Κυριακή 3 Μαρτίου 2024

Πώς αναπληρώνεις όλα τα χαμένα βράδια σου;

Ο έρωτας χρόνια λένε δεν κοιτά. Κοιτάει, όμως, τα χρόνια που ξόδεψες εξαιτίας του. Για την ακρίβεια κοιτάει πόσο καιρό ξόδεψες να κάνεις υπομονή και να προσμένεις. Να προσμένεις ένα χάδι, ένα φιλί, μια αγκαλιά, μια συγγνώμη. Να προσμένεις όσα ονειρεύτηκες και ήλπιζες και τα οποία ποτέ δεν ήρθαν.

Κι όσο ο καιρός περνάει και αυτά δεν έρχονται τόσο πεισμώνεις, σφίγγεις τα δόντια και προσπαθείς, και περιμένεις στωικά όλα να φτιάξουν, όλα να γίνουν ως όφειλαν να είναι. Περιμένεις να χορτάσεις αγάπη και να σταματήσεις να δέχεσαι τα ξεροκόμματα και τα ψίχουλα αυτής που τόσο δύσκολα σου προφέρει το υποκείμενο του έρωτά σου… Περιμένεις… Και δεν γίνεται τίποτα.

Κι εκεί είναι η λεπτή κλωστή που δε θες να την κόψεις κι όλο την βλέπεις να εμφανίζεται μπροστά σου. Είναι το όριο που δεν θες να περάσεις μεταξύ έρωτα και απωθημένου. Γιατί όσο δεν σου δημιουργούνται απωθημένα, μπορεί και να γλυτώσεις από τον έρωτα, από έναν τέτοιο έρωτα που σε στιγματίζει και σε πληγώνει.

Αν, ωστόσο, ξεπεράσεις το όριο, τότε, λυπάμαι, φίλε μου, αλλά από τα απωθημένα του δεν γλίτωσε κανείς…. Τον στοιχειώνουν και δεν τον αφήνουν ποτέ να ησυχάσει. Και για να πάει τότε μπροστά πρέπει να θάψει πολλά κομμάτια του εαυτού του.

Αλλά εμείς μιλούσαμε για τον έρωτα… Τον ανεκπλήρωτο λόγω της απύθμενης αγάπης σου για τον άλλον και των ορίων που σου επιβάλλει να βάλεις σε αυτόν. Όρια στον έρωτα… Ακούγεται τουλάχιστον γελοίο και παράλογο.

Ώσπου μία μέρα, ξυπνάς από το λήθαργο και συνειδητοποιείς ότι ο έρωτας σου πέρασε, ή μάλλον ότι πλέον δεν νιώθεις το ίδιο, «ξενέρωσες» που λένε. Και είσαι έτοιμος να προχωρήσεις μπροστά, να βρεις κάτι καινούριο να ασχοληθείς και να ερωτευτείς. Μια μέρα…

Και τι κάνεις τότε; Πώς αναπληρώνεις όλα τα χαμένα βράδια σου; Πώς ξεπερνάς όλα αυτά που υπέστης εξαιτίας του; Πως μπορείς να ξεχάσεις τον πόνο που ένιωσες;

Ένα θα σου πω… δεν ξεχνάς και δεν αφήνεις τίποτα πίσω. Απλά κλείνεις και θάβεις σε κουτάκια τα όσα έγιναν βαθιά μέσα σου. Και ξεχνάς, ή μάλλον κάνεις πως τα ξεχνάς για να πας μπροστά, για να πας κάπου αλλού. Κι όσο δεν τα πειράζεις και τα αφήνεις εκεί θαμμένα το καταφέρνεις.

Και κάποια μέρα θα αρχίσεις να γελάς και πάλι. Από μέσα σου, απ’ την καρδιά σου. Και δεν θα σε νοιάζει για τίποτε, ούτε καν για τον χαμένο χρόνο σου. Κέρδος θα το θεωρείς κι αυτό. Όπως και το ότι πλέον βρήκες τον εαυτό σου.

Γιατί τότε απλά θα έχεις καταφέρει να κερδίσεις – όχι τον έρωτα! Αυτόν δεν τον κέρδισε ποτέ κανείς! Θα έχεις καταφέρει να κερδίσεις πίσω τον ίδιο σου τον εαυτό! Και γελώντας πια θα πας μπροστά.

Η καλοσύνη δεν είναι πάντα αρε(σ)τή

Το φίδι ήταν μοχθηρό, διαβολικό και επικίνδυνο. Σκορπούσε παντού τον τρόμο. Δάγκωνε τα παιδιά και τρομοκρατούσε τους κατοίκους του χωριού. Αλλά καμιά φορά αισθανόταν μόνο του και αναζητούσε παρέα.

Μια μέρα ένας σοφός άντρας πέρασε από το χωριό και παρατήρησε το χάος που επικρατούσε, από όλα όσα έκανε το φίδι. Επειδή αυτή είναι μια ιστορία και ο άντρας ήταν σοφός, μπορούσε να μιλήσει στο φίδι και να κερδίσει την εμπιστοσύνη του. Οπότε του είπε, «άκου, φίδι. Όχι μόνο κάνεις τους ανθρώπους δυστυχισμένους με την συμπεριφορά και τις πράξεις σου, αλλά και συ γίνεσαι δυστυχισμένο. Φαίνεται ξεκάθαρα ότι η ζωή σου είναι μίζερη. Σταμάτα να δαγκώνεις και άρχισε να εξασκείσαι στην καλοσύνη και στην ευγένεια, για να βελτιώσεις τη ζωή σου αλλά και τη ζωή των υπολοίπων». Αυτά είπε ο σοφός άντρας και έφυγε.

Μετά από χρόνια πέρασε πάλι από το ίδιο χωριό. Προς μεγάλη του έκπληξη είδε ένα αδρανές και παθητικό ζώο το οποίο κλωτσούσαν και κακομεταχειρίζονταν κάποια παιδιά. Συνειδητοποίησε εκείνη την στιγμή ότι πρόκειται για εκείνο το “μια φορά και έναν καιρό” επιθετικό ερπετό, με το οποίο πριν χρόνια είχαν διασταυρωθεί οι δρόμοι τους. Το φίδι προσπάθησε να φύγει από τα μανιασμένα πόδια των βασανιστών του και σύρθηκε προς τον σοφό.

«Η συμβουλή σου ήταν καταστροφική», του είπε. «Εξασκήθηκα στην καλοσύνη και τι έγινε; Τώρα είμαι μια τελείως μίζερη ύπαρξη. Με χρησιμοποιούν σαν παιγνίδι, με κοροϊδεύουν και με θεωρούν δεδομένο. Τελικά ήμουν καλύτερα κάποτε».

Ο σοφός άντρας του απάντησε: «Εφάρμοσες λάθος την συμβουλή που σου έδωσα χωρίς καμία απολύτως σκέψη. Σου είπα να μην δαγκώνεις, αλλά δε σου είπα να μην συρίζεις ποτέ». (συριγμός = ήχος που κάνει το φίδι).

Το φίδι ναι μεν έγινε καλό, το μόνο που κατάφερε όμως, είναι να κάνει τα παιδιά χειρότερους ανθρώπους. Έγιναν βίαια, αυθάδη, αναίσθητα και σκληρά. Το να είσαι τελικά πάντα “το καλό παιδί” στερεί από τους άλλους τη δυνατότητα να συμπεριφέρονται όμορφα και με σεβασμό.

Όταν περιγράφουμε κάποιον ως το “καλό παιδί” συνήθως εννοούμε:

• Είναι πάντα πρόθυμος να μας δώσει αυτά που θέλουμε

• Είναι προβλέψιμος

• Δεν είναι απόλυτος

• Σπανίως φέρνει αντίρρηση

• Θέλει πάντα να ευχαριστεί τους άλλους

• Βάζει τον εαυτό του τελευταίο στην λίστα των προτεραιοτήτων του

και πολλά άλλα ….

Όταν κάτι είναι συνεχώς διαθέσιμο, τότε η αξία του πέφτει. Εθιζόμαστε στο τζόγο επειδή το κέρδος από αυτήν τη δραστηριότητα είναι απρόβλεπτο και μη δεδομένο. Αν οι τζογαδόροι κέρδιζαν κάθε φορά, ο τζόγος – είτε το πιστεύουμε είτε όχι- θα τους φαινόταν λιγότερο συναρπαστικός. (Μη κατηγορείς εμένα για αυτό. Δεν είμαι εγώ εκείνη που δημιούργησα την περίπλοκη ανθρώπινη φύση). Με τον ίδιο τρόπο όταν κάποιος είναι συνεχώς καλός, η καλοσύνη του χάνει την αξία της. Αν όμως κάποιος είναι κάποιες φορές καλός και κάποιες όχι, τότε εκτιμάμε την καλοσύνη του και της δίνουμε περισσότερη αξία.

Ποιο είναι λοιπόν το αντίδοτο για το σύνδρομο του “καλού παιδιού”; Να γίνουμε πικρόχολα στραβόξυλα; Όχι βέβαια!

• Να είμαστε καλοί, αλλά να θυμόμαστε να συρίζουμε όταν πρέπει και να μην αφήνουμε τους άλλους να μας κακομεταχειρίζονται και να εκμεταλλεύονται την καλοσύνη μας. Αυτό στην αρχή μπορεί να συγχύσει και να αναστατώσει κάποιους που τους είχαμε κακομάθει. Δεν πειράζει, θα τους περάσει.

• Να ξεκινήσουμε να βάζουμε τον εαυτό μας πάνω-πάνω στην λίστα των προτεραιοτήτων μας και αργά ή γρήγορα θα βρεθούν άνθρωποι που θα βάζουν κι εμάς πάνω-πάνω στη δική τους. Αν δείχνουμε ότι σεβόμαστε τον εαυτό μας, τότε θα μας σέβονται και οι άλλοι. Κανόνας.

• Να θυμόμαστε πως όπως και να συμπεριφερόμαστε, πάντα θα υπάρχουν άνθρωποι που θα έχουν να πουν κάτι αρνητικό για εμάς.

• Να μην λέμε αμέσως “ΝΑΙ”. Αν είναι κάτι που δεν μπορούμε να κάνουμε ή δε μας αρέσει να κάνουμε, τότε να λέμε “OXI”. Δεν είμαστε το τζίνι κανενός.

• Είτε το πιστεύουμε, είτε όχι, αν μέχρι σήμερα υποφέρουμε και πληγωνόμαστε επειδή είμαστε τα καλά παιδιά, αυτό δε θα αλλάξει στο μέλλον. Κάποιοι θα συνεχίζουν να μην το εκτιμούν.

Είναι καλό να μην είσαι συνέχεια εσύ το “καλό παιδί” στην παρέα, στην οικογένεια, στο εργασιακό σου περιβάλλον. Έχεις σκεφτεί ποτέ μήπως με αυτόν τον τρόπο στερείς από κάποιον άλλον τη δυνατότητα, να γίνει το “καλό παιδί”; Πού ξέρεις, μπορεί να πληροί όλες τις προϋποθέσεις. Δώσε μια ευκαιρία και στους άλλους!…

Η σημασία του σεβασμού στις σχέσεις

Το να σέβεσαι τον άνθρωπο που επιλέγεις να μοιραστείς στη ζωή σου, είναι προσόν.

Σεβασμός, μια λέξη η οποία έχει ιδιαίτερη σημασία στο να είναι μια σχέση ποιοτική και υγιής. Το να σέβεσαι τον άνθρωπο που επιλέγεις να μοιραστείς την ζωή σου, τον εαυτό σου, είναι ένα από τα πολυτιμότερα αγαθά, είναι προσόν. Κι όμως, δυστυχώς στις μέρες μας σπανίζει και αποτελεί είδος προς εξαφάνιση.

Μπαίνεις στην διαδικασία να επενδύσεις τον χρόνο σου, τα συναισθήματα σου για έναν άνθρωπο και στο τέλος διαπιστώνεις πως αυτός ο άνθρωπος δεν έχει ιδέα τι θα πει σεβασμός. Άλλωστε εάν δεν σέβεσαι σημαίνει ξεκάθαρα, πως δεν αγαπάς αληθινά.

Σεβασμός μέσα σε μια σχέση σημαίνει πως δεν δρας με τρόπο που προκαλεί απογοήτευση και στεναχώρια στον “άνθρωπό’’ σου. Δεν κάνεις πράγματα τα οποία ξέρεις πως τον φέρνουν σε δύσκολη θέση και τον πληγώνουν. Πράγματα τα οποία δεν είναι ηθικά σωστά… από όλες τις απόψεις…

Σεβασμός είναι να αποδέχεσαι τον σύντροφο σου έτσι ακριβώς όπως είναι.. χωρίς να τον κατακρίνεις και να προσπαθείς με κάθε τρόπο να τον αλλάξεις. Σεβασμός είναι να συμβιβάζεσαι με τα θέλω του, τα όρια του. Να μην καταπατάς την ελευθερία του και να εκτιμάς τα συναισθήματα και τις ανάγκες του. Σεβασμός είναι να είσαι ειλικρινής και ξεκάθαρος για τις προθέσεις σου, χωρίς να κλονίζεται η εμπιστοσύνη.

Όλα αυτά και πολλά άλλα πρεσβεύουν τον σεβασμό σε μια σχέση αλλά και τα αληθινά συναισθήματα. Αγάπη χωρίς σεβασμό δεν υπάρχει.

Για αυτό όταν επιλέξεις να βάλεις στη ζωή σου έναν άνθρωπο, που με το πέρασμα του χρόνου αρχίζεις να διαπιστώνεις πως καταπατούνται όλα τα πιο πάνω …τότε μην διστάσεις... ΦΥΓΕ... για το καλό σου...

Η ηδονή της θυματοποίησης είναι η μέγιστη ηδονή της γκρίνιας

Υπάρχει μια κοφτή και καθαρή σαν όμορφος κρύσταλλος κουβέντα του Αριστοτέλη που συμβουλεύει: «Πίσω από κάθε πόνο σου στέκει ένα λάθος σου».

Και από την άλλη συμπληρωματικά η καλοσυνάτη εξυπνάδα του να λέει: «Να ζητάτε από τους Θεούς αφού εσείς έχετε εξαντλήσει το ανθρωπίνως δυνατό για την υπόθεσή σας. Με λεβεντιά να πηγαίνετε στους Θεούς, όχι σαν κλαψιάρηδες ζήτουλες».

Η θεωρία πως η ζωή είναι μια ατέλειωτη, βασανιστική και ανερμήνευτη περιπέτεια δεν είναι πάντα μια τίμια θεωρία.

Έχω προσέξει πως γύρω μου οι πιο γκρινιάρηδες είναι συνήθως εκείνοι που έχουν τα περισσότερα αγαθά, τις μεγαλύτερες ευκολίες. Επίσης είναι οι πιο τεμπέληδες.

«Τεμπελιάζω», κατά τη γνώμη μου, σημαίνει κυρίως «αρνούμαι να δω και να αναλάβω την ευθύνη μου». Τον πραγματικό ρόλο μου στο «δράμα» που «κάθε τόσο με καταδιώκει».

Τα παντρεμένα ζευγάρια, μέσα στα άλλα βολικά ψευδοτεχνάσματα που προσφέρει ο γάμος, εύκολα αποδίδουν ο ένας στον άλλον όσα δυσάρεστα συμβαίνουν στη ζωή τους. Όταν χωρίσεις κι απομείνεις μόνος, τότε ανακαλύπτεις το νέο κενό. Το κενό έδρανο του φταίχτη! Ξαφνικά δεν υπάρχει εκεί κοντά ο σύζυγος να του πετάξεις το ανάθεμα και να ανακουφίσεις, ρίχνοντας πάνω του σαν κάδο σκουπιδιών, τον μπελά της συνείδησής σου. Στέκεσαι ολομόναχη πια στο άδειο σπίτι, κρατώντας το πρόβλημα σαν αναμμένο κάρβουνο στην παλάμη σου. Υπάρχει δηλαδή η τρομαχτική πιθανότητα να αναγκαστείς να δεις ότι φταις εσύ!

Οι άνθρωποι που έχουν χωνέψει την παραπάνω κουβέντα του Αριστοτέλη: «Πίσω από κάθε πόνο σου στέκει ένα λάθος σου», που την έχουν κάνει βίωμα και τρόπο σκέψης, στάση και έξοδο, είναι τελικά οι πιο αισιόδοξοι άνθρωποι. Γιατί αισθάνονται πως κρατούν στα χέρια τους τη ζωή τους. Τα συμβάντα που έρχονται δεν κρύβουν την απειλή του απρόβλεπτου, οι ταλαιπωρίες τους δεν είναι διαστροφές μιας τυφλής μοίρας.

Γι’ αυτούς υπάρχει νομοτέλεια και, το πιο χαρούμενο, υπάρχει δικαιοσύνη. Τι ανακούφιση να ζω σε έναν κόσμο δίκαιο και συνετό, ακόμα κι όταν λειτουργεί αυστηρά εναντίον μου αυτός ο δίκαιος αόρατος κριτής!

Όταν πάψεις να παραπονιέσαι για ότι δεν έχεις, έκθαμβος θα ανακαλύψεις πόσα πολλά έχεις. Προσέξτε γύρω σας πως εκείνοι που προκόβουν που εργάζονται, που δημιουργούν, που ονειρεύονται είναι τελικά οι πιο αισιόδοξοι.

Μέσα στην οικογένεια – αυτό το καζάνι ανακύκλωσης και βρασμού των υπεκφυγών μας – άνετα, σχεδόν αυτόματα, εκτοξεύονται οι κατηγορίες πως είναι ο άλλος σύζυγος ο υπαίτιος για κάθε αναποδιά, πως τα ελαττώματα του παιδιού είναι κληρονομημένα από τα ελαττώματα του άλλου, έτσι όπως τα προτερήματά του προέρχονται όλα «από εμένα».

Αρκετοί από πολύ νωρίς, αρκετοί με τα χρόνια και με τα δύσκολα του βίου, καταφεύγουν να θυματοποιούν τον εαυτό τους. Να μοιρολογούν για μια ζωή άδικη που κερδίζεται μονάχα από τους αναίσθητους, από τους δόλιους, τους απατεώνες και τους αδίστακτους. Για ότι δηλαδή δεν μπορούν και δεν καταδέχονται να γίνουν ποτέ οι ίδιοι.

Και η ηδονή της θυματοποίησης είναι η μέγιστη ηδονή της γκρίνιας.

Ο εγωισμός έχει δυο δρόμους να ακολουθήσει, προκειμένου να ξεδιψάσει τις αξεδίψαστες ανάγκες του. Πρώτο: Με το να είμαι αξιοθαύμαστος. Και δεύτερο, στην περίπτωση που δεν κατορθώνω το πρώτο: Με το να είμαι αξιολύπητος.

Η θυματοποίησή μου, η έκθεση και η περιφορά του πόνου μου, της ατυχίας μου, της συμφοράς μου, ελκύει την προσοχή, τη φροντίδα και τον ποθητότατο θαυμασμό των άλλων. Όσο πιο άτυχος και βασανισμένος καταντώ, τόσο και πιο ηρωικός στα μάτια των τρίτων.

Είναι μια ύπουλη εναλλακτική για να γίνω τελικά το κέντρο του μικρόκοσμού μου. Του μίζερου μικρόκοσμου όπου έχω συρρικνώσει το άπειρο σύμπαν σαν βραστή πατάτα μες στη χούφτα μου και το ελέγχω κατά βούληση. Ο ναρκισσισμός άλλωστε δεν ηδονίζεται μόνο με την έπαρση, ηδονίζεται εξίσου και με τις ταπεινολογίες.

Στὸ ἄδυτο τῶν ἑλληνικῶν μαντείων: Τροφώνιο μαντεῖο

Τὸ Τροφώνιο ὑπῆρξε ἕνα ἰδιόμορφο ἡρωομαντεῖο, ἀφοῦ ὁ χρηστηριαζόμενος δὲν ὑποβαλλόταν σὲ ἐγκοίμησι, ἀλλά, περιερχόμενος σὲ ἔκστασι, ἄκουγε τὴν ἴδια τὴ φωνὴ τοῦ πνεύματος νὰ τοῦ ὁμιλεῖ. Γι’αὐτὸ τὸ Τροφώνιο ἐθεωρεῖτο «αὐτὸφωνο Μαντεῖο». Τὸ μαντεῖο αὐτὸ εὑρισκόταν ἐπάνω σ’ἕναν ἀπόκρημνο, πυκνὰ δασωμένο λόφο κοντὰ στὴ Λειβαδιά, δίπλα στὶς πηγὲς τῆς Ἕρκυνας (τοῦ ποταμοῦ ποὺ διασχίζει τὴν πόλη), καὶ ἦταν ὑπόγειο. Τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ μαντείου εἶχαν ὑποδείξει κάποτε οἱ Δελφοὶ σ’ἕναν χρηστηριαζόμενο, ὁ ὁποῖος, ἐρευνῶντας τὸν λόφο αὐτὸν τῆς Βοιωτίας, ἐντόπισε σμῆνος μελισσῶν νὰ εἰσέρχεται σὲ μιὰ γήινη ὀπή. Ἦταν ἡ ὀπή, ὅπου κατὰ τὸν δελφικὸ χρησμό, εἶχε εἰσέλθει καὶ εἶχε ἀποβιώσει ὁ Τροφώνιος, ὁ κτήτωρ τοῦ πρώτου ναοῦ τῶν Δελφῶν. Ἀπὸ τότε τὸ Τροφώνιο Μαντεῖο ἔγινε διάσημο καὶ ἐθεωρεῖτο στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα ἱερώτατο.Ὁ ἐπιθυμῶν νὰ χρηστηριασθῆ στὸ Τροφώνιο, ἀφοῦ ὑποβαλλόταν σὲ μακρὰ προπαρασκευὴ καὶ ἔπινε νερὸ ἀπὸ τὴν πηγὴ τῆς Λήθης (γιὰ νὰ ξεχάσει ὅσα τὸν ἐβάραιναν) καὶ τὴν πηγὴ τῆς Μνημοσύνης (γιὰ νὰ θυμᾶται ὅσα θὰ ἀκούσει στὸ Μαντεῖο), ὁδηγεῖτο σ’ ἕναν κυκλικὸ λάκκο, σὰν ἁλώνι, βάθους 4 μέτρων. Αὐτὸς ὁ λάκκος ἔφερε τὸ ὄνομα τοῦ Ἀγαμήδη ἀδελφοῦ τοῦ Τροφωνίου –μαζὶ εἶχαν κτίσει τὸν δελφικὸ ναό. Στὴ βάση τοῦ λάκκου ξεκινοῦσε ἡ μικρὴ ὀπὴ τῆς γῆς: Ἐκεῖ διολίσθαινε ἕρποντας κανεὶς γιὰ νὰ μπεῖ, καὶ προχωροῦσε κατόπιν βαθειά, σὲ ἀπόσταση 30 περίπου μέτρων, πρὸς ἕνα μεγάλο ὑπόγειο χῶρο. Ἡ παραμονὴ στὰ σκοτεινὰ αὐτὰ βάθη, διαρκοῦσε ἐπὶ πολλὲς ὧρες, ἐνίοτε καὶ ἡμέρες. Ὑπὸ τὴν ἐπήρεια ἴσως καὶ κάποιας γήινης ὀμφῆς ἐρχόταν ὁ χρηστηριαζόμενος σὲ ψυχικὴ ὑπερδιέγερση καὶ αἰσθανόταν τὴν παρουσία τοῦ πνεύματος νὰ τοῦ ὁμιλεῖ. Μετὰ τὴν ἔξοδό του ἀπὸ τὸ Μαντεῖο καθόταν σὲ εἰδικὸ χῶρο μαζὶ μὲ ἱερεῖς, γιὰ νὰ συνέλθει καὶ νὰ τοὺς διηγηθεῖ τὰ βιώματά του. Αὐτὰ δὲ τὰ βιώματα πρέπει νὰ ἦσαν τόσο συγκλονιστικά, ὥστε οἱ χρηστηριασθέντες συχνὰ ἔμεναν ἐπὶ πολὺν καιρὸ σοβαροὶ κι ἀγέλαστοι. Τὰ διατρέξαντα μέσα στὸ Τροφώνιο δὲν ἐπιτρεπόταν ὅμως νὰ τὰ διηγηθοῦν σὲ τρίτους.

Μεταξὺ τῶν χρηστηριασθέντων σὲ αὐτὸ τὸ Μαντεῖο ἦταν καὶ ὁ Παυσανίας, ὁ ὁποῖος τὸ περιέγραψε στὸ βιβλίο του μὲ τέτοιο θαυμασμό, ὥστε ὑποστήριξε πὼς ὁ Τροφώνιος πρέπει νὰ ἦταν γιὸς τοῦ Ἀπόλλωνος -ἀλλὰ βέβαια ἀπέφυγε νὰ ἀναφέρει κι αὐτὸς κάτι γιὰ τὸ χρησμὸ ποὺ ἔλαβε. Μολονότι πράγματι, ἔμεναν ἀπόρρητοι οἱ χρησμοὶ τοῦ Τροφωνίου Μαντείου ἔχαιρε μεγάλου σεβασμοῦ καὶ γι αὐτὸ ὑπῆρξε καὶ μακροβιώτατο. Δὲν σταμάτησε νὰ λειτουργεῖ, παρὰ μόνον στὴν βυζαντινὴ ἐποχή, ὅταν τὸ κατέστρεψαν. Ἡ καταστροφὴ τοῦ Τροφωνίου Μαντείου ὑπῆρξε πράγματι ἐπιμελημένη. Ὁ ὑπαίθριος λάκκος -ἁλώνι, ποὺ κατέβαινε ὁ χρηστηριαζόμενος, πρὶν εἰσχωρήσει στὴν ὀπή τῆς γῆς, μετετράπη σὲ ὑπόγειο χριστιανικὸ ναό (τῆς Ἁγ. Βαρβάρας) καὶ ἐπάνω του ἀνηγέρθη καὶ δεύτερος ὑπέργειος ναός (τῆς Ἁγ. Σοφίας). Ἔτσι μὲ τὴν τοιχοποιία τοῦ ὑπόγειου ναοῦ ἀπεκρύβη ἡ ὀπὴ τῆς γῆς, ἐνῶ τὸ συνεχόμενο ὑπόγειο ἄντρο ἀνεσκάφη: Δίπλα στὸν διώροφο ναό, ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε ἦταν τὸ μαντικὸ σπήλαιο, βλέπει κανεὶς σήμερα μιὰ ἀπότομη κατωφέρεια τῆς γήινης ἐπιφάνειας.

Στὸν ἄγραφο νόμο νὰ μὴν ἀποκαλύπτονται τὰ φοβερὰ βιώματα ποὺ εἶχαν οἱ χρηστηριαζόμενοι μέσα στὸ Τροφώνιο, ὑπῆρξε ἐν τούτοις μία μοναδικὴ ἐξαίρεση. Κάποιος Ἀθηναῖος ὀνόματι Τίμαρχος, εἶχε τόσο πολὺ ἐντυπωσιασθεῖ, μὲ ὅσα στὸ μαντεῖο τοῦ ἀπεκαλύφθησαν, ποὺ τὶς διηγήθηκε καταλεπτῶς στοὺς φίλους του -ἀλλὰ μετὰ τρίμηνο ἀπεβίωσε. Κι ὅταν αὐτοὶ οἱ φίλοι μετέφεραν τὴν διήγηση στὸν Σωκράτη, ἐκεῖνος τοὺς ἐπέπληξε, διότι δὲν τοῦ εἶχαν φέρει ἀμέσως τὸν Τίμαρχο μπροστά του, νὰ ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα του ἀκριβῶς τὰ διαμειφθέντα –τόσης σπουδαιότητος ἐθεώρησε αὐτὰ ὁ Σωκράτης. Ἡ περιγραφὴ λοιπὸν τοῦ Τιμάρχου διεσώθη μέχρις ἡμῶν χάρις στὸν Πλούταρχο («Περὶ τοῦ Σωκράτους Δαιμονίου» 590Β) καὶ ἕνα της σημεῖο εἶναι ἐδῶ ἀξιομνημόνευτο.

«Ὁλόκληρη ἡ ψυχὴ (τοῦ ἀνθρώπου) προῆλθε ἀπὸ τὸν θεῖο Νοῦν» εἶπε ὁ χρησμός. «Μέρος της, ἀναμειγνυόμενο μὲ τὰ πάθη τῆς ὕλης, ἀλλοιοῦται, ἀλλ’ ἄλλο μέρος της μᾶς κρατάει ψηλὰ τὸ κεφάλι, νὰ ἀναπνέομεν τὸν ἐλεύθερον ἀέρα, σὰν ἀεραγωγὸς ἐπικοινωνῶν μὲ τὸ σκάφανδρο ἀνθρώπου ποὺ ἔχει καταδυθεῖ στὸν βυθό. Τὸ μέρος λοιπὸν ποὺ βρίσκεται στὸ ὑποβρύχιο σῶμα ὀνομάζεται «ψυχή». Ἐνῶ γι’αὐτὸ ποὺ δὲν ὑπόκειται σὲ ἀλλοίωση, οἱ πολλοί, βλέποντάς το σὰν ἀνταύγεια ἐπὶ ἐσόπτρου, πιστεύουν ὅτι βρίσκεται μέσα τους. Ὅσοι ὅμως διαισθάνονται σωστά, γνωρίζουν ὅτι τοῦτο εὑρίσκεται ἔξω ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τὸ ἀποκαλοῦν Δαίμονα».

Ἐδῶ γίνεται γιὰ πρώτη φορὰ αὐτὴ ἡ διάκριση τῆς Ψυχῆς σὲ δύο τμήματα, αὐτὰ ποὺ ἀργότερα ἡ Φιλοσοφία διὰ τοῦ Πλάτωνος θὰ ὀνόμαζε «Ἐπιθυμητικόν» καὶ «Θυμοειδές» καὶ ἐπὶ τὸ φιλοσοφικότερον, Μεριστὴ καὶ Ἀμέριστη Οὐσία. Ἡ «ψυχὴ -νέκυς» διακρίνεται ἀπὸ τὴν «ψυχήν –θυμόν»: Αὐτὴ ἡ δεύτερη εἶναι ἡ θεία αἰτία τῆς ζωῆς, εἶναι αὐτὴ ποὺ μπορεῖ νὰ διασυνδέει τὸν ἄνθρωπο, σὰν ἀεραγωγὸς μὲ σκάφανδρο δύτου, πρὸς τὸν θεῖον Δαίμονα, πρὸς τὴν Ἀμέριστη Οὐσία τοῦ Κόσμου. Τὶ εἶναι ὅμως ἄραγε αὐτὸς ὁ «Δαίμων», ποὺ εὑρίσκεται ἐπάνω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο καὶ μὲ τὸν ὁποῖο αὐτὸς εἶναι σὲ ψυχικὴ συνάρτηση;

Οἱ «δαίμονες», γράφει ὁ Πλούταρχος «εἶναι ψυχὲς ἀποχωρισθεῖσες τοῦ σώματος ἤ οὐδέποτε ἐνσωματωθεῖσες, οἱ ὁποῖες, κατὰ τὸν θεῖον Ἡσίοδο, εἶναι ἁγνοὶ ἐπιχθόνιοι φύλακες θνητῶν ἀνθρώπων». Ὁ Κέλσος ὀνομάζει «ἥρωες» καὶ «ἀγγέλους» αὐτὰ τὰ δύο εἴδη δαιμόνων.

Οἱ δαίμονες εἶναι γενικῶς ἀνώτερες ὑπάρξεις, πνευματικές, οἱ ὁποῖες συμπαρίστανται ἀθέατες στοὺς ἐνάρετους ἀνθρὠπους. Γιὰ τὸν πολὺν κόσμο, ποὺ δὲν εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ ἀπευθυνθεῖ σὲ ἔνθεο Μαντεῖο (σ’αὐτὰ προηγοῦντο οἱ ἐκπρόσωποι τῶν πόλεων), λειτουργοῦσαν τὰ Νεκρομαντεῖα καὶ τὰ Ἡρωομαντεῖα. Ἐκεῖ ἐρχόταν κανεὶς σὲ ἐπαφὴ μὲ ψυχὲς νεκρῶν ἤ μὲ σχετικῶς κατώτερα πνεύματα, μὲ ψυχὲς δηλαδή «ἀποχωρισθεῖσες τοῦ σώματος». Αὐτὰ τὰ Μαντεῖα μπορεῖ νὰ μὴν εἶχαν τὶς δυνατότητες τῶν μεγάλων ἔνθεων Μαντείων, ἀλλὰ προσέφεραν σοβαρὲς ὑπηρεσίες στοὺς ἁπλοὺς ἀνθρὠπους (π.χ. τὸ Μαντεῖο τοῦ Ταινάρου εἶχε συμβἀλει σὲ ἀθρόες ἀπελευθερώσεις εἰλώτων) καὶ γι αὐτὸ μέχρι καὶ τὴν βίαιη καταστροφή τους, δὲν ἔπαψαν λειτουργοῦντα. Ἡ ὕπαρξη βεβαίως ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων δαιμόνων δὲν σημαίνει ὅτι ὑπάρχουν καὶ «πονηροὶ δαίμονες» εἴτε (πολλῶ μᾶλλον) καὶ δαίμονες τοῦ «Κακοῦ». Ἀπαξιοῦμε δὲ τελείως νὰ σχολιάσουμε τὴν βλάσφημη διαφθορὰ ποὺ ἔχει γίνει στὴν λέξη «δαίμων».

Λέγοντας ὅμως «δαίμονα» ὁ χρησμὸς τοῦ Τροφωνίου ἐννοοῦσε τὶς «ψυχὲς τὶς οὐδέποτε ἐνσωματωθεῖσες»: τὸ Θεῖον! Μὲ Αὐτὸ εὑρίσκεται ἡ ἀνθρώπινη ψυχὴ σὲ πλήρη ἐξάρτηση, εἴτε τὸ ἔχει συνειδητοποιήσει εἴτε ὄχι. Ὅταν ὅμως αὐτὸ ἐκείνη τὸ συνειδητοποιεῖ, τότε τῆς ἀνοίγονται τεράστιοι ὁρίζοντες γνώσεως καὶ χάριτος. Οἱ Ἕλληνες ἔνοιωθαν πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁμοούσια πρὸς τὸ Θεῖον. «Ἕν ἀνδρῶν, ἕν θεῶν γένος, ἐκ μιᾶς δὲ πνέομεν μητρὸς ἀμφότεροι» (Πίνδαρος). Γι’αὐτό, ὁ συντονισμὸς τῶν ψυχικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Θεῖον εἶναι δυνατὸν νὰ φέρει ἀποκαλύψεις καὶ ἀποτελέσματα πολὺ ὑπέρτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐπιτυγχάνονται μὲ τὴν διάνοια. Ἡ διάνοια ἄλλωστε ἀποτελεῖ σὲ τελευταία ἀνάλυση ἕνα ὄργανο ἐπιβιώσεως τοῦ ἀνθρώπου -ὅπως ἡ ὄσφρηση ἤ ἡ ταχύτης κινήσεως σὲ ἄλλα ἔμβια ὄντα. Ὁ ἄνθρωπος ἀξιοποίησε τὴν διανοητική του δύναμη γιὰ νὰ ἐπιβιώσει καὶ νὰ κυριαρχήσει στὴν γῆ, ἡ ἀξιοποίησή της δὲ, ὑπῆρξε ὅντως ἀξιοθαύμαστη καὶ τελεσφόρος. Ἡ ἐπιθυμία του ὅμως νὰ ἀποκαλύψει καὶ τὰ μυστήρια τοῦ κόσμου μ’ αὐτὴν τὴν δύναμη, συνιστᾶ ὄχι μόνο ἀφέλεια, ἀλλὰ καὶ αὐθάδεια. «Ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε στὴν κοιλότητα τοῦ κύματος καὶ δὲν γνώριζει τίποτε γιὰ τὸν ἀπέραντο ὠκεανό, ποὺ ἁπλώνεται πίσω του καὶ μπροστά του». Πῶς νὰ ἀποκαλύψει λοιπὸν μὲ τὴν διάνοια ἀλήθειες μέγιστες καὶ ἄφατες; Τὰ ὑπὲρ λόγον δὲν «κατανοοῦνται». Μόνον μὲ ψυχικὲς δυνάμεις μπορεῖ νὰ ὑπάρξει κάποια ἐπαφὴ μ’αὐτά –κι αὐτό, διότι ἡ ψυχὴ εἶναι ὁμοούσιά τους.

«Τί ἡ γνώση πάντοτ’ἀργὰ μετράει τὰ βήματά της, μὰ ἡ προφητεία, σὰ λέαινα, μ’ἕνα μόνο πήδημα φτάνει στὸν τρανό σκοπό της».

Ὁ κόσμος σύγκειται ἀπὸ μιὰ μόνη «οὐσία», δὲν εἶναι μεῖγμα δύο. Αὐτὸ ἔχει ἤδη λεχθεῖ. Καὶ ἡ σημερινὴ Φυσικὴ Ἐπιστήμη τείνει πρὸς αὐτὴν τὴν ἄποψη, δεχόμενη πὼς ἡ ὕλη καὶ ἡ ἐνέργεια ἀποτελοῦν μορφὲς παραλλάσσουσες τῆς μιᾶς καὶ μόνης οὐσίας («ὑλοενεργείας» καλουμένης). Ὑπάρχουν ὅμως ποιότητες διαφορετικῆς, θὰ λέγαμε, βαρύτητος αὐτῆς τῆς οὐσίας. Ἔτσι διαφοροποιοῦνται οἱ ποικίλες ἐνεργειακὲς μορφὲς τόσο μεταξύ τους, ὅσο καὶ μὲ τὴν ὕλη. Αὐτὴ ἡ ποικίλλουσα «βαρύτης» ἔχει βεβαίως σχέση μὲ τὴν ἀνθρώπινη δεκτικότητα: Ἄλλες μορφὲς «βλέπουμε» (π.χ. τὶς ὑλικὲς), ἄλλες «νιώθουμε» (π.χ. τὶς ἠλεκτρικές), ἄλλες ὑποψιαζόμαστε (π.χ. τὶς ζωϊκές) καὶ ἄλλες ἀγνοοῦμε τελείως (τὶς θεῖες). Προσπαθῶντας ὁ ἄνθρωπος νὰ εἰσχωρήσει σ’ὅλες αὐτὲς τὶς μορφὲς καὶ νὰ τὶς ἐννοήσει, δημιούργησε τὶς Φυσικὲς ἐπιστῆμες γιὰ τὴν «νεκρὰ ὕλη»καὶ τὶς Βιολογικὲς γιὰ τὸν ἔμβιο κόσμο. Ἡ διάκριση ὅμως γίνεται μόνον γιὰ λόγους συστηματικοὺς, καλλίτερης δηλαδὴ ἐρεύνης, ὁπότε «ἡ Βιολογία δὲν ἐξετάζει, παρὰ τὴν ἀδρανῆ πλευρὰ τῶν ἐμβίων ὄντων»(Μπερξόν). Σύμφωνα μὲ τὸν Πλωτίνο, ἡ Ζωὴ δὲν εἶναι ἕνα παραπροϊὸν τῆς Φύσεως, ἀλλὰ ἡ οὐσία της. Ἀκόμη κι ὅ, τι φαίνεται σὰν ἄβιο, συμμετέχει στὴν ἐκδήλωση τῆς Ζωῆς, ποὺ διέπει τὰ πάντα. Κατὰ τὸν μεγάλο αὐτὸν νεοπλατωνικὸ φιλόσοφο, ἐξαιρῶντας ἡ Φυσικὴ ἐπιστήμη τὴν Ζωὴ ἀπὸ τὴν ἔρευνά της, μένει μονομερής, ἀφοῦ ἡ Ζωὴ εἶναι ἡ οὐσία τῆς Φύσεως, καὶ δι’αὐτῆς ἔπρεπε νὰ ὁρᾶται καὶ τὸ ἄβιο –καθαρὴ ὕλη δὲν ὑπάρχει, παρὰ ὡς ἔννοια ἀφαιρετική!

Ἡ διείσδυση στὶς ἔννοιες τῆς Ζωῆς –πολὺ δὲ περισσότερο στὴν ἔννοια τοῦ Θείου –παραμένει tabula rasa γιὰ τὶς Ἐπιστῆμες. Ἐκεῖ δὲ ποὺ σταματᾶ ἡ Ἐπιστήμη, ἀρχίζει ἡ Φιλοσοφία: Ὅπως στὴν Γεωμετρία χρησιμοποιοῦμε βοηθητικὲς εὐθεῖες, γιὰ νὰ συλλάβουμε μιὰν γενικώτερη γεωμετρικὴ ἔννοια, ἔτσι ἡ Φιλοσοφία προεκτείνει τὰ ἐπιστημονικὰ πορίσματα δίκην βοηθητικῶν εὐθειῶν πρὸς μίαν καθολικὴ σύλληψη τοῦ κόσμου. Ἀλλὰ οὖσα δέσμια ἡ Φιλοσοφία τοῦ βασικοῦ της ἐργαλείου, τῆς διανοίας, δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει ὑπερλογικὲς ἔννοιες -ἀντίστοιχα, καὶ γιὰ νὰ μείνουμε στὸ παράδειγμα τῆς Γεωμετρίας, δὲν μποροῦν οἱ ἔννοιες τῆς Ἐπιπεδομετρίας νὰ συλλάβουν ἔννοιες στερεομετρικές. Καὶ τότε εἶναι ἡ σειρὰ τῆς Θρησκείας, ὅπου τὸ ἀνθρώπινο ἐργαλεῖο δὲν εἶναι πιὰ ἡ διάνοια, ἀλλὰ ἡ ψυχή: Αὐτὴ εἶναι, ποὺ μπορεῖ νὰ ἐπικοινωνεῖ «σὰν μὲ ἀεραγωγὸ δύτου», μὲ τὸν ὔπερθέν της θεῖο Δαίμονα. Οἱ προσπάθειες τοῦ ἀνθρώπου εἶναι λοιπὸν πολυεπίπεδες. Ὅποιος δέχεται τὴν μία καὶ ἀποκλείει τὴν ἄλλη, δὲν μπορεῖ νὰ θεωρηθεῖ ὁλοκληρωμένη προσωπικότης. «Δὲν θὰ ἔπρεπε ποτὲ νὰ ταυτιζόμαστε μὲ τὴν λογική, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι μονάχα λογική», τονίζει ὁ Κάρλ Γιούνγκ. «Τὸ παράλογο δὲν μπορεῖ, δὲν πρέπει νὰ ξεριζωθεῖ». Ὁ δὲ Συρὲ ἔγραφε: «Τὸ μεγαλύτερο κακὸ τῶν καιρῶν μας εἶναι ὅτι ἡ Ἐπιστήμη καὶ ἡ Θρησκεία ἐμφανίζονται σὰν δύο δυνάμεις ἐχθρικὲς καὶ ἀσύνδετες. Ἡ Θρησκεία ἀνταποκρίνεται στὶς ἀνάγκες τῆς καρδιᾶς κι ἀπὸ κεῖ παίρνει τὴν αἰώνια μαγεία της, κι ἡ Ἐπιστήμη πάλι ἀπαντᾶ στὶς ἀνάγκες τοῦ πνεύματος κι ἔτσι ἀντλεῖ τὴν ἀκατανίκητη δύναμή της. Ἀλλὰ ἐδῶ καὶ ἀρκετὸν καιρὸ αὐτὲς οἱ δυνάμεις δὲν ξέρουν νὰ συνεννοοῦνται. Στὸν κόσμο τῆς ψυχῆς βασιλεύουν ἄλλοι νόμοι. Ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη δὲν κατάφερε παρὰ νὰ ψηλαφίζει σ’αὐτὸν τὸν τομέα, ἐκεῖ ὅπου ὁ ἀρχαῖος κόσμος ἔμαθε νὰ προσανατολίζεται, διότι κατεῖχε τὰ ἀναγκαῖα ἐργαλεῖα, ἀρχὲς καὶ κλειδιά». Καὶ προσθέτει: «Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς δὲν γνώρισε τὸν πόλεμο μεταξὺ θρησκείας καὶ Φιλοσοφίας, ποὺ χαρακτηρίζει τὸν δικὸ μας πολιτισμό. Ὁ Ὀρφισμὸς χρησίμευε σὰν δεσμὸς μεταξὺ Φιλοσοφίας καὶ Θρησκείας. Να, ποιὸ ἦταν τὸ πρωταρχικὸ καὶ καθοριστικὸ γεγονός, ποὺ ἐξηγεῖ ἀπὸλυτα τὴν μυστικὴ συμφωνία ποὺ ὑπάρχει στὸ βάθος τοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ».

Ὅλα αὐτὰ ἡ Δύση ἐλάχιστα τὰ ἐννόησε. Ὁ ἑλληνικὸς πολιτισμὸς εἶναι γι αὐτὴν θαυμαστὸς ἕνεκα τοῦ ὀρθολογισμοῦ του καὶ τῆς θεμελιώσεως τῶν ἐπιστημῶν καὶ ἕνεκα τῆς λαμπρῆς τέχνης του. Ὁ Νεοπλατωνισμὸς παραγνωρίσθηκε, θεωρηθείσης καὶ τῆς ἑλληνιστικῆς ἐποχῆς του ὡς παρακμιακῆς. Καὶ ἡ ἀρχαία Τέχνη θαυμάστηκε σὰν καλλιέπεια μόνον ἤ σὰν «νατουραλισμός»-χωρὶς νὰ μπορέσουν νὰ ἐμβαθύνουν στὴν ζωοποιὸ πηγὴ τῆς ψυχῆς της. Ἔτσι ὁ ἀρχαῖος πολιτισμὸς δὲν μπόρεσε νὰ συλληφθεῖ ξανὰ ὁλοκληρωμένος στὴν συνείδησή μας. Οἱ ψυχικὲς δυνάμεις (ἐνόραση, διαίσθηση, ἔκσταση) ὑποτιμήθηκαν, ἐπειδὴ δὲν μποροῦσαν νὰ γίνουν κατανοητές, καὶ ἐν τέλει θεωρήθηκαν μή ἑλληνικὲς, ἡ δὲ ἀρχαία θρησκεία θαυμάστηκε μόνον σὰν ὡραιότατο παραμύθι. Πῶς νὰ γίνει λοιπὸν καὶ ἡ Μαντική, τὸ ἀκρόκλωνο ἄνθος τῆς ὑπερλογικῆς δυνάμεως, ἀποδεκτό; Μὲ μίαν προχειρότητα -ἴδιον ἀξέστων πολιτισμῶν –αὐτὴ διεγράφη μὲ μιὰ μονοκοντυλιὰ καὶ ἔμεινε στὴν ἀφάνεια. Ὑπῆρξαν βεβαίως καὶ ἐξαιρέσεις μέσα στὴ δυτικὴ σκέψη, ὅπως μερικοὶ στοχασταὶ τοῦ Ρωμαντισμοῦ, τοῦ Ὑπαρξισμοῦ καὶ τῆς Φαινομενολογίας, ἀλλὰ κι αὐτοὶ, ὅσον ἀφορᾶ στὴν Μαντική, δείχνουν σὰν παιδιὰ ποὺ παίζουν μὲ τὰ βότσαλα, ὅταν μπροστά τους ἁπλώνεται ἡ ἀπέραντη θάλασσα τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς Γνώσεως.

Ὅπως οἱ βιολογικὲς ἐπιστῆμες δὲν μποροῦν παρὰ νὰ ἐξετάζουν τὸ «φαινόμενον» μέρος τοῦ ἐμβίου ὄντος, τὸ ὑλικό, ἔτσι καὶ ἡ Φιλοσοφία δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ἐξετάζει τὸ «νοητόν» μέρος τοῦ κόσμου, αὐτὸ ποὺ μπορεῖ νὰ συλλάβει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς. Ὅλα τὰ ὑπὲρ λόγον δὲν εἶναι ποτὲ «νοητά» -αὐτὸ θὰ ἦταν ἀντίφαση –μόνον ψυχικὴ ἁφὴ εἶναι δυνατὴ μὲ αὐτά. Ὁ Μπερξόν, θεωρῶντας τὸ ἔνστικτο τῶν ἐμβίων ὄντων ὡς ἀντίστοιχη ζωϊκὴ λειτουργία πρὸς τὴν ἀνθρώπινη ἐνόραση, γράφει:

«Ἡ διάνοια δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συλλάβει τὴν Οὐσίαν τοῦ Ὄντος, ἀλλὰ μόνον ὅ, τι ἐκ τοῦ Ὄντος καταλείπεται σὲ ὕλη. Ἡ διάνοια καὶ τὸ ἔνστικτο ἔχουν στραφεῖ πρὸς δύο διαφορετικὲς κατευθύνσεις, ἐκείνη πρὸς τὴν ἀδρανῆ ὕλη, τοῦτο πρὸς τὴν ζωή. Ἡ διάνοια καὶ ὅταν ἀκόμη δὲν ἐπιχειρεῖ ἐπὶ τῆς ἀδρανοῦς ὕλης, ἀκολουθεῖ τὶς ἕξεις ποὺ εἶχε ἀποκτήσει μὲ αὐτήν. Εἶναι καμωμένη γιὰ τὴν ἐργασία αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Τὸ ἔνστικτο εἶναι γνώση ἐξ ἀποστάσεως. Εἶναι ὡς πρὸς τὴ διάνοια ὅ,τι ἡ ὄραση πρὸς τὴν ἀφή. Τὸ ὅ,τι δὲν ἀνήκει στὴν περιοχὴ τῆς διανοίας τὸ ἔνστικτο, δὲν σημαίνει καὶ ὅτι βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τοῦ πνεύματος. Γι αὐτό, στὸ μυστήριο τῆς ζωῆς θὰ μᾶς ὁδηγοῦσε ἡ Ἐνόραση, δηλ. τὸ ἔνστικτο, ποὺ εἶναι ἱκανό, νὰ διαλογίζεται ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου του καὶ νὰ τὸ εὐρύνει ἀπεριόριστα».

Ἡ μεγάλη σημασία τῆς ἐνοράσεως δὲν σημαίνει ὅμως ἐξουδετέρωση τῆς διάνοιας –αὐτὸ θὰ ἦταν ἡ ἀντίθετη ἀκρότης. Κάθε κατάκτηση τῆς ἐνορατικῆς γνώσεως (τονίζει πάλι ὁ Μπερξόν) τίθεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχο τῆς διανοίας, ὄχι μόνο γιὰ τὴ συστηματοποίησή της, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὸν ἔλεγχο τῆς συμβατότητός της πρὸς τὴν ὑπόλοιπη γνωστικὴ πραγματικότητα. Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μιὰ ἄλλη σημαντικὴ παράμετρος: Ἡ γνωστικὴ περιουσία, ποὺ ἔχει μέχρι σήμερα ἐπιστημονικὰ κατακτηθεῖ, πρέπει νὰ εἶναι βάση καὶ ἔξαρμα γιὰ κάθε περαιτέρω ἐνορατικὸ ἅλμα. Ἡ Σοφία ἐτιμᾶτο πάντοτε στὴν Ἑλλάδα, ἄν καί, ὑπὸ τὴ μορφὴ τῆς Προναίας Ἀθηνᾶς, ἐτοποθετεῖτο σὲ χαμηλότερο ἐπίπεδο ἀπὸ τὸν κύριο Δελφικὸ Ναό. Ἡ καλλιέργεια τοῦ πνεύματος, εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητη προϋπόθεση γιὰ κάθε δημιουργικὴ ὑπέρβαση (ἐκστασιασμοί, ποὺ ἔχουν ἀκαλλιέργητο ἤ βαρβαρικὸ ὑπόβαθρο, δὲν ἔχουν ποτὲ αἴσια κατάληξη). Ἄν ὁ ἐκστασιασμὸς τῶν ἀκαλλιέργητων «δὲν ὑπερβαίνει τὰ στάδια ἑνὸς πνευματικοῦ ἡμιληθάργου» (Ρόντε), αὐτὸς ὅμως «εἰς τὰς ὑψηλὰς τάξεις τῶν προηγμένων κοινωνιῶν τῆς ἑλληνικῆς Ἀρχαιότητος ἔφθασεν εἰς ὑψηλὰς βαθμίδας τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ καὶ διὰ τοὺς Ὀρφικοὺς ὁ Διόνυσος ἦτο ὁ ἐλευθερωτὴς τῆς ψυχῆς ἐκ τῶν γηίνων δεσμῶν, ὁ δωρητὴς τῆς πνευματικῆς βακχείας καὶ τοῦ δημιουργικοῦ ἐνθουσιασμοῦ».

Ο Αριστοτέλης και ο ορισμός της ψυχής

Περνώντας στο δεύτερο μέρος του έργου του Περί Ψυχής ο Αριστοτέλης θα επιχειρήσει να αποδώσει τον ορισμό της αντιτιθέμενος σε όλες τις ως τότε θεωρίες: «και πάλι, ας επανέλθουμε προσπαθώντας να ορίσουμε τι είναι ψυχή και ποιος θα μπορούσε να είναι ο γενικότερος ορισμός γι’ αυτή» (412a 5-6).

Ως προσεχές γένος της ψυχής ο Αριστοτέλης επιλέγει την έννοια υπόσταση: «Ένα γένος των όντων, λοιπόν, λέμε πως είναι η υπόσταση· όμως, από μια άποψη, την εννοούμε ως ύλη, η οποία καθαυτή, βέβαια, δεν είναι συγκεκριμένο πράγμα· ενώ, από μια άλλη, ως σχήμα και μορφή, σύμφωνα με την οποία, ήδη, προσδιορίζεται ένα συγκεκριμένο πράγμα· και από μια τρίτη, ως αυτό που προκύπτει από αυτά τα δύο» (412a 2-9).

Το ζήτημα προσδιορίζεται με βάση τις έννοιες ύλη και μορφή που στην ουσία καθρεφτίζουν το αντιθετικό ζεύγος δυνάμει-ενεργεία. Η ύλη πάει με τη δυνατότητα, αφού κάθε μορφή ύλης έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε κάτι άλλο, αρκεί να γίνουν οι απαραίτητες διαδικασίες. Για παράδειγμα το μάρμαρο (ύλη) έχει τη δυνατότητα να γίνει άγαλμα εφόσον το φιλοτεχνήσει ο καλλιτέχνης. Όταν γίνει άγαλμα, τότε αποκτά τη μορφή, περνά δηλαδή στο ενεργεία, αφού οι δυνατότητες της ύλης έχουν πραγματοποιηθεί. Από αυτή την άποψη η έννοια της μορφής ταυτίζεται με τον τελικό σκοπό κάθε ύλης, ταυτίζεται δηλαδή με την εντελέχεια (τελεολογία), αφού το ενεργεία είναι η πραγμάτωση της δυνατότητας, που ορίζεται ως σκοπός της ύπαρξης.

Η διαδικασία αυτή, όμως, δεν είναι βέβαιο ότι θα ολοκληρωθεί, καθώς το δυνάμει δεν είναι βέβαιο ότι θα φτάσει στον τελικό σκοπό του, ώστε να γίνει ενεργεία. Το μάρμαρο μπορεί να πέσει και να σπάσει και αντί να γίνει άγαλμα να πεταχτεί στα σκουπίδια. Η δυνατότητα μπορεί να παραμείνει δυνατότητα ως κάτι ανεκπλήρωτο που αφορά το μη πραγματικό. Όμως, ακόμη και μετά το ξεκαθάρισμα αυτό θα γεννηθεί μια νέα προβληματική: «Η ύλη είναι δυνατότητα, ενώ η μορφή εντελέχεια και αυτή η τελευταία έχει δύο σημασίες: είναι αφενός όπως η γνώση και αφετέρου όπως η άσκηση της γνώσης» (412 10-11).

Υπάρχουν δύο βαθμοί στην πραγμάτωση μιας δυνατότητας. Αφενός, η γνώση είναι ως προς την άγνοια ό,τι η εντελέχεια σε σχέση με τη δυνατότητα. Αφετέρου, η άσκηση της γνώσης, (το θεωρείν, η θεωρία) είναι εντελέχεια σε σχέση με την απλή κατοχή της γνώσης.

Με λίγα λόγια, το πέρασμα από το δυνάμει στο ενεργεία προϋποθέτει δύο φάσεις: Από τη μια τη γνώση του θέματος κι από την άλλη την πραγμάτωση-εφαρμογή της γνώσης αυτής. Η απόκτηση της γνώσης είναι το πρώτο τεράστιο άλμα προς την εντελέχεια (ενεργεία), αφού φωτίζει την άγνοια και δείχνει το δρόμο που θα ακολουθηθεί. Όμως, η κατοχή της γνώσης από μόνη της είναι αδύνατο να οδηγήσει στο ενεργεία.

Αυτό που μένει είναι η υλοποίησή της, καθώς δε χρειάζεται μόνο να ξέρει κανείς το δρόμο για να φτάσει κάπου, αλλά πρέπει και να τον διασχίσει. Η διαδικασία αυτή τίθεται ως κάτι ξεχωριστό, αφού η υλοποίηση μπορεί να αντιμετωπίσει δυσκολίες που ενδέχεται να οδηγήσουν ακόμη και στην αναθεώρηση της γνώσης.

Με δεδομένο, λοιπόν, ότι η εντελέχεια έχει δύο όψεις (την απόκτηση της γνώσης και την πραγμάτωσή της) τίθεται το ερώτημα του κατά πόσο η υπόσταση (το προσεχές γένος της ψυχής) που ταυτίζεται με την ύλη, δηλαδή το δυνάμει, και θα οδηγηθεί στη μορφή, δηλαδή το ενεργεία, θα ανταποκριθεί περισσότερο στο πρώτο ή το δεύτερο είδος εντελέχειας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο Αριστοτέλης θα καταθέσει κι έναν επιπλέον προβληματισμό: «Υποστάσεις φαίνεται κατεξοχήν να είναι τα σώματα και από αυτή τα φυσικά· γιατί αυτά είναι αρχές των άλλων. Από τα φυσικά σώματα, πάλι, άλλα έχουν ζωή κι άλλα δεν έχουν· και για ζωή μιλούμε, όταν κάτι θρέφεται, αναπτύσσεται και παρακμάζει από μόνο του» (412a 11-15).

Η έννοια της υπόστασης-ύλης είναι συνυφασμένη μόνο με τα φυσικά σώματα, αφού μόνο η φύση είναι σε θέση να ορίζει την υπόσταση σε κάθε είδος. Οτιδήποτε τεχνητό, δηλαδή ανθρώπινο, στερείται υπόστασης, εκτός αν συγκρίνουμε τον άνθρωπο με τη φύση-θεό. Ο διαχωρισμός ανάμεσα στις υποστάσεις που αφορά τα έμβια και τα άβια όντα και η διευκρίνιση ότι έμβιο ον είναι μόνο αυτό που «θρέφεται, αναπτύσσεται και παρακμάζει» καθιστά σαφές ότι η ψυχή αφορά μόνο αυτή την κατηγορία των υποστάσεων κι ότι το να μιλά κανείς για την ψυχή της πέτρας είναι παράλογο.

Όμως, η υπόσταση των έμβιων όντων είναι σύνθετη, καθώς αποτελείται και από την ύλη και από τη μορφή. Με δυο λόγια η ύλη και η μορφή κάθε έμβιου όντος αποτελούν ένα ενιαίο-αναπόσπαστο σύνολο, αφού είναι αδύνατο να υποστεί άμεσες αλλαγές, όπως για παράδειγμα η πέτρα που σε ελάχιστο χρόνο μπορεί να γίνει εργαλείο ή μαγειρικό σκεύος.

Οι αλλαγές που μπορεί να υποστεί η έμβια ύλη (σώμα) είναι μακροχρόνιες και έχουν να κάνουν με την ίδια την εξέλιξή του, αφού «θρέφεται, αναπτύσσεται και παρακμάζει». Οι άμεσες αλλαγές στην έμβια ύλη αποτελούν παραμορφώσεις (σοβαροί τραυματισμοί, ακρωτηριασμοί κλπ) που σε κάθε περίπτωση αντιτίθενται στη φύση κι ως εκ τούτου δεν αφορούν τη συγκεκριμένη έρευνα.

Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «Ώστε, κάθε φυσικό σώμα που έχει ζωή πρέπει να είναι υπόσταση και μάλιστα με την έννοια της σύνθετης υπόστασης» (412a 15-16). Το δεδομένο ότι η ψυχή αφορά μόνο τα έμβια όντα θέτει την αριστοτελική σκέψη στην τελική της ευθεία: «Και επειδή, εδώ, πρόκειται για ένα τέτοιο σώμα, που έχει δηλαδή ζωή, το σώμα δε θα μπορούσε να είναι ψυχή· γιατί το σώμα δε συμπεριλαμβάνεται στα κατηγορήματα ενός υποκειμένου, αλλά, μάλλον, είναι το ίδιο υποκείμενο και ύλη» (412a 17-19).

Το ότι το σώμα δεν είναι ψυχή μπορεί να καταδειχθεί και από τις ίδιες τις ιδιότητες που της αποδίδονται, καθώς όλες οι ηθικές αρετές (εγκράτεια, ανδρεία, μεγαλοφροσύνη κλπ) δεν αποδίδονται στο σώμα, αλλά αυστηρά στην ψυχή. Αν οι ηθικές αρετές αποδίδονταν στο σώμα τότε η έρευνα θα στρεφόταν στο συγκεκριμένο όργανο του σώματος που καθορίζει τη λειτουργία τους. Κάτι τέτοιο όμως δεν υφίσταται. Ωστόσο, αυτό δεν αναιρεί ότι η ψυχή αποτελεί υπόσταση. Αντιθέτως, η άμεση συσχέτιση της ψυχής με το σώμα, αφού αν χαθεί το σώμα ούτε η ψυχή υφίσταται, αποτελεί απόδειξη ότι και η ψυχή ανήκει στις υποστάσεις που πρέπει να καθοριστούν και να αναγνωριστούν οι ιδιότητές τους.

Ο Αριστοτέλης είναι ξεκάθαρος: «Αναγκαστικά, λοιπόν, η ψυχή είναι υπόσταση· ως μορφή ενός φυσικού σώματος, που έχει τη δυνατότητα της ζωής. Και η υπόσταση αυτή είναι εντελέχεια. Η ψυχή, επομένως, είναι η εντελέχεια ενός τέτοιου σώματος» (412a 20-22).

Η αριστοτελική απάντηση στο ζήτημα της σχέσης σώματος και ψυχής φαίνεται να είναι οριστική. Το σώμα είναι η ύλη και δίνει τις δυνατότητες, ενώ η ψυχή είναι η μορφή που καθορίζει το ενεργεία. Με άλλα λόγια, ο άνθρωπος έχει από το σώμα τις δυνατότητές του, αλλά η ψυχή είναι που θα καθορίσει το κατά πόσο θα πραγματοποιηθούν ή όχι. Το σώμα προσιδιάζει στο μάρμαρο που μπορεί να γίνει άγαλμα και η ψυχή είναι η δύναμη που θα κρίνει αν αυτό θα συμβεί ή όχι.

Κι αν αυτό πρέπει να διατυπωθεί με βάση την αριστοτελική ηθική φιλοσοφία, ο άνθρωπος γεννιέται με τελεολογική αποστολή (τελικό σκοπό) να είναι ευτυχισμένος. Η ίδια η σωματική του υπόσταση, ως ύλη, του δίνει αυτή τη δυνατότητα από τη στιγμή που θα γεννηθεί. Το αν, όμως, αυτό πράγματι θα συμβεί ή όχι θα καθοριστεί από την ποιότητα της ψυχής, που ως μορφή ταυτίζεται με την εντελέχεια. Το σώμα και η ψυχή αποτελούν τις αλληλένδετες δυνάμεις της ύλης και της μορφής που σηματοδοτούν το αντιθετικό ζεύγος του δυνάμει-ενεργεία που θα κρίνει την επίτευξη του τελικού σκοπού.

Γι’ αυτό η ψυχή είναι αλληλένδετη με το σώμα κι όταν αυτό χαθεί και η ψυχή δεν υφίσταται με τον ίδιο τρόπο που αν το άγαλμα σπάσει (παρόλο που ολοκληρώθηκε η τελεολογική αποστολή της ύλης με την επίτευξη του ενεργεία αγάλματος), είναι παράλογο να μιλάει κανείς για την αιωνιότητα της μορφής του, αφού δεν υφίσταται πλέον. Η αιωνιότητα αφορά την ανάμνηση (ή την εκ νέου αποτύπωσή της μορφής σε άλλη ύλη προς ενίσχυση της ανάμνησης) κι όχι την ίδια την υπόσταση που έχει οριστικά χαθεί.

Υπό αυτή την έννοια, ο θάνατος αποτελεί το φυσικό χρονικό τέλος κάθε ανθρώπου τόσο ως σώμα όσο κι ως ψυχή. Η διαιώνιση αφορά την ανάμνηση που όσο κι αν ενισχυθεί από ένα πορτρέτο ή μια φωτογραφία είναι αδύνατο να ερμηνευτεί ως επαναφορά στη ζωή με οποιοδήποτε τρόπο. Όμως, έχει ήδη διατυπωθεί ότι η εντελέχεια έχει δύο σημασίες: «άλλοτε είναι όπως η γνώση και άλλοτε όπως η άσκηση της γνώσης. Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η ψυχή είναι εντελέχεια όπως η γνώση· γιατί, όσο υπάρχει η ψυχή, υπάρχει και ύπνος και εγρήγορση· και η εγρήγορση είναι ανάλογη με την άσκηση της γνώσης, ενώ ο ύπνος με την κατοχή της, χωρίς την άσκηση» (412a 22-26).

Το δεδομένο ότι η λειτουργία του σώματος εμπεριέχει και την εγρήγορση και τον ύπνο καθιστά προβληματική την τοποθέτηση του Αριστοτέλη που κατατάσσει από θέση αρχής την ψυχή στην εντελέχεια της γνώσης, σαν να μη σχετίζεται η ψυχή με την εγρήγορση. Αυτός είναι και ο λόγος που ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «στον ίδιο τον άνθρωπο πρώτα γεννιέται η γνώση. Γι’ αυτό, η ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια ενός φυσικού σώματος που έχει τη δυνατότητα της ζωής. Και τέτοιο σώμα είναι όποιο είναι οργανικό» (412a 27-29).

Η ψυχή αποτελεί την εντελέχεια του σώματος ως γνώση με την έννοια ότι ο άνθρωπος πρώτα φτάνει στη γνώση και μετά στην πραγμάτωση. Κι αυτός είναι ο λόγος που η ψυχή ταυτίζεται μόνο με τα έμβια όντα. Οι δίχως ζωή υποστάσεις της φύσης είναι αδύνατο να προσεγγίσουν τη γνώση. Αν είχαν ψυχή θα την προσέγγιζαν, όμως τότε θα ήταν έμβια.

Η διευκρίνιση που αφορά το οργανικό μέρος του σώματος αποτελεί ακόμη έναν τρόπο προσδιορισμού της ζωής και διαχωρισμού της από την άβια ύλη. Οτιδήποτε έχει ζωή αποτελείται από σωματικά όργανα που εξυπηρετούν όλες τις ανάγκες για τη διατήρηση της. Η πέτρα και πάλι δεν μπορεί να ενταχθεί στα έμβια όντα.

Το ζήτημα που προκύπτει εδώ είναι τα φυτά: «Όργανα είναι και τα μέρη των φυτών, αλλά πάρα πολύ απλά· όπως για παράδειγμα το φύλλο είναι σκέπασμα του περικαρπίου, ενώ το περικάρπιο του καρπού. Και οι ρίζες είναι κάτι ανάλογο με το στόμα· γιατί και τα δύο τραβούν την τροφή» (412b 1-4). Τα φυτά ως πολύ απλές οργανικές οντότητες δεν μπορεί παρά να ανταποκρίνονται σε κάποιο αντιστοίχως πολύ απλό είδος ψυχής. Από αυτή την άποψη, η εντελέχεια για την οποία προορίζονται είναι κατώτερη από εκείνη του ανθρώπου.

Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να διατυπωθεί: «Αν, λοιπόν, πρέπει να πούμε κάτι γενικό για κάθε είδος ψυχής, θα λέγαμε πως η ψυχή είναι η πρώτη εντελέχεια ενός φυσικού, οργανικού σώματος. Γι’ αυτό δεν πρέπει να ερευνούμε αν η ψυχή και το σώμα είναι ένα πράγμα, όπως δεν κάνουμε για το κερί και το αποτύπωμα ούτε, γενικά, για την ύλη κάθε πράγματος και για εκείνο του οποίου είναι ύλη» (412b 4-8).

Κι αν κανείς δεν έχει ακόμη καταλάβει ποια η σχέση της ψυχής με το σώμα, ο Αριστοτέλης θα φέρει το παράδειγμα του ματιού: «αν το μάτι ήταν ζώο, η ψυχή του θα ήταν η όραση· αφού αυτή είναι η υπόσταση του ματιού, με την έννοια της μορφής. Το μάτι, όμως, είναι η ύλη της όρασης· κι όταν η όραση λείψει, δεν είναι πια μάτι, παρά μόνο με το όνομα, όπως το πέτρινο και το σχεδιασμένο» (412b 19-23).

Η ψυχή είναι η άυλη εντελέχεια της σωματικής ύλης, όπως η όραση είναι η εντελέχεια του ματιού. Η αριστοτελική τελεολογία παίρνει διαστάσεις υπαρξιακές, αφού η ύπαρξη κάθε πράγματος ορίζεται αποκλειστικά από το κατά πόσο είναι σε θέση να εκπληρώσει την τελεολογική του αποστολή. Ορίζοντας ως τελεολογική αποστολή του ματιού τη δυνατότητα να βλέπει γίνεται σαφές ότι το πέτρινο ή σχεδιασμένο μάτι δεν μπορεί να οριστεί ως τέτοιο, ακριβώς γιατί από θέση αρχής είναι αδύνατο να εκπληρώσει τη λειτουργία της όρασης.

Το ζωγραφισμένο μάτι εξακολουθούμε να το λέμε μάτι μόνο ως όνομα και γιατί πρέπει να το πούμε κάπως. Είναι αδύνατο να επικαλεστεί κανείς το μάτι μιας ζωγραφιάς με κυριολεκτικό τρόπο. Το ίδιο κι ένα αμετάκλητα τυφλό μάτι. Στα Ηθικά Νικομάχεια είχε υποστηρίξει την ίδια άποψη φέρνοντας ως παράδειγμα το χέρι, που όταν αποκόπτεται από το σώμα δεν υφίσταται ακριβώς επειδή είναι αδύνατο να εκπληρώσει τις λειτουργίες που του έχουν αποδοθεί από τη φύση.

Εκεί είχε αναφέρει αυτό το παράδειγμα για να εξηγήσει τη σχέση του μέρους με το όλο. Το ίδιο θα κάνει κι εδώ: «Πρέπει λοιπόν, ό,τι ισχύει για τα μέρη, να το εφαρμόσουμε σε ολόκληρο το ζωντανό σώμα· γιατί, ό,τι είναι το μέρος της ψυχής για το μέρος του σώματος, είναι και η αισθητική ικανότητα στο σύνολό της για ολόκληρο το σώμα που αισθάνεται, ως τέτοιο» (412b 23-26).

Κι όπως το χέρι δεν υφίσταται στερούμενο της τελεολογικής του αποστολής όταν αποκόπτεται από το σώμα, έτσι και η ζωή δεν υφίσταται όταν το σώμα χάσει την ψυχή, αφού χωρίς ψυχή παύει κάθε ελπίδα εντελέχειας: «Και αυτό που έχει τη δυνατότητα να ζήσει δεν είναι το σώμα που έχει χάσει την ψυχή, αλλά εκείνο που την έχει. Το σπέρμα, έτσι, και ο καρπός, έχουν τη δυνατότητα να γίνουν ένα τέτοιο σώμα» (412b 26-28).

Αριστοτέλης, περί Ψυχής

Αν δεν υπάρχει ψυχή, ποιο το αντικείμενο της ψυχο-λογίας;

Η λέξη «ψυχή» (από το ρήμα «ψύχω», δηλ. «φυσώ», «πνέω») κυριολεκτικά σημαίνει την «ψυχρή πνοή» (Wikipedia). Σήμερα χρησιμοποιούμε τον όρο κυρίως με δυο σημασίες:

1. Ως το άυλο βασικό στοιχείο της ανθρώπινης φύσης, σε αντιδιαστολή με το υλικό που είναι το σώμα (Wiktionary)
2. Ως το όργανο που καθορίζει την συμπεριφορά μας], σκέψεις, συναισθήματα, δοξοθυμίες, μνήμες κλπ.

Ενίοτε χρησιμοποιούμε τον όρο «ψυχή» και με άλλες σημασίες, όπως θάρρος, σθένος και κουράγιο: «είναι ψυχάρα», «έχει ψυχή»· την ηθική διάσταση σε αντιδιαστολή με τις διανοητικές λειτουργίες: «έχει καλή ψυχή»· τον ίδιο τον άνθρωπο: «δεν υπήρχε ψυχή εκεί γύρω»· το σημαντικό: «ήταν η ψυχή της ομάδας» κ.α.

Δεν θα μας απασχολήσουν όμως αυτές και πολλές άλλες παρόμοιες χρήσεις του όρου. Δεν θα ασχοληθούμε επίσης, με το 1ο, αν δηλαδή υπάρχει ψυχή χωρίς σώμα. Οι θρησκευόμενοι, οι μυστικιστές και οι υλιστές έχουν παραθέσει πλήθος υπέρ και κατά επιχειρημάτων που μπορεί ο καθένας να βρει και να κρίνει. Δεν θα προσθέταμε και πολλά επί του θέματος, εφόσον κανένα νέο δεδομένο δεν έχει προκύψει επ’ αυτού.

Σε αυτό το άρθρο θα προβληματιστούμε αν ο όρος ψυχή έχει νόημα πλέον σήμερα ακόμα και ως το όργανο της βιωματικής εμπειρίας και της συμπεριφοράς. Δεν υπάρχει «ψυχή» δηλώνουν πάρα πολλοί στις μέρες μας, εννοώντας όχι μόνο την ψυχή που μετά θάνατον θα πάει στον Παράδεισο ή την Κόλαση, αλλά και ως οποιαδήποτε μορφής λειτουργία. Ο αγαπητός και παγκοσμίως γνωστός καθηγητής Γιώργος Παξινός (2021) έχει δηλώσει:

«Εάν η ψυχή είναι εκεί που οι ερεθισμοί γίνονται αισθήσεις, που εδρεύει η λογική, που παίρνονται οι αποφάσεις, που πλάθεται η αγάπη, που αποταμιεύονται οι μνήμες, τότε δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι υπάρχει ψυχή, διότι υπάρχει ήδη ένα όργανο που εκτελεί αυτές τις λειτουργίες, ο εγκέφαλος.»

Κι αν βγάλουμε την ψυχή από την μέση, προφανώς δεν μπορούμε να κρατήσουμε την επιστήμη που την έχει ως αντικείμενο, την ψυχολογία. Αν τη θέση της ψυχής πάρει ο εγκέφαλος, τη θέση της ψυχολογίας πρέπει να πάρουν οι νευροεπιστήμες, αυτές δηλαδή που ασχολούνται με την διερεύνηση του εγκεφάλου.

Είναι όμως πράγματι νεκρή η ψυχολογία;

Ας εξετάσουμε την πρόταση του κ. Παξινού με ένα παράδειγμα που θα περιέχει πάνω-κάτω, όλα όσα αναφέρει στην ανωτέρω πρότασή του. Έναν άνδρα που βλέπει μπρος του μια πανέμορφη και πολύ επιθυμητή συνολικά γι’ αυτόν κοπέλα. Το ότι την βλέπει, σημαίνει ένα (πολύ περισσότερα από ένα…) ερέθισμα που γίνεται οπτική αίσθηση. Ο άνδρας σκέφτεται λογικά και παίρνει απόφαση για το πώς θα συμπεριφερθεί. Αν γνωριστούν και έρθουν κοντά ίσως έχουμε ανάπτυξη δοξοθυμίας αγάπης και φυσικά όλα θα του είναι αξέχαστα. Είναι όλα αυτά λειτουργίες που εκτελεί ο εγκέφαλος αποκλειστικά και αδιαμεσολάβητα;

Το τι θα δει ο άνθρωπος εξαρτάται από την κατάσταση του οπτικού του συστήματος συνολικά, δηλαδή και των εξωτερικών συσκευών της όρασης, όπως το μάτι, κερατοειδής, αμφιβληστροειδής, οπτικό νεύρο κλπ. Εξαρτάται από τον φωτισμό και την ύπαρξη της κοπέλας, τι έχει επιλέξει να φορέσει, πώς να στέκεται, τα μαλλιά της, την εντύπωση που δίνει (δες και «Είμαστε όντα εντυπώσεων», Κερασίδης, 2024).

Το πώς θα εκτιμήσει αυτό που βλέπει έχει να κάνει το πώς ήταν η μάνα του και οι γυναίκες του τόπου που μεγάλωσε και άλλες αμέτρητες επιρροές στην προσωπική του ιστορία. Αν θα την αγαπήσει έχει να κάνει με την συγκυρία που ίσως βοηθήσει- ίσως αποτρέψει- το να έρθουν κοντά, με τη συμπεριφορά που θα εκδηλώσουν και οι δυο, με το αν οι άνδρες στον τόπο που μεγάλωσε αγαπούν τις γυναίκες ή τις βλέπουν ως όργανα παραγωγής παιδιών και υποζύγια.

Όσον αφορά δε στις μνήμες, η μνήμη αυτής της γυναίκας θα πλουτίσει και θα προστεθεί δίπλα σε μια ατέλειωτη λίστα από άλλες γυναίκες, και το αν θα είναι αξέχαστη και μοναδική ή θα χαθεί μετά από λίγο καιρό, εξαρτάται από αμέτρητους άλλους παράγοντες.

Υποθέτω πως ότι ούτε και ο κ. Παξινός θεωρεί πως θα μπορούσαν να αντληθούν όλες αυτές οι πληροφορίες, και όσες ατελείωτες ακόμα θα μπορούσα να προσθέσω, μελετώντας με τα τελειότερα όργανα καταγραφής του εγκεφάλου, το ποιες περιοχές του αιματώθηκαν, ενεργοποιήθηκαν ή ανεστάλησαν ή με τις κινήσεις των ιόντων από νευρώνα σε νευρώνα.

Να προσδιοριστούν οι μνήμες μέσω της ανάγνωσης των συνάψεων που ισχυροποιήθηκαν. Πέραν του ότι πολλά απ’ όσα διαδραματίζονται έχουν να κάνουν με έξω από τον εγκέφαλο συμβάντα και την ιστορία, ακόμα και όσα αφορούν στο άτομο και μόνο, είναι αδύνατο να προσδιοριστούν «βλέποντας» τον εγκέφαλο. Να θυμίσω πως ούτε πλήρη μελέτη της ρίψης κορώνα- γράμματα ενός νομίσματος δεν μπορούμε να κάνουμε, παρότι δεν υπάρχει κάτι που δεν ξέρουμε από πλευράς φυσικής. Αντίθετα, από τη λειτουργία του εγκεφάλου ξέρουμε αληθινά ελάχιστα ακόμα.

Για τη μνήμη π.χ. που λέγαμε, δεν ξέρουμε ούτε τόπο «αποθήκευσής» της, ούτε τον ακριβή τρόπο αναπαραγωγής της, ενώ για τη συνείδηση είμαστε σχεδόν στο μηδέν όταν την ψάχνουμε στον εγκέφαλο.

Η φιλόσοφος Mary Midgley στο βιβλίο της «Είσαι μια ψευδαίσθηση;» αναφέρει για την περίπτωση που αναγνωρίζουμε ότι κάναμε κάτι λάθος, πως ο ενδεδειγμένος τρόπος για να δράσουμε είναι να αλλάξουμε τις ιδέες μας και την μελλοντική συμπεριφορά μας. «Εάν όμως, αντί να διαπιστώνουμε λάθη του παρελθόντος, απλώς αρχίσουμε να στοχαζόμαστε τις κινήσεις των νευρώνων μας, είναι βέβαιο ότι δεν θα βελτιώσουμε την κατάσταση.» (σελ. 56)

Η ψυχολογία καθόλου δεν είναι νεκρή και καθόλου δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις νευροεπιστήμες. Έχει άλλο αντικείμενο. Καμιά καταγραφή του εγκεφάλου δεν μπορεί να υποκαταστήσει την διερεύνηση του τι συνέβη στο παρελθόν ενός ανθρώπου, ποιο ήταν το περιβάλλον και ποιες οι επιδράσεις του στα πρώτα χρόνια της ζωής του, ποιες ήταν οι σκέψεις, οι συγκινήσεις και οι δοξοθυμίες του, έτσι ώστε να έχει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά προσωπικότητας σήμερα, γιατί εκδηλώνει συγκεκριμένους αυτοματισμούς σκέψης, μετατραυματική διαταραχή, αγχώδη ή καταθλιπτική συμπεριφορά κλπ.

Σε σχέση με το τεράστιο κεφάλαιο των κινήτρων στη δράση του ατόμου, η Midgley σημειώνει: «… η πολιτιστική μετατόπιση μας έχει οδηγήσει να απορρίψουμε ό,τι ήταν γνωστό πως έκανε παραδοσιακά η ψυχολογία- να μελετά σοβαρά τα δεδομένα των κινήτρων και να επινοεί εννοιολογικούς χάρτες για να τα εξηγήσουμε· και αντ’ αυτού να επιχειρούμε να μελετήσουμε τον νου έμμεσα με περισσότερα «επιστημονικά» μέσα, δηλαδή με κάτι που μοιάζει περισσότερο με τη χημεία ή τη φυσική.» (σελ. 164)

Κι εδώ ας πάμε την προσέγγισή μας ένα βήμα παρακάτω, παραλείποντας τα αμέτρητα ακόμα παραδείγματα και επιχειρήματα που μπορούν να δοθούν σχετικά με το ότι οι νευροεπιστήμες δεν είναι σε θέση να κάνουν την δουλειά της ψυχολογίας.

Μπορεί η ψυχή να αναχθεί στον εγκέφαλο; Μπορεί ο εγκέφαλος να αναχθεί στη φυσική και τη χημεία;

Ας διαλευκάνουμε κάποια πράγματα

Την έννοια της Ψυχής (ή του ψυχισμού) την χρειαζόμαστε είτε πιστεύουμε πως είναι θεϊκή ή άλλη μεταφυσική οντότητα και έξωθεν πνοή, είτε αποδεχόμαστε πως τελικά παράγεται από τον εγκέφαλο. Την χρειαζόμαστε γιατί είναι οντότητα που υπάρχει σε άλλο χώρο ποιοτήτων, και δεν είναι μόνο ανέφικτο να την ανάγουμε στον εγκέφαλο, αλλά και λάθος.

Ας αναφερθούμε λίγο στις έννοιες των «χώρων ποιότητας» για να γίνει σαφές τι εννοούμε. Η έννοια της θερμοκρασίας που είναι τόσο χρήσιμη στη ζωή μας, από τα δελτία καιρού, τον κλιματισμό στο σπίτι και το αυτοκίνητο, τον θερμοσίφωνα και τον φούρνο της κουζίνας, έως τον πυρετό, δεν υπάρχει, δεν έχει κανένα νόημα στον μικρόκοσμο. Εκεί, υπάρχουν σωματίδια με μεγάλη ή μικρή κινητική ενέργεια. Δεν υφίσταται καν η θερμοκρασία.

Η έννοια του χρόνου, το παρελθόν και το μέλλον δεν υφίσταται σε πολλούς τομείς μελέτης της φυσικής, και ιδιαίτερα στον μικρόκοσμο, αλλά είναι σαφέστατη στον μακρόκοσμο των πολλών σωμάτων και φυσικά στον κόσμο που ζούμε, στη βιολογία που μας γερνάει. Η πραγματικότητα γύρω μας δομείται σε χώρους ποιοτήτων, οι οποίοι έχουν την δική τους λογική, και συχνά δικούς τους νόμους, σημασίες και κανονικότητες, οι οποίοι δεν υφίστανται καν, δεν έχουν κανένα νόημα σε άλλους χώρους ποιοτήτων (δες «Ρήξη συνδέσμου» Κερασίδης, 1992).

Τα έμβια όντα π.χ. αποτελούνται από τα ίδια τα μόρια της φυσικής και της χημείας, αλλά σε διατάξεις κυτταρικές, είναι εργοστάσια με λειτουργία ασύλληπτα πολυπλοκότερη από τις έλξεις- απώσεις των μορίων από τα οποία αποτελούνται. Δεν θα πάει και πολύ μακριά σε γνώση ο βιολόγος αν εφαρμόζει την αρχή διατήρησης της ορμής και της ενέργειας της φυσικής, στα μόρια, και δεν αποκαλύπτει τα πολλά ιδιαίτερα που συμβαίνουν στον βιολογικό κόσμο.

Ας προσεχθεί: δεν παρακάμπτονται οι νόμοι της φυσικής στα βιολογικά υλικά και ούτε αυτά αποτελούνται από διαφορετικά μόρια (πρωτόνια, νετρόνια ή κουάρκ) απ’ ό,τι όλα τα υπόλοιπα του φυσικού μη έμβιου κόσμου. Στον βιολογικό χώρο ποιοτήτων ωστόσο αναδύονται ιδιότητες και πραγματοποιούνται λειτουργίες οι οποίες ούτε κατά διάνοια δεν συναντώνται στο πιο κάτω επίπεδο. Και δεν μιλάμε μόνο για τον μεταβολισμό και την αναπαραγωγή, αλλά για αμέτρητα ακόμα και εξαιρετικά πολύπλοκα συστήματα και διεργασίες, όπως το ανοσοποιητικό, ή παραγωγή ενέργειας, η αναπνοή, ο κύκλος του Krebs, η διαφοροποίηση και απόπτωση των κυττάρων κλπ, κλπ.

Κατ’ αντιστοιχία, ο ψυχολόγος που θα περιμένει να μάθει για τις σκέψεις, τα συναισθήματα, τις δοξοθυμίες και τις μνήμες των ανθρώπων, για να τους βοηθήσει θεραπευτικά, δεν θα πάει πουθενά δουλεύοντας με τα εργαλεία του βιολόγου (ακόμα χειρότερα με τα εργαλεία του φυσικού).

Οι κινήσεις ιόντων, τα ηλεκτρικά δυναμικά και οι αιματώσεις περιοχών του εγκεφάλου δεν μας λένε και πολλά για την ψυχή (που μπορεί να αναδύεται από την λειτουργία του). Η διερεύνηση του ψυχικού κόσμου μπορεί μόνο να γίνεται με την εκδίπλωση της προσωπικής ιστορίας, την κατανόηση του περιβάλλοντος του ατόμου, τις συγκυρίες, την ειδική σημασία που είχαν για το άτομο τα βιώματα του κλπ, τα οποία βασικά υπάρχουν στον, αδιαφανή για κάθε εξωτερικό παρατηρητή, κόσμο του υποκειμένου..

Επιπλέον, αν η αναγωγή αυτών που συμβαίνουν σε ένα χώρο ποιοτήτων στον πιο κάτω του χώρο είναι γόνιμη (και όντως ενίοτε είναι), με τον ίδιο τρόπο που προτείνεται η αναγωγή της ψυχής στον εγκέφαλο, θα πρέπει να θεωρείται γόνιμη και η αναγωγή του εγκεφάλου στα μόρια της φυσικής και της χημείας από τα οποία αποτελείται. Γιατί όχι και ακόμα πιο κάτω, στα στοιχειώδη σωμάτια και στα κουάρκ;

Τελικά, μια συνεπής αναγωγή θα καταλήξει στο ότι η μόνη επιστήμη που χρειαζόμαστε είναι η φυσική των στοιχειωδών σωματίων. Γνωρίζοντας καλά τα περί τα στοιχειώδη σωμάτια, όλα μετά όσα διαδραματίζονται στη Γη, και στο Σύμπαν, θα μπορούσαν να φωτιστούν. Αν όμως σοβαρευτούμε και αφήσουμε κατά μέρος το απατηλό όνειρο του αναγωγισμού (δες «Είναι η κινητική θεωρία των αερίων ένας θρίαμβος του αναγωγισμού;, Κερασίδης, 1991) , θα διαπιστώσουμε πως δεν ανάγουμε καν τις ιδιότητες του νερού σε εκείνες του υδρογόνου και του οξυγόνου από τα οποία αποτελείται.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα, με πειράματα και όχι υπολογισμούς επί των μορίων, διαπιστώθηκε πόσα μόρια νερού μπορούν να σχηματίσουν πάγο (δες «275, ο ελάχιστος αριθμός μορίων νερού που σχηματίζουν πάγο», 2012). Κι αν αυτό συμβαίνει με το νερό, ένα τόσο μελετημένο και πασίγνωστο στη δομή και τις λειτουργίες του μόριο, είναι υπερβολική και ίσως αποπροσανατολιστική η προσδοκία πως καταγράφοντας τον υλικό εγκέφαλο θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε τον ψυχισμό ενός ανθρώπου.

Και όπως δεν μαθαίνεις να κάνεις την επεξεργασία κειμένων ή την περιήγηση στο διαδίκτυο παρατηρώντας τις κινήσεις των ηλεκτρονίων στα μικροτσίπ του υπολογιστή, πολλαπλά περισσότερο δεν μπορείς να κάνεις ψυχοθεραπεία παρατηρώντας τον υλικό εγκέφαλο. Όπως για να μάθεις να οδηγείς αυτοκίνητο υποχρεούσαι να γνωρίζεις τον κώδικα, τα σήματα και τις συνήθειες του τόπου που οδηγείς, να ασκείσαι για να το σταματάς έγκαιρα, να το ξεκινάς ορθά και να το στρίβεις στις στροφές κι όχι να βλέπεις τις εκρήξεις στα μπουζί ή το τι συμβαίνει στα κυκλώματα του υπολογιστή του αυτοκινήτου. Και γι’ αυτό εξ’ άλλου είναι διαφορετικοί άνθρωποι οι σχεδιαστές, κατασκευαστές και μηχανικοί του αυτοκινήτου από τους οδηγούς της φόρμουλα. Γιατί είναι κάτι άλλο οι μηχανισμοί για την λειτουργία του αυτοκινήτου από τις δεξιότητες οδήγησης του.

Ζούμε σε έναν κόσμο που μάλλον αποτελείται από λίγα απλά υλικά. Τα πάντα φαίνεται να αποτελούνται από κουάρκ ή κάποιους ύστατους δομικούς λίθους, οι συναθροίσεις και η διάταξη των οποίων δημιουργεί διαρκώς νέες οντότητες, όπως βράχους και βατράχους. Και δεν χρειάζεται να υποθέσουμε πως η βραχίλα ή η βατραχίλα υπήρχαν ήδη στα κουάρκ, ότι το κουάρκ περιέχει εξ’ αρχής τις ιδιότητες των πάντων. Δεν είναι ανάγκη να θεωρήσουμε πως οι δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης ενυπάρχουν στο πυρίτιο από το οποίο αποτελούνται τα μικροτσιπ των υπολογιστών. Το πυρίτιο έχει ιδιότητες ημιαγωγού. Μόνο ειδικές διατάξεις και συστοιχίες με τελείως συγκεκριμένο τρόπο και με προγραμματισμό πάλι ειδικής λογικής είναι δυνατό να προκύψουν οι δυνατότητες των υπολογιστών. Οι αμέτρητες ιδιότητες των αμέτρητων υλικών που βλέπουμε γύρω μας προκύπτουν στα νέα επίπεδα ποιοτήτων που δημιουργούνται.

Ο ψυχισμός δεν είναι καθόλου ανάγκη να ενυπάρχει στα μόρια του εγκεφάλου ή στα κουάρκ. Η δομή και η επικοινωνία των νευρικών κυττάρων θα μπορούσε να καταλήγει σε αυτές τις τόσο διαφορετικές ιδιότητες που τις αποκαλούμε ψυχικό κόσμο του ατόμου.

Διαφορετικές δομές και σχηματισμοί, με διαφορετικούς τρόπους ύπαρξης και λειτουργίας, σε διαφορετικούς χώρους ποιοτήτων.

Η ψυχή είναι το φωτοστέφανο «πάνω» από τον εγκέφαλο, δεν είναι ο εγκέφαλος. Η ψυχολογία, ως η προσπάθεια κατανόησης του τι συμβαίνει στο νοητικό- συναισθηματικό επίπεδο του ανθρώπου, έχει πάντα την δική της τεράστια δουλειά να κάνει και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τις νευροπιστήμες.

ΠΛΑΤΩΝ: Είναι δυνατόν οι φιλόσοφοι να γίνουν βασιλείς;

Μία προσέγγιση της Πολιτείας του Πλάτωνα

Μετά το τέλος του τέταρτου βιβλίου της Πολιτείας του Πλάτωνα και ήδη στα μέσα του πέμπτου, ο Σωκράτης από τη μία μεριά, και ο Αδείμαντος και ο Γλαύκων από την άλλη, έχουν τελειώσει να οικοδομούν με τους λόγους τους τη «δίκαιη πόλη». Ο Γλαύκων φαίνεται να είναι ικανοποιημένος με τα πλεονεκτήματα αυτής της πόλης. Αναρωτιέται όμως αν η θεωρητική πόλη, η πόλη που έχτισαν με τους λόγους τους, θα μπορούσε να γίνει πράξη, να πραγματοποιηθεί. «Είναι δυνατόν να υπάρξει αυτό το πολίτευμα και με ποιόν τρόπο θα καταστεί κάποτε αυτό δυνατό;» (471c 10). Η περίφημη απάντηση του Σωκράτη έχει ως εξής: Αν δεν συμβεί ή να κυβερνήσουν στις πολιτείες οι φιλόσοφοι ή να ασχοληθούν με τη φιλοσοφία, ανυστερόβουλα και άξια, αυτοί τους οποίους τώρα τους αποκαλούν βασιλιάδες και άρχοντες, έτσι ώστε η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία να συναντηθούν στο αυτό πρόσωπο, κι αν τούτος ο εσμός όσων σήμερα πορεύονται χωριστά προς τη μία η την άλλη κατεύθυνση δεν εμποδιστεί δια της βίας να το κάνει αυτό, δεν θα έχουν τελειωμό, φίλε Γλαύκων, οι συμφορές για τις πολιτείες, νομίζω ούτε και για το ανθρώπινο γένος, κι ούτε τούτο το πολίτευμα, που μόλις τώρα το περιγράψαμε θεωρητικά, πρόκειται ποτέ να λάβει...αληθινή υπόσταση και να βγει στο φως του ηλίου.

Μπορεί όμως να γίνει κάτι τέτοιο; Είναι δυνατόν; Αυτή είναι η δική μας ερώτηση, όχι του Γλαύκωνος. Είναι δυνατόν οι φιλόσοφοι να γίνουν βασιλείς ή το αντίστροφο; Θα προσπαθήσω να υποστηρίξω ότι κάτι τέτοιο είναι αδύνατον. Δεν ισχυρίζομαι ότι ο Πλάτων είναι της γνώμης ότι οι φιλόσοφοι μπορούν να γίνουν βασιλείς, και ότι εγώ διαφωνώ. Μάλλον ο ισχυρισμός βασίζεται αποκλειστικά στο κείμενο. Αυτό που αποκομίζω από το κείμενο είναι ότι ο φιλόσοφος, όπως περιγράφεται στο κείμενο, δεν μπορεί να γίνει βασιλιάς, όπως αυτός περιγράφεται στο κείμενο.

Κατ' αρχάς όμως, μερικές ερμηνευτικές παρατηρήσεις σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο ο Πλάτων έγραψε την Πολιτεία, και επομένως με τον τρόπο που εδώ προσεγγίζεται το κείμενο. Αυτές οι εισαγωγικές παρατηρήσεις είναι απαραίτητες διότι θεωρείται ότι είναι εντελώς αδύνατον να ερμηνευτεί η Πολιτεία χωρίς κάποιο συμβιβασμό με τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του πλατωνικού τρόπου γραψίματος.

Ι

Η ειρωνεία του Πλατωνικού Σωκράτη είναι γνωστή σχεδόν σε όλους τους αναγνώστες των διαλόγων. Σε διάφορους διάλογους υπάρχουν φορές που ο Σωκράτης δεν εννοεί αυτά που λέει, άλλες που αστειεύεται, ακόμη άλλες που υποκρίνεται. Το ότι η ειρωνεία του Σωκράτη είναι κάτι το συνηθισμένο, το υπενθυμίζει και ο ίδιος ο Θρασύμαχος καθώς, θυμωμένος, αποσύρεται από τη συζήτηση στο πρώτο βιβλίο της Πολιτείας. Στην ειρωνεία του Σωκράτη αναφέρεται βέβαια και ο μεθυσμένος Αλκιβιάδης στο Συμπόσιο.

Το ότι πρόσωπα εντός του Πλατωνικού διαλόγου αναφέρονται στην ειρωνεία του Σωκράτη, στις υπεκφυγές, στη διπλοπροσωπία του και, σε άλλες περιπτώσεις, στις ανακολουθίες και στα επιχειρήματα που δεν πείθουν, σαφώς δείχνει ότι αυτά τα στοιχεία, αυτά τα δραματικά στοιχεία, έχουν να παίξουν ένα ρόλο στο συγκεκριμένο διάλογο στον οποίο υπάρχουν. Και έχουν ένα ρόλο να παίξουν ως τέτοια, δηλαδή ως υπεκφυγές, ως επιχειρήματα που δεν πείθουν, ως αντιφάσεις, ως ειρωνείες. Στοιχεία αυτού του είδους, ενσωματωμένα σε ένα διάλογο προφανώς υπηρετούν κάποιο σκοπό. Αν δεν τα λάβουνε υπόψη σημαίνει ότι τα αφήνουμε έξω από το διάλογο- το οποίο σημαίνει ότι η απόκρισή μας προς το δεδομένο διάλογο είναι ελλιπής.

Το ότι οι παραλείψεις του Σωκράτη, οι ανακολουθίες, τα επιχειρήματα που δεν πείθουν κ.λπ., σημειώνονται από κάποιους συνομιλητές του Σωκράτη εντός του διαλόγου, υπηρετεί και έναν άλλο σκοπό. Προμηνύουν τη δυνατότητα να υπάρχουν και άλλα τέτοια στοιχεία στο δεδομένο διάλογο τα οποία πέρασαν απαρατήρητα από τους συνομιλητές. Προειδοποιούν ότι οι έγκυρες αποδείξεις του Σωκράτη, οι συνεπείς αποφάνσεις, οι σοβαροί λόγοι του, συνυφαίνονται με στοιχεία όπως τα παραπάνω και ταυτίζονται με αυτά. Στοιχεία τα οποία δεν τα συνειδητοποιούν ή δεν τα αναγνωρίζουν οι συνομιλητές εντός του διαλόγου, όπως ο Αδείμαντος ή ο Γλαύκων στην Πολιτεία. Στοιχεία, ωστόσο, τα οποία μπορούν να αποκαλυφθούν από αυτούς που, παρόλο που δεν είναι παρόντες, ο Πλάτων σίγουρα τους είχε στο μυαλό του όταν έγραφε τους διάλογους - τους αναγνώστες.

Αυτού του είδους η προειδοποίηση και η αναζήτηση και ανακάλυψη τέτοιων δραματικών στοιχείων όχι μόνο προσελκύει τον αναγνώστη στο διάλογο και τον εμπλέκει σε αυτόν, αλλά προσδιορίζει τη φύση αυτής της εμπλοκής. Η απόκριση ενός τέτοιου αναγνώστη στο Σωκράτη και τα τεκταινόμενα στο διάλογο διαφέρει από εκείνη του άμεσου συνομιλητή εντός του διαλόγου. Διαφέρει επίσης και από την απόκριση εκείνων των αναγνωστών οι οποίοι στην πλειονότητά τους παραμένουν ανίδεοι για την ύπαρξη τέτοιων δραματικών στοιχείων ή έχοντάς τα υπόψη, αρνούνται να αναγνωρίσουν τη φιλοσοφική τους σημασία. Από την άλλη μεριά, η απόκριση εκείνου του αναγνώστη που αντιλαμβάνεται αυτά τα δραματικά στοιχεία καθορίζεται όχι μόνο από την ειρωνεία του Σωκράτη, αλλά και σε μεγαλύτερο βαθμό από την ειρωνεία του Πλάτωνα. Η ειρωνεία του Πλάτωνα συντελείται σε αυτά τα δραματικά στοιχεία που όλα μαζί απαρτίζουν τη δομή του διαλόγου. Στοιχεία όπως τα κενά στο διάλογο, οι παραλείψεις, οι αμφιλογίες, οι σκόπιμες αποφυγές σημαντικών θεμάτων, οι μισές απαντήσεις κ.ο.κ.. Είναι αυτή η ειρωνεία του Πλάτωνα που λαμβάνεται υπόψη και καθορίζει την παρούσα απόκριση στο κείμενο που είναι η Πολιτεία.

Έτσι στην Πολιτεία διακρίνω δύο διάλογους. Έναν οριζόντιο διάλογο που διεξάγεται εντός του κειμένου του Πλάτωνα, μεταξύ του Σωκράτη και των άλλων συνομιλητών. Και έναν άλλον, κάθετο διάλογο που ο Πλάτων διεξάγει με τον αναγνώστη, στην προκειμένη περίπτωση μάλιστα και με αυτούς τους ανώνυμους ακροατές στους οποίους ο Σωκράτης αφηγείται όλη αυτή τη συζήτηση που είχε εκείνο το βράδυ στο σπίτι του Κέφαλου στον Πειραιά. Είναι προφανές ότι οι λέξεις με τις οποίες ανοίγει η Πολιτεία απευθύνονται σε ένα ακροατήριο εκτός του διαλόγου και ίσως εκτός Πειραιά. Ο πρώτος, οριζόντιος, διάλογος είναι άμεσος. Ο δεύτερος έμμεσος. Δημιουργεί μία απόσταση μεταξύ του συγγραφέα και των χαρακτήρων, και μια κριτική απόσταση μεταξύ χαρακτήρων και αναγνώστη. Σε αυτή την απόσταση βασίζεται η παρούσα ανάγνωση. Μία ανάγνωση που σέβεται την ανωνυμία του Πλάτωνα - το γεγονός ότι στην Πολιτεία όπως και σε όλους τους διάλογους του, ο Πλάτων ποτέ δεν παίρνει μέρος στη συζήτηση και ποτέ δεν μιλά άμεσα στους αναγνώστες propria persona. Και όσον αφορά το διάλογο που είναι η Πολιτεία, είναι δύσκολο να σκεφθεί κανείς κάποιον άλλο Πλατωνικό διάλογο, στον οποίο πολλά από αυτά που λέει ο Σωκράτης δεν αμφισβητούνται από την ίδια τη δομή του διαλόγου στον οποίο ομιλεί. Στην παρούσα εργασία δεν μπορεί να γίνει αναφορά σε όλα όσα δηλώνει ο Σωκράτης σχετικά με θέμα φιλόσοφος-βασιλιάς. Θα αρχίσω από το τέλος και κάπως απότομα. Από το τέλος του έβδομου βιβλίου όπου έχει ολοκληρωθεί η καλλίπολις με τους φιλόσοφους έτοιμους, ούτως ειπείν, να κυβερνήσουν. Ο όρος που έθεσε ο Σωκράτης για την πραγμάτωση της πόλης έχει αντιμετωπισθεί.

II

Ωστόσο και περιέργως αυτό δεν φαίνεται να αρκεί. Στην τελευταία σελίδα αυτού του βιβλίου, ένας επιπλέον όρος προστίθεται προκειμένου να πραγματοποιηθεί η καλλίπολις. Πρέπει, λέει ο Σωκράτης, οι φιλόσοφοι «όσους στην πόλη είναι μεγαλύτεροι από δέκα χρονών να τους στείλουν όλους υποχρεωτικά στα χωράφια» (540 e 5). Η δίκαιη πόλη δηλαδή, θα αρχίσει ως μία πόλη από παιδιά δέκα ετών και κάτω.

Πώς όμως κάτι τέτοιο είναι δυνατόν; Επιπλέον πως είναι δυνατόν να υπάρξει μία πόλη οι πολίτες της οποίας είναι μικρά παιδιά, ούτε καν έφηβοι; Επιπλέον, πώς είναι δυνατόν οι γονείς να απαρνηθούν όχι μόνο την πόλη τους, αλλά και τα ανήλικα παιδιά τους, και να το δεχθούν χωρίς αντίσταση; Πως είναι δυνατόν μία τέτοια διαδικασία να λάβει χώρα χωρίς την άσκηση βίας; Ο Σωκράτης φαίνεται να αποδέχεται την άσκηση βίας εκ μέρους των φιλοσόφων, όταν δηλώνει ότι οι ενήλικες θα σταλούν υποχρεωτικά εκτός πόλεως. Αυτή είναι η μία πλευρά της βίας. Η άλλη πλευρά συντελείται στην εν ψυχρώ εγκατάλειψη των πολιτών στην ύπαιθρο χωρίς προοπτική επιστροφής και χωρίς καμία υπόσχεση περαιτέρω τακτοποίησής τους. Υπάρχει επιπλέον και η πιθανότητα άσκησης βίας εκ μέρους των πολιτών που ενδεχομένως θα αρνηθούν να φύγουν από την πόλη τους και να χωριστούν από τα παιδιά τους.

Αλλά τί είδος φιλόσοφοι είναι αυτοί που είναι ικανοί να προκαλέσουν τέτοιες βίαιες και πιθανώς εμπόλεμες καταστάσεις; Τί φιλόσοφοι είναι αυτοί οι οποίοι χωρίζουν τα παιδιά από τους γονείς τους, οι οποίοι υποχρεώνουν τους γονείς-πολίτες να φύγουν από την πόλη όπου γεννήθηκαν και μεγάλωσαν, και οι οποίοι, φιλόσοφοι, παραμένουν αδιάφοροι για τη μοίρα αυτών των πολιτών; Είναι δυνατόν να είναι οι φιλόσοφοι αυτοί οι ίδιοι με εκείνους οποίοι πριν από λίγο, στο έβδομο βιβλίο, ήταν εξοικειωμένοι με την διαλεκτική και είχαν αντικρίσει τη λάμψη του αγαθού; Αυτοί οι τελευταίοι όμως δεν θέλουν να κατέβουν στο σπήλαιο και να γίνουν βασιλείς. Πρέπει, λέει ο Σωκράτης, να πεισθούν. Από ποιους;

Σύμφωνα με τον Leo Strauss, προκειμένου οι φιλόσοφοι να γίνουν βασιλείς πρέπει να εξαναγκαστούν από τους ίδιους τους πολίτες, τους κατοίκους του σπηλαίου. Προκειμένου όμως να εξαναγκάσουν τους φιλοσόφους να γίνουν βασιλείς πρέπει, σύμφωνα με τον Strauss, οι ίδιοι οι πολίτες να πεισθούν από τους φιλοσόφους να εξαναγκάσουν τους φιλοσόφους να γίνουν βασιλείς. Αυτό όμως ο Strauss το θεωρεί αδύνατο. Από τη μία οι κάτοικοι, δεσμώτες του σπηλαίου όπως είναι, δεν είναι αρκετά συνετοί και ανεκτικοί ώστε να θέλουν να πεισθούν από τους φιλοσόφους. Από την άλλη, οι φιλόσοφοι δεν έχουν καμία διάθεση να πείσουν τους κατοίκους ώστε οι κάτοικοι να τους εξαναγκάσουν να βασιλεύσουν.

Το πρόβλημα με αυτή την ερμηνεία είναι ότι δεν ανταποκρίνεται στο κείμενο. Ο Σωκράτης πουθενά δεν λέει, όπως ισχυρίζεται ο Strauss, ότι οι φιλόσοφοι δεν μπορούν να πεισθούν αλλά «μπορούν μόνο να εξαναγκαστούν να κυβερνούν τις πόλεις». Αυτό που λέει είναι ότι οι φιλόσοφοι πρέπει να εξαναγκασθούν να γίνουν βασιλείς μέσω της πειθούς. Και αυτοί που θα τους πείσουν δεν είναι οι κάτοικοι της πόλης, όπως ισχυρίζεται ο Strauss, αλλά ο Σωκράτης και οι συνομιλητές του, «οι θεμελιωτές της πόλης» (519 e8). «Θα τους πούμε σωστά πράγματα υποχρεώνοντάς τους να φροντίζουν τους άλλους» (520 a7-8).

Ωστόσο, δεν διευκρινίζεται στο κείμενο αν οι φιλόσοφοι του έβδομου βιβλίου όντως έχουν πεισθεί να γίνουν βασιλείς. Αυτός που βγήκε από το σπήλαιο και αντίκρισε το φως της πραγματικότητας δεν θα ήθελε καθόλου να επιστρέψει στο σπήλαιο ακόμη και όταν οι κάτοικοι, «οι δεσμώτες είχαν θεσπίσει κάποιες τιμές και επαίνους μεταξύ τους και βραβεία»(516 c10-11). Και σε περίπτωση που θα κατέβαινε στο σπήλαιο «για να τους ανεβάσει επάνω, αυτοί αν μπορούσαν με κάποιο τρόπο να τον πιάσουν στα χέρια τους και να τον σκοτώσουν, δεν θα το έκαναν;». «Ασφαλώς», απαντά ο Γλαύκων (517 a6). Όσοι έφθασαν έξω από το σπήλαιο και στη λάμψη του αγαθού, «δεν θέλουν να καταπιάνονται με τις συνηθισμένες ασχολίες των ανθρώπων αλλά οι ψυχές τους ποθούν να μείνουν εκεί στα ψηλά» (517 d3).

Πώς είναι δυνατόν ο Σωκράτης να τους εξαναγκάσει πείθοντάς τους να κάνουν το αντίθετο από αυτό που επιθυμούν, όταν μάλιστα ο ίδιος επαναλαμβάνει τον πόθο του φιλοσόφου για το αγαθό από τη μία και από την άλλη περιγράφει με πάθος και εκτενώς την άθλια υπόσταση του φιλοσόφου στην ίδια την Αθήνα;

ΙΙΙ

Δεν είναι μόνο ότι ο φιλόσοφος δεν θα έχει τίποτε να κάνει με το σπήλαιο. Είναι επίσης ότι έρχεται σε αντίθεση με τη δίκαιη πόλη που ο Σωκράτης και οι δύο σύντροφοί του έχουν οικοδομήσει με τους λόγους τους. Ο φιλόσοφος, του οποίου η κυβέρνηση θα πραγματοποιούσε αυτή τη δίκαιη πόλη, δεν ανήκει σε αυτήν, δεν αισθάνεται άνετα εντός αυτής. Η, για να το θέσουμε διαφορετικά, ο φιλόσοφος, η εκπαίδευση του οποίου έχει επιτευχθεί στο έκτο και έβδομο βιβλίο, αποδεικνύεται διαφορετικός από τον άρχοντα, η περιγραφή του οποίου έχει επιτευχθεί στο τέταρτο βιβλίο.

Σαφώς, κατά το επιχείρημα, ο Σωκράτης μιλάει ρητά, ως αν ο άρχοντας και ο φιλόσοφος ανήκουν στην ίδια ακολουθία, και γι' αυτό θέτει τη σύμπτωση των δύο. Όμως, στην ίδια την πορεία της συζήτησης, σιωπηρά, υποσκάπτει την ακολουθία και καταργεί τη σύμπτωση. Δεν ισχύει λοιπόν ότι ο φιλόσοφος είναι ο άρχοντας που απλώς έχει εκπαιδευτεί περαιτέρω στα μαθηματικά και τη διαλεκτική. Μάλλον η εκπαίδευση που απαιτείται για το φιλόσοφο αναφέρεται από τον Σωκράτη ως μία «άλλη μακροτέρα και πλείων οδός» (435 d3). Ο δρόμος δεν είναι απλώς μακρύτερος και πιο επίπονος, αλλά και άλλος, δηλαδή διαφορετικός. Ένας δρόμος τον οποίο ο άρχοντας, όπως και ο Αδείμαντος, δεν είναι σε θέση να πάρει. Αυτός που παίρνει το δρόμο αυτόν είναι ερωτικός. Όπως θα διασαφηνισθεί στη συνέχεια, είναι ο έρωτας που διαρρηγνύει την υποτιθέμενη ακολουθία άρχοντας-φιλόσοφος. Γι' αυτό το λόγο σε ό, τι θα ακολουθήσει, ο σοβαρός Αδείμαντος θα αντικατασταθεί από τον νεώτερο και παρορμητικό αδερφό του, τον Γλαύκωνα.

Κατά κάποιο τρόπο βέβαια ο άρχοντας είναι ερωτικός. Αγαπάει τους συμπολίτες του, όπως αγαπιούνται μεταξύ τους, και μαζί με αυτό αγαπάει και την πόλη. Ωστόσο ο έρωτας αυτός έχει επινοηθεί. Βασίζεται, όπως θυμόμαστε από το τρίτο βιβλίο, σε ένα ψεύδος - ότι δηλαδή όλοι οι πολίτες είναι αδέρφια αλλά με διαφορετικές ικανότητες. Άλλοι είναι φτιαγμένοι από χρυσάφι, άλλοι από ασήμι και άλλοι από χαλκό. Αυτό που κυριαρχεί στην πόλη και επομένως στην ψυχή του πολιτικού είναι το «λογιστικόν». Και αυτό το οποίο το «λογιστικόν» υπολογίζει και σταθμίζει είναι οι επιθυμίες που ανήκουν στο «αλόγιστον» μέρος της ψυχής του πολιτικού.

Η κατάσταση αλλάζει δραστικά, αν και με τρόπο ανεπαίσθητο, όταν αργότερα στο πέμπτο βιβλίο και μετά, αρχίζει να σκιαγραφείται η φύση του φιλοσόφου. Μία άλλη ψυχή αναδύεται, διαφορετική από την ψυχή του άρχοντα του τετάρτου βιβλίου. Το «λογιστικόν» το οποίο, όπως αναφέραμε, κυριαρχεί στα άλλα μέρη της ψυχής του άρχοντα, υποκαθίσταται από μία δύναμη που προωθείται από μία επιθυμία. Αυτή η άλλη δύναμη της ψυχής είναι το «φιλόσοφον» (586 e4). Το «θυμοειδές» δεν είναι πια, όπως στο τέταρτο βιβλίο, μία απλή διάθεση που συγγενεύει με το «λογιστικόν» και μαζί εποπτεύουν το «επιθυμητικόν». Τώρα το «θυμοειδές» νοείται ως μία δύναμη που συγγενεύει με την επιθυμία. Στην πραγματικότητα, όπως είναι γνωστό, όλα τα μέρη της ψυχής κατά την άλλη αυτή οδό, λειτουργούν ως επιθυμίες. Η ψυχή δηλαδή, στο πέμπτο βιβλίο και μετά, θεωρείται στην ερωτική της φύση. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή η ψυχή του φιλοσόφου αναφέρεται ειδικά και επανειλημμένα στο έκτο βιβλίο με τους όρους του έρωτα.

Είναι στο πέμπτο βιβλίο που ο Σωκράτης αποφαίνεται ότι για να πραγματοποιηθεί η δίκαιη πόλη οι φύλακες πρέπει να γίνουν φιλόσοφοι. Αμέσως μετά τίθεται η ερώτηση, «Ποίοι είναι οι φιλόσοφοι;». Ο Σωκράτης ορίζει το φιλόσοφο ως αυτόν που ποθεί τη σοφία (475 d8). Και καθώς η συζήτηση εξελίσσεται στο πέμπτο βιβλίο και στη συνέχεια στο έκτο και έβδομο, γίνεται προοδευτικά έκδηλο ότι η επιθυμία, ο πόθος, ο έρωτας του φιλοσόφου συνιστά την υψηλότερη μορφή έρωτα, ότι από τα άλλα είδη εραστών μόνο η δική του επιθυμία είναι αυτή με την ολοκληρωμένη έννοια. Γιατί; Διότι είναι ο πόθος προς το όλον, η επιθυμία του όλου (475 b).

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι πως ένας εραστής του όλου μπορεί να γίνει βασιλιάς ή το αντίστροφο, όταν ένας βασιλιάς, ένας άρχοντα, ένας πολιτικός, εκ των πραγμάτων, δεν ασχολείται με το όλον. Παρά ταύτα, ο Σωκράτης σκιαγραφώντας τη φύση του φιλοσόφου, σχεδόν πεισματικά συνεχίζει να εξομοιώνει τον φιλόσοφο με τον άρχοντα. Εξομοιώνοντας τις αρετές του πρώτου με αυτές του δεύτερου, χαρακτηρίζει τον φιλόσοφο ως κάποιον που έχει από τη φύση του «καλό μνημονικό, ευχέρεια με τη μάθηση, μεγαλοπρέπεια, χάρη, αγάπη και συγγένεια με την αλήθεια, τη δικαιοσύνη, την ανδρεία, τη σωφροσύνη» (487 a).

Ωστόσο, οι αρετές του φιλοσόφου, που σχετίζονται με την ψυχή του φιλοσόφου δεν είναι δυνατόν να εξομοιωθούν με έναν αληθινό τρόπο με τις αρετές του άρχοντα που σχετίζονται με την ψυχή του άρχοντα. που σκιαγραφείται στο τέταρτο βιβλίο. Εκεί οι αρετές του άρχοντα είναι η σοφία, η ανδρεία, η σωφροσύνη και η δικαιοσύνη. Η σωφροσύνη στο τέταρτο βιβλίο ορίζεται ως η ικανότητα χαλιναγώγησης των επιθυμιών, η διατήρηση της αρμονίας στα μέρη της ψυχής. Ωστόσο, ο φιλόσοφος, στον «απέραντο πόθο για την αλήθεια σε κάθε της μορφή» (485 d4) θα δίνει την εντύπωση στους ίδιους τους πολίτες ότι δεν διακατέχεται από σωφροσύνη. Ο πόθος του φιλοσόφου, ο απέραντος πόθος του είναι πιο κοντά στην αφροσύνη παρά στη σωφροσύνη. Μάλιστα, η αφροσύνη του συνιστά την σωφροσύνη του. Μια σωφροσύνη διαφορετική από αυτή του άρχοντα.

Επιπλέον, «από τη φύση του πλασμένος να αγωνίζεται να αγγίξει αυτό που έχει υπόσταση, το ον» (490 b), ο φιλόσοφος αψηφά κάθε κίνδυνο. Είναι ανδρείος. Αλλά η ανδρεία του δεν είναι όμοια με την ανδρεία του άρχοντα και των μελών της πόλης, αν η τελευταία ορίζεται , όπως όντως ορίζεται στο τέταρτο βιβλίο, ως η ορθοφροσύνη στο τι πρέπει και στο τι δεν πρέπει να φοβάται κανείς.

Γι' αυτόν το λόγο δεν εκπλησσόμαστε όταν ο Σωκράτης απαριθμώντας για ακόμη μία φορά τις αρετές του φιλοσόφου δεν τις ταυτίζει με εκείνες που απαρίθμησε λίγο πριν στο 487 a . Τώρα, στο 494 b, αναφέρονται η «ευχέρεια, η μάθηση, το καλό μνημονικό, η ανδρεία, και η αρχοντιά». Η σωφροσύνη δεν συμπεριλαμβάνεται στις αρετές. Και το πιο σημαντικό, δεν υπάρχει καμία αναφορά στη δικαιοσύνη. Σε ένα διάλογο που κατ' ουσία ασχολείται με τη δίκαιη πόλη και με τη δίκαιη ψυχή, η δικαιοσύνη ούτε καν αναφέρεται αυτή τη φορά ως μία αρετή του φιλοσόφου που υποτίθεται ότι θα κυβερνήσει μία δίκαιη πόλη.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο φιλόσοφος δεν είναι δίκαιος. Σημαίνει, όπως ήδη αναφέρθηκε, ότι η δικαιοσύνη του φιλοσόφου δεν είναι η δικαιοσύνη που προσιδιάζει στην πόλη και τους άρχοντες της. Καθώς η εκπαίδευση του φιλοσόφου πρόκειται να αρχίσει, μια εκπαίδευση που υποτίθεται ότι θα φέρει τον άρχοντα και το φιλόσοφο πιο κοντά, ο Αδείμαντος εκπλήσσεται όταν ακούει τον Σωκράτη να μιλάει αυτή τη φορά για την «υπέρτατη γνώση». «Υπάρχει άραγε και κάτι άλλο», ρωτάει, «ακόμη ανώτερο από τη δικαιοσύνη και από, όσα συζητήσαμε;»(504 d4). Ο Αδείμαντος εκπλήσσεται διότι γι' αυτόν, όπως και για τον πολιτικό, δεν υπάρχει τίποτε σπουδαιότερο από τη δικαιοσύνη. Εξάλλου, αυτός δεν ήταν ο λόγος που άρχισε όλη αυτή η συζήτηση, για τη δικαιοσύνη στον Πειραιά;

Καθώς ο επικριτικός και, όπως τον αποκαλεί ο Σωκράτης, ερωτικός Γλαύκων αντικαθιστά το σοβαρό αδερφό του, η συζήτηση για την αρμονία της πόλης και τη δικαιοσύνη επισκιάζεται από την αρμονία του αγαθού. Δεν είναι ότι ο φιλόσοφος δεν είναι δίκαιος. Απλώς η δικαιοσύνη του πρέπει να ληφθεί υπόψη κατά κάποιο τρόπο παράλληλο με αυτά τα ανώτερα ενδιαφέροντα. Η δικαιοσύνη προφανώς πρέπει να κατανοηθεί με τους όρους του αγαθού και τις βλέψεις του φιλοσόφου προς αυτό. «Το ανώτατο μάθημα», λέει ο Σωκράτης, «είναι η ιδέα του αγαθού: με τη δική της επενέργεια η δικαιοσύνη και τα παρόμοια αποβαίνουν χρήσιμα και ωφέλιμα» (505 a2-4). Όπως και να εκλάβουμε αυτή και την προηγούμενη παρατήρηση, γίνεται σαφές ότι η δικαιοσύνη δεν πηγάζει από την εμπειρία της πόλης, όπως αρχικά θεωρήθηκε, ούτε στόχος της είναι η αρμονική διευθέτηση της πόλης. Σε ό,τι αφορά τις βλέψεις προς το αγαθό η πόλη δεν έχει σημασία. Μάλιστα η φύση του φιλοσόφου που ορίζεται από τις βλέψεις προς το αγαθό, συγκρούεται με την πόλη και είναι σε δυσαρμονία με τους άρχοντές της.

Αυτή η δυσαρμονία γίνεται φανερή όχι μόνο στην περιγραφή του Σωκράτη για τη φύση του φιλοσόφου, αλλά και σχετικά με την περίφημη εκπαίδευσή του που ακολουθεί στο έβδομο βιβλίο, δηλαδή στις ανώτερες σπουδές, όπως η αριθμητική, η λογιστική, η γεωμετρία, η στερεομετρία και η αστρονομία, σπουδές που τελικά θα στρέψουν την ψυχή στο καθαυτό ον.

Ο Σωκράτης ισχυρίζεται ότι αυτές οι σπουδές είναι αναγκαίες και για τον άρχοντα και για τον φιλόσοφο ή ακριβέστερα για κάποιον που πρόκειται να είναι και άρχοντας και φιλόσοφος, υπενθυμίζοντας στον Γλαύκωνα ότι «ο δικός μας φύλακας συμβαίνει να είναι και πολεμιστής και φιλόσοφος» (525 b9). Για ακόμη μία φορά ο Σωκράτης προσπαθεί να ταυτίσει το φιλόσοφο με τον άρχοντα. Όμως στην πορεία αυτής της συζήτησης για τις ανώτερες σπουδές, το περιεχόμενο αυτών των σπουδών που έχει σχέση με τον πόλεμο ή την πόλη, σταδιακά μειώνεται. Τελικά, ο Σωκράτης και ο Γλαύκων υποχρεώνονται να εγκαταλείψουν την ιδέα ότι η ανώτερη αυτή εκπαίδευση έχει να κάνει με τον πόλεμο ή με τη δραστηριότητα στην πόλη. Και αυτό διότι αυτές οι σπουδές είναι άχρηστες για τόσο πρακτικούς ανθρώπους όπως οι πολεμιστές. Έτσι στην αρχή αυτής της συζήτησης οι δύο συνομιλητές φαίνεται να συμφωνούν ότι η μελέτη της αριθμητικής και της λογιστικής χρειάζεται στον πόλεμο.

Στη συνέχεια όμως, είναι ο Γλαύκων, και όχι ο ίδιος ο Σωκράτης, που φέρνει στη συζήτηση τη συσχέτιση αυτών των ανωτέρων σπουδών με τον πόλεμο. «Το κομμάτι της γεωμετρίας, είπε, που έχει εφαρμογή στα πράγματα του πολέμου προφανώς είναι κατάλληλο (να συμπεριληφθεί, δηλαδή στις σπουδές) σε ό,τι σχετίζεται με την εγκατάσταση των στρατοπέδων, με την κατάληψη περιοχών, τη σύμπτυξη και την ανάπτυξη στρατευμάτων και οτιδήποτε άλλο στρατιωτικό σχηματισμό επάνω στη μάχη ή στην πορεία» (526 d2-4). Ο Γλαύκων βρίσκει επίσης την αστρονομία κατάλληλο μάθημα: «Γιατί το να παρατηρεί κανείς με μεγαλύτερη ακρίβεια τις χρονικές περιόδους, τους μήνες και τα χρόνια, είναι κάτι που χρειάζεται όχι μόνο στη γεωργία ή στη ναυτιλία αλλά εξίσου και στην πολεμική τέχνη»(527 d3-5).

Ο Σωκράτης χαριτολογεί με τον Γλαύκωνα για την εμμονή του Γλαύκωνα στην πολεμική τέχνη. «Μου αρέσεις», του λέει, «που δείχνεις να φοβάσαι τους πολλούς, μη τυχόν νομίσουν ότι βάζεις άχρηστα μαθήματα» (527 d7) στις σπουδές. Ο Σωκράτης εδώ κοροϊδεύει τον Γλαύκωνα, επειδή ο Γλαύκων δίνει έμφαση στις πρακτικές διαστάσεις των σπουδών, όπως ο πόλεμος. Μα αυτό το ίδιο δεν έκανε ο Σωκράτης λίγο πριν; Ο Σωκράτης εδώ κοροϊδεύει αυτά που λίγο πριν ο ίδιος υποστήριζε. Τί ακριβώς όμως υποστήριζε; Έλεγε ότι η αριθμητική και η λογιστική «θα συγκαταλέγονται στις μαθήσεις που αναζητούμε. Ένας πολεμιστής μεν είναι απαραίτητο να τα μάθει αυτά, για να ξέρει πως να παρατάσσει τα στρατεύματα, ένας φιλόσοφος δε, επειδή πρέπει να αναδυθεί πρώτα από το βυθό του γίγνεσθαι να αγγίξει έπειτα την αληθινή ουσία» (525 b4-5). Σε αυτή τη δήλωση το «μεν-δε» δεν χρησιμοποιείται για να συνδέσει αλλά, αντίθετα, για να διαχωρίσει. Το ίδιο με την αμέσως επόμενη δήλωσή του: η αριθμητική πρέπει να μελετηθεί «όχι για να την χρησιμοποιήσουμε σαν έμποροι αλλά στον πόλεμο και προς διευκόλυνση της ίδιας της ψυχής να μεταστραφεί από το γίγνεσθαι στην αλήθεια και στην ουσία» (525 c4-6). Και εδώ ο σύνδεσμος «και» δεν συνδέει αλλά διαχωρίζει. Ενώ φαινομενικά ενώνει, στην πραγματικότητα αποσυνδέει το φιλόσοφο από τον άρχοντα. Αυτό γίνεται έκδηλο όταν ο Σωκράτης υπενθυμίζει στον Γλαύκωνα ότι «για πράγματα όπως αυτά [π.χ. τον πόλεμο] θα αρκούσε ένα μικρό μέρος της γεωμετρίας και της γνώσης των υπολογισμών, αυτό που πρέπει να εξετάσουμε είναι κατά πόσο το μεγαλύτερο μέρος αυτής της μάθησης και το πιο προχωρημένο κατατείνει σε εκείνο, στο να κάνει δηλαδή πιο εύκολη την θέαση της ιδέας του αγαθού... Επομένως, η γεωμετρία, αν αναγκάζει την ψυχή να θεαθεί τη γνήσια και αυθεντική πραγματικότητα, είναι κατάλληλη, αν πάλι την αναγκάζει να θεαθεί τον κόσμο του γίγνεσθαι, τότε δεν είναι κατάλληλη»(526 d6-e7). Βέβαια η ψυχή του πολεμιστή δεν μπορεί να θεαθεί τη γνήσια πραγματικότητα αλλά τον κόσμο του γίγνεσθαι. Ο πόλεμος ίσως είναι η πιο βροντερή περίπτωση αν όχι της γένεσης, σίγουρα της φθοράς. (527 b5).

Αυτό που διαπιστώνουμε λοιπόν είναι ότι στην πορεία της συζήτησης, το περιεχόμενο των ανωτέρων σπουδών που έχει σχέση με τον πόλεμο ειδικά και με τα πολιτικά γενικά, σταδιακά μειώνεται και, χωρίς να το αντιληφθεί ο Γλαύκων, εγκαταλείπουν την ιδέα ότι οι ανώτερες σπουδές έχουν να κάνουν με πρακτικά ενδιαφέροντα, με τη δράση στην πόλη, ότι δηλαδή τα ενδιαφέροντα του φιλοσόφου είναι όμοια με αυτά του άρχοντα.

Στο όγδοο βιβλίο η άριστη πόλη διαλύεται και ακολουθούν τα τέσσερα ημαρτημένα πολιτεύματα που αντιστοιχούν στα τέσσερα είδη ψυχών. Η διάλυση της δίκαιης πόλης οφείλεται στην έριδα μεταξύ των επικούρων και των φιλοσόφων-αρχόντων. Η ίδια η έριδα οφείλεται στην αποτυχία των φιλοσόφων-αρχόντων να κατανοήσουν το γαμήλιο αριθμό βάσει του οποίου ρυθμίζονται τα ζευγαρώματα και οι γεννήσεις των φυλάκων.

Πώς όμως είναι δυνατόν κάτι τέτοιο να συμβεί; Πώς είναι δυνατόν οι φιλόσοφοι άρχοντες, μετά από τόσα χρόνια σπουδών, μετά την εμπειρία με τη διαλεκτική και την ενόραση του αγαθού να ξεχάσουν ή να μπερδέψουν το μοναδικό σπουδαίο πράγμα που αφορά στην αναζωογόνηση και στη διατήρηση, δηλαδή την ύπαρξη της πόλης; Τι είδος φιλόσοφοι είναι αυτοί;

Ακόμη όμως πιο σημαντικό είναι ότι ξαφνικά η δίκαιη πόλη υπάρχει στην πραγματικότητα. Και αυτό διότι προκειμένου να διαλυθεί, μία πόλη πρέπει ήδη να υφίσταται Μάλιστα στο διάλογο, στις αρχές του ογδόου βιβλίου, υποστηρίζεται ότι η δίκαιη πόλη ήταν κάποτε πραγματική. Αυτό δεν το λέει ο Σωκράτης, το λεν οι μούσες ή μάλλον οι μούσες μέσω του Σωκράτη. 'Η, μάλλον, ο Πλάτων βάζει τον Σωκράτη να βάλει τις μούσες να πουν ή μάλλον να υπονοήσουν ότι η δίκαιη πόλη κάποτε πράγματι υπήρχε. Υπήρχε στην αρχή, δηλαδή πριν την τιμοκρατία, την ολιγαρχία, τη δημοκρατία και την τυραννία - στην αρχή, πριν εμφανιστούν αυτά τα άδικα πολιτικά καθεστώτα, αλλοιώσεις της δίκαιης πόλης. Ότι η δίκαιη πόλη πράγματι κάποτε υπήρχε υπονοείται από τις μούσες οι οποίες, λέει ο Σωκράτης στο συνομιλητή του, «παίζουν και αστειεύονται με μας σαν με παιδιά» (545 c2).

ΙV

Μέχρι το ένατο βιβλίο όπου περιγράφονται τα τέσσερα άλλα πολιτεύματα συνεχίζεται να προωθείται η ιδέα ότι η δίκαιη πόλη είναι δυνατή. Ταυτόχρονα όμως, μετά το τέταρτο βιβλίο και την εισαγωγή του φιλοσόφου στη συζήτηση αρχίζει σταδιακά να επικρατεί μία αυξανόμενη απαισιοδοξία σχετικά με το εάν η δίκαιη πόλη είναι δυνατή. Από τη μία μεριά ο Σωκράτης συνεχίζει να υπερασπίζεται τη δυνατότητα του φιλόσοφου-άρχοντα. Όμως ταυτόχρονα και από το πέμπτο κεφάλαιο και μετά, αρχίζει να μειώνεται η εμπιστοσύνη μας στο σχέδιο για τη δίκαιη πόλη. Συγκεκριμένα, όταν, απαντώντας στην ερώτηση του Αδειμάντου σχετικά με το ποίος είναι ο φιλόσοφος στον οποίο αναφέρεται, ο Σωκράτης περιγράφει με έντονο ύφος την πραγματική σύγκρουση φιλοσοφίας και κοινωνίας στη σύγχρονη Αθήνα. Έτσι σε ένα επίπεδο ο Σωκράτης καλλιεργεί, οικοδομεί την ιδέα φιλόσοφου-βασιλιά. Σε ένα άλλο επίπεδο, η ίδια αυτή ιδέα αποδομείται από την περιγραφή της πραγματικότητας, μία περιγραφή που φέρνει στο νου την τύχη του Σωκράτη στην πραγματική Αθήνα Η αίσθηση της απαισιοδοξίας για τη δυνατότητα μίας δίκαιης πόλης που κυβερνάται από έναν φιλόσοφο-βασιλιά ή ένα βασιλιά που έγινε φιλόσοφος, οδηγεί στην περίληψη του ενάτου βιβλίου, όπου ο ίδιος ο Σωκράτης αναφέρεται έμμεσα στον εαυτό του ως πολίτη μίας πόλης που είναι εγκαταστημένη μέσα στην ψυχή του σύμφωνα με ένα υπόδειγμα που είναι στον ουρανό. Ο φιλόσοφος, λέει, σε όλη τη ζωή του θα «πράττει σύμφωνα με τους νόμους αυτής της πόλης και καμίας άλλης»(592 b5). Και αν πραγματικά νοιάζεται για την αρμονία αυτής της πόλης «δεν θα θελήσει να ασχοληθεί με τα πολιτικά» (592 a 5).

ΣΤΗΝ ΚΟΡΥΦΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ - Μέλλον ο μόνος κυνηγότοπος του

Ο βασιλιάς ήλιος κατηφόριζε προς τη δύση και μια υπέροχη βεντάλια φωτός, τρυπούσε τα μαβιά σύννεφα, κεντώντας με κάθετες ακτίνες κομμάτια απ’ τον γκριζοκόκκινο ορίζοντα.

Στο κέντρο της συναρπαστικής αυτής μάχης, της σκιάς και του φωτός, μια κατάλευκη σιλουέτα, πλαισιωμένη απ’ τα συναρπαστικά χρώματα του δειλινού, καθόταν αναπαυτικά στον ψηλότερο βράχο της βουνοκορφής, που τον ονόμαζε "θρόνο του Χρόνου"!

Ώρα πολύ ακόμα το φως θα πάλευε μέχρι τελευταία στιγμή, για να κρατήσει κάτι απ’ την καθημερινή του δόξα, αλλά και σήμερα, όπως κάθε μέρα, μοιραία, το φως θα νικηθεί, απ’ την αδυσώπητη δύναμη της αναπόφευκτης νύχτας!

Μάχονται άραγε μεταξύ τους κάθε δειλινό, το φως με το σκοτάδι, ή μήπως έτσι, οι δυο προαιώνιοι αντίπαλοι, υπηρετούν αιώνια ο ένας τη δόξα του άλλου; Τελικά, μήπως και οι δυο τους είναι δούλοι του πανδαμάτορα Χρόνου;

Άραγε ποσά τέτοια δειλινά, να του απέμειναν ακόμα... σκέφτηκε χαϊδεύοντας μελαγχολικά τα κάτασπρα γένια του, ο γηραιός προφήτης... Έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω, και οι στοχασμοί του τον ταξίδεψαν ξανά στο πλούσιο παρελθόν του!

Ο άνεμος του χρόνου, που με τόσους περιπετειώδεις τρόπους πέρασε από πάνω του, μπορεί να άσπρισε τα γένια και την κεφαλή του, να σκλήρυνε το δέρμα και να βάραινε το σώμα του, όμως μέσα του, η ψυχή του κυνηγού έμεινε ακμαία και θαλερή, πλημμυρισμένη απ’ το όραμα του μεγάλου κυνηγότοπου!

Καθισμένος εκεί, στον "θρόνο του Χρόνου", στο ψηλότερο σημείο του βουνού, αισθανόταν πως κάθεται στην κορυφή του κόσμου, για να παλέψει άλλη μια φορά, με θηριώδεις ερωτήσεις, αντάξιες ενός σοφού μελλοντολόγου μάγου!

Θα διασωθεί άραγε η σοφία του στο πέρασμα του χρόνου, ή θα καλυφθεί απ’ τη νύχτα των καιρών, την αδυσώπητη φθορά και την ανυπαρξία;

Ήταν πράγματι καθισμένος στην κορυφή της παράξενης αυτής βουνοκορφής, σε ένα περίτεχνα λαξευμένο κοίλωμα του βράχου, που παρά τη φθορά του, θύμιζε ακόμα έντονα τον θεϊκό θρόνο του Χρόνου!

Απ’ ό,τι γνώριζε, εδώ σ’ αυτόν τον λαξευμένο θρόνο και στα εγκαταλειμμένα απομεινάρια του ναού πίσω του, στην κορυφή αυτού του βουνού, οι Χαναναίοι λάτρευαν παλαιοτέρα, τον κοσμοκράτορα Κρόνο ή Χρόνο. Στη δική τους γλώσσα ονόμαζαν το βουνό Κρόνιο ή Χρόνιο! Μήπως λοιπόν καθόταν πράγματι στην εγκαταλειμμένη κορυφή του Χρόνου;

Η λατρεία του Κρονο-χρόνου είχε πια εγκαταλειφθεί, γιατί ο μύθος των Φιλισταίων έλεγε, πως ο Κρονο-χρόνος, έτρωγε ανελέητα τα παιδιά του!

Τι φτωχή και ανόητη ιδέα για τον θεϊκό Χρόνο!

Οι απλοϊκοί αυτοί άνθρωποι, στερημένοι εντελώς από βαθυστόχαστους, μακροχρόνιους εξουσιαστικούς οραματισμούς, μπορούσαν να δουν μόνο τη φθορά που επιφέρει ο χρόνος στον εφήμερο άνθρωπο!

Για τη σοφία του μάγου όμως, ο Χρόνος ήταν η πλέον αξιοσέβαστη απόπειρα θεοποίησης που συνάντησε, ανάμεσα στους αναρίθμητους ανόητους θεούς των εθνών! Δυστυχώς γι’ αυτούς, στον Κρονο-χρόνο, έβλεπαν μόνο τη φθορά των ανθρώπων και των έργων τους, και όχι τη δύναμη που έχει, να επιβάλει αιώνιες μορφές εξουσίας!

Ο Χρόνος, μπορεί πράγματι να φθείρει τον αρχικό σπόρο, όμως απ’ αυτόν αναγεννάται, για την αέναη διαιώνισή του, το αναγκαίο πλήθος των απογόνων του! Ο αρχικός σπόρος λοιπόν, όχι μόνο δεν πεθαίνει οριστικά, αλλά αναγεννάται συνεχώς και εξακολουθεί να συμμετέχει πολλαπλάσια στη ζωή, μέσα απ’ την ύπαρξη των μελλοντικών του απογόνων!

Καθισμένος στον θρόνο του Χρόνου, ο προφήτης ένιωθε το όραμά του να ξετυλίγεται ολοζώντανο μπροστά του! Αυτός ήταν ο αρχικός σπόρος, στην κορυφή του χρόνου! Ο πρώτο-γενάρχης μια πατριάς, που θα διαιωνίσει το δικό του εξουσιαστικό όραμα! Με τη δική του κληροδοτημένη δύναμη και σοφία, θα υποχρεώσει τους απογόνους του, να κυνηγήσουν στο μεγάλο κυνηγότοπο του μέλλοντος... κι αυτός θα είναι πάντοτε μαζί τους, εμπνευστής και καθοδηγητής τους!

Στα δικά του μάτια ήταν πια ολοφάνερο! Για τους μεγάλους οραματιστές, το τελικό... το πραγματικό έπαθλο, είναι το μέλλον!

ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ... ο μεγάλος κυνηγότοπος!

Ο μεγαλύτερος αγρός της ανθρωπότητας, που ποτίζεται απ’ το αστείρευτο ποτάμι του Χρόνου! Δεν είχε παρά να ρίξει σήμερα τον σπόρο του, ψηλά, εδώ στις πηγές του, κι αυτός θα ταξιδέψει ανεμπόδιστος πάνω στο ήρεμο, αιώνιο ρεύμα του, πριν φτάσει να ριζώσει, να πολλαπλασιαστεί, και να θρέψει αργότερα γενιές ολόκληρες, μάχιμων απογόνων, κάτω στην κοιλάδα του μέλλοντος!

Ένα κύμα μεγαλείου, ένιωσε να τον πλημμυρίζει!

Έγειρε στο πλάι και με τρεμάμενο χέρι σήκωσε απ’ τον βράχο δίπλα του, το αγαπημένο του αλεπουδοτόμαρο. Ώρα πολύ το χάιδευε, χαμογελώντας στοχαστικά! Να λοιπόν που με το πέρασμα των χρόνων, στην δοξασμένη γενιά των Μαγουσέων κυνηγών, είχε έρθει η στιγμή ενός νέου αλεπουδόγερου!

Το φόρεσε προσεκτικά στη λευκή κεφαλή του, και οι σκέψεις του ξαναπήραν το δρόμο τους. Επιτέλους, αφήνοντας ανεξίτηλα γραμμένες πάνω στον άνεμο του χρόνου, τις αφυπνιστικές λεπτομέρειες της ταραχώδους ζωής του, ακουμπούσε τις πύλες της αιωνιότητας..! Αν καταφέρει να τις ανοίξει, θα μπορούσε να κυνηγήσει μαζί με τους απογόνους του, στο ατελεύτητο μέλλον!

Κατά τη διάρκεια της δικής του ζωής, υπήρξε μέγας κυνηγός, ικανός παγιδοποιός και καλός συλλέκτης όπλων... αλλά το μέλλον, ο μεγάλος κυνηγότοπος, παρέμενε μέσα του το τελικό, το πραγματικό πολυπόθητο έπαθλο!

Απ’ τη θέση αυτή, μπορούσε να δει ανεμπόδιστα σε κάθε κατεύθυνση τριγύρω!

Ανατολικά βρισκόταν η γενέτειρά του, η Ουρ των Χαλδαίων, ο τόπος του πρώτου λυσσαλέου διωγμού του και της αναίτιας επιθετικότητας των θρησκευτικά κατευθυνόμενων ανθρώπων της! Η θρυλική κοιτίδα των μάγων, με τους πειθήνιους ζωντανοθαμμένους ήρωές της, που τόσο πικρά του δίδαξε, την πρόθυμη υποταγή των ανθρώπων μέχρι θανάτου, σε κατασκευασμένους θεούς και δόλια ιερατεία!

Βόρεια, το γνωστότερο κέντρο σπουδών μαγείας, η Χαρράν, με τους ψευδόσοφους μάγους, τις αμέτρητες ουρανολογίες και τις ανούσιες μελλοντολογίες τους! Η χώρα της ψευδαντιπαλότητας και της εύκολης απάτης, που με τον δεύτερο διωγμό που του επέβαλαν, τελικά τον ευεργέτησαν, αναγκάζοντάς τον να κατέβει νότια, στην ευλογημένη αυτή χώρα, των εύκολων θηραμάτων, αφυπνίζοντας μέσα του τη χαρά του κυνηγού!

Μπροστά του η Χαναάν, με την αφανισμένη απ’ το στιβαρό χέρι του κυνηγοθεού Ιαβέ, πεντάπολη των Σοδόμων! Τα μαυρισμένα και χορταριασμένα πια χαλάσματά της, ήταν η καλύτερη απόδειξη της άγνωστης πολεμικής τέχνης του εθνοδιαμελισμού, που γέννησε μόνος του, πάνω στην απόγνωσή του, ο κάποτε ανίσχυρος και από παντού κυνηγημένος προφήτης!

Μετά το κραταιό χτύπημά του, ερημωμένη και εγκαταλειμμένη δια παντός, ήταν η καθημερινή επιβεβαίωση της αλάνθαστης σοφίας του! Σήμερα... μόνο τα δικά του ζώα έβοσκαν πια, όχι μόνο στις απαγορευμένες κάποτε κοιλάδες, αλλά και μέσα στα χορταριασμένα χαλάσματά της!

Δυτικά και Νότια, τα Γέραρα και η Αίγυπτος. Οι δυο πλούσιοι κυνηγότοποι, που με την πρόθυμη υποταγή στις παγίδες του, και τα αναρίθμητα λυτήρια δώρα τους, στήριξαν τη δύναμη, τον πλούτο και το μεγαλείο του.

Πιο κοντά στο νότο, ο λόφος Βηθφαγή, ή λόφος των ελαιών, όπου με τόση επιτυχία δημιούργησε τον θρύλο της θυσίας του γιου του... χωρίς ποτέ να χύσει ούτε μια σταγόνα απ’ το πολύτιμο αίμα του Ισαάκ!

Απέναντι απ’ αυτόν τον λόφο, η φιλόξενη πόλη του μεγάλου δάσκαλου Μελχισεδέκ. Ο πραγματικός εκείνος μάγος, που σαν πατέρας, αδελφός και φίλος, όχι μόνο του συμπαραστάθηκε, αλλά του δίδαξε την αληθινή αξία, την έκταση και το μεγαλείο του χρόνου, και του παρέδωσε τα μυστικά της αθανασίας!

Ο μόνος σοφός άνθρωπος που συνάντησε και αγάπησε σαν ουρανόσταλτο δώρο! Τον δικό του θάνατο θρήνησε περισσότερο κι απ’ την ξαφνική απώλεια της Σάρας...

Τις σκέψεις του διέκοψε ο αγαπημένος του γιος, που ανηφόριζε για να τον συναντήσει σ’ αυτή την κορυφή του Κρόνιου όρους!

Ο Μαδιάμ έφτασε κοντά του, αλλά διακριτικά κάθισε σε απόσταση, για να μην διακόψει τους στοχασμούς του σοφού γέροντα! Λουσμένος στα χρώματα του δειλινού καθισμένος αναπαυτικά ψηλά στην κορυφή του Κρόνου, με το αλεπουδοτόμαρο του Σερούχ στο κεφάλι, ο πατέρας του δημιουργούσε μια απίστευτα επιβλητική εικόνα!

Τέτοιος ήταν ο πατέρας του... ένας ικανότατος δημιουργός ανεξίτηλων εικόνων και οραμάτων!

Ο Αβραάμ έγνεψε στο γιο του να πλησιάσει, και ο Μαδιάμ πήρε διστακτικά τον λόγο: «Σεβαστέ μου πατέρα, ο ήλιος σύντομα θα δύσει, και η μητέρα ανησυχεί... είναι νομίζω ώρα να πηγαίνουμε, πριν μας προλάβει η νύχτα»!

«Γιε μου... πίστεψέ με, δεν έχω πολλά τέτοια δειλινά μπροστά μου... γι’ αυτό δεν υπάρχει κανένας λόγος να βιαστώ. Κι εδώ πάνω στην κορυφή του Χρόνου, γόνιμες σκέψεις με συγκλονίζουν. Μείνε λοιπόν κοντά μου λίγο ακόμα, μήπως και καταφέρω να σου μεταδώσω, κάτι ακόμα απ’ τους βαθύτερους στοχασμούς μου».

Ο Μαδιάμ χαμογελώντας του απάντησε: «Μα νομίζω πως ολοκλήρωσες την προσπάθειά σου, και δεν θα ήταν υπερβολή, αν έλεγα πως εσύ τα κατάφερες πολύ καλύτερα απ’ τον καθένα...»

«Όχι γιε μου...» τον διέκοψε αυστηρά, σχεδόν ενοχλημένος, ο σοφός γέροντας, «το πραγματικό μου έργο, όχι μόνο δεν τελείωσε, μα τώρα δα νομίζω πως αρχίζει! Η ζωή ενός ανθρώπου είναι πολύ σύντομη, και μόνο μέσα απ’ τους άξιους απογόνους του, μπορεί να διασφαλιστεί η συνέχεια των έργων του!

«Πρέπει πάντοτε να θυμάσαι, πως αν δεν υπάρξουν ισχυροί φύλακες, προσεκτικοί παγιδευτές, ικανοί κυνηγοί και διορατικοί προφήτες, που θα συντηρήσουν τη νίκη μας, μέσα στο διάβα των καιρών, όλες οι νίκες μας, όχι μόνο θα είναι προσωρινές... αλλά θα μετατραπούν σε σίγουρες, μελλοντικές, οδυνηρές ήττες...! Το τελικό ζητούμενο είναι... η διαχρονική νίκη! Μόνο εκείνοι που θα το αντιληφθούν αυτό, θα καταφέρουν να λυγίσουν εξουσιαστικά ολόκληρο το μέλλον στις προσταγές τους»!

«Πατέρα, καιρό τώρα θέλω να σε ρωτήσω... μήπως οι τέχνες του μάγου-κυνηγού, παραείναι σκληρές, ανελέητες και αφανιστικές;»

«Γιε μου Μαδιάμ...» τον διέκοψε ξανά ο γέροντας! «Αφανιστικός και σκληρός, είναι ο τυφλός επιθετικός πόλεμος. Ο κυνηγός δεν είναι αφανιστικός, αφού παγιδεύει μόνο μεγάλα και τροφαντά θηράματα. Αφανιστικός είναι ο λυσσαλέος επιδρομέας, ο ληστρικός πόλεμος και το αναίτιο μίσος. Ο κυνηγός δεν μισεί τα θήραμά του, απεναντίας, συχνά τα συντηρεί, γιατί πολύ απλά... τα χρειάζεται»!

Ο Μαδιάμ δείχνοντας πως έχει κι άλλες ερωτήσεις αντέτεινε: «όμως... ασθενοποιώντας προληπτικά τους ισχυρούς γύρω του... δεν μοιάζει περισσότερο με αναίτιο επιδρομέα και ύπουλο κλέφτη;»

Ο Αβραάμ χαμογέλασε λέγοντας: «Απεναντίας... εξασθενώντας προληπτικά τους ισχυρούς γύρω σου, ελαττώνεις τις ορέξεις και τις δυνατότητες των μελλοντικών σου αντιπάλων, και με προνοητική σοφία ελέγχεις το μέλλον σου! Ο προσεκτικός μάγος ασθενοποιεί τους ισχυρούς και εισπράττει λύτρα θεραπείας, όμως δεν σκοτώνει αναίτια τα θύματά του, όπως κάνουν με φανερή εχθρότητα και αιμοσταγείς μάχες οι βάρβαροι εισβολείς.

»Θα στο πω κι αλλιώς, για να το καταλάβεις καλύτερα. Αν ο κυνηγός, δεν κυνηγήσει εγκαίρως, τότε τα ισχυρά θηράματα, θα πολλαπλασιαστούν ανεξέλεγκτα γύρω του, και μοιραία θα καταλήξει αυτός τροφή των θηραμάτων του.

»Για να καταλάβεις ότι ο κυνηγός δεν είναι τυφλά αφανιστικός, θα σου θυμίσω όσα έγιναν στην Αίγυπτο. Εκεί δεν χτυπήθηκαν απ’ την οργή του πληγόχαρου Ιαβέ, ανίσχυροι και τυχαίοι, αλλά παντοδύναμοι και βάναυσοι εξουσιαστές. Απ’ την οργή του Ιαβέ, και την απειλή αφανισμού, όχι μόνο δεν χάθηκε κανείς, αλλά όλοι τους... "ευλογήθηκαν" και πανευτυχείς θεραπεύτηκαν!

«Ο πόλεμος λοιπόν διαφέρει ριζικά απ’ το κυνήγι, αφού ο πόλεμος αφανίζει και εκμηδενίζει μαζικά δυνατούς και αδυνάτους ανεξέλεγκτα, ενώ ο κυνηγός, επιλέγει προσεκτικά ανάμεσα απ’ τους ισχυρούς εξουσιαστές τα θηράματά του».

Ο προφήτης έκανε μια μεγάλη παύση, σαν να ήθελε να συγκεντρώσει όλη τη σοφία του σε μια σοφή πρόταση! Στοχαστικότερος συνέχισε: «Όμως, όλα αυτά δεν είναι παρά προσωρινές νίκες... η νίκη που δεν είναι διαχρονική, είναι μια επικίνδυνη νίκη!»

«Τι ακριβώς είναι αυτό που κάνει τις προσωρινές νίκες επικίνδυνες; Και γιατί δεν είναι σοφός εκείνος που αποφασίζει να ξεκουραστεί, απολαμβάνοντας ειρηνικά τις ένδοξες νίκες του;» ξαναρώτησε ο Μαδιάμ.

Πρόθυμα και χωρίς πολύ σκέψη απάντησε ο προφήτης: «Δυστυχώς η ειρήνη είναι ένα όνειρο, που όχι μόνο δεν το βρίσκεις δίπλα σου όταν ξυπνήσεις... αλλά ένα όνειρο που στο δίνουν, ακριβώς αυτοί που θέλουν να κοιμάσαι ήσυχος, όσο αυτοί ετοιμάζονται για πόλεμο!

Για τους σοφούς λοιπόν, ο βαυκαλισμός της ειρήνης, είναι το καλύτερο εργαλείο πολέμου! Πρόκειται για ένα άλλο είδος πολέμου! Μια θαυμάσια ευκαιρία προετοιμασίας για πόλεμο, όπου ο σοφότερος, κρυφά και ανενόχλητος, ετοιμάζει τις μελλοντικές του παγίδες. Αυτή η ίδια η "ειρήνη" λοιπόν... είναι ένας θαυμάσιος ελιγμός πολέμου! Ένας πόλεμος πολύ χειρότερος απ’ οποιονδήποτε άλλον, και αλίμονο σ’ εκείνον που δεν αντιλαμβάνεται έτσι, τον ύπουλο αυτό πόλεμο... που κάποιοι σκόπιμα ονομάζουν ειρήνη!

»Άλλωστε... ποια νομίζεις, πως είναι η μοίρα του προσωρινού νικητή μέσα στο χρόνο; Ο απερίσκεπτος νικητής είναι πάντοτε... ο μελλοντικός ηττημένος! Παράδειγμα οι δικές μου νίκες, που ενώ ήταν πράγματι πολλές και σημαντικές, αν δεν υπάρξουν άξιοι συνεχιστές, θα καταλήξουν όλες πρόσκαιρες και εφήμερες... γιατί τα συσσωρευμένα πλούτη και τα αγαθά που προσφέρουν οι προσωρινές νίκες, καθιστούν τον νικητή, μελλοντικό στόχο ισχυρών επιδρομέων!

»Κι αυτό πρέπει πάντοτε να το θυμάσαι... αυτές οι ίδιες οι νίκες και τα πλούσια λάφυρα που αυτές σου χαρίζουν, είναι που αυξάνουν καθημερινά, τον κίνδυνο της σύγκρουσης, με νέους ισχυρότερους, ευφυέστερους και πολυπληθέστερους αντιπάλους.

»Η συσσώρευση αγαθών και η κατοχή εύφορης γης απ’ τους Σοδομίτες, δεν έγινε η αφορμή του απόλυτου αφανισμού τους;

»Σοφός λοιπόν, είναι εκείνος που διασφαλίζει τις νίκες του σε βάθος χρόνου! Νικητής που δεν μπορεί να διασφαλίσει την εξουσία του... παραδίδει τους απογόνους του, στον σίγουρο μελλοντικό εξευτελιστικό αφανισμό και τη σφαγή! Και μια νίκη, που μελλοντικά θα γίνει η αφορμή του δικού σου αφανισμού, ή των απογόνων σου, είναι φρικτά ανόητη και απολύτως μάταιη! Ο οδυνηρός θάνατος χιλιάδων απογόνων σου, απ’ τα δικά σου λάθη, είναι χίλιες φορές... ο δικός σου θάνατος!

»Βλέπεις λοιπόν... γιατί ο πραγματικός ηγέτης πρέπει να διασφαλίζει εγκαίρως τη διαιώνιση της εξουσίας του; Να πολλαπλασιάζει, να εδραιώνει και να επεκτείνει ασταμάτητα τη δύναμη του... αποδυναμώνοντας προληπτικά και συνεχώς, ακόμα και τους πιο απίθανους αντίπαλους;! Και εν δυνάμει αντίπαλοι, είναι όλοι οι δυνατοί γύρω σου! Να λοιπόν γιατί στο μυαλό κάθε σοφού μελλοντολόγου μάγου, σεβαστή και δικαιολογημένη πρέπει να είναι η ανάγκη της προληπτικής εξασθένησης των αντιπάλων του. Γι’ αυτό και η εντολή των έγκαιρων εθνοδιαμελισμών, είναι η σημαντικότερη διαθήκη και το μεγάλο, αιώνιο μυστικό που αφήνω πίσω μου»!

Θαυμάζοντας την σοφία του πατέρα του, ο Μαδιάμ απάντησε: «Είναι δύσκολο να φέρω αντιρρήσεις, στα στρατηγήματα που με τόση σοφία μου περιγράφεις, και θα καταγράψω με κάθε επιμέλεια όσα είπες... αλλά εξακολουθώ να πιστεύω, πως δεν θα είναι καθόλου λίγοι εκείνοι, ανάμεσα στους απογόνους μας, που θα αναρωτηθούν, μήπως τα κρυφά όπλα της μαγείας, σαν όπλα πολέμου, είναι αδυσώπητα, τρομερά και ανελέητα;!»

«Γιε μου Μαδιάμ... είσαι πολυταξιδεμένος και γνωρίζεις, ότι ο κάθε λαός, για να επικρατήσει και να διασφαλίσει την εξουσία του πάνω στους ηττημένους, χρησιμοποιεί τα πλέον φονικά όπλα που μπορεί να κατασκευάσει, και δεν διστάζει ούτε στιγμή, να τα χρησιμοποιεί εναντίον οποιουδήποτε θέλει να υποτάξει ή να εξολοθρεύσει!

»Όμως, η έλλειψη πείρας σε παγιδεύει σε περιττούς δισταγμούς, και δικαιολογημένα δυσκολεύεσαι στην επιλογή των όπλων. Γι’ αυτό θα σε ρωτήσω κι εγώ με τη σειρά μου κάτι, που νομίζω πως θα σε βοηθήσει να ξεπεράσεις αυτό σου το δίλημμα. Αν ένας Ελαμίτης, ή οποιοσδήποτε άλλος βάρβαρος επιδρομέας, απειλούσε με σκληρό και εξευτελιστικό θάνατο, εσένα και την οικογένειά σου, θα καθυστερούσες με διλήμματα και θα διάλεγες με δισταγμούς τα όπλα για να τον αντιμετωπίσεις, ή θα άρπαζες αδίστακτα οποιοδήποτε όπλο ήταν ικανό να τον αχρηστεύσει»;

Ο προφήτης έδωσε χρόνο στο Μαδιάμ να σκεφτεί, μα εκείνος πήρε αμέσως πρόθυμα τον λόγο: «Νομίζω πως... αυτή η απάντηση είναι εύκολη, γιατί όχι μόνο εγώ, αλλά ο καθένας, χωρίς δισταγμό, θα άρπαζε και θα χρησιμοποιούσε, οποιοδήποτε όπλο, θα τον έβγαζε απ’ την απελπιστική αυτή θέση».
«Βλέπεις λοιπόν», συνέχισε ο προφήτης «πως σ’ έναν κόσμο σφοδρής αντιπαλότητας και αφανιστικών πολέμων, δεν φαίνεται και πολύ συνετός, εκείνος, που πρώτα περιμένει να βρεθεί αντιμέτωπος με τον εξευτελιστικό και άδικο θάνατό του, πριν αποφασίσει να χρησιμοποιήσει όλα τα όπλα που διαθέτει. Όταν η καυτή ανάσα του θανάτου φτάσει δίπλα του, ο καθένας θα ήθελε πολύ να χρησιμοποιήσει οποιοδήποτε όπλο, όσο μυστικό, μαγικό, σκληρό ή αφανιστικό κι αν είναι, αλλά δυστυχώς, όταν το πράγμα φτάσει εκεί... τότε θα ήταν ήδη πολύ αργά για να το κάνει!

»Άλλωστε, πόσο καλύτερο νομίζεις ότι είναι ένα αιχμηρό βέλος που κατατρυπάει το τρυφερό σώμα ενός παιδιού ή ένα κοφτερό ξίφος που κατακόβει σάρκες ανυπεράσπιστων γυναικών, από μια μυστική, μαγική ασθενοποιό ουσία, που απλά... γονατίζει στο έλεός σου και τον πιο άγριο μελλοντικό σου αφανιστή;»

Ο Μαδιάμ άκουγε τον πατέρα του εκστατικός.

Ήταν προβληματισμένος απ’ τις ασυνήθιστες απαντήσεις του σοφού πατέρα του. Όμως ταυτόχρονα ήταν ολοφάνερο, πως κάποιες σημαντικές ερωτήσεις εξακολουθούσαν να τον βασανίζουν ακόμα.

Ο πατέρας του τον ενθάρρυνε: «Μη διστάζεις να με ρωτήσεις, γιατί είναι αυτές οι ερωτήσεις, που στερεώνουν καλύτερα απ’ ο,τιδήποτε άλλο, την κατανόηση μέσα μας».

Ο Μαδιάμ πήρε μια βαθιά ανάσα, και συνέχισε: «Πατέρα... αν και δυσκολεύομαι να παρακολουθήσω στις λεπτομέρειές της, τη μεστή σοφία σου... εγώ, υπηρετώντας όσο καλύτερα μπορούσα το όραμα σου, έγραψα ακριβώς όπως το θέλησες, όλα όσα μου είπες... υπάρχει όμως κάτι τελευταίο... που ακόμα δεν καταλαβαίνω. Στο απίστευτης σοφίας όραμα του εθνοδιαμελισμού, που μου περιέγραψες, μπορώ εύκολα να υποθέσω ότι τα μεγάλα ζώα, όπως το δαμάλι, η αίγα και το κριάρι, αντιπροσωπεύουν μεγάλα θηράματα ή δυνατά εχθρικά έθνη, που για τους λόγους που προανέφερες, πρέπει να εγκαίρως αποδυναμωθούν... όμως... στο ίδιο αυτό όραμά σου, υπάρχουν και δυο πολύ μικρά και αθώα πτηνά, η τρυγόνα και το περιστέρι. Και είμαι βέβαιος, πως δεν τα επέλεξες έτσι στην τύχη, να δείχνουν αυτά μικρά, αθώα και ανήμπορα! Ποιους λοιπόν αντιπροσωπεύουν αυτά, και γιατί διαμελίζονται, αφού έτσι κι αλλιώς φαίνονται μικρά, αθώα και ευάλωτα;»

Ο Αβραάμ χάιδεψε τα κάτασπρα γένια του με ικανοποίηση και απάντησε: «Γιε μου Μαδιάμ, από τότε που ήσουν μικρός, παρατηρούσα την επιμέλεια και τη σύνεσή σου, και από πολύ νωρίς, γνώριζα πως εσύ, ανάμεσα από τα υπόλοιπα παιδιά μου, μπορούσες καλύτερα απ’ όλους να με καταλάβεις! Μα με την ερώτησή σου αυτή, βεβαιώθηκα απόλυτα για τη σωστή εκλογή μου!

»Όπως σου είπα λοιπόν... ο πόλεμος και η εχθρότητα εμφανίζονται παντού και πάντοτε, και συχνά, είναι οι εσωτερικές έριδες και οι διχαστικές διχόνοιες, που μπορούν να αχρηστεύσουν και το πιο δυνατό έθνος. Ένας σωστός μελλοντολόγος ηγέτης, πρέπει να προβλέπει το μέλλον στις λεπτομέρειές του, και με την ίδια αποφασιστικότητα να εξασφαλίζει την επικράτηση των δικών του ανθρώπων, ακόμα και ανάμεσα σε συγγενικά έθνη!

»Η απάντηση λοιπόν στην ερώτησή σου είναι απλή, και με λίγη σκέψη θα γίνει ορατή και στους σοφούς που θα μας διαδεχθούν. Λοιπόν... η τρυγόνα είναι τα συγγενικά έθνη που μελλοντικά, δεν πρέπει να εξαιρεθούν απ’ την προληπτική εξασθένηση και τον διαμελισμό, αν για οποιονδήποτε λόγο απειλήσουν την εξουσιαστική πορεία των απογόνων μας, και αποπειραθούν να εμποδίσουν την εκπλήρωση της διαθήκης μου!

»Γνωρίζεις ότι ο γιος μου ο Ισμαήλ, με την Αιγύπτια γυναίκα του, έχει ήδη δώδεκα παιδιά και ίσως ν’ αποκτήσει κι άλλα. Οι δικοί του απόγονοι, που σήμερα εξαπλώνονται νότια προς την Αίγυπτο, αύριο θα γίνουν έθνος ισχυρό και αξιόμαχο, και θα ονομάζονται Ισμαηλίτες. Εδώ, στη Χαναάν, θα γίνουν έθνος ισχυρό οι Περάτες ή Εβραίοι, του γιου μου Ισαάκ. Ανατολικά πληθαίνουν οι Μωαβίτες και βορειότερα οι Αμμανίτες, τα παιδιά και οι απόγονοι του Λωτ.

»Εσύ ο ίδιος, που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον είσαι ικανός να διασώσεις το όραμα της διαθήκης μου, όπως μου είπες πρόκειται να κατοικήσεις στο Σινά, κι εκεί θα αποκτήσεις τους συνετούς Μαδιανίτες. Βόρεια στη Χαρράν, υπάρχουν και ισχυροποιούνται οι απόγονοι του αξιαγάπητου αδελφού μου Ναχώρ... και αργότερα θα εμφανιστούν τριγύρω κι άλλα συγγενικά έθνη, λιγότερο ή περισσότερο ισχυρά, και κανείς δεν μπορεί να μας διαβεβαιώσει, πως όλοι αυτοί οι συγγενείς λαοί, θα παραμείνουν αιωνίως φιλικοί μεταξύ τους, και θα δεχθούν να υπηρετήσουν ένα κοινό όραμα. Μέσα στις αλλαγές λοιπόν των καιρών και των χρόνων, αναπόφευκτα θα βρεθείτε αντιμέτωποι... και πρέπει να γνωρίζεις, ότι ο αδελφοκτόνος πόλεμος είναι ο χειρότερος όλων!

«Μάθε λοιπόν, ότι οι εχθροί και οι φίλοι δεν ορίζονται μόνο απ’ την καταγωγή, αλλά κυρίως απ’ την υποταγή τους στον τελικό στόχο... Το όραμα της διαχρονικής νίκης απαιτεί, όλοι, ακόμα και οι συγγενικοί λαοί, να δεθούν με τα ισχυρότερα δεσμά του εθνοδιαμελισμού, στην περίπτωση που εναντιωθούν στο κοινό όραμα»!

Άθελά του, ο Μαδιάμ είχε μείνει με το στόμα μισάνοιχτο απ’ την έκπληξη! Ένα ήταν σίγουρο! Η διεισδυτική σκέψη του πατέρα του, είχε προχωρήσει πολύ πέρα απ’ όσα μπορούσε να αντιληφθεί ένας κοινός άνθρωπος! Όμως, όσο σκληρό κι αν φαινόταν αρχικά... κατά βάθος ο γέρο σοφός, είχε δίκιο. Αν οι κυνηγοί διχαστούν και διαφωνούν μεταξύ τους, δεν θα καταφέρουν ποτέ να παγιδεύσουν οργανωμένα τα θηράματά τους!

«Και η περιστέρα... που είναι σύμβολο αθωότητας... ποιους μπορεί να αντιπροσωπεύει αυτή;» ρώτησε γεμάτος αγωνία ο Μαδιάμ, υποθέτοντας πλέον την σκληρή απάντηση!

«Όσο κι αν σου φαίνεται παράξενο, η αγαπημένη και αθώα περιστέρα, αντιπροσωπεύει το ίδιο το δικό μας μελλοντικό έθνος!»

»Το θεόσταλτο αυτό όραμα λοιπόν, εξουσιοδοτεί τους φύλακες της διαθήκης μου, να ευλογούν τους ευλογούντες και να καταρόνται τους καταρόμενους... χωρίς απ’ τον κανόνα αυτόν να εξαιρείται κανείς!

»Εχθροί και φίλοι, ορίζονται κυρίως απ’ τον βαθμό που υπηρετούν το όραμα της τελικής επικράτησής μας επί των εθνών, κι όχι απ’ τον βαθμό συγγένειας. Μόνο έτσι, με την απόλυτη πειθαρχία στο όραμα... θα "ευλογηθούν" όλες οι φυλές της γης, απ’ τον δικό μας Θεό!

»Και επειδή κανείς δεν πολεμάει αν δεν έχει ισχυρής λόγους για να το κάνει, έχοντας τη δύναμη, πραγματικά ή εικονικά, να αποκόπτεις και να διαμελίζεις ακόμα και τον ίδιο σου τον οίκο, όχι μόνο θα απομακρύνεις εγκαίρως τους δειλούς, τους άχρηστους και τους επαναστατημένους... αλλά, με αλύγιστη πειθαρχία, θα εξαναγκάζεις τους ικανούς να υπηρετούν το όραμα της τελικής επικράτησης, πάνω στους αναρίθμητους μελλοντικούς εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς σου! Σου θυμίζω, πόσο καλά το πέτυχε αυτό, η εικονική θυσία του Ισαάκ!

»Μόνο έτσι θα γεννηθούν, ανάμεσα στους απόγονους μας, οι φύλακες εκείνοι, που πότε με τη θέληση τους, και πότε με "θεϊκό" εξαναγκασμό, θα υποχρεωθούν να υπηρετήσουν το τελικό όραμα της διαχρονικής μας νίκης, και να επικρατήσουν στο μεγαλύτερο κυνηγότοπο της ανθρωπότητας, εξουσιάζοντας και ορίζοντας το ίδιο τους το μέλλον!

»Ολόκληρη η ζωή είναι μια μάχη, που τους κανόνες της ορίζει ο επιτιθέμενος. Ένα απόλυτα πειθαρχημένο έθνος, πρέπει να έχει έναν διαχρονικό ηγέτη, απόλυτα ικανό να επιβάλει τη θέλησή του και την υποταγή στο όραμα της νίκης, κι’ αυτός δεν θα είναι άλλος απ’ τον Θεό Ιαβέ... και τους λίγους ικανούς που θα συντηρούν επιμελώς την εξουσία του»

Η επόμενη ερώτηση βγήκε αυθόρμητα απ’ τα χείλη του Μαδιάμ: «Όμως, σεβαστέ πατέρα μου, αφού ο άνθρωπος είναι εξαιρετικά ολιγόβιος... ποιος μπορεί να είναι ένας τέτοιος διαχρονικός ηγέτης, που κατά μήκος του χρόνου, θα επιβάλει σε όλους την υποταγή στο όραμα;» ψέλλισε ο Μαδιάμ.

Αντί άλλης απάντησης, ο Αβραάμ σηκώθηκε απ’ τον θρόνο του Χρόνου, και με αργές κινήσεις έβγαλε από πάνω του την ολόλευκη φορεσιά του. Φανερά συγκινημένος, άναψε το λιβανιστήρι του, και με τελετουργικές κινήσεις, τη φόρεσε στον γιο του Μαδιάμ. Στολίζοντάς τον με όλα τα ιερά σύμβολα του ιερέα-μάγου, πρόσθεσε:

«Μόνο ένας αιώνιος θεός κι ένα διαχρονικό ιερατείο μπορούν να κερδίσουν την αιώνια μάχη του χρόνου! Γι’ αυτό στο όνομα των προγόνων μας, και της μυστικής κοινωνίας των μάγων, σε ονομάζω ιερέα του κυνηγοθεού Ιαβέ. Το όραμα λοιπόν, θα εποπτεύεται, όχι από έναν ολιγόβιο άνθρωπο, αλλά από ένα διαχρονικά παρόν ιερατείο... Κι εσύ Μαδιάμ θα είσαι ο πρώτος ιερέας φύλακας της διαθήκης και των εντολών μου! Εγώ απέρχομαι, αλλά εσύ και εκατοντάδες άλλοι ξοπίσω σου, θα αναλάβουν να ηγηθούν της διαχρονικής μας νίκης»!

Ψηλά, πάνω στο Κρόνιο βουνό, πλαισιωμένη απ’ τα φλογερά χρώματα του δειλινού, μια νέα μορφή κάθισε στον θρόνο του Χρόνου! Έμοιαζε στον γεννήτορά του, αλλά είχε μια ολόκληρη ζωή μπροστά του, για να υπηρετήσει το όραμα της διαχρονικής μαγείας!

Μια μικρή, αδύνατη στήλη καπνού υψωνόταν απ’ το λιβανιστήρι της τελετής που γινόταν ψηλά στην κορυφή του χρόνου. Ο λεπτός μυρωδάτος καπνός της, γέρνοντας προς τη φορά του ανέμου, θα γινόταν στο μέλλον μεθυστικό σύννεφο, που θα σκέπαζε, ολόκληρη την κοιλάδα του μέλλοντος!

Ο αβραμισμός είχε γεννηθεί και φιλοδοξούσε να γίνει διαχρονική δύναμη εξουσίας. Το μέλλον, ο μεγάλος κυνηγότοπος, είχε αποκτήσει τους αντάξιους διαχρονικούς κυνηγούς του!