Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2024

Ομηρικός Ύμνος εις Δήμητραν

Τη Δήμητρα τη σεβαστή καλλίκομη θεάν αρχίζω να εξυμνώ,
αυτήν και τη λυγεροπόδαρη τη θυγατέρα της που ο Αϊδωνεύς
την άρπαξε, και του την έδωσε ο βαρύγδουπος παντόπτης Ζευς,
όταν μακριά απ’ την χρυσοδρέπανη λαμπρόκαρπη τη Δήμητρα
έπαιζε με του Ωκεανού τις κόρες τις ορθόστηθες,
δρέποντας ρόδα, κρόκους κι άνθη κι όμορφους μενεξέδες
στον τρυφερό λειμώνα, σπαθόχορτα και υάκινθο
και νάρκισσο που ως δόλωμα τον βλάστησε για το κορίτσι
το ροδαλόμορφο η Γη με βούληση του Δία χάρη του πολυδέκτη,
θαυμάσιο άνθος που έθαλλε και θάμπωσε όσους τόβλεπαν
απ΄τους αθάνατους θεούς κι απ’ τους θνητούς ανθρώπους,
κι απ΄ρίζα του εκατό ξεφύτρωσαν βλαστάρια,
και σκόρπαε οσμή γλυκύτατη κι όλος ψηλά ο διάπλατος εγέλασε ουρανός
και σύμπασα η γη και το αλμυρό κύμα της θάλασσας.
Κι έκθαμβη αυτή τα δυο της χέρια τ’ άπλωσε
το πάγκαλο άθυρμα να πιάσει, κι άνοιξε η γη τότε η πλατύδρομη
στο Νύσιον όρμησε το πεδίον ο πολυδέγμων άρχοντας
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.
Κι αφού την άρπαξε άθελά της πάνω σε ολόχρυσο όχημα
την πήγαινε κλαμμένη, εκείνη τότε κραύγασε μρε δυνατή φωνή
καλώντας τον πατέρα της, τον άριστο και ύπατο του Κρόνου γιό.
Κανείς απ’ τους αθάνατους ούτε κανείς από τους θνητούς ανθρώπους
δεν άκουσε την φωνή, μήτε οι καλλίκαρπες ελιές,
μόνο του Πέρση η θυγατέρα που τρυφερά αισθανόταν
η Εκάτη η λαμπροκρήδεμνη άκουσε από το άντρο,
μαζί κι ο άναξ Ήλιος, ο λαμπρός γιός του Υπερίωνα,
την κόρη που καλούσε τον πατέρα της Κρονίδη, εκείνος όμως
μακριά και χώρια απ΄ τους θεούς στον πολυσύχναστο καθότανε ναό
δεχόμενος απ’ τους θνητούς ανθρώπους πλούσια αφιερώματα.
Κι αυτήν ακούσια οδήγαγε με προτροπή του Δία
ο πολυδέγμων άρχων των νεκρών πατράδερφος της
ο ένδοξος γιός του Κρόνου με τ’ αθάνατα άλογα.
Όσο λοιπόν τη γη και τον ορμητικό ιχθυοτρόφο πόντο
και τις αχτίδες του ήλιου, ήλπιζε ακόμη τη μητέρα της την ένδοξη
να ιδεί και των αθανάτων θεών το γένος,
τόσο μέσα στη θλίψη της τον νου της τον ξαπλάνευε η ελπίδα,
κορφές βουνών αντήχησαν και τα βαθιά του πόντου
απ’ την αθάνατη φωνή, και τη φωνή την άκουσε η σεβαστή μητέρα.
Άλγος πικρό κυρίεψε την καρδιά της, κι απ’ τα θεία μαλλιά
ξεσκίσε με τα χέρια της το κρήδεμνο,
και μαύρο κάλυμμα έρριξε στους ώμους,
κι ωσάν γεράκι όρμησε σε γη και θάλασσα
γυρεύοντας τη, όμως κανείς να της αποκαλύψει την αλήθεια
δεν ήθελε, ούτε απ’ τους θεούς ούτε από τους θνητούς ανθρώπους,
κι ούτε απ΄τους οιωνούς ήλθε κανείς αληθινός αγγελιοφόρος.
Ύστερα η σεβαστή Δηώ περιπλανιότανε στη γη εννέα ημέρες
στα χέρια της κρατώντας δάδες αναμμένες,
ούτε ποτέ αμβροσία και ούτε ποτέ νέκταρ ηδύποτο
δεν γεύτηκε θλιμμένη, ουτ’ έβαζε το σώμα στα λουτρά.
Αλλά σαν έφτασε την δέκατην ημέρα η φωτοφόρα Ηώς,
η Εκάτη την συνάντησε κρατώντας φως στα χέρια,
κι άγγελμα φέρνοντάς της μίλησε και είπε,
Σεβαστή Δήμητρα λαμπρόδωρη, συ η ωριμάστρια των καρπών,
ποιός απ΄τους ουρανίους θεούς κι απ΄τους θνητούς ανθρώπους
την Περσεφόνη άρπαξε και ράισε την καρδιά σου;
γιατί τη φωνή άκουσα, όμως δεν είδα με τα μάτια μου
ποιός ήτανε, σου λέω με συντομία την πάσα αλήθεια.
Έτσι λοιπόν είπε η Εκάτη, όμως σ’ αυτήν δεν αποκρίθηκε
της καλλίκομης Ρέας η θυγατέρα, αλλά γοργά μαζί της
έτρεξε μες στα χέρια της κρατώντας δάδες αναμμένες,
Και φτάσανε στον Ήλιο τον φρουρό θεών και ανθρώπων,
μπροστά στους ίππους στάθηκαν και η πάνσεπτη θεά τον ρώτησε,
Ήλιε, σεβάσου εμένα τη θεά, αν κάποτε εγώ
με λόγο ή μ’ έργο επράϋνα την καρδιά και την ψυχή σου.
Την κόρη αυτή τη γέννησα γλυκό φυντάνι με θωριά καμαρωτή
Άκουσα τον παντέρημο αιθέρα τη γοερή κραυγή της,
σαν να την εξανάγκαζαν, αλλ’ όμως με τα μάτια μου δεν είδα.
Όμως εσύ τον πόντο, κι όλη τη στεριά και τον αιθέρα
από ψηλά με τις αχτίδες που εποπτεύεις,
πες μου στ’ αλήθεια αν έχεις δει κάπου το προσφιλές μου τέκνο
που κάποιος μακριά μου αθέλητα της άρπαξε και πάει
κάποιος απ’ τους θεούς ή απ’ τους θνητούς ανθρώπους.
Έτσι, είπε, και σ΄ αυτήν ο γιός του Υπερίωνος αποκρίθη,
Της καλλίκομης Ρέας θυγατέρα ω Δήμητρα άνασσα
Θα μάθεις, γιατί σέβομαι πολύ και συμπονώ
Την βαριολυπημένη εσέ για το καλλίσφυρο παιδί σου, άλλος κανείς
απ’ τους αθάνατους δεν είναι ο αίτιος πάρεξ ο νεφεληγερέτης Ζευς,
που την παρέδωσε στον αδερφό του Άδη θαλερή του ομόκλινη
να του είναι, αυτός μες στ’ ομιχλώδες σκότος
αφού την άρπαξε την πήγαινε με τ’ άλογα ενώ εκείνη δυνατά ξεφώνιζε.
Αλλά θεά πάψε τον μέγα θρήνο, ούτε σου πρέπει
Ανώφελα έτσι να εξοργίζεσαι, μήτε για σένα ανάξιος
είναι ο γαμπρός μες στους αθάνατους ο άρχων των νεκρών ο Αϊδωνεύς
ο αδερφός και ομόσπορός σου, του έλαχε η τιμή
πρώτη φορά όταν έγινε η μοιρασιά στα τρία,
σε κείνους που μαζί τους κατοικεί του έλαχε ναναι ο άρχοντας τους.
Σαν μίλησε έτσι τ’ άλογα του κάλεσε κι αυτά στην πρoσταγή του
γοργόσυραν πλατύφτερα το ευκίνητο άρμα ως όρνεα,
τότε δεινότερο και πιο άγριο άλγος στην καρδιά της φώλιασε.
Έπειτα χολωμένη με το μαυρονέφελο του Κρόνου τέκνο
αφήνοντας τη σύναξη των θεών και τον πανύψηλο Όλυμπο
στις πόλεις και στους εύφορους αγρούς έφτασε των ανθρώπων
παίρνοντας για πολύ καιρό αλλιώτικη όψη, απ’ τους άνδρες
κι απ’ τις βαθύζωστες γυναίκες που την κοίταζαν κανείς τους δεν τη γνώρισε
μέχρι στο ανάκτορο να φτάσει του ανδρείου Κελεού
που τότε της ευώδους Ελευσίνας ήταν ο άρχοντας.
Και με θλιμμένη την ψυχή της κάθισε στο δρόμο
κοντά στο φρέαρ το Παρθένιον, όπου οι πολίτες έπαιρναν νερό
στη σκιά, που είχε φυτρώσει επάνωθε θάμνος ελιάς,
ολόιδια με πολύχρονη γριά, που πια από τοκετό
κι από της φιλοστέφανης της Αφροδίτης δώρα έχει αποκλεισθή,
παρόμοιες είναι και οι τροφοί για τα παιδιά των δίκαιων βασιλιάδων
και οι οικονόμες στα πολύβουα τ’ ανάκτορα.
Τότε την είδανε του Ελευσινίου Κελεού οι θυγατέρες
καθώς ερχόνταν για να φέρουνε το ευάντλητο νερό
με χάλκινες υδρίες στα πατρικά τους δώματα,
και οι τέσσερις ωσάν θεές στης νιότης τους το άνθος,
η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη και η Δημώ η ελκυστική
και η Καλλιθόη, η πιο μεγάλη απ’ όλες που ήταν,
μα δεν την γνώρισαν, δύσκολο στους θνητούς να δούνε τους θεούς.
Κι αφού πλησίασαν της είπαν λόγια φτερωτά,
ποιά κι από που είσαι γριά, συ απ’ τους μακρόζωους ανθρώπους;
Γιατί μακριά απ’ την πόλη έμεινες και ούτε τις κατοικίες
πλησιάζεις; σε μέγαρα σκιερά εκεί γυναίκες βρίσκονται
της ίδιας ηλικίας με σε κι ακόμα νεώτερες σου,
που θα σου δείξουν την αγάπη τους με λόγια όσο και μ’ έργα.
Έτσι είπανε, και η πάνσεπτη θεά μ’ αυτά τα λόγια απάντησε,
παιδιά μου, όποιες κι αν είστε σεις από τις τρυφερόλιγνες γυναίκες
χαίρετε, εγώ θα σας τ’ αφηγηθώ, καθόλου δεν είν’ άπρεπο
απάντηση να δώσω αληθινή σε σας που με ρωτάτε.
Δως είναι τ’ όνομά μου, η σεβαστή μου τόδωσε μητέρα,
μόλις τώρα, περνώντας την πλατιά θάλασσα από την Κρήτη
ήλθα, χωρίς να θέλω, γιατί με βία κι εξαναγκασμό
μ’ άρπαξαν άνδρες πειρατές. Κι έπειτα αυτοί
στο Θορικό με γοργό πλοίο προσάραξαν, όπου γυναίκες της στεριάς
όλες μαζί ανεβήκανε και τότε εκείνοι
δείπνο ετοιμάσανε κοντά στου πλοίου τα παλαμάρια,
όμως εγώ δεν είχα καμιά όρεξη για γλυκό δείπνο,
και κρυφά ορμώντας μέσα από τη σκοτεινόμαυρη στεριά
ξέφυγα απ’ τους θρασείς αυθέντες, γιατί θέλαν
αφού με δώσουν, όχι βέβαια χωρίς λύτρα, να κερδίσουν.
Έτσι έφτασα εδώ περιπλανώμενη, δίχως να ξέρω
ποιός είναι αυτός ο τόπος και ποιοί τον κατοικούν.
Αλλά σε σας, όλοι που τα Ολύμπια εκείνα δώματα κατέχουν,
νόμιμους άνδρες είθε να σας δώσουνε και τέκνα να γεννήσετε
όπως τα θέλουν οι γονείς, εμένα πάλι κόρες λυπηθείτε με
να φτάσω ευπρόσδεκτη, ω παιδιά μου, σε μια κατοικία
ανδρός και γυναικός, για να εργασθώ σ’ αυτούς
πρόθυμη να προσφέρω έργα υπερήλικης γυναίκας,
και νεογέννητο παιδί κρατώντας το στην αγκαλιά
καλά θ’ ανάθρεφα και δώματα θα επιτηρούσα
και θα ΄στρωνα στο βάθος των καλόχτιστων θαλάμων το κρεβάτι
του νοικοκύρη, και θα επόπτευα τις γυναικείες δουλειές.
Έτσι είπεν η θεά, κι ευθύς της αποκρίθηκε το ανύπαντρο κορίτσι
η Καλλιδίκη, η πιο όμορφη απ’ τις θυγατέρες του Κελεού,
Κυρούλα, ο,τι οι θεοί μας δίνουνε και λυπημένοι ακόμα
οι άνθρωποι εμείς τα υπομένουμε, γιατί είναι παντοδύναμοι.
Αυτά ξεκάθαρα θα πω σε σένα, και θα ονοματίσω
τους άνδρες που πολύ τιμούνται εδώ
και του λαού είναι προύχοντες, και τα οχυρά της πόλης
έχουν σωθεί με τις βουλές και με τις δίκαιες κρίσεις τους.
Τ’ όνομα του Τριπτόλεμου του συνετού και του Διόκλου
και του Πολύξεινου και του αξιέπαινου Ευμόλπου
και του Δολίχου και του θαρραλέου πατέρα μας
όλων αυτών οι σύζυγοι φροντίζουνε τα σπίτια,
ούτε κανένας απ΄αυτούς που θα σε πρωτοδεί
θα σε περιφρονήσει κι απ’ το σπίτι θα σε διώξει,
αλλά θα σε καλοδεχτούν, γιατί είσαι όμοια με θεά.
Αν όμως θες, περίμενε να πάμε στου πατέρα
τ’ ανάκτορα και στη βαθύζωνη μητέρα μας Μετάνειρα
λεπτομερώς τα πάντα να της πούμε, κι αν τούτη σε καλέσει
νάρθεις στο σπίτι το δικό μας, σε άλλων μην ψάξεις σπίτια.
Μες στο καλόχτιστο τ’ ανάκτορο ακριβός γιός
στερνόπαιδο ανατρέφεται, πολύ ακριβό κι αγαπημένο.
Αν βέβαια το ανάθρεψες εσύ και στην ακμή της ήβης έφτανε
Όποια κι αν σ’ έβλεπεν από τις τρυφερές γυναίκες, εύκολα
θα ζήλευε, τόση αμοιβή θα σου δινόταν.
Έτσι είπανε, κι αυτή με το κεφάλι συγκατάνευσε και κείνες τα στιλπνά
γεμίζοντας νερό αγγεία τα σήκωναν καμαρωτές.
Γρήγορα φτάσαν στου πατέρα τους τ’ ανάκτορο κι αμέσως στη μητέρα
Είπαν ό,τι είδαν κι άκουσαν. Εκείνη τότε στη στιγμή
τις προέτρεψε να την καλέσουν με απεριόριστο μισθό.
Κι αυτές, όπως λαφίνες ή δαμάλες σε έαρος εποχή
πηδάνε στο λιβάδι αφού κορέσαν την καρδιά τους με τροφή,
ανασηκώνοντας των θελκτικών εσθήτων τις πτυχές
τρέξαν στον αμαξόδρομο ενώ γύρω στους ώμους
κυμάτιζαν, όμοια κροκόχρωο άνθος, τα μαλλιά τους.
Και τη θεά την ένδοξη συνάντησαν στο δρόμο εκεί ακριβώς
που την αφήσαν, κι έπειτα στ’ ανάκτορα τα πατρικά
πορεύτηκαν, κι εκείνη πίσωθε με λυπημένη την ψυχή της
περπάταε σκεπασμένη απ΄την κορφή ως τα νύχια, και κατάμαυρο
πέπλο γύρω απ’ τα πόδια της θεάς τα λυγερά κυμάτιζε.
Κι ευθύς φτάσαν στ’ ανάκτορα του θεϊκού Κελεού,
περάσανε στην αίθουσα, όπου η σεπτή μητέρα τους
κοντά στο στύλο κάθονταν της καλοκαμωμένης στέγης
έχοντας στην αγκάλη της το νέο βλαστάρι, το παιδί της, τότε αυτές
σιμά της τρέξαν, κι η θεά πάτησε στο κατώφλι, και στη σκεπή
έφτανε το κεφάλι της και φως θεϊκό πλημμύρισε τη θύρα.
Ντροπή σέβας και δέος πελιδνό κυρίεψε τη μητέρα,
δίφρο της πρόσφερε και την προτρέπει να καθίσει.
Όμως η ωριμάστρια των καρπών η Δήμητρα η λαμπρόδωρη
δεν ήθελε στο στιλπνό δίφρο να καθίσει,
αλλ’ έμενε άφωνη ρίχνοντας χαμηλά τα ωραία της μάτια,
έως ότου η έμπιστη Ιάμβη της προσέφερε
στέρεο σκαμνί και πάνω του έστρωσε αργυρόστιλπνη προβιά.
Εκεί σαν κάθησε κράτησε μπρος της με τα χέρια την καλύπτρα,
για πολλήν ώρα αμίλητη και λυπημένη κάθονταν στο δίφρο,
ούτε καλοχαιρέτησε κανέναν καν με λόγο ή κάποια κίνηση,
μα αγέλαστη ολονήστικη από τροφή κι από νερό
καθόταν λειώνοντας απ’ τον καημό της θυγατέρας της βαθύζωνης,
μέχρι που με τ’ αστεία της η έμπιστη Ιάμβη
και τα πολλά της σκώμματα κατάφερε την πάναγνη κυρά
σε γέλια να ξεσπάσει και ν’ αποκτήσει ευχάριστη διάθεση,
αλλά κι αργότερα πάλι με τέτοια την ευχαριστούσε.
Τότε η Μετάνειρα της δίνει κύπελλο, γλυκό κρασί
γεμίζοντάς το, όμως αυτή τ’ αρνήθηκε, γιατί της είπε θεμιτό δεν είναι
να πίνει κόκκινο κρασί, και ζήτησε κριθάλευρο και ύδωρ
αφού αναμείξουν με καλοτριμμένο δυόσμο να της δώσουνε να πιεί.
Κι εκείνη όταν ετοίμασε τον κυκεώνα, στη θεά τον πρόσφερε ως επρόσταξε,
κι αφού κατά τα θέσμια τον δέχτηκε η πολυσέβαστη Δηώ
τότε μ’ αυτούς τους λόγους άρχισε η καλλίζωστη Μετάνειρα,
Χαίρε γυναίκα, εσύ που ελπίζω νασαι από καλούς γονιούς
κι όχι κακούς, γιατί στα μάτια σου διακρίνεται η σεμνότητα
και η χάρη, όπως στων δίκαιων βασιλιάδων.
Αλλ’ οι θεοί ό,τι δίνουνε και λυπημένοι εμείς ακόμα
οι άνθρωποι τα υπομένουμε, γιατί ζυγός σκλαβιάς μας σφίγγει τον αυχένα.
Τώρα που έφτασες εδώ, θα ανατεθούν σ’ εσέ, όσα σε μένα ανήκουν.
Ανάθρεψέ μου τούτο το παιδί, το στερνοπαίδι και το ανέλπιστο
που μούδωσαν οι αθάνατοι και είναι χιλιάκριβο για μένα.
Αν το μεγάλωνες εσύ και στην ακμή της ήβης έφτανε
Όποια κι αν σ’ έβλεπε από τις τρυφερές γυναίκες εύκολα
θα ζήλευε, τόση αμοιβή θα σου δινόταν.
Τότε σ’ αυτή πάλι αποκρίθηκεν η Δήμητρα η ευστέφανη,
και συ κυρά ναχεις χαρά μεγάλη κι οι θεοί ας σου δίνουν αγαθά.
Πρόθυμα το παιδί σου θ’ αναλάβω, ως με προτρέπεις,
θα το αναθρέψω ελπίζω δίχως τις πονηρίες τροφού
κι ούτε μαγγάνιες και βοτάνια θα το βλάψουν,
γιατί γνωρίζω αντίδοτο πιο δραστικό για το κακό,
γνωρίζω την κατάλληλη προφύλαξη από γητειά ολέθρια.
Έτσι αφού μίλησε, στο ευωδιαστό της στήθος το παιδί
κράτησε με τα αθάνατά της χέρια, και η ψυχή χάρηκε της μητέρας.
Έτσι του γενναιόφρονα Κελεού τον λαμπρό γιο
τον Δημοφώντα, που η καλλίζωστη Μετάνειρα τον γέννησε,
εκείνη τον ανάθρεψε στ’ ανάκτορα, κι αυτός μεγάλωνε όμοιος με θεό.
δεν έτρωγε τροφή, ούτε μητέρας γάλα θήλαζε
η Δήμητρα τον έχριε μ’ αμβροσία σαν ναχε γεννηθή από θεό
γλυκά φυσώντας τον καθώς τον κράταγε στην αγκαλιά,
τις νύχτες όμως σαν δαυλό τον έκρυβε μες στη φωτιά
κρυφά από τους γονιούς του, ήσαν γι’ αυτούς μεγάλο θαύμα
το πόσο αναπτυσσότανε κι έμοιαζε τέλεια στους θεούς.
Και θα τον έκαμνε κι αγέραστο κι αθάνατο
αν η καλλίζωστη Μετάνειρα στην αφροσύνη της
τη νύχτα απ’ τον ευώδη θάλαμό της καιροφυλακτώντας
δεν ταβλεπε, έσκουξε κι έπληξε τότε τους μηρούς
φοβούμενη για το παιδί τυφλώθη από σφοδρό θυμό.
Κι ύστερα ολοφυρμένη λόγια φτερωτά ξεστόμισε,
τέκνο μου Δημοφών εσένα η ξένη αυτή μες σε τρανή φωτιά σε κρύβει,
κι εμένα μες σε γόο με ρίχνει και σ’ ολέθριες λύπες.
Έτσι είπε κλαίγοντας, και η πάνσεπτη θεά την άκουσε.
Τότε μ’ αυτήν η καλλιστέφανη Δήμητρα χολωμένη
το ανέλπιστο, που γέννησε στ΄ανάκτορα παιδί της,
με χέρια αθάνατα το απόθεσε στο δάπεδο
τραβώντας το απ’ τη φωτιά σφοδρά οργισμένη,
και είπε συγχρόνως στην καλλίζωστη Μετάνειρα,
άνθρωποι ανόητοι και άφρονες, ούτε του επερχόμενου καλού
ούτε και του κακού την μοίρα είστε ικανοί να προνοήσετε,
γι’ αυτό και συ πολύ ζημιώθηκες από την αφροσύνη σου.
Και μάρτυς μου ο όρκος των θεών στ’ αμείλικτο ύδωρ της Στυγός
θάκανα αθάνατο κι αγέραστο για πάντα
το προσφιλές παιδί σου κι άφθαρτη θα τούδινα τιμή,
τώρα δεν θα αποφύγει συμφορές και θάνατο.
Αλλ’ όμως άφθαρτη τιμή του θαναι πάντα, που στα γόνατα
κάθησε τα δικά μου κι εκοιμήθη στην αγκάλη μου.
Στην εποχή του ενώ θάρχονται και θα φεύγουνε τα χρόνια
των Ελευσινίων τα παιδιά φοβερές μάχες και πολέμους
θα ξεσηκώνουν μεταξύ τους πάντοτε.
Η πολυτίμητη είμαι η Δήμητρα, η πιο μεγάλη
σε αθάνατους και σε θνητούς ωφέλεια κι ευχαρίστηση,
Εμπρός λοιπόν ναό μεγάλο και βωμό κάτω απ’ αυτόν
για μένα ας χτίσει ο λαός κάτω απ’ την πόλη και το απότομα το τείχος
απάνω απ’ την Καλλίχορη πηγή στο λόφο που δεσπόζει,
και τότε η ίδια εγώ τελετουργίες θα υποδειθώ ώστε έπειτα
εσείς με αγνότητα θυσιάζοντας θα εξευμενίσετε το νου μου.
Έτσι αφού μίλησε η θεά το ανάστημα και τη μορφή της άλλαξε
τα γηρατειά αποδιώχνοντας, κι ολόγυρά της ομορφιά κυμάτιζε,
θεσπέσια οσμή απ΄τα πέπλα της τα ευωδιαστά
σκορπίζονταν, και της θεάς το αθάνατο κορμί ως πέρα
εφεγγοβόλαε και σκεπάζανε τους ώμους τα ξανθά μαλλιά,
και λάμψη σαν από αστραπή γέμισε το καλοχτισμένο δώμα.
Βγήκε απ΄τα ανάκτορα και τότε της Μετάνειρας μεμιάς τα γόνατα
Λυθήκανε, κι ώρα πολλή παρέμεινε άλαλη, και το παιδί ούτε καν
Σκέφτηκε το χιλιάκριβο να το σηκώσει από το δάπεδο.
Τότε οι αδερφές του τη σπαραχτική φωνή του άκουσαν
και πήδηξαν απ’ τις καλοστρωμένες κλίνες, έπειτα η μιά
παίρνοντας το παιδί στα χέρια τόκρυψε στον κόρφο της,
η άλλη άναψε φωτιά κι η Τρίτη έσπευσε με πόδια ελαφροπάτητα
να βγάλει τη μητέρα απ’ τον ευώδη θάλαμο.
Κι αφού μαζεύτηκαν τριγύρω απ’ το παιδί που σπαρταρούσε, τόλουζαν
γεμάτες τρυφερότητα, μα του παιδιού η ψυχή δεν ηρεμούσε
γιατί το βάσταγαν αδέξιες τροφοί και παραμάνες.
Κι αυτές όλη τη νύχτα εξευμενίζανε την ένδοξη θεά
τρέμοντας από φόβο, κι όταν φάνηκε η αυγή
είπαν στον κρατεό Κελεό την όλη αλήθεια,
για όσα παράγγειλεν η Δήμητρα η καλλιστέφανη θεά.
Κι εκείνος σε συνάθροιση αφού κάλεσε όλο τον γύρω λαό
πρόσταξε πλούσιο ναό για την ωραιόμαλλη τη Δήμητρα
να χτίσουν, και βωμό πάνω στο λόφο που δεσπόζει.
Κι όλοι τους πείσθηκαν ευθύς και υπάκουσαν στα λόγια του,
κι έκαναν ό,τι πρόσταξε, κι ο ναός υψώνονταν με τη θεϊκή βουλή.
Μόλις αυτοί τελειώσανε κι απόδιωξαν τον κάματο
Καθένας κίναε για το σπίτι του, μα η ξανθομάλλα Δήμητρα
έμεινε καθισμένη εκεί απ’ όλους τους αθάνατους μακριά
να λειώνει απ’ τον καημό της θυγατέρας της βαθύζωστης.
Τότε άγονη και ολέθρια χρονιά στην πολυθρέφτρα γη
για τους ανθρώπους έκαμε, κι ούτε το έδαφος
φύτρωνε σπόρο, γιατί η Δήμητρα η ευστέφανη τον έκρυβε.
Πολλά καμπύλα αλέτρια μάταια τα βόδια τράβαγαν στη γη,
πολύ λευκό κριθάρι έπεσε άχρηστο στο χώμα.
Και θα εξαφάνιζε ασφαλώς το γένος όλο των φθαρτών ανθρώπων
με φοβερό λιμό, και το λαμπρό προνόμιο δώρων και θυσιών
θα το στερούσεν απ’ αυτούς που κατοικούν τα Ολύμπια ανάκτορα,
εάν ο Ζευς δεν το εννοούσε και δεν το συλλογιόταν.
Και πρώτα τη χρυσόφτερη την Ίριδα πρόσταξε να φωνάξει
την ωραιομάλλα Δήμητρα με τη θωριά την πολυπόθητη.
Έτσι είπε, τότε αυτή στον μαυρονέφελο του Κρόνου γιο τον Δία
πειθάρχησε και με τα πόδια της γοργά το διάστημα διέτρεξε.
Κι ήλθε στην πόλη της ευωδούς Ελευσίνας,
και βρήκε τη μαυρόπεπλη Δήμητρα στο ναό,
και προσφωνώντας τη της είπε λόγια φτερωτά
Δήμητρα σε καλεί ο πατέρας Ζευς τ΄άφθαρτα που γνωρίζει
να ρθεις κοντά στο γένος των αθανάτων θεών.
Έλα, μη κι ανεκτέλεστη απομείνει η προσταγή που μου δωσεν ο Ζευς.
Έτσι ικετεύοντας εμίλησε, μα εκείνης δεν της λύγισε η καρδιά.
Έπειτα τους ευδαίμονες θεούς τους πάντοτε παρόντες ο πατέρας
όλους τους έστειλε, κι αυτοί ένας-ένας που πήγαιναν
την προσκαλούσαν και της πρόσφεραν πλούσια δώρα,
κι όσες τιμές αν θα θελε θα χε μες στους αθανάτους,
αλλά κανείς να της γυρίσει το μυαλό δεν μπόραγε κι ούτε τη γνώμη
γιατί ήταν χολωμένη και με πείσμα αρνιόταν τις προτάσεις,
και είπε πως πια στον εύοσμο Όλυμπο ποτέ της
δεν θα ανέβει, κι ούτε ποτέ καρπό θα δώσει η γης,
προτού αντικρύσει την ωραιόφθαλμή της κόρη.
Όμως αυτό σαν άκουσε ο βροντερός ο παντεπόπτης Ζευς
στο Έρεβος τον χρυσόραβδο Αργειφόντην έπεμπε,
να ξεπλανέψει με γλυκά λόγια τον Άδη
και την αγνή την Περσεφόνη απ’ το κατάμαυρο σκοτάδι
στο φως να ξαναφέρει στους θεούς κοντά, για να ‘παυε η μητέρα,
όταν την έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια, την οργή.
Κι ο Ερμής πειθάρχησε κι ευθύς στης γης τα τρίσβαθα
βιαστικά κατέβηκε αφήνοντας την κατοικία του Ολύμπου.
Τότε συνάντησε τον άρχοντα μέσα στ’ ανάκτορά του
στην κλίνη του να κάθεται κοντά στην ντροπαλή του σύζυγο
που δυσαρεστημένη ήταν πολύ απ’ τον καημό για την μητέρα της,
εκείνη όμως μακριά για των μακάριων θεών τις πράξεις μηχανεύονταν κακά.
Κι αφού κοντοπλησίασε ο κρατερός Αργεϊφόντης είπε,
ω Άδη μαυρομάλλη στους νεκρούς εσύ που βασιλεύεις,
ο πατήρ Ζευς επρόσταξε απ’ το Έρεβος
τη λαμπρή Περσεφόνη ν’ ανεβάσεις στους αθάνατους,
για να ‘παυε η μητέρα σαν την έβλεπε με τα ίδια της τα μάτια
τον φοβερό θυμό και την οργή για τους αθάνατους, γιατί μέγα κακό
σχεδιάζει ν’ αφανίσει την αδύναμη φυλή των χοϊκών ανθρώπων
κρύβοντας μες στη γη το σπόρο κι αφαιρώντας έτσι τις τιμές
για τους αθανάτους. Έχει άγρια οργή, ούτε με τους θεούς
αναμειγνύεται, αλλά μακριά στο βάθος του εύοσμου ναού
κάθεται την πετρώδη πόλη εξουσιάζοντας της Ελευσίνας.
Έτσι είπε, κι ο άρχοντας των υπογήινων Αιδωνεύς μειδίασε
σαλεύοντας τα φρύδια, και στου Δία την εντολή πειθάρχησε.
Κι αμέσως πρότρεψε τη γνωστική την Περσεφόνη,
πήγαινε Περσεφόνη στην μαυρόπεπλη μητέρα σου
έχοντας μες στα στήθια σου ήπια οργή και διάθεση
κι ούτε περίσσια να σαι δύσθυμη περισσότερο απ’ τους άλλους.
Εγώ μες στους αθανάτους δεν θα σου είμαι σύζυγος ανάξιος,
αδερφός γνήσιος του πατρός σου Δία, εδώ σαν μένεις
στα πάντα σε όσα ζούνε και κινούνται θα δεσπόζεις,
και τιμές θα χεις μέγιστες μες στους αθάνατους,
για πάντα απ’ όσους σ’ αδικήσανε θα τιμωρούνται εκείνοι
που δεν θα εξευμενίσουν την οργή σου με θυσίες
τελώντας τες με αγνότητα και δώρα πρέποντα προσφέροντας.
Αυτά είπε, τότε η Περσεφόνη η συνετή αναγάλιασε
κι ορμητικά πήδηξε από χαρά, όμως αυτός
της έδωκε κρυφά να γάει γλυκό σπυρί ροδιού
τραβώντας την παράμερα, για να μη μείνει αυτή για πάντα
κοντά στη σεβαστή Δήμητρα τη μαυρόπεπλη.
Κι έζευξε τότε μπρος στο ολόχρυσο άρμα
τ’ αθάνατα άλογα ο άρχων των νεκρών ο Αιδωνεύς.
Και στο άρμα ανέβηκαν εκείνη και δίπλα ο κρατερός Αργεϊφόντης
παίρνοντας το μαστίγιο και τα ηνία στα χέρια του
όρμησε μες από τα ανάκτορα, και τ’ άλογα με προθυμία πετάξαν.
Και διάνυσαν γοργά τους μακριούς δρόμους, κι ούτε η θάλασσα
και το νερό των ποταμών, ούτε τα χλοερά φαράγγια
ούτε οι βουνοκορφές ανέκοψαν των αθανάτων ίππων την ορμή,
αλλ’ από πάνω τους πετώντας σχίζαν τον πυκνό αγέρα.
Κι ο Ερμής στάθηκε εκεί που η Δήμητρα η ευστέφανη περίμενε
μπροστά στον εύοσμο ναό, και κείνη βλέποντας τους
όρμησε σα μαινάδα απ’ το βουνό μες σε βαθύσκιο δάσος.
Και η Περσεφόνη απ’ τ’ άλλο μέρος, όταν είδε
τα όμορφα μάτια της μητέρας της, άλογα και άρμα παρατώντας
έτρεξε, και στο λαιμό της έπεσε αγκαλιάζοντας την,
κι εκείνη ενώ στα χέρια ακόμα κράταγε το προσφιλές παιδί της
αιφνίδια ο νους της καταπαύοντας ξαφνικά ρώτησε,
Τέκνο μου μη και γεύτηκες όσο εκεί κάτω ήσουν
κάποια τροφή; Μίλα, μη μου το κρύβεις, για να ξέρουμε κι οι δυο,
γιατί αν δεν γεύτηκες κι ανέβηκες από τον μισητό Άδη
κοντά μου και στον μαυρονέφελο πατέρα τον Κρονίωνα
θα μείνεις τιμημένη μέσα σ’ όλους τους αθανάτους.
Αλλιώς, ξαναγυρίζοντας στα τρίσβαθα της γης
θα κατοικείς εκεί τη μια εποχή από τις τρεις του χρόνου,
ενώ τις άλλες δυο κοντά μου και στους άλλους αθανάτους.
Κι όποτε η γης απ’ άνθη ευωδιαστά ανοιξιάτικα
κάθε λογής θ’ ανθοβολάει, τότε απ’ το ολόμαυρο σκοτάδι
πάλι για τους θεούς και τους ανθρώπους θ’ ανεβαίνεις μέγα θαύμα.
Και με τι δόλο σ’ εξαπάτησε ο κρατερός ο Πολυδέγμων;
και σ’ αυτήν πάλι απάντησε η Πεσεφόνη η πάγκαλη,
λοιπόν μητέρα θα σου πω την όλη αλήθεια,
όταν σ’ εμένα ήρθε ο Ερμής ταχύς σωτήριος αγγελιοφόρος
απ’ τον πατέρα μου Κρονίδη και τους λοιπούς επουράνιους
να με τραβήξει απ’ το Έρεβος, και σαν με δεις με τα ίδια σου τα μάτια
να πάψεις το θυμό και την φριχτή σου οργή για τους αθάνατους,
τότες εγώ πήδηξα από χαρά, κι έπειτα αυτός κρυφά
στο χέρι μου βαλε σπυρί ροδιού, μελίγευστη τροφή,
και μ’ εξανάγκασε να το γευθώ με βία κι άθελά μου.
Το πως με του πατέρα μου Κρονίδη τη σοφή βουλλη αρπάζοντάς με
με τράβηξε και πήγε μες στης γης τα τρίσβαθα,
θα σου το αποκαλύψω κι όλα θα σου τα πω, αφού ρωτάς.
Εμείς όλες μαζί μέσα στο περιπόθητο λιβάδι
η Ηλέκτρα, η Λευκίππη και η Φαινώ και η Ρόδεια
η Ιάνθη, η Καλλιρόη, η Ιάχη και η Τύχη
η Ιάνειρα, η Μελίτη, η Χρυσηίς, η Ακάστη
και η Μηλόβασις, η Άδμητη και η ροδόχροη Ωκυρόη
η Πλουτώ, η Στυξ και η Ροδόπη, η θελκτική η Καλυψώ
η Ουρανία και η Γαλαξαύρα η ευπρόσδεκτη
και η Παλλάς η εγερσιμάχα και η τοξότρια Άρτεμις
επαίζαμε και με τα χέρια δρέπαμε άνθη ποθητά
τρυφερό κρόκο και μαζί σπαθόχορτο και υάκινθο
τριανταφυλλιάς μπουμπούκια και λευκόκρινα, θαύμα να βλέπεις,
και νάρκισσο που βλάστησεν όμοιο με κρόκο ο απέραντος ο τόπος.
Ευθύς εγώ από χαρά τον έδρεψα, και τότε η γης
κάτω υποχώρησε, κι ο κρατερός ο πολυδέγμων άρχοντας πήδηξε πάνω
και πήγε φέροντάς με κάτω από τη γη με ολόχρυσο άρμα
χωρίς καθόλου να το θέλω, και με φωνή αναβοήσα δυνατή.
Αν κι αναστατωμένη, όλα μου αυτά στα λέω στ’ αλήθεια.
Και τότε όλη τη μέρα ίδια διάθεση έχοντας κι οι δυο
η μια της άλλης την ψυχή και την καρδιά θερμαίναν
ενώ σφιχταγκαλιάζονταν κι αναπαυόταν η ψυχή απ’ τα βάσανα.
Και η μια στην άλλη δίνανε και δέχονταν χαρές.
Τότε κοντά τους ήρθε η λαμπροκρήδεμνη Εκάτη,
αυτή πολύ αγάπησε της αγνής Δήμητρας την κόρη,
τούτη η βασίλισσα έκτοτε έγινε προστάτρια και οπαδός της.
Τότε σ’ αυτές αγγελιοφόρον έστειλε ο βροντώδης παντεπόπτης Ζευς
τη Ρέα την καλλίκομη, για να οδηγήσει τη μαυρόπεπλη μητέρα
στο γένος των θεών, και υποσχέθηκε τιμές
να δώσει, όσες κι αν θα θελε μες στους αθάνατους θεούς,
και συγκατένευσε στη διάρκεια του έτους να ναι η κόρη
κατά το τρίτο μέρος του κάτω στ’ ολόμαυρο σκοτάδι
και στ’ άλλα δυο να ναι μαζί με τη μητέρα και τους άλλους αθανάτους.
Έτσι είπε, κι η θεά στ’ αγγέλματα του Δία δεν απείθησε.
Κι αμέσως γοργοδρόμησε απ’ τις κορφές του Ολύμπου
και ήρθε στο Ράριο, μαστό της γης ζωοδότη άλλοτε,
αλλά όμως τώρα πια δεν είναι ζωογόνο μα χερσότοπος
στέκεται δίχως φύλλα, έκρυβε το κριθάρι το λευκό
με της ομορφοστράγαλης Δήμητρας τη βουλή, αλλ’ όμως έπειτα
μέλλονταν να φουντώσει ξαφνικά με στάχυα ορθόλιγνα
όσο θα προχωρούσε η άνοιξη και στην πεδιάδα οι εύφοροι αγροί
θα γέμιζαν με στάχυα, που θα δένονταν με καλαμόσχοινα.
Εδώ πάτησε πρώτα απ’ τον απέραντο αιθερα,
Αλληλοκοιταχτήκανε με αγάπη και αναγάλλιασαν βαθιά τους.
Και τότε αυτά της είπε η Ρλεα η λαμπροκρήδεμνη,
τέκνο μου έλα, σε καλεί ο βροντώδης παντεπόπτης Ζευς
να ρθεις στο γένος των αθάνατων, και υποσχέθηκε τιμές
να δώσει, όσες κι αν θα θελες μες στους αθάνατους θεούς.
Και συγκατένευσε στη διάρκεια του έτους να ναι η κόρη σου
κατά το τρίτο μέρος του κάτω στ’ ολόμαυρο σκοτάδι,
και στ’ άλλα δυο μαζί σου και μαζί με τους αθάνατους τους άλλους.
Έτσι είπε ότι θα γίνουν, και με την κεφαλή του συγκατένευσε.
Τέκνο μου εμπρός, πειθάρχησε, κι ας μη τόσο πολύ
είσαι οργισμένη αδιάκοπα με τον μελανοσύννεφο Κρονίωνα,
κι αύξησε τον καρπό τον ζωοδότη στους ανθρώπους γρήγορα.
Έτσι είπε, και η ευστέφανη Δήμητρα δεν απείθησε
και γρήγορα ξανάδωσε καρπό απ’ τα εύφορα χωράφια.
Και τότε η απέραντη όλη η γης με φύλλα και άνθη
εγέμισε, κι αυτή πηγαίνοντας στους δίκαιους βασιλιάδες
έδειξε στον Τριπτόλεμο και στον ιππέα τον Διοκλή
και στον πανίσχυρο Εύμολπο και στον ηγέτη του λαού Κελεό,
τις ιεροπραξίες, κι αποκάλυψε σ’ όλους αυτούς
και στον Τριπτόλεμο και στον Πολύξενο καθώς και στον Διοκλή
τα πάνσεπτα όργια, που κανείς δεν πρέπει να ερευνά κι ούτε να παραβαίνει,
ούτε να τα κοινολογεί, γιατί το μέγα σέβας στους θεούς δένει τη γλώσσα.
Ευτυχής όποιος από τους γήινους ανθρώπους τα χει δει,
ο αμύητος όμως στα ιερά και ο αμέτοχος δεν έχει όμοια
μοίρα ακόμα και νεκρός στο μουχλιασμένο σκότος.
Μόλις αυτά συμβούλεψε όλα η πάνσεπτη θεά,
οι δυο τους κίνησαν να παν’ στον Όλυμπο στων άλλων θεών τη σύναξη.
Κι εκεί μένουν κοντά στον Δία τον φιλοκέραυνο
σεβάσμιες κι αξιότιμες, τρισόλβιος απ΄τους γήινους ανθρώπους
αυτός που εκείνες αγαπούν αληθινά,
ευθύς τότε του στέλνουνε στον οίκο του τον Πλούτο,
που δίνει στους θνητούς ανθρώπους περιουσία.
Όμως ελάτε σεις που τον λαό της αρωματισμένης Ελευσίνας κυβερνάτε
και την περίβρεχτη Πάρο και τον πετρώδη Αντρώνα,
σεβάσμια λαμπρόδωρη καρποφόρα ω Δηώ βασίλισσα
εσύ και η πάγκαλή σου κόρη Περσεφόνη
για χάρη τούτης της ωδής ευνοϊκές χαρίστε βίον ευχάριστον.
Όμως εγώ και με άλλο μου άσμα θα σε μνημονεύσω.

***
Δήμητρ’ ἠύκομον, σεμνὴν θεόν, ἄρχομ’ ἀείδειν,
αὐτὴν ἠδὲ θύγατρα τανύσφυρον, ἣν Ἀιδωνεὺς
ἥρπαξεν, δῶκεν δὲ βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεύς,
νόσφιν Δήμητρος χρυσαόρου, ἀγλαοκάρπου,
παίζουσαν κούρῃσι σὺν Ὠκεανοῦ βαθυκόλποις
ἄνθεά τ’ αἰνυμένην, ῥόδα καὶ κρόκον ἠδ’ ἴα καλὰ
λειμῶν’ ἂμ μαλακὸν καὶ ἀγαλλίδας ἠδ’ ὑάκινθον
νάρκισσόν θ’, ὃν φῦσε δόλον καλυκώπιδι κούρῃ
Γαῖα Διὸς βουλῇσι χαριζομένη Πολυδέκτῃ,
θαυμαστὸν γανόωντα: σέβας τό γε πᾶσιν ἰδέσθαι
ἀθανάτοις τε θεοῖς ἠδὲ θνητοῖς ἀνθρώποις:
τοῦ καὶ ἀπὸ ῥίζης ἑκατὸν κάρα ἐξεπεφύκει:
κὦζ’ ἥδιστ’ ὀδμή, πᾶς τ’ οὐρανὸς εὐρὺς ὕπερθεν
γαῖά τε πᾶσ’ ἐγελάσσε καὶ ἁλμυρὸν οἶδμα θαλάσσης.
ἣ δ’ ἄρα θαμβήσασ’ ὠρέξατο χερσὶν ἅμ’ ἄμφω
καλὸν ἄθυρμα λαβεῖν: χάνε δὲ χθὼν εὐρυάγυια
Νύσιον ἂμ πεδίον, τῇ ὄρουσεν ἄναξ Πολυδέγμων
ἵπποις ἀθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υἱός.
ἁρπάξας δ’ ἀέκουσαν ἐπὶ χρυσέοισιν ὄχοισιν
ἦγ’ ὀλοφυρομένην: ἰάχησε δ’ ἄρ’ ὄρθια φωνῇ,
κεκλομένη πατέρα Κρονίδην ὕπατον καὶ ἄριστον.
οὐδέ τις ἀθανάτων οὐδὲ θνητῶν ἀνθρώπων
ἤκουσεν φωνῆς, οὐδ’ ἀγλαόκαρποι ἐλαῖαι†
εἰ μὴ Περσαίου θυγάτηρ ἀταλὰ φρονέουσα
ἄιεν ἐξ ἄντρου, Ἑκάτη λιπαροκρήδεμνος,
Ἠέλιός τε ἄναξ, Ὑπερίονος ἀγλαὸς υἱός,
κούρης κεκλομένης πατέρα Κρονίδην: ὃ δὲ νόσφιν
ἧστο θεῶν ἀπάνευθε πολυλλίστῳ ἐνὶ νηῷ,
δέγμενος ἱερὰ καλὰ παρὰ θνητῶν ἀνθρώπων.
τὴν δ’ ἀεκαζομένην ἦγεν Διὸς ἐννεσίῃσι
πατροκασίγνητος, Πολυσημάντωρ Πολυδέγμων,
ἵπποις ἀθανάτοισι, Κρόνου πολυώνυμος υἱός.
ὄφρα μὲν οὖν γαῖάν τε καὶ οὐρανὸν ἀστερόεντα
λεῦσσε θεὰ καὶ πόντον ἀγάῤῥοον ἰχθυόεντα
αὐγάς τ’ ἠελίου, ἔτι δ’ ἤλπετο μητέρα κεδνὴν
ὄψεσθαι καὶ φῦλα θεῶν αἰειγενετάων,
τόφρα οἱ ἐλπὶς ἔθελγε μέγαν νόον ἀχνυμένης περ:
… ἤχησαν δ’ ὀρέων κορυφαὶ καὶ βένθεα πόντου
φωνῇ ὑπ’ ἀθανάτῃ: τῆς δ’ ἔκλυε πότνια μήτηρ.
ὀξὺ δέ μιν κραδίην ἄχος ἔλλαβεν, ἀμφὶ δὲ χαίταις
ἀμβροσίαις κρήδεμνα δαί̈ζετο χερσὶ φίλῃσι,
κυάνεον δὲ κάλυμμα κατ’ ἀμφοτέρων βάλετ’ ὤμων,
σεύατο δ’ ὥστ’ οἰωνός, ἐπὶ τραφερήν τε καὶ ὑγρὴν
μαιομένη: τῇ δ’ οὔτις ἐτήτυμα μυθήσασθαι
ἤθελεν οὔτε θεῶν οὔτε θνητῶν ἀνθρώπων,
οὔτ’ οἰωνῶν τις τῇ ἐτήτυμος ἄγγελος ἦλθεν.
ἐννῆμαρ μὲν ἔπειτα κατὰ χθόνα πότνια Δηὼ
στρωφᾶτ’ αἰθομένας δαί̈δας μετὰ χερσὶν ἔχουσα,
οὐδέ ποτ’ ἀμβροσίης καὶ νέκταρος ἡδυπότοιο
πάσσατ’ ἀκηχεμένη, οὐδὲ χρόα βάλλετο λουτροῖς.
ἀλλ’ ὅτε δὴ δεκάτη οἱ ἐπήλυθε φαινολὶς ἠώς,
ἤντετό οἱ Ἑκάτη, σέλας ἐν χείρεσσιν ἔχουσα
καί ῥά οἱ ἀγγελέουσα ἔπος φάτο φώνησέν τε:
πότνια Δημήτηρ, ὡρηφόρε, ἀγλαόδωρε,
τίς θεῶν οὐρανίων ἠὲ θνητῶν ἀνθρώπων
ἥρπασε Περσεφόνην καὶ σὸν φίλον ἤκαχε θυμόν;
φωνῆς γὰρ ἤκουσ’, ἀτὰρ οὐκ ἴδον ὀφθαλμοῖσιν,
ὅστις ἔην: σοὶ δ’ ὦκα λέγω νημερτέα πάντα.
ὣς ἄρ’ ἔφη Ἑκάτη: τὴν δ’ οὐκ ἠμείβετο μύθῳ
Ῥείης ἠυκόμου θυγάτηρ, ἀλλ’ ὦκα σὺν αὐτῇ
ἤιξ’ αἰθομένας δαί̈δας μετὰ χερσὶν ἔχουσα.
Ἠέλιον δ’ ἵκοντο, θεῶν σκοπὸν ἠδὲ καὶ ἀνδρῶν,
στὰν δ’ ἵππων προπάροιθε καὶ εἴρετο δῖα θεάων:
ἠέλι’, αἴδεσσαί με θεὰν σύ περ, εἴ ποτε δή σευ
ἢ ἔπει ἢ ἔργῳ κραδίην καὶ θυμὸν ἴηνα:
κούρην τὴν ἔτεκον, γλυκερὸν θάλος, εἴδεϊ κυδρήν,
τῆς ἀδινὴν ὄπ’ ἄκουσα δι’ αἰθέρος ἀτρυγέτοιο
ὥστε βιαζομένης, ἀτὰρ οὐκ ἴδον ὀφθαλμοῖσιν.
ἀλλά, σὺ γὰρ δὴ πᾶσαν ἐπὶ χθόνα καὶ κατὰ πόντον
αἰθέρος ἐκ δίης καταδέρκεαι ἀκτίνεσσι,
νημερτέως μοι ἔνισπε φίλον τέκος, εἴ που ὄπωπας,
ὅστις νόσφιν ἐμεῖο λαβὼν ἀέκουσαν ἀνάγκῃ
οἴχεται ἠὲ θεῶν ἢ καὶ θνητῶν ἀνθρώπων.
ὣς φάτο: τὴν δ’ Ὑπεριονίδης ἠμείβετο μύθῳ:
Ῥείης ἠυκόμου θύγατερ, Δήμητερ ἄνασσα,
εἰδήσεις: δὴ γὰρ μέγα σ’ ἅζομαι ἠδ’ ἐλεαίρω
ἀχνυμένην περὶ παιδὶ τανυσφύρῳ: οὐδέ τις ἄλλος
αἴτιος ἀθανάτων, εἰ μὴ νεφεληγερέτα Ζεύς,
ὅς μιν ἔδωκ’ Ἀίδῃ θαλερὴν κεκλῆσθαι ἄκοιτιν
αὐτοκασιγνήτῳ: ὃ δ’ ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα
ἁρπάξας ἵπποισιν ἄγεν μεγάλα ἰάχουσαν.
ἀλλά, θεά, κατάπαυε μέγαν γόον: οὐδέ τί σε χρὴ
μὰψ αὔτως ἄπλητον ἔχειν χόλον: οὔ τοι ἀεικὴς
γαμβρὸς ἐν ἀθανάτοις Πολυσημάντωρ Ἀιδωνεύς,
αὐτοκασίγνητος καὶ ὁμόσπορος: ἀμφὶ δὲ τιμὴν
ἔλλαχεν ὡς τὰ πρῶτα διάτριχα δασμὸς ἐτύχθη,
τοῖς μεταναιετάειν, τῶν ἔλλαχε κοίρανος εἶναι.
ὣς εἰπὼν ἵπποισιν ἐκέκλετο: τοὶ δ’ ὑπ’ ὀμοκλῆς
ῥίμφα φέρον θοὸν ἅρμα τανύπτεροι ὥστ’ οἰωνοί.
Τὴν δ’ ἄχος αἰνότερον καὶ κύντερον ἵκετο θυμόν:
χωσαμένη δὴ ἔπειτα κελαινεφέι Κρονίωνι
νοσφισθεῖσα θεῶν ἀγορὴν καὶ μακρὸν Ὄλυμπον
ᾤχετ’ ἐπ’ ἀνθρώπων πόλιας καὶ πίονα ἔργα
εἶδος ἀμαλδύνουσα πολὺν χρόνον: οὐδέ τις ἀνδρῶν
εἰσορόων γίγνωσκε βαθυζώνων τε γυναικῶν,
πρίν γ’ ὅτε δὴ Κελεοῖο δαί̈φρονος ἵκετο δῶμα,
ὃς τότ’ Ἐλευσῖνος θυοέσσης κοίρανος ἦεν.
ἕζετο δ’ ἐγγὺς ὁδοῖο φίλον τετιημένη ἦτορ,
Παρθενίῳ φρέατι, ὅθεν ὑδρεύοντο πολῖται,
ἐν σκιῇ, αὐτὰρ ὕπερθε πεφύκει θάμνος ἐλαίης,
γρηὶ παλαιγενέι ἐναλίγκιος, ἥτε τόκοιο
εἴργηται δώρων τε φιλοστεφάνου Ἀφροδίτης,
οἷαί τε τροφοί εἰσι θεμιστοπόλων βασιλήων
παίδων καὶ ταμίαι κατὰ δώματα ἠχήεντα.
τὴν δὲ ἴδον Κελεοῖο Ἐλευσινίδαο θύγατρες
ἐρχόμεναι μεθ’ ὕδωρ εὐήρυτον, ὄφρα φέροιεν
κάλπισι χαλκείῃσι φίλα πρὸς δώματα πατρός,
τέσσαρες, ὥστε θεαί, κουρήιον ἄνθος ἔχουσαι,
Καλλιδίκη καὶ Κλεισιδίκη Δημώ τ’ ἐρόεσσα
Καλλιθόη θ’, ἣ τῶν προγενεστάτη ἦεν ἁπασῶν:
οὐδ’ ἔγνον: χαλεποὶ δὲ θεοὶ θνητοῖσιν ὁρᾶσθαι.
ἀγχοῦ δ’ ἱστάμεναι ἔπεα πτερόεντα προσηύδων:
τίς πόθεν ἐσσί, γρῆυ, παλαιγενέων ἀνθρώπων;
τίπτε δὲ νόσφι πόληος ἀπέστιχες, οὐδὲ δόμοισι
πίλνασαι; ἔνθα γυναῖκες ἀνὰ μέγαρα σκιόεντα
τηλίκαι, ὡς σύ περ ὧδε καὶ ὁπλότεραι γεγάασιν,
αἵ κέ σε φίλωνται ἠμὲν ἔπει ἠδὲ καὶ ἔργῳ.
ὣς ἔφαν: ἣ δ’ ἐπέεσσιν ἀμείβετο πότνα θεάων:
τέκνα φίλ’, αἵ τινές ἐστε γυναικῶν θηλυτεράων,
χαίρετ’: ἐγὼ δ’ ὑμῖν μυθήσομαι: οὔ τοι ἀεικὲς
ὑμῖν εἰρομένῃσιν ἀληθέα μυθήσασθαι.
Δωσὼ ἐμοί γ’ ὄνομ’ ἐστί: τὸ γὰρ θέτο πότνια μήτηρ.
νῦν αὖτε Κρήτηθεν ἐπ’ εὐρέα νῶτα θαλάσσης
ἤλυθον οὐκ ἐθέλουσα, βίῃ δ’ ἀέκουσαν ἀνάγκῃ
ἄνδρες ληιστῆρες ἀπήγαγον. οἳ μὲν ἔπειτα
νηὶ θοῇ Θόρικόνδε κατέσχεθον, ἔνθα γυναῖκες
ἠπείρου ἐπέβησαν ἀολλέες ἠδὲ καὶ αὐτοί,
δεῖπνόν τ’ ἐπηρτύνοντο παρὰ πρυμνήσια νηός:
ἀλλ’ ἐμοὶ οὐ δόρποιο μελίφρονος ἤρατο θυμός:
λάθρη δ’ ὁρμηθεῖσα δι’ ἠπείροιο μελαίνης
φεύγου ὑπερφιάλους σημάντορας, ὄφρα κε μή με
ἀπριάτην περάσαντες ἐμῆς ἀποναίατο τιμῆς.
οὕτω δεῦρ’ ἱκόμην ἀλαλημένη, οὐδέ τι οἶδα,
ἥ τις δὴ γαῖ’ ἐστι καὶ οἵ τινες ἐγγεγάασιν.
ἀλλ’ ὑμῖν μὲν πάντες Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντες
δοῖεν κουριδίους ἄνδρας, καὶ τέκνα τεκέσθαι,
ὡς ἐθέλουσι τοκῆες: ἐμὲ δ’ αὖτ’ οἰκτείρατε, κοῦραι.
α
[τοῦτο δέ μοι σαφέως ὑποθήκατε, ὄφρα πύθωμαι,]
προφρονέως, φίλα τέκνα, τέων πρὸς δώμαθ’ ἵκωμαι
ἀνέρος ἠδὲ γυναικός, ἵνα σφίσιν ἐργάζωμαι
πρόφρων, οἷα γυναικὸς ἀφήλικος ἔργα τέτυκται:
καὶ κεν παῖδα νεογνὸν ἐν ἀγκοίνῃσιν ἔχουσα
καλὰ τιθηνοίμην καὶ δώματα τηρήσαιμι
καί κε λέχος στορέσαιμι μυχῷ θαλάμων εὐπήκτων
δεσπόσυνον καί κ’ ἔργα διδασκήσαιμι γυναῖκας.
φῆ ῥα θεά: τὴν δ’ αὐτίκ’ ἀμείβετο παρθένος ἀδμής,
Καλλιδίκη, Κελεοῖο θυγατρῶν εἶδος ἀρίστη:
μαῖα, θεῶν μὲν δῶρα καὶ ἀχνύμενοί περ ἀνάγκῃ
τέτλαμεν ἄνθρωποι: δὴ γὰρ πολὺ φέρτεροί εἰσι.
ταῦτα δέ τοι σαφέως ὑποθήσομαι ἠδ’ ὀνομήνω
ἀνέρας οἷσιν ἔπεστι μέγα κράτος ἐνθάδε τιμῆς
δήμου τε προὔχουσιν ἰδὲ κρήδεμνα πόληος
εἰρύαται βουλῇσι καὶ ἰθείῃσι δίκῃσιν:
ἠμὲν Τριπτολέμου πυκιμήδεος ἠδὲ Διόκλου
ἠδὲ Πολυξείνου καὶ ἀμύμονος Εὐμόλποιο
καὶ Δολίχου καὶ πατρὸς ἀγήνορος ἡμετέροιο,
τῶν πάντων ἄλοχοι κατὰ δώματα πορσαίνουσι:
τάων οὐκ ἄν τίς σε κατὰ πρώτιστον ὀπωπὴν
εἶδος ἀτιμήσασα δόμων ἀπονοσφίσσειεν,
ἀλλά σε δέξονται: δὴ γὰρ θεοείκελός ἐσσι.
εἰ δ’ ἐθέλεις, ἐπίμεινον, ἵνα πρὸς δώματα πατρὸς
ἔλθωμεν καὶ μητρὶ βαθυζώνῳ Μετανείρῃ
εἴπωμεν τάδε πάντα διαμπερές, αἴ κέ σ’ ἀνώγῃ
ἡμέτερόνδ’ ἰέναι μηδ’ ἄλλων δώματ’ ἐρευνᾶν.
τηλύγετος δέ οἱ υἱὸς ἐνὶ μεγάρῳ εὐπήκτῳ
ὀψίγονος τρέφεται, πολυεύχετος ἀσπάσιός τε.
εἰ τόν γ’ ἐκθρέψαιο καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο,
ῥεῖά κέ τίς σε ἰδοῦσα γυναικῶν θηλυτεράων
ζηλώσαι: τόσα κέν τοι ἀπὸ θρεπτήρια δοίη.
ὣς ἔφαθ’: ἣ δ’ ἐπένευσε καρήατι: ταὶ δὲ φαεινὰ
πλησάμεναι ὕδατος φέρον ἄγγεα κυδιάουσαι.
ῥίμφα δὲ πατρὸς ἵκοντο μέγαν δόμον, ὦκα δὲ μητρὶ
ἔννεπον, ὡς εἶδόν τε καὶ ἔκλυον. ἣ δὲ μάλ’ ὦκα
ἐλθούσας ἐκέλευε καλεῖν ἐπ’ ἀπείρονι μισθῷ.
αἳ δ’ ὥστ’ ἢ ἔλαφοι ἢ πόρτιες εἴαρος ὥρῃ
ἅλλοντ’ ἂν λειμῶνα κορεσσάμεναι φρένα φορβῇ,
ὣς αἳ ἐπισχόμεναι ἑανῶν πτύχας ἱμεροέντων
ἤιξαν κοίλην κατ’ ἀμαξιτόν: ἀμφὶ δὲ χαῖται
ὤμοις ἀίσσοντο κροκηίῳ ἄνθει ὁμοῖαι.
τέτμον δ’ ἐγγὺς ὁδοῦ κυδρὴν θεόν, ἔνθα πάρος περ
κάλλιπον: αὐτὰρ ἔπειτα φίλου πρὸς δώματα πατρὸς
ἡγεῦνθ’: ἣ δ’ ἄρ’ ὄπισθε φίλον τετιημένη ἦτορ
στεῖχε κατὰ κρῆθεν κεκαλυμμένη: ἀμφὶ δὲ πέπλος
κυάνεος ῥαδινοῖσι θεᾶς ἐλελίζετο ποσσίν.
αἶψα δὲ δώμαθ’ ἵκοντο διοτρεφέος Κελεοῖο,
βὰν δὲ δι’ αἰθούσης, ἔνθα σφίσι πότνια μήτηρ
ἧστο παρὰ σταθμὸν τέγεος πύκα ποιητοῖο
παῖδ’ ὑπὸ κόλπῳ ἔχουσα, νέον θάλος: αἳ δὲ πὰρ αὐτὴν
ἔδραμον: ἣ δ’ ἄρ’ ἐπ’ οὐδὸν ἔβη ποσὶ καὶ ῥα μελάθρου
κῦρε κάρη, πλῆσεν δὲ θύρας σέλαος θείοιο.
τὴν δ’ αἰδώς τε σέβας τε ἰδὲ χλωρὸν δέος εἷλεν:
εἶξε δέ οἱ κλισμοῖο καὶ ἑδριάασθαι ἄνωγεν.
ἀλλ’ οὐ Δημήτηρ ὡρηφόρος, ἀγλαόδωρος,
ἤθελεν ἑδριάασθαι ἐπὶ κλισμοῖο φαεινοῦ,
ἀλλ’ ἀκέουσ’ ἀνέμιμνε κατ’ ὄμματα καλὰ βαλοῦσα,
πρίν γ’ ὅτε δή οἱ ἔθηκεν Ἰάμβη κέδν’ εἰδυῖα
πηκτὸν ἕδος, καθύπερθε δ’ ἐπ’ ἀργύφεον βάλε κῶας.
ἔνθα καθεζομένη προκατέσχετο χερσὶ καλύπτρην:
δηρὸν δ’ ἄφθογγος τετιημένη ἧστ’ ἐπὶ δίφρου,
οὐδέ τιν’ οὔτ’ ἔπεϊ προσπτύσσετο οὔτε τι ἔργῳ,
ἀλλ’ ἀγέλαστος, ἄπαστος ἐδητύος ἠδὲ ποτῆτος
ἧστο πόθῳ μινύθουσα βαθυζώνοιο θυγατρός,
πρίν γ’ ὅτε δὴ χλεύῃς μιν Ἰάμβη κέδν’ εἰδυῖα
πολλὰ παρασκώπτουσ’ ἐτρέψατο πότνιαν ἁγνήν,
μειδῆσαι γελάσαι τε καὶ ἵλαον σχεῖν θυμόν:
ἣ δή οἱ καὶ ἔπειτα μεθύστερον εὔαδεν ὀργαῖς.
τῇ δὲ δέπας Μετάνειρα δίδου μελιηδέος οἴνου
πλήσασ’: ἣ δ’ ἀνένευσ’: οὐ γὰρ θεμιτόν οἱ ἔφασκε
πίνειν οἶνον ἐρυθρόν: ἄνωγε δ’ ἄρ’ ἄλφι καὶ ὕδωρ
δοῦναι μίξασαν πιέμεν γλήχωνι τερείνῃ.
ἣ δὲ κυκεῶ τεύξασα θεᾷ πόρεν, ὡς ἐκέλευε:
δεξαμένη δ’ ὁσίης ἕνεκεν πολυπότνια Δηώ
… τῇσι δὲ μύθων ἦρχεν ἐύζωνος Μετάνειρα:
χαῖρε, γύναι, ἐπεὶ οὔ σε κακῶν ἄπ’ ἔολπα τοκήων
ἔμμεναι, ἀλλ’ ἀγαθῶν: ἐπί τοι πρέπει ὄμμασιν αἰδὼς
καὶ χάρις, ὡς εἴ πέρ τε θεμιστοπόλων βασιλήων.
ἀλλὰ θεῶν μὲν δῶρα καὶ ἀχνύμενοί περ ἀνάγκῃ
τέτλαμεν ἄνθρωποι: ἐπὶ γὰρ ζυγὸς αὐχένι κεῖται.
νῦν δ’, ἐπεὶ ἵκεο δεῦρο, παρέσσεται ὅσσα τ’ ἐμοί περ.
παῖδα δέ μοι τρέφε τόνδε, τὸν ὀψίγονον καὶ ἄελπτον
ὤπασαν ἀθάνατοι, πολυάρητος δέ μοί ἐστιν.
εἰ τόν γε θρέψαιο καὶ ἥβης μέτρον ἵκοιτο,
ῥεῖά κέ τίς σε ἰδοῦσα γυναικῶν θηλυτεράων
ζηλώσαι: τόσα κέν τοι ἀπὸ θρεπτήρια δοίην.
τὴν δ’ αὖτε προσέειπεν ἐυστέφανος Δημήτηρ:
καὶ σύ, γύναι, μάλα χαῖρε, θεοὶ δέ τοι ἐσθλὰ πόροιεν:
παῖδα δέ τοι πρόφρων ὑποδέξομαι, ὥς με κελεύεις,
θρέψω κοὔ μιν, ἔολπα, κακοφραδίῃσι τιθήνης
οὔτ’ ἄρ’ ἐπηλυσίη δηλήσεται οὔθ’ ὑποτάμνον:
οἶδα γὰρ ἀντίτομον μέγα φέρτερον ὑλοτόμοιο,
οἶδα δ’ ἐπηλυσίης πολυπήμονος ἐσθλὸν ἐρυσμόν.
ὣς ἄρα φωνήσασα θυώδεϊ δέξατο κόλπῳ
χείρεσσ’ ἀθανάτῃσι: γεγήθει δὲ φρένα μήτηρ.
ὣς ἣ μὲν Κελεοῖο δαί̈φρονος ἀγλαὸν υἱὸν
Δημοφόωνθ’, ὃν ἔτικτεν ἐύζωνος Μετάνειρα,
ἔτρεφεν ἐν μεγάροις: ὃ δ’ ἀέξετο δαίμονι ἶσος,
οὔτ’ οὖν σῖτον ἔδων, οὐ θησάμενος [γάλα μητρὸς
α
ἠματίη μὲν γὰρ καλλιστέφανος] Δημήτηρ
χρίεσκ’ ἀμβροσίῃ ὡσεὶ θεοῦ ἐκγεγαῶτα
ἡδὺ καταπνείουσα καὶ ἐν κόλποισιν ἔχουσα:
νύκτας δὲ κρύπτεσκε πυρὸς μένει ἠύτε δαλὸν
λάθρα φίλων γονέων: τοῖς δὲ μέγα θαῦμ’ ἐτέτυκτο,
ὡς προθαλὴς τελέθεσκε: θεοῖσι γὰρ ἄντα ἐῴκει.
καί κέν μιν ποίησεν ἀγήρων τ’ ἀθάνατόν τε,
εἰ μὴ ἄρ’ ἀφραδίῃσιν ἐύζωνος Μετάνειρα
νύκτ’ ἐπιτηρήσασα θυώδεος ἐκ θαλάμοιο
σκέψατο: κώκυσεν δὲ καὶ ἄμφω πλήξατο μηρὼ
δείσασ’ ᾧ περὶ παιδὶ καὶ ἀάσθη μέγα θυμῷ
καί ῥ’ ὀλοφυρομένη ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
τέκνον Δημοφόων, ξείνη σε πυρὶ ἔνι πολλῷ
κρύπτει, ἐμοὶ δὲ γόον καὶ κήδεα λυγρὰ τίθησιν.
ὣς φάτ’ ὀδυρομένη: τῆς δ’ ἄιε δῖα θεάων.
τῇ δὲ χολωσαμένη καλλιστέφανος Δημήτηρ
παῖδα φίλον, τὸν ἄελπτον ἐνὶ μεγάροισιν ἔτικτε,
χείρεσσ’ ἀθανάτῃσιν ἀπὸ ἕθεν ἧκε πέδονδε,
ἐξανελοῦσα πυρός, θυμῷ κοτέσασα μάλ’ αἰνῶς,
καί ῥ’ ἄμυδις προσέειπεν ἐύζωνον Μετάνειραν:
νήιδες ἄνθρωποι καὶ ἀφράδμονες οὔτ’ ἀγαθοῖο
αἶσαν ἐπερχομένου προγνώμεναι οὔτε κακοῖο:
καὶ σὺ γὰρ ἀφραδίῃσι τεῇς νήκεστον ἀάσθης.
ἴστω γὰρ θεῶν ὅρκος, ἀμείλικτον Στυγὸς ὕδωρ,
ἀθάνατόν κέν τοι καὶ ἀγήραον ἤματα πάντα
παῖδα φίλον ποίησα καὶ ἄφθιτον ὤπασα τιμήν:
νῦν δ’ οὐκ ἔσθ’ ὥς κεν θάνατον καὶ κῆρας ἀλύξαι:
τιμὴ δ’ ἄφθιτος αἰὲν ἐπέσσεται, οὕνεκα γούνων
ἡμετέρων ἐπέβη καὶ ἐν ἀγκοίνῃσιν ἴαυσεν.
ὥρῃσιν δ’ ἄρα τῷ γε περιπλομένων ἐνιαυτῶν
παῖδες Ἐλευσινίων πόλεμον καὶ φύλοπιν αἰνὴν
αἰὲν ἐν ἀλλήλοισιν συνάξουσ’ ἤματα πάντα.
εἰμὶ δὲ Δημήτηρ τιμάοχος, ἥτε μέγιστον
ἀθανάτοις θνητοῖς τ’ ὄνεαρ καὶ χάρμα τέτυκται.
ἀλλ’ ἄγε μοι νηόν τε μέγαν καὶ βωμὸν ὑπ’ αὐτῷ
τευχόντων πᾶς δῆμος ὑπαὶ πόλιν αἰπύ τε τεῖχος
Καλλιχόρου καθύπερθεν ἐπὶ προὔχοντι κολωνῷ.
ὄργια δ’ αὐτὴ ἐγὼν ὑποθήσομαι, ὡς ἂν ἔπειτα
εὐαγέως ἔρδοντες ἐμὸν νόον ἱλάσκοισθε.
Ὣς εἰποῦσα θεὰ μέγεθος καὶ εἶδος ἄμειψε
γῆρας ἀπωσαμένη: περί τ’ ἀμφί τε κάλλος ἄητο:
ὀδμὴ δ’ ἱμερόεσσα θυηέντων ἀπὸ πέπλων
σκίδνατο, τῆλε δὲ φέγγος ἀπὸ χροὸς ἀθανάτοιο
λάμπε θεᾶς, ξανθαὶ δὲ κόμαι κατενήνοθεν ὤμους,
αὐγῆς δ’ ἐπλήσθη πυκινὸς δόμος ἀστεροπῆς ὥς:
βῆ δὲ διὲκ μεγάρων: τῆς δ’ αὐτίκα γούνατ’ ἔλυντο,
δηρὸν δ’ ἄφθογγος γένετο χρόνον, οὐδέ τι παιδὸς
μνήσατο τηλυγέτοιο ἀπὸ δαπέδου ἀνελέσθαι.
τοῦ δὲ κασίγνηται φωνὴν ἐσάκουσαν ἐλεινήν,
κὰδ δ’ ἄρ’ ἀπ’ εὐστρώτων λεχέων θόρον: ἣ μὲν ἔπειτα
παῖδ’ ἀνὰ χερσὶν ἑλοῦσα ἑῷ ἐγκάτθετο κόλπῳ:
ἣ δ’ ἄρα πῦρ ἀνέκαι’: ἣ δ’ ἔσσυτο πόσσ’ ἁπαλοῖσι
μητέρ’ ἀναστήσουσα θυώδεος ἐκ θαλάμοιο.
ἀγρόμεναι δέ μιν ἀμφὶς ἐλούεον ἀσπαίροντα
ἀμφαγαπαζόμεναι: τοῦ δ’ οὐ μειλίσσετο θυμός:
χειρότεραι γὰρ δή μιν ἔχον τροφοὶ ἠδὲ τιθῆναι.
αἳ μὲν παννύχιαι κυδρὴν θεὸν ἱλάσκοντο
δείματι παλλόμεναι, ἅμα δ’ ἠοῖ φαινομένηφιν
εὐρυβίῃ Κελεῷ νημερτέα μυθήσαντο,
ὡς ἐπέτελλε θεά, καλλιστέφανος Δημήτηρ.
αὐτὰρ ὅ γ’ εἰς ἀγορὴν καλέσας πολυπείρονα λαὸν
ἤνωγ’ ἠυκόμῳ Δημήτερι πίονα νηὸν
ποιῆσαι καὶ βωμὸν ἐπὶ προὔχοντι κολωνῷ.
οἳ δὲ μάλ’ αἶψ’ ἐπίθοντο καὶ ἔκλυον αὐδήσαντος,
τεῦχον δ’, ὡς ἐπέτελλ’. ὃ δ’ ἀέξετο δαίμονι ἶσος.
αὐτὰρ ἐπεὶ τέλεσαν καὶ ἐρώησαν καμάτοιο,
βάν ῥ’ ἴμεν οἴκαδ’ ἕκαστος: ἀτὰρ ξανθὴ Δημήτηρ
ἔνθα καθεζομένη μακάρων ἀπὸ νόσφιν ἁπάντων
μίμνε πόθῳ μινύθουσα βαθυζώνοιο θυγατρός.
αἰνότατον δ’ ἐνιαυτὸν ἐπὶ χθόνα πουλυβότειραν
ποίησ’ ἀνθρώποις καὶ κύντατον: οὐδέ τι γαῖα
σπέρμ’ ἀνίει, κρύπτεν γὰρ ἐυστέφανος Δημήτηρ:
πολλὰ δὲ καμπύλ’ ἄροτρα μάτην βόες εἷλκον ἀρούραις:
πολλὸν δὲ κρῖ λευκὸν ἐτώσιον ἔμπεσε γαίῃ:
καί νύ κε πάμπαν ὄλεσσε γένος μερόπων ἀνθρώπων
λιμοῦ ὑπ’ ἀργαλέης, γεράων τ’ ἐρικυδέα τιμὴν
καὶ θυσιῶν ἤμερσεν Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντας,
εἰ μὴ Ζεὺς ἐνόησεν ἑῷ τ’ ἐφράσσατο θυμῷ.
Ἶριν δὲ πρῶτον χρυσόπτερον ὦρσε καλέσσαι
Δήμητρ’ ἠύκομον, πολυήρατον εἶδος ἔχουσαν.
ὣς ἔφαθ’: ἣ δὲ Ζηνὶ κελαινεφέι Κρονίωνι
πείθετο καὶ τὸ μεσηγὺ διέδραμεν ὦκα πόδεσσιν.
ἵκετο δὲ πτολίεθρον Ἐλευσῖνος θυοέσσης,
εὗρεν δ’ ἐν νηῷ Δημήτερα κυανόπεπλον
καί μιν φωνήσασ’ ἔπεα πτερόεντα προσηύδα:
Δήμητερ, καλέει σε πατὴρ Ζεὺς ἄφθιτα εἰδὼς
ἐλθέμεναι μετὰ φῦλα θεῶν αἰειγενετάων.
ἄλλ’ ἴθι, μηδ’ ἀτέλεστον ἐμὸν ἔπος ἐκ Διὸς ἔστω.
ὣς φάτο λισσομένη: τῇ δ’ οὐκ ἐπεπείθετο θυμός.
αὖτις ἔπειτα πατὴρ μάκαρας θεοὺς αἰὲν ἐόντας
πάντας ἐπιπροί̈αλλεν: ἀμοιβηδὶς δὲ κιόντες
κίκλησκον καὶ πολλὰ δίδον περικαλλέα δῶρα
τιμάς θ’, †ἅς κ’ ἐθέλοιτο† μετ’ ἀθανάτοισιν ἑλέσθαι.
ἀλλ’ οὔτις πεῖσαι δύνατο φρένας οὐδὲ νόημα
θυμῷ χωομένης: στερεῶς δ’ ἠναίνετο μύθους.
οὐ μὲν γάρ ποτ’ ἔφασκε θυώδεος Οὐλύμποιο
πρίν γ’ ἐπιβήσεσθαι, οὐ πρὶν γῆς καρπὸν ἀνήσειν,
πρὶν ἴδοι ὀφθαλμοῖσιν ἑὴν εὐώπιδα κούρην.
αὐτὰρ ἐπεὶ τό γ’ ἄκουσε βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεύς,
εἰς Ἔρεβος πέμψε χρυσόῤῥαπιν Ἀργειφόντην,
ὄφρ’ Ἀίδην μαλακοῖσι παραιφάμενος ἐπέεσσιν
ἁγνὴν Περσεφόνειαν ὑπὸ ζόφου ἠερόεντος
ἐς φάος ἐξαγάγοι μετὰ δαίμονας, ὄφρα ἑ μήτηρ
ὀφθαλμοῖσιν ἰδοῦσα μεταλήξειε χόλοιο.
Ἑρμῆς δ’ οὐκ ἀπίθησεν, ἄφαρ δ’ ὑπὸ κεύθεα γαίης
ἐσσυμένως κατόρουσε λιπὼν ἕδος Οὐλύμποιο.
τέτμε δὲ τόν γε ἄνακτα δόμων ἔντοσθεν ἐόντα,
ἥμενον ἐν λεχέεσσι σὺν αἰδοίῃ παρακοίτι,
πόλλ’ ἀεκαζομένῃ μητρὸς πόθῳ: ἣ δ’ ἀποτηλοῦ
ἔργοις θεῶν μακάρων [δεινὴν] μητίσετο βουλήν.
ἀγχοῦ δ’ ἱστάμενος προσέφη κρατὺς Ἀργειφόντης:
Ἅιδη κυανοχαῖτα, καταφθιμένοισιν ἀνάσσων,
Ζεύς με πατὴρ ἤνωγεν ἀγαυὴν Περσεφόνειαν
ἐξαγαγεῖν Ἐρέβευσφι μετὰ σφέας, ὄφρα ἑ μήτηρ
ὀφθαλμοῖσιν ἰδοῦσα χόλου καὶ μήνιος αἰνῆς
ἀθανάτοις λήξειεν: ἐπεὶ μέγα μήδεται ἔργον,
φθῖσαι φῦλ’ ἀμενηνὰ χαμαιγενέων ἀνθρώπων,
σπέρμ’ ὑπὸ γῆς κρύπτουσα, καταφθινύθουσα δὲ τιμὰς
ἀθανάτων: ἣ δ’ αἰνὸν ἔχει χόλον, οὐδὲ θεοῖσι
μίσγεται, ἀλλ’ ἀπάνευθε θυώδεος ἔνδοθι νηοῦ
ἧσται Ἐλευσῖνος κραναὸν πτολίεθρον ἔχουσα.
ὣς φάτο: μείδησεν δὲ ἄναξ ἐνέρων Ἀιδωνεὺς
ὀφρύσιν, οὐδ’ ἀπίθησε Διὸς βασιλῆος ἐφετμῇς:
ἐσσυμένως δ’ ἐκέλευσε δαί̈φρονι Περσεφονείῃ:
ἔρχεο, Περσεφόνη, παρὰ μητέρα κυανόπεπλον
ἤπιον ἐν στήθεσσι μένος καὶ θυμὸν ἔχουσα,
μηδέ τι δυσθύμαινε λίην περιώσιον ἄλλων:
οὔ τοι ἐν ἀθανάτοισιν ἀεικὴς ἔσσομ’ ἀκοίτης,
αὐτοκασίγνητος πατρὸς Διός: ἔνθα δ’ ἐοῦσα
δεσπόσσεις πάντων ὁπόσα ζώει τε καὶ ἕρπει,
τιμὰς δὲ σχήσησθα μετ’ ἀθανάτοισι μεγίστας.
τῶν δ’ ἀδικησάντων τίσις ἔσσεται ἤματα πάντα,
οἵ κεν μὴ θυσίῃσι τεὸν μένος ἱλάσκωνται
εὐαγέως ἔρδοντες, ἐναίσιμα δῶρα τελοῦντες.
ὣς φάτο: γήθησεν δὲ περίφρων Περσεφόνεια,
καρπαλίμως δ’ ἀνόρουσ’ ὑπὸ χάρματος: αὐτὰρ ὅ γ’ αὐτὸς
ῥοιῆς κόκκον ἔδωκε φαγεῖν μελιηδέα λάθρῃ,
ἀμφὶ ἓ νωμήσας, ἵνα μὴ μένοι ἤματα πάντα
αὖθι παρ’ αἰδοίῃ Δημήτερι κυανοπέπλῳ.
ἵππους δὲ προπάροιθεν ὑπὸ χρυσέοισιν ὄχεσφιν
ἔντυεν ἀθανάτους Πολυσημάντωρ Ἀιδωνευς.
ἣ δ’ ὀχέων ἐπέβη, πάρα δὲ κρατὺς Ἀργειφόντης
ἡνία καὶ μάστιγα λαβὼν μετὰ χερσὶ φίλῃσι
σεῦε διὲκ μεγάρων: τὼ δ’ οὐκ ἀέκοντε πετέσθην.
ῥίμφα δὲ μακρὰ κέλευθα διήνυσαν: οὐδὲ θάλασσα
οὔθ’ ὕδωρ ποταμῶν οὔτ’ ἄγκεα ποιήεντα
ἵππων ἀθανάτων οὔτ’ ἄκριες ἔσχεθον ὁρμήν,
ἀλλ’ ὑπὲρ αὐτάων βαθὺν ἠέρα τέμνον ἰόντες.
στῆσε δ’ ἄγων, ὅθι μίμνεν ἐυστέφανος Δημήτηρ,
νηοῖο προπάροιθε θυώδεος: ἣ δὲ ἰδοῦσα
ἤιξ’, ἠύτε μαινὰς ὄρος κάτα δάσκιον ὕλῃ.
Περσεφόνῃ δ’ ἑτέρ[ωθεν ἐπεὶ ἴδεν ὄμματα καλὰ]
μητρὸς ἑῆς κατ’ [ἄρ' ἥ γ' ὄχεα προλιποῦσα καὶ ἵππους]
ἆλτο θέει[ν, δειρῇ δέ οἱ ἔμπεσε ἀμφιχυθεῖσα:]
τῇ δὲ [φίλην ἔτι παῖδα ἑῇς μετὰ χερσὶν ἐχούσῃ]
α[ἶψα δόλον θυμός τιν' ὀίσατο, τρέσσε δ' ἄρ' αἰνῶς]
παυομ[ένη φιλότητος, ἄφαρ δ' ἐρεείνετο μύθῳ:]
τέκνον, μή ῥά τι μοι σ[ύ γε πάσσαο νέρθεν ἐοῦσα]
βρώμης; ἐξαύδα, μ[ὴ κεῦθ', ἵνα εἴδομεν ἄμφω:]
ὣς μὲν γάρ κεν ἐοῦσα π[αρὰ στυγεροῦ Ἀίδαο]
καὶ παρ’ ἐμοὶ καὶ πατρὶ κελ[αινεφέϊ Κρονίωνι]
ναιετάοις πάντεσσι τετιμ[ένη ἀθανάτοι]σιν.
εἰ δ’ ἐπάσω, πάλιν αὖτις ἰοῦσ’ ὑπ[ὸ κεύθεσι γαίης]
οἰκήσεις ὡρέων τρίτατον μέρ[ος εἰς ἐνιαυτόν,]
τὰς δὲ δύω παρ’ ἐμοί τε καὶ [ἄλλοις ἀθανά]τοισιν.
ὁππότε δ’ ἄνθεσι γαῖ’ εὐώδε[σιν] εἰαρινο[ῖσι]
παντοδαποῖς θάλλῃ, τόθ’ ὑπὸ ζόφου ἠερόεντος
αὖτις ἄνει μέγα θαῦμα θεοῖς θνητοῖς τ’ ἀνθρώποις.
α
[εἶπε δὲ πῶς σ' ἥρπαξεν ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα]
καὶ τίνι σ’ ἐξαπάτησε δόλῳ κρατερὸς Πολυδέγμων;
τὴν δ’ αὖ Περσεφόνη περικαλλὴς ἀντίον ηὔδα:
τοιγὰρ ἐγώ τοι, μῆτερ, ἐρέω νημερτέα πάντα:
εὖτέ μοι Ἑρμῆς ἦλθ’ ἐριούνιος ἄγγελος ὠκὺς
πὰρ πατέρος Κρονιδαο καὶ ἄλλων Οὐρανιώνων,
ἐλθεῖν ἐξ Ἐρέβευς, ἵνα ὀφθαλμοῖσιν ἰδοῦσα
λήξαις ἀθανάτοισι χόλου καὶ μήνιος αἰνῆς,
αὐτίκ’ ἐγὼν ἀνόρουσ’ ὑπὸ χάρματος: αὐτὰρ ὃ λάθρῃ
ἔμβαλέ μοι ῥοιῆς κόκκον, μελιηδέ’ ἐδωδήν,
ἄκουσαν δὲ βίῃ με προσηνάγκασσε πάσασθαι.
ὡς δέ μ’ ἀναρπάξας Κρονίδεω πυκινὴν διὰ μῆτιν
ᾤχετο πατρὸς ἐμοῖο, φέρων ὑπὸ κεύθεα γαίης,
ἐξερέω, καὶ πάντα διίξομαι, ὡς ἐρεείνεις.
ἡμεῖς μὲν μάλα πᾶσαι ἀν’ ἱμερτὸν λειμῶνα,
Λευκίππη Φαινώ τε καὶ Ἠλέκτρη καὶ Ἰάνθη
καὶ Μελίτη Ἰάχη τε Ῥόδειά τε Καλλιρόη τε
Μηλόβοσίς τε Τύχη τε καὶ Ὠκυρόη καλυκῶπις
Χρυσηίς τ’ Ἰάνειρά τ’ Ἀκάστη τ’ Ἀδμήτη τε
καὶ Ῥοδόπη Πλουτώ τε καὶ ἱμερόεσσα Καλυψὼ
καὶ Στὺξ Οὐρανίη τε Γαλαξαύρη τ’ ἐρατεινὴ
Παλλάς τ’ ἐγρεμάχη καὶ Ἄρτεμις ἰοχέαιρα,
παίζομεν ἠδ’ ἄνθεα δρέπομεν χείρεσσ’ ἐρόεντα,
μίγδα κρόκον τ’ ἀγανὸν καὶ ἀγαλλίδας ἠδ’ ὑάκινθον
καὶ ῥοδέας κάλυκας καὶ λείρια, θαῦμα ἰδέσθαι,
νάρκισσόν θ’, ὃν ἔφυσ’ ὥς περ κρόκον εὐρεῖα χθών.
αὐτὰρ ἐγὼ δρεπόμην περὶ χάρματι: γαῖα δ’ ἔνερθε
χώρησεν: τῇ δ’ ἔκθορ’ ἄναξ κρατερὸς Πολυδέγμων:
βῆ δὲ φέρων ὑπὸ γαῖαν ἐν ἅρμασι χρυσείοισι
πόλλ’ ἀεκαζομένην: ἐβόησα δ’ ἄρ’ ὄρθια φωνῇ.
ταῦτά τοι ἀχνυμένη περ ἀληθέα πάντ’ ἀγορεύω.
ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ὁμόφρονα θυμὸν ἔχουσαι
πολλὰ μάλ’ ἀλλήλων κραδίην καὶ θυμὸν ἴαινον
ἀμφαγαπαζόμεναι: ἀχέων δ’ ἀπεπαύετο θυμός.
γηθοσύνας δ’ ἐδέχοντο παρ’ ἀλλήλων ἔδιδόν τε.
τῇσιν δ’ ἐγγύθεν ἦλθ’ Ἑκάτη λιπαροκρήδεμνος:
πολλὰ δ’ ἄρ’ ἀμφαγάπησε κόρην Δημήτερος ἁγνήν:
ἐκ τοῦ οἱ πρόπολος καὶ ὀπάων ἔπλετ’ ἄνασσα.
ταῖς δὲ μέτ’ ἄγγελον ἧκε βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεὺς
Ῥείην ἠύκομον, Δημήτερα κυανόπεπλον
ἀξέμεναι μετὰ φῦλα θεῶν, ὑπέδεκτο δὲ τιμὰς
δωσέμεν, ἅς κεν ἕλοιτο μετ’ ἀθανάτοισι θεοῖσι:
νεῦσε δέ οἱ κούρην ἔτεος περιτελλομένοιο
τὴν τριτάτην μὲν μοῖραν ὑπὸ ζόφον ἠερόεντα,
τὰς δὲ δύω παρὰ μητρὶ καὶ ἄλλοις ἀθανάτοισιν.
ὣς ἔφατ’: οὐδ’ ἀπίθησε θεὰ Διὸς ἀγγελιάων.
ἐσσυμένως δ’ ἤιξε κατ’ Οὐλύμποιο καρήνων,
ἐς δ’ ἄρα Ῥάριον ἷξε, φερέσβιον οὖθαρ ἀρούρης
τὸ πρίν, ἀτὰρ τότε γ’ οὔτι φερέσβιον, ἀλλὰ ἕκηλον
ἑστήκει πανάφυλλον: ἔκευθε δ’ ἄρα κρῖ λευκὸν
μήδεσι Δήμητρος καλλισφύρου: αὐτὰρ ἔπειτα
μέλλεν ἄφαρ ταναοῖσι κομήσειν ἀσταχύεσσιν
ἦρος ἀεξομένοιο, πέδῳ δ’ ἄρα πίονες ὄγμοι
βρισέμεν ἀσταχύων, τὰ δ’ ἐν ἐλλεδανοῖσι δεδέσθαι.
ἔνθ’ ἐπέβη πρώτιστον ἀπ’ αἰθέρος ἀτρυγέτοιο:
ἀσπασίως δ’ ἴδον ἀλλήλας, κεχάρηντο δὲ θυμῷ.
τὴν δ’ ὧδε προσέειπε Ῥέη λιπαροκρήδεμνος:
δεῦρο τέκος, καλέει σε βαρύκτυπος εὐρύοπα Ζεὺς
ἐλθέμεναι μετὰ φῦλα θεῶν, ὑπέδεκτο δὲ τιμὰς
[δωσέμεν, ἅς κ' ἐθέλῃσθα] μετ’ ἀθανάτοισι θεοῖσι.
[νεῦσε δέ σοι κούρην ἔτεος π]εριτελλομένοιο
[τὴν τριτάτην μὲν μοῖραν ὑπὸ ζόφον ἠ]ερόεντα,
[τὰς δὲ δύω παρὰ σοί τε καὶ ἄλλοις] ἀθανάτοισιν.
[ὣς ἄρ' ἔφη τελέ]εσθαι: ἑῷ δ’ ἐπένευσε κάρητι.
[ἀλλ' ἴθι, τέκνον] ἐμόν, καὶ πείθεο, μηδέ τι λίην
ἀ[ζηχὲς μεν]έαινε κελαινεφέι Κρονίωνι.
α[ἶψα δὲ κα]ρπὸν ἄεξε φερέσβιον ἀνθρώποισιν.
ὣ[ς ἔφατ'. οὐ]δ’ ἀπίθησεν ἐυστέφανος Δημήτηρ:
αἶψα δὲ καρπὸν ἀνῆκεν ἀρουράων ἐριβώλων:
πᾶσα δὲ φύλλοισίν τε καὶ ἄνθεσιν εὐρεῖα χθὼν
ἔβρισ’: ἣ δὲ κιοῦσα θεμιστοπόλοις βασιλεῦσι
δεῖξεν Τριπτολέμῳ τε Διοκλεῖ τε πληξίππῳ
Εὐμόλπου τε βίῃ Κελεῷ θ’ ἡγήτορι λαῶν
δρησμοσύνην θ’ ἱερῶν καὶ ἐπέφραδεν ὄργια πᾶσι,
Τριπτολέμῳ τε Πολυξείνῳ, ἐπὶ τοῖς δὲ Διοκλεῖ
σεμνά, τά τ’ οὔπως ἔστι παρεξίμεν οὔτε πυθέσθαι
οὔτ’ ἀχέειν: μέγα γάρ τι θεῶν σέβας ἰσχάνει αὐδήν.
ὄλβιος, ὃς τάδ’ ὄπωπεν ἐπιχθονίων ἀνθρώπων:
ὃς δ’ ἀτελὴς ἱερῶν ὅς τ’ ἄμμορος, οὔποθ’ ὁμοίων
αἶσαν ἔχει φθίμενός περ ὑπὸ ζόφῳ ἠερόεντι.
αὐτὰρ ἐπειδὴ πάνθ’ ὑπεθήκατο δῖα θεάων,
βάν ῥ’ ἴμεν Οὔλυμπόνδε θεῶν μεθ’ ὁμήγυριν ἄλλων.
ἔνθα δὲ ναιετάουσι παραὶ Διὶ τερπικεραύνῳ
σεμναί τ’ αἰδοῖαι τε: μέγ’ ὄλβιος, ὅν τιν’ ἐκεῖναι
προφρονέως φίλωνται ἐπιχθονίων ἀνθρώπων:
αἶψα δέ οἱ πέμπουσιν ἐφέστιον ἐς μέγα δῶμα
Πλοῦτον, ὃς ἀνθρώποις ἄφενος θνητοῖσι δίδωσιν.
ἀλλ’ ἄγ’ Ἐλευσῖνος θυοέσσης δῆμον ἔχουσα
καὶ Πάρον ἀμφιρύτην Ἀντρῶνά τε πετρήεντα,
πότνια, ἀγλαόδωρ’, ὡρηφόρε, Δηοῖ ἄνασσα,
αὐτὴ καὶ κούρη περικαλλὴς Περσεφόνεια:
πρόφρονες ἀντ’ ὠδῆς βίοτον θυμήρε’ ὄπαζε.
αὐτὰρ ἐγὼ καὶ σεῖο καὶ ἄλλης μνήσομ’ ἀοιδῆς.

Ειμαρμένη: ο Λόγος του Κόσμου

«Τυραννική και αγαπημένη ψευδαίσθηση, του Ανέφικτου μετεικασία, θολό το "ξίφος του Απόλυτου" που κραδαίνει η Ειμαρμένη που στήνει χορό με τη ζωή σου».

Tο όνομα "Ειμαρμένη" σχετίζεται ετυμολογικά με την λέξη "μοίρα". Η λέξη προκύπτει από το αρχαίο ρήμα μείρομαι, που σημαίνει λαμβάνω σε διαμοιρασμό το μερίδιό μου. Ο τύπος του ρήματος αυτού στον παρακείμενο χρόνο της παθητικής φωνής είναι «είμαρμαι».

Ως κύριο όνομα, είναι η προσωποποίηση της μεγαλύτερης δύναμης, που κυριαρχεί στη Φύση και κανονίζει τις ενέργειες των ανθρώπων. Θεωρείται η κυρίαρχος των Μοιρών. Ειμαρμένη είναι το πεπρωμένο, το αναπόφευκτο, που πολύ συχνά ταυτίζεται με την Ανάγκη σε έναν Κόσμο συνύπαρξης θεών και ανθρώπων, ο οποίος διέπεται από αυστηρή νομοτέλεια. Η Ειμαρμένη αποτελεί το καθορισθέν υπό της Μοίρας, τον «Λόγο του Κόσμου».
 
Οι Στωικοί ορίζουν από την πλευρά τους την Ειμαρμένη, ως μία ταυτοχρόνως φυσική και θεϊκή οργανωτική δύναμη του Κόσμου, που αποτελεί τον Λόγο και την νομοτέλεια του Παντός, δύναμη, που διατηρεί και διατηρείται κυβερνώντας και περιλαμβάνοντας τα ενάντια, ταυτόσημη με την Μοίρα, την Πρόνοια, την Φύση, το Σύμπαν, και εν τέλει με τον ίδιο τον θεό Δία. "Ειμαρμένη εστίν ο του Κόσμου Λόγος" διακηρύσσουν οι Στωικοί, όπως διασώζει ο Στοβαίος.

Θεωρείται ως μία αδιάσπαστη αλυσίδα αιτιοτήτων, την οποία οι Στωικοί αντιλαμβάνονται ως φυσική και ηθική δύναμη, σχεδόν ταυτιζόμενη με τον Θεό, αλλά και με την Δικαιοσύνη και την Πρόνοια (σύμφωνα και με τις απόψεις του Παρμενίδου και του Δημοκρίτου), ως αμείλικτη εξέλιξη των φυσικών τάσεων του Παντός (καθώς μόνον οι φυσικές τάσεις των επιμέρους πραγμάτων μπορούν κάποιες φορές να εμποδιστούν).

Την επικράτηση της αναγκαιότητος και της Ειμαρμένης σε όλον τον Κόσμο, δέχονται και οι Ατομικοί Λεύκιππος και Δημόκριτος ενώ κατά τον Ξενοκρά­τη, οι Μοίρες παραστέκουν στην ανθρώπινη Γνώση, ορίζοντας η κάθε μία από ένα εκ των τριών τμημάτων της τελευταίας (Επιστήμη - Αίσθηση - Δόξα).
Αντιθέτως ο Αναξαγόρας αποκαλεί «κενή λέξη» την Ειμαρμένη, και διακηρύσσει, ότι τίποτε δεν γίνεται συμφώνως προς αυτήν.

Κατά τον Στωικό Χρύσιππο, η Ειμαρμένη είναι «μια ορισμένη φυσική και συγκροτημένη διάταξη των πάντων μέσα στην αιωνιότητα, όπου μια ομάδα πραγμάτων αενάως απορ­ρέει από άλλη και εμπλέκεται με άλλη, σε μία απαραβίαστη αλληλουχία» (Γέλλιος, «Αττικές Νύκτες» η.ι.3).

Η όλη περί Ειμαρμένης αντίληψη των Στωικών περιγράφεται λακωνικά από μία μετάφραση του Κικέρωνα, την οποία διέσωσε ο Σενέκας:

«Εκείνον που θέλει, οι Μοίρες τον οδηγούν, εκείνον που δεν θέλει, τον σύρουν»
 
Η Ειμαρμένη δημιουργεί γεγονότα όχι όμως ανθρώπινες ποιότητες, οι οποίες είναι αποτέλεσμα αποκλειστικώς της ανθρώπινης ελεύθερης βούλησης.

Οι Πυθαγόρειοι τοποθετούν τον ανθρώπινο βίο ανάμεσα σε δύο πόλους, την εξαναγκαστική Ανάγκη και την ελευθεροβουλητική Δύναμη (Ιεροκλής, «Χρυσά Έπη», 8), ενώ η Ειμαρμένη, απαντάται και στον Ηράκλειτο, κατά τον οποίο τα πάντα γίνονται «καθ' ειμαρμένην», υπό την έννοια όμως του «κατ' αναλογίαν».

Κατά τον Χρύσσιπο όλα τα παρελθόντα συνέβησαν, όλα τα παρελθόντα συνέβησαν, τα παρόντα συμβαίνουν και τα μέλλοντα θα συμβούν συμφώνως προς την Ειμαρμένη, αλλά πάντοτε συνδιαμορφωτικά με την «προαίρεσιν» και το «εφ' ημίν» (δηλαδή αυτό που είναι στο χέρι μας να διαμορφώσουμε), ο δε άνθρωπος συνιστά υπ' αυτήν ένα οργανι­κό στοιχείο ενός τεταγμένου συνόλου. Η Ειμαρμένη (ή η Πρόνοια, ή το «ουκ εφ' ημίν», δηλαδή αυτό που δεν εξαρτάται από τον άνθρωπο) και η Ελευθερία (ή το Αυτεξούσιο, ή το «εφ' ημίν»), αποτελούν τους βασικούς πόλους (ως το δεδομένο και το ζητούμενο) του βίου των θνητών στη μακρά οδό προς την τελείωση τους.

Τη λέξη "ειμαρμένη", με την έννοια της μοίρας ή τύχης, ακολουθούσαν αρχικά τα ουσιαστικά μοίρα, ανάγκη, αίσα. Κατά παράλειψη αυτών ουσιαστικοποιήθηκε η μετοχή "ειμαρμένη", που σημαίνει μόνη της πλέον, τη μοίρα, την τύχη, και έγινε συνώνυμη με το πεπρωμένο. Η έννοια της λέξης είναι δημιούργημα της Ιωνικής φιλοσοφίας.

Στον Ηράκλειτο ήδη υπάρχει η λέξη Ειμαρμένη με την έννοια της μοίρας, της τύχης, η οποία υπό τους όρους μοίρα, ανάγκη, αίσα ήταν ριζωμένη στην ψυχή των Ελλήνων.

Ο όρος δεν υπάρχει στους τραγικούς, είναι όμως συχνός στον Πλάτωνα, στους Αττικούς ρήτορες και προπάντων στη Στωική Φιλοσοφία, της οποίας αποτελεί ως έννοια το σημαντικότερο θέμα και πρόβλημα.

Πρώτος ο ιδρυτής της Στοάς Ζήνων (335-262 π.χ.) έγραψε βιβλίο "Περί Ειμαρμένης".

Η αναλυτική φιλοσοφία της έννοιας της Ειμαρμένης συνεχίσθηκε χωρίς διακοπή και από διάφορους διανοουμένους.

Ο Επίκουρος, απαντώντας στον Ζήνωνα, έγραψε και αυτός "Περί Ειμαρμένης", επίσης ο Χρύσιππος, ο μεγαλύτερος θεωρητικός της Στοάς (3ος αιώνας π.χ.), ο Ποσειδώνιος, ο Πλούταρχος, ο Αφροδισιεύς Αλέξανδρος, ο Ιεροκλής, ο Γρηγόριος ο Νύσσιος, ο Ιωάννης Χρυσόστομος.

Από τους Ρωμαίους ασχολήθηκαν με την Ειμαρμένη — ο όρος δεν πολιτογραφήθηκε στη λατινική γλώσσα και χρησιμοποιήθηκε κυρίως το fatum- o Κικέρων, ο Μινούκιος Φήλιξ και ο Τερτυλλιανός.

Το περιεχόμενο της έννοιας παρουσιάζεται ποικίλο, με κεντρική ιδέα όμως την αναγκαιότητα της μοίρας.

Οι Ίωνες φιλόσοφοι και ο Πυθαγόρας την αντιλαμβάνονται ως παγκόσμιο νόμο που επηρεάζει και τον άνθρωπo από τη γέννηση ως τον θάνατο του.

Ο Πλάτων αρχικά δεν δέχεται την απόλυτη αναγκαιότητα της Ειμαρμένης (στον Γοργία και στον Φαίδρο), αργότερα όμως (στην "Πολιτεία" και στους Νόμους), παραδέχεται την απεριόριστα καθοριστική δύναμη της και στον άνθρωπο και στον Κόσμο, αλλά δεν τη θεωρεί ως αυθύπαρκτη ουσία (πιστεύει μόνο ότι πρόκειται για νόμο κατά τον οποίο τελείται το γίγνεσθαι).

Η Ειμαρμένη θεοποιήθηκε από τους Στωικούς και ανυψώθηκε σε μέγιστη θεότητα που καθορίζει τα πάντα.

Από τότε διαδόθηκε ευρύτατα και στον λαό η αστρολογική αντίληψη της Ειμαρμένης, ότι δηλαδή η θέση των άστρων καθορίζει και τη μοίρα του ανθρώπου από τη γέννηση του. Η άποψη αυτή διατηρήθηκε και κατά τον Μεσαίωνα, με τεράστιες συνέπειες για την πορεία της Ανθρωπότητας.

Μετά από μία εποχή "απόλυτης μονοτονίας", με απροσδιόριστη χρονική διάρκεια, ο Θεός αποφασίζει να δημιουργήσει το Σύμπαν.

Ακολουθεί η εποχή διάρκειας πολλών δισεκατομμυρίων ετών του σχεδιασμού του μοντέλου της κοσμικής δημιουργίας που προφανώς περιλαμβάνει την σύνθεση, κατάστρωση και επίλυση τρισεκατομμυρίων μαθηματικών εξισώσεων.

Στην συνέχεια, καθώς ο Χωρόχρονος ολοκληρώνεται, ο Θεός διαπιστώνει ότι ένα απόλυτα αιτιοκρατικό και αξιοκρατικό Σύμπαν είναι και απόλυτα πληκτικό

Οπότε, δημιουργεί την Ειμαρμένη, την μέγιστη Μοίρα, η οποία σε ρόλο Πανδώρας αναλαμβάνει να εμπλουτίσει το νεότευκτο θεϊκό μαθηματικό οικοδόμημα με την απαραίτητη "γεύση" (ή αλλιώς, με την κβάντωση ή τυχαιότητα και επομένως ασάφεια, απροσδιοριστία και τελικά αναξιοκρατία που θα το καθιστούσε συναρπαστικό) (Απογνωσισμός).

Η Ειμαρμένη αμέσως αρχίζει την παρέμβασή της που χαρακτηρίζεται, κυρίως, από απόδοση υπερβατικών ή άρρητων τιμών στις θεμελιώδεις φυσικές σταθερές όπως:

την βάση της εκθετικής συνάρτησης (e)
την ταχύτητα φωτός (c)
την σταθερά Planck (h)
τον λόγο περιφέρειας-διαμέτρου (π) 

Μετά από εξονυχιστικούς ελέγχους πολλών δισεκατομμυρίων ετών το θεϊκό δίδυμο (Θεός-Ειμαρμένη) ολοκληρώνει το μοντέλο της Φύσης. Το κυρίαρχο χαρακτηριστικό του δημιουργηθέντος συμπαντικού μοντέλου είναι ότι θα βρίσκεται συνεχώς σε κατάσταση "κρίσιμης ισορροπίας" άρα θα διαθέτει την μέγιστη δυνατή συναρπαστικότητα που δεν θα οδηγεί όμως στην κατάρρευσή του.

Ακολουθεί η στιγμή της Δημιουργίας που αποτελεί την κορυφαία στιγμή ευτυχίας του ζεύγους Θεού-Ειμαρμένης.
 
Αλλά, ο Θεός δεν αρκείται σε αυτό.
Επιζητά να "νοιώσει" ο ίδιος, "αυτοπροσώπως", την συναρπαστικότητα του δημιουργήματος του (Απόλυτος Απογνωσισμός).

Έτσι, αντί να παραμείνει θεατής και να παρακολουθεί την Κοσμική Εξέλιξη εξωτερικά χρησιμοποιώντας Σύστημα Αναφοράς Euler, αποφασίζει να εισέλθει στο εσωτερικό του δημιουργήματος του και να χρησιμοποιήσει Σύστημα Αναφοράς Lagrange, βιώνοντας έτσι την εξέλιξή του "από πρώτο χέρι".
 
Αυτή του η απόφαση προκαλεί την αντίδραση της Ειμαρμένης που ως το "πρώτιστο θηλυκό Ον", υφίσταται απόλυτη ερωτική έλξη προς το "πρώτιστο αρσενικό Ον". Την εγκατάλειψή της, έστω και με στόχο την "ρήξη της μονοτονίας", την εκλαμβάνει ως ερωτική απόρριψη. Όμως, ο Θεός είναι άτεγκος.
Διορίζει την Ειμαρμένη ως "τοποτηρήτρια" της Κοσμικής Νομοτέλειας και την αναγκάζει, παρά την αντίθεσή της, να δημιουργήσει μία δίοδο ("Δίοδος Ειμαρμένης"), (δηλ. μία "οπή" σε κάποιο σημείο του συμπαντικού Χωρόχρονου) από την οποία αυτός εισέρχεται ως δομική μονάδα ενέργειας (δηλ. φωτόνιο), την χρονική στιγμή δημιουργίας (t = 0).

Μετά την είσοδο του στο "κτίσμα" του, ο Δημιουργός ακολουθεί πλέον την εξελικτική πορεία των επιπέδων πολυπλοκότητας σε όλα τα στάδια των δισεκατομμυρίων ετών της Συμπαντικής εξέλιξης.
Έτσι, μετατρέπεται διαδοχικά σε κυρκόνιο (quark), πρωτόνιο, άτομο, μόριο, βιομόριο, κύτταρο και τελικά "ενανθρωπίζεται" και γίνεται Βιολογικός Οργανισμός.

Zώντας έτσι ο Θεός, την ζωή ενός μέσου και απλού ανθρώπου, βιώνει ολοκληρωτικά την "γεύση" του "κτίσματός" του. Όμως, ο άνθρωπος είναι νοήμον ον οπότε και ο "ενανθρωπισθείς" Θεός αρχίζει βαθμιαία να "ανακτά" ψήγματα μαθηματικής γνώσης, δηλ. της γνώσης που χρησιμοποίησε ο ίδιος "πάλαι ποτέ" για την δόμηση του Σύμπαντος.
 
Καθώς το γήρας πλησιάζει, η ανθρώπινη υπόστασή του εξασθενεί και η νόηση του βαθμιαία απελευθερώνεται από τις υλικές επιδράσεις.
 
Η τάση για μάθηση ογκούται ενώ επιπλέον αρχίζει να διακατέχεται από αποσπασματική "θεϊκή ανάμνηση".

Τελικά, διαπιστώνει το προφανές δηλ. ότι ο ανθρώπινος βίος είναι πολύ μικρός για να αποκτήσει την απαιτούμενη γνώση που θα του επιτρέψει την διαφυγή από τον Χωρόχρονο.

Προ του φόβου του τερματισμού της ύπαρξής του ή της αέναης και επίπονης μετεξέλιξης αρχίζει τις δεήσεις προς την Ειμαρμένη να του προσφέρει την αποκάλυψη της "Ειμαρμένειας Διόδου" ώστε να επιστρέψει στην πρότερη κατάσταση.

Η Ειμαρμένη, εγκαταλειμμένη και μόνη για 13,7 δισεκατομμύρια έτη (όση και η ηλικία του Σύμπαντος) στην Εξωσυμπαντική έδρα της, βρίσκεται σε μεγάλο δίλημμα.
 
Ο Θεός δεν θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι ζώντας ως άνθρωπος ενδεχομένως θα αδυνατούσε να ανακαλύψει την Δίοδο;
Οπότε:

- Έκανε απλά λάθος, σκεπτόμενος τότε ως θεός, ότι η ανεύρεσή της θα ήταν απλούστατη και αυτονόητη οπότε αυτεγκλωβίσθηκε; ή- Είχε προβλέψει το γεγονός και ήθελε, να επιτύχει την ανακάλυψη αυτή στην άκρη του νήματος, "στην κόψη του ξυραφιού", στα πλαίσια της "ακρότατης αναζήτησης συγκινήσεων";Επιπλέον είναι ερωτικά πληγωμένη. Αρχίζει να βιώνει μία τραγωδία.
- Τις ημέρες κατακλύζεται από συναισθήματα όπως οργή και σκληρότητα και αποφασίζει να τηρήσει "στάση αδράνειας": Αφού είναι θεός, ας ανακαλύψει μόνος του την δίοδο.
 
-Ο Θεός δεν δικαιούται μία δεύτερη ευκαιρία.
-Τα λάθη πρέπει να πληρώνονται και από ανθρώπους και από θεούς. 
-Η εκδίκηση είναι έδεσμα που σερβίρεται κρύο.
- Τις νύκτες κατακλύζεται από συναισθήματα όπως αγάπη και νοσταλγία και αποφασίζει να επέμβει και να δώσει τέλος στην αγωνία του Δημιουργού της και να τον ανασύρει από το αδιέξοδο.

Η απόγνωση της Ειμαρμένης είναι πλέον απερίγραπτη.
 
Ο χρόνος γενικά, τα έτη, οι μήνες, τα ημερονύκτια, οι ώρες και τα δευτερόπλεπτα κυλούν απελπιστικά αργά αλλά δεν αρκούν για λάβει την τελική απόφαση.

ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΜΑΝΤΕΙΟΥ ΤΗΣ ΔΩΔΩΝΗΣ

Είναι αλήθεια ότι το ιερό μαντείο της Δωδώνης κρύβει πολλά μυστικά. Άλλα εξ αυτών έχουν αποκαλυφθεί και άλλα όχι. Γιατί, όμως, οι θνητοί που πήγαιναν να ζητήσουν χρησμό έπρεπε να είχαν νηστέψει τρεις μέρες, να είχαν καθαριστεί στην πηγή της Δωδώνης και να είχαν χαράξει την παράκλησή τους σε μια πλάκα από μόλυβδο;

ΤΑΞΙΔΕΥΟΝΤΑΣ κανείς στην ιστορική Ήπειρο, δεκαοκτώ χιλιόμετρα απ' τα Ιωάννινα, στους πρόποδες του βουνού Τόμαρος, θα δει ότι βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας πόλεως Δωδώνης. Μέχρι το 1876 η τοποθεσία της Δωδώνης, της περίφημης για το μαντείο της, δεν ήταν γνωστή, γιατί οι Έλληνες και ξένοι αρχαιολόγοι και ιστοριογράφοι την τοποθετούσαν σε διάφορες περιοχές της Ηπείρου. Στη σημερινή θέση της νόμιζαν ότι βρισκόταν η αρχαία πόλη της Πασσαρώνας, η πρωτεύουσα τη Μολοσσίας.

Ωστόσο, από τις ανασκαφές όμως που έγιναν εκεί, για πρώτη φορά στα 1878 από τον Κ. Καραπάνο, διαπιστώθηκε ότι σε εκείνη την τοποθεσία βρισκόταν η περίφημη Δωδώνη με το μαντείο της που ο Ηρόδοτος το θεωρεί το αρχαιότερο μαντείο της Ελλάδας!

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πολλές γνώμες και υποθέσεις υπάρχουν για την προέλευση του ιστορικού ονόματος «Δωδώνη». Άλλοι νομίζουν ότι προέρχεται από το Δία, άλλοι από τη Δωδώνη, μια νύμφη του Ωκεανού, άλλοι από τον ποταμό Δώδωνα της Ηπείρου, άλλοι απ' τη λέξη "Δωδώ""μπουμπουνητό" και άλλοι από το ρήμα δίδωμι, επειδή η πεδιάδα της Δωδώνης ήταν πλούσια και εύφορη.

Αναμφισβήτητο, όμως, είναι το γεγονός ότι η Δωδώνη έγινε γνωστή για το αρχαιότατο μαντείο της που αναφέρεται στον Όμηρο και στον Ηρόδοτο και είχε τεράστια φήμη και τιμόταν πολύ. Τόση ήταν η δόξα του ώστε και όταν ακόμα εμφανίστηκε το Μαντείο των Δελφών, το μαντείο της Δωδώνης δεν έχασε τίποτα απ' τη φήμη του.
 
Βεβαίως, το ερώτημα για την έναρξη και την πρώιμη φάση της λατρείας στη Δωδώνη δεν έχει τεκμηριωθεί επιστημονικά, όμως, τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης πιστοποιούν τη συνεχή λατρεία στο χώ¬ρο ήδη από την εποχή του χαλκού!

ΕΛΛΟΙ Ή ΣΕΛΛΟΙ

Σύμφωνα με διάφορες γνώμες, το μαντείο χτίστηκε από τους Ελλούς ή Σελλούς, που απ' αυτούς προήρθε το όνομα Ελλάδα. Πώς ιδρύθηκε, όμως, το μαντείο;

Για την ίδρυση του μαντείου υπάρχουν διάφορες παραδόσεις. Δυο τρυγόνια έφυγαν από την Αίγυπτο. Το ένα από αυτά στάθηκε στην έρημο της Λιβύης, όπου χτίστηκε το μαντείο του Δία Άμμωνα, ενώ το άλλο ήρθε και κάθισε στη γέρικη βελανιδιά της Δωδώνης όπου ιδρύθηκε το Μαντείο της Δωδώνης κι εκεί όπου λατρευόταν ο Δίας και η γυναίκα του Διώνη.

Οι θνητοί που πήγαιναν να ζητήσουν χρησμό έπρεπε να είχαν νηστέψει τρεις μέρες, να είχαν καθαριστεί στην πηγή της Δωδώνης και να είχαν χαράξει την παράκλησή τους σε μια πλάκα από μόλυβδο.

Γιατί, όμως, όλα αυτά;

Είναι γνωστόν, ότι η Πυθία, καθισμένη κάτω από την ιερή βαλανιδιά, έδινε το χρησμό. Οι ιερείς, για να μαντέψουν το θέλημα του Δία, παρακολουθούσαν το πέταγμα των περιστεριών, το θρόϊσμα των φύλλων της "φηγού δρυός" καθώς και το χαλκείο. Το χαλκείο ήταν μια χάλκινη καμπάνα που χτυπούσε όταν από τον αέρα, κουνιόταν το μαστίγιο που κρατούσε ένα μικρό άγαλμα παιδιού.

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ;

Η Δωδώνη, όπως είπαμε, ανήκει στα αρχαιότερα και σεβαστότερα μαντεία του αρχαιοελληνικού κόσμου. Στον Όμηρο αναφέρεται δύο φορές: α) όταν ο Αχιλλεύς απευθύνεται στον Δωδωναίο Δία υπέρ του φίλου του Πατρόκλου {Ιλιάδα, Β 233) και β) όταν ο Οδυσσέας επισκέπτεται το μαντείο {Οδύσσεια, Ξ 327).

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, ο οποίος παραδίδει τον ιδρυτικό μύθο, η λατρεία έφθασε στη Δωδώνη από την Αίγυπτο, γιατί όπως πληροφορήθηκε από τους ιερείς του ναού του Άμμωνα Δία στις Θήβες της Αιγύπτου, οι Φοίνικες άρπαξαν από το ναό δύο ιέρειες και τη μία την πούλησαν στη Λιβύη, όπου ίδρυσε το μαντείο του Άμμωνα Δία, και την άλλη στην Ελλάδα, όπου ίδρυσε το ιερό του Δωδωναίου Δία στη Θεσπρωτία. Προσθέτει, όμως, ότι κατά την επίσκεψη του στη Δωδώνη, οι ιερείς και οι ιέρειες του ιερού, του αφηγήθηκαν ότι από τις Θήβες της Αιγύπτου έφυγαν δύο μαύρα περιστέρια και όχι ιέρειες. Εκείνο που ήρθε στην Ήπειρο κάθισε πάνω στη φηγό (βαλανιδιά) και με ανθρώπινη φωνή είπε ότι εκεί έπρεπε να ιδρύσουν μαντείο στον Δία!

Ναι, αλλά της τοπικής παράδοσης υπάρχουν πολλές ερμηνείες. Κατά τον ίδιο τον Ηρόδοτο, η ιέρεια των Θηβών, όταν ήλθε στη Δωδώνη, ίδρυσε το μαντείο και μόλις έμαθε ελληνικά, εξήγησε στους Δωδωναίους τη λειτουργία του. Οι Δωδωναίοι τότε αποκάλεσαν τη γυναίκα «περιστέρα» (πελειάδα), γιατί μιλούσε ακατανόητα και έμοιαζε με πουλί, και «μέλαινα», γιατί ήταν Αιγύπτια.
 
Ο Στράβων. όμως, δίδει τελείως διαφορετική ερμηνεία. Κατ' αυτόν, οι Μολοσσοί ονόμαζαν τις γριές γυναίκες πελίες και τους γέρους πελίους, όπως τα περιστέρια. Από την ομωνυμία αυτήν, προέκυψε η σύγχυση της τοπικής παράδοσης.

Αλλά και τα περιστέρια του Ηροδότου δεν είναι άσχετα, γιατί είναι το ιερό σύμβολο της Μεγάλης Θεάς, της θεάς Γης, που πρωτολατρεύτηκε στη Δωδώνη. Ήδη σε νόμισμα από τη Δωδώνη, που χρονολογείται στο 300 π.Χ., παριστάνεται η ιερή φηγός με τρία περιστέρια, σύμβολο της θεάς Γης. Είναι η επιφάνεια της θεάς σε μορφή περιστεριού.

Άλλοι πάλι πιστεύουν, ότι η λατρεία του Δωδωναίου Δία και η ίδρυση του ιερού, προήλθε από πρωτόγονους που απέδωσαν θεία δύναμη στη φηγό. Σύμφωνα με ερμηνεία του Kern, για να αναφέρουμε μιαν από τις νεότερες ερμηνείες, θα λατρευόταν εδώ κατά την αρχαιότητα τοπικός θεός, που ταυτίστηκε με τον Πανελλήνιο Δία και ονομάστηκε Νάϊος.

Μήπως, λοιπόν, είχε δίκιο η γνωστή Ελληνίδα χορογράφος Μαρία Χορς, ότι οι «λαλούσες βελανδιές» είναι μία πραγματικότητα διότι το σφύριγμα του αέρα ανάμεσα στα φυλλώματα σου δημιουργούν μία αίσθηση γλωσσολαλιάς;

Μήπως, λοιπόν, στο ιερό της Δωδώνης είχαμε μία προλείανση του εδάφους για την Έλευση του Ενός και Αληθινού Θεού στην ανθρωπότητα;
Ρωτάμε: Μήπως;

ΤΟΜΟΥΡΟΙ ΚΑΙ ΥΠΟΦΗΤΕΣ

Χάριν της ιστορίας να πούμε, ότι, σύμφωνα με τον Όμηρο, στο μαντείο της Δωδώνης υπηρετούσαν από τους αρχαιότατους χρόνους, οι Τόμουροι ή Υποφήτες (Οδύσσεια, Β 403), που καλούνταν και Σελλοί ή Ελλοί, χωρίς το όνομα αυτό να σημαίνει μόνο τους ιερείς, αλλά και τους κατοίκους.
 
Βεβαίως όλα αυτά τα αναφέρουμε στον πρώτο τόμο της τριλογίας μας «Οι Προφητείες του Ελληνισμού» («Λάλον Ύδωρ»). Ωστόσο, όταν κατά τον 8ο αιώνα π.Χ., καθιερώθηκε στο ιερό και η λατρεία της Διώνης, τότε προστέθηκαν και οι γυναίκες ιέρειες, που ονομάζονταν «πελείαι, ή πελειάδες, ή προφήτιδες» και οι οποίες αριθμητικά ήταν τρεις: 1) Προμένεια, 2) Τιμαρέτη και 3) Νικάνδρη. Έργο των ιερέων και ιερειών ήταν η εξήγηση των προφητικών σημείων της φηγού ή των προφητικών μέσων και η σύνταξη των σχετικών απαντήσεων.

Άλλος τρόπος μαντείας ήταν το πέταγμα και οι κρωγμοί των περιστεριών, που φώλιαζαν στη φηγό, ενώ στη μεθομηρική παράδοση, αναφέρεται και ο ήχος των λεβήτων με τους τρίποδες που περιστοίχιζαν το ιερό δέντρο, τουλάχιστον από τον 4ο αιώνα π.Χ.

Αργότερα, όπως αναφέρει ο Στράβων (C, 329), ήταν το χαλκείο που αποτελείτο από δύο κιονίσκους. Στον έναν υπήρχε χάλκινος λέβητας και στον άλλο χάλκινο άγαλμα παιδιού, που κρατούσε μαστίγιο με τρεις αλυσίδες, αναθημάτων Κερκυραίων. Το μαστίγιο αυτό εκινείτο από τον άνεμο, χτυπούσε στο λέβητα και προξενούσε ήχο, από τον οποίο χρησμοδοτούσαν οι ιερείς. Από δω προήλθαν και οι παροιμίες «Δωδωναίο χαλκείο» και «Κερκυραίων μάστιγξ», που λέγονται για τους φλύαρους ανθρώπους.

Οι ερωτήσεις χαράσσονταν στη μαλακή επιφάνεια των μολύβδινων ελασμάτων, που είχαν σχήμα ορθογώνιο ή ταινίας. Οι απαντήσεις δίνονταν συνήθως προφορικά και σπανιότερα ήταν γραμμένες στην άλλη πλευρά του ελάσματος, συνήθως με ένα ναι ή ένα όχι.
 
Ο Έλλην αρχαιολόγος Κ. Καραπάνος είχε βρει 86 τέτοιες χρηστήριες επιγραφές, αλλά μετά τις ανασκαφές στην περιοχή ο αριθμός ανήλθε σε αρκετές εκατοντάδες.
 
Χαρακτηριστικό της λατρείας στη Δωδώνη είναι ότι ο Δίας είχε εδώ την επίγεια κατοικία του- ήταν ο Νάϊος θεός που κατοικούσε στη φηγό και στην ιερή οικία. Γύρω του κατοικούσαν οι προφήτες, οι Σελλοί, οι οποίοι κατά παλαιά θρησκευτική συνήθεια, δεν έπλεναν τα πόδια τους (ανιπτόποδες) και κοιμούνταν καταγής (χαμαιεύναι), για να βρίσκονται σε επαφή με τη γη, απ' όπου αντλούσαν τη μαντική τους δύναμη.

Κάποια στιγμή, βεβαίως ήρθε και η παρακμή της Δωδώνης, που άρχισε στα 221 π.Χ., όταν ο στρατηγός Δωρίμαχος την κατάστρεψε, επειδή οι Ηπειρώτες είχαν συμμαχήσει με τους Μακεδόνες και τους Αχαιούς. Δεύτερη καταστροφή έπαθε η Δωδώνη στα 168 π.Χ. από το Ρωμαίο Αιμίλιο Παύλο και τελειωτικά πια καταστράφηκε στα χρόνια του μιθριδατικού πολέμου από τους στρατιώτες του Μιθριδάτη, του βασιλιά του Πόντου.

Πλάτωνος ΠΟΛΙΤΕΙΑ: Ο μύθος του Ηρός

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ

Η Πολιτεία του Πλάτωνα τελειώνει με ένα συμπέρασμα που αφορά τη δικαιοσύνη: οι δίκαιοι επιβραβεύονται, είτε σ' αυτόν είτε στον άλλο κόσμο, και, αντίστροφα, οι άδικοι τιμωρούνται. Παράδειγμα χειροπιαστό για την τιμωρία των αδίκων αυτό του Αρδιαίου και των ομοίων του.

Πρέπει σ' αυτό το σημείο να επισημάνουμε, ασφαλώς, ότι η απόδειξη του Πλάτωνα για την τιμωρία των αδίκων μπορεί μεν, σύμφωνα με την Τυπική Λογική, να ευσταθεί, δεν παύει, όμως, να στηρίζεται σ' ένα μύθο. Συγκεκριμένα: ο Πλάτων, μέ­σω της επαγωγικής μεθόδου, μέσα δηλαδή από μια σειρά παραδειγμάτων, της τιμωρίας του Αρδιαίου και των ομοίων του, καταλήγει σ' ένα γενικό συμπέρασμα σωστό. Όμως, η απόδειξή του είναι συζητήσιμη, αφού δε στηρίζεται στην εμπειρία. Αυτό, ασφαλώς, δε συμβαίνει για πρώτη φορά· και σε άλλες περιπτώσεις ο Πλάτων χρησιμοποιεί το μύθο ως απο­δεικτικό εργαλείο.

Ο διαμεσολαβητικός ρόλος του Ηρός: Ο Ηρ, γιος του Αρμένιου από την Παμφυλία, ήταν ένας γενναίος πολεμιστής, ο οποίος σκοτώθηκε σε μια μάχη. Εκεί παρέμεινε άταφος επί δέκα ημέρες, μαζί με τους άλλους νεκρούς συντρόφους του. Τη δωδέκατη ημέρα, όταν οι δικοί του τον μετέφεραν για να τον τοποθετήσουν στην νεκρική πυρά για αποτέφρωση, η ψυχή του πήρε σάρκα και οστά, και άρχισε να διηγείται στους θνητούς την ιστορία που έζησε το διάστημα που ήταν νεκρός.

Σύμφωνα με τη διήγηση του Ηρός, οι ψυχές των νεκρών είχαν μεταβεί εἰς τόπον τινά δαιμόνιον, προκειμένου να κριθούν. Στο σημείο εκείνο υπήρχαν δύο χάσματα πάνω στη γη, και δύο ακριβώς απέναντι στον ουρανό. Ανάμεσα σ' αυτά τα χάσματα του ουρανού και της γης δικαστές απένειμαν δικαιοσύνη στους νεκρούς. Όσες ψυχές ερχόντουσαν από τον ουρανό, για να κριθούν, ήσαν κατευχαριστημένες, ενώ όσες ερχόντουσαν από τη γη γεμάτες δυστυχία, αφού η υποχθόνια πορεία τους είχε διαρκέσει χίλια χρόνια. Ο Ηρ δεν πέρασε από τη διαδικασία της κρίσεως, αλλά του ανατέθηκε η «αποστολή» να παρακολουθήσει με λεπτομέρεια όλα όσα συνέβαιναν εκεί, προκειμένου να τα μεταφέρει στους θνητούς.

Η περίπτωση του Αρδιαίου: Τον Αρδιαίο, τύραννο της Παμ­φυλίας, ο οποίος είχε διαπράξει σειρά ανόσιων εγκλημάτων, οι τιμωροί του κάτω κόσμου, αφού τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον έσυραν πάνω στους ασπαλάθους, τελικά τον πέταξαν , μαζί με άλλους, στον Τάρταρο. (Οι ποινές και οι ανταμοιβές ήσαν δεκαπλάσιες των όσων ο καθένας είχε διαπράξει, αλλά οι ποινές για ασέβεια έναντι των θεών και των γονιών, ή για φυσική αυ­τουργία σε φόνο ήσαν πολύ μεγαλύτερες).

Η πορεία των ψυχών μέχρι την τελική επιλογή: Οι ψυχές, ύστερα από παραμονή εφτά ημερών στο Λειμώνα, τον πρώτο τόπο συγκέντρωσης, την όγδοη ημέρα πορεύτηκαν προς ένα άλλο τόπο. Εκεί συνάντησαν ένα φως που έμοιαζε με της ίριδας (του ουράνιου τόξου), αλλά πολύ λαμπρότερο και καθαρότερο. Το φως αυτό, το οποίο, ξεκινώντας από πάνω, διαπερνούσε τον ουρανό και τη γη, έμοιαζε με κολόνα. (Βρισκόταν, κατά κάποιο τρόπο, στο κέντρο του σύμπαντος). Από τις άκρες των δεσμών του φωτός αυτού, που ήταν τεντωμένες από τον ουρανό, κρεμόταν ο άτρακτος (το αδράχτι) της Ανάγκης, ο οποίος ρύθμιζε ό­λες τις περιστροφές των ουράνιων σωμάτων.

Ο σφόνδυλος του ατράκτου ήταν κούφιος εσωτερικά και μέσα του υπήρχαν άλλοι επτά σφόνδυλοι. (Ο εξωτερικός σφόνδυλος ήταν το ουράνιο στερέωμα και οι άλλοι επτά οι σφαίρες των πλανητών). Στους κύκλους που σχημάτιζαν τα επάνω χείλη των σφονδύλων ήταν καθισμένες Σειρήνες (οκτώ τον αριθμό), εκ των οποίων η κάθε μια εξέπεμπε μια νότα, παράγοντας έτσι όλες μαζί μια μουσική αρμονία. Την κυκλική κίνηση των σφονδύλων, πάνω στα γόνατα της Ανάγκης, παρακολουθούσαν καθισμένες σε θρόνο οι τρεις κόρες της: η Λάχεση, η Κλωθώ και η Άτροπος.

Η τελική επιλογή: Φτάνοντας οι ψυχές εκεί, έπρεπε να διαλέξουν από ένα «πρότυπο» ζωής. Στις συγκεντρωμένες ψυχές απευθύνθηκε ένας προφήτης, ως εκπρόσωπος της Λάχεσης, και τους πρότεινε να τραβήξουν από έναν κλήρο, για να καθοριστεί η σειρά με την οποία θα επέλεγαν τη ζωή που ήθελαν.

Από τις ψυχές οι πιο αφιλοσόφητες επέλεξαν βίους ενδόξους, χωρίς να υπολογίσουν την τραγικότητα που κρύβουν μέσα τους. Άλλες, όμως, που είχαν δοκιμαστεί στην προηγούμενη ζωή και είχαν υποστεί ταλαιπωρίες, ήσαν πιο σεμνές. Για παρά­δειγμα, ο Οδυσσέας διάλεξε τη ζωή ενός άσημου ανθρώπου.

Αξιολόγηση του ,μύθου του Ηρός: Ο εσχατολογικός αυτός μύθος του Πλάτωνα, που έχει δηλαδή σχέση μ' αυτό που σήμερα λέμε «δευτέρα παρουσία», εμπεριέχει αφενός μεν αντιλήψεις για το πλανητικό στερέωμα, αφετέρου δε δοξα­σίες για τη μετέπειτα ζωή. Στο μύθο έντονες είναι οι επιδράσεις όχι μόνο της λαϊκής παράδοσης, αλλά και των Ορφικών και των Πυθαγορείων, σχετικά με τη μετεμψύχωση. Επίσης, εμφανή είναι τα στοιχεία από τις τελετουργίες των Ελευσινίων μυστη­ρίων.

Σημείωση: Ο μύθος του Ηρός φαίνεται ότι αποτέλεσε ένα από τα πρότυπα των Καταβάσεων. Κατάβαση έχουμε και στον Όμηρο, Οδύσσεια, λ (Νέκυια). Επίσης, στις καταβάσεις ανήκουν οι «Νεκρικοί διάλογοι» του Λουκιανού. (Οι καταβάσεις είναι λογοτεχνικά κείμενα που έχουν ως θέμα την κάθοδο στον «κάτω κόσμο»).

Η κρίση και η εκλογή. Η ελευθερία, η τύχη και η ανάγκη

Στον μύθο αυτόν έχουμε λοιπόν την εικόνα μιας μεταθανά­τιας κρίσης και εκλογής, που είναι η άλλη διάσταση αυτού που γίνεται καθημερινά στον επίγειο βίο. Η κρίση, η τιμωρία ή η αμοιβή κι ο δρόμος προς τα κάτω, ο σπηλαιώδης και μοχθηρός, ή ο δρόμος προς τα άνω, ο φωτεινός κι ευδαιμονικός, αφού συμπληρώσει τον κύκλο του, μας θέτει και πάλι μπροστά στην εκλογή του βίου μας. Κρίση και εκλογή είναι οι αλληλένδετοι αρμοί που συγκροτούν τη ζωή μας, την αιώνια και την εφήμερη. Ο καθένας είναι ελεύθερος να εκλέξει, η σειρά όμως εκλογής ορίζε­ται από τον κλήρο, και η εκλογή, όταν γίνει, είναι αμετάκλητη. Συμπλέκεται λοιπόν μέσα στην ανθρώπινη ζωή ιδωμένη από τη σκοπιά του έσχατου η ελευθερία, η τύχη και η ανάγκη. Και είναι αυτός ο συγκερασμός των φυσικών χαρισμάτων (τύχη), των ανα­γκαίων συνεπειών (ανάγκη) και κυρίως της δικής μας ευθύνης (εγρήγορση και παιδεία) που διαμορφώνει τον βίο μας.

Η έσχατη λοιπόν δοκιμασία, που βρίσκεται μέσα στις προκο­σμικές ή μετακοσμικές ρίζες της ύπαρξής μας, μας φανερώνει το τραγικό και το κωμικό του ανθρώπινου βίου (620a), γιατί οι μετα­πτώσεις στην εκλογή είναι απροσδόκητες, ώστε η θέα τους να είναι «ελεεινή καί γελοία καί θαυμασία».

Και όπως η στήλη του φωτός συνδέει τον ουρανό και συγκρα­τεί τις περιστροφές του, στερεώνοντας επάνω του το αδράχτι της Ανάγκης, που συμπλέκει το παρελθόν (Λάχεσις), το παρόν (Κλωθώ) και το μέλλον (Άτροπος) σε μιαν αρμονική ανακύκληση, σ' έναν αιώνιο ρυθμικό χορό, είναι μια άλλη εικόνα της ιδέας του αγαθού, που γεννά και τρέφει και φωτίζει τον νοητό κόσμο, στον οποίο μετέχει και ο αισθητός, αφού έκγονος του αγαθού είναι και ο ήλιος και το αποκαλυπτικό του φως, έτσι και το υπόγειο χάσμα, μέσα στο οποίο βουλιάζει ο τύραννος Αρδιαίος, καθώς έλκεται «έπ' άσπαλάθων» για να πεταχθεί στον Τάρταρο, είναι η μεταθα­νάτια έκφραση της άθλιας κατάστασης των δεσμωτών του σπη­λαίου, που θανατώνουν εκείνους που ζητούν να τους ελευθερώ­σουν και βυθίζονται μέσα στην αδικία πληρώνοντας γι' αυτήν.

Ο μύθος τον Ηρός: το πρόβλημα της ελευθερίας και της ευθύνης

Από την αλληγορία του σπηλαίον στο μύθο του Ηρός

Η συναγωγή τελικών συμπερασμάτων και η αναφορά στο «δαχτυλίδι του Γύγη»

Μετά το τέλος της αλληγορίας του σπηλαίου η συζήτηση επανέρχεται στην παιδεία των φυλάκων και στις προϋποθέσεις της προώθησης τους στην κατηγορία των αρχόντων, που ως φιλόσοφοι θα αναλάβουν τη διακυβέρνηση της πόλης. Ενώ όμως η άσκηση της εξουσίας από τους φιλοσόφους αντιπρο­σωπεύει την ιδανική λύση του πολιτικού προβλήματος, η παθολογία της δη­μόσιας ζωής περιλαμβάνει έναν αριθμό παρεκβατικών πολιτευμάτων (κατά σειρά: τιμοκρατία, ολιγαρχία, δημοκρατία, τυραννία), το καθένα από τα ο­ποία παραχωρεί τη θέση του στο αμέσως επόμενο, δηλαδή σε μια περαιτέρω επιδείνωση της ηθικής παρακμής και του πολιτικού αδιεξόδου.

Η τραγικότερη μορφή κατάπτωσης σημειώνεται με την τυραννία, ένα πο­λίτευμα που μετατρέπει την αγριότητα και την αδικία σε θεσμό και περιάγει τους πολίτες σε έσχατη δυστυχία. Έτσι ανοίγει ο δρόμος για τη διατύπωση των συμπερασμάτων, με τα οποία η αφήγηση του Σωκράτη θα επανέλθει κρι­τικά στις αρχικές εκείνες θέσεις, που είχαν αποτελέσει το έναυσμα για τη δρο­μολόγηση της μακράς συζήτησης. Και τα αδιαφιλονίκητα συμπεράσματα εί­ναι πως η επιχειρηματολογία του Θρασυμαχου και του Γλαυκωνα, σύμφωνα με την οποία ο δίκαιος είναι ανόητος και δυστυχής, ενώ ο άδικος είναι έξυ­πνος και ευτυχής, αποδεικνύεται έωλη και ανυπόστατη.

Εκείνο που πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα είναι ότι την ώρα της συναγω­γής των συμπερασμάτων ο Σωκράτης ξαναθυμάται το δαχτυλίδι του Γύγη, α­ποδεικνύοντας ότι ο λιτός και παραστατικός εκείνος μύθος ήταν σιωπηρά πανταχού παρών στις μακρές συζητήσεις του διαλόγου. Αυτός, μεταξύ άλ­λων, κέντρισε το ενδιαφέρον για την αναζήτηση του «μεγίστου μαθήματος» που αποδόθηκε παραστατικά με την αλληγορία του σπηλαίου και σε συσχε­τισμό με αυτόν θα διατυπωθούν οι τελικές διαπιστώσεις στο δέκατο βιβλίο της Πολιτείας.

Ποιες είναι οι διαπιστώσεις αυτές;

1. Είτε φοράει είτε δε φοράει κανείς το δαχτυλίδι του Γύγη, η δικαιοσύνη έχει ανεκτίμητη αξία για την ψυχή. Άλλωστε, οι θεοί γνωρίζουν πολύ καλά ποιος είναι δίκαιος και ποιος είναι άδικος. Ενώ λοιπόν ο πρώτος είναι «θεο­φιλής», ο δεύτερος είναι «θεομισής». Για το «θεοφιλή» άνθρωπο τα πάντα θα αποδειχτούν ευνοϊκά. Ακόμη και αν ζει μέσα στη φτώχεια ή ταλαιπωρείται από αρρώστιες, στο τέλος αυτά όλα θα του βγουν σε καλό. Τα εντελώς αντί­θετα θα συμβούν στον άδικο.

2. Όλα τα πλεονεκτήματα που ο Γλαυκών είχε αποδώσει στους αδίκους α­ποδίδονται τώρα στους δικαίους. Αντίθετα, οι άδικοι έστω και αν στην αρχή διαφύγουν την προσοχή, στο τέλος γίνονται καταγέλαστοι και προπηλακίζο­νται. Και το πιο σημαντικό: οι αμοιβές και η ευδαιμονία του δικαίου, καθώς και οι ποινές και τα μαρτύρια του αδίκου σε αυτήν εδώ τη ζωή δεν έχουν κα­μιά σύγκριση σε σχέση με τις απολαύσεις ή τα βάσανα που περιμένουν τον καθένα, ανάλογα με τον τρόπο της διαβίωσης του, μετά τον τερματισμό της ζωής του.

Έτσι ανοίγει ο δρόμος για τον εσχατολογικό μύθο που αναφέρεται στην τύχη των ψυχών μετά τον τερματισμό της επίγειας ζωής των ανθρώπων.

Εσχατολογία και κοσμολογία

Ο Ηρ ο Πάμφυλος είχε σκοτωθεί σε μάχη και παρέμεινε άταφος επί δέκα ημέρες. Όταν τη δωδέκατη ημέρα επιχείρησαν να τον κάψουν στη νεκρική πυρά, σηκώθηκε και αφηγήθηκε στους παριστάμενους τα φοβερά πράγματα που είχε δει κατά τη διάρκεια του θανάτου του και που οι δικαστές τού ανέθεσαν να τα εξιστορήσει στους ζωντανούς.

Η εμπειρία που έζησε συνδέεται με την κρίση των ψυχών ανάλογα με τα έργα τους, η οποία γίνεται από δικαστές, και ταυτόχρονα με την επάνοδο άλλων ψυχών από το χώρο της αμοιβής ή της τιμωρίας τους ενόψει της νέας ζωής που πρόκειται να επιλέξουν.

Από το ένα, λοιπόν, μέρος υπήρχαν δύο χάσματα στη γη και από το άλλο ισάριθμα χάσματα στον ουρανό. Όσοι δικάζονταν, πήγαιναν στο βάθος της γης ή ανέβαιναν στον ουρανό, ανάλογα με τη ζωή που είχαν διαγάγει. Όσοι είχαν διαπράξει εγκλήματα, τιμωρούνταν δέκα φορές περισσότερο από όσο τους άξιζε, ενώ όσοι είχαν περάσει μια ενάρετη ζωή, αμείβονταν δέκα φορές περισσότερο από όσο δικαιούνταν. Ο φόνος και η ασέβεια προς τους θεούς ή τους γονείς τιμωρούνταν ακόμη πιο σκληρά.

Παράλληλα, υπήρχαν ψυχές που κατέβαιναν από τον ουρανό και αφηγούνταν την ευτυχία που είχαν γνωρίσει εκεί. Και άλλες, που ανέβαιναν από τη γη και οδύρονταν για τα δεινά που είχαν υποστεί στον Άδη.

Στη συνέχεια, οι ψυχές κατευθύνονταν στο «Λειμώνα», όπου κατασκήνωναν σαν σε πανηγύρι επί επτά ημέρες. Έπειτα μεταφέρονταν στο κέντρο του σύμπαντος, στο χώρο της ανάγκης, έναν τόπο υπερβατικό, που η περιγραφή του απηχεί σε κάποιο βαθμό τις γεωκεντρικές κοσμολογικές αντιλήψεις των Πυθαγορείων. Εδώ θα λάβει χώρα η διαδικασία της νέας γέννησης των ψυχών, που καλούνται τώρα να διαλέξουν ελεύθερα και υπεύθυνα τον τρόπο της μελλοντικής ζωής τους. Η διαδικασία διεξάγεται μπροστά στις τρεις Μοί­ρες, τις κόρες της Ανάγκης.

Όποιος διαβάσει το μύθο στο σύνολο του, θα εντυπωσιασθεί ασφαλώς α­πό τις κοσμολογικές περιγραφές και τις εσχατολογικές αναφορές του Πλάτωνα. Θα ήταν όμως λάθος να παρασυρθεί και να πιστέψει ότι θα μπορούσε να αναζητήσει εδώ λεπτομέρειες σχετικά με τις πυθαγόρειες αντιλήψεις για το γεωκεντρικό σύστημα ή τις ορφικές πεποιθήσεις για τη μοίρα των ψυχών. Πίσω από αυτά όλα κρύβεται ο ποιητικός οίστρος του Πλάτωνα, διαποτισμένος από την παιγνιώδη και ειρωνική διάθεση του. Και, προπάντων, η έγνοια του να δείξει στον άνθρωπο με ποιο τρόπο πρέπει να ζήσει αυτήν εδώ τη ζωή της δοκιμασίας.

Η αμηχανία των πιστών

Όλες αυτές τις μέρες των κρίσεων σκέπτομαι τους πιστούς των διαφόρων θρησκειών. Οι άνθρωποι αυτοί πιστεύουν ότι ζούνε μέσα σε ένα οργανωμένο σύμπαν το οποίο δημιούργησε και κυβερνάει ένα τρομερό, αυραρχικό, εγωιστικό, υπέρτατο όν, που έχει πολλά διαφορετικά ονόματα, αλλά ορισμένες κοινές και σαφείς ιδιότητες: είναι παντοδύναμο, είναι πάνσοφο και, στις περισσότερες περιπτώσεις, πανάγαθο.

Τώρα, πώς συμβιβάζεται να έχει δημιουργήσει ένα τέτοιο -λίαν καλό- σύμπαν; το οποίο δίνει πόνο, δυστυχία, καταστροφές, αρρώστιες, σκοτώνει, με φρικτό τρόπο, εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, με χιλιάδες τρόπους, σε αυτόν τον πλανήτη. 

Μία τέτοια κατάσταση μας επιστρέφει στα θρανία του γυμνασίου όπου το βασικό ερώτημα στον καθηγητή της Θεολογίας ήταν τα απλοϊκό αλλά άλυτο: «Αφού ο Θεός είναι παντοδύναμος και πανάγαθος, πώς επιτρέπει την ύπαρξη του Κακού στον κόσμο; Είτε δεν μπορεί να το καταργήσει (οπότε δεν είναι παντοδύναμος), είτε δε θέλει (οπότε δεν είναι πανάγαθος), είτε δεν το γνωρίζει (οπότε δεν είναι παντογνώστης)».

Φιλοσοφία σπούδασα, και άρα ξέρω τις περισσότερες ηλίθιες απαντήσεις που έχουν δώσει σοφοί θεολόγοι και φιλόσοφοι για πολλούς αιώνες. («Για να μας δοκιμάσει», «για να μας τιμωρήσει», «για να μας παιδαγωγίσει» κλπ.).

Ολόκληρος κλάδος της φιλοσοφίας ονομάζεται «Θεοδικία» (Δίκη του Θεού) με κορυφαίο το ομώνυμο σύγγραμμα του Leibnitz (1710) που κορόιδευε ο Βολταίρος. Εκεί ο Leibnitz υποστηρίζει ότι ο Θεός έφτιαξε «τον καλύτερο των δυνατών κόσμων» όπου τα Δεινά ήταν απαραίτητα για την ανάδειξη του Καλού. Καμία από αυτές τις θεωρίες δεν με έχει πείσει – ιδιαίτερα εκείνη της αιώνιας εκδίκησης, που μιλάει για τιμωρία στις αμαρτίες μας. Δεν καταλαβαίνω καν την έννοια της αμαρτίας. Είναι μία εφεύρεση Ιουδαϊκή (ειδικά το «προπατορικό αμάρτημα», που υποδουλώνει όλους τους ανθρώπους). Οι αρχαίοι Έλληνες δε γνώριζαν την λέξη με αυτή την έννοια.

Γι’ αυτό και το μόνο που μπορώ να κάνω, είναι να αμφιβάλλω. Δεν με πείθει η ιδέα ενός σύμπαντος που δημιουργήθηκε από ένα υπέρτατο ον, το οποίο και ευθύνεται για την (καλή ή κακή) λειτουργία του. Είμαι άθεος: δηλαδή ένας σκεπτόμενος άνθρωπος, που έχει μόνο ερωτήματα για τα μυστήρια της ζωής και του σύμπαντος. Όχι τα επιστημονικά (αυτά σιγά-σιγά τα απαντάμε) αλλά τα ερωτήματα περί του νοήματος. Αυτά για τα οποία ο Camus γράφει: «Ο άνθρωπος ρωτάει, το σύμπαν δεν απαντάει».

Ποιο είναι το νόημα μια ζωής που, όπως κι αν την ζήσεις, θα τελειώσει απαρέγκλιτα με θάνατο. («Καμιά ζωή δεν έχει Happy End»). Ποιο είναι το νόημα ενός σεισμού, ενός τσουνάμι, ενός καρκίνου, μιας πανδημίας, ενός πολέμου;

Πώς είναι δυνατόν οι ίδιες οι θρησκείες να αποτελούν κίνητρο πολέμων και σφαγών, όταν όλοι οι θεοί τους διδάσκουν την καλοσύνη. Και ακόμα χειρότερα: πώς γίνεται οι οπαδοί της ίδιας θρησκείας να αντιμάχονται μεταξύ τους (Μουσουλμάνοι: Σιίτες και Σουνίτες, Χριστιανοί: Καθολικοί και Διαμαρτυρόμενοι – ποιος ξεχνά την «Νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου;») Ακόμα και οι πιο ειρηνόφιλοι πιστοί, οι Βουδιστές, πήραν όπλα και διαπράττουν γενοκτονίες!

Και οι τρεις θρησκείες οι συγγενικές που έχουν ως συνθημα την αγάπη, την συγχώρηση, την συμφιλίωση, που μοιράζονται τους Αγίους Τόπους τους, να ερίζουν και πολεμάνε σαν άσπονδοι εχθροί;

Κάτι δεν πάει καλά με την ανθρωπότητα. Σίγουρα φταίμε κι εμείς, που δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε και να συμφωνήσουμε σε βασικά θέματα όπως η κλιματική αλλαγή. Αλλά ο κόσμος είναι σε άθλια κατάσταση, πέρα από τις δικές μας διαφωνίες. Κι ενώ χάρη στην επιστήμη και την τεχνολογία έχουμε νικήσει δεκάδες αρρώστιες, έχουμε διπλασιάσει το προσδόκιμο επιβίωσης του ανθρώπου, προχωρούμε προς την εξάλειψη της πείνας και της απόλυτης φτώχειας και γενικά την βελίωση της ποιότητας της ζωής – η τύχη (ή ο Θεός;) μας στέλνουν ένα συνεχές κακό που όμοιό του δεν έχει γνωρίσει η ανθρωπότητα.

Προσπαθώ να μπω στη θέση ενός πιστού Χριστιανού που προσεύχεται στον Θεό του. Τι του ζητάει; Να τον προστατέψει από τον πόνο, την αρώστια, το κακό; Αλλά από πού και γιατί προέκυψε αυτό;

Γι’ αυτό και συμπάσχω, εγώ ο άπιστος, με όλους τους πιστούς, στην εναγώνιά τους αμηχανία.

Η Αποτυχία του Χριστιανισμού

Τόσο ο Νίτσε (Friedrich Wilhelm Nietzsche, 1844–1900) όσο και ο Στίρνερ (ψευδώνυμο του Johann Kaspar Schmidt, 1806–1856) έβλεπαν στον Χριστιανισμό έναν οδοστρωτήρα που ισοπεδώνει το ανθρώπινο είδος, το τσάκισμα κάθε θέλησης του ανθρώπου να τολμήσει και να πράξει. Έβλεπαν και σε κάθε κίνημα χτισμένο στην χριστιανική ηθική μια προσπάθεια όχι για την χειραφέτηση από την δουλεία, αλλά για την διαιώνιση της. Συνεπώς αντιτάχθηκαν με ένταση και μένος σε όλα αυτά.

Παρά το ότι συμφωνώ απολύτως με τους συγκεκριμένους εικονοκλάστες, πιστεύω όπως και αυτοί ότι ο Χριστιανισμός είναι όντως θαυμάσια προσαρμοσμένος στην εκπαίδευση δούλων, με άλλα λόγια στην διαιώνιση της δουλικής κοινωνίας που βιώνουμε έως και σήμερα. Πράγματι, δεν θα μπορούσε η κοινωνία να εκφυλιστεί στο τωρινό αποκρουστικό της στάδιο, εάν δεν υπήρχε η επικουρία του Χριστιανισμού.

Οι ηγέτες της γης έχουν συνειδητοποιήσει από καιρό την ισχύ του δηλητηρίου που ενυπάρχει στην χριστιανική θρησκεία και αυτός είναι άλλωστε ο κύριος λόγος που την υποστηρίζουν και κάνουν το κάθε τι που περνάει από το χέρι τους ώστε να ενσταλάσσεται αυτή για τα καλά στο αίμα των ανθρώπων. Γνωρίζουν πολύ καλά ότι η πονηριά των χριστιανικών διδαγμάτων αποτελεί την καλύτερη προστασία τους από την εξέγερση και από την δυσαρέσκεια που προκαλούν τα ρόπαλα και τα όπλα.

Θα ισχυριστεί βέβαια κάποιος ότι, παρόλο που η θρησκεία είναι δηλητήριο και ιδίως ο κυρίαρχος Χριστιανισμός, που αποτελεί τον μεγαλύτερο εχθρό της προόδου και της ελευθερίας. Τα διδάγματα του πρώϊμου Χριστιανισμός, θα ρωτήσει, δεν αντιπροσωπεύουν άραγε το πνεύμα του ανθρωπισμού, το ορθό, και την δικαιοσύνη; Είναι αυτός ακριβώς ο συχνά επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός που με έπεισε να διαλέξω αυτό το θέμα, που μου επέτρεψε να δείξω ότι οι αυθαιρεσίες του Χριστιανισμού όπως και οι αυθαιρεσίες της κυβέρνησης εξαρτώνται από την ίδια τους την φύση και από τους αντιπροσώπους της θρησκείας στους οποίους χρεώνονται. Ο Χριστιανισμός και τα διδάγματα του είναι η ενσάρκωση της υποταγής, της αδράνειας, της άρνησης της ζωής και για αυτό ο άμεσα υπεύθυνος για όσα συνέβησαν στο όνομα του.

Ποσώς με ενδιαφέρει ο Χριστός των θεολόγων. Λαμπρά μυαλά όπως οι Μπάουερ, Στράους, Ρενάν, Τόμας Παίην και άλλοι διέψευσαν αυτόν τον μύθο από καιρό. Είμαι πρόθυμος ακόμη και να αποδεχτώ ότι ο Χριστός των θεολόγων δεν είναι ούτε στο μισό επικίνδυνος από όσο ο ανύπαρκτος Χριστός στην ηθική και κοινωνική διάστασή του. Όταν η επιστήμη αντικαθιστά την τυφλή πίστη, η θεολογία ούτως ή άλλως χάνει την ισχύ της, όμως εκείνος ο ηθικός και ποιητικός μύθος του Χριστού έχει τόσο βαθιά διαποτίσει τις ζωές μας, ώστε ακόμα και μερικά από τα πιο προχωρημένα μυαλά δυσκολεύονται να χειραφετηθούν από το ζυγό του.

Έχουν ξεφορτωθεί το γράμμα του νόμου αλλά έχουν κρατήσει το πνεύμα του, όπως το αντιλαμβάνεται καθένας. Όμως αυτό ακριβώς το πνεύμα είναι που βρίσκεται πίσω από όλα τα εγκλήματα και τις φρικαλεότητες που έχει διαπράξει διαχρονικά ο Χριστιανισμός. Οι «Πατέρες» της Εκκλησίας μπορούν κάλλιστα να κηρύσσουν το ευαγγέλιο του Χριστού. Δεν περιέχει τίποτε το πραγματικά επικίνδυνο για το καθεστώς της εξουσίας και του πλούτου, αλλ’ αντιθέτως την ταπείνωση, την μετάνοια και την θλίψη και είναι τελείως αδρανές απέναντι σε κάθε προσβολή και κάθε αίσχος που επιβάλλεται στην ανθρωπότητα…

Όσο και εάν είμαι αντίθετος με κάθε θρησκεία, όσο και εάν τις θεωρώ ως επιβολές και εγκλήματα ενάντια στον ορθό λόγο και την πρόοδο, παρόλα αυτά νιώθω ότι καμία άλλη θρησκεία δεν έκανε τόση ζημιά ή δεν έχει βοηθήσει τόσο πολύ στην υποδούλωση του ανθρώπου όσο η θρησκεία του Χριστού. Δείτε αυτόν τον Χριστό μπροστά στους κατηγόρους του. Τι έλλειψη αξιοπρέπειας, τι έλλειψη πίστης στον εαυτό του και στις ίδιες του τις ιδέες! Τόσο αδύναμος και αβοήθητος φάνηκε ο υποτιθέμενος «Σωτήρας των ανθρώπων», ώστε απαιτήθηκε όλο το ανθρώπινο είδος να πληρώνει για λογαριασμό του και μάλιστα για μια αιωνιότητα, επειδή αυτός «πέθανε για αυτούς».

Η χριστιανική υποτιθέμενη «λύτρωση μέσω του Σταυρού» είναι χειρότερη από την χειρότερη καταδίκη, λόγω του τρομερού φορτίου με το οποίο καταπλακώνει την ανθρωπότητα, λόγω της φρικτής επιρροής που έχει στην ανθρώπινη ψυχή, δεσμεύοντας και παραλύοντας την με το βάρος που προϋποθέτει ο θάνατος ενός θεού. Αμέτρητοι άνθρωποι έχουν μαρτυρήσει μα ελάχιστοι, αν υπάρχουν, αποδείχθηκαν τόσο ανήμποροι όσο ο μεγάλος χριστιανικός θεός. Αμέτρητοι απλοί θνητοί αντιμετώπισαν τον θάνατο με μεγαλύτερη γενναιότητα, με περισσότερο κουράγιο, με βαθύτερη πίστη στις ιδέες τους από ότι ο Ναζωραίος. Και κανείς τους δε προσδοκούσε την αιώνια ευγνωμοσύνη των συνάνθρωπων του, λόγω των όσων υπέστη για αυτούς.

Συγκρινόμενος με τον Σωκράτη, τον Μπρούνο, τους μεγάλους μάρτυρες της Ρωσίας, τους αναρχικούς του Σικάγο, τον Φραντσέσκο Φερρέρ και αναρίθμητους άλλους, ο Χριστός φαντάζει πράγματι μια φτωχή και ασήμαντη φιγούρα. Συγκρινόμενος με την ευαίσθητη και χλωμή Σπιριδόνοβα, που υπέστη τα πιο φρικτά βασανιστήρια και τις πιο τρομερές ταπεινώσεις δίχως να χάσει ούτε στιγμή την πίστη στον εαυτό της ή στον σκοπό της, ο Ιησούς είναι ένα πραγματικό μηδενικό. Όλοι αυτοί στάθηκαν όρθιοι και αντιμετώπισαν τους εκτελεστές τους με απτόητη αποφασιστικότητα, και παρόλο που, και αυτοί πέθαναν για τους ανθρώπους, δεν ζήτησαν τίποτα ως αντάλλαγμα για την μεγάλη τους θυσία.

Όντως χρειαζόμαστε λύτρωση από την σκλαβιά, την νεκρική αδυναμία και την εξευτελιστική χριστιανική ηθική. Τα διδάγματα του Χριστού και των οπαδών του έχουν αποτύχει, επειδή αδυνατούν να ανυψώσουν τα βάρη από τις πλάτες της ανθρωπότητας. Έχουν αποτύχει επειδή η ίδια η ουσία του δόγματός τους είναι αντίθετη στο πνεύμα της ζωής, όπως αυτή εκτίθεται στις λειτουργίες της φύσης, στην δύναμη και την ομορφιά του πάθους.

Ποτέ ο Χριστιανισμός, κάτω από οποιαδήποτε μάσκα και εάν εμφανίζεται, είτε με εκείνη του Νεοφιλελευθερισμού, είτε του Πνευματισμού, είτε της χριστιανικής επιστήμης, της Νέας Σκέψης ή χιλιάδων άλλων μορφών υστερίας και νευρασθένειας, δεν θα μας απαλλάξει από την τρομερή πίεση της φτώχειας, των φρικαλεοτήτων και του εξωφρενικά άδικου συστήματος που μας εξουσιάζει. Ο Χριστιανισμός είναι η συνωμοσία της άγνοιας ενάντια στην λογική, του σκοταδιού ενάντια στο φως, της υποταγής και της σκλαβιάς ενάντια στην ανεξαρτησία και την ελευθερία, της άρνησης της δύναμης και της ομορφιάς ενάντια στην κατάφαση της χαράς και την δόξα της ζωής.

ΑΙΜΟΜΙΞΙΕΣ ΣΤΗ ΒΙΒΛΟ

Ο ΠΡΟΓΟΝΟΣ ΤΟΥ ΙΗΣΟΥ ΑΜΝΩΝ (ΥΙΟΣ ΔΑΥ'Ι'Δ) ΒΙΑΣΕ ΤΗΝ ΑΔΕΛΦΗ ΤΟΥ ΘΗΜΑΡ!!! Ο ΙΗΣΟΥΣ ΞΕΧΑΣΕ ΝΑ ΚΑΤΑΓΓΕΙΛΕΙ ΤΟ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΟ ΕΓΚΛΗΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΟΝΟΥ ΤΟΥ!!!! B΄ Σαμουήλ ΚΕΦ.ΙΓ ΣΤΙΧ.13-15.Κ &21.

«ΚΑΙ ΟΥΚ ΗΘΕΛΗΣΕΝ ΑΜΝΩΝ ΤΟΥ ΑΚΟΥΣΑΙ ΤΗΣ ΦΩΝΗΣ ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ ΕΚΡΑΤΑΙΩΣΕΝ ΥΠΕΡ ΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΕΤΑΠΕΙΝΩΣΕΝ ΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΕΚΟΙΜΗΘΗ ΜΕΤ' ΑΥΤΗΣ ΚΑΙ ΕΜΙΣΗΣΕΝ ΑΥΤΗΝ ... ΑΜΝΩΝ ΜΙΣΟΣ ΜΕΓΑ ΣΦΟΔΡΑ ΚΑΙ ΗΚΟΥΣΕΝ Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΔΑΥΙΔ ΠΑΝΤΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΤΟΥΤΟΥΣ ΚΑΙ ΕΘΥΜΩΘΗ ΣΦΟΔΡΑ ΚΑΙ ΟΥΚ ΕΛΥΠΗΣΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΑΜΝΩΝ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΑΥΤΟΥ , ΟΤΙ ΗΓΑΠΑ ΑΥΤΟΝ ΟΤΙ ΠΡΩΤΟΤΟΚΟΣ ΑΥΤΟΥ ΗΝ...»

ΚΑΙ ΒΙΑΣΜΕΝΗ Η ΔΥΣΤΥΧΗ ΘΗΜΑΡ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟ ΤΗΣ ΚΑΙ ΜΙΣΗΘΗΚΕ ΑΠΟ ΑΥΤΟΝ!!! ΠΟΛΥ ΣΕΞ ΣΤΗΝ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΗΠΩΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΤΕΙ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΑΣ ΤΙ ΛΕΕΙ Ο ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΘΑ ΕΠΕΜΒΕΙ;;; ΕΠΕΙΔΗ ΕΜΕΙΣ ΔΕΝ ΞΕΡΟΥΜΕ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΜΠΟΡΟΥΝ ΟΙ ΙΟΥΔΑΙΟΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΝΑ ΜΑΣ ΕΞΗΓΗΣΟΥΣ ΤΗΝ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΕΔΑΦΙΟΥ ΑΥΤΟΥ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ;

Υ.Γ. ΓΙΑΤΙ Ο ΚΑΛΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥΛΗΣ ΔΕΝ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ ΤΑ ΣΕΞΟΥΑΛΙΚΑ ΣΚΑΝΔΑΛΑ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΔΙΑΘΗΚΗΣ;;;

Όλως τυχαίως, κατά την περιήγησή μου στο διαδίκτυο, πέφτω σε μια συζήτηση όπου σ' ένα μήνυμα πραγματεύεται ο... σωτήριος και... καθαρτικός ρόλος της Εκκλησίας (ψεκάζει, γυαλίζει, απολυμαίνει). Επειδή στη σελίδα αυτή, έφτασα, ψάχνοντας κάτι παρεμφερές (την αμαρτία της αιμομιξίας), εντύπωση μου προκάλεσε το ακόλουθο απόσπασμα (γιατί εγώ, άλλα ήξερα):

«Η Γραφή κηρύττει κάθαρση και με άλλη έννοια. Εάν ένας λαϊκός χριστιανός εκτραπεί δεινώς και γίνει σκανδαλοποιός και είναι αμετανόητος, αποκόπτεται από το σώμα της Εκκλησίας ως ακάθαρτο και επικίνδυνο μέλος. Θα το γνωρίζετε πιστεύω και το περιστατικό αυτό: Όταν στην Εκκλησία της Κορίνθου λαϊκό μέλος έπεσε στο αμάρτημα της αιμομιξίας, ο απόστολος Παύλος αναστατώθηκε, διότι οι χριστιανοί δεν κήρυξαν πένθος και δεν απέβαλαν τον αιμομίκτη από την Εκκλησία. Διέταξε δε να συναχτούν και να παραδώσουν τον αναίσχυντο αυτό άνθρωπο στον Σατανά, για να τιμωρηθεί σκληρά το σώμα του, ώστε να σωθεί το πνεύμα του κατά τη Δευτέρα παρουσία. Γράφει ο απόστολος στους χριστιανούς: «Δεν οίδατε ότι μικρή ζύμη όλο το φύραμα ζυμώνει; Καθαρίστε λοιπόν την παλιά ζύμη και εξαιρέσετε το πονηρό από εσάς» (Α΄ Κορ. 5:6-7, 13)».

Θέλοντας λοιπόν να κάνω πράξη το «πίστευε και μη, ερεύνα», ανατρέχω στις «ιερές γραφές» για να διαπιστώσω το αληθές του προηγούμενου αποσπάσματος. Τι έκπληξη όμως! Ο συντάκτης αυτού του κηρύγματος, αποδεικνύεται λίγο...ψευταράκος! Γιατί, οι «ιερές γραφές» δεν κάνουν σαφή λόγο για αιμομιξία. Τι λέει λοιπόν ο απόστολος Παύλος στο συγκεκριμένο κεφάλαιο; Ιδού:

«Διαδίδεται πως υπάρχει μια περίπτωση πορνείας μεταξύ σας, και μάλιστα τέτοιου είδους πορνεία, που ούτε ανάμεσα στους ειδωλολάτρες δε συναντιέται! Nα έχει δηλαδή ένας σχέσεις με τη γυναίκα του πατέρα του! Kι εσείς είστε τόσο γεμάτοι από αυταρέσκεια που δεν πενθήσατε, όπως άρμοζε καλύτερα, ώστε ν' αποκοπεί από ανάμεσά σας αυτός που έκανε την πράξη αυτή. Oπωσδήποτε πάντως, εγώ, που είμαι βέβαια απών σωματικά αλλά παρών πνευματικά, έχω κιόλας καταδικάσει στ' όνομα του Kυρίου μας Iησού Xριστού, σαν να ήμουν παρών, αυτόν που διέπραξε τόσο αδιάντροπα την πράξη αυτή. Έτσι, αφού συναχθείτε εσείς και το δικό μου πνεύμα, έχοντας και τη δύναμη του Kυρίου μας Iησού Xριστού, να παραδώσετε έναν τέτοιο άνθρωπο στο Σατανά, για να εξαλειφθεί το σαρκικό φρόνημα, ώστε το πνεύμα να διατηρηθεί σώο την Hμέρα του Kυρίου Iησού. Δεν είναι δικαιολογημένη η ικανοποίησή σας. Δεν το ξέρετε πως λίγο προζύμι ξινίζει όλο το ζυμάρι; Kαθαρίστε, λοιπόν, ολότελα την εκκλησία από το παλιό προζύμι, για να είστε νέο ζυμάρι, καθώς είστε άζυμοι τώρα πια. Γιατί, πραγματικά, το δικό μας το Πάσχα είναι το ότι για μας θυσιάστηκε ο Xριστός. Eπομένως, ας γιορτάζουμε όχι πια με παλιό προζύμι ούτε με προζύμι κακίας και πονηρίας, αλλά με απαλλαγμένη από προζύμι ειλικρίνεια και αλήθεια».

Θα αναρωτηθεί λοιπόν κάποιος εδώ, γιατί ο Παύλος δεν λέει ευθέως «σχέσεις με την μάνα του» και λέει «σχέσεις με τη γυναίκα του πατέρα του»; Γιατί πάει Αθήνα Θεσσαλονίκη, μέσω Ιωαννίνων κι όχι μέσω Λαμίας; Μήπως επειδή δεν αναφέρεται στην βιολογική μάνα του αμαρτωλού, αλλά σε κατοπινή σύζυγο του πατέρα του (δηλαδή μητριά); Ηθικά κατακριτέα βέβαια, μια τέτοια πράξη, αλλά αιμομιξία δεν είναι, με την στενή έννοια του όρου.

Θα μπορούσε φυσικά, να πει κάποιος, ότι απ' τη στιγμή που η συγκεκριμένη φράση είναι «θολή» και ασαφής, ο καθένας θα μπορούσε να δώσει την δική του ερμηνεία. Σωστό κι αυτό. Για πάμε όμως λίγο παρακάτω, στην ίδια επιστολή... Τι γνώμη έχει ο Παύλος για την αιμομιξία; Διαβάζουμε από την μετάφραση της ίδιας ιστοσελίδας:

«Αν, όμως, κάποιος νομίζει πως φέρεται σκληρά στην κόρη του, που θέλει κάποιον, αν αυτή είναι σε ώριμη ηλικία και είναι ανάγκη να γίνει έτσι, ας την αφήσει να κάνει αυτό που θέλει, δεν αμαρτάνει, ας παντρευτούν» (Παύλου Α’ Προς Κορινθίους, Κεφ. 7, 36)*.

Η πρώτη παρατήρηση που θα κάνει κάποιος εδώ, είναι πως ο Παύλος δεν λέει κάτι το μεμπτό. Σωστά. Ο Παύλος δεν λέει τίποτε το μεμπτό εδώ, σύμφωνα με αυτή τη μετάφραση, αν και είναι ν' απορεί κανείς: Γιατί θα μπορούσε να είναι αμαρτία ένας γάμος; Να δούμε όμως πως έχει και το πρωτότυπο κείμενο;

«Ει δε τις ασχημονείν επί την παρθένον αυτού νομίζει εάν ή υπέρακμος, και ούτως οφείλει γίνεσθαι, ο θέλει ποιείτω. Ουχ αμαρτάνει. Γαμείτωσαν».

Σε πολύ απλά ελληνικά:
«Εάν κάποιος νομίζει ότι είναι ντροπή που η κόρη του έμεινε γεροντοκόρη, και έτσι πρέπει να γίνει, ότι θέλει ας κάνει. Δεν αμαρτάνει. Ας παντρευτούν (σ.σ.: Ο πατέρας με την κόρη)».

Εδώ λοιπόν, καταλαβαίνουμε γιατί ένας γάμος θα μπορούσε να είναι αμαρτία, ή όχι. Ο «πατέρας» του Χριστιανισμού δηλαδή, ο Παύλος (που δεν είναι και τόσο...«φανατικός» υπέρ του γάμου), επιτρέπει και εξωραΐζει την αιμομιξία, όταν συντρέχουν...σοβαροί λόγοι.

Δεν είναι όμως ν' απορεί κανείς με την παρουσία και την ανοχή της αιμομιξίας στο δόγμα του Ιουδαιοχριστιανισμού. Εδώ έχουν βαλθεί να πείσουν όλον τον κόσμο ότι είμαστε απόγονοι δυο Εβραίων αιμομικτών της εβραϊκής μυθολογίας, δηλαδή του Αδάμ και της Εύας. Ο ηθικοχριστιανικά πλασμένος όμως εγκέφαλος των πιστών, δεν τολμά ή δεν μπορεί να μπει στην βάσανο ν' αναρωτηθεί: Μα καλά, πως από δυο και μόνο ανθρώπους μπορεί να προκύψει μια ολόκληρη ανθρωπότητα, χωρίς ο Αδάμ και η Εύα να προχωρήσουν σε αιμομικτικές σχέσεις με τα παιδιά τους κι αυτά με τη σειρά τους να αλληλοπηδιούνται μεταξύ τους (για αναπαραγωγικούς σκοπούς βέβαια...); Αλλά τι να λέμε τώρα; Εδώ οι «προπάτορες» έπεσαν σε πολύ βαρύτερο αμάρτημα... Έφαγαν ένα...μήλο!
ΔΕΣ: Η υποτιθέμενη πτώση και η θεολογική παρερμηνεία

Απ' τη στιγμή όμως που οι αφελείς πιστοί, καταπίνουν αμάσητο αυτό το παραμύθι ή απλά το προσπερνούν, δεν θα πρέπει να τους προκαλεί και μεγάλη έκπληξη μιας άλλη περίπτωση αιμομιξίας που εμφανίζεται στην Αγία Γραφή: Αυτή του Λωτ. Εδώ παρατηρεί κανείς, κάτι το καταπληκτικό, που μόνο στην ιουδαιοχριστιανική θρησκεία θα μπορούσε να συμβεί. Ο Θεός (Γιαχβέ) υποτίθεται ότι καταστρέφει τα Σόδομα, γιατί ήταν άντρο ακολασίας. Με την παρέμβαση του «γενάρχη» Αβραάμ διασώζεται ο Λωτ και η οικογένειά του. Πριν ακόμα αναχωρίσει η Λωτ και η οικογένειά του απ' τα Σόδομα, μαθαίνουμε ότι εξαγριωμένοι και ασυγκράτητοι Σοδομίτες περικυκλώνουν το σπίτι του, έτοιμοι να τα κάνουν λαμπόγυαλα, αν δεν τους παραδώσει τους αγγέλους για να τους «διακορεύσουν» (τι «θεοπνευστία»...). Τι κάνει τότε ο ενάρετος Λωτ; «Προσφέρει» ως αντάλλαγμα για την σωτηρία του τις...κόρες του, διαφημίζοντας μάλιστα και την...παρθενιά τους! «Έχω δύο θυγατέρας αίτινες δεν εγνώρισαν άνδρα, να σας φέρω λοιπόν αυτάς έξω και κάμετε εις αυτάς όπως φανή εις εσάς αρεστόν» (Γένεσις ΙΘ’ 8). Τα «καλύτερα» όμως έπονται, όταν ο Λωτ κατορθώνει να διαφύγει με τις δυο κόρες του (στην πορεία, η κυρία Λωτ, της οποίας το όνομα δε γνωρίζουμε, έγινε στήλη άλατος) κι αφού καταφεύγουν σε μια σπηλιά, τότε αρχίζουν «τα Σόδομα και τα Γόμαρα»: Ο Λωτ πηδιέται με τις κόρες του και μάλιστα τις καθιστά έγκυες!

«Ανέβη δε ο Λώτ από Σηγώρ και κατώκησεν εν τω όρει και μετ’ αυτού αι δύο θυγατέρες αυτού, διότι εφοβήθη να κατοίκηση εν Σηγώρ και κατοίκησεν εν σπηλαίω, αυτός και αι δύο θυγατέρες αυτού. [...] Και είπεν η πρεσβυτέρα προς την νεωτέρα… ελθέ ας ποτίσωμεν τον πατέρα ημών οίνον κι ας κοιμηθώμεν μετ’ αυτού. [...] Επότισαν λοιπόν και την νύκτα εκείνη τον πατέρα εαυτών οίνον, και σηκωθείσα η νεωτέρα εκοιμήθη μετ’ αυτοΰ και εκείνος δεν ενόησεν ούτε πότε πλαγίασεν αυτή και πότε εσηκώθη. Και συνέλαβαν αι δύο θυγατέρες τού Λώτ εκ του πατρός αυτών» (Γένεσις ΙΘ’ 30, ΙΘ’ 32, ΙΘ’ 35-36).

Πως είπατε; Ποιοι ήταν τελικά οι πιο ανήθικοι; Ο Λωτ με τις κόρες του ή οι Σοδομίτες;
Τι να σας πω... Ένας Θεός ξέρει... Αν και η Εκκλησία, έχει ήδη λάβει θέση επί του θέματος όπως φαίνεται, καθώς αναγνωρίζοντας το «ηθικό ανάστημα» αυτού του ανθρώπου, φροντίζει να τον τιμά στις 9 Οκτωβρίου, ως «Δίκαιο», παρέα με τον άλλο «Δίκαιο», τον Αβραάμ....
ΔΕΣ
Βεβαίως, οι Ιουδαιοχριστιανοί έχουν απάντηση για όλα: «Δεν θα θέσουμε σαν ηθικό μήνυμα την αιμομιξία ή την πολυγαμία, αυτό δεν συζητιέται καν, διότι μιλάμε για άλλες εποχές και τα κριτήρια είναι τελείως διαφορετικά. Πρέπει κάθε πράγμα να το συγκρίνουμε και με την εποχή που βρίσκεται» (ιερομόναχος της Μονής Γρηγορίου, Αρτέμιος Γρηγοριάτης).

Τι ωραίοι που είναι οι Ιουδαιοχριστιανοί (και ειδικά οι Ρωμιοί)... Όταν γίνεται κριτική στα αίσχη της Βίβλου, απαιτούν να λαμβάνουμε υπόψιν τα δεδομένα και τα κριτήρια της τότε εποχής. Όταν όμως οι ίδιοι αναφέρονται στα υποτιθέμενα κακώς κείμενα (κατ' αυτούς) του αρχαιοελληνικού κόσμου, «ξεχνάνε» τα κριτήρια αυτά και χρησιμοποιούν δεδομένα του σήμερα. Δεν διστάζουν δε, να ψευδολογήσουν συνειδητά, υιοθετώντας κάθε είδους εισαγώμενη ανθελληνική προπαγάνδα, αρκεί να χτυπήσουν «κάτω απ' τη ζώνη» τον αρχαιοελληνικό κόσμο (μισητό εχθρό του Ιουδαϊσμού τον οποίον συνειδητά ή ασυνείδητα πρεσβεύουν). Τρανταχτά παραδείγματα, αυτό της ομοφυλοφιλίας (που ως φαίνεται ένα σημαντικό ποσοστό των σημερινών ιερωμένων «γνωρίζει» από πρώτο χέρι) ή της δουλείας (που όσο κι αν ακούγεται απίστευτο, προάγεται ασύστολα μέσα στις «ιερές γραφές») στην αρχαία Ελλάδα, τα οποία οι Ρωμιορθόδοξοι Ιουδαιοχριστιανοί έχουν κάνει «εικόνισμα».
----------------------------
ΠΑΥΛΟΥ Α΄ ΠΡΟΣ ΚΟΡΙΝΘΙΟΥΣ ΚΕΦ Ζ΄ (7ο)

36. Ει δέ τις ασχημονειν επι την παρθένον αυτου νομίζει εάν ή υπέρακμος, και ουτως οφείλει γίνεσθαι, ο θέλει ποιείτω. ουχ αμαρτάνει. γαμείτωσαν.

37. ος δε εστηκεν εν τη καρδία αυτου εδραιος, μη εχων ανάγκην, εξουσίαν δε εχει περι του ιδίου θελήματος, και τουτο κέκρικεν εν τη ιδία καρδία, τηρειν την εαυτου παρθένον, καλως ποιήσει.

38. ωστε και ο γαμίζων την εαυτου παρθένον καλως ποιει, και ο μη γαμίζων κρεισσον ποιήσει.

Μετάφραση Τρεμπέλα

36. Εάν όμως κανένας πατέρας νομίζη, ότι είναι ντροπή του το ότι αφήκε την κόρη του να υπερβή την ακμή της ηλικίας και έγινε γεροντοκόρη, ενώ από το άλλο μέρος πείθεται, ότι έτσι πρέπει να γίνη, δηλαδή να την υπανδρεύσει, ας κάμη ότι θέλει. Δεν αμαρτάνει. Ας έλθουν εις γάμον.

37. Εκείνος όμως που στέκεται ακλόνητος μέσα στην καρδιά του και δεν αναγκάζεται από τίποτα να αλλάξη απόφασιν, έχει δε εξουσία να κάμη ότι θέλει και έχει αποφασίσει μέσα του αυτό, δηλαδή το να φυλάττη την κόρη του άγαμον, καλώς πράττει.

38. Από αυτά λοιπόν εξάγεται ως συμπέρασμα, ότι και εκείνος, που υπανδρεύει την κόρη του, καλώς πράττει, εκείνος όμως που δεν την υπανδρεύει, αλλά την αφίνει παρθένον, κάνει καλύτερα.

Μετάφραση Κολιτσάρα

36.Αν όμως κανένας πατέρας νομίζη, σύμφωνα με τας κρατούσας αντιλήψεις, ότι είναι εντροπή και άσχημον πράγμα δι’αυτόν, που άφησε την κόρην του να περάση πλέον την ώριμον ηλικίαν δια τον γάμον και τα πράγματα φανερώνουν ότι έτσι πρέπει να γίνη, δηλαδή ότι πρέπει να την υπανδρεύση, ας κάμη αυτό που θέλει, ας κάμη το καθήκον του. Τοιουτοτρόπως ενεργών δεν αμαρτάνει. ’ς γίνει ο γάμος

37. Εκείνος όμως που έχει σταθεί ακλόνητος με αμετακίνητον την απόφασιν μέσα εις την καρδιά του και δεν αισθάνεται καμμίαν ανάγκην να αλλάξη γνώμην και έχει εξουσία να πορευθεί σύμφωνα με το θέλημα του και έχει οριστικώς αποφασίση μέσα του να κρατήσει την παρθένο του άγαμον, καλά κάνει.

38. Ώστε, λοιπόν, και εκείνος που υπανδρεύει την παρθένο του, καλά κάνει. Εκείνος όμως που, σύμφωνα και με την ιδικήν της θέλησιν, δεν την υπανδρεύει κάνει καλύτερα.

Μετάφραση Ελλ.Βιβλικής Εταιρ. 4 καθηγητών Θεολογικής Αθην.-Θεσ/νίκης

36.Αν όμως κάποιος καταλάβει ότι θα συμπεριφερθεί άσχημα προς την παρθένο που ζει μαζί του, και έτσι σίγουρα θα συμβεί, αν έχει έντονες ορμές, ας κάνει ότι επιθυμεί, δεν αμαρτάνει. Ας παντρευτούν.

37. Αντίθετα, αυτός που η καρδιά του είναι αμετακίνητη, και νιώθει πως δεν έχει ανάγκη, αλλά είναι ικανός να εξουσιάζει τις επιθυμίες του, και έχει πάρει από τα κατάβαθά του την απόφαση να τηρήσει άθικτη την παρθένο που ζει μαζί του, θα κάνει καλά.

38.Έτσι και αυτός που προχωρεί σε γάμο κάνει καλά, κι αυτός που δεν προχωρεί θα κάνει ακόμη καλύτερα.

Μετάφραση φιλολογική

36. Εάν κάποιος νομίζει ότι είναι ντροπή που η κόρη του έμεινε γεροντοκόρη, και έτσι πρέπει να γίνει, ότι θέλει ας κάνει. Δεν αμαρτάνει. Ας παντρευτούν

37. όποιος όμως συναισθηματικά είναι σταθερός, δεν έχει ανάγκη, και εξουσιάζει την θέλησή του, και αυτό έκρινε με την καρδιά του, να διατηρήσει άθικτη την κόρη του, καλά κάνει.

38. ώστε και αυτός που παντρεύεται την κόρη του καλά κάνει και όποιος δεν την παντρεύεται καλύτερα θα κάνει.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ

http://www.jesuslovesyou.gr/Bible_Greek/Modern/1Corinthians/1Corinthians1_16.htm

36.Αν, όμως, κάποιος νομίζει πως φέρεται σκληρά στην κόρη του, που θέλει κάποιον, αν αυτή είναι σε ώριμη ηλικία και είναι ανάγκη να γίνει έτσι, ας την αφήσει να κάνει αυτό που θέλει, δεν αμαρτάνει, ας παντρευτούν.

37.Εκείνος, όμως, που έχει σιγουρευτεί ακράδαντα μέσα στην καρδιά του πως τίποτε δεν τον αναγκάζει να την παντρέψει, κι έχει τη δύναμη να επιβάλει τη δική του θέληση, κι έχει καταλήξει μέσα στην καρδιά του στη γνώμη πως είναι σωστό να κρατήσει την κόρη του ανύπαντρη, καλά κάνει.

38.M' αυτές τις προϋποθέσεις, λοιπόν, κι εκείνος που παντρεύει την κόρη του κάνει καλά, μα κι εκείνος που δεν την παντρεύει κάνει ακόμα καλύτερα.

Για άλλη μια φορά οι επίσημοι μεταφραστές της εκκλησίας αναλαμβάνουν να αποκρύψουν την αλήθεια των κειμένων και να κρύψουν ότι το παραπάνω κείμενο αφορά τον γάμο πατέρα με την δική του κόρη!!! Αυτό αποτελεί άλλωστε εβραϊκή παράδοση, δηλ. οι γάμοι μεταξύ μελών της ίδιας οικογένειας. Αυτό δείχνει και η περιγραφή της Π. Διαθήκης με την εγκυμοσύνη από τον Λώτ των δυο θυγατέρων του, αλλά και το ότι η γυναίκα του Αβραάμ η Σάρα είναι αδελφή του. Εκτός Κολιτσάρα και Τρεμπέλα τα ίδια προσπαθούν και οι άλλοι επίσημοι μεταφραστές της Κ. Διαθήκης. Και να γιατί το παραπάνω απόσπασμα της Α΄ προς Κορίνθιους επιστολής του Παύλου αφορά γάμο πατέρα με την κόρη του.

1. Ποιες αναστολές θα είχε ο πατέρας, ώστε να πειστεί ότι έτσι πρέπει να γίνει, αν αυτό αφορά το να παντρέψει την κόρη του; Αμάν και πως θα έκανε να την παντρέψει. Υπάρχει λόγος οποιονδήποτε αναστολών, ώστε να χρειάζεται την συνηγορία του Παύλου; Αν την ήθελε καλόγρια (τότε δεν εμφανίστηκε ακόμη η καλογερική κατάρα) θα την πρότρεπε από την νεότητά της να γίνει και όχι όταν γεροντοκόρεψε, άλλωστε καμμιά ένδειξη δεν υπάρχει για τέτοια δογματική επιλογή και ο Παύλος κάτι σχετικό θα έλεγε. Και η επιλογή σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν της κόρης. Και καμιά λέξη περί αφιερωμένης ζωής για το μέλλον στην περίπτωση που μένει ανύπαντρη. Μόνο για τον γάμο του ίδιου με την κόρη του χρειάζεται να ξεπεράσει αναστολές, όπως και ο πρόγονός του Λώτ που γκάστρωσε τις δυό του κόρες και χρειάστηκε κρασί για να φαίνεται πιο «αξιοπρεπής» η διδακτική ιστορία για τους εβραίους. Ξεφεύγει στην μετάφραση Τρεμπέλα το «ας έλθουν εις γάμον», δηλαδή ποιοι άλλοι από πατέρα και κόρη, Το ίδιο και οι τέσσερις καθηγητές «ας παντρευτούν», ενώ ο Κολιτσάρας μεταφράζει «ας γίνει ο γάμος», χωρίς αναφορά στο ποιοι θα παντρευτούν.

2. Ο γάμος αυτός θεωρείται αμαρτία από κάποιους, γιαυτό και ο Παύλος απενοχοποιεί τον πατέρα. Αν αφορούσε γάμο της κόρης του με άλλον, για πιο λόγο να θεωρείται ένας φυσιολογικός γάμος, αμαρτία;

3. Επειδή αφορούσε γάμο της κόρης με τον πατέρα της, όταν κάνει την σύνοψη, λέει ότι κάνει καλύτερα «ο μη γαμίζων», δηλαδή καλύτερα κάνει εκείνος που δεν παντρεύεται την κόρη του, αφού πιθανότατα θα υπήρχαν αναστολές, ιδιαίτερα στους εβραίους της διασποράς που ελλήνιζαν. Αν αφορούσε γάμο με άλλον, το καλύτερο θα ήταν να την παντρέψει και όχι να μην την παντρέψει και όχι το αντίθετο δηλαδή καλύτερο να μην την παντρέψει από το να την παντρέψει!!!.

4. Από το ότι συναρτά το μη πάντρεμα της κόρης από το ότι μπορεί ο πατέρας να εξουσιάζει την θέλησή του, δηλαδή τις έντονες ορμές του, όπως μεταφράζουν οι 4 καθηγητές. Μπορεί να αφορά η θέληση του οτιδήποτε άλλο εκτός από την σεξουαλική του επιθυμία και να έχει λογική συνέπεια, το ότι καλύτερα κάνει που δεν την παντρεύει, αν δεν αφορά γάμο με τον ίδιο; Δεν μας εξηγούν οι μεταφραστές γιατί συναρτάται από την ικανότητα των πατέρων να εξουσιάζουν τις ορμές τους, το αν πρέπει να παντρέψουν ή όχι την κόρη του, ή την «φιλοξενούμενη» τους παρθένα.

5. Πάντα για τους εβραίους το «αυξάνεσθαι και πληθύνεσθε» (αλλά και με κάθε μέσο «ελλατούσθαι πάντα τα άλλα έθνη») αποτελεί καθήκον. Εκτός από τον Λώτ έχουμε τις δυο περιπτώσεις που αδελφός αρνείται να γκαστρώσει την γυναίκα που πεθαμένου αδελφού του. Στην μια περίπτωση προβλέπει η Π. Διαθήκη δημόσια διαπόμπευση, αν αρνείται από άλλη αιτία εκτός ιδιοτέλειας, ενώ στην περίπτωση της άρνησης από ιδιοτέλεια, όπως η περίπτωση του Αυνάν (από δω βγήκε ο αυνανισμός), η ποινή είναι θάνατος. Αν δεν υπάρχουν αδέλφια να αναλάβουν το καθήκον, τότε αναλαμβάνει ο πατέρας. Αυτό είναι το μήνυμα για του εβραίους εκείνης της εποχής, αφού ο χριστιανισμός στα χρόνια του Παύλου είναι υπόθεση μόνο των εβραίων που ήταν διασκορπισμένοι στην ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Αν απευθυνόταν και σε άλλους εκτός εβραίων, θα είχε απευθύνει και στους Αθηναίους επιστολή και σε κάθε μεγάλη πόλη.

6. Στην μετάφραση, που βρέθηκε στο διαδίκτυο (σε ιστοσελίδα μάλλον πεντηκοστιανών), επινοήθηκε άλλη εκδοχή για τα ίδια κείμενα. Ο πατέρας που φέρεται σκληρά στην κόρη του και αυτή αγαπά κάποιον, καλά θα κάνει να την αφήσει να πάρει αυτόν που θέλει, αλλά αν μπορεί να επιβάλλει την γνώμη του, καλύτερα θα κάνει να μην την παντρέψει, δηλαδή καλύτερα είναι να συνεχίσει να την συμπεριφέρεται σκληρά!!

7. Η μετάφραση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας των 4 καθηγητών των θεολογικών σχολών Αθήνας-Θεσσαλονίκης για να παρακάμψει το πρόβλημα «μεταφράζοντας» λέει ότι η παρθένος είναι μια που ζει μαζί με κάποιον στο σπίτι του, δηλαδή όχι η κόρη του και προκειμένου να έχει σεξουαλικές σχέσεις μαζί της χωρίς γάμο, ας παντρευτούν, δεν αμαρτάνουν, αλλά καλύτερα είναι να μην την παντρευτεί!!!

8. Η προβαλλόμενες από τους μεταφραστές εκδοχές είναι παράλογες, γιατί αντιστοιχούν στον παράλογο συλλογισμό: «αν δεν μπόρεσε να την παντρέψει και έμεινε γεροντοκόρη, ας την παντρέψει δεν αμαρτάνει, αλλά καλύτερα είναι να μην την παντρέψει». Θα είχε λογική αν έλεγε ο Παύλος «αν δεν μπόρεσε να την παντρέψει και έμεινε γεροντοκόρη ας δώσει μεγαλύτερη προίκα για να την παντρέψει», ή κάποια άλλη προτροπή πχ. ας την νουθετήσει κλπ. Και να κατέληγε «αλλά αν είναι μεγάλη η προίκα ή αν είναι δύστροπη η κόρη καλύτερα να μην την παντρέψει». Έτσι όπως έχει το αρχαίο κείμενο, μόνο με γάμο του πατέρα με την κόρη του, έχει λογική δηλ. αν δεν γίνεται συνήθης με άλλον γάμος, ας γίνει, σαν λύση ανάγκης και με τον πατέρα της που όμως καλύτερα είναι να μην γίνει.

Αξιοσημείωτη είναι και η διαφορά έκτασης των 4 μεταφράσεων σε σχέση με το αρχαίο κείμενο, αφού για να βγει αυτό που θέλουν δεν διστάζουν να «μεταφράζουν» και ανύπαρκες φράσεις αρχαίου κειμένου. Τέτοιες είναι οι υπογραμμισμένες φράσεις στις 4 μεταφράσεις.

Παρόλη όμως την αντιφατικότητα των διαφόρων μεταφράσεων, και οι τρεις μεταφράσεις έχουν την μετ' επαίνων έγκριση Πατριαρχών Κων/πολης, Ιεροσολύμων, Αλεξ/δριας και Εκκλησίας Ελλάδος. Αυτός είναι και ο ρόλος των «θεολόγων», να κρύψουν την αλήθεια των κειμένων για τα πραγματικά γεγονότα και γιαυτό επαινούνται.

Έτσι γίνεται κατανοητό γιατί παλιότερα απαγορευόταν το διάβασμα της «Αγίας Γραφής», όπως μάλιστα γράφει ο ένας από τους 4 μεταφραστές καθηγητής Θεολογικής Θεσ/νίκης Ι. Καραβιδόπουλος στο βιβλίο του «Εισαγωγή στην Κ. Διαθήκη»: «Λίγο αργότερα, το 1723, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Ιερεμίας ο Γ΄ με σύμφωνη γνώμη των πατριαρχών Αλεξανδρίας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων απαγόρευσε και αυτήν ακόμη την ανάγνωση των Γραφών, ή τουλάχιστων ορισμένων μερών της και μάλιστα της Παλαιάς Διαθήκης, επιτρέποντας την ανάγνωσή της «υπό μόνων των μετά της πρεπούσης ερεύνης τοις βάθεσιν εγκυπτότων του Πνεύματος και ειδότων οίς τρόποις η θεία Γραφή ερευνάται και διδάσκεται και όλως αναγιγνώσκεται» (Μ.Ι. Γεδεών, όπ. Παρ. 2, 430-31)»

Παρόμοια σημεία που δείχνουν την πραγματική ιστορία του χριστιανισμού είναι αμέτρητα. Σε όλα αυτά τα σημεία, ιδιαίτερα οι μεταφραστές που έχει εγκριθεί η μετάφρασή τους από Πατριαρχία και Ι. Σύνοδο, προσπαθούν να κρύψουν την αλήθεια και γιαυτό ή μεταφράζοντας διαστρεβλώνουν φράσεις ή ακόμη χειρότερα «μεταφράζουν» ανύπαρκτες φράσεις στο αρχαίο κείμενο. Αυτά τα σημεία είναι που ελέγχει, πριν δώσει την έγκρισή της για την μετάφραση, και όχι την λογοτεχνική αρτιότητα. Το θλιβερό για την πολιτεία είναι, το ότι με συνταγματική διάταξη περί απαγόρευσης μετάφρασης της «Αγίας Γραφής» χωρίς έγκριση από Πατριαρχείο και Ι. Σύνοδο, συνδράμει στην λογοκρισία των μεταφράσεων από το εκκλησιαστικό κατεστημένο

Παλιότερα την δεκαετία του 1980, όταν οι 4 καθηγητές θεολογικών Αθήνας-Θεσσαλονίκης ζητούσαν έγκριση της μετάφρασης τους από την Ι. Σύνοδο, λίγο έλειψε να τους αρνηθεί την έγκριση, επειδή δεν υποχωρούσαν στις υπερβολικές αξιώσεις της για παράφραση. Τελικά οι 4 υποχώρησαν σημαντικά και έτσι δόθηκε η έγκριση. Το θέμα τότε είχε πάρει δημοσιότητα με τις επιστολές που αντάλλαζαν. Στο αρχείο των εφημερίδων «Μακεδονία» και «Θεσσαλονίκη» υπάρχουν τα σχετικά κείμενα, και θα είχε πολύ ενδιαφέρον αν κάποιος τα ψάξει.

Ένας καλός λοιπόν τρόπος για να διαβάζει κανείς τα κείμενα, είναι να διαβάζει παράλληλα την επίσημη μετάφραση και το αρχαίο κείμενο, προσπαθώντας να αναγνωρίσει την διαφορά μεταξύ μετάφρασης και αρχαίου κειμένου και εκεί που βλέπει ουσιώδεις διαφορές να αναζητά την σκοπιμότητα της διαστρέβλωσης. Τα σημεία αυτά είναι που δείχνουν την πραγματική ιστορία του χριστιανισμού. Είναι αυτά που με την προφανή μεταφραστική διαστρέβλωση του αρχαίου κειμένου η εκκλησία θέλει να τα αποκρύψει.

Οι κύριοι λόγοι που πρέπει να μελετούνται και να προβάλλονται τέτοια ζητήματα είναι, πέρα από την αναγνώριση της ιστορικής πραγματικότητας για τον Χριστιανισμό και τον εβραϊσμό:

1. Η αποδυνάμωση της καταθλιπτικής επιρροής που ασκεί το εκκλησιαστικό κατεστημένο πάνω στην κοινωνία. Από τις διάφορες χώρες του κόσμου περισσότερο ανεπτυγμένες πολιτικά, οικονομικά και κοινωνικά είναι αυτές στις οποίες το εκκλησιαστικό κατεστημένο ασκεί την μικρότερη επιρροή. Έτσι, όρος απαραίτητος για την επιτάχυνση της ανάπτυξης της Ελληνικής κοινωνίας είναι η αποδυνάμωση του εκκλησιαστικού κατεστημένου. Αυτό βέβαια πάει μαζί με την απαλλαγή του φόβου του οποιουδήποτε ελέγχου της ψυχής (ανύπαρκτης άλλωστε) από οποιονδήποτε θεό (ανύπαρκτον και αυτόν) άρα και των φόβο των "εκπροσώπων" του. Την επιστημονική έρευνα και λογική και μόνο πρέπει να δεχτούμε στην ερμηνεία του κόσμου και των ανθρώπινων σχέσεων, απορρίπτοντας κάθε μεταφυσική πίστη που μονίμως θα διαψεύδεται παταγωδώς!. Στο χώρο του σχολείου τον καθημερινό εθισμό στην υποταγή στο εκκλησιαστικό κατεστημένο φέρνει η καθημερινή παρουσία της θρησκείας στο σχολείο με τις προσευχές, εκκλησιασμούς, εικόνες, εκκλησάκια στο σχολικό χώρο, την νομιμοποιημένη παρουσία ακόμη και των ίδιων των εκκλησιαστικών παραγόντων και το δικαίωμα τους να απευθύνονται στους μαθητές και εκπαιδευτικούς στον χώρο του σχολείου, τις τιμωρίες μαθητών και εκπαιδευτικών που δεν υποκύπτουν, το περιεχόμενο όχι μόνο των βιβλίων των θρησκευτικών αλλά και άλλων μαθημάτων, την μη διδασκαλία επιστημονικών θεωριών που βρίσκουν αντίθετη την θρησκεία. Χρειάζεται ηρωισμό από την πλευρά του εκπαιδευτικού να διδάξει πχ. την θεωρία της εξέλιξης, τον πραγματικό ρόλο της εκκλησίας στην υποδούλωση των Ελλήνων στους Οθωμανούς, τον τρόπο διάδοσης της θρησκείας της «αγάπης» κλπ.

και 2. η δημιουργία καλύτερων προϋποθέσεων για την ουσιαστική εισαγωγή και διδασκαλία στα σχολεία του Ελληνοκλασικού Πολιτισμού, δηλαδή του ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΥ, επειδή ο κύριος λόγος της μη ουσιαστικής παρουσίας του Ελληνοκλασικού Πολιτισμού στο σχολείο είναι να μην φανεί στους μαθητές, με την αναπόφευκτη σύγκριση με τις διάφορες εβραϊκές ιστοριούλες, η γύμνια του εβραϊκού πολιτισμού. Ο Ελληνοκλασικός Πολιτισμός, δηλαδή ο ΟΡΘΟΛΟΓΙΣΜΟΣ, είναι που με βεβαιότητα θα οδηγήσει την ανθρωπότητα σε καλύτερες λύσεις αποδυναμώνοντας κάθε είδους δογματισμό.

Ορθόδοξα θεμέλια ενός κράτους ανορθόδοξου

ΤΟ ΑΜΜΩΔΕΣ του κοινωνικού (ελληνικού) εδάφους, δεν επέτρεπε να στηριχτεί πάνω του μια κοινωνία αυτοθεσμιζόμενη και καλά δομημένη. Εντούτοις, σε μια κοι­νωνία που δεν υπήρχε έπρεπε να βασιστεί ένα Κράτος που έπρεπε να υπάρξει οπωσδήποτε, γιατί κάτι έπρεπε να κάνουν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής (δεύτερο μισό του περασμένου αιώνα) με τα περιτρίμματα της καταρρέουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Με τα συντρίμμια της, λοιπόν, θα χτιστούν σχεδόν κυριολε­κτικά τα εθνικά κράτη των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Είναι εύκολο να δημιουργηθεί ένα κράτος. 'Οχι όμως και ένα «εθνικό κράτος», δηλαδή ένας διοικητικός και νομοκανονιστικός μηχανισμός, με τους ιθύνοντες και τη γραφειοκρατία του, που να στηρίζεται στα σταθερά και μόνιμα χαρακτηριστικά μιας συγκεκριμένης εθνό­τητας.

Με εξαίρεση τους εμπόρους και τους διανοού­μενους της διασποράς που λίγο ως πολύ είχαν μια κάποια εθνική συνείδηση, οι αυτόχθονες Έλληνες (της Ελλάδας) αποτελούνταν από μια πανσπερμία λαών και εθνοτήτων, και μόνο σοβαρό κοινό γνώρισμα που διέ­θεταν ήταν η υποδούλωση στον ίδιο δυνάστη.

"Ολες οι μαρτυρίες δείχνουν πως οι αυτόχθονες "Ελ­ληνες πριν από την Επανάσταση διατηρούσαν τη μνήμη της διαλυμένης πολυεθνικής Βυζαντινής Αυτοκρατορί­ας.

Η ελληνικότητα της οποίας όμως δεν προχωρούσε πέ­ρα απ' την Ορθοδοξία, που ωστόσο δεν είναι γνώρισμα του ελληνισμού, αλλά κοινή θρησκεία μιας τεράστιας ομάδας λαών και εθνοτήτων.

Όσο για τους «αρχαίους προγόνους», ήταν τόσο αρ­χαίοι που όλοι τους είχαν ξεχάσει. Θα τους θυμηθούν πολύ αργότερα, όταν το τεχνητό νεοελληνικό κράτος που δημιούργησαν οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής έπρεπε ν' αποκτήσει οπωσδήποτε και εθνολογικά ερείσματα μέσα στην ιστορία..

Η Ορθοδοξία, λοιπόν, ως μια ζωντανή λαϊκή θρη­σκεία που την ακολουθούσαν πολλοί λαοί και όχι μόνο οι Έλληνες, υπήρχε. Για ν' αποκτήσουν όμως την εθνολογική τους ιδιαιτερότητα οι Έλληνες έπρεπε, δί­πλα στα θρησκευτικά να προστεθούν και μερικά ειδικό­τερα χαρακτηριστικά, παρμένα απ' την από πολλούς αιώνες ανενεργό ελληνική ιστορική μνήμη, που οι λαοί που κατοικούσαν στην περιοχή της σημερινής Ελλάδας δεν είχαν κανένα λόγο να τη διαφυλάξουν γιατί δεν τους αφορούσε.

Στην Ελλάδα υπήρξε ένα τεράστιο ιστορικό ρήγμα, εκτεταμένο σε χρόνο μεγαλύτερο των χιλίων πεντακο­σίων ετών. Θα 'ταν αφέλεια πρώτου μεγέθους να φαν­τάζεται κανείς πως η πανσπερμία των λαών που συνέρρευσαν στην Ελλάδα στα χρόνια αυτά, συνεχίζοντας μια παράδοση που είχε αρχίσει πριν απ" την κλασική αρ­χαιότητα, θα ήταν δυνατό να διαφυλάξει την ιστορική μνήμη που είναι ένα απ' τα κύρια γνωρίσματα της εθνικής συνείδησης.

Η ελληνική αρχαιότητα, ως βασική παράμετρος της έτσι κι αλλιώς ανύπαρκτης νεοελλονικής εθνικής συνείδησης είναι μια εφεύρεση του ιστορι­κού Κων. Παπαρρηγόπουλου, που έβαλε την ελληνική Ιστορία στο προκρούστειο τραπέζι του κι άρχισε να τη μανιπουλάρει βάσει του εντεταλμένου σχεδίου για τη δημιουργία νεοελληνικής εθνικής συνείδησης, ώστε το τεχνητό νέο κράτος ν' αποκτήσει τεχνητή εθνική συ­νείδηση, που τη στερούνταν -και συνεχίζει να τη στε­ρείται.

Διότι δε συνιστά εθνική συνείδηση το να βραχνιάζει κανείς φωνασκώντας τα παράτονα συνθήματα υπέρ του έθνους και τραγουδώντας φάλτσα τα εθνικά θούρια.

Η εθνική συνείδηση είναι μια μαζική βιωματική κατάστα­ση, που κάνει τα μέλη της εθνικής κοινότητας να νιώ­θουν πως ανήκουν όντως σ' αυτήν την κοινότητα, πρά­γμα που μεταξύ άλλων προφυλάσσει και από εμφυλί­ους πολέμους ή, εν πάση περιπτώσει, τους καθιστά σπάνιους.

Η πιο σημαντική πρακτική επίπτωση της ύπαρξης εθνικής συνείδησης είναι, ωστόσο, η πρωτοκαθεδρία του εθιμικού δικαίου, αυτή ακριβώς που δημιούργησε το άγραφο αγγλοσαξονικό δίκαιο σε μια κοινωνία, την αγγλική, με στέρεη κοινωνική δομή.

Το κράτος που στηρίζεται σε καλά συγκροτημένες και αυτορυθμιζόμενες κοινωνίες (Αγγλία, Γαλλία, Ιτα­λία, Σουηδία, Γερμανία, κτλ.) παίζει μόνο ένα ρόλο αυ­στηρά διαιτητικό και δεν επεμβαίνει στις παγιωμένες κοινωνικές δομές.

Με συνέπεια, κάθε φορά που αλλά­ζει η κυβέρνηση, να αλλάζει κυρίως η εξωτερική πολιτι­κή.

Στην Ελλάδα, αντίθετα, κάθε φορά πού αλλάζει η κυβέρνηση, δημιουργείται στο λαό η προσδοκία πως θ' αλλάξει η εσωτερική πολιτική.

Κι αυτό γιατί στην Ελλά­δα το κράτος προηγήθηκε του έθνους. Δεν είναι το έθνος που δημιούργησε το κράτος, είναι το κράτος που εδώ και 170 χρόνια πασχίζει ματαίως να δημιουργήσει και ένα έθνος.

Ο λαός όμως που δεν έχει πολιτιστική ομοιογένεια, δε θα ήταν- δυνατό να πειθαρχήσει στις άνωθεν εντολές ενός κράτους που δεν ήταν ποτέ δη­μοκρατικό αφού έπρεπε να επιβάλλει τη δημοκρατία δια του νόμου, τη στιγμή που οι άλλες ευρωπαϊκές χώ­ρες την έχουν θεσμίσει με κοινωνικές διαδικασίες στη βάση.

Μ' αυτά και μ' άλλα, η ελληνική κοινωνία παραμένει άμορφη (αμμώδης) και το ελληνικό κράτος συνεχίζει να είναι ένα αναξιόπιστο γραφειοκρα­τικό μόρφωμα που ο λαός το αντιμετωπίζει πάντα εχθρικά, περίπου σαν έναν αντίπαλο που επιβουλεύε­ται τα μικρά φέουδα της κλίκας, της παρέας, της κουμπαριάς και γενικότερα της ρουσφετολογίας που είναι το τυπικό γνώρισμα των άμορφων ή δύσμορφων κοινωνιών που δεν απόκτησαν εθνική συνείδηση.

«Οι Έλληνες, σε πείσμα ενός κράτους που λίγο ως πολύ παραμένει πάντα αυταρχικό, συνεχίζουν να συμ­περιφέρονται ως άτομα που τους λείπει η εθνική συνεί­δηση, ακριβώς γιατί τους λείπει η κοινωνική συνείδηση που δημιουργεί την εθνική και αποτελεί έκφανσή της. Ο Έλληνας είναι αντικοινωνικός όχι γιατί είναι ατομι­στής (και οι " Αγγλοι είναι ατομιστές, όπως κι όλοι όσοι ζουν υπό καπιταλιστικό καθεστώς, όπως και κείνοι που δεν ξέχασαν προς το παρόν τις καπιταλιστικές τους καταβολές), αλλά διότι η κρυμμένη κάτω από παντοειδείς απαγορεύσεις πανσπερμία των λαοτήτων και των εθνοτήτων που ζουν σε τούτο τον τόπο έφτια­ξαν ένα μείγμα τα συστατικά του οποίου δημιουργούν κοινωνικά μορφώματα που συνεχίζουν ν' αντιμετωπί­ζουν εχθρικά το ένα τ' άλλο.

"Οταν οι λαοί δε θέλουν, πιο σωστά όταν δεν μπο­ρούν να συναποτελέσουν εθνότητα, τότε έρχεται το κράτος εκ των υστέρων να δημιουργήσει είτε με τη βία, είτε με την προπαγάνδα μια τεχνητή εθνική συνείδηση. Από δω και ο επιβλημένος σεβασμός των αρχόντων. Από δω και η ποινικά κολάσιμη κριτική της δικαιοσύ­νης. Από δω και η υποχρεωτική ψηφοφορία. Από δω και το αδίκημα της προσβολής των εθνικών συμβόλων. Το κράτος κατέφυγε λοιπόν στην τιμωρία για να «πεί­σει» τους Έλληνες πως πρέπει ν' αποκτήσουν την εθνική συνείδηση που τους έλειπε;

Και μάλιστα, πράγμα πρωτοφανές σε παγκόσμια κλί­μακα, δημιούργησε την ξεχωριστή κατηγορία των «εθνικώς σκεπτομένων» Ελλήνων, τουτέστιν των περί­φημων «εθνικοφρόνων», πράγμα που σημαίνει εξ αντι­διαστολής πως όλοι οι άλλοι Έλληνες δε σκέφτονται εθνικά. Αλλά ένας εθνικισμός νομικά κατοχυρωμένος δεν είναι εθνικισμός, είναι απάτη. Είναι η βία ενός κρό­του που ξέρει πως πατάει σε αμμώδες κοινωνικό έδα­φος και προσπαθεί να το στερεώσει τεχνητά, δηλαδή με διατάγματα. Ο ελληνικός εθνικισμός είναι ένας δια­τεταγμένος εθνικισμός, ένας εθνικισμός των θουρίων και των εθνικών συμβόλων που περισσότερο τα φοβά­ται κανείς παρά τα σέβεται.

Και οι λεγόμενοι «εθνικόφρονες» δεν είναι παρά ψοφοδεείς, που τον ανθρωπακισμό τους και την κακο­μοιριά τους τα στέγασαν κάτω απ" τη σημαία, ίσα ίσα για να βολευτούν μέσα σ' ένα λανθάνοντα, τις περισσό­τερες φορές, κρατικό αυταρχισμό, που τιμωρεί και αν­ταμείβει όσους παριστάνουν πως έχουν εθνική συνεί­δηση, τη στιγμή μάλιστα που δεν έχουν ούτε καν συνεί­δηση με την τρέχουσα ψυχολογική έννοια.

Μ" αυτά και μ' άλλα, «εθνικόφρονας» στην Ελλάδα έφτασε να σημαίνει δωσίλογος, μαυραγορίτης, ταγμα- τασφαλίτης, θρησκομανής (θα δούμε γιατί), φασίστας, κάθαρμα ολκής. Πράγμα πολύ φυσικό, αφού τούτη η εντεταλμένη εθνικοφροσύνη δεν είναι παρά το αντίθετό της, παρά το γεγονός πως οι αφελέστεροι των «εθνικοφρόνων» πιστεύουν στ' αλήθεια, οι κρετίνοι, πως είναι οι κατ' εξοχήν Έλληνες, κι ας μην έχουν ιδέα τι σημαίνει ελληνικός πολιτισμός, κι ας μην έχουν διαβάσει ποτέ στη ζωή τους μια αράδα απ' το Σοφοκλή, κι ας μην επισκέφτηκαν ούτε μια φορά το Εθνικό Μου­σείο, κι ας αντιλαμβάνονται τον Σόλωνα σαν τον ...κύ­ριο που έμενε κάποτε στην οδό Σόλωνος, στην οποία και δάνεισε, ως εκ τούτου, το όνομά του, κι ας θεω­ρούν την Ακρόπολη ερείπιο που τρέχα γύρευε πώς και γιατί οι χαζοτουρίστες πληρώνουν για να το δουν, πρά­γμα πού, βέβαια, είναι πολύ καλό για τον εθνικό τουρι­σμό μιας και φέρνει συνάλλαγμα.

Ο ελληνικός εθνικισμός λοιπόν, ή είναι εξαργυρώσιμος ή δεν είναι εθνικισμός. Και βέβαια, ένας εθνικισμός για ζώα δεν είναι εθνικισμός, είναι σανός νέτα σκέτα.

Κι όλα αυτά γιατί το νεοελληνικό κράτος έπρεπε να βγάλει απ" το μανίκι του τον εθνικισμό, σαν καλός τα­χυδακτυλουργός. Κι έβγαλε όντως απ' το μανίκι το λα­γό που λέγεται Ορθοδοξία. Και τον μετέβαλε από θρη­σκευτικό δόγμα ευρείας ισχύος σε βάση και θεμέλιο της εθνικοφροσύνης. Που έγινε έτσι κληρικοφροσύνη, για να φτάσουμε κάποτε στο οικτρό σημείο να διδά­σκεται (αν είναι δυνατόν να διδαχτεί!!!) ο εθνικισμός στα κατηχητικά, και να κηρύσσεται από άμβωνος.

Στη θέση, λοιπόν, της ελλείπουσας εθνικής συνείδη­σης ξεφύτρωσε η θρησκευτική συνείδηση στην ορθό­δοξη παραλλαγή της. Και η τρύπα γέμισε με θυμιατά και εικόνες. Κι έτσι, όπως παρατηρεί ο Κακλαμάνης, η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα στην οποία οι μεγάλες θρη­σκευτικές γιορτές είναι και εθνικές γιορτές. Κατόπιν τούτου, δεν είναι παράδοξο που περιφέρουν τον Επιτά­φιο συνοδεία στρατιωτικού αγήματος, πράγμα που προκάλεσε την εύλογη απορία ενός ξένου στοχαστή που αναρωτιόταν: τι κράτος μπορεί να είναι αυτό που υποχρεώνεται να υποταχτεί στην Εκκλησία υποτασσόμενο στα σύμβολά της; Η Εκκλησία, λοιπόν, είναι βαθιά χωμένη μέσα στο Κράτος.

Ωστόσο, το κράτος έχει τους λόγους του που υπο­τάσσεται στην Εκκλησία, κι ας διακηρύσσει υποκριτικότατα πως δεν υποτάσσεται. Που αλλού να υποταχτεί; Στην ανύπαρκτη εθνική συνείδηση; Στη φανταστική «εθνική ομοψυχία» που όλο κρύβεται καθώς την ψά­χνουν; Στη στρεβλωμένη κοινωνικότητα του Νεοέλληνα απατεώνα, που αντιμετωπίζει τον συνέλληνα σαν εξ ορισμού εχθρό που πρέπει πάση θυσία να κατατροπω­θεί με μέσα θεμιτά, και κυρίως αθέμιτα; Στον  Έλληνα πολιτικάντη, που άλλα λέει, άλλα σκέφτεται και άλλα πράττει; Στον Έλληνα πολιτικό της Αλλαγής που θα «θέλει ν' αλλάξουν τα πάντα εκτός απ' το ήθος του; Στον εργολάβο δημοσίων έργων που αντιλαμβάνεται καλά την έννοια «δημόσιο» αλλά καθόλου την έννοια «έργο»; Στο γιατρό που γιατρεύει επιτυχέστατα το πορτοφόλι του, και παρεμπιπτόντως και τον ασθενή; Στο δάσκαλο που κανοναρχεί βαριεστημένος και πει­νασμένος για τα «ελληνοχριστιανικά ιδεώδη», όπως τα βρήκε γραμμένα στο σχολικό εγχειρίδιο; Το κράτος, για να' ναι τέτοιο, κάπου πρέπει να στηριχτεί εν πάση πε­ριπτώσει. Και ελλείψει άλλων σοβαρότερων στηριγμάτων άρπαξε τη μαγκούρα του Δεσπότη. Τι να 'κανε, δηλα­δή; Να αυτοκαταργούνταν ως κράτος, όντας κενό πε­ριεχομένου;

Ευτυχώς που βρέθηκε η Ορθοδοξία για να σώσει την κατάσταση. Αλλά, το είπαμε ήδη, η Ορθοδοξία είναι πολυεθνική, δεν είναι εθνική, ασχέτως αν συρρικνώθηκε με την πτώση της βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Όμως δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως οι πατριάρχες της Κωνσταντινούπολης υπέγραφαν, ορθότατα, χρησιμο­ποιώντας το αραβικό αλφάβητο. Και όπως και οι αυτο­κράτορες με τους οποίους μοιράζονταν την εξουσία, ήταν Έλληνες μόνο παρεμπιπτόντως και μόνο στο μέ­τρο που είχαν ελληνική παιδεία, πράγμα που δεν ήταν απαράβατος κανόνας.

Μ' άλλα λόγια, και οι πατριάρχες και οι αυτοκράτορες είχαν συνείδηση πως υπηρετούν -με τον τρόπο τους, εν πάση περιπτώσει- μια πανσπερμία λαών και εθνοτήτων που είχαν τόση σχέση με το «ελληνικό πνεύ­μα», όση κι ο φάντης με το ρετσινόλαδο.

Κατά ποία λογική, λοιπόν, η Ορθοδοξία ταυτίστηκε με τον ελληνισμό; Μα, κατά τη λογική που υπαγόρευε πως ο «ελληνισμός», αυτός δηλαδή που έβγαλαν απ" το μανίκι τους οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής, έπρεπε να ταυτιστεί με κάτι στερεότυπο και διαρκέστερο. Κι έτσι δημιουργήθηκε ο «ελληνοχριστιανισμός», τούτο το τέ­ρας με κεφάλι βυζαντινόμορφο και πόδια κατασκευα­σμένα στο εργαστήρι του Φρανκεστάϊν της ευρωπαϊκής πολιτικής. 'Οπως λέει ο Κακλαμάνης, η Ελλάδα ως κρά­τος, είναι «κράτος – έννοια», δηλαδή χρηστικής και όχι πραγματικής αξίας στη διεθνή πολιτική.

Διότι η Ελλάδα παρουσιάζει το μοναδικό χαρακτηριστικό απ' όλα τα κράτη του κόσμου ότι έπρεπε να αποτελεστεί ως κρά­τος από υπολείμματα αυτοκρατοριών. Μ' άλλα λόγια, υποστηρίζει ο Κακλαμάνης, με την Ελλάδα επεδιώχθη να κατασκευαστεί ένα κράτος με υλικά που δεν υπήρ­χαν. Διότι, για να φτιαχτεί «Ελλάδα» έπρεπε προς τού­το να υπάρχουν «Έλληνες», το πλάσμα δηλαδή που έβλεπαν οι φιλελεύθεροι ιστορικοί του περασμένου αιώνα στις αρχαιοελληνικές σπουδές τους.