Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Διαγενεακή ψυχική μετάδοση

Πολλοί έχουν γράψει πολλά για τη διαγενεαλογική ψυχική μετάδοση (μιμίδια). Τα τραυματικά γεγονότα στη γενεαλογία κάποιου είναι μερικές φορές η πηγή συμπτωμάτων, που δεν έχουν εξηγήσεις ερεθίσματος-απόκρισης ή γεγονότος-συνέπειας στις ατομικές ιστορίες. Η παρέμβαση μέσω εργαλείων που έχουν διαμορφωθεί ειδικά για τη διαγενεακή θεραπεία, έχει επιφέρει σημαντικά συναισθηματικά και συμπεριφορικά αποτελέσματα, οδηγώντας σε βαθιά μετασχηματιστικές διαδικασίες (Schmidt, 2020).

Στο παρόν άρθρο γίνεται αναφορά στην ψυχική μετάδοση ανά τις γενεές, δίνεται έμφαση στα στοιχεία της μετάδοσης, δηλαδή στο τι μεταδίδεται ως ψυχική κληρονομιά και γίνεται ανάλυση του οικογενειακού μύθου, που αφορά σε πληροφορίες ή μυστικά που διαμορφώνουν τις οικογενειακές ιστορίες, είτε μέσω της συγκάλυψης είτε μέσω της διαστρέβλωσης των πραγματικών γεγονότων και τις συνέπειες αυτών των εξελίξεων σε ατομικό επίπεδο για παιδιά και ενήλικες.

Ο τρόπος δράσης των πυρηνικών οικογενειών, μοιάζει να έχει προσχεδιαστεί από τις οικογένειες καταγωγής. Ειδικοί κανόνες και αξίες στο οικογενειακό σύστημα, έχουν εγκατασταθεί κατά τη διάρκεια της πορείας της οικογένειας και όλα αυτά είναι ικανά να προκαλέσουν πίεση και δημιουργία συμπτωμάτων. Μέσα από αυτή την προοπτική, οι ψυχικές δυσλειτουργίες είναι ένας κρίκος μιας μακράς αλυσίδας κρίκων πολλών γενεών (Γεωργιάδης, 2017).

Τα ανθρώπινα όντα γεννιούνται σε μια οικογένεια που τους μεταδίδει μια συνειδητή και ασυνείδητη κληρονομιά που περιλαμβάνει ορατές ή αόρατες οικογενειακές, φυλετικές, πολιτιστικές, θρησκευτικές και εθνικές πίστες (Ancelin- Schutzenberger, 2004).

Θεωρίες πάνω στη μετάδοση του ψυχισμού, υπονοούν πως το υποκείμενο προκαθορίζεται από κάτι που είναι πάνω από το ίδιο, δηλαδή την ομάδα. Σε ένα υποκείμενο συνυπάρχουν πολυάριθμοι διυποκειμενικοί ψυχικοί χώροι, των οποίων τα μορφώματα μεταφέρονται ψυχικά. Αυτά, κληρονομούνται με διάφορους τρόπους, όπως η ταύτιση και η ενσωμάτωση των ιδιαίτερων απαιτήσεων της ομάδας. Έτσι, μεταδίδονται οι αξίες, οι ιδεολογίες, οι μηχανισμοί άμυνας, οι οικογενειακοί μύθοι και οι τελετουργίες (Γεωργιάδης, 2017).

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΜΕΤΑΔΟΣΗΣ

Ορισμένα ψυχικά μορφώματα μεταφέρονται διαγενεακά και έχουν βαρύτητα, καθώς διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο του ατόμου, της οικογένειας και της γενιάς του. Συνήθως συνδέονται με ισχυρό συναισθηματικό βίωμα ή ψυχικό τραύμα (Γεωργιάδης, 2017). Για παράδειγμα, όταν σε ένα παιδί του αποκρύπτεται κάτι σοβαρό, το οποίο ωθείται να μαντέψει, ενώ ταυτόχρονα του απαγορεύεται σιωπηρά να το θίξει. Αυτή η αντιφατική παραίνεση γεννά δυσλειτουργίες στην ψυχική συγκρότησή του. Έτσι το τραύμα που βίωσε και αποσιώπησε η πρώτη γενιά, μεταπηδά στη δεύτερη, ακόμη και στην τρίτη (Tisseron, 2014).

Ενδο-οικογενειακά ψυχικά μορφώματα, τα οποία μεταφέρονται διαγενεακά, μπορεί είναι (Γεωργιάδης, 2017):Μυστικό

Μπορεί να αφορά σε θέματα υιοθεσίας, κακοποίησης, οικονομικής καταστροφής κ.α. Κεντρική θέση κατέχει η ύπαρξη ανεπεξέργαστου τραύματος σε συνδυασμό με την απόκρυψη και την αποσιώπηση ενός μυστικού (secret) (Γεωργιάδης, 2017). Συχνά το μυστικό συνδέεται με αίσθημα ντροπής (Tisseron, 2014).

Τα μυστικά από μόνα τους δεν είναι ούτε καλά ούτε κακά. Γίνονται πρόβλημα από τη στιγμή που αιχμαλωτίζουν και πονούν μέλη της οικογένειας μέχρι την τρίτη γενιά.

Το μυστικό αποκτά παθολογικές διαστάσεις, όταν απαγορεύεται να μάθουμε περί τίνος πρόκειται ή ακόμη και να υποθέσουμε πράγματα σχετικά με αυτό (Tisseron, 2014).

Το παιδί, ως φορέας του μυστικού, μπορεί να ταυτιστεί με ένα κομμάτι της ταυτότητας του γονέα που σχετίζεται με το μυστικό. Έτσι ένας έφηβος μπορεί να είναι επιφορτισμένος με κάποια σημαντικά χαρακτηριστικά, τα οποία παραπέμπουν σε συναισθήματα ντροπής. Το γεγονός ότι κουβαλάει κανείς ένα τέτοιο μυστικό τροποποιεί την ύπαρξη του. Και αυτός ο τρόπος ύπαρξης κληρονομείται, μεταβιβάζεται από γενιά σε γενιά, και επιστρέφει με κάποια νέα μορφή (σύμπτωμα) (Tisseron, 2014).Ονοματοδοσία

Το ανεπεξέργαστο ή άλυτο πένθος των γονέων διευκολύνεται, όταν ένας απόγονος φέρει το όνομα ενός αγαπημένου εκλιπόντος. Το όνομα αποτελεί μια συμβολική εγγραφή, που παραπέμπει στην ιστορία της οικογένειας και μπορεί να αποτελέσει σημαντικό παράγοντα στην ανάπτυξη κάθε παιδιού (Γεωργιάδης, 2014). Δεν είναι αρνητική ή θετική αυτή η ονοματοδοσία, αρκεί να είναι ανεμπόδιστη από άλυτα συναισθηματικά θέματα, να είναι ξεκάθαρη και φροντισμένη. Να έχει το στοιχείο της συνέχισης της ζωής και όχι της άρνησής της.Οικογενειακός μύθος

Ο οικογενειακός μύθος σχετίζεται με πεποιθήσεις των μελών της οικογένειας και τον τρόπο αλληλεπίδρασής τους. Ο ίδιος παράγεται συλλογικά, όχι ατομικά, δηλαδή διαμορφώνεται από πολλούς ανθρώπους μέσω των αφηγήσεων τους και προδιαγράφει τους ρόλους και τις ιδιότητες που αναλαμβάνουν τα μέλη μιας οικογένειας μέσα στην αμοιβαιότητα τους (Γεωργιάδης, 2017).Η αόρατη νομιμοφροσύνη

Σύμφωνα με τον Boszormenyi-Nagy, στις οικογένειες υπάρχει ένα είδος αόρατου βιβλίου, στο οποίο καταγράφονται οι οικογενειακές σχέσεις (Γεωργιάδης, 2017· DiBlasio, 1998). Μέσω των προηγουμένων γενεών έχει συσσωρευτεί μια βαριά κληρονομιά που αφορά σε ψυχικές οφειλές και αδικίες. Ως ψυχική κληρονομιά νοείται ένα διαγενεακό ένταλμα (εντολή). Η κληρονομιά περιλαμβάνει θετικά και αρνητικά στοιχεία. Η εντολή είναι μια υποχρέωση, μια λειτουργία που δίνει ένα πρόσωπο σε έναν άλλο. Η αθέατη αυτή νομιμοφροσύνη μεταξύ των γενεών, μπορεί να χαρακτηρίζεται από την επανάληψη του ίδιου ρόλου, της ίδιας κοινωνικής κατάστασης, ενός προβλήματος που δεν έχει επιλυθεί. Ακόμη και η γεωγραφική απόσταση δεν απελευθερώνει από τα “επιβεβλημένα” χρέη κάποιου προς την οικογένεια (Γεωργιάδης, 2017).

Ο μύθος προστατεύει την οικογένεια από το να αντιμετωπίζει οδυνηρές αλήθειες (Σαμιωτάκης, 2004). Γίνεται αντιληπτός και ερμηνεύεται μέσω της μελέτης του οικογενειακού γενεαλογικού δένδρου. Πλέκεται πάνω στην αποσιώπηση και την άγνοια για τα πραγματικά γεγονότα, ενώ υποβόσκουσα κεντρική του στόχευση είναι η αποκάλυψη της αλήθειας (Γεωργιάδης, 2017).

Μύθοι υγιούς οικογένειας

«Η υγιής οικογένεια είναι αυτή η οποία συνεχίζει να αναπτύσσεται παρά τα όποια προβλήματα συναντάει στην πορεία της» (Whitaker & Keith, 1981). Αντιμετωπίζει το άγχος και τα προβλήματα χωρίς να τα εναποθέτει όλα σε ένα μέλος της οικογένειας. Πάντα επιδιώκει να διευρύνει την εμπειρία της. Όλες οι οικογένειες έχουν μύθους. Η υγιής οικογένεια ενέχει έναν εξελισσόμενο μύθο, ο οποίος της επιτρέπει να ταξιδεύει μέσα από τους κύκλους της οπισθοδρόμησης (regression) και της ανασυγκρότησης (reintegration). Η οικογένεια αυτή δεν αποκλείεται να έχει συμπτώματα, ωστόσο συνεχίζει να αναπτύσσεται και να αυξάνει τις εμπειρίες της (Σαμιωτάκης, 2004).

Ο μύθος ως δυσλειτουργία της οικογένειας

Το άτομο επισκιάζεται από τις ψυχολογικές άμυνες, οι οποίες συγκαλύπτουν τα αληθινά συναισθήματα ενός ατόμου, τόσο από τον εαυτό του και από τους άλλους. Οι οικογενειακοί μύθοι (family myths) (Ferreira, 1963), απλουστεύουν και παραποιούν την πραγματικότητα. Ένας τυπικός μύθος είναι αυτός της οικογενειακής αρμονίας (the myth of family harmony), ο οποίος στο απώτατο άκρο του παίρνει τη μορφή της «ψευδοαμοιβαιότητας» (pseudo-mutuality) που βρίσκουμε κυρίως στις έντονα δυσλειτουργικές οικογένειες (Stirling, 1977).

Η περιφρούρηση ενός µυστικού οδηγεί σε φαύλο κύκλο. Όσο μεγαλύτερη είναι η αγωνία για το τι θα επιφέρει η αποκάλυψη του μυστικού, τόσο περισσότερο διαστρεβλώνεται η οικογενειακή πραγματικότητα (Imber-Black, 1998) η οποία γίνεται όλο και πιο σαγηνευτικά μοναδική και σταθερά συνδεδεμένη με τις προηγούμενες γενεές (Dallos 1997).

Το τραύμα σχετίζεται με μια σιωπή, που αφορά σε μια αόρατη οικογενειακή αφοσίωση και ενισχύεται μέσα από την οικογενειακή αναγκαία προστασία (Ancelin- Schutzenberger, 2004). Οι ενήλικες “προστατεύουν” τα παιδιά από απαιτητικά γεγονότα ή στοιχεία, μοιραία όμως τα τοποθετούν σε θέση: ανίκανου ακροατή, παθητικού παρατηρητή, δημιουργούς άλυτων υποθέσεων ή αναπάντητων ερωτημάτων, θέτοντας ισχυρές βάσεις σε αναπάντητα “γιατί”, παρά σε ενεργητικά “πώς”. Οι ενήλικες ταυτόχρονα επιβαρύνονται εξαιρετικά από τη διατήρηση του μυστικού, το οποίο ελέγχει τις σχέσεις και τις αντιδράσεις τους, μέσα σε μια κυκλική προοπτική χωρίς διέξοδο.

Μέσω της ατομικής ή οικογενειακής ψυχοθεραπείας αλλάζουν οι αντοχές περιφρούρησης των μυστικών, οι ρόλοι μέσα στην οικογένεια, οι άνθρωποι αντέχουν περισσότερο τις αλλαγές και τις ψυχικές μετακινήσεις, ενώ με θάρρος αφουγκράζονται άλλες οπτικές της πραγματικότητας. Συναισθήματα αδικίας, περιθωριοποίησης και ντροπής λεκτικοποιούνται και επεξεργάζονται ανάλογα με τον ρυθμό του κάθε θεραπευόμενου, τα χαρακτηριστικά τις ιστορίας και του περιβάλλοντός του.

Hegel: Πώς νοείται η Γνώση και η σχέση Γνώσης;

HEGEL: 1770–1831

ΓΝΩΡΙΖΕΙΝ–ΓΝΩΣΗ

Ι. Εισαγωγικές παρατηρήσεις

1. Ο Χέγκελ διακρίνει συνήθως, μέσα στα κείμενά του, το γνωρίζειν (γερμανικά: Erkennen) από τη γνώση (γερμανικά: Wissen): γνωρίζειν και γνώση αλληλοσυνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Γνωρίζω ένα αντικείμενο με την έννοια του Erkennen σημαίνει γνωρίζω ή έχω γνώση κατά ένα διαμεσολαβημένο τρόπο. Το Erkennen κατανοείται ως διαδικασία, κίνηση, σχέση γνώσης,

2. Η φύση του γνωρίζειν συνυφαίνεται ουσιαστικά με την βαθύτερη επιδίωξη του Χέγκελ να ανυψώσει τη φιλοσοφία σε επιστήμη. Δομεί και εκφράζει τον προγραμματικό λόγο αυτής της φιλοσοφίας και συναφώς στρέφεται ενάντια στον φορμαλισμό που συλλαμβάνει το απόλυτο ως μια κενή περιεχομένου μορφή ή άμεσα, όπου όλες οι αγελάδες είναι μαύρες. Βάση για την κατανόηση της φύσης του γνωρίζειν αποτελεί η περίφημη ρήση του Προλόγου της Φαινομενολογίας: «να συλλάβουμε και να εκφράσουμε το αληθές όχι ως υπόσταση, αλλά εξίσου και ως υποκείμενο». Το να συλλαμβάνουμε εννοιολογικά το αληθές ή το απόλυτο ως υποκείμενο σημαίνει να γνωρίζουμε ότι αυτό έχει τη φυσιογνωμία της υποκειμενικότητας.

3. Συναφώς, το γνωρίζειν συνδέεται με τα χαρακτηριστικά της υποκειμενικότητας: ενέργεια, ως ενέργεια του απόλυτου ή ως αυτοκινησία της έννοιας ή ως αυτo-αναφορά του εαυτού.

4. Το γνωρίζειν, ως ενεργείν της διάνοιας, συλλαμβάνει τα υπάρχοντα αντι-κείμενα στην προσδιορισμένη τους διαφορά.

5. Η ψυχή του επιστημονικού, ήτοι του φιλοσοφικού γνωρίζειν είναι ο διαλεκτικός του χαρακτήρας.

ΙΙ. Κείμενα

1. Γνωρίζειν και Νοείν

1.1. «Ο πιο τέλειος τρόπος [ήτοι μέθοδος] του γνωρίζειν είναι εκείνος/η που έχει θέση μέσα στην καθαρή μορφή του νοείν. Εδώ, ο άνθρωπος συμπεριφέρεται με έναν τρόπο ελεύθερο πέρα για πέρα. Το γενικό αξίωμα της φιλοσοφίας είναι τούτο: η μορφή του νοείν είναι η απόλυτη τοιαύτη και η αλήθεια εμφανίζεται μέσα σ’ αυτή όπως είναι καθεαυτήν και διεαυτήν. Η απόδειξη για την ισχύ τούτου του αξιώματος έγκειται, κατ, αρχήν, στο να δείξουμε ότι εκείνες οι άλλες μορφές του γνωρίζειν είναι περατές» W 8, 87.

1.2. «Εάν συγκρίνουμε τις διάφορες μορφές του γνωρίζειν μεταξύ τους, τότε μπορεί η πρώτη μορφή, εκείνη της άμεσης γνώσης, να φαίνεται εύκολα ως η πιο κατάλληλη, η πιο ωραία και η ύψιστη μορφή. Ετούτη περικλείει καθετί που στην ηθική σφαίρα αποκαλείται αθωότητα καθώς επίσης θρησκευτικό συναίσθημα, απλή εμπιστοσύνη, αγάπη, αφοσίωση και φυσική πίστη. Οι άλλες δύο μορφές, πρώτον εκείνη του αναστοχαστικού γνωρίζειν και δεύτερον το φιλοσοφικό γνωρίζειν αφήνουν πίσω τους εκείνη την άμεση φυσική ενότητα» ό.π.

1.3. «Το γνωρίζειν είναι πράγματι προσδιορίζον και προσδιορισμένο νοείν∙ εάν ο Λόγος είναι μόνο ένα κενό, αόριστο νοείν, τότε δεν σκέπτεται τίποτα» ό.π., 127.

1.4. «Η απαρχή της Λογικής είναι το ίδιο με την απαρχή της καθαυτό ιστορίας της φιλοσοφίας. Αυτή η απαρχή ανάγεται στην Ελεατική φιλοσοφία και ειδικότερα στη φιλοσοφία του Παρμενίδη, ο οποίος συλλαμβάνει το απόλυτο ως το Είναι, καθώς αποφαίνεται: «το Είναι μόνο είναι και το Μηδέν δεν είναι». Αυτό πρέπει να λαμβάνεται ως η αυθεντική απαρχή της φιλοσοφίας, διότι η φιλοσοφία ως τέτοια είναι στοχαστικό γνωρίζειν[1]» ό.π., 185.

1.5. «Το γνωρίζον νοείν[2] δεν σταματά σε εκείνες τις μορφές [του χώρου και του χρόνου]∙ συλλαμβάνει τα πράγματα στην έννοιά τους που περιέχει μέσα της τον χώρο και το χρόνο ως ανηρημένα στάδια» W 10, 253.

1.6. «Βέβαια το νοείν πρέπει να μην παραμένει ένα αφηρημένο, απλώς μορφικό νοείν –διότι τούτο κατακερματίζει το περιεχόμενο της αλήθειας– αλλά να εξελίσσεται σε συγκεκριμένο νοείν, σε κατανοητικό γνωρίζειν»[3] ό.π., 284.

1.7. «Στην αρχή, το νοείν γνωρίζει[4] την ενότητα του υποκειμενικού και του αντικειμενικού ως εντελώς αφηρημένη, απροσδιόριστη, απλώς βέβαιη, όχι πεπληρωμένη και επαληθευμένη. Όθεν, η προσδιοριστικότητα του έλλογου περιεχόμενου εξακολουθεί να είναι εξωτερική σε τούτη την ενότητα, επομένως μια δεδομένη προσδιοριστικότητα, –εξ ου και το γνωρίζειν είναι απλώς μορφικό. Επειδή όμως αυτή η προσδιοριστικότητα, καθεαυτήν [=δυνάμει], περιέχεται μέσα στο στοχαστικό γνωρίζειν, ο προαναφερθείς φορμαλισμός αντιφάσκει σε τούτο εδώ και γι’ αυτό αναιρείται από το νοείν» W 10, 284–85.

1.8. «Επειδή το κατανοητικό γνωρίζειν, μέσα στο αντι-κείμενο, είναι απόλυτα κοντά στον ίδιο του τον εαυτό, πρέπει να γνωρίζει ότι οι προσδιορισμοί του είναι προσδιορισμοί του Πράγματος [δηλ. του αντικειμένου] και ότι αντίστροφα οι αντικειμενικά ισχύοντες προσδιορισμοί, αυτοί που είναι στο αντικείμενο, είναι δικοί του» ό.π., 287.

1.9. «Το Πράγμα έχει εν γένει ως εξής: χάρη στο γνωρίζειν ο άνθρωπος είναι αθάνατος∙ διότι μόνο σκεπτόμενος παύει να είναι θνητή, ζωώδης ψυχή και ανυψώνεται σε ελεύθερη, καθαρή ψυχή. Το γνωρίζειν, το νοείν είναι η ρίζα της ζωής του, της αθανασίας του, ως ολότητα εν εαυτώ. Η ζωώδης ψυχή είναι βυθισμένη στη σωματικότητα, ενώ το πνεύμα είναι η ολότητα εν εαυτώ» W 17, 262.

1.10. «Πώς πρέπει να διερευνάται ο Λόγος; Αναμφίβολα με έλλογο τρόπο∙ η διερεύνηση επομένως τούτη είναι η ίδια έλλογο γνωρίζειν. Για τη διερεύνηση του γνωρίζειν δεν υπάρχει άλλος δρόμος παρά εκείνος του γνωρίζειν. Είμαστε λοιπόν υποχρεωμένοι να γνωρίζουμε τον Λόγο∙ και ό,τι θέλουμε να κάνουμε, υποτίθεται βεβαίως πως είναι ένα έλλογο γνωρίζειν. Με αυτό τον τρόπο, συνεπώς, θέτουμε μια απαίτηση που αυτό-αναιρείται. Είναι η ίδια απαίτηση με εκείνη που μαρτυρείται σε ένα ανέκδοτο, όπου ένας σχολαστικός δηλώνει ότι δεν θέλει να μπει στο νερό, πριν μάθει να κολυμπά» Vorlesungen über die Philosophie der Religion, 78–79.

2. Γνωρίζειν και Γνώση

2.1. «Γνωρίζειν [με την έννοια του Erkennen] δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά το να γνωρίζουμε (Wissen) το αντι-κείμενο σύμφωνα με το προσδιορισμένο του περιεχόμενο. Αλλά ένα προσδιορισμένο περιεχόμενο εμπεριέχει μια πολλαπλή συνάφεια με τον εαυτό του και θεμελιώνει μια συνάφεια με πολλά άλλα αντι-κείμενα» W 8, 123.

2.2. «Η αληθινή και θετική σημασία των αντινομιών συνίσταται γενικώς σε τούτο, ότι καθετί το πραγματικό περιέχει μέσα του αντί-θετους προσδιορισμούς και ότι επομένως το γνωρίζειν και ακριβέστερα το συλλαμβάνειν στην έννοιά του ένα αντι-κείμενο ισοδυναμεί, για την ακρίβεια, με το να έχουμε συνείδηση τούτου του αντι-κειμένου ως μιας συγκεκριμένης ενότητας αντί-θετων προσδιορισμών» ό.π., 128.

2.3. «Όταν η πλατωνική Φιλοσοφία λέει ότι αναθυμόμαστε τις Ιδέες, αυτό έχει το νόημα ότι οι Ιδέες υπάρχουν καθεαυτές μέσα στον άνθρωπο και όχι (όπως ισχυρίζονταν οι σοφιστές) ως κάτι ξένο προς τον άνθρωπο, ως κάτι που έρχεται απ’ έξω. Σε κάθε περίπτωση, η σύλληψη του γνωρίζειν ως ανάμνησης δεν αποκλείει την ανάπτυξη αυτού που υπάρχει καθεαυτό μέσα στον άνθρωπο∙ και τούτη η ανάπτυξη δεν είναι τίποτε άλλο παρά διαμεσολάβηση» ό.π., 158.

2.4. «Έχει καταδειχθεί ως πραγματικά εσφαλμένο το να λέγεται ότι υπάρχει μια άμεση γνώση, μια γνώση χωρίς διαμεσολάβηση, είτε με κάτι άλλο είτε εσωτερικά με τον εαυτό. Παρόμοια έχει δειχτεί ως πραγματική αναλήθεια το να λέγεται ότι το νοείν προχωρεί μόνο με περατούς και εξαρτημένους προσδιορισμούς, διαμεσολαβημένους από κάτι άλλο και ότι αυτή η ίδια η διαμεσολάβηση δεν αναιρείται μέσα στη διαμεσολάβηση. Αλλά το παράδειγμα για το γεγονός ότι υπάρχει ένα τέτοιο γνωρίζειν, το οποίο δεν κινείται ούτε σε μονομερή αμεσότητα ούτε σε μονομερή διαμεσολάβηση, είναι η Λογική και ολόκληρη η φιλοσοφία» ό.π., 164-65.

2.5. «Η πρόσφατη θεωρία [του Jacobi περί άμεσης γνώσης], απεναντίας, κατέληξε στο αποτέλεσμα –σημαντικό για λογαριασμό του (§ 62)– ότι το γνωρίζειν, το οποίο προχωρεί με πεπερασμένες διαμεσολαβήσεις, γνωρίζει μόνο ό,τι είναι πεπερασμένο και δεν περιέχει καμιά αλήθεια∙ απαιτεί ωστόσο από τη συνείδησή μας περί θεού να μένει ανεξέλικτη σε εκείνη την [άμεση] πίστη που είναι μάλιστα εντελώς αφηρημένη» ό.π., 166-67.

2.6. «Η διανόηση βρίσκει τον εαυτό της προσδιορισμένο∙ πρόκειται για τη φαινομενική της όψη, την οποία λαμβάνει ως αφετηρία μέσα στην αμεσότητά της∙ αλλά ως γνώση, η διανόηση έγκειται στο να μεταχειρίζεται καθετί το ευρισκόμενο ως δικό της. Η δραστηριότητά της έχει να κάνει με την κενή μορφή, με το γεγονός ότι βρίσκει τον Λόγο∙ ο σκοπός της δε συνίσταται σε τούτο: η έννοιά της να είναι γι’ αυτήν, δηλαδή η ίδια η διανόηση διεαυτήν [=ενεργεία] να είναι Λόγος, με τον οποίο δια μας το περιεχόμενο γίνεται γι’ αυτήν έλλογο. Τούτη η δραστηριότητα είναι το γνωρίζειν. H απλώς μορφική γνώση, που είναι η βεβαιότητα, ανυψώνεται σε προσδιορισμένη και εννοιολογική γνώση, καθώς ο Λόγος είναι συγκεκριμένος» W 10, 240.

2.7. «Το γνωρίζειν πρέπει σαφώς να διακρίνεται από την απλή γνώση. Γιατί η συνείδηση είναι ήδη γνώση. Το ελεύθερο πνεύμα όμως δεν αρκείται στην απλή γνώση∙ θέλει να γνωρίσει (erkennen), δηλαδή δεν θέλει μόνο να ξέρει (wissen) ότι ένα αντι-κείμενο υπάρχει και τι είναι το ίδιο γενικά και ως προς τους τυχαίους, εξωτερικούς του προσδιορισμούς, αλλά και σε τι συνίσταται η καθορισμένη ουσιαστική φύση του αντι-κειμένου. Αυτή η διάκριση ανάμεσα στη γνώση και το γνωρίζειν είναι κάτι το εντελώς συνηθισμένο στην καλλιεργημένη σκέψη. Έτσι λέμε για παράδειγμα: αν και ξέρουμε (wissen) ότι υπάρχει θεός, δεν μπορούμε εν τούτοις να τον γνωρίσουμε (erkennen). Το νόημα αυτού του ισχυρισμού είναι ότι ναι μεν έχουμε μια απροσδιόριστη παράσταση της αφηρημένης ουσίας του θεού, δεν μπορούμε ωστόσο να συλλάβουμε εννοιακά ή κατανοητικά (begreifen) την προσδιορισμένη, συγκεκριμένη του φύση» ό.π.,244.

2.8. «Η αρχή της άμεσης γνώσης δεν μένει ακίνητη σε αυτή την απλή προσδιοριστικότητα, σε αυτό το αφελές περιεχόμενο και δεν εκφράζεται απλώς καταφατικά, αλλά προβαίνει πολεμικά ενάντια στο γνωρίζειν και κατευθύνει την επίθεσή της ειδικά ενάντια στο γνωρίζειν και το συλλαμβάνειν τον θεό στην έννοιά του. Δεν μας διδάσκει απλώς ότι πρέπει να πιστεύουμε και να γνωρίζουμε[5] με έναν άμεσο τρόπο, δεν υποστηρίζει μόνο ότι η συνείδηση του θεού συνδέεται με τη συνείδηση του εαυτού, αλλά ότι η σχέση προς τον θεό είναι μόνο άμεση. Η αμεσότητα της ενδοσυνάφειας λαμβάνεται ως τέτοια που αποκλείει τον εναλλακτικό προσδιορισμό της διαμεσολάβησης και η φιλοσοφία, επειδή είναι διαμεσολαβημένη γνώση, ότι δεν είναι παρά μια περατή γνώση του περατού» W 16, 50–51.

2.9. «Ως εκ τούτου, η αμεσότητα αυτής της γνώσης υποτίθεται ότι δεν προχωρεί πέρα από τούτο: πως ξέρουμε ότι ο θεός είναι, αλλά όχι τι είναι θεός∙ το περιεχόμενο, η πλήρωση της ιδέας του θεού έχει υποστεί άρνηση. Ό,τι ονομάζουμε «γνωρίζειν» σημαίνει πως δεν ξέρουμε απλώς ότι ένα αντι-κείμενο είναι, αλλά και τι είναι∙ επίσης σημαίνει πως η γνώση μας σχετικά με το τι είναι δεν κατανοείται γενικά ως μια ορισμένη πληροφοριακή γνώση [ήτοι απλή γνώση (Kenntnis)], ως μια βεβαιότητα του τι είναι∙ απεναντίας, η γνώση πρέπει να σχετίζεται με τους προσδιορισμούς της, με το περιεχόμενό της και να είναι πλήρης και αποδεδειγμένη γνώση που θα μας επιτρέπει να γνωρίζουμε την αναγκαιότητα της ενδοσυνάφειας αυτών των προσδιορισμών» ό.π., 51.

2.10. «Τι σημαίνει γνώση; Αυτή διακρίνεται από το γνωρίζειν. Χρησιμοποιούμε τη λέξη «βέβαιος[6]» και αντιπαραθέτουμε τη βεβαιότητα στην αλήθεια. Η γνώση εκφράζει τον υποκειμενικό τρόπο, με τον οποίο κάτι είναι για μένα, είναι μέσα στη συνείδησή μου, έτσι ώστε να έχει τον προσδιορισμό αυτού που απλώς είναι» ό.π., 118.

2.11. «Γνώση λοιπόν σημαίνει εν γένει ότι το αντι-κείμενο είναι το άλλο και το Είναι του συνδέεται με το δικό μου. Μπορώ επίσης να ξέρω τι είναι τούτο, όπως προκύπτει από την άμεση εποπτεία ή από την ανασκόπηση∙ όταν όμως λέγω: «ξέρω τούτο», τότε ξέρω μόνο το Είναι του. Αυτό το Είναι βέβαια δεν είναι το κενό Είναι∙ έχω ακόμη γνώση ακριβέστερων προσδιορισμών του, ιδιοτήτων του, αλλά και γι’ αυτές ξέρω μόνο ότι είναι. Χρησιμοποιούμε ακόμη τη γνώση με το νόημα ότι «έχουμε παράσταση ή αντίληψη κάποιου πράγματος», αλλά τούτο δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά ότι το περιεχόμενο είναι. Άρα, γνώση σημαίνει αφηρημένη στάση και άμεση σχέση, ενώ η λέξη «αλήθεια» υπομιμνήσκει μια διάσταση της βεβαιότητας και της αντικειμενικότητας και τη διαμεσολάβησή τους. Αντίθετα, μιλάμε για γνωρίζειν, όταν έχουμε γνώση ενός καθολικού, αλλά και όταν τούτο εδώ το συλλαμβάνουμε στον ιδιαίτερο προσδιορισμό του και ως μια ενδοσυνάφεια στο εσωτερικό του εαυτού του» ό.π., 119.

2.12. «Το να κατέχει κανείς προσδιορισμένη γνώση είναι αυτό που εννοούμε με το γνωρίζειν» Vorlesungen über die Philosophie der Religion, 76.

2.13. «Εφόσον έχουμε γνώση του θεού, του απόλυτου Λόγου, και διερευνάμε τούτο τον Λόγο, τον γνωρίζουμε, συμπεριφερόμαστε γνωσιακά. Το απόλυτο πνεύμα είναι γνώση, προσδιορισμένη, έλλογη γνώση του εαυτού του. Επομένως, η ενασχόλησή μας με αυτό το αντικείμενο άμεσα σημαίνει ότι πραγματευόμαστε και διερευνάμε το έλλογο γνωρίζειν∙ και τότε τούτο το γνωρίζειν είναι το ίδιο έλλογη, εννοιολογική διερεύνηση, και γνώση. Έτσι, η απαίτηση τούτη δείχνεται ένα απόλυτα τίποτα. Το επιστημονικό μας γνωρίζειν, το ίδιο, είναι αυτή η τεθείσα ως απαίτηση διερεύνηση του γνωρίζειν» (Der Begriff der Religion, 79).

2.14. «Πράγματι, γνωρίζειν σημαίνει γνώση ενός αντι-κειμένου που είναι εσωτερικά συγκεκριμένο, προσδιορισμένο. [Αλλά η άποψη που εξετάζουμε] εδώ έχει φτάσει μόνο να υποστηρίζει ότι ο θεός είναι καθόλου, ότι φέρει τον προσδιορισμό του απεριόριστου, του καθολικού, του απροσδιόριστου. Έτσι, ο θεός δεν μπορεί να γίνεται αντικείμενο του γνωρίζειν∙ διότι, για να γνωρίζεται, θα έπρεπε να είναι συγκεκριμένος, δηλαδή να έχει τουλάχιστο δύο προσδιορισμούς. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα υπήρχε διαμεσολάβηση, αφού γνώση του συγκεκριμένου σημαίνει παρευθύς διαμεσολαβημένη γνώση, γνωρίζειν. Αλλά η εν λόγω άποψη [περί θεού] αγνοεί τη διαμεσολάβηση και αρκείται έτσι στο απροσδιόριστο» W 20, 383.
------------------------
[1] Denkendes Erkennen: το γνωρίζειν που εισχωρεί στη βαθύτερη ουσία του αντικειμένου δια του νοείν.

[2] Erkennendes Denken: το νοείν που γνωρίζει με την έννοια του γνωρίζειν.

[3] Begreifendes Erkennen: το γνωρίζειν που συλλαμβάνει και κατανοεί το αντικείμενο στην έννοιά του.

[4] Γνωρίζει με την έννοια του Wissen.

[5] Με την έννοια του Wissen και όχι του Erkennen.

[6] Gewiß, Gewißheit και Wissen: ο Χέγκελ υπαινίσσεται την ετυμολογική τους συγγένεια.

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ - Κοινός οργανισμός

Μερικές φορές τα άτομα ενεργούν από κοινού και μερικές φορές ενεργούν ανεξάρτητα το ένα από το άλλο. Είναι μια διάκριση που έχει σημασία. Εσύ είναι πιθανό να σημειώσουν μεγαλύτερη πρόοδο σε ένα δύσκολο έργο που εργάζονται με άλλοι; Και ακόμη και αν σημειωθεί μικρή πρόοδος, υπάρχει τουλάχιστον η Άνεση και αλληλεγγύη που έρχεται με μια συλλογική δέσμευση. Ή να πάρουμε μια πολύ διαφορετική προοπτική, την συνειδητοποίηση (ή την αυταπάτη) ότι τα πολλά κομμάτια αγένειας που υποφέρει κανείς τελευταία είναι μέρος μιας συντονισμένης προσπάθειας μπορεί να είναι σημαντική για τον προσδιορισμό Τι αντιμετωπίζει κανείς: τη συσσώρευση παραπόνων (αναμφίβολα καλά καταλογογραφείται) θεωρείται, όχι ως ατυχής σύμπτωση προσβολών που προέρχεται από διάφορες πλευρές, αλλά ως προϊόν μιας ενοποιημένης άσκηση της ελεύθερης βούλησης. Ένας παρανοϊκός συνωμοσιολόγος δεν συνηθίζει να να ληφθεί σοβαρά υπόψη. Αλλά έχει δίκιο ότι σίγουρα θα ήταν Απαίσιο, για παράδειγμα, αν όλοι ήταν έξω για να τον πάρουν και ήταν συνεργασία για τον σκοπό αυτό.

Η κοινή υπηρεσία έχει επίσης σημαντικές κανονιστικές επιπτώσεις. Ιδρύματα ή οι νόμοι που θεσπίζονται από όλους όσους ενεργούν από κοινού έχουν καθεστώς διαφορετικές από εκείνες που, για παράδειγμα, επιβάλλονται σε έναν λαό από το υπαγορεύει ενός. Και η φύση της αιτιολόγησης, είτε είναι επιστημική είτε πρακτική, μπορεί να εξαρτάται από το αν εντάσσεται στο πλαίσιο μιας κοινή επιχείρηση. Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, αυτή η κοινή δραστηριότητα και πρόθεση παρουσιάζει ενδιαφέρον για διάφορους επιστημονικούς κλάδους, συμπεριλαμβανομένης της πολιτικής, κοινωνικές επιστήμες, οικονομικά, ηθική, δίκαιο, επιστημολογία (ιδίως μαρτυρία και κοινωνική επιστημολογία), και ψυχολογία.

Αλλά τι σημαίνει να δράσουμε από κοινού; Η ερώτηση έχει λάβει σταθερή Συζήτηση στη σύγχρονη φιλοσοφία της δράσης. Οι κεντρικές ανησυχίες έχουν ήταν να εξηγήσει τα διακριτικά χαρακτηριστικά της κοινής αντιπροσωπείας, και να Διερευνήστε τη δυνατότητα και το πεδίο εφαρμογής της μείωσης: μπορεί να μοιραστεί την υπηρεσία να γίνει κατανοητό από την άποψη των πόρων που έχουμε στη διάθεσή μας από τη μελέτη μεμονωμένης υπηρεσίας; Αυτή η καταχώρηση θα επικεντρωθεί σε ορισμένα θέματα περισσότερο στενά συνδεδεμένη με τη φιλοσοφία της δράσης. Δείτε την καταχώρηση στο συλλογική σκοπιμότητα για μια ευρύτερη συζήτηση.

1. Το παραδοσιακό οντολογικό πρόβλημα και η θέση της πρόθεσης
2. Αλληλεξάρτηση των συμμετοχικών προθέσεων
3. Πώς καθορίζεται η δομή των αλληλένδετων προθέσεων;
4. Αμοιβαίες υποχρεώσεις
5. Το δίλημμα του λόγου και τα ομαδικά μυαλά

1. Το παραδοσιακό οντολογικό πρόβλημα και η θέση της πρόθεσης

Η ελεύθερη βούληση ασκείται μερικές φορές σε συνεννόηση, όπως όταν περπατάμε μαζί, Αρκετά άτομα αναλαμβάνουν το βάψιμο ενός σπιτιού ή μιας ποδοσφαιρικής ομάδας Εκτελεί ένα πέρασμα παίζω.[1] Δεν αμφισβητείται ότι υπάρχει πραγματικά ένα φαινόμενο που πέφτει κάτω από ετικέτες όπως κοινή δραστηριότητα και κοινή ή συλλογική δράση. Αυτό που αμφισβητείται είναι πώς να το κατανοήσουμε. Ένας τρόπος για να προσεγγίσουμε τα ζητήματα εδώ είναι να ρωτήσουμε τι διακρίνει δράσεις ατόμων που από κοινού αποτελούν κοινή δραστηριότητα από εκείνες που ισοδυναμούν με απλή άθροιση ατομικών πράξεων. Τι είναι Περισσεύει όταν αφαιρούμε αυτό που έκανε ο καθένας μας από αυτό που κάναμε μαζί;[2]

Εξετάστε μια περίπτωση που συζητήθηκε από τον Searle (1990, 402). Ορισμένες Τα άτομα είναι διάσπαρτα σε ένα πάρκο. Ξαφνικά αρχίζει να βρέχει, και το καθένα τρέχει σε ένα κεντρικό καταφύγιο. Αν και μπορεί να υπάρχει κάποιο συντονισμό (οι άνθρωποι τείνουν να μην συγκρούονται μεταξύ τους), Το τρέξιμο στο καταφύγιο δεν είναι, με τη σχετική έννοια, κάτι που Κάνουμε μαζί. Τώρα φανταστείτε ένα άλλο σενάριο με τα ίδια άτομα εκτελώντας τις ίδιες κινήσεις αλλά ως μέλη μιας χορευτικής ομάδας εκτελώντας ένα συγκεκριμένο κομμάτι σε αυτό το πάρκο. Και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχει καμία διαφορά στη συλλογή ή την "άθροιση" των ατομική συμπεριφορά: Ο Α τρέχει στο καταφύγιο και ο Β τρέχει στο καταφύγιο το καταφύγιο κ.λπ. Αλλά οι χορευτές ασχολούνται με τη συλλογική δράση, ενώ η καταιγίδα πανικόβλησε πικνίκ δεν είναι.

Ο Searle προτείνει ότι αυτό που διακρίνει τις δύο περιπτώσεις δεν είναι η εξωτερική συμπεριφορά, αλλά κάτι "εσωτερικό". Υπαινίσσεται ότι Στη συλλογική περίπτωση, η εξωτερική συμπεριφορά – όλοι τρέχουν Και η σύγκλιση στο καταφύγιο – δεν είναι θέμα σύμπτωση.[3] Εξηγείται, μάλλον, ως κάτι στο οποίο στοχεύει η Συμμετέχοντες. Αυτό υποδηλώνει ότι η εσωτερική διαφορά είναι ένα θέμα της πρόθεσης. Και, πράγματι, ο Searle το βλέπει έτσι. Και στα δύο περιπτώσεις, ένας συμμετέχων έχει μια πρόθεση που εκφράζεται από το "Τρέχω στο καταφύγιο». Αλλά στη συλλογική περίπτωση αυτή η πρόθεση κατά κάποιο τρόπο προέρχεται και εξαρτάται από μια πρόθεση που αναγκαστικά διαφημίζει στους άλλους, κάτι που θα μπορούσε να εκφραστεί ως «Τρέχουμε στο καταφύγιο» (ή ίσως «Είμαστε εκτελώντας το μέρος του κομματιού όπου...."). Είναι αυτό «εμείς-πρόθεση» που διακρίνει το κοινό από το συλλογικό δραστηριότητα από απλή άθροιση ή σωρό μεμονωμένων πράξεων.

Ίσως είναι πρόωρο να συμπεράνουμε, όπως κάνει ο Searle, ότι υπάρχει να είναι μια "εσωτερική" διαφορά εδώ. Ενώ οι περισσότεροι θεωρητικοί αντιμετωπίζουν πρόθεση ως ψυχολογική στάση (π.χ. Davidson 1978, Harman 1976, Bratman 1986), κάποια εργασία σχετικά με την πρόθεση επηρεασμένη από τον Anscombe και Ο Wittgenstein (όπως ο Wilson το 1989 και ο Thompson το 2008) καταλαβαίνει πρόθεση θεμελιωδώς από την άποψη της σκόπιμης δράσης (βλ. το λήμμα σχετικά με την πρόθεση για συζήτηση). Μένει να δούμε πώς Anscombian Θα αναπτυχθούν προσεγγίσεις για την κοινή υπηρεσία, αν και ορισμένες επιδρομές σε αυτό έδαφος βρίσκονται στο Stoutland 1997 και στο Laurence 2010.

Μια άλλη επιφύλαξη με την επίκληση της πρόθεσης σε αυτό το σημείο πηγάζει από εξέταση ακούσιας συλλογικής δράσης. Έκκληση σε Η πρόθεση, όπως κάνει ο Searle, φαίνεται να αποκλείει αυτό που ορισμένοι βλέπουν ως Πραγματική πιθανότητα: ότι υπάρχουν φ που γίνονται από κοινού σε κάποια ισχυρή αίσθηση, αλλά οι οποίες δεν προορίζονται με καμία περιγραφή. Ένα πιθανό Παράδειγμα θα ήταν να επιφέρουμε από κοινού κάποια σοβαρή περιβαλλοντική βλάβη. Αυτό μπορεί να προκύψει ως παρενέργεια της επιδίωξης του καθενός από εμάς τα δικά μας έργα. Κανένα υποκείμενο δεν προτίθεται να προκαλέσει σοβαρή περιβαλλοντική ζημία, Κάτω από οποιαδήποτε περιγραφή: κανένα μεμονωμένο άτομο δεν έχει αρκετό αντίκτυπο για να σκοπεύουν οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί σοβαρή περιβαλλοντική ζημία, και Ως συλλογικότητα, οι ρυπαίνοντες φαίνεται να μην είναι επαρκώς ενσωματωμένοι να θεωρείται υποκείμενο πρόθεσης. Εάν αυτό ισοδυναμεί πραγματικά με Το αντιπαράδειγμα θα εξαρτηθεί από το αν το περιβάλλον μας ήταν επιζήμιο κοινή, μια πραγματική άσκηση κοινής βούλησης. Για συζήτηση δείτε Ludwig 2007; 2016, 182 και Chant 2007.

Αφήνοντας κατά μέρος αυτές τις επιφυλάξεις, μπορούμε να ρωτήσουμε πώς η στάση του Η πρόθεση θα πρέπει να νοείται προκειμένου να χρησιμεύσει ως διακριτικό σήμα κοινής δράσης. Μια προσέγγιση είναι να το σκεφτούμε ως στάση ενός ιδιόμορφο, υπερ-ατομικό οντότητα.[4] Η πρόθεση της οποίας το περιεχόμενο εκφράζεται από Τρέχουμε στο Το καταφύγιο είναι, από αυτή την άποψη, μια στάση που έχει οποιαδήποτε οντότητα είναι που υποδηλώνεται με το «εμείς». Σε αυτή την άποψη κάθε φορά που οι άνθρωποι ενεργούν από κοινού, αποτελούν μια ομάδα που, με μη εικονιστική έννοια, Προτίθεται. Αυτό συνεπάγεται ότι οι ομάδες μπορούν να είναι πραγματικοί πράκτορες και θέματα σκόπιμων στάσεων.

Ο Searle (1990, 406) το αποφαίνεται αυτό εξωδικαστικά, κατανοητά και ίσως δογματικά απρόθυμοι να αγκαλιάσουν μια άποψη που οδηγεί σε αφθονία υπερ-ατομικά σκόπιμα θέματα, ομαδικά μυαλά ή εταιρικά άτομα κάθε φορά που τα άτομα ενεργούν από κοινού. Τέτοια οντολογική ασωτία υπαγορεύεται εν μέρει από μια απλή ερμηνεία του γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε την κοινή δράση, με τον πληθυντικό θεματικό όρο νοείται απλώς ως έκφραση αναφοράς. Ο Ludwig 2016 προτείνει Αντίθετα, ότι θεωρούμε ότι ο θεματικός όρος περιλαμβάνει σιωπηρό περιορισμένη ποσοτικοποίηση των μελών της ομάδας. Η παρούσα πρόταση, σε συνδυασμό με μια Davidsonian ανάλυση συμβάντων των περιγραφών δράσης, Παρέχει πόρους για μια εναλλακτική απόδοση του υποκείμενου στοιχείου λογική μορφή των περιγραφών δράσης, η οποία δεν ενθαρρύνει την υπερ-ατομική άποψη. Αυτό που θα χρειαζόταν αντ' αυτού είναι να υπάρξει κάποιο γεγονός για το οποίο υπάρχουν περισσότερα από ένα πράκτορας.[5]

Επιπλέον, υπάρχει λόγος να πιστεύουμε ότι μια στρατηγική ελκυστική Οι υπερ-ατομικές οντότητες ως υποκείμενα σκόπιμων καταστάσεων είναι άστοχο εάν το εν λόγω κοινωνικό φαινόμενο είναι κοινή δραστηριότητα. Δεν είναι καθόλου προφανές ότι ένα άτομο που είναι συστατικό ενός Η υπερατομική οντότητα δεσμεύεται αναγκαστικά σε αυτό που κάνει. Για παράδειγμα, σκεφτείτε τις ΗΠΑ, οι οποίες θα είχαν μια τέτοια άποψη υπολογίζονται ως υπερατομική οντότητα. Οι ΗΠΑ αυξάνουν τη χρηματοδότηση της έρευνας στη φυσική για να κερδίσει τον διαστημικό αγώνα με την ΕΣΣΔ. Είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής που επωφελείται από την πρόσθετη χρηματοδότηση, και το κάνω έρευνα στην τεχνολογία πυραύλων και δορυφόρων, και διδασκαλία φυσικής και μηχανική σε προπτυχιακούς φοιτητές. πράγματι, δεν θα είχα πάει στο περιοχή αν δεν υπήρχαν οι ευκαιρίες χρηματοδότησης. Είμαι στο σχετική έννοια, συστατικό στοιχείο της ευρύτερης οντότητας - στην περίπτωση αυτή, το ΗΠΑ - αλλά δεν έχω καμία ανησυχία για τον διαστημικό αγώνα. Απλά κάνω το δικό μου δουλειά, προωθώντας την καριέρα μου, ελπίζοντας να μεγαλώσω μια οικογένεια και να μπορέσω να πληρώσω την υποθήκη κ.λπ.· Ειλικρινά δεν θα μπορούσα να νοιάζομαι λιγότερο για το μεγαλύτερο γεωπολιτικά ζητήματα, τα οποία προφανώς απασχολούν το υπερ-ατομική οντότητα που είναι οι ΗΠΑ Αντίθετα, ένας συμμετέχων στο Η κοινή δραστηριότητα αναμφισβήτητα δεσμεύεται για τη συλλογική προσπάθεια και τους στόχους της - τουλάχιστον υπό την έννοια της δέσμευσης για έναν σκοπό που συνεπάγεται κάθε περίπτωση πρόθεσης ή σκόπιμης ενέργειας. Έτσι, ενώ εμείς δεν έχουν αποκλείσει ότι υπάρχουν υπερ-μεμονωμένοι παράγοντες (βλ. παρακάτω για περισσότερη συζήτηση), δεν είναι σαφές ότι πρέπει να δεσμευτούμε προκειμένου να κατανοήσουν την κοινή δραστηριότητα.

Εάν η κοινή δραστηριότητα συνεπάγεται πράγματι δέσμευση εκ μέρους του μεμονωμένους συμμετέχοντες, τότε φαίνεται ότι κάποια πρόθεση στοιχείο της ψυχολογίας κάθε ατόμου πρέπει να συνειδητοποιήσει ή να αντικατοπτρίζει το εμείς-πρόθεση που είναι το σημάδι του κοινού δραστηριότητα.[6] Η Διατριβή Πρόθεσης αποδίδει σε κάθε άτομο συμμετέχων σε κοινή δραστηριότητα, πρόθεση σχετική με αυτό δραστηριότητα. Αυτή η συμμετοχική πρόθεση αντιπροσωπεύει κάθε τη συμμετοχική δέσμευση του ατόμου στη δραστηριότητα, και εξυπηρετεί να διακρίνει κανείς τη δράση του όταν γίνεται με άλλους από τη δράση γίνεται μόνος του. [7]

Μερικές από τις συζητήσεις της τρέχουσας βιβλιογραφίας σχετικά με την κοινή δραστηριότητα μπορεί να γίνει κατανοητή ως μια συζήτηση σχετικά με τη φύση αυτής της συμμετοχικής πρόθεση και πώς πρέπει να είναι οι περιπτώσεις της σε διαφορετικά άτομα σχετίζονται μεταξύ τους, έτσι ώστε τα άτομα να μπορούν να ειπωθούν ότι ενεργούν μαζί, και μοιράζονται μια πρόθεση (πιθανώς την πρόθεση που εκφράστηκε με την προαναφερθείσα we-locution).

Οι συμμετοχικές προθέσεις θα μπορούσαν, για παράδειγμα, να νοηθούν ως παράδειγμα μιας συνηθισμένης πρόθεσης, γνωστής από τη μελέτη του μεμονωμένος οργανισμός· αν οι προθέσεις ταυτιζόμαστε ή χτίζονται Από αυτές τις συμμετοχικές προθέσεις, θα μας προσφερόταν έτσι το προοπτική ενός αναγωγικού απολογισμού αυτής της πρόθεσης όσον αφορά συνηθισμένες ατομικές προθέσεις. Οι Tuomela και Miller 1988 υπερασπίζονται μια τέτοια άποψη. Πάρτε για παράδειγμα ένα άτομο που είναι μέλος μιας ομάδας. Σύμφωνα με Tuomela και Miller, αυτό το άτομο έχει μια συμμετοχική πρόθεση με σεβασμό στον Χ αν σκοπεύει να κάνει το ρόλο της στο Χ, πιστεύει ότι οι όροι για την επιτυχία του Χ αποκτήσει, και πιστεύει ότι υπάρχει αμοιβαία πίστη μεταξύ των μελών της ομάδας που προϋποθέτουν την επιτυχία αποκτώ.[8] (Άλλες εργασίες σε αυτό το γενικό πνεύμα περιλαμβάνουν Bratman 1992, MacMahon 2001, 2005, Σ. Μίλερ 2001. Το μεταγενέστερο έργο του Tuomela είναι μάλλον διαφορετικό, καθώς θα σημειωθεί παρακάτω.)

Ως αντιπαράδειγμα στον αναγωγικό λογαριασμό, ο Searle φαντάζεται το καθένα μέλος μιας τάξης αποφοίτων σχολής επιχειρήσεων, έμπειρος στο Adam Smith's θεωρία του αόρατου χεριού, σκοπεύοντας να ακολουθήσει τον εγωισμό του συμφέροντα και ως εκ τούτου σκοπεύει να κάνει το ρόλο του βοηθώντας την ανθρωπότητα. Μια τέτοια πρόθεση, ακόμη και συμπληρωμένη με το είδος των πεποιθήσεων που Tuomela και Miller απαιτούν, διαισθητικά δεν μετράει ως το είδος πρόθεση που έχει κάποιος όταν ενεργεί με άλλους, και είναι απίθανο να το κάνει Σκεφτείτε ότι αυτοί οι απόφοιτοι συνεχίζουν να ενεργούν συλλογικά. Και όμως φαίνεται για να ικανοποιήσει Tuomela και Miller's ανάλυση.[9] Η διάγνωση του προβλήματος από τον Searle είναι ότι οι αναγωγικές προσεγγίσεις δεν εγγυώνται το στοιχείο της συνεργασίας που είναι απαραίτητο για κοινή δραστηριότητα και αναγκαστικά αντανακλάται στις στάσεις του Συμμετέχων (1990, 406). Και δεν μπορεί κανείς να απαντήσει εισάγοντας το συνεργατικό στοιχείο στο περιεχόμενο της πρόθεσης, έτσι ώστε αυτό που Η πρόθεση του πράκτορα είναι να κάνει το ρόλο του στην κοινή δραστηριότητα. Εκείνος θα προϋπέθετε στην πραγματικότητα την έννοια για την οποία επιδιώκουμε μια λογαριασμός (1990, 405).[10]

Ο Searle, σε αντίθεση με τους Tuomela και Miller, επιμένει ότι η  συμμετοχική πρόθεση του ατόμου (αυτό που ονομάζει συλλογικότητα πρόθεση) είναι πρωτόγονη. Το προαναφερθέν «εμείς-πρόθεση» αποδεικνύεται, για τον Searle, απλώς να είναι συμμετοχικός ενός ατόμου πρόθεση. Αλλά αν και είναι μια στάση ή κατάσταση ενός ατόμου, είναι ένα θεμελιωδώς διαφορετικό είδος πρόθεσης, και όχι το είδος της πρόθεσης πρόθεση που περιλαμβάνεται στην ατομική δράση. Πρέπει να αναφερθεί ότι αυτή είναι μια άποψη με ομοιότητες με εκείνες που υποστηρίζουν οι Sellars και αργότερα Τουομήλα.[11]

Η εκδοχή του Searle για τη θέση πρόθεσης περιλαμβάνει επίσης μια απόρριψη του αντι-ατομικισμού στη φιλοσοφία του νου (δείτε το λήμμα στο εξωτερικότητα σχετικά με το ψυχικό περιεχόμενο). Ειδικότερα, κατά πόσον Το άτομο έχει αυτή την πρωτόγονη συλλογική συμμετοχική πρόθεση είναι ανεξάρτητα από το τι μπορεί να συμβαίνει στο μυαλό των άλλων ή αν Υπάρχουν ακόμη και άλλοι γύρω της. Σκέφτεστε να σας βοηθήσουμε με το δικό σας σταματημένο αυτοκίνητο, θα μπορούσα να εκφράσω τη συλλογική πρόθεση καθώς εμείς σπρώχνουν το αυτοκίνητο. Και αυτό είναι έτσι, ακόμα κι αν είστε απλά τεντώνοντας τα μοσχάρια σας πριν από ένα τρέξιμο και μην προσπαθείτε να μετακινήσετε το αυτοκίνητο, και ακόμα κι αν έχω απλώς παραισθήσεις και δεν υπάρχει κανείς γύρω.[12]

2. Αλληλεξάρτηση των συμμετοχικών προθέσεων

Όπως και να έχει, αν κάποιος μοιράζεται μια πρόθεση και Η δράση με άλλους θα εξαρτηθεί, φυσικά, από την ύπαρξη άλλους πράκτορες με τους οποίους κάποιος σχετίζεται κατάλληλα. Ας υποθέσουμε ότι κάθε πολλών ατόμων έχει συμμετοχική πρόθεση. Πώς πρέπει να είναι προκειμένου τα εν λόγω άτομα να υπολογίζονται ως κοινή χρήση ενός πρόθεση? Θυμηθείτε ότι για τον Searle, η συμμετοχική πρόθεση είναι πρωτόγονα συλλογικά και εκφρασμένα, για παράδειγμα, όπως θα κάνουμε Α: Δεδομένου αυτού, ένα πράγμα που πιθανώς θα απαιτούσε ο Searle για το Το μοίρασμα των προθέσεων είναι η συν-επεκτατικότητα του στοιχείου WE που παρουσιάζεται στις προθέσεις σε διάφορες Άτομα. Αλλά αυτό δεν αρκεί. Καμία πρόθεση δεν κοινοποιείται εάν Η δική σας είναι να πάμε στην παραλία σήμερα το απόγευμα, ενώ η δική μου μας έχει Κάνοντας κάτι ασυμβίβαστο, όπως το να δουλεύεις όλη μέρα στη βιβλιοθήκη. Ακόμα κι αν οι προθέσεις μας συμπίπτουν στη δράση και στον πληθυντικό υποκείμενο εν λόγω, εάν δεν υπάρχει συμφωνία σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα το πράξουμε ή εάν Ο καθένας αποτυγχάνει ακόμη και να αναγνωρίσει οποιαδήποτε σημαντική θέση στον άλλο προθέσεις, δεν θα υπήρχε πρόθεση ή δράση κοινή σε αυτό παράδειγμα. Επομένως, πρέπει να ειπωθούν περισσότερα για τις αλληλεπιδράσεις των συμμετοχικές προθέσεις προκειμένου να λογοδοτήσουν για τον συντονισμό και τη συνεργατικότητα που βρίσκουμε στην κοινή ή κοινή δραστηριότητα. Το Searle είναι σιωπά επί του θέματος· Για τι άλλο να πούμε, πρέπει να στραφούμε αλλού.[13]

Σε μια σημαντική σειρά εργασιών, ο Bratman έχει αναπτύξει ένα αναγωγικό Λογαριασμός κοινόχρηστης δραστηριότητας και κοινόχρηστης δραστηριότητας πρόθεση.[14] Κατανοεί μια κοινή πρόθεση να είναι μια διαπροσωπική δομή σχετικές προθέσεις που χρησιμεύουν για το συντονισμό της δράσης και του σχεδιασμού, όπως καθώς και διαπραγμάτευση δομής μεταξύ Συμμετέχοντες.[15] Οι ατομικές προθέσεις που συνιστούν αυτό Δομή – αυτό που ονομάζουμε συμμετοχικό Προθέσεις—είναι περιπτώσεις ενός οικείου είδους ατόμου πρόθεση που περιλαμβάνεται στο σχεδιασμό και το συντονισμό τις δραστηριότητες κάποιου με την πάροδο του χρόνου. Όταν αυτές οι ατομικές προθέσεις αφορούν κάτι που γίνεται από περισσότερα από ένα άτομα, λαμβάνοντας το μορφή σκοπεύω ότι εμείς J, συμφωνούν με Bratman έκδοση της Διατριβής Πρόθεσης και ο πυρήνας των προτάσεών του σχετικά με κοινή πρόθεση και δράση. Αλλά ο Bratman επιβάλλει περαιτέρω όρους, Και αυτά χρησιμεύουν για να συσχετίσουν αυτές τις συμμετοχικές προθέσεις διακριτικούς τρόπους.

Μια σημαντική προϋπόθεση αφορά τη δικτύωση των υποσχεδίων (Bratman 1992, 331επ.). Κατά την άποψη του Bratman, η πρόθεση είναι χαρακτηριστική στο Πώς οδηγεί στον προγραμματισμό των απαραίτητων μέσων και των διευκολυντικών βημάτων Αυτό οδηγεί στην ικανοποίησή της. Τώρα, ας υποθέσουμε ότι ο καθένας από εμάς έχει το πρόθεση να βάψουν το σπίτι μαζί (ή, όπως θα το έλεγε ο Bratman, την πρόθεση να βάψουμε το σπίτι), αλλά το σχέδιό μου είναι να το βάψω πράσινο παντού, ενώ το δικό σας είναι να το βάψετε μωβ παντού. Φαίνεται ότι δεν μοιραζόμαστε την πρόθεση να βάψουμε το σπίτι. Έτσι Bratman εισάγει τον όρο ότι κάθε συμμετέχων προτίθεται να υποσχέδια που ακολουθούν τις συμμετοχικές προθέσεις του καθενός μεμονωμένα πλέγματα - δηλαδή, είναι αμοιβαία ικανοποιητικά και συνεκτική—προκειμένου τα άτομα να υπολογίζονται ως άτομα που μοιράζονται ένα πρόθεση.[16]

Δεν θα επιδεικνύαμε το σωστό είδος συνεργατικής στάσης για κοινή δραστηριότητα και πρόθεση, εάν το πλέγμα των επιμέρους σχεδίων μας ήταν τυχαία και δεν ήμασταν καθόλου διατεθειμένοι να τα κάνουμε συνεπείς εάν επρόκειτο να καταστούν ασυμβίβαστες. Γι 'αυτό Ο Bratman απαιτεί την πρόθεση να δικτυώσει υποσχέδια.[17] Υπάρχει, επιπλέον, ένα κανονιστικό στοιχείο στο πλέγμα, όπως τονίζεται από τον Roth 2003. Οι συμμετέχοντες υπόκεινται σε κάποιο είδος λογικής απαίτηση[18] έτσι ώστε κατά μία έννοια θα έπρεπε να συνδυάσουν τα σχέδιά τους: το Τα σχέδια των άλλων συμμετεχόντων χρησιμεύουν ως κανονιστικός περιορισμός τα δικά του σχέδια. Και δεν υπάρχει λόγος να περιοριστεί αυτό το καθεστώς στα σχέδια και να μην τα επεκτείνουμε στις προθέσεις που τα δημιουργούν. Έτσι, η κοινή δραστηριότητα παρουσιάζει αυτό που ο Roth αποκαλεί πρακτικό διυποκειμενικότητα. Στην πραγματικότητα, κάθε συμμετέχων αντιμετωπίζει το τις προθέσεις και τα σχέδια του άλλου με τον τρόπο που αυτός ή αυτή αντιμετωπίζει τους δικούς της: ως ορθολογικούς περιορισμούς στην περαιτέρω πρόθεση και προγραμματισμός.

Bratman (ειδικά στο βιβλίο του 2014, αλλά δείτε επίσης το 2009c, 2009b, 1992) υπερασπίζεται μια αναγωγική περιγραφή αυτής της κανονιστικής απαίτηση, εξηγώντας αυτόν τον διαπροσωπικό κανονιστικό περιορισμό στο τους όρους των κανόνων δέσμευσης που διέπουν την ατομική πρόθεση, όπως ως αυτές της συνέπειας και της συνοχής του σκοπού των μέσων. Οι προθέσεις σας και Τα σχέδια που σχετίζονται με το J-ing μας έχουν μια εξουσία για μένα εξαιτίας αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί μια πρόθεση γέφυρα για να συνδυάσει τα σχέδιά μου που σχετίζονται με το J και προθέσεις με τις δικές σας. Ο Bratman εκφράζει την πρόθεση της γέφυρας με όρους της προϋπόθεσης που απαιτεί από κάθε συμμετέχοντα να έχει την πρόθεση ενεργούν σύμφωνα με τις προθέσεις των άλλων και εξαιτίας αυτών και σχέδια (καθώς και τα δικά του). Η ιδέα του Bratman είναι ότι, δεδομένης της δικής μου πρόθεση γέφυρας, οι κανόνες συνέπειας και συνοχής που διέπουν τη δική μου Οι ατομικές προθέσεις θα προσληφθούν για να απαιτήσουν να σχηματίσω το δικό μου σχέδια και προθέσεις με γνώμονα τη συνέπεια και τη συνοχή με τα σχέδια και τις προθέσεις σας. Ο Roth 2003 συμπάσχει με αυτά διαπροσωπικές κανονιστικές απαιτήσεις συνέπειας και συνοχής ως προϋπόθεση για κοινή πρόθεση και δράση, αλλά αντιστέκεται στο αναγωγικό Απολογισμός πρόθεσης γέφυρας.

Η απαίτηση να συνδυάζονται τα υποσχέδια μπορεί να εμπνεύσει την άποψη ότι υπερκείμενες προθέσεις ή τους λόγους για τους οποίους κάθε συμμετέχων μοιράστηκε η δραστηριότητα Α έχει για τη συμμετοχή, μπορεί επίσης να υπόκειται σε παρόμοια απαίτηση. Αυτό προτείνεται, για παράδειγμα, στην ομιλία του Korsgaard της ανταλλαγής λόγων:

Για να είναι δυνατή η προσωπική αλληλεπίδραση, πρέπει να λογικευτούμε μαζί, και αυτό σημαίνει ότι πρέπει να αντιμετωπίσω τους λόγους σας... όπως λόγους, δηλαδή, ως σκέψεις που έχουν κανονιστική ισχύ τόσο για μένα όσο και για εσάς, και επομένως ως δημόσιοι λόγοι. (Korsgaard 2009, 192)

Στο ίδιο πνεύμα, η Tuomela απαιτεί την πρόθεση "εμείς-τρόπος" Στον πυρήνα της πιο πρόσφατης θεωρίας του εμπλέκεται αναγκαστικά η ομάδα τους λόγους που μοιράζονται όλοι οι συμμετέχοντες. Βλέπε του 2007; 13, 47, 98.

Αλλά φαίνεται πιθανό ότι τα άτομα θα μπορούσαν να συμμετάσχουν σε κοινή δραστηριότητα (και έχουν την αντίστοιχη πρόθεση) ακόμη και όταν έχουν διαφορετικές και ασύμβατους λόγους για να το πράξουν. Για παράδειγμα, εκπρόσωποι από αντίπαλα κόμματα μπορεί να εμπλακεί στη νομοθετική διαδικασία που οδηγεί στην ψήφιση νόμων, ακόμη και όταν ο καθένας υποκινείται από εκτιμήσεις που βρίσκει ο άλλος απαράδεκτος.[19] Ωστόσο, είναι εύλογο να πιστεύουμε ότι πρέπει να υπάρχουν ορισμένοι περιορισμοί σχετικά με το είδος του ατομικού κινήτρου ή του λόγου που πρέπει να εμπλακεί ένας συμμετέχων σε κοινόχρηστη δραστηριότητα. Εάν το κίνητρό μου για τη συμμετοχή σε κοινή δραστηριότητα είναι υπερβολική χειραγώγηση ή υπονόμευση των συναδέλφων συμμετεχόντων (π.χ. κάτι με τον Α για να τον ελέγχει καλύτερα), η κατάσταση του Η δραστηριότητα ή η πρόθεση, όπως κοινοποιείται, μπορεί να είναι Παραβιαστεί.[20]

Ένας περαιτέρω τρόπος με τον οποίο οι συμμετοχικές προθέσεις διαφορετικών τα άτομα σχετίζονται πηγάζει από το πώς θα μπορούσαν να διαμορφωθούν, να τροποποιηθούν, ή αφήνουμε στην άκρη. Για παράδειγμα, ο Gilbert υποστηρίζει ότι η κοινή δραστηριότητα παίρνει ξεκίνησε μόνο όταν κάθε άτομο εκφράζει ανοιχτά την ετοιμότητά του να είναι από κοινού δεσμευμένες κατά κάποιο τρόπο με άλλοι.[21] Προσθέτει ότι η ανάκληση ή η σημαντική τροποποίηση του προκύπτοντος πρόθεση, καθώς και απαλλαγή οποιουδήποτε ατόμου από τη συμμετοχή, θα απαιτούσε επίσης τη συναίνεση όλων. Είναι δεν είναι σαφές ότι η ίδια η Gilbert θα ήθελε να μιλήσει γι 'αυτό "προϋπόθεση σύμπτωσης" όσον αφορά τη σχετική πρόθεση ή στάσεις που μοιάζουν με πρόθεση σε διαφορετικούς συμμετέχοντες. Αλλά, δεδομένου ότι αν συμφωνώ με τον τρόπο με τον οποίο προτείνετε να τροποποιήσετε τις προθέσεις σας θα εξαρτώνται εν μέρει από τις προθέσεις μου, είναι φυσικό να πάρω του Gilbert συνθήκες που επιβάλλουν δυναμικούς περιορισμούς στον τρόπο με τον οποίο η συμμετοχική Οι προθέσεις διαφορετικών ατόμων σχετίζονται μεταξύ τους. Από Φυσικά, οι συνθήκες του Gilbert μπορεί να είναι πολύ ισχυρές. Για παράδειγμα Το κριτήριο της συμπτώσεως δεν επιτρέπει τη μονομερή αποχώρηση από κοινόχρηστα δραστηριότητα.[22] Κάποιοι μπορεί να το θεωρήσουν απίθανο. Αλλά χαλαρωτικό του Gilbert Οι συνθήκες θα οδηγούσαν φυσικά σε ένα άλλο, ίσως ασθενέστερο, σύνολο δυναμικούς περιορισμούς, και όχι σε πλήρη απουσία τους. Για παράδειγμα Θυμηθείτε ότι οι προθέσεις είναι ανέφικτες: μπορούν να αναθεωρηθούν ή να εγκαταλειφθούν εάν οι μεταβαλλόμενες συνθήκες το δικαιολογούν. Τώρα, μπορούμε να φανταστούμε ότι ο καθένας Ο συμμετέχων σε κοινή δραστηριότητα μπορεί να έχει την εξουσία μονομερώς να αναθεωρήσει ή να ματαιώσει την πρόθεση υπό το πρίσμα εκείνων που αλλάζουν περιστάσεις, οπότε άλλοι συμμετέχοντες θα πρέπει να συμμορφωθούν με την αλλαγή, εκτός αν, φυσικά, πιστεύουν ότι έχει γίνει κάποιο λάθος (Roth 2004).

Οι περισσότερες από τις προβολές που εξετάζονται εδώ τονίζονται ως προϋπόθεση για κοινή χρήση δραστηριότητα αρκετά ισχυρές μορφές ολοκλήρωσης μεταξύ των συμμετεχόντων. Πριν συνεχίσουμε σε αυτό το πνεύμα, πρέπει να αναφέρουμε ότι η εστίαση στο Οι συμμετέχοντες και ο τρόπος με τον οποίο σχετίζονται μπορεί να μας οδηγήσουν να παραμελήσουμε τους άλλους σημαντικές προϋποθέσεις για κοινή δραστηριότητα. Ο Epstein 2015 υποστηρίζει ότι η μεταφυσικούς λόγους για ορισμένες μορφές κοινής δραστηριότητας, όπως αυτή εμπλέκονται σε ορισμένες περιπτώσεις ομαδικής δράσης, περιλαμβάνουν μια ποικιλία συνθήκες που δεν είναι οι ίδιες σχέσεις μεταξύ των μελών του ομάδα, αλλά συχνά μπορεί να καθορίσει πώς σχετίζονται αυτά τα μέλη. Αυτοί μπορεί να περιλαμβάνει ιστορικές συνθήκες που καθορίζουν τη δομή και Κριτήρια ένταξης στην ομάδα. Ή, οι λόγοι μπορεί να περιλαμβάνουν εξωτερικές συνθήκες, όπως οι ενέργειες κάποιου καθορισμένου ατόμου· (όπως ένας λοχίας στα όπλα) δεν είναι μέρος του συλλογικού σώματος, αλλά ποιος Για παράδειγμα, πρέπει να συγκαλέσει συνεδρίαση προκειμένου τα μέλη του Το σώμα μπορεί συλλογικά να αναλάβει κάποια δράση.

3. Πώς καθορίζεται η δομή των αλληλένδετων προθέσεων;

Έτσι, η κοινή δραστηριότητα διακρίνεται από μια απλή συνάθροιση μεμονωμένες πράξεις από μια δομή κατάλληλα συνδεδεμένης συμμετοχικής προθέσεις μεταξύ διαφορετικών ατόμων. Είναι μια δομή που έχει διακριτή κανονιστική σημασία για τα άτομα αυτά, με επηρεάζουν πιο άμεσα την πρόθεση κάθε ατόμου πρακτικός συλλογισμός.[23]

Είναι φυσικό να πιστεύουμε ότι αυτή η δομή των προθέσεων έρχεται περίπου από άτομα που εμπλέκονται σε κοινή δραστηριότητα, πιθανώς όταν κάθε διαμορφώνει τη συμμετοχική πρόθεση στην οποία συμβάλλει τη δομή. Αλλά θυμηθείτε ότι οι συμμετοχικές προθέσεις έχουν σκοπό να συλλαμβάνουν την έννοια με την οποία κάθε άτομο δεσμεύεται σε αυτό που Ο καθένας κάνει μαζί, και όχι μόνο σε αυτό που κάνει. Έτσι, ο Searle λέει για μια περίπτωση κοινής δραστηριότητας που «Πιέζω μόνο ως μέρος της ώθησής μας». Αυτό προτείνει ότι αυτό που επιδιώκεται είναι το σύνολο του δραστηριότητα, κάτι που αντικατοπτρίζεται στις προθέσεις του Bratman για το μορφή σκοπεύω να Ι.[24]

Αλλά όπως έδειξε ο Velleman, δεδομένης της τυπικής κατανόησης του προθέσεις, δεν είναι σαφές ότι μπορεί κανείς να σκοπεύει το σύνολο δραστηριότητα; Ή αν κάποιος μπορεί, θα φαινόταν ασυμβίβαστο με τη δραστηριότητα ύπαρξη Κοινόχρηστο.[25] Η πρόθεση είναι κάτι που κάνω για να διευθετήσω ένα διαβουλευτικό ζήτημα: τη στάθμιση διάφορες επιλογές, αποφασίζω για A, και ως εκ τούτου σκοπεύω να Α. Αυτό προτείνει τη διευθέτηση Κατάσταση[26] ότι μπορώ μόνο να σκοπεύω αυτό που παίρνω να είναι στο χέρι μου να αποφασίσω ή κανονίζω. Πρόκειται για παραβίαση μιας ορθολογικής απαίτησης πρόθεσης κάτι που δεν νομίζω ότι μπορώ να διευθετήσω, και έτσι θεωρώ ότι θα ακολουθήσω σχέδια και ενέργειες που είναι πιθανό να έρθουν σε θλίψη. Εφαρμογή του σημείου σε συλλογική δράση, για να πω ότι σκοπεύω να δειπνήσουμε μαζί υποθέτει ότι το αν τρώμε μαζί είναι κάτι που πρέπει να διευθετήσω. Αλλά η ιδέα πίσω από την κοινή δραστηριότητα Και η πρόθεση είναι ακριβώς ότι δεν εξαρτάται εξ ολοκλήρου εμένα τι κάνουμε. Έχετε λόγο επί του θέματος· τουλάχιστον αυτό που κάνετε θα πρέπει να εξαρτάται από εσάς (βλ. επίσης Schmid 2008). Μας Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι η κοινή δραστηριότητα φαίνεται να απαιτεί και να μην επιτρέπεται η ίδια πρόθεση εκ μέρους καθενός συμμέτοχος.[27]

Έχουν προκύψει διάφορες απαντήσεις σε αυτό το πρόβλημα. Ο Velleman αναπτύσσει ένα Λύση που καλεί αλληλεξαρτώμενες συνθήκες Προθέσεις.[28] Κάθε άτομο καθορίζει υπό όρους τι θα κάνει η ομάδα, πού Προϋπόθεση είναι ότι καθένας από τους άλλους έχει παρόμοια δέσμευση και προτίθεται ομοίως. Έτσι, σκοπεύω να J, υπό την προϋπόθεση ότι εσείς σκοπεύουν ομοίως. Κάποιοι ανησυχούν ότι όταν οι προθέσεις είναι αλληλένδετα με αυτόν τον τρόπο δεν είναι απολύτως σαφές ότι Τακτοποιήστε οτιδήποτε, και ως εκ τούτου, αν κάποιος είναι κατάλληλος αφοσιωμένοι στο J-ing μας. Εάν κάθε πρόθεση εξαρτάται από: Το άλλο, είναι εξίσου λογικό να μην ενεργείτε όπως αυτό είναι να συμμετάσχεις σε αυτό. Για συζήτηση, βλέπε Roth 2004, 373–80. Bacharach 2006, 137ff. Gilbert 2002, απευθυνόμενος στον Robins 2002 και ένας πρόδρομος του Roth 2004 αποκηρύσσει την αλληλεξαρτώμενη υπό όρους άποψη που της αποδίδονται από τους Velleman, Roth και Robins. Δείτε επίσης Gilbert 2003, 2009. Ο ίδιος ο Velleman είναι ευαίσθητος σε κάτι τέτοιο (1997α, 39) και διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνει το περιεχόμενο του υποθετικός πρόθεση.[29]

Ο Bratman (1997) έχει προτείνει ότι αυτό που σκοπεύει ένα άτομο μπορεί να εκτείνεται πέρα από αυτό που μπορεί να τακτοποιήσει ο ίδιος, εφόσον μπορεί λογικά προβλέπουν ότι τα σχετικά άλλα μέρη θα ενεργήσουν κατάλληλα. Αγνοώντας κατάφωρα τις σωστές ιατρικές συμβουλές, μπορώ να έχω το κατηγορηματική πρόθεση να εργαστώ για το μαύρισμα μου στην παραλία σήμερα το απόγευμα, αρκεί να μπορώ λογικά να προβλέψω ότι θα έχει ηλιοφάνεια. Ομοίως, όταν πιστεύω εύλογα ότι έχετε ή θα έχετε το κατάλληλες προθέσεις, μπορώ τότε να σκοπεύω ότι εμείς J. Θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί κατά πόσον η υιοθέτηση αυτού του είδους της προγνωστικής στάσης όσον αφορά την Οι προθέσεις και οι ενέργειες των συναδέλφων συμμετεχόντων είναι συνεπείς με μοιράζομαι μια πρόθεση και ενεργώ μαζί τους. Από την άλλη Δεν είναι προφανές ότι η πρόβλεψη μιας ενέργειας συνεπάγεται ότι Είναι ή πρέπει να θεωρηθεί ακούσια ή άλλως προβληματική. Αν Έτσι, η προγνωστική στάση απέναντι στους άλλους μπορεί κάλλιστα να είναι συμβατή ενεργώντας μαζί τους, και μπορεί να εξηγήσει πώς το J-ing μας μπορεί να είναι το αντικείμενο της πρόθεσής μου.[30]

Μια άλλη πρόταση είναι ότι ένας συμμετέχων δεν σκοπεύει το σύνολο του τη δραστηριότητα, αλλά μόνο τον ρόλο του σε αυτήν. Μια τέτοια πρόθεση είναι πιο μετριοπαθής στο ότι δεν φιλοδοξεί να διευθετήσει τι άλλοι άνθρωποι κάνω. Ένας απολογισμός κοινής δραστηριότητας όσον αφορά τέτοιες προθέσεις (π.χ. Tuomela &; Miller 1998, Kutz 2000) δεν συνεπάγεται την εξουσία ή έλεγχο πάνω σε άλλους που θα ήταν δύσκολο να συμβιβαστεί με το δραστηριότητα που κοινοποιείται. Αλλά αυτή η μετριοπαθής πρόθεση περιλαμβάνει μια δέσμευση μόνο στο ρόλο κάποιου στο J-ing μας και δεν φαίνεται να αντιπροσωπεύουν μια συμμετοχική δέσμευση στο J-ing μας στο σύνολό του. Για να δείτε γιατί όχι, εξετάστε την περίπτωση του περπατήματος μαζί από τον Gilbert 1990. Εμείς θα μπορούσε να περιγράψει το ρόλο μου ως περπάτημα με ένα συγκεκριμένο ρυθμό. Αλλά σκοπεύοντας να Αυτό είναι απολύτως συμβατό με την υπονόμευση του συντρόφου μου συνεισφορά, για παράδειγμα με το να τον σκοντάψεις. Ας υποθέσουμε αντίθετα ότι εμείς να επωφεληθούμε από κάποια ισχυρή αντίληψη του μέρους, έτσι ώστε Κάθε συμμετέχων σκοπεύει να συμβάλει στην κοινή δραστηριότητα, όπως τέτοιος. Αυτό φαίνεται να αποκλείει απόπειρες υπονόμευσης μιας Συνεισφορά εταίρου. Αλλά ποια ακριβώς είναι αυτή η πρόθεση; Αυτό φαίνεται να προϋποθέτει την κατανόηση της έννοιας του κοινού δραστηριότητα, η οποία είναι η έννοια που προσπαθούμε να κάνουμε διευκρινίζω.[31]

Ίσως αυτή η κριτική να είναι πολύ γρήγορη. Ίσως απομένει ένας τρόπος για να χαρακτηρίζουν την πρόθεση να κάνει κάποιος το μέρος του που δεν το κάνει προϋποθέτουν την έννοια της κοινής δραστηριότητας. Μια προσέγγιση απευθύνεται "Ομαδική συλλογιστική", μια ξεχωριστή μορφή στρατηγικής πρακτική συλλογιστική. Αυτή η άποψη της συλλογιστικής αναπτύχθηκε για να αντιμετωπίσει Ορισμένες δυσκολίες που έχει η Καθιερωμένη Θεωρία Παιγνίων στη λογιστική του ορθολογικότητα της επιλογής περισσότερων συνεργατικών επιλογών στη στρατηγική σενάρια όπως το δίλημμα του φυλακισμένου και το Hi-Lo. Η ιδέα είναι ότι έχουμε διαισθητικά πιο ορθολογικά αποτελέσματα με άτομα το καθένα προσεγγίζοντας την κατάσταση ρωτώντας τον εαυτό του και όχι τι είναι καλύτερο για μένα δεδομένου του τι κάνουν οι άλλοι;, αλλά τι είναι καλύτερο για εμάς ή την ομάδα ως ολόκληρος;[32] Η συμμετοχική πρόθεση χαρακτηρίζεται από την άποψη της διακριτικό συλλογισμό που οδηγεί στο σχηματισμό του, παρά σε όρους κάποιου πιο εγγενούς χαρακτηριστικού της πρόθεσης ή του περιεχομένου της. Μένει να δούμε αν κάποιος σκοπεύει να του αναλογήσει, έτσι κατανοητό, μπορεί να εξηγήσει τη διακριτική συμμετοχική δέσμευση κοινόχρηστων δραστηριότητα.[33]

Το ζήτημα του τρόπου δημιουργίας της διαπροσωπικής δομής του Η συμμετοχική πρόθεση είναι ένα κεντρικό πρόβλημα για τη θεωρία του κοινού και παραμένει ένας τομέας ενεργού ερευνητικού ενδιαφέροντος. Για περαιτέρω απόψεις, βλέπε Gilbert 2009 (κάποια συζήτηση των οποίων είναι παρακάτω), Η ερμηνεία του Κόρσγκαρντ για τον Καντ στο 2009, 189ff, και Roth 2004, του οποίου η αντίληψη των προθέσεων του επιτρέπει να προσφύγει σε διαπροσωπικός μηχανισμός παρόμοιος από ορισμένες απόψεις με αυτόν του Εντολές.

4. Αμοιβαίες υποχρεώσεις

Ο Gilbert υποστηρίζει εδώ και καιρό ότι οι συμμετέχοντες στην κοινή δραστηριότητα είναι υποχρεωμένοι να κάνουν το ρόλο τους σε αυτό. Πάρτε το γνωστό της παράδειγμα περπατώντας μαζί, με πρωταγωνιστές τον Τζακ και τη Σου. Όταν ο Τζακ κάνει κάτι Αυτό δεν είναι συμβατό με το περπάτημα μαζί, π.χ. το περπάτημα έτσι γρήγορα που η Σου δεν μπορεί να συμβαδίσει, η Σου δικαιούται να επιπλήξει τον Τζακ. Αυτό υποδηλώνει στον Gilbert ότι είναι απαραίτητο για κοινή δραστηριότητα (και πρόθεση) ότι κάθε συμμετέχων έχει υποχρέωση να κάνει το δικό του μέρος της δραστηριότητας (ή στην εκτέλεση της πρόθεσης). Για παράδειγμα:

Επί της υπάρξεως του δικαιώματος αυτού [δικαίωμα επίπληξης της μήνυσης] υπαινίσσεται ότι ο Τζακ έχει, στην πραγματικότητα, την υποχρέωση να παρατηρεί και να ενεργεί (υποχρέωση που έχει και η Σου). (Γκίλμπερτ 1990, 180–1 (1996, 184))[34]

Ο Gilbert έχει χρησιμοποιήσει αυτό το κριτήριο αμοιβαίας υποχρέωσης για να επικρίνει Αναγωγικοί λογαριασμοί κοινής δραστηριότητας σε όρους "προσωπικών προθέσεις» (1990, 180ff; 2008,499), όπως αυτή που υπερασπίστηκε ο Μπράτμαν. Ο Bratman 1997 αναγνωρίζει ότι οι αμοιβαίες υποχρεώσεις είναι συνήθως συνδέεται με την ανταλλαγή προθέσεων, αλλά επιμένει ότι Δεν είναι απαραίτητα. Υποστηρίζει ότι, όταν υφίστανται, οι υποχρεώσεις εξηγούνται με όρους μιας ηθικής αρχής στην οποία πρέπει κανείς να ζει τις προσδοκίες για τις πράξεις κάποιου που έχει σκόπιμα δημιουργήθηκε σε άλλους. Αυτή η αρχή, που διατυπώθηκε από τον Scanlon στο Το πλαίσιο μιας συζήτησης σχετικά με την υπόσχεση, ισχύει γενικά για καταστάσεις όπου τα άτομα ενεργούν από κοινού και μοιράζονται προθέσεις. (Η αρχή F του Scanlon βρίσκεται στο 1998, 304. Για πρόσφατη συζήτηση Scanlon και πολλά υποσχόμενη ότι σχετίζεται με την κοινή δραστηριότητα, βλέπε Shiffrin 2008. Για μια άλλη αναγωγιστική απάντηση στον Gilbert δείτε MacMahon 2005, 299επ. Για πιο πρόσφατη συζήτηση σχετικά με την αμοιβαία υποχρέωση, βλέπε Roth 2004, Alonso 2009.)

Ας υποθέσουμε, ωστόσο, ότι έχουμε άτομα που ασχολούνται με μια προσπάθεια που να γνωρίζουν ότι είναι ανήθικοι, όπως αυτός ενός ληστή και ενός τεμπέλη ληστή επιδρομή σε ένα χωριό. Το απαράδεκτο της προσφυγής θίγει την Το δικαίωμα του Pillager να καταστήσει υπόλογο τον πλιατσικολόγο για χαλαρώνοντας στην αναζήτησή του για λάφυρα. Δεν θα μπορούσε να υπάρξει υποχρέωση να συμμετέχει κανείς σε αυτή τη δραστηριότητα (Bratman, 1999, 132–6). Για τον Bratman, αυτό δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει κοινή χρήση δραστηριότητα χωρίς αυτές τις υποχρεώσεις. Ο Gilbert απαντά ότι μόνο αποδεικνύει ότι οι εν λόγω υποχρεώσεις είναι ειδικές, "ενός διαφορετικό είδος» (2009, 178) από το είδος της υποχρέωσης που είναι γνωστό από τη συζήτηση της ηθικής φιλοσοφίας. Φτάνει στο σημείο να πει ότι Οι υποχρεώσεις να κάνει κάποιος το μέρος του είναι παρούσες, ακόμη και όταν Οι εταίροι κάποιου σε κοινή δραστηριότητα τον έχουν εξαναγκάσει να συμμετάσχει αυτούς.

Οι μεταγενέστερες δηλώσεις του Gilbert γίνονται πιο σαφείς σχετικά με την κατευθυνόμενη φύση αυτών των μη ηθικών υποχρεώσεων (Gilbert 1997, 75–6). Η υποχρέωση συσχετίζει τον Τζακ με τη Σου κατά τρόπο με τον οποίο Ο Τζακ και ένας μη συμμετέχων δεν σχετίζονται (Gilbert 2009; 2008, 497; Αυτό συνδέεται με την πρόσφατη συζήτηση για τη «διπολική κανονικότητα». βλέπω Darwall 2006, Thompson 2004 και Wallace 2013). Για να επισημάνετε το εικονίδιο κατευθυνόμενη φύση της κανονιστικής σχέσης, και με τρόπο που δεν υποδηλώνουν τόσο έντονα ότι είναι ηθικής φύσης, θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για αντιμερείς δεσμεύσεις (Roth 2004). Έτσι, ο Τζακ έχει ένα αντίθετη δέσμευση προς τη Sue να περπατήσει με τρόπο συμβατό με το περπάτημα τους μαζί.

Ο Γκίλμπερτ επιχειρεί να διατυπώσει την αίσθηση της κατευθυντικότητας όσον αφορά την ιδιοκτησία: την αντίθετη δέσμευση του Τζακ στη Σου Το περπάτημα με τον κατάλληλο ρυθμό συνεπάγεται ότι η Sue οφείλεται, και κατά μία έννοια κατέχει, τη σχετική απόδοση από την πλευρά του Jack (Gilbert 2008, 497). Αυτό θα εξηγούσε πιθανώς γιατί η Sue και κανένας άλλος δεν μπορεί απαλλάσσει τον Τζακ από την εκπλήρωση της υποχρέωσης/δέσμευσης, παραιτούμενος τον ισχυρισμό της για τη δράση του Τζακ. Κάποιος θα μπορούσε, σε ένα σχετικό πνεύμα, να προσπαθήσει να διατυπώνει τον κατευθυνόμενο χαρακτήρα της δέσμευσης όσον αφορά: Ελπιδοφόρα.[35] Αν κατανοήσουμε την υποχρέωση του Τζακ ως αποτέλεσμα κάποιου πράγματος σαν μια υπόσχεση στη Sue, μπορούμε να δούμε όχι μόνο ότι ο Jack έχει μια δέσμευση, αλλά ότι η Sue βρίσκεται σε ειδική θέση τέτοια ώστε να μπορεί, για παράδειγμα, Απελευθερώστε τον από την εκπλήρωσή του. Ένα μειονέκτημα, τουλάχιστον για τον Gilbert, του είτε επικαλούμενοι είτε την ιδιοκτησία είτε υποσχόμενοι να διατυπώσουν την έννοια του κατευθυνόμενη υποχρέωση ή αντιμερής δέσμευση είναι ότι δεν είναι Είναι σαφές ότι αυτό θα επέτρεπε σε αυτές τις δεσμεύσεις να είναι εξίσου απομονωμένες από ηθικούς προβληματισμούς, όπως φαίνεται να πιστεύει ο Gilbert ότι είναι (π.χ. στο η απάντηση στον Bratman παραπάνω). Ένα άλλο ερώτημα είναι αν ιδιοκτησία ή υπόσχεση αποτυπώνει πλήρως όλα όσα υπάρχουν στο αντιμερής ή κατευθυνόμενος χαρακτήρας της δέσμευσης. Αυτές οι στρατηγικές μπορεί να εξηγήσει γιατί η Sue βρίσκεται σε ειδική θέση για να απελευθερώσει τον Jack από τη δέσμευσή του. Αλλά μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν υπάρχουν και άλλοι πτυχές της ιδιαίτερης θέσης της σε σχέση με τον Τζακ που έχουν απομείνει χωρίς διεύθυνση.[36] Επιπλέον, μπορεί να είναι ότι ορισμένες πτυχές της υπόσχεσης - σε ιδιαίτερα η κατευθυντικότητα της υποχρέωσης - θα μπορούσε με κάποιο τρόπο εξαρτώνται από την κοινή υπηρεσία ή πτυχές της. Βλέπε Gilbert 2011 και Roth 2016.

Ενώ η έννοια των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας ή αξίωσης προορίζεται να είναι υποδηλώνοντας το είδος των αμοιβαίων υποχρεώσεων/αντιμερών δεσμεύσεων έχει κατά νου, την κεντρική επεξηγηματική έννοια που ανέπτυξε ο Gilbert είναι αυτή της κοινής δέσμευσης, την οποία θεωρεί ότι είναι πρωτόγονος.[37] Μια ανησυχία εδώ είναι αν η κοινή δέσμευση παρέχει κάτι σαν φιλοσοφική περιγραφή ή επεξήγηση αμοιβαίων υποχρεώσεων, ή εάν Απλώς τις περιγράφει εκ νέου. Παίρνουμε κάποια ιδέα για το τι έχει ο Gilbert μυαλό, αντιπαραβάλλοντάς το με την προσωπική δέσμευση που σχετίζεται με ατομική πρόθεση ή απόφαση (2009, 180). Ενώ μπορεί κανείς να Ο καθένας αναλαμβάνει και ακυρώνει το είδος της δέσμευσης που σχετίζεται με Με ατομική πρόθεση και απόφαση, η κοινή δέσμευση μπορεί να είναι μόνο διαμορφώνεται μέσα από μια διαδικασία κατά την οποία ο καθένας εκφράζει την ετοιμότητά του, Και μπορεί να ανακληθεί μόνο όταν συμφωνήσουν όλα τα μέρη. Αυτό αυξάνει το Έκδοση του προηγούμενου τμήματος, για το πώς ακριβώς η κοινή δέσμευση τίθεται σε ισχύ. Ακόμη και αν όλοι εκφράζουν ετοιμότητα για Α Μαζί, δεν σημαίνει ότι όλοι κάνουμε το μεγάλο βήμα και πραγματικά να το αναλάβει. Μια άλλη ανησυχία που έχει εκφράσει η ίδια η Gilbert είναι εάν κάποια συνθήκη που απαιτεί έκφραση ενδέχεται να περιορίζει το Δυνατότητα εφαρμογής της άποψής της για μια γενικότερη περιγραφή πολιτική υποχρέωση, κάτι που σκοπεύει να κάνει (π.χ. το 2006). Η άποψη του Gilbert έχει επίσης κατηγορηθεί για κυκλικότητα. φαίνεται ότι η έκφραση ετοιμότητας που απαιτείται για την ανάληψη κοινής δέσμευσης θα αποτελούσε η ίδια περίπτωση κοινής δραστηριότητας και, ως εκ τούτου, θα προϋπέθετε κοινή δέσμευση. Για συζήτηση, βλέπε Tuomela 1992, Tollefsen 2002, και Schmid 2014.

Κατανοητό ως ένα είδος υποχρέωσης, η διορατικότητα του Gilbert για ένα διακριτή κανονιστική σχέση μεταξύ των συμμετεχόντων σε κοινή Ο οργανισμός κινδυνεύει να απορριφθεί. Πολλοί βρίσκουν υποχρέωση, και ειδικά το καμία μονομερής προϋπόθεση απόσυρσης, να είναι πολύ ισχυρή. Του Γκίλμπερτ Η γενική ιδέα μπορεί να βρει ευρύτερη αποδοχή αν μιλάμε αντί για δέσμευση που επιτρέπει μονομερή αποχώρηση.[38] Τέλος, ο Stroud (2010) έχει προτείνει μια κανονιστική συνθήκη σε ορισμένους σέβεται ακόμη πιο αδύναμα. Ο Stroud υποστηρίζει ότι οι συμμετέχοντες σε κοινές Η δραστηριότητα έχει ένα προνόμιο – μια ηθική άδεια – που μπορεί υπερισχύουν ή μετριάζουν τις ηθικές υποχρεώσεις που είχαν έναντι των μη συμμετεχόντων (όπως ως αυτή της ευεργεσίας). Μένει να δούμε σε ποιο βαθμό αυτό θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τις διαισθήσεις που παρακίνησαν το πρωτότυπο του Gilbert και σημαντική διορατικότητα.

5. Το δίλημμα του λόγου και τα ομαδικά μυαλά

Προτάθηκε νωρίτερα (στο τμήμα 1) ότι η σκέψη μιας ομάδας ως Ο ίδιος ένας πράκτορας και ένα υποκείμενο σκόπιμων καταστάσεων δεν ήταν καλό μοντέλο ή απολογισμός κεντρικών μορφών κοινής πρόθεσης και δραστηριότητας. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν είναι ποτέ κατάλληλο να μιλάμε με αυτόν τον τρόπο. Πράγματι, ο Rovane, ο Pettit και άλλοι υποστήριξαν ότι ορισμένοι Οι ομάδες μπορούν να είναι γνήσια υποκείμενα σκόπιμων στάσεων και μπορούν να έχουν δικά τους μυαλά. Αυτό θα ισοδυναμούσε με διαφορετικό τρόπο με τον οποίο Τα άτομα μπορούν να δράσουν από κοινού και εγείρουν ενδιαφέροντα ερωτήματα σχετικά με Πώς οι προθέσεις μιας ομάδας πρέπει να σχετίζονται με τις προθέσεις ενός ατόμου πρακτική συλλογιστική.

Ο Pettit ξεκινά με την υπόθεση ότι μια ορθολογική ολοκλήρωση ενός Η συλλογικότητα είναι ένα σημάδι της νοοτροπίας της (2003, 181). Λέει,

Είναι λογικό, ακόμη και υποχρεωτικό, να σκεφτούμε το ολοκληρωμένο Η συλλογικότητα ως εσκεμμένο υποκείμενο... Η βάση αυτού του ισχυρισμού είναι ότι η ολοκληρωμένη συλλογικότητα, όπως χαρακτηρίζεται, πρόκειται να εμφανίζουν όλα τα λειτουργικά σημάδια ενός σκόπιμου θέματος... Εντός σχετικούς τομείς, θα ενεργεί γενικά κατά τρόπο που εξορθολογισμένο από ανεξάρτητα διακριτές αναπαραστάσεις και στόχους. και εντός των σχετικών τομέων θα σχηματίσει και θα αποδιαμορφώσει γενικά αυτά αναπαραστάσεις με τρόπο που εξορθολογίζεται από τα αποδεικτικά στοιχεία ότι Πρέπει να είμαστε στη διάθεσή του. (Pettit 2003, 182· βλ. επίσης Rovane 1998, 131–2 για μια σχετική γραμμή σκέψης.)

Η υπόθεση του ομαδικού νου φαίνεται έτσι να εξηγεί ή να εξηγεί την Ορθολογισμός που επιδεικνύει η ομάδα, τόσο σε αυτό που κάνει όσο και σε αυτό που κάνει Αντιπροσωπεύει. Αυτός ο επεξηγηματικός ρόλος, αν ήταν απαραίτητος, θα μας έδινε μια Λόγος για να εισέλθουμε στις ομάδες οντολογίας μας με γνήσια μυαλά τη δική τους. Το σημείο θα μπορούσε να τεθεί με παραδοσιακούς όρους της Quinean: αν ένα Συγκρότηση σε λογική πρώτου βαθμού της καλύτερης εμπειρικής θεωρίας μας ποσοτικοποιεί τέτοιες ομάδες, τότε υπάρχουν τέτοιες ομάδες. Αλλά αυτό το είδος Η επεξηγηματική δέσμευση δεν χρειάζεται να είναι τόσο σαφής ποσοτική όπως θα έλεγε ο Quine, και ο ίδιος ο Pettit ποτέ αναφέρει ο Quine. Η οντολογική δέσμευση θα μπορούσε να υπονοείται περισσότερο στο το περιεχόμενο της θεωρίας μας παρά θέμα λογικής μορφής.

Ένα άλλο ζήτημα που πρέπει να τεθεί, έστω και μόνο για να παραμεριστεί σε αυτήν την περίπτωση, είναι αν το μόνο είδος αναγκαιότητας που μπορεί να υποστηρίξει την ομάδα Η υπόθεση του νου είναι θεωρητικού/επεξηγηματικού είδους. Κάποιος θα μπορούσε, για παράδειγμα, εξετάστε αν η γραμμή σκέψης Rovane/Pettit θα μπορούσε να είναι λειτουργούν με την παραδοχή ότι η αναγκαιότητα τέτοιων ομάδων είναι πρακτικό χαρακτήρα, ίσως προϋπόθεση για ένα είδος υπηρεσίας που Τα άτομα μπορούν και ασκούν (Roth 2014a, 140–141; Πέτιτ 2015, 1642).

Αλλά είναι η υπόθεση του ομαδικού νου επεξηγηματικά απαραίτητη; Εάν η ένδειξη Η ορθολογική συμπεριφορά, η αναπαράσταση, ο λόγος κ.λπ. μπορεί εύκολα να είναι εξηγείται (ή εξηγείται) χωρίς να επικαλείται τα ομαδικά μυαλά, τότε το Το τεκμήριο της νοοτροπίας καταρρίπτεται. Έτσι, αν ανακαλύψουμε τι φαίνεται να είναι ένα θέμα από το οποίο η συμπεριφορά του ελεγχόταν πλήρως ή εξηγείται από την άποψη των στάσεων και της συμπεριφοράς κάποιου άλλου (ή άλλοι), τότε δεν θα είχε πλέον λόγο να σκεφτεί το θέμα στο ερώτηση όπως σκέφτεται. Για παράδειγμα, εάν η ορθολογική συμπεριφορά μιας ομάδας εξηγείται εξ ολοκλήρου από την άποψη των μεμονωμένων μελών, τότε είμαστε Δεν μπαίνει στον πειρασμό να σκεφτεί ότι η ίδια η ομάδα είναι πραγματικά σκεπτόμενη (Watkins 1957). Ή, εάν υπάρχει πολύ στενή ταύτιση μεταξύ των κρίσεων και Στάσεις της ομάδας αφενός και των μελών αφετέρου – για παράδειγμα, εάν οι περιγραφές των στάσεων σε μια ομάδα είναι απλώς μια περίληψη των εγγραφών στα μεμονωμένα μέλη του (Quinton 1975-6) – τότε δεν υπάρχει λόγος να σκεφτόμαστε την ομάδα ως έχοντας ένα δικό του μυαλό.

Τα πρόσφατα επιχειρήματα του Pettit αντιμετωπίζουν αυτή την ανησυχία. Έχει προτείνει ότι ορισμένες διαδικασίες λήψης ομαδικών αποφάσεων είναι τέτοιες ώστε οι προηγούμενες ομαδικές αποφάσεις περιορίζουν ορθολογικά τις μεταγενέστερες αποφάσεις, κρίσεις και προθέσεις. Όταν ακολουθούνται τέτοιες διαδικασίες «καθοδηγούμενες από προϋποθέσεις», μια Η ομάδα όχι μόνο εμφανίζει μια ορθολογική ενότητα ενδεικτική της νοοτροπίας, αλλά το πράττει κατά τρόπον ώστε να μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μειοψηφία –ίσως ακόμη και καμία– των μεμονωμένων μελών προσωπικά κρατήστε.

Ο Pettit βασίζεται στη βιβλιογραφία σχετικά με τη συνάθροιση αποφάσεων (π.χ. Kornhauser και Sager, 1986· Κατάλογος &; Pettit, 2002). Εδώ είναι ένα εκδοχή του είδους της υπόθεσης που έχει κατά νου ο Pettit: αρκετοί συνάδελφοι (Α, Β, και Γ) που κατευθύνονται προς το συνέδριο APA στο Σικάγο πρέπει να αποφασίσουν αν θα πάρετε το El (τρένο) από το αεροδρόμιο. Μια καταφατική απάντηση κρίση σχετικά με καθεμία από τις ακόλουθες εκτιμήσεις, ή Οι "προϋποθέσεις" είναι απαραίτητες για να ληφθεί η απόφαση/συμπέρασμα Επί του σκάφους: εάν το τρένο είναι αρκετά ασφαλές, εάν είναι γρήγορο αρκετά, και αν είναι αρκετά γραφικό (π.χ. αν είναι εντάξει ότι θα χάσουν τη θέα της λίμνης). Ας πάμε κι εμείς Ας υποθέσουμε, δεδομένων των κατάλληλων βασικών παραδοχών, ότι η Η πλήρωση των προϋποθέσεων αυτών αποτελεί πειστικό λόγο για Πάρτε το τρένο. Τέλος, ας υποθέσουμε ότι η ομάδα φτάνει σε κρίσεις Όσον αφορά τις εγκαταστάσεις κατά πλειοψηφία, ως εξής:

Αρκετά ασφαλές;Αρκετά γρήγορα;Αρκετά γραφικό;Επιβιβαστείτε;
ΈναςΝαιΌχιΝαιΌχι
BΌχιΝαιΝαιΌχι
CΝαιΝαιΌχιΌχι
ΟμάδαΝαιΝαιΝαιΝαι╲Όχι

Εάν η ομάδα αποφασίσει για το συμπέρασμα με πλειοψηφία, ψηφοφορία σχετικά με το τι κάθε Το άτομο προσωπικά πιστεύει ότι πρέπει να κάνει, θα αποφασίσει κατά Παίρνοντας το τρένο (αυτό είναι το "όχι" στο πάνω τρίγωνο του κάτω δεξιού πλαισίου). Αλλά αυτό το συμπέρασμα θα ήταν δύσκολο να συμβιβαστεί με τις ομαδικές αποφάσεις σχετικά με τις τρεις υποθέσεις του επιχείρημα. ότι, εάν η ομάδα υιοθετήσει τη βασική διαδικασία, όταν το συμπέρασμα δεν καθορίζεται από ψηφοφορία, αλλά από την ομάδα απόψεις σχετικά με τις εγκαταστάσεις, τότε το συμπέρασμα της ομάδας είναι ορθολογική (αυτό είναι το "ναι" στο κάτω τρίγωνο του κάτω δεξιά πλαίσιο).

Ένα τέτοιο συμπέρασμα, ωστόσο, δεν μπορεί προφανώς να εξηγηθεί από την άποψη τα προσωπικά συμπεράσματα των μελών, καθένα από τα οποία καταλήγει στο συμπέρασμα απέναντι. Έτσι, ας υποθέσουμε (όπως κάνει ο Pettit) ότι υπάρχουν ομάδες που το κάνουν Στην πραγματικότητα, υιοθετήστε τη διαδικασία που βασίζεται στην παραδοχή. Στη συνέχεια, ο ορθολογισμός του Το συμπέρασμα της ομάδας δείχνει ότι η ομάδα έχει μυαλό. Επιπλέον, η ασυνέχεια μεταξύ ατομικού και ομαδικού επιπέδου στάσεις σχετικά με το συμπέρασμα είναι τέτοιες ώστε το τεκμήριο Η νοοτροπία δεν νικιέται. Αυτό υποδηλώνει στον Pettit ότι, τουλάχιστον σε Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ομάδες μπορεί να έχουν το δικό τους μυαλό και να είναι γνήσιες σκόπιμα θέματα.

Μια ανησυχία με αυτό το επιχείρημα αφορά τον τρόπο με τον οποίο η απόφαση που βασίζεται στην προϋπόθεση εφαρμόζεται. Αν απλώς εφαρμόζεται δυνάμει των προθέσεων κάθε ατόμου να δημιουργήσει και να διατηρήσει ορθολογισμός σε επίπεδο ομάδας, τότε φαίνεται να υπάρχει εναλλακτική λύση στην υπόθεση του ομαδικού νου. Ότι η ομάδα φαίνεται να έχουν ένα δικό του μυαλό σε παραδείγματα όπως αυτό θα ήταν τότε ένα τεχνούργημα της περιορισμένης εστίασης του παραδείγματος, το οποίο δεν έλεγε τίποτα σχετικά με το πώς είναι μια πολιτική ορθολογισμού σε συλλογικό επίπεδο διατηρημένος. Μόλις διευρύνουμε την προοπτική μας για να αναγνωρίσουμε ότι ο καθένας ατομικοί στόχοι για τη διατήρηση του ορθολογισμού σε συλλογικό επίπεδο, Δεν είναι πλέον σαφές ότι υπάρχει τέτοιο χάσμα ή ασυνέχεια μεταξύ της σκοπιμότητας στο επίπεδο των ατόμων και του ομάδα. Έτσι, δεν θα υπήρχε καμία δικαιολογία για συζήτηση για ομάδα Μυαλό.[39] Φυσικά, αυτή η κριτική κάνει ισχυρές υποθέσεις για το πώς να εξηγήστε κάθε ορθολογισμό που μπορεί να επιδειχθεί σε επίπεδο ομίλου, υποθέσεις που είναι ανοιχτές σε αμφισβήτηση.

Για μερικούς, λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη την ιδέα ότι μια ομάδα έχει το δικό της μυαλό περιλαμβάνει κάτι περισσότερο από μια εμπειριστική δέσμευση στην εξήγηση της Φαινόμενα. Δηλαδή, ένας ομαδικός νους δεν είναι απλώς μια βολική θέση υιοθετείται μέσα από την τριτοπρόσωπη προοπτική του εκ προθέσεως για σκοπούς εξήγησης και πρόβλεψης (Dennett 1987). Ένας νους έχει μια άποψη, και αν είναι αρκετά εξελιγμένος, είναι ένας αντικείμενο δέσμευσης και υποχρέωσης. Στην ανάπτυξη ιδεών του Searle και Tuomela σε μια νέα κατεύθυνση, Schmid (2014) υποστηρίζει ότι μια τέτοια ομάδα Ο νους θα απαιτούσε μια ξεχωριστή μορφή πληθυντικής αυτογνωσίας στο μέρος καθενός από τα μέλη της ομάδας. Προτείνει ότι τέτοιες ομάδες υπάρχουν, και διερευνά τρόπους με τους οποίους η πλουραλιστική αυτογνωσία είναι και είναι Δεν είναι ανάλογη με την αυτογνωσία που επιδεικνύει ο καθένας μας ως άτομα.
------------------------------
Σημειώσεις για την κοινή αντιπροσωπεία

1. Για παράδειγμα: από τους Gilbert 1990, Bratman 1992 και Searle 1990.

2. Συγκρίνετε το απόσπασμα από τον Wittgenstein (PI 621): «... όταν «I Σήκωσε το χέρι μου', το χέρι μου ανεβαίνει. Και το πρόβλημα προκύπτει: τι απομένει αν αφαιρέσω το γεγονός ότι το χέρι μου πηγαίνει από το γεγονός ότι σηκώνω το χέρι μου;»

3. Το σημείο αυτό είναι υπονοείται στον Searle, όπως όταν περιγράφει την περίπτωση της απλής συνάθροισης λέγοντας ότι «υπάρχει απλώς μια ακολουθία μεμονωμένων πράξεων που τυχαίνει να συγκλίνουν σε έναν κοινό στόχο» (403, έμφαση προστέθηκε). Το σημείο αυτό διατυπώνεται σαφέστερα στη συζήτηση σχετικά με: Searle στο Pacherie 2007.

4. Α Πέρασμα από Ο Hobbes (1651, 3) είναι ενδεικτικός της άποψης: «Με την τέχνη είναι δημιούργησε αυτόν τον μεγάλο Λεβιάθαν, που ονομάζεται Κοινοπολιτεία ή Κράτος—(στο Λατινικά, Civitas) που δεν είναι παρά ένας τεχνητός άνθρωπος...» Βλέπω Rovane 1997, Tollefsen 2002, Pettit 2003. Δείτε παρακάτω για συζήτηση Το επιχείρημα του Pettit για το διλήμμα του λόγου για τα ομαδικά μυαλά.

Ο Gilbert (1989, 163, 1990, 1997) έχει μιλήσει για πληθυντικά θέματα, επιμένοντας ότι πολλά άτομα μπορούν να υποβληθούν σε ψυχική κατάσταση, και απορρίπτοντας την ιδέα ότι, μιλώντας σωστά, μόνο ένα μόνο Το άτομο είναι το υποκείμενο μιας συγκεκριμένης ψυχικής κατάστασης. Αλλά αυτή Επίσης, αποκηρύσσει μια υπερ-ατομική οντότητα. Η ομιλία της για πληθυντικό θέμα Οι πράκτορες, αναμφισβήτητα, ερμηνεύονται καλύτερα όχι ως μεταφυσικός ισχυρισμός, αλλά ένα σχετικά με τη φύση των ειδικών υποχρεώσεων και την κατοχή δικαιωμάτων μεταξύ συμμετεχόντων σε κοινή δραστηριότητα. Δείτε παρακάτω. Ο Velleman 1997a μιλά για ένα συγκεκριμένο, δημόσιο γεγονός ως πρόθεση. Και ο Bratman 1993 θεωρεί μια κοινή πρόθεση ως χαρακτηριστικό μιας ομάδας ατόμων (βλ. Παρακάτω). Αλλά ούτε και υποστηρίζει κάθε ισχυρισμό ότι οι ομάδες έχουν μυαλά.)

5. Εξετάστε μια περιγραφή δράσης όπως: Τραγουδάμε τον εθνικό ύμνο.

Σύμφωνα με την προσέγγιση του Davidsonian, η ρηματική φράση αντιμετωπίζεται με υπαρξιακή ποσοτικοποίηση πάνω από τύπους γεγονότων - σε αυτή την περίπτωση τραγούδια του εθνικού ύμνου. Μέρος αυτού που λέγεται, λοιπόν, είναι ότι υπάρχει κάποιο γεγονός της ψαλμωδίας του τύπου του εθνικού ύμνου. Αλλά ποιος ή τι κάνει αυτό το τραγούδι; Όχι η ομάδα, λέει ο Ludwig. Αντίθετα, έχουμε κάποια σιωπηρή περιορισμένη ποσοτικοποίηση σε σχέση με μεμονωμένα μέλη: κάθε άτομο ανάμεσά μας φέρει τη σχέση παράγοντα με ένα γεγονός που είναι ένα τραγούδι του εθνικού ύμνου. Σε αυτό το σημείο, υπάρχει μια ασάφεια πεδίου, ανάλογα με τη σειρά των δύο ποσοτικοποιητών. Αν ο πρώτος είναι ο περιορισμένος ποσοδείκτης πάνω στον καθένα μας, τότε κάθε άτομο είναι ο πράκτορας αυτού που θα μπορούσε να είναι το δικό του τραγούδι του ύμνου. Αυτό δίνει τη διανεμητική ανάγνωση της περιγραφής της δράσης. Εναλλακτικά, ο ποσοτικός δείκτης γεγονότων μπορεί να έρθει πρώτος και να έχει ευρύ πεδίο εφαρμογής, οπότε υπάρχει ένα μόνο γεγονός που είναι ένα τραγούδι του εθνικού ύμνου και ο καθένας από εμάς είναι ένας πράκτορας του. Αυτό δίνει τη συλλογική ανάγνωση της περιγραφής της δράσης. (Βλέπε Ludwig 2016, Κεφάλαιο 9). Παρατηρήστε ότι καμία ανάγνωση δεν απαιτεί έναν υπερ-ατομικό πράκτορα ομάδας. Συγκεκριμένα, το μόνο που απαιτείται για τη συλλογική ανάγνωση είναι να υπάρχει ένα μόνο γεγονός του οποίου υπάρχουν διάφοροι παράγοντες.

6. Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η δέσμευση που συνδέεται με την πρόθεση τη διακρίνει από στάσεις όπως η επιθυμία και εξηγεί τον διακριτικό ρόλο που διαδραματίζει στην πρακτική συλλογιστική. Χάρμαν 1976, 1986; Bratman 1987.

7. Ο όρος Η «συμμετοχική πρόθεση» επινοήθηκε από τον Kutz 2000. Ο Η διατριβή πρόθεσης μπορεί να το κάνει να ακούγεται σαν κάποιος να προδικάζει το θέμα υπέρ των αναγωγιστών. Αλλά θα δούμε ότι μερικοί θεωρητικοί που είναι από ορισμένες απόψεις μη-αναγωγικοί ικανοποιούν τη Θέση της Πρόθεσης. Ο Searle, για παράδειγμα, το κάνει. και ακόμη και ο Gilbert κάνει (αν ερμηνεύσουμε την ομιλία της παράγωγες προσωπικές δεσμεύσεις ως συνεπαγόμενες πρόθεση ή κατάσταση που μοιάζει με πρόθεση).

8. Σχετικά με την αμοιβαία πίστη, βλέπε Lewis 1969. Για κάποια πρόσφατη συζήτηση, βλέπε Chant &; Ernst 2008.

9. Σε σχετικό φλέβα, Gold και Sugden (2007, 111) επισημαίνουν ότι η Tuomela και Η ανάλυση του Μίλερ θα συνεπαγόταν ότι κάθε ισορροπία Νας – ακόμη και όταν και τα δύο μέρη αυτομολούν στο δίλημμα του φυλακισμένου – ως περίπτωση κοινή δραστηριότητα. Αυστηρά μιλώντας, αυτό δεν συμβαίνει, γιατί ως χρυσός και ο Sugden αναγνωρίζει, ο Tuomela και ο Miller μιλούν για τα άτομα σκοπεύουν να κάνουν τους ρόλους τους, κάτι που δεν είναι ο τρόπος με τον οποίο οι παίκτες σε ένα Το δίλημμα του φυλακισμένου βλέπουν τον εαυτό τους.

10. Για συζήτηση κυκλικότητας, βλέπε Kutz 2000, Bratman 1997 και Petersson 2007. Το αν πρόκειται για πραγματικό πρόβλημα εξαρτάται από τους στόχους της πρότασης βλέπε be. Μια μεταφυσική μείωση της συλλογικής δράσης και πρόθεσης μπορεί να ανεχθεί την επίκληση προθέσεων των οποίων το περιεχόμενο συνεπάγεται μείωση έννοιες της συλλογικής προθετικότητας (Setiya 2010).

11. Βλ. Σέλαρς (1963; 1968, 217). Η μεταγενέστερη άποψη του Tuomela είναι παρόμοια με Searle στο ότι δεν υπάρχει καμία μείωση σε ατομική Προθέσεις. Αλλά δεν θα περιγραφόταν ως πριμιτιβιστής. Σε αντίθεση με τον Searle, ο Tuomela χαρακτηρίζει τις προθέσεις "we-mode" Λειτουργικά. Δεν υπάρχει μείωση του "we-mode" προθέσεις σε προθέσεις «I-mode» επειδή καθεμία έχει διακριτικός ολιστικός ή λειτουργικός χαρακτηρισμός. Βλέπε Tuomela 2003, 2007.

12. Οι σχολιαστές δυσκολεύτηκαν να αφομοιώσουν την απόρριψη του αντιατομικισμού από τον Searle με την αντιμετώπιση των συλλογικών φαινομένων. Για μια χρήσιμη κριτική συζήτηση βλέπε Pacherie 2007, ο οποίος (ίσως αχάριστα) κατηγορεί τον Searle για ασυνέπεια. Συγκεκριμένα, προσπαθεί να δείξει ότι ο Searle είναι αφοσιωμένος στην περιγραφή ορισμένων περιπτώσεων (όπου κάποιος έχει την ψευδαίσθηση ότι ενεργεί με κάποιον) με τρόπο που έρχεται σε αντίθεση με την απόρριψη του αντιατομικισμού.

13. Μπορεί να υπάρχουν τρόποι να επεξεργαστούμε και να επεκτείνουμε στο διαπροσωπικό τη δομή του σκοπού των μέσων η οποία, σύμφωνα με τον Searle, συσχετίζει τη συλλογική με την ατομική πρόθεση μέσα σε ένα μόνο μυαλό. Αλλά δεν είναι κάτι που εξερευνά.

14. Βλέπε Bratman 1993, 113 (1999, 129) για ρητό χαρακτηρισμό της άποψης ως αναγωγικής.

15. «Κοινή Πρόθεση», Πρόσωπα, 112. Η στρατηγική είναι να εφαρμοστεί σε ομάδες ατόμων το θεωρητικό πλαίσιο του Lewisian λειτουργισμού (βλ. άρθρα στο Lewis 1982).


16. Αν και, όπως Ο Bratman (1992, 340) επισημαίνει ότι η απαίτηση αυτή πρέπει να περιορίζεται φως ανταγωνιστικών παιχνιδιών. Βλέπε, επίσης, Searle (1990, 413–13).

17. Είναι ενδιαφέρον ότι Η απαίτηση του Bratman δεν απαιτεί ρητά την πραγματική πλέγμα υποσχεδίων. Τι θα συμβεί εάν ο καθένας σκοπεύει να πλέγμα υποσχεδίων, αλλά απλά δεν το πετυχαίνουν; Για κοινή δραστηριότητα, ο Bratman απαιτεί να οι προθέσεις οδηγούν στη δραστηριότητα μέσω της αμοιβαίας ανταπόκρισης (1992, 339), οπότε η αποτυχία μας να συνδυάσουμε τα σχέδιά μας προφανώς θα μας εμπόδιζε από τη συμμετοχή στη δραστηριότητα, ή το κάνετε μόνο με δυσκολία. Ωστόσο, ο απολογισμός της κοινής πρόθεσης του Bratman (1993) απαιτεί μόνο την πρόθεση να δικτυωθεί, και φαίνεται να το επιτρέπει Τα άτομα μοιράζονται προθέσεις, ακόμη και αν αποτυγχάνουν εντελώς στο δικό τους προσπαθεί να συνδέσει τα υποσχέδιά τους.

18. Bratman 2009α φαίνεται να θεωρεί αυτούς τους περιορισμούς ως ευρύ πεδίο εφαρμογής, με την έννοια Μπρουμ 1999. Αλλά υπάρχει κάποια ανησυχία ότι ο Μπρουμ Η σύλληψη των κανονιστικών περιορισμών δεν αντιμετωπίζει το στοιχείο της δέσμευσης και της σταθερότητας που είναι διακριτή της πρόθεσης.

19. Το παράδειγμα είναι λόγω του S. Shiffrin. Η άποψη του Bratman μπορεί να χειριστεί αυτά Περιπτώσεις. Δεν απαιτεί το πλέγμα των υπερ-τεταγμένων προθέσεις, κίνητρα ή λόγοι. Βλέπε του 1999, 122.

20. Εκτός αν, Ίσως, οι άλλοι συμμετέχοντες καταλαβαίνουν ότι αυτό είναι το κίνητρό σας και είναι πρόθυμοι ωστόσο να ενεργήσουν μαζί σας.

21. Τουλάχιστον σε Οι βασικές περιπτώσεις που δεν αφορούν σχέσεις εξουσίας καθιερώθηκε από πιο βασική κοινή δραστηριότητα (Gilbert 2008, 180). Για την έννοια της κοινής δέσμευσης του Gilbert, βλέπε παρακάτω.

22. Γκίλμπερτ 2008, 494–5; Συζητείται επίσης η μη μονομερής αποχώρηση κατάσταση σε προηγούμενες εργασίες, όπως ο Gilbert 1990.

23. Για τον Μπράτμαν 1993, η δομή των σχετικών προθέσεων χρησιμεύει για το συντονισμό της δράσης και τον προγραμματισμό, καθώς και τη δομή των διαπραγματεύσεων μεταξύ Συμμετέχοντες.

24. Searle 1990, Bratman 1992. Ο Velleman 2001 έχει επίσης έρθει γύρω από αυτό Προβολή σχετικά με το αντικείμενο αυτού που προορίζεται.

25. Βέλεμαν 1997α. Άλλα: Baier 1997, Stoutland 1997. Ένα ζήτημα είναι ότι μερικοί πιστεύουν ότι δεν μπορείτε να σκοπεύετε περισσότερα από τις δικές σας ενέργειες. ή Αν μπορείτε, είναι μόνο ως αποτέλεσμα των δικών σας ενεργειών. Αλλά ακόμα κι αν κάποιος είναι πιο φιλελεύθερος σχετικά με τα πιθανά αντικείμενα, αυτό μπορεί εμπίπτουν στο εύρος του τι προορίζεται άμεσα, έτσι ώστε ένα μπορεί να σκοπεύει περισσότερο από τις δικές του ενέργειες, παραμένει η ανησυχία ότι αυτό αποκλείεται στην περίπτωση κοινής δραστηριότητας.

26. Ονομάστηκε έτσι από τον Bratman (1997). Για μερικούς, η συνθήκη διευθέτησης συνεπάγεται πίστη: η έννοια με την οποία είμαι εγκατεστημένος στο Α όταν σκοπεύω να Α συνεπάγεται ότι πιστεύω ότι θα Α (Harman 1976, Velleman 1989). Ακόμα κι αν κάποιος δεν έχει τόσο ισχυρή απαίτηση πίστης στην πρόθεση, παραμένει η ανησυχία για το πώς να συμφιλιώσει τον σεβασμό με τον οποίο θα πρέπει να βλέπει την ελεύθερη βούληση των συναδέλφων του με την ιδέα ότι η πρόθεσή του διευθετεί το ζήτημα. Έτσι, ο Bratman παίρνει αυτό το πρόβλημα στα σοβαρά, παρόλο που δεν υποστηρίζει την ισχυρή προϋπόθεση της πεποίθησης για την πρόθεση.

27. Αυτό κάνει Η ανησυχία του Velleman να συμβιβάσει την κοινή δραστηριότητα με την αυτονομία των συμμετεχόντων. Αυτή είναι σίγουρα μια πτυχή του Η ανησυχία του Βέλλεμαν. Αλλά τον απασχολεί επίσης το πρόβλημα κοινής διακριτικής ευχέρειας, η οποία, αν μη τι άλλο, είναι πιο κοντά στις ανησυχίες σχετικά με αιτιώδης αποκλεισμός: αν το αν εμείς J εξαρτάται από μένα, πώς θα μπορούσε επίσης να είναι επάνω σε εσάς;

28. Βέλλεμαν 1997α, 36επ. Ο Velleman εμπνέεται από μια εύλογη ανάγνωση κάποιου παλαιότερου έργου του Gilbert, όπως το Gilbert 1990, 7. Αναφέρεται επίσης ο Gilbert 1989. Δεν δίνονται παραπομπές σε σελίδες, αλλά προφανώς έχει κατά νου τις σελίδες 198, 409-10.

29. Για να είμαστε δίκαιοι με τη Velleman, πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι Η θέση των αλληλεξαρτώμενων υπό όρους προθέσεων είναι μόνο ένα μέρος του την πρότασή του. Ένα άλλο στοιχείο της άποψης είναι ότι το κοινό γεγονός που συνίσταται στις εκφράσεις αυτών των υπό όρους προθέσεων από Κάθε μέρος αποτελεί, για λόγους αιτιώδους συνάφειας/λειτουργικότητας, πρόθεση. Με αυτόν τον τρόπο το άτομο (συμμετοχικό) υπό όρους Οι προθέσεις υποτίθεται ότι "αθροίζονται" σε ένα κοινό ή κοινό κατηγορηματική πρόθεση. Σημειώστε επίσης ότι στο άτομο επίπεδο – δηλαδή τη συμμετοχική πρόθεση – την υπό όρους Ο χαρακτήρας της πρόθεσης δεν χάνεται ποτέ. Βλέπε Velleman 2001. Πιθανώς, είναι το κρίσιμο στοιχείο για να συλλάβει πώς προθέσεις ανταλλάσσονται κατά τρόπο που σέβεται τη μεσολάβηση άλλων συμμετεχόντων, ή κατά τρόπο που τις καθιστά πραγματικά αλληλεξαρτώμενες. (Γι' αυτό Ο Velleman δεν έχει πραγματικά την άποψη ότι ένα άτομο έχει το υπό όρους πρόθεση και η άλλη πρόθεση κατηγορηματικά, μια άποψη ότι θα αποφύγει το πρόβλημα με την κατάσταση καθίζησης.)

30. Bratman 1997, στο Bratman 1999, 155. Για συζήτηση σχετικά με την πρόβλεψη κάποιου δικές του ενέργειες, βλέπε Goldman 1968, 1970 και Hampshire 1965. Ο Roth 2014b εκφράζει κάποιο σκεπτικισμό σχετικά με την προγνωστική στρατηγική.

31. Βλέπε ανωτέρω τη σημείωση 10 για παραπομπές σχετικά με την κυκλικότητα.

32. Η συλλογιστική πρέπει να χαρακτηρίζεται με τρόπο που δεν προϋποθέτει την έννοιες που επιδιώκουμε να εξηγήσουμε.

33. Για την ομάδα συλλογιστική, βλέπε Bacharach 2006, Hurley 1989 και Anderson 2001. Για Εφαρμογή της ομαδικής συλλογιστικής στο χαρακτηρισμό της συμμετοχικής προθέσεις, βλέπε Bacharach 2006, 138. Χρυσό &; Sugden, 2007. Tuomela 2003 έχει μια σχετική άποψη, αν και δεν έχει κίνητρα από εκτιμήσεις της θεωρίας παιγνίων.

34. Ένα άλλο απόσπασμα: «Όσο οι άνθρωποι είναι έξω σε μια βόλτα μαζί, Θα καταλάβουν ότι ο καθένας έχει την υποχρέωση να κάνει αυτό που κάνει ή μπορεί να επιτύχει τον σχετικό στόχο». (1996, 184). Βλέπε επίσης Gilbert 1989, 162, 409, 411.

35. Korsgaard 2009, 189 κατανοεί την "καθημερινή αλληλεπίδραση" (η οποία προφανώς περιλαμβάνει την από κοινού δράση) προς παρόμοια κατεύθυνση, επικαλούμενοι την έννοια της ιδιοκτησίας, αλλά και την έννοια της υπόσχεσης. Δείτε επίσης Η αρχή F του Scanlon που αναφέρθηκε παραπάνω. Ένα πλεονέκτημα που βλέπει ο Scanlon Γιατί η άποψή του για την αντίπαλη άποψη της κοινωνικής πρακτικής είναι ότι αντικατοπτρίζει καλύτερα τον κατευθυνόμενο χαρακτήρα της υποχρέωσης και, ως εκ τούτου, Συλλαμβάνει καλύτερα ποιος αδικείται πρωτίστως όταν κάποιος αποτυγχάνει να κρατήσει ένα υπόσχεση (Scanlon 1998, 316).

36. Για παράδειγμα, αν και η Sue μπορεί να είναι σε θέση να απελευθερώσει τον Jack από τη δέσμευση, αν κάνουν κάτι μαζί, μπορεί επιπλέον να έχει περισσότερο ενεργό ρόλο στον καθορισμό του τρόπου με τον οποίο εκπληρώνει το δικό του δέσμευση και πώς τροποποιεί τη δέσμευση στην αλλαγή περιστάσεις.

37. Μολονότι η απόφαση Gilbert 2009, 183 επικαλείται εκ νέου την κυριότητα καταδεικνύοντας πώς η έννοια της από κοινού δεσμεύσεως εξηγεί την κατευθυνόμενη υποχρέωση.

38. Κάτι που θα εξασφαλιζόταν αν τα άτομα μπορούσαν να ενεργούν άμεσα ο ένας βάσει των προθέσεων του άλλου με τον τρόπο που ο καθένας μπορεί να ενεργήσει σύμφωνα με τις δικές του προηγούμενες προθέσεις. Βλέπε Roth 2004.

39. Το Pettit είναι λιγότερο σαφής σε προηγούμενα άρθρα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η διαδικασία λήψης αποφάσεων — και η πολιτική διατήρησης του ορθολογισμού σε συλλογικό επίπεδο – είναι υλοποιήθηκε (Pettit 2001, 2003). Πιο πρόσφατα, οι Pettit και Schweikard 2006 έχουν διαλύσει μέρος αυτού του μυστηρίου, με το πρόταση ότι η κοινή δραστηριότητα (κατανοητή κατά μήκος του Bratmanian και Tuomelan lines) κατά την εφαρμογή της διαδικασίας λήψης αποφάσεων και ορθολογισμός σε συλλογικό επίπεδο. Το πράττουν, ωστόσο, με κίνδυνο της αποδυνάμωσης της υπόθεσης για τα ομαδικά μυαλά.

Αρχαϊκή Επική Ποίηση

Α3.3. Ο εσωτερικός νόστος

Α3.3.1. Νόστος και Ύπνος


Με το τέλος των εγκιβωτισμένων Απολόγων και της δωδέκατης ραψωδίας ολοκληρώνεται ο εξωτερικός νόστος και ανοίγει το δεύτερο μέρος του έπους, αφιερωμένο πλέον στον εσωτερικό νόστο: στα προηγούμενά του, στη δραματική του ακμή και στα κατευναστικά παρεπόμενά του. Τα δύο, ωστόσο, μέρη της Οδύσσειας δεν χωρίζονται μεταξύ τους με αφηγηματικό ρήγμα. Υπάρχουν, όπως υπογραμμίστηκε ήδη, πρόσωπα, θέματα και μοτίβα του πρώτου μέρους που λειτουργούν ως συνδετικές προκαταβολές για το δεύτερο μέρος. Στα συνειρμικά θέματα αυτής της κατηγορίας ανήκει και το ζεύγος "νόστος και ύπνος", το οποίο στο πρώτο μέρος της δέκατης τρίτης ραψωδίας γνωρίζει την κορύφωσή του.

Μόλις έχει κλείσει η μακρά διήγηση των Απολόγων. Η γοητεία της έχει αφήσει τους ακροατές Φαίακες κατάπληκτους και σιωπηλούς. Η σιωπή όμως μπορεί να προαναγγέλλει και το τέλος μιας διήγησης, εκτός κι αν κάποιος τολμήσει να τη σπάσει. Αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνει τώρα ο Αλκίνοος. Επικυρώνει την πομπή του ήρωα προς την Ιθάκη και προχωρεί στην πραγματοποίηση του νόστου του. Το κεφάλαιο της πομπής μοιράζεται και πάλι σε τρία υποκεφάλαια: ετοιμασία, θαλάσσιο ταξίδι, άφιξη στην Ιθάκη.

Στο μεταξύ έχει μεσολαβήσει ο λίγος ύπνος της προηγούμενης νύχτας, και η επόμενη μέρα σκηνοθετείται ως εναγώνιος χρόνος αναμονής του Οδυσσέα. Όσο οι Φαίακες απολαμβάνουν το γεύμα τους και το τελευταίο τραγούδι του Δημοδόκου, ο ήρωας, προσηλωμένος στον πάμφωτο ήλιο, περιμένει πώς και πώς τη δύση του (η παρομοίωση στους στίχους ν 31-35, που εξεικονίζει τη δραματική αναμονή του Οδυσσέα, είναι από τις διασημότερες της Οδύσσειας).

Όταν, επιτέλους, ο ήλιος βασιλεύει, ο Οδυσσέας μιλά: ευχαριστεί και αποχαιρετά τους φιλόξενους Φαίακες, ειδικότερα τον Αλκίνοο και την Αρήτη, που θα παίξουν ρόλο προπομπών. Με την προσωπική επίβλεψη του Αλκινόου φτάνουν τα ξένια δώρα στο πλοίο, ενώ η Αρήτη διατάσσει τρεις σκλάβες της να ακολουθήσουν τον Οδυσσέα: η μία κρατώντας πανωφόρι και χιτώνα· η δεύτερη γερή και πολύτιμη κασέλα· η τρίτη ψωμί και κρασί. Έφτασε, επιτέλους, η ώρα της αναχώρησης· ο Οδυσσέας περνά το κατώφλι του παλατιού.

Έμπιστοι ναυτικοί των Φαιάκων βολεύουν τις προμήθειες στο καράβι, στρώνουν στην κουβέρτα του πλοίου στρωσίδια για να κοιμηθεί ο ξένος. Εκείνος πλαγιάζει αμίλητος, οι πρυμάτσες λύνονται, τα κουπιά χτυπούν το κύμα και το καράβι τρέχει σαν μαγεμένο. Στο μεταξύ, ο Οδυσσέας βυθίζεται σε ύπνο που ορίζεται ως «αξύπνητος, γλυκύτατος, παρόμοιος με θάνατο (νήγρετος, ἥδιστος, θανάτῳ ἄγχιστα ἐοικώς, ν 80). Έτσι, ύπνος και νόστος ζευγαρώνουν, λοξοκοιτάζοντας προς το ομόλογο ζεύγος του "ύπνου - θανάτου".

Έχει γίνει μεγάλη συζήτηση για τον ενύπνιο, παρ' ολίγον θανάσιμο, νόστο του Οδυσσέα, ο οποίος ερμηνεύθηκε, άλλοτε κυριολεκτικά, άλλοτε αλληγορικά, με πολλούς και αποκλίνοντες τρόπους. Εδώ ενδιαφέρει προπαντός η ποιητική του λειτουργία, σε σύγκριση πάντοτε προς τα ομόθεμα συμφραζόμενα της Οδύσσειας.

Γιατί υπάρχουν προς σύγκριση και άλλα παραδείγματα, στο πλαίσιο του εξωτερικού νόστου, που συνδέουν τον ύπνο με τον θάνατο, αντιθετικά και θετικά. Αναφέρονται πρώτα τα αντιθετικά παραδείγματα. Στο επεισόδιο του Αιόλου και της Αιολίας, εξοντωμένος ο Οδυσσέας από τον κυβερνητικό του κάματο, αφήνει για λίγο από τα χέρια του το δοιάκι και αποκοιμιέται, ενώ στο βάθος αχνοφαίνονται κιόλας τα βουνά της Ιθάκης. Τότε ακριβώς, περίεργοι και νήπιοι, οι εταίροι ανοίγουν τον ασκό του Αιόλου, οι ενάντιοι άνεμοι απελευθερώνονται, ο συλλογικός νόστος ματαιώνεται.

Δραματικότερο και τελεσίδικο αποδεικνύεται το άλλο αρνητικό παράδειγμα, της Θρινακίας. Απελπισμένος ο Οδυσσέας από την παρατεινόμενη νηνεμία και την αβάσταχτη πείνα, ανεβαίνει στο βουνό για να προσευχηθεί. Εκεί όμως οι θεοί τον αποκοιμίζουν, οπότε οι εταίροι υποχωρούν στα ακαταμάχητα επιχειρήματα του Ευρυλόχου, σφάζουν και τρώνε τα ιερά γελάδια του Ήλιου, χάνοντας έτσι μια για πάντα τον νόστο τους.

Το θετικό, εξάλλου, παράδειγμα εντοπίζεται στο τέλος της πέμπτης ραψωδίας. Ημιθανής και εξαγριωμένος από το ναυάγιο, ο ήρωας αναπλέει επιτέλους, με τη βοήθεια της Αθηνάς, τις ροές του ποταμού της Σχερίας, πατά στις όχθες του και σώζεται. Άγρυπνος πολλά μερόνυχτα, γυρεύει τώρα κάπου να πλαγιάσει για να κοιμηθεί. Ανακαλύπτει μόνος του και μόνος του ταιριάζει κάτω από ένα σύδενδρο το αυτοσχέδιο στρώμα του. Τότε η Αθήνα του χαρίζει βαθύτατο ύπνο, που θα τον μεταφέρει από τη θανάσιμη εξάντληση των κυμάτων στη φιλόξενη πλέον πόλη των Φαιάκων.

Τόσο τα αντιθετικά όσο και το θετικό παράδειγμα συνδέουν άμεσα τον ύπνο με τον νόστο, έμμεσα τον ύπνο με τον θάνατο. Σ' αυτό, λοιπόν, το σύμπλεγμα "ύπνος - νόστος - θάνατος" πρέπει να ενταχθεί και ο ενύπνιος νόστος του ήρωα στη δέκατη τρίτη ραψωδία, που φαντάζει σαν ύπνος - θάνατος. Υπενθυμίζεται ότι η αρχαϊκή μυθολογία θέλει τον Ύπνο και τον Θάνατο αδέρφια.

Το ζήτημα είναι πού σκοπεύει ο βαθύτατος αυτός ύπνος. Την απάντηση σε τούτο το ερώτημα τη δίνει ο στ. 92: δὴ τότε γ' ἀτρέμας εὗδε, λελασμένος ὅσσ' ἐπεπόνθει. Που πάει να πει: σ' αυτόν τον βαθύ, σχεδόν θανάσιμο ύπνο βουλιάζουν όλα τα προηγούμενα βάσανα του Οδυσσέα και λησμονούνται. Έτσι, η υποχώρηση του εξωτερικού νόστου προσφέρει χώρο για τον εσωτερικό νόστο - ένα είδος αντιμεταχώρησης.

Κατά τα άλλα, η ενύπνια άφιξη του ήρωα στην Ιθάκη βοήθησε τον ποιητή της Οδύσσειας να αποφύγει σε τούτο το σημείο λίγο πολύ το μελόδραμα. Γιατί, αν πλησίαζε και έφτανε στην Ιθάκη ο Οδυσσέας ξύπνιος, δύσκολα η αφήγηση θα μπορούσε να αποτρέψει τις αισθηματολογίες. Ενώ τώρα, μέσα στη λήθη και στον λήθαργο του ύπνου, υπόκειται η στοχαστική σιωπή, που συμπυκνώνει με ανεπανάληπτο τρόπο όσα λόγια δεν λέγονται και όσα αισθήματα δεν ομολογούνται. Όταν ο Οδυσσέας ξυπνά την επόμενη μέρα, είναι σάμπως να ξαναγεννιέται.