνα επιμέρους κλάδων της επιστήμης. Αντιθέτως μάλιστα, η έμφαση που απέδιδαν στους πρακτικούς ηθικούς σκοπούς της θεωρητικής έρευνας -η άποψη ότι η επιστήμη είναι το μέσο προς έναν σκοπό, και όχι ο καθαυτό σκοπός- λειτουργούσε ως ισχυρό αντικίνητρο για την ανάληψη αυτού του είδους έρευνας. Παρ’ όλη τη σπουδαιότητα του έργου τους όσον αφορά τη γενική θεωρία της ύλης, ούτε ο Επίκουρος ούτε οι πρώιμοι Στωικοί[5] προσέφεραν ιδιαίτερα σε τομείς της επιστήμης που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την παρατήρηση. Τα μεγάλα βήματα προόδου που καταγράφηκαν σε τομείς όπως η αστρονομία και η βιολογία κατά τον 3° και τον 2° αιώνα π.Χ. ήταν έργο ανθρώπων που, αν και συχνά επηρεασμένοι από φιλοσοφικές παραδοχές, δεν ήταν πρωτίστως φιλόσοφοι, αλλά μαθηματικοί ή γιατροί’ το έργο αυτών των ανθρώπων πρέπει να δούμε με προσοχή στη συνέχεια, ξεκινώντας από μια σύντομη επισκόπηση των κα­θαυτό μαθηματικών.
--------------------
[1] Πρβλ. Αρχαία Ελληνική Επιστήμη, σελ. 54. 
[2] Πρβλ. D. J. Furley, Two Studies in the Greek Atomists, Princeton University Press, 1967. 
[3] Πρβλ. Αρχαία Ελληνική Επιστήμη, ο. 109 κ. εξ. 
[4] Physics of the Stoics, Routledge and Kegan Paul, London 1959, σ. 37. 
[5]Υπάρχουν, πάντως, εξαιρέσεις μεταξύ των ύστερων Στωικών. Ο σημαντικότερος εξ αυτών είναι ο Ποσειδώνιος, το έργου του οποίου δεν είναι δυνατόν να εξεταστεί εδώ για λόγους χώρου· σημειώνεται μόνο ότι, παρ’ όλο που αυτή η εξαιρετικά αμφιλεγόμενη προσωπικότητα δεν έχει ακόμη αξιολογηθεί οριστικά όσον αφορά τις περισσότερες πτυχές της, υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία πως επιδόθηκε σε εμπειρικές έρευνες που αφορούσαν ορισμένα φυσικά προβλήματα. Έτσι, γνωρίζουμε από τον Στράβωνα, που συνέγραψε τη Γεωγραφία του τα πρώτα χριστιανικά χρόνια, ότι αντικείμενο των παρατηρήσεων του Ποσειδωνίου υπήρξε η περιοδικότητα των παλιρροιών, για τις οποίες ήταν ο πρώτος που έδωσε μια ικανοποιητική ερμηνεία.