Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 2020

Η Ανακάλυψη του Μηδέν

Γιατί Έχει Σημασία
 
Σήμερα μας φαίνεται δεδομένο και αυταπόδεικτο, αλλά η ύπαρξη του «μηδέν» διέφευγε της σύλληψης μαθηματικών και φιλοσόφων επί αιώνες. Δεν είναι ξεκάθαρο πότε ανακαλύφθηκε ούτε από ποιον, εν μέρει επειδή η χρήση του έχει υποστεί αλλαγές με τον καιρό, αλλά και επειδή εμφανίστηκε σε πολλά μέρη του κόσμου, είτε σαν ανεξάρτητη ανακάλυψη είτε μεταπηδώντας από πολιτισμό σε πολιτισμό. Θεωρείται από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις της ανθρώπινης σκέψης, και χωρίς αυτό, τα μαθηματικά θα είχαν κολλήσει κάπου στο 600 μ.Χ., με την άλγεβρα να αδυνατεί να βρει τρόπο να επεκταθεί σε πραγματικά αφαιρετικές ιδέες που θα επέτρεπαν και τη χρήση των αρνητικών αριθμών, η χρησιμότητά των οποίων δεν είχε επισημανθεί στην αρχαιότητα.
 
Ενώ οι μαθηματικοί άρχισαν αν σκέφτονται την έννοια του μηδενός κατά το 3.000 π.Χ. (και να την απορρίπτουν), δεν ήταν πριν το 200-300 π.Χ. που οι Βαβυλώνιοι χρησιμοποίησαν ένα σύμβολο που εξελίχτηκε σε αυτό που ξέρουμε σήμερα σαν «μηδέν». Οι Βαβυλώνιοι άλλαξαν τη μορφή του συμβόλου αρκετές φορές, από δύο παράλληλες γραμμές μέχρι τα εξής:
 
0

Την εποχή που τα μαθηματικά ήταν μόνο μια μέθοδος για να μετράμε φυσικά αντικείμενα και να λύνουμε προβλήματα της άμεσης εμπειρίας μας, δεν είχε παρουσιαστεί η ανάγκη ύπαρξης τέτοιου συμβόλου. Για να πει κάποιος ότι έχει «0 καμήλες», θα έλεγε απλά «δεν έχω καμήλες». Υπάρχει ένα μεγάλο λογικό άλμα από το «5 καμήλες» στο «5 πράγματα» και στο πιο αφαιρετικό «5». Η χρήση του μηδενός επέτρεψε το να σκεφτόμαστε για τα μαθηματικά σαν κάτι αφαιρετικό, παρά μόνο σαν μια μέθοδος μέτρησης αντικειμένων.
 
 Αργότερα, κάπου μεταξύ του 400 και 1200 μ.Χ. αναπτύχθηκε η έννοια του «μηδέν», και έγινε αποδεκτό ότι αυτό σημαίνει έναν αριθμό. Αν ακόμα σας φαίνεται παράξενη η καθυστερημένη αποδοχή του «μηδέν» ως αριθμού, αναλογιστείτε ότι για πολύ καιρό ούτε το «ένα» δε θεωρούνταν αριθμός, διότι επικρατούσε η άποψη ότι ένας αριθμός πραγμάτων πρέπει να σημαίνει πολλά πράγματα μαζί. Η βασική ιδέα στην προκειμένη περίπτωση ήταν η επινόηση ενός αριθμού για το «τίποτε». Η σημαντική ιδέα ήταν η έννοια ενός νέου είδους αριθμού, ο οποίος θα αντιπροσώπευε τη συγκεκριμένη ιδέα του «τίποτε».
 
Αρχικά, το μηδέν χρησιμοποιήθηκε περίπου σαν σημείο στίξης, σαν δείκτης, σαν ένα μέσο για να λυθεί το πρόβλημα γραφής ενός πολυψήφιου αριθμού. Χωρίς το μηδέν, ο αριθμός 2046 θα γραφόταν 246, αλλά το ίδιο και ο αριθμός 2460. Μόνο από τα συμφραζόμενα θα μπορούσε κανείς να καταλάβει για ποιον αριθμό ακριβώς μιλάμε. Αυτό μάλλον δεν είναι τόσο παράξενο όσο φαίνεται. Όταν σήμερα κάποιος μας απαντάει «Δυόμιση» στην ερώτηση «Πόσο κοστίζει ένα παγωτό;» καταλαβαίνουμε «2,5 ευρώ», ενώ η ίδια απάντηση στην ερώτηση «Τι ώρα είναι;» σημαίνει κάτι τελείως διαφορετικό. Τα συμφραζόμενα κάνουν όλη τη διαφορά. Εδώ δηλαδή το μηδέν δεν χρησιμοποιείται ακριβώς σαν αριθμός, αλλά σαν ένα σημάδι που μας δείχνει τι σημαίνει αυτό που αποτυπώνουμε στο χαρτί. Πιο συγκεκριμένα, ο αριθμός 2046 δηλώνει ότι έχουμε 2 χιλιάδες, 0 εκατοντάδες, 4 δεκάδες και 6 μονάδες.
 
Η ανακάλυψη του μηδενός μας επέτρεψε να κατασκευάσουμε και τους αρνητικούς αριθμούς που επίσης δεν χρειαζόμασταν μέχρι κάποια περίοδο. Δεν χρειαζόταν να ξέρουμε τους αρνητικούς αριθμούς όταν μετρούσαμε καμήλες. Αρνητικές καμήλες θα σήμαινε μόνο χρέος σε καμήλες. Ο Φιμπονάτσι γύρω στο 1200 μ.Χ. επέτρεψε αρνητικά αποτελέσματα σε προβλήματα που τον απασχολούσαν σχετικά με οικονομικά θέματα, και τα ερμήνευσε σαν χρέος ή ζημία, αντί για το κέρδος που υποδηλώνει ένας θετικός αριθμός.
 
Οι αρχαίοι Έλληνες αν και κάνανε μεγάλες προόδους στα μαθηματικά, χρησιμοποιούσαν τη γεωμετρία σαν βάση για τις θεωρίες τους. Δεν χρειαζόταν να κατονομάσουν αφαιρετικά τους αριθμούς που χρησιμοποιούσαν, γιατί ασχολούνταν με το μήκος γραμμών και κυκλικών περιφερειών. Δεν αφομοίωσαν λοιπόν τον αριθμό μηδέν ούτε καν σαν δείκτη (όπως είχαν κάνει ήδη οι Βαβυλώνιοι). Υπήρχαν και εξαιρέσεις, όπως κάποιοι αστρονόμοι, αλλά και ο Πτολεμαίος τον 2ο μ.Χ. (στη «Μαθηματική Σύνταξη» –Almagest), που χρησιμοποίησε το σύμβολο «Ο», αλλά ακόμα μόνο σαν σημείο στίξης.
 
Οι Ινδοί το υιοθέτησαν, και τον 7ο αιώνα έκαναν την πρώτη χρήση των αρνητικών και δεκαδικών αριθμών, οδηγώντας το σε μια πιο εξεζητημένη μορφή, που προσομοιάζει τη σημερινή. Το χρησιμοποίησαν δηλαδή και σαν αριθμό, σαν ένα σύμβολο που αντιπροσωπεύει κάτι (στην προκειμένη το τίποτα), όχι μόνο σαν δείκτης. Κάποιοι λένε ότι είναι η ιδέα του «τίποτα»¨ή της μηδαμινότητας («nothingness») των φιλοσοφικών κειμένων της ανατολής που εκφράστηκε στον αριθμό αυτό. Η λέξη «shunya» που σήμαινε «κενό, «τίποτα», κάτι σαν «λύτρωση», είναι η λέξη που χρησιμοποίησαν και για τον αριθμό «μηδέν». Οι Άραβες ήταν όμως αυτοί που εξέλιξαν τη χρήση του αναπτύσσοντας την άλγεβρα, και την εξάπλωσαν κατά τη λεγόμενη «Χρυσή Εποχή των Αράβων», μεταξύ 8ου και 12ου αιώνα περίπου (το αγγλικό ‘zero’ προέρχεται από το αραβικό ‘sifr’).
 
 Η υιοθέτηση του μηδέν σε συνδυασμό με τους αραβικούς αριθμούς, που αντικατέστησαν τους λατινικούς, επέτρεψαν την γρήγορη και εύκολη, σύγχρονη μέθοδο πολλαπλασιασμού και διαίρεσης. Σκεφτείτε να κάναμε πράξεις με λατινικούς αριθμούς… Η εξάπλωσή τους όμως εμποδίστηκε από θρησκευτικές προκαταλήψεις, καθώς οι αραβικοί αριθμοί θεωρούνταν εύκολο να αλλοιωθούν με σκοπό την πλαστογραφία ή την απάτη (το 1 μετατρέπεται πολύ εύκολα σε 7) και οι αρνητικοί αριθμοί (που δεν θα είχαν «δημιουργηθεί» χωρίς την ανακάλυψη του μηδέν) θεωρήθηκαν βλάσφημοι, αφού συσχετίσθηκαν με το κέρδος από δανεισμό και την τοκογλυφία που δημιουργεί χρέος. Εξάλλου, η ανυπαρξία ταυτιζόταν με το χάος και το κενό, που θεωρούνταν τα συστατικά της κόλασης στην χριστιανική παράδοση. Η χρήση των αρνητικών αριθμών εξαπλώθηκε μόλις περί τον 16ο αιώνα.

Η ΑΡΕΤΗ ΤΗΣ ΑΓΧΙΝΟΙΑΣ

Ο όρος «Αγχίνοια» ετυμολογείται εκ του επιρρήματος «αγχι»- (ετυμολογουμένου εκ του ρήματος «άγχω», ήτοι σφίγγω, δηλαδή εγγύς, πλησίον), και του ουσιαστικού «νούς».

Ως ανθρώπινη ιδιότης σημαίνει ευστροφία, ταχύνοια, οξύνοια, οξύτητα του μυαλού, αλλά ως Αρετή την ικανότητα να κατανοεί κάποιος τα πράγματα ως αυτό που πραγματικά είναι, καθώς και να επιλέγει την καλύτερη ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες καταστάσεις. Η «Αγχίνοια» δηλαδή ως «Αρετή» είναι η ικανότης της ψυχής για ορθή εκτίμηση και ορθή κρίση, ικανότης να ευρίσκει ομοιότητες και αναλογίες επί ανομοίων, μία ικανότης όλως απαραίτητη για την λήψη δικαίων αποφάσεων.

Παράγωγο της «Αγχινοίας» είναι το επίθετο «αγχίνους» που απαντάται ήδη στα ομηρικά έπη (ως «αγχίνοος», «Οδύσσεια» 5.332). Αντίθετα της «Αγχινοίας» είναι η «Βραδύνοια», αλλά και η «Αμβλύνοια», δηλαδή η νοητική ανικανότητα.

Αντιθέτως από ό,τι μπορεί να υποθέσει κάποιος που δεν έχει ασχοληθεί σε βάθος με την Φιλοσοφία, η «Αγχίνοια» δεν αποτελεί προϋπόθεση της Φιλοσοφίας, όπως λ.χ. η φιλομάθεια, αλλά μία σταθερή παράμετρο της Φιλοσοφίας. Επίσης δεν ταυτίζεται με την «Ευμάθεια», δηλαδή την ικανότητα ταχείας και ανέτου μαθήσεως, την έμφυτη κλίση προς μάθηση, ούτε με την «Μεγαλοφυΐα», δηλαδή την υψηλότατη ευφυΐα. «Αγχίνοια» είναι η Αρετή της διεισδυτικής πλην όμως αμερόληπτης κριτικής σκέψεως στον καθημερινό βίο, στον δε χώρο της Φιλοσοφίας είναι η δυνατότης να παρακολουθούνται με άνεση οι μεγάλες αλήθειες.

Στους πλατωνικούς ορισμούς του Σπευσίππου («Όροι») η «Αγχίνοια» ορίζεται ως «ψυχική ευφυΐα, η οποία χαρίζει σε αυτόν που την κατέχει την ευστοχία σε κάθε τι που πρέπει να γίνει» («ΑΓΧΙΝΟΙΑ (ΕΣΤΙΝ) ΕΥΦΥΪΑ ΨΥΧΗΣ, ΚΑΘ' ΗΝ Ο ΕΧΩΝ ΣΤΟΧΑΣΤΙΚΟΣ ΕΣΤΙΝ ΕΚΑΣΤΩ ΤΟΥ ΔΕΟΝΤΟΣ. ΝΟΟΣ ΟΞΥΤΗΣ»). Να αναφέρουμε εδώ ότι η λέξη «ευφυΐα» προέρχεται από το προθεματικό μόριο «ευ» και το ρήμα «φύω» και σημαίνει την άριστη φύση, την φυσική τελειότητα και, επί του προκειμένου, την έμφυτη ψυχική αριστεία.

Ως Αρετή αντιμετωπίζει την «Αγχίνοια» και ο Αριστοτέλης, υιοθετώντας μάλιστα τον ορισμό του Πλάτωνος. Ο Αριστοτέλης αποδίδει στην «Αγχίνοια» σημαντικό ρόλο τόσο στην επιστημονική εξήγηση των πραγμάτων όσο και στην ακαριαία («ΕΙΣ ΧΡΟΝΟΝ ΑΣΚΕΠΤΟΝ») ανακάλυψη των μεσοτήτων (των επιλεγομένων δηλαδή διά της λογικής και μόνον αυτής μέσων σημείων ανάμεσα σε δύο ακρότητες) και επιπροσθέτως την ορίζει ως «ευστοχία» («ΕΣΤΙ Δ' ΕΥΣΤΟΧΙΑ ΤΙΣ Η ΑΓΧΙΝΟΙΑ» στα «Ηθικά Νικομάχεια», 1142 b).

Οι Στωϊκοί θέτουν την «Αγχίνοια» ως δευτερεύουσα («υποτεταγμένη») Αρετή υπό την «Λογικότητα» ή «Φρόνηση», μαζί με άλλες 5, την «Ευβουλία» (δηλαδή την τελειότητα της σκέψεως), την «Ευλογιστία» (την άριστη χρήση της λογικότητος), την «Ευστοχία» (την πρακτική επιτυχία μετά από αποτελεσματική επικέντρωση ή πρόβλεψη), τη «Νουνέχεια» (την σύνεση ή εχεφροσύνη) και την «Ευμηχανία» (την εφευρετικότητα).

Στην Ρωμαϊκή Παράδοση που κατεξοχήν εκθειάζει την πράξη, η «Αγχίνοια» (που ερμηνεύεται ως «Ιngenium», δηλαδή διανοητικό ταλέντο, από το «in» και «gignere», το εσωτερικό ποιούν και κατ' επέκταση ο εσώτερος δαίμονας) μπορεί να υποκατατασταθεί από την εκγύμναση: «assiduus usus uni rei deditus et ingenium et artem saepe vincit» («η συνεχής εξάσκηση σε ένα αντικείμενο συχνά είναι αποτελεσματικότερη της αγχινοίας και του ταλέντου»), υποστηρίζει ο Κικέρων (Marcus Tullius Cicero 106 – 43 π.α.χ.χ.). Μερικές δεκαετίες αργότερα όμως, η υιοθεσία πολλών ελληνικών θεωρήσεων κάνει τον ιστορικό του 1ου μ.α.χ.χ. αιώνος Σαλλούστιο (Gaius Sallustius Crispus, 86 π.α.χ.χ. – 35 μ.α.χ.χ.) να εκθειάσει στα βιβλία του «Bellum Catilinae» και «Bellum Iugurthinum» το «Ιngenium» ή «animi virtus» («ψυχική αρετή»), τονίζοντας ότι όμοια με τους Θεούς ο άνθρωπος έχει νου, ο οποίος μάλιστα είναι επιλεγμένος να άρχει του σώματος. Μέσω του «Ιngenium», γράφει στο «Bellum Iugurthinum» (1.5), ο άνθρωπος προσπαθεί να πετύχει τον απαθανατισμό του, μέσω της «αιωνίας δόξης» («Gloria»), δίχως να έχει ανάγκη την Θεά Τύχη (Fortuna), στον δε πόλεμο αν και αναμφίβολα χρειάζεται το σώμα, στον ίδιο βαθμό με το «Ιngenium», το δεύτερο είναι σπουδαιότερο. Το ίδιο σπουδαιότερο όλων είναι το «Ιngenium» και στην δημόσια διοίκηση, ενώ εξαιτίας αυτού είναι που οι άνθρωποι είναι αποκλειστικά υπεύθυνοι για τις επιτυχίες ή αποτυχίες τους.

Τέλος, στις αρχές του 17ου αιώνος ο Ροδόλφος Γκοκλένιος (Rudolphus Goclenius) στο φιλοσοφικό λεξικό του «Lexicon philosophicum quo tanquarn clave philosophiae fores aperiuntur» (Φρανκφούρτη, 1613) αναφέρει στο λήμμα «Ιngenium», ότι ο όρος σημαίνει υπό γενική θεώρηση την ενδιάθετη ισχύ και φύση κάθε πράγματος, υπό δε ειδική θεώρηση «την ικανότητα ανακαλύψεως κι επινοήσεως με επιτυχία κι ευκολία» ή «μια φυσική δεξιότητα, διά της οποίας μαθαίνουμε και μέσω της οποίας σκεπτόμαστε ή ανακαλύπτουμε διάφορα πράγματα». Ο Γκοκλένιος ταξινομεί το «Ιngenium» υπό την «Ευφυϊα» και ορίζει ως μέρη του την «Ευμάθεια» και την «Αγχίνοια».

Η συγκεκριμένη Αρετή της «Αγχινοίας» δεν χρειάστηκε να δεχθεί την άμεση επίθεση του Χριστιανισμού για τον οποίο, ούτως ή άλλως, οι εθνικοί, ως... αντιστεκόμενοι στην υποτιθέμενη «αλήθεια» του Τζεσούα – «Ιησού» είναι «άνθρωποι κατεφθαρμένοι τον νουν» ή πορεύονται «εν μαιτότητι του νοός αυτών» (Παύλος, «Β Τιμόθεον» 3.8. και «Προς Εφεσίους» 4.17). Η συγκεκριμένη θρησκεία έχει άλλωστε επινοήσει και τον όρο «σκοτασμός», σύμφωνα με τον οποίο, κάθε νους που δεν υποτάσσεται στον Θεό των χριστιανών... «αμαυρούται»... «σκοτίζεται»... «καταπίνεται από την άβυσσο»! Χαρακτηριστικά είναι τα όσα δημοσίευσε το επίσημο όργανο της «Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου» «Εκκλησιαστική Παρέμβαση» (τεύχος 50, Μάρτιος 2000):

«...πέρα από τον λεγόμενο σκοταδισμό, υπάρχει και ο όρος σκοτασμός και μάλιστα σκοτασμός του νοός. Όταν ο νούς του ανθρώπου ταυτισθή με την λογική και τα πάθη, τότε κάνουμε λόγο για τον σκοτασμό του νοός. Υπάρχουν άνθρωποι με έκτακτα διανοητικά προσόντα και μεγάλα λογοτεχνικά και λογικά χαρίσματα, αλλά, επειδή η νοερά ενέργειά τους βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, είναι σκοτισμένοι. Και ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς λέγει: "νούς αποστάς του Θεού ή δαιμονιώδης γίνεται ή κτηνώδης"».

«Επομένως, η "ελεύθερη" διανόηση και η "κουλτουριάρικη" λογοτεχνία, χαρακτηρίζει ως σκοταδισμό κάθε αντίδραση των Χριστιανών σε περιπτώσεις αλλοιώσεως της αλήθειας, έστω κι' αν αυτό προσβάλλει το κοινό αίσθημα και την πίστη των άλλων. Όμως, για μας τους Χριστιανούς κάθε αλλοίωση της αλήθειας, κάθε αδρανοποίηση της νοεράς ενεργείας και κάθε ενεργοποίηση παρά φύσιν του παθητικού μέρους της ψυχής, δηλαδή κάθε δαιμονιώδης και κτηνώδης κατάσταση, θεωρείται και ονομάζεται σκοτασμός του νού».

«Εμείς οι Χριστιανοί απορρίπτουμε τον όρο σκοταδισμό για θέματα πίστεως, αντίθετα μάλιστα χρησιμοποιούμε τον όρο σκοτασμό, για εκείνους που αδυνατούν να αντιληφθούν την αποκαλυπτική αλήθεια, όπως την παρουσίασε ο Χριστός, πράγμα το οποίο έχει ανθρωπολογικές, κοινωνικές και κοσμολογικές συνέπειες».(sic)

Να νιώσεις μια μέρα, την ελευθερία που έχει η ζωή, χωρίς μάσκα

Η αγαπημένη σου μασκούλα, που την φυλάς με περίσσια φροντίδα στα ψυχοντούλαπά σου. Που την φροντίζεις με τόση στοργή σα να ‘ναι δικό σου κομμάτι (μάλλον είναι πια), την κανακεύεις σαν το μονάκριβο παιδί σου. Σε ξεγέλασε κι εσένα, θαρρώ, σου τα κάνει όλα πιο εύκολα, πιο γρήγορα και λιγότερο πολύπλοκα. Σε ξελασπώνει στο πι και φι. Πως να την αποχωριστείς πια; Πως να της κουνήσεις το μαντήλι στο λιμάνι;

Είναι εκεί για σένα κάθε φορά που θέλεις να “κρυφτείς κάτω απ' τα σκεπάσματα”. Τι κουσούρι κι αυτό που σου μείνε από όταν ήσουν παιδί. Θυμάσαι που όταν φοβόσουν, κρυβόσουν κάτω από το πάπλωμα; Λες και ήταν φτιαγμένο από σίδερο και δεν το διαπερνούσε τίποτα. Έτσι ένιωθες.
Ε, κάτι παρόμοιο νομίζω συμβαίνει με την μασκούλα σου. Αντικατέστησε το “σιδερένιο” σου πάπλωμα. Δεν την διαπερνά τίποτα.

Ξέρω, δεν φταις μόνο εσύ. Είναι τόσο δύσκολα “εκεί έξω”, που δεν σηκώνει πολλές παλικαριές. Οι ειλικρίνειες και οι παλικαριές είναι για τους άλλους, όχι για σένα.

Με αυτήν την περίτεχνη μασκούλα σου παίζεις μπαλίτσα όπως τύχει. Όπως είναι βολικό. Αφού έχεις αυτήν, την ξελογιάστρα, δεν σε παίρνει είδηση κανείς. Τυχερέ!

Όλα τα καμουφλάρει! Τους καημούς σου, τα ανάθεμά σου, τις ανυπομονησίες σου, τις χαρές σου, τα «άντε γαμήσου» που δεν είπες ποτέ από φόβο… Όλα.

Πόσο ικανός βοηθός σου αποδεικνύεται κάθε λεπτό. Πόσο πιστή και αλάνθαστη πια!

Υπόσχεση:
Θα έρθει η μέρα που θα την πετάξεις τελείως (την μικρή σου ηρωίδα, την μάσκα σου) για να μη μπαίνεις καν στο πειρασμό. Και τότε, ένα μικρό θαύμα θα γίνει, περίμενε και θα δεις! Θα νιώσεις τέτοια ελευθερία, θα ναι σα να σου κάρφωσαν φτερά. Και δεν θα κρυφό κοιτάς πια γύρω γύρω με αμηχανία και άγχος αν σε βλέπει κανείς όταν γελάς δυνατά ή όταν κλαις πολύ… Μεγάλο στοίχημα το να μη σε νοιάζει αν σε βλέπουν ‘η αν σε ακούν…

Πως να ξεπεράσουμε το δίλημμα ανάμεσα στη μοναξιά και την αυτοθυσία

Είναι δύσκολο να εκφραστούμε αυθεντικά, να νιώθουμε ανεξάρτητοι και να νιώθουμε σύνδεση και αποδοχή από τους άλλους ταυτόχρονα. Υπάρχει μια αίσθηση, μια αντίληψη για πολλούς από εμάς ότι έχουμε να διαλέξουμε ανάμεσα σε δύο άκρα, στο να εκφραστούμε αυθόρμητα όπως θέλουμε εμείς και να απογοητεύσουμε τους άλλους και να μας κρίνουν και να είμαστε μόνοι ή να λέμε και να κάνουμε ότι θέλουν οι άλλοι και να έχουμε επιβράβευση, αποδοχή και παρέα.

Διλήμματα που εμφανίζονται στις στενές σχέσεις

Υπάρχουν πολλές φορές που έχουμε ακούσει από τους άλλους πως θα έπρεπε να είμαστε αλλιώς, λιγότερο εγωιστές, πιο ήρεμοι, πιο ανοιχτοί, πιο εξωστρεφείς, πιο κοινωνικοί, με πιο κοινότυπες σκέψεις, με πιο παραδοσιακές αξίες, με πιο μοντέρνα ρούχα, να φοράμε τακούνια, να μιλάμε σαν επιστήμονες και άλλα πολλά.

Και νιώθουμε λοιπόν κάποιοι από εμάς να βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σκληρό δίλημμα: ‘’να εκφραστώ και να μη με θέλουν ή να προσποιηθώ και να με θέλουν;’’ Και οι δύο αυτές επιλογές κρύβουν δυσκολίες, όπως στην πρώτη μοναξιά και απόρριψη από τους άλλους, και στη δεύτερη βαθιά καταπίεση του εαυτού, έλλειψη νοήματος και άγχος.

Τέτοια διλήμματα έρχονται στην επιφάνεια ιδιαίτερα με ανθρώπους με τους οποίους έχουμε στενές σχέσεις. Στις σχέσεις μας με τους άλλους ανθρώπους αυτοί έχουν συγκεκριμένες προσδοκίες από εμάς και εμείς από αυτούς. Πολλές φορές αυτές οι προσδοκίες έρχονται σε σύγκρουση με αξίες ή επιθυμίες μας.

Αν για παράδειγμα σε μία συζυγική σχέση ο ένας έχει την αξία της μονογαμίας και της πίστης μέσα στη σχέση και ο άλλος έχει την αξία της πολυγαμίας ή έστω δεν πιστεύει ότι το να είναι πιστός στη σχέση του είναι σημαντικό, αυτό θα μπορούσε να φέρει επανειλημμένες συγκρούσεις και να έχει σαν αποτέλεσμα και οι δύο να αισθάνονται ότι δεν μπορούν να είναι ο εαυτός τους μέσα στη σχέση.

Ένα άλλο παράδειγμα είναι όταν σε μια φιλική σχέση αν ο ένας πιστεύει ότι για να δείξεις ότι νοιάζεσαι χρειάζεται να κρατάς συχνή επικοινωνία και να συναντιέσαι με τον άλλο, αλλά ο άλλος έχει την αξία ότι οι φίλοι δεν χρειάζεται να κάνουν ιδιαίτερη προσπάθεια ο ένας για τον άλλο απλά όποτε τύχει ή χρειαστεί συναντιούνται και η σχέση τους είναι όπως ήταν πάντα, δεν αλλάζει. Αυτοί οι δύο άνθρωποι θα δυσκολευτούν πολύ στη φιλική τους σχέση όπου θα παραβιάζουν ο ένας τα όρια του άλλου και θα νιώθει ο ένας απογοήτευση και ο άλλος καταπίεση.

Πως μπορούμε όμως να βρούμε τον τρόπο να γεφυρώσουμε αυτά τα δύο άκρα; Αναζητώντας το καλύτερο και για τις δύο πλευρές σε μια κατάσταση, πως μπορεί να βρεθεί μία ενδιάμεση λύση που να είναι ισορροπημένη και να σέβεται και τους δύο;

Οι βασικοί τρόποι για να γίνει αυτό είναι:

1) Να επιλέγουμε ανθρώπους στη ζωή μας που να ταιριάζουν οι αξίες μας, οι ανάγκες μας και οι επιθυμίες μας.

Εδώ χρειάζεται να αφήσουμε στην άκρη την ανασφάλεια του να μη μείνουμε μόνοι μας και να επικεντρωθούμε στο να συναναστρεφόμαστε με ανθρώπους οι οποίοι μας γεμίζουν, μας κάνουν να αισθανόμαστε ο εαυτός μας και μπορούμε να επικοινωνήσουμε όπως έχουμε ανάγκη.

2) Να μπαίνουμε σε σχέσεις με αυτογνωσία, αυθεντικότητα και ειλικρίνεια.

Σε αυτή την περίπτωση είμαστε και επικοινωνούμε το τι πιστεύουμε, τι αξίες έχουμε, τι χρειαζόμαστε και τι θέλουμε χωρίς να το κρύβουμε ή να το ωραιοποιούμε και δεν προσπαθούμε να δείξουμε ένα προσωπείο που ταιριάζει στους άλλους μόνο και μόνο για να γίνουμε αποδεκτοί.

3) Να βρίσκουμε τον ιδανικό χώρο ανάμεσα στον άλλο και τον εαυτό μας και να μην χρειάζεται να καταφεύγουμε είτε σε αυτοθυσία είτε σε ναρκισσισμό.

Πότε γίνονται οι σχέσεις μας καλύτερες;

Για να ξεφύγουμε από αυτούς τους δύο πόλους χρειάζεται να μπορούμε να νοιαστούμε και για τον εαυτό μας και για τους ανθρώπους που επιλέγουμε να έχουμε δίπλα μας. Χρειάζεται να αρχίσουν να μας ενδιαφέρουν οι διαφορετικές ανάγκες που έχει ο καθένας στη σχέση και να επιλέξουμε συνειδητά να δουλέψουμε στην ικανοποίηση όλων των πλευρών.

Αυτό σίγουρα δεν είναι εύκολο. Πολλές ανάγκες και αντιλήψεις μας μοιάζουν στην αρχή εκ διαμέτρου αντίθετες, αλλά αυτό δεν είναι πάντα αλήθεια. Σε κάθε σχέση χρειάζονται κάποιοι συμβιβασμοί όπως χρειάζονται και κάποια όρια.

Σκοπός μας για την επιτυχία μιας σχέσης είναι να φτάσουμε στο σημείο όπου δεν χρειάζεται να διαλέξουμε ανάμεσα στα δύο άκρα, όταν δεν μπαίνουμε στην διαδικασία να βλέπουμε τον κόσμο από αυτή την οπτική που ο ένας κερδίζει και ο άλλος χάνει, ο ένας παίρνει αυτό που θέλει και ο άλλος όχι, ο ένας θυσιάζεται και ο άλλος είναι εγωιστής.

Οι σχέσεις μας γίνονται καλύτερες όταν το κριτήριο μας είναι να κερδίζουμε και οι δύο από τις επιλογές μας, να έχουμε και οι δύο το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Φυσικά αυτό μπορεί να μην είναι πάντα ρεαλιστικό άμεσα, είναι περισσότερο μια κατεύθυνση, μια επιλογή για το πως θέλουμε να επενδύσουμε την ενέργεια μας στις σχέσεις μας.

Το να μπορούμε να διακρίνουμε τελικά πως μπορούμε να ικανοποιηθούμε και οι δύο σε μια σχέση είναι μια διαδικασία που χτίζεται σταδιακά καθώς μαθαίνουμε περισσότερα για τον εαυτό μας και για τους ανθρώπους που έχουμε κοντά μας.

Απολλώνιος, Ιησούς και Παύλος

O αρχαίος κόσμος ήταν το σπίτι, για μια σύντομη περίοδο, ενός αξιοπρόσεκτου θεϊκού προσώπου. Πριν ακόμα γεννηθεί, ήταν προφανές πως δεν επρόκειτο για έναν συνηθισμένο άνθρωπο. Πριν την γέννησή του, μια ουράνια μορφή εμφανίστηκε στη μητέρα του και της αποκάλυψε πως το παιδί της δεν θα ήταν θνητό, αλλά θεϊκό ον.

‘Οταν μεγάλωσε, έγινε περιπλανώμενος δάσκαλος: ταξίδευε από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό, κηρύττοντας το μήνυμά του. Μάζεψε ακολούθους, θεράπευσε τους άρρωστους, εξέβαλε δαιμόνια και ανέστησε νεκρούς. Οι πράξεις του, όμως, τράβηξαν αρνητική προσοχή. Οι αντίπαλοί του κατασκεύασαν κατηγορίες εναντίον του και τον εκτέλεσαν. Μετά τον θάνατό του κάποιοι μαθητές του ισχυρίστηκαν πως εμφανίστηκε σ’ αυτούς. Ότι τον άγγιξαν ή ότι αναλήφθηκε στον ουρανό. Επίσης κάποιοι οπαδοί του συνέχισαν να διαδίδουν το μήνυμά του, ενώ ύστερα από κάποιο διάστημα η ζωή του καταγράφηκε σε κείμενα της εποχής.

Όλα όσα προηγήθηκαν δεν αφορούν την ιστορία του Ιησού. Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάμε γεννήθηκε στην κεντρική Ανατολία και έγινε ακόλουθος, όχι του Ιωάννη του Βαπτιστή, αλλά της σχολής του Πυθαγόρα, ενώ έστησε μία σχολή στον Ναό του Ασκληπιού. Τώρα, το Bible Conspiracies, ένα νέο ντοκιμαντέρ του Amazon, ισχυρίζεται πως η ιστορία του Ιησού βασίζεται σε εκείνη του Απολλώνιου.

Είναι εύκολο να δεις το πρόβλημα: ένας από τους βασικούς ισχυρισμούς της χριστιανοσύνης είναι πως ο Ιησούς είναι μοναδικός. Η γέννησή του ήταν ένα χωρίς ιστορικό προηγούμενο γεγονός, που αποτέλεσε την αφετηρία μιας περιοδείας η οποία κατέληξε σε έναν μαρτυρικό θάνατο και μια ένδοξη ανάσταση. Ο Απολλώνιος και ο Ιησούς έζησαν σχεδόν την ίδια περίοδο και δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουμε ότι κάποια στιγμή συναντήθηκαν. H ιδέα ότι υπήρχαν κι’ άλλοι άγιοι άνθρωποι που περιφέρονταν στην αρχαία Μεσόγειο εγείρει το ερώτημα: ήταν απλά η επιτυχία των οπαδών του που κάναν ιδιαίτερο τον Ιησού;

Οι παραλληλισμοί μεταξύ Ιησού και Απολλώνιου είναι ακόμα πιο σύνθετοι απ’ ότι περιέγραψα μέχρι τώρα. Υπερφυσικά σημεία εμφανίστηκαν κατά την γέννησή τους. Όπως και ο Ιησούς (τουλάχιστον στο Κατά Λουκάν), έτσι και ο Απολλώνιος ήταν κάτι σαν παιδί θαύμα. Είχε συνομιλίες με θρησκευτικούς εκπροσώπους όπου επέδειξε ανωτερότητα και υψηλό επίπεδο κατανόησης επί των πνευματικών ζητημάτων. Και όπως ο Ιησούς, έτσι και ο Απολλώνιος προέταξε την διδασκαλία της αποχής από την υλική κατοχή (αν και αυτή ήταν μια γενικότερη συμβουλή όλων των αρχαίων φιλοσόφων).

Υπάρχει όμως ένα σημαντικό πρόβλημα με την ιδέα ότι οι ακόλουθοι του Ιησού δανείστηκαν στοιχεία από την ζωή του Απολλώνιου. Ο Φιλόστρατος έγραψε το έργο του στον τρίτο μεταχριστιανικό αιώνα, μετά την συγγραφή των κανονικών ευαγγελίων που συναντάμε στην Καινή Διαθήκη. 'Αρα ακόμα και αν επηρεάστηκαν απ’ τις ιστορίες του Απολλώνιου, σίγουρα δεν τις αντιγράφαν. Όμως, αρκετά μετά τους θανάτους τους, οι οπαδοί και των δύο αυτών μορφών κατηγορούσαν τις ανταγωνιστικές ομάδες ως απατεώνες και υποστήριζαν ότι μόνο οι δικοί τους ιδρυτές ήταν οι πραγματικοί Υιοί του Θεού.

Ωστόσο, η ιστορία του Απολλώνιου εγείρει ένα σημαντικό ερώτημα: πόσοι Υιοί του Θεού υπήρχαν στην αρχαία Μεσόγειο; Και η απάντηση είναι: περισσότεροι απ’ ότι νομίζετε.

Αρχικά υπήρχαν “θεϊκοί άντρες” όπως ο Απολλώνιος ο Τυανέας, ο Ασκληπιός και ο Πυθαγόρας. Αυτοί ήταν φαινομενικά ανθρώπινα όντα των οποίων οι δυνάμεις αψηφούσαν την πραγματικότητα. Συγκεκριμένα, στην περίπτωση των Απολλώνιου, άφησαν πίσω μια ομάδα ακολούθων. Παράλληλα υπήρχαν και άλλοι που απλά προέβαλαν τους εαυτούς τους ως “Υιούς του θεού”. Ο πιο γνωστός ήταν ο Καίσαρας Αύγουστος, ο υιοθετημένος γιος του Ιούλιου, του οποίου η προπαγάνδα τον παρουσίαζε ως “υιο του θεϊκού Ιουλίου Καίσαρα”. Και, όπως και ο Απολλώνιος, υπήρξε σύγχρονος του Ιησού (πέθανε το 14 μ.α.χ.χ). Νομίσματα που τον περιγράφουν ως Υιό του θεού, είχαν πλυμμηρίσει την αρχαία Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της Ιουδαίας και της Γαλιλαίας. 'Αλλοι αυτοκράτορες όπως ο Βεσπασιανός είχαν την φήμη του θαυματοποιού. Σύμφωνα με τον ιστορικό Δίωνα Κάσσιο, οι φήμες για τα θαύματα θεραπείας του Βεσπασιανού είχαν κατακλύσει την Αίγυπτο. Αυτές οι ιστορίες ασφαλώς λειτουργούσαν ως προπαγάνδα, ενισχύοντας την γενική αίσθηση ότι οι εκλεκτοί άνθρωποι μπορούν να θεραπεύσουν τους αρρώστους.

Η ιδέα πως ένας άνθρωπος μπορεί να είναι το παιδί ένας θεού πάει αρκετά πίσω, στην αρχαία Ελλάδα. Όχι μόνο ο Δίας θεωρούνταν ο πατέρας αναρίθμητων ηρωϊκών μορφών (όπως ο Ηρακλής), αλλά ακόμα και ο Μέγας Αλέξανδρος προέβαλε την ιδέα πως ήταν ο ίδιος θεϊκός. Ο Φίλιππος ο Β’ ο Μακεδών, ισχυριζόταν πως ήταν απόγονος του Ηρακλή, ενώ οι ιερείς της Σίβα είπαν στον Αλέξανδρο πως ήταν γιος του Δία. Και, σύμφωνα με τον θρύλο, όπως και με τον Ιησού, η γέννησή του συνοδεύτηκε από υπερφυσικά σημεία: κεραυνούς που έπεφταν χωρίς να κάνουν κακό, νικηφόρες μάχες και μια περίεργη καταστροφή του ναού της Αρτέμιδος στην Έφεσο.

Νωρίς στον 20 αιώνα, αρκετοί μελετητές που ακολουθούσαν το έργο του Γερμανού Ακαδημαϊκού Reitzenstein, πίστεψαν πως αυτές οι ιστορίες για τον Απολλώνιο επηρέασαν τον τρόπο που οι οπαδοί του Ιησού περιέγραψαν τον τελευταίο. Παρείχαν το κάδρο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να τοποθετηθεί ο χαρακτήρας του Ιησού. 'Ενας ήδη καθιερωμένος τρόπος παρουσίασης των ηρωϊκών “θεϊκών” μορφών επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο καταγράφτηκαν οι βιογραφίες του Ιησού. Πρόσφατα, μελετητές άσκησαν κριτική στο κατά πόσο οι εξελληνισμένοι Εβραίοι (όπως οι οπαδοί του Ιησού) ήταν επηρεασμένοι απ’ αυτές τις ιδέες και κατά πόσο ο Ιησούς ταιριάζει σ’ αυτό το μοτίβο. 'Αλλωστε, τα θαύματα είναι σίγουρα κάτι το εκπληκτικό, αλλά δεν υπάρχει τίποτα το ηρωϊκό στο να πεθάνεις πάνω σ’ έναν σταυρό.

Παρ’ όλα αυτά για τους Χριστιανούς υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα. Την εποχή εκείνη, τα θαύματα του Ιησού χαρακτηρίζονταν ως θαυμαστά, όχι όμως και πρωτότυπα. Υπήρχαν πάμπολλοι ακόμη που χαρακτηρίστηκαν ως θαυματοποιοί, ενώ ακόμα και οι χριστιανοί εκείνης της περιόδου αναγνώριζαν πως και οι μη-χριστιανοί μπορούν να εκτελέσουν θαύματα. Σε κάποιες περιπτώσεις- όταν ο Μωυσής αντιμετωπίζει τους μάγους του Φαραώ ή ο απόστολος Πέτρος τον Μάγο Σίμωνα στη Ρώμη- βλέπουμε τους απογόνους του Αβραάμ να συνασπίζονται ενάντια στους μάγους και θαυματοποιούς των παγανιστών. Είναι ξεκάθαρο πως και οι εκπρόσωποι των άλλων θρησκειών μπορούν να εκτελέσουν θαύματα. Σε αντιδιαστολή με τον μοντέρνο κόσμο, το να ξεχωρίσεις την αλήθεια της μιας ή της άλλης παράδοσης δεν είναι μια απλή επιλογή ανάμεσα στο ποιός κάνει θαύματα και ποιός όχι, αλλά περισσότερο μια “ποιοτική” διαφορά ανάμεσα στα θαύματά τους.

Μέσα στους αιώνες, δεν είναι λίγοι οι άνθρωποι που έχουν παρατηρήσει μια ομοιότητα ανάμεσα στις ζωές του αρχαίου σοφού Απολλωνίου του Τυανέως και του χριστιανικού σωτήρα Ιησού Χριστού, μια σύγκριση την οποία έφερε κυρίως στο φως ο «πολύ σημαντικός Ρωμαίος επίσημος» Σωσιανός Ιεροκλής τον τέταρτο αιώνα. Ο Απολλώνιος λέγεται ότι έζησε τον πρώτο αιώνα, ακριβώς τον καιρό της έλευση του Ιησού, αν και ο πρώτος υποτίθεται ότι έζησε περίπου 100 χρόνια, ενώ ο δεύτερος φέρεται να πέθανε αρκετές δεκαετίες νωρίτερα.
 
Λέγεται ότι εκατοντάδες αγάλματα του Απολλωνίου ανηγέρθησαν κατά τους πρώτους αιώνες της χριστιανικής εποχής, με την φήμη του ως «θείος ανήρ» να είναι διαδεδομένη στην Μεσόγειο. Πολυάριθμα γεγονότα της ζωής του Απολλωνίου, όπως μας δίνονται κυρίως από μια βιογραφία που έγραψε περί το 210 ο Φιλόστρατος, κατ’ εντολήν της αυτοκράτειρας Ιουλίας Δόμνας, παραδόξως παραλληλίζονται με αυτά του Χριστού. Είναι δύσκολο να καθοριστεί τι, αν κάτι, από τον Βίο Απολλωνίου του Φιλοστράτου αποτελεί ιστορία, αν και φαίνεται τουλάχιστον να υπάρχει επιβεβαίωση της ύπαρξης του Απολλωνίου. Στην πραγματικότητα, από τις περίεργες συμπτώσεις μεταξύ της ζωής του και του Ιησού, έχει προταθεί όχι από λίγους ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ένας μυθικός χαρακτήρας βασισμένος σε μεγάλο βαθμό στον Απολλώνιο Τυανέα, αν και Χριστιανοί ξεκινώντας σε πρώιμες εποχές ρίχνουν την κατηγορία της λογοκλοπής προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Εκτός από αυτήν την πιθανή εξέλιξη υπάρχουν χτυπητές συσχετίσεις μεταξύ της ζωής του Απολλωνίου και του αποστόλου Παύλου, ο οποίος, όπως και ο Ιησούς, περιέργως δεν υπάρχει πουθενά στην σύγχρονη ιστορία, παρά τους ισχυρισμούς ότι προκάλεσε αρκετό θόρυβο σ’ ένα πυκνοκατοικημένο και καλά τεκμηριωμένο μέρος του κόσμου. Φαίνεται ότι οι ιστορίες Ιησού και Παύλου εν μέρει χαλκεύτηκαν από εκείνη του Απολλωνίου. Το αντίθετο είναι επίσης δυνατό, αν και, κατά την μελετημένη άποψη αυτής της συγγραφέως, απίθανο. Μπορεί επίσης αμφότεροι Απολλώνιος και Ιησούς να ήταν ιστορικά πρόσωπα τα οποία έκαναν και είπαν ό,τι λέγεται ότι έκαναν και είπαν, στην οποία περίπτωση θα ήταν ανέντιμο να δεχθούμε τον ένα χωρίς τον άλλο, με αμφότερους να αντιπροσωπεύουν τον «Θεό επί της Γης».

Ο παρακάτω πίνακας σκιαγραφεί συναφή γεγονότα και χαρακτηριστικά στην ζωή των τριών ανδρών, όπως καταγράφονται σε διάφορες πηγές, κυρίως στον Βίο Απολλωνίου και την Βίβλο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως η Βίβλος δεν αναγνωρίζει τον «Απολλώνιο από τα Τύανα», ούτε και η βιογραφία του Απολλωνίου αναφέρει τον Χριστό, τον Παύλο, τους Χριστιανούς ή τον Χριστιανισμό. (Τα γεγονότα δεν είναι απαραιτήτως με χρονολογική σειρά· ούτε είναι η λίστα ολοκληρωμένη. Μια πληρέστερη κατεργασία αυτού του σημαντικού ζητήματος θα απαιτούσε έναν ολόκληρο τόμο.)
Απολλώνιος
Iησούς
Παύλος
Γεννηθείς το 4 ΠΚΕ
Γεννηθείς το 4 ΠΚΕ
Γεννηθείς το 2 ΚΕ;
Θαυματουργή ανακοίνωση της γέννησης από ένα
υπερφυσικό ον
Θαυματουργή ανακοίνωση της γέννησης από ένα
υπερφυσικό ον
Υιός θεού και θνητής γυναίκας
Υιός θεού και θνητής γυναίκας
Μεγάλωσε στην ΤαρσόΜεγάλωσε στην Ταρσό
Πρώιμα ανεπτυγμένος θρησκευτικά ως παιδί
Πρώιμα ανεπτυγμένος θρησκευτικά ως παιδί
Πρώιμα ανεπτυγμένος θρησκευτικά ως παιδί
Λέγεται ότι τα αραμαϊκά ήταν μητρική του γλώσσα
Λέγεται ότι τα αραμαϊκά ήταν μητρική του γλώσσα
Λέγεται ότι μιλούσε Εβραϊκά
Συναναστράφηκε με σοφούς ή μάγους
Συναναστράφηκε με σοφούς ή μάγους
Είχε έναν μαθητή ονόματι Δάμι από την Μικρά Ασία
Είχε έναν μαθητή ονόματι Θωμά· ευλόγησε έναν ληστή στο σταυρό ονόματι Δημά
Είχε έναν μαθητή ονόματι Δημά από την Μικρά Ασία
Είχε έναν σύντροφο ονόματι Τίτο


Είχε έναν σύντροφο ονόματι Τίτο
Συναναστράφηκε με έναν Δημήτριο


Συναναστράφηκε με έναν Δημήτριο
Συναναστράφηκε με έναν Στέφανο


Συναναστράφηκε με έναν Στέφανο
Επηρεάστηκε από τον Πλάτωνα
Αντανακλούσε τον Πλατωνισμό
Επηρεάστηκε από τον Φίλωνα/Πλάτωνα
Αποκήρυξε τον πλούτο
Κατήγγειλε τον πλούτο
Ασπάστηκε την φτώχεια
Ακολούθησε αποχή και ασκητισμό
Ακολούθησε αποχή και ασκητισμό
Ακολούθησε αποχή και ασκητισμό
Είχε μακριά μαλλιά και χιτώνες
Είχε μακριά μαλλιά και χιτώνες
Είχε μακριά μαλλιά και χιτώνες
Συζήτησε περί ευνούχων για το βασίλειο της Βαβυλώνας
Συζήτησε περί ευνούχων για την βασίλεια των
ουρανών
Άγαμος και άτεκνοςΆγαμος και άτεκνοςΆγαμος και άτεκνος
Χρίστηκε με λάδιΧρίστηκε με λάδι
Πήγε στην ΙερουσαλήμΠήγε στην ΙερουσαλήμΠήγε στην Ιερουσαλήμ
Πέρασε πολύ καιρό στην Αντιόχεια

Πέρασε πολύ καιρό στην Αντιόχεια
Έκανε ιεραποστολικά ταξίδια στην Μεσόγειο

Έκανε ιεραποστολικά ταξίδια στην Μεσόγειο
Ταξίδεψε τρία χρόνια στην Ανατολή, όπου διδάχθηκε από σοφούς
Ταξίδεψε τρία χρόνια στην Ανατολή, όπου διδάχθηκε από τον Ιησού
Έγραψε επιστολές στους οπαδούς καθοδηγώντας τους
στην πνευματικότητα
Έγραψε επιστολές στους οπαδούς καθοδηγώντας τους
στην πνευματικότητα
Μιλούσε με μεταφορέςΜιλούσε με παραβολές
Πάλεψε με άγρια θηρία στην Έφεσο

Πάλεψε με «άγρια θηρία» στην Έφεσο
Έβλεπε και προέβλεπε το μέλλον
Έβλεπε και προέβλεπε το μέλλον

Έκανε θαύματαΈκανε θαύματαΈκανε θαύματα
Θεράπευε αρρώστους
Θεράπευε αρρώστους
Θεράπευε αρρώστους
Έδιωχνε κακά πνεύματαΕκδίωκε δαίμονεςΈδιωχνε δαίμονες
Ανέστησε την κόρη Ρωμαίου αξιωματούχου εκ νεκρών
Ανέστησε την κόρη Ιουδαίου αξιωματούχου εκ νεκρών


Ευρέως φημισμένοςΕυρέως φημισμένος
Πολύ γνωστός στις χριστιανικές κοινότητες της Μεσογείου
Θρησκευτικός αναμορφωτήςΘρησκευτικός αναμορφωτήςΘρησκευτικός αναμορφωτής
Μιλούσε εξουσιαστικά στους ιερείς
Μιλούσε εξουσιαστικά στους ιερείς
Μιλούσε εξουσιαστικά στους ιερείς
Μιλούσε ως «νομοθέτης»
Μιλούσε ως «νομοθέτης»


Ίδρυσε θρησκευτική κοινότητα στην Κόρινθο


Ίδρυσε θρησκευτική κοινότητα στην Κόρινθο
Σε αποστολή να φέρει την ελληνική κουλτούρα στους «βαρβάρους»
Σε αποστολή να φέρει την ιουδαϊκή κουλτούρα στα «έθνη»



Προσηλύτιζε «αδιύλιστους»Προσηλύτιζε «αλύτρωτους»

Πίστευε ότι ήταν «λυτρωτής» από τους
ουρανούς
Πίστευε ότι ήταν «λυτρωτής» από τους
ουρανούς


Λατρεύτηκε ως θεόςΛατρεύτηκε ως θεόςΠαρανοήθηκε ως θεός
Κατηγορήθηκε ως μάγος
Κατηγορήθηκε ως μάγος


Η ζωή του απειλήθηκεΗ ζωή του απειλήθηκεΗ ζωή του απειλήθηκε
Παρουσιάστηκε ενώπιον βασιλέως, αμφισβητώντας την
νομιμότητά του
Παρουσιάστηκε ενώπιον βασιλέως, αμφισβητώντας την
νομιμότητά του


Κατηγορήθηκε για τον φόνο ενός παιδιού
Κατηγορήθηκε για τον φόνο ενός παιδιού (Ευαγγέλιο Θωμά)


Καταδικάστηκε από Ρωμαίο αυτοκράτορα
Καταδικάστηκε από τις ρωμαϊκές αρχές
Καταδικάστηκε από Ρωμαίο αυτοκράτορα
Φυλακίστηκε στην Ρώμη
Φυλακίστηκε στην Ιερουσαλήμ
Φυλακίστηκε στην Ρώμη
Απέδρασε θαυματουργικά

Απέδρασε θαυματουργικά
Ναυάγησε
Ναυάγησε
Κατέβηκε στον κάτω κόσμο
Κατέβηκε στον κάτω κόσμο


Θεωρήθηκε ότι ανήλθε στον ουρανό
Ανήλθε στον ουρανό

Εμφανίστηκε μετά θάνατον σ’ έναν δυσφημιστή ως λαμπρό φως
Εμφανίστηκε μετά θάνατον σ’ έναν δυσφημιστή ως λαμπρό φως



Λέγεται ότι ήταν σε δύο σημεία ταυτόχρονα
Λέγεται ότι ήταν σε πολλά σημεία ταυτόχρονα


Η εικόνα του τιμήθηκε σε ναούς
Η εικόνα του τιμήθηκε σε εκκλησίες

 
Όπως φαίνεται, υπάρχουν πολλές σημαντικές λεπτομέρειες που αντιστοιχούν μεταξύ των ζωών και των τριών ανδρών. Βεβαίως με κάποιους τρόπους, ο ένας ή ο άλλος θεάνθρωπος ήταν ανώτερος στις ικανότητές του, όπως ο ισχυρισμός ότι ο Απολλώνιος μπορούσε να μιλά και να καταλαβαίνει «όλες τις γλώσσες» χωρίς να τις έχει σπουδάσει ή μάθει.

Σε μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη, τα ταξίδια του Απολλωνίου και του Παύλου ακολούθησαν μια πολύ όμοια πορεία, αν και γενικώς αντίστροφα η μία από την άλλη. Στην πραγματικότητα, έχει υπολογιστεί ότι ο Παύλος και ο Απολλώνιος ήταν τόσο στην Έφεσο όσο και στην Ρώμη ακριβώς την ίδια στιγμή. Θα ήταν πολύ παράξενο αν δύο τέτοιοι παρόμοιοι και ισχυροί άνδρες, κηρύττοντας σε θρησκευτικές κοινότητες σ’ εκείνα τα μέρη, αγνοούσαν ο ένας τον άλλο. Εκτός αν, φυσικά, ήταν ο ένας και ο άλλος. Περιέργως, το βιβλίο των Πράξεων αναφέρει έναν «Απολλώ» στην Έφεσο με τον Παύλο, με το όνομα «Απολλώς» να είναι συντομογραφία του «Απολλώνιος». Σε κάθε περίπτωση, περιλαμβάνοντας διάφορες αδελφότητες και τόπους μυστηριακών σχολών, η διαδρομή που ακολούθησαν Απολλώνιος και Παύλος ήταν επίσης λίγο πολύ εκείνη του Ορφέα, ενός μυθικού προσηλυτιστή της θρησκείας του Διονύσου, του οποίου το επίθετο λέγεται ότι ήταν IEΣ, αιώνες πριν την χριστιανική εποχή. Αναμφίβολα πολλοί άλλοι επισκέφτηκαν για προσκύνημα αυτούς τους προχριστιανικούς ιερούς τόπους και μυστηριακές σχολές στο πέρασμα των αιώνων.

Ταξίδια Παύλου

 

Ταξίδια Απολλωνίου


Όχι μόνον τα ταξίδια Παύλου και Απολλωνίου είναι πολύ όμοια, τα ονόματά τους είναι επίσης. Ενώ ο Paul είναι «Παύλος» στα ελληνικά, το λεξικό Thayer γράφει ότι ο «Απολλώς» είναι, σύμφωνα με κάποιες αρχαίες πηγές, συναίρεση από το «Απολλώνιος». Έχει ενδιαφέρον ότι ο «Απολλώς» αναφέρεται σε πέντε σημεία στην Α΄ Επιστολή Παύλου προς Κορινθίους, με τέτοιο τρόπο – αντιπαρατιθέμενος με τα ονόματα των Παύλου, «Κηφά» και Χριστού· Παύλου και Χριστού· ή μόνο του Παύλου – ώστε να του αποδίδεται μεγάλη σημασία. Έχει περαιτέρω υποστηριχθεί ότι αυτή η συναίρεση του ονόματος Απολλώνιος, Απολλώς, βρέθηκε ασυναίρετη στον Codex Bezae της Καινής Διαθήκης.

Επιπλέον, έχει διατυπωθεί ότι και το όνομα «Απολλώνιος» στην αρχαιότητα γραφόταν σύντομα ως «Πολ», αλλά η γράφουσα δεν έχει επιβεβαιώσει αυτόν τον ισχυρισμό. Έχει επίσης λεχθεί ότι ο συντάκτης της Επιστολής προς Εβραίους δεν ήταν ο «Παύλος» αλλά ο «Απολλώς», ένας ενδιαφέρων ισχυρισμός λαμβάνοντας υπ’ όψιν το γεγονός ότι η προς Εβραίους είναι γραμμένη σε «Εβραϊστικά Ελληνικά» και ο Απολλώνιος λέγεται ότι είχε ως μητρική γλώσσα την Εβραϊστική γλώσσα της Αραμαϊκής. Παραδόξως, η προς Εβραίους ήταν μία από τις τρεις επιστολές που έλειπαν στην πρώτη Καινή Διαθήκη που συγκέντρωσε ο Μαρκίων. Περαιτέρω, υπάρχουν διάφορα «Παυλικά» κείμενα τα οποία εμφανίστηκαν μετά τον υποτιθέμενο θάνατο του Παύλου, την περίοδο που ο Απολλώνιος λέγεται ότι ήταν ακόμα εν ζωή.

Αν η ιστορία του Απολλωνίου ήταν τόσο γνωστή με περισσότερες ή λιγότερες λεπτομέρειες όπως την παρουσιάζει ο Φιλόστρατος, κατά τον αιώνα που προηγήθηκε του εν λόγω συγγραφέα, ήτοι τον δεύτερο, με την αριστοκρατία να θαυμάζει τον Απολλώνιο σε σημείο λατρείας, η ιστορία του ευαγγελίου πρέπει να θεωρηθεί ως μια προφανής προσπάθεια ανταγωνισμού. Σε αυτό το σενάριο, οι ένθερμοι μονοθεϊστές οι οποίοι πίστευαν ότι ήταν το πεπρωμένο τους να επιτύχουν την θρησκευτική ηγεμονία, βάλθηκαν να ξεπεράσουν τον Καππαδόκη σοφό και, μέσω του δικού τους σφετεριστή θεανθρώπου, να αποδείξουν ότι αυτοί είναι οι πνευματικοί ηγέτες της ανθρωπότητας.

Ο Αριστοτέλης και η ηδονή ως επισφράγιση της αρετής

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση της ηδονής ο Αριστοτέλης θα αναφερθεί σε έναν ακόμη λόγο που επικαλούνται όσοι υποστηρίζουν ότι η ηδονή δεν πρέπει να συγκαταλέγεται στα αγαθά: «Η ηδονή συναντάται στους πάντες· και στον ενάρετο και στον κακό, και στα άγρια θηρία και στα εξημερωμένα ζώα· αλλά το αγαθό δεν αναμειγνύεται με το κακό και δεν ανήκει στους πάντες και τα πάντα» (1204a 7.3).
 
Απέναντι σε αυτή την άποψη ο Αριστοτέλης προτάσσει το ερώτημα: «Μήπως όμως δεν είναι έτσι, αλλά μπορεί ακόμα και το αντίθετο να προκύψει, δηλαδή η ηδονή να αποτελεί αγαθό ακριβώς για το λόγο ότι τα πάντα την ποθούν;» (1205b 7.20). Και εξηγεί αμέσως: «Διότι η φύση επιβάλλει στα πάντα να ποθούν το αγαθό· ώστε, αν τα πάντα ποθούν την ηδονή, αυτή θα ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20).

Η αντίληψη ότι η τάση προς την εκπλήρωση του αγαθού οφείλεται στη φύση είναι απόρροια της τελεολογικής αριστοτελικής οπτικής, αφού κάθε πλάσμα έχει μέσα του την έμφυτη προδιάθεση να φτάσει στην πιο τέλεια κατάστασή του και να εκπληρώσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το έργο για το οποίο είναι πλασμένο. Η εκπλήρωση της τελεολογικής αποστολής για κάθε ον αποτελεί το υπέρτατο αγαθό, δηλαδή το βαθύτερο νόημα της ύπαρξής του.
 
Αν το γεγονός ότι όλοι ποθούν κάτι αναιρεί την ιδιότητά του ως αγαθό, τότε και η ίδια η έννοια του αγαθού θα στερούνταν νοήματος, αφού και αυτή υπόκειται στον ίδιο κανόνα της κοινής επιθυμίας. Εξάλλου, θα μπορούσαν να ειπωθούν κι άλλα αγαθά που τα ποθούν όλοι (όπως για παράδειγμα η υγεία), και που (ασφαλώς) η καθολική τους απήχηση δεν αναιρεί το γεγονός ότι αναμφισβήτητα αποτελούν αγαθά.
 
Με τον ίδιο τρόπο, η παραδοχή ότι την ηδονή την επιθυμούν όλοι, ακόμη και τα άγρια θηρία, δεν αναιρεί τη συμπερίληψή της στα αγαθά, αφού και τα άγρια θηρία θα επιθυμούν επίσης την υγεία και την αρτιμέλειά τους. Αντίθετα, επειδή όλα τα αγαθά έχουν καθολική απήχηση (κανείς δε θα ήθελε να είναι δειλός ή άρρωστος ή ακρατής ή άφρων κλπ), το γεγονός ότι και η ηδονή έχει καθολική απήχηση αποτελεί περισσότερο στοιχείο ότι «ανήκει στο γένος του αγαθού» (1205b 7.20) παρά ότι «δεν αποτελεί αγαθό» (1205b 7.19).
 
Το επόμενο επιχείρημα που χρησιμοποιείται ως απόδειξη ότι η ηδονή δε συγκαταλέγεται στα αγαθά έχει ως εξής: «Η ηδονή λειτουργεί ως εμπόδιο για τις καλές πράξεις, αλλά οτιδήποτε εμποδίζει τις καλές πράξεις δεν μπορεί να είναι αγαθό» (1204b 7.3).

Η άποψη που θέτει την ηδονή ως εμπόδιο του αγαθού δεν πείθει τον Αριστοτέλη: «… φαίνεται πως αυτοί τη θεώρησαν εμπόδιο» (εννοείται την ηδονή) «επειδή δεν εξέτασαν σωστά το πράγμα. Αποκλείεται να αποτελεί εμπόδιο η ηδονή που προκύπτει άμεσα από κάτι που γίνεται· εμπόδιο μπορεί να αποτελεί μια άλλη ηδονή· παράδειγμα: η ηδονή της μέθης μπορεί να αποτελεί εμπόδιο στο να πραχθεί κάτι άλλο. Αλλά έτσι μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο και η μία επιστήμη-τέχνη στην άλλη, αφού δε γίνεται να ενεργεί κανείς τόσο σύμφωνα με τη μία όσο και με την άλλη» (1206a 7.21-22).
 
Στην ουσία, η άποψη που θέλει την ηδονή να εμποδίζει την εκπλήρωση των καλών πράξεων εξετάζει το θέμα μονομερώς εστιάζοντας μόνο στην αρνητική εκδοχή των ηδονών. Αναμφισβήτητα, το ότι κάποιοι αντλούν ηδονή από τη μέθη αποτελεί αρνητικό, αφού εκτός από την προσβολή της υγείας τους (και την ενδεχόμενη αμαύρωση της δημόσιας εικόνας τους), η μέθη (κυρίως αν αποτελεί συχνό φαινόμενο) τους εμποδίζει να ασχοληθούν με άλλα εποικοδομητικότερα πράγματα που θα συνέβαλαν θετικά τόσο στη διαμόρφωση της προσωπικότητάς τους (ατομικό επίπεδο), όσο και την προσφορά τους στην κοινωνία (πολιτικό επίπεδο).
 
Ωστόσο, η ύπαρξη αρνητικών ηδονών δεν μπορεί να αποκλείσει και τη θετική πλευρά τους. Η ηδονή, ως ευχαρίστηση που αντλείται από τις πράξεις, αποτελεί κινητήριο δύναμη της ανθρώπινης συμπεριφοράς όχι μόνο προς το κακό, αλλά και προς το καλό. Κι η εκπλήρωση της αρετής συνδέεται με την ηδονή, κι αυτή είναι η ηδονή του ενάρετου ανθρώπου. Το ζήτημα είναι η ποιότητα των πράξεων που την επιφέρουν.
 
Το ίδιο ισχύει και στις τέχνες-επιστήμες: «Μα γιατί να μην είναι αγαθό μια επιστήμη-τέχνη, αν γίνεται πρόξενος της ηδονής που προσφέρουν οι επιστήμες-τέχνες; Και πώς άραγε λειτουργεί ως εμπόδιο; Μήπως συμβαίνει το αντίθετο, και η ηδονή ενισχύει την πράξη από την οποία προξενείται; Διότι η ηδονή παρωθεί τον άνθρωπο να πράττει ακόμα περισσότερο αυτό που την προξενεί· για παράδειγμα, βάλε τον ενάρετο να πράττει τα έργα της αρετής, και θα τα πράττει με ηδονή· άραγε δε θα ενισχύσει η ηδονή κατά πολύ αυτή του την πράξη;» (1206a 7.22-23).

Σε τελική ανάλυση, η ηδονή είναι το κριτήριο που θα καθορίσει τον ενάρετο άνθρωπο. Αυτός που ασκεί την αρετή και χαίρεται (αντλεί ηδονή) είναι πράγματι ενάρετος, ενώ αυτός που την ασκεί με το ζόρι κι αισθάνεται δυσφορία ή λύπη γι’ αυτό όχι. Η χωρίς ηδονή πραγμάτωση της αρετής ταυτίζεται με την παροδικότητα.
 
Εκείνος που πράττει το καλό με λύπη είναι θέμα χρόνου το πότε θα πάψει να το πράττει, γιατί δρα εξαναγκασμένος. Όταν νιώσει ότι δεν υπάρχει πια εξαναγκασμός θα πράξει το αντίθετο της αρετής, αφού έτσι θα νιώσει χαρά. Δεν είναι αρκετό να αρνηθεί κάποιος να τον δωροδοκήσουν, για να χαρακτηριστεί ενάρετος. Πρέπει να νιώσει και χαρά με αυτό. Αν δε νιώσει χαρά, αλλά αντίθετα σκέφτεται διαρκώς τα χρήματα που αρνήθηκε και τις ηδονές που θα απολάμβανε αν τα δεχόταν, είναι βέβαιο ότι την επόμενη φορά θα ενδώσει. Το συναίσθημα της χαράς (ηδονή) είναι η επισφράγιση της αρετής στην πλήρη έννοιά της, δηλαδή της μόνιμης κατάστασης. Από αυτή την άποψη, είναι αδύνατο να αρνηθεί κανείς ότι η ηδονή συμπορεύεται με το αγαθό, αφού η αρετή αναντίρρητα αποτελεί αγαθό.
 
Ο Αριστοτέλης είναι σαφής: «αν αυτός πράττει με ηδονή τα έργα της αρετής, θα είναι πράγματι άνθρωπος ενάρετος· αν, αντίθετα, τα πράττει με λύπη, δε θα είναι ενάρετος. Διότι η λύπη προξενείται όταν ενεργεί κανείς εξαναγκασμένος, οπότε, αν κανείς λυπάται που πράττει κάτι το καλό, αυτό είναι δείγμα ότι ενεργεί εξαναγκασμένος· και αυτός που πράττει το καλό εξαναγκασμένος, δεν είναι άνθρωπος ενάρετος» (1206a 7.23).
 
Κι όχι μόνο αυτό: «αποκλείεται η περίπτωση να πράττει κανείς τις ενάρετες πράξεις χωρίς να συνοδεύεται η ενέργειά του αυτή είτε από ηδονή είτε από λύπη· μέση λύση δεν υπάρχει. Γιατί; Διότι η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, και το πάθος συνοδεύεται πάντα είτε από λύπη είτε από ηδονή· το ενδιάμεσο δεν υπάρχει προφανώς, λοιπόν, και η αρετή θα συνοδεύεται από λύπη ή ηδονή» (1206a 7.24).
 
Το δεδομένο ότι η άσκηση της αρετής έχει να κάνει με το επιθυμητικόν (λόγον-άλογον) μέρος της ψυχής καταδεικνύει ότι είναι αδύνατο να τεθεί ως κάτι ανεξάρτητο από τα συναισθήματα, που επίσης εδράζονται εκεί. Γι’ αυτό η αρετή έχει να κάνει με το πάθος, γιατί ξεπηδά από το ίδιο πεδίο της ψυχής.

Το τελικό συμπέρασμα είναι έτοιμο να ειπωθεί: «Συνεπώς, η ηδονή όχι μόνο δε λειτουργεί ως εμπόδιο, αλλά αποτελεί και κίνητρο να πράττει κανείς το καλό· και γενικώς αποκλείεται να υπάρχει αρετή ξεκομμένη από την ηδονή που προκύπτει από το να πράττει κανείς το καλό» (1206a 7.25).
 
Και το ίδιο ισχύει και για τις επιστήμες-τέχνες: «Έχει ειπωθεί και το εξής: ότι από καμία επιστήμη-τέχνη δεν προξενείται ηδονή. Αυτό δεν ισχύει. Για παράδειγμα, οι δημιουργοί ενός δείπνου ή ενός στεφανιού ή ενός αρώματος γίνονται πρόξενοι ηδονής. Αλλά βέβαια στις υπόλοιπες επιστήμες-τέχνες η ηδονή δεν υπάρχει ως ο σκοπός στον οποίο αποβλέπουν, αλλά πραγματώνονται συγχρόνως με την ηδονή χωρίς να μπορούν να ξεκοπούν από αυτήν. Άρα υπάρχει επιστήμη-τέχνη που προξενεί ηδονή» (1206a 7.26).
 
Θα έλεγε κανείς ότι η ηδονή είναι αλληλένδετη με την ανθρώπινη δράση. Η οικοδομική είναι αλληλένδετη με την ηδονή που προσφέρει η άνεση και η ασφάλεια του σπιτιού τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Η ναυπηγική με την ηδονή της πλεύσης και της εξερεύνησης άλλων τόπων, καθώς και την ευχαρίστηση των νέων προϊόντων που θα προκύψουν από το εμπόριο. Το ίδιο κι όλες οι άλλες τέχνες-επιστήμες.
 
Αυτό που μένει είναι η κατάρριψη του τελευταίου επιχειρήματος που προβάλλεται προκειμένου η ηδονή να θεωρηθεί ως κάτι αποκομμένο από το αγαθό: «Το άριστο δεν είναι ηδονή· το άριστο είναι το αγαθό» (1204b 7.3).
 
Η απάντηση του Αριστοτέλη έχει ως εξής: «με το σκεπτικό αυτό και με ανάλογα επιχειρήματα θα ακυρώσεις και τις λεγόμενες επιμέρους αρετές. Για παράδειγμα, η ανδρεία δεν είναι κάτι το άριστο· αυτό άραγε συνεπάγεται ότι δεν είναι και αρετή; Δεν είναι άτοπο αυτό; Και το ίδιο συμβαίνει και με τις υπόλοιπες αρετές. Άρα το σκεπτικό ότι η ηδονή δεν είναι κάτι το άριστο δεν μπορεί να στερήσει από αυτήν την ιδιότητα του αγαθού» (1206a 7.27).
 
Η τελική κατάδειξη ότι οι ηδονές συσχετίζονται με το αγαθό αποτελεί την αποκατάστασή τους. Η αντίληψη που θέλει την ηδονή συνυφασμένη (θα λέγαμε από θέση αρχής) με το κακό αντικρούεται οριστικά θέτοντας σε ορθή βάση τη σημασία της. Δε χρειάζεται να ντρέπεται κανείς απολαμβάνοντας τις ηδονές. Κι ο λόγος γίνεται κυρίως για τις σωματικές ηδονές, αφού αυτές είναι που δέχονται τις επικρίσεις. (Τις πνευματικές ηδονές δε χρειάζεται να τις αποκαταστήσει κανείς).
 
Φυσικά, το κριτήριο είναι το μέτρο που τίθεται από τις επιταγές της λογικής. Ούτε οι απολαύσεις του φαγητού ούτε οι ερωτικές απολαύσεις αξίζει να επικρίνονται. Οι επικρίσεις ξεκινούν από την κατάλυση του μέτρου που οδηγεί στην ακράτεια και την ακολασία.
 
Η λογική πρέπει πάντοτε να βρίσκεται σε ισορροπία με τα πάθη εξασφαλίζοντας το πλαίσιο της ορθής συμπεριφοράς: «Διότι τότε λέμε ότι υπάρχει αρετή, όταν το λογικό είναι σε καλή κατάσταση και είναι σύμμετρο με τα πάθη που και αυτά έχουν τη δική τους αρετή, και όταν παράλληλα τα πάθη είναι σύμμετρα με το λογικό· όταν συμβαίνουν αυτά, τότε το λογικό και τα πάθη θα συμφωνούν μεταξύ τους» (1206b 7.29).
 
Η σύμπλευση της λογικής με τα συναισθήματα είναι η επισφράγιση της ψυχικής ισορροπίας που θα επιφέρει την ευτυχία. Όταν η λογική αντικρούεται από το συναίσθημα, το άτομο δεν μπορεί παρά να μείνει διχασμένο ανάμεσα σε δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις. Αυτή είναι η απαρχή της δυστυχίας, αφού εν τέλει αυτό που θα επέλθει είναι η ανισορροπία και οι συγκρούσεις. Ένα τέτοιο άτομο ή θα ικανοποιήσει τη λογική καταπνίγοντας το συναίσθημα ή θα ακολουθήσει το δρόμο των παθών ακυρώνοντας τη λογική.

Και οι δύο δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Η ζωή που καταπνίγει τα συναισθήματα είναι αβίωτη, αφού η εκμηδένιση της χαράς σηματοδοτεί την πιο επαίσχυντη καταπίεση. Από την άλλη, η άρνηση της λογικής είναι η επίγνωση του λάθους, που τελικά θα ακολουθηθεί, ακυρώνοντας κάθε έννοια αυτοεκτίμησης.
 
Κατά κανόνα οι άνθρωποι αυτοί ενδίδουν στα πάθη τους και ταυτόχρονα προσπαθούν να τα εκλογικεύσουν θέλοντας να συνταιριάσουν τα ασυνταίριαστα. Είτε διαστρεβλώνουν τις έννοιες προκειμένου να αποδείξουν ότι ενεργούν σύμφωνα με τη λογική (ο θρασύς θα παραστήσει τον ανδρείο) είτε επινοούν αληθοφανή επιχειρήματα για να αποδείξουν ότι οι ενέργειές τους είναι λογικές, ακόμη κι αν δεν ακολουθούν τη μεσότητα. Και οι δύο περιπτώσεις είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
 
Τα άτομα που βιώνουν αυτό το χάσμα είναι αδύνατο να συμφιλιωθούν με τον εαυτό τους. Θα παραμείνουν δυστυχισμένα, ακόμη κι αν πείσουν όλους τους άλλους ότι έχουν δίκιο. Όσο για εκείνον που θα φέρει αντιρρήσεις αρνούμενος να πεισθεί στη δήθεν εκλογίκευσή τους θα γίνει αντικείμενο μίσους, ακριβώς επειδή θα χτυπήσει στο πιο ευαίσθητο σημείο τους. Η ανισορροπία της ψυχής είναι αδύνατο να μην εκφραστεί και στον κοινωνικό περίγυρο.
 
Γι’ αυτό τα πάθη και η λογική πρέπει να είναι σύμμετρα: «Αν το λογικό είναι σε άσχημη κατάσταση ενώ τα πάθη σε καλή, δεν πρόκειται να υπάρξει αρετή με το λογικό απόν (διότι η αρετή προϋποθέτει τόσο το λογικό όσο και τα πάθη)» (1206b 7.30).
 
Όμως, όσο κι αν η λογική κρίνεται απολύτως απαραίτητη για την επίτευξη της αρετής, τα συναισθήματα παίζουν τον πρωτεύοντα ρόλο: «Γενικώς, πάντως, και αντιθέτως από ό,τι φαντάζονται οι πολλοί, αρχή της αρετής και μπροστάρης δεν είναι το λογικό αλλά τα πάθη» (1206b 7.30).
 
Ο Αριστοτέλης θα εξηγήσει: «Διότι είναι καταρχήν αναγκαίο να ενυπάρχει μια άλογη ορμή προς το καλό (πράγμα που συμβαίνει), και μετά να έρχεται το λογικό και να επικυρώνει αυτή την ορμή προβαίνοντας σε διάκριση του καλού από το κακό. Μπορεί κανείς να το δει αυτό στα παιδιά και σε όσους ζουν χωρίς να χρησιμοποιούν το λογικό τους· σε αυτούς, λοιπόν, ενυπάρχουν καταρχήν άλογες ορμές των παθών προς το καλό, ενώ το λογικό έρχεται μετά και με ομοφωνία προς τα πάθη τούς κάνει να πράττουν το καλό» (1206b 7.30 και 7.31).
 
Το κατά πόσο ισχύει αυτή η «άλογη ορμή προς το καλό» εναπόκειται στην κρίση του καθενός. Το βέβαιο είναι ότι παρατηρώντας κανείς τα παιδιά μπορεί να βρει άλογες ενέργειες που αρμόζουν και στο καλό και στο κακό. Ο Αριστοτέλης, πάντως, φαίνεται πεπεισμένος για το πρόταγμα των παθών στον εντοπισμό και την επίτευξη της αρετής.
 
Γι’ αυτό και θα συμπληρώσει αμέσως: «εάν την αρχή προς το καλό την κάνει το λογικό, τότε τα πάθη δεν το ακολουθούν με ομοφωνία προς αυτό, αλλά πολλές φορές τού εναντιώνονται· αυτή είναι και η αιτία που το πάθος μοιάζει να είναι μάλλον η αρχή προς την αρετή και όχι το λογικό» (1206b 7.31).
 
Αριστοτέλης, Ηθικά Μεγάλα

Ένας καλός λόγος σε αυτόν που τον έχει ανάγκη, αξίζει όσο μια καλή πράξη

Είναι κοινή αντίληψη και παραδοχή πως τα έργα μετρούν περισσότερο από τα λόγια. Η αλήθεια είναι πως μέσα από τις πράξεις μας πραγματοποιούμε τις επιθυμίες, τα όνειρα, τις υποχρεώσεις μας, ενώ τα λόγια συχνά «τα παίρνει ο αέρας». Στην καθημερινή ζωή, λοιπόν, διαπιστώνουμε ότι είναι κυρίως τα έργα, είτε τα δικά μας, είτε των άλλων, που επηρεάζουν την πραγματικότητά μας.

Η πράξη διδάσκει μεγαλύτερα και πιο αφομοιώσιμα μαθήματα από τη θεωρία. Μέσα από αυτήν, βιώνουμε καταστάσεις κι αποκτούμε κριτήρια για να διαχωρίζουμε το ορθό από το λανθασμένο και το άξιο από το επιβλαβές. Ο τρόπος που πράττουμε και ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε, εν τέλει, διαμορφώνουν τον χαρακτήρα μας.

Πόσες φορές, όμως, μια κουβέντα δε στάθηκε ικανή να μας πληγώσει ανεπανόρθωτα και να επηρεάσει τις πράξεις μας; «Η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει» λέει η γνωστή παροιμία.

Τα λόγια είναι εκείνα που, χωρίς να είναι εμφανές, γίνονται πράξη μέσα στην καρδιά και το μυαλό μας. Προκαλούν πόνο και προβληματισμούς πολύ πιο εύκολα από τις πράξεις, γιατί οι λέξεις έχουν την ιδιότητα να ερμηνεύονται πιο ξεκάθαρα. Φυσικά, είναι δική μας επιλογή το κατά πόσον θα τις αφήσουμε να εισέλθουν σαν εισβολείς στον εσωτερικό μας κόσμο και να μας επηρεάσουν. Τα λόγια των άλλων, εμείς τα κάνουμε πράξη μέσα μας.

Υπάρχει όμως και κάτι που λειτουργεί ως βάλσαμο για τον πόνο της καρδιάς και ως σωσίβιο για το ναυάγιο μυαλού στις σκέψεις του. Αυτό δεν είναι άλλο από τον καλό λόγο, που κάνει άμεσα πράξη την καλοσύνη αυτού που τον εκφέρει.

Είναι εκείνο το «όλα καλά θα πάνε» που έχεις τόσο πολύ ανάγκη να ακούσεις στις δύσκολες στιγμές. Εκείνη η αναγνώριση που εκφράζεται μ’ ένα «πιστεύω σε σένα» και σου υπενθυμίζει πως έχεις κάνει πολύ δρόμο και προσπάθεια για να τα παρατήσεις τώρα. Ένα χτύπημα στην πλάτη να σου λέει παράλληλα «Σε καταλαβαίνω μα θα τα καταφέρεις» κι ένα πολυπόθητο «μπράβο» που έρχεται μόλις έχεις επιτύχει τον στόχο σου.

Με τον καλό λόγο, οι λέξεις γίνονται ισοδύναμες των πράξεων, γιατί το αποτέλεσμά τους το εισπράττουμε άμεσα και το νιώθουμε να μας γεμίζει με ενέργεια και δύναμη να συνεχίσουμε τον αγώνα της ζωής. Ο κάλος λόγος, όταν έρχεται από την καρδιά, εμπεριέχει αγάπη. Οι καλές πράξεις ξεκινούν από την ανάγκη μας να δώσουμε αγάπη και καταλήγουν να ξυπνούν την αγάπη στον αποδέκτη τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τον καλό λόγο.

Εξαιρετικά σημαντικός, σε αυτήν την περίπτωση, είναι επίσης ο συγχρονισμός. Ένας καλός λόγος τη στιγμή που ο άλλος τον έχει τη μεγαλύτερη ανάγκη, μπορεί να τον προφυλάξει από πράξεις απελπισίας κι εν γένει πράξεις για τις οποίες θα μετάνιωνε για όλη του τη ζωή. Με αυτόν τον τρόπο, ο καλός λόγος μπορεί να σου ανοίξει τα μάτια, να σου δώσει την ώθηση να πάρεις την απόφαση να αλλάξεις τη ζωή σου που έχει βαλτώσει ή να σε σώσει ακόμα κι από την αυτοκτονία.

Η αναγνώριση από τους ανθρώπους γύρω μας, αλλά κι η ανάγκη να βρίσκουμε νόημα στη ζωή μας είναι δύο θεμέλιοι λίθοι για την ύπαρξή μας και δυο βασικά συστατικά του καλού λόγου. Γι’ αυτό, έχε την καρδιά και τα μάτια ανοιχτά κι αν δεις κάποιον να έχει ανάγκη έναν καλό λόγο, πρόσφερε τον ανιδιοτελώς.

Είτε πρόκειται για δικό σου άνθρωπο, είτε για ξένο. Δεν κοστίζει τίποτα. Λίγη αγάπη μόνο. Μα θα δεις πως θα σου επιστραφεί αμέσως μέσα από το χαμόγελο του ανθρώπου απέναντί σου. Κάνε, λοιπόν, την αρχή μ’ εκείνον που έχει την περισσότερη ανάγκη να ακούσει έναν καλό λόγο από την καρδιά σου. Μην ψάξεις γύρω σου για να τον βρεις. Αρκεί μόνο να τον κοιτάξεις στον καθρέφτη.

Μαζί σου

Η ζωή είναι ένα ταξίδι, σ’ άλλους, στους πιο τυχερούς διαρκεί πολύ. Σ’ άλλους πάλι όχι. Κανείς δεν ξέρει τη διάρκεια του. Ούτε τους συνεπιβάτες του. Αλλάζουν που και που. Εσύ συνεχίζεις. Οφείλεις να συνεχίσεις. Με ή χωρίς αυτούς.

Άλλοι δειλιάζουν γρήγορα επειδή η διαδρομή δεν είναι εύκολη. Άλλοι επιλέγουν δικούς τους δρόμους, μέσα στους οποίους εσύ δεν χωράς. Ή τουλάχιστον έτσι σου λένε. Είναι αυτοί οι άνθρωποι που στο παιχνίδι «θάρρος ή αλήθεια» δε θα επέλεγαν ποτέ την πρώτη επιλογή.

Αφού η ζωή μας είναι ένα ταξίδι, οφείλεις να επιλέξεις τους καλύτερους συνεπιβάτες, εκείνους που θα έχουν το ίδιο πάθος μαζί σου για να ανακαλύψουν τον κόσμο, εκείνους που για να είναι μαζί σου θα επιλέξουν να βρίσκονται ακόμη και σε μία ερημική παραλία χωρίς τίποτα άλλο, μόνο μ’ εσένα. Αυτούς που θα σε κυνηγήσουν μέχρι το τέλος ομορφαίνοντας τη διαδρομή. Αυτό το είδος των ανθρώπων δεν αναρωτιέται συνήθως για τον προορισμό, απλώς απολαμβάνει τη διαδρομή.

Ο προορισμός ποικίλει, όπως και τα άτομα. Κάποιες φορές είναι δύσκολο να τους αποχωριστείς, να τους αφήσεις το χέρι, επειδή ο δικός τους προορισμός δεν συμπίπτει με τον δικό σου. Η ουσία είναι όμως σ’ αυτούς, που είναι ικανοί να αλλάξουν τον προορισμό τους για σένα. Αυτοί που θα σου κρατήσουν σφιχτά το χέρι και θα σου πουν πως «θέλω να ‘μαι μαζί σου». Δεν τους ενδιαφέρει το πού, το πώς, το πότε. Αρκεί η ύπαρξη σου για να είναι ευτυχισμένοι.

Οι θυμώδεις άνθρωποι προέρχονται από θυμώδεις οικογένειες

Η πιο κοινή αιτία του θυμού είναι το θυμωμένο οικογενειακό περιβάλλον. Τα παιδιά μαθαίνουν να εκνευρίζονται από τους γονείς τους. Μαθαίνουν πότε να εκνευρίζονται, πώς και πόσο. Αυτό λέγεται μίμηση προτύπων.

Οι οικογένειες που τα μέλη τους είναι θυμώδη, ενεργούν συνήθως με πολύ διαφορετικό τρόπο από τις κανονικές οικογένειες. Έχουν τρεις καταστροφικές συνήθειες:

– Θεωρούν ότι ο θυμός είναι μία φυσιολογική και αναμενόμενη κατάσταση.

– Νομίζουν πως κανείς δεν τους ακούει, παρά μόνο όταν έχουν νεύρα.

– Προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματά τους με νεύρα.

Ο θυμός αποτελεί ένδειξη ότι κάτι δεν πάει καλά. Αλλά σε ορισμένες οικογένειες ο θυμός λειτουργεί σαν χαλασμένο φανάρι σε αφύλαχτη σιδηροδρομική διάβαση. Αναβοσβήνει και σφυρίζει συνεχώς, ακόμα κι όταν δεν περνάει τρένο. Τα άτομα που ανήκουν στις οικογένειες αυτές εκνευρίζονται όλη την ώρα. Μπορεί να έχουν έναν πολύ καλό λόγο που εκνευρίστηκαν. Κι αν δεν έχουν, φροντίζουν κάθε φορά να τον επινοούν.

Σ΄ αυτές τις οικογένειες είναι αναμενόμενο κάθε μέλος της να είναι θυμώδες. Όλοι είναι εκνευρισμένοι με όλους και γίνεται τουλάχιστον ένας καβγάς τη μέρα.

Το χειρότερο όμως είναι ότι όλος αυτός ο καβγάς τους φαίνεται απολύτως φυσιολογικός. Καθημερινός τρόπος ζωής. Σκέψου αυτά τα παιδιά. Πού θα τα οδηγήσει όλος αυτός ο θυμός; Τι θα μάθουν; Μα φυσικά να είναι θυμωμένα όλη την ώρα, όταν θα μεγαλώσουν.

Κάποιοι ενήλικες με ρώτησαν γιατί οι άλλοι τους θεωρούν ευέξαπτους. Ιδού η απάντηση… Επειδή φωνάζουν πολύ. Νομίζουν ότι ο μόνος τρόπος να μιλάς είναι να φωνάζεις. Είναι υπερβολικά επιθετικοί. Το θλιβερό της υπόθεσης είναι ότι πολύ απλά συμπεριφέρονται έτσι όπως έμαθαν στα σπίτια τους.

Ο θυμός χρησιμοποιείται με λάθος τρόπο από τις οικογένειες αυτές. Τα μέλη τους προσπαθούν να λύσουν τα προβλήματά τους με νεύρα. Αυτό όμως δεν έχει κανένα αποτέλεσμα. Είναι σαν να προσπαθείς να βιδώσεις μία βίδα χρησιμοποιώντας ένα σφυρί. Ο θυμός είναι απλά μία ένδειξη, δεν είναι λύση. Ο θυμός σου απλά σε προειδοποιεί ότι υπάρχει πρόβλημα. Το πρόβλημα μπορεί να είναι ενδογενές (ξύπνησες με πονοκέφαλο), αλλά μπορεί να είναι και εξωγενές (τα παιδιά έσπασαν ένα τζάμι την ώρα που έπαιζαν μπάλα). Αν εκνευριστείς όμως, δε θα λυθεί ούτε το ένα ούτε το άλλο πρόβλημα.

Ας τα ξαναπούμε λοιπόν: Οι θυμώδεις άνθρωποι προέρχονται από θυμώδεις οικογένειες.

Μήπως μεγάλωσες μέσα σε μία θυμωμένη οικογένεια; Πόσο συχνά έβλεπες τους γονείς σου να εκνευρίζονται; Πώς διαχειρίζονταν το θυμό τους; Μήπως σου έμαθαν να θυμώνεις πολύ γρήγορα, πολύ έντονα και για πολύ καιρό; Μήπως έχεις δημιουργήσει μία εξίσου θυμώδη οικογένεια; Μήπως περνάς τη συνήθεια της οργής σε μία επόμενη γενιά ανθρώπων;

Hegel: Ιστορία και αλήθεια

Γκέοργκ Χέγκελ: 1770-1831

Ανθρώπινη ατομικότητα και ιστορία

§1

     Ι. Εάν η ιστορία αποτελεί το Όλο και συνιστά το μείζον του ιστορικού ανθρώπου, μέσα σε αυτό το όλο εξέχουσα θέση κατέχει η φιλοσοφική προβληματική του ατόμου. Η φιλοσοφία, κυρίως με/για τον Χέγκελ, γίνεται φιλοσοφία της παγκόσμιας ιστορίας. Σε άμεση σχέση με τούτο το γίγνεσθαι, ο συγκεκριμένος φιλόσοφος ομιλεί για ενιαία ιστορία, η οποία δεν είναι άλλη από την ιστορία της ανθρώπινης εξέλιξης εν όλω, από τη συνολική ιστορία του ανθρώπου και της ανθρωπότητας. Η θεμελιώδης διαλεκτική δύναμη που συντελεί, ώστε να εκδηλώνεται η ιστορική κίνηση του κόσμου και των πραγματικών φαινομένων, είναι το πνεύμα (Geist).

     ΙΙ. Αυτό εδώ δεν είναι ούτε μονοσήμαντα νους ούτε κάποιος πάνω και έξω από τον κόσμο θεός. Είναι η ίδια η κίνηση του εαυτού ως κίνηση ή εξέλιξη της σκέψης που ως εκ της φύσης της δεν πνίγεται μέσα στα όρια του περατού. Περατά είναι μόνο τα φυσικά αντικείμενα ή όντα, ενώ απέραντη είναι η κίνηση, με βάση την οποία αυτά κατανοούνται, αναπτύσσονται και αυτοπροσδιορίζονται. Το ανθρώπινο άτομο, ως φυσικό ον, είναι περατό, πεπερασμένο: έχει ημερομηνία γέννησης και θανάτου. Ως πνευματικό ον όμως. δηλαδή όχι απλώς ως καθεαυτό αλλά θεμελιωδώς ως διεαυτό, γίνεται πρωταγωνιστής της ιστορίας και είναι διηνεκώς παρόν ως σκέψη, ως ιδέα.

     ΙΙΙ. Ο Ηράκλειτος, για παράδειγμα, ο Πλάτων, ο Αριστοτέλης, ο Χέγκελ, ο Νίτσε, ο Χάιντεγκερ κ.λπ. και κάθε πεπληρωμένο πνευματικά ον βιολογικά δεν υπάρχει πια. Ωστόσο, ως σκέψη και ιδέα, ως στοχαστικό ον, συνιστά αναλλοίωτο συστατικό στοιχείο του Πνεύματος, δηλαδή της κίνησης του εαυτού ως κίνησης και εξέλιξης της ανθρώπινης σκέψης. Προφανώς, εκείνοι που δεν εντάσσονται, για τον φιλόσοφο, μέσα σε αυτή την πνευματική ιστορία του ανθρώπου είναι μόνο ο αποδεδειγμένα αντι-πνευματικός συρφετός ανθρώπινων όντων, όπως είναι τα «αριστερά» νεοφασιστικά απολιθώματα της εθνικής μειοδοσίας, που ο ρόλος τους στην ιστορία είναι αυτός της πολιτικής μαριονέτας: να ξεπουλούν αδιάντροπα την πατρίδα τους και πρόθυμα να εκδίδονται «στο παραμικρό σφύριγμα του κέρδους» (Σεφέρης).

§2

     Ι. Στο πνευματικό Ευαγγέλιο της νεωτερικής εποχής, στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ο Χέγκελ μεταστοχάζεται την ανέλιξη του ανθρώπινου όντος από την εμβρυακή μορφή της πνευματικής του ανωριμότητας ως φυσικού, βιολογικού ατόμου, ως φυσικής συνείδησης με τη δική του ορολογία, μέχρι την εντελή του πραγμάτωση ως πνεύματος. Η πραγμάτωση αυτή ακολουθεί συγκεκριμένη πορεία και εκτυλίσσεται κατά την τάξη του Λόγου ως δια-Λόγου.

     ΙΙ. Πρώτη βαθμίδα είναι ο κοινός νους, μετά ακολουθεί η συνείδηση, η αυτοσυνείδηση, ο Λόγος και τέλος η απόλυτη Γνώση. Αυτή η πορεία αφορά τόσο την εξέλιξη του ατομικού πνεύματος όσο και του απόλυτου πνεύματος. Ολόκληρη τούτη η πορεία νομιμοποιείται μέσα στην ιστορία ως διαλεκτική περατού και απείρου: ως διαλεκτική αυτού που, καθότι φυσικό ή περατό, δεν γνωρίζει τίποτα για τα όρια της καθολικότητάς του και της δυναμικότητας του πνεύματος ως μιας ακατάπαυστης δραστηριότητας που διέρχεται μέσα από την προσδιορισμένη και όχι χαοτική άρνηση και μαθαίνει πώς να γνωρίζει.

     ΙΙΙ. Το πνεύμα εμπλουτίζεται με αντιθετικά ή αντιφατικά νοήματα μέσα από μια αντίστοιχη κίνηση. Όμως δεν μένει σε αυτά, αλλά ως προσδιορισμένη άρνηση (bestimmte Negation) μεταβαίνει σε επόμενα στάδια ανασυγκρότησης του νοήμονος όλου. Όπως παρατηρεί ο φιλόσοφος, τα όρια ενός φυσικού αντικειμένου ή όντος γίνονται γνωστά ως έλλειμμα, ως έλλειψη, ως ανεπαρκή, μόνο όταν συγχρόνως με τη βιολογική μας συνθήκη βρισκόμαστε πέρα από αυτά ως πνεύμα. Το γεγονός ακριβώς ότι κάτι δηλώνεται ως πεπερασμένο, ως εφήμερο συνιστά απόδειξη, τεκμήριο παρουσίας του άπειρου, του απέραντου.

§3

      Ι. Η αλήθεια, μας λέει ο φιλόσοφος, είναι συγκεκριμένη. Αυτό σημαίνει ότι η φιλοσοφία έχει να κάνει πάντοτε με ό,τι είναι παρόν και συγκεκριμένο εν χώρω και χρόνω. Σε τούτη τη διάσταση του χώρου και του χρόνου, το υποκείμενο προσδιορίζεται από τη διαρκή του αναφορά προς το αντικείμενο και αντίστροφα: το ένα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το άλλο. Η φιλοσοφία του πραγματικού έτσι διαμορφώνεται εν αναφορά προς το σκεπτόμενο υποκείμενο ή τη συνείδηση ως την άμεση ύπαρξη του πνεύματος.

     ΙΙ. Τούτο το προσλαμβάνουμε ως εξής: όσο αναπτύσσεται η συνείδησή μας, τόσο κατανοούμε καλύτερα τον γύρω μας κόσμο και ως νοήμονα υποκείμενα διεισδύουμε στον λόγο του ενός ή του άλλου φαινομένου. Αυτός ο πραγματικός κόσμος βαθμιαία γίνεται γνωστός σε μας και αρχίζει να υπάρχει για τη συνείδηση ή για εμάς ως συνείδηση όσο προχωρεί η διαδικασία της γνώσης. Αυτή όμως η προχώρηση της γνωσιακής διαδικασίας ή διεργασίας δεν είναι τυχαία ούτε αυθόρμητη.

     ΙΙΙ. Συνιστά μια Λογική , κατά Λόγο, μετα-ερμηνεία του υπάρχοντος και ως τέτοια δεν ακολουθεί μόνο τη γραμμή μιας βήμα προς βήμα ερμηνείας και κατανόησης του εξωτερικού κόσμου, αλλά με την ίδια ένταση επιδιώκει και την ιδιο-ποίησή του. Πρόκειται για την κίνηση επιστροφής, κατά την εγελιανή ορολογία, του πνεύματος στον εαυτό του· μια κίνηση, η οποία ολοκληρώνεται απόλυτα, στο μέτρο που το γνωρίζον υποκείμενο, ως συνειδητό-Είναι πλέον, πραγματώνει εξίσου απόλυτα την ως άνω Λογική μετα-ερμηνεία του υπάρχοντος.

     ΙV. Η πραγμάτωση τούτη ουσιαστικά σημαίνει πως το αντικείμενο ή το εξωτερικά υπάρχον έχει γίνει απόλυτα εγνωσμένο, δηλαδή έχει εισδύσει στη Λογική του υποκειμένου και υπάρχει ως η ανάκτηση του εαυτού του υποκειμένου ή ως επιστροφή εντός εαυτού του πνεύματος από την εξωτερικότητά του, ήτοι από την εξωτερίκευσή του ή την αποξένωσή του. Ανάλογα με το πώς κατορθώνει η επί μέρους ή η συλλογική ατομικότητα να φτάνει σε τούτη την πλήρωση, δηλαδή στη διαλεκτική ενότητα ή ταυτότητα του εαυτού και του άλλου, γίνεται άξια της ιστορίας και του ανθρώπινου πεπρωμένου, χωρίς να εκπίπτει στην οντολογική κατάσταση του μίσθαρνου και πραιτοριανού, πράγματος/res. ---------------------------------
1. Το απόλυτο, η απόλυτη γνώση ή το απόλυτο πνεύμα είναι η υπέρβαση του διαχωρισμού ανάμεσα στο υποκείμενο και το αντικείμενο, συνεπώς και η υπέρβαση της υποκειμενικότητας, ως μη-διαμεσολαβημένης δύναμης επιβολής πάνω στο έτερο, στο αντικείμενο κ.λπ.
2. Ο αρχαίος ελληνικός νους, μέσα στην ιστορική διαδρομή των ιδεών και του ίδιου ως έννοιας ή ιδέας, εμπλουτίζεται με τα ιστορικά νέα διανοήματα της φιλοσοφίας κατά την κίνηση εντός του χρόνου και συγκροτείται σε πνεύμα.
3. Στις εσωτερικές πτυχές των εν-νοήσεων του πνεύματος υπάγεται και ο νους.
4. Το απόλυτο πνεύμα λοιπόν είναι ό,τι και η αριστοτελική νόηση της νοήσεως, η σκέψη της σκέψης ως του εαυτού, που έχει υπερβεί τον διχασμό του σε υποκείμενο και αντικείμενο.
5. Όσον αφορά την αριστοτελική αρχή της μη-αντίφασης σχετίζεται με τη μορφική Λογική.
6. Στον Χέγκελ συνάγεται -δεν προϋποτίθεται- ως αποτέλεσμα της διαλεκτικής αντίφασης και της υπέρβασης της τελευταίας.

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1374a-1374b)

Ἐπεὶ δὲ τῶν δικαίων καὶ τῶν ἀδίκων ἦν δύο εἴδη (τὰ μὲν γὰρ γεγραμμένα τὰ δ᾽ ἄγραφα), περὶ ὧν μὲν οἱ νόμοι ἀγορεύουσιν εἴρηται, τῶν δ᾽ ἀγράφων δύο ἔστιν εἴδη· ταῦτα δ᾽ ἐστὶν τὰ μὲν καθ᾽ ὑπερβολὴν ἀρετῆς καὶ κακίας, ἐφ᾽ οἷς ὀνείδη καὶ ἔπαινοι καὶ ἀτιμίαι, καὶ τιμαὶ καὶ δωρεαί (οἷον τὸ χάριν ἔχειν τῷ ποιήσαντι εὖ καὶ ἀντευποιεῖν τὸν εὖ ποιήσαντα, καὶ βοηθητικὸν εἶναι τοῖς φίλοις, καὶ ὅσα ἄλλα τοιαῦτα), τὰ δὲ τοῦ ἰδίου νόμου καὶ γεγραμμένου ἔλλειμμα. τὸ γὰρ ἐπιεικὲς δοκεῖ δίκαιον εἶναι, ἔστιν δὲ ἐπιεικὲς τὸ παρὰ τὸν γεγραμμένον νόμον δίκαιον. συμβαίνει δὲ τοῦτο τὰ μὲν ἑκόντων τὰ δὲ ἀκόντων τῶν νομοθετῶν, ἀκόντων μὲν ὅταν λάθῃ, ἑκόντων δ᾽ ὅταν μὴ δύνωνται διορίσαι, ἀλλ᾽ ἀναγκαῖον μὲν ᾖ καθόλου εἰπεῖν, μὴ ᾖ δέ, ἀλλ᾽ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, καὶ ὅσα μὴ ῥᾴδιον διορίσαι δι᾽ ἀπειρίαν, οἷον τὸ τρῶσαι σιδήρῳ πηλίκῳ καὶ ποίῳ τινί· ὑπολείποι γὰρ ἂν ὁ αἰὼν διαριθμοῦντα. ἂν οὖν ᾖ ἀόριστον, δέῃ δὲ νομοθετῆσαι, ἀνάγκη ἁπλῶς εἰπεῖν, ὥστε κἂν δακτύλιον ἔχων ἐπάρηται τὴν χεῖρα ἢ πατάξῃ, κατὰ μὲν τὸν γεγραμμένον νόμον ἔνοχός ἐστι καὶ ἀδικεῖ,

[1374b] κατὰ δὲ τὸ ἀληθὲς οὐκ ἀδικεῖ, καὶ τὸ ἐπιεικὲς τοῦτό ἐστιν.

Εἰ δὲ ἐστὶ τὸ εἰρημένον τὸ ἐπιεικές, φανερὸν ποῖά ἐστι τὰ ἐπιεικῆ καὶ οὐκ ἐπιεικῆ, καὶ ποῖοι οὐκ ἐπιεικεῖς ἄνθρωποι· ἐφ᾽ οἷς τε γὰρ δεῖ συγγνώμην ἔχειν, ἐπιεικῆ ταῦτα, καὶ τὸ τὰ ἁμαρτήματα καὶ τὰ ἀδικήματα μὴ τοῦ ἴσου ἀξιοῦν, μηδὲ τὰ ἁμαρτήματα καὶ τὰ ἀτυχήματα· ἔστιν ἀτυχήματα μὲν ὅσα παράλογα καὶ μὴ ἀπὸ μοχθηρίας, ἁμαρτήματα δὲ ὅσα μὴ παράλογα καὶ μὴ ἀπὸ πονηρίας, ἀδικήματα δὲ ὅσα μήτε παράλογα ἀπὸ πονηρίας τέ ἐστιν· τὰ γὰρ δι᾽ ἐπιθυμίαν ἀπὸ πονηρίας. καὶ τὸ τοῖς ἀνθρωπίνοις συγγινώσκειν ἐπιεικές. καὶ τὸ μὴ πρὸς τὸν νόμον ἀλλὰ πρὸς τὸν νομοθέτην, καὶ μὴ πρὸς τὸν λόγον ἀλλὰ πρὸς τὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου σκοπεῖν, καὶ μὴ πρὸς τὴν πρᾶξιν ἀλλὰ πρὸς τὴν προαίρεσιν, καὶ μὴ πρὸς τὸ μέρος ἀλλὰ πρὸς τὸ ὅλον, μηδὲ ποῖός τις νῦν, ἀλλὰ ποῖός τις ἦν ἀεὶ ἢ ὡς ἐπὶ τὸ πολύ. καὶ τὸ μνημονεύειν μᾶλλον ὧν ἔπαθεν ἀγαθῶν ἢ κακῶν, καὶ ἀγαθῶν ὧν ἔπαθε μᾶλλον ἢ ὧν ἐποίησεν. καὶ τὸ ἀνέχεσθαι ἀδικούμενον. καὶ τὸ μᾶλλον λόγῳ ἐθέλειν κρίνεσθαι ἢ ἔργῳ. καὶ τὸ εἰς δίαιταν μᾶλλον ἢ εἰς δίκην βούλεσθαι ἰέναι· ὁ γὰρ διαιτητὴς τὸ ἐπιεικὲς ὁρᾷ, ὁ δὲ δικαστὴς τὸν νόμον· καὶ τούτου ἕνεκα διαιτητὴς εὑρέθη, ὅπως τὸ ἐπιεικὲς ἰσχύῃ.

Περὶ μὲν οὖν τῶν ἐπιεικῶν διωρίσθω τὸν τρόπον τοῦτον.

***
Είπαμε πιο πάνω ότι υπάρχουν δύο ειδών δίκαιες και άδικες πράξεις: αυτές για τις οποίες μιλούν γραπτοί νόμοι και αυτές που καθορίζονται από άγραφους νόμους· έχουμε ήδη πραγματευθεί αυτές για τις οποίες κάνουν λόγο οι γραπτοί νόμοι· μένουν λοιπόν για πραγμάτευση τα δύο είδη αυτών που καθορίζονται από άγραφους νόμους. Πρόκειται αφενός γι᾽ αυτές που δείχνουν την αρετή και την κακία στον υψηλότερό τους βαθμό και συνεπάγονται ψόγους και επαίνους, περιφρόνηση και τιμές, καθώς και δωρεές (όπως είναι π.χ. το να είναι κανείς ευγνώμονας στον ευεργέτη του, να του ανταποδίδει τις ευεργεσίες του, να βοηθάει τους φίλους του, και όσα άλλα τέτοια), και αφετέρου γι᾽ αυτές που αποτελούν έλλειψη του μερικού και γραπτού νόμου. Γιατί την επιείκεια οι άνθρωποι τη θεωρούν δικαιοσύνη, πρόκειται όμως για δικαιοσύνη πέρα από τις προβλέψεις του γραπτού νόμου. Τα κενά αυτά άλλοτε οφείλονται στη θέληση των νομοθετών και άλλοτε υπάρχουν παρά τη θέλησή τους: παρά τη θέλησή τους, στις περιπτώσεις που κάτι έχει ξεφύγει την προσοχή τους· με τη θέλησή τους, όταν δεν είναι σε θέση να καθορίσουν με ακρίβεια τα πράγματα, είναι όμως ανάγκη να διατυπώσουν έναν γενικό κανόνα, που δεν μπορεί, ωστόσο, να βρει εφαρμογή σε όλες, αλλά μονάχα στις πιο πολλές περιπτώσεις· σε όλες επίσης τις περιπτώσεις που δεν είναι εύκολο να γίνει ακριβής προσδιορισμός λόγω του άπειρου πλήθους των ενδεχομένων· τέτοια είναι λ.χ. η περίπτωση του τραυματισμού με σιδερένιο όργανο: τίνος μεγέθους και τίνος είδους; Δεν θα έφτανε μια ολόκληρη ζωή για να απαριθμηθούν όλα τα ενδεχόμενα. Αν λοιπόν πρόκειται για πράξη που δεν μπορεί να προσδιορισθεί με ακρίβεια, πρέπει ωστόσο να υπάρξει πρόβλεψη στη νομοθεσία, η διατύπωση δεν μπορεί παρά να είναι γενική· επομένως αν κανείς, φορώντας δαχτυλίδι, σηκώσει το χέρι του και χτυπήσει κάποιον, θα είναι, σύμφωνα με τον γραπτό νόμο, ένοχος και θα έχει διαπράξει αδικία,

[1374b] στην πραγματικότητα όμως δεν έχει διαπράξει καμιά αδικία: αυτή η κρίση είναι η επιείκεια.

Αν η επιείκεια είναι αυτό που είπαμε, είναι φανερό ποιές πράξεις πρέπει να κρίνονται με επιείκεια και ποιές όχι, καθώς και ποιοί άνθρωποι δεν είναι επιεικείς: Οι πράξεις που πρέπει να συγχωρηθούν πρέπει να κρίνονται με επιείκεια. Επιείκεια είναι επίσης να μη θεωρείται σωστό να τιμωρούνται με την ίδια τιμωρία τα σφάλματα και οι άδικες πράξεις, ή και τα λάθη· λάθη είναι οι πέρα από τους λογικούς υπολογισμούς πράξεις που δεν είναι αποτέλεσμα κακίας· σφάλματα είναι οι πράξεις που δεν είναι πέρα από τους λογικούς υπολογισμούς και δεν είναι αποτέλεσμα κακίας· άδικες πράξεις είναι αυτές που και πέρα από τους λογικούς υπολογισμούς δεν είναι και, επιπλέον, είναι αποτέλεσμα κακίας· γιατί όλες οι πράξεις που γίνονται από επιθυμία έχουν ως αρχή τους την κακία. Επιείκεια είναι επίσης να δείχνει κανείς κατανόηση για τις ανθρώπινες αδυναμίες. Επίσης το να δίνει μεγαλύτερη σημασία όχι στον νόμο, αλλά στον νομοθέτη, όχι σε όσα λέει ο νομοθέτης, αλλά σε όσα εννοούσε, όχι στην πράξη, αλλά στην πρόθεση, όχι στο μέρος αλλά στο όλον, όχι στο τί λογής άνθρωπος είναι τώρα ο δράστης, αλλά στο τί λογής άνθρωπος ήταν πάντοτε ή τον περισσότερο καιρό. Επίσης το να θυμάται κανείς πιο πολύ τα καλά παρά τα κακά που έπαθε, και πιο πολύ τα καλά που δέχτηκε παρά τα καλά που έκανε. Επίσης το να αντιμετωπίζει με υπομονή τις αδικίες που του γίνονται. Ακόμη το να προτιμάει για τη λύση ενός προβλήματος τα λόγια παρά τις πράξεις. Επίσης το να προτιμάει τη διαιτησία παρά το δικαστήριο· γιατί ο διαιτητής έχει το μάτι του στην επιείκεια, ενώ ο δικαστής στον νόμο· αυτός, άλλωστε, είναι ο λόγος που επινοήθηκαν οι διαιτητές, για να έχει ισχύ η επιείκεια.

Σχετικά με την επιείκεια ας θεωρηθεί ικανοποιητικός ο τρόπος με τον οποίο ορίσαμε τα πράγματα.

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Βάκχαι (977-1023)

ΧΟ. ἴτε θοαὶ Λύσσας κύνες, ἴτ᾽ εἰς ὄρος, [στρ.]
θίασον ἔνθ᾽ ἔχουσι Κάδμου κόραι·
ἀνοιστρήσατέ νιν
980 ἐπὶ τὸν ἐν γυναικομίμωι στολᾶι
λυσσώδη κατάσκοπον μαινάδων.
μάτηρ πρῶτά νιν λευρᾶς ἀπὸ πέτρας
†ἢ σκόλοπος† ὄψεται
δοκεύοντα, μαινάσιν δ᾽ ἀπύσει·
985 Τίς ὅδ᾽ ὀρειδρόμων μαστὴρ Καδμειᾶν
ἐς ὄρος ἐς ὄρος ἔμολ᾽ ἔμολεν, ὦ βάκχαι;
τίς ἄρα νιν ἔτεκεν;
οὐ γὰρ ἐξ αἵματος
γυναικῶν ἔφυ, λεαίνας δέ τινος
990 ὅδ᾽ ἢ Γοργόνων Λιβυσσᾶν γένος.

ἴτω δίκα φανερός, ἴτω
ξιφηφόρος φονεύου-
σα λαιμῶν διαμπὰξ
995 τὸν ἄθεον ἄνομον ἄδικον Ἐχίονος
γόνον γηγενῆ·

ὃς ἀδίκωι γνώμαι παρανόμωι τ᾽ ὀργᾶι [ἀντ.]
†περὶ βάκχι᾽ ὄργια ματρός τε σᾶς†
μανείσαι πραπίδι
1000 παρακόπωι τε λήματι στέλλεται,
τἀνίκατον ὡς κρατήσων βίαι.
†γνώμαν σώφρονα θάνατος ἀπροφάσιστος
εἰς τὰ θεῶν ἔφυ
βροτείω τ᾽ ἔχειν ἄλυπος βίος.
1005 τὸ σοφὸν οὐ φθόνω χαίρω θηρεύου-
σα τὰ δ᾽ ἕτερα μεγάλα φανερὰ τῶν ἀεὶ
ἐπὶ τὰ καλὰ βίον,†
ἦμαρ ἐς νύκτα τ᾽ εὐ-
αγοῦντ᾽ εὐσεβεῖν, τὰ δ᾽ ἔξω νόμιμα
1010 δίκας ἐκβαλόντα τιμᾶν θεούς.

ἴτω δίκα φανερός, ἴτω
ξιφηφόρος φονεύου-
σα λαιμῶν διαμπὰξ
1015 τὸν ἄθεον ἄνομον ἄδικον Ἐχίονος
γόνον γηγενῆ.

φάνηθι ταῦρος ἢ πολύκρανος ἰδεῖν [ἐπῳδ.]
δράκων ἢ πυριφλέγων
ὁρᾶσθαι λέων.
1020 ἴθ᾽, ὦ Βάκχε, θὴρ ἀγρευτᾶι βακχᾶν
προσώπωι γελῶντι περίβαλε βρόχον
θανάσιμον ὑπ᾽ ἀγέλαν πεσόν-
τι τὰν μαινάδων.

***
ΧΟΡΟΣ
Ίτε
γρήγορες σκύλες της Λύσσας,
ίτε
στα όρη,
όπου έχουν τον θίασο οι κόρες του Κάδμου.
Με τον οίστρο κεντρίστε τις,
να οργισθούν με τον λυσσαλέο κατάσκοπο των μαινάδων
980 που φόρεσε στολή γυναίκας.
Η μητέρα του πρώτη
θα τον δει να καραδοκεί
από κάποιο ύψωμα ή βράχο χυτό
και θα φωνάξει στις μαινάδες:
Ποιός κυνηγός των Καδμείων μαινάδων
985 που πλανώνται στα βουνά
στα όρη στα όρη
ανέβηκε ανέβηκε, βάκχες;
Άραγε τί να τον γέννησε;
Από αίμα γυναίκας αυτός δεν βλάστησε.
Από κάποια λέαινα κρατά η γενιά του
990 ή από τις Γοργόνες της Λιβύης.

Να έλθει η Δίκη, να φανεί,
να έλθει κρατώντας το ξίφος,
να του κόψει το λαιμό πέρα πέρα,
να σκοτώσει
995 τον άθεο, άνομο, άδικο
γιο του Εχίονος,
το γένος της γης·

που με άδικη γνώμη και άνομο ζήλο
έρχεται, Βάκχε, να χλευάσει τα δικά σου όργια και της μητρός σου,
1000 με σκέψη μαινόμενη και κίβδηλο πνεύμα,
που ζητάει με την βία να νικήσει το ανίκητο.
Τη σωφροσύνη τη διδάσκει ο θάνατος.
Να δέχεσαι πρόθυμα τους θεούς
και να φέρεσαι ως θνητός
είναι βίος χωρίς λύπη.
1005 Δεν ζηλεύω τη σοφία.
Χαίρομαι να κυνηγώ εκείνα τα άλλα,
τα μεγάλα, τα φανερά.
Ας γινόταν να ζούσα για τα ωραία,
ευλαβική και αγνή μέρα νύχτα,
να αρνηθώ δοξασίες που είναι έξω από το δίκιο
1010 και να τιμώ τους θεούς.

Να έλθει η Δίκη, να φανεί,
να έλθει κρατώντας το ξίφος,
να του κόψει το λαιμό πέρα πέρα,
να σκοτώσει
1015 τον άθεο, άνομο, άδικο
γιο του Εχίονος,
το γένος της γης.

Φανερώσου ως ταύρος,
ως πολυκέφαλος δράκων,
ως λέων πυρίπνοος.
1020 Ελθέ, ω Βάκχε,
με γελαστό πρόσωπο
πέρασε το βρόχο στον κυνηγό των βακχών,
όταν θα πέφτει απάνω του η αγέλη των μαινάδων
θανατηφόρος.