Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Ortega y Gasset: τι είναι ο μαζάνθρωπος;

Ορτέγκα υ Γκασσέτ: 1883–1955

Κοινωνία των μαζανθρώπων
ή των δημιουργών;

Ο ισπανός φιλόσοφος Χοσέ Ορτέγκα υ Γκασσέτ ανήκει στους λίγους εκείνους φιλοσόφους που εννοούν τη φιλοσοφική δημιουργία ως έναν τιτάνιο πνευματικό αγώνα στα σταυροδρόμια και στις δημόσιες πλατείες. Πρόκειται, στ’ αλήθεια, για τον αγώνα που επιτρέπει σε έναν λαό να αποκτά ιστορική συνείδηση, να την εσωτερικεύει και συναφώς να αναγνωρίζει τη βαρύτητα των εκάστοτε ιστορικών στιγμών, που διέρχεται ο ίδιος ως έθνος ή κράτος, αλλά και ως μέρος ενός συνολικότερου κόσμου, ας πούμε του κόσμου της Ευρώπης. Αυτός ο κόσμος σήμερα είναι επίφοβος, εκθέτει σε θανάσιμους κινδύνους τους λαούς που συντάσσονται ή ταυτίζονται μαζί του. Ο ιστορικός του ορίζοντας είναι σκοτεινός και μέσα σε τούτη τη σκοτεινότητα έχει καταδικαστεί, προς το παρόν, να ζει και ο ελληνικός λαός με δική του ευθύνη. Την ίδια στιγμή, τα ανθρώπινα άτομα έχουν αποτύχει ως τώρα να οργανώσουν μια μετα-καπιταλιστική κοινοτική ζωή με υψηλό επίπεδο εμβίωσης, όπου η κοινωνία, ως επι-κοινωνία, δεν θα είναι συνονθύλευμα συμφερόντων και συμφεροντολόγων –καληώρα σαν τις βάρβαρες συντεχνίες του τηλεοπτικού θεάματος ή τους παντός είδους πολιτικο-ιδεολογικούς [τους] κομισάριους– αλλά αυθεντική κοινότητα ενδιαφερόντων και δημιουργών πάνω σε μια κοινή υποστασιακή-πνευματική βάση.

 Όπως επισημαίνει ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ, το γεγονός σήμερα στην κοινωνία είναι η απόλυτη μαζοποίησή της, χωρίς τούτο να σημαίνει πως η μαζοποίηση είναι απροϋπόθετα αρνητικό χαρακτηριστικό· απλώς αποτυπώνει μια πραγματικότητα, που αποβαίνει καλή ή κακή από τους δρώντες και τα δρώμενα. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, διευκρινίζει ο ισπανός φιλόσοφος, «η κοινωνία είναι πάντοτε η δυναμική ενότητα δυο παραγόντων: των μειοψηφιών και των μαζών» (Η εξέγερση των μαζών, σ. 38). Πώς εννοεί τις μειοψηφίες και πώς τις μάζες; Στις μειοψηφίες συγκαταλέγει «άτομα ή ομάδες ατόμων με ιδιαίτερες ιδιότητες» (ό.π.). Οι ιδιαίτερες ιδιότητές τους δεν έχουν να κάνουν με αλαζονικές συμπεριφορές περί ανώτερων ανθρώπων, αλλά θεμελιωδώς με το γεγονός ότι τα άτομα αυτά είναι τα πιο δημιουργικά «που έχουν μεγάλες αξιώσεις από τους εαυτούς τους και πάνω τους σωρεύουν δυσκολίες και καθήκοντα» (ό.π., σ. 40). Πριν αξιώσουν από τους άλλους οτιδήποτε, πρώτα το αξιώνουν από τον εαυτό τους. Επομένως δεν είναι οι αισχρές μειοψηφίες των «εκπροσώπων» ή «αντιπροσώπων» που απαιτούν από τους άλλους και στο όνομα των άλλων «ολοκλήρωση», «τελειοποίηση», «αξιοθέτηση», «δημοκρατία» «σοσιαλισμό» κ.λπ., χωρίς να απαιτούν όλα τούτα πρωτίστως από τον εαυτό τους. Στη μάζα, απεναντίας, ο φιλόσοφος εντάσσει τον μέσο άνθρωπο, που δεν διεκδικεί τίποτα πέρα από εκείνα τα δικαιώματα που τον κάνουν να είναι μάζα.

Ο μέσος άνθρωπος είναι αυτός που ακολουθεί μιμητικά τις μαζικές συμπεριφορές, δεν διαφοροποιείται από τον κοινό τρόπο σκέψης και έτσι δεν αξιώνει τίποτα περισσότερο ή ιδιαίτερο από τον εαυτό του πέρα από αυτό που του υπαγορεύει η μάζα ή η μαζική υστερία της στιγμής. Μεταποιείται έτσι σε μαζάνθρωπο, χωρίς δημιουργικές ικανότητες και με μοναδικό στόχο, συνειδητά ή μη-συνειδητά, από εξουσιαζόμενος να γίνει εξουσιαστής. Αυτοί είναι, όπως μοναδικά σημειώνει ο Ορτέγκα υ Γκασσέτ, «απλοί φελλοί που επιπλέουν στα κύματα» (ό.π.). Αυτοί οι φελλοί διεκδικούν πάντοτε μια θέση στο προσκήνιο της κοινωνικής, πολιτικής, πολιτιστικής και πνευματικής ζωής. Πώς τη διεκδικούν; Με το να θέλουν να υποσκελίσουν, παντί τρόπω, τα δημιουργικά άτομα ή τις δημιουργικές ομάδες ατόμων: «η μάζα πιστεύει πως έχει το δικαίωμα επιβάλει και να δώσει ισχύ νόμου σε κοινοτοπίες που γεννήθηκαν στα καφενεία» (ό.π., σ. 42). Πόσα, για παράδειγμα, ικανότερα και αξιότερα άτομα της δημοσιογραφίας ή της δημόσιας τηλεόρασης δεν υποσκελίζονται αυτή τη στιγμή από τα απαίδευτα τρωκτικά της συνδικαλιστικής-πολιτικής συντεχνίας που έχει εγκατασταθεί εντός και εκτός ΕΡΤ. Τα τρωκτικά αυτά – και όλα τα παρόμοια στους διάφορους κοινωνικούς τόπους– γνωρίζουν πως δεν υπερβαίνουν το κοινότοπο, το μέτριο, το συμφεντορολογικό· κι όμως βρίσκουν το θράσος να διεκδικούν το αιώνιο ρίζωμα του δικού τους εξουσιασμού.

Μ. Κατσαρός: ο δραπέτης δούλος

Ο δούλος: έγινε δραπέτης-όχι και ελεύθερος

Εξηγητικές υποτυπώσεις

Ποιος είναι ο Μιχάλης Κατσαρός; Είναι ο ποιητής που δεν «παραδέχτηκε την ήττα» της μεταπολεμικής γενιάς, αλλά τη βίωσε ως πραγματική αφορμή –άκρως οδυνηρή βεβαίως– για να ξαναστήσει τον άνθρωπο, ως ανθρώπινο Είναι, οντολογικά δηλαδή, στο θρόνο του ελεύθερου οραματιστή, του μαχόμενου ποιητικού Εγώ [=δημιουργού] ενάντια βασικά στις απολογητικές ενοχές της καθεστωτικής «αριστεράς». Γιατί ενάντια σε αυτές; Επειδή με τη μάσκα ενός «ακαταμάχητου απελευθερωτικού» λόγου αναπαρήγαγαν και διαρκώς αναπαράγουν αστικοφεουδαρχικά κηρύγματα περί «ελευθερίας». Το αποτέλεσμα είναι να φενακίζουν τις συνειδήσεις. Η ιδεολογική ηγεμονία της καθεστωτικής «αριστεράς», καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο έως και σήμερα, δεν κήρυξε το τέλος του παλαιού βασιλείου κυριαρχίας, αλλά τον εξωραϊσμό του. Αποδυνάμωσε έτσι από μέσα κάθε αυθεντική επαναστατική ιδέα και ακινητοποίησε τεράστιες μάζες εντός των τειχών αυτού του βασιλείου. Όπως δείχνει ο Μ. Κατσαρός στο ποίημά του ο δούλος, τέτοια κηρύγματα-ιδεολογικές διαστροφές υποκαθιστούν την αυθεντική ελευθερία με τη δραπέτευση. Ο δούλος που δραπετεύει δεν παύει να είναι δούλος, ενόσω δεν έχει απελευθερωθεί από το όλο συλλογικό πλέγμα δουλείας, που εκφράζεται με το κοινωνικό-πολιτικό σύστημα, και ενόσω δεν έχει συνείδηση μιας τέτοιας απελευθέρωσης.

Η δραπέτευση στο παρόν ποίημα προβιβάζει την ατομική διάθεση του δούλου να ξεφύγει από τα δεσμά της δουλικής του συμπεριφοράς απέναντι στους δημίους του, αλλά δεν θέτει υπό αμφισβήτηση τη συστημική τυραννία πάσης φύσεως, δεν οδηγεί σε κάποια αυθεντικά απελευθερωτική συλλογικότητα. Η διερώτηση επομένως, που διατρέχει την ποιητική σκέψη του Μ. Κατσαρού και με κάποιο τρόπο εμφανίζεται στο παρόν αλλά και σε κάθε ποίημά του τίθεται περίπου ως εξής: τι είναι η «συλλογικότητα» και το πλήθος; Αμφότερα τούτα είναι μορφώματα που στερούνται την ενεργό δύναμη των ριζικών αλλαγών: εκφράζουν την αδρανοποιημένη μάζα, την έντρομη και απαίσια, την αβέβαιη και πονηρή, που φρουρεί [=υπηρετεί] τους πύργους των τυράννων, κρατά την αναπνοή της μπροστά στην επισημότητά τους, επευφημεί τις παρελαύνουσες συνωμοσίες τους, ευχαριστιέται με τις αυλοκολακείες της. Το έμβλημα αυτής της συλλογικότητας ή αυτού του πλήθους είναι ο δούλος που ενώνει μέσα του τον έμπιστο κουβαλητή μιας υποτιμημένης ζωής και τον καχεκτικό υμνολόγο κάθε επερχόμενης βαρβαρότητας. Η στάση του δούλου απηχεί ένα ακρωτηριασμένο αγαλμάτιο της καταπιεσμένης ύπαρξης και φωτίζει τον φθοροποιό χαρακτήρα των συλλογικοτήτων καθεστωτικής πνοής, ακόμη κι αν οι τελευταίες προβάλλουν με «αριστερή» μεταμφίεση.

Ο ποιητής φιλοτεχνεί, με μια κοφτή αλλά πυκνή σε σχήματα ποιητική γλώσσα, το πορτρέτο του δούλου, απέναντι στο οποίο το ποιητικό Εγώ ορθώνεται ως άρνηση και ως εξ-έγερση. Αρνείται, αυτό που δεν δύναται να αρνηθεί, αλλά ενσαρκώνει ο δούλος, δηλαδή τον υπαρκτό και τον επερχόμενο μεσαίωνα, και εξ-εγείρεται απέναντι σε αυτόν-εδώ: «σηκώνει έναν άλλο πύργο ατίθασο». Όσο ορατός κι αν γίνεται αυτός ο μεσαίωνας στο παρόν ποίημα, δεν παύει να είναι η πιο σκοτεινή όψη της κοινωνίας, που συγκαλύπτει τους ενόχους και ενοχοποιεί τους αθώους. Να γιατί το ποιητικό Εγώ βαδίζει μονάχο, ως ένας ρομαντικός επαναστάτης που πάντοτε θέλει να ανακαλύπτει τη δράση πέραν της αστικής αποξένωσης, καθώς και πέραν της καπηλείας από τους ιδεολογικούς συντρόφους ή πέραν της κιβδηλίας τους. Ακριβώς επειδή το ποιητικό Εγώ δρα ως ρομαντικός επαναστάτης, είναι πάντοτε υποψιασμένο· διαφορετικά θα ήταν μια επί πλέον μυλόπετρα στο μύλο των δόλιων συντεχνιών. Ετούτο το υποψιασμένο-Είναι του ποιητή δίνει έμφαση σε μια προσωπική πορεία, που υψώνεται απελευθερωτικά απέναντι στη δουλική υποταγή:

«Το ζήτημα πια έχει τεθεί:
Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
όπως αυτός ο δραπέτης
ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
απέναντί τους»

Ο Δούλος

Ο Δούλος που δραπέτευσε
έλεγε προσευχές στους φιλήσυχους πολίτες
γονατίζοντας σε λιγδωμένα προσκέφαλα.
Εγώ δεν ήλπιζα πως μπορεί να σωθεί.
Οι χωροφύλακες έχουν γερή όραση –
δε διαλύονται με αυταπάτες και ψυχοσάββατα.

Τώρα αυτός που επέμενε να ρωτάει
φαίνεται θα ’ταν αποφασισμένος για θάνατο
ή θα ’ταν κρυφός κατάσκοπος που δεν φοβάται.

Εγώ πάντως
εξακολουθούσα να βλέπω τον επερχόμενο
μεσαίωνα
με φάλαγγες πιστών
με αργυρά δισκοπότηρα αφρίζοντα αίμα
με σημαιοστολισμούς και παρελάσεις
με ραβδούχους καλοθρεμμένους καλόγερους
εικόνες από παλιές εκστρατείες
και τυφεκισμούς
ήρωες με αυστηρά βλέμματα
Άμες δε γ’ εσόμεθα
πληρωμένη εκπαίδευση
θεός αγέρας τα στοιχεία της φύσεως
κλειδωμένα στην εποχή σε χάλκινα θησαυροφυλάκια.

Αν άξαφνα σας γεννηθεί το ερώτημα
πως τα κατάφερε αυτός ο θνητός
μέσα σ’ αυτό το βαρύγδουπο διαπασών των ύμνων
να δραπετεύσει με αληθινό λαμπερόν ήλιο
με αληθινές εξαρτήσεις του βίου –
αν δεν μπορείτε να καταλάβετε
τι τον οδήγησε σ’ αυτό το τελευταίο διάβημα
που βρήκε την έξοδο αφού γύρω ήταν μπετόν
αφού γύρω τραγούδαγε η φοιτήτρια
ένα τραγούδι ιστορικό παλιών ηρώων
τότε
δε θα ’χετε δει κάτι κρυφές μικρές πόρτες
όμως ολοφάνερες στα μάτια των ειδικών
δε θα ’χετε δει το ραγισμένο τοίχο
όπου βλασταίνουν κάτι φυτά
πάνω σ’ ασβέστη κίτρινο απ’ την πολυκαιρία.

Το ζήτημα πια έχει τεθεί:

Ή θα εξακολουθούμε να γονατίζουμε
όπως αυτός ο δραπέτης
ή θα σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο
απέναντί τους.

Fr. Nietzsche: ο πολιτισμός και οι γιδοβοσκοί

Αφού ο Ζαρατούστρα είχε πει τα λόγια αυτά, κοίταξε ξανά τον λαό και σώπασε. «Δες τους», είπε στην καρδιά του, «στέκονται εκεί και γελούν: δεν με καταλαβαίνουν, δεν είμαι το στόμα για τούτα τ’ αφτιά.

Θα πρέπει κανείς να τους σπάσει πρώτα τ’ αφτιά, για να μάθουν να ακούνε με τα μάτια; Θα πρέπει κανείς να θορυβεί σαν τα τύμπανα και τους κήρυκες της μετάνοιας; Ή πιστεύουν μόνο αυτόν που τραυλίζει;

Έχουν κάτι, που τους κάνει περήφανους. Λοιπόν, πώς το λένε αυτό, που τους κάνει περήφανους; Πολιτισμό/παιδεία (Bildung) το αποκαλούν, είναι αυτό που τους διακρίνει από τους γιδοβοσκούς.

Γι’ αυτό δεν τους αρέσει, όταν μιλούν γι’ αυτούς, να ακούνε τη λέξη «περιφρόνηση». Τότε λοιπόν θα μιλήσω στην περηφάνια τους.

Έτσι θα τους μιλήσω για το πιο περιφρονητικό πλάσμα: αυτό όμως είναι ο τελευταίος άνθρωπος».

Και έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα στο λαό:

Είναι πια καιρός για τον άνθρωπο να καθορίσει τον σκοπό του. Είναι πια καιρός για τον άνθρωπο να φυτέψει το σπόρο της πιο υψηλής ελπίδας του.

Το έδαφός του συνεχίζει να είναι αρκετά πλούσιο γι’ αυτό το πράγμα. Αλλά μια μέρα αυτό το έδαφος θα γίνει φτωχό και άγονο και κανένα ψηλό δέντρο δεν θα μπορέσει πια να αναπτυχθεί πάνω σ’ αυτό.

Αλίμονο! Πλησιάζει η ώρα, που ο άνθρωπος δεν θα ρίχνει πια το βέλος της επιθυμίας του πάνω από τον άνθρωπο και η χορδή του τόξου του θα ξεμάθει να σφυρίζει!

Σας λέω: πρέπει κανείς να έχει ακόμα χάος μέσα του, για να μπορεί να γεννήσει ένα χορευτικό αστέρι. Σας λέω: εσείς έχετε ακόμα χάος μέσα σας.

Αλίμονο! Πλησιάζει η ώρα, που ο άνθρωπος δεν θα μπορεί να γεννήσει πια κανένα αστέρι. Αλίμονο! Πλησιάζει η ώρα του πιο αξιοκαταφρόνητου ανθρώπου, που δεν θα μπορεί πλέον να περιφρονεί τον ίδιο τον εαυτό του.

Δέστε! Σας δείχνω τον τελευταίο άνθρωπο.
«Τι είναι αγάπη; Τι είναι δημιουργία; Τι είναι επιθυμία; Τι είναι αστέρι;» –έτσι ρωτά ο τελευταίος άνθρωπος και κλείνει το μάτι.

Τότε η γη θα ’χει γίνει μικρή και πάνω της θα πηδά ο τελευταίος άνθρωπος, που όλα τα κάνει μικρά. Το γένος του είναι ανεξάλειπτο σαν του ψύλλου· ο τελευταίος άνθρωπος ζει πιο πολύ από όλους.

«Έχουμε εφεύρει την ευτυχία» –λένε οι τελευταίοι άνθρωποι και κλείνουν το μάτι.

Έχουν εγκαταλείψει τις περιοχές, όπου ήταν σκληρή η ζωή: γιατί χρειάζεται κανείς τη ζεστασιά. Ακόμη αγαπά τον γείτονά του και τρίβεται πάνω του: γιατί χρειάζεται τη ζεστασιά.

Το ν’ αρρωστήσεις και το να έχεις δυσπιστία για εκείνους λογίζεται αμαρτία: με προσοχή προχωράει κανείς. Τρελός λοιπόν είναι όποιος ακόμα σκοντάφτει πάνω σε πέτρες ή ανθρώπους!

Λίγο δηλητήριο κάπου κάπου: προξενεί ευχάριστα όνειρα. Και πολύ δηλητήριο στο τέλος για έναν ευχάριστο θάνατο.

Δουλεύουν ακόμα, γιατί η δουλειά είναι διασκέδαση. Αλλά φροντίζουν, να μην τους κουράσει η διασκέδαση.

Δεν γίνονται πια φτωχοί και πλούσιοι: και τα δυο είναι πολύ επαχθή. Ποιος θέλει ακόμα να κυβερνά; Ποιος θέλει ακόμα να υπακούει; Και τα δυο είναι πολύ επαχθή.

Κανένας βοσκός και ένα κοπάδι! Όλοι θέλουν το ίδιο, όλοι είναι ίσοι: όποιος έχει άλλα συναισθήματα, πηγαίνει εθελοντικά στο τρελάδικο.

«Άλλοτε όλος ο κόσμος ήταν τρελός» –λένε οι πιο πονηροί και κλείνουν το μάτι.

Είναι έξυπνοι και ξέρουν όλα όσα έχουν συμβεί: έτσι μπορούν ασταμάτητα να κοροϊδεύουν. Εξακολουθούν να τσακώνονται, αλλά σύντομα συμφιλιώνονται –αλλιώς τους χαλάει το στομάχι.

Έχουν τη μικρή ευχαρίστησή τους για την ημέρα και τη μικρή ευχαρίστησή τους για τη νύχτα: αλλά σέβονται την υγεία.

«Έχουμε εφεύρει την ευτυχία» –λένε οι τελευταίοι άνθρωποι και κλείνουν το μάτι.

Κι εδώ τελείωσε η πρώτη ομιλία του Ζαρατούστρα, που τον λένε επίσης «ο Πρόλογος»: γιατί στο σημείο αυτό τον διέκοψαν οι κραυγές και η χαρά του πλήθους. «Δώσε μας αυτόν τον τελευταίο άνθρωπο, ω Ζαρατούστρα», έτσι φώναζαν, «κάνε εμάς αυτούς τους τελευταίους ανθρώπους! Τότε σου χαρίζουμε τον υπεράνθρωπο!» Και όλος ο λαός αλάλαζε και κροτάλιζε τη γλώσσα. Ο Ζαρατούστρα όμως γέμισε λύπη και είπε στην καρδιά του:

«Δεν με καταλαβαίνουν: δεν είμαι το στόμα για τούτα τα’ αυτιά.

Πολύ, φαίνεται, έζησα στο βουνό, πολύ αφουγκράστηκα τα ρυάκια και τα δέντρα: και τώρα μιλάω σ’ αυτούς σαν σε γιδοβοσκούς.

Ήρεμη είναι η ψυχή μου και φωτεινή σαν το βουνό το πρωί. Αλλά τούτοι νομίζουν πως είμαι ψυχρός και ένας χλευαστής που κάνει φρικτά αστεία.

Και τώρα με κοιτάζουν και γελούν: και καθώς γελούν, με μισούν κι από πάνω. Πάγος είναι το γέλιο τους.»

Ερμηνεία – κατανόηση «Ο τελευταίος άνθρωπος»

Είναι πλέον κοινός τόπος πως το συγκεκριμένο έργο του Νίτσε, έτσι μίλησε ο Ζαρατούστρα, αλλά και το συνολικό του έργο, δεν προσφέρει μια συστηματική γνώση που απαγορεύει την παραμικρή παρέκκλιση. Απεναντίας είναι ένα ανοικτό βιβλίο και γι’ αυτό προορίζεται, κατά την ρήση του ίδιου του φιλοσόφου, για όλους και για κανέναν. Για όλους, όταν είναι σε θέση να ανακαλύψουν εδώ μέσα απελευθερωτικά μονοπάτια της σκέψης, για κανέναν, όταν οι πολλοί, αυτοί δηλαδή οι «όλοι», περιμένουν από το βιβλίο να τους κάνει κατήχηση και όχι να τους απελευθερώσει τη σκέψη. Από τι να την απελευθερώσει; Από την απαιδευσία του πολιτισμού και της παιδείας (Bildung). Αυτή η παιδεία ή ο πολιτισμός είναι η υπέρτατη αξία, κατά την Ομιλία 5 του Ζαρατούστρα, για την καθιερωμένη τάξη πραγμάτων· διακρίνει, υποτίθεται, τον λαό, τους εν λόγω πολλούς από τους γιδοβοσκούς. Τους απελευθερώνει δηλαδή τη σκέψη. Ισχύει στ’ αλήθεια αυτό;

Σύμφωνα με τον Νίτσε, ένας τέτοιος πολιτισμός μεταδίδει τη μέγιστη απαιδευσία, την απόλυτη αποβλάκωση του πλήθους. Γιατί; Επειδή πρόκειται για τη θεσμοθετημένη «κουλτούρα» μιας εμπορικής κατά τον φιλόσοφο –και με σημερινούς όρους– μιας εμπορευματικής κοινωνίας. Σε αυτή την «κουλτούρα» ανήκουν, πιο συγκεκριμένα εδώ, τα ύψιστα και τα πιο πνευματικά προϊόντα της ανθρώπινης δραστηριότητας, τα οποία εκφράζουν, αλλά και ενισχύουν το αξιακό σύστημα μιας καθορισμένης ομάδας ή και ενός ευρύτερου ανθρώπινου συνόλου. Τέτοιου είδους προϊόντα είναι η ηθική, η θρησκεία, η τέχνη, οι φιλοσοφικές και επιστημονικές ιδέες, οι πολιτικές και οι κυβερνήσεις τους με τις ιδεολογικές κατασκευές κ.λπ. Όσο κυριαρχεί μια τέτοια κουλτούρα, οδηγεί την ανθρωπότητα στην καταστροφή, γιατί διαβρώνει και ισοπεδώνει τα στοιχεία εκείνα που καθιστούν το κάθε ξεχωριστό άτομο πηγαία ύπαρξη. Αναλογικά εξαφανίζει την ατομικότητα του εμπνευσιακού και «μαντικού» ενστίκτου και την αναγκάζει να τρέφεται με αυταπάτες.

Να γιατί ο Ζαρατούστρα, στην παρούσα ομιλία του, υποψιάζεται πως ένα τέτοιο πλήθος νιώθει περήφανο για την κουλτούρα που το μετατρέπει σε κοπάδι, ακόμη κι αν το ίδιο πιστεύει πως αυτή το διαφοροποιεί από τους γιδοβοσκούς. Επειδή όμως ο Ζαρατούστρα δεν έχει ως αποστολή την καθοδήγηση ή την κατήχηση του πλήθους, αλλά πρωτίστως την αυτο-ερμήνευση, την αυτοδιαύγαση, καταδείχνοντας συγχρόνως μια καθιδρυμένη γενική παραφροσύνη, αναλαμβάνει να μιλήσει στον κόσμο για τον έσχατο και τον πιο θανάσιμο κίνδυνο: τον τελευταίο άνθρωπο. Αυτή-εδώ η κατηγορία ανθρώπων αντιστοιχεί στο τελευταίο επίπεδο ανάπτυξης του ανθρώπου και της ανθρωπότητας πριν τον υπεράνθρωπο. Πρόκειται όμως για ένα τέτοιο επίπεδο που ακυρώνει κάθε αυθεντική ανάπτυξη, καθώς ετούτοι οι άνθρωποι αυτοπαρουσιάζονται ως εκείνοι που έχουν εφεύρει την ευτυχία και με τούτο εννοούν να απορροφήσουν πλήρως όλο τον κόσμο μέσα στον δικό τους τρόπο σκέψης και δράσης. 

Με την αλληγορική τούτη γλώσσα, ο Νίτσε, ασκεί, μεταξύ άλλων, οξύτατη κριτική στην κατ’ επίφαση δημοκρατία, που γέννημα και εκφραστής της είναι η αντενεργός μάζα των τελευταίων ανθρώπων και την οποία σήμερα γνωρίζουμε ως μαζική «δημοκρατία», με κύριο χαρακτηριστικό: «Κανένας βοσκός και ένα κοπάδι! Όλοι θέλουν το ίδιο, όλοι είναι ίσοι: όποιος έχει άλλα συναισθήματα, πηγαίνει εθελοντικά στο τρελάδικο». Ποια είναι εν τέλει, από πλευράς ενεργούς δράσης, η εν λόγω μάζα των τελευταίων ανθρώπων; Είναι εκείνη η μάζα που θέτει πάνω απ’ όλα το ατομικό συμφέρον και την εγωιστική επικράτηση του αδύναμου Εγώ πάνω στο ποιοτικά κραταιό. Γι’ αυτό βολεύεται και εφησυχάζει μέσα στους υφιστάμενους μηχανισμούς των έτοιμων ιδεών, των ριζωμένων προκαταλήψεων, των τεχνητών και όχι ανα-τρεπτικών παρεμβάσεων στη ζωή, της ισοπεδωτικής εξίσωσης των πάντων. Κύριο μέλημά της είναι εκείνο της προσαρμογής, της χρησιμοθηρίας, της μηχανικής και συμφεροντολογικής τακτοποίησης, της μηχανιστικής κοσμοαντίληψης. Όλα αυτά τα γνωρίσματα και άλλα παρόμοια συνθέτουν μια επινοημένη ευτυχία, η οποία δεν αφήνει ασυγκίνητες τις ευρύτερες μάζες. Έτσι βλέπουμε τις τελευταίες να θέλουν, μετά τον θάνατο του θεού, να ταυτίζονται με τον τελευταίο άνθρωπο, δηλαδή με την τελική τους εθελοδουλεία και όχι με τον υπεράνθρωπο, την ροδαυγή της αυτοκατάφασής τους. 

Τετάρτη 21 Ιουνίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Κατὰ Μειδίου (136-142)

[136] Τοῖς μὲν τοίνυν ἄλλοις ἅπασιν ἀνθρώποις ὁρῶ τοῖς κρινομένοις, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἓν μὲν ἢ δύ᾽ ὄντα τἀδικήμαθ᾽ ἃ κατηγορεῖται, λόγους δ᾽ ἀφθόνους τοιούτους ὑπάρχοντας «τίς ὑμῶν ἐμοί τι σύνοιδε τοιοῦτον; τίς ὑμῶν ἐμὲ ταῦθ᾽ ἑόρακε ποιοῦντα; οὐκ ἔστιν, ἀλλ᾽ οὗτοι δι᾽ ἔχθραν καταψεύδονταί μου, καταψευδομαρτυροῦμαι», τὰ τοιαῦτα· τούτῳ δ᾽ αὖ τἀναντία τούτων.

[137] πάντας γὰρ ὑμᾶς εἰδέναι νομίζω τὸν τρόπον καὶ τὴν ἀσέλγειαν καὶ τὴν ὑπερηφανίαν τοῦ βίου, καὶ πάλαι θαυμάζειν ἐνίους οἴομαι ὧν αὐτοὶ μὲν ἴσασιν, οὐκ ἀκηκόασι δὲ νῦν ἐμοῦ. πολλοὺς δὲ τῶν πεπονθότων οὐδὲ πάνθ᾽ ὅσ᾽ ἠδίκηνται μαρτυρεῖν ἐθέλοντας ὁρῶ, τὴν βίαν καὶ τὴν φιλοπραγμοσύνην ὁρῶντας τὴν τούτου καὶ τὴν ἀφορμήν, ἥπερ ἰσχυρὸν ποιεῖ καὶ φοβερὸν τὸν κατάπτυστον τουτονί.

[138] τὸ γὰρ ἐπ᾽ ἐξουσίας καὶ πλούτου πονηρὸν εἶναι καὶ ὑβριστὴν τεῖχός ἐστι πρὸς τὸ μηδὲν ἂν αὐτὸν ἐξ ἐπιδρομῆς παθεῖν, ἐπεὶ περιαιρεθεὶς οὗτος τὰ ὄντα ἴσως μὲν οὐκ ἂν ὑβρίζοι, εἰ δ᾽ ἄρα, ἐλάττονος ἄξιος ἔσται τοῦ μικροτάτου παρ᾽ ὑμῖν· μάτην γὰρ λοιδορήσεται καὶ βοήσεται, δίκην δ᾽, ἂν ἀσελγαίνῃ τι, τοῖς ἄλλοις ἡμῖν ἐξ ἴσου δώσει.

[139] νῦν δ᾽, οἶμαι, τούτου προβέβληται Πολύευκτος, Τιμοκράτης, Εὐκτήμων ὁ κονιορτός· τοιοῦτοί τινές εἰσι μισθοφόροι περὶ αὐτόν, καὶ πρὸς ἔθ᾽ ἕτεροι τούτοις, μαρτύρων συνεστῶσ᾽ ἑταιρεία, φανερῶς μὲν οὐκ ἐνοχλούντων ὑμῖν, σιγῇ δὲ τὰ ψευδῆ ῥᾷστ᾽ ἐπινευόντων. οὓς μὰ τοὺς θεοὺς οὐδὲν ὠφελεῖσθαι νομίζω παρὰ τούτου· ἀλλὰ δεινοί τινές εἰσιν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, φθείρεσθαι πρὸς τοὺς πλουσίους καὶ παρεῖναι καὶ μαρτυρεῖν.

[140] πάντα δὲ ταῦτ᾽, οἶμαι, φοβέρ᾽ ἐστὶ τῶν ἄλλων ὑμῶν ἑκάστῳ καθ᾽ ἑαυτὸν ὅπως δύναται ζῶντι. οὗπερ εἵνεκα συλλέγεσθ᾽ ὑμεῖς, ἵν᾽, ὧν καθ᾽ ἕν᾽ ἐστὶν ἕκαστος ὑμῶν ἐλάττων ἢ φίλοις ἢ τοῖς οὖσιν ἢ τῶν ἄλλων τινί, τούτων συλλεγέντες ἑκάστου κρείττους τε γίγνησθε καὶ παύητε τὴν ὕβριν.

[141] Τάχα τοίνυν καὶ τοιοῦτός τις ἥξει πρὸς ὑμᾶς λόγος, «τί δὴ τὰ καὶ τὰ πεπονθὼς ὁ δεῖν᾽ οὐκ ἐλάμβανεν δίκην παρ᾽ ἐμοῦ;» ἢ «τί δὴ» πάλιν ἄλλον ἴσως τινὰ τῶν ἠδικημένων ὀνομάζων. ἐγὼ δὲ δι᾽ ἃς μὲν προφάσεις ἕκαστος ἀφίσταται τοῦ βοηθεῖν αὑτῷ, πάντας ὑμᾶς εἰδέναι νομίζω· καὶ γὰρ ἀσχολία καὶ ἀπραγμοσύνη καὶ τὸ μὴ δύνασθαι λέγειν καὶ ἀπορία καὶ μυρί᾽ ἐστὶν αἴτια·

[142] προσήκειν μέντοι τούτῳ μὴ ταῦτα λέγειν ἡγοῦμαι νυνί, ἀλλ᾽ ὡς οὐ πεποίηκέ τι τούτων ὧν αὐτοῦ κατηγόρηκα διδάσκειν, ἐὰν δὲ μὴ δύνηται, διὰ ταῦτ᾽ ἀπολωλέναι πολὺ μᾶλλον, εἰ γὰρ τηλικοῦτός τίς ἐστιν ὥστε τοιαῦτα ποιῶν δύνασθαι καθ᾽ ἕν᾽ ἕκαστον ἡμῶν ἀποστερεῖν τοῦ δίκης παρ᾽ αὐτοῦ τυχεῖν, κοινῇ νῦν, ἐπειδήπερ εἴληπται, πᾶσιν ὑπὲρ ἁπάντων ἐστὶ τιμωρητέος ὡς κοινὸς ἐχθρὸς τῇ πολιτείᾳ.

***
[136] Παρατηρώ, κύριοι δικαστές, ότι σε όλες γενικά τις δίκες οι εναγόμενοι, ενώ κατηγορούνται για ένα ή δύο αδικήματα μόνο, καταφεύγουν σε πολλά επιχειρήματα, όπως: «Ποιος από σας μπορεί να βεβαιώσει για μένα κάτι τέτοιο; Ποιός από σας με είδε να κάμω αυτά; Κανένας, αλλά οι κατήγοροί μου από έχθρα με συκοφαντούν, είμαι θύμα ψευδομαρτυρίας», και άλλα τέτοια. Με τον Μειδία όμως συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

[137] Νομίζω ότι όλοι σας πράγματι γνωρίζετε τον χαρακτήρα, τη βιαιότητα και την αλαζονεία του και πιστεύω ότι μερικοί από πολλή ώρα απορούν, γιατί δεν με άκουσαν σήμερα να αναφέρω ορισμένα πράγματα τα οποία οι ίδιοι γνωρίζουν. Παρατηρώ όμως ότι πολλοί από εκείνους που έχει αδικήσει δεν είναι πρόθυμοι ούτε να μαρτυρήσουν όλα όσα υπέφεραν, επειδή βλέπουν τη βιαιότητα, τις αναμείξεις του και τα μέσα που κάνουν τον ποταπό αυτόν ισχυρό και φοβερό.

[138] Γιατί ένας άνθρωπος ο οποίος είναι κακοήθης και βίαιος, επειδή στηρίζεται στη δύναμη και στον πλούτο του, είναι κατοχυρωμένος από οποιαδήποτε αιφνιδιαστική επίθεση· εάν αυτός απογυμνωθεί από την περιουσία του, ίσως να μη φέρεται υβριστικά, αλλιώς θα είναι κατώτερος και από τον πιο ασήμαντο ανάμεσά σας· γιατί μάταια θα κακολογεί και θα κραυγάζει· αν επιχειρήσει κάποια σοβαρή βιαιότητα, θα τιμωρηθεί, όπως και εμείς οι άλλοι.

[139] Πιστεύω ότι τώρα θα τον υπερασπισθούν ο Πολύευκτος, ο Τιμοκράτης και ο Ευκτήμων, ο βδελυρός· μερικοί του είδους αυτού είναι μισθοφόροι, οι οποίοι τον περιστοιχίζουν· εκτός από αυτούς άλλοι συγκροτούν συμμορία μαρτύρων που, χωρίς να σας ενοχλούν φανερά, επιδοκιμάζουν πρόθυμα με τη σιγή τους τα ψέματά του. Νομίζω, μά τους θεούς, ότι αυτοί δεν αποκομίζουν καμία ωφέλεια από τον Μειδία· έχουν όμως την τάση, Αθηναίοι, να ταπεινώνονται στους πλουσίους, να τους παραστέκονται και να καταθέτουν μαρτυρίες για όφελός τους.

[140] Όλα αυτά, κατά τη γνώμη μου, είναι απειλή για όλους σάς τους άλλους, που ζείτε όπως μπορείτε με τα δικά σας μέσα. Γι᾽ αυτόν τον λόγο συνενώνεσθε ώστε, αν καθένας σας μεμονωμένα υστερεί ή σε φίλους ή σε πλούτο ή σε κάτι άλλο, ενωμένοι να γίνεσθε ισχυρότεροι από οποιονδήποτε και να εμποδίζετε την αυθάδη συμπεριφορά του.

[141] Ίσως θα αντιμετωπίσετε και ένα επιχείρημα όπως αυτό: «Γιατί λοιπόν ο τάδε, αν και έπαθε τόσες και τόσες συμφορές, δεν επιδίωξε την τιμωρία μου;» ή «γιατί λοιπόν...», και θα αναφέρει ίσως το όνομα κάποιου άλλου από τα θύματά του. Τα κίνητρα, τα οποία αφαιρούν από τον καθένα τη δυνατότητα της αυτοάμυνας, νομίζω ότι όλοι τα γνωρίζετε. Είναι η έλλειψη χρόνου, η αγάπη για την ήσυχη ζωή, η έλλειψη ευγλωττίας, η οικονομική ανέχεια και χίλιες άλλες αιτίες.

[142] Νομίζω όμως ότι ο Μειδίας δεν έχει το δικαίωμα να μιλήσει έτσι σήμερα, αλλά πρέπει να σας αποδείξει ότι δεν έχει κάμει τίποτε από όσα του κατηγορώ· αν δεν το πετύχει, αυτός είναι ένας λόγος ακόμα για να του αξίζει να θανατωθεί. Γιατί αν είναι τόσο ισχυρός ώστε να μπορεί, ενώ κάνει αυτά, να αφαιρεί από τον καθένα μας το δικαίωμα της νόμιμης ικανοποιήσεως, οφείλετε όλοι μαζί και για το συμφέρον όλων, τώρα που τον έχετε στα χέρια σας, να τον τιμωρήσετε ως έναν κοινό εχθρό της Πολιτείας.

Ο θεσμός των σωματείων στην κλασσική Αθήνα

Η σύγχρονη διεθνής και εντόπια βιβλιογραφία βρίθει και συνεχώς εμπλουτίζεται με μονογραφίες και ερευνητικές μελέτες του μοναδικού στην παγκόσμια πολιτική ιστορία φαινομένου της Α’ Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Παρόλα αυτά, μια στοιχειώδης παράμετρος αυτού του οικοδομήματος έχει ελάχιστα προσεχθεί. Ο δημοφιλέστατος θεσμός της συσσωμάτωσης στο αττικό δίκαιο αναπτύχθηκε στα χρόνια της δημοκρατίας και συνεχώς αναδιαμορφούμενος, ξετύλιξε την ιστορική του πορεία και μετά την κατάλυσή της, ίσως και μέχρι τις μέρες μας.1 Τα εξαγόμενα συμπεράσματα νομικού χαρακτήρα είναι ποικίλα αλλά παράλληλα ο θεσμός της συσσωμάτωσης στο αττικό δίκαιο αφήνει να διαφανούν οι πρώτες ρίζες ενός καίριου πολιτειολογικού στόχου. Αυτού της σφυρηλάτησης της ενότητας βάσει της ετερότητας, της αλληλεγγύης παρά τη διαφορετικότητα, της ομόνοιας με κριτήριο την κίνηση προς το ξένο, το άλλο. Ζητούμενο λοιπόν, κατά την εκκλησιολογική έκφραση, η «ενότης εν τη ποικιλία».
   
Η ιστορία της πόλεως των Αθηνών διαπλέκεται άρρηκτα με τις μυθολογικές πηγές και φτάνει περίπου μέχρι τα πρώτα μεταμηκυναϊκά χρόνια. Είναι πανθομολογούμενο το γεγονός ότι η αρχαϊκή ζωή διέπεται από έντονα ομαδικό χαρακτήρα.2 Η άποψη του Αριστοτέλη για την ανθρώπινη φύση «ως ζώου φύσει πολιτικού»3 δε συνιστά μια κοινωνιολογική διαπίστωση, αλλά μια πάγια οντολογική παραδοχή απαντώμενη σε ευρύτερες πηγές.4 Διακρίνοντας δυο στάδια εξέλιξης του σωματειακού θεσμού, κατατάσσουμε στο πρώτο, τις φυσικές κοινωνίες,5 τις ομάδες που βασίζονται στους δεσμούς αίματος.6 Δεσμοί μεταξύ των συζύγων και δεσμοί αυτών και των τέκνων τους εξελίσσονται σταδιακά στους οίκους7. Αρχικά οι οίκοι8 ζουν χωριστά υπό την απόλυτη εξουσία του αρχηγού τους και κατέχουν από κοινού τα μέσα παραγωγής, δηλαδή, κτήνη και γη.9 Με την πάροδο του χρόνου, περισσότερες οικογένειες απαρτίζουν το γένος και τελούν υπό την εξουσία του πρεσβύτερου εξ αίματος συγγενούς.10
 
Ο σύνδεσμος μεταξύ των μελών παραμένει φυσικός και όχι πολιτικός. Το δικαιικό στοιχείο παρεισφρύει αφ' ης στιγμής συγγενείς απώτερου βαθμού συνενώνονται εντός του διαρκώς διευρυνόμενου κύκλου του γένους για να αποτελέσουν ομάδες κατά μίμηση των αρχικών, στις οποίες όμως το κύριο στοιχείο δεν είναι πλέον ο συγγενικός εξ αίματος δεσμός αλλά, η νομική βούληση των συνιστώντων11 μελών. Αυτές οι συσσωματώσεις, οι φρατρίες, συνιστούν ίσως την πρώτη μορφή πολιτικής εμφάνισης των φυσικών κοινωνιών. Οι φρατρίες και οι από περισσότερες φρατρίες απαρτιζόμενες φυλές αποτελούν τα κύρια στοιχεία τα οποία αφενός συνιστούν τη λεγόμενη πολιάδα κοινότητα12 αφετέρου θα συγκροτήσουν αργότερα την πόλη-κράτος.13 Οι φυλές και οι φρατρίες των ιωνικών και δωρικών πόλεων ως προϊστορικοί θεσμοί ανάγονται σε εποχές όπου όλοι οι Ίωνες και Δωριείς αποτελούσαν ενιαία προκρατικά έθνη, τύπου Gemeinschaft.14 Κατά τον Αριστοτέλη,15 η πρώτη μορφή συνοικισμού16 υπήρξε η κώμη με συστατικά στοιχεία οίκους του ίδιου γένους και γι’ αυτό συχνά έφερε το όνομα του ιδρυτή του γένους.
 
Η συνένωση των διάσπαρτων δήμων της Αττικής σε ενιαίο κράτος αποδίδεται στο μυθικό ήρωα Θησέα17 ο οποίος καινοτόμησε θεσμικά, παρέχοντας «ισομοιρίαν» σε άπαντες και καταλύοντας τα τοπικά βουλευτήρια και τις αρχές διατηρώντας για τον εαυτό του μόνο την αρχηγία στον πόλεμο και την αρμοδιότητα εποπτείας της τήρησης των νόμων.18 Τα πρώτα ψήγματα δημοκρατικών θεσμών διαφαίνονται και από το ότι θέλοντας να καταπολεμήσει το κοινωνικό πρόβλημα και να αυξήσει τον πληθυσμό της πόλεως, προσκάλεσε ελεύθερα όσους ήθελαν να έρθουν στην πόλη, παρέχοντάς σε όλους ίσα πολιτικά δικαιώματα.19 Περαιτέρω, προχώρησε στη διάκριση των τάξεων βάσει διακεκριμένων καθηκόντων-υποχρεώσεων, προέβη στην κοπή νομίσματος καθιέρωσε την εορτή των Παναθηναίων20 και πιθανότατα, κατά την παράδοση, συγκρότησε το κράτος με βάση θεσμούς της κρητικής πολιτείας του Μίνωα.21
 
Παραλείποντας, λόγω ελλείψεως χώρου, τις εξίσου σημαντικές με τις αναφερόμενες συσσωματώσεις των θιάσων, ομοτάφων, σύσσιτων, εταιρειών και επαγγελματικών σωματείων, ανατρέχουμε ιστορικά στους χρόνους γένεσης του αττικού κράτους για να καταδείξουμε ότι οι ποικιλόμορφες κοινωνικές ομαδώσεις που προϋπήρξαν της κρατικής μορφής, όχι απλά επέζησαν μόνο στο πλαίσιο της πολιάδας κοινότητας, αλλά αναδιαμορφώθηκαν από το ίδιο το κράτος, εμπλουτίσθηκαν με νέες αρμοδιότητες και αποτέλεσαν θεσμικά και δικαιικά τις βάσεις της νέας πολιτικής οργάνωσης, έτσι ώστε διατηρώντας την ιδιοπροσωπία τους (συνεχώς εξασθενούμενη) να αφομοιωθούν οργανικά στο νέο πολιτικό μόρφωμα, σφυρηλατώντας έτσι την ενότητά του.22
  
Ο νόμος του Σόλωνος περί σωματείων

            Η πρώτη νομική αναφορά στο σωματειακό θεσμό, προέρχεται από μια δευτερογενή δικαιική πηγή, η οποία μας μεταφέρει τον περί συσσωματώσεων νόμο του Σόλωνα. Πιο συγκεκριμένα, ο Γάιος, σε περικοπή του βιβλίου του, Ad legem duodecim tabularum, η οποία περιλαμβάνεται στον Πανδέκτη (47,22,4), μας μεταφέρει το σολώνειο νόμο:23
 
Εάν δε δήμος ή φράτορες ή ιερών οργίων θύται ή ναύται ή σύσσιτοι ή θιασώται ή επί λείαν οιχόμενοι ή εις εμπορείαν, ότι άν τούτων διαθώνται προς αλλήλους, κύριον είναι, εάν μη απαγορεύση δημόσια γράμματα.
 
Πρόκειται ουσιαστικά για εκτελεστικό διάταγμα του σολώνειο νόμου που επιβάλλει στα αριστοκρατικής καταγωγής μέλη των γενών, την εισδοχή στις φρατρίες (και στα γένη;) νέων μη αριστοκρατικών,24 ενώ οι αναφερόμενες στον νόμο κοινωνικές ομάδες είναι ήδη ιστορικά συγκροτημένα μορφώματα της. Ο Σόλων ουσιαστικά δεν αφήρεσε το δικαίωμα συσσωματώσεως απ’ τις παραληφθείσες ομάδες αλλά επεξέτεινε το σχετικό δικαίωμα σε όλες τις κοινωνικές ομάδες που ήταν μέχρι τότε νομικά απροστάτευτες και εξοπλίζονταν έτσι με θεσμική υπόσταση, εφόσον τα μέλη τους ήταν τυπικά ενταγμένα σε γένη και φρατρίες.25Οι δήμοι και οι οργεώνες, αναγνωρίζονται κατ’ αυτόν τον τρόπο ως σωματεία «δημοσίου δικαίου» κι έτσι διασπάται η παντοδυναμία των γενών αφού τους στερείται το μονοπώλιο πολιτογραφήσεως των εισερχομένων σ’ αυτά μελών ως Αθηναίων πολιτών.26
 
Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση του Σόλωνα συνεχίζει την κλεισθένια κατευθυντήριο γραμμή της νομικής τουλάχιστον εξίσωσης σε ορισμένες ελευθερίες των αριστοκρατών και του δήμου, των Αθηναίων και των νεοπολιτών-ξένων.27 εγκαινιάζοντας την εξής κοινωνιολογική τομή: Παράλληλα με το κριτήριο του αιματοσυγγενικού δεσμού, πάνω στον οποίο βασίζεται η άρχουσα τάξη της πολιτείας, συνυπάρχει πια και ο παράγοντας της εντοπιότητας, της κοινότητας του τόπου και του συμφέροντος. Οι συσσωματώσεις συνιστούν απαραγνώριστο στοιχείο της δομής της πόλεως αλλά και της ζωής του πολίτη και το αίσθημα του ανήκειν σε αυτές αποκτά διαστάσεις κοινωνικής οντολογίας. Αναντίρρητος μάρτυρας αυτής της πεποίθησης ο νόμος του Σόλωνα28 που προβλέπει την ταπεινωτικότερη κύρωση "...όποιος σε περίπτωση εμφύλιας διαμάχης της πόλης δε συμμετάσχει τασσόμενος με οποιαδήποτε παράταξη...στερείται των πολιτικών του δικαιωμάτων."
 
 Ο οίκος

            Ο οίκος θεωρείται από τον Αριστοτέλη ως η αρχαιότερη κοινωνική μονάδα, χαρακτηριζόμενη ως κοινωνία ανδρός και γυναικός, κυρίου και δούλου.29 Σαφέστερα συνιστά ένα αδιάσπαστο σύνολο προσώπων, αγαθών και θρησκευτικής λατρείας που αποσκοπεί στη διαιώνιση των τριών αυτών συστατικών στοιχείων.30 Η ζωή των μελών του οίκου προσδιορίζεται από κανόνες οικογενειακού και κληρονομικού δικαίου που προσδιορίζουν την εξουσία (κυριεία) του αρχηγού επάνω στα υπόλοιπα μέλη του και γι’ αυτό ακριβώς το λόγο αποτελεί παράλληλα και σύνολο συμφερόντων πολιτικών, οικονομικών και θρησκευτικών.31Έτσι, το δίκαιο του οίκου, ως θεσμού αρχαιότερου της πόλεως, γίνεται αποδεκτό από την τελευταία και επινοούνται τρόποι εναρμόνισης των δύο δικαίων. Σύνδεσμο μεταξύ τους αποτελούσε το πρόσωπο του πολίτη, που ήταν συγχρόνως τόσο ενεργό μέλος του διοικητικού συστήματος της πόλης, όσο και κεφαλή του οίκου του. Τα λοιπά μέλη του (εξαιρουμένων των ενηλίκων υιών) αν και ελεύθερα δεν χαρακτηρίζονταν ως πολίτες αλλά ως αστοί, και παρά το ότι συνιστούσαν φορείς δικαιωμάτων ex jure familiari (στο οικογενειακό δίκαιο), δεν ήταν φορείς δικαιωμάτων ex jure civili (δίκαιο της πόλεως).
 
Όλα τα μέλη της οικογένειας εμφανίζονται να έχουν δικαιώματα συμμετοχής στα περιουσιακά αλλά και στα λοιπά, τα σχετικά με τη λατρεία του οίκου στοιχεία, τα οποία αποτελούσαν αντικείμενο οικογενειακής συγκυριότητας και κύριο και διαχειριστή τους η πόλη θεωρούσε πάντα τον επικεφαλής της οικογένειας πολίτη της. Τα δικαιώματα αυτά είχαν διαμορφωθεί εντός του οίκου και εκτός της πόλης. Πάρα ταύτα η τελευταία, έσπευδε να τα προστατεύει εκ των έξω, μέσα στα πλαίσια του οίκου. Οσάκις ο εν λόγω πολίτης πρόσβαλλε τα δικαιώματα των μελών του οίκου, μη επιτελώντας π.χ. τα καθήκοντά του για τους υπό την κηδεμονία του ή για τις γυναίκες επικλήρους, ή μη συνιστώντας προίκα για τις επίπροικες, η πόλη είχε το δικαίωμα να τον καλέσει να λογοδοτήσει για τις παραβάσεις του αυτές με την παροχή μιας αντίστοιχης actio popularis (γραφή κακώσεως), ας πούμε λαϊκή αγωγή. Παρόμοια, οσάκις ένας αρχηγός οίκου δεν ασκούσε την απαιτούμενη καταγγελία για τη δίωξη του φονέα μέλους της οικογένειάς του, μπορούσε να μηνυθεί επίσης με τη γραφή ασεβείας.
 
Έτσι, ο σύζυγος είναι ο φορέας έναντι της πόλεως των κατά το jus familiae δικαιωμάτων της συζύγου του και των γυναικών των οποίων είναι προστάτης. Το γεγονός της αυξημένης επιρροής του επί των μελών του οίκου, σε αντίθεση με την ελευθερία των πολιτών, καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι παρά τη δυνατότητα του άρρενος ενήλικου να δημιουργήσει δικό του ανεξάρτητο οίκο,32 υφίσταται ο θεσμός της επιβεβαιώσεως που συνίσταται στη συγκατάθεση του πατέρα στους γάμους των υιών του.33 Συγχρόνως, ενώ η γυναίκα αναγνωρίζεται ως φορέας δικαιωμάτων ex jure familiari, δεν μπορεί να έχει ανάλογα δικαιώματα ex jure civili. Για αυτό και εμπρός στην πόλη εμφανίζεται πάντοτε ως φορέας των δικαιωμάτων της κάποιος άνδρας–προστάτης. Παράλληλα, ο pater familias μπορούσε με τη διαθήκη του να ορίζει επίτροπο για τα ανήλικα άρρενα παιδιά του ή κύριο για τις γυναίκες, να μεριμνά για τον επόμενο γάμο της συζύγου του να μνηστεύει τις θυγατέρες του έστω και άνηβες ακόμα και να δίνει εντολή στον εν ζωή ή κυοφορούμενο γιο του να διώξει δικαστικώς όποιον είχε προκαλέσει το θανατηφόρο τραυματισμό του.
 
Χαρακτηριστικό δείγμα του οικιακού παραδικαίου συνιστά η αντιμετώπιση του φόνου.34 Η ανθρωποκτονία χαρακτηριζόταν ως ένα ιδιωτικό αδίκημα, διωκόμενη με τη δίκη φόνου. Η τιμωρία του φονέα εθεωρείτο ότι αποτελεί θέμα που ενδιέφερε μόνο τους ανήκοντες στην οικογένεια τους θύματος και η πόλη δεν επενέβαινε παρά μόνο στην περίπτωση που οι αγχιστείς- συγγενείς δεν ενδιαφέρονταν για κάτι τέτοιο, επιτρέποντας σε οποιονδήποτε Αθηναίο πολίτη να ασκεί εναντίον τους τη γραφή ασεβείας. Κατά την ομηρική περίοδο, που ίσχυε η αντεκδίκηση και η υπαιτιότητα του δράστη δεν ενδιέφερε, ο φονιάς μπορούσε να την αποφύγει μόνο με τη φυγή ή με την πληρωμή μιας ποινής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του Πατρόκλου.35 Αργότερα, με τους νόμους του Δράκοντα, η ανθρωποκτονία διακρίνεται σε εκ προνοίας, μη εκ προνοίας, και σε φόνο ακούσιο, όμως κατά την κλασσική εποχή προσετέθη προς προστασία του οίκου ο νόμιμος φόνος του εραστή μοιχού που συλλαμβανόταν επ' αυτοφώρω με τη σύζυγο, αδελφή , μητέρα ή παλλακίδα!!! Η προστασία του οίκου καταδεικνύεται και στο ότι σε περιπτώσεις μη εκ προνοίας και ακουσίου θανάτου η επιβαλλόμενη ποινή της εξορίας μπορούσε να αποφευχθεί μόνο με την παροχή συγγνώμης από τους συγγενείς του θύματος.36
 
Σε ό, τι αφορά στο ιδιοκτησιακό καθεστώς37 τα εντός του οίκου τα περιουσιακά στοιχεία εθεωρούντο ιδιοκτησία ολόκληρης της οικογενειακής ομάδας, ώστε η αλληλεγγύη των μελών της να επιβάλλει τη διαφύλαξη της "ουσίας" και τη διατήρησή της στα πλαίσια του οίκου.
 
Στην περιορισμένη αυτή αναφορά στο οικιακό δίκαιο, αξίζει να προστεθεί και η αυτονομία του οίκου ως προς τις θρησκευτικές τελετουργίες και εορτές των θεοποιημένων προγόνων ή ακόμα και θεοτήτων που θεωρούνται προστάτιδες όλων των οίκων.38 Ιερουργοί σε αυτές τις τελετές είναι οι ίδιοι οι αρχηγοί των οικογενειών και οι εορτές αυτές επί δημοκρατίας θα επεκταθούν σε όλο το κράτος.39
 
Η νομική πολιτική λοιπόν της πόλεως ήταν να προστατεύσει τις εντός του οίκου διαμορφούμενες σχέσεις έναντι ξένων προσώπων, αλλά και να εμποδίσει τις παραβιάσεις από τους πολίτες των κανόνων οικογενειακού δικαίου στο εσωτερικό των οίκων, διατηρώντας έτσι την ενότητα και ιστορική συνέχεια του οίκου.40 Αργότερα, με την ισχυροποίηση της πόλεως, το δημόσιο ενδιαφέρον επεκτείνεται και σε θέματα της αρμοδιότητος του οίκου (π.χ. παρεμβάσεις του Άρχοντος)41 και ο οίκος εξασθενεί μέσω της αποδυνάμωσης του κυρίου του, αναβαθμίζοντας τους ενήλικους κατιόντες του.42 
 
Το γένος

            Αδρομερώς, θα ορίζαμε το γένος ως μια πατριά, ένα σόι, μια ομάδα οικογενειών που ανήγαν την κατ' αρρενογονία καταγωγή τους από έναν πρόγονο. Αποτελεί συνέχεια της ένωσης πολλών οίκων και αποκτά δικαιικά στοιχεία όταν διευρύνεται πέραν του αιματοσυγγενικού δεσμού.43 Η κυριότερη λειτουργία του γένους εντός της πόλεως (τουλάχιστον εξωτερικά) είναι η θρησκευτική. Τα αθηναϊκά γένη ήταν πιθανότατα εξ ολοκλήρου αριστοκρατικά44 και η πολιτική τους δραστηριότητα είναι αδιαμφισβήτητη αφού ίσως αποτελούν το πρωταρχικό δομικό στοιχείο στον αγώνα για την εξουσία εντός της πόλεως.45 Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά συμμαχούν με γένη άλλων πόλεων, ενώ ακόμα και επί δημοκρατίας ακόμα και η ηγεσία των προοδευτικών πολιτικών δυνάμεων προέρχεται από αυτά.46 Το γένος συνιστά μια διακριτή κοινωνική ομάδα με κύριες λειτουργίες του αυτές της λατρείας ενός μυθικού κοινού προγόνου και την παράθεση κοινών γευμάτων. Η σύνδεση της λατρείας με τον τόπο του κοινού ιερού και των κοινών μυθικών προγόνων προσέδιδε με τον καιρό εντονότατα το στοιχείο της εντοπιότητας στα μέλη του.47 Η διάσπαση του αιματοσυγγενικού δεσμού με την εισδοχή νέων μελών στο γένος επιβεβαιώνεται και από τον Αριστοτέλη,48 ο οποίος ονομάζει τα μέλη που δε συνδέονταν με συγγενικό δεσμό με την τοπική κοινότητα των Αθηνών ομογάλακτες. Το γεγονός αυτό, οφείλόμενο49 στην αύξουσα πληθυσμιακή κινητικότητα λόγω των ταχέων κοινωνικοοικονομικών εξελίξεων, οδήγησε την πόλη των Αθηνών να μην απονέμει ίσα πολιτικά δικαιώματα σε όλα τα νέα μέλη της.50 Έτσι, σταδιακά, επιβλήθηκαν περιορισμοί σχετικά με τους μετανάστες οι οποίοι γίνονταν δεκτοί στις φρατρίες αλλά όχι και στα γένη.51 Τα μέλη των γενών είχαν απόλυτη επίγνωση του ότι οι δεσμοί μέσω του κοινού προγόνου τους ήταν φανταστικοί52 όμως αυτό δεν μετέτρεπε τους δεσμούς αυτούς σε ασθενείς και ελαστικούς. Οι κοινές θρησκευτικές τελετές και τα κοινά γεύματα συνέσφιγγαν τις σχέσεις και επέβαλλαν τέτοιας έντασης σχέσεις και υποχρεώσεις που καταδείχθηκαν στο πολιτικό πεδίο.53
 
Φρατρίες

            Σε μια χονδροειδή απόπειρα απόδοσης του όρου, φρατρία είναι ένα αδελφάτο, μια ομάδα συγγενικών οικογενειών,54 γενών συνδεόμενη με κοινή θρησκευτική λατρεία.55 Ο θεσμός ανάγεται στην εποχή της ενότητας της ινδοευρωπαϊκής φυλής και έχει αιματοσυγγενική δομή.56 Αυτή η κοινωνία γέννησης που αποτελεί και το θεμέλιο της κοινωνικής ομάδας δηλώνει παράλληλα και τη σχέση συγγένειας και πολιτικής όργάνωσης.57 Οι φρατρίαι, ή πατριαί, ή πάτραι, συγκροτούσαν ευρύτερες ομάδες τις "φυλαί" με την τεχνητή έννοια του όρου και ανάγονται στην προκρατική εποχή των εθνών.58 Η φρατρία εμφανίζεται στην κλασσική εποχή ως ένωση προσώπων κλασσικού τύπου με καθήκοντα σχετικά με τη ζωή των οικογενειών που περιλαμβάνονται σε κάθε φρατρία.59 Η είσοδος των μελών σε αυτές ήταν πρωτίστως κληρονομική.60 Η δια νόμου επιβολή εισαγωγής νέων μελών καταδεικνύει ότι οι φρατρίες δεν ήταν μια ανοιχτή συσσωμάτωση παρά το γεγονός ότι ήταν εξαπλωμένες σχεδόν σε όλη την Αττική.61 Αντιθέτως η εισδοχή των οργεώνων σε αυτές συνάντησε έντονη την αντίδραση των αριστοκρατικών μελών των φρατριών,62 τα οποία έβλεπαν αρνητικά την πολιτική εξίσωσή τους με τους ίδιους.63
 
Όπως σε όλες τις συσσωματώσεις, κύρια εξωτερικά τουλάχιστον εμφανιζόμενη λειτουργία τους εμφανίζεται η θρησκευτική-τελετουργική.64 Ένας αριθμός φρατριών συγκροτεί μια φυλή65 μέσα στο κράτος και το τελευταίο τις χρησιμοποιεί διοικητικά, αφού αυτές και οι φυλές αποτέλεσαν τη βάση στρατολογήσεως και κατάταξης των ένοπλών πολιτών.66 Σημαντικότερη λειτουργία τους ήταν η αρμοδιότητα εγγραφής νέων μελών σε δικούς τους καταλόγους όπου όμως η εν λόγω εγγραφή αποτελούσε προϋπόθεση για την είσοδο στο σώμα των πολιτών. Αργότερα, επί Κλεισθένους, η αρμοδιότητα αυτή αφαιρέθηκε από τις φρατρίες και δόθηκε στους Δήμους.67 Σημειωτέον ότι οι δεσμοί που καλλιεργούνται μεταξύ των μελών μιας φρατρίας είναι τόσο στενοί, ώστε τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 6ου αιώνα εμφανίζονται με μεγάλη πολιτική δύναμη68 και με ισχυρές διεκδικήσεις των συμφερόντων τους.69
  
Οργεώνες

            Η επιστημονική έρευνα δεν έχει καταφέρει να ομοφωνήσει σχετικά με το χαρακτήρα και την καταγωγή της ομάδωσης των οργεώνων. Αφενός εικάζεται ότι οι πριν από το Σόλωνα οργεώνες ήταν σωματεία των εντός των κόλπων των γενών αντιτιθέμενων παρατάξεων, που, με το θρησκευτικό χαρακτήρα ως προκάλυμμα, συνασπίζονταν με σκοπό την ανατροπή της εξουσίας.70 Αφετέρου υπερτονίζεται ο θρησκευτικός τους χαρακτήρας.71 Η διχογνωμία επεκτείνεται και στο αν αποτελούντο από πολίτες Αθηναίους ή από μετανάστες, που θέλοντας να ικανοποιήσουν την ανάγκη τους ως προς το ανήκειν σε μια κοινωνική ομάδα, εξυπηρετούν παράλληλα και πολιτικούς σκοπούς. Σύμφωνα με τη επικρατούσα άποψη,72 στο βαθμό που οι μετανάστες δε γινόντουσαν δεκτοί στα γένη, προκειμένου να ενταχθούν στους κοινωνικούς μηχανισμούς της πόλεως, συγκρότησαν τους οργεώνες κατά μίμηση της συσσωμάτωσης των γενών.73
 
Τριττύες

            Ετυμολογικά η τριττύς σημαίνει το μέρος του ενός τρίτου.74 Πράγματι, από το 750 π.Χ. και μέχρι τη νομοθεσία του Δράκοντος η επικράτεια διαιρείτο σε 12 τριττύες και 50 ναυκραρίες, όπου κάθε τρεις τριττύες σχημάτιζαν μιαν ανώτερη διοικητική μονάδα, την προκλεισθένεια φυλή.75 Με τις κλεισθένειες καινοτομίες, την αντικατάσταση των τεσσάρων παραδοσιακών φυλών από δέκα τεχνητές και την αντικατάσταση των φρατριών από τους δήμους στο ρόλο των βασικών μονάδων πλαισιώσεως των πολιτών, οι τριττύες αυξήθηκαν σε τριάντα, δηλαδή δέκα του άστεως (Αθήνα, Πειραιά και προάστια), δέκα της Παραλίας (όλα τα παράλια της Αττικής) και δέκα της Μεσογαίας (το εσωτερικό) και οι δήμοι κατενεμήθησαν σε αυτές. Κάθε μια από τις νέες φυλές απαρτίσθηκε από τρεις όχι συνεχόμενες γεωγραφικά, αλλά απομακρυσμένες τριττύες.76 Στο επιγραφικό υλικό έχουμε αναφορές σε ιερείς δικών τους θεοτήτων77 καθώς και σε οικονομικές συναλλαγές τις οποίες διενεργούν οι αξιωματούχοι τριττύαρχοι παράλληλα με άλλες αρμοδιότητες.78 Πολιτικής όμως σημασίας είναι ο ρόλος των τριττυών στην εκλογική διαδικασία, αφού υφίστανται ισχυρότατοι δεσμοί μεταξύ των δήμων, από τους οποίους απαρτίζονται, και των φυλών τις οποίες απαρτίζουν για την εκλογή των αξιωματούχων της φυλής. Η πολιτική αυτή σημασία γίνεται πρόδηλη, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι οι Αθηναίοι αισθάνονταν στενότερο σύνδεσμο με τα άλλα μέλη της ίδιας τριττύας από ότι με μέλη της ίδιας φυλής, καθώς και ότι είχαν εγγύτερη σχέση με μέλη της ίδιας φυλής από ότι με το ευρύτερο σώμα των πολιτών.79
 
Δήμοι

            Με τον όρο "δήμος" δηλώνονται προκλεισθενικά οι ομάδες εκείνες των ανθρώπων που κατοικούσαν σε μια περιοχή απομακρυσμένη από το άστυ, και αποτελούνταν από άτομα που ανήκαν σε κάθε άλλη κατηγορία πολιτών πλην των ευπατριδών.80 Συνιστούσαν δε ενώσεις με σαφώς προδιαγεγραμμένο πρόγραμμα προσβλέποντας σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις.81 Αυτές ακριβώς οι ενώσεις χρησιμοποιήθηκαν από τον Κλεισθένη προκειμένου να αντικαταστήσει το πατροπαράδοτο φυλετικό σύστημα της κοινότητας με ένα νέο, τεχνητό. Κύτταρο του όλου συστήματος μέχρι τότε ήταν οι οικογένειες και ο χαρακτήρας των φυλών και των φρατριών ήταν αιματοσυγγενικός. Ο Κλεισθένης κατέστησε κύτταρο του δικού του συστήματος το δήμο που ήταν ένωση κατοίκων του ίδιου χωριού. Από τους δήμους ολόκληρης της Αττικής κατήρτισε τριάντα τριττύες, ανά δέκα στο καθένα από τα τρία διαμερίσματα της χώρας, το άστυ, την Παραλία και τη Μεσογαία. Τέλος, απήρτισε μια νέα φυλή, ενώνοντας τρεις τριττύες, μια του Άστεως, μια της Παραλίας και μια της Μεσογαίας. Δηλαδή, το όλο σύστημα είχε γεωγραφικό χαρακτήρα από τη βάση του έως την κορυφή του, δεν είχε όμως και γεωγραφική ενότητα. Και εδώ ακριβώς έγκειται η σημαίνουσα κοινωνιολογική παρατήρηση. Ο Κλεισθένης επεδίωξε και επέτυχε ώστε οι νέες φυλές να μη επηρεάζονται ούτε από αριστοκρατικές οικογένειες, ούτε από τοπικιστικές τάσεις.82 Επιπλέον, οι δήμοι εξοπλίσθηκαν και με μόνιμες κρατικές αρμοδιότητες, όπως η δοκιμασία των εφήβων κάθε δήμου από τη συνέλευση των δημοτών και η εγγραφή τους στο οικείο "ληξιαρχικό γραμμάτειο", που αποτελούσαν προϋποθέσεις για την απόκτηση της ιδιότητας του Αθηναίου πολίτη. Παράλληλα, οι δήμοι ρύθμιζαν και τις τοπικές τους υποθέσεις με αποφάσεις που λαμβάνονταν από τη συνέλευση των δημοτών και εκτελούνταν από τον αιρετό άρχοντα Δήμαρχο, ενώ για να επιτελούν τις λειτουργίες τους είχαν και οικονομική αυτοτέλεια.83 Έτσι, αποτελούσαν τοπικές κοινότητες τα μέλη των οποίων μπορούσαν να ανήκουν σε διαφορετικές φρατρίες, αδιάφορο από την προέλευσή τους και κατ’ αυτόν τον τρόπο εξισώθηκαν ετερόκλητα κοινωνικοταξικά στοιχεία.84
 
Με τις κλεισθένειες νομοθετικές μεταβολές, οι βουλευτικές έδρες των 500 κατενεμήθησαν μεταξύ των νέων φυλών, κι έτσι οι δήμοι αντιπροσωπεύονταν ανάλογα με τον πληθυσμό τους, και συνεπώς το πολιτικό σώμα πιο κοντά στη γεωγραφική του κατανομή.85 Ο δήμος διαθέτει ένα είδος αυτόνομης δικαστικής εξουσίας με τους θεσμούς των κατά δήμους δικαστών και των διαιτητών. Σαφέστερα, με τη συμμετοχή των δημοτών στην εκλογή των διαιτητών (δημόσιων-εκλεγομένων από όλους τους δήμους), πρότειναν ουσιαστικά τους πιο αξιόλογους πολίτες κάθε τοπικής κοινωνίας,86 για την επίλυση των ιδιωτικών διαφορών, προτού καταλήξουν αυτές στα πολυμελή δικαστήρια της πόλεως. 
 
Οι φυλές

            Η πολιάδα κοινότητα επί Σόλωνος κατενέμετο σε τέσσερεις φυλές, τους Αιγικορείς, Αργαδείς, Γελέοντες και Όπλητες,των οποίων η καταγωγή ανάγεται στην προκρατική μορφή της Αττικής και πιο συγκεκριμένα στο έθνος των Ιώνων. Αυτές επιβίωσαν δια μέσου της τοπικής κοινότητας των Αθηνών,87 και το αθηναϊκό κράτος άφησε αφενός στις φυλές αφετέρου στις φρατρίες αρμοδιότητες και λειτουργίες που είχαν από παλαιά και ανέθεσε στις μεν και στις δε νέες αρμοδιότητες που θα εξυπηρετούσαν το ίδιο. Μερικές μάλιστα από αυτές θα επιζήσουν μέχρι της δημοκρατίας.88 Επί Σόλωνος, πέραν της χρήσεως των φυλών ως βάσεων στρατολογήσεως και διοικητικών στρατιωτικών μονάδων, ενεπλέχθησαν οι τελευταίες και στην πολιτική διαδικασία, με το να εκλέγουν η κάθε μια 100 βουλευτές της Βουλής των 400.89
 
Τέλος πάντων, επί δημοκρατίας η διεύρυνση του πολιτικού σώματος και η σύγχρονη εισδοχή των νέων πολιτών στις φρατρίες και δι' αυτών στην πολιάδα κοινότητα συνδέθηκαν από τον Κλεισθένη και με άλλες δυο πρωτοτυπίες : την αντικατάσταση των τεσσάρων παραδοσιακών φυλών από δέκα τεχνητές σε επίπεδο ανωτέρων διοικητικών μονάδων και την αντικατάσταση των φρατριών από τους δήμους σε επίπεδο πλαισιώσεως των πολιτών και διαιρέσεως του πολιτικού σώματος.90 Ο Κλεισθένης σχημάτισε τις φυλές από τριττύες, όπως άλλωστε προελέχθη γιατί τις προόρισε να λειτουργούν ως εκλογικοί σύλλογοι χωρίς τοπικά όρια, έτσι ώστε να περιορίζεται η δράση των τοπικών ευγενών και να εξουδετερώνονται τα τοπικά συμφέροντα91.Αυτές οι φυλές διέθεταν συνέλευση των μελών τους, πλήθος αιρετών92 αρχόντων93, αρχεία και οικονομική αυτοτέλεια καθώς και δικαστικές και διαιτητικές αρμοδιότητες με τα όργανα των Τεσσαράκοντα94 και των Διαιτητών95 αντίστοιχα. Οι τέσσερεις παραδοσιακές φυλές διατήρησαν την ύπαρξή τους, αποψιλωμένες όμως από τις ουσιαστικές αρμοδιότητες που κατείχαν και μετατράπηκαν σε σωματεία κοινωνικού και θρησκευτικού χαρακτήρα.96 Εντοπίζουμε και εδώ την πολιτική καινοτομία της αντικατάστασης της αιματοσυγγένειας από την εντοπιότητα.97 Παρόλα αυτά και τη σταδιακή αποδυνάμωση του ρόλου τους, οι φυλές συνεχίζουν να συντελούν με το δικό τους σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του κοινωνικού ιστού.98
 
Πιο συγκεκριμένα, για την ανάδειξη της βουλής των 500, κάθε φυλή προβαίνει σε κλήρωση 500 μεταξύ των μελών της και μετά σε πάλι σε κλήρωση 50 μεταξύ των προκληρωθέντων.99 Έτσι, οι άρχοντες και οι βουλευτές κληρώνονταν κατά φυλές, ώστε οι τελευταίες να εκπροσωπούνται ισομερώς στη Βουλή και στις δεκαμελείς αρχές. Περαιτέρω, οι βουλευτές κάθε φυλής αποτελούσαν χωριστό τμήμα μέσα στη Βουλή. Το καθένα αναλάμβανε με τη σειρά του την άσκηση καθηκόντων διοικούσας επιτροπής για διάστημα ενός δεκάτου του έτους.
 
Εκτός αυτού, οι οπλίτες στρατεύονταν κατά φυλές, σχηματίζοντας την μεγαλύτερη τακτική μονάδα του αθηναϊκού πεζικού, την τάξη, διαιρούμενη σε λόχους. Οι ιππείς σχημάτιζαν πέντε τακτικές μονάδες, καθεμία από τις οποίες ένωνε τους επιστρατευομένους δύο φυλών.100 Οι φύλαρχοι, εκλεγόμενοι κατά φυλές, διοικούσαν ο καθένας από αυτούς τους ιππείς της φυλής του, όπως ακριβώς ο Ταξίαρχος τους οπλίτες κάθε φυλής.101
 
Ο υπερτονισμένος θρησκευτικός χαρακτήρας κάθε συσσωμάτωσης και συνεπώς και της φυλής,102 αναδεικνύεται αφενός μέσω της ύπαρξης ιερέα ως αξιωματούχου, επιφορτισμένου με το καθήκον της επιμέλειας των θυσιών και των τελετουργιών,103 αφετέρου μέσω του θεσμού των εστιάσεων, δηλαδή κοινών δείπνων προσφερομένων στα μέλη των φυλών έπ’ αφορμή ορισμένων εορτών.104 
 
Κοινωνιολογικές παρατηρήσεις

            Σταχυολογώντας τα κρισιμότερα συμπεράσματα πρέπει να αναφέρουμε ότι ο θρησκευτικός χαρακτήρας της κοινωνικής ζωής διαδραματίζει βαρύνουσας σημασίας λειτουργία και κάθε σχέση περιβάλλεται όχι απλά με έναν μανδύα μυστικισμού και τελετουργικότητας, αλλά με στοιχεία οντολογικών προεκτάσεων. Δεν είναι τυχαίο ότι και οι πιο εκκοσμικευμένες νομικές σχέσεις, π.χ. οικονομικού χαρακτήρα διατηρούν όχι απλά από λόγους παράδοσης μια τέτοια υφή. Σε άμεση συνύφανση με τα προηγούμενα, η κοινωνία της τροφής, συνεπώς ο θεσμός των κοινών γευμάτων, συνιστά τη θεμέλιο πράξη έναρξης μιας διανθρώπινης σχέσης.
 
Το αττικό δίκαιο διακρίνεται από έντονη ολιγονομία διότι οι κοινωνικές σχέσεις είναι εμπεδωμένες βάσει εθιμικών κανόνων. Δεν είναι τυχαίο ότι το αττικό δίκαιο αναπτύχθηκε πρώτα από δικονομικής πλευράς και κατόπιν από ουσιαστικής105 ή ότι ο θεσμός της ιδιωτικής διαιτησίας προηγήθηκε και αποτέλεσε πρότυπο για αυτόν της δημόσιας.106 Ο νόμος ως επινόηση ενός πεφωτισμένου ανδρός (βλ. Σόλων ή Δράκων) θεωρείται σχεδόν αμετακίνητος.107 Το άτομο δεν μπορεί να νοηθεί αποκομμένο από την κοινότητα στην οποία ανήκει, αφού ο δεσμός τους δεν είναι απλά συμφεροντολογικός, αλλά πρωτίστως οντολογικός,108 γι' αυτόν ακριβώς το λόγο και αναπτύσσεται η έννοια της κοινοτικής αρετής. Σε άρρηκτη σχέση με το προαναφερθέν χαρακτηριστικό, βρίσκεται και το ότι δεν υφίσταται κανένα ανεπτυγμένο νομικό σύστημα (αλλά αντίθετα ανεπτυγμένοι δικαιικοί θεσμοί), και συνεπώς διάκριση των εξουσιών, γιατί δεν υπάρχει η ανάγκη εξισορρόπησης αντιτιθέμενων συμφερόντων. Αυτά τα αντιτιθέμενα συμφέροντα γίνεται προσπάθεια να προληφθούν με τον κατακερματισμό της εξουσίας με τη δημιουργία μικρών και αδύναμων μονομελών είτε συλλογικών οργάνων, πριν γεννηθούν τα αγεφύρωτα αντιτιθέμενα συμφέροντα οπότε το νομικό μέτρο να πρέπει να γίνει κατασταλτικό.
 
Νομικός πλουραλισμός και αθηναϊκή κοινωνία

            Με την παροχή του δικαιώματος της συσσωμάτωσης και της αυτορρύθμισης αυτής, επιτυγχάνεται (αφού κυρίως οι συσσωματώσεις έχουν μια θρησκευτική βάση) η παραγωγή ιδεολογίας και κοινωνικής οντολογίας μέσα από το κοινωνικό σώμα κι όχι η επιβολή τους ετερόνομα και εξουσιαστικά. Παράλληλα όμως, η πρόσμειξη των διαφόρων κοινωνικών ομάδων με τις συνεχείς, νομοθετικά επιβαλλόμενες, ανακατατάξεις του κοινωνικού σώματος επέτυχαν τη δημιουργία τόσο στενών δεσμών μεταξύ των πολιτών με αποτέλεσμα της δημιουργία της πεποίθησης μακρινής συγγένειας μεταξύ όλων των πολιτών.109 Με άλλα λόγια, η δημιουργία τόσο στενών συνδέσμων μεταξύ των πολιτών με την παράλληλη διατήρηση όμως της ετερότητας της κάθε ξεχωριστής ομάδας συνέβαλε στο να καλυφθούν οι τόσο έντονες κοινωνικές αντιθέσεις αφενός, και αφετέρου να σφυρηλατηθεί η ενότητα του κοινωνικού σώματος. Δεν παραγνωρίζουμε τις σημαντικές δυσλειτουργίες του αττικού110 κράτους.111 Η αποτελεσματικότητα όμως και ισχύς των νομικών μέτρων εξαρτάται από τη λειτουργία τους στο κοινωνικό σύνολο και την ιδεολογία και κοσμοθεωρία που το διέπει, και η αθηναϊκή κοινωνία, παρήκμασε εξαιτίας αυτών ακριβώς των τελμάτων της, που πάνω από όλα είναι τέλματα πολιτισμού. Απλά, υποστηρίζουμε ότι θεσμικά, κι όχι ίσως κοινωνικά, και δικαιικά και όχι νομικά, εκείνη η κοινωνία άγγιξε σημεία ανυπέρβλητης ίσως μέχρι σήμερα κοσμιότητας. Μια κοσμιότητα άρρηκτα συνδεδεμένη με την αισθητική, με το κάλλος, με την ομορφιά του σύμπαντος κόσμου. Φασί δε οι σοφοί....και ουρανόν και γην και θεούς και ανθρώπους την κοινωνίαν συνέχειν και φιλιάν και κοσμιότητα και σωφροσύνην και δικαιότητα… (Πλάτωνος Γοργίας, 507e 6-508a 4)
------------------------------
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1. Πανταζόπουλος, 221
2. Πανταζόπουλος, 216
3. Αριστοτέλους Πολιτικά 1,2,1252β,25. 2,6,1278,20
4. Πλάτωνος Πολιτεία, Β,369, Πρωταγόρας 320c
5. Αρίστ. Πολιτικά 1, 1252α
6. Πανταζ. 216
7. Παντάζ. 216, Πετρόπουλος 6.
8. Αριστ. Πολ. 1,2,1252β, 20. Ομήρου Οδύσσεια 9,114
9. Unesco, Ιστορία της Ανθρωπότητος Αθήνα 1966,182
10. Αριστ. Πολ. 1,1252β
11. Παντάζ. 217
12. Σακελλαρίου 76 επόμ.
13. Παντάζ. 217
14. Σακέλ. 100
15. Αριστ. Πολ. 1,2,1252β
16. Ηρόδοτος 1,170
17. Ι. Μικρογιαννάκη, άρθρο στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση στο λήμμα "Αθήναι"38
18. Πλούταρχος 24
19.Πλούταρχος 25
20. Πλούταρχος 24,25
21. Μικρογιαννάκη 43
22. Σακέλ. 57, Πετρόπουλος 9-11
23. Παντάζ. 224
24. Παντάζ. 238
25. βλ. Hasebroek σε Πανταζ. 234
26. Παντάζ. 234-243
27. Σακέλ. 12,100,101
28. Πλούτ. Σόλων 20
29. Αριστ. Πολ. 1,2,1252β
30. Βελισσαροπούλου 125
31. Paoli 20
32. Βελισσαρ. 126
33. Biscardi 183
34. Αριστ. Ηθικά Νικομάχεια Ε2, 1131α, 2-9
35. βλ. Ιλιάδα ψ,88
36. Bisc. 275 επ.
37. Bisc. 330,
38. Βελισσαρ. 127
39. Σακελ. 276
40. Paoli 12
41. Σακελ. 81
42. Bisc. 186
43. Πανταζ. 217, Ustinova 236
44. Howatson
45. Σακελ. 81
46. Σακελ. 384, 96, 81
47. Ustinova 235
48. Αριστ. Πολ. 1252β 18
49. Θουκυδίδου Ιστορία 1,2,6
50. βλ. το νόμο του Περικλή σχετικά με την πολιτογράφηση του 451 π.Χ.
51. Ustinova 237
52. Ustinova 237, Fisher 1176
53. Ustinova 239
54. Howatson
55. Jones 157
56. Σακελ. 59
57. Βελισσαρ. 112
58. Σακελ. 17, Ustinova 235
59. Βελισσαρ. 113
60. Leiwo 104
61. Osborne 73
62. Vamvoukos 105
63. Παντάζ. 247
64. Jones 157
65. Βελισσαρ. 113, Σακελ. 274-276, 542
66. Σακελ. 60
67. Σακελ. 61
68. Howatson
69. Vamvoukos 105
70. Vamvoukos 105-106, Πανταζ. 248 επ.
71. Fisher 1176, Jones 159, Leiwo 104
72. Ustinova 237 επ.
73. Ustinova 239
74. Howatson
75. Σακελ. 82
76. Σακελ. 101
77. Osborne 90
78. Jones Α, 261
79. Osbome 90
80. Πανταζ. 244
81. Αριστ. Αθ. Πολ. 11,2
82. Σακελ. 102
83. Σακελ. 104
84. Σακελ. 106
85. Σακελ. 171
86. Osborne 81, Me Dowell 315
87. Σακέλ. 58
88. Σακέλ. 79
89. Σακέλ. 60
90. Σακέλ. 101
91. Σακέλ. 101
92. Jones 58
93. Σακέλ. 205
94. Σακελ. 203
95. Σακέλ. 204
96. Σακέλ. 101
97. Σακέλ. 106
98. Σακέλ. 64
99. Σακέλ. 109
100. Σακέλ. 281
101. Σακέλ. 201
102. JonesA 60.
103. Jones A 60
104. Σακέλ. 260
105. βλ. άρθρο Π. Δημάκη στην Εγκυκλοπαίδεια Χάρη Πάτση
106. Βλ. Mc Dowell κεφ. Διαιτησία 217. βλ. Mc Dowell κεφ. "Νομοθέτες"
107. βλ. Mc Dowell κεφ. «Νομοθέτες»
108. βλ. Descat και Baslez
109. Σακελ. 62
110. Mc Dowell κεφ. "οι συκοφάντες"
111. Σακελ. Κεφ. "παθολογία της αθηναϊκής δημοκρατίας"
-------------------------------
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Βελισσαροπούλου, Ιουλία. Θεσμοί της Αρχαιότητας : Η πόλις. Σάκκουλας 1987
Πανταζόπουλος, Νικόλαος. Αι Ελληνικαί Κοινωνίαι. Α. Π. Θ. Θεσσαλονίκη 1982
Πετρόπουλος, Γεώργιος.Πνεύμα και Εξέλιξις του Αρχαίου Ελληνικού Δικαίου. Αθήνα 1935
Σακελλαρίου, Μ. Β. Η Αθηναϊκή Δημοκρατία. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Ηράκλειο
2000
Baslez, Marie – Francoise. "Les associations dans la citeet l’ apprentissage du collectif", Ktema 23, 1998
Biscardi, Arnaldo.
Αρχαίο Ελληνικό Δίκαιο. Εκδόσεις Παπαδήμα. Αθήνα 1996
Descat, Reymond. "Public et prive dans l’ economie de la cite grecque", Ktema 23, 1998
Fisher, Nicholas R. E. "Greek Associations, Symposia, and Clubs" in M. Grant & R. Kitzinger Civilization of the Ancient Mediterranean. New York 1988
Howatson Companion to classical studies. Oxford
Jones, J. The law and the legal theory of Greeks. Oxford 1956
Jones, J. Public Organization in Ancient Greece. American Philosophical Society. Philadelphia 1987
Martti, Leiwo. "Religion or other Reasons? Private Associations in Athens" in J. Frosen Early Hellenistic Athens, Symptoms of a change.
Helsinki. 1997
McDowell, Douglas. Το Δίκαιο στην Αθήνα των κλασσικών χρόνων. Παπαδήμας
1988
Osborne, R. G. The discovery of classical Attica. Cambridge 1985
Paoli, Ugo Enrico.
Αττικόν και Κοινόν Ελληνικόν Δίκαιον. Αθήνα 1959
Ustinova, Y. "Orgeones in phratries : A mechanism of social intergration in Attica" Kernos 9
Vamvoukos, Athanassios. Fundamental Freedoms in Athens. Rida 1979

Πώς η θλίψη μπορεί να γίνει θετικό συναίσθημα και να μας απογειώσει;

Έχει και η θλίψη τις κρυφές, θετικές πλευρές της, αν κάποιος τη διαχειριστεί έξυπνα και εποικοδομητικά.

Ο ψυχολόγος Timothy So από το Ινστιτούτο Ευζωίας του πανεπιστημίου του Cambridge έβαλε στο μικροσκόπιο την καινοτόμο έρευνα του Αυστραλού ψυχολόγου του πανεπιστημίου του New South Wales Joe Forgas με θέμα τα καλά και ωφέλιμα της θλίψης στέλνοντας μηνύματα ευημερίας κάτω από το πρίσμα της λεγόμενης Θετικής Ψυχολογίας.

Πώς βλέπει η Θετική Ψυχολογία τη θλίψη
Η Θετική Ψυχολογία υποστηρίζει ότι τα αρνητικά συναισθήματα μπορούν να γίνουν ωφέλιμα. Ο Joe Forgas με τις έρευνές του προώθησε την πρωτοποριακή αντίληψη ότι η θλίψη μπορεί να είναι ευεργετική τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο με τουλάχιστον 4 διαφορετικούς τρόπους:

Αυξάνει την παρατηρητικότητα και την ευθυκρισία: Τα πειράματα του Αυστραλού ψυχολόγου απέδειξαν πως, όταν έχουμε «γκρίζα» διάθεση, βρισκόμαστε σε ετοιμότητα και επαγρύπνηση και είμαστε λιγότερο αφελείς. Επίσης είμαστε σε θέση να παρατηρούμε με περισσότερη λεπτομέρεια και ακρίβεια τον χώρο και το περιβάλλον. Αυτή η εξέχουσα προσοχή μπορεί να μας κάνει να ανιχνεύουμε ευκολότερα την εξαπάτηση και να κάνουμε λιγότερα κριτικά λάθη.

Μας βοηθά να παράγουμε πιο πειστικά επιχειρήματα στον λόγο μας: Όταν κάποιος βρίσκεται σε μελαγχολική διάθεση, έχει την ικανότητα να συντάσσει πιο πειστικούς και συγκροτημένους λόγους. Επιπλέον δίνει μεγαλύτερη προσοχή στις πληροφορίες που λαμβάνει από τον εξωτερικό κόσμο.

Αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τα πράγματα: Η αρνητική, θλιμμένη διάθεση μειώνει την τάση μας να δρούμε βασισμένοι σε κοινωνικά στερεότυπα, προκαταλήψεις και κάθε λογής μύθους. Αντίθετα μας ωθεί να αναζητήσουμε νέες αντιλήψεις.

Μας βοηθά να επικοινωνήσουμε καλύτερα με τους γύρω μας: Όταν η θλίψη προέρχεται από το αίσθημα ότι δεν είμαστε αποδεκτοί από τους γύρω μας ή ότι δε βαδίζουμε σωστά, τότε μπαίνουμε σε κατάσταση εγρήγορσης ψάχνοντας καλύτερους τρόπους να επικοινωνήσουμε με τους ανθρώπους του κύκλου μας. Έτσι βελτιώνουμε τη σχέση μας μαζί τους.

Αν φτάσεις στον πάτο, μετά απογειώνεσαι
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η θλίψη μας κάνει ικανότερους να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις της ζωής. Όσο και αν μας αναστατώνει η ανεργία, η διάλυση μιας σχέσης, η απώλεια ενός αγαπημένου προσώπου ή εν τέλει η κοινωνική απομόνωση, η θλίψη μπορεί να μας σπρώξει να γίνουμε πιο ανθεκτικοί, πιο φιλοσοφημένοι και πιο ώριμοι στις αποφάσεις μας.

Φτάνοντας στον πάτο, όπως λένε, έχουμε δύο δρόμους να διαλέξουμε: Ο ένας είναι η μόνιμη κατάθλιψη. Ο άλλος, σύμφωνα με τη Θετική Ψυχολογία, είναι να διοχετεύσουμε την ενέργειά μας σε κάτι εποικοδομητικό και να ξεκινήσουμε τον δρόμο για ένα καλύτερο αύριο κοιτώντας (μόνο) μπροστά.

Να βρεις άνθρωπο που δε θα σε αδειάσει μόλις τον γεμίσεις

Σήμερα σου τέλειωσε. Ό,τι είχες, σου τέλειωσε. Και τυχαία σου είπαν πως οι άνθρωποι είναι όλοι ίδιοι. Δεν είναι, μα συνηθίζουν να το λένε. Είναι, βλέπεις, εύκολο. Σε παρότρυναν να φύγεις, να πας κάπου αλλού. Να βρεις έναν άλλον, να μη σε στεναχωρεί, να μη σ’ αφήνει. Ποιον να βρεις; Στόχευε γι’ αυτόν που δε θα σε αδειάσει όταν γεμίσει. Κι αν δε σου τύχει τέτοιος; Δε θα ‘σαι εξαίρεση. Και σκέψου· πώς είναι δυνατόν ποτέ του να γεμίσει; Μ’ αντλία δε γεμίζει ακόμα το κενό στον έρωτα.

Περισσότερο, θα έλεγες, πως καλύπτεται. Τους βλέπεις, πάραυτα, και φεύγουν. Σου λένε «Τώρα είμαι εντάξει». «Δε σε χρειάζομαι». Πακετάρουν, ντύνονται, σε χαιρετούν τυπικά και φεύγουν.

Σκέψου, κρατάνε χαρτοφύλακα γεμάτο με ό,τι εσύ τους έδωσες. Άδικο. Και πού το ‘πανε; Εσύ το έδωσες, να το ‘χει, να το ‘χετε μαζί, να το μοιράζεστε. Δική σου περιουσία, να ξοδεύεται σε άλλον άνθρωπο. Κι εσύ τι είσαι; Ποιος τους είπε πως μπορούνε να πατάνε; Να σε ξοδεύουνε, ποιος τους άφησε; Τους καλόμαθες. Κι αφού το καταχράστηκαν, να πάνε στα κομμάτια. Έτσι θα δούνε.

Και μετά εσύ· ποιανού το κενό βάλθηκες να καλύψεις; Όχι, αυτοί δε θέλουν άνθρωπο, αυτοί δεν έχουν ανάγκη από γέμισμα. Αυτοί έχουν  μόνη ανάγκη να ξέρουν πως χρησιμεύουν σε κάτι. Τους δίνεις απάντηση, γεμίζουν και ξοφλάνε. Τώρα σε στέλνουν κι αυτοί στα κομμάτια. Στα κομμάτια, σαν να σου λένε, να πας. Με τέτοια ψυχρότητα ζουν –αν το θέλουνε– οι άνθρωποι.

Αλλά τι τους κλαις; Αυτοί πότε σε ‘κλαψαν; Έκρινες λάθος. Εμπιστεύτηκες λάθος. Αγάπησες λάθος. Μα αυτό το τελευταίο σηκώνει συζήτηση. Δε φταις εσύ, παρ’ όλα αυτά. Τέτοιοι υπάρχουν πολλοί. Πού να διαχωρίσεις; Εκείνοι έρχονται. Εσύ αγαπάς. Δίνεις ό,τι δίνεις, γιατί το μπορείς και το γουστάρεις. Στο μεταξύ, παίρνεις κάτι πίσω κι υπάρχει μία ανταλλαγή, οπότε, λες, όλα καλά. Τη βρήκες τη στεριά σου. Πού να ξέρεις;

Αυτοί έκριναν λάθος. Αυτοί λάθος έκριναν πως μπορούν ό,τι θέλουν να σε κάνουν. Ποιοι είναι; Εσύ να τους πεις «Στο διάολο». Το ζήτησαν και το έπαθαν. Εσύ ήθελες άνθρωπο. Έγινε παρεξήγηση. Και τώρα που το κατάλαβες, τρέξε να διορθώσεις. Ό,τι βρεις. Τι να βρεις; Σε άδειασαν. Στο ληστέψανε το σπίτι. Και αυτό συνεπάγεται του ότι δε σου άφησαν τίποτα που ν’ αναγνωρίζεται δικό σου. Έτσι είναι.

Σε άδειασαν. Κι αυτό σημαίνει πως επίτηδες την έμαθαν την αδυναμία σου για να την πατήσουν. Αυτοί θα την πουλήσουν για χρυσό. Τους λάτρεψες αρκετά, τους έκανες κάτι και τώρα είναι έτοιμοι να βγουν στον κόσμο να προχωρήσουν. Εσύ ήσουν, ξεκάθαρα, το βήμα.

Μη θυματοποιείς τον εαυτό σου, έχεις ευθύνη. Επιλέγεις πού να μοιράσεις το χρυσό σου. Μα συνήθως δεν πρόκειται περί μοιρασιάς παρά περί χαρίσματος. Τους το χάρισες. Για το ξεπούλημα, μη μιλάς.

Μη συμβιβαστείς. Σίγουρα, μη συμβιβαστείς. Διέλυσέ τα όλα και φύγε. Όπου μπορείς. Πού μπορείς; Γύρνα και πες πως «Ναι, ρε διάολε, σου ξέφυγα» και δες μετά πώς μικραίνει το εγώ τους.

Αυτό ήταν. Μια λάθος στάση, πιθανώς μεγαλύτερη απ’ το κανονικό της, που -ας πούμε- ξόδεψες το κάτι παραπάνω. Ε και τι έγινε; Θα τρέξεις ν’ αναπληρώσεις στην επόμενη. Τα άλλα όλα έρχονται.

Και κάπως έτσι, λήγουν όλα. Μ’ ένα «Ε και τι έγινε;». Και τι έγινε που σ’ αφήσανε, που άφησες, που πικράθηκες; Τι έγινε; Τίποτα δεν έγινε. Κάποτε έκλαψες και κάποτε το ξέχασες. Μόνη εκκρεμότητα σου μένει ο άνθρωπος. Μ’ αυτόν, τι θα κάνεις;

Μεγαλώνοντας αγαπάμε περισσότερο λιγότερους ανθρώπους

«Όσο μεγαλώνουμε, αγαπάμε περισσότερο λιγότερους ανθρώπους». Το συνειδητοποιείς; Το επανέλαβα, γιατί σκέφτομαι πως έτσι είναι, απλά τώρα το συνειδητοποιώ.
Με την πάροδο του χρόνου, οι σχέσεις με τους ανθρώπους διαφοροποιούνται. Κάποτε μπορεί να φαίνονταν δυνατές κι ανθεκτικές, σήμερα όμως, οι ίδιες σχέσεις με τους ίδιους ανθρώπους, διαλύονται. Κάποτε, ένιωθες σίγουρος γι’ αυτές, σήμερα, δε νιώθεις σιγουριά για τίποτα.

Κάποτε, βέβαια,  ίσως να ήσουν κι εσύ λίγο πιο αδιάφορος. Να σε ένοιαζε μόνο να περνάς καλά, να σε ενδιέφερε περισσότερο η ποσότητα και λιγότερο η ποιότητα.  Να σε γέμιζε ο όχλος, γιατί δεν είχες ανάγκη κάτι άλλο. Απόλυτα λογικό για την τότε ηλικία σου κι αρκετά διασκεδαστικό, θα έλεγα.

Μόνο που σήμερα, είναι κάπως διαφορετικά. Μερικές φορές τα καλά πράγματα καταρρέουν, έτσι ώστε καλύτερα πράγματα να μπορέσουν να οικοδομηθούν. Γιατί δε χρειάζεται να αγαπάμε περισσότερους ανθρώπους, αρκεί να αγαπάμε περισσότερο τους δικούς μας ανθρώπους, αυτούς που κρατούν μαζί μας το φράχτη μας προκειμένου να προφυλάξουμε τον κύκλο μας.

Μπαίνοντας σε αυτόν τον κύκλο, τα λεπτά, οι ώρες ή πολλές φορές και τα τριήμερα που αφιερώνουμε ο ένας για τον άλλον, μας βοηθούν να αισθανθούμε πλήρεις. Μας πετούν τη μάσκα που φοράμε καθημερινά και ρίχνουν τα τείχη επιβίωσης που έχουμε ορίσει. Εκεί μέσα, φερόμαστε σαν δεκαπεντάχρονα, κινούμαστε σαν εικοσάχρονα και μιλάμε σαν άνθρωποι ώριμοι -αυτό παίζεται. Κυρίως όμως, ακούμε κι ακουγόμαστε.

Δεν είναι άσχημο να κατηγοριοποιούμε τους φίλους μας. Από κάποιους είναι παρεξηγήσιμο αυτό, ωστόσο το θεωρώ απόλυτα σωστό και δίκαιο. Δεν μπορούν να είναι όλοι για όλους, αλλά ούτε κι εσύ μπορείς να έχεις την ίδια θέση για όλους. Παρ’ όλα αυτά, το γεγονός ότι έχεις ορίσει για τον καθέναν μία κατηγορία, δε σημαίνει παράλληλα ότι δε σέβεσαι αυτό που έχετε ή δεν τον εκτιμάς. Ίσα-ίσα,  το να θέτουμε ακριβείς αποστάσεις κι όρια σύμφωνα με τις ανάγκες μας, είναι κάτι που όλοι κάνουμε ανά διαστήματα σε διάφορα στάδια της ζωής μας. Απλά οι περισσότεροι δεν το λένε.

Καθώς μεγαλώνουμε, όμως,  δημιουργούμε μια ομάδα αναφοράς. Ανθρώπους που μπορούμε να ακολουθήσουμε και με τους οποίους μπορούμε να εκτιμήσουμε τον εαυτό μας και να ταυτιστούμε. Να μοιραστούμε σκέψεις, αισθήματα, ενδιαφέροντα και καλές στιγμές. Γιατί μόνο με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να φτάσουμε στην πραγματική ενηλικίωση.

Παρ’ όλα αυτά, συμβαίνει κάτι αξιοσημείωτο. Είτε λόγω της άνεσης που υπάρχει μεταξύ σας, είτε λόγω του ότι οι απαιτήσεις σας γι’ αυτά τα άτομα είναι υψηλές, οι αντιπαραθέσεις που μπορούν να προκύψουν, είναι οδυνηρές και διεισδύουν βαθύτερα μέσα σας. Κι εκεί, γινόμαστε πάλι παιδιά που μαλώνουν για ένα παιχνίδι, όμως μετά από δύο λεπτά αγκαλιάζονται κι αγαπιούνται υπέρμετρα ξανά.

Να τους αγαπάτε αυτούς τους ανθρώπους που μπορούν να σας πουν τα πάντα με ένα βλέμμα. Να σας καμαρώσουν με ένα χαμόγελο και να σας δώσουν την ελευθερία σας, όταν το απαιτεί η στιγμή, κάνοντας οι ίδιοι ένα βήμα πίσω για να μπείτε μπροστά. Εκείνοι, που εγκρίνουν ή απορρίπτουν κάτι σε σας με άνεση και που θα μπορούσαν να ριχτούν και στα λιοντάρια, αν το έκριναν απαραίτητο.

Πολλοί άνθρωποι αγοράζουν πράγματα που δε χρειάζονται, με χρήματα που δεν έχουν, για να εντυπωσιάσουν ανθρώπους που δεν ξέρουν ή που ακόμα κι αν τους έχουν συναντήσει, δεν κατάφεραν ποτέ  να ξεχωρίσουν απ’ το πλήθος. Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τις σχέσεις. Όμως,  μεγαλώνοντας,  αυτή η μαρκίζα θα μικραίνει. Γιατί δε θα σε νοιάζει πια. Γιατί ξέρεις ποιους θες να έχεις κοντά σου, αλλά κυρίως θέλεις να προσπαθήσεις εσύ να τους διατηρήσεις αγνούς όπως τους γνώρισες και παιδιά όπως όταν είστε μαζί. Κυρίως όμως, τους θες έτοιμους να κρατήσουν τον φράχτη σας σαν φρούριο απόρθητο.

Γιατί πια δεν είστε παιδιά και γιατί αισθάνεστε το ίδιο τυχεροί που έχετε ο ένας τον άλλον. Γιατί ξέρετε πως το να αλληλοσυμπληρώνεστε είναι σπάνιο μεν, αλλά δύσκολο να διατηρηθεί αν το θες λιγότερο απ’ τον άλλον. Γιατί δεν είστε ίδιοι και το ξέρετε, δε θέλετε όμως να γίνετε κιόλας. Και το ξέρετε κι αυτό. Ίσως αυτό να είναι τελικά. Γιατί το να κάνεις εκατό φίλους δεν είναι θαύμα. Το θαύμα είναι το να κάνεις έναν φίλο που θα σταθεί δίπλα σου ακόμα κι όταν εκατό άτομα είναι εναντίον σου.

Ζωή έξω από το παρόν δεν υπάρχει

Όλοι είμαστε αφυπνισμένα όντα. Η διαφορά μας είναι ότι εμείς είμαστε εντελώς απορροφημένοι από τον κόσμο του νου και γι’ αυτό έχουμε αποσυνδεθεί από την αλήθεια, η οποία είναι πάντα παρούσα μέσα μας.

Ολόκληρη η ανθρωπότητα είναι απορροφημένη μέσα στον κόσμο του νου. Οι άνθρωποι σκέφτονται συνέχεια. Ο μεγαλύτερος εθισμός μας είναι οι σκέψεις. Για κάποιον λόγο, δεν μπορούμε να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε. Ακόμα και όταν κάνουμε διαλογισμό για τριάντα χρόνια, οι σκέψεις δεν σταματούν να έρχονται. Και έρχονται απρόσκλητες, χωρίς λόγο. Αυτός ο μηχανισμός μάς κρατάει φυλακισμένους στον κόσμο του νου.

Ο κόσμος του νου είναι το παρελθόν έτσι όπως το θυμόμαστε (όχι έτσι όπως εξελίχθηκε πραγματικά) και το μέλλον έτσι όπως το φανταζόμαστε (όχι έτσι όπως θα εξελιχθεί πραγματικά). Αυτή είναι η κατάσταση που βιώνει η ανθρωπότητα: ένας κόσμος πλάνης και διαχωρισμού, ενώ μέσα μας υπάρχει πάντα η επιθυμία για απελευθέρωση, αφύπνιση και ένωση με το όλο. Αυτή η επιθυμία έρχεται από την ψυχή και υπάρχει βαθιά μέσα μας, αλλά εμείς είμαστε φυλακισμένοι στον κόσμο του νου.

Η αληθινή μας φύση είναι η καθαρή συνειδητότητα, χωρίς μορφή και χωρίς περιεχόμενο. Δεν μπορούμε καν να το συλλάβουμε αυτό με τις σκέψεις. Το μεγάλο θαύμα είναι ότι εμείς, ως καθαρή συνειδητότητα, με κάποιο τρόπο πήραμε τη μορφή του σώματος που έχουμε τώρα. Αν μπορούσαμε να είμαστε παρόντες με τις εμπειρίες του σώματός μας και τις αισθήσεις του (την όραση, την ακοή, την όσφρηση, τη γεύση και την αφή) θα βιώναμε τον επίγειο παράδεισο. Αυτή είναι η αφυπνισμένη κατάσταση: να γνωρίζεις πού είσαι και ποιος είσαι.

Τι μας συνέβη όμως; Από την αρχή κιόλας της εμφάνισης του ανθρώπου, αρχίσαμε να απορροφιόμαστε σιγά σιγά όλο και περισσότερο από τον νου, αποσυνδεθήκαμε από την αλήθεια που είναι πάντα παρούσα μέσα μας και ζούμε πλέον σε ένα πολύ περιορισμένο πεδίο της συνειδητότητας.

Η αφύπνιση λοιπόν είναι το να βγούμε από αυτό το περιορισμένο πεδίο της συνειδητότητας. Να βγούμε από το παρελθόν και το μέλλον, την πλάνη και το διαχωρισμό, την «ιστορία μας», και να έρθουμε στην αλήθεια της ζωής όπως υπάρχει στο παρόν. Η ουσία είναι ότι δεν υπάρχει ζωή έξω από το παρόν. Δεν γίνεται να ζεις έξω από το παρόν. Μόνο στο παρόν μπορείς να αναπνέεις ή να τρως.

Είναι αδύνατο να ζεις έξω από το παρόν. Κι όμως αυτό κάνουμε όλοι μας. Χανόμαστε μέσα στις σκέψεις για το παρελθόν και το μέλλον, την «ιστορία μας», και νομίζουμε ότι η αλήθεια για τη ζωή είναι αυτό που λένε οι σκέψεις.

Σιωπή: τα επίπεδα της και η ανεκτίμητη θεραπευτική της αξία

Αποτέλεσμα εικόνας για food for depression and stressΟ κύριος άξονας είναι η έκφραση. Με ποικίλους τρόπους οι ειδικοί παροτρύνουν και υποστηρίζουν τους ανθρώπους να εκφράζονται με το λόγο, τις εκφράσεις τους και το σώμα τους. Με κάθε τρόπο να μιλούν, λοιπόν.

Όλα τα πράγματα στη ζωή όμως έχουν δύο όψεις. Δύο όψεις που ολοκληρώνουν η μια την άλλη και αν η μια προχωράει χωρίς την άλλη τίποτα δεν προχωρά στην ουσία.

Είναι όπως η μέρα και η νύχτα. Κάποιοι προτιμούν τη μέρα κάποιοι τη νύχτα, αλλά ανεξάρτητα απο τις επιμέρους προτιμήσεις η νύχτα πάει πάντα παρέα με τη μέρα. Η άλλη όψη στην έκφραση είναι η σιωπή. Η σιωπή όσο και η ομιλία λεκτική και μη λεκτική είναι ή πρέπει να είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο στην θεραπεία.

 

Τα πρόσωπα της σιωπής

Για να προχωρήσουμε λοιπόν, στο θέμα της σιωπής στις θεραπευτικές διαδικασίες ας δούμε λίγο τα πρόσωπα της σιωπής. Υπάρχει η σιωπή που αφορά στην αλληλεπίδρασή μου με τους άλλους.  Σε αυτό το επίπεδο κάποιος μπορεί να σωπαίνει γιατί:
  • του το επιβάλλουν.
  • χρειάζεται να σκεφτεί τί έχει να πει.
  • του έχουν ζητήσει ή θέλει να ακούσει κάποιον άλλον.
  • δυσκολεύεται  ή διστάζει να μιλήσει, ενώ έχει κάτι να πει.
  • δεν έχει να πει τίποτα.
  • αδιαφορεί για τους άλλους.
  • βρίσκεται βυθισμένος στις σκέψεις του και δεν παρακολουθεί ο,τι εξελίσσεται γύρω του.
  • είναι ένας τρόπος να εκφράσει κάτι απο αυτό που νιώθει στους άλλους.
  • Κατακλύζεται απο τα συναισθήματα του και δεν μπορεί να τα βάλει σε λέξεις.
Η σιωπή λοιπόν που αφορά στην επικοινωνία με τους άλλους συνδέεται και με δύσκολες ψυχικά καταστάσεις και δεν ταυτίζεται πάντα με την επιθυμία να ακούσουμε τους άλλους. Σε θεραπευτικό επίπεδο το να μπορεί κάποιος να αντιλαμβάνεται τί απο όλα αυτά του συμβαίνει κάθε φορά είναι ένας θεραπευτικός στόχος και όταν οι άνθρωποι τον κατακτούν νιώθουν πιο ασφαλείς με τον εαυτό τους και βρίσκουν χώρο ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους.

Κατανοώντας  οτι η σιωπή μαζί με άλλους δεν είναι ενα κενό, ένα τίποτα, αλλά το νόμισμα της έκφρασης απο την άλλη πλευρά, αρχίζουν να γίνονται πιο γνήσιοι στην επικοινωνία τους και να απαλλάσσονται απο το άγχος που πολύ συχνά κουβαλούν πως πρέπει πάντα να μιλούν όταν είναι μαζί με άλλους.

Επομένως η άσκηση στην σιωπή σε ομαδικό θεραπευτικό πλαίσιο είναι απαραίτητο κομμάτι της διαδικασίας και μαθαίνει τους ανθρώπους να ισορροπούν ανάμεσα στην ομιλία και την σιωπή και να μπορούν να εκφράζονται και με τα δύο.

 

Η σχέση του εαυτού με το σώμα

Ας δούμε τώρα λίγα πράγματα για την σιωπή που αφορά την σχέση με τον εαυτό και το σώμα.
Πολύ συχνά οι άνθρωποι παραπονιούνται για την κούραση που τους δημιουργεί το μυαλό τους, το οποίο δεν σταματάει να «μιλάει». Συνέχεια υπάρχουν σκέψεις που δημιουργούν θόρυβο μέσα στο κεφάλι, επιζητούν την συνεχή προσοχή και σπαταλούν αλόγιστα την ενέργεια του ανθρώπου. Αυτού του είδους η ομιλία γίνεται πιο εύκολα αντιληπτή, όταν κάποιος είναι μόνος του.

Το να μένει κάποιος με τον εαυτό του και να ακούει τι συμβαίνει μέσα του και να συνομιλεί και με το σώμα του, είναι τόσο σημαντική επικοινωνία όσο και η επικοινωνία με τους άλλους γύρω του. Όμως για να μπορέσει να ζήσει μια τέτοια είδους  εσωτερική επικοινωνία, χρειάζεται να υπάρξει σιωπή. Να σωπάσουν οι συνεχόμενες, επίμονες, εναλλασσόμενες σκέψεις και ιδέες, οι οποίες απομακρύνουν τον άνθρωπο από το εδώ και τώρα, από την επαφή με το σώμα του και τα συναισθήματα του.

Πως μπορεί κάποιος να φτάσει σε αυτήν την εσωτερική σιωπή;

Η εσωτερική σιωπή είναι μια διαδικασία την οποία ο σημερινός άνθρωπος έχει να διδαχθεί για να φτάσει εκεί. Όλοι οι άνθρωποι σήμερα, εκπαιδεύονται στο πώς να αναπτύξουν τη σκέψη τους και  έτσι μαθαίνουν γρήγορα να δέχονται σαν πραγματικότητα μόνο ό,τι μπορούν να αντιληφθούν με τη σκέψη τους.

Η δυνατότητα να συγκεντρώνεται ο άνθρωπος στο σώμα του, να δίνει χρόνο και χώρο για να ανακαλύψει πως νιώθει και να μάθει να εμπιστεύεται την προσωπική του αλήθεια, παραγκωνίζεται ή εξανεμίζεται στην ατέρμονη προσπάθεια καλλιέργειας των γνωστικών και μόνο δυνατοτήτων του εγκεφάλου. Όποτε για να μπορέσει ένας άνθρωπος να προχωρήσει πέρα από αυτό που κυριαρχεί στη ζωή του, χρειάζεται να μπει σε μια θεραπευτική διαδικασία, η οποία να έχει σαν μοναδικό μέλημα της να μάθει στον άνθρωπο όλα αυτά που έχει μέσα του και τα αγνοεί.

Κατ’αρχήν να τον υποστηρίξει στο να αμφισβητήσει την παντοδυναμία των σκέψεων και μετά από αυτό να τον πάρει από το χέρι και να τον οδηγήσει
  • Να αντιληφθεί οτι υπάρχει και το σώμα του και περιέχει μια αλάνθαστη σοφία.
  • Να νιώσει την παρουσία των αισθήσεων του και την δύναμη τους.
  • Να γνωρίσει την αναπνοή του και τα άπειρα επίπεδα της.
  • Να αισθανθεί ψυχοσωματικά τα συναισθήματα του.
  • Να τον μάθει να αφουγκράζεται το σώμα του και να εμπιστεύεται ο,τι του λέει.
Όταν κάποιος ανέβει όλα αυτά τα σκαλοπάτια, τότε μπορεί σίγουρα όχι μόνο να βρίσκει και την εσωτερική σιωπή, αλλά να την αποζητά κιόλας γιατί η εσωτερική σιωπή μπορεί να τον οδηγήσει με ασφάλεια σε αυτό που είναι.

Και αυτός που ξέρει ποιος είναι νιώθει ασφαλής, χαρούμενος και ικανοποιημένος και στην επικοινωνία του με το περιβάλλον.

Είναι φανερό πως η σχέση με τον εαυτό και το σώμα είναι η βάση για όλα τα υπόλοιπα.

Ίσως λοιπόν, είναι καιρός να βρείτε και σεις την εσωτερική σιωπή η οποία θα σας οδηγήσει σε μια αληθινή σχέση με το σώμα σας και τον βαθύτερο εαυτό σας και κατ’επέκταση και με τους άλλους ανθρώπους.

Η ικανοποίηση των αναγκών και των επιθυμιών του παιδιού

Αποτέλεσμα εικόνας για ΠαιδίΟ ρόλος του λόγου

Το σώμα μας βρίσκεται σε μία συνεχή κατάσταση μεταβαλλόμενης ισορροπίας, ενώ το ίδιο φθείρεται μέχρι που οι λειτουργίες του πάψουν. Καθημερινώς επέρχονται αλλαγές, ενώ την ίδια στιγμή οι ίδιες λειτουργίες επαναλαμβάνονται. Συνεπώς, οι ανάγκες είναι πάντοτε οι ίδιες, γεγονός το οποίο είναι «θανατηφόρο» για το πνεύμα, το οποίο επιθυμεί. Ο άνθρωπος βρίσκεται μεταξύ δύο βασικών δυνάμεων: των ενστίκτων του θανάτου, τα οποία απειλούν όχι μόνο το άτομο, αλλά και το υποκείμενό του και, των ενστίκτων της ζωής, τα οποία διαφυλάττουν την επιβίωση όπως του ατόμου, έτσι και του υποκειμένου του.

Ενώ η ανάγκη είναι κάτι, το οποίο επαναλαμβάνεται ακατάπαυστα, η επιθυμία είναι πάντοτε κάτι καινούργιο. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, δεν πρέπει να ικανοποιούνται όλες τις επιθυμίες του υποκειμένου. Αυτό που πρέπει ο γονιός να κάνει, είναι να στηρίζει λεκτικά το υποκείμενο, όταν εκφράζει τις επιθυμίες του, χωρίς να το μεταπείθει ή κρίνει. Η διαπαιδαγώγηση πρέπει να έχει ως στόχο την στήριξη της επιθυμίας του παιδιού για κάτι καινούργιο. Επιθυμία, η οποία ικανοποιείται επανειλημμένως, μετατρέπεται σε ανάγκη, η οποία επιβάλλει την επανάληψη και, η οποία με τη σειρά της τροφοδοτεί και τροφοδοτείται από το ένστικτο του θανάτου. Η αληθινή επιθυμία δεν μπορεί ποτέ να ικανοποιηθεί πλήρως. Εάν ικανοποιηθεί, τότε σημαίνει πως ποτέ δεν ήταν αληθινή.

Για παράδειγμα, τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από καραμέλες. Μέσω αυτού του αντικειμένου, το παιδί ζητά αγάπη και σημασία. Εάν ο γονιός, αντί να του το αγοράσει, αρχίσει να του μιλάει γι΄ αυτό, για το χρώμα, τη γεύση, το μέγεθός του, ακόμη και να του ζητήσει να το ζωγραφίσει, τότε η προσοχή του παιδιού σταδιακά θα αποσπάται από το πραγματικό αντικείμενο και θα μετατίθεται στη σφαίρα της δημιουργικής φαντασίας. Αν το παιδί επιμένει, τότε ο γονιός θα μπορούσε να του πει: «λυπάμαι, αλλά δεν μπορώ να σου το αγοράσω, παρ’ όλα αυτά εσύ έχεις το κάθε δικαίωμα να το επιθυμείς». Το παιδί έχει ανάγκη να νοιώσει, πως ο γονιός κατανοεί τις επιθυμίες του, παρόλο που δεν μπορεί να του τις ικανοποιήσει όλες. Να ζούμε σημαίνει να υποδεικνύουμε με λέξεις αυτά που επιθυμούμε.

Μ΄ αυτόν τον τρόπο ο γονιός βοηθά το παιδί του να γίνει αυτόνομο και να φροντίζει μονάχο του τον εαυτό του. Η αυτομέριμνα ξεκινά από πολύ νωρίς, πριν ακόμη αυτό μάθει να περπατά. Ξεκινά με την επεξεργασία ξένων σωμάτων μέσω του στόματος, είτε διότι έχει ζωτική ανάγκη από αυτά, είτε διότι θέλει να τα εξερευνήσει. Αυτό έχει να κάνει όπως με την ανάγκη, έτσι και με την επιθυμία.

Ο ρόλος του γονιού δεν είναι να καθορίζει τον ρυθμό των αναγκών του παιδιού του, αλλά να βρίσκεται στη διάθεσή τους, ανάλογα με τον δικό του προσωπικό ρυθμό. Για παράδειγμα, του προσφέρει φαγητό, όταν αυτό εκδηλώσει την ανάγκη για φαγητό. Θα ήταν διαστροφικό, αν κάποιος γονιός ανάγκαζε το παιδί του να φάει, όταν αυτός αποφασίσει, χωρίς να τον νοιάζει αν το ίδιο πεινά ή όχι. Ακόμη χειρότερα θα ήταν, αν ο γονιός στην προσπάθειά του να ταΐσει το παιδί του, το απειλούσε πως θα δεν θα το αγαπά πια, ή θα το τιμωρήσει. Ο λόγος που κάποιο παιδί αρνείται να φάει, ακόμη και όταν πεινά, είναι ακριβώς αυτή η επίμονη προσπάθεια των γονιών να το ταΐσουν, όποτε και όσο αυτοί θελήσουν. Το παιδί, παρ’ όλα αυτά, έχει απόλυτα δίκιο, διότι «ξέρει», πως δεν είναι δικός του ο ρόλος να ικανοποιεί τις επιθυμίες των γονιών του. Οι γονείς πρέπει να ικανοποιούν τις δικές τους επιθυμίες και ανάγκες μεταξύ τους και, όχι δια μέσου των παιδιών τους.

Όταν τα λόγια του γονιού ακολουθούν την πορεία της επιθυμίας του παιδιού – επιθυμία η οποία είναι σημαδεμένη από την απαγόρευση και, η οποία βοηθά το παιδί να ωριμάσει – το παιδί αισθάνεται την κατανόηση του γονιού του. Οι απαγορεύσεις δίνουν αξία στην επιθυμία του παιδιού, επιθυμία η οποία φτάνει πιο μακριά από μια στιγμιαία ικανοποίηση.

Εκφράζοντας την επιθυμία του, το παιδί δίνει τη δυνατότητα στους γονείς του να επικοινωνήσουν μαζί του, μέσω του λόγου, να του αποκαλύψουν τον κόσμο, κόσμο των ιδεών, της γλώσσας, των λέξεων, κόσμο των υποσχέσεων για κάποια μελλοντική ικανοποίηση. Η στιγμιαία ικανοποίηση θέτει την επιθυμία στο επίπεδο της ανάγκης, κάτι το οποίο εμποδίζει το παιδί να διεισδύσει μέσα στον πολιτισμό, ο οποίος είναι γλώσσα, ιδέα, επινόηση  ενός εκλιπόντος αντικειμένου.

Είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ότι πιστεύουμε και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας

Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του, όμως, εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα οι τροποποιήσεις στις όποιες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι συνήθως τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.

Εξάλλου, υπάρχει στην διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλ. είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ότι πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ότι πιστεύουμε είναι μία ανακάλυψη που κλίνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα. Στις κύριες γραμμές, τις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση μ’ ένα –θα ‘λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητας μας και, κατόπιν, κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες , και γινόμαστε έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας. Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας- όταν αισίως φθάσουμε σ ‘αυτό- μας παρέχει την δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ