Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

Είναι πολύ τρομακτικό να συνειδητοποιείς ότι η αυτή η μέρα, αυτό το απόγευμα, αυτό το καλοκαίρι δε θα επιστρέψει ποτέ

Είναι πολύ τρομακτικό να συνειδητοποιείς ότι η αυτή η μέρα, αυτό το απόγευμα, αυτό το καλοκαίρι δε θα επιστρέψει ποτέ, ότι μπορεί να μη ζήσεις ως του χρόνου για να αισθανθείς το αλάτι της θάλασσας να σου ψήνει το κορμί, και να διαπιστώνεις ότι πάλι δε βρήκες τρόπο να περάσεις καλά και να χαρείς τις ομορφιές της ζωής.

Το να καταφέρουμε να περνάμε όμορφα, είναι πολύ δύσκολο. Ίσως να συνιστά μια από τις σπουδαίες κατακτήσεις του ανθρώπου.

Σαν τις σχέσεις που ενώ κατά βάθος μπορούμε να δείξουμε στον άλλο τις πιο καλές μας πλευρές και να περάσουμε πολύ όμορφα μαζί του, αντ' αυτού επιλέγουμε να του κάνουμε πατητές στα πιο σκοτεινά μας νερά, να μάθει μόνο το χάλι που κουβαλάμε: τον φόβο, τον πόνο, τη γκρίνια, το μίσος, τον φθόνο, τον αρνητισμό.

Και μένουμε στο τέλος και οι δύο στερημένοι: εκείνος με την υπόσχεση ότι κάποτε θα τον αγαπήσουμε κι εμείς με την πεποίθηση πως κάποτε θα έρθει η σωστή ώρα για να δείξουμε την αγάπη, το νοιάξιμο, τη φροντίδα μας.

Μέχρι που κάποτε τελειώνει η στιγμή, το καλοκαίρι, οι άνθρωποι και η σωστή ώρα δεν έρχεται ποτέ - το μόνο που έρχεται είναι η συνειδητοποίηση πως κάθε ώρα ήταν σωστή πριν το τέλος.

Το σύγχρονο debate για τη θεωρία του Μύθου του Ιησού

Η παρούσα εργασία επιχειρηματολογεί κατά της ιστορικότητας του Ιησού. Aρχικά εξετάζω δύο βασικά επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται για να εδραιώσουν την ιστορική του ύπαρξη: τα αφηγήματα της σταύρωσης και οι υποτιθέμενες αναφορές στον Ιησού από τον Ιώσηπο. Μετά δείχνω γιατί αυτά τα επιχειρήματα αποτυγχάνουν να σταθούν και πόσο από το υλικό των Ευαγγελίων προέρχεται όχι από τα υποτιθέμενα γεγονότα της ζωής του Ιησού, αλλά από αναδιαμορφωμένες ιστορίες που παρουσιάζει στα έργα του ο Ιώσηπος.

Σύμφωνα με τους Χριστιανούς απολογητές, όπως ο William Lane Craig (2008), αλλά και με τους κοσμικούς μελετητές όπως ο Bart Ehrman (2013), η ιστορικότητα του Ιησού μπορεί να καταδειχθεί από τις περιγραφές της σταύρωσης, καθώς και τις αναφορές από τον Εβραίο ιστορικό Ιώσηπο. Αν και οι Εhrman και Craig (αγνωστικιστής και χριστιανός αντίστοιχα), διαφωνούν για την ανάσταση του Ιησού, και οι δύο συμφωνούν στο ζήτημα των περιγραφών της σταύρωσης του Ιησού.

Kαι οι δύο συμφωνούν πως η αφήγηση της σταύρωσης και του θανάτου του Ιησού αντιτίθεται σε τέτοιο βαθμό σε αυτά που πίστευαν οι Εβραίοι του 1ου αιώνα για τον αναμενόμενο μεσσία, που είναι φύσει αδύνατο να δεχτούμε πως οι πρώτοι ακόλουθοι του Ιησού επινόησαν μια τέτοια ιστορία.

Ο Erhman σημειώνει: “Ποιος θα επινοούσε την ιδέα ενός εσταυρωμένου Μεσσία; Κανένας Εβραίος που γνωρίζουμε δεν θα ακολουθούσε έναν εσταυρωμένο εγκληματία. Αυτό είναι χειρότερο από τρέλα. Είναι μια προσβολή στον Θεό, βλάσφημο. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε ο Παύλος.” Ο Εrhman, τότε, κάνει μια σύγκριση μεταξύ της ιδέας ενός εσταυρωμένου εγκληματία που είναι ο μεσσίας και του David Koresh ((1959-1993) Aμερικάνος ηγέτης παραθρησκευτικής οργάνωσης που η σταδιοδρομία του κατέληξε σε μακελειό) που είναι ο εκλεκτός του Θεού. Κάπως έτσι, σύμφωνα με τον Ehrman, δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε έναν ιστορικό Ιησού.

Ο Ehrman μας παραπέμπει στο Κατά Μάρκον Ευαγγέλιο, που θεωρείται πώς γράφτηκε πρώτο από τα τέσσερα Ευαγγέλια, όπως και στην υποθετική πηγή “Q”, για να καταδείξει πώς η περιγραφή του θανάτου του Ιησού εμφανίζεται πολύ νωρίς μετά τον θάνατό του, μέσα σε μια γενιά από το γεγονός, αντί να εμφανιστεί αρκετά αργότερα σαν θρύλος.

Όπως σημειώνει ο Ehrman: Η πραγματικότητα φαίνεται να είναι πώς αυτές οι ιστορίες για τον Ιησού ήταν στην κυκλοφορία για αρκετό καιρό, όχι μόνο πριν την εμφάνιση των Ευαγγελίων, αλλά πριν ακόμα εμφανιστούν οι ίδιες οι πηγές τους. Αν οι μελετητές έχουν δίκιο πως η πηγή Q και ο πυρήνας του Ευαγγελίου του Θωμά, για να φέρω δύο παραδείγματα, χρονολογούνται στην δεκαετία του 50, και βασίστηκαν σε προφορικές παραδόσεις που ήταν ήδη στην κυκλοφορία για καιρό, πόσο πίσω πάνε αυτές οι παραδόσεις; Όποιος πιστεύει πως ο Ιησούς υπήρξε δεν έχει πρόβλημα να απαντήσει σ’αυτήν την ερώτηση: πηγαίνουν πίσω στα πράγματα που ο Ιησούς είπε και έκανε κατά την διάρκεια του δημόσιου βίου του, κάπου στα έτη 29 ή 30.

Αν και αυτό ακούγεται πειστικό, θα διαφωνήσω πως είναι αυτονόητος ο ισχυρισμός πώς ο Ιησούς όντως σταυρώθηκε. Λάβετε υπόψη το επόμενο επιχείρημα, τις αναφορές στον Ιησού από τον Ιώσηπο.

Ο Ehrman σημειώνει πως παρόλο που ο Ιώσηπος δεν απέσπασε τις πληροφορίες του για τον Ιησού διαβάζοντας τα Ευαγγέλια, είχε πληροφορίες που μας παρέχουν μια έμμεση απόδειξη για την ύπαρξη του Ιησού. Ο Ehrman παραθέτει αυτό που εκείνος θεωρεί ως την “γνήσια” εκδοχή του Ιώσηπου για τον Ιησού: ” Εκείνο τον καιρό, υπήρξε ο Ιησούς, ένας σοφός άνθρωπος… Και μέχρι σήμερα η φυλή των Χριστιανών που πήραν το όνομά τους απ’ αυτόν, συνεχίζει να επιβιώνει .” Θα δείξω μετά γιατί αυτό είναι ανεπαρκές. Προς το παρόν είναι σημαντικό να προσέξουμε πως Χριστιανοί και αγνωστικιστές ιστορικοί θεωρούν το χωρίο του Ιώσηπου ως απόδειξη για την ύπαρξη του Ιησού.

Το πρόβλημα με την χρήση της αναφοράς του Ιώσηπου σαν επιχείρημα για την ιστορικότητα του Ιησού είναι ότι δεν αποδεικνύει τίποτα. Δεν θα υποστηρίξω πως ο Ιώσηπος δεν έγραψε το απόσπασμα. Δεν είναι απαραίτητο αυτό. Σκεφτείτε όμως μια αναλογία: Πηγαίνετε σε οποιαδήποτε εκκλησία στον κόσμο και δείτε τις αφηγήσεις γύρω από την ζωή του Ιησού. Ο Ιώσηπος δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αυτές τις ιστορίες για τον Ιησού μέσω άμεσης έρευνας (ρωτώντας αυτόπτες μάρτυρες, ακόλουθους του Ιησού κλπ) περισσότερο απ’ ότι ένας αναγνώστης μιας εφημερίδας.

Όπως ο ίδιος ο Ehrman παραδέχτηκε, ο Ιώσηπος πήρε την πληροφορία για τον Ιησού όχι από αυτόπτες μάρτυρες ή άμεσους ακολούθους του (έζησε μετά τον θάνατό τους) αλλά από προφορικές ιστορίες που ήταν στην κυκλοφορία. Το επιχείρημα του Ehrman είναι πως ο Ιώσηπος, που έζησε προς το τέλος του 1ου αιώνα, πήρε τις πληροφορίες από έγκυρες πηγές ώστε να είναι αρκετά πεπεισμένος πως υπήρξε. Αυτό δεν βγάζει κάπου. Όπως ανέφερα πριν, ο Ιώσηπος έζησε σε μια διαφορετική χρονική γραμμή από τον Ιησού ώστε να μπορεί να αξιολογήσει απ’ευθείας αυτές τις ιστορίες. Ο Ehrman ο ίδιος μας λέει: ” Δεν υπάρχει τίποτα που να προτείνει ότι ο Ιώσηπος… έκανε οποιαδήποτε προκαταρκτική έρευνα για την ζωή του Ιησού εξετάζοντας τα ρωμαϊκά αρχεία (που δεν υπήρχαν)”.

Η περιγραφή της σταύρωσης, συμπεριλαμβανομένης της αφήγησης του πάθους, μαζί με τις ανακρίσεις και τις δίκες, φαίνεται σαν μια αναδιαμόρφωση της ζωής του Ιησού Μπεν Ανανία στον Εβραϊκό Πόλεμο του Ιώσηπου. Ο Ιησούς Μπεν Ανανίας ήταν ένας προφήτης που σκοτώθηκε από έναν Ρωμαίο στρατιώτη. Ο τελευταίος του έριξε μια πέτρα στο κεφάλι σκοτώνοντάς τον ακαριαία. Στο Κατα Ιωάννη Ευαγγέλιο (19:34), ένας από τους στρατιώτες λογχίζει στα πλευρά τον Ιησού. Πριν απ’ αυτό, ο Ιησούς Μπεν Ανανίας δίδασκε συχνά στην Ιερουσαλήμ προβλέποντας την καταστροφή του Ναού λόγω της διαφθοράς του. Δύο χρόνια μετά, ο Ναός ισοπεδώθηκε. Ακούγεται γνώριμο; Μερικοί μελετητές, τώρα, πιστεύουν πως το Ευαγγέλιο του Μάρκου θα πρέπει να συντάχθηκε κάπου μετά το 70 μ.α.χ.χ. Μπορείς να βρεις τους λόγους για μια τέτοια θέση μέσα στο ίδιο το Ευαγγέλιο. Ο Ιησούς προβλέπει πως η γενιά του θα δει τον ερχομό της Βασιλείας του θεού (16:28), λέγοντας στον Μάρκο 13:13 πως “Μόνο ο Πατέρας γνωρίζει” πότε θα συμβεί ο Αρμαγεδδώνας.

Ο Ναός είχε ήδη καταστραφεί την εποχή που γράφονταν το Ευαγγέλιο (θυμηθείτε πως τα Ευαγγέλια γράφτηκαν από ελληνόφωνους και όχι αυτόπτες μάρτυρες). Λάβετε υπόψη τα λόγια που ο Ιώσηπος αποδίδει στον Ιησού Μπεν Ανανία: “Μια φωνή από την Ανατολή, μια φωνή από την Δύση, μια φωνή από τους τέσσερις ανέμους, μια φωνή κατά της Ιερουσαλήμ και του αγίου οίκου, μια φωνή ενάντια στους γαμπρούς και τις νύφες, και μια φωνή εναντίον όλου του λαού” (Ιώσηπος, Πόλεμος, 6:3). Θυμάστε τα λόγια του Ιησού στον Ματθαίο 25:6;

Λέει: ” Κατά τα μεσάνυχτα ακούστηκε μια φωνή: Έρχεται ο γαμπρός, βγείτε να τον προϋπαντήσετε” Και οι δύο χρησιμοποιούν τον συμβολισμό του γαμπρού για το τέλος της Ιερουσαλήμ. Η μόνη διαφορά, ασήμαντη κατά την γνώμη μου, είναι πως ο Μπεν Ανανίας λέει πως η φωνή (υποτίθεται του Θεού) είναι εναντίον του γαμπρού. Πριν τον θάνατό του, ο Μπεν Ανανίας συνελήφθη και μετά αφέθηκε ελεύθερος. Εδώ έχουμε έναν άνθρωπο με σχεδόν τα ίδια χαρακτηριστικά με τον Ιησού. Ο Μπεν Ανανίας σκοτώνεται από έναν Ρωμαίο στρατιώτη. Ο Ιησούς λογχίζεται από έναν στρατιώτη, αν και αφού πέθανε. Εδώ έχουμε ένα ζήτημα. Δεν έχουμε λόγο να πιστεύουμε πως το τελευταίο αυτό γεγονός πραγματικά συνέβη.

O Iωάννης 19:34 μας πληροφορεί ότι Ιησούς καρφώθηκε με μια λόγχη μόλις οι στρατιώτες διαπίστωσαν τον θάνατό του. Αυτό το γεγονός δεν συνέβη. Δεν μπορώ να φανταστώ πως κάποιος που έχει σώας τα φρένας θα έκανε κάτι τέτοιο. Δεν έχει νόημα να καρφώσεις κάποιον ενώ ξέρεις ότι είναι νεκρός. Ο συγγραφέας (-εις) του Ευαγγελίου το εισήγαγε αυτό για να εκπληρωθεί ένα δυσνόητο εδάφιο από την Παλαιά Διαθήκη (Ψαλμός 34:20). Φαίνεται πιο πιθανό ο συγγραφέας (-εις) να χρησιμοποίησε το αφηγηματικό πλαίσιο του Ιησού Μπεν Ανανία και να τροποποίησε την ιστορία για να την κάνει πιο ενδιαφέρουσα.

Οι πιθανότητες είναι συχνά το βασικό εργαλείο του ιστορικού. Βλέπουμε ήρωες από άλλες θρησκείες όπως ο Βούδας να παραλλάσονται σε χριστιανούς Αγίους. Η ζωή του Ινδού θεού (ίσως ένας πρώην γκουρού) Swaminarayan βασίστηκε απ’ ευθείας στη ζωή του Κρίσνα από το Μπαγκαβάτα Πουράνα. Δεν υπάρχει λόγος να θεωρήσουμε πως η περίπτωση του Ιησού ήταν εξαίρεση. Οι ήρωες και οι θεοί έχουν τις ιστορίες τους να εξελίσσονται συνεχώς, καθώς οι άνθρωποι βελτιώνουν τα πιστεύω και τις πρακτικές τους. Το γνωρίζουμε τόσο από την συγκριτική θρησκειολογία, όσο και από την πολιτισμική ανθρωπολογία. Τώρα ακολουθεί το επόμενο επιχείρημα μου.

H ιστορία του Ιησού Μπεν Ανανία αναδιαμορφώθηκε εξαιτίας της εισαγωγής του εγκληματία Βαραββά. Θυμηθείτε ότι ο Μπεν Ανανίας σκοτώθηκε κατά την πολιορκία του Ναού της Ιερουσαλήμ. Ο Ιησούς προκάλεσε ταραχές στον Ναό την τελευταία εβδομάδα της ζωής του. Τι γίνεται όμως με τον Βαραββά; Ήταν ένας δολοφόνος Ρωμαίων στρατιωτών. Ο Ehrman παραπέμπει σε κάποια χειρόγραφα του Ματθαίου, όπου ο Βαραββάς αποκαλείται “Ιησούς Βαραββάς”. Το Βαραββάς είναι ένα ψεύτικο όνομα γιατί σημαίνει “Υιός του Πατέρα”. Οπως σημειώνει ο Ehrman : “Τώρα η αντίθεση είναι πιο έντονη: ποιο είδος Ιησού ζητούν οι Εβραίοι; Ποιος Ιησούς, υιός του Πατέρα, προτιμάται; Σ’ αυτή την περιγραφή οι Εβραίοι περνάνε στην ιστορία επιλέγοντας τον λάθος Ιησού. Αλλά για τους συγγραφείς των Ευαγγελίων αυτό συμβαίνει επειδή οι Εβραίοι πάντα σφάλλουν και αντιμάχονται το θέλημα του Θεού”. Τώρα, εκτός αν κάποιος θέλει να διαπράξει το λογικό σφάλμα της “ειδικής έκκλησης”, είμαστε αναγκασμένοι να δούμε το γεγονός σαν μια έξυπνη αφηγηματική κατασκευή, χωρίς καμία βάση στην ιστορική πραγματικότητα. Ας εξετάσουμε τώρα μια άλλη υπόθεση.

Υποθέστε πως αυτοί οι δύο άντρες όντως υπήρξαν. Φαίνεται πιο πιθανό πώς ο Ιησούς και ο Βαραββάς εμπλέκονταν σε κάποια επανάσταση και τελικά είχαν την ατυχία να καταλήξουν σε δίκη. Αυτό σκιαγραφεί τον Ιησού σαν έναν αρχαίο Τζιχαντιστή, όχι σαν έναν δάσκαλο τύπου Γκάντι. Ωστόσο, η απεικόνιση του τυρανικού Πιλάτου ως ενός δειλού που υποκύπτει στις απαιτήσεις του όχλου και σε ένα άγνωστο έθιμο (ανήκουστο έξω απο τα Ευαγγέλια), όπου φυλακισμένοι απελευθερώνονται το Πάσχα, μας δίνει λόγους να πιστέψουμε πως και οι δύο αυτοί άντρες είναι αναδιαμορφωμένοι χαρακτήρες απο την ιστορία του Μπεν Ανανία. Οι συγγραφείς των Ευαγγελίων, ειδικά ο Ιωάννης, διαστρεβλώνουν τις εβραϊκές συνήθειες. Ο Λουκάς 13:10 και ο Μάρκος 1:3-6 ισχυρίζονται πως οι Εβραίοι ηγέτες εξοργίστηκαν επειδή ο Ιησούς θεράπευε το Σάββατο. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη σε κάποια αρχαία πηγή ότι ήταν παράνομο να γίνονται θεραπείες τα Σάββατα. Ο σκοπός αυτών των “αχυράνθρωπων” (δηλαδή κατηγορίες που δεν βασίζονται στην πραγματικότητα) ήταν να μεταφερθεί η ευθύνη για τον θάνατο του Ιησού απο τους Ρωμαίους στους Εβραίους. Οι συγγραφείς των Ευαγγελίων θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε πώς ήταν η υποτιθέμενη βλασφημία του Ιησού για το ότι είναι ο Υιός του θεού που τον σκότωσε και όχι η πρόκληση μιας βίαιης επανάστασης. Ο Ehrman παραθέτει τα “Απόκρυφα του Πιλάτου” (30-32) για να υπογραμμίσει την αυξανόμενη συμπάθεια των Ευαγγελιστών προς το πρόσωπο του Πιλάτου και την μεγέθυνση της ευθύνης για τον θάνατο του Θεού που τώρα μεταφέρεται στους Εβραίους.

Ο λόγος που υπογραμμίζω αυτήν την αντίθεση είναι για να καταδείξω πόσο απομακρυσμένα ήταν τα πρώτα Ευαγγέλια απο οποιονδήποτε ιστορικό Ιησού. Τόσο απομακρυσμένα, που δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το ποιες πληροφορίες σχετικά μ’αυτόν είναι ακριβείς. Συνεπώς η απόρριψη μιας τέτοιας ιστορικής φιγούρας δεν είναι αδικαιολόγητη. Θυμηθείτε πως το Ευαγγέλιο του Μάρκου είναι το πιο πρώιμο (κάπου γύρω στα 70 μ.α.χ.χ) και βρίθει ανακριβειών σχετικά με τις συνήθειες τόσο των Εβραίων, όσο και του Πιλάτου. Δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια βάση για να σταθεί ο κάθε υποστηρικτής της ιστορικότητας. Ο Ehrman πάλι τονίζει οτι οι συγγραφείς των Ευαγγελίων “δεν ήταν προσωπικοί ακόλουθοι του Ιησού. Δεν ήταν κάν απο την ίδια χώρα.”. Δεν γνωρίζω άλλον ιδρυτή θρησκείας που οι βασικοί του βιογράφοι να ήταν απο άλλη χώρα. Ο Κρίσνα, ο Σουαμιναραγιάν, ο Σαϊ Μπάμπα, ο Μωάμεθ, ο Μωυσής, ο Λάο Τσε κλπ, όλοι τους είχαν τις αρχικές βιογραφίες τους γραμμένες στην μητρική τους γλώσσα απο συμπατριώτες τους. Ο Ιησούς είναι η μόνη εξαίρεση απ’όσο γνωρίζω.

Τελικά πιστεύω πώς η επίκληση μιας προφορικής παράδοσης από τον Ehrman είναι ταυτόχρονα και η αναίρεσή του. Θυμηθείτε πως ο Ehrman θεωρεί ότι αυτές οι προφορικές παραδόσεις διατηρούν τον βασικό κορμό της ζωής του Ιησού. Μπορεί να σφάλλουν για τις περισσότερες λεπτομέρειες της ζωής του (ή ίσως όλες), αλλά τουλάχιστον είναι πιστές στο βασικό πλαίσιο. Ο Ehrman παραθέτει μια μελέτη της Susan Clyde για να δείξει πως οι ψεύτικες αναμνήσεις μπορούν να εμφυτευτούν σε ένα άτομο. Η Clancy χρησιμοποιεί το παράδειγμα των απαγωγών απο ΑΤΙΑ για να δείξει πόσο εύκολα εμφυτεύονται ψεύτικες αναμνήσεις στο μυαλό ενός ατόμου. Παραδόξως ο Ehrman δεν βλέπει αυτούς τους παραλληλισμούς για τον κορμό της Ευαγγελικής αφήγησης. Αν ο κορμός των περιγραφών των απαγωγών είναι λάθος, τότε γιατί να μην ισχύει το ίδιο και για την περίπτωση του Ιησού; Ο Ehrman θεωρεί πώς έχει έτοιμη την απάντηση. Υποστηρίζει πως “σχεδόν όλοι οι μελετητές θα συμφωνούσαν πώς κάποιες κομβικές αναμνήσεις απο την τελευταία εβδομάδα του Ιησού θα πρέπει να είναι ακριβείς. Αυτές οι αναμνήσεις καταγράφηκαν ανεξάρτητα, απο διαφορετικές πηγές, και δεν συντηρήθηκαν στην μνήμη με έναν επιβλαβή τρόπο….επιπλέον, δεν υπάρχει κάτι εγγενώς απίθανο σχετικά μ’ αυτές.” Ο Ehrman παραθέτει την σύλληψη στον Κήπο της Γεσθημανής σαν μία απο αυτές τις αναμνήσεις. Εδειξα πιο πάνω γιατί δεν πρέπει να δεχτούμε αυτήν την αφήγηση. Δεν ταιριάζει μ’αυτά που γνωρίζουμε για τον τρόπο λειτουργίας των στρατιωτικών ηγετών της εποχής, ούτε βγάζει νόημα πως “οι Εβραίοι” θα περίμεναν ο Ιησούς να φύγει απο τον αυλόγυρο του Ναού και να συλληφθεί την στιγμή που θα ήταν μόνος στον κήπο με τους μαθητές του. Αυτή η αφήγηση είναι φανταστική.

Δεν υπάρχει τίποτα εγγενώς απίθανο για μερικές “γενικές ιδέες” για την ζωή του Οσιρι (ήταν βασιλιάς, είχε γυναίκα κλπ), όμως κανένας ιστορικός δεν πιστεύει πως υπήρξε μια τέτοια μορφή. Αλλο παράδειγμα κεντρικών αναμνήσεων που ο Ehrman θεωρεί πώς είναι κοινώς αποδεκτές απο τους μελετητές είναι η σταύρωση του Ιησού “ανάμεσα σε δύο ληστές”. Το πρόβλημα είναι οτι ο Λουκάς και ο Μάρκος δίνουν δύο αντικρουόμενες περιγραφές επάνω σε αυτό. Ο Λουκάς 23:39 λέει πως μόνο ένας ληστής χλεύασε τον Ιησού. Ο Ματθαίος 27:44 λέει πως τον χλεύασαν και οι δύο. Οι συγγραφείς αυτών των αφηγήσεων δεν βρίσκονταν στην Παλαιστίνη για να είναι μάρτυρες. Ούτε ήταν κάποιος απο τους μαθητές. Δεν έχουμε πληροφορία για το ποιος κρατούσε σημειώσεις ή πώς κυκλοφόρησε αυτή η αφήγηση. Μπορούμε να αποκλείσουμε τον Λουκά από την στιγμή που αναφέρεται ξεκάθαρα σε ένα ουράνιο βασίλειο όπου θα κατοικούσε ο ληστής μαζί με τον Ιησού, αντίθετα με την προηγούμενη αφήγηση στον Μάρκο όπου ο Ιησούς κυρήττει πώς η Βασιλεία του Θεού θα ήταν φυσικής δομής. Ο Ιωάννης αφήνει εντελώς απ’ έξω αυτό το γεγονός. Αυτό σημαίνει ότι δύο απο τα τέσσερα Ευαγγέλια δεν παρέχουν ακριβείς πληροφορίες γι’ αυτό το συμβάν (στην περίπτωση του Ιωάννη καθόλου). Μπορούμε επίσης να αποκλείσουμε και τον Ματθαίο γιατί είναι απίθανο οι Εβραίοι ηγέτες να προσβλήθηκαν απο τον ισχυρισμό του Ιησού οτι είναι Υιός του Θεού. Αυτό δεν θεωρείται προσβολή ακόμα και σήμερα. Αυτός ο τίτλος χρησιμοποιούνταν απο πολλούς χαρακτήρες της Παλαιάς Διαθήκης, όπως ο Δαβίδ (Ψαλμός 2:7). Στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη ο Ιησούς είναι πλέον πλήρως θεοποιημένος (Ιωαν.3:16). Ο Ματθαίος δανείστηκε την αφήγηση απο τον Μάρκο 15:28:32, όπου λέγεται πώς ο Ιησούς εκπλήρωσε μια αρχαία προφητεία. Φυσικά η τολμηρή προφητεία θα μπορούσε να μετακινηθεί απο το αρχικό ιστορικό της πλαίσιο και να εφαρμοστεί στον οποιονδήποτε. Οι δύο ληστές που σταυρώθηκαν με τον Ιησού δεν υπήρξαν. Είναι λογοτεχνικές κατασκευές. Οι δημιουργοί αυτής της αφήγησης είχαν θεολογικά κίνητρα προκειμένου να διατυπώσουν την ύπαρξη άλλων εγκληματιών, όπως ο προαναφερθείς Βαραββάς. Αντίθετα με τα λεγόμενα του Εhrman και άλλων, αυτό απέχει από το να είναι ακριβής ανάμνηση.

Μπορεί να υπάρχει κάποια απόδειξη για τον ιστορικό Ιησού στα γραπτά άλλων Ρωμαίων ιστορικών; Σύμφωνα με τον John Dominic Crossan (2012), υπάρχει επαρκής απόδειξη στα γραπτά του Ρωμαίου Τάκιτου. Ο Crossan διασπά την περιγραφή του Χριστιανισμού απο τον Τάκιτο σε μερικά βασικά σημεία (Annals 15.44): “Κίνημα: Christus, το όνομα του ιδρυτή, Εκτέλεση: ποινή θανάτου επι βασιλείας του Τιβέριου απο τον προκουράτορα Πόντιο Πιλάτο… Εξάπλωση: Οχι τόσο στην Ιουδαία αλλά στην ίδια την πρωτεύουσα”.

Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να σκεφτούμε πως αυτό το απόσπασμα ήταν μια ύστερη χριστιανική προσθήκη. Πρώτα απ ‘όλα, όπως ο ίδιος ο Ehrman σημείωσε, ο Πιλάτος δεν ήταν προκουράτορας της Ιουδαίας αλλά πρεφέκτος. Η διαφορά είναι σημαντική. Οπως εξηγεί ο Ehrman, o πρεφέκτος ήταν υπεύθυνος για μια μεγαλύτερη περιοχή απ’ ότι ο προκουράτορας. Οπως σημειώνει ο Ray Downing δεν ήταν μέχρι το έτος 41 μ.α.χ.χ, όταν ο τίτλος άλλαξε απο “πρεφέκτος” σε “προκουράτορας”. Ο Τάκιτος κάνει λάθος με τον τίτλο του Πιλάτου. Θα μπορούσαμε βέβαια να του συγχωρήσουμε αυτό το λάθος (γράφει στα 110 μ.α.χ.χ), μόνο αν δεχτούμε πως δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αυτήν την πληροφορία. Αντίθετα με τον Ιώσηπο, που τουλάχιστον έγραφε στον πρώτο αιώνα, ο Τάκιτος γράφει σχεδόν εκατό χρόνια μετά την υποτιθέμενη σταύρωση.

Ο Robert Van E.Voorst πιστεύει οτι ο Ρωμαίος ιστορικός Σουητώνιος παρέχει αποδείξεις για έναν ιστορικό Ιησού. Η πλήρης περιγραφή του Σουητώνιου στις Ζωές των Καισάρων είναι: “Αυτός (ο Κλαύδιος) απέβαλε τους Εβραίους απο την Ρώμη, διότι συνεχώς προκαλούσαν ταραχές υποκινούμενοι απο έναν Chrestus.” (30). Tα προβλήματα με το απόσπασμα είναι ξεκάθαρα. Πρώτα απ’όλα ο Σουητώνιος γράφει το όνομα λάθος. Ωστόσο ο Van Voorst υποστηρίζει πως “Παρόμοιες ηχητικά λέξεις τον οδήγησαν στο να διαβάσει το Christus σαν Chrestus. Η διαρκής κοινωνική ανησυχία γύρω απο αυτόν τον Christus ανάγκασαν τον Κλαύδιο να καταδιώξει αυτούς τους ταραξίες. Απο την αρχική παρανόηση προέκυψε η ιδέα οτι αυτός ο Chrestus ήταν παρών στην Ρώμη του 40”. (σελ 39). Υπάρχουν και εδώ προβλήματα.

Ο Robert M Price (2013) σημειώνει στην κριτική του στον Voorst “…κάποιος συμπλήρωσε ένα ιστορικό κενό με υποθέσεις πάνω στο τι είδους άτομο, και κάτω απο ποιες συνθήκες, θα πρέπει να ανταποκρίνονταν σε ένα απλό όνομα που είχε γίνει θρησκευτικά αμφιλεγόμενο.” Οπως παρατηρεί νωρίτερα στην ίδια σελίδα: “Τι μπορεί να σημαίνει που ο Σουητώνιος αναφέρει τον Χριστιανικό Ιησού, όταν εξαρχής δεν γνωρίζει το όνομα σωστά, το τοποθετεί σε λάθος μέρος, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, και σε ένα εντελώς διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο;”.

Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιούν συχνά οι απολογητές με τους κοσμικούς ιστορικούς είναι το “επιχείρημα απο το consensus” αλλά αυτό λέγεται και “επίκληση στην αυθεντία”. Ο Ehrman δηλώνει: “Αυτός (ο Ιησούς) σίγουρα υπήρξε, όπως σχεδόν κάθε ικανός μελετητής της αρχαιότητας, Χριστιανός ή μη, συμφωνεί, βασιζόμενος σε συγκεκριμένες και καθαρές αποδείξεις“. Οπως τόνισε ο Frank Zindler (2013), oι περισσότεροι απ’αυτούς τους “ικανούς μελετητές” ήταν ήδη πεπεισμένοι για την ιστορικότητα του Ιησού και, σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις, για την θεϊκότητα του επίσης.

Ο Ζindler επίσης σημειώνει για την περίπτωση του Erhman, ότι ο τελευταίος δεν έλαβε ποτέ κοσμική εκπαίδευση στην ιστορία πριν γίνει αυθεντία στον τομέα του ιστορικού Ιησού. Ο Εrhman, λέει ο Zindler, φοίτησε σε τρία σχολεία (Moody, Wheaton, και Princeton Theological Seminary) όπου οι φοιτητές ήταν υποχρεωμένοι να υπογράψουν δηλώσεις πίστης επί ποινή αποβολής. Αυτό, τονίζει ο Zindler, δεν είναι σε καμία περίπτωση το ιδανικό περιβάλλον για την αντικειμενική μελέτη του ιστορικού Ιησού. Κάποιος θα συμπεράνει πως αρκετοί απ’αυτούς τους μελετητές δεν κατείχαν ποτέ τα κατάληλα επιστημονικά/ιστοριογραφικά εργαλεία εξ αρχής. Αρα, δεν μπορούμε να τους εμπιστευτούμε σαν “ικανούς μελετητές” πάνω στο θέμα.

Συμπερασματικά

Ξεκίνησα παρουσιάζοντας τα επιχειρήματα του Erhman για έναν ιστορικό Ιησού, πρώτα λαμβάνοντας υπόψη τις αφηγήσεις της σταύρωσης καθώς και τις αναφορές στον Ιησού απο τον Εβραίο ιστορικό Ιώσηπο. Μετά έδειξα γιατί αποτυγχάνουν αυτά τα επιχειρήματα. Επιχειρηματολόγησα υπέρ της άποψης που θέλει τον Ιησού ως μια αναδιαμορφωμένη εκδοχή του αποκαλυπτικού προφήτη Ιησού Μπεν Ανανία. Επίσης έλαβα υπόψη το επιχείρημα πώς ο Ιησούς αναφέρεται στα γραπτά του Σουητώνιου και του Τάκιτου. Τέλος έδειξα πως αυτές οι αναφορές είναι προσθήκες χριστιανών. Κατέληξα πως με βάση την θεωρία των πιθανοτήτων, ο Ιησούς δεν υπήρξε ποτέ σαν ιστορική φιγούρα.

ΔΕΣ:

  • Ιστορικότητα του Ιησού
  • Παλαιά Διαθήκη
  • Θεολόγοι για την ιστορικότητα του Ιησού
  • Σύγχρονοι ακαδημαϊκοί μιλούν για την ιστορικότητα του Ιησού και την αξιοπιστία της Καινής Διαθήκης
  • Τα 48 επιχειρήματα των χριστιανών απολογητών για την ιστορικότητα του Ιησού
  • Ιώσηπος, περί Ιησού

  • Ηθικός μαζοχισμός: Τι μας έμαθε ο Προμηθέας

     Όλοι έχουμε ακούσει τον όρο μαζοχισμός. Πολύ πιθανό να έχουμε και μία, περισσότερο, σεξουαλική έννοια στο μυαλό μας για το τι αφορά πράγμα που είναι – εν μέρει – σωστό. Όμως η ηθική με το μαζοχισμό πως συνταιριάζει; Πως γίνεται στην ίδια πρόταση να έχουμε το ήθος μαζί με τη διαστροφή;

    Ας το εξηγήσουμε ετυμολογικά και ας καταλάβουμε ότι – πολύ απλά – ο ηθικός μαζοχισμός είναι αυτός που οδηγεί κάποιον στη θέση του θύματος. Σε αυτή τη θέση, χτίζει την ταυτότητά του όπου κάθε τι που τον πονάει επιβεβαιώνει την ύπαρξή του. Ακριβώς όπως κάνει ένα σπουργίτι χτίζοντας την φωλιά του και κάθε ξυλαράκι που προσθέτει το γδέρνει αλλά ταυτόχρονα κάνει και τη φωλιά πιο ζεστή. Πιο θερμή. Μία αίσθηση, δηλαδή, που με την έντασή της του υπενθυμίζει ότι η φωλιά του είναι αληθινή.

    Πως φτάνει όμως κάποιος στον να μαζοχίζεται ηθικά; Ας γυρίσουμε στην παιδική ηλικία και ας φανταστούμε ένα παιδί το οποίο οι γονείς του δεν το αγαπούν πραγματικά. Αν και – ίσως – να είναι, ενεργά, παρόντες στη ζωή του το παιδί δεν λαμβάνει, αυτή, την συναισθηματική κάλυψη που οφείλει να λάβει. Έτσι, μέρα με τη μέρα, αρχίζει να υποθέτει ότι κάπου φταίει... Κάτι έχει κάνει για να μην το αγαπούν και πρέπει να βρει τρόπο να συγχωρεθεί. Πως όμως θα το κάνει αυτό όταν δεν γνωρίζει τι έκανε; Η λύση θα πρέπει να είναι μία... Θα υποταχθεί απόλυτα όντας υπερβολικά ευγενικό, πειθήνιο και δεχτικό γιατί – αν δεν το κάνει – θα κινδυνεύει να το εγκαταλείψουν!

    Σιγά σιγά, λοιπόν, εξασφαλίζει την ικανοποίηση των γονέων (που στο μυαλό του ισούται με την αγάπη) πληρώνοντας, όμως, ένα μεγάλο τίμημα. Κάθε φορά που υποτάσσεται εμποδίζει την αυθόρμητη έκφραση της προσωπικότητάς του! Για να γίνει περισσότερο κατανοητό σκεφτείτε ένα φυτό και κάθε φορά που θέλει να ανθίσει να πρέπει να μην το κάνει γιατί έτσι θα κλέψει ήλιο από τα υπόλοιπα. Η αυτοτιμωρία του συντελεί στη μείωση του αισθήματος της ενοχής που νιώθει.

    Πως συμπεριφέρεται αυτός ο μαζοχιστής μεγαλώνοντας; Μα με την ίδια υποταχτική προσέγγιση στα πράγματα φυσικά! Η ανάγκη του να γίνει αγαπητός θα τον περάσει μέσα από μία ευγενική, αβρή και αυτοταπεινωτική διαδρομή όπου θα αναζητά την τιμωρία του ίδιου πότε οδηγούμενος στην αποτυχία και πότε αποστρέφοντας τον ίδιο του τον εαυτό. Νιώθει, όμως, ηδονή με την έννοια της ευχαρίστησης; Της ηθικής ικανοποίησης; Δεν γίνεται να μην το κάνει, σωστά; Ακόμα κι αν ο πόνος είναι αυτός που τον εκπληρώνει πρέπει να μετατρέπεται σε πηγή ηδονής – έστω και δευτερογενώς – αλλιώς πιο το όφελος;

    Ας φέρουμε στο νου έναν από τους πιο γνωστούς μύθους της ανθρωπότητας – αυτόν του Προμηθέα. Έκλεψε τη φωτιά από τους Θεούς και την πρόσφερε στην ανθρωπότητα. Αλτρουιστικό, σωστά; Μάλιστα, βασανίστηκε για αυτή του την πράξη από τον πατέρα των Θεών καθώς κάθε μέρα ένας αϊτός κατέτρωγε την σπλήνα του ενώ αυτή αναγεννόταν τη νύχτα ώστε να έχει διάρκεια το μαρτύριό του. Ο μύθος ολοκληρώνεται με την απελευθέρωση του Προμηθέα και την κατάληψη της θέσης του από κάποιον άλλο αφού άπαξ και το μαρτύριο ξεκίνησε θα συνεχίζετο στους αιώνες.

    Τώρα, να δω αν με τη βοήθεια μίας πολύ αγαπημένης μου φιγούρας της ψυχανάλυσης, του Βίλχελμ Ράιχ, μπορώ να του δώσω μία διαφορετική "χροιά". Για τον Ράιχ, ο μαζοχιστής είναι μια αυτοηττώμενη προσωπικότητα. Αναζητά, δηλαδή, και επιδιώκει να βιώνει μία διαρκή ήττα σε επίπεδο προσωπικότητας. Ο Προμηθέας, τάχθηκε υπέρ των ανθρώπων, κλέβοντας τη φλόγα, και αψήφησε το Δία γεγονός που τον κατέστησε δέσμιο και βασανιζόμενο. Παρατηρείται, λοιπόν, η ολιγωρία στο να προβλέψει το κόστος της πράξης του ή – για να το θέσω αλλιώς – το κόστος δεν έμοιαζε να τον επηρεάζει καθόλου κατά την απόφασή του. Ας μην ξεχνάμε ότι ως τιτάνας συντάχθηκε με το μέρος του πατέρα των Θεών και πολέμησε τους ομοίους του γεγονός που μας επιτρέπει σιγά σιγά να δούμε το σχηματισμό ενός μοτίβου στη συμπεριφορά του.

    Ένα από τα πιο έκδηλα χαρακτηριστικά των αυτοηττώμενων προσωπικοτήτων είναι το πρότυπο διαμαρτυρίας και αυτοκαταστροφικότητας το οποίο προβάλλουν. Ακόμα και η πράξη του να γυρίσει την πλάτη δύο φορές τόσο στο γένος του ως Τιτάνας όσο και στο θετό του γένος ως Θεός δείχνει μία αυτουποτίμηση. Ότι, δηλαδή, ίσως ο ίδιος να μην ένιωθε ότι η κοινωνική του θέση τού άξιζε ή αντικατόπτριζε την εικόνα που είχε μέσα του.

    Ως δεσμώτης, ο Προμηθέας υπόκειτο στο μαρτύριο του να κατατρώγονται οι σάρκες του και μέσα από αυτόν τον πόνο και την οδύνη είναι πιθανό να νομιμοποιούσε την ταυτότητά του όπως ακριβώς εξηγήσαμε στην αρχή. Αυτό που γίνεται ενδιαφέρον, εδώ, είναι κάτι το οποίο δεν αναφέραμε μέχρι στιγμής και απαντάει στα ερωτήματα του ποιο ήταν το δευτερογενές του όφελος ή – καλύτερα – που έγκειτο η ηδονή του... Βλέπετε, ο μαζοχιστής, κατατρέχεται από μία ασυνείδητη επιθυμία να βασανίζει τους άλλους μέσω του προσωπικού του πόνου! Ακριβώς σαν μια χύτρα η οποία μέσω της βαλβίδας ασφαλείας της εκτονώνει μέρος του ατμού ώστε η πίεση στο εσωτερικό να μην την συνθλίψει. Για τον Προμηθέα, αυτός ο άλλος δεν ήταν παρά ο Θεός Δίας που τον φυλάκισε. Ο Προμηθέας, υπέφερε βουβά και μέρος αυτής της οδύνης εκφραζόταν στην απόπειρα να αντλήσει το ενδιαφέρον του Δεσμοφύλακά του!

    Τέλος, το ύπατο χαρακτηριστικό των αυτοηττώμενων προσωπικοτήτων είναι η πίστη τους στο μεγαλύτερο όφελος. Ότι, υπομένοντας όλον αυτόν τον πόνο, δηλαδή, ο Προμηθέας επιτύγχανε κάτι σημαντικότερο.

    Ας αφήσουμε τον μύθο πίσω μας, τώρα, και ας αναλογιστούμε τις μυριάδες γυναίκες που γίνονται, συστηματικά, θύματα κακοποίησης από τους συζύγους τους. Σε καμία περίπτωση δεν αγαπούν τη θλίψη ή τον πόνο! Η ανοχή σε αυτή την κακοποίηση βρίσκει ανακούφιση στη πίστη ότι εάν υπομείνουν, αυτό, το μαρτύριο θα επιτύχουν να κρατήσουν το γάμος του και δεν θα εγκαταλειφθούν.

    Για να συνοψίσουμε αλλά και να σταθμίσουμε τα όσα ειπώθηκαν, χωρίς καμία αμφιβολία μπορούμε να παρατηρήσουμε μαζοχιστικές συμπεριφορές στην καθημερινότητα και τους γύρω μας; Συμπεριφορές που προκύπτουν από επιλογές που επιφέρουν ταλαιπωρία, κάματο ή ακόμα και σωματικό πόνο. Ίσως, πίσω από μία χαρούμενη προσωπικότητα που προκαλεί το γέλιο με τις γκάφες της ή το "θάρρος" του να μην φοβάται να τσαλακώσει την εικόνα της να είναι μία ένδειξη αυτοηττώμενου ανθρώπου. Ακόμα και η επίδειξη τρομερής αυτοθυσίας και αλτρουισμού μπορούν να είναι ενδείξεις αφού όσο μεγαλύτερο το κόστος τόσο μεγαλύτερη η αυτοεκτίμηση που επέρχεται.

    Το ερώτημα που προκύπτει, πραγματικά, είναι αν ο μαζοχισμός κρύβεται στη βιολογία – αφού η πλειοψηφία των γονέων θέτει την ευμάρεια των απογόνων του πάνω ακόμα και από την προσωπική τους επιβίωση – ή είναι δυναμικό αποτέλεσμα καλλιεργούμενης συμπεριφοράς όταν πράξεις αυτοκαταστροφής τραβούν το ενδιαφέρον των γύρω μας...

    Ουμπέρτο Έκο: O βλάκας

    «Και ο βλάκας;» «Α! Ο βλάκας δεν κάνει λάθη συμπεριφοράς. Κάνει λάθος συλλογισμούς. Είναι αυτός που λέει ότι όλοι οι σκύλοι είναι κατοικίδια ζώα και όλοι οι σκύλοι γαβγίζουν, όμως και οι γάτοι είναι κατοικίδια ζώα, επομένως γαβγίζουν. Ή ότι όλοι οι Αθηναίοι είναι θνητοί, όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι θνητοί, επομένως όλοι οι κάτοικοι του Πειραιά είναι Αθηναίοι».

    «Πράγμα που ισχύει».

    «Ναι, αλλά συμπτωματικά. Ο βλάκας μπορεί να πει και κάτι σωστό, όμως για λανθασμένους λόγους».

    «Μπορούμε να πούμε λανθασμένα πράγματα, αρκεί οι λόγοι να είναι σωστοί».

    «Κατ’ ανάγκην. Αλλιώς γιατί να πασχίζουμε τόσο να είμαστε έλλογα όντα;»

    «Όλοι οι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, οι άνθρωποι κατάγονται από κατώτερες μορφές ζωής, άρα όλοι οι άνθρωποι είναι μεγάλοι ανθρωπόμορφοι πίθηκοι».

    «Αρκετά καλά. Φτάσαμε ήδη στο κατώφλι όπου υποπτεύεστε ότι κάτι δεν πάει καλά, όμως χρειάζεται λίγη δουλειά για ν’ αποδείξετε τι και γιατί. Ο βλάκας είναι παμπόνηρος. Τον ανόητο τον αναγνωρίζουμε αμέσως (κι ας μη μιλήσουμε για τον κρετίνο), ενώ ο βλάκας κάνει συλλογισμούς περίπου σαν τους δικούς μας, εκτός από κάτι απειροελάχιστο. Είναι δεξιοτέχνης των παραλογισμών. Ένας επιμελητής εκδόσεων δεν έχει σωτηρία, πρέπει ν’ ασχολείται μαζί του ως τον αιώνα τον άπαντα. Εκδίδονται πολλά βιβλία από βλάκες γιατί εκ πρώτης όψεως μας πείθουν. Ο επιμελητής εκδόσεων δεν έχει εκπαιδευτεί ν’ αναγνωρίζει τους βλάκες. Αφού δεν το κάνει η Ακαδημία των Επιστημών, γιατί να το κάνουν οι εκδόσεις;»

    «Δεν το κάνει ούτε η φιλοσοφία. Ο οντολογικός συλλογισμός του Αγίου Ανσέλμου είναι βλακώδης. Ο Θεός οφείλει να υπάρχει επειδή μπορώ να τον συλλάβω ως ον που διαθέτει παν το τέλειο, συμπεριλαμβανομένης και της ύπαρξης. Συγχέει το υπάρχον στη σκέψη με το υπαρκτό στην πραγματικότητα».

    «Ναι, αλλά είναι βλακώδης και η ανασκευή του Γκονιλόν. Μπορώ να σκεφτώ ένα νησί στη θάλασσα ακόμα κι αν αυτό το νησί δεν υπάρχει. Συγχέει τη σκέψη του ικανού με τη σκέψη του αναγκαίου».

    «Διαμάχη μεταξύ βλακών».

    «Βεβαίως, κι ο Θεός διασκεδάζει με την ψυχή του. Θέλησε να παραμείνει ασύλληπτος απλώς για να δείξει ότι ο Ανσέλμος και ο Γκονιλόν ήταν βλάκες. Τι υπέρτατος σκοπός της δημιουργίας, τι λέω, της ίδιας της πράξης χάριν της οποίας απαιτείται ο Θεός. Τα πάντα να στοχεύουν στην καταγγελία της βλακείας του κόσμου».

    «Περιστοιχιζόμαστε από βλάκες».

    «Δεν υπάρχει διαφυγή. Όλοι είναι βλάκες, εκτός από εμάς τους δυο. Ή μάλλον, μην προσβληθείτε, εκτός από σας».

    «Νομίζω ότι εδώ υπεισέρχεται η απόδειξη του Γκέντελ».

    «Δεν ξέρω, είμαι κρετίνος. Πυλάδη!»

    «Μα είναι η σειρά μου».

    «Θα τα μοιράσουμε στο τέλος. Ο Επιμενίδης ο Κρης λέει ότι όλοι οι Κρήτες είναι ψεύτες. Αν το λέει αυτός που είναι Κρης, και γνωρίζει καλά τους Κρήτες, τότε είναι αλήθεια».

    «Αυτό είναι βλακώδες».

    «Απόστολος Παύλος. Επιστολή προς Τίτον. Ακούστε και αυτό: όλοι όσοι πιστεύουν ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης δεν μπορεί παρά να πιστέψουν τους Κρήτες, οι Κρήτες όμως δεν πιστεύουν τους Κρήτες διότι ουδείς Κρης πιστεύει ότι ο Επιμενίδης είναι ψεύτης».

    «Αυτό είναι βλακώδες ή όχι;»

    «Σκεφτείτε το μόνο σας. Σας είπα ότι ο βλαξ δύσκολα εντοπίζεται. Ένας βλάκας μπορεί να πάρει ακόμα και το βραβείο Νόμπελ».

    «Αφήστε με να σκεφτώ. Μερικοί απ’ αυτούς που δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε εφτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές (Θρησκευτικό κίνημα του Προτεσταντισμού στις αρχες του αιώνα μας που αντιτάχθηκε στις εξελίξεις και κήρυττε το αλάνθαστο της Αγίας Γραφής) , όμως ορισμένοι φονταμενταλιστές πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε εφτά ημέρες, επομένως όλοι όσοι δεν πιστεύουν ότι ο Θεός δημιούργησε τον κόσμο σε εφτά ημέρες δεν είναι φονταμενταλιστές. Είναι βλακώδες ή όχι;»

    «Θεέ μου - είναι η ώρα να το πω... Δεν ξέρω. Εσείς τι λέτε;»

    «Οπωσδήποτε είναι, έστω κι αν είναι αληθές. Καταπατά έναν από τους νόμους των συλλογισμών. Δεν συνάγονται καθολικές προτάσεις από δύο επιμέρους».

    «Κι αν είστε εσείς ο βλάκας;»

    «Τότε θα είχα καλή και αιώνια συντροφιά».

    «Ε, ναι, η βλακεία μάς περιβάλλει. Κι ίσως χάρη σ’ ένα λογικό σύστημα, διαφορετικό από το δικό μας, η βλακεία μας να είναι δική τους σοφία. Ολόκληρη η ιστορία της λογικής αποτελεί εξ ορισμού μια έννοια ευάλωτη στη βλακεία. Παραείναι αχανής. Κάθε μεγάλος στοχαστής είναι ο βλάκας κάποιου άλλου».

    «Η σκέψη ως συνεκτική μορφή βλακείας».

    «Όχι. Η βλακεία μιας σκέψης είναι η ασυναρτησία μιας άλλης σκέψης».

    «Εμβριθέστατο. Είναι δύο η ώρα, σε λίγο ο Πυλάδης κλείνει και δε φτάσαμε ακόμα στους τρελούς».

    «Κοντεύω. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις αμέσως. Είναι ένας βλάκας που δεν ξέρει τα κόλπα. Ο βλάκας προσπαθεί να αποδείξει τη θέση του, έχει λογική αλλήθωρη, ωστόσο έχει λογική. Ο τρελός, αντίθετα, δε νοιάζεται για τη λογική, προχωρεί με βραχυκυκλώματα. Γι’ αυτόν, το καθετί αποδεικνύει τα πάντα. Ο τρελός έχει μια έμμονη ιδέα, και οτιδήποτε βρει του κάνει για να την υποστηρίξει. Τον τρελό τον αναγνωρίζεις από τις ελευθερίες που παίρνει μπροστά στο καθήκον της απόδειξης, από την ευκολία με την οποία δέχεται επιφοιτήσεις.
     
    Ουμπέρτο Έκο, Το εκκρεμές του Φουκώ

    Ιουστινιανός & Θεοδώρα: Η ιστορία τους, έξω από τον πολύπλευρο και πολύπλοκο περίγυρό της, έχει τη θέση της σε ένα ανθολόγιο ζευγαριών ερωτικών συμβόλων

    H πρωτεύουσα της βυζαντινής αυτοκρατορίας τον έκτο αιώνα ήταν το εμπορικό και ναυτικό κέντρο του κόσμου. Οι καλοφτιαγμένοι ρωμαϊκοί δρόμοι και γέφυρες, τα καλοτάξιδα πλοία και τα φιλόξενα λιμάνια, οδηγούν δυνάμεις δημιουργικές, φιλόδοξους εμπόρους, δαμασμένους κερδοσκόπους, τυχοδιώκτες και κάθε λογής άτομα, που αναζητούν τύχη στην καλλιέργεια μιας μικρής ιδιοκτησίας ή στην προσφορά φτηνού λαϊκού θεάματος, στην Κωνσταντινούπολη.

    Ο συνετός γηραιός αυτοκράτορας Αναστάσιος, πλούσιος στην ηλικία ο ίδιος, είχε φροντίσει να πλουτίσει και το δημόσιο θησαυροφυλάκιο και να οχυρώσει την Κωνσταντινούπολη κατά των εξωτερικών εχθρών. Ο εσωτερικός, όμως, εχθρός είναι μερικές φορές πιο ύπουλος και πιο επικίνδυνος. Η φυσική φθορά μιας μακράς βασιλείας, η σφιχτή οικονομία και κάποιες ριζωμένες θρησκευτικές διαμάχες, υποδαυλίστηκαν στο λαό, που ξεσηκώθηκε και ζήτησε την απομάκρυνσή του. Ο αυτοκράτορας με τη σωφροσύνη της μακρόχρονης διοικητικής εμπειρίας και την ώριμη αξιοπρέπεια των ογδόντα χρόνων του, δέχτηκε να αποσυρθεί και κάλεσε το λαό να συμφωνήσει στο πρόσωπο που θα τον διαδεχτεί. Η ειρηνική και σοφή του παρέμβαση διέσωσε τον ίδιο και άφησε τη μοίρα να οδηγήσει την τύχη της αυτοκρατορίας. Ο λαός παρακάλεσε να παραμείνει στο θρόνο, ο οποίος έμεινε κενός μόνο μετά το φυσικό αποχωρισμό του από αυτόν και τη ζωή.

    Το πρόβλημα διαδοχής παρέμενε και το θρόνο σφετερίστηκε ένας πρεσβύτης στρατιωτικός και συγκλητικός, ο Ιουστίνος. Τίποτα αξιόλογο δεν χαρακτήριζε το νέο αυτοκράτορα. Αγράμματος και ταπεινής καταγωγής ο ίδιος, από οικογένεια χωρικών της Ιλλυρίας, που είχαν γίνει Ρωμαίοι πολίτες, υπηρέτησε και διακρίθηκε ως στρατιωτικός. Με την αρνητική αυτή εμπειρία του, είχε φροντίσει να συγκεντρώσει κοντά του και να εξασφαλίσει μόρφωση και επαγγελματική θέση στους ανιψιούς του, μεταξύ των οποίων διακρινόταν ο Ιουστινιανός.

    Ο Πέτρος Σαβάτιος Ιουστινιανός διέθετε όλες τις πολιτικές ικανότητες, από τις μηχανορραφίες που βοήθησαν το θείο του στην αναρρίχηση στο θρόνο, μέχρι την οξυδέρκεια και την επιτηδειότητα να κατανοεί και να διεκπεραιώνει τις υποθέσεις του θρόνου αντί του περιορισμένης ικανότητας θείου του, αυτοκράτορα. Με το αξίωμα του υπάτου, καλλιέργησε την υποστήριξη στο πρόσωπό του πολλών αυτοκρατορικών αυλικών, αλλά κυρίως των οργανωμένων σωματείων και συντεχνιών στο χώρο του δημόσιου θεάματος. Στον Ιππόδρομο, που φρόντισε να χρηματοδοτήσει σπάταλα, οι λεγόμενοι «Δήμοι», δηλαδή σωματεία για την οργάνωση θεαμάτων και αγώνων, είχαν τεράστια δύναμη, η οποία εκδηλωνόταν από υποταγμένους οπαδούς κατά τη βούλησή τους. Τη δύναμη αυτή μπορούσαν να στρέψουν απέναντι στο αυτοκρατορικό «κάθισμα», δηλαδή το βασιλικό θεωρείο και να οδηγήσουν τον αυτοκράτορα με καθοδηγούμενη λαϊκή πίεση σε ικανοποίηση αιτημάτων τους. Τη μεγαλύτερη δύναμη εκπροσωπούσε ο «δήμος των Βένετων», στον οποίο αντιπαρατάσσονταν οι «Πράσινοι». Ο Ιουστινιανός εξασφάλισε με πλούσιες παροχές τον έλεγχο των πρώτων και έτσι συγκρότησε ένα σώμα αδίστακτων υποστηρικτών, το οποίο θα μπορούσε να κινήσει ως κατασταλτική δύναμη στρατού, αφού οργανωμένη αντίστοιχη στρατιωτική δύναμη δεν στρατοπέδευε στην Κωνσταντινούπολη.

    Στο χώρο του δημόσιου θεάματος για την τέρψη των θεατών ανάμεσα σε αγώνες ιπποδρομιών προσφερόταν και η άγρια ικανοποίηση στη θέα αιματηρών συγκρούσεων ανθρώπων και ζώων (λιοντάρια, λεοπαρδάλεις, αρκούδες) και η ηδυπαθής γοητεία του προκλητικού γυναικείου χορού και της άσεμνης παντομίμας.

    Μια οικογένεια ήταν συνολικά και ολοκληρωτικά δοσμένη στον επαγγελματικό αυτό χώρο. Ο πατέρας Ακάκιος, από την Κύπρο, είχε επάγγελμα την εκτροφή και εκγύμναση αρκούδων για τους Πράσινους, η μητέρα ήταν ηθοποιός, με την ελευθερία παροχής και άλλης δουλειάς πέραν του επαγγέλματος αυτού και οι τρεις κόρες τους προορίζονταν να συμπληρώνουν το ευάρεστο έργο τους με όποιο εισόδημα θα απέφερε το επάγγελμα της ηθοποιού ή της χορεύτριας και όποιο άλλο ταλέντο τους. Ο πατέρας πέθανε, όταν τα κορίτσια ήταν ακόμη μικρά. Η κενή θέση του αρκτοτρόφου των Πρασίνων και η άδεια αγκαλιά της μητέρας, έπρεπε να πληρωθούν αμέσως με διπλό κέρδος, τη διατήρηση του εισοδήματος και την ικανοποίηση επειγουσών φυσικών επιθυμιών. Όμως, οι Πράσινοι δεν τίμησαν το ηθικό χρέος τους και η νέα οικογένεια αυτομόλησε στον εχθρό και τέθηκε υπό την προστασία των Βένετων.

    Το ταλέντο των κοριτσιών γρήγορα ξεδιπλώθηκε μπροστά στα αδηφάγα βλέμματα των θεατών και οι σαγηνευτικές χορευτικές κινήσεις του σώματός τους ξύπναγαν τις πιο οργιαστικές ορέξεις. Στο πρόσωπο της μιας κόρης, της Θεοδώρας, απάστραπτε η γυναικεία ωραιότητα και η θηλυκότητά της ζωγραφιζόταν στις παθιασμένες κινήσεις της, όταν χόρευε και ζωντάνευε στα χείλη και στις χειρονομίες της και όταν χωρίς καμιά συστολή και με απροκάλυπτη προκλητικότητα, εκτόξευε βωμολοχίες και παρίστανε άσεμνες στάσεις, την ώρα της παντομίμας της, που έκανε τους θεατές να παραληρούν με βακχική έκσταση. Η Αφροδίτη σίγουρα χαιρόταν με την ερεθιστική παρουσία της στο θέατρο της ανδρικής αδηφαγίας, πιθανό όμως όχι και η Τερψιχόρη και η Πολύμνια για το χορό και τη μιμική της.

    Η Θεοδώρα δεν άργησε να γίνει περιζήτητη στα μάτια του κοινού και στόχος της εύνοιας μεταξύ των νέων ευγενών, που έδιναν τα πάντα για τη φυσική απόλαυση του κορμιού της ή πολλά για την απλή συντροφιά της στα συμπόσιά τους. Ο ιστορικός της εποχής δεν δίστασε να χαρακτηρίσει τη γυναίκα Θεοδώρα νυμφομανή και κοινή πόρνη, όμως η αισθητική του κρίση, αυτή που εκστατική μπροστά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας δεν χορταίνει να βλέπει και να εξυμνεί, εκφράζεται με ατέλειωτη γοητεία μπροστά σε ένα άγαλμα της Θεοδώρας:

    «Ωραίο, αλλά δεν αποδίδει την ομορφιά της αυτοκράτειρας, διότι είναι ακατόρθωτον δια τον άνθρωπον να εκφράσει εις λέξεις ή να αποδώσει εις ένα άγαλμα την χάριν της».

    Ο χαρακτηρισμός της πόρνης έχει απονεμηθεί στη Θεοδώρα και από χείλη ιερωμένων, αλλά και από άλλους ιστορικούς και θεολόγους. Μάλιστα οι προφυλάξεις κατά την άσκηση του επαγγέλματός της δεν είχαν αποτρέψει μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη και τη δυσάρεστη γι’ αυτήν παρουσία ενός παιδιού. Η μητέρα δεν ήταν όσο έπρεπε περιποιητική μαζί του και ο ανώνυμος πατέρας για το φόβο και της ζωής του παιδιού ακόμα, το πήρε μαζί του στην Αραβία και αφοσιώθηκε στην ανατροφή του Ιωάννη, όπως το βάπτισε.

    Η όμορφη Θεοδώρα, λοιπόν, μόνο υπόδειγμα αρετής δεν ήταν…Ήταν, όμως πολύ έξυπνη γυναίκα. Η ανασφάλεια της δουλειάς της και τα σωματικά και πνευματικά της χαρίσματα, την ώθησαν να γίνει επίσημη ερωμένη ενός αξιωματούχου, του Εκηβολίου, (ή Εκήβολος ή Εκέβολος), τον οποίο συνόδευσε στη βόρεια Αφρική, όταν διορίστηκε διοικητής της Πενταπόλεως. Φαίνεται, ότι την έδιωξε ή αυτή τον εγκατέλειψε και διέμεινε για λίγο χρόνο στην Αλεξάνδρεια.

    Εκεί, σ’ αυτή την Αλεξάνδρεια της Θαϊδας και της Χρύσιδας, η Θεοδώρα ακολούθησε τα φώτα της προκυμαίας και περπάτησε με τις ζωντανές κόρες ενός άλλου Κεραμεικού, εφάμιλλου εκείνου της Αθήνας, λούστηκε όμως και με ένα άλλο φως με τις γνωριμίες των πιο εκλεκτών εκπροσώπων του μονοφυσιτικού κλήρου.

    Μετά την επιστροφή της στην Κωνσταντινούπολη δεν υπάρχει επικριτικό σχόλιο και φέρεται να κερδίζει την καθημερινή ζωή, εγκαταστημένη σε ένα μικρό σπίτι κοντά στο Παλάτιο, γνέθοντας ή με τις αποταμιεύσεις της ή με κάποια διατροφή που πλήρωνε ο Εκηβόλιος. Φυσικά, δεν θα έμενε κλεισμένη στο σπίτι της και οι δεσμοί της με τους Βένετους δεν είχαν διακοπεί, ενώ πρέπει διπλωματικά και καιροσκοπικά να είχε κάποια επαφή με τους Πράσινους.

    Κάπου εδώ πρέπει να έγινε η γνωριμία με τον Ιουστινιανό. Αυτή ήταν είκοσι δυο ετών, σχεδόν στη μισή ηλικία του. Ένα κοινό στοιχείο τους ήταν, ότι και οι δύο είχαν σπαταλήσει πολύ χρόνο της νεανικής τους ζωής σε διασκεδάσεις.

    Όταν συναντήθηκαν τα βήματα της γοητευτικής γυναίκας και του πολυτάλαντου ανιψιού του αυτοκράτορα, εκείνη φαινόταν να έχει επιλέξει την ήσυχη και νοικοκυρεμένη ζωή και αυτός την αφοσίωση στην πραγματοποίηση των πολιτικών του φιλοδοξιών και την ενασχόληση με τις προσωπικές τον επιλογές γύρω από τη θεολογία, τη φιλολογία, τη φιλοσοφία, τη νομική, την αρχιτεκτονική και τη μουσική. Τα μεγάλα φλογερά μάτια της, που εξέπεμπαν έντονα ζωηρά και σαγηνευτικά βλέμματα γυναίκας έξυπνης και έμπειρης, αιχμαλώτισαν τον Ιουστινιανό. Αυτός με το ωραίο του παράστημα, την ευχάριστη ομιλία και τους ευγενικούς τρόπους του πατρίκιου, που εξελισσόταν με σιγουριά σε αυτοκράτορα, ήταν η ελκυστική παρουσία του ικανού άντρα και η υπόσχεση πραγματοποίησης κάθε επιθυμίας και φιλοδοξίας της.

    Βαθιά ερωτευμένοι και οι δύο ήθελαν να παντρευτούν αμέσως και να διαψεύσουν τους κύκλους των ευγενών, που στοιχημάτιζαν σε βραχύβια ερωτική τους σχέση.

    Εμπόδιο που έπρεπε να ξεπεραστεί ήταν η νομική απαγόρευση γάμου υψηλού αυτοκρατορικού αξιωματούχου με θεατρίνα και η επίμονα αρνητική απέναντι τους στάση της αυτοκράτειρας Ευφημίας. Όταν η Ευφημία πέθανε, η Θεοδώρα μεταπήδησε από την ταπεινή καταγωγή της στη θέση πατρικίας και αμέσως μετά με νόμο του Ιουστίνου ορίστηκε ότι πρώην ηθοποιοί, που εγκατέλειψαν οριστικά την παλαιή τους ζωή και γυναίκες, που έχουν τιμηθεί με υψηλά αξιώματα μπορούν να παντρεύονται άντρες από την ανώτατη τάξη.

    Η «φωτογράφηση» των νεονύμφων προηγήθηκε της τελετής και το νυφικό είχε κοπεί στα μέτρα της Θεοδώρας. Ο γάμος τους, αν και τελέστηκε τρεις ημέρες πριν από το Πάσχα, προκλητικά και αντίθετα σε θεϊκούς και ανθρώπινους κανόνες και παραδόσεις, είχε τις ευλογίες του ίδιου του Πατριάρχη στο Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, που είχε κτιστεί από τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και από όσους συνωστίσθηκαν στην τελετή ούτε ένας πολιτικός ή κληρικός έδειξε να έχει προσβληθεί στο ήθος και την αρετή τον. Σίγουρα ανάμεσα στους ενθουσιώδεις εορταστές θα ήσαν και πολλοί από τους Θεατές της στο Θέατρο και κάποιοι από τους παροδικούς εραστές της.

    Το έτος 527 στο Θρόνο της αυτοκρατορίας εγκαταστάθηκε ο Ιουστινιανός με την Αυγούστα Θεοδώρα στο πλευρό του, μετά από λαμπρή τελετή και μεγαλειώδη πορεία στον Ιππόδρομο ανάμεσα στα πλήθη.

    Μπορεί η αρχική παρουσία της όμορφης νέας, τα πρώτα φλογερά της βλέμματα και τα παιχνιδίσματα της έμπειρης γυναίκας, να άναψαν τη σεξουαλική επιθυμία στο Ιουστινιανό. Η συνέχεια όμως ήταν μια γαληνεμένη αγάπη, που ωρίμαζε μέρα με τη μέρα και αποζητούσε την ολοκλήρωσή της με την απόκτηση ενός παιδιού. Σε αυτό δεν ευτύχησαν, αλλά η προσωπική τους ζωή γέμιζε ευχάριστα με τον ίδιο έρωτα, η οικογενειακή θαλπωρή εξασφαλιζόταν με την πίστη και την αφοσίωση του ενός στον άλλο και τη γαλήνη αυτή δεν διατάραξαν οι άνεμοι και οι θύελλες που χτυπούσαν την αυτοκρατορία. Τα κύματα που κλυδώνιζαν την κοινή πλεύση τους, μπορεί και να τους αφάνιζαν, αν δεν εναλλάσσονταν στο τιμόνι, αν δεν αναγνώριζε ο ένας στον άλλο την ιδιαίτερη ικανότητα, που εξασφάλιζε τη σταθερή πορεία ανάλογα με την περίσταση.

    Εκείνος, χαρισματικός σε πνευματικά προσόντα και ακαταπόνητος σε φυσική αντοχή, αδιάκοπα δραστήριος και επινοητικός, έτοιμος όμως να εγκαταλείψει μπροστά στις μεγάλες δυσκολίες. Εκείνη, ευφυέστατη, αποφασιστική και δυναμική, έγινε το απαραίτητο συμπλήρωμα στην ολοκληρωμένη επιτυχία της συντροφικής πορείας τούς. Το πνευματικό υπόβαθρο του Ιουστινιανού και η διοικητική εμπειρία του, συνενώθηκαν στη σύλληψη μεγαλεπήβολων στόχων , χωρίς όμως την ανήσυχη παρατηρητικότητα και τη ρεαλιστική ευφυΐα της Θεοδώρας, ο προγραμματισμός δε θα κυοφορούσε πράξεις, οι οποίες κατέστησαν την αυτοκρατορία πανίσχυρη εσωτερικά και εξωτερικά και για μεγάλο διάστημα κέντρο της χριστιανικής οικουμένης.

    Η επιλογή των αξιωματούχων ήταν ένας λογικός συγκερασμός προτιμήσεων. Στη χάραξη των πολιτικών στόχων ζύγιζαν με ακρίβεια πλεονεκτήματα και προτεραιότητες. Στη θρησκευτική πολιτική ένα μίγμα εκρηκτικό, με γόμωση αντίθετων προσωπικών πεποιθήσεων και συμπαθειών καθενός και πέραν αυτών των συμβούλων του αυτοκράτορα, του διαιρεμένου λαού και της χριστιανικής εκκλησίας, σε μια αυτοκρατορία που έσερνε από το παρελθόν πολλά προβλήματα, έδειχνε να αποδυναμώνεται με σύνεση και συνδιαλλαγή, παρέμενε όμως ένα γεμάτο όπλο, προσωρινά απασφαλισμένο.

    Ο δεσμός δυο προσώπων, που έχουν ορκιστεί και τηρούν τον όρκο της αμοιβαίας αφοσίωσης και εμπιστοσύνης, που έχει θεμέλιο την ωριμότητα, η οποία πηγάζει από τη γνώση προηγούμενων αδυναμιών και την ανάγκη προσαρμογής σε υψηλά καθήκοντα και με όραμα την αποτελεσματικότητα και την επιτυχία στους στόχους, είναι δεσμός δυνατός και ανθεκτικός. Οι αδύνατοι κρίκοι του, οι οποίοι στο πρόσωπο του αυτοκράτορα εκφράζονταν στην παραχωρητικότητα έναντι φίλων και υπηκόων, την υποχώρηση στις μεγάλες δυσκολίες και την περισυλλογή στη μελέτη επιστημών και τεχνών, ενισχύθηκαν με το δυναμισμό, την αποφασιστικότητα και την αυταρχικότητα της αυτοκράτειρας.

    Αυτή έπρεπε να είναι και ήταν η φανερή εξωτερική εικόνα του βασιλικού ζευγαριού κι έτσι την εμφανίζει η εξωτερική ανάγνωση της ιστορικής τούς διαδρομής. ‘Όμως μέσα του ο καθένας είχε πάντα σε ετοιμότητα όλα εκείνα τα στοιχεία, που χαρακτήρισαν την πορεία του. Εγωισμό, φιλοδοξία, δόλο, πανουργία, απληστία, ψέμα. Με τα στοιχεία αυτά κέρδισαν αξιώματα, χρήματα, εξουσία και δόξα, με τα στοιχεία αυτά επαυξημένα έπρεπε να διατηρήσουν, να διαχειριστούν και να προσθέσουν σε όσα κέρδισαν.

    Ταπεινής καταγωγής και οι δύο, παραδόθηκαν στην πολυτέλεια και την επίδειξη πλούτου και μεγαλείου, στο βαθμό εκείνο που η προσωπική ικανοποίηση ζητάει όλο και πιο έντονη την υποταγή και τον σεβασμό τρίτων, αυλικών, λαού και ξένων ηγεμόνων. Με τις πομπώδεις εμφανίσεις τους και το εκθαμβωτικό τυπικό στις εξόδους τους, που απέπνεε την αντίληψη της θεϊκής προέλευσης της βασιλείας και την υποχρέωση πιστής υπακοής στους εκφραστές της αυτοκράτορες, απολάμβαναν την έκφραση των συναισθημάτων θαυμασμού στο μεγαλείο τους. Οι άλλοι με δέος δήλωση πίστης να σκύψουν αυθόρμητα να πιάσουν μια άκρη της λαμπρής αλουργίδας και να γονατίσουν να προσκυνήσουν τα υποδήματά τους. Από τη μια πλευρά ο πορφυρός χιτώνας χρυσοπλουμιστός, η χρυσοκέντητη ταινία που κατέβαινε από τους ώμους , χρυσοστόλιστη χλαμύδα που στερεωνόταν στους ωμούς με μια μαργαριταρένια πόρπη, το στέμμα με τα πολύτιμα πετράδια, το σκήπτρο από ελεφαντόδοντο και τα κόκκινα πέδιλα του αυτοκρατορα και από την άλλη πλευρά η πορφυρένια ενδυμασία που κατέληγε σε χρυσά κρόσια, στολισμένη με πολύτιμα πετράδια, το διαμαντένιο περιδέραιο, οι χρυσές πόρπες, η ζώνη με τα λαμπερά πετράδια, το μαργαριταρένιο διάδημα, από το οποίο δυο σειρές μαργαριτάρια κατέβαιναν στο στήθος, τα συμπαγή χρυσά βραχιόλια που κάλυπταν το μεγαλύτερο μέρος των χεριών και τα χρυσοκέντητα σανδάλια της αυτοκράτειρας, λάμπρυναν τις τελετές και γίνονταν προσκύνημα.

    Στην απογείωση αυτή της ταπεινής καταγωγής στο ανώτερο ύψος του μεγαλείου κανόνας είναι η προσωπικότητα να μεταβάλλεται και η συναίσθηση της ισχύος σε συνδυασμό με τη διατήρησή της ακλόνητης, να οδηγεί και σε ακραίες εκδηλώσεις. Ο Ιουστινιανός, που γνώρισε τις μηχανορραφίες στις δύσκολες ανηφοριές προς την εξουσία και η Θεοδώρα, που ανέπτυξε σε μεγάλο βαθμό το ένστικτο της αυτοσυντήρησης για να επιβιώσει στην επικίνδυνη ζωή της πολιορκούμενης κάθε στιγμή γυναίκας από ποικίλα είδη ανδρών, συναισθάνονταν κάθε κίνδυνο και είχαν εικόνα του πριν αυτός εκδηλωθεί.

    Εκείνη, μπροστά στους κινδύνους από την ίδια της τη γοητεία, είχε αντιπαρατάξει το δυναμισμό της. Αυτός διατηρούσε στοιχεία της έμφυτης προσήνειας και της συγγνώμης. Εκείνη, τώρα που γνώρισε τους κινδύνους της βασιλείας, μπόλιασε και τον αυτοκράτορα με την απαραίτητη σκληρότητα. Το ζευγάρι των βασιλέων εμφανίζεται ιστορικά να εξολοθρεύει αντιπάλους ή ύποπτα κινούμενους αντίζηλους και ανερχόμενους φιλόδοξα υφιστάμενους, με οργή και σκληρότητα.

    Ο συνδυασμός της προσωπικής επιλογής από κοινού από τον Ιουστινιανό και τη Θεοδώρα των επιτελών τους και η αυστηρή πάταξη κάθε επαπειλούμενης ανυποταξίας, είναι από τα στοιχεία που επέτρψαν στον Ιουστινιανό να πραγματοποιήσει μεγαλεπίβολα σχέδια σε όλους τους τομείς. Επαληθεύτηκε με τις επιλογές τους η ιστορική διαπίστωση, ότι η επιτυχία εξασφαλίζεται με την ύπαρξη ικανών συνεργατών. Οι πιο πολλοί προέρχονταν από τις παραγωγικές δυναμικές τάξεις και όχι από την νωχελική αριστοκρατία των παλατιανών και των μεγαλογαιοκτημόνων και από άλλες πόλεις της αυτοκρατορίας (ο Ανθέμιος ήρθε από τις Τράλλεις και ο Ισίδωρος από τη Μίλητο).

    Στον στρατιωτικό τομέα ένα μεγάλο όνομα δοξάστηκε και πρόσφερε δόξα στον Ιουστινιανό. Ο Βελισάριος περιβλήθηκε με το λαμπρό φωτοστέφανο του γενναίου αρχιστράτηγου και υμνήθηκε για τα κατορθώματά του μέσα και έξω από την αυτοκρατορία σε Ανατολή και Δύση. Και αυτός απογειώθηκε από λιγότερο ταπεινή καταγωγή σε ηρωϊκό αρχιστράτηγο του βυζαντινού στρατού, που κατατρόπωσε Βανδάλους, Γότθους, Πέρσες, Ούνους και τους στασιαστές του «Νίκα». Στο προσωπικό επίπεδο, αν και νεότερος, ήταν έμπιστος φίλος του Ιουστινιανού, η δε γυναίκα του Αντωνίνα ήταν μεγάλη αρχόντισσα του οίκου της αυτοκράτειρας με τον τίτλο της «Πατρικίας ζωστής» και στενή φίλη της Θεοδώρας. Είχε και αυτή την ελευθεριότητα της Θεοδώρας, αλλά δεν την τιθάσευσε μετά το γάμο της, όπως εκείνη. Ο στρατιωτικός Βελισάριος ατύχησε στη στρατηγική υποταγής της είτε κατά την απουσία του στα πολεμικά μέτωπα είτε παίρνοντάς την μαζί του στις εκστρατείες.

    Οικονομικός σύμβουλος του Ιουστινιανού ήταν ο «έπαρχος των Πραιτωρίων» Ιωάννης Καππαδόκης, ένας άτεγκτος φοροσυλλέκτης, άπληστος, χυδαίος και λάγνος, μισητός στο λαό, αλλά αγαπητός στον Ιουστινιανό.

    Άλλος, ο νομοθέτης Τριβωνιανός, μπορεί να άφησε ένα συστηματικό τεράστιο νομοθετικό έργο, αλλά έδενε σε προσωπική φιλοδοξία, απληστία, ιδιοτέλεια και ραδιουργία με το αυτοκρατορικό ζευγάρι. Κολάκεψε την φιλοδοξία, την μεγαλομανία και την ματαιοδοξία τους και έκοβε και έγραφε νόμους στα μέτρα των επιθυμιών τους, με χρησιμότητα προσωπική για τους ίδιους και τους φίλους τους, ανάλογη εκείνης που τους είχε αναδείξει, πολιτική σύμφωνα με τις επιδιώξεις τους και θρησκευτική σύμφωνα με τις πνευματικές και ερευνητικές αναζητήσεις και υπερβάσεις του Ιουστινιανού σε δογματικά θέματα.

    Οι θέσεις του αυτοκράτορα τον εμφάνιζαν θεοσεβή, αλλά τον έφεραν αντιμέτωπο με τον πάπα, πατριάρχες και επισκόπους. Η συμπεριφορά του αυτή απέναντι όλων αυτών δεν διακρίθηκε από σεβασμό και αβρούς τρόπους και είναι ένα μελανό σημείο της πορείας του.

    Η Θεοδώρα στο μέσο βασιλικών ευθυνών και προσωπικών δεσμεύσεων και αναμνήσεων της παλαιότερης ζωής της, υπηρέτησε τις πρώτες, αλλά δεν ξέχασε τις δεύτερες. Ένας συγκερασμός των δύο είναι η νομοθέτηση από τον Τριβωνιανό αυστηρού νόμου «κατά των ληστών της τιμής των γυναικών και των διαφθορέων της αγνότητας αυτών. Η ζυγαριά γέρνει λίγο προς τις παλιές συνήθειες, όταν φρόντισε να πάρει κοντά της στο παλάτι φιλενάδες από το παρελθόν, όμορφες, έμπειρες και χρήσιμες στο ξελόγιασμα ανδρών, όπως οι «ποταγωγίδες» ή «προσαγωγίδες» στις τυραννίδες των αρχαίων.

    Εκείνη με την οποία αποτέλεσαν ένα ιδανικό δίδυμο πανουργίας κ εκμετάλλευσης κάθε είδους αδυναμιών, ήταν η Αντωνίνα. Και αυτής ο πατέρας εργαζόταν στον Ιππόδρομο ως οδηγός αρμάτων και η μητέρα της ήταν χορεύτρια στο θέατρο. Η Αντωνίνα μέσα στις έντονες και φρενήρεις ελευθέριες επιδόσεις της, κατάφερε να αποκομίσει μερικά εξώγαμα παιδιά. Μία κόρη της, την Ιωαννίνα, είχε πάρει υπό την προστασία της η Θεοδώρα.

    Μετά το γάμο της με τον Βελισσάριο, η Θεοδώρα επιτιμούσε τη φίλη της για τις απιστίες της, χωρίς όμως να είναι αυστηρή μαζί της.

    Η Αντωνίνα, είχε επιδείξει τις καταχθόνιες ικανότητες της, όταν ο Βελισσάριος στην εκστρατεία της Ιταλίας είχε πολιορκήσει τη Ρώμη κατά των Γότθων. Η Αντωνίνα που ήταν μαζί του, χρησιμοποιήθηκε από τη Θεοδώρα στην προσωπική της εχθρότητα κατά του πάπα Σιλβέριου, τον οποίο εμεμηχανορραφίες κατάφερε να καθαιρέσει, για να χειροτονηθεί πάπας ο ευνοούμενός της διάκονος Βιγίλιος.

    Η Θεοδώρα χρησιμοποίησε ακόμα τα ίδια γυναικεία όπλα, όταν αποφασισμένη να εκμηδενίσει την επιρροή του Ιωάννη Καππαδόκη στον Ιουστινιανό μηχανορραφούσε κατά του επάρχου των πραιτωρίων. Μαζί με την Αντωνίνα έστησαν σκευωρία και υποδαύλισαν τις τυχοδιωκτικές του φιλοδοξίες σε μια κρίσιμη περίοδο εισβολής των Βούλγαρων, που είχε αναστατώσει την Κωνσταντινούπολη. Η Αντωνίνα χρησιμοποίησε για το σκοπό τους την κόρη του Καππαδόκη Ευφημία, η οποία παράστησε στον πατέρα της την δήθεν εύνοια της αυλής για να θέσει εκτός θρόνου τον Ιουστινιανό και να αναλάβει αυτός την εξουσία. Η σκηνοθετημένη πραγμάτωση της φιλοδοξίας του αποκαλύφθηκε και ο Καππαδόκης εκτοπίστηκε στην Κύζικο και στη συνέχεια με άλλες κατηγορίες, που εξύφαινε με το μίσος της για αυτόν η Θεοδώρα, εξορίστηκε στην Αίγυπτο και δημεύθηκε η περιουσία του, αφού ο Ιουστινιανός δεν μπόρεσε να κάμψει την οργή της.

    Εκτός από την πανουργία της η αδίστακτη Αντωνίνα δημιούργησε θύματα και με τον αχαλίνωτο ερωτισμό της. Πρώτο τραγικό θύμα ο άντρας της. Όταν ο Βελισσάριος είχε εκστρατεύσει κατά των Περσών στη Μεσοποταμία, αποκαλύφθηκε η σκανδαλώδης ερωτική της σχέση με το θετό γιο του, ένα όμορφο νεαρό Θρακιώτη, τον Θεοδόσιο. Το σκάνδαλο πληροφορήθηκε ο Βελισσάριος από ένα γιο της τον Φώτιο, τον οποίο διάταξε να συλλάβει και να φυλακίσει το Θεοδόσιο.

    Ο στρατηγός επανέκαμψε στο οικογενειακό μέτωπο, εκεί όπου οι νίκες του στρατιωτικού μετώπου επισκιάστηκαν από τα στίγματα της συζυγικής απιστίας στο δικό του μέτωπο, αποφασισμένος να ασκήσει την εξουσία του συζύγου. Γρήγορα όμως παραδόθηκε στην τεχνητή αποκατάσταση της ευτυχίας μιας δήθεν αδικημένης συζύγου, που τον περίμενε με ανοιχτή αγκαλιά. Άβουλος και αδύναμος να αντιδράσει, πείστηκε ότι όλες οι πληροφορίες ήσαν συκοφαντικές και είδε με τα μάτια του την Αντωνίνα να κόβει τη γλώσσα της σκλάβας της «για τις ανόητες και ψεύτικες φλυαρίες της» και προσκολλήθηκε στη γυναίκα πιστός σκλάβος αυτός, υποταγμένος να κάνει ό,τι αυτή του ζητήσει.

    Παράπλευρο θύμα της νικηφόρας στρατηγικής της συζύγου ήταν η τιμωρία του Φώτιου και η απομάκρυνσή του με τη βοήθεια της Θεοδώρας. Η βοήθειά της αυτή δεν ήταν ολοκληρωμένη. Έπρεπε να συμπληρωθεί με μια πιο ουσιαστική προσφορά στη φίλη. Η Θεοδώρα κάλεσε τη φίλη της στην κάμαρά της, την προετοίμασε για μια γενναιοδωρία της προς αυτήν και ανοίγοντας την πόρτα της ντουλάπας της της αποκάλυψε ένα χρυσό δώρο, έναν ολοζώντανο, ολόφρεσκο Θεοδόσιο, που ρίχτηκε στην αγκαλιά της Αντωνίνας. Η Θεοδώρα είχε πάρει υπό την προστασία της το Θεοδόσιο και τον φιλοξενούσε στο παλάτι. Τόσα κοινά στοιχεία είχαν οι δύο φίλες. Δεν θα ήταν αντίθετο στις εμπειρίες και το ταμπεραμέντο τους, ένα συμπέρασμα, ότι ο όμορφος νέος από τη Θράκη που συγκλόνισε ερωτικά την Αντωνίνα, ώστε να εκτεθεί δημόσια με την σκανδαλιστική συμπεριφορά της, συγκίνησε και αφύπνισε και την ερωτική επιθυμίας της Θεοδώρας, όσο καιρό διατρεφόταν μυστικά κοντά της στο παλάτι. Η «πρώτη αρχόντισσα του οίκου» και η «μεγάλη αρχόντισσα του οίκου» της, η «πατρικία ζωστή» της, που δεν συναντιόντουσαν μόνο στα ανοιχτά διαμερίσματα, αλλά συντονιζόντουσαν αποτελεσματικά σε υπόγειες διασυνδέσεις, θα είχαν και κάτι κοινόχρηστο.

    Οι περιπέτειες για τους άρρενες πρωταγωνιστές της πολύπλευρης αυτής ιστορίας, επαναλαμβάνονταν μέχρις ότου ο Θεοδόσιος προσβλήθηκε από δυσεντερία και πέθανε. Στο μακρινό απόηχο της ιστορίας της Φαίδρας και τον κοντινότερο της Φαύστας, τραγικό και πάλι θύμα ο Βελισάριος. Μετά από μια άτυχη εκστρατεία του, τυχερός ήταν που αντικαταστάθηκε μόνο. Στο διάστημα όμως της αργίας του έγινε ένας μελαγχολικός άνθρωπος, φοβισμένος από ένα εχθρό που δεν μπορούσε να αντιμετωπίσει κατά μέτωπο και κάποια στιγμή θα αποφάσιζε το θάνατό του.

    Στα μελανά σημεία της πορείας της Θεοδώρας ως αυτοκράτειρας ανήκει και η τύχη του παιδιού της Ιωάννη. Ο πατέρας του πριν πεθάνει του αποκάλυψε, ότι μητέρα του ήταν η αυτοκράτειρα τον Βυζαντίου. Όταν ο Ιωάννης έμεινε μόνος, επισκέφθηκε την Κωνσταντινούπολη και το Παλάτι και ζήτησε να δει την αυτοκράτειρα. Παραδόθηκε από την ίδια (ή τον Ιουστινιανό) σε ένα αξιωματούχο «ειδικών» αποστολών και από τότε ο νέος εξαφανίζεται και δεν τον είδε κανείς, όπως γράφει ο Προκόπιος.

    Με κεντρικό πρωταγωνιστή το παλάτι και τους αυλικούς, η ηθική σήψη είχε εξαπλωθεί στη Βυζαντινή κοινωνία. Η μυρωδιά της επιχειρήθηκε να καλυφθεί με το ψέκασμα της θεοσέβειας. Η Θεοδώρα με τις τόσες ικανότητες ανέλαβε το ρόλο του αυστηρού Θεματοφύλακα για τη διαφύλαξη της δημόσιας ηθικής. Έκτισε μία «Μονή Μετανοίας» για τις γυναίκες εκείνες που θα επιθυμούσαν να εξαγνιστούν από τα κρίματα της πορνείας. Σύμφωνα με τον Προκόπιο η Μονή δεν πρέπει να πέτυχε απόλυτα στον σκοπό της, γιατί πολλές έγκλειστες μετανόησαν περισσότερο για τη μετάνοιά τους και πήδησαν από τα παράθυρα της Μονής εξαιτίας της μέχρι θανάτου πλήξης.

    Αν η Θεοδώρα πρέπει να καταταγεί στις γυναικείες βασιλικές προσωπικότητες, θα αρκούσε και μόνο η στάση που πρόταξε στην περίφημη “Στάση το Νίκα»”. Το εσωτερικό αυτό γεγονός αναταραχής στην περίοδο της βασιλείας του Ιουστινιανού αποτέλεσε το σοβαρότερο κίνδυνο για την ίδια τη ζωή τους. Αυτή τη φορά οι φατρίες του Ιπποδρόμου, αρχικά οι Πράσινοι και στη συνέχεια από κοινού και οι Βένετοι, χρησιμοποιήθηκαν ως ο πυρήνας μιας οικονομικής διαμαρτυρίας κατά των πιεστικών οικονομικών μέτρων του Ιουστινιανού, που πήρε τη μορφή, μετά από αψυχολόγητα κατασταλτικά μέτρα, αληθινής επανάστασης με τη συμμετοχή όλου του λαού, που κραύγαζε «Νίκα», δηλαδή την ιαχή με την οποία απαιτούσαν οι θεατές να νικήσει η ομάδα τους στον Ιππόδρομο. Οι πυρπολισμοί και οι λεηλασίες γενικεύτηκαν και πολιορκήθηκε το Παλάτιο. Ο Ιουστινιανός επιχείρησε να κατευνάσει τα πλήθη με τα λόγια του, όπως άλλοτε ο Αναστάσιος. Απέτυχε και αποσύρθηκε κάτω από ύβρεις και αποδοκιμασίες. Είναι οι περιστάσεις εκείνες που ο αυτοκράτορας έχει το φόβο και της εσωτερικής αντίδρασης φιλόδοξων ανακτορικών. Η φρουρά δεν ήταν διατεθειμένη να στραφεί κατά του όχλου και προτάθηκε ως λύση να βγει κρυφά ο αυτοκράτορας και να επιστρέφει με το στρατό, που ήταν εκτός πόλης. ‘Ήταν φανερός ο φόβος του, ότι θα φονευόταν από τα πλήθη μέσα στο Παλάτιο.

    Εδώ πραγματικά αναδείχθηκε το μεγαλείο μιας αλύγιστης αυτοκράτειρας. Η Θεοδώρα στο ύφος της στιγμής και με το ύφος της σθεναρής συνέπειας της βασιλικής εξουσίας, άρθρωσε λόγους ιστορικούς: «Κάθε άνθρωπος που έρχεται στο φως της ζωής δε θα αποφύγει το θάνατο και να τραπεί σε φυγή ένας βασιλιάς είναι απαράδεκτο».

    Η ίδια δεν διανοείται να εκβάλει την «αλουργίδα» και δεν θέλει να ζήσει ούτε ώρα, αν δεν Θα την προσφωνούν Δέσποινα.

    «Εάν εσύ θέλεις, εδώ είναι τα πλοία και μπορείς να σωθείς. Εμένα μου αρέσει η παλαιά ρήση «ως καλόν εντάφιον η βασιλεία εστί» («είναι καλό σάβανο η βασιλεία»).

    Τέτοια εμπνευσμένα λόγια αλλάζουν την πορεία της ιστορίας. Όλοι συγκλονίστηκαν και το σχέδιο καταστολής, που εκπόνησαν, έφερε γρήγορα σε επιτυχημένο τέλος ο Βελισάριος.

    Η Θεοδώρα, αφού συμπαραστάθηκε στις ασθένειες του συζύγου της, ιδιαίτερα κατά τον μεγάλο λοιμό του έτους 542, όταν και επέδειξε αποφασιστική δύναμη για να συγκρατήσει τις ισορροπίες στο στράτευμα, πέθανε το έτος 548.

    Με την ίδια μεγαλοπρέπεια και την ίδια υποκρισία της άρχουσας τάξης και του πλήθους, όπως στο γάμο της, έγινε και η πένθιμή τελετή. Σύμφωνα με το τελετουργικό ο μεγάλος τελετάρχης αναφώνησε τρεις φορές: “Έξελθε Βασίλισσα! Ο Βασιλεύς των Βασιλέων, ο Κύριος των Κυρίων σε καλεί!”.

    Ανάμεσα σε ψαλμούς, ύμνους και χιλιάδες αναμμένες λαμπάδες, κανείς δεν ξέρει αν ο ειλικρινής ήχος και το γνήσιο φως, ήσαν αυτά που υπερίσχυαν.

    Ο Ιουστινιανός συνέχισε το μεγάλο έργο για το οποίο έμεινε στην ιστορία και πέθανε το έτος 565, αφού ήταν ουσιαστικός ηγεμόνας της αυτοκρατορίας για πενήντα περίπου χρόνια και αυτοκράτορας για τριάντα οκτώ χρόνια. Η τελευταία εκδήλωση της αγάπης του για τη Θεοδώρα αποκαλύφθηκε τα τελευταία χρόνια πάνω στα δοκάρια της στέγης της περίφημης Μονής της Αγίας Αικατερίνης, στη χερσόνησο του Σινά. Η Θεοδώρα ήταν οπαδός του Μονοφυσιτισμού και η Μονή, που ολοκλήρωσε ο Ιουστινιανός, ήταν η εστία του Χαλκηδονιακού Ορθόδοξου Μοναχισμού. Εκεί, στον Ένα Θεό, το Μονογενή Υιό Του και τους αγίους Του, στήριξε τη μνήμη και την ανάπαυση της αγαπημένης του συντρόφου με την εξής εγχάρακτη επιγραφή: «Υπέρ μνήμης και αναπαύσεως της γενομένης ημίν βασιλίδος Θεοδώρας».

    Στο φωτεινό και μαζί σκοτεινό φόντο της βυζαντινής ιστορικής διαδρομής που φωτογραφήσαμε, η προσωπική επαφή των πρωταγωνιστών μένει αναλλοίωτη στο πραγματικό θεμέλιο μιάς έντονης και ώριμης αγάπης. Αν η δυναμική αυτοκράτειρα υποδύθηκε κάποια στιγμή στη βασιλική της ζωή ξανά την ηθοποιό Θεοδώρα σε ελευθέριο ρόλο και το παράδειγμα της φίλης της την μπόλιασε με τον πειρασμό της απιστίας, η συζυγική της αγάπη έχει καλύψει κάθε ατόπημα.

    Η ιστορία προσώπων, που τρέφεται ακόμα και με ψίχουλα από ηδυπαθή γεύματα, δεν φαίνεται να τροφοδοτήθηκε στο σημείο αυτό και το αυτοκρατορικό ζευγάρι στο προσκήνιο της πολύπλευρης παρουσίας του δεν σκιάστηκε από συγκεκριμένη παρεκτροπή στην ερωτική του ζωή.

    Δύο χαρακτήρες με κοινά στοιχεία τον εγωισμό και τη φιλοδοξία, με την εξουσία στα χέρια τους και τη ραδιουργία κρυφό τους όπλο, συμβίωσαν ως εραστές επί τρία χρόνια, ξεπέρασαν εμπόδια και ενώθηκαν ως σύζυγοι επί είκοσι τρία χρόνια. Συγκυβέρνησαν επί είκοσι ένα χρόνια σε δύσκολες περιστάσεις με κοινό συμφέρον την κυριαρχία της αυτοκρατορίας και τη δύναμη του θρόνου. Μία δύναμη, που μετά από αυτούς έγινε η Κίρκη, η οποία μεταμόρφωσε γυναίκες σε σκληρούς αυτοκράτορες, ώστε ο τίτλος στο πρόσωπό τους να παραμένει αρσενικός: «Βασιλεύς Αυτοκράτωρ». Όπως άλλες Θεοδώρες, η σύζυγος του αυτοκράτορα Θεόφιλου, η κόρη του Κωνσταντίνου Η’, συμβασίλισσα με την αδελφή της Ζωή και μετά μόνη «Βασιλεύς Αυτοκράτωρ» και η διαβόητη Ειρήνη η Αθηναία, σύζυγος του Λέοντα Δ’, που χωρίς μητρικό και ανθρώπινο συναίσθημα έγινε ο μοιραίος «Βασιλεύς» που τύφλωσε το γιο της.

    Η Θεοδώρα και ο Ιουστινιανός διατήρησαν την προσωπική και συναισθηματική τους ζωή, βρίσκοντας χρόνο να αναζωογονούν την επιθυμία του ενός για τον άλλον, όμορφη πάντα και παιχνιδιάρα εκείνη μαζί του, γλυκός και σταθερά πιστός αυτός μέχρι το θάνατό της. Σίγουρα κάτι σταθερό και βαθύ τους ένωνε. Για αυτό η ιστορία τους, έξω από τον πολύπλευρο και πολύπλοκο περίγυρό της, έχει τη θέση της σε ένα ανθολόγιο ζευγαριών ερωτικών συμβόλων.

    Ο Άγιος αυτοκράτορας Ιουστινιανός και η Αγία Θεοδώρα (εορτάζουν για την Εκκλησία στις 14 Νοεμβρίου).

    “Με τη χάρη του αγίου, ξεπεράστηκε το τυπικό κώλυμα πως έσφαξε 35.000 πολίτες στον Ιππόδρομο, για να αντιμετωπίσει την «Στάση του Νίκα» καθ’ υπόδειξιν της αγίας Θεοδώρας, που την ώρα που ο άντρας της ετοιμαζόταν να το σκάσει δήλωσε πως θέλει να ταφεί φορώντας την πορφύρα, δηλαδή να πεθάνει ως βασίλισσα. Η Θεοδώρα ήταν μια πόρνη που έκανε στον Ιππόδρομο νούμερα με πάπιες που έτρωγαν καλαμπόκι από το αιδοίο της και εξελίχθηκε από ερωμένη του βασιλιά σε βασίλισσα, αφού προηγουμένως ως μαιτρέσα ενός διοικητή αφρικανικής επαρχίας, σχετίστηκε με τους πατριάρχες Τιμόθεο Γ΄ Αλεξανδρείας και Σεβήρο Αντιοχείας, οι οποίοι την επηρέασαν υπέρ του μονοφυσιτισμού. Ήταν μια αγράμματη γυναίκα με πολλά απωθημένα, που η εξουσία τη μέθυσε τόσο, που δεν δίστασε για να την κρατήσει να βουτήξει τα χέρια της στο αίμα".

    Επί Ιουστινιανού ο Χριστιανισμός έγινε υποχρεωτικός και δια νόμου επιβλήθηκε το βάπτισμα σε όλους ακόμα και στα νήπια, έκλεισε την φιλοσοφική σχολή των Αθηνών, και έγιναν μεγάλοι διωγμοί εθνικών, εβραίων, σαμαρειτών και αιρετικών στα όρια της γενοκτονίας. Επίσης με διαβολή κατηγορούσε πλούσιους σαν συνωμότες για να υφαρπάζει την περιουσία τους. Ήταν άπληστος για χρήματα, κατάργησε την οικονομική αυτοτέλεια των πόλεων με αποτέλεσμα να μαραζώσουν και ήταν επίσης ιδιαίτερα σκληρός στους φόρους και για τον λόγο αυτό έγινε και η Στάση του Νίκα.

    Για να κυνηγήσει τους ειδωλολάτρες ο Ιουστινιανός χρησιμοποίησε και τον γνωστό προσηλυτιστή Ιωάννη της Εφέσου τον καλούμενο και “Σφύρα των Εθνικών" που προσηλύτισε και βάπτισε 70 χιλιάδες εθνικούς (αυτό σήμαινε πολλά λεφτά, γιατί οι βαφτίσεις στην προσπάθεια προσηλυτισμού επιδοτούντο από τον Ιουστινιανό) το 532, που κατέστρεψε πολλά ιερά της αρχαίας θρησκείας, ενώ βασάνιζε τους Έλληνες για να απαρνηθούν την θρησκεία τους, όμως ο Ιωάννης δεν φαίνεται να έγινε άγιος της Εκκλησίας γιατί ήταν Μονοφυσίτης εκτός αν είναι αυτός που γιορτάζει στις 3 Αυγούστου, που σημαίνει ότι ακόμα και αιρετικούς κάνουν αγίους για την κατά των Ελλήνων δράση τους. Διαβάστε και εδώ για την δράση του από τα ίδια του τα χέρια.

    ΔΕΣ:
     
    Η πόρνη Θεοδώρα και η καπάτσα Αντωνίνα

    Αυτοκράτειρα Θεοδώρα: Πώς βρέθηκε από την πορνεία στο Θρόνο του Βυζαντίου
     
    Περί πορνείας στο Βυζάντιο.

    ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ: Φιλοσόφων βίων και δογμάτων συναγωγή VI 86

    Του Κράτη είναι και το εξής: “Τούτα είναι δικά μου: ό,τι έμαθα, ό,τι στοχάστηκα, ό,τι πλάι στις Μούσες διδάχτηκα· τα πολλά της τύχης είναι μάταια”.
    (Ἔστιν αὐτοῦ [sc. Κράτητος] καί τόδε· ταῦτ’ ἔχω ὅσσ’ ἔμαθον καί ἐφρόντισα καί μετά Μουσῶν σέμν’ ἐδάην· τά δέ πολλά καί ὄλβια τῦφος ἔμαρψεν.)

    Το επίγραμμα αυτό είναι η απάντηση του Κράτη στο περίφημο επιτύμβιο του βασιλιά των Ασσυρίων Σαρδανάπαλλου (7ος αι. π.Χ.), στο οποίο εκφράζεται μια “εντελώς μη ελληνική” βιοθεωρία τρυφηλότητας, μαλθακότητας και φιληδονίας :

    “Δικά μου είναι αυτά: ό,τι έφαγα, οι βρισιές που ξέρασα, ό,τι χάρηκα στον έρωτα”
    (ταῦτ’ ἔχω, ὅσσ’ ἔφαγον καί ἐφύβρισα καί μετ’ ἔρωτος τέρπν’ ἔπαθον, τά δέ πολλά καί ὄλβια πάντα λέλειπται· Παλατινή Ανθολογία 7,325).

    Όπως σημειώνει ο H. Heusch, ὅ.π.σ. 254 κε., ο Κράτης δεν επιχειρεί να δώσει απλώς μια διασκεδαστική παρωδία του παραπάνω επιτύμβιου επιγράμματος αλλά αντιπαραθέτει στη “σοφία” της απόλαυσης το ηθικό ιδεώδες μιας πνευματικής τελείωσης.

    Κι ο Κράτης, κατ’ απομίμηση του “Δικά μου είναι αυτά: ό,τι έφαγα, οι βρισιές που ξέρασα, ό,τι χάρηκα στον έρωτα” έγραψε το εξής: “Δικά μου είναι αυτά: ό,τι έμαθα, ό,τι στοχάστηκα, ό,τι πλάι στις Μούσες διδάχτηκα”.

    (ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ, Περί τοῦ ἑαυτόν ἐπαινεῖν ἀνεπιφθόνως 17 p.546 a-b
    Πάνυ δέ χαριέντως καί ὁ Κράτης πρός τό· “ταῦτ’ ἔχω, ὅσσ’ ἔφαγον καί ἐφύβρισα καί μετ’ ἔρωτος τέρπν’ ἔπαθον” ἀντέγραψε το· “ταῦτ’…..ἐδάην”.).

    ΕΠΙΚΤΗΤΟΣ: Δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό

    Ο Αρριανός αναφέρει μια συνάντηση ανάμεσα στον Επίκτητο και σε έναν άντρα που επισκεπτόταν τη σχολή του στη Νικόπολη, που δείχνει ακόμα περισσότερο την ενασχόλησή του με το θέμα του ελέγχου. Ο άντρας ρωτά τον Επίκτητο τι μπορεί να κάνει με τον αδελφό του, που είχε θυμώσει μαζί του. Τι μπορεί να κάνει ο άντρας για τον θυμό του αδελφού του; Η συνήθως εύστοχη απάντηση του Επίκτητου είναι: «Τίποτα. Δεν μπορείς να κάνεις τίποτα». Δεν μπορούμε να ελέγξουμε τα συναισθήματα των άλλων ανθρώπων, γιατί συγκαταλέγονται στην κατηγορία των πραγμάτων που δεν εξαρτώνται από μας. Ο μόνος άνθρωπος που μπορεί να κάνει κάτι για τον θυμό του αδελφού του είναι ο ίδιος ο αδελφός του. Ο Επίκτητος, όμως, δεν σταματάει εκεί. Στρέφει την προσοχή τον άντρα σε αυτό που μπορεί να ελέγξει, δηλαδή στη δική του αντίδραση απέναντι στον θυμό του αδελφού του. Ο άντρας είναι αναστατωμένος από τον θυμό του αδελφού του και ο Επίκτητος υπονοεί ότι αυτό είναι το πραγματικό πρόβλημα, αλλά ότι είναι και κάτι που μπορεί ο άντρας να λύσει μόνος του. Ο άντρας προχώρησε σε μια κρίση για τον θυμό του αδελφού του, και αυτή η κρίση του προκάλεσε ένα συναίσθημα που τον αναστάτωσε. Το άμεσο πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι ο αδελφός, αλλά ο άνθρωπος που ήρθε να παραπονεθεί.

    Αυτή η μικρή ιστορία αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο τα συναισθήματα —τόσο των άλλων όσο και τα δικά μας— μπορούν να διαμορφώσουν και να επηρεάσουν την αλληλεπίδρασή μας με τους ανθρώπους γύρω μας. Στα σύγχρονα αγγλικά, η λέξη «stoic» σημαίνει απαθής και αναίσθητος, και αυτό συνήθως θεωρείται κάτι αρνητικό. Τα συναισθήματα σήμερα συνήθως εκλαμβάνονται ως κάτι θετικό: η αγάπη, η συμπόνια, η ενσυναίσθηση είναι σίγουρα πράγματα που ο κόσμος έχει ανάγκη. Αυτή η ιστορία, ωστόσο, τονίζει άλλα συναισθήματα —θυμό, πικρία, ανυπομονησία—, που δεν είναι τόσο γοητευτικά. Όταν οι αρχαίοι Στωικοί έλεγαν ότι ο κόσμος πρέπει να αποφεύγει τα συναισθήματα, είχαν στο μυαλό τους κυρίως τα αρνητικά συναισθήματα.

    Η αναφορά των Στωικών στα συναισθήματα είναι, από τη μία, πολύ εύκολο να γίνει κατανοητή, αλλά υπάρχει κι ένας αριθμός σημαντικών ιδιοτήτων πού πρέπει να προσθέσουμε για να την αντιληφθούμε πλήρως. Η βασική άποψη είναι απλώς το εξής: τα συναισθήματά μας είναι το προϊόν των κρίσεών μας. Κατά συνέπεια, ελέγχουμε απόλυτα τα συναισθήματά μας και είμαστε υπεύθυνοι γι' αυτά. Ο άντρας είναι αναστατωμένος για τον θυμό του αδελφού του λόγω της στάσης του απέναντι στο γεγονός. Αν το έβλεπε διαφορετικά, δεν θα ήταν αναστατωμένος. Οι Στωικοί υποστηρίζουν —και αυτό είναι σημαντικό— ότι δεν πρέπει να αρνούμαστε ή να καταπιέζουμε τα συναισθήματά μας. Απλώς πρέπει να προσπαθούμε να μην έχουν την πρωτοκαθεδρία. Ένα δεύτερο σημαντικό σημείο είναι ότι οι Στωικοί δεν πιστεύουν πως κάποιος μπορεί απλώς να χτυπήσει τα δάχτυλά του και να κάνει τα συναισθήματα να εξαφανιστούν. Δεν μπορείτε να πείτε «Θα το σκεφτώ διαφορετικά» και να δείτε τον θυμό ή τον πόνο να εξαφανίζονται μαγικά.

    Ο Χρύσιππος συνέκρινε τα συναισθήματα με το να τρέχει κάποιος πολύ γρήγορα. Μόλις αποκτήσεις αρκετή φόρα, δεν μπορείς να σταματήσεις. Η κίνησή σου είναι ανεξέλεγκτη, κάτι που συμβαίνει και όταν σε πλημμυρίζει κάποιο συναίσθημα Έτσι, δεν μπορείς να διώξεις ένα ανεπιθύμητο συναίσθημα όποτε θέλεις, αλλά μπορείς να προσπαθήσεις να αποφύγεις να ξεφύγει από τον έλεγχό σου η επόμενη επίθεσή του.

    Αυτό είναι ξεκάθαρο στην περίπτωση του θυμού. Όταν κάποιος είναι θυμωμένος, πολύ θυμωμένος, το συναίσθημα τον κυριεύει και δεν μπορείς πια να μιλήσεις λογικά μαζί του. Ένας άνθρωπος που το ήξερε αυτό πολύ καλά ήταν ο Λεύκιος Ανναίος Σενέκας, με καταγωγή από την Ισπανία. Η καριέρα του ως συμβούλου στους εσωτερικούς κύκλους της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής αυλής περιλάμβανε συχνές αντιπαραθέσεις με ανθρώπους παρασυρμένους από καταστροφικά συναισθήματα, που προέκυπταν από το γεγονός ότι κάποιοι από αυτούς -όπως οι αυτοκράτορες Καλιγούλας, Κλαύδιος και Νέρων- κυριολεκτικά είχαν τη δύναμη να ορίζουν τη ζωή και τον θάνατο αμέτρητων ατόμων,
    αλλά και του ίδιου του Σενέκα. Ο Καλιγούλας ζήλευε τόσο τα πολλά ταλέντα του Σενέκα, που διέταξε να τον σκοτώσουν κάποια στιγμή, αν και τελικά τον απέτρεψαν οι στενοί του συνεργάτες λόγω της κακής υγεία του Σενέκα.

    Στο δοκίμιό του Περί Οργής, ο Σενέκας περιγράφει συναισθήματα όπως ο θυμός και η ζήλια ως προσωρινή τρέλα. Υιοθετώντας την εικόνα του Χρύσιππου για το γρήγορο τρέξιμο, ο Σενέκας συγκρίνει τον θυμό με το να πέφτεις εντελώς ανεξέλεγκτα από την κορυφή ενός κτιρίου. Μόλις επικρατήσει ο θυμός, επηρεάζει ολόκληρο το μυαλό. Οι Στωικοί προειδοποιούν για αυτήν ακριβώς την κατάσταση στην οποία παίρνει τον έλεγχο ο θυμός. Το να ενοχλείται κάποιος κατά καιρούς αποτελεί απλώς κομμάτι της ζωής και δεν κάνει κακό. Ο τόσο μεγάλος θυμός, που σε κάνει να νιώθεις την ανάγκη να χτυπήσεις κάποιον, είναι κάτι εντελώς διαφορετικό, και αυτόν θέλουν να αποφύγουν οι Στωικοί.

    Ο Σενέκας επιμένει ότι δεν χρειαζόμαστε τον θυμό για να απαντήσουμε σε πράξεις που γίνονται εναντίον μας ή εναντίον των αγαπημένων μας. Πάντα είναι καλύτερο να λειτουργείς ήρεμα, παρακινημένος από το αίσθημα της αφοσίωσης, του καθήκοντος ή της δικαιοσύνης, παρά από τον θυμό σου και τη δίψα για εκδίκηση. Αν, κατά καιρούς, ο θυμός μπορεί να μας παρακινεί να πολεμήσουμε εναντίον κάποιας μεγάλης αδικίας, ας πούμε, ο Σενέκας λέει ότι θα ήταν καλύτερο να κάνουμε το ίδιο πράγμα καθοδηγούμενοι από τις αρετές του θάρρους και της δικαιοσύνης.

    Ο Θυμός, όπως όλα τα συναισθήματα, είναι προϊόν μιας κρίσης που έχει γίνει στο μυαλό. Αυτό σημαίνει πως είναι κάτι που μπορούμε να ελέγξουμε, ή έστω είναι κάτι που μπορούμε να αποφύγουμε στο μέλλον. Μόλις, όμως , συμβεί μια κρίση, ο θυμός σύντομα γίνεται κάτι απτό και σωματικό. Ο Σενέκας περιγράφει τον θυμό ως μια ασθένεια του σώματος, που χαρακτηρίζεται από το οίδημα. Όποιο κι αν είναι το συναίσθημα, μπορούμε πιθανότατα να σκεφτούμε δεκάδες σωματικά συμπτώματα: ταχυκαρδία, αύξηση της θερμοκρασίας, τρέμουλο, εφίδρωση και ούτω καθεξής. Μόλις προστεθούν στην εξίσωση, δεν μπορούμε να τα διώξουμε, μπορούμε μόνο να περιμένουμε.

    Σε αντίθεση με τη διαδεδομένη εικόνα τούς, οι Στωικοί δεν υπονοούν ότι οι άνθρωποι μπορούν ή Θα έπρεπε να γίνουν αναίσθητα κομμάτια πέτρας. Όλοι οι άνθρωποι Θα βιώσουν αυτό πού ο Σενέκας αποκαλεί «πρώτες κινήσεις». Αυτές προκύπτουν όταν μας συγκινεί κάποια εμπειρία, και μπορεί να νιώσουμε εκνευρισμένοι, σοκαρισμένοι, τρομαγμένοι, ή μπορεί ακόμα και να κλάψουμε. Όλες αυτές είναι απολύτως φυσιολογικές αντιδράσεις. Είναι αντιδράσεις που σχετίζονται με τη φυσιολογία του ανθρώπινου σώματος, αλλά δεν είναι συναισθήματα, με την έννοια που αποδίδουν στη λέξη οι Στωικοί. Κάποιος που είναι εκνευρισμένος και προσωρινά σκέφτεται να πάρει εκδίκηση, αλλά δεν κάνει τίποτα γι’ αυτό, δεν είναι θυμωμένος κατά τον Σενέκα, γιατί διατηρεί τον έλεγχο. Το να φοβάσαι προσωρινά κάτι, αλλά μετά να μένεις αμετακίνητος, δεν είναι φόβος. Για να γίνουν συναισθήματα αυτές οι «πρώτες κινήσεις», πρέπει το μυαλό να κρίνει ότι έχει συμβεί κάτι φρικτό και έπειτα να δράσει. Σύμφωνα με τον Σενέκα, «ο φόβος οδηγεί στη φυγή, ο θυμός στην επίθεση».

    Υπάρχουν, λοιπόν, τρία στάδια στη διαδικασία, σύμφωνα με τον Σενέκα: Πρώτον, μια ακούσια πρώτη κίνηση, που είναι μια φυσική αντίδραση της οποίας δεν έχουμε τον έλεγχο. Δεύτερον, μια κρίση ως απάντηση στην εμπειρία, την οποία μπορούμε να ελέγξουμε. Τρίτον, ένα συναίσθημα που, αφού δημιουργηθεί, είναι έξω από τον έλεγχό μας. Μόλις προκύψει το συναίσθημα, δεν υπάρχει τίποτα που να μπορούμε να κάνουμε πέρα από το να περιμένουμε να υποχωρήσει.

    Γιατί προχωράμε στις κρίσεις που προκαλούν αυτά τα επιβλαβή συναισθήματα; Αν νομίζετε ότι έχετε πληγωθεί με κάποιον τρόπο από έναν άλλον άνθρωπο, μπορεί να φαίνεται απόλυτα φυσικό να θυμώσετε μαζί του. Ο Σενέκας λέει πως ο θυμός είναι συνήθως το προϊόν ενός αισθήματος αδικίας. Αυτό που πρέπει να αμφισβητήσουμε είναι η εντύπωση ότι έχει προκύψει κάποιο τραύμα, που ήδη εμπεριέχει μέσα της μια κρίση.

    Ο Επίκτητος το θέτει ως εξής:

    Μην ξεχνάτε, δεν αρκεί να σας χτυπήσουν, να σας προσβάλουν ή να σας κάνουν κακό, πρέπει να πιστέψετε ότι σας κάνουν κακό. Αν κάποιος καταφέρει να σας προκαλέσει, συνειδητοποιήστε πως το μυαλό σας είναι συνένοχο στην πρόκληση.

    Αριστοτέλης: γιατί οι άνθρωποι φιλοσοφούν;

    Αριστοτέλης: 385-322 π.Χ.

    Διὰ γὰρ τὸ θαυμάζειν οἱ ἄνθρωποι … ἤρξαντο φιλοσοφεῖν
    §1

         Ο Πλάτων στον Θεαίτητο 155d γράφει τα εξής για την αρχή της φιλοσοφίας:

    «Ο Θεόδωρος λοιπόν, φίλε μου, φαίνεται πως δεν μάντεψε άσχημα τη φύση σου. Γιατί ο φιλόσοφος διακρίνεται κατ’ εξοχήν για τούτο το πάθος, δηλ. για την απορία και τον θαυμασμό. Και δεν υπάρχει άλλη αρχή της φιλοσοφίας παρά αυτή».

    Ο Αριστοτέλης, ακολουθώντας ουσιαστικά κατά γράμμα την ως άνω άποψη του Πλάτωνα ως προς την αναζήτηση της αρχής του φιλοσοφείν, αποφαίνεται ως ακολούθως:

    «Γιατί, όπως και τώρα, οι άνθρωποι άρχισαν να φιλοσοφούν από έκπληξη και θαυμασμό. Στην αρχή θεώρησαν άξια θαυμασμού τα παράξενα της καθημερινής ζωής και προχωρώντας σιγά σιγά κατ’ αυτόν τον τρόπο άρχισαν να εκφράζουν τον προβληματισμό τους και για τα πιο σπουδαία … Αλλ’ αυτός που απορεί και θαυμάζει αναγνωρίζει ότι έχει άγνοια (γι’ αυτό και όποιος αγαπά τους μύθους είναι κατά κάποιο τρόπο και φιλόσοφος· διότι οι μύθοι συντίθενται από γεγονότα θαυμάσια)»[1].

    Πώς νοείται αυτό το πάθος του ανθρώπου, δηλ. το θαυμάζειν, ως αρχή της φιλοσοφίας; Νοείται ως εξής: ο άνθρωπος έχει εκ φύσεως το πάθος να γνωρίζει· και τούτο το πάθος προέρχεται από την ικανότητά του να εκπλήσσεται, να απορεί και να ζητεί να μάθει για τον κόσμο. Αυτή την ικανότητα τη διαθέτει μόνο ο άνθρωπος και κανένα άλλο ον, γιατί σκέπτεται. Επειδή ακριβώς σκέπτεται, είναι και το μοναδικό ον που έχει θρησκεία.  

    §2

         Ο Αριστοτέλης αναρωτιέται σχετικά με το τι ωθεί τον άνθρωπο να επιχειρήσει μια φιλοσοφική και επιστημονική διερεύνηση, προκειμένου να συγκροτήσει μια γνώση του σύμπαντος κόσμου. Είναι απαραίτητο να περιγράψει κανείς το πεδίο, στο οποίο εκτείνονται οι διάφορες επιστήμες, όπως τα μαθηματικά, η φυσική ή η πρώτη φιλοσοφία. Ο Αριστοτέλης την ονόμασε πρώτη φιλοσοφία, επειδή πρόκειται για την επιστήμη, που κατέχει την πρώτη θέση από άποψη αξιωματικής αρχής και έχει προτεραιότητα έναντι όλων των άλλων επιστημών. Ασχολείται με τις ύψιστες και πιο γενικές/καθολικές γνώσεις απ’ ό,τι οι άλλες επιστήμες. Αυτές-εδώ συμβαίνει πράγματι να περιορίζονται σε έναν ορισμένο τομέα γνώσης, π.χ. τα μαθηματικά στον τομέα των μαθηματικών αντικειμένων, η φυσική στον αντίστοιχο των φυσικών φαινομένων κ.λπ. Απεναντίας, η πρώτη φιλοσοφία, δηλαδή η μεταφυσική, συνδέει τη λειτουργία της με τον καθορισμό των πρωταρχικών αληθειών, από τις οποίες εκκινώντας μπορεί να δομήσει το σύνολο της γνώσης και να συλλάβει τις καθολικές πραγματικότητες· να ερευνήσει και να γνωρίσει ολόκληρη την πραγματικότητα, ανάγοντας την εννοιολογική της θεμελίωση, την ενότητά της, στις πρώτες αρχές και τα αίτια, δυνάμει των οποίων καθίσταται δυνατή η ύπαρξη όλων των άλλων όντων. Ο Αριστοτέλης της έδωσε επίσης το όνομα θεολογία, επειδή ανήκει στο πεδίο της και η αναζήτηση της πρώτης αρχής των όντων, που είναι ο θεός. Μεταφυσική ονομάστηκε από μεταγενέστερους φιλοσόφους, λόγω της ενασχόλησής της με τις πέραν της φύσεως υπεραισθητές αρχές των όντων. 

    §3

         Η φιλοσοφική έρευνα δεν συνδέεται με την αναγκαιότητα της βιολογικής ζωής και προχωρεί πέρα από τις κοινές αντιλήψεις που ισχύουν στο επίπεδο της καθημερινής πραγματικότητας. Στη συνάφεια τούτη, ο Αριστοτέλης διερωτάται από πού προέρχεται η σωστή επιθυμία των ανθρώπων να καθιδρύσουν μια καθολική γνώση του κόσμου, ακόμη δε περισσότερο με δεδομένο ότι αυτή η γνώση δεν επιζητείται χάριν κάποιας χρησιμότητας παρά είναι ένα είδος αυτοσκοπού: η γνώση για τη γνώση. Το πάθος έτσι για τη γνώση είναι ένα πάθος καθαρά πνευματικής ή ορθολογικής ενόρμησης. Γι’ αυτό ανάγει την προέλευσή του στο ιδιαίτερο συναίσθημα της έκπληξης και του θαυμασμού· αρχίζει δε να γίνεται αληθινή φιλοσοφική πράξη, όταν οι άνθρωποι έχουν ικανοποιήσει τις άμεσες ανάγκες τους. Αλλά τι εκφράζει τούτη η έκπληξη; Εκφράζει, πριν απ’ όλα, το γεγονός ότι οι άνθρωποι ευχαριστούνται να ανακαλύπτουν νέα πράγματα. Πρόκειται για την ευχαρίστηση, που έχουν όταν βρίσκονται αντιμέτωποι με το απροσδόκητο, το νέο, το καινοτόμο, το ανεξήγητο. Όσο πιο πολύ οι άνθρωποι βιώνουν το ανεξήγητο, τόσο πιο ενεργά ωθούνται στο να εξηγήσουν και να κατανοήσουν το φαινόμενο που τους εκπλήσσει. Το φαινόμενο, συνακόλουθα, που μας εκπλήσσει είναι το θέατρο της ύπαρξής μας, το θέαμα που μας δίνει ο κόσμος και το οποίο γίνεται αντικείμενο ενατένισης και θαυμασμού. Γίνεται ένα τέτοιο αντικείμενο ενατένισης, επειδή στις αισθήσεις μας παρουσιάζει μια ομορφιά και μια μορφή αρμονίας.
    ---------------------------------
    [1] Μετά τα Φυσικά Α, 982b.

    ΠΛΑΤΩΝ: Λύσις (205a-206c)

    Καὶ ἐγὼ εἶπον· Ὦ Ἱππόθαλες, οὔ τι τῶν μέτρων δέομαι [205b] ἀκοῦσαι οὐδὲ μέλος εἴ τι πεποίηκας εἰς τὸν νεανίσκον, ἀλλὰ τῆς διανοίας, ἵνα εἰδῶ τίνα τρόπον προσφέρῃ πρὸς τὰ παιδικά.
    Ὅδε δήπου σοι, ἔφη, ἐρεῖ· ἀκριβῶς γὰρ ἐπίσταται καὶ μέμνηται, εἴπερ, ὡς λέγει, ὑπ᾽ ἐμοῦ ἀεὶ ἀκούων διατεθρύληται.
    Νὴ τοὺς θεούς, ἔφη ὁ Κτήσιππος, πάνυ γε. καὶ γάρ ἐστι καταγέλαστα, ὦ Σώκρατες. τὸ γὰρ ἐραστὴν ὄντα καὶ διαφερόντως τῶν ἄλλων τὸν νοῦν προσέχοντα τῷ παιδὶ ἴδιον [205c] μὲν μηδὲν ἔχειν λέγειν ὃ οὐχὶ κἂν παῖς εἴποι, πῶς οὐχὶ καταγέλαστον; ἃ δὲ ἡ πόλις ὅλη ᾄδει περὶ Δημοκράτους καὶ Λύσιδος τοῦ πάππου τοῦ παιδὸς καὶ πάντων πέρι τῶν προγόνων, πλούτους τε καὶ ἱπποτροφίας καὶ νίκας Πυθοῖ καὶ Ἰσθμοῖ καὶ Νεμέᾳ τεθρίπποις τε καὶ κέλησι, ταῦτα ποιεῖ τε καὶ λέγει, πρὸς δὲ τούτοις ἔτι τούτων κρονικώτερα. τὸν γὰρ τοῦ Ἡρακλέους ξενισμὸν πρῴην ἡμῖν ἐν ποιήματί τινι διῄει, ὡς διὰ τὴν τοῦ Ἡρακλέους συγγένειαν ὁ πρόγονος αὐτῶν [205d] ὑποδέξαιτο τὸν Ἡρακλέα, γεγονὼς αὐτὸς ἐκ Διός τε καὶ τῆς τοῦ δήμου ἀρχηγέτου θυγατρός, ἅπερ αἱ γραῖαι ᾄδουσι, καὶ ἄλλα πολλὰ τοιαῦτα, ὦ Σώκρατες· ταῦτ᾽ ἐστὶν ἃ οὗτος λέγων τε καὶ ᾄδων ἀναγκάζει καὶ ἡμᾶς ἀκροᾶσθαι.
    Καὶ ἐγὼ ἀκούσας εἶπον· Ὦ καταγέλαστε Ἱππόθαλες, πρὶν νενικηκέναι ποιεῖς τε καὶ ᾄδεις εἰς σαυτὸν ἐγκώμιον;
    Ἀλλ᾽ οὐκ εἰς ἐμαυτόν, ἔφη, ὦ Σώκρατες, οὔτε ποιῶ οὔτε ᾄδω.
    Οὐκ οἴει γε, ἦν δ᾽ ἐγώ.
    Τὸ δὲ πῶς ἔχει; ἔφη.
    [205e] Πάντων μάλιστα, εἶπον, εἰς σὲ τείνουσιν αὗται αἱ ᾠδαί. ἐὰν μὲν γὰρ ἕλῃς τὰ παιδικὰ τοιαῦτα ὄντα, κόσμος σοι ἔσται τὰ λεχθέντα καὶ ᾀσθέντα καὶ τῷ ὄντι ἐγκώμια ὥσπερ νενικηκότι, ὅτι τοιούτων παιδικῶν ἔτυχες· ἐὰν δέ σε διαφύγῃ, ὅσῳ ἂν μείζω σοι εἰρημένα ᾖ ἐγκώμια περὶ τῶν παιδικῶν, τοσούτῳ μειζόνων δόξεις καλῶν τε καὶ ἀγαθῶν ἐστερημένος [206a] καταγέλαστος εἶναι. ὅστις οὖν τὰ ἐρωτικά, ὦ φίλε, σοφός, οὐκ ἐπαινεῖ τὸν ἐρώμενον πρὶν ἂν ἕλῃ, δεδιὼς τὸ μέλλον ὅπῃ ἀποβήσεται. καὶ ἅμα οἱ καλοί, ἐπειδάν τις αὐτοὺς ἐπαινῇ καὶ αὔξῃ, φρονήματος ἐμπίμπλανται καὶ μεγαλαυχίας· ἢ οὐκ οἴει;
    Ἔγωγε, ἔφη.
    Οὐκοῦν ὅσῳ ἂν μεγαλαυχότεροι ὦσιν, δυσαλωτότεροι γίγνονται;
    Εἰκός γε.
    Ποῖός τις οὖν ἄν σοι δοκεῖ θηρευτὴς εἶναι, εἰ ἀνασοβοῖ θηρεύων καὶ δυσαλωτοτέραν τὴν ἄγραν ποιοῖ;
    [206b] Δῆλον ὅτι φαῦλος.
    Καὶ μὲν δὴ λόγοις τε καὶ ᾠδαῖς μὴ κηλεῖν ἀλλ᾽ ἐξαγριαίνειν πολλὴ ἀμουσία· ἦ γάρ;
    Δοκεῖ μοι.
    Σκόπει δή, ὦ Ἱππόθαλες, ὅπως μὴ πᾶσι τούτοις ἔνοχον σαυτὸν ποιήσεις διὰ τὴν ποίησιν· καίτοι οἶμαι ἐγὼ ἄνδρα ποιήσει βλάπτοντα ἑαυτὸν οὐκ ἄν σε ἐθέλειν ὁμολογῆσαι ὡς ἀγαθός ποτ᾽ ἐστὶν ποιητής, βλαβερὸς ὢν ἑαυτῷ.
    Οὐ μὰ τὸν Δία, ἔφη· πολλὴ γὰρ ἂν ἀλογία εἴη. ἀλλὰ διὰ [206c] ταῦτα δή σοι, ὦ Σώκρατες, ἀνακοινοῦμαι, καὶ εἴ τι ἄλλο ἔχεις, συμβούλευε τίνα ἄν τις λόγον διαλεγόμενος ἢ τί πράττων προσφιλὴς παιδικοῖς γένοιτο.
    Οὐ ῥᾴδιον, ἦν δ᾽ ἐγώ, εἰπεῖν· ἀλλ᾽ εἴ μοι ἐθελήσαις αὐτὸν ποιῆσαι εἰς λόγους ἐλθεῖν, ἴσως ἂν δυναίμην σοι ἐπιδεῖξαι ἃ χρὴ αὐτῷ διαλέγεσθαι ἀντὶ τούτων ὧν οὗτοι λέγειν τε καὶ ᾄδειν φασί σε.

    ***
     Κι εγώ του είπα, Ιπποθάλη, δεν θέλω να ακούσω ούτε στίχους από τα ποιήματα [205b] ούτε καμιά ωδή που ίσως να έχεις γράψει για τον νέο, αλλά μόνο το νόημά τους, για να δω πώς τον πλησιάζεις.
    «Υποθέτω, θα σου τα πει αυτός εδώ», είπε· «γιατί τα ξέρει καλά και τα θυμάται, αφού, καθώς λέει, έχει ξεκουφαθεί ακούγοντάς τα συνεχώς».
    «Μά το θεό, πάρα πολύ», είπε ο Κτήσιππος. «Κι είναι πραγματικά να γελάς, Σωκράτη. Γιατί πώς δεν είναι για γέλια που ενώ είναι εραστής και έχει το νου του στο αγόρι πιο πολύ από κάθε άλλον, ωστόσο [205c] δεν βρίσκει να του πει τίποτε ιδιαίτερο, που θα μπορούσε ακόμη κι ένα μικρό παιδί να το έλεγε; Αυτά που τραγουδάει ολόκληρη η πόλη για το Δημοκράτη και το Λύσι, τον παππού του νέου, και για όλους τους προγόνους, για τα πλούτη τους, τα άλογά τους, τις νίκες στους Δελφούς, στον Ισθμό και στη Νεμέα, στις αρματοδρομίες και στους ιππικούς αγώνες, αυτά τα ίδια γράφει και λέει κι ο Ιπποθάλης και εκτός απ᾽ αυτά μερικά ακόμη πιο παμπάλαια πράγματα. Για να καταλάβεις Σωκράτη, πριν λίγες μέρες μάς περιέγραφε σε κάποιο ποίημά του τη φιλοξενία του Ηρακλή: πώς ο πρόγονός τους [205d] που ήταν συγγενής με τον Ηρακλή υποδέχτηκε τον Ηρακλή έχοντας ο ίδιος γεννηθεί από το Δία και τη θυγατέρα του ιδρυτή του δήμου τους, δηλαδή ό,τι ακριβώς ψέλνουν οι γριές κι άλλα πολλά παρόμοια, Σωκράτη. Νά τί λέει και τραγουδάει αναγκάζοντάς μας να τον ακούμε».
    Κι εγώ, όταν τα άκουσα αυτά, είπα: Καταγέλαστε Ιπποθάλη, προτού νικήσεις, φτιάχνεις και ψέλνεις εγκώμιο στον εαυτό σου;
    «Για τον εαυτό μου, Σωκράτη» είπε εκείνος, «ούτε ποιήματα γράφω ούτε ύμνους ψέλνω».
    Νομίζεις ότι δεν το κάνεις, είπα εγώ.
    «Αλλά τότε λοιπόν τί κάνω;» ρώτησε εκείνος.
    [205e] Οι ύμνοι αυτοί, είπα, απευθύνονται προπάντων σ᾽ εσένα. Γιατί, αν κερδίσεις τον αγαπημένο σου που είναι τόσο σπουδαίος, όλα όσα είπες κι έψαλλες γι᾽ αυτόν θα γίνουν, στ᾽ αλήθεια, τιμή δική σου και εγκώμια νικητήρια, αφού κέρδισες τέτοιο φίλο. Αν όμως σου ξεφύγει, όσο μεγαλύτερα εγκώμια είχες πει για το αγαπημένο σου πρόσωπο, [206a] τόσο πιο καταγέλαστος θα γίνεις, αφού θα έχεις στερηθεί τέτοια πολύτιμα αγαθά. Όποιος λοιπόν, φίλε, έχει πείρα στον έρωτα δεν παινεύει τον αγαπημένο προτού τον κατακτήσει, γιατί σκέπτεται και την κατάληξη που μπορεί να έχει αυτή η ιστορία. Κι έπειτα, βλέπεις, αυτά τα όμορφα αγόρια, όταν τα παινεύεις και τα εκθειάζεις, γίνονται αλαζονικά και περήφανα. Ή μήπως δεν είναι έτσι;
    «Βέβαια», είπε.
    Και όσο πιο περήφανα είναι, τόσο πιο δύσκολα μπορεί κανείς να τα κατακτήσει.
    «Φυσικά».
    Τί κυνηγός, λοιπόν, νομίζεις ότι είναι αυτός που στο κυνήγι απάνω ερεθίζει το θήραμα και το κάνει πιο δύσκολο;
    [206b] «Ασφαλώς πολύ κακός».
    «Επομένως είναι χοντρό λάθος να αγριεύεις κάποιον με λόγια και ωδές, αντί να τον σαγηνεύεις.
    «Νομίζω».
    Πρόσεχε λοιπόν, Ιπποθάλη, μήπως με όλα αυτά πάθεις κι εσύ το ίδιο· παρόλο που πραγματικά πιστεύω ότι έναν άνθρωπο που με τα ποιήματά του βλάπτει τον εαυτό του δεν θα τον παραδεχόσουν για καλό ποιητή, αφού μόνος του κάνει ζημιά στον εαυτό του.
    «Όχι, μα το Δία», είπε. «Θα ήταν πολύ παράλογο. Αλλά [206c] γι᾽ αυτό ακριβώς, Σωκράτη, σου φανερώνω τα αισθήματά μου και σου ζητώ να μου δώσεις οποιαδήποτε συμβουλή έχεις, πώς πρέπει να μιλάει κανείς με τον αγαπημένο του ή τί πρέπει να κάνει για να του γίνει αρεστός».
    Δεν είναι εύκολο να το εκφράσω, απάντησα· αν όμως μου τον έφερνες εδώ να κουβεντιάσουμε, ίσως τότε μπορούσα να σου δείξω τί πρέπει να του λες, αντί για όσα αυτοί ισχυρίζονται ότι λες και τραγουδάς τώρα.

    Σάββατο 18 Ιουλίου 2020

    ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (523-561)

    ΗΡΑΚΛΗΣ
    ὦ χαῖρε μέλαθρον πρόπυλά θ᾽ ἑστίας ἐμῆς,
    ὡς ἄσμενός σ᾽ ἐσεῖδον ἐς φάος μολών.
    525 ἔα· τί χρῆμα; τέκν᾽ ὁρῶ πρὸ δωμάτων
    στολμοῖσι νεκρῶν κρᾶτας ἐξεστεμμένα
    ὄχλωι τ᾽ ἐν ἀνδρῶν τὴν ἐμὴν ξυνάορον
    πατέρα τε δακρύοντα συμφορὰς τίνας;
    φέρ᾽ ἐκπύθωμαι τῶνδε πλησίον σταθείς·
    530 γύναι, τί καινὸν ἦλθε δώμασιν χρέος;
    ΜΕ. ὦ φίλτατ᾽ ἀνδρῶν ‹ΑΜ.› ὦ φάος μολὼν πατρί
    ‹ΜΕ.› ἥκεις, ἐσώθης εἰς ἀκμὴν ἐλθὼν φίλοις;
    ΗΡ. τί φήις; τίν᾽ ἐς ταραγμὸν ἥκομεν, πάτερ;
    ΜΕ. διωλλύμεσθα· σὺ δέ, γέρον, σύγγνωθί μοι,
    535 εἰ πρόσθεν ἥρπασ᾽ ἃ σὲ λέγειν πρὸς τόνδ᾽ ἐχρῆν·
    τὸ θῆλυ γάρ πως μᾶλλον οἰκτρὸν ἀρσένων,
    καὶ τἄμ᾽ ἔθνηισκε τέκν᾽, ἀπωλλύμην δ᾽ ἐγώ.
    ΗΡ. Ἄπολλον, οἵοις φροιμίοις ἄρχηι λόγου.
    ΜΕ. τεθνᾶσ᾽ ἀδελφοὶ καὶ πατὴρ οὑμὸς γέρων.
    540 ΗΡ. πῶς φήις; τί δράσας ἢ μόρου ποίου τυχών;
    ΜΕ. Λύκος σφ᾽ ὁ καινὸς γῆς ἄναξ διώλεσεν.
    ΗΡ. ὅπλοις ἀπαντῶν ἢ νοσησάσης χθονός;
    ΜΕ. στάσει· τὸ Κάδμου δ᾽ ἑπτάπυλον ἔχει κράτος.
    ΗΡ. τί δῆτα πρὸς σὲ καὶ γέροντ᾽ ἦλθεν φόβος;
    545 ΜΕ. κτείνειν ἔμελλε πατέρα κἀμὲ καὶ τέκνα.
    ΗΡ. τί φήις; τί ταρβῶν ὀρφάνευμ᾽ ἐμῶν τέκνων;
    ΜΕ. μή ποτε Κρέοντος θάνατον ἐκτεισαίατο.
    ΗΡ. κόσμος δὲ παίδων τίς ὅδε νερτέροις πρέπων;
    ΜΕ. θανάτου τάδ᾽ ἤδη περιβόλαι᾽ ἐνήμμεθα.
    550 ΗΡ. καὶ πρὸς βίαν ἐθνήισκετ᾽; ὦ τλήμων ἐγώ.
    ΜΕ. φίλων ‹γ᾽› ἔρημοι· σὲ δὲ θανόντ᾽ ἠκούομεν.
    ΗΡ. πόθεν δ᾽ ἐς ὑμᾶς ἥδ᾽ ἐσῆλθ᾽ ἀθυμία;
    ΜΕ. Εὐρυσθέως κήρυκες ἤγγελλον τάδε.
    ΗΡ. τί δ᾽ ἐξελείπετ᾽ οἶκον ἑστίαν τ᾽ ἐμήν;
    555 ΜΕ. βίαι, πατὴρ μὲν ἐκπεσὼν στρωτοῦ λέχους
    ΗΡ. κοὐκ ἔσχεν αἰδὼς τὸν γέροντ᾽ ἀτιμάσαι;
    ΜΕ. αἰδώς; ἀποικεῖ τῆσδε τῆς θεοῦ πρόσω.
    ΗΡ. οὕτω δ᾽ ἀπόντες ἐσπανίζομεν φίλων;
    ΜΕ. φίλοι γάρ εἰσιν ἀνδρὶ δυστυχεῖ τίνες;
    560 ΗΡ. μάχας δὲ Μινυῶν ἃς ἔτλην ἀπέπτυσαν;
    ΜΕ. ἄφιλον, ἵν᾽ αὖθίς σοι λέγω, τὸ δυστυχές.

    ***
    ΗΡΑΚΛΗΣ
    Χαίρε παλάτι μου και της εστίας κολόνες,
    με ποιά χαρά στο φως ερχάμενος σας βλέπω!
    Ω! τί συμβαίνει; τα παιδιά μου μπρος στο σπίτι
    με νεκροστέφανα τα βλέπω στολισμένα
    και τη γυναίκα μου μέσα σ᾽ ανδρώνε πλήθος
    και τον πατέρα μου να κλαιν, ποιά δυστυχία;
    Εμπρός να μάθω εδώ στεκάμενος σιμά των
    530 σαν τί καινούργια συμφορά ήρθε στο παλάτι.
    ΑΜΦ. Ω πολυαγαπημένε μου, φως του πατρός σου,
    μας ήρθες και στην ώρα που έπρεπεν εσώθης;
    ΗΡΑ. Τί λέγεις; σε ποιά ταραχή έφθασα, ω πατέρα;
    ΜΕΓ. Χανόμαστε!... Συ, ω γέροντα, συγχώρεσέ με
    αν πρόλαβα να πω όσα συ έπρεπε να λέγεις·
    τι ᾽ναι απ᾽ τους άντρες πιο αξιολύπητ᾽ η γυναίκα
    και τα παιδιά μου θα σκοτώνονταν μαζί μου.
    ΗΡΑ. Ω Απόλλωνα, με τί κακά προοίμια αρχίζεις!
    ΜΕΓ. Πέθαναν τ᾽ αδέρφια μου κι ο γέρος πατέρας!
    540 ΗΡΑ. Και πώς; Σαν τί έκαμε ή σε ποιά μάχη εσκοτώθη;
    ΜΕΓ. Τους σκότωσε ο νιος βασιλιάς της χώρας Λύκος.
    ΗΡΑ. Σε πόλεμο ή βρίσκοντας άρρωστη την πόλη;
    ΜΕΓ. Από στάση· κι είναι τώρ᾽ άρχων της Θήβας.
    ΗΡΑ. Και τί φόβος σάς έπιασ᾽ εσέ και τον γέρο;
    ΜΕΓ. Θα σκότωνε τον γέροντα, εμέ και τα τέκνα.
    ΗΡΑ. Τί λέγεις; τί φοβήθηκε τα ορφανά τέκνα;
    ΜΕΓ. Τον θάνατο του Κρέοντα μην εκδικήσουν.
    ΗΡΑ. Και τί στολή είναι αυτή που πάει σε πεθαμένους;
    ΜΕΓ. Τα βάλαμε για σάβαν᾽ αυτά της θανής των.
    550 ΗΡΑ. Κι έτσι θεν᾽ αποθνήσκατε με βία; ω! μαύρος!
    ΜΕΓ. Φίλους δεν είχαμε κι εσέ νεκρό σ᾽ ελέγαν.
    ΗΡΑ. Και πώς αυτή η απελπισιά για με σάς ήρθε;
    ΜΕΓ. Έτσι μηνούσαν του Ευρυσθέα οι αγγελιοφόροι.
    ΗΡΑ. Τί αφήσατε το σπίτι μου και την εστία;
    ΜΕΓ. Με βία· και ρίξαν τον πατέρα σου απ᾽ το στρώμα.
    ΗΡΑ. Ω! και δεν ντράπηκε τον γέρο ν᾽ ατιμάσει;
    ΜΕΓ. Ντροπή λες; απ᾽ τη θεάν αυτή πολύ μακριά είναι.
    ΗΡΑ. Τόσο, όταν έλειπα, μας σπάνιζαν οι φίλοι;
    ΜΕΓ. Και ποιοί ᾽ναι φίλοι σε άνθρωπο δυστυχισμένο;
    560 ΗΡΑ. Και ξέχασαν τις μάχες μου με τους Μινύες;
    ΜΕΓ. Δεν έχουν φίλους, ματαλέω, οι δυστυχισμένοι.