Σάββατο 17 Νοεμβρίου 2018

Αν δε νιώθεις ευτυχία δεν μπορείς να χαρίσεις ευτυχία

Χωρίζουμε επειδή το θέλουμε κι οι δύο; Όχι βέβαια και το ξέρεις. Ποτέ δεν είναι κοινή απόφαση και δε χαίρεται ούτε αυτός που την ακούει ούτε αυτός που την ανακοινώνει. Αλήθεια, πόσο καιρό σου πήρε αυτή τη φορά; Είχες υποσχεθεί ότι δε θα το ξανά σκεφτόσουν τόσο, είχες πει ότι όταν θελήσεις να χωρίσεις ξανά θα το κάνεις χωρίς υπεραναλύσεις, προσπαθώντας να βρεις έναν τρόπο να μην πληγώσεις τον άνθρωπο που είχες δίπλα σου.

Η αγάπη πληγώνει, δεν το έμαθες ακόμα; Ανακατεύεις το ποτό λες και στον πάτο θα βρεθεί η λύση. Όσο και να πιείς, δε θα ξεχάσεις. Δε θα γίνει ευκολότερη η απόφαση. Ξέρεις ήδη τι θέλεις να κάνεις, ξέρεις ότι θέλεις να φύγεις. Τελείωσε. Το ξέρεις, το νιώθεις, τώρα πρέπει να δεις πώς θα το πεις. Φοβάσαι κιόλας, μήπως το μετανιώσεις, αλλά έχεις ακούσει αυτό που έχει πει ο Καβάφης; «Ο αρνηθείς δεν μετανιώνει. Αν ρωτιούνταν πάλι, όχι θα ξαναέλεγε». Έτσι κι εσύ, αν σε ρωτούσαμε πάλι «όχι» θα έλεγες. Χωρίζεις και δε θα το μετανιώσεις.

Όταν χωρίζουν οι άνθρωποι έχουν τη συνήθεια να λένε ότι ήταν κοινή απόφαση ή το ζόριζαν κι οι δύο από καιρό, μεγάλωσες αρκετά όμως για να ξέρεις ότι κάτι τέτοιο δεν ισχύει -συνήθως αυτά τα λέει αυτός που φεύγει. Στην πραγματικότητα, ο ένας αποφασίζει κι ο άλλος ακολουθεί, μη έχοντας επιλογή. Ο ένας πονά κι ο άλλος βρίσκει τη χαμένη του ελευθερία.

Δε φθάνεις σ’ αυτό το σημείο, βέβαια, έτσι ξαφνικά. Υπάρχει μια συλλογιστική που σε φέρνει μπροστά στην απόφαση. Οι προσδοκίες δεν εκπληρώθηκαν, τα συναισθήματα ξεφούσκωσαν, όπως κι αν έχει, αλλιώς μπήκες κι αλλιώς βγαίνεις. Στην αρχή της σχέσης αυτά δεν μπορείς να τα προβλέψεις -κι αλίμονο αν ξεκινούσαμε με την πιθανότητα του φινάλε να μας τρώει το μυαλό.

Θυμάσαι πώς ένιωσες όταν κάποιος άλλος πήρε την απόφαση για σένα; Σε σόκαρε και σε κατακεραύνωσε εκείνο το «τελείωσε»/«τελειώσαμε», λες και τελειώνουν εύκολα οι άνθρωποι απ’ τις ζωές μας. Περίεργο πράγμα οι ανθρώπινες σχέσεις. Αρχίζουν μ’ ένα «Θέλω να μιλήσουμε» και τελειώνουν με ένα «Πρέπει να μιλήσουμε».

Δεν τη φοβάσαι τη μοναξιά, την αγαπάς την αφεντιά σου, γι’ αυτό και φεύγεις από αυτή τη σχέση, γιατί ένιωσες να χάνεις τον εαυτό σου, είχες άλλα σχέδια για σένα, δεν ένιωθες ευτυχία κι αν δε νιώθεις ευτυχία, δεν μπορείς και να τη χαρίσεις.

Ασφαλώς κι η ζωή δεν τελειώνει μ’ ένα χωρισμό. Άσε το ποτήρι κάτω, το ποτό δε θα πνίξει τα συναισθήματα ούτε τις τύψεις σου, σβήσε και το τσιγάρο, με τον καπνό δε θα εξαφανιστεί και ο πόνος σου. Σήκω πάνω, πήρες μια απόφαση και πρέπει να τη στηρίξεις.

Μέχρι να πάρεις την απόφαση να πεις «Δεν πάει άλλο» είχες βάλει θεούς και δαίμονες να παλεύουν μέσα σου για να βεβαιωθείς ότι ήταν η σωστή -μα τούτη την εγγύηση που αναζητάς ουδείς θα βρεθεί να στη δώσει. Ήθελες να υπάρχει η βεβαιότητα ότι το πάλεψες ως τέλους, εξάντλησες όλα τα ενδεχόμενα, δεν έφυγες αμαχητί.

Δεν προχωρούν πάντα ταυτόχρονα οι άνθρωποι μετά το τέλος της σχέσης τους. Ο πόνος για τον πόνο που θα προκαλέσουμε –έστω κι άθελά μας– δεν είναι λόγος να παραμείνουμε στη σχέση και κατά βάθος δε θα το ‘θελε ούτε ο άλλος. Μη στερείς ευκαιρίες που εσύ δεν μπορείς να εκπληρώσεις επικαλούμενος την πιο κλισέ δικαιολογία του κόσμου. Ό,τι κι αν κάνεις, όπως κι αν το θέσεις, ο άλλος θα πονέσει. Θα πονέσει μα θα το ξεπεράσει. Ενώ αν παραμείνετε σε κάτι που δεν τραβάει, αναζητώντας για πάντα ο καθένας από εσάς τον εαυτό του, θα το ξεπεράσετε;

Κούντερα: Τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα;

Αν κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μας είναι να επαναληφθεί αμέτρη­τες φορές, είμαστε καρφωμένοι στην αιωνιότητα. Τι φριχτή ιδέα!
 
Στον κόσμο της αιώνιας επιστροφής κάθε κίνηση φέρει το βάρος μιας αβάσταχτης ευθύνης.
 
Αυτό είναι που έκανε τον Νίτσε να λέει ότι η ιδέα της αιώνιας επιστροφής είναι το πιο βαρύ φορτίο (das schwerste Gewicht).
 
Αν η αιώνια επιστροφή είναι το πιο βαρύ φορτίο, οι ζωές μας μπο­ρούν, σ' αυτό το πλαίσιο, να φανερωθούν σ' όλη τους τη λαμπρή ελα­φρότητα.
 
Στ' αλήθεια, όμως, είναι φριχτή η βαρύτητα και ωραία η ελα­φρότητα;
 
Το πιο βαρύ φορτίο μάς συνθλίβει, μας κάνει να λυγίζουμε κάτω απ' αυτό, μας πιέζει στο έδαφος.
 
Αλλά, στην ερωτική ποίηση όλων των αι­ώνων, η γυναίκα επιθυμεί να δεχτεί το φορτίο του αντρικού κορμιού.
 
Το πιο βαρύ φορτίο είναι λοιπόν ταυτόχρονα και η εικόνα της πιο έντονης ζωικής ολοκλήρωσης.
 
Όσο πιο βαρύ είναι το φορτίο, όσο κοντινή στη γη είναι η ζωή μας, τόσο πιο αληθινή και πιο πραγματική είναι.
 
Σ' αντιστάθμισμα, η ολική απουσία του φορτίου κάνει το ανθρώπινο ον να γίνεται πιο ελαφρύ απ' τον άνεμο, να πετάει, ν' απομακρύνεται απ' τη γη, απ' το γήινο είναι, να μην είναι παρά μόνο κατά το ήμισυ αληθινό και οι κινήσεις του να είναι εξίσου ελεύθερες όσο και χωρίς ση­μασία.
 
Λοιπόν, τι να διαλέξει κανείς; Το βάρος ή την ελαφρότητα;
 
Πρόκειται για το ερώτημα που έθεσε ο Παρμενίδης τον 6ο αιώνα π.Χ. Κατ' αυτόν, το Σύμπαν είναι χωρισμένο σε ζεύγη αντιθέτων: το φως - το σκοτάδι, το παχύ - το λεπτό, το ζεστό - το κρύο, το είναι - το μη είναι.
 
Θεωρούσε ότι ένας από τους πόλους της αντίφασης είναι θετικός (το φωτεινό, το ζεστό, το λεπτό, το είναι), ο άλλος αρνητικός.
 
Αυτός ο διαχωρισμός σε πόλους, θετικό και αρνητικό, μπορεί να μας φανεί παιδαριωδώς εύκολος.
 
Εκτός από μία περίπτωση: τι είναι θετικό, το βάρος ή η ελαφρότητα;
 
Ο Παρμενίδης απαντούσε: το ελαφρύ είναι θετικό, το βαρύ είναι αρ­νητικό.
 
Είχε δίκιο ή όχι; Ιδού η απορία.
 
Ένα πράγμα είναι βέβαιο.
 
Η αντίφαση βαρύ-ελαφρύ είναι η πιο μυστηριώδης και η πιο διφορούμενη απ' όλες τις αντιφάσεις.
 
Μίλαν Κούντερα, Η αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα

Το «λέω όλη την αλήθεια» είναι τελείως διαφορετικό από το «είμαι ειλικρινής» ή «δεν λέω ψέματα».
Πολλές φορές λέτε την αλήθεια, αλλά παραλείπετε σημαντικά μέρη της ή όταν δεν σας αρέσει η αλήθεια, κατασκευάζετε μια καινούρια.

Χαμογελάτε ποτέ, ενώ είστε πραγματικά θυμωμένοι; Έχετε συμπεριφερθεί ποτέ άσχημα και θυμωμένα, ενώ βαθιά μέσα σας φοβάστε πραγματικά; Γελάτε ποτέ και αστειεύεστε, ενώ νιώθετε θλίψη και απόρριψη; Έχετε κατηγορήσει ποτέ κάποιον άλλο, ενώ νιώθετε πως είστε εσείς ένοχοι;

Αυτό ακριβώς εννοώ όταν αναφέρομαι στην «πλήρη αλήθεια».

Οι περισσότεροι άνθρωποι είναι αυθεντίες
στο να κρύβουν τα πραγματικά τους συναισθήματα.

Οι άνθρωποι είμαστε όλοι αυθεντίες στο να κρύβουμε την αλήθεια για τα συναισθήματά μας. Γινόμαστε μαέστροι στη μεταμφίεση, με αποτέλεσμα να κρύβουμε και να καταπνίγουμε τον πραγματικό μας εαυτό. Ίσως μάλιστα είστε τόσο καλοί στο να κρύβετε την αλήθεια από τον εαυτό σας, που στο τέλος πιστεύετε τα ίδια σας τα ψέματα.

Η ικανότητά σας να νιώσετε αγάπη είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ικανότητά σας για απόλυτη ειλικρίνεια. Όσο πιο αληθινοί είστε στη ζωή σας, τόσο περισσότερη αγάπη θα βιώσετε. Οι σχέσεις από άμεση και αποτελεσματική επικοινωνία αποτελούν πηγή αυξανόμενης αγάπης και σεβασμού προς τον εαυτό μας.

Οι σχέσεις που βασίζονται στο ψέμα μπορεί να είναι εύκολες και άνετες, αλλά δεν συμβάλλουν καθόλου στην ανάπτυξη της αγάπης προς τον εαυτό σας ούτε, βέβαια, στην ανάπτυξη του αυτοσεβασμού σας.

Το Φαινόμενο του Παγόβουνου
Τα συναισθήματά μας μοιάζουν με παγόβουνο
γενικά δείχνουμε ένα ελάχιστο μέρος
και το υπόλοιπο παραμένει «κάτω από το νερό».
Ζώντας με την Καρδιά και Όχι με το Νου

Η καταπίεση των συναισθημάτων σας είναι στην πραγματικότητα ένας μηχανισμός άμυνας, τον οποίο έχετε αναπτύξει με το πέρασμα του χρόνου. Αδυνατώντας να αντιμετωπίσετε και να εκφράσετε τα αληθινά σας συναισθήματα, μαθαίνετε να τα κρύβετε βαθιά μέσα σας, ελπίζοντας ότι θα εξαφανιστούν. Με την πολύχρονη απόρριψη και καταπίεση, αποκτάτε την επιβλαβή συνήθεια να πνίγετε αυτόματα κάθε συναίσθημα που σας προκαλεί ανασφάλεια, σύγχυση ή το θεωρείτε απαράδεκτο. Αρχίζετε να ερμηνεύετε με το μυαλό ό,τι αισθάνεστε, αντί να το νιώθετε, απλά και αυθόρμητα, με την καρδιά σας.

Τι Νιώθετε Πραγματικά;
Αποτέλεσμα της καταπίεσης των συναισθημάτων σας
είναι ότι παύετε να αισθάνεστε και αρχίζετε να σκέφτεστε
πως θα έπρεπε να αισθάνεστε.

Η ανακάλυψη των κρυμμένων συναισθημάτων σας παίζει πρωτεύοντα ρόλο στην ανάπτυξή σας, επειδή, όσο τα καταπιέζετε, τόσο χάνετε την επαφή με αυτό που είστε και θέλετε πραγματικά. Όταν είστε αναστατωμένοι ή ανήμποροι (συναισθηματικά) να αντιμετωπίσετε μια συγκεκριμένη κατάσταση, βιώνετε υποσυνείδητα διάφορα επίπεδα συναισθημάτων ταυτόχρονα.

Τα επίπεδα αυτά είναι:
Θυμός, Μομφή και Πικρία
Πόνος, Θλίψη και Απογοήτευση
Φόβος και Ανασφάλεια
Ενοχή, Τύψεις και Μεταμέλεια
Αγάπη, Κατανόηση, Συγχώρεση και Επιθυμία
 
Η απόλυτη ειλικρίνεια έχει πολλά διαφορετικά επίπεδα.
Είναι τελείως φυσιολογικό να έχετε πολλά αλληλοσυγκρουόμενα
συναισθήματα ταυτόχρονα.
 
Όταν εκφράζετε όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα,
μπορείτε να βιώσετε την αγάπη
και την κατανόηση τελείως αυθόρμητα.

Η απόλυτη αλήθεια για το πως αισθάνεστε έχει πολλά επίπεδα. Φυσιολογικά εσείς αναγνωρίζετε ένα συναίσθημα τη φορά, αλλά και τα άλλα είναι επίσης παρόντα. Όταν βιώνετε όλα αυτά τα επίπεδα και τα εκφράζετε πλήρως, οι συναισθηματικές αναταραχές διευθετούνται πολύ ευκολότερα. Κάθε συναίσθημα πρέπει να το ζείτε και να το εκφράζετε χωρίς περιορισμούς, διαφορετικά δεν θα ερμηνευτεί ποτέ σε βάθος. Στη δεύτερη περίπτωση, το πιο πιθανό είναι να το καταπιέσετε, δημιουργώντας μεγαλύτερο συναισθηματικό φορτίο, το οποίο, όμως, θα μεταφέρετε από τη μια σχέση στην άλλη.

Εκφράζοντας ειλικρινά όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα, μπορείτε να βιώσετε άμεσα την αγάπη και την κατανόηση, όπως στην αρχή της σχέσης.

Κάτω από όλα τα αρνητικά σας συναισθήματα υπάρχουν τα θετικά· κάτω από όλο το θυμό και τον πόνο βρίσκονται η αγάπη και η προθυμία για επικοινωνία. Το πρόβλημα δημιουργείται όταν εκδηλώνετε το θυμό ή τον πόνο και αμελείτε να εκφράσετε όλη την αλήθεια για την αγάπη που βρίσκεται από κάτω. Ο μόνος τρόπος για να φέρετε στο φως την αγάπη είναι να βιώσετε και να εκφράσετε όλα τα άλλα συναισθήματα που έχουν στοιβαχτεί πάνω της.

Κάτω από όλα τα αρνητικά συναισθήματα
περιμένει η αγάπη για να αναβλύσει.

Κάφκα: Για την ζωή

O Φραντς Κάφκα ερμήνευσε µε διαύγεια και βαθύτητα τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου και στοχάστηκε µε τρόπο ευφυή και καυστικό πάνω στις πολλαπλές στενοχώριες και ανοησίες της κάθε µέρας µας.
 
«ΖΩ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΩ ΑΣΤΑΜΑΤΗΤΑ. ΜΕ ΤΕΤΟΙO ΤΡΟΠΟ ΠΑΡΕΚΚΛΙΝΟΥΜΕ ΠΟΥ Η ΣΥΓΧΥΣΗ ΜΑΣ ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ ΝΑ ΞΕΡΟΥΜΕ ΑΠΟ ΤΙ ΠΡΑΓΜΑ ΠΑΡΕΚΚΛIΝΟΥΜΕ». Η σύγχυση είναι μία από τις επιδημίες του καιρού μας, αφού ζούμε εκτεθειμένοι σε τέτοια πληθώρα ερεθισμάτων και απαιτήσεων που συχνά χάνουμε τον έλεγχο των προτεραιοτήτων μας. Ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι ο ίσιος και απλός δρόμος είναι πάντα κι ο καλύτερος.
 
Ο βιολόγος και σύμβουλος Ενρίκε δε Μόρα μιλάει στο βιβλίο του ZigZag για τη σημασία που έχει κάποιες φορές το να κάνουμε γύρους, καθώς αυτοί μας απομακρύνουν από τον πιο σύντομο δρόμο αλλά μας οδηγούν σε μέρη που πράγματι χρειάζεται να δούμε: «Ιδεατά, για να πάει κανείς από το ένα σημείο στο άλλο, η ευθεία οδός είναι η συντομότερη, αλλά, στην τροχιά της ζωής των ανθρώπων, είθισται να είναι πολύ δύσκολη η εξελικτική πορεία σε ευθεία γραμμή.
 
Συνήθως προκύπτουν απρόοπτα που αλλάζουν τη ζωή μας και φαινομενικά μας κάνουν να χάνουμε χρόνο. Ακόμα κι έτσι, το να μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε αυτές τις απρόβλεπτες συνθήκες, αυτές τις περιπλοκές, μας κάνει να ωριμάζουμε σαν άνθρωποι. Ένα ατύχημα εν πρώτοις, δεν φαίνεται να μας φέρνει τίποτα καλό, αλλά, αν μπορέσουμε να πάρουμε κάποιο μάθημα από αυτό, θα βγούμε ενδυναμωμένοι.
 
Μαθαίνουμε περισσότερο όντας υποχρεωμένοι να προχωράμε με τον άνεμο κόντρα παρά ευνοϊκό. Στις στροφές που μας βγάζουν από την κανονική μας πορεία μπορούμε να ανακαλύψουμε πολύ περισσότερα διδάγματα. Ό,τι μας συμβαίνει είναι προς το συμφέρον μας».
 
«ΚΑΘΕ ΕΙΔΟΥΣ ΠΙΣΤΗ ΕΙΝΑΙ ΣΑΝ ΤΗ ΛΑΙΜΗΤΟΜΟ. ΕΙΤΕ ΕΙΝΑΙ ΒΑΘΙΑ, ΕΙΤΕ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑΚΗ». Κανένας δεν είναι απαλλαγμένος από προκαταλήψεις. Ακόμα και τα πιο ελεύθερα μυαλά υφίστανται τα φίλτρα των προκαταλήψεων και των στερεοτύπων. Οι αιτίες τους είναι πολιτισμικού, οικογενειακού και βιογραφικού χαρακτήρα, καθώς όλα τα βιώματά μας λειτουργούν τελικά ως φίλτρα ανάμεσα σε εμάς και στην πραγματικότητα.
 
Δεν υπάρχουν μόνο άτομα που απορρίπτουν ή περιφρονούν κάποια άλλα τα οποία δεν ανήκουν στη δική τους κοινότητα, στον πολιτισμό τους, στη φυλή ή στη θρησκεία τους. Ακόμα και απέναντι στους ίδιους τους εαυτούς μας διακατεχόμαστε από προκαταλήψεις και περιορισμούς όπως:
 
- Η πίστη ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι το οποίο δεν έχουμε επιχειρήσει και πριν.
- Η υποψία ότι άλλα άτομα μας λογοκρίνουν ή δεν μας αποδίδουν αυτό που μας αξίζει, όταν είναι πολύ πιθανόν να μην έχουν σχηματίσει άποψη για μας.
- Η τάση να σκεφτόμαστε ότι μια οριστική αποτυχία θα επαναληφθεί, χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη μας ότι υπάρχουν δύο ίδιες στιγμές ή περιστάσεις.
 
«ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΛΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΡΠΟΣ ΑΝΥΠΟΜΟΝΗΣΙΑΣ, ΠΡΟΩΡΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΜΙΑΣ ΟΡΓΑΝΩΜΕΝΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑΣ, ΤΕΧΝΗΤΟ ΕΜΠΟΔΙΟ ΠΟΥ ΥΨΩΝΕΤΑΙ ΓΥΡΩ ΑΠΟ ΜΙΑ ΤΕΧΝΗΤΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ». Η υπομονή είναι μια έξυπνη και πρακτική στάση η οποία μας γλιτώνει από άπειρες συγκρούσεις. Κατά τον γκουρού Όσο, η απλή παρατήρηση των γεγονότων είναι η τέχνη της υπομονής. Το να βλέπουμε τα όσα συμβαίνουν γύρω μας χωρίς να τα προσπερνάμε, δείχνει ότι κατέχουμε την «επιστήμη της ειρήνης».
 
Ο Δαλάι Λάμα διαβεβαιώνει πως «τίποτα δεν είναι τελικά τόσο ελκυστικό στον άνθρωπο όσο η ευγένειά του, η υπομονή του και η ανεκτικότητά του».
 
Ίσως όμως αυτός που προσδιόρισε καλύτερα αυτή την πηγή ηρεμίας και έμπνευσης να είναι ο Ζαν-Ζακ Ρουσσό, ο οποίος είπε ότι «η υπομονή είναι πικρή αλλά οι καρποί της είναι πολύ γλυκοί».
 
Αξίζει τον κόπο να ξαναβρίσκουμε αυτή την αρετή κάθε φορά που μπαίνουμε στον πειρασμό να γράψουμε ένα προσβλητικό γράμμα, να λογομαχήσουμε με τον ή τη σύντροφό μας ή να πάρουμε μια βιαστική απόφαση για μια υπόθεση που δεν έχει ακόμη ωριμάσει.

Φτάνουμε τόσο ψηλά όσο επιτρέπουμε στις σκέψεις μας!

Γίνετε ένας Θαυμάσιος Στοχαστής. Δεσμευτείτε να κάνετε κάθε σκέψη σας ένα πανέμορφο πράγμα. Αφιερωθείτε στο να βρίσκετε εντυπωσιακές έννοιες και ιδέες και σκέψεις που να είναι ξεκάθαρα αριστουργήματα.

Το έχετε ακούσει εκατοντάδες φορές με άλλους τόσους διαφορετικούς τρόπους: Γίνεστε αυτό που σκέφτεστε. Και οι σκέψεις που χρησιμοποιείτε μετατρέπονται σε αυτοεκπληρούμενες προφητείες. Να περιμένετε να σας συμβούν εξαιρετικά πράγματα και θα σας συμβούν. Το λένε οι εμψυχωτές. Το λένε οι δάσκαλοι. Το λένε οι σοφοί. Αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί; Νομίζω ότι τελικά κατανοώ γιατί είναι ακριβής αυτή η ιδέα. Δεν είναι κάποια μυστικιστική φιλοσοφία. Είναι απλή λογική.
   
Ορίστε, λοιπόν: Οι ενέργειές σας κάθε μέρα δημιουργούν τα αποτελέσματα της ζωής σας. Κι αφού πριν από κάθε ενέργειά σας υπήρξε μια σκέψη (η σκέψη είναι πράγματι ο πρόγονος της απόδοσης), αυτά στα οποία επικεντρώνεστε καθοδηγούν την πραγματικότητά σας. Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπέντζαμιν Ντισραέλι το είχε διατυπώσει πολύ εύστοχα όταν έγραψε: «Ποτέ δεν πρόκειται να φτάσετε ψηλότερα από όσο σκέφτεστε»

Ως ανθρώπινο ον, ποτέ δεν θα δράσετε με τρόπο σπουδαιότερο από τις σκέψεις σας. Αν έχετε σπουδαία όνειρα, η συμπεριφορά σας θα ακολουθήσει. Αν σκέφτεστε μικροπράγματα, θα κάνετε και μικροπράγματα. Η έννοια αυτή εξαπλώνεται ορμητικά σε κάθε διάσταση της ζωής μας. Αν σκέφτεστε ότι οι άνθρωποι είναι καλοί, οι μέρες σας θα περνούν ανοιχτόκαρδα. Και αυτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά αληθινά δημιουργεί την πραγματικότητά σας, επειδή οι άνθρωποι κάνουν καλά πράγματα για τους καλούς ανθρώπους.

Αν σκέφτεστε ότι σας αξίζουν τα καλύτερα, οι ενέργειές σας θα αντανακλούν αυτή την εμπιστοσύνη. Οι καλύτερες ενέργειες θα οδηγήσουν τότε σε καλύτερα αποτελέσματα. Αν περιμένετε ότι στη σταδιοδρομία σας ή στην κοινότητά σας θα φτάσετε σε επίπεδο παγκόσμιας κλάσης, τότε αυτός ο λαμπρός τρόπος σκέψης θα διαμορφώσει τον τρόπο που εργάζεστε καθώς και τον τρόπο που ζείτε. Και αυτή η εξαιρετική συμπεριφορά θα προκαλέσει εξαιρετικά αποτελέσματα.

Ελπίζω ότι μπόρεσα να διατυπώσω αυτή την ιδέα με σαφήνεια. Επειδή πιστεύω ότι είναι μια πολύ μεγάλη ιδέα που όμως εύκολα την αγνοούμε. Οι σκέψεις σας πραγματικά διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Η μόρφωσή σας διαμορφώνει τον κόσμο σας. Εκείνα στα οποία εστιάζετε θα επεκταθούν. Κι εκείνα με τα οποία ασχολείστε είναι αδιαμφισβήτητο ότι θα καθορίσουν τη μοίρα σας.

Αν κάποιος σου ζητήσει να επιλέξεις, να επιλέγεις πάντα εσένα

Μπορεί να έχουμε τη μεγαλύτερη καρδιά, ικανή να αγαπήσει τρελά και άνευ όρων. Μπορεί να πιστεύουμε στον ρομαντισμό, να τον επιζητούμε. Και πάντα πιστεύω ότι πρέπει να ερωτευόμαστε βαθιά, γρήγορα και χωρίς φόβο για το πού θα προσγειωθούμε. Όμως, δεν πρέπει να ξεχνάμε εμάς: Κι αν όλο αυτό τον καιρό το καλύτερο άτομο το οποίο θα μπορούσαμε να ερωτευθούμε είναι ο εαυτός μας;

Η αγάπη για τον εαυτό μας δεν είναι μια μόδα που ήρθε και θα φύγει. Οι άνθρωποι που την αντιλαμβάνονται έτσι έχουν χάσει μάλλον κάτι πολύ κρίσιμο. Η αγάπη για τον εαυτό μας είναι απαραίτητη, επειδή μας δίνει τα εργαλεία για να επιβιώσουμε σε αυτή τη ζωή.

Και είναι κάτι που μπορούμε να κάνουμε μόνοι μας. Δεν χρειάζεται να εξαρτόμαστε από κανένα άλλο για να δώσουμε στον εαυτό μας αξία. Εμείς κρατάμε όλη τη δύναμη και σε έναν κόσμο που δεν μπορούμε να ελέγξουμε, αυτό είναι ένα ενθαρρυντικό συναίσθημα.

Φυσικά, είναι ευκολότερο στη θεωρία. Είναι όμορφο πράγμα να θέλουμε να κάνουμε πράγματα για άλλους, να τους επιλέγουμε. Η ανιδιοτέλεια έχει τη θέση της στη ζωή μας φυσικά. Και ιδανικά, μπορούμε να μάθουμε να την εξισορροπούμε. Κάποιες φορές να επιλέγουμε τους άλλους. Άλλες φορές να επιλέγουμε τον εαυτό μας.

Αλλά τι γίνεται αν κάποιος μας βάλει σε μια θέση όπου συνεχώς «δουλεύουμε» γι’ αυτόν και δεν υπάρχει καμία αμοιβαιότητα; Αυτό δεν είναι αγάπη. Δεν είναι υγιές, ούτε και αποτελεί μέρος κάποιας συνταγής για την ευτυχία. Το μόνο που κάνει είναι να συσσωρεύει την πικρία και μια ψευδή ιδέα ότι δεν είμαστε αρκετά καλοί.

Κι αν αντιληφθούμε ότι τελικά ξοδεύουμε πολύ χρόνο προσπαθώντας να πείσουμε τους άλλους ότι αξίζουμε; Ότι κάνουμε τα πάντα, για να βεβαιωθούμε ότι συνεχίζουμε να είμαστε αποδεκτοί από αυτούς; Αυτό αργά ή γρήγορα θα μας πνίξει και είναι βέβαιο.

Αν γίνει γρήγορα, μπορεί και να βγούμε δυνατότεροι. Αν γίνει αργά, θα έχουμε χάσει πολύτιμο χρόνο και αυτό θα μας καταρρακώσει ακόμα περισσότερο. Αυτή δεν είναι η ζωή που επιζητάμε να δημιουργήσουμε. Δεν είναι η οπτική που θέλουμε να έχουμε.

Επιλέγω τον εαυτό μου. Επιλέγω τον εαυτό μου επειδή είμαι το μόνο άτομο για το οποίο εγγυώμαι ότι θα κάνει τη δουλειά σωστά. Επιλέγω τον εαυτό μου σε όλες εκείνες τις φορές που κάποιος με έθεσε ως επιλογή, όχι ως προτεραιότητα. Επιλέγω τον εαυτό μου ώστε όταν κάτι εκπληκτικό έρθει, να έχω αγαπήσει ήδη τον εαυτό μου και να μπορώ να προσφέρω και στον άλλο. Οι σχέσεις προϋποθέτουν δούναι και λαβείν.

Αν κάποιος σας ραγίσει την καρδιά, μην εγκαταλείπετε την αγάπη. Μην αποκλείσετε οποιαδήποτε μελλοντική ευκαιρία. Όμως, επιλέξτε τον εαυτό σας. Μάθετε ότι όλα αυτά μπορούν να συνυπάρχουν. Μπορείτε να είστε ρομαντικοί και παράλληλα να ξέρετε ότι τα συναισθήματά σας είναι σημαντικά. Επειδή αξίζετε. Ακόμα κι αν κάποιος σας παγιδεύσει στο να σκεφτείτε το αντίθετο. Αξίζετε.

Τι έργο έχεις τέλος πάντων ολοκληρώσει σε μια τόσο μακρά ζωή;

Όταν οι άνθρωποι περιφρουρούν την περιουσία τους, είναι συνήθως σφιχτοχέρηδες όταν όμως πρόκειται να χάσουν την ώρα τους, όταν δηλαδή βρίσκονται μπροστά στη μόνη περίπτωση που η φιλαργυρία θα ήταν έντιμο πράγμα, τότε γίνονται εξαιρετικά σπάταλοι. Θα ήθελα λοιπόν να σταματήσω κάποιον από τους γεροντότερους και να τον ρωτήσω: «Βλέπω ότι έχεις φτάσει σε βαθιά γεράματα: πλησιάζεις το εκατοστό έτος της ηλικίας σου, ίσως και περισσότερο` έλα τώρα να ξαναθυμηθείς τη ζωή σου και κάνε μου έναν απολογισμό.

Σκέψου πόσο από το χρόνο σου έχεις αφιερώσει στο δανειστή σου, πόσο στη φιλενάδα σου, πόσο στον πατρόνα σου, πόσο σπατάλησες για να λογομαχείς με τη γυναίκα σου, πόσο για να επιβάλεις τιμωρίες στους δούλους σου και πόσο για να τρέχεις πάνω κάτω στην πόλη εκτελώντας τις κοινωνικές σου υποχρεώσεις. Πρόσθεσε σ’ αυτά και τις αρρώστιες που εμείς οι ίδιοι προκαλούμε με τις πράξεις μας, και υπολόγισε επίσης και το χρόνο που έχει περάσει ανεκμετάλλευτος` τότε θα δεις ότι έχεις λιγότερα χρόνια από αυτά που υπολόγιζες ‘ότι είχες.

Κάτσε και ξανασκέψου, όποτε είχες βάλει ένα συγκεκριμένο σχέδιο στη ζωή σου, πόσο λίγες ήταν οι μέρες που πέρασες όπως τις είχες σχεδιάσει, πόσες φορές ήσουν πράγματι διαθέσιμος για τον εαυτό σου, πότε το πρόσωπό σου είχε τη φυσική του έκφραση, πότε το μυαλό σου ήταν ατάραχο, τι έργο έχεις τέλος πάντων ολοκληρώσει σε μια τόσο μακρά ζωή, πόσοι ήταν εκείνοι που σου απέσπασαν ένα τμήμα από τη ζωή σου όταν εσύ δεν ήξερες ακόμα τι έχανες, πόσο μέρος της ζωής σου ξόδεψες σε άσκοπη λύπη, σε ανόητη χαρά, σε άπληστη επιθυμία, σε συμβατικές συζητήσεις και, τελικά, πόσο μέρος από εσένα τον ίδιο σου έχει απομείνει και τότε θα καταλάβεις ότι πεθαίνεις πολύ πριν από το χρόνο που η φύση έχει προορίσει για σένα».

ΣΕΝΕΚΑΣ, Περί της συντομίας της ζωής

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ - Η συζυγική ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης

Οι προηγούμενοι τυπολογικοί, λειτουργικοί και σημειολογικοί ορισμοί αφορούν κατ' εξοχήν στην κορυφαία ομιλητική σχέση της Ιλιάδας, στη συζυγική δηλαδή ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης, η οποία διαβαθμίζεται, με κατιούσα φορά, στις ραψωδίες Ζ (στ. 407-493), X (στ. 477-514) και Ω (στ. 725-745).
 
Τα δύο βασικά υποκείμενα της ομιλητικής αυτής σχέσης είναι ο Πριαμίδης Έκτωρ (ο επιφανέστερος και σημαντικότερος υπερασπιστής της Τροίας) και η Ανδρομάχη, το γενεολογικό μητρώο της οποίας ενδιαφέρει ιδιαίτερα: κατάγεται από βασιλική οικογένεια της Θήβας, από την Πλάκο της Κιλικίας· στο πλαίσιο του τρωικού πολέμου έχει χάσει πατρίδα, αδέλφια και γονείς· για τον τριπλό αυτόν αφανισμό ευθύνεται ο Αχιλλέας. Με τους όρους αυτούς, η προσήλωση της Ανδρομάχης στον Έκτορα είναι κυριολεκτικώς αποκλειστική, γι' αυτό και το πρόσωπό της εμφανίζεται στην Ιλιάδα σε συνάφεια μόνον προς τον Έκτορα και την τραγική του τύχη.
 
Στην ομιλητική, ωστόσο, σχέση Έκτορα και Ανδρομάχης διαμεσολαβεί, ως βωβό πρόσωπο, και το νήπιο τέκνο τους, ο Αστυάναξ ή Σκαμάνδριος - και τα δύο ονόματα, προπαντός το πρώτο, δεν είναι καθόλου αδιάφορα, όπως θα δούμε, για τη δική μας σύγκριση. Ο ρόλος του Αστυάνακτα αναγνωρίζεται καθ' οδόν: το παιδί συστήνει με τη σιωπηλή παρουσία του και το φοβισμένο του κλάμα την κορυφή του συζυγικού τριγώνου, ευνοώντας τη σύγκλιση των βασικών ομιλητικών υποκειμένων, που βρίσκονται, εξαιτίας του πολέμου, σε απόσταση μεταξύ τους. Τούτο φαίνεται καθαρά στην πρώτη βαθμίδα της συζυγικής ομιλίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στο δεύτερο μισό της έκτης ραψωδίας (στ. 369-502).
 
Σε αυτήν, εξάλλου, τη βαθμίδα έχουμε και τη μοναδική εν ζωή ιλιαδική συνάντηση και συνομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης, που πραγματοποιείται απρογραμμάτιστα και παρ' ελπίδα στις Σκαιές Πύλες - συμβολικό όριο πολεμικού και ομιλητικού χώρου στην Ιλιάδα. Η προηγούμενη αριστεία του Διομήδη (5.144 κε.) απειλεί ήδη την τειχισμένη πόλη της Τροίας, και η απειλή αυτή αποτελεί τον λόγο εισόδου του Έκτορα στο κάστρο (ο Έλενος τον επιφορτίζει με την εντολή να κινητοποιήσει τη μάνα του και τις σεβάσμιες Τρωάδες ώστε με πέπλο και προσευχές να ικετεύσουν το ξόανο της Παλλάδας προς αποτροπή του έσχατου κινδύνου (6.77-101)· η φήμη της ίδιας απειλής προκαλεί και την έξοδο της Ανδρομάχης από τον συζυγικό θάλαμο στις επάλξεις του κάστρου, όπου συναντά τον Έκτορα, έτοιμο ήδη να διαβεί τις Σκαιές Πύλες (στ. 392-406)· εκεί μάταια προσπαθεί να αποτρέψει την επιστροφή του άντρα της στο πεδίο της μάχης, με επιχειρήματα αμυντικής τακτικής και συναισθηματικής αγωνίας (στ. 407-439).
 
Η ομιλητική σκηνή επιβαρύνεται εξαρχής από τα προαισθήματα του Έκτορα για τη βέβαιη πτώση της Τροίας, ως παρεπόμενα της οποίας προβλέπονται ο δικός του φόνος, η χηρεία και η δουλεία της γυναίκας του, η ορφανική δυστυχία του μικρού παιδιού (στ. 441-465). Η ούτως ή άλλως βαριά αυτή ατμόσφαιρα ανακουφίζεται κάπως εξαιτίας του νηπίου: που περνά από την αγκάλη της παραμάνας στα χέρια του πατέρα και εφεξής στον κόρφο της μάνας, προκαλώντας κατά σειρά: τον μερικό αφοπλισμό του Έκτορα· την ευχή του πατέρα στον Δία να έχει ο γιος του ευκλεέστερο μέλλον από το δικό του· το δακρυσμένο γέλιο της Ανδρομάχης· το τρυφερό τέλος παρηγορητικό χάδι του άντρα της (στ. 467-493).
 
Το σύνολο της ομιλητικής σκηνής μοιράζεται σε πράξη και λόγο των ομιλητικών υποκειμένων: η πράξη περιβάλλει τον λόγο. Ο συνδυασμός αυτός δίνει έντονη την αίσθηση της παράστασης, και προσφέρεται σε θεατρική μεταγραφή. Τούτο φαίνεται καθαρά και στον επίλογο της σκηνής: ο Έκτωρ παρηγορεί και συγχρόνως αποτρέπει τη γυναίκα του· ο ίδιος οφείλει να συνεχίσει το ευκλεές πολεμικό του έργο, με τίμημα έστω τον θάνατο, που τελικώς τον αποφασίζουν οι θεοί· εκείνη πρέπει να γυρίσει στον θάλαμο και να επιδοθεί στα γυναικεία της καθήκοντα (στ. 495-500)· ο Έκτωρ φορεί ξανά την περικεφαλαία του και φεύγει (στ. 494)· η Ανδρομάχη υποχωρεί κοιτάζοντας πίσω της και κλαίει· όταν φτάνει στο σπίτι, το κλάμα μεταβάλλεται σε επιτάφιο θρήνο· βέβαιη η γυναίκα ότι δεν θα ξαναδεί τον άντρα της, τον μοιρολογεί ζωντανό (στ. 499-502).
 
Οι δύο επόμενες εμφανίσεις της Ανδρομάχης στην Ιλιάδα επισυμβαίνουν με τον Έκτορα πλέον νεκρό και έχουν την τυπική μορφή του επικήδειου θρήνου (22.477-514 και 24.725-745). Η λειτουργική αυτή συγγένεια υπαγορεύει λίγο πολύ και συγγενές περιεχόμενο: καθώς το ομιλητικό τρίγωνο έχει κλονιστεί πια στη βάση του, η χηρεία και η σκλαβιά της γυναίκας, η ορφανική τύχη και η πιθανή κατακρήμνιση του παιδιού από το κάστρο της Τροίας προβάλλονται τώρα με ιδιαίτερη έμφαση και μοιράζονται δυσανάλογα στους δύο κομμούς· όπου βεβαίως προέχει ο σπαραχτικός θρήνος της γυναίκας για τον πρόωρα αφανισμένο άντρα της.
 
Παρά τις ομοιότητές τους, όμως, οι θρήνοι έχουν και χαρακτηριστικές διαφορές. Η κυριότερη διαφορά εντοπίζεται στον χώρο και στον χρόνο τους. Ο θρήνος της εικοστής δεύτερης ραψωδίας σκηνοθετείται πάνω στις επάλξεις του κάστρου, με τον νεκρό Έκτορα να διασύρεται μπροστά στα μάτια της γυναίκας του από τον Αχιλλέα. Ο θρήνος της εικοστής τέταρτης ραψωδίας υπακούει σε τυπικότερη σκηνοθεσία: την εφάρματη επιστροφή του νεκρού Έκτορα στην Τροία την αναγγέλλει πάνω από το κάστρο η Κασσάνδρα ως παραισθητικό νόστο του ήρωα (στ. 704-706)· Τρώες και Τρωάδες συρρέουν στις πύλες για να υποδεχτούν τον νεκρό (στ. 707-709)· με την επιμονή του Πριάμου, ο νεκρός προτίθεται στο παλάτι (στ. 716-717)· χορός εξαρχόντων εγκαινιάζει τον επικήδειο οδυρμό (στ. 719-721)· κρατώντας το κεφάλι του νεκρού, η Ανδρομάχη προφέρει πρώτη τον δικό της κομμό (στ. 725-745)· έπονται οι θρήνοι της Εκάβης (στ. 748-759) και της Ελένης (στ. 762-775).
 
Όπως τονίσαμε ήδη, ο νεκρός και διασυρμένος Έκτωρ, ύστερα από παρέμβαση των θεών και τη μακρά εταιρική ομιλία του Πριάμου με τον Αχιλλέα, επιστρέφεται στην Τροία και προοικονομείται η ταφή του, με συμφωνημένη, ολιγοήμερη έστω, ανακωχή Δαναών και Τρώων (24.656-667) - αυτήν την τροπή του ομιλητικού θέματος ονομάσαμε προηγουμένως "νεκρώσιμο νόστο". Τον ιλιαδικό νεκρώσιμο νόστο παραλαμβάνει ο ποιητής της Οδύσσειας και τον γυρίζει σε αίσιο, μέσα βέβαια από ατέλειωτες περιπλανήσεις, τον χαμό όλων των εταίρων του, την εκδικητική μνηστηροφονία.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (380-404)

ΟΡ. τοῦτο διαμπερὲς οὖς [στρ. δ] 380
ἵκεθ᾽ ἅπερ τε βέλος.
Ζεῦ Ζεῦ, κάτωθεν ἀμπέμπων
ὑστερόποινον ἄταν,
βροτῶν τλάμονι καὶ πανούργῳ
385 χειρί, τοκεῦσι δ᾽ ὅμως τελεῖται.

ΧΟ. ἐφυμνῆσαι γένοιτό μοι πυκά- [στρ. ε]
εντ᾽ ὀλολυγμὸν ἀνδρὸς
θεινομένου, γυναικός τ᾽
ὀλλυμένας· τί γὰρ κεύ-
θω †φρενὸς θεῖον ἔμπας†
390 ποτᾶται, πάροιθεν δὲ πρῴρας
δριμὺς ἄηται κραδίας
θυμός, ἔγκοτον στύγος.

ΗΛ. καὶ πότ᾽ ἂν ἀμφιθαλὴς [ἀντ. δ]
395 Ζεὺς ἐπὶ χεῖρα βάλοι,
φεῦ φεῦ, κάρανα δαΐξας;
πιστὰ γένοιτο χώρᾳ.
δίκαν [δ᾽] ἐξ ἀδίκων ἀπαιτῶ.
κλῦτε δὲ Γᾶ χθονίων τε τιμαί.

400 ΧΟ. ἀλλὰ νόμος μὲν φονίας σταγόνας
χυμένας ἐς πέδον ἄλλο προσαιτεῖν
αἷμα· βοᾷ γὰρ λοιγὸς Ἐρινὺν
παρὰ τῶν πρότερον φθιμένων ἄτην
ἑτέραν ἐπάγουσαν ἐπ᾽ ἄτῃ.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
380 Αυτός σου ο λόγος χτύπησε στ᾽ αυτί
σα βέλος που τρυπά πέρα για πέρα.
Ω Δία, που στέλλεις κάτω από τη γη
την εκδικήτρα συμφορά μια μέρα,
αργά ή νωρίς, σε κείνους που τολμούν
τα πάντα με κακούργα χέρια,
και γονιοί να ᾽ναι, θα το βρουν.

ΧΟΡΟΣ
Να θε αξιωθώ τον άγιο ολολυγμό
μ᾽ όλη μου τη φωνή να ψάλω,
σαν πέφτουν άντρας και γυναίκα, οι δυο,
σφαγμένοι ο ένας πάνω από τον άλλο!
Γιατί, τί θέλω να το κρύβω αυτό
που ξεπετά και μόνο απ᾽ την καρδιά μου,
390 αφού δριμύ μου πνέει κατάπρωρα
το πάθος της ψυχής, η άγρια η μάνητά μου;

ΗΛΕΚΤΡΑ
Πότε λοιπόν κι ο παντοδύναμος
ο Δίας το χέρι του θα βάλει;
αχ κι αχ! σα σκίσει τα κεφάλια τους,
στη χώρα η πίστη θα γυρίσει πάλι.
Το δίκιο από τους άδικους ζητώ,
μ᾽ ακούστε, ω Γη κι ω σεβαστές
του κάτω κόσμου εσείς θεές!

ΧΟΡΟΣ
400 Μα είναι νόμος, το αίμα που εχύθη στη γη
νέον αίμα να θέλει· κι ο φόνος βοά,
ως που νά ᾽ρθει η Ερινύα και φέρει γι᾽ αυτούς
που σκοτώθηκαν πριν,
συμφορ᾽ άλλην στην πρώτην απάνω.

Η ΑΙΤΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗ

Το έργο του Θουκυδίδη κατέχει ξεχωριστή θέση ως η πρώτη καταγραφή της ιστορίας που διακρίνεται από επιστημονικό και ορθολογιστικό πνεύμα. Ο Θουκυδίδης αποτυπώνει καλύτερα από οποιονδήποτε σύγχρονό του το πνευματικό κλίμα της εποχής του. Πρώτος αυτός ζητά να ερμηνεύσει τα ιστορικά συμβάντα ορθολογιστικά, δηλαδή ως αποτελέσματα της δράσης ενδοκοσμικών παραγόντων, αποκλείοντας από το έργο του κάθε αναφορά στους θεούς και στην επίδραση υπερφυσικών δυνάμεων.
 
Η Ἱστορία του Θουκυδίδη αποτελεί μία μελέτη της προσπάθειας του ανθρώπου να υποτάξει τον κόσμο μέσα από τη νόηση (Parry 1981: 181). Σαφώς επηρεασμένος από τη διδασκαλία των σοφιστών, ο Θουκυδίδης προβάλλει την πίστη του στον νου και τον ανθρώπινο λόγο, αναγνωρίζοντας ότι «η ζωή είναι σε μεγάλο βαθμό λογική και διέπεται από τάξη» (Finley 2006: 318). Σε αυτήν ακριβώς την πίστη βασίζεται και η δυνατότητα της προγνώσεως, που όχι μόνο διαδραματίζει ουσιαστικό ρόλο μέσα στο έργο αλλά το καταξιώνει και ως κτῆμα ἐς ἀεὶ.
 
          Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Θουκυδίδης αναγνώριζε την αδυναμία της σκέψης να εξουσιάσει πλήρως τη ζωή, καθώς υπάρχει πάντοτε μια περιοχή της ζωής που δεν μπορεί ποτέ να προβλεφθεί ακριβώς (Finley 2006: 317-8). Εδώ έγκειται αυτό που ονομάζουμε τύχη, η έννοια της οποίας στον Θουκυδίδη φαίνεται να είναι σύμφωνη με την αντίληψη των Ιπποκρατικών. Η τύχη στον Ιπποκράτη και τη σχολή του δεν έχει υπερφυσικό χαρακτήρα, γίνεται όρος για εκείνο που δεν μπορεί να προσδιορίσει η ανθρώπινη διάνοια, για το αστάθμητο (όχι όμως και υπερφυσικό) στοιχείο εκείνο που πολλές φορές επιδρά στα ανθρώπινα.
 
          Έτσι, ενώ στον Θουκυδίδη όλα τα ανθρώπινα μέσα υποτάσσονται, τελικά, στην πνευματική ικανότητα, υπάρχει ένα στοιχείο που μένει στο περιθώριο. Αυτό δεν είναι άλλο από την τύχη, στην οποία παραχωρεί την πρέπουσα θέση μέσα στο έργο του, χωρίς αυτό να σημαίνει, βέβαια, ότι η τύχη έχει κυρίαρχη θέση στην Ἱστορία (De Romilly 1988: 175). Ο Θουκυδίδης οργανώνει την Ἱστορία του με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούμε να διακρίνουμε δύο περιοχές της ανθρώπινης δράσης, τη σκέψη, που εκφράζεται με τον λόγο, και την κατεξοχήν δράση, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που λαμβάνουν χώρα, και διερευνά τη μεταξύ τους σχέση (Parry 1981: 182, Edmunds 1975: 212). Στο πλαίσιο αυτό προβάλλεται ιδιαίτερα η αντίθεση γνώμητύχη, η οποία απαντά πολύ συχνά μέσα στο έργο, αν και όχι πάντοτε ρητώς εκπεφρασμένα.

Πόσο αληθινοί γίνονται οι άνθρωποι, όταν μιλούν για εκείνο που αγαπούν;

Οι άνθρωποι, όταν μιλούν γι’ αυτό που αγαπούν, λάμπουν!
Παρατήρησέ τους. Πως τα μάτια τους έχουν σπίθες θάρρους και ζωντάνιας. Πως το χαμόγελό τους είναι αλλιώτικο από κάθε άλλο, που σου έχουν χαρίσει. Παρατήρησε πως παίρνει χρώμα η φωνή τους, πως οι λέξεις τους σαν μουσική αγκαλιάζουν το χώρο.

Δεν στέκουν ακίνητοι. Το σώμα τους βρίσκεται σε μια εγρήγορση. Σε μια αναστάτωση, σαν να αντικρίζουν τον εφηβικό τους έρωτα! Παρατήρησε τις κινήσεις τους. Προσπαθούν με κάθε τρόπο να σε μεταφέρουν στο όνειρό τους. Γρήγορες κινήσεις, η μία να διαχέεται την άλλη τόσο αρμονικά όμως, που νομίζεις πως τις έχουν μάθει σαν ρόλο το τι πρέπει να κάνουν.

Εκείνοι, όμως τη στιγμή αυτή βλέπουν μπροστά τους το όνειρό τους να παίρνει σάρκα και οστά. Η αναπνοή τους γίνεται πιο γρήγορη. Και θέλουν να πουν τόσα πολλά, που προσπαθούν να τα πουν όλα μαζί και γρήγορα, με αποτέλεσμα να κομπιάζουν. Γιατί δεν ξέρουν από που να ξεκινήσουν! Σε εκείνο το κόμπιασμα λοιπόν παίρνουν βαθιά ανάσα και συνεχίζουν να λένε, να λένε, να λένε…με ακόμα πιο μεγάλο ενθουσιασμό και πάντα σε κοιτάζουν μέσα στα μάτια!

Έχουν έξω το στέρνο τους και είναι οπλισμένοι με τόλμη. Ξέρουν τι θέλουν. Πατούν γερά στη γη για να αγγίξουν ό,τι αγαπούν! Θαρρείς πως αντικρίζεις άλλον άνθρωπο. Και οι κλειστοί, ναι, οι κλειστοί χαρακτήρες, αν μιλήσουν για ό,τι αγαπούν, τότε δεν τους αναγνωρίζεις.

Και δεν υπάρχει πιο όμορφος άνθρωπος, από εκείνον που σου μιλάει ή μάλλον που σου αφηγείται ό,τι αγαπάει! Από τον άνθρωπο που κατέχει ξεχωριστή θέση στην ζωή του, μέχρι εκείνο το όνειρο που είχε από μικρός. Εκείνο που παλεύει να πραγματοποιήσει για να φτάσει και να φτιάξει την ευτυχία του!

Αλλιώτικοι όμως γίνονται οι άνθρωποι και όταν σου μιλούν για ότι τους πόνεσε! Δες πως αλλάζει η όψη τους. Πως ο πόνος αγγίζει το πρόσωπό τους. Κοίταξε πως τα μάτια τους γεμίζουν από θάλασσες. Θάλασσες που ήταν γαλήνιες κάποτε και τώρα, τώρα δεν θυμίζουν τίποτα από πριν. Μα μια φουρτούνα μονάχα μπορείς να αντικρίσεις.

Παρατήρησε πως, όταν οι άνθρωποι μιλούν για ότι τους έχει πονέσει, δεν σε κοιτούν στα μάτια. Το βλέμμα τους ατενίζει αλλού. Και είναι πιο ήρεμοι, πιο ήσυχοι. Θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν κατάματα όταν φτάσουν στο τέλος της αφήγησής τους, λέγοντας κοφτά, πόνεσα πολύ! Μα πάει, πέρασε αυτό. Και θα το συνοδέψουν με ένα μικρό χαμόγελο. Σε εκείνο το χαμόγελο κρύβεται και η δύναμή τους. Εκείνη που έχουν για να συνεχίσουν να ονειρεύονται, να αγαπούν, να ερωτεύονται και να ελπίζουν!

Παρατήρησε τους ανθρώπους πόσο αληθινοί γίνονται όταν σου μιλούν για ότι αγαπούν και για ότι τους έχει πονέσει στη ζωή τους. Παρατήρησε πως η αλήθεια τους αλλάζει. Πως αντικρίζεις την ίδια την ζωή εκείνη τη στιγμή. Παρατήρησε πως ότι ζούμε είναι η ίδια η ζωή!

Νίτσε: Η γνωριμία με τους μεγάλους Έλληνες, ήταν ο μεγάλος δάσκαλός μου

Μ’ έναν μεγάλο λαό, μεγαλοφυή, συμβαίνει ό,τι και με τον άνθρωπο τον μεγαλοφυή. Και οι παραμικρότερες εκδηλώσεις τη ζωής, έχουν το σημάδι της μεγαλοφυΐας...

Οι Έλληνες είναι όπως και η μεγαλοφυΐα: Απλοί. Γι’ αυτό είναι διδάσκαλοι αθάνατοι.

Οι θεσμοί τους, τα δημιουργήματά τους, φέρνουν τη σφραγίδα της απλότητας, τόσο, που συχνά μένει κανείς εκστατικός, βλέποντας ως τι σημείο είναι μοναδικοί σ’ αυτή τους την απλότητα.

Και, παραδόξως, είν’ εξίσου τόσο «βαθιές», όσο και απλοί. Μολοντούτο, σπάνια μας αποκαλύπτουν τα βάθη της σοφίας και της γνώσης τους...

Ανάμεσα στον μεγάλο άνθρωπο της διάνοιας, το Αριστοτέλη, και στα ήθη και την τέχνη των Ελλήνων, υπάρχει άβυσσος τεράστια, έτσι που ο καθείς από εμάς φαίνεται ρηχός και άτονος, συγκρινόμενος με το απροσμέτρητο μεγαλείο του ελληνικού ενστίκτου.

Είναι μια απ’ τις μεγαλύτερες αρετές των Ελλήνων το να μην θέλουν να μεταπλάσουν σε διανόημα ό,τι καλύτερο κλείνουν μέσα τους.

Μ’ άλλα λόγια, είναι «αφελείς»· είναι μια λέξη που συνοψίζει την απλότητα και το βάθος. Έχουνε μέσα τους κάτι από το έργο της τέχνης.

Ο κόσμος μπορεί να είναι όσο θέλει σκοτεινός, όμως αρκεί να παρεμβάλλουμε ένα κομμάτι ελληνικής ζωής για να φωτιστεί αμέσως άπλετα...

Θα προσπαθήσουμε να διδαχτούμε από τους Έλληνες και θα διδάξουμε με οδηγό τα παραδείγματά τους. Αυτό θα είναι το έργο μας...

Άλλοι λαοί έχουν αγίους. Οι Έλληνες έχουν σοφούς.

Ο Έλληνας δεν είναι ούτε αισιόδοξος ούτε απαισιόδοξος· είναι, στη βαθύτατη ουσία του, «ανδρικός». Βλέπει τα τρομερά πράματα, όπως είναι και δεν τα κρύβει από τον εαυτό του.

Η φιλανθρωπία των Ελλήνων συνίσταται στην αφέλεια που χαρακτηρίζει στον κόσμο τους τον άνθρωπο, το κράτος, την τέχνη, το δίκαιο του πολέμου και το διεθνές δίκαιο, τις φυλετικές σχέσεις, την αγωγή, τη ζωή των κομμάτων· είναι ο ίδιος ανθρωπισμός που εκδηλώνεται σ’ όλους τους λαούς, όμως στους Έλληνες εμφανίζεται με τέτοια γύμνια, με τέτοιον απανθρωπισμό, που μας δίνει ένα μάθημα δυσαναπλήρωτο.

Αν η εξέλιξη του ελληνικού πολιτισμού έχει τέτοια σημασία, είναι γιατί ολόκληρος ο δυτικός μας κόσμος πήρε απ’ αυτόν τον παλμό του· η μοίρα θέλησε να είναι ο πιο πρόσφατος και πιο εκφυλισμένος Ελληνισμός που παρουσίασε τη μεγαλύτερη ιστορική δύναμη. Γι' αυτό, ο πρωτόγονος Ελληνισμός εκτιμήθηκε πάντοτε σφαλερά. Πρέπει να γνωρίσουμε και τον πρόσφατο Ελληνισμό για να τον ξεχωρίσουμε απ’ τον παλιό. Απομένει ακόμα ν’ ανακαλύψουμε πολλές δυνατότητες. Οι Έλληνες ανακάλυψαν άλλες και κατόπιν ανακάλυψαν εκ νέου.

Ο άνθρωπος είναι κάτι που πρέπει να ξεπεραστεί και τούτο είναι ζήτημα ύφους. Οι Έλληνες, αξιοθαύμαστοι, χωρίς σπουδή. Πρόγονοί μου: Ο Ηράκλειτος, ο Εμπεδοκλής, Ο Σπινόζα, ο Γκέτε.

Δεν γνώρισα ποτέ κανέναν, που να έχει εμπνεύσει τόσο σεβασμό, όσον οι Έλληνες φιλόσοφοι.

Δεν θα κουραστώ ν’ αναπολώ με τα μάτια της ψυχής, ολόκληρη σειρά από φιλοσόφους που ο καθένας τους ενσωματώνει αυτή την ακατανόητη ιδιομορφία και ξυπνάει αυτή την ίδια την κατάπληξη με την δυνατότητα της ζωής που μπόρεσε ν’ ανακαλύψει μόνο για τον εαυτό του. Εννοώ τους φιλοσόφους που έζησαν στη ρωμαλεότερη και γονιμότερη εποχή, στον αιώνα που προηγήθηκε των μηδικών πολέμων και στα χρόνια των πολέμων αυτών.

Οι Έλληνες, λαός αληθινά υγιής, δικαίωσαν τη φιλοσοφία μια για πάντα, από το γεγονός και μόνο ότι φιλοσόφησαν. Φιλοσόφησαν δε, περισσότερο από τους άλλους λαούς.

Να μην μας επιβάλουν το συμπέρασμα πως η φιλοσοφία στην Ελλάδα, δεν υπήρξε ποτέ τίποτε άλλο παρά είδος εισαγωγής από το εξωτερικό· ότι δεν βλάστησε από το εθνικό και φυσικό χώμα κι ακόμα πως, όντας ξενικό προϊόν, οδήγησε τους Έλληνες στην καταστροφή μάλλον παρά στην πρόοδο... Αν πήγαν τόσο μακριά, ήταν γιατί μπόρεσαν να σηκώσουν για να το πετάξουν πιο μακριά, ένα δόρυ που κάποιος άλλος είχε αφήσει καταγής.

Οι Έλληνες, ασφαλώς, δεν υπερεκτιμηθήκανε ποτέ, γιατί θα έπρεπε να είχαν εκτιμηθεί στην πραγματικοί τους αξία κι αυτό είναι αδύνατον. Πώς θα τους αποδίδαμε δικαιοσύνη; Αλλά τους εκτιμήσαμε λαθεμένα.

Όλα τα φιλοσοφικά συστήματα είναι ξεπερασμένα· οι Έλληνες ακτινοβολούν με μια λάμψη δυνατότερη παρά ποτέ, ειδικά οι Έλληνες πριν τον Σωκράτη.

Ο Έλληνας, είναι ως την ώρα, εκείνος που έφερε τον άνθρωπο μακρύτερα.

Οι Έλληνες ανακάλυψαν τους κυριότερους τύπους φιλοσοφικού πνεύματος, στους οποίους οι μεταγενέστερες γενεές δεν πρόσθεσαν τίποτε το ουσιαστικό.

Οι αρχαίοι Έλληνες είναι οι αθάνατοι διδάσκαλοι της ανθρωπότητας.

Στα λόγια των φιλοσόφων, από τον Θαλή ως τον Σωκράτη, όπως άλλωστε και στις προσωπικότητές τους, προβάλλουν τα μεγάλα χαρακτηριστικά της ελληνικής μεγαλοφυΐας.

Ξεχωρίζω με βαθύτατο σεβασμό το όνομα του Ηράκλειτου. Ενώ το υπόλοιπο φιλοσοφικό έθνος περιφρονούσε τη μαρτυρία των αισθήσεων γιατί φανερώνουν την πολλαπλότητα και την αλλαγή, αυτός περιφρονούσε τη μαρτυρία τους γιατί δίνουν στα πράγματα τη μορφή της διάρκειας και της ενότητας.

Ο Δημόκριτος, είναι ο πρώτος που απέκλεισε αυστηρά από τη θεωρία το μυθικό στοιχείο. Είναι ο πρώτος ορθολογιστής.

Ο Σωκράτης, ξορκίζοντας τον φόβο του θανάτου, είναι ο τελευταίος τύπος του σοφού που μας δόθηκε· ο σοφός νικητής των ενστίκτων διά της σοφίας.

Η γνωριμία με τους μεγάλους Έλληνες, ήταν ο μεγάλος δάσκαλός μου. Υπάρχουν περισσότερα πράγματα για να σεβαστεί κανείς στον Ηράκλειτο, στον Εμπεδοκλή, στον Παρμενίδη, στον Αναξαγόρα, στον Δημόκριτο (παρά στους νεότερους)· αυτοί είναι πληρέστεροι. Ο Χριστιανισμός το φέρει βάρος στη συνείδησή του ότι χάλασε πολλές πλήρεις προσωπικότητες, όπως λ.χ. τον Πασκάλ και πριν απ’ αυτόν, τον διδάσκαλο Έκαρτ.

Ο Επίκουρος πολέμησε τη διαφθορά των ψυχών από τις έννοιες της ενοχής, της τιμωρίας και της αθανασίας. Πολέμησε τις υποχθόνιες λατρείες που ήταν σχεδόν μια λανθάνουσα μορφή του Χριστιανισμού. Η απόρριψη της αθανασίας, ήταν τότε πραγματική σωτηρία. Κι ο Επίκουρος κέρδισε τη μάχη· κάθε έντιμο πνεύμα στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν επικούρειο.

Η σοφία δεν προχώρησε ούτε ένα βήμα μετά τον Επίκουρο και συχνά βρίσκεται χιλιάδες βήματα πίσω του.

Ό,τι μας χωρίζει από τον Καντ, όπως κι απ’ τον Πλάτωνα και τον Λάιμπνιτς, είναι ότι παραδεχόμαστε το «γίγνεσθαι», ακόμη και σ’ αυτά τα άυλα πράγματα· είμαστε ολότελα εμποτισμένοι από το ιστορικό πνεύμα. Αυτή είναι η μεγάλη καμπή. Ο Λαμάρκ και ο Χέγκελ -κι αυτός ο Ντάρβιν-, δεν είναι παρά μια συνισταμένη. Η σκέψη του Ηράκλειτου και του Εμπεδοκλή αναστήθηκε.

Οι Έλληνες ξέρουν να μαθαίνουν... Στους Έλληνες, όλα γίνονται ζωή! Σ’ εμάς, τα πάντα μένουν στο στάδιο της γνώσης.

Η κορυφή της φιλοσοφίας: Στους Ελεάτες και στον Εμπεδοκλή.

Αποδεδειγμένα σε κάθε περίοδο της εξέλιξής του ο δυτικοευρωπαϊκός πολιτισμός προσπάθησε να απελευθερώσει τον εαυτό του από τους Έλληνες. Η προσπάθεια αυτή είναι διαποτισμένη με βαθύτατη δυσαρέσκεια, διότι οτιδήποτε κι αν δημιουργούσαν, φαινομενικά πρωτότυπο και άξιο θαυμασμού, έχανε χρώμα και ζωή στη σύγκρισή του με το ελληνικό μοντέλο, συρρικνώνονταν, κατέληγε να μοιάζει με φθηνό αντίγραφο, με καρικατούρα. Έτσι, ξανά και ξανά, μια οργή ποτισμένη με μίσος ξεσπάει εναντίον των Ελλήνων, εναντίον αυτού του μικρού και αλαζονικού έθνους, που είχε το νεύρο να ονομάσει βαρβαρικά ότι δεν είχε δημιουργηθεί στο έδαφός του. Κανένας από τους επανεμφανιζόμενους εχθρούς τους δεν είχε την τύχη να ανακαλύψει το κώνειο, με το οποίο θα μπορούσαμε μια για πάντα να απαλλαγούμε απ’ αυτούς. Όλα τα δηλητήρια του φθόνου, της ύβρεως, του μίσους έχουν αποδειχθεί ανεπαρκή να διαταράξουν την υπέροχη ομορφιά τους. Έτσι, οι άνθρωποι συνεχίζουν να νιώθουν ντροπή και φόβο απέναντι στους Έλληνες. Βέβαια, που και που, κάποιος εμφανίζεται που αναγνωρίζει ακέραιη την αλήθεια, την αλήθεια που διδάσκει ότι οι Έλληνες είναι οι ηνίοχοι κάθε επερχόμενου πολιτισμού και σχεδόν πάντα τόσο τα άρματα όσο και τα άλογα των επερχόμενων πολιτισμών είναι πολύ χαμηλής ποιότητας σε σχέση με τους ηνίοχους, οι οποίοι τελικά αθλούνται οδηγώντας το άρμα στην άβυσσο, την οποία αυτοί ξεπερνούν με αχίλλειο πήδημα.

Φυλαχτείτε από την ιδέα να χλευάζετε τη μυθολογία των Ελλήνων με το πρόσχημα ότι μοιάζει τόσο λίγο με τη δική σας βαθιά μεταφυσική! Οφείλετε να θαυμάζετε έναν λαό που επέβαλε εδώ μια διακοπή στην οξύνοιά του και που είχε για πολλά χρόνια αρκετή διακριτικότητα ώστε να ξεφύγει από τον κίνδυνο του σχολαστικισμού και της σοφιστικής πρόληψης.

Να κάνουμε τα πιο αποκρουστικά πράγματα για τα οποία δεν τολμά κανείς να μιλήσει, αλλά που είναι χρήσιμα και αναγκαία, είναι κι αυτό κάτι ηρωικό. Οι Έλληνες δεν ντρέπονταν να συγκαταλέγουν στα μεγάλα κατορθώματα του Ηρακλή τον καθαρισμό ενός στάβλου.

Χρόνια και χρόνια τώρα τίποτα δεν μου φαίνεται πιο έκδηλο από το γεγονός ότι ο αρχαιοελληνικός κόσμος που πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε και που μας παρουσιάζεται απλά και καθαρά, είναι στην πραγματικότητα δυσκολονόητος, δυσπρόσιτος, και ότι η συνηθισμένη ευκολία με την οποία μιλούμε για τους αρχαίους είναι, είτε ελαφρότητα, είτε η παλιά κληρονομημένη ματαιοδοξία της απερισκεψίας...

Οι Έλληνες σε μια ζωή όπου οι μεγάλοι κίνδυνοι και οι κατακλυσμοί παραμόνευαν σε κάθε στιγμή, ζητούσαν στον διαλογισμό και στη γνώση ένα είδος ασφάλειας του συναισθήματος και ένα τελευταίο καταφύγιο. Εμείς που ζούμε σε μια ασύγκριτα μεγαλύτερη ηρεμία, έχουμε φέρει τον κίνδυνο στον στοχασμό και στη γνώση, και είναι μέσα στη ζωή που επαναπαυόμαστε και ηρεμούμε.

Οι κύριες ηθικές εντολές που πάντα διδάσκουν και κηρύσσουν σε έναν λαό, σχετίζονται με τα κύρια σφάλματά του και γι’ αυτό δεν τις βρίσκει καθόλου ενοχλητικές. Οι Έλληνες που τηρούσαν τόσο συχνά τη μετριοπάθεια, την ψυχραιμία, την έννοια της δικαιοσύνης και γενικά, τη σύνεση, έδιναν βάση στις τέσσερις σωκρατικές αρετές, επειδή είχαν τόση ανάγκη απ’ αυτές τις αρετές και ακριβώς τόση λίγη τάση σ’ αυτές!

Τι σημαίνει η φλυαρία μας για τους Έλληνες; Τί καταλαβαίνουμε λοιπόν από την τέχνη τους που η ψυχή της είναι το πάθος για τη γυμνή αρσενική ομορφιά; Μόνο ξεκινώντας από δω συναισθάνθηκαν τη θηλυκή ομορφιά. Είχαν λοιπόν γι’ αυτή, μια τελείως διαφορετική προοπτική από τη δική μας. Και το ίδιο έγινε με την αγάπη τους για τη γυναίκα: Σέβονταν διαφορετικά, περιφρονούσαν διαφορετικά.

«Ας γίνεται να μη νιώθουμε ότι περνούμε πολύ άνετα!». Αυτός ήταν ο μυστικός φόβος των Ελλήνων της παλιάς καλής εποχής. Να γιατί κήρυτταν το μέτρο. Κι εμείς!

«Η δύναμη την οποία κακολογούν πολύ, αξίζει περισσότερο από την αδυναμία στην οποία συμβαίνει μόνο κάτι καλό». Αυτή ήταν η νοοτροπία των Ελλήνων. Αυτό σημαίνει ότι εκτιμούσαν περισσότερο το αίσθημα της δύναμης από κάθε ωφέλεια ή καλή φήμη.

Οι ανησυχίες των εφήβων σχετικά με την εικόνα τους


Η εφηβεία είναι μία περίοδος που οι νέοι διέπονται από πολλές ανησυχίες και άγχη. Μία από αυτές είναι και το θέμα της εξωτερικής εμφάνισης.
 
Τους απασχολεί πάρα πολύ πως νιώθουν οι ίδιοι με αυτή και πως φαίνονται στους τρίτους.
 
Μάλιστα, αρκετές φορές συμβαίνει να έχουν διαστρεβλωμένη εικόνα από αυτή που ισχύει στην πραγματικότητα.
   
Αυτό έχει να κάνει με την αυτοεκτίμησή που έχουν, δηλαδή ποια είναι τα πρότυπα τους και ποια κριτήρια έχουν υιοθετήσει μεγαλώνοντας.
 
Όμως, σημασία έχει πώς αισθάνονται οι ίδιοι αντικρίζοντας το είδωλο τους στον καθρέφτη.
 
Πρέπει να παρατηρήσουν αν η αίσθηση που έχουν για τον εαυτό τους ταιριάζει με τα λεγόμενα των περίγυρο τους.
 
Αν παρατηρήσουν πως είναι διαφορετικά, τότε θα πρέπει να εξετάσουν αν οι προσδοκίες τους είναι ρεαλιστικές για την εξωτερική τους εμφάνιση.
 
Σε αυτή την ηλικία επηρεάζονται με τα πρότυπα που προβάλλονται σε ΜΜΕ και σε social media, που συνήθως είναι φωτογραφίες καλαίσθητες αλλά επεξεργασμένες στην τελειότερη εικόνα.
 
Πολύ συχνά θα υποστηρίξει ένα όμορφο αγόρι «Η μύτη μου είναι χάλια... ντρέπομαι πολύ για αυτή. Μακάρι να είχα τη μύτη του Τάδε μοντέλου» ή ένα αδύνατο κορίτσι θα πει «Θεέ μου, πως πάχυνα έτσι. Μακάρι να ήμουν σαν την Τάδε ηθοποιό».
 
Προσοχή σε αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει ο κίνδυνος να παγιδευτούν σε έναν τρόπο ζωής που μπορεί να θέσουν την ζωής τους σε καταστάσεις καταστροφικές τόσο για την υγεία τους όσο και για την ψυχολογία τους.
 
Για παράδειγμα, αν τους δημιουργηθεί η εμμονή πως στερούνται ομορφιάς, η διάθεση τους θα είναι μόνιμα κακή, ανασφαλής και εσωστρεφής.
 
Αν τους δημιουργηθεί η εμμονή του πάχους θα οδηγηθούν σε εξαντλητικές δίαιτες.
 
Όλα αυτά θα έχουν ως αποτέλεσμα, να μην τους απομένει ενέργεια για να απολαύσουν στιγμές και δραστηριότητες που έχουν ανάγκη τη δεδομένη χρονική περίοδο της ζωής σου, όπως οι φιλίες και τα φλερτ.
 
Τέλος, δεν είναι κακό να μιλήσουν για τις όποιες ανασφάλειες τους ή προβληματισμούς έχουν για την εμφάνιση τους με τους γονείς τους ή με τους φίλους τους και γιατί όχι αν χρειάζεται να λάβουν ιατρική και ψυχολογική βοήθεια. 
 
Πριν όμως φτάσουν σε αυτό το σημείο, ας σκεφτούν ότι όσο περισσότερο αποδεχόμαστε τον εαυτό μας όπως είναι εξωτερικά, καταβάλλοντας παράλληλα την κάθε δυνατή προσπάθεια για μια υγιεινή ζωή (δηλαδή σωστή διατροφή και άθληση) τόσο περισσότερο θα εκπέμπουν αυτοπεποίθηση και ομορφιά στους γύρω τους.

Αυτοσυμπόνια: Μαθαίνοντας να αγαπώ τον εαυτό μου

Όταν κάποιος φίλος μας ή κάποιος για τον οποίο ενδιαφερόμαστε κι αγαπάμε, βρίσκεται σε δύσκολη κατάσταση, πονάει ή βιώνει κάποια αποτυχία, προσπαθούμε να τον βοηθήσουμε και δείχνουμε συμπόνια. Συνηθίζουμε να είμαστε πιο επιεικείς μαζί του, να του προσφέρουμε ό,τι χρειάζεται και να είμαστε δίπλα του υπενθυμίζοντάς του τα θετικά στοιχεία στη ζωή του. Άραγε, μπορούμε να το κάνουμε αυτό και στον εαυτό μας, όταν το χρειαστούμε;

Η αυτοσυμπόνια αποτελεί συναισθηματικά θετική στάση προς τον εαυτό σε μια πιθανή αποτυχία και τον προστατεύει έναντι των αρνητικών συνεπειών της αυτοκριτικής, της απομόνωσης και του μηρυκασμού. Συνδέεται με ρεαλιστικές αυτo-αξιολογήσεις οι οποίες με τη σειρά τους συνδέονται με κίνητρο την αυτό-βελτίωση κι έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της ψυχολογικής ανθεκτικότητας και της συναισθηματικής ευεξίας. Τα τρία βασικά συστατικά της αυτοσυμπόνιας είναι:
α) η ευγένεια απέναντι στον εαυτό
β) η αποδοχή της ανθρώπινης φύσης και
γ) η ενσυνειδητότητα

Η ευγένεια απέναντι στον εαυτό ουσιαστικά σημαίνει να δείχνουμε κατανόηση στον εαυτό μας όταν δυσκολεύεται και να του φερόμαστε ευγενικά, κι όχι να αυτομαστιγωνόμαστε με αρνητική κριτική και αυστηρότητα. Συχνά, όταν μας συμβαίνει μια αποτυχία, όταν αισθανόμαστε λυπημένοι κι αδύναμοι έχουμε την τάση να θυμώνουμε με τον εαυτό μας. Αυτό που λέμε στον εαυτό μας είναι φράσεις όπως «Ποτέ δε θα τα καταφέρεις» ή «Κοίτα πόσο αδύναμος είσαι».

Ο λόγος που συχνά επαναλαμβάνουμε τέτοιου είδους σκέψεις στο μυαλό μας είναι γιατί έχουμε την πεποίθηση ότι θα μας βοηθήσουν να αλλάξουμε την κατάσταση. Όμως κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, διότι όσο πιο πολύ προσπαθούμε να τιθασεύσουμε τα δυσάρεστα συναισθήματά μας, τόσο εκείνα θεριεύουν αντί να ηρεμούν.

Το δεύτερο συστατικό αναφέρεται στην αποδοχή ότι όλοι οι άνθρωποι είμαστε θνητοί και ατελείς, αισθανόμαστε πόνο και περνάμε δυσκολίες. Δεν είμαστε οι μόνοι που αισθανόμαστε θλίψη. Επομένως, είναι ανθρωπίνως αδύνατο να μην βιώνουμε αρνητικά συναισθήματα, καθώς είναι μέρος της ανθρώπινης φύσης. Οι επικριτικές αυτές σκέψεις, λοιπόν, μας αποδυναμώνουν. Με το να παλεύουμε με τον ίδιο μας τον εαυτό που πονάει, του προσφέρουμε κάθε άλλο παρά αυτό που χρειάζεται εκείνη την στιγμή.

Τα αρνητικά συναισθήματα αυξάνονται, νιώθουμε άγχος καθώς προσπαθούμε να γίνουμε κάτι που δεν είμαστε. Συνεπώς, δε θα μπορέσουμε να ικανοποιήσουμε τον «απαιτητικό» εαυτό μας σε μια τέτοια στιγμή. Αν, από την άλλη, αποδεχτούμε ότι αποτύχαμε σε κάτι, ότι βιώνουμε θλίψη για το δύσκολο που μας συνέβη σαν να είναι κάτι ανθρώπινο, κατευθείαν το άγχος μας μειώνεται και δεν προσπαθούμε να γίνουμε κάτι άλλο πέρα από αυτό που εκείνη την στιγμή είμαστε.

Τέλος, η ενσυνειδητότητα αναφέρεται στην αποδοχή και την επίγνωση των συναισθημάτων μας στο παρόν, έτσι ακριβώς όπως είναι, χωρίς ούτε να τα υποτιμάμε και να τα καταπιέζουμε αλλά ούτε να ταυτιζόμαστε με αυτά και να υπερβάλλουμε. Δοκιμάστε την επόμενη φορά που θα αισθανθείτε δυσάρεστα συναισθήματα να δείτε τι είναι αυτό που σας δυσκολεύει, να αποδεχτείτε αυτό που νιώθετε χωρίς να προσπαθείτε να το αλλάξετε. Παρατηρήστε τον τρόπο που μιλάτε στον εαυτό σας και μειώστε την αυτο-κριτική. Ακόμη, δείτε ποιες είναι οι ανάγκες σας και τι θα σας έκανε να αισθανθείτε καλύτερα.

Ένας κατώτερος νους εκβιάζει το συναίσθημα. Ένας ανώτερος το κερδίζει

Δεν γίνονται δικοί μας οι άνθρωποι επειδή θα τους προσφέρουμε συναίσθημα. Ούτε επειδή θα τους πούμε πόσο τους αγαπάμε. Δεν είναι στοίχημα με τον εαυτό μας η καρδιά του άλλου να το βάλουμε κάτω και να το κερδίσουμε ή να το χάσουμε. Όχι.

Ο άνθρωπος για να είναι μαζί με κάποιον άλλον πρέπει να βλέπει ότι υπάρχει χημεία. Πρέπει να το θέλουν και οι δύο. Εάν θέλει μονάχα ο ένας, όσο και να προσπαθεί, δεν θα μπορέσει να μπει στην ψυχή ενός άλλου ανθρώπου και να την μαγέψει. Αυτό ή συμβαίνει από την αρχή ή δεν συμβαίνει ποτέ.

Γι’ αυτό, μην εκβιάζετε συναισθήματα από κάποιον άνθρωπο και μην δηλητηριάζετε τον εαυτό σας. Δεν είναι υποχρεωτικό να σας αγαπήσει ο άλλος επειδή τον αγαπάτε εσείς ή να σας ερωτευτεί επειδή νιώθετε εσείς έτσι. Κανένας με το στανιό δεν αγάπησε. Κανένας με το ζόρι δεν ένιωσε.

Αφήστε τη στενή πολιορκία, εάν δεν αποδίδει, το φλερτ και την πολυλογία, εάν δεν ανταποκρίνεται ο άλλος. Καταλαβαίνει πολύ σωστά, απλά δεν θέλει. Υπάρχει κι αυτή η λέξη στο λεξιλόγιο. Δεν θέλει. Δεν ενδιαφέρεται. Δεν γουστάρει πολύ απλά και μην πιάνεστε από λεπτομέρειες, κάνοντας ανάλυση ώρες και μέρες την απουσία του. Η απουσία είναι αδιαφορία, ξεχάστε τις συζητήσεις περί φανταστικών υπονοούμενων στα λόγια του ή στα μηνύματα και την δήθεν ντροπή.

Κανένας δεν ντρέπεται εάν θέλει πολύ κάτι. Απλώνει το χέρι του και το αρπάζει. Όποιος ερωτεύεται, φαίνεται. Θα το καταλάβετε. Μην θυμίζετε ποτέ με την βία την παρουσία σας σε κάποιον. Κανένας δεν σας ξέχασε άθελά του. Απλά δεν είστε προτεραιότητα του, ίσως δεν του περάσατε καθόλου από το μυαλό όλη μέρα.

Να έχετε την περηφάνια να φεύγετε από εκεί που νιώθετε πως περισσεύετε. Να μπορείτε όμως να το ξεχωρίζετε και να μην ταπεινώνετε τον εαυτό σας. Αξίζετε σίγουρα κάτι καλύτερο από ένα δήθεν ενδιαφέρον και μια σχέση φάντασμα. Οπότε ας τρέξετε να το βρείτε, αντί να κάθεστε να περιμένετε να θυμηθεί την ύπαρξη σας, το κέντρο του κόσμου σας. Η αγάπη δεν είναι γρίπη να κολλήσουμε. Είναι ιδέα και δεν αγοράζεται.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: ΤΑ ΟΜΗΡΙΚΑ ΕΠΗ - Ιλιαδική ομιλία

Ο Πλάτων, στον συνοπτικό αλλά άκρως ενδιαφέροντα περί ραψωδικής τέχνης διάλογό του, τον Ίωνα, διά στόματος Σωκράτη ενοποιεί τα επιμέρους θέματα της επικής ποίησης (αλλά και της ποίησης γενικότερα) σε δύο μεγαθέματα· στον "πόλεμο" και στην "ομιλία": οὐ περὶ πολέμου τε τὰ πολλὰ διελήλυθεν καὶ περὶ ὁμιλιῶν πρὸς ἀλλήλους ἀνθρώπων ἀγαθῶν τε καὶ κακῶν καὶ ἰδιωτῶν καὶ δημιουργῶν; (531c3-4). Στο πλατωνικό κείμενο οι δύο κρίσιμοι όροι εμφανίζονται σε πληθυντικό αριθμό· πιθανώς για να δηλωθούν διάφορες, κατά περίπτωση, τροπές τους μέσα στο ίδιο έργο, αλλά και από έργο σε έργο.
 
Ας πούμε λοιπόν ότι οι πάσης φύσεως ὁμιλίαικαι ομιλητικές σκηνές στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια μορφώνονται σε φιλικό ή και ερωτικό διάλογο και λειτουργούν ως άρση ή ανάπαυλα της πολεμικής δράσης, γενικότερα της θανάσιμης σύγκρουσης.
 
Αναλόγως προς το φύλο των ομιλητικών υποκειμένων, τα ομιλητικά ζεύγη μοιράζονται σε ομόφυλα και σε ετερόφυλα. Ο πρώτος τύπος παράγει τις εκδοχές της "εταιρικής ομιλίας": παράδειγμα ο συμφιλιωτικός διάλογος Διομήδη και Γλαύκου στο πρώτο μισό της έκτης ιλιαδικής ραψωδίας· ή η μακρά συνομιλία Αχιλλέα και Πριάμου στην τελευταία ραψωδία της Ιλιάδας, με την οποία εξασφαλίζεται ο νεκρώσιμος νόστος του Έκτορα. Ο δεύτερος τύπος δίνει ζεύγη άντρα-γυναίκας. Αν η σύζευξή τους είναι νόμιμη, μιλάμε για "συζυγική ομιλία" (παράδειγμα η ομιλητική σκηνή και σχέση Έκτορα και Ανδρομάχης)· αν πρόκειται για παράνομο ή αμφισβητούμενο ζευγάρι, τότε η ομιλία ορίζεται ως "παρασυζυγική" (παράδειγμα το τρωικό και ιλιαδικό ζεύγος Αλεξάνδρου - Ελένης).
 
Όπως το μεγάθεμα "πόλεμος", έτσι και το μεγάθεμα της "ομιλίας" έχει τη δική του διακριτική σήμανση. Ο προσφορότερος χώρος και χρόνος του πολέμου είναι αντιστοίχως το ανοιχτό πεδίο της μάχης και η ημέρα· προσφορότερος χώρος και χρόνος της ομιλίας θεωρούνται ο κλειστός και προστατευμένος τόπος (λ.χ. τειχισμένη πόλη, θάλαμος, σκηνή) και η νύχτα. Και στις δύο περιπτώσεις υπάρχουν προφανείς ή λαθραίες εξαιρέσεις, τόσο στην Ιλιάδα όσο και στην Οδύσσεια, οι οποίες τροποποιούν την προηγούμενη κατανομή, εξασφαλίζουν όμως πάντοτε τις απαραίτητες λειτουργικές συνθήκες. Εύκολα αναγνωρίζονται και επιμέρους σήματα της ομιλίας, που αντιδιαστέλλονται προς τα σήματα του πολέμου. Έτσι, λ.χ., στην ορμητική κίνηση της πολεμικής δράσης αντιστοιχεί η ομιλητική ανάπαυση ή και κατάκλιση των ομιλητικών υποκειμένων· στη συμβολή των όπλων η διαπλοκή των λόγων· στον εξοπλισμό ο μερικός ή ολικός αφοπλισμός· στη φονική συμπλοκή η σωματική επαφή, ο εναγκαλισμός, η ερωτική ένωση· στην αγριότητα το γέλιο, έστω το δακρυσμένο χαμόγελο.
 
Πόλεμος, εξάλλου, και ομιλία συγκρούονται μεταξύ τους με το άνισο σθένος τους: στο καθαρώς ηρωικό έπος της Ιλιάδας ο πόλεμος αποδεικνύεται πολυσθενής· η ομιλία ασθενής. Αποτέλεσμα: οι ομιλητικές σχέσεις διαλύονται ή τουλάχιστον τραυματίζονται υπό την πίεση του πολέμου. Αντιθέτως, στο μεταηρωικό έπος της Οδύσσειας η ομιλία αποδεικνύεται πολυσθενέστερη του πολέμου, ο οποίος εμφανίζεται τροποποιημένος σε μνηστηροφονία.
 
Κατά κανόνα, που έχει κι αυτός τις εξαιρέσεις του, φορείς του πολέμου είναι οι πολεμιστές άντρες, που διεκδικούν το κλέος· φορείς της ομιλίας οι γυναίκες και τα μικρά παιδιά.

Πέμπτη 15 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Χοηφόροι (345-379)

ΟΡ. εἰ γὰρ ὑπ᾽ Ἰλίῳ [στρ. γ] 345
πρός τινος Λυκίων, πάτερ,
δορίτμητος κατηναρίσθης·
λιπὼν ἂν εὔκλειαν ἐν δόμοισιν
τέκνων τ᾽ ἐν κελεύθοις
350 ἐπιστρεπτὸν αἰῶ
κτίσσας πολύχωστον ἂν εἶχες
τάφον διαποντίου γᾶς,
δώμασιν εὐφόρητον—

ΧΟ. φίλος φίλοισι τοῖς ἐκεῖ καλῶς θανοῦ- [ἀντ. β] 355
σιν, κατὰ χθονὸς ἐμπρέπων
σεμνότιμος ἀνάκτωρ,
πρόπολός τε τῶν μεγίστων
χθονίων ἐκεῖ τυράννων·
360 βασιλεὺς γὰρ ἦσθ᾽, ὄφρ᾽ ἔζης,
μόριμον λάχος πιπλάντων
χεροῖν πεισιβρότῳ τε βάκτρῳ.

ΗΛ. μηδ᾽ ὑπὸ Τρωίας [ἀντ. γ]
τείχεσι φθίμενος, πάτερ,
365 μετ᾽ ἄλλῳ δουρικμῆτι λαῷ
παρὰ Σκαμάνδρου πόρον τεθάφθαι·
πάρος δ᾽ οἱ κτανόντες
νιν οὕτως δαμῆναι,
‹ἵν᾽ ἦν› θανατηφόρον αἶσαν
370 πρόσω τινὰ πυνθάνεσθαι
τῶνδε πόνων ἄπειρον.

ΧΟ. ταῦτα μέν, ὦ παῖ, κρείσσονα χρυσοῦ,
μεγάλης δὲ τύχης καὶ ὑπερβορέου
μείζονα φωνεῖς· δύνασαι γάρ.
375 ἀλλὰ διπλῆς γὰρ τῆσδε μαράγνης
δοῦπος ἱκνεῖται· τῶν μὲν ἀρωγοὶ
κατὰ γῆς ἤδη, τῶν δὲ κρατούντων
χέρες οὐχ ὅσιαι † στυγερῶν τούτων·
παισὶ δὲ μᾶλλον γεγένηται.

***
ΟΡΕΣΤΗΣ
Αχ, και γιατί δεν ήταν να ᾽πεφτες
κάτω στην Τροία πατέρα,
νεκρός από εχθρικό κοντάρι;
κληρονομιά στα σπίτια αφήνοντας
τη δόξα σου, και στα παιδιά σου,
350 μοίρα στους δρόμους δαχτυλόδειχτη,
θεόρατο τάφο, αν και μακριά,
πέρ᾽ απ᾽ τη θάλασσα, θενά ᾽χες,
που θα ήταν μια παρηγοριά.

ΧΟΡΟΣ
Φίλος στους φίλους πὄπεσαν γενναία πέρα εκεί,
θενά ᾽πρεπε ξεχωριστός και κάτω από τη γη,
αφέντης πολυοτίμητος ανάμεσά τους
κι υπουργός πλάι στους δυνατούς
του κάτω κόσμου αρχόντους·
360 γιατ᾽ ήταν και σα ζούσε βασιλιάς,
που από τη μοίρα του έλαχε να κυβερνά
με τα όπλα και το σκήπτρο τους λαούς.

ΗΛΕΚΤΡΑ
Μα ουδέ και κάτω απ᾽ της Τροίας
τα κάστρα πεσμένος, πατέρα,
να ᾽σουν μαζί με τους άλλους
νεκρούς του πολέμου θαμμένος
στις όχθες του Σκάμαντρου πέρα·
κάλλιο οι φονιάδες σου πριν
να πήγαιναν έτσι χαμένοι
370 κι από μακριά το χαμό τους ν᾽ ακούγαμ᾽ εδώ
στις συμφορές αυτές ξένοι.

ΧΟΡΟΣ
Πιο καλές είν᾽ αυτές κι από μάλαμα οι ευχές,
κι απ᾽ των Υπερβορείων τη μεγάλη ευτυχία
είν᾽ αυτά που ζητάς· κι έχεις δίκιο.
Μα της μάστιγας όμως αυτής της διπλής
άκου φτάν᾽ η χτυπιά: οι προστάτες αυτών
είναι που είναι πια τώρα βαθιά μες στη γη·
και τα χέρια εκεινών που κρατούν την αρχή,
μολυσμέν᾽ απ᾽ το αίμα — φριχτό και γι᾽ αυτόν,
στα παιδιά του φριχτότερο ακόμα.

Ο ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΗΣ ΙΣΧΥΟΣ

Το τελευταίο έτος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου ο Αμερικανός Πρόεδρος Φραγκλίνος Ντ. Ρούσβελτ παρατήρησε ότι στον μελλοντικό κόσμο η κατάχρηση εξουσίας, όπως υπονοείται από τον όρο ‘πολιτική της ισχύος’, δεν πρέπει να είναι ο βασικός παράγοντας στις διεθνείς σχέσεις’.[1] Σε έναν προεκλογικό λόγο το 1992 ο υποψήφιος Πρόεδρος Μπιλ Κλίντον εξέφρασε παρόμοιες απόψεις όταν δήλωσε ότι ‘σε έναν κόσμο στον οποίο προάγεται η ελευθερία, όχι η τυραννία, η κυνική προσφυγή στην πολιτική της ισχύος δεν έχει νόημα’.[2] Αν και δύο πολιτικοί φαίνονται να κατανοούν τι σημαίνει ο όρος ‘πολιτική της ισχύος’ να τον χρησιμοποιούν με τρόπο με τον οποίο θα μπορούσαν να συμφωνήσουν πολλοί μελετητές της ιστορίας και των πολιτικών επιστημών, οι εννοιολογικές αποχρώσεις του είναι τέτοιες που θα ωφελούσε να μελετήσουμε τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρος, πριν εξετάσουμε τη χρήση του από τον Θουκυδίδη τον ρόλο που διαδραματίζει στην Ιστορία και τη σκέψη του.[3] Ο πολιτικός επιστήμονας John Mearsheimer στη σημαντική μελέτη του Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων υποστηρίζει ότι η δύναμη δεν είναι τίποτα περισσότερο από τα υλικά μέσα που έχει στη διάθεσή του ένα κράτος. Σε αυτά θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν ασφαλώς τα στρατιωτικά μέσα, αλλά και άλλες μορφές ισχύος όπως ο πλούτος θα συνιστούσαν επίσης έναν σημαντικό παράγοντα δύναμης. Άλλοι πολιτικοί επιστήμονες - για παράδειγμα ο Robert Dahl - που μελετούν τη φύση της δύναμης παίρνουν διαφορετική θέση υποστηρίζοντας ότι η δύναμη μπορεί να εντοπισθεί μόνο μέσα από τα αποτελέσματα των διενέξεων, όταν ένα κράτος έχει ασκήσει, έλεγχο ή επιρροή σε άλλους.[4] Η επιτυχία, λοιπόν, αποδεικνύει τη δύναμη. Αυτοί οι ορι­σμοί υποδηλώνουν μια μάλλον ουδέτερη σημασία της έννοιας της δύναμης, μια άποψη με την οποία συμφωνεί και ο A. G. Woodhead (βλ. τη συζήτηση παρακάτω).[5] Ο πολιτικός επιστήμονας R. Ν. Lebow, ωστόσο, προσθέτει έναν δυσοίωνο τόνο, όταν σημειώνει ότι ‘όταν διαμορφώνονται συμφέροντα έξω από τη γλώσσα της δικαιοσύνης, Θα εξισωθούν με τη δύναμη και θα ενθαρρύνουν πολιτικές αύξησης της ισχύος’.[6] Αυτό το ηθικό κριτήριο, ο βαθμός στον οποίο το σωστό και το λάθος υπεισέρχονται στην πολιτική και τη δύναμη, προσθέτει έναν λεπτό παράγοντα, που προσφέρει μια γέφυρα ανάμεσα στις συζητήσεις για τη δύναμη και στη χρήση της στον Θουκυδίδη και στον 21ο αιώνα.
 
Αυτός ο ορισμός της πολιτικής ισχύος - η κατάχρηση εξουσίας του Φραγκλίνου Ρούσβελτ και η δύναμη που εφαρμόζεται άδικα κατά τον Lebow - θα μας βοηθήσει, μαζί με την έμφαση του Mearsheimer στα υλικά μέσα, να αναπτύξουμε τον ρόλο της δύναμης και της πολιτικής ισχύος όπως εμφανίζονται στις σελίδες του Θουκυδίδη. Δεν χωρεί αμφιβολία, μάλιστα, ότι η δύναμη - η μορφή την οποία είχε, ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε και οι συνέπειες που είχε - ασκούσε έλξη στον Θουκυδίδη. Αυτό γίνεται εμφανές αν ρίξουμε μια ματιά στο λεξιλόγιο που χρησιμοποίησε ο Θουκυδίδης, για να συνθέσει την Ιστορία του. Εκτός από τις αναρίθμητες χρήσεις του ρήματος κρατεῑν, ‘εξουσιάζω, κατακτώ, επικρατώ έναντι κάποιου’, απαντούν επίσης πολλά παραδείγματα του ουσιαστικού κράτος, ‘δύναμη, εξουσία ή υπεροχή’, όπως επίσης και του επιθέτου κράτιστος, ‘ο δυνατότερος, ο ισχυρότερος ή ο καλύτερος’.[7] Η συχνότητα με την οποία αυτές οι ποικίλες μορφές της ‘δύναμης’ εμφανίζονται στον Θουκυδίδη αποκαλύπτει, όπως έχουν σημειώσει μελετητές όπως οι Ε. Bickermann και Kurt Raaflaub, το ενδιαφέρον του για τις σχέσεις εξουσίας σε αντίθεση με τις έννομες σχέσεις.[8] Αυτή η τελευταία παρατήρηση λειτουργεί επίσης ως υπενθύμιση της παρατήρησης την οποία έκανε ο Lebow και που παρατέθηκε παραπάνω, ότι η δικαιοσύνη και η δύναμη δεν ταιριάζουν και ότι όταν η πρώτη απουσιάζει, θα ενθαρρυνθούν ‘οι πολιτικές αύξησης της ισχύος’.
 
Η χρήση της στρατιωτικής ισχύος
 
Στην άσκηση της διεθνούς πολιτικής τόσο στον αρχαίο όσο και στον σύγχρονο κόσμο η κυριότερη επίδειξη δύναμης συνίσταται σε αυτό που είναι σε θέση να επιτύχουν ο πλούτος και οι στρατιωτικές δυνάμεις. Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και στην Ιστορία αυτού του πολέμου που γράφει ο Θουκυδίδης η καθαρότερη έκφραση στρατιωτικής ισχύος μπορεί να θεωρηθεί η μεγάλη εκστρατεία που αναλήφτηκε από τους Αθηναίους κατά της Σικελίας, και συγκεκριμένα κατά των Συρακουσών. Σε διάστημα περίπου δεκαοκτώ μηνών οι Αθηναίοι έστειλαν δύο διαφορετικά εκστρατευτικά σώματα, το δεύτερο σε ενίσχυση και βοήθεια του πρώτου, που συγκροτούνταν από περίπου διακόσια πλοία και περίπου δέκα χιλιάδες άνδρες, εκ των οποίων σχεδόν οι τέσσερις χιλιάδες ήταν Αθηναίοι. Το 413 π.Χ. αυτή η μεγάλη ‘αρμάδα’, όπως την αποκάλεσε κάποτε ο Peter Green (1970), είχε αποτύχει παταγωδώς. Όπως γράφει ο Θουκυδίδης, ποτέ δεν είχε σημειωθεί ένα τόσο σημαντικό γεγονός στην ελληνική ιστορία, που ‘για τους νικητές ήταν περίλαμπρη νίκη, για τους νικημένους τρομερή καταστροφή’ (7.87.5).
 
Ωστόσο, αν και η στρατιωτική δύναμη που συγκεντρώθηκε από τους Αθηναίους ήταν πραγματικά εντυπωσιακή, για τους αναγνώστες και για εκείνους που την είδαν να αποπλέει, τα στρατιωτικά μέσα και ο πλούτος που λάνθανε σε αυτά χρησιμοποιήθηκαν αναποτελεσματικά. Μάλιστα, η Σικελική εκστρατεία αποτελεί παράδειγμα ενός από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο John Mearsheimer όσον αφορά τη φύση της στρατιωτικής δύναμης: δηλαδή ότι τα χερσαία κράτη, όσα είναι σε θέση να παρατάξουν τον μεγαλύτερο στρατό, θα κυριαρχήσουν στο πεδίο της μάχης και έτσι θα κερδίσουν τους πολέμους.[9] Στην περίπτωση της αθηναϊκής εισβολής στη Σικελία δύο παράγοντες συνέβαλαν ώστε να καταστήσουν την ήττα σχεδόν βέβαιη: 1) η σχετικά μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σικελία ή αυτό που ο Mearsheimer αποκαλεί ‘η ανασχετική δύναμη’ του νερού[10] και 2) η ικανότητα των ηγετών και του λαού των Συρακουσών να παρατάξουν μια μεγαλύτερη χερσαία δύναμη από αυτήν που ήταν σε θέση να στείλουν οι Αθηναίοι.
 
Όπως ακριβώς η χερσαία δύναμη των Συρακουσών νίκησε τους Αθηναίους στη Σικελία, έτσι και η σπαρτιατική νίκησε τους Αθηναίους στην Ελλάδα. Αυτό επιτεύχθηκε με ποικίλους τρόπους και σε ποικίλους τόπους. Στη Μαντίνεια το 418 π.Χ. ένας συνασπισμένος στρατός από Αθηναίους και Αργείους πολέμησε εναντίον των Σπαρτιατών και των συμμάχου τους στη μάχη που ο Θουκυδίδης χαρακτήρισε ως ‘τη μεγαλύτερη μεταξύ Ελλήνων για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα και στην οποία έλαβαν μέρος οι σπουδαιότερες πόλεις’ (5.74.1). Χάρη σε αυτή τη νίκη τερματίστηκε η διπλωματική ‘επανάσταση’ των προηγούμε­νων τριών ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων η Αθήνα συμμάχησε με το Άργος, που με τη σειρά του συμμάχησε για σύντομο χρονικό διάστημα με την Κόρινθο, ενώ αρκετές μικρότερες πόλεις διέκοψαν τις σχέσεις τους με τη Σπάρτη και συμμάχησαν επίσης με την Κόρινθο. Επομένως, η στρατιωτική δύναμη που είχε τη βάση της στην ξηρά, η Σπάρτη, καθόρισε με αποτελεσματικό τρόπο τη νέα ισορροπία δυνάμεων που δημιουργήθηκε μετά την Ειρήνη του Νικία το 421.
 
Η χερσαία στρατιωτική δύναμη της Σπάρτης αποδείχτηκε επίσης ζωτικής σημασίας όσον αφορά τη νίκη της στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Αυτό επετεύχθη με ποικίλους τρόπους· ο πιο σημαντικός ίσως ήταν η οικοδόμηση μιας μόνιμης βάσης στη Δεκέλεια της Αττικής. Εδώ το 413 ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Άγις Β' εγκατέστησε στρατό που παρέμενε στη θέση του κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών και έτσι ήταν σε θέση να ελέγχει την ύπαιθρο γύρω από την Αθήνα. Αυτό οδήγησε σε έλλειψη τροφίμων στην Αθήνα και τελικά στην κατάρρευση της πόλης, όταν ένας σπαρτιατικός στόλος απέκλεισε το λιμάνι του Πειραιά αποκόπτοντας έτσι την Αθήνα από τις υπερπόντιες πηγές ανεφοδιασμού.
 
Πριν αφήσουμε αυτή τη συζήτηση σχετικά με τη φύση της στρατιωτικής δύναμης, θα ήταν χρήσιμο να εξετάσουμε την ιδέα που υποστηρίζεται από τον A. G. Woodhead ότι η ‘δύναμη’ έχει ουδέτερη αξία και δεν διαφθείρει.[11] Ενώ είναι ίσως αλήθεια ότι η δύναμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για καλό όσο και για κακό, το επιχείρημα ότι η δύναμη είναι ουδέτερη στο πεδίο δράσης της φαίνεται να αγνοεί τα πραγματικά γεγονότα που είναι εγγενή στην ίδια της την εφαρμογή. Επιπροσθέτως, υπάρχουν σοβαροί λόγοι για να πιστέψουμε ότι η αλαζονεία συμβαδίζει με τη δύναμη και τη χρησιμοποίησή της. Παραδείγματα αυτής της άποψης μπορούν να βρεθούν στη σύγχρονη αμερικανική ιστορία και πολιτική. Κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ ο γερουσιαστής J. William Fulbright δημοσίευσε ένα βιβλίο το 1964 με τον τίτλο Η αλαζονεία της δύναμης, που εξέταζε τις αποφάσεις και τις στάσεις των υπεύθυνων της αμερικανικής πολιτικής, καθώς σχεδίαζαν τα μέτρα που καθήλωσαν τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Βιετνάμ.
 
Ένα θουκυδίδειο παράδειγμα αυτής της αλαζονείας απαντά στον λόγο του Περικλή προς τους Αθηναίους (1.140 κ.ε.), στον οποίο ο Αθηναίος πολιτικός ισχυρίζεται ότι οι Σπαρτιάτες είναι ανίκανοι να ασχοληθούν με τη θάλασσα και να προκαλέσουν τους Αθηναίους στο υγρό στοιχείο. Μάλιστα, ο Θουκυδίδης, που έζησε μέχρι το τέλος του πολέμου, γνώριζε ότι ακριβώς αυτό είχε συμβεί και ότι αυτό το πλήρωσε ακριβά η Αθήνα. Αν και το παράδειγμα αποκαλύπτει τη χρήση της ειρωνείας στην Ιστορία του, η δήλωση εκφράζει επίσης το ίδιο είδος αλαζονείας που συνέβαλε στην ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών στο Βιετνάμ - την ιδέα ότι οι φτωχοί και αμβλύνοες Πελοποννήσιοι Οα ήταν ανίκανοι να αντιγράψουν πιστά τις ικανότητες και το ταλέντο των Αθηναίων στις καινοτομίες. Μολονότι πολιτικοί επιστήμονες όπως ο Mearsheimer φαίνεται να συμμερίζονται την πεποίθηση του Woodhead ότι η δύναμη είναι ουδέτερη, θα υποστήριζα ότι και οι δύο κάνουν λάθος. Παρά τις αντιρρήσεις του Woodhead, το απόφθεγμα του Λόρδου Acton ότι ‘η εξουσία έχει την τάση να διαφθείρει και η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα’ είναι έγκυρο.[12] Η εξουσία δεν πρέπει να θεωρείται ουδέτερη ούτε και η εφαρμογή της, είτε αφορά αυτούς που την ασκούν είτε αυτούς που την υφίστανται.
 
Άσκηση εξουσίας, είτε στις στρατιωτικές περιστάσεις που μόλις εξιστορήθηκαν είτε στα πολιτικά γεγονότα που θα συζητηθούν παρακάτω, σημαίνει συνήθως το να αναγκάζεις άλλους να κάνουν κάτι που διαφορετικά δεν θα έκαναν. Σε αυτή τη χρήση της δύναμης υπάρχει μια πανίσχυρη αυτοκαταστροφική και διαβρωτική φύση που τραυματίζει όλους όσοι τη βιώνουν. Αυτό εκφράζεται με πολιτική σχεδόν γλώσσα από τη Simone Weil στο δοκίμιό της ‘Η Ιλιάδα ή το ποίημα της δύναμης’.[13] Σημειώνει ότι η δύναμη μεταμορφώνει τα ανθρώπινα όντα με δύο τρόπους ταυτόχρονα, ότι ‘παγώνει τις ψυχές εκείνων που την υφίστανται και εκείνων που τη χρησιμοποιούν’. Προσθέτει ότι ‘οι μάχες δεν κερδίζονται μεταξύ ανθρώπων που υπολογίζουν, σχεδιάζουν, λαμβάνουν αποφάσεις και ενεργούν βάσει αυτών, αλλά μεταξύ ανθρώπων που έχουν απογυμνωθεί από αυτές τις ικανότητες, έχουν μεταμορφωθεί, έχουν πέσει στο επίπεδο ή της αδρανούς ύλης ή των τυφλών δυνάμεων της άκρατης ορμής’.[14] Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η Weil έχει επίσης δίκιο όταν θεωρεί ότι αυτοί που ασκούν εξουσία ενεργούν τόσο ασυλλόγιστα, με έναν απεγνωσμένο τρόπο, ‘που παρακινεί τον στρατιώτη να καταστρέψει ολοκληρωτικά τον εχθρό· η εξόντωση των υπόδουλων και των ηττημένων, οι σφαγές, όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα ανείπωτης φρίκης. Η δύναμη είναι ο μοναδικός της [δηλ. της μάχης, της βίας] ήρωας’ (αυτ., 62).
 
Η ‘φρίκη’ για την οποία κάνει, λόγο η Weil και που απηχείται από τον Συνταγματάρχη Kurtz στην κινηματογραφική ταινία Αποκάλυψη Τώρα του Φράνσις Φορντ Κόπολα βρίσκει τον απόηχό της στις σελίδες του Θουκυδίδη. Δύο περιστατικά φανερώνουν αυτό το γεγονός με ενάργεια. Το 414 π.Χ. μια ομάδα Θρακών μισθοφόρων έφτασε στην Αθήνα πολύ αργά για να ενταχθεί στις ενισχύσεις που θα μετέβαιναν στη Σικελία. Αποφασισμένοι να φροντίσουν τα χρήματά τους από τη μίσθωση αυτών τοον στρατιωτών να πιάσουν τόπο, οι Αθηναίοι τούς στέλνουν πίσω υπό την ηγεσία του στρατηγού τους Διειτρέφη, δίνοντας τους οδηγίες να βλάψουν όσο το δυνατόν περισσότερο τον εχθρό (7.29.1). Ο Διειτρέφης οδήγησε αυτούς τους στρατιώτες σε μια πρωινή επίθεση κατά της σχεδόν ανυπεράσπιστης πόλης της Μυκαλησσού και προκάλεσε μια από τις πιο κτηνώδεις σφαγές ολόκληρου του πολέμου. Ο Θουκυδίδης δηλώνει όχι μία αλλά δύο φορές ότι οι Θράκες σκότωσαν κάθε ζωντανό πλάσμα στην πόλη, συμπεριλαμβανομένων των γυναικόπαιδων, και ότι επίσης λεηλάτησαν τους ναούς και τους βωμούς. Αυτό το φρικτό περιστατικό βρίσκει αντιστοιχίες αλλού, π.χ. στην πολιορκία της Μήλου, που τελικά κατέλαβαν οι Αθηναίοι, την ίδια εποχή που το εκστρατευτικό σώμα απέπλεε για τη Σικελία το 415 π.Χ.[15] Κλείνοντας την αφήγησή του σχετικά με την πολιορκία ο ιστορικός σημειώνει το όνομα του Αθηναίου στρατηγού που ήταν επικεφαλής: Φιλοκράτης, γιος του Δημέα, ή ‘εραστής της δύναμης, γιος του λαού’ (5.116.3)· Λυτό είναι ένα από τα ελάχιστα σημεία στην Ιστορία όπου ο Θουκυδίδης παραθέτει το πατρώνυμο και η μνεία του εδώ δεν είναι τυχαία.
 
Η αφήγηση του Θουκυδίδη σχετικά με την υποκινούμενη από την Αθήνα σφαγή στη Μυκαλησσό και η μνεία του ονόματος του Αθηναίου διοικητή στη Μήλο υποδηλώνουν ότι αναγνώριζε αυτό που η Weil διέκρινε στη διαβρωτική φύση της εξουσίας και της δύναμης: ότι μεταμορφώνει τόσο εκείνους που τις ασκούν όσο και εκείνους που τις υφίστανται· ότι σε τέτοιου είδους ενέργειες δεν φθάνει κάποιος με λογικό τρόπο, αλλά ότι αποτελούν το προϊόν της αποχαυνωτικής δύναμης που αφήνει φρίκη και θλίψη στο πέρασμά της.
 
Η έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου
 
Ο Δεύτερος ή ‘Μεγάλος’ Πελοποννησιακός Πόλεμος του 431-404 ξέσπασε ύστερα από μια σειρά διενέξεων ανάμεσα στην Κέρκυρα και την Κόρινθο, οι οποίες στη συνέχεια παρέσυραν την Αθήνα και τη Σπάρτη αλλά και τους αντίστοιχους συμμάχους τους.[16] Εδώ δεν πρόκειται να συζητήσω αυτά τα γεγονότα καθαυτά αλλά μόνον ως αντανάκλαση συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν τη χρήση της δύναμης: με άλλα λόγια, του προβλήματος της διεθνούς αναρχίας και του επακόλουθου διλήμματος ασφάλειας ως εκφράσεων της κατάχρησης εξουσίας και της φύσης της χερσαίας δύναμης σε σύγκριση με τη ναυτική.
 
Το γεγονός ότι ο πόλεμος ήταν πολύ συχνός στον αρχαιοελληνικό κόσμο είναι ασφαλώς ένας ευφημισμός. Γύρω στο 500 π.Χ. ο Ηράκλειτος δήλωσε ότι ‘ο πόλεμος είναι ο πατέρας όλων των πραγμάτων’ (22 Β 53 DK), κάτι που διατυπώνει με σαφήνεια την παρουσία και τον αντίκτυπο του στην αρχαία ελληνική κοινωνία. Η σχεδόν μόνιμη κατάσταση πολέμου ανάμεσα στις πόλεις- κράτη αποκαλύπτει τις άναρχες πολιτικές συνθήκες που επικρατούσαν και το γεγονός ότι η μόνη λύση που υπήρχε ήταν ο πόλεμος. Αν και πολλοί θεωρούσαν αυτή την κατάσταση ως αρνητικό στοιχείο, τουλάχιστον ένας, ο ιστορικός Ηρόδοτος, το θεωρούσε πολύ μεγάλη ανοησία. Στις Ιστορίες του, που γράφηκαν το τρίτο τέταρτο του 5ου αιώνα π.Χ., ισχυρίζεται ότι ‘κανένας δεν είναι τόσο ανόητος, ώστε να προτιμά τον πόλεμο από την ειρήνη· στην ειρήνη οι γιοι θάβουν τους πατέρες τους και στον πόλεμο οι πατέρες θάβουν τους γιους τους’ (1.87). Συνεχίζει αυτή την άποψη με μια ανάλυση της αρχαιοελληνικής ‘τέχνης’ του πολέμου, ανάλυση που αποδίδεται στον Πέρση στρατηγό Μαρδόνιο, έναν εξάδελφο του βασιλιά Ξέρξη. Προσπαθώντας να πείσει τον Ξέρξη ότι η κατάκτηση της Ελλάδας θα δημιουργούσε ελάχιστα προβλήματα ο Μαρδόνιος ισχυρίζεται:
 
Καθώς έχω πληροφορίες, οι Έλληνες συνηθίζουν να ξεκινούν για πόλεμο απερίσκεπτα, ασυλλόγιστα και απρόσεκτα. Όταν κηρύξουν μεταξύ τους πόλεμο, βρίσκουν την καλύτερη και ομαλότερη τοποθεσία όπου παρατάσσονται και δίνουν μάχη (Ηρόδ. 7.9).
 
Μολονότι ο Ηρόδοτος μπορεί να αποτελεί την εξαίρεση όσον αφορά την οπτική που υιοθέτησε απέναντι στον πόλεμο, τα σχόλιά του αποκαλύπτουν τον βαθμό στον οποίο στον αρχαιοελληνικό κόσμο επικρατούσε αναρχία, μια κατάσταση που αντιμετωπιζόταν σχεδόν πάντοτε με πόλεμο. Το πρόβλημα της ασφάλειας και της διατήρησής της, λοιπόν, θα πρέπει να δέσποζε στο μυαλό των περισσότερων Ελλήνων, όπως και ο φόβος και η έλλειψη εμπιστοσύνης που θα τις συνόδευαν.
 
Ίσως χωρίς να το γνωρίζει, ο Θουκυδίδης μας μεταδίδει στην αφήγηση της αρχής του πολέμου αυτό το κλίμα φόβου και καχυποψίας. Στις άκαρπες διαπραγματεύσεις που προηγήθηκαν του πολέμου αρκετές πολύπλοκες απαιτήσεις διατυπώνονται τόσο από τους Αθηναίους όσο και από τους Σπαρτιάτες. Σε μία περίπτωση οι Αθηναίοι απαντούν στην απαίτηση για άρση του Μεγαρικού Ψηφίσματος ζητώντας με τη σειρά τους από τους Σπαρτιάτες να σταματήσουν τις παραδοσιακές απελάσεις ξένων από τη γη τους (1.144.2). Σε αρκετά χωρία τόσο οι Κορίνθιοι όσο και οι Σπαρτιάτες αναφέρονται στην ‘ευφυΐα’ των Αθηναίων και στο γεγονός ότι σχεδίαζαν και μηχανορραφούσαν πάντοτε, για να κατατροπώσουν τους άλλους (βλ., π.χ., 1.84.3' 2.40.2).[17] Σε ένα άλλο σημείο οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες εμπλέκονται σε μια αρκετά περίεργη ανταλλαγή απαιτήσεων και ανταπαιτήσεων αναφορικά με τις κατάρες που είχαν πριν από χρόνια εξαπολυθεί σε βάρος του Αθηναίου Κύλωνα και του Σπαρτιάτη Παυσανία (1.126-138). Και τελικά, στον λόγο ανώνυμων Αθηναίων στην Κόρινθο (1.75.4), γίνεται αναφορά στο γεγονός ότι οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες δεν ήταν πλέον φίλοι, αλλά αντιμετώπιζαν ο ένας τον άλλο με ‘καχυποψία και ανταγωνιστικότητα’.
 
Είναι δύσκολο να κατανοήσουμε ακριβώς πώς θα μπορούσαν να έχουν συνδεθεί αυτά τα περιστατικά με τα γεγονότα του 433/31, όταν η Αθήνα, η Κόρινθος και η Κέρκυρα ενεπλάκησαν στη διαμάχη που είχε ως αποτέλεσμα η απρόθυμη Σπάρτη να αναγκαστεί να επέμβει. Ο Θουκυδίδης δεν εξηγεί ποια ήταν η σχέση με τα πολιτικά γεγονότα. Αυτό που είναι σαφές, ωστόσο, είναι ότι και οι τέσσερις κατηγορίες που αναφέραμε αντανακλούν το κλίμα φόβου και την έλλειψη εμπιστοσύνης που επικρατούσαν εκείνη την εποχή, καθώς οι πόλεις-κράτη δεν ήταν ικανές να βρουν μια εναλλακτική λύση στον πόλεμο ή μια απάντηση που να επιλύει το δίλημμα της ασφάλειας στο πλαίσιο της διεθνούς αναρχίας.[18]
 
Η αφήγηση του Θουκυδίδη για την έκρηξη του Πελοποννησιακού Πολέμου αποκαλύπτει όλα αυτά τα ζητήματα και διλήμματα. Ακόμα και μια πρόχειρη ανάγνωση δεν μπορεί να μην καταγράψει τις προσπάθειες των Σπαρτιατών να αποφύγουν τον πόλεμο. Τουλάχιστον τέσσερις φορές οι Σπαρτιάτες πρεσβευτές προσέγγισαν τους Αθηναίους αναζητώντας μια λύση αντί του πολέμου.[19] Οι Αθηναίοι απέρριψαν αυτά τα διαβήματα με την ενθάρρυνση του Περικλή. Ίσως το πιο αποφασιστικό από αυτά ήταν το δεύτερο, στο οποίο οι Σπαρτιάτες απεσταλμένοι επιχείρησαν να θέσουν προς συζήτηση τα πιο κρίσιμα επίμαχα ζητήματα, δηλαδή αυτά που αφορούσαν το Μεγαρικό Ψήφισμα και την Ποτίδαια. Ενώ ο Θουκυδίδης δεν σχολιάζει, ο Πλούταρχος το κάνει. Όταν ο Περικλής είπε στον Σπαρτιάτη απεσταλμένο Πολυάλκη ότι το Μεγαρικό Ψήφισμα δεν μπορούσε να ακυρωθεί, διότι υπήρχε νόμος που απαγόρευε κάτι τέτοιο, ο Πολυάλκης απάντησε: ‘Τότε, λοιπόν, γυρίστε το προς την πλευρά του τοίχου. Δεν υπάρχει νόμος που να το απαγορεύει και αυτό, έτσι δεν είναι;’[20]
 
Ακριβώς όπως ο Περικλής απαλλάχτηκε από τους Σπαρτιάτες απεσταλμένους με διπλωματικά τεχνάσματα, έτσι κατέφυγε και σε τεχνάσματα με σκοπό να εμποδίσει οποιαδήποτε ειρηνική λύση της κρίσης ανάμεσα στις δύο πόλεις. Αυτό διακρίνεται με τον πιο σαφή τρόπο στον ισχυρισμό του Περικλή ότι οι Σπαρτιάτες δεν δέχτηκαν να υποβληθεί σε διαιτησία η διαφορά τους, όπως όριζε η τριακονταετής συνθήκη ειρήνης του 446/5 (Θουκ. 1.140.2).[21] Το πρόβλημα εδώ, όπως σίγουρα συνειδητοποίησε ο Περικλής τότε και όπως συνειδητοποιούν οι δημόσιοι άνδρες και οι πολιτικοί σήμερα, είναι αυτό που ο Mearsheimer αποκαλεί το πρόβλημα του ‘91Γ[22] - ότι δηλαδή δεν υπάρχει μία κεντρική εξουσία στην οποία να μπορούν να στραφούν τα απειλούμενα κράτη για βοήθεια. Αυτό απλώς επιτείνει ανάμεσα στις πόλεις τον φόβο που τις παρασύρει να μην εμπιστεύονται τους άλλους και να είναι πρόθυμες να πολεμήσουν, όταν ξεσπάσει η κρίση.[23] Ποιος στην Ελλάδα θα μπορούσε να διαιτητεύσει τη διαμάχη ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη το 432/1; Το ουδέτερο Άργος; Οι Σπαρτιάτες είχαν συντρίψει το Άργος το 494 και το μίσος ανάμεσα στις δύο πόλεις ήταν αβυσσαλέο. Στη δυτική Ελλάδα η Κέρκυρα ήταν η μεγαλύτερη αδέσμευτη πόλη-κράτος, αλλά τώρα η Κέρκυρα αποτελούσε μέρος της διαμάχης. Υπήρχαν επίσης οι μικρότερες αδέσμευτες κοινότητες της Αχαΐας και της Αιτωλίας, αλλά αυτές δεν διέθεταν πολιτικές ικανότητες ούτε το κύρος (ή τη δύναμη!) να επιβάλουν οποιαδήποτε λύση.[24] Το ζήτημα της διαιτησίας, επομένως, πρέπει να αντιμετωπιστεί ως μια τεχνική λεπτομέρεια διπλωματικής φύσης που άδραξαν οι Αθηναίοι, για να καθυστερήσουν και να αναβάλουν τα διαβήματα ειρήνης των Σπαρτιατών, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζονταν ως η πλευρά που δέχεται επίθεση από τους ‘κακούς’ Σπαρτιάτες.
 
Το 431 η Σπάρτη ήταν χωρίς αμφιβολία η μεγαλύτερη χερσαία δύναμη στην Ελλάδα. Η εκπαίδευση του Σπαρτιάτη στρατιώτη ήταν απαράμιλλη στον αρχαιοελληνικό κόσμο, αν και η ικανότητα των Σπαρτιατικών όπλων πιθανόν έχει υπερτονιστεί: η επιδεξιότητα με την οποία οι Αθηναίοι πολίτες-στρατιώτες διέλυσαν τον περσικό στρατό στον Μαραθώνα το 490, η επινοητικότητα που επέδειξαν ορισμένοι Αθηναίοι στρατηγοί, π.χ. ο Δημοσθένης, στο πεδίο της μάχης, π.χ. στη Σφακτηρία (425), αποδεικνύουν ότι τα στρατιωτικά χαρίσματα του αρχαίου Έλληνα στρατιώτη ήταν πολλά. Αυτό που δεν θα μπορούσε να αμφισβητηθεί το 431 ή σήμερα είναι ότι ο Σπαρτιάτης στρατιώτης ήταν γενναίος - και όχι μόνον αυτό, αλλά και πρόθυμος να πουλήσει ακριβά το τομάρι του. Σφάλματα τακτικής που διέπρατταν οι Σπαρτιάτες στρατηγοί —όπως στο νησί της Σφακτηρίας και αργότερα στη Μαντίνεια το 418 - συχνά επανορθώνονταν με το θάρρος και την αφοσίωση των στρατιωτών τους. Χάρη στους συμμάχους τους, καθώς επίσης και χάρη στις δικές τους δυνάμεις, οι Σπαρτιάτες ήταν σε θέση να παρατάξουν στην αρχή του πολέμου τον μεγαλύτερο στρατό ξηράς.
 
Τίποτα από αυτά δεν αγνοούσαν οι Αθηναίοι, ιδιαίτερα ο φιλόδοξος και αποφασιστικός ηγέτης τους, ο Περικλής. Ο Περικλής γνώριζε, ασφαλώς, το θάρρος και την ικανότητα του Σπαρτιάτη στρατιώτη και την απειλή που ακόμα και ένας πλημμελώς διοικούμενος Σπαρτιατικός στρατός θα μπορούσε να αποτελέσει για την Αθήνα. Για τους λόγους αυτούς ο Περικλής συνέλαβε μια στρατηγική για την αντιμετώπιση των Σπαρτιατών την οποία μπόρεσε να πείσει τους Αθηναίους συμπολίτες του να υιοθετήσουν: να πολεμήσουν τους Σπαρτιάτες στη θάλασσα, να τους χτυπήσουν εκεί όπου δεν βρίσκονταν εκείνοι, ενώ παράλληλα να υπερασπίζονται την Αθήνα μετατρέποντας την πόλη και το λιμάνι της σε οχυρό. Αυτή η στρατηγική έχει συζητηθεί ευρέως και οι μελετητές έχουν υπερασπιστεί την επιλογή που έκαναν ο Περικλής και οι Αθηναίοι να εγκαταλείψουν την ύπαιθρο στους Σπαρτιάτες και να αποφύγουν την κατά μέτωπο σύγκρουση με τον πανίσχυρο στρατό της. Ωστόσο, ας ασχοληθούμε και εμείς με αυτό το ζήτημα, ιδιαίτερα από την άποψη της δύναμης και της πολιτικής της.
 
Η στρατηγική που επιδίωκε να εφαρμόσει ο Περικλής κατά της Σπάρτης το 431 και που οι Αθηναίοι ακολούθησαν μετά τον θάνατό του στα 429, μπορεί να χρησιμεύσει ως παράδειγμα αυτού στο οποίο ο John Mearsheimer αναφέρεται με τον όρο ‘επιθετικός ρεαλισμός’.[25] Ο ‘επιθετικός ρεαλιστής’, σαν τον Περικλή θα υποστήριζα, αντιλαμβάνεται τον γύρω κόσμο ως έναν κόσμο σε καθεστώς αναρχίας, στον οποίο ο στόχος είναι η επιβίωση και η χρησιμοποίηση της δύναμης είναι το μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Ο επιθετικός ρεαλιστής διαφέρει από τον ‘αμυντικό ρεαλιστή’, που θεωρεί ότι στον κόσμο δεν υπάρχουν ευκαιρίες για την απόκτηση ισχύος και ο οποίος επιχειρεί να διατηρήσει την ισορροπία δυνάμεων, να διατηρήσει το status quo. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι συλλογικά η σπαρτιατική ηγεσία το 431 τήρησε τη στάση ‘αμυντικού ρεαλισμού’, αφού μόνον οι απειλές μιας οργισμένης και θιγμένης Κορίνθου κατάφεραν να τους ωθήσουν να αναλάβουν δράση κατά της Αθήνας. Όπως παρατηρεί ο Mearsheimer:[26]
 
Οι επιθετικοί ρεαλιστές πιστεύουν ότι οι δυνάμεις του status quo απαντούν σπάνια στην παγκόσμια πολιτική, επειδή το διεθνές σύστημα προσφέρει πανίσχυρα κίνητρα στα κράτη να αναζητήσουν ευκαιρίες για να αποκτήσουν δύναμη σε βάρος των αντιπάλων τους και για να εκμεταλλευτούν αυτές τις καταστάσεις, όταν τα πλεονεκτήματα βαρύνουν περισσότερο από το τίμημα. Ο τελικός στόχος ενός κράτους είναι να γίνει ο ηγεμόνας στο σύστημα.
 
Επομένως, η ναυτική στρατηγική που συνέλαβε ο Περικλής και εκτέλεσαν οι Αθηναίοι απεικονίζει τη θεώρηση του ‘επιθετικού ρεαλιστή’, που πιστεύει ότι η παγκόσμια τάξη πραγμάτων προωθείται από την αναζήτηση ευκαιριών και γι’ αυτό επιδιώκει να τις εκμεταλλευθεί όταν και όπου εκείνες παρουσιαστούν. Αν και οι Αθηναίοι ίσως δεν πρέπει να κατηγορηθούν ότι άρχισαν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, μπορούν ασφαλώς να κατηγορηθούν ότι δεν έχαναν αρκετά για να τον σταματήσουν.[27] Αυτό που τους ώθησε να ενεργήσουν κατ’ αυτόν τον τρόπο ήταν η επιθυμία τους για περισσότερη δύναμη - δύναμη που θα απέβαινε σε βάρος των αντιπάλων τους, ιδιαίτερα της Κορίνθου, η οποία διέτρεχε τον κίνδυνο να έχει σημαντικές απώλειες στην περιοχή της Αδριατικής ως αποτέλεσμα της συνεργασίας της Αθήνας και της Κέρκυρας. Η Σπάρτη, ωστόσο, θα έχανε επίσης δύναμη, καθώς ο ισχυρότερος σύμμαχός της, η Κόρινθος, θα είχε απώλειες σε υλικούς πόρους και πλούτο, κάτι που θα επηρέαζε την ικανότητά της να ενισχύει την υπό σπαρτιατική αιγίδα Πελοποννησιακή Συμμαχία. Θα μπορούσαν να το έχουν αντιληφθεί αυτό ο Περικλής και άλλοι Αθηναίοι; Ασφαλώς η απάντηση σε αυτό το ερώτημα πρέπει να είναι καταφατική, καθώς διαφορετικά γίνεται δύσκολο να κατανοηθεί η αδιαλλαξία της Αθηναϊκής πολιτικής.
 
Τελικά, είναι πιθανό να συναγάγουμε κάποιο συμπέρασμα όσον αφορά την περίκλεια στρατηγική; Ο Περικλής και όσοι τον ακολούθησαν έκαναν αρκετούς λανθασμένους υπολογισμούς. Πρώτον, υποτίμησαν την ‘ανασχετική δύναμη’ του νερού. Όπως σημειώνει ο Mearsheimer, οι ναυτικές δυνάμεις που εκτελούν αμφίβιες επιχειρήσεις δεν είναι ικανές να προκαλέσουν αρκετές ζημιές σε έναν αντίπαλο, ώστε να τον πλήξουν αποφασιστικά. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσουμε στις Αθηναϊκές επιχειρήσεις εναντίον των Σπαρτιατών στην Πελοπόννησο. Αν και οι Αθηναίοι πέτυχαν μια εντυπωσιακή νίκη εναντίον μιας απομονωμένης διμοιρίας Σπαρτιατών στη Σφακτηρία, η πραγματική βλάβη που σημειώθηκε στη σπαρτιατική γεωργία ή κοινωνία, κυρίως με τη μορφή χιλιάδων Ειλώτων που εγκατέλειπαν τους κυρίους τους προτιμώντας την προστασία των Αθηναϊκών όπλων, ήταν μικρή. Ο Mearsheimer παραπέμπει στον Βρετανό ειδικό της ναυτικής στρατηγικής Julian Corbett, που επισήμανε ότι αφού οι άνθρωποι ζουν στη στεριά και όχι στο νερό, ‘τα φλέγοντα ζητήματα μεταξύ εθνών σε εμπόλεμη κατάσταση κρίνονταν πάντοτε - εκτός σπανιότατων περιπτώσεων - είτε από αυτό που ένας στρατός μπορεί να κάνει σε βάρος της επικράτειας του εχθρού του ... ή διαφορετικά από τον φόβο αυτού που ο στόλος καθιστά δυνατό να κάνει ο στρατός του’.[28] Όπως σημειώθηκε παραπάνω, η Αθηναϊκή αποτυχία στη Σικελία και η ικανότητα του Σπαρτιατικού στρατού να καταλάβει και να κρατήσει υπό κατοχή τη Δεκέλεια, κατοχή που, επιπλέον, επέτρεψε στον Σπαρτιατικό στόλο να αποκλείσει την Αθήνα, αποδεικνύουν την ορθότητα αυτής της άποψης.
 
Εμφύλιος πόλεμος στην Κέρκυρα
 
Μια έντονη και τελικά αδύνατον να επιλυθεί διαμάχη ανάμεσα στην Κόρινθο και την Κέρκυρα συνέβαλε στο να κινηθεί ο αρχαιοελληνικός κόσμος προς την κατεύθυνση του πολέμου το 431 π.Χ. Στην αρχή του πολέμου μια σειρά από ναυμαχίες οδήγησε στην αιχμαλωσία έναν αριθμό Κερκυραίων που φυλακίστηκαν στην Κόρινθο, όπου οι Κορίνθιοι κατάφεραν να κερδίσουν τη φιλία και τη συμπάθειά τους. Αυτοί οι άνδρες, συντηρητικοί ή ολιγαρχικοί στις πολιτικές πεποιθήσεις τους, που οι Κορίνθιοι τους επανέφεραν στην πατρίδα τους (μετά την καταβολή λύτρων), μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα έκαναν ένα πραξικόπημα που κατέληξε στην πρώτη από μια σειρά στάσεων που θα συγκλόνιζαν τον ελληνικό κόσμο κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής του ‘ολοκληρωτικού’ πολέμου.[29] Ο Θουκυδίδης αποκαλύπτει όχι μόνο την ύπουλη φύση αυτών των πολιτικών εξεγέρσεων αλλά και την κτηνώδη μορφή που προσέλαβαν.
 
Στην ανάλυση του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα ο Θουκυδίδης αναδεικνύει δύο κυρίαρχες ιδέες: η μία είναι πως η βία του πολέμου οδηγεί τους εμπλεκόμενους σ’ αυτόν στο να διαπράξουν ωμότητες·[30] δεύτερον, δείχνει τα όρια μέχρι τα οποία θα φτάσουν εκείνοι που επιδιώκουν την εξουσία. Αυτό διαφαίνεται αρχικά στη δήλωσή του ότι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου παρατηρήθηκε κάθε μορφή φόνου. Πατέρες σκότωναν γιους και μολονότι δεν το γράφει ρητά, υπονοεί επίσης ότι και οι γιοι σκότωναν τους πατέρες τους· άνδρες σύρονταν έξω από ναούς και βωμούς όπου είχαν αναζητήσει καταφύγιο και θανατώνονταν, ενώ άλλους απλώς τους έχτιζαν μέσα σε αυτά τα μέρη και τους άφηναν να πεθάνουν (3.81.5).
 
Πίσω από αυτή τη μεγάλη αιματοχυσία κρυβόταν, όπως σημειώνει ο Wood- head, η επιδίωξη της εξουσίας.[31] Σε αυτή την περίπτωση διακυβευόταν η πολιτική δύναμη, καθώς οι Κερκυραίοι που απελευθερώθηκαν από τους Κορίνθιους είχαν ως στόχο να εξολοθρεύσουν τη δημοκρατική και φιλοαθηναϊκή εξουσία του Πειθία και να την αντικαταστήσουν με το δικό τους ολιγαρχικό και φιλοκορινθιακό πολίτευμα. Στην αναταραχή και την αιματοχυσία που ακλούθησαν σημειώθηκε πλήρης κατάρρευση της πολιτικής κοινότητας. Αγνοήθηκαν όχι μόνο τα παραδοσιακά ήθη αλλά επίσης και κάθε έννοια νομιμότητας και δικαιοσύνης, αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ‘νόμιμη διαδικασία’, καθώς εκείνοι που ήταν αποφασισμένοι να καταλάβουν την εξουσία δεν επέτρεπαν να σταθεί τίποτα εμπόδιο στον δρόμο τους. Αυτό και πάλι φέρνει στον νου το επιχείρημα του Lebow πως ό, τι συμβαίνει έξω από τη γλώσσα της δικαιοσύνης εξομοιώνεται με τη χρήση της δύναμης, που οδηγεί σε μείζονες και πιο ακραίες εκφράσεις δύναμης και υπερβολής.[32] Ο Θουκυδίδης αφηγείται πώς όλα αυτά γίνονταν ορατά στην αντιστροφή της σημασίας των λέξεων που ήρθε στην επιφάνεια από την πολιτική διαμάχη και στο πλαίσιο της οποίας οι παλιοί κανόνες συμπεριφοράς χαρακτηρίζονταν πράξεις δειλίας ή ανοησίας, ενώ οι νέοι κανόνες πολιτικής βίας θεωρούνταν αρετές του τολμηρού, έξυπνου και διορατικού ανθρώπου.[33]
 
Ο Woodhead υποστηρίζει ότι αυτές οι εκδηλώσεις αποτελούσαν προϊόν ζήλειας και αντιπαλότητας (φθόνος) ή εχθρότητας (ἔχθος).[34] Αλλά τι κάνει αυτά τα πάθη να έρθουν στην επιφάνεια; Ο Woodhead δεν απαντά στο ερώτημα αυτό. Ό, τι αφηγείται ο Θουκυδίδης έχει προκύψει από τη φρίκη του πολέμου. Ο ιστορικός καθιστά σαφές ότι οι ‘υπερβολές’ που συνδέουμε με τον εμφύλιο πόλεμο στην Κέρκυρα αποτελούν προϊόν της βίας του πολέμου - ότι αυτός γίνεται ‘δάσκαλος’ των ανδρών και τους οδηγεί σε περαιτέρω ωμότητες (3-82.2).
 
Αυτό μπορεί να ηχεί ως λήψη του ζητουμένου, αλλά όσοι δεν έχουν βιώσει τη βία του πολέμου - και δεν γνωρίζουν πώς ο πόλεμος και μπορεί και πρόκειται να αλλάξει τον ίδιο τον χαρακτήρα των ανθρώπων - δεν θα μπορέσουν να κατανοήσουν τι συνέβη στην Κέρκυρα.[35] Είναι όμως σαφές ότι οι Έλληνες εκείνης της εποχής το κατανοούσαν, αν και ελάχιστη ήταν η κατανόηση που είχαν σχετικά με τα βαθύτερα αίτια. Στο Ελένης εγκώμιον ο Γοργίας αναφέρεται στις τραυματικές εμπειρίες των ανδρών που ήρθαν αντιμέτωποι με τη βία της μάχης και στο γεγονός ότι, ακόμα και αν επιζήσουν, ‘έχουν πέσει θύματα μάταιων κόπων και φρικτών ασθενειών και δυσθεράπευτης μανίας’.[36] Αυτές οι απαντήσεις αποτελούν την άλλη όψη της θουκυδίδειας εικόνας του εμφυλίου πολέμου στην Κέρκυρα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως εκείνες που υπαινίσσεται ο Γοργίας, η βία του πολέμου έχει καταστρέψει την ικανότητα των ανδρών να λειτουργούν εντός της κοινωνίας. Σε άλλους, ωστόσο, όπως εκείνοι οι Κερκυραίοι που ανέτρεψαν την ίδια την κοινότητά τους και προκάλεσαν τη στάση, ο πόλεμος έχει ενσταλάξει μια έννοια ἔχθους: αυτό που εμείς γνωρίζουμε στον κόσμο της μετά τον πόλεμο του Βιετνάμ εποχής ως ‘ανταπόδοση’, όπου η εκδίκηση με κάθε κόστος γίνεται ο κανόνας. Η κατά Woodhead αντίληψη του φθόνου αναδύεται, από το ίδιο περιβάλλον βίας και αναφέρεται σε μια ακραία έννοια ανταγωνισμού, στην οποία τα διακυβεύματα είναι μεγάλα - πρόκειται κυριολεκτικά για ζητήματα ζωής και θανάτου. Αλλά πίσω από όλα αυτά λανθάνει η εμπειρία της βίας του πολέμου, που έχει δημιουργήσει αυτές τις δυνάμεις στο μυαλό των ανδρών και τους οδηγεί στα άκρα στην πορεία αναζήτησης δύναμης και εκδίκησης.
 
Η αποστασία της Μυτιλήνης
 
Ύστερα από μια σύγκρουση που κράτησε σχεδόν έναν χρόνο οι Αθηναίοι τελικά κατέστειλαν την αποστασία της Μυτιλήνης και αρκετών ευνοϊκά διακείμενων γειτονικών πόλεων την άνοιξη του 427 π.Χ. Πικραμένοι και διψασμένοι για εκδίκηση οι Αθηναίοι επέβαλαν σκληρή τιμωρία στους πολίτες της Μυτιλήνης, μιας κάποτε πιστής συμμάχου - οι άνδρες σε στρατεύσιμη ηλικία θα εκτελούνταν και όλοι οι υπόλοιποι θα εξανδραποδίζονταν. Σε ένα περίφημο τμήμα της Ιστορίας ο Θουκυδίδης παραθέτει τους λόγους του Κλέωνα και του Διοδότου, στους οποίους συζητείται το θέμα της ικανότητας - ή ανικανότητας - της δημοκρατίας να κυβερνήσει μια αυτοκρατορία, μαζί με αντιπροσωπευτικές σοφιστικές ιδέες, από τις οποίες οι πιο αξιοσημείωτες ίσως είναι οι ιδέες του προσωπικού συμφέροντος και της σκοπιμότητας.[37] Αν και δεν υπάρχουν άμεσες ενδείξεις, είναι απίθανο να μίλησαν μόνον εκείνοι οι δύο- ωστόσο, ο Θουκυδίδης τούς χρησιμοποιεί ως οχήματα, για να εξερευνήσει ορισμένες ιδέες που αφορούν τη φύση της πολιτικής ισχύος. Σε αυτές περιλαμβάνονται η έννοια της θεσμικής εξουσίας ως έννοια αυτονόητη στη δημοκρατική συζήτηση που έλαβε χώρα στην εκκλησία του δήμου σε αυτή την περίσταση, η ιδέα ότι ενίοτε υπάρχει μια σύγκρουση ανάμεσα στην άσκηση της εξουσίας και στη δικαιοσύνη της εξουσίας και η ιδέα ότι η δύναμη δεν είναι στατική αλλά δυναμική.[38]
 
Ο Κλέωνας και ο Διόδοτος συζήτησαν τη μοίρα των Μυτιληναίων ενώπιον της εκκλησίας των συμπολιτών τους. Στην προσπάθεια να πείσουν τους Αθηναίους να υιοθετήσουν έναν τρόπο δράσης που ο καθένας θεωρούσε κατάλληλο, ανταγωνίζονταν για το ποιος θα καθορίσει την απόφαση της εκκλησίας του δήμου. Αυτό αποτελεί, όπως σημειώνει ο Woodhead, ένα παράδειγμα θεσμικής εξουσίας που πρέπει να κατανοηθεί σε συνδυασμό με τους ρόλους διαπρεπών ατόμων όπως είναι ο Κλέωνας, ο Περικλής ή αργότερα ο Αλκιβιάδης.[39] Όπως ακριβώς στην περίπτωση παγκόσμιων γεγονότων στη σύγχρονη εποχή, οι δημοφιλείς πολιτικοί θεσμοί επηρεάζουν τα γεγονότα εξίσου με όσο τα επηρεάζουν τα άτομα. Ίσως σε αυτό το πλαίσιο γίνονται οι παρατηρήσεις που καταθέτει ο Θουκυδίδης στο σημείο αυτό σχετικά με τη φύση της αθηναϊκής δημοκρατίας μέσω των δύο ρητόρων. Μόλις ο Κλέωνας άρχισε τον λόγο του με τον οποίο καταδίκαζε τους Μυτιληναίους - και τους Αθηναίους που ζήτησαν να διεξαχθεί νέα συζήτηση στην εκκλησία, ενώ το ζήτημα είχε λυθεί με ψηφοφορία την προηγούμενη ημέρα -, επιτέθηκε στη δημοκρατία υποστηρίζοντας ότι ήταν ανίκανη να εξουσιάσει άλλους (3.37.1). Σε αυτή την επίθεση απάντησε ο Διόδοτος υποστηρίζοντας ότι τα μεγαλύτερα εμπόδια για τη λήψη ορθής απόφασης είναι η βιασύνη και η οργή, καθώς επίσης και οι ομιλητές που εκφοβίζουν όσους τους αντιπολιτεύονται (3.42.1-2). Ο λόγος του Κλέωνα, ωστόσο, επεκτείνει την επίθεση στη δημοκρατία συγκρίνοντας τις διαδικασίες διαβούλευσης με το θέατρο, όπου τα ωραία λόγια και οι φανταχτεροί λόγοι είναι τα μόνα πράγματα που θαυμάζουν οι θεατές, ενώ τα πραγματικά γεγονότα που επηρεάζουν τις ζωές και το μέλλον των Αθηναίων αγνοούνται, καθώς επίσης και οι φρόνιμες συμβουλές (3.38.2-4).
 
Σε αυτούς τους λόγους ο Θουκυδίδης αποκαλύπτει μια διάσταση της δύναμης που είναι εντελώς καινούρια: τον ρόλο της κοινωνίας στον καθορισμό των ζητημάτων πολιτικής που επηρεάζουν όχι μόνο την ίδια αλλά και άλλους. Καθώς ο Κλέωνας και ο Διόδοτος συζητούν, το διακύβευμα είναι εξίσου η γνώμη των Αθηναίων όσο και οι ζωές των Μυτιληναίων· αφορά εξίσου την πορεία της Αθηναϊκής αυτοκρατορίας όσο και τη ζωή ή τον θάνατο της Μυτιλήνης. Σε αυτό το πλαίσιο είναι ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε ότι στο τέλος οι Αθηναίοι απορρίπτουν τη σκληρή, κτηνώδη πολιτική που συνέστησε ο Κλέωνας και επιλέγουν την κατά τι ηπιότερη εισήγηση του Διοδότου. Η απόφαση υποδηλώνει ότι, τουλάχιστον σε αυτή την περίσταση, η πλειοψηφία των Αθηναίων συνειδητοποίησε ότι οι μνησίκακες ενέργειες καταστολής δεν ήταν απλώς κοντόφθαλμες αλλά και αντιπαραγωγικές.
 
Ενώ μέριμνα του Κλέωνα είναι η άσκηση εξουσίας, ο Αθηναίος πολιτικός έχει παρ’ όλα αυτά επίγνωση του γεγονότος ότι υπό συζήτηση έχουν επίσης τεθεί η δικαιοσύνη και η ορθή συμπεριφορά. Οι Μυτιληναίοι, δηλώνει στους Αθηναίους, θα πρέπει να τιμωρηθούν όπως τους αξίζει για το έγκλημά τους· είναι όλοι εξίσου ένοχοι, τόσο εκείνοι που υποκίνησαν την εξέγερση όσο και εκείνοι που άλλαξαν γνώμη αργότερα και άνοιξαν τις πύλες της πόλης στις Αθηναϊκές δυνάμεις.[40] Στο τέλος του λόγου του ο Κλέωνας επιστρέφει στην εξής άποψη: ‘Τιμωρήστε τους τώρα όπως τους αξίζει και δείξτε στους υπόλοιπους συμμάχους με ένα εύγλωττο παράδειγμα ότι ο θάνατος θα είναι η ποινή για οποιονδήποτε εξεγείρεται’ (3.40.7).
 
Αυτός ο σκληρός ορισμός της δικαιοσύνης βρίσκει την απάντησή του στα λόγια του Διοδότου, που ασκεί την αρχαιότερη ίσως κριτική σε βάρος της θανατικής ποινής, υποστηρίζοντας ότι οι άνθρωποι θα παρακινούνται πάντοτε από τέτοιους παράγοντες όπως η φτώχεια, η πλεονεξία και τα ανθρώπινα πάθη να αναλάβουν κινδύνους ή να παραβιάσουν τον νόμο (3-45).[41] Εξαιτίας αυτού ο Διόδοτος υποστηρίζει ότι οι Αθηναίοι πρέπει να κρίνουν τι είναι καλύτερο ή χρήσιμο για τους ίδιους και να δράσουν αναλόγως. Με αυτή την άποψη ο Αδιάδοτος αντικρούει τον ισχυρισμό του Κλέωνα ότι το να τιμωρήσουν τους Μυτιληναίους είναι εξίσου δίκαιο όσο και πρόσφορο, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοιου είδους πολιτική είναι ατελέσφορη. Οι Αθηναίοι δεν ήταν ούτε οι πρώτοι ούτε οι τελευταίοι που ανακάλυψαν τα προβλήματα και τους κινδύνους τού να εξουσιάζεις άλλους. Άλλες αυτοκρατορίες και δυνάμεις κατοχής έχουν έρθει αντιμέτωπες με εξεγέρσεις και πράξεις ανυπακοής και έχουν λάβει αποφάσεις που ελάχιστα διαφέρουν από εκείνες που έλαβαν οι Αθηναίοι το 427 π.Χ.
 
Στα καταληκτικά λόγια του προς τους Αθηναίους ο Κλέωνας δηλώνει, παραδόξως, ότι είναι εξίσου δίκαιο όσο και πρόσφορο να τιμωρήσουν τους Μυτιληναίους και ότι αν δεν το κάνουν, θα καταδικάσουν τους εαυτούς τους.[42] Γιατί; Επειδή αν οι Μυτιληναίοι είχαν δίκιο που αποστάτησαν, τότε οι Αθηναίοι είχαν άδικο που τους εξουσιάζουν. Κατόπιν, ο Κλέωνας ισχυρίζεται ότι, αν οι Αθηναίοι ψήφιζαν να μην τιμωρήσουν τους πρώην συμμάχους τους, θα έπρεπε να παραδώσουν την αυτοκρατορία τους, έτσι ώστε να ζουν ειρηνικά. Ο Θουκυδίδης ανέπτυξε αυτή την ιδέα σε πολλά σημεία, προτού διερευνήσει λεπτομερώς το ζήτημα στην αφήγηση της εξέγερσης της Μυτιλήνης. Σε μια δημηγορία στη Σπάρτη πριν αρχίσει ο πόλεμος ένας ανώνυμος Αθηναίος ομιλητής δήλωνε με παρρησία ότι οι Αθηναίοι είχαν αποκτήσει την αυτοκρατορία τους όχι διά της βίας, αλλά επειδή τους την είχαν παραδώσει οι Σπαρτιάτες. Ισχυρίστηκε ακόμα και ότι ‘και από τότε, επειδή δεν αισθανόμαστε ασφαλείς, εξαιτίας της έχθρας πολλών - μερικοί μάλιστα απ’ τους συμμάχους μας είχαν αποστατήσει και τους είχαμε υποτάξει - κ’ επειδή δεν μας θεωρούσατε φίλους όπως πριν, αλλά σας είχαμε γίνει ύποπτοι και μας είχατε γίνει αντίθετοι, δεν μπορούσαμε πια να χαλαρώσουμε την επιβολή μας χωρίς να εκτεθούμε σε κίνδυνο, γιατί όσοι θ’ αποστατούσαν από μας θα γίνονταν σύμμαχοί σας’.[43] Δύο χρόνια αργότερα και ενώ το ηθικό των Αθηναίων ήταν χαμηλό, κάτι που οφειλόταν στις ήττες που είχαν υποστεί και στον λοιμό, ο Περικλής έφερε τους Αθηναίους αντιμέτωπους με τη ζοφερή πραγματικότητα: ‘Δεν είναι πια καιρός να παραιτηθείται από την ηγεμονία σας αυτή, ακόμα κι αν μερικοί από σας, από φόβο των κινδύνων, θα το πρότειναν δείχνοντας το θάρρος τους αδρανώντας. Την ηγεμονία που έχετε, την ασκείτε πια σαν τυραννίδα, που η απόκτησή της θεωρείται άδικη, αλλά η παραίτηση απ’ αυτήν θα ήταν επικίνδυνη’ (2.63.2).
 
Όπως σημειώνει ο Woodhead, αυτό το γεγονός υποδηλώνει το πρόβλημα της εξουσίας, όπως επίσης και την εγγενή φύση της και τους έμφυτους κινδύνους από την άσκησή της.[44] Η εξουσία δεν είναι στατική, αλλά έχει τη δική της δυναμική, που ουσιαστικά προκαλεί σε μια ισχυρή ή ηγεμονική πόλη-κράτος μια τάση να ενεργεί με βία και αλαζονεία (αυτ., 47). Αν και θα μπορούσε να παρατεθεί μια πληθώρα παραδειγμάτων αυτού του φαινομένου, η υποταγή της Μήλου από τους Αθηναίους και η αποτυχημένη απόπειρα κατάχτησης της Σικελίας από τους ίδιους αποκαλύπτουν αυτούς τους παράγοντες με κάθε επιθυμητή σαφήνεια.
 
Ο διάλογος των Μηλίων
 
Το 415 π.Χ. η Αθήνα επεχείρησε να εντείνει τον έλεγχο που είχε επί της αυτοκρατορίας της και να δείξει ότι δεν θα ανεχόταν καμία αντίσταση στη δύναμη και την αξιοπρέπειά της, είτε αληθινή είτε φανταστική.[45] Ο στόχος της σε αυτή την περίπτωση ήταν η μικρή νήσος-πόλις της Μήλου, που, μολονότι αποτελούσε παλιά αποικία της Σπάρτης, είχε παραμείνει ουδέτερη στον πόλεμο. Στο πιο περίφημο ίσως τμήμα της Ιστορίας του ο Θουκυδίδης παραθέτει τον Διάλογο των Μηλίων, μια συζήτηση που φέρεται να έγινε ανάμεσα στους Αθηναίους στρατηγούς και τους ηγέτες της Μήλου σχετικά με τη μοίρα αυτής της μικρής κοινότητας. Αν και ο διάλογος αποτελεί, ασφαλώς, κατασκεύασμα του Θουκυδίδη, είναι πολύ πιθανό να περιλαμβάνει πληροφορίες που μεταφέρθηκαν στον Θουκυδίδη τόσο από Αθηναϊκές όσο και (πιθανότατα) από Μηλιακές πηγές σχετικά με όσα είπαν οι δύο πλευρές μεταξύ τους.[46] Σε αυτό το από- σπασμα η ανάλυση του Lebow σχετικά με τη δύναμη ως αυτό που εφαρμόζε­ται άδικα αντηχεί μέσω των δηλώσεων που κάνουν οι Αθηναίοι.
 
Από την αρχή του διαλόγου οι Αθηναίοι καθιστούν σαφές ότι διακυβεύεται η ίδια η επιβίωση των Μηλίων και συνδέουν αυτό το γεγονός με τη σοφιστική ιδέα του ατομικού συμφέροντος, ότι δηλαδή συμφέρει τους Αθηναίους να πείσουν τους Μηλίους να ενδώσουν ειρηνικά και αμαχητί, όπως ακριβώς συμφέρει τους Μηλίους, πολύ απλά, να επιβιώσουν (5-87-88, 92-95)· Ωστόσο, ο Θουκυδίδης αναπτύσσει επίσης στην αρχή της συζήτησης την ιδέα ότι αυτά που συζητούν οι δύο πλευρές είναι ζητήματα δύναμης. Οι Αθηναίοι δηλώνουν ευθέως ότι δεν θα καταφύγουν στα ‘ωραία λόγια’ και στον ‘λόγο που δεν πείθει’ (5-89.1). Αυτές, όπως υποδεικνύει ο Woodhead, είναι αντιπροσωπευτικές αντιδράσεις εκείνων που έρχονται αντιμέτωποι με τον ισχυρό άνδρα ή το ισχυρό κράτος και που ‘θα προσπαθήσουν να συγκαλύψουν την εχθρότητα και τον φθόνο τους λέγοντας ότι υποστηρίζουν τη δικαιοσύνη, την ισότητα ενώπιον του νόμου, την ειρήνη, την ανθρωπιά [και| την ίδια την ηθική’.[47]
 
Οι Αθηναίοι δηλώνουν ότι θέλουν να γίνει μια απλή συζήτηση και να δοθεί ένας ορισμός της δύναμης και της δικαιοσύνης. Η δικαιοσύνη, ισχυρίζονται, είναι ένα ζήτημα που πρέπει να κριθεί μεταξύ δυνάμεων που είναι ισοδύναμες - όταν αυτό δεν ισχύει, όπως είναι σαφές ότι συμβαίνει ανάμεσα στην Αθήνα και τη Μήλο, το δίκαιο είναι απλώς ένα ζήτημα ωμής δύναμης που επιβάλλουν οι ισχυροί και αποδέχονται οι αδύναμοι.[48] Αυτό το χωρίο, που έχει έναν απόηχο στο 5-101, όπου ο Θουκυδίδης αναφέρεται σε έναν ισόρροπο αγώνα, εκφράζει με τέλειο ίσως τρόπο το επιχείρημα του Lebow ότι δύναμη είναι αυτό που εφαρμόζεται άδικα. Αυτό που αποκαλύπτεται επίσης σε αυτά τα χωρία είναι το επιχείρημα που προαναφέρθηκε ότι ουσία, της δύναμης είναι η έκταση της στρατιωτικής ισχύος που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και ο πλούτος που την υποστηρίζει. Όπως καθιστούν σαφές οι Αθηναίοι με αφθονία παραδειγμάτων, διαθέτουν ανώτερη δύναμη, που οι Μήλιοι δεν μπορούν να ελπίζουν ότι θα συναγωνιστούν· οι Σπαρτιάτες, αφού και οι ίδιοι έχουν την τάση να κάνουν ό, τι είναι χρήσιμο για τους εαυτούς τους, δεν πρόκειται να τους υποστηρίξουν (5.89· 5.101- 5.106-110).
 
Η ισχύς κρίνεται (αυτό είναι άποψη και των Αθηναίων) μεταξύ ισάξιων δυνάμεων (5.89). Ωστόσο, δεν συμβαίνει επίσης, υπονοούν οι Μήλιοι, να κερδίζει μερικές φορές το ‘αουτσάιντερ’; Οι Μήλιοι σημειώνουν ότι μερικές φορές η τύχη του πολέμου κλίνει απότομα προς την πλευρά εκείνων που υπολείπονται αριθμητικά και είναι υποδεέστεροι σε δύναμη και σε αυτό βασίζουν τις ελπίδες του (5-102). Οι Αθηναίοι αντικρούουν αυτό το επιχείρημα σημειώνοντας ότι η ‘ελπίδα’ είναι η παρηγοριά εκείνων που κινδυνεύουν, που βρίσκουν παρηγοριά στις προφητείες και στους χρησμούς και που έτσι απλώς επιταχύνουν την καταστροφή (5.103).
 
Η ανάλυση της δύναμης στην οποία προβαίνει ο Θουκυδίδης βασίζεται σε παρατηρήσεις όχι μόνον αυτού που συνέβη στη Μήλο αλλά παρόμοιων γεγονότων που σημειώθηκαν σε ολόκληρη τη διάρκεια του πολέμου.[49] Η αποτυχία της διπλωματίας, όπως αυτή σημειώθηκε στα γεγονότα του 433-31 ή στην κατάρρευση της Ειρήνης του Νικία, ανάγκασε τις ελληνικές πόλεις-κράτη να λύσουν τις διαφορές τους καταφεύγοντας στην ωμή στρατιωτική δύναμη. Μερικές φορές η στρατηγική ικανότητα, π.χ. του Βρασίδα στη Μακεδονία, ή η στρατιωτική ικανότητα των Σπαρτιατών στη Μαντίνεια (που αντιστάθμισαν τις άστοχες εντολές του Άγη με το θάρρος τους), έκριναν τις μάχες. Σε άλλες περιπτώσεις ο φαινομενικά ισχυρός έχασε: οι ‘ανίκητοι’ Σπαρτιάτες που παραδόθηκαν στη Σφακτηρία ή η παντοδύναμη αθηναϊκή στρατιά που υπέστη πανωλεθρία στη Σικελία είναι τα διδακτικότερα παραδείγματα. Αλλά πώς πρέ­πει να εξηγηθεί η αδυναμία του Θουκυδίδη για το θέμα της δύναμης; Γιατί συνθέτει μια λογοτεχνική μυθοπλασία όπως είναι ο διάλογος των Μηλίων που διερευνά με τέτοιον ωμό τρόπο τη φύση της δύναμης και της ηγεμονίας; Δεν μας δίνει δυστυχώς απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα και έτσι μένουμε απλώς να εικάζουμε τους λόγους για τους οποίους χρησιμοποίησε τόσο κυνική γλώσσα. Ωστόσο, δεν θα ήταν η πρώτη ή η τελευταία φορά που μια τέτοια κυνική ρεαλιστική πολιτική θα διατυπωνόταν από έναν απογοητευμένο στρατιώτη και πολιτικό, ο οποίος στο τέλος της ζωής και της σταδιοδρομίας του συνειδητοποιεί ότι η στρατιωτική δύναμη είναι η λύση που προτιμά ο άνθρωπος για την επίλυση των διαφορών.[50]
 
Η Σικελική εκστρατεία
 
Το καλοκαίρι του 415 π.Χ. μια τεράστια στρατιωτική δύναμη - περισσότερα από εκατό πολεμικά πλοία και όχι λιγότεροι από πέντε χιλιάδες Αθηναίοι και σύμμαχοι στρατιώτες μαζί με έναν μεγάλο αριθμό μισθοφόρων - έπλευσε στη Σικελία υπό την κοινή διοίκηση του Αλκιβιάδη, του Λάμαχου και του Νικία. Ο στόχος τους ήταν απλός, φαινομενικά τουλάχιστον: να κατακτήσουν το νησί και να το θέσουν υπό Αθηναϊκή κυριαρχία. Αν υπάρχει ένα επεισόδιο στη θουκυδίδεια αφήγηση του Πελοποννησιακού Πολέμου που εκφράζει τις πολυποίκιλες διαστάσεις της δύναμης και της πολιτικής της ισχύος, είναι αυτό και γι’ αυτό πρέπει να εξετασθεί εδώ.[51]
 
Οι Έλληνες της Σικελίας είχαν επιχειρήσει να λύσουν τις διαφωνίες τους σε ένα συνέδριο που έγινε στη Γέλα το 424, αλλά μέσα σε λίγα χρόνια η συμφωνία κατέρρευσε. Καθώς οι Συρακούσες, η ισχυρότερη πόλη στο νησί, επιχείρησαν να παγιώσουν την ηγεμονική θέση τους, οι γειτονικές πόλεις της Εγέστας και των Λεοντίνων απηύθυναν νέες εκκλήσεις στους Αθηναίους για βοήθεια.[52] Αυτό οδήγησε σε μια εκτενή συζήτηση στην Αθήνα, στην οποία ο Θουκυδίδης εξερευνά ιδέες της δύναμης και της πολιτικής της ισχύος, καθώς και το μέλλον της αυτοκρατορίας.
 
Η συζήτηση που αφηγείται ο Θουκυδίδης ήταν έντονη και δείχνει ακριβώς πόσο εξημμένες μπορούσαν να είναι οι ανταλλαγές ιδεών στην Αθηναϊκή εκκλησία. Η συζήτηση επίσης απεικονίζει την παρατήρηση του Woodhead για τη φύση της ‘θεσμικής εξουσίας’ και το γεγονός ότι η Αθηναϊκή εκκλησία μπορεί να θεωρηθεί όργανο εξουσίας.[53] Μολονότι η αφήγηση του Θουκυδίδη υπαινίσσεται τη συμμετοχή ποικίλων ομιλητών (συμπεριλαμβανομένου ενός ανώνυμου Αθηναίου που προκαλεί τον Νικία να αναλάβει δράση), η συζήτηση που παραθέτει ο Θουκυδίδης περιστρέφεται γύρο:> από τον Αλκιβιάδη και τον Νικία, τις δύο ηγετικές πολιτικές φυσιογνωμίες της εποχής. Ο Νικίας, γνωστός για την τύχη και τη σύνεσή του, είχε διαπραγματευθεί την Ειρήνη που φέρει το όνομά του και ήταν αντίθετος στην εισβολή στη Σικελία. Στη συζήτηση έκανε ό,τι μπορούσε για να την εμποδίσει, καθώς επίσης και για να υποχρεώσει τους Αθηναίους να τον αντικαταστήσουν από τη θέση του ενός εκ των διοικητών της εκστρατείας. Στην αντίθετη πλευρά βρισκόταν ο Αλκιβιάδης, κληρονόμος της οικογένειας του Περικλή και γνωστός στην πόλη για τις πολυδάπανες συνήθειές του αλλά επίσης και για τη συμμαχία της Αθήνας με το Άργος που πρόσφατα μεσολάβησε ώστε να συνομολογηθεί, μια συμφωνία που, αν ο Θουκυδίδη ερμηνευθεί προσεκτικά, απέτυχε να εκπληρώσει όσα ο Αλκιβιάδης είτε ήλπιζε είτε καυχιόταν ότι 0α πετύχει. Ο Θουκυδίδης επιτείνει την αντίθεση ανάμεσα στους δύο, επισημαίνοντας όχι μόνο τη διαφορά ηλικίας (που εκφράζει επίσης την ιδέα του παλιού σε σύγκριση με το νέο) αλλά επίσης και μια αίσθηση επιφυλακτικότητας απέναντι σε ένα πνεύμα περιπέτειας που πλησιάζει την απερισκεψία.
 
Στην πρώτη δημηγορία του με θέμα την προτεινόμενη εκστρατεία (6.8.4- 6.14) ο Νικίας υποστήριξε ότι οι Αθηναίοι θα εμπλέκονταν σε μια επιχείρηση που δεν τους αφορούσε, ότι επηρεάζονταν από ξένους που εκλιπαρούσαν για βοήθεια και που θα έλεγαν τα πάντα, προκειμένου να κάνουν τους Αθηναίους να πολεμήσουν για εκείνους. Η αποστολή ακόμα και της μετρίου μεγέθους δύναμης που συζητιόταν τότε του φαινόταν επίσης κοντόφθαλμη, αν λαμβανόταν υπόψη η επισφαλής κατάσταση που επικρατούσε στην ίδια την Ελλάδα. Η πρόσφατη ειρήνη κάθε άλλο παρά σταθερή ήταν. Η Σπάρτη την είχε αποδεχθεί, απλώς για να πετύχει την απελευθέρωση των ανδρών που είχαν αιχμαλωτισθεί στη Σφακτηρία και τώρα σχεδίαζε ασφαλώς τρόπους για να υπονομεύει τους Αθηναίους. Ο Νικίας παρατήρησε ότι ίσως οι Αθηναίοι να ήταν σε θέση να διατηρήσουν την κυριαρχία τους, αν επικρατούσαν των εχθρών τους. Ωστόσο, η Σικελία, τόσο απομακρυσμένη, αποτελούσε μια διαφορετική περίπτωση και η διατήρηση της κυριαρχίας σε έναν τόσο απομακρυσμένο τόπο θα ήταν πολύ πιο δύσκολη.
 
Ο Νικίας διατυπώνει το ενδιαφέρον επιχείρημα ότι μερικές φορές μια δύναμη εντυπωσιάζει περισσότερο, όταν παραμένει σε απόσταση επιτρέποντας στη φήμη της να τρομοκρατεί πιθανούς εχθρούς. Μια αποτυχημένη, ή ακόμα και μια εν μέρει επιτυχημένη, επίθεση, μια επίθεση που πρέπει να υποστηριχθεί από ενισχύσεις θα μπορούσε να έχει αρνητικές επιπτώσεις, καθώς οι εχθροί ίσως φαντασθούν ότι η δύναμη που φοβούνταν έως τότε είναι μια χάρτινη τίγρη και γι’ αυτό θελήσουν να συμμαχήσουν με άλλους για να της επιτεθούν (6.11.4). Είναι καλύτερο, προτείνει ο Νικίας, να αφήνεις τον κόσμο να νομίζει ότι είσαι ισχυρός και έτσι να παραμένεις επίφοβος παρά να τους δίνεις διαφορετική εντύπωση. Επομένως, αυτό που ο Νικίας προτείνει στους Αθηναίους είναι μια πολιτική αυτοσυγκράτησης, προκειμένου να διατηρήσουν τα κεκτημένα και να μην υπερβούν τις δυνατότητές τους. Το επιχείρημά του έχει ενδιαφέρον, καθώς απηχεί θέματα που διατυπώνονται από τους Αθηναίους στον διάλογο των Μηλίων, ιδιαίτερα την εξήγηση για τις απαιτήσεις που προβάλλουν στους Μηλίους: είναι υποχρεωμένοι να ενεργούν, έτσι ώστε να κάνουν τους άλλους να έχουν επίγνωση της δύναμής τους. (5-92-95)
 
Η αυτοσυγκράτηση και η επιφύλαξη που προτείνει ο Νικίας βρίσκουν το αντίθετο άκρο τους στον Αλκιβιάδη. Στον αντίλογό του ο Αλκιβιάδης ισχυρίζεται ότι οι Αθηναίοι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν στη Σικελία: οι περισσότερες πόλεις εκεί ήταν ανοργάνωτες λόγω εσωτερικών αναταραχών και υστερούσαν σε στρατιωτική ισχύ (6.17.2-3). Οι Συρακούσες, η μεγάλη δύναμη του νησιού, ήταν τόσο μισητές, που μόλις οι Αθηναίοι έκαναν την εμφάνισή τους, η πόλη θα αντιμετώπιζε τον γενικό ξεσηκωμό του ντόπιου πληθυσμού του νησιού, που θα συσπειρωνόταν με τους Αθηναίους. Με ακόμα λιγότερα μέσα από αυτά που είχαν τώρα στην κατοχή τους οι πρόγονοί τους, ισχυρίζεται ο Αλκιβιάδης, είχαν σημειώσει ακόμα μεγαλύτερη επιτυχία εναντίον των Περσών και έτσι τώρα δεν θα έπρεπε να διστάσουν να δράσουν. Η προοπτική είναι η ηγεμονία επί όλων των Ελλήνων - από εκείνους στη Σικελία μέχρι εκείνους στην πατρίδα - και το ελάχιστο δυνατό που θα επιτύχουν είναι η εξολόθρευση της δύναμης και της αλαζονείας των Συρακουσών.
 
Ο τολμηρός και υπερβολικός αυτός ισχυρισμός του Αλκιβιάδη αφορά επίσης την Αθηναϊκή αυτοκρατορία. Ο Αθηναίος πολιτικός υποστηρίζει ότι οι Αθηναίοι είχαν την υποχρέωση να βοηθήσουν τους Εγεσταίους, που οι οι ίδιοι είχαν κάνει συμμάχους τους, προκειμένου να αποτρέψουν επιθέσεις εναντίον τους στην ίδια την Ελλάδα. Συμμαχίες όπως αυτές συνέβαλαν στην ηγεμονία που ασκούσαν οι Αθηναίοι, αλλά η πρόθυμη ανταπόκριση στην έκκληση ενός συμμάχου που αντιμετώπιζε δυσκολίες ήταν αποφασιστικής σημασίας για τη διατήρηση αυτής της ηγεμονίας. Οι ηγεμονίες επιβιώνουν, ισχυρίζεται, επειδή, όταν βλέπουν τον κίνδυνο να πλησιάζει, τον προλαβαίνουν και δεν περιμένουν να εκδηλωθεί. Μια ‘μέτριου’ μεγέθους ηγεμονία ή μια ηγεμονία που είναι ‘ακριβώς τόση όση αρκεί’ δεν είναι ρεαλιστική. Αντίθετα, οι ηγεμονίες πρέπει να αυξάνονται και να επεκτείνονται, αν θέλουν να επιβιώσουν. Γι’ αυτόν τον λόγο, συνεχίζει, η επιθετική πολιτική είναι απαραίτητη όχι μόνον απέναντι στη Σικελία αλλά επίσης και όσον αφορά την πάταξη αποστασιών ή προκλήσεων σε βάρος της αθηναϊκής ηγεμονικής δύναμης. Αν δεν αλλάξετε τις συνήθειές σας, δηλώνει ο Αλκιβιάδης, άλλοι θα σας εξουσιάζουν, αν δεν τους εξουσιάζετε εσείς (6.18.3). Είνεται σαφές ότι σε αυτόν τον λόγο ο Θουκυδίδης διατυπώνει παρατηρήσεις για τη φύση της δύναμης και της ηγεμονίας που έχει θίξει προηγουμένως: πρόκειται για την ιδέα ότι η δύναμη δεν είναι στατική και ότι το να την εγκαταλείψεις είναι επικίνδυνο. Αυτή την άποψη την είχαν διατυπώσει τόσο ο Περικλής όσο και ο Κλέωνας σε ποικίλες περιστάσεις και τώρα ο Αλκιβιάδης τη διατυπώνει εκ νέου.
 
Ο λόγος του Αλκιβιάδη ήταν φορτισμένος. Οι εκκλήσεις των Εγεσταίων και των Λεοντίνων απλώς ενίσχυσαν όσα είπε και παγίωσαν την απόφαση των Αθηναίων να επιχειρήσουν την εκστρατεία. Ο Νικίας προσπάθησε μια τελευταία φορά να σταματήσει αυτό που θεωρούσε παραλογισμό (6.20-23). Επιχείρησε να τρομάξει τους Αθηναίους λέγοντάς τους ότι είχαν να αντιμετωπίσουν ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις στη Σικελία και ότι γι’ αυτό έπρεπε να αυξήσουν τη δική τους αναλόγως. Ένας ανώνυμος Αθηναίος τον προκάλεσε να δηλώσει ποιες ήταν οι ανάγκες αυτές και όταν αυτές εγκρίθηκαν, δεν είχε άλλη επιλογή παρά να ενδώσει στην κοινή γνώμη. Ο Θουκυδίδης επίσης περιγράφει μια σκηνή γενικής ικανοποίησης στην Αθήνα με ό, τι είχε αποφασιστεί. Οι πρεσβύτεροι Αθηναίοι σκέφτονταν με ικανοποίηση τα μέρη που θα προσέθεταν τώρα στην ηγεμονία. Οι νεότεροι άνδρες ανυπομονούσαν για το ταξίδι σε έναν μακρινό τόπο και για τις συναρπαστικές εμπειρίες που θα βίωναν - ένας ενθουσιασμός που βρίσκει αντιστοιχίες σε όλες τις περιόδους της ιστορίας, ουσιαστικά σε κάθε στρατό. Οι φτωχότεροι Αθηναίοι, οι άνδρες που θα κωπηλατούσαν στα πλοία του στόλου, έβλεπαν την εκστρατεία ως ένα μέσο για να κερδίσουν τα προς το ζην, τόσο τώρα όσο και αργότερα, ως αποτέλεσμα της ηγεμονίας που θα μεγάλωνε.
 
Η εικόνα που σκιαγραφεί εδώ ο Θουκυδίδης για τη δημοκρατική και ηγεμονική Αθήνα είναι εκείνη, όπως σημειώνει ο Woodhead, της ‘επίδειξης δύναμης εν δράσει’.[54] Παρουσιάζει την έννοια της δύναμης, όπως παρατήρησε ο Mearsheimer στην αρχή αυτής της συζήτησης, να συνίσταται στον πλούτο και στις στρατιωτικές δυνάμεις μιας πόλης-κράτους. Ο ιστορικός αποκαλύπτει επίσης τη φύση της ‘θεσμικής εξουσίας’ και πώς ένας λαός, σε αυτή την περίσταση οι Αθηναίοι, έχει αποφασίσει στο πλαίσιο ενός επίσημου, οργανωμένου πολιτικού οργάνου της πόλης να χρησιμοποιήσει τον πλούτο και τη στρατιωτική δύναμή του, για να αποκτήσει ακόμα περισσότερο πλούτο και, μέσω αυτού, περισσότερη δύναμη. Η δύναμη δεν είναι στατική: όπως καθιστά σαφές ο Θουκυδίδης, ή τη χρησιμοποιείς ή τη χάνεις.
 
Η επικαιρότητα του Θουκυδίδη σήμερα
 
Έχει ακόμα αξία ο Θουκυδίδης στις αρχές του 21ου αιώνα; Σε ένα συνέδριο το 2003 που διεξήχθη στο Πανεπιστήμιο Brown με θέμα ‘Πόλεμος, Ειρήνη και Συμφιλίωση στον Αρχαίο Κόσμο’ οι συμμετέχοντες που αντιπροσώπευαν τις κλασικές σπουδές, την ιστορία και τις πολιτικές επιστήμες εξέτασαν τα ζητήματα που θίξαμε παραπάνω.[55] Στην καταληκτική συνεδρία ο πολιτικός επιστήμονας P. Terrance Hopmann παρατήρησε ότι ο κόσμος ακόμα και σήμερα αντιμετωπίζει τα προβλήματα που προκαλούσαν την έκρηξη πολέμων μεταξύ των αρχαίων Ελλήνων. Παρά τις προσπάθειες οργανισμών όπως τα Ηνωμένα Έθνη η διεθνής κοινότητα παραμένει κατεξοχήν άναρχη: αντιμετωπίζει ζητήματα ισορροπίας δυνάμεων και φόβους σχετικά με το δίλημμα ασφαλείας, προσπαθεί να υπερνικήσει την ανθρώπινη τάση να θεωρεί τους ‘Άλλους’ ακριβώς αυτό. Όπως ακριβώς στον αρχαιοελληνικό κόσμο, οι δυσκολίες στην εξεύρεση τρόπων για τη διευθέτηση των διαφορών αντί για την επίλυσή τους στο πεδίο της μάχης παραμένουν οι ίδιες. Οι περιστάσεις που οδήγησαν τις Ηνωμένες Πολιτείες να εισβάλουν στο Ιράκ την άνοιξη του 2003 λειτουργούν ως διδακτικό παράδειγμα αυτών των ζητημάτων.[56] Αυτά είναι ζητήματα, επομένως, που ο ρεαλιστής Θουκυδίδης διέκρινε στο τελευταίο τρίτο του 5ου αιώνα π.Χ. και που εμείς μπορούμε επίσης να τα διακρίνουμε ολοκάθαρα στις αρχές του 21ου αιώνα.
---------------------------
[1] Παρατίθεται στον Mearsheimer (2001) 23.
[2] Παρατίθεται στον Mearsheimer (2001) 23·
[3] Οι αναγνώστες ας σημειώσουν τη μελέτη του A. G. Woodhead (1970). Αν και το έργο του Woodhead παραμένει χρήσιμο σήμερα, προσπάθησα να εισφέρω στη συζήτηση ιδέες και απόψεις πολιτικών επιστημόνων για τη φύση της πολιτικής ισχύος και κάποια εξήγηση του επίμονου ενδιαφέροντος του Θουκυδίδη γι’ αυτήν.
[4] Dahl (1957) 202 κ.ε.
[5] Woodhead (1970) 10-12, στο 12: ‘Ασφαλώς οι άνθρωποι επιζητούσαν τη δύναμη· ασφαλώς διατήρησαν τον έλεγχο πάνω της ή έβαλαν τα δυνατά τους για να το πετύχουν, όταν την κατείχαν. Αυτό ήταν ένα φυσικό φαινόμενο, ένα ουδέτερο φαινόμενο, ούτε καλό ούτε κακό. Και ακόμα είναι' (η έμφαση δική μου).
[6] Lebow (2003) 122.
[7] Betant (1847) 2.77-79.
[8] Raaflaub (2004) 151.
[9] Mearsheimer (2001) 84.
[10] (2001) 83.
[11] Βλ. παραπάνω σημ. 1· προτάθηκε από τον Woodhead (1970) 14.
[12] Ο Woodhead (1970) 14 και 183, σημ. 24, παραθέτει μελέτες για τη δήλωση του Acton ισχυριζόμενος μεταξύ άλλων ότι ‘η δύναμη δεν οδηγεί απαραιτήτους στη διαφθορά ή στον εξευγενισμό’ και ότι πολλοί παράγοντες καθορίζουν την έκβαση της εφαρμογής της. Αλλά αυτές οι μελέτες αγνοούν τις εγγενείς και αληθινές συνιστώσες της δύναμης που οδηγούν στο είδος της διαφθοράς που υπαινίχθηκε ο Acton. Βλ. τη συζήτηση που ακολουθεί.
[13] Πολλές εκδόσεις έχουν δημοσιευθεί από την εποχή που πρωτογράφηκε το δοκίμιο το 1940/41 στο Cahiers du Sud. Η έκδοση που χρησιμοποιείται εδώ είναι αυτή του Holoka (2003).
[14] Holoka (2003) 61.
[15] Ο Θουκυδίδης σημειώνει (7.30.3) ότι η μοίρα της Μυκαλησσού υπήρξε εξίσου θλιβερή με οτιδήποτε άλλο συνέβη στον πόλεμο, κάτι που υποδηλώνει ότι την παραθέτει, ώστε να χρησιμεύσει ως παράδειγμα για όλες τις φρικαλεότητες που σημειώθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου.
[16] Για μια συζήτηση της ορολογίας ‘Πρώτος’ (και ‘Δεύτερος’) Πελοποννησιακός Πόλεμος βλ. D. Μ. Lewis (1997) 9, που προσθέτει ότι δεν μπόρεσε να εξακριβώσει την προέλευσή τους. Ο ‘Πρώτος’ Πόλεμος, όπως σημειώνει, ήταν σε μεγάλο βαθμό μια υπόθεση μεταξύ της Αθήνας και της Κορίνθου.
[17] Βλ. ακόμα Raaflaub (1994) 105 κ.ε.
[18] Βλ. ακόμα Θουκ. 1.75.4 και την αναφορά από τους ανώνυμους Αθηναίους ομιλητές σε σπαρτιατικές υποψίες για αθηναϊκές ενέργειες κατά τα έτη που προηγήθηκαν της έκρηξης του πολέμου το 431 π.Χ.
[19] Ο Badian (1993) 154, ακολουθώντας τον Θουκ. 1.139.1, σημειώνει ότι υπήρχαν ‘πολ­λές’ τέτοιες πρεσβείες, αν και ο Θουκυδίδης σχολιάζει μόνον εκείνες που συζητούνται εδώ.
[20] Εξιστορείται στον Πλοΰτ. Περ. 30.1, αν και αμφισβητείται από τον Stacker (1989) 274. Ωστόσο, βλ. Lewis (1977) 49, σημ. 157, ο οποίος αναφέρεται στους μελετητές του 19ου αιώνα, π.χ. τους Rennie, Starkie και van Leeuwen, που πρώτοι έκαναν την παρατήρηση και αποδέχθηκαν την αυθεντικότητα του σχολίου του Πολυάλκη.
[21] Ο Θουκυδίδης (1.23.4) γράφει ότι και η Αθήνα και η Σπάρτη παραβίασαν την ανα­κωχή (ο Hornblower, Comm. 1.64, δεν το σχολιάζει). Άλλες αναφορές στην ειρήνη: Θουκ. 1.115.1' 2.2.1- 7.18.2. Σχολιάζοντας την τελευταία αναφορά ο Dover, HCT 4.394, υποστηρίζει ότι οι πρεσβείες των Σπαρτιατών είχαν ως πρόθεση να προκαλέσουν αρνητική απάντηση εκ μέρους των Αθηναίων. Αυτό φαντάζει υπερβολικά κυνικό και υποβαθμίζει τα λίγα που μπορούμε να μάθουμε για τις σπαρτιατικές ειρηνευτικές προσπάθειες. Πρβλ. επίσης Badian (1993) 125-62 (ιδ. 143-44), που υποστηρίζει ότι ο Θουκυδίδης διαστρεβλώνει τη ‘συνωμοτικότητα και δολιότητα’ της Σπάρτης.
[22] Αποκαλούμενο έτσι από τον κοινό τηλεφωνικό αριθμό εκτάκτου ανάγκης στις Ηνωμένες Πολιτείες για την ειδοποίηση της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής ή των Πρώτων Βοηθειών.
[23] Mearsheimer (2001) 32 κ.ε.
[24] Οι Συρακούσες, η σημαντικότερη πόλη-κράτος στη Σικελία, θα μπορούσαν να θεωρηθούν μια εναλλακτική λύση. Ωστόσο, οι Συρακούσες είχαν ιδρυθεί από την Κόρινθο και οι δύο πόλεις-κράτη διατηρούσαν τους δεσμούς που άρμοζαν σε μητρόπολη και αποικία και που θα καθιστούσαν τη μεσολάβηση των Συρακουσών μη αποδεκτή από την Αθήνα.
[25] Mearsheimer (2001) 21· 86· 114-25.
[26] Mearsheimer (2001) 21.
[27] Βλ. Badian (1993) 125, που σημειώνει τη συζήτηση σχετικά με την ευθύνη για την έναρξη του πολέμου, που είναι παρόμοια με εκείνη που ακολούθησε μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
[28] Παρατίθεται στον Mearsheimer (2001) 86.
[29] Για το ιστορικό πλαίσιο βλ. Θουκ. 3.70-81. Ο S. Lattimorc (1998) 168 σημ. υποστηρίζει ότι ήταν μάλλον η πρώτη παρά ‘ανάμεσα στις πρώτες’.
[30] Θουκ. 3-82.2. Το θέμα υπερβαίνει τα όρια αυτής της συζήτησης, αλλά βλ. Tritle (2000) 128-31.
[31] Woodhead (1970) 21.
[32] Βλ. και πάλι Lebow (2003) 122 και τη συζήτηση παραπάνω.
[33] Βλ. συγκεκριμένα Θουκ. 3-82. Τόσο η μετάφραση όσο και η σημασία του χωρίου είναι πολυσυζητημένες. Βλ., π.χ., J. Wilson (1982a) 18-20· Loraux (1986a) 103-24· Tritle (2000) 128-31.
[34] Woodhead (1970) 21.
[35] Αυτό το θέμα υπερβαίνει κατά πολύ τα όρια του παρόντος δοκιμίου, αλλά βλ., π.χ., Shay (1995) και Tritle (2000) για συζήτηση.
[36] Γοργ. 82 Β 11, 16-17 ΟΚ.
[37] Θουκ. 3.37-49. Για μια ανάλυση αυτών των δημηγοριών βλ., π.χ., Hornblower, Comm. 2.420-39. Το ζήτημα της αυθεντικότητας αυτών των λόγων δεν ενδιαφέρει την παρούσα ανάλυση. Άλλοι στον παρόντα τόμο συζητούν τους λόγους στον Θουκυδίδη (βλ. Morrison), αλλά εδώ θεωρώ ότι οι λόγοι αντανακλούν ιδέες επίκαιρες στα τέλη του 5ου αιώνα και ιδέες που ασφαλώς απασχολούν τον Θουκυδίδη.
[38] Βλ., π.χ., Woodhead (1970) 7, 13-16, ο οποίος επισημαίνει αυτά τα ζητήματα.
[39] Woodhead (1970) 7 κ.ε.
[40] Θουκ. 3.39.6. Εδώ ο Κλέωνας απορρίπτει κάθε ειδική μεταχείριση των Μυτιληναίων που βοήθησαν τους Αθηναίους με το να στραφούν εναντίον των αρχόντων τους και να ανοίξουν τις πύλες δίνοντας έτσι στους Αθηναίους την ευκαιρία να καταλάβουν την πόλη- βλ. Θουκ. 3.27-28.
[41] Επισημαίνεται επίσης από τον Hornblower, Co mm. 1.435.
[42] Ο όρος προέρχεται (από όσο γνωρίζω) από τον Solmsen (1975) 38 κ.ε.
[43] Θουκ. 1.75.4. Ο ομιλητής είναι ανώνυμος, αλλά η ομιλία αποτελεί, όπως σημειώνει ο Hornblower, Comm. 1.117, μια εναργή, αν και σκληρή, διερεύνηση της φιλοσοφίας του ιμπεριαλισμού.
[44] (1970) 13.
[45] To HCT 4.189 αναφέρεται στο χιούμορ του Αριστοφάνη σχετικά με τα βάσανα τόσο των Μηλίων όσο και των Μεγαραίων ως αποτέλεσμα της Αθηναϊκής δύναμης και στο γεγονός ότι ‘από αυτό [δεν] φαίνεται οι Αθηναίοι να ένιωθαν τύψεις’ [δηλαδή για τις πράξεις τους|. Αυτή η παρατήρηση αδιαφορεί για τη φύση της κωμωδίας και της διακωμώδησης της εποχής τού πολέμου, που, όπως σημειώνει ο βετεράνος του πολέμου και συγγραφέας Paul Fussell, είναι οι πιο κατάλληλες μορφές για να εκφράσουν την τραγωδία του πολέμου- βλ. Fussell (1975) 203 κ.ε.
[46] Η ανάλυση του ίδιου του διαλόγου υπερβαίνει τους στόχους μου εδώ. Για συζήτηση βλ. Andrewes, HCT 4.182-88.
[47] Woodhead (1970) 21.
[48] Θουκ. 5.89. Οι αναγνώστες του Πλάτωνα ()α αναγνωρίσουν την παρόμοια άποψη που εκφράζεται από τον Καλλικλή και που υποδηλώνει ότι υπάρχει σοφιστική επίδραση εδώ. Βλ. Solmsen (1975) 48· 118.
[49] Βλ. Θουκ. 5.91.1, και την αναφορά του στο ενδεχόμενο τέλος της Αθηναϊκής ηγεμονίας, και πρβλ. HCT 4.166 κ.ε. για συζήτηση.
[50] Έχει παρατηρηθεί από παλιά ότι ο κυνισμός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα του βετεράνου στρατιώτη, όπως ήταν ασφαλώς ο Θουκυδίδης. Βλ. Tritle (2000) 128-36 και, για άλλο ένα παράδειγμα, Duncan και Klooster (2002) και τα γραπτά της εποχής του (αμερικανικού) εμφύλιου πολέμου του Ambrose Bierce.
[51] Ο χώρος καθιστά αδύνατη την πλήρη πραγμάτευση των Αθηναϊκών προσπαθειών να παρέμβουν στο νησί, αλλά βλ. Θουκ. 3.90· 3.103' 4.2.2- 4.24-25· 4.58-4.65.2, όπου εξιστορούνται δραστηριότητες εκεί έως το συνέδριο της Γέλας (424 π.Χ.), που οδήγησε στην προσωρινή απόσυρση της Αθήνας από τις σικελικές υποθέσεις έως το 416/15 π.Χ.
[52] Ο Θουκ. 6.1.1- 6.1-26 εξιστορεί την έκκληση των Εγεσταίων για βοήθεια· τα χωρία Θουκ. 6.46.3-5 και Διόδ. Σικ. 12.83.3 αφηγούνται τη διασκεδαστική ιστορία για τον τρόπο με τον οποίο οι συνήθως ευφυείς Αθηναίοι εξαπατήθηκαν από τους Εγεσταίους, που συγκέντρωσαν όλα τα ασημένια σκεύη τους και κατόπιν τα παραχώρησαν σε εκείνους που φιλοξενούσαν τους Αθηναίους επισκέπτες, οι οποίοι οδηγήθηκαν στο συμπέρασμα ότι η πόλη διέθετε μεγάλο πλούτο!
[53] Woodhead (1970) 7.
[54] Woodhead (1970) 7.
[55] Οργανώθηκε από τον Kurt Raaflaub και από το Πρόγραμμα Σπουδών της Αρχαιότητας και χρηματοδοτήθηκε από ποικίλα ιδρύματα.
[56] Βλ. ακόμη Doyle (1997) 27.