Τετάρτη 29 Μαρτίου 2017

ΤΟ ΜΟΝΟΠΑΤΙ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ

Μια νέα υπέροχη πραγματικότητα αναδύεται μέσα στις καρδιές εκείνων που αναζητούν το βαθύτερο εαυτό τους.

Πού βρίσκεται το κέντρο της ευτυχίας; Υπάρχει άραγε κάποιο σημείο στον ανθρώπινο εγκέφαλο που θα μπορούσε να οριστεί ως πηγή της χαράς και της εσωτερικής ειρήνης; Με τέτοια ερωτήματα κατά νου οι ειδικοί επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας και του Ουισκόνσιν ξεκίνησαν εντατικές έρευνες μελετώντας τις εγκεφαλικές αντιδράσεις εκατοντάδων ατόμων. Μάλιστα, ανάμεσα σ εκείνους που συνεργάστηκαν με τους επιστήμονες ήταν και ο Δαλάι Λάμα. Τα συμπεράσματά τους ανακοινώθηκαν πρόσφατα αποκαλύπτοντας πως όντως υπάρχουν κάποιες εγκεφαλικές περιοχές που ενεργοποιούνται όταν είμαστε χαρούμενοι ή γαλήνιοι. Ωστόσο, αυτά τα συναισθήματα δεν οφείλονται στον τρόπο που είναι διαμορφωμένος ο εγκέφαλος κάποιων τυχερών ανθρώπων – κάτι τέτοιο θα ήταν μια πραγματική μεροληψία της φύσης – αλλά πηγάζουν από τον τρόπο σκέψης και αντίδρασης. Αυτό επιβεβαιώνεται και από μια εύστοχη παροιμία που λέει «σπείρε μια σκέψη θέρισε μια επιλογή, σπείρε μια επιλογή θέρισε μια συμπεριφορά, σπείρε μια συμπεριφορά θέρισε μια συνήθεια, σπείρε μια συνήθεια θέρισε πεπρωμένο.» Πρόκειται για μια αλήθεια που αρκετοί αρχίζουν να κατανοούν βαθιά αναγνωρίζοντας πως οι σκέψεις μας χτίζουν την ευτυχία ή τη δυστυχία μας. Έτσι σταδιακά διαμορφώνεται μια νέα πραγματικότητα καθώς όλο και περισσότεροι βγαίνουν από το λήθαργο και αναρωτιούνται. Ξεκινώντας από καθημερινά προσωπικά ερωτήματα, «πώς μπορώ να συγχωρήσω τους άλλους και τον εαυτό μου;», «γιατί το έφηβο παιδί μου συμπεριφέρεται έτσι;» ή «γιατί απέτυχε ο γάμος μου;» βρίσκονται τελικά να αναρωτιούνται για τα βαθύτερα αίτια της ύπαρξης «γιατί υπάρχω;», «έχω κάποιο σκοπό να επιτελέσω;»
Εκείνοι που Φέρνουν το Μέλλον
Μια επώαση, μια αργή, σταθερή διαδικασία συντελείται χρόνια τώρα μέσα στις καρδιές και στους νόες των ανθρώπων που οραματίζονται ένα καλύτερο μέλλον και που το διεκδικούν. Αυτοί είναι οι κομιστές του 21ου αιώνα, όχι τα ημερολόγια. Στο επίπεδο του πολιτισμού και της εξέλιξης της ανθρώπινης συνείδησης δεν είναι ο χρόνος που καθορίζει το παιχνίδι αλλά ο άνθρωπος. Αυτή η αλήθεια έπρεπε να παλέψει με τη διάχυτη αφελή αντίληψη που έβλεπε το 2000 σαν πυροδοτικό μηχανισμό: με το που θα έφτανε θα μας εκσφενδόνιζε κατευθείαν σε μια νέα φουτουριστική πραγματικότητα.

Όμως οι αλλαγές των ετών δεν είναι παρά συμβάσεις. Σημεία αναφοράς για να συνεννοούμεθα μεταξύ μας. Κάθε καινούργιο έτος που αρχίζει να μετράει στους ημεροδείχτες δεν έχει καμιά δύναμη να αλλάξει τη ζωή μας από μόνο του. Μπορεί, όμως, να παίξει ένα σπουδαίο ρόλο. Να γίνει ένα σημείο παύσης – όπως αυτό ανάμεσα σε δυο ανάσες – όπου μπορούμε να σταθούμε για μια στιγμή, να ρίξουμε μια ματιά στο ποτάμι των γεγονότων και να δούμε κατά πού κυλάει. Σήμερα βρισκόμαστε κυριολεκτικά στο κατώφλι μιας εποχής που παρόμοια δεν έχει ξαναϋπάρξει γιατί για πρώτη φορά μπορούμε να συνδυάσουμε την επιστημονική κατανόηση της φύσης και την πνευματική κατανόηση του εαυτού μας. Για τους αφυπνισμένους νόες είναι σαφής η άμεση σύνδεση της βιολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας με την συναισθηματική, τη διανοητική και την πνευματική. Αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια ξεκάθαρη εικόνα για το τι είναι πραγματικά σημαντικό στη ζωή γνωρίζοντας πως έχει να κάνει με ό,τι συμβαίνει στον εσωτερικό κόσμο κι όχι στον εξωτερικό. Με το είναι κι όχι με το φαίνεσθαι. Έτσι, κατανοώντας την σημασία του φυσικού περιβάλλοντος, και την αξία της ανθρώπινης επαφής, στρέφονται στους άλλους, μαθαίνουν να τους εμπιστεύονται και πάνω από όλα μαθαίνουν να λένε «νοιαζόμαστε». Και να το εννοούν.
Από τη Μέδουσα στον Πήγασο
Οι άνθρωποι αυτοί ξαφνιάζουν για την προθυμία τους να μιλήσουν για τις πιο μύχιες σκέψεις και συναισθήματά τους αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα την ευθύνη για αυτά που νιώθουν. Δεν φοβούνται μην «εκτεθούν», γι’ αυτό μπορούν να είναι περισσότερο έντιμοι και ειλικρινείς. Αντί να παίζουν παιχνίδια με τις ψεύτικες μάσκες προτιμούν να τις βγάλουν, να τις περιεργαστούν και να αντικρίσουν επίσης το αληθινό τους πρόσωπο. Με λίγα λόγια δεν φοβούνται να ανακαλύψουν τον εαυτό τους, γι αυτό και έχουν μεγαλύτερη κατανόηση για τους άλλους. Επειδή μαθαίνουν να αποδέχονται και τις σκιώδεις πλευρές τους. Ερχόμενοι σε επαφή με τον εαυτό τους συνειδητοποιούν πως υπάρχουν ταυτόχρονα μέσα μας πολλοί μη συνειδητοί εαυτοί που λειτουργούν ανεξάρτητα και με διαφορετική θέληση και επιθυμίες μεταξύ τους, όπως αποδεικνύει η σύγχρονη νευροφυσιολογία .Η αντιφατική συμπεριφορά μας, οι εσωτερικές μας συγκρούσεις – που συχνά σωματοποιούνται και εκδηλώνονται ως υπέρταση, εντερικές διαταραχές, στομαχικά, ορμονικά ή δερματικά προβλήματα κ.λ.π. – έχουν τη ρίζα τους σ΄αυτούς ακριβώς τους διαφορετικούς εαυτούς που συνυπάρχουν μέσα μας. Ανάμεσά τους όμως είναι και εκείνα τα υπέροχα φωτεινά κομμάτια μας, τα ταλέντα και οι ικανότητές μας που αγνοούμε. Στο μεταξύ, εκείνοι που περπατούν στο Μονοπάτι των Θαυμάτων ζητώντας να ανακαλύψουν τον εαυτό τους επιστρατεύουν παλιές και νέες γνώσεις για να κατανοήσουν το μυστήριό του. Η ελληνική μυθολογία είναι ένας από αυτούς. Η συμβολική γλώσσα της αποτελεί ένα βαθύτατο ψυχολογικό εργαλείο απίστευτης ακρίβειας. Το κοίταγμα της Μέδουσας που πέτρωνε όποιον την αντίκριζε αντιστοιχεί σε συγκεκριμένες ψυχολογικές καταστάσεις το ίδιο και ο Πήγασος που συμβολίζει την ικανότητα του νου μας να πετά πάνω από τις ψευδαισθήσεις. Ποιες άγνωστες πλευρές μας κρύβονται άραγε στο χρυσό κουτί της Πανδώρας και πώς η Ανδρομέδα μπορεί να σωθεί τελικά από το δράκοντα που την απειλεί; Όλοι αυτοί οι ήρωες βρίσκονται μέσα μας σαν πολύτιμος θησαυρός που περιμένει να ανακαλυφθεί.
Συνάντηση με τον Γοητευτικό Άγνωστο
«Νιώσε τι νιώθεις, συνειδητοποίησε τα συναισθήματά σου, αποδέξου τα». Αυτή δεν είναι απλώς μια φράση αλλά μια ολόκληρη φιλοσοφία. Εδώ δεν έχει πια θέση η νοοτροπία που κάνει τους ανθρώπους να κρύβονται από τον εαυτό τους και να μην είναι σε επαφή με τα συναισθήματά τους. Η νέα στάση φέρνει μαζί της ένα είδος εσωτερικής αποκάλυψης. Μας δείχνει ποιοι πραγματικά είμαστε. Και το παράξενο είναι πως κάτω από τα στρώματα καθωσπρεπισμού, ενοχής, φόβου, κοινωνικών συμβάσεων και προσωπείων επιβίωσης, αποκαλύπτεται όχι ένα τέρας – όπως θα φοβόντουσαν εκείνοι που αρνούνται να απαλλαγούν από τις μάσκες τους – αλλά ένας εαυτός με πραγματικό μεγαλείο και με ανεκδήλωτα ταλέντα. Ένας άγνωστος δηλαδή. Η ανακάλυψη αυτού του γοητευτικού αγνώστου είναι από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα που μπορεί να κάνει κάποιος στη ζωή του. Βαδίζοντας στο Μονοπάτι των Θαυμάτων η συνάντηση με τον γοητευτικό άγνωστο εαυτό μας είναι η αρχή και για μια πρωτόγνωρη επαφή με τους άλλους. Έχοντας επίγνωση της αξίας και της εσωτερικής σοφίας μας οι σχέσεις μας κυριολεκτικά μεταμορφώνονται.

Μέγας Αλέξανδρος… η σύγκρουση με τον Καλλισθένη

Η θεωρία της θεϊκής καταγωγής του Αλεξάνδρου είχε αρχικά διατυπωθεί από τη μητέρα του, την Ολυμπιάδα, πριν ακόμη τον συλλάβει, η οποία είχε αναφέρει ότι κάποιο βράδυ, κατά την προετοιμασία του γάμου της και πριν κοιμηθεί για πρώτη φορά με τον Φίλιππο, είδε ένα όνειρο. Σε αυτό άκουσε πρώτα μία βροντή, μετά έπεσε στην κοιλιά της ένας κεραυνός και ξέσπασε σε φλόγες, που έσβησαν διασκορπιζόμενες στο χώρο. Εφόσον αυτή είναι αυθεντική διήγηση της Ολυμπιάδας και δεν της αποδόθηκε εκ των υστέρων, είναι σαφής η επιδίωξή της. Το παιδί, που θα έφερνε στον κόσμο ανήκε στον θεό, που είχε χαρακτηριστικά την βροντή και τον κεραυνό, δηλαδή τον Δία και όχι στον θνητό σύζυγό της.

Ο Φίλιππος όμως ήδη είχε ένα νόθο γιο και για διάδοχο στο θρόνο χρειαζόταν ένα γνήσιο δικό του άρρεν τέκνο. Δεν χρειαζόταν ένα τέκνο της συζύγου του, έστω από κάποιον θεό, ούτε κόρη του Δία χρειαζόταν, που οι απόγονοί της θα μπορούσαν να απειλήσουν την ανδρική γραμμή διαδοχής των Αργεαδών, οι οποίοι κατάγονταν από τον Ηρακλή. «Ωθήθηκε» λοιπόν να δει ένα όνειρο, που διόρθωνε εκείνο της Ολυμπιάδας. Σύμφωνα με αυτό είδε ότι έβαλε στην κοιλιά της την σφραγίδα του, που είχε σχήμα λέοντα. Κατόπιν ο μάντης Αρίστανδρος γνωμάτευσε ότι ουδεμία σφραγίδα αποτυπώνεται επάνω σε κάτι κενό, άρα το όνειρο αποδείκνυε ότι η Ολυμπιάδα θα έμενε έγκυος από τον Φίλιππο και ότι το παιδί θα είχε χαρακτήρα λιονταριού. Έτσι ο Φίλιππος «έσβησε τις φωτιές» που παραλίγο να του ανάψει η Ολυμπιάδα με τους κεραυνούς του Δία.

Είκοσι χρόνια αργότερα, λίγο πριν επιτεθεί κατά των Περσών, την ημέρα της δολοφονίας του, ο Φίλιππος διέπραξε βλασφημία. Συγκεκριμένα στις τελετές για τον γάμο της κόρης του στο θέατρο των Αιγών, ενώπιον όλων των Μακεδόνων και των επισήμων αντιπροσωπειών από όλα σχεδόν τα Ελληνικά κράτη, παρέλασε πομπή αποτελούμενη από τα δώδεκα αγάλματα των θεών του Ολύμπου και πίσω τους ακολουθούσε ένα δέκατο τρίτο θεοπρεπές άγαλμα του ιδίου, που τον παρουσίαζε σύνθρονο των θεών. Γεγονός που αποτελεί σαφή ένδειξη ότι και ο Φίλιππος είχε αποφασίσει την θεοποίησή του. Φαίνεται λοιπόν ότι ο Φίλιππος είχε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο για την κατάκτηση και κατοχή της Ασίας και ότι η απόκτηση της Ηγεμονίας της Ελλάδος και η ίδρυση του Κοινού Συνεδρίου των Ελλήνων ήταν απλώς τα πρώτα βήματα για την εφαρμογή αυτού του σχεδίου, που τελικά υλοποίησε ο Αλέξανδρος.

Το σύστημα, που εφάρμοζαν οι Πέρσες για τη διοίκηση της αυτοκρατορίας, ήταν απόλυτα επιτυχημένο και όπως αποδείχθηκε, δεν ήταν αυτό που τους οδήγησε στην ήττα. Ένα από τα στοιχεία της επιτυχημένης διοίκησης των Περσών ήταν και ο βασιλέας – θεός. Στους ήδη αρχαίους πολιτισμούς της Ασίας, ο βασιλέας ήταν θεός. Όταν τους κατέκτησαν οι Πέρσες, ανακήρυξαν κι εκείνοι τον βασιλέα τους θεό και διατήρησαν την εξουσία τους σ’ αυτούς τους λαούς μέχρι την εισβολή του Αλεξάνδρου. Δεν υπήρχε λόγος για πειραματισμούς και πράγματι ο Αλέξανδρος υλοποιώντας τα σχέδια του πατέρα του διατήρησε τον Περσικό τρόπο διοίκησης στο σύνολό του.

Στην αρχαία Ελλάδα οι βασιλείς και ευγενείς ανήγαν την καταγωγή τους σε θεούς, ημίθεους και ήρωες. Υπήρχαν μάντεις και προφήτες, που ήταν σε επαφή με τους θεούς, αλλά όποιος ισχυριζόταν ότι ήταν θεός, ήταν είτε βλάσφημος είτε ψυχοπαθής. Οι Έλληνες γνώριζαν ότι η θεοποίηση αποτελούσε απλώς εργαλείο διοίκησης των βαρβάρων, αλλά δεν ήταν δυνατόν να συγχωρήσουν όποιους υιοθετούσαν βαρβαρικά έθιμα και πολύ περισσότερο δεν ήταν δυνατόν να τα εφαρμόσουν οι ίδιοι. Παρόλα αυτά ο Αλέξανδρος προσπάθησε να τους πείσει επιστρατεύοντας μία σειρά από ανθρώπους του πνεύματος και της διανόησης. Ο σημαντικότερος εξ’ αυτών, ο υπερόπτης και προκλητικός σοφιστής Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης, δεν περιορίστηκε σε ρόλο συμβούλου επικοινωνίας, αλλά παρακινούσε τον Αλέξανδρο να προκαλεί τρόμο στους φίλους του, κάτι που εφάρμοσε στην περίπτωση του Κλείτου.

Σημαντικότερος αντίπαλος του Ανάξαρχου ήταν ο φιλόσοφος Καλλισθένης ο Ολύνθιος. Ανήκε κι αυτός στην ακολουθία του Αλεξάνδρου και είχε χαρακτήρα ευθύ και ειλικρινή. Ίσως γι’ αυτό ήταν και ο μόνος, που είχε το θάρρος να πει κατά πρόσωπο στον Αλέξανδρο εκείνα, με τα οποία αγανακτούσαν οι επιφανέστεροι και πιο ηλικιωμένοι Μακεδόνες. Φέρεται ότι είχε επίγνωση της δύναμής του ως διαπιστευμένος ιστοριογράφος της εκστρατείας, δύναμη που είχαν άλλωστε όλοι οι ιστορικοί, χρονικογράφοι. Κόμπαζε λοιπόν ότι από εκείνον και τα συγγράμματά του εξαρτώνται ο Αλέξανδρος και τα έργα του και ότι δεν θα δοξαζόταν εκείνος από τον Αλέξανδρο, αλλά ο Αλέξανδρος θα δοξαζόταν από τον Καλλισθένη. Ισχυριζόταν ακόμη ότι τα σχετικά με τη θεϊκή υπόσταση του Αλεξάνδρου θα γίνονταν γνωστά στους ανθρώπους από τα δικά του συγγράμματα και όχι τα ψέμματα της Ολυμπιάδας. Δηλαδή έλεγε ότι εκείνος ήταν καλύτερος προπαγανδιστής (επικοινωνιολόγος) από την Ολυμπιάδα και αν κρίνουμε από το σχόλιό του για τον Παρμενίωνα στη μάχη των Γαυγαμήλων, δεν χωρεί αμφιβολία ότι όντως ήταν.

Σε κάποιο συμπόσιο (μάλλον τον χειμώνα του 328-327 π.Χ.) ο Αλέξανδρος συμφώνησε με τις κολακείες των επιφανών Μήδων – Περσών και των διαφόρων Ελλήνων αυλοκολάκων να τον προσκυνούν, ή (ακριβέστερα) αποδέχθηκε την πρόταση, που είχε αναθέσει να του υποβάλουν οι αυλοκόλακες. Ο απερίγραπτος Ανάξαρχος επιχειρηματολόγησε ότι ήταν δικαιότερο να θεωρείται θεός ο Αλέξανδρος παρά ο Διόνυσος και ο Ηρακλής και ότι ήταν σωστό να του αποδίδουν οι Μακεδόνες θεϊκές τιμές. Ακόμη, ήταν απόλυτα βέβαιος ότι θα το έπρατταν μετά το θάνατό του, γι’ αυτό πρότεινε να τις αποδίδουν στον Αλέξανδρο εν ζωή, ώστε να τις απολαμβάνει.

Οι αυλοκόλακες χάρηκαν με τη φιλοσοφική... τεκμηρίωση, που τους προσέφερε ο Ανάξαρχος και θέλησαν να αρχίσουν αμέσως την προσκύνηση. Τότε παρενέβη ο Καλλισθένης και απευθυνόμενος στον Ανάξαρχο, θύμισε σε όλους ότι υπήρχε μεγάλη διαφορά ανάμεσα στις τιμές, που προβλέπονταν για τους θεούς και σ’ εκείνες που προβλέπονταν για τους ήρωες και τους ανθρώπους. Για τους θεούς προβλέπονταν οι ύμνοι και η προσκύνηση, ενώ για τους ανθρώπους οι έπαινοι και ο ασπασμός. Οι θεοί θα οργίζονταν με τον Αλέξανδρο, αν αποδεχόταν θεϊκές τιμές, όπως θα οργιζόταν και ο Αλέξανδρος, αν κάποιος ιδιώτης αποδεχόταν βασιλικές τιμές.

Όσα είπε ο Ανάξαρχος, ο Καλλισθένης τα έβρισκε κατάλληλα για τον Καμβύση, τον Ξέρξη, ή άλλους βάρβαρους βασιλείς, όχι όμως για τον Αλέξανδρο, που καταγόταν από τον Ηρακλή και τον Αιακό και οι πρόγονοί του πήγαν στη Μακεδονία από το Άργος, για να κυβερνήσουν όχι με τη βία, αλλά με τον νόμο. Αυτόν ακριβώς τον νόμο ζητούσε ο Καλλισθένης από τον Αλέξανδρο να σεβαστεί, διότι ακόμη κι ο Ηρακλής δεν τιμήθηκε ως θεός όσο ζούσε, αλλά μετά το θάνατό του και μετά από έγκριση του μαντείου των Δελφών. Αυτό το τελευταίο γεγονός κατεδείκνυε στον Αλέξανδρο τις δυσκολίες, που θα είχε με όλους τους Έλληνες.

Ο Καλλισθένης δεν δίστασε να στραφεί ευθέως στον Αλέξανδρο και να του τονίσει ότι, αν επέμενε στην εν ζωή αποθέωσή του, θα ατίμαζε τους Μακεδόνες στα μάτια των άλλων Ελλήνων. Αν ήταν ανάγκη να υιοθετήσουν τα βαρβαρικά έθιμα, επειδή έπρεπε να κυβερνήσουν βαρβάρους, του πρότεινε ως εναλλακτική λύση να διαχωρίσει τις τιμές και να τιμάται Ελληνικά, δηλαδή ως άνθρωπος, από τους Έλληνες και βαρβαρικά, δηλαδή ως θεός, από τους βαρβάρους. Αυτή η εναλλακτική ήταν συμβατή με την Ελληνική νοοτροπία, που περιφρονούσε τους βαρβάρους, αφού ο ίδιος ο Αριστοτέλης συμβούλευε τον Αλέξανδρο να τους φέρεται όπως σε φυτά, ή ζώα.

Ωστόσο ο Καλλισθένης αμφισβήτησε την αξία ενός βασιλέα – θεού ως μέσο διοίκησης ακόμη και των βαρβάρων, διότι δεν βοήθησε πραγματικά τους βασιλείς, που είχαν θεοποιηθεί και προς τούτο παρέθεσε μερικά παραδείγματα: Ο Κύρος του Καμβύση είχε καθιερώσει την προσκύνηση των Περσών βασιλέων και ενώ είχε θεωρηθεί θεός, τον νίκησαν και τον ταπείνωσαν οι Σκύθες, που ήσαν φτωχοί άνθρωποι αλλά με ελεύθερο φρόνημα. Τον Μέγα βασιλέα και θεό Ξέρξη, όταν εισέβαλε στην Ελλάδα, τον νίκησαν και τον ταπείνωσαν οι Αθηναίοι και οι Λακεδαιμόνιοι. Ο Κλέαρχος και ο Ξενοφών με τους Μύριους νίκησαν και ταπείνωσαν τον Μέγα βασιλέα και θεό Αρταξέρξη και πάνω απ’ όλα, τον Μέγα βασιλέα και θεό Δαρείο τον συνέτριψε ολοκληρωτικά ένας Αλέξανδρος, που δεν τον προσκυνούσαν.

Ο Καλλισθένης με την επιχειρηματολογία του ικανοποίησε τους Μακεδόνες και δυσαρέστησε τον Αλέξανδρο, που αναγκάσθηκε να τους διαμηνύσει ότι παραιτήθηκε από την απαίτηση να τον προσκυνούν. Οι Πέρσες όμως της Αυλής δεν είχαν φιλοσοφικές αντιρρήσεις για την προσκύνηση, αντίθετα είχαν συμφέρον να κολακεύουν τον Αλέξανδρο και σε απάντηση προς τα επιχειρήματα του Καλλισθένη, άρχισαν ένας – ένας να προσκυνούν τον καινούργιο βασιλέα – θεό.

Μετά απ’ αυτό κάθε συμπόσιο και δημόσια συνάθροιση αποτελούσαν πλέον πεδίο αντιπαράθεσης. Ο Αλέξανδρος προσπαθούσε να εδραιώσει την πολιτική παντοδυναμία του επιβάλλοντας την προσκύνηση στους Μακεδόνες, οι Μακεδόνες προσπαθούσαν να διατηρήσουν τα συνταγματικά τους δικαιώματα και να απορρίψουν την προσκύνηση, ενώ οι Πέρσες προσέφεραν πρόθυμα την οικεία σ’ αυτούς προσκύνηση, ελπίζοντας να αποσπάσουν μεγαλύτερο μερίδιο εξουσίας ή να προκαλέσουν ρήξη του βασιλιά με τους ομοεθνείς του. Αναφέρεται ακόμη μία χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση.

Σύμφωνα με τον Αρριανό ο Λεοννάτος χλεύασε ως ταπεινή κίνηση την προσκύνηση ενός Πέρση ευγενούς και προκάλεσε την (ευτυχώς) παροδική οργή του Αλεξάνδρου. Κατά τον Κούρτιο δεν ήταν ο Λεοννάτος, αλλά ο Πολυπέρχων και ακολούθησε σοβαρό επεισόδιο. Ο Αλέξανδρος εξοργισμένος τον έριξε κάτω και καθώς ο Πολυπέρχων ήταν πεσμένος μπρούμυτα, τον χλεύασε ότι τελικά δεν απέφυγε την προσκύνηση. Στη συνέχεια διέταξε να τον συλλάβουν (τον απελευθέρωσε πολύ αργότερα) και διέλυσε το συμπόσιο, στο οποίο ο Κούρτιος τοποθετεί όλα όσα οι Έλληνες ιστορικοί παραδίδουν ως γεγονότα σε διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Φαίνεται πως με τα επιχειρήματα του Καλλισθένη ο Αλέξανδρος συνειδητοποίησε το πρόβλημα, που θα αντιμετώπιζε, αν απαιτούσε να τον προσκυνούν οι Μακεδόνες και οι άλλοι Έλληνες, και παραιτήθηκε από αυτήν την απαίτηση. Όχι όμως εντελώς. Για την ακρίβεια, δεν το απαιτούσε πια ευθέως, αλλά δεν σταμάτησε και να πιέζει προς αυτήν την κατεύθυνση, διότι οι Ασιάτες δεν θα τον αναγνώριζαν ως θεό, αν έβλεπαν τους συμπατριώτες του να τον αντιμετωπίζουν ως άνθρωπο και να τον ελέγχουν ως βασιλιά.

Σε όσους είχαν αποδεχτεί την προσκύνηση παραχωρούσε το εξής προνόμιο: στα συμπόσια πρώτος ο Αλέξανδρος έπινε από μία χρυσή φιάλη και μετά τους την περνούσε κυκλικά. Αυτοί έπιναν, τον προσκυνούσαν και τον φιλούσαν. Σε κάποιο άλλο συμπόσιο ο Καλλισθένης λέγεται ότι ήπιε από τη φιάλη και πήγε να φιλήσει τον Αλέξανδρο, αλλά ο εταίρος Δημήτριος του Πυθώνακτα, που προφανώς είχε αποδεχτεί την προσκύνηση, επεσήμανε ότι ο Καλλισθένης δεν είχε προσκυνήσει, τότε ο Αλέξανδρος αρνήθηκε το φιλί, και ο Καλλισθένης, για να δείξει πόσο μικρή ήταν η αξία του προνομίου, είπε δυνατά «φεύγω με ένα φιλί λιγότερο».

Στην αντι-Αλεξανδρινή παράταξη υπήρχαν πολλοί αξιωματικοί, που ανήκαν στη γενιά του Φιλίππου και είχαν γνωρίσει την εξουσία πριν αποβιβαστούν στην Ασία, καθώς και ακόμη περισσότεροι, οι ανώνυμοι της στρατιάς, που έτσι κι αλλιώς ουδέποτε θα αποκτούσαν εξουσία. Αυτοί δεν μπορούσαν να ξεχάσουν την παιδεία του ελεύθερου Έλληνα πολίτη και να δεχθούν ως θεό τον βασιλέα, τον οποίο έλεγχαν και περιόριζαν με την ψήφο τους στην εκκλησία των Μακεδόνων. Για όλους αυτούς ο Καλλισθένης ήταν ο πρωτεργάτης στην αντίσταση κατά της συνταγματικής ανατροπής, που επιχειρούσε ο βασιλιάς τους. Μόνο που ο Αλέξανδρος δεν θα επέτρεπε ούτε στους μεν ούτε στους δε να αποτελέσουν εμπόδιο στις επιδιώξεις του. Ήδη τους πολλούς ανώνυμους τους συγκέντρωνε στο τάγμα ατάκτων (στρατιωτική μονάδα που δημιούργησε ο Αλέξανδρος και στην οποία ενέταξε υποχρεωτικά και αδιακρίτως, όσους Μακεδόνες καταφέρονταν ανοιχτά εναντίον του καθώς και όσους διαπίστωνε ότι τον κατηγορούσαν στους συγγενείς στην πατρίδα, βλάπτοντας την εικόνα του στην Ελλάδα) και τους καταξιωμένους συνεργάτες του Φιλίππου τους παραγκώνιζε έναν – έναν και τους αντικαθιστούσε με νεότερους, προθυμότερους και λιγότερο υπερήφανους.

Οι νεαροί αξιωματικοί του στρατού, που συνέτριψε την κοσμοκράτειρα Περσία, ανάλαβαν την ηγεσία λαών, που παρήγαν πλούτο και ήταν συνηθισμένοι σε εξουσία ανήκουστα στην Ελλάδα. Εκεί ακόμη και οι βασιλείς ελέγχονταν και οι πάντες αμφισβητούσαν τους πάντες, ενώ στην Ασία οι ηγεμόνες είχαν ισχύ μεγαλύτερη κι από των τυράννων στην Ελλάδα. Οι αξιωματικοί της νεότερης γενιάς όσο πιο ασήμαντοι ήταν στην πατρίδα τους, τόσο πιο προκλητικοί με τους υπηκόους τους και πιο συμβιβασμένοι με την εξουσία έγιναν στην Ασία.

Ο Αλέξανδρος επειδή χρειαζόταν την μαχητικότητα και την υπακοή τους, ήταν γενναιόδωρος μαζί τους και ανεκτικός στις υπερβολές τους, κάποιες από τις οποίες θα ήταν πρόκληση ακόμη και για πλούσιους βάρβαρους βασιλιάδες. Λόγου χάριν ο Άγνων από την Τέω είχε στα παπούτσια του ασημένια καρφιά, ο Λεοννάτος μετέφερε από την Αίγυπτο με πολλές καμήλες άμμο για τα γυμναστήρια, ο Φιλώτας χρησιμοποιούσε κυνηγετικά δίχτυα μήκους 100 σταδίων (περίπου 18,5 χλμ.) και όπως λέει επιτιμητικά ο Πλούταρχος, είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν στρατιές από υπηρέτες και μύρο για το λουτρό και το άλειμμα, όσοι μέχρι τότε δεν είχαν λάδι για το φαγητό τους. Για όλους αυτούς η προσκύνηση ήταν πολύ μικρό τίμημα μπροστά στις απολαβές τους.

Έτσι «οι διάφοροι Λυσίμαχοι και Άγνωνες», που απέκτησαν υπόσταση κυρίως λόγω της προθυμίας τους να βαρβαρίσουν, αναγνώρισαν τον Καλλισθένη ως το σοβαρότερο εμπόδιο στις φιλοδοξίες τους και άρχισαν να τον διαβάλλουν σε κάθε ευκαιρία. Μετά δε τον φόνο του Κλείτου η θέση των πολεμίων της προσκύνησης και ειδικά του Καλλισθένη δεν ήταν καθόλου άνετη.

Ίσως από το 332 π.Χ., οπότε ο Αλέξανδρος επισκέφθηκε το μαντείο του Άμμωνα και αναγνωρίσθηκε ως γιος του θεού, οπωσδήποτε δε μετά το θάνατο του Δαρείου το 330 π.Χ, οπότε ο Αλέξανδρος είχε πλέον σοβαρούς πολιτικούς λόγους για να θεοποιηθεί, ο Καλλισθένης κατόρθωσε να γίνει επικίνδυνος για πολλούς αξιωματούχους. Την άνοιξη του 327 στα Βάκτρα ο Αλέξανδρος και οι βαρβαρολάγνοι αυλικοί του, βρήκαν την ευκαιρία να απαλλαγούν από αυτόν, εμπλέκοντάς τον στην «Συνωμοσία των παίδων».

Πώς να απαλλαγείτε από τη μνησικακία

Η μνησικακία τελικά βλάπτει τον ίδιο που την κουβαλάει καθώς και πως μπορείτε να απαλλαγείτε αλλάζοντας την αντίληψή σας και κατανοώντας ότι η συγχώρεση είναι ένα δώρο που αφορά εσάς και όχι τον άλλον.

Η μνησικακία φαίνεται συχνά απόλυτα δικαιολογημένη τη στιγμή που τη νιώθεις, αλλά τελικά κοστίζει πολύ ακριβά. Δεν αξίζει τα έξοδα της συντήρησής της και δεν μπορεί να σου δώσει αυτό που αληθινά θέλεις. Έχω κάνει συμβουλευτική με ανθρώπους που έχουν βιώσει απίστευτη κακομεταχείριση, βιασμό, βασανιστήρια, εγκατάλειψη, προδοσία και κάθε είδους αδικία, αλλά και πάλι θα έλεγα ότι καμία μνησικακία δεν αξίζει να την κρατάς για πάντα.

Καμιά μνησικακία, όσο δικαιολογημένη κι αν είναι, δεν αξίζει τον πόνο, το μίσος και το φόβο που πρέπει να κουβαλάς. Κοστίζει πολύ ακριβά. Δεν αξίζει να παραιτείσαι από την ελευθερία σου γι΄ αυτήν. Μνησικακία σημαίνει να αφήνεις το εγώ σου να απαγάγει το νου σου, να τον πηγαίνει στην κόλαση, να απαιτεί λύτρα και να τον παρατάει εκεί έτσι κι αλλιώς. Να ΄σαι τώρα εσύ, αιχμάλωτος του ίδιου σου του εγώ, καθισμένος στην κόλαση ελπίζοντας ότι αυτή η “σκύλα” ή αυτό το “κάθαρμα” θα καταλήξει επίσης στην κόλαση. Η μεγάλη ελπίδα είναι ότι θα μπορείς να ζήσεις κι εσύ κακά και οι άλλοι χειρότερα, για πάντα. Η εκδίκηση δεν είναι νίκη. Δεν είναι ελευθερία. Δεν είναι έξυπνη. Κάθε μνησικακία είναι επίθεση κατά του εαυτού σου.

Όταν την κουβαλάς είναι σαν να κουβαλάς μια νοο-βομβίδα, που εκρήγνυται κάθε λίγα δευτερόλεπτα μέσα στον ίδιο σου το νου. Είσαι οπλισμένος και επικίνδυνος, ντυμένος από μίσος, ο χειρότερος εχθρός του εαυτού σου. Γιατί; Οι σκέψεις δεν εγκαταλείπουν την πηγή τους. Όλες σου οι βόμβες θυμού, μνησικακίας και μίσους “εκρήγνυνται” μέσα στο δικό σου νου πληγώνοντας πρώτα εσένα πριν από κάθε άλλον. Ο εχθρός σου χτυπιέται μόνο από τα συντρίμμια που απομένουν. Για όσο διάστημα κουβαλάς μέσα σου τη μνησικακία, γίνεσαι θύμα του δικού σου πολέμου. Κύτταρα, νεύρα, καρδιά, ψυχική ηρεμία και τρόπος σκέψης τραυματίζονται πάντα από τα “φίλια πυρά” της δικής σου μνησικακίας.

Κι όμως, μερικοί άνθρωποι θα προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να παραιτηθούν απ΄αυτήν. Όταν τους ρωτάς: “Θα προτιμούσες να έχεις δίκιο σχετικά με την μνησικακία σου ή να έχεις ευτυχία;” απαντούν: “Μα έχω δίκιο!” Η έσχατη νίκη τους δεν είναι η ευτυχία αλλά, μάλλον, μια ταφόπετρα που γράφει: “Είχα δίκιο!”. Για όσο διάστημα αποφασίζεις να κουβαλάς τη μνησικακία, κάνεις λάθος σχετικά με τον εαυτό σου. Η μνησικακία είναι σημάδι εσφαλμένης ταυτότητας. Αν γαντζώνεσαι σ΄ αυτήν, το κάνεις επειδή πιστεύεις πως είσαι θύμα. Κι όσο το πιστεύεις αυτό, έλκεις περισσότερους πολέμους, περισσότερους εχθρούς, περισσότερους θύτες, μόνο και μόνο για να αποδείξεις το δίκιο σου.

Ωστόσο, δεν είσαι θύμα, είσαι ελεύθερος. Αυτό είναι που σου διδάσκει η συγχώρεση. Η μνησικακία σε κρατάει πίσω. Σου θολώνει το νου με τόσο πολύ μίσος και φόβο, ώστε αρχίζεις να μη βλέπεις τον αληθινό σου σκοπό. Η μνησικακία είναι σαν νοητικός “καταρράκτης”. Σου διαστρεβλώνει την όραση. Χάνεις την εστίασή σου. Ψάχνεις για εκδίκηση, όχι για ελευθερία. Για ενοχή, όχι για αθωότητα. Για φόβο, όχι για αγάπη. Δε σε κρατάει πίσω η αγάπη που δεν πήρες, αλλά η αγάπη που δε δίνεις τώρα. Η εμμονή στη μνησικακία είναι, στην πραγματικότητα, απόφαση να υποφέρεις. Η μνησικακία σε δηλητηριάζει, σε αλυσοδένει στο παρελθόν σου και αφήνει την αντίληψή σου πικρή και διαστρεβλωμένη.

Κάθε μέρα της ζωής σου αποφασίζεις ανάμεσα στη μνησικακία και την ελευθερία, στον πόνο και τη χαρά, στο παλιό και το καινούργιο. Αναρωτήσου λοιπόν: Τι πραγματικά θέλω; Τι θα κάνεις αληθινό; Η προθυμία να παραιτηθείς από τη μνησικακία θέτει τα θαύματα σε κίνηση. Το πρώτο βήμα για να ξεπεράσεις τη μνησικακία είναι να αντιληφθείς ότι δεν είναι λύση. Δεν σου προσφέρει τίποτε που να έχει αξία. Η συγχώρεση είναι το τέλειο αντίδοτο για τη μνησικακία. Είναι η επιλογή της ολότητας. Σε βοηθάει να δηλώσεις: “Είμαι ολόκληρος. Κανείς και τίποτε δεν μπορεί να απειλήσει ή να βλάψει την ολότητά μου. Η ελευθερία μου είναι πιο σημαντική από οποιαδήποτε εκδίκηση”.

Η συγχώρεση ελευθερώνει τον πόνο του παρελθόντος και σε κάνει να ξανακερδίζεις την ελευθερία σου. Ολόκληρη η ζωή σου αλλάζει όταν παραιτείσαι από τη μνησικακία. Στην πραγματικότητα, η μνησικακία δεν είναι παρά ένας πειρασμός να παρεκκλίνεις από την ολότητα στην έλλειψη, από την αγάπη στο φόβο. Είναι σημάδι εσωτερικής σύγκρουσης. Έτσι, όποτε μπαίνεις στον πειρασμό να κάνεις κάποιον εχθρό σου, είναι καλό να δηλώνεις: “Δεν θα σε χρησιμοποιήσω για να με κρατάς πίσω”. Μ΄αυτό τον τρόπο, διαλέγεις πραγματικά τη γαλήνη αντί για τον πόνο.

Αφιέρωσε τώρα μια στιγμή για να σκεφτείς κάποιον με τον οποίο είσαι ενοχλημένος, ταραγμένος, θυμωμένος ή απογοητευμένος. Χωρίς καμιά απολύτως αυτοκριτική, άφησε τον εαυτό σου να νιώσει όλη την έκταση της μνησικακίας σου. Δες με ειλικρίνεια τα συναισθήματά σου και παρατήρησε πόσο σας πληγώνει και τους δύο αυτή η μνησικακία. Παρατήρησε πόσο διχασμένος είναι ο νους σου: ένα μέρος του θέλει να διατηρήσει τη μνησικακία και ένα άλλο μέρος του θέλει να την αφήσει να φύγει. Πειραματίσου τώρα με την απελευθέρωση της μνησικακίας.

Με τα μάτια του νου σου, δες αυτό τον άνθρωπο να στέκει μπροστά σου. Φαντάσου ότι περιβάλλεστε και οι δυο από ένα πανέμορφο, απαλό, θεραπευτικό φως. Άφησε αυτό το φως να γίνει σύμβολο απόλυτης γαλήνης. Φαντάσου ότι αυτό που πραγματικά θέλετε και οι δυο είναι γαλήνη. Κοιταχτείτε στα μάτια, πέρα από τη μνησικακία, και δείτε το μέρος όπου είσαστε ένα. Τώρα δήλωσε: “Μαζί, επιλέγουμε τη γαλήνη αντί για τον πόνο”. Νιώσε το αυτό με κάθε κύτταρο της ύπαρξής σου.

Είμαι μια εικόνα σου…

Αποτέλεσμα εικόνας για Είμαι μια εικόνα σου…Είμαι…
Μια εικόνα σου είμαι…
Και κάτι, παραπάνω…
Είμαι μια εικόνα σου, γιατί σε μένα βλέπεις, αυτά που αγαπάς, αλλά και αυτά, που εσύ φοβάσαι.
Γι αυτό, και είμαστε μαζί, γι αυτό και με έχεις επιλέξει, είτε σαν φίλο, είτε σαν σύντροφο, είτε σαν συνοδοιπόρο…
Γι αυτό, και έχεις στιγμές λατρείας, αλλά και σκηνές θυμού, επειδή αυτό που είμαι, σου θυμίζει αυτό, που τόσο πολύ θέλεις, αλλά και αυτό, που τόσο πολύ επιζητάς, να αποφεύγεις.
Είμαι αυτό, που κρύβεις μέσα στην ψυχή σου, είτε σαν ποθητό σου, είτε σαν φοβικό σου.
Γι αυτό, και τόσες πολλές φορές, για μένα γνώμη αλλάζεις..
Επειδή, άλλο κομμάτι της ψυχής σου, την κάθε φορά, στον αέρα βγάζεις.
Είμαι όμως, και κάτι άλλο…
Είμαι, ο τόπος ο δικός μου, που μέσα του, χώρο δικό σου, σου δίνω.
Είμαι ο χρόνος, που για μένα έχει μετρηθεί, και από αυτόν, σε σένα αφιερώνω.
Είμαι ο προορισμός, που η καρδιά μου γι αυτόν, έχει χτιστεί, και αν, η δικιά σου η καρδιά, για κει θέλει να πάει… το ταξίδι, θα είναι μαγεία.
Είμαι η ζωή, που κάθε μέρα, μέσα μου ξυπνά, και είσαι η ζωή, που κάθε μέρα, μέσα σου ξυπνά… και όταν τα βλέμματά μας, σε αυτό το ξύπνημα, συναντιούνται, οι εικόνες μας, σε μία ενοποιούνται…

Όταν σου λέω πως το κάνω για σένα…

Μερικές φορές νιώθω πως με ευχαριστεί να σου δίνω χαρά, και τότε έτσι και κάνω. Όταν σου λέω πως το κάνω για σένα, σου λέω ψέματα. Θα ήταν καλό, νομίζω, να εξαιρέσουμε άπαξ διά παντός από τα λεξικά την έκφραση: «το έκανα για σένα». Όταν κάποιος μου λέει πως κάνει ό,τι κάνει ή παύει να κάνει κάτι «για μένα», εγώ αισθάνομαι πως με χρεώνει. Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν λέω στον άλλον ότι κάνω κάτι γι’ αυτόν, τον χρεώνω, τον δεσμεύω, τον φυλακίζω. Και το χειρότερο είναι πως δεν είναι καν αλήθεια!

Στην πραγματικότητα, όλα γίνονται για μένα. Εμένα τον ίδιο βολεύει η επιλογή να παραιτηθώ απ’ αυτό που θέλω για να σ’ το δώσω. Τι εγωιστικό…!

Ναι.
Στο κάτω κάτω, όταν κάποιος με αποκαλεί «εγωιστή!», τι μου λέει; Μου λέει: «Μη σκέφτεσαι τον εαυτό σου, σκέψου εμένα».

Ποιος είναι ο εγωιστής;
Εδώ και τρεις-τέσσερις χιλιάδες χρόνια, το Ταλμούδ λέει:
Αν δεν σκεφτώ εγώ τον εαυτό μου, τότε ποιος;
Και αν σκέφτομαι μόνο τον εαυτό μου, ποιος είμαι;
Και αν όχι τώρα, πότε;

Υπάρχουν τρεις κατηγορίες ανθρώπων:
Στην πρώτη, αυτός που όταν κρυώνει χαρίζει όλα του τα ζεστά ρούχα. Στη δεύτερη, αυτός που όταν κρυώνει φοράει όλα του τα ζεστά ρούχα. Και μια τρίτη, όπου αυτός που κρυώνει ανάβει μια φωτιά για να ζεσταθεί κι αυτός κι όλοι όσοι θέλουν να χαρούν τη ζέστη.

Ο πρώτος άνθρωπος έχει αυτοκτονικές τάσεις: θα πεθάνει από το κρύο.
Ο δεύτερος είναι μίζερος και θα πεθάνει μόνος.
Ο τρίτος είναι ένα φυσιολογικό ανθρώπινο πλάσμα, ώριμο και εγωιστικό (όντως, αν ανάβει φωτιά είναι γιατί κρυώνει ο ίδιος).

Εγώ θα ήθελα να είμαι κάποιος που ανάβει χιλιάδες φωτιές και, ακόμα περισσότερο, θέλω να είμαι αυτός που μαθαίνει σε χιλιάδες ανθρώπους πώς να ανάβουν φωτιές.
Το δίχως άλλο, δεν είμαι ταπεινός.

Η αρνητική πλευρά της καλοσύνης

Η καλοσύνη, εκείνη η αρετή που επιθυμεί το καλό των άλλων και όποιος την κατέχει, προσπαθεί για την ευτυχία των άλλων ανθρώπων. Η καλοσύνη επιθυμεί με κάθε τρόπο να διευκολύνει τους άλλους και χαρακτηρίζεται από την ανιδιοτέλεια και την ανεξικακία. Στις ημέρες μέχρι ποιο βαθμό όμως η καλοσύνη είναι αρετή;

Ο μύθος του καλού παιδιού, εκείνου που παραμερίζει τον εαυτό του για να είναι όλοι οι άλλοι καλά, που βάζει τις ανάγκες των άλλων πάνω από τις δικές του , πόσο άραγε απέχει από την εκμετάλλευση και τη θυματοποίηση;

Πολλές φορές το "ενεργώ με καλοσύνη’" και "είμαι καλό παιδί" σημαίνει ότι καταπιέζω τα δικά μου συναισθήματα, επιθυμίες και θέλω για να μη γίνω αποδέκτης απόρριψης ή αποδοκιμασίας. Το να ενεργεί κάποιος πάντα και αποκλειστικά μόνο με καλοσύνη έχει αποδειχθεί ότι όχι μόνο δε βελτιώνει τις διαπροσωπικές σχέσεις, αλλά ενθαρρύνει την εκμετάλλευση και την εμφάνιση ψυχικών διαταραχών, ακριβώς επειδή το άτομο έχει φτάσει στο σημείο να καταπιέζει συνεχώς τα δικά του θέλω.

Δεν είναι τυχαίο ότι άτομα που συμπεριφέρονται με αυτό τον τρόπο χτυπάνε πιο συχνά πόρτες ειδικών, εμφανίζοντας συμπτώματα όπως μελαγχολία, κατάθλιψη, ενοχή.

Πολλές φορές θεωρούμε ότι δεν ικανοποιήσουμε τις ανάγκες των άλλων, εκείνοι θα αποσύρουν την αγάπη τους. Ο συγκεκριμένος τρόπος σκέψης πολλές φορές απορρέει από την παιδική ηλικία, όταν τα παιδιά έμαθαν να πιστεύουν ότι αξίζουν την αγάπη των γονιών μόνο όταν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες τους. Έτσι, αυτός ο τρόπος σκέψης διαποτίζει τη ζωή μας θεωρώντας ότι πρέπει να δίνουμε τα πάντα για τους άλλους , φοβούμενοι μην πάψουν να μας αγαπούν. Η καλοσύνη σε αυτή την περίπτωση δεν οδηγεί στην προσωπική ευτυχία , ούτε σε ευτυχισμένες προσωπικές σχέσεις, αντιθέτως προωθεί την κακομεταχείριση και την άνιση προσφορά από τη μεριά των άλλων.

Η καλοσύνη δεν υπονοεί ότι πρέπει κάποιος να είναι αφελής ή να μην υπολογίζει ποτέ τον εαυτό του. Πολλές φορές οδηγεί και στη δημιουργία ακόμα μεγαλύτερων προβλημάτων,αφού το άτομο δεν έχει μάθει να προστατεύει τον εαυτό και να βάζει όρια.

Πώς όμως μπορεί να το πετύχει αυτό;
  • Με την αποδοχή του εαυτού του, και ας μην αρέσει αυτό σε κάποιους.
  • Με τη δημιουργία υγιών σχέσεων όπου δεν είναι πάντα ο υποδεέστερος.
  • Με το να μάθει και ο ίδιος να λέει μερικές φορές και "όχι".
  • Με το να θέτει όρια και να μην καταπιέζει πάντα τις επιθυμίες και τον εαυτό του.
Η αγάπη για τον εαυτό είναι απαραίτητη και για τη σωστή αγάπη των άλλων. Η καλοσύνη, είναι πράγματι μία αρετή και φανερώνει ψυχικό μεγαλείο, αρκεί να μην προβαίνει σε μεγάλες υπερβολές και πάντα να υπομένει ακόμα και καταστάσεις που δεν πρέπει.

Η ανθρώπινη φύση

Ένας άνθρωπος, τελικά, γεννιέται ή γίνεται κακός; Έχουν ακουστεί άπειρες απόψεις, έχει χυθεί τόσο μελάνι ώστε να απαντηθεί με μία βεβαιότητα ή με ένα τουλάχιστον βασικό συμπέρασμα για ένα θεμελιώδες ερώτημα: Ένας άνθρωπος γεννιέται ή γίνεται αυτό που είναι; Ένας άνθρωπος είναι τελικά από τη γέννησή του καλός ή κακός ή γίνεται;

Ωστόσο , καλά και κακά στοιχεία ενυπάρχουν σε κάθε άνθρωπο, ένας σκληρός άνθρωπος μπορεί να εμφανίσει κάποια σημάδια ευαισθησίας, όπως και ένας άνθρωπος με ιδιαίτερα ευαίσθητο χαρακτήρα, μπορεί να επιδείξει κιόλας μεγάλη σκληρότητα. Αλλά μπορούμε να ορίσουμε το καλό και το κακό ως ένα διαρκές μοτίβο συμπεριφοράς που έχει υπερισχύσει σε έναν άνθρωπο και είναι μόνιμο.

Ο πρώτος που ασχολήθηκε με αυτό το θέμα δεν ήταν άλλος από το Σωκράτη. Ο Σωκράτης ως ο πρώτος ανθρωποκεντρικός φιλόσοφος που ασχολήθηκε με το μείζον αυτό ζήτημα, θεωρούσε ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι από τη φύση του κακός ( σε αυτόν ανήκει η γνωστή φράση, ουδείς εκών κακός). Σύμφωνα με αυτόν, ένας άνθρωπος ο οποίος προβαίνει σε μία αξιόποινη πράξη, δεν έχει γνώση ότι αυτή του η πράξη είναι αντίθετη με την ηθική ή με αυτό που από την κοινωνία έχει οριστεί ως καλό (πχ κάποιος κλέβει, επειδή δεν έχει διδαχθεί ότι η πράξη του αυτή είναι αξιόποινη και ηθικά κατακριτέα). Άρα είναι η έλλειψη γνώσης (αγνωσία), εκείνη που κάνει έναν άνθρωπο καλό ή κακό.

Όμως, θα διαφωνήσει κάποιος προβάλλοντας ως επιχείρημα ότι πολλοί άνθρωποι διδάχθηκαν ότι η κλοπή είναι μία αξιόποινη πράξη όπως και ο φόνος και στο τέλος να ήταν αυτοί οι ίδιοι που σκότωσαν και έκλεψαν. Άρα, ήταν θέμα γνώσης η υπεροχή του καλού ή του κακού ή ένας άνθρωπος γεννιέται με έναν στοιχειώδη χαρακτήρα, ο οποίος πλάθεται με τα βιώματα – ειδικά αυτά που συμβαίνουν στην παιδική ηλικία;

Πολλοί υποστηρίζουν ότι η κύρια αιτία που σε έναν άνθρωπο μπορεί να υπερτερεί ο κακός, εγωιστής ή σκληρός χαρακτήρας να οφείλεται κατά κύριο λόγο στους γονείς και το κατά πόσο ένα παιδί αγαπήθηκε ή ανατράφηκε σωστά. Αυτό είναι ένα από τα λογικότερα επιχειρήματα, διότι ο άνθρωπος σε ένα μεγάλο βαθμό στα πρώτα χρόνια της ζωής του "ρουφάει" σα σφουγγάρι τις συμπεριφορές – καλές ή κακές – που έχουν υιοθετήσει οι γονείς του. Στην πορεία, αν το ίδιο άτομο έρθει αντιμέτωπο με την αδιαλλαξία ή τη σκληρότητα και την αδικία, και το ίδιο να υιοθετήσει αυτό τον τρόπο ζωής. Από την άλλη όμως υπήρξαν άνθρωποι που μεγάλωσαν σε ιδρύματα ή κακοποιήθηκαν από γονείς και να υπερίσχυσε μέσα τους ο καλός τους χαρακτήρας και τα θετικά τους γνωρίσματα.

Πολλοί διαφωνούν με την πεποίθηση ότι ένας άνθρωπος γεννιέται και έχει μεγαλύτερη ροπή στο καλό ή το κακό, διότι θεωρούν ότι ένα βρέφος δε μπορεί μέσα του να έχει κακία, μίσος, επιθυμία να βλάψει ή να προβεί σε κάποια αξιόποινη πράξη. Πολλοί αιτιολογούν την αντικοινωνική συμπεριφορά ως απόρροια εξωγενών από το άτομο γεγονότων (ένα παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον κακοποίησης και όταν μεγαλώσει κακοποιεί και το ίδιο τη γυναίκα του, ένας άνθρωπος κλέβει επειδή βρέθηκε σε μία τραγική οικονομική κατάσταση).

Ένας άνθρωπος, με τον ερχομό του στη ζωή, έχει και από εκείνη τη στιγμή έναν δικό του τρόπο αντίληψης ο οποίος με τα χρόνια, τα βιώματα και την ανατροφή πλουτίζει και αποκτά υπόσταση. Άρα ένας άνθρωπος μπορεί να έχει ήδη μία ροπή η οποία λόγω βιωμάτων να βγαίνει στην επιφάνεια. Δύο άνθρωποι μπορεί να μεγάλωσαν σε ένα ίδρυμα, ο ένας μεγαλώνοντας να ασχολήθηκε με τον εθελοντισμό επειδή συμπόνεσε άλλα παιδιά και να μη θέλει κάποιος άλλος να βιώσει την εγκατάλειψη, ενώ ο άλλος μπορεί να μίσησε τους υπόλοιπους επειδή εκείνοι μεγάλωσαν καλά και εκείνος στερήθηκε την αγάπη.

Με τον ίδιο τρόπο δύο άνθρωποι που νόσησαν, ο πρώτος να αγάπησε περισσότερο τους ανθρώπους γύρω του, ενώ ο δεύτερος να μισεί τους άλλους επειδή ήρθε σε εκείνον η ασθένεια. Άρα μπορεί να υπάρξει ως συμπέρασμα ότι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μέσα μία ροπή η οποία να βγαίνει στην επιφάνεια και να οξύνεται λόγω των βιωμάτων και των καταστάσεων.

Η ανθρώπινη ψυχή είναι τόσο δύσκολη, πολυεπίπεδη, δυσανάγνωστη, έχει τέτοια μοναδικότητα και βάθος που δε σταματάει να εκπλήσσει. Και σίγουρα, δε γίνεται να υπάρχει ένα και μόνο συμπέρασμα το οποίο να είναι απόλυτο, ειδικά σε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Η ροπή του ανθρώπου είτε περισσότερο στο καλό, είτε περισσότερο στο κακό είναι ένας συγκερασμός τόσο κοινωνικών, οικογενειακών καταστάσεων, όσο και έμφυτης ροπής από τη γέννηση του ατόμου κιόλας.

Τι θα έκανες διαφορετικά, αν μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο πίσω;

Τί θα έκανες διαφορετικά αν μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο μερικά δευτερόλεπτα πίσω; Ποια λόγια θα έλεγες ή δε θα έλεγες; Θα φώναζες ή θα αγκάλιαζες; Θα έμενες ή θα έφευγες; Ο χρόνος είναι από τα ελάχιστα πράγματα που δεν μπορείς να διορθώσεις. Είναι το στοιχείο που μαζί με τον τόπο ορίζει ένα γεγονός, μια πράξη. Δεν είναι τυχαίο που όλα για τα οποία μετανιώνουμε στη ζωή ξεκινάνε με τη φράση “Τότε που…».

Ο χρόνος είναι αμείλικτος, διαπραγμάτευση δεν παίρνει και δε σταματάει για κανέναν. Μέσα στη σκληρότητά του είναι αδυσώπητα δίκαιος. Θα σε στοιχιεώσει, θα σε ρίξει στα τάρταρα, θα σου κόψει επιλογές και δε θα στεναχωρηθεί καθόλου. Να τον κατηγορήσεις για αυτό που είναι δεν μπορείς. Αυτός σου προσφέρει το «πότε» και στο προσφέρει πάντα, το «τί» το βάζεις εσύ.

Τί θα έκανες, λοιπόν, αν μπορούσες να γυρίσεις το χρόνο μερικά λεπτά πίσω; Μερικές ώρες, μέρες, χρόνια;

Σε εκείνη τη σχέση που δεν προσπάθησες πολύ ή προσπάθησες υπερβολικά;
Σε εκείνη τη φιλία που χάθηκε επειδή αυτό το τηλέφωνο που ήθελες να κάνεις, πάντα το ανέβαλλες «για πιο μετά»;
Σε εκείνη τη δουλειά που τελικά δεν κυνήγησες;
Σε εκείνο το άτομο που τελικά ποτέ δεν ζήτησες να πάτε για καφέ;

Κάτσε. Κάτσε να σου πω εγώ για όλες εκείνες τις στιγμές που μετάνιωσα. Όλες εκείνες που θα ήθελα να είχα κάνει κάτι άλλο. Να είχα πει κάτι άλλο. Ποτέ δε φανταζόμουν πόσο σημαντικό είναι να μπορείς να παρατηρείς την κατάσταση που βρίσκεσαι από απόσταση, με καθαρό μυαλό, χωρίς την αβεβαιότητα αν κάτι κάνεις λάθος. Χωρίς να πονάς. Χωρίς να φοβάσαι.

Ξέρεις πόσες φορές έχω ευχηθεί να γυρίσει ο χρόνος πίσω; Πριν μιλήσω, πριν δειλιάσω, πριν φύγω, πριν φωνάξω, πριν τα τινάξω όλα στον αέρα; Πριν περάσω εκείνο το σημείο της μη επιστροφής; Δε γυρνάει. Αλλά και να γυρνούσε, όλα με τον ίδιο τρόπο θα τα έκανα. Τα ίδια λάθη και τα ίδια σωστά. Και να γυρνούσε, με το ίδιο μυαλό θα έπαιρνα τις ίδιες αποφάσεις. Και πάλι εδώ θα ήμουν με τις ίδιες απορίες.

Πόσο χρόνο χρειάζεσαι άλλωστε; Πόσο πίσω θα ήθελες να πας; Πόσο είναι αρκετό; Ποιά ήταν η στιγμή που σε σημάδεψε τόσο που θα ήθελες να αλλάξεις; Ακόμα και ο χρόνος να γυρνούσε πίσω, κάποιοι άνθρωποι και κάποια περιστατικά είναι γραφτό να συμβούν. Να σε σημαδέψουν και να σε αλλάξουν με τρόπους που δε θα μπορούσες τότε να φανταστείς.

Σε τελική ανάλυση δεν είμαστε παρά το αποτέλεσμα των εμπειριών μας μέσα στο χρόνο. Αυτά που κάναμε και αυτά που παραλείψαμε, αυτα που θα μπορούσαμε να κάνουμε, αυτό που είμαστε και αυτό που μπορούμε να γίνουμε.

Ο χρόνος μας δίνει τη σκηνή.
Η παράσταση είναι δική μας.

Την γαλήνη μέσα σου θα την βρεις, όταν ακούς μόνο την καρδιά σου

Πέρασε τόσος καιρός από την τελευταία φορά που ένιωσες πραγματική ειρήνη μέσα σου.

Ρωτούσες ξανά και ξανά τον εαυτό σου τι λάθος κάνεις μα οι απαντήσεις έρχονται πάντα στο πλήρωμα του χρόνου και το μόνο που χρειάζεται είναι να μη χάσεις την ευκαιρία γιατί κρατάει μονάχα μια στιγμή.

Πάλεψες και νικήθηκες.

Όλα τα χρόνια της ζωής σου προσπάθησες να κάνεις καλύτερο τον εαυτό σου, να αλλάξεις την ουσία από την οποία είσαι φτιαγμένος. Θέλησες να κάνεις όλες αυτές τις αλλαγές για να γίνεις όλα όσα θα ήθελαν οι άλλοι να είσαι, πιο σωστός, πιο καλός, αλλιώτικος.

Προσπάθησες, ένας Θεός ξέρει πόσο πολύ προσπάθησες αλλά δεν τα κατάφερες.

Σπιθαμή προς σπιθαμή έχανες την μάχη.

Μέρα με την μέρα έχανες τον πόλεμο και ακόμα μια φορά είχες να αντιμετωπίσεις την αποτυχία κατάματα.

Όλοι αυτοί που σε περιβάλλουν θέλουν μόνο το καλό σου, ξέρουν άλλωστε καλύτερα από τον καθένα ποιο είναι το καλό σου και είναι εκεί κάθε φορά να στο υπενθυμίζουν.

Έτσι τα βράδια σου έγιναν σκοτεινότερα, οι μέρες σου λιγόστεψαν, οι ώρες ατελείωτες, τα λεπτά λαβύρινθος και εσύ χαμένος μέσα του να ψάχνεις το νήμα της Αριάδνης, άδοξα, άδικα.

Κάποτε αγάπησες μα δεν αγαπήθηκες, έψαξες παρηγοριά σε ξένα χείλη που μυστικά δεν κράτησαν γιατί έτσι είχαν μάθει και ένιωσες την προδοσία να σε πνίγει άλλη μια φορά.

Εξόριστος πια, μακρυά από όλους, κουρασμένος για να αντιδράσεις πέφτεις στα γόνατα, είσαι στο τέλος και το ξέρεις, μια σκέψη περνάει φευγαλέα από το λυγισμένο σου μυαλό. Η καρδιά σου χτυπάει δυνατά, πολέμησες και έχασες, ξαναπολέμησες και όσες φορές και αν έπεσες σηκώθηκες.

Οι μάχες δεν σε κούρασαν, σε έκαναν πιο δυνατό, οι ήττες δεν σε πτόησαν, σε έκαναν πιο πεισματάρη, οι προσπάθειες έγιναν κόπος και ο κόπος ανταμείφθηκε.

Ξέρεις πολύ καλά πως άλλαξες, κράτησες τις βαθιές σου ρίζες σαν φυλαχτό και την προσωπικότητα σου ακέραια, γιατί οι ρίζες είναι η ταυτότητα της ψυχής μας και όσο δεν τις ξεχνάμε δεν μας λησμονούν.

Για να έχεις ειρήνη μέσα σου πρέπει να είσαι πρόθυμος να παλέψεις εσύ ο ίδιος, να μην ακούσεις κανέναν παρά μόνο την καρδιά σου.

Και σαν έρθει η ώρα να αντιμετωπίσεις καινούριες δυσκολίες θα ξέρεις καλά πως να το κάνεις, γιατί δεν πούλησες την ψυχή σου, δεν ξέχασες τις ρίζες σου και έγιναν θεμέλια.

Τα 10 βήματα για καλύτερο σεξ

Το σεξ δεν είναι ντροπή. Ούτε η γυναίκα που διεκδικεί την ικανοποίηση μέσα στη σχέση της θεωρείται “φτηνή”. Άλλαξαν οι εποχές.

Έπειτα από χρόνια καταπίεσης, το σεξ απελευθερώθηκε. Έπαψε να είναι “παγιδευμένο” σε ταμπού και απαγορεύσεις. Κάνουμε όμως καλό σεξ; Μήπως η “δαιμονοποίηση” τόσων χρόνων δημιούργησε κατάλειπα. Μήπως, οι προκαταλήψεις, αν και στην ουσία καταρίφθηκαν, ακόμα επηρρεάζουν -έστω και υποσυνείδητα;

Το σεξ είναι αναπόσπαστο κομμάτι των ερωτικών σχέσεων: “ο καθένας μέσα στη σχέση του έχει το δικαίωμα αλλά και την ευθύνη για υγιή και ποιοτική ερωτική ζωή”.

Δεν είναι κακό. Είναι φυσιολογικό και μάλιστα -για την ομαλή ροή της σχέσης- ένα από τα ζητούμενα.

Τα 10 βήματα που θα σε οδηγήσουν στο καλό σεξ
Όλοι έχουν δικαίωμα στο ποιοτικό σεξ. Η ψυχολόγος σου δίνει τις προϋποθέσεις, αλλά και το τι πρέπει να κάνεις για να απολαύσεις μια υγιή σεξουαλική ζωή...

1. Μην αντιμετωπίζεις το σεξ ως υποχρέωση απέναντι στον σύντροφό σου. Το σεξ είναι ένα από τα βασικά συστατικά των αρμονικών ερωτικών σχέσεων. Καλό είναι λοιπόν ο στόχος σου να είναι η ποιοτική σεξουαλική ζωή. Για να το πετύχεις αυτό χρειάζεται να δεις το σεξ ως μια από τις προτεραιότητές στην ερωτική σχέση σου.

2. Εστίασε στο “εδώ και τώρα”. Προσπάθησε να απομακρύνεις τυχόν ενοχές, ταμπού και προκαταλήψεις. Ξέχασε οτιδήποτε σε απασχολεί. Επιδίωξε τη στάση που σε ικανοποιεί περισσότερο και δώσε την ευκαρία της μέγιστης ηδονής στον εαυτό σου καθ' όλη τη διάρκεια της σεξουαλικής διαδικασίας.

3. Απόφυγε τις συζητήσεις για οτιδήποτε δεν είναι του παρόντος. Προσπάθησε να εκφράσεις αυτό που νιώθεις. Ζήτα αυτό που θέλεις και πάρε πρωτοβουλίες που πιστεύεις ότι θα βοηθήσουν και τους δύο στη σεξουαλική ολοκλήρωση.

4. Οι γυναίκες καλό είναι να μην λειτουργείτε με τη νοοτροπία ότι ο άντρας ξέρει πως να ικανοποιήσει μια γυναίκα. Δεν είναι όλες οι γυναίκες ίδιες. Το σεξ είναι προσωπική υπόθεση. Προσπαθήστε να ξεφύγετε από ταμπού και προκαταλήψεις λειτουργώντας περισσότερο με το “θέλω” και όχι με το “πρέπει”. Μιλήστε με τον σύντροφό σας για αυτά που σας αρέσουν στο σεξ. Δείξτε του τον τρόπο να σας ικανοποιεί.

5. Συμφιλιώσου, αγάπησε το σώμα σου. Αν δεν σου αρέσει η εικόνα σου, να είσαι σίγουρη πως αυτό το προβάλλεις και στον σύντροφό σου. Πολλές φορές αυτός μπορεί να είναι ένας λόγος που πολλές γυναίκες αποφεύγουν το σεξ ή -αν μπούνε στη διαδικασία- δεν το απολαμβάνουν. Ασχοληθείτε με τον εαυτό σας, μάθετε να αγγίζετε το σώμα σας, αυτό βοηθάει στο να εξοικειωθείτε μαζί του και να το αγαπήσετε.

6. Προσπάθησε να χαλαρώσεις και να το απολαύσεις. Αν έχεις ως στόχο την κορύφωση το πιο πιθανό είναι να προκαλέσεις το άγχος της απόδοσης με αποτέλεσμα να μειωθεί ή και να μηδενιστεί η σεξουαλική σου διέγερση. Αν έχεις την αγωνία να φτάσεις σε οργασμό είναι πιθανο να καταλήξεις να προσποιείσαι οργασμό. Είναι σημαντικό, απαραίτητο να απολαμβάνεις τη στιγμή που κάνεις σεξ χωρίς άγχος. Σεξ δεν είναι μόνο η κορύφωση, αλλά ολόκληρη η διαδικασία.

7. Χρησιμοποιείστε (και οι δύο) τη φαντασία σας. Να είστε εφευρετικοί στη σεξουαλική επαφή σας. Χωρίς ντροπή, χωρίς αμηχανία. Ένας από τους σημαντικότερους τρόπους ανανέωσης της σεξουαλικής ζωής του ζευγαριού είναι η εφευρετικότητά τους στο σεξουαλικό παιχνίδι.

8. Προσπαθήστε να βρείτε τρόπους να μοιραστείτε τις φαντασιώσεις σας. Πάρτε το ρίσκο και δημιουργήστε κάτι διαφορετικό στην ατμόσφαιρα ή αλλάξτε κάτι στον τρόπο που συνηθίζετε να κάνετε σεξ. Η σεξουαλική επαφή θέλει και την ανάλογη διάθεση. Φλερτάρετε, προκαλέστε ο ένας τον άλλον, μιλήστε του ερωτικά, δημιουργήστε ερωτική ατμόσφαιρα... γενικότερα, μετατρέψτε το σεξ σε ένα παιχνίδι αισθήσεων.

9. Ο ερωτικός λόγος έχει σημαντικό ρόλο στη σεξουαλική διέγερση. Μέσα από αυτόν διεγείρεται η φαντασία που με τη σειρά της θα βγάλει το ζευγάρι από τη ρουτίνα και τη μονοτονία της σεξουαλικής επαφής. Αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος του σεξουαλικού παιχνιδιού και δεν χρειάζεται να επανέλθετε με συζητήσεις στα λόγια που ειπώθηκαν στο κρεβάτι σε άλλο χώρο και χρόνο.

10. Αν προκύψουν προβλήματα στη σεξουαλική σας ζωή, μην αποφεύγετε να τα συζητάτε. Μοιράσου τις σκέψεις και τις ανάγκες σου με τον σύντροφό σου, έχοντας φυσικά τη διάθεση να ακούσεις κι εκείνον. Πάντα με την προοπτική της βελτίωσης της ερωτικής σας ζωής και κατ' επέκταση της σχέσης. Για να το πετύχετε αυτό μιλήστε για τον εαυτό σας και το πως αισθάνεστε -χωρίς όμως να ερμηνεύετε ή να κατηγορείτε ο ένας τον άλλον για τις συμπεριφορές του. Να ακούτε -ουσιαστικά- ο ένας τον άλλον.

Μαθήματα από εξειδικευμένο Σεξοθεραπευτή (sex coach) είναι το πρώτο βήμα για την τέλεια απόλαυση!

Συσκευή που μιμείται τον γυναικείο κύκλο δίνει ελπίδες για την υπογονιμότητα

Για πρώτη φορά μιμήθηκαν και αναπαρήγαγαν σε μία τεχνητή συσκευή στο εργαστήριό τους ερευνητές από τις ΗΠΑ τον κύκλο των 28 ημερών της γυναικείας περιόδου.
 
Η απομίμηση του έμμηνου κύκλου σε εργαστηριακό περιβάλλον με τη βοήθεια της ιατρικής τεχνολογίας (organ-on-a-chip) μπορεί να διευκολύνει την ανάπτυξη νέων φαρμάκων, όπως για αντισύλληψη ή για την υπογονιμότητα.
 
Η μελέτη δείχνει ότι διάφοροι ιστοί του αναπαραγωγικού συστήματος είναι δυνατό να καλλιεργηθούν από κοινού με άλλους ιστούς για ένα μήνα και να εκκρίνουν ορμόνες, όπως συμβαίνει στον φυσικό έμμηνο κύκλο μιας γυναίκας.
 
Το γυναικείο αναπαραγωγικό σύστημα περιλαμβάνει διάφορους ιστούς οργάνων (ωοθήκες, σάλπιγγες, μήτρα, τράχηλος), που έχουν ποικίλες λειτουργίες, μεταξύ των οποίων είναι η απελευθέρωση των θηλυκών ορμονών. Λόγω της πολυπλοκότητας και της αλληλεπίδρασης μεταξύ των διαφορετικών ιστών, ήταν έως τώρα πολύ δύσκολο να μιμηθούν οι επιστήμονες αυτή τη διαδικασία στο εργαστήριο.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής την καθηγήτρια μαιευτικής-γυναικολογίας Τερίζα Γούντραφ του Πανεπιστημίου Northwestern του Σικάγο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature Communications", δημιούργησαν μια μικρορευστονική πλατφόρμα, με την ονομασία EVATAR (συνδυασμός των λέξεων Εύα και αβατάρ), η οποία μπορεί να συγκρατήσει μαζί πέντε ιστούς για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από κάθε προηγούμενη προσπάθεια.
 
Αυτή η συσκευή, που χωράει στην παλάμη του χεριού και μιμείται αυτό που συμβαίνει στο ανθρώπινο αναπαραγωγικό σύστημα, συνδυάζει ωοθήκες ποντικιού, με σάλπιγγες, ενδομήτριο (μεμβράνη της μήτρας), τράχηλο και ήπαρ από άνθρωπο (το τελευταίο συμπεριλήφθηκε επειδή μεταβολίζει τα φάρμακα). Κάθε διαφορετικό τμήμα του αναπαραγωγικού συστήματος αντιπροσωπεύεται από ένα κύβο μέσα στον οποίο υπάρχουν τα αντίστοιχα κύτταρα από κάθε μίνι όργανο.
 
Όλοι μαζί οι επιμέρους κύβοι συνδέονται μεταξύ τους με σωληνάρια, μέσω των οποίων κυκλοφορούν ένα ειδικό υγρό που παίζει το ρόλο του αίματος, καθώς επίσης διάφορες ορμόνες. Και όπως ακριβώς συμβαίνει στις γυναίκες, οι παραγόμενες από τη συσκευή ορμόνες αυξομειώνονται ανάλογα με τη φάση του κύκλου.
 
Η συσκευή δεν έχει ασφαλώς την πλήρη αναπαραγωγική λειτουργία, καθώς δεν μπορεί να κυοφορήσει ένα παιδί, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει την εξωσωματική γονιμοποίηση.
 
Όμως, σύμφωνα με τους ερευνητές, αποτελεί ένα σημαντικό βήμα για την κατανόηση των ασθενειών στο αναπαραγωγικό σύστημα μιας γυναίκας (ενδομητρίωση, καρκίνος, σύνδρομο των πολυκυστικών ωοθηκών, υπογονιμότητα κ.α.).
 
Οι επιστήμονες ελπίζουν ότι στο μέλλον θα μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν στο EVATAR βλαστικά κύτταρα μιας γυναίκας, ώστε να δημιουργήσουν μια εξατομικευμένη «ζωντανή μινιατούρα» του αναπαραγωγικού συστήματός της. Αυτό θα επιτρέπει την ανάπτυξη νέων φαρμάκων και τις τοξικολογικές μελέτες σε εξατομικευμένη πλέον βάση, ανάλογα με τις αντιδράσεις του οργανισμού κάθε γυναίκας.
 
Ο ελληνικής καταγωγής επίκουρος καθηγητής Σπύρος Γκέτσιος του Northwestern συμμετείχε στην έρευνα, δημιουργώντας δύο τμήματα του EVATAR, τον τράχηλο και τον κόλπο. Η ίδια αμερικανική ερευνητική ομάδα ήδη εργάζεται για τη δημιουργία ενός αντίστοιχου μοντέλου για την απομίμηση του ανδρικού αναπαραγωγικού συστήματος, με την ονομασία ADATAR (από το Αδάμ και αβατάρ).
 
Το EVATAR και το ADATAR εντάσσονται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των επιστημόνων να αναπαράγουν τρισδιάστατα τεχνητά μοντέλα διαφορετικών οργάνων του ανθρωπίνου σώματος (καρδιάς, εγκεφάλου κ.α.) και τελικά ολόκληρου του σώματος (body-on-a-chip).
 
 

Βαρυτικά κύματα «εκσφενδόνισαν» μια μαύρη τρύπα από το κέντρο μακρινού γαλαξία

3c186-galaxyΑστρονόμοι με επικεφαλής τον Ιταλό Stefano Bianchi του Πανεπιστημίου Ρώμη Τρία, εντόπισαν μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα, με μάζα μεγαλύτερη από ένα δισεκατομμύριο ήλιους, η οποία «σπρώχθηκε» βίαια μακριά από το κέντρο του γαλαξία της, πιθανότατα υπό την επίδραση ισχυρών βαρυτικών κυμάτων. Η τεράστια μαύρη τρύπα (ένας πρώην ενεργός γαλαξιακός πυρήνας, δηλαδή ένα κβάζαρ) έχει πλέον ταξιδέψει 35.000 έτη φωτός μακριά από το γαλαξιακό κέντρο της, κινούμενη με τρομερή ταχύτητα 7,6 εκατομμυρίων χιλιομέτρων την ώρα. Με αυτήν την ταχύτητα, με την οποία θα μπορούσε να διασχίσει την απόσταση Γης-Σελήνης σε μόλις τρία λεπτά, εκτιμάται ότι θα εγκαταλείψει τελείως τον γαλαξία της σε 20 εκατ. χρόνια.
 
Ο γαλαξίας 3C186 με το φρενήρη Quasar
 
barutika-kumata-eksfendonisan-mia-mauri-trupa-apo-to-kentro-makrinou-galaksiaΤα δεδομένα από το Hubble, αποκάλυψαν χαρακτηριστικά τα οποία δημιουργούνται από τις βαρυτικές δυνάμεις που εμφανίζονται κατά τη σύγκρουση δύο γαλαξιών
 
«Εκτιμούμε ότι χρειάσθηκε η ισοδύναμη ενέργεια 100 εκατομμυρίων ταυτόχρονων εκρήξεων σούπερ-νόβα για να εκτιναχθεί τόσο μακριά αυτή η μαύρη τρύπα» δήλωσε ο Stefano Bianchi. Η μαύρη τρύπα, που μελετήθηκε με το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, βρίσκεται στον γαλαξία 3C186, σε μεγάλη απόσταση οκτώ δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη.
 
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πριν από ένα έως δύο δισεκατομμύρια χρόνια δύο γαλαξίες συγκρούστηκαν και τότε οι δύο αντίστοιχες κεντρικές μαύρες τρύπες τους σταδιακά συγχωνεύθηκαν. Όμως, κατά τη διαδικασία αυτή, η συγχωνευόμενη μαύρη τρύπα εξέπεμψε ισχυρά βαρυτικά κύματα («ρυτιδώσεις» του χωροχρόνου) μόνο προς μία κατεύθυνση, πράγμα που «πυροδότησε» την εκτόξευσή της στο διάστημα σαν πύραυλος προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
 
Οι βαρυτικές διαταραχές που προκαλούνται από βίαια φαινόμενα, όπως η σύγκρουση δύο μελανών οπών, μπορεί να διαδίδονται στο χωροχρονικό συνεχές μεταφέροντας τόσο μεγάλα ποσά ενέργειας, ώστε να επιταχύνουν ακόμη και ένα ουράνιο μάζα με μάζα 1 δισ. φορές τη μάζα του Ήλιου.
 
Όπως προέβλεψε πρώτος πριν από 101 χρόνια ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, στο πλαίσιο της Γενικής Σχετικότητας, κάθε υλικό σώμα με την κίνησή του προκαλεί «ρυτιδώσεις» στο χωροχρονικό συνεχές, που διαδίδονται με την ταχύτητα του φωτός. Ωστόσο, οι παραμορφώσεις αυτές είναι αρκετά ισχυρές, μόνο στην περίπτωση σωμάτων με τεράστια μάζα, που κινούνται με εξίσου τεράστιες επιταχύνσεις. Μία τέτοια περίπτωση, υποστηρίζουν οι επιστήμονες, είναι η αιτία και για την επιτάχυνση της μαύρης τρύπας του γαλαξία 3C186.
 
Η ομάδα χρησιμοποίησε το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, για να μελετήσει τον γαλαξία 3C186. Από τις εικόνες του Hubble, αποκάλυψε στον γαλαξία έναν κβάζαρ, δηλαδή έναν ενεργό «πυρήνα» που αποτελεί χαρακτηριστικά ένδειξη για την ύπαρξη μίας τεράστιας μαύρης τρύπας.
 
Αυτό δεν είναι ασυνήθιστο, καθώς σχεδόν όλοι οι γαλαξίες «φιλοξενούν» στο κέντρο τους μία μαύρη τρύπα. Η διαφορά ωστόσο με τον 3C186 είναι πως η μαύρη τρύπα του δεν βρίσκεται στο κέντρο του γαλαξία. Μάλιστα, φαίνεται πως έχει ήδη διανύσει απόσταση 35.000 ετών φωτός, ενώ κινείται τόσο γρήγορα που σε 20 εκατομμύρια χρόνια θα έχει «δραπετεύσει» από τον γαλαξία.
 
Τα δεδομένα από το Hubble, αποκάλυψαν επίσης χαρακτηριστικά τα οποία δημιουργούνται από τις βαρυτικές δυνάμεις που εμφανίζονται κατά τη σύγκρουση δύο γαλαξιών. Με βάση αυτή την παρατήρηση, και θεωρητικούς υπολογισμούς, η ομάδα εκτιμά πως ο 3C186 προήλθε από τη συγχώνευση δύο γαλαξιών, πριν από 1 με 2 δισ. έτη.
 
Επομένως, σύμφωνα με τους ερευνητές, καθώς οι μαύρες τρύπες των δύο γαλαξιών άρχισαν να στροβιλίζονται η μία γύρω από την άλλη, προκάλεσαν την εκπομπή βαρυτικών κυμάτων, μέχρι να συγκρουστούν. Ωστόσο, λόγω της διαφοράς μάζας που είχαν, τα κύματα ήταν πιο ισχυρά προς μία διεύθυνση.
 
Έτσι, όταν σχηματίσθηκε μία νέα μαύρη τρύπα από τη συγχώνευσή τους, άρχισε να επιταχύνεται προς την αντίθετη κατεύθυνση από τη διάδοση των ισχυρότερων βαρυτικών κυμάτων.
 
Αν η θεωρία των επιστημόνων επιβεβαιωθεί, τότε οι παρατηρήσεις τους αποτελούν ισχυρές ενδείξεις για τη συγχώνευση τεράστιων μελανών οπών. Η ομάδα ελπίζει να επιστρατεύσει ξανά το Hubble, μαζί με άλλα όργανα όπως το τηλεσκόπιο ALMA, για να μελετήσει ακόμη καλύτερα αυτό το παράξενο αντικείμενο.

Ατομικά ρολόγια επιβεβαιώνουν τη σχετικότητα του χρόνου

strontium_optical_clock
Ο χρόνος, όπως και ο χώρος, είναι έννοιες σχετικές, είπε ο μεγάλος Άλμπερτ Αϊνστάιν. Χάρη στα πιο ακριβή ατομικά ρολόγια που διαθέτουμε, διεθνής ερευνητική ομάδα υπολογίζει τώρα με εντυπωσιακή ακρίβεια πώς ο χρόνος κυλά με διαφορετικό ρυθμό στο Λονδίνο και το Παρίσι.

Το φαινόμενο της «διαστολής του χρόνου» οφείλεται σε δύο διαφορετικούς παράγοντες που σχετίζονται με διαφορετικές πλευρές της Σχετικότητας.

Ο πρώτος παράγοντας είναι η ταχύτητα: όπως προκύπτει από τη θεωρία της Ειδικής Σχετικότητας, ένα ρολόι που κινείται με μεγάλη ταχύτητα σε σχέση με έναν παρατηρητή τρέχει πιο αργά σε σχέση με το ρολόι του παρατηρητή.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η βαρύτητα, όπως προκύπτει από την θεωρία της Γενικής Σχετικότητας: όταν η δύναμη της βαρυτικής έλξης αυξάνεται στο σημείο όπου βρίσκεται ο παρατηρητής, το ρολόι του θα τρέχει πιο αργά σε σχέση με το ρολόι ενός παρατηρητή που δέχεται ασθενέστερη έλξη. Με άλλα λόγια, ένα ρολόι στο κέντρο της Γης θα τρέχει πιο αργά από ό,τι ένα ρολόι στην κορυφή του Έβερεστ.

Και στις δύο περιπτώσεις, οι πειραματικές μετρήσεις της διαστολής του χρόνου (για παράδειγμα η σύγκριση ατομικών ρολογιών στη Γη και στους δορυφόρους του GPS) έχουν επιβεβαιώσει τον Αϊνστάιν με σχετικά μεγάλη ακρίβεια. Κανείς όμως δεν μπορεί να αποκλείσει το γεγονός ότι ο γίγαντας της σχετικότητας θα διαψευστεί τελικά από πιο ακριβή πειράματα.

Τώρα, ερευνητές στη Γαλλία, τη Βρετανία και τη Γερμανία αυξάνουν τα επίπεδα ακρίβειας στο μέγιστο εφικτό: χρησιμοποίησαν ατομικά ρολόγια που βασίζονται τη συχνότητα της ακτινοβολίας που εκπέμπουν άτομα στροντίου, και είναι περίπου τρεις φορές πιο ακριβή από τα συμβατικά ατομικά ρολόγια στροντίου: χάνουν ένα δευτερόλεπτο κάθε περίπου 15 δισεκατομμύρια χρόνια, που είναι περισσότερο από την ηλικία του Σύμπαντος.

H νέα μελέτη, η οποία αναρτήθηκε στην υπηρεσία προδημοσίευσης arXiv, συγκρίνει ατομικά ρολόγια στροντίου που βρίσκονταν στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Μπράουνσβαϊγκ της Γερμανίας. O ρυθμός του χρόνου στις τρεις τοποθεσίες τρέχει διαφορετικά επειδή κάθε πόλη έχει διαφορετική απόσταση από το κέντρο της Γης (και επομένως δέχεται διαφορετικές βαρυτικές δυνάμεις) και διαφορετική απόσταση από τον ισημερινό (και επομένως διαφορετική ταχύτητα περιστροφής γύρω από τον άξονα της Γης).

Προκειμένου να συγκριθεί ο ρυθμός του χρόνου στις τρεις τοποθεσίες, οι ερευνητές συνέδεσαν τα ρολόγια σε δίκτυα οπτικών ινών που λειτουργούσαν στις ίδιες συχνότητες με καθένα από τα ρολόγια. Κάθε διαφορά στη συχνότητα του φωτός ανάμεσα στις διαφορετικές ίνες θα υποδήλωνε διαφορές στο ρυθμό του χρόνου.

Πράγματι, οι μετρήσεις έδειξαν ότι η χρονική απόκλιση που συσσωρεύεται ανάμεσα στο Παρίσι και το Λονδίνο στη διάρκεια ενός 24ωρου φτάνει τα 5 δισεκατομμυριοστά του δευτερολέπτου.

Τα αποτελέσματα του πειράματος, εξηγεί το περιοδικό New Scientist, επέτρεψαν στους ερευνητές να υπολογίσουν μια παράμετρο που ονομάζεται άλφα. Η τιμή της πρέπει να είναι μηδέν αν ο Αϊνστάιν είχε απόλυτο δίκιο για τη διαστολή του χρόνου.

Το να αποδείξει κανείς ότι το άλφα ισούται με μηδέν είναι τεχνικά αδύνατο, όμως η τελευταία μελέτη δείχνει ότι η τιμή της είναι μικρότερη από 10-8 -ένα επίπεδο ακρίβειας δυο φορές μεγαλύτερο σε σχέση με προηγούμενες μετρήσεις που βασίζονταν σε ρολόγια στροντίου.

Όπως φαίνεται, το φάντασμα του Άλμπερτ Αϊνστάιν μπορεί να είναι ήσυχο, τουλάχιστον για την ώρα: αν η τιμή του άλφα μετρηθεί στο μέλλον με μεγαλύτερη ακρίβεια, και βρεθεί να μην είναι μηδέν, οι συνέπειες θα είναι πραγματικά τεράστιες.

Μεταξύ άλλων, μια τιμή πάνω από το μηδέν θα μπορούσε να ανοίξει το δρόμο για το μεγάλο όνειρο των φυσικών, την ενοποίηση της Σχετικότητας του Αϊνστάιν με την Κβαντομηχανική.

Αυτή η μέρα όμως μάλλον απέχει πολύ.

Ανακαλύφθηκαν ένας καφέ νάνος, τεράστια μαγνητικά πεδία και μαύρη τρύπα που ξέφυγε από το κέντρο του γαλαξία της

brown-dwarf-759Τρεις νέες ανακαλύψεις έκαναν οι αστρονόμοι, οι οποίοι βρήκαν το πιο μεγάλο άστρο καφέ νάνο στον γαλαξία μας, τα μεγαλύτερα στο σύμπαν μαγνητικά πεδία, καθώς και μια μαύρη τρύπα που σαν πύραυλος «πετάχτηκε» μακριά από το κέντρο ενός γαλαξία και ο ύποπτος γι’ αυτό είναι τα βαρυτικά κύματα.
 
Οι καφέ νάνοι είναι το ενδιάμεσο σώμα μεταξύ των πλανητών και των άστρων
 
Μια διεθνής ομάδα αστρονόμων, με επικεφαλής τον ZengHua Zhang του Ινστιτούτου Αστροφυσικής των ισπανικών Καναρίων Νήσων, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Monthly Notices» της Βασιλικής Αστρονομικής Εταιρείας της Βρετανίας, ανακάλυψαν ένα καφέ νάνο που έχει τη μεγαλύτερη μάζα και την πιο «καθαρή» χημική σύσταση από κάθε άλλο άστρο του είδους του έχει βρεθεί μέχρι σήμερα.
 
Οι καφέ νάνοι είναι αποτυχημένα άστρα, στα οποία -λόγω μικρού μεγέθους- ποτέ δεν ξεκίνησε η διαδικασία της πυρηνικής σύντηξης του υδρογόνου σε ήλιο, έτσι ώστε να γίνουν λαμπεροί ήλιοι. Θεωρούνται κάτι ενδιάμεσο ανάμεσα σε άστρα και μεγάλους πλανήτες.
 
Ο συγκεκριμένος καφέ νάνος, γνωστός ως SDSS J01014+1535, βρίσκεται στην άλω του γαλαξία μας, δηλαδή στις εσχατιές του, όπου υπάρχουν τα πιο αρχαία άστρα του. Κινείται σε απόσταση 750 ετών φωτός από τη Γη στην κατεύθυνση του αστερισμού των Ιχθύων και αποτελείται από αρχέγονο αέριο περίπου 250 φορές πιο καθαρό από τον Ήλιο μας (με πάνω από 99,99% υδρογόνο και ήλιο). Έχει ηλικία περίπου 10 δισεκατομμυρίων ετών και η μάζα του είναι 90 φορές μεγαλύτερη του Δία.
 
Γιγάντια μαγνητικά πεδία
Παράλληλα, Γερμανοί αστρονόμοι, χρησιμοποιώντας το διαμέτρου 100 μέτρων ραδιοτηλεσκόπιο στο Έφελσμπεργκ, ανακάλυψαν μαγνητικά πεδία που εκτείνονται σε αποστάσεις πέντε έως έξι εκατομμυρίων ετών φωτός. Αυτό τα καθιστά τα πιο εκτεταμένα μαγνητικά πεδία που έχουν ποτέ εντοπιστεί στο σύμπαν.
 
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Μάγια Κίρντορφ του Ινστιτούτου Ραδιοαστρονομίας Μαξ Πλανκ της Βόννης, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό αστρονομίας και αστροφυσικής «Astronomy & Astrophysics», υπολόγισαν ότι τα εν λόγω γιγάντια μαγνητικά πεδία έχουν ισχύ παρόμοια με το μαγνητικό πεδίο του γαλαξία μας.
 
black-hole-graphic-ONLINEΜαύρη τρύπα-πύραυλος
Τέλος, αστρονόμοι με επικεφαλής τον Ιταλό Stefano Bianchi του Πανεπιστημίου Ρώμη Τρία, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο ίδιο επιστημονικό περιοδικό, εντόπισαν μια υπερμεγέθη μαύρη τρύπα, με μάζα μεγαλύτερη από ένα δισεκατομμύριο ήλιους, η οποία «σπρώχθηκε» βίαια μακριά από το κέντρο του γαλαξία της, πιθανότατα υπό την επίδραση ισχυρών βαρυτικών κυμάτων.
 
Η τεράστια μαύρη τρύπα (ένας πρώην ενεργός γαλαξιακός πυρήνας, δηλαδή ένα κβάζαρ) έχει πλέον ταξιδέψει 35.000 έτη φωτός μακριά από το γαλαξιακό κέντρο της, κινούμενη με τρομερή ταχύτητα 7,6 εκατομμυρίων χιλιομέτρων την ώρα. Με αυτήν την ταχύτητα, με την οποία θα μπορούσε να διασχίσει την απόσταση Γης-Σελήνης σε μόλις τρία λεπτά, εκτιμάται ότι θα εγκαταλείψει τελείως τον γαλαξία της σε 20 εκατ. χρόνια.
 
«Εκτιμούμε ότι χρειάσθηκε η ισοδύναμη ενέργεια 100 εκατομμυρίων ταυτόχρονων εκρήξεων σούπερ-νόβα για να εκτιναχθεί τόσο μακριά αυτή η μαύρη τρύπα» δήλωσε ο Stefano Bianchi. Η μαύρη τρύπα, που μελετήθηκε με το διαστημικό τηλεσκόπιο Hubble, βρίσκεται στον γαλαξία 3C186, σε μεγάλη απόσταση οκτώ δισεκατομμυρίων ετών φωτός από τη Γη.
 
Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι πριν από ένα έως δύο δισεκατομμύρια χρόνια δύο γαλαξίες συγκρούστηκαν και τότε οι δύο αντίστοιχες κεντρικές μαύρες τρύπες τους σταδιακά συγχωνεύθηκαν. Όμως, κατά τη διαδικασία αυτή, η συγχωνευόμενη μαύρη τρύπα εξέπεμψε ισχυρά βαρυτικά κύματα («ρυτιδώσεις» του χωροχρόνου) μόνο προς μία κατεύθυνση, πράγμα που «πυροδότησε» την εκτόξευσή της στο διάστημα σαν πύραυλος προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.

Ο άνθρωπος «κατάγεται όντως από τα σφουγγάρια»!

Ποιο ήταν το πρώτο ζώο που εμφανίστηκε στη Γη; Παλαιοντολόγοι και εξελικτικοί βιολόγοι δεν βαριούνται να διαφωνούν για την απάντηση. Η τελευταία γενετική μελέτη δείχνει πάντως να επιβεβαιώνει την κρατούσα θεωρία που θέλει τους σπόγγους να είναι οι αρχαιότεροι προπαππούδες μας. Όλα τα ζώα πιστεύεται ότι κατάγονται από μονοκύτταρους ευκαρυωτικούς οργανισμούς που έζησαν πριν από 600 και κάτι εκατομμύρια χρόνια. Σύμφωνα με την παλαιότερη και πιο διαδεδομένη σήμερα άποψη, το πρώτο ζώο ήταν κάτι σαν σφουγγάρι (ή τουλάχιστον οι σπόγγοι ήταν το πρώτο παρακλάδι που διαχωρίστηκε από την εξελικτική γραμμή των υπόλοιπων ζώων). Τα σφουγγάρια δεν διαθέτουν νευρικό σύστημα, μυς και διαφοροποιημένους ιστούς, ήταν λοιπόν λογικό να υποθέσει κανείς ότι τα ζώα αυτά εμφανίστηκαν νωρίτερα στην εξέλιξη από άλλα, πιο περίπλοκα ζώα.

Ευρήματα που έρχονται σε αντίθεση με αυτήν την λογικοφανή ιδέα άρχισαν να έρχονται την περασμένη δεκαετία από γενετικές μελέτες (για παράδειγμα αυτή), οι οποίες έδειχναν ότι ο αρχαιότερος κλάδος στο εξελικτικό δέντρο των ζώων είναι τα κτενοφόρα: ζελατινώδη πλάσματα σαν μέδουσες που κολυμπούν με μικροσκοπικά μαστίγια και συλλαμβάνουν τη λεία τους με κολλώδη πλοκάμια. Το πρόβλημα με τα ευρήματα αυτά είναι ότι έρχονται σε αντίθεση με την παλιά άποψη ότι η πολυπλοκότητα των ζώων αυξήθηκε στην πορεία του εξελικτικού χρόνου: σε αντίθεση με τα σφουγγάρια, τα κτενοφόρα διαθέτουν νευρικό σύστημα, έστω και υποτυπώδες. Και αν τα κτενοφόρα ήταν όντως τα πρώτα ζώα, οι σπόγγοι θα πρέπει να έχασαν εκ των υστέρων το νευρικό σύστημά τους.

Οι μελέτες για το θέμα συνεχίζουν να είναι αντιφατικές. Στην τελευταία μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στην έγκριτη επιθεώρηση Current Biology, διεθνής ομάδα εξετάζει 1.719 γονίδια από ένα μεγάλο εύρος ζώων, χρησιμοποιώντας μαθηματικά μοντέλα για να εξετάσουν πώς τα γονίδια αυτά εξελίχθηκαν σε διαφορετικούς κλάδους, λαμβάνοντας υπόψη ότι ορισμένες γενετικές αλλαγές είναι πιο πιθανές από άλλες. Έπειτα από απαιτητικούς υπολογισμούς που μοιράστηκαν σε υπολογιστές στον Καναδά, τη Γερμανία, το Βέλγιο και τη Γαλλία, το βασικό μοντέλο της μελέτης τοποθέτησε τους σπόγγους στη βάση του δέντρου των ζώων – διαψεύδοντας έτσι άλλες γενετικές αναλύσεις που βασίστηκαν σε διαφορετικές μεθόδους ή μοντέλα.

Τα αποτελέσματα, όμως, δεν αποτελούν απόδειξη και σίγουρα δεν θα μείνουν στο απυρόβλητο. Σχολιάζοντας τη μελέτη, ο Ντέιβιντ Χίλις του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Όστιν, ο οποίος δεν συμμετείχε στην ανάλυση, επισημαίνει ότι ορισμένα διαφορετικά μοντέλα που χρησιμοποίησε η ερευνητική ομάδα έδιναν διαφορετικό αποτέλεσμα και έβαζαν τα κτενοφόρα στη βάση του δέντρου. «Το γεγονός ότι τα αποτελέσματα αντιστρέφονται με διαφορετικά μοντέλα είναι κακό σημάδι» λέει ο Χίλις στο δικτυακό τόπο του Nature. «Χρησιμοποίησαν μεγάλο σετ δεδομένων, όμως είναι σχεδόν σίγουρο πως αυτή δεν είναι η τελευταία λέξη».

Η Αντίληψη Περί Πατρίδας

Η Αρχαιοελληνική Αντίληψη Περί Πατρίδας και ο Σημερινός Ευτελισμός της.

H περί πατρίδας πολιτική αντίληψη των κλασικών ελλήνων και η νεώτερη προπαγανδιστική διαστροφή της σε “πατριωτισμό”, “εθνική ενότητα” και “εθνική ομοψυχία”. Οι έλληνες δεν μάχονταν για «ιδέες», «ιδανικά» και άλλες ιδεολογικοποιημένες (αυτ)απάτες, αλλά για απόλυτα καθορισμένες και χειροπιαστές σημασίες, όπως  η πόλη – πατρίδα. Η τελευταία σε πλήρη αντίθεση με τον σημερινό συσκοτισμό της («έθνος – κράτος») δεν ήταν μια ιδεολογική αφαίρεση· ήταν πρωταρχικά μια αυτοκυβερνώμενη ανθρώπινη κοινότητα, η οποία αυτοπροσδιοριζόταν  βιολογικά (κοινός γεννήτορας και πρόγονοι) χρονικά (κοινή ιστορική διαδρομή), συνειδησιακά (κοινά έθιμα, θεσμοί, σημασίες  κ.λπ.) και μόνο δευτερευόντως, γεωγραφικά.

Ο γεωγραφικός προσδιορισμός της πατρίδας φαίνεται, ότι ιεραρχείτο ως δευτερεύων, αφού αρκετές φορές υποχωρούσε υπό το βάρος άλλων, κοινωνικών, πολιτικών κ.ά. παραγόντων. Οι αναρίθμητες αποικίες των ελλήνων ιδρύθηκαν σε περιοχές, όπου αυτοί δεν μπορούσαν να επικαλεστούν κανένα γεωγραφικό παρελθόν και οι νέες ελληνικές πόλεις εγκαθιδρύθηκαν βασισμένες αποκλειστικά στους άλλους παράγοντες.

Επίσης ο Θεμιστοκλής θεωρούσε δευτερεύοντα τον γεωγραφικό προσδιορισμό της Αθήνας, όταν απείλησε, πως αν οι υπόλοιποι έλληνες δεν επιθυμούσαν να δώσουν ναυμαχία στη Σαλαμίνα, οι αθηναίοι θα πήγαιναν να ξαναϊδρύσουν την πόλη τους στην Ιταλία. Βλ. επίσης τη ρήση στον Θουκυδίδη «άνδρες γαρ πόλις» («η πόλη είναι οι άνδρες της», Ζ΄ 77) δηλαδή οι πολίτες της, που φέρουν παντού και πάντα την πολιτική τους διαπαιδαγώγηση και με αυτόν τον τρόπο δίνουν ύπαρξη στη πόλη.

Αλλά και γενικότερα οι έλληνες δεν προσδιόριζαν την πόλη-πατρίδα με γεωγραφικούς όρους, αφού έλεγαν π.χ. «οι αθηναίοι», ή «οι κορίνθιοι» και ποτέ «η Αθήνα», ή «η Κόρινθος». Ήταν, κατά συνέπεια, κάτι απολύτως συγκεκριμένο, για το οποίο άξιζε να πεθάνει κάποιος, ακριβώς επειδή δέν άξιζε να ζει χωρίς αυτό.  Δεν θα ήταν υπερβολή αν λέγαμε ότι οι αρχαίοι έλληνες, σαν ο πρώτος πολιτικά ελεύθερος λαός της ιστορίας, είναι οι εφευρέτες της πατρίδας. Η αυτοκυβερνώμενη πατρίδα – πόλη αποτελούσε για τους έλληνες έννοια κατ’ εξοχήν πολιτική.

Στον Επιτάφιο του Περικλέους (όπως τον αποδίδει ο Θουκυδίδης) κατονομάζονται οι χειροπιαστές αιτίες, για τις οποίες καλούνταν να πολεμήσουν οι αθηναίοι: η επιβεβαιωμένη στην πράξη ευνομία τους, οι απεριόριστες ευκαιρίες που είχε ο καθένας σε αυτή την πόλη για να αναπτύξει τις δυνατότητές του, οι  θεσμοί τους ως προϊόν αυθεντικής (=αυτόνομης) συλλογικότητας, η πολιτικώς θεσμισμένη (=έμπρακτη) ταύτιση ατομικού και συλλογικού συμφέροντος, η αναμφισβήτητη πληρότητα της ζωής τους.

Πουθενά στο συναρπαστικό αυτό κείμενο δεν θα βρει κανείς τον μεταγενέστερο πατριδοκάπηλο μελοδραματισμό, ύποπτους συλλογιστικούς ακροβατισμούς (στους οποίους ανέκαθεν επεδίδετο η εθνικιστική προπαγάνδα, βλ. «έθνος – κράτος») συγκινησιακά φορτισμένες κοινοτοπίες και λοιπά ιδεολογικοποιημένα ξεροκόκαλα, από αυτά, που πετούν συχνότατα οι έμποροι του πολέμου στις αποβλακωμένες ανθρωπομάζες/κρέας για τα κανόνια τους.

Ακόμα και η παραδοσιακή ομηρική έννοια της εξιδανικευμένης πολεμικής δόξας, απέκτησε στην κλασική εποχή υλικό σημείο αναφοράς: οι πεσόντες, π.χ. του Μαραθώνα, θεωρούνται πλέον δοξασμένοι ήρωες, όχι απλώς επειδή πολέμησαν γενναία, αλλά γιατί πολέμησαν για χειροπιαστά πράγματα, π.χ. για την πολιτική κοινότητά τους. Αλλά και από την Ιλιάδα (Β΄ 212 κ.ε.) δεν λείπει το πρωτόλειο  μιας  υλιστικής και πολιτικής αντίληψης περί πολέμου.

Ο Θερσίτης, ένας συνηθισμένος πολεμιστής, που θέλει να επιστρέψουν οι αχαιοί στην Ελλάδα αντί να συνεχίσουν τον πόλεμο, απευθύνεται με παρρησία στον Αγαμέμνονα λέγοντάς του, ότι: «οι σκηνές σου είναι γεμάτες από χαλκό και γυναίκες, εκλεκτά λάφυρα, που εμείς οι αχαιοί σου δίνουμε όποτε κατακτάμε μια πόλη. Είσαι άπληστος για το χρυσάφι, που οι αλογάρηδες Τρώες θα σου φέρουν ως λύτρα για τον γιό τους, που εγώ, ή κάποιος άλλος αχαιός θα αιχμαλωτίσει; Ή για κάποια γυναίκα που θα κοιμάσαι μαζί της και θα κρατάς μόνο για τον εαυτό σου;»

Στη συνέχεια λέει, ότι είναι ανάρμοστο να παρατείνεται ο πόλεμος μόνο και μόνο για να οικειοποιείται ένας βασιλιάς τη μερίδα του λέοντος από τα  λάφυρα. Ο Θερσίτης, σαν συνειδητοποιημένος  πολίτης, απαιτεί να έχει λόγο στα τής εκστρατείας, στην πορεία της, στη διανομή των ωφελημάτων της κ.λπ.

Το αντιπροσωπευτικότερο επιχείρημα, που μπορεί να επικαλεστεί κανείς σχετικά με το πώς οι έλληνες της κλασικής εποχής αντιλαμβάνονταν την κατ’ εξοχήν πολιτική διάσταση της πατρίδας, βρίσκεται στον Ηρόδοτο «Φαίνεται δε όχι μόνο από ένα παράδειγμα αλλά γενικώς πόσο σπουδαίο πράγμα είναι η ισηγορία. Διότι όταν οι αθηναίοι διοικούντο τυραννικά  δεν ήσαν καθόλου καλύτεροι στα πολεμικά από κανέναν από τους γείτονές τους, απαλλαγέντες όμως από τους τυράννους έγιναν οι καλύτεροι όλων. Τούτο φανερώνει, ότι όταν ήσαν υποταγμένοι συμπεριφέρονταν εκουσίως ως δειλοί, σκεπτόμενοι, ότι εργάζονται για τον δεσπότη τους, όταν όμως ελευθερώθηκαν, ο καθένας έδειχνε προθυμία να εργαστεί σκεπτόμενος, ότι εργάζεται για τον εαυτό του».

Με άλλα λόγια ο άνθρωπος αποκτά πατρίδα μόνο όταν γίνεται πολίτης. Και τότε, αν χρειαστεί, πολεμάει για τον εαυτό του κι άρα για την πατρίδα του (και όχι το αντίστροφο). Καμία σχέση με υπηκόους, που σύρονται στα πεδία των μαχών ωθούμενοι από το ιδεολογικό («εθνικό») κουτόχορτο, που τούς έχει ταΐσει κάποιος πατριδοκάπηλος εξουσιαστής.

Ακόμα και μετά τον πελοποννησιακό πόλεμο, όπου  παρατηρείται μια όξυνση των κοινωνικών συγκρούσεων εντός των εξασθενημένων πόλεων και όπου η κοινωνική συνοχή τίθεται συχνά υπό αίρεση, οι έλληνες παραμένουν υποψιασμένοι πολίτες και  δεν συγκινούνται από καμιά υποκριτική επίκληση για κοινωνική ειρήνη στο όνομα δήθεν της πατρίδας-πόλης. Εξ άλλου τέτοιου είδους επικλήσεις είναι ανύπαρκτες στην ελληνική αρχαιότητα: η όποια επίκληση της πατρίδας γινόταν πάντα συνοδεία επιχειρημάτων, όπως π.χ. στον Επιτάφιο του Περικλή.

Σε κάθε άλλη περίπτωση (π.χ. τυραννίας, κοινωνικής ανισότητας κ.λπ.) η στάσις (και ό,τι αυτή συνεπαγόταν, π.χ, τον φόνο «συμπολιτών» – αρπακτικών, δηλαδή ομοεθνών) θεωρείται όχι μόνο δικαιολογημένη, αλλά και αυτονόητη (σε πλήρη αντίθεση με τη σημερινή εποχή, όπου θεωρείται σεμνότυφα «εθνική προδοσία» -σημειωτέον, ότι για «εθνική προδοσία» δεν είχαν κατηγορηθεί ούτε οι μηδίσαντες έλληνες). Tα αρχαία πολιτικά συγγράμματα πραγματεύτηκαν το φαινόμενο της στάσεως, χωρίς υποκρισία, ως προϊόν της κοινωνικής ανισότητας (βλ. Αριστοτέλους, Πολιτικά,V,1301 a25-1301 b 18. Αλλά και Αινεία Τακτικού, Πολιορκητικά XIV, 1).

Οι αρχαίοι έλληνες διέθεταν ανέκαθεν πλήρη επίγνωση, ότι αποτελούν έθνος με κοινή καταγωγή, γλώσσα, πολιτισμό κ.λπ. Ωστόσο, αυτό δεν τους έλεγε και πολλά πράγματα από πολιτικής πλευράς. Γνώριζαν, ότι η κοινωνική συνοχή απαιτεί πολύ περισσότερα πράγματα από απλοϊκές ιδεολογικές καταφυγές σε κάποιο «κοινό αίμα» κι ότι εξασφαλίζεται μόνο εάν η έμφαση δοθεί στο πολιτικό μέρος του προβλήματος.

Ο ελληνικός πολιτικός στοχασμός αναδύθηκε από αυτό ακριβώς το «κοινό αίμα» που έχυναν αλύπητα οι έλληνες στις μεταξύ τους «αντεθνικές» συγκρούσεις και, κυρίως, στον συχνό κοινωνικό πόλεμο εντός των πόλεων. Η κοινή εθνική καταγωγή μπορεί να βοηθήσει στην κοινωνική συνοχή, αλλά δεν μπορεί ούτε να τη δημιουργήσει, ούτε να την διατηρήσει. Γνώριζαν, ότι η επίκληση της κοινής καταγωγής δεν επαρκεί για να αποτρέπει τις κοινωνικές συγκρούσεις κι ότι ήταν επισφαλής βάση, ώστε να θεμελιώσουν επάνω της την πολιτική τους αναζήτηση και πρακτική.

Αυτό το έκανε πολύ αργότερα ο νεώτερος εξουσιασμός επινοώντας το φαιδρό υβρίδιο του «έθνους-κράτους». Το εθνοκράτος παγίωσε στη συλλογική συνείδηση μια αποϊεροποιημένη και  χυδαία εδαφική/συνοριακή αντίληψη της πατρίδας.

Πολεμικό συμβούλιο. Στις κλέφτικες ομάδες που πολλές φορές συγκέντρωναν εκατοντάδες παληκάρια, ξαναέζησε το πνεύμα των περίφημων συμβουλίων των πολεμιστών της Ιλιάδας, αλλά και των λαϊκών συνελεύσεων (εκκλησιών του Δήμου) της κλασικής εποχής. Έτσι, ο πόλεμος διεξάγεται ελληνικότατα, από μια στοιχειωδώς πολιτική κοινότητα και όχι από έναν στρατό σκλάβων.

Στην αρχαία ελληνική πόλη η στράτευση  γινόταν περισσότερο αντιληπτή ως τιμή παρά ως υποχρέωση. Αυτό συνέβαινε, διότι ο στρατός ήταν στρατός πολιτών και όχι υπηκόων, ή σκλάβων. Οι οπλίτες/πολίτες, σε αντίθεση με σήμερα, είχαν μια πραγματική -και όχι ιδεολογική- πατρίδα να υπερασπίσουν π.χ. ως άτομα είχαν ολοκληρωμένη πολιτική οντότητα και όχι τα σημερινά καχεκτικά «πολιτικά δικαιώματα».

Κατά τον ίδιο τρόπο οι αγωνιστές του 1821 αντιλαμβάνονταν την πατρίδα ως κάτι χειροπιαστό κι όχι ως μια αφηρημένη ιδέα. Γι΄ αυτό, η μισθοδοσία των παλληκαριών τους και η δίκαιη διανομή των λαφύρων, απασχολούσαν τούς οπλαρχηγούς το ίδιο με τον σχεδιασμό των συγκρούσεων. Αυτό δεν οφειλόταν στον ελλιπή, λόγω ανυπαρξίας τακτικού στρατού, εφοδιασμό (ο τακτικός στρατός ήταν άλλωστε κάτι, που τους προξενούσε αποστροφή).

Απλώς δεν δέχονταν να  πολεμήσουν για την «πατρίδα» των κοτσαμπασήδων και των φαναριωτών, που ήσαν αραγμένοι στα μετόπισθεν (αναλόγως έπρατταν και τα πληρώματα των πλοίων). Επίσης, από ένα σημείο και μετά, απαιτούσαν και συμμετοχή στην πολιτική εξουσία. Όποιος διαβάσει, έστω και επί τροχάδην, τα απομνημονεύματα των διαφόρων οπλαρχηγών του 1821 θα διαπιστώσει την πλήρη ομοφωνία τους στο να μήν πολεμούν, κατά το κοινώς λεγόμενο, «για την ψυχή της μάνας τους» αλλά, για «πεζά» υλικά πράγματα, τόσο για τους ίδιους, όσο και για τους πολεμιστές τους: χρήματα, λάφυρα, αγροτικές εκτάσεις, πολιτική συμμετοχή. Κάτι, που (κακώς) θα απογοητεύσει τους γαλουχημένους με τις προπαγανδιστικές αγιογραφίες, που προωθεί το νεοελληνικό εθνοκράτος.

Χιλιετίες πρωτύτερα, ο -ολιγαρχικός- Πλάτων (Πολιτεία VIII, 551 d-e) είχε παραδεχθεί, ότι οι ολιγαρχικοί δεν είναι ικανοί να κάνουν πόλεμο «γιατί είναι αναγκασμένοι, ή να οπλίσουν το πλήθος, οπότε θα το φοβούνται περισσότερο από τους εχθρούς, ή να μην το χρησιμοποιήσουν καθόλου». Το οπλισμένο πλήθος του 1821, σε πλήρη αντίθεση με τους νεοέλληνες απογόνους του, γνώριζε ενστικτωδώς αυτή την αλήθεια και πολεμούσε για τους δικούς του λόγους, οι οποίοι συνήθως δεν είχαν καμία σχέση με τα πολιτικά «μαγειρέματα» των ελληνικών εξουσιαστικών ομάδων της εποχής.

Η ρίζα αυτής τής εντελώς αντιιδεολογικής αντίληψης περί πατρίδας, πολέμου και στρατού είναι κοινή τόσο στους αρχαίους, όσο και στους νεώτερους.  Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ανθρώπους, που γνωρίζουν γιατί πολεμούν και δεν έχουν πέσει θύματα ιδεολογικοποιημένης εξαπάτησης. Παρά την έλλειψη μόρφωσης των Κλεφτών, ο  πόλεμός τους είχε πάντα ως κυρίαρχη μια ενστικτώδη υγιή πολιτική διάσταση, αντί για μια περιορισμένη και νεφελώδη «εθνική» και εδαφική.

Γαλουχημένοι με κείμενα όπως η συναρπαστική Ελληνική Νομαρχία τού Ανωνύμου του Έλληνος, οι εξεγερμένοι του 1821 ένιωθαν, ότι:

«Πατρίς είναι μια λέξις, διά της οποίας όλοι κοινώς εννοούσι την γην, εις ήν εγεννήθησαν, οι μόνον ελεύθεροι όμως δύνανται να καταλάβωσι τήν μεγάλην αυτής σημασίαν, και δια τούτο οι δούλοι αδιαφόρως προφέρουσι τοιούτον όνομα[…] Τα ονόματα αγαπητοί μου, λαμβάνουν την σημασίαν από την ιδιότητα των πραγμάτων, εις τα οποία αναφέρονται. Όθεν, αν τινάς δεν γνωρίζει το πράγμα εις ουδέν του χρησιμεύει η ονομασία του. Και καθώς ο εκ γενετής αόμματος, προφέροντας τα ονόματα των χρωμάτων ουδέν εννοεί, επειδή δεν είδε ποτέ τα χρώματα, ούτως και οι νυν Έλληνες με το «Πατρίς» άλλο δεν εννοούσι ειμή τήν γην εις την οποίαν εγεννήθησαν, επειδή τούς λείπει η ελευθερία […]  Ω! πόσον διαφέρομεν από τους προγόνους μας οι ταλαίπωροι! […] Η  λέξις «Πατρίς» ερέθιζε εις την ενθύμησιν τών προγόνων μας όλας τας ιδέας τών καλών της ελευθερίας και όλην την ευδαιμονίαν της ζωής των.»

Στη σημερινή εποχή η  έννοια της πατρίδας (ίσως η  μόνη, για την οποία άξιζε ανέκαθεν να πολεμήσει κανείς) έχει ευτελιστεί σε μια ιδεοληψία για όσους αρέσκονται να στριμώχνουν την πραγματικότητα σε απλοϊκά θρησκευτικά, ή εθνικιστικά σχήματα. Είναι αξιοσημείωτο, ότι οι αρχαίοι έλληνες, που πολέμησαν για πραγματικά ιερά πράγματα, τα οποία -θεωρητικά τουλάχιστον- αποδέχεται ως ιερά και ο σημερινός κόσμος, δεν το διατυμπάνισαν και δεν τα ιδεολογικοποίησαν ποτέ. Σε αντίθεση με τους ευρεσιτέχνες των διαφόρων ιδεολογιών του πολέμου.

Γι’ αυτό ένας πολίτης, που θέλει να είναι πραγματικά τέτοιος, αν ποτέ κληθεί να πολεμήσει, είναι απαραίτητο να αναρωτηθεί ποιός και γιατί πραγματικά του ζητά να το κάνει κι ας διεξάγει όπως μπορεί τον δικό του αντιιδεολογικό πόλεμο. Στην πράξη αυτό μόνο με έναν τρόπο μεταφράζεται: μετατροπή του ιδεολογικοποιημένου «εθνικού» πολέμου σε υλιστικό κοινωνικό, δηλαδή, κατά την απατηλή ορολογία του εθνοκράτους, σε «εμφύλιο» ή «ανταρσία» ή στα αρχαία ελληνικά στάση.

Δηλαδή ταυτόχρονος πόλεμος όσων θέλουν να λέγονται πολίτες, εναντίον, τόσο των «εξωτερικών» όσο και (κυρίως) των εσωτερικών εχθρών – εξουσιαστών της κοινωνίας. Μια σύρραξη με έναν «εξωτερικό» εχθρό, αποτελεί πάντα μια καλή ευκαιρία για τους εκμεταλλευόμενους, να διευθετήσουν γρήγορα και εύκολα όλη την ανώμαλη κοινωνική κατάσταση, στην οποία ζούν αλαζονικώς επαναπαυμένα τα κοινωνικώς κυρίαρχα παράσιτα.

Έτσι οι νικητές του κοινωνικού πολέμου θα έχουν αποκτήσει μια πραγματική (και όχι ιδεολογική) πατρίδα για να υπερασπίσουν. Η θέση περί μετατροπής των «εθνικών» πολέμων σε κοινωνικούς αποτελεί μια μεγάλη συνεισφορά της κλασικής πολιτικής σκέψης, που εγκαινίασαν οι ελληνικές δημοκρατίες και έφτασε ως εμάς διαμέσου της Γαλλικής Επανάστασης και του επαναστατικού σοσιαλισμού του 19ου αιώνα.

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΛΥΣΙΑΣ - Κατὰ Ἐρατοσθένους (20-25)

[20] καὶ οὐδὲ κατὰ τὸ ἐλάχιστον μέρος τῆς οὐσίας ἐλέου παρ᾽ αὐτῶν ἐτυγχάνομεν. ἀλλ᾽ οὕτως εἰς ἡμᾶς διὰ τὰ χρήματα ἐξημάρτανον, ὥσπερ ἂν ἕτεροι μεγάλων ἀδικημάτων ὀργὴν ἔχοντες, οὐ τούτων ἀξίους γε ὄντας τῇ πόλει, ἀλλὰ πάσας ‹μὲν› τὰς χορηγίας χορηγήσαντας, πολλὰς δ᾽ εἰσφορὰς εἰσενεγκόντας, κοσμίους δ᾽ ἡμᾶς αὐτοὺς παρέχοντας καὶ πᾶν τὸ προσταττόμενον ποιοῦντας, ἐχθρὸν δ᾽ οὐδένα κεκτημένους, πολλοὺς δ᾽ Ἀθηναίων ἐκ τῶν πολεμίων λυσαμένους τοιούτων ἠξίωσαν οὐχ ὁμοίως μετοικοῦντας ὥσπερ αὐτοὶ ἐπολιτεύοντο.

[21] οὗτοι γὰρ πολλοὺς μὲν τῶν πολιτῶν εἰς τοὺς πολεμίους ἐξήλασαν, πολλοὺς δ᾽ ἀδίκως ἀποκτείναντες ἀτάφους ἐποίησαν, πολλοὺς δ᾽ ἐπιτίμους ὄντας ἀτίμους [τῆς πόλεως] κατέστησαν, πολλῶν δὲ θυγατέρας μελλούσας ἐκδίδοσθαι ἐκώλυσαν.

[22] Καὶ εἰς τοσοῦτόν εἰσι τόλμης ἀφιγμένοι ὥσθ᾽ ἥκουσιν ἀπολογησόμενοι, καὶ λέγουσιν ὡς οὐδὲν κακὸν οὐδ᾽ αἰσχρὸν εἰργασμένοι εἰσίν. ἐγὼ δ᾽ ἐβουλόμην ἂν αὐτοὺς ἀληθῆ λέγειν· μετῆν γὰρ ἂν καὶ ἐμοὶ τούτου τἀγαθοῦ οὐκ ἐλάχιστον μέρος.

[23] νῦν δὲ οὔτε πρὸς τὴν πόλιν αὐτοῖς τοιαῦτα ὑπάρχει οὔτε πρὸς ἐμέ· τὸν ἀδελφὸν γάρ μου, ὥσπερ καὶ πρότερον εἶπον, Ἐρατοσθένης ἀπέκτεινεν, οὔτε αὐτὸς ἰδίᾳ ἀδικούμενος οὔτε εἰς τὴν πόλιν ὁρῶν ἐξαμαρτάνοντα, ἀλλὰ τῇ ἑαυτοῦ παρανομίᾳ προθύμως ἐξυπηρετῶν.

[24] ἀναβιβασάμενος δ᾽ αὐτὸν βούλομαι ἐρέσθαι, ὦ ἄνδρες δικασταί. τοιαύτην γὰρ γνώμην ἔχω· ἐπὶ μὲν τῇ τούτου ὠφελείᾳ καὶ πρὸς ἕτερον περὶ τούτου διαλέγεσθαι ἀσεβὲς εἶναι νομίζω, ἐπὶ δὲ τῇ τούτου βλάβῃ καὶ πρὸς αὐτὸν τοῦτον ὅσιον καὶ εὐσεβές. ἀνάβηθι οὖν μοι καὶ ἀπόκριναι, ὅ τι ἄν σε ἐρωτῶ.

[25] Ἀπήγαγες Πολέμαρχον ἢ οὔ; Τὰ ὑπὸ τῶν ἀρχόντων προσταχθέντα δεδιὼς ἐποίουν. Ἦσθα δ᾽ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ὅτε οἱ λόγοι ἐγίγνοντο περὶ ἡμῶν; Ἦν. Πότερον συνηγόρευες τοῖς κελεύουσιν ἀποκτεῖναι ἢ ἀντέλεγες; Ἀντέλεγον. Ἵνα ἀποθάνωμεν ‹ἢ μὴ ἀποθάνωμεν›; Ἵνα μὴ ἀποθάνητε. Ἡγούμενος ἡμᾶς ἄδικα πάσχειν ἢ δίκαια; Ἄδικα.

***
Παρέκβαση: σύγκριση της οικογένειας του Λυσία με τους Τριάντα
[20] Δεν μπορέσαμε να κινήσουμε τον οίκτο τους ούτε για το παραμικρό μέρος της περιουσίας μας. Εποφθαλμιώντας τα χρήματά μας, μας προκάλεσαν τόσο κακό, όσο θα προκαλούσαν άλλοι, αν έτρεφαν μίσος για κάποια φοβερά αδικήματα. Και όμως η σχέση μας με το κράτος δε δικαιολογούσε τέτοια μεταχείριση: είχαμε αναλάβει κάθε μορφή χορηγίας, είχαμε δώσει πολλές έκτακτες εισφορές, και γενικά ήμασταν νομοταγείς και εκτελούσαμε ό,τι όριζε η πολιτεία. Και δεν αποχτήσαμε κανέναν εχθρό· αντίθετα, εξαγοράσαμε από τους εχθρούς πολλούς Αθηναίους αιχμαλώτους. Αυτή ήταν η ανταπόδοσή τους σ᾽ εμάς που, ενώ ήμασταν μέτοικοι, δε φερνόμασταν όπως εκείνοι, που ήταν πολίτες.

[21] Αυτοί εξόρισαν πολλούς από τους συμπολίτες τους στα μέρη των εχθρών σας, πολλούς τους θανάτωσαν άδικα και τους άφησαν άταφους, πολλούς τους στέρησαν από όλα τα νόμιμα πολιτικά τους δικαιώματα, πολλών τις θυγατέρες, ενώ ήταν έτοιμες για γάμο, τις εμπόδισαν.

[22] Και έχουν φτάσει σε τέτοιο βαθμό θράσους, ώστε ήρθαν εδώ να απολογηθούν και ισχυρίζονται ότι δεν έχουν πράξει τίποτε κακό ή ανέντιμο. Θα ήθελα πραγματικά να ήταν αλήθεια αυτό που λένε· γιατί αρκετό μέρος από αυτό το καλό θα ήταν δικό μου.

[23] Τώρα όμως δεν μπορούν να διεκδικήσουν μια τέτοια συμπεριφορά ούτε απέναντι στην πόλη ούτε απέναντι σ᾽ εμένα. Τον αδελφό μου, όπως είπα και πιο πάνω, τον θανάτωσε ο Ερατοσθένης, μολονότι ούτε ο ίδιος είχε πάθει κανένα κακό από αυτόν ούτε τον αντιλήφθηκε να διαπράττει καμιά αδικία εναντίον της πόλης· απλούστατα, ήθελε μόνο να ικανοποιήσει τις παράνομες διαθέσεις του.

Ερωταποκρίσεις
[24] Θέλω, δικαστές, να τον ανεβάσω στο βήμα και να του υποβάλω ορισμένες ερωτήσεις. Έχω καταλήξει στην εξής γνώμη: αν ήταν να τον ωφελήσω, πιστεύω ότι, και το να συζητούσα μόνο γι᾽ αυτόν με κάποιον άλλο, θα ήταν ασέβεια· αν πρόκειται όμως να τον βλάψω, και με τον ίδιο να μιλήσω, είναι μια πράξη ιερή και ενάρετη. Ανέβα λοιπόν στο βήμα και αποκρίσου σε ό,τι σε ρωτώ.

[25] Συνέλαβες ή όχι τον Πολέμαρχο; Εκτελούσα, από φόβο, εντολές των αρμοδίων. Ήσουν στο βουλευτήριο, όταν γινόταν η συζήτηση για μας; Ήμουν. Υποστήριξες αυτούς που πρότειναν να μας θανατώσουν ή πρόβαλες αντιρρήσεις; Πρόβαλα αντιρρήσεις, υποστηρίζοντας ότι δεν πρέπει να θανατωθείτε. Επειδή πίστευες ότι μας φέρνονταν άδικα; Ναι, άδικα.

Η ἑλληνική πόλις: Η ΒΟΥΛΗ των πεντακοσίων

Α΄ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΕΣ
 
Ὁ δῆμος εἶναι κυρίαρχος, οἱ ἐξουσίες τουκαθολικές καί ἡ δύναμή του ἀπεριόριστη. Σύμφωνα ὁμως μέ ἕνα ἀξίωμα τοῦ Λίνκολν, πού ἕνας διεισδυτικός γνώστης τῆς ἀρχαιότητας ἐφάρμοσε βάσιμα στήν ἀθηναϊκή δημοκρατία, εἶναι δυνατό νά κυβερνᾶ εἴτε ἕνα μέρος τοῦ λαοῦ διαρκῶς εἴτε ὁλος ὁ λαός γιά ἕνα ὁρισμένο διάστημα, ἀλλά ποτέ δέν εἶναι δυνατό νά κυβερνᾶ ὁλόκληρος ὁ λαός ὅλο τόν καιρό1. Γιά νά μπορέσει ὁ δῆμος νά καταλήξει σέ ἀποφάσεις, ἔπρεπε νά ἔχει προετοιμαστεῖ ἡ ἐργασία, τά ψηφίσματα νά ἔχουν πάρει κανονική μορφή πρίν νά τοῦ ὑποβληθοῦν, ὥστε νά μπορέσει νά ψηφίσει πάνω σέ κείμενα ἀκριβολόγα καί καλοζυγιασμένα. Ἐξάλλου, δέν μποροῦσε οὔτε νά συνεδριάζει συνεχῶς, γιά νά ἐξασφαλίζει τήν ἐκτέλεση τῶν θελήσεών του στίς λεπτομέρειες καί γιά νά παρακολουθεῖ τή δημόσια διοίκηση, οὔτε νά διεξάγει σέ ὅλο τους τό μῆκος διαπραγματεύσεις μέ ἀντιπροσώπους ξένων δυνάμεων. Ἔπρεπε λοιπόν νά ἐκχωρήσει μέρος τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων του σέ ἕνα σῶμα περιβλημένο μέ βουλευτική ἐξουσία (βουλεύειν) καί τοποθετημένο ἐπικεφαλῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας (ἄρχειν). Αὐτο τό σῶμα οἱ Ἀθηναῖοι τό ὀνόμαζαν βουλή, καί τό θεωροῦσαν πρώτη ἀρχή τῆς δημοκρατίας. Ἐάν λοιπόν ὑπάρχει κάτι στό ἀθηναϊκό σύνταγμα πού θυμίζει τό ἀντιπροσωπευτικό σύστημα τῶν σύγχρονων κοινοβουλίων, δέν πρέπει νά τό ἀναζητήσουμε στήν ἐκκλησία ἀλλά στή βουλή.
 
Ὁταν ὁ Κλεισθένης ἀντικατέστησε τήν παλαιά βουλή τῶν τετρακοσίων μέ τή βουλή τῶν πεντακοσίων (ἡ βουλή οἱ πεντακόσιοι), τῆς προσέδωσε μιά ὀργανωτική μορφή ἡ ὁποία, ἐλαφρά τροποποιημένη τό 501, διατηρήθηκε ἐπί αἰῶνες2. Εἶχε γίνει τόσο οἰκεία κατά τό 465, ὥστε ἡ Ἀθήνα τήν ἐπέβαλε τότε στούς Ἐρυθραίους, καί μάλιστα τό διάταγμα πού ἐκδόθηκε μ’ αὐτήν τήν εὐκαιρία3 εἶναι ἡ ἀρχαιότερη σχετική λεπτομερειακή μαρτυρία. Οἱ πεντακόσιες ἕδρες τῶν βουλευτῶν ἔχουν μοιραστεῖ στούς δήμους ἀνάλογα μέ τή σπουδαιότητά τους καί σύμφωνα μέ τήν ἀναλογία τῶν πενήντα κατά φυλή:4 στούς ἐπίσημους καταλόγους οἱ βουλευτές κατατάσσονται πάντα κατά φυλές καί κατά δήμους. Μπορεῖ λοιπόν νά πεῖ κανείς ἀληθινά ὁτι ἡ βουλή εἶναι τό μεγάλο συμβούλιο τῶν κοινοτήτων, καί γι’ αὐτό οἱ δῆμοι, ἀκόμη καί ὅταν τούς ἀφαίρεσαν τό δικαίωμα νά ἐπεμβαίνουν στήν κλήρωση τῶν ἀρχόντων, δέν ἔχασαν τό δικαίωμα νά στέλνουν ἀντιπροσώπους στή βουλή. Οἱ βουλευτές κληρώνονται «μέ κουκιά» (οἱ ἀπό τοῦ κυάμου βουλευταί) 5 ἀνάμεσα στούς ἄνω τῶν τριάντα6 δημότες πού θέτουν ὑποψηφιότητα. Μαζί τους κληρώνουν καί ἕναν ἀντικαταστάτη (ἐπιλαχόντα), γιά τήν περίπτωση πού γιά ὁποιοδήποτε λόγο ἡ ἕδρα θά ἔμενε κενή.7 Δέν πρέπει νά φανταστεῖ κανείς ὁτι ὑπῆρχε πληθώρα ὑποψήφιων γιά τίς θέσεις τῶν βουλευτῶν. Οἱ κληρωνόμενοι ἔπρεπε νά ἀφιερώσουν ἕναν ὁλόκληρο χρόνο στίς δημόσιες ὑπόθεσεις. Ἀσφαλῶς θά πληρώνονταν ἀλλά ἡ βουλευτική ἀποζημίωση δέν θά ἦταν μεγάλη τόν 5ο αἰώνα, καί τήν ἐποχή τοῦ Ἀριστοτέλη δέν ἦταν παρά πέντε ὀβολοί τήν ἡμέρα γιά τούς κοινούς βουλευτές καί μία δραχμή γιά τούς πρυτάνεις8 (τό μισό της ἡμερήσιας ἀμοιβῆς ἑνός ἐργάτη). Ἐπιπλέον, οἱ φιλόδοξοι πού δέν εἶχαν ἄμεμπτη ζωή δέν τολμοῦσαν νά παρουσιαστοῦν, γιατί φοβόνταν τό ἐρωτηματολόγιο τῆς δοκιμασίας πού ἔκανε ἡ ἐν ἐνεργείᾳ βουλή καί τή δίκη πού πιθανόν θά ἀκολουθοῦσε.9 Ἔτσι δέν ἐκπλήσσεται κανείς πού ἄτομα ἀπό μικρές οἰκογένειες ἤ χωρίς πόρους πολύ ἀπεχουν ἀπό τό νά σχηματίζουν τήν πλειοψηφία τῆς βουλῆς.10 Ἀκόμη καί οἱ εὔποροι ἤ οἱ πλούσιοι δέν θά λυπόνταν πού ὁ νόμος ἀπαγόρευε νά γίνει κανείς βουλευτής πάνω ἀπό δύο φορές,11 καί αὐτή ἡ ἐξαίρεση στό συνηθισμένο κανόνα, πού ἀπαγόρευε τήν ἀνάληψη δημοσίων λειτουργημάτων πάνω ἀπό μία φορά, δείχνει ὅτι θά ὑπῆρχαν δυσκολίες γιά νά βρεθοῦν κάθε χρόνο πεντακόσιοι καινούριοι βουλευτές. Ἔχοντας ὑπόψη ἀφενός τίς ἀνάγκες σέ ἄρχοντες καί σέ βουλευτές καί ἀφετέρου τίς δημογραφικές δυνατότητες τῆς πόλης σέ διάστημα τριάντα ἕως σαράντα ἐτῶν, καταλαβαίνει κανείς ὅτι κάθε τίμιος καί μέσης κατάστασης Ἀθηναῖος μποροῦσε, ἄν ἡθελε, νά μετάσχει στή βουλή τουλάχιστον μία φορά στή ζωή του.
 
Πρίν νά ἀναλάβουν καθήκοντα, οἱ βουλευτές ἔπρεπε νά δώσουν ὅρκο. Τό 501/500 καθορίστηκε ἡ διατύπωση τοῦ ὅρκου πού ἴσχυε ἀκόμη τήν ἐποχή τοῦ Ἀριστοτέλη.12 Σύμφωνα μέ τά ἀποσπάσματα πού μᾶς ἔχουν διασωθεῖ, ὑπῆρχε ἀναφορά σέ κάθε δικαιοδοσία τῶν βουλευτῶν, σέ κάθε ὑποχρέωση τοῦ ἀξιώματος. Ὁ μελλοντικός βουλευτής ὁρκιζόταν νά ἀσκήσει τό λειτούργημά του σύμφωνα μέ τούς νόμους καί τά συμφέροντα τοῦ λαοῦ, νά κρατήσει τά μυστικά τῶν κρατικῶν ὑποθέσεων, νά σεβαστεῖ τήν ἀτομική ἐλευθερία, ἐπιτρέποντας στούς πολίτες νά ἀποφύγουν τό σωματικό καταναγκασμό μέ καταβολή ἐγγύησης, ἐκτός ἀπό μερικές περιπτώσεις ρητά καθορισμένες, νά προβεῖ στή δοκιμασία τῶν βουλευτῶν καί τῶν ἀρχόντων τοῦ ἑπόμενου χρόνου. Σέ αὐτή τή διατύπωση προστέθηκαν, μέ εὐκαιριακά μέτρα, καί γιά λιγότερο ἡ περισσότερο χρόνο, ὁρισμένες εἰδικές ὑποχρεώσεις. Τό ψήφισμα τοῦ Δημοφώντα, πού μετά τήν πτώση τῶν Τετρακοσίων ἔθεσε ἐκτός νόμου κάθε δράστη ἀπόπειρας κατά τῆς δημοκρατίας, ἐπέβαλε ἕναν ἀνάλογο ὅρκο σέ ὅλους τους πολίτες, καί πρῶτα πρῶτα στούς βουλευτές. Τήν ἴδια ἐποχή οἱ βουλευτές ὁρκίζονταν νά συμμορφώνονται μέ ἕναν καινούριο κανονισμό, νά κάθονται μέσα στό βουλευτήριο στή θέση πού τούς ἔδινε ὁ κλῆρος. Μετά τήν ἀποκατάσταση τοῦ 403 ὁρκίζονταν νά σέβονται τήν ἀμνηστία, μέ τό νά μήν ἀνέχονται οὔτε καταγγελίες οὔτε συλλήψεις μέ ἀφορμή τά γεγονότα ἐπί τῶν Τριάκοντα13.
 
Ἐπί ἕναν αἰώνα ἀναλάμβαναν τό ἀξίωμα τους τήν ἀρχή τοῦ διοικητικοῦ ἔτους: ἦταν τό ἔτος τῶν 360 ἡμερῶν, αὐτό πού ὁ Κλεισθένης εἶχε προσαρμόσει στό δεκαδικό σύστημά του καί πού, παρά τά ἐμβόλιμα ἔτή, δέν συνέπιπτε μέ τό πολιτικό ἔτός.14 Ἔτσι τό 411 /10 ἡ βουλή ἄρχισε τή λειτουργία της στίς 14 τοῦ τελευταίου μήνα.15 Ἀλλά τό 408/7 κατάργησαν τό εἰδικό ἡμερολόγιο, καί ἔθεσαν ἔτσι τέρμα σ’ αὐτή τήν ἀνωμαλία. Τήν ἡμέρα τῆς ἀνάληψης τῶν καθηκόντων τους οἱ βουλευτές πρόσφεραν θυσία (εἰσιτήρια) καί ἔβαζαν στό κεφάλι τους ἕνα στεφάνι ἀπό μύρτα, σύμβολο τοῦ ἀπαραβίαστου τοῦ προσώπου τους.16 Ἀπό ἐκείνη τή στιγμή εἶχαν δικαίωμα νά εἰσπράττουν τή βουλευτική ἀποζημίωση· ἄλλα, καθώς δέν ἦταν πάντα παρόντες, 17 ἔπαιρναν μόνο κέρματα παρουσίας (σύμβολα), τά ὁποῖα ἔπρεπε νά ἀλλάξουν μέ χρήματα.18 Ἐκτός ἀπό αὐτή τήν ἀμοιβή εἶχαν καί μερικά προνόμια: ἀπαλλάσσονταν ἀπό τή στρατιωτική ὑπηρεσία ὅλο τό χρόνο καί εἶχαν τιμητική θέση στό θέατρο.19
 
Αὐτά τά προνόμια ἀντιστάθμιζαν τίς ὑποχρεώσεις καί τίς εἰδικές εὐθύνες. Τό σῶμα ἔχει πειθαρχικά δικαιώματα πάνω στά μέλη του. Ἐάν κάποιος βουλευτής ἔχει διαπράξει ἀξιόποινη πράξη, μπορεῖ νά ἀποβληθεῖ γιά ἀναξιότητα. Γι’ αὐτό τό εἶδος ψηφοφορίας χρησιμοποιοῦν φύλλα ἐλιᾶς, ἀπ’ ὅπου καί τό ὄνομα αὐτῆς της συνοπτικῆς ἀποπομπῆς ἐχυλλοφορία. Ὁ βουλευτής πού ἔχει ὑποστεῖ αὐτή τήν ποινή μπορεῖ νά ἀσκήσει ἔφεση στήν ἴδια τή βουλή· ἀφοῦ ἔχουν συγκεντρωθεῖ εὐνοϊκότερες πληροφορίες, ζητᾶ ἐπανάκριση, καί τότε ἀρχίζει μιά δίκη μέ ὅλους τους κανόνες. Σέ περίπτωση καταδίκης, ἡ βουλή μπορεῖ νά ἐπιβάλει πρόστιμο, στά ὅρια τῆς ἁρμοδιότητάς της. Ἐάν κρίνει ὅτι ἡ ποινή πού δικαιοῦται νά ἐπιβάλει δέν εἶναι ἀρκετή, πρέπει νά παραπέμψει τόν κατηγορούμενο στά λαϊκά δικαστήρια.20 Μέ τή λήξη τῆς θητείας της, ὁλόκληρη ἡ βουλή ὀφείλει νά λογοδοτήσει στό λαό. Ἀλλά, ἐνῶ ἡ βουλή θεωρεῖται συνηθισμένη ἀρχή, γιά τή λογοδοσία της ἀκολουθεῖται εἰδική διαδικασία. Κάθε χρόνο ἡ ἐκκλησία δίνει στήν ἐξερχόμενη βουλή μιά ἐπίσημη βεβαίωση ἱκανοποίησης ἤ δυσαρέσκειας: τῆς ἀπονέμει - ἤ ἀντίθετα της ἀρνεῖται - ἕνα χρυσό στεφάνι, τό ὁποῖο αὐτή ἀφιερώνει σέ ἕνα ἱερό. Ὥς τό 343/2 τό θέμα μπαίνει στήν ἡμερήσια διάταξη ἀπό τους ἐνδιαφερομένους· μετά ἀπ’ αὐτή τήν ἡμερομηνία, ἀπό τους διαδόχους τους. Στή συζήτηση πού ἀρχίζει γιά τό στεφάνι ἐξετάζεται ὅλη ἡ διαχείριση τῆς βουλῆς. Ὑπάρχει μιά περίπτωση ὅπου ὁ νόμος ἀπαγορεύει ρητά νά τιμηθοῦν οἱ ἐξερχόμενοι βουλευτές: ὅταν δέν κατασκεύασαν ὅσα πολεμικά πλοῖα ἐπιβάλλει ὁ κανονισμός. Ἡ ἄρνηση τῆς ἀνταμοιβῆς δέν ἐπισύρει γιά τή βουλή ὡς σῶμα παρά ἡθικό στιγματισμό· ἀλλά ὅλες οἱ ἀτομικές εὐθύνες, οἱ ὁποιες ἀποκαλύπτονται μέ τή συζήτηση, ὑποβάλλονται σέ δικαστική ἐξέταση 21
 
Ἡ βουλή συγκαλεῖται ἀπό τους πρυτάνεις, οἱ ὁποῖοι φροντίζουν νά ἀναρτηθεΐ ἡ πρόσκληση (πρόγραμμα), ὅπου δηλώνεται καί ὁ τόπος τῆς συνεδρίας. Σέ ἐπείγουσα περίπτωση ἡ πρόσκληση γίνεται μέ προκήρυξη τοῦ κήρυκα ἤ μέ τόν ἦχο σάλπιγγας. Σέ περίπτωση δημόσιου κινδύνου ἡ βουλή συνεδρίαζε χωρίς διακοπή: τή βλέπουμε νά περνᾶ ὁλόκληρη νύχτα στήν Ἀκρόπολη, ἐκτός ἀπό τους πρυτάνεις πού μένουν στή Θόλο. Διαφορετικά, συνεδριάζουν κάθε μέρα, ἐκτός ἀπό τίς γιορτές καί τίς ἀποφράδες μέρες. Οἱ κανονικές συνεδριάσεις γίνονται στό βουλευτήριο, πού βρίσκεται στό νότιο μέρος τῆς ἀγορᾶς. Ἀλλά ὑπάρχουν καί ἔκτακτες, πού γίνονται στό Ἐλευσίνιο της πόλης μετά ἀπό τήν ἱερουργία τῶν μυστηρίων, στό ναύσταθμο τοῦ Πειραιά γιά τή συζήτηση γύρω ἀπό τήν κατασκευή καί τόν ἐξοπλισμό τῶν πλοίων, τό μεγάλο φράγμα γιά τόν ἀπόπλου τοῦ στόλου, ἤ καί τήν Ἀκρόπολη.22
 
Κατά γενικό κανόνα, οἱ συνεδριάσεις εἶναι δημόσιες. Ἕνα κιγκλίδωμα μόνο χωρίζει τούς ἀκροατές ἀπό τους βουλευτές. Σέ περίπτωση μυστικῆς συνεδρίας23 οἱ πρυτάνεις στέλνουν τούς τοξότες, πού εἶναι ὑπό τίς διαταγές τους, νά σπρώξουν τά κιγκλιδώματα καί νά κρατήσουν τό πλῆθος σέ ἀπόσταση. Οἱ ἰδιῶτες δέν ἔχουν ἐλεύθερη εἴσοδο στή βουλή, ἐκτός ἄν τούς εἰσαγάγουν οἱ πρυτάνεις γιά λόγους δημοσίου συμφέροντος, καί καμιά φορά, λένε οἱ κακές γλῶσσες, μέ τή μεσολάβηση δώρων.24 Κατ’ ἐξαίρεση, ὅταν τό 403 /2 προχώρησαν στή γενική ἀναθεώρηση τῶν νόμων, ὅλοι οἱ πολίτες πῆραν τό δικαίωμα, μέ ψήφισμα τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου, νά πᾶνε στή βουλή καί νά ποῦν τή γνώμη τους.25 Γιά τούς ἄρχοντες ὁ κανόνας εἶναι ὁ ἴδιος· ἐξυπακούεται ὅτι γι’ αὐτούς εἶναι πολύ εὔκολο νά μποῦν στή βουλή καί, πάντως, νά παρουσιάσουν τίς ἀναφορές τους. Οἱ στρατηγοί μάλιστα εἶναι σέ διαρκή σχέση μέ τή βουλή: ἔχουν ἐντολή νά συνεργοῦν μέ τό βουλευτήριο, στό ὁποῖο καί μπαίνουν δικαιωματικά.26
 
Στό ἐσωτερικό τοῦ βουλευτηρίου ὑπάρχει μιά ἱερή θέση ὅπου ὑψώνονται, γύρω ἀπό τό βωμό τόν ἀφιερωμένο στήν Ἑστία Βουλαία, οἱ εἰκόνες τοῦ Δία Βουλαίου, τῆς Ἥρας Βουλαίας καί τῆς Ἀθηνᾶς Βουλαίας. Ἐκεῖ οἱ βουλευτές προετοιμάζονται γιά τή συνεδρίαση, ἐξασφαλίζοντας τήν εὔνοια ὅλων τῶν θεῶν πού δίνουν καλές συμβουλές μέ μιά προσφορά καί μιά προσευχή, καί δίνοντας ἐντολή στόν κήρυκα νά ἀπαγγείλει κατάρα σέ ὅποιον κάμει ἀπατηλές προτάσεις.27 Ἔπειτα πᾶνε νά καθίσουν στά θρανία πού εἶναι ἀπέναντι στό βῆμα. Ἀφότου ἔμαθαν, μέ τήν πείρα τοῦ ὀλιγαρχικοῦ πραξικοπήματος τοῦ 411, πόσο ἡ συγκέντρωση κατά κόμματα δέν εἶναι εὐνοϊκή γιά τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου, οἱ θέσεις τῶν βουλευτῶν καθορίζονται κατά φυλές, καί καθένας ὁρκίζεται νά μήν καθίσει σέ ἄλλη θέση ἀπό τή δική του.28 Οἱ πρυτάνεις ἀποτελοῦν τή διευθύνουσα ἐπιτροπή τῆς βουλῆς καί ἐπιστάτης τους εἶναι ὁ πρόεδρος τῆς συνεδρίας. Στήν ἡμερήσια διάταξη ἐγγράφονται, ἐκτός ἀπό τά προβλήματα πού πρέπει νά παραπεμφθοῦν στήν προσεχή συνέλευση τῆς ἐκκλησίας, τά προβλήματα πού συνδέονται μέ προηγούμενες ἀποφάσεις τῆς ἴδιας της βουλῆς ἤ μέ ψηφίσματα τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. Γιά τά ὑπόλοιπα ἡ βουλή ἔχει πάντοτε τό λόγο στήν ἡμερήσια διάταξη. Ἡ διευθύνουσα ἐπιτροπή εἶναι ἐξοπλισμένη μέ ἕναν ἀρκετά αὐστηρό κανονισμό. Κάθε λόγος καί κάθε πράξη ἀντίθετη μέ τόν κανονισμό μπορεῖ νά τιμωρηθεῖ, ὅταν τελειώσει ἡ συνεδρία, μέ πρόστιμο πενήντα δραχμῶν. Ἐάν πρόκειται γιά ἀδίκημα πού ἀξίζει μεγαλύτερη ποινή, ἡ διευθύνουσα ἐπιτροπή κάνει σχετική πρόταση καί ἀναβάλλει τήν ὑπόθεση γιά τήν ἑπόμένη συνεδρία, ὁπότε λαμβάνεται ἀπόφαση μέ μυστική ψηφοφορία.29 Θυμίζουμε ὅτι στόν παραβάτη μπορεῖ νά ἐπιβληθεῖ ὁριστική ἀποπομπή.
 
Β΄  ΟΙ ΠΡΥΤΑΝΕΙΣ
 
Ἦρθε ἡ στιγμή νά ἐξετάσουμε ἀπό πιό κοντά τό διευθυντήριο τῆς βουλῆς, αὐτούς τούς πρυτάνεις πού εἴδαμε νά ἐνεργοῦν σέ πολλές περιστάσεις. Οὔτε ἡ ἐκκλησία ἀλλά οὔτε καί ἡ βουλή τῶν πεντακοσίων μποροῦσε νά συνεδριάζει ὅλο τό χρόνο χωρίς διακοπή. Γιά τή διεκπεραίωση τῶν ὑποθέσεων καί γιά τήν προετοιμασία τῶν ἐργασιῶν της χρειαζόταν μιά μόνιμη ἐπιτροπή. Ἀλλά οἱ δημοκρατικές ἀρχές δέν μποροῦσαν νά ἀνεχτοῦν νά ἔχει ἡ βουλή, αὐτή ἡ σύντμηση τῆς ἐκκλησίας, τούς ἴδιους προϊσταμένους μιά ὁλόκληρη χρονιά. Ἀφοῦ ἡ βουλή σχηματιζόταν ἀπό δέκα τμήματα, πού καθένα ἀντιστοιχοΰσε σέ μιά φυλή, τί πιό εὔκολο, πιό σύμφωνο μέ τίς συνταγματικές ἀρχές του Κλεισθένη, νά ἀσκήσει κάθε φυλή μέ τή σειρά της τήν πρυτανεία; Σέ καθεμιά, τό ἕνα δέκατό τοῦ ἔτους. Ἡ σειρά μέ τήν ὁποία οἱ φυλές θά εἶχαν αὐτή τήν τιμή κανονιζόταν μέ κλῆρο· δέν ξέρουμε ὡστόσο ἄν καθοριζόταν γιά ὅλο τό χρόνο τή στιγμή πού ἡ βουλή ἀναλάμβανε τά καθήκοντά της ἤ διαδοχικά στήν ἀρχή τῶν ἐννέα πρώτων πρυτανειῶν.30 Μέ τό ἐπίσημο ἡμερολόγιο, ὁ χωρισμός τοῦ χρόνου σέ δέκα πρυτανεῖες ἦταν αὐτονόητος: 360 μέρες τά κανονικά χρόνια καί 390 μέρες τά ἐμβόλιμα, μᾶς κάνει ἀκριβῶς 36 ἡ 39 μέρες γιά κάθε φυλή. Ἀλλά, ὅταν τό 408/7 υἱοθέτησαν γιά τή δημόσια ζωή τό πολιτικό ἔτος τῶν 354 ἡ 384 ἡμερῶν, ὁ χωρισμός σέ ἴσα μέρη ἔγινε ἀδύνατος. Κατά τόν Ἀριστοτέλη, ἀποφασίστηκε οἱ τέσσερις πρῶτες πρυτανεῖες νά εἶναι τῶν 36 (ἡ 39) ἡμερῶν καί οἱ ἔξι τελευταῖες τῶν 35 (ἡ 38)· αὐτός ὁ κανόνας ὅμως δέν ἐφαρμόζεται, παρά σέ λίγες ἀπό τίς μαρτυρίες μας,31 ἐνῶ οἱ ἄλλες παρουσιάζουν μεγάλη ποικιλία στήν κατανομή τῶν παραπάνω ἡμερῶν.32
 
Οἱ πρυτάνεις κατοικοῦσαν σέ ἕνα εἰδικό οἰκοδόμημα, γειτονικό μέ τό βουλευτήριο, τή Σκιάδα, τήν ὁποία ὀνόμαζαν ἐπίσης, ἐξαιτίας τοῦ σχήματός της, Θόλο. Ἐκεῖ ἔτρωγαν. Καθώς ὑποβάλλονταν ἔτσι σέ ἔνα πρόσθετο ἔξοδο, ἔπαιρναν ἕναν ὀβολό τήν ἥμερα περισσότερο ἀπό τους ἄλλους βουλευτές (μιά δραχμή συνολικά), καί ὁ ἐπιστάτης τους ἀκόμη δέκα ὀβολούς.33 Στό βωμό πού ὑπῆρχε μέσα στή Σκιάδα πρόσφεραν θυσίες γιά τή σωτηρία τοῦ λαοῦ.34 Ἄλλα δέν πρέπει νά συσχετισθεῖ ὁ τίτλος τῶν πρυτάνεων μέ τό ὄνομα τοῦ πρυτανείου, τό οἰκοδόμημα ὅπου βρισκόταν ἡ «κοινή ἑστία» καί ὅπου ἡ πόλη καλοῦσε αὐτούς πού ἤθελε νά τιμήσει. Δέν πρέπει νά νομίσει κανείς ὅτι ἡ διαμονή στή Σκιάδα ἦταν αὐστηρά ὑποχρεωτική στούς πενήντα πρυτάνεις: ἡ φυλή περιλάμβανε τρεῖς τριττύες, καί ἔτσι οἱ πρυτάνεις ἦταν σέ ἐπιφυλακή, μέ τή σειρά, κατά τό ἕνα τρίτο.35
 
Κάθε μέρα κληρωνόταν ὁ ἐπιστάτης τῶν πρυτάνεων. Ἀσκοῦσε τό ὑψηλό του καθῆκον ἀπό τή μιά δύση τοῦ ἥλιου ὡς τήν ἄλλη, καί μόνο γιά μία φορά. Ἔτσι ἀπό τους πενήντα πρυτάνεις ἔπαιρναν τήν προεδρία τριάντα πέντε τουλάχιστον, καί μερικές φορές τριάντα ἐννέα. Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ μέσος Ἀθηναῖος, ἀφοῦ εἶχε πολλές ἐλπίδες νά μπεῖ στή βουλή, ἄν ἡθελε, εἶχε σχεδόν ἄλλες τόσες νά γίνει πρόεδρος τῆς δημοκρατίας μιά μέρα στή ζωή του. Γιατί περί αὐτοῦ ἀκριβῶς ἐπρόκειτο. Ὁ ἐπιστάτης τῶν πρυτάνεων, πρόεδρος τῆς βουλῆς καί τῆς ἐκκλησίας, εἶχε στά χέρια του, γιά ἕνα μερόνυχτο, τά κλειδιά τῶν ἱερῶν, ὁπου ἦταν οἱ θησαυροί καί τά ἀρχεῖα, καθώς καί τή σφραγίδα τοῦ κράτους. Διατήρησε αὐτά τά προνόμια ἀκόμη καί ὅταν τό 378/7 παραχώρησε τήν προεδρία τῶν συνελεύσεων στόν ἐπιστάτη τῶν ἐννέα προέδρων, οἱ ὁποῖοι κληρώνονταν ἀνάμεσα στούς βουλευτές τῶν φυλῶν πού δέν εἶχαν τήν πρυτανεία.
 
Θά δοῦμε ἀμέσως, διαμέσου τῶν δικαιοδοσιῶν τῆς βουλῆς, ποιές θά ἦταν οἱ δικαιοδοσίες τῆς ἐπιτροπῆς της. Μέ τή μεσολάβηση τῶν πρυτάνεων ἡ βουλή ἔρχεται σέ ἐπαφή μέ τήν ἐκκλησία, τούς ἄρχοντες καί τούς ἁπλούς πολίτες, μέ τούς πρεσβευτές καί τούς ξένους κήρυκες. Αὐτοί συγκαλοῦν σέ περίπτωση ἀνάγκης τή βουλή, τήν ἐκκλησία, τούς στρατηγούς.36 Εἰσάγουν στή βουλή τά πρόσωπα πού ὁ λαός ἤ οἱ ἴδιοι κρίνουν ὅτι πρέπει νά ἀκουστοῦν. Σ’ αὐτούς παρουσιάζονται γενικά ὅλοι ὅσοι φέρνουν ἐπιστολές ἤ ἀναφορές δημοσίου ἐνδιαφέροντος.37 Ἔχουν στή διάθεσή τους ἀστυνομικές δυνάμεις, ὄχι μόνο γιά νά τηροῦν τήν τάξη στή βουλή καί στήν ἐκκλησία, ἀλλά καί γιά νά κάνουν συλλήψεις σέ περίπτωση αὐτόφωρων παραβάσεων πού βλάπτουν τήν πόλη.38 Μέ ρητή διαταγή τῆς ἐκκλησίας ἔχουν δικαίωμα, ὡς πληρεξούσιοι τῆς βουλῆς, νά ἐνάγουν τούς στρατηγούς στά δικαστήρια, νά φροντίζουν γιά τήν ἐπιστροφή χρημάτων πού δάνεισε τό κράτος.39
 
Ἐξαιτίας ὅλων αὐτῶν τῶν λειτουργιῶν, ἡ φυλή πού ἀσκεῖ τήν πρυτανεία, ἐκτός ἀπό τό ὅτι μετέχει στήν κοινή εὐθύνη τῆς βουλῆς, εἶναι ἀκόμη ὑπεύθυνη γιά τίς πράξεις της, ὅπως καί κάθε πρύτανης εὐθύνεται γιά τίς δικές του πράξεις. Ἔτσι, ἀπό τόν 4ο αἰώνα ἀποκτᾶται ἡ συνήθεια νά ἀπονέμει ἡ βουλή καί ὁ λαός στίς φυλές πού πρυτάνευσαν μιά ξεχωριστή ἀνταμοιβή - ὄχι σέ ὁλες τίς φυλές ἀδιακρίτως, ὅπως θά γίνει ἀργότερα, ἀλλά σέ ὅποια «ὁδήγησε στή νίκη» καί στάθηκε ἄξια της πόλης.40 Στήν ἀντίθετη περίπτωση, ἡ διεύθυνση τῶν συζητήσεων στήν ἐκκλησία ἐκθέτει τήν πρυτανεύουσα φυλή σέ σοβαρές μομφές καί μάλιστα σέ συγκεκριμένες κατηγορίες.41 Τά διατάγματα μνημονεύουν πάντα τό ὄνομα τοῦ ἐπιστάτη, γιά νά δώσει λόγο ἀκόμη καί ἔπειτα ἀπό τήν ἐπιψήφιση. Ὡστόσο οἱ πρυτάνεις δέν ἔχουν συλλογική εὐθύνη. Ὁ Σωκράτης ἀπέδειξε σέ φοβερές περιστάσεις ὅτι κάθε πρύτανης χωριστά μποροῦσε νά ἀποφύγει τήν ἀνάμειξή του σέ ἀποφάσεις τίς ὁποῖες θεωροῦσε ἀνάξιες γιά τό πρόσωπό του, καί ὁ Δημοσθένης μᾶς λέει πώς τό γεγονός ὅτι οἱ πρυτάνεις προσφέρουν ἀπό κοινοῦ σπονδές καί θυσίες δέν ἐμποδίζει τούς καλούς νά διακριθοῦν ἀπό τους κακούς.42
 
Ἡ βουλή, γιά νά ἀσκήσει καλύτερα τίς δικαιοδοσίες της, διόριζε μέ χειροτονία ἤ μέ κλήρωση εἰδικές ἐπιτροπές, ἄλλες γιά ὁλόκληρο τό χρόνο καί ἄλλες γιά ὅσον καιρό χρειαζόταν νά φέρουν εἰς πέρας τήν ἀποστολή τους. Τέτοια ἐπιτροπή ἦταν οἱ συλλογεῖς: ἐκλεγμένοι γιά ἕνα χρόνο, ἦταν τριάντα, τρεῖς κατά φυλή, ἕνας κατά τριττύα. Ὑπό τήν προεδρία τῆς φυλῆς πού πρυτάνευε, ἑνώνονταν μέ τούς ἕξι ληξιάρχους, γιά νά ἐλέγχουν τήν εἴσοδο στήν ἐκκλησία. Ὁ ρόλος τους μεγάλωσε τόν 4ο αἰώνα, ὅταν ἔδιναν στούς πολίτες πού ἔφταναν ἐκεῖ τή μάρκα παρουσίας, μέ τήν ὁποία ἐκεῖνοι θά εἰσέπρατταν τό τριώβολο. Ἐκπροσωπούσαν ἐπίσης τή βουλή - κανένας δέν ξέρει γιατί - στά Ὀλύμπια τῶν Ἀθηνῶν καί σέ ὁρισμένες θυσίες τῆς Ἀθηνᾶς. Ἐν πάση περιπτώσει ἔβρισκαν εὐκαιρίες νά διακριθοῦν μέ τιμές γιά τό «πνεῦμα δικαιοσύνης» πού ἔδειχναν.43 Γιά τήν παρακολούθηση τῆς ναυτικῆς διοίκησης, ἀπό τίς κυριότερες δικαιοδοσίες της, ἡ βουλή διόριζε δύο ἐπιτροπές ἀπό βουλευτές. Ἡ μία (τῶν δέκα τριηροποιῶν) ἀσκοῦσε τόν ἔλεγχο, μέ τή βοήθεια ἐκλεγμένων ἀπό τό λαό ἀρχιτεκτόνων (ναυπηγῶν), στίς ναυπηγήσεις, καί πλήρωνε στούς ἐργολάβους, μέ τόν ταμία της, ἕνα εἰδικό κονδύλι44. Ἡ ἄλλη (οἱ ἐπιμελούμενοι τοῦ νεωρίου) ἔρχοταν σέ ἐπαφή μέ τούς διευθυντές τῶν ναυστάθμων (νεωροί) οἱ ὁποῖοι φρόντιζαν γιά τά πλοῖα πού ἦταν σέ λειτουργία καί εἶχαν στίς διαταγές τούς πεντακόσιους φύλακες.45 Δέκα λογιστές κληρώνονταν σέ κάθε πρυτανεία, γιά νά ἐπαληθεύσουν τίς ἐγγραφές ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Αὐτή ἡ ἐπαλήθευση, πού ἦταν μερική καί προσωρινή, προετοίμαζε τήν ἀπόδοση λογαριασμοῦ, πού γινόταν μετά ἀπό τό τέλος τῆς ἄσκησης τῆς ἐξουσίας μπροστά σέ εἰδικούς ἄρχοντες, ἀλλά στήν ὁποία ἔπαιρναν μέρος δέκα ἐπίτροποι, οἱ εὔθυνοι, καί οἱ βοηθοί τους, δύο γιά κάθε εὔθυνο, ὅλοι κληρωμένοι ἀπό τή βουλή.46 Στίς ἐπιγραφές τοῦ 5ου καί κυρίως τοῦ 4ου αἰώνα ἐμφανίζονται ἀκόμη πολλές ἐπιτροπές ἱεροποιῶν ἐπιφορτισμένων νά προεδρεύουν σέ διάφορες τελετές: στίς γιορτές τοῦ Ἡφαίστου, στίς θυσίες πού γίνονταν στήν Ἐλευσίνα γιά τήν ἀφιέρωση τῶν ἀπαρχῶν ἤ γιά τήν ἱερουργία τῶν μυστηρίων, σέ μιά γιορτή τοῦ Διονύσου, ὅπου γίνονταν θυσίες γιά τή σωτηρία τῆς βουλῆς καί τοῦ λαοῦ. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους οἱ ἐπιτροπές λαμβάνονται γενικά ἀπό τό σύνολο τῆς βουλῆς, μιά φορά ὡστόσο ἀπό τό τμῆμα πού ἀσκεῖ τήν πρυτανεία.47
 
Οἱ πρυτάνεις καί τά μέλη ἐπιτροπῶν εἶχαν ἀνάγκη, ὅπως καί οἱ βουλευτές γενικά, ἀπό ἕναν γραμματέα-ἀρχειοφύλακα, πού γνώριζε τούς καθιερωμένους τύπους γιά τή σύνταξη τῶν ψηφισμάτων, στόν ὁποῖο ἀνέθεταν τή δημοσίευση, τήν κατάταξη καί τή φύλαξη τῶν ἐπίσημων ἐγγράφων. Ὡς τό 367 λεγόταν γραμματεύς τῆς βουλῆς. Ἐκλεγόταν ἀπό τή βουλή ἀνάμεσα στούς βουλευτές πού δέν ἀσκοῦσαν τήν πρυτανεία, καί ἑπομένως γιά τό διάστημα μιᾶς πρυτανείας. Ἡ λαϊκή ψῆφος ἀνέβαζε σ’ αὐτό τό ἀξίωμα τά πιό ἐπιφανή καί τά πιό ἀκέραια πρόσωπα.48 Ὡστόσο τό γεγονός ὅτι τό ὄνομα τοῦ γραμματέα μνημονεύεται στό προοίμιο καί στόν τίτλο τῶν ψηφισμάτων, μαζί μέ τό ὄνομα τῆς φυλῆς πού πρυτανεύει καί τοῦ ἐπιστάτη τῶν πρυτάνεων, δέν ἔχει σκοπό νά τιμηθεῖ αὐτός ὁ ἀξιωματοῦχος, ἀλλά νά χρονολογηθεῖ καί νά ἐπικυρωθεῖ ἡ πράξη, ὥστε νά μπορεῖ κανείς νά τήν ἀναφέρει σύμφωνα μέ τή θέση τῆς μέσα στά ἀρχεῖα. Γιά τόν ἴδιο λόγο δηλωνόταν ἡ χρονιά κάθε βουλῆς μέ τό ὄνομα τοῦ γραμματέα τῆς πρώτης πρυτανείας.49 Στό ἱερό της Μητέρας τῶν Θεῶν, στό Μητρῶον, ἦταν τακτοποιημένες οἱ πινακίδες καί οἱ πάπυροι, πού ἀνάμεσά τους θρονιαζόταν ὁ γραμματέας τῆς βουλῆς. Ἐκεῖ, μαζί μέ τά πρωτότυπα τῶν ψηφισμάτων καί τῶν νόμων, βρισκόταν ἕνας ὄγκος ἀπό λογαριασμούς καί δικαστικούς φακέλους, καθώς καί, ἀπό τήν ἐποχή τῆς κυβέρνησης τοῦ Λυκούργου, τά ἐπίσημα ἀντίτυπα τῶν μεγάλων τραγικῶν.50 Ὡστόσο ὁ γραμματέας δέν εἶχε τό κλειδί τοῦ Μητρώου, πού κάθε μέρα περνοῦσε ἀπό τόν ἕναν ἐπιστάτη στόν ἄλλο, καί ἦταν ὑποχρεωμένος, ἐπειδή δέν εἶχε τόν καιρό νά ἀποκτήσει τήν πείρα πού χρειαζόταν, νά καταφεύγει στόν πραγματικό κύριο τῶν ἔσω, στό δημόσιο δοῦλο πού ἦταν διορισμένος στά ἀρχεῖα.
 
Ἀνάμεσα στό 368/7 καί τό 363 /2 ἡ γραμματεία ἀναμορφώθηκε τελείως. Ἔγινε πραγματική ἀρχή, ἐτήσια καί κληρωτή ἀνάμεσα σέ ὅλους τους πολίτες. Κατά ἕναν περίεργο τρόπο, ὁ καινούριος γραμματέας πῆρε τόν τίτλο πού ἅρμοζε στόν παλαιό: ὀνομάστηκε γραμματεύς κατά πρυτανείαν.51 Ἄν καί τό ἀξίωμα του εἶχε μεγαλύτερη διάρκεια, δέν εἶχε πιά τό ἴδιο κύρος ὅπως ὅταν ἐκλεγόταν ἀνάμεσα στούς βουλευτές. Γιά νά ἀποφευχθεῖ ὁ συναγωνισμός τῶν φυλῶν, τόν ἔπαιρναν ἀπό κάθε φυλή μέ τή σειρά, ἡ ὁποία ἀρχικά καθοριζόταν μέ κλῆρο καί ἀπό τό 356/5 σύμφωνα μέ τήν ἐπίσημη σειρά τῶν φυλῶν.52 Κύριος τῶν δημοσίων ἐγγράφων, ἐπιφορτισμένος μέ τή φύλαξη τῶν ψηφισμάτων καί μέ τήν ἀντιγραφή ὁλων τῶν ἄλλων ντοκουμέντων, ὁ γραμματέας τῆς πρυτανείας παρακολουθοῦσε ὑποχρεωτικά τίς συνεδριάσεις τῆς βουλῆς, ἄν καί δέν ἦταν μέλος της. Εἶχε γιά βοηθό καί ὑφιστάμενο τόν «γραμματέα τῶν διαταγμάτων» ἡ «τῶν νόμων» (γραμματεύς ἐπί τά ψηφίσματα, ἐπί τούς νόμους), πού ἦταν καί αὐτός κληρωτός καί εἶχε δικαίωμα εἰσόδου στό βουλευτήριο, ἀφοῦ ἔπρεπε νά ἀντιγράψει τά ψηφίσματα καί τούς νόμους.53
 
Ἐκτος ἀπό αὐτούς τούς γραμματεῖς-ἀρχειοφύλακες, ὑπῆρχε ἕνας γραμματεύς τοῦ δήμου, ἤ τῆς πόλεως, πού εἶχε μοναδική δικαιοδοσία νά διαβάζει τά πεπραγμένα στήν ἐκκλησία καί στή βουλή. Καθώς ἔπρεπε νά ἔχει ὡραία φωνή, ἦταν αἱρετός.54 Γιά τίς διακηρύξεις πού ἔκαναν στήν ἐκκλησία, οἱ πρυτάνεις εἶχαν στίς διαταγές τους ἕναν κήρυκα τόν ὁποῖο μισθοδοτοῦσε ἡ βουλή (κῆρυξ τῆς βουλῆς) καί ὁ ὁποῖος ἔμενε στήν ὑπηρεσία χωρίς χρονικό ὁριο.55
 
Γ΄ ΟΙ ΕΞΟΥΣΙΕΣ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
 
Ἡ βουλή ἦταν συγχρόνως προπαρασκευαστική ἐπιτροπή, ἐκτελεστική ἐπιτροπή καί ἀνώτατη ἀρχή, καί γι’ αὐτό ἀσκοῦσε τίς ἐξουσίες της μέ τρεῖς τρόπους: ἔφερνε στήν ἐκκλησία τά προβουλεύματα πού χρησίμευαν ὡς βάση στά ψηφίσματα τοῦ δήμου· ἐξέδιδε ἡ ἴδια ἀνεξάρτητα ψηφίσματα γιά τήν ἐξειδίκευση καί τήν ἐκτέλεση τῶν ἀποφάσεων πού εἶχαν ληφθεῖ ἀπό τήν ἐκκλησία· συνεργαζόταν λίγο πολύ ἄμεσα, σέ συσκέψεις ἡ στήν πράξη, μέ τίς ἄλλες ἀρχές.
 
Εἴδαμε πώς ἡ ἐκκλησία ἐπέβαλε στόν ἑαυτό της τήν ἀπόλυτη ὑποχρέωση νά μή συζητεῖ παρά μόνο πάνω σέ σχέδια ψηφισμάτων πού ἔφερνε ἡ βουλή, συνοδεύοντας τα μέ ρητή εἰσήγησή της.56 Ἕνα ψήφισμα τοῦ δήμου προϋποθέτει πάντα ἕνα προβούλευμα τῆς βουλῆς. Καμιά φορά συμβαίνει τό προβούλευμα νά μνημονεύεται ρητά ἀπό τό ψήφισμα·57 ἀλλά πιό συχνά συναντοῦμε τή διατύπωση ἔδοξε τῇ βουλῇ καί τῷ δήμῳ. Ἀκόμη καί ἡ συζήτηση ἑνός σχεδίου πού ἔχει ἐπεξεργαστεῖ ἡ εἰδική ἐπιτροπή τῶν συγγραφέων, ἀκόμη καί ὁ διορισμός τῶν νομοθετῶν πού ἐπιφορτίζονταν μέ τήν ἀναθεωρηση ἑνός νόμου, ἀκόμη καί οἱ ἐτήσιες συνεδριάσεις γιά τήν ἐκλογή τῶν ἀρχόντων, ἀρχίζουν μέ τήν ἀνάγνωση ἑνός προβουλεύματος. Κάθε βουλή ἦταν ὑπεύθυνη γιά ὅλες τίς προτάσεις τῆς ἐκκλησίας καί μόνο γι’ αὐτές· κατά συνέπεια, κάθε προβούλευμα πού ἡ βουλή δέν πρόλαβε νά εἰσαγάγει στήν ἐκκλησία ἔπαυε νά ὑπάρχει μαζί μέ αὐτήν.
 
Σέ πολλές περιστάσεις χρειάζονταν ἄμεσες ἀποφάσεις πού δέν ἄξιζε νά ὑποβληθοῦν στήν ἐκκλησία.58 Ἡ βουλή συνέτασσε διατάγματα (ψηφίσματα) πού ἔπρεπε νά ἐκτελεστοῦν χωρίς ἄλλες διατυπώσεις.59 Ἦταν ἐξουσιοδοτημένη σιωπηρά ἀπό τήν ὑποχρέωση πού εἶχε νά ἐπιβλέπει τήν ἐφαρμογή τῶν νόμων ἤ τῶν ψηφισμάτων τοῦ δήμου. Σέ ἔκτακτες περιπτώσεις ἔπαιρνε ρητά ἀπό τό δῆμο πληρεξουσιότητα (κυρία, αὐτοκράτωρ) γιά νά συμπληρώνει τίς διατάξεις κάποιου ψηφίσματος.60 Ἔπρεπε ὅμως νά παραμείνει στά ὅρια τῶν δικαιοδοσιῶν της καί νά φυλαχτεῖ νά μήν παραβιάσει τούς νόμους καί τά ψηφίσματα, τήν ἐφαρμογή τῶν ὁποίων τῆς εἶχαν ἐμπιστευτεῖ· ἀλλιῶς διωκόταν γιά παρανομία.61
 
Τέλος ἡ βουλή ἔχει ἀπό τό λαό ἕνα εἶδος γενικῆς ἐξουσιοδότησης πού τῆς προσδίνει ἐξουσία πάνω στούς ἄρχοντες. Μιλώντας γιά τίς ἁρμοδιότητες τῆς βουλῆς, ὁ Ἀριστοτέλης ἀναφέρει καί πολλούς ἄρχοντες πού συνεργάζονται μέ αὐτήν ἀπό ὑποδεέστερη θέση. Ἀπό τόν πιό μεγάλο ὡς τόν πιό μικρό, ἡ βουλή τούς παρακολουθεῖ, διοικεῖ σέ συμφωνία μαζί τους, παίρνει τίς ἀναφορές τους, τούς δίνει ἐντολές. Τίποτε ἀπό ὁσα ἐνδιαφέρουν τήν πόλη δέν γίνεται ἔξω ἀπ’ αὐτήν.62
 
Μέ τήν ἰδιότητα τοῦ μεσολαβητή ἀνάμεσα στήν Ἀθήνα καί στά ξένα κράτη, ἡ βουλή παραχωρεῖ ἀκροάσεις στούς πρεσβευτές, πρίν νά τούς παρουσιάσει στήν ἐκκλησία, καί διαπραγματεύεται μέ αὐτούς, πρίν νά ὑποβάλει στό λαό τά ἀποτελέσματα τῶν συζητήσεων σέ μορφή προβουλεύματος63. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά, δίνει τίς ἀπαιτούμενες κατευθύνσεις στούς Ἀθηναίους πού στέλνονται ὡς πρέσβεις στό ἐξωτερικό, καί καμιά φορά τούς ἐκλέγει ἡ ἴδια ἔπειτα ἀπό διαταγή τῆς ἐκκλησίας·64 ἐπίσης ἀσχολεῖται μέ τήν ἀλληλογραφία τους. Αὐτή ἀνακοινώνει τά ψηφίσματα τοῦ δήμου στά ἐνδιαφερόμενα κράτη καί ὁρκίζεται ἐξ ὀνόματος τῆς πόλης γιά συνθῆκες εἰρήνης ἡ συμμαχίας.65 Ἔχει σαφή προορισμό νά δέχεται μέ ὅλο τόν ὀφειλόμενο σεβασμό τούς ξένους - ὄχι μόνο τούς πρεσβευτές ἀλλά καί τούς πρόξενους καί τούς εὐεργέτες. Καταλαβαίνει λοιπόν κανείς ὅτι ἡ βουλή διαδραμάτισε ἕναν ἐξαιρετικά δραστήριο ρόλο, ὅταν ἡ Ἀθήνα βρισκόταν ἐπικεφαλῆς μίας συμμαχίας. Τόν 5ο αἰώνα ἐπεμβαίνει στόν καθορισμό τῶν φόρων καί προπαρασκευάζει, μέ πρόταση τῶν συγγραφέων, τά σχέδια πού ἀφοροῦν τίς πόλεις, τίς περιοχές, ὅλη τή συμμαχία.66 Τόν 4ο αἰώνα εἶναι ὁ ἄξονας πού ἑνώνει τήν ἀθηναϊκή ἐκκλησία καί τό ὁμοσπονδιακό συνέδριον. Γιά νά ἐκτιμηθεῖ ἡ σημασία τῆς ἐξουσίας πού ἀσκεῖ ἡ βουλή στίς ἐξωτερικές σχέσεις, ἀρκεῖ ἕνα στοιχεῖο: τά σχετικά προβλήματα τά συζητεῖ σχεδόν πάντα σέ μυστικές συνεδριάσεις.
 
Ἡ βουλή βρίσκεται σέ συνεχή ἐπαφή μέ τούς στρατηγούς ὄχι μόνο γιά τίς ὑποθέσεις ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀλλά καί γιά τά στρατιωτικά, ὅπου ἔχει πολλές δικαιοδοσίες. Φροντίζει ἀδιάκοπα γιά τήν ἄμυνα τῆς πόλης. Τόν 5ο αἰώνα ἀσφαλῶς θά ἐπέβλεπε τήν κατάρτιση τοῦ καταλόγου τῶν ὁπλιτῶν, ἀφοῦ τόν 4ο αἰώνα παρακολουθεῖ τή λειτουργία τοῦ ἐφηβικοῦ θεσμοῦ, ἐλέγχει τόν κατάλογο τῶν ἐφήβων καί δέχεται τήν ἀναφορά τοῦ κοσμητοῦ.67 Ἀσχολεῖται εἰδικά μέ τό ἱππικό. Κάθε χρόνο ὁ κατάλογος τῶν ἱππέων συμπληρώνεται εἴτε ἀπό τους εἰδικούς ἱππάρχους εἴτε, τήν ἐποχή τοῦ Ἀριστοτέλη, ἀπό τους εἰδικούς στρατολόγους ἤ καταλογεῖς, πού τόν δίνουν στούς ἱππάρχους· ἡ ἐργασία καί τῶν μέν καί τῶν δέ ὑποβάλλεται στήν ἐπιδοκιμασία τῶν βουλευτῶν. Ψηφίζουν γιά κάθε ὄνομα καί διαγράφουν ὅσους δηλώσουν ἔνορκα ὅτι δέν εἶναι σωματικά ἡ οἰκονομικά σέ θέση νά ὑπηρετήσουν ὡς ἱππεῖς. Ἡ βουλή ἐπίσης ἐπιθεωρεῖ τά ἄλογα: ἐάν ἕνα ἄλογο δέν εἶναι καλά θρεμμένο, ἀποσύρει τήν ἀποζημίωση γιά τή διατροφή του ἀπό τόν ἱππέα· ἐπίσης ἀποτάσσει τά δύστροπα ἄλογα, σφραγίζοντας τα μέ μιά ρόδα στό σαγόνι.68
 
Ἀλλά σέ μιά πόλη πού ὑπολόγιζε περισσότερο στό στόλο παρά στό στρατό της, ἡ βουλή θεωροῦσε κύριο καθῆκον της τήν ἐποπτεία στό ναυτικό.69 Φροντίζει γιά καθετί, εἴτε γιά ὑλικά πρόκειται εἴτε γιά τό προσωπικό. Εἶναι ὑπεύθυνη γιά τίς ναυτικές κατασκευές καί τίς ἐπισκευές, καί γι’ αὐτό ἀντιπροσωπεύεται στά ναυπηγεῖα τοῦ Πειραιᾶ μέ τήν ἐπιτροπή τῶν τριηροποιῶν καί μπορεῖ νά δημοσιεύει διοικητικούς κανονισμούς. ὅταν ἔχει ἐκπληρώσει καλά αὐτές τίς ὑποχρεώσεις της, τότε προπάντων ὁ δῆμος τήν ἐπαινεῖ μέ τιμητικό ψήφισμα, ἐνῶ δέν μπορεῖ νά τῆς δοθεῖ αὐτή ἡ ἀνταμοιβή ἄν δέν κατασκεύασε τόν καθορισμένο ἀριθμό πλοίων. Ἡ κατασκευή καί ἡ συντήρηση τῶν σχοινιῶν καί τῆς ἐξάρτυσης ἀποτελοῦν ἀντικείμενο τῶν φροντίδων της, καί χρειάζεται ἡ ἄδειά της γιά νά πουληθοῦν κομμάτια πού ἔχουν ἀχρηστευθεῖ. Γιά τή στρατολόγηση πληρωμάτων οἱ βουλευτές κάθε φυλῆς ἐνεργοῦν σέ συνεργασία μέ τούς δημάρχους. Οἱ προϊστάμενοι τῶν ναυπηγείων καί τῶν ναυστάθμων καί οἱ τριήραρχοι ὑπάγονται στή δικαιοδοσία τῆς βουλῆς: μπορεῖ νά τούς τιμωρήσει στά ὅρια τῆς ἁρμοδιότητάς της ἤ νά τούς παραπέμψει σέ δικαστήριο, καί ἔχει δικαίωμα νά διπλασιάσει τίς ποινές τῶν τριηράρχων πού καταδικάστηκαν ἀπό τά δικαστήρια νά ἀντικαταστήσουν ἕνα πλοῖο ἤ τά ἐξαρτύματά του, ὅταν δέν ἐκπλήρωσαν ἔγκαιρα τήν ὀφειλή τους. Κάθε φορᾶ πού ἀποπλέει μιά μοίρα οἱ βουλευτές εἶναι στίς προβλῆτες, μέ τούς στρατηγούς καί, ἀργότερα, μέ τούς ἀποστολεῖς, πού ἐκλέγονται γι' αὐτόν τό σκοπό. Ἡ ἐκκλησία τούς ἐπιφορτίζει., σ’ αὐτές τίς περιστάσεις, νά ἐπιβάλλουν τίς προβλεπόμενες ποινές στούς τριήραρχους πού ἔσφαλαν· συμβαίνει μάλιστα νά ζητήσει ἡ ἴδια ἀπό τους πρυτάνεις νά κινήσουν ποινικές ἀγωγές ἐναντίον στρατηγῶν πού ἀμέλησαν τά καθήκοντά τους.70
 
Ἡ βουλή εἶχε ἀκόμη πιό ἐκτεταμένη δικαιοδοσία στά οἰκονομικά. Σ’ αὐτόν τόν τομέα μποροῦμε νά πούμε ὁτι ὡς τήν ἐποχή τοῦ Λυκούργου θά ὑπῆρχε πλήρης ἀναρχία μέ τό πλῆθος τῶν ἀρχόντων πού ἀσχολοῦνταν μέ τίς εἰσπράξεις, τίς πληρωμές καί τή διαχείριση, ἐάν δέν εἶχε μπεῖ κάποια τάξη καί ἑνότητα τήν ὁποία ἐξασφάλιζε ἡ βουλή.
 
Αὐτή φροντίζει νά βρεῖ τούς ἀναγκαίους πόρους, κυρίως σέ περίοδο πολέμου.71 Μπροστά της γίνονται ἀπό τους πωλητάς ὅλοι οἱ δημόσιοι πλειστηριασμοί, πού ὀνομάζονται πωλήσεις, καθώς καί οἱ κοινές πωλήσεις. Ἔτσι ἐνοικιάζονται οἱ φόροι, οἱ φάκελοι τῶν ὁποίων κατατίθενται στή βουλή καί κατατάσσονται μέ φροντίδα· ἐκχωροῦνται μεταλλευτικά δικαιώματα μέ ψηφοφορία πού γίνεται μέ ὕψωση χεριῶν· ἐκποιοῦνται περιουσιακά στοιχεῖα πού εἴτε περιῆλθαν στό κράτος μέ δημευτικές καταδίκες εἴτε τά διεκδίκησε τό κράτος καί τά πῆρε, ἀφοῦ ἀναγνωρίστηκαν ἔπειτα ἀπό δίκη ὡς δημόσια κτήματα· ἐνοικιάζονται ἱεροί χῶροι, καί τά σχετικά συμβόλαια, γραμμένα πάνω σέ πινακίδες, προσκομίζονται στή βουλή ὄχι ἀπό τους πωλητάς, ἀλλά ἀπό τόν βασιλέα, τόν μεγάλο ἀρχιερέα τῆς φυλῆς. Ὅλα αὐτά τά ἔγγραφα, τακτοποιημένα σύμφωνα μέ τήν ἡμερομηνία τῆς λήξης τους, τά ἐμπιστεύεται ἡ βουλή σέ ἕναν δημόσιο δοῦλο. Τήν ἡμέρα πού λήγει ἡ προθεσμία, οἱ ἀποδέκται τά παίρνουν, καί μέσα στήν αἴθουσα τοῦ βουλευτηρίου διαγράφουν τά ποσά πού πληρώθηκαν ἡ σημειώνουν τήν καθυστέρηση τῆς ὀφειλῆς, διπλασιάζοντας τό ποσό της. Σ’ αὐτή τήν περίπτωση ὁ νόμος δίνει στή βουλή τό δικαίωμα νά εἰσπράττει τό χρέος ἡ νά φυλακίζει τό χρεώστη.72 Ἐπιφορτισμένοι μέ τίς εἰσπράξεις, οἱ βουλευτές δέχονται ἐπίσης ἐθελούσιες προσφορές καί φροντίζουν γιά τήν καταβολή καί τήν πώληση τῶν δημητριακῶν πού ὀφείλονται ὡς ἀπαρχές στίς Ἐλευσίνιες θεές.73 Τήν ἐποχή της πρώτης ἀθηναϊκῆς συμμαχίας καθορίζουν τούς φόρους τῶν συμμαχικῶν πόλεων, σέ συμφωνία μέ τούς τάκτας, καί οἱ ἀποδέκται τούς εἰσπράττουν μπροστά τους, κατά τήν ἑορτή τοῦ Διονύσου, καί τούς μεταβιβάζουν στούς ἑλληνοταμίες.
 
Ὅλο τό χρόνο ἡ βουλή παρακολουθεῖ τή διαχείριση τοῦ δημόσιου χρήματος. Ὑποχρεώνεται ἀπό τό νόμο νά ἐλέγχει τούς τίτλους τῶν ἀδυνάτων (ἀναπήρων) πού ζητοῦν καθημερινή ἐνίσχυση δύο ὀβολῶν· ἀπό ἕναν εἰδικό νόμο καλεῖται νά μειώσει στό ἐλάχιστο τά ἔξοδα τῶν κατασκευῶν.73 Προπάντων τήν ἀπασχολεῖ ἡ αὐστηρή ἐφαρμογή τοῦ νόμου γιά τόν προϋπολογισμό. Μόλις ἀναλάβουν καθήκοντα οἱ ἀποδέκται παίρνουν τό περιεχόμενο τοῦ ταμείου καί τό κατανέμουν στούς διάφορους ἄρχοντες· τήν ἑπόμενη μέρα φέρνουν στή βουλή τήν κατανομή γραμμένη πάνω σέ μιά πινακίδα· διαβάζουν τό ἕνα ἄρθρο μετά τό ἄλλο καί ρωτοῦν στή βουλή μήπως ξέρει κανείς ἄν ἕνας ἄρχων ἡ ἰδιώτης διέπραξε κάποια ἀνωμαλία στήν κατανομή· ἄν συμβαίνει κάτι τέτοιο, ζητοῦν ἄμεση ψηφοφορία μέ τό ἐρώτημα τῆς ἐνοχῆς.75 Κατά τήν ἐκτέλεση τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ βουλή ἐμποδίζει τίς ὑπερβάσεις τῶν πιστώσεων καθώς καί τίς μεταβιβάσεις τους σέ ἄλλα κονδύλια. Τόν 4ο αἰώνα συνεννοεῖται μέ τούς νομοθέτες γιά τίς δαπάνες πού δέν εἶχαν προβλεφθεῖ.76 Δέν μᾶς ἐκπλήσσει λοιπόν ὅτι σέ κάθε πρυτανεία ἡ βουλή ἐλέγχει μέ μιά ἐπιτροπή της τά βιβλία ὅλων τῶν ἀρχόντων πού ἔχουν σχέση μέ διαχείριση, καί ὅτι τό εὑρετήριο τῶν θησαυρῶν τῶν ἱερῶν καθώς καί ἡ μεταβίβασή τους γίνονται ὑπό τόν ἔλεγχό της.77
 
Εἴδαμε ὅτι ἡ βουλή περιλαμβάνει στίς οἰκονομικές δραστηριότητές της τά δημόσια ἔργα. Ἀλλά σ’ αὐτόν τόν τομέα οἱ ἐξουσίες της εἶναι πολύ πιό ἐκτεταμένες. Φροντίζει γιά ὁτιδήποτε ἀφορᾶ τίς κατασκευές καί τή συντήρηση τῶν δημοσίων οἰκοδομημάτων. Ἄν πρόκειται γιά μεγάλο οἰκοδόμημα, χρειάζονται διατάγματα τῆς βουλῆς καί τοῦ δήμου γιά νά γίνει ὁ προϋπολογισμός ἀπό ἕναν ἀρχιτέκτονα καί νά συνταχθοῦν οἱ συγγραφές ὑποχρεώσεων προκειμένου γιά ἐργασίες μικρότερης σημασίας, γιά ἕνα ὑδραγωγεῖο, γιά τήν ἀνέγερση ἑνός βωμοΰ ἤ ἑνός ἀγάλματος, ὁ δῆμος τίς ἀναθέτει στή βουλή.78 Ὅλες οἱ κατακυρώσεις γίνονται μέ τή φροντίδα τῶν πωλητῶν μπροστά στή βουλή,79 ἡ ὁποία παρακολουθεῖ μέ εἰδικούς ἐπιστάτες ὅλα τά ἔργα πού ἐκτελοῦνται. Σέ περίπτωση παράβασης ἀπό τόν ἀρχιτέκτονα ἤ τόν ἐργολάβο, ὑποβάλλει ἀναφορά στήν ἐκκλησία καί, ἄν προτείνει δίωξη, ἀναθέτει τήν ὑπόθεση στό δικαστήριο.80 Μερικοί λογαριασμοί δημοσίων ἔργων δείχνουν καλά τή δραστηριότητα τῆς βουλῆς. Οἱ λογαριασμοί τοῦ Παρθενώνα χρονολογοῦνται μέ τόν αὔξοντα ἀριθμό τῶν διαδοχικῶν βουλῶν, ἀρχίζοντας ἀπό ἐκείνη ἐπί τῆς ὁποίας ἄνοιξε τό ἐργοτάξιο: ἔχουμε, παραδείγματος χάρη, τούς λογαριασμούς τῆς «δέκατης τέταρτης βουλῆς». Ἕνα ψήφισμα μέ συνηθισμένη διατύπωση ἀποφασίζει ἄν ὁ ναός τῆς Ἀθηνᾶς Νίκης θά ἔχει πόρτα ἀπό χαλκό ἡ ἀπό χρυσό καί ἐλεφαντόδοντο· ἕνα ἄλλο, πού προτάθηκε ἀπό τή βουλή, σέ συμφωνία μέ τούς ἐπιστάτες καί τόν ἀρχιτέκτονα, ὁρίζει τήν ἀμοιβή τοῦ καλλιτέχνη.81
 
Τέλος ἡ βουλή παρακολουθεῖ τά θρησκευτικά. Φροντίζει γιά τά ἱερά, ὄπως καί γιά τά ἄλλα οἰκοδομήματα, καί παρακολουθεῖ τήν ἐτήσια μεταβίβαση τῶν χρημάτων, τῶν ἀγαλμάτων, τῶν κοσμημάτων καί ὅλου τοῦ ἱεροῦ ὑλικοΰ στούς ταμίες τῆς Ἀθηνᾶς καί τῶν ἄλλων θεῶν. Οἱ μεγάλες γιορτές τῆς δίνουν πολλή δουλειά. Γιά τά Παναθήναια εἶχε ἀπό πολύ καιρό τό καθῆκον νά διαλέγει τό σχέδιο τοῦ κεντήματος πού θά στόλιζε τόν πέπλο τῆς θεᾶς· ἐπειδή κατηγορήθηκε γιά μεροληψία στήν κρίση της, τῆς ἀφαίρεσαν αὐτή τήν ἁρμοδιότητα καί τήν ἔδωσαν σέ ἕνα δικαστήριο πού ὁριζόταν μέ κλῆρο. Ἐξακολούθησε πάντως νά φροντίζει γιά τήν κατασκευή χρυσῶν Νικῶν πού προσφέρονταν στή θεά καί γιά τά βραβεῖα πού ἀπονέμονταν κατά τούς παναθηναϊκούς ἀγῶνες.82 Ἐξασφαλίζει τήν τάξη στά Διονύσια·83 διαλέγει ἀπό τά μέλη τῆς τούς θεωρούς πού στέλνονται στά Πύθια καί διάφορες ἐπιτροπές ἱεροποιῶν.84 Σέ μιά ἐπιγραφή τοῦ 5ου αἰώνα τή βλέπουμε νά στέλνει κήρυκες στίς συμμαχικές πόλεις καί στίς ἄλλες πόλεις τῆς Ἑλλάδας, γιά νά τούς ζητήσει νά στείλουν τίς ἀπαρχές τῶν δημητριακῶν στήν Ἐλευσίνα, δέχεται μιά ἀναφορά γιά τίς ἀπαρχές λαδιοῦ, καί τιμωρεῖ, μέ αἴτηση τοῦ ἄρχοντα βασιλέα, τίς παραβάσεις πού ἔγιναν στόν ἱερό χῶρο τοῦ Πελαργικοΰ. Μιά ἄλλη ἐπιγραφή, τοῦ 4ου αἰώνα, μᾶς δείχνει τή βουλή νά φροντίζει γιά τήν ὁροθέτηση καί τήν ἐπίβλεψη τῆς Ὀργαδος καί νά στέλνει ἕνα μέλος της γιά νά ρωτήσει τό μαντεῖο τῶν Δελφῶν σχετικά μ’ αὐτόν τόν ἀπαγορευμένο χῶρο.85 Ἡ βουλή, μέ βάση τή γενική πληρεξουσιότητα πού εἶχε ἀπό τόν κυρίαρχο λαό, καί ἡ ὁποία τήν καθιστοῦσε ἀνώτατη ἀρχή, εἶχε ἀστυνομικές καί δικαστικές δικαιοδοσίες.
 
Παρατηρήσαμε ἤδη ὅτι σέ πολλές περιπτώσεις ἀσκεῖ ἕνα δικαίωμα ἐλέγχου, τή δοκιμασία. Ἄς συγκεντρώσουμε ἐδῶ τίς περιπτώσεις. Ἡ ἐγγραφή τῶν Ἀθηναίων πού ἐνηλικιώνονται στούς καταλόγους τῶν πολιτῶν δέν εἶναι ὁριστική παρά μόνο μετά τήν ἔγκριση τῆς βουλῆς· ἄν ἀποδειχθεῖ ὅτι ἕνα ἄτομο ἔχει ἐγγραφεῖ χωρίς νά πρέπει, τό διαγράφει καί καταδικάζει σέ πρόστιμο τούς δημότες πού ἦταν ὑπεύθυνοι γιά τήν ἀπάτη. Ἐλέγχει, ἐπίσης, τήν ἐτήσια ἐγγραφή στούς καταλόγους τῶν ἱππέων καί τῶν ἔφιππων ἀνιχνευτῶν, ἐξετάζοντας τόσο τούς ἀνθρώπους ὅσο καί τά ζῶα. Ἴδιος ἔλεγχος ἀσκεῖται στόν κατάλογο τῶν ἀνάπηρων πού ζητοῦν ἐνίσχυση ἀπό τό δημόσιο. Ἡ βουλή ἐλέγχει ἐπιπλέον, στό τέλος τῆς θητείας της, τούς βουλευτές καί τούς ἄρχοντες πού ἔχουν ὑποδειχθεῖ γιά τήν ἑπόμενη χρονιά. Στήν ἀρχή εἶχε ἀπόλυτο δικαίωμα ἀποκλεισμοῦ· ἀργότερα, ὁμως, οἱ ἀποκλειόμενοι μποροῦσαν νά προσφύγουν στό δικαστήριο.86
 
Ὅταν ἡ βουλή ἔλαβε ἀπό τόν Κλεισθένη καί, ἀργότερα, ἀπό τόν Ἐφιάλτη τίς πολιτικές ἐξουσίες πού ἀσκοῦσε ὡς τότε ὁ Ἄρειος Πάγος, κληρονόμησε ἀπό αὐτόν, μαζί μέ τό δικαίωμα νά ἐλέγχει τήν ἐκτέλεση τῶν νόμων, καί τή δικαιοδοσία πού συνδεόταν μέ αὐτόν τό νόμο. Καθώς παρακολουθοῦσε τή διαχείριση τῶν ὑπαλλήλων, καί εἰδικά τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, εἶχε δικαίωμα νά τούς καλεῖ καί νά τούς κρίνει, ἄν ἦταν ἔνοχοι γιά παράλειψη καθήκοντος ἡ γιά παράβαση νόμων.
 
Ἡ ποινική δικαιοδοσία τῆς βουλῆς ἦταν πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὁπλισμένη μέ ἀπεριόριστες κυρώσεις· περιλάμβανε τότε τό δικαίωμα νά ἐπιβάλει πρόστιμο, φυλάκιση, ἀκόμη καί θάνατο. Ἀλλά περιορίστηκε σέ ἕνα ἀστυνομικό πρόστιμο: τήν ἐπιβολή. Ἀκόμη ἡ βουλή δέν μποροῦσε νά καταδικάσει χωρίς δικαίωμα ἔφεσης σέ πρόστιμο μεγαλύτερο ἀπό πεντακόσιες δραχμές· ὅσες καταδίκες ξεπερνοῦσαν αὐτό τό ποσό παρουσιάζονταν ἀπό τους νομοθέτες στό λαϊκό δικαστήριο, τοῦ ὁποίου καί μόνον ἡ ἀπόφαση ἦταν ἀνέκκλητη.87 Κάποτε μάλιστα ἦρθε ἡ στιγμή πού μποροῦσαν νά ἀσκοῦν ἔφεση καί γιά τά πρόστιμα πού ἦταν στά ὅρια τῆς ἁρμοδιότητάς της.88 Ὁ Ἀριστοτέλης μᾶς διηγεῖται σέ ποιές περιπτώσεις ἔγινε ἡ πρώτη καί κυριότερη ἀπό αὐτές τίς ἀλλαγές. Μιά μέρα, λέει, κάποιος ὀνόματι Λυσίμαχος, πού παραδόθηκε ἀπό τή βουλή στό δήμιο, ἐνῶ ἦταν κιόλας στό χῶρο τῆς ἐκτέλεσης, ἀποσπάσθηκε ἀπό τόν Εὐμελίδη ὁ ὁποιος διακήρυξε ὅτι δέν μποροῦσαν νά τιμωρήσουν μέ θάνατο κανέναν πολίτη χωρίς τήν κρίση τοῦ λαοῦ· ὁ Λυσίμαχος ὁδηγήθηκε στήν Ἠλιαία καί ἀθωώθηκε. Δυστυχῶς, δέν ξέρουμε πότε τοποθετεῖται χρονολογικά τοῦτο τό δραματικό ἐπεισόδιο. Φαίνεται πιθανό, πάντως, ὁτι ἡ ἀνώτατη δικαιοδοσία πού παραχώρησε ὁ Κλεισθένης στή βουλή τῆς ἀφαιρέθηκε πρίν ἀπό τά μηδικά, ἴσως τό 501/500, ὅταν καθιερώθηκε ὁ ὅρκος τῶν βουλευτῶν: ἡ βουλή ἔχανε ἔτσι συγχρόνως καί τή δικαστική ἁρμοδιότητα, πού δόθηκε στήν Ἠλιαία, καί τή διπλωματική, πού δόθηκε στήν ἐκκλησία. Πάντως, ἤδη ἀπό τόν 5ο αἰώνα προκηρύχθηκε ἡ ἀρχή: «Ὄχι θανατική ποινή χωρίς τήν ἀπόφαση τοῦ λαοῦ συγκεντρωμένου σέ συνέλευση» (ἄνευ τοῦ δήμου πληθύοντος μή εἶναι θάνατον).89 Ὁ κανόνας αὐτός, ἀφοῦ παραβιάστηκε ἀπό τους ὀλιγαρχικούς τό 411 καί 404, ἀλλά καί ἀπό τους δημοκρατικούς τό 403, μπῆκε πάλι σέ ἰσχύ τό 368,90 καί αὐτή τή φορά γιά πάντα.
 
Τουλάχιστον, ἡ βουλή χρησιμοποιοῦσε συχνά τά ποινικά δικαιώματά της στά περιθώρια πού τῆς ὁριζε ὁ νόμος. Μετά ἀπό αἴτηση τοῦ ἄρχοντα βασιλέα τιμωρεῖ ὅποιον παραβιάζει τήν ἱερότητα τοῦ Πελαργικοΰ· καί μέ δική της πρωτοβουλία τιμωρεῖ τούς τριηράρχους πού δέν εἶναι στή θέση τους, τούς ἀρχιτέκτονες πού κάνουν λάθη στήν ἐπισκευή τῶν τοίχων, τούς πωλητές καί ἀγοραστές πού χρησιμοποιοῦν βάρη καί μέτρα ἀθέμιτα - ἡ τούς μετρονόμους πού τούς ἀφήνουν ἀνενόχλητους.91 Ἄν καί στερημένη ἀπό τό δικαίωμα νά καταδικάζει σέ θάνατο, ἡ βουλή μπόρεσε γιά πολύν καιρό ἀκόμη νά ἐκδίδει ἐντάλματα συλλήψεως σέ σοβαρές ὑποθέσεις καταχρήσεων ἡ ἔσχατης προδοσίας - ὅπως ἔκαμε, παραδείγματος χάρη, τό 406 γιά τούς στρατηγούς πού δέν ἐκπλήρωσαν τά καθήκοντά τους καί, τήν ἑπόμενη χρονιά, γιά τόν δημαγωγό Κλεοφώντα. Ἀλλά, χρησιμοποιώντας αὐτή τή διαδικασία, γινόταν στόχος σέ σφοδρές ἐπικρίσεις καί σέ ἐπικίνδυνες ἐπιθέσεις. Καί ἐκεῖ ἐπίσης τά δικαιώματά της περιορίστηκαν. Τό 403 ὁ ὅρκος τῶν βουλευτῶν περιλάμβανε ἀκόμη τό δικαίωμα νά προβαίνει ἡ βουλή σέ συλλήψεις· ἕναν αἰώνα ἀργότέρα ὁ ἴδιος ὅρκος διασφαλίζει τήν ἐλευθερία τῶν πολιτῶν - μέ τήν ἐξαίρεση τῶν προδοτῶν, τῶν συνωμοτῶν, καί τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν δημοσίων προσόδων πού ἔκαμαν κατάχρηση - ἀρκεῖ νά παρουσιάσουν τρεῖς συμπολίτες τους ὡς ἐγγυητές.92
 
Ἡ βουλή, ἀντί νά ἐνεργήσει σέ συμφωνία μέ ἕναν ἄρχοντα ἡ νά πάρει ἡ ἴδια τήν πρωτοβουλία, μπορεῖ νά κινηθεῖ καί ἀπό ἕναν ἰδιώτη. Δέχεται καταγγελίες γιά τούς ἄρχοντες πού δέν τηροῦν τούς νόμους.93 Καμιά φορά προσφεύγουν σ’ αὐτήν καί γιά ὑποθέσεις πού ἐμπίπτουν στίς συνοπτικές διαδικασίες τῆς ἀπαγωγῆς καί τῆς ἐνδείξεως. Ἔτσι διώκονται τά αὐτόφωρα ἀδικήματα καί οἱ ἔκδηλες ἐνέργειες κατά τῆς δημόσιας τάξης, ὅπως ἡ εἴσοδος σέ δημόσιο χῶρο κατά παράβαση σχετικῆς ἀπαγόρευσης ἤ ἡ συμμετοχή προσώπου πού ἔχει χάσει τά πολιτικά του δικακόματα σέ δημόσιες πράξεις.94 Σέ αὐτές τίς περιπτώσεις ὁ κατηγορούμενος συλλαμβάνεται καί ὁδηγεῖται στίς ἀρχές ἀπό πολίτες πού ἀντιλήφθηκαν τό ἀδίκημα καί παρουσιάζονται ὡς κατήγοροι ἤ ὡς μάρτυρες. Ἄλλες φορές καταφεύγουν στή δικαιοδοσία τῶν Πεντακοσίων μέ γραπτή καταγγελία, πού λέγεται φάσις: αὐτός ὁ τρόπος χρησιμοποιεῖται συνήθως ὅταν πρέπει νά προστατευτοῦν συμφέροντα τοῦ δημόσιου ταμείου καί τῶν δημόσιων κτημάτων ἤ νά τιμωρηθοῦν παραβάσεις τῶν τελωνειακῶν καί ἐμπορικῶν νόμων.95 Τέλος, ἡ βουλή παίζει σημαντικό ρόλο στήν εἰσαγγελία, τή διαδικασία πού προορίζεται νά τιμωρήσει γρήγορα τά ἐγκλήματα κατά τοῦ κράτους.
 
Παλαιότερα, ἀπόπειρες κατά τοῦ πολιτεύματος δικάζονταν μέ εἰσαγγελία ἀπό τόν Ἄρειο Πάγο - δικαίωμα πού τοῦ τό ἀναγνώριζε ἕνας νόμος τοῦ Σόλωνα.96 Ἀλλά ἡδη τήν ἐποχή τῶν μηδικῶν ἡ ἐκκλησία κράτησε γιά τόν ἑαυτό της τήν ἁρμοδιότητα σέ ὑποθέσεις πού ἀφοροϋσαν τή σωτηρία τῆς πόλης, ὅπως ἡ προδοσία ἤ ἡ ἐξαπάτηση τοῦ λαοῦ.97 Ἔπειτα ἀπό τή μεταρρύθμιση τοῦ Ἐφιάλτη ὁλα τά ἐγκλήματα πού ὑπάγονταν στήν εἰσαγγελία, ἐγκλήματα κατά τῆς ἀσφάλειας τοῦ κράτους ἤ ἐγκλήματα πού δέν πρόβλεπε ὁ νόμος, μποροῦσαν νά παραπεμφθοῦν εἴτε στή βουλή εἴτε στήν ἐκκλησία. Ὅταν ἡ εἰσαγγελία φέρεται στή βουλή,98 αὐτή ἀρχίζει μέ τό πρόβλημα ἄν ὁ κατηγορούμενος εἶναι ἔνοχος ἡ ὄχι. Σέ περίπτωση καταφατικῆς ἀπάντησης γίνεται νέα συζήτηση, γιά νά κριθεῖ ἄν ἡ ἀνώτερη ποινή πού δικαιοῦται νά ἐπιβάλει ἡ βουλή εἶναι ἀρκετή (καί ποιό θά εἶναι τό ὕψος της, στά νόμιμα ὅρια τῆς ἐπιβολῆς) ἤ ἄν ἡ ὑπόθεση πρέπει νά μεταφερθεῖ ἀπό τους θεσμοθέτες στήν ἐκκλησία ἤ στό λαϊκό δικαστήριο γιά μεγαλύτερη ποινή. Ὅταν ἡ εἰσαγγελία εἰσάγεται κατευθείαν στήν ἐκκλησία, αὐτή δέν ἀρχίζει τή διαδικασία προτοῦ ψηφίσει γιά τήν ἀποδοχή ἤ μή τῆς ἐνοχῆς. Σέ περίπτωση ἀποδοχῆς ἡ ἐκκλησία ἐπιφορτίζει τή βουλή νά συντάξει ἕνα σχέδιο ψηφίσματος πάνω στό ἐρώτημα ἄν ἡ ὑπόθεση θά δικαστεῖ ἀπό τήν ἐκκλησία ἤ θά παραπεμφθεῖ σέ δικαστήριο.
 
Ἀπό τήν ἐποχή πού μέ τόν Κλεισθένη οἱ δῆμοι ἔγιναν συστατικά κύτταρα τοῦ πολιτικοῦ σώματος, ἡ βουλή πού ἐκπροσωποῦσε τους δήμους ἔγινε τό κεντρικό ὄργανο τῆς ἀθηναϊκῆς δημοκρατίας. Ὁ Ἐφιάλτης αὔξησε τό κύρος της, δίνοντάς της τή θέση πού εἶχε ὁ Ἄρειος Πάγος στό «πολίτευμα τῶν προγόνων». Μετά ἀπό αὐτή τήν ἀποφασιστική μεταρρύθμιση, στήν ἀρχή τῶν ψηφισμάτων οἱ λέξεις «ὁ λαός ἀποφάσισε» ἀντικαταστάθηκαν ἀπό τή διατύπωση «ἡ βουλή καί ὁ λαός ἀποφάσισαν». Ὁ Ἀριστοτέλης ἀναγνωρίζει λοιπόν ὅτι ἡ βουλή στή δημοκρατία διατήρησε ἐξέχουσα θέση. Ἀλλά προσθέτει ὁτι ἔχασε δύναμη ἀφότου οἱ πολίτες ἄρχισαν νά πληρώνονται γιά νά μετέχουν στήν ἐκκλησία: «ἐπειδή – λέει - ὁ λαός στόν ὁποιο προσφέρουν μισθό παίρνει τά πάντα ἐπάνω του».99 Ὑπῆρξαν λοιπόν, στήν ἱστορία τῆς βουλῆς, δύο τελείως διαφορετικές περίοδοι.
 
Οἱ σύγχρονοί μας ἱστορικοί διαμαρτυρήθηκαν μερικές φορές γι’ αὐτήν τή διάκριση.100 Στήν πράξη, οἱ Ἀθηναῖοι του 4ου αἰώνα ἔλεγαν ὅτι ἡ πόλη τους θεμελιωνόταν σέ τρεῖς οὐσιαστικούς θεσμούς: στήν ἐκκλησία, στήν Ἠλιαία, ὁπου ὁ λαός δροῦσε ἄμεσα, καί στή βουλή, ὁπου ἔστελνε πληρεξούσιους.101 Κάθε ἐποχή οἱ πολιτικοί ἔβρισκαν στή βουλή ἕνα θαυμάσιο βῆμα, γιά νά δώσουν παλμό στήν κυβέρνηση καί στή διοίκηση. Ἔβρισκαν πάντα, ὅπως στήν ἐκκλησία, μιά μάζα βουβῶν ἀκροατῶν καί μερικούς ρήτορες (οἱ πρῶτοι χαρακτηρίζονται ἰδιῶται, οἱ δεύτεροι λέγοντες):102 ἕνας ἀρχηγός κόμματος ἀρκοῦσε νά πάρει τήν πλειοψηφία στή βουλή τῶν πεντακοσίων, γιά νά εἶναι σχεδόν βέβαιος ὅτι θά παρασύρει τό λαό καί θά ἐπιβάλει τίς ἀπόψεις του σέ ὅλους τους ἄρχοντες. Ὁ Κλέων ὡς βουλευτής ἄρχισε τό 428/7 τήν ἐκπληκτική σταδιοδρομία τοῦ δημαγωγοῦ, καί ὡς βουλευτής ὁ Δημοσθένης ἔλπισε νά λάβει πιό δραστήρια μέρος στίς διαπραγματεύσεις τοῦ 346.103
 
Μπορεῖ ὅμως νά πεῖ κανείς ὅτι ὁ Ἀριστοτέλης ἦταν θύμα τῶν προκαταλήψεών του, καί ὅτι πραγματικά δέν ὑπῆρξε σοβαρή διαφορά ἀνάμεσα στή βουλή τοῦ 5ου αἰώνα καί στή βουλή τοῦ 4ου; Ἐάν πλησιάσουμε περισσότερο στά πράγματα, ἀλλάζουμε ἐντύπωση. Ἀσφαλῶς ἡ βουλή, μέ μέλη κληρωτά καί ἔμμισθα, ἔμεινε - ὡς τίς πολιτειακές μεταβολές πού ἔγιναν κατά τό τέλος τοῦ πελοποννησιακοῦ πολέμου - τό κύριο ὄργανο τοῦ ἀθηναϊκοῦ πολιτεύματος. Ὅταν ὁ Θουκυδίδης θέλει νά δηλώσει τή δημοκρατία σέ ἀντίθεση μέ τήν ὀλιγαρχία, χρησιμοποιεῖ τήν ἔκφραση: «ὁ δῆμος καί ἡ αἱρετή βουλή» [δῆμος καί βουλή ἡ ἀπό κυάμου].104 Πράγματι, ἡ πρώτη φροντίδα τῶν ὀλιγαρχικῶν, ὁταν θριαμβεύουν τό 411, εἶναι νά διαλύσουν τή βουλή τῶν πεντακοσίων, γιά νά τήν ἀντικαταστήσουν μέ μιά βουλή τετρακοσίων, διαλεγμένη μέ μεγάλη προσοχή καί ἄμισθη. Ἄν καί ἡ βουλή τῶν πεντακοσίων ἀποκαταστάθηκε ἀπό τό κόμμα τοῦ Θηραμένη, ἡ δημοκρατία δέν θεωρήθηκε νικήτρια παρά μόνο ἀπό τήν ἡμέρα πού οἱ βουλευτές ἔγιναν καί πάλι κληρωτοί.105 Τόν 4ο αἰώνα ἡ βουλή δέν φαίνεται νά παίζει τόν ἴδιο σημαντικό ρόλο στίς ἐσωτερικές ὑποθέσεις. Βέβαια ὁ λαός, γιά τίς σχέσεις μέ τό ἐξωτερικό, δέν μπορεῖ παρά νά ἀπευθύνεται σ’ αὐτήν - καί ἀπό αὐτό τό πρίσμα πρέπει νά δικαιώσουμέ τους ἱστορικούς πού ἐπικαλοῦνται τίς μυστικές συνεδριάσεις τῆς βουλῆς, γιά νά μή δεχτοῦν ὅτι οἱ ἐξουσίες της μειώθηκαν ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Περικλῆ ὡς τήν ἐποχή τοῦ Δημοσθένη. Ἀλλά γιά τά ὑπόλοιπα, τή βλέπουμε ἀπό τότε στενά ὑποταγμένη στήν ἐκκλησία τοῦ δήμου, καί γι’ αὐτο οὔτε ὁ Ἀριστοτέλης, πού μελέτα τήν ἐσωτερική ζωή τῶν πόλεων, ἔχει ἄδικο ὅταν δηλώνει ὅτι πληρώνοντας τήν ἐκκλησία ἐξασθενίζουν τή βουλή.
--------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Αναφέρεται στου Zimmern, The greek Commonwealth..., σ. 161.
2. Αριστοτέλης, Αθηναίων Πολιτεία, 22, 2· πρβ. 21, 3· 43, 2.
3. Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. 10.
4. Αριστοτέλης, δ.π., 62, 1.
5. Θουκυδίδης, 69, 4· 66, 1· Αριστοτέλης, δ.π., 32, Ι· Inscriptiones Graecae, δ.π., στ. 7 κ.έ., 11.
6. Inscriptiones Graecae, δ.π., στ. 10· Ξενοφών, Απομνημονεύματα, I, 2, 35· Υπόθεση του Δημοσθένη, Κατ Ἀνδροτίωνος.
7. Πλάτων Κωμικός, απ. 166 κ.έ. (= Kock, Comicorum Atticorum fragmenta, τ. I, Λιψία 1880, σ. 643)· Αισχίνης, Κατά Κτησιφώντος, 62.
8. Θουκυδίδης, δ.π., 69· Αριστοτέλης, δ.π., 24, 3· 62, 2.
9. Αριστοτέλης, δ.π., 45, 3· Inscriptiones Graecae, δ.π., στ. 8 κ.έ.
10. J. Sundwall, Epigraphische Beitrage zur sozialpolitischen Ge-schichte Athens im Zeitalter des Demosthenes, Λιψία 1906, σ. 2 κ.έ.
11. Αριστοτέλης, δ.π., 62, 3.
12. στο ϊδιο, 22, 2.
13. Βλ. Daremberg - Saglio - Pottier - Lafaye, Dictionnaire..., λ. «Jusjurandum», σ. 756.
14. Glotz, Histoire grecque, τ. I, σ. 475 κ.έ., 482.
15. Αριστοτέλης, δ.π., 32, 1.
16. Θουκυδίδης, VIII, 70' Δημοσθένης, Περί της παραπρεσβείας, 190* Κατά Μειδίον, 114.
17. Δημοσθένης, Κατ’ Ἀνδροτίωνος, 36.
18. Βλ. Daremberg - Saglio - Pottier - Lafaye, δ.π., τ. I, σ. 741, είκ. 841.
19. Λυκούργος, Κατά Λεωκράτονς, 37' Αριστοφάνης, "Ορνιθες, 794 και Σχόλια.
20. Αισχίνης, Κατά Τιμάρχου, 111 κ.έ.· πρβ. Η. Lipsius, Das attische Recht und Rechtsverfahren, τ. II, Λιψία 1908, σ. 277 κ.έ.
21. Δημοσθένης, δ.π., 8, 11 κ.έ., 16, 20, 35· Αριστοτέλης, δ.π., 46, 1· Michel, Recueil..., άρ. 100, Β, στ. 5 κ.έ.
22. Αριστοτέλης, δ.π., 43, 3· Ανδοκίδης, 77ερί των μυστηρίων, 36, 45, 111· Inscriptiones Graecae, δ.π., άρ. 114' τ. II, άρ. 330· Michel, δ.π., άρ. 74, στ. 53' 604, Β, στ. 15 κ.έ.· Ξενοφών, Ελληνικά, VI, 4, 20.
23. Βλ. P. Cloche, «L'import. des pouv. de la Boule ath.», Revue des Etudes Grecques, τ. XXXIV, 1921, σ. 248 κ.έ.
24. Αριστοφάνης, Ειρήνη, 905 κ.έ. καί Σχόλια· Michel, δ.π., άρ. 72, Β, στ. 4 κ.έ.
25. Ανδοκίδης, δ.π., 84.
26. στο Ιδιο, 45· Πλούταρχος, Νικίας, 5· Ξενοφών, Ελληνικά, I, 7, 3.
27. Δημοσθένης, Περί της παραπρεσβείας, 70, καί Κατ Άριστοκρά-τους, 97.
28. Φιλόχορος, άπ. 119 (= Muller, Fragmenta..., τ. I, σ. 403).
29. Πρβ. Busolt, Griechische Staatskunde, τ. II, 1926, σ. 1027.
30. Βλ. Maurice Brillant, Les secretaires atheniens, Παρίσι 1911, σ. 23 κ.έ.
31. Αριστοτέλης, δ.π., 43, 2· πρβ. Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. II, άρ. 242, 349, 359.
32. Βλ. Busolt, δ.π., τ. II, σ. 1028, σημ. 2.
33. Αριστοτέλης, δ.π., 3· 62, 2, μέ την άποκατάσταση άπό τον Ρ. Foucart, στη Revue de Philologie, de Litterature et d'Histoire an-ciennes, τ. XLII, 1918, σ. 55 κ.έ.
34. Δημοσθένης, Περί της παραπρεσβείας, 190.
35. Αριστοτέλης, δ.π., 44, 1.
36. Δημοσθένης, Περί τον στεφάνου, 169.
37. Michel, δ.π., άρ. 70, στ. 12 κ.έ.· Αριστοφάνης, δ.π. Αριστοτέ­λης, δ.π., 43, 6· πρβ. Busolt, δ.π., τ. II, σ. 1016.
38. Αριστοφάνης, Ίππῆς, 300· Θεσμοφοριάζονσαι, 654, 754, 923, 929 κ.έ.
39. Dittenberger, Sylloge..., δ.π., άρ. 104, στ. 11 κ.έ.· 91, στ. 9 κ.έ.
40. Inscriptiones Graecae, τ. II, άρ. 864, 866, 871, 872, 1183.
41. Θουκυδίδης, VI, 14· Ξενοφών, Ελληνικά, I, 7, 14 κ.έ.· Δημοσθέ­νης, Κατά Τιμοκράτους, 22.
42. Ξενοφών, δ.π., 15· Απομνημονεύματα, I, 1, 18·  Πλάτων, Απολο­γία, σ. 32b· Δημοσθένης, Περί της παραπρεσβείας, 190.
43. Πολυδεύκης, VIII, 104' Michel, δ.π., άρ. 648, Β, στ. 2 κ.έ.· 824, ι, στ. 18 κ.έ.· ιι, στ. 12 κ.έ.· 1029.
44. Αριστοτέλης, δ.π., 46, 1.
45. Ψευδο-Ξενοφών, Αθηναίων Πολιτεία, III, 2- Inscriptiones Grae­cae, ed. minor, τ. I, άρ. 73, στ. 19· 74, π, στ. 1 κ.έ.· Αριστοτέλης, δ.π., 24, 3.
46. Αριστοτέλης, δ.π., 48, 3-4· πρβ. Inscriptiones Graecae, δ.π., άρ. 46, στ. 19 κ.έ.· 127, στ. 18 κ.έ.
47. Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. 84· Dittenberger, δ.π., 2η έκδ., άρ. 587, στ. 28, 296, 301· Michel, δ.π., άρ. 1459, στ. 25· 648, Β, στ. 6 κ.έ.· 680.
48. Βλ. Brillant, .π., σ. 17 κ.έ., 25 κ.έ., 22, 7 κ.έ.· Schultess, στδ Pauly - Wissowa - Kroll, δ.π., τ. VII, σ. 1710 κ.έ.
49. Βλ. Larfeld, Handbuch..., τ. II, π, σ. 644 κ.έ Brillant, .π., σ. 11 κ.έ.
50. Ψευδο-Πλούταρχος, Βίοι των δέκα ρητόρων, Λυκούργος, 11, σ. 841f.
51. Βλ. Brillant, .π., σ. 27 κ.έ.
52. Είναι αύτό πού ο'ι επιγραφικοί δνομάζουν νόμο τον Ferguson (δ.π., σ. 53 κ.έ.).
53. στο ϊδιο, σ. 97 κ.έ.· πρβ. Busolt, δ.π., τ. II, σ. 1040 κ.έ.
54. Αριστοτέλης, 54, 3-5" Θουκυδίδης, VII, 10.
55. Αριστοφάνης, Ἀχαρνῆς, 45, 123, 172· Θεσμοφοριάζουσαι, 271· Δημοσθένης, Περί της παραπρεσβείας, 70.
56. Βλ. έδώ, σ. 171, 189.
57. Michel, δ.π., άρ. 10, στ. 5· 80, Β, στ. 52· 105, στ. 9· 110, στ. 48.
58. Ψευδο-Ξενοφών, III, 2.
59. Βλ. Larfeld, δ.π., τ. II, π, σ. 690.
60. Βλ. P. Cloche, δ.π., σ. 254-258.
61. Δημοσθένης, Κατ Άριστοκράτονς, 87· Ψευδο-Δημοσθένης, Κατά Εύέργου, 34.
62. Αριστοτέλης, δ.π., 47, 1· 49, 5· πρβ. Τευδο-Ξενοφών, ὅ.π
63. Βλ. P. Cloche, δ.π., σ. 258 κ.έ.
64. Michel, δ.π., άρ. 71, στ. 30· Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. II, άρ. 16.
65. Θουκυδίδης, V, 47, 9· Βλ. W. Larfeld, δ.π., σ. 727 κ.έ.
66. Ψευδο-Ξενοφών, δ.π Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. 63-66, 218· Michel, δ.π., άρ. 70, 72.
67. Αριστοτέλης, δ.π., 42, 2· Michel, δ.π., άρ. 610.
68. Ξενοφών, Ιππαρχικός, I, 8, 13· Αριστοτέλης, δ.π., 49, 1-2· πρβ. Albert Martin, Les cavaliers atheniens, Παρίσι 1886, σ. 328 κ.έ.
69. Βλ. Inscriptiones Graecae, τ. II, άρ. 802 κ.έ Αριστοτέλης, δ.π., 46, 1· πρβ. Busolt, δ.π., τ. II, σ. 1032, 1049.
70. Ψευδο-Δημοσθένης, Κατά Ενέργον, 42· Ξενοφών, Ελληνικά, VI, 2, 12 καί 14.
71. Ψευδο-Ξενοφών, δ.π.· Λυσίας, Κατά Νικομάχον, 22.
72. Αριστοτέλης, δ.π., 47, 5· 48, 1· πρβ. Ανδοκίδης, Περί των μυ­στηρίων, 79, 93, 134· Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτους, 11, 144.
73. Δημοσθένης, Κατά Μειδίου, 161 · Michel, δ.π., άρ. 71, στ. 40 κ.έ.
74. Αριστοτέλης, δ.π., 49, 4· Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. 54, στ. 10 κ.έ.
75. Αριστοτέλης, δ.π., 48, 2.
76. Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. II, άρ. 330, στ. 18 κ.έ Michel, δ.π., άρ. 108.
77. Michel, δ.π., άρ. 75, στ. 20· Αριστοτέλης, δ.π., 47, 1· Inscriptio­nes Graecae, δ.π., άρ. 840.
78. Πρβ. Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. Ill, 54, 84.
79. στο ίδιο, άρ. 24· 115, στ. 8.
80. Αριστοτέλης, δ.π., 46, 2.
81. Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. 88" πρβ. άρ. 24-25· βλ. Pogorelski - Hiller von Gaertringen, στο Sitzungsberichte der Preuss. Akad. d. Wiss. zu Berlin, 1922, σ. 187 κ.έ βλ. Pogorelski καί Dinsmoor, στδ American Journal of Archaeology, 1923, σ. 314-317 καί 318-325, άντίστοιχα.
82. Αριστοτέλης, δ.π., 49, 3· πρβ. 47, 1· 60, 1.
83. Michel, δ.π., άρ. 100.
84. Δημοσθένης, Περί της παραπρεσβείας, 128· Δείναρχος, Κατά Δημοσθένους, 82. Βλ. έδώ, σ. 201.
85. Michel, δ.π., άρ. 71, στ. 22 κ.έ., 30 κ.έ., 58 κ.έ.· 674, στ. 6 κ.έ., 20, 41 κ.έ., 80.
86. Αριστοτέλης, δ.π., 42, 2 (πρβ. Λυσίας, Περί της Ευάνδρου δοκι­μασίας, 21· Κατά Θεομνήστου, 31)· 49, 1-2 (πρβ. Ξενοφών, Οικονομικός, IX, 15)· 4 (πρβ. Λυσίας, Υπέρ τοῦ άδυνάτου, 26)· 45, 3· 55, 2.
87. στο Ιδιο, 45, 1-2 (πρβ. 41, 2· 46, 2)· Inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. 114, στ. 32· Michel, δ.π., άρ. 71, στ. 58· 604, Β, στ. 10 κ.έ.· Ψευδο-Δημοσθένης, Κατά Εύέργου, 43.
88. Βλ. Η. Lipsius, δ.π., τ. I, Λιψία 1905, σ. 45 κ.έ.
89. inscriptiones Graecae, ed. minor, τ. I, άρ. 114, στ. 37. Βλ. Ρ. Cloche, «Le Conseil ath. des Cinq Cents et la peine de mort», Re cue des Etudes Grecques, τ. XXXIII, 1920, σ. 1 κ.έ.
90. Αριστοτέλης, δ.π., 40, 2· Λυσίας, Κατά των σιτοπωλών, 2.
91. Michel, δ.π Inscriptiones Graecae, τ. II, άρ. 167, στ. 25.
92. Δημοσθένης, Κατά Τψοκράτους, 96, 144.
93. Αριστοτέλης, δ.π., 45, 2· Αντιφών, Περί χορευτοῦ, 12, 35· Ψευ-δο-Δημοσθένης, Κατά Εύέργου, 41.
94. Ανδοκίδης, Περί των μυστηρίων, 91, 111· Αριστοφάνης, Θεσμο­φοριάζουσαι, 654, 764, 1084.
95. Αριστοφάνης, Ίππῆς, 300· Ισοκράτης, Τραπεζιτικός, 42· Κατά Καλλιμάχου, 6.
96. Αριστοτέλης, δ.π., 8, 4.
97. Λυκούργος, Κατά Λεωκράτους, 117· Ηρόδοτος, VI, 136.
98. Michel, δ.π., άρ. 71, στ. 58· Ξενοφών, Ελληνικά, I, 7, 3· Λυσίας, Κατά Νικομάχου, 22.
99. Αριστοτέλης, Πολιτικά, VII (VI), 1, 9· πρβ. VI (IV), 12, 8-9.
100. Πρβ. Wilamowitz-Moellendorff, Aristoteles..., τ. II, σ. 198· Ρ. Cloche, στη Revue des Etudes Grecques, τ. XXXIV, 1921, σ. 233 κ.έ.
101. Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτονς, 9, 99· Κατ’  Ἀριστοκράτους, 97· Ζ7ρός Λεπτίνην, 100· Ψευδο-Δημοσθένης, Κατ’ Ἀριστογείτονος Α, 20.
102. Δημοσθένης, Κατ’  Ἀνδροτίωνος, 36 κ.έ.· πρβ. Michel, δ.π., άρ. 100.
103. Πρβ. Georg Busolt, Griechische Geschichte, τ. Ill, ιι, Γκότα 1904, σ. 998· P. Cloche, δ.π., σ. 260 κ.έ.
104. Θουκυδίδης, VIII, 66· πρβ. 69.
105. Ανδοκίδης, δ.π., 96.