Κυριακή 17 Σεπτεμβρίου 2023

Οι Έλληνες τους Έλληνας

Οι μάταιοι αντιδιχαστικοί λόγοι δυο αρχαίων Ελλήνων απ’ τη Ρούμελη

Ο Φίλιππος Ε΄ ο Μακεδών (221-179 π.Χ.), που ματαίως ελάχιστοι Έλληνες έλπιζαν ότι θα μπορούσε να είναι ασπίδα όλης της Ελλάδας απέναντι στην κατακτητική μηχανή των Ρωμαίων. 

Στο ατελές ποίημα του Καβάφη «Αγέλαος», γράφει ο Αλεξανδρινός: «Στην συνεδρίασιν της Ναυπάκτου ο Αγέλαος / μίλησε τα σωστά. Μη πολεμάτε πια / οι Έλληνες τους Έλληνας. Κοντά μας ο αγών / γίνεται που μας απειλεί. Είτε η Καρχηδών / νικήσει είτε η Ρώμη, / προς ημάς κατόπιν θα στραφεί. Ω βασιλεύ / Φίλιππε, […] σώσε την Ελλάδα. // Λόγια σοφά. Μα δεν έπιασαν τόπο. / Στες φοβερές, επάρατες ημέρες / των Κυνός Κεφαλών, της Μαγνησίας, της Πύδνας, / πολλοί εκ των Ελλήνων θα θυμήθηκαν / τα λόγια τα σοφά, που δεν έπιασαν τόπο».

Ένα απ’ τα τυπικά χαρακτηριστικά της πολιτικής ανωριμότητας, είναι ως γνωστόν και η αγνόηση «απόμακρων» κινδύνων. Άλλωστε, και του ηθικού ενεργήματος γνώρισμα είναι το εύρος της εν χρόνω και χώρω κλίμακος, εντός της οποίας ασκείται το ενέργημα. Όταν λ.χ. τρωγόμαστε συνεχώς «μεταξύ μας, εδώ και τώρα», εύλογο είναι να στενεύει ο ορίζοντας των φροντίδων-μας για το μέλλον του Λαού μας – κι εμείς νομίζομε οτι κάνομε Πολιτική…

Φαίνεται δέ οτι το αυτοκτονικό αυτό φαινόμενο είχε φθάσει σε μιαν απίστευτη κορύφωση στην Ελλάδα περι το τέλος του 3ου π.Χ. αιώνος: Επι δεκάδες χρόνια, ολόκληρη η Χώρα έβραζε απο καθολικούς εμφύλιους σπαραγμούς – όχι πιά μεταξύ Πόλεων, αλλα μεταξύ Συμπολιτειών· κι είχαν περάσει μόνον εκατό χρόνια απ’ την ένδοξη επέκταση του Ελληνισμού μέχρι την Ινδία, ενώ η παγκόσμια πνευματική λάμψη της Αλεξανδρείας ήταν στην κορύφωσή της.

Τώρα, η Αιτωλική Συμπολιτεία μαζί με τους Λακεδαιμονίους πολεμούσε εναντίον όλων των άλλων (Μακεδόνες, Θεσσαλοί, Ακαρνάνες, Αχαϊκή Συμπολιτεία, Ηπειρώτες, Βοιωτοί). Ο λεγόμενος «Συμμαχικός Πόλεμος» (220 – 217 π.Χ.) είχε προκαλέσει μεγάλες καταστροφές εκατέρωθεν, κι ο Φίλιππος Ε΄ ήταν έτοιμος να αποβιβασθεί στη Ναύπακτο για να δώσει ενα αποφασιστικό χτύπημα στους Αιτωλούς. Είχε όμως το μυαλό-του και στο εξαιρετικά ανησυχητικό γεγονός οτι εντωμεταξύ οι Ρωμαίοι είχαν καταλάβει την Ιλλυρία και τέσσερις ελληνικές πόλεις, μέχρι κάτω στην Κέρκυρα. Και καθώς τώρα ο Αννίβας νικούσε τους Ρωμαίους, ο Φίλιππος Ε΄ σκεφτόταν πως ήταν ίσως ευκαιρία να χτυπήσει τους Ρωμαίους (Πολύβιος, Ε΄101.6 και 102.1). Έτσι λοιπόν, ξαφνικά, πρότεινε ειρήνευση στους τυχερούς Αιτωλούς. Και συγκαλεί συνέδριο των συμμάχων-του προς τούτο – και ξεκινάει η διαπραγμάτευση με τους Αιτωλούς, οι οποίοι τον καλούν να έρθει ο ίδιος στη Ναύπακτο.

Κι εκεί ακριβώς, σ’ εκείνο το ειρηνευτικό Συνέδριο, ακούσθηκαν οι προφητικοί λόγοι του Αγελάου του Ναυπακτίου προς τον βασιλέα και τους συμμάχους του:

«Μηδέποτε πολεμεῖν τούς Ἕλληνας ἀλλήλοις» (ποτέ να μήν πολεμάνε οι Έλληνες μεταξύ τους) «αλλα να χρωστούν ευγνωμοσύνη μεγάλη στους θεούς, εάν όλοι ομονοούντες και πιασμένοι χέρι-χέρι (όπως αυτοί που περνάνε τα ποτάμια), να μπορούν να αποκρούουν τις επιθέσεις των βαρβάρων, και να σώζουν εαυτούς και τις πόλεις. Πάντως, κι άν κάτι τέτοιο δέν είναι πλήρως εφικτόν, θεωρώ σωστό (λέει ο Αγέλαος) να συμφωνούν προς το παρόν, και να προφυλάσσονται, λαμβάνοντας έγκαιρα υπόψιν τη δύναμη των στρατών και το μέγεθος του πολέμου που διεξάγεται στη Δύση. Διοτι είναι φανερό στον καθέναν που έστω και λίγο ασχολείται σήμερα με τα κοινά, ότι είτε οι Καρχηδόνιοι νικήσουν τους Ρωμαίους, είτε οι Ρωμαίοι τους Καρχηδόνιους, είναι προφανές οτι σε καμμιά περίπτωση δέν θα περιορισθούν οι νικητές στην κυριαρχία στους Ιταλιώτες και τους Σικελιώτες· αλλά θα φθάσουν και θα επεκτείνουν τις εισβολές και την ισχύν-τους πέραν του δέοντος. Γι’ αυτό θεωρώ σωστό οτι πρέπει νά ’χουν τον νού-τους, ιδίως δέ ο Φίλιππος: Κι είναι θέμα περίσκεψης εάν παραιτηθεί απ’ την τάση που έχει να καταστρέφει τους Έλληνες κάνοντάς-τους ευάλωτους στους επιτιθέμενους, και αντιθέτως παίρνει αποφάσεις σάν για το ίδιο-του το πρόσωπο, και μεριμνά υπέρ όλων των περιοχών της Ελλάδος, σάν να ήταν της οικογένειας ή συγγενείς του. Διότι, άν μ’ αυτόν τον τρόπο χειρίζεται τα πράγματα, τότε οι μέν Έλληνες θα είναι ευνοϊκά διατεθειμένοι και σίγουροι σύμμαχοι έναντι εισβολών, οι δέ εξωτερικοί [εχθροί] λιγότερο θα επιβουλεύονται την εξουσία του, καθώς θα έχουν φοβηθεί απ’ την πίστη των Ελλήνων προς τον Φίλιππο. Κι εάν έχει όρεξη για μάχες, θεωρώ σωστό να κυττάζει προς τη Δύση και να δώσει προσοχή στους πολέμους που διεξάγονται στην Ιταλία, ώστε, παραμονεύοντας και γεμάτος φρόνηση, να βρεί ευκαιρία να αποπειραθεί να διεκδικήσει να κυριαρχήσει σε όλα».

Τελικώς, έγινε πράγματι η ειρήνευση εκείνη κατα το 217 π.Χ., κι όπως λέει ο Πολύβιος (Ε΄,105.5) οι πάντες πλέον «προς τούς ἐν Ιταλίᾳ σκοπούς ἀπέβλεπον».

Ωστόσο, όλο τούτο ήταν απίστευτα καλό για νά ’ναι αληθινό: Και πρώτον, οι ίδιοι οι Αιτωλοί (που μόλις είχαν γλιτώσει απ’ την μάλλον δίκαιη μήνιν του Φιλίππου), τα βάλαν με τον Αγέλαο, διότι λέει… «χάσανε τα κέρδη-τους αφου ειρήνευσαν μ’ όλους τους Έλληνες» (Πολύβ. Ε΄ 107.6). Άντε να καταλάβεις το νόημα αυτής της γκρίνιας – εκτός απ’ την πιθανή ανάμνηση των παλαιών κερδών-τους απ’ την πειρατεία που συνοργάνωναν με τους Ιλλυριούς στα δυτικά παράλια της Πελοποννήσου (Ιστ. Ελλ. Έθν., Δ΄ 418)! Δεύτερον (και τραγικότερο), οι Αιτωλοί (οι ίδιοι που στη Ναύπακτο το 217 π.Χ. κέρδισαν ειρήνη υπενθυμίζοντας στον Φίλιππο τον κίνδυνο των Ρωμαίων), τώρα, το 212 π.Χ., συμμαχούν με τους Ρωμαίους – και φέρνουν τον ρωμαϊκό στόλο στη Ναύπακτο (πρώτη στρατιωτική παρουσία Ρωμαίων στην Ελλάδα…). Και πολεμούν οι Αιτωλοί δίπλα στη Φωκίδα, με συμμάχους τους Ρωμαίους – στους οποίους παραδίδουν τους κατοίκους της Αντίκυρας, το 211 π.Χ., τους οποίους οι Ρωμαίοι τους πουλάνε ως δούλους. Ετούτο το όνειδος, αυτή η έργω διάψευση των ουτοπικών διδαχών του Αγελάου (Αιτωλού άρχοντος δέ), θα έπρεπε να διδάσκεται στα σχολεία μας ως το ναδίρ της Μάχης του Μαραθώνα…

Εκείνες τις ώρες, οι Ακαρνάνες βλέπουν οτι έρχεται κι η δικιά-τους η σειρά, κάνουν μια προσπάθεια να πείσουν τους (ακόμα διστακτικούς) Σπαρτιάτες, να μή συμμαχήσουν αυτή τη φορά με τους Αιτωλούς. Και στέλνουν πρέσβεις (211 π.Χ.) με επικεφαλής τον Λυκίσκον, απ’ τον πειστικότατον λόγον του οποίου ενώπιον των Λακεδαιμονίων (Πολύβιος, Θ΄, 32-39), αποσπούμε σημαντικά τμήματα (σε απλοποιημένη μετάφραση):

Είμαστε εδώ για ν’ αποδείξουμε οτι είναι ωφέλιμο για σάς, αφού μάθετε για τον κίνδυνο που απειλεί τους Έλληνες, ν’ αποφασίσετε κάτι αντάξιό σας, συμμετέχοντες στις δικές-μας ελπίδες· ειδάλλως, να μείνετε προς το παρόν ουδέτεροι. Οι Αιτωλοί, καταλαμβάνοντας ασεβέστατα και παράνομα τους Δελφούς, πήραν την περιουσία του θεού, και τότε συγκέντρωσαν τεράστια στρατιωτική δύναμη στην οποία κανείς δέν μπορούσε ν’ αντιταχθεί – με κίνδυνο να κυριεύσουν ολόκληρη την Ελλάδα. Τότε, ο Φίλιππος εξόντωσε τους τυράννους, εξασφάλισε το ιερόν και έγινε αίτιος της ελευθερίας των Ελλήνων.

Κι όταν οι σύμμαχοί-του τον καλούσαν συνέχεια, εισέβαλε πράγματι στην Πελοπόννησο, δέν ενέδωσε καθόλου στην πρόταση να ταπεινώσει και να καταστρέψει τη Σπάρτη – αλλα ανάγκασε τους συμμάχους-του και εσάς να λύσετε τις διαφορές-σας με διαιτησία.

[Άλλωστε, και ο πατέρας του Φιλίππου] ο Αντίγονος Δώσων, αφού μετά απο κατα παράταξιν μάχη [222 π.Χ.] σας ενίκησε και κατέλαβε την πόλη, δέν έκανε όσα συνηθίζονται στον πόλεμο, κι ούτε σας έκανε κανένα κακό – παρα αποκατέστησε τους νόμους και το πατροπαράδοτο πολίτευμά σας. Κι εσείς τον ανακηρύξατε ευεργέτη και σωτήρα σας.

Έτσι λοιπόν, καί στον προηγούμενον, καί στον τωρινό πόλεμο θα έπρεπε να συνταχθείτε με τους Μακεδόνες.

Αλλ’ αυτά θα μου πείτε είναι παρελθόν – τώρα τί κάνουμε που έχομε συμμαχία με τους Αιτωλούς. Ναί, αλλα η κατάσταση εντωμεταξύ έχει αλλάξει ολοσχερώς – οπότε δίκαιο είναι κι εσείς να αποφασίσετε ξανά. Τώρα, δέν σας καλούν να αγωνισθείτε για την ηγεμονία ενάντια των ομοφύλων-σας Αχαιών και Μακεδόνων: Τώρα το θέμα είναι η υποδούλωση των Ελλήνων σε αλλοφύλους [τους Ρωμαίους]. Τους οποίους εσείς νομίζετε οτι τους προσκαλείτε εναντίον του Φιλίππου – δε

«λελήθατε δέ κατά σφῶν αὐτῶν

ἐπισπᾶσθαι καί κατά πάσης Ἑλλάδος»

(ξεχνάτε όμως οτι τους προσκαλείτε εναντίον του ίδιου-σας του εαυτού, κι ενάντια σ’ ολόκληρη την Ελλάδα).

Όλοι λοιπόν ανεξαιρέτως οι Έλληνες, και προπάντων οι Λακεδαιμόνιοι, οφείλουν να προαισθανθούν τα επερχόμενα μελλοντικά γεγονότα.

[“Ἅπαντας μέν οὖν δεῖ τοὐς Ἕλληνας

προϊδέσθαι τον ἐπιφερόμενον καιρόν,

μάλιστα δέ Λακεδαιμονίους”]

Πόσο αντάξιο των [κατά Ξέρξη] προγόνων-σας είναι, να συμμαχείτε με τους βαρβάρους, να εκστρατεύετε μαζί-τους και να πολεμάτε Ηπειρώτες, Αχαιούς, Ακαρνάνες, Βοιωτούς, Θεσσαλούς – σχεδόν όλους τους Έλληνες εκτός απ’ τους Αιτωλούς.

Ποιος δέν θα έβλεπε καχύποπτα την εισβολή των Ρωμαίων – όταν με τους Αιτωλούς κατέλαβαν την πόλη των ταλαίπωρων Αντικυρέων; Πήραν τα παιδιά και τις γυναίκες-τους οι Ρωμαίοι, για να πάθουν όσα παθαίνουν όσοι πέφτουν στα χέρια αλλοφύλων.

Αποστρέψτε λοιπόν το βλέμμα απ’ τη φιλία των Αιτωλών ή τουλάχιστον μείνετε ουδέτεροι.

Αυτά τα τραγικά και προφητικά είπε ο Ακαρνάν Λυκίσκος.

Δυστυχώς, το παμπάλαιον πάθος των Σπαρτιατών για πανελλαδική ηγεμονία, δέν φαίνεται πως άφηνε περιθώριο για [εξίσου πανελλαδική] λογική – και η Σπάρτη προσχώρησε τελικώς στην Αιτωλο-Ρωμαϊκή συμμαχία. Και συνήργησε σε λίγο (210 π.Χ.) στην εκ μέρους των Ρωμαίων πώληση των κατοίκων της τρισένδοξης Αίγινας ως δούλων (άσχετο άν τελικώς εκείνοι συγκέντρωσαν μόνοι-τους ενα υπέρογκο ποσόν, και εξαγόρασαν την ελευθερία τους).

Ομολογώ ότι, υπο την πίεση των τότε απίστευτων γεγονότων, τείνει να λιγοστεύει κι άλλο το μικρό απόθεμα αισιοδοξίας που μου απόμεινε, απ’ τη σύγχρονη αδιάπτωτη φαγωμάρα-μας, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι «επιφερόμενοι καιροί» της ενδεχόμενης (οικονομικής και δημοκρατικής) πτώχευσης απο έλλειψη παιδείας και πολιτικού ήθους, και των ασύμμετρων συνεπειών της κλιματικής αλλαγής και της πιθανότητας εισβολών...


Ο ΜΥΘΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΠΡΩΤΑΓΟΡΑ

Από τον Πρωταγόρα δεν έχουμε παρά μερικά σύντομα και συχνά δυσερμήνευτα αποσπάσματα· συμβαίνει όμως ο Πλάτωνας να του αποδίδει ένα μεγάλο λόγο στο διάλογο που έχει το όνομα του, και όλες οι λεπτομέρειες δείχνουν ότι ο φιλόσοφος μιμήθηκε το σοφιστή, ακολουθώντας πιστά το ύφος και τους συλλογιστικούς τρόπους. Ακόμα και αν δε φαινόταν αυτό, θα ήταν παράλογο να φανταστούμε ότι ο Πλάτωνας έκανε τόσον κόπο, για να αποδώσει σε ένα πασίγνωστο πρόσωπο ιδέες που δεν ήταν δικές του.

Λοιπόν, ο λόγος του Πρωταγόρα, μαζί με τον μύθο που αποτελεί το ουσιαστικότερο μέρος του, διατυπώνει μια πολύ στεριά θεωρία για την υπεράσπιση της δικαιοσύνης. Πραγματικά, ο σοφιστής δείχνει ότι ορισμένες ηθικές αξίες οδηγούν μόνες στη σωτηρία του ανθρώπου, γιατί καθιστούν δυνατή την κοινωνική ζωή. Με αυτήν την ιδέα, ολόκληρος ο σοφιστικός στοχασμός αλλάζει κατεύθυνση: ό,τι δε δικαιωνόταν με την αναφορά στους θεούς ή στο απόλυτο, ανακτά μονομιάς την αξία του σε συνάρτηση με την ανθρώπινη ζωή, ή ακόμα και με το συμφέρον των ανθρώπων.

Πρέπει, ωστόσο, να ομολογήσουμε, ότι στο σοφιστικό μύθο οι αξίες φαίνονται ακόμα συνδεδεμένες με τους θεούς και τα δώρα τους, καθώς αυτά ακριβώς τα δώρα επιτρέπουν στους ανθρώπους να ζήσουν σε κοινωνίες. Το γεγονός αυτό -που θα το ξαναδούμε- επιβεβαιώνει ότι στα μάτια των συγχρόνων του ο Πρωταγόρας ούτε μιλούσε ούτε συμπεριφερόταν ως άθεος. Όμως ας μην κάνουμε υπερεκτιμήσεις: πρόκειται για μύθο, δηλαδή για έναν εικονικό τρόπο έκφρασης, που συνδέεται με τον παραδοσιακό καμβά, όπου ο καθένας κεντά κατά βούληση, για να προβάλει ορισμένες ιδέες. Ο Πρωταγόρας μπορούσε να διαλέξει, αν θα χρησιμοποιούσε το μύθο ή το συγκροτημένο «λόγο». Διάλεξε τον πρώτο, γιατί είναι χαριέστερος (320 C)· είναι όμως φανερό ότι αυτή η "χάρη" βασίζεται κάπως στην επινόηση. Δεν έχει λοιπόν τόση σημασία η ποιητική επένδυση, με το Δία, τον Προμηθέα και τον Επιμηθέα, όσο το τι συμβαίνει στους ανθρώπους και γιατί.

Αληθεύει αυτό, ένα παραπάνω, όταν τα χρόνια εκείνα ο μύθος για τη γένεση και την πρόοδο των ανθρώπων αποτελούσε θέμα αγαπητό, που το συναντούμε σε αρκετούς συγγραφείς. Ο Προμηθέας δεσμώτης του Αισχύλου διηγείται πώς ζούσαν αρχικά οι άνθρωποι «μέσα στην αταξία και τη σύγχυση» (450), χωρίς να διαθέτουν ούτε τεχνικές ικανότητες ούτε γνώσεις, ώσπου ο Προμηθέας τους χάρισε όλες τις τέχνες που συναπαρτίζουν τον πολιτισμό. Η Αντιγόνη του Σοφοκλή παρουσιάζει την ίδια σειρά εφευρέσεων, αποδίδοντας τις στον άνθρωπο, αλλά στο συμπέρασμα λέει ότι δεν αξίζουν τίποτα, αν δε χρησιμοποιούνται για το καλό. Στο ίδιο θέμα επανέρχεται, με τη σειρά του, ο Ευριπίδης στις Ικέτιδες: θυμίζει τον πεφυρμένον και θηριώδη βίο των ανθρώπων(201), στη συνέχεια περιγράφει τις διαδοχικές εφευρέσεις, και τελικά επαινεί 'εκείνον ανάμεσα στους θεούς, που οι άνθρωποι του τις οφείλουν. Παρόμοιους πίνακες ξαναβρίσκουμε στη διατριβή Περί ἀρχαίης ἰατρικῆς (3), στο περίφημο κείμενο του Σισύφου, που μνημονέψαμε παραπάνω σε σχέση με την επινόηση των θεών, και σε ένα κείμενο του Διόδωρου του Σικελιώτη (1, 8), που κάποιοι σοφοί ερευνητές έχουν υποθέσει ότι ανάγεται στο Δημόκριτο. Τέλος, το ίδιο θέμα το ξαναβρίσκουμε και στον Αρχέλαο -το μαθητή του Αναξαγόρα και δάσκαλο του Σωκράτη, που διερευνούσε πώς, στις πρώτες αρχές, οι άνθρωποι ξεχώρισαν από τα ζώα. θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ολόκληρη η εποχή δε σταματούσε να θαυμάζει την άνθιση και δόξα του ανθρώπου, που ωστόσο είχε ξεκινήσει με τόσο λίγα εφόδια.

Παρόμοιες αναδρομές συνεχίστηκαν για πολύ καιρό ακόμα: δε μας είναι άγνωστο το πλάτος που τους έδωσε πέντε αιώνες αργότερα ο Λουκρήτιος στο πέμπτο βιβλίο του De rerum natura. Πρόκειται λοιπόν για ένα πασίγνωστα πλαίσιο, όπου εύκολα ο στοχασμός μπορούσε να πάρει τη μορφή μιας περισσότερο ή λιγότερο φανταστικής διήγησης. Πρόκειται όμως - το αποδεικνύει ο αριθμός των κειμένων - και για μια σοβαρή φιλοσοφική διερεύ­νηση της αφετηρίας και της προόδου της ανθρωπότητας. Αυτή η διερεύνηση πρέπει να ήταν ιδιαίτερα σημαντική στα μάτια του Πρωταγόρα, καθώς υποθέτουμε ότι ο ίδιος προβληματισμός κρύβεται πίσω από τον τίτλο ενός βιβλίου του, που δεν το έχουμε, αλλά ξέρουμε ότι ονομαζόταν Περί τῆς ἐν αρχῇ καταστάσεως.

Σημασία έχει στις φανταστικές διηγήσεις να προσέξουμε, τι λογής εφευρέσεις διάλεξε να προβάλει κάθε συγγραφέας. Αν λοιπόν υπάρχουν από τον ένα στον άλλον κάποιες μικροδιαφορές, η πρωτοτυπία του Πρωταγόρα σε σχέση με όλους τους άλλους είναι ολοφάνερη: είναι ο μόνος, σε ολόκληρη τη σειρά, που δεν εξαρτά την εξέλιξη της ανθρωπότητας αποκλειστικά από τις τέχνες, αλλά εισάγει στη διήγηση του δύο διαδοχικές φάσεις: είναι πρώτα οι τέχνες, που τις δίδαξε ο Προμηθέας, και ακολουθούν οι πολιτικές αρετές, που αυτές τις έδωσε ο Δίας.

Η διπλή θεϊκή παρέμβαση είναι απαραίτητη, καθώς οι τέχνες δε φτάνουν για να διορθώσουν τη σύγχυση και τη θηριωδία των πρώτων αρχών. Αντίθετα, οι τέχνες αφήνουν τον άνθρωπο έκθετο στην απειλή του ολοκληρωτικού αφανισμού, που οφείλεται τόσο στους αγώνες του εναντίον των ζώων, όσο και στους αγώνες του εναντίον των άλλων ανθρώπων.

Η πρωτοτυπία του Πρωταγόρα, σε σχέση με τα άλλα κείμενα που ανασυνθέτουν τη γένεση των κοινωνιών, βρίσκεται ολόκληρη στο ρόλο, που ο σοφιστής έδωσε στις πολιτικές αρετές.

Μπορούμε βέβαια να πούμε ότι έτσι ο Πρωταγόρας δικαιώνει το δικό του ρόλο στην αθηναϊκή πολιτεία, και πραγματικά αυτός είναι ο ομολογημένος στόχος της ομιλίας του· όμως η συμφωνία ανάμεσα στο συγκεκριμένο του ρολό και τη θεωρία του δεν αποδυναμώνει την εμβέλεια της θεωρίας -κάθε άλλο! - , καθώς η ανάλυση είναι καινούρια, συγκροτημένη και ακριβής.

Ο Πρωταγόρας δείχνει καθαρά το ρόλο των πολιτικών αρετών: 'τότε ο Δίας, που φοβόταν για το γένος μας, μην εξαφανιστεί τελείως, στέλνει τον Ερμή να φέρει στους ανθρώπους δίκην και αιδώ για να υπάρξουν στις πόλεις αρμονία και δεσμοί που δημιουργούν φιλία' (322 ο).

Κάτι παραπάνω: ο Δίας επιδιώκει αυτά τα αισθήματα να δοθούν σε όλους: 'γιατί δε θα μπορούσαν να υπάρξουν πόλεις, αν τα διαθέτουν μόνο μερικοί' (322 α). Όσοι λοιπόν θα ήταν ανίκανοι να συμμετέχουν στη δίκη και την αιδώ θα έπρεπε να θανατώνονται -τελευταία ρήτρα που επιβεβαιώνει ότι οι δύο αρετές συνδέονται με τη δημόσια σωτηρία.

Να λοιπόν μια δικαιοσύνη, που πια δεν επικυρώνεται από τους θεούς, αλλά είναι αχώριστα δεμένη με την ανθρώπινη ζωή, που μόνη αυτή μπορεί και να συντηρήσει! Να η δικαιοσύνη ως εγγυητής της κοινωνικής ζωής, που είναι ο μόνος δυνατός τρόπος ζωής για τους ανθρώπους. Να η δικαιοσύνη ως εφόδιο πρώτης ανάγκης για το άτομο, που όμως έχει μεγάλη τάση να την ξεχνά!

Ξαφνικά καταλαβαίνουμε πώς μπόρεσαν οι νόμοι, που εξασφάλιζαν τη συνοχή του κράτους, να έχουν τόση σημασία για τον Πρωταγόρα, και πώς αυτός ο αγνωστικιστής ορίστηκε νομοθέτης, με εντολή να συγγράψει τους νόμους της καινούριας πολιτείας των Θουρίων -μιας πανελλήνιας αποικίας, που ο Περικλής την ίδρυσε ως πόλη-υπόδειγμα.

Πραγματικά, η δικαιοσύνη άνοιγε το δρόμο για την επιτυχία της ομάδας και, κατά συνέπεια, για την επιτυχία του καθενός. Γιατί - μην το ξεχνούμε ποτέ - οι άνθρωποι της εποχής εκείνης είχαν την πεποίθηση ότι η ευημερία του ατόμου ήταν συνάρτηση της ευημερίας του κράτους. Ο Θουκυδίδης παρουσιάζει τον Περικλή να διατυπώνει αυτή τη σκέψη, και ο Σοφοκλής τον Κρέοντα. Ωστόσο, στον Πρωταγόρα δεν έχουμε μόνο μιαν απλή, χωρίς αποδείξεις, επιβεβαίωση της ίδιας αρχής· η ίδια η ανάλυση που έκανε για την εξέ­λιξη της ανθρώπινης ζωής έδειχνε καθαρά, ότι έξω από τις οργανωμένες ομά­δες το άτομο δεν είχε καν τη δυνατότητα να επιβιώσει.

Καθένας χρειάζεται τους άλλους. Καθένας έχει ανάγκη να αποτελέσει με τους άλλους μιαν ομάδα, ενωμένη και συμπαγή. Παρόμοιες ενώσεις συνεπάγονται το σεβασμό και την αμοιβαία αναγνώριση των δικαιωμάτων του άλλου. Το συμφέρον μας περνά από την αίσθηση της δικαιοσύνης.

Η οικονομική άλωση και η πτώση της Βαβυλώνας από το ιερατείο του Γιαχβέ... μήπως σας θυμίζει κάτι;

«Σαν το βόδι έτρωγε χόρτο... δαίμονας τον κατέλαβε και την γλώσσα του δυσκολευόταν να κινήσει και οι οφθαλμοί του νέκρωσαν απ’ το κλάμα. Πολλοί δε ήρχοντο για να τον δουν... Ο δε Δανιήλ ήταν ο μόνος που δεν ήθελε να τον βλέπει έτσι (αλλά...) και όλον τον χρόνον της αλλοιώσεως αυτού, (ο Δανιήλ) εν προσευχή ήν (ήταν) περί αυτού, λέγοντας πάλιν θα ξαναγίνει άνθρωπος, αλλά κανείς πια δεν τον πίστευε». Vitae Prophetarum Περί των προφητών Δωροθέου 50.13 - 51.4

Η οικονομική άλωση και η πτώση της Βαβυλώνας... σας θυμίζει κάτι;

«Και οι λαοί (έθνη) θέλουσι λάβει αυτούς (τους Ισραηλίτες) και φέρει αυτούς (ως δούλους) εις τους τόπους αυτών, και πληθυνθήσονται (θα πολλαπλασιαστούν εκεί) επί της γης (των εθνών) ως δούλοι και δούλες και (στη συνέχεια όμως... θα τους) κατακληρονομήσουσιν (οι Ισραηλίτες) και θέλουσι είσθαι αιχμάλωτοι αυτών οι αιχμαλωτίσαντες αυτούς και κυριευθήσονται οι κυριεύσαντες αυτούς» Ησ.14.2.

Ό,τι συνέβη στην Βαβυλώνα, ήταν εντελώς εναρμονισμένο με την υπόλοιπη βιβλική προϊστορία και συνεπώς απολύτως αναμενόμενο. Τέσσερις ευημερούσες πόλεις των Φιλισταίων κάηκαν όταν ο Αβραάμ κατέφθασε πάμφτωχος στην Χαναάν και διεκδίκησε την γη τους. Η πάμπλουτη Αίγυπτος, πλήρωσε πανάκριβα τους γάμους της γυναίκα του Σάρρας με το Φαραώ, και για να απαλλαγεί απ’ τις πληγές που γέμισαν τον οίκο του, ο Φαραώ έκανε τον Αβραάμ: «πλούσιο σφόδρα σε ζώα, ασήμι και χρυσάφι... ώστε δεν μπορούσε να τους χωρέσει η γη». Γεν.13.2-6.

Ακριβώς τα ίδια επαναλήφθηκαν όταν ο Ισαάκ μετοίκησε στα Γέρραρα την πλούσια πόλη των Φιλισταίων παρουσιάζοντας ως ενδιαφερόμενη νύφη τη την γυναίκα του Ρεβέκκα: «και (αυτός) έγινε μέγας σφόδρα» Γεν.26.13. Ο Ιακώβ με θεολογικά προσχήματα και "θαύματα" καταλήστεψε τον ίδιο του τον πεθερό στην Μεσοποταμία, και με δόλους μαζί με τα παιδιά του, εξαπάτησε μέχρι αφανισμού την πλούσια πόλη Συχέμ. Αργότερα, ένα απ’ τα παιδιά του, ο Ιωσήφ, από "δούλος" στα μαγειρεία του Φαραώ, ερμηνεύοντας "όνειρα", έφτασε στο αξίωμα του αντιβασιλέα της Αιγύπτου και ονόμαζε εαυτόν: «κύριον πάσης Αιγύπτου»! Γεν.45.9.

Έτσι, κι εδώ στην Βαβυλώνα, μια ανάλογη ανατροπή δυνάμεων και εξουσίας ήταν αναμενόμενη! Με βάση λοιπόν όσα μέχρι τώρα έχουμε ήδη κατανοήσει απ’ την μελέτη μας, μπορούμε με μικρά περιθώρια λάθους να υποθέσουμε, πως οι παρεπιδημούντες επιτήδειοι αυτοί άνθρωποι, οι ευρηματικοί αυτοί θεουργοί από την Ιουδαία, αν και δούλοι, επιδόθηκαν με επιτυχία σε έναν μεθοδικό αγώνα εσωτερικής κατάκτησης της Βαβυλώνας.

Με την σοφή διαχείριση προνομίων και υποχρεώσεων απ’ τους πανταχού παρόντες ιερείς τους, οι ευνοημένοι ημέτεροι, ήταν υποχρεωμένοι να ενισχύσουν μαζικά τους ομοεθνείς τους σε ολόκληρη την αυτοκρα­τορία! Έτσι σταδιακά ολόκληρη η εύρωστη τότε υπερδύναμη της Βαβυλώνας, πρέπει να δέθηκε σ’ ένα δίκτυο μεθοδικής αφαίμαξης, τόσο στην οικονομία όσο και στους υπόλοιπους ζωτικούς τομείς της.

Πρέπει μάλιστα να θεωρείται βέβαιο, πως σε μας έφτασε μόνο ένα μικρό μέρος απ’ τις αναρίθμητες θαυματοπαγίδες, που συνολικά στήθηκαν στους θαυματολάτρες Βαβυλώνιους! Ολόκληρη βιομηχανία παραγωγής θαυμάτων πρέπει να λειτούργησε εις βάρος της πλούσιας χώρας του Ναβουχοδονόσορα! Οι θαυματοφάγοι Βαβυλώνιοι, απεδείχθησαν εύκολα θεολογικά θηράματα, και εντελώς ανοχύρωτοι στην οργανωμένη επίθεση θαυμάτων, απ’ τους υπόδουλους Ιουδαίους!

Οι υψηλόβαθμοι διοικητές της, πρώτοι και καλύτεροι παγιδεύτηκαν στους θεολογικούς ιουδαϊκούς εντυπωσιασμούς και τελικά πλήρωσαν πανάκριβα την απερίσκεπτη διανομή προνομιών, στους θαυματοποιούς πρώην δούλους τους. Τα Ιουδαϊκά προνόμια πρέπει να εκτινάχθηκαν στα ύψη, αφού ο Δανιήλ συχνά αναφέρεται ως «ο εβραίος πρωθυπουργός της Βαβυλώνας»,[1] θυμίζοντάς μας έντονα, τον αντίστοιχο ιουδαίο πρωθυπουργό της Αιγύπτου Ιωσήφ!

Αποτέλεσμα, ο κρατικός μηχανισμός της χώρας σταδιακά αλώθηκε, και τελικά ολόκληρη η χώρα με κρυφά ανταλλάγματα, προδομένη απ’ τους πανταχού παρόντες προνομιούχους υπηρέτες της, παραδόθηκε αμαχητί στους Πέρσες.

Σ’ αυτή ακριβώς την κατεύθυνση, βρίσκουμε την εξής χαρακτηριστική εξωβιβλική επιβεβαίωση: «Όταν οι Πέρσες το 539 π.Χ. κατέλαβαν (με τη βοήθεια των Ιουδαίων)τη Βαβυλώνα, (ως αντάλλαγμα ευγνωμοσύνης) επέτρεψαν στους Ιουδαίους την επάνοδο τους στην πατρίδα τους για την οποία τόσο πολύ είχαν θρηνήσει. Ελάχιστοι όμως έκαναν χρήση αυτής της προσφοράς. Οι δήθεν φτωχοί αιχμά­λωτοι, (Ιουδαίοι) δεν ήθελαν να θυσιάσουν την άνεσή τους και την περιουσία που έφτιαξαν στην ξενιτιά, για ένα άγνωστο μέλλον στην πατρίδα. Όπως δείχνουν πινακίδες από έγγραφα επιχειρήσεων του 5ου π.Χ.αι. (επομένως μετά το τέλος της εξορίας) οι βαβυλωνιακές τράπεζες βρισκόταν στα χέρια Ιουδαίων. Ένας μάλιστα Ιουδαίος τραπεζίτης -ακριβέστερα ο τραπεζιτικός οίκος Μουρασού & Υιοί- είχε εγκατασταθεί γερά στην εμπορική ζωή της Βαβυλώνας, και πραγματοποιούσε σημαντικές συναλλαγές, ιδιαίτερα στις αγοραπωλησίες οικοπέδων μεγάλης έκτασης. Η έδρα του ήταν στην Νιππούρ (νοτίως της Βαβυλώνας) και είχε υποκαταστήματα σε 200 (!) μέρη της χώρας. Μια τόσο ευχάριστη (για τους Ιουδαίους) εξέλιξη, δεν μπορούσε φυσικά να προβλεφθεί από τότε, το 587 που ξεκίνησαν (αιχμάλωτοι) από την Βαβυλώνα».[2]

Το αδιάψευστο αυτό αρχαιολογικό εύρημα, επιβεβαιώνει κάτι εκπληκτικό! Η ραγδαία οικονομική άλωση της Βαβυλώνας, επήλθε σε 48 μό­λις χρόνια! Πράγμα που σημαίνει πως οι "σκλαβωμένοι" Ιουδαίοι στην Βα­βυλώνα, είχαν μεταταπηδήσει απ’ τις αρχικές θεαματικές θαυματο-μαγείες, στις πλέον προσοδοφόρες οικονομικές δραστη­ριότητες της χώρας![3]

Στον ελάχιστο αυτόν χρόνο, που μετά βίας ξεπερνάει την μια γενιά, οι Ιουδαίοι σκλάβοι, μετέβαλαν τους Βαβυλώνιους από μια παντοδύναμη χώρα σκληροτράχηλων κατακτητών... σε ανίσχυρους και ανυποψία­στους υποτελείς! Η περιτοιχισμένη Βαβυλώνα από πολεμόχαρο και ρομφαιοφόρο έθνος, έγινε «ευάλωτη γλυκιά χουρμαδιά», που τους καρπούς της κατέφαγαν σε χρόνο ρεκόρ οι θαυματοποιοί μέτοικοι απ’ την Ιουδαία!

Στο μόνο που θα διαφωνήσω με την καθ’ όλα εξαίρετη συγγραφέα Petra Eisele, είναι το τελευταίο της συμπέρασμα. Οι Ιουδαίοι προφήτες, ουσιαστικά το κρυφό ιερατείο, με δημόσιο εκφραστή του τον Ιερεμία, όχι μόνο υπολόγιζε ως πιθανή μια τέτοια εξέλιξη, αλλά είχε σαφέστατα ταχθεί υπέρ της σκόπιμης υποταγής τους στην Βαβυλώνα: «υποδουλωθείτε στον βασιλιά της Βαβυλώνας υποταχθείτε σ’ αυτόν και θα επιζήσετε». (Β.Β.) Ιερμ. 27.12,17.

Φαίνεται πως ο προφήτης γνώριζε κάτι περισσότερο για τα πιθανά οφέλη μιας τέτοιας αιχμαλωσίας και με σχετική επιτυχία, είχε προβλέψει μια τέτοια ευχάριστη εξέλιξη: «μη φοβάστε να είστε δούλοι των Βαβυλωνίων, κατοικήστε την χώρα (τους) και υπηρετήστε τον βασιλιά της Βαβυλώνας και θα σας βγει σε καλό». (Β.Β.) Ιερεμίας 40.9 // (Ο΄). 47.9 // (Μασ.) 40.9. // Ησ.14.2.

Μάλιστα ο Ιερεμίας που γνώριζε ότι αυτή ήταν η θέληση του "Γιαχβέ" (κρυφού ιερατικού διευθυντηρίου) έδωσε αγώνα (Ιερεμ. 26.1-19) και έπαθε πολλά, για να πείσει τους συμπατριώτες του να μην αντισταθούν στην συντριπτική δύναμη των Βαβυλώνιων, αλλά να δεχθούν να πάνε τελικά σκλάβοι στην Βαβυλώνα γιατι αυτό θα τους βγεί σε καλό!

Πίσω απ’ τον Ιερεμία, τον δημόσιο εκφραστή της θέλησής του, το κρυφό ιερατείο, καταλάβαινε ότι η σωφροσύνη της επιβίωσης, επιβάλλει την εσωτερική άλωση των ισχυρών αντιπάλων της, και όχι την κατά μέτωπο αντιμετώπισή τους: «ο θεός του Ισραήλ λέει σ’ όλους εκείνους που οδηγήθηκαν απ’ την Ιερουσαλήμ αιχμάλωτοι στην Βαβυλώνα: Χτίστε σπίτια και κατοικείστε σ’ αυτά, φυτέψτε κήπους και φάτε τους καρπούς τους. Παντρευτείτε και αποκτήστε παιδιά. Παντρέψτε τους γιούς σας και τις κόρες σας για να αποκτήσουν κι εκείνοι παιδιά και να πολλαπλασιασθείτε και να μη συρρικνωθείτε» (Μασ.) Ιερμ.29.5-11. (Ο΄) Ιερεμ.36.5-11. Διότι στη συνέχεια... ως δούλοι θα τους υποδουλώσουμε και θα τους κατακληρονομήσουμε, και αιχμάλωτοι αυτών θα τους αιχμαλωτίσουμε, και αυτοί που μας κυρίευσαν θα κατακυριευθούν! Ησ.14.2.

Αμέσως μετά τον θάνατο του Ναβουχοδονόσορα: «ανάμεσα στα 560 και 550 π.Χ. οι τιμές των αγαθών ανέβηκαν μέχρι και 50% και ανάμεσα στα 550 και 485 έφτασαν στα 200%. (Δηλαδή, ενδεχομένως ανάλογη οικονομική αφαίμαξη, με εκείνη που ο Ιωσήφ είχε επιβάλλει στην Αίγυπτο!) Στην Βαβυλώνα έπεσε λιμός, που ο Ναβωνίδ ο τελευταίος βασιλιάς της Βαβυλώνας, προσπάθησε να αντιμετωπίσει με την επιβολή φόρων στους ναούς. Όταν το 549 ο γιός του Ναβωνίδ ο πρίγκιπας Βαλτάσαρ εξέδωσε διάταγμα που επέβαλε εκτεταμένες αγροτικο-πολιτικές μεταρρυθμίσεις σχετικά με την διαχείριση των ναών, θέτοντας ουσιαστικά σε ολοκληρωτικό κρατικό έλεγχο τα έσοδα των ναών, οι ιερείς αντιστάθηκαν και ο Ναβωνίδ εγκατέλειψε την Βαβυλώνα στον αντιβασιλέα γιο του και αποτραβήχτηκε μαζί με μεγάλο μέρος των στρατευμάτων του για δέκα ολόκληρα χρόνια σε μια όαση... κάποιοι ερευνητές υποθέτουν πως ο μύθος της τρέλας του Ναβουχοδονόσορα γεννήθηκε εξαιτίας αυτής της παραμονής του Ναβωνίδ στην έρημο». Πέτρα Έϊσελε Βαβυλώνα σελ 333.

Πρέπει να παραδεχθούμε (όπως κάποιοι ισχυρίζονται) ότι τα περί μακροχρόνιας αποκτήνωσης κάποιου βαβυλωνίου βασιλιά, ταιριάζουν περισσότερο στην πολυετή απουσία από την εξουσία του διαδόχου Ναβωνίδ. Εν τούτοις υπάρχουν και άλλες, στρατιωτικής και οικονομικής φύσεως εξηγήσεις, για την δεκαετή αυτή αποχώρηση του Ναβωνίδ από την Βαβυλώνα. Άλλωστε, τίποτε δεν αποκλείει το γεγονός, ο Ναβωνίδ ο τελευταίος βασιλιάς της Βαβυλώνας, να είχε τις εντελώς δικές του προφητικές "πληγές" να αντιμετωπίσει, ώστε να μην χρειάζεται καθόλου να ψάχνουμε πως θα του φορτώσουμε και εκείνες του βασιλιά Ναβουχοδονόσορα!

Πράγματι, ανάμεσα στους κυλίνδρους της νεκράς θαλάσσης που βρέθηκαν στο Κουμράν, υπήρχε στα αραμαϊκά μια ενδιαφέρουσα αναφορά: «ο μεγάλος βασιλιάς Ναβου-Νάϊδ (Ναβουνίδ) στην πόλη Τέϊνα που (κατέφυγε) μετά από εντολή του θεού (Γιαχβέ;) προσβλήθηκε από μια δυσάρεστη αρρώστια του δέρματος. Αυτά είναι τα λόγια της προσευχής του: είχα προσβληθεί από μια δυσάρεστη αρρώστια του δέρματος για εφτά χρόνια... Όμως όταν ομολόγησα τις αμαρτίες μου και τα σφάλματά μου, αυτός (ο Γιαχβέ;) με έκρινε ευμενώς... και ήταν εκεί ένας Ιουδαίος από... και μου είπε... και μου έγραψε να τιμώ το όνομά του» Πέτρα Έισελε «Βαβυλώνα» σελ 335.

Όσο ο ταλαιπωρημένος από τις πληγές του Γιαχβέ Ναβονίδ ήταν απομονωμένος στην όαση Τέϊνα, την διοίκηση της Βαβυλώνας είχε αναλάβει ο άπειρος και νεαρός πρίγκιπας Βαλτάσαρ. Επί των ημερών του η Βαβυλώνα κατελήφθη αιφνιδίως από τους Πέρσες, κάτι που προεγνώριζε (ή καλύτερα δρομολόγησε) ο άριστα ενημερωμένος για τις πολιτικο-στρατιωτικές εξελίξεις... "προφήτης" Δανιήλ!

Ο Ησαΐας, ο πολεμικότερος όλων των προφητών, ήταν σαφέστατος: «(μόνο) εάν αιχμαλωτίσεις γίγαντα θα πάρεις λάφυρα. Λαμβάνοντας από τον γίγαντα σώζεσαι. Εγώ θα εκδικηθώ όσους σε κατέθλιψαν και αυτοί θα φάνε τις σάρκες τους και σαν νέο κρασί θα πιούν το ίδιο τους το αίμα» (Ο΄) Ησαΐας 49.25-26. Ο γίγαντας της Βαβυλώνας είχε δώσει όλα του τα λάφυρα και ήταν έτοιμος πια να πιει το ίδιο του το αίμα, για να σβήσει τη δίψα της απέραντης δυστυχίας του!
---------------------
[1] Έτσι παρουσιάζει τον Δανιήλ, ο H. Ηalley στην συνοπτική του εγκυκλοπαίδεια της Αγίας Γραφής (σελ. 442).

[2] Petra Eisele: «Βαβυλώνα» σελ. 87. Τα ίδια επιβεβαιώνει και ο Ζώρζ Κοντενώ στο βιβλίο του: «η καθημερινή ζωή στην Ασσυρία» σελ 97.

[3] Αυτή η απότομη οικονομική άλωση μιας ολόκληρης αυτοκρατορίας, θυμίζει τον ξαφνικό οικονομικό γιγαντισμό του ευρωπαϊκού τραπεζιτικού συστήματος του 1100 μ.Χ. όταν ο Πάπας Πίος Γ΄ με διάταγμά του απαγόρευσε σε όλους τους χριστιανούς το δικαίωμα δανειοδότη­σης! Έτσι οι δανειοδοτικοί μηχανισμοί της Ευρώπης έπεσαν στα χέρια επίλεκτων Εβραίων. Βλ. Γ. Ιερο­διάκονος «Η μεθοδευμένη δολοφονία του πολιτισμού Χριστός Αντίχριστος» σελ 418-429.

Μη φοβάσαι. Θα σε βοηθήσω εγώ

Μια φορά κι έναν καιρό… Σε ένα δάσος, κρυμμένο καλά, τόσο που για να μάθεις για την ύπαρξή του έπρεπε να περπατήσεις χιλιόμετρα έξω απ’ την πόλη, ζούσε ο Μάρκος, ο σκαντζόχοιρος. Ο Μάρκος ήταν 4 χρόνων γέρος. Γέρος, βέβαια. Αφού οι σκαντζόχοιροι ζουν μέχρι 5 χρόνια. Όποιον και να ρωτούσες στο δάσος όμως, έλεγε πως ήταν εφτάψυχος, σαν γάτα. Έλεγαν πως έβγαινε κάθε τρεις και λίγο στον δρόμο, αδιαφορούσε για τα αυτοκίνητα και τους κακούς ανθρώπους και με κίνδυνο να χάσει τη ζωή του διέσχιζε την άσφαλτο και περνούσε στο απέναντι δάσος. Κανένας άλλος σκαντζόχοιρος δεν είχε τολμήσει να εξερευνήσει εκείνο το δάσος, αφού πλέον όλοι γνώριζαν πως όσοι είχαν φτάσει εκεί δεν γύρισαν ποτέ ξανά. Οι αλεπούδες που κυριαρχούσαν στο γειτονικό δάσος φρόντιζαν να εξαφανίζουν κάθε μικρό σκαντζόχοιρο που πλησίαζε τις φωλιές τους. Καμία όμως δεν πείραζε τον Μάρκο κι όλοι παραξενεύονταν όταν γυρνούσε. Όμως, ούτε εκείνος ήξερε. Είχε γεράσει τόσο που δεν τον ένοιαζε να πεθάνει. Ρίσκαρε. Ζούσε τη στιγμή. Κι όλοι τον ζήλευαν για αυτό, μα κανένας δεν έκανε το ίδιο.

Ένα πρωινό, ο Μάρκος αποφάσισε να διασχίσει για ακόμα μια φορά τον δρόμο, να περάσει στο απέναντι δάσος και να κάνει ήρεμα το μπάνιο του στο ποτάμι. Λάτρευε από μικρός να βουτάει τα αγκάθια του στο ποτάμι του απέναντι δάσους, καθόταν αμέτρητες ώρες παίζοντας εκεί με τα αδέρφια του.

Τα μικρά του ποδαράκια τον εμπόδιζαν να φτάσει γρήγορα στον προορισμό του, κι έτσι ξεκινούσε πάντα νωρίς το πρωί για να μη χάνει χρόνο. Σκεφτόταν πως εκείνη την ώρα δεν θα περνούν πολλά αυτοκίνητα κι έτσι η διαδρομή του θα ήταν ασφαλέστερη.

Έτσι έκανε κι εκείνο το πρωινό, λοιπόν, ξεκίνησε από νωρίς να διασχίζει την άσφαλτο. Δεν άκουγε καλά πια, μα δεν μπόρεσε να μην ακούσει εκείνες τις δυνατές σειρήνες που έρχονταν κατά πάνω του λίγο πριν φτάσει στο απέναντι δάσος. Γύρισε το βλέμμα του κι αντίκρισε ένα μεγάλο, λευκό όχημα να τρέχει προς το μέρος του. Μη μπορώντας να σωθεί, τυλίχτηκε γύρω απ’ τα αγκάθια του και κατάλαβε πως η ζωή του τελείωσε. Οι ρόδες του λευκού οχήματος άγγιξαν την πλάτη του κι εκείνος ούρλιαξε απ’ τον πόνο. Το λευκό όχημα συνέχισε να τρέχει κι ο Μάρκος είχε μείνει στην άσφαλτο, πονώντας, φωνάζοντας αλλά γνωρίζοντας πως είναι ακόμα ζωντανός.

– “Θα παλέψω!” είπε και συνέχισε να φωνάζει για βοήθεια.

Μετά από λίγο, φάνηκαν πίσω απ’ τα ψηλά χορτάρια ο Σήφης, ο καφέ αρκούδος, η Μελίνα, η αρχηγός των αγριογούρουνων και όλοι οι υπόλοιποι σκαντζόχοιροι που άκουσαν το κάλεσμα του Μάρκου. Τον κοίταξαν και όταν κατάλαβαν τι του έχει συμβεί άρχισαν να σκέφτονται λύσεις.

– “Τον καημένο, τα έλεγα πως θα το πάθει μια μέρα.” είπε η Μελίνα.

– “Αυτό έχεις να πεις; Ο φίλος μας πονάει, πρέπει να τον βοηθήσουμε.” της απάντησε ο Σήφης θέλοντας να βοηθήσει τον φίλο του.

– “Καλά λέει!” πετάχτηκαν με μια φωνή οι υπόλοιποι σκαντζόχοιροι και ο ένας συνέχισε λέγοντας:

– “Ας πρόσεχε. Όλοι του λέγαμε πως τα αυτοκίνητα δεν αστειεύονται. Ήταν γέρος, δεν έπρεπε να βγαίνει έτσι μόνος του στον δρόμο.”

– “Ακριβώς! Δεν άκουγε κανέναν και γέλαγε μαζί μας που δεν μπορούσαμε από φόβο να περάσουμε απέναντι. Ορίστε τι έπαθε τώρα.” είπε η Μελίνα και γύρισε στο δάσος.

Την ακολούθησαν οι σκαντζόχοιροι και πίσω τους ο Σήφης έλεγε: “Καλά, δίκιο έχετε. Καλά να πάθει ο γέρος, ποτέ δεν έβαλε μυαλό.”

Ο Μάρκος τους άκουγε κι είχε βουρκώσει. Δεν τον ένοιαζε να πεθάνει, όμως ήταν σίγουρος πως οι φίλοι του θα τον βοηθούσαν. Τότε, άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει το όνομά του.

– “Μάρκο !Θα σε βοηθήσω εγώ.”

Γύρισε από την άλλη και είδε μια όμορφη, κοκκινοκαφετιά αλεπού, με περήφανη, φουντωτή ουρά να τον αρπάζει και να τρέχει προς την φωλιά της. Τον ακούμπησε με προσοχή στο μαλακό χορτάρι και αμέσως γύρω του μαζεύτηκαν κι άλλες αλεπούδες.

– “Καλώς ήρθες, Μάρκο. Είμαι η Έλλη, η βασίλισσα αλεπού. Θα κάνουμε τα πάντα για να σωθείς.” του είπε

Εκείνος παραξενεμένος τη ρώτησε:

– “Μα γιατί; Θα ήμουν ο ιδανικός μεζές για σας, γιατί να με σώσετε;”

– “Δεν αναρωτήθηκες ποτέ γιατί δεν σε έχουμε κάνει μεζέ τόσο καιρό που έρχεσαι εδώ;” ρώτησε εκείνη.

– “Μα ναι, γιατί;” την ρώτησε γεμάτος περιέργεια ο Μάρκος.

– “Γιατί είδαμε σε εσένα το καλό. Και το καλό πάντοτε κερδίζει.” απάντησε η Έλλη.

– “Δηλαδή; Τι καλό είχα εγώ που δεν είχαν οι άλλοι του δάσους μου;” ξαναρώτησε.

– “Αγάπη. Είδαμε σε εσένα την αγάπη. Κανένας από τους φίλους σου δεν ήρθε να σε βοηθήσει όταν υπέφερες. Όλοι όμως ζητούσαν τόσα χρόνια τη δική σου βοήθεια κι εσύ την έδινες. Το ξέραμε. Για αυτό σε ανταμείβαμε εμείς, γνωρίζοντας πως εκείνοι δεν θα το έκαναν ποτέ.” είπε χαμογελώντας

Ο Μάρκος σάστισε, την ευχαρίστησε και συνειδητοποίησε πως όλοι οι φίλοι του τον πρόδωσαν. Έμεινε εκεί κάμποσες μέρες, έγινε καλά, αν και έχασε τα αγκάθια του και ήταν έτοιμος να γυρίσει στο δάσος του.

Όταν έφτασε όλοι τον υποδέχτηκαν χαρούμενοι. Τους μάζεψε όλους κάτω από το ψηλό δέντρο και τους είπε:

– “Ξέρω γιατί φοβάστε να περάσετε στο απέναντι δάσος. Γιατί φοβάστε την αγάπη και απέναντι ξέρουν μόνο να αγαπάνε. Με βοήθησε η Έλλη, η βασίλισσα αλεπού όταν εσείς μου γυρίσατε την πλάτη. Τα αγκάθια μου δεν χάθηκαν, ξέρω που βρίσκονται. Στις καρδιές σας.” τους είπε και πήρε τον δρόμο για το δάσος των αλεπούδων, όπου θα γινόταν μόνιμος κάτοικος.

Τα υπόλοιπα ζώα κατάλαβαν το λάθος τους, μετάνιωσαν για αυτό, ξεκίνησαν να αγαπούν και να βοηθούν το ένα το άλλο και είδαν πως η ζωή τους έγινε ομορφότερη. Πήραν το μάθημά τους κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Ο Φόβος για την επιτυχία

Ο φόβος της επιτυχίας περιλαμβάνει την αποφυγή των επιτευγμάτων κάθε είδους, συχνά μέχρι το σημείο του αυτοσαμποτάζ. Αν και η επιτυχία γενικά θεωρείται επιθυμητή, υπάρχουν ορισμένοι λόγοι για τους οποίους κάποιοι άνθρωποι τρομοκρατούνται από αυτή και ασυνείδητα προσπαθούν να απομακρυνθούν και να τη σταματήσουν. Είναι σημαντικό βέβαια να αναγνωρίσουμε ότι οι άνθρωποι συχνά δεν φοβούνται την ίδια την επιτυχία. Αντιθέτως, ο φόβος τους επικεντρώνεται στις πιθανές συνέπειές της.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά

– Έλλειψη στόχων: Έχοντας πολύ χαμηλές προσδοκίες, οι άνθρωποι με φόβο επιτυχίας διασφαλίζουν ότι δεν θα έρθουν συνειδητά αντιμέτωποι με την επιτυχία.

– Παραίτηση: Σε πολλές περιπτώσεις, ξεφεύγουν της επιτυχίας τους παραιτούμενοι λίγο πριν τη φτάσουν.

– Αναβλητικότητα: Αναβάλλουν μέχρι την τελευταία στιγμή ώστε να μην δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό και να έχουν και μια δικαιολογία.

– Αυτοσαμποτάζ: Οι άνθρωποι που φοβούνται την επιτυχία συχνά βάζουν οι ίδιοι τα εμπόδια στο δρόμο τους ώστε να μειώσουν τις πιθανότητες να τα πάνε καλά. Πρόκειται για απλό σαμποτάζ αλλά μπορεί να φτάσει μέχρι και σε πιο σοβαρές αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές.

Μπορεί να είναι δύσκολο να ερμηνεύσουμε τέτοιες συμπεριφορές ως φόβο επιτυχίας. Σε πολλές περιπτώσεις, μπορεί να κρύβεται από πίσω η οκνηρία, η ανία, η έλλειψη κινήτρων και η δυσκολία πειθαρχίας. Ανεξαρτήτως του τρόπου με τον οποίο αυτός ο φόβος εμφανίζεται, υποβαθμίζει σοβαρά την ποιότητα ζωής ενός ανθρώπου.

Πώς αναγνωρίζουμε το φόβο της επιτυχίας;

Αν υποπτεύεστε ότι μπορεί να φοβάστε την επιτυχία, αναζητήστε τα παρακάτω στοιχεία:

– Φόβος για το τι θα συμβεί αν βρεθείτε στο προσκήνιο

– Ανησυχείτε ότι θα αφήσετε ανθρώπους πίσω αν προχωρήσετε λόγω της επιτυχίας σας

– Άγχος για το ότι θα αποκτήσετε νέες ευθύνες ως αποτέλεσμα της επιτυχίας

– Ανησυχείτε ότι τα πράγματα θα γίνουν πιο περίπλοκα απ’ ότι μπορείτε να διαχειριστείτε

– Φοβάστε σχόλια από «καλοθελητές» ή ανησυχείτε ότι θα βιώσετε άλλα κοινωνικά προβλήματα.
Τι μπορεί να κρύβεται πίσω από το φόβο της επιτυχίας

– Σύνδρομο του απατεώνα: Σε κάποιες περιπτώσεις, οι άνθρωποι θεωρούν ότι δεν τους αξίζει η επιτυχία ή ότι δεν είναι τόσο καλοί όσο οι άλλοι στον τομέα τους. Συνεπώς, φοβούνται ότι δεν θα καταφέρουν να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και ότι κάποια στιγμή θα ανακαλυφθεί η «ανικανότητά» τους.

– Παρερμηνεία συναισθημάτων που σχετίζονται με την επιτυχία: Ο ενθουσιασμός και το άγχος μοιράζονται αρκετά ίδια σωματικά σήματα. Λόγω αυτού, είναι εύκολο κανείς να παρεξηγήσει τον ενθουσιασμό της επιτυχίας με το άγχος και τη νευρικότητα. Έτσι, αποφεύγουν καταστάσεις που πυροδοτούνται τέτοια συναισθήματα.

– Φόβος κοινωνικής αντίδρασης: Ορισμένες φορές, οι άνθρωποι φοβούνται την επιτυχία λόγω των αναμενόμενων κοινωνικών συνεπειών. Για παράδειγμα, οι γυναίκες μπορεί να φοβούνται την προαγωγή επειδή δεν συμβαδίζει με τους παραδοσιακούς ρόλους φύλου. Οι άνθρωποι τείνουμε να συμβιβαζόμαστε με τις νόρμες για να μην προκαλέσουμε αντίδραση.

– Αρνητικές εμπειρίες: Υπάρχουν κι εκείνοι που έχουν βιώσει αρνητικές συνέπειες στο παρελθόν επειδή τα πήγαν καλά σε κάτι. Έτσι, αποφεύγουν να βιώσουν την ίδια εμπειρία.

– Χαμηλή αυτο-αποτελεσματικότητα: Οι ειδικοί έχουν βρει ότι οι άνθρωποι με φόβο επιτυχίας επίσης τείνουν να έχουν χαμηλή αίσθηση αυτο-αποτελεσματικότητας, δηλαδή πιστεύουν ότι δεν έχουν την ικανότητα να πετύχουν τους στόχους τους.

– Ντροπή ή κοινωνικό άγχος: Οι άνθρωποι που είναι ντροπαλοί ή έχουν κοινωνική φοβία φοβούνται την επιτυχία επειδή αποφεύγουν να είναι στο προσκήνιο.

Ποιες είναι οι επιδράσεις του φόβου για επιτυχία και πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί

Ο φόβος επιτυχίας μπορεί να έχει σοβαρές αρνητικές επιδράσεις στη ζωή κάποιου. Μια έρευνα συμπέρανε ότι αυτός ο φόβος συνδεόταν με σημαντικά μειωμένη ικανοποίηση από τη ζωή. Επίσης, αυτοί οι άνθρωποι δυσκολεύονται να ξεκινήσουν και να διατηρήσουν συμπεριφορές, με συνέπεια να μειώνονται σταδιακά και τα κίνητρά τους. Τείνουν τέλος να υιοθετούν χαμηλούς ακαδημαϊκούς και κοινωνικών στόχους σε σύγκριση με τις ικανότητές τους.

Ευτυχώς, η ψυχοθεραπεία διαθέτει ισχυρά εργαλεία που μπορούν να αντιμετωπίσουν αυτό το φόβο και να απελευθερώσουν το θεραπευόμενο από τα εμπόδια αυτά, που συχνά φτάνουν σε βαθμό αυτοκαταστροφικό. Δύο πολύ χρήσιμες προσεγγίσεις είναι η ψυχαναλυτική/ψυχοδυναμική, η οποία εστιάζει στην κατανόηση ασυνείδητων επιρροών και παιδικών εμπειριών και πώς αυτές συνεισφέρουν στα προβλήματα του σήμερα· η γνωσιακή-συμπεριφοριστική, η οποία μας μαθαίνει να αναγνωρίζουμε τις αυτόματες αρνητικές σκέψεις που αναπαράγουν το πρόβλημα και στη συνέχεια μέσω της ψυχοεκπαίδευσης μας επιτρέπει να αναπτύσσουμε θετικούς τρόπους σκέψης που δεν παρεμποδίζουν την επίτευξη γενικής ικανοποίησης από τη ζωή.

Κάρλος Καστανέντα: Μάγοι και σοφοί – Οι αρχιτέκτονες του παντός

Οι Τολτέκοι και η μυστική παράδοσή τους.

Σύμφωνα με τον Καστανέντα, η λέξη Τολτέκος δεν αναφέρεται απλά στους δημιουργούς του αρχαίου εκείνου πολιτισμού που αναπτύχθηκε στην κεντρική Αμερική, αλλά δηλώνει συνάμα και ένα ποιοτικό χαρακτηριστικό της φυλής αυτής, όπως δημοκράτης ή φιλόσοφος.

Οι Τολτέκοι αντιπροσωπεύουν φυσικά τον πολιτισμό των ιθαγενών του κεντρικού και νότιου Μεξικού, αλλά ο ίδιος ο Καστανέντα προσθέτει πως υπάρχει πολύ μεγάλη πιθανότητα, οι ιθαγενείς αυτοί να ήταν φορείς μιας πολύ παλαιότερης-και άγνωστης πια-παράδοσης που έφτασε στην Αμερική με τη μετανάστευσή τους δια μέσου του Βερίγγειου Πορθμού πριν από πολλές χιλιάδες χρόνια.

Γράφει λοιπόν:

«Τολτέκος είναι αυτός που γνωρίζει τα μυστικά της Δεύτερης Όρασης και του Ονειρέματος. Σχετίζεται με μια μικρή ομάδα ανθρώπων που γνώριζαν πώς να διατηρούν ζωντανή μια παράδοση πιο παλιά από το 3000 π.Χ. Το έθνος των Τολτέκων συντηρεί μια παράδοση, που χωρίς αμφιβολία είναι πολύ παράδοξη για το σημερινό δυτικό κόσμο. Ο Δον Χουάν μου έχει διηγηθεί επανειλημμένα για τους παλιούς μάγους, εκείνους τους Ανθρώπους της Γνώσης που οι Ισπανοί κατακτητές δεν μπόρεσαν να καταστρέψουν, διότι δεν ήξεραν τίποτα για την ύπαρξή τους, ούτε γνώριζαν για τις αδιανόητες ιδέες του κόσμου τους. Υπάρχει ακόμη μια ομάδα στην περιοχή Chiapas στο νότιο Μεξικό. Αποτελείται από 14 μέλη. Αν και ο βασικός πυρήνας είναι οκτώ άτομα, είναι όλοι τους αναντικατάστατοι στο έργο που κάνει ο καθένας τους. Αν ο καθένας τους είναι αρκετά άψογος, ένας πολύ μεγάλος αριθμός ανθρώπων μπορούν να βοηθηθούν. Το «8» είναι μαγικός αριθμός…»

Ο Δον Χουάν Μάτους, έλεγε πως οι Ναγκουάλ-οι Τολτέκοι μάγοι που επέζησαν από τις αναταραχές που προκάλεσαν οι Ισπανοί Κονκισταδόρες-απομονώθηκαν από τον κόσμο και από τους μαθητές τους χρησιμοποιώντας τις μαγικές τους τεχνικές, στα τέλη του 16ου αιώνα. Οι μάγοι που επιβίωσαν, ήταν αυτοί που είδαν την ευκαιρία να «κρυφτούν» (με την τεχνική της παραφύλαξης) από τους κατακτητές σαν μια μαγική πρόκληση: «Ξέρουμε πως τίποτα δεν μπορεί να γεμίσει περισσότερο με πάθος το πνεύμα ενός Πολεμιστή, όσο η πρόκληση να αντιμετωπίσει απίθανους ανθρώπους σε θέσεις εξουσίας».

Οι καινούργιοι σοφοί, συνεχίζει ο Δον Χουάν, δεν ενδιαφέρονται τόσο για τη Δύναμη όσο για την Γνώση που μπορούν να κερδίσουν για τον κόσμο γύρω τους: ο λόγος ύπαρξης όλων των ευαίσθητων ανθρώπων είναι να γοητευτούν από την Γνώση.

Κατά κάποιο τρόπο, οι σοφοί αυτοί άνθρωποι έχουν τη δύναμη να σβήσουν πολλές από τις μνήμες της εκπαίδευσης των μαθητών τους ή-για να το πούμε καλύτερα-να τους απελευθερώσουν από την εκπαίδευσή τους, όταν οι μαθητές βρίσκονται σε ένα πολύ υψηλό επίπεδο γνώσης. Οι μνήμες που παράγονται σε αυτό το υψηλό επίπεδο, δεν είναι συνήθως διαθέσιμες από τη συνείδηση.

Αυτή η ανικανότητα του να θυμηθεί κανείς, υψώνει μπροστά στον Πολεμιστή ένα ανυπέρβλητο φράγμα και του δημιουργεί την ανάγκη να προσπαθήσει να θυμηθεί και να θέλει να συνεχίσει παραπέρα. Μόνο μετά από πολλά χρόνια προσπαθειών και πειθαρχίας, μπορούν οι Πολεμιστές να θυμηθούν ξανά την εκπαίδευσή τους. Μέχρι τότε οι σκέψεις και διαδικασίες που είχαν διδαχθεί έχουν αποκτήσει μια υποκειμενικότητα που σημαίνει πως ο αρχικός σκοπός των σοφών έχει επιτευχθεί.

ΤΟΝΑΛ ΚΑΙ ΝΑΓΚΟΥΑΛ: ΟΙ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΕΣ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ

«Είμαστε φωτεινά όντα. Είμαστε δέκτες αντιλήψεων. Είμαστε μια συνείδηση. Δεν είμαστε αντικείμενα. Είμαστε απεριόριστοι.» Δον Χουάν

Οι έννοιες του Τονάλ και του Ναγκουάλ αποτελούν την βασική έκφραση του δυϊσμού στη μυστική παράδοση των Τολτέκων μάγων και η σύνθεσή τους-ή μάλλον η επίγνωση της σύνθεσής τους-αποτελούν τα Πάντα.

Το Ναγκουάλ είναι πέρα και έξω από τις λέξεις. Όλες οι πιθανές ασκήσεις, οντότητες και εαυτοί, επιπλέουν μέσα του αιώνια σαν βαρκούλες, ειρηνικά και αναλλοίωτα. Μετά η ενοποιητική δύναμη της ζωής συνδέει κάποια από αυτά και δημιουργεί έτσι ένα πλάσμα, μια ύπαρξη. Η ύπαρξη αυτή χάνει τις αισθήσεις της και τυφλώνεται από τη λάμψη και τις φωνές του Τονάλ, εκεί που υφίστανται όλοι οι ενοποιημένοι οργανισμοί.

Αυτή η ενοποίηση είναι η Φυσαλίδα της Αντίληψης. Το μυστικό του διπλού βρίσκεται μέσα στη φυσαλίδα αυτή. Μέσω του Ναγκουάλ η ενότητα των αισθήσεων μπορεί να επαναπροσδιοριστεί σε οποιαδήποτε μορφή και να συναρμολογηθεί αυτόματα οπουδήποτε. Με άλλα λόγια, κάποιος μπορεί να αντιλαμβάνεται το «εδώ» και το «εκεί» ταυτόχρονα. Το Ναγκουάλ επιβεβαιώνεται με τη Θέληση και το Τονάλ με τη Λογική.

Το Τονάλ δνε είναι παρά μια αντανάκλαση αυτού του απερίγραπτου αγνώστου που διακρίνεται από την τάξη, ενώ το Ναγκουάλ δεν είναι παρά η αντανάκλαση αυτού του απερίγραπτου κενού που περιέχει τα πάντα.

Ο Καστανέντα περιγράφει στα βιβλία του ένα σύμπαν πολωμένο ανάμεσα σε δύο άκρα: τη Δεξιά Πλευρά και την Αριστερή Πλευρά. Η Δεξιά αντιστοιχεί σε αυτό που ο Δον Χουάν ονόμαζε Τονάλ και η Αριστερή στο Ναγκουάλ. Αναφερόμαστε σε ένα «μικροκοσμικό» και σε ένα «μακροκοσμικό» σχήμα.

Ακολουθούν τα δύο ημισφαίρια της Φυσαλίδας της Αντίληψης, που αντιστοιχούν στο ενεργειακό σώμα. Ο μάγος «καθαρίζει» από τα «σκουπίδια» ένα μέρος της Φυσαλίδας και έπειτα αναδιοργανώνει ό,τι απομένει, στην άλλη πλευρά. Εργάζεται «χωρίς οίκτο» και μαθαίνει, ώσπου όλο το όραμα του κόσμου γι αυτόν να απομείνει στο ένα ημισφαίριο.

Το καθαρό ημισφαίριο αναμορφώνεται από κάτι που οι Μάγοι ονομάζουν Θέληση. Η μεγάλη δυσκολία είναι πως από τος σημείο αυτό και μετά, η γλώσσα δεν μπορεί να μας βοηθήσει καθόλου. Από το σημείο αυτό και μετά είναι το ίδιο σώμα που πρέπει να δράσει, να πάρει την κατάσταση στα «χέρια» του, το μυαλό δεν μπορεί να συλλάβει τίποτε πέρα από κει.

Είναι φανερό πια, νομίζω, πως κάθε φορά που γίνεται λόγος για το ενεργειακό σώμα του ανθρώπου δεν αναφερόμαστε στο ανθρώπινο σώμα που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας, αλλά σε ένα άλλο: στο πραγματικό μας σώμα σύμφωνα με τους μάγους.

Αυτό το πραγματικό σώμα είναι ένα φωτεινό αυγό, που η συνοχή του κρατιέται απ΄π ένα σημείο συναρμολόγησης. Ένα σημείο που συναρμολογεί τη στατική πραγματικότητα γύρω από τον ένοικο αυτού του φωτεινού αυγού. Το σημείο αυτό είναι κλειδωμένο και δεν κινείται. Ότνα κινείσαι μέσα στο φωτεινό αυτό αυγό, είναι σαν να πεθαίνεις, γιατί ο κόσμος θα πάψει να σε βλέπει όπως σε είχε συνηθίσει. Θα είσαι νεκρός γι αυτούς.

Οι μάγοι της γραμμής των Τολτέκων δεν πεθαίνουν στην πραγματικότητα-ό,τι κι αν σημαίνει «πραγματικότητα»-μετατοπίζουν απλώς τη θέση τους μέσα στο φωτεινό αυγό και αντιμετωπίζουν μια άλλη πραγματικότητα. Το κυριότερο μέλημά τους είναι να Ανακεφαλαιώσουν τη ζωή τους και να προσφέρουν την Ανακεφαλαίωση αυτήν ως υποκατάστατο αντί για την συνείδησή τους στον Αετό.

Μια σημαντική πρακτική εξάσκηση των μάγων λοιπόν είναι η εξάσκηση της μνήμης που βοηθάει στο να μπορούν να είναι σε θέση, όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή, να κάνουν μία πλήρη και απόλυτη Ανακεφαλαίωση της ζωής τους. Να ξεγελάσουν τον Αετό, να του προσφέρουν ένα υποκατάστατο της συνείδησής τους και να γλιστρήσουν προς την αριστερή του πλευρά.

Η διδασκαλία του Δον Χουάν προσπαθεί να μεταμορφώσει το σώμα σε ένα ζωντανό σκάνερ, που θα ανιχνεύει τους παράξενους σχηματισμούς ύλης που περιφέρονται στο μαγικό σύμπαν. Εκτός από τον Αετό, στο σύμπαν περιφέρονται και οι μυστηριώδεις Γρήγορες Σκιές, οντότητες που η σύλληψή τους μπορεί να γίνει μόνο με τη βοήθεια της ανθρώπινης ανατομίας, οντότητες που μπορούν κάτω από ορισμένες συνθήκες να γίνουν Σύμμαχοί μας.

Πρόκειται για Ανιχνευτές-Εισβολείς από αδιανόητους κόσμους που χρησιμοποιούν τη συνειδητότητα σα θάλασσα για τις εξερευνήσεις τους. Τα ανθρώπινα όνειρα-όπου μπορούν να γίνουν αντιληπτά τα ανόργανα αυτά πλάσματα-θα πρέπει να μοιάζουν σαν νησάκι στο πέλαγος γι αυτούς. Από τη στιγμή που βρίσκεις μια τέτοια οντότητα μέσα σε κάποιο όνειρο, μπορείς να την πείσεις να σε ταξιδέψει στον κόσμο της, χρησιμοποιώντας με τον τρόπο αυτό την ενέργειά της. Αυτός είναι ο τρόπος για να ταξιδέψει κανείς σε ένα δίδυμο με το δικό μας σύμπαν. Μαγικό, αδιανόητο και άφατο.

Εκτός από τις Γρήγορες Σκιές όμως στο μαγικό αυτό σύμπαν, μπορεί να βρει κανείς και τις τρομερές οντότητες που λέγονται Βολαδόρες και είναι οι συνοδοί του Αετού.

Οι Βολαδόρες είναι ένα είδος ανόργανων οντοτήτων του σύμπαντος, που τρέφονται με την ανθρώπινη συνείδηση. Οι ακόλουθοι αυτοί του Αετού, τρέφονται με την καθημερινή ανθρώπινη εγωιστική αναπόληση και την ανθρώπινη μεμψιμοιρία. Παρόλα αυτά ο άνθρωπος μπορεί να τους διώξει, αν αναπτύξει ένα συγκεκριμένο είδος επίγνωσης μέσω της πειθαρχίας, που για τους Βολαδόρες είναι γευστικά αδιάφορη.

Η επίγνωση που κατάφερε να αναπτύξει ο Καστανέντα κάλυπτε ολόκληρο το σώμα του, ενώ η επίγνωση της Τάισα Αμπελάρ-που ανήκε στην ομάδα του-που απλωνόταν από τα πόδια μέχρι την κνήμη της, επέτρεπε να αντιλαμβάνεται φανταστικούς κόσμους.

Οι Βολαδόρες είναι ουσιαστικά, σχηματισμοί απρόσωπης ενέργειας και εξαιρετικά αρπακτικοί όπως όλα τα πλάσματα του σύμπαντος. Το σημαντικό είναι πως η ιστορία με τους Βολαδόρες δεν αποτελεί κάποιο είδος μεταφοράς: πρόκειται-όπως υποστηρίζει και η ίδια η Αμπελάρ-για ένα πραγματικό γεγονός. Έχει μάλιστα στην κατοχή της τρεις φωτογραφίες (οι δυο αποτελούν μεγεθύνσεις της πρώτης), όπου απεικονίζεται ένα από τα αρπακτικά αυτά πλάσματα να αιωρείται σαν μαύρη σκιά πάνω από τα βουνά του Μεξικού.

Η σκιά της φωτογραφίας τραβήχτηκε κατά τη διάρκεια ενός ανοιξιάτικου φεστιβάλ, όπου πήραν μέρος χιλιάδες Θιβετιανοί Βουδιστές και Χριστιανοί, και έδειχνε να ανήκει σε άνθρωπο, με τα χέρια ενωμένα και τα γόνατα λυγισμένα στη στάση της προσευχής. Φαίνεται πως η ποσότητα της επίγνωσης που δημιουργήθηκε στο χώρο εκείνο, ήταν τόσο μεγάλη που το αρπακτικό εκείνο πλάσμα έγινε ορατό στο φωτογραφικό φιλμ.

Ανακαλύφθηκε κρυφή παλιρροϊκή δύναμη που ασκεί η Σελήνη στη Γη

Η Σελήνη ασκεί μια άγνωστη παλιρροιακή δύναμη στον «ωκεανό πλάσματος» που περιβάλλει την ανώτερη ατμόσφαιρα της Γης, δημιουργώντας διακυμάνσεις παρόμοιες με τις παλίρροιες στους ωκεανούς, αναφέρει μια νέα μελέτη που δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «Nature Physics».

Διεθνής ερευνητική ομάδα επεξεργάστηκε δεδομένα που συλλέχθηκαν τα τελευταία 40 χρόνια από δορυφόρους με στόχο να εντοπιστούν μεταβολές στο σχήμα της πλασματόσφαιρας της Γης, της εσωτερικής περιοχής της μαγνητόσφαιρας του πλανήτη μας η οποία τον προστατεύει από τις ηλιακές καταιγίδες και άλλους τύπους σωματιδίων υψηλής ενέργειας.

Η πλασματόσφαιρα είναι μια χονδροειδής κηλίδα ψυχρού πλάσματος σε σχήμα ντόνατ που «κάθεται» στην κορυφή των γραμμών του μαγνητικού πεδίου της Γης, ακριβώς πάνω από την ιονόσφαιρα, το ηλεκτρικά φορτισμένο τμήμα της ανώτερης ατμόσφαιρας. Το πλάσμα (ιονισμένο αέριο) στην πλασματόσφαιρα είναι πιο πυκνό από το πλάσμα στις εξωτερικές περιοχές της μαγνητόσφαιρας, γεγονός που το αναγκάζει να βυθιστεί στον πυθμένα της μαγνητόσφαιρας. Το όριο μεταξύ αυτού του πυκνού βυθισμένου πλάσματος και της υπόλοιπης μαγνητόσφαιρας είναι γνωστό ως πλασμαπαύση.

«Δεδομένων των ιδιοτήτων του κρύου, πυκνού πλάσματος, η πλασματόσφαιρα μπορεί να θεωρηθεί ως ‘ωκεανός πλάσματος και η πλασμαπαύση αντιπροσωπεύει την ‘επιφάνεια’ αυτού του ωκεανού», αναφέρουν οι ερευνητές στο άρθρο τους. Η βαρυτική έλξη του φεγγαριού μπορεί να παραμορφώσει αυτόν τον «ωκεανό» υποχρεώνοντας την επιφάνειά του να ανεβαίνει και να κατεβαίνει όπως οι συμβατικές παλίρροιες.

Η ερευνητική ομάδα πιστεύει ότι αυτή η άγνωστη μέχρι σήμερα αλληλεπίδραση μεταξύ της Γης και της Σελήνης θα μπορούσε να βοηθήσει τους επιστήμονες να κατανοήσουν διάφορες περιοχές της μαγνητόσφαιρας με μεγαλύτερη λεπτομέρεια. Περιοχές όπως οι ζώνες ακτινοβολίας Van Allen, οι οποίες συλλαμβάνουν εξαιρετικά ενεργητικά σωματίδια από τον ηλιακό άνεμο και τα παγιδεύουν στην εξωτερική μαγνητόσφαιρα.

Οι ερευνητές θέλουν επίσης να δουν εάν το πλάσμα στις μαγνητόσφαιρες άλλων πλανητών επηρεάζεται από τους φυσικούς τους δορυφόρους, από τα φεγγάρια τους. «Αυτά τα ευρήματα μπορεί να έχουν επιπτώσεις για παλιρροϊκές αλληλεπιδράσεις και σε άλλα συστήματα πλανητών» εκτιμούν οι ερευνητές ανοίγοντας ένα νέο πεδίο διαστημικών μελετών.

Από τον Θεό Διόνυσο στον Θεό Απόλλωνα

Eίπον υός Γαίας και Ορανό αστερόεντος- δίψαι δ’ εμί αύος και απόλλυμα Γαλά δότ’ όκα ψυχρόν ύδορ προρέον τες Μνεμοσύνες από λίμνας. και δε τοι ελεόσιν οι υπό Χθονίοι Βασιλέι, και δε τοι δότοισι πιέν τας Μναμοσύνας από λίμνας. και δε και συχνόν ίιοδόν έρχεαι, αν τε και άλλοι μύσται και βάχχοι ίιιεράν στείχοσι κλεινοί”.

Πες: «είμαι παιδί της Γης και του έναστρου Ουρανού’ στέγνωσα απ’ την δίψα και πεθαίνω’ γι’ αυτό δώστε μου
Γρήγορα
κρύο νερό, απ’ αυτό που ρέει από την λίμνη της Μνημοσύνης».
Και οι Βασιλιάδες του Κάτω Κόσμου θα σε σπλαχνιστούν, και θα σου δώσουν να πιεις απ’ της Μνημοσύνης την λίμνη. Και τότε σύντονο δρόμο παίρνεις ιερό, που και άλλοι μύστες και βακχευτές ξακουστοί πορεύονται.
Ορφική ραψωδία σε χρυσό έλασμα του 400 π.κ.ε. από το Ιππώνιο.

Είμαστε παιδιά της Γης και του έναστρου ουρανού. Στα στήθια μας, μια σπίθα παρμένη από την ουσία των άστρων. Βρισκόμαστε σε τούτο τον πλανήτη εδώ και τόσο καιρό, που ξεχύσαμε τον λόγο και την αποστολή μας. Μαζί χάσαμε και την ικανότητα να θέτουμε ερωτήσεις: «Ποιος είμαι;» «Γιατί ήρθα εδώ;» «Πού πηγαίνω μετά το θάνατο;» Αν και η ικανότητά μας να θέτουμε ερωτήσεις ήταν πάντοτε μεγαλύτερη από την ικανότητα να τις απαντούμε, όταν παύουμε να αναρωτιόμαστε, βυθιζόμαστε στο λήθαργο. Έτσι, αποκοβόμαστε από τον πυρήνα της ύπαρξής μας και δεν μπορούμε να ξαναθυμηθούμε. Δίχως την μνήμη της καταγωγής μας, δίχως όραμα για το πού πρέπει να πορευτούμε, περιπλανιόμαστε στα τυφλά σ’ έναν δρόμο που δεν έχει τέλος.

Όμως κάπου, έστω και σκουριασμένο, βρίσκεται το κλειδί που ανοίγει τις σφιχτές κλειδωνιές της μνήμης. Το κλειδί αυτό, αν και προσφέρεται δίχως αντάλλαγμα, με τον καιρό έγινε αζήτητο δώρο. Σαν ήρωες προμηθεϊκοί, προτιμάμε τα πάθη που συνοδεύουν την σταύρωση στον βράχο-μηχανισμό της ύλης, παρά την ελευθερία. Όπως ο δολοφόνος επιστρέφει πάντοτε στον τόπο του εγκλήματος, έτσι κι εμείς προτιμάμε την περιπλάνηση από ενσάρκωση σε ενσάρκωση. Τι φταίει; Μήπως το γεγονός ότι όλα όσα ζούμε εξουσιάζονται από την ακατάλυτη δύναμη των Μοιρών;

Μήπως ότι αναπτύσσουμε ελάχιστα τον κριτικό νου, αναβάλλοντας για αύριο αυτό που έπρεπε να είχαμε πραγματώσει χθες; Ή μήπως ο αγώνας της προσαρμογής μας σε αυτόν τον κόσμο και η επιθυμία να απολαύσουμε τα δώρα που μας προσφέρονται δημιουργούν τα κοινωνικά δεσμά με τα οποία φυλακίζουμε ισόβια την ύπαρξή μας; Ό,τι κι αν φταίει, βυθισμένοι καθώς είμαστε στη δίνη που δημιουργούν όνειρα, σκέψεις και φιλοδοξίες, ποτέ δεν αναρωτιόμαστε αν η εξέλιξη συνεχίζεται και πέραν του ανθρώπου.

Έτσι, από γιοι και κόρες του έναστρου ουρανού γινόμαστε βασανισμένα παιδιά της γης και ύστερα παιδιά που μόνη τους έγνοια και ύστατο καταφύγιο μια θέση στις ανήλιαγες πτυχές της. Και όταν αυτή μας δέχεται στην κρύα αγκαλιά της, μπορεί να θυμόμαστε τον απόηχο του τελευταίου χειροκροτήματος που μας έρανε από χέρια φιλικά, αλλά σίγουρα δεν θυμόμαστε το βροντερό γέλιο που ξεσπάει ολόγυρα από τον σαρκασμό ότι αφήσαμε ανεκμετάλλευτο το πιο πολύτιμο δώρο -το κλειδί που ανοίγει διάπλατα την πύλη για την ελευθερία- θύματα του θύτη εαυτού μας.

Μεθυσμένοι από χαρά και ζωή, μεθυσμένοι από χρόνο.

“Τα πάντα ρεί, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν”.

Το νόημα του κόσμου είναι η διαρκής κίνηση ή η απόλυτη ακινησία; Η αλήθεια είναι ότι τα θεωρητικά διλήμματα ασκούσαν πάντοτε ακατανίκητη έλξη στους φιλοσόφους. Ο Ηράκλειτος και ο Παρμενίδης συνυπήρξαν χρονικά. Από όσο γνωρίζουμε δεν ήρθαν ποτέ σε επαφή μεταξύ τους ούτε ενεπλάκησαν σε κάποιο διάλογο ή πολεμική. Οι μεταγενέστεροι ωστόσο προτίμησαν να τους δουν ως συνειδητούς αντιπάλους. Αν υπήρξε κάτι κοινό στις αναζητήσεις τους, αυτό παραμερίστηκε, και έμεινε η θεμελιώδης αντίθεση: προέχει η κίνηση στον κόσμο ή η ακινησία;

Θα πρέπει κανείς να ακολουθήσει τον Ηράκλειτο και να αποδεχθεί την συνεχή μεταλλαγή των φαινομένων; Ή θα πρέπει μαζί με τον Παρμενίδη να αναζητήσει εκείνη την πλευρά της πραγματικότητας που παραμένει αμετάβλητη; Για τον Παρμενίδη δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τάχθηκε υπέρ της ακινησίας των πραγμάτων, αφού προέβη στην προκλητική δήλωση ότι αυτό που υπάρχει, «το ον», «είναι αγέννητο και άφθαρτο, όλο και μοναδικό, ακλόνητο και πλήρες». Σχετικά με τον Ηράκλειτο όμως, τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Ηράκλειτος χρησιμοποίησε ποτέ την πασίγνωστη έκφραση τὰ πάντα ῥεῖ. Την πληροφορία αυτή μας την δίνει ο Πλάτων: «Λέει κάπου ο Ηράκλειτος ότι πάντα χωρεῖ καὶ οὐδὲν μένει, και παρομοιάζοντας τα υπάρχοντα πράγματα με τη ροή ενός ποταμού λέει ότι δεν μπορείς να μπεις στο ίδιο ποτάμι δυο φορές» (Κρατύλος 402a). Για τον Πλάτωνα πρέπει ωστόσο να πούμε ότι δεν είχε και σε μεγάλη εκτίμηση τον Ηράκλειτο. Τον αντιμετώπιζε ως τον φιλόσοφο της διαρκούς ροής και γι᾽ αυτό ακριβώς του καταλόγιζε φιλοσοφική αφέλεια. Ο Πλάτων, από την πλευρά του, δεν είχε άδικο.

Αν η φιλοσοφία του Ηράκλειτου περιοριζόταν στην πιστοποίηση της διαρκούς μεταβολής των φαινομένων, τότε θα ήταν όντως αφελής, αφού θα υποστήριζε το αυτονόητο. Θα ήταν μάλιστα και οπισθοδρομική, αφού η φιλοσοφία είχε ξεκινήσει 100 χρόνια νωρίτερα με την προσπάθεια να βρεθεί κάτι σταθερό πίσω από τη φυσική μεταβολή. Είναι λοιπόν μάλλον απίθανο η μεγάλη φήμη του Ηράκλειτου να στηρίζεται σε αυτονόητες και αφελείς διαπιστώσεις.

Καταρχήν ο Ηράκλειτος δεν ανήκει στους φυσιοκράτες φιλοσόφους. Η προσέγγισή του προϋποθέτει την προηγούμενη Ιωνική παράδοση, έχει όμως και κάτι το εντελώς καινοτομικό. Πολλά αποσπάσματά του αναλύουν πλευρές της φυσικής πραγματικότητας, το ενδιαφέρον του όμως δεν είναι επικεντρωμένο στην περιγραφή της φύσης αλλά στο νόημά της. Εκείνο που κυρίως τον απασχολεί είναι η ανθρώπινη οπτική: πώς ο άνθρωπος κατανοεί την πραγματικότητα που τον περιβάλλει, πώς κατανοεί τη θέση του μέσα στον κόσμο, πώς κατανοεί τον ίδιο του τον εαυτό.

Η φύση, σε πρώτη προσέγγιση, εμφανίζεται ως πεδίο μάχης. Τα πάντα μεταβάλλονται συνεχώς και οι μορφές των πραγμάτων εναλλάσσονται. Η φωτιά, ο πόλεμος και η έρις είναι οι προσφιλείς ηρακλείτειες έννοιες που εκφράζουν την κοσμική αστάθεια και μεταλλαγή.

“Αυτό τον κόσμο, που είναι ένας στην ολότητά του, δεν τον έπλασε κανένας θεός ή άνθρωπος· υπήρχε πάντοτε, υπάρχει και θα υπάρχει: μια αιώνια ζωντανή φωτιά που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.” Ηράκλειτος, απόσπ. 30

“Ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων και βασιλιάς των πάντων· άλλους τους έκανε θεούς και άλλους ανθρώπους, άλλους δούλους και άλλους ελεύθερους.” Ηράκλειτος, απόσπ. 53

“Πρέπει να καταλάβουμε ότι ο πόλεμος είναι κοινός, και η δικαιοσύνη είναι έρις· και ότι όλα τα πράγματα γίνονται με έριδα και αναγκαιότητα.” Ηράκλειτος, απόσπ. 80

Η εικόνα όμως της αστάθειας υπονομεύεται αμέσως. Το φυσικό σύμπαν ονομάζεται «κόσμος» – λέξη που προέρχεται από το ρήμα κοσμῶ και σηματοδοτεί την τάξη. Ο κόσμος ταυτίζεται με τη φωτιά, γιατί η φωτιά είναι ακριβώς το πιο ευμετάβλητο φυσικό στοιχείο. Θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι ο Ηράκλειτος επιλέγει τη φωτιά, όπως ο Θαλής επέλεξε το νερό και ο Αναξιμένης τον αέρα. Τότε όμως η φωτιά θα ήταν το πρωταρχικό κοσμογονικό στοιχείο από το οποίο θα είχε δημιουργηθεί ο κόσμος, πράγμα που δεν ισχύει.

Ο κόσμος του Ηράκλειτου υπήρχε πάντοτε, είναι αγέννητος και άφθαρτος – μια ιδέα που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην ελληνική σκέψη. Η φωτιά επομένως δεν είναι το συστατικό του κόσμου, αλλά το νόημά του. Μέσα από την εικόνα της φωτιάς, όπως και από τις ανθρωποκεντρικές μεταφορές του πολέμου και της έριδας, φαίνεται η αντιθετική δομή της πραγματικότητας. Οι αντιθέσεις χαρακτηρίζουν τον κόσμο, δεν αναιρούν όμως την ενότητά του: η κοσμική φωτιά «ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο», η διαμάχη συμβαδίζει με την αναγκαιότητα.

Για να αντιληφθεί κάποιος την αληθινή δομή της πραγματικότητας θα πρέπει πρώτα να απαλλαγεί από τις προκαταλήψεις και τις βεβαιότητές του. Ο φιλόσοφος θα τον βοηθήσει κλονίζοντάς τον, οδηγώντας τον σε μια κατάσταση αβεβαιότητας και απορίας. Ο Ηράκλειτος επιδίδεται σε μια συστηματική απόρριψη των απλοϊκών αντιλήψεων. Όπου οι άνθρωποι βλέπουν αντίθεση, υπάρχει ενότητα. Όπου ενότητα, υπάρχει αντίθεση. Όπου τομή, συνέχεια. Όπου βλέπουν το καλό, υπάρχει σχετικότητα.

Ο Ηράκλειτος μεταφέρει σκηνές από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Τις φωτίζει όμως με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκαλυφθεί και μια δεύτερη, αναπάντεχη πλευρά τους. Το θαλασσινό νερό είναι σωτήριο για τα ψάρια και ολέθριο για τον άνθρωπο που θα το πιει. Οι γάιδαροι προτιμούν τα σκουπίδια από το χρυσάφι. Οι γιατροί μάς ωφελούν προκαλώντας μας πόνο. Η αρχή και το τέλος σε έναν κύκλο ταυτίζονται, όπως και ο κατήφορος με τον ανήφορο. Η χόρταση προϋποθέτει την πείνα, η ανάπαυση την κούραση, η υγεία την αρρώστια, η μέρα τη νύχτα, ο πόλεμος την ειρήνη (απόσπ. 61, 13, 58, 103, 60, 111, 67).

Το λάθος των ανθρώπων είναι ότι έχουν την τάση να ερμηνεύουν μονοσήμαντα τις καταστάσεις. Πάντα όμως υπάρχει και μια δεύτερη δυνατή ερμηνεία. Επομένως, η πραγματική σοφία συνίσταται στην υπέρβαση των πλασματικών διλημμάτων και στη σύλληψη της ενότητας των αντιθέτων. Το καθετί είναι το ίδιο και το αντίθετο ταυτόχρονα, είναι πολλά και είναι ένα.

“Από τα πάντα προέρχεται το ένα, και από το ένα τα πάντα.” Ηράκλειτος, απόσπ. 10

“Ένα είναι το σοφό: να γνωρίζεις τη σκέψη που τα κυβερνά όλα μέσα από όλα.” Ηράκλειτος, απόσπ. 41

“Αφού ακούσετε όχι εμένα αλλά τον Λόγο είναι σοφό να ομολογήσετε ότι τα πάντα είναι ένα.” Ηράκλειτος, απόσπ. 50

Ο φιλόσοφος είναι γνώστης και φορέας της αλήθειας. Η αλήθεια αποκαλύπτεται στους ανθρώπους μέσα από τον λόγο (τα λεγόμενα) του φιλοσόφου, δεν εξαντλείται όμως σε αυτόν. Ο φιλόσοφος κρίνει πλευρές της πραγματικότητας, και, όπως η Πυθία, δίνει σημάδια της αλήθειας. Οι άνθρωποι σπανίως τον ακούν και, όταν ακόμη τον ακούσουν, αδυνατούν να κατανοήσουν τη σημασία των λεγομένων του. Συνεχίζουν να μένουν εγκλωβισμένοι στον προσωπικό τους μικρόκοσμο, και δεν αντιλαμβάνονται ότι υπάρχει κάτι κοινό και αληθινό, που τους ξεπερνά: «Πρέπει να ακολουθούμε το κοινό· ενώ όμως ο Λόγος είναι κοινός, οι πολλοί ζουν σαν να είχαν ο καθένας τη δική του αντίληψη» (απόσπ. 2).

Η λέξη «λόγος» πρέπει καταρχάς να σήμαινε τη λεκτική εκφορά, τα λόγια. Ο Ηράκλειτος είναι ο πρώτος που εντάσσει τον Λόγο στην γλώσσα της φιλοσοφίας, δίνοντάς του μάλιστα κεντρική σημασία. Ο τρόπος που χρησιμοποιεί την λέξη δείχνει ότι θέλει να της προσδώσει μια νέα έννοια, προφυλάσσοντας τους αναγνώστες του από παρανοήσεις: μην ακούτε εμένα αλλά τον Λόγο· ο Λόγος αυτός δεν είναι δικός μου ούτε δικός σας, είναι κοινός. Ο Λόγος λοιπόν είναι κάτι που υπάρχει αντικειμενικά, βρίσκεται πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων, στην ίδια τη δομή του Κόσμου.

Δίνει το μέτρο, την διάταξη και την αρμονία των πραγμάτων. Ο κόσμος του Ηράκλειτου, παρά την επιφανειακή του αστάθεια, διέπεται από ενότητα, από κρυφή αρμονία, από Λόγο. Μπορεί κανείς να αντιληφθεί την επιλογή του Ηράκλειτου, αν σκεφτεί ότι λίγο αργότερα η πολυσήμαντη λέξη «λόγος» στα συμφραζόμενα της φιλοσοφίας σηματοδοτεί άλλοτε την αναλογία και το μέτρο, άλλοτε τον συλλογισμό και άλλοτε την ορθή σκέψη.

Για να επιστρέψουμε στον περίφημο αφορισμό “Τα πάντα ρεί, μηδέποτε κατά τ’ αυτό μένειν” όπου βρίσκεται αποτυπωμένη όλη η ροή, όλη η φευγαλέα κίνηση των πραγμάτων. Αυτή η οργιαστική ροή μας καθιστά και παιδιά της γης, η σπίθα (ΠΥΡ) που έχουμε μέσα μας από την ουσία των άστρων, μας καθιστά και παιδιά τ’ ουρανού. Ταξιδευτές του σύμπαντος, είδαμε αυτόν τον κόσμο και τον ερωτευτήκαμε. Ίσως γιατί προσφέρει καταφύγιο στους κοσμικούς οδοιπόρους, τους κουρασμένους από την αστρική περιπλάνηση. Ίσως να μας τράβηξε η σοφία του και να εμπιστευθήκαμε τις εξελικτικές του δυνάμεις. Όποιος κι αν ήταν ο λόγος, ριζώσαμε εδώ και φτιάξαμε τον κόσμο μας.

Και από τότε ερχόμαστε και ξαναερχόμαστε. Αλλά ο κόσμος αυτός που τόσο αγαπάμε και τόσο χαιρόμαστε, που μας γεμίζει άφατη χαρά κι άλλοτε πόνο και θλίψη, είναι ο κόσμος του Άδη. Μόνο που το έχουμε ξεχάσει και τον ταυτίζουμε με την πραγματική ζωή. Όπως οι καταδικασμένοι να πιουν κώνειο ένιωθαν τα μέλη του σώματός τους να παγώνουν, έτσι κι εμείς πριν έρθουμε είναι απαραίτητο να πιούμε το νερό της Λήθης. Και η ύπαρξή μας μια χαοτική σύγχυση, μια συνεχής ροή από στιγμές τρικυμισμένες.

Υπήρχε παλιά ένα σπίτι στον Ακράγαντα που ονομάστηκε “τριήρης” για τον εξής λόγο. Μερικοί νέοι μεθοκοπώντας μερόνυχτα μέσα σ’ αυτό ήρθαν σε τέτοιο σημείο έξαψης και παραλογισμού, ώστε να νομίζουν από την μια μεριά ότι ταξιδεύουν πάνω σε πλοίο και απ’ την άλλη ότι είχε πιάσει φοβερή τρικυμία. Τόσο πολύ σάλεψε τα λογικά τους από το πολύ πιοτό, ώστε άρχισαν να ρίχνουν από τα παράθυρα του σπιτιού όλα τα σκεύη και τα στρώματα, πιστεύοντας ότι εκτελούσαν διαταγή του κυβερνήτη. Έπρεπε να ελαφρώσουν το πλοίο που κινδύνευε να βουλιάξει.

Όπως ήταν επόμενο, μαζεύτηκε πολύς κόσμος που άρπαζε ό,τι πετούσαν. Αλλά αυτοί πού να πάρουν χαμπάρι! Την επομένη, όταν έφτασαν στο σπίτι οι αρχές της πόλης και κλήθηκαν οι νεαροί σε απολογία, ζαλισμένοι ακόμη, αποκρίθηκαν ότι εξαιτίας της σφοδρής θαλασσοταραχής αναγκάστηκαν να ελαφρώσουν το πλοίο, ρίχνοντας τα περιττά φορτία στη θάλασσα. Και ενώ οι άρχοντες έστεκαν αποσβολωμένοι, μη μπορώντας να καταλάβουν πώς έγινε τόσο νέοι άνθρωποι να χάσουν τόσο πολύ τα λογικά τους, ένας από αυτούς, αν και φαινόταν κάπως μεγαλύτερος στην ηλικία από τους άλλους, είπε: «Εγώ, κύριοι Τρίτωνες (μεθυσμένος ακόμη, νόμιζε ότι οι άρχοντες ήταν συνοδοί του Ποσειδώνα), δεν έκανα τίποτε. Μόλις έπιασε θαλασσοταραχή, επειδή φοβήθηκα, ρίχτηκα γρήγορα στο αμπάρι κι έμεινα εκεί ξαπλωμένος».

Οι άρχοντες τους συγχώρεσαν για την τρέλα τους κι αφού τους συνέστησαν να πίνουν στο μέλλον λιγότερο κρασί, τους άφησαν ελεύθερους. Κι εκείνοι, νιώθοντας απέραντη ευγνωμοσύνη, είπαν: «Αφού επιζήσαμε από τέτοια κακοκαιρία, μόλις πιάσουμε λιμάνι θα σας ανακηρύξουμε σωτήρες μας, στήνοντας στην πατρίδα μας τα αγάλματά σας δίπλα στους θαλάσσιους δαίμονες. Γιατί χρωστάμε την σωτηρία μας στην έγκαιρη παρέμβασή σας». (Αθηναίου, Δειπνοσοφιστές Β’ 37b).

Η συνείδησή μας αποτελείται από στιγμές του παρελθόντος και εικόνες και σχέδια για το μέλλον. Παγιδευμένοι στα δεσμό του χρόνου δεν ζούμε ποτέ στο παρόν.

ΤΑ ΔΕΣΜΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ.

Όχι μόνο πίνουμε αχόρταγα από το νερό της Λήθης, αλλά στα εκατομμύρια χρόνια που μεσολάβησαν από τον ερχομό μας εδώ, πλάσαμε έναν χρονικό ιστό στα δίχτυα του οποίου είμαστε παγιδευμένοι. Κάθε φορά που φεύγουμε, σβήνεται από την μνήμη μας καθετί που με κόπο συλλέξαμε στην επίγεια ύπαρξή μας. Θάνατος δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διαγραφή όλων των αρχείων που περιέχουν βιώματα, πληροφορίες, ονόματα και περιστατικά. Και κάθε φορά που πρόκειται να κάνουμε μια νέα εμφάνιση, σβήνεται πάλι από το νου κάθε πράγμα που διδαχτήκαμε ή αντικρίσαμε στο υπερκόσμιο (ή μήπως υποχθόνιο;) πεδίο. Διασχίζουμε δυο φορές τον ποταμό της πεδιάδας της Λήθης – μια από εδώ προς τα εκεί, και μια από τα εκεί προς τα εδώ.

«Αθάνατοι θνητοί, θνητοί αθάνατοι, ζώντες τον εκείνων θάνατον τον δε εκείνων βίον τεθνεώτες», υπενθυμίζει ακούραστα ο Μέγιστος Σοφός της Εφέσου. Αυτός ο δεύτερος θάνατος -το νερό της Λήθης- ισοδυναμεί σε κοσμικό επίπεδο με τους ιούς που χτυπάνε την μνήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών. Το μυαλό μας γίνεται tabula rasa, «χάρτης ενεργός εις απογραφή», ένα λευκό χαρτί όπου πρέπει να τυπωθούν ξανά ονόματα, περιστατικά και πληροφορίες.

Κάθε φορά που γεννιόμαστε, πλάθουμε έναν νέο εαυτό από γνώσεις, βιώματα και πληροφορίες. Αυτός ο νέος εαυτός επικάθεται πάνω στον αρχαίο εαυτό μας, όπως ο πηλός σκεπάζει την αρματούρα -τον σκελετό από σύρμα στα προπλάσματα των γλυπτών. Έτσι, ο αρχαίος εαυτός δεν εμφανίζεται σχεδόν ποτέ. Παραμένει πάντοτε θύραθεν, αχρονικός και αγέννητος. Αυτή η απώλεια γίνεται αισθητή ως “χάσιμο της παιδικής αθωότητας”. Σε κάποια ηλικία νιώθουμε ότι χάσαμε κάτι πολύτιμο και οικείο. Και αυτό που αντιλαμβανόμαστε πλέον ως “εαυτό”, δεν είναι παρά το ένχρονο οικοδόμημα που συναρμολογούμε από περιστασιακά βιώματα και πρόσφατες εμπειρίες.

Σχηματίζουμε μια χρονική αλυσίδα, με την οποία σφιχτοδένουμε την ζωή μας. Πιστεύουμε ότι ζούμε στο παρόν. Όμως, αν το καλοσκεφτούμε, το παρόν μας δεν είναι τίποτε άλλο από κλεμμένες στιγμές από το παρελθόν, όνειρα και εικόνες για το μέλλον. Η συνείδησή μας είναι συνεχώς κατειλημμένη από βιώματα και μνήμες, σχέδια και προσμονές. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν ζούμε στο παρόν. Ολόκληρη η ύπαρξή μας αποτελείται από στιγμές του παρελθόντος και προσδοκίες του μέλλοντος. Αυτές καθορίζουν την συμπεριφορά μας και συνεργούν στις αποφάσεις μας.

Από την στιγμή που θα γεννηθούμε, η συνείδησή μας ασχολείται με την καταγραφή. Τις καταχωρήσεις αυτές τις ανακαλούμε, όποτε θέλουμε να θυμηθούμε γεγονότα, πρόσωπα και περιστατικά. Στα πρώτα χρόνια της ζωής μας περισσεύουν οι ελπίδες. Μεγαλώνοντας, η ζωή μας γίνεται όλο και περισσότερο παρελθόν. Το μέλλον, το κομμάτι εκείνο που το κρατάμε πάντοτε άγραφο, ελπίζοντας να γράψουμε σε αυτό καλύτερα και πιο θαυμαστά συμβάντα, ολοένα και λιγοστεύει. Και κάποια στιγμή δεν υπάρχει πια άλλος χρόνος. Στις λίγες σελίδες που απομένουν, στριμώχνονται οι θολές ελπίδες μας για μια άλλη ζωή μετά θάνατο, είτε αυτή συμβεί εδώ στη γη στο μακρινό μέλλον, είτε στο υπερπέραν. Γιατί όπως λέγει ο Σοφοκλής:

“Μόνο οι Θεοί δεν γερνούν και δεν πεθαίνουν ποτέ.
Όλα τα άλλα εξουσιάζονται από τον χρόνο, που δαμάζει τα πάντα.”

Ο Αρίστιππος ο Κυρηναίος, που ήταν σύγχρονος του Σωκράτη, έλεγε πως «μόνον ημέτερον είναι το παρόν, μήτε δε το φθάνον μήτε το προσδοκώμενον: το μεν γαρ απολωλέναι, το δε άδηλον είναι ει πάρεσται». Παρ’ όλα αυτά, δεν ζούμε στο παρόν. Έτσι, ποτέ δεν δρασκελίζουμε το κατώφλι του χρόνου για να συναντήσουμε τον αγέννητο ή αχρονικό εαυτό μας. Παγιδευμένοι αιώνια στα δεσμά του χρόνου. Βυθισμένοι στην ληθαργική κατάσταση που αποκαλούμε ‘ζωή’, πλανιόμαστε σαν τις σκιές στον Αδη, αθάνατοι νεκροί. Για να το θέσουμε διαφορετικά, εάν το παρόν μας αποτελείται από παρελθόν και μέλλον, τότε πρέπει να το μηδενίσουμε. Μόνο έτσι μπορούμε να αρχίσουμε τον Μέγα Διάκοσμο.

Ο Ύπνος και ο Θάνατος

Στην Ιλιάδα διαβάζουμε ότι «ο Θάνατος είναι αδελφός του Ύπνου» (Β 671). Για τον Ησίοδο, ο Ύπνος και ο Θάνατος είναι δίδυμα αδέλφια, τέκνα της μαύρης Νύχτας (Θεογονία 759). Οι καλλιτέχνες της αρχαιότητας εικόνιζαν την Νύχτα με τα χαρακτηριστικά γυναίκας, η οποία είχε στο δεξί χέρι καθισμένο ένα λευκό παιδί και στο αριστερό ένα μαύρο και τα θήλαζε (Παυσανίας, Ε 18, 1). Με την πάροδο του χρόνου, η αντίθεση του Ύπνου και του Θανάτου ελαττώθηκε και τελικά τα δυο αδέλφια ταυτίστηκαν σε ένα. Στις σαρκοφάγους της ελληνιστικής περιόδου βλέπουμε ένα νεκρό φτερωτό παιδί να κοιμάται ήσυχα ή να είναι όρθιο, κρατώντας τη δάδα της ζωής σβηστή και ανεστραμμένη.

Για τον Ηράκλειτο, «θάνατος εστι οκόσα εγερθέντες ορέομεν· οκόσα δε εύδοντες ύπνος».
(Θάνατος είναι όσα βλέπουμε ξύπνιοι και ύπνος όσα κοιμισμένοι)

Σύμφωνα με τις ρήσεις των αρχαίων στοχαστών, ο άνθρωπος είναι ένας ήδη νεκρός που κατατρέχεται από φοβίες και ανασφάλειες, επειδή πιστεύει ότι ζει. Χαίρεται την ζωή και την απολαμβάνει, επειδή αγνοεί ότι είναι νεκρός. Φροντίζει για τις δουλειές. την περιουσία, την οικογένειά του. Μεριμνά για το μέλλον του. Και ο χρόνος, σαν τους κόκκους της άμμου, γλιστράει μεσ’ απ’ τα δάκτυλά του.

Η ΜΟΙΡΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

Σπάνια αναρωτιόμαστε ποια είναι η μοίρα της ανθρώπινης ύπαρξης, αυτής της γέφυρας που οδηγεί από την γέννηση στο θάνατο, μέσω της αναπαραγωγής. Όταν είμαστε νέοι είναι νωρίς για να σκεφτούμε· όταν γεράσουμε είναι αργά. Η προσοχή μας εγκλωβίζεται στις εγκόσμιες υποθέσεις. Αλλά ακόμη κι αν κάποιος μείωνε στο ελάχιστο τα εγκόσμια ενδιαφέροντά του και στρεφόταν στον εαυτό του, τι θα συναντούσε; Ένα κουβάρι από απωθημένες επιθυμίες, όνειρα και φιλοδοξίες που δουλεύουν υπόγεια και τον κατευθύνουν. Είναι δύσκολο να πολεμάς την καρδιά σου, λέει ο Ηράκλειτος. Γιατί αυτή, ό,τι θέλει, το αγοράζει με ζωή.

Για τον Μέγιστο Σοφό της Εφέσου οι άνθρωποι:

«γενόμενοι ζώειν εθέλουσι μόρους τ’ έχειν, μάλλον δε αναπαύεσθαι· και παίδας καταλείπουσι μόρους γενέσθαι».
(Οι άνθρωποι έρχονται στην ζωή για να βρουν το θάνατό τους, ή μάλλον να αναπαυθούν κι αφήνουν πίσω τους παιδιά που κι αυτά πρόκειται να πεθάνουν.)

Στον παράδοξο αυτόν ορισμό παρατηρούμε ότι η ανθρώπινη μοίρα (μερίδιο ζωής) εξισώνεται με τον μόρο (μερίδιο θανάτου). Ο Ηράκλειτος δεν μας λέει κάτι που είναι αυτονόητο, ότι δηλαδή οι άνθρωποι γεννιούνται και πεθαίνουν, αλλά ότι έρχονται στην ζωή για να συναντήσουν το θάνατο, επειδή δεν μπορούν να αντέξουν την κοσμική ένταση της φυλακής του περίκλειστου σύμπαντος. Έρχονται για να αναπαυθούν. Και τους θεωρεί ανόητους γιατί, αν και βρίσκονται στον Άδη, πιστεύουν ότι ζουν και θέλουν να διαιωνίσουν το είδος τους, αφήνοντας πίσω τους παιδιά που κι αυτά έχουν μέσα τους τον σπόρο του θανάτου: μαζί με αυτό που τους δίνει ζωή, σέρνουν κι εκείνο που τα καταστρέφει.

“Το ‘χει το κρίμα το παλιό καινούριο να γεννοβολάει κρίμα” λέγει ο Αισχύλος στην Ορέστεια.

Ωστόσο, τίποτε δεν είναι ικανό να μας ξεκουνήσει από την μακαριότητά μας. Ένας πόλεμος, μια ασθένεια ή ένας σεισμός κάπως μας ταρακουνούν. Αλλά για λίγο. Οι δονήσεις του σοκ καταλαγιάζουν και όλα γίνονται όπως και πριν. Αν και το μαγικό κλειδί βρίσκεται συνεχώς δίπλα μας, σαν υποτίθεται, νοήμονα όντα έχουμε βρει μύριους τρόπους να καθησυχάζουμε την συνείδησή μας:

«Του δε λόγου τούδ’ εόντος αιεί αξύνετοι γίνονται άνθρωποι και πρόσθεν ή ακούσαι και ακούσαντες το πρώτον».

(Αν και ο λόγος αυτός είναι αιώνια παρών, λέει ο Ηράκλειτος, οι άνθρωποι φέρονται ανόητα και πριν τον ακούσουν και αφού τον ακούσουν για πρώτη φορά)

Και συνεχίζει:

«Ασύνετοι ακούσαντες κωφοίσι εοίκασυ φάτις αυτοίσι μαρτυρέει, παρεόντας απείναι».
(Ασύνετοι όπως είναι, αν και ακούν, μοιάζουν με κουφούς- μαρτυρεί γι’ αυτούς η παροιμία: παρόντες απουσιάζουν.)

Περί της Ηράκλειας σημειολογίας.

Όμως γιατί το σύνολο των κορυφαίων στοχαστών της αρχαιότητας τοποθετούσε στον ίδιο παρονομαστή την ανθρώπινη ζωή και τον θάνατό της; Είχαν δίκιο να πιστεύουν ότι ο Άδης και ο ένυλος κόσμος μας είναι ένας και ο αυτός; Και εάν έτσι έχουν τα πράγματα, πώς μπορεί κανείς να αποδράσει από αυτόν τον κόσμο του θανάτου; Υπάρχει κάποια πρακτική μέθοδος, κάποια οδός διαφυγής, ή πρόκειται μόνο για θρύλους και παραμύθια όταν ακούμε ότι πολλοί σοφοί κατέκτησαν την αθανασία;

Αν και τα ερωτήματα αυτά δεν απασχολούν σήμερα κανέναν, δεν παύουν να αποτελούν πρόκληση για την λογική και την φαντασία μας. Είναι γνωστό πως από το μηδέν γεννιέται μηδέν. Είναι επίσης προφανές πως έναν νέο άνθρωπο δεν τον κατασκευάζουν οι γονείς του, αλλά ότι έρχεται στην ζωή μέσω αυτών, για να εκδηλώσει τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Επομένως, καθετί που έρχεται στον κόσμο προϋπάρχει και τίποτε δεν καταστρέφεται με το θάνατο. Πρόκειται για κοσμικό νόμο:

«Κόσμον τόνδε τον αυτόν απάντων ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησε, αλλ’ ην αιεί και έστι και έσται πυρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα», διατρανώνει ο Ηράκλειτος.
(Τον κόσμο αυτόν με όλα όσα περιέχει, δεν τον έφτιαξε κανείς θεός ή άνθρωπος, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι, αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο.)

ΔΥΟ ΕΙΔΗ ΨΥΧΗΣ.

Την κατάσταση αυτή της αιώνιας ανακύκλησης των πραγμάτων, οι Έλληνες δάσκαλοι την αποκαλούσαν “ψυχή” και ορθά υποστήριζαν πως είναι “αθάνατη”. (Βέβαια, όπως θα δείξουμε πιο κάτω, στην ελληνική διδασκαλία η ιδέα της αθανασίας της ψυχής έχει κοσμολογική καταγωγή, πράγμα που την διαφοροποιεί από κάθε προγενέστερη ή μεταγενέστερη θρησκευτική/δογματική παράδοση). Η ψυχή έχει το χάρισμα να εμψυχώνει τα πάντα και να ξεπερνάει τα πάντα. Υπάρχουν δυο είδη ψυχής: η συμπαντική ψυχή -η anima mundi- και η ατομική ψυχή του ανθρώπου. Αλλά εδώ χρειάζεται το μέγιστο της προσοχής μας, γιατί η διάκριση αυτή είναι πραγματική μαζί και πλασματική. Είναι πραγματική στο βαθμό ότι η ανθρώπινη ψυχή προέρχεται από την συμπαντική- οδηγούμαστε όμως σε πλάνη αν δεχτούμε ως βάση των συλλογισμών μας ότι κατά την επίγεια εμφάνισή της, καθώς δηλαδή εξατομικεύεται, η ανθρώπινη ψυχή διαφοροποιείται από την παγκόσμια.

Ένα άλλο σημείο που πρέπει να προσέξουμε αφορά την χρήση του όρου “ψυχή”, τον οποίο δεν μπορούμε να παρακάμψουμε εφόσον είναι ένας από τους σημαντικότερους στην αρχαιοελληνική γραμματεία. Πρέπει όμως να τον αποσαφηνίσουμε, διότι σήμερα εκφέρεται διαφορετικά απ’ ό,τι στο παρελθόν. Για παράδειγμα, όταν οι αρχαίοι Έλληνες στοχαστές μιλούσαν για την ψυχή, δεν εννοούσαν κάτι αντίθετο της ύλης, αλλά κάτι που περιλάμβανε και την ύλη.

Σε αντίθεση με τη δική μας καρτεσιανή λογική, που διαχωρίζει το πνεύμα ή την ψυχή από την ύλη, οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν ήταν δυαρχικοί. Εμείς τους ερμηνεύουμε έτσι. Με την ευκαιρία, να πούμε ότι και το νόημα του όρου “ύλη” ήταν διαφορετικό απ’ ό,τι σήμερα. Εμείς έχουμε αναιρέσει από την ύλη κάθε μορφοποιητική και κάθε αισθητή ιδιότητα. Αντίθετα οι αρχαίοι μιλούσαν για ύλη με την ενύπαρξη του νοείν.

Γι’ αυτούς η ύλη δεν ήταν νεκρή – ιδιαίτερα η αρχέγονη ύλη της κοσμολογίας. Με τον όρο αυτόν δεν εννοούσαν μια χαώδη κατάσταση, αλλά μια ενσυνείδητη, στην οποία υπήρχαν ενσωματωμένοι ρυθμοί και αρμονίες. Όχι όμως σε πλήρη ανάπτυξη. Η εμφάνιση του Λόγου ή του Ενός, απεικονίζει ακριβώς την προσπάθεια που αναλαμβάνεται να αποκτήσουν αυτοί οι πρωταρχικοί ρυθμοί και οι αρμονίες εσωτερική και εξωτερική πληρότητα.

Ας επανέρθουμε όμως στο θέμα της παγκόσμιας και της ατομικής ψυχής. Σήμερα πιστεύουμε στη “μοίρα της ατομικής ψυχής”, ότι δηλαδή κάθε ανθρώπινο ον έχει το δικό του προδιαγεγραμμένο μερίδιο στην ευτυχία ή στην δυστυχία, στον πλούτο ή στην φτώχεια, στις ευκαιρίες ή στις δυσκολίες. Γι’ αυτό έχουμε διαιρέσει την ζωή σε Κόλαση και Παράδεισο, τόσο στην φυσική όσο και στην μεταφυσική της διάσταση. Αλλά από την σκοπιά του νου τα πράγματα αυτά φαίνονται ανόητα και απατηλά. Ο κλήρος κάθε ψυχής δεν μπορεί να είναι άλλος από αυτόν της παγκόσμιας ψυχής. Κληρονομιά της ατομικής ψυχής δεν είναι τα βάσανα και οι αμαρτίες -και φυσικά ούτε η εξιλέωση- αλλά η παγκόσμια ψυχή. Είναι εκπληκτικό το ότι έχουμε ξεχάσει πως η ψυχή είναι μέρος και όλο μαζί, και ότι αυτό αποτελεί την κύρια ιδιότητά της.

Ο Διόνυσος σε πάνθηρα. (εικ. επάνω) Ψηφιδωτό δάπεδο από τον Οίκο της Τρίαινας στη Δήλο. Γύρω στα 100 π.κ.ε. Εδώ ο Διόνυσος εικονίζεται να κρατά ντέφι και μουσική ράβδο, με τα οποία εμπνέει την ιερή μανία στους οπαδούς του. Η ιερή μανία δεν είναι ισοδύναμο της παραφροσύνης, αλλά αποτέλεσμα του σοκ που υφίσταντο οι μυούμενοι μετά την φώτιση, από την επαφή τους με έναν άγνωστο και καινούριο κόσμο. Η εσωτερική ισορροπία διαταρασσόταν, τουλάχιστον έως ότου η λογική πάρει ξανά το πάνω χέρι. Ο πάνθηρας συμβολίζει το δέρμα πάνω στο οποίο ξάπλωναν οι προς μύηση μαθητές. Στην Αίγυπτο και σε άλλες χώρες του αρχαίου κόσμου, το δέρμα του πάνθηρα ήταν ιερατικό ένδυμα.

ΤΑ ΣΥΜΒΟΛΑ ΤΗΣ ΜΥΗΣΗΣ.

Ας δούμε τώρα τι συμβαίνει όταν η ατομική ψυχή συνηχεί με την παγκόσμια ή όταν το μέρος αποκαθίσταται στο φυσικό περιβάλλον του που είναι το όλο. Ο Ρωμαίος γραμματικός Μακρόβιος, στο έργο του Commentarium Scipionis. λέει τα εξής: «Ο Ηράκλειτος βεβαιώνει πως η ψυχή είναι μια σπίθα (ΠΥΡ) από αστρική ουσία». Εδώ έχουμε την γνωστή ηρακλειτική θέση, την οποία αναφέρει στα γραπτά του και ο Αέτιος, ότι «η ψυχή είναι πύρινη» (IV 3, 4). Είναι προφανές πως στο απόσπασμα που διασώζει ο Μακρόβιος γίνεται λόγος για την ατομική ψυχή, ενώ στο δεύτερο, του Αέτιου, για την παγκόσμια.

Η συμπαντική ψυχή, που ουσία της είναι ο Λόγος, είναι πύρινη· σαν ατομική όμως τέρπεται όταν βυθίζει τα πόδια της στην υγρασία: «Ψυχήσι τέρψις υγρήσι γενέσθαι». Στις ψυχές αρέσει να γίνονται υγρές. «Βορβόρω χαίρειν», λέει ένα άλλο απόσπασμα του Ηράκλειτου. Σαν τα γουρούνια, οι άνθρωποι χαίρονται όταν κυλιούνται στην λάσπη.

Στην ηρακλειτική σημειολογία, το ΠΥΡ αντιδιαστέλλεται με το ύδωρ (θυμικό). Γενικά, στην κωδικοποιημένη γλώσσα των φιλοσόφων, οι όροι “ωκεανός”, “θάλασσα” και “νερό” συμβολίζουν τον υγρό κόσμο της γέννησης, την απόλαυση των επιθυμιών και κατ’ επέκταση την συσκότιση και τον πνευματικό λήθαργο. Όσο επιδέξιος κολυμβητής κι αν είναι κάποιος, είναι διαφορετικό να ζει μόνιμα στο νερό και διαφορετικό να μπορεί να περπατά επάνω σε αυτό. Με άλλα λόγια, όταν τα ύδατα του θυμικού ανέρχονται σε επικίνδυνο βαθμό, απειλούν να πνίξουν τον καθαρό νου και τον λογισμό της ψυχής.

Δίχως καθαρό νου, διευθυνόμενος από πάθη και μισαλλοδοξίες, ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναζητήσει την σοφία. «Ανήρ οκότ’ αν μεθυσθή, άγεται υπό παιδός ανήβου σφαλλόμενος, ουκ επαΐων όκη βαίνει, υγρήν την ψυχήν έχων». Όπως ένας μεθυσμένος παραπατά, έτσι κι αυτός που πίνει αχόρταγα ό,τι του προσφέρεται, μοιάζει να οδηγείται από μωρό παιδί, κάνοντας λάθη και μη γνωρίζοντας πού πηγαίνει. Η ψυχή του έχει κατακλυσθεί από τα ύδατα. Ακούραστος ο Τιτάνιος Ηράκλειτος δεν σταματά να επαναλαμβάνει πως για τις ψυχές είναι θάνατος να είναι υγρές:

«Ψυχή σι γαρ θάνατος ύδωρ γενέσθαι». Και αλλού σημειώνει: «Θάλασσα ύδωρ καθαρώτατον και μιαρώτατον, ιχθύσι μεν πότιμον και σωτήριον, ανθρώποις δε άποτον και ολέθριον».
(Όπως το θαλασσινό νερό ωφελεί μόνο τα ψάρια και δεν είναι πόσιμο από τους ανθρώπους, έτσι και ο υγρός κόσμος μας είναι ακατάλληλος για την ψυχή, γιατί την οδηγεί σε κατάσταση μέθης.)

«Αύη ψυχή σοφωτάτη και αρίστη».
(Άριστη είναι η ξηρή ψυχή, η στεγνή από επιθυμίες. Αυτή βρίσκεται πιο κοντά στην σοφία.)

Βλέπουμε λοιπόν πόσο θαυμάσια φωτίζεται το “σκοτεινό” νόημα του ηρακλειτικού λογισμού. Όσο πιο αποκομμένη είναι η ψυχή από το ΠΥΡ, τόσο πιο υγρή γίνεται· αντίθετα, όσο πιο πολύ θυμάται την προέλευση και την καταγωγή της, τόσο πιο πύρινη γίνεται. Αυτή η μετακίνηση προς τα πάνω γίνεται με τον ίδιο τρόπο με αυτήν προς τα κάτω: είναι απλά θέμα επικέντρωσης και εστιασμού. «Οδός άνω κάτω μία και ωυτή», υπενθυμίζει ο Ηράκλειτος. (Ο δρόμος που ανεβαίνει και ο δρόμος που κατεβαίνει είναι ο ίδιος).

Δεν τίθεται επομένως θέμα ηθικής συμπεριφοράς, αλλά εξομοίωσης με το θείο. Η εξομοίωση αυτή πετυχαίνεται όταν ο νους -νοούμενος εδώ ως ανώτερο τμήμα της ψυχής- καθαρίζεται και εστιάζεται στο όλο. Αλλά επειδή όπως είπαμε η ατομική ψυχή είναι ταυτόχρονα και μέρος της παγκόσμιας, χρειάζεται την προσεκτική παρέμβασή μας στην ολοκλήρωση του προσωπικού διάκοσμου, για τον οποίο μιλήσαμε πιο πάνω.

Αυτός γίνεται όχι τυχαία και συμπτωματικά, αλλά με κάποιους νόμους και με κάποιες αρχές, που αν και είναι πολύ δύσκολο να περιγραφούν έτσι πρόχειρα, οπωσδήποτε δεν σχετίζονται με κάποια ηθική συμπεριφορά, ούτε με τον αμοραλισμό. Αυτός ήταν ο λόγος που το σύνολο των φιλοσόφων είχε στάση περιφρονητική αν όχι εχθρική απέναντι στις θρησκευτικές δοξασίες του λαού.

Δεν υπάρχει χειρότερο εμπόριο, μας λέει ο Επίκουρος, από το παζάρι που γίνεται ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό: το να κάνει κάποιος τον καλό ή να αποστρέφεται τις χαρές της ζωής για να κερδίσει την ουράνια ευδαιμονία. «Αγαθόν και κακόν ταυτόν», λέει ο Ηράκλειτος. Ο δρόμος της σοφίας κινείται πέραν του καλού και του κακού, του χρέους και της απιστίας, της ηθικότητας και της ασυδοσίας. Αυτά είναι ανθρώπινες καταστάσεις και απορρέουν από την σύγχυση και την τυφλότητα του νου. Τέτοιου είδους διλήμματα αξίζουν όσο και μια συζήτηση σχετικά με την διαγωγή ενός νεκρού.

Διόνυσος, Άδης και Ορφικοί

Για τον Μέγιστο Σοφό της Εφέσου οι άνθρωποι είναι νεκροί, ή μάλλον πορεύονται προς τον θάνατο μεθυσμένοι από το κρασί της ζωής. Από την σκοπιά αυτή, το κρασί της ζωής δεν διαφέρει σε τίποτε από το νερό της Λήθης. Έχοντας λησμονήσει ο άνθρωπος την νηφάλια σπίθα της αστρικής ουσίας που έχει μέσα του, κατηφορίζει το μονοπάτι της ζωής «με μουσικές εξαίσιες, με φωνές», με γιορτινά στεφάνια, παραδομένος στην απόλαυση. Γι’ αυτόν κάθε συμβάν -αίσιο ή ατυχές- αποτελεί αφορμή χαράς και γλεντιού, από την γέννηση ώς τα τελευταία. Γιατί ο κόσμος μας, που είναι ο Κάτω Κόσμος, είναι παράλληλα και ο κόσμος του Θεού Διονύσου. Άλλωστε, πού αλλού θα ταίριαζαν καλύτερα νυκτωδίες και θρηνωδίες αν όχι στον κόσμο του Άδη;

Για τον κοφτερό νου του Ηράκλειτου, ο Διόνυσος είναι η Θεοποίηση της ζωής:

“Ει μη γαρ Διονύσω πομπήν εποιεύντο και ύμνεον άσμα αιδοίοισι, αναιδέστατα είργαστ’ αν ωυτός δε Αΐδης και Διόνυσος, ότεω μαίνονται και ληναΐζουσή.”
(Γιατί αν δεν έκαναν πομπή για τον Διόνυσο και δεν υμνούσαν με άσμα τα αιδοία, θα ήταν όσα κάνουν αναιδέστατα· είναι το ίδιο πράγμα ο Άδης και ο Διόνυσος, που στο όνομά του καταλαμβάνονται από μανία και παραληρούν.)

Βλέπουμε λοιπόν ότι Άδης και Διόνυσος αποτελούν τις δυο όψεις του νομίσματος με το οποίο εξαγοράζουμε την ζωή μας. Αξίζει να προσέξουμε την φωνητική ομοιότητα αλλά και την νοηματική αμφισημία των λέξεων άσμα αιδοίοισι, αναιδέστατα και Αΐδης. Τα ανθρώπινα όντα, προερχόμενα από τον υγρό κόσμο των γεννητικών οργάνων (αιδοία), καταλήγουν στην αγκαλιά του Άδη. Ο άνθρωπος είναι αΐδιος (αιώνιος), αλλά και αίδής (τυφλός). Όσα κάνει, αντί να είναι αιδοία (άξια σεβασμού), είναι χωρίς αιδώ και αΐδηλα (καταστροφικά). Παραγνωρίζοντας την θεία φύση του, γίνεται αναιδής απέναντι στο Λόγο και υμνεί με άσματα την ζωή την στιγμή που θα έπρεπε να θρηνεί, αφού ο Διόνυσος, ως θεός-χορευτής, είναι επικεφαλής της πομπής που οδηγεί στον όλεθρο.

Το Διονυσιακό στοιχείο εκδηλώνεται στον ανθρώπινο κόσμο με την λατρεία της επίγειας ύπαρξης. Η ψυχή ευφραίνεται να γεννιέται υγρή. Γελάμε, γλεντάμε, μεθάμε σε ένα ατέλειωτο πανηγύρι. Δεν είναι λοιπόν περίεργο που ο βίος μας χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από την ομαδική έξαρση, την ξέφρενη μανία, τον ενθουσιασμό που σπιρουνίζεται από το βακχικό μεθύσι, το εκστατικό παραλήρημα, τα άγρια όργια.

Ο Πλάτωνας, μεταξύ αστείου και σοβαρού, λέει ότι ο θεός του κρασιού ονομάστηκε Διδοίνυσος (ο δίδων τον οίνον), «επειδή κάνει τους περισσότερους απ’ όσους πίνουϊλοίεσθαι νουν έχειν (να νομίζουν ότι έχουν τα λογικά τους), ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν» (Κρατύλος 406c). Σε ένα άλλο χωρίο (Νόμοι 672b) αναφέρει ότι το κρασί και η μέθη -στην συμβολική τους διάσταση- είναι δυνατό να εκληφθούν ως εκδίκηση του θεού. Από την σκοπιά αυτή, η έννοια της “ελευθέρωσης” αντιπαραβάλλεται με την “μανία” και ο Διόνυσος Λύσιος ή ελευθερωτής με τον Διόνυσο Βάκχο.

ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ.

Την γνώμη του Ηράκλειτου, ότι η εγκόσμια ζωή είναι θάνατος, ασπάζεται και ο Πλούταρχος στο Περί Ίσιδος και Οσίριδος (28). Στο ίδιο έργο (34) αποκαλεί τον Διόνυσο Υήν, δηλαδή υγρόν, επειδή τον θεωρεί προσωποποίηση της υγρής φύσης του ανθρώπου (ορμέφυτα, θυμικό, επιθυμητικό). Και αμέσως μετά τον ταυτίζει με τον αιγύπτιο Όσιρι, λόγω της ομοιότητας των δυο Θεών (35): όπως ο Όσιρις, έτσι και ο Διόνυσος διαμελίζεται από τους Τιτάνες’ το σώμα του σχίζεται, κομματιάζεται, εκμηδενίζεται και τα μέλη σκορπίζονται σε όλη την γη. Αλλά από τον οδυνηρό αυτό θάνατο προκύπτει μια νέα ζωή, γεμάτη ενεργητικότητα και αφθονία. «Μιλούν για τον Διόνυσο», λέει ο Πλούταρχος, «σαν να ήταν ο Θεός που καταστρέφεται, εξαφανίζεται και εγκαταλείπει την ζωή, ο οποίος όμως ύστερα ξαναγεννιέται».

Στην φιλοσοφική ορολογία, ο Διόνυσος είναι η παγκόσμια ψυχή που διαμελίζεται και μοιράζει τα κομμάτια της με κλήρο στις ατομικές ψυχές. Είναι ο Θεός που κατεβαίνει στον Άδη και πεθαίνει για να αναστηθεί ξανά. Με την έλευση του βδελυρού χριστιανισμού, τα πάθη του Διονύσου και οι ανοιξιάτικες τελετές που τα συνόδευαν -απογυμνωμένες από τον διθυραμβικό χαρακτήρα τους- αποτυπώθηκαν στα πάθη του Γιαχβέ-Ιησού: ο άρτος και ο οίνος, σύμβολα του σώματος και του αίματός του, προσφέρονται κατά τον Μυστικό Δείπνο στους μαθητές του· οι στρατιώτες μοιράζουν με κλήρο τα ιμάτιά του’ ακολουθεί η κάθοδος στον Άδη και τέλος η ανάσταση.

Πίσω από τις μεταλλαγές του Διονύσου, της γέννησης, του θανάτου και της επιστροφής του στην ζωή, βρίσκεται η ιδέα της αθανασίας της ψυχής και κατ’ επέκταση της μετενσάρκωσης. Τα ίχνη αυτής της παράδοσης οδηγούν στην πρώιμη εκείνη περίοδο κατά την οποία δρούσαν στην Ελλάδα τα μυστήρια των Ορφικών. Σύμφωνα με τον μύθο, ο αρχικός σκελετός του οποίου προέρχεται από την μινωική Κρήτη, ο Διόνυσος γεννήθηκε από την Περσεφόνη και κατακρεουργήθηκε από τους Τιτάνες, τους προγόνους του ανθρώπου. Όταν ήταν μικρός, τον πλησίασαν με δολιότητα οι αδελφοί του Τιτάνες, προσφέροντας σε αυτόν παιχνίδια, και αφού τον συνέλαβαν, τεμάχισαν το σώμα του και έριξαν τα κομμάτια σε ένα λέβητα για να τα βράσουν.

Αλλά ένα από τα μέλη του σώματός του διέφυγε. Την ώρα του εγκλήματος, η Αθηνά κατόρθωσε να τους πάρει την καρδιά του θύματος και ενώ ακόμη χτυπούσε να την φέρει στον Δία. Το μέρος αυτό του σώματός του έδωσε στο Διόνυσο νέα ζωή. Η αθάνατη ύπαρξή του δεν καταστράφηκε, αλλά απλώς άλλαξε μορφή. Έτσι λοιπόν ο Διόνυσος έγινε σύμβολο της ισχυρής ζωής που υπάρχει παντού μέσα στο σύμπαν και δίνει ζωή σε όλα τα όντα, στα οποία τα φαινόμενα της καταστροφής και του θανάτου είναι απλώς οι μεταμορφωτικές εκδηλώσεις της ζωής.

Πράγματι, για τους Ορφικούς ο Διόνυσος ήταν η παγκόσμια ψυχή, η κοινή πηγή όλων των ανθρωπίνων ψυχών, οι οποίες ενσαρκώνονται για να καθαρίσουν από κάθε ξένη ανάμειξη το θείο στοιχείο που υπάρχει μέσα τους και που το οφείλουν στον Βάκχο, το ουράνιο και μυστικό μέρος του Διονύσου. Γι’ αυτό το λόγο όσοι αφιερώνονταν στον Θεό επιζητούσαν με ορισμένες ειδικές τελετουργίες να έρθουν σε επικοινωνία με αυτόν.

Ο ΒΑΚΧΙΚΟΣ ΒΙΟΣ.

Σε ανάμνηση των παθών του Διονύσου και του τεμαχισμού του από τους Τιτάνες, τα μέλη των θιάσων, όπως ονομάζονταν οι ορφικές ομάδες, θυσίαζαν στις αρχές Μαΐου έναν ταύρο και έτρωγαν ομαδικά από τις σάρκες του -ένα έθιμο ανάλογο με αυτό του Πάσχα. Ο ταύρος ήταν μια από τις μορφές του Διονύσου (πρβλ. το κάλεσμα του Διονύσου από τις γυναίκες της Ήλιδας: «Έλα, ήρωα Διόνυσε, μαζί με τις Χάριτες στον άγιο ναό σου’ τρέξε με τα βοϊδίσια σου πόδια. Άξιε ταύρε»).

Επομένως οι μυημένοι έτρωγαν το ίδιο το σώμα του Θεού και έπιναν συμβολικά το αίμα του στο μυστικό αυτό συμπόσιο. Πίστευαν ότι με αυτό τον τρόπο έμπαινε μέσα τους ο Διόνυσος, ότι η ψυχή τους γέμιζε με το πνεύμα του. Αν και οι παραδόσεις σχετικά με αυτά τα έθιμα δεν έχουν διασωθεί ακέραιες αλλά συγκεχυμένες, στον Ηρόδοτο (Β, 81), καθώς και στο στο βιβλίο των Νόμων του Πλάτωνα, διαβάζουμε ότι η τελετή αυτή ήταν μια από τις ιεροτελεστίες του Ορφικού ή Βακχικού βίου, δηλαδή της ζωής που υποβαλλόταν σε αυστηρούς και ασκητικούς κανόνες που εξασφάλιζαν στους ανθρώπους, ενόσω ζούσαν, την γαλήνη μέσω κάθαρσης, και όταν πέθαιναν την ευνοϊκή μετενσάρκωσή τους σε νέα σώματα. Με αυτά θα συμπλήρωναν τον κύκλο της κάθαρσης μέχρι τον πλήρη εξαγνισμό τους με τελικό στόχο την κατάσταση της απόλυτης μακαριότητας ή θέωσης.

Βλέπουμε λοιπόν ότι η μυστηριακή λατρεία των Ορφικών, τον τύπο της οποίας έκλεψαν και μιμίθηκαν όλα τα μεταγενέστερα θρησκευτικά και μυστικιστικά δόγματα, κατέληγε στην μετενσάρκωση, όπως και η σχολή των Πυθαγορείων: κάθε φορά η παγκόσμια ψυχή προβάλλει ορισμένα τμήματά της που ενσαρκώνονται εδώ ως άνθρωποι, για να επιστρέφουν κάποια στιγμή στο παγκόσμιο όλο, στο ράμφος του Αετού/Θεού/ Δημιουργού.

Για τον λόγο αυτόν, οι Ορφικοί θεωρούσαν τον Διόνυσο ταυτόχρονα ως Θεό του θανάτου και της παγκόσμιας ζωής. Η κάθοδος στην χώρα του Άδη, δηλαδή στην Γη, συνέβαλε ώστε το δόγμα αυτό να συνδεθεί με τα Ελευσίνια Μυστήρια και την Δήμητρα -ένας άλλος όρος για τη Μητέρα θεά: Δημήτηρ = γη μήτηρ. (Νόμοι βιβλ. ε’). Αν και υπάρχει αρκετό έδαφος για έρευνα, δεν θα σταθούμε εδώ στις ομοιότητες που παρουσιάζει το Ορφικό δόγμα με τον χριστιανισμό, ο οποίος φαίνεται να έκλεψε από αυτό όλο το μυθολογικό υπόβαθρό του.

Θα σημειώσουμε μόνο ότι η μορφή της θεολογίας κατά την αρχαιότητα, με την έννοια του ιερού λόγου που αποκαλυπτόταν στα μυστήρια, ήταν τελείως διαφορετική από τη θεολογία που αναπτύχθηκε στις μεταγενέστερες εποχές. (Για τα σημεία αυτά ο αναγνώστης μπορεί να ανατρέξει στο ενδιαφέρον βιβλίο του καθηγητή Walter Burket: Μυστηριακές λατρείες της αρχαιότητας, εκδ. Καρδαμίτσα).

Η μεταμόρφωση του Θεού σε Θεό Απόλλωνα.

Είδαμε μέχρι τώρα δυο από τις υποστάσεις του Θεού: τον Διόνυσο-χορευτή και τον Διόνυσο-πάσχοντα. Αλλά ο Θεός αυτός έχει και μια τρίτη υπόσταση. Κάθε άνοιξη στην αρχαία Αθήνα, ένα μήνα μετά τα Ανθεστήρια, γιορτάζονταν τα Μεγάλα Διονύσια, η μεγαλύτερη και η πιο λαμπρή από όλες τις τελετές που γίνονταν προς τιμήν του Θεού. Το επίκεντρο των Αθηναϊκών Διονυσίων ήταν ο δήμος των Ελευθερών. Εκεί υπήρχε ιερό του Θεού με το όνομα Διόνυσος Ελευθερεύς ή Ελευθέριος, ο ελευθερωτής Θεός.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως στα πλαίσια των διονυσιακών εορτών, για την ευγένεια και το μεγαλείο των οποίων μας μιλάει με ενθουσιασμό ο Πίνδαρος, γίνονταν οι περίφημοι δραματικοί αγώνες, στην διάρκεια των οποίων Έλληνες και ξένοι παρακολουθούσαν στο θέατρο του Θεού Διονύσου, στην σκιά του Ιερού Βράχου, όλα τα θαυμάσια είδη του Αττικού θεάτρου: τραγωδία, κωμωδία και ιδιαίτερα το σατυρικό δράμα.

Δίκαια λοιπόν οι Αθηναίοι μπορούσαν να περηφανεύονται ότι ο Θεός αυτός, ο οποίος γιορταζόταν με τόσο υψηλόφρονα και ευγενή έργα, ήταν πράγματι ο Ελεύθερος Διόνυσος, ο ελευθερωτής Θεός που έδινε στους ανθρώπους την δυνατότητα, μέσω της αναπαράστασης ιδεωδών περιστατικών και ηρωικών συναισθημάτων, να αποσπάσουν για λίγο την ψυχή τους από τις ανάγκες και τα δεσμά της ευτελούς πραγματικότητας και να μεταφερθούν στον ανώτερο κόσμο της φαντασίας.

Από την σκοπιά αυτή ο Ελεύθερος Διόνυσος ταυτίζεται με τον Απόλλωνα. Στους Δελφούς υπήρχε δίπλα στο μαντείο ο τάφος του Διονύσου, στον οποίο οι έφοροι του μαντείου προσέφεραν κατά την άνοιξη, μέσα στο ναό του Θεού Απόλλωνα, μυστηριώδεις θυσίες. (Περί Ίσιδος και Οσίριδος 35). Στο Μουσείο Ερμιτάζ, της Αγίας Πετρούπολης, υπάρχει ένας αμφορέας του 5ου αιώνα π.κ.ε. που εικονίζει τον ολόφωτο Θεό Απόλλωνα να υποδέχεται στους Δελφούς τον Θεό Διόνυσο, που καταφθάνει με τις μαινάδες και τους σατύρους του.

Ωστόσο, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε τα Διονυσιακά πάθη ως αλληγορική διατύπωση της ανθρώπινης ζωής, όπως την βιώνουμε καθημερινά. Ο Θεός Διόνυσος-πάσχων δεν είναι σύμβολο του βασανισμένου ανθρώπου, αλλά εκείνου που αποφασίζει να μεταμορφωθεί: να πεθάνει ως άνθρωπος και να αναστηθεί ως Θεός· εκείνου που αναζητά την Θεότητα μέσα του. Αυτό το στοιχείο έκλεψαν οι χριστιανοί, τον Θεό που ενσαρκώνει αυτόν που αποφασίζει να αφυπνίσει το Θεικό στοιχείο του εαυτού του. Γιατί όπως η παγκόσμια ψυχή είναι ο Θεός Διόνυσος, έτσι και ο Γιαχβέ-Χριστός μπορεί να αντιπαραβληθεί με τον Διόνυσο.

Οι υποστάσεις του Διονύσου αντιστοιχούν σε εκείνες που αναφέρει η πλατωνική ρήση: «ναρθηκοφόροι μεν πολλοί, βάκχοι δε τε παύροι». Το χρυσό έλασμα του Ιππωνίου, που προτάξαμε στην αρχή του κεφαλαίου, απεικονίζει τους μύστες ή βάκχους σε αυτόν εδώ τον υπόγειο κόσμο να ακολουθούν την σύντονη (που σφύζει από ζωή) ιερή οδό προς την αιώνια μακαριότητα.

Και τους αντιπαραβάλλει με βασιλιάδες, γιατί πολλοί μπορεί να είναι υπηρέτες του θεού, αληθινοί μύστες όμως λίγοι. Το να είσαι ένθεος ή θεοφόρητος, δηλαδή να «κατέχεσαι από τον Θεό» (Ηρόδοτος Δ’, 79, 4) είναι κάτι που συμβαίνει απροσδόκητα και πιθανόν μόνο σε ελάχιστες, εξαιρετικές περιπτώσεις. Όπως το κρασί δεν αρκεί για να προκαλέσει αληθινή βακχεία, αφού ο καθένας μπορεί να μεθύσει ή να μεταλάβει δίχως να γίνει βάκχος (ένθεος), έτσι και η απόλαυση που προέρχεται από την ικανοποίηση των άλογων ψυχικών ορμών και ορέξεων μπορεί να κάνει κάποιον στιγμιαία ευτυχισμένο ή εμπνευσμένο, δεν τον κάνει όμως μόνιμο κάτοικο της σοφίας.

Ο άνθρωπος λοιπόν πρέπει να μετεξελιχθεί από Διόνυσο-χορευτή σε Διόνυσο-πάσχοντα, δηλαδή σε αυτόν που ρίχνεται αποφασιστικά στην ατραπό μέχρι την μεταμόρφωσή του σε Θεό Απόλλωνα. Ο Απόλλωνος είναι η προσωποποίηση του Νου (όπως αναφέρεται στον Αναξαγόρα). Στις αρχαίες μυήσεις, Απολλώνιος ήταν ένας από τους υψηλότερους βαθμούς της πνευματικής ατραπού, βγαλμένος κατευθείαν από τα Δελφικά Μυστήρια και έδειχνε τον φιλόσοφο εκείνον για τον οποίο ο νους αποτελούσε το χαμηλότερο σκαλοπάτι στην επίγεια κλίμακα, όπως για εμάς τους συνηθισμένους ανθρώπους το χαμηλότερο επίπεδο είναι η περιοχή των γεννητικών οργάνων και με τις δυο έννοιες: σαν τεκνοποίηση και σαν ερωτικό παιχνίδι.

Η πολύφημος οδός.

Στο χρυσό έλασμα του Ιππωνίου γίνεται λόγος για το μονοπάτι που ακολουθούν οι μύστες: συχνόν ίιοδόν ίιιεράν. Ο δρόμος αυτός δεν είναι ο δρόμος που ακολουθεί η ψυχή, της ενσάρκωσης και απόσυρσής της, αλλά εκείνος που πλησιάζει την ατομική αστρική σπίθα του ανθρώπου στο ΠΥΡ του σύμπαντος. Το συχνόν που προτάσσεται εδώ δεν σημαίνει πολυάριθμος ή πολυσύχναστος, αλλά συνεχής, άφθονος, μέγας και συστηματικός. Η οδός αυτή είναι λοιπόν σύντονος, απαιτεί δηλαδή εντατική προσπάθεια και επαγρύπνηση, όπως η χορδή ενός τεντωμένου τόξου. Κατά συνέπεια βρίσκεται μακριά από καταστάσεις πνευματικού ληθάργου, από καταστάσεις του νιρβάνα ή από αισθήματα παρόμοια με το “ωκεάνειο συναίσθημα” των χριστιανών δογματιστών.

Οπωσδήποτε πιο αρμόδιος να μας μιλήσει γι’ αυτήν είναι ένας που την έχει βαδίσει. Και αυτός δεν είναι άλλος από τον Παρμενίδη (540-470 π.κ.ε.) που ήταν μαθητής του Ξενοφάνη (και αυτός, όπως μεταδίδει ο Διογένης Λαέρτιος, μαθητής του Αναξίμανδρου). Ζώντας στην Ελέα της Ιταλίας, ήρθε σε επαφή με την σχολή των Πυθαγορείων, πράγμα που του επέτρεψε να ολοκληρώσει τον φιλοσοφικό του στοχασμό. Ο Διογένης Λαέρτιος λέει ακόμη ότι -κατά τον Σπεύσιππο- ο Παρμενίδης έκανε και νόμους για τους πολίτες της Ελέας (Βίοι φιλοσόφων IX, 21-23). Επίσης, από τον Πλάτωνα γνωρίζουμε ότι ήρθε στην Αθήνα, «εξηνταπεντάρης και γκριζομάλλης, αλλά με αρχοντικό παρουσιαστικό που αντανακλούσε την φυσική και ηθική του ρώμη», συνοδευόμενος από τον Ζήνωνα και ότι συνάντησε τον 20χρονο τότε Σωκράτη (Παρμενίδης 127a).

Για να καταλάβουμε την επίδραση που άσκησε πάνω στον Παρμενίδη το δόγμα των Πυθαγορείων, πρέπει να πούμε ότι η Σχολή των Ιώνων στοχαστών (Θαλής, Αναξίμανδρος, Ηράκλειτος κ.ά.) ήταν περισσότερο τεχνοκρατική, όπως θα λέγαμε σήμερα, δίνοντας έμφαση σε επιστήμες όπως η βιολογία, η γενετική, τα μαθηματικά, η φυσική, η αστρονομία και η κοσμολογία. Οι Πυθαγόρειοι αντίθετα καλλιέργησαν μιαν ατραπό περισσότερο συνθετική, που σημαίνει ότι χρησιμοποιούσαν τις επιστήμες όχι σαν αυτοσκοπό αλλά σαν μέσο και ορισμένες φορές σαν κάλυμμα.

Οι διαφορές βέβαια δεν ήταν μεγάλες, αφού η βάση και ο σκοπός ήταν κοινά. Αλλά ενώ στην ιωνική σχολή η αλήθεια ή¬ταν διασκορπισμένη σε επιμέρους τομείς -και έπρεπε κά¬ποιος να κοπιάσει αρκετά για να συγκεντρώσει τα στοιχεία ώστε να του αποκαλυφθεί η συνολική εικόνα- στην ιταλική σχολή ήταν συγκαλυμμένη και αποκαλυπτόταν σταδιακά σε όποιον μπορούσε να πλησιάσει τον εσωτερικό πυρήνα της, μέσω διαδοχικών μυήσεων.

Μπορούμε επομένως να υποθέσουμε ότι ο Παρμενίδης ήταν γνώστης και των δυο μεθόδων προσέγγισης της αλήθειας. Οπωσδήποτε όμως πρέπει να δεχτούμε ότι τη διδασκαλία περί του Ενός την πήρε από τους Πυθαγορείους. Ας δούμε τώρα τι λέει ο ίδιος σχετικά με την θεία φανερωτική οδό -που κάνει την ψυχή πύρινη ή ξηρή και οδηγεί τον άνθρωπο στην αλήθεια και στην πραγματική ζωή, σε αντίθεση με τα επίγεια μονοπάτια που οδηγούν στην υγρή ψυχή και στο θάνατο- στους πρώτους στίχους του ποιήματος του που διασώζει ο Σέξτος Εμπειρικός (Προς μαθηματικούς VII, 111):

“…ίπποι ται με φέρουσιν, όσον τ’ επί θυμός ικάνοι, πέμπον, επεί μ’ ες οδόν βήσαν πολύφημον άγουσαι δαίμονας, η κατά πάντα σαφή φέρει ειδότα φώτα.”
(Τα άτια που με οδηγούν, όσο μακριά ποθεί η ψυχή μου, μ’ εξακόντισαν (στην ουράνια πατρίδα μου), αφού με έβαλαν πρώτα στην περίφημη οδό του θεού, που κάνει τα πάντα ολοφάνερα, γεμίζοντας με φως τον γνώστη.)

Δεν θα σταθούμε εδώ στις φιλολογικές δυσχέρειες που παρουσιάζει αυτό το εξαιρετικά δυσπρόσιτο και ερμητικού χαρακτήρα κείμενο που είναι αντιπροσωπευτικό της προσωκρατικής σκέψης, όσο στην νοηματική αποσαφήνιση ορισμένων όρων. Οι ίπποι δεν είναι τίποτε άλλο από τον Πήγασο, το μεταμορφωμένο σε έλλογο στοχασμό άλογο μέρος της ψυχής· η μετοχή πέμπον έχει την έννοια του εκσφενδονίζω, αλλά και του αποστέλλω κάποιον οίκαδε, στο σπίτι του- η οδός της αλήθειας είναι πολύφημος (περίφημη), αλλά απέχει πολύ από το να είναι φημισμένη· οι πολλοί άνθρωποι την αγνοούν, γιατί, όπως αναφέρει ένας πιο κάτω στίχος του ποιήματος, είναι έξω από την πατησιά τους (απ’ ανθρώπων εκτός πάτου εστίν)· είναι οδός άγουσα προς τη φανέρωση του Λόγου- γι’ αυτό είναι οδός θεϊκή, οδός δαίμονας·

Ο Πλάτωνας (Κρατύλος 398 b-c), εξηγεί ότι ο όρος δαίμων (δαιμόνιος) δείχνει τον δαήμονα, δηλαδή τον ειδήμονα, τον ειδικό, κατά συνέπεια τον σοφό ή γνώστη. (Βλέπουμε ότι και στο ποίημα του Παρμενίδη ο όρος αυτός συνδέεται με το ειδότας που προέρχεται από το ρήμα οίδα = γνωρίζω). Ο Πλούταρχος καθιστά ακόμη πιο σαφές το φιλοσοφικό νόημα του όρου, λέγοντας ότι «δαίμονες ονομάζονταν κατά το παρελθόν οι άνθρωποι εκείνοι που ήταν ισχυρότεροι στο φρόνημα και την αρετή από τους άλλους ανθρώπους, δεν είχαν όμως αμιγή και ατόφια φύση όπως οι Θεοί», υπονοώντας με αυτό τον τρόπο την ενδιάμεση εκείνη βαθμίδα της εξέλιξης από το ανθρώπινο στο θεϊκό που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν ημιθεϊκή κατάσταση (Περί Ίσιδος και Οσίριδος 25). Η κατάσταση αυτή αντιστοιχεί σε αυτήν του πάσχοντος Διονύσου.

ΟΡΦΕΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟΛΛΩΝΑΣ. Ο Ορφέας, που υπήρξε ιδρυτής του ορφικού βίου, εικονίζεται σε αυτή την αγγειογραφία του 5ου αι. π.κ.ε. να παίζει λύρα και να τραγουδά καθισμένος σε βράχο. Ο ορφικός βίος σχημάτιζε έναν δρόμο στο τέλος του οποίου ο μαθητής έβγαινε μεταμορφωμένος σε μύστη. Σύμφωνα με τον Ερατοσθένη, ο Ορφέας δεν τιμούσε τον Θεό Διόνυσο αλλά τον Θεό Απόλλωνα. Για τον λόγο αυτό κατακρεουργήθηκε από τις Μαινάδες. Οι Μούσες περισυνέλεξαν τα κομμάτια του σώματός του και τα έθαψαν στο Δίον, την ιερή πόλη των Μακεδόνων.

Οι θησαυροί του Άδη.

Ο πασχών λοιπόν Διόνυσος συμβολίζει εκείνον ο οποίος, πριν ριχτεί στην ατραπό και μεταμορφωθεί σε Απόλλωνα, κατοικεί στον Άδη. Αυτός ο Κάτω Κόσμος δεν είναι η “άλλη όχθη” στην οποία περνάμε όταν πεθαίνουμε, αλλά αυτός εδώ ο κόσμος στην γη. Λόγω όμως του ότι η συνείδησή μας είναι συνεχώς κατειλημμένη από την διαρκή ροή των πραγμάτων, δεν αντιλαμβανόμαστε αυτή την απλή αλήθεια.

Ο Πλάτωνας στον Κρατύλο (403a-e), αναζητώντας την προέλευση του ονόματος του Άδη, λέει ότι προέρχεται από το αιδές (αόρατο) και προσθέτει ότι έχει ένα συνακόλουθο νόημα, που αποκαλύπτει μια ιδιαίτερη πτυχή της ιδιότητάς του. Γιατί κανείς απ’ όσους πάνε στον Άδη δεν γυρίζει πίσω. Ο Σωκράτης λοιπόν ρωτάει τον συνομιλητή του, Ερμογένη, τι είναι αυτό που κάνει ένα ον να μένει συνεχώς προσκολλημένο στο ίδιο μέρος, η ανάγκη ή η επιθυμία;

Γιατί πολλοί θα έφευγαν με χαρά από τον Άδη, αν δεν τους κρατούσε εκεί με ισχυρά δεσμά. Και ποια δεσμά είναι ισχυρότερα από την επιθυμία; Στην συνέχεια, ο Σωκράτης ρωτάει αν υπάρχει μεγαλύτερη επιθυμία από το να πιστεύει κάποιος ότι, συναναστρεφόμενος έναν άλλον, θα γίνει καλύτερος. Όχι, απαντάει ο Ερμογένης. «Γι’ αυτό κι εμείς θα πούμε», συνεχίζει ο Σωκράτης, «ότι κανένας δεν θέλει να φύγει από εκεί και να έρθει προς τα εδώ, ούτε οι ίδιες οι Σειρήνες, και ότι κι αυτές όπως και τόσοι άλλοι μαγεύτηκαν από εκείνον. Τόσο ωραία λόγια, καθώς φαίνεται, γνωρίζει να λέει ο Άδης, και είναι, για το λόγο αυτό, τέλειος σοφιστής και μέγας ευεργέτης όσων κάθονται κοντά του, γιατί και στους εδώ χαρίζει πολλά αγαθά. Τόσο πολλά είναι τα πλούτη του εκεί, ώστε πήρε το όνομα Πλούτων».

Σε ολόκληρη την ελληνική γραμματεία δεν υπάρχει μεγαλύτερος χιουμορίστας από τον Πλάτωνα. Αν θέλουμε να κατανοήσουμε σωστά τα λεγόμενό του, θα πρέπει να παρακάμψουμε την περιπαικτική διάθεσή του και να αναρωτηθούμε πού τοποθετεί το βασίλειο του Άδη: εδώ στην γη ή σε κάποιο μεταθανάτιο επίπεδο; Βέβαια, οποιαδήποτε υπόθεση είναι παρακινδυνευμένη. Ωστόσο, κοινός τόπος όλων των φιλοσόφων ήταν η ταύτιση του γήινου κόσμου μας με αυτόν του Άδη.

Για τον Εμπεδοκλή, οι άνθρωποι είναι δαίμονες που γκρεμίζονται στο λιβάδι της Άτης- για τον Θαλή και τον Χρύσιππο είτε είμαστε ζωντανοί, είτε πεθαμένοι είναι το ίδιο πράγμα· για τον Πλάτωνα, ο κόσμος μας είναι μια υπόγεια κακοφωτισμένη υγρή σπηλιά στην οποία οι άνθρωποι, φυλακισμένοι από τους δεσμώτες/θαυματοποιούς σέρνουν τις αλυσίδες τους· για τον Απολλώνιο Τυανέα «οι άνθρωποι εν δεσμωτηρίω εσμέν τον χρόνον Γούτον, ος δη ωνόμασται βίος» (Φιλόστρατος 306-307). Ο κοινός άνθρωπος μαγεμένος από τα δώρα της ζωής δεν σκέφτεται παρά πώς θα τα απολαύσει. Καθήκον του φιλοσόφου είναι να φύγει από την πνιγηρή αυτή φυλακή και όχι να κατασκηνώσει μόνιμα. Την πρόθεση αυτή την αποκαλούσαν “φιλοσοφικό θάνατο”.

Πόσο διαφορετική ήταν η φιλοσοφία εκείνων των ημερών από την δυτικοευρωπαϊκή των περασμένων αιώνων ή αυτήν της εποχής μας. Οι αρχαίοι φιλόσοφοι δεν επεδίωκαν μόνο να εξηγήσουν ή να τακτοποιήσουν τα του δεσμωτηρίου- αντίθετα, μετά από πολύχρονες προσπάθειες, επεδίωκαν να δραπετεύσουν από τον υπόγειο κόσμο και να ανέλθουν στην επιφάνεια, εκεί όπου το φυσικό φως του Ήλιου (ΠΥΡ) θερμαίνει τα πάντα.

Αλλά, όπως λέει κι ο Πλάτωνας στο 7ο βιβλίο της Πολιτείας, όταν κάποιος από αυτούς τους δραπέτες γύριζε πίσω για να διηγηθεί στους έγκλειστους τα περί του νέου κόσμου και του καθαρού φωτός που ανακάλυψε στην επιφάνεια, αυτοί τον έπαιρναν για τρελό και έφευγαν από κοντά του μήπως και τους μολύνει με καινά δαιμόνια, λέγοντας πως τα όσα διηγείται είναι μυθεύματα και φαντασιοκοπίες… κι ακόμη χειρότερα, τον δολοφονούσαν!