Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2023

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ (1913)

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ

Γενικά

Κατά την έναρξη των πολεμικών επιχειρήσεων, ο ρόλος του στρατού Ηπείρου ήταν κυρίως αμυντικός αφού το μεγαλύτερο μέρος των στρατιωτικών τμημάτων είχε αξιοποιηθεί στο μέτωπο της Μακεδονίας. Μετά την προσάρτηση της Θεσσαλονίκης η Οθωμανική Αυτοκρατορία ζητάει ανακωχή λόγω όμως του ότι τα Ιωάννινα δεν είχαν ακόμα απελευθερωθεί η ελληνική πλευρά δέχεται να συμμετάσχει στις συζητήσεις ειρήνης ξεκαθαρίζοντας ότι μέχρι τη σύναψη της συμφωνίας η Ελλάδα θα βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Ο Στρατός της Ηπείρου κατά την έναρξη του πολέμου αν και ολιγάριθμος ξεκίνησε να επιχειρεί εναντίον του Τούρκικου στρατού και αρχικά σημείωσε σπουδαίες νίκες καταλαμβάνοντας την Πρέβεζα με την βοήθεια του ελληνικού στόλου (21 Οκτωβρίου – 3 Νοεμβρίου 1912) και κάμπτοντας την αντίσταση του Τουρκικού Στρατού στη μάχη στα Πέντε Πηγάδια. Θεωρητικά πλέον ο δρόμος για την κατάληψη των Ιωαννίνων είχε ανοίξει.

Υπήρχαν όμως τεράστιες δυσκολίες που κώλυαν την επίθεση για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων διότι πέρα από την αριθμητική τους υπεροχή οι Τούρκοι είχαν μετακινηθεί στο Μπιζάνι που όπως αναφέρουν οι ιστορικοί ήταν «ισχυρώς οχυρωμένον». Αυτές οι δυσχέρειες σε συνδυασμό με το δριμύ ψύχος και την έλλειψη εφοδίων είχαν καθηλώσει τον ελληνικό στρατό σε αμυντική θέση.

Μετά την σταθεροποίηση του Μακεδονικού Μετώπου ο κύριος όγκος του στρατού Θεσσαλίας κατεβαίνει για να ενισχύσει το στρατό Ηπείρου. Την αρχιστρατηγία αναλαμβάνει ο Διάδοχος Κωνσταντίνος. Το σχέδιο το οποίο εκπονήθηκε ήταν η επίθεση «δι ελιγμού» και ενώ το σχέδιο προέβλεπε την επίθεση από δεξιά, το Στρατηγείο εσκεμμένα άρχισε να διασπείρει την είδηση ότι η επίθεση θα γινόταν από την αριστερή πλευρά. Η επιτυχία του αιφνιδιασμού σε συνδυασμό με την ικανότητα του πυροβολικού οδηγούν στη πτώση του Μπιζανίου.


Λόγω της πτώσης του Μπιζανίου ο διοικητής των Ιωαννίνων Εσάτ Πασάς αναγκάσθηκε να στείλει απεσταλμένους για παράδοση της πόλης. Η συμφωνία επιτεύχθηκε και η παράδοση της πόλης ορίσθηκε για τις 8 το πρωί της 21ης Φεβρουαρίου. Υπεγράφη και σχετικό πρωτόκολλο παράδοσης. Το υπέγραφε ο διοικητής της οχυρωμένης τοποθεσίας Τούρκος αντισυνταγματάρχης Βεχήπ Μπέης και οι Έλληνες λοχαγοί Ιωάννης Μεταξάς και Ξενοφών Στρατηγός. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος εισήλθε στην πόλη στις 22 Φεβρουαρίου και μαζί με το Στράτευμα έγιναν δεκτοί από τους κατοίκους με ενθουσιώδεις εκδηλώσεις.

ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΩΝ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ

Ο Ελληνικός Στρατός του 1912, διαθέτοντας σχετικά περιορισμένες δυνάμεις και όντας υποχρεωμένος να διεξάγει επιχειρήσεις σε δύο μέτωπα, της Μακεδονίας και της Ηπείρου, δεν ήταν δυνατό να αναλάβει επιθετικές ενέργειες ταυτόχρονα και προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις. Έτσι αποφασίστηκε να δοθεί προτεραιότητα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας, αφού το επέβαλλαν σοβαροί εθνικοί λόγοι.

Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.

 
Παρόλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.

Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.

Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.

 
Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.

Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.

Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.

 
Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.

Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθειά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.

Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.

 
Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.

Η Οχυρή Τοποθεσία των Ιωαννίνων 

Το υψίπεδο Ιωαννίνων έχει σχήμα ελλειψοειδές με μέγιστο μήκος 40 χιλιόμετρα σε ευθεία γραμμή και μέγιστο πλάτος 22 χιλιόμετρα. Το μέσο υψος του από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 500 περίπου μέτρα και στο κέντρο του βρίσκεται η ομώνυμη λίμνη καθώς και η πόλη των Ιωαννίνων.

Περιβάλλεται από υψηλούς, απότομους και δυσπρόσιτους ορεινούς όγκους με την οροσειρά Μιτσικέλι προς τα βορειοανατολικά, τα υψώματα του Δρίσκου προς τα ανατολικά, την Αετοράχη και το όρος Τόμαρος (Ολίτσικας) προς τα νότια και τις λοφοσειρές Χιντζηρέλου και Μεγάλη Τσουκα προς τα δυτικά.

Ενδιάμεσα υπάρχουν τα φύσει οχυρά υψώματα Δουρουτι, Μανολιάσα, Αυγό, Μπιζάνι και Καστρίτσα.

Το χειμώνα το ψύχος είναι δριμύ και οι χιονοπτώσεις πολλές, η δε ομίχλη είναι συνήθης με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η παρατήρηση.

Το οδικό δίκτυο κατά την περίοδο αυτή ήταν πολύ φτωχό. Υπήρχε Λόνο η σκυρόστρωτη οδός Άρτα—Φιλιππιάδα—Ιωάννινα—Ελαία, καθώς και μερικές δευτερεύουσες (καροποίητες) ορεινές οδοί μικρής αποδόσεως.

 
Η φύσει οχυρή αυτή τοποθεσία των Ιωαννίνων είχε οργανωθεί από τον καιρό της ειρήνης με πολλά μόνιμα και ημιμόνιμα έργα, που είχαν κατασκευαστεί με την ευθύνη του Διοικητή Πυροβολικού του Φρουρίου των Ιωαννίνων Αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη και με την επίβλεψη γερμανικής στρατιωτικής αποστολής, υπό το Στρατηγό Φον Ντερ Γκολτς. Διάφορα πρόχειρα έργα εκστρατείας (πολυβολεία, ορύγματα, συρματοπλέγματα κ.λ.π.) συμπλήρωναν και βελτίωναν την αμυντική ισχύ της τοποθεσίας. Τέλος είχε αναπτυχθεί πνκνό τηλεφωνικό δίκτυο, για την άνετη εξασφάλιση των επικοινωνιών.

Το βάρος της οχυρώσεως είχε δοθεί στο νότιο τομέα και ιδιαίτερα στα υψώματα της Μανολιάσας (Μεγάλη Ράχη, Προφήτης Ηλίας, Καστρί), Αυγού και Μπιζανίου (Μικρό, Μεγάλο Μπιζάνι) για την απαγόρευση του άξονα Άρτα—Ιωάννινα και την εξασφάλιση του συγκοινωνιακού και ανεφοδιαστικού κόμβου των Ιωαννίνων από την κατεύθυνση αυτή, από όπου προβλεπόταν και η μεγαλύτερη απειλή σε περίπτωση πολέμου της Τουρκίας με την Ελλάδα.

Μεταφορά Νέων Ενισχύσεων στην Ήπειρο

Μετά την απόφαση του Υπουργείου Στρατιωτικών για την άμεση ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου με τις IV και VI Μεραρχίες, άρχισε από τις 12 Δεκεμβρίου η θαλάσσια μεταφορά των μεραρχιών αυτών από τη Θεσσαλονίκη στην Πρέβεζα.

Πρώτη μεταφέρθηκε η IV Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 228 αξιωματικών, 10.068 οπλιτών και 2.300 κτηνών. Η Μεραρχία αμέσως μετά την αποβίβαση της κατευθύνθηκε στη Φιλιππιάδα, που είχε οριστεί ως χώρος συγκεντρώσεως. Εκεί συμπληρώθηκε σε προσωπικό, υλικό και τρόφιμα και στη συνέχεια προωθήθηκε προς τη ζώνη επιχειρήσεων στο χώρο Χάνι Εμίν Αγά—χ. Πέρδικα, όπου έφτασε στις 20 Δεκεμβρίου.

Ακολούθησε η VI Μεραρχία που βρισκόταν στην Κορυτσά. Η μεταφορά και αυτής έγινε θαλασσίως από τη Θεσσαλονίκη, γιατί η οδική κίνηση της μέσω Καστοριάς—Μετσόβου, όπως αρχικά είχε ζητηθεί από το Υπουργείο Στρατιωτικών, κρίθηκε από το Γενικό Στρατηγείο ασύμφορη και επικίνδυνη.


Η VI Μεραρχία, συνολικής δυνάμεως 7.400 αντρών, 1.800 κτηνών και 110 οχημάτων, άρχισε την επιβίβαση της στις 22 Δεκεμβρίου σε 18 ατμόπλοια και μέχρι τις 28 Δεκεμβρίου είχε αποβιβαστεί στην Πρέβεζα, όπου οι μονάδες της συμπληρώθηκαν από επιστράτους που είχαν φτάσει εκεί από το εσωτερικό. Στη συνέχεια και μέχρι τις 13 Ιανουαρίου η Μεραρχία, με διαταγή του Στρατηγείου Ηπείρου, μεταστάθμευσε στο άκρο δεξιό της διατάξεως του Στρατού Ηπείρου, στην περιοχή των χωριών Κορίτιανη—Πλαίσια—Καλέντζι.

Εκτός από αυτές τις δύο μεραρχίες, στις 29 Δεκεμβρίου, έφτασε στην Πρέβεζα προερχόμενο από τη Χίο και το 7ο Σύνταγμα Πεζικού της II Μεραρχίας (Απόσπασμα Χίου), υπό το Συνταγματάρχη Πεζικού Δελαγραμμάτικα Νικόλαο, που αποτελούνταν από 4 τάγματα Πεζικού και δύο ορειβατικές πυροβολαρχίες Κρουπ, συνολικής δυνάμεως 28 αξιωματικών και 4.475 οπλιτών.

Μέχρι τις 5 Ιανουαρίου το Απόσπασμα αυτό είχε προωθηθεί στο χ. Μυροδάφνη ως γενική εφεδρεία. Στο ίδιο χρονικό διάστημα προωθήθηκε στο Χάνι Εμίν Αγά και στην Κανέτα σημαντικός αριθμός πεδινών και βαρέων πυροβόλων.

 
Από τα πλεονάσματα εξάλλου των επιστράτων, που είχαν διατεθεί για τη συμπλήρωση του προσωπικού των μονάδων, συγκροτήθηκε ένα ανεξάρτητο τάγμα Πεζικού, με αποστολή να εξασφαλίσει τον κάτω ρου του Αχέροντα ποταμού σε συνεργασία με τα εκεί εθελοντικά τμήματα Προσκόπων.

Γεγονότα και Επιχειρήσεις από 11 Ιανουαρίου μέχρι 15 Φεβρουαρίου 1913 

Στις 10 Ιανουαρίου ο Αρχιστράτηγος Διάδοχος Κωνσταντίνος έφτασε και εγκατέστησε το Στρατηγείο του στη Φιλιππιάδα, αναλαμβάνοντας τη διοίκηση όλων των μονάδων που υπήρχαν στην Ήπειρο, καθώς και τη διεύθυνση των επιχειρήσεων.

Το πρωί της επομένης ο Αρχιστράτηγος συναντήθηκε στο ύψ. Κανέτα με τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη και, αφού ενημερώθηκε για τη γενική κατάσταση και την πρόοδο των επιχειρήσεων, αποφάσισε να επιτεθεί κατά της οχυρωμένης τοποθεσίας Μπιζανίου, μετά από κατάλληλη ανασυγκρότηση των μονάδων του Στρατού Ηπείρου.

Για τη διατήρηση των δυνάμεων ακμαίων, διέταξε τις μεραρχίες να εξασφαλίσουν στα τμήματα τους την αναγκαία ανάπαυση, τηρώντας στις προφυλακές τους μόνο τις απαραίτητες δυνάμεις, οι οποίες και να εναλλάσσονται.

Στο πλαίσιο της ανασυγκροτήσεως η Μεραρχία Ηπείρου μετονομάστηκε σε VIII Μεραρχία και τη διοίκηση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού (VI και VIII Μεραρχίες) ανέλαβε ο Αντιστράτηγος Σαπουντζάκης.


Το Απόσπασμα Χίου τέθηκε υπό τις διαταγές της IV Μεραρχίας και το Ανεξάρτητο Τάγμα διατέθηκε στη II Μεραρχία.

Ο Υποστράτηγος Μοσχόπουλος επανήλθε στη διοίκηση της IV Μεραρχίας και ο Υποστράτηγος Καλλάρης στη διοίκηση της II Μεραρχίας.

Συγκροτήθηκε Σύνταγμα Ιππικού Ηπείρου, από την ίλη Ιππικού που βρισκόταν στην Ήπειρο και δύο ακόμη ίλες που έφτασαν από τη Θεσσαλονίκη στις 13 Ιανουαρίου.

Οι μεραρχίες παρέμειναν στις θέσεις τους, με εξαίρεση την προώθηση ενός τάγματος της IV Μεραρχίας στην παρυφή του χωριού Μανολιάσα μέχρι το βράδυ της 12ης Ιανουαρίου, ύστερα από αγώνα και με σημαντικές απώλειες.

Στις 17 Ιανουαρίου το Γενικό Στρατηγείο, μετά από σχετική έγκριση του Υπουργείου Στρατιωτικών, διέταξε την αποστράτευση όλων των εθελοντικών σωμάτων, εκτός από αυτά που βρίσκονταν στην περιοχή του Αχέροντα και του Ολίτσικα, γιατί η παρουσία τους μετά τη σημαντική ενίσχυση του Στρατού Ηπείρου δεν κρινόταν απαραίτητη. Επιπλέον, επειδή τα σώματα αυτά δεν ήταν πλήρως οργανωμένα στρατιωτικώς και εκπαιδευμένα, είχαν παρουσιάσει αυξημένες απώλειες καθώς και κρούσματα απειθαρχίας, ιδίως σε βάρος των κατοίκων της περιοχής. Οι άντρες, αφού παρέδιναν τον οπλισμό τους στους επικεφαλής αξιωματικούς τους, θα επανέρχονταν στις εστίες τους.

Την ίδια ημέρα επίσης ο Αρχιστράτηγος έστειλε προσωπική επιστολή στον Αρχηγό των τουρκικών δυνάμεων Ιωαννίνων Εσσάτ Πασά, με την οποία του ζητούσε να παραδώσει την πόλη, ώστε να αποφευχθεί η άσκοπη αιματοχυσία, αφού άλλωστε η Οθωμανική Αυτοκρατορία με την έναρξη της Συνδια-σκέψεως στο Λονδίνο είχε παραιτηθεί κάθε δικαιώματος από τα εδάφη μεταξύ της Αδριατικής και της Θράκης. Ο στρατός που υπερασπιζόταν τα Ιωάννινα θα ήταν ελεύθερος να μεταφερθεί σε τόπο κοινής αποφάσεως με τον οπλισμό και τα εφόδια του. Η απάντηση του Εσσάτ Πασά δόθηκε μετά από δύο ημέρες και ήταν αρνητική.


Επακολούθησε άμεση ενημέρωση της Κυβερνήσεως και εντατική μεταφορά και συγκέντρωση πυρομαχικών και τροφίμων για τη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων. Επίσης έγιναν διευθετήσεις στο ορεινό οδικό δίκτυο και διανοίχθηκαν νέοι δρόμοι για τις ανάγκες του πεδινού πυροβολικού. Ο καιρός στο μεταξύ χειροτέρευσε και πυκνό χιόνι κάλυψε την περιοχή, ενώ συχνά η ομίχλη δυσχέραινε την παρατήρηση και οι άντρες υπέφεραν από το δριμύ ψύχος. Το Απόσπασμα Μετσόβου, που είχε από τις 11 Ιανουαρίου προωθήσει το μεγαλύτερο μέρος των δυνάμεων του στη γραμμή των χωριών Γότιστα—Δεμάτι—Ιτιά—Τρίστενο—Γρεβενίτι, διατάχθηκε στις 25 Ιανουαρίου να συγκεντρώσει τις δυνάμεις του, ώστε να έχει ετοιμότητα επιθέσεως για την κατάληψη του Δρίσκου και, σε ευνοϊκές συνθήκες, να συνεχίσει την προέλαση του προς τα νότια της λίμνης Ιωαννίνων.

Στις 6 Φεβρουαρίου, επισκέφθηκε το μέτωπο ο Πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος για να σχηματίσει από κοντά σαφή εικόνα της εκεί καταστάσεως και επιπλέον να συνεννοηθεί προσωπικά με τον Αρχιστράτηγο και να καθορίσουν από κοινού με ποιό τρόπο οι παραπέρα στρατιωτικές επιχειρήσεις θα μπορέσουν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικότερα το εθνικό συμφέρον.

Ο Πρωθυπουργός μετά τη Φιλιππιάδα, όπου ήταν το Γενικό Στρατηγείο, συνοδευόμενος από τον Αρχιστράτηγο επισκέφθηκε τον τομέα του μετώπου στο Μπιζάνι και στη συνέχεια αναχώρησε για την Πρέβεζα, προκειμένου να επιστρέψει στην Αθήνα.

Στις 9 Φεβρουαρίου, το Γενικό Στρατηγείο κοινοποίησε γενικές οδηγίες προς όλες τις μονάδες για την έγκαιρη μελέτη και προπαρασκευή της επικείμενης επιχειρήσεως. Σύμφωνα με τις οδηγίες αυτές, η κύρια προσπάθεια θα κατευθυνόταν προς τον τομέα Μπιζάνι—Κουτσελιό—Καστρίτσα και θα αναλαμβανόταν από τις II, VI, VIII Μεραρχίες και το Απόσπασμα Μετσόβου, με ταυτόχρονη δευτερεύουσα ενέργεια από το Απόσπασμα Ολίτσικα και την IV Μεραρχία προς τα υψώματα Άγιος Νικόλαος και Μανολιάσα αντίστοιχα.

Η όλη ενέργεια θα συνδυαζόταν με προέλαση της III Μεραρχίας και Αποσπάσματος της V Μεραρχίας από την Κορυτσά και τη Φούρκα προς τα νότια.


Στο μεταξύ στις 8 Φεβρουαρίου, έφτασε στην Καλαμπάκα, προερχόμενο από τη Θεσσαλονίκη, το 4ο Σύνταγμα Πεζικού της I Μεραρχίας. Ο διοικητής του, Συνταγματάρχης Παπακυριαζής Ιωάννης, έλαβε εντολή από το Γενικό Στρατηγείο να συγκροτήσει Μικτή Ταξιαρχία από το 4ο Σύνταγμα, το πρώην Απόσπασμα Μήτσα που βρισκόταν στο Μέτσοβο, ένα τάγμα που είχε σταλεί από το εσωτερικό και μια ταχυβόλο πυροβολαρχία, με σκοπό να
διανοίξει τη διάβαση Δρίσκου και να συνδράμει στη γενική επίθεση κατά των Ιωαννίνων, καταλαμβάνοντας την Καστρίτσα.

Από τις 15 Φεβρουαρίου η Ταξιαρχία αυτή τέθηκε στη διάθεση του Τμήματος Στρατιάς Δεξιού. Αποστολή της ήταν να εξασφαλίσει το Μέτσοβο με μικρό τμήμα, ενώ με τις υπόλοιπες δυνάμεις της, αφού εκκαθαρίσει την περιοχή, να περάσει τον Άραχθο και να επιτεθεί κατά των τουρκικών δυνάμεων στα χωριά Δαφνούλα και Δρίσκος και να συνδεθεί με το Τμήμα Στρατιάς Δεξιού. Με άλλη διαταγή συγκροτήθηκε γενική εφεδρεία από το 15ο Σύνταγμα Πεζικού, το Ιο Σύνταγμα Ευζώνων και ένα τάγμα του 17ου Συντάγματος, η οποία συγκεντρώθηκε στα χωριά Αετοράχη και Ελληνικό.

Στις 12 Φεβρουαρίου, εξάλλου, αποβιβάστηκε στην Πρέβεζα μία μοίρα Πεδινού Πυροβολικού (των δύο πυροβολαρχιών), προερχόμενη από τη θεσσαλονίκη και διατέθηκε στο Διοικητή Πυροβολικού Στρατιάς.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα οι Τούρκοι ασχολήθηκαν εντατικά με τη συμπλήρωση της αμυντικής τους οργανώσεως, κυρίως στο Οχυρό Μπιζάνι και στην περιοχή του χωριού Κουτσελιό.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΠΙΖΑΝΙΟΥ

Η Μάχη του Μπιζανίου (16-22 Φεβρουαρίου 1913), υπήρξε η σημαντικότερη σύγκρουση κατά τον Α' Βαλκανικό Πόλεμο μεταξύ του ελληνικού και του τουρκικού στρατού στο μέτωπο της Ηπείρου. Η τοποθεσία Μπιζάνι με τις γειτονικές τοποθεσίες νότια των Ιωαννίνων, αποτέλεσε σημαντικό φυσικό σημείο άμυνας και το επέλεξαν οι Τούρκοι για να καθηλώσουν τον ελληνικό στρατό. Με τον κυκλωτικό ελιγμό όμως, που τελικά κατάφεραν οι Έλληνες, ανάγκασαν τον αντίπαλο σε άμεση παράδοση. Η νίκη στο Μπιζάνι αποτέλεσε το κλειδί για την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, καθώς και ολόκληρης της ευρύτερης περιοχής της Ηπείρου.


Τοποθεσία 

Το υψίπεδο νοτίως των Ιωαννίνων είναι πεταλοειδές και από τη φύση του οχυρό: σχηματίζεται από βραχώδη και δυσπρόσιτα υψώματα που το περιβάλλουν. Στην τοποθεσία είχαν κατασκευασθεί μόνιμα οχυρωματικά έργα με την επίβλεψη Γερμανών αξιωματικών, που είχαν αναλάβει τον εκσυγχρονισμό των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Σχέδιο μάχης 

Το σχέδιο του τουρκικού επιτελείου προέβλεπε σταθερή άμυνα στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων και κυρίως στα υψώματα Μπιζάνι και Καστρίτσα. Ο Τούρκος Αρχιστράτηγος Εσσάτ Πασάς είχε στην διάθεσή του 4 μεραρχίες.


Ο ελληνικός στρατός Ηπείρου με επικεφαλής τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αποτελούνταν από 4 μεραρχίες, 1 ταξιαρχία και ένα σύνταγμα πεζικού. Το σχέδιο της επίθεσης ήταν σχετικά ριψοκίνδυνο: προέβλεπε την ευρεία υπερκέραση (κύκλωση) από δυτικά της οχυρωμένης τοποθεσίας και την άμεση κατάληψη των Ιωαννίνων. Ταυτόχρονα, θα γίνονταν επιθέσεις στον κεντρικό και τον ανατολικό τομέα του μετώπου, με σκοπό την παραπλάνηση του εχθρού και την καθήλωση των τουρκικών δυνάμεων .

Μάχη

Στις 19 φεβρουαρίου τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο παραπλάνησης, με βολές πυροβολικού και επιθέσεις μονάδων πεζικού, από το Α’ τμήμα της ελληνικής Στρατιάς, στον τομέα Μπιζάνι-Κουτσελιό-Καστρίτσα. Το Β’ τμήμα της Στρατιάς συγκεντρώθηκε με μυστικότητα απέναντι από τον τομέα Μανωλιάσσα-Άγιος Νικόλαος-Τσούκα. Με το πρώτο φως της επόμενης μέρας, το Β’ τμήμα Στρατιάς εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Με μια τολμηρή και βαθιά εισχώρηση στον δυτικό τομέα των επιχειρήσεων το 1ο Σύνταγμα Ευζώνων, μαζί με το 9ο Τάγμα υπό τον Ταγματάρχη Ιωάννη Βελισσαρίου, κατάφερε να φτάσει στις παρυφές των Ιωαννίνων, στον Άγιο Ιωάννη.


Η είδηση ότι ο ελληνικός στρατός έφτασε έξω από τα Ιωάννινα, ταυτόχρονα καθιστούσε αδύνατη την υποχώρηση των Τούρκων και δημιούργησε πανικό στην διοίκηση του τουρκικού στρατού που ήταν εγκατεστημένη στην πόλη. Οι εύζωνες είχαν φροντίσει να καταστρέψουν τα τηλεφωνικά δίκτυα, διακόπτοντας έτσι την επικοινωνία της τουρκικής διοίκησης με τον στρατό της. Με αυτές τις συνθήκες, στις 23.00 της ίδιας μέρας ο Εσσάτ Πασάς έστειλε πρόταση παράδοσης του τουρκικού στρατού, καθώς δεν γνώριζε ότι στο Μπιζάνι και τον υπόλοιπο ανατολικό τομέα οι τουρκικές δυνάμεις διατηρούσαν ακέραιες τις θέσεις τους.

Απολογισμός 

Στις 21 Φεβρουαρίου 1913, με την αποδόχη της πρότασης παράδοσης, το Σύνταγμα Ιππικού της Στρατιάς Ηπείρου εισήλθε στα Ιωάννινα.


Οι απώλειες του ελληνικού στρατού κατά την μάχη, ανήλθαν σε 264 νεκρούς και τραυματίες. Η αποφασιστική αυτή νίκη άνοιξε τον δρόμο για την απελευθέρωση της ευρύτερης περιοχής των Ιωαννίνων και της Βόρειας Ηπείρου.

Πρόσθετες Πληροφορίες 

Κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων πέθανε ο Ολυμπιονίκης Κωνσταντίνος Τσικλητήρας 
(10 Φεβρουαρίου 1910 στην Αθήνα). Παρόλο που είχε την δυνατότητα να πάρει αναβολή λόγω των αθλητικών του διακρίσεων, αρνήθηκε και κατατάχτηκε εθελοντικά στο στράτευμα.

Οι Μανιάτες και η Απελευθέρωση των Ιωαννίνων

Στην Ήπειρο διατέθηκε αρχικά δύναμη μιας Μεραρχίας περίπου, υπό τον Αντιστράτηγο Σαπουντζάκη Κωνσταντίνο, με αμυντική κυρίως αποστολή που απέβλεπε στην εξασφάλιση της μεθορίου, η οποία άρχιζε από το Άκτιο (στον Αμβρακικό κόλπο), περνούσε από την Άρτα και κατέληγε στα Τζουμέρκα, συνολικού αναπτύγματος 150 χιλιομέτρων περίπου.

Παρ' όλα αυτά, με την έναρξη του πολέμου, οι ελληνικές δυνάμεις στην Ήπειρο (Στρατός Ηπείρου) πέρασαν τον Άραχθο και αφού κατέλαβαν, μετά από σύντομο αγώνα, διάφορα δεσπόζοντα υψώματα στα βορειοδυτικά της Άρτας, προέλασαν προς την Πρέβεζα την οποία απελευθέρωσαν στις 21 Οκτωβρίου και την οργάνωσαν ως βάση εφοδιασμού τους.

Μετά τις παραπάνω επιτυχίες, αλλά και την ευμενή εξέλιξη των επιχειρήσεων στη Μακεδονία, το Υπουργείο Στρατιωτικών ενίσχυσε το Στρατό Ηπείρου με διάφορες μονάδες από το μακεδονικό μέτωπο και το εσωτερικό και μετέβαλε την αποστολή του από αμυντική σε επιθετική.

Επακολούθησαν σκληροί αγώνες, στη διάρκεια των οποίων τα ελληνικά τμήματα κατέλαβαν στις 28 Οκτωβρίου την ισχυρή τοποθεσία Πέντε Πηγάδια και συνέχισαν προς την πεδιάδα των Ιωαννίνων, όπου είχε συγκεντρωθεί ο όγκος των τουρκικών δυνάμεων. Παράλληλα, άλλα ελληνικά τμήματα, που εξόρμησαν από την περιοχή της Καλαμπάκας, απελευθέρωσαν στις 31 Οκτωβρίου το Μέτσοβο.


Στο μεταξύ όμως οι συνθήκες του αγώνα είχαν μεταβληθεί σημαντικά, λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών και της σοβαρής ενισχύσεως των Τούρκων με νέες δυνάμεις από την περιοχή του Μοναστηρίου. Έτσι η προέλαση του Ελληνικού Στρατού ανακόπηκε και οι αντίπαλοι περιορίστηκαν σε ανταλλαγή πυρών και αγώνα προφυλακών.

Tο τελευταίο δεκαήμερο του Νοεμβρίου, ύστερα από απόφαση της Κυβερνήσεως να επιδιώξει την απελευθέρωση της Ηπείρου πριν από τη σύναψη συνθήκης ειρήνης μεταξύ των εμπολέμων, ο Στρατός Ηπείρου ενισχύθηκε με τη IΙ Μεραρχία από τη Θεσσαλονίκη και ανέλαβε νέα επιθετική προσπάθεια.

Μετά όμως από αλλεπάλληλες ενέργειες, από 1 μέχρι 3 Δεκεμβρίου, οι ελληνικές δυνάμεις προσέκρουσαν στην οχυρωμένη τοποθεσία των Ιωαννίνων, όπου και αναχαιτίστηκαν. Επακολούθησε περίοδος στασιμότητας στο μέτωπο, μέχρι της ενισχύσεως του Στρατού Ηπείρου και με τις IV και VI Μεραρχίες από το Θέατρο Επιχειρήσεων Μακεδονίας, αφού στο μεταξύ είχε ολοκληρωθεί η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και της Δυτικής Μακεδονίας και ήταν δυνατή η αποδέσμευση δυνάμεων για την επίσπευση της απελευθερώσεως της Ηπείρου.

Νέα επίθεση που έγινε από τις 7 μέχρι τις 10 Ιανουαρίου 1913, με κύρια προσπάθεια κατά του Οχυρού Μπιζάνι, αναχαιτίστηκε και πάλι από τους Τούρκους, με πολλές μάλιστα απώλειες για τις ελληνικές δυνάμεις.

Τελικά σφοδρή επίθεση, που εκτοξεύτηκε στις 20 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, είχε ως αποτέλεσμα τον αιφνιδιασμό των Τούρκων, ιδίως από τη βαθιά ελληνική εισχώρηση στο δεξιό πλευρό τους και την «άνευ όρων» παράδοση στον Ελληνικό Στρατό της πόλεως των Ιωαννίνων, μετά δύο ημέρες (21 Φεβρουαρίου 1913) από τον Τούρκο Διοικητή Εσσάτ Πασά.


Η νίκη είχε βραβεύσει τις ακαταπόνητες προσπάθειες, τον απαράμιλλο ενθουσιασμό, τη φιλοπατρία και την ακλόνητη πίστη του Έλληνα μαχητή. Η απελευθέρωση των Ιωαννίνων, πέρα από την εξουδετέρωση κάθε σοβαρής τουρκικής αντιστάσεως στην Ήπειρο και την κυρίευση σημαντικού πολεμικού υλικού, είχε πρώτιστα σοβαρή επίδραση στο ελληνικό γόητρο, το οποίο μετά και από την επιτυχία αυτή εξυψώθηκε διεθνώς. Ο ενθουσιασμός, με τον οποίο ο λαός των Ιωαννίνων δέχτηκε την είσοδο στην πόλη των ελληνικών στρατευμάτων, κατόπτριζε και τον πανελλήνιο ενθουσιασμό, που ήταν πράγματι πρωτοφανής.

Μετά την απελευθέρωση των Ιωαννίνων, οι IV και VI Μεραρχίες της Στρατιάς Ηπείρου μεταφέρθηκαν στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιπες κινήθηκαν βορειότερα και μέχρι τις 5 Μαρτίου 1913 απελευθέρωσαν τις περιοχές της Βόρειας Ηπείρου Αργυρόκαστρο, Χειμάρρα, Αγίους Σαράντα, Τεπελένι, Πρεμετή και Κλεισούρα, ενώ η Κορυτσά είχε ήδη απελευθερωθεί από τις 7 Δεκεμβρίου 1912.

Ο ακραιφνής ελληνικός πληθυσμός των περιοχών αυτών υποδέχτηκε με απερίγραπτο ενθουσιασμό τα ελληνικά στρατεύματα. Οι απελευθερωτικοί όμως αυτοί αγώνες και οι θυσίες του Ελληνικού Στρατού δεν είχαν τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Οι προαιώνιοι πόθοι και τα όνειρα των Ελλήνων της Βόρειας Ηπείρου έμειναν τελικά ανεκπλήρωτα, αφού η Βόρεια Ήπειρος περιλήφθηκε με απόφαση των τότε Μεγάλων Δυνάμεων στο νεοσύστατο Αλβανικό Κράτος, αλλάζοντας απλώς κυρίαρχο.

Επίλογος

Η ιστορία δε γράφεται απλά για να γράφεται, γράφεται για να διδάσκει. Και διδάσκει γιατί επαναλαμβάνεται, όχι μέσα από την ομοιότητα αλλά μέσα από την αναλογία των καταστάσεων. Μόνο τότε η ιστορική γνώση μετουσιώνεται σε κληρονομιά της ανθρωπότητας, ως ασφαλής οδηγός για την πρόβλεψη και τη διάγνωση των εξελίξεων, για την αποφυγή των λαθών και την πρόκριση των σωστών επιλογών (άλλο αν ο σύγχρονος άνθρωπος λειτουργεί ως ιδανικός αυτόχειρας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα…). Και ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα της ιστορίας είναι ότι κανένα ιστορικό γεγονός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτοτελώς, ως μεμονωμένη ημερομηνία και τοπωνύμιο, αλλά στενά συνυφασμένο με το κλίμα της ιστορικής περιόδου στην οποία εντάσσεται και η οποία ουσιαστικά το διαμορφώνει και το προκαλεί. Μέσα από αυτό το πρίσμα θεώρησης των πραγμάτων θα πρέπει, λοιπόν, να εξεταστεί και η απελευθέρωση της πόλης των Ιωαννίνων στις 21 Φεβρουαρίου 1913.


Η Ελλάδα του 1912 είχε κατορθώσει, σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, να μη θυμίζει σε τίποτα την ατιμασμένη χώρα του 1897, που γλίτωσε την απόλυτη καταστροφή λόγω της επέλασης του τουρκικού στρατού, ο οποίος έφθασε ανενόχλητος έως τη Λαμία, μόνο χάρις στην παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι οικονομικές εξελίξεις, το ενδιαφέρον των ομογενών και η μετατροπή του ελληνικού κράτους- για πρώτη φορά μετά την ανεξαρτησία του το 1830- σε εθνικό κέντρο δημιούργησαν νέες προοπτικές. Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904 – 908) αποκατέστησε το κλονισμένο κύρος του στρατεύματος, ενώ το κίνημα του «Στρατιωτικού Συνδέσμου» στο Γουδί φανέρωσε ότι οι επιθετικές ιδέες για τον εκσυγχρονισμό και την εθνική αποκατάσταση έβρισκαν απήχηση σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα και δυνάμεις. Απέναντι στον παλαιοκομματικό πολιτικό κόσμο πρόβαλαν νέοι πολιτικοί σχηματισμοί, που ενσαρκώθηκαν στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Αν σε όλα αυτά προσθέσουμε και τη μεθοδική αναδιοργάνωση του στρατεύματος από το 1906 – 1907, τότε αναμφισβήτητα έχουμε το μέτρο μιας νέας εποχής. Οι ένοπλες δυνάμεις έγιναν ιδιαίτερα αξιόπιστες. Μέσα σε λίγα χρόνια ο στρατός ξηράς απέκτησε σύγχρονο πυροβολικό, υλικό στρατοπέδευσης, επικοινωνιών και μηχανικού, εξαρτύσεις, επαναληπτικά τουφέκια Μάνλιχερ και πολυβόλα. Οργανώθηκε σε μεραρχιακή βάση και η εκπαίδευσή του εναρμονίστηκε με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Στο ναυτικό επίσης έπνευσε άνεμος εκσυγχρονισμού. Στα τρία απαρχαιωμένα τρικουπικά θωρηκτά προστέθηκαν, από το 1904 και μετά, τέσσερα μεγάλα και δέκα μικρά αντιτορπιλικά, υποβρύχιο και προπαντός το θωρηκτό «Γ. Αβέρωφ». Σε συνδυασμό με τη βελτίωση της εκπαίδευσης των αξιωματικών, ο στόλος μετατράπηκε σε πολύτιμο εργαλείο διπλωματίας του πολέμου.


Η χώρα λοιπόν εμφανίζεται να έχει τη θέληση αλλά και εν πολλοίς πλέον και τα μέσα να μετάσχει στις αλλαγές που διαδραματίζονται στο γείτονα χώρο της. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι ακόμα σε θέση να αναμετρηθεί μόνη της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αντίθετα, είχε πολλά να προσφέρει σε ένα ευρύτερο βαλκανικό συνασπισμό ενάντια στο μεγάλο κοινό εχθρό, αποτελούμενο από την Ελλάδα, τη Βουλγαρία, τη Σερβία και το Μαυροβούνιο, χώρες με κοινά αλλά και αντικρουόμενα συμφέροντα. Η απαγόρευση των τουρκικών θαλάσσιων μεταφορών ήταν το καίριο διαπραγματευτικό χαρτί της Ελλάδας στη συμμαχία αυτή. 

Τα σύννεφα που συσσωρεύονταν πάνω από τη Βαλκανική, με την έξαρση των εθνικιστικών κινημάτων των λαών της, με τον ανταγωνισμό των Μεγάλων Δυνάμεων, που επιδίωκαν να εκμεταλλευτούν την αναταραχή στην περιοχή, με την εσωτερική κρίση του οθωμανικού κράτους κυρίως λόγω της δυναμικής ανάδειξης του κινήματος των Νεοτούρκων, οδηγούσαν σε ολοένα μεγαλύτερη κλιμάκωση, τόσο σε βαλκανικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο αλλά και επιτάχυναν τις διαβουλεύσεις μεταξύ των βαλκανικών κρατών. 

Στην επίσπευση των διαπραγματεύσεων συνέβαλε αποφασιστικά και η ευνοϊκή συγκυρία του ιταλοτουρκικού πολέμου που είχε ξεσπάσει το Σεπτέμβριο του 1911 και είχε λήξει πέντε μήνες αργότερα με την κατάληψη των Δωδεκανήσων από τους Ιταλούς, εξασθενώντας σημαντικά τις στρατιωτικές δυνάμεις των Οθωμανών. Τα προβλήματα του εχθρού ερμηνεύθηκαν ως ιστορική ευκαιρία στις βαλκανικές πρωτεύουσες και οδήγησαν στη άμεση σύναψη επιμέρους συμφώνων για τη συνένωση των βαλκανικών κρατών ενάντια στην Κωνσταντινούπολη. Δημιουργήθηκε έτσι ένα έντονο πολεμικό δυναμικό που ονομάστηκε από τον ευρωπαϊκό τύπο της εποχής εκείνης «έβδομη μεγάλη δύναμις».

Όπως ήταν αναμενόμενο, η σύσταση της συμμαχίας αυτής προκάλεσε την ανησυχία και την αντίδραση των Μεγάλων Δυνάμεων, που έβλεπαν τα συμφέροντά τους στην περιοχή να θίγονται. Ενδεικτικό της κατάστασης είναι το ταυτόχρονο διάβημα που οι Μεγάλες Δυνάμεις επέδωσαν στο τέλος Σεπτεμβρίου 1912 προς την Αθήνα, τη Σόφια, το Βελιγράδι και την Κετίγκη (πρωτεύουσα του Μαυροβουνίου) δηλώνοντας ότι δε θα επέτρεπαν οποιαδήποτε εδαφική μεταβολή στο βαλκανικό χώρο.

Τίποτα όμως πλέον δεν ήταν σε θέση να εμποδίσει το έργο της απελευθέρωσης της βαλκανικής χερσονήσου από την τουρκική κυριαρχία. Στις 8 Οκτωβρίου το Μαυροβούνιο κήρυξε πρώτο τον πόλεμο, μετά την αρνητική απάντηση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να προβεί σε νέα διαρρύθμιση των συνόρων των δύο κρατών, ενώ λίγες μέρες προηγουμένως η Βουλγαρία ειδοποιούσε την Ελλάδα ότι, μετά την τουρκική επιστράτευση στη Θράκη (26 Σεπτεμβρίου), αποφάσισε να δράσει ένοπλα σε συνεργασία με τη Σερβία και καλούσε την κυβέρνηση της Αθήνας να συμμετάσχει στις επιχειρήσεις. 

Στις 13 Οκτωβρίου οι πρεσβευτές της Βουλγαρίας, της Σερβίας και της Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη προέβησαν σε κοινή διακοίνωση προς την Πύλη, με την οποία ζητούσαν, εκτός από την ανάκληση της επιστράτευσης, διοικητικές μεταρρυθμίσεις, την επικύρωση της αυτονομίας των εθνοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, την αναλογική αντιπροσώπευσή τους στο τουρκικό κοινοβούλιο, την αναγνώριση των σχολείων των χριστιανικών κοινοτήτων ως ισοτίμων με τα οθωμανικά, το διορισμό χριστιανών σε δημόσια αξιώματα κα.

Η διακοίνωση αυτή θεωρήθηκε από την Πύλη ως «θρασεία απόπειρα επεμβάσεως εις τας εσωτερικάς υποθέσεις της αυτοκρατορίας και αναξία απαντήσεως» και, όπως ήταν φυσικό, απορρίφθηκε. Στις 17 Οκτωβρίου 1912 η Οθωμανική Αυτοκρατορία ανακαλούσε τους πρεσβευτές της από τις πρωτεύουσες των συμμάχων, που την ίδια ημέρα κήρυσσαν τον πόλεμο εναντίον της. Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος είχε ξεσπάσει!

Μέσα σε αυτή τη συγκυρία, οι προοπτικές είχαν διαμορφωθεί ιδιαίτερα ευνοϊκές για την Ελλάδα. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε διασκορπίσει τις ήδη καταπονημένες της δυνάμεις σε πολλά μέτωπα. Το κυριότερο από αυτά βρισκόταν πολύ μακριά από τα ελληνικά σύνορα, στη Θράκη, όπου η προέλαση του ισχυρού βουλγαρικού στρατού (350.000 άνδρες) απειλούσε την Κωνσταντινούπολη. Το μέτωπο της Θεσσαλίας ήταν το πλέον απόμακρο της τουρκικής διάταξης και οι μονάδες που το υπεράσπιζαν ήταν αδύναμες.

 
Ο ενθουσιασμός επέτρεψε τη γρήγορη επιστράτευση του ελληνικού στρατού, αποδίδοντας μάλιστα πολύ περισσότερους άνδρες από όσους μπορούσε η χώρα να εξοπλίσει. Η συγκρότηση του στρατού απέδωσε ένα αξιοπρεπές εκστρατευτικό σώμα: επτά μεραρχίες πεζικού, μία ταξιαρχία ιππικού, 100.000 άνδρες με 120 πυροβόλα εκστρατείας, 54 πυροβόλα θέσεων και 70 πολυβόλα προς τη Μακεδονία, συν άλλους 15.000 άνδρες προς την Ήπειρο. Τα σχέδια προέβλεπαν σε πρώτη φάση γρήγορη προέλαση στο μακεδονικό μέτωπο, ώστε να αποκτηθούν όσο το δυνατό μεγαλύτερα εδαφικά πλεονεκτήματα σε αμφισβητούμενες από τους συμμάχους περιοχές με απώτερο σκοπό τη Θεσσαλονίκη, το λιμάνι της οποίας ήταν απαραίτητο ως κέντρο ανεφοδιασμού σε συνδυασμό με το διπλωματικό κέρδος που μια τέτοια επιτυχία θα απέφερε.

Για να μην επεκταθούμε, όμως, περαιτέρω σε αλλότρια προς το θέμα μας πολεμικά γεγονότα, ας σημειώσουμε απλά ότι η πρώτη φάση του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου θα ολοκληρωθεί, παρά τις μεγάλες απώλειες στο ελληνικό στράτευμα, επιτυχώς τελικά με την παράδοση στις 26 Οκτωβρίου 1912 της Θεσσαλονίκης από τον Τούρκο διοικητή Χασάν Ταξίν Πασά στους Έλληνες. Μια επιτυχία που στην ουσία όμως προοιώνιζε δεινά για το άμεσο μέλλον (ο φόβος αυτός θα επαληθευτεί δυστυχώς πολύ σύντομα με την κήρυξη του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου), καθώς η ίδια περιοχή διεκδικείτο και από τους συμμάχους Βούλγαρους.


Στην ανακωχή που υπογράφηκε στην Τσατάλτζα ανάμεσα σε Μαυροβούνιο, Σερβία, Βουλγαρία από τη μία πλευρά και Τουρκία από την άλλη, στις 20 Νοεμβρίου 1912 (διήρκεσε μόνο ως τις 5 Ιανουαρίου 1913, λόγω της βίαιης αντίδρασης που γνώρισε στο εσωτερικό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από το κίνημα των Νεοτούρκων η προώθηση σχεδίου ειρήνης από τις Μεγάλες Δυνάμεις) η Ελλάδα δεν συμμετείχε, καθώς εκκρεμούσε η υπόθεση της κατάληψης των Ιωαννίνων.

Έως τότε, το μέτωπο αυτό είχε παραμεληθεί από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Οι δυνάμεις εκεί είχαν και μεγάλο ποσοστό εθελοντικών ή και ημιατάκτων μονάδων. Υπό αυτές τις συνθήκες, η ελληνική προέλαση πραγματοποίησε μικρές προόδους ως το τέλος Νοεμβρίου (έχοντας αποφέρει την κατάληψη της Πρέβεζας, της πεδιάδας της Άρτας και των εισόδων των στενών οδών που οδηγούσαν στην κοιλάδα των Ιωαννίνων), οπότε και καθηλώθηκε μπροστά από την οχυρωμένη περίμετρο των Ιωαννίνων νοτίως του Μπιζανίου.


Η στασιμότητα αυτή έκρυβε πλήθος από διπλωματικές απειλές. Η υπόθεση της ανεξαρτησίας της αποκομμένης πλέον από την Οθωμανική Αυτοκρατορία Αλβανίας προχωρούσε με ταχείς ρυθμούς στο διπλωματικό πεδίο. Τα Ιωάννινα, η ιδιαίτερη ιστορική σημασία και στρατηγική θέση των οποίων ανήγαν την κατάληψη της πόλης σε μείζον εθνικό θέμα, διέτρεχαν τον ορατό κίνδυνο να συμπεριληφθούν στο νέο επωαζόμενο κράτος. Μπροστά σε αυτή τη δυσοίωνη προοπτική, οι προτεραιότητες άλλαξαν και στην περιοχή μεταφέρθηκε ισχυρή ελληνική δύναμη.

Τα Ιωάννινα το φθινόπωρο του 1912 αποτελούσαν οχυρά περιοχή, όχι βέβαια με την σύγχρονη έννοια του φρουρίου, αλλά πάντως έχοντα κάθε άλλο παρά προσπελάσιμη οχύρωση. Η οχύρωση είχε αρχίσει να εκτελείται πολύ πριν από την έναρξη των Βαλκανικών Πολέμων σύμφωνα με τις υποδείξεις του Γερμανού οργανωτή του οθωμανικού στρατού φον Γκολτς, τελειοποιήθηκε και επεκτάθηκε όμως στη διάρκεια του πολέμου από τον αρχηγού του πυροβολικού Ηπείρου αντισυνταγματάρχη Βεχήπ Μπέη. Η τεχνητή προστασία της πόλης δεν περιοριζόταν στον αυτό καθεαυτό χώρο των Ιωαννίνων αλλά επεκτεινόταν περιφερικώς σε ακτίνα 6 – 10 χιλιόμετρα και σχημάτιζε περίμετρο αναπτύξεως γύρω στα 70 χιλιόμετρα.

Η σοβαρότερη οχύρωση ήταν αυτή του Μπιζανίου, γύρω από το οποίο οργανώθηκε η τουρκική αντίσταση, καθώς από το σημείο αυτό αναμενόταν και η μετωπική ελληνική επίθεση. Αντίθετα στα δυτικά και νοτιοδυτικά των Ιωαννίνων δεν εκτελέσθηκαν ισχυρά οχυρωματικά έργα, λόγω της φυσικής διαμόρφωσης του χώρου. Στην πραγματικότητα, στον παράγοντα αυτό, στη δύσβατη δηλαδή γεωφυσική διαμόρφωση έγκειτο σε μεγάλο βαθμό και ουσιαστική αμυντική αξία της περιοχής, καθώς το υψίπεδο των Ιωαννίνων περιβάλλεται από όλες τις κατευθύνσεις από όρη και υψώματα, πρόσφορα για την κάλυψή του. 

Όσον αφορά το βαρύ πολεμικό υλικό των Οθωμανών, στην περιοχή των Ιωαννίνων ήταν εγκατεστημένα γύρω στα 110 πυροβόλα, αλλά ο εφοδιασμός σε πυρομαχικά ήταν ελλιπέστατος. Η δε κινητή στρατιωτική άμυνα, υπό τις διαταγές του Εσσάτ Πασά, αποτελείτο από δύο μεραρχίες πολύ μικρής δύναμης και από μερικά συντάγματα επιτόπιων εθνοφρουρών οπλισμένων με τουφέκια παλαιού τύπου, καθώς και από μία ίλη ιππικού, στο σύνολό τους 20.000 άνδρες.

Στις δυνάμεις αυτές προστέθηκαν από τις αρχές Δεκεμβρίου, μετά την πτώση του Μοναστηρίου και 15.000 άνδρες, υπό την αρχηγία του Ζεκή Πασά, που οργανώθηκαν σε τέσσερις μεραρχίες πολύ μικρής ισχύος και σχεδόν χωρίς πυροβολικό. Το μεγαλύτερο όμως πρόβλημα ήταν η ανυπαρξία σχεδίου άμυνας των Ιωαννίνων, καθώς η τουρκική διοίκηση της πόλης βρισκόταν αποκομμένη από την Κωνσταντινούπολη, λόγω της επέλασης των συμμάχων από όλες τις κατευθύνσεις. 

Από την άλλη πλευρά, ως τα τέλη Νοεμβρίου οι ελληνικές επιχειρήσεις στο μέτωπο της Ηπείρου διεξάγονταν, υπό τις διαταγές του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Σαπουντζάκη, από μία μεραρχία. Τη χρονική εκείνη στιγμή κρίθηκε σκόπιμη η ενίσχυση του από άλλες τρεις μεραρχίες, από ένα σύνταγμα ιππικού και από αρκετό βαρύ πυροβολικό.

Παρά την άσχημη κατάσταση του τουρκικού στρατεύματος, με τις ασθένειες να μειώνουν το αριθμό των μαχητών και το ηθικό να είναι κλονισμένο, ως τα μέσα Ιανουαρίου 1913 οι επιθέσεις του ελληνικού στρατού, αν και ήταν ορμητικότατες και αιματηρότατες, απέβησαν ουσιαστικά άκαρπες, αποφέροντας μια ελάχιστη προώθηση προς Βορρά. Αιτία αποτελούσε το γεγονός ότι ο χώρος των επιχειρήσεων κάθε φορά άλλαζε, αλλά το σχέδιο παρέμενε το ίδιο, δηλαδή μετωπική επίθεση, προσκρούοντας στο οχυρό του Μπιζανίου.

Η εξέλιξη αυτή, κάτω και από την πίεση του βουλγαρικού κινδύνου στο μέτωπο της Μακεδονίας, ανάγκασε την ελληνική κυβέρνηση να αναθέσει και την αρχηγία του στρατού Ηπείρου στο διάδοχο Κωνσταντίνο, ο οποίος μετέβη στην Ήπειρο στις 17 Ιανουαρίου 1913. Πραγματοποιήθηκαν διάφορες μεταβολές και εντάθηκε η προσπάθεια για τον προσπορισμό πληροφοριών σε σχέση με τις ενέργειες του εχθρού, ο οποίος συγκέντρωνε δυνάμεις προς το νότιο και το ανατολικό, απογυμνώνοντας έτσι το δυτικό μέτωπο.

Με βάση τις πληροφορίες αυτές επινοήθηκε αιφνιδιαστικό σχέδιο κατάληψης της πόλης των Ιωαννίνων. Για την ευόδωση του σχεδίου αυτού έπρεπε πρώτα να περιέλθει στην ελληνική κυριαρχία το Μπιζάνι, κάτι που θα επιτυγχάνετο όμως όχι με τη μορφή μετωπικών επιθέσεων αλλά με την περικύκλωση και την απομόνωσή του από την πόλη των Ιωαννίνων. Το σχέδιο προέβλεπε επίθεση κατά του Μπιζανίου από το δυτικό μέτωπο, αφ’ ενός διότι προς την κατεύθυνση αυτή κατά την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν μεγάλες τουρκικές δυνάμεις, αφ’ ετέρου διότι τα υψώματα του δυτικού μετώπου δε συνδέονται με το Μπιζάνι. Όρος απαραίτητος για την επιτυχία της επιχείρησης ήταν η αιφνιδιαστική εκτέλεσή της, προκειμένου να μη υποπέσει έγκαιρα στην αντίληψή του τουρκικού αρχηγείου, ώστε να δοθεί η δυνατότητα να ληφθούν τα κατάλληλα μέτρα για την αντιμετώπιση της πλευρικής αυτής εισβολής. 

Για το λόγο αυτό τηρήθηκε μεγάλη μυστικότητα και η προετοιμασία συγκέντρωσης των στρατευμάτων πραγματοποιήθηκε εσπευσμένα μέσα σε ένα διήμερο, στις 16 και 17 Φεβρουαρίου. Συγχρόνως διετάχθησαν η 3η μεραρχία και το απόσπασμα της 5ης μεραρχίας, που παρέμεναν στο Λιασκοβίκι από το τέλος της επιχείρησης της Κορυτσάς, να προχωρήσουν προς την Κόνιτσα και τη Φούρκα, ώστε να δημιουργήσουν την εντύπωση ελληνικής δράσης και από την κατεύθυνση του Βορρά και να αποσπάσουν την προσοχή των Οθωμανών, αλλά και μακροπρόθεσμα να παρεμποδίσουν την τουρκική υποχώρηση και φυγή. Το ελληνικό στρατηγείο, παράλληλα, διέδωσε την παραπλανητική είδηση ότι θα αποβιβαζόταν στους Αγίους Σαράντα μια ελληνική μεραρχία. 

Η διάδοση αυτή, όπως απεδείχθη εκ των υστέρων, έγινε πιστευτή από την τουρκική ηγεσία, που βεβαιώθηκε απατηλώς ότι η ελληνική επίθεση θα γινόταν από τα βόρεια και βορειοδυτικά, με αποτέλεσμα να ακινητοποιηθεί το τουρκικό στρατιωτικό σώμα που είχε εγκατασταθεί στο Δέλβινο και να μην προστρέξει στην υπεράσπιση των Ιωαννίνων.

Αφού κατά την 16η και 17η Φεβρουαρίου συγκεντρώθηκαν οι διάφορες μονάδες στους κατάλληλους τόπους εξόρμησης, επακολούθησε η επίθεση, που πραγματοποιήθηκε σε δύο χρονικές περιόδους. Κατά την πρώτη, στις 18 Φεβρουαρίου, έγινε η προετοιμασία, ώστε τη χαραυγή της 19ης Φεβρουαρίου να βρίσκονται οι φάλαγγες της αριστερής πτέρυγας του ελληνικού στρατεύματος στις θέσεις Βοδίβιτσα – Άγιος Νικόλαος – Σαδόβιτσα, έτοιμες να στραφούν προς ανατολάς. Κατά τη δεύτερη φάση, εκτελέσθηκε η επίθεση, με κατεύθυνση κάθετη προς το δυτικό μέτωπο της οχυράς περιοχής των Ιωαννίνων. 

Από το χάραμα της 19 ης, το πυροβολικό εξαπέλυσε σφοδρότατο βομβαρδισμό κατά των τουρκικών οχυρών του νότιου και ανατολικού τομέα, κατά τον οποίο ερρίφθησαν πάνω από 12.000 βλήματα, ενώ από την 8η πρωινή ακολούθησε γενική ακάθεκτη επίθεση από ολόκληρη την αριστερή πτέρυγα προς τη δυτική γραμμή άμυνας των Οθωμανών. Την ίδια στιγμή η δεξιά πτέρυγα και το κέντρο του ελληνικό στρατού άρχισαν να επιτίθενται κατά του νότιου και του ανατολικού τουρκικού μετώπου, με αποτέλεσμα ο εκεί συγκεντρωμένος τουρκικός στρατός να συγκρατείται καθηλωμένος και να αδυνατεί να αποσπάσει την παραμικρή έστω δύναμη για την ενίσχυση του καταρρέοντος δυτικού μετώπου. 

Τα τουρκικά οχυρά του δυτικού μετώπου άρχισαν να καταλαμβάνονται το ένα μετά το άλλο από τους Έλληνες και ο τουρκικός στρατός άρχισε να υποχωρεί προς τα Ιωάννινα. Οι Έλληνες τον κατεδίωξαν κατά πόδας, προβαίνοντας και στη καταστροφή των τηλεφωνικών και τηλεγραφικών συρμάτων μεταξύ Μπιζανίου και Ιωαννίνων, ώστε το Μπιζάνι να καταστεί εντελώς απομονωμένο, καθώς ο ελληνικός στρατός είχε βρεθεί στα νώτα του. Το απόγευμα της 19ης Φεβρουαρίου δόθηκε η διαταγή να συνεχιστεί η επίθεση και κατά την επερχόμενη νύχτα αλλά και κατά την επόμενη ημέρα, ώστε να επέλθει πλήρως η περικύκλωση του εχθρού.


Μπροστά στο φάσμα της διαγραφόμενης πανωλεθρίας, ο Εσσάτ Πασάς ζήτησε τη μεσολάβηση του μητροπολίτη, ώστε να επιτύχει την παράδοση της πόλης χωρίς περαιτέρω άσκοπη αιματοχυσία. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της 19ης προς 20η Φεβρουαρίου, έφθασε στις ελληνικές προφυλακές του ευζωνικού τάγματος αντιπρόσωπος του Εσσάτ, που παρακάλεσε να συναντήσει αυτοπροσώπως το διάδοχο Κωνσταντίνο για να δηλώσει την άνευ όρων παράδοση όχι μόνο της πόλης των Ιωαννίνων αλλά και των λοιπών οχυρών που είχαν περικυκλωθεί από τον ελληνικό στρατό. 

Την πρωία της 20ης Φεβρουαρίου το ελληνικό ιππικό εισήλθε στην πόλη και ο διάδοχος όρισε ως αντιπροσώπους του τους λοχαγούς του επιτελείου του Ιωάννη Μεταξά και Ξ. Στρατηγό, οι οποίοι συναντήθηκαν με το Βεχήπ Μπέη και υπέγραψαν το πρωτόκολλο παράδοσης στους Έλληνες. Σύμφωνα με αυτό, όλα τα οχυρά, το πολεμικό υλικό (ανάμεσά τους και 110 πυροβόλα) καθώς και όλος ο στρατός, που ανερχόταν σε 30.000 άνδρες και 1.000 αξιωματικούς, και η πόλη των Ιωαννίνων παραδίδονταν στους Έλληνες. Την πρωία της 21ης Φεβρουαρίου πραγματοποιήθηκε η επίσημη πανηγυρική είσοδος του διαδόχου Κωνσταντίνου στα Ιωάννινα.

[Τα Ιωάννινα θα γνωρίσουν άλλη μια σύντομη ξενική κυριαρχία. Κατά τα τέλη Μαΐου 1917, στη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, ιταλικό στράτευμα υπό το στρατηγό Deliponte στα πλαίσια των ανταντικών επιχειρήσεων για την κατάληψη της Θεσσαλίας και της Ηπείρου εισέβαλε από τη Βόρεια Ήπειρο και κατέλαβε τα Ιωάννινα, με αποτέλεσμα η ελληνική στρατιωτική άμυνα της πόλης να αναγκασθεί να αποσυρθεί στην Άρτα. Η ιταλική κατοχή των Ιωαννίνων διήρκεσε μόνο ως το Σεπτέμβριο του 1917, οπότε και ανακαταλήφθηκαν από τον ελληνικό στρατό.] 
 

Η κατάληψη των Ιωαννίνων θεωρήθηκε, δικαιολογημένα, μια από τις σημαντικότερες επιτυχίες του πολέμου. Κάθε νίκη όμως, διπλωματική ή στρατιωτική, για να έχει ουσιαστικό αντίκρισμα και να καρποφορήσει για την ευημερία μίας χώρας, πρέπει να αντιμετωπίζεται με σύνεση και σωφροσύνη και να συνοδεύεται από περαιτέρω ορθές πολιτικές επιλογές. Αντίθετα, οι νικηφόροι πολεμικοί αγώνες και των δύο Βαλκανικών Πολέμων θα επισκιαστούν γρήγορα από τον Εθνικό Διχασμό που θα ξεσπάσει το 1915. Κατά παρόμοιο τρόπο, τα εδαφικά και διπλωματικά οφέλη που θα προκύψουν για τη χώρα μας μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου θα εξανεμιστούν εξαιτίας των λανθασμένων χειρισμών που θα οδηγήσουν στη Μικρασιατική Καταστροφή. Όλες αυτές οι διαπιστώσεις δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να επιβεβαιώνουν την ορθότητα της προλογικής μου σκέψης. Η ιστορία επαναλαμβάνεται και διδάσκει. Κι αν οι άνθρωποι δεν αφουγκράζονται τα διδάγματά της, αυτό δεν οφείλεται της στη κακή της διδασκαλία, αλλά στη δική μας κακή μαθητεία….

Ο Αριστοτέλης και η διερεύνηση της φιλίας σε σχέση με την αυτάρκεια

Συνεχίζοντας τη διερεύνηση του ζητήματος της φιλίας ο Αριστοτέλης διερωτάται: «Άραγε πρέπει να εξυπηρετούμε και να βοηθούμε μόνο τον ενάρετο ή μήπως όποιον μα ανταποδίδει –ή έστω μπορεί να μας ανταποδώσει κάτι αντίστοιχο;» (1244a 2-4).

Και το ερώτημα θα γίνει σαφέστερο: «Πρόκειται, βέβαια, για το ίδιο πρόβλημα με το εξής: το καλό του φίλου μας πρέπει να πράττουμε ή το καλό του ενάρετου ανθρώπου;» (1244a 4-6).

Το δίλημμα αν πρέπει να βοηθάει κανείς εκείνον που μπορεί να του φανεί χρήσιμος με μια μελλοντική ανταπόδοση της ευεργεσίας ή τον ενάρετο, που ενδεχομένως αδυνατεί να ανταποδώσει, δίνει την εντύπωση ότι επαναφέρεται το ζήτημα του κατά πόσο οι προτεραιότητες πρέπει να διαμορφώνονται με βάση την ωφέλεια ή την αρετή. Εν τέλει, τίθεται θέμα συμπεριφοράς. Ο προβληματισμός έχει να κάνει με τη συμπεριφορά που πρέπει να κρατηθεί απέναντι στους ανθρώπους θεωρώντας δεδομένη τη συναναστροφή μαζί τους.

Γι’ αυτό και η διευκρίνιση: «Και αν μεν ο φίλος μας είναι και ένας ενάρετος άνθρωπος, δεν υπάρχει θέμα, παρά μόνο αν κανείς υπερτιμήσει τη φιλία και υποτιμήσει την αρετή του άλλου» (1244a 6-8).

Το δεδομένο ότι ο φίλος κατέχει την αρετή (αν βέβαια δεν υπάρξει η πλάνη της υπερεκτίμησής του) διευκολύνει τα πράγματα, αφού σε μια τέτοια περίπτωση η βοήθεια κρίνεται ανεπιφύλακτη: «Αν, όμως, ο φίλος δεν είναι ενάρετος, αναφύονται πολλά προβλήματα» (1244a 9).

Η αναγνώριση ότι τα προβλήματα ξεκινούν με την προϋπόθεση της έλλειψης της αρετής καθιστά σαφές ότι, εν τέλει, δεν τίθεται θέμα προτεραιοτήτων, αφού η επίγνωση της αρετής διαλύει όλες τις αμφιβολίες καθιστώντας τη βοήθεια αναντίρρητη. Μονάχα η φιλία της χρησιμότητας γεννά αμφιβολίες, οι οποίες σχετίζονται με το μέγεθος της ωφέλειας που μπορεί να εισπραχθεί σε σχέση με τη βοήθεια που ζητείται. Σε τελική ανάλυση, η βοήθεια στο φίλο της χρησιμότητας δε θα μπορούσε παρά να είναι εξίσου χρησιμοθηρική, αφού η ωφέλεια τίθεται ως μοναδικό μέτρο αυτών των σχέσεων.

Το βέβαιο είναι ότι όπως δεν πρέπει κανείς ανεπιφύλακτα να προσφέρει μια τέτοια βοήθεια, έτσι δεν πρέπει και να την αρνείται. Η φιλία αυτού του είδους μπορεί να κρίνεται κατώτερη, αλλά δεν παύει να έχει τη δική της αξία.

Εξάλλου ισχύει και το εξής: «τα έργα δεν πρέπει να αποδίδονται όλα στον πατέρα· υπάρχουν και αυτά που δικαιούται κι η μητέρα, κι ας είναι ανώτερος ο πατέρας. Και στον Δία ακόμα υπάρχουν θυσίες που δεν του τις προσφέρουμε, και τις τιμές δεν τις αποδίδουμε όλες σ’ αυτόν αλλά συγκεκριμένες» (1244a 16-18).

Με άλλα λόγια, όπως η μητέρα, αν και κατώτερη, δικαιούται τις δικές της τιμές, έτσι και ο χρήσιμος, αν και κατώτερος του ενάρετου, δικαιούται επίσης τη δική του προσοχή: «Έτσι, λοιπόν, άλλα είναι που αρμόζουν στο φίλο μας το χρήσιμο και άλλα σ’ έναν άνθρωπο ενάρετο» (1244a 19-20). Η τελική συμπεριφορά διαμορφώνεται με βάση τις αξίες του αναλογικού δικαίου, όπου ο καθένας αξίζει την προσοχή με βάση την αξία του.

Με τον ίδιο τρόπο όμως θα μπορούσε να ισχύει και το αντίστροφο: «Έστω, για παράδειγμα, ότι κάποιος μας δίνει ψωμί και ό,τι χρειαζόμαστε· δε σημαίνει ότι πρέπει να συζήσουμε και μαζί του. Ούτε και με αυτόν που μοιραζόμαστε τη συμβίωση, πρέπει οπωσδήποτε να του ανταποδίδουμε πράγματα που δε μας δίνει αυτός αλλά κάποιος άλλος χρήσιμος» (1244a 20-22).

Το τελικό συμπέρασμα που επιβεβαιώνει ότι πρέπει να αποδίδεται στον καθένα αυτό που πράγματι αξίζει, όσο κι αν δεν αποκλείει τη χρησιμότητα, είναι αδύνατο να αποκρύψει την προτεραιότητα που δίνεται στην αρετή. Στην ουσία ο προβληματισμός για το ζήτημα της βοήθειας του φίλου αποτελεί προέκταση του δεδομένου των διαφόρων ειδών φιλίας που υπάρχουν.

Αποδεχόμενοι ότι υπάρχουν πολλές φιλίες είναι λογικό να υπάρχουν και πολλές εκδοχές βοήθειας προς το φίλο, ανάλογα το είδος της φιλίας που εκφράζεται: «Και όλα όσα λέγονται περί φιλίας και οι ορισμοί που της αποδίδονται, τη φιλία με τον ένα ή τον άλλο τρόπο αφορούν, πλην όμως όχι την ίδια φιλία. Το “να θέλεις το καλό του φίλου” λέγεται και για τον χρήσιμο και για τον άνθρωπο που μας κάνει το καλό και για εκείνον που είναι αυτό που είναι (δεν το διευκρινίζει ο συγκεκριμένος ορισμός, σε ποιον ακριβώς αναφέρεται)» (1244a 24-28).

Κι όχι μόνο αυτό: «Ακόμα, μπορεί για τον ένα να ποθούμε να έχει ζωή, για τον άλλο να ποθούμε τη ζωή μαζί του· με τον ένα να μοιραζόμαστε την ηδονή, με άλλον τις χαρές και τις λύπες στη ζωή. Όλοι αυτοί οι ορισμοί στη φιλία αναφέρονται, αλλά για την ακρίβεια σε κάποια συγκεκριμένη μορφή της ο καθένας· και δεν υπάρχει ένας ορισμός για μία φιλία» (1244a 29-32).

Όπως δεν υπάρχει ένας ορισμός για τη φιλία, έτσι δεν μπορούν να υπάρξουν τα ίδια μέτρα για όλες τις περιπτώσεις. Ο τρόπος που πρέπει να συμπεριφερθεί κανείς είναι ανάλογος με το είδος της φιλίας που απευθύνεται. Ο Αριστοτέλης θα συμπληρώσει: «Πολλοί είναι οι ορισμοί, και ο καθένας –έτσι το βλέπουμε– καλύπτει μια πλευρά της. Αλλά αυτό δεν ισχύει» (1244a 32-33).

Η τελευταία προσθήκη («αλλά αυτό δεν ισχύει») δεν προτίθεται να αναιρέσει όλα τα παραπάνω διαψεύδοντας τις πεποιθήσεις των περισσότερων ανθρώπων (εξάλλου, αυτό θα αναιρούσε και την αριστοτελική αντίληψη των πολλών εκδοχών της φιλίας), αλλά να καταστήσει σαφές ότι, όσο κι αν υπάρχουν διαφορετικά είδη φιλίας, δεν πρέπει να εκλαμβάνονται ως φιλίες όλες οι ανθρώπινες σχέσεις. Το ότι μπορεί κανείς να επιθυμεί το καλό για κάποιον δε σημαίνει ότι υπάρχει κατ’ ανάγκη φιλία (οποιασδήποτε μορφής) ανάμεσά τους, ακόμη κι αν το ενδιαφέρον του ενός για τον άλλο κρίνεται απολύτως ειλικρινές.

Ως απόδειξη αυτού ο Αριστοτέλης θα επικαλεστεί τις σχέσεις του ευεργέτη με τον ευεργετούμενο: «Για παράδειγμα ο ορισμός: φιλία είναι να θέλεις να υπάρχει ο άλλος. Και ο φίλος που είναι ανώτερος και ευεργέτης του άλλου, επίσης θέλει να υπάρχει το έργο του· το ίδιο όμως συμβαίνει και αντίστροφα: και για αυτόν που μας ευεργέτησε θέλουμε την ύπαρξη και του το ανταποδίδουμε, αλλά δε φτάνουμε και στο να επιθυμούμε τη συμβίωση μαζί του, όπως το επιθυμούμε για όποιον μας είναι ηδύς» (1244a 33-37).

Το ότι δεν υπάρχει επιθυμία συμβίωσης δεν αναιρεί τη φιλία, αφού και η φιλία της χρησιμότητας δε συνοδεύεται από την επιθυμία της συμβίωσης. Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν παράλογο να οριστεί ως φίλος μονάχα εκείνος που επιθυμούμε τη συμβίωση. Αυτή η φιλία είναι σπάνια και αφορά μονάχα την αρετή.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, όλοι αυτοί οι προβληματισμοί (ασχέτως αν κάποιος συμφωνεί ή διαφωνεί μαζί τους) δεν μπορούν παρά να ενταχθούν στο ευρύτερο πλαίσιο της διερεύνησης της ανθρώπινης αυτάρκειας. Κι αυτό ακριβώς είναι το πεδίο που θέλει να στρέψει την έρευνα ο Αριστοτέλης: «Τώρα είναι η ώρα να εξετάσουμε τη σχέση αυτάρκειας και φιλίας, και να δούμε πώς συσχετίζεται η λειτουργικότητα της μιας με τη λειτουργικότητα της άλλης» (1244b 1-2).

Στο πλαίσιο αυτής της διερεύνησης θα ξεκινήσει νέος κύκλος ερωτημάτων: «Έστω ότι ένας άνθρωπος είναι απόλυτα αυτάρκης· θα έχει φίλους; Ή μήπως η φιλία προϋποθέτει μιαν έλλειψη, και ο αυτάρκης δεν έχει ανάγκη από φίλους; Μήπως ο άνθρωπος ο αγαθός είναι απόλυτα αυτάρκης; Μήπως ο άνθρωπος της αρετής έχει την ευτυχία, και τότε τι τον θέλει τον φίλο;» (1244b 3-7).

Όμως, η υπόθεση της απόλυτης αυτάρκειας που δε χρειάζεται κανενός είδους συναναστροφή προσομοιάζει περισσότερο στη θεϊκή παρά στην ανθρώπινη φύση: «Ο αυτάρκης δεν έχει ανάγκη ούτε τους χρήσιμους ούτε και τους ηδείς (ευχάριστους). Αλλά και τη συμβίωση με τον άλλο, επίσης δεν την έχει ανάγκη· η παρέα με τον εαυτό του, του είναι υπεραρκετή. Άνετα το βλέπουμε αυτό στο θεό: προφανώς και δεν έχει καμία ανάγκη από τίποτε, άρα ούτε κι από κάτι που κάποια στιγμή μπορεί να του λείψει» (1244b 7-12).

Αποδεχόμενοι ότι είναι αδύνατο να υπάρξει τέτοιος άνθρωπος γίνεται αντιληπτό ότι η πλήρης αυτάρκεια δεν αρμόζει στην ανθρώπινη φύση, ή, αν πρέπει να ειπωθεί αλλιώς, ότι ο άνθρωπος είναι αδύνατο να φτάσει στην ύψιστη ευτυχία της ολοκληρωτικής αυτάρκειας: «Άρα και ο άνθρωπος της ύψιστης ευτυχίας δεν πρόκειται να νιώσει καθόλου την ανάγκη της φιλίας, παρά μόνο στο βαθμό που δεν αντέχεται απ’ τον άνθρωπο η ίδια η αυτάρκεια» (1244b 12-14).

Η απόρριψη του ανθρώπου-θεού σηματοδοτεί και την απόρριψη της απόλυτης (θεϊκής) αυτάρκειας για τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος είναι από τη φύση κοινωνικό ον κι όποιος δεν νιώθει την ανάγκη της κοινωνικότητας επιμένοντας να ζει εντελώς μόνος στερείται της ανθρώπινης υπόστασης ως ον ανώτερο ή κατώτερο του ανθρώπου· είναι ή ζώο ή θεός.

Το αδύνατο, όμως, μιας τέτοιας εκδοχής δεν αποκλείει την κατ’ αναλογία προσέγγισή της. Με άλλα λόγια, όσο πιο ευτυχής αισθάνεται κάποιος, τόσο πιο αυτάρκης νιώθει, οπότε τόσο λιγότερους φίλους χρειάζεται: «Υποχρεωτικό συμπέρασμα: όποιος ζει ζωή άριστη, έχει φίλους ελάχιστους, και μάλιστα αυτοί πρέπει να λιγοστεύουν. Και να μη νοιάζεται πια να βρει καινούριους· να αδιαφορεί τόσο για τους χρήσιμους όσο και για κείνους που θα του άρεζε μαζί τους η συμβίωση. Αλλά και σε αυτήν την περίπτωση –όλοι θα το δεχόντουσαν– ο φίλος δεν είναι για χρήση ούτε για ωφέλεια, παρά μόνο για την αρετή» (1244b 15-21).

Σε τελική ανάλυση, η ανάγκη του φίλου ξεκινά μετά την εξασφάλιση της αυτάρκειας: «Διότι όταν δεν μας λείπει τίποτε, τότε αποζητάμε –όλοι μας– τους ανθρώπους που θα μοιραστούμε μαζί τους τις απολαύσεις μας· να τους ευεργετήσουμε μάλλον θέλουμε, παρά να ευεργετηθούμε. Και η κρίση μας είναι πιο καθαρή μες την αυτάρκεια παρά μες στην ανάγκη· αυτάρκεις όντες, ζητούμε και τους φίλους που αξίζει να ζήσουν μαζί μας» (1244b 22-26).

Η εκδοχή που θέλει την αναζήτηση των φίλων ως αποτέλεσμα της αυτάρκειας καταρρίπτει όλους τους σχετικούς προβληματισμούς. Ο άνθρωπος επιζητά τους φίλους όχι για να πετύχει την αυτάρκεια, αλλά για να τη μοιραστεί μαζί τους, χωρίς αυτό να ανατρέπει το δεδομένο ότι μονάχα η πόλη μπορεί να προσφέρει στον άνθρωπο την πληρότητα των αγαθών που έχει ανάγκη.

Ο άνθρωπος ζει σε κοινωνίες για να αποκτήσει αυτάρκεια, κι όταν αυτή επιτευχθεί, στρέφεται και πάλι στους άλλους ανθρώπους για να μοιραστεί-ολοκληρώσει την ευτυχία του. Η θέση της εκ φύσεως κοινωνικότητας όχι μόνο δεν αμφισβητείται, αλλά ενισχύεται.

Η αντίληψη ότι ο άριστος βίος, ως έκφραση της υψηλότερης μορφής αυτάρκειας, επιβάλλει την ολιγοφιλία, δεν αφορά την υπονόμευση της συντροφικότητας, αλλά την αυστηρή επιλεκτικότητα που πρεσβεύει η αρετή. Ένας τέτοιος άνθρωπος δεν έχει ανάγκη τη συντροφικότητα του χρήσιμου και οι υψηλές του απαιτήσεις αξιώνουν και την αντίστοιχη ποιότητα του ευχάριστου. Οι άνθρωποι που θα τον πλαισιώσουν θα εκπληρώνουν τις προϋποθέσεις που του αρμόζουν, οι οποίες αναγκαστικά θα ορίζονται από τις επιταγές της αρετής.

Εξάλλου, η ευτέλεια της χρησιμοθηρικής φιλίας ενδέχεται να φτάσει σε τέτοιο σημείο που τα πράγματα να θεωρούνται πολυτιμότερα από το φίλο: «Ορισμένοι φίλοι αδικούν το φίλο τους· η αιτία είναι ότι αγαπούν τα πράγματα πιο πολύ από το φίλο τους που τα κατέχει. Οπότε τον αγαπάνε με τον τρόπο που διαλέγουν το ένα ή το άλλο κρασί ως πιο ηδύ, ή όπως διαλέγουν τον πλούτο για τη χρησιμότητά του: απλώς δηλαδή ο ένας φίλος τους είναι πιο χρήσιμος από τον άλλο» (1244a 37-41).

Αυτού του είδους οι φιλίες εκφυλίζουν τις ανθρώπινες σχέσεις καταδεικνύοντας ότι η εκδοχή της άκρατης χρησιμότητας μπορεί να μετατρέψει τους ανθρώπους σε πράγματα. Ο ενάρετος δεν έχει καμία σχέση με όλα αυτά. Έχοντας επίγνωση της σπανιότητας στις φιλίες της αρετής προτιμά τις λίγες συναναστροφές.

Όμως, αυτό δεν έχει καμία σχέση με τη θεϊκή αυτάρκεια της απόλυτης μοναξιάς. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με άρνηση της φύσης του.

Αριστοτέλης, Ηθικά Ευδήμια

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΛΥΣΙΑΣ, ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΤΟΙΣ ΚΟΡΙΝΘΙΩΝ ΒΟΗΘΟΙΣ

ΛΥΣ 2.1–16

Προοίμιον: το καθήκον της εξύμνησης επιφανών νεκρών – Τα πολεμικά κατορθώματα των προγόνων: το απώτερο παρελθόν

Ο λόγος γράφτηκε προς τιμήν των νεκρών του Κορινθιακού πολέμου (395–386 π.Χ.), αλλά δεν είναι πιθανό να εκφωνήθηκε από τον ίδιο τον Λυσία, επειδή ήταν μέτοικος.


[1] Εἰ μὲν ἡγούμην οἷόν τε εἶναι, ὦ παρόντες ἐπὶ τῷδε
τῷ τάφῳ, λόγῳ δηλῶσαι τὴν τῶν ἐνθάδε κειμένων ἀνδρῶν
ἀρετήν, ἐμεμψάμην ἂν τοῖς ἐπαγγείλασιν ἐπ’ αὐτοῖς ἐξ
ὀλίγων ἡμερῶν λέγειν· ἐπειδὴ δὲ πᾶσιν ἀνθρώποις ὁ
πᾶς χρόνος οὐχ ἱκανὸς λόγον ἴσον παρασκευάσαι τοῖς τού-
των ἔργοις, διὰ τοῦτο καὶ ἡ πόλις μοι δοκεῖ, προνοουμένη
τῶν ἐνθάδε λεγόντων, ἐξ ὀλίγου τὴν πρόσταξιν ποιεῖσθαι,
ἡγουμένη οὕτως ἂν μάλιστα συγγνώμης αὐτοὺς παρὰ τῶν
ἀκουσάντων τυγχάνειν. [2] ὅμως δὲ ὁ μὲν λόγος μοι περὶ τού-
των, ὁ δ’ ἀγὼν οὐ πρὸς τὰ τούτων ἔργα ἀλλὰ πρὸς τοὺς
πρότερον ἐπ’ αὐτοῖς εἰρηκότας. τοσαύτην γὰρ ἀφθονίαν πα-
ρεσκεύασεν ἡ τούτων ἀρετὴ καὶ τοῖς ποιεῖν δυναμένοις καὶ
τοῖς εἰπεῖν βουληθεῖσιν, ὥστε καλὰ μὲν πολλὰ τοῖς προ-
τέροις περὶ αὐτῶν εἰρῆσθαι, πολλὰ δὲ καὶ ἐκείνοις παρα-
λελεῖφθαι, ἱκανὰ δὲ καὶ τοῖς ἐπιγιγνομένοις ἐξεῖναι εἰπεῖν·
οὔτε γὰρ γῆς ἄπειροι οὔτε θαλάττης οὐδεμιᾶς, πανταχῇ
δὲ καὶ παρὰ πᾶσιν ἀνθρώποις οἱ τὰ αὑτῶν πενθοῦντες
κακὰ τὰς τούτων ἀρετὰς ὑμνοῦσι.

[3] Πρῶτον μὲν οὖν τοὺς παλαιοὺς κινδύνους τῶν προγό-
νων δίειμι, μνήμην παρὰ τῆς φήμης λαβών· ἄξιον γὰρ πᾶ-
σιν ἀνθρώποις κἀκείνων μεμνῆσθαι, ὑμνοῦντας μὲν ἐν ταῖς
ᾠδαῖς, λέγοντας δ’ ἐν τοῖς τῶν ἀγαθῶν γνώμαις, τιμῶν-
τας δ’ ἐν τοῖς καιροῖς τοῖς τοιούτοις, παιδεύοντας δ’ ἐν
τοῖς τῶν τεθνεώτων ἔργοις τοὺς ζῶντας.

[4] Ἀμαζόνες γὰρ Ἄρεως μὲν τὸ παλαιὸν ἦσαν θυγατέ-
ρες, οἰκοῦσαι [δὲ] παρὰ τὸν Θερμώδοντα ποταμόν, μόναι
μὲν ὡπλισμέναι σιδήρῳ τῶν περὶ αὐτάς, πρῶται δὲ τῶν
πάντων ἐφ’ ἵππους ἀναβᾶσαι, οἷς ἀνελπίστως δι’ ἀπειρίαν
τῶν ἐναντίων ᾕρουν μὲν τοὺς φεύγοντας, ἀπέλειπον δὲ τοὺς
διώκοντας· ἐνομίζοντο δὲ διὰ τὴν εὐψυχίαν μᾶλλον ἄν-
δρες ἢ διὰ τὴν φύσιν γυναῖκες· πλέον γὰρ ἐδόκουν τῶν
ἀνδρῶν ταῖς ψυχαῖς διαφέρειν ἢ ταῖς ἰδέαις ἐλλείπειν.
[5] ἄρχουσαι δὲ πολλῶν ἐθνῶν, καὶ ἔργῳ μὲν τοὺς περὶ αὐτὰς
καταδεδουλωμέναι, λόγῳ δὲ περὶ τῆσδε τῆς χώρας ἀκούου-
σαι κλέος μέγα, πολλῆς δόξης καὶ μεγάλης ἐλπίδος χά-
ριν παραλαβοῦσαι τὰ μαχιμώτατα τῶν ἐθνῶν ἐστράτευσαν
ἐπὶ τήνδε τὴν πόλιν. τυχοῦσαι δ’ ἀγαθῶν ἀνδρῶν ὁμοίας
ἐκτήσαντο τὰς ψυχὰς τῇ φύσει, καὶ ἐναντίαν τὴν δόξαν
τῆς προτέρας λαβοῦσαι μᾶλλον ἐκ τῶν κινδύνων ἢ ἐκ τῶν
σωμάτων ἔδοξαν εἶναι γυναῖκες. [6] μόναις δ’ αὐταῖς οὐκ ἐξε-
γένετο ἐκ τῶν ἡμαρτημένων μαθούσαις περὶ τῶν λοιπῶν
ἄμεινον βουλεύσασθαι, οὐδ’ οἴκαδε ἀπελθούσαις ἀπαγγεῖ-
λαι τήν τε σφετέραν αὐτῶν δυστυχίαν καὶ τὴν τῶν ἡμετέ-
ρων προγόνων ἀρετήν· αὐτοῦ γὰρ ἀποθανοῦσαι, καὶ δοῦσαι
δίκην τῆς ἀνοίας, τῆσδε μὲν τῆς πόλεως διὰ τὴν ἀρετὴν
ἀθάνατον <τὴν> μνήμην ἐποίησαν, τὴν δὲ ἑαυτῶν πατρίδα
διὰ τὴν ἐνθάδε συμφορὰν ἀνώνυμον κατέστησαν. ἐκεῖναι
μὲν οὖν τῆς ἀλλοτρίας ἀδίκως ἐπιθυμήσασαι τὴν ἑαυτῶν
δικαίως ἀπώλεσαν.

[7] Ἀδράστου δὲ καὶ Πολυνείκους ἐπὶ Θήβας στρατευσάν-
των καὶ ἡττηθέντων μάχῃ, οὐκ ἐώντων Καδμείων θάπτειν
τοὺς νεκρούς, Ἀθηναῖοι ἡγησάμενοι ἐκείνους μέν, εἴ τι
ἠδίκουν, ἀποθανόντας δίκην ἔχειν τὴν μεγίστην, τοὺς δὲ
κάτω τὰ αὑτῶν οὐ κομίζεσθαι, ἱερῶν δὲ μιαινομένων τοὺς
ἄνω θεοὺς ἀσεβεῖσθαι, τὸ μὲν πρῶτον πέμψαντες κήρυκας
ἐδέοντο αὐτῶν δοῦναι τῶν νεκρῶν ἀναίρεσιν, [8] νομίζοντες
ἀνδρῶν μὲν ἀγαθῶν εἶναι ζῶντας τοὺς ἐχθροὺς τιμωρήσα-
σθαι, ἀπιστούντων δὲ σφίσιν αὐτοῖς ἐν τοῖς τῶν τεθνεώ-
των σώμασι τὴν εὐψυχίαν ἐπιδείκνυσθαι· οὐ δυνάμενοι δὲ
τούτων τυχεῖν ἐστράτευσαν ἐπ’ αὐτούς, οὐδεμιᾶς διαφορᾶς
πρότερον πρὸς Καδμείους ὑπαρχούσης, οὐδὲ τοῖς ζῶσιν
Ἀργείων χαριζόμενοι, [9] ἀλλὰ τοὺς τεθνεῶτας ἐν τῷ πολέμῳ
ἀξιοῦντες τῶν νομιζομένων τυγχάνειν πρὸς τοὺς ἑτέρους
ὑπὲρ ἀμφοτέρων ἐκινδύνευσαν, ὑπὲρ μὲν τῶν, ἵνα μηκέτι
εἰς τοὺς τεθνεῶτας ἐξαμαρτάνοντες πλείω περὶ τοὺς θεοὺς
ἐξυβρίσωσιν, ὑπὲρ δὲ τῶν ἑτέρων, ἵνα μὴ πρότερον εἰς
τὴν αὑτῶν ἀπέλθωσι πατρίου τιμῆς ἀτυχήσαντες καὶ Ἑλ-
ληνικοῦ νόμου στερηθέντες καὶ κοινῆς ἐλπίδος ἡμαρτηκό-
τες. [10] ταῦτα διανοηθέντες, καὶ τὰς ἐν τῷ πολέμῳ τύχας
κοινὰς ἁπάντων ἀνθρώπων νομίζοντες, πολλοὺς μὲν πολε-
μίους κτώμενοι, τὸ δὲ δίκαιον ἔχοντες σύμμαχον ἐνίκων
μαχόμενοι. καὶ οὐχ ὑπὸ τῆς τύχης ἐπαρθέντες μείζονος
παρὰ Καδμείων τιμωρίας ἐπεθύμησαν, ἀλλ’ ἐκείνοις μὲν
ἀντὶ τῆς ἀσεβείας τὴν ἑαυτῶν ἀρετὴν ἐπεδείξαντο, αὐτοὶ
δὲ λαβόντες τὰ ἆθλα ὧνπερ ἕνεκα ἀφίκοντο, τοὺς Ἀργείων
νεκρούς, ἔθαψαν ἐν τῇ αὑτῶν Ἐλευσῖνι. περὶ μὲν οὖν τοὺς
ἀποθανόντας τῶν ἑπτὰ ἐπὶ Θήβας τοιοῦτοι γεγόνασιν.

[11] Ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ, ἐπειδὴ Ἡρακλῆς μὲν ἐξ ἀνθρώπων
ἠφανίσθη, οἱ δὲ παῖδες αὐτοῦ ἔφευγον μὲν Εὐρυσθέα, ἐξη-
λαύνοντο δὲ ὑπὸ πάντων τῶν Ἑλλήνων, αἰσχυνομένων μὲν
τοῖς ἔργοις, φοβουμένων δὲ τὴν Εὐρυσθέως δύναμιν, ἀφι-
κόμενοι εἰς τήνδε τὴν πόλιν ἱκέται ἐπὶ τῶν βωμῶν ἐκαθ-
έζοντο· [12] ἐξαιτουμένου δὲ αὐτοὺς Εὐρυσθέως Ἀθηναῖοι οὐκ
ἠθέλησαν ἐκδοῦναι, ἀλλὰ τὴν Ἡρακλέους ἀρετὴν μᾶλλον
ᾐδοῦντο ἢ τὸν κίνδυνον τὸν ἑαυτῶν ἐφοβοῦντο, καὶ ἠξίουν
ὑπὲρ τῶν ἀσθενεστέρων μετὰ τοῦ δικαίου διαμάχεσθαι
μᾶλλον ἢ τοῖς δυναμένοις χαριζόμενοι τοὺς ὑπ’ ἐκείνων
ἀδικουμένους ἐκδοῦναι. [13] ἐπιστρατεύσαντος δ’ Εὐρυσθέως
μετὰ τῶν ἐν ἐκείνῳ τῷ χρόνῳ Πελοπόννησον ἐχόντων,
οὐκ ἐγγὺς τῶν δεινῶν γενόμενοι μετέγνωσαν, ἀλλὰ τὴν
αὐτὴν εἶχον γνώμην ἥνπερ πρότερον, ἀγαθὸν μὲν οὐδὲν
ἰδίᾳ ὑπὸ τοῦ πατρὸς αὐτῶν πεπονθότες, ἐκείνους τ’ οὐκ
εἰδότες ὁποῖοί τινες ἄνδρες ἔσονται γενόμενοι· [14] δίκαιον δὲ
νομίζοντες εἶναι, οὐ προτέρας ἔχθρας ὑπαρχούσης πρὸς
Εὐρυσθέα, οὐδὲ κέρδους προκειμένου πλὴν δόξης ἀγαθῆς,
τοσοῦτον κίνδυνον ὑπὲρ αὐτῶν ἤραντο, τοὺς μὲν ἀδικουμέ-
νους ἐλεοῦντες, τοὺς δ’ ὑβρίζοντας μισοῦντες, καὶ τοὺς μὲν
κωλύειν ἐπιχειροῦντες, τοῖς δ’ ἐπικουρεῖν ἀξιοῦντες, ἡγού-
μενοι ἐλευθερίας μὲν σημεῖον εἶναι μηδὲν ποιεῖν ἄκοντας,
δικαιοσύνης δὲ τοῖς ἀδικουμένοις βοηθεῖν, εὐψυχίας δ’ ὑπὲρ
τούτων ἀμφοτέρων, εἰ δέοι, μαχομένους ἀποθνῄσκειν. [15] το-
σοῦτον δ’ ἐφρόνουν ἀμφότεροι, ὥσθ’ οἱ μὲν μετ’ Εὐρυσθέως
οὐδὲν παρ’ ἑκόντων ἐζήτουν εὑρίσκεσθαι, Ἀθηναῖοι δὲ
οὐκ ἠξίουν Εὐρυσθέα αὐτὸν ἱκετεύοντα τοὺς ἱκέτας
αὐτῶν ἐξελεῖν. παραταξάμενοι δ’ ἰδίᾳ δυνάμει τὴν ἐξ ἁπά-
σης Πελοποννήσου στρατιὰν ἐλθοῦσαν ἐνίκων μαχόμενοι,
καὶ τῶν Ἡρακλέους παίδων τὰ μὲν σώματα εἰς ἄδειαν
κατέστησαν, ἀπαλλάξαντες δὲ τοῦ δέους καὶ τὰς ψυχὰς
ἠλευθέρωσαν, διὰ δὲ τὴν τοῦ πατρὸς ἀρετὴν ἐκείνους τοῖς
αὑτῶν κινδύνοις ἐστεφάνωσαν. [16] τοσοῦτον δὲ εὐτυχέστεροι
παῖδες ὄντες ἐγένοντο τοῦ πατρός· ὁ μὲν γάρ, καίπερ ὢν
ἀγαθῶν πολλῶν αἴτιος ἅπασιν ἀνθρώποις, ἐπίπονον καὶ
φιλόνικον καὶ φιλότιμον αὑτῷ καταστήσας τὸν βίον τοὺς
μὲν ἄλλους ἀδικοῦντας ἐκόλασεν, Εὐρυσθέα δὲ καὶ ἐχθρὸν
ὄντα καὶ εἰς αὐτὸν ἐξαμαρτάνοντα οὐχ οἷός τε ἦν τιμωρή-
σασθαι· οἱ δὲ παῖδες αὐτοῦ διὰ τήνδε τὴν πόλιν τῇ αὐτῇ
εἶδον ἡμέρᾳ τήν θ’ ἑαυτῶν σωτηρίαν καὶ τὴν τῶν ἐχθρῶν
τιμωρίαν.

***
Εάν, παρευρισκόμενος εις το νεκροταφείον τούτο εδώ, είχα την γνώμην πως είναι δυνατόν να φανερώση κανείς με λόγια την ανδρείαν των εδώ ταφέντων, θα κατηγόρουν εκείνους που προ ολίγων ημερών παρήγγειλαν να ομιλήσω και να εξυμνήσω αυτούς (τους ταφέντας)· επειδή όμως όλοι οι άνθρωποι αιωνίως εργαζόμενοι δεν είναι ικανοί να συντάξουν λόγον ισάξιον με τα έργα τούτων, διά τούτο μου φαίνεται, πως και η πόλις προνοούσα διά τους εδώ ομιλούντας δίδει την παραγγελίαν (εις τον ρήτορα) προ ολίγου χρόνου, διότι νομίζει ότι έτσι (αν δοθή η παραγγελία ολίγον χρόνον προς της απαγγελίας του λόγου) είναι δυνατόν να συγχωρηθούν οι εδώ ομιλούντες από τους ακροατάς των. Αλλ' όμως ο λόγος μου μεν αφορά τους εις τον πόλεμον φονευθέντας, ανταγωνίζομαι όμως προς εκείνους που ωμίλησαν προς τιμήν αυτών πρότερον και όχι προς τα έργα των θαπτομένων. Διότι τόσον μεγάλην αφθονίαν παρεσκεύασεν η αρετή τούτων και εις εκείνους που μπορούν να κάμνουν ποιήματα, και εις εκείνους που θέλουν να εκφωνούν πανηγυρικούς λόγους, ώστε πολλά καλά μεν υπό τον προγενεστέρων να έχουν λεχθή περί αυτών, πολλά δε καλά και τώρα να έχουν μείνει, ικανά δε να είναι δυνατόν και οι μεταγενέστεροι να είπουν· διότι (οι ταφέντες) ουδεμιάς ξηράς και ουδεμιάς θαλάσσης ήσαν άπειροι, εις όλα δε τα μέρη και εις όλους τους ανθρώπους υμνούν τας αρετάς τούτων οι πενθούντες διά τας ιδικάς των συμφοράς.

Πρώτον μεν λοιπόν θα εκθέσω τους παλαιούς αγώνας των προγόνων μας, όπως η φήμη μάς τους παρέδωσε· διότι αξίζει όλοι οι άνθρωποι να ενθυμούνται και εκείνους (τους παλαιούς προγόνους), εξυμνούντες μεν με ποιήματα, αναφέροντες αυτούς οσάκις κάμνουν μνείαν των αγαθών ανδρών, διδάσκοντες (περί αυτών) εις τα γνωμικά (ποιήματα) των ενδόξων ποιητών, τιμώντες δε εις τοιαύτας περιστάσεις, διδάσκοντες δε τους ζώντας με τα έργα των αποθανόντων.

Κατά την παλαιάν δηλαδή εποχήν, αι Αμαζόνες, αι θυγατέρες του Άρεως, κατοικούσαν πλησίον του Θερμώδοντος ποταμού, μόναι αυταί δε ήσαν ωπλισμέναι από όλας τας πλησίον της χώρας των κατοικούσας, πρώται δε από όλους τους ανθρώπους (εδάμασαν ίππους) και ίππευσαν, διά των οποίων διώκουσαι απροσδοκήτως ένεκα της απειρίας των εχθρών των συνελάμβανον τους φεύγοντας, άφηναν δε οπίσω το;yς διώκοντας, εθεωρούντο δε μάλλον άνδρες διά την τόλμην παρά γυναίκες διά την φυσικήν των κατασκευήν· (διότι εφαίνοντο ότι υπερείχον των ανδρών κατά τα ψυχικά προτερήματα περισσότερον ή ότι υπελείποντο κατά την εξωτερικήν μορφήν). Άρχουσαι δε πολλών χωρών, και έχουσαι πραγματικώς υποδουλώσει τους περί την χώραν των κατοικούντας λαούς, πληροφορούμεναι δε την μεγάλην δόξαν ταύτης εδώ της χώρας, αφού παρέλαβον, διά να δοξασθούν πολύ, και διότι ήλπιζαν μεγάλα έργα να διαπράξουν, τα μαχητικώτατα των εθνών εξεστράτευσαν εναντίον ταύτης εδώ της πόλεως. Επειδή όμως εύρον εδώ γενναίους άνδρας εταπεινώθη η αλαζονεία των εις το επίπεδον της φύσεως αυτών (κατέστη το φρόνημά των γυναικείον), και αφού έλαβον δόξαν αντίθετον από εκείνην, που είχον πρωτύτερα, εφάνησαν ότι ήσαν γυναίκες από τους κινδύνους μάλλον παρά από τα σώματα. Εις μόνας δε αυτάς δεν κατέστη δυνατόν να σκέπτωνται καλύτερον περί των λοιπών, αφού εδιδάχθησαν από τας αποτυχίας των, ουδέ επανελθούσαι εις την πατρίδα των να αναγγείλουν την ιδικήν τους συμφοράν και την ανδρείαν των προγόνων μας· διότι φονευθείσαι εκεί όλαι και τιμωρηθείσαι διά την ανοησίαν των έκαμαν την μνήμην ταύτης εδώ της πόλεως αθάνατον εξαιτίας της ανδρείας (των πολίτων), την πατρίδα των δε ένεκα της εδώ πανωλεθρίας των κατέστησαν ασήμαντον· εκείναι μεν λοιπόν αδίκως επιθυμήσασαι την ξένην χώραν δικαίως έχασαν την ιδικήν τους.

Όταν ο Άδραστος και ο Πολυνείκης εξεστράτευσαν εναντίον των Θηβών και ενικήθησαν, επειδή οι Καδμείοι δεν επέτρεπον να θάπτουν τους φονευθέντας, οι Αθηναίοι νομίσαντες πως εκείνοι (οι Αργείοι) μεν, εάν κατά τι ηδίκουν, φονευθέντες ετιμωρήθησαν με την μεγίστην τιμωρίαν, ότι δε οι θεοί του Άδου δεν έλαβαν, όσα τους ανήκον, (τους νεκρούς των Αργείων), ότι δε δείχνεται ασέβεια εις τους άνω (ολυμπίους) θεούς, διότι μιαίνονται τα ιερά, κατ' αρχάς μεν πέμψαντες κήρυκας παρεκάλουν αυτούς να επιτρέψουν την ταφήν των νεκρών, διότι ενόμιζον ότι ίδιον μεν των γενναίων ανδρών είναι να τιμωρούν τους εχθρούς, εφ' όσον ούτοι υπάρχουν εις την ζωήν, ίδιον δε των δειλών να δεικνύουν την γενναιότητά των εις τα σώματα των φονευμένων· επειδή δε δεν ηδύναντο να επιτύχουν τούτο (την ταφήν των νεκρών) εξεστράτευσαν εναντίον των Θηβαίων, αν και ουδεμία διένεξις πρότερον υπήρχε προς τους Καδμείους, όχι διότι έκαμνον χάριν εις τους ζώντας εκ των Αργείων, αλλά διότι έκρινον δίκαιον να λαμβάνουν οι εις τον πόλεμον πεσόντες τας καθιερωμένας τιμάς, επολέμησαν εναντίον των Θηβαίων χάριν και των δύο, χάριν μεν των Θηβαίων, ίνα μη πλέον εις το εξής ασεβούντες εις τους εν πολέμω πεσόντας καταστήσουν μεγαλύτερον το προς τους θεούς αμάρτημά των, χάριν δε των ετέρων (Αργείων) επολέμησαν, ίνα μη πρότερον απέλθουν εις την πατρίδα των άνευ της πατροπαραδότου τιμής (της ταφής των νεκρών) στερηθέντες του ελληνικού εθίμου, (του να τιμούν τους νεκρούς διά της ταφής) και εστερημένοι της κοινής δι' όλους τους ανθρώπους ελπίδος. Επειδή ταύτα εσκέφθησαν, και επειδή εθεώρουν την τύχην του πολέμου κοινήν δι' όλους τους ανθρώπους, αν και απέκτων πολλούς εχθρούς, ενίκων όμως εις την μάχην, διότι είχον το δίκαιον υπέρ αυτών. Και δεν επεθύμησαν να εκδικηθούν περισσότερον τους Καδμείους παρασυρθέντες υπό της επιτυχίας των, αλλ' εις τους Καδμείους μεν έδειξαν την αρετήν των αντί της ασεβείας εκείνων, αυτοί δε, αφού έλαβον τα βραβεία (του αγώνος των), χάριν των οποίων ήλθον εις τας Θήβας, δηλαδή τους νεκρούς των Αργείων, τους έθαψαν εις την χώραν των, εις την Ελευσίνα. Τοιαύτην λοιπόν συμπεριφοράν έδειξαν (οι πρόγονοί μας) αναφορικώς με τους φονευθέντας (κατά τον πόλεμον) των επτά (στρατηγών) εναντίον των Θηβών.

Μετά ταύτα δε, όταν ο Ηρακλής μεν εξηφανίσθη από τους ανθρώπους, οι παίδες του δεν έφευγον την καταδίωξιν του Ευρυσθέως, εξεδιώκοντο δε από τας πόλεις όλων των Ελλήνων, οι οποίοι εντρέποντο μεν διά τα έργα των, (την εκδίωξιν των τέκνων του Ηρακλέους), εφοβούντο δε την δύναμιν του Ευρυσθέως, φθάσαντες εις ταύτην την πόλιν εκάθηντο ως ικέται επί των βωμών. Αν και εζήτει αυτούς ο Ευρυσθεύς, οι Αθηναίοι δεν ήθελον να τους παραδώσουν, αλλ' εσέβοντο περισσότερον την αρετήν του Ηρακλέους από όσον εφοβούντο διά τον ιδικόν τους κίνδυνον, και έκριναν άξιον να αγωνίζωνται έχοντες υπέρ εαυτών το δίκαιον χάριν των ασθενεστέρων μάλλον, παρά χαριζόμενοι εις τους ισχυρούς να παραδώσουν τους υπ' εκείνων αδικουμένους. Όταν δε εξεστράτευσεν ο Ευρυσθεύς με όλους τους κατοικούντας κατ' εκείνους τους χρόνους την Πελοπόννησον, δεν μετενόησαν, αν και αι συμφοραί πλέον ήσαν πολύ πλησίον των, αλλά εφρόνουν τα ίδια, όσα και πρωτύτερα, αν και ουδεμίαν ιδιαιτέραν ευεργεσίαν είχον ευεργετηθή υπό του πατρός των (Ηρακλέους), και αν και δεν εγνώριζον οποίοι άνδρες εις το μέλλον θα γίνουν αυτοί (οι υιοί του Ηρακλέους), διότι δε εθεώρουν πως είναι δίκαιον (να μη παραδώσουν τα παιδιά του Ηρακλέους), καίτοι ουδεμίαν προηγουμένην έχθραν προς τον Ευρυσθέα είχον, και δεν επρόκειτο περί κέρδους αλλά περί αγαθής φήμης, ανέλαβον τόσον μέγαν κίνδυνον υπέρ αυτών, ευσπλαγχνιζόμενοι μεν τους αδικουμένους, μισούντες δε τους αλαζονικώς φερομένους, και προσπαθούντες τούτους μεν να εμποδίζουν (να φέρωνται αλαζονικώς), κρίνοντες δε άξιον να βοηθούν εκείνους, διότι ενόμιζον ότι απόδειξις μεν ελευθερίας είναι το να μη πράττουν τίποτε ακουσίως, απόδειξις δε δικαιοσύνης το να βοηθούν τους αδικουμένους, απόδειξις δε γενναιότητος το να αποθνήσκουν μαχόμενοι υπέρ αμφοτέρων οσάκις παρουσιασθή ανάγκη.

Τόσον πολύ δε εμεγαλοφρόνουν και οι μεν και οι δε (και οι μετά του Ευρυσθέως Πελοποννήσιοι και οι Αθηναίοι), ώστε, οι μεν σύμμαχοι του Ευρυσθέως ουδέν εζήτουν να λάβουν με την θέλησιν των Αθηναίων, οι δε Αθηναίοι δεν έκρινον άξιον, εάν ο ίδιος ο Ευρυσθεύς ήτο ικέτης αυτών, να τον αποσπάσουν παρά την θέλησίν των οι τώρα ικετεύοντες (παίδες του Ηρακλέους). Παραταχθέντες δε, και διά της ιδικής των μόνον δυνάμεως (άνευ ουδενός συμμάχου) αγωνισθέντες, ενίκων το εξ όλης της Πελοποννήσου ελθόν στράτευμα, και τα μεν σώματα των τέκνων του Ηρακλέους έσωσαν, τας δε ψυχάς αυτών απαλλάξαντες του φόβου ηλευθέρωσαν, με τους ιδικούς των δε κινδύνους αντήμειψαν εκείνους εξαιτίας της αρετής του πατρός των. Τόσον πολύ ευτυχέστεροι από τον πατέρα τους εγένοντο οι παίδες ούτοι· διότι ούτος μεν, αν και ήτο αίτιος μεγάλων ευεργεσιών εις όλους τους ανθρώπους, και κατέστησε την ζωήν του πλήρη ταλαιπωριών, επιθυμών να νικά και να τιμάται, τους αδικούντας μεν άλλους ετιμώρησε, τον Ευρυσθέα δε, που ήταν εχθρός του και τον έβλαψε, δεν ηδύνατο να τιμωρήση· οι παίδες όμως αυτού εξαιτίας της πόλεως ταύτης είδον την ιδίαν ημέραν την σωτηρίαν των και την τιμωρίαν των εχθρών των

Δευτέρα 20 Φεβρουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια 11. Έννοιες και αρχές

11.11. Η ηθική των θεών: από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια


Αν και στα δύο έπη εφαρμόζεται ο λεγόμενος «θεϊκός μηχανισμός» (η ανθρωπομορφική κατά κανόνα παρέμβαση των ολυμπίων στα πράγματα των θνητών), εντούτοις ο μηχανισμός αυτός παίρνει διαφορετικές τροπές στα δύο έπη και προσαρμόζεται στη διαφορετική φυσιογνωμία και θεματολογία της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Η Ιλιάδα ως πολεμικό έπος προβάλλει κατεξοχήν τα έντονα πάθη των ηρώων και τις δυστυχίες που αυτά συνεπάγονται. Στην πολεμική παθολογία των ηρώων αντιστοιχούν τα πάθη των αθανάτων, τα οποία επηρεάζουν με αποφασιστικό τρόπο την τύχη των θνητών, ανεξάρτητα από το αν έχουν οδυνηρά ή ευεργετικά αποτελέσματα. Όπως οι ήρωες μοιράζονται στο πεδίο της μάχης ανάμεσα σε φίλους και εχθρούς, έτσι και οι ολύμπιοι, ανάλογα με τις παραδοσιακές τους συμπάθειες και αντιπάθειες, επιλέγουν τους προστατευόμενους και τους αντιπάλους τους στον χώρο των θνητών και πράττουν ανάλογα.

Μερικά παραδείγματα: Αχαιοί και Τρώες ορκίζονται ότι από την έκβαση της μονομαχίας του Μενελάου με τον Αλέξανδρο θα κριθεί η έκβαση του ιλιαδικού πολέμου. Προσεύχονται μάλιστα στον Δία και στους ολυμπίους να τιμωρήσουν όποιον πατήσει τους όρκους. Όμως, ο ποιητής, προετοιμάζοντας το ακροατήριό του για το αδιέξοδο της μονομαχίας, λέει ότι ο γιος του Κρόνου δεν άκουσε την προσευχή των θνητών (Γ 302). Πρώτη λοιπόν παραβιάζει τους όρκους η θεά Αφροδίτη. Τη στιγμή που ο Μενέλαος ετοιμάζεται να εξοντώσει τον αντίπαλό του, η θεά, προστάτιδα από το μυθολογικό επεισόδιο της «Κρίσης του Πάρη» του τρωαδίτη ήρωα, τον αρπάζει ξαφνικά από το πεδίο της μάχης και τον μεταφέρει τυλιγμένο με ομίχλη στον θάλαμο της Ελένης. Αμέσως μετά, με την όψη γριάς υφάντρας, εξαναγκάζει την κόρη του Δία να κάνει έρωτα με τον εραστή της, ενώ ο Μενέλαος αναζητεί μάταια τον αντίπαλό του στο πεδίο της μάχης. Το δραματικό αυτό επεισόδιο οι αθάνατοι το παρακολουθούν από τον Όλυμπο διασκεδάζοντας (Δ 1-4):

Οι θεοί από την άλλη, καθισμένοι κοντά στο Δία πάνω στο χρυσό πάτωμα, συζητούσαν, και ανάμεσά τους η σεβάσμια Ήβη κερνούσε νέκταρ· εκείνοι έπιναν ο ένας στην υγεία του άλλου με χρυσά ποτήρια, κοιτάζοντας την πολιτεία των Τρώων.

Ο χρυσός («χρυσό πάτωμα», «χρυσά ποτήρια») και το νέκταρ, υπογραμμίζοντας την άφθαρτη φύση των θεών, υπαινίσσονται το αγεφύρωτο χάσμα που συντηρείται ανάμεσα στον ουρανό και στη γη. Από την άλλη μεριά όμως η απόσταση αυτή μετριάζεται, καθώς οι αθάνατοι διασκεδάζουν όπως οι θνητοί: δέχονται τις υπηρεσίες του οινοχόου (της Ήβης), κάνουν προπόσεις ο ένας στον άλλον και, γενικότερα, απολαμβάνουν σαν θεατές τη δραματική μονομαχία μέσα σε κλίμα ψυχαγωγικής χαλάρωσης. Ο Δίας μάλιστα, με πειραχτικά λόγια, λέει ότι η Ήρα και η Αθηνά, που αδικημένες στο μυθολογικό επεισόδιο της «Κρίσης του Πάρη» υπερασπίζονται τον απατημένο Μενέλαο, «τέρπονται» παρακολουθώντας τη δραματική σκηνή (Δ 10), ενώ η Αφροδίτη λύτρωσε από τον θάνατο τον προστατευόμενό της Πάρη.

Ο παντοδύναμος θεός, συμμετέχοντας στο διασκεδαστικό κλίμα των αθανάτων, όχι μόνο δεν απέτρεψε την Αφροδίτη από την «παράτυπη» ενέργειά της αλλά στη συνέχεια την ενισχύει. Υποκύπτοντας στις πιέσεις της γυναίκας του, που θέλει τον όλεθρο των Τρώων και όχι απλώς την αναγνώριση του Μενελάου ως νικητή, παραγγέλλει στην Αθηνά να παραβιάσει τους όρκους της μονομαχίας και να συνεχίσει τον ιλιαδικό πόλεμο. Η Αθηνά άλλο που δεν θέλει. Παίρνει τη μορφή του Λαοδόκου και εξωθεί τον τρωαδίτη Πάνδαρο να τοξεύσει ύπουλα τον Μενέλαο, προκειμένου να αναιρεθεί η ανακωχή ανάμεσα σε Αχαιούς και Τρώες (Δ 86 κ.ε.).

Με δόλιο επίσης τρόπο η ίδια θεά συμβάλλει αργότερα στην εξόντωση του Έκτορα από τον Αχιλλέα. Παίρνοντας τη μορφή του αδελφού του Έκτορα Δηίφοβου εξωθεί πρώτα τον τρωαδίτη ήρωα να αντιμετωπίσει τον γιο της Θέτιδας, ύστερα όμως τον εγκαταλείπει αβοήθητο. Τη συμπεριφορά αυτή της θεάς ο Έκτορας την αναγνωρίζει λίγο πριν το τέλος του ως απάτη (Χ 226 κ.ε., 297-299). Τέλος, με ύπουλο τρόπο ο Απόλλωνας οδηγεί στον θάνατο τον Πάτροκλο. Χτυπά πρώτα πισώπλατα τον φίλο του Αχιλλέα και ύστερα τον αποσβολώνει, ώστε να γίνει εύκολη λεία πρώτα για τον Εύφορβο και ύστερα για τον Έκτορα. Λίγο πριν από τον θάνατό του και ο αχαιός ήρωας αναγνωρίζει πως η εξόντωσή του οφείλεται πάνω απ᾽ όλα στον Δία και στον γιο του Απόλλωνα (Π 786 κ.ε., 846-850).

Στα παραδείγματα αυτά το ευρύτερο πλαίσιο των θεϊκών παρεμβάσεων είναι τραγικό, καθώς οι ύπουλες ενέργειες των αθανάτων έρχονται σε αντίθεση προς τις ηρωικές των θνητών. Γενικότερα, το μεγαλείο της δράσης των ηρώων τονίζεται ακριβώς από την τύχη που τους επιφυλάσσουν οι θεοί. Και αυτό είναι μια επιπρόσθετη τραγική όψη της ζωής τους στο έπος της Ιλιάδας. Οι θνητοί μπορεί να εύχονται και να ελπίζουν ότι οι ολύμπιοι, κυρίως ο Δίας, θα υποστηρίξουν στο τέλος τους αδικημένους· ωστόσο, αυτή η εξέλιξη, όπως φάνηκε προηγουμένως, δεν καθορίζει της πλοκή της Ιλιάδας. Προβάλλεται αντίθετα η ιδέα ότι το καλό με το κακό, που στέλνουν στους θνητούς οι θεοί, είναι αξεδιάλυτα μπλεγμένα. Στην πραγματικότητα αυτή οφείλουν να συμμορφώνονται οι θνητοί, όπως λέει ο Αχιλλέας στον γέροντα Πρίαμο (Ω 525-533): η διανομή των αγαθών και των συμφορών από τον Δία γίνεται αδιακρίτως, χωρίς ηθικά κριτήρια και δίχως λόγο. Στην καλύτερη θέση βρίσκεται ο θνητός που του τυχαίνουν όχι αποκλειστικά τα αγαθά δώρα του Δία αλλά τα ανάμεικτα (αγαθά και δυστυχίες)· στη χειρότερη θέση βρίσκεται εκείνος στον οποίο λαχαίνουν τα δώρα μόνο με τις συμφορές, καθώς ζει περιφρονημένος από θεούς και θνητούς. Για τον Αχιλλέα τόσο ο γέροντας πατέρας όσο και ο ίδιος οφείλουν να υποταχθούν στο δεύτερο κυρίως μερίδιο κληροδοσίας, όπως το έχουν ορίσει οι «απίκραντοι» θεοί.

Στην Οδύσσεια οι ολύμπιοι εξακολουθούν να παρεμβαίνουν με ανεξήγητο τρόπο στα ανθρώπινα ζητήματα, ωστόσο τα κίνητρα της συμπεριφοράς τους είναι από ηθική άποψη περισσότερο δικαιολογημένα από ό,τι των θεών της Ιλιάδας. Παρεμβαίνουν όχι μόνο λιγότεροι στα ανθρώπινα πράγματα (με πρωταγωνιστές τον Δία και την Αθηνά) αλλά και, παρά τον εξανθρωπισμό τους, παίρνουν μεγαλύτερες αποστάσεις από την ηρωική δράση από ό,τι οι θεοί στην Ιλιάδα. Το κυριότερο: θεωρούν πως για ό,τι συμβαίνει στη γη δεν ευθύνονται μόνον οι ίδιοι αλλά και οι θνητοί.

Στην πρώτη ραψωδία της Οδύσσειας ο Δίας επικαλείται το παράδειγμα του Αιγίσθου, για να δείξει ότι οι ολύμπιοι όχι μόνο δεν μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για τα βάσανα των θνητών, αλλά ότι αντίθετα επιχειρούν με προειδοποιήσεις να τους αποτρέψουν από τη συμφορά. Έτσι έπραξαν και με τον Αίγισθο, ο οποίος, αν και προειδοποιήθηκε μέσω του Ερμή να μη δολοφονήσει τον Αγαμέμνονα και να μην παντρευτεί την Κλυταιμνήστρα, αυτός προχώρησε στην άνομη πράξη του, με αποτέλεσμα να τον εκδικηθεί ο γιος του Αγαμέμνονα Ορέστης. Επομένως, και οι θνητοί, καταλήγει ο Δίας απαντώντας κατά κάποιον τρόπο στον ιλιαδικό Αχιλλέα, ευθύνονται για ό,τι τους συμβαίνει στη ζωή και όχι μόνον οι θεοί (α 32-34):

Αλίμονο, είναι αλήθεια ν᾽ απορείς που θέλουν οι θνητοί να ρίχνουν
στους θεούς τα βάρη τους· έρχεται λένε το κακό από μας -
κι όμως οι ίδιοι, κι από φταίξιμο δικό τους
[σφῇσιν ἀτασθαλίῃσιν], πάσχουν και βασανίζονται,
και πάνω απ᾽ το γραφτό τους
.

Το προσωπικό «φταίξιμο» αντιπροσωπεύει τα σφάλματα των θνητών, που προέρχονται κυρίως από την απερίσκεπτη ή και αλαζονική τους συμπεριφορά, με την οποία υπερβαίνεται το ορισμένο μέτρο. Η αρχαία λέξη που ορίζει την υπέρμετρη πράξη είναι ἀτασθαλίη (σε χρήση μόνο σε πτώσεις του πληθυντικού αριθμού), ενώ ο δράστης και οι άστοχες ή υβριστικές πράξεις του χαρακτηρίζονται με το επίθετο ἀτάσθαλος, -ος, -ον. Αν ευσταθεί η άποψη ότι ο υπαινιγμός του Δία για τις ατασθαλίες των θνητών φωτογραφίζει τους αλαζόνες μνηστήρες, η θεά Αθηνά, που αναλαμβάνει στη συνέχεια να διεκπεραιώσει στο έπος τη βούληση του Δία υποστηρίζοντας τον Τηλέμαχο και τον Οδυσσέα, υποδηλώνει με τον δικό της τρόπο την επικείμενη τιμωρία των καταχραστών της βασιλικής περιουσίας (α 47): την ίδια μοίρα να ᾽χει κι όποιος ανάλογα κριματιστεί.

Εξάλλου, η ευθύνη που φέρουν οι θνητοί για τις πράξεις τους αφορά και στους εταίρους του Οδυσσέα, οι οποίοι σφάζουν τα βόδια του Ήλιου, παρά τις προειδοποιήσεις του αρχηγού τους. Αποτέλεσμα: ο Δίας, αποδεχόμενος τη διαμαρτυρική οργή του Ήλιου, τους στερεί τη ζωή και τον νόστο. Στο προοίμιο της Οδύσσειας ο ποιητής προεξαγγέλλει τον χαμό των εταίρων στη Θρινακία τονίζοντας τις δικές τους ατασθαλίες· με τον ίδιο, λίγο πολύ, τρόπο που ο Δίας με την Αθηνά υπαινίσσονται την επικείμενη τιμωρία των μνηστήρων (α 5-9):

Κι όμως δεν μπόρεσε, που τόσο επιθυμούσε,
να σώσει τους συντρόφους.
Γιατί εκείνοι χάθηκαν απ᾽ τα δικά τους τα μεγάλα σφάλματα
[σφετέρῃσιν ἀτασθαλίῃσιν],
νήπιοι και μωροί, που πήγαν κι έφαγαν τα βόδια
του υπέρλαμπρου Ήλιου· κι αυτός τους άρπαξε του γυρισμού τη μέρα.


Οι θεοί, όπως ο Ήλιος και ο Ποσειδώνας, δεν παύουν και στην Οδύσσεια να υπερασπίζονται τα δικά τους συμφέροντα και τους ευνοούμενούς τους αντιμαχόμενοι τους εχθρούς τους, ακόμη και όταν πρόκειται για τους ευσεβείς και ενάρετους Φαίακες. Οι θνητοί επίσης γνωρίζουν ότι η αρετή τους (η ευημερία και επιτυχία τους) εξαρτάται από τους θεούς. Όμως οι αινιγματικές παρεμβάσεις των θεών της Ιλιάδας στα πράγματα των θνητών στην Οδύσσεια συμπληρώνονται από την πλευρά των θνητών με όψεις μιας γενικής δικαιοσύνης. Ο μεταμορφωμένος σε ζητιάνο Οδυσσέας, φίλος του εξαφανισμένου άρχοντα της Ιθάκης, εκφράζει τη διπλή αυτή άποψη θεοδικίας στον πιο υπεύθυνο από τους μνηστήρες Αμφίνομο (σ 132-148):

Ούτε που το φαντάζεται ο θνητός το τι κακό τον περιμένει,
όσο οι θεοί τού δίνουν προκοπή
[ἀρετήν] κι αισθάνεται να τον κρατούν
τα πόδια του· όταν ωστόσο οι μάκαρες ορίσουν
να πέσουν πάνω του οι συμφορές, θέλοντας τότε και μη θέλοντας
τις υποφέρει κάνοντας υπομονή.
Έτσι κι αλλιώς αλλάζει ο νους του ανθρώπου που σέρνεται
σ᾽ αυτή τη γη, ανάλογα του πώς, μέρα τη μέρα, αλλάζει τη ζωή του
ο Δίας, προστάτης θνητών και αθανάτων.
Εμένα θέλησε η μοίρα κάποτε να ζήσω ευτυχισμένος·
έπραξα όμως αδικίες μεγάλες
[ἀτάσθαλα], στη δύναμή μου
ενδίδοντας, υπολογίζοντας στις πλάτες του πατέρα μου
ή και των αδελφών μου. Γι᾽ αυτό κανείς ποτέ δεν πρέπει
να πατεί το δίκιο· παρά, με δίχως κομπασμό, να δέχεται
τα δώρα των θεών, όσα κάθε φορά του δίνουν.
Όχι, όπως βλέπω εδώ, να μηχανεύονται ανόσια έργα
[ἀτάσθαλα] οι μνηστήρες,
ρημάζοντας ξένα αγαθά, προσβάλλοντας γυναίκα ομόκλινη
κάποιου που, ξέρω, δεν θα μείνει πια πολύν καιρό
μακριά από πατρίδα και δικούς - μπορεί να βρίσκεται
κιόλας κοντά.
Θα ᾽ταν λοιπόν καλύτερο για σένα να σ᾽ εξαιρούσε ένας θεός,
και να γυρνούσες σπίτι σου· να μη βρεθείς μπροστά του,
όποτε εκείνος επιστρέψει στο πατρικό νησί.


Όπως ο Αχιλλέας στην Ιλιάδα, έτσι και ο Οδυσσέας στην Οδύσσεια αναγνωρίζει την καθοριστική επέμβαση των θεών στα ανθρώπινα ζητήματα, δίνοντας μάλιστα αρχικά και αυτός έμφαση στο ανεξέλεγκτο γύρισμα της ζωής των θνητών από την ευτυχία στη δυστυχία, όταν το ορίσει ο Δίας· ο οποίος ωστόσο αποκαλείται «προστάτης θνητών και αθανάτων». Όπως ο καιρός, έτσι και η τύχη των ανθρώπων γυρίζει από το καλό στο κακό, όταν οι αθάνατοι αποφασίσουν να στείλουν συμφορές στους θνητούς. Η στάση βέβαια των θνητών απέναντι στη μυστηριώδη συμπεριφορά των θεών για τον μεταμορφωμένο Οδυσσέα δεν είναι η συμμόρφωση, όπως έλεγε ο ιλιαδικός Αχιλλέας, αλλά η υπομονή. Κάτι ξέρει ο πολύτλας ήρωας από την ιδιότητα αυτή, εφόσον χάρη στην υπομονή του αλλά και στην πολύτροπη, όπως του καιρού, φύση του μπόρεσε να γυρίσει στην Ιθάκη.

Εξάλλου, αν η ζωή εμφανίζεται και από τον Οδυσσέα ως τροχός της τύχης, ρυθμιστές δεν είναι τώρα μόνον οι θεοί αλλά και οι θνητοί. Ο μεταμορφωμένος ζητιάνος αναγνωρίζει πως και ο ίδιος συντέλεσε στο γύρισμα της ζωής του από την ευτυχία στη δυστυχία, επειδή έπραξε «αδικίες μεγάλες» (ἀτάσθαλα). Ο μεταμορφωμένος ήρωας στο σημείο αυτό λέει προφανώς ψέματα στον Αμφίνομο. Όμως, και ο ίδιος από νικητής πολεμιστής της Τροίας κατάντησε περιπλανώμενος ναυαγός όχι μόνο εξαιτίας των ατασθαλιών των συντρόφων του, που έφαγαν τα βόδια του Ήλιου, αλλά, όπως τον κατηγορεί ο Ευρύλοχος, και από το δικό του λάθος (τούτου ἀτασθαλίῃσιν, κ 437) να θελήσει να μπει στη σπηλιά του Πολύφημου, με αποτέλεσμα να φαγωθούν οι εταίροι του. Επιπρόσθετα, με την αλλαγή της ζωής του άρχοντα της Ιθάκης δικαιολογείται ποιητικά η υποκριτική μεταμόρφωσή του σε ζητιάνο και επιτρέπεται και η σύγκρισή του με τους μνηστήρες, οι οποίοι μηχανεύονται «ανόσια έργα» (ἀτάσθαλα) στο παλάτι. Το μήνυμα του λόγου προς τον Αμφίνομο εμφανίζεται, κατά κάποιον τρόπο, παράδοξο: η υπομονετική στάση απέναντι στα όποια δώρα των θεών, για την οποία ο μεταμορφωμένος ήρωας μίλησε προηγουμένως, υποδεικνύεται τώρα ως μέτρο δικαίου, το οποίο δεν επιτρέπεται να παραβαίνει κάποιος με τη χρήση βίας. Διαφορετικά κινδυνεύει εύλογα να τιμωρηθεί.

Έτσι, αν ο αλληγορικός λόγος του ιλιαδικού Αχιλλέα τονίζει τη μοιραία υποταγή των θνητών σε ό,τι τους επιφυλάσσουν οι θεοί, ο προειδοποιητικός λόγος του Οδυσσέα στον Αμφίνομο τον επαναλαμβάνει παραλλαγμένο αλλά και τον συμπληρώνει, υποδηλώνοντας ότι με την έμμετρη συμπεριφορά τους οι θνητοί μπορεί να αποφύγουν την οποιαδήποτε βλάβη. Οι θεοί, για παράδειγμα, μπορεί να εξαιρέσουν τον Αμφίνομο από την επικείμενη τιμωρία των υπόλοιπων μνηστήρων, αν ο ίδιος αποφασίσει έγκαιρα να εγκαταλείψει τη συντροφιά τους.

Το γενικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι στην Οδύσσεια οι θεοί εμφανίζονται με διπλή όψη. Από τη μια μεριά είναι μυστήριοι, δωρητές του καλού και του κακού, απέναντι στους οποίους οι θνητοί δεν μπορούν να αντιτάξουν παρά την υπομονή, και βρίσκονται εκτός ηθικής. Με τον τρόπο αυτό ενεργούν κυρίως ο Ποσειδώνας και ο Ήλιος, έχοντας τη συγκατάθεση ή την υποστήριξη και του Δία, ενώ ο στόχος τους είναι οι Φαίακες, οι εταίροι και ο αρχηγός τους στο πρώτο μέρος της Οδύσσειας. Από την άλλη μεριά ωστόσο οι ολύμπιοι εμφανίζονται ως τιμωροί και εκδικητές όσων υπερβαίνουν το μέτρο, γι᾽ αυτό και μπορούν με την όψη τους αυτή να οδηγήσουν τους θνητούς σε δίκαιες πράξεις. Έτσι δρουν ο Δίας και κυρίως η Αθηνά με στόχο τους αλαζόνες μνηστήρες στο δεύτερο μέρος της Οδύσσειας, όπου η όψη αυτής της θεοδικίας επικρατεί προοδευτικά της πρώτης. Η επικράτηση αυτή διαπιστώνεται και από το ότι, σε αντίθεση προς την παραδοσιακή Ιλιάδα, τα προειδοποιητικά σήματα των θεών στην Οδύσσεια αλλά και των θνητών, όπως του μεταμορφωμένου Οδυσσέα στον Αμφίνομο, στο τέλος εκπληρώνονται. Ο πρωταγωνιστής της Οδύσσειας εξοντώνει, με τη βοήθεια της Αθηνάς, τους μνηστήρες, οι οποίοι πληρώνουν για τα εγκλήματά τους, όπως ο Αίγισθος για τον φόνο του Αγαμέμνονα. Κατ᾽ επέκταση, οι ισχυρισμοί των θνητών ότι η τιμωρία των μνηστήρων οφείλεται στους θεούς, καθώς επιβεβαιώνεται από την εξέλιξη των αφηγηματικών δρωμένων, είναι μια μορφή ποιητικής αλήθειας. Για τον γέροντα Λαέρτη η ύπαρξη των θεών αποδεικνύεται από το ότι οι μνηστήρες τιμωρήθηκαν για την αλαζονική τους συμπεριφορά (ω 351-352):

Ω Δία πατέρα, αλήθεια υπάρχετε οι θεοί στον Όλυμπο ψηλά,
αν πράγματι οι μνηστήρες πλήρωσαν την αλαζονική τους ύβρη
[ἀτάσθαλον ὕβριν].

Φαίνεται ότι για τον γέροντα πατέρα του Οδυσσέα υπάρχει κάποιος πρακτικός λόγος τον οποίο οφείλουν να εξυπηρετούν οι θεοί αν θέλουν να τους πιστεύουν οι θνητοί. Αυτός ο λόγος δεν είναι άλλος από το ότι τελικά τιμωρούν τους αλαζόνες, επιβάλλοντας τη δικαιοσύνη. Αν οι θεοί ήταν άδικοι, αν ενεργούσαν πάντοτε σύμφωνα με τις ιδιοτροπίες τους για να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα, η ίδια τους η ύπαρξη θα κλονιζόταν.

Ειδικότερα, στην Οδύσσεια διαμορφώνεται μια πιο επείγουσα ανάγκη, ώστε οι θεοί να ενεργήσουν δίκαια. Η ανάγκη αυτή δημιουργείται από τη χαοτική κατάσταση που επικρατεί από την αρχή του έπους στην Ιθάκη. Η τύχη του άρχοντα του παλατιού αγνοείται, ενώ οι μνηστήρες ρημάζουν την περιουσία του και διεκδικούν τη γυναίκα του. Από την άλλη μεριά, τα όρια αντίστασης της Πηνελόπης εξαντλούνται, ενώ ο γιος της Τηλέμαχος φαίνεται ότι ούτε μπορεί να ανατρέψει το χαοτικό σκηνικό μέσα στο παλάτι ούτε είναι σε θέση να κινητοποιήσει τους αδρανείς Ιθακησίους. Έναντι λοιπόν της τραγικής εξέλιξης που παίρνουν τα πολεμικά δρώμενα της Ιλιάδας, της Οδύσσειας επιβάλλουν μια εξέλιξη σαφέστερα αναγνωρίσιμη ως ηθικολογική, ώστε οι αδικημένοι να δικαιωθούν και οι άδικοι να τιμωρηθούν.

Όπως στην Ιλιάδα έτσι και στην Οδύσσεια οι ολύμπιοι δεν αποτελούν αξεπέραστα πρότυπα αρετής, ανταποκρίνονται ωστόσο στο επιτακτικό αίτημα των θνητών για δικαιοσύνη. Κατά τα άλλα, οι ιδιότητες των θεών παραμένουν βασικά οι ίδιες και στα δύο ποιήματα. Έχουν όμως ταιριάξει διαφορετικά, προκειμένου να υπηρετήσουν διαφορετικούς στόχους: την τραγική όψη της ζωής των θνητών στην πολεμική Ιλιάδα, και το ενδιαφέρον για ποιητική δικαιοσύνη στη μεταπολεμική Οδύσσεια.

Πόσο εύκολο είναι τελικά να πας παρακάτω;

Άντε και χώρισες. Πώς και πότε προχωράς; Υπάρχουν, μήπως, κανόνες; Και αν πού είναι γραμμένοι; Κι ο άλλος, τι κάνει; Προχώρησε ήδη; Πώς τολμά; Τόσα ερωτήματα και ποιος έχει τις απαντήσεις;

Η χρονική στιγμή που θα αποφασίσεις να προχωρήσεις εξαρτάται από πολλούς παράγοντες όπως το πόσο καιρό ήσουν σε σχέση. Άλλο να χώρισες μετά από πέντε μήνες κι άλλο από μια σχέση ετών. Επίσης, πόσες συνθήκες άλλαξαν; Έκλεισε απλώς μια πόρτα και «άντε γειά» ή έχετε να χωρίσετε κουρτίνες και Playstation, σκυλιά και καναρίνια, δουλειές, παιδιά;

Ακόμα, σημαντικό ρόλο παίζει ποιος είναι εκείνος που σφύριξε και έληξε, οι λόγοι, αλλά και ο τρόπος του χωρισμού. Έκανε η σχέση τον κύκλο της ή υπήρξε προδοσία; Έβλεπες το τέλος να πλησιάζει ή βρέθηκες προ εκπλήξεως; Χωρίσατε όμορφα και με σεβασμό ή πετώντας μαχαίρια ο ένας στον άλλον; Ταυτόχρονα, κάτι άλλο που επιδρά στην απόφαση του αν θα προχωρήσεις, είναι ο τρόπος που εννοείς αυτό το «προχωράω». Ξεκαθάρισε εάν αναφέρεσαι μόνο σε σεξ ή στο να βρεις την επόμενή σου σχέση.

Το να βρεθείς στο κρεβάτι μ’ ένα νέο άτομο μπορεί να σε αφήσει παγερά αδιάφορο -εάν το δεις καθαρά ως μια σωματική ανάγκη- μπορεί, όμως, να διεγείρει έντονα συναισθήματα που είναι ικανά να θολώσουν ακόμα περισσότερο την ορθολογική σου σκέψη σχετικά με το πρώην ταίρι. Το σώμα είναι απολύτως ικανό να λειτουργήσει μηχανικά, ναι. Πόσα πυροτεχνήματα μπορεί να εκτοξεύσει, όμως, όταν υπάρχει συναίσθημα; Ξέρεις καλά άλλωστε πως το βάρος των ψυχοσωματικών σου αντιδράσεων και των συναισθημάτων σου, έχει πρόσωπο αναφοράς κάποιο διαφορετικό από του εκάστοτε τυχαίου παρτενέρ σου. Πόσο «πρέπει», λοιπόν, να διαρκεί το μεταβατικό στάδιο προσαρμογής και πώς καταλαβαίνεις εάν κάτι αποτελεί μονάχα μια ριμπάουντ σχέση, από εκείνες που σε βοηθούν να ξεπεράσεις το παρελθόν, ή εάν είναι κάτι νέο στο οποίο θα επενδύσεις;

Αναρωτιέσαι ακόμη, σχετικά με το πότε είναι «σωστό» να προχωρήσεις λοιπόν. Αναρωτιέσαι άραγε, από άποψη ηθικών αξιών ή νιώθεις πως χρωστάς κάτι σ’ εκείνο το άτομο, κι ας χωρίσατε τα τσανάκια σας; Μάλλον, η αντίληψη πως υπάρχει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που οφείλει κανείς να περιμένει είναι παρωχημένη και η επίκληση στο ίδιο σου το συναίσθημα, σε τέτοιες περιπτώσεις, μοιάζει περισσότερο με χειραγώγηση. Μήπως, όμως, χρωστάς όντως στον εαυτό σου μια χαλαρή περίοδο προσαρμογής και στοχασμού; Ίσως όλα τα παραπάνω, ίσως και τίποτα από αυτά, καθώς εξαρτάται από την περίσταση και τον τρόπο που λειτουργεί καλύτερα ο κάθε άνθρωπος.

Ας συμφωνήσουμε, ωστόσο, πως μπορεί να μην υπάρχει σωστό και λάθος, αλλά μονάχα αυτή η λεξούλα μοναδικής εννοιολογικής σημασίας, το λεγόμενο «φιλότιμο». Δε θα χωρίσεις, ρε φίλε, και θα κάνεις live μετάδοση του πόσο μετράς σαν γκομενάκι σ’ όλες τις πλατφόρμες κοινωνικών δικτύων εκεί έξω. Κάπου όπα, δηλαδή, ένα ψήγμα ωριμότητας ποτέ δε βλάπτει. Δεν τρέχεις σε μαραθώνιο για να φτάσεις πρώτος στη γραμμή τερματισμού, δεν έχεις να αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν. Δεν είναι διαγωνισμός που καθορίζει ποιος θα ξεπεράσει τον άλλον και δεν υπάρχει κανένα τέτοιο έπαθλο. Για να είμαστε ειλικρινείς, αν το σκέφτεσαι έτσι, αν μπαίνεις στη διαδικασία τέτοιων συγκρίσεων, προφανώς δεν είσαι έτοιμος να πας παρακάτω.

Επιπλέον, μάλλον είναι απαραίτητο να πάρεις τον χρόνο σου, να κλάψεις και να γλείψεις τις πληγές σου. Χρειάζεται ένα διάστημα αφομοίωσης μαθημάτων ζωής. Ν’ αναλογιστείς σχετικά με το πόσο αποτελεσματικές είναι οι επικοινωνιακές σου δεξιότητες και εάν χρειάζεται να τις αναπροσαρμόσεις. Είναι σημαντικό να σκεφτείς εάν στις σχέσεις σου καταφέρνεις να επιτυγχάνεις την πολυπόθητη αρμονική διατήρηση της ατομικότητάς σου όταν ταυτόχρονα αποτελείς καθοριστικό μέλος μιας δυάδας. Πώς διατηρείς αυτές λεπτές ισορροπίες; Ποια είναι, τελικά, τα θέλω σου και πού τραβάς κόκκινες γραμμές; Όλα αυτά είναι ερωτήματα που θα πρέπει ν’ απαντήσεις.

Δεν υπάρχουν αυστηροί και απαρέγκλιτοι κανόνες στον χρόνο και τον τρόπο που θα αποφασίσεις να πας παρακάτω μετά από έναν χωρισμό, ίσως μόνο κατευθυντήριες γραμμές και ευγενικές προτάσεις. Είναι σημαντικό να κατανοείς την ψυχική σου υγεία και διάθεση. Το να προχωράς μόνο και μόνο για να καλύψεις το κενό που άφησε στην ψυχή σου κάποιος είναι απλώς ένας αποπροσανατολισμός που θα καταρρεύσει γρήγορα και πιθανότατα να δημιουργήσει επιπλέον προβλήματα. Δεν είναι κάτι που επιβεβλημένα συμβαίνει σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, δεν μπορεί να είναι καταναγκαστικό και βεβιασμένο.

Η αγάπη, το νοιάξιμο, τα συναισθήματα εν γένει, δεν έχουν κουμπί· δεν «ξε-αγαπάς» κάποιον ούτε με χρονόμετρο ούτε επειδή αυτό έχει αποφασιστεί πως είναι το καλύτερο για εσένα. Άλλοι λειτουργούν καλύτερα στα πλαίσια ενός ξεκάθαρου χωρισμού στο μπαμ και τον αντιμετωπίζουν κατόπιν εορτής, άλλοι προτιμούν έναν περισσότερο σταδιακό χωρισμό κατά τη διάρκεια του οποίου διαχειρίζονται τα συναισθήματά τους. Πιθανόν η μόνη βέβαιη ένδειξη ότι είσαι έτοιμος να προχωρήσεις έχοντας τακτοποιήσει το παρελθόν στα συρτάρια του μυαλού σου, να είναι το αίσθημα ανακούφισης. Ξέρεις ότι επήλθε το τέλος όταν επιτέλους αναπνέεις χωρίς δυσκολία και η καρδιά σου χτυπάει σε φυσιολογικούς ρυθμούς. Όταν αντί για ένταση, θλίψη και άγχος το είναι σου ανακοινώνει: «Ουφ, επιβίωσα. Πάμε γι’ άλλα!».

Οι τέσσερις τύποι εχθρών που βάζουν φρένο στη ζωή μας

Πότε ήταν η τελευταία φορά νιώθαμε καλά; Που δεν νιώσαμε οργή ή επιθυμία να βλάψουμε κάποιον που μας έβλαψε; Να ζητήσουμε εκδίκηση και να φανταστούμε ότι αυτός που μας ενόχλησε θα έρθει να μας ζητήσει συγνώμη;

Οι περισσότεροι από εμάς έχουμε νιώσει τέτοια συναισθήματα. Αν κάποιος μας αρνηθεί κάτι που θέλαμε, ή μας έχει προσβάλει με κάποιο τρόπο, ή ακόμα και μας έχει κερδίσει σε κάποια εργασία ή παιχνίδι (δίκαια ή όχι), τότε βουρκώνουμε.

Οι ψυχολόγοι, ο Ρόμπερτ Θέρμαν και η Σάρον Σάλτσμπεργκ, έχουν εντοπίσει «Τέσσερις εχθρούς» που αποτελούν εμπόδια για μια ευτυχισμένη, ολοκληρωμένη ζωή, αναφέρει το Big Think.

Εχθρός 1: Εξωτερικός Εχθρός

Ο Εξωτερικός Εχθρός είναι «οι άνθρωποι, οι θεσμοί και οι καταστάσεις που έχουν σκοπό να μας βλάψουν». Είναι ο σύντροφος που μας απάτησε, το αφεντικό που μας προειδοποίησε ή η βροχή που μας μούσκεψε μέχρι το κόκκαλο. Είναι οι κακοί των κόμικς, των μυθιστορημάτων και των ταινιών. Ο Εξωτερικός Εχθρός δεν είναι μόνο οι άνθρωποι. Είναι οτιδήποτε εξωτερικό στον κόσμο που βλέπουμε, φοβόμαστε και μισούμε. Μπορεί να είναι η ανισότητα, η βία, η πείνα, η τρομοκρατία, η μοναξιά και ούτω καθεξής – αφηρημένες ιδέες και συνθήκες που είναι απρόσωπες και πιο δύσκολο να εντοπιστούν.

Ένα από τα πιο κοινά και σχετικά παραδείγματα του Εξωτερικού Εχθρού το βλέπουμε σε όσους είναι νταήδες. Δεν είναι αυτός που μας κλέβει τα χρήματα του μεσημεριανού γεύματος, αλλά αυτός που μας υποτιμά, μας έχει αποδυναμώσει ή μας έχει ταπεινώνει. Δεν είναι μόνο οι άνθρωποι που μπορούν να μας εκφοβίσουν, αλλά και οι θεσμοί και τα συστήματα. Όπως γράφουν οι Θέρμαν και Σάλτσμπεργκ, «οι κοινωνικές δομές προωθούν τον εκφοβισμό μέσω των στερεοτύπων, μέσω της ταξικής ιεραρχίας ή το πιο ύπουλο, μέσω διαφόρων μορφών ελέγχου της σκέψης».

Όταν ασχολούμαστε με όλες τις εκδηλώσεις του Εξωτερικού Εχθρού, η συμβουλή είναι μια: Αγαπήστε τους. Αποκρούστε το μίσος με αγάπη και την εχθρότητα με καλοσύνη. Το πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει πραγματικά αγάπη σε αυτό το πλαίσιο. Το να αγαπάς κάποιον σημαίνει «να κάνεις ευτυχισμένο αυτόν που αγαπάς». Ο λόγος που κάποιος μας συμπεριφέρεται άσχημα ή σκληρά – ο λόγος που είναι «εχθρός» μας – είναι επειδή πιθανότατα μας αντιλαμβάνεται ως εμπόδιο στην ευτυχία του. Εμείς, κατά κάποιο τρόπο, τους κάνουμε δυστυχισμένους ή τουλάχιστον τους αρνούμαστε την ευτυχία. Όταν αγαπάμε κάποιον, συνεργαζόμαστε μαζί του για να τον κάνουμε ευτυχισμένο. Και έτσι, αφαιρούμε την αιτία της εχθρότητας.

Εχθρός 2: Εσωτερικός Εχθρός

Ο Εσωτερικός Εχθρός είναι εκείνα τα συναισθήματα που δηλητηριάζουν την ψυχή μας: θυμός, μίσος και φόβος. Όταν μας προσβάλλουν, μας μαλώνουν ή μας αδικούν με κάποιο τρόπο, νιώθουμε άσχημα. Σε αυτή την άκρη του μυαλού μας, συχνά βάζουμε εκείνα τα συναισθήματα που πιστεύουμε ότι μας κάνουν να νιώθουμε καλύτερα. Όλα τα δάκρυα και το πόνο που νιώθουμε ότι αξίζουν τον κόπο, γιατί θα έρθει η στιγμή που εκδικηθούμε τους εχθρούς μας.

Αλλά αυτά τα συναισθήματα, όπως και τα φάρμακα, είναι η εύκολη λύση που θα μας κάνει πολύ μεγαλύτερο κακό μακροπρόθεσμα. Παραθέτοντας τον Βούδα, ο Θέρμαν και ο Σάλτσμπεργκ γράφουν: «Ο θυμός, όπως μια δασική πυρκαγιά, καίει τη δική του υποστήριξη». (Ένα παρόμοιο συναίσθημα είναι: Η δυσαρέσκεια είναι σαν να παίρνουμε δηλητήριο και να περιμένουμε τον άλλον να πεθάνει). Εάν ο θυμός, το μίσος και ο φόβος κυριαρχήσουν στη ζωή μας, θα μας χωρίσουν από οτιδήποτε στη ζωή μας δίνει χαρά.

Υπάρχει έρευνα που δείχνει ότι αυτά τα συναισθήματα μας βλάπτουν σωματικά. Ο θυμός, για παράδειγμα, «απελευθερώνει επιβλαβείς χημικές ουσίες όπως η κορτιζόλη στην κυκλοφορία του αίματός μας, οι οποίες βλάπτουν το κυκλοφορικό μας σύστημα». Οι επιστήμονες θεωρούν ότι δύο ώρες μετά από ένα ξέσπασμα θυμού, οι πιθανότητες κάποιου να πάθει καρδιακή προσβολή πενταπλασιάζονται. Ο κίνδυνος εγκεφαλικού τριπλασιάζεται.

Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΣΕ ΑΥΤΑ ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΗΛΗΤΗΡΙΩΔΗ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΕΙΝΑΙ ΤΡΕΙΣ ΜΟΡΦΕΣ ΥΠΟΜΟΝΗΣ.

Πρώτον, η ανεκτική υπομονή είναι η αναγνώριση της ικανότητας που έχουμε όλοι να χαμογελάμε και να αντέχουμε. Δεν πρόκειται για παθητικότητα ή μαζοχισμό, αλλά για την εκτίμηση του πόσο ανθεκτικοί είμαστε. Δεύτερον, η διορατική υπομονή είναι να αναγνωρίζουμε πόσο υποκειμενικές και φευγαλέες είναι οι κρίσεις μας. Ο κόσμος δεν θέλει να μας βλάψει, και ορισμένες φορές εμείς είμαστε αυτοί που κάνουμε ένα ζήτημα μεγαλύτερο από όσο θα έπρεπε. Τέλος, η υπομονή της συγχώρεσης. Σημαίνει «να συγχωρούμε όποιον μας βλάπτει, ανεξάρτητα από τον τρόπο». Όχι μόνο αυτό μας επιτρέπει να αφήσουμε τον θυμό και την πικρία, αλλά μας επιτρέπει να αναλάβουμε την ευθύνη και τον έλεγχο μιας κατάστασης.

Εχθρός 3: Μυστικός Εχθρός

Ο Μυστικός Εχθρός είναι η εσωτερική μας φωνή που καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο προσανατολιζόμαστε στον κόσμο. Όπως γράφουν οι Θέρμαν και Σάλτσμπεργκ, «Ακούμε με ενθουσιασμό αυτή την επίμονη, αδιάκοπη φωνή του εγώ και νιώθουμε ότι δεν μπορούμε να την αρνηθούμε, γιατί πιστεύουμε ότι είναι η μόνη μας φωνή».

Ο Μυστικός Εχθρός είναι τόσο καταστροφικός γιατί σπάνια δεχόμαστε πόσο μεταβλητός και τυχαίος είναι πραγματικά αυτός ο εσωτερικός μονόλογος. Οι νέες καταστάσεις, ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζουμε τους άλλους, ακόμη και ο τρόπος με τον οποίο κρίνουμε τον εαυτό μας, ορίζονται από αυτή τη φωνή. Τις περισσότερες φορές, είναι μια φωνή «αυτοαπασχόλησης» – ένας ναρκισσιστικός θάλαμος.

Αλλά το να είσαι αυτο-απορροφημένος με αυτόν τον τρόπο δεν είναι μόνο κοντόφθαλμο (εξάλλου κανείς δεν νοιάζεται πραγματικά για εμάς όσο εμείς), αλλά εμποδίζει επίσης την ευτυχία μας. Αυτό που δείχνουν μελέτες είναι ότι όσοι είναι εγωκεντρικοί πιθανότατα βιώνουν μια «υποκειμενική κυμαινόμενη ευτυχία» – δηλαδή, ένα σύντομο και παροδικό είδος ευτυχίας. Αλλά εκείνοι που είναι πιο ανιδιοτελείς είναι πιο πιθανό να νιώσουν «αυθεντική-διαρκή ευτυχία», που σημαίνει μια βαθιά «ικανοποίηση και πληρότητα ή εσωτερική γαλήνη».

Εν ολίγοις, αυτός ο Μυστικός Εχθρός, αυτός που βλέπει τα πάντα μέσα από το φακό μας, μας κάνει λιγότερο ευτυχισμένους.

Εχθρός 4: Υπέρ-Μυστικός Εχθρός

Τέλος, ο Υπέρ-Μυστικός Εχθρός είναι η πιο σκοτεινή όψη αυτής της εσωτερικής φωνής. Είναι αυτό της αυτοαηδίας και της αυτοαπέχθειας. Αυτή είναι η φωνή που συμβιβάζεται με τη μετριότητα και που βλέπει τη ζωή ως μια θλιβερή συλλογή από κακοτυχίες, με λίγο γέλιο αν είμαστε τυχεροί. Είναι η φωνή που μας λέει ότι δεν υπάρχει κάτι όπως αληθινή ευτυχία, και αν υπάρχει, σίγουρα δεν είναι κάτι που μπορούμε να αποκτήσουμε. Όπως υποστηρίζουν οι Θέρμαν και Σάλτσμπεργκ, αυτή η «αίσθηση αναξιότητας, αυτή η υποτίμηση του εαυτού, η απέχθεια για τον εαυτό και η απαξίωση του εαυτού μας, βασίζεται σε ένα βαθειά ριζωμένο σύμπλεγμα κατωτερότητας που έχει τύμπανα μέσα μας από την παιδική ηλικία από μια κουλτούρα που πλήττεται από φόβο και άγνοια».

Η πηγή αυτής της απέχθειας είναι, κατά κάποιο τρόπο, ο Μυστικός Εχθρός. Όσο πιο απασχολημένοι είμαστε με τον εαυτό μας, τόσο περισσότερο έχουμε εμμονή με την προσωπική ευτυχία. Όσο περισσότερο κάνουμε πράγματα απλά για να κάνουμε τον εαυτό μας ευτυχισμένο, τόσο μεγαλύτερη γίνεται αυτή η αυτοαηδία.

Το να κάνουμε καλό και να είμαστε συμπονετικοί, ευγενικοί, γενναιόδωροι και στοργικοί είναι αυτό που κάνει τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Όταν βλέπουμε τους εαυτούς μας να κάνουμε πράγματα που αξίζουν, θεωρούμε τους εαυτούς μας ως αξιόλογους, επίσης.

Υπάρχει έρευνα για αυτό το σκοπό. Σύμφωνα με μια μελέτη, στο Journal of Social Psychology, όσοι κάνουμε καλές πράξεις είμαστε αισθητά πιο ικανοποιημένοι στη ζωή. Μια άλλη μελέτη, από το Πανεπιστήμιο της Βρετανικής Κολομβίας, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «το να ξοδεύουμε χρήματα σε άλλους – οι κοινωνικές δαπάνες – οδηγεί σε μεγαλύτερη ευτυχία από το να ξοδεύουμε χρήματα για τον εαυτό μας».

Εν ολίγοις, ο Υπέρ-Μυστικός Εχθρός της αυτο-απέχθειας είναι τοξικός. Το να βοηθάμε τους άλλους αποτρέπει την απέχθεια του εαυτού μας και μας κάνει πιο ευτυχισμένους.

Το μόνο που χρειάζεσαι είναι αγάπη

Η αγάπη είναι η μοναδική πανάκεια και για τους Τέσσερις Εχθρούς. Η αγάπη είναι αυτό που θέλει το καλύτερο για τους άλλους, και έτσι εκτονώνει τον Εξωτερικό Εχθρό. Η αγάπη είναι αυτό που συγχωρεί και αποδέχεται και χρησιμεύει ως αντίθεση του Εσωτερικού Εχθρού: θυμός, μίσος και φόβος. Η αγάπη είναι αυτό που νικά την ενασχόληση με τον εαυτό, τον Μυστικό Εχθρό, με ενσυναίσθηση και συμπόνια. Βλέπει τους άλλους όχι από την άποψη του τι μπορούν να κάνουν για εμάς, αλλά από τη σκοπιά τους. Και τέλος, η αγάπη είναι αυτό που βοηθά και υποστηρίζει τους άλλους, που αναιρεί την αυτο-απέχθεια του Υπερ-Μυστικού Εχθρού.

Αποδεικνύεται ότι η αρχαία σοφία που βρίσκεται στις περισσότερες θρησκείες και συστήματα πεποιθήσεων υπάρχει για κάποιο λόγο. Η αγάπη είναι πραγματικά το πιο ισχυρό όπλο στο οπλοστάσιό μας. Τίποτα δεν γίνεται χειρότερο όταν υπάρχει αγάπη.