Τετάρτη 15 Μαρτίου 2023

Ο Σκεπτικιστής Ντέιβιντ Χιούμ

“Μισείς, αγαπάς, σκέφτεσαι, αισθάνεσαι, βλέπεις. Όλα αυτά δεν σημαίνουν τίποτε άλλο παρά μόνο ότι αντιλαμβάνεσαι.”

“Επιβάλλεται ο κόσμος μας να στηριχθεί στην συμπάθεια από άκρου εις άκρον της γης. Επιβάλλεται ο κόσμος μας να ακτινοβολεί την ευχαρίστηση μέσα από την ωραία επικοινωνία των ανθρώπων μεταξύ τους και με την ευνομούμενη κοινωνία. Η σχέση του ανθρώπου με το κράτος είναι ηθική σχέση και αυτό το άνοιγμα της ηθικής που καταφέρνει ο Βρετανός φιλόσοφος είναι σπουδαίο επίτευγμα. Το κράτος που πείθει τον πολίτη είναι ηθικό, ο πολίτης που προσφέρει στο κράτος είναι ηθικός. Ο πολίτης που ευχαριστείται μέσα από την συμπάθειά του για τον άλλο είναι ηθικός, ο άλλος που επιστρέφει όλα αυτά είναι ηθικός. Τελικά η ηθική είναι η εμπειρία του ωραίου και του ευχάριστου. Αυτή η ηθική εμπειρία του ωραίου αποτελεί θεραπεία για τις αρνητικές εμπειρίες που εκπέμπει ο κόσμος μας. Ίσως μπορεί να δημιουργήσει ένα νέο μοντέλο ανθρώπου και κράτους που θα εγγυηθούν την καλύτερη πορεία της ανθρωπότητας.”

“Ο ανθρώπινος νους είναι ένα εύθραυστο και γεμάτο ρωγμές σκάφος που πρέπει να ριχτεί στην ανοικτή θάλασσα της ανθρώπινης φύσης προκειμένου να κάνει τον γύρο του κόσμου. Τα πράγματα που εκλαμβάνουμε ως αιτίες είναι προϊόντα της φαντασίας. Όταν οι αισθήσεις, η μνήμη και η νόηση θεμελιώνονται στην ασταθή κι επισφαλή ικανότητα της πλασματικής φαντασίας, οδηγούμαστε σε αντικρουόμενες πεποιθήσεις. Επομένως, ο φιλοσοφικός στοχασμός μας οδηγεί σε ένα επικίνδυνο δίλημμα: Μπορούμε να στηριζόμαστε στις τετριμμένες υποδείξεις της πλασματικής φαντασίας, οι οποίες παράγουν σφάλματα, παραλογισμούς και ασάφειες, ή πρέπει να στηριζόμαστε στις γενικές και πιο καλά εδραιωμένες ποιότητες του νου, δηλαδή στη νόηση και τον λόγο;

Όμως, ο τελευταίος τρόπος υπονομεύει ακόμη και τις πεποιθήσεις από τις οποίες εξαρτάται η ίδια η επιβίωσή μας: η νόηση, όταν ενεργεί μόνη της και σύμφωνα με τις πιο γενικές αρχές, αυτοανατρέπεται και δεν μπορεί να τεκμηριώσει καμία πεποίθηση, είτε φιλοσοφική είτε της κοινής ζωής. Η λύση θα προέλθει από την ανθρώπινη φύση, η οποία διαλύει την φιλοσοφική μελαγχολία, αλλά δεν επιτρέπει την απαξίωση του φιλοσοφικού στοχασμού: Αν πρόκειται να αναχαιτιστεί η δεισιδαιμονία και να βελτιωθεί η κατανόηση του κόσμου, τότε το φιλοσοφείν είναι τόσο φυσικό όσο και αναγκαίο. Μάλιστα, δεν πρέπει να ενδίδουμε απλώς στον φιλοσοφικό στοχασμό, αλλά να καλλιεργούμε το πάθος για την φιλοσοφία, διότι ο αληθινός σκεπτικιστής πρέπει να είναι διστακτικός τόσο με τις φιλοσοφικές αμφιβολίες του, όσο και με τις φιλοσοφικές βεβαιότητές του. Έτσι μπορούμε να ελπίσουμε στην εδραίωση ενός συστήματος ή ενός συνόλου απόψεων, οι οποίες, αν δεν είναι αληθείς, γιατί κάτι τέτοιο ίσως είναι υπερβολικό να το ελπίσουμε, τουλάχιστον θα μπορούσαν να αντέχουν στον έλεγχο της πλέον κριτικής εξέτασης” -David Hume (1711-1776)

Εντυπώσεις και ιδέες

Ειδικότερα ο Χιουμ παρατήρησε ότι τα μόνα πράγματα που μπορούμε να γνωρίσουμε είναι οι «εντυπώσεις και οι ιδέες», όπως τα αποκαλεί, οι οποίες περιορίζονται στον κόσμο της εμπειρίας μας, βρίσκονται δηλαδή μέσα μας χάρη στις αισθήσεις μας που μας τις εφοδίασαν. Αν, ας πούμε, την στιγμή αυτή στο δωμάτιο όπου βρίσκομαι δω πάνω στο τραπέζι ένα λεμόνι, η εικόνα του χρώματός του, η παράσταση του σχήματός του, η εμπειρία της μυρωδιάς που εκπέμπει ή της γεύσης που νιώθω δοκιμάζοντάς το, όπως και κάθε άλλη επίσης παράσταση ή εμπειρία που προκαλείται μέσα μου καθώς το παρατηρώ, συνιστούν ότι ο Χιουμ ονομάζει εντυπώσεις.

Τις ίδιες, όμως, εικόνες, εμπειρίες ή παραστάσεις που σχημάτισα για το λεμόνι καθώς το παρατηρούσα, λέει ο Χιουμ, έχω μέσα μου και μετά, όταν φύγω από το δωμάτιο και δεν έχω μπροστά μου πλέον το λεμόνι –υπό μιαν άλλη, όμως, ιδιότητα: όχι πλέον ως εντυπώσεις, αλλά ως ιδέες, όπως τις αναφέρει ο ίδιος.

Εντυπώσεις, λοιπόν, είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες των πραγμάτων που μας δίνουν οι αισθήσεις μας την ώρα που τα παρατηρούμε, ενώ ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες των πραγμάτων που σκεφτόμαστε χωρίς να έχομε τα πράγματα ενώπιον μας για να τα παρατηρήσομε με τις αισθήσεις μας.

Οι εντυπώσεις και οι ιδέες, όμως πέρα από τον ξεχωριστό τρόπο που δημιουργούνται μέσα μας, διαφέρουν και κατά τον βαθμό ζωηρότητας που μας παρουσιάζονται. Οι εντυπώσεις, ορισμένως, εμφανίζονται εντός μας πιο έντονες και πιο ζωντανές από όσο οι ιδέες, οι οποίες αποτελούν αμυδρές εικόνες των εντυπώσεών μας, που έχουν αποθηκευθεί στην σκέψη μας.

Οι εντυπώσεις, όπως και οι ιδέες βέβαια, καθόσον αποτελούν αναπαραστάσεις των εντυπώσεων, διακρίνονται, όπως επισημαίνει ο Χιουμ, σε απλές και σε σύνθετες. Απλές εντυπώσεις ή ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες εκείνες που δεν μπορούν να αναλυθούν, όπως, ας πούμε, η εμπειρία του κίτρινου χρώματος του λεμονιού, που, όσο κι αν προσπαθήσομε, δεν μπορούμε να την «σπάσομε» σε άλλες απλούστερες εικόνες. Σύνθετες εντυπώσεις ή ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες που αποτελούνται από άλλες απλούστερες εντυπώσεις ή οι ιδέες, όπως, η εντύπωση ή η ιδέα του λεμονιού, που σύγκειται από την εικόνα του κίτρινου χρώματος, από την παράσταση του σχήματός του, από την εμπειρία που νιώθομε μυρίζοντάς το, κ.ο.κ.

Οι άνθρωποι, όμως, δεν περιορίζονται σε ό,τι πραγματικά μπορούν να γνωρίσουν, ήγουν στις εντυπώσεις και τις ιδέες που υπάρχουν μέσα τους, αλλά προχωρούν, πέρα από αυτές, σε εικασίες, όπως η αρχή της αιτιότητας, σύμφωνα με την οποία οι ίδιες αιτίες προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα, καθόσον μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος υπάρχει αναγκαίος δεσμός, ή η μέθοδος της επαγωγής, σύμφωνα με την οποία από τις επιμέρους παρατηρήσεις των γεγονότων στην φύση μπορούμε να διατυπώνομε νόμους που προδικάζουν ότι τα ίδια γεγονότα θα επαναληφθούν.

Πρόκειται, ωστόσο, για εικασίες αυθαίρετες. Τόσο η αρχή της αιτιότητας, όσο και η μέθοδος της επαγωγής δεν μπορούν να δικαιολογηθούν κατά τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Μοιραία, λοιπόν, όλο το οικοδόμημα της γνώσης, που έχουν ως τώρα με τόσο μόχθο στήσει οι άνθρωποι, κινδυνεύει, καθόσον στηρίζεται πάνω στην αρχή της αιτιότητας και την μέθοδο της επαγωγής, να γίνει ένας σωρός από σκόρπια υλικά.

Η απόρριψη της αρχής της αιτιότητας

Ως προς την αρχή της αιτιότητας, συγκεκριμένα, αυτή συνίσταται σε τρεις όρους: την αιτία, το αποτέλεσμα και τον αναγκαίο δεσμό μεταξύ τους. Από τους τρεις αυτούς όρους της αιτιότητας, κατά τον Χιουμ, μόνο για τους δυο, ήγουν για την αιτία και το αποτέλεσμα, δικαιούμεθα να μιλάμε, αφού μόνο γι’ αυτούς μπορούμε να σχηματίσομε μέσα μας εντυπώσεις ή ιδέες, τα μόνα πράγματα που έχομε την δυνατότητα να γνωρίσομε. Για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός μετάλλου που διαστέλλεται εξαιτίας της θερμότητας, τι παρατηρούμε; Αφενός μεν την θερμότητα, που είναι η αιτία, αφετέρου δε την διαστολή του μετάλλου, που είναι το αποτέλεσμα. Τον αναγκαίο δεσμό, όμως, μεταξύ θερμότητας και διαστολής των μετάλλων, ο οποίος θα μας επέτρεπε να πούμε ότι κάθε φορά που θερμαίνεται ένα μέταλλο θα πρέπει να ακολουθήσει η διαστολή του, δεν τον παρατηρούμε πουθενά. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ισχυρισμός των επιστημόνων ότι η θερμότητα συνεπάγεται κατ΄ ανάγκην την διαστολή των μετάλλων δεν ισχύει.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι πώς προέκυψε ο αναγκαίος αυτός δεσμός μεταξύ θερμότητας και διαστολής των μετάλλων και, γενικότερα, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, τι είναι εκείνο που μας κάνει να πιστεύομε ότι, αν συμβεί η αιτία, θα ακολουθήσει υποχρεωτικά και το αποτέλεσμα, ότι, αν, ορισμένως, θερμανθεί ένα μέταλλο, θα πρέπει να ακολουθήσει η διαστολή του; Δεν μπορεί να τον φανταστήκαμε ξαφνικά, στα καλά καθούμενα. Ο λόγος, για τον οποίο υποθέτουμε ότι από μια ορισμένη αιτία θα ακολουθήσει υποχρεωτικά ένα ορισμένο αποτέλεσμα, ότι όταν, δηλαδή, ζεσταθεί ένα μέταλλο περιμένομε να ακολουθήσει η διαστολή, είναι γιατί μέσα στο μυαλό μας σχηματίστηκε ένας συνειρμός μεταξύ θερμότητας και διαστολής μετάλλων και, γενικά, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος.

Επειδή, δηλαδή, είδαμε οι ίδιοι ή ακούσαμε από άλλους άπειρες φορές ότι η θερμότητα προκαλεί την διαστολή ενός μετάλλου, σχηματίσαμε ακολούθως μόνοι μας την εντύπωση ότι αυτό θα συμβαίνει πάντοτε. Κατά τον ίδιο τρόπο, επειδή είδαμε ή ακούσαμε άπειρες φορές ότι, όταν το νερό φτάνει στους 0 βαθμούς Κελσίου, παγώνει, ότι η δράση προκαλεί αντίδραση, συνδέσαμε συνειρμικά τους 0 βαθμούς Κελσίου με το πάγωμα του νερού, την δράση με την αντίδραση, την αιτία με το αποτέλεσμα έτσι, ώστε, όταν συμβεί το ένα, να ακολουθήσει το άλλο. Πόσοι, όμως, συνειρμοί, πόσα πράγματα που συνηθίσαμε να τα βλέπομε να συμβαίνουν γύρω μας με έναν ορισμένο τρόπο δεν έχουν ανατραπεί!

Το πρόβλημα της επαγωγής

Ανάλογες επιφυλάξεις, θα πρέπει να έχομε και για την μέθοδο της επαγωγής. Λέμε ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε 24 ώρες και θεωρούμε ότι πρόκειται για έναν νόμο της φύσης σύμφωνα με τον οποίο ο ήλιος θα ανατέλλει πάντοτε κάθε 24 ώρες. Το σωστό, όμως, είναι να μιλάμε για έναν νόμο της φύσης που ισχύει ως αυτή την στιγμή που μιλάμε τώρα, αφού τίποτε δεν αποκλείει αύριο ο ήλιος να μην ανατείλει. Η μόνη περίπτωση, για να είμαστε βέβαιοι ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και ότι αυτό θα συμβαίνει πάντοτε στο μέλλον, είναι αν υπάρχει ομοιομορφία στην φύση, αν, δηλαδή, κάτι που συνέβη στο παρελθόν επαναλαμβάνεται απαρέγκλιτα στο μέλλον.

Αλλά πώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει μια τέτοια σταθερή ομοιομορφία στην φύση; Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι μέχρι τώρα πράγματι η φύση συμπεριφέρεται με τρόπο ομοιόμορφο, ότι κάτι, η ανατολή του ήλιου κάθε 24 ώρες λόγου χάριν, που συνέβη στο παρελθόν, θα συμβεί και στο μέλλον. Ξέρομε, όμως, αν η φύση θα συνεχίσει και στο μέλλον να συμπεριφέρεται με την ίδια ομοιομορφία; Μόνο όταν έλθει η συντέλεια του κόσμου, μπορούμε, κάνοντας γενική αποτίμηση της ιστορίας της φύσης, να αποφανθούμε αν ισχύει η αρχή της ομοιομορφίας στην φύση.

Μέχρι τότε, όμως, αφού δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ισχύει στην φύση η ομοιομορφία, είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε μέσα στην αμφιβολία –μια αμφιβολία, όμως, παρατηρεί ο Χιουμ, που δεν αναφέρεται μόνο σε ό,τι υπάρχει ή συμβαίνει γύρω μας, στην φύση έξω από μας, αλλά αφενός εκτείνεται πέρα από τον κόσμο, στον Θεό, και αφετέρου εντοπίζεται επίσης μέσα μας, στον ίδιο τον εαυτό μας.

Η αμφισβήτηση της ύπαρξης του εαυτού μας

Ως προς τον εαυτό μας μεν, όταν σκύψομε μέσα μας για να τον ανακαλύψομε, δεν τον βρίσκομε πουθενά, αφού τα μόνα πράγματα πουν υπάρχουν εντός μας είναι εντυπώσεις και ιδέες, ήγουν εικόνες, παραστάσεις ή εμπειρίες, που αποκτήσαμε μέσω των αισθήσεών μας και τις αποθηκεύσαμε μέσα μας. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ό,τι αποκαλούμε «εαυτό» μας δεν είναι παρά μια δέσμη εντυπώσεων και ιδεών και τίποτε άλλο έτσι, ώστε, όταν χαθεί αυτή, να εξανεμίζεται μαζί κι ο εαυτός μας –όπως συμβαίνει στην διάρκεια του ύπνου μας.

Είναι γνωστό, το ζούμε όλοι μας, πως, όταν κοιμόμαστε, δεν έχομε καμιά συναίσθηση του εαυτού μας, δεν ξέρομε ότι υπάρχομε, επειδή ακριβώς, καθώς την ώρα του ύπνου μας δεν έχομε συνείδηση των εικόνων, των παραστάσεων και των εμπειριών μέσα μας, χάνεται η δέσμη των εντυπώσεών μας και των ιδεών μας. Η απάλειψη της δέσμης των εντυπώσεων και των ιδεών από μέσα μας συνεπάγεται μοιραία και την εξαφάνιση του εαυτού μας, πράγμα που απλά σημαίνει ότι ο εαυτός μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των εντυπώσεων και των ιδεών μέσα μας.

Η αμφιβολία για τον Θεό

Ως προς τον Θεό, εξάλλου, ο Χιουμ τον αμφισβητεί στρέφοντας την κριτική του προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός μεν θεωρεί ανεπαρκείς τις “αποδείξεις” υπέρ της ύπαρξης του Θεού, αφετέρου δε ότι δεν είναι λογικό να πιστέψομε ότι έγιναν τα θαύματα, τα οποία, ασφαλώς, αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι τελέστηκαν, θα αποτελούσαν σοβαρό λόγο για να δεχθούμε και την ύπαρξη εκείνου που τα προκάλεσε, ήγουν του Θεού.

Ειδικότερα, ένα από τα συνήθη επιχειρήματα που προβάλλονται για να αποδειχθεί η ύπαρξη του Θεού είναι ο ισχυρισμός ότι, όπως ένα ρολόι, που, λόγω της πολυπλοκότητάς του και της αρμονίας που διέπει την λειτουργία των μερών του, είναι αδύνατον να δημιουργήθηκε μόνο του, αλλά απεναντίας ξέρομε καλά ότι το έφτιαξε κάποιος τεχνίτης, κατά τρόπον ανάλογο και ο κόσμος γύρω μας, καθόσον διέπεται από αρμονία και παρουσιάζει πολυπλοκότητα, δεν μπορεί να δημιουργήθηκε αφ’ εαυτού. Κάποιος, λοιπόν, θα πρέπει να έφτιαξε και τον κόσμο. Και επειδή η πολυπλοκότητα και η αρμονία που χαρακτηρίζουν τον κόσμο είναι τόσο μεγάλες που να μην μπορεί, όπως λέμε, να τις χωρέσει το ανθρώπινο μυαλό, ο δημιουργός του δεν μπορεί να είναι ένας κοινός τεχνίτης, αλλά θα πρέπει να είναι ένα ον με υπερφυσικές ικανότητες. Ένα τέτοιο ον είναι μόνον ο Θεός. Άρα ο Θεός υπάρχει. (sic)

Η αδυναμία της απόδειξης αυτής για την ύπαρξη του Θεού έγκειται, στο γεγονός ότι οι εισηγητές της θεωρούν τον κόσμο πεπερασμένο, ενώ στην πραγματικότητα ο κόσμος είναι αχανής. Μπορεί, πράγματι, στην έκταση στην οποία, με την βοήθεια της επιστήμης, ξέρομε ότι υπάρχει ο κόσμος, ο τελευταίος αυτός να έχει αρμονία και πολυπλοκότητα. Ξέρομε, όμως, ότι, πέρα από τα όρια του γνωστού σε μας κόσμου, ο κόσμος παρουσιάζει την ίδια αρμονία και πολυπλοκότητα και ότι από ένα σημείο και μετά αυτός δεν είναι ακατάστατος, άναρχος, χαώδης;

Εν τοιαύτη περιπτώσει, η απόδειξη ότι από την ύπαρξη της αρμονίας και της πολυπλοκότητας στον κόσμο είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεράνομε την ύπαρξη του Θεού καταρρίπτεται –όπως επίσης αίρεται και μια άλλη απόδειξη, όπου οι εισηγητές της επικαλούνται πάλι την ύπαρξη του κόσμου, για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό ότι ο Θεός υπάρχει.

Σύμφωνα, ορισμένως, με την απόδειξη αυτή, είναι γεγονός ότι το καθετί που συμβαίνει στον κόσμο έχει κάποια αιτία που το προκαλεί, η οποία, με την σειρά της, έχει μιαν άλλη αιτία που την γεννάει, και ούτω καθεξής, μέχρι να καταλήξομε σε μια αρχική αιτία, που είναι δημιουργός των πάντων. Αυτή, λοιπόν, η πρώτη αιτία από την οποία προήλθαν όλα, είναι σύμφωνα με την απόδειξη αυτή, ο Θεός. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Στην πραγματικότητα, όμως, με την απόδειξη αυτή εκβιάζεται μάλλον παρά τεκμαίρεται η ύπαρξη του Θεού. Η συνεχής αναγωγή από μιαν αιτία σε μιαν άλλη αιτία μέχρι να καταλήξομε σε μιαν αρχική αιτία, πάνω στην οποία βασίζεται η απόδειξη του Θεού, είναι ένα εφεύρημα παρά μια διαδικασία που ακολουθούν οι άνθρωποι, προκειμένου να εξηγήσουν τα πράγματα. Αν, δηλαδή, θέλει να εξηγήσει κανείς πώς δημιουργείται το φαινόμενο της βροχής, θα περιοριστεί στο να μάθει πώς προκαλείται η εξάτμιση των υδάτων της θάλασσας, πώς δημιουργούνται τα νέφη, πώς μετατρέπονται αυτά σε σταγόνες νερού, κ.ά.τ. χωρίς να χρειαστεί, προχωρώντας παραπέρα, να σκεφτεί πώς φτιάχτηκε η θάλασσα, πώς δημιουργήθηκε η γη πάνω στην οποία βρίσκεται η θάλασσα, πώς κατασκευάστηκε ο ήλιος από την θερμότητα του οποίου προκαλείται η εξάτμιση, πώς προέκυψε το σύστημα όπου ανήκουν η γη και ο ήλιος, κ.λπ., κ.λπ.

Γενικώς, δεν μπορούμε να επικαλούμαστε τον κόσμο, για να αποδείξουμε την ύπαρξη ενός τέλειου όντος, όπως ο Θεός. Ο κόσμος, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε παρατηρώντας τον γύρω μας, παρουσιάζει ατέλειες έτσι, ώστε να μην είναι θεμιτό από την ύπαρξη ενός ατελούς κόσμου να συμπεράνομε την ύπαρξη ενός τέλειου όντος, όπως ορίζεται ο Θεός.

Ο Χιουμ, όμως, πέρα από τις αδυναμίες των αποδείξεων για την ύπαρξη του Θεού τις οποίες επισήμανε, αμφισβήτησε επίσης την τέλεση των θαυμάτων που οι πιστοί, αποδίδοντάς τα στον Θεό, τα επικαλούνται, για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι ο Θεός υπάρχει. Το ότι οι μαρτυρίες για την ύπαρξη των θαυμάτων προέρχονται από πρόσωπα που δεν διακρίνονται για την αξιοπιστία τους, το ότι τα θαύματα απαντώνται συνήθως σε λαούς που δεν ανήκουν στα πολιτισμένα έθνη, το ότι τα θαύματα αποτελούν συστατικό αντίπαλων μεταξύ τους θρησκειών έτσι, που τα θαύματα της μιας θρησκείας να εξουδετερώνουν και να διαψεύδουν τα θαύματα της άλλης, το ότι υπάρχει μέσα στους ανθρώπους η τάση να διογκώνουν τα πράγματα δίνοντάς τους μεταφυσικές διαστάσεις ούτω, ώστε φαινόμενα που εκ πρώτης όψεως παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα να τα αποδίδουν στην δράση ή την παρέμβαση ενός υπερβατικού όντος χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να ψάξουν να βρουν μιαν εύλογη εξήγηση –όλα αυτά είναι, ισχυροί λόγοι, για να πειστεί κανείς ότι η αναφορά στα θαύματα είναι αυθαίρετη και κάθε άλλο παρά μπορεί να δικαιολογηθεί λογικά.

Λογικό, εξηγεί ο Χιουμ, είναι εκείνο για το οποίο έχομε ενδείξεις ότι συμβαίνει, ή, αν πρόκειται να αποφασίσομε μεταξύ της πιθανότητας να συμβεί κάτι και της πιθανότητας να συμβεί κάτι άλλο, λογικό είναι εκείνο για το οποίο έχομε περισσότερες ενδείξεις ότι θα γίνει. Είναι λογικό, για παράδειγμα, όταν υπάρχει χαμηλή και πυκνή νέφωση να περιμένομε να βρέξει παρά να σκεφτούμε ότι θα πέσει το μάνα, (ή βατράχια) γιατί έχει συμβεί πάμπολλες φορές ως τώρα, όταν υπάρχει χαμηλή και πυκνή νέφωση, να βρέξει, ενώ δεν έχει τύχει ποτέ (ή, αν υιοθετήσομε την σχετική περιγραφή από την Βίβλο, έχει συμβεί μια μόνο φορά) να πέσει το μάνα από τον ουρανό και αν ακούσουμε τον Τσαρλς Φορτ έχει βρέξει βατράχια στο Λονδίνο.

Τα θαύματα αποτελούν ανατροπές της κανονικής πορείας της φύσης, παραβιάσεις των νόμων που περιγράφουν την σταθερή συμπεριφορά της φύσης. Έχομε, λοιπόν, να διαλέξομε μεταξύ των νόμων της φύσης και των θαυμάτων. Τι είναι λογικό να επιλέξομε: τους νόμους της φύσης ή τα θαύματα; Αν φανταζόμασταν μια ζυγαριά με δυο δίσκους και στον μεν έναν βάζαμε ένα θαύμα στον δε άλλον τοποθετούσαμε τον αντίστοιχο νόμο της φύσης, στον οποίο αποτυπώνεται η απαρέγκλιτη συμπεριφορά μιας κατηγορίας φαινομένων της φύσης, η ζυγαριά θα έκλινε πάντοτε προς το μέρος του νόμου της φύσης.

Το γεγονός, βέβαια, ότι ο Χιουμ με τα επιχειρήματά του τόσο εναντίον της τέλεσης των θαυμάτων από ένα υπερφυσικό ον όσο και εναντίον των αποδείξεων ότι ο Θεός υπάρχει αμφισβήτησε την ύπαρξη του Θεού δεν σημαίνει ότι τάχθηκε με την πλευρά του άθεου, που διατείνεται την ανυπαρξία του Θεού, αφού ο τελευταίος αυτός, εξίσου, δεν παρέχει καμιά απόδειξη που να μας πείθει ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Έτσι, όσο κι αν ο Χιουμ αποποιήθηκε την ύπαρξη του Θεού, δεν έπαψε, εντούτοις, να υποστηρίζει την ανεκτικότητα απέναντι στην διάθεση άλλων να πιστεύουν στον Θεό.

Εμπειρικές προτάσεις και ταυτολογίες.

Ο σκεπτικισμός στον οποίο οδηγήθηκε ο Χιουμ στην προσπάθειά του να μείνει συνεπής στο αξίωμα της διδασκαλίας του εμπειρισμού, σύμφωνα με το οποίο τα μόνα πράγματα που μπορούμε να γνωρίσουμε είναι τα περιεχόμενα της εμπειρίας μας, ήγουν οι εντυπώσεις και οι ιδέες, που προέρχονται από τις αισθήσεις μας· όσο ακραίος κι αν είναι, καθόσον αναφέρεται σε όλα τα επίπεδα της γνώσης (είτε, δηλαδή, πρόκειται για τον ίδιο τον εαυτό μας είτε για την φύση γύρω από μας είτε για τον Θεό πέρα από την φύση) δεν είναι, εντούτοις, ολοκληρωτικός.

Κι αυτό, γιατί, πέρα από τον τομέα της γνώσης, όπου αμφισβητείται η βεβαιότητα που μπορούν να μας εξασφαλίσουν οι προτάσεις με τις οποίες περιγράφομε τον εαυτό μας, τα γεγονότα στην φύση ή τον Θεό, υπάρχουν, άλλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου ο σκεπτικισμός του δεν έχει θέση, καθόσον σε αυτά ο στόχος δεν είναι η απόκτηση γνώσης. Τέτοια πεδία, ορισμένως, είναι η λογική και τα μαθηματικά αφενός και η ηθική αφετέρου.

Ο Χιουμ διέκρινε τις προτάσεις σε εμπειρικές και σε ταυτολογίες. (Ως προτάσεις στην φιλοσοφία ορίζονται οι φράσεις με τις οποίες δηλώνεται ότι κάτι είναι αληθές ή ψευδές. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, οι φράσεις, «η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας» και «ο Αξιός είναι βουνό» είναι προτάσεις, καθόσον δηλώνουν κάτι που είναι, αντίστοιχα, αληθές και ψευδές. Αντίθετα η προσταγή «άνοιξε την πόρτα» ή η φράση «πρέπει να είσαι ευγενής» δεν συνιστούν προτάσεις, καθόσον δεν αναφέρονται σε κάτι που μπορεί να είναι αληθές ή ψευδές. Προφανώς δεν έχει νόημα να ρωτήσω: «είναι αλήθεια ή ψέμα να ανοίξω την πόρτα;» ή «είναι αλήθεια ή ψέμα ότι πρέπει να είμαι ευγενής;»)

(D. Hume, Enquiry Concerning Human Understanding: «Όλα τα αντικείμενα της ανθρώπινης νόησης ή έρευνας μπορούν να διαιρεθούν σε δυο είδη: σε σχέσεις ιδεών και θέματα γεγονότος». Πρόκειται για την γνωστή ως «διχάλα του Χιουμ» θεωρία του Χιουμ, σύμφωνα με την οποία οι προτάσεις χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε εμπειρικές προτάσεις, με τις οποίες περιγράφονται τα γεγονότα που εκδηλώνονται στην φύση ή σε μας τους ίδιους, και σε ταυτολογίες, που χρησιμοποιούνται στην λογική και τα μαθηματικά, για να δηλώσουν σχέσεις μεταξύ αριθμών, πλευρών, μεγεθών κ.ά.τ. Αν κάτι, που θεωρείται ότι είναι αλήθεια ή ψέμα δεν βασίζεται στην εμπειρία ή δεν είναι ταυτολογία, δεν αποτελεί, δηλαδή, εμπειρική πρόταση ή ταυτολογία, αυτό δεν έχει καμιά απολύτως αξία.)

«Αν, πέσει στα χέρια μας οποιοδήποτε βιβλίο θεολογικού ή μεταφυσικού, ας πούμε, περιεχομένου, ας αναρωτηθούμε: περιλαμβάνει κανέναν αφηρημένο συλλογισμό που να αναφέρεται σε ποσότητες ή αριθμούς; Όχι. Περιλαμβάνει κανέναν εμπειρικό συλλογισμό που να αναφέρεται σε γεγονότα ή στην ύπαρξη; Όχι. Τότε, ας το πετάξομε στην φωτιά, αφού δεν περιέχει τίποτε άλλο παρά σοφιστεία και φαντασία» λέγει ο Χιούμ.

Οι εμπειρικές προτάσεις είναι εκείνες που, όπως οι προτάσεις «έξω βρέχει», «οι άνθρωποι, εκτός από σώμα, διαθέτουν μέσα τους εμπειρίες» ή «ο Θεός υπάρχει», αναφέρονται σε γεγονότα που εκδηλώνονται είτε στην φύση, είτε μέσα μας, είτε πέρα από τον φυσικό κόσμο και διατυπώνονται με στόχο να παράσχουν, βάσει των αισθήσεων, πληροφορίες. Με τις προτάσεις αυτές, όπως ειπώθηκε, οι χειριστές των δεν μπορούν να μας εξασφαλίσουν καμιά βεβαιότητα για όσα υποστηρίζουν.

Οι ταυτολογίες, αντίθετα, είναι προτάσεις που, όπως οι προτάσεις «ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο» ή «ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες», δεν προσφέρουν μεν καμιά πληροφορία, δεν λένε, δηλαδή, κάτι που δεν είναι ήδη γνωστό από την στιγμή της εκφοράς του υποκειμένου, αλλά και δεν μπορούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αμφισβητηθούν. Το να πει κάποιος «άσπρο λουλούδι» εννοείται ότι είναι άσπρο ή το να πει «τρίγωνο» εννοείται ότι πρόκειται για ένα σχήμα με τρεις γωνίες. Εν τοιαύτη περιπτώσει, λέγοντας ότι ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο ή ότι ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες δεν προσκομίζει τίποτε καινούριο.

Παράλληλα, όμως, αρθρώνοντας τις προτάσεις «ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο» και «ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες» διατυπώνει κάτι που είναι αδύνατον να αμφισβητηθεί. Το να πει κανείς ότι ένα άσπρο λουλούδι δεν είναι άσπρο ή ότι ένα τρίγωνο δεν έχει τρεις γωνίες λέει κάτι που είναι αδύνατον να ισχύει ποτέ και πουθενά. Επειδή, ακριβώς, στην λογική και στα μαθηματικά οι χειριστές των μεταχειρίζονται ταυτολογίες, οι τομείς αυτοί της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν υπόκειται στον σκεπτικισμό, που εισηγήθηκε -κάτι που ισχύει επίσης στην περίπτωση της ηθικής.

Τι κάνουμε όταν συμπεριφερόμαστε ηθικά.

Ο στόχος στην ηθική δεν είναι να περιγράψομε γεγονότα, να υποστηρίξομε τι συμβαίνει πράγματι, αλλά να αποφασίσει ο καθένας μας πώς πρέπει να συμπεριφέρεται όποτε καλείται να πράξει. Αυτό, δυστυχώς, σημειώνει ο Χιουμ, δεν το κατάλαβαν ως την εποχή του οι εισηγητές των διαφόρων ηθικών θεωριών και, έτσι, προσπάθησαν να αναγάγουν εκείνο που πρέπει να κάνει κανείς σε εκείνο που θεωρούν ότι υφίσταται στην πραγματικότητα. Έτσι, από το γεγονός, ας πούμε, ότι υπάρχει μέσα μας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης συμπέραναν ότι πρέπει να κάνομε ό,τι ικανοποιεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ή από το γεγονός ότι είναι “θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια” θεώρησαν ότι πρέπει να λέμε την αλήθεια. Ο Χιουμ επισημαίνει συγκεκριμένα:

«Σε κάθε σύστημα ηθικής που γνώρισα μέχρι σήμερα, παρατήρησα πάντοτε ότι για ένα χρονικό διάστημα ο συγγραφέας προχωρεί κατά τον συνήθη τρόπο της σκέψης και εισάγει το ον του Θεού ή κάνει παρατηρήσεις σχετικά με τα ανθρώπινα ζητήματα. Ξαφνικά, όμως, διαπιστώνω με έκπληξη ότι όλες οι προτάσεις σχετίζονται με το «πρέπει» ή το «δεν πρέπει» αντί με τα συνήθη συνδετικά ρήματα των προτάσεων «είναι» και «δεν είναι»… Επειδή το «πρέπει» ή το δεν «πρέπει» εκφράζουν κάποια νέα σχέση ή απόφανση, είναι ανάγκη να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας και να ερμηνευθούν. Συγχρόνως είναι απαραίτητο να δοθεί κάποια εξήγηση για κάτι που είναι εντελώς ακατανόητο: πώς η νέα αυτή σχέση μπορεί να συμπερανθεί από άλλες σχέσεις που είναι τελείως διαφορετικές από εκείνη. Καθώς, όμως, οι συγγραφείς των συστημάτων γενικώς δεν εφιστούν την προσοχή στο σημείο αυτό, παίρνω το θάρρος να το επισημάνω εγώ στους αναγνώστες. Και είμαι πεπεισμένος ότι η μικρή αυτή παρέμβασή μου θα αναιρούσε όλα τα χονδροειδή ηθικά συστήματα, και θα μας επέτρεπε να δούμε ότι η διάκριση της κακίας από την αρετή δεν ανάγεται απλώς στις σχέσεις των αντικειμένων ούτε και συλλαμβάνεται με τον λόγο.»

Μεταξύ, όμως, αυτού που υποτίθεται ότι ισχύει στην πραγματικότητα, τουτέστιν του Είναι, (Ο όρος «Είναι», όπως και όρος «Ον», στην φιλοσοφία εξισώνεται με τον όρο «πραγματικότητα». Το Είναι, όπως και το Ον, δηλώνει εκείνο που θεωρούμε ότι υπάρχει ή συμβαίνει πράγματι) και του πρέπει, υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα έτσι, ώστε να μην μπορεί λογικά να συμπερανθεί το πρέπει από το Είναι. Ειδικότερα, μια από τις βασικές προϋποθέσεις σε έναν συλλογισμό, για να είναι έγκυρος, είναι οι όροι που αναφέρονται στο συμπέρασμα να έχουν μνημονευθεί στις προκείμενες. Για παράδειγμα, ο συλλογισμός:

Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί.
Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος.

Ο Σωκράτης είναι θνητός… είναι έγκυρος, γιατί οι όροι «Σωκράτης» και «θνητός», που περιλαμβάνονται στο συμπέρασμα, αναφέρονται στις προκείμενες. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, με τον συλλογισμό:

Είναι θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια.
Πρέπει να λέω την αλήθεια,
όπου ο όρος «πρέπει», που απαντάται στο συμπέρασμα, δεν περιέχεται στην προκείμενη.

Ο Χιουμ εξήγησε πώς συμπεριφερόμαστε ως ηθικά πρόσωπα έχοντας υπόψη του το χάσμα που χωρίζει το πρέπει από το Είναι.

Διέκρινε, συγκεκριμένα, μέσα μας δυο βασικές λειτουργίες: τον λόγο και την βούληση. Με τον λόγο προβαίνομε σε διαπιστώσεις, διατυπώνομε προτάσεις του είναι, περιγράφουμε τι συμβαίνει –χωρίς αυτό, βέβαια, στο πλαίσιο του σκεπτικισμού του, να σημαίνει ότι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι διαπιστώσεις του λόγου. Με την βούληση παρακινούμεθα να κάνουμε κάτι. Μπορεί, ας πούμε, με τον λόγο να διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μέσα μας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή ότι είναι “θέλημα Θεού” να λέμε την αλήθεια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα κάνει κανείς κιόλας ό,τι του λέει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή ότι θα ανταποκριθεί στο “θέλημα του Θεού” να λέει την αλήθεια. Θα πρέπει, για να δράσει ή να συμπεριφερθεί ανάλογα, και να θέλει να κάνει κανείς ό,τι του λέει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή να θέλει επίσης να ανταποκριθεί στο “θέλημα του Θεού” να λέει την αλήθεια.

Αλλά θέλει να κάνει κανείς κάτι –είτε αυτό του το υπαγορεύει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είτε του το επιτάσσει το “θέλημα του Θεού” είτε του το υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο- εφόσον από αυτό που θα κάνει θα νιώσει ευχαρίστηση. Διαφορετικά, αν από την πράξη του πρόκειται να αισθανθεί πόνο, δεν θέλει να το κάνει, και αποφεύγει να το κάνει. Το κίνητρο, λοιπόν, για να κάνομε κάτι, δεν είναι να σκεφτούμε, όπως μας λέει ο λόγος, να το κάνουμε, αλλά χρειάζεται να θέλουμε να το κάνουμε και, επιπλέον να προσδοκάμε ότι, κάνοντάς το, θα νιώσουμε ευχαρίστηση, ενώ το κίνητρο, για να αποφύγουμε να το κάνομε, είναι ότι, κάνοντάς το, θα νιώσουμε πόνο.

Τα συναισθήματα της ευχαρίστησης και του πόνου είναι, σε τελευταία ανάλυση, το κίνητρο, αντίστοιχα, για να κάνουμε ή να μην κάνουμε κάτι. Προσοχή, όμως: απλώς για να κάνουμε ή να μη κάνουμε κάτι, όχι για το αν πρέπει να κάνουμε κάτι ή αν δεν πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί, αν ο καθένας κάνει ό,τι του αρέσει, ό,τι του προκαλεί ευχαρίστηση, αποφεύγοντας να κάνει ό,τι του δημιουργεί πόνο, τότε, στην προσπάθειά του να επιτύχει ο καθένας ό,τι τον συμφέρει, ο ένας θα στρεφόταν εναντίον του άλλου και, έτσι, θα κινδύνευε το ανθρώπινο γένος, πράγμα ασφαλώς που δεν συνάδει προς την ηθική, η οποία έχει σαν στόχο την ευτυχία των ανθρώπων και όχι τον όλεθρό τους.

Ο στόχος μας, λοιπόν, όταν πράττουμε, θα πρέπει να είναι η ευτυχία των ανθρώπων, το κοινό καλό, η κοινωνική ωφέλεια, και όχι το καθαρά ατομικό συμφέρον μας. Η ευχαρίστηση, λοιπόν, προκειμένου να αποτελέσει ηθικό κίνητρο σε κάποιον για να κάνει κάτι, θα πρέπει να συμφωνεί με το συναίσθημα της συμπάθειας, με την έγνοιας του ότι, κάνοντας αυτό, θα ωφεληθεί ένας αριθμός συνανθρώπων του –και μάλιστα όσο γίνεται μεγαλύτερος αριθμός συνανθρώπων τουּ, ο Χιουμ, εν προκειμένω, υιοθέτησε το αξίωμα «μεγαλύτερη ευτυχία για μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων».

Η συμπάθεια, όμως -η οποία θα πρέπει να συνοδεύει την ευχαρίστηση, που περιμένομε να νιώσουμε κάνοντας κάτι, ώστε η τελευταία αυτή να μπορέσει να θεωρηθεί ηθικό κίνητρο για μας- είναι ένα γενικό, αφηρημένο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμεθα να δράσομε. Το πώς η συμπάθεια στην ορισμένη στιγμή που καλούμεθα να πράξουμε θα πάρει σάρκα και οστά έτσι, που να μπορεί να αξιολογηθεί ηθικά, εξαρτάται από την αρχή βάσει της οποίας θα επιλέξομε να πράξουμε.

Ας υποθέσομε ότι είμαι επιτηρητής σε έναν διαγωνισμό για την πλήρωση ορισμένων θέσεων στο Δημόσιο και ότι ευχαρίστησή μου είναι, σύμφωνα με την συμπάθεια που τρέφω προς τους συνανθρώπους μου, να βοηθήσω όσο γίνεται περισσότερους από τους διαγωνιζόμενους στην αίθουσα που επιτηρώ. Θα μπορούσα, λοιπόν, να κάνω τα στραβά μάτια και να τους αφήσω να αντιγράψουν. Θα μπορούσα, όμως, να σκεφτώ ότι αυτό θα στρεφόταν εναντίον των άλλων υποψηφίων που διαγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό σε άλλες αίθουσες, όπου οι επιτηρητές είναι αυστηροί.

Θα μπορούσα, ακόμη, να υποθέσω ότι, βοηθώντας κάποιους διαγωνιζόμενους να επιτύχουν χωρίς να το αξίζουν, η πράξη μου βλάπτει μακροπρόθεσμα το κοινωνικό σύνολο, αφού έτσι, με την πλήρωση των θέσεων από ακατάλληλους υπαλλήλους, θα συνέβαλα στην κακή λειτουργία του Δημοσίου. Οι αρχές αυτές, όπως και άλλες, βέβαια, που θα μπορούσα να σκεφτώ, εξυπηρετούν με τον δικό της τρόπο η καθεμιά το συναίσθημα της συμπάθειας που οφείλω να τρέφω προς τους συνανθρώπους μου. Η ευθύνη για το ποια από τις αρχές αυτές θα επιλέξω, η οποία θα δώσει τελικά και το ηθικό περιεχόμενο στην συμπάθειά μου, για το οποίο και θα κριθώ τελικά, ανήκει σε μένα.

Η δικαίωση

Ο Χιουμ από νωρίς στην ζωή του, από τότε που ήταν ακόμη φοιτητής, έβαλε σαν στόχο να γίνει «λόγιος και φιλόσοφος». Προς τον σκοπό αυτόν, λοιπόν, ακολούθησε εκών ένα σκληρό πρόγραμμα μελέτης και στοχασμού επί τρία χρόνια, μέχρι που του γεννήθηκε η ιδέα να δημιουργήσει ένα καινούριο σύστημα φιλοσοφίας –σαν να άνοιξε μέσα του, όπως λέει ο ίδιος, «μια νέα σκηνή Στοχασμού».

Η εξέλιξη των πραγμάτων δικαίωσε ασφαλώς την πρόβλεψή του. Οι απόψεις του για την γνώση του φυσικού κόσμου, την αιτιότητα και την επαγωγή πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτή, για την ψυχή, για την θρησκεία, για την ηθική, για τα μαθηματικά και την λογική ανέτρεψαν πράγματι το σκηνικό της φιλοσοφίας, όπως είχε διαμορφωθεί αυτό ως τις μέρες του, και εξακολουθούν ως σήμερα ακόμη να αποτελούν σημείο αναφοράς για πολλούς από τους φιλοσοφούντες είτε για να τις σχολιάσουν -θετικά ή αρνητικά, δεν έχει τόση σημασία αυτό, όσο έχει το γεγονός ότι παραμένουν ζωντανές στην σκέψη μας- είτε για να εμπνευστούν από αυτές, προκειμένου να αναπτύξουν τον δικό τους στοχασμό, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με τον Ιμμάνουελ Καντ, ο οποίος δεν δίστασε να ομολογήσει ότι, “χάρη στον Σκεπτικισμό του Χιουμ, μπόρεσε να ξυπνήσει από τον δογματικό λήθαργο, στον οποίο ο στοχασμός του είχε περιπέσει επί δεκαετίες πριν”.

(Ιμμάνουελ Καντ (1724-184), Γερμανός φιλόσοφος, του οποίου η πνευματική δράση χωρίζεται σε δύο περιόδους: στην προκριτική περίοδο και στην κριτική περίοδο. Κριτική ονομάζεται η όψιμη περίοδος της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Καντ, επειδή σε αυτό το χρονικό διάστημα της ζωής του συνέγραψε τα τρία κορυφαία συγγράμματά του –ήγουν την Κριτική του καθαρού λόγου (1781), την Κριτική του πρακτικού λόγου (1788) και την Κριτική της κριτικής δύναμης (1790)- χάρη στα οποία καταξιώθηκε σαν ένας από τους πιο σπουδαίους φιλοσόφους. Πριν από την κριτική περίοδο, στην προκριτική φάση της φιλοσοφικής δραστηριότητάς του, ο Καντ ήταν απλώς ένα καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης χωρίς ιδιαίτερη απήχηση στην φιλοσοφική κοινότητα. Αφορμή για να περάσει στην κριτική περίοδο και να μπει, έτσι, στο πάνθεο των μεγάλων φιλοσόφων στάθηκε η εντύπωση που προκάλεσε στον στοχασμό του ο Σκεπτικισμός του Χιουμ.)

Η δικαίωσή του Χιουμ, πάντως, ως διακεκριμένου φιλοσόφου δεν ήρθε γρήγορα ούτε και υπήρξε ανώδυνη. Στο διάστημα των τριών ετών που έμεινε στην Γαλλία, από το 1734 έως το 1737, έγραψε το πρώτο και σημαντικότερο, ίσως, όπως θεωρείται σήμερα, έργο του, την “Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση”, που αποτελείται από τρία βιβλία.

Η υποδοχή, όμως, που επιφύλαξαν οι αναγνώστες στο βιβλίο του, όταν εκδόθηκε αυτό ύστερα από τριών χρόνων προσπάθειες, ήταν απογοητευτική. Ο ίδιος, μάλιστα, πριν εκδοθεί το έργο του, προκειμένου να κερδίσει την συμπάθεια ενός ανθρώπου, όπως ο επίσκοπος Μπάτλερ, που η άποψή του είχε βαρύνουσα σημασία, του έδωσε να διαβάσει τα χειρόγραφα του έργου του φροντίζοντας προηγουμένως, ευνουχίζοντάς τα, να αφαιρέσει κομμάτια που μπορούσαν να προκαλέσουν την αντίδρασή του, ενώ αποφάσισε, όταν εκδόθηκαν το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της Πραγματείας του, να κυκλοφορήσουν ανώνυμα.

Αλλά και το τελευταίο του, από χρονική σειρά, έργο του, που φέρει τον τίτλο “Διάλογοι αναφορικά με την φυσική θρησκεία”, το οποίο είχε ήδη γράψει από την δεκαετία του 1750 και επιμελήθηκε πριν πεθάνει, δεν τόλμησε να το εκδώσει όσο ζούσε λόγω των αντιδράσεων που περίμενε ότι θα προκαλούσε η δημοσίευσή του. Το έργο εκδόθηκε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του με την φροντίδα του συνεπώνυμού του ανεψιού του.

Ως ιστορικός, ο Χιουμ απομακρύνθηκε από την παραδοσιακή χρονολογική απαρίθμηση πολέμων και κρατικών πράξεων και περιέγραψε τις οικονομικές και διανοητικές δυνάμεις, που έπαιξαν ρόλο στην ιστορία της χώρας του. Το έργο του “Ιστορία της Αγγλίας” για πολύ καιρό θεωρούνταν κλασικό.

Η συμβολή του Χιουμ στην οικονομική θεωρία επηρέασε τον Σκωτσέζο φιλόσοφο και οικονομολόγο Άνταμ Σμιθ, καθώς και μεταγενέστερους οικονομολόγους. Στις ιδέες του Χιουμ περιλαμβανόταν η πεποίθηση ότι ο πλούτος δεν εξαρτάται από το χρήμα, αλλά από τα αγαθά, ενώ επίσης αναγνώριζε την επίδραση των κοινωνικών συνθηκών στην οικονομία.

“Η ζωή ενός ανθρώπου δεν έχει μεγαλύτερη σημασία για το σύμπαν από την ζωή ενός στρειδιού.”

“Η πρώτη σελίδα του Θουκυδίδη είναι κατά τη γνώμη μου η αρχή της πραγματικής Ιστορίας. Όλες οι προηγούμενες αφηγήσεις είναι τόσο πολύ ανακατεμένες με μύθους, που οι φιλόσοφοι πρέπει να τις αφήσουν για τους ποιητές και τους ρήτορες.” David Hume (1711-1776)

Ο Αριστοτέλης, η μεσότητα και οι επιλογές του σύγχρονου ανθρώπου

Η έννοια της μεσότητας, ως κεντρικό σημείο της αριστοτελικής σκέψης στην αναζήτηση της αρετής, έχει επισημανθεί λεπτομερώς και στο έργο «Ηθικά Νικομάχεια» και στα «Ηθικά Μεγάλα». Στα «Ηθικά Ευδήμια» ο Αριστοτέλης θα επαναλάβει τη σημασία της μεσότητας τονίζοντας (για μια ακόμη φορά) ότι οι πράξεις που δεν ορίζονται από το μέτρο του ορθού λόγου είναι αδύνατο να υπηρετούν την αρετή: «Σε όλες τις πράξεις άριστο είναι το μέσον, και ειδικά το μέσον το σε σχέση με εμάς» (1220b 33-34).

Το «σε σχέση με εμάς» μέτρο είναι η κατάδειξη της υποκειμενικότητας, αφού κάθε άνθρωπος πρέπει να γνωρίζει τα όριά του, για να κάνει τις κατάλληλες επιλογές που αρμόζουν σε αυτά. Άλλη ποσότητα φαγητού θα φάει ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος που δε γυμνάζεται εντατικά κι άλλη ένας μεγαλόσωμος που επιδίδεται εντατικότερα σε γυμναστικές ασκήσεις. Η αυτογνωσία παρουσιάζεται ως απαραίτητη προϋπόθεση για την αναζήτηση της υποκειμενικής μεσότητας. Ο άνθρωπος που δε γνωρίζει τον εαυτό του είναι αδύνατο να πάρει τις σωστές αποφάσεις, καθώς αγνοεί το μέτρο που του αρμόζει.

Ο Αριστοτέλης θα συνεχίσει: «σε κάθε περίπτωση το μέσον το σε σχέση με εμάς προάγει την άριστη έξη (παγιωμένη ηθική στάση). Είναι κάτι που αποδεικνύεται άμεσα τόσο με την επαγωγική μέθοδο, όσο και με συλλογισμούς» (1220b 35-37). Η έννοια της έξης (εθισμός) έχει επίσης κομβική σημασία στον αριστοτελικό λόγο. Ως εθισμός ορίζονται οι καθημερινές συνήθειες του ανθρώπου που επαναλαμβάνονται ξανά και ξανά και εν τέλει γίνονται ένα με την προσωπικότητά του.

Αυτός που συνηθίζει να εξοργίζεται με το παραμικρό χωρίς να διαθέτει ούτε την ελάχιστη υπομονή στις καταστάσεις που τον περιβάλλουν δεν μπορεί παρά να είναι οργίλος. Κι αυτός που αδυνατεί να καταδείξει την ελάχιστη εγκράτεια σε σχέση με τις σωματικές ηδονές είναι ακρατής. Από αυτή την άποψη, κάθε άνθρωπος που θέλει να γνωρίσει τον εαυτό του δεν έχει παρά να παρακολουθήσει τις καθημερινές του συνήθειες. Αυτά που κάνει, αυτά είναι.

Τα συναισθήματα αποτελούν την επισφράγιση του χαρακτήρα. Σε τελική ανάλυση ο άνθρωπος κάνει αυτά που τον ευχαριστούν. Αν βρίσκει ευχαρίστηση στην εκδήλωση της οργής, θεωρώντας τη εκτονωτικό ξέσπασμα της ψυχής ή ένδειξη υπεροχής ή δυναμική παρουσίαση του εαυτού ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να πιστεύει, θα συμπεριφέρεται και ανάλογα. Με τον ίδιο τρόπο, το ακαταμάχητο των σωματικών ηδονών θα καθορίσει τη συμπεριφορά του ακρατή, ο οποίος καθίσταται απολύτως ανίσχυρος μπροστά στα καλέσματά τους.

Ο Αριστοτέλης ξεκαθαρίζει: «κάθε ηθική αρετή σχετίζεται με όσα μας προκαλούν ηδονή και λύπη. Διότι η ψυχή του ανθρώπου βιώνει ηδονή για εκείνα και εν σχέσει με εκείνα με τα οποία εκ φύσεως γίνεται χειρότερη ή καλύτερη. Και λέμε κακούς ορισμένους ακριβώς λόγω της ηδονής και της λύπης, εάν τις επιζητούν ή τις αποφεύγουν, ή εάν τις βιώνουν όπως δεν πρέπει ή εκείνες που δεν πρέπει» (1221b 46-48 και 1222a 1-3).

Για να συμπληρώσει: «Αυτός είναι και ο λόγος που οι πάντες ορίζουν όπως-όπως τις αρετές ως μορφές απάθειας και αδράνειας απέναντι σε όσα μας προκαλούν ηδονή και λύπη, ενώ τις κακίες με τους αντίθετους όρους» (1222a 4-7).

Με άλλα λόγια, η ηθική αρετή ταυτίζεται με τις επιλογές της μεσότητας, όπως την ορίζει η λογική, και η συμπεριφορά του ανθρώπου διαμορφώνεται από τις καθημερινές του συνήθειες (έξεις) που εξ’ ανάγκης αντανακλούν τα συναισθήματά του. Αν κάποιος βρίσκει χαρά με ποιοτικές πράξεις, τότε έχει ποιοτικό εθισμό και οι ποιοτικές του συνήθειες τον καθιστούν άνθρωπο ποιότητας.

Αντίθετα, αυτός που εισπράττει χαρά από ευτελείς πράξεις αποκτά ευτελείς συνήθειες που εν τέλει θα καθορίσουν την προσωπικότητά του αντιστοίχως. Γι’ αυτό έχει μεγάλη σημασία το πώς θα μάθει κανείς να αντλεί χαρά, δηλαδή τι λογής εθισμό θα αποκτήσει. Γιατί αυτός που θα μάθει να αντλεί χαρά κλέβοντας (εθιστεί στην κλοπή) θα γίνει κλέφτης.

Για τον Αριστοτέλη το ζήτημα της αρετής αφορά την αιώνια διαπάλη των άκρων της υπερβολής και της έλλειψης (θυμίζοντας –χωρίς όμως να ταυτίζεται– τη διδασκαλία των Πυθαγορείων): «τα ενάντια φθείρονται αμοιβαία, και τα άκρα είναι ενάντια τόσο το ένα με το άλλο, όσο και με το μέσον, αφού αυτό είναι ενάντιο και με το ένα άκρο και με το άλλο: το ίσο είναι μεγαλύτερο από το μικρότερο, και το μικρότερο από το μεγαλύτερο. Άρα, η ηθική αρετή συνδέεται υποχρεωτικά σε κάθε περίπτωση με το μέσον, και αποτελεί μια μορφή μεσότητας» (1220b 38-43).

Τα αλληλοσυγκρουόμενα άκρα δεν έχουν άλλη επιλογή από το να καταδείξουν το δρόμο της μεσότητας που ξέρει να ισορροπεί ακριβώς ανάμεσά τους υποδεικνύοντας τα όρια της πρέπουσας συμπεριφοράς. Κι όταν γίνεται λόγος για την πρέπουσα συμπεριφορά δεν εννοείται η κενή περιεχομένου εκδοχή του κούφιου καθωσπρεπισμού, αλλά η εκδοχή της ενέργειας που αρμόζει στις τρέχουσες καταστάσεις, δηλαδή της ισορροπίας που θα φέρει τα καλύτερα αποτελέσματα αναδεικνύοντας την ισορροπημένη ψυχή που τίθεται ως βάση της ευτυχίας.

Ο οργίλος πριν από όλα αδυνατεί να εξισορροπήσει τα συναισθήματά του ακόμη και σε καταστάσεις ελάσσονος σημασίας. Η υπερβολή που βιώνει και η ένταση των συναισθηματικών του εκρήξεων είναι η αχρείαστη φθοροποιός έξαρση που πρώτα από όλα ζημιώνει τον εαυτό του. Όμως, και σε κοινωνικό επίπεδο ο οργίλος δημιουργώντας εντάσεις για θέματα ανάξια λόγου ή συμπεριφερόμενος απολύτως ανάρμοστα μέσα στο πλαίσιο της υπερβολής κερδίζει την αντιπάθεια ακόμη και σε περιπτώσεις που ενδεχομένως να έχει δίκιο. Αδυνατώντας να εξισορροπήσει τα συναισθήματά του δυσκολεύει και τη δική του ζωή και των γύρω του. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η έλλειψη που παρουσιάζει ο απαθής κρίνεται προτιμότερη.

Ο Αριστοτέλης σημειώνει: «Ο οργίλος (οξύθυμος) οργίζεται πιο πολύ ή πιο γρήγορα απ’ όσο πρέπει ή με περισσότερους απ’ όσους πρέπει. Ο απαθής, αντίθετα, παρουσιάζει έλλειμμα οργής, και οργίζεται είτε με λιγότερους είτε πιο αργά είτε σε μικρότερο βαθμό από το πρέπον» (1221a 15-17).

Σε κάθε περίπτωση η υπερβολή και η έλλειψη εμποδίζουν την εκδήλωση της ορθής συμπεριφοράς υπονομεύοντας τις ισορροπίες της ευτυχίας. Στην προκειμένη περίπτωση η μεσότητα εκφράζεται μέσα από την πραότητα που είναι σε θέση να διαχειριστεί σωστά τις καταστάσεις. Ο πράος είναι εκείνος που στέκεται επιτυχώς ανάμεσα στα δύο άκρα της οργιλότητας και της απάθειας.

Με τον ίδιο τρόπο ο ανδρείος βρίσκεται ανάμεσα στο θρασύ και τον δειλό: «Και ο θρασύς δε φοβάται ούτε αυτά που πρέπει αλλά ούτε και τη στιγμή που πρέπει ούτε όσο πρέπει. Ο δειλός, αντίθετα, φοβάται και αυτά που δεν πρέπει και όταν δεν πρέπει και πιο πολύ από όσο πρέπει» (1221a 18-20).

Ο Αριστοτέλης θα συνεχίσει: «Τα ίδια ισχύουν και για τον ακόλαστο και τον ακραίο στις επιθυμίες του και γενικά όποιον υπερβάλλει σ’ αυτά που επιδέχονται υπερβολή. Παράλληλα, ο αναίσθητος υστερεί και δεν έχει ούτε όση επιθυμία θα ήταν καλύτερο να έχει, ούτε τις επιθυμίες που αρμόζουν στη φύση, αλλά παραμένει απαθής σαν πέτρα. Επίσης, ο κερδοσκόπος πάει να βγάλει όφελος από παντού, ενώ ο ζημιάρης δε βγάζει από πουθενά ή βγάζει λιγότερο. Ο ψευτοπερήφανος υποκρίνεται ότι έχει περισσότερα απ’ όσα πράγματι έχει, ενώ ο κρυψίνους λιγότερα» (1221a 20-27).

Κι όχι μόνο αυτά: «Ο κόλακας επαινεί, μαζί με τα υπάρχοντα καλά κάποιου, ακόμα περισσότερα από αυτά, ενώ ο εχθρικός λιγότερα από τα όντως υπάρχοντα. Και το να κάνεις τα πάντα για να χαρεί ο άλλος, είναι δουλοπρέπεια, ενώ το να κάνεις λίγα και με το ζόρι είναι εγωπάθεια. Επιπλέον, όποιος δεν αντέχει καμία στενοχώρια, ακόμα κι αν είναι για το καλό του, είναι τρυφηλός, ενώ εκείνος που τις σηκώνει όλες, δεν έχει όνομα και μια λέξη που να τον περιγράφει, αλλά μεταφορικά τον λέμε σκληρό και ταλαίπωρο, άνθρωπο φτιαγμένο για τα βάσανα» (1221a 28-34).

Για να ολοκληρώσει: «Ο κενόδοξος απαιτεί για τον εαυτό του περισσότερα απ’ όσα του αξίζουν, ενώ ο μικρόψυχος λιγότερα. Ακόμη, ο άσωτος υπερβάλλει σε κάθε του δαπάνη, ενώ ο τσιγκούνης και ανελεύθερος υστερεί σε όλες. Παρόμοια και ο μικρόπρεπος και ο ξιπασμένος: ο πρώτος δαπανά λιγότερα από τα πρέποντα, ενώ ο δεύτερος περισσότερα. Ο πανούργος βγαίνει σε κάθε περίπτωση και με κάθε τρόπο κερδισμένος, ενώ ο ευήθης βγαίνει χαμένος ακόμα και εκεί που πρέπει να βγει κερδισμένος. Ο φθονερός λυπάται για τις χαρές του άλλου, φθονώντας μάλιστα και χαρές που αξίζει να τις έχει εκείνος (είναι βέβαιο ότι οι άξιοι της ευτυχίας προκαλούν με τις χαρές τους το φθόνο στους φθονερούς), ενώ αυτός που πράττει το αντίθετο δεν έχει όνομα, είναι πάντως ένας άνθρωπος που υπερβάλλει στο να μη λυπηθεί ακόμα και για κάποιους που ευτυχούν χωρίς να το αξίζουν· καταπίνει μάλιστα τα πάντα πιο εύκολα κι απ’ τον γαστρίμαργο που ορμάει στην τροφή, ενώ ο προηγούμενος, μέσα στον φθόνο του, δεν τα καταπίνει με τίποτε» (1221a 35-45 και 1221b 1-3).

Μετά από αυτό τον καταιγισμό παραδειγμάτων ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Περιττεύει να δώσουμε ορισμούς για όλες αυτές τις περιπτώσεις και να εξηγήσουμε ότι καμιά δε συμβαίνει τυχαία» (1221b 4-5). Με άλλα λόγια, καμιά ανθρώπινη αδυναμία δεν οφείλεται στην τύχη. Όλες έχουν να κάνουν με τις στρεβλές έξεις που οδηγούν σε εσφαλμένες πηγές άντλησης ηδονής. Γι’ αυτό έχει τεράστια σημασία να μάθει ο άνθρωπος από τη μικρή του ηλικία να χαίρεται με αυτά που πρέπει. Γιατί μόνο έτσι θα εθιστεί στις πράξεις της αρετής εξασφαλίζοντας την ψυχική αρμονία προς την κατάκτηση της ευτυχίας.

Ο Αριστοτέλης αναζητά τις ρίζες της υπερβολής στην ανθρώπινη συμπεριφορά: «Όσον αφορά τα ίδια τα πάθη, διακρίνουμε είδη τους ανάλογα με το πού έγκειται η υπερβολή: στο χρόνο, στο ποσό ή στις σχέσεις αυτών που τα εκδηλώνουν» (1221b 11-14).

Για την πλήρη αποσαφήνιση αυτού θα δοθούν επιπλέον παραδείγματα: «Για παράδειγμα, θεωρείται κάποιος οξύθυμος επειδή εκδηλώνει το πάθος πιο γρήγορα απ’ ό,τι πρέπει, ενώ σκληρός και οργίλος επειδή το πάθος του έχει ένταση· και πικρόχολος επειδή η οργή του έχει υπερβολική διάρκεια, ενώ βίαιος και επιθετικός επειδή προβαίνει σε αντεκδικήσεις λόγω της οργής του» (1221b 14-18).

Επί της ουσίας επαναλαμβάνεται η άποψη ότι η ορθή πράξη που ορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες της αρετής είναι αυτή που γίνεται τη στιγμή που πρέπει, με τους ανθρώπους που πρέπει, σε σχέση με τα πράγματα που πρέπει, για τους λόγους που πρέπει και με τον τρόπο που πρέπει, όπως είχε διατυπωθεί στα «Ηθικά Νικομάχεια». Σαφώς και πρέπει κάποιος να εκδηλώσει την οργή του όταν τον προσβάλλουν (αλλιώς θα υπέπιπτε στην απάθεια που ορίζει η έλλειψη). Η οργή, όμως, οφείλει να εκδηλώνεται στο σωστό χρόνο, με τους σωστούς ανθρώπους, τα σωστά πράγματα και με το σωστό τρόπο. Και η οριοθέτηση αυτών είναι υπόθεση της μεσότητας.

Όμως, ο εθισμός της μικρής ηλικίας είναι αδύνατο να θεωρηθεί κάτι ξεχωριστό από τα πρότυπα και τις αξίες που προβάλλει η κοινωνία. Η κοινωνία που καθιστά πετυχημένο τον αδίστακτο, ευφυή τον αμοραλιστή, ισχυρό τον ανάξιο, άξιο αυτόν που ξέρει να διαπλέκεται, σοφό τον εγωιστή και ανόητο (ή αδύναμο) τον εγκρατή δεν μπορεί παρά να διαπλάσει και τους πολίτες πάνω σε αυτά τα πρότυπα. Σαν σε παραμορφωτικό καθρέφτη οι αξίες αντιστρέφονται διαστρεβλώνοντας όλες τις έννοιες.

Υπό αυτή τη συνθήκη, η αξιοκρατία, η ανδρεία, η φιλία, η εργατικότητα, η ειλικρίνεια, η μεγαλοπρέπεια, ακόμη και η δικαιοσύνη γίνονται λέξεις που στερούνται νοήματος. Η επικράτηση του κυνισμού, ως υπέρτατου εγωισμού, η θεοποίηση του χρήματος και η εκδοχή της επιτυχίας που μετριέται αποκλειστικά με την ευκολία και το μέγεθος της συσσώρευσης του πλούτου, απαξιώνουν κάθε έννοια αρετής φέρνοντας στην επιφάνεια τα νέα ήθη που θα διαπλάσουν τους ανθρώπους. Με τέτοια κοινωνικά δεδομένα η προσέγγιση της αριστοτελικής ηθικής φαντάζει εκτός πραγματικότητας.

Ο αριστοτελικά ανδρείος παύει να έχει κύρος δίνοντας τη θέση του στο θρασύ, ο φίλος αντικαθίσταται από τον κόλακα και ο ακόλαστος μετατρέπεται σε άνθρωπο που ξέρει να ζει τη στιγμή. Αυτό που μένει είναι η αντανακλαστική υιοθέτηση των κυρίαρχων αξιών μέσα στο σύγχρονο κόσμο της ταχύτητας και της ακρισίας.

Ο σύγχρονος άνθρωπος παρασυρμένος από τη λαίλαπα του πολιτισμού της αυτοματοποίησης λειτουργεί μηχανιστικά κι απελπισμένα όπως αυτός που πνίγεται στη μέση του ωκεανού. Μην έχοντας καμιά επαφή με τον εαυτό του, μη γνωρίζοντας καν τι είναι αυτό που επιθυμεί, αναζητά την ευτυχία αποκλειστικά σ’ αυτό που προβάλλεται, σαν αποπροσανατολισμένο ψάρι που κινείται στη λάθος κατεύθυνση.

Ετεροκαθοριζόμενος, ολοκληρωτικά χαμένος ακολουθεί τα βήματα μιας τυποποιημένης ευτυχίας που τελικά δεν τον εκφράζει. Μοιραία ξεπέφτει στην κατανάλωση. Σταδιακά γίνεται όλο και πιο πρόθυμος να τσαλαπατήσει τους άλλους για το κέρδος. Δρα ανταγωνιστικά και ζηλεύει τα αγαθά των άλλων, αφού τα εκλαμβάνει ως κοινωνική καταξίωση.

Βιώνοντας το παράλογο ξεφαντώνει χωρίς να γλεντάει, γελάει χωρίς να χαίρεται, διασκεδάζει χωρίς να ευχαριστιέται, πολιτεύεται χωρίς να οραματίζεται, συζητά χωρίς να επικοινωνεί, συναναστρέφεται χωρίς να κάνει φιλίες, και γενικώς μιμείται, μην ξέροντας τι άλλο να κάνει. Σ’ αυτό τον άνθρωπο απευθύνεται ο Αριστοτέλης προσπαθώντας να τα εξηγήσει όλα από την αρχή…

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΚΑΤΑ ΘΕΟΜΝΗΣΤΟΥ

ΛΥΣ 10.30–32

Ἐπίλογος: συμβουλή να αγνοηθούν οι ισχυρισμοί του αντιδίκου και προτροπή για την καταδίκη του

Ο ομιλητής απέδειξε ότι ο ισχυρισμός του Θεόμνηστου ότι ο ίδιος είχε προκαλέσει τη θανάτωση του πατέρα του ήταν αβάσιμος (βλ. και ΛΥΣ 10.1–3) και προσπάθησε να ανατρέψει προκαταβολικά κάποια δικονομικού περιεχομένου επιχειρήματα που ανέμενε ότι θα επικαλούνταν ο κατηγορούμενος. Έπειτα συνέκρινε το ήθος του με αυτό του κατηγορουμένου, για να καταλήξει:


[30] Ἀκούω δ’ αὐτόν, ὦ ἄνδρες δικασταί, ἐπὶ τοῦτον τὸν
λόγον τρέπεσθαι, ὡς ὀργισθεὶς εἴρηκε ταῦτα ἐμοῦ μαρ-
τυρήσαντος τὴν αὐτὴν μαρτυρίαν Διονυσίῳ. ὑμεῖς δ’ ἐνθυ-
μεῖσθε, ὦ ἄνδρες δικασταί, ὅτι ὁ νομοθέτης οὐδεμίαν
ὀργῇ συγγνώμην δίδωσιν, ἀλλὰ ζημιοῖ τὸν λέγοντα, ἐὰν
μὴ ἀποφαίνῃ ὡς ἔστιν ἀληθῆ τὰ εἰρημένα. ἐγὼ δὲ δὶς
ἤδη περὶ τούτου μεμαρτύρηκα· οὐ γάρ πω ᾔδη ὅτι ὑμεῖς
τοὺς μὲν ἰδόντας τιμωρεῖσθε, τοῖς δὲ ἀποβαλοῦσι συγ-
γνώμην ἔχετε.

[31] Περὶ μὲν οὖν τούτων οὐκ οἶδ’ ὅ τι δεῖ πλείω λέγειν·
ἐγὼ δ’ ὑμῶν δέομαι καταψηφίσασθαι Θεομνήστου, ἐνθυ-
μουμένους ὅτι οὐκ ἂν γένοιτο τούτου μείζων ἀγών μοι.
νῦν γὰρ διώκω <μὲν> κακηγορίας, τῇ δ’ αὐτῇ ψήφῳ
φόνου φεύγω τοῦ πατρός, ὃς μόνος, ἐπειδὴ τάχιστα ἐδο-
κιμάσθην, ἐπεξῆλθον τοῖς τριάκοντα ἐν Ἀρείῳ πάγῳ. [32] ὧν
μεμνημένοι καὶ ἐμοὶ καὶ τῷ πατρὶ βοηθήσατε καὶ τοῖς
νόμοις τοῖς κειμένοις καὶ τοῖς ὅρκοις οἷς ὀμωμόκατε.

***
Πληροφορούμαι δε, κύριοι δικασταί, ότι αυτός θα ισχυρισθή και τούτο, ότι δηλαδή οργισθείς είπε ταύτα, επειδή εγώ εβεβαίωσα την μαρτυρίαν του Διονυσίου. Σεις δε, κύριοι δικασταί, να έχετε υπ' όψιν σας, ότι ο νομοθέτης ουδεμίαν οργήν συγχωρεί, αλλά τιμωρεί τον κακολογούντα, εάν δεν αποδείξη, ότι είναι αληθή, όσα λέγει. Εγώ δε δύο φοράς μέχρι τούδε έχω μαρτυρήσει περί τούτου· διότι δεν εγνώριζον ακόμη ότι σεις τους μεν ιδόντας, όταν μαρτυρήσουν τους τιμωρείτε, τους δε ρίπτοντας τα όπλα συγχωρείτε.

Περί τούτων μεν λοιπόν δεν ηξεύρω γιατί πρέπει να λέγω περισσότερα. Σας ικετεύω να καταδικάσετε τον Θεόμνηστον έχοντες υπ' όψιν σας ότι δεν δύναται για μένα να υπάρξη μεγαλύτερος αγών του παρόντος. Διότι τώρα μεν συγχρόνως είμαι κατήγορος διά δυσφήμησιν, διά της ιδίας δε περί Θεομνήστου αποφάσεώς σας είμαι κατηγορούμενος διά φόνον του πατρός μου, ο οποίος μόνος, μόλις ενηλικιώθην, κατήγγειλα τους Τριάκοντα εις την βουλήν του Αρείου Πάγου. Ταύτα έχοντες υπ' όψιν σας βοηθήσατε και μένα και τον πατέρα μου, και τους κειμένους νόμους, και τους όρκους που ωρκισθήκατε.

Τρίτη 14 Μαρτίου 2023

Αρχές Σύνταξης της Αρχαιοελληνικής Γλώσσας: 2. ΤΟ ΟΝΟΜΑ

ΟΝΟΜΑΤΙΚΟΙ ΟΜΟΙΟΠΤΩΤΟΙ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΙ


§2.11. Οι ονοματικοί ομοιόπτωτοι προσδιορισμοί είναι ονόματα που προσδιορίζουν άλλα ονόματα, ενώ το βασικό χαρακτηριστικό τους είναι η συμφωνία ως προς την πτώση ανάμεσα στον προσδιορισμό και το προσδιοριζόμενο (σε αντίθεση με τους ετερόπτωτους προσδιορισμούς στους οποίους δεν υπάρχει συμφωνία στην πτώση· γι' αυτούς). Οι ομοιόπτωτοι προσδιορισμοί διακρίνονται σε τέσσερις κατηγορίες: επιθετικός και κατηγορηματικός προσδιορισμός, παράθεση και επεξήγηση. 

Ο επιθετικός και ο κατηγορηματικός προσδιορισμός είναι συνήθως επίθετα που προσδιορίζουν ουσιαστικά, ενώ η παράθεση και η επεξήγηση ουσιαστικά που προσδιορίζουν άλλα ουσιαστικά. Ο επιθετικός προσδιορισμός διακρίνεται από τον κατηγορηματικό από το γεγονός ότι ο πρώτος δηλώνει κάποιο μόνιμο χαρακτηριστικό του ουσιαστικού που προσδιορίζει, ενώ ο δεύτερος του προσδίδει μια παροδική ιδιότητα. Με την παράθεση επιτελείται η ένταξη του προσδιοριζόμενου ουσιαστικού σε μια γενικότερη εννοιολογική κατηγορία, ενώ με την επεξήγηση το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό εξειδικεύεται. Κατά συνέπεια, τα τέσσερα είδη ομοιόπτωτων προδιορισμών διακρίνονται μεταξύ τους με κριτήριο τρεις βασικές αντιθέσεις επίθετο + ουσιαστικό / ουσιαστικό +ουσιαστικό, μόνιμο / παροδικό, γενίκευση / εξειδίκευση.

§2.12. Επιθετικός προσδιορισμός. Ο επιθετικός προσδιορισμός, όπως δηλώνει και το όνομά του, είναι επίθετο που προσδιορίζει ένα ουσιαστικό, δηλώνει μια μόνιμη ιδιότητα του προσδιοριζόμενου και συμφωνεί μαζί του στο γένος, τον αριθμό και την πτώση.

ΠΛ Αλκ2 141e εὐδαίμων ἀνήρ || ευτυχισμένος άνθρωπος.

ΠΛ Πρωτ 342e δεινὸς ἀκοντιστής || ικανός ακοντιστής.

ΠΛ Τιμ 25a θαυμαστὴ δύναμις || εξαιρετική δύναμη.

ΞΕΝ Αγ 1.6 ναυτικὸν καὶ πεζὸν στράτευμα || ναυτικό και πεζικό στράτευμα.

ΘΟΥΚ 3.74.3 ἡ Κορινθία ναῦς || το κορινθιακό πλοίο.

ΞΕΝ ΚΑναβ 6.5.26 οἱ Ἕλληνες πελτασταί || οι Έλληνες ελαφρά οπλισμένοι.

ΛΥΣ 2.79 οὐδ' ἀναμείναντες τὸν αὐτόματον θάνατον || χωρίς να περιμένουν τον φυσικό θάνατο.

ΛΥΣ 2.81 ὅμως δ' ἀνάγκη τοῖς ἀρχαίοις ἔθεσι χρῆσθαι || όμως είναι ανάγκη να ακολουθήσουμε τις αρχαίες παραδόσεις.

ΛΥΣ 13.45 πολλῆς ἔτι θεραπείας δεομένους || που έχουν ανάγκη ακόμα πολλή φροντίδα.

Εκτός από τα επίθετα, ως επιθετικοί προσδιορισμοί μπορούν να χρησιμοποιούνται:

(α) οποιοδήποτε μέρος του λόγου διαθέτει τα χαρακτηριστικά του επιθέτου, όπως επιθετικές μετοχές, αντωνυμίες και αριθμητικά.

ΔΗΜ 60.1 τὸν νομιζόμενον λόγον εἰπεῖν || να εκφωνήσω τον καθιερωμένο λόγο.

ΞΕΝ Ελλ 6.4.19 ἔπεμψαν εἰς Ἀθήνας ἄγγελον ἐστεφανωμένον || έστειλαν στην Αθήνα έναν αγγελιαφόρο στεφανωμένο.

ΙΣΟΚΡ 10.50 ἀπηλλάχθαι τῶν παρόντων κακῶν || να απαλλαγούν από τις παρούσες συμφορές.

ΛΥΣ 19.57 ὁ ἐμὸς πατήρ || ο πατέρας μου.

ΠΛ Γοργ 457a ὁ αὐτὸς λόγος || ο ίδιος λόγος.

ΔΗΜ 21.85 πεντήκοντα δραχμὰς αὐτοῖς ἐδίδου τους έδινε πενήντα δραχμές.

ΘΟΥΚ 2.20.4 τρισχίλιοι ὁπλῖται || τρεις χιλιάδες οπλίτες.

(β) γενική πτώση ουσιαστικού, επίρρημα ή εμπρόθετος προσδιορισμός με άρθρο.

ΘΟΥΚ 6.8.1 οἱ τῶν Ἀθηναίων πρέσβεις || οι Αθηναίοι πρέσβεις.

ΛΥΣ 13.14 τὸ περὶ τὸν Πειραιᾶ τεῖχος || το πειραϊκό τείχος / το τείχος του Πειραιά.

ΞΕΝ Ελλ 7.4.6 τοὺς πλησίον πολεμίους κακῶς ἐποίουν || προκαλούσαν ζημιές στους γειτονικούς τους εχθρούς.

ΘΟΥΚ 4.102.3 πέντε καὶ εἴκοσι σταδίους ἀπέχον ἀπὸ τῆς νῦν πόλεως || που απέχει εικοσιπέντε στάδια από τη σημερινή πόλη.

(γ) ουσιαστικά που δηλώνουν ηλικία, επάγγελμα, εθνικότητα, πλάι στα ουσιαστικά ἀνήρ, γυνή, παῖς, ἄνθρωπος κ.ά.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.6.1 πρεσβύτης ἀνήρ || γέρος.

ΞΕΝ Αγ 3.5 μέγα καὶ καλὸν κτῆμα […] ἀνδρὶ δὴ στρατηγῷ τὸ ὅσιόν τε καὶ πιστὸν εἶναι || γιατί σπουδαίο και ωραίο πράγμα για ένα στρατηγό να είναι ευσεβής και αξιόπιστος.

ΞΕΝ ΚΠαιδ 4.2.46 ἀνὴρ Πέρσης || Πέρσης.

ΛΥΣ 13.15 ἄνδρες Ἀθηναῖοι || Αθηναίοι.

ΛΥΣ 25.1 ἄνδρες δικασταί || δικαστές.

(δ) κύρια γεωγραφικά ονόματα, όταν συμφωνούν με τον προσδιοριζόμενο όρο στο γένος και τον αριθμό και προτάσσονται με άρθρο.

ΘΟΥΚ 2.19.2 τὸ Θριάσιον πεδίον

ΘΟΥΚ 2.19.2 τὸ Αἰγάλεων ὄρος

ΞΕΝ Αγ 1.30 τὸν Πακτωλὸν ποταμόν

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.4.11 ἐπὶ τὸν Εὐφράτην ποταμόν

§2.13. Κατηγορηματικός προσδιορισμός. Κατηγορηματικός προσδιορισμός ονομάζεται το επίθετο ή η μετοχή που προσδιορίζει ένα ουσιαστικό και προσδίδει σ' αυτό μια παροδική ιδιότητα ή επισημαίνει ένα μέρος του προσδιοριζόμενου όρου. Όπως ο επιθετικός, έτσι και ο κατηγορηματικός προσδιορισμός συμφωνεί με το ουσιαστικό που προσδιορίζει στο γένος και τον αριθμό, σε αντίθεση όμως με τον επιθετικό προσδιορισμό δεν έχει ποτέ άρθρο· άρθρο διαθέτει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό. Όπως δηλώνει και το όνομά του, ο συγκεκριμένος προσδιορισμός έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με το κατηγορούμενο, και κυρίως με το επιρρηματικό κατηγορούμενο. Στην πραγματικότητα δεν έχει ουσιαστικές διαφορές, ως προς τη λειτουργία του, από το επιρρηματικό κατηγορούμενο· κατηγορηματικός προσδιορισμός και επιρρηματικό κατηγορούμενο δαφοροποιούνται ενμέρει μόνο ως προς τη θέση τους μέσα στην πρόταση. Συγκεκριμένα, τα επίθετα που λειτουργούν ως κατηγορηματικοί προσδιορισμοί μπορούν να προσδιορίσουν οποιοδήποτε ουσιαστικό μέσα στην πρόταση, ενώ το επιρρηματικό κατηγορούμενο αποδίδεται μόνο στο υποκείμενο και το αντικείμενο του ρήματος.

ΞΕΝ Αγ 1.13 Ἀγησίλαος δὲ μάλα φαιδρῷ τῷ προσώπῳ ἀπαγγεῖλαι τῷ Τισσαφέρνει τοὺς πρέσβεις ἐκέλευσεν || ο Αγησίλαος με πρόσωπο πολύ χαρούμενο διέταξε τους πρέσβεις να ανακοινώσουν στον Τισσαφέρνη.

ΞΕΝ Ελλ 4.5.7 ἱππεύς τις προσήλαυνε καὶ μάλα ἰσχυρῶς ἱδρῶντι τῷ ἵππῳ || κάποιος ιππέας πλησίασε καλπάζοντας με μεγάλη ταχύτητα και με το άλογό του λουσμένο στον ιδρώτα.

ΞΕΝ Ελλ 2.1.23 ἅμα τῷ ἡλίῳ ἀνίσχοντι || την ώρα που ανέτελλε ο ήλιος.

Ως κατηγορηματικοί προσδιορισμοί χρησιμοποιούνται συνήθως οι λέξεις: πᾶς, ἅπας, ὅλος, ἄκρος, μέσος, ἔσχατος, μόνος, αὐτός, ἕκαστος, όταν δεν συνοδεύονται από άρθρο.

ΞΕΝ Ελλ 4.5.5 πάντες δὲ οἱ στρατιῶται […] τὰ ἐπιτήδεια ἐκ τῶν χωρίων ἐλάμβανον || όλοι οι στρατιώτες έπαιρναν από τα χωριά τα απαραίτητα τρόφιμα.

ΔΗΜ 3.13 πᾶσαν ἔβλαπτε τὴν πόλιν || έβλαπτε ολόκληρη την πόλη.

ΔΗΜ 25.15 ἅπας ὁ τῶν ἀνθρώπων βίος […] φύσει καὶ νόμοις διοικεῖται || ολόκληρη η ζωή των ανθρώπων ρυθμίζεται από τη φύση και τους νόμους.

ΘΟΥΚ 2.49.8 κατέσκηπτε γὰρ ἐς αἰδοῖα καὶ ἐς ἄκρας χεῖρας καὶ πόδας || γιατί η αρρώστια πρόσβαλλε και τα γεννητικά όργανα και τις άκρες των χεριών και των ποδιών.

ΞΕΝ ΚΑναβ 1.7.1 περὶ μέσας νύκτας || γύρω στα μεσάνυχτα.

ΘΟΥΚ 3.69.2 δώδεκα μὲν ναυσὶ μόναις παρόντων Ἀθηναίων περὶ Ναύπακτον || ενώ οι Αθηναίοι βρίσκονταν στη Ναύπακτο με δώδεκα πλοία μόνο.

ΞΕΝ Ελλ 3.4.25 γνοὺς δὲ καὶ αὐτὸς ὁ Περσῶν βασιλεὺς || επειδή κατάλαβε και ο ίδιος ο βασιλιάς των Περσών.

ΘΟΥΚ 6.31.3 τοῦ μὲν δημοσίου δραχμὴν τῆς ἡμέρας τῷ ναύτῃ ἑκάστῳ διδόντος || το δημόσιο έδινε στο κάθε ναύτη μία δραχμή την ημέρα.

Όταν όμως οι παραπάνω λέξεις συνοδεύονται από άρθρο τότε λειτουργούν ως επιθετικοί προσδιορισμοί και διαφοροποιούνται ως προς τη σημασία τους.

ΘΟΥΚ 5.26.1 γέγραφε δὲ καὶ ταῦτα ὁ αὐτὸς Θουκυδίδης Ἀθηναῖος || κι αυτά τα συνέγραψε ο ίδιος Θουκυδίδης από την Αθήνα.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.6.7 οὐδ᾽ ἂν οἱ πάντες ἄνθρωποι δύναιντ᾽ ἂν διελθεῖν || όλου του κόσμου οι άνθρωποι δεν θα μπορούσαν να περάσουν από μέσα.

ΠΛ Πρωτ 329e ὥσπερ τὰ τοῦ προσώπου μόρια ἔχει πρὸς τὸ ὅλον πρόσωπον || όπως η σχέση που έχουν τα μόρια του προσώπου με το πρόσωπο στο σύνολό του.

§2.14. Παράθεση. Παράθεση ονομάζεται το ουσιαστικό που προσδιορίζει ένα άλλο ουσιαστικό, δηλώνοντας ένα βασικό και γνωστό χαρακτηριστικό του. Η παράθεση είναι έννοια γενικότερη από τον όρο που προσδιορίζει και, όπως δηλώνει το όνομά της, ακολουθεί μετά τον προσδιοριζόμενο όρο. Η παράθεση μπορεί να αναλυθεί σε αναφορική πρόταση.

ΞΕΝ Ελλ 2.4.29 Παυσανίας ὁ βασιλεὺς φθονήσας Λυσάνδρῳ || ο Παυσανίας, ο βασιλιάς, επειδή ένιωσε φθόνο για τον Λύσανδρο.

ΞΕΝ Ελλ 7.1.32 εὐθὺς ἔπεμψεν οἴκαδε ἀγγελοῦντα Δημοτέλη τὸν κήρυκα || αμέσως έστειλε στην πατρίδα τον Δημοτέλη, τον κήρυκα, για να φέρει την είδηση.

ΘΟΥΚ 2.19.2 ἕως ἀφίκοντο ἐς Ἀχαρνάς, χωρίον μέγιστον τῆς Ἀττικῆς ώσπου έφτασαν στις Αχαρνές, που είναι σπουδαιότατη τοποθεσία της Αττικής.

ΘΟΥΚ 3.76.1 ὁρμισάμενοι δὲ ἐς Σύβοτα λιμένα τῆς ἠπείρου || κι αφού αγκυροβόλησαν στα Σύβοτα, που είναι λιμάνι στην αντικρινή στεριά.

Παράθεση μπορούν να δεχθούν και οι αντωνυμίες.

ΞΕΝ ΚΑναβ 5.7.20 καὶ ἡμεῖς οἱ στρατηγοὶ […] ἠχθόμεθά τε τοῖς γεγενημένοις || κι εμείς, οι στρατηγοί, στενοχωριόμασταν μ' αυτά που είχαν γίνει.

ΘΟΥΚ 1.137.4 Θεμιστοκλῆς ἥκω παρὰ σέ || εγώ ο Θεμιστοκλής έρχομαι σε σένα.

Η παράθεση μπορεί επίσης να προσδιορίζει το περιεχόμενο μιας ολόκληρης πρότασης. Σ' αυτή την περίπτωση, βρίσκεται πριν από την πρόταση που προσδιορίζει και γι' αυτό ονομάζεται προεξαγγελτική παράθεση. Ως προεξαγγελτικές παραθέσεις λειτουργούν συνήθως οι φράσεις τὸ μέγιστον, τὸ δεινότατον, τὸ λεγόμενον, τὸ τῆς παροιμίας, τοὐναντίον, τεκμήριον κλπ.

ΠΛ Γοργ 447a ἀλλ᾽ ἦ, τὸ λεγόμενον, κατόπιν ἑορτῆς ἥκομεν || αλλά πράγματι, όπως λένε, ερχόμαστε κατόπιν εορτής.

ΑΙΣΧΙΝ 3.161 καὶ τὸ πάντων δεινότατον, ὑμεῖς μὲν τοῦτον οὐ προὔδοτε, […] οὗτος δ᾽ ὑμᾶς νυνὶ προδέδωκεν || και το πιο φοβερό απ' όλα, εσείς μεν δεν προδώσατε αυτόν, αυτός όμως τώρα σας έχει προδώσει.

§2.15. Επεξήγηση. Η επεξήγηση ως ομοιόπτωτος προσδιορισμός είναι ουσιαστικό που προσδιορίζει άλλο ουσιαστικό, γενικό και αόριστο, και το επεξηγεί εξειδικεύοντας τη σημασία του. Επεξήγηση δέχονται επίσης συχνά και οι δεικτικές αντωνυμίες.

ΞΕΝ ΚΑναβ 4.7.27 τὸν ἡγεμόνα οἱ Ἕλληνες ἀποπέμπουσι δῶρα δόντες […] ἵππον καὶ φιάλην ἀργυρᾶν || οι Έλληνες έδιωξαν τον οδηγό τους, αφού του έδωσαν δώρα, ένα άλογο και ένα ασημένιο αγγείο.

ΘΟΥΚ 4.104.4πέμπουσι […] ἐπὶ τὸν ἕτερον στρατηγὸν τῶν ἐπὶ Θρᾴκης, Θουκυδίδην τὸν Ὀλόρου || στέλνουν αγγελιαφόρους στον άλλο στρατηγό της περιφέρειας της Θράκης, τον Θουκυδίδη τον γιο του Ολόρου.

ΠΛ Γοργ 478d τὸ δίκην διδόναι μεγίστου κακοῦ ἀπαλλαγὴ ἦν, πονηρίας || η τιμωρία ήταν απαλλαγή από μέγιστη συμφορά, την κακία.

Μερικές φορές η επεξήγηση μπορεί να συνοδεύεται από το ρήμα λέγω, οπότε εκφέρεται σε πτώση αιτιατική ως αντικείμενο του ρήματος.

ΔΗΜ 24.6 προσέκρουσ᾽ ἀνθρώπῳ πονηρῷ, […] Ἀνδροτίωνα λέγω || έπεσα πάνω σ' έναν άνθρωπο κακό, εννοώ τον Ανδροτίωνα.

ΣΟΦ Τρ 9 μνηστὴρ γὰρ ἦν μοι ποταμός, Ἀχελῷον λέγω || μνηστήρας μου ήταν ένας ποταμός, εννοώ τον Αχελώο.

Ως επεξήγηση, ιδιαίτερα σε ουδέτερο δεικτικών αντωνυμιών ή σε τροπικά επιρρήματα, μπορούν να λειτουργήσουν και απαρέμφατα ή ολόκληρες προτάσεις.

ΠΛ Απολ 26c ταῦτα λέγω, ὡς τὸ παράπαν οὐ νομίζεις θεούς || ισχυρίζομαι το εξής, ότι καθόλου δεν παραδέχεσαι ότι υπάρχουν θεοί.

ΠΛ Γοργ 483c καὶ τοῦτό ἐστιν τὸ ἀδικεῖν, τὸ πλέον τῶν ἄλλων ζητεῖν ἔχειν || κι αυτό είναι η αδικία, το να ζητάς να έχεις περισσότερα από τους άλλους.

Είσαι αναποφάσιστος;

Μήπως είσαι από τους αναποφάσιστους ανθρώπους που δεν ξέρουν τι θέλουν; Που είναι μπερδεμένοι και αναποφάσιστοι; Που δυσκολεύονται να κάνουν σχέδια για το μέλλον και να τα θέσουν σε εφαρμογή;

Τι σου συμβαίνει ακριβώς;

Η νευροεπιστήμη έχει μια απάντηση να σου προτείνει. Θα προσπαθήσω να την εξηγήσω όσο πιο απλά γίνεται.

Λίγη νευροβιολογία

Στον εγκέφαλό μας υπάρχουν τρία εκτελεστικά συστήματα.

Το πρώτο σύστημα της αμυγδαλής: Είναι το πιο πρωτόγονο σύστημα. Είναι υπεύθυνο για την επιβίωσή μας. Ανιχνεύει το καλό και το κακό για τον οργανισμό μας. Είναι διαρκώς ενεργοποιημένο για να ανιχνεύει πιθανές απειλές. Έχει χαλάσει η ντομάτα; Να περάσω τώρα το δρόμο; Να κάνω αυτή τη νέα συνεργασία; Μήπως με κοίταξε περίεργα να τον αποφύγω; Να χωρίσω ή θα χαθώ;
Τίθεται σε λειτουργία όταν νομίζουμε ότι κινδυνεύουμε από κάτι.

Το δεύτερο Frontal Parietal Network (FPN): Είναι υπεύθυνο για την εκτέλεση και για τον σχεδιασμό υπολογισμών. Πόσο αλάτι να βάλω στο φαγητό; Πώς να κάνω τις δουλειές που έχω σήμερα; Με ποιον τρόπο να φτάσω στον προορισμό μου; Ποια είναι τα στάδια που πρέπει να ακολουθήσω για να πετύχω αυτόν τον στόχο;
Τίθεται σε λειτουργία όταν κάνουμε δουλειές και υπολογισμούς.

Το τρίτο Default Mode Network (DMN): Είναι το βαθύτερο σύστημα του εγκεφάλου και είναι υπεύθυνο για την αίσθηση του εαυτού, για τη συμπόνοια προς τους άλλους (ανάμεσα σε άλλες λειτουργίες). Ποιος είμαι; Τι θέλω να κάνω; Πρέπει να ταλαιπωρείται ο φίλος μου. Πώς να τον βοηθήσω; Τι θα μου άρεσε να κάνω τώρα;
Τίθεται σε λειτουργία όταν νιώθουμε ασφαλείς και όχι απασχολημένοι με κάτι.

Πώς αλληλεπιδρούν τα συστήματα μεταξύ τους;

Το σύστημα της αμυγδαλής έχει την ιδιότητα να καταστέλει τη λειτουργία των άλλων δυο συστημάτων. Δηλαδή, όταν το πρώτο σύστημα είναι υπερενεργοποιημένο και είμαστε πολύ φοβισμένοι ή αγχωμένοι ή θυμωμένοι, δεν μπορούμε ούτε να σκεφτούμε λογικά για να κάνουμε δουλειές, ούτε να σκεφτούμε τι θα θέλαμε, ούτε να δείξουμε συμπόνοια.

Γι' αυτόν τον λόγο, κάποιοι μαθητές στις εξετάσεις που έχουν πάρα πολύ άγχος, δεν μπορούν ούτε να διαβάσουν τι λέει το χαρτί μπροστά τους. Ή άλλοι ξεχνάνε όσα ήξεραν και δε γράφουν καλά.

Γι' αυτό το λόγο όταν μαλώνουμε με κάποιον δεν μπορούμε να τον καταλάβουμε και να δούμε τα πράγματα από τη δική του οπτική.

Γι' αυτό το λόγο όταν θυμώνουμε θα πάρουμε παράλογες αποφάσεις.

Γι' αυτό το λόγο όταν αγχωνόμαστε δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι θέλουμε ή τι θα μας άρεσε να κάνουμε.

Επίσης το δεύτερο σύστημα έχει την ικανότητα να καταστέλει τη λειτουργία του τρίτου όταν είναι υπερενεργοποιημένο.

Γι' αυτό το λόγο όταν είμαστε απορροφημένοι διαρκώς από δουλειές (ή από το κινητό μας) δεν μπορούμε να σκεφτούμε τι θέλουμε και τι μας αρέσει. Δεν μπορούμε να δείξουμε συμπόνοια σε άλλους αφού είμαστε πνιγμένοι στα δικά μας.

Πώς μπορείς να βρεις τι θέλεις;

Είναι βιολογικά αδύνατον, λοιπόν, να βρούμε τι θέλουμε όταν είμαστε είτε αγχωμένοι, θυμωμένοι, φοβισμένοι, νιώθουμε άλλα έντονα συναισθήματα είτε είμαστε πολύ απασχολημένοι. Απλά δε γίνεται.

Πρέπει πρώτα να ηρεμήσουμε από εσωτερικά και εξωτερικά ερεθίσματα, ώστε να αρχίσει να λειτουργεί το βαθύτερο τρίτο σύστημα και να μπορέσουμε να αναρωτηθούμε τι πραγματικά θέλουμε ή τι περνάει κάποιος άλλος.

Tip: Αν είσαι από τους ανθρώπους που διαβάζουν βιβλία ή άρθρα ψυχολογίας το ένα μετά το άλλο, δεν πρόκειται να εξελιχθείς. Χρειάζεται να δώσεις χρόνο στον εαυτό σου ενδιάμεσα, να αφομοιώσεις την πληροφορία.

Γι' αυτό το λόγο πολλοί λένε ότι οι καλύτερες ιδέες τους έρχονται στο κρεβάτι ή όταν περπατούν στην εξοχή. Γιατί τότε νιώθουν ασφαλείς, (οπότε το πρώτο σύστημα της αμυγδαλής είναι απενεργοποιημένο) και δεν εκτελούν κάποιο έργο (αφού ο καθαρισμός του σώματος και το περπάτημα είναι αυτοματοποιημένες διαδικασίες που δεν απαιτούν νοητικό φορτίο, άρα το δεύτερο σύστημα είναι υπο-ενεργοποιημένο) και το τρίτο σύστημα ενεργοποιείται και έρχονται σε επαφή με τα βαθύτερα κομμάτια τους.

Απλά τους έρχεται η έμπνευση.

Οι αναποφάσιστοι

Τι συμβαίνει λοιπόν με όσους είμαστε αναποφάσιστοι και δεν ξέρουμε τι θέλουμε;

Η νευροεπιστήμη απαντάει ότι αυτό συμβαίνει μάλλον επειδή φοβόμαστε. Αγχωνόμαστε για το ποια απόφαση θα είναι «σωστή» και ξεχνάμε ότι είναι μαθηματικά αδύνατον να υπάρχουν «σωστές» και «λάθος» αποφάσεις. Υπάρχουν μόνο αποφάσεις.

Παρένθεση: Μια απόφαση κρίνεται ως «σωστή» ή «λάθος» αφού την πάρουμε. Στο μέλλον. Τότε όμως έχουν προκύψει νέα δεδομένα, τα οποία μας κάνουν να την κρίνουμε. Αυτά τα δεδομένα δεν τα γνωρίζαμε όταν παίρναμε την απόφαση, οπότε γινόμαστε άδικοι αν κατηγορούμε τον εαυτό μας που δεν γνώριζε κάτι που δεν μπορούσε να ξέρει.

Φοβόμαστε, λοιπόν και το συναίσθημα είναι έντονο όταν βρισκόμαστε μπροστά σε ένα δίλημμα. Έτσι, δεν μπορεί να ενεργοποιηθεί το τρίτο σύστημα (DMN) και να έρθουμε σε επαφή με τον εαυτό μας.

Η εξήγηση, κατά πάσα πιθανότητα, βρίσκεται στο ότι μεγαλώσαμε σε οικογενειακά πλαίσια όπου η έκφραση των αναγκών μας δεν ήταν προτεραιότητα. Μάθαμε να ακολουθούμε κανόνες και όχι να ανιχνεύουμε το μέσα μας. Σαν παιδιά αισθανόμασταν φόβο να κάνουμε αυτό που μας αρέσει. Δεν υπήρχε χώρος γι αυτό.

Ίσως να έπρεπε να ήμασταν «καλά» παιδιά. Πιθανώς ένας αυστηρός γονέας, ο οποίος ήθελε να μας πειθαρχήσει και να μας κάνει «καλούς» και «σωστούς» ανθρώπους, δεν έδωσε σημασία στις δικές μας ανάγκες όπως το χρειαζόμασταν.

Μπροστά σε ένα δίλημμα μάθαμε να αποφασίζουμε με βάση εξωτερικά κριτήρια (τι είναι το «σωστό») και όχι με βάση εσωτερικά κριτήρια (τι μου αρέσει). Ίσως να νιώθαμε άγχος να μην κάνουμε «λάθος» και τιμωρηθούμε.

Δηλαδή, σε νευροψυχολογικούς όρους, η αμυγδαλή μας ήταν σε υψηλά επίπεδα ενεργοποίησης και δεν αναπτύξαμε επαρκώς το τρίτο μας σύστημα. Δε φταίνε και οι γονείς μας. Και εκείνοι είχαν το δικό τους τραύμα από τους δικούς τους γονείς. Κανείς δε φταίει.

Είναι δύσκολο να είσαι άνθρωπος. Όμως όλες οι συμπεριφορές έχουν συνέπειες.

Αυτό είναι το δράμα της ανθρώπινης φύσης. Είμαστε τα θύματα αλλά δεν είμαστε απαραίτητα οι στόχοι.

Στην πράξη

Στην πράξη για να βρούμε τι θέλουμε θα πρέπει να μην είμαστε συναισθηματικά φορτισμένοι και να μην είμαστε απασχολημένοι με άλλα πράγματα.

Πότε είναι η τελευταία φορά που βαρέθηκες; Που δεν είχες τίποτα να κάνεις; Που δεν ήσουν παραγωγικός ή που δεν ασχολιόσουν με δουλειές και υποχρεώσεις;

Αν είσαι σαν κι εμένα, τότε σίγουρα θα έχει πολύ καιρό… Κι όμως είναι τόσο γόνιμο το να βαρεθούμε. Να δώσουμε τον απαραίτητο χρόνο στον εαυτό μας να αδρανήσει, ώστε να σκεφτεί και να οραματιστεί τι είναι αυτό που θέλει.

Στη γλώσσα της νευροεπιστήμης, χρειάζεται να ηρεμήσουμε το πρώτο και το δεύτερο σύστημα, ώστε να μπορέσει να ενεργοποιηθεί το τρίτο.

Δεν είναι εύκολο να ξέρεις τι θέλεις. Αν αισθάνεσαι ότι σε πάει μπάλα η ζωή και δεν την πηγαίνεις εσύ, τότε μάλλον παρά-είσαι πολυάσχολος. Μάλλον δεν έχεις το χρόνο ησυχίας που σου χρειάζεται για να αναπτύξεις την αίσθηση του εαυτού σου και του τι είναι σημαντικό για εσένα.

Πάτα φρένο. Βρες λίγο χρόνο απραξίας. Πάρε το δώρο της καραντίνας. Θα το νιώσεις άβολα, να το περιμένεις. Σε κανέναν δεν αρέσει να αλλάζει συνήθειες. Το μαθηματικό αξίωμα που εξηγεί σχεδόν όλες τις ανθρώπινες συμπεριφορές είναι ότι μας έλκει το γνώριμο όχι το ευχάριστο.

Μερικοί από εμάς όμως, θα χρειαστούμε ένα έξτρα βήμα. Θα πρέπει πρώτα να νιώσουμε ότι είναι ασφαλές να εκφράσουμε τι είναι αυτό που θέλουμε. Ακόμα και στον ίδιο μας τον εαυτό… και όπως περιέγραψα πιο πριν, αυτό για πολλούς από εμάς μπορεί να είναι κάτι ιδιαίτερο δύσκολο αλλά και επώδυνο να κατορθώσουμε.

Όσο και αν ακούγεται παράλογο να είναι επώδυνο το να βρεις τι θέλεις, είναι εν τούτοις ψυχο-λογικό.

Ίσως να μην το έχουμε κάνει ποτέ. Ίσως να έχουμε μάθει να ξέρουμε μόνο τι θέλουν οι άλλοι από εμάς και να το διεκπεραιώνουμε και όχι τι θέλουμε εμείς από τη ζωή μας ή από εκείνους.

Ίσως να είμαστε οι άτυχοι δυνατοί άνθρωποι. Ίσως χρειαστούμε τη βοήθεια ενός ειδικού και την ασφάλεια που μπορεί να μας παρέχει, για να προσεγγίσουμε αυτές τις πτυχές του εαυτού μας χωρίς να τρομάξουμε.

Ας είμαστε επιεικείς με τον εαυτό μας. Ας δείξουμε συμπόνοια. Στην κοινωνία που ζούμε, όσοι δεν ξέρουμε τι θέλουμε, δυστυχώς τρώμε ένα διαρκές bullying από παντού.

Πρέπει να έχουμε στόχους, να έχουμε όνειρα, να θέλουμε να τα κάνουμε πραγματικότητα. Αλλιώς νιώθουμε πως έχουμε πρόβλημα.

Όσοι ξέρουν τι θέλουν, μπράβο τους! Να είναι καλά και να το χαίρονται.

Και όσοι δυσκολευόμαστε ας θυμόμαστε τα λόγια του διάσημου ανθρωποκεντρικού ψυχολόγου Abraham Maslow: «Δεν είναι φυσιολογικό να ξέρουμε τι θέλουμε. Είναι ένα σπάνιο και δύσκολο ψυχολογικό επίτευγμα».

Δεν είμαστε οι εξαίρεση. Είμαστε ο κανόνας.

Συμπέρασμα

Η νευροψυχολογία πλέον αποκαλύπτει τους λόγους πίσω από την αναποφασιστικότητά μας.

Μεγαλώνοντας σε οικογένειες όπου έπρεπε να υπακούμε, όπου φοβόμασταν να μη μας μαλώσουν, όπου έπρεπε να καταπιέζουμε τα δικά μας θέλω για να μη στεναχωρήσουμε έναν καταθλιπτικό γονέα, όπου έπρεπε να ανησυχούμε για το ποιο είναι το «σωστό» και το τι θα πει ο κόσμος, όπου έπρεπε να είμαστε «καλά» παιδιά δημιουργήθηκε μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο πρώτο σύστημα (της αμυγδαλής). Κατά συνέπεια δεν αναπτύξαμε το τρίτο σύστημα (DMN) επαρκώς και δυσκολευόμαστε να έρθουμε σε επαφή με το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε.

Υπάρχει ψυχο-λογική εξήγηση για την κατάστασή μας. Δεν είμαστε τρελοί. Δεν είμαστε προβληματικοί. Είμαστε ταλαιπωρημένοι. Χρειαζόμαστε κατανόηση, όχι επίπληξη.

Μπορεί να μην ξέρουμε τι θέλουμε, αλλά τώρα τουλάχιστον ξέρουμε τι έχουμε ανάγκη…

Γήρανση: Ποιες αλλαγές λαμβάνουν χώρα;

«Το γήρασμα του σώματος και της μορφής μου είναι πληγή από φρικτό μαχαίρι» -Καβάφης

Αυτοί είναι οι πρώτοι στίχοι του ποιήματος με τίτλο ”Μελαγχολία τοῦ Ἰάσωνος Κλεάνδρου ποιητοῦ ἐν Κομμαγηνῇ· 595 μ.Χ.” του ποιητή Καβάφη, όπου και γίνεται ξεκάθαρη η αποστροφή του προς τα γηρατειά, καθώς με το πέρας του χρόνου εμφανίζονται μη αναστρέψιμες και αναπόφευκτες αλλαγές.

Η πολύπλοκη διαδικασία της γήρανσης

Πράγματι, κατά τα αρνητικά στερεότυπα, γήρανση σημαίνει κυρίως φθορά, απώλεια μνήμης, καθιστική ζωή και αργή σκέψη (Craig & Baucum, 2002).

Ωστόσο, η γήρανση αποτελεί πολύπλοκη διαδικασία, η οποία χρήζει περεταίρω ανάλυσης. Είναι φαινόμενο καθολικό (Craig & Dunn, 2007) και αναφέρεται στη σταδιακή σωματική και γνωστική φθορά και στην ανάπτυξη που παρουσιάζονται με την ηλικία.

Κατά τους γνωστικούς παράγοντες, παρουσιάζονται ατροφικές μεταβολές στο κεντρικό και περιφερειακό νευρικό σύστημα (Haug & Eggers, 1991). Παρατηρείται μικρότερη αλληλεπίδραση μεταξύ των νευρώνων και πιο αδύναμη ένταση συνάψεων (Martin, 2006). Παρότι αναφέρεται κατά τον Feldman πως σε κάποιες περιπτώσεις ενδέχεται να ελαττωθεί ο πληθυσμός νευρώνων, τονίζεται πως σε άλλες παρουσιάζεται ακόμη και μικρή αύξηση (2011).

Έρευνα που διεξήχθη στη Νέα Υόρκη, είχε δείγμα 28 ατόμων ηλικίας από 14 έως 28 ετών και κατέληξε στο συμπέρασμα πως o όγκος των νευρικών κυττάρων δεν μεταβάλλεται λόγω ηλικίας (Boldrini, Fulmore, Tartt, Simeon, Pavlova, Poposka, Rosoklija, Stankov, Arango, Dwork, Hen & Mann, 2018). Εν αντιθέσει, στη Ρωσία, οι Isaev, Stelmashook & Genrikhs υποστήριξαν πως κατά τη γήρανση, η νευρογένεση εξασθενεί σημαντικά (2019). Προτείνεται να διεξαχθούν περισσότερες έρευνες σε υγιείς εγκεφάλους παγκοσμίως, ώστε να διαπιστωθεί εάν όντως υπάρχουν στατιστικά σημαντικές μεταβολές στην νευρογένεση.

Σημειώνεται κατά μέσο όρο μείωση 6% στον όγκο του εγκεφάλου συγκριτικά με εκείνον ενός νέου ενήλικα και ενός ατόμου 70 ετών (Haug & Eggers, 1991), ενώ ο μετωπιαίος φλοιός φτάνει μείωση έως και 17% (Feldman, 2011).

Μελέτη στη Βαλτιμόρη πραγματοποίησε μαγνητική τομογραφία (MRI) σε 92 υγιή άτομα από 59 έως και 85 ετών, τρείς φορές, με την δεύτερη να ακολουθεί μετά από δύο χρόνια και την τελευταία μετά από τέσσερα. Φάνηκε σημαντική μείωση στον όγκο φαιάς και λευκής ουσίας και μερική απώλεια εγκεφαλικού ιστού (Resnick, Pham, Dzung, Kraut, Zonderman & Davatzikos, 2003). Προτείνεται η εξέταση σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων ετών.

Επίδραση στη μνήμη

Στην ίδια έρευνα αναφέρθηκε πως η μείωση ιστού σε ορισμένα σημεία του εγκεφάλου, όπως ο ιππόκαμπος, σχετίζεται με προβλήματα μνήμης (Resnick et al., 2003). Γενικότερα, συναντώνται προβλήματα στη μνήμη των ηλικιωμένων.

Κατά τη βραχύχρονη εργασιακή μνήμη εμφανίζονται κάποια προβλήματα κυρίως λόγω της μειωμένης εγκεφαλικής πλαστικότητας και παρατηρείται κάποια δυσκολία στην διατήρηση συγκέντρωσης (Martin, 2006).

Μια έρευνα στην Λουϊζιάνα χώρισε τέσσερις ηλικιακές ομάδες από 45 έως και άνω των 90 ετών αποσκοπώντας να εξετάσει την εργασιακή μνήμη στην καθεμία. Η μέθοδος εξέτασης περιείχε δοκιμασίες κανονικής και αντίστροφης μέτρησης ψηφίων, καθώς και μνημονικές. Οι δύο τελευταίες ομάδες, από 75 ετών και άνω δηλαδή, εμφάνισαν την πιο μειωμένη μνήμη, χωρίς όμως μεγάλη διαφορά από τους νεότερους (Elliott, Cherry, Brown, Smitherman, Jazwinski, Yu & Volaufova, 2011). Το αποτέλεσμα φαίνεται να συνάδει με τα λεγόμενα των Craig και Dunn, ότι η διαφορά όντως δεν είναι έντονη (2016).

Η μακρόχρονη επεισοδιακή μνήμη επίσης φαίνεται να φθείρεται (Craig & Dunn, 2007). Αυτό σημαίνει πως η ακρίβεια με την οποία ένας ηλικιωμένος θα περιγράψει μια προσωπική εμπειρία είναι αμφισβητούμενη, παρά τους ισχυρισμούς του (Craig & Dunn, 2007). Η ενεργή εμπειρία μέσω εξάσκησης της ενσυνειδητότητας φαίνεται να συμβάλλει στην βελτίωση αυτού του είδους μνήμης, σύμφωνα με μία μελέτη διάρκειας τεσσάρων εβδομάδων των Banducci, Daugherty, Biggan, Cooke, Voss, Noice, Noice και Kramer, όπου συμμετείχαν 179 ηλικιωμένοι με μέσο όρο ηλικίας περίπου τα 69 χρόνια (2017). Προτείνεται να πραγματοποιηθούν περισσότερες έρευνες αρκετά μεγαλύτερης διαρκείας, ούτως ώστε να φανεί εάν και κατά πόσο υπάρχει σημαντική διαφορά και σε άλλα είδη μνήμης.

Παρά το γεγονός ότι κατά τη γήρανση η σημασιολογική μνήμη παραμένει σχεδόν άθικτη (Craig & Dunn, 2007), οι ηλικιωμένοι εμφανίζουν μερική δυσκολία στην ανάκληση ονομάτων (Martin, 2006).

Κατά τους Veiel και Storandt, η επιβράδυνση επεξεργασίας πληροφοριών και αντίδρασης ενδέχεται να ευθύνεται για μερική φθορά στη μνήμη (2003). Κατά τη θεωρία της περιφερειακής επιβράδυνσης, η καθυστέρηση επεξεργασίας προκύπτει από το περιφερειακό νευρικό σύστημα (Feldman, 2011), ωστόσο, στην υπόθεση της γενικής επιβράδυνσης υποστηρίζεται πως καθυστερεί και το κεντρικό νευρικό σύστημα (Feldman, 2011).

Η διαταραχή της άνοιας

Παρατηρείται σε έρευνες πως μερικοί ηλικιωμένοι δυσκολεύονται στην ολοκλήρωση γνωστικών προκλήσεων, λόγω αυτής της καθυστέρησης στην επεξεργασία και την αντίδραση (Martin, 2006).

Αρκετά γνωστή και σχετική με τη μνήμη διαταραχή είναι η άνοια, καθώς περίπου το 50% των ατόμων άνω των 85 φαίνεται να πάσχει από κάποιου είδους άνοια. Η διαταραχή αυτή συνοδεύεται από δυσκολίες μάθησης, σταδιακή ανικανότητα αναγνώρισης οικείων προσώπων, αλλαγές στην προσωπικότητα, σύγχυση και δυσκολίες στην κίνηση (Martin, 2006). Οι συνηθέστεροι παράγοντες που την προκαλούν είναι τα εγκεφαλικά και η νόσος Alzheimer (Martin, 2006).

Τα εγκεφαλικά συχνά προκαλούν αγγειακή άνοια λόγω αθηροσκλήρωσης, η οποία φράζει με λιπώδη ιστό τις αρτηρίες, προκαλώντας ανεπαρκή παροχή αίματος στον εγκέφαλο (Libby, Buring, Badimon, Hansson, Sommer Bittencourt, Tokgözoğlu & Lewis, 2019).

Η νόσος Alzheimer δεν επιδέχεται θεραπείας και είναι αίτιο 100.000 θανάτων ετησίως στις ΗΠΑ (Feldman, 2011). Αναπτύσσεται σταδιακά και προσβάλει πρώτα την βραχυπρόθεσμη μνήμη και έπειτα τη μακρόχρονη. Εν τέλει, δεν υπάρχει δυνατότητα καθαρής ομιλίας και τα οικεία πρόσωπα δεν αναγνωρίζονται (Martin, 2006).

Αυτό φαίνεται να οφείλεται στην λανθασμένη παραγωγή της β-αμυλοειδούς, και καταλήγει σε φλεγμονή και νέκρωση νευρικών κυττάρων (Feldman, 2011). Οι κύριες εγκεφαλικές περιοχές που προσβάλλονται είναι ο υπομέλας τόπος, ο ιππόκαμπος, ο βασικός πυρήνας και ο συνειρμικός φλοιός (Martin, 2006).

Η αισθητηριακή μνήμη κατά τους Craig και Dunn είναι ελάχιστα πιθανό να εμφανίσει φθορά (2016). Φαίνεται πως κάποιοι ηλικιωμένοι συγκρατούν λιγότερες πληροφορίες συγκριτικά με τους νεαρούς ενήλικες (Craig & Dunn, 2016).

Επίδραση στην ακοή

Δυσκολίες στη μνήμη εμφανίζονται και λόγω μερικής απώλειας ακοής (Feldman, 2011), η οποία σημειώνεται σε μεγάλο ποσοστό των ηλικιωμένων. Συγκεκριμένα, έως ότου φτάσουν στην ηλικία των 74, το 40% των ανθρώπων πάσχει από κάποιου είδους βαρηκοΐα (McCormack & Fortnum, 2013). Συνήθως προκαλείται αλλοίωση και μείωση έντασης του ήχου, καθώς και αυτοφωνία.

Αξιόλογο είναι πως οι ηλικιωμένοι και κυρίως οι άνδρες, κατά τη γήρανση δυσκολεύονται να ακούσουν υψηλές συχνότητες (Bunch, 1929). Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται πρεσβυακοΐα και αποτελεί είδος βαρηκοΐας. Όπως είναι αναμενόμενο, αυτό προκαλεί προβλήματα στις διαπροσωπικές σχέσεις (Feldman, 2011). Προτείνεται σε μελλοντικές έρευνες η εστίαση σε άτομα με στενές σχέσεις με άτομα που έχουν φωνές υψηλής συχνότητας και την επίδραση της πρεσβυακοΐας τους σε αυτές τις σχέσεις, συγκριτικά με την επίδραση όσων έχουν στενές σχέσεις με πιο βαρύτονα άτομα.

Μια λύση για τα προβλήματα ακοής στην τρίτη ηλικία αποτελεί η χρήση ακουστικού βαρηκοΐας, η οποία συμβάλει στην αποστολή σημάτων στο κέντρο ακοής. Εκείνα προωθούν τις κοινωνικές συμπεριφορές, καθώς συνηθίζεται οι ηλικιωμένοι να αποφεύγουν τη συμμετοχή σε συζητήσεις, λόγω δυσκολίας στην ακοή (Feldman, 2011; McCormack & Fortnum, 2013). Τα σήματα επίσης βοηθούν τους ηλικιωμένους να προστατέψουν τους εαυτούς τους από κινδύνους, όπως οχήματα (Feldman, 2011).

Παρά τη χρησιμότητά τους, τα ακουστικά δεν είναι αρκετά δημοφιλή για τους ηλικιωμένους και τα χρησιμοποιεί μόνο το 20% των ατόμων από 55 έως 74 ετών που τα χρειάζονται (McCormack & Fortnum, 2013). Από τους συνηθέστερους λόγους απομάκρυνσης από τη χρήση των ακουστικών είναι η άγνοια της μεγάλης ηλικίας και της απώλειας ακοής (McCormack & Fortnum, 2013). Επιπλέον, κάποιοι θεωρούν πως δεν καλύπτει επαρκώς τις ανάγκες τους (McCormack & Fortnum, 2013).

Επίδραση σε όσφρηση και γεύση

Πέραν της ακοής, αποδυναμώνεται και η αίσθηση της όσφρησης. Κατά τους Boyce και Shone, περισσότερο από το 75% του πληθυσμού άνω των 80 ετών σημειώνει σημαντική μείωση στην όσφρηση (2006), η οποία μπορεί να οφείλεται είτε στην ελάττωση νευρικών ινών και οσφρητικών υποδοχέων (Boyce & Shone, 2006), είτε στην αποδυνάμωση του κεντρικού νευρικού συστήματος, που περιορίζει τις σχετικές με τον οσφρητικό βλεννογόνο νευρικές ώσεις (Boyce & Shone, 2006).

Η όσφρηση είναι στενά συνδεδεμένη με την αίσθηση της γεύσης. Εμφανίζει μείωση, η οποία είναι στατιστικά μικρότερη από εκείνη των άλλων αισθήσεων (Boyce & Shone, 2006). Μειώνονται η αισθητηριακή οξύτητα και ευαισθησία, ειδικά στις αλμυρές γεύσεις (Stevens & Cain, 2009). Το φαγητό λοιπόν, είναι λιγότερο γευστικό. Ένας λόγος απώλειας της γεύσης είναι ο μειωμένος αριθμός γευστικών κάλυκων κυρίως λόγω διαδικασιών όπως ορμονικών αλλαγών ή τραυματισμών στα σχετικά νεύρα ή από θεραπείες ραδιενέργειας (Schiffman, 1993). Αξίζει να σημειωθεί πως η απώλεια γεύσης ενδέχεται να εμφανίσει κάποια βελτίωση για τους ηλικιωμένους, οι οποίοι σταματούν να καπνίζουν (Craig & Dunn, 2016).

Ο συνδυασμός της αποδυναμωμένης γεύσης με την απώλεια όσφρησης οδηγεί στην ακόμη πιο αδύναμη γευστικότητα των γευμάτων. Μια βλαβερή συνέπεια που αναφέρεται από τους Craig και Dunn είναι η σημαντική αύξηση στην ποσότητα αλατιού στην διατροφή των ηλικιωμένων, η οποία στη συνέχεια καταλήγει να αυξάνει σημαντικά τα ποσοστά υπέρτασης (2016).

Επίδραση στην όραση

Εξαιρετική επιδείνωση κατά το γήρας παρουσιάζεται και στην όραση. Κατά τον Μπάκα, επιδεινώνεται η οπτική οξύτητα, μεταβάλλεται η χρωματική αντίληψη και μειώνεται η ευαισθησία των οπτικών πεδίων και της αντίθεσης (2020). Συνήθως ευθύνονται φυσιολογικές κατά τη γήρανση διαδικασίες, όπως η πρεσβυωπία, η ξηροφθαλμία και η μείωση των φωτοϋποδοχέων (Μπάκας, 2020). Υπολογίζεται πως μειώνονται από 3000 έως 5000 φωτοκύτταρα ετησίως (Panda-Jonas, Jonas & Jakobczyk-Zmija, 1995; Μπάκας, 2020).

Ο ψυχολογικός παράγοντας επηρεάζεται σημαντικά από τις παθήσεις οράσεως κατά τους Wahl, Becker, Burmedi και Schilling, οι οποίοι συνδύασαν αποτελέσματα από πολλές έρευνες (2004). Αναφέρεται πως προκαλείται κατάθλιψη και ελάττωση δραστηριοτήτων στην καθημερινότητα (2004).

Κρίσιμες για την τρίτη ηλικία θεωρούνται και παθήσεις όπως η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, το γλαύκωμα, η ισχαιμική οπτική νευροπάθεια και ο καταρράκτης (Μπάκας, 2020).

Η εκφύλιση της ωχράς κηλίδας αποτελεί το συνηθέστερο αίτιο τύφλωσης για άτομα άνω των 55 ετών (Feldman, 2011; Μπάκας, 2020). Αναλυτικότερα, προσβάλλεται το 10% των ηλικιωμένων άνω των 65 ετών στις ανεπτυγμένες χώρες (Μπάκας, 2020). Ωστόσο το 1984, το ποσοστό έφτασε να είναι άνω του 80% (). Πρόκειται για ασθένεια κατά την οποία φθείρονται οι φωτοϋποδοχείς και το μελάγχρουν επιθήλιο επηρεάζοντας τη λειτουργία της κίτρινης περιοχής του ματιού, ονόματι ωχρά κηλίδα (Μπάκας, 2020).

Το γλαύκωμα εν συντομία είναι η αυξανόμενη πίεση στον οφθαλμό, λόγω συσσώρευσης υδατοειδούς υγρού και φαίνεται να είναι κληρονομικό (Kaimbo Wa Kaimbo, Buntinxb & Missotten, 2001; Feldman, 2011; Craig & Dunn, 2016). Κατατάσσεται στην πρώτη θέση ως συχνότερη αιτία οριστικής τύφλωσης και στη δεύτερη θέση μερικής τύφλωσης παγκοσμίως (Μπάκας, 2020).

Η ισχαιμική οπτική νευροπάθεια είναι η πιο κοινή νευροπάθεια πέραν του γλαυκώματος σε ενήλικες άνω των 50 ετών (Μπάκας, 2020) και προκαλεί μερική ή ολική αιφνίδια τύφλωση (Singh Hayreh, 1978).

Ο καταρράκτης αποτελεί ένδειξη ανώμαλης γήρανσης του οφθαλμού και σταδιακά καταλήγει είτε σε ολική είτε σε μερική θόλωση του φακού, εμποδίζοντας την είσοδο του φωτός (Craig & Dunn, 2016). Υπολογίζεται πως περίπου το 50% όσων ηλικιωμένων δεν έχουν χρήσιμη όραση, πάσχουν από καταρράκτη (Μπάκας, 2020).

Αξίζει να αναφερθεί πως ο συνδυασμός φθαρμένων αισθήσεων, ειδικά της όρασης, με την καθυστέρηση στην επεξεργασία, αποτελούν σοβαρούς λόγους για τους οποίους κάποιοι ηλικιωμένοι δε θα έπρεπε να οδηγούν (Craig & Baucum, 2016).

Ο ρόλος της εξάντλησης

Σε αυτό το σημείο αξίζει να αναφερθεί και η εξάντληση που συμβάλλει στην αργή επεξεργασία. Η εξάντληση οφείλεται στα προβλήματα ύπνου που αντιμετωπίζει περίπου το 50% των ατόμων άνω των 65 ετών (Craig & Dunn, 2016). Πολλοί κοιμούνται ελάχιστα και ελαφριά και κάποιες φορές αναπτύσσεται αϋπνία ή και υπνική άπνοια (Craig & Dunn, 2016).

Επίδραση γήρανσης στο δείκτη νοημοσύνης

Ενδιαφέρουσα είναι η ύπαρξη διχασμού ως προς το ενδεχόμενο πτώσης του δείκτη νοημοσύνης (IQ), κατά τη γήρανση. Πρόσφατες έρευνες φανερώνουν πως δεν οφείλεται στην ηλικία, αλλά στο φαινόμενο του Flynn, το οποίο κανονικά προκαλεί αύξηση του δείκτη νοημοσύνης, όμως έχει φανεί πως μπορεί να δράσει και με τον αντίθετο τρόπο (Dutton, van der Linden & Lynn, 2016). Στον αντίποδα, ο Martin ισχυρίζεται πως μετά την ηλικία των 65, σημειώνεται ραγδαία πτώση (2006).

Η κατάθλιψη

Όπως φαίνεται, οι φθορές που φέρει η γήρανση στο γνωστικό πεδίο προκαλούν δυσκολίες στην καθημερινότητα των ηλικιωμένων (Craig & Dunn, 2016) και αρκετά συχνά καταλήγουν στην ανάπτυξη κατάθλιψης (DiMatteo & Martin, 2019). Στις περισσότερες περιπτώσεις, με έγκαιρη διάγνωση και κατάλληλη θεραπεία, τα προβλήματα ελαττώνονται ή εξαλείφονται. Για κάποια προβλήματα δεν έχει βρεθεί ακόμα λύση, παρά μόνο καταπολέμηση των συμπτωμάτων, όπως στη νόσο Alzheimer (Martin, 2006).

Σημαντικός είναι ο ρόλος της ισορροπημένης διατροφής, της σωματικής άσκησης, της τακτικής σεξουαλικής επαφής και της οργανωμένης εξάσκησης του εγκεφάλου, καθώς φαίνεται να επιβραδύνουν τη διαδικασία της γήρανσης ή και την εκδήλωση συμπτωμάτων ασθενειών σχετιζόμενων με την ηλικία (Feldman, 2011).

Επίλογος

Προτείνεται σε μελλοντικές έρευνες να ληφθούν κάποιοι ή και όλοι οι προαναφερθέντες παράγοντες ταυτοχρόνως υπόψιν για συνδυαστικές έρευνες που θα μελετούν και θα συγκρίνουν τη μείωση γνωστικών δεξιοτήτων. Η διάρκεια είναι επίσης κρίσιμη στη μελέτη φθοράς κατά τη γήρανση. Συνιστάται, λοιπόν οι έρευνες να είναι περισσότερο μακροχρόνιες.

Μια πιο ειδική πρόταση έρευνας αφορά τα στάδια ψυχοσεξουαλικής ανάπτυξης του Freud και η σύγκρισή τους με την μεταβολή στις αισθήσεις, στο σώμα και στις σεξουαλικές ορμόνες. Παραδείγματος χάρη, να ερευνηθεί εάν υπάρχει σύνδεση μεταξύ του στοματικού σταδίου και της ελάττωσης στη γεύση και τι συνέπειες έπονται.

Εν κατακλείδι, η γήρανση προκαλεί αναπόφευκτες μεταβολές στον ανθρώπινο οργανισμό. παρά την καθολικότητα του, το φαινόμενο δεν είναι αρκετά κατανοητό ακόμη. Φαίνεται πως με κάθε ανακάλυψη της επιστήμης πάνω στο θέμα, δημιουργούνται περισσότερες ερωτήσεις, οι οποίες εν συνεχεία προκαλούν την ανάδυση νέων θεωριών.

Ακόμη και σε θέματα ευρέως μελετημένα, υπάρχει διχασμός, όπως στην μεταβολή ή διατήρηση του όγκου νευρώνων λόγω της γήρανσης. Υπάρχουν πολλά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψιν στις έρευνες, από καθημερινές συνήθειες έως και γενετικοί παράγοντες. Αποδεικνύεται συνεχώς πόσο περίπλοκο είναι το φαινόμενο, αλλά είναι βέβαιο πως στην συντριπτική πλειοψηφία εμφανίζονται φθορές.

Εγκέφαλος και επιθυμίες: Γιατί βάζουμε εμπόδια στον εαυτό μας;

Ο τρόπος που σκεφτόμαστε πολλές φορές στέκεται το μεγάλο εμπόδιο. Γιατί συμβαίνει αυτό και τι πρέπει να ξέρουμε για να το διαχειριστούμε.

Ο εγκέφαλος μας είναι αυτός που ορίζει τις επιθυμίες μας, αλλά συχνά προβάλει αντιστάσεις. Για ποιο λόγο γίνεται αυτό και πως μπορούμε να το αντιστρέψουμε ώστε να αισθανθούμε περισσότερο ευτυχισμένοι;

Την πρώτη φορά που άκουσα ότι μπορεί να αντιστεκόμαστε σε αυτό που αγαπάμε, ήμουν στη φάση που αναζητούσα τα προβληματικά σημεία των σχέσεων. Είχα διαβάσει τότε πως «τον έρωτα της ζωής σου μπορεί να τον φοβηθείς και να τον διώξεις». Μου είχε φανεί υπερβολή.

Διαβάζοντας ένα καινούργιο βιβλίο, καταλαβαίνω ότι όντως αυτό μπορεί να συμβαίνει, και έχει να κάνει με την εγκεφαλική μας λειτουργία, που έχει σχέση με προσωπικές επιθυμίες και επιδιώξεις.

Εγκέφαλος και επιθυμίες: Γιατί βάζουμε εμπόδια στον εαυτό μας;

Τα εμπόδια τα βάζουμε στον εαυτό μας, εκούσια και ακούσια, για να πετύχουμε τους στόχους μας, όπου επικεντρώνεται στην αυτοϋπονομευτική ως βασικό εμπόδιο στην επίτευξη των στόχων μας.

Όταν σκεπτόμαστε τους στόχους μας, το κάνουμε πιστεύοντας ότι αν τους πετύχουμε, θα απολαύσουμε τους καρπούς, θα νοιώσουμε πιο ήρεμοι και χαλαροί ώστε να έχουμε περισσότερες όμορφες στιγμές.

Όμως τα πράγματα δεν καταλήγουν ακριβώς έτσι. Οι ειδικοί αναφέρουν πως όταν πετύχουμε τους στόχους μας, αυτόματα βάζουμε νέους. Αυτό οφείλεται σε μια χημική ουσία του εγκεφάλου στην αυξημένη ντοπαμίνη, που τελικά δεν συνεπάγεται καλή διάθεση, είναι η αιτία της δυναμικής να θέλουμε ακόμα περισσότερα.

Έτσι το τελικό αποτέλεσμα της επίτευξης του στόχο μας θα είναι η δημιουργία μιας άλλης πρόκλησης, άλλη μια κατάσταση που θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε. Αυτή στην ουσία είναι η αιτία σταματάμε κάθε πραγματική μας επιθυμία. Η διαίσθηση είναι εκείνη που μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επιδιωκόμενη ηρεμία δεν θα επιτευχθεί ούτε θα αισθανθούμε γαλήνια όπως ήταν η αρχική μας επιθυμία.

Εκεί λοιπόν, που πιστεύουμε ότι θα πετύχουμε τους στόχους μας ενεργοποιείται ένα τοξικό κοκτέιλ νευρολογικών προκαταλήψεων και αρχίζουμε να αγανακτούμε, να κατακρίνουμε, ακόμη και να αμφιβάλουμε για την ίδια την επιδίωξη μας. Πρακτικά αυτό που συμβαίνει είναι ότι νιώθουμε πως δεν θα μπορέσουμε να απολαύσουμε την επιτυχία του στόχου μας, κι αυτό ο εγκέφαλός μας το μεταφράζει ως αποτυχία, αυξάνει κάθετα άγχος της αμφιβολίας και μας αποθαρρύνει.

Αν για αρκετό διάστημα οι επιθυμίες μας δεν πραγματοποιούνται, θεωρεί το υποσυνείδητο μας ότι κάτι δεν πάει καλά. Μόλις πετύχουμε τον στόχο μας, δημιουργείται φόβος απώλειας που το απωθούμε, για να μην μας απογοητεύσει η απώλεια του. Αυτός είναι και ο λόγος που δεν δεσμευόμαστε ερωτικά με κάποιους που θέλουμε υπερβολικά

Τι συμβαίνει όμως όταν κατακτήσουμε αυτό που θέλουμε; Βρισκόμαστε απέναντι σε μια άλλη κατάσταση. Πώς θα προσαρμοστούμε από το πώς ήμασταν μέχρι τώρα σε μια πολύ καλύτερη κατάσταση.

Αυτό που συμβαίνει είναι ένα μπέρδεμα μεταξύ αυτού που θέλουμε και αυτού που θέλουμε. Η αλλαγή, όσο και να την θέλαμε, είναι δύσκολη ωσότου γίνει αναπόσπαστο μέρος του εαυτού μας.

Δεν είναι εύκολο να αναγνωρίζουμε σε όλα τα στάδια τους τρόπους με τους οποίους τείνουμε να αυτοεπικυρωνόμαστε, οπότε καταλήγουμε να γινόμαστε εμείς οι ίδιοι εμπόδιο στον δρόμο μας από περηφάνια. Είναι ακόμη πιο δύσκολο να παραδεχτούμε ότι τα πράγματα που ζηλεύουμε στους άλλους είναι κομμάτια των βαθύτερων επιθυμιών μας, εκείνων που δεν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να έχει.

Ο εγκέφαλός μας έχει την τάση να θέλει όλο και περισσότερα, όλο και μεγαλύτερα επιτεύγματα. Εάν όμως κατανοήσουμε τις διαδικασίες με τις οποίες δουλεύει, μπορούμε να παρακάμψουμε τον προγραμματισμό του και να αρχίσουμε να ορίζουμε τη ζωή μας.

Οι αρχαιολόγοι αγωνίζονται για να ανακαλύψουν κρυμμένους θησαυρούς από το λιώσιμο των παγετώνων

Το γρήγορο λιώσιμο των πάγων στις Άλπεις αποκαλύπτει κάθε λογής αρχαία αντικείμενα. Οι ερευνητές δίνουν μάχη με τον χρόνο για να προστατεύσουν αυτές τα ευρήματα πριν να είναι πολύ αργά.

Το υψόμετρο δυσκολεύει την αναπνοή, σε συνδυασμό το βαρύ σακίδιο, η ανάβαση γίνεται δύσκολη εκεί που πλέον έχουν λιώσει οι πάγοι. Το έδαφος είναι άγονο, εκτός από κάποιες λειχήνες που προσκολλώνται στο βραχώδες έδαφος, αναφέρει ένας από τους ερευνητές.

Κατευθύνονται προ της περιοχή Lötschepass στις Ελβετικές Άλπεις. Παρά το γεγονός ότι το πέρασμα βρίσκεται σε υψόμετρο 2.690 μέτρων, ήταν με βάση ιστορικές αναφορές ένας εμπορικός δρόμος που συνέδεε με την κοιλάδα πολύ πιο κάτω.

«Οι συνάδελφοι βρήκαν κάποτε τα ερείπια ενός μεσαιωνικού σκελετού αγελάδας στην κορυφή του περάσματος», λέει η αρχαιολόγος Ρέγκουλα Γκούμπλερ. «Η χρονολόγηση με ραδιενεργό άνθρακα αποκάλυψε ότι η αγελάδα ήταν του 15ου ή 16ου αιώνα. Υπάρχουν επίσης γραπτές ιστορικές αναφορές από εκείνη την εποχή ότι οι κάτοικοι περνούσαν από εκεί τα βοοειδή στην αγορά».

Το κρανίο αγελάδας ανακαλύφθηκε πριν από περίπου μια δεκαετία από μια ομάδα αρχαιολόγων που ερευνούσαν τα υπολείμματα ενός μόνιμου εμπλάστρου πάγου στο πέρασμα. Από τότε, η τοποθεσία έχει αποδώσει κάθε λογής θησαυρούς.

«Τα αξιολογότερα ευρήματα μας ήταν μια ολόκληρη συλλογή πραγμάτων της πρώιμης Εποχής του Χαλκού, περίπου από το 2000 π.Χ.», εξηγεί ο Gubler. «Υπήρχε ένα κουτί από ξύλο, δύο τόξα, θραύσματα αξόνων βελών και τρεις αιχμές βελών από πυριτόλιθο. Μέσα στο κουτί υπήρχαν κόκκοι δημητριακών, που δίνει στοιχεία ποιες πρώτες ύλες χρησιμοποιούσαν αυτοί οι άνθρωποι για να μαγειρέψουν. Φαίνεται ότι κάποιος άφησε τον μισό εξοπλισμό του εδώ πάνω φεύγοντας. Τα τεχνουργήματα ήταν πολύ καλά κατασκευασμένα. Αυτοί οι άνθρωποι ήξεραν πώς να χρησιμοποιούν πρώτες ύλες για να δημιουργήσουν δερμάτινα λουριά και δεσίματα, για παράδειγμα.»

Το λιώσιμο των παγετώνων και τα κομμάτια πάγου σε όλο τον κόσμο, έχουν δημιουργήσει μια ευκαιρία για τους αρχαιολόγους να διευρύνουν και να κατανοούν το πώς εξελίχθηκε η ζωή στα βουνά μέσα στις χιλιετίες. Ένα σημαντικό εύρημα που αποκαλύφθηκε από το λιώσιμο των πάγων ήταν ο Ötzi «ο Iceman» που έζησε περισσότερα από 5.000 χρόνια πριν.

Αλλά οι αρχαιολόγοι αναγνωρίζουν ότι τέτοιες ανακαλύψεις κάνουν ταυτόχρονα χαρούμενους αλλά και λυπημένους τους ερευνητές. Από τότε που ο Gubler συμμετέχει στο στην έρευνα, η ποσότητα πάγου έχει μειωθεί δραματικά. Τώρα, τους καλοκαιρινούς μήνες, υπάρχει απλώς μια μικρή λίμνη νερού εκεί που υπήρχε πάγος για χιλιάδες χρόνια.

«Ως αρχαιολόγος είναι απίστευτα συναρπαστικό για μένα να βρίσκω τέτοια αντικείμενα», αναφέρει ο Gubler. «Αλλά είναι επίσης πολύ λυπηρό. Θα προτιμούσα τα αντικείμενα να παραμείνουν καλυμμένα από χιόνι και πάγο».

Οι παγετώνες κινούνται προς τα κάτω, αν και εξαιρετικά αργά. Έτσι, ό,τι αντικείμενα ενσωματώνει ο παγετώνας, χάνονται στην πορεία. Βέβαια όταν συλλέγονται από τον κινούμενο κατηφορικά πάγο, τα ευρήματα μπορούν να παγιδευτούν εκεί πάλι για χιλιάδες χρόνια. Καθώς τα ευρήματα αναδύονται από τον πάγο, ο αγώνας για να σωθούν οι αρχαίοι θησαυροί προτού αποσυντεθούν στο ύπαιθρο είναι πολύ μεγάλος. Ο Gubler είναι ο μόνος αρχαιολόγος που εργάζεται σε τέτοιες τοποθεσίες σε αυτήν την περιοχή της Ελβετίας.

Σε όλο τον κόσμο, οι αρχαιολόγοι αντιμετωπίζουν την ίδια τεράστια πρόκληση της έγκαιρης έρευνας και χαρτογράφησης τοποθεσιών, επειδή η απόψυξη συμβαίνει πολύ γρήγορα.

Ο αγώνας είναι σε εξέλιξη

Η κλιματική αλλαγή ευθύνεται για το γρήγορο λιώσιμο των παγετώνων. Ο ρυθμός τήξης στις Άλπεις είναι ταχύτερος από ό,τι σε άλλα μέρη του κόσμου, εκεί το επίπεδο της υπερθέρμανσης είναι μεγαλύτερο από ό,τι όσο πλησιάζουμε προς τον ισημερινό.

«Μόνο φέτος, χάσαμε περίπου το 6 τοις εκατό του συνολικού όγκου πάγου του παγετώνα που εξακολουθεί να υπάρχει στην Ελβετία», λέει ο Matthias Huss, παγετολόγος και επικεφαλής του Glamos, μιας οργάνωσης που παρακολουθεί τους παγετώνες στην Ελβετία. «Αυτό είναι πολύ περισσότερο από ποτέ. Την τελευταία δεκαετία, παρατηρούμε συνήθως απώλεια 2 τοις εκατό του όγκου πάγου ετησίως. Το 2022 είναι τρεις φορές περισσότερο από τον μέσο όρο των τελευταίων 10 ετών», εξηγεί ο καθηγητής.

Οι παγετώνες υπολόγισαν τη δραματική απώλεια πάγου του 2022 σε έναν συνδυασμό τριών παραγόντων: ελάχιστη χιονόπτωση, κύματα καύσωνα και σκόνη της Σαχάρας. Με λίγες χιονοπτώσεις κατά τη διάρκεια του χειμώνα, υπήρχε ένα λεπτότερο προστατευτικό στρώμα από το συνηθισμένο μέχρι την αρχή του καλοκαιριού, έτσι το χιόνι έλιωσε νωρίτερα, εκθέτοντας τον πάγο και έτσι η απώλεια πάγου ξεκίνησε νωρίτερα στην εποχή. Η σκόνη που φυσούσε στη Μεσόγειο από την έρημο Σαχάρα μεταξύ Μαρτίου και Μαΐου έκανε το χιόνι των Άλπεων βρώμικο, έτσι απορρόφησε περισσότερη ηλιακή ακτινοβολία και έλιωσε πιο γρήγορα. Το αποτελειωτικό χτύπημα ήταν ο καύσωνας στις Άλπεις από τον Μάιο έως τις αρχές Σεπτεμβρίου.

Ο ρυθμός τήξης στις Άλπεις είναι τόσο σοβαρός που οι ερευνητές του Glamos αρχίζουν να εγκαταλείπουν ορισμένους σταθμούς μέτρησης. Ο σταθμός στο Corvatsch έχει κλείσει, καθώς έχει απομείνει λίγος πάγος στον παγετώνα. Οι παγετώνες προβλέπουν ότι το 95 τοις εκατό από τους 4.000 περίπου παγετώνες που είναι διάσπαρτοι στις Άλπεις θα μπορούσαν να εξαφανιστούν μέχρι το τέλος αυτού του αιώνα.

«Το 2022 ήταν χειρότερο από ό,τι περιμέναμε», λέει ο Huss. «Εδώ και αρκετό καιρό, τα κλιματικά μοντέλα προβλέπουν ότι τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα γίνονται πιο συχνά και τα μοντέλα παγετώνων μας έχουν δείξει ότι τέτοιοι ακραίοι ρυθμοί τήξης είναι δυνατοί. Αλλά δεν θα περιμέναμε να δούμε ακόμη τέτοια ακραία γεγονότα. Το μέλλον έχει ήδη γίνει πραγματικότητα».

Σώζοντας παγετώνες και ζωές

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι παγετώνες που λιώνουν απειλούν επίσης τις ζωές των κοινοτήτων που ζουν κοντά. Οι παγετώνες είναι σαν «υδάτινοι πύργοι» – αποθηκεύουν το χιόνι που πέφτει κατά τους χειμερινούς μήνες και στη συνέχεια το απελευθερώνουν σταδιακά κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού, παρέχοντας πόσιμο νερό, άρδευση για τις καλλιέργειες και μηχανισμό ψύξης για σταθμούς παραγωγής ενέργειας. Το λιώσιμο των πάγων επηρεάζει επίσης την τοπική τουριστική βιομηχανία.

Για παράδειγμα, η διαδρομή προς την κορυφή του Mont Blanc γίνεται πιο ύπουλη νωρίτερα στη σεζόν λόγω του αυξημένου κινδύνου πτώσης βράχων. Τον Ιούλιο του 2022, μια παγετώνα στην Ιταλία κατέρρευσε, σκοτώνοντας 11 πεζοπόρους. Το σοβαρό λιώσιμο των παγετώνων στα Ιμαλάια επιδείνωσε τις φονικές πλημμύρες στο Πακιστάν.

Οι ακραίες καιρικές συνθήκες χρειάζονται ακραία μέτρα. Έχει γίνει λόγος για έργα γεωμηχανικής μεγάλης κλίμακας που θα βοηθήσουν στη διάσωση των παγετώνων.

«Τα έργα γεωμηχανικής λειτουργούν σε τοπική κλίμακα, αλλά δεν θα λειτουργήσουν ποτέ σε παγετώδη κλίμακα», λέει ο Huss. «Θα μπορούσε κανείς να βάλει μερικές λευκές κουβέρτες πάνω από τον πάγο κάτω από μια πίστα για να διατηρήσει τις οικονομικές δραστηριότητες. Αλλά αυτές οι τεχνολογίες δεν θα μπορέσουν ποτέ να σώσουν έναν ολόκληρο παγετώνα, και ακόμη λιγότερο όλους τους παγετώνες στις Άλπεις ή σε όλο τον κόσμο. Μπορούμε να σώσουμε ορισμένους από τους παγετώνες στις Άλπεις μειώνοντας τις εκπομπές άνθρακα, έχει υπολογιστεί ότι περίπου το ένα τρίτο του όγκου πάγου που έχουμε σήμερα στις Άλπεις μπορεί να σωθεί εάν εφαρμοστεί πλήρως η Συμφωνία του Παρισιού. Αλλά αυτό είναι αρκετά φιλόδοξο. Ακόμη και τότε, θα χάσουμε τους περισσότερους από τους παγετώνες στις Άλπεις – υποθέτοντας ότι βλέπουμε μόνο περιορισμένη περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας από σήμερα».

Ο στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού είναι να περιοριστεί η υπερθέρμανση του πλανήτη πολύ κάτω από τους 2°C, ιδανικά 1,5°C, σε σύγκριση με τα προβιομηχανικά επίπεδα. Το αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί είναι μια πρόκληση για όλους μας. Ακόμη και αν εφαρμοστεί η Συμφωνία του Παρισιού, οι θερμοκρασίες αναμένεται να αυξηθούν για αρκετές δεκαετίες πριν σταθεροποιηθούν στο δεύτερο μισό του αιώνα.

Το βρίσκω περίεργο το μέχρι πότε θέλουν να με ορίζουν

Στην αρχή, ξεκίνησε με το “άστο κάτω αυτό”.

Μετά, ο χώρος μου περιορίστηκε από το “μη εκεί”.

Όταν θέλησα να μάθω, έμαθα το “πολλά ρωτάς”.

Στο σχολείο, μου δίδαξαν το “μάθε αυτό όπως σου το λέω”, και έτσι, ποτέ δεν έμαθα αυτό που ήθελα.

Μεγαλώνοντας κι άλλο, γνώρισα τη ζωή ως “γιατί έτσι πρέπει”, “μη με κάνεις ρεζίλι”, και “τι θα πουν οι γείτονες”.

Πήγα να βγω με χαρά στην καθημερινή συναναστροφή, όπου συνάντησα “το πόσα βγάζεις”, “τι δουλειά κάνεις”, “πόσα είναι τα αποκτήματά σου”.

Τώρα, προσπαθώ απαρχής να καταλάβω σε τι κόσμο έχω έρθει.

Δυσκολεύομαι λίγο, ίσως γιατί δεν με ενδιαφέρουν πια όλα αυτά που μέχρι τώρα έμαθα, ή μάλλον με ενδιαφέρουν αυτά που δεν έμαθα, αλλά περισσότερο από όλα, γιατί τώρα με ορίζουν ως “αδιάφορο”, “κλειστό τύπο”, “αντικοινωνικό” και “περίεργο”.

Ναι, η αλήθεια είναι πως και εγώ περίεργο το βρίσκω το μέχρι πότε θέλουν να με ορίζουν.

Γιατί σας παρουσιάζεται το ίδιο πρόβλημα ξανά και ξανά

Είχατε ποτέ την εμπειρία να αντιμετωπίζετε το ίδιο πρόβλημα ξανά και ξανά;

Επειδή στην ζωή μας, οι σκέψεις μας και τα συναισθήματά μας είναι εκείνα που δημιουργούν την πραγματικότητά μας και αυτό συμπεριλαμβάνει και τα προβλήματά μας! Μερικές φορές έχουμε μια αρνητική εστίαση που έχει γίνει τόσο δυνατή που έχει ως αποτέλεσμα να έλκουμε το ίδιο πρόβλημα επανειλημμένως.

Επομένως, γιατί να έχουμε μια αρνητική εστίαση σαν αυτή; Ακολουθούν τρεις συνηθισμένες συνήθειες που προκαλούν επαναλαμβανόμενα προβλήματα μέσω της αρνητικής προσήλωσης.

Αν και εσείς συναντάτε το ίδιο πρόβλημα ξανά και ξανά, κοιτάξτε αν έχετε κάποια από αυτές τις συνήθειες/συμπεριφορές.

Μιλάτε ή παραπονιέστε για το πρόβλημα

Για πολλούς από εμάς, αυτός είναι ο πιο δυνατός λόγος που έλκουμε προβλήματα επανειλημμένως. Οι περισσότεροι από εμάς μιλάμε πολύ και έχουμε την τάση να λέμε την ίδια ιστορία ξανά και ξανά. Παράπονα για ένα πρόβλημα στη μέση, για μια κακή σχέση ή έναν αγενή εργοδότη, μπορούν να γίνουν εθιστικά και αυτό δημιουργεί πολύ επιπλέον μαγνητισμό για αυτές τις αρνητικές καταστάσεις.

Τα καλά νέα είναι ότι είναι αρκετά εύκολο να σταματήσετε να παραπονιέστε. Αρχικά, το να «δαγκώνετε την γλώσσα σας» μπορεί να είναι λίγο άβολο, αλλά με λίγη εξάσκηση είναι εύκολο να περιορίσετε τις αρνητικές κουβέντες.

Σκέφτεστε με εμμονή το πρόβλημα

Πολλοί άνθρωποι στη σημερινή κοινωνία πιστεύουν ότι το να ανησυχούν για κάτι είναι ζωτικής σημασίας για την επιβίωσή τους, όμως τίποτα δεν μπορεί να απέχει περισσότερο από την αλήθεια, από αυτό. Όταν ανησυχούμε για τα προβλήματά μας, τους δίνουμε μεγαλύτερη δυναμική και καταλήγουμε να είμαστε ολοένα και πιο μακριά από την λύση τους.

Παρόλο που πολλοί από εμάς καταλαβαίνουμε ότι η αρνητική σκέψη δημιουργεί προβλήματα, το να αλλάξουμε τις σκέψεις μας είναι πιο εύκολο να το πούμε παρά να το κάνουμε. Οι σκέψεις μας κινούνται πολύ γρήγορα και έρχονται χωρίς πολλή προσπάθεια, επομένως ο έλεγχος των σκέψεων μπορεί να είναι λιγάκι δύσκολος.

Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι ακόμα και αν μπορείτε να αλλάξετε πολλές από τις εκούσιες σκέψεις σας, θα έχετε ακόμα κάποιες ανεπιθύμητες, ακούσιες, εδώ και εκεί και αυτό είναι εντάξει. Μερικές αρνητικές σκέψεις δε θα χαλάσουν τη ζωή σας, για αυτό να είστε επιεικείς με τον εαυτό σας, ειδικότερα στην αρχή.

Έχοντας διαπιστώσει ότι είμαστε ολοκληρωτικά απασχολημένοι με ένα πρόβλημα, μπορούμε να κάνουμε ένα συνειδητό περισπασμό, και αυτό μπορεί να έχει ένα πολύ ριζικό αποτέλεσμα στην κατάστασή μας.

Την επόμενη φορά που θα διαπιστώσετε ότι είστε ανήσυχοι ή αγχωμένοι για ένα πρόβλημα, απλά πείτε στον εαυτό σας κάτι όπως «Μπορώ να λύσω αυτό το πρόβλημα αργότερα, αλλά τώρα θα συγκεντρωθώ σε κάτι πιο ανεβαστικό». Έπειτα, βρείτε μια δραστηριότητα που θα σας φέρει λίγη περισσότερη χαρά στη ζωή σας.

Μπορείτε να δείτε μια αστεία ταινία, να καλέσετε έναν καλό φίλο ή να κάνετε ένα χόμπι που σας κάνει χαρούμενους. Μπορείτε επίσης να ακούσετε ανεβαστική μουσική ή να γυμναστείτε.

Ο περισπασμός είναι μια πολύ καλή συνήθεια που μπορείτε να αναπτύξετε, επειδή σας βάζει στη σωστή κατεύθυνση, δονητικά. Αν κάθε φορά που είστε εμμονικοί κάνετε ένα βήμα πίσω και θέτετε τον εαυτό σας σε μια υψηλότερη δόνηση, θα δημιουργήσετε μια συνήθεια που θα σας βοηθήσει να ανακάμψετε από τις αρνητικές σκέψεις γρήγορα, σε όλους τους τομείς της ζωής σας.

Με την εξάσκηση, θα γίνει η προεπιλεγμένη συμπεριφορά σας, να αποσπάτε την προσοχή σας όταν οι σκέψεις σας γίνονται τόσο αρνητικές. Όταν ο θετικός περισπασμός γίνει η αυτόματη αντίδρασή σας στις έμμονες αρνητικές σκέψεις, θα δείτε μια μεγάλη αλλαγή στην καθημερινότητά σας.

Παρεκτρέπεστε από φόβο

Οι πράξεις μας έχουν την ικανότητα να επηρεάζουν τη δόνησή μας και τις πεποιθήσεις μας. Οι πράξεις μας όχι μόνο είναι μια αντανάκλαση της δόνησής μας και του πώς αισθανόμαστε μέσα μας, αλλά έχουν επίσης και τη δύναμη να αλλάξουν τη δόνησή μας και το πώς νιώθουμε.

Για παράδειγμα, ίσως έχετε ακούσει ότι όταν είστε πεσμένοι μπορείτε απλά να χαμογελάτε για να βελτιώσετε τη διάθεσή σας για λίγο. Παρόλο που το χαμόγελο δεν είναι αυθεντικό, η απλή πράξη του χαμόγελου προκαλεί μέσα μας ένα συναισθηματικό ανέβασμα.

Αυτό λειτουργεί επειδή οι διαθέσεις μας και οι πράξεις μας δουλεύουν μαζί δίπλα δίπλα. Η αλλαγή της διάθεσής μας, θα αλλάξει τη συμπεριφορά μας και η αλλαγή της συμπεριφοράς μας θα αλλάξει τη διάθεσή μας. Συνεπώς, αλλάζοντας τη συμπεριφορά μας παρατηρώντας ένα πρόβλημα, αλλάζουμε και τον τρόπο που νιώθουμε για το πρόβλημα και τότε το πρόβλημα εκδηλώνεται διαφορετικά στην πραγματικότητά μας.

Για αυτό το λόγο, οι πράξεις που επιλέγουμε να κάνουμε έχουν ένα τεράστιο αποτέλεσμα στις καταστάσεις που έλκουμε. Όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με το ίδιο θέμα συνέχεια, μπορούμε συνήθως να βρούμε κάποιες συμπεριφορές που υποδηλώνουν φόβο για το πρόβλημα. Μειώνοντας και εξουδετερώνοντας αυτές τις φοβικές συμπεριφορές, μπορούμε συνειδητά να αλλάξουμε τις πεποιθήσεις μας και τη δόνησή μας σχετικά με το θέμα.

Για παράδειγμα, αν παλεύω να μείνω υγιής είναι πιθανό να συμπεριφέρομαι έτσι εξαιτίας του φόβου μου να μην αρρωστήσω. Ίσως να πλένω μανιωδώς τα χέρια μου, να παίρνω βιταμίνες για το ανοσοποιητικό μου και να αποφεύγω όλους τους άρρωστους ανθρώπους στη ζωή μου. Με τη σειρά της, αυτή η αρνητική, φοβική εστίαση, φέρνει την αρρώστια πιο κοντά σε μένα.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Επειδή στέλνω ένα μήνυμα στο Σύμπαν που ουρλιάζει ότι «Φοβάμαι ότι θα αρρωστήσω!»

Ξανά, παίρνουμε αυτό στο οποίο εστιάζουμε, είτε είναι κάτι που θέλουμε είτε όχι! Όταν κάνουμε πράξεις που βασίζονται στο φόβο, για να αποφύγουμε την αρρώστια, αυτό που ξέρει το σύμπαν είναι ότι σκεφτόμαστε να αρρωστήσουμε. Έτσι, παρόλο που αυτές οι πράξεις γίνονται με την πρόθεση να αποφύγουμε αρρώστιες και ασθένειες, σε πολλές περιπτώσεις μας οδηγούν εκεί.

Ένας καλός κανόνας είναι να αξιολογούμε τις επιλογές μας στις πράξεις μας, ειδικότερα όταν τα πράγματα δεν πάνε όπως τα θέλουμε. Όταν έλκουμε επαναλαμβανόμενα ανεπιθύμητα γεγονότα, είναι σοφό να κάνουμε μια παύση και να αναρωτιόμαστε αν πηγαίνουμε προς εκεί που θέλουμε ή φεύγουμε μακριά από εκείνο που δε θέλουμε.

Δεν έχει σημασία σε ποια κατεύθυνση κινούμαστε. Όσο κινούμαστε είμαστε πλήρως συγκεντρωμένοι και συνεπώς στην κατάσταση της έλξης.

Τώρα, αυτά δεν αναφέρονται για να πούμε ότι δεν πρέπει να πλένετε τα χέρια σας, να μη φοράτε ζώνη όταν οδηγείτε ή να μην παίρνετε τις βιταμίνες σας. Αν αυτά σας κάνουν να νιώθετε καλύτερα για την κατάσταση, τότε σίγουρα κάντε αυτό που πρέπει να κάνετε. Το να νιώθετε προστατευμένοι είναι μια υψηλότερη δονητική κατάσταση από το να νιώθετε εκτεθειμένοι και ευάλωτοι, έτσι αν το να κάνετε κάτι με προστατευτική διάθεση, σας βοηθάει να νιώθετε ασφαλείς, τότε επιδιώξτε το.

Αν νομίζετε ότι κάνετε μεγάλες προσπάθειες για να αποφύγετε το φόβο σας, αυτές οι έμμονες πράξεις είναι σίγουρα μέρος του προβλήματος. Όπως οι έμμονες σκέψεις, οι έμμονες πράξεις είναι επικίνδυνες επειδή δείχνουν μια δυνατή εστίαση σε κάτι ανεπιθύμητο.

Πάντα να θυμάστε ότι η καλύτερη προστασία που θα έχετε ποτέ είναι η δονητική ευθυγράμμιση. Όταν προβάλλετε μια πολύ υψηλή δόνηση είστε εκατό τοις εκατό ασφαλείς και θα έλκετε μόνο επιθυμητά γεγονότα και καταστάσεις. Αν νιώθετε ότι χρειάζεστε προστασία σε τακτική βάση, κάντε κάποια βήματα για να ανεβάσετε τη δόνησή σας και δουλέψτε για να μειώσετε την εξάρτησή σας από τις προστατευτικές πράξεις.

Κάθε φορά που επιλέγετε να κάνετε σκέψεις και πράξεις υψηλής δόνησης, μειώνετε την αρνητική έλξη, για αυτό να είστε περήφανοι για τον εαυτό σας για τα κατορθώματά σας και να βοηθάτε τον εαυτό σας όταν γλιστράτε. Η εξουδετέρωση κάποιας εδραιωμένης αρνητικής κατάστασης απαιτεί εξάσκηση και φυσικά υπομονή.

Έξυπνος είναι εκείνος που αντιλαμβάνεται τις αλλαγές που φέρνει η ζωή και δεν ακολουθεί την πεπατημένη

Ο Όμηρος και ο Μπίλλυ Μποπ έσκαβαν σε ένα χαντάκι κάτω από τον καυτό ήλιο του Μισσισιπί. Βλέποντας το αφεντικό να κάθεται στη σκιά από πάνω τους και να δροσίζεται, ο Όμηρος ακούμπησε κάτω το φτυάρι του και είπε:

«Πώς γίνεται αυτός να είναι εκεί πάνω και εμείς να είμα στε εδώ κάτω;»

«Δεν ξέρω», απάντησε ο Μπίλλυ Μποπ Ο Όμηρος πλησίασε το αφεντικό και το ρώτησε. «Πώς γίνεται αφεντικό εσύ να στέκεσαι εδώ πάνω και εμείς να δουλεύουμε εκεί κάτω;»

Το αφεντικό απάντησε: «Επειδή εγώ είμαι έξυπνος» «Τί είναι “έξυπνος”» ρώτησε ο Όμηρος.

«Εδώ», του είπε το αφεντικό, ακουμπώντας το χέρι του σε ένα δένδρο, «Θα σου δείξω. Προσπάθησε να χτυπήσεις το χέρι μου».

Ο Όμηρος σήκωσε το χέρι του και το τίναξε με φόρα. Όμως το αφεντικό του τράβηξε απότομα το χέρι του μακριά και έτσι το χέρι του Όμηρου χτύπησε επάνω στο δένδρο.

«Ωωωωχ!» έβγαλε μια κραυγή πόνου. Το αφεντικό του απάντησε με ψυχραιμία: «Τώρα είσαι και εσύ έξυπνος». Ο Όμηρος επέστρεψε στο χαντάκι. Ο Μπίλλυ Μποπ τον ρώτησε τί συνέβη και ο Όμηρος είπε: «Τώρα είμαι και εγώ έξυπνος».

«Τί ακριβώς εννοείς;»

Ο Όμηρος είπε στον άλλον: «Θα σου δείξω». Κοίταξε ολόγυρα ψάχνοντας για κάποιο δένδρο, και καθώς δεν έβλεπε κάποιο, έβαλε το χέρι του μπροστά στο πρόσωπο του. «Εδώ», του είπε: «Προσπάθησε να χτυπήσεις το χέρι μου….»

Οι καταστάσεις μεταβάλλονται, τα δένδρα δεν υπάρχουν πλέον, αλλά έχεις διδαχθεί μια καθιερωμένη ρουτίνα και δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο. Εξακολουθείς να επαναλαμβάνεις τη ρουτίνα σου, και η ζωή δεν έχει καμμία υποχρέωση να ταιριάξει με τη ρουτίνα σου. Θα πρέπει εσύ να ταιριάξεις με τη ζωή.

Στο τέλος των ημερών σου θ’ ανακαλύψεις ότι όλα, ακόμα και τα άσχημα, άξιζαν τον κόπο

Να γνωρίζουμε την έκβαση κάθε κατάστασης, τη λύση σε κάθε πρόβλημα και να ξέρουμε τι γράφει ο δρόμος της ζωής. Μας ενθουσιάζει να τα έχουμε όλα υπό έλεγχο.

Η αλήθεια είναι ότι δεν είμαστε φτιαγμένοι για να υπομένουμε την αβεβαιότητα· τη θεωρούμε απειλή και, σαν ζώα που είμαστε, έχουμε προγραμματιστεί για τον αγώνα για επιβίωση και μεταβίβαση των γονιδίων μας.

Αλλά η ζωή είναι αβέβαιη. Το μέλλον είναι ένας ορίζοντας άγνωστος στον οποίο δεν ξέρουμε αν θα υπάρχει ήλιος ή μαύρα σύννεφα βαριά. Ακόμα κι όταν έχουμε ξεκάθαρα τα πράγματα και τα νήματα της ζωής μας καλά δεμένα, μπορεί να συμβούν χίλια πράγματα που θα την ανατρέψουν και θα μας αναγκάσουν να ξεκινήσουμε από την αρχή.

Εκεί που βεβαίως έχουμε τον έλεγχο είναι στον τρόπο που θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ό,τι μας έρχεται, τόσο το καλό όσο και το άσχημο.

Για τα υπόλοιπα δε θα έπρεπε να αγωνιούμε, γιατί δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Ανησυχώ σημαίνει νοιάζομαι για πράγματα πριν αυτά συμβούν, και το μόνο που καταφέρνει το να ανησυχούμε είναι να δημιουργεί μέσα μας ένα άγχος που φρενάρει την ενέργεια και περιορίζει την ευτυχία.

Επιπλέον, έχει αποδειχτεί ότι τα περισσότερα από τα πράγματα που φοβόμαστε ποτέ δεν συμβαίνουν στην πραγματικότητα.

Για την αποδοχή της αβεβαιότητας ήξερε πολλά η Μπέριλ Μάρκχαμ, μια Αγγλίδα γεννημένη στην Κένυα στις αρχές του 20ού αιώνα, η οποία ποτέ δεν θέλησε να μπει στο καλούπι που της υποδείκνυε η κοινωνία. Τόσο πολύ αγάπησε την περιπέτεια, τόσο πολύ αγκάλιασε την αβεβαιότητα, ώστε υπήρξε η δεύτερη γυναίκα η οποία διέσχισε τον Ατλαντικό με ανεμόπτερο, κάπου το 1936.

Στα απομνημονεύματά της η Μάρκχαμ μιλάει για το πώς αντιμετώπισε τη ζωή χωρίς να αφεθεί να παρασυρθεί από τους φόβους της:

Έμαθα πως, αν πρέπει ν’ αφήσεις ένα μέρος που έζησες κι αγάπησες κι όπου είναι θαμμένες όλες οι μέρες σου του χθες, πρέπει να το εγκαταλείψεις με κάθε τρόπο, αλλά να μη γίνει σιγά σιγά. Άφησέ το όσο πιο γρήγορα μπορείς. Μην ξαναγυρίσεις ποτέ κι ούτε ποτέ να σκεφτείς ότι μια ώρα που θυμάσαι θα είναι μια καλύτερη ώρα, γιατί είναι νεκρή. Τα περασμένα χρόνια φαίνονται ασφαλή, νικημένα, ενώ το μέλλον έρχεται μέσα σ’ ένα σύννεφο, τρομακτικό από μακριά. Όμως τα σύννεφα καθαρίζουν όταν μπαίνεις μέσα τους.

Αυτό το έμαθα, αλλά, όπως όλος ο κόσμος, το έμαθα αργά.

Η ζωή, τελικά, είναι μια περιπέτεια. Δεν είναι πιο διασκεδαστικό να την ανακαλύπτεις καθώς σου παρουσιάζεται; Έτσι, λοιπόν, μπες μες τα σύννεφα.

Ζήσε, ανακάλυψε, ξαφνιάσου, γέλα και κλάψε.

Κάν’ τα όλα με ένταση, και θα δεις που στο τέλος των ημερών σου θ’ ανακαλύψεις ότι όλα, ακόμα και τα άσχημα, άξιζαν τον κόπο

Αλλάξτε τη ζωή σας αρνούμενοι να πιστέψετε τα ψέματά σας

Οι άνθρωποι πιστεύουμε σε άπειρα ψέματα. Μερικά από αυτά είναι τόσο λεπτοφυή και πειστικά ώστε βασίζουμε πάνω τους ολόκληρη την εικονική πραγματικότητά μας, χωρίς καν να προσέχουμε ότι είναι ψέματα. Τα ψέματα που πιστεύουμε για τον εαυτό μας μπορεί να είναι δύσκολο να τα αναγνωρίσουμε, επειδή τα έχουμε συνηθίσει τόσο που μας φαίνονται φυσιολογικά.

Για παράδειγμα, εάν πιστέψουμε στο κοινό ψέμα: «Δεν αξίζω», αυτό το ψέμα θα ζει στον νου μας μόνο και μόνο επειδή το πιστεύουμε. Δεν πιστεύουμε τους ανθρώπους που μας λένε πόσο υπέροχοι είμαστε, επειδή πιστεύουμε το αντίθετο. Έχουμε ήδη επενδύσει την πίστη μας σε μια πεποίθηση που δεν είναι αληθινή. Είναι ένα ψέμα, αλλά η πίστη μας καθοδηγεί τις πράξεις μας. Όταν αισθανόμαστε ότι δεν αξίζουμε, τότε πώς εκφράζουμε τον εαυτό μας μπροστά στους άλλους ανθρώπους; Είμαστε ντροπαλοί. 

Πώς μπορούμε να ζητήσουμε κάτι όταν πιστεύουμε ότι δεν το αξίζουμε; Αυτό που πιστεύουμε για τον εαυτό μας, το προβάλουμε στους άλλους και τότε αυτό θα πιστεύουν κι εκείνοι για εμάς. Βέβαια, αυτός θα είναι και ο τρόπος που θα μας φέρονται, πράγμα που με τη σειρά του θα ενισχύει την πίστη μας ότι δεν αξίζουμε. Ενώ ποια είναι η αλήθεια; Η αλήθεια είναι ότι αξίζουμε. Όλοι αξίζουμε.

Αν πιστέψουμε στο ψέμα ότι δεν μπορούμε να μιλήσουμε μπροστά σε κοινό, τότε: γενηθήτω το θέλημά μας! Όταν προσπαθήσουμε να μιλήσουμε μπροστά στο κοινό, θα φοβόμαστε. Ο μόνος τρόπος να σπάσουμε αυτή τη συμφωνία πίστης είναι να αναλάβουμε τα ηνία και να το κάνουμε. Τότε θα αποδείξουμε ότι είναι απλώς ένα ψέμα και θα πάψουμε να φοβόμαστε.

Αν πιστέψουμε ότι δεν μπορούμε να έχουμε μια σχέση αγάπης τότε: γενηθήτω το θέλημά μας. Αν αισθανόμαστε ότι δεν αξίζουμε την αγάπη, ακόμα και αν αυτή βρίσκεται κοντά μας, απλώς δεν θα την πάρουμε, επειδή είμαστε τυφλοί και δεν τη βλέπουμε. Βλέπουμε μόνο αυτό που θέλουμε να δούμε και ακούμε μόνο αυτό που θέλουμε να ακούσουμε. Κάθε τι που αντιλαμβανόμαστε είναι απλώς μια επιπλέον ώθηση για τα ψέματά μας.

Αν κατανοείτε αυτά τα παραδείγματα, τότε μπορείτε να φανταστείτε πόσα ψέματα πιστεύετε για τον εαυτό σας και πόσα ψέματα πιστεύετε για τους γονείς, τα παιδιά, τα αδέλφια ή τον σύντροφό σας. Κάθε φορά που τους κρίνετε, δίνετε βήμα στα ψεύτικα πιστεύω που βρίσκονται στο Δέντρο της Γνώσης σας. Δίνετε τη δύναμή σας σε αυτά τα ψέματα. Ποιο είναι το αποτέλεσμα; Θυμός ή ζήλια ή ακόμα και μίσος. Όλο αυτό το συναισθηματικό δηλητήριο συσσωρεύεται, ώσπου κάποια στιγμή χάνετε τον έλεγχο.

Μπορείτε να δείτε τη δύναμη αυτών που μοιράζομαι μαζί σας; Έχετε τη δυνατότητα να αλλάξετε τη ζωή σας αρνούμενοι να πιστέψετε τα ψέματά σας. Μπορείτε να ξεκινήσετε με τα κύρια ψέματα που περιορίζουν την έκφραση της ευτυχίας και της αγάπης σας. Αν αποσύρετε την πίστη σας από αυτά, τότε θα χάσουν τη δύναμη που έχουν πάνω σας.

ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ: Discimus vitae (Μαθαίνουμε για τη ζωή)

Αυτές είναι οι δύο εντολές που πάνω τους κρέμουνται οι νόμοι και οι προφήτες της παιδείας:

Να χτίζεις στο μάρμαρο της γνώσης, και να γκρεμίζεις την αχεροπλιθιά της πρόληψης.

Σωστή παιδεία θα ειπεί να μαθαίνεις στους νέους τη ζωή, και να τους ξεμαθαίνεις τις δεισιδαιμονίες που από νήπια τους περνάει μια παράδοση άρρωστη μέσα από την οικογένεια, την κοινωνία, την πολιτεία, την εκκλησία, τα μέσα ενημέρωσης, και τους άλλους παράγοντες της αγωγής.

Το ένα λοιπόν είναι να ριζώσουμε το νέο στη ζωή. Το άλλο να ξεριζώσουμε από μέσα του την ψευτιά.

Μαθαίνουμε για τη ζωή. Discimus vitae, που έλεγε ο Σενέκας. Θα ειπεί πως κάθε γνώση που περνάμε στο παιδί, και κάθε δεξιότητα που του αναπτύσσουμε, είναι δεμένα με την πραγματικότητα όπως το νύχι με το κρέας.

Όχι θεωρίες και λόγια. Όχι τα άψυχα και τα νοερά σκύβαλα των βιβλίων, που ούτε καταπίνουνται ούτε μασιούνται. Ξέρεις, έξω από το Ρωμανό το Μελωδό του συναξαριστή, άνθρωπο άλλο που να πήρε κομμάτι χαρτί και να το κατάπιε, για να φωτιστεί και να μάθει; Εγώ δεν ξέρω.

Μάθηση δίκαιη και σωστή σημαίνει ζωντάνεια, αμεσότητα, σφυγμός μαστιγωμένος, κρούση κατά μέτωπο με τα πράγματα. Σημαίνει να πίνουμε στο ποτήρι το ίδιο μας το αίμα.

Μη λησμονούμε πως ο τελευταίος στόχος κάθε παιδείας είναι να διαπλάσει έτσι το νέο, ώστε την ορισμένη στιγμή που θα αποδοθεί στο στίβο της ζωής να μπορεί να προσαρμόζεται στην άγρια ανάγκη των πραγμάτων και των ανθρώπων.

Ωσάν ξαφνικά να τον πετάξουμε, πες, Ρομβισόνα Κρούσο στο νησί. Και να του ειπούμε:

Τώρα ψάξε να βρεις τον τρόπο για να ζήσεις. Νίκα την πείνα και την δίψα σου, το κρύο και τη μοναξιά. Νίκα την απειλή του ουρανού και της θάλασσας, και τον αρχέγονο τρόμο της ύπαρξης.

Αυτό σημαίνει το discimus vitae. Ο δάσκαλος να ̓ναι η δύναμη, πράξη ο μαθητής, και το σχολειό γιορτή.

Δημήτρης Λιαντίνης, Έζησας Έρημος και Ισχυρός

Τι σημαίνει ο όρος «θύμα συναισθηματικού εκβιασμού»

Συναισθηματικός εκβιασμός: μία αόρατη μορφή κακοποίησης.

Τί είναι ο συναισθηματικός εκβιασμός;

Ο όρος συναισθηματικός εκβιασμός αναφέρεται σε μία μορφή ψυχολογικής χειραγώγησης που συμβαίνει μέσα στα πλαίσια στενών προσωπικών σχέσεων: μπορεί να είναι η σχέση ανάμεσα σε μία μητέρα και το παιδί της, η σχέση μεταξύ συζύγων, αδελφών, ακόμη και μεταξύ πολύ στενών φίλων. Σε αυτές τις σχέσεις, το ένα μέλος χρησιμοποιεί ψυχολογική πίεση προκειμένου να επιτύχει τους σκοπούς του, ενώ το άλλο μέλος υποχωρεί μπροστά στο φόβο των συνεπειών. Ο συναισθηματικός εκβιασμός είναι μία μορφή ψυχολογικής κακοποίησης με πολύ δυσάρεστες συνέπειες.

Πώς λειτουργεί;

Ο «συναισθηματικός εκβιαστής» προβάλλει τις απαιτήσεις του και τις ανάγκες του πάνω από οτιδήποτε άλλο: προκειμένου να βεβαιωθεί ότι θα πάρει αυτό που επιθυμεί χρησιμοποιεί ψυχολογική πίεση απειλώντας, άμεσα ή έμμεσα, ότι αν δε γίνει το δικό του θα υπάρξουν συνέπειες. Υπάρχουν διαφορετικές μορφές συναισθηματικού εκβιασμού. Ο εκβιαστής μπορεί να απειλεί ότι θα κάνει κακό στον εαυτό του (όχι απαραίτητα σωματικό), ότι θα τιμωρήσει το «θύμα» του αν δεν ανταποκριθεί ή μπορεί να παριστάνει το μάρτυρα προκαλώντας συναισθήματα ενοχής και οίκτου. Υπάρχουν επίσης εκείνοι που χρησιμοποιούν μία μορφή δωροδοκίας, υποσχόμενοι διάφορα ανταλλάγματα προκειμένου να επιτύχουν το σκοπό τους.

Παραδείγματα συναισθηματικού εκβιασμού.

Οι μάρτυρες. Σκεφτείτε μία μητέρα η οποία στερεοτυπικά όταν επιθυμεί κάτι, επαναλαμβάνει στα παιδιά της ότι «έκανε τα πάντα και ξόδεψε όλη της τη ζωή» για να τα μεγαλώσει σωστά ή ένα σύζυγο ο οποίος πάντα προβάλλει το γεγονός ότι εργάζεται σκληρά για να μη λείψει τίποτα στην οικογένειά του. Αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν την ενοχή και την υποχρέωση σαν μοχλό για να επιτύχουν το σκοπό τους.

Οι τιμωροί. Οι τιμωροί χρησιμοποιούν απειλές και κυρώσεις για να πιέσουν τις καταστάσεις. Μπορεί να απειλούν ότι θα τους συμβούν επώδυνα πράγματα αν δεν τους βοηθήσουμε, ότι θα είναι δυστυχείς, ότι θα κινδυνέψουν ή ακόμα ότι θα μας κάνουν να υποφέρουμε αν δεν ενδώσουμε στις πιέσεις τους.

Οι δωροδοκούντες. Προκειμένου να αποσπάσουν αυτό που θέλουν από το «θύμα» του εκβιασμού τους, δίνουν υποσχέσεις και ανταλλάγματα: «Αν κάνεις αυτό που θέλω, θα συνεχίσω να σε φροντίζω».

Πώς αισθάνονται τα «θύματα» του συναισθηματικού εκβιασμού;

Οι συνέπειες του συνεχιζόμενου συναισθηματικού εκβιασμού είναι οδυνηρές για τον ψυχισμό των θυμάτων. Αισθάνονται ανασφαλείς, ασήμαντοι και έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση ενώ κάθε φορά που κάνουν κάτι για τον εαυτό τους νιώθουν εγωιστές. Τα κύρια συναισθήματα που εμπνέει ο συναισθηματικός εκβιασμός είναι φόβος, υποχρέωση και ενοχή. Το αποτέλεσμα είναι ότι το «θύμα» εμπλέκεται σε έναν ιστό από τον οποίο αισθάνεται αδύναμο ή ανίκανο να ξεφύγει.

Οι άνθρωποι που πέφτουν «θύματα» συναισθηματικού εκβιασμού είναι συνήθως άνθρωποι με έντονα αλτρουιστικά αισθήματα αλλά ταυτόχρονα φοβούνται και αποφεύγουν τη ρήξη, το θυμό και τη διαφωνία. Έχουν μεγάλη ανάγκη να τους αγαπούν, να τους αποδέχονται και να έχουν ανθρώπους γύρω τους. Γίνονται έτσι ευάλωτοι στις συναισθηματικές πιέσεις και εύκολα υπαναχωρούν με αποτέλεσμα να βάζουν πάντοτε τις ανάγκες τους σε δεύτερο πλάνο.

Είμαι «θύμα» συναισθηματικού εκβιασμού;

Παρόλο που πρόκειται για μία μορφή ψυχολογικής βίας και κακοποίησης, πολλές φορές οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν ή να παραδεχτούν τι τους συμβαίνει. Οι συναισθηματικοί εκβιαστές:

– Σας απειλούν ότι θα σας εγκαταλείψουν αν δεν κάνετε αυτό που σας ζητούν.

– Όταν τους αρνηθείτε κάτι, σας κάνουν τη ζωή δύσκολη.

– Σας κατηγορούν ότι είστε εγωιστές, άπληστοι, ότι σκέφτεστε μόνο τον εαυτό σας.

– Σας δίνουν υποσχέσεις τις οποίες σπάνια τηρούν όταν τελικά πετύχουν αυτό που θέλουν.

– Αφήνουν να εννοηθεί ότι αν δεν τους βοηθήσετε θα τους συμβεί κάτι κακό.

– Επαναλαμβάνουν διαρκώς πόσο τους απογοητεύετε, πόσο δεν το περίμεναν αυτό από σας και πόσο τους πληγώνει η συμπεριφορά σας.

– Σας υπενθυμίζουν συχνά πόσα έχουν κάνει για σας και άρα, πόσο υποχρεωμένοι είστε.

– Σας λένε καλά λόγια και σας φέρονται καλά όσο τους δίνετε ό,τι σας ζητήσουν αλλά τα αναιρούν όλα και γίνονται σκληροί και επιθετικοί στο πρώτο όχι που θα πείτε.

– Χρησιμοποιούν τα χρήματα σαν απειλή ή σαν εργαλείο για να σας χειριστούν.

Πώς να το αντιμετωπίσετε.

Οι σχέσεις που βασίζονται σε μηχανισμούς συναισθηματικού εκβιασμού είναι συνήθως βαθειά ριζωμένες και αντιστέκονται σθεναρά στην αλλαγή.

Αναγνωρίστε τη μορφή του εκβιασμού. Παρόλο που ο συναισθηματικός εκβιασμός, ειδικά όταν συμβαίνει χρόνια, μας δημιουργεί σύγχυση και θολώνει τη σκέψη μας, είναι πολύ σημαντικό να γνωρίζουμε τα κίνητρα της συμπεριφοράς μας. Νιώθετε ενοχή, φόβο και υποχρέωση;

Βάλτε όρια. Σπάστε το φαύλο κύκλο του εκβιασμού βάζοντας όρια και κρατήστε τα. Αυτό θα δώσει το μήνυμα ότι έχετε τη δύναμη να πείτε όχι σε κάτι που θεωρείτε παράλογο.

Φροντίστε τον εαυτό σας. Εξετάστε τις προσωπικές σας ανάγκες και επιθυμίες χωρίς να επηρεάζεστε από το φόβο της απειλής. Τι θα κάνατε για τον εαυτό σας αν είχατε απόλυτη ελευθερία;

Δείτε τον εαυτό σας από απόσταση. Πώς θα κρίνατε εσείς τον εαυτό σας; Τι ρόλο έχετε παίξει σε αυτή τη σχέση; Τι συμβουλή θα δίνατε σε έναν άνθρωπο που βρίσκετε στη θέση σας;

Ξεκινήστε με μικρές αλλαγές. Κάνοντας μικρές προσωπικές επιλογές σε καθημερινή βάση και υποστηρίζοντας τον εαυτό σας, θα σας βοηθήσει όχι μόνο να βάλετε όρια αλλά και να θυμηθείτε σταδιακά πώς είστε δυνατοί, αξιόλογοι και πως η αγάπη και η συντροφιά σας αξίζει, χωρίς να χρειάζεται να την «εξαγοράζετε» υποχωρώντας πάντα σε αυτό που σας ζητούν.

Η ιστορία της χειραψίας – Ο διαφορετικός λόγος που έδιναν τα χέρια στην αρχαιότητα

Η γνωστή χειραψία. Μια κίνηση που κάνουμε όταν συναντιόμαστε με κάποιον, ή όταν θέλουμε και κλείσουμε μια συμφωνία. Είναι μια ένδειξη εμπιστοσύνης. Όπως δεν ξεκίνησε έτσι. Παλιότερα ήταν περισσότερο ένδειξη… καχυποψίας.

Θεωρείται ότι όταν κάποιος έτεινε το δεξί του χέρι, ήθελε να δείξει ότι δεν κρατάει όπλο. Οι Ρωμαίοι από την άλλοι, έπιαναν τον πήχη του χεριού του άλλου για να διαπιστώσουν ότι δεν είχαν κρυμμένο μαχαίρι στο μανίκι του.

Επίσης, αρχαιολογικά ευρήματα και αρχαία κείμενα δείχνουν ότι η χειραψία γινόταν και στην αρχαία Ελλάδα από τον 5ο αιώνα π.Χ.

Ο Όμηρος έκανε πολλές αναφορές στα κείμενά του για τη χειραψία, ως επίδειξη εμπιστοσύνης, ενώ απεικονίζεται και στην τέχνη, τις τοιχογραφίες και τα αγάλματα. Πολλές φορές απεικονιζόταν στις επιτύμβιες στήλες, όπου ο νεκρός παριστάνεται είτε σε κάποια ασχολία της καθημερινής ζωής, είτε καθιστός ανάμεσα στα αγαπημένα του πρόσωπα, τα οποία αποχαιρετά διά χειραψίας.

Στη Μεσαιωνική Ευρώπη οι ιππότες έκαναν χειραψία μεταξύ τους για να δουν εάν θα έπεφταν κρυμμένα όπλα.

Τον 17ο αιώνα, πιστεύεται ότι οι Κουάκεροι (μέλη της «Θρησκευτικής Κοινωνίας των Φίλων», Χριστιανικής Ομολογίας η οποία εμφανίστηκε τον 17ο αιώνα στην Αγγλία με πρωτεργάτη τον Γεώργιο Φοξ) υιοθέτησαν την χειραψία ως χαιρετισμό. Μέχρι το 1800 είχε καθιερωθεί σε τέτοιο βαθμό που εκδόθηκαν και εγχειρίδια για τη σωστή χειραψία.

Πλέον οι ερευνητές θεωρούν ότι η χειραψία ουσιαστικά γίνεται για να περνάνε χημικά σήματα μεταξύ των δύο συνομιλητών και ότι αρκετοί ενστικτωδώς μυρίζουν το χέρι τους αμέσως μετά τη χειραψία για να επικοινωνήσουν μέσω της ορμής.