Κυριακή 30 Ιανουαρίου 2022

ΦΕΡΕΚΥΔΗΣ Ο ΣΥΡΙΟΣ

Μπο­ρεῖ ὁ ἄν­θρω­πος νά δι­ώ­χτη­κε ἀ­πό τόν πα­ρά­δει­σο σύμ­φω­να μέ τόν εβραϊκό θρη­σκευ­τι­κό μῦ­θο για­τί τόλ­μη­σε νά καρ­πω­θεῖ τή γνώ­ση. Ἀ­π’ τήν ἄλ­λη ὁ ἴ­διος κέρ­δι­σε ἕ­να πνευ­μα­τι­κό πα­ρά­δει­σο τή στιγ­μή πού ἔ­χα­σε τή ζω­ή τῆς ἄ­γνοι­ας. Ἄν ὁ­μως οἱ με­γά­λες νί­κες εἶ­ναι ἀ­κρι­βῶς ἐ­κεῖ­νες ὅ­που οἱ ἄν­θρω­ποι κερ­δί­ζουν ἡ κα­τα­κτοῦν κά­τι μέ ὅ­σο τό δυ­να­τό λι­γώ­τε­ρες ἀ­πώ­λει­ες, εὐ­δαι­μο­νι­σμε­νη στά­θη­κε ἡ ἐ­φη­βι­κή πε­ρί­ο­δος τῆς γνώ­σης, ὅ­που ὁ πνευ­μα­τι­κός ἄν­θρω­πος βρέ­θη­κε ἀ­νά­με­σα στόν μῦ­θο καί στόν λό­γο, στή λο­γι­κή αἰ­τι­ο­λό­γη­ση τοῦ κό­σμου καί τῆς ζω­ῆς καί στή μυ­θι­κή πε­ρι­γρα­φι­κή τους ἐ­ξή­γη­ση.

Ἡ ἀρ­χα­ϊ­κή ἑλ­λη­νι­κή σκέ­ψη - ἀρ­χα­ϊ­κή ὡς πρώ­τη ἑρ­μη­νευ­τι­κή, μέ τή ση­μα­σί­α δη­λα­δή αὐ­τοῦ πού εἶ­ναι κον­τά σ’ ὁ­λες τίς πη­γές - ἔ­χει αὐ­τόν ἀ­κρι­βῶς τόν ἀ­δα­πά­νη­το πλοῦ­το: εἶ­ναι συ­χνά γι­γαν­το­μα­χί­α τοῦ λό­γου πού συμ­μα­χεῖ μέ τή φαν­τα­σί­α εἴ­τε γιά νά δώ­σει κά­ποι­ες ἐκ­φάν­σεις της εἴ­τε γιά νά ἀ­πο­κτή­σει ὁ λό­γος με­γα­λύ­τε­ρο εὖ­ρος. Αὐ­τό γί­νε­ται π.χ. μέ τήν ἀλ­λη­γο­ρί­α: ἐ­νῶ ὁ μῦ­θος εἶ­ναι ταυ­το­λο­γι­κός, λέ­ει αὐ­τό πού ὁ ἴ­διος εἶ­ναι, ¨η ἀλ­λη­γο­ρί­α λέ­ει καί κρύ­βει, χρη­σι­μο­ποι­εῖ τόν μῦ­θο γιά νά πεῖ καί νά κρύ­ψει κά­τι ἄλ­λο. Ὁ Φε­ρε­κύ­δης ὁ Σύ­ριος, σύγ­χρο­νος τοῦ Μι­λή­σιου Ἀ­να­ξί­μαν­δρου, πού πρῶ­τος ἔ­γρα­ψε τή φι­λο­σο­φι­κή θε­ω­ρί­α του, γρά­φει πρω­το­πο­ρια­κά γιά τήν ἐ­πο­χή του σέ πε­ζό λό­γο, ἐκ­θέ­τον­τας μ’ αὐ­τόν τόν τρό­πο, ὅ­πως ὁ Ἑ­κα­ταῖ­ος καί ὁ Ἀ­κου­σί­λα­ος, τήν ποι­η­τι­κή του σο­φί­α σχε­τι­κά μέ τή θε­ο­γο­νί­α καί τίς γε­νε­α­λο­γί­ες. Ὁ Φε­ρε­κύ­δης δέν κα­τα­σκευά­ζει νέ­ους θε­ούς, ἐ­πα­νερ­μη­νεύ­ει τούς πα­λαι­ούς, δέν ἀ­παρ­νι­έ­ται τήν ποι­η­τι­κή δύ­να­μη τοῦ ἀν­θρώ­πι­νου νοῦ πού ἐκ­φρά­ζε­ται μέ τίς μυ­θο­λο­γι­κές δο­ξα­σί­ες, ἐ­πι­χει­ρεῖ νά ἑρ­μη­νεύ­σει τόν μῦ­θο μέ φυ­σι­ο­κρα­τι­κές θέ­σεις. Ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης λέ­ει χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά γι’ αὐ­τόν: «(...) μή μυ­θι­κῶς ἅ­παν­τα λέ­γειν», σέ ἀν­τί­θε­ση μέ τό «μυ­θι­κῶς σο­φί­ζε­σθαι», πού ἀ­πέ­δι­δε στόν τρό­πο σκέ­ψης τοῦ Ἡ­σί­ο­δου. Καί ὁ Δι­ο­γέ­νης Λα­έρ­τιος (I 126) μαρ­τυ­ρεῖ ὅ­τι ὁ Φε­ρε­κΰ­δης ἔ­γρα­ψε πρῶ­τος πε­ρί φύ­σε­ως καί θε­ῶν. ὅ­τι ἡ θε­ο­γο­νί­α του πε­ρι­εῖ­χε καί τό φυ­σι­ο­λο­γεῖν.

Οἱ ὀ­νο­μα­σί­ες: αὐ­γή τα­ῆς ἑλ­λη­νι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας (Burnet) καί νε­ό­τη­τα τῆς ἑλ­λη­νι­κῆς ἐ­πι­στή­μης (Rey) εἶ­ναι, νο­μί­ζω, ἐ­πι­τυ­χεῖς, ὄ­χι για­τί δη­λώ­νουν τήν ἀρ­χή τα­ῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης, κά­τι δη­λα­δή ρι­ζο­σπα­στι­κά νέ­ο, στήν Ἑλ­λά­δα, τήν ἐ­πο­χή πού ἀκ­μά­ζει, καί ὁ σύ­ριος σο­φός, ἀλ­λά για­τί δεί­χνουν ὅ­τι ἡ και­νού­ρια κο­σμο­αν­τί­λη­ψη συγ­κρα­τεῖ καί τά προ­η­γού­με­να τῆς γέν­νη­σής της στοι­χεῖ­α, ὅ­πως ἡ αὐ­γή συγ­κρα­τεῖ καί συγ­χρό­νως ξε­περ­νᾶ τό σκο­τά­δι καί ἡ νι­ό­τη ἀ­φο­μοι­ώ­νει τήν παι­δι­κό­τη­τα καί συ­νά­μα τήν ὑ­περ­βαί­νει. Ἡ ἐ­πο­χή μας βέ­βαι­α κα­μα­ρώ­νει γιά τίς ρι­ζο­σπα­στι­κές ἀλ­λα­γές στό εἶ­δος καί τόν τρό­πο τῆς γνώ­σης, γιά τίς κα­τα­λυ­τι­κές ἀρ­νή­σεις τῆς πα­ρά­δο­σης, τόν ὀρ­θο­λο­γι­σμό της. Μέ­χρι νά δι­α­πι­στώ­σει ἡ ἴ­δια τήν «ὕ­βρι» τῆς γνώ­σης, τή γε­ρον­τι­κή ἀ­καμ­ψί­α, τῶν μο­νο­δι­ά­στα­των ἀν­θρώ­πων της, ὁ­πό­τε νο­σταλ­γι­κά ξα­να­σκέ­πτε­ται ἐ­κεί­νους τούς σο­φούς, πού θέ­λον­τας νά δώ­σουν πρό­τυ­πα ζω­ῆς. Δέν χά­ρι­ζαν ἀλ­λά συ­νε­δύ­α­ζαν κρι­τι­κά, δέν σκέ­πτον­ταν ἀλ­λά, συ­νέ­χι­ζαν τήν πο­ρεί­α τοῦ πνεύ­μα­τος· τούς σο­φούς ἐ­κεί­νης τῆς ἐ­πο­χῆς, γιά τούς ὁ­ποί­ους ἡ κο­σμο­γο­νί­α ἦ­ταν θε­ο­γο­νί­α κι αὐ­τή ἡ ταυ­τό­τη­τα ἐ­ξα­σφά­λι­ζε γιά τόν κό­σμο τήν ἰ­δέ­α τῆς τε­λει­ό­τη­τας. Ἀ­πο­κα­λυ­πτι­κά εἶ­ναι τά λό­για τοῦ Νί­τσε:

«Δέν ἀ­πο­κά­μνω ν’ ἀ­να­πο­λῶ αὐ­τούς τούς στο­χα­στές πού κα­θέ­νας τους εἶ­χε μιάν ἀν­τι­λη­πτή ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα... καί φαί­νε­ται πώς οἱ Ἕλ­λη­νες, στά κα­το­πι­νά χρό­νια, λη­σμό­νη­σαν τό καλ­λί­τε­ρο μέ­ρος (τῆς πνευ­μα­τι­κῆς τους πο­ρεί­ας). Καί ποι­ός λα­ός θά μπο­ροῦ­σε νά ἰ­σχυ­ρι­σθεῖ ὅ­τι τό ξα­να­βρῆ­κε; ὅ­πως καί νά ‘ναι, νο­μί­ζω πώς ὅ­λα αὐ­τά λέ­γον­ται μέ μιά κραυ­γή: τό­σο ὡ­ραῖ­οι ὑ­πῆρ­ξαν».

Ἀ­πό αὐ­τή τήν ὀ­πτι­κή γω­νί­α θά προ­σπα­θή­σω νά ξα­να­θυ­μί­σω με­ρι­κά στοι­χεῖ­α ἀ­πό ὅ­σα σώ­ζον­ται ἤ πα­ρα­δί­δον­ται γιά τόν Φε­ρε­κύ­δη (δά­σκα­λο ἴ­σως τοῦ Πυ­θα­γό­ρα, σύμ­φω­να μέ τόν Δι­ο­γέ­νη Λα­έρ­τιο γνώ­ρι­μο τοῦ Θα­λῆ καί τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου) ὁ ὁ­ποῖ­ος γεν­νή­θη­κε καί ἔ­ζη­σε τόν 6ο π.Χ. αἰ­ώ­να στή Σῦ­ρο καί γιά τόν ὁ­ποῖ­ο μι­λοῦν μέ σε­βα­σμό ὡς τό τέ­λος τῶν ἀρ­χαί­ων χρό­νων. «Ζάς μέν καί χρό­νος ἦ­σαν ἀ­εί καί Χθο­νί­η, Χθο­νί­η δέ ὄ­νο­μα ἐ­γέ­το Γῆ, ἐ­πει­δή αὐ­τῇ Ζάς, γῆν γέ­ρας δι­δοῖ». Μέ αὐ­τές τίς φρά­σεις ἀρ­χί­ζει τό ἔρ­γο «Θε­ο­γο­νί­α» - ὀ­νο­μά­στη­κε ἀρ­γό­τε­ρα «Πεν­τέ­μυ­χος» - πού ὁ­δή­γη­σε τή νε­ό­τε­ρη ἔ­ρευ­να στόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό τοῦ συγ­γρα­φέ­α του ὡς τοῦ τε­λευ­ταί­ου με­γά­λου μυ­θο­λό­γου τῆς πα­ρά­δο­σης. Ἀ­πό τήν ἀρ­χή φαί­νε­ται ἡ συμ­πο­ρεί­α ποι­η­τι­κῆς εἰ­κό­νας, ἐ­τυ­μο­λο­γι­κοῦ παί­γνιου καί φι­λο­σο­φι­κοῦ - κρυμ­μέ­νου στήν ἀλ­λη­γο­ρί­α - νο­ή­μα­τος. Στόν φε­ρε­κύ­δει­ο μῦ­θο τό πρῶ­το στά­διο τῆς συ­νύ­παρ­ξης τῶν ἀρ­χῶν ἀ­κο­λου­θεῖ ἡ φά­ση τῆς θε­ο­γέ­νε­σης καί κο­σμο­γέ­νε­σης. Ἀ­πό τή μυ­θι­κή Ρέ­α-Ρέ­η (ἐ­τυ­μο­λο­γι­κό παι­χνί­δι ἀ­πό τό ρέ­ω ὅ­πως τό Ζάς ἀ­πό τό ζῆν), μο­να­δι­κό σπέρ­μα τοῦ χρό­νου, πα­ρά­γον­ται ἡ φω­τιά, τό πνεῦ­μα καί τό νε­ρό: αὐ­τά χω­ρι­κά μοι­ρά­ζον­ται σέ πέν­τε μυ­χούς, σπη­λι­ές ἐ­πάλ­λη­λες ἡ οὐ­ρα­νί­ους θό­λους, ἀ­π’ ὅ­που προ­έρ­χον­ται πέν­τε γέ­νη θνη­τῶν.

Ὁ Δα­μά­ο­κιος πα­ρα­δί­δει: «τόν δέ χρό­νον ποι­ῆ­σαι ἐκ τοῦ γό­νου ἑ­αυ­τοῦ πῦρ καί πνεῦ­μα καί ὕ­δωρ... ἐξ ὧν ἐν πέν­τε μυ­χοῖς δι­ῃ­ρη­μέ­νων πολ­λήν ἄλ­λην γε­νε­άν συ­στῆ­ναι θε­ῶν, τήν πεν­τέ­μυ­χον κα­λου­μέ­νην ταῦ­τον δέ ἴ­σως εἰ­πεῖν πεν­τέ­κο­σμον». Ἕ­να ἀ­πό τά γέ­νη, οἱ Ὀ­φι­ο­νί­δες ἐ­πι­δι­ώ­κουν νά κυ­ρι­αρ­χή­σουν. Στήν Τι­τα­νο­μα­χί­α - πού ἐ­δῶ γί­νε­ται στή φά­ση τῆς θε­ο­γο­νί­ας, καί εἶ­ναι κι­ό­λας πα­ρα­δο­σια­κή πί­στη - νι­κᾶ ὁ ὕ­ψι­στος τῶν οὐ­ρά­νι­ων θε­ῶν Κρό­νος τούς γή­ι­νους καί τόν ἀρ­χη­γό Ὀ­φι­ο­νέ­α καί τούς ρί­χνει στόν Ὠ­κε­α­νό. Με­τά τή νί­κη ἔρ­χε­ται τό στά­διο τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας: στό προ­σκή­νιο δέν εἶ­ναι πιά ὁ πο­λε­μι­κός Κρό­νος, ἀλ­λά ὁ εἰ­ρη­νι­κός Δί­ας, τε­χνί­της καί ὀρ­γα­νω­τής τοῦ σύμ­παν­τος πού ἀ­να­λαμ­βά­νει νά κο­σμή­σει τή Χθο­νί­η-Γῆ· τή μέ­ρα τοῦ γά­μου τους τῆς χα­ρί­ζει ἕ­να γα­μή­λιο «φᾶ­ρος», με­τα­μορ­φω­μέ­νος, λέ­ει ὁ Πρό­κλος. σέ ἔ­ρω­τα: «Φε­ρε­κύ­δης ἔ­λε­γεν εἰς ἔ­ρω­τα με­τα­βε­βλῆ­θαι τόν Δί­α μέλ­λον­τα δη­μι­ουρ­γεῖν, ὅ­τι δή τόν κό­σμον, ἐκ τῶν ἐ­ναν­τί­ων συ­νι­στά­ναι εἰς ὁ­μο­λο­γί­αν καί φι­λί­αν ἤ­γα­γε καί ταυ­τό­τη­τα πᾶ­σιν ἐ­νέ­σπει­ρε καί ἕ­νω­σιν τήν δί’ ὅ­λων δι­ή­κου­σαν». Στό φᾶ­ρος εἶ­ναι κεν­τη­μέ­να ἡ γῆ, ἡ σε­λή­νη, ὁ ὠ­κε­α­νός καί οἱ πη­γές του. Ἀ­πό αὐ­τό τό δῶ­ρο-γέ­ρας ἡ Χθο­νί­η με­το­νο­μά­ζε­ται Γῆ. Ό Jaeger λέ­ει ὅ­τι ὁ Φε­ρε­κύ­δης ζω­γρα­φί­ζει τόν ἱ­ε­ρό γά­μο με­τα­ξύ Δί­α καί Χθο­νί­ης σάν μυ­θι­στο­ρι­ο­γρά­φος καί ὅ­τι τά ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κά στοι­χεῖ­α τῆς πε­ρι­γρα­φῆς δέν εἶ­ναι ἁ­πλο­ϊ­κός τρό­πος ἀλ­λά ἀλ­λη­γο­ρί­α με­στή ἀ­πό φι­λο­σο­φι­κά στοι­χεῖ­α. Ἡ ποι­η­τι­κή ἀλ­λη­γο­ρί­α λέ­ει καί κρύ­βει τά ἑ­ξῆς νέ­α φι­λο­σο­φι­κά νο­ή­μα­τα:

1) αἰ­ω­νι­ό­τη­τα τῶν ἀρ­χῶν (Ζεύς - Κρό­νος - Χθο­νί­η), ὄ­χι μέ τήν ἡ­σι­ό­δεια ση­μα­σί­α τῆς δι­α­δο­χῆς. Αὐ­τό ὁ Jaeger τό ὀ­νο­μά­ζει δι­όρ­θω­ση τοῦ ἡ­σι­ό­δει­ου μύ­θου. Τόν μῦ­θο ἐ­πι­κρί­νουν ἐ­πί­σης ὁ Ξε­νο­φά­νης καί ὁ Ἐ­πί­χαρ­μος, ὁ πρῶ­τος μέ τήν ἄρ­νη­ση τῆς γέν­νη­σης τοῦ θεί­ου, ὁ δεύ­τε­ρος - ἄν τό ἀπ. 1 εἶ­ναι γνή­σιο - μέ τήν ἄρ­νη­ση τῆς ἰ­δέ­ας ὅ­τι τό Χά­ος εἶ­χε κι αὐ­τό γέ­νε­ση στόν χρό­νο.

2) αἰ­ώ­νια σύν­θε­ση τοῦ οὐ­ρά­νιου καί τοῦ γή­ι­νου μα­ζί μέ τόν χρό­νο. Οἱ σχο­λια­στές ταυ­τί­ζουν τόν Δί­α μέ τόν αἰ­θέ­ρα καί τή Χθο­νί­η μέ τή γῆ· στόν ἕ­να βλέ­πουν τό φῶς, στήν ἄλ­λη τό σκο­τά­δι, ἤ τό ἐ­νερ­γη­τι­κό καί τό πα­θη­τι­κό στοι­χεῖ­ο. Τό ση­μαν­τι­κό εἶ­ναι αὐ­τή ἡ πρω­ταρ­χι­κή δυ­αρ­χί­α πού συμ­βο­λί­ζε­ται μέ τήν ἕ­νω­ση τοῦ ἀρ­σε­νι­κοῦ καί τοῦ θη­λυ­κοῦ.

3) σύλ­λη­ψη τοῦ γί­γνε­σθαι ὡς με­τα­βο­λή (Χθο­νί­η-Γῆ, Ἔ­ρως).

4) ἡ με­γά­λη στιγ­μή πού ὁ λό­γος ἀν­τι­με­τω­πί­ζει κρι­τι­κά τόν μῦ­θο, τή μυ­θι­κή κο­σμο­γο­νί­α, εἶ­ναι - ὅ­πως φαί­νε­ται καί ἀ­πό τούς πρώ­τους φυ­σι­ο­λό­γους τῆς Μι­λή­του - ἡ σύλ­λη­ψη τῆς ἔν­νοι­ας τῆς ἀρ­χῆς, τῆς αἰ­ώ­νιας πη­γῆς ὅ­λων, τοῦ «πό­θεν γί­γνε­ται τί», ὅ­πως θά πεῖ ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης.

5) δι­αί­ρε­ση τοῦ σύμ­παν­τος, πού προ­ϊ­δε­ά­ζει τήν ἔν­νοι­α τῶν στοι­χεί­ων τῆς προ­σω­κρα­τι­κῆς φι­λο­σο­φί­ας.

Ση­μαν­τι­κό γιά τή φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι ὅ­τι ὁ φε­ρε­κύ­δει­ος μύ­θος, μέ τήν ἀλ­λη­γο­ρι­κή ἑρ­μη­νεί­α τῆς πα­ρα­δο­σια­κῆς θε­ο­λο­γί­ας ἀ­νοί­γει τόν δρό­μο τῆς νέ­ας κο­σμο­λο­γί­ας. Ἡ φυ­σι­ο­κρα­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α, πού θά γί­νει ἀρ­γό­τε­ρα συ­στη­μα­τι­κή ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου, ἀρ­χί­ζει τόν ἕ­κτο αἰ­ώ­να μέ τόν Φε­ρε­κύ­δη καί τούς μι­λή­σιους σο­φούς. Ὅ­πως πα­ρα­τη­ρή­θη­κε, «Ἡ θε­ο­γο­νί­α ἄν­τλη­σε νέ­ες δυ­νά­μεις μέ τήν πνευ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ φυ­σι­κοῦ κό­σμου· αὐ­τό, στήν οὐ­σί­α, εἶ­ναι τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα τῆς ἴ­διας φαν­τα­σί­ας ἡ ὁ­ποί­α γέ­μι­σε τήν Ἑλ­λά­δα μέ δέν­τρα βου­νά, πη­γές μέ δρυά­δες καί νύμ­φες καί τι­μοῦ­σε σάν θε­ούς τόν Ἥ­λιο καί τή Σε­λή­νη. Πα­ρό­μοι­α θε­ώ­ρη­ση τοῦ κό­σμου με­τα­τρέ­πε­ται σέ παν­θε­ϊ­σμό μό­λις συλ­λη­φθοῦν οἱ ἰ­δέ­ες τοῦ ὅ­λου καί τῆς ἑ­νό­τη­τας. Ἡ ἀ­σύγ­κρι­τη ἱ­κα­νό­τη­τα πού ζων­τα­νεύ­ει παν­θε­ϊ­στι­κά τόν κό­σμο δί­νει νέ­α ζω­ή στί πα­λι­ές θε­ό­τη­τες. Τά θε­ϊ­κά πρό­σω­πα με­τα­τρέ­πον­ται σέ θε­ϊ­κές δυ­νά­μεις μέ κα­τά­λη­ξη τήν ἔν­νοι­α τῆς Φύ­σης, τῶν φι­λο­σό­φων καί τῶν θε­ο­λό­γων. Ἡ φι­λο­σο­φί­α εἶ­ναι ὁ θά­να­τος τῶν ἀρ­χαί­ων ἐ­πῶν, ἡ ἴ­δια εἶ­ναι μί­α θρη­σκεί­α πού μέ τίς και­νού­ρι­ες θε­ο­γο­νί­ε ἀ­πο­κο­μί­ζει τόν καρ­πό πού ἔ­σπει­ρε».

Στή με­λέ­τη αὐ­τή δέν θ’ ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τίς σχέ­σεις καί τίς δι­α­φο­ρές τοῦ φε­ρε­κύ­δει­ου μύ­θου-λό­γου ἀ­πό τήν ὀρ­φι­κή καί τήν ἡ­σι­ό­δεια κο­σμο­θε­ώ­ρη­ση: ἐν­δει­κτι­κά μό­νο θά ἀ­να­φερ­θῶ σ’ αὐ­τό: γιά τούς Ὀρ­φι­κούς, π.χ., ἀ­πό τόν χρό­νο πη­γά­ζει ὁ Φά­νης. ὑ­πέρ­τα­τος θε­ός. Ἡ φε­ρε­κύ­δεια Ρέ­α θυ­μί­ζει τήν ὑ­γρή μᾶ­ζα τῶν Ὀρ­φι­κῶν, δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἡ Νύ­κτα τῆς ὀρ­φι­κῆς θε­ο­γο­νί­α καί κο­σμο­γο­νί­ας ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α ἐ­πί­σης ἀ­πορ­ρέ­ουν πέν­τε ζεύ­γη θνη­τῶν. Γιά τούς Ὀρ­φι­κους τά πάν­τα ἀ­πο­τε­λοῦν μυ­στι­κή ἑ­νό­τη­τα. Στόν Φε­ρε­κύ­δη τό θεῖ­ο εἶ­ναι δι­α­κο­σμη­τής τοῦ κό­σμου. Θε­ός καί κό­σμος δέν ταυ­τί­ζον­ται. Γιά τόν Ἡ­σί­ο­δο, ὁ­πως εἶ­πα­με, τό χά­ος γεν­νι­έ­ται: Τό πρῶ­το ζεῦ­γος τῶν θε­ῶν εἶ­ναι ὁ Οὐ­ρα­νός καί ἡ Γῆ (ὁ­ρα­τά). Ὀρ­φι­κοί καί Ἡ­σί­ο­δος θέ­τουν στήν ἄρ­χι τοῦ κό­σμου μιάν ἀ­τε­λῆ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα (Νύ­κτα-Χά­ος) ἐ­νῶ ὁ Φε­ρε­κύ­δης μιάν τέ­λεια ἀρ­χή (Ζεύς). Δέν θά ἐ­ξε­τά­σω τό πρό­βλη­μα γιά τή με­τα­μόρ­φω­ση τοῦ Δί­α σέ Ἔ­ρω­τα, τήν ὁ­ποί­α ἄλ­λο ἀ­πό­σπα­σμα, πού βρέ­θη­κε ἀρ­γό­τε­ρα, δέν στη­ρί­ζει μέ τό νά κά­νει ἁ­πλά λό­γο γιά ἱ­ε­ρό γά­μο τοῦ Δί­α καί τῆς Χθο­νί­ης.

Ἄλ­λο πρό­βλη­μα εἶ­ναι ἡ ταύ­τι­ση χρό­νου-Κρό­νου: «Κρό­νον δέ τόν Χρό­νον», λέ­ει ὁ Ἑρ­μί­ας (Diels 7 A 9). Ἡ ταύ­τι­ση προ­βλη­μα­τί­ζει τή λο­γι­κή μας πού κα­τα­νο­εῖ μέ σχέ­σεις χρο­νι­κῆς ἀ­κο­λου­θί­ας. Προ­νό­μιο τῆς ποι­η­τι­κῆς σκέ­ψης εἶ­ναι ἡ δυ­να­τό­τη­τά της νά μήν ἀ­να­γνω­ρί­ζει τέ­τοι­ες πε­ρι­ο­ρι­στι­κές δι­α­τά­ξεις. Ὅ­τι ἡ ἔν­νοι­α τοῦ χρό­νου δέν χρει­ά­ζε­ται νά συ­σχε­τι­σθεῖ μέ ἀ­να­το­λι­κές ἐ­πι­δρά­σεις, ἀλ­λά μέ τήν ἑλ­λη­νι­κή φι­λο­σο­φί­α, τήν ἀ­να­ξι­μάν­δρεια κο­σμο­θε­ώ­ρη­ση, ὑ­πο­στη­ρί­χτη­κε πει­στι­κά (ἀ­πό τόν Jaeger π.χ.).

8) Νε­ώ­τε­ροι ἐ­ρευ­νη­τές ἔ­δει­ξαν τή ση­μα­σί­α τῆς ἐ­τυ­μο­λο­γί­ας στόν Φε­ρε­κύ­δη: Ἡ ἐ­τυ­μο­λο­γί­α εἶ­ναι μέ­θο­δος ση­μαν­τι­κή καί συ­χνή στόν πρῶ­το ἑλ­λη­νι­κό θε­ο­λο­γι­κό στο­χα­σμό. Ό Jaeger πα­ρα­τη­ρεῖ ὅ­τι στη­ρί­ζε­ται «στήν ὑ­πό­θε­ση κα­τά τήν ὁ­ποί­α τά ὀ­νό­μα­τα τῶν μυ­στη­ρι­ω­δῶν θε­ϊ­κῶν δυ­νά­με­ων, ἄν ἐρ­μη­νευ­θοῦν σω­στά, ἐ­πι­τρέ­πουν τήν κα­τα­νό­η­ση τῆς φύ­σης τῶν θε­ῶν». Στόν Φε­ρε­κύ­δη ὅ­μως τά ὀ­νό­μα­τα δι­ερ­μη­νεύ­ουν συ­νά­μα τίς τά­σεις τοῦ θε­ω­ρη­τι­κοῦ στο­χα­σμοῦ τῆς ἐ­πο­χῆς. Ὅ,τι θε­ω­ρῶ ἐν­δι­α­φέ­ρον ἐ­δῶ εἶ­ναι νά σκε­φτῶ τόν φε­ρε­κύ­δει­ο μῦ­θο-λό­γο μέ­σα ἀ­πό τά μη­νύ­μα­τα πού προ­σφέ­ρει μέ τήν τε­τρά­δα Χρό­νος-Ζεύς-Γῆ-Ἔ­ρως ἤ ἱ­ε­ρός γά­μος. Ὅ­πως ἀ­νέ­φε­ρα, τό ἰ­δι­αί­τε­ρο στόν Φε­ρε­κύ­δη εἶ­ναι ἡ ἰ­σορ­ρο­πί­α τῆς κο­σμο­θε­ώ­ρη­σης, ἰ­σορ­ρο­πί­α πού χά­σα­με ἐ­μεῖς πιά σή­με­ρα μέ τίς ἀ­πο­κλει­στι­κές τά­σεις στίς ἐ­πι­λο­γές μας. Στό δί­λημ­μα οὐ­ρά­νιο-γή­ι­νο ἡ φε­ρε­κύ­δεια ἀ­πάν­τη­ση θά μπο­ροῦ­σε νά πα­ρα­βλη­θεῖ μέ τή στά­ση πού ἀ­να­φέ­ρει ὁ Πλά­των στόν Σο­φι­στή γιά τά παι­διά: ὅ­ταν τούς ζη­τή­σουν νά δι­α­λέ­ξουν ἀ­νά­με­σα σέ δύ­ο, αὐ­τά παίρ­νουν καί τά δύ­ο.

Ὁ Φε­ρε­κυ­δης δέ­χε­ται ἐ­ξί­σου ση­μαν­τι­κά καί συμ­πλη­ρω­μα­τι­κά τά ἀν­τί­θε­τα: οὐ­ρά­νιο-γή­ι­νο ἡ αἰ­θέ­ριο-χθό­νιο, φω­τει­νό-σκο­τει­νό. Ζάς-Χθο­νί­η εἶ­ναι κά­τι πα­ρα­πά­νω ἀ­πό πρό­σω­πα τῆς μυ­θι­κῆς θε­ο­γο­νί­ας καί κο­σμο­γο­νί­ας· εἶ­ναι σύμ­βο­λα ὄ­χι μό­νο τῆς ἕ­νω­σης στή θρη­σκευ­τι­κή της δι­ά­στα­ση, ἀλ­λά τῆς ἕ­νω­σης τῶν ἀν­τι­θέ­των, μέ τήν ὁ­ποί­α, προσ­δι­ο­ρί­ζε­ται ἡ ἁρ­μο­νί­α, τῆς ἕ­νω­σης πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τή συν­δυ­α­στι­κή σκέ­φη: ὁ Φε­ρε­κύ­δης δέ­νει τά­σεις τῆς θρη­σκεί­ας τοῦ δω­δε­κά­θε­ου καί τῶν Ὀρ­φι­κῶν καί προ­ϊ­δε­ά­ζει ὅ­σες δι­δα­σκα­λί­ες δί­νουν προ­τε­ραι­ό­τη­τα στόν δυ­να­μι­σμό τῆς σύν­θε­σης. Μέ τή στά­ση αὐ­τή, γιά τόν φι­λο­σο­φι­κό ἑρ­μη­νευ­τι­κό στο­χα­σμό ἡ φε­ρε­κύ­δεια ἀν­θρω­πο­θε­ώ­ρη­ση πα­ρου­σιά­ζει ἰ­δι­αί­τε­ρο ἐν­δι­α­φέ­ρον: οὔ­τε ἡ ἀ­παι­σι­ό­δο­ξη σύλ­λη­ψη τοῦ ἀν­θρώ­που, ὅ­που ὁ ἄν­θρω­πος - γή­ι­νος ἡ προ­ϊ­όν πτώ­σης - εἶ­ναι με­τά τόν θά­να­το ἔγ­κλει­στος στό σκο­τά­δι τῆς γῆς, ἀλ­λά οὔ­τε καί ἡ αἰ­σι­ό­δο­ξη, ὀρ­φι­κή ἤ ὅ­ποι­α ἄλ­λη σύλ­λη­ψη, ὅ­ταν ὁ θά­να­τος εἶ­ναι λύ­τρω­ση ἀ­πό τή σω­μα­τι­κό­τη­τα καί ἐ­πά­νο­δος στήν οὐ­ρά­νια πα­τρί­δα. Μέ τήν ἰ­δέ­α τῆς σχέ­σης θεί­ου-κό­σμου στήν τά­ξη τοῦ χρό­νου, τήν πνευ­μα­το­ποί­η­ση τῆς φύ­σης, τήν ἰ­δέ­α τῆς τε­λει­ό­τη­τας τοῦ κό­σμου, δη­μι­ουρ­γή­μα­τος τοῦ ὕ­ψι­στου θε­οῦ, ὁ κό­σμος γί­νε­ται αὐ­το­σκο­πός. Καί ἡ ἰ­δέ­α αὐ­τή καρ­πο­φο­ρεῖ μιάν ἄλ­λη: ἡ τε­λει­ό­τη­τα τοῦ κό­σμου ἐ­πι­βάλ­λει ρυθ­μί­σεις στήν ἀν­θρώ­πι­νη ζω­ή. Ἐ­πι­κυ­ρώ­νει τόν ἀ­γώ­να τῆς ἀ­ρε­τῆς - ὁ­μοί­ω­ση, ὅ­πως θά ποῦν ἄλ­λες θρη­σκευ­τι­κές καί φι­λο­σο­φι­κές φω­νές, δί­χως νά ὑ­πο­βάλ­λει τή δρα­πέ­τευ­ση ἀ­πό τόν κό­σμο. Οἱ αἰ­ῶ­νες τοῦ λό­γου ἔ­κα­ναν - ἕ­κτος τῶν ἄλ­λων θε­τι­κῶν - τό ἀν­θρώ­πι­νο χρέ­ος τρα­γι­κό· τό «οὐ­ρά­νιον φυ­τόν» - ὅ­πως ἀ­πο­κα­λεῖ ὁ Πλά­των τόν ἀν­θρω­πο - καί ὁ κό­σμος δι­α­χω­ρί­στη­καν, ἤ ὁ κό­σμος ἔ­γι­νε κα­θ’ ὁ­μοί­ω­ση τοῦ ἀν­θρώ­που - ἀ­πάν­θρω­πος καί ἄ­κο­σμος. Ἡ στιγ­μή τοῦ μύ­θου-λό­γου εἶ­ναι δι­α­φο­ρε­τι­κή.

Τόν ἀ­γώ­να τῆς δη­μι­ουρ­γι­κῆς ζω­ῆς τόν δι­δά­σκει πρῶ­τος ὁ Ξε­νο­φά­νης ὁ Κο­λο­φώ­νιος πού ἀρ­νι­έ­ται ὅ­τι στόν ἄν­θρω­πο εἶ­ναι τά πάν­τα δῶ­ρα θε­ῶν, δί­χως γι’ αὐ­τό ν’ ἀρ­νη­θεῖ τό θεῖ­ο, πού τό κα­θαί­ρει ἀ­πό ἀν­θρω­πο­μορ­φι­κά ὀ­τοι­χεῖ­α: «οὗ­τοι ἀ­π’ ἀρ­χῆς πάν­τα θε­οί θνη­τοῖ­σ’ ὑ­πέ­δει­ξαν, ἀλ­λά χρό­νῳ ζη­τοῦν­τες ἐ­φευ­ρί­σκου­σιν ἄ­μει­νον» (D.-Κ., VS Β 18). Στόν Ξε­νο­φά­νη ἡ γα­μή­λια σχέ­ση λό­γου-μύ­θου, ἄν­θρω­που-κό­σμου-θεί­ου δι­α­κό­πτε­ται μέ τή θαρ­ρα­λέ­α δι­α­φω­τι­στι­κή προ­σπά­θεια τόν πνεύ­μα­τος. Ὁ ἄν­θρω­πος εἶ­ναι δη­μι­ουρ­γός της ἰ­στο­ρί­ας μέ­σα στόν χρό­νο. Ἡ ἱ­στο­ρί­α ὅ­μως, ἡ συ­νεί­δη­ση τῆς ἱ­στο­ρί­ας εἶ­ναι τρα­γι­κή, ἀ­ναγ­καί­α καί ἀ­να­πό­φευ­κτη· δέν μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι πιά ἡ εὐ­δαι­μο­νι­σμέ­νη ἐ­ξή­γη­ση τοῦ κο­ο­μου καί τῆς ζω­ῆς, ὅ­πως ἐ­κεί­νη τοῦ φε­ρε­κύ­δει­ου μύ­θου. Μέ­χρι νά φτά­σου­με στήν ἐ­πο­χή μας, στόν δι­κό μας ἀ­φι­λο­σό­φη­το μῦ­θο-λό­γο: Ἡ ση­με­ρι­νή Ρέ­α, ἡ τε­χνι­κή σπέρ­μα τῆς ἐ­πι­στή­μης, πα­ρά­γει φω­τιά, γέ­νη ἀν­θρώ­πων-ρομ­πότ. Στίς τι­τα­νο­μα­χί­ες κερ­δί­ζουν οἱ πο­λε­μό­βιοι.

Ἡ ποί­η­ση, λέ­ει ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης, εἶ­ναι φι­λο­σο­φι­κώ­τε­ρη τῆς ἱ­στο­ρί­ας. Καί μιά ἐ­πι­στρο­φή σ’ ἕ­να ποι­η­τι­κό νοῦ, ὅ­πως τοῦ Φε­ρε­κύ­δη, ὅ­που τά πάν­τα δέν εἶ­ναι μῦ­θος, εἶ­ναι ἴ­σως κα­λός ἆ­θλος ὄ­χι ἀ­νώ­φε­λος.

Αυτοεκτίμηση: Μαθαίνοντας να αγαπάμε τον εαυτό μας

Δεδομένα και ερμηνείες: Ας τα διαχωρίσουμε και ας τα κατανοήσουμε.

Στη ζωή μας κάποια δεδομένα, όπως το ύψος μας ή η πόλη που μένουμε, είναι αδιαμφισβήτητα και ο καθένας μπορεί να τα παρατηρήσει ή να τα ανακαλύψει. Η αυτοεκτίμηση, όμως, δεν αφορά δεδομένα.

Στον πυρήνα της φωλιάζουν ερμηνείες και πεποιθήσεις σχετικά με την αξία που πιστεύουμε ότι έχουμε σαν άνθρωποι, μεγάλη ή μικρή, και εκφράζουν την εικόνα που έχουμε σχηματίσει για τον εαυτό μας ανεξάρτητα από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά ή τις ικανότητές μας. Είναι η υποκειμενική γνώμη που μάθαμε να έχουμε και, όπως κάθε άλλη, έτσι και αυτή ίσως είναι σωστή, αντικειμενική, ακριβής ή ρεαλιστική, αλλά ίσως είναι και λανθασμένη, προκατειλημμένη, ανακριβής ή απλά ένα ψέμα.

Η γνώμη που σχηματίσαμε για τον εαυτό μας

Αλλά πότε και πώς τη μάθαμε αυτήν τη γνώμη; Τη μάθαμε κυρίως σε μικρή ηλικία, αλλά όχι απαραίτητα, μέσα από τις εμπειρίες που βιώσαμε. Αν οι εμπειρίες αυτές ήταν θετικές, σχηματίσαμε μια υγιή γνώμη, αλλά αν ήταν αρνητικές, την ίδια πορεία ακολούθησε και η γνώμη που έχουμε για τον εαυτό μας. Με σχεδόν μαθηματική ακρίβεια.

Μάθαμε με διάφορους τρόπους – από γεγονότα που αφορούσαν εμάς, από την παρατήρηση της εμπειρίας κάποιου άλλου, από τη σύγκριση, από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ή από όσα (μας) έλεγαν ή (μας) έκαναν οι άνθρωποι γύρω μας.

Έτσι, η γνώμη για τον εαυτό μας πήρε μορφή σταδιακά και συστηματικά, αργά αλλά σταθερά, μέσα από τις φωνές που μας έλεγαν ποιοι άνθρωποι είμαστε ή «πρέπει» να είμαστε για να μας αποδέχονται, από τα βλέμματα που μας υπενθύμιζαν αν είμαστε καλοί ή κακοί, από τη στοργή που μας ψιθύριζε ότι αξίζουμε να μας αγαπούν ή την απόρριψη που μας φώναζε ότι δεν έχουμε δικαίωμα στην αγάπη.

Όσα ακούσαμε από τους σημαντικούς ανθρώπους στην οικογένεια, όσα είδαμε στην κοινωνία, όσα βιώσαμε στο σχολείο ή την παρέα μας, όλα επηρέασαν τον τρόπο που βλέπουμε τον εαυτό μας, την αυτοεικόνα μας, που μπορεί να σχηματίστηκε στο παρελθόν, αλλά επιμένει, δουλεύει μέσα μας μέχρι και σήμερα. Γεμάτη αποσκευή – ελαφριά, βαριά.

Από όσα (μας) συνέβησαν, βγάλαμε συμπέρασμα ότι αξίζουμε σαν άνθρωποι ή ότι όχι και – ασυνείδητα – διαμορφώσαμε πεποιθήσεις για τον εαυτό μας, τους άλλους ανθρώπους και τον κόσμο. Αν οι πεποιθήσεις αυτές ήταν λειτουργικές – οι γονείς μου με αγαπάνε, άρα είμαι καλή – μας στηρίζουν ως και σήμερα. Αν ήταν δυσλειτουργικές – οι γονείς μου έχουν δίκιο που με τιμωρούν, είμαι κακός – επιμένουν να μας πληγώνουν. Και τις θετικές και τις αρνητικές πεποιθήσεις συνεχίζουμε να τις αποδεχόμαστε γιατί κάποτε τις πιστέψαμε. Στην αυτοεκτίμηση μένουμε πάντα παιδιά.

Η αυτοεικόνα είναι μια ψυχολογική διαδικασία, εν εξελίξει…

Μάθαμε για τον εαυτό μας σε παιδική ηλικία, αλλά η αυτοεικόνα μας είναι μια ψυχολογική διαδικασία που εξελίσσεται. Αν ως ενήλικες ζούμε, εργαζόμαστε και κάνουμε σχέσεις σε ένα υγιές περιβάλλον που μας φροντίζει, μας υποστηρίζει και μας παρακινεί, τότε και η αυτοεικόνα μας είναι υγιής. Γερά θεμέλια στη δυνατότητά μας και ασπίδα στην ψυχική μας υγεία.

Αν στην ενήλικη ζωή μας, όμως, βιώνουμε αρνητικές εμπειρίες, τότε ανάλογα επηρεάζεται και η αυτοεικόνα μας.

Πώς μπορεί να συμβεί αυτό;

Μπορεί, κυρίως, αν περάσουν από τη ζωή μας τοξικοί άνθρωποι ή αν παγιδευτούμε σε κακοποιητικές σχέσεις: αν ο/η σύντροφος μας μειώνει και μας απορρίπτει, με εκείνη τη φωνή που συνεχώς φοβίζει «δεν μπορείς χωρίς εμένα», που συνεχώς κατηγορεί «δεν κάνεις τίποτα σωστά», σε μια σχέση που μας αποδυναμώνει να αισθανόμαστε απροστάτευτοι, που μας κρατάει πίσω να μην τολμήσουμε το βήμα προς τα εμπρός· αν βιώνουμε εκφοβισμό στον εργασιακό χώρο από συναδέλφους ή ανωτέρους που παίρνει την ύπουλη μορφή του αποκλεισμού από σημαντικές συναντήσεις, την ανάθεση λιγοστών καθηκόντων ή τη συστηματική απαλλαγή από καθήκοντα, τη δυνατή σιωπή στο μήνυμά μας, την επικριτική ανατροφοδότηση στην αποτελεσματική μας απόδοση, την προσποιητή επιβράβευση στο κατόρθωμά μας, με εκείνη τη φωνή που ακροβατεί στην υποστήριξη ενώ τρέφει την ανασφάλεια. Και έτσι μένουμε.

Πώς θα βιώνουμε όμως υγιή αυτοεκτίμηση;

Η υγιής αυτοεκτίμηση είναι φως, η σταθερή εσωτερική πυξίδα που μας δείχνει την αυτογνωσία, εκείνη που προστατεύει την ψυχική μας υγεία, την ποιότητα της ζωής μας και τη συνολική μας ευημερία. Ένας πυλώνας η αυτοπεποίθηση, η εμπιστοσύνη στην κρίση και τις αποφάσεις μας, η παρακίνηση να τολμήσουμε προς νέες προκλήσεις με έμπνευση και δημιουργική περιέργεια, ο χώρος για να αξιοποιήσουμε τα ταλέντα μας και να κάνουμε τα όνειρά μας πραγματικότητα – η εσωτερική φωνή που μας λέει, «Μπορείς».

Άλλος πυλώνας η αγάπη για τον εαυτό μας και ο αυτοσεβασμός για την αξία που έχουμε σαν άνθρωποι, για το δικαίωμα να ζούμε και να είμαστε ευτυχισμένοι, η θετική αίσθηση που μας απελευθερώνει να έχουμε, να εκφράζουμε και να ικανοποιούμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας ενώ ταυτόχρονα απολαμβάνουμε τους καρπούς της προσπάθειάς μας – η εσωτερική φωνή που μας λέει, «Αξίζεις».

Αναγκαία συνθήκη:

Να επιλέγουμε, να προσκαλούμε και να δεχόμαστε στη ζωή μας ανθρώπους που μας αγαπούν και μας νοιάζονται, που μας ενδυναμώνουν και χαίρονται στη χαρά μας. Που γιορτάζουν τη μοναδικότητά μας. Αυτός (πρέπει να) είναι ο ορισμός του ιδανικού συντρόφου, του καλού φίλου, του υποστηρικτικού συναδέλφου.

Από την άλλη, η χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι αντίλαλος. Δυναμώνει μέσα από τις φωνές που μας είπαν ή μας λένε πώς να βλέπουμε τον εαυτό μας, πώς να αισθανόμαστε για την ύπαρξή μας, ποιοι άνθρωποι (πρέπει να) είμαστε, πόσο αξίζουμε και με ποιους κανόνες και όρους να ζούμε τη ζωή μας. Αλλά το πρόσημο αρνητικό.

Και το χειρότερο, τις φωνές αυτές τις πιστέψαμε τότε, τις πιστεύουμε τώρα, τις αφήνουμε να μας παρασύρουν στο δικό τους σκοτάδι, σαν όπως ήθελαν οι Σειρήνες τον Οδυσσέα. Επηρεάζουν τις σκέψεις και τη συμπεριφορά μας, τις σχέσεις και τις αντιδράσεις μας, όσα κάνουμε και όσα ανεχόμαστε να (μας) κάνουν οι άλλοι. Οι φωνές έχουν ήχο και ηχώ ακόμα και όταν σιωπούν. Ένας παθολογικός κριτής με ονοματεπώνυμο.

Αναγκαία συνθήκη:

Από αντίλαλος να γίνουν οι φωνές απόηχος, να ξεθωριάσουν, να σβήσουν – και στα αυτιά και στην ψυχή μας. Δε μας είπαν, δε μας λένε την αλήθεια. Μόνο το δικό τους ψέμα, τη δική τους ανικανοποίητη επιθυμία, τη δική τους πληγωμένη αυτοεικόνα μας φόρτωσαν βάρος. Κι ας τις είχαμε αγαπήσει, κι ας τις είχαμε ανάγκη. Γιατί τις είχαμε. Και έτσι τις πιστέψαμε. Αλλά όχι πια, τώρα έχουμε επιλογή και το τέλος γίνεται αρχή.

Αυτή η συνειδητοποίηση ότι η αρνητική προκατάληψη που σχηματίσαμε για τον εαυτό μας στηρίχτηκε σε φωνές που δε μας είπαν την αλήθεια είναι το πρώτο βήμα προς την αλλαγή – σταθερή χειρολαβή να κρατηθούμε στο ταξίδι της αυτογνωσίας και ζεστό φως να λάμψει τη δική μας αλήθεια στην πορεία της αυτοαποδοχής, της αυτοσυγχώρεσης και της αυτοσυμπόνιας.

Μπορείς. Αξίζεις.

Έχουμε μάθει μόνο σκέψεις που είναι δανεικές

Κάποιος ρώτησε: Δάσκαλε, μας λες να σκεφτούμε, αλλά τι θα γίνει μόνο με τη σκέψη; Όταν σκέφτομαι αδιάκοπα, απλώς πνίγομαι στις σκέψεις μου. Η συμπεριφορά μου δεν αλλάζει, παραμένει η ίδια. Πες μου πώς να αλλάξω τη συμπεριφορά μου.

Η συμπεριφορά σας είναι δική σας ευθύνη

Συνήθως λέγεται ότι η αξία της σκέψης -αν έχει καν αξία- βρίσκεται στη συμπεριφορά του ατόμου. Αυτό είναι ψέμα και ανοησία, επειδή κατά βάθος η συμπεριφορά δεν είναι τίποτα παρά μια έκφραση της κατάστασης της σκέψης. Εκεί που δεν υπάρχει σπόρος σκέψης, δεν μπορεί να υπάρξει ένα φυτό καλής συμπεριφοράς. Ναι, είναι δυνατόν να επιβληθεί μία ψεύτικη συμπεριφορά απ' έξω.

Αλλά η ψεύτικη συμπεριφορά δεν έχει αξία πέραν του ότι με αυτή μπορείτε να εξαπατήσετε τους άλλους, αλλά η δική σας ζωή καταστρέφεται.

Έχετε ρωτήσει: «...τι θα γίνει μόνο με τη σκέψη;». Γιατί το ρωτήσατε αυτό; Γιατί γεννήθηκε αυτή η ερώτηση μέσα σας; Μπορώ να σας πω: μέχρι τώρα, η σκέψη δεν έχει γεννηθεί μέσα σας. Παίρνετε τις σκέψεις άλλων και τις κάνετε δικές σας. Έτσι, έχει προκύψει το πρόβλημα της δημιουργίας αρμονίας ανάμεσα στη σκέψη και στη συμπεριφορά. Αν η σκέψη είναι δική σας, είναι αδύνατον η συμπεριφορά σας να είναι αντίθετη σε αυτή.

Αν η σκέψη είναι δική σας, τότε η συμπεριφορά απλώς ακολουθεί τη σκέψη σαν σκιά. 'Όπως όταν περνάει ένα κάρο με ένα βόδι, εμφανίζονται τα ίχνη από τους τροχούς, έτσι και, όποτε γεννιέται η σκέψη, εμφανίζονται γραμμές και σημάδια συμπεριφοράς. Δεν χρειάζεται να επιβάλλετε τη σωστή συμπεριφορά, έρχεται από μόνη της.

Η κατάσταση σκέψης είναι το κέντρο, η κατάσταση σκέψης αποτελεί το είναι και η κατάσταση σκέψης αποτελεί την ψυχή, αλλά δεν έχουμε δικές μας σκέψεις. Έχουμε συσσωρεύσει παλιές και ξεπερασμένες σκέψεις και θεωρούμε ότι αυτές είναι ο θησαυρός μας.

Αλλά η καλή συμπεριφορά δεν γεννιέται από αυτές τις παλιές και ξεπερασμένες σκέψεις, εξ ου και η δυσκολία, εξ ου και δημιουργείται η ερώτηση: πώς να δημιουργήσετε μια αρμονία ανάμεσα στη σκέψη και στην καλή συμπεριφορά.

Αυτό είναι τελείως ανόητο.

Όταν γεννιέται το ερώτημα της δημιουργίας αρμονίας ανάμεσα στη σκέψη και στην καλή συμπεριφορά, να ξέρετε ότι αυτή η ερώτηση πρέπει να είναι μπαγιάτικη, παλιά, ξεπερασμένη, κάποιου άλλου, όχι δική σας.

Όλες αυτές οι σκέψεις -πρέπει να λέτε την αλήθεια, πρέπει να αγαπάτε, πρέπει να αγαπάτε τον εχθρό σας όπως τον εαυτό σας, δεν πρέπει να εξαπατάτε ή να λέτε ψέματα, δεν πρέπει να διαπράττετε μοιχεία, δεν πρέπει να έχετε επιθυμίες και λαγνεία- είναι δανεικές από άλλους.

Η συμπεριφορά σας είναι τελείως αντίθετη από αυτές, κι ετσι έχετε αναστατωθεί και ταραχτεί και ρωτάτε πώς να δημιουργήσετε μια αρμονία ανάμεσα σε σκέψεις και συμπεριφορά. Δεν μπορεί να υπάρξει επειδή δεν μπορεί να δημιουργηθεί αρμονία.

Είναι ζωτικής σημασίας να ξέρετε ότι η συμπεριφορά σας είναι δική σας αλλά οι σκέψεις σας έρχονται από άλλους.

Αν είστε κλέφτης, αυτή η συμπεριφορά είναι δική σας. Η σκέψη ότι το να μη κλέβεις είναι μια θρησκευτική πράξη και μεγάλη αρετή είναι απλώς η σκέψη κάποιου άλλου, επομένως πώς μπορεί να υπάρξει αρμονία;

Μπορεί να έχετε δανειστεί μια σκέψη, αλλά από πού θα δανειστείτε τη συμπεριφορά;

Οπωσδήποτε δεν μπορείτε να δανειστείτε τη συμπεριφορά του Βούδα για παράδειγμα ή του Χριστού, αλλά μπορείτε να δανειστείτε τις σκέψεις τους. Μπορείτε να πάρετε τις σκέψεις τους δωρεάν, αλλά όχι την καλή τους διαγωγή. Οι σκέψεις ανήκουν σε αυτά τα σπουδαία άτομα αλλά η συμπεριφορά είναι δική σας.

Επομένως υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα δύο, και αυτό δημιουργεί σύγκρουση, μεγάλο πόνο και οδύνη. Συνεχώς λαμβάνει χώρα μια μεγάλη σύγκρουση μέσα σας. Είστε χωρίς λόγο στην κόλαση. Μπορεί να νηστεύετε κάθε μέρα, μπορεί να πηγαίνετε στον ναό κάθε μέρα και να παίρνετε μια απόφαση, αλλά δεν θα έχει καμία διαφορά.

Η συμπεριφορά σας παραμένει η ίδια. Αν οι σκέψεις ανήκουν σε άλλους, πώς μπορούν αυτά τα πράγματα να έχουν σημασία;

Όταν ένας σοφός αντιμετωπίσει μια τέτοια σύγκρουση, η πρώτη απόφαση που θα πάρει είναι: «Γιατί να δεχτώ τις σκέψεις κάποιου άλλου; Γιατί να μην ψάξω μόνος μου; Γιατί να μη σκεφτώ μόνος μου; Γιατί να μη χρησιμοποιήσω την εμπειρία της δικής μου ζωής; Γιατί να μην ερευνήσω σιωπηλά μέσα στο είναι μου για να βρω τι υπάρχει εκεί;»

Βιώστε τις εμπειρίες με επίγνωση

Έχετε ερευνήσει ποτέ μέσα σας; Έχετε κοιτάξει ποτέ κάθε επίπεδο της ζωής σας; Έχετε προσπαθήσει ποτέ να ψάξετε μέσα σας για να διαπιστώσετε γιατί η οργή δεν μπορεί να φέρει χαρά; Όχι, θα πείτε μόνο ότι η οργή είναι κακό πράγμα. Αλλά απλώς επαναλαμβάνεται τα λόγια κάποιου άλλου.

Την ημέρα που το είναι σας θα βιώσει από μόνο του ότι η οργή είναι δηλητηριώδης, αυτή η οργή θα φέρει δυστυχία και πόνο, την ημέρα που το είναι σας θα γεμίσει με την αγωνία του πόνου και το δηλητήριο της οργής, θα είναι τότε δυνατόν να οργιστείτε;

Όταν είστε οργισμένοι, έχετε καθίσει ποτέ σιωπηλά σε μια γωνιά, κλείνοντας όλες τις πόρτες, για να προσπαθήσετε να καταλάβετε τι σας κάνει η οργή; Αν είχατε κοιτάξει έστω και μία φορά μέσα σας, και αν είχατε δει έστω και μία φορά την αίσθηση του καψίματος που προκαλεί η οργή, όλος ο πόνος και τα βάσανα θα σας είχαν γίνει ξεκάθαρα. Μετά ποιος θα μπορούσε να σας πείσει να οργιστείτε ξανά;

Αλλά όχι, δεν την έχετε κοιτάξει ποτέ. Από τη στιγμή που η οργή εξαφανίζεται, που ο καπνός της οργής έχει εξατμιστεί, κάθεστε και διαβάζετε τα κηρύγματα του Βούδα σκέφτεστε: «Η οργή είναι κάτι πολύ κακό. Κάνω κάτι πολύ κακό. Δεν θα έπρεπε να το κάνω».

Μετά βρίσκεστε σε διπλή δυσκολία -η μία είναι της οργής και η άλλη της μεταμέλειας για την οργή. Τόσο η οργή όσο και η μεταμέλεια μας πληγώνουν ξεχωριστά, αλλά η μεταμέλεια δεν έχει νόημα επειδή από τη στιγμή που η οργή έχει φύγει, δεν υπάρχει τρόπος να μπορέσετε να δείτε την οργή.

Αν είχατε δει την οργή όταν ήταν εκεί, με όλη σας τη σοφία και τη συνείδηση, αυτό θα είχε γεννήσει την εμπειρία της γνώσης για το τι είναι η οργή. Και αυτή η συνειδητοποίηση, αυτή η γνώση, θα είχε αλλάξει όλη σας τη συμπεριφορά.

Η διαφορά ανάμεσα στη μεταμέλεια και την επίγνωση

Δεν σας λέω να μη μετανιώνετε που θυμώνετε, αντίθετα σας λέω να προσέχετε την οργή. Οι ανόητοι είναι εκείνοι που μετανιώνουν για όλη τους τη ζωή, αλλά αυτό δεν θα βοηθήσει. Ξέρετε γιατί μετανιώνετε; -δεν είναι επειδή η οργή είναι κάτι κακό. Μετανιώνετε επειδή, όταν εξοργίζεστε, η σκέψη του πόσο δυστυχισμένοι και καταρρακωμένοι είστε έρχεται σαν σκιά.

Όταν η οργή έχει εξαφανιστεί, έχει υποχωρήσει, συνειδητοποιείτε ότι έχει αποδειχτεί ότι είστε κακό άτομο, έχετε κακομεταχειριστεί κάποιον, έχετε χρησιμοποιήσει απρεπή λόγια. Μετά ο εγωισμός σας πληγώνεται επειδή πιστεύετε ότι είστε ένα καλό άτομο που δεν μπορεί να λέει τόσο απρεπή πράγματα.

Πληγώνει τον εγωισμό σας, κι έτσι, για να ικανοποιήσετε τον εγωισμό σας αρχίζετε να μετανιώνετε. Πηγαίνετε στον ναό και παίρνετε όρκο, ότι δεν θα εξοργιστείτε ποτέ ξανά. Παίρνοντας αυτόν τον όρκο γίνεστε ξανά κύριος, ένα καλό άτομο που δεν εξοργίζεται. Αλλά και πάλι εξοργίζεστε και πάλι μετανιώνετε.

Αυτή η μεταμέλεια δεν λαμβάνει χώρα επειδή εξοργίζεστε, αλλά για να αποκαταστήσετε την εικόνα που έχετε για τον εαυτό σας. Πώς μπόρεσα να πέσω τόσο χαμηλά; Γίνεται για την αποκατάσταση του μέρους του εγωισμού που έχει πληγωθεί. Όταν ο εγωισμός διαλύεται, πρέπει να επανέλθει.

Όλοι αυτοί οι όρκοι είναι υποκατάστατα του εγωισμού. Δεν εξυπηρετούν κανέναν σκοπό. Είναι απολύτως ψεύτικοι. Σίγουρα, κάτι μπορεί να συμβεί, αλλά όχι με την μεταμέλεια, αλλά με την επίγνωση. Μπορώ να σας πω με βεβαιότητα: έχετε εξοργιστεί πολλές φορές αλλά δεν έχετε παρακολουθήσει ποτέ την οργή σας. Μπορεί να πει: «Έχω εξοργιστεί τόσες πολλές φορές, πώς γίνεται να μην έχω παρακολουθήσει την οργή μου;»

Αν ήσασταν ικανοί να την παρακολουθήσετε, δεν θα μπορούσατε να εξοργιστείτε. Γεγονός είναι: όταν εξοργίζεστε, η ικανότητα να παρακολουθείτε εξαφανίζεται τελείως. Στην οργή βρίσκετε σε μια κατάσταση απόλυτης μέθης, σε μια αποχαύνωση, αναίσθητοι. Όταν οι άνθρωποι βρίσκονται σε κατάσταση οργής, μπορούν να κάνουν πράγματα που δεν μπορούν καν να φανταστούν να κάνουν όταν έχουν επίγνωση και είναι σιωπηλοί.

Χιλιάδες δολοφόνοι έχουν ισχυριστεί στα δικαστήρια ότι δεν διέπραξαν τον φόνο. Παλιότερα τα δικαστήρια πίστευαν ότι όλα αυτά ήταν ψέματα. Αλλά τώρα οι ψυχολόγοι ισχυρίζονται ότι λένε την αλήθεια. Είχαν σκοτώσει με τέτοια οργισμένη μανία, ώστε δεν είχαν καμία συναίσθηση του τι έκαναν. Ήταν σχεδόν αναίσθητοι. Μετά δεν μπορούσαν να θυμηθούν ότι είχαν δολοφονήσει κάποιον.

Πολλοί δολοφόνοι δεν μπορούσαν να θυμηθούν αργότερα ότι είχαν διαπράξει το έγκλημα. Τους κρέμασαν, τους καταδίκασαν σε ισόβια κάθειρξη αλλά δεν μπορούσαν να θυμηθούν πότε το έκαναν. Ποιος θα το θυμόταν; Στην κατάσταση του νου στην οποία δολοφόνησαν κάποιον, δεν υπήρχε καμία συναίσθηση μέσα τους.

Όλες οι αμαρτίες διαπράττονται σε μια κατάσταση ασυναισθησίας. Πότε μετανιώνουμε; Μετανιώνουμε όταν η ασυναισθησία έχει εξαφανιστεί, κι έτσι δεν υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στα δύο. Διαπράττουμε την αμαρτία σε μια κατάσταση ασυναισθησίας και όταν έχουμε συναίσθηση παίρνουμε όρκο να είμαστε ενάρετοι.

Δεν υπάρχει απολύτως καμία σχέση.

Έτσι, κάθε μέρα πέφτουμε σε ένα χαντάκι -στο ίδιο χαντάκι που χθες αποφασίσαμε ότι δεν θα πέφταμε ποτέ ξανά. Κάθε μέρα συναντάμε το ίδιο χαντάκι, δέκα φορές την ημέρα.

Γι' αυτό δεν σας λέω να δημιουργήσετε μια αρμονία ανάμεσα στις σκέψεις σας και τη συμπεριφορά σας. Σας παρακαλώ μην προσπαθήσετε ποτέ να δημιουργήσετε αυτή την αρμονία. Η συμπεριφορά σας είναι μια πραγματικότητα. Όποια κι αν είναι η συμπεριφορά σας, παρακολουθήστε την, γιατί μέσα από εκείνη θα γεννηθεί η αληθινή σκέψη.

Και αυτή η αληθινή σκέψη είναι που δημιουργεί την επανάσταση στη συμπεριφορά σας. Μετά, χωρίς καμία προβολή, χωρίς καμία επιβολή, χωρίς καμία καταπίεση, ένα καινούργιο άτομο γεννιέται μέσα σας. Είναι η αντανάκλαση των σκέψεων που έχουν γεννηθεί από τη δική σας εμπειρία.

Η σημασία της Προσωκρατικής Φιλοσοφίας για μας σήμερα

Σε προηγούμενο άρθρο μου “Προσωκρατικοί: Οι Θεμελιωτές της Φυσικής Επιστήμης” τεκμηριώνω άψογα την επιστημονικότητα της προσωκρατικής φιλοσοφίας από την άποψη των θετικών επιστημών. Το παρόν άρθρο πραγματεύεται την επιστημονικότητα της προσωκρατικής φιλοσοφίας από την άποψη των μελετητών της αρχαίας φιλοσοφίας, η οποία, όπως θα δούμε, αν και με διαφορετικό τρόπο, συμπίπτει με την άποψη των θετικών επιστημών (και ιδιαίτερα της χημείας). Η διεπιστημονικότητα αποκτά νόημα στη μελέτη της προσωκρατικής φιλοσοφίας.

Ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα της σύγχρονης έρευνας για τους προσωκρατικούς δεν θα ήταν άτοπο να ισχυρισθούμε ότι η ιστορία της προσωκρατικής φιλοσοφίας, όπως τη διασώζουν οι πηγές, είναι μια διαλεκτική, φιλοσοφική διαμάχη. Mία φιλοσοφική διαμάχη μεταξύ των θεωρητικών της ενότητας (Ελεάτες) και των θεωρητικών της πολλαπλότητας του σύμπαντος (Ίωνες, Πυθαγόρειοι, Εμπεδοκλής, Αναξαγόρας, Ατομικοί).

Συνοπτικώς, η προσωκρατική φιλοσοφική διαμάχη έχει ως εξής. Πρώτος ο μονιστής Παρμενίδης χρησιμοποίησε τα πυθαγόρεια σημεία, για να ασκήσει κριτική στην ιωνική, πυθαγόρεια και ηρακλείτεια υλική μονάδα. Έπειτα, οι μαθητές του Παρμενίδη Ζήνων και Μέλισσος χρησιμοποίησαν την υλική μονάδα των συγχρόνων τους πλουραλιστών Εμπεδοκλή και Αναξαγόρα, για να δείξουν ότι, αφού είναι απείρως διαιρετή, δεν ικανοποιεί την ελεατική λογική. Τέλος, οι πλουραλιστές Ατομικοί, αφού, κατά τον Αριστοτέλη ενέδωσαν στην ελεατική λογική και χρησιμοποίησαν "ατομικά μεγέθη" (Φυσ. Α 3, 187a1-3), τελικώς επιχείρησαν να ανασκευάσουν την ελεατική θεωρία. Αυτή είναι η επικρατέστερη ερμηνεία όσον αφορά την εξέλιξη των προσωκρατικών φιλοσοφικών συστημάτων.

Η ιστορία λοιπόν της προσωκρατικής φιλοσοφίας δεν είναι παρά η ιστορία μιας φιλοσοφικής διαμάχης. Από τον πλατωνικό Σοφιστή (246a) και εξής αυτή η αρχαία φιλοσοφική διαμάχη στη σύγχρονη βιβλιογραφία και εν γένει στην ιστορία των ιδεών είναι γνωστή ως διαμάχη μεταξύ των πλουραλιστών και των μονιστών 3. Eίναι επίσης γνωστή ως διαμάχη μεταξύ των αρχαίων υλιστών και ιδεαλιστών ή αλλιώς ως σύγκρουση του κόσμου του Ηρακλείτου με τον κόσμο του Παρμενίδη, ήτοι του κόσμου του γίγνεσθαι (της συνεχούς μεταβολής, εναλλαγής, γένεσης και φθοράς) και του κόσμου του είναι, ήτοι της ενιαίας αδιαφοροποίητης πραγματικότητας. 4.

Ποια είναι η αξία αυτής της φιλοσοφικής διαμάχης; Μήπως οδήγησε τους αρχαίους Έλληνες, λ.χ., στην ανακάλυψη των ηλεκτρονίων ή στην εύρεση της αιτίας των σεισμών; Όχι βέβαια, μια και η προσωκρατική φιλοσοφία είναι εμφανώς “αντιβακώνεια”. Δηλαδή, δεν στηρίζει τα συμπεράσματά της σε εμπειρική, ακριβή “μικροκοπική” ή “τηλεσκοπική” γνώση, την οποία άλλωστε οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν τα μέσα να την αποκτήσουν 5. Ένα βασικό ερώτημα που ετέθη από σύγχρονους ερμηνευτές είναι “κατά πόσον η προσωκρατική έρευνα για τη φύση των πραγμάτων είναι επιστημονική”. O μη επιστημονικός χαρακτήρας της προσωκρατικής φιλοσοφίας έχει υποστηριχθεί από τον Cornford 6. Aυτή η θέση όμως στη σύγχρονη έρευνα θεωρείται ακραία 7.

Το παράδειγμα των σεισμών θα μάς βοηθήσει να κατανοήσουμε ποια τελικώς είναι η συνεισφορά των “αντιβακώνειων” Προσωκρατικών στη φιλοσοφία και στην επιστήμη του Δυτικού πολιτισμού. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογική παράδοση, οι σεισμοί οφείλονται στην “μήνιν” του Ποσειδώνος 8. Οι Προσωκρατικοί, όμως, επιχείρησαν να δώσουν μία επιστημονική (για τα μέτρα της εποχής τους) εξήγηση των σεισμών. Οι πρώτες θεωρίες σεισμογένεσης διατυπώθηκαν από τους Προσωκρατικούς. Ειδικότερα, ο Δημόκριτος θεωρούσε ότι το νερό της βροχής με την ανακατανομή του στα κοιλώματα της γης προκαλεί σεισμούς. Κατά τον Αναξιμένη, οι σεισμοί προκαλούνται από την υγρασία και τη ξηρασία που προκαλούν ρήγματα στη γη. Ο δε Αναξαγόρας πίστευε ότι το θερμό “πυρώδες” στοιχείο εισχωρεί στα κοιλώματα της γης και τη συγκλονίζει. Κατά τον Αριστοτέλη, αυτές οι προσωκρατικές θεωρίες δεν συμφωνούν με τα εμπειρικά σεισμικά γεγονότα 9.

Ωστόσο, η αριστοτελική παράδοση ακολουθεί εμφανώς τα βήματα των Προσωκρατικών, όταν εξηγεί τον σεισμό ως ένα φυσικό φαινόμενο, το οποίο “αλλάζει” τη μορφή της γης (Περι κόσμου 397α5, 19-24). Ήτοι, οι Αριστοτελικοί συνδέουν τους σεισμούς με το πρόβλημα που απασχολούσε τους Προσωκρατικούς, το πρόβλημα της μεταβολής που παρατηρείται στη φύση. Όπως το θέτει ο Popper:

“αυτό το γενικό πρόβλημα είναι φιλοσοφικό. Όντως, στον Παρμενίδη και στον Ζήνωνα σχεδόν γίνεται λογικό πρόβλημα. Πως είναι (λογικώς) δυνατή η μεταβολή; Πως ένα πράγμα μπορεί να αλλάξει χωρίς να χάσει την ταυτότητά του; Εάν παραμένει το ίδιο, δεν αλλάζει. Όμως, εάν χάνει την ταυτότητά του, τότε δεν είναι το πράγμα που ήταν πριν αλλάξει” (Popper, Back to the Presocratics, 14).

Το πρόβλημα της μεταβολής δεν είναι αντι-επιστημονικό, μια και, τηρουμένων των αναλογιών, η σύγχρονη χημεία ασχολείται με τα φαινόμενα μεταβολής της ύλης (φυσικά, χημικά και πυρηνικά). Έχοντας ως κριτήριο τη γνώση της σύγχρονης χημείας, θα μπορούσαμε ενδεχομένως να εξετάσουμε κριτικώς τα προσωκρατικά αποσπάσματα, για να αποσαφηνίσουμε “ποιο είδος μεταβολής είχαν στο νου τους οι Προσωκρατικοί, τη φυσική, τη χημική ή την πυρηνική μεταστοιχείωση” (πρόταση έρευνας).10 Θα πρέπει να αναφέρουμε ότι κατά την προσωκρατική περίοδο ήταν γνωστή μόνο η ποσοτική ή μηχανική μείξη συστατικών στοιχείων (πχ. νερό+χώμα=λάσπη), ενώ η χημική μείξη ήταν άγνωστη. Γι' αυτό και, όπως επισημαίνει ο Αpelt, ο Μέλισσος δεν μπορούσε να δεχθεί ότι με την ποσοτική αναδιάταξη και μείξη στοιχείων, όπως την θέτουν οι πλουραλιστές κοσμολόγοι, προκύπτει ένα ενιαίο, ομογενές μείγμα (εν εκ πλειόνων MXG 974a24). Η χημική μείξη παρουσιάζεται για πρώτη φορά στον Αριστοτέλη (Περί γεν. 327 Ι. 10).11

Επιπλέον, όπως είδαμε, το πρόβλημα της μεταβολής στους Προσωκρατικούς έγινε αντικείμενο κριτικού διαλόγου και ορθολογικής συζήτησης. Δεν πρέπει να κρίνουμε τους Προσωκρατικούς με βάση τα εμπειρικά στοιχεία που δεν είχαν λόγω έλλειψης τεχνολογίας. Κατά τον Popper, το σημαντικό στοιχείο είναι ότι οι Προσωκρατικοί είχαν αναπτύξει μεταξύ τους έναν “κριτικό διάλογο”, μία “λογική συζήτηση” πέρα από δόγματα και προκαταλήψεις (Popper, Back to the Presocratics, 8 κε.)

Οι Προσωκρατικοί αρέσκονται σε σωρεία επαγωγικών και παραγωγικών συλλογισμών μόνο και μόνο, για να υποστηρίξουν το πλουραλιστικό ή μονιστικό επιχείρημά τους. Και εκεί ακριβώς , κατά τον Popper, εντοπίζεται το μεγαλείο τους. Ήτοι, οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι είναι “αντιβακώνειοι” και αντιδογματικοί. Χρησιμοποιούν την παραγωγική σκέψη, η οποια "μάς βοηθεί να υπερβούμε τα χάσματα και την αβεβαιότητα της επαγωγής"12. Οι φιλοσοφικές διαμάχες τους και ο κριτικός διάλογος των θεωρίων τους δημιούργησαν τη Δυτική αντιδογματική παράδοση των “υποθέσεων” και της ελεύθερης κριτικής (Popper, Back to the Presocratics, 23)

Σε αυτό, λοιπόν, το αντιδογματικό πλαίσιο, όλοι οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι, σύμφωνα με σύγχρονη έρευνα, επιχείρησαν να προσδιορίσουν το έσχατο συστατικό "στοιχείο" της υλικής πραγματικότητας - επιδιώκοντας να βρουν την ουσία και τη φύση των πραγμάτων, ήτοι το ον. Κατ' ουσίαν, όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλοσοφοι, από τους Προσωκρατικούς έως το Σωκράτη, τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη, θέτουν το εξής ερώτημα: "τίνος είδους πράγματα ερευνούμε, όταν αναζητούμε επιστημονικούς ορισμούς αντικειμένων" (τί έστι το ον;) [Αριστ. Μετά τα Φυσικά Ζ Ι 1028b2- 4); Πρόκειται για πράγματα διαφορετικού είδους από την πληθώρα των καθημερινών πραγμάτων; Kατά τον Πλάτωνα, αφενός, υπάρχουν τα πολλά, αισθητά πράγματα, όπως λχ. υπάρχουν πολλά διαφορετικά όμορφα αντικείμενα. Αφετέρου, υπάρχει η οντότητα (ή ιδέα) του 'όμορφου' που είναι μόνο μία. Η πολλαπλότητα και πληθώρα των διαφορετικών όμορφων πραγμάτων δεν μας απαντά το ερώτημα 'τι είναι το όμορφο', ήτοι, 'ποια είναι η φύση του όμορφου'. Με την ίδια λογική, οι Ελεάτες θεωρούν ότι στον φαινομενικό κόσμο της δόξας (των φυσιολόγων και των κοινών θνητών) ένα υλικό συστατικό στοιχείον, όπως είναι το ηρακλείτειο πυρ, μεταστοιχειώνεται και παίρνει πολλές διαφορετικές μορφές, οι οποίες όμως δεν μας εξηγούν τη φύση των πραγμάτων. Τη φύση ενός συστατικού στοιχείου ή ενός αντικειμένου μάς την εξηγούν οντότητες, τις οποίες οι Ελεάτες ονομάζουν εν ον, ο Πλάτων ιδέα, ο Αριστοτέλης ουσία, ενώ οι μεταγενέστεροι φιλόσοφοι αποκαλούν 'universals'. Όλοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι επιχείρησαν να βρουν "εκέινο το συστατικό που κάνει ένα αντικείμενο αυτό που είναι στην πραγματικότητα", ήτοι την ουσία ενός αντικειμένου13. Υπ' αυτήν την έννοια, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι εντάσσονται οργανικώς στην ιστορία της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας αποτελώντας με αυτήν μια ενότητα. Πρώτοι οι Προσωκρατικοί στην ιστορία των ιδεών έθεσαν το εννοιολογικό πλαίσιο όλης της αρχαίας ελληνικής, αλλά και γενικότερα της ευρωπαϊκής φιλοσοφίας και επιστήμης. Σ' αυτό το εννοιολογικό πλαίσιο, οι προσωκρατικοί φιλόσοφοι επιχείρησαν να βρουν τη φύση των πραγμάτων. Αυτή η μέθοδος -κατά τον Παρμενίδη- είναι η μοναδική επιστημονική μέθοδος έρευνας (μόνη οδός διζήσιος απ. 2.2). Πέραν, λοιπόν, των εύλογων διαφορών τους, βασικός στόχος όλων των προσωκρατικών φιλοσόφων ήταν ο προσδιορισμός της φύσης των πραγμάτων (rerum natura) σε όλους τους (τότε γνωστούς) τομείς του επιστητού. Ο επιστημονικός και φιλοσοφικός διάλογος για την εύρεση της φύσης των πραγμάτων άρχισε με τις φιλοσοφικές διαμάχες των Προσωκρατικών και έκτοτε συνεχίζεται σε παλαιές και "Νέες Εποχές".
---------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
3. D. Furley- R.E. Αllen, The Eleatics and the Pluralists, ΙΙ, Routledge, London, 1975

4. F.M. Cornford, Plato’s Theory of Knowledge, Routledge, 1970, 5th ed., σελ. 220-248 – A. P. D. Μοurelatos, The Route of Parmenides, London, σελ. 133

5. James Jeans, Physics and Philosophy, New York 1981, 18 [1st ed. 1943]

6. F.M. Cornford, “Was the Ionian Philosophy Scientific?”, The Journal of Hellenic Studies 62 (1942), 1-7 – [του ιδίου], The Unwritten Philosophy, Cambridge, 1950 και [του ιδίου], Principium Sapientiae, Cambridge, 1952

7. Βλ. σχετικώς Gr. Vlastos, "Zeno of Elea", Encyclopaedia of Philosophy, Paul Edwards (ed.), New York, vol. 8, σελ. 369-79 – Karl Popper, "Back to the Presocratics", in M. - J. Petersen (ed.), Karl Popper. The World of Parmenides, Routledge, UK, 1998 - J. Barnes, The Presocratic Philosophers, Routledge, London and New York, 1993, σελ. 653 [3η εκδ. αναθεωρημένη, 1η εκδ. 1979] – I. Γ. Δελλής, Η Συμβολή της Αρχαίας Ατομικής Θεωρίας στην πρόοδο της φυσικής τον 17ο αι., Εκδόσεις Παν/μίου Πατρών, 1998, σελ. 12-13 – Μ. Planck, The Philosophy of Physics, London, 1936, σελ. 68-69 – Erwin Schrődinger H Φύση και οι Έλληνες, μτφρ. δρ Θ. Γραμμένος, Τραυλός-Κωσταράκη, 1995, 9-115 [1η εκδ. Cambridge Univ. Press, 1954).

8. Β Φάκλαρης, “Οι σεισμοί στην αρχαιότητα”, Βήμα Νέες Εποχές, 12 Δεκ. 1999

9. Βλ. Η. Cherniss, Aristotle's Criticism of Presocratic Philosophy, Octagon Books, New Yorκ, 1983 [4η εκδ.- 1η εκδ. 1935], σ. 207-209, 332 – Μ. Μπακαούκας, "ΟΙ ΑΡΧΑΙΕΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΘΕΩΡΙΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΣΕΙΣΜΟΓΕΝΕΣΗ", Αντί 704 (2000), 47 – [του ιδίου], "ΟΙ ΣΕΙΣΜΟΙ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗ", Ιστορία Εικονογραφημένη 380 (2000), 121.

10. Σε αυτό το σημείο θα ήθελα να ευχαριστήσω το χημικό Γ. Λεμπέση, ο οποίος με βοήθησε να κατανοήσω την επιστημονική αποστολή της Χημείας. Βλ. και Στέλιος Λιοδάκης, Χημεία, ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2000, 17.

11. Βλ. σχετικώς Ο. Αpelt, "Melissus bei pseudo-Aristoteles", Jahrbűcher fűr classische Philologie, 1886, σελ. 739 κε. - H.H. Joachim, "Aristotle's Conception of Chemical Combination", Journal of Philology 29 (1904), σελ. 72-86 – W. Guthrie, A History of Greek Philosophy, II, Cambridge University Press, 1965 σελ. 116, υποσ. 2 - J. E. Bolzan, "Chemical Combination according to Aristotle", Ambix 23 (1976), σελ. 134-144 - R. A. Horne, "Aristotelian Chemistry", Chymia 11 (1966), σελ. 21-27 - Cherniss, Aristotle's Criticism, σελ. 367-370 - James Bogen, "Fire in the Belly: Aristotelian Elements, Organisms, and Chemical Compounds", στο F. A. Lewis- R. Bolton, Form Matter and Mixture in Aristotle, Blackwell, 1996, σελ. 183-216 - Μιχ. Μπακαούκας, Η "π ε ρ ί τ ο υ μ ή όν τ ο ς ή π ε ρ ί φ ύ σ ε ως" πραγματεία του Γοργία. Μία επιστημολογική ανάλυση. Η οντολογική διαμάχη Ελεατών-Ατομικών και η παρέμβαση του Γοργία, Διατριβή επί Διδακτορία, ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ, ΤΜΗΜΑ ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΘΕΩΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2001, 25-26, υποσ. 35 [Εθνικό αρχείο διδακτοροκών διατριβών: jasmin.ekt.gr και Ελληνική Φιλοσοφική Επιθεώρηση 18 (2001), 314-318].

12. Karl Popper, “Introduction”, in M. - J. Petersen (ed.), Karl Popper. The World of Parmenides, Routledge, UK, 1998, σελ. 3 – S. Stebbing, Logic in Practice, Great Britain, 1934, σελ. 184-185 – N. A. Whitehead, Adventures of Ideas, Mentor Books, USA, 1962 (6η εκδ), σελ. 220-4

13. Hilary Staniland, Universals, Anchor Books, New York, 1972, 2-3 - A. Nehamas, "Self-Predication and Plato's Theory of Forms", American Philosophical Quarterly , 16 (1979), 98 κε. - Ρ. Curd, The Legacy of Parmenides. Eleatic Monism and Later Presocratic Thought, Princeton, 1998 228-242

Γνώμες των χριστιανών Πατέρων για την Ελληνική παιδεία και τους αρχαίους Έλληνες σοφούς – Η δυσφήμηση των Ελλήνων από την Ορθοδοξία

Ο 12ετής Ιησούς διδάσκει στο ναό 
και πατάει τον φιλόσοφο

Αυτή η ανάρτηση ξεκίνησε σαν παράρτημα στην δημοσίευση για την “Παιδεία του Βυζαντίου” που προηγήθηκε, αλλά αξίζει μια ειδική παρουσίαση. Είναι και αυτή μέσα στο πλαίσιο των δημοσιευμάτων του “Γιατί η Αναγέννηση έγινε στην Δύση”, και δείχνει την ιδεολογία του ορθόδοξου Χριστιανισμού σχετικά με την αρχαία ελληνική γραμματεία, αλλά και γενικά με την φιλοσοφική και τη συγκεκριμένη γνώση και κατ` επέκταση την επιστήμη και την τεχνολογία. Ταυτόχρονα, μας δείχνει γιατί το όνομα “Έλληνες” απέκτησε κακή χροιά στο Βυζάντιο.

 
Οι γνώμες των Πατέρων της Εκκλησίας είναι σημαντικές για εμάς γιατί θα μας βοηθήσουν να καταλάβουμε καλύτερα την θέση της Εκκλησίας αλλά και το θέμα της εμπλοκής του Βυζαντίου με την παιδεία, την εκπαίδευση και την επιστήμη.
 
Από τους πρώτους χριστιανούς διανοητές έχουμε την εξής διαφοροποίηση:
  • Αυτοί που αρνούνται πλήρως την αρχαία γνώση και γενικά την κοσμική γνώση.
  • Αυτοί που την ψιλοαποδέχονται γιατί θεωρούν ότι “οι αρχαίοι Έλληνες την πήραν (την έκλεψαν!) από τους Εβραίους, αλλά δεν είχαν την ευρύτητα για να την καταλάβουν”.
  • Αυτοί που την δέχονται ως βοηθητική σε κάποιο βαθμό για αυτούς.
Οι σύγχρονοι απολογητές ισχυρίζονται ότι με την λέξη “Έλληνες” και την απαξίωση για αυτούς, δεν αναφέρονται στους Έλληνες φιλοσόφους και διανοητές, ούτε στο ελληνικό έθνος ή πολιτισμό, “αλλά μόνο στους ειδωλολάτρες”. Για τον λόγο αυτό σάς έχω συγκεκριμένα αποσπάσματα από τα κείμενα των Πατέρων της Εκκλησίας, μαζί με τους σχετικούς συνδέσμους για να διαβαστούν όλα τα κείμενα και για να γίνει έτσι κατανοητό σε τι ακριβώς αναφερόντουσαν. Τα αποσπάσματα είναι ενδεικτικά και ακόμα και στα ίδια κείμενα θα μπορείτε να βρείτε πολλά περισσότερα. 
 

1. Μέγας Βασίλειος


Ένας από τους “Τρεις Ιεράρχες” τους καλούμενος και “προστάτες της ελληνικής εκπαίδευσης”.

1.1
Καὶ ῥάξει* ὁ Θεὸς τοὺς ἐπανισταμένους ἐπὶ ὄρος Σιὼν ἐπ’ αὐτὸν, καὶ τοὺς ἐχθροὺς αὐτοῦ διασκεδάσει**, Συρίαν ἀφ’ ἡλίου ἀνατολῶν καὶ τοὺς Ἕλληνας ἀφ’ ἡλίου δυσμῶν, τοὺς κατεσθίοντας τὸν Ἰσραὴλ ὅλῳ τῷ στόματι. Ῥάξειν οὖν αὐτοὺς ἐπαγγέλλεται καὶ καταβαλεῖν πάντας τοὺς ἐπανισταμένους τῷ ὄρει Σιὼν, καὶ διασκεδάσειν αὐτῶν τὴν κατὰ τῆς ἀληθείας ἀσεβῆ συμφωνίαν. Εἰσὶ δὲ οἱ ἐχθροὶ Σύροι καὶ Ἕλληνες· οἱ μὲν τὰ πρὸς ἀνατολὰς τοῦ ἡλίου κατέχοντες, οἱ δὲ τὰ πρὸς ταῖς δυσμαῖς. ∆ιὰ τοῦτο δὲ διασκεδασθήσονται***, ἐπειδὴ κατήσθιον ὅλῳ τῷ στόματι τὸν Ἰσραήλ. Στόμα δὲ λέγει νῦν τὴν σοφιστικὴν τοῦ λόγου δύναμιν, ᾗ πάσῃ κατεκέχρηντο εἰς τὴν ἐπιβουλὴν τῶν ἐν ἁπλότητι πεπιστευκότων τῷ Θεῷ .
(Βασίλειος Καισαρείας, Εις τον προφήτην Ησαΐαν, 9.230 )
*Ράζω = προσορμίζω–αγκυροβολώ.
**Διασκεδάσει = σκορπίσει, διαλύσει.
***Δασθήσονται = εκ του δατέομαι–δάσομαι = μοιράζω, κόβω στα δύο, διαιρώ.

Αναφέρεται στον προφήτη Ησαΐα. Εν ολίγοις ο Θεός, θα εξολοθρεύσει τους Έλληνες, γιατί έχουν την σοφιστική δύναμη του Λόγου, να διαλύουν την ιδεοληψία των Εβραίων–χριστιανών.
 
Ήδη από αυτό το απόσπασμα φαίνεται ότι οι Έλληνες δεν τους ενοχλούσαν επειδή ήσαν αρχαιολάτρες, γιατί το ίδιο ήσαν και οι Ρωμαίοι αλλά και άλλοι λαοί. Τους ενοχλούσε ο Λόγος των Ελλήνων. Η λογική και η επιστήμη.

1.2
Τοῦτο μὲν οὖν αὐτὸ καὶ συμβουλεύσων ἥκω, τὸ μὴ δεῖν εἰς ἅπαξ τοῖς ἀνδράσι τούτοις, ὥσπερ πλοίου τὰ πηδάλια τῆς διανοίας ὑμῶν παραδόντας, ἧπερ ἂν ἄγωσι, ταύτη συνέπεσθαι, ἀλλ᾿ ὅσον ἐστὶ χρήσιμον αὐτῶν δεχομένους, εἰδέναι τί χρὴ καὶ παριδεῖν.
Απόδοση:
Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς συμβουλῆς μου: δὲν πρέπει νὰ παραδώσετεσε αυτούς (στοὺς ἀρχαίους Έλληνες συγγραφεῖς) τὸ τιμόνι τοῦ νοῦ σας, γιὰ νὰ σᾶς πᾶνε ὅπου αὐτοὶ θέλουν. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκολουθεῖτε σὲ ὅλα. Πρέπει νὰ πάρετε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὅ,τι εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ μὴ δώσετε προσοχὴ στὰ ὑπόλοιπα.
 
Το απόσπασμα αυτό είναι θεωρητικά η επίσημη ιδεολογική βάση του Βυζαντίου, στο πως θα μελετά τους αρχαίους Έλληνες και αυτό που αναφέρουν κατά κόρον οι απολογητές. Είναι το πλέον σεμνό από όλα όπως θα διαπιστώσετε.

2. Άγιος Αντώνιος


2.1
26.945 Ἄλλων δὲ πάλιν τοιούτων ἀπαντησάντων πρὸς αὐτὸν ἐν τῷ ὄρει τῷ ἔξω,καὶ νομιζόντων χλευάζειν, ὅτι μὴ μεμάθηκε γράμματα, λέγει πρὸς αὐτοὺς ὁἈντώνιος· Ὑμεῖς δὲ τί λέγετε; Τί πρῶτόν ἐστι, νοῦς ἢ γράμματα; καὶ τί τίνοςαἴτιον, ὁ νοῦς τῶν γραμμάτων, ἢ τὰ γράμματα τοῦ νοῦ; Τῶν δὲ εἰ πόντων πρῶτον εἶναι τὸν νοῦν, καὶ τῶν γραμμάτων εὑρέτην· ἔφη ὁ Ἀντώνιος· Ὧ τοίνυν ὁ νοῦς ὑγιαίνει, τούτῳ οὐκ ἀναγκαῖα τὰ γράμματα.
(Αγ. Αθανασίου, Βίος του Αγίου Αντωνίου)
 
Είναι προφανές ότι με το “νους υγιαίνει” αναφέρεται τελικά στην θρησκεία και τον θεό του και προφανώς για αυτόν δεν ήσαν αναγκαία τα γράμματα.

3. Κύριλλος Αλεξανδρείας


Ήταν ο ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της Υπατίας, διώξεων αιρετικών και αλλόθρησκων και σειράς εκτρόπων στην Αλεξάνδρεια, ισχυρίζεται ότι ο φιλοσοφικός λόγος είναι ασύνετος:

3.1
τοῖς τῶν Ἑλλήνων σοφοῖς, γραώδη* τε καὶ ἀσύνετον λόγον
*γραώδη = παρωχημένα, ξεπερασμένα.
Ἑλλήνων δὲ παῖδες ἀνοσίους ἐσχήκασι διδασκάλους, οἳ ψυχικὴν καὶ δαιμονιώδη ἔχοντες σοφίαν, ἀναρίθμητον τῷ βίῳ δαιμονίων ὄχλον ἐκήρυξαν, καὶ προσκυνεῖν τῇ κτίσει, παρὰ τὸν κτίσαντα.
Ἔθος δὲ τῇ θεοπνεύστῳ Γραφῇ σειρῆνας ἀποκαλεῖν τὰ τῶν στρουθίων* λαλίστατα, καὶ ἐμμελές τι καὶ εὔρυθμον ἀναφωνεῖν εἰωθότα. Γεγόνασι δέ πως τοιοῦτοι τῶν Ἑλλήνων δεισιδαιμονίας οἱ διδάσκαλοι, ποιηταί τε καὶ λογογράφοι.
*στρούθια = πουλιά
μεμώρανται δὲ τὰ Ἑλλήνων, τὸ τῆς ἀληθείας οὐκ ἔχοντες κάλλος·πάντα γὰρ παρ’ ἐκείνοις ψευδῆ, καὶ προφητεία, καὶ σύνεσις.
Ἑλλήνων μὲν γὰρ οἱ λογάδες, καίτοι μεγάλην ἐπὶ σοφίᾳ τὴν ὀφρὺν ἀνασπῶντες, θεοποιοῦσι τὴν κτίσιν, καὶ τοῖς τοῦ κόσμου στοιχείοις τὸ σέβας ἀνάπτουσι. Χθαμαλὸν γὰρ ἔχουσι τὸν νοῦν, καὶ χαμαιριφῆ τὰ θεωρήματα, καὶ τὴν καρδίαν ἐσκοτισμένην· φάσκοντες εἶναι σοφοὶ ἐμωράνθησαν, κατὰ τὸ γεγραμμένον.
(Κύριλος Αλεξανδρείας, Ερμηνεία στον Ησαία).

3.2
Ψευδῆ δὲ καὶ τὰ Ἑλλήνων ἅπαντα, σοφία καὶ λόγοι καὶ ζωή · καὶ τῶν ἀληθῶν, ἤγουν ἀναγκαίων καὶ ἐπωφελῶν, εὕροι τις ἂν παρ’ αὐτοῖς οὐδὲν, οἵ γε τε θεοποιήκασι τὴν κτίσιν, τὸν φύσει ἀφέντες Θεόν. Ὠλιγώθησαν τοίνυν αἱ ἀλήθειαι παρ’ αὐτοῖς. Μάταια ἐλάλησεν ἔκαστος πρὸς τὸν πλησίον αὐτοῦ.
Βούλονται δὲ καὶ βασανισθῆναι τὴν αἰτίαν ὑφ’ ἧς δι ολώλασιν· αὕτη δὲ ἦν ἡ τοῦ διαβόλου σκαιότης, καὶ ᾑ τῶν ἀκαθάρτων πνευμάτων πλεονεξία· τούτους γὰρ καὶ ἀνόσιον ἔθνος ὀνομάζουσιν· ἢ τάχα που καὶ τοὺς τῆς ἐκείνων ἀνοσιότητος ὑπουργοὺς, τοὺς Ἑλλήνων φημὶ λογάδας καὶ ποιητάς· τούτους δὲ καὶ ἀδίκους καὶ δολίους ὀνομάζουσιν, ὡς ἀπαταιῶνας καὶ ψεύστας.
(Κύριλλος Αλεξανδρείας, Εις τους Ψαλμούς, ια΄).
 
Σύμφωνα με τον Κύριλλο, τόσο το έθνος των Ελλήνων, όσο και οι Έλληνες φιλόσοφοι και ποιητές είναι ψεύτες, απατεώνες, με περιορισμένο νου, ασύνετοι, άδικοι, δόλιοι, ανόσιοι και δαιμονικοί.

4. Αθανάσιος Αλεξανδρείας


4.1
46.4 Καὶ ὅλως, πότε τῶν Ἑλλήνων ἡ σοφία μεμώραται, εἰ μὴ ὅτε ἡ ἀληθὴς τοῦ Θεοῦ Σοφία ἐπὶ γῆς ἑαυτὴν ἐφανέρωσε;
48.9 Οὐκοῦν εἰ μήτε ἄνθρωπος ἁπλῶς μήτε μάγος μήτε δαίμων τίς ἐστιν ὁ Σωτήρ, ἀλλὰ καὶ τὴν παρὰ ποιηταῖς ὑπόνοιαν καὶ δαιμόνων φαντασίαν καὶ Ἑλλήνων σοφίαν τῇ ἑαυτοῦ θειότητι κατήργησε καὶ ἐπεσκίασε.
55.1 […] καὶ οὐκ ἔτι μὲν ἡ Ἑλλήνων σοφία προκόπτει, καὶ ἡ οὖσα δὲ λοιπὸν ἀφανίζεται·
 
Η Σοφία των Ελλήνων είναι μωρή. Ο Σωτήρ (προφανώς ο Ιησούς), την κατάργησε και αυτή η σοφία θα αφανιστεί.

5. Γρηγόριος ο «Θεολόγος» ο Ναζιανζηνός

 
Άλλος ένας από τους Τρεις Ιεράρχες τους στυλοβάτες του νεότερου “Ελληνοχριστιανισμού”.

5.1
ἐκεῖνο ἐνθυμηθεὶς, ὅτι συναγόντων μὲν πάντων, ἢ γεωμετρούντων, ἢ ἀστρονομούντων, οὐδὲν ἂν ὁ βίος ἡμῶν παρὰ τοῦτο ὠφεληθείη, ὅτι μὴ καὶ τὰ πάντα λυθήσεται.
καὶ ἅμα τὸν Ἑλληνικὸν τῦφον κολάσαι τῶν καλῶν εἶναι νομίσας, οἳ τῷ τρίβωνι καὶ τῇ ὑπήνῃ τὸ σεμνὸν ὑποδύονται· τί ποιεῖ, καὶ πῶς τὴν φιλοσοφίαν μεταχειρίζεται;
 
(Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Εις Ήρωνα τον φιλόσοφο )
 
Θεωρεί ότι οι επιστημονικές γνώσεις είναι άχρηστες, δεν ωφελούν κανένα και η ελληνική γνώση είναι τύφος. Η σωστή φιλοσοφία για αυτόν είναι μόνο η θεολογία του.

6. Ιωάννης Χρυσόστομος

 
Ο τρίτος από τους Τρεις Ιεράρχες και προστάτες της ελληνικής Παιδείας!

6.1
Οἱ δὲ φιλόσοφοι καὶ δεινοὶ ῥήτορες δόξαν πολλὴν οἱ μὲν ἐπὶ σεμνότητι οἱ δὲ ἐπὶ λόγων δυνάμει παρὰ τοῖς πολλοῖς ἔχοντες μετὰ τὴν πρὸς ἡμᾶς μάχην καταγέλαστοι γεγόνασι καὶ παίδων ληρούντων ἁπλῶς οὐδὲν διαφέρειν ἔδοξαν.
“Οι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες… είναι καταγέλαστοι και δεν διαφέρουν από τα παιδιά που λένε ανοησίες”.
Ἀπὸ γὰρ ἐθνῶν καὶ δήμων τοσούτων οὐ σοφόν τινα, οὐκ ἄσοφον, οὐκ ἄνδρα, οὐ γυναῖκα ἀλλ’ οὐδὲ παιδίον μικρὸν μεταπεῖσαι ἴσχυσαν, ἀλλὰ τοσοῦτός ἐστι τῶν ὑπ’ αὐτῶν γεγραμμένων ὁ γέλως ὥστε ἀφανισθῆναι καὶ τὰ βιβλία πάλαι καὶ ἅμα τῷ δειχθῆναι καὶ ἀπολέσθαι τὰ πολλά. Εἰ δέ που τι καὶ εὑρεθείη διασωθὲν παρὰ Χριστιανοῖς τοῦτο σωζόμενον εὕροι τις ἄν.
“Γιατί δεν μπόρεσαν να πάρουν με το μέρος τους ούτε έναν σοφό η άσοφο, ούτε άνδρα ή γυναίκα, ούτε ένα μικρό παιδί από τόσα έθνη κι από τόσους λαούς, αλλά προκαλούσαν τόσα γέλια τα βιβλία που είχαν γράψει, ώστε, μόλις τα παρουσίαζαν, να εξαφανίζονται, γι’ αυτό και χάθηκαν τα περισσότερα. Αν βρεθεί κάτι από αυτά πλέον είναι όσα διέσωσαν οι χριστιανοί”.
Ὁ μὲν γὰρ Ἑλληνισμὸς πανταχοῦ τῆς γῆς ἐκταθεὶς…ὑπὸ τῆς τοῦ Χριστοῦ κατελύθη δυνάμεως…καίτοι ἀνδρῶν εὐτελῶν καὶ ἀσήμων ὑπηρετησαμένων αὐτῷ.
ὁ Χριστὸς τῆς παρρησίας μετέδωκε, κατεγέλασαν τῆς παρ’ αὐτοῖς δουλοπρεπείας καὶ ἀνελευθερίας καὶ ταπεινότητος, εἶδον ὅσον τῆς Χριστιανῶν εὐγενείας πρὸς τὴν Ἑλλήνων αἰσχύνην τὸ μέσον.
“Ο Ελληνισμός μπορεί ν’ απλώθηκε σ’ όλη τη γη και να κατέκτησε τις καρδιές των ανθρώπων, καταλύθηκε όμως με την δύναμη του Χριστού και το κήρυγμά μας φυτεύτηκε στις ψυχές των ανθρώπων… Και όσοι ήταν άπιστοι εντυπωσιάστηκαν από την διδασκαλία του Ιησού και περιφρόνησαν την δουλοπρέπεια, την ανελευθερία και την ποταπότητα των Ελλήνων. Όλοι διέκριναν την ευγένεια των μέσων που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί, σε αντίθεση με την αισχρότητα των Ελλήνων”.
 
 
Ολόκληρο αυτό κείμενο, είναι ένας λίβελλος εναντίον των Ελλήνων και του Ελληνισμού.

6.2
Τὰ δὲ παιδία ὑπὲρ οὐδενὸς ἀνέχεται φροντίζειν χρησίμου· οὕτω καὶ οἱ Ἕλληνες παίζειν ἀεὶ βούλονται καὶ χαμαὶ κεῖνται, χαμαιπετεῖς* ὄντες καὶ χαμαίζηλοι**…
οὕτω καὶ τὰ ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν Ἑλλήνων ἀποῤῥέοντα ῥήματα μάταια καὶ ἀκάθαρτα· κἂν ἀναγκαίαν δῷς τροφὴν, λυποῦσι τοὺς παρέχοντας διὰ βλασφημίας ἀεὶ…
καὶ καθάπερ τὰ παιδία ἀναισθήτως γυμνοῦται καὶ οὐκ ἐρυθριᾷ, οὕτω καὶ οἱ Ἕλληνες πόρνοις καὶ μοιχοῖς συγκυλινδούμενοι***, καὶ τοὺς τῆς φύσεως γυμνοῦντες νόμους, καὶ παρανόμους εἰσάγοντες μίξεις, οὐκ ἐπιστρέφονται.
*Χαμαιπετής = αυτός που βρίσκεται χαμηλά.
**Χαμαίζηλος = χαμηλού επιπέδου.
***Συγκυλίνδομαι = είμαι επιρρεπής στις ηδονές και τις ακολασίες.
 
Οι Έλληνες είναι χαμηλού επιπέδου, πρόστυχου και ακόλαστοι και τα λεγόμενά τους μάταια και βρώμικα.
Οὐ γὰρ διὰ τῆς ἔξωθεν φιλοσοφίας, φησὶν, οὐδὲ διὰ τῆς ἔξωθεν παιδεύσεως, ἀλλὰ διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ,καὶ τοῦ πλούτου καὶ τῆς γνώσεως καὶ τοῦ λόγου τοῦ παρ’ αὐτοῦ δοθέντος ἠδυνήθητε μαθεῖν τὰ τῆς ἀληθείας δόγματα.
Λοιπὸν ὅπου σοφία Θεοῦ, οὐκέτι χρεία ἀνθρωπίνης.
Την αλήθεια δεν την μαθαίνεις από την ξένη φιλοσοφία (την ελληνική), ούτε με την εκπαίδευση αλλά μόνο με την χάρη του Θεού. Εν ολίγοις η ανθρώπινη σοφία είναι άχρηστη.
Ὃ γὰρ οὐκ ἴσχυσαν φιλόσοφοι διὰ τῶν συλλογισμῶν ποιῆσαι, τοῦτο ἡ δοκοῦσα εἶναι μωρία κατώρθωσε; Τίς οὖν σοφώτερος; ὁ τοὺς πολλοὺς πείθων, ἢ ὁ ὀλίγους, μᾶλλον δὲ οὐδένα; ὁ περὶ τῶν μεγίστων πείθων, ἢ ὁ περὶ τῶν μὴ δεόντων; Πόσα ἔκαμε Πλάτων καὶ οἱ κατ’ αὐτὸν περὶ γραμμῆς καὶ γωνίας καὶ στιγμῆς καὶ ἀριθμῶν ἀρτίων καὶ περιττῶν, καὶ ἴσων ἀλλήλοις καὶ ἀνίσων, καὶ τῶν τοιούτων διαλεγόμενος ἡμῖν ἀραχνίων (καὶ γὰρ τῶν ὑφασμάτων ἐκείνων ἀχρηστότερα ταῦτα τῷ βίῳ), καὶ οὐ μέγαν, οὐ μικρὸν ἐντεῦθεν ὠφελήσας οὕτω τὸν βίον κατέλυσε!
“Δεν επικράτησαν οι φιλόσοφοι με τους συλλογισμούς τους γιατί οδηγήθηκαν στην χαζομάρα. Πόσο κόπιασε ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίας και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ τους και ανίσων και για τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης -διότι αυτά στη ζωή είναι περισσότερο άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα- και χωρίς να ωφελήσει πολύ ή λίγο με τις συζητήσεις αυτές εγκατέλειψε έτσι τη ζωή;”.

(Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Υπόθεσις της προς Κορινθίους Α΄ επιστολής ).

6.3
Ὁ δὲ ἀγράμματος οὗτος, ὁ ἰδιώτης, ὁ ἀπὸ Βηθσαϊδὰ, ὁ Ζεβεδαίου παῖς· κἂν μυριάκις καταγελῶσιν Ἕλληνες τῆς τῶν ὀνομάτων ἀγροικίας, οὐδὲν ἧττον μετὰ πλείονος αὐτὰ τῆς παῤῥησίας ἐρῶ· ὅ σῳ γὰρ ἂν τὸ ἔθνος αὐτοῖς βάρβαρον φαίνηται καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀπέχον παιδεύσεως, τοσούτῳ λαμπρότερα τὰ ἡμέτερα φανεῖται.
ἔνθα τὸ παλαιὸν ἐφιλοσόφουν οἱ τῆς Ἑλληνικῆς συμμορίας ἅπαντες.
∆ιαλεχθεὶς περὶ τῶν Ἑλληνικῶν, καὶ δείξας αὐτοὺς οὐδεμίαν ἔχοντας οὐδαμόθεν ἀπολογίαν, οὐδὲ ἐλπίδα σωτηρίας, κατηγορήσας τε ἀκριβῶς καὶ τῆς τῶν δογμάτων αὐτῶν διαστροφῆς, καὶ τῆς περὶ τὸν βίον ἀκαθαρσίας.
Ἐβουλόμην, εἴ γε σχολῆς ἀπελαύετε πολλῆς, εἰς μέσον ἁπάντων ὑμῶν μιαροῦ τινός Ἕλληνος φιλοσόφου βιβλίον καθ’ ἡμῶν εἰρημένον ἀγαγεῖν.
Μέγα ἀγαθὸν φιλοσοφία· φιλοσοφίαν δὲ λέγω τὴν παρ’ ἡμῖν. Τὰ γὰρ τῶν ἔξωθεν, ῥήματα καὶ μῦθοι μόνον εἰσί· καὶ οὐδὲ αὐτοὶ οἱ μῦθοι φιλόσοφόν τι ἔχοντες.
Μεγάλοι εἰσὶν ἐν τῇ κώμῃ ἐκεῖνοι, καλοὺς βοστρύχους τρέφουσι, καὶ τρίβωνας ἀναβέβληνται· μέχρι τούτων αὐτοῖς ἡ φιλοσοφία. Ἂν δὲ τὰ ἔνδοθεν ἴδῃς, τέφρα καὶ κόνις, καὶ ὑγιὲς οὐδὲν, ἀλλὰ Τάφος ἀνεῳγμένος ὁ λάρυγξ αὐτῶν, πάντα ἀκαθαρσίας ἔχων γέμοντα καὶ ἰχῶρος*, καὶ τὰ δόγματα πάντα σκωλήκων . Ὁ γοῦν πρῶτος αὐτῶν τὸ ὕδωρ ἔφησεν εἶναι θεὸν, καὶ ὁ μετ’ ἐκεῖνον τὸ πῦρ, ἄλλος τὸν ἀέρα, καὶ πάντες εἰς τὰ σώματα κατηνέχθησαν. Τούτους οὖν, εἰπέ μοι, θαυμάζειν χρὴ, τοὺς οὐδὲ ἔννοιαν ἀσωμάτου λαβόντας Θεοῦ, εἰ δήποτε καὶ ὕστερον ἔλαβον, μετὰ τὸ συγγενέσθαι ἐν Αἰγύπτῳ τοῖς ἡμετέροις; Ἀλλ’ ἵνα μὴ πολὺν ὑμῖν ἐπάγωμεν θόρυβον, ἐνταῦθα τὸν λόγον καταλύσωμεν. Ἂν γὰρ ἀρξώμεθα τὰ ἐκείνων προτιθέναι δόγματα, καὶ τί μὲν περὶ Θεοῦ, τί δὲ περὶ ὕλης, τί δὲ περὶ ψυχῆς, τί δὲ περὶ σωμάτων εἶπον, πολὺς ἕψεται γέλως .
(*Το ιχώρ εδώ έχει την έννοια του θανάσιμου και τοξικού).
 
 
Εδώ τα πράγματα είναι ξεκάθαρα στην γνώμη του Χρυσόστομου για την ελληνική σκέψη και τους Έλληνες σοφούς που τους ονομάζει και συμμορία. Σύμφωνα με αυτόν λοιπόν είναι καταγέλαστοι, γελοίοι, ότι λένε είναι βρώμικο, ακάθαρτο, διαστροφικό, τοξικό το ίδιο και τα βιβλία τους. Όσο πιο βάρβαρο είναι ένα έθνος και μακρυά από την ελληνική γνώση τόσο πιο λαμπρή φαίνεται η χριστιανική θρησκεία.

6.4
Ποῦ νῦν οἱ σοφοὶ τῶν Ἑλλήνων, οἱ τοὺς βαθεῖς πώγωνας ἕλκοντες, καὶ τὰς ἐξωμίδας ἀναβεβλημένοι, καὶ τὰ μεγάλα φυσῶντες; Τὴν Ἑλλάδα, τὴν βάρβαρον πᾶσαν ὁ σκηνοποιὸς ἐπέστρεψεν. Ὁ δὲ παρ’αὐτοῖς ἀγόμενος καὶ περιφερόμενος Πλάτων, τρίτον εἰς Σικελίαν ἐλθὼν μετὰ τοῦ κόμπου τῶν ῥημάτων ἐκείνων, μετὰ τῆς ὑπολήψεως τῆς λαμπρᾶς, οὐδὲ ἑνὸς περιεγένετο τυράννου, ἀλλ’ οὕτως ἀθλίως ἀπήλλαξεν, ὡς καὶ αὐτῆς ἐκπεσεῖν τῆς ἐλευθερίας. Ὁ δὲ σκηνοποιὸς οὗτος οὐ Σικελίαν μόνον οὐδὲ Ἰταλίαν, ἀλλὰ πᾶσαν ἐπέδραμε τὴν οἰκουμένην, καὶ οὐδὲ ἐν τῷ κηρύττειν τῆς τέχνης ἀπέστη, ἀλλὰ καὶ τότε δέρματα ἔῤῥαπτε, καὶ ἐργαστηρίου προειστήκει· καὶ οὐδὲ τοῦτο ἐσκανδάλισε τοὺς ἐξ ὑπάτων· καὶ μάλα εἰκότως. Οὐ γὰρ αἱ τέχναι καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα, ἀλλὰ τὸ ψεῦδος καὶ τὰ πεπλασμένα δόγματα εὐκαταφρονήτους ποιεῖν εἴωθε τοὺς διδάσκοντας.
“Πού είναι τώρα οι σοφοί των Ελλήνων με τα πυκνά τους γένια, με τους έξωμους χιτώνες τους και μετα παραφουσκωμένα λόγια; Όλη την βάρβαρη Ελλάδα ο σκηνοποιός (ο Παύλος) επέστρεψε (εκχριστιάνισε). Ας είναι ανάμεσά τους κι αυτός ο περιβόητος Πλάτων, που τρεις φορές πήγε στη Σικελία, γεμάτος επίδειξη και κομπορρημοσύνη, μα κανείς δεν του έδωσε προσοχή. Όμως εκείνος ο σκηνοποιός όχι μόνο στη Σικελία, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σ’ όλη την οικουμένη πέταξε και δεν σκανδάλισε, και είναι φυσικό, γιατί οι διδάσκαλοι δεν καταφρονούνται από την εργασία τους αλλά από τα ψέμματά τους”.

(Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Ερμηνεία εις την “Προς Ρωμαίους επιστολήν”)

7. Κοσμάς ο Αιτωλός

 
Θεωρείται από τους Ρωμιούς, ότι είχε και “εθνική” δράση δημιουργώντας ελληνικά σχολεία. Στο πρώτο απόσπασμα θα δούμε τι ακριβώς θεωρεί ότι πρέπει να κάνει ένα σωστό σχολείο:

7.1
Διατί πάντα εις τα σχολεία γυμνάζονται οι άνθρωποι και ηξεύρουν και μανθάνουν το τι εστί ο Θεός, το τι είνε οι άγιοι άγγελοι, τι είνε οι καταραμένοι δαίμονες και το τι είνε η αρετή των δικαίων. Το σχολείον φωτίζει τούς ανθρώπους. Ανοίγουν τα ομάτια των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών να μανθάνουν τα μυστήρια.
(Κοσμάς ο Αιτωλός, Διδαχή ΣΤ΄).
 
Στο δεύτερο θα δούμε τι θεωρεί για την πραγματική γνώση και την παιδεία πουδεν είναι όπως την οραματίστηκε στο προηγούμενο απόσπασμα, δηλαδή χριστιανική:

7.2
Έμαθα και πέντε εξ ελληνικά και έμαθα πολλών λογιών γράμματα, εβραϊκά, τουρκικά, φράγκικα και από όλα τα έθνη, με την χάριν του Χριστού μας και πολλά τα εδιάβασα. Και όλα τα εθνικά κάλπικα τα ηύρα· όλα ευρέματα και σπέρματα του Διαβόλου , και κατά αλήθειαν, αδελφοί μου, τόσον τα εμελέτησα τα γράμματα.
(Κοσμάς ο Αιτωλός Διδαχή Η΄).
 

Επίλογος

 
Τα αποσπάσματα όλα έχουν μια ξεκάθαρη ιδεολογία, ταυτίζονται με αυτό που ήδη γνωρίζουμε και στην δημοσίευση για την παιδεία θα δούμε περισσότερα και δεν έχει σχέση με τις δικαιολογίες των απολογητών. Το μόνο στοιχείο που δέχονται οι Πατέρες του Χριστιανισμού είναι η πίστη, όλες οι γνώσεις και η επιστημονική προσπάθεια είναι για αυτούς άχρηστη και επικίνδυνη. Βλέπουμε ιδιαίτερες αναφορές για τον Πλάτωνα, τους Έλληνες φιλοσόφους, τους δασκάλους, δηλαδή όλη την ελληνική σκέψη και ελληνική παιδεία και οι χαρακτηρισμοί που αποδίδονται.
 
Νομίζω ότι από τα λίγα σχετικά κείμενα είναι κατανοητό τι εννοούν οι Πατέρες της Εκκλησίας ως προς την ορολογία “Έλληνες”, ή “ελληνικό” και είναι και ξεκάθαρη η σχέση τους με την γνώση, δηλαδή την παιδεία και την φιλοσοφία – επιστήμη. Αναφερόντουσαν και ενοχλούντο ιδιαίτερα από τις φιλοσοφικές ιδέες των αρχαίων Ελλήνων και την Λογική τους, που διερευνούσαν τα πάντα και αυτό δεν ήταν αρεστό, αλλά αναφέρονται και στην ίδια την γνώση της φιλοσοφίας, αλλά και στο ελληνικό “έθνος” που είναι αυτό που δημιούργησε την φιλοσοφία, την επιστήμη και την αμφισβήτηση στους μύθους.
 
Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που από όλους τους λαούς που ήταν πολυθεϊστές επέλεξαν τον ελληνικό για να τον ταυτίσουν με την πολυθεΐα, δηλαδή με το απόλυτο κακό για αυτούς, ενώ από τους Ρωμαίους, παρά το υποτιθέμενο κυνήγι που τους έκαναν, υιοθέτησαν εύκολα το όνομα σαν ένα είδος εθνισμού, για να καταλήξουμε σήμερα να μας λένε…Ρωμιούς. 

Όταν ο Σιμωνίδης είπε "Μέγα το γένος των ηλιθίων" και ο Επίκουρος "Το ποσοστό των βλακών στην κοινωνία είναι κολοσσιαίο", κάτι ήξεραν! Οι εκβραϊσμένοι Νεοέλληνες που μόνο όποτε τους συμφέρει "θυμούνται" ή "επικαλούνται" κάποιους αρχαίους που έζησαν και μεγαλούργησαν σε αυτόν τον τόπο, όχι μόνο ασπάστηκαν μια εβραϊκή σέκτα, αλλά φρόντισαν να μην διδάσκονται τα επιτεύγματα αυτών των αρχαίων στα σχολεία τους. Ευτυχώς και οι ξένοι και τα ανέδειξαν, γιατί εμείς εδώ όχι μόνο τα περιφρονούμε, αλλά τιμούμε και τους διώκτες τους! Αυτή η εγκληματική θρησκεία με τα ανείπωτα εγκλήματα, καταστροφές και γενοκτονίες στην ανθρώπινη ιστορία, όχι μόνο αντέγραψε όλες τις δοξασίες, λάβαρα, ιδέες, δόγματα και ιεροτελεστίες από άλλες αρχαίες θρησκείες, αλλά φρόντισε να τις καταστρέψει ολοσχερώς για να καλύψει τις αντιγραφές και αποδείξεις των εγκλημάτων και εξαπάτησης των "προβάτων" της! 

Από τα κείμενα του Ερμή του Τρισμέγιστου, και την φιλοσοφία των Βραχμάνων, Βουδιστών, Σουμερίων, Βαβυλωνίων, Ασυρίων, Αιγυπτίων και τον Πλάτωνα, Αριστοτέλη, Πυθαγόρα, τους Στωικούς, Ορφικούς, τον Ηράκλειτο και πολλούς άλλους, αντέγραψαν τα πάντα από αυτούς και μετά τους διέβαλαν ως ειδωλολάτρες, αυτοί που πίστευαν και που πιστεύουν σε θεϊκά συμβούλια, όπου ο αρχηγός θεός τους μοίρασε στους υποτελείς θεούς του τον κόσμο και ότι ο θεός τους έχει γυναίκα και 70 γιούς, αυτοί έρχονται τώρα να μας πουν ότι ο "μονοθεϊσμός" τους που αντέγραψαν από τους αρχαίους, είναι αποκλειστική εφεύρεσή και πατέντα τους! Τι να πει κανείς στους σκοταδιστές που ακόμα και σήμερα διαλαλούν στα Πανεπιστήμια ακόμα ότι "Ο θεός τους μας υποδούλωσε στους Τούρκους για να μας γλυτώσει από την αναγέννηση"!

Επίκουρος, "Τόση βλακεία δεν πολεμιέται με τίποτα"...

Ένα μικρό δείγμα περί των δήθεν "ελληνοχριστιανικών" συζεύξεων και του πλαστουργήματος του "ελληνοχριστιανικού" πολιτισμού. Ιδιαίτερα εύστοχο το εξής που έγραψες αγαπητέ Φιλίστορα: "Ήδη από αυτό το απόσπασμα φαίνεται ότι οι Έλληνες δεν τους ενοχλούσαν επειδή ήσαν αρχαιολάτρες, γιατί το ίδιο ήσαν και οι Ρωμαίοι αλλά και άλλοι λαοί. Τους ενοχλούσε ο Λόγος των Ελλήνων. Η λογική και η επιστήμη".

Τα χωρία που μπορεί κανείς να ανιχνεύσει στην πατερική γραμματεία με ανάλογες αναφορές, είναι πάμπολλα. Αυτό που θα ήθελα να αναφέρω, είναι ότι το αδύνατο της συζεύξεως αυτής, υποστηρίζεται και από τον ίδιο τον ορθόδοξο κόσμο (!). Για παράδειγμα, ο αρχιμανδρίτης Επιφάνειος Θεοδωρόπουλος, δεινός γνώστης της πατερικής γραμματείας, ο οποίος υποστηρίζει ότι: "Τόσον η ταπεινότης μου, όσον και πολλοί άλλοι, δεν βλέπομεν συγγενείας και συζεύξεις μεταξύ Ελληνισμού και Χριστιανισμού, αλλά χάσματα και αβύσσους. Ο δεύτερος, ως νομίζομεν, είναι άρνησις και καταδίκη της ουσίας του πρώτου''.(Περί τας «Ελληνοxριστιανικάς συνθέσεις», Άρθρα – Μελέται Επιστολαί. Τόμος Α’. Αθήνα 1986).

Αλλά και ο Ι. Ρωμανίδης, να τι ισχυρίζεται για τους τρεις ιεράρχες, "προστάτες των γραμμάτων": "Εδώ στην Ελλάδα το μόνο κριτήριο μεγαλειότητος είναι το αν είναι κάτι από την αρχαία Ελλάδα. Γι’ αυτό και η εορτή των Τριών Ιεραρχών εδώ στην Ελλάδα έχει πάρει αυτήν την μορφή που έχει, ότι δηλαδή οι Τρεις Ιεράρχες είναι συνεχιστές του μεγάλου Ελληνικού πνεύματος της αρχαίας Ελλάδος. Αν όμως διαβάσει κανείς τους Τρεις Ιεράρχες και προ παντός τον ιερό Χρυσόστομο, θα δη ότι ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος συνέχεια επικρίνει τους αρχαίους Έλληνες. Ο Χρυσόστομος είναι μεγάλος «υβριστής» των αρχαίων Ελλήνων. Για τον Χρυσόστομο δηλαδή το όνομα Έλληνας, που είχε καταλήξει να σημαίνει ειδωλολάτρης, είναι μία βρισιά και τίποτε άλλο. Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος, όπως και ο Γρηγόριος ο Νύσσης δεν πάνε πολύ πίσω στο θέμα αυτό". (Πατερική θεολογία, κεφ. 16, εκδόσεις Παρακαταθήκη).

Ο πολύς κόσμος βέβαια πιστεύει διαφορετικά πράγματα, εφόσον ποτέ δεν διάβασαν ούτε τους πατέρες, ούτε την Γραφή...

ΔΕΣ: 

Οι τρεις ανθέλληνες Ιεράρχες - Μια «γιορτή» όνειδος για την Ελληνική Παιδεία 

Ο ανθέλληνας Mέγας Βασίλειος: Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας

Γιατί έγιναν οι διώξεις των χριστιανών; 

Ορθοδοξία και η άλλη άποψη έως την Άλωση – Ποια είναι ιστορικά η σχέση της Ανατολικής Εκκλησίας με την άλλη άποψη, ιδιαίτερα την φιλοσοφική, θεολογική και επιστημονική μέχρι το 1453 

Ελληνικότητα και Βυζάντιο 

Η αρχή του χριστιανικού αναθέματος στην Βίβλο 

Οι τρεις ανθέλληνες Ιεράρχες - Μια «γιορτή» όνειδος για την Ελληνική Παιδεία

Οι τρεις Ιεράρχες (Μέγας Βασίλειος, Ιωάννης Χρυσόστομος και Γρηγόριος Ναζιανζηνός), ελάχιστοι γνωρίζουν, ότι δεν είχαν και τις καλύτερες σχέσεις μεταξύ τους. Σύμφωνα και με την επίσημη ιστοσελίδα της Εκκλησίας, υπήρχε μια έριδα ανάμεσά τους, σε σχέση με το ποιος την...έχει πιο μεγάλη... (την πνευματικότητα). Αιώνες αργότερα*, οι «ιερές» αυτές κοκορομαχίες είχαν οδηγήσει σταδιακά μάλιστα και στην δημιουργία ομάδων από φανατικούς οπαδούς του κάθε «πατέρα»: Τους Βασιλείτες, τους Γρηγορίτες και τους Ιωαννίτες.

Ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Αλέξιος Α' Κομνηνός, βλέποντας ότι η διαμάχη αυτή, ανάμεσα στις παρατάξεις των φανατικών οπαδών των τριών Ιεραρχών, είχε πάρει επικίνδυνες διαστάσεις (οι διάφοροι θρησκόληπτοι οπαδοί έκαναν πράξη τη ρήση «όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος») κι απειλούσε ακόμη και την ενότητα της αυτοκρατορίας, ανέθεσε στον Βυζαντινό συγγραφέα και επίσκοπο Ευχαϊτών, Ιωάννη Μαυρόπου (Μαυρόποδας), να βάλει τέλος σ' αυτήν την διένεξη. Ο Ιωάννης Μαυρόπους, με μια απλή και «μπακαλίστικη» λογική, τους έκανε «3 σε 1». Δηλαδή δημιούργησε μια κοινή γιορτή και για τους τρεις («Γιορτή των γραμμάτων της ελληνοχριστιανικής παιδείας»), έγραψε και μια κοινή ακολουθία η οποία θα ψάλλονταν και για τους τρεις κι έτσι κατάφερε να ηρεμήσει κάπως τα πνεύματα και τα...αίματα των φανατικών οπαδών. Ο Μαυρόπους μάλιστα, τόνιζε ότι οι τρεις Ιεράρχες «Ψευδείς μεν εξέκλιναν Ελλήνων ύθλους, πειθώ δε την τύραννον, ανθρώποις μόνην είλκοντο υφ’ ης την αλήθειαν, οι τρεις τονώσαντες, ούτως άπαν σύστημα πιστών, χειρούνται λόγοις και καταπείθουσι».

Αυτά τα ολίγα για το τότε. Ερχόμενοι στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ερχόμαστε αντιμέτωποι με την ελληνοχριστιανική προπαγάνδα, η οποία εμφανίζει ούτε λίγο, ούτε πολύ, τους τρεις Ιεράρχες ως Έλληνες και προστάτες των Ελληνικών γραμμάτων. Καθιερώθηκαν δε, ως τέτοιοι, μετά την Απελευθέρωση και μάλιστα με την σφραγίδα του νεοσύστατου επίσημου ελληνικού κράτους και της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1842. Βρισκόμαστε ήδη στα πρώτα στάδια της δημιουργίας της ιδέας του ανύπαρκτου «Ελληνοχριστιανικού Πολιτισμού», με τον οποία η Εκκλησία, προσπαθεί να διαγράψει μονοκονδυλιά το ένοχο παρελθόν της (διωγμοί, σφαγές, αφορισμοί, προδοσίες, καταπίεση, οικονομική αφαίμαξη των πιστών κ.ά.). Και δεν περιορίζεται μόνο εκεί, αλλά κάνοντας το άσπρο μαύρο, προσπαθεί να παρουσιάσει εαυτόν ως θεματοφύλακα του ελληνικού γένους (οϊμέ...).

Οι τρεις Ιεράρχες, τιμώνται από την ελληνική Εκκλησία διότι, λέει, «διέσωσαν» τα ελληνικά γράμματα. Το ερώτημα βέβαια που προκύπτει, είναι, από ποιους τα διέσωσαν και πώς; Αφού η ελληνική γλώσσα ήταν, τότε, η επίσημη γλώσσα του γνωστού κόσμου! Επιπλέον, για τί είδους «γράμματα μιλάμε», απ' τη στιγμή που ως γνωστόν οι επιστήμες στο θεοκρατικό Βυζάντιο ήταν υπό διωγμόν, ενώ τα αρχαία ελληνικά συγγράμματα καίγονταν σωρηδόν και δημοσίως; Ο συγγραφέας Τζόζεφ Μακ Κέιμπ μάλιστα έχει κάνει και την εξής θλιβερή διαπίστωση: «Το Βυζάντιο επί δέκα ολόκληρους αιώνες δεν κατόρθωσε να παράγει ούτε ένα βιβλίο που να διαβάζεται σήμερα από έναν καλλιεργημένο άνθρωπο». Και πως να παράγει, αφού ως «γράμματα» τότε θεωρούνταν τα θρησκευτικά συγγράμματα των «πατέρων» της Εκκλησίας και τα λοιπά σκοταδιστικά θρησκευτικά κείμενα;

Ας δούμε όμως πως «υπερασπίστηκαν» τον Ελληνισμό και το Ελληνικό Πνεύμα οι τρεις Ιεράρχες, μέσα απ' τα κείμενά τους (τα πρωτότυπα κείμενα των παραπομπών, για τον όποιο ενδιαφερόμενο, υπάρχουν στην «Ελληνική Πατρολογία»)...

Μέγας Βασίλειος:

«Προσταγή! Μη δειλιάζετε από των ελληνικών πιθανολογημάτων… τα οποία είναι σκέτα ξύλα, μάλλον δε δάδες που απώλεσαν και του δαυλού την ζωντάνια και του ξύλου την ισχύ, μη έχοντας δε ούτε και του πυρός την φωτεινότητα, αλλά σαν δάδες καπνίζουσες καταμελανώνουν και σπιλώνουν όσους τα πιάνουν και φέρνουν δάκρυα στα μάτια όσων τα πλησιάζουν. Έτσι και (των Ελλήνων) η ψευδώνυμος γνώση σε όσους την χρησιμοποιούν».
(«Εις τον προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον», 7.196.3)

«Είναι εχθροί οι Έλληνες...διότι διασκεδάζουν καταβροχθίζoντας με ορθάνοιχτο στόμα τον “Ισραήλ”. Στόμα δε, λέγει εδώ ο προφήτης (βλ. Ησαΐας Θ΄: 11) την σοφιστική του λόγου δύναμη, η οποία τα πάντα χρησιμοποίησε για να παραπλανήσει αυτούς που πιστεύουν με απλότητα στον Θεό».
(«Εις τον προφήτην Ησαΐαν Προοίμιον», 9.230.8)

«Δεν πρέπει να παραδώσετε στους αρχαίους (Έλληνες) συγγραφείς το τιμόνι του νου σας, για να σας πάνε όπου αυτοί θέλουν... Οδηγός μας στην εδώ κάτω ζωὴ είναι η Αγία Γραφή, που η γλώσσα της έχει πολύ μυστήριο... Αν οι δυο διδασκαλίες έχουν κάποια συγγένεια, θα ήταν ωφέλιμη η γνώση και των δυο. Αλλά έχουν και μεγάλη διαφορά. Γι᾿ αυτό, αν τις βάλουμε τη μια πλάι στην άλλη και τις συγκρίνουμε, θα δούμε καθαρά ότι η μια υπερέχει της άλλης (εννοεί ότι υπερέχει η εβραϊκή έναντι της ελληνικής)... Όσοι στα συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων δεν αναζητούν μονάχα τη γλύκα και τη χάρη του λόγου, μπορούν ν᾿ αποκομίσουν και κάποια ωφέλεια για την ψυχή. Πρέπει, λοιπόν, αυτά τα συγγράμματα να τα σπουδάζουμε ακολουθώντας το παράδειγμα των μελισσών. Οι μέλισσες δεν πετάνε σε όλα τα λουλούδια με τον ίδιο τρόπο. Κι όπου καθίσουν, δεν κοιτάνε να τα πάρουν όλα. Παίρνουν μονάχα όσο χρειάζεται στη δουλειά τους και το υπόλοιπο το παρατούν και φεύγουν».
(«Παραινέσεις προς τους νέους όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγων», παρ. 1-4)
[σ.σ.: Ο τίτλος του λόγου, είναι τουλάχιστον παραπλανητικός. Ο Βασίλειος, δεν προτρέπει, αλλά ουσιαστικά αποτρέπει. Αποτρέπει την διάβαση των «επικίνδυνων» -για την ιουδαιοχριστιανική θρησκεία- μονοπατιών της Ελληνικής Παιδείας. Προτρέπει, κατ' ουσίαν, στην «ξερή» και υπό όρους χρήση των ελληνικών γραμμάτων, χρησιμοποιώντας την ελληνική γλώσσα, απλά σαν ένα εργαλείο κατανόησης των θρησκευτικών κειμένων.]

ΔΕΣ: Ο ανθέλληνας Mέγας Βασίλειος: Αρχιεπίσκοπος Καισαρείας

Ιωάννης ο Χρυσόστομος:

«Αν κοιτάξεις στα ενδότερα (των ελληνικών σκέψεων) θα δεις, τέφρα και σκόνη και τίποτε υγιές, αλλά τάφος ανοιγμένος είναι ο λάρυγγας (των Ελλήνων φιλοσόφων), όλα δε είναι γεμάτα ακαθαρσίες και πύον, και πάντα τα δόγματα τους βρίθουν από σκουλήκια… Αυτά γέννησαν και αύξησαν οι Έλληνες, παίρνοντας από τους φιλοσόφους τους… Εμείς όμως, δεν παραιτούμαστε από την μάχη εναντίον τους».
(«Υπόμνημα εις τον άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν», Ομιλία Ξ', 59.369-370)

«Πού είναι τώρα οι σοφοί των Ελλήνων με τα πυκνά τους γένια, με τους έξωμους χιτώνες τους και με τα παραφουσκωμένα λόγια; Όλη την βάρβαρη Ελλάδα ο σκηνοποιός (ο Παύλος) επέστρεψε (εκχριστιάνισε). Ας είναι ανάμεσά τους κι αυτός ο περιβόητος Πλάτων, που τρεις φορές πήγε στη Σικελία, γεμάτος επίδειξη και κομπορρημοσύνη, μα κανείς δεν του έδωσε προσοχή. Όμως εκείνος ο σκηνοποιός όχι μόνο στη Σικελία, όχι μόνο στην Ιταλία αλλά και σ’ όλη την οικουμένη πέταξε και δεν σκανδάλισε, και είναι φυσικό, γιατί οι διδάσκαλοι δεν καταφρονούνται από την εργασία τους αλλά από τα ψέμματά τους».
(«Ερμηνεία εις την “Προς Ρωμαίους επιστολήν”», 60.407)

«Πόσο κόπιασε ο Πλάτων με τους μαθητές του με το να μας συζητεί περί γραμμής και γωνίας και σημείου και περί αριθμών αρτίων και περιττών και ίσων μεταξύ τους και ανίσων και για τέτοια θέματα λεπτεπίλεπτα ως ο ιστός της αράχνης -διότι αυτά στη ζωή είναι περισσότερο άχρηστα από εκείνα τα υφάσματα- και χωρίς να ωφελήσει πολύ ή λίγο με τις συζητήσεις αυτές εγκατέλειψε έτσι τη ζωή;».
(«Ερμηνεία εις την “Α΄ Κορινθίους επιστολήν”», Ομιλία Δ', 61.34)

«Οι Έλληνες φιλόσοφοι και ρήτορες, είναι καταγέλαστοι και δεν διαφέρουν από τα παιδιά που λένε ανοησίες. Γιατί δεν μπόρεσαν να πάρουν με το μέρος τους ούτε έναν σοφό η άσοφο, ούτε άνδρα ή γυναίκα, ούτε ένα μικρό παιδί από τόσα έθνη κι από τόσους λαούς, αλλά προκαλούσαν τόσα γέλια τα βιβλία που είχαν γράψει, ώστε, μόλις τα παρουσίαζαν, να εξαφανίζονται, γι' αυτό και χάθηκαν τα περισσότερα... Ποτέ δεν έκαμαν το σωστό, αλλά ήσαν δειλοί, φιλόδοξοι, αλαζόνες και είχαν ασυλλόγιστα πάθη... Ο Ελληνισμός μπορεί ν' απλώθηκε σ' όλη τη γη και να κατέκτησε τις καρδιές των ανθρώπων, καταλύθηκε όμως με την δύναμη του Χριστού και το κήρυγμά μας φυτεύτηκε στις ψυχές των ανθρώπων... Και όσοι ήταν άπιστοι εντυπωσιάστηκαν από την διδασκαλία του Ιησού και περιφρόνησαν την δουλοπρέπεια, την ανελευθερία και την ποταπότητα των Ελλήνων. Όλοι διέκριναν την ευγένεια των μέσων που χρησιμοποιούν οι χριστιανοί, σε αντίθεση με την αισχρότητα των Ελλήνων».
(«Εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων», παρ. 11-12, 15, 40)
[σ.σ.: Ολόκληρο αυτό κείμενο, είναι ένας λίβελλος εναντίον των Ελλήνων και του Ελληνισμού.]

«Όλα αυτά τα λόγια της Ελληνικής μωρίας, είναι παραληρήματα που προκαλούν το γέλιο. Διότι όπως ακριβώς εάν κάποιος αποτολμά να σημαδεύει τον ουρανό με το τόξο του προσπαθώντας να τον κάνει κομμάτια με τα βέλη του ή να αποστερέψει τον ωκεανό με το να τον αδειάζει με τα χέρια του, δεν θα υπάρχει κανένας εύθυμος που δεν θα γελάσει μαζί του, αλλά οι σοβαρότεροι θα χύσουν πολλά δάκρυα (για τα χάλια του). Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, όταν οι Έλληνες μας αντιμιλούν, είναι καλό να γελάς εις βάρος τους και να κλαις για λογαριασμό τους. Διότι αυτοί επιχειρούν πολύ πιο κενόδοξα πράγματα απ’ αυτόν που ελπίζει ότι μπορεί να τραυματίσει τον ουρανό ή να αδειάσει τη θάλασσα».
(«Εις τον μακάριον Βαβύλαν και κατά Ελλήνων», παρ. 21)

«Όπου η μνήμη των μαρτύρων, εκεί και η ντροπή των Ελλήνων».
(«Εις τον άγιον ιερομάρτυραν Βαβύλαν», παρ. β')

«Όσο πιο βάρβαρο ένα έθνος φαίνεται και της ελληνικής απέχει παιδείας, τόσο λαμπρότερα φαίνονται τα ημέτερα…».
(«Υπόμνημα εις τον άγιον Ιωάννην τον Απόστολον και Ευαγγελιστήν», Ομιλία Α', 59.31)

«Tα παιδιά να υπακούτε στους γονείς σας σύμφωνα με το θέλημα του Kυρίου… Εκτός κι αν ο γονέας είναι Έλληνας...».
(«Προς Eφεσίους επιστολήν», Oμιλία KA', παρ. α')

«Τι όμως, άγιος είναι ο ναός του Σεράπιδος διά τα βιβλία; (αναφέρεται στα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης που υπήρχαν στην Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας) Μη γένοιτο! Αλλ’ εκείνα μεν (τα ιουδαϊκά αυτά βιβλία) έχουν την δική τους αγιότητα, στον τόπο όμως (στο Σεράπειο δηλαδή) δεν την μεταδίδουν...αλλά δαίμονες οικούσι τον τόπον...μάλλον δε και αυτών (των Ελλήνων) όντων δαιμόνων...και παρ’ αυτών (των Ελλήνων) στέκει εκεί βωμός απάτης αόρατος, εις τον οποίον ψυχάς ανθρώπων θυσιάζουσι... Κατάλαβε λοιπόν και φανέρωσε (διέδωσε) ότι δαίμονες κατοικούν εκεί».
(«Λόγοι κατά Ιουδαίων», Λόγος Α', παρ. στ')

«Κανένας δεν πρέπει να δίνει στα παιδιά του ονόματα των (Ελλήνων) προγόνων του, του πατέρα, της μητέρας, του παππού και του προπάππου, αλλά να δίνει τα ονόματα των δικαίων (δηλ. εβραϊκά, της Παλαιάς Διαθήκης), των μαρτύρων, των επισκόπων και των αποστόλων».
(«Περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα»)

«Που είναι τώρα τα έργα του Πλάτωνα, του Πυθαγόρα και των Αθηναίων (φιλοσόφων); Οι ψαράδες (Απόστολοι) και ο σκηνοποιός (Παύλος) διέδωσαν το έργο τους όχι μόνο στην Ιουδαία, αλλά και στη γλώσσα των βάρβαρων, κάτι που οι Έλληνες μόνο στον ύπνο τους θα φαντάζονταν».
(«Ομιλία Η', λεχθείσα εν τη εκκλησίᾳ τη επὶ Παύλου, Γότθων αναγνόντων, και πρεσβυτέρου Γότθου προομιλήσαντος», παρ. α')

«Αφανίσαμε από προσώπου γης κάθε ίχνος παιδείας, τέχνης και φιλοσοφίας του αρχαίου κόσμου».
(«Ο ανθελληνισμός στα πατερικά και εκκλησιαστικά κείμενα» [Γεώργιος Σιέττος])
[σ.σ.: Αδιαμφισβήτητο «επίτευγμα», με πολύ γνωστό παράδειγμα εφαρμογής τον φόνο της Ελληνίδας φιλοσόφου Υπατίας.]

ΔΕΣ: ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ. ΕΝΑΣ ΒΡΩΜΟΣΤΟΜΟΣ ΑΝΘΕΛΛΗΝΑΣ

Γρηγόριος Ναζιανζηνός ο Θεολόγος**:
«Η μητέρα μου πρόσεχε να μη φιλήσουν τα χείλη μου ελληνικά χείλη, να μην αγγίξουν τα χέρια μου ελληνικά χέρια και ούτε ελληνικά τραγούδια να μολύνουν τα αφτιά και την γλώσσα μου».
(«Επιτάφιος εις τον πατέρα, παρόντος Βασιλείου», παρ. ι')

«Οι αμόρφωτοι (Έλληνες) φιλόσοφοι, ενώ μυθολογούσαν για τα άστρα και δημιούργησαν την αστρολογία, δεν κατάφεραν να εξηγήσουν πως μας διοικεί ο Θεός».
(«Λόγος προς αστρονόμους»)

«(Η βάπτιση του Ιησού), δεν είναι μυστήριο απατηλό, ούτε ελληνική απάτη και μέθη. Είναι μυστήριο θείο και λαμπρό».
(«Εις τα Άγια Φώτα», παρ. α')

«Η σοφία των Ελλήνων είναι τύφος... Οι Έλληνες είναι αλαζόνες...δεισιδαίμονες...αυθάδεις...».
(«Εις Ηρώνα τον φιλόσοφον»)

«Ποίος Ευκλείδης εμιμήσατο ταύτα, γραμμαίς εμφιλοσοφών ταις ουκ ούσαις, και κάμνων εν ταις αποδείξεσι; Τίνος Παλαμήδους τακτικά κινήματά τε και σχήματα γεράνων, ως φασι, και ταυτά παιδεύματα κινουμένων εν τάξει, και μετά ποικίλης της πτήσεως; Ποίοι Φειδίαι και Ζεύξιδες και Πολύγνωτοι, Παρράσιοι τε τινες και Αγλαοφώντες, κάλλη μεθ᾿ υπερβολής γράφειν και πλάττειν ειδότες;».
(«Λόγος θεολογικὸς Β', περὶ Θεολογίας», παρ. 25)

Τέλος, για να τελειώνει και η ιστορία ελληνοχριστιανικής φαντασίας, σε ότι αφορά την ελληνικότητα των τριών Ιεραρχών, κανένας απ' αυτούς δεν ήταν Έλληνας, ή τουλάχιστον δεν μπορεί να ειπωθεί κάτι τέτοιο με βεβαιότητα. Ο Μέγας Βασίλειος και ο Γρηγόριος Ναζιανζηνός (επονομαζόμενος και «Θεολόγος») ήταν Καππαδόκες. Η δε καταγωγή του Ιωάννη Χρυσόστομου, ο οποίος γεννήθηκε στη Συρία, είναι αδιευκρίνιστη και εντελώς αυθαίρετα παρουσιάζεται ως Έλληνας. Το ότι η μητέρα του είχε ελληνικό όνομα (Ανθούσα) δεν σημαίνει απολύτως τίποτε, καθώς ήταν συνηθισμένη πρακτική την εποχή εκείνη, οι Εβραίοι να λαμβάνουν ελληνικά ονόματα. Δεν ήταν όμως καθόλου συνηθισμένο, Έλληνες να λαμβάνουν εβραϊκά ονόματα και μάλιστα από τη στιγμή της γέννησής τους, όπως ο Ιωάννης (το «Ιωάννης» είναι εβραϊκό όνομα). Το όνομα της θείας του, ήταν επίσης εβραϊκό (Σαββία), ο δε πατέρας του, έφερε το ρωμαϊκό στρατιωτικό τίτλο «Σεκούνδιος» και οι ρωμαϊκοί τίτλοι, αλλά και τα ρωμαϊκά ονόματα επίσης, ήταν κάτι συνηθισμένο στους Εβραίους τότε (π.χ. ο Σαούλ που έγινε Παύλος). Το πιο πιθανόν λοιπόν, για τον Χρυσόστομο, και με βάση τα υπάρχοντα στοιχεία, είναι πως ήταν Εβραίος χριστιανός.
-----------------------
* Δώστε βάση να δείτε τι αρλούμπες αναγράφονται στην ιστοσελίδα της Εκκλησίας και στο συγκεκριμένο κείμενο που αφορά το τέλος της διαμάχης των τρεις Ιεραρχών: «Οι ίδιοι οι άγιοι έδωσαν τέλος στη διαμάχη εμφανιζόμενοι στο θεοσεβή, ενάρετο και προικισμένο με πλούσια χαρίσματα ιεράρχη Ιωάννη Μαυρόποδα, επίσκοπο Ευχαϊτών, λέγοντάς του ότι μεταξύ τους δεν υπήρχε αντιδικία και να ενεργήσει τα δέοντα για να σταματήσει η επικίνδυνη για την ενότητα της Εκκλησίας διαμάχη». 

Οι τρεις Ιεράρχες έζησαν τον 4ο αιώνα μ.Χ. Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός διατέλεσε αυτοκράτορας του Βυζαντίου μεταξύ στα τέλη του 11ου αιώνα μ.Χ. και αρχές του 12ου. Ο Ιωάννης Μαυρόπους έζησε κι αυτός τον 11ο αιώνα μ.Χ. (τον πρόλαβε τον Αλέξιο). Μιλάμε δηλαδή για μια απίστευτη -και ανεπίτρεπτη- χρονική ακροβασία της Εκκλησίας, μόνο και μόνο για να παρουσιάσει το παραμυθάκι της, όσο το δυνατόν πιο όμορφο, γεμάτο καλοσύνη και ομόνοια. Εκτός κι αν εννοείται ότι εμφανίστηκαν «θαυματουργικώς», οπότε δεν μας εκπλήσσει τίποτε. Αν και είναι απορίας άξιον, πως τόσους αιώνες οι «άγιοι» δεν έκαναν κάτι για να σταματήσουν τις έριδες κι όταν το αποφάσισαν, χρειάστηκαν... διαμεσολαβητή.


** Ο Γρηγόριος, σε σχέση με τους άλλους Ιεράρχες, εμφανίζεται λιγότερo ανθέλληνας, αν και η ακόλουθη διαπίστωσή του (που θυμίζει Τερτυλλιανό), σε απλά ελληνικά, μπορεί να προβληματίσει, ακόμα και τον πιο καλόπιστο χριστιανό, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής: «Τί­ποτα δεν μπορεί να επιβλη­θεί καλύτερα στον κό­σμο από τη μωρολογία· όσο λι­γότερο καταλαβαίνουν κάτι, τόσο περισσότερο το θαυμά­ζουν»! («Ἐπειδὴ τὸ μὲν ῥᾳδίως ληπτὸν, ἅπαν εὐκαταφρόνητον· τὸ δὲ ὑπὲρ ἡμᾶς, ὅσῳ δυσεφικτότερον, τοσούτῳ θαυμασιώτερον· καὶ γυμνάζει τὸν πόθον ἅπαν τὸ διαφεῦγον τὴν ἔφεσιν» [«Περί φιλοπτωχίας», παρ. λγ']).

ΔΕΣ: 

  • Το αγεφύρωτο χάσμα Ελληνισμού και Χριστιανισμού
  • Τα επίσημα αναθέματα της Ορθοδοξίας κατά της ελληνικής σκέψης
  • Χριστιανισμός και επιστήμη
  • Γνώμες των χριστιανών Πατέρων για την Ελληνική παιδεία και τους αρχαίους Έλληνες σοφούς – Η δυσφήμηση των Ελλήνων από την Ορθοδοξία