Κυριακή 2 Αυγούστου 2020

HERMANN HESSE: Αληθινή αποστολή για τον καθένα είναι να βρει το δρόμο του

Έτσι, ξαφνικά, άστραψε μέσα μου σα ζωηρή φλόγα η γνώση: για τον καθένα υπήρχε μια “αποστολή”. Αλλά για κανέναν άνθρωπο δεν υπάρχει αποστολή που τη διαλέγει ο ίδιος, την περιγράφει και την κατευθύνει. Ήταν σφάλμα που ήθελε νέους θεούς και σφάλμα που φιλοδοξούσε να δώσει στον κόσμο κάτι νέο! Για τον αφυπνισμένο άνθρωπο δεν υπάρχει απολύτως κανένα άλλο καθήκον, παρά μόνο ένα: να ερευνήσει τον εαυτό του, να στεριώσει καλά σ’ αυτόν και να βαδίσει τον δικό του δρόμο, όπου κι αν οδηγεί. Αυτή η ανακάλυψη με συγκλόνιζε βαθιά και ήταν καρπός αυτού του βιώματος. Πολλές φορές φαντάστηκα το μέλλον με διάφορα σχήματα, ονειρεύτηκα και διάφορους ρόλους που είχα να παίξω, είτε ως ποιητής είτε ως προφήτης ή ζωγράφος, ή κάτι άλλο τέλος πάντων. Όλα αυτά όμως ήταν ένα τίποτα. Δεν ήμουν στον κόσμο για να κάνω κηρύγματα ή να ζωγραφίζω ούτε εγώ ούτε κανείς άλλος έχει τέτοιους σκοπούς στον κόσμο. Όλα αυτά είναι πάρεργα.

Αληθινή αποστολή για τον καθένα είναι να βρει το δρόμο του, είτε με την ποίηση ή την τρέλα, την προφητεία. Δεν έχουν όλα αυτά καμιά σημασία. Εκείνο που προέχει είναι να βρίσκει κανείς τη μοίρα του, όχι την οποιαδήποτε μοίρα, και να ζει αδιατάραχτα σύμφωνα με τις επιταγές της. Όλα τα άλλα είναι ατελή, προσπάθειες άχρηστες, καταφύγια σε ιδεώδη των μαζών, προσαρμογή και αγωνία του εσωτερικού κόσμου. Ο νέος σκοπός της ζωής μου στεκόταν μπροστά μου φοβερός και άγιος- χιλιάδες φορές τον είχα προαισθανθεί, πολλές φορές τον είχα εκφράσει, αλλά τώρα πρώτη φορά τον έζησα. Ήμουν ένα παιχνίδι της φύσης, της αβεβαιότητας, ίσως για να μια νέα πραγματικότητα!

Είχα ήδη δοκιμάσει πολλή μοναξιά, κι όμως τώρα ήξερα πως υπήρχε και άλλη, ακόμα βαθύτερη, που δεν μπορεί κανείς να την αποχωριστεί.

Όποιος πραγματικά δε θέλει τίποτ’ άλλο παρά τη μοίρα του, αυτός δεν έχει ανάγκη από ομοίους του. Στέκει μόνος και έχει μέσα του τον παγερό χώρο του κόσμου. Ξέρετε, αυτός είναι ο Χριστός στον κήπο της Γεσθημανή. Υπήρξαν μάρτυρες που ευχαρίστως ανέβηκαν στο σταυρό, αλλά δεν ήταν ήρωες, δεν ήταν ελεύθεροι- ήθελαν κι αυτοί κάτι, αυτό που αγαπούσαν και τους ήταν οικείο- είχαν πρότυπα και ιδεώδη. Όποιος όμως θέλει μόνο τη μοίρα του, δεν έχει ανάγκη ούτε από πρότυπα ούτε από ιδεώδη- δεν επιδιώκει τίποτα το αγαπητό και το παρήγορο! Αυτόν το δρόμο πρέπει να παίρνει κανείς!

Ναι, αυτό είναι το απλησίαστο κατόρθωμα. Αλλά μπορεί κανείς να το ονειρευτεί, να το προγευτεί και να το προαισθανθεί. Πολλές φορές, μόνος, καταλάβαινα αυτή την αλήθεια.

ΕΡΜΑΝ ΕΣΣΕ, ΝΤΕΜΙΑΝ

Α.SCHOPENHAUER: Το αριστουργηματικό αποτελεί πάντα την εξαίρεση

Όποιος έχει ξυπνήσει από τα πρώτα όνειρα της νιότης` όποιος έχει αναλογιστεί τη δική του εμπειρία και την εμπειρία των άλλων` όποιος έχει εξετάσει τη ζωή στην ιστορία του παρελθόντος και της εποχής του, και τελικά στα έργα των μεγάλων ποιητών, σίγουρα θα μπορεί να επιβεβαιώσει το αποτέλεσμα, αν η κρίση του δεν έχει παραλύσει από κάποια ανεξίτηλα χαραγμένη προκατάληψη, ότι αυτός ο κόσμος των ανθρώπων είναι το βασίλειο του τυχαίου και της πλάνης.

Αυτά τα δύο τον κυβερνούν ανελέητα στα μεγάλα πράγματα αλλά και στα μικρά. Και μαζί μ’ αυτά η ανοησία και η μοχθηρία κρατάνε κι αυτές το δικό τους φραγγέλιο. Βγαίνει λοιπόν αβίαστα το συμπέρασμα ότι καθετί καλύτερο θέλει πολύ κόπο και προσπάθεια για να επικρατήσει` ό, τι είναι ευγενές και σοφό σπάνια εμφανίζεται, σπάνια αναλαμβάνει δράση ή βρίσκει ευήκοα ώτα, ενώ το παράλογο και το διεστραμμένο στον τομέα της σκέψης , το βαρετό και το κακόγουστο στη σφαίρα της τέχνης, το μοχθηρό και το ψευδεπίγραφο στη σφαίρα της δράσης, επιβάλλουν κατά κανόνα την κυριαρχία τους με μικρές μόνο διακοπές.

Απ’ την άλλη μεριά, το αριστουργηματικό αποτελεί πάντα την εξαίρεση, μια περίπτωση στο ένα εκατομμύριο` οπότε αν έχει εκφραστεί μέσα σ’ ένα αιώνιο έργο, το έργο αυτό στέκει απομονωμένο, αφού πρώτα βγει αλώβητο από τις κακόβουλες επικρίσεις των συγχρόνων. Διατηρείται σαν τον μετεωρίτη που ήρθε στα μέρη μας από έναν κόσμο διαφορετικό απ’ τον δικό μας.

Όσο αφορά όμως τη ζωή του ατόμου, κάθε προσωπική ιστορία είναι μια ιστορία βασάνων, γιατί κατά κανόνα η ζωή είναι μια συνεχής αλυσίδα από μεγάλες ή μικρές αναποδιές, τις οποίες όλοι κρύβουν όσο μπορούν, γιατί γνωρίζουν ότι οι άλλοι σίγουρα θα νιώσουν ικανοποίηση στο θέαμα κάποιων δεινών απ’ τα οποία εκείνοι τώρα είναι, προσωρινά τουλάχιστον, απαλλαγμένοι` πολύ σπάνια θα νιώσουν συμπόνια ή αλληλεγγύη. Προς το τέλος της ζωής του, ίσως να μην υπάρξει ποτέ άνθρωπος, μυαλωμένος και ειλικρινής, που θα επιθυμούσε να τα ξαναπεράσει όλα αυτά. Απεναντίας, αντ’ αυτού θα επέλεγε σίγουρα την απόλυτη ανυπαρξία.

ΑΡΘΟΥΡ ΣΟΠΕΝΧΑΟΥΕΡ, Η ΤΕΧΝΗ ΝΑ ΕΠΙΒΙΩΝΕΙΣ

Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν ναύτη να βουλιάξει το πλοίο του από ό,τι να συνεχίσει να το οδηγεί με ασφάλεια

Στο έργο του Τα Εις Εαυτόν, ο Μάρκος Αυρήλιος επαναλαμβάνει συνεχώς στον εαυτό του ότι η Φύση είναι σε μια διαρκή διαδικασία αλλαγής, τίποτα δεν είναι σταθερό, και δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να αποδεχτούμε όσα συμβαίνουν και δεν μπορούμε να ελέγξουμε και να επικεντρωθούμε σε εκείνα που μπορούμε.

Ο Επίκτητος επιμένει ιδιαίτερα στην ανάγκη μας να επικεντρώνουμε την προσοχή μας σε πράγματα που μπορούμε να ελέγξουμε. Ξεχάστε ό,τι δεν μπορείτε να ελέγξετε και στρέψτε όλη σας την προσοχή στις κρίσεις σας, που, στη συνέχεια, θα βελτιώσουν τον χαρακτήρα σας, το οποίο είναι το μόνο πράγμα που θα σας επιτρέψει να πετύχετε αυτό που ο Ζήνων αποκαλεί «ομαλή πορεία ζωής». Πρέπει, όμως, να προσέχουμε πολύ, γιατί, αν σταματήσουμε να δίνουμε προσοχή στις κρίσεις μας έστω και για μια πολύ σύντομη στιγμή, κινδυνεύουμε να επιστρέψουμε σε κακές συνήθειες. Ο Επίκτητος κάνει έναν παραλληλισμό με έναν ναύτη σε ένα πλοίο:

Είναι πολύ πιο εύκολο για έναν ναύτη να βουλιάξει το πλοίο του από ό,τι να συνεχίσει να το οδηγεί με ασφάλεια. Το μόνο που έχει να κάνει είναι να στραφεί λίγο περισσότερο προς τον άνεμο, και η καταστροφή είναι άμεση. Στην Πραγματικότητα, ο ναύτης δεν χρειάζεται να κάνει τίποτα: μια στιγμιαία απόσπαση της προσοχής του θα έχει το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα.

Αν αφήσουμε την προσοχή μας να ξεφύγει, μπορούμε πολύ εύκολα να χάσουμε όλη την πρόοδο που ίσως έχουμε κάνει. ‘Έτσι, πρέπει να ενσωματώσουμε περιόδους περισυλλογής στην καθημερινότητά μας. Ο Μάρκος Αυρήλιος περιγράφει πρακτικές πρωινής περισυλλογής με τις οποίες ετοιμάζει τον εαυτό του για τη μέρα που έρχεται, αναλογιζόμενος τις προκλήσεις που είναι πιθανόν να αντιμετωπίσει, ώστε να είναι καλύτερα προετοιμασμένος για να τις διαχειριστεί. Κατά τον ίδιο τρόπο, ο Σενέκας περιγράφει μια διαδικασία βραδινής περισυλλογής, όπου αναλογίζεται την ημέρα του, τι έκανε καλά, πού δεν ήταν αρκετά προσεκτικός και πώς θα μπορούσε να τα πάει καλύτερα την επομένη. Ο Επίκτητος προχωρά ακόμα περισσότερο: όπως ο ναύτης στο πλοίο, είναι απαραίτητο να μείνουμε συγκεντρωμένοι κάθε στιγμή της ζωής μας, προετοιμασμένοι για οτιδήποτε μπορεί να μας συμβεί. Πρέπει να έχουμε πάντα πρόχειρες τις φιλοσοφικές αρχές μας, ώστε να μην προχωρήσουμε σε λανθασμένες κρίσεις .

Σύμφωνα με τους Στωικούς, η καλή, ευτυχισμένη ζωή βρίσκεται σε αρμονία με τη Φύση. Πρέπει να ζούμε αρμονικά με τον εξωτερικό φυσικό κόσμο (τη Φύση με κεφαλαίο το Φ), αλλά και με την ανθρώπινη μας φύση. Σήμερα, μας ενθαρρύνουν συχνά να σκεφτόμαστε ότι οι άνθρωποι είναι εκ φύσεως εγωιστές και ανταγωνιστικοί, και ότι πάντα φροντίζουν μόνο το συμφέρον τους. Οι Στωικοί έχουν πολύ διαφορετική, πιο αισιόδοξη οπτική για την ανθρώπινη φύση. Οι Στωικοί πιστεύουν ότι οι άνθρωποι θα ωριμάσουν φυσικά και θα γίνουν λογικοί, ενάρετοι ενήλικες. Είμαστε από τη φύση μας λογικά και αξιοπρεπή κοινωνικά όντα. Φυσικά, πολλά πράγματα μπορούν να διακόψουν ή να επηρεάσουν αυτή τη διαδικασία της ανάπτυξης, και τότε μπορεί να συνειδητοποιήσουμε ότι ζούμε μια ζωή που δεν εναρμονίζεται με τις βαθύτερες φυσικές μας τάσεις. Όταν συμβαίνει αυτό, είμαστε δυστυχισμένοι.

Η αναγκαιότητα της ελεύθερης έκφρασης κατά τον John Stuart Mill

Η Μπενθαμική θεωρία συχνά, όπως προαναφέρθηκε, βρέθηκε στο κέντρο της νέας προοδευτικής σκέψης του Mill. Ένα από τα σημεία της θεωρίας του Jeremy Bentham για το οποίο δέχτηκε αυστηρή κριτική από
τον Mill ήταν αυτό που αφορούσε στην ανθρώπινη φύση και τις δυνατότητές της.

Για τον Bentham η ανθρώπινη φύση μπορεί να πράττει και να σκέφτεται μηχανικά, σαν ένα εργαλείο, υπολογίζοντας το συμφέρον του και έχοντας ως μοναδικό στόχο την απόκτηση όσο το δυνατόν περισσότερης ηδονής. Για τον Mill όμως η ανθρώπινη φύση είναι κάτι πολύ πιο περίπλοκο και σύνθετο: «Η ανθρώπινη φύση δεν είναι μηχανή για να κατασκευάζεται σύμφωνα με ένα πρότυπο και να εκτελεί την εργασία που ορίζεται στις προδιαγραφές της, αλλά ένα δέντρο που πρέπει να μεγαλώνει και να αναπτύσσεται προς όλες τις κατευθύνσεις».

Γι’ αυτόν το λόγο η ζωή του καθενός έχει συνεχώς περιθώρια
βελτίωσης, αφού τα άτομα θα έχουν πάντα τη δυνατότητα να επιλέγουν
τις πράξεις τους ελεύθερα. Η αυτενέργεια λοιπόν είναι αυτή που βοηθά
τα άτομα να συνειδητοποιήσουν τις ατομικές τους δυνατότητες και να
οδηγηθούν στην αυτοολοκλήρωση.

Η δυνατότητα της ελεύθερης έκφρασης σε συνδυασμό με τη
δυνατότητα για αυτενέργεια καλλιεργεί την υπευθυνότητα των ατόμων
και συμβάλλει στην ωρίμανση της σκέψης και της κρίσης τους. Το ότι το
άτομο είναι ελεύθερο να πράξει και συνεπώς να εκφραστεί δε σημαίνει
ότι δεν μπορεί να κάνει λάθος επιλογές ή να υιοθετήσει λανθασμένες
αντιλήψεις. Εφόσον όμως δεν υπάρχει πλήρης βεβαιότητα για την
ορθότητα μιας πράξης, όταν διαπιστώνονται λάθη στις επιλογές των
ατόμων, αυτά δεν πρέπει να τιμωρούνται και να έρχονται αντιμέτωπα με
το νόμο και κυρίως με την κοινωνική κατακραυγή.

Είναι σημαντικό για τον Mill τα άτομα να μην καταπιέζουν την
ελεύθερη σκέψη και έκφρασή τους υπό το βάρος και την καταπίεση της
βούλησης των άλλων, που ίσως και να ανήκουν στο πλειοψηφικό
κομμάτι της κοινωνίας στην οποία εντάσσονται. Η καλύτερη
αντιμετώπιση των ατόμων που υπέπεσαν σε λάθος επιλογές είναι να
παροτρύνονται και να δέχονται συμβουλές προκειμένου να διορθωθούν.
Ο Mill με αυτό του το επιχείρημα δίνει περιθώρια αποδοκιμασίας, η
οποία όχι μόνο δε θα καλλιεργεί την καταπίεση και το φόβο στα άτομα
του κοινωνικού συνόλου, αλλά θα δίνει σε αυτά συνεχείς ευκαιρίες και
δυνατότητες εξέλιξης και προόδου, οι οποίες θα στοχεύουν στον
αντικειμενικό σκοπό της αυτοολοκλήρωσης.

Είναι ξεκάθαρη λοιπόν η πρόθεση του Mill για σύσφιξη των σχέσεων
του κοινωνικού συνόλου. Η κοινωνική ενότητα, η οποία σαφώς προάγει
τόσο την ατομική όσο και την κοινωνική ευημερία, επιτυγχάνεται
απορρίπτοντας την ακραία αποδοκιμασία και τις βιαιότητες. Η άμεση
παρέμβαση είναι επιτρεπτή μόνο σε πράξεις που κρίνονται άμεσα
επιζήμιες. Ο βαθμός λοιπόν ελέγχου και επιρροής στις πράξεις των
ατόμων καθορίζουν τη συμπεριφορά όλων. Ο μόνος λόγος επέμβασης
στις πράξεις των άλλων είναι η αυτο- προστασία με την παράλληλη όμως
διαφύλαξη της πολύτιμης ελευθερίας.

Το επιχείρημα της ελευθερίας της γνώμης και της έκφρασης φέρνει
την πρόοδο μέσα από τη φαντασία και την αυθόρμητη πρωτοβουλία, ενώ
ο φόβος στο νέο, το διαφορετικό, το εκκεντρικό ωθεί τον πολιτισμό στην
οπισθοδρόμηση. Όλοι πρέπει να διατυπώνουν ελεύθερα τις γνώμες τους,
όσο ριζοσπαστικές και αν είναι. Η ανάγκη αυτή όμως γίνεται επιτακτική
ιδίως, όταν οι γνώμες διατυπώνονται από ιδιοφυείς ανθρώπους. Ο
στοχασμός του Mill θεμελιώθηκε στο προβάδισμα του πνεύματος των
πεφωτισμένων και κατάφερε να συνδέσει την πολιτική του θεωρία με την
οικονομική και τη θεωρία της ατομικής ελευθερίας. Η πολυγνωμία
φέρνει την αλήθεια πιο κοντά στον άνθρωπο, ενώ η φίμωσή της βυθίζει
τα άτομα στο σκοτάδι.

Η φύση των ανθρώπων είναι τέτοια που κάνει τις δυνάμεις τους να
διαφέρουν μεταξύ τους. Έτσι, όσοι κατέχουν από τη φύση τους
περισσότερα εφόδια, είναι πιο εύκολο να υπερπηδήσουν τα εμπόδια της
ζωής, τα οποία επίσης διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Οι
άνθρωποι κατέχουν δυνάμεις διαφορετικού τύπου και γι’ αυτό και οι
ικανότητές τους, οι επιδόσεις τους και οι κλίσεις τους ποικίλουν σε κάθε
τομέα. Αυτή είναι η πραγματικότητα της ζωής, να υπάρχουν τόσο οι
δυνατοί και ταλαντούχοι όσο και οι αδύναμοι και ατάλαντοι.

Οι πιο δυνατοί, οι ιδιοφυείς άνθρωποι αναλαμβάνουν το καθήκον της
καθοδήγησης των αδυνάτων, προκειμένου να επέλθει η βελτίωση μέσω
της αφύπνισης: «Αυτοί οι ελάχιστοι είναι το άλας της γης. Χωρίς αυτούς
η ανθρώπινη ζωή θα έμοιαζε λάκκος με στάσιμα νερά. Πρόκειται για
ανθρώπους οι οποίοι εγκαινιάζουν τα καλά πράγματα που δεν υπήρχαν
πριν και ταυτόχρονα διατηρούν ζωντανά τα ήδη υπάρχοντα».

Η ατομικότητα και η ελεύθερη ανάπτυξη για τον Mill είναι έννοιες
ταυτόσημες και επιτυγχάνονται μέσω της αυτοβελτίωσης της ενεργητικής
φύσης κυρίως αυτών των πνευματικότερων ανθρώπων. Έχουν χρέος
τους να κοινοποιήσουν τις πολύτιμες σκέψεις τους στην ανθρωπότητα,
χωρίς φόβο και περιορισμούς, αλλά ελεύθερα: «Η ιδιοφυΐα μπορεί να
αναπνέει ελεύθερα μόνο σε ατμόσφαιρα ελευθερίας».

Πολλοί κατηγόρησαν άδικα τον Mill για ελιτισμό εξαιτίας του
προβαδίσματος που δίνει σε αυτούς τους λίγους καλλιεργημένους
ανθρώπους των κοινωνιών. Ο Mill όμως δεν ισχυριζόταν ότι μόνο οι
ιδιοφυείς άνθρωποι είχαν δικαίωμα έκφρασης. Αντιθέτως, κάθε
άνθρωπος έχει το δικαίωμα να εκφράζεται χωρίς να μπορεί να παρέμβει
κανείς: «Ακόμα και αν όλοι οι άνθρωποι, εκτός από έναν, είχαν την ίδια
γνώμη, δε θα είχαν το δικαίωμα να φιμώσουν αυτόν τον έναν, όπως
ακριβώς και αυτός δε θα είχε το δικαίωμα, αν διέθετε την αντίθετη
άποψη, να φιμώσει όλους τους άλλους».

Η μόνη περίπτωση στην οποία μπορεί το κράτος να παρέμβει είναι,
όταν διαδίδονται ιδέες προκλητικές που σκοπό δεν έχουν να προάγουν
την αλήθεια και τη γενική ευημερία, αλλά στοχεύουν στο να
προκαλέσουν βιαιότητες, εχθροπραξίες, μισαλλοδοξία και φανατισμό. Σε
καμία άλλη περίπτωση η παρακώλυση της αυτόνομης σκέψης δεν
υποστηρίζεται από τον Mill.

Κανείς δεν πρέπει να μένει αδρανής και να δέχεται παθητικά ό,τι είχε
έως τώρα ισχύ, οτιδήποτε θεωρείται αδιαμφισβήτητο. Ο χαρακτήρας για
να διαμορφωθεί απαιτεί δράση, αυτενέργεια, ελευθερία έκφρασης,
ξεκάθαρη βούληση. Κάθε έλλογο ον υποχρεούται να επιλέξει το δικό του
προσωπικό δρόμο για να ευημερήσει και γι’ αυτό χρειάζεται σθένος και
όχι νωθρότητα. Μόνο έτσι ικανοποιείται η εσωτερική μας ανάγκη να
γνωρίσουμε το βαθύτερό μας εαυτό.

Για τον Mill αυτός που υπάρχει και εξελίσσεται δημιουργεί συνεχώς
ένα νέο εαυτό με τη σταθερά αυξανόμενη διαδικασία της ωρίμανσης. Η
ενεργητική φύση φτάνει στα ανώτερα επίπεδα με τη συνεχή εξάσκηση
και αυτοβελτίωση. «Οι ζωηρές ορμές δεν είναι παρά η ενεργητικότητα
του ατόμου. Η ενεργητικότητα μπορεί να χρησιμοποιηθεί με κακό τρόπο.
Αλλά είναι πάντα η ενεργητική και όχι η απαθής και αδρανής φύση που
κάνει το καλό».

Η ασθενής φύση λοιπόν είναι καταδικασμένη στην αδράνεια και στην
αυτοκαταστροφή. Η αντιγνωμία φέρνει επαγρύπνιση, γι’ αυτό μια γνώμη
έχει νόημα, όταν την αντιμαχόμαστε και όχι όταν τη θεωρούμε
αναμφισβήτητη.

Η αυτοβελτίωση επέρχεται με την αυτοϋπέρβαση μέσω του αιώνιου
πειραματισμού. Αυτή η ελευθερία λοιπόν δηλώνει την κυριαρχία και
αναδεικνύει την υπεροχή της ανθρώπινης φύσης, την οποία έχουμε
καθήκον να προάγουμε. Οι λίγοι που καταφέρνουν να
αυτοολοκληρώνονται πρέπει να εκφράζουν τις απόψεις τους, ακόμα και
αν αυτές θεωρούνται αιρετικές, προκειμένου να βελτιωθεί η κοινωνία και
να προοδεύσει η ανθρωπότητα χωρίς να αναπαύεται στην ευκολία της
μετριότητας.

ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ "ΣΒΗΣΟΥΜΕ" ΤΙΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΠΛΗΓΩΝΟΥΝ;

Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι, όταν σκέπτονται τη ζωή τους, μπορούν εύκολα να ξεχωρίσουν κάποιες αναμνήσεις, που θα εύχονταν να μπορούσαν να σβήσουν με μια μαγική γόμα. Μπορεί να έχουν περάσει χρόνια από κάποιο γεγονός, αλλά κάποιες φορές λέμε… «Ποτέ δε θα το ξεπεράσω πραγματικά αυτό!». Υπάρχουν επίσης για πολλούς πράγματα, που όχι μόνο δε θέλουν να μιλούν γι’ αυτά, αλλά ούτε καν να σκέπτονται.

Πότε συμβαίνει αυτό; Ποιο είναι το χαρακτηριστικό αυτών των αναμνήσεων που θα διαλέγαμε να σβήσουμε;

Οι συγκεκριμένες αναμνήσεις έχουν ένα πολύ χαρακτηριστικό κοινό σημείο: Κουβαλάνε μαζί τους ένα έντονο και αρνητικό συγκινησιακό φορτίο. Εκτός αυτού, έχουν δημιουργήσει και μια αρνητική εικόνα ή σκέψη για το ίδιο το άτομο. Θυμόμαστε επομένως τη συγκεκριμένη ανάμνηση και αυτομάτως νιώθουμε ένα συγκεκριμένο αρνητικό συναίσθημα και σκεφτόμαστε για εμάς με έναν συγκεκριμένο αρνητικό τρόπο. Κάθε φορά που έρχεται στο μυαλό μας η εν λόγω ανάμνηση, η διαδικασία επαναλαμβάνεται με αλγοριθμική ακρίβεια. Νιώθουμε το ίδιο αρνητικό συναίσθημα, σκεπτόμαστε για εμάς με τον ίδιο ακριβώς αρνητικό τρόπο.

Υπάρχει όμως μια σημαντική συνιστώσα: Η σκέψη ή η εικόνα που αναδύεται για τον εαυτό μας, είναι ακραία, άκαμπτη και αποσπασματική (π.χ. είμαι ένας άχρηστος ή ανίκανος ή προβληματικός κ.α.). Αυτή η σκέψη δεν είναι προϊόν στοχασμού και ώριμης σκέψης. Δεν έχει λάβει υπόψιν της το σύνολο των εμπειριών μας, των πράξεών μας, των δυνατοτήτων μας. Είναι αυτοπεριοριστική και δε μπορεί να σταθεί, εάν αντιπαραβάλλουμε λογικά αντεπιχειρήματα (π.χ. στις περιπτώσεις α,β,γ,δ, δεν φάνηκες να ήσουν άχρηστος ή ανίκανος ή προβληματικός). Για το λόγο αυτό η συγκεκριμένη σκέψη ονομάζεται δυσλειτουργική και αυτό, γιατί είναι και παράλογη και αυτοπεριοριστική.

Αυτός όμως είναι ο τυπικός τρόπος που ο εγκέφαλος δουλεύει;

Στη πραγματικότητα ο εγκέφαλος υπό φυσιολογικές συνθήκες δε δουλεύει καθόλου με αυτόν το τρόπο. Ο εγκέφαλός μας είναι ένας υπερυπολογιστής, ικανός για ιδιαίτερα σύνθετες γνωστικές διεργασίες. Είναι ένα δυναμικό σύστημα, συνεχώς μεταβαλλόμενο, με βασική αποστολή, να συνθέτει δεδομένα και να βρίσκει λύσεις.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες λοιπόν, αυτό που ο εγκέφαλος θα έκανε στη περίπτωση, που μια μεμονωμένη εμπειρία οδηγούσε στο συμπέρασμα, πως είμαστε ανίκανοι και παράλληλα πέντε άλλες εμπειρίες μας οδηγούσαν στο συμπέρασμα, πως μπορούμε να τα καταφέρουμε, θα ήταν η απόδοση ενός λειτουργικού νοήματος στο σύνολο της εμπειρίας, λαμβάνοντας υπόψιν τόσο τα δεδομένα από τις ατομικές μας εμπειρίες, όσο και τις επιταγές της πραγματικότητας στη βάση της κοινής λογικής. Στη βάση αυτή λοιπόν, ο εγκέφαλος θα συμπέραινε: «Δεν είναι για κανέναν δυνατό να τα καταφέρνει σε όλες τις περιπτώσεις. Κάποιες φορές τα καταφέρνουμε και άλλες όχι, χωρίς αυτό να μας καθιστά ανίκανους».

Το ερώτημα που μας ενδιαφέρει λοιπόν είναι, γιατί σε ορισμένες περιπτώσεις παρακωλύεται η φυσιολογική διαδικασία απόδοσης νοήματος στην εμπειρία;

Ορισμένες φορές, μια εμπειρία που βιώνεται υπό συνθήκες υψηλού στρες, δεν αποθηκεύεται στον εγκέφαλο με τον τυπικό τρόπο. Όπως αναφέραμε πριν, ο τυπικός τρόπος θα έδινε την ευκαιρία στα ανώτερα κέντρα σκέψης, να χρησιμοποιήσουν τα δεδομένα από τη συγκεκριμένη εμπειρία, συνδυάζοντας τα με προυπάρχοντα δεδομένα, προκειμένου να εξαχθεί ένα λειτουργικό νόημα. Κάποιες φορές λοιπόν, σε συνθήκες υψηλού στρες, τα νευρωνικά δίκτυα που αποθηκεύουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες «παγώνουν». (Νευρωνικά δίκτυα ονομάζονται τα κυκλώματα διασυνδεδεμένων νευρώνων). Τώρα ο υπόλοιπος εγκέφαλος δεν έχει πρόσβαση στα δεδομένα αυτά προκειμένου να τα επεξεργαστεί. Τα δίκτυα αυτά τώρα δεν είναι λειτουργικό τμήμα του εγκεφάλου, αλλά αποκομένες πληροφορίες, ανεπεξέργαστες, που πυροδοτούνται αυτόνομα όταν κάτι θυμίζει, μοιάζει ή συνδέεται με τη συγκεκριμένη εμπειρία. Τα δίκτυα αυτά μοιάζουν με ξένο σώμα μέσα στον εγκέφαλο και κρατάνε παγωμένες, αποσπασματικές πληροφορίες. Πρωτογενή δεδομένα θα λέγαμε. Ακριβώς γιατί τα δεδομένα αυτά δεν έχουν τύχει επεξεργασίας.

Καταλαβαίνουμε λοιπόν τώρα, για ποιό λόγο κάποιος μπορεί να τρακάρει με το αυτοκίνητο και ακόμα και αν περάσουν χρόνια από το συμβάν «να μη μπορεί να το ξεπεράσει». Ενδεχομένως και μόνο που το θυμάται, μπορεί να έχει ταχυπαλμίες, μπορεί να αισθάνεται απίστευτο τρόμο, λες και η ζωή του κινδυνεύει τώρα. Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται φυσικά, πως δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος τώρα, αλλά οι αισθήσεις από το τρακάρισμα είναι παγωμένες και ανεπεξέργαστες μέσα στα δίκτυά τους και για το λόγο αυτό είναι σα να συμβαίνουν τώρα. Τα αποκομένα αυτά δίκτυα θα προκαλούν τα ίδια πάντα αισθήματα και την ίδια πάντα κυρίαρχη δυσλειτουργική σκέψη. Έτσι με απόλυτη ακρίβεια, κάθε φορά που θα θυμάται το τρακάρισμα, θα βιώνει αισθήματα ακραίου στρες και θα έχει μια επίμονη και δυσλειτουργική σκέψη για τον εαυτό του: «Κινδυνεύω».

Παρότι λοιπόν ο εγκέφαλος είναι ένας αξιοθαύμαστος υπερυπολογιστής, ένα συμβάν που βιώνεται υπό συνθήκες έντονου στρες, ενδέχεται να προκαλέσει κάποιο κόλλημα στο λογισμικό του. Πολλές φορές και άλλα αρνητικά αλλά και αναπόφευκτα συμβάντα, όπως μια αποτυχία ή μια απόρριψη, μένουν μέσα μας χρόνια, σα να είναι παγωμένα. Κάποιες φορές μας δημιουργούν ψυχολογικά συμπτώματα, ενώ κάποιες άλλες μας κάνουν να αισθανόμαστε άσχημα για τον εαυτό μας, να υποτιμούμε τις δυνατότητές μας, ή μπορεί να περιπλέκουν τις σχέσεις μας με τους άλλους.

Στο σημείο αυτό μπορούμε να απαντήσουμε στο αρχικό ερώτημα: Μπορούμε να «σβήσουμε» αυτές τις αναμνήσεις που μας πληγώνουν; Μήπως η επιστήμη έχει φτιάξει κάτι σα μαγική γόμα;

Η απάντηση είναι πως μπορούμε. Με τεχνικές που ανήκουν στο κλάδο της ψυχοτραυματολογίας, όπως το EMDR και το brainspotting, στοχεύουμε στα δίκτυα των οδυνηρών αναμνήσεων και δίνουμε τη δυνατότητα στον εγκέφαλο να τις επεξεργαστεί, βγάζοντάς τες από τη κατάσταση «παγώματος». Καθώς οι δυνάμεις του ανθρώπινου εγκεφάλου είναι πράγματι πολύ μεγάλες στην ανεύρεση λύσεων και τη δημιουργία νοήματος, τις περισσότερες φορές, δε χρειάζεται παρά μόνο λίγη βοήθεια, προκειμένου να ενσωματωθούν οι παγωμένες πληροφοριές και να εξαχθεί ένα χρήσιμο για το ίδιο το άτομο νόημα από αυτές. Από κάθε εμπειρία, ο εγκέφαλός μας μπορεί να αφαιρέσει όλο το δυσλειτουργικό συναισθηματικό φορτίο και να τροποποιήσει τις δυσλειτουργικές πεποιθήσεις για τον εαυτό μας και το κόσμο. Ενσωματώνει την εμπειρία στη προσωπική μας ιστορία και εξάγει ένα χρήσιμο νόημα από αυτήν.

Στο παράδειγμα που προαναφέραμε με το αυτοκινητιστικό ατύχημα, οι ταχυπαλμίες και η πεποίθηση κινδυνεύει η ζωή μου, δεν έχουν κανένα λειτουργικό νόημα για το άτομο στο παρόν. Το μόνο που προκαλούν είναι προβλήματα. Αποτελούν απλά παγωμένες σκέψεις και αισθήσεις. Εάν η ανάμνηση τύχει ολοκληρωμένης επεξεργασίας, ο άνθρωπος μπορεί να την ανακαλεί, χωρίς να βιώνει κανένα απολύτως σωματικό αίσθημα άγχους και χωρίς να διατηρεί δυσλειτουργικές αρνητικές πεποιθήσεις για τον εαυτό του. Σχηματίζεται στη θέση τους ένα λειτουργικό και χρήσιμο για το μέλλον νόημα. Για παράδειγμα ότι θα πρέπει να τηρούμε τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας και να οδηγούμε με προσοχή.

Με το τρόπο αυτό οι αναμνήσεις σταματούν να μας πληγώνουν. Δε σβήνουμε τα γεγονότα, αλλά τα αρνητικά τους συνεπακόλουθα. Μοιάζει σα να αφαιρούμε από έναν υπολογιστή ιούς, που παρακωλύουν τη φυσιολογική λειτουργία του λογισμικού του.

Μεγάλο εύρος συμβάντων μπορούν να λειτουργήσουν ως τραυματικές εμπειρίες για κάποιον άνθρωπο, όπως για παράδειγμα σωματικές επιθέσεις, ληστείες, βιασμοί, ατυχήματα, σεισμοί, πλημμύρες, πυρκαγιές, κακοποίηση λεκτική ή σωματική, εγχειρήσεις και σοβαρές ασθένειες, για να αναφέρουμε μόνο μερικά. Κάποιες φορές επίσης, το άτομο μπορεί να τραυματιστεί ψυχικά όντας θεατής ενός γεγονότος που συμβαίνει σε κάποιον άλλον. Σε κάθε περίπτωση αυτό που έχει σημασία, είναι να γνωρίζουμε, πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι, να κουβαλάμε το παρελθόν σαν βάρος στις πλάτες μας, στερούμενοι τη δυνατότητα να ζήσουμε ελεύθεροι και σύμφωνα με τις πραγματικές δυνατότητές μας.

Πλάτων: Τι είναι η θεωρία των ιδεών;

ΠΛΑΤΩΝ: 427–347 π.Χ

Οι Ιδέες συνυφαίνονται με την ύπαρξή μας

§1. Όποιος θέλει να καταλάβει όλο το βάθος και πλάτος της πλατωνικής αντίληψης για τις ιδέες, χρειάζεται να έχει κατά νου τα παρακάτω λόγια του ίδιου του Πλάτωνα:

«όσοι δεν είναι πραγματικά φιλόσοφοι … έχουν μόνο ένα πασάλειμμα από αμφίβολες γνώσεις … και πείθουν τον εαυτό τους ότι δεν τους λείπει πια το παραμικρό… Όμως η [φιλοσοφική] γνώση της ουσίας του πράγματος … δεν μπορεί να διατυπωθεί με το λόγο, όπως άλλες γνώσεις, αλλά, μετά από μακρόχρονη κοινή αναζήτησή της και αδιάκοπη ενασχόληση με αυτή, γεννιέται στην ψυχή ξαφνικά, σαν το φως που ανάβει από μια σπίθα, και ύστερα τρέφεται μόνη της (Επιστολή Ζ΄ 340d-341c).

Ετούτα τα λόγια συνοψίζουν τον εσωτερικό και εν ταυτώ τον διαλεκτικό χαρακτήρα της πλατωνικής φιλοσοφίας, με τον οποίο συνυφαίνεται η θεωρία των ιδεών. Η τελευταία λοιπόν συνδυάζει, ως γνωσιοντολογική προϋπόθεση για την ευδοκίμησή της, τη διαλεκτική διερεύνηση της εσωτερικής ουσίας κατ’ αντιστοιχία με την εσωτερικότητα, δηλαδή τη διαλεκτική τακτοποίηση, του φιλοσοφικού βίου του ανθρώπου, της ανθρώπινης ψυχής.

§2. Ποια σημασία έχει, για τον Πλάτωνα, η θεωρία των ιδεών; Αποτελεί την ακατάλυτη δύναμη της φιλοσοφίας του και ένα από τα πιο βασικά χαρακτηριστικά της διαλεκτικής εκδίπλωσης αυτής της φιλοσοφίας. Αυτή η θεωρία καθιστά δυνατή τη διάκριση ανάμεσα στον κόσμο του γίγνεσθαι και στον κόσμο του Είναι. Τι είναι ο κόσμος του Είναι; Είναι αυτός που ιδιάζει στη νόηση και είναι αιώνιος και αμετάβλητος. Από την άλλη πλευρά, ο κόσμος του γίγνεσθαι βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή και είναι προσιτός στην αίσθηση. Η θεωρία των ιδεών δεν απορρίπτει τον ένα κόσμο για χάρη του άλλου, αλλά υπερβαίνει τον έναν, διέρχεται δηλαδή μέσα από τον κόσμο του γίγνεσθαι για να προχωρήσει πέρα απ’ αυτόν, προς το αληθές αυτό καθεαυτό, προ της ιδέα την αναλλοίωτη των πραγμάτων. Με εγελιανή ορολογία, η εν λόγω θεωρία πραγματοποιεί τη διαλεκτική πεπερασμένου και απείρου.

§3. Τι είναι οι ιδέες; Με το όρο ιδέα ή, πράγμα που είναι το ίδιο, είδος, ο Πλάτων εννοεί την εννοιολογική, ιδεατή εικόνα του όντος ή των όντων και όχι κάποια εξωτερική όψη τους, κάποιον ιδιαίτερο τύπο ή μορφή τους που μας παρέχουν οι αισθήσεις. Οι ιδέες είναι: 1. Εν επί πολλών· 2. το ο εστιν [=αυτό που υπάρχει]· 3. είναι νοητές και όχι ορατές. Δεν είναι αριθμητικές ενότητες, όπως υποστηρίζει ο Αριστοτέλης. Αυτές είναι τα καθόλου, οι γενικές ουσίες, ενώ τα αισθητά πράγματα είναι αριθμητικά πολλά. Κάθε ιδέα είναι μία και η αυτή για τα πολλά πράγματα ή για τις πολλές υπαρκτικές τους ιδιότητες, καταστάσεις, εκδηλώσεις. Π.χ. μια είναι η ιδέα του μεγέθους στα πολλά πράγματα ή η ιδέα της δικαιοσύνης στα πολλά κράτη ή η ιδέα του ωραίου, του αγαθού κ.λπ. Με άλλα λόγια: οι ιδέες είναι τὸ ὃ ἐστίν, ὃ τυγχάνει ἓκαστον ὂν [=οι ιδέες είναι αυτό που υπάρχει, αυτό που συμβαίνει να είναι το κάθε ον].

§4. Το ρήμα ἐστίν εδώ έχει υπαρκτική σημασία. Δηλαδή οι ιδέες υπάρχουν, όπως υπάρχουν τα αισθητά πράγματα. Υπάρχει ωστόσο διαφορά ανάμεσα στο οντολογικό status των ιδεών και στο κατ’ αίσθηση των πραγμάτων ή των όντων. Οι ιδέες είναι το ἀεὶ ὂν, ἀθάνατον και ὡσαύτως ἔχον [=αυτό που πάντοτε υπάρχει, που είναι αθάνατο, που βρίσκεται πάντοτε στην ίδια κατάσταση]. Δεν υπόκεινται σε γένεση και φθορά όπως το αισθητό ή τα αισθητά. Είναι ενυπόστατες και αμέριστες, δηλαδή ατεμάχιστες ουσίες, που συγκροτούν έναν ενιαίο νοητό κόσμο και έχουν μια αυτοτελή ύπαρξη: κατοικούν εκεί στον καθαρό, τον ακήρατο υπερουράνιο τόπο (Φαίδρος 247c). Προς αυτόν τον τόπο οφείλει να ανεβαίνει η ψυχή, που είναι το αθάνατο στοιχείο του ανθρώπου σε αντίθεση με το σώμα, το υλικό και φθαρτό του στοιχείο (ο.π.). Αυτός ο ακήρατος λειμώνας των ιδεών, ο νοητός κόσμος, αποτελεί το αρχέτυπο του αισθητού κόσμου. Ταυτόχρονα είναι ο ζωντανός λόγος/η αιτία του τελευταίου.

§5. Ο κόσμος των ιδεών αποτελεί για τον άνθρωπο το καθεαυτό και διεαυτό του Είναι, την ολότητα της ύπαρξής του. Απ’ αυτή την άποψη, όταν ο άνθρωπος συσχετίζεται με τις ιδέες και αποβλέπει προς τον υπερουράνιο τόπο του ωραίου και του αγαθού, ουσιωδώς τείνει να ανακτήσει ολόκληρο τον εαυτό του από τη συντριβή του μέσα στη σχάση του αισθητού κόσμου. Ο τελευταίος, ως χωριστή οντότητα, είναι το άλλο του ανθρώπου, το ετέρως-Είναι του, από το οποίο εκάστοτε καλείται να επιστρέψει εις εαυτόν. Πώς μπορεί να επιστρέψει; Δυνάμει της ύψιστης ιδέας, δηλαδή της Ιδέας που είναι η κινητήρια δύναμη, η ζωοοποιός αρχή της μιας ή της άλλης πολλότητας ομοειδών ή ομώνυμων αισθητών, τα οποία εν-οποιούνται υπό ένα όνομα. Π.χ. το όνομα τραπέζι υποδηλώνει πολλά ομοιειδή και ομώνυμα αντικείμενα ή πράγματα, τα οποία ονομάζονται τραπέζι/τραπέζια κατά το αρχέτυπο της Ιδέας: τραπέζι. Πέρα από τις υπερβολές ή τις στρεβλώσεις που έχει υποστεί η θεωρία των ιδεών του Πλάτωνα από κακόβουλες ερμηνείες, ένα είναι η απτή αλήθεια: ο Πλάτων, σε γενικές γραμμές, πραγματώνει φιλοσοφικά αυτό που αποτελεί το αυτονόητο για κάθε νοήμονα άνθρωπο: πραγματώνει τον φιλοσοφικά καλλιεργημένο άνθρωπο, που αναγνωρίζει πως η ανθρώπινη ύπαρξη αποκτά νόημα όχι επειδή είναι ύπαρξη, γιατί και τα ζώα υπάρχουν, αλλά επειδή αποζητά την αθανασία της και την επιτυγχάνει, στο βαθμό που έχει ιδανικά, ρεαλιστικής υφής, και μάχεται να τα υλοποιήσει διά βίου. Π.χ. Συζητάμε για τον Πλάτωνα, επειδή πέρασε στην αθανασία η ύπαρξή του ως πραγματωμένη ολότητα ιδεών και όχι επειδή είχε στενό ή πλατύ στέρνο. Εδώ έγκειται και όλο το πλέγμα της απειρότητας του ανθρώπου.

ΠΛΑΤΩΝ: Μενέξενος (235d-236d)

[235d] ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Πόθεν, ὠγαθέ; εἰσὶν ἑκάστοις τούτων λόγοι παρεσκευασμένοι, καὶ ἅμα οὐδὲ αὐτοσχεδιάζειν τά γε τοιαῦτα χαλεπόν. εἰ μὲν γὰρ δέοι Ἀθηναίους ἐν Πελοποννησίοις εὖ λέγειν ἢ Πελοποννησίους ἐν Ἀθηναίοις, ἀγαθοῦ ἂν ῥήτορος δέοι τοῦ πείσοντος καὶ εὐδοκιμήσοντος· ὅταν δέ τις ἐν τούτοις ἀγωνίζηται οὕσπερ καὶ ἐπαινεῖ, οὐδὲν μέγα δοκεῖν εὖ λέγειν.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Οὐκ οἴει, ὦ Σώκρατες;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Οὐ μέντοι μὰ Δία.
[235e] ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Ἦ οἴει οἷός τ᾽ ἂν εἶναι αὐτὸς εἰπεῖν, εἰ δέοι καὶ ἕλοιτό σε ἡ βουλή;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Καὶ ἐμοὶ μέν γε, ὦ Μενέξενε, οὐδὲν θαυμαστὸν οἵῳ τ᾽ εἶναι εἰπεῖν, ᾧ τυγχάνει διδάσκαλος οὖσα οὐ πάνυ φαύλη περὶ ῥητορικῆς, ἀλλ᾽ ἥπερ καὶ ἄλλους πολλοὺς καὶ ἀγαθοὺς πεποίηκε ῥήτορας, ἕνα δὲ καὶ διαφέροντα τῶν Ἑλλήνων, Περικλέα τὸν Ξανθίππου.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Τίς αὕτη; ἢ δῆλον ὅτι Ἀσπασίαν λέγεις;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Λέγω γάρ, καὶ Κόννον γε τὸν Μητροβίου· οὗτοι γάρ [236a] μοι δύο εἰσὶν διδάσκαλοι, ὁ μὲν μουσικῆς, ἡ δὲ ῥητορικῆς. οὕτω μὲν οὖν τρεφόμενον ἄνδρα οὐδὲν θαυμαστὸν δεινὸν εἶναι λέγειν· ἀλλὰ καὶ ὅστις ἐμοῦ κάκιον ἐπαιδεύθη, μουσικὴν μὲν ὑπὸ Λάμπρου παιδευθείς, ῥητορικὴν δὲ ὑπ᾽ Ἀντιφῶντος τοῦ Ῥαμνουσίου, ὅμως κἂν οὗτος οἷός τ᾽ εἴη Ἀθηναίους γε ἐν Ἀθηναίοις ἐπαινῶν εὐδοκιμεῖν.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Καὶ τί ἂν ἔχοις εἰπεῖν, εἰ δέοι σε λέγειν;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Αὐτὸς μὲν παρ᾽ ἐμαυτοῦ ἴσως οὐδέν, Ἀσπασίας δὲ [236b] καὶ χθὲς ἠκροώμην περαινούσης ἐπιτάφιον λόγον περὶ αὐτῶν τούτων. ἤκουσε γὰρ ἅπερ σὺ λέγεις, ὅτι μέλλοιεν Ἀθηναῖοι αἱρεῖσθαι τὸν ἐροῦντα· ἔπειτα τὰ μὲν ἐκ τοῦ παραχρῆμά μοι διῄει, οἷα δέοι λέγειν, τὰ δὲ πρότερον ἐσκεμμένη, ὅτε μοι δοκεῖ συνετίθει τὸν ἐπιτάφιον λόγον ὃν Περικλῆς εἶπεν, περιλείμματ᾽ ἄττα ἐξ ἐκείνου συγκολλῶσα.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Ἦ καὶ μνημονεύσαις ἂν ἃ ἔλεγεν ἡ Ἀσπασία;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Εἰ μὴ ἀδικῶ γε· ἐμάνθανόν γέ τοι παρ᾽ αὐτῆς, καὶ [236c] ὀλίγου πληγὰς ἔλαβον ὅτ᾽ ἐπελανθανόμην.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Τί οὖν οὐ διῆλθες;
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ἀλλ᾽ ὅπως μή μοι χαλεπανεῖ ἡ διδάσκαλος, ἂν ἐξενέγκω αὐτῆς τὸν λόγον.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Μηδαμῶς, ὦ Σώκρατες, ἀλλ᾽ εἰπέ, καὶ πάνυ μοι χαριῇ, εἴτε Ἀσπασίας βούλει λέγειν εἴτε ὁτουοῦν· ἀλλὰ μόνον εἰπέ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ἀλλ᾽ ἴσως μου καταγελάσῃ, ἄν σοι δόξω πρεσβύτης ὢν ἔτι παίζειν.
ΜΕΝΕΞΕΝΟΣ. Οὐδαμῶς, ὦ Σώκρατες, ἀλλ᾽ εἰπὲ παντὶ τρόπῳ.
ΣΩΚΡΑΤΗΣ. Ἀλλὰ μέντοι σοί γε δεῖ χαρίζεσθαι, ὥστε κἂν ὀλίγου, [236d] εἴ με κελεύοις ἀποδύντα ὀρχήσασθαι, χαρισαίμην ἄν, ἐπειδή γε μόνω ἐσμέν. ἀλλ᾽ ἄκουε. ἔλεγε γάρ, ὡς ἐγᾦμαι, ἀρξαμένη λέγειν ἀπ᾽ αὐτῶν τῶν τεθνεώτων οὑτωσί.

***
[235d] ΣΩ. Μα πώς σου ᾽ρθε αυτή η σκέψη, καλέ μου; Οι άνθρωποι αυτοί έχουν πάντα προπαρασκευάσει τους λόγους τους, εξάλλου δεν τους είναι καθόλου δύσκολο ν᾽ αυτοσχεδιάσουνε στη στιγμή τους λόγους τους και μάλιστα επάνω σε τέτοια θέματα. Εάν βέβαια ο ρήτορας είναι υποχρεωμένος να εγκωμιάσει τους Αθηναίους μπροστά σε Πελοποννησίους ή τους Πελοποννησίους μπροστά σε Αθηναίους, πρέπει δίχως άλλο να είναι στ᾽ αληθινά δεινός και ξακουσμένος ρήτορας για να κατορθώσει να πείσει τους ακροατές του και να θριαμβεύσει στο σκοπό του. Όταν όμως αγωνίζεται κανείς να πείσει εκείνους ακριβώς που εγκωμιάζει, δεν είναι καθόλου δύσκολο και δε χρειάζεται καμιά εξαιρετική ρητορική ικανότητα για να φανεί στα μάτια τους ως έξοχος ρήτορας.
ΜΕΝ. Πραγματικά, Σωκράτη, δεν το θεωρείς εσύ αυτό σπουδαίο;
ΣΩ. Όχι, μα το Δία.
[235e] ΜΕΝ. Πιστεύεις λοιπόν στ᾽ αληθινά, πως είσαι ικανός ν᾽ απαγγείλεις έναν επιτάφιο λόγο και να εγκωμιάσεις τους νεκρούς των πολέμων, αν το καλέσει η ανάγκη και σ᾽ εκλέξει η βουλή ως ρήτορα της ημέρας;
ΣΩ. Βεβαιότατα, Μενέξενε, και δεν πρέπει κανένας ν᾽ απορεί και να παραξενεύεται για τη ρητορική μου δεινότητα, γιατί είχα στη ζωή μου την αγαθή μοίρα να ᾽χω ως δασκάλα μου στη ρητορική όχι καμιά άσημη γυναίκα και ανίδεη από την τέχνη του λόγου, αλλ᾽ ακριβώς εκείνη που και άλλους πολλούς και δεινούς εμόρφωσε ρήτορες και προπάντων έναν που αναδείχτηκε ο πρώτος ρήτορας όλης της Ελλάδας, τον Περικλή, το γιο του Ξανθίππου.
ΜΕΝ. Και ποιά ᾽ναι του λόγου της; Ή μην εννοείς, όπως φαίνεται, την Ασπασία;
ΣΩ. Την Ασπασία βέβαια έχω στο νου μου, αλλά και τον Κόννο το γιο του Μητροβίου· γιατί [236a] και οι δυο τους υπήρξαν δάσκαλοί μου, αυτός στη μουσική κι εκείνη στη ρητορική. Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράξενο και δεν πρέπει να εκπλήττει κανένα το γεγονός ότι ένας τέτοιος άνθρωπος με μια τέτοια μόρφωση από τέτοιους δασκάλους είναι ένας δεινός ρήτορας· αλλά και πάλι κι εκείνος ακόμα που επήρε μια κατώτερη μόρφωση απ᾽ τη δική μου κι έμαθε μουσική απ᾽ το Λάμπρο και ρητορική από τον Αντιφώντα το Ραμνούσιο θα μπορούσε να θριαμβεύσει ως ρήτορας, αν είχε να εγκωμιάσει τους Αθηναίους μπροστά σε Αθηναίους.
ΜΕΝ. Και τί θα ᾽χες να μας πεις, αν το καλούσε η ανάγκη ν᾽ απαγγείλεις έναν επιτάφιο ρητορικό λόγο;
ΣΩ. Εγώ ο ίδιος από δική μου έμπνευση ίσως τίποτα, την Ασπασία όμως [236b] άκουσα και χτες ακόμα όταν τέλειωνε έναν επιτάφιο λόγο της με το ίδιο ακριβώς θέμα. Γιατί άκουσε κι η ίδια αυτά ακριβώς που λες πως άκουσες κι εσύ, ότι οι Αθηναίοι έμελλαν να εκλέξουν το ρήτορα του πανηγυρικού των νεκρών των πολέμων της πολιτείας· αναπτύσσοντας το θέμα της άλλα μέρη του λόγου της τ᾽ αυτοσχεδίαζε εκείνη τη στιγμή μπροστά στα μάτια μου, τονίζοντας τί θα ᾽πρεπε να ειπεί ο ρήτορας και πώς να τα ειπεί, άλλα όμως μέρη τα ᾽χε στοχαστεί πρωτύτερα, όταν εσύνθετε, όπως εγώ υποθέτω, τον επιτάφιο λόγο που απάγγειλε ο Περικλής· τα τελευταία αυτά μέρη ήσαν απομεινάδια μέσα στη μνήμη της από το λόγο της εκείνο και τα συγκολλούσε τώρα με τα νέα μέρη που αυτοσχεδίαζε εκείνη τη στιγμή.
ΜΕΝ. Θα μπορούσες, αν αγαπάς, να θυμηθείς αυτά που είπε η Ασπασία;
ΣΩ. Βεβαιότατα, αλλιώς θα μου άξιζε να τιμωρηθώ. Υπήρξα τωόντι μαθητής της κι έμαθα απ᾽ το ίδιο το στόμα της όσα έμαθα και μάλιστα κάποτε [236c] λίγο έλειψε να τις φάω απ᾽ τα ίδια τα χέρια της, γιατί ήμουνα πάντα ένας ξεχασιάρης στο μάθημά της.
ΜΕΝ. Γιατί λοιπόν αργείς και δε μου λες το λόγο της;
ΣΩ. Για να μην κακοφανεί, βέβαια, της δασκάλας μου και θυμώσει μαζί μου, αν κοινολογήσω το λόγο της.
ΜΕΝ. Μη φοβάσαι τίποτα, Σωκράτη, κι έλα, αν αγαπάς, και πες μου το λόγο της. Θα μου κάμεις την πιο μεγάλη χάρη, αν θελήσεις να μου ειπείς είτε της Ασπασίας, είτε οποιανού άλλου θες το λόγο. Φτάνει μονάχα να μιλήσεις.
ΣΩ. Αλλ᾽ ίσως γελάσεις μαζί μου, αν φανώ στα μάτια σου, πως καταπιάνομαι τώρα στα γεράματά μου με πράγματα που είναι μονάχα παιγνίδια για μικρά παιδιά.
ΜΕΝ. Δεν έχεις καθόλου δίκαιο, Σωκράτη, κι άσ᾽ τα αυτά κι έλα, σε παρακαλώ, κι άρχισε το λόγο σου με κάθε τρόπο.
ΣΩ. Στ᾽ αληθινά πρέπει να σου κάμω το χατίρι, ώστε [236d] κι αν έφτανες να μου ζητήσεις να ξεγυμνωθώ και να χορέψω ολόγυμνος μπροστά σου, παρά λίγο να σου ᾽κανα κι αυτή σου τη χάρη, γιατί είμαστε άλλωστε και μονάχοι μας. Αλλ᾽ άκουγε. Άρχισε λοιπόν το λόγο της και πρώτα πρώτα μίλησε, αν δε με γελάει η μνήμη μου, για τους νεκρούς των πολέμων ως έξης:

Σάββατο 1 Αυγούστου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (1016-1038)

ΧΟ. ὁ φόνος ἦν ὃν Ἀργολὶς ἔχει πέτρα
τότε μὲν περισαμότατος καὶ ἄπιστος Ἑλλάδι
τῶν Δαναοῦ παίδων·
τάδε δ᾽ ὑπερέβαλεν παρέδραμεν τὰ τότε
1020 κακὰ τάλανι διογενεῖ κόρωι.
μονότεκνον Πρόκνης φόνον ἔχω λέξαι
θυόμενον Μούσαις· σὺ δὲ τέκνα τρίγον᾽, ὦ
δάιε, τεκόμενος
λυσσάδι συγκατειργάσω μοίραι.
1025 αἰαῖ, τίνα στεναγμὸν
ἢ γόον ἢ φθιτῶν ὠιδὰν ἢ τίν᾽ Ἅι-
δα χορὸν ἀχήσω;
φεῦ φεῦ·
ἴδεσθε, διάνδιχα κλῆιθρα
1030 κλίνεται ὑψιπύλων δόμων.
ἰώ μοι·
ἴδεσθε δὲ τέκνα πρὸ πατρὸς
ἄθλια κείμενα δυστάνου,
εὕδοντος ὕπνον δεινὸν ἐκ παίδων φόνου,
1035 περὶ δὲ δεσμὰ καὶ πολύβροχ᾽ ἁμμάτων
ἐρείσμαθ᾽ Ἡράκλειον
ἀμφὶ δέμας τάδε λαΐνοις
ἀνημμένα κίοσιν οἴκων.

***
ΧΟΡ. Ο φόνος που έγινε στους βράχους
της Αργολίδας απ᾽ τις κόρες
του Δαναού ήταν ο πιο ξακουστός
και σ᾽ όλη την Ελλάδ᾽ απίστευτος.
Μα τούτα τα κακά τα τότες
τα παραβγήκαν και τα πέρασαν!
1020 Και για τον δύστυχο, θεογέννητο
τον γιο της μονοπαίδας Πρόκνης
έχω να ειπώ μεγάλο θάνατο,
οπού θυσιάστηκε στις Μούσες·
μα συ, ω ολέθριε, τρία παιδιά
τα ξέκαμες με λύσσας μοίρα.
Τί στεναγμό ή τί γογγυτό
ή μοιρολόι των πεθαμένων
ή τί χορό του Κάτω Κόσμου
να παίξω; Αλίμονο κι αλί!
γιά ιδέτε ανοιούν οι κλειδωνιές
1030 των παλατιών των αψηλόθυρων.
Ωιμένα!
Γιά ιδέτε τ᾽ άθλια αυτά παιδιά
πεσμέν᾽ απ᾽ τον πικρό πατέρα,
που ύπνο κοιμάται φοβερό
μετά απ᾽ τον φόνο των παιδιών του!
Και ιδού, σκοινιά και με πολλές
θηλιές πολύκομπα δεσίματα
στο κορμί γύρω του Ηρακλή
είναι δεμέν᾽ απ᾽ τις κολόνες
τις πέτρινες του παλατιού.
Και σαν πουλί, των άφτερων παιδιών θρηνώντας
1040 τον πόνο ο γέροντας, με αργόφταστο ποδάρι
πικρό ερχομό βιαζόμενος, ιδού τον, ήρθε.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της πρώιμης κλασικής εποχής

4.5. Ανάγλυφα του «αυστηρού ρυθμού»: Νάξιοι και Πάριοι γλύπτες

Η παρουσία λατομείων μαρμάρου στη Νάξο και στην Πάρο συνετέλεσε, όπως είδαμε, στην ανάπτυξη της μαρμαρογλυπτικής στα δύο αυτά νησιά ήδη από την αρχαϊκή εποχή. Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη η διαπίστωση ότι και στον 5ο αιώνα π.Χ. γλύπτες από τα δύο αυτά νησιά δούλευαν σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όπως πιστοποιούν ορισμένα ενυπόγραφα γλυπτά, κυρίως επιτύμβια ανάγλυφα. Τέτοιο παράδειγμα είναι μια επιτύμβια στήλη από τον Ορχομενό της Βοιωτίας σήμερα στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, φτιαγμένη από σκούρο τοπικό μάρμαρο, που χρονολογείται γύρω στο 480 π.Χ.. Ανάμεσα σε δύο παραστάδες, που ορίζουν το ανάγλυφο πεδίο, εικονίζεται ένας ώριμος άνδρας με κοντά μαλλιά και γένια, ντυμένος με μακρύ ιμάτιο, που στηρίζεται στο ραβδί του και παίζει με τον σκύλο του δείχνοντάς του μιαν ακρίδα· το ζώο σηκώνεται στα πισινά του πόδια για να την πιάσει. Είναι ένα μοτίβο παρμένο από την καθημερινή ζωή. Τη μορφή του γενειοφόρου άνδρα με το ραβδί και το σκυλί τη συναντούμε αρκετά συχνά σε επιτύμβια ανάγλυφα του τέλους του 6ου και των αρχών του 5ου αιώνα, και πρέπει να την ερμηνεύσουμε ως απεικόνιση π.χ. ενός ευκατάστατου πολίτη της ανώτερης τάξης, που έχει βγει περίπατο στην αγορά.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι μια στήλη από παριανό μάρμαρο, σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Νεάπολης στην Ιταλία, που ανήκε παλαιότερα στη συλλογή Borgia και προέρχεται πιθανότατα από κάποιο νησί του Αιγαίου· η στήλη αυτή είναι λίγο παλαιότερη και χρονολογείται γύρω στο 490 π.Χ. Η επίστεψη της στήλης από τον Ορχομενό ήταν δουλεμένη χωριστά και δεν σώζεται, ήταν όμως πιθανότατα ένα ανθέμιο, όπως στην περίπτωση της στήλης Borgia. Στο κάτω μέρος υπάρχει μια έμμετρη επιγραφή που λέει: «Ο Αλξήνωρ με έφτιαξε ο Νάξιος· αλλά για κοιτάξτε!» Είναι προφανές ότι ο γλύπτης ήταν περήφανος για το έργο του και αυτό εξηγείται από την τολμηρή σχεδιαστικά σύνθεση με τις προοπτικές βραχύνσεις και τη συστροφή του σώματος. Ο Αλξήνωρ ανήκε στους καλλιτέχνες που υιοθέτησαν νωρίς τη νέα τεχνοτροπία του «αυστηρού ρυθμού», για την οποία μιλήσαμε, όπως φαίνεται και από τις επίπεδες κυματοειδείς πτυχές του ιματίου, που τονίζουν το πάχος του υφάσματος και διαφέρουν πολύ από τις σχηματοποιημένες επάλληλες πτυχώσεις των αρχαϊκών έργων, που τις βλέπουμε ακόμη στη στήλη Borgia.
 
Γύρω στο 460 π.Χ., περίπου 20 χρόνια μετά το ανάγλυφο του Αλξήνορα, χρονολογείται μια μικρή σχετικά, αλλά δεξιοτεχνικά δουλεμένη στήλη από παριανό μάρμαρο, η οποία βρίσκεται σήμερα στο Βερολίνο και εικονίζει μια όρθια νεαρή κοπέλα, ντυμένη με άζωστο πέπλο, που κρατάει στο αριστερό της χέρι μιαν ανοιγμένη πυξίδα (το καπάκι βρίσκεται στο έδαφος μπροστά στα πόδια της), από όπου βγάζει με το δεξί ένα κόσμημα, πιθανόν περιδέραιο. Το θέμα είναι και πάλι παρμένο από την καθημερινή ζωή των ανθρώπων της ανώτερης τάξης: βλέπουμε ένα κορίτσι που στολίζεται· την επιμελημένη εμφάνισή του την υπογραμμίζουν το πλούσιο ένδυμα και τα καλοχτενισμένα μαλλιά, που συγκρατούνται από μια φαρδιά ταινία. Η στήλη αυτή, πριν αγοραστεί από το Κρατικό Μουσείο του Βερολίνου, ανήκε στη βενετσιάνικη συλλογή Giustiniani και προέρχεται πιθανότατα από την περιοχή του Αιγαίου· μπορούμε να την αποδώσουμε με ασφάλεια σε Πάριο γλύπτη.
 
Αναθηματικό μάλλον και όχι επιτύμβιο είναι ένα περίπου σύγχρονο (460-450 π.Χ.) μαρμάρινο ανάγλυφο από τη Θάσο, που βρίσκεται σήμερα στο Αρχαιολογικό Μουσείο της Κωνσταντινούπολης. Εδώ εικονίζεται μια σκηνή συμποσίου, στο οποίο, αντίθετα με ό,τι συνέβαινε στην πραγματικότητα, μετέχει ένας μόνο συμπότης. Ο άνδρας είναι ανακεκλιμένος σε κλίνη και προτείνει με το δεξί χέρι μια φιάλη για να κάνει σπονδή. Στην άκρη της παράστασης ένας γυμνός νεαρός οινοχόος αντλεί με μια οινοχόη κρασί από έναν στρογγυλό κρατήρα τοποθετημένο επάνω σε στήριγμα (ἐπίστατον ή ὑποκρητήριον). Μπροστά στην κλίνη υπάρχει τραπέζι, στο οποίο θα υπήρχαν εδέσματα δηλωμένα με χρώμα. Κάτω από το τραπέζι ένας σκύλος τρώει ό,τι περίσσεψε από το γεύμα του κυρίου του. Πίσω από την κλίνη κάθεται σε πολυτελή θρόνο μια γυναίκα, που κρατάει στα χέρια αλάβαστρο, αγγείο που περιέχει άρωμα. Κάτω από τον θρόνο διακρίνεται μια πέρδικα. Η σκηνή τοποθετείται σε ένα δωμάτιο, στους τοίχους του οποίου είναι κρεμασμένα όπλα: διακρίνουμε ένα κράνος και μιαν ασπίδα. Το ανάγλυφο πρέπει να ήταν αφιερωμένο σε έναν ήρωα, δηλαδή έναν θνητό που είχε ζήσει είτε στο μυθικό είτε στο πιο πρόσφατο παρελθόν, ο οποίος τιμήθηκε με λατρεία. Οι αρχαίοι ίδρυαν ιερά για τους ήρωες και τους τιμούσαν ιδιαίτερα, επειδή πίστευαν ότι είχαν τη δύναμη να τους βοηθήσουν ή ακόμη και να τους βλάψουν (ανάλογα με την περίσταση) από τον άλλο κόσμο. Ήταν δηλαδή οι ήρωες των αρχαίων περίπου σαν τους αγίους της χριστιανικής θρησκείας. Η απεικόνιση των ηρώων σε σκηνές συμποσίων θέλει να δείξει τη διαρκή ευδαιμονία που απολαμβάνουν στη μεταθανάτια ζωή. Δυστυχώς δεν γνωρίζουμε ποιος είναι ο εικονιζόμενος ήρωας, ούτε αν ήταν μυθικό ή ιστορικό πρόσωπο· η λατρεία του όμως πρέπει να ήταν σημαντική για τους Θασίους.

Friedrich Nietzsche: Ευγένεια, χυδαιότητα, χαμένη αξιοπρέπεια

«Η ευτυχία μου: Από τότε που κουράστηκα να γυρεύω, έμαθα να βρίσκω. Από τότε που κάποιος άνεμος μου εναντιώθηκε, ταξιδεύω με όλους τους ανέμους». -Φρίντριχ Νίτσε.
 
Πάντα βρίσκω όλους τους ανθρώπους, όπως κι αν τους κοιτάζω, με καλοσύνη ή κακία, να φροντίζουν για ένα πράγμα: Πως να εξυπηρετήσουν τη συντήρηση του είδους. Και φροντίζουν γι' αυτό, όχι από αγάπη για το είδος, αλλά γιατί δεν υπάρχει μέσα τους τίποτα παλιότερο, δυνατότερο, ανέλεκτο και πιο ακατανόητο από αυτό το ένστικτο, γιατί είναι αλήθεια πως το ένστικτο αυτό, είναι στην κυριολεξία η ουσία του είδους μας, η ουσία του κοπαδιού μας.
 
Παρ' όλο που τα καταφέρνουμε αρκετά γρήγορα μπορώ να πω, με τη συνηθισμένη φυσικά μυωπία μας, να ξεχωρίζουμε από απόσταση πέντε βημάτων τους ομοίους μας, σε χρήσιμους και σε άχρηστους, σε καλούς και σε κακούς ανθρώπους, ωστόσο αν καθίσουμε και τα βάλουμε κάτω και κάνουμε έναν απολογισμό και σκεφτούμε το γενικό σύνολο αυτού του ξεχωρίσματος, καταλήγουμε σε μια φοβερή δυσπιστία. Δεν μας ικανοποιεί το ξεχώρισμα, δεν είμαστε σίγουροι και στο τέλος τα παρατάμε.
 
Στο κάτω κάτω της γραφής, ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση του είδους. Γιατί ο άνθρωπος αυτός -ο βλαβερός- συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους ανθρώπους, διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί...
 
Ευγένεια και χυδαιότητα
 
Οι χυδαίοι άνθρωποι βλέπουν τα ευγενικά και γενναιόφρονα αισθήματα σαν κάτι να τους λείπει, να τους λείπει η ορθότητα, άρα -να τους λείπει-, η αληθοφάνεια.
 
Όταν μιλούν γι' αυτό, κλείνουν πονηρά το μάτι, σαν να λένε: «Κάποιο συμφέρον υπάρχει κρυμμένο πίσω απ' αυτό· δεν μπορεί να δει κανείς τι υπάρχει μέσα σε όλα τα πράγματα», και υποψιάζονται πως το ευγενικό πλάσμα γυρεύει να κερδίσει κάτι μ' έναν ελιγμό.
 
Όταν όμως πεισθούν, με αναμφισβήτητο τρόπο, πως ο άνθρωπος αυτός δεν έχει καμιά εγωιστική πρόθεση, και πως περιφρονεί το μικρό κέρδος, τότε βλέπουν τον άνθρωπο αυτόν σαν έναν τρελό· του δείχνουν περιφρόνηση όταν τον βλέπουν να χαίρεται και γελούν με τη λάμψη των ματιών του.
 
Και αναρωτιούνται: «Πώς μπορεί να είναι χαρούμενος όταν πάθει κάποια ζημιά; Πώς μπορεί να ζητά να ζημιώσει; Σίγουρα, το πάθος της ευγένειας θα είναι μπερδεμένο με κάποια αρρώστια του λογικού!».
 
Τέτοιες ερωτήσεις κάνουν μέσα τους, έτσι σκέπτονται, όπως σκέπτεται κάποιος εμπρός στη χαρά που αισθάνεται ένας τρελός για την έμμονη ιδέα του.
 
Μια χυδαία φύση αναγνωρίζεται εύκολα αν προσέξει κανείς δυο βασικά πράγματα.
 
Πρώτον -μια χυδαία φύση- δεν λησμονά ποτέ ποιο είναι το συμφέρον της·
 
Δεύτερον, η μανία αυτή του σκοπού του κέρδους, είναι σ' αυτή πιο ισχυρή, παρά το βίαιο ένστικτο.
 
Μέλημά της και αξιοπρέπειά της είναι το να μην παρασύρεται από την άλογη παρόρμηση σε άκαιρες πράξεις.
 
Η ανώτερη φύση είναι πιο παράλογη και αυτό γιατί ο ευγενής, ο γενναιόφρων άνθρωπος υπακούει στα ένστικτά του· στις πιο καλές στιγμές του, σταματάει το μυαλό του.
 
Ένα αρσενικό ζώο που προστατεύει τα μικρά του βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή, ή που ακολουθεί το θηλυκό στον θάνατο, την εποχή του οργασμού, δεν λογαριάζει ούτε τον κίνδυνο, ούτε καν αυτόν τον ίδιο τον θάνατο, κι αυτό γιατί ακόμα κι η λογική του σταματά, η ευχαρίστηση που του προσφέρουν τα μικρά του ή το θηλυκό του και ο φόβος μην τύχει και τα αποχωρισθεί, το κυριεύουν ολοκληρωτικά, γίνεται πιο ζώο από ότι συνήθως είναι, όπως ακριβώς συμβαίνει στον ευγενικό, στον γενναιόφρονα άνθρωπο.
 
Μέσα του, ο ευγενικός άνθρωπος έχει ένα συγκεκριμένο αριθμό αισθημάτων, είτε έλξεις είτε απωθήσεις είναι αυτές, που μιλάνε με τόση δύναμη, που μπροστά τους η διάνοια δεν μπορεί να κάνει τίποτ'  άλλο παρά να σωπάσει ή και να παραδοθεί και να γίνει υπηρέτης τους. Η καρδιά αλλάζει θέση, ανεβαίνει στον εγκέφαλο και τότε μιλάμε για «πάθος».
 
Βέβαια, συμβαίνει πολλές φορές να δημιουργείται ένα αντίστροφο φαινόμενο, μια αναστροφή του πάθους κατά κάποιον τρόπο, όπως π.χ. στον Φοντενέλ, που κάποιος του έλεγε μια φορά τοποθετώντας του το χέρι στην καρδιά: «Αυτό που υπάρχει εκεί μέσα, φίλτατέ μου, είναι και αυτό εγκέφαλος».
 
Στο ευγενικό ον, εκείνο που περιφρονεί ο όχλος, είναι ο παραλογισμός του πάθους του, η λανθασμένη λογική του, και προπαντός όταν αυτό το πάθος αφορά αντικείμενα που η αξία τους του είναι παντελώς χιμαιρική ή αυθαίρετη, θυμώνει πολύ με όποιον υποκύπτει στο πάθος του στομαχιού του, αλλά καταλαβαίνει την έλξη αυτής της τυραννίας· εκείνο που δεν μπορεί να καταλάβει είναι, π.χ., το πως μπορεί κάποιος να παίζει την υγεία του και την ευτυχία του από πάθος για τη γνώση.
 
Το γούστο των ανωτέρων φύσεων στρέφεται σε πράγματα εξαιρετικά, σε πράγμα που αφήνουν αδιάφορους τους πιο πολλούς από τους άλλους ανθρώπους και που δεν φαίνονται καθόλου γοητευτικά.
 
Η ανώτερη φύση μετρά τις αξίες σε προσωπική κλίμακα.
 
Γενικά όμως, δεν πιστεύει πως αυτή η κλίμακα προσιδιάζει ιδιαίτερα στην καλαισθητική της ιδιοσυγκρασία. Συμβαίνει το αντίθετο μάλιστα· εκτιμά τις προσωπικές αξίες και μη, και πέφτει έτσι στην ακατανοησία και στο απραγματοποιήσιμο.
 
Μια ανώτερη φύση είναι πολύ σπάνιο να διατηρήσει αρκετή λογική ώστε να θεωρεί και να μεταχειρίζεται τον μέτριο άνθρωπο σαν τέτοιο· γενικά πιστεύει μυστικά πως το πάθος της είναι σαν το πάθος όλου του κόσμου και η πίστη αυτή αποτελεί τη φλόγα της και την ευφράδειά της.
 
Αν οι εξαιρετικοί άνθρωποι δεν νιώθουν τον εαυτόν τους, πώς θα μπορέσουν να καταλάβουν τον όχλο και να αναμετρήσουν δίκαια τον κανόνα;
 
Μιλάνε λοιπόν και αυτοί για τρέλα, για έλλειψη πνεύματος, ωφελιμιστικού φυσικά, και για τον «χιμαιρισμό» της ανθρωπότητας, και παραξενεύονται για το τρένο της ζωής αυτού του ανόητου κόσμου που δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει το «μόνο αναγκαίο του πράγμα». Αυτή είναι η αδικία των ευγενικών φύσεων, η αιώνια αδικία.
 
Η χαμένη αξιοπρέπεια
 
Σήμερα ο στοχασμός έχει χάσει όλη του την εξωτερική αξιοπρέπεια. Έχουν ρεζιλέψει το τελετουργικό και την επίσημη στάση εκείνου που στοχάζεται· δεν μπορούμε πλέον να ανεχθούμε έναν σοφό της παλιάς σχολής.
 
Σήμερα σκεφτόμαστε αρκετά γρήγορα, στην πορεία, την ώρα που περπατάμε, μέσα σε κάθε λογής υποθέσεις, ακόμα και όταν σκεφτόμαστε τα σοβαρότερα πράγματα.
 
Δεν έχουμε ανάγκη από πολλή προετοιμασία, ούτε και από πολλή σιωπή. Όλα πραγματοποιούνται σαν να είχαμε στο κεφάλι μας μια μηχανή που να γυρίζει ασταμάτητα και που συνεχίζει να δουλεύει, ακόμα και στις ασχημότερες συνθήκες.
 
Παλαιότερα, όταν κάποιος προσπαθούσε να σκέφτεται -και ήταν αυτό κάτι το πολύ σπάνιο- το καταλάβαινες αμέσως. Έβλεπες πως προσπαθούσε, ήθελε να γίνει πιο σοφός και προετοιμαζόταν για μια ιδέα.
 
Σταματούσε στη μέση του δρόμου, έπαιρνε ένα σοβαρό ύφος, σαν να προσευχόταν, έμενε ασάλευτος για ολόκληρες ώρες, στο ένα του πόδι ή και στα δυο, σαν να «του έρχονταν η ιδέα». Ε, τότε το πράγμα «άξιζε τον κόπο αυτόν».
 
Friedrich Nietzsche, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Ξέρουμε να ακούμε;

«Όταν ξέρει κανείς ν’ ακούει, μιλάει πάντα καλά…» -Μολιέρος

«Κάθε φορά που μου μιλάς σκέφτομαι τα δικά μου. Πιστεύω ότι σ’ ακούω, προσπαθώ να σου βρω λύσεις και να σου δώσω συμβουλές, όμως, όταν φεύγεις δεν είμαι και πολύ σίγουρος τι ακριβώς μου είπες και καμιά στιγμή δεν σκέφτηκα πώς νιώθεις, πώς βλέπεις τα πράγματα και γιατί…»

Και τελικά αναρωτιέμαι: Ξέρω να ακούω τους άλλους;

Πολλές φορές κατηγορούμε τους άλλους ότι δεν ακούν, ότι δεν είναι εδώ όταν τους μιλάμε και ότι μόνο τον εαυτό τους σκέφτονται. Ας στραφούμε όμως στον εαυτό μας.

Τι σημαίνει σ’ ακούω;

-Δεν παρεμβαίνω όταν μου μιλάς, δεν σε διακόπτω, δεν σ’ εμποδίζω να εκφραστείς όπως θέλεις, να μου πεις αυτά που σκέφτεσαι και αισθάνεσαι, δεν αλλάζω θέμα και σου δίνω χρόνο για να σκεφτείς και να μου μιλήσεις.

-Σιωπώ και αφοσιώνομαι σε όσα μου λες.

-Προσπαθώ να μπω στη θέση σου και να δω το θέμα από τη δική σου οπτική γωνία.

-Δεν σου ασκώ κριτική, προσπαθώ να κατανοήσω αυτά που λες.

Τι λάθη όμως κάνουμε στην προσπάθειά μας να ακούσουμε τους άλλους:

– Υποβαθμίζουμε το πρόβλημα ή τις δυσκολίες του άλλου για να τον κάνουμε να αισθανθεί καλύτερα (Έλα δεν έχεις τίποτα, πως κάνεις έτσι;). Το μήνυμα που μεταδίδουμε είναι «Για να παρηγορήσουμε κάποιον φτάνει να αρνηθούμε τον πόνο του».

Πόσες φορές έχουμε αντιμετωπίσει άρνηση του πόνου μας, ελάχιστη διάθεση ή αδιαφορία να μας ακούσουν, μαθήματα ηθικής ή τα γέλια και την κοροϊδία των άλλων. Από παιδιά ακόμη παρατηρούμε και αντιγράφουμε τους τρόπους των μεγάλων, μαθαίνουμε τους ‘σωστούς’ κανόνες επικοινωνίας, την ίδια στιγμή που και αυτοί οι ίδιοι σιωπηλά υπέφεραν, καθώς δεν είχαν κάποιο να τους ακούσει, να μοιραστεί μαζί τους τις έγνοιες τους και να τους καταλάβει.

– Για να διατηρήσουμε την προσωπική μας ηρεμία, εμποδίζουμε τον άλλο να εκφράσει αυτό που μας ενοχλεί με κάθε μέσο, τον αποθαρρύνουμε να μιλήσει.

– Αρχίζουμε να δίνουμε συμβουλές ή να του υπαγορεύουμε λύσεις. Όταν έχουμε ανάγκη κάποιον να μας ακούσει, σίγουρα δεν έχουμε ανάγκη από συμβουλές και καθοδήγηση. Και πώς είμαστε σίγουροι ότι εμείς ξέρουμε, ότι είμαστε οι κατάλληλοι για να δώσουμε λύσεις;

– Ακυρώνουμε αυτά που μας λέει ο άλλος ή τα δεχόμαστε χωρίς όμως να του δώσουμε περισσότερη σημασία.

– Τα εκμεταλλευόμαστε για να κάνουμε μονόλογο, να μιλήσουμε για εμάς και για τα επιτεύγματα ή τις δυσκολίες μας.

– Ερμηνεύουμε τα λόγια του άλλου με βάση αυτά που εμείς έχουμε στο μυαλό μας.

Ξεκινώντας, λοιπόν, από τον εαυτό μας και λειτουργώντας ως παράδειγμα για τους άλλους, ας ακούμε περισσότερο και ας είμαστε πιο ανοιχτοί στους άλλους. Αν ο άλλος πιστεύει κάτι που είναι εκ διαμέτρου αντίθετο από αυτό που εμείς πιστεύουμε δεν σημαίνει πως εμείς πιστεύουμε το σωστό και ο άλλος το λάθος… απλά έχουμε διαφορετικές απόψεις, αντιλήψεις και πεποιθήσεις. Θα πρέπει να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα του καθενός και τον τρόπο που ο καθένας αντιλαμβάνεται τα πράγματα και συμπεριφέρεται, τον τρόπο που αισθάνεται και εκφράζει τα συναισθήματά του, τον τρόπο που λειτουργεί μέσα στις σχέσεις του…

Των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς άδομεν

Αδιαφορούμε εδώ και χρόνια. 
 
Γι’ αυτό «φορτώσαμε» με απ’ ευθείας ανάθεση σε ένα τεράστιο, κοστοβόρο, απρόσωπο, απάνθρωπο, πελατειακό, αδυσώπητο, αντιδημοκρατικό, ανελεύθερο κράτος τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις της κοινωνίας των πολιτών, του δικού μας χρέους, του δικού μας καθήκοντος και της δικής μας συμμετοχής στα κοινά.

Του ζητάμε να καλύψει το έλλειμμα της δικής μας εθελοντικής παρουσίας και προσφοράς. Αξιώνουμε να παράγει περισσότερη αλληλεγγύη απο αυτήν που παράγουμε εμείς ως άτομα, απαιτούμε να παρέχει περισσότερη φροντίδα απ’ όση δίνουμε εμείς, να σέβεται την αξιοπρέπεια περισσότερο απ’ όσο την κουβαλάμε πάνω μας εμείς, να δίνει ελπίδα χωρίς ποτέ να τη δίνουμε εμείς!

Ας βάλουμε τώρα λοιπόν τα πρόσωπά μας, τις συμπεριφορές μας δίπλα σ’ αυτά των αναποτελεσματικών και αποτυχημένων ηγετίσκων απο τους οποίους απαιτούμε να ικανοποιούν τα προσωπικά μας αιτήματα (κάποιοι «κακεντρεχείς» τα λένε και «ρουσφέτια») για να τους αναδείξουμε τοπικούς άρχοντες, Περιφερειάρχες, Υπουργούς, Πρωθυπουργούς!

Όσο μας βολεύει το στερεότυπο «το ψάρι βρωμάει απ’ το κεφάλι», θα είμαστε θύματα των χρεοκοπιών, των κοινωνικών διχασμών και εθνικών καταστροφών που θα προκαλούν ο λαϊκισμός και οι ηγετίσκοι που τον μοιράζουν απλόχερα κι όχι πολίτες μιας δημοκρατίας, μιας κοινωνίας που θα εκλέγουν ταγούς με πνευματικές, παιδευτικές αρετές και αξίες.
 
Των οικιών ημών εμπιπραμένων, ημείς άδομεν

Δημήτρης Λιαντίνης: Η επιταγή της ζωής σου

Ρωτάς: ποια είναι η χρέωση, και ποια είναι η σπατάλη μου;

Μα είναι η ίδια η ζωή. Η ζωή η δική σου που έζησες, με όλες τις χαρές που σου ‘δειξε.

Ότι είδες τον ήλιο το πρωί, και τη θάλασσα τον Ιούλιο. Ότι περπάτησες σε μια ρεματιά το Μάη μ’ ένα κορίτσι στο πλάι σου, κι ακούσατε τ’ αηδόνι.

Ότι δίψασες, και ήπιες το κρύο νερό της πηγής. Αυτά πληρώνεις την ώρα που πεθαίνεις.

Εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή της ανεκλάλητης χρείας και της φρικτής εγκατάλειψης είναι ακριβώς που εδιάλεξε η εκκλησία να φορτώσει τον αφελή χριστιανό με τους αιώνιους τρόμους της Κόλασης:

Θα ζεις, του λέει, αιώνια κλεισμένος σ΄ έναν πύρινο τάφο.

Θα περνάς τους αιώνες με το αίσθημα του ραγδαίου ιλίγγου ενός ανθρώπου που γκρεμίζεται από τον τριακοστό όροφο.

Θα περπατάς γυμνός σε άδεντρο τόπο, κάτου από ένα ορμητικό φλογοβρόχι.

Θα σε ρίχνουν χωρίς σταματημό σ΄ ένα βαθύ πηγάδι γιομάτο με κόκκινα, και μαύρα, και κίτρινα φίδια. Κόμπρες, οχιές, κροταλίες.

Θα βουτάς σε βόθρους. Και θα πνίγεσαι επαναληπτικά και ακαταύπαστα μπουκωμένος στα περιττώματα.

Μυτερώνυχοι διάβολοι θα σε καρφώνουν ανάσκελα με τεράστιες πηρούνες.

Θα’ σαι φυτεμένος αιώνια στους πάγους, και θα σε φυσάει κατάγυμνο ο δρεπανηφόρος Κακίας.

Θα μεταμορφώνεσαι σε δέντρο, σε φίδι, σε τέρας. Θα ζεις, δηλαδή το μαρτύριο της αλλαγής της σάρκας σου.

Και όλα αυτά τα φρικώδη στους αιώνες των αιώνων. Χωρίς την ελπίδα της παύλας. Ο Δάντης εκείνους που διαβαίνουν την πύλη της Κόλασης τους βάζει να διαβάζουν μια επιγραφή που δεν παρηγοριέται με τίποτα:

Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε!

Να φορτώνεις λοιπόν τον άνθρωπο τον αφελή και τον αθώο κάπου, γιατί είναι το μεγάλο σου θύμα, με τέτοιες φρικτές φαντασίες την πανίερη και την υπέρτατη και τη φοβερή ώρα που ψυχομαχεί την ώρα που δίνει την πιο άγρια μάχη – τι’ ναι μπροστά της τα Γαυγάμηλα και οι Κάννες και η Μάχη των Εθνών! – να βγει η ψυχούλα του για να λυτρωθεί από την αγωνία του θανάτου.

Ερωτώ: ποιος σατανάς, ποιο ανθρώπινο τέρας, ποιος αρχιτέκτονας του σκότους και του ουαί θα μπορούσε να δείξει αγριότερο μίσος και να επινοήσει χειρότερο μαρτύριο για τους ανθρώπους;
 
Δημήτρης Λιαντίνης, Τα Ελληνικά

Χωρίς τον ερωτισμό ο άνθρωπος δε θα ήταν άνθρωπος

Χωρίς τον ερωτισμό ο άνθρωπος δε θα ήταν άνθρωπος.

Προσοχή όμως: ο ερωτισμός δεν είναι ξέφρενη ακολασία, ξέφραγη ασέλγεια, κουτή και κούφια κραιπάλη.

Ο ερωτισμός είναι μοναξιά, σιωπή, αγωνία, τρόμος κι αντιμετώπιση της ακρότητας, δηλαδή του θανάτου.

Ο ερωτισμός δεν είναι ηδονισμός χαρούμενος, επιπόλαιος και εύκολος, δεν είναι ικανοποίηση των ενστίκτων, χορτασμός των ορμών, παιχνίδι των ιδιόρρυθμων τάσεων, ανακούφιση μιας επιτακτικής φυσικής ανάγκης, χαλάρωση της έντασης του πόθου και κατευνασμός του πάθους, μηχανική εκσπερμάτωση, το σύνολο των «διαστροφών», και κάποιος ιδιωτικός ή κοινωνικός τίτλος τιμής που κάνει τα άτομα να ξιπάζονται και να αισθάνονται απαλλαγμένα από τα «περιττά βάρη» ή βασανιστικά συμπλέγματα.

Ο ερωτισμός δεν είναι απελευθέρωση.

Ο ερωτισμός είναι μια συμπεριφορά, που οδηγεί στα άκρα, δηλαδή στην αγωνία και στην πτώση, στη διακύβευση της ακεραιότητας, στο διασυρμό των αξιών, στην απώλεια, στην παράδοση άνευ όρων στα χέρια της τύχης και στην καταστροφή.

Η καταστροφή, εδώ, έχει το νόημα που έχει στην τραγωδία. Η «καταστροφή», μέσα από τη διάσταση του ερωτισμού, παίρνει έναν καθολικό χαρακτήρα και σημαδεύει καίρια την ανθρώπινη ζωή, ξεγυμνώνοντάς της απ’ όλες της τις αυταπάτες και δείχνοντάς της, μέσα σε κατάσταση ιλίγγου και έξαρσης, το αβυσσαλέο βάθος των αποθεμάτων της…

Ο ερωτισμός είναι απόλυτο κι απεριόριστο ξόδεμα όλων των δυνάμεων, ένας παροξυσμός τους, μια δαπάνη του ανθρώπινου δυναμικού που δεν έχει σχέση ούτε με τη διαλεκτική ούτε με το δυϊσμό, αλλά κατευθύνεται ίσια και προς ένα μοναδικό σημείο όπου ο άνθρωπος τα παίζει όλα για όλα, γι αυτό και η κατεύθυνσή του είναι πρόσ-τυχη, μια κατεύθυνση δηλαδή που οδηγεί μόνη αυτή στην κυριαρχία του ανθρώπου και στην υπέρτατη κατάκτησή του, που δεν είναι άλλη από την ακραία βίωση της πληγής του, η οποία δεν κλείνει ποτέ και με τίποτα”.

Διότι η ερωτική πράξη μπορεί να επέλθει με οιονδήποτε, ο οργασμός όμως, ο αφανισμός του ενός σώματος μέσα στο άλλο, ο σχεδόν θανατηφόρος σπασμός του, δεν μπορεί να «επιτευχθεί με οιονδήποτε.

Όπως γράφει και ο Βίλχελμ Ράιχ, “βιοενεργητικά, ο οργασμός σημαίνει απώλεια της ατομικότητας του ανθρώπου μέσα σε μια διαφορετική κατάσταση ύπαρξης”.

Γιατί οι Μαύρες Τρύπες μπορούν να “διαγράψουν” το ίδιο το Σύμπαν;

Οι μαύρες τρύπες είναι τα πιο ισχυρά πράγματα στο σύμπαν. Είναι μάλιστα τόσο δυνατά που μπορούν να κόψουν ολόκληρα αστέρια σε κομμάτια σε μέγεθος ατόμων! Αυτό βέβαια είναι αρκετά τρομακτικό. Έχουν ακόμη μία πιο ισχυρή και σκοτεινή ιδιότητα.. μπορούν να διαγράψουν το ίδιο το σύμπαν!

Μια μαύρη τρύπα εμφανίζεται όταν μια εξαιρετικά μεγάλη ποσότητα ύλης συγκεντρώνεται σε ένα μικροσκοπικό χώρο. Στο κέντρο τους η βαρύτητα είναι σχεδόν απείρως ισχυρή και ότι πλησιάζει πολύ κοντά σχίζεται στα σωματίδια του. Ούτε καν το φως μπορεί να ξεφύγει και έτσι τις αντιλαμβανόμαστε σαν μαύρες σφαίρες. Αν έπεφτες σε μία μαύρη τρύπα τίποτα κακό δεν επρόκειτο να συμβεί μέχρι και αφού διέσχιζες το εξωτερικό της όριο το event horizon. Aυτό το σύνορο διαχωρίζει πλήρως τις μαύρες τρύπες από το υπόλοιπο σύμπαν: δεν μπορούμε να έχουμε πρόσβαση σε αυτό εκτός και αν είμαστε διατεθειμένοι να μην επιστρέψουμε ποτέ!

Στα άκρα τους οι μαύρες τρύπες ακτινοβολούν την μάζα τους μακριά, όπως μια ζεστή κατσαρόλα στο μάτι που χάνει το νερό καθώς γίνεται ατμός. Αυτή ονομάζεται ακτινοβολία Hawking.

Οι μαύρες τρύπες χάνουν συνεχώς μικρή ποσότητα της μάζας τους μια διαδικασία που είναι απίστευτα αργή… Δηλαδή στο πολύ μακρινό μέλλον όταν το τελευταίο αστέρι στο σύμπαν θα έχει πεθάνει εδώ και τρισεκατομμύρια χρόνια , οι μαύρες τρύπες θα γίνουν όλο και πιο μικροσκοπικές μέχρι να εξαφανιστούν αφήνοντας πίσω μόνο ένα μικρό κομμάτι ακτινοβολίας. Κατά την διαδικασία αυτή όμως οι μαύρες τρύπες μπορεί να διαγράψουν κάτι θεμελιώδες: Πληροφορίες…

Οι πληροφορίες δεν είναι τίποτα το απτό. Γίνεται κατανοητό ως μία διάταξη των σωματιδίων. Τι σημαίνει πρακτικά όμως αυτό; Φανταστείτε μία δέσμη των ατόμων άνθρακα. Τοποθετήστε τα με έναν τρόπο και θα έχετε διαμάντι, με έναν άλλο τρόπο θα έχετε κάρβουνο. Τα άτομα δηλαδή είναι τα ίδια απλά αλλάζουν οι πληροφορίες. Χωρίς τις πληροφορίες τα πάντα στο σύμπαν θα ήταν τα ίδια, γι' αυτό η πληροφορία είναι άφθαρτη μπορεί να αλλάξει σχήμα αλλά ποτέ δεν μπορεί να χαθεί. Εδώ λοιπόν οι μαύρες τρύπες παίρνουν διαφορετικά πράγματα και τα κάνουν το ίδιο δηλαδή καταστρέφουν πληροφορίες. Αυτό είναι που δημιουργεί το παράδοξο της πληροφορίας…

Ύπαρξη ανυπαρξία… Χωρίς πληροφορίες τα πάντα είναι σχετικά. Πώς όμως μπορούμε να λύσουμε αυτό το παράδοξο; Υπάρχουν μερικές πιθανότητες:

1) Οι πληροφορίες χάνονται για πάντα «πετώντας» όλους τους νόμους της φυσικής

2) Οι πληροφορίες είναι κρυμμένες. Ίσως ένα μέρος της μαύρης τρύπας διασπάται και φτιάχνει ένα μαύρο σύμπαν. Οι πληροφορίες θα μεταφέρονταν με τρόπο που δεν θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε αλλά τεχνικά δεν θα χάνονταν.

3) Οι πληροφορίες είναι ασφαλείς μετά από όλα αυτά, δεν έχουν χαθεί ή κρυφτεί.

Γνωρίζουμε λοιπόν ότι οι μαύρες τρύπες παγιδεύουν και μπορούν να διαγράψουν πληροφορίες αλλά ποτέ δεν σκεφτήκαμε τι γίνεται με αυτές στο ενδιάμεσο. Γι' αυτό θα δώσουμε ένα παράδειγμα για να το σκεφτούμε λίγο καλύτερα…

Ας δημιουργήσουμε λοιπόν μια μαύρη τρύπα με άπλυτα. Καταρχάς θα γεμίσουμε ένα δωμάτιο με καλάθια για άπλυτα: Όσα περισσότερα άπλυτα θα τοποθετήσεις τόσο περισσότερο καλάθια θα βάλεις στο δωμάτιο. Αλλά κάποια στιγμή κάθε καλάθι είναι γεμάτο και το δωμάτιο είναι πλήρες στοιβαγμένο και ούτε μια επιπλέον κάλτσα δεν μπορεί να μπει. Αν όμως εξακολουθούμε να πιέζουμε την κάλτσα με πολλή ενέργεια και βία, το δωμάτιο καταρρέει στον εαυτό του και σχηματίζει μία μαύρη τρύπα. Όμως η ικανότητα του ίδιου του δωματίου δεν έχει αλλάξει η τοποθέτηση περισσότερων πραγμάτων ή πληροφοριών είναι ακόμη αδύνατη, οπότε τι θα συμβεί αν πετάξουμε περισσότερα άπλυτα σε αυτό το ίδιο το δωμάτιο; Μεγαλώνει λίγο για να φτιάξει χώρο για τις νέες πληροφορίες.

Μπορούμε άρα να καταλάβουμε πως μια μαύρη τρύπα μεγαλώνει την επιφάνεια της κατά ένα μικρό «πίξελ» για κάθε μικρή πληροφορία που «πετάμε» μέσα τους. Δηλαδή περισσότερες πληροφορίες μεγαλύτερη επιφάνεια.

Οι πληροφορίες είναι πράγματι αποθηκευμένες στην μαύρη τρύπα, τότε η ακτινοβολία Hawking έχει μια πιθανότητα να μάθει γι' αυτές τις πληροφορίες και να τις πάρει μακριά από εκεί. Έτσι οι πληροφορίες δεν χάνονται οι τρύπες «ξεθωριάζουν». Το παράδοξο λοιπόν λύθηκε!

Εν κατακλείδι ξέρουμε ότι το σύμπαν είναι παράξενο και περίπλοκο γι αυτό τον λόγο οι μαύρες τρύπες μπορεί να είναι το κλειδί για την κατανόηση του χρησιμοποιώντας πάντα την φυσική όπως όλα τα άλλα. Οπότε αν αυτή η τρελή δυαδικότητα μεταξύ δισδιάστατου και τρισδιάστατου λειτουργεί για τις μαύρες τρύπες τότε θα μπορούσε να λειτουργήσει για ολόκληρο το σύμπαν και μέσα σε αυτό! Δεδομένου ότι ένα πρόσωπο μέσα σε μια μαύρη τρύπα δεν θα συνειδητοποιούσε ότι θα είναι κωδικοποιημένο σε μία πεπλατυσμένη επιφάνεια θα μπορούσαμε να μοιραζόμαστε την ίδια μοίρα: Μπορεί στην πραγματικότητα να είσαι τεντωμένος σε μια επίπεδη οθόνη στο τέλος του σύμπαντος…

Αλλά ακόμη πρέπει να αλλάξουμε την αντίληψη μας για την πραγματικότητα με κάποιο τρόπο. Αν ότι πέφτει μες στην μαύρη τρύπα είναι αποθηκευμένο στο ορίζοντα γεγονότων της, αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι τα τρισδιάστατα πράγματα κωδικοποιούνται σε μια επίπεδη επιφάνεια. Αν οτιδήποτε πέφτει στην μαύρη τρύπα είναι αποθηκευμένο στον ορίζοντα γεγονότων της, έχουμε ένα όνομα σε αυτό: Ολόγραμμα…

Ένα ολόγραμμα είναι σαν μία τρισδιάστατη φωτογραφία, ένα επίπεδο κομμάτι πλαστικού που κωδικοποιεί μια τρισδιάστατη εικόνα. Μία μαύρη τρύπα είναι σαν ένα ολόγραμμα γιατί τα πάντα μέσα σε αυτή κωδικοποιούνται στο ορίζοντα γεγονότων της. Ένα πρόσωπο μέσα σε μία μαύρη τρύπα θα βιώσει την συνήθη τρισδιάστατη ζωή, αλλά για μας απέξω είναι πεπλατυσμένες εικόνες στην επιφάνεια της μαύρης τρύπας.

Από όλη λοιπόν την «βιογραφία» της μαύρης τρύπας συνειδητοποιούμε πως οι μαύρες τρύπες είναι πολύ ακραία «αντικείμενα» αλλά δεσμεύονται πάντα με τους ίδιους κανόνες…

Κάπως έτσι συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον φόβο για να εξημερώσουν τους άλλους, και ο φόβος μας αυξάνεται όταν βιώνουμε την αδικία. Το αίσθημα της αδικίας είναι σαν ένα μαχαίρι που ανοίγει πληγές στο συναισθηματικό μας σώμα. Το συναισθηματικό δηλητήριο δημιουργείται από την αντίδρασή μας σε αυτό που θεωρούμε άδικο. Κάποιες πληγές επουλώνονται, άλλες ωστόσο μολύνονται με όλο και περισσότερο δηλητήριο. Μόλις γεμίσουμε με συναισθηματικό δηλητήριο, έχουμε ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτό και εξασκούμαστε στο να το απελευθερώνουμε στέλνοντάς το σε κάποιον άλλο. Πώς το πετυχαίνουμε αυτό; Τραβώντας τους την προσοχή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός συνηθισμένου ζευγαριού.

Για έναν οποιονδήποτε λόγο, η γυναίκα είναι θυμωμένη. Έχει συναισθηματικό δηλητήριο από κάποια αδικία που έκανε ο άντρας της. Ο άντρας της δεν είναι σπίτι, αλλά εκείνη θυμάται την αδικία και το δηλητήριο συσσωρεύεται μέσα της. Όταν εκείνος γυρίζει, το πρώτο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να του τραβήξει την προσοχή, γιατί μόλις το κάνει, όλο το δηλητήριο θα πάει στον άντρα της και η ίδια θα ανακουφιστεί. Με το που θα του πει πόσο κακός, πόσο χαζός ή πόσο άδικος είναι, το δηλητήριο που έχει μέσα της μεταδίδεται σε εκείνον.

Μιλάει συνεχώς, μέχρι να του τραβήξει την προσοχή. Εκείνος, τελικά, αντιδρά και θυμώνει, και τότε η γυναίκα αισθάνεται καλύτερα. Όμως, τώρα έχει εκείνος το δηλητήριο μέσα του και πρέπει να την εκδικηθεί. Πρέπει να της τραβήξει την προσοχή και να το απελευθερώσει, κι όχι μόνο όσο του μετέδωσε, αλλά το δικό της συν το δικό του. Αν προσέξετε αυτή την αλληλεπίδραση, θα δείτε ότι αγγίζει ο ένας τις πληγές του άλλου και παίζουν συναισθηματικό πιγκ πογκ με το δηλητήριο. Έτσι, αυτό συνεχίζει να αυξάνεται, μέχρι που μια μέρα ένας από τους δύο θα ξεσπάσει. Κάπως έτσι συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι.

Τραβώντας την προσοχή, η ενέργεια μεταδίδεται από το ένα άτομο στο άλλο. Η προσοχή είναι μια πανίσχυρη λειτουργία του ανθρώπινου νου. Όλοι πασχίζουμε να τραβήξουμε την προσοχή των άλλων. Όταν τα καταφέρνουμε, δημιουργούμε κανάλια επικοινωνίας. Το όνειρο μεταδίδεται, η δύναμη μεταδίδεται, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με το συναισθηματικό δηλητήριο.

Συνήθως, απελευθερώνουμε το δηλητήριο στο άτομο που θεωρούμε υπεύθυνο για την αδικία, αλλά αν το άτομο αυτό είναι τόσο ισχυρό που δεν μπορούμε να του το μεταφέρουμε, δεν μας νοιάζει σε ποιον θα το στείλουμε, αρκεί να το ξεφορτωθούμε. Έτσι, το στέλνουμε στα παιδιά, που δεν έχουν αναπτύξει άμυνες εναντίον μας, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι σχέσεις κακοποίησης. Οι ισχυροί κακοποιούν τους λιγότερο ισχυρούς, επειδή θέλουν να απελευθερώσουν το συναισθηματικό τους δηλητήριο. Είναι μια ανάγκη που έχουμε, και πολλές φορές δεν θέλουμε δικαιοσύνη παρά μόνο να απελευθερώσουμε το δηλητήριό μας για να ηρεμήσουμε. Γι’ αυτό οι άνθρωποι αποζητούν συνεχώς τη δύναμη, επειδή όσο δυνατότεροι είναι, τόσο ευκολότερο είναι να απελευθερώσουν το δηλητήριό τους σε όσους δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Φυσικά, μιλάμε για τις σχέσεις στην κόλαση αυτής της ζωής, για την ψυχική ασθένεια που υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν φταίει κάποιος για αυτή, δεν είναι καλή ή κακή, δίκαιη ή άδικη- είναι η φυσιολογική παθολογία της ασθένειας. Κανείς δεν φταίει για την παθολογική του συμπεριφορά. Όπως οι άνθρωποι του φανταστικού πλανήτη δεν έφταιγαν για τη δερματική τους ασθένεια, ούτε εσείς φταίτε που οι πληγές σας είναι μολυσμένες με συναισθηματικό δηλητήριο. Όταν έχετε κάποια σωματική ασθένεια ή έναν τραυματισμό, δεν κατηγορείτε τον εαυτό σας ούτε αισθάνεστε ένοχοι. Τότε, γιατί να αισθάνεστε άσχημα ή να νιώθετε ενοχές επειδή νοσεί το συναισθηματικό σας σώμα;

Το σημαντικό είναι να έχετε επίγνωση του προβλήματος. Όταν έχουμε επίγνωση, έχουμε την ευκαιρία να θεραπεύσουμε το συναισθηματικό μας σώμα και τον συναισθηματικό μας νου, και να σταματήσουμε να υποφέρουμε. Χωρίς αυτή την επίγνωση δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, παρά μόνο να συνεχίσουμε να υποφέρουμε από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας, γιατί αγγίζουμε και μόνοι μας τις πληγές μας, για να αυτοτιμωρηθούμε.

HEGEL – KANT: Η εικόνα του κόσμου που αντιλαμβανόμαστε εξαρτάται απ’ τη φύση του νου μας και δεν αντιπροσωπεύει τον πραγματικό κόσμο

Λίγοι φιλόσοφοι θα διαφωνήσουν ότι οι άνθρωποι είμαστε, σε μεγάλο βαθμό, ιστορικές οντότητες, με την έννοια ότι κληρονομούμε πράγματα από το παρελθόν, τα αλλάζουμε, και έπειτα τα κληροδοτούμε στις μελλοντικές γενιές. Η γλώσσα, για παράδειγμα, είναι κάτι που μαθαίνουμε και αλλάζουμε καθώς το χρησιμοποιούμε, ενώ το ίδιο ισχύει και για την επιστήμη -οι επιστήμονες ξεκινούν με μια θεωρία, και στη συνέχεια είτε την επαληθεύουν είτε τη διαψεύδουν. Το ίδιο ισχύει για τους κοινωνικούς θεσμούς, όπως είναι η οικογένεια, το κράτος, οι τράπεζες, οι εκκλησίες, και ούτω καθεξής, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι τροποποιημένες μορφές προγενέστερων πρακτικών ή θεσμών. Συνεπώς, η ύπαρξη των ανθρώπινων όντων ποτέ δεν ξεκινά από το μηδέν, αλλά πάντοτε εντός κάποιου πλαισίου -το οποίο μερικές φορές μεταβάλλεται έτσι ριζικά κατά τη διάρκεια μίας μόνο γενιάς. Ωστόσο, μερικά πράγματα, δεν φαίνεται να έχουν ιστορικό χαρακτήρα ή να υπόκεινται σε αλλαγές.

Ένα παράδειγμα μιας τέτοιας οντότητας είναι η συνείδηση. Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι όλα αυτά που συνειδητοποιούμε θα αλλάξουν, αλλά τείνουμε να πιστεύουμε ότι η σημασία της συνείδησης-τι σημαίνει είμαι σε εγρήγορση, έχω επίγνωση, μπορώ και σκέφτομαι και αποφασίζω- ήταν πάντοτε ίδια για όλους. Παρομοίως, είναι εύλογο να ισχυριστούμε ότι οι συλλογιστικές δομές δεν έχουν ιστορικό χαρακτήρα -ότι η συλλογιστική δραστηριότητα, και οι διανοητικές λειτουργίες στις οποίες βασίζεται (μνήμη, αντίληψη, κατανόηση, και ούτω καθεξής), ήταν πάντοτε ίδιες για όλους τους ανθρώπους σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας. Είναι βέβαιο ότι αυτά πίστευε ο μεγάλος ιδεαλιστής προκάτοχος του Χέγκελ, ο Ιμάνουελ Καντ -και για να κατανοήσουμε τον Χέγκελ, είναι απαραίτητο να δούμε τι πίστευε για το φιλοσοφικό έργο του Καντ.

Οι κατηγορίες του Καντ

Σύμφωνα με τον Καντ, οι θεμελιώδεις τρόποι λειτουργίας της σκέψης, και οι βασικές δομές της συνείδησης, είναι a priori -δηλαδή, υφίστανται πριν από την εμπειρία (και, άρα, δεν προκύπτουν από αυτήν). Αυτό σημαίνει ότι υφίστανται ανεξάρτητα από οτιδήποτε σκεφτόμαστε ή συνειδητοποιούμε, αλλά και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ιστορική επίδραση ή εξέλιξη.

Ο Καντ ονομάζει αυτές τις νοητικές δομές «κατηγορίες», και σε αυτές περιλαμβάνονται οι έννοιες της «αιτίας», της «ουσίας», της «ύπαρξης», και της «πραγματικότητας». Για παράδειγμα, η εμπειρία μας παρέχει γνώσεις για τον εξωτερικό κόσμο, αλλά δεν μπορεί να μας διδάξει ότι ο εξωτερικός κόσμος περιλαμβάνει, για παράδειγμα, αιτίες και αποτελέσματα. Σύμφωνα με τον Καντ, η γνώση της φυσικής δομής του εξωτερικού κόσμου είναι a priori. Αυτό συμβαίνει επειδή όλοι γεννιόμαστε με ορισμένες έμφυτες κατηγορίες, οι οποίες παρέχουν το πλαίσιο που καθιστά δυνατή την εμπειρία -ένα μέρος του οποίου είναι η υπόθεση ότι υπάρχει εξωτερικός κόσμος. Ωστόσο, συνεχίζει ο Καντ, η ύπαρξη, αυτού του «a priori» πλαισίου σημαίνει ότι η εικόνα του κόσμου που αντιλαμβανόμαστε εξαρτάται απ’ τη φύση του νου μας, και δεν αντιπροσωπεύει τον πραγματικό κόσμο- δηλαδή τον κόσμο «αυτόν καθ’ εαυτόν». Ο Καντ ισχυρίζεται ότι ο κόσμος «αυτός καθεαυτόν» -τον οποίο ονομάζει «νοητό κόσμο»-είναι ακατάληπτος. Σύμφωνα με τον Καντ, οι μόνες γνώσεις που μπορούμε να απoκομίσουμε είναι αυτές για τον κόσμο που αντιλαμβανόμαστε μέσω του πλαισίου των κατηγοριών -αυτός ο αντιληπτός κόσμος είναι ο κόσμος που βιώνουμε καθημερινά και που ο Καντ ονομάζει «φαινομενικό».

Η κριτική του Χέγκελ για τον Καντ

Ο Χέγκελ πιστεύει ότι μολονότι ο Καντ κατάφερε σε μεγάλο βαθμό να απαλλάξει τη φιλοσοφία από αφελείς απόψεις, οι αναφορές του στον «κόσμο αυτόν καθεαυτόν» και στις κατηγορίες μαρτυρούν
επιπόλαιες υποθέσεις. Ο Χέγκελ υποστηρίζει ότι η ανάλυση του Καντ είναι ανεπαρκής σε τουλάχιστον δύο σημεία. Καταρχήν, ο Χέγκελ θεωρεί άτι η ιδέα του Καντ για τον «κόσμο αυτόν καθεαυτόν» είναι κενή νοήματος. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, οτιδήποτε υπάρχει εκδηλώνεται στη συνείδηση -για παράδειγμα, ως κάτι αισθητό ή ως κάτι νοητό. Ο Χέγκελ υποστηρίζει επίσης ότι ο Καντ κάνει πάρα πολλές υποθέσεις σχετικά με τη φύση και την προέλευση των κατηγοριών. Στόχος του Χέγκελ είναι να κατανοήσει αυτές τις κατηγορίες χωρίς να κάνει καμία απολύτως υπόθεση ο Χέγκελ θεωρεί άτι η χειρότερη υπόθεση που πραγματοποιεί ο Καντ αφορά τις σχέσεις μεταξύ των κατηγοριών. Ο Καντ υποθέτει ότι οι κατηγορίες είναι πρωτογενείς και διακριτές ωστόσο, σύμφωνα με τον Χέγκελ οι κατηγορίες είναι «διαλεκτικές» οντότητες, δηλαδή, υπόκεινται σε αλλαγές. Ο Καντ πιστεύει σε ένα αμετάβλητο βιωματικό πλαίσιο, αλλά ο Χέγκελ πιστεύει ότι αυτό το βιωματικό πλαίσιο μεταβάλλεται, και μάλιστα στον βαθμό που μεταβάλλεται και ο κόσμος που βιώνουμε. Άρα, η συνείδηση – και όχι απλώς όλα όσα συνειδητοποιούμε – αποτελεί μέρος μιας εξελικτικής διαδικασίας. Αυτή η διαδικασία είναι “διαλεκτική” -μια έννοια που έχει πολύ συγκεκριμένη σημασία στη φιλοσοφική σκέψη του Χέγκελ.

Η διαλεκτική του Χέγκελ

Η έννοια της διαλεκτικής κατέχει κεντρικό ρόλο σε αυτά που ο Χέγκελ αποκαλεί εγγενή (εσωτερική) ερμηνεία της εξέλιξης των πραγμάτων. Ο Χέγκελ υποστηρίζει ότι με την ερμηνεία του εξασφαλίζει τέσσερα πράγματα. Πρώτον, την αποφυγή υποθέσεων. Δεύτερον, την υιοθέτηση όσο γίνεται γενικότερων εννοιών, ώστε να αποφεύγονται οι αδικαιολόγητοι ισχυρισμοί. Τρίτον, εξηγεί πώς μια γενική έννοια δημιουργεί άλλες, ειδικότερες, έννοιες. Τέταρτον, δείχνει ότι αυτή η διαδικασία συμβαίνει «εντός» της ίδιας της έννοιας. Αυτός ο τέταρτος περιορισμός αποκαλύπτει τον πυρήνα της λογικής του Χέγκελ -δηλαδή, ότι κάθε έννοια, ή “θέση”, ενέχει μια αντίφαση, ή “αντίθεση”, η οποία αίρεται μόνο με την ανάδειξη από την αρχική έννοια μιας νέας, περιεκτικότερης έννοιας, η οποίο ονομάζεται “σύνθεση”. Μια συνέπεια αυτής της εγγενούς διαδικασίας είναι ότι η σύνθεση μας κάνει να συνειδητοποιούμε πως αυτά που αρχικά θεωρούσαμε ως αντίφαση της θέσης είναι απλώς μια φαινομενική αντίφαση, η οποία προκαλείται από ελλιπή κατανόηση της αρχικής έννοιας.

Η διαλεκτική του Χέγκελ δείχνει πώς αίρονται οι αντιθέσεις. Για παράδειγμα, ένα τυραννικό καθεστώς δημιουργεί την ανάγκη για ελευθερία -αλλά από τη στιγμή που θα επιτευχθεί ελευθερία, δεν μπορεί παρά να υπάρξει αναρχία έως ότου η ελευθερία συνδυαστεί με ένα στοιχείο τυραννίας για να δημιουργηθεί η σύνθεση “νόμος”.

THOMAS HOBBES: Περί των παθών του νου – Η ΔΟΞΑ

Η ΔΟΞΑ (glory), ή μύχια υπερηφάνεια ή θρίαμβος του πνεύματος, είναι το πάθος το οποίο απορρέει από τη φαντασίωση ή την αντίληψη ότι η προσωπική μας ισχύς είναι μεγαλύτερη από εκείνη του ανταγωνιστή μας. Οι ενδείξεις αυτής της μεγαλύτερης ισχύος, πέραν των σωματικών εκδηλώσεών της που δεν μπορούν να περιγραφούν, είναι η επιδεικτικότητα στα λόγια και η θρασύτητα στα έργα.

Το πάθος αυτό ονομάζεται υπερηφάνεια από εκείνους τους οποίους δυσαρεστεί. Εκείνοι τους οποίους ευχαριστεί το αποκαλούν δίκαιη αυτοεκτίμηση. Αυτή η φαντασίωση της προσωπικής δύναμης ή αξίας μας μπορεί να βασίζεται στη βεβαιότητα μιας πείρας προερχόμενης από τις ίδιες μας τις πράξεις- τότε η δόξα είναι δίκαιη και θεμελιωμένη, και δημιουργεί την άποψη ότι μπορεί να επαυξηθεί από νέες πράξεις. Σε αυτό συνίσταται η επιθυμία την οποία αποκαλούμε ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ (aspiring) ή επιθυμία αναβάθμισης της ισχύος. Το ίδιο πάθος μπορεί να προέρχεται όχι απ’ την όποια συνείδηση των πράξεών μας, αλλά από το γεγονός ότι οι άλλοι άνθρωποι μας εξυμνούν και μας εμπιστεύονται.

Εξ αυτών μπορεί κάποιος να έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, και όμως να αυταπατάται. Αυτό ονομάζεται ΨΕΥΔΗΣ ΔΟΞΑ (false glory), και η φιλοδοξία που πηγάζει από αυτήν οδηγεί σε αποτυχία. Επιπλέον, η φαντασίωση κατορθωμάτων που στην πραγματικότητα ποτέ δεν επιτελέσαμε είναι τρόπος αυτοπροβολής, καθώς όμως δεν εμπνέει καμία επιθυμία ή προσπάθεια για κάτι ουσιαστικό, είναι κούφια και ανώφελη. Όπως όταν κάποιος φαντάζεται ότι είναι ο ίδιος πρωταγωνιστής ενός ρομάντζου που διαβάζει ότι μοιάζει σε κάποιον άλλο, τις πράξεις του οποίου θαυμάζει. Αυτό ονομάζεται ΜΑΤΑΙΟΔΟΞΙΑ (vain glory). Ένα παράδειγμα βρίσκουμε στο μύθο με τη μύγα που κάθεται στον άξονα της άμαξας και σκέφτεται: «Πόση σκόνη σηκώνω!».

Η έκφραση της ματαιοδοξίας είναι αυτό που ονομάζουμε ευσεβή πόθο, τον οποίο κάποιες Σχολές εξέλαβαν λανθασμένα ως μια διακριτή επιθυμία και την ονόμασαν «ψευδή προδιάθεση», δημιουργώντας έναν νέο όρο, και άρα ένα νέο πάθος που δεν υπήρχε πριν. Ενδείξεις έκδηλης ματαιοδοξίας ορισμένων ανθρώπων είναι η μίμηση των άλλων, η προσποιητή προσήλωση σε πράγματα που δεν κατανοούν καν, οι επιτηδευμένοι τρόποι, η προσπάθεια καταξίωσης απ’ τα όνειρά τους και τις μικρές ιστορίες της ζωής τους ή από τη χώρα τους, το όνομά τους κλπ.

THOMAS HOBBES, ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Μακκαβαίοι: Οι Σφαγείς των Ελλήνων που… Γιορτάζουμε

Είναι θλιβερό όταν οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν την ιστορία τους, αλλά ούτε καν τα όποια θρησκευτικά πιστεύω τους και τις γιορτές τους. Είναι σχήμα οξύμωρο, αν όχι παρανοϊκό, να θεωρείς τον εαυτό σου Έλληνα, απόγονο των αρχαίων Ελλήνων αλλά και χριστιανό, όταν η πίστη σου γιορτάζει τους σφαγείς των προγόνων σου…

O Αριστίων μας γράφει:

Στις 13 Αυγούστου είναι η επέτειος της μητέρας όλων των μαχών που διεξήχθη στον Μαραθώνα το 490 π.α.χ.χ. Ακολουθεί στις 20 Αυγούστου η επέτειος της μάχης των Θερμοπυλών του 480 π.α.χ.χ όπου απεδείχθη κατά τον Ηρόδοτο ότι «άνθρωποι πολλοί, άνδρες ελάχιστοι». Στις 29 Αυγούστου ακολουθεί η επέτειος της μάχης των Πλαταιών το 479 π.α.χ.χ, όπου θάφτηκε το «όνειρο» των περιούσιων για εξαφάνιση της Ελλάδος και των αξιών της μαζί με τον εκπρόσωπό τους Μαρδοχάι-Μαρδόνιο. Και έναν μήνα αργότερα 28 Σεπτεμβρίου του 480 η μναυμαχία των ναυμαχιών όπου διεσώθη ολόκληρος η Ευρώπη και ο πανανθρώπινος πολιτισμός.

Και όμως! Οι ναζωραίοι κατακτητές «φρόντισαν», όλα αυτά να «ξεχαστούν». οι τύμβοι των ηρώων να καταντήσουν σκουπιδότοποι και ονόματα όπως Μιλτιάδης, Λεωνίδας, Παυσανίας, Θέρσιππος, Κυναίγειρος, Ευχίδας, Σκιλίας, Διηνέκης, Αριστόδημος, Θεμιστοκλής, Αμεινίας και τόσα άλλα Ελλήνων Ηρώων, να «αμαυρωθούν» (μην ξεχνάτε εκείνον τον γελοίο που απεκάλεσε τους 300 του Λεωνίδα «κιναιδικά ζευγάρια» κρίνοντας ίσως εξ ιδίων τα αλλότρια και «ξεχνώντας» εντέχνως τον αιμομίκτη «προπάτορα» του Λωτ και όλα τα μπουμπούκια του κοπαδιού της ερήμου) επιβάλλοντας τις δικές τους «εορτές» και «ήρωες» που τους αποκαλούν «αγίους».

Είδατε κάποιον «υπερπατριώτη» ιουδαιοχριστιανό απ’ αυτούς που το «παίζουν» ελληνάρες, να προτείνει επαναφορά των εορτών αυτών; Το δε χείριστο όλων, είναι ότι αυτοί που θέλουν να ονομάζονται Έλληνες. τρέχουν με τα τέσσερα στα ιουδαιομαντριά και προσκυνούν (αν είναι δυνατόν» τους σφαγείς των αντί να φωνάξουν με όλη την δύναμη της ψυχής τους. «ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ ΠΟΥ ΑΚΟΜΑ ΕΙΜΑΙ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΑΠΟΚΑΛΟΥΜΑΙ ΕΛΛΗΝΑΣ». Μόλις το καταλάβουν τα ιουδαιχριστιανικά πρόβατα που τρέχουν στα μαντριά με τα τέσσερα γιορτάζοντας τους σφαγείς των, τότε θα αρχίσει και η πραγματική απελευθέρωση της Ελλάδος!

Σήμερα, όπως κάθε χρονιά την 1η Αυγούστου, η Ορθόδοξη Εκκλησία και το σύνολο του ποιμνίου της, δίχως έως σήμερα μία ελάχιστη έστω φωνή διαμαρτυρίας ή απλή ένσταση, εορτάζουν την μνήμη των «Αγίων» 7 Μακκαβαίων. Εορτάζουν την μνήμη 7 Ιουδαίων αδελφών, φανατικών όσο και φανταστικών (αφού η πραγματική πηγή γι’ αυτούς είναι το προπαγανδιστικό, γραμμένο από την ιουδαϊκή διασπορά στα ελληνικά, «Β' βιβλίο των Μακκαβαίων»), που υποτίθεται ότι εκτελέστηκαν από τον Έλληνα βασιλιά της Συρίας Αντίοχο τον Δ' τον Επιφανή λίγο πριν την εξέγερση του Ιούδα Μακκαβαίου (167 – 160) επειδή αρνήθηκαν να φάνε… θυσιασμένο χοιρινό!

Οι πραγματικοί, ιστορικά υπαρκτοί Μακκαβαίοι ή Ασμοναίοι (δηλαδή ο Ματαθίας Ασμοναίος και οι απόγονοί του) τιμώνται ωστόσο από τους μονοθεϊστές Ιουδαίους ως εθνικοί και θρησκευτικοί ήρωες, πράγμα λογικό, αφού με την άγρια τρομοκρατία τους κατόρθωσαν να αποτρέψουν την ολοκληρωτική εξαφάνιση της λατρείας του Θεού Ιαχωβά και την πλήρη αφομοίωση των ομοφύλων τους από τον κυρίαρχο τότε Ελληνισμό, αφού όλοι σχεδόν οι αξιόλογοι Ιουδαίοι της εποχής είχαν εξελληνισθεί. Για τους μονοθεϊστές Ιουδαίους, οι πραγματικοί Μακκαβαίοι, που κατέσφαξαν τόσο τους Έλληνες Εθνικούς όσο και τους υπερπολλαπλάσιους των Ελλήνων ελληνίζοντες ομοφύλους τους, απετέλεσαν έκτοτε το υπέρτατο σύμβολο της απόλυτης πειθαρχίας στον μωσαϊκό νόμο, της πεισματώδους αντίστασης και της πέρα από τα αναμενόμενα επιβίωσης.

Όλα αυτά είναι συνεπώς απολύτως λογικά όσο και σεβαστά, ασχέτως της εκ των πραγμάτων αντιπαλότητας προς το έθνος των Ελλήνων: κάποιοι τιμούν, στην εορτή που ονομάζουν «χανουκά», τους όχι ομοφύλους τους (αφού ο μακκαβαϊκός πόλεμος στο μεγαλύτερο τμήμα του ήταν εμφύλιος), αλλά ομοϊδεάτες και ομοθρήσκους τους, που δίχως εκείνους, σήμερα αυτοί οι κάποιοι απλώς… δεν θα υπήρχαν.

Αντίθετα, ο παραλογισμός, η ανηθικότητα και το σκάνδαλο αναβλύζουν από την εθνοκάπηλη και πατριδοκάπηλη (αφού αυτό που εκπροσωπεί μισεί τα έθνη και τις πατρίδες) Ορθόδοξη Εκκλησία, η οποία τιμά την μνήμη των, όχι απλώς «ηρώων» άλλα «αγίων» και όχι ιστορικά πραγματικών αλλά φανταστικών, Μακκαβαίων, την ίδια ώρα που τόσο η ίδια όσο και η πολύμορφη «παραγοντική» συντεχνία που την προσκυνάει και την στηρίζει σε βάρος του βιοτικού και πνευματικού επιπέδου του ελληνικού λαού, εξακολουθητικά κάνουν απατεωνίστικα λόγο για «εθνική συνοχή». «Τίνος έθνους;» θα ρωτήσουμε εμείς. Γιατί όσο και να στηρίζεται η χριστιανική κατοχή του τόπου μας στην κατάρριψη κάθε κανόνα της Λογικής και την πλήρη αντιστροφή των αξιών και της ιστορικής πραγματικότητας, η τιμή από το παπαδαριό και τους πολιτικούς υπηρέτες τους που παριστάνουν τους «Έλληνες» προς 7 μέλη, έστω και φανταστικά, ενός ιστορικά υπαρκτού ωστόσο κινήματος που κάποτε κατέσφαξε Έλληνες, σπάζει κάθε προηγούμενο φράγμα τρέλας ή θρασύτητας.

Σήμερα, 1η Αυγούστου, όπως και κάθε χρόνο, η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει με κάθε ξεδιαντροπιά την μνήμη των 7 υποτιθέμενων «αγίων» του 2ου προχριστιανικού αιώνα, τους οποίους μάλιστα εξυμνεί ως «επτάριθμο δήμο των Μακκαβαίων», «προ Μαρτύρων μεγίστους Μάρτυρες», «καλλιμάρτυρας Χριστού», «επταρίθμους στύλους Σοφίας Θεού», «θείου φωτός επταφώτους λυχνίας» και «φρουρούς και φύλακας των του (μωσαϊκού) Νόμου δογμάτων». Ουσιαστικά εορτάζει τους ίδιους τους πραγματικούς, ιστορικά υπαρκτούς Μακκαβαίους, τους εθνικοθρησκευτικούς ήρωες του ιουδαϊκού μονοθεϊσμού και σφαγείς των Ελλήνων και των ελληνιστών, τους αναστηλωτές του Ιαχωβά και ακυρωτές του εξελληνισμού της Παλαιστίνης του 2ου προχριστιανικού αιώνα.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία εορτάζει ουσιαστικά την μνήμη των θρησκευτικών της προγόνων, δίχως τους οποίους αυτή δεν θα είχε ποτέ υπάρξει γιατί απλώς κανείς δεν θα μπορούσε να παραστήσει τον «ενσαρκωμένο Ιαχωβά» μέσα σε πληθυσμούς που είχαν ήδη προ δύο αιώνων υιοθετήσει την ελληνική κοσμοθέαση και παιδεία. Καλά κάνει λοιπόν και εορτάζει τους «Μακκαβείμ». Τον Ελληνισμό μόνο να μην πιάνει στο στόμα της, όπως και τους όρους «έθνος» και «πατρίδα».

«Πᾶν γὰρ ἑρπετὸν πληγῇ νέμεται»
(Τα ερπετά κουμαντάρονται με πλήγματα)
Μέγας Ηράκλειτος, DK B11.
 
Γεννήθηκε γαμώφιδο στου Αβραάμ το γένος
Σφάζει αρχαίες πατριές με γυναικείο μένος.
Όλο τον κόσμο διαιρεί δύο χιλιάδες χρόνια
Τα έθνη κάνει αχταρμά, τα δίνει σε κλεφτρόνια.
Πουλάει φτηνιάρικο καλό, μούφα ελεημοσύνη
Πίνει το αίμα με μπουρί, γαμεί νοημοσύνη.

Σφαγή, πουστιά και διχασμός, αιώνες προμελέτης
Τοκογλυφία, τεκτονισμός και λείπει ο ηγέτης.
Ισλάμ, Μεσσίας, παπαδαριά, της μήτρας εφευρέσεις,
Των δούλων τα αποχέσματα χυσοβολούν αιρέσεις.
Η αστροπύλη άνοιξε σε δράκους άλλης Γης,
Φυλάξτε τα κουλούρια σας, ΤΟ ΠΕΟΣ ΓΑΡ ΕΓΓΥΣ!!!

Από την συλλογή «Ο Αντίχυστος ήρθε και την έχει μεγάλη»