Τρίτη 6 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (451-498)

ΧΟ. δολερὸν μὲν ἀεὶ κατὰ πάντα δὴ τρόπον [στρ.]
πέφυκεν ἄνθρωπος· σὺ δ᾽ ὅμως λέγε μοι.
τάχα γὰρ τύχοις ἂν
χρηστὸν ἐξειπὼν ὅ τι μοι παρορᾷς, ἢ
455 δύναμίν τινα μείζω
παραλειπομένην ὑπ᾽ ἐμῆς φρενὸς ἀ-
ξυνέτου· σὺ δὲ τοῦθ᾽
οὑρᾷς λέγ᾽ εἰς κοινόν.
ὃ γὰρ ἂν σὺ τύχῃς μοι
ἀγαθὸν πορίσας, τοῦτο κοινὸν ἔσται.

460 ἀλλ᾽ ἐφ᾽ ὅτῳπερ πράγματι τὴν σὴν ἥκεις γνώμην ἀναπείσας,
λέγε θαρρήσας· ὡς τὰς σπονδὰς οὐ μὴ πρότερον παραβῶμεν.
ΠΙ. καὶ μὴν ὀργῶ νὴ τὸν Δία καὶ προπεφύραται λόγος εἷς μοι,
ὃν διαμάττειν οὐ κωλύει. φέρε, παῖ, στέφανον· καταχεῖσθαι
κατὰ χειρὸς ὕδωρ φερέτω ταχύ τις. ΕΥ. δειπνήσειν μέλλομεν; ἢ τί;
465 ΠΙ. μὰ Δί᾽ ἀλλὰ λέγειν ζητῶ τι πάλαι, μέγα καὶ λαρινὸν ἔπος τι,
ὅ τι τὴν τούτων θραύσει ψυχήν. οὕτως ὑμῶν ὑπεραλγῶ,
οἵτινες ὄντες πρότερον βασιλῆς— ΧΟ. ἡμεῖς βασιλῆς; τίνος; ΠΙ. ὑμεῖς
πάντων ὁπόσ᾽ ἔστιν, ἐμοῦ πρῶτον, τουδί, καὶ τοῦ Διὸς αὐτοῦ,
ἀρχαιότεροι πρότεροί τε Κρόνου καὶ Τιτάνων ἐγένεσθε,
470 καὶ Γῆς. ΧΟ. καὶ Γῆς; ΠΙ. νὴ τὸν Ἀπόλλω. ΧΟ. τουτὶ μὰ Δί᾽ οὐκ ἐπεπύσμην.
ΠΙ. ἀμαθὴς γὰρ ἔφυς κοὐ πολυπράγμων, οὐδ᾽ Αἴσωπον πεπάτηκας,
ὃς ἔφασκε λέγων κορυδὸν πάντων πρώτην ὄρνιθα γενέσθαι,
προτέραν τῆς γῆς, κἄπειτα νόσῳ τὸν πατέρ᾽ αὐτῆς ἀποθνῄσκειν·
γῆν δ᾽ οὐκ εἶναι, τὸν δὲ προκεῖσθαι πεμπταῖον· τὴν δ᾽ ἀποροῦσαν
475 ὑπ᾽ ἀμηχανίας τὸν πατέρ᾽ αὑτῆς ἐν τῇ κεφαλῇ κατορύξαι.
ΕΥ. ὁ πατὴρ ἄρα τῆς κορυδοῦ νυνὶ κεῖται τεθνεὼς Κεφαλῆσιν.
ΠΙ. οὔκουν δῆτ᾽ εἰ πρότεροι μὲν γῆς, πρότεροι δὲ θεῶν ἐγένοντο,
ὡς πρεσβυτάτων ὄντων αὐτῶν ὀρθῶς ἐσθ᾽ ἡ βασιλεία;
ΕΥ. νὴ τὸν Ἀπόλλω. πάνυ τοίνυν χρὴ ῥύγχος βόσκειν σε τὸ λοιπόν·
480 οὐκ ἀποδώσει ταχέως ὁ Ζεὺς τὸ σκῆπτρον τῷ δρυκολάπτῃ.
ΠΙ. ὡς δ᾽ οὐχὶ θεοὶ τοίνυν ἦρχον τῶν ἀνθρώπων τὸ παλαιόν,
ἀλλ᾽ ὄρνιθες, κἀβασίλευον, πόλλ᾽ ἐστὶ τεκμήρια τούτων.
αὐτίκα δ᾽ ὑμῖν πρῶτ᾽ ἐπιδείξω τὸν ἀλεκτρυόν᾽, ὡς ἐτυράννει
ἦρχέ τε Περσῶν πρῶτος πάντων Δαρείων καὶ Μεγαβάζων,
485 ὥστε καλεῖται Περσικὸς ὄρνις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἔτ᾽ ἐκείνης.
ΕΥ. διὰ ταῦτ᾽ ἄρ᾽ ἔχων καὶ νῦν ὥσπερ βασιλεὺς ὁ μέγας διαβάσκει
ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τὴν κυρβασίαν τῶν ὀρνίθων μόνος ὀρθήν.
ΠΙ. οὕτω δ᾽ ἴσχυέ τε καὶ μέγας ἦν τότε καὶ πολύς, ὥστ᾽ ἔτι καὶ νῦν
ὑπὸ τῆς ῥώμης τῆς τότ᾽ ἐκείνης, ὁπόταν μόνον ὄρθριον ᾄσῃ,
490 ἀναπηδῶσιν πάντες ἐπ᾽ ἔργον, χαλκῆς, κεραμῆς, σκυλοδέψαι,
σκυτῆς, βαλανῆς, ἀλφιταμοιβοί, τορνευτολυρασπιδοπηγοί·
οἱ δὲ βαδίζουσ᾽ ὑποδησάμενοι νύκτωρ. ΕΥ. ἐμὲ τοῦτό γ᾽ ἐρώτα.
χλαῖναν γὰρ ἀπώλεσ᾽ ὁ μοχθηρὸς Φρυγίων ἐρίων διὰ τοῦτον.
εἰς δεκάτην γάρ ποτε παιδαρίου κληθεὶς ὑπέπινον ἐν ἄστει,
495 κἄρτι καθηῦδον· καὶ πρὶν δειπνεῖν τοὺς ἄλλους οὗτος ἄρ᾽ ἦσεν·
κἀγὼ νομίσας ὄρθρον ἐχώρουν Ἁλιμουντάδε, κἄρτι προκύπτω
ἔξω τείχους καὶ λωποδύτης παίει ῥοπάλῳ με τὸ νῶτον·
κἀγὼ πίπτω μέλλω τε βοᾶν, ὁ δ᾽ ἀπέβλισε θοἰμάτιόν μου.

***
ΧΟΡ. Δολερό
πλάσμα ο άνθρωπος με κάθε τρόπο, πάντα·
κι όμως μίλα·
κάτι απάνω μου ίσως βρίσκεις σοβαρό
και το φανερώσεις τώρα,
κάποια δύναμη μεγάλη, που ξεφεύγει
απ᾽ το κοκορόμυαλό μου·
ό,τι βλέπεις να το πεις μπρος στο κοινό·
κάτι αν βρεις καλό για μένα,
θα ᾽ναι για όλους μας καλό.

460 ΚΟΡ. Μα το ζήτημ᾽ αυτό, που η δική σου βουλή
λέει καλό και γι᾽ αυτό ᾽ρθες, με θάρρος
έλα πες το· ποτέ δε ντροπιάζουμ᾽ εμείς
λόγο που έχουμε δώσει, να ξέρεις.

ΠΙΣ. Έτοιμη έχω τη ζύμη ενός λόγου, και νά,
της ψυχής μου παρόρμηση νιώθω
να τον πλάσω· είν᾽ ο δρόμος ελεύθερος. Μπρος!
Φέρτε εδώ ένα στεφάνι, και κάποιος
να μου χύσει στα χέρια μου απάνω νερό·
μην αργείτε. ΕΥΕ. Τί; Πάμε για δείπνο;
ΠΙΣ. Όχι· είν᾽ ώρα που μέσα στο νου μου ζητώ
κάποιο λόγο τρανό και θρεμμένο,
να μπορέσω να σπάσω αυτωνών την ψυχή.
Στα πουλιά.
Τι μεγάλο για σας νιώθω πόνο,
που σε χρόνια παλιά βασιλιάδες εσείς...
ΚΟΡ. Βασιλιάδες, εμείς; τίνων; ΠΙΣ. Όλων,
όσα υπάρχουν στον κόσμο· δικοί μου, αυτουνού,
Δείχνει τον Ευελπίδη.
μα και του ίδιου του Δία· η δική σας
η φυλή πρωτοπλάστηκε, απ᾽ όλες πιο πριν,
πιο παλιά απ᾽ τους Τιτάνες, τον Κρόνο,
470 κι απ᾽ τη Γη. ΚΟΡ. Κι απ᾽ τη Γη; ΠΙΣ. Σου τ᾽ ορκίζομαι, ναι.
ΚΟΡ. Τέτοιο πράμα ποτέ δε μου το ᾽παν.
ΠΙΣ. Είσαι αγράμματος κι όχι περίεργος· γι᾽ αυτό·
κι ούτε διάβασες μύθους του Αισώπου.
Πρώτο απ᾽ όλα, λέει ο Αίσωπος, ένα πουλί,
η σιταρήθρα γεννήθηκε· πρώτο,
πριν η γη να πλαστεί· κι ο γονιός του πουλιού
από κάποια, λέει, πέθανε αρρώστια·
η φτωχιά η σιταρήθρα δεν έβρισκε γη
να τον θάψει· κι οι μέρες περνούσαν·
τί να γίνει ο νεκρός; Τότε κείνη λοιπόν
στο κεφάλι της μέσα τον θάβει.
ΕΥΕ. Σ᾽ ένα κεφαλοχώρι λοιπόν το νεκρό
το πουλάκι είναι τώρα θαμμένο.
ΠΙΣ. Ε λοιπόν, αφού πριν από γη και θεούς
τα πουλιά γεννηθήκαν στον κόσμο,
το σωστό και το δίκιο δεν είναι σ᾽ αυτά,
σαν πρωτότοκα, ο θρόνος ν᾽ ανήκει;
ΕΥΕ. Φυσικά· θα ᾽ναι ανάγκη μονάχα, θαρρώ,
δω και μπρος να ᾽χεις σίδερο μύτη·
480 γιατί βέβαια στο Δία δε θ᾽ αρέσει, σε μια
τσιγκλιτάρα να δώσει το σκήπτρο.
ΠΙΣ. Ότι τότε, στα χρόνια που λέω τα παλιά,
κυβερνούσαν πουλιά τους ανθρώπους
και τα σκήπτρα κρατούσανε, κι όχι θεοί,
τ᾽ αποδείχνουν πολλά γεγονότα.
Και για πρώτο παράδειγμα νά ο πετεινός·
των Περσών ήταν ρήγας κι αφέντης,
από κάθε Μεγάβαζο αυτός πιο παλιός,
πιο παλιός από κάθε Δαρείο·
ώστε ακόμα απ᾽ αυτό το πρωτάτο κι εμείς
τονε λέμε πουλί της Περσίας.
ΕΥΕ. Και γι᾽ αυτό περπατά με καμάρι πολύ,
των Περσών όπως κάνει ο ρηγάρχης,
κι είναι κιόλας το μόνο πουλί που κρατά
στο κεφάλι του ολόρθη τιάρα.
ΠΙΣ. Κι ήταν τόσο τρανός κι είχε τόσο υψηλήν
αρχοντιά ο πετεινός, που και τώρα,
απ᾽ την πρώτη του εκείνη εξουσία την παλιά,
τα χαράματα μόλις λαλήσει,
490 όλοι αμέσως ξυπνούν, στις δουλειές τους να παν,
ο χαλκιάς, ο αλευράς, ο ταμπάκης,
κι όσοι φτιάνουν ασπίδες ή λύρες· μαζί
κανατάς, παπουτσής και λουτράρης.
όλοι, αφού ποδεθούν βιαστικά, ξεκινούν
νύχτ᾽ ακόμα. ΕΥΕ. Σ᾽ αυτό ρώτα εμένα.
Εξαιτίας του κοκόρου μια χλαίνα ακριβή
κάποτ᾽ έχασα εγώ ο κακομοίρης.
Στην Αθήνα είχα πάει, στη γιορτή ενός μωρού
που θα του ᾽βγαζαν τ᾽ όνομα· λίγο
το ᾽χα τσούξει και πλάγιασα· κι έξαφνα, πριν
να τελειώσουνε οι άλλοι το δείπνο,
το κοκόρι λαλεί· «ξημερώνει» είπα εγώ·
ξεκινώ για τον Άλιμο· μόλις
ξεμυτίζω απ᾽ το τείχος, γερή μαγκουριά
κάποιος κλέφτης μου δίνει στην πλάτη·
πέφτω κάτω και πάω να φωνάξω, μα αυτός
μου ᾽χε κιόλας βουτήξει το ρούχο.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΒΑΥΚΙΔΑ

ΒΑΥΚΙΔΑ
(δέντρο)
 
Η μεταμόρφωση της Βαυκίδας και του άνδρα της, του φτωχού αγρότη Φιλήμονα από τη Φρυγία, σε δέντρα, αποτέλεσε την έκφραση ευγνωμοσύνης του Δία και του Ερμή για τη φιλοξενία -ή μάλλον θεοξενία- που τους πρόσφεραν.
 
Μεταμφιεσμένοι σε ταξιδιώτες ο Δίας και ο Ερμής διέσχιζαν τη Φρυγία αναζητώντας φιλοξενία. Κανείς δεν τους δέχτηκε εκτός από τη Βαυκίδα και τον Φιλήμονα που τους φίλεψαν στη φτωχική καλύβα τους -σκύβοντας την άγια κεφαλή εδιάβηκαν το χαμηλό πορτάκι (Οβ., Μετ. 638). Από το υστέρημά τους το ζευγάρι έστησε ένα δείπνο στο τραπέζι τους που το ένα πόδι ήταν σπασμένο και κοντύτερο από τα άλλα.
 
Οργισμένοι οι δύο θεοί με τους υπόλοιπους Φρύγες, έστειλαν κατακλυσμό στη χώρα, διαφύλαξαν όμως την καλύβα που μεταβλήθηκε αργότερα σε ναό με μαρμάρινες κολόνες και μαρμάρινο δάπεδο. Η θεοδικία δεν περιορίστηκε στην τιμωρία αλλά και στην ανταπόδοση του καλού στο φιλόξενο ζευγάρι. Για να τους τιμήσουν τους έκαναν τη χάρη που ζήτησαν για ισόβια παράλληλη συζυγία ως φύλακες του ναού μέχρι τον θάνατο και μετά από αυτόν. Και πράγματι, καιρό μες στο ναό εζήσαν σα διακόνοι. Κι όταν ήταν να πεθάνουν τους μεταμόρφωσαν* σε δέντρα, το ένα δίπλα στο άλλο, μπροστά στον ναό που άλλοτε ήταν η καλύβα τους.
 
Το επεισόδιο της θεοξενίας του Δία και του Ερμή παραλληλίστηκε με ένα επεισόδιο από τις Πράξεις των Αποστόλων, όταν ο Παύλος και ο Βαρνάβας επισκέφθηκαν την πόλη Λύστρα της Φρυγίας. Η θαυματουργή δράση του Παύλου έκανε τους ντόπιους να τους θεωρήσουν για τον Δία (Παύλος) και τον Ερμή (Βαρνάβας)**.
-------------------------------
*Η μεταμόρφωση του Φιλήμονα και της Βαυκίδας
 
Κι όταν μαζί φτασμένους στα στερνά τους βάραιναν των γηρατειών οι χρόνοι,
μια μέρα όπου κάθονταν μπροστά στα σκαλοπάτια, στου ναού τη θύρα
και πιάσαν να μιλάν για τα παλιά, για τη ζωή και την κοινή τους μοίρα,
ολόγυρα στου γέρου το κορμί τυλίγονταν τα φύλλα και οι κλώνοι,
και στη Βαυκίδα ολόγυρα κι αυτός τη φυλλωσιά θωρούσε να φουντώνει.
Ανέβαινε στα μάτια η φυλλωσιά, και θέριευε κι απλώνονταν το θάμα,
το «χαίρε» μόνο πρόκαναν να πουν, κι αυτό το «χαίρε» το 'πανε αντάμα.
Ο θρύλος τους ακόμη ζωντανός, κι ως σήμερα στης λαγκαδιά το κέντρο
οι ντόπιοι δείχνουν δίδυμο κορμό και δίδυμο στη μνήμη τους το δέντρο.
(Οβ., Μεταμορφώσεις 8. 712-720)
 
**Παύλος - Δίας, Βαρνάβας - Ερμής
 
Καί τις ἀνὴρ ἐν Λύστροις ἀδύνατος τοῖς ποσὶν ἐκάθητο, χωλὸς ἐκ κοιλίας μητρὸς αὐτοῦ ὑπάρχων, ὃς οὐδέποτε περιπεπατήκει. Οὗτος ἤκουσε τοῦ Παύλου λαλοῦντος· ὃς ἀτενίσας αὐτῷ καὶ ἰδὼν ὅτι πίστιν ἔχει τοῦ σωθῆναι, εἶπε μεγάλῃ τῇ φωνῇ· ἀνάστηθι ἐπὶ τοὺς πόδας σου ὀρθός. Καὶ ἥλατο καὶ περιεπάτει. Οἱ δὲ ὄχλοι ἰδόντες ὃ ἐποίησεν ὁ Παῦλος ἐπῆραν τὴν φωνὴν αὐτῶν Λυκαονιστὶ λέγοντες· οἱ θεοὶ ὁμοιωθέντες ἀνθρώποις κατέβησαν πρὸς ἡμᾶς· ἐκάλουν τε τὸν μὲν Βαρνάβαν Δία, τὸν δὲ Παῦλον Ἑρμῆν, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦν ὁ ἡγούμενος τοῦ λόγου. Ὁ δὲ ἱερεὺς τοῦ Διὸς τοῦ ὄντος πρὸ τῆς πόλεως αὐτῶν, ταύρους καὶ στέμματα ἐπὶ τοὺς πυλῶνας ἐνέγκας, σὺν τοῖς ὄχλοις ἤθελε θύειν. Ἀκούσαντες δὲ οἱ ἀπόστολοι Βαρνάβας καὶ Παῦλος, διαρρήξαντες τὰ ἱμάτια αὐτῶν εἰσεπήδησαν εἰς τὸν ὄχλον κράζοντες καὶ λέγοντες· ἄνδρες, τί ταῦτα ποιεῖτε; καὶ ἡμεῖς ὁμοιοπαθεῖς ἐσμεν ὑμῖν ἄνθρωποι, εὐαγγελιζόμενοι ὑμᾶς ἀπὸ τούτων τῶν ματαίων ἐπιστρέφειν ἐπὶ τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα, ὃς ἐποίησε τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν καὶ τὴν θάλασσαν καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτοῖς·ὃς ἐν ταῖς παρῳχημέναις γενεαῖς εἴασε πάντα τὰ ἔθνη πορεύεσθαι ταῖς ὁδοῖς αὐτῶν καίτοι γε οὐκ ἀμάρτυρον ἑαυτὸν ἀφῆκεν ἀγαθοποιῶν, οὐρανόθεν ὑμῖν ὑετοὺς διδοὺς καὶ καιροὺς καρποφόρους, ἐμπιπλῶν τροφῆς καὶ εὐφροσύνης τὰς καρδίας ὑμῶν.Καὶ ταῦτα λέγοντες μόλις κατέπαυσαν τοὺς ὄχλους τοῦ μὴ θύειν αὐτοῖς. (Πράξεις των Αποστόλων 14.11-18)

ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ: Τα τρία μοιραία ελαττώματα της στρατηγικής του Περικλή

Αν ο βασιλιάς Αρχίδαμος και ο πελοποννησιακός στρατός υποτίμη­σαν τόσο τα προβλήματα που ενυπήρχαν στην προσπάθεια να λεη­λατηθεί η Αττική, όσο και τα αντίμετρα των Αθηναίων, ο Περικλής δε συνειδητοποίησε τα τρία μοιραία ελαττώματα της, κατά τα άλλα, πειστικής στρατηγικής του, που απέβλεπε σε έναν πόλεμο φθοράς. Πρώτα απ’ όλα, θεώρησε ως δεδομένο ότι μια πόλη που είχε οικοδομηθεί για 100.000 κατοίκους θα μπορούσε να φιλοξενήσει -χωρίς να υπάρξουν προβλήματα στέγασης, υδροδότησης και υγιεινής- έ­ναν επιπρόσθετο πληθυσμό 100.000-150.000 ανθρώπων από την ύ­παιθρο για ένα μήνα ή και περισσότερο. Χιλιάδες πρόσφυγες δε θα είχαν μόνιμη κατοικία, και σύντομα θα επιβάρυναν τις πηγές, τα α­ποχωρητήρια και το αποχετευτικό δίκτυο της πόλης. Επιπλέον, η οργή όσων υποχρεώθηκαν να εκκενώσουν τα σπίτια τους θα αυξα­νόταν συνεχώς, ενώ θα αισθάνονταν άβολα στις συναναστροφές τους με τους κατοίκους της πόλης - τους περισσότερους από τους οποί­ους δεν τους είχαν ξαναδεί και πιθανότατα δεν τους συμπαθούσαν.
 
Το σχέδιο του Περικλή ήταν να μετατρέψει την πιο επιβλητική πόλη της Ελλάδας σε ένα τεράστιο και ρυπαρό στρατόπεδο προ­σφυγών, σε μια εποχή που η ύπαρξη των μικροβίων, πόσο μάλλον η αντιμετώπισή τους, ήταν άγνωστη - ένα ριζοσπαστικό σχέδιο που οι Αθηναίοι δεν είχαν εφαρμόσει ούτε στη διάρκεια των Περσικών Πο­λέμων ούτε στον Πρώτο Πελοποννησιακό Πόλεμο. Οποιοσδήποτε έχει ζήσει τα καλοκαίρια στη σημερινή Αθήνα γνωρίζει ότι η αφό­ρητη απογευματινή ζέστη πνίγει την πόλη, ενώ δε φυσάει καθόλου - καθώς η πόλη βρίσκεται σε ένα Λεκανοπέδιο που το περιβάλλουν τα όρη Αιγάλεω, Πάρνηθα, Πεντέλη και Υμηττός, ενώ δεν έχει κά­ποιο μεγάλο ποτάμι και η θάλασσα βρίσκεται σχετικά μακριά.[1]
 
Αργότερα ο καταπονημένος Περικλής θα ομολογούσε στους ε­ξαντλημένους και εξοργισμένους συμπολίτες του σε μια συνέλευση της Εκκλησίας του Δήμου: «Η επιδημία αυτή, το μοναδικό, αλήθεια, πράγμα που δεν προβλέψαμε». Και σε αυτή την περίπτωση, βρι­σκόμαστε μπροστά σε μια ακόμα τραγική ειρωνεία: με την ανέγερ­ση των Μακρών Τειχών (461-456) ο Θεμιστοκλής ήθελε να διασφα­λίσει ότι στο μέλλον οι Αθηναίοι θα μπορούσαν να αποφύγουν μια εκ παρατάξεως μάχη, να παραμείνουν μέσα στην πόλη και, άρα, να μην υποχρεωθούν να καταφύγουν στα γειτονικά νησιά. Στην πραγ­ματικότητα, όταν είχε υλοποιηθεί το 480 η προηγούμενη τραυματι­κή εκκένωση της Αθήνας, ο διασκορπισμός του πληθυσμού στην Αί­γινα, στη Σαλαμίνα και στην Τροιζήνα είχε μειώσει τις πιθανότητες να ενσκήψει λοιμός εξαιτίας του συνωστισμού χιλιάδων ανθρώπων. Ο Περικλής δε χρειαζόταν, λοιπόν, τις συμβουλές ενός ειδικού στη στρατιωτική στρατηγική, αλλά μάλλον εκείνες ενός ειδικού στη δη­μόσια υγεία. Εν τω μεταξύ φαίνεται ότι φέρθηκε απερίσκεπτα, ενώ ο Αρχίδαμος ενήργησε με μεγαλύτερη σύνεση. Εξαιτίας ενός συ­γκυριακού λοιμού η στρατηγική οξυδέρκεια του Περικλή αποδεί­χτηκε ολέθρια - ενώ οι κοινότοπες ιδέες του Αρχίδαμου εμπνευσμέ­νες.[2]
 
Δεύτερον, ο Περικλής διακύβευσε ότι οι Αθηναίοι -ένας λαός που κάποτε στο Μαραθώνα νίκησε ένα στρατό που ήταν τριπλάσιος α­πό το δικό τους και στη Σαλαμίνα βύθισε τον αριθμητικά υπέρτερο περσικό στόλο- θα παρέμεναν αδρανείς χωρίς να πληγωθούν τα πα­τριωτικά τους αισθήματα, ενώ οι χιλιάδες στρατιώτες του εχθρού θα κόμπαζαν αμφισβητώντας την πολεμική τους ανδρεία. Ήταν, φυσι­κά, αναμενόμενο ότι οι γεωργοί θα εξοργίζονταν για την καταστρο­φή των σπιτιών τους. Όμως, και το σύνολο του πληθυσμού θα έπρε­πε να καταπιεί την προσβλητική ιδέα ότι οι άντρες της Αθήνας δεν τολμούσαν να πολεμήσουν έναν εχθρό που βρισκόταν μερικά μόνο χιλιόμετρα μακριά από τα τείχη της πόλης.
 
Ο πόλεμος δεν είναι ποτέ μόνο μια σύγκρουση για συγκεκριμέ­να πράγματα. Αντίθετα, όπως διαπίστωσαν οι πιο μεγάλοι στρατη­γοί στην Ιστορία, από τον Θηβαίο Επαμεινώνδα μέχρι τον Ναπολέοντα, παραμένει μια διαπάλη βουλήσεων, νοοτροπιών και αντιλή­ψεων, που αποτελεί τον πυρήνα για την ερμηνεία των στρατιωτικών συμβάντων.
 
Όταν, λοιπόν, οι Αθηναίοι αποδέχθηκαν ως τετελεσμένο ότι ο ε­χθρός θα μπορούσε να καταλαμβάνει την πατρώα γη τους με τη σχε­δόν απόλυτη βεβαιότητα ότι δε θα εκδιωκόταν διά της βίας, δεν ή­ταν αναπόφευκτο να δημιουργηθεί ένα συλλογικό αίσθημα μειωμέ­νης αυτοπεποίθησης και ανασφάλειας; Μήπως άλλοι εχθροί της Αθήνας -ή ακόμα και οι πόλεις-κράτη του Αιγαίου που ήταν φόρου υ­ποτελείς, όπως η Χίος, η Μυτιλήνη και η Σάμος- θεωρούσαν ότι η Αθήνα δεν μπορούσε πλέον να αντιδράσει σε μια επίθεση; Πώς μια υπερήφανη ηγεμονία θα απέτρεπε εξεγέρσεις στα μακρινά φόρου υ­ποτελή νησιά, όταν δεν μπορούσε να υπερασπίσει το έδαφος της; Οι εν δυνάμει στασιαστές δε θα εντρυφούσαν στις αποχρώσεις της τακτικής του Περικλή, αλλά θα αποφάσιζαν με βάση τον ακόλουθο απλό ηθικό συλλογισμό: «Οι Αθηναίοι ηγεμόνες μας πολεμούν ή πα­ραμένουν φοβισμένοι πίσω από τα τείχη τους;»
 
Αρκετά χρόνια αργότερα, στις παραμονές της Σικελικής Εκστρα­τείας, ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο Αλκιβιάδης για να πείσει τους Αθηναίους -ένα λαό που το ένα τέταρτό του είχε χα­θεί από το λοιμό και η γη του είχε υποστεί πέντε εισβολές- ότι έ­πρεπε να επιτεθούν εναντίον των Συρακουσών ήταν ότι η ίδια η φύ­ση της Αθήνας την καθιστούσε κατάλληλη μόνο για επιθετική στρα­τηγική και ότι θα σταματούσε να υπάρχει αν επέλεγε μια παθητική στάση. Ένας από τους λόγους για τους οποίους η συχνά λανθασμέ­νη λογική του Αλκιβιάδη άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή των Αθηναί­ων και πείστηκαν να εισβάλουν στη Σικελία το 415 ήταν, ίσως, ότι οι θερμοκέφαλοι στο ακροατήριό του θυμόντουσαν τις εισβολές του Αρχίδαμου - όταν οι Αθηναίοι είχαν παραμείνει αδρανείς και αυτή η παθητική στάση είχε προκαλέσει το λοιμό και το θάνατο του Πε­ρικλή, ενώ δεν τους είχε προσφέρει κανένα σαφείς πλεονέκτημα στην πρώτη δεκαετία του πολέμου.
 
Σε τελική ανάλυση, αν η Αθήνα συγκρουόταν με τη μεγαλύτερη χερσαία δύναμη στον ελληνικό κόσμο, θα έπρεπε είτε να νικήσει το σπαρτιατικό στρατό είτε, μέσω της απελευθέρωσης των ειλώτων, να καταστρέφει το σύστημα το οποίο επέτρεπε σε αυτό τον επαγγελ­ματικό στρατό να εκπαιδεύεται διαρκώς και να πραγματοποιεί εκ­στρατείες. Υπάρχουν ελάχιστες ενδείξεις ότι ο Περικλής, τουλάχιστον αρχικά, σχεδίαζε ένα τόσο τολμηρό επιθετικό πλήγμα, δηλαδή να ορ­γανώσει έναν πανελλήνιο συνασπισμό που θα εισέβαλλε στη Λακω­νία, ή ότι είχε σκεφτεί πώς θα συνεχιζόταν η χρηματοδότηση των στρατιωτικών επιχειρήσεων, αν η διάρκεια τους υπερέβαινε τα πέ­ντε χρόνια. Στην πραγματικότητα, οι πόλεμοι δεν τελειώνουν αν δεν εξαλειφθούν οι αιτίες που προκάλεσαν την έναρξή τους - όπως, για παράδειγμα, ένα πολεμοχαρές καθεστώς, ένας επιθετικός ηγέτης ή μια ριψοκίνδυνη εθνική πολιτική. Διαφορετικά, υπάρχει μια bellum interruptum, μια πολεμική παύση, παρόμοια με την αποκαλούμενη Νικίειο Ειρήνη, όταν η Αθήνα και η Σπάρτη συμφώνησαν να πραγ­ματοποιήσουν ένα διάλειμμα από το 421 έως το 415, πριν επιτεθούν πάλι η μια εναντίον της άλλης με ανανεωμένο και θανατηφόρο μέ­νος.
 
Τρίτον, ο Περικλής υπέθετε ότι ένας ηγέτης με το ρητορικό τα­λέντο του, την πολιτική εμπειρία του και το ηθικό κύρος του θα μπο­ρούσε να χαλιναγωγήσει τόσο τους συντηρητικούς γεωργούς όσο και τους δημοκράτες εξτρεμιστές με συστηματικό και σταθερό τρόπο έ­ως ότου οι Σπαρτιάτες υπαναχωρήσουν. Οι σωζόμενες προτομές του, όπως εκείνες του επίσης στρατιωτικού ηγέτη Λίνκολν, απεικονίζουν ένα γαλήνιο άνθρωπο. Μια περικεφαλαία βρίσκεται πάνω από το ευρύ μέτωπό του, η έκφραση του προσώπου του δείχνει ότι τον α­πασχολούν υψίστης σημασίας ζητήματα, ενώ δεν υπάρχει η παρα­μικρή ένδειξη αλαζονείας ή ανασφάλειας.
 
Για τριάντα χρόνια ο Περικλής, ως ενιαύσιος εκλεγμένος στρα­τηγός, διέθετε μια τεράστια ηθική επιρροή και, ως εκ τούτου, δημι­ουργούσε μια αίσθηση συνέπειας και συνέχειας, που ήταν ασυνήθι­στη σε μια δημοκρατία η οποία λειτουργούσε χωρίς να υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα και περιορισμοί στη βούληση της πλειοψηφίας ό­πως διαμορφωνόταν στην ευμετάβλητη Εκκλησία του Δήμου. Οι συ­μπάθειες που είχε ανάμεσα στους ριζοσπαστικούς υποστηρικτές της ισότητας σε συνδυασμό με τη σοβαρότητα που του προσέδιδε η α­ριστοκρατική του καταγωγή τον βοήθησαν να καθοδηγεί -χωρίς ό­μως να κολακεύει- το άστατο πλήθος, που μπορούσε να ψηφίσει να εξανδραποδιστούν ή να εκτελεστούν οι κάτοικοι μιας συμμαχικής πόλης που είχαν στασιάσει είτε να τους συγχωρέσει, ανάλογα με το τι θεωρούσε σωστό τη δεδομένη στιγμή.
 
Είναι αλήθεια ότι, θεωρητικά, ο Περικλής ήταν μόνο ένας από τους δέκα ενιαυσίους στρατηγούς - που εκλέγονταν με ανάταση των χειρών από την Εκκλησία του Δήμου και μπορούσαν να επανεκλέ­γονται κάθε έτος. Ωστόσο, η ηλικία του, η εμπειρία του, ο χαρα­κτήρας του και οι ρητορικές του ικανότητες του πρόσφεραν μια τό­σο μεγάλη λαϊκή υποστήριξη, ώστε μόνο με τη δύναμη της θέλησής του μπορούσε να πείσει τους υπόλοιπους αξιωματούχους είτε να συγκαλέσουν είτε να αναβάλουν μια συνέλευση της Εκκλησίας του Δή­μου, και με αυτό τον τρόπο να διευκολύνει ή να παρεμποδίσει την έκφραση της λαϊκής βούλησης.[3]
 
Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη, «το πολίτευμα της Αθήνας λεγόταν, αλήθεια, δημοκρατία, στην πραγματικότητα όμως, σιγά σιγά, γινό­ταν εξουσία που την ασκούσε ο πρώτος της πολίτης». Δεν είναι σα­φές αν αυτό το εγκώμιο αποτελεί μια ακριβή απεικόνιση της πολι­τικής ζωής στην Αθήνα του Περικλή, ιδίως αν αναλογιστούμε την τάση του Θουκυδίδη να δυσφημεί την Εκκλησία του Δήμου ως ένα «πλήθος» ή έναν «όχλο» που τον αποτελούσαν οι φτωχότεροι και λι­γότερο μορφωμένοι πολίτες. Όμως, μια πιο σημαντική παράμετρος που πρέπει να λάβουμε υπόψη μας είναι ότι ο Περικλής ήταν πλέ­ον 64 ετών. Θα πρέπει να υπήρχαν αμφιβολίες για το αν είχε ακόμα τη φυσική αντοχή ώστε να αντιμετωπίσει τη μεγαλύτερη πρόκληση στην ιστορία της αθηναϊκής δημοκρατίας.[4]
 
Ο μεγάλος αυτός ηγέτης θα προδιδόταν, τελικά, τόσο από κά­ποιες εσφαλμένες κρίσεις του όσο και από τη σωματική εξάντληση και την ηλικία του. Θα αποδεικνυόταν ότι ο Περικλής είχε άδικο και στα τρία διακυβεύματα στα οποία βάσισε τη στρατηγική της υπο­χρεωτικής εκκένωσης της Αττικής. Ο απρόσμενος λοιμός που έπληξε την πόλη στη διάρκεια του δεύτερου χρόνου της εισβολής (430) εξολόθρευσε χιλιάδες Αθηναίους οπλίτες. Δεκάδες χιλιάδες ακόμα άνθρωποι αρρώστησαν ή πέθαναν, με συνέπεια να χαθούν περισ­σότεροι άντρες από όσους θα μπορούσε να σκοτώσει η σπαρτιατι­κή φάλαγγα, ένα γεγονός που μας υπενθυμίζει ότι, στους περισσό­τερους πολέμους, περισσότεροι άνθρωποι χάνονται από τις ασθέ­νειες παρά από τα εχθρικά όπλα. Ο Περικλής συγκέντρωσε τους πο­λίτες της Αττικής πίσω από τα τείχη για να διασφαλίσει τη σωτηρία χιλιάδων ζωών, όμως με αυτή του την απόφαση εξασφάλισε, αντί­θετα, ότι θα πέθαιναν πολύ περισσότεροι άνθρωποι. Οι εσωτερικές εντάσεις που προκλήθηκαν ανάμεσα σε ομάδες πολιτών με διαφο­ρετικά συμφέροντα δεν επιλύθηκαν ποτέ ολοκληρωτικά, αλλά σύ­ντομα έγιναν ακόμα πιο έκδηλες με αφορμή απερίσκεπτες και ά­σχημα σχεδιασμένες επιθετικές επιχειρήσεις, για να οδηγήσουν τε­λικά στις ολιγαρχικές στάσεις του 411 και του 403. Για το συντηρη­τικό ιστορικό Θουκυδίδη ο θάνατος του Περικλή από το λοιμό ήταν μια τραγική απώλεια, καθώς τον διαδέχτηκε μια ατελείωτη σειρά δημαγωγών, όπως ο Κλέωνας, ο Αλκιβιάδης, ο Υπέρβολος, ο Κλεόνυμος και ο Κλεοφώντας, που όλοι τους επεδίωκαν κυνικά να αυξή­σουν την προσωπική τους εξουσία χρησιμοποιώντας τις διάφορες αντιμαχόμενες ομάδες.
-------------------------
[1] Ο Θουκυδίδης επικεντρώνεται στη συγκίνηση και στην οδύνη που προκάλεσε η πρώτη απόσυρση μέσα στην πόλη το 431συγκίνηση και στην οδύνη που προκάλεσε η πρώτη απόσυρση μέσα στην πόλη το 431. Πραγματοποιήθηκαν , όμως, τέσσερις ακόμα παρόμοιες εκκενώσεις της Αττικής, στις οποίες ο ιστορικός δεν αναφέρεται με τον ίδιο παραστατικό τρόπο, και οι οποίες θα πρέπει να ήταν εξίσου δύσκολες . Σε γενικές γραμμές , ο Θουκυδίδης περιγράφει διεξοδικά μια «τυΠ1κή>, πολιορκία , μάχη ή εμφύλια σύρραξη , και στη συνέχεια θεωρεί ως δεδομένο ότι ο αναγνώστης είναι πια εξοικειωμένος με τις λεπτομέρειες των μεταγενέστερων γεγονότων, τα οποία περιγράφονται με πιο συνοπτικό τρόπο.

[2] 2.54.1. Δε γνωρίζουμε τι ακριβώς εννοούσε ο Περικλής με αυτή την ψυχρή αποτίμηση. Πιθανότατα ότι τα αθηναϊκά αντίποινα στις ακτές της Πελοποννήσου θα ήταν πολύ πιο σκληρά και αποτελεσματικά, αν η πόλη δεν είχε αφανιστεί από Τ!]Υ επιδημία. Ο Πλούταρχος πίστευε ότι, αν ο λοιμός δεν είχε πλήξει την Αθήνα, η Σπάρτη πολύ σύντομα θα σταματούσε να πιστεύει ότι μπορούσε να νικήσει την Αθήνα (Βίοι Παράλληλοι,« Περικλής », 34.2).

[3] Για την προειδοποίηση του Αλκιβιάδη , βλ. 8.18.7. Υπάρχει μια μακροχρόνια διαφωνία ανάμεσα στους μελετητές για την πραγματική νομική βάση της τεράστιας εξουσίας του Περικλή, μια διαμάχη που συνοψίζεται στο Hamel, Atheniαn. Generals, σ. 9-12. Ένας από τους έμμεσους τρόπους για να καθοδηγεί κάποιος την πολιτική ζωή της ΑθΙ1νας ήταν η απόφαση για το αν θα συγκληθεί ή όχι η Εκκλησία του Δήμου . Προφανώς, σε περιόδους κρίσης και οξυμένων παθών , ένας νηφάλιος στρατηγός, όπως ο Περικλής, θα προτιμούσε να αναβληθεί η συνεδρίαση και να ηρεμήσουν τα πνεύματα ώστε να μην εξαρτηθεί η πολιτική της πόλης-κράτους από τη συλλογική κρίση των 7.000 ή και περισσότερων εξοργισμένων πολιτών που συν ωθούνταν στην Πνύκα .

[4] 2.65.9. Πρβλ. 2.65.4, 4.83.3, 6.17.2, 6.63 και 8.2. Σε άλλα χωρία ο Θουκυδίδης χρησιμοποιεί τους όρους όχλος και όμως, με έναν τρόπο που δεν είναι πάντα υποτιμητικός, αλλά ίσως αντανακλά ότι είναι ενδεχόμενο, και όχι αναπόφευκτο, ένας «λαός» να είναι άστατος και ευμετάβλητος. Πρβλ . Cawkwell, Thucydides, σ. 7-8.

Όσο πιο ρηχός είναι κάποιος τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό

Για μένα υπάρχει μια σημαντικότατη διαφορά: "κοινοτοπία" είναι ό,τι συμβαίνει συνήθως, κοινώς, παρ' όλα αυτά κάτι μπορεί να είναι αβαθές, και δίχως ακόμη να είναι κοινό…

Εννοώ ότι, αν πάμε μέχρι τη ρίζα, το κακό δεν είναι ριζικό, δεν έχει βαθύτητα, και είναι ακριβώς για το λόγο αυτό που είναι τόσο τρομερά δύσκολο να συλλάβουμε με τη σκέψη, γιατί σκέφτομαι εξ ορισμού, σημαίνει φτάνω μέχρι τις ρίζες.

Το κακό είναι ένα φαινόμενο της επιφάνειας, και αντί να είναι ριζικό, είναι απλώς ακραίο.

Αντιστεκόμαστε στο κακό όχι παρασυρόμενοι από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά σταματώντας και ξεκινώντας να σκεφτόμαστε – δηλαδή προσεγγίζοντας μια διάσταση διαφορετική από εκείνη του ορίζοντα της καθημερινής ζωής.

Με άλλα λόγια, όσο πιο ρηχός είναι κάποιος τόσο πιο πιθανό είναι να ενδώσει στο κακό.

Σήμερα είμαι της άποψης πως το κακό δεν είναι ποτέ "ριζικό", αλλά μονάχα ακραίο, και ότι δεν έχει ούτε βαθύτητα ούτε κάποια δαιμονική διάσταση.

Το κακό δύναται να κατακυριεύει τα πάντα και να σαρώνει τον κόσμο ολόκληρο, ακριβώς γιατί διασπείρεται σαν μύκητας.

Το κακό "προκαλεί" τη σκέψη, όπως είπα, γιατί η σκέψη προσπαθεί να αγγίξει το βάθος, να φτάσει στις ρίζες του και από τη στιγμή που καταπιάνεται με το κακό, απογοητεύεται, το εγχείρημα αποβαίνει μάταιο, γιατί δεν βρίσκει τίποτε, γιατί δεν υπάρχει τίποτε να βρει.

Εδώ έγκειται η “ρηχότητα” του.

Μόνο το καλό έχει βαθύτητα και μόνο το αγαθό μπορεί να είναι ριζικό.

Παθολογική Ψευδολογία και Μυθομανία: Τι πραγματικά συμβαίνει;

Πρόκειται για μια διαταραχή της προσωπικότητας και ο μυθομανής ζει κυριολεκτικά μια ψεύτικη ζωή γεμάτη φανταστικές, δραματικές, αλλά πάντα ενδιαφέρουσες εμπειρίες.

Όλοι έχουμε βρεθεί κάποια στιγμή αντιμέτωποι με μια δύσκολη κατάσταση.

Άλλοι αντιδράσαμε ψύχραιμα και άλλοι πανικοβληθήκαμε μη γνωρίζοντας τι να κάνουμε για να προστατευτούμε.

Άλλοι εξηγήσαμε τι πραγματικά συνέβη και άλλοι έπλασαν μια ολόκληρη ιστορία μίλια μακριά από την πραγματικότητα. Ποιοι είναι λοιπόν αυτοί οι άνθρωποι που με τέτοια ευκολία πλάθουν πραγματικότητες;

Γιατί στην αρχή πιστεύουμε ότι είναι πραγματικότητα; Ποιος είναι o μυθομανής;

Η μυθομανία είναι μια διαταραχή της προσωπικότητας και ο μυθομανής ζει κυριολεκτικά μια ψεύτικη ζωή γεμάτη φανταστικές, δραματικές, αλλά πάντα ενδιαφέρουσες εμπειρίες.

Είναι μια παθολογική κατάσταση που χρειάζεται ψυχολογική και πολλές φορές φαρμακευτική υποστήριξη, καθώς συχνά ο μυθομανής δεν υποφέρει μόνο από μυθομανία.

Οι παθολογικοί ψεύτες ίσως έχουν δομικές ανωμαλίες στον εγκέφαλο, σύμφωνα με νέα αμερικανική μελέτη που δημοσιεύεται στο επιστημονικό έντυπο «British Journal of Psychiatry».

Διαπιστώθηκε ότι τα άτομα που ψεύδονται συχνά έχουν λιγότερη φαιά ουσία και περισσότερη λευκή ουσία στον προμετωπιαίο φλοιό.

Ο προμετωπιαίος φλοιός παρουσιάζει αυξημένη δραστηριότητα όταν τα φυσιολογικά άτομα ψεύδονται και ευθύνεται για τη μάθηση της ηθικής συμπεριφοράς και το συναίσθημα μετάνοιας.

Επειδή η φαιά ουσία αποτελείται από εγκεφαλικά κύτταρα, ενώ η λευκή ουσία σχηματίζει τις συνδέσεις μεταξύ των κυττάρων αυτών, οι παθολογικοί ψεύτες μπορεί να έχουν μεγαλύτερη ικανότητα να ψεύδονται και λιγότερους ηθικούς περιορισμούς.

Σύμφωνα με επιστήμονες, ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι από τη φύση του κατασκευασμένος ώστε να εκφράζουμε την αλήθεια με μεγαλύτερη ευκολία από ό,τι τα ψέματα.

Παρ’ όλα αυτά, Βέλγοι ερευνητές αναφέρουν ότι όσο περισσότερα ψέματα λέει κάποιος τόσο περισσότερο εκπαιδεύεται και κατ’ επέκταση αποκτά την ικανότητα να ψεύδεται με απόλυτη φυσικότητα και πειστικότητα.

Ψεύτης μπορεί να χαρακτηριστεί όποιος έχει πει ψέματα.

H συμπεριφορά, όμως, γίνεται ιδιότητα όταν το άτομο λέει επανειλημμένα ψέματα.

Ψέματα μπορεί όλοι να έχουμε πει κάποια στιγμή με σκοπό την αποφυγή μιας κατάστασης που δεν θέλουμε, π.χ. μια συνάντηση με κάποιον που βαριόμαστε να δούμε.

Ο παθολογικός ψεύτης είναι εθισμένος στο ψέμα και χρησιμοποιεί συνεχώς ψέματα ασύνδετα μεταξύ τους.

Η αιτία είναι η επιβεβαίωση; Η προσοχή; Η ανάγκη για αποδοχή; Είναι αποτέλεσμα αδιαφορίας γονιών;

Το ψέμα του μυθομανούς συνδέεται με άλλα ψέματα και γίνεται μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος.

Πού πήγε, ποιον γνώρισε, τι έκαναν και αρκετές λεπτομέρειες που πολλές φορές σε συναρπάζουν. Φανταστικές ιστορίες που ακούς και συζητάς με όλη σου την καλή διάθεση γιατί κάποιες φορές οι ιστορίες είναι μια δραματική παραγωγή της δεκαετίας που ζεις με πρωταγωνιστή αυτόν που έχεις απέναντί σου.

Η παράσταση είναι live και εσύ την απολαμβάνεις.

Ο μυθομανής άνθρωπος έχει καλπάζουσα φαντασία που θα έπρεπε να αξιοποιείται σε κάποια τέχνη ώστε να εκτονώνεται ο όγκος της.

Η συνεχής απασχόληση και η επιστράτευση όλης της φαντασίας για δημιουργία μύθων προϋποθέτει την ικανότητα σύνδεσης ψεύτικων πληροφοριών. Ο παθολογικός ψεύτης δεν μπαίνει στη διαδικασία σύνδεσης των ψεμάτων, αλλά ο διαχωρισμός τους εξακολουθεί να είναι δύσκολος.

Έχει παρατηρηθεί μεγάλη δυσαναλογία στα παθολογικά ψεύδη του μυθομανούς. Ο μυθομανής σε σχέση με τη μελοδραματική του ιστορία δεν έχει να κερδίσει κάτι πρακτικά.

Στην ουσία ικανοποιείται από την αίσθηση χειρισμού των συναισθημάτων των άλλων. Απαντά σε ερωτήσεις με αμεσότητα και τέτοια λογική και πειστικότητα που ο μέσος άνθρωπος παρασύρεται.

Ειδικά όταν ο μυθομανής χρησιμοποιεί πρόσωπα υπαρκτά και γεγονότα από την αληθινή ζωή του. Οι μικρές αλήθειες που χρησιμοποιεί είναι οι γερές βάσεις των μύθων του.

Και όταν αυτοί ξεμπροστιάζονται, θυμώνει. Συχνά η ανάγκη τους για επιβεβαίωση και αποδοχή τούς οδηγεί σε δραματοποίηση της συμπεριφοράς τους, σε καταστροφικές συμπεριφορές, λόγω του φόβου τους να μείνουν μόνοι.

Ο μυθομανής ασθενής αρέσκεται στη θυματοποίησή του.

Ο ρόλος του θύματος του εξασφαλίζει την προσοχή των άλλων.

Η προσοχή που αναζητά μαζί με την καταναγκαστική ανάγκη για αναγνώριση και επιβράβευση τροφοδοτούν τη λεκτική του λύσσα. Αυτά που έχουν επίσης ενδιαφέρον είναι τα άτομα που επιλέγει να είναι γύρω του.

Ο μυθομανής έχει γύρω του άτομα που έχουν αυτοπεποίθηση, δεν είναι καχύποπτα κι έτσι ενισχύεται και ο ίδιος από την αντίδρασή τους στους μύθους του. Αργότερα, όμως, αυτά τα άτομα είναι άλλα.

Όχι τα ίδια. Γιατί; Μη ρωτήσετε τον μυθομανή να σας πει.

Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό

Ο Λύκος της Στέπας μού έριξε τότε ένα πολύ σύντομο βλέμμα, ένα κριτικό βλέμμα για τα λόγια εκείνα και για το άτομο του ομιλητή, ένα αξέχαστο και τρομερό βλέμμα, για του οποίου τη σημασία θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο! Το βλέμμα δεν έκρινε απλώς εκείνον τον ομιλητή, δεν εκμηδένιζε μόνο τον διάσημο άντρα με συντριπτική και ωστόσο λεπτή ειρωνεία, αυτό ήταν το λιγότερο. Το βλέμμα ήταν περισσότερο θλιμμένο παρά ειρωνικό, και μάλιστα αβυσσαλέα και απελπισμένα θλιμμένο.

Το περιεχόμενο αυτού του βλέμματος ήταν μια ήρεμη, κάπως επιβεβαιωμένη απογοήτευση, που είχε γίνει συνήθεια και, κατά κάποιον τρόπο, είχε ήδη πάρει μορφή. Δεν διαπερνούσε με την απελπισμένη του λαμπρότητα απλώς το άτομο του ματαιόδοξου ομιλητή, αλλά ειρωνευόταν και εκμηδένιζε την κατάσταση της στιγμής, την προσμονή και την καλή διάθεση του κοινού, τον κάπως υπερφίαλο τίτλο της ομιλίας που είχε προαναγγελθεί – όχι, το βλέμμα του Λύκου της Στέπας διαπερνούσε ολόκληρη την εποχή μας όλες τις δραστηριότητες, όλη τη φιλοδοξία, όλη τη ματαιοδοξία, όλο το επιφανειακό παιχνίδι μιας φαντασμένης ρηχής πνευματικότητας – και δυστυχώς το βλέμμα πήγαινε ακόμα πιο βαθιά, πήγαινε πιο μακριά από τα ελαττώματα και την απελπισία της εποχής μας, του πνεύματος και του πολιτισμού μας. Έφτανε ως την καρδιά όλης της ανθρωπότητας, διατύπωνε εύγλωττα μέσα σε ένα και μόνο δευτερόλεπτο όλες τις αμφιβολίες ενός διανοουμένου, ενός γνώστη όχι μόνο για την αξιοπρέπεια, αλλά και για το ίδιο το νόημα της ανθρώπινης ζωής.

Αυτό το βλέμμα έλεγε: “Κοίταξε τι μαϊμούδες είμαστε! Κοίταξε πώς είναι ο άνθρωπος!”, κι όλη η διασημότητα, όλη η φρόνηση, όλες οι επιτεύξεις του πνεύματος, όλη η προσπάθεια για ανωτερότητα, μεγαλείο και σταθερότητα σε καθετί το ανθρώπινο κατέρρευσαν και έγιναν ένας μαϊμουδισμός!

Ο ΛΥΚΟΣ ΤΗΣ ΣΤΕΠΑΣ, HERMAN HESSE

Επίκτητου Περί «Καλής Ζωής»

Η ιδέα του Επίκτητου σχετικά με την «καλή ζωή» δεν είναι θέμα του να ακολουθήσουμε «έναν οδηγό αγοράς», τυφλές εντολές, αλλά να εναρμονίσουμε τις πράξεις μας με τη φύση. Ο σκοπός δεν είναι να κάνουμε καλές πράξεις για να κερδίσουμε την εύνοια των θεών ή το θαυμασμό των άλλων, αλλά να επιτύχουμε την εσωτερική γαλήνη και κατ’ αυτό τον τρόπο τη διαρκή προσωπική ελευθερία. Η καλοσύνη είναι μία επιχείρηση ίσων ευκαιριών, διαθέσιμη στον καθένα την κάθε στιγμή: φτωχό ή πλούσιο, μορφωμένο ή απλοϊκό άνθρωπο. Δεν είναι η αποκλειστική δικαιοδοσία των «επαγγελματιών» του πνεύματος, όπως μοναχών, αγίων ή ασκητών.
 
Ο Επίκτητος προώθησε μία αντίληψη της αρετής που ήταν απλή, συνηθισμένη και καθημερινή στην έκφραση της. Αντί των ασυνήθιστων ξεχωριστών επιδείξεων καλοσύνης, ήταν υπέρ μιας ζωής που να τη ζει κανείς σταθερά, σύμφωνα με πνευματική θέληση. Η συνταγή του Επίκτητου για τη καλή ζωή επικεντρωνόταν σε τρία θέματα: να γίνεις κύριος των επιθυμιών σου, να εκτελείς τα καθήκοντα σου, να μάθεις να σκέπτεσαι καθαρά για τον εαυτό σου και για τις σχέσεις σου με την ευρύτερη ανθρώπινη κοινωνία.
 
Το αληθινό έργο ενός ανθρώπου, ο ίδιος αναφέρει ο Επίκτητος πως είναι: «Να μάθει πώς να απαλλάσσει τη ζωή του από τις οδύνες, τους θρήνους, τα «Αχ, εγώ» τα «Πόσο δυστυχισμένος είμαι», από τις συμφορές και τις αναποδιές και να κατανοήσει τι είναι ο θάνατος, η εξορία και η φυλάκιση, και (όπως ο Σωκράτης με το κώνειο), να μπορεί αν βρεθεί στη φυλακή να πει «Αγαπητέ μου Κρίτωνα, αν αυτό ευχαριστεί του θεούς, ας γίνει» και όχι «Εγώ είμαι ένας γέρος και φτωχός άνθρωπο».
 
Ο Επίκτητος έζησε περίπου μεταξύ 50 και 135 μ.κ.ε. Η διδασκαλία του, σχετικά άγνωστη σ’ εμάς τους Έλληνες, σώθηκε χάρη στο μαθητή του Αρριανό (περίπου 86 – 160 μ.κ.ε.) που την κατέγραψε στα βιβλία “Ομιλίες” (Discourses), “Αποσπάσματα” (Fragments) και το γνωστότερο “Εγχειρίδιον” (Encheiridion). Ας δούμε μερικά αοσπάσματα:
 
Από τα πράγματα κάποια είναι υπό τον έλεγχο μας, ενώ άλλα δεν είναι. Υπό τον έλεγχο μας είναι η αντίληψη (ιδέα), η επιλογή, η επιθυμία και η αποστροφή, και εν συντομία, όλα όσα είναι έργα μας· δεν είναι υπό την εξουσία μας το σώμα μας, η ιδιοκτησία μας, η φήμη μας, τα αξιώματα και εν συντομία, όλα όσα δεν είναι έργα μας. Επιπλέον, τα πράγματα που είναι στην εξουσία μας είναι από την φύση ελεύθερα, ανεμπόδιστα, ακώλυτα· ενώ τα πράγματα που δεν είναι στην εξουσία μας είναι αδύναμα, υποκείμενα σε εμπόδια, δουλοπρεπή και όχι δικά μας.
 
Να θυμάστε λοιπόν, ότι εάν κάτι που είναι φυσικά δουλοπρεπές το νομίζετε να είναι ελεύθερο, και ό,τι δεν είναι δικό σας να είναι δικό σας, θα ταραχτείτε, θα λυπηθείτε και θα κατηγορήσετε και θεούς και ανθρώπους· ενώ αν νομίζετε δικό σας μόνο ό,τι είναι δικό σας, και ό,τι δεν είναι δικό σας, όπως πραγματικά είναι, όχι δικό σας, τότε κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να σας εξαναγκάσει, κανένας δεν θα σας εμποδίσει, δεν θα κατηγορήσετε κανέναν, δεν θα πείτε ποτέ ότι κάποιος είναι λάθος, δεν θα κάνετε ποτέ κάτι ενάντια στη θέληση σας, δεν θα αποκτήσετε κανέναν εχθρό, κανείς δεν θα σας βλάψει, ούτε θα υπάρχει κάτι βλαβερό που μπορεί να σας αγγίξει.
 
Αν λοιπόν επιθυμείτε τα παραπάνω ανώτερα αγαθά, θυμηθείτε ότι δεν πρέπει να καταβάλλετε καμία προσπάθεια να τα αποκτήσετε, αλλά θα πρέπει κάποια από αυτά να τα παρατήσετε τελείως, και άλλα πάλι να τα αναβάλετε προς το παρόν. Αλλά αν επιθυμείτε αυτά τα πράγματα και την ίδια στιγμή αξιώματα και πλούτο, ίσως δεν μπορέσετε να αποκτήσετε ούτε αυτά τα τελευταία, επειδή στοχεύετε τα προηγούμενα, και σίγουρα θα αποτύχετε να αποκτήσετε αυτά τα οποία μόνο φέρνουν ελευθερία και ευτυχία.
 
Κάντε λοιπόν συνήθεια σας από την αρχή να μελετάτε κάθε τραχιά εξωτερική εντύπωση (φαντασία στο πρωτότυπο) και να λέτε: “Εξωτερική εντύπωση (φαντασία) είσαι και καθόλου αυτό που μοιάζεις να είσαι.” Μετά από αυτό εξετάστέ την και δοκιμάστέ την με τους κανόνες που έχετε, από τους οποίους ο πρώτος και σημαντικότερος είναι αυτός: Έχει να κάνει με τα πράγματα που είναι υπό τον έλεγχο μας ή με τα πράγματα που δεν είναι υπό τον έλεγχο μας· και, εάν έχει να κάνει με πράγματα που δεν είναι υπό τον έλεγχο μας, έχετε έτοιμη την απάντηση, “Δεν με αφορά”. – Εγχειρίδιον § 1
 
Δεν είναι τα πράγματα που ταράσσουν τους ανθρώπους, αλλά οι γνώμες (δόγματα) σχετικά με αυτά τα πράγματα. Για παράδειγμα, ο θάνατος δεν είναι κάτι τρομερό, αλλιώς θα φαινόταν έτσι και στον Σωκράτη, αλλά η γνώμη ότι ο θάνατος είναι τρομερός, αυτό είναι το τρομερό πράγμα. Όταν λοιπόν εμποδιζόμαστε, ή ταρασσόμαστε, ή λυπόμαστε, ας μην κατηγορούμε ποτέ κανέναν παρά τους εαυτούς μας, που σημαίνει τις γνώμες μας. Είναι ίδιον ενός ανεκπαίδευτου να κατηγορεί τους άλλους εκεί που ο ίδιος σφάλλει· το να κατηγορεί τον εαυτό του είναι ίδιον κάποιου που η εκπαίδευση του έχει αρχίσει· το να μην κατηγορεί ούτε τον άλλο, ούτε τον εαυτό του είναι ίδιον κάποιου του οποίου η εκπαίδευση έχει ολοκληρωθεί. – Εγχειρίδιον § 5
 
Μην ζητάς τα γεγονότα να γίνονται όπως επιθυμείς, αλλά να επιθυμείς τα γεγονότα να γίνονται όπως ακριβώς γίνονται και θα περνάς καλά. – Εγχειρίδιον §8
 
Βρίσκεται σε τόσο καλή θέση αυτός, όταν η ηρεμία του μυαλού σου (αταραξία) εξαρτάται απ’ αυτόν. – Εγχειρίδιον §12
 
Εάν θέλεις τα παιδιά σου και η γυναίκα σου και οι φίλοι σου να ζήσουν για πάντα, είσαι ηλίθιος· γιατί θέλεις πράγματα που δεν είναι υπό τον έλεγχο σου να είναι υπό τον έλεγχο σου, και αυτά που είναι ξένα να είναι δικά σου. Ομοίως αν θέλεις ο δούλος σου να μην κάνει λάθη, είσαι ανόητος· γιατί θέλεις το ελάττωμα να μην είναι ελάττωμα αλλά κάτι άλλο. Αν όμως θέλεις να μην αποτύχεις σε αυτό που επιθυμείς, αυτό το μπορείς. Θέλησε λοιπόν να επιτυγχάνεις αυτό που μπορείς. Ο κύριος του κάθε ανθρώπου είναι αυτός που έχει εξουσία πάνω σε αυτό που ο άνθρωπος επιθυμεί ή δεν επιθυμεί, έτσι ώστε να το εξασφαλίζει ή να το αφαιρεί. Επομένως όποιος θέλει να είναι ελεύθερος, ας μην θέλει τίποτα ή αποφεύγει τίποτα που είναι υπό τον έλεγχο άλλων· ειδεμή είναι υποχρεωτικά σκλάβος. – Εγχειρίδιον §14
 
Συλλογίσου ότι είσαι ηθοποιός σε έργο, που ο Σκηνοθέτης θέλει· αν θέλει το έργο να είναι σύντομο, είναι σύντομο· αν θέλει μακροσκελές, είναι μακροσκελές· αν θέλει να παίξεις το ρόλο του ζητιάνου, θυμήσου να παίξεις ακόμα και αυτό το ρόλο ευφυώς· το ίδιο αν σε θέλει κουτσό, άρχοντα ή ιδιώτη. Γιατί αυτή είναι η δουλειά σου, να παίξεις καλά το πρόσωπο που σου δόθηκε· αλλά η επιλογή του ρόλου ανήκει σε Άλλον. – Εγχειρίδιον §17
 
Καθημερινά να βλέπεις τον θάνατο και την εξορία και οτιδήποτε μοιάζει φοβερό, αλλά περισσότερο απ’ όλα το θάνατο· και τότε τίποτα ταπεινό δεν θα συλλογιστείς, ούτε θα επιθυμήσεις κάτι πέραν του μέτρου. – Εγχειρίδιον § 21
 
Εάν κάποιος έδινε το σώμα σου σε όποιον συναντούσες, θα αγανακτούσες· αλλά το ότι δίνεις τη ψυχή σου σε κάθε έναν που σε πλησιάζει, έτσι ώστε, αν σε λοιδορήσει, να ταραχτείς και να συγχυστείς δεν σε κάνει να ντρέπεσαι; – Εγχειρίδιον § 28
 
Γνώριζε ότι το κυριότερο της ευσέβειας προς τους θεούς είναι αυτό: να έχεις ορθές περί αυτών αντιλήψεις, δηλαδή ότι υπάρχουν και διοικούν όλα, τα πάντα, σωστά και δίκαια, και να έχεις θέσει τον εαυτό σου να τους υπακούει και να δέχεσαι ό,τι γίνεται, και να το ακολουθείς εθελοντικά, με την πίστη ότι εκπληρώνεται από την ανώτατη ευφυΐα. Γιατί αν ενεργείς με αυτό τον τρόπο, δεν θα κατηγορήσεις ποτέ τους θεούς, ούτε θα τους δώσεις λάθος γιατί σε εγκατέλειψαν. Αλλά αυτό το αποτέλεσμα δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με άλλον τρόπο από τον να αποσύρεις την ιδέα του καλού και του κακού από τα πράγματα τα οποία δεν είναι υπό τον έλεγχο σου, και να την εφαρμόσεις σε αυτά που είναι υπό τον έλεγχο σου και μόνο σε αυτά. – Εγχειρίδιον § 31
 
Κάθε πράγμα έχει δύο λαβές: μια από την οποία πρέπει να μεταφερθεί και μία από την οποία δεν θα έπρεπε να μεταφερθεί. Εάν σας αδικεί ο αδελφός σας, μην πιάσετε το θέμα από τη λαβή ότι σας αδικεί, γιατί δεν είναι αυτή η λαβή με την οποία πρέπει να δείτε το θέμα, αλλά καλύτερα από την άλλη λαβή, δηλαδή από το ότι είναι αδελφός σας, ότι μεγαλώσατε μαζί, και τότε θα πιάσετε το θέμα από την λαβή με την οποία θα έπρεπε να μεταφερθεί. – Εγχειρίδιον § 43
 
Αυτοί οι λόγοι είναι άτοποι: “εγώ είμαι πλουσιότερος από εσένα, άρα εγώ είμαι καλύτερος από εσένα”, “εγώ είμαι πιο μορφωμένος από εσένα, άρα εγώ είμαι καλύτερος από εσένα”. Αυτοί είναι περισσότερο λογικοί: “εγώ είμαι πλουσιότερος από εσένα, άρα τα δικά μου αποκτήματα είναι καλύτερα από τα δικά σου”, “εγώ είμαι πιο μορφωμένος από εσένα, άρα ο δικός μου λόγος είναι καλύτερος από τον δικό σου”. Εσύ όμως δεν είσαι ούτε απόκτημα, ούτε λόγος. – Εγχειρίδιον § 44
Είναι χρήσιμο να ξέρουμε ότι δεν είναι εύκολο για έναν άνθρωπο να αποκτήσει σταθερή γνώμη, εκτός αν καθημερινά λέει και ακούει τις ίδιες αρχές και ταυτόχρονα τις εφαρμόζει στην καθημερινή ζωή του. – Αποσπάσματα § 16
 
Αυτοί των οποίων τα σώματα είναι σε καλή κατάσταση μπορούν να αντέξουν τη ζέστη και το κρύο· ομοίως αυτοί των οποίων οι ψυχές είναι σε καλή κατάσταση μπορούν να αντέξουν το θυμό, τη λύπη, και την χαρά και κάθε άλλο συναίσθημα. – Αποσπάσματα § 20
 
Η πρώτη διαφορά ανάμεσα σε έναν ιδιώτη και έναν φιλόσοφο: Ο ένας λέει: “Αλίμονο σε μένα εξαιτίας του παιδιού μου, του αδελφού μου, του πατέρα μου”· και ο άλλος, αν ποτέ αναγκαστεί να πει “Αλίμονο σε μένα” συμπληρώνει μετά από λίγο, “εξαιτίας μου”. Γιατί τίποτε έξω από την σφαίρα της ηθικής του δεν μπορεί να εμποδίσει, να πληγώσει την ηθική του· μόνο η ίδια μπορεί να εμποδίσει ή να πληγώσει τον εαυτό της. Αν τότε, εμείς τείνουμε προς αυτήν την κατεύθυνση, έτσι ώστε οτιδήποτε πάει στραβά, κατηγορούμε τους εαυτούς μας, και έχουμε στο νου μας ότι τίποτα άλλο εκτός της γνώμης μας είναι υπεύθυνο για την ταραχή της γαλήνης του μυαλού μας και της αστάθειάς μας, ορκίζομαι σε όλους τους θεούς ότι προκόβουμε. Αλλά όπως έχουν τα πράγματα, έχουμε πάρει ένα διαφορετικό μονοπάτι εξ’ αρχής.
 
Όταν ακόμη ήμασταν παιδιά, η τροφός, αν χτυπούσαμε σε κάτι όταν προχωρούσαμε με το στόμα ανοικτό, δεν μας επέπληττε αλλά χτυπούσε την πέτρα. Τι να έκανε η πέτρα; Έπρεπε να φύγει από τον δρόμο λόγω της παιδικής μας ανοησίας; Και πάλι, όταν ήμασταν παιδιά, αν δεν βρίσκαμε κάτι να φάμε μετά το μπάνιο μας, αυτή που μας πρόσεχε δεν κατέστειλε την επιθυμία αλλά μάλωνε τον μάγειρα. Δεν σε βάλαμε να προσέχεις το μάγειρα, αλλά το παιδί. Διόρθωσέ το, βοήθησέ το. Έτσι ακόμη και όταν μεγαλώσουμε μοιάζουμε με παιδιά. Γιατί είσαι παιδί όταν είσαι άμουσος στα μουσικά, αγράμματος στα λογοτεχνικά κι αμόρφωτος στη ζωή. – Ομιλίες (Βιβλίο ΙΙΙ, ΧΙΧ)
 
Τελικά ο Επίκτητος ενδιαφερόταν περισσότερο για την θεραπεία του εαυτού μας παρά για τις αφηρημένες θεωρίες του Εγώ. Η ηθική του είναι μία ηθική ατομικής απελευθέρωσης από τα ψυχολογικά δεσμά, γι’ αυτό και η διδασκαλία του Επίκτητου είναι τόσο παραδοσιακή όσο και εξίσου σύγχρονη. Σε μία κοινωνία που σήμερα (στην πράξη αν όχι ρητά) θεωρεί την επαγγελματική επιτυχία, τα πλούτη, τη δύναμη, και τη φήμη επιθυμητά πράγματα, άξια προς θαυμασμό, ο Επίκτητος τα θεωρεί ασήμαντα και άσχετα προς την αληθινή ευτυχία.
 
Εκείνο που τον ενδιαφέρει πρωταρχικά είναι τι είδους άτομο γίνεσαι, τι είδους ζωή κάνεις. Γιατί το να ανακαλύπτουμε τον εαυτό μας είναι στην καλύτερη περίπτωση να ανακαλύπτουμε το καλό μάλλον, παρά την καρδιά μας που στην χειρότερη περίπτωση μπορεί να μας οδηγήσει σε μία εξωτερική παραπλανητική έκφραση. Συνεπώς η προσφορά του Επίκτητου στη διαμόρφωση νέων ιδεών στη φιλοσοφία είναι ελάχιστη ως ανύπαρκτη. Η προφορά του όμως στην προσαρμογή ιδεών στο νου και το συναίσθημα των αναζητητών είναι πολύ σημαντική.
 
Ο Επίκτητος δεν καινοτομεί ούτε το επιδιώκει, ούτε καν πιστεύει ότι χρειάζεται. Αυτό που όμως κάνει είναι να ζωντανεύει τους ορισμούς, να οικοδομεί αξίες στις ψυχές των Ανθρώπων και να ξυπνάει τους μικρούς κοιμώμενους πρίγκιπες στις καρδιές μας. Είναι η φωνή της συνείδησης όταν η σάρκα φαίνεται να καταδυναστεύει το πνεύμα, που μαστιγώνει την αδικία, την φαυλότητα και τον υλισμό. Είναι ο δούλος που κοροϊδεύει τους αφέντες όλου του κόσμου και οδηγεί στην πραγματική ελευθερία, όποιον δοκιμάζει να πιει από την πηγή του ενθουσιασμού του.
 
Είναι το πιο φωτεινό παράδειγμα που μέσα στους αιώνες φωτίζει τις μέρες μας, τόσες όμοιες με τότε, για να μας εμπνεύσει την αγάπη, την αδελφοσύνη, τον ηρωισμό, την ταπεινότητα και την αυτάρκεια.
 
Είναι τέλος, ο άνθρωπος που μιλούσε, με αγωνία και θέρμη στον μαθητή του και του έδινε μία συμβουλή που είναι και για εμάς χρήσιμη σήμερα όσο ποτέ: «Τα ωραία λόγια, άλλωστε δεν λείπουν σήμερα. Τα βιβλία των Στωικών είναι γεμάτα από τέτοια. Τι λείπει, λοιπόν; Αυτός που θα τα εφαρμόσει, με έμπρακτη μαρτυρία υπέρ των λόγων. Να αναλάβεις, λοιπόν, τον ρόλο αυτό, ώστε να μην χρησιμοποιούμε παλαιά παραδείγματα αλλά να έχουμε και κάποιο σύγχρονο παράδειγμα»

Αρχαία Ελληνική Γραμματεία: ΗΣΙΟΔΟΣ - Θεογονία (930-974)

930 ἐκ δ᾽ Ἀμφιτρίτης καὶ ἐρικτύπου Ἐννοσιγαίου
Τρίτων εὐρυβίης γένετο μέγας, ὅς τε θαλάσσης
πυθμέν᾽ ἔχων παρὰ μητρὶ φίλῃ καὶ πατρὶ ἄνακτι
ναίει χρύσεα δῶ, δεινὸς θεός. αὐτὰρ Ἄρηι
ῥινοτόρῳ Κυθέρεια Φόβον καὶ Δεῖμον ἔτικτε,
935 δεινούς, οἵ τ᾽ ἀνδρῶν πυκινὰς κλονέουσι φάλαγγας
ἐν πολέμῳ κρυόεντι σὺν Ἄρηι πτολιπόρθῳ,
Ἁρμονίην θ᾽, ἣν Κάδμος ὑπέρθυμος θέτ᾽ ἄκοιτιν.
Ζηνὶ δ᾽ ἄρ᾽ Ἀτλαντὶς Μαίη τέκε κύδιμον Ἑρμῆν,
κήρυκ᾽ ἀθανάτων, ἱερὸν λέχος εἰσαναβᾶσα.
940Καδμηὶς δ᾽ ἄρα οἱ Σεμέλη τέκε φαίδιμον υἱὸν
μιχθεῖσ᾽ ἐν φιλότητι, Διώνυσον πολυγηθέα,
ἀθάνατον θνητή· νῦν δ᾽ ἀμφότεροι θεοί εἰσιν.
Ἀλκμήνη δ᾽ ἄρ᾽ ἔτικτε βίην Ἡρακληείην
μιχθεῖσ᾽ ἐν φιλότητι Διὸς νεφεληγερέταο.
945Ἀγλαΐην δ᾽ Ἥφαιστος ἀγακλυτὸς ἀμφιγυήεις
ὁπλοτάτην Χαρίτων θαλερὴν ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν.
χρυσοκόμης δὲ Διώνυσος ξανθὴν Ἀριάδνην,
κούρην Μίνωος, θαλερὴν ποιήσατ᾽ ἄκοιτιν·
τὴν δέ οἱ ἀθάνατον καὶ ἀγήρων θῆκε Κρονίων.
950Ἥβην δ᾽ Ἀλκμήνης καλλισφύρου ἄλκιμος υἱός,
ἲς Ἡρακλῆος, τελέσας στονόεντας ἀέθλους,
παῖδα Διὸς μεγάλοιο καὶ Ἥρης χρυσοπεδίλου,
αἰδοίην θέτ᾽ ἄκοιτιν ἐν Οὐλύμπῳ νιφόεντι·
ὄλβιος, ὃς μέγα ἔργον ἐν ἀθανάτοισιν ἀνύσσας
955 ναίει ἀπήμαντος καὶ ἀγήραος ἤματα πάντα.
Ἠελίῳ δ᾽ ἀκάμαντι τέκε κλυτὸς Ὠκεανίνη
Περσηὶς Κίρκην τε καὶ Αἰήτην βασιλῆα.
Αἰήτης δ᾽ υἱὸς φαεσιμβρότου Ἠελίοιο
κούρην Ὠκεανοῖο τελήεντος ποταμοῖο
960 γῆμε θεῶν βουλῇσιν, Ἰδυῖαν καλλιπάρηον·
ἣ δή οἱ Μήδειαν ἐύσφυρον ἐν φιλότητι
γείναθ᾽ ὑποδμηθεῖσα διὰ χρυσῆν Ἀφροδίτην.
ὑμεῖς μὲν νῦν χαίρετ᾽, Ὀλύμπια δώματ᾽ ἔχοντες,
νῆσοί τ᾽ ἤπειροί τε καὶ ἁλμυρὸς ἔνδοθι πόντος·
965 νῦν δὲ θεάων φῦλον ἀείσατε, ἡδυέπειαι
Μοῦσαι Ὀλυμπιάδες, κοῦραι Διὸς αἰγιόχοιο,
ὅσσαι δὴ θνητοῖσι παρ᾽ ἀνδράσιν εὐνηθεῖσαι
ἀθάναται γείναντο θεοῖς ἐπιείκελα τέκνα.
Δημήτηρ μὲν Πλοῦτον ἐγείνατο δῖα θεάων,
970 Ἰασίῳ ἥρωι μιγεῖσ᾽ ἐρατῇ φιλότητι
νειῷ ἔνι τριπόλῳ, Κρήτης ἐν πίονι δήμῳ,
ἐσθλόν, ὃς εἶσ᾽ ἐπὶ γῆν τε καὶ εὐρέα νῶτα θαλάσσης
πᾶσαν· τῷ δὲ τυχόντι καὶ οὗ κ᾽ ἐς χεῖρας ἵκηται,
τὸν δὴ ἀφνειὸν ἔθηκε, πολὺν δέ οἱ ὤπασεν ὄλβον.

***
930 Από την Αμφιτρίτη και τον βαρύχτυπο της γης το σείστη Ποσειδώνα
γεννήθηκε ο μέγας Τρίτων, ο πανίσχυρος, που κατοικείστου πόντου τον πυθμένα και μένει σε δώματα χρυσάμε τη μητέρα του και τον άνακτα πατέρα του, θεός δεινός.Στον Άρη που τις ασπίδες διαπερνά γέννησε η Κυθέρεια το Δείμο και το Φόβο,φοβερούς, που των ανδρών ταράζουν τις πυκνές τις φάλαγγεςστον παγερό τον πόλεμο μαζί με τον πορθητή των πόλεων Άρη.Γέννησε και την Αρμονία που ο Κάδμος με τη γενναία καρδιά την πήρε ομόκλινή του.Η Μαία, η θυγατέρα του Άτλαντα, στο Δία γέννησε τον ξακουστό Ερμή,των αθανάτων κήρυκα, στο ιερό ανεβαίνοντας κρεβάτι.940 Του Κάδμου η κόρη, η Σεμέλη, στο Δία γέννησε γιο λαμπρό,σαν έσμιξε ερωτικά μαζί του, τον πολύτερπνο Διόνυσο,έναν αθάνατο η θνητή. Μα τώρα και οι δυο είναι θεοί.Η Αλκμήνη γέννησε το δυνατό Ηρακλή,σαν έσμιξε με το Δία ερωτικά που σύννεφα μαζεύει.Κι ο Ήφαιστος ο περίφημος κουτσός, την Αγλαΐα,την πιο μικρή από τις Χάριτες, ομόκλινή του θαλερή την έκανε.Και ο χρυσόμαλλος Διόνυσος την Αριάδνη την ξανθή,του Μίνωα την κόρη, θαλερή την πήρε ομόκλινή του.Κι αυτήν αθάνατη κι αγέραστη την έκανε ο γιος του Κρόνου.950 Και της Αλκμήνης με τους ωραίους αστραγάλους ο ρωμαλέος γιος,ο κραταιός ο Ηρακλής, αφού εκτέλεσε άθλους πολυστέναχτους,σεβάσμια πήρε ομόκλινη στο χιονισμένο Όλυμπο την Ήβη,της χρυσοπέδιλης της Ήρας κόρη και του μεγάλου Δία.Ο ευτυχισμένος, που έργο μεγάλο στους αθανάτους μέσα επιτέλεσε,τώρα ανάμεσα στους αθανάτους κατοικεί άβλαπτος και αγέραστος για πάντα.Στον Ήλιο τον ακάματο του Ωκεανού η κόρη η ξακουστή,η Περσηίς, του γέννησε την Κίρκη και το βασιλιά Αιήτη.Ο Αιήτης, ο γιος του Ήλιου, του φωτοδότη των θνητών,την κόρη του Ωκεανού, του τέλειου ποταμού,960 την Ιδυία με τα ωραία μάγουλα, παντρεύτηκε με των θεών τη βούληση.Κι αυτή τη Μήδεια τού γέννησε με τους ωραίους αστραγάλους,αφού νικήθηκε απ᾽ τον έρωτα χάρη στην Αφροδίτη τη χρυσή.
Χαίρετε τώρα εσείς που τα Ολύμπια δώματα κατέχετε,οι νήσοι, οι στεριές κι ο αλμυρός ανάμεσά σας πόντος.Τώρα, γλυκόλαλες Ολυμπιάδες Μούσες, του Δία κόρεςπου την αιγίδα του βαστά, των θεαινών το γένος τραγουδήστε,αυτών που πλάι σε άντρες πλαγιάσανε θνητούς αθάνατεςκαι γέννησαν παιδιά που ᾽μοιαζαν στους θεούς.Η Δήμητρα τον Πλούτο γέννησε, η πιο ευγενής απ᾽ τις θεές,970 σ᾽ αγάπη εράσμια σμίγοντας με τον ήρωα Ιασίωνα,μέσα σε νιάμα τρίσκαφτο, στην πλούσια της Κρήτης χώρα.Τον γέννησε αγαθό, αυτόν που σ᾽ όλη τη γη γυρνά και στην πλατιάτης θάλασσας τη ράχη. Όποιον πετύχει, σ᾽ όποιου τα χέρια πέσει,αυτόν τον κάνει πλούσιο και πλούτο πολύ τού δίνει.

Δευτέρα 5 Αυγούστου 2019

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΡΙΣΤΟΦΑΝΗΣ - Ὄρνιθες (434-450)

ΕΠ. ἄγε δὴ σὺ καὶ σὺ τὴν πανοπλίαν μὲν πάλιν
435 ταύτην λαβόντε κρεμάσατον τύχἀγαθῇ
εἰς τὸν ἰπνὸν εἴσω πλησίον τοὐπιστάτου·
σὺ δὲ τούσδ᾽ ἐφ᾽ οἷσπερ τοῖς λόγοις ξυνέλεξ᾽ ἐγὼ
φράσον, δίδαξον. ΠΙ. μὰ τὸν Ἀπόλλω ᾽γὼ μὲν οὔ,
ἢν μὴ διάθωνταί γ᾽ οἵδε διαθήκην ἐμοὶ
440 ἥνπερ ὁ πίθηκος τῇ γυναικὶ διέθετο,
ὁ μαχαιροποιός, μήτε δάκνειν τούτους ἐμὲ
μήτ᾽ ὀρχίπεδ᾽ ἕλκειν μήτ᾽ ὀρύττειν— ΕΥ. οὔ τί που
τόνδ᾽; ΠΙ. οὐδαμῶς. οὔκ, ἀλλὰ τὠφθαλμὼ λέγω.
ΧΟ. διατίθεμαι ᾽γώ. ΠΙ. κατόμοσόν νυν ταῦτά μοι.
445 ΧΟ. ὄμνυμ᾽ ἐπὶ τούτοις, πᾶσι νικᾶν τοῖς κριταῖς
καὶ τοῖς θεαταῖς πᾶσιν,— ΠΙ. ἔσται ταυταγί.
ΧΟ. εἰ δὲ παραβαίην, ἑνὶ κριτῇ νικᾶν μόνον.
ΕΠ. ἀκούετε λεῴ· τοὺς ὁπλίτας νυνμενὶ
ἀνελομένους θὤπλ᾽ ἀπιέναι πάλιν οἴκαδε,
450 σκοπεῖν δ᾽ ὅ τι ἂν προγράφωμεν ἐν τοῖς πινακίοις.

***
ΤΣΑ., στους ακολούθους του Πισθέταιρου και του Ευελπίδη. Εσείς οι δυο γιά πάρτε τ᾽ άρματα όλα
και πίσω εκεί κρεμάστε τα στο τζάκι,
κοντά στην πυροστιά, καλή να ᾽ν᾽ η ώρα.
Στον Πισθέταιρο.
Κι εσύ έλα τώρα εξήγησε και πες τους
για ποιό σκοπό τα μάζεψα. ΠΙΣ. Όχι, α όχι,
αν συμφωνία δεν κάμουν σαν εκείνη
440 που ο μαχαιράς, αυτή η μαϊμού, είχε κάμει
με τη γυναίκα του: ότι πια δε θα ᾽χει
δαγκωματιές, τραβήγματα αχαμνών
και τσιμπιές... ΕΥΕ. Εδώ πίσω; ΠΙΣ. Όχι, στα μάτια.
ΚΟΡ. Το λόγο μου σου δίνω. ΠΙΣ. Τότε ορκίσου.
ΚΟΡ. Ναι, με τη συμφωνία πως θα μου δώσουν
όλοι, κριτές, θεατές, βραβείο,... ΠΙΣ. Θα γίνει.
ΚΟΡ. ορκίζομαι· τον όρκο μου αν πατήσω,
μου φτάνει το βραβείο και μ᾽ έναν ψήφο.
ΤΣΑ. Άκουσε, κόσμε· τα όπλα τους οι οπλίτες
να πάρουν και στα σπίτια τους να πάνε·
ό,τι άλλο, θα το δουν στις πινακίδες·
450 θα ᾽ναι γραμμένο εκεί· να ᾽χουν το νου τους.

Μορφές και Θέματα της Αρχαίας Ελληνικής Μυθολογίας: ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ - ΒΑΤΤΟΣ

ΒΑΤΤΟΣ
(πέτρα)
 
Ο Βάττος ήταν ένας γέροντας που ο Ερμής τον μεταμόρφωσε σε πέτρα, γιατί δεν κράτησε τον λόγο του να μην φανερώσει κάτι που τυχαία είχε δει: τα κλεμμένα βόδια του Απόλλωνα.
 
Ερωτευμένος ο Απόλλωνας με τον Υμέναιο, τον γιο του Μάγνητα, και μη έχοντας μάτια παρά για κείνον, παραμέλησε τη φροντίδα των κοπαδιών του που έβοσκαν μαζί με τα κοπάδια του Άδμητου, παππού του Μάγνητα από τη μητέρα του Περιμήλη.
 
Ο Ερμής έριξε σε λήθαργο τα σκυλιά και έκλεψε δώδεκα δαμάλες, εκατό αγελάδες και έναν ταύρο. Στην ουρά του κάθε ζώου έδεσε κλαδιά, ώστε να εξαφανίζονται τα ίχνη τους, και τα οδήγησε μέχρι το Μαίναλο της Πελοποννήσου περνώντας μέσα από τη Φθιώτιδα, τη Λοκρίδα, τη Βοιωτία, τη Μεγαρίδα, την Κόρινθο, την πελοποννησιακή Λάρισα μέχρι την Τεγέα, περνώντας πλάι από το Λύκιο όρος, το Μαίναλο.
 
Ο Βάττος κατοικούσε στην κορυφή του βράχου και, ακούγοντας τα μουγκανίσματα, βγήκε από το σπίτι του, είδε τα βόδια, κατάλαβε ότι ήταν κλεμμένα και ζήτησε αμοιβή για να μην μιλήσει.
 
Ο Ερμής του υποσχέθηκε την αμοιβή και αφού έκρυψε τα βόδια σε μια σπηλιά στο οροπέδιο, πλάι στο ακρωτήριο Κορυφάσιο της Δυτικής Μεσσηνίας, ξαναγύρισε στον Βάττο μεταμορφωμένος, για να μην τον αναγνωρίσει και να δοκιμάσει έτσι την εχεμύθειά του. Τον ρώτησε, λοιπόν, αν είχε δει ένα κοπάδι να περνά, και φυσικά του υποσχέθηκε ως αμοιβή μια χλαίνη σε περίπτωση που τον βοηθούσε να το βρει.
 
Ο Βάττος αποκάλυψε το μυστικό που είχε ορκιστεί ότι θα κρατήσει και ο Ερμής, αγανακτισμένος, τον μεταμόρφωσε σε πέτρα που τη δέρνει συνεχώς το κρύο και η ζέστη. Και ο τόπος ονομάστηκε από τους οδοιπόρους Σκοπιές του Βάττου.

Τα δικά σου φτερά βρίσκονται στη ψυχή σου

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ νημαΜιλώ για τα πουλιά. Έχουν δυο φτερά στη πλάτη. Άλλοτε σκίζουν τον αέρα κι άλλοτε πορεύονται μαζί του.
Είναι οι μέρες που κουρνιάζουν σε χωμάτινα απάγκια η στις φιλόξενες αγκαλιές των δέντρων κι κάποιες άλλες δοκιμάζουν τα όρια στο πέταγμά τους.
Δεν φοβούνται τον άνεμο. Μα ούτε και τη νηνεμία.
Είναι επιλογή τους. Μία απόφαση κάθε φορά για το πώς θα χαρούν τη μέρα τους.
Προσγειώνονται στα νερά του ποταμού κυνηγώντας τη λεία τους κι άλλοτε απλά για να βρέξουν τα φτερά τους .
Μα σαν ο ουρανός κλάψει βρίσκουν αφορμή για παιχνίδια.
Ακόμα κι αν δεν μπορούν να πετάξουν αφήνουν τις σταγόνες να κυλήσουν στα πούπουλά τους.
Κι όντας μουσκεμένα παίζουν με τα ράμφη τους. Δεν αγχώνονται. Απλά ζούνε.
Δεν εξημερώνονται. Απλώς προσεγγίζουν. Δεν διαμένουν. Απλά διανυκτερεύουν. Δεν
επαναπαύονται. Απλώς ξεκουράζονται.
Κι ότι αγαπούν το επισκέπτονται. Φεύγουν κι επιστρέφουν ανάλογα την αξία της περιοχής.
Μα δεν ξεχνούν ότι τα κράτησε ζωντανά.
Ναι τα πουλιά. Έχουν δύο φτερά και πετάνε. Εσύ τι είσαι;! Μη ψάξεις τη πλάτη σου.
Τα δικά σου φτερά βρίσκονται στη ψυχή σου.

Η ερωτικότητα είναι τρόπος να υπάρχεις

Ερωτικός γίνεσαι; Ερωτικός είσαι;

Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή είδες κάποιον ή κάποια και σε γοήτευσε. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή αισθάνθηκες ακαταμάχητο πόθο να κάνεις σεξ μαζί του. Ερωτικός δεν γίνεσαι γιατί πονάς στη σκέψη του. Ερωτικός δεν γίνεσαι επειδή τον σκέφτεσαι και δεν έχεις την δύναμη να ασχοληθείς με κάτι άλλο. Ερωτικός δεν είσαι όταν γράφεις στιχάκια για τον πόνο σου.

Ερωτικός είσαι πριν να γνωρίσεις το πρόσωπο που θα ερωτευθείς. Ερωτικός είσαι ως προς τον τρόπο που ζεις την καθημερινότητα, στην επαγγελματική και στην προσωπική ζωή. Ερωτικός στις αποφάσεις σου. Στους στόχους σου. Στον πόνο σου. Στον τρόπο που αντιμετωπίζεις τις αποτυχίες σου. Ερωτικός είσαι στις υπερβάσεις σου. Στην άντληση χαράς από αυτά που πάλεψες, από αυτά που δεν υποχώρησες, από αυτά που δεν συμβιβάστηκες.

Ερωτικότητα, τρόπος να υπάρχεις.

Η ερωτικότητα ως στοιχείο της προσωπικότητας είναι το ζητούμενο κάθε ανθρώπου, ανεξάρτητα ηλικίας και οικογενειακής κατάστασης. Η ερωτικότητα μπορεί να έχει ισχύ στη σεξουαλικότητα, αλλά δεν περικλείεται στα στενά όριά της. Δεν εκκινεί με τη σεξουαλική συγκίνηση, ούτε εξαφανίζεται μαζί της. Είναι τρόπος να υπάρχεις. Είναι απόφαση ζωής. Δεν καθορίζεται από εξωτερικά ερεθίσματα και δεν ζητά ανταλλάγματα.

Η ερωτικότητα είναι στοιχείο κάθε δημιουργού, που το βλέμμα του αναδεικνύει το αντικείμενό του. Είναι η επεξεργασμένη απλότητα που έχει αποβάλλει κάθε περιττό. Είναι η αυθεντικότητα που δεν ασχολείται με πιστοποιητικά γνησιότητας, γιατί δεν έχει ανάγκη να αποδείξει τίποτα.

Είναι η αθωότητα που δεν είναι επιτηδευμένη άγνοια, αλλά συνειδητή επιλογή. Είναι η γοητεία που δεν αναζητά οπαδούς, αλλά που εκφέρεται με τρόπο που κάθε τι που αγγίζει, γίνεται μοναδικό.

Πού συναντιέται η ερωτική στάση απέναντι στη ζωή;

Στηρίζεται στο ξεπέρασμα των δυσκολιών της. Κτίζεται στις απαιτητικές διεργασίες της μοναξιάς, εμπνέεται από το κάλεσμα της αθέατης ομορφιάς και δομείται στις αποφάσεις που έχουν στόχους μακρινούς. Καλλιεργείται στις επιλογές φίλων και συντροφιών που προάγουν τη δημιουργία σ’ όλες της τις εκφάνσεις. Αυτοπροστατεύεται από τις βαριεστημένες παρέες της ισοπεδωτικής καλοπέρασης.

Αναζητά διαχρονικές αξίες που δεν αγοράζονται, αλλά που ανοίγουν τα πολύτιμα χρηματοκιβώτια της σοφίας. Αξιοποιεί την λογική για να δίνει χώρο στην ψυχή… Η ερωτική στάση προς τη ζωή τελικά αναζητά να ενωθεί με το άπειρο και, για την πορεία αυτή, ο άνθρωπος επιλέγει σύντροφο ζωής που θα τον συνοδεύει, θα τον υποστηρίζει, θα τον εμπνέει.

Ερωτικός ή ερωτεύσιμος ο άνθρωπος;

Ο ερωτικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν του έχει χαριστεί η ζωή. Δεν μπορεί να είναι ερωτικό, παρά μόνο ερωτεύσιμο, το κοριτσάκι που η μαμά του δεν το έχει αφήσει ποτέ από το χέρι της και δεν αυτονομήθηκε ποτέ. Δεν μπορεί να είναι ερωτικός, παρά μόνο ερωτεύσιμος για κάποιους, εκείνος ο νεαρός που έχει ασχοληθεί μόνο με την εξωτερική εικόνα του και δεν έχει επεξεργαστεί τη ζωή του.

Οι ερωτικοί άνθρωποι είναι εκείνοι που έχουν δυσκολευτεί στην προσωπική ζωή τους, αλλά που δεν παραιτούνται. Έχουν πονέσει, αλλά δεν κράτησαν τον πόνο ούτε ως φυλακτό, ούτε ως μέτρο στη ζωή τους. Οι ερωτικοί άνθρωποι συνειδητοποιούν τις ελλείψεις και τις ανεπάρκειές τους, αλλά δίχως να τους καταθλίβουν. Ορκίστηκαν να τις υπερβούν.

Οι ερωτικοί άνθρωποι δεν περίμεναν να συναντήσουν τον αγαπημένο τους για να παθιαστούν. Παθιάζονται με τους στόχους της ζωής τους, με τις επιθυμίες τους, με την ανακάλυψη των ανθρώπων και της ανθρωπιάς. Γι΄ αυτό και η ερωτικότητά τους έχει δοκιμαστεί στον χρόνο.

Παραιτούνται οι άνθρωποι;

Ένας τέτοιος ερωτικός άνθρωπος δεν θα χάσει τον έρωτά του με τις πρώτες δυσκολίες στη σχέση. Ο ερωτικός εαυτός δεν είναι ο δοσμένος από τη μοίρα τις συνθήκες και το Dna. Eίναι ο εαυτός της υπέρβασης που διαψεύδει το πεπρωμένο. Η παραίτηση από το να είμαστε ερωτικοί οδηγεί στην παραίτηση από την ίδια τη ζωή.

Κι ο σεξουαλικός άνθρωπος;

Στον αντίποδα του ερωτικού ανθρώπου βρίσκεται ο σεξουαλικός άνθρωπος, ο καταναλωτής του έρωτα, αυτός δηλαδή που δεν ενδιαφέρεται για το πρόσωπο του άλλου. Λειτουργεί συλλεκτικά κι εκπαιδεύει τον εαυτό του να είναι συνέχεια απών. Με το που ζορίζεται σε μια ευκαιριακή σχέση, αποδρά από τον εαυτό του κι απ’τη σχέση του.

Για τους σεξουαλικά πεινασμένους αυτό μοιάζει ελκυστικό, αλλά οδηγεί τελικώς σε ένα άδειασμα – όχι ηθικό, αλλά οντολογικό. Όμως το απρόσωπο σεξ αφορά μεγάλο αριθμό ανθρώπων, διότι είναι περισσότερο διαθέσιμο από ποτέ και σήμερα πλέον μπορούμε να μιλάμε για σεξουαλικό εθισμό. Το σεξ είναι το πιο φθηνό εθιστικό. Το πιο φθηνό χαλαρωτικό. Μπορεί όμως να καταστρέψει, όπως οι ουσίες ή ο τζόγος.

Το παλιό μαρξιστικό τσιτάτο σήμερα γίνεται έτσι: το σεξ είναι το όπιο του λαού. Παρατηρούμε το φαινόμενο αυτό στις πολύ χαμηλές κοινωνικές τάξεις αλλά και στις πιο υψηλές. Για διαφορετικούς λόγους, συχνά, άνθρωποι από τόσο διαφορετικές οικονομικά τάξεις συμπεριφέρονται παρόμοια: δεν ενδιαφέρονται για σχέσεις που απαιτούν διάθεση του εαυτού τους.

Η διαφορά μεταξύ ερωτικού πάθους και ερωτικής εμμονής;

Ο ερωτευμένος πλημμυρίζει από το συναίσθημά του για τον άλλο και τείνει να το βιώνει με θετικά συναισθήματα που εκκινούν από τον αγαπημένο και μεταφέρονται τόσο στον ίδιο, όσο και στους όποιους άλλους με τους οποίους σχετίζεται στην καθημερινότητά του.

Ο άνθρωπος που έχει παγιδευτεί στην ερωτική εμμονή, ενώ αναφέρεται στο πρόσωπο που έχει ερωτευτεί, στην πράξη κατακλύζεται από αρνητικά συναισθήματα άγχους, έντασης, πόνου και δυσφορίας που τα αιτιολογεί ως αποδεικτικά στοιχεία του έρωτά του. Το μόνο θέμα που κατακλύζει τη ζωή του, είναι ο εμποδισμένος έρωτας του.

Εγκαταλείπει όλα τα άλλα τρέχοντα θέματα της ζωής του και σαφέστατα υπολειτουργεί σε σημαντικούς άξονες της καθημερινότητάς του. Όλα ευρίσκονται σε αναστολή και έχει πείσει τον εαυτό του ότι, αν υπήρχε ανταπόκριση, τότε όλα θα άλλαζαν.

Οι φίλοι και οι δικοί του προσπαθούν να τον πείσουν για το ανέφικτο του έρωτά του, αλλά σύντομα κουράζονται από την επιμονή του να θέλει να αναφέρεται μόνο σ’ αυτό το θέμα και, όταν η συζήτηση απομακρύνεται, τότε προσπαθεί να την επαναφέρει ή διαφορετικά αποσύρεται στον εαυτό του.

Οι ερωτικές εμμονές είναι συνήθως εντοπισμένες και δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος έχει χάσει την επαφή με την πραγματικότητα, είτε ότι δεν έχει την νοητική επάρκεια για να καταλάβει το τι συμβαίνει.

Ο πόνος του «Ν’ αγαπάς και να μην αγαπιέσαι, τι καημός! Τι καημός!» διαποτίζει την ύπαρξη και καταγράφεται ως αποδεικτικό στοιχείο του ερωτικού συναισθήματος. Ο πόνος γίνεται το σύμπτωμα του έρωτα, ως αγιάτρευτης αρρώστιας, που μόνο η ανταπόκριση θα τη θεραπεύσει.

Έρωτας δίχως αγάπη, και αγάπη δίχως έρωτα.

Οι δύο αυτές διαστάσεις της ερωτικής αγάπης ή του αγαπητικού έρωτα δεν μπορούν να χωριστούν χωρίς να καταστραφεί το όλο οικοδόμημα. Μόνο όταν συνυπάρχουν, μπορεί να αναφερόμαστε σε ερωτική σχέση που η αγάπη για τον άλλο είναι πραγματική. Ο έρωτας γίνεται κινητήρια δύναμη και η αγάπη λόγος υπέρβασης.

Η καταναλωτική στάση ως προς τον έρωτα διώχνει την αγάπη από τον έρωτα, ανάγοντας τον έρωτα μόνο σε σεξ, ενώ η πουριτανική κατανόηση του έρωτα θέτει μιαν άρνηση προς την σωματική σχέση και διώχνει τον έρωτα από την αγάπη.

Η αγάπη δίχως έρωτα υπήρξε το μοντέλο για κάποιους σεβαστούς ανθρώπους στο παρελθόν, αλλά ακόμη και στο παρόν. Οι πράξεις αγάπης στις περιπτώσεις αυτές περιέχουν φροντίδα, σεβασμό και νοιάξιμο. αλλά μέχρι εκεί. Η τρυφερότητα μπορεί να υπάρχει, αλλά τα ερωτόλογα και το πάθος είναι υπό εξαφάνιση.

Οι επιλογές ζωής έχουν προαποφασιστεί και ακολουθούνται πιστά. Η τιμιότητα, ένα εσωτερικό πιστοποιητικό εγγύησης ποιότητας ISO, είναι το κύριο χαρακτηριστικό των ανθρώπων αυτών. Γνωρίζουν να υπηρετούν το καθήκον, αλλά η ζωοποιός έκπληξη απουσιάζει από τη ζωή τους. Απουσιάζει ο έρωτας.

Μια αγάπη που ακολουθεί ένα προκαθορισμένο μοντέλο αντί να δημιουργεί το δικό της ανεπανάληπτο μοντέλο, καθώς οι επιθυμίες έχουν καταπιεστεί στην προσπάθεια να μην ξεφύγουν από τα πρέποντα.

Η αγάπη σ’ αυτές τις περιπτώσεις απομονώνει τη σεξουαλικότητα, επειδή τη φοβάται. Είναι τότε που οι άνθρωποι, και κυρίως οι γυναίκες, διαχωρίζονται σε εκείνες που είναι ευγενικές, αθώες υπάρξεις και είναι άξιες σεβασμού και σε εκείνες που είναι μόνο για το σεξ.

Ο έρωτας δίχως αγάπη είναι μια σεξουαλική ενόρμηση, μια καταναλωτική στάση που ανάγει τον άλλο σε αντικείμενο της ανάγκης του και ουσιαστικά τον χρησιμοποιεί, ενώ τον αγνοεί. Είναι ο απρόσωπος έρωτας, ακόμη και αν η σχέση είναι δεσμευμένη και μακρόχρονη. Ουσιαστικά είναι η άρνηση του έρωτα και ας έχει τα χαρακτηριστικά του.

Θυμίζει τις επώδυνες περιπτώσεις συνδρόμου Alzheimer. που εξωτερικά είναι ο δικός σου άνθρωπος, αλλά εσωτερικά εκείνος είναι άδειος και εσύ γι’ αυτόν δεν υπάρχεις. Η παθιασμένη τρυφερή αγάπη και ο τρυφερός παθιασμένος έρωτας είναι οι συνιστώσες του ολοκληρωμένου έρωτα που παίρνει στα φτερά του τους φθαρτούς ανθρώπους σε μιαν υπέρβαση της ατομικότητας και της φθαρτότητας.

Πώς θα απαλλαγεί η σεξουαλικότητα από τα τραύματα της ενοχοποίησης και της αποπροσωποποίησης;

Είναι η σχέση αγάπης που θα επουλώσει τις πληγές που έχουμε στο σώμα μας και στην ψυχή μας. Είναι η ερωτική ματιά του άλλου, που μας έχει επιλέξει, που μας θέλει και που μας αγαπά. Όπως δεν είναι οι ανώριμες σχέσεις που καλύπτουν προσωρινά τις ανασφάλειες, αλλά που οδηγούν στην αφόρητη μοναξιά και στην επιβεβαίωση της αποτυχίας.

Ο έρωτας. η σεξουαλικότητα και η επιθυμία για ομορφιά αποτελούν αντίδοτα στην απομόνωση, στην αποξένωση και τον θάνατο. Αιτία χαράς, αλλά και ματαίωσης, αιτία απογοήτευσης, αλλά και πληρότητας.

Νίτσε: Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για ολόκληρους μήνες, μας κουράζει

Πάντα βρίσκω όλους τους ανθρώπους, όπως κι αν τους κοιτάζω, με καλοσύνη ή κακία, να φροντίζουν για ένα πράγμα: Πώς να εξυπηρετήσουν τη συντήρηση του είδους.

Και φροντίζουν γι’ αυτό, όχι από αγάπη για το είδος, αλλά γιατί δεν υπάρχει μέσα τους τίποτα παλιότερο, δυνατότερο, ανέλεγκτο και πιο ακατανόητο από αυτό το ένστικτο, γιατί είναι αλήθεια πως το ένστικτο αυτό είναι στην κυριολεξία η ουσία του είδους μας, η ουσία του κοπαδιού μας.

Παρ' όλο που τα καταφέρνουμε αρκετά γρήγορα, μπορώ να πω, με τη συνηθισμένη φυσικά μυωπία μας, να ξεχωρίζουμε από απόσταση πέντε βημάτων τους ομοίους μας, σε χρήσιμους και σε άχρηστους, σε καλούς και σε κακούς ανθρώπους, ωστόσο αν καθίσουμε και τα βάλουμε κάτω και κάνουμε έναν απολογισμό και σκεφτούμε το γενικό σύνολο αυτού του ξεχωρίσματος καταλήγουμε σε μια φοβερή δυσπιστία.

Δεν μας ικανοποιεί το ξεχώρισμα, δεν είμαστε σίγουροι και στο τέλος τα παρατάμε.

Στο κάτω κάτω της γραφής, ίσως ο πιο άχρηστος, ο πιο βλαβερός άνθρωπος να είναι ο πιο χρήσιμος για τη συντήρηση του είδους.

Γιατί ο άνθρωπος αυτός -ο βλαβερός- συντηρεί στον εαυτό του ή στους άλλους ανθρώπους διάφορα ένστικτα που χωρίς αυτά η ανθρωπότητα θα είχε εδώ και πολύ καιρό αποχαυνωθεί και διαφθαρεί.

Αγάπη και Φιληδονία! Αλήθεια, πόσο διαφορετικά ακούγονται στις καρδιές μας οι δυο αυτές λέξεις.

Κι όμως, θα μπορούσαν να εκφράζουν και οι δυο αυτές λέξεις το ίδιο ένστικτο, βαφτισμένο δυο φορές.

Η πρώτη εγκωμιαστικά, απ’ την άποψη των ανικανοποίητων και των ακόρεστων που βρίσκουν «καλό» το ένστικτο αυτό· τη δεύτερη με τη χυδαία έννοια, από την άποψη εκείνων που γνωρίζουν καλά πλέον, που έχουν ένα ένστικτο κατοχής κατασιγασμένο κάπως, και που τώρα φοβούνται για τα «αγαθά» τους.

Η «αγάπη για τον συνάνθρωπό» μας δεν είναι τάχα επιτακτική ανάγκη για μια καινούρια ιδιοκτησία;

Και αλήθεια, το ίδιο μήπως δεν συμβαίνει και με την αγάπη μας για τη γνώση, για την αλήθεια;

Και γενικότερα για κάθε επιθυμία καινούριου;

Κουραζόμαστε με το παλιό, για ό,τι γνωρίζουμε καλά και σίγουρα, έχουμε ανάγκη να τεντώσουμε τα χέρια μας ακόμα πιο μακριά.

Και το πιο όμορφο τοπίο, όταν το ζήσουμε, όταν το έχουμε μπροστά στα μάτια μας για τρεις ολόκληρους μήνες, μας κουράζει, δεν είμαστε βέβαιοι για την αγάπη μας γι' αυτό.

Κάποια άλλη μακρινή όχθη, μας τραβάει περισσότερο.

Γενικότερα, μια κατοχή μειώνεται με τη χρήση.

Η ευχαρίστηση που αισθανόμαστε για τον εαυτό μας προσπαθεί να διατηρηθεί με το να μεταμορφώνει πάντοτε κάποιο καινούργιο πράγμα μέσα μας· κι αυτό ακριβώς ονομάζεται «κατοχή».

Όταν κουραζόμαστε από ένα απόκτημα, κουραζόμαστε με τον ίδιο μας τον εαυτό. (Μπορούμε και να υποφέρουμε απ’ το παραπανίσιο· επίσης, και η ανάγκη του να πετάμε, να προσφέρουμε, μπορεί και αυτή να πάρει το κολακευτικό όνομα «αγάπη»).

΄Οταν βλέπουμε κάποιον να υποφέρει, με μεγάλη προθυμία αρπάζουμε την ευκαιρία που μας προσφέρεται.

Αυτό κάνει ο φιλεύσπλαχνος, ο συμπονετικός άνθρωπος· και αυτός ονομάζει «αγάπη» την επιθυμία ενός νέου αποκτήματος που έχει ξυπνήσει μέσα στη ζωή του και τη χαίρεται, όπως χαίρεται κανείς την πρόσκληση μιας καινούργιας κατάστασης.

Αλλά εκείνο που παρουσιάζεται σαν επιθυμία απόκτησης είναι η φυλετική αγάπη.

Αυτός που αγαπά θέλει να γνωρίζει αποκλειστικά το πρόσωπο που επιθυμεί, θέλει να εξουσιάζει απόλυτα, τόσο την ψυχή του όσο και το σώμα του, θέλει να αγαπιέται μονάχα αυτός, να κυριαρχεί και να βασιλεύει μέσα στην άλλη ψυχή, σαν το υψηλότερο και πιο επιθυμητό αγαθό.

Αν καθίσουμε να σκεφτούμε προσεκτικά όλα τα παραπάνω, θα δούμε πως αυτό, ούτε λίγο ούτε πολύ, δεν φανερώνει τίποτα άλλο παρά απ’ το να αποκλείουμε ολόκληρο τον κόσμο απ’ την απόλαυση ενός αγαθού και μιας πολυτιμότατης ευτυχίας, αν σκεφτούμε πως αυτός που αγαπά προσπαθεί να κάνει φτωχούς και να στερήσει όλους τους άλλους αντιπάλους, και να γίνει ο δράκουλας του θησαυρού του σαν τον πιο αδιάκριτο «κατακτητή» και τον πιο εγωιστή εκμεταλλευτή· αν, τέλος, υποθέσουμε πως ολόκληρος ο υπόλοιπος κόσμος τού είναι τελείως αδιάφορος, χωρίς χρώματα και χωρίς καμιά άξια, και πως είναι έτοιμος να κάνει κάθε θυσία, να διαταράξει κάθε καθιερωμένη τάξη, να βγάλει στο περιθώριο κάθε ενδιαφέρον, θα μείνουμε κατάπληκτοι!...

Ναι! Θα μείνουμε κατάπληκτοι και θα αναρωτηθούμε:

Πώς αυτή η άγρια φιληδονία, αυτή η παράφρονη αδικία της σεξουαλικής αγάπης, υμνήθηκε και θεοποιήθηκε τόσο πολύ σε όλες τις εποχές της ιστορίας, και ακόμα, πώς έβγαλαν από την αγάπη αυτή την ιδέα της αγάπης σαν αντίθετο του εγωισμού, ενώ ίσως αντιπροσωπεύει την πιο αυθόρμητη έκφρασή του.

Η συνήθεια, σ 'αυτή την περίπτωση, θα δημιουργήθηκε από αυτούς που δεν είχαν τίποτα και που επιθυμούσαν να αποκτήσουν κάτι.

Είναι σίγουρο πως πάντα θα υπήρχαν και οι παραπανίσιοι.

Όσοι άνθρωποι είχαν την τύχη να γνωρίσουν πολλά, να κορεστούν δηλαδή, πετούσαν κάπου κάπου τη λέξη «μανιασμένος δαίμονας», όπως ο αρχαίος Σοφοκλής, ο πιο αξιαγάπητος στους Αθηναίους.

Αλλά ο Έρωτας πάντα κοροϊδεύει κάτι τέτοιους βλάσφημους· είναι οι μεγαλύτεροι ευνοούμενοί του.

Βέβαια, υπάρχει εδώ κι εκεί πάνω σ' ολόκληρη τη γη κι ένα είδος επέκτασης του έρωτα, όπου η φιλήδονη επιθυμία που αισθάνονται δυο άνθρωποι ο ένας για τον άλλον παραχωρεί τη θέση της σε μια καινούργια επιθυμία, σ’ έναν καινούργιο πόθο, σε μια ύψιστη, κοινή επιθυμία, την επιθυμία ενός ιδανικού που να τους υπερβάλλει και τους δυο τους.

Αλλά ποιος γνωρίζει αυτή την αγάπη; Ποιος άνθρωπος την έζησε;

Το όνομά της, το αληθινό της όνομα, είναι ΦΙΛΙΑ.
 
Φρίντριχ Νίτσε, Η θεωρία του σκοπού της ζωής

Η Αλήθεια πρέπει να ανακαλύπτεται κάθε λεπτό

Παρόλο που ο νους ίσως να θέλει να έχει μόνιμη ησυχία, μό­νιμη γαλήνη, μόνιμη μακαριότητα ή ό,τι άλλο σας αρέσει, υπάρχει μια τέτοια μόνιμη κατάσταση;

Αν υπάρχει, τότε θα πρέπει να υπάρχει κι ένα μονοπάτι προς αυτήν, οπότε κά­ποιες πρακτικές, κάποια «πειθαρχία», στοχασμός είναι πράγματα απαραίτητα για να πετύχουμε αυτή την κατάσταση.

Αν, όμως, το κοιτάξουμε αυτό λίγο πιο προ­σεκτικά και βαθιά, θα ανακαλύψουμε ότι δεν υπάρχει τίπο­τα μόνιμο.

Ο νους, όμως, απορρίπτει αυτό που είναι γεγο­νός, επειδή αναζητά κάποια μορφή ψυχολογικής ασφάλειας και μέσα από την ίδια του την επιθυμία προβάλλει την ιδέα της Αλήθειας σαν να είναι κάτι μόνιμο, απόλυτο, κι έπειτα προχωράει κι εφευρίσκει μονοπάτια για να τον οδηγήσουν εκεί.

Αυτή η σκόπιμη επινόηση έχει πολύ μικρή σημασία για τον άνθρωπο που θέλει πραγματικά ν’ ανακαλύψει τι είναι αληθινό και τι όχι.

Δεν υπάρχει, λοιπόν, μονοπάτι προς την Αλήθεια, γιατί η Αλήθεια πρέπει να ανακαλύπτεται κάθε λεπτό.
Δεν είναι το τελικό αποτέλεσμα συσσωρευμένων εμπειριών.

Αντίθε­τα, πρέπει πρώτα να πεθάνουν μέσα σου όλες οι εμπειρίες σου, γιατί εκείνο που τις συσσωρεύει, που τις αποθηκεύει, είναι ο εαυτός, το «εγώ»· το «εγώ» που ακατάπαυστα ανα­ζητά τη δική του ασφάλεια, τη δική του μονιμότητα και α­τέλειωτη συνέχιση.

Οποιοσδήποτε νους που η σκέψη του πηγάζει απ’ αυτή την επιθυμία της αυτοδιαιώνισης, από την επιθυμία να αποκτήσει κάτι, να πετύχει κάτι, είτε σ’ αυτό τον κόσμο είτε στον άλλο, είναι καταδικασμένος να εγκλω­βιστεί σε ψευδαισθήσεις κι επομένως θα υποφέρει.

Ενώ αν ο νους αρχίσει να κατανοεί τον εαυτό του, έχοντας επίγνω­ση της δικής του δραστηριότητας, παρατηρώντας τις δικές του κινήσεις, τις δίκες του αντιδράσεις, αν είναι ικανός να αφήσει να πεθάνει μέσα του η επιθυμία να είναι ψυχολογι­κά ασφαλής, κι έτσι να είναι ελεύθερος από το παρελθόν, α­πό το παρελθόν που είναι η συσσώρευση των δικών του επι­θυμιών και εμπειριών, από το παρελθόν που είναι η διαιώ­νιση του «εγώ», του εαυτού, του «είμαι», τότε βλέπεις ότι δεν υπάρχουν καθόλου μονοπάτια για την Αλήθεια, αλλά μόνο αδιάκοπη ανακάλυψη κάθε λεπτό.

Σε τελευταία ανάλυση εκείνο που συσσωρεύει, εκείνο που αποθησαυρίζει, που έχει συνέχεια, είναι το «εγώ», ο εαυτός, που είναι το αποτέλεσμα του χρόνου.

Είναι αυτή η εγωκε­ντρική μνήμη του «εγώ» και του «δικού μου» -η περιουσία μου, η αρετή μου, τα προσόντα μου, τα πιστεύω μου- που α­ναζητάει ψυχολογική ασφάλεια και επιθυμεί να έχει συνέ­χεια.

'Ενας τέτοιος νους επινοεί όλα εκείνα τα μονοπάτια που δεν έχουν κανένα αντίκρισμα στην πραγματικότητα.

Δυστυχώς, άνθρωποι που έχουν δύναμη, εξουσία, σε αυτοεπονομαζόμενες φιλοσοφικές ή πνευματικές οργανώσεις εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους λέγοντας ότι υπάρχουν διαφορετικά μονοπάτια, τα απόκρυφα, τα μυστικιστικά και ούτω καθεξής.

Από τη στιγμή που κάποιος τα καταλάβει όλα αυτά ανακαλύπτει από μόνος του ότι δεν υπάρχουν μονοπάτια για την Αλήθεια.

Μόνο όταν ο νους μπορέσει να αφήσει να πεθάνουν ψυχολογικά γι’ αυτόν όλα όσα έχει συσσωρεύσει για τη δική του ασφάλεια, μόνο τότε αρχίζει να υπάρχει γι' αυτόν η Πραγματικότητα.

Να είμαι δίπλα μου

Αποτέλεσμα εικόνας για ερεβοκτονοσ νημαΝα είμαι δίπλα μου, όταν όλες οι πόρτες κλείνουν. Στα δύσκολα… Εκεί που δεν μπορεί να με βοηθήσει κανένας.

Μόνοι πονάμε και ας μας κρατάνε το χέρι..

Μόνοι σπαράζουμε και ας μας έχουν σφιχτά αγκαλιά..

Να είμαι δίπλα μου σε εκείνες τις μάχες που αφορούν μονάχα εμένα.

Να είμαι δίπλα μου, γενναίος, να μπορώ να αντικρούω τα «τέρατα» μου. Να μην εθελοτυφλώ για ότι με βασανίζει, αλλά να το αντιμετωπίζω. Να τολμάω να δίνω αυτές τις μάχες με τον εαυτό μου και να βγαίνω νικητής..

Οι πιο σκληρές και δύσκολες μάχες είναι αυτές που δίνουμε μέσα μας.

Να είμαι δίπλα μου όταν όλα τα φώτα σβήνουν, όταν όλες οι μάσκες πέφτουν, όταν πολλά που αγάπησα ξεθωριάζουν, όταν φεύγουν ένα ένα.

Να είμαι δίπλα μου, όταν κανείς δεν μπορεί να νιώσει απόλυτα τον πόνο μου και να τον απαλύνει, διότι…

Μονάχα εγώ, μπορώ να με φτιάξω, όπως και να με καταστρέψω.

Αποτελεί εσωτερική απόφαση να σταθώ δυνατή. Ακόμα και αν χρειαστεί να αναζητήσω την πρέπουσα βοήθεια. Ώστε να ανταπεξέλθω όσο γίνεται πιο όμορφα, στο μαγικό αυτό, συνάμα δύσκολο «παιχνίδι» της ζωής, πατώντας γερά στα πόδια μου.

Να είμαι δίπλα μου, να μην έχω ανάγκη κανέναν. Να αποτελούν οι βρισκόμενοι στην ζωή μου επιλογή! Να μην επιτρέπω σε όποιον δεν με σέβεται να με πλαισιώνει.

Να είμαι δίπλα μου, για να με φροντίζω. Να ξοδεύω ποιοτικό χρόνο με τον εαυτό μου, κάνοντας ότι μου προσφέρει ευδαιμονία. Να με κρατάω ήρεμο. Να μου χαρίζω στιγμές ευτυχίας. Να αγκαλιάζω τις αδυναμίες μου και να μην με κρίνω. Να με βοηθάω να πορεύομαι στον δρόμο μου, βήμα βήμα, να μην χάνομαι!

Να με αγαπώ για να ηρεμώ.

Να με συγχωρώ για να προχωρώ.

Να με κατανοώ για να μαθαίνω.

Να με ακούω για να καταλαβαίνω.

Να με διδάσκω για να εξελίσσομαι.

Να με φροντίζω για να αντέχω.

Να είμαι δίπλα μου, δυνατός, καθαρός, ακέραιος, αυτόφωτος! Γιατί με χρειάζομαι. Πρέπει να είμαι καλά. Οφείλω να είμαι δίπλα μου, γιατί με αγαπώ!

«Όταν θα έχω υπερνικήσει τον εαυτό μου, τότε θα τον υπερνίκησω και σε κάτι ακόμα μεγαλύτερο και αυτή η νίκη θα σφραγίσει την ολοκλήρωση μου.» -Νίτσε, Έτσι μίλησε ο  Ζαρατούστρα

Αόρατες κλωστές

Είναι οι αόρατες κλωστές που μας ενώνουν.
Γεννήματα της μοίρας, θέλημα των θεών.
Πάλεψέ τες όσο θες με τη λογική,
Άλλο τόσο με την πραγματικότητα,
Σφυροκόπησέ τες με το ηθικό και το ανήθικο,
Προσπάθησε να τις κόψεις με τις απαιτήσεις του κόσμου.

Αυτές όλο και θεριεύουν.
Όλο και δυναμώνουν.
Είναι οι αόρατοι δεσμοί που δε λέγονται,
παρά μόνο τραγουδιούνται.
Δεν καταγράφονται
Μόνο στα βλέμματα γεννιούνται.
Που κανείς ποτέ δεν μπόρεσε να εξηγήσει καλύτερα από δύο κορμιά γυμνά κι αλαφιασμένα που μόλις έλαμψαν μέσα στην αιωνιότητα.

Σεβασμό και Δέος να εκφράσω:
Σ’ όλους εκείνους που τιμούν τις αόρατες κλωστές.
Που δε φοβήθηκαν τις φουρτούνες που συνεπάγονται.
Που δε λύγισαν στην αναμέτρηση που απαιτούν με τον εαυτό και του άλλους.

Σε κείνους που σκαρώνουν μία μελωδία πάνω σε ετούτες τις κλωστές.
Η φύση λικνίζεται,
Τα άστρα δίνουν τον ρυθμό,
Θεοί και δαίμονες υποκλίνονται…
Στη μεγαλοσύνη των αόρατων δεσμών…

Στωικισμός: Τι σημαίνει ελευθερία;

Η στωική φιλοσοφία ξεκίνησε στην Ελλάδα στο τέλος του 4ου αι. π.Χ. Οι ιδρυτές της ήταν μετανάστες από την ανατολική Μεσόγειο στην Αθήνα, η οποία δεν ήταν πλέον μία ακμαία δημοκρατία, αλλά ένα κράτος υποτελές στο βασίλειο της Μακεδονίας. Η απώλεια της πολιτικής αυτονομίας εκφραζόταν στη φιλοσοφία στην Αθήνα μέσω μίας εσωστρέφειας στην εστίαση επί των ηθικών ζητημάτων. Ούτε ο στωικισμός ούτε ο επικουρισμός, η άλλη εξέχουσα ελληνιστική σχολή, συνδεόταν στενά με την πολιτική θεωρία όπως είχαν κάνει οι προκάτοχοί τους Πλάτων και Αριστοτέλης. Επίκεντρο του πολιτικού ενδιαφέροντος των νεαρότερων φιλοσόφων δεν ήταν η πολιτική και η νομοθεσία, αλλά η προσωπική ευημερία και αυτοβελτίωση. Αυτή η στροφή προς την ενδοσκόπηση καθίσταται ιδιαίτερα εμφανής από τον τρόπο που η στωική σκέψη αντιμετώπισε εξαρχής την ελευθερία και τη δουλεία ως κυρίαρχους ηθικούς και ψυχολογικούς παρονομαστές παρά ως δείκτες κοινωνικής θέσης.

Σύμφωνα με τον Ζήνωνα, τον πρωταρχικό επικεφαλής της στωικής σχολής, η ελευθερία είναι αποκλειστικό προνόμιο όσων είναι σοφοί, ενώ οι κατώτεροι άνθρωποι, που αποτελούν και την πλειονότητα, δεν είναι μόνο ανόητοι αλλά και δούλοι.

Μία πρώτη αντίδραση σε αυτόν τον ισχυρισμό θα μπορούσε να περιλαμβάνει την έκπληξη απέναντι στον πνευματικό ελιτισμό του και στην αναισθησία του όσον αφορά τη δεινή κατάσταση ανθρώπων που υπήρξαν αρκετά άτυχοι ώστε να υποδουλωθούν με την κυριολεκτική έννοια. Αλλά τώρα σκεφθείτε με πόσο ριζοσπαστικό τρόπο ο ισχυρισμός του Ζήνωνα, σε μια οικονομία που βασιζόταν στη δουλεία, θέτει υπό αμφισβήτηση την αξιολόγηση των ανθρώπων με κριτήριο τον συμβατικό διαχωρισμό δουλεία/ ελευθερία.

Αν η σοφία είναι το αληθινό κριτήριο της ελευθερίας, τότε το κύριο βάρος της δουλείας μετατοπίζεται από έξω προς τα μέσα, από το σωματικό στο πνευματικό επίπεδο, και πηγή ελευθερίας είναι η φιλοσοφία και όχι η χειραφέτηση. Σύμφωνα με αυτή την αδιάλλακτη διδασκαλία, είμαστε υποδουλωμένοι αν αφεθούμε σε οτιδήποτε μπορεί να σταθεί εμπόδιο, είτε επειδή το σώμα μας μας απογοητεύει , είτε επειδή τα πάθη και τα συναισθήματά μας μάς έχουν κυριεύσει είτε επειδή συνδέουμε την ευημερία μας με πράγματα που εξαρτώνται από άλλους – ανθρώπους , περιουσία, δημοτικότητα ή απλώς τύχη.

Στο περίφημο δοκίμιό του “Δύο έννοιες της ελευθερίας”, ο Αϊζάια Μπερλίν διέκρινε μεταξύ της “αρνητικής” έννοιας της ελευθερίας από τον εξαναγκασμό (όπου δεν εμπλέκονται άλλοι) και της “θετικής” έννοιας της ελευθερίας να είμαστε ή να ζούμε όπως επιλέγουμε (αυτοέλεγχος ή αυτοδιάθεση).

Για τον Επίκτητο αυτές οι δύο έννοιες προσεγγίζουν τόσο πολύ η μία την άλλη, ώστε η μία συνεπάγεται την άλλη, όπως μπορούμε να δούμε στο ακόλουθο απόσπασμα:

Κύριος κάποιου είναι όποιος έχει την εξουσία να παρέχει ή να στερεί όσα θέλει ή δεν θέλει ο άλλος. Όποιος λοιπόν θέλει να είναι ελεύθερος, να μην επιθυμεί ή να μην αποφεύγει, ό,τι εξαρτάται από τους άλλους.
Διαφορετικά, θα είναι εξ ανάγκης δούλος. (Εγχειρίδιον 14)

Θα μπορούσαμε να ξαναγράψουμε τη δεύτερη πρόταση κάπως έτσι: “Όποιος επιθυμεί να είναι ελεύθερος από εξαναγκασμό, θα πρέπει να περιορίσει τις επιθυμίες και τις απέχθειές του σε πράγματα στα οποία έχει τον απόλυτο έλεγχο”.

Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι αυτή η επιλογή είναι καλή για εμάς και για εκείνους τους οποίους συναναστρεφόμαστε; Γιατί να είμαστε αυτόνομοι αντί να ακολουθούμε κάποιο σύστημα πανάρχαιων αρχών; Πώς μπορούμε να ξέρουμε τι θα επιλέξουμε;

Η απάντηση σε αυτές τις ερωτήσεις μας επαναφέρει στη “σοφία” του Ζήνωνα ως την ουσία της ελευθερίας.

Η λέξη σοφία, στη συνήθη χρήση της, μπορεί να καλύπτει οποιοδήποτε είδος γνώσης, που κυμαίνεται από την πρακτική δεξιοτεχνία όπως η ξυλουργική ως την αφηρημένη γνώση όπως η γεωμετρία. Σε όλες τις περιπτώσεις, η σοφία σημαίνει την επιτυχή άσκηση μιας δεξιότητας, και η δεξιότητα που απασχολούσε τον Ζήνωνα και τους στωικούς φιλοσόφους είναι η τέχνη της ζωής.
Μπορούμε να εξηγήσουμε αυτή την τέχνη ως τη γνώση να ζούμε με αρμονία – αρμονία με την ανθρώπινη φύση μας και αρμονία με το κοινωνικό και υλικό περιβάλλον μας.

Το να επιτύχουμε ή να προσπαθήσουμε να επιτύχουμε την κατανόηση είναι έργο της λογικής, και η λογική, σύμφωνα με τον στωικισμό, είναι εκείνο που διακρίνει τους ανθρώπους από τα άλλα ζώα (Διατριβαί 7,8).