Υπήρχε κάποτε μια εποχή όπου το να «σπαταλάει» κανείς τα υγρά του, όχι γι’ αναπαραγωγή αλλά για δική του απόλαυση, ήταν μεγάλη αμαρτία και ντροπή. Ήταν λέει ίσως κι από τα χειρότερα αμαρτήματα που μπορούσε να προβεί, γιατί αυτό σηματοδοτούσε ότι δεν ήθελε παιδιά κι ότι δε θα μπορούσε να διαιωνιστεί το είδος.
Αυτός ο κάποιος λοιπόν, μεγάλος δημιουργός του αυνανισμού -από όπου και πήρε το όνομα του- ο Αυνάν, διέπραξε πρώτος αυτή την «αμαρτία», η οποία στη δική μας εποχή θεωρείται η πιο απολαυστική μοναχική συνήθεια του ανθρώπου. Ο Αυνάν λοιπόν, παντρεύτηκε αναγκαστικά τη γυναίκα του αδερφού του όταν αυτός πέθανε για να καλύψει την κενή θέση του αρσενικού στην οικογένεια. Ωστόσο, επειδή ο ίδιος δεν ήθελε ν’ αφήσει έγκυο τη γυναίκα του αδερφού του, κάθε φορά που συνευρίσκονταν ερωτικά μαζί της «εξέχεεν επί τη γην, του μη δούναι σπέρμα τω αδελφώ αυτού». Κοινώς, διέκοπτε την ερωτική επαφή κι ικανοποιείτο μοναχός του. Βέβαια, η πράξη του αυτή τιμωρήθηκε με θάνατο, πράγμα που δε συμβαίνει σήμερα- κι ευτυχώς να λες που άλλαξαν οι εποχές- αφού θα ήταν τουλάχιστον σκληρό να καταδικάζουμε τον οποιοδήποτε με θανατική ποινή επειδή χαίρεται το σώμα του.
Η αυτοϊκανοποίηση επομένως, είναι μια σεξουαλική ανάγκη την οποία κατέχουμε εκ γενετής. Είναι μέσα στο DNA μας, πώς να το κάνουμε, κι είναι ένας από τους πιο υγιείς τρόπος να χαλαρώσουμε το σώμα και το μυαλό. Κι όμως, όσο κι αν σήμερα δεν τιμωρείται με θάνατο ή με κάποιον άλλο τρόπο, όταν αυτός συμβαίνει μέσα στη σχέση ενός ζευγαριού μπορεί να δημιουργήσει δυσμενή κι επικριτικά συναισθήματα. Κάντε για λίγο εικόνα το ταίρι σας να αυτοϊκανοποιείται. Σκεφτείτε μια άκυρη αν θέλετε Τετάρτη μεσημέρι, που γυρνάτε από τη δουλειά, να πιάνετε τον έρωτά σας στα πράσα. Αυτή τη φορά όμως, είναι ακριβώς αυτό που νομίζετε, επειδή το βλέπετε με τα μάτια σας. Αυτοϊκανοποιείται κι εσείς λείπετε! Πώς θα νιώθατε αν πέφτατε πάνω σε μια τέτοια περίπτωση; Θα ήταν λόγος για ατελείωτο, γεμάτο πάθος κρεβάτι; Ή για καβγά;
Η αλήθεια είναι ότι στο συγκεκριμένο θέμα οι απόψεις διίστανται. Σε μερικούς αυτή η ξαφνική εικόνα του συντρόφου τους πάνω στον αυνανισμό μπορεί να είναι αφροδισιακή και τους ανάβει απίστευτα. Μπορεί ακόμα να τη χρησιμοποιήσουν σαν προκαταρκτικό για να φτιάξουν κατάσταση και να φτάσει ο υδράργυρος στο κόκκινο. Την ίδια στιγμή που πιάνουν το ταίρι τους σε μια τέτοια φάση, μπαίνουν αμέσως στο ίδιο mood κι όλα παίρνουν τον δρόμο τους. Άλλοτε πάλι η εικόνα εκείνη μπορεί να τους διεγείρει και να μπουν στο παιχνίδι με διάθεση να τελειώσουν εκείνο που άρχισε ο άλλος.
Όπως και να ‘χει μια τέτοια απρόσμενη κατάσταση δεν τους προκαλεί συναισθήματα επίκρισης κι αρνητισμού, μάλλον το αντίθετο. Καταλαβαίνουν τις ανάγκες του συντρόφου τους γιατί σαφώς κάνουν κάτι παρόμοιο όταν βρίσκονται μόνοι στο σπίτι. Υπάρχει κατανόηση πως είναι και κάποιες ώρες και φάσεις που ο άλλος χρειάζεται χρόνο με τον εαυτό του και το σώμα του. Πως όσο καλύτερα καταλαβαίνει ο κάθε ένας το κορμί του, τι τον ευχαριστεί, τι τον διεγείρει και τι τον οδηγεί στην κορύφωση, τόσο καλύτερα και πιο έντονα θα είναι όλα όσα θα συμβούν κατά τη σεξουαλική πράξη που θα γίνει μεταξύ τους. Κι έτσι αξιοποιούν τη φυσική πράξη της αυτοϊκανοποίησης ως μέσο για καινούργια ερωτικά μονοπάτια, με παρέα.
Από την άλλη, υπάρχουν κι εκείνοι που θα καταβληθούν από αμηχανία, ως και σοκ μπροστά στο θέαμα. Νιώθουν μια μικρή προσβολή γιατί μέσα τους μια φωνούλα τους λέει ότι ο σύντροφός τους επιλέγει τον αυνανισμό επειδή εκείνοι δεν καταφέρνουν να φτάσουν το ταίρι τους σε οργασμό. Είναι λες και τους δάχτυλο-δείχνει η σχέση τους -στο κεφάλι τους- λέγοντάς τους ότι «εγώ μόνος μου το κάνω καλύτερα γι’ αυτό και δε σε περίμενα». Ταυτόχρονα το σοκ μπροστά στη θέα ενός ανθρώπου που χαίρεται με το σώμα του, δείχνει βαθιά αποσύνδεση με το σώμα εκείνου που σοκάρεται. Αν δε γνωρίζουμε ή δεν αποδεχόμαστε τη φυσικότητα μιας τέτοιας πράξης, σημαίνει ότι πολύ πιθανόν να μην την έχουμε απενοχοποιήσει και για τους ίδιους. Αν υπάρχει ένα αίσθημα ενοχής και ντροπής στη διαδικασία της αυτοϊκανοποίησης, τότε δεν περιορίζεται μόνο στο να τη βλέπεις ή να την πράττεις. Ακόμα όμως και σ’ αυτή την κατάσταση η καλύτερη λύση είναι η κουβέντα.
Όποια κι αν είναι η αντίδρασή μας μπροστά στη θέα του συντρόφου μας να περνάει καλά με το σώμα του, καλό είναι πάντα να σκεφτόμαστε πώς θα νιώθαμε εμείς αν ήμασταν στη θέση του. Θα είχαμε ανάγκη να μη μας κρίνει, να το αντιμετωπίσει ως κάτι φυσιολογικό και να μη δώσει περαιτέρω διάσταση σε μια ευάλωτη στιγμή μας. Κάτι το οποίο θα μας ενώσει ακόμα πιο πολύ με το ταίρι μας, αλλά και τη σεξουαλικότητά μας.
ΥΓ: Η απάντηση κρύβεται κυριολεκτικά στα δάχτυλα των χεριών μας!
Κυριακή 17 Απριλίου 2022
Κοινωνική αλληλεγγύη & Κοινωνικός ανθρωπισμός
Η αναγκαιότητα και ωφελιμότητα της βοήθειας στον «πλησίον» συνάνθρωπό μας ως στοιχείο – τεκμήριο αγάπης προς τον ίδιο, αλλά την αποδέσμευση της βοήθειας – αλληλεγγύης από τα γνωρίσματα του ομοεθνούς, του ομόθρησκού ή του ομόγλωσσου. Εκείνο που προέχει είναι η ανιδιοτελής προσφορά στον αναξιοπαθούντα συνάνθρωπό μας. Η αποπροσωποποίηση και η απουσία υστεροβουλίας νοηματοδοτούν με έναν ξεχωριστό τρόπο την αλληλεγγύη.
α. Η φαιά πραγματικότητα
Η οικονομική κρίση των ημερών μας και τα παρεπόμενα κοινωνικά ρήγματα συνθέτουν τη φαιά πραγματικότητα μέσα στην οποία πολλοί άνθρωποι, συνάνθρωποί μας, πασχίζουν να επιβιώσουν και να σταθούν όρθιοι σε συνθήκες που τρέφουν τη στέρηση, τη φτώχεια και την απόρριψη. Ανθρώπινες τραγωδίες και κοινωνικά δράματα προκαλούν συναισθηματικούς κραδασμούς, πληγώνουν την ανθρωπιά μας, ενοχοποιούν το Κοινωνικό μας Εγώ και αφυπνίζουν τη συνείδησή μας.
Ο πεινασμένος, ο διψασμένος, ο ξένος, ο γυμνός, ο ασθενής και ο φυλακισμένος της ευαγγελικής περικοπής κεντρίζουν τις ευθύνες μας και αποκαλύπτουν τις ενοχές μας. Ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί ως κοινωνικό σώμα αναζητούμε τρόπους υπέρβασης του Εγώ μας και προσέγγισης αυτών των δεινοπαθούντων συνανθρώπων μας με στόχο να φανούμε χρήσιμοι. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη ευαισθησία μετασχηματίζεται σε αλληλεγγύη και κοινωνική προσφορά.
Ωστόσο, η κοινωνική αλληλεγγύη ως αντίδραση στο ναρκισσιστικό μας εγώ δεν πρέπει να εκδηλώνεται μόνο σε ακραίες καταστάσεις (φυσικές καταστροφές, οικονομική κρίση….) αλλά να αποτελεί καθημερινή πρακτική. Επίσης, δεν πρέπει να βασίζεται απλά και μόνο σε ένα συναισθηματικό γεγονός, ούτε να τροφοδοτείται από συμπεριφορές οίκτου και ελεημοσύνης, αλλά να αποτελεί λογική επιλογή ενός υπαρξιακά συνειδητοποιημένου όντος.
Βέβαια, το περιεχόμενο της κοινωνικής αλληλεγγύης δεν προσδιορίζεται μόνο από τη ζοφερή αντικειμενική πραγματικότητα των ημερών μας αλλά και από το φορέα αυτής. Η έκφραση, δηλαδή, της κοινωνικής αλληλεγγύης μπορεί να λάβει τόσο ατομικό όσο και συλλογικό χαρακτήρα. Η μορφή αυτή των δράσεων καθορίζει τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και την ταχύτητά τους. Οι μορφές, λοιπόν, που μπορεί να λάβει η κοινωνική αλληλεγγύη είναι πολλές και προσδιορίζονται από τις ανάγκες – προβλήματα των συνανθρώπων μας αλλά κι από τη βούληση και το ηθικό υπόβαθρο των φορέων.
β. Οι μορφές της κοινωνικής αλληλεγγύης
Η κοινωνική αλληλεγγύη – όταν δεν λαμβάνει τη μορφή ελεημοσύνης – μπορεί να εκφραστεί σε τρία επίπεδα.
-Υλικό – οικονομικό: Η οικονομική στήριξη και η υλική προσφορά μπορούν να ανακουφίσουν τις ευαίσθητες οικονομικά ομάδες ανθρώπων που αγωνιούν και αγωνίζονται για την υλική επιβίωσή τους. Η κάλυψη, δηλαδή, των βασικών υλικών αναγκών συνιστά μια προτεραιότητα για τη ζωή του φτωχού, του άστεγου, του μετανάστη ή πρόσφυγα. Το περίσσευμα του δικού μας «αρρωστημένου» καταναλωτισμού μπορεί να αποτελέσει για τους οικονομικά ανήμπορους ανάσα ζωής και ελπίδα για το αύριο. Το δικό μας υλικό πλεόνασμα μέσα από την αλληλεγγύη μπορεί να γίνει ο «πλούτος» των οικονομικά δυσπραγούντων.
α. Η φαιά πραγματικότητα
Η οικονομική κρίση των ημερών μας και τα παρεπόμενα κοινωνικά ρήγματα συνθέτουν τη φαιά πραγματικότητα μέσα στην οποία πολλοί άνθρωποι, συνάνθρωποί μας, πασχίζουν να επιβιώσουν και να σταθούν όρθιοι σε συνθήκες που τρέφουν τη στέρηση, τη φτώχεια και την απόρριψη. Ανθρώπινες τραγωδίες και κοινωνικά δράματα προκαλούν συναισθηματικούς κραδασμούς, πληγώνουν την ανθρωπιά μας, ενοχοποιούν το Κοινωνικό μας Εγώ και αφυπνίζουν τη συνείδησή μας.
Ο πεινασμένος, ο διψασμένος, ο ξένος, ο γυμνός, ο ασθενής και ο φυλακισμένος της ευαγγελικής περικοπής κεντρίζουν τις ευθύνες μας και αποκαλύπτουν τις ενοχές μας. Ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί ως κοινωνικό σώμα αναζητούμε τρόπους υπέρβασης του Εγώ μας και προσέγγισης αυτών των δεινοπαθούντων συνανθρώπων μας με στόχο να φανούμε χρήσιμοι. Είναι η στιγμή που η ανθρώπινη ευαισθησία μετασχηματίζεται σε αλληλεγγύη και κοινωνική προσφορά.
Ωστόσο, η κοινωνική αλληλεγγύη ως αντίδραση στο ναρκισσιστικό μας εγώ δεν πρέπει να εκδηλώνεται μόνο σε ακραίες καταστάσεις (φυσικές καταστροφές, οικονομική κρίση….) αλλά να αποτελεί καθημερινή πρακτική. Επίσης, δεν πρέπει να βασίζεται απλά και μόνο σε ένα συναισθηματικό γεγονός, ούτε να τροφοδοτείται από συμπεριφορές οίκτου και ελεημοσύνης, αλλά να αποτελεί λογική επιλογή ενός υπαρξιακά συνειδητοποιημένου όντος.
Βέβαια, το περιεχόμενο της κοινωνικής αλληλεγγύης δεν προσδιορίζεται μόνο από τη ζοφερή αντικειμενική πραγματικότητα των ημερών μας αλλά και από το φορέα αυτής. Η έκφραση, δηλαδή, της κοινωνικής αλληλεγγύης μπορεί να λάβει τόσο ατομικό όσο και συλλογικό χαρακτήρα. Η μορφή αυτή των δράσεων καθορίζει τόσο την αποτελεσματικότητα όσο και την ταχύτητά τους. Οι μορφές, λοιπόν, που μπορεί να λάβει η κοινωνική αλληλεγγύη είναι πολλές και προσδιορίζονται από τις ανάγκες – προβλήματα των συνανθρώπων μας αλλά κι από τη βούληση και το ηθικό υπόβαθρο των φορέων.
β. Οι μορφές της κοινωνικής αλληλεγγύης
Η κοινωνική αλληλεγγύη – όταν δεν λαμβάνει τη μορφή ελεημοσύνης – μπορεί να εκφραστεί σε τρία επίπεδα.
-Υλικό – οικονομικό: Η οικονομική στήριξη και η υλική προσφορά μπορούν να ανακουφίσουν τις ευαίσθητες οικονομικά ομάδες ανθρώπων που αγωνιούν και αγωνίζονται για την υλική επιβίωσή τους. Η κάλυψη, δηλαδή, των βασικών υλικών αναγκών συνιστά μια προτεραιότητα για τη ζωή του φτωχού, του άστεγου, του μετανάστη ή πρόσφυγα. Το περίσσευμα του δικού μας «αρρωστημένου» καταναλωτισμού μπορεί να αποτελέσει για τους οικονομικά ανήμπορους ανάσα ζωής και ελπίδα για το αύριο. Το δικό μας υλικό πλεόνασμα μέσα από την αλληλεγγύη μπορεί να γίνει ο «πλούτος» των οικονομικά δυσπραγούντων.
-Κοινωνικό: Ο φτωχός, ο άστεγος και ο μετανάστης δεν υφίστανται μόνον τις συνέπειες της οικονομικής δυσπραγίας αλλά κι από τη βαρβαρότητα της μοναξιάς και του κοινωνικού αποκλεισμού. Την ψυχοφθόρα δράση των παραπάνω μπορεί να αμβλύνει η δική μας θέληση για επικοινωνία και αποδοχή. Κι αυτό γιατί οι φτωχοί, οι άστεγοι και οι αποκλεισμένοι δεν αποτελούν το κατώτερο τμήμα της κοινωνίας μας αλλά το άλλο πρόσωπό της. Αποτελούν κομμάτι ζωντανό της κοινωνίας μας που φωτίζει το γκρίζο πρόσωπό της. Στους ανθρώπους αυτούς χρωστάμε ένα χαμόγελο, μια γλυκιά λέξη, έναν έπαινο, μια επιβεβαίωση. Γιατί κι εμείς υπάρχουμε και «ξεχωρίζουμε» μέσα από την παρουσία και των άλλων και όχι υποχρεωτικά εξαιτίας του «χαρισματικού» εγώ μας.
-Ψυχο-συναισθηματικό: Ο οικονομικά άπορος και κοινωνικά μοναχός εύκολα βιώνει σε δραματικό βαθμό τα αρνητικά συναισθήματα της μειονεξίας και της μοιρολατρίας. Οι άνθρωποι αυτοί αισθάνονται αδικημένοι, αποτυχημένοι και εξορισμένοι από τους άλλους τους πετυχημένους, τους τυχερούς και τους ευνοημένους της ζωής. Σε αυτά τα συναισθήματα η ψυχο-συναισθηματική μας αλληλεγγύη μπορεί να διέπεται από τη θερμότητα μιας συζήτησης προσωπικής, από την προβολή του ανθρώπινου προσώπου – κι όχι προσωπείου – του εαυτού μας κι από μια άδολη κατάθεση ψυχής. Έτσι ο οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά αποδιοργανωμένος συνάνθρωπός μας μπορεί να νιώσει πως δεν είναι μόνος και πως μπορεί να ελπίζει σε μια ανθρώπινη συμ-παρουσία. Εξάλλου όλοι υποκείμεθα στον αδυσώπητο νόμο της αβεβαιότητας και της εντροπίας.
γ. Αλληλεγγύη και Κοινοτισμός
Βέβαια πέρα από την κοινωνική αλληλεγγύη στα τρία παραπάνω επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό, ψυχο-συναισθηματικό) υπάρχει και η ηθική παράμετρος που μας διαφοροποιεί από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και καταδεικνύει την ποιότητα του πολιτισμού μας. Η έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης αποκαλύπτει το ηθικό υπόβαθρο τόσο του ατόμου όσο και των σύγχρονων κοινωνιών.
Αντίθετα, μια κοινωνία που αδιαφορεί και προσπερνά τη φτώχεια και τη δυστυχία των άλλων είναι μια κοινωνία ανάπηρη, μια μη-κοινωνία. Γιατί η κοινωνία προϋποθέτει και συνεπάγεται την κοινότητα και το κοινό. Ο κοινοτισμός ως ιδέα, κίνημα και πολιτική επιλογή εξανθρωπίζει το άτομο και το μετατρέπει σε «πρόσωπο». Κι αυτό γιατί ο κοινοτισμός δίνει έμφαση στις διανθρώπινες σχέσεις και στον ψυχικό σύνδεσμο των ανθρώπων που ζουν στην κοινότητα.
Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, συγκλίνουν και αλληλονοηματοδοτούνται η κοινωνική αλληλεγγύη και ο κοινοτισμός. Οι ηθικές προτεραιότητες και η αναγωγή του συν-ανήκειν και συν-κοινωνείν σε απόλυτες ατομικές και κοινωνικές αξίες συνιστούν τα βάθρα μιας υγιούς κοινωνίας.
Η κοινωνική αλληλεγγύη, λοιπόν, απορρέει από τη φυσική ανάγκη να συνυπάρχουμε με άλλα ανθρώπινα όντα. Συνιστά μια από τις πολλές εκφράσεις της κατηγορικής προσταγής του Καντ που συμπληρώνει τον χρυσό κανόνα.
Και επειδή πολλοί θα αντιτείνουν πως η βοήθεια στον «πλησίον» συνιστά μια υπέρβαση του ναρκισσισμού μας και γι’ αυτό η αλληλεγγύη είναι δύσκολο έργο, τότε το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε ως άτομο και κοινωνία είναι αυτό που διακήρυξε ο Δαλάι Λάμα.
«Αν μπορείς να βοηθάς τους άλλους. Αν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, τουλάχιστον μην τους προκαλείς κακό».
γ. Αλληλεγγύη και Κοινοτισμός
Βέβαια πέρα από την κοινωνική αλληλεγγύη στα τρία παραπάνω επίπεδα (οικονομικό, κοινωνικό, ψυχο-συναισθηματικό) υπάρχει και η ηθική παράμετρος που μας διαφοροποιεί από το υπόλοιπο ζωικό βασίλειο και καταδεικνύει την ποιότητα του πολιτισμού μας. Η έκφραση της κοινωνικής αλληλεγγύης αποκαλύπτει το ηθικό υπόβαθρο τόσο του ατόμου όσο και των σύγχρονων κοινωνιών.
Αντίθετα, μια κοινωνία που αδιαφορεί και προσπερνά τη φτώχεια και τη δυστυχία των άλλων είναι μια κοινωνία ανάπηρη, μια μη-κοινωνία. Γιατί η κοινωνία προϋποθέτει και συνεπάγεται την κοινότητα και το κοινό. Ο κοινοτισμός ως ιδέα, κίνημα και πολιτική επιλογή εξανθρωπίζει το άτομο και το μετατρέπει σε «πρόσωπο». Κι αυτό γιατί ο κοινοτισμός δίνει έμφαση στις διανθρώπινες σχέσεις και στον ψυχικό σύνδεσμο των ανθρώπων που ζουν στην κοινότητα.
Σε αυτό το σημείο, λοιπόν, συγκλίνουν και αλληλονοηματοδοτούνται η κοινωνική αλληλεγγύη και ο κοινοτισμός. Οι ηθικές προτεραιότητες και η αναγωγή του συν-ανήκειν και συν-κοινωνείν σε απόλυτες ατομικές και κοινωνικές αξίες συνιστούν τα βάθρα μιας υγιούς κοινωνίας.
Η κοινωνική αλληλεγγύη, λοιπόν, απορρέει από τη φυσική ανάγκη να συνυπάρχουμε με άλλα ανθρώπινα όντα. Συνιστά μια από τις πολλές εκφράσεις της κατηγορικής προσταγής του Καντ που συμπληρώνει τον χρυσό κανόνα.
Και επειδή πολλοί θα αντιτείνουν πως η βοήθεια στον «πλησίον» συνιστά μια υπέρβαση του ναρκισσισμού μας και γι’ αυτό η αλληλεγγύη είναι δύσκολο έργο, τότε το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε ως άτομο και κοινωνία είναι αυτό που διακήρυξε ο Δαλάι Λάμα.
«Αν μπορείς να βοηθάς τους άλλους. Αν δεν μπορείς να το κάνεις αυτό, τουλάχιστον μην τους προκαλείς κακό».
Σημασία έχει να αγαπάς, να μην κρίνεις και να μη θες να γίνεις κάτι που δεν είσαι
Μια φορά κι έναν καιρό μια γούρνα συνάντησε ένα ποτάμι.
«Είμαι απλά μια γούρνα που αδειάζει όταν περνάνε τα αμάξια και όταν σταματήσει να βρέχει πάλι αδειάζω. Θα ήθελα να είμαι σαν κι εσένα ποτάμι και να κυλάω». Το ποτάμι δεν μίλησε.
Μια φορά το ποτάμι συνάντησε μια λίμνη.
«Είμαι απλά ένα ποτάμι που τα νερά μου πηγαίνουν προς μια κατεύθυνση, οι άνθρωποι σπάνια κάνουν μπάνιο σε εμένα. Θα ήθελα είμαι σαν κι εσένα λίμνη και να σηκώνω βάρκες». Η λίμνη δεν μίλησε.
Μια φορά η λίμνη συνάντησε τη θάλασσα.
«Είμαι απλά μια λίμνη που το νερό μου δεν πίνετε, στοιβάζομαι σε συγκεκριμένες περιοχές και δεν έχω καθόλου βάθος. Θα ήθελα να είμαι σαν κι εσένα θάλασσα και να εμπνέω τους ποιητές». Η θάλασσα δεν μίλησε.
Μια φορά η θάλασσα συνάντησε τον ωκεανό.
«Είμαι απλά μια θάλασσα που έρχονται οι άνθρωποι μόνο τα καλοκαίρια για να με δουν, επίσης μου πετάνε πέτρες τα παιδιά και όταν θυμώνω πολύ δημιουργώ ναυάγια. Θα ήθελα να είμαι ωκεανός, τόσο μεγάλος που να μην έχω ανάγκη κανέναν». Ο ωκεανός δεν μίλησε.
Έναν καιρό που ο ωκεανός είχε ακούσει όλα όσα λέγανε τα απόνερα, το γλυφό, αλλά και το αλμυρό νερό, αλλά και τα καταγάλανα νερά είπε.
«Σημασία έχει να αγαπάς, να μην κρίνεις και να μη θες να γίνεις κάτι που δεν είσαι. Αν σκεφτείς πως μια μικρή σταγόνα είναι εξίσου σημαντική με έναν ωκεανό, τότε θα αρχίσεις να εκτιμάς το οτιδήποτε μικρό έχεις στη ζωή σου. Ακόμα, να εκφράζεσαι, να μην το πνίγεις μέσα σου. Αν το ποτάμι μίλαγε στη γούρνα, αν η λίμνη μίλαγε στο ποτάμι, αν η θάλασσα μίλαγε στη λίμνη τότε τα νερά μας θα ήταν πιο όμορφα και ίσως να μην πνιγόμασταν, σε μια κουταλιά νερό».
«Είμαι απλά μια γούρνα που αδειάζει όταν περνάνε τα αμάξια και όταν σταματήσει να βρέχει πάλι αδειάζω. Θα ήθελα να είμαι σαν κι εσένα ποτάμι και να κυλάω». Το ποτάμι δεν μίλησε.
Μια φορά το ποτάμι συνάντησε μια λίμνη.
«Είμαι απλά ένα ποτάμι που τα νερά μου πηγαίνουν προς μια κατεύθυνση, οι άνθρωποι σπάνια κάνουν μπάνιο σε εμένα. Θα ήθελα είμαι σαν κι εσένα λίμνη και να σηκώνω βάρκες». Η λίμνη δεν μίλησε.
Μια φορά η λίμνη συνάντησε τη θάλασσα.
«Είμαι απλά μια λίμνη που το νερό μου δεν πίνετε, στοιβάζομαι σε συγκεκριμένες περιοχές και δεν έχω καθόλου βάθος. Θα ήθελα να είμαι σαν κι εσένα θάλασσα και να εμπνέω τους ποιητές». Η θάλασσα δεν μίλησε.
Μια φορά η θάλασσα συνάντησε τον ωκεανό.
«Είμαι απλά μια θάλασσα που έρχονται οι άνθρωποι μόνο τα καλοκαίρια για να με δουν, επίσης μου πετάνε πέτρες τα παιδιά και όταν θυμώνω πολύ δημιουργώ ναυάγια. Θα ήθελα να είμαι ωκεανός, τόσο μεγάλος που να μην έχω ανάγκη κανέναν». Ο ωκεανός δεν μίλησε.
Έναν καιρό που ο ωκεανός είχε ακούσει όλα όσα λέγανε τα απόνερα, το γλυφό, αλλά και το αλμυρό νερό, αλλά και τα καταγάλανα νερά είπε.
«Σημασία έχει να αγαπάς, να μην κρίνεις και να μη θες να γίνεις κάτι που δεν είσαι. Αν σκεφτείς πως μια μικρή σταγόνα είναι εξίσου σημαντική με έναν ωκεανό, τότε θα αρχίσεις να εκτιμάς το οτιδήποτε μικρό έχεις στη ζωή σου. Ακόμα, να εκφράζεσαι, να μην το πνίγεις μέσα σου. Αν το ποτάμι μίλαγε στη γούρνα, αν η λίμνη μίλαγε στο ποτάμι, αν η θάλασσα μίλαγε στη λίμνη τότε τα νερά μας θα ήταν πιο όμορφα και ίσως να μην πνιγόμασταν, σε μια κουταλιά νερό».
Οι απαρχές της κοσμολογίας
H φιλοσοφική κοσμολογία των αρχαίων Ελλήνων δεν προέκυψε εκ του μηδενός. Οι πρώτοι κοσμολόγοι φιλόσοφοι που συνήθως μνημονεύονται ως Ίωνες ή Μιλήσιοι κοσμολόγοι επειδή έδρασαν στη Μίλητο της Ιωνίας – μπορούσαν να αντιδράσουν απέναντι σε λαϊκές αντιλήψεις που είχαν επικρατήσει στον αρχαιοελληνικό κόσμο για ένα μακρό χρονικό διάστημα ή μερικές φορές να στηριχθούν σ’ αυτές.
Ορισμένες από τις λαϊκές αυτές αντιλήψεις μπορούν να σταχυολογηθούν από την ποίηση του Ομήρου και του Ησιόδου (όγδοος αιώνας π.Χ.).
Στον Όμηρο ο κόσμος συλλαμβάνεται ως επίπεδη γη, την οποία περιβάλλει ο Ωκεανός, και πάνω από την οποία δεσπόζει ένας ημισφαιρικός ουράνιος θόλος, με τον ήλιο, τη σελήνη και τα αστέρια.
Οι σεληνιακοί μήνες χρησιμοποιούνταν για μικρής κλίμακας ημερολογιακούς υπολογισμούς και κάποια στιγμή – αν και δεν υπάρχουν ίχνη του στον Όμηρο και τον Ησίοδο – κάποια μορφή ηλιακο – σεληνιακού ημερολογίου ήταν καθιερωμένη.
Κατά παράδοση αυτού του τύπου οι κοσμικοί πρωταγωνιστές όπως η γη, ο ήλιος και η σελήνη θεωρούνται θεοί και λατρεύονταν ως θεοί, αν και η λατρεία τους στην αρχαία Ελλάδα δεν φαίνεται να απέκτησε ποτέ το κύρος της λατρείας των Ολύμπιων θεών, πασίγνωστης από τον μύθο και την ποίηση.
Αλλά ακόμη και στον Όμηρο, όταν ο Δίας συγκαλεί συνέλευση των θεών προσέρχονται σ’ αυτήν επίσης και ποταμοί, εκτός από τον Ωκεανό, και οι νύμφες.
Ο αρχαίος κόσμος μπορεί να επικαλείται σε προσευχές ή να καλεί ως μάρτυρες σε όρκους τον ήλιο, τη γη, τον ουρανό, τα ποτάμια και τους ανέμους.
Ορισμένοι Ολύμπιοι θεοί επίσης συνδέονταν – και σε κάποια συμφραζόμενα ακόμη και ταυτίζονταν – με συγκεκριμένα κοσμικά φαινόμενα (ο Δίας που μαζεύει τα σύννεφα ως θεός του ουρανού, ο Ποσειδώνας ως θεός της θάλασσας κ.ο.κ.)
Επιπλέον, τόσο στον αρχαιοελληνικό κόσμο όσο και στους γειτονικούς πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής κυκλοφορούσαν μυθικές ιστορίες σχετικά με την προέλευση του κόσμου η οποία συλλαμβανόταν ως διαδοχική γέννηση τέτοιων κοσμογονικών θεοτήτων.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, όταν κανείς μιλούσε για τον κόσμο σήμαινε ότι μιλά για τους θεούς, και οι θεωρίες σχετικά με την προέλευση του κόσμου (κοσμογονίες) ήταν ακριβώς ιστορίες που αφηγούνταν τη γενεαλογία των θεών (θεογονίες).
Το πλέον αντιπροσωπευτικό αρχαιοελληνικό παράδειγμα της δεύτερης κατηγορίας είναι η Θεογονία του Ησίοδου (δεύτερο μισό του όγδοου αιώνα π.Χ.).
Σε αυτό το έργο τα πρώτα στάδια της ιστορίας του κόσμου αναπαριστώνται ως εξής (Θεογονία 116-33):
«Πρώτιστα έγινε το Χάος, μετά η Γη (Γαία) η ευρύστερνη,
βάθρο παντοτινό κι ασάλευτο όλων των αθανάτων που διαφεντεύουν
τις κορφές του χιονισμένου Ολύμπου˙ συνάμα ο
Έρωτας, κάλλιστος στους αθάνατους θεούς, λυσιμελής,
δαμάζοντας τα στήθη όλων, θεών κι ανθρώπων,
λυγίζοντας το νου τους και τη φρόνιμη βουλή τους.
Από το Χάος βγήκαν το Έρεβος κι η μαύρη Νύχτα. Από τη νύχτα πρόβαλε
η Ημέρα κι ο Αιθέρας – έστερξε στην αγάπη του, και
γκαστρωμένη από το Έρεβος τους έφερε στον κόσμο τη Νύχτα.
Γέννησε η Γη πρώτον, όμοιο κι ίσο της, τον έναστρο Ουρανό,
για να την σκέπει από παντού, θρόνο ασάλευτο των
μακαρίων θεών, για πάντα.
Έπειτα γέννησε και τα μεγάλα Όρη,
χαριτωμένους τόπους των Νυμφών, που κατοικούνε
στις κοιλάδες των βουνών.
Γέννησε ακόμη, ατρύγητο κι από κύμα φουσκωμένο πέλαγος.
Τον Πόντο – ανέραστη, δίχως να ζευγαρώσει. Ύστερα την κοιμήθηκε ο Ουρανός, κι έτσι γεννήθηκεν ο βαθυστρόβιλος Ωκεανός….
Με τον παρατακτικό τρόπο που χαρακτηρίζει τον αρχαιοελληνικό πολυθεϊσμό, αυτή η ιστορία απεικονίζει τον κόσμο ως μια πολλαπλότητα διακριτών θεϊκών οντοτήτων:
κάθε θεός έχει τη δική του επικράτεια, και κάθε θεά τη δική της.
Οι οικείοι Ολύμπιοι θεοί προκύπτουν αργότερα στην εξέλιξη της ιστορίας και είναι ακόμη πιο ανθρωπομορφικοί στον χαρακτήρα.
Αλλά και οι πιο «αφηρημένες» θεότητες αυτών των πρώτων σταδίων, όπως η Νύχτα και η Γη, οι οποίες παίζουν τον ρόλο τους αμέσως μετά τις πρώτες απαρχές από το αρχέγονο Χάος, συμπεριφέρονται με τρόπο ανθρωπομορφικό: σμίγουν ερωτικά και γεννούν απογόνους.
Ως ιστορία (μύθος) μπορεί να είναι ελκυστική, πρόκειται όμως για μια εξήγηση των ειδών. Για ποιόν λόγο ο θεός Α συμβαίνει να ερωτευθεί θεό Β παραμένει ερώτημα τόσο σκοτεινό όσο σκοτεινή είναι και η φύση του έρωτα στον κόσμο των θνητών.
Οι αναγνώστες ή οι ακροατές μπορεί να δεχθούν αυτά τα στοιχεία της ιστορίας ως αληθινά, αλλά από μια ευρύτερη οπτική στην ουσία δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει.
Επιπλέον, ο ερμηνευτικός μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο θεοί φέρνουν στη ζωή άλλους θεούς ύστερα από ερωτική ένωση, προφανώς επιτρέπει εξαιρέσεις.
Η θάλασσα, για παράδειγμα, προκύπτει από τη Γη, χωρίς αν προηγηθεί συνεύρεση.
Ούτε είναι σε όλες τις περιπτώσεις σαφές γιατί ο θεός Χ γεννιέται από τον θεό Ψ: τα διάφορα στάδια της ιστορίας δεν συνδέονται με απολύτως σαφή τρόπο. Πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί πίσω από τη γέννηση ενός θεού από κάποιον άλλον θεό να κρύβεται ένα είδος λογικής, αλλά αυτό είναι πάντοτε ζήτημα ερμηνείας, και οι συνδέσεις που μπορεί να φέρει στο φως μια τέτοια ερμηνεία να είναι αρκετά διαφορετικές.
Η νύχτα, για παράδειγμα, λέγεται πως γέννησε τη Μέρα, και μπορούμε να εικάσουμε ότι αυτό συμβαίνει επειδή η Μέρα ακολουθεί τη Νύχτα.
Οπουδήποτε αλλού όμως η Νύχτα είναι επίσης η μητέρα του Θανάτου (Θεογονία 212), ίσως επειδή η Νύχτα και ο Θάνατος μοιράζονται τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά. Επίσης, σε άλλο σημείο (Θεογονία 224) η Νύχτα λέγεται ότι είναι η μητέρα της Απάτης, και ορισμένοι ερμηνευτές θεωρούν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι απάτες συμβαίνουν γενικά κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Αλλά τέτοιες συνδέσεις στην καλύτερη περίπτωση προκύπτουν από συσχετισμούς και είναι αφηρημένες, και δεν συμβάλλουν σε μια σαφή και συνεπή περιγραφή.
Είναι χρήσιμο να τα συγκρίνουμε όλα αυτά με την πρώτη φιλοσοφική κοσμογονία της οποίας τα κύρια σημεία είναι λίγο έως πολύ σαφή.
Επινοήθηκε από τον Αναξίμανδρο, ύστερα από έναν και πλέον αιώνα από το ποίημα του Ησιόδου.
Τα κύρια σημεία της πρέπει να ανασυντεθούν από διάφορα τμήματα έμμεσων μαρτυριών και οι απόψεις διαφέρουν σχετικά με το πλήθος των λεπτομερειών αυτής της ανασύνθεσης. Ωστόσο, τα κύρια γνωρίσματα της ακόλουθης περιγραφής δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση.
Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο, ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε προήλθε από μια αιώνια, και αιωνίως κινούμενη, ποιοτικά και ποσοτικά απροσδιόριστη πρώτη ύλη, το άπειρον, μέσω μιας διαδικασίας διαδοχικών σταδίων…..
Στο πρώτο στάδιο ένα πεπερασμένο σπέρμα (γόνιμον), διαχωρίζεται από το άπειρον. Λέγεται ότι από το γόνιμον προέκυψαν η θερμότητα και η ψυχρότητα, πιθανώς επειδή κατά μια έννοια αυτά τα αντίθετα περιέχονταν ήδη στο άπειρον.
Σε ένα δεύτερο στάδιο, το θερμό (με τη μορφή της φλόγας) και το ψυχρό (με τη μορφή ενός είδους υγρασίας ή ομίχλης) πράγματι διαχωρίζονται, και η φλόγα αναπτύσσεται σαν ένα είδος πύρινου φλοιού γύρω από το υγρό κέντρο, μέρος του οποίου στεγνώνει και γίνεται γη.
Στο τρίτο στάδιο, η ένταση ανάμεσα στα αντίθετα «στοιχεία» γίνεται τόσο δυνατή, ώστε όλη η κατασκευή εκρήγνυται.
Ο πύρινος φλοιός ανοίγει και τα τμήματά του εκσφενδονίζονται, για να σχηματίσουν πύρινους δακτυλίους σε διάφορες αποστάσεις γύρω από το κέντρο, το οποίο συνίσταται από γη και ομίχλη.
Λίγη ομίχλη διαχέεται και περιβάλλει τους πύρινους ουράνιους κύκλους, αφήνοντας ανοιχτές μόνο μερικές οπές μέσω των οποίων λάμπει η φωτιά.
Το αποτέλεσμα είναι η βασική δομή του γνωστού μας κόσμου:
γη, νερό και αέρας (τρεις εκφάνσεις του «ψυχρού») στο κέντρο, και «τροχοί» φωτιάς περιβαλλόμενοι από ομίχλη σε διάφορες αποστάσεις.
Η φωτιά που λάμπει μέσα από τις οπές είναι ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως ουράνια σώματα.
Στους δακτυλίους των ουράνιων σωμάτων η μάχη μεταξύ της φωτιάς και ομίχλης εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο της:
κάποτε οι οπές κλείνουν εν μέρει ή εντελώς από την ομίχλη, άλλοτε πάλι η φωτιά τις «ανακτά», γεγονός που εξηγεί διάφορα αστρονομικά φαινόμενα, όπως οι φάσεις της σελήνης και οι εκλείψεις τόσο οι ηλιακές όσο και οι σεληνιακές.
Στην πορεία της διαδικασίας κατά την οποία η γη στέγνωσε, έμβια όντα γεννήθηκαν αυθόρμητα από το βούρκο ή τη λάσπη.
Ως ψάρια ή ιχθυοφόρα όντα, γεννήθηκαν στα υγρά μέρη και περιβάλλονταν από ακανθώδεις φλοιούς.
Όταν έφτασαν στα ξηρότερα μέρη, οι φλοιοί άρχισαν να σπάζουν και τα όντα άρχισαν πλέον να ζουν για λίγο στην ξηρά.
Τέλος, υπάρχει μια παραστατική περιγραφή της γέννησης των πρώτων ανθρώπινων όντων.
Τα ανθρώπινα νήπια δεν μπορούν να έρθουν στον κόσμο με τον ίδιο τρόπο όπως τα άλλα όντα, γιατί είναι τελείως αβοήθητα κατά τα πρώτα έτη της ύπαρξής τους.
Έτσι, πληροφορούμαστε ότι ξεκίνησαν ως έμβρυα σε μεγάλο ψάρι, και ξεπρόβαλλαν από αυτά όταν ήταν αρκετά δυνατά ώστε να θρέψουν τον εαυτό τους.
Συγκριτικά με την περιγραφή του Ησιόδου έχουν αλλάξει πολλά.
Σε αντίθεση προς το συνολικό ησιόδειο φάσμα των ανεξάρτητων κοσμικών παραγόντων, συναντούμε τώρα μια πιο αναγωγική προσέγγιση:
διάφορα στάδια της κοσμογονίας, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής της γέννησης των έμβιων όντων (ζωογονία), όπως και μερικά φαινόμενα στον κόσμο καθώς είναι στο παρόν, εξηγούνται με αναφορά στη διάδραση δυο μόνο παραγόντων (του θερμού και του ψυχρού), τα οποία από το ξεκίνημα ακόμα διαχωρίζονται από την άπειρη αρχή του παντός.
Επιπλέον, αυτοί οι βασικοί εξηγητικοί παράγοντες δεν είναι πια ανθρωπόμορφοι λίγο ως πολύ θεοί.
Αντίθετα, η γέννηση του κόσμου εξηγείται με όρους αναγνωρίσιμων στοιχείων της φύσης – με άλλα λόγια, η προσέγγιση είναι φυσιοκρατική.
Επιπλέον, μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται τα διάφορα στάδια της διαδικασίας.
Γνωρίζουμε πως το ψυχρό (με τη μορφή του υγρού) και το θερμό αλληλεπιδρούν και τείνουν να αφανίσουν το ένα το άλλο.
Στην κατανόηση της ιστορίας συμβάλλει, επίσης, η εισαγωγή της αναλογίας.
Το «σπέρμα» που το άπειρο παράγει στη αρχή και από το οποίο θα προκύψει ο κόσμος παρουσιάζεται ως μια σπερματόμορφη μάζα, και στο δεύτερο στάδιο η φωτιά λέγεται ότι περιβάλλει τον υγρό πυρήνα ως ένα είδος φλοιού.
Πράγματι, διακρίνουμε μια εντυπωσιακή ομοιότητα ανάμεσα στις περιγραφές της «γένεσης» του κόσμου και εκείνες της γένεσης των έμβιων όντων (και ανθρώπων που αρχικά «περικλείονται» σε ψάρι).
Δεν συνιστά ίσως τόλμημα να κάνουμε λόγο για την εφαρμογή ενός στοιχειώδους γενετικού βιολογικού προτύπου.
Υπάρχει μια επιπλέον διαφορά ανάμεσα στις μυθικές κοσμογονίες και τα φιλοσοφικά τους αντίστοιχα – μια διαφορά συμφραζομένων μάλλον παρά περιεχομένου, η οποία αντίστοιχα παραβλέπεται συχνά.
Η Θεογονία του Ησιόδου αυτοσυστήνεται ως ύμνος.
Το περιεχόμενο των ύμνων συνήθως δεν ήταν πρωτότυπο.
Είχαν την τάση αν διατυπώνουν και να εξωραΐζουν ότι ήταν δεδομένο από την παράδοση.
Έτσι άρμοζε ιδιαίτερα να απαγγελθούν στο πλαίσιο σημαντικών κοινωνικών και τελετουργικών γεγονότων.
Αυτό αφορά επίσης και τις θεογονίες, η κύρια λειτουργία των οποίων ήταν να συνδέουν το υπάρχον πάνθεον με μια υποτιθέμενη προέλευση του κόσμου, και έτσι συχνά συνδέονταν με την τελετουργία και τη λατρεία.
Δεν μαρτυρούνται παρόμοιες συνδέσεις με την παράδοση και την τελετουργία (ούτε είναι εύλογες) για τους πρώιμους Ίωνες κοσμολόγους.
Φαίνεται ότι αυτοί επιδόθηκαν στη θεωρητική αναζήτηση για χάρη της θεωρητικής αναζήτησης, αισθάνονταν ελεύθεροι να κάνουν υποθέσεις και δεν είχαν ενδοιασμούς να επινοήσουν θεωρίες που ήταν ριζικά διαφορετικές από εκείνες των προδρόμων τους.
Ορισμένες από τις λαϊκές αυτές αντιλήψεις μπορούν να σταχυολογηθούν από την ποίηση του Ομήρου και του Ησιόδου (όγδοος αιώνας π.Χ.).
Στον Όμηρο ο κόσμος συλλαμβάνεται ως επίπεδη γη, την οποία περιβάλλει ο Ωκεανός, και πάνω από την οποία δεσπόζει ένας ημισφαιρικός ουράνιος θόλος, με τον ήλιο, τη σελήνη και τα αστέρια.
Οι σεληνιακοί μήνες χρησιμοποιούνταν για μικρής κλίμακας ημερολογιακούς υπολογισμούς και κάποια στιγμή – αν και δεν υπάρχουν ίχνη του στον Όμηρο και τον Ησίοδο – κάποια μορφή ηλιακο – σεληνιακού ημερολογίου ήταν καθιερωμένη.
Κατά παράδοση αυτού του τύπου οι κοσμικοί πρωταγωνιστές όπως η γη, ο ήλιος και η σελήνη θεωρούνται θεοί και λατρεύονταν ως θεοί, αν και η λατρεία τους στην αρχαία Ελλάδα δεν φαίνεται να απέκτησε ποτέ το κύρος της λατρείας των Ολύμπιων θεών, πασίγνωστης από τον μύθο και την ποίηση.
Αλλά ακόμη και στον Όμηρο, όταν ο Δίας συγκαλεί συνέλευση των θεών προσέρχονται σ’ αυτήν επίσης και ποταμοί, εκτός από τον Ωκεανό, και οι νύμφες.
Ο αρχαίος κόσμος μπορεί να επικαλείται σε προσευχές ή να καλεί ως μάρτυρες σε όρκους τον ήλιο, τη γη, τον ουρανό, τα ποτάμια και τους ανέμους.
Ορισμένοι Ολύμπιοι θεοί επίσης συνδέονταν – και σε κάποια συμφραζόμενα ακόμη και ταυτίζονταν – με συγκεκριμένα κοσμικά φαινόμενα (ο Δίας που μαζεύει τα σύννεφα ως θεός του ουρανού, ο Ποσειδώνας ως θεός της θάλασσας κ.ο.κ.)
Επιπλέον, τόσο στον αρχαιοελληνικό κόσμο όσο και στους γειτονικούς πολιτισμούς της Εγγύς Ανατολής κυκλοφορούσαν μυθικές ιστορίες σχετικά με την προέλευση του κόσμου η οποία συλλαμβανόταν ως διαδοχική γέννηση τέτοιων κοσμογονικών θεοτήτων.
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, όταν κανείς μιλούσε για τον κόσμο σήμαινε ότι μιλά για τους θεούς, και οι θεωρίες σχετικά με την προέλευση του κόσμου (κοσμογονίες) ήταν ακριβώς ιστορίες που αφηγούνταν τη γενεαλογία των θεών (θεογονίες).
Το πλέον αντιπροσωπευτικό αρχαιοελληνικό παράδειγμα της δεύτερης κατηγορίας είναι η Θεογονία του Ησίοδου (δεύτερο μισό του όγδοου αιώνα π.Χ.).
Σε αυτό το έργο τα πρώτα στάδια της ιστορίας του κόσμου αναπαριστώνται ως εξής (Θεογονία 116-33):
«Πρώτιστα έγινε το Χάος, μετά η Γη (Γαία) η ευρύστερνη,
βάθρο παντοτινό κι ασάλευτο όλων των αθανάτων που διαφεντεύουν
τις κορφές του χιονισμένου Ολύμπου˙ συνάμα ο
Έρωτας, κάλλιστος στους αθάνατους θεούς, λυσιμελής,
δαμάζοντας τα στήθη όλων, θεών κι ανθρώπων,
λυγίζοντας το νου τους και τη φρόνιμη βουλή τους.
Από το Χάος βγήκαν το Έρεβος κι η μαύρη Νύχτα. Από τη νύχτα πρόβαλε
η Ημέρα κι ο Αιθέρας – έστερξε στην αγάπη του, και
γκαστρωμένη από το Έρεβος τους έφερε στον κόσμο τη Νύχτα.
Γέννησε η Γη πρώτον, όμοιο κι ίσο της, τον έναστρο Ουρανό,
για να την σκέπει από παντού, θρόνο ασάλευτο των
μακαρίων θεών, για πάντα.
Έπειτα γέννησε και τα μεγάλα Όρη,
χαριτωμένους τόπους των Νυμφών, που κατοικούνε
στις κοιλάδες των βουνών.
Γέννησε ακόμη, ατρύγητο κι από κύμα φουσκωμένο πέλαγος.
Τον Πόντο – ανέραστη, δίχως να ζευγαρώσει. Ύστερα την κοιμήθηκε ο Ουρανός, κι έτσι γεννήθηκεν ο βαθυστρόβιλος Ωκεανός….
Με τον παρατακτικό τρόπο που χαρακτηρίζει τον αρχαιοελληνικό πολυθεϊσμό, αυτή η ιστορία απεικονίζει τον κόσμο ως μια πολλαπλότητα διακριτών θεϊκών οντοτήτων:
κάθε θεός έχει τη δική του επικράτεια, και κάθε θεά τη δική της.
Οι οικείοι Ολύμπιοι θεοί προκύπτουν αργότερα στην εξέλιξη της ιστορίας και είναι ακόμη πιο ανθρωπομορφικοί στον χαρακτήρα.
Αλλά και οι πιο «αφηρημένες» θεότητες αυτών των πρώτων σταδίων, όπως η Νύχτα και η Γη, οι οποίες παίζουν τον ρόλο τους αμέσως μετά τις πρώτες απαρχές από το αρχέγονο Χάος, συμπεριφέρονται με τρόπο ανθρωπομορφικό: σμίγουν ερωτικά και γεννούν απογόνους.
Ως ιστορία (μύθος) μπορεί να είναι ελκυστική, πρόκειται όμως για μια εξήγηση των ειδών. Για ποιόν λόγο ο θεός Α συμβαίνει να ερωτευθεί θεό Β παραμένει ερώτημα τόσο σκοτεινό όσο σκοτεινή είναι και η φύση του έρωτα στον κόσμο των θνητών.
Οι αναγνώστες ή οι ακροατές μπορεί να δεχθούν αυτά τα στοιχεία της ιστορίας ως αληθινά, αλλά από μια ευρύτερη οπτική στην ουσία δεν καταλαβαίνουν τι συμβαίνει.
Επιπλέον, ο ερμηνευτικός μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο θεοί φέρνουν στη ζωή άλλους θεούς ύστερα από ερωτική ένωση, προφανώς επιτρέπει εξαιρέσεις.
Η θάλασσα, για παράδειγμα, προκύπτει από τη Γη, χωρίς αν προηγηθεί συνεύρεση.
Ούτε είναι σε όλες τις περιπτώσεις σαφές γιατί ο θεός Χ γεννιέται από τον θεό Ψ: τα διάφορα στάδια της ιστορίας δεν συνδέονται με απολύτως σαφή τρόπο. Πράγματι, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί πίσω από τη γέννηση ενός θεού από κάποιον άλλον θεό να κρύβεται ένα είδος λογικής, αλλά αυτό είναι πάντοτε ζήτημα ερμηνείας, και οι συνδέσεις που μπορεί να φέρει στο φως μια τέτοια ερμηνεία να είναι αρκετά διαφορετικές.
Η νύχτα, για παράδειγμα, λέγεται πως γέννησε τη Μέρα, και μπορούμε να εικάσουμε ότι αυτό συμβαίνει επειδή η Μέρα ακολουθεί τη Νύχτα.
Οπουδήποτε αλλού όμως η Νύχτα είναι επίσης η μητέρα του Θανάτου (Θεογονία 212), ίσως επειδή η Νύχτα και ο Θάνατος μοιράζονται τα ίδια αρνητικά χαρακτηριστικά. Επίσης, σε άλλο σημείο (Θεογονία 224) η Νύχτα λέγεται ότι είναι η μητέρα της Απάτης, και ορισμένοι ερμηνευτές θεωρούν ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι απάτες συμβαίνουν γενικά κατά τη διάρκεια της νύχτας.
Αλλά τέτοιες συνδέσεις στην καλύτερη περίπτωση προκύπτουν από συσχετισμούς και είναι αφηρημένες, και δεν συμβάλλουν σε μια σαφή και συνεπή περιγραφή.
Είναι χρήσιμο να τα συγκρίνουμε όλα αυτά με την πρώτη φιλοσοφική κοσμογονία της οποίας τα κύρια σημεία είναι λίγο έως πολύ σαφή.
Επινοήθηκε από τον Αναξίμανδρο, ύστερα από έναν και πλέον αιώνα από το ποίημα του Ησιόδου.
Τα κύρια σημεία της πρέπει να ανασυντεθούν από διάφορα τμήματα έμμεσων μαρτυριών και οι απόψεις διαφέρουν σχετικά με το πλήθος των λεπτομερειών αυτής της ανασύνθεσης. Ωστόσο, τα κύρια γνωρίσματα της ακόλουθης περιγραφής δεν επιδέχονται καμία αμφισβήτηση.
Σύμφωνα με τον Αναξίμανδρο, ο κόσμος όπως τον γνωρίζουμε προήλθε από μια αιώνια, και αιωνίως κινούμενη, ποιοτικά και ποσοτικά απροσδιόριστη πρώτη ύλη, το άπειρον, μέσω μιας διαδικασίας διαδοχικών σταδίων…..
Στο πρώτο στάδιο ένα πεπερασμένο σπέρμα (γόνιμον), διαχωρίζεται από το άπειρον. Λέγεται ότι από το γόνιμον προέκυψαν η θερμότητα και η ψυχρότητα, πιθανώς επειδή κατά μια έννοια αυτά τα αντίθετα περιέχονταν ήδη στο άπειρον.
Σε ένα δεύτερο στάδιο, το θερμό (με τη μορφή της φλόγας) και το ψυχρό (με τη μορφή ενός είδους υγρασίας ή ομίχλης) πράγματι διαχωρίζονται, και η φλόγα αναπτύσσεται σαν ένα είδος πύρινου φλοιού γύρω από το υγρό κέντρο, μέρος του οποίου στεγνώνει και γίνεται γη.
Στο τρίτο στάδιο, η ένταση ανάμεσα στα αντίθετα «στοιχεία» γίνεται τόσο δυνατή, ώστε όλη η κατασκευή εκρήγνυται.
Ο πύρινος φλοιός ανοίγει και τα τμήματά του εκσφενδονίζονται, για να σχηματίσουν πύρινους δακτυλίους σε διάφορες αποστάσεις γύρω από το κέντρο, το οποίο συνίσταται από γη και ομίχλη.
Λίγη ομίχλη διαχέεται και περιβάλλει τους πύρινους ουράνιους κύκλους, αφήνοντας ανοιχτές μόνο μερικές οπές μέσω των οποίων λάμπει η φωτιά.
Το αποτέλεσμα είναι η βασική δομή του γνωστού μας κόσμου:
γη, νερό και αέρας (τρεις εκφάνσεις του «ψυχρού») στο κέντρο, και «τροχοί» φωτιάς περιβαλλόμενοι από ομίχλη σε διάφορες αποστάσεις.
Η φωτιά που λάμπει μέσα από τις οπές είναι ό,τι αντιλαμβανόμαστε ως ουράνια σώματα.
Στους δακτυλίους των ουράνιων σωμάτων η μάχη μεταξύ της φωτιάς και ομίχλης εξακολουθεί να παίζει τον ρόλο της:
κάποτε οι οπές κλείνουν εν μέρει ή εντελώς από την ομίχλη, άλλοτε πάλι η φωτιά τις «ανακτά», γεγονός που εξηγεί διάφορα αστρονομικά φαινόμενα, όπως οι φάσεις της σελήνης και οι εκλείψεις τόσο οι ηλιακές όσο και οι σεληνιακές.
Στην πορεία της διαδικασίας κατά την οποία η γη στέγνωσε, έμβια όντα γεννήθηκαν αυθόρμητα από το βούρκο ή τη λάσπη.
Ως ψάρια ή ιχθυοφόρα όντα, γεννήθηκαν στα υγρά μέρη και περιβάλλονταν από ακανθώδεις φλοιούς.
Όταν έφτασαν στα ξηρότερα μέρη, οι φλοιοί άρχισαν να σπάζουν και τα όντα άρχισαν πλέον να ζουν για λίγο στην ξηρά.
Τέλος, υπάρχει μια παραστατική περιγραφή της γέννησης των πρώτων ανθρώπινων όντων.
Τα ανθρώπινα νήπια δεν μπορούν να έρθουν στον κόσμο με τον ίδιο τρόπο όπως τα άλλα όντα, γιατί είναι τελείως αβοήθητα κατά τα πρώτα έτη της ύπαρξής τους.
Έτσι, πληροφορούμαστε ότι ξεκίνησαν ως έμβρυα σε μεγάλο ψάρι, και ξεπρόβαλλαν από αυτά όταν ήταν αρκετά δυνατά ώστε να θρέψουν τον εαυτό τους.
Συγκριτικά με την περιγραφή του Ησιόδου έχουν αλλάξει πολλά.
Σε αντίθεση προς το συνολικό ησιόδειο φάσμα των ανεξάρτητων κοσμικών παραγόντων, συναντούμε τώρα μια πιο αναγωγική προσέγγιση:
διάφορα στάδια της κοσμογονίας, συμπεριλαμβανομένης της περιγραφής της γέννησης των έμβιων όντων (ζωογονία), όπως και μερικά φαινόμενα στον κόσμο καθώς είναι στο παρόν, εξηγούνται με αναφορά στη διάδραση δυο μόνο παραγόντων (του θερμού και του ψυχρού), τα οποία από το ξεκίνημα ακόμα διαχωρίζονται από την άπειρη αρχή του παντός.
Επιπλέον, αυτοί οι βασικοί εξηγητικοί παράγοντες δεν είναι πια ανθρωπόμορφοι λίγο ως πολύ θεοί.
Αντίθετα, η γέννηση του κόσμου εξηγείται με όρους αναγνωρίσιμων στοιχείων της φύσης – με άλλα λόγια, η προσέγγιση είναι φυσιοκρατική.
Επιπλέον, μπορούμε τώρα να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο συνδέονται τα διάφορα στάδια της διαδικασίας.
Γνωρίζουμε πως το ψυχρό (με τη μορφή του υγρού) και το θερμό αλληλεπιδρούν και τείνουν να αφανίσουν το ένα το άλλο.
Στην κατανόηση της ιστορίας συμβάλλει, επίσης, η εισαγωγή της αναλογίας.
Το «σπέρμα» που το άπειρο παράγει στη αρχή και από το οποίο θα προκύψει ο κόσμος παρουσιάζεται ως μια σπερματόμορφη μάζα, και στο δεύτερο στάδιο η φωτιά λέγεται ότι περιβάλλει τον υγρό πυρήνα ως ένα είδος φλοιού.
Πράγματι, διακρίνουμε μια εντυπωσιακή ομοιότητα ανάμεσα στις περιγραφές της «γένεσης» του κόσμου και εκείνες της γένεσης των έμβιων όντων (και ανθρώπων που αρχικά «περικλείονται» σε ψάρι).
Δεν συνιστά ίσως τόλμημα να κάνουμε λόγο για την εφαρμογή ενός στοιχειώδους γενετικού βιολογικού προτύπου.
Υπάρχει μια επιπλέον διαφορά ανάμεσα στις μυθικές κοσμογονίες και τα φιλοσοφικά τους αντίστοιχα – μια διαφορά συμφραζομένων μάλλον παρά περιεχομένου, η οποία αντίστοιχα παραβλέπεται συχνά.
Η Θεογονία του Ησιόδου αυτοσυστήνεται ως ύμνος.
Το περιεχόμενο των ύμνων συνήθως δεν ήταν πρωτότυπο.
Είχαν την τάση αν διατυπώνουν και να εξωραΐζουν ότι ήταν δεδομένο από την παράδοση.
Έτσι άρμοζε ιδιαίτερα να απαγγελθούν στο πλαίσιο σημαντικών κοινωνικών και τελετουργικών γεγονότων.
Αυτό αφορά επίσης και τις θεογονίες, η κύρια λειτουργία των οποίων ήταν να συνδέουν το υπάρχον πάνθεον με μια υποτιθέμενη προέλευση του κόσμου, και έτσι συχνά συνδέονταν με την τελετουργία και τη λατρεία.
Δεν μαρτυρούνται παρόμοιες συνδέσεις με την παράδοση και την τελετουργία (ούτε είναι εύλογες) για τους πρώιμους Ίωνες κοσμολόγους.
Φαίνεται ότι αυτοί επιδόθηκαν στη θεωρητική αναζήτηση για χάρη της θεωρητικής αναζήτησης, αισθάνονταν ελεύθεροι να κάνουν υποθέσεις και δεν είχαν ενδοιασμούς να επινοήσουν θεωρίες που ήταν ριζικά διαφορετικές από εκείνες των προδρόμων τους.
To Μάρκετινγκ του Μεσσία: Πως μια εβραϊκή μεσσιανική σέκτα κατέκτησε τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία
Δείτε το εξαιρετικό ντοκιμαντέρ του Cameron Reilly, στο οποίο συμμετέχουν βιβλικοί μελετητές και ιστορικοί. Είναι καταπληκτικό!
Εβραϊκό Πεσάχ – χριστιανικό Πάσχα
Οι σύγχρονοι ρωμιοί θεωρούν, ότι το Πάσχα είναι ελληνική γιορτή. Το Πάσχα όμως, ήταν και είναι σημαντικότατη εβραϊκή γιορτή, που δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα. Επί πλέον, δεν πρόκειται περί γιορτής αγάπης, όπως προπαγανδίζεται, αλλά περί γιορτής μίσους, ρατσισμού και απειλών.
Το άρθρο αυτό εστιάζεται στην τελευταία προ του Πάσχα «Μεγάλη Εβδομάδα», δηλ. από την Κυριακή των Βαΐων μέχρι το Μεγάλο Σάββατο. Επιλέξαμε και σας παρουσιάζουμε μόνο τα αποσπάσματα, που διαβάζονται στις εκκλησίες. Εντύπωση προκαλεί η κατ’ επανάληψη υμνολογία του εβραϊκού στοιχείου. Οι λέξεις που ακούγονται συχνά συνοδευόμενες από κοσμητικά επίθετα και καλολογικά στοιχεία είναι: Σιών, Ισραήλ και Ιερουσαλήμ. Ο,τιδήποτε άλλο, που δεν έχει σχέση με το Ισραήλ, καθυβρίζεται κι απειλείται. Ένα μικρό δείγμα για του λόγου το αληθές:
Κυριακή των Βαΐων
• «Ιδού ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος πλ. δ΄.)
• «Λαμπρύνου, η Σιών, η νέα, και βαΐοις ανύμνει μετά παίδων· ιδού ο Βασιλεύς σου, σώζων προς πάθος έρχεται.» (Στον Μικρό Εσπερινό, ήχος β΄, οίκος του Ευφραθά.)
• «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, Βασιλεύς του Ισραήλ.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄ και εις τον Λιτό, Στιχηρό Ιδιόμελον, ήχος α΄.)
[ Η λέξη Ωσαννά είναι εβραϊκή και σημαίνει «δεόμαστε στο Θεό για τη σωτηρία». Ομοίως καθαρά εβραϊκές είναι και οι συχνά χρησιμοποιούμενες λέξεις Μεσσίας, Αμήν και Αλληλούια. Μεσσίας σημαίνει «κεχρισμένος», «Χριστός». Αμήν σημαίνει «μακάρι», «σίγουρα», «είθε να γίνει». Αλληλούια σημαίνει «δόξα στο Γιαχβέ» («Ωρολόγιον το Μεγα», έκδοση Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος 1983, σελ. 17). Η λέξη Ιησούς επίσης αποτελεί απόδοση του εβραϊκού Γιεσουά, που σημαίνει «ο Γιαχβέ είναι η σωτηρία».]
• «Ο ηγαπημένος Ισραήλ» (στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος πλ. β΄) και «τω ηγαπημένω Ισραήλ» (τροπάριο στον Όρθρο).
• «Διό ευφραίνεται θυγάτηρ Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό, ήχος β΄.)
• «Χαίρε, ευφραίνου, πόλις Σιών.» (Στον Μεγάλο Εσπερινό και στο Λυχνικό, ήχος πλ. δ΄.)
• «Οι μισούντες Σιών, αισχύνθητε από του Κυρίου· ως χόρτος γαρ πυρί έσεσθαι απεξηραμμένοι.» (Στον Όρθρο, αντίφωνο των αναβαθμών του δ ήχου.)
• «Ευφράνθητι Ιερουσαλήμ· και πανηγυρίσατε οι αγαπώντες Σιών.» (Στον Όρθρο, καταβασία, ο διασώσας εν πυρί, ωδή η΄, ο ειρμός.)
• «Αίνεσιν Εκκλησία οσίων τω ενοικούντι Σιών σοι Χριστέ, προσφέρει· εν σοι, Ισραήλ, τω ποιητή αυτού, χαίρει.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)
• «Άσατε λαοί, θεοπρεπώς εν Σιών, και ευχήν απόδοτε Χριστώ εν Ιερουσαλήμ.» (Ομοίως.)
• «Ασύγκριτος υπάρχει ευπρέπεια εν Σιών.» (Ομοίως.)
• «Κύριος παρέστη· Σιών γαρ εξελέξατο.» (Ομοίως.)
• «Σιών Θεού όρος το άγιον, και Ιερουσαλήμ.» (Όμοίως.)
• «Ισραήλ του Θεού το βασίλειον.» (Ομοίως.)
• «Θεοπρεπώς σε, Βασιλεύ Ισραήλ.» (Ομοίως.)
• «Ο Βασιλεύς σου, Σιών.» (Ομοίως.)
• «Ο Θεός σου, χαίρε, Σιών, σφόδρα, εβασίλευσεν εις τους αιώνας Χριστός.» (Ομοίως.)
• «Ποιμήν ημών Χριστός ο Βασιλεύς Ισραήλ. Υπόδεξαι, Ιουδαία, τον Βασιλέα.» (Στο Απόδειπνο, ωδή θ΄, αλλότριον των μητέρων.)
• Την Κυριακή των Βαΐων διαβάζονται επίσης το απόσπασμα του Ζαχαρία «εξεγερώ τα τέκνα σου, Σιών, επί τα τέκνα των Ελλήνων» (Ζαχ. θ΄, 9-15), ένα του Σοφονίου κι ένα του Ιεζεκιήλ, που μιλάνε για λύτρωση του Ισραήλ από τους εχθρούς του κρητικούς, επαναλαμβάνοντας τα «χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών» κι άλλα παρόμοια» (Σοφ. γ΄, 14-19).
Η χρήση τον λειτουργικού βιβλίου «Τριώδιον» αρχίζει «αλά Εβραϊκά», δηλαδή το Σάββατο βράδυ, παραμονή της Κυριακής του Τελώνου και του Φαρισαίου και τελειώνει το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου. Ονομάσθηκε Τριώδιον διότι αρχικά οι ομάδες των τροπαρίων είχαν τρεις ωδές. Στις 536 σελίδες τον, που καλύπτουν περίοδο εβδομήντα ημερών, καθυβρίζεται κάθε τι το ελληνικό, υμνολογείται η Σιών, το Ισραήλ, η Ιερουσαλήμ κι ο,τιδήποτε εβραϊκό, ενώ παράλληλα κηρύσσεται άπλετο μίσος. Για παράδειγμα:
• «Μάλλον δε Πυθαγόραν και Κρόνον και Απόλλωνα η τίνα των άλλων θεών, ων τον βίον εζήλωσας, τερπόμενος ταις ασελγείαις αυτών.» (Κυριακή της Ορθοδοξίας)
• «Τα των ελλήνων δυσσεβή δόγματα… ανάθεμα.» (Συνοδικόν της Ορθοδοξίας)
• «Τοις τα ελληνικά διεξιούσι μαθήματα… ανάθεμα.» (ομοίως)
• «Σοφούς και ρήτορας ως μωρούς απελέγξαντες τη γνώσει.» (Πέμπτη της β΄ εβδομάδος.)
Μεγάλη Δευτέρα
Τη Μεγάλη Δευτέρα αρχίζει να ψάλλεται στις εκκλησίες ένα μεγάλο corpus κειμένων, το όποιο βρίζει και απειλεί κάθε άλλον λαό -εκτός του περιουσίου:
• «Ευρεθείη η χειρ σου πάσι τοις εχθροίς σου, η δεξιά σου εύροι πάντας τους μισούντάς σε. Ότι θήσεις αυτούς εις κλίβανον πυρός, εις καιρόν του προσώπου σου· Κυριος εν οργή αυτού συνταράξει αυτούς, και καταφάγεται αυτούς πυρ.» (Ψαλμός Κ΄.)
• «Ότι συ επάταξας πάντας τους εχθραίνοντάς μοι ματαίως, οδόντας αμαρτωλών συνέτριψας» (Ψαλμός Γ΄.)
• «Επ΄ εμέ διήλθον αι οργαί σου, οι φοβερισμοί σου εξετάραξάν με.» (Ψαλμός ΠΖ’.)
• «Κύριος τους φοβούμενους αυτόν.» (Ψαλμός ΡΒ΄.)
• Το αποκορύφωμα της σκληρότητας και της εκδίκησης (της άδικης εκδίκησης) περιγράφεται στο επεισόδιο με τη συκιά, που βρήκε στο δρόμο του ο Ιησούς, την καταράστηκε κι εκείνη ξεράθηκε, επειδή δεν βρήκε σύκα να φάει∙ και να φαντασθεί κάνεις ότι «δεν ήταν ο καιρός των σύκων» («κατά Ματθαίον» κα΄ 18-20, «κατά Μάρκον», ια΄ 13-14, 20-23). Διαβάζεται τη Μεγάλη Δευτέρα το πρωί.
Εδώ δεν πρόκειται μόνον για κακία και κακοήθεια (τι του έφταιγε η συκιά, την οποία επί τέλους δεν είχε καν φυτέψει αυτός;). Υπεισέρχεται επί πλέον κι ο παράγων παραφροσύνη. Γιατί μόνον ένας παράφρων απαιτεί να βρει ώριμα σύκα, όταν δεν είναι ο καιρός της καρποφορίας. Το θαύμα θα ήταν να πέρναγαν την άλλη ημέρα, κι η συκιά να ήταν γεμάτη σύκα. Τέτοια κακία, εναντίον μάλιστα άψυχου πράγματος, μόνον σε ένα ιστορικό ανάλογο καταγράφηκε: στο μαστίγωμα της θάλασσας στον Ελλήσποντο για τιμωρία για τη θαλασσοταραχή από τον πέρση βασιλιά κατά τα Μηδικά.
Το σύκο είναι θρεπτικότατος καρπός, γεμάτος σπέρματα και έχει σχήμα όρχεως. Η συκή, μακρόβιος, που πολλαπλασιάζεται εύκολα με όλους τους τρόπους, ήταν στην αρχαία Ελλάδα σύμβολο της γονιμότητας και του Διονύσου, ένα προσωνύμιο του οποίου ήταν Συκίτης (Αθήναιος, 3.14.15.) Το μίσος του Ιησού επομένως προφανώς δεν στρεφόταν άμεσα εναντίον του δέντρου, αλλά εναντίον αυτού που το δέντρο συμβόλιζε: του Διονύσου.
ΔΕΣ: Η καταραμένη συκιά και η εκδίκησή της
• Τη Μεγάλη Δευτέρα διαβάζονται επίσης αποσπάσματα από την Βίβλο γεμάτα εξωπραγματικές ιστορίες (Ιεζεκιήλ α΄, 1-20, Ιώβ α΄, 1-12) κι ένα απόσπασμα από την Έξοδο (α’, 1-20), στο όποιο παρατίθενται πλείστα ονόματα «υιών του Ισραήλ εισπορευομένων εις Αίγυπτον» (Ιακώβ, Ρουβήμ, Συμεών, Λευί, Ιούδα, Ισσάχαρ, Ζαβουλών, Βενιαμίν, Δαν, Νεφθαλείμ, Γαδ, Ασήρ). Τι σχέση έχουν οι ρωμιοί να ασχολούνται με το ποιοι υιοί του Ισραήλ εισπορεύτηκαν στην Αίγυπτο, να το ψέλνουν στις εκκλησίες κι επί πλέον να το θεωρούν ιερό τους κείμενο; (Κείμενα από την «Έξοδο», τον «Ιεζεκιήλ» και τον «Ιώβ» διαβάζονται και άλλες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας.)
• Ολόκληρη τη Μεγάλη Εβδομάδα επίσης ψάλλεται ο Ψαλμός Ν΄, στον όποιο μεταξύ των άλλων αναφέρεται: «Αγάθυνον, Κυριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ». (Πρόκειται περί εξαιρετικά δημοφιλούς ψαλμού· είναι ο ψαλμός εκείνος, που πρέπει να απαγγέλλει πολλές φορές ο πιστός σαν τιμωρία για τυχόν «παρεκκλίσεις» του, όπως προβλέπεται στο «Πηδάλιον».)
Μεγάλη Τρίτη
• «Κάθου εκ δεξιών μου έως άν θω τους εχθρούς σου υποπόδιον των ποδών σου.» (Στον Όρθρο, από το «κατά Ματθαίον», κβ΄, 44.)
• «Ελπισάτω Ισραήλ επί τον Κύριον.» (Στον Όρθρο, προκείμενον, ήχος δ΄, ψαλμός ΡΛ΄).
Μεγάλη Τετάρτη
• «Ευλογήσαι σε Κυριος εκ Σιών» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος πλ. β΄, ψαλμός ΡΛΓ΄.)
• «Οι φοβούμενοι τον Κύριον, ευλογήσατε τον Κυριον. Αινείτε το όνομα Κυρίου, αινείτε, δούλοι, Κύριον.» (Στον Όρθρο, «προκείμενον», ήχος β΄, ψαλμός ΡΛΔ΄.)
• «Εις οδόν εθνών μη απέλθητε, και εις πόλιν Σαμαριτών μη εισέλθητε· πορεύεσθε δε μάλλον προς τα πρόβατα τα απολωλότα οίκου Ισραήλ.», ι΄, 1-2, 5-8.)
• «Ουκ έστι καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις» (Απόσπασμα από το «κατά Ματθαίον», ιε’, 21-28.) Το κυναρίοις (σκυλιά) αναφέρεται στους Έλληνες. Πρόκειται για μία καταπληκτική ιστορία, που περιγράφεται κι από τον Μάρκο (ζ΄, 25-30) κι αφορά στη θεραπεία της κόρης μιας «Ελληνίδος, Συροφοίνισσας το γένος·» (Μαρκ. ζ΄, 26). [Εδώ θέλει αρκετή προσοχή, γιατί μόνο το πρωτότυπο κείμενο μιλάει για Ελληνίδα. Αν διαβάζετε το κείμενο στη νεοελληνική απόδοση των χριστιανών μεταφραστών, κατά κανόνα μεταφράζεται το «Ελληνίδα» σε «ειδωλολάτρις», οπότε ο ανυποψίαστος αναγνώστης προσπερνάει το κείμενο, χωρίς να αντιληφθεί την πραγματική σημασία του.]
Η γυναίκα αυτή λοιπόν έπεσε στα πόδια του Ιησού παρακαλώντας τον να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη της, καθότι ο Ιησούς εμφανίζεται κατ’ εξοχήν ως θεραπευτής. Ποια ήταν όμως η αντίδραση του Ιησού; «Κι εκείνος δεν της αποκρίθηκε ούτε μία λέξη. Και τότε οι μαθητές τον πλησίασαν και του είπαν διώξε την, γιατί φωνάζει από πίσω μας. Κι εκείνος τους αποκρίθηκε: “Δεν είμαι σταλμένος παρά μόνο για τα χαμένα πρόβατα του οίκου του Ισραήλ. Δεν είναι σωστό να παίρνεις το ψωμί από τα παιδιά και να το δίνεις στα σκυλιά”.» (Ματθ. ιε΄,26 και Μαρκ. ζ΄, 27-28.) «Ναι, Κύριε», του απάντησε τότε η γυναίκα, «αλλά και τα σκυλιά τρώνε από τα ψίχουλα που πέφτουν κάτω από το τραπέζι των κυρίων τους». Τότε μόνον ικανοποιήθηκε αυτός, και «θεραπεύτηκε η κόρη της από την ώρα εκείνη». Η συμπεριφορά του «Υιού του θεού» στο περιστατικό αυτό δεν εγείρει καμία αμφιβολία, είναι σαφέστατη: Θεωρεί τους Έλληνες σκυλιά, που δεν αξίζει να τρώνε ούτε τα ψίχουλα που πέφτουν από το τραπέζι των κυρίων τους, των εβραίων.
Πέραν αυτού όμως μια τέτοια συμπεριφορά γεννά κι ορισμένα επί πλέον ερωτήματα. Η πρώτη αντίδραση του, όπως είδαμε, ήταν να αρνηθεί την θεραπεία. Οι αρχαίοι ιατροί, άλλα και οι σύγχρονοι, ορκίζονται τον περίφημο «Όρκο του Ιπποκράτη», στον όποιο συνομολογούν, πως θα ασκήσουν την τέχνη τους σε κάθε έναν που θα τους το ζητήσει, είτε αυτός είναι άνδρας, είτε γυναίκα, είτε ελεύθερος, είτε δούλος. Σε κανένα σημείο του Όρκου δεν υπάρχει περιορισμός της άσκησης του επαγγέλματος τους, επειδή ο ασθενής είναι αλλόφυλος η αλλόθρησκος. Ο Ιπποκράτης ούτε καν το σκέφτεται να κάνει τέτοιου είδους διακρίσεις. Ο Ιησούς όχι μόνο το σκέφτεται, αλλά και το εφαρμόζει. Η θεραπευτική δεινότητα του Ιησού ήταν τελικά περιορισμένη σε ποσότητα, και όταν παρείχε μερικά «ψίχουλα» σε κάποιον αλλόφυλο, αυτό σήμαινε, ότι τα στερούσε από τα «χαμένα πρόβατα του Ισραήλ»;
Μεγάλη Πέμπτη
• «Οι μακαριστοί, εν τη Σιών.» (Από τροπάριο στον Όρθρο.)
• «Ότι τάδε λέγει Κυριος τω λαώ μου Ίσραήλ.» (Απόσπασμα από τον Ιερεμία, ια΄18-23 και ιβ΄ 1-5, 9-11, 14-15.)
• «Ο πρωτότοκος υιός μου Ισραήλ.» (Ιδιόμελον, ήχος γ΄, ψαλλόμενον την εσπέρα.)
• «Πάσα κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Απόστιχο ιδιόμελο, ήχος α΄.)
• «Φοβος και τρόμος επέπεσε τη κτίσει.» (Δοξαστικόν, ήχος πλ. δ’.)
• Αποσπάσματα από την «Έξοδο» και τον «Ιώβ» εξακολουθούν να διαβάζονται και τη Μ. Πέμπτη, όπως κάθε ήμερα, αλλά ο Ιεζεκιήλ έχει αντικατασταθεί από τον «Ιερεμία».
Εβραϊκή οικογένεια γύρω από το πασχαλινό τραπέζι. Πρώτα πλένουν καλά τα χέρια τους, απαγγέλλουν προσευχές, πίνουν από ένα ποτήρι κρασί, που κάνει το γύρο του τραπεζίου κι ύστερα ο πατέρας ευλογεί, τεμαχίζει και μοιράζει τον άρτο. Πάντα στο εβραϊκό πασχαλινό τραπέζι υπάρχουν τα σύμβολα της ιστορίας του εβραϊκού Πάσχα: ένα από αυτά είναι το αυγό. Ένα καλά βρασμένο ολόκληρο αυγό συμβολίζει το ναό της Ιερουσαλήμ, οπού γίνονταν οι θυσίες. Το βασικότερο όμως στοιχείο του εβραϊκού Πάσχα είναι το αρνί. ΔΕΣ: Ο Ιησούς δεν γνώριζε ότι τα άπλυτα χέρια είναι φορείς μικροβίων!
Μεγάλη Παρασκευή
• «Tότε λαλήσει προς αυτούς εν οργή αυτού και εν τω θυμώ αυτού ταράξει αυτούς.» «Aίτησαι παρ’ εμού, και δώσω σοι έθνη την κληρονομίαν σου.» «Ποιμανείς αυτούς εν ράβδω σιδηρά, ως σκεύη κεραμέως συντρίψεις αυτούς.» «Δουλεύσατε τω Κυρίω εν φόβω και αγαλλιάσθε αυτώ εν τρόμω» (Ώρα πρώτη, αποσπάσματα άπο τον ψαλμό ΚΑ’.)
• «Επί τον Ισραήλ του Θεού.» (Απόσπασμα από την «προς Γαλατάς επιστολή», στ΄ 14-18.)
• «Πάσα η κτίσις ηλλοιούτο φόβω.» (Την εσπέρα, ήχος α΄.)
Μεγάλο Σάββατο
• «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ· ευφραίνου και κατατέρπου εξ όλης της καρδίας σου, θύγατερ Ιερουσαλήμ. Λελύτρωταί σε εκ χειρός εχθρών σου Βασιλεύς Ισραήλ» (Απόσπασμα Σοφονίου, γ΄ 8-15, την εσπέρα- το ίδιο που είχε διαβαστεί και την Κυριακή των Βαΐων.)
• «Ευλογείτε, Ανανία, Αζαρία και Μισαήλ, τον Κυριον.» (Από τον «Ύμνο των Τριών Παίδων.) Είναι τόσο σημαντικοί για την Ελλάδα ο Ανανίας, ο Αζαρίας κι ο Μισαήλ, τους οποίους επικαλούνται το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου οι ιερείς;
Στις δώδεκα τα μεσάνυκτα ψάλλεται το «Χριστός Ανέστη εκ νεκρών», ο παιάνας της χριστιανοσύνης, ο όποιος προοιμιάζεται με απειλές κι εκδικήσεις: «Αναστήτω ο Θεός και διασκορπισθήτωσαν οι εχθροί αυτού και φυγέτωσαν από προσώπου αυτού οι μισούντες αυτόν… Ως εκλείπει καπνός εκλειπέτωσαν, ως τήκεται κηρός από προσώπου πυρός, ούτως απολούνται οι αμαρτωλοί από προσώπου του Θεού και οι δίκαιοι ευφρανθήτωσαν.»
Το εβραϊκό ιστορικό της γιορτής του Πάσχα
Η αρχή του Πάσχα ανάγεται μεν στους Αιγυπτίους, που γιόρταζαν την Εαρινή Ισημερία, τότε που η ήμερα αρχίζει να γίνεται μεγαλύτερη από τη νύκτα: πισάχ, δηλαδή «διάβαση», έλεγαν τη γιορτή τους οι Αιγύπτιοι, δηλαδή διάβαση του Ήλιου από τον Ισημερινό. Όμως οι εβραίοι εν τέλει ιδιοποιήθηκαν και διέσωσαν αυτό το έθιμο∙ στη γλώσσα τους λέγεται Πεσάχ («πέρασμα») ή Γιορτή των Αζύμων (Λουκ. κβ΄,1) και εξακολουθεί να είναι η σπουδαιότερη γιορτή τους.
Σύμφωνα με την Βίβλο, το Πάσχα ορίσθηκε από το θεό, θεσπίστηκε από τον Μωυσή και καθιερώθηκε σε ανάμνηση της εξόδου των εβραίων από την Αίγυπτο και το πέρασμα τους από την Ερυθρά Θάλασσα («Έξοδος», κεφ. ιβ΄). Λέγεται και Πάσχα των Ιουδαίων (Ιωάν. β΄,13, ια΄, 55) ή Πάσχα του Κυρίου (Γιαχβέ, «Έξοδος» ιβ΄, 11). Γιορτάζεται την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία. Η «εξήγηση» ρωμιορθόδοξων κύκλων, πως η λέξη Πάσχα προέρχεται από το ελληνικό ρήμα πάσχω, στερείται σοβαρότητας. Η λέξη Πάσχα είναι εξελληνισμός της εβραϊκής λέξης πεσάχ.
«Θέλω πατάξει παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από ανθρώπου έως κτήνους», διεμήνυσε στους εβραίους ο Γιαχβέ («Έξοδος, ιβ΄ 12). Προκειμένου να το πετύχει αυτό, τους παράγγειλε πρώτα να σφάξουν ένα αρνί και να το φάνε το βράδυ με άζυμα και πικρά χόρτα και μετά με το αίμα του να βάψουν το ανώφλιο και τους δύο παραστάτες των θυρών των σπιτιών τους, ώστε «ο Κύριος θέλει παρατρέξει την θύραν και δεν θέλει αφήσει τον εξολοθρευτήν να εισέλθη εις τας οικίας σας, δια να πατάξη». Τελικά «ο Κύριος επάταξε παν πρωτότοκον εν τη γη της Αιγύπτου από του πρωτοτόκου του Φαραώ, όστις κάθηται επί του θρόνου αυτού, έως του πρωτοτόκου του αιχμαλώτου, του εν τω δεσμωτηρίω∙ και πάντα τα πρωτότοκα των κτηνών… Δεν ήτο οικία εις την οποίαν δεν υπήρχε νεκρός». Όλες αυτές οι θεόπνευστες ενέργειες, που περιγράφονται με ανατριχιαστικές λεπτομέρειες στο ιβ΄ κεφάλαιο της «Εξόδου» της Βίβλου, γιορτάζονται την ημέρα του Πάσχα.
Αυτό το εβραϊκό Πάσχα ο Ιησούς ούτε κατήργησε, ούτε υποτίμησε, τουναντίον πήρε τους μαθητές του και ανέβηκε στα Ιεροσόλυμα -το τρίτο και τελευταίο έτος του δημόσιου βίου του-, για να το γιορτάσουν σαν νομοταγείς εβραίοι (Μαρκ. 14,1, Λουκ. 22,1, Ιωάν. 2,23).
Όλες οι περιγραφές της Καινής Διαθήκης μιλούν ξεκάθαρα, ότι τα γεγονότα της Μεγάλης Εβδομάδος εξελιχθήκαν την εβδομάδα που προηγήθηκε από το Πάσχα των εβραίων. Ο λεγόμενος Μυστικός Δείπνος ήταν το πασχαλινό τραπέζι για τον εορτασμό του εβραϊκού Πάσχα από τον Ιησού και τους μαθητές του. «Ο Ιησούς απέστειλε τον Πέτρο και τον Ιωάννη λέγοντας: «Πηγαίνετε να ετοιμάσετε να φάμε για το Πάσχα».» (Λουκ. 22,8.) «Οι μαθητές έκαναν όπως τους πρόσταξε ο Ιησούς κι ετοίμασαν το Πάσχα.» (Ματθ. 26, 19.)
Το Πάσχα των εβραίων κατά το έτος εκείνο γιορτάστηκε ημέρα Σάββατο, ενώ η υποτιθέμενη ανάσταση σύμφωνα με τους ευαγγελιστές (Ματθ. 28,1, Μαρκ. 16,1, Λουκ. 24,1, Ιωάν. 20,1) έγινε την επομένη ήμερα («μία των Σαββάτων»), που αργότερα ονομάστηκε Κυριακή. Από εκεί πήραν την ονομασία τους και οι άλλες ήμερες της εβδομάδας (Δευτέρα, Τρίτη, Τετάρτη κ.τ.λ.).
Στην Α΄ Οικουμενική Συνοδό της Νίκαιας (325 μ.Χ.) καθορίστηκαν τα του εορτασμού του χριστιανικού Πεσάχ. Συγκεκριμένα αποφασίστηκε να γιορτάζεται η ανάσταση του Ιησού. Ως ημερομηνία καθορίστηκε η πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο μετά την εαρινή ισημερία, ώστε το χριστιανικό Πάσχα και να αποτελεί συνέχεια της εβραϊκής παράδοσης του Πεσάχ, αλλά και να μην συμπίπτει την ίδια ακριβώς μέρα με το εβραϊκό.
Σύμφωνα με τους χριστιανούς, ο Ιησούς γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, οπότε κάθε 25 Δεκεμβρίου γιορτάζεται η γέννηση του. Την όγδοη ήμερα έγινε η περιτομή του, οπότε λογικά γιορτάζεται την 1η Ιανουαρίου. Το ίδιο γίνεται και για όλες τις άλλες γιορτές. Αυτό που δεν έχει σταθερή ημερομηνία είναι το Πάσχα. Κάποια μέρα της Άνοιξης όμως, πιστεύουν, ο Ιησούς αναστήθηκε. Πότε ήταν αυτή η ήμερα; Γιατί δεν μελέτησαν οι Πατέρες τις Γραφές τους, δεν ζήτησαν και την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύματος, ώστε να αποφασίσουν ποια ημερομηνία έγινε η ανάσταση; Γιορτάζοντας κάθε χρόνο σε άλλη ημερομηνία, μόνο από σύμπτωση μπορεί να ταυτίσουν την ημέρα της υποτιθέμενης ανάστασης με την ήμερα του εορτασμού της. Η εβραϊκή καταγωγή του Πάσχα είναι καθαρά ο λόγος, που δεν εορτάζεται σε συγκεκριμένη ημερομηνία, άλλα είναι κινητή εορτή.
Οι σύγχρονοι ρωμιοί χριστιανοί τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια τους εβραϊκούς συμβολισμούς του Πάσχα, δηλαδή:
• Το βασικό στοιχείο του, το ψητό αρνί, που έσφαξαν οι εβραίοι κατ’ εντολή του Θεού: Αρνί τρώνε από τότε κατ’ έθιμο κάθε Πάσχα οι εβραίοι.
• Τα αυγά, που συμβολίζουν το ναό της Ιερουσαλήμ, όπου γίνονταν οι θυσίες.
• Το κόκκινο χρώμα, που συμβολίζει το αίμα του αρνιού, που έβαψαν τις θύρες τους οι εβραίοι.
Παραχάραξη· το ερμηνευτικό κλειδί της Εκκλησίας (Μέρος Β΄)
Η χριστιανική θεολογία δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια ωραιοποίησης και δικαιολόγησης των αντιφάσεων της Βίβλου για απολογητικούς και εξουσιαστικούς σκοπούς. Όπως το έθεσε κάποιος σύγχρονος χριστιανός, δίνοντας το πνεύμα της απολογητικής, «…είναι η απολογητική, δηλαδή ένας τρόπος απάντησης που να παρουσιάζει το δίκαιο της Εκκλησίας». Οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς όμως, δεν θα πετύχαιναν τον στόχο τους αν δεν άλλαζαν τις Γραφές. Αυτό συντελέστηκε είτε με την σκόπιμη παραποίηση των κειμένων, είτε με την παρερμηνεία αυτών. Σε αυτό το άρθρο θα επιχειρηθεί να καταδειχτεί μέσα από πηγές όλο αυτό το διαχρονικό εγχείρημα.Το άρθρο χωρίζεται σε τρία μέρη. Το πρώτο μέρος αναφέρεται:
1. Στις διαφορετικές θεολογίες των βιβλίων της Κ. Διαθήκης.
2. Στην πλαστογράφηση χωρίων της Π. Διαθήκης και ένταξής στους στα κείμενα της Καινής.
3. Στις κύριες θεολογικές σχολές που αντιπροσωπεύουν τις πρώιμες θεολογικές τάσεις.
4. Στο θεολογικό ερμηνευτικό χάος μέχρι την Α΄ Οικουμενική σύνοδο το 325.
5. Στην ίδια την Α΄ Οικουμενική.
6. Στο θεολογικό χάος πριν την Α΄ Οικουμενική όπως αναφέρεται από τον Θεοδώρητο Κύρου και τον Σωκράτη τον Σχολαστικό.
Το δεύτερο μέρος αναφέρεται:
1. Στην θεολογική σημασία της Α΄ Οικουμενικής και στο ρόλο του αυτοκράτορα.
2. Στο θεολογικό χάος μετά την Α΄ Οικουμενική.
3. Στην κατασκευή κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών με σκοπό την εξαπάτηση.
4. Στην πολύ σημαντική για το θέμα μας Πενθέκτη Οικουμενική.
5. Σε πατερικά δείγματα ερμηνευτικής διαστρέβλωσης.
6. Στις απόψεις των σύγχρονων θεολόγων για την ερμηνευτική παράδοση.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος αναφέρεται:
Στο τι λέει η σύγχρονη έρευνα για την παραποίηση των αντιγράφων των πρωτοτύπων της Κ. Διαθήκης και στις σύγχρονες παραποιήσεις (στην παράφραση του Π. Τρεμπέλα).
Βέβαια, το πραγματευόμενο θέμα δεν είναι δυνατό να εξαντληθεί στα πλαίσια των άρθρων. Το υπάρχον υλικό είναι τεράστιο και εδώ προσφέρεται μόνο ένα δείγμα του. Δίδεται στον αναγνώστη μόνο μια εποπτική εικόνα επί του θέματος. Οι πηγές που χρησιμοποιούνται είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία από ορθόδοξες και επιστημονικές πηγές. Ο σκοπός της συγγραφής δεν εξαντλείται μόνο σε ένα κατηγορητήριο εναντίον του Χριστιανισμού. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να πιστεύει ή να μην πιστεύει, αλλά για τον εαυτό του και χωρίς να επιβάλλει. Ο σκοπός είναι βαθύτερος, και είναι η ανάδειξη της αλήθειας και η κατάρριψη του μύθου περί της «θεόθεν αποκαλύψεως». Έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος που βασίζει την αγνή και ειλικρινή του πίστη στον Χριστιανισμό, να γνωρίσει εάν στηρίζεται πράγματι στην αποκάλυψη του Θεού ή στην απόφαση κάποιων ανθρώπων.
Περί της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (θεολογική σημασία, ρόλος του αυτοκράτορα, τα ανύπαρκτα πρακτικά της συνόδου)
Σε επιστολή που διασώζει στην εκκλησιαστική του ιστορία ο Σωκράτης, γράφει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος προς επισκόπους και λαϊκούς:
Προς δε τούτοις και ει τι σύγγραμμα υπό Αρείου συντεταγμένον ευρίσκοιτο, τούτο πυρί παραδίδοσθαι· ίνα μη μόνον τα φαύλα αυτού της διδασκαλίας αφανισθείη, αλλά μη δε υπόμνημα αυτού όλως υπολείποιτο. Εκείνο μέντοι προαγορεύω, ως ει τις σύγγραμμα υπό Αρείου συνταγέν φωραθείη κρύψας, και μη ευθέως προσενεγκών πυρί καταναλώση, τούτω θάνατος έσται η ζημία· παραχρήμα γαρ άλους επί τούτω, κεφαλικήν υποστήσεται τιμωρίαν.
(1.9)
Παράδοση συγγραμμάτων στην φωτιά, καταστροφή ακόμα και των υπομνημάτων και ποινή θανάτου σε όποιον δεν τα παραδώσει έγκαιρα.
Επί Θεοδοσίου, η ίδια κρατική και εκκλησιαστική τρομοκρατία επικρατούσε. Γράφει ο καθηγητής πατρολογίας Π. Χρήστου για τα συγγράμματα του Νεστορίου: «Δια διατάγματος του Θεοδοσίου από το έτος 435, ορίσθη να καούν τα συγγράμματά του συμφώνως προς την απόφασιν της τρίτης οικουμενικής συνόδου» (Π. Χρήστου, Πατρολογία τ. 4, σ. 437).
Και το έδικτο γράφει:
CTh 16.5.66 CJ 1.5.6-1.
Κανείς δεν επιτρέπεται να κατέχει, διαβάζει ή αντιγράφει βιβλία που έγραψε ο Νεστόριος εναντίον της πίστης μας. Διατάζουμε όλα τα βιβλία αυτά να βρεθούν και να καούν δημόσια.
(Θεοδόσιος Β΄, 435).
Το 448, δεκατρία έτη μετά το προηγούμενο έδικτο, οι απειλές επαναλαμβάνονται:
CJ1.1.3-2 Επειδή έχουμε ακούσει πως μερικά άτομα έχουν γράψει για αμφιλεγόμενα δόγματα που δεν συμφωνούν απολύτως με την ορθόδοξη πίστη μας, διατάζουμε τα βιβλία αυτά και ειδικά του Νεστόριου, να καούν στη φωτιά και να καταστραφούν, ώστε κανείς να μην γνωρίζει περί αυτών. Όποιος συνεχίζει να έχει και να διαβάζει τέτοια γραπτά θα τιμωρείται με θάνατο. Κανείς δεν επιτρέπεται να γνωρίζει ή να μιλάει για τέτοιες διδασκαλίες εκτός αν συμφωνούν απόλυτα με την ορθόδοξη πίστη.
(Θεοδόσιος Β΄, 448)
Τα αυτά επιβεβαιώνει και ο Φώτιος, στο «Σύνταγμα Κανόνων».
Τα συγγράμματα του Πορφυρίου και άλλων εναντίον των χριστιανών να καίγονται, καθώς και του Νεστορίου και όσα δεν συμφωνούν με τις συνόδους της Νικαίας και της Εφέσου και με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, από των οποίων την πίστη δεν πρέπει να παρεκκλίνομε, ενώ όσοι έχουν τα βιβλία που είπαμε και τα διαβάζουν να τιμωρούνται με την έσχατη ποινή. […] Όσα έγραψε ο Νεστόριος κατά της συνόδου της Εφέσου δεν επιτρέπεται να τα έχει κανείς ή να τα διαβάζει ή να αντιγράφονται, αλλά να καίγονται. Στην συζήτηση για την πίστη δεν πρέπει να αναφέρονται, ούτε πρέπει να γίνονται δεκτοί σε οιοδήποτε ιδιωτικό μέρος· όποιος παραβαίνει το νόμο υποβάλλεται σε δήμευση.
(ΕΠΕ 11,σ. 63)
Έδικτο του 455 ορίζει για τους μονοφυσίτες:
CJ 1.5.8
ix. Δεν επιτρέπεται σε κανένα να διδάξει, γράψει, εκδώσει ή δημοσιεύσει οτιδήποτε αντιτίθεται στη σύνοδο της Χαλκηδόνας ή να κατέχει γραπτά άλλων για το ίδιο θέμα.
x. Απαγορεύεται σε όλους να κατέχουν βιβλία αυτού του είδους. Όποιος συλληφθεί να έχει τέτοια βιβλία στην κατοχή του θα εξορίζεται.
xii. Όλα τα βιβλία που περιέχουν το καταστροφικό δόγμα του Ευτύχιου θα καταστραφούν στη φωτιά.
(Βαλεντινιανός και Μαρκιανός, 455)
Ο δε Φώτιος θα γράψει στο «Σύνταγμα κανόνων»:
Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να γράφει εναντίον της συνόδου της Χαλκηδόνος ή να διαβάζει ή να υπαγορεύει ή να έχει βιβλία, γιατί εξορίζεται για όλη του τη ζωή, κι όποιος προσέλθει για να μάθει καταβάλλει στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες, κι όποιος διδάσκει τα απαγορευμένα, τιμωρείται με την έσχατη ποινή. Επίσης όλα τα συγγράμματα του Ευτύχους και του Απολλιναρίου να καίονται, κι αν τα παραβλέψουν αυτά οι άρχοντες ή οι υπηρέτες τους ή οι υπερασπιστές, πληρώνουν πρόστιμο στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες.
(Σύνταγμα κανόνων Μ. Φώτιου, ΕΠΕ 11,σ. 63)
Εξορία, θάνατος, πρόστιμο. Αυτά περιμένουν τους ανυπάκουους «παραβάτες».
Για τα συγγράμματα του Σεβήρου, ο ίδιος πατέρας στο ίδιο έργο αναφέρει: «Όποιοι έχουν τα συγγράμματα του Σεβήρου και δεν τα καίνε, να τους κόβονται τα χέρια» (ο. π. σ. 63).
Θεολογικό χάος μετά την Α΄ Οικουμενική
Γράφει ο Βασίλειος Καισαρείας:
Μόνο στην εκκλησία του Θεού, για την οποία απέθανε ο Χριστός και επί της οποίας εξέχεε πλουσίως το άγιο Πνεύμα, διεπίστωσα πολλή και υπερβολική διαφωνία στις σχέσεις των περισσοτέρων και στις απόψεις τους περί των θείων γραφών. Και το φρικτότερο όλων, είδα τους ίδιους τους προεστώτες της Εκκλησίας να διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους ως προς τη διάθεση και τη γνώμη, να αντιτίθενται τόσο πολύ προς τις εντολές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να διασπούν ανηλεώς την Εκκλησία του Θεού και να συνταράσσουν χωρίς λύπη το ποίμνιό του, ώστε τώρα προ πάντων, που ανεφάνησαν οι Ανόμοιοι, να ισχύει και για αυτούς ο λόγος· «Από εσάς τους ίδιους θα εγερθούν άνδρες, λαλούντες διεστραμμένα, για να αποσπούν τους μαθητές πίσω αυτών».
(Περί κρίματος Θεού, ΕΠΕ τ. 8, σ. 21-23)
Στο ίδιο έργο, αναφέρει:
[…] Μήπως και τώρα αυτή η τόσο μεγάλη διαφωνία και διαμάχη μεταξύ των χριστιανών γίνεται εξ αιτίας της περιφρονήσεως του ενός μεγάλου, αληθινού και μοναδικού βασιλέως των πάντων και Θεού; Διότι ο καθένας απομακρύνεται από τη διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διεκδικεί να επιβάλει συμπεράσματα και κανόνες δικούς του κατά τρόπο αυθεντικό και θέλει μάλλον να κυβερνά αντίθετα προς τον Κύριο παρά να εξουσιάζεται από Αυτόν.
(ο. π. σ. 23-25)
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει:
Τώρα που σ’ όλη σχεδόν την οικουμένη δεχτήκαμε τέτοια σωτηρία από το Θεό, έχομε ολότελα αναξίους επισκόπους. Θα αφήσω κραυγή όχι ψεύτικη αλλά όχι κι ευχάριστη… Είναι ντροπή να πω πως είναι, όμως θα μιλήσω. Ενώ έχομε ταχθεί να είμαστε δάσκαλοι του καλού, είμαστε εργαστήρι όλων των κακών.
(Έπη εις εαυτόν, Ποίημα ΙΒ, ΕΠΕ 10, σ. 192)
Αλλού:
[…] οι μέγιστοι ναοί της οικουμένης όλης από χρόνια πολλά είχαν και θησαύριζαν, κειμήλια κι έσοδα απ’ τον κόσμο όλο, ούτ’ ένα στα βιβλία λογαριασμό δε βρήκα των παλιών της Εκκλησίας πρωτοκαθέδρων, ούτε σ’ όσους απ’ τους ταμίες είχαν τα χρήματα… Για όλα είναι η απληστία κακή, μα είναι χειρότερη η απληστία στους πνευματικούς.
(ο. π. σ. 145)
«Ζήτω» το χρήμα δηλαδή.
Αλλού:
Γιατί του λαού οι πρωτοστάτες κι οι διδάχοι, του Πνεύματος οι χορηγοί, που απ’ τους ψηλούς τους θρόνους ξεκινά της σωτηρίας ο λόγος, που την ειρήνη πάντα σ’ όλους διαλαλούνε με φωνές πλατιές στης σύναξης τη μέση, με τόσο μίσος φρένιασαν ο ένας στον άλλο, που ξεφωνίζοντας, μαζεύοντας συμμάχους, κατηγορώντας και κατηγορούμενοι, πηδώντας κι απ’ τα πηδήματα έξω πέφτοντας, αρπάζοντας όποιον καθείς προφτάσει, από μανία φιλαρχίας και μονοκρατορίας, κομμάτιασαν πια ολόκληρη την οικουμένη… Μα αυτούς σα χώρισαν δεν τους ενώνει τίποτα, όχι η ευσέβεια, μόνο η μάχη για τους θρόνους.
(ο. π σ. 149)
Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός μας περιγράφει την κατάσταση των εκκλησιών μετά την Α΄ Οικουμενική.
Εν δε Κωνσταντινουπόλει Ευδόξιος μεν των εκκλησιών εκράτει, την Αρείου δόξαν διδάσκων· οι δε του «ομοουσίου» φρονήματος εν μικρώ οικίσκω τας συναγωγάς εποιούντο ένδον της πόλεως. Της δε Μακεδονιανής θρησκείας έτι κατά τας πόλεις εκράτουν των ευκτηρίων οίκων οι εν Σελευκεία διακριθέντες τοις περί Ακάκιον. Εν τοιαύτη μεν δη καταστάσει τα των εκκλησιών ην.
(Εκκλ. Ιστορία Σωκράτους,4,1)
Όχι μόνο δεν έσβησε η αρειανική δοξασία, αλλά εισχώρησε στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το δόγμα του «ομοουσίου» της Α΄ Οικουμενικής είχε λιγοστούς οπαδούς, που ίσα ίσα μαζεύονταν σε ένα μικρό σπίτι της πόλης. Αλλά και η δοξασία του Μακεδόνιου είχε πολυάριθμους οπαδούς, που κρατούσαν τους ευκτήριους οίκους στην Σελεύκεια.
Η ομόνοια δεν ήρθε ποτέ στους εκκλησιαστικούς κύκλους, εφόσον επί εποχής βασιλείας Ιουλιανού (361- 363), τριάντα έξι χρόνια μετά την σύνοδο της Νικαίας, συνεχίζονταν οι αρειανικές έριδες.
[…] ούτοι συν τοις άλλοις ομόφροσι κατά ταυτόν γενόμενοι χρήναι τας εκκλησίας έλεγον εις μιαν συναγαγείν συμφωνίαν. Ου γαρ μόνον αυτάς οι ταναντία φρονούντες επολιόρκουν, αλλά και αυταί προς εαυτάς εστασίαζον. Και γαρ εν Αντιοχεία διχή το υγιαίνον σώμα της εκκλησίας διήρητο.
(Εκκλ. Ιστορία Θεοδώρητου Κύρου, 3,180)
Ο Θεοδώρητος Κύρου αναφέρει τις ενδοεκκλησιαστικές κόντρες. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτά συμβαίνουν μετά την συνοδική καταδίκη της διδασκαλίας του Άρειου, από ιερείς που συνεχίζουν να ασπάζονται τις διδασκαλίες του. «Ο μεν ουν πανεύφημος βασιλεύς (εννοεί τον Κωνσταντίνο)τας αποστολικάς φροντίδας εν τη ψυχή περιέφερεν, οι δε της ιερωσύνης ηξιώμενοι ου μόνον οικοδομείν ουκ εβούλοντο, αλλά και αυτά τα της εκκλησίας ανορύττειν επεχείρουν θεμέλια» (1,80).
Οι δε οπαδοί του Μακεδόνιου (δεν δέχονταν το τριαδικό δόγμα) πλεόναζαν στην περιοχή του Ελλήσποντου, κατά τον Σωκράτη τον Σχολιαστικό.
Αλλά και οι διδασκαλίες του Νεστορίου επέφεραν διαιρέσεις στην Εκκλησία. «Διό της περί τούτου ζητήσεως παρ’ άλλοις άλλως εκδεχθείσης, διαίρεσις εν τη εκκλησία εγένετο· και ωσπερ έν νυχτομαχία καθεστώτες νυν μεν ταύτα έλεγον, νυν δε τα έτερα…» (Εκκλ. Ιστορία Σωκράτη, 7,32).
Γιατί δεν υποτάχθηκαν στις ερμηνείες των συνόδων; Επειδή οι αποφάσεις τους δεν συμφωνούσαν με τις Γραφές και τα συμφέροντά τους.
Κατασκευή κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών
Στο ζήτημα της παραχάραξης εντάσσεται και το φαινόμενο κατασκευής κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών, προκειμένου κάποιοι να εξαπατήσουν και να περάσουν τις απόψεις τους. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησαν να προσδώσουν κύρος και αποδοχή. Η πιστοποίηση προκύπτει από την επιστημονική έρευνα. Τα βιβλία πατρολογίας, αφού κάνουν αναφορά στο βίο του εκάστοτε πατρός και εκκλησιαστικού συγγραφέα, στην συνέχεια αναφέρονται στα σωζόμενα γραπτά του τα οποία ταξινομούνται σε γνήσια, σε αμφιβαλλόμενα, και σε νόθα. Μια αιτία για την ύπαρξη νόθων κειμένων είναι και το θέμα της σκόπιμης πλαστογράφησης.
Για παράδειγμα, γράφει ο θεολόγος Π. Χρήστου για τα νόθα κείμενα που αποδίδονται στον Ιουστίνο…
Η μεγάλη τιμή που η αρχαία εκκλησία απέδωσε στον Ιουστίνο έγινε αφορμή για το εξής φαινόμενο: Διάφοροι συγγραφείς της αρχαίας εκκλησίας επιχείρησαν και πέτυχαν να διαδώσουν τις αντιλήψεις τους, στεγάζοντας τα έργα τους κάτω από το γνωστότατο και σεβαστό όνομα του Ιουστίνου. […] πολλά νόθα έργα έχουν τίτλους λίγο πολύ όμοιους ή σχετικούς με τίτλους απολεσθέντων έργων του Ιουστίνου, πράγμα που αποδεικνύει τη σκόπιμη πλαστογράφηση.
Αναφορικά με την πλαστογράφηση προς εξαπάτηση εθνικών, αναφέρω ενδεικτικά τα παραδείγματα της πλαστογραφημένης αλληλογραφίας «Παύλου και Σενέκα» και των πλαστογραφημένων Σιβυλλικών χρησμών. Για την πλαστογράφηση με σκοπό την εξαπάτηση των Ιουδαίων αρκεί να αναφέρω ενδεικτικά το «Βίοι προφητών» και το «Αποκάλυψη Έσδρα». Εννοείται ότι σε αυτά «αποδεικνύεται» τόσο στους εθνικούς όσο και στους ιουδαίους, ότι στα ίδια τους τα γραπτά προφητεύονταν δήθεν η χριστιανική εκκλησία! Όποιος αναγνώστης επιθυμεί, μπορεί να δει περισσότερες λεπτομέρειες στο άρθρο «Ευσεβείς πλαστογραφίες».
Ο κανόνας 19 της Πενθέκτης Οικουμενικής το 691
Κρίθηκε σκόπιμο να γίνει αναφορά στον κανόνα 19 της Πενθέκτης Οικουμενικής, διότι εκεί συνοψίζεται το θέμα με το οποίο ασχολούμαστε.
Ας δούμε τι λέει και ας κάνουμε έναν σύντομο σχολιασμό…
Ότι δει τους των εκκλησιών προεστώτας, εν πάση μεν ημέρα, εξαιρέτως δε εν ταις Κυριακαίς, πάντα τον κλήρον και τον λαόν εκδιδάσκειν τους της ευσεβείας λόγους, εκ της θείας γραφής αναλεγομένους τα της αληθείας νοήματα τε, και κρίματα, και μη παρεκβαίνοντας τους ήδη τεθέντας όρους, την εκ των θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν. Αλλά και ει γραφικός ανακινηθείη λόγος, μη άλλως τούτον ερμηνευέτωσαν, η ως αν οι της εκκλησίας φωστήρες, και διδάσκαλοι, δια των οικείων συγγραμμάτων παρέθεντο· και μάλλον εν τούτοις ευδοκιμείτωσαν, ή λόγους οικείους συντάττοντες· ίνα μη, εστίν ότε, προς τούτο απόρως έχοντες, αποπίπτοιεν του προσήκοντος. Δια γαρ της των προειρημένων Πατέρων διδασκαλίας, οι λαοί εν γνώσει γινόμενοι των τε σπουδαίων και αιρετών, και των ασυμφόρων και αποβλήτων, τον βίον μεταρρυθμίζουσι προς το βέλτιον, και τω της αγνοίας ουχ αλίσκονται πάθει, αλλά προσέχοντες τη διδασκαλία, εαυτούς προς το μη κακώς παθείν παραθήγουσι, και φόβω των επηρτημένων τιμωριών την σωτηρίαν εαυτοίς εξεργάζονται.
Ο κανόνας αυτός απευθύνεται προς τους «προεστώτες», δηλαδή προς εκείνους που έχουν τον πρώτο λόγο στις εκκλησίες. Η οδηγία είναι ότι εξαιρέτως τις Κυριακές πρέπει να διδάσκουν τις Γραφές τόσο στον υπόλοιπο κλήρο όσο και στο λαό, χωρίς να ξεφεύγουν από τους όρους (τις συνοδικές αποφάσεις) που ήδη έχουν τεθεί. Η σύνοδος λαμβάνει χώρα το 692 κ.ε., συνεπώς οι όροι συμπεριλαμβάνουν τις αποφάσεις όλων των προηγούμενων Οικουμενικών και μη.
Με αυτόν τον τρόπο κλειδώνει επισήμως το ζήτημα της ερμηνείας. Τα προαναφερόμενα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η τακτική της Εκκλησίας επικεντρώνεται στην ερμηνευτική απολογητική. Η άμυνά της επικεντρώνεται στην θεολογική ερμηνεία των Γραφών και όχι στο τι πραγματικά λένε. Το ίδιο πνεύμα μπορείτε να διακρίνετε στους χριστιανικούς απολογητικούς ιστοτόπους (όπου το μαύρο το κάνουν άσπρο και τανάπαλιν), σε ομιλίες θεολόγων, καθώς και σε διαδικτυακές συζητήσεις με χριστιανούς. Για αυτούς, πάντα τα δύσκολα και άβολα χωρία εννοούν κάτι άλλο, πέρα από αυτό που λένε τόσο καθαρά.
Ο Νικόδημος σχολιάζει στον 19ο κανόνα: «Οι τοιούτοι όμως να μη διδάσκουσιν από εδικά των λόγια και νοήματα, αλλά από τα της Θείας Γραφής, χωρίς να εβγαίνουν έξω από τους επικυρωθέντας συνοδικώς όρους και δόγματα πίστεως».
Πατερικά δείγματα ερμηνευτικής διαστρέβλωσης
Στην χριστιανική θεολογία (που βασίζεται στα δόγματα της πίστεως) υπάρχουν θεμελιώδεις διδασκαλίες που οδηγούν σε σκόπιμη διαστρέβλωση συγκεκριμένων βιβλικών περικοπών.
Μια τέτοια διδασκαλία, είναι η διδασκαλία περί του προπατορικού αμαρτήματος. Αποτελεί πυλώνα και εκεί βασίζονται πολλές επιμέρους διδασκαλίες της πατερικής νηπτικής παράδοσης, καθώς και ο Ορθόδοξος λόγος περί της φύσεως της αμαρτίας και της σωτηρίας.
Ας δούμε τι γράφει ο Ι. Ρωμανίδης.
Η ιδέα περί ηθικής τελειώσεως δεν εμφανίζεται σαφώς εις την διήγησιν της Γενέσεως περί δημιουργίας και πτώσεως. Υποστηρίζεται ότι η πτώσις φέρει μάλλον μορφήν δικανικήν. Ο Θεός με άλλας θετικάς εντολάς δίδει εις τους πρωτόπλαστους και μιαν απαγορευτικήν εντολήν, της οποίας η παραβίασις θα επέφερεν τας ταλαιπωρίας και τον θάνατον. Η άποψις αύτη περί προπατορικού αμαρτήματος, μακράν βεβαίως της γνωστής μεταγενεστέρας φιλοσοφικής επεξεργασίας του Αυγουστίνου, διετηρήθη άνευ σημαντικής τινός αλλαγής υπό του μεταγενεστέρου Ιουδαϊσμού. Αμαρτία εθεωρείτο υπό των Εβραίων πάσα εκούσια ή ακούσιος παράβασις της θείας βουλήσεως.
(Προπατορικό αμάρτημα, Ι. Ρωμανίδης, σ. 118)
Η διήγηση της Γενέσεως δεν εμφανίζει με σαφήνεια την ιδέα περί ηθικής τελειώσεως. Συνεπώς, το σημείο αυτό χρήζει ερμηνείας. Το δεύτερο που κρατάμε είναι ότι η άποψη περί της δικανικής μορφής της πτώσεως ήταν και είναι άποψη του Ιουδαϊσμού. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η Ορθόδοξη χριστιανική θεολογία δεν ερμηνεύει την πτώση με αυτήν την οπτική. Ρωτάμε όμως: είναι δυνατόν οι Ιουδαίοι να μην ξέρουν τις Γραφές τους και να τις ξέρουν οι χριστιανοί που τις καπηλεύτηκαν;
Γράφει παρακάτω:
Οι πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέτασιν περιόδου πραγματεύονται το θέμα περί πτώσεως υπό τας συνήθεις της βιβλικής παραδόσεως μορφάς, επί πλέον όμως προσθέτουν ορισμένα δια τον χριστιανισμόν ουσιαστικά στοιχεία, ειλημμένα εκ της ανθρωπίνου προορισμού διδασκαλίας του Χριστού.
(ο. π . σ. 120)
Συνεπώς οι πατέρες προσθέτουν στο θέμα πράγματα που είναι ξένα τόσο ως προς τις ίδιες τις Γραφές, όσο και ως προς την Ιουδαϊκή ερμηνευτική παράδοση. Η προβαλλόμενη δικαιολογία είναι ότι αυτά που προσθέτουν οι χριστιανοί συγγραφείς είναι παρμένα από την σχετική διδασκαλία του Χριστού. Και τη διδασκαλία του Χριστού, ποιος την κατέγραψε (ή καλύτερα) ποιος την επεξεργάστηκε; Η Εκκλησία!
Ας δούμε τι αναφέρει ο Φλορόφσκι σχετικά με το θέμα των προφητειών, εξίσου κομβικό…
Το μυστήριο της Π. Διαθήκης ήταν ο Χριστός· όχι μόνο με την έννοια που ο Μωυσής ή οι προφήτες μίλησαν γι’ Αυτόν, αλλά επειδή η όλη πορεία της ιερής ιστορίας ήταν θεϊκά προσανατολισμένη σε αυτόν. Και με την έννοια αυτή ο Χριστός υπήρξε η πλήρωσις των προφητειών. Για το λόγο αυτόν ακριβώς, μόνο στο φως του Χριστού είναι δυνατό να κατανοηθεί σωστά η Π. Διαθήκη και τα μυστήριά της να αποκαλυφθούν με την έλευση Εκείνου, ‘’του ερχόμενου’’. Το αληθινό νόημα των προφητειών διακρίνεται με καθαρότητα μόνο όταν τις κοιτάξουμε απ’ το τέλος προς την αρχή, στην απόλυτη πλήρωσή των.
(Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας, σ. 56)
Και έτσι, με τη δικαιολογία του Χριστού, πάντα προσαρμόζεται η Γραφή στην ήδη υπάρχουσα ερμηνεία. Λίγο παρακάτω, ο Φλορόφσκι δικαιολογεί την καπήλευση των Γραφών από τους χριστιανούς.
Η παλαιά οικονομία συμπληρώθηκε στη νέα, η διαθήκη ανανεώθηκε, και ο παλαιός Ισραήλ απορρίφθηκε ένεκα της απιστίας του: επειδή δηλαδή ελησμόνησε την ημέρα του Κυρίου. Η μόνη αληθινή συνέχεια της Π. Διαθήκης πραγματώθηκε μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. […] Η Εκκλησία είναι Ισραήλ κατά Πνεύμα. Με αυτήν την έννοια ήδη ο άγιος Ιουστίνος απέρριψε έντονα την ιδέα ότι η Π. Διαθήκη ήταν συνδετικός κρίκος μεταξύ Εκκλησίας και συναγωγής. Για τον άγιο Ιουστίνο η πραγματικότητα ήταν τελείως αντίθετη. Όλες οι Ιουδαϊκές απαιτήσεις έπρεπε να απορριφθούν: η Π. Διαθήκη δεν ανήκε πια στους Ιουδαίους αφού δεν πίστεψαν στον Ιησού Χριστό. Τώρα πια η Π. Διαθήκη ανήκει μόνο στην Εκκλησία.
(ο. π. σ. 58).
Οι Ιουδαίοι όμως δεν πίστεψαν στον Χριστό όχι από πείσμα, αλλά επειδή ο Ιησούς δεν εκπλήρωσε καμία προφητεία. Επί τούτου, δίδονται περισσότερες πληροφορίες στο άρθρο «Εξετάζοντας τις προφητείες για τον Ιησού».
Η συλλογή των δήθεν αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, επιχειρεί να ωραιοποιήσει τις Γραφές μέσω στρεβλής ερμηνείας. Αυτή η πλαστογραφημένη συλλογή κειμένων εμφανίστηκε για πρώτη φορά από την μεριά των μονοφυσιτών σε μια διένεξη με τους ορθόδοξους το 533 στην Κωνσταντινούπολη, με τον Σεβήρο Αντιοχείας. Υποτίθεται ότι ανάγονται στα χρόνια των αποστόλων. Ωστόσο, κανείς ως τότε δεν είχε γνώση της ύπαρξής τους, ενώ η ορολογία είναι έντονα νεοπλατωνική. Η δε θεολογία που αναδύεται, δεν θα μπορούσε να είναι η φτωχή θεολογία του πρώτου αιώνος. Ο συγγραφέας υπογράφει ως «Διονύσιος Αρεοπαγίτης», ενώ υποτίθεται ότι γνωρίζει πολλά καινοδιαθηκικά πρόσωπα. Οι Ορθόδοξοι αναγνώρισαν τη σπουδαία θεολογική τους αξία, τα επεξεργάστηκαν με σκοπό να αφαιρεθούν τα άβολα σημεία, και τέλος τα ιδιοποιήθηκαν.
Όπως γράφει στην εισαγωγή των «αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων» ο καθηγητής πατρολογίας Π. Χρήστου, «Ο Μάξιμος προέβηκε σε ευρύτερη επεξεργασία· στην ανασύνθεση της διδασκαλίας του Διονυσίου και την απαλλαγή της από ορισμένα άβολα για τη χριστιανική πίστη στοιχεία που ενήργησε, χωρίς να πειράξει καθόλου τα κείμενα, στο περίφημο έργο του Περί Αποριών και στα Σχόλια» (ΕΠΕ τ. 3,σ. 13 Χρήστου).
Οι Γραφές κρύβουν μια βαθύτερη σοφία, την οποία δεν κατανοούν οι πολλοί επειδή μένουν στα αισθητά σύμβολα. Εδώ λοιπόν μπαίνει το ζήτημα της πνευματικής ερμηνείας. Όμως, κατά πόσο αυτό μπορεί να ισχύει στην πραγματικότητα, εφόσον υποτίθεται ότι όσα ιστορούνται στην Βίβλο είναι γεγονότα; Ακόμα και αν προσπαθούσε να ωραιοποιήσει κανείς τα πράγματα, πως θα μπορούσε να ξεφύγει από το ιστορικό κομμάτι; Για παράδειγμα, πως θα μπορούσε να εξωραϊστεί η συνηθισμένη εικόνα του Γιαχβέ που οργίζεται, που εξαπατά, που ζηλεύει, που διατάζει γενοκτονίες και βρεφοκτονίες, ή που ευφραίνεται με την μυρωδιά της τσίκνας του θυσιαζόμενου ζώου;
Διότι όταν οι πατέρες της απόρρητης σοφίας φανερώνουν τη θεία, τη μυστική, την απρόσιτη στους βέβηλους αλήθεια με απόκρυφα και τολμηρά αινίγματα, αποτυπώνουν στις ατελείς ψυχές ένα φοβερό παραλογισμό. Γι’ αυτό κι εμείς οι πολλοί απιστούμε στην αποκάλυψη των θείων μυστηρίων, διότι τα βλέπουμε μόνο δια μέσου των αισθητών συμβόλων που είναι συνημμένα με αυτά.
(Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, επιστολή 9, ΕΠΕ 3, σ. 539)
Πιο συγκεκριμένα:
Διότι με πόσο απίστευτη και πλασματική τερατεία δεν είναι γεμάτα τα εξωτερικά σημεία αυτής της ιεροπλαστίας; Για παράδειγμα, αυτή η βιβλική ιεροπλαστία κατά μεν την υπερούσια θεογονία παρουσιάζει την κοιλιά του θεού να γεννά σωματικώς τον θεό και αναγράφει τον λόγο να εκφέρεται στον αέρα από ανδρική καρδιά και πνεύμα να εκπνέει από το στόμα. Μας εξυμνεί σωματοπρεπώς τους θεογονικούς κόλπους να εναγκαλίζονται τον Υιό του Θεού. […] Τι θα μπορούσε κανείς να πει για τις οργές, τις λύπες, τους παντοειδείς όρκους, τις μετάνοιες, τις κατάρες, τους θυμούς, τα πολυειδή και λοξά σοφίσματα για τη ματαίωση των υποσχέσεών του; Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τη τιτανομαχία του βιβλίου της Γενέσεως κατά την οποία λέγεται ότι ο Θεός επιβουλεύεται τους δυνατούς εκείνους άνδρες από φόβο, αν και την οικοδομή εκείνη την κατασκεύασαν όχι για να αδικήσουν άλλους, αλλά για τη δική τους σωτηρία, και για το συμβούλιο εκείνο στους ουρανούς που συγκροτήθηκε για παραπλάνηση κι εξαπάτηση του Αχαάβ; Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα αισθησιακά και πορνικά εκείνα πάθη του Άσματος των Ασμάτων και για όλα τα άλλα ιερά σύμβολα, που η παράτολμη θεοεικονογραφία προβάλλει πολυειδώς ως φανερώματα των απόκρυφων…;
(ο. π. σ. 539-541)
Ακριβώς επειδή όλα αυτά είναι άβολα, για αυτό πρέπει να επιστρατευθεί η μυστική θεολογία. Να τι γράφει παρακάτω:
Κατά τα άλλα πρέπει να καταλάβουμε και τούτο, ότι η θεολογία είναι διττή· από το ένα μέρος απόρρητη και μυστική, από το άλλο φανερή και γνώριμη· από το ένα μέρος συμβολική και τελεστική, από το άλλο φιλοσοφική και αποδεικτική.
(ο. π. σ. 543)
Είναι αυτό που έχει τονιστεί από την αρχή. Ότι η θεολογία είναι στην ουσία της μια παραποίηση των Γραφών.
Ας δούμε τι γράφει και ένας άλλος μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας, ο Μάξιμος ο Ομολογητής…
Ο Χριστός είναι βασιλιάς της φιλοσοφίας(!) λόγω της επιγραφής Ι.Ν.Β.Ι(!).
Η κατηγορία του Σωτήρα που είχαν γράψει στην επιγραφή, έδειξε ξεκάθαρα ότι αυτός που σταυρώθηκε ήταν βασιλιάς και Κύριος της πρακτικής και φυσικής και θεολογικής φιλοσοφίας. Γιατί λένε ότι η αιτία ήταν γραμμένη ρωμαϊκά, ελληνικά και εβραϊκά.
(Μάξιμος, κεφ. Θεολογικά, Β΄ εκατοντάδα, ΕΠΕ 14, σ. 563)
Δηλαδή, αυτά αντιπροσωπεύουν την ρωμαϊκή παράδοση (που ήταν πρακτική), την ελληνική (που ήταν φιλοσοφική), και την ιουδαϊκή (που ήταν θεολογική).
Σε άλλο σημείο αναφέρεται:
Η χάρη της Νέας Διαθήκης είναι κρυμμένη μυστικά στο γράμμα της Παλαιάς· γι’ αυτό λέει ο απόστολος ότι ο νόμος είναι πνευματικός. […] Όλη η Αγία Γραφή λέμε ότι διακρίνεται σε σάρκα και πνεύμα σαν να είναι πνευματικός άνθρωπος. Αυτός λοιπόν που θα πει ότι τα λόγια της Γραφής είναι σάρκα και το νόημά της πνεύμα, δηλαδή ψυχή, δεν θα αστοχήσει στην αλήθεια.
(ο. π. Α΄ εκατοντάδα, σ. 495)
Σάρκα και πνεύμα, είναι η κατά γράμμα και η συμβολική/ μυστική ερμηνεία αντίστοιχα.
Ο ίδιος λέει αλλού:
Μας λέγει ο θείος απόστολος· «όσο ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός ξαναγίνεται νέος μέρα τη μέρα». Το ίδιο να σκεφτόμαστε και να λέμε και για την Αγία Γραφή, εκλαμβάνοντάς την σαν άνθρωπο. Όσο δηλαδή υποχωρεί το γράμμα της, τόσο υπερισχύει το πνεύμα της.
(Μυσταγωγία, ο. π. σ. 89)
Μέσω της νέας χριστιανικής ερμηνείας, οι Γραφές καθίστανται πνευματικό κτήμα της Εκκλησίας.
Ούτε θα υπάρξει ποτέ άλλος Θεός, ω Τρύφων, ούτε υπήρχε από του αιώνος, είπα εγώ προς αυτόν, πλην του ποιήσαντος και διατάξαντος τούτο το σύμπαν. Ούτε δεχόμαστε άλλον θεό μας, άλλον δικό σας, αλλά δεχόμαστε τον ίδιο εκείνο ο οποίος εξήγαγε τους πατέρες σας από τη γη της Αιγύπτου με κραταιά χείρα και υψηλό βραχίονα, ούτε ελπίσαμε σε κανέναν άλλο, διότι δεν υπάρχει, αλλά στον ίδιο με σας, τον Θεό του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Ελπίσαμε όχι δια του Μωυσέως ούτε δια του Νόμου, διότι τότε θα πράτταμε το ίδιο με σας. Διότι τώρα ανέγνωσα, ω Τρύφων, ότι θα υπάρξει και τελευταίος Νόμος και Διαθήκη κυριότατη όλων, την οποία πρέπει να φυλάσσουν τώρα όλοι οι άνθρωποι, όσοι επιδιώκουν την κληρονομιά του Θεού. Πράγματι ο παλαιός Νόμος του όρους Χωρήβ, είναι μόνο δικός σας, ο δε νέος είναι γενικά όλων. Νόμος συντασσόμενος έναντι νόμου παύει τον προ αυτού και Διαθήκη γινόμενη μετέπειτα αχρηστεύει ομοίως την προηγούμενη. Αιώνιος Νόμος και τελευταίος δόθηκε σε μας ο Χριστός και η Διαθήκη του είναι πιστή, μετά την οποία δεν υπάρχει νόμος ούτε πρόσταγμα ούτε εντολή.
(Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο, Ιουστίνος ΕΠΕ τ. 1, σ. 291-293)
Ίδιος Θεός Ιουδαίων και χριστιανών. Η διαφορά είναι ότι οι χριστιανοί δέχονται τον Χριστό που έφερε μια νέα διαθήκη, με την οποία ακυρώνει την διαθήκη στο όρος Χωρήβ (ασχέτως ότι εκεί αναφέρεται ότι ο νόμος αυτός θα είναι αιώνιος για τους Ιουδαίους).
Αλλού αναφέρεται:
Πράγματι τον αληθινό Ισραηλιτικό γένος, πνευματικό, του Ιούδα και του Ιακώβ και του Ισαάκ και του Αβραάμ, του μαρτυρηθέντος υπό του Θεού για την πίστη του καθ’ ον χρόνο είχε ακροβυστία και ευλογηθέντος και αποκληθέντος πατρός πολλών εθνών, είμαστε εμείς, οι οποίοι προσήχθημεν στον θεό δια τούτου του σταυρωθέντος Χριστού, όπως θα αποδειχθεί από εμάς καθώς προχωρεί η συζήτηση.
(ο. π. σ. 293)
Ο Ι. Δαμασκηνός, από τους αρχαιότερους δογματολόγους της Εκκλησίας, στο «Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως», δικαιολογεί την απαράδεκτη παρουσίαση του θείου ως εξής:
Επεί δε πλείστα περί Θεού σωματικώτερον εν τη θεία Γραφή συμβολικώς ειρημένα ευρίσκομεν, ειδέναι χρη, ως ανθρώπους όντας ημάς και το παχύ τούτο σαρκίον περικειμένους τας θείας και υψηλάς και αύλους της θεότητος ενέργεια νοείν ή λέγειν αδύνατον, ει μη εικόσι και τύποις και συμβόλοις τοις καθ’ ημάς χρησάμεθα.
(PG 94, 841AB)
Εφόσον είναι συμβολικά, τότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Απόψεις σύγχρονων θεολόγων για την ερμηνευτική παράδοση
Σε αυτήν την ενότητα, και πριν προχωρήσουμε στο τι λέει η σύγχρονη επιστήμη για την παραχάραξη των Γραφών, ας δούμε τις σύγχρονες απόψεις για την ερμηνευτική παράδοση.
Η καθ’ ημάς αγία και άμωμος και ειλικρινεστάτη πίστις, της ανατολικής δηλαδή ευσεβούς και Ορθοδόξου Εκκλησίας, ουδέποτε αλλόκοτα και αλλότρια της του Κυρίου και Σωτήρος ημών διδασκαλίας εδέξατο δόγματα, αλλ’ εκείνα και μόνα διακρατεί και φυλάττει αεί, όσα παρ’ αυτού του Σωτήρος Χριστού εν ταις ιεραίς και θείαις Γραφαίς εδιδάχθη· άπερ δηλαδή οι τε απόστολοι εδίδαξαν και αι αγίαι και οικουμενικαί σύνοδοι εθέσπισαν και εκύρωσαν και παρέδωκαν ημίν· άπερ ημείς μέχρι τούδε και εφυλάξαμεν και φυλάττομεν απαράτρωτα και απαρασάλευτα.
(Αποκρίσεις των Ορθοδόξων πατριαρχών της Ανατολής προς τους Αγγλικανούς Ανωμότας, 1716/1725 – Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β΄, σ. 384 Ι. Ρωμανίδης)
Να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στο ρήμα «εθέσπισαν». Για να θεσπίσεις κάτι, αυτό το κάτι πριν δεν υπήρχε. Οι οικουμενικές σύνοδοι λοιπόν, θέσπισαν την «ορθή» ερμηνεία των «ιερών και θείων Γραφών», την οποία και παρέδωσαν στους επόμενους που χρέος τους ήταν να τη φυλάξουν απαρασάλευτη. Είναι το πνεύμα «έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα αφήσουμε».
Φλορόφσκι:
Η Γραφή χρειάζεται να ερμηνευθεί. Αποκαλύπτεται στη θεολογία. Κι αυτά είναι δυνατό μόνο δια μέσου της ζωντανής εμπειρίας της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης· και τούτο, όχι γιατί τάχα δεν είναι πλήρης, ή γιατί είναι ανακριβής ή ότι έχει τίποτα σφάλματα, αλλ’ επειδή η Γραφή, στη βαθύτερή της έννοια, δεν θέτει καμία αξίωση για αυτάρκεια.
(Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας σ. 201)
Παρακάτω:
Αν ισχυριστούμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης, με την πράξη μας αυτή, απλώς την εκθέτουμε στην υποκειμενική, αυθαίρετη του καθενός ερμηνεία, αποκόβοντάς την έτσι από την ιερή πηγή. Η Γραφή μας δόθηκε στην παράδοση.
(ο. π. σ. 202)
Επίσης:
Η στάσις του Τερτυλλιανού απέναντι στις Γραφές υπήρξε αντιπροσωπευτική. Δεν ήταν προετοιμασμένος να συζητήσει με τους αιρετικούς τα αμφισβητούμενα σημεία της πίστεως, επί βιβλικής βάσεως. Οι Γραφές ανήκουν στην Εκκλησία. Η αναφορά των αιρετικών σε αυτές ήταν παράνομη. Δεν είχαν κανένα δικαίωμα πάνω στην ξένη περιουσία.
(ο. π. σ. 44)
Ακόμα:
Διαφορετικές παραδόσεις συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο, όπως ακριβώς ήταν. Η Εκκλησία απέκρουσε όλες τις προσπάθειες προς δημιουργία, εκ των τεσσάρων διαφορετικών ευαγγελίων, ενός μοναδικού σύνθετου ευαγγελίου, αρνήθηκε δηλαδή να μετασχηματίσει τα τέσσερα ευαγγέλια σε ένα Διατεσσάρων, παρά τις δυσκολίες που εμφανίζονται στις αντιθέσεις των ευαγγελιστών, με τις οποίες ο άγιος Αυγουστίνος επάλαιψε. Τα τέσσερα αυτά ευαγγέλια εξασφάλισαν κατά τρόπο επαρκή την ενότητα του μηνύματος, και ίσως σε μια πιο συγκεκριμένη μορφή από οποιοδήποτε άλλη, που ένα συμπίλημα θα μπορούσε να προσφέρει.
(ο. π. σ. 45)
Δηλαδή, βάζοντας παράλληλα τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, προκύπτουν αντιφάσεις στα επιμέρους σημεία. Αλλά σημασία έχει η «ενότητα του μηνύματος», το οποίο βγαίνει μέσα από την γενική ερμηνεία. Εύγε στους ανθρώπους αυτούς που αγαπάνε τόσο πολύ την αλήθεια! Ο μεγάλος θεολόγος- απολογητής Φλορόφσκι λέει ψέματα ότι η Εκκλησία δεν χρησιμοποίησε το «Διατεσσάρων». Βεβαίως και υπήρξε εποχή που το έκανε ως τον 5ο αιώνα περίπου. Και μάλιστα, το υιοθέτησε από έναν σφοδρό πολέμιο του ελληνισμού και μετέπειτα «αιρετικό», τον Τατιανό. Όχι μόνο στην Συρία αλλά και γενικότερα. Το «Διατεσσάρων» είναι μια σύνθεση/εναρμόνιση-διασκευή των τεσσάρων ευαγγελίων. Ο Π. Χρήστου γράφει σχετικά ότι «πολύ υλικόν απερρίφθη άλλο ετροποποιήθη και άλλο εισήχθη», και ότι «το έργον διεδόθη ευρέως» (Πατρολογία, τ. 2, σ. 606). Ο Σ. Παπαδόπουλος στην δική του πατρολογία, αναφέρει: «Χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην λατρεία όχι μόνο των οπαδών του Τατιανού, αλλά συχνά και της Εκκλησίας μέχρι τον Ε΄ αιώνα» (τ. 1, σ. 289).
Σε άλλο σημείο, πάλι αναφέρει την αξία όχι της φράσης… αλλά του μηνύματος-ερμηνείας(!).
Οι Γραφές έχουν ανάγκη ερμηνείας. Δεν είναι η φράσις ο πυρήνας, αλλά το μήνυμα. Και η Εκκλησία είναι απ’ το Θεό διαλεγμένη να μαρτυρεί με σταθερότητα την απόλυτη αλήθεια και το πλήρες νόημα αυτού του μηνύματος, απλώς και μόνο επειδή και η Εκκλησία η ίδια ανήκει στην αποκάλυψη, ως σώμα του ενσαρκωθέντος Κυρίου.
(ο. π. σ. 51).
Δυστυχώς, με τέτοιους τρόπους οι θεολόγοι εξαπατούν τους πιστούς.
Η θεολογία είναι πάντοτε στην πορεία σχηματισμού. Η βάσις και το αφετηριακό σημείο ήταν πάντοτε το αυτό: ο Λόγος του Θεού, η αποκάλυψις. Η θεολογία μαρτυρεί την αποκάλυψη. Και τη μαρτυρεί ποικιλοτρόπως στα σύμβολα της πίστεως, στα δόγματα, στο ιερό τυπικό και στους συμβολισμούς.
(ο. π. σ. 53)
Αλλά και ο καθηγητής δογματικής, Ν. Ματσούκας, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται.
Για αυτό οι θεολόγοι ερμήνευσαν τις θεοφάνειες της Π. Διαθήκης ως την άσαρκη παρουσία του Λόγου, με άλλα λόγια ως φανέρωση της Αγίας Γραφής· το αυτό έπραξαν και οι αγιογράφοι. Και αυτό έγινε, επειδή οι πατέρες ερμηνεύουν πράγματα και γεγονότα, και όχι πρωτίστως χωρία ή περικοπές κειμένων της Αγίας Γραφής. Προηγείται η ιστορία της θείας οικονομίας, ή η ιστορία της σωτηρίας κατά τους σημερινούς βιβλικούς θεολόγους, και ακολουθούν τα υπομνήματα. Με άλλα λόγια, οι πατέρες νοιάζονται για τη συνέχεια της ιστορίας, και σ’ αυτήν προσαρμόζουν τις περικοπές της Αγίας Γραφής.
(Δογματική και Συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 150)
Και ο Ι. Ρωμανίδης:
Γενικώς επικρατεί μεταξύ των ερευνητών της Δύσεως η αντίληψις 1) ότι τα βασικά δόγματα της πατερικής παραδόσεως των οικουμενικών συνόδων περί αγίας Τριάδος και Χριστολογίας δεν υπάρχουν, τουλάχιστον πραγματικώς, εις την Αγίαν Γραφήν, αλλά ίσως μόνον σπερματικώς, και 2) ότι τα δόγματα είναι έργον στοχαστών θεολόγων και αυτοκρατόρων, οίτινες βάσει των αποφάσεων της πλειοψηφίας των επισκόπων εν οικουμενικαίς αυτοκρατορικαίς συνόδοις και μέσω της νομικής των εξουσίας, επέβαλον την θεολογικήν γνώμην μιας παρατάξεως, ως δόγμα αναγκαίον δια την σωτηρίαν και ένωσιν των πιστών, χάρις εις την ενότητα του έθνους.
(Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α΄ σ. 49)
Όπως είδαμε ήδη όμως, δεν είναι άποψη μόνο των Δυτικών, αλλά και των Ανατολικών (πχ. Στεφανίδη, Ostrogorsky). Εδώ, προσθέτουμε και την άποψη του Β. Φειδά.
Η οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο κατά τον Δ’ αιώνα υπήρξε αναμφιβόλως η άμεση συνέπεια της μεταβολής της επίσημης θρησκευτικής πολιτικής της αυτοκρατορίας. Η σταδιακή εξέλιξη της μεταβολής αυτής από την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας (313) μέχρι την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως της μόνης επίσημης και προστατευόμενης θρησκείας της αυτοκρατορίας (380) υπήρξε καθοριστική για την ένταξη ολοκλήρου του ελληνορωμαϊκού κόσμου στο σώμα της Εκκλησίας.
(Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’ τόμος, σελ. 356)
Ο Ι. Ρωμανίδης συνεχίζει στην «Δογματική» του:
Εν άλλαις λέξεσι ο Χριστός, ήτοι η παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως, υπάρχει εν τη Αγία Γραφή δι’ αυτής μόνον, όταν αναγιγνώσκεται και ερμηνεύεται εν τη Εκκλησία, δηλαδή μόνο όταν ο ερμηνευτής ανήκει εις την τάξιν των θεούμενων ή των φωτισμένων το μετριότατον. Εκτός Εκκλησίας η παρακαταθήκη είναι κεκρυμένη από τους αναγιγνώσκοντας την αγίαν Γραφήν, διότι, αν και η παρακαταθήκη μαρτυρείται υπό της αγίας Γραφής και εμπεριέχεται εν αυτή, εν τούτοις η αγία Γραφή δεν ερμηνεύεται εξ αυτής, αλλά μόνον υπό της Εκκλησίας και δη υπό των εν αυτή θεουμένων αγίων, των εχόντων την ίδιαν μετ’ αλλήλων της θείας δόξης εμπειρίαν και αποκαλυπτικής και θεωτικής εμπειρίας των προφητών και αποστόλων.
(ο. π. σ. 131)
Ευσεβείς πλαστογραφίες
Ιερές παραχαράξεις
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΩΝ «ΠΗΓΩΝ»
Αποστολικά ευαγγέλια – Μυθεύματα και ασυμφωνίες ευαγγελιστών
Δείγματα βιβλικής «θεοπνευστίας» – «Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες
1. Στις διαφορετικές θεολογίες των βιβλίων της Κ. Διαθήκης.
2. Στην πλαστογράφηση χωρίων της Π. Διαθήκης και ένταξής στους στα κείμενα της Καινής.
3. Στις κύριες θεολογικές σχολές που αντιπροσωπεύουν τις πρώιμες θεολογικές τάσεις.
4. Στο θεολογικό ερμηνευτικό χάος μέχρι την Α΄ Οικουμενική σύνοδο το 325.
5. Στην ίδια την Α΄ Οικουμενική.
6. Στο θεολογικό χάος πριν την Α΄ Οικουμενική όπως αναφέρεται από τον Θεοδώρητο Κύρου και τον Σωκράτη τον Σχολαστικό.
Το δεύτερο μέρος αναφέρεται:
1. Στην θεολογική σημασία της Α΄ Οικουμενικής και στο ρόλο του αυτοκράτορα.
2. Στο θεολογικό χάος μετά την Α΄ Οικουμενική.
3. Στην κατασκευή κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών με σκοπό την εξαπάτηση.
4. Στην πολύ σημαντική για το θέμα μας Πενθέκτη Οικουμενική.
5. Σε πατερικά δείγματα ερμηνευτικής διαστρέβλωσης.
6. Στις απόψεις των σύγχρονων θεολόγων για την ερμηνευτική παράδοση.
Το τρίτο και τελευταίο μέρος αναφέρεται:
Στο τι λέει η σύγχρονη έρευνα για την παραποίηση των αντιγράφων των πρωτοτύπων της Κ. Διαθήκης και στις σύγχρονες παραποιήσεις (στην παράφραση του Π. Τρεμπέλα).
Βέβαια, το πραγματευόμενο θέμα δεν είναι δυνατό να εξαντληθεί στα πλαίσια των άρθρων. Το υπάρχον υλικό είναι τεράστιο και εδώ προσφέρεται μόνο ένα δείγμα του. Δίδεται στον αναγνώστη μόνο μια εποπτική εικόνα επί του θέματος. Οι πηγές που χρησιμοποιούνται είναι στην συντριπτική τους πλειοψηφία από ορθόδοξες και επιστημονικές πηγές. Ο σκοπός της συγγραφής δεν εξαντλείται μόνο σε ένα κατηγορητήριο εναντίον του Χριστιανισμού. Ο καθένας έχει το δικαίωμα να πιστεύει ή να μην πιστεύει, αλλά για τον εαυτό του και χωρίς να επιβάλλει. Ο σκοπός είναι βαθύτερος, και είναι η ανάδειξη της αλήθειας και η κατάρριψη του μύθου περί της «θεόθεν αποκαλύψεως». Έτσι ώστε ο κάθε άνθρωπος που βασίζει την αγνή και ειλικρινή του πίστη στον Χριστιανισμό, να γνωρίσει εάν στηρίζεται πράγματι στην αποκάλυψη του Θεού ή στην απόφαση κάποιων ανθρώπων.
Μέρος Β΄
Μετά από το θεολογικό χάος και τις αλληλοσυγκρουόμενες φατρίες εντός της Εκκλησίας, ήταν μοιραίο τα πράγματα να οδηγηθούν σε μια σύνοδο όπου θα καθίστατο κριτής των αντιλογιών και θα θέσπιζε μια σταθερή διδασκαλία που θα βασίζονταν σε κάποιες βασικές αρχές, τα δόγματα. Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό, ότι από την εποχή που ο Χριστιανισμός αρχίζει να αναγνωρίζεται και να αποκτά βαθμιαία προνόμια (ενώ παράλληλα σιγά-σιγά οι εθνικές λατρείες αρχίζουν να χάνουν αυτά που είχαν), αρχίζουν και οι Οικουμενικές.
Πριν αναφέρουμε κάποια σημαντικά στοιχεία για την πρώτη αυτή σύνοδο της Εκκλησίας, ας δούμε τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε μέσα από όσα γράφει στο «Πηδάλιο» ο Νικόδημος ο αγιορείτης. Το «Πηδάλιο» είναι ένα βιβλίο του Νικόδημου στο οποίο συγκέντρωσε όλους τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας (δηλαδή, κανόνες πατέρων που έλαβαν συνοδικό κύρος και κανόνες τοπικών και οικουμενικών συνόδων), τους οποίους σχολίασε. Το δε βιβλίο το ονόμασε έτσι, διότι όπως γράφει ο ίδιος «[…] ωσάν Πηδάλιον, ημπορεί ασφαλέστατα, και ακινδυνώτατα πάσα η του Χριστού Εκκλησία να διευθύνει τον δρόμον του πλοός της». Κοντολογίς, οι κανόνες της Εκκλησίας που περιλαμβάνει το «Πηδάλιο», είναι η επίσημη ερμηνεία των Γραφών. Επίσης, αναφέρει ότι τέσσερα είναι τα νομικά χαρακτηριστικά για να κληθεί μια σύνοδος ως «Οικουμενική».
Πρώτον μεν ιδίωμα όλων των Οικουμενικών είναι, το να συναθροίζωνται δια προσταγών, ουχί του Πάπα, ή του δείνος Πατριάρχου, αλλά δια προσταγών Βασιλικών… Δεύτερον, το να γίνεται ζήτησις περί πίστεως, και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός εις κάθε μίαν από τας Οικουμενικάς… Τρίτον, το να ήναι πάντα τα εκτιθέμενα παρ’ αυτών δόγματα και οι Κανόνες, ορθόδοξα, ευσεβή και σύμφωνα ταις θείαις Γραφαίς, ή ταις προλαβούσαις Οικουμενικαίς συνόδοις… Τέταρτον δε και τελευταίον, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των Οικουμενικών συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα άπαντες οι ορθόδοξοι Πατριάρχαι.
(Πηδάλιο, σ. 104)
Από εκκλησιολογικής πλευράς…
Τα θεολογικά χαρακτηριστικά είναι ότι έχει παντοτινή ισχύ, είναι αλάθητη, αναμάρτητη, και θεόπνευστη, είναι υπεράνω πατριαρχών, με τις αποφάσεις της (τους όρους), θέτει τέρμα στις αντιλογίες.
(ο. π. σελ. 105)
Μάλιστα, όσα αποφασίζει/ ερμηνεύει η Οικουμενική για τις Γραφές, είναι ανώτερα από τις ίδιες.
Είπα ότι ο έσχατος κριτής εν τη Εκκλησία δεν ήναι η αγία Γραφή, ως λέγουσι τούτο οι Λουθηροκαλβινισταί, αλλ’ Οικουμενική σύνοδος, καθ’ ότι εις πολλά μέρη ασαφώς λαλούσα η θεία Γραφή, και έκαστος των αιρετικών προς την δική του αίρεσιν στρεβλών το ασαφές νόημα των Γραφών, εξ ανάγκης χρειάζεται ερμηνεία δια να εξηγήση το αληθές αυτής νόημα, ος τις δεν είναι άλλος, παρά η Οικουμενική σύνοδος.
(ο. π. σ. 105)
Τώρα, ενώ η Γραφή εξακολουθεί να έχει ασαφή μέρη, έχει όμως μια θεόπνευστη και αλάθητη ερμηνεία, αυτήν των… νικητών. Κατόπιν των παραπάνω δεν αντηχεί καθόλου παράλογα ότι…
ουδείς δύναται να εναντιωθεί εις τας Οικουμενικάς συνόδους, μένων ευσεβής και ορθόδοξος, αλλ’ απλώς και αδιορίστως ο καθείς χρεωστεί να πείθεται εις αυτάς. Ο γαρ αντιφερόμενος εις αυτάς και αντιπίπτων, εις αυτό αντιφέρεται, και αντιπίπτει το Πνεύμα το Άγιον, το λαλούν δια των Οικουμενικών συνόδων, και αιρετικός και αναθεματισμένος γίνεται…
(ο. π. σελ. 106)
Ας δούμε ορισμένα στοιχεία για το ρόλο του αυτοκράτορα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο…
Ο καθηγητής Στ. Παπαδόπουλος αναφέρει στην πατρολογία του:
Ο αυτοκράτορας και γενικά η κρατική εξουσία δεν δίσταζε να κάνει αισθητή την παρουσία της και απαραίτητη ενίοτε την αποδοχή της θελήσεώς της ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης προστασίας.
(τ. Β΄, σ. 31)
Στην επόμενη σελίδα, τα εξής:
Ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος βοήθησε αποτελεσματικά την Εκκλησία το 324 και 325 (σύνοδος Νικαίας) να διατυπώσει και να επιβάλει την Ορθόδοξη πίστη της κατά του Αρειανισμού.
(ο. π. σ. 32)
Δηλαδή, η «νίκη» των Ορθοδόξων ήταν προϊόν ενός «πάρε-δώσε» μεταξύ των δύο εξουσιών.
Ο καθηγητής και αρχιμανδρίτης Β. Στεφανίδης, αναφέρει:
Εκ του αυτοκράτορος εξηρτάτο η εκλογή των επισκόπων και μάλιστα των Πατριαρχών, η ίδρυσις και συγχώνευσις επισκοπών και αρχιεπισκοπών και η ανύψωσις αυτών εις μητροπόλεις, η ανακήρυξις αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Εις τον αυτοκράτορα εγίνοντο εκ των εκκλησιαστικών δικαστηρίων εφέσεις. Ο αυτοκράτορ συνεκάλει τας οικουμενικάς συνόδους, διηύθυνεν αυτάς προσωπικώς ή δια αντιπροσώπων, τας συνοδικάς αποφάσεις καθίστα νόμους του Κράτους και εκ των αντιμαχομένων δογματικών διδασκαλιών αυτός ενίοτε ώριζε τις θα επεκράτει.
(Εκκλησιαστική ιστορία, σ. 149)
Είναι τόσο ξεκάθαρος στα γραφόμενά του, που ο οποιοσδήποτε σχολιασμός καθίσταται περιττός.
Ας δούμε τι γράφει ο βυζαντινολόγος G. Ostrogorsky:
Κατά την πρώτη Βυζαντινή εποχή ο αυτοκράτορας ελέγχει σχεδόν απεριόριστα την εκκλησιαστική ζωή και, σύμφωνα με τις ρωμαϊκές αρχές, καθορίζει τη θρησκεία των υπηκόων του ως υπόθεση δημοσίου δικαίου. Κατά τους μέσους όμως χρόνους η Εκκλησία επιβάλλεται αναγκαστικά και στο Βυζάντιο ως δυναμικός παράγοντας, που θέτει ισχυρούς φραγμούς στην αυτοκρατορική εξουσία. Τούτο φαίνεται από τις συγκρούσεις ανάμεσα στην κοσμική εξουσία και την πνευματική εξουσία, που δεν λείπουν ούτε στο Βυζάντιο και από τις οποίες δεν βγαίνει πάντοτε νικητής ο αυτοκράτορας. Ωστόσο το Βυζάντιο δεν το χαρακτηρίζει η διαμάχη μεταξύ του imperium και του sacerdotium, αλλά ο στενός και βαθύς σύνδεσμος μεταξύ κράτους και εκκλησίας, δηλαδή η ουσιαστική αλληλεξάρτηση του ορθόδοξου κράτους και της ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα σε ένα ενιαίο κρατικό-εκκλησιαστικό οργανισμό.
(Ιστορία Βυζαντινού Κράτους τ. Α΄, σ. 88)
Αλλού αναφέρει:
Η πιο σαφής έκφραση του εκχριστιανισμού του ρωμαϊκού κράτους στην εποχή του Μ. Κωνσταντίνου με σοβαρότατες επιπτώσεις για το μέλλον του, ήταν η σύγκληση της οικουμενικής συνόδου της Νικαίας (325), της πρώτης από τις οικουμενικές συνόδους που έθεσαν τα θεμέλια της δογματικής διδασκαλίας και των κανόνων της χριστιανικής Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο συγκάλεσε τη σύνοδο και προήδρευσε στις συνεδρίες της αλλά και επηρέασε ουσιαστικά τις αποφάσεις της. Αν και δεν ήταν τότε τυπικά μέλος της Εκκλησίας (το βάπτισμα το δέχτηκε, όπως είναι γνωστό, στην επιθανάτια κλίνη), ωστόσο ήταν ο πραγματικός αρχηγός της, δίνοντας έτσι και στο σημείο αυτό το πρότυπο για τους διαδόχους του στο θρόνο του Βυζαντίου.
(ο. π. σ. 106)
Στην επόμενη σελίδα, αναφέρει:
Η συνεργασία κράτους και Εκκλησίας, που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος, απέφερε μεγάλα οφέλη και στις δύο πλευρές, δημιούργησε όμως και εντελώς νέα προβλήματα. Η χριστιανική θρησκεία εξασφάλισε ισχυρή πνευματική ενότητα στο Βυζαντινό κράτος όπως και ισχυρό ηθικό έρεισμα στην αυτοκρατορική απολυταρχία. Η Εκκλησία αποκόμισε πλούσια υλική ενίσχυση από το κράτος, υποστηρίχθηκε απ’ αυτό στην ιεραποστολική της δράση και στον αγώνα της εναντίον των εχθρών της, κατέληξε όμως έτσι κάτω από την κηδεμονία του. Από την άλλη πλευρά το κράτος, που συνέδεσε τις τύχες του με την Εκκλησία, συμπαραστάθηκε στις ατέρμονες διαμάχες των εκκλησιαστικών παρατάξεων. Οι δογματικές έριδες έπαψαν πια να είναι εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας μόνο. Συνδυάσθηκαν με πολιτικές σκοπιμότητες και έτσι επηρέασαν όχι μόνο την εκκλησιαστική αλλά και την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας.
(ο. π. σ. 107)
Όσον αφορά την ίδια την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτό που έχουμε σήμερα είναι μόνο τους είκοσι κανόνες της. Δηλαδή αποφάσεις. Δεν έχουμε τα πρακτικά της, δηλαδή την περιγραφή του πως διεξήχθη και του τι συζητήθηκε σε αυτήν.
Γράφει ο Β. Στεφανίδης:
Εκτός ορισμένων εγγράφων, πρακτικά της πρώτης οικουμενικής συνόδου δεν υπάρχουσι. Είναι αληθές, ότι εις άλλας μικροτέρας συνόδους, αρχαιοτέρας ή ολίγον μεταγενεστέρας, εκρατήθησαν πρακτικά, ούτω δε καθίσταται πιθανόν, ότι κατά την μεγάλην εκείνην σύνοδον, εν τη οποία παρέστη ο αυτοκράτορ, επίσης ελήφθησαν τοιαύτα και ότι βραδύτερον τυχαίως απωλέσθησαν, ή σκοπίμως κατεστράφησαν. Αλλά τα εν τη συνόδω εκείνη θεσπισθέντα ήσαν επί έτη αντικείμενον συζητήσεων και ερίδων, η δε χρησιμοποίησις των πρακτικών αυτής θα ήτο χρήσιμος εις τους υπερασπιστάς ή τους πολεμίους αυτών. Εν τούτοις καθ’ όλον το διάστημα τούτο όχι μόνον ουδεμία χρησιμοποίησις των πρακτικών έγινε, αλλά και ουδεμία μνεία της υπάρξεως αυτών. Δια τούτο πιθανώτερον φαίνεται, ότι κατά την πρώτην οικουμενικήν σύνοδον δεν εκρατήθησαν πρακτικά. Αόριστοι μεταγενέστεραι πληροφορίαι περί υπάρξεως πρακτικών αυτής είναι υποθετικαί και φανταστικαί.
(Εκκλ. Ιστορία, σ. 181)
Δεν γνωρίζουμε όμως ούτε με βεβαιότητα τον αριθμό των μελών της. Σύμφωνα με τις διασωθείσες υπογραφές, οι επίσκοποι ήταν 220. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ήταν 250. 270 μέλη σύμφωνα με τον Ευστάθιο Αντιοχείας, ενώ ο Αθανάσιος γράφει αντιφατικά πράγματα. Στο έργο του «Περί εν Νικαία συνόδου» αναφέρει περίπου 300, και στο έργο του «Προς τους εν Αφρική επισκόπους» 318. Ο Κωνσταντίνος πάνω από 300, και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων επίσης 318.
Στα κρισιμότερα σημεία του Χριστιανισμού, απουσιάζουν κατά κανόνα τα πλέον ξεκάθαρα στοιχεία που θα απάλειφαν κάθε είδους δυσπιστίας. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε πότε γεννήθηκε ο Ιησούς (οι ευαγγελιστές δίνουν αντιφατικά στοιχεία), δεν ξέρουμε πότε πέθανε (οι ευαγγελιστές δίνουν πάλι αντιφατικά στοιχεία), αλλά ξέρουμε με βεβαιότητα ότι… αναστήθηκε. Στο προκείμενο, δεν ξέρουμε πόσοι έλαβαν μέρος, δεν έχουμε τα πρακτικά, αλλά ξέρουμε ότι είναι «αλάθητη» και «θεόπνευστη».
Το μόνο που ξέρουμε, και τούτο μετά τις τυχαίες ανακαλύψεις των επί αιώνες καταχωνιασμένων κειμένων των «αιρετικών» που βρέθηκαν σε σπηλιές και σε ερημιές, είναι ότι αυτό που λέμε σήμερα «εκκλησία», «στύλο και εδραίωμα» της «αλήθειας» και «φορέα της θείας αποκαλύψεως», είναι ένα παχυλό ψέμα.
Όπως γράφει η καθηγήτρια θρησκειολογίας Ιλέιν Πέιτζελς…
Για σχεδόν 2000 χρόνια, η χριστιανική παράδοση έχει διαφυλάξει και τιμήσει τα ορθόδοξα κείμενα που αποκηρύττουν τους γνωστικούς, ενώ αποσιωπά- και στην ουσία, καταστρέφει- τα ίδια τα γνωστικά κείμενα. Σήμερα, για πρώτη φορά, κείμενα που ανακαλύφθηκαν στο Νάγκ Χαμαντί αποκαλύπτουν την άλλη πλευρά του νομίσματος: πως οι Γνωστικοί αποκήρυξαν τους Ορθόδοξους.
(Τα Γνωστικά ευαγγέλια)
Εντούτοις, ακόμη και τα πενήντα δύο κείμενα που ανακαλύφθηκαν στο Νάγκ Χαμαντί προσφέρουν μόνο μια ιδέα της πολυπλοκότητας του πρώιμου χριστιανικού κινήματος. Μόλις αρχίζουμε να διαπιστώνουμε ότι αυτό που αποκαλούμε χριστιανισμό- και ότι αναγνωρίζουμε ως χριστιανική παράδοσηστην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μόνο μία μικρή συλλογή συγκεκριμένων πηγών, επιλεγμένων ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.
(ο. π.)
Παρόλο όμως τον θεσμό της Οικουμενικής, ιστορικά βλέπουμε ότι οι διαμάχες όχι μόνο δεν έπαυσαν, αλλά εντάθηκαν περισσότερο. Η διαφορετική άποψη δεν φοβήθηκε ούτε τα εκκλησιαστικά αναθέματα, ούτε τα αυτοκρατορικά έδικτα.
Πριν αναφέρουμε κάποια σημαντικά στοιχεία για την πρώτη αυτή σύνοδο της Εκκλησίας, ας δούμε τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε μέσα από όσα γράφει στο «Πηδάλιο» ο Νικόδημος ο αγιορείτης. Το «Πηδάλιο» είναι ένα βιβλίο του Νικόδημου στο οποίο συγκέντρωσε όλους τους κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας (δηλαδή, κανόνες πατέρων που έλαβαν συνοδικό κύρος και κανόνες τοπικών και οικουμενικών συνόδων), τους οποίους σχολίασε. Το δε βιβλίο το ονόμασε έτσι, διότι όπως γράφει ο ίδιος «[…] ωσάν Πηδάλιον, ημπορεί ασφαλέστατα, και ακινδυνώτατα πάσα η του Χριστού Εκκλησία να διευθύνει τον δρόμον του πλοός της». Κοντολογίς, οι κανόνες της Εκκλησίας που περιλαμβάνει το «Πηδάλιο», είναι η επίσημη ερμηνεία των Γραφών. Επίσης, αναφέρει ότι τέσσερα είναι τα νομικά χαρακτηριστικά για να κληθεί μια σύνοδος ως «Οικουμενική».
Πρώτον μεν ιδίωμα όλων των Οικουμενικών είναι, το να συναθροίζωνται δια προσταγών, ουχί του Πάπα, ή του δείνος Πατριάρχου, αλλά δια προσταγών Βασιλικών… Δεύτερον, το να γίνεται ζήτησις περί πίστεως, και ακολούθως να εκτίθεται απόφασις και όρος δογματικός εις κάθε μίαν από τας Οικουμενικάς… Τρίτον, το να ήναι πάντα τα εκτιθέμενα παρ’ αυτών δόγματα και οι Κανόνες, ορθόδοξα, ευσεβή και σύμφωνα ταις θείαις Γραφαίς, ή ταις προλαβούσαις Οικουμενικαίς συνόδοις… Τέταρτον δε και τελευταίον, το να συμφωνήσουν και να αποδεχθούν τα παρά των Οικουμενικών συνόδων διορισθέντα και κανονισθέντα άπαντες οι ορθόδοξοι Πατριάρχαι.
(Πηδάλιο, σ. 104)
Από εκκλησιολογικής πλευράς…
Τα θεολογικά χαρακτηριστικά είναι ότι έχει παντοτινή ισχύ, είναι αλάθητη, αναμάρτητη, και θεόπνευστη, είναι υπεράνω πατριαρχών, με τις αποφάσεις της (τους όρους), θέτει τέρμα στις αντιλογίες.
(ο. π. σελ. 105)
Μάλιστα, όσα αποφασίζει/ ερμηνεύει η Οικουμενική για τις Γραφές, είναι ανώτερα από τις ίδιες.
Είπα ότι ο έσχατος κριτής εν τη Εκκλησία δεν ήναι η αγία Γραφή, ως λέγουσι τούτο οι Λουθηροκαλβινισταί, αλλ’ Οικουμενική σύνοδος, καθ’ ότι εις πολλά μέρη ασαφώς λαλούσα η θεία Γραφή, και έκαστος των αιρετικών προς την δική του αίρεσιν στρεβλών το ασαφές νόημα των Γραφών, εξ ανάγκης χρειάζεται ερμηνεία δια να εξηγήση το αληθές αυτής νόημα, ος τις δεν είναι άλλος, παρά η Οικουμενική σύνοδος.
(ο. π. σ. 105)
Τώρα, ενώ η Γραφή εξακολουθεί να έχει ασαφή μέρη, έχει όμως μια θεόπνευστη και αλάθητη ερμηνεία, αυτήν των… νικητών. Κατόπιν των παραπάνω δεν αντηχεί καθόλου παράλογα ότι…
ουδείς δύναται να εναντιωθεί εις τας Οικουμενικάς συνόδους, μένων ευσεβής και ορθόδοξος, αλλ’ απλώς και αδιορίστως ο καθείς χρεωστεί να πείθεται εις αυτάς. Ο γαρ αντιφερόμενος εις αυτάς και αντιπίπτων, εις αυτό αντιφέρεται, και αντιπίπτει το Πνεύμα το Άγιον, το λαλούν δια των Οικουμενικών συνόδων, και αιρετικός και αναθεματισμένος γίνεται…
(ο. π. σελ. 106)
Ας δούμε ορισμένα στοιχεία για το ρόλο του αυτοκράτορα στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο…
Ο καθηγητής Στ. Παπαδόπουλος αναφέρει στην πατρολογία του:
Ο αυτοκράτορας και γενικά η κρατική εξουσία δεν δίσταζε να κάνει αισθητή την παρουσία της και απαραίτητη ενίοτε την αποδοχή της θελήσεώς της ως αντάλλαγμα της προσφερόμενης προστασίας.
(τ. Β΄, σ. 31)
Στην επόμενη σελίδα, τα εξής:
Ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας Κωνσταντίνος βοήθησε αποτελεσματικά την Εκκλησία το 324 και 325 (σύνοδος Νικαίας) να διατυπώσει και να επιβάλει την Ορθόδοξη πίστη της κατά του Αρειανισμού.
(ο. π. σ. 32)
Δηλαδή, η «νίκη» των Ορθοδόξων ήταν προϊόν ενός «πάρε-δώσε» μεταξύ των δύο εξουσιών.
Ο καθηγητής και αρχιμανδρίτης Β. Στεφανίδης, αναφέρει:
Εκ του αυτοκράτορος εξηρτάτο η εκλογή των επισκόπων και μάλιστα των Πατριαρχών, η ίδρυσις και συγχώνευσις επισκοπών και αρχιεπισκοπών και η ανύψωσις αυτών εις μητροπόλεις, η ανακήρυξις αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Εις τον αυτοκράτορα εγίνοντο εκ των εκκλησιαστικών δικαστηρίων εφέσεις. Ο αυτοκράτορ συνεκάλει τας οικουμενικάς συνόδους, διηύθυνεν αυτάς προσωπικώς ή δια αντιπροσώπων, τας συνοδικάς αποφάσεις καθίστα νόμους του Κράτους και εκ των αντιμαχομένων δογματικών διδασκαλιών αυτός ενίοτε ώριζε τις θα επεκράτει.
(Εκκλησιαστική ιστορία, σ. 149)
Είναι τόσο ξεκάθαρος στα γραφόμενά του, που ο οποιοσδήποτε σχολιασμός καθίσταται περιττός.
Ας δούμε τι γράφει ο βυζαντινολόγος G. Ostrogorsky:
Κατά την πρώτη Βυζαντινή εποχή ο αυτοκράτορας ελέγχει σχεδόν απεριόριστα την εκκλησιαστική ζωή και, σύμφωνα με τις ρωμαϊκές αρχές, καθορίζει τη θρησκεία των υπηκόων του ως υπόθεση δημοσίου δικαίου. Κατά τους μέσους όμως χρόνους η Εκκλησία επιβάλλεται αναγκαστικά και στο Βυζάντιο ως δυναμικός παράγοντας, που θέτει ισχυρούς φραγμούς στην αυτοκρατορική εξουσία. Τούτο φαίνεται από τις συγκρούσεις ανάμεσα στην κοσμική εξουσία και την πνευματική εξουσία, που δεν λείπουν ούτε στο Βυζάντιο και από τις οποίες δεν βγαίνει πάντοτε νικητής ο αυτοκράτορας. Ωστόσο το Βυζάντιο δεν το χαρακτηρίζει η διαμάχη μεταξύ του imperium και του sacerdotium, αλλά ο στενός και βαθύς σύνδεσμος μεταξύ κράτους και εκκλησίας, δηλαδή η ουσιαστική αλληλεξάρτηση του ορθόδοξου κράτους και της ορθόδοξης Εκκλησίας μέσα σε ένα ενιαίο κρατικό-εκκλησιαστικό οργανισμό.
(Ιστορία Βυζαντινού Κράτους τ. Α΄, σ. 88)
Αλλού αναφέρει:
Η πιο σαφής έκφραση του εκχριστιανισμού του ρωμαϊκού κράτους στην εποχή του Μ. Κωνσταντίνου με σοβαρότατες επιπτώσεις για το μέλλον του, ήταν η σύγκληση της οικουμενικής συνόδου της Νικαίας (325), της πρώτης από τις οικουμενικές συνόδους που έθεσαν τα θεμέλια της δογματικής διδασκαλίας και των κανόνων της χριστιανικής Εκκλησίας. Ο αυτοκράτορας όχι μόνο συγκάλεσε τη σύνοδο και προήδρευσε στις συνεδρίες της αλλά και επηρέασε ουσιαστικά τις αποφάσεις της. Αν και δεν ήταν τότε τυπικά μέλος της Εκκλησίας (το βάπτισμα το δέχτηκε, όπως είναι γνωστό, στην επιθανάτια κλίνη), ωστόσο ήταν ο πραγματικός αρχηγός της, δίνοντας έτσι και στο σημείο αυτό το πρότυπο για τους διαδόχους του στο θρόνο του Βυζαντίου.
(ο. π. σ. 106)
Στην επόμενη σελίδα, αναφέρει:
Η συνεργασία κράτους και Εκκλησίας, που θεμελίωσε ο Κωνσταντίνος, απέφερε μεγάλα οφέλη και στις δύο πλευρές, δημιούργησε όμως και εντελώς νέα προβλήματα. Η χριστιανική θρησκεία εξασφάλισε ισχυρή πνευματική ενότητα στο Βυζαντινό κράτος όπως και ισχυρό ηθικό έρεισμα στην αυτοκρατορική απολυταρχία. Η Εκκλησία αποκόμισε πλούσια υλική ενίσχυση από το κράτος, υποστηρίχθηκε απ’ αυτό στην ιεραποστολική της δράση και στον αγώνα της εναντίον των εχθρών της, κατέληξε όμως έτσι κάτω από την κηδεμονία του. Από την άλλη πλευρά το κράτος, που συνέδεσε τις τύχες του με την Εκκλησία, συμπαραστάθηκε στις ατέρμονες διαμάχες των εκκλησιαστικών παρατάξεων. Οι δογματικές έριδες έπαψαν πια να είναι εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας μόνο. Συνδυάσθηκαν με πολιτικές σκοπιμότητες και έτσι επηρέασαν όχι μόνο την εκκλησιαστική αλλά και την πολιτική ζωή της αυτοκρατορίας.
(ο. π. σ. 107)
Όσον αφορά την ίδια την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, αυτό που έχουμε σήμερα είναι μόνο τους είκοσι κανόνες της. Δηλαδή αποφάσεις. Δεν έχουμε τα πρακτικά της, δηλαδή την περιγραφή του πως διεξήχθη και του τι συζητήθηκε σε αυτήν.
Γράφει ο Β. Στεφανίδης:
Εκτός ορισμένων εγγράφων, πρακτικά της πρώτης οικουμενικής συνόδου δεν υπάρχουσι. Είναι αληθές, ότι εις άλλας μικροτέρας συνόδους, αρχαιοτέρας ή ολίγον μεταγενεστέρας, εκρατήθησαν πρακτικά, ούτω δε καθίσταται πιθανόν, ότι κατά την μεγάλην εκείνην σύνοδον, εν τη οποία παρέστη ο αυτοκράτορ, επίσης ελήφθησαν τοιαύτα και ότι βραδύτερον τυχαίως απωλέσθησαν, ή σκοπίμως κατεστράφησαν. Αλλά τα εν τη συνόδω εκείνη θεσπισθέντα ήσαν επί έτη αντικείμενον συζητήσεων και ερίδων, η δε χρησιμοποίησις των πρακτικών αυτής θα ήτο χρήσιμος εις τους υπερασπιστάς ή τους πολεμίους αυτών. Εν τούτοις καθ’ όλον το διάστημα τούτο όχι μόνον ουδεμία χρησιμοποίησις των πρακτικών έγινε, αλλά και ουδεμία μνεία της υπάρξεως αυτών. Δια τούτο πιθανώτερον φαίνεται, ότι κατά την πρώτην οικουμενικήν σύνοδον δεν εκρατήθησαν πρακτικά. Αόριστοι μεταγενέστεραι πληροφορίαι περί υπάρξεως πρακτικών αυτής είναι υποθετικαί και φανταστικαί.
(Εκκλ. Ιστορία, σ. 181)
Δεν γνωρίζουμε όμως ούτε με βεβαιότητα τον αριθμό των μελών της. Σύμφωνα με τις διασωθείσες υπογραφές, οι επίσκοποι ήταν 220. Σύμφωνα με τον Ευσέβιο, ήταν 250. 270 μέλη σύμφωνα με τον Ευστάθιο Αντιοχείας, ενώ ο Αθανάσιος γράφει αντιφατικά πράγματα. Στο έργο του «Περί εν Νικαία συνόδου» αναφέρει περίπου 300, και στο έργο του «Προς τους εν Αφρική επισκόπους» 318. Ο Κωνσταντίνος πάνω από 300, και ο Αμβρόσιος Μεδιολάνων επίσης 318.
Στα κρισιμότερα σημεία του Χριστιανισμού, απουσιάζουν κατά κανόνα τα πλέον ξεκάθαρα στοιχεία που θα απάλειφαν κάθε είδους δυσπιστίας. Για παράδειγμα, δεν ξέρουμε πότε γεννήθηκε ο Ιησούς (οι ευαγγελιστές δίνουν αντιφατικά στοιχεία), δεν ξέρουμε πότε πέθανε (οι ευαγγελιστές δίνουν πάλι αντιφατικά στοιχεία), αλλά ξέρουμε με βεβαιότητα ότι… αναστήθηκε. Στο προκείμενο, δεν ξέρουμε πόσοι έλαβαν μέρος, δεν έχουμε τα πρακτικά, αλλά ξέρουμε ότι είναι «αλάθητη» και «θεόπνευστη».
Το μόνο που ξέρουμε, και τούτο μετά τις τυχαίες ανακαλύψεις των επί αιώνες καταχωνιασμένων κειμένων των «αιρετικών» που βρέθηκαν σε σπηλιές και σε ερημιές, είναι ότι αυτό που λέμε σήμερα «εκκλησία», «στύλο και εδραίωμα» της «αλήθειας» και «φορέα της θείας αποκαλύψεως», είναι ένα παχυλό ψέμα.
Όπως γράφει η καθηγήτρια θρησκειολογίας Ιλέιν Πέιτζελς…
Για σχεδόν 2000 χρόνια, η χριστιανική παράδοση έχει διαφυλάξει και τιμήσει τα ορθόδοξα κείμενα που αποκηρύττουν τους γνωστικούς, ενώ αποσιωπά- και στην ουσία, καταστρέφει- τα ίδια τα γνωστικά κείμενα. Σήμερα, για πρώτη φορά, κείμενα που ανακαλύφθηκαν στο Νάγκ Χαμαντί αποκαλύπτουν την άλλη πλευρά του νομίσματος: πως οι Γνωστικοί αποκήρυξαν τους Ορθόδοξους.
(Τα Γνωστικά ευαγγέλια)
Εντούτοις, ακόμη και τα πενήντα δύο κείμενα που ανακαλύφθηκαν στο Νάγκ Χαμαντί προσφέρουν μόνο μια ιδέα της πολυπλοκότητας του πρώιμου χριστιανικού κινήματος. Μόλις αρχίζουμε να διαπιστώνουμε ότι αυτό που αποκαλούμε χριστιανισμό- και ότι αναγνωρίζουμε ως χριστιανική παράδοσηστην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει μόνο μία μικρή συλλογή συγκεκριμένων πηγών, επιλεγμένων ανάμεσα σε δεκάδες άλλες.
(ο. π.)
Παρόλο όμως τον θεσμό της Οικουμενικής, ιστορικά βλέπουμε ότι οι διαμάχες όχι μόνο δεν έπαυσαν, αλλά εντάθηκαν περισσότερο. Η διαφορετική άποψη δεν φοβήθηκε ούτε τα εκκλησιαστικά αναθέματα, ούτε τα αυτοκρατορικά έδικτα.
Σε επιστολή που διασώζει στην εκκλησιαστική του ιστορία ο Σωκράτης, γράφει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος προς επισκόπους και λαϊκούς:
Προς δε τούτοις και ει τι σύγγραμμα υπό Αρείου συντεταγμένον ευρίσκοιτο, τούτο πυρί παραδίδοσθαι· ίνα μη μόνον τα φαύλα αυτού της διδασκαλίας αφανισθείη, αλλά μη δε υπόμνημα αυτού όλως υπολείποιτο. Εκείνο μέντοι προαγορεύω, ως ει τις σύγγραμμα υπό Αρείου συνταγέν φωραθείη κρύψας, και μη ευθέως προσενεγκών πυρί καταναλώση, τούτω θάνατος έσται η ζημία· παραχρήμα γαρ άλους επί τούτω, κεφαλικήν υποστήσεται τιμωρίαν.
(1.9)
Παράδοση συγγραμμάτων στην φωτιά, καταστροφή ακόμα και των υπομνημάτων και ποινή θανάτου σε όποιον δεν τα παραδώσει έγκαιρα.
Επί Θεοδοσίου, η ίδια κρατική και εκκλησιαστική τρομοκρατία επικρατούσε. Γράφει ο καθηγητής πατρολογίας Π. Χρήστου για τα συγγράμματα του Νεστορίου: «Δια διατάγματος του Θεοδοσίου από το έτος 435, ορίσθη να καούν τα συγγράμματά του συμφώνως προς την απόφασιν της τρίτης οικουμενικής συνόδου» (Π. Χρήστου, Πατρολογία τ. 4, σ. 437).
Και το έδικτο γράφει:
CTh 16.5.66 CJ 1.5.6-1.
Κανείς δεν επιτρέπεται να κατέχει, διαβάζει ή αντιγράφει βιβλία που έγραψε ο Νεστόριος εναντίον της πίστης μας. Διατάζουμε όλα τα βιβλία αυτά να βρεθούν και να καούν δημόσια.
(Θεοδόσιος Β΄, 435).
Το 448, δεκατρία έτη μετά το προηγούμενο έδικτο, οι απειλές επαναλαμβάνονται:
CJ1.1.3-2 Επειδή έχουμε ακούσει πως μερικά άτομα έχουν γράψει για αμφιλεγόμενα δόγματα που δεν συμφωνούν απολύτως με την ορθόδοξη πίστη μας, διατάζουμε τα βιβλία αυτά και ειδικά του Νεστόριου, να καούν στη φωτιά και να καταστραφούν, ώστε κανείς να μην γνωρίζει περί αυτών. Όποιος συνεχίζει να έχει και να διαβάζει τέτοια γραπτά θα τιμωρείται με θάνατο. Κανείς δεν επιτρέπεται να γνωρίζει ή να μιλάει για τέτοιες διδασκαλίες εκτός αν συμφωνούν απόλυτα με την ορθόδοξη πίστη.
(Θεοδόσιος Β΄, 448)
Τα αυτά επιβεβαιώνει και ο Φώτιος, στο «Σύνταγμα Κανόνων».
Τα συγγράμματα του Πορφυρίου και άλλων εναντίον των χριστιανών να καίγονται, καθώς και του Νεστορίου και όσα δεν συμφωνούν με τις συνόδους της Νικαίας και της Εφέσου και με τον Κύριλλο Αλεξανδρείας, από των οποίων την πίστη δεν πρέπει να παρεκκλίνομε, ενώ όσοι έχουν τα βιβλία που είπαμε και τα διαβάζουν να τιμωρούνται με την έσχατη ποινή. […] Όσα έγραψε ο Νεστόριος κατά της συνόδου της Εφέσου δεν επιτρέπεται να τα έχει κανείς ή να τα διαβάζει ή να αντιγράφονται, αλλά να καίγονται. Στην συζήτηση για την πίστη δεν πρέπει να αναφέρονται, ούτε πρέπει να γίνονται δεκτοί σε οιοδήποτε ιδιωτικό μέρος· όποιος παραβαίνει το νόμο υποβάλλεται σε δήμευση.
(ΕΠΕ 11,σ. 63)
Έδικτο του 455 ορίζει για τους μονοφυσίτες:
CJ 1.5.8
ix. Δεν επιτρέπεται σε κανένα να διδάξει, γράψει, εκδώσει ή δημοσιεύσει οτιδήποτε αντιτίθεται στη σύνοδο της Χαλκηδόνας ή να κατέχει γραπτά άλλων για το ίδιο θέμα.
x. Απαγορεύεται σε όλους να κατέχουν βιβλία αυτού του είδους. Όποιος συλληφθεί να έχει τέτοια βιβλία στην κατοχή του θα εξορίζεται.
xii. Όλα τα βιβλία που περιέχουν το καταστροφικό δόγμα του Ευτύχιου θα καταστραφούν στη φωτιά.
(Βαλεντινιανός και Μαρκιανός, 455)
Ο δε Φώτιος θα γράψει στο «Σύνταγμα κανόνων»:
Σε κανέναν δεν επιτρέπεται να γράφει εναντίον της συνόδου της Χαλκηδόνος ή να διαβάζει ή να υπαγορεύει ή να έχει βιβλία, γιατί εξορίζεται για όλη του τη ζωή, κι όποιος προσέλθει για να μάθει καταβάλλει στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες, κι όποιος διδάσκει τα απαγορευμένα, τιμωρείται με την έσχατη ποινή. Επίσης όλα τα συγγράμματα του Ευτύχους και του Απολλιναρίου να καίονται, κι αν τα παραβλέψουν αυτά οι άρχοντες ή οι υπηρέτες τους ή οι υπερασπιστές, πληρώνουν πρόστιμο στο δημόσιο ταμείο δέκα λίτρες.
(Σύνταγμα κανόνων Μ. Φώτιου, ΕΠΕ 11,σ. 63)
Εξορία, θάνατος, πρόστιμο. Αυτά περιμένουν τους ανυπάκουους «παραβάτες».
Για τα συγγράμματα του Σεβήρου, ο ίδιος πατέρας στο ίδιο έργο αναφέρει: «Όποιοι έχουν τα συγγράμματα του Σεβήρου και δεν τα καίνε, να τους κόβονται τα χέρια» (ο. π. σ. 63).
Θεολογικό χάος μετά την Α΄ Οικουμενική
Γράφει ο Βασίλειος Καισαρείας:
Μόνο στην εκκλησία του Θεού, για την οποία απέθανε ο Χριστός και επί της οποίας εξέχεε πλουσίως το άγιο Πνεύμα, διεπίστωσα πολλή και υπερβολική διαφωνία στις σχέσεις των περισσοτέρων και στις απόψεις τους περί των θείων γραφών. Και το φρικτότερο όλων, είδα τους ίδιους τους προεστώτες της Εκκλησίας να διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους ως προς τη διάθεση και τη γνώμη, να αντιτίθενται τόσο πολύ προς τις εντολές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, να διασπούν ανηλεώς την Εκκλησία του Θεού και να συνταράσσουν χωρίς λύπη το ποίμνιό του, ώστε τώρα προ πάντων, που ανεφάνησαν οι Ανόμοιοι, να ισχύει και για αυτούς ο λόγος· «Από εσάς τους ίδιους θα εγερθούν άνδρες, λαλούντες διεστραμμένα, για να αποσπούν τους μαθητές πίσω αυτών».
(Περί κρίματος Θεού, ΕΠΕ τ. 8, σ. 21-23)
Στο ίδιο έργο, αναφέρει:
[…] Μήπως και τώρα αυτή η τόσο μεγάλη διαφωνία και διαμάχη μεταξύ των χριστιανών γίνεται εξ αιτίας της περιφρονήσεως του ενός μεγάλου, αληθινού και μοναδικού βασιλέως των πάντων και Θεού; Διότι ο καθένας απομακρύνεται από τη διδασκαλία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, διεκδικεί να επιβάλει συμπεράσματα και κανόνες δικούς του κατά τρόπο αυθεντικό και θέλει μάλλον να κυβερνά αντίθετα προς τον Κύριο παρά να εξουσιάζεται από Αυτόν.
(ο. π. σ. 23-25)
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναφέρει:
Τώρα που σ’ όλη σχεδόν την οικουμένη δεχτήκαμε τέτοια σωτηρία από το Θεό, έχομε ολότελα αναξίους επισκόπους. Θα αφήσω κραυγή όχι ψεύτικη αλλά όχι κι ευχάριστη… Είναι ντροπή να πω πως είναι, όμως θα μιλήσω. Ενώ έχομε ταχθεί να είμαστε δάσκαλοι του καλού, είμαστε εργαστήρι όλων των κακών.
(Έπη εις εαυτόν, Ποίημα ΙΒ, ΕΠΕ 10, σ. 192)
Αλλού:
[…] οι μέγιστοι ναοί της οικουμένης όλης από χρόνια πολλά είχαν και θησαύριζαν, κειμήλια κι έσοδα απ’ τον κόσμο όλο, ούτ’ ένα στα βιβλία λογαριασμό δε βρήκα των παλιών της Εκκλησίας πρωτοκαθέδρων, ούτε σ’ όσους απ’ τους ταμίες είχαν τα χρήματα… Για όλα είναι η απληστία κακή, μα είναι χειρότερη η απληστία στους πνευματικούς.
(ο. π. σ. 145)
«Ζήτω» το χρήμα δηλαδή.
Αλλού:
Γιατί του λαού οι πρωτοστάτες κι οι διδάχοι, του Πνεύματος οι χορηγοί, που απ’ τους ψηλούς τους θρόνους ξεκινά της σωτηρίας ο λόγος, που την ειρήνη πάντα σ’ όλους διαλαλούνε με φωνές πλατιές στης σύναξης τη μέση, με τόσο μίσος φρένιασαν ο ένας στον άλλο, που ξεφωνίζοντας, μαζεύοντας συμμάχους, κατηγορώντας και κατηγορούμενοι, πηδώντας κι απ’ τα πηδήματα έξω πέφτοντας, αρπάζοντας όποιον καθείς προφτάσει, από μανία φιλαρχίας και μονοκρατορίας, κομμάτιασαν πια ολόκληρη την οικουμένη… Μα αυτούς σα χώρισαν δεν τους ενώνει τίποτα, όχι η ευσέβεια, μόνο η μάχη για τους θρόνους.
(ο. π σ. 149)
Ο Σωκράτης ο Σχολαστικός μας περιγράφει την κατάσταση των εκκλησιών μετά την Α΄ Οικουμενική.
Εν δε Κωνσταντινουπόλει Ευδόξιος μεν των εκκλησιών εκράτει, την Αρείου δόξαν διδάσκων· οι δε του «ομοουσίου» φρονήματος εν μικρώ οικίσκω τας συναγωγάς εποιούντο ένδον της πόλεως. Της δε Μακεδονιανής θρησκείας έτι κατά τας πόλεις εκράτουν των ευκτηρίων οίκων οι εν Σελευκεία διακριθέντες τοις περί Ακάκιον. Εν τοιαύτη μεν δη καταστάσει τα των εκκλησιών ην.
(Εκκλ. Ιστορία Σωκράτους,4,1)
Όχι μόνο δεν έσβησε η αρειανική δοξασία, αλλά εισχώρησε στο πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το δόγμα του «ομοουσίου» της Α΄ Οικουμενικής είχε λιγοστούς οπαδούς, που ίσα ίσα μαζεύονταν σε ένα μικρό σπίτι της πόλης. Αλλά και η δοξασία του Μακεδόνιου είχε πολυάριθμους οπαδούς, που κρατούσαν τους ευκτήριους οίκους στην Σελεύκεια.
Η ομόνοια δεν ήρθε ποτέ στους εκκλησιαστικούς κύκλους, εφόσον επί εποχής βασιλείας Ιουλιανού (361- 363), τριάντα έξι χρόνια μετά την σύνοδο της Νικαίας, συνεχίζονταν οι αρειανικές έριδες.
[…] ούτοι συν τοις άλλοις ομόφροσι κατά ταυτόν γενόμενοι χρήναι τας εκκλησίας έλεγον εις μιαν συναγαγείν συμφωνίαν. Ου γαρ μόνον αυτάς οι ταναντία φρονούντες επολιόρκουν, αλλά και αυταί προς εαυτάς εστασίαζον. Και γαρ εν Αντιοχεία διχή το υγιαίνον σώμα της εκκλησίας διήρητο.
(Εκκλ. Ιστορία Θεοδώρητου Κύρου, 3,180)
Ο Θεοδώρητος Κύρου αναφέρει τις ενδοεκκλησιαστικές κόντρες. Αξιοσημείωτο είναι ότι αυτά συμβαίνουν μετά την συνοδική καταδίκη της διδασκαλίας του Άρειου, από ιερείς που συνεχίζουν να ασπάζονται τις διδασκαλίες του. «Ο μεν ουν πανεύφημος βασιλεύς (εννοεί τον Κωνσταντίνο)τας αποστολικάς φροντίδας εν τη ψυχή περιέφερεν, οι δε της ιερωσύνης ηξιώμενοι ου μόνον οικοδομείν ουκ εβούλοντο, αλλά και αυτά τα της εκκλησίας ανορύττειν επεχείρουν θεμέλια» (1,80).
Οι δε οπαδοί του Μακεδόνιου (δεν δέχονταν το τριαδικό δόγμα) πλεόναζαν στην περιοχή του Ελλήσποντου, κατά τον Σωκράτη τον Σχολιαστικό.
Αλλά και οι διδασκαλίες του Νεστορίου επέφεραν διαιρέσεις στην Εκκλησία. «Διό της περί τούτου ζητήσεως παρ’ άλλοις άλλως εκδεχθείσης, διαίρεσις εν τη εκκλησία εγένετο· και ωσπερ έν νυχτομαχία καθεστώτες νυν μεν ταύτα έλεγον, νυν δε τα έτερα…» (Εκκλ. Ιστορία Σωκράτη, 7,32).
Γιατί δεν υποτάχθηκαν στις ερμηνείες των συνόδων; Επειδή οι αποφάσεις τους δεν συμφωνούσαν με τις Γραφές και τα συμφέροντά τους.
Κατασκευή κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών
Στο ζήτημα της παραχάραξης εντάσσεται και το φαινόμενο κατασκευής κειμένων στο όνομα επιφανών εκκλησιαστικών ανδρών, προκειμένου κάποιοι να εξαπατήσουν και να περάσουν τις απόψεις τους. Με αυτόν τον τρόπο προσπάθησαν να προσδώσουν κύρος και αποδοχή. Η πιστοποίηση προκύπτει από την επιστημονική έρευνα. Τα βιβλία πατρολογίας, αφού κάνουν αναφορά στο βίο του εκάστοτε πατρός και εκκλησιαστικού συγγραφέα, στην συνέχεια αναφέρονται στα σωζόμενα γραπτά του τα οποία ταξινομούνται σε γνήσια, σε αμφιβαλλόμενα, και σε νόθα. Μια αιτία για την ύπαρξη νόθων κειμένων είναι και το θέμα της σκόπιμης πλαστογράφησης.
Για παράδειγμα, γράφει ο θεολόγος Π. Χρήστου για τα νόθα κείμενα που αποδίδονται στον Ιουστίνο…
Η μεγάλη τιμή που η αρχαία εκκλησία απέδωσε στον Ιουστίνο έγινε αφορμή για το εξής φαινόμενο: Διάφοροι συγγραφείς της αρχαίας εκκλησίας επιχείρησαν και πέτυχαν να διαδώσουν τις αντιλήψεις τους, στεγάζοντας τα έργα τους κάτω από το γνωστότατο και σεβαστό όνομα του Ιουστίνου. […] πολλά νόθα έργα έχουν τίτλους λίγο πολύ όμοιους ή σχετικούς με τίτλους απολεσθέντων έργων του Ιουστίνου, πράγμα που αποδεικνύει τη σκόπιμη πλαστογράφηση.
Αναφορικά με την πλαστογράφηση προς εξαπάτηση εθνικών, αναφέρω ενδεικτικά τα παραδείγματα της πλαστογραφημένης αλληλογραφίας «Παύλου και Σενέκα» και των πλαστογραφημένων Σιβυλλικών χρησμών. Για την πλαστογράφηση με σκοπό την εξαπάτηση των Ιουδαίων αρκεί να αναφέρω ενδεικτικά το «Βίοι προφητών» και το «Αποκάλυψη Έσδρα». Εννοείται ότι σε αυτά «αποδεικνύεται» τόσο στους εθνικούς όσο και στους ιουδαίους, ότι στα ίδια τους τα γραπτά προφητεύονταν δήθεν η χριστιανική εκκλησία! Όποιος αναγνώστης επιθυμεί, μπορεί να δει περισσότερες λεπτομέρειες στο άρθρο «Ευσεβείς πλαστογραφίες».
Ο κανόνας 19 της Πενθέκτης Οικουμενικής το 691
Κρίθηκε σκόπιμο να γίνει αναφορά στον κανόνα 19 της Πενθέκτης Οικουμενικής, διότι εκεί συνοψίζεται το θέμα με το οποίο ασχολούμαστε.
Ας δούμε τι λέει και ας κάνουμε έναν σύντομο σχολιασμό…
Ότι δει τους των εκκλησιών προεστώτας, εν πάση μεν ημέρα, εξαιρέτως δε εν ταις Κυριακαίς, πάντα τον κλήρον και τον λαόν εκδιδάσκειν τους της ευσεβείας λόγους, εκ της θείας γραφής αναλεγομένους τα της αληθείας νοήματα τε, και κρίματα, και μη παρεκβαίνοντας τους ήδη τεθέντας όρους, την εκ των θεοφόρων Πατέρων παράδοσιν. Αλλά και ει γραφικός ανακινηθείη λόγος, μη άλλως τούτον ερμηνευέτωσαν, η ως αν οι της εκκλησίας φωστήρες, και διδάσκαλοι, δια των οικείων συγγραμμάτων παρέθεντο· και μάλλον εν τούτοις ευδοκιμείτωσαν, ή λόγους οικείους συντάττοντες· ίνα μη, εστίν ότε, προς τούτο απόρως έχοντες, αποπίπτοιεν του προσήκοντος. Δια γαρ της των προειρημένων Πατέρων διδασκαλίας, οι λαοί εν γνώσει γινόμενοι των τε σπουδαίων και αιρετών, και των ασυμφόρων και αποβλήτων, τον βίον μεταρρυθμίζουσι προς το βέλτιον, και τω της αγνοίας ουχ αλίσκονται πάθει, αλλά προσέχοντες τη διδασκαλία, εαυτούς προς το μη κακώς παθείν παραθήγουσι, και φόβω των επηρτημένων τιμωριών την σωτηρίαν εαυτοίς εξεργάζονται.
Ο κανόνας αυτός απευθύνεται προς τους «προεστώτες», δηλαδή προς εκείνους που έχουν τον πρώτο λόγο στις εκκλησίες. Η οδηγία είναι ότι εξαιρέτως τις Κυριακές πρέπει να διδάσκουν τις Γραφές τόσο στον υπόλοιπο κλήρο όσο και στο λαό, χωρίς να ξεφεύγουν από τους όρους (τις συνοδικές αποφάσεις) που ήδη έχουν τεθεί. Η σύνοδος λαμβάνει χώρα το 692 κ.ε., συνεπώς οι όροι συμπεριλαμβάνουν τις αποφάσεις όλων των προηγούμενων Οικουμενικών και μη.
Με αυτόν τον τρόπο κλειδώνει επισήμως το ζήτημα της ερμηνείας. Τα προαναφερόμενα οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η τακτική της Εκκλησίας επικεντρώνεται στην ερμηνευτική απολογητική. Η άμυνά της επικεντρώνεται στην θεολογική ερμηνεία των Γραφών και όχι στο τι πραγματικά λένε. Το ίδιο πνεύμα μπορείτε να διακρίνετε στους χριστιανικούς απολογητικούς ιστοτόπους (όπου το μαύρο το κάνουν άσπρο και τανάπαλιν), σε ομιλίες θεολόγων, καθώς και σε διαδικτυακές συζητήσεις με χριστιανούς. Για αυτούς, πάντα τα δύσκολα και άβολα χωρία εννοούν κάτι άλλο, πέρα από αυτό που λένε τόσο καθαρά.
Ο Νικόδημος σχολιάζει στον 19ο κανόνα: «Οι τοιούτοι όμως να μη διδάσκουσιν από εδικά των λόγια και νοήματα, αλλά από τα της Θείας Γραφής, χωρίς να εβγαίνουν έξω από τους επικυρωθέντας συνοδικώς όρους και δόγματα πίστεως».
Πατερικά δείγματα ερμηνευτικής διαστρέβλωσης
Στην χριστιανική θεολογία (που βασίζεται στα δόγματα της πίστεως) υπάρχουν θεμελιώδεις διδασκαλίες που οδηγούν σε σκόπιμη διαστρέβλωση συγκεκριμένων βιβλικών περικοπών.
Μια τέτοια διδασκαλία, είναι η διδασκαλία περί του προπατορικού αμαρτήματος. Αποτελεί πυλώνα και εκεί βασίζονται πολλές επιμέρους διδασκαλίες της πατερικής νηπτικής παράδοσης, καθώς και ο Ορθόδοξος λόγος περί της φύσεως της αμαρτίας και της σωτηρίας.
Ας δούμε τι γράφει ο Ι. Ρωμανίδης.
Η ιδέα περί ηθικής τελειώσεως δεν εμφανίζεται σαφώς εις την διήγησιν της Γενέσεως περί δημιουργίας και πτώσεως. Υποστηρίζεται ότι η πτώσις φέρει μάλλον μορφήν δικανικήν. Ο Θεός με άλλας θετικάς εντολάς δίδει εις τους πρωτόπλαστους και μιαν απαγορευτικήν εντολήν, της οποίας η παραβίασις θα επέφερεν τας ταλαιπωρίας και τον θάνατον. Η άποψις αύτη περί προπατορικού αμαρτήματος, μακράν βεβαίως της γνωστής μεταγενεστέρας φιλοσοφικής επεξεργασίας του Αυγουστίνου, διετηρήθη άνευ σημαντικής τινός αλλαγής υπό του μεταγενεστέρου Ιουδαϊσμού. Αμαρτία εθεωρείτο υπό των Εβραίων πάσα εκούσια ή ακούσιος παράβασις της θείας βουλήσεως.
(Προπατορικό αμάρτημα, Ι. Ρωμανίδης, σ. 118)
Η διήγηση της Γενέσεως δεν εμφανίζει με σαφήνεια την ιδέα περί ηθικής τελειώσεως. Συνεπώς, το σημείο αυτό χρήζει ερμηνείας. Το δεύτερο που κρατάμε είναι ότι η άποψη περί της δικανικής μορφής της πτώσεως ήταν και είναι άποψη του Ιουδαϊσμού. Στο σημείο αυτό να πούμε ότι η Ορθόδοξη χριστιανική θεολογία δεν ερμηνεύει την πτώση με αυτήν την οπτική. Ρωτάμε όμως: είναι δυνατόν οι Ιουδαίοι να μην ξέρουν τις Γραφές τους και να τις ξέρουν οι χριστιανοί που τις καπηλεύτηκαν;
Γράφει παρακάτω:
Οι πατέρες και συγγραφείς της υπό εξέτασιν περιόδου πραγματεύονται το θέμα περί πτώσεως υπό τας συνήθεις της βιβλικής παραδόσεως μορφάς, επί πλέον όμως προσθέτουν ορισμένα δια τον χριστιανισμόν ουσιαστικά στοιχεία, ειλημμένα εκ της ανθρωπίνου προορισμού διδασκαλίας του Χριστού.
(ο. π . σ. 120)
Συνεπώς οι πατέρες προσθέτουν στο θέμα πράγματα που είναι ξένα τόσο ως προς τις ίδιες τις Γραφές, όσο και ως προς την Ιουδαϊκή ερμηνευτική παράδοση. Η προβαλλόμενη δικαιολογία είναι ότι αυτά που προσθέτουν οι χριστιανοί συγγραφείς είναι παρμένα από την σχετική διδασκαλία του Χριστού. Και τη διδασκαλία του Χριστού, ποιος την κατέγραψε (ή καλύτερα) ποιος την επεξεργάστηκε; Η Εκκλησία!
Ας δούμε τι αναφέρει ο Φλορόφσκι σχετικά με το θέμα των προφητειών, εξίσου κομβικό…
Το μυστήριο της Π. Διαθήκης ήταν ο Χριστός· όχι μόνο με την έννοια που ο Μωυσής ή οι προφήτες μίλησαν γι’ Αυτόν, αλλά επειδή η όλη πορεία της ιερής ιστορίας ήταν θεϊκά προσανατολισμένη σε αυτόν. Και με την έννοια αυτή ο Χριστός υπήρξε η πλήρωσις των προφητειών. Για το λόγο αυτόν ακριβώς, μόνο στο φως του Χριστού είναι δυνατό να κατανοηθεί σωστά η Π. Διαθήκη και τα μυστήριά της να αποκαλυφθούν με την έλευση Εκείνου, ‘’του ερχόμενου’’. Το αληθινό νόημα των προφητειών διακρίνεται με καθαρότητα μόνο όταν τις κοιτάξουμε απ’ το τέλος προς την αρχή, στην απόλυτη πλήρωσή των.
(Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας, σ. 56)
Και έτσι, με τη δικαιολογία του Χριστού, πάντα προσαρμόζεται η Γραφή στην ήδη υπάρχουσα ερμηνεία. Λίγο παρακάτω, ο Φλορόφσκι δικαιολογεί την καπήλευση των Γραφών από τους χριστιανούς.
Η παλαιά οικονομία συμπληρώθηκε στη νέα, η διαθήκη ανανεώθηκε, και ο παλαιός Ισραήλ απορρίφθηκε ένεκα της απιστίας του: επειδή δηλαδή ελησμόνησε την ημέρα του Κυρίου. Η μόνη αληθινή συνέχεια της Π. Διαθήκης πραγματώθηκε μέσα στην Εκκλησία του Χριστού. […] Η Εκκλησία είναι Ισραήλ κατά Πνεύμα. Με αυτήν την έννοια ήδη ο άγιος Ιουστίνος απέρριψε έντονα την ιδέα ότι η Π. Διαθήκη ήταν συνδετικός κρίκος μεταξύ Εκκλησίας και συναγωγής. Για τον άγιο Ιουστίνο η πραγματικότητα ήταν τελείως αντίθετη. Όλες οι Ιουδαϊκές απαιτήσεις έπρεπε να απορριφθούν: η Π. Διαθήκη δεν ανήκε πια στους Ιουδαίους αφού δεν πίστεψαν στον Ιησού Χριστό. Τώρα πια η Π. Διαθήκη ανήκει μόνο στην Εκκλησία.
(ο. π. σ. 58).
Οι Ιουδαίοι όμως δεν πίστεψαν στον Χριστό όχι από πείσμα, αλλά επειδή ο Ιησούς δεν εκπλήρωσε καμία προφητεία. Επί τούτου, δίδονται περισσότερες πληροφορίες στο άρθρο «Εξετάζοντας τις προφητείες για τον Ιησού».
Η συλλογή των δήθεν αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων, επιχειρεί να ωραιοποιήσει τις Γραφές μέσω στρεβλής ερμηνείας. Αυτή η πλαστογραφημένη συλλογή κειμένων εμφανίστηκε για πρώτη φορά από την μεριά των μονοφυσιτών σε μια διένεξη με τους ορθόδοξους το 533 στην Κωνσταντινούπολη, με τον Σεβήρο Αντιοχείας. Υποτίθεται ότι ανάγονται στα χρόνια των αποστόλων. Ωστόσο, κανείς ως τότε δεν είχε γνώση της ύπαρξής τους, ενώ η ορολογία είναι έντονα νεοπλατωνική. Η δε θεολογία που αναδύεται, δεν θα μπορούσε να είναι η φτωχή θεολογία του πρώτου αιώνος. Ο συγγραφέας υπογράφει ως «Διονύσιος Αρεοπαγίτης», ενώ υποτίθεται ότι γνωρίζει πολλά καινοδιαθηκικά πρόσωπα. Οι Ορθόδοξοι αναγνώρισαν τη σπουδαία θεολογική τους αξία, τα επεξεργάστηκαν με σκοπό να αφαιρεθούν τα άβολα σημεία, και τέλος τα ιδιοποιήθηκαν.
Όπως γράφει στην εισαγωγή των «αρεοπαγιτικών συγγραμμάτων» ο καθηγητής πατρολογίας Π. Χρήστου, «Ο Μάξιμος προέβηκε σε ευρύτερη επεξεργασία· στην ανασύνθεση της διδασκαλίας του Διονυσίου και την απαλλαγή της από ορισμένα άβολα για τη χριστιανική πίστη στοιχεία που ενήργησε, χωρίς να πειράξει καθόλου τα κείμενα, στο περίφημο έργο του Περί Αποριών και στα Σχόλια» (ΕΠΕ τ. 3,σ. 13 Χρήστου).
Οι Γραφές κρύβουν μια βαθύτερη σοφία, την οποία δεν κατανοούν οι πολλοί επειδή μένουν στα αισθητά σύμβολα. Εδώ λοιπόν μπαίνει το ζήτημα της πνευματικής ερμηνείας. Όμως, κατά πόσο αυτό μπορεί να ισχύει στην πραγματικότητα, εφόσον υποτίθεται ότι όσα ιστορούνται στην Βίβλο είναι γεγονότα; Ακόμα και αν προσπαθούσε να ωραιοποιήσει κανείς τα πράγματα, πως θα μπορούσε να ξεφύγει από το ιστορικό κομμάτι; Για παράδειγμα, πως θα μπορούσε να εξωραϊστεί η συνηθισμένη εικόνα του Γιαχβέ που οργίζεται, που εξαπατά, που ζηλεύει, που διατάζει γενοκτονίες και βρεφοκτονίες, ή που ευφραίνεται με την μυρωδιά της τσίκνας του θυσιαζόμενου ζώου;
Διότι όταν οι πατέρες της απόρρητης σοφίας φανερώνουν τη θεία, τη μυστική, την απρόσιτη στους βέβηλους αλήθεια με απόκρυφα και τολμηρά αινίγματα, αποτυπώνουν στις ατελείς ψυχές ένα φοβερό παραλογισμό. Γι’ αυτό κι εμείς οι πολλοί απιστούμε στην αποκάλυψη των θείων μυστηρίων, διότι τα βλέπουμε μόνο δια μέσου των αισθητών συμβόλων που είναι συνημμένα με αυτά.
(Αρεοπαγιτικά συγγράμματα, επιστολή 9, ΕΠΕ 3, σ. 539)
Πιο συγκεκριμένα:
Διότι με πόσο απίστευτη και πλασματική τερατεία δεν είναι γεμάτα τα εξωτερικά σημεία αυτής της ιεροπλαστίας; Για παράδειγμα, αυτή η βιβλική ιεροπλαστία κατά μεν την υπερούσια θεογονία παρουσιάζει την κοιλιά του θεού να γεννά σωματικώς τον θεό και αναγράφει τον λόγο να εκφέρεται στον αέρα από ανδρική καρδιά και πνεύμα να εκπνέει από το στόμα. Μας εξυμνεί σωματοπρεπώς τους θεογονικούς κόλπους να εναγκαλίζονται τον Υιό του Θεού. […] Τι θα μπορούσε κανείς να πει για τις οργές, τις λύπες, τους παντοειδείς όρκους, τις μετάνοιες, τις κατάρες, τους θυμούς, τα πολυειδή και λοξά σοφίσματα για τη ματαίωση των υποσχέσεών του; Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τη τιτανομαχία του βιβλίου της Γενέσεως κατά την οποία λέγεται ότι ο Θεός επιβουλεύεται τους δυνατούς εκείνους άνδρες από φόβο, αν και την οικοδομή εκείνη την κατασκεύασαν όχι για να αδικήσουν άλλους, αλλά για τη δική τους σωτηρία, και για το συμβούλιο εκείνο στους ουρανούς που συγκροτήθηκε για παραπλάνηση κι εξαπάτηση του Αχαάβ; Τι θα μπορούσε να πει κανείς για τα αισθησιακά και πορνικά εκείνα πάθη του Άσματος των Ασμάτων και για όλα τα άλλα ιερά σύμβολα, που η παράτολμη θεοεικονογραφία προβάλλει πολυειδώς ως φανερώματα των απόκρυφων…;
(ο. π. σ. 539-541)
Ακριβώς επειδή όλα αυτά είναι άβολα, για αυτό πρέπει να επιστρατευθεί η μυστική θεολογία. Να τι γράφει παρακάτω:
Κατά τα άλλα πρέπει να καταλάβουμε και τούτο, ότι η θεολογία είναι διττή· από το ένα μέρος απόρρητη και μυστική, από το άλλο φανερή και γνώριμη· από το ένα μέρος συμβολική και τελεστική, από το άλλο φιλοσοφική και αποδεικτική.
(ο. π. σ. 543)
Είναι αυτό που έχει τονιστεί από την αρχή. Ότι η θεολογία είναι στην ουσία της μια παραποίηση των Γραφών.
Ας δούμε τι γράφει και ένας άλλος μεγάλος θεολόγος της Εκκλησίας, ο Μάξιμος ο Ομολογητής…
Ο Χριστός είναι βασιλιάς της φιλοσοφίας(!) λόγω της επιγραφής Ι.Ν.Β.Ι(!).
Η κατηγορία του Σωτήρα που είχαν γράψει στην επιγραφή, έδειξε ξεκάθαρα ότι αυτός που σταυρώθηκε ήταν βασιλιάς και Κύριος της πρακτικής και φυσικής και θεολογικής φιλοσοφίας. Γιατί λένε ότι η αιτία ήταν γραμμένη ρωμαϊκά, ελληνικά και εβραϊκά.
(Μάξιμος, κεφ. Θεολογικά, Β΄ εκατοντάδα, ΕΠΕ 14, σ. 563)
Δηλαδή, αυτά αντιπροσωπεύουν την ρωμαϊκή παράδοση (που ήταν πρακτική), την ελληνική (που ήταν φιλοσοφική), και την ιουδαϊκή (που ήταν θεολογική).
Σε άλλο σημείο αναφέρεται:
Η χάρη της Νέας Διαθήκης είναι κρυμμένη μυστικά στο γράμμα της Παλαιάς· γι’ αυτό λέει ο απόστολος ότι ο νόμος είναι πνευματικός. […] Όλη η Αγία Γραφή λέμε ότι διακρίνεται σε σάρκα και πνεύμα σαν να είναι πνευματικός άνθρωπος. Αυτός λοιπόν που θα πει ότι τα λόγια της Γραφής είναι σάρκα και το νόημά της πνεύμα, δηλαδή ψυχή, δεν θα αστοχήσει στην αλήθεια.
(ο. π. Α΄ εκατοντάδα, σ. 495)
Σάρκα και πνεύμα, είναι η κατά γράμμα και η συμβολική/ μυστική ερμηνεία αντίστοιχα.
Ο ίδιος λέει αλλού:
Μας λέγει ο θείος απόστολος· «όσο ο εξωτερικός άνθρωπος φθείρεται, τόσο ο εσωτερικός ξαναγίνεται νέος μέρα τη μέρα». Το ίδιο να σκεφτόμαστε και να λέμε και για την Αγία Γραφή, εκλαμβάνοντάς την σαν άνθρωπο. Όσο δηλαδή υποχωρεί το γράμμα της, τόσο υπερισχύει το πνεύμα της.
(Μυσταγωγία, ο. π. σ. 89)
Μέσω της νέας χριστιανικής ερμηνείας, οι Γραφές καθίστανται πνευματικό κτήμα της Εκκλησίας.
Ούτε θα υπάρξει ποτέ άλλος Θεός, ω Τρύφων, ούτε υπήρχε από του αιώνος, είπα εγώ προς αυτόν, πλην του ποιήσαντος και διατάξαντος τούτο το σύμπαν. Ούτε δεχόμαστε άλλον θεό μας, άλλον δικό σας, αλλά δεχόμαστε τον ίδιο εκείνο ο οποίος εξήγαγε τους πατέρες σας από τη γη της Αιγύπτου με κραταιά χείρα και υψηλό βραχίονα, ούτε ελπίσαμε σε κανέναν άλλο, διότι δεν υπάρχει, αλλά στον ίδιο με σας, τον Θεό του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ. Ελπίσαμε όχι δια του Μωυσέως ούτε δια του Νόμου, διότι τότε θα πράτταμε το ίδιο με σας. Διότι τώρα ανέγνωσα, ω Τρύφων, ότι θα υπάρξει και τελευταίος Νόμος και Διαθήκη κυριότατη όλων, την οποία πρέπει να φυλάσσουν τώρα όλοι οι άνθρωποι, όσοι επιδιώκουν την κληρονομιά του Θεού. Πράγματι ο παλαιός Νόμος του όρους Χωρήβ, είναι μόνο δικός σας, ο δε νέος είναι γενικά όλων. Νόμος συντασσόμενος έναντι νόμου παύει τον προ αυτού και Διαθήκη γινόμενη μετέπειτα αχρηστεύει ομοίως την προηγούμενη. Αιώνιος Νόμος και τελευταίος δόθηκε σε μας ο Χριστός και η Διαθήκη του είναι πιστή, μετά την οποία δεν υπάρχει νόμος ούτε πρόσταγμα ούτε εντολή.
(Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο, Ιουστίνος ΕΠΕ τ. 1, σ. 291-293)
Ίδιος Θεός Ιουδαίων και χριστιανών. Η διαφορά είναι ότι οι χριστιανοί δέχονται τον Χριστό που έφερε μια νέα διαθήκη, με την οποία ακυρώνει την διαθήκη στο όρος Χωρήβ (ασχέτως ότι εκεί αναφέρεται ότι ο νόμος αυτός θα είναι αιώνιος για τους Ιουδαίους).
Αλλού αναφέρεται:
Πράγματι τον αληθινό Ισραηλιτικό γένος, πνευματικό, του Ιούδα και του Ιακώβ και του Ισαάκ και του Αβραάμ, του μαρτυρηθέντος υπό του Θεού για την πίστη του καθ’ ον χρόνο είχε ακροβυστία και ευλογηθέντος και αποκληθέντος πατρός πολλών εθνών, είμαστε εμείς, οι οποίοι προσήχθημεν στον θεό δια τούτου του σταυρωθέντος Χριστού, όπως θα αποδειχθεί από εμάς καθώς προχωρεί η συζήτηση.
(ο. π. σ. 293)
Ο Ι. Δαμασκηνός, από τους αρχαιότερους δογματολόγους της Εκκλησίας, στο «Έκδοσις ακριβής της ορθοδόξου πίστεως», δικαιολογεί την απαράδεκτη παρουσίαση του θείου ως εξής:
Επεί δε πλείστα περί Θεού σωματικώτερον εν τη θεία Γραφή συμβολικώς ειρημένα ευρίσκομεν, ειδέναι χρη, ως ανθρώπους όντας ημάς και το παχύ τούτο σαρκίον περικειμένους τας θείας και υψηλάς και αύλους της θεότητος ενέργεια νοείν ή λέγειν αδύνατον, ει μη εικόσι και τύποις και συμβόλοις τοις καθ’ ημάς χρησάμεθα.
(PG 94, 841AB)
Εφόσον είναι συμβολικά, τότε ούτε γάτα ούτε ζημιά.
Απόψεις σύγχρονων θεολόγων για την ερμηνευτική παράδοση
Σε αυτήν την ενότητα, και πριν προχωρήσουμε στο τι λέει η σύγχρονη επιστήμη για την παραχάραξη των Γραφών, ας δούμε τις σύγχρονες απόψεις για την ερμηνευτική παράδοση.
Η καθ’ ημάς αγία και άμωμος και ειλικρινεστάτη πίστις, της ανατολικής δηλαδή ευσεβούς και Ορθοδόξου Εκκλησίας, ουδέποτε αλλόκοτα και αλλότρια της του Κυρίου και Σωτήρος ημών διδασκαλίας εδέξατο δόγματα, αλλ’ εκείνα και μόνα διακρατεί και φυλάττει αεί, όσα παρ’ αυτού του Σωτήρος Χριστού εν ταις ιεραίς και θείαις Γραφαίς εδιδάχθη· άπερ δηλαδή οι τε απόστολοι εδίδαξαν και αι αγίαι και οικουμενικαί σύνοδοι εθέσπισαν και εκύρωσαν και παρέδωκαν ημίν· άπερ ημείς μέχρι τούδε και εφυλάξαμεν και φυλάττομεν απαράτρωτα και απαρασάλευτα.
(Αποκρίσεις των Ορθοδόξων πατριαρχών της Ανατολής προς τους Αγγλικανούς Ανωμότας, 1716/1725 – Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Β΄, σ. 384 Ι. Ρωμανίδης)
Να δώσουμε ιδιαίτερη σημασία στο ρήμα «εθέσπισαν». Για να θεσπίσεις κάτι, αυτό το κάτι πριν δεν υπήρχε. Οι οικουμενικές σύνοδοι λοιπόν, θέσπισαν την «ορθή» ερμηνεία των «ιερών και θείων Γραφών», την οποία και παρέδωσαν στους επόμενους που χρέος τους ήταν να τη φυλάξουν απαρασάλευτη. Είναι το πνεύμα «έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τα αφήσουμε».
Φλορόφσκι:
Η Γραφή χρειάζεται να ερμηνευθεί. Αποκαλύπτεται στη θεολογία. Κι αυτά είναι δυνατό μόνο δια μέσου της ζωντανής εμπειρίας της Εκκλησίας. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης· και τούτο, όχι γιατί τάχα δεν είναι πλήρης, ή γιατί είναι ανακριβής ή ότι έχει τίποτα σφάλματα, αλλ’ επειδή η Γραφή, στη βαθύτερή της έννοια, δεν θέτει καμία αξίωση για αυτάρκεια.
(Θέματα Ορθοδόξου θεολογίας σ. 201)
Παρακάτω:
Αν ισχυριστούμε ότι η Γραφή είναι αυτάρκης, με την πράξη μας αυτή, απλώς την εκθέτουμε στην υποκειμενική, αυθαίρετη του καθενός ερμηνεία, αποκόβοντάς την έτσι από την ιερή πηγή. Η Γραφή μας δόθηκε στην παράδοση.
(ο. π. σ. 202)
Επίσης:
Η στάσις του Τερτυλλιανού απέναντι στις Γραφές υπήρξε αντιπροσωπευτική. Δεν ήταν προετοιμασμένος να συζητήσει με τους αιρετικούς τα αμφισβητούμενα σημεία της πίστεως, επί βιβλικής βάσεως. Οι Γραφές ανήκουν στην Εκκλησία. Η αναφορά των αιρετικών σε αυτές ήταν παράνομη. Δεν είχαν κανένα δικαίωμα πάνω στην ξένη περιουσία.
(ο. π. σ. 44)
Ακόμα:
Διαφορετικές παραδόσεις συμπεριλήφθηκαν στο βιβλίο, όπως ακριβώς ήταν. Η Εκκλησία απέκρουσε όλες τις προσπάθειες προς δημιουργία, εκ των τεσσάρων διαφορετικών ευαγγελίων, ενός μοναδικού σύνθετου ευαγγελίου, αρνήθηκε δηλαδή να μετασχηματίσει τα τέσσερα ευαγγέλια σε ένα Διατεσσάρων, παρά τις δυσκολίες που εμφανίζονται στις αντιθέσεις των ευαγγελιστών, με τις οποίες ο άγιος Αυγουστίνος επάλαιψε. Τα τέσσερα αυτά ευαγγέλια εξασφάλισαν κατά τρόπο επαρκή την ενότητα του μηνύματος, και ίσως σε μια πιο συγκεκριμένη μορφή από οποιοδήποτε άλλη, που ένα συμπίλημα θα μπορούσε να προσφέρει.
(ο. π. σ. 45)
Δηλαδή, βάζοντας παράλληλα τα τέσσερα κανονικά ευαγγέλια, προκύπτουν αντιφάσεις στα επιμέρους σημεία. Αλλά σημασία έχει η «ενότητα του μηνύματος», το οποίο βγαίνει μέσα από την γενική ερμηνεία. Εύγε στους ανθρώπους αυτούς που αγαπάνε τόσο πολύ την αλήθεια! Ο μεγάλος θεολόγος- απολογητής Φλορόφσκι λέει ψέματα ότι η Εκκλησία δεν χρησιμοποίησε το «Διατεσσάρων». Βεβαίως και υπήρξε εποχή που το έκανε ως τον 5ο αιώνα περίπου. Και μάλιστα, το υιοθέτησε από έναν σφοδρό πολέμιο του ελληνισμού και μετέπειτα «αιρετικό», τον Τατιανό. Όχι μόνο στην Συρία αλλά και γενικότερα. Το «Διατεσσάρων» είναι μια σύνθεση/εναρμόνιση-διασκευή των τεσσάρων ευαγγελίων. Ο Π. Χρήστου γράφει σχετικά ότι «πολύ υλικόν απερρίφθη άλλο ετροποποιήθη και άλλο εισήχθη», και ότι «το έργον διεδόθη ευρέως» (Πατρολογία, τ. 2, σ. 606). Ο Σ. Παπαδόπουλος στην δική του πατρολογία, αναφέρει: «Χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στην λατρεία όχι μόνο των οπαδών του Τατιανού, αλλά συχνά και της Εκκλησίας μέχρι τον Ε΄ αιώνα» (τ. 1, σ. 289).
Σε άλλο σημείο, πάλι αναφέρει την αξία όχι της φράσης… αλλά του μηνύματος-ερμηνείας(!).
Οι Γραφές έχουν ανάγκη ερμηνείας. Δεν είναι η φράσις ο πυρήνας, αλλά το μήνυμα. Και η Εκκλησία είναι απ’ το Θεό διαλεγμένη να μαρτυρεί με σταθερότητα την απόλυτη αλήθεια και το πλήρες νόημα αυτού του μηνύματος, απλώς και μόνο επειδή και η Εκκλησία η ίδια ανήκει στην αποκάλυψη, ως σώμα του ενσαρκωθέντος Κυρίου.
(ο. π. σ. 51).
Δυστυχώς, με τέτοιους τρόπους οι θεολόγοι εξαπατούν τους πιστούς.
Η θεολογία είναι πάντοτε στην πορεία σχηματισμού. Η βάσις και το αφετηριακό σημείο ήταν πάντοτε το αυτό: ο Λόγος του Θεού, η αποκάλυψις. Η θεολογία μαρτυρεί την αποκάλυψη. Και τη μαρτυρεί ποικιλοτρόπως στα σύμβολα της πίστεως, στα δόγματα, στο ιερό τυπικό και στους συμβολισμούς.
(ο. π. σ. 53)
Αλλά και ο καθηγητής δογματικής, Ν. Ματσούκας, στο ίδιο μήκος κύματος κινείται.
Για αυτό οι θεολόγοι ερμήνευσαν τις θεοφάνειες της Π. Διαθήκης ως την άσαρκη παρουσία του Λόγου, με άλλα λόγια ως φανέρωση της Αγίας Γραφής· το αυτό έπραξαν και οι αγιογράφοι. Και αυτό έγινε, επειδή οι πατέρες ερμηνεύουν πράγματα και γεγονότα, και όχι πρωτίστως χωρία ή περικοπές κειμένων της Αγίας Γραφής. Προηγείται η ιστορία της θείας οικονομίας, ή η ιστορία της σωτηρίας κατά τους σημερινούς βιβλικούς θεολόγους, και ακολουθούν τα υπομνήματα. Με άλλα λόγια, οι πατέρες νοιάζονται για τη συνέχεια της ιστορίας, και σ’ αυτήν προσαρμόζουν τις περικοπές της Αγίας Γραφής.
(Δογματική και Συμβολική θεολογία, τ. Γ΄, σ. 150)
Και ο Ι. Ρωμανίδης:
Γενικώς επικρατεί μεταξύ των ερευνητών της Δύσεως η αντίληψις 1) ότι τα βασικά δόγματα της πατερικής παραδόσεως των οικουμενικών συνόδων περί αγίας Τριάδος και Χριστολογίας δεν υπάρχουν, τουλάχιστον πραγματικώς, εις την Αγίαν Γραφήν, αλλά ίσως μόνον σπερματικώς, και 2) ότι τα δόγματα είναι έργον στοχαστών θεολόγων και αυτοκρατόρων, οίτινες βάσει των αποφάσεων της πλειοψηφίας των επισκόπων εν οικουμενικαίς αυτοκρατορικαίς συνόδοις και μέσω της νομικής των εξουσίας, επέβαλον την θεολογικήν γνώμην μιας παρατάξεως, ως δόγμα αναγκαίον δια την σωτηρίαν και ένωσιν των πιστών, χάρις εις την ενότητα του έθνους.
(Δογματική και Συμβολική θεολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Α΄ σ. 49)
Όπως είδαμε ήδη όμως, δεν είναι άποψη μόνο των Δυτικών, αλλά και των Ανατολικών (πχ. Στεφανίδη, Ostrogorsky). Εδώ, προσθέτουμε και την άποψη του Β. Φειδά.
Η οριστική επικράτηση του Χριστιανισμού στον ελληνορωμαϊκό κόσμο κατά τον Δ’ αιώνα υπήρξε αναμφιβόλως η άμεση συνέπεια της μεταβολής της επίσημης θρησκευτικής πολιτικής της αυτοκρατορίας. Η σταδιακή εξέλιξη της μεταβολής αυτής από την αρχή της θρησκευτικής ελευθερίας (313) μέχρι την αναγνώριση του Χριστιανισμού ως της μόνης επίσημης και προστατευόμενης θρησκείας της αυτοκρατορίας (380) υπήρξε καθοριστική για την ένταξη ολοκλήρου του ελληνορωμαϊκού κόσμου στο σώμα της Εκκλησίας.
(Εκκλησιαστική Ιστορία, Α’ τόμος, σελ. 356)
Ο Ι. Ρωμανίδης συνεχίζει στην «Δογματική» του:
Εν άλλαις λέξεσι ο Χριστός, ήτοι η παρακαταθήκη της Ιεράς Παραδόσεως, υπάρχει εν τη Αγία Γραφή δι’ αυτής μόνον, όταν αναγιγνώσκεται και ερμηνεύεται εν τη Εκκλησία, δηλαδή μόνο όταν ο ερμηνευτής ανήκει εις την τάξιν των θεούμενων ή των φωτισμένων το μετριότατον. Εκτός Εκκλησίας η παρακαταθήκη είναι κεκρυμένη από τους αναγιγνώσκοντας την αγίαν Γραφήν, διότι, αν και η παρακαταθήκη μαρτυρείται υπό της αγίας Γραφής και εμπεριέχεται εν αυτή, εν τούτοις η αγία Γραφή δεν ερμηνεύεται εξ αυτής, αλλά μόνον υπό της Εκκλησίας και δη υπό των εν αυτή θεουμένων αγίων, των εχόντων την ίδιαν μετ’ αλλήλων της θείας δόξης εμπειρίαν και αποκαλυπτικής και θεωτικής εμπειρίας των προφητών και αποστόλων.
(ο. π. σ. 131)
ΔΕΣ:
Ιερές παραχαράξεις
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΞΙΟΠΙΣΤΙΑΣ ΤΩΝ ΚΑΘΕΣΤΩΤΙΚΩΝ «ΠΗΓΩΝ»
Αποστολικά ευαγγέλια – Μυθεύματα και ασυμφωνίες ευαγγελιστών
Δείγματα βιβλικής «θεοπνευστίας» – «Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)





