Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023

Fr. Nietzsche: είμαι αυτός και όχι άλλος

Friedrich Nieztsche: 1844–1900

Νίτσε: είμαι το ακριβώς αντίθετο του παρακμιακού

§1

Ποιος είναι ο Νίτσε; Είναι η ηρωική εκείνη βούληση, που επιχείρησε να υπερβεί μια ανεπανόρθωτα κλονισμένη υγεία και να ανακαλύψει εκ νέου τη ζωή. Όπως ομο-λογεί ο ίδιος ο φιλόσοφος, η αναγκαία συναναστροφή του με την αρρώστια του αποτέλεσε ένα ισχυρό κίνητρο για ζωή, για περισσότερο ζωή (KSA 6, σ. 267). Εάν αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι, είναι ακριβώς τούτο: Η βούληση για υγεία και ζωή φώτιζε τη σκέψη του και τον ώθησε να δημιουργήσει τη φιλοσοφία του (ό.π.), μακριά από κάθε ψυχολογική πρόσληψη της προσωπικής του εμπειρίας. Η ζωή έτσι και η μέγιστη δυνατή ζωτικότητά της καθίστανται το κεντρικό μοτίβο της σκέψης του και το συνεκτικό στοιχείο των πιο διαφορετικών πτυχών της. Αλλά ποια ζωή; Ακριβώς εκείνη των ανθρώπινων πραγμάτων και όχι η αφηρημένη της έννοια, με την οποία συναγελάζεται ο ορθός Λόγος (Vernunft) της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Καντ και του Χέγκελ. Ο Νίτσε δεν τρέφει καμιά εμπιστοσύνη σ’ αυτό τον ορθό Λόγο της Διαφωτιστικής παράδοσης και στην αυτονομία της εξουσιαστικής του ισχύος, καθώς πρόκειται για μια αυτονομία που αυτοπροβάλλεται και επιβάλλεται ως δήθεν αμερόληπτη, αλλά στην πράξη λειτουργεί ως αξεπέραστη δεισιδαιμονία, ως εν έργω προκατάληψη, που αιχμαλωτίζει και τελικά καταπνίγει το πηγαίο ένστικτο του ανθρώπου. Εάν για τον Καντ ο ορθός Λόγος τελικά αντιμετωπίστηκε ως όργανο της γνώσης, για τον Νίτσε αποτέλεσε θεμελιακό φιλοσοφικό ερώτημα: «τι είναι αυτός τούτος ο Λόγος;» και έναυσμα για να εκδιπλώσει μέσα στο χρόνο τη γιγάντια κριτική του σκέψη. Δυνάμει αυτής της σκέψης, ο ίδιος γίνεται ο εαυτός του και όχι άλλος.

§2

Υπό την προοπτική ανάκτησης του Εαυτού σφυροκοπεί ως μέσα βαθιά στις ρίζες της τη νεωτερική φιλοσοφία κατ’ εξοχήν και δη εκείνες τις κατευθύνσεις της που κινούνται στη γραμμή των «καθαρών» εννοιών. Η ζωή, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν βρίσκεται σ’ αυτά τα σχήματα, στις απελπιστικά πνιγηρές σχηματοποιήσεις της γνώσης, αλλά στο ίδιο το πάθος της τελευταίαςˑ ένα πάθος που συμπορεύεται με το πάθος της ζωής. Ένα και το αυτό πάθος: η ανθρώπινη πραγματικότητα να μη συνθλιβεί από την πολυκέφαλη και εν ταυτώ πολυπρόσωπη ηθική, ήτοι ηθικολογία, που για την ύπουλη διάδοσή/επικράτησή της φροντίζει εκάστοτε η επίσημη κρατική μηχανή με τα παντοειδή παρακλάδια της και κυρίως με την ακαδημαϊκή «φιλοσοφία» υπό τις οποιεσδήποτε μορφές της. Όλο το φιλοσοφικό εγχείρημα του Νίτσε συνοψίζεται στη λέξη – έννοια: αγώνας/πόλεμος (Kampf) με την Ηρακλείτια σημασία της. Αγώνας ενάντια στις πλάνες, τις απάτες και αυταπάτες της Εργαλειακής Γνώσης. Ως εκ τούτου, πόλεμος κατά του αντίστοιχου συστήματος αξιών, που κυκλώνει τον άνθρωπο και τον ακινητοποιεί κάτω από τη σιδερένια σκιά του εξαπατημένου εαυτού του, αλλά και της θεσμισμένης πολιτικής και όχι λιγότερο πολιτιστικής βίας, την οποία εν τέλει το ίδιος νομιμοποιεί, αναπαράγει και αγάλλεται γι’ αυτό. Να γιατί το πρόταγμα του Υπερανθρώπου διόλου δεν σημαίνει περιφρόνηση του ανθρώπινου όντος και κατ’ επέκταση εκμηδενισμός του, ξερίζωμά του. Απεναντίας μας ειδοποιεί για την αναγκαιότητα να ξεπεραστεί το δουλικό πρότυπο του ανθρώπου, τα εμπράγματο είδωλό του για χάρη της αυτόχθονης ελευθερίας του.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΔΟΣΕΩΣ

ΙΣΟΚΡ 15.186–192

Φυσικό τάλαντο, άσκηση, εκπαίδευση: ποιο είναι σημαντικότερο για την ευδοκίμηση στη ρητορική;

Συνεχίζοντας την απολογία για τον βίο και την τέχνη του, ο Ισοκράτης παρέθεσε τα ονόματα επιφανών μαθητών του, για να αποδείξει την αξία και ποιότητα της διδασκαλίας του, ενώ επισήμανε την αφιλοχρηματία του, μια από την ενασχόληση με τη ρητορική δεν απέκτησε περιουσία. Συγκρίνοντας τις επιδιώξεις και το έργο του γυμναστή και του δασκάλου της ρητορικής, επισήμανε ότι παρά τις προσπάθειές τους δεν κατορθώνουν να κάνουν άριστους όλους τους μαθητές τους. Και συνεχίζει
:

[186] Ὁ μὲν οὖν τύπος τῆς φιλοσοφίας τοιοῦτός τίς
ἐστιν. ἡγοῦμαι δ’ ὑμᾶς μᾶλλον ἂν ἔτι καταμαθεῖν τὴν
δύναμιν αὐτῆς, εἰ διέλθοιμι τὰς ὑποσχέσεις ἃς ποιούμεθα
πρὸς τοὺς πλησιάζειν ἡμῖν βουλομένους. [187] λέγομεν
γὰρ ὡς δεῖ τοὺς μέλλοντας διοίσειν ἢ περὶ τοὺς λόγους ἢ
περὶ τὰς πράξεις ἢ περὶ τὰς ἄλλας ἐργασίας πρῶτον μὲν
πρὸς τοῦτο πεφυκέναι καλῶς, πρὸς ὃ ἂν προῃρημένοι
τυγχάνωσιν, ἔπειτα παιδευθῆναι καὶ λαβεῖν τὴν ἐπιστήμην,
ἥτις ἂν ᾖ περὶ ἑκάστου, τρίτον ἐντριβεῖς γενέσθαι καὶ
γυμνασθῆναι περὶ τὴν χρείαν καὶ τὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν· ἐκ
τούτων γὰρ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐργασίαις τελείους γίγνεσθαι
καὶ πολὺ διαφέροντας τῶν ἄλλων. [188] εἶναι δὲ τούτων
προσῆκον ἑκατέροις, τοῖς τε διδάσκουσι καὶ τοῖς μανθά-
νουσιν, ἴδιον μὲν τοῖς μὲν εἰσενέγκασθαι τὴν φύσιν οἵαν
δεῖ, τοῖς δὲ δύνασθαι παιδεῦσαι τοὺς τοιούτους, κοινὸν
δ’ ἀμφοτέρων τὸ περὶ τὴν ἐμπειρίαν γυμνάσιον· δεῖν γὰρ
τοὺς μὲν ἐπιμελῶς ἐπιστατῆσαι τοῖς παιδευομένοις, τοὺς
δ’ ἐγκρατῶς ἐμμεῖναι τοῖς προσταττομένοις.

[189] Ταῦτα μὲν οὖν ἐστιν ἃ κατὰ πασῶν λέγομεν
τῶν τεχνῶν· εἰ δὲ δή τις ἀφέμενος τῶν ἄλλων ἔροιτό με
τί τούτων μεγίστην ἔχει δύναμιν πρὸς τὴν τῶν λόγων
παιδείαν, ἀποκριναίμην ἂν ὅτι τὸ τῆς φύσεως ἀνυπέρ-
βλητόν ἐστι καὶ πολὺ πάντων διαφέρει· τὸν γὰρ ἔχον-
τα τὴν μὲν ψυχὴν εὑρεῖν καὶ μαθεῖν καὶ πονῆσαι καὶ
μνημονεῦσαι δυναμένην, τὴν δὲ φωνὴν καὶ τὴν τοῦ
στόματος σαφήνειαν τοιαύτην ὥστε μὴ μόνοις τοῖς
λεγομένοις ἀλλὰ καὶ ταῖς τούτων εὐαρμοστίαις συμ-
πείθειν τοὺς ἀκούοντας, [190] ἔτι δὲ τὴν τόλμαν μὴ τὴν
ἀναισχυντίας σημεῖον γιγνομένην, ἀλλὰ τὴν μετὰ σω-
φροσύνης οὕτω παρασκευάζουσαν τὴν ψυχὴν ὥστε μηδὲν
ἧττον θαρρεῖν ἐν δὴ πᾶσι τοῖς πολίταις τοὺς λόγους
ποιούμενον ἢ πρὸς αὑτὸν διανοούμενον, τίς οὐκ οἶδεν ὅτι
τυχὼν ὁ τοιοῦτος παιδείας μὴ τῆς ἀπηκριβωμένης, ἀλλὰ
τῆς ἐπιπολαίου καὶ πᾶσι κοινῆς, τοιοῦτος ἂν εἴη ῥήτωρ
οἷος οὐκ οἶδ’ εἴ τις τῶν Ἑλλήνων γέγονεν; [191] καὶ μὲν
δὴ κἀκείνους ἴσμεν, τοὺς καταδεεστέραν μὲν τούτων τὴν
φύσιν ἔχοντας, ταῖς δ’ ἐμπειρίαις καὶ ταῖς ἐπιμελείαις
προέχοντας, ὅτι γίγνονται κρείττους οὐ μόνον αὑτῶν
ἀλλὰ καὶ τῶν εὖ μὲν πεφυκότων λίαν δ’ αὑτῶν κατημελη-
κότων· ὥσθ’ ἑκάτερόν τε τούτων δεινὸν ἂν καὶ λέγειν καὶ
πράττειν ποιήσειεν, ἀμφότερά τε γενόμενα περὶ τὸν αὐτὸν
ἀνυπέρβλητον ἂν τοῖς ἄλλοις ἀποτελέσειεν.

[192] Περὶ μὲν οὖν τῆς φύσεως καὶ τῆς ἐμπειρίας ταῦτα
γιγνώσκω· περὶ δὲ τῆς παιδείας οὐκ ἔχω τοιοῦτον λόγον
εἰπεῖν· οὔτε γὰρ ὁμοίαν οὔτε παραπλησίαν ἔχει τούτοις τὴν
δύναμιν. εἰ γάρ τις διακούσειεν ἅπαντα τὰ περὶ τοὺς λόγους
καὶ διακριβωθείη μᾶλλον τῶν ἄλλων, λόγων μὲν ποιητὴς
τυχὸν ἂν χαριέστερος γένοιτο τῶν πολλῶν, εἰς ὄχλον δὲ
καταστάς, τούτου μόνον ἀποστερηθείς, τοῦ τολμᾶν, οὐδ’ ἂν
φθέγξασθαι δυνηθείη.

***
Αυτή μεν λοιπόν είναι η μορφή της πνευματικής μορφώσεως. Εγώ δε νομίζω ότι σεις καλύτερα ηθέλετε αντιληφθή την δύναμιν αυτής, εάν ήθελον εκθέσει εις σας τας υποσχέσεις τας οποίας δίδομεν εις εκείνους, οι οποίοι θέλουν να μας πλησιάζουν. Λέγομεν λοιπόν εις αυτούς, ότι εκείνοι οι οποίοι πρόκειται να διακριθούν είτε εις τους λόγους είτε εις την πράξιν είτε εις παν άλλο είδος ασχολίας, πρέπει ευθύς εξ αρχής να είναι πλουσίως προικισμένοι υπό της φύσεως διά την εργασίαν, την οποίαν εξέλεξαν, έπειτα δε να λάβουν την μόρφωσιν και την επιστήμην, η οποία αρμόζει εις εκάστην εργασίαν, τρίτον δε να γίνουν έμπειροι και ασκηθούν ως προς την χρήσιν και την πρακτικήν εφαρμογήν αυτών· διότι διά των μέσων τούτων εις παν είδος δραστηριότητος κατορθώνει τις να γίνη τέλειος και να ξεπεράση πολύ τους άλλους. Εξ όλων τούτων προκύπτει ότι εκείνο το οποίον έχουν καθήκον και οι δύο, και οι διδάσκοντες και οι μανθάνοντες, είναι οι μεν μαθηταί να εισφέρουν εις την μελέτην τα αναγκαία φυσικά προτερήματα, οι δε διδάσκαλοι να είναι ικανοί να παιδεύσουν τους ούτω προικισμένους, κοινόν δε καθήκον και των δύο η πρακτική εφαρμογή των γνώσεων· διότι πρέπει οι μεν διδάσκαλοι να κατευθύνουν προσεκτικά τους μαθητάς των, οι δε μαθηταί να παρακολουθήσουν με φροντίδα ενεργητικήν τας συμβουλάς τας οποίας τους δίδουν. Αυτά μεν λοιπόν είναι εκείνα, τα οποία λέγομεν δι' όλα τα επαγγέλματα· εάν δε κανείς αφήσας κατά μέρος τα άλλα ήθελε με ερωτήσει, ποίον εκ τούτων έχει την μεγαλυτέραν σημασίαν διά την ρητορικήν μόρφωσιν, ήθελον απαντήσει εις αυτόν, ότι τα φυσικά προτερήματα είναι ανυπέρβλητα και ξεπερνούν όλα τα άλλα· διότι εκείνος ο οποίος έχει διάνοιαν κατάλληλον να ευρίσκη, να μανθάνη, να κοπιάζη και να ενθυμήται, την δε φωνήν και την καθαρότητα της απαγγελίας τοιαύτην, ώστε όχι μόνον διά των λόγων του, αλλά και διά της επιτυχούς διατάξεως τούτων να πείθη τους ακούοντας, προσέτι δε εάν έχη τόλμην, όχι τοιαύτην, η οποία μαρτυρεί αναισχυντίαν, αλλ' εκείνην η οποία συνοδεύεται με σωφροσύνην και παρασκευάζει την ψυχήν, ώστε να μη έχη ολιγώτερον θάρρος, όταν ομιλεί ο ρήτωρ ενώπιον όλων των πολιτών παρά όταν σκέπτεται καθ' εαυτόν, ποίος αγνοεί, ότι λαβών τοιαύτην μόρφωσιν, όχι τελείαν, αλλ' επιφανειακήν, οποίαν πας τις δύναται να λάβη, ούτος θα γίνη τοιούτος ρήτωρ, οποίος δεν γνωρίζω αν υπάρχη άλλος μεταξύ των Ελλήνων; Εξ άλλου γνωρίζομεν ότι εκείνοι οι οποίοι είναι κατώτεροι κατά τα φυσικά προτερήματα των προηγουμένων, προέχουν δε κατά την εμπειρίαν και την άσκησιν, γίνονται ανώτεροι όχι μόνον των εαυτών των, αλλά και εκείνων οι οποίοι είναι μεν προικισμένοι με εξαίρετα φυσικά προτερήματα, έχουν όμως παραμελήσει πάρα πολύ τους εαυτούς των· ώστε καθέν εκ των δύο τούτων προτερημάτων (φύσις–άσκησις) δύναται να κάμη ένα άνθρωπον ικανόν να ομιλή και να πράττη, αλλά και τα δύο ηνωμένα εις έν άτομον δύνανται να καταστήσουν τούτο ανυπέρβλητον υπό των άλλων. Αυτήν μεν λοιπόν την γνώμην έχω εν σχέσει προς τα φυσικά προτερήματα και την άσκησιν· όσον αφορά όμως εις την μόρφωσιν (αγωγήν) δεν δύναμαι να είπω τα ίδια, διότι η δύναμίς της δεν είναι ούτε ίση, ούτε ανάλογος προς τα προηγούμενα προσόντα (φύσιν και άσκησιν). Εάν πράγματι κάποιος ήθελε ακούσει προσεκτικά όλα τα μαθήματα περί ευγλωττίας και κατείχεν όλας τας λεπτομερείας περί αυτής καλύτερον από όλους τους άλλους, αλλ' εμφανιζόμενος ενώπιον του όχλου, εάν ήθελε στερηθή ενός μόνον, δηλαδή της τόλμης, δεν θα ηδύνατο ουδέ μίαν λέξιν να είπη.

Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023

Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις

5.2.3. Ο ακροατής


Αφήγηση χωρίς ακρόαση είναι αδιανόητη. Ο αφηγητής δίχως ακροατή πέφτει στο κενό. Οι δύο πόλοι σχηματίζουν κύκλωμα. Ο ένας εξυπακούει τον άλλον: πομπός και δέκτης, ζεύγος αχώριστο, όπου ο δεύτερος όρος υποδέχεται τον πρώτο και τελικά τον αξιολογεί. Η αφηγηματική αυτή αρχή εφαρμόζεται με παραδειγματικό τρόπο στις εσωτερικές διηγήσεις της Οδύσσειας, όπου ο ακροατής απαντά σε όλες τις δυνατές εκδοχές του. Μπορεί να είναι ένας, δύο ή πολλοί· άμεσος ή έμμεσος. Ο ένας δηλαδή και αναφαίρετος ακροατής μπορεί να διπλασιαστεί ή να πολλαπλασιαστεί. Άμεσος θεωρείται ο ακροατής εκείνος που εξαρχής προκαλεί και εισπράττει τη διήγηση. Έμμεσος εκείνος που συμπαρίσταται σε μια διήγηση, συνοδεύοντας ή πλαισιώνοντας τον άμεσο ακροατή.

Με τους όρους αυτούς στα προηγούμενα παραδείγματα εσωτερικών διηγήσεων αναγνωρίζουμε, παράλληλες ή διαπλεκόμενες, όλες τις παραλλαγές του ακροατή. Έτσι, στη διήγηση του Νέστορα (τρίτη ραψωδία) άμεσος ακροατής είναι ο Τηλέμαχος, αυτός που προκαλεί και τη διήγηση του βασιλιά της Πύλου· ενώ η Αθηνά, μεταμορφωμένη σε Μέντορα, παίζει τον ρόλο του έμμεσου ακροατή, που συμπαρίσταται στον νεαρό Τηλέμαχο. Το ίδιο σχήμα ισχύει λίγο πολύ και στη Σπάρτη το πρώτο βράδυ, όταν ο Τηλέμαχος και ο Πεισίστρατος φτάνουν στο παλάτι του Μενελάου (τέταρτη ραψωδία). Μόνο που εδώ το ακροατήριο ενδιαμέσως διευρύνεται, καθώς εμφανίζεται στην αίθουσα και η Ελένη, η οποία, σχεδόν αυθαίρετα, παίρνει τον λόγο από τον Μενέλαο, για να πει μια δική της σύντομη ιστορία. Παραλλαγή αυτού του σχήματος έχουμε στο παλάτι των Φαιάκων, όταν ο Οδυσσέας προκαλείται από τον βασιλιά να δηλώσει την ταυτότητά του και να ομολογήσει τα πάθη του (ένατη ραψωδία). Όπου άμεσος ακροατής, που προκαλεί τη διήγηση, είναι ο Αλκίνοος, έμμεσοι ακροατές οι προσκεκλημένοι Φαίακες, που ακούν τους «Απολόγους» του Οδυσσέα, καθισμένοι ένα γύρο στη μεγάλη αίθουσα. Κάπου στη μέση, ως παράπλευρος ακροατής, αναγνωρίζεται η γυναίκα του Αλκίνοου, η Αρήτη, η οποία στο διάλειμμα της μεγάλης αφήγησης, παίρνει τον λόγο, για να κάνει τη δική της αξιολόγηση και τη δική της πρόταση.

Στις πιο εμπιστευτικές συνομιλίες τα υποκείμενα της εσωτερικής διήγησης περιορίζονται σε δύο: σ᾽ αυτόν που διηγείται και σ᾽ εκείνον που ακούει τη διήγηση. Παραδείγματα: ο πρωινός μακρός απόλογος του Μενελάου, που προσφέρεται τώρα αποκλειστικά στον Τηλέμαχο (δ 306-592)· αλλά και οι δύο αμοιβαίες διηγήσεις, του Οδυσσέα στον Εύμαιο και του Εύμαιου στον Οδυσσέα, πλαστή η μία και γνήσια η άλλη (ξ 192-359 και ο 390-484). Επίσης, η μακρά πλαστή διήγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη (τ 165-202, 221-248, 261-307), όπως και η σύντομη αναγνωριστική διήγηση του Οδυσσέα στον Λαέρτη (ω 302-314). Έτσι το φάσμα των ακροατών στην Οδύσσεια συμπληρώνεται και ευνοεί διαφορετικές ακροαματικές αντιδράσεις.

Η πιο τυπική αντίδραση αναλογεί στο πληθυντικό ακροατήριο, που, ακούγοντας από κάποια απόσταση μια εσωτερική διήγηση, γοητεύεται και υποδέχεται το τέλος της με παρατεινόμενη σιωπή, δηλώνοντας έτσι τον θαυμασμό και την κατάπληξή του. Παράδειγμα η αντίδραση των Φαιάκων, όταν κλείνει ο Οδυσσέας τους «Απολόγους» του (ν 1-2). Η παθολογικότερη ανταπόκριση του ακροατή εκδηλώνεται με θρήνο - κάτι που θυμίζει την αντίδραση του ίδιου του Οδυσσέα, όταν ακούει το πρώτο και το τρίτο τραγούδι του Δημοδόκου. Δύο συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα: το ένα αφορά τον Τηλέμαχο, το άλλο την Πηνελόπη.

Η πρώτη και συνοπτικότερη ομολογία συμπάθειας του Μενελάου για τον αγνοούμενο Οδυσσέα (δ 78-112) προκαλεί στον Τηλέμαχο βουβό κλάμα, που προσπαθεί ο νεαρός να το κρύψει, σκεπάζοντας τα μάτια του με την πορφυρή του χλαμύδα. Ο μοναχικός ωστόσο θρήνος του σε λίγο γενικεύεται, όταν, με την αναγνωριστική παρέμβαση της Ελένης, ο Τηλέμαχος ταυτίζεται με τον μονάκριβο γιο του Οδυσσέα. Οπότε όλοι θρηνούν: η Ελένη και ο Μενέλαος από αναμνηστική συμπάθεια· ο Τηλέμαχος από πόνο για τον απόντα πατέρα του· ο συνοδός Πεισίστρατος για τον σκοτωμένο στην Τροία αδελφό του Αντίλοχο. Ώσπου ο γενικός θρήνος κατευνάζεται: πρώτα με τη φρόνιμη υπόδειξη του Πεισιστράτου (δεν έχει, λέει, νόημα η θρηνητική επιμονή, είναι καιρός να δειπνήσουν)· μετά με το μαγικό βοτάνι της Ελένης, που η βασίλισσα της Σπάρτης το ρίχνει στο κρασί τους, και όλοι ξεχνούν τον πόνο τους. Έτοιμοι είναι τώρα ν᾽ ακούσουν τη δική της διήγηση για ένα πρώιμο τρωικό κατόρθωμα (του Οδυσσέα και δικό της). Διήγηση που τη διπλασιάζει ο Μενέλαος, μιλώντας και αυτός για τον Οδυσσέα μέσα στην κοιλιά του δούρειου ίππου: πώς κατόρθωσε να αποκρούσει τον πειρασμό της Ελένης, που κόντεψε με τις μιμητικές της φωνές να ματαιώσει τον πιο διάσημο δόλο του ήρωα.

Το άλλο παράδειγμα θρηνητικής αντίδρασης ανήκει στην Πηνελόπη. Μόλις έχει τελειώσει ο αδιάγνωστος ακόμη Οδυσσέας το πρώτο μέρος της πλαστής διήγησής του, και ο ποιητής σχολιάζει (τ 203-209):

Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά.
Κι η Πηνελόπη ακούγοντας, της έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι,
μαραίνοντας το πρόσωπο.
Όπως το χιόνι αναλιώνει στα πανύψηλα βουνά -
το στοίβαξε ο πουνέντες, μετά το λιώνει φυσώντας ο σιρόκος
και στα ποτάμια τα νερά φουσκώνουν·
έτσι κι εκείνη, μούσκευε τα ωραία της μάγουλα
με τα πολλά της δάκρυα, τον άντρα της θρηνώντας - ήταν ωστόσο εκεί,
μπροστά στα μάτια της.

Ο θρήνος (άλλοτε σπαρακτικός, άλλοτε ανακουφιστικός) αναλογεί σε ακροατές που έχουν προσωπική σχέση με το κεντρικό πρόσωπο της εσωτερικής διήγησης: γιος με πατέρα, γυναίκα με τον άντρα της, πολεμιστής με τον συντροφικό του φίλο. Αλλιώς η συγκίνηση του ακροατή δηλώνεται πιο συγκρατημένη. Κάποτε εξάλλου ο ακροατής εκφράζεται και με αξιολογικό σχόλιο για την τέχνη του διηγητή. Δύο χαρακτηριστικά και συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα.

Όταν στη μέση περίπου της «Μεγάλης Νέκυιας» (λ 330-332) ο Οδυσσέας κόβει μάλλον απότομα τη διήγησή του, γιατί αισθάνεται πως πέρασε η ώρα, παρεμβαίνει πρώτη η Αρήτη, σπάζοντας τη σιωπή των άλλων γοητευμένων Φαιάκων. Μ᾽ έναν λοξό έπαινο για τον αφηγητή Οδυσσέα, εξαίρει το ωραίο και επιβλητικό του παρουσιαστικό, που αντιστοιχεί σε τετράγωνο μυαλό. Προσόντα που της δίνουν το δικαίωμα να ονομάσει τώρα δικό της φιλοξενούμενο τον Οδυσσέα, προτείνοντας συνάμα στους Φαίακες να διπλασιάσουν τα φιλόξενα δώρα τους. Στον έμμεσο αυτόν έπαινο θα προσθέσει ο Αλκίνοος τον δικό του, άμεσο έπαινο. Απαλλάσσει πρώτα τον αφηγητή Οδυσσέα από την υποψία του περιφερόμενου λογά και απατεώνα. Μετά ο έπαινος γίνεται απροκάλυπτα θετικός: ο Αλκίνοος αναγνωρίζει πως τα λόγια του αφηγητή Οδυσσέα έχουν συγκροτημένη μορφή και το μυαλό του λάμπει· κατέχει καλά την τέχνη να ιστορεί τα πάθη των Αργείων και τα δικά του βάσανα· σαν αοιδός με άρτια γνώση - ἐπισταμένως, λέει το πρωτότυπο κείμενο. Τεχνικός όρος που θα τον χρησιμοποιήσει αργότερα και ο Ησίοδος στα Έργα (105-106) για τον εαυτό του, διαφημίζοντας τη δική του αφηγηματική δεξιοσύνη.

Την εξίσωση του αφηγητή Οδυσσέα με αοιδό την επικυρώνει στην Ιθάκη και ο Εύμαιος, συστήνοντας τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα στην Πηνελόπη μ᾽ αυτά τα λόγια (ρ 515-521):

Εγώ τον κράτησα τρεις νύχτες στο καλύβι μου, τον φύλαξα
τρεις μέρες· γιατί σ᾽ εμένα πρώτα κούρνιασε, ξεφεύγοντας
απ᾽ το καράβι. Κι όμως δεν πρόλαβε διηγώντας
ν᾽ αποτελειώσει τη βασανισμένη μοίρα του.
Πώς κάποιος προσηλώνεται σ᾽ έναν αοιδό, που από θεού γνωρίζει
να τραγουδά για τους ανθρώπους συναρπαστικά τραγούδια,
και λαχταρούν ακούγοντας οι άλλοι ποτέ να μην τελειώσει
το τραγούδι που άρχισε· έτσι κι αυτός εμένα, καθισμένος
στο μαντρί, με μάγεψε.


Η ρητή εξομοίωση του Οδυσσέα με δεξιοτέχνη και γοητευτικό αοιδό τόσο από τον Αλκίνοο όσο και από τον Εύμαιο επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι στον πρόλογο των «Απολόγων» (ι 1-11), επαινώντας ο ήρωας τον Δημόδοκο για τα προηγούμενα τραγούδια του, προκαταβάλλει διακριτικά και τον δικό του έπαινο· τον αυτοέπαινό του δηλαδή, προτού αρχίσει τη μακρά του διήγηση, που θα αποδειχτεί αντάξια ενός αναγνωρισμένου αοιδού. Αν υπολογίσουμε ότι η μορφή του αοιδού στο εσωτερικό της Οδύσσειας παραπέμπει, λοξά έστω, στη μορφή του εξωτερικού αφηγητή, δηλαδή του ποιητή, τότε η εξομοίωση του εσωτερικού αφηγητή, δηλαδή του Οδυσσέα, με έναν καλό αοιδό, τον εξομοιώνει, λοξά πάλι, και με τον ποιητή.

Για να το πούμε αλλιώς: στην Οδύσσεια η αφηγηματική τέχνη εκπροσωπείται σε πρώτη δόση από τον παραδοσιακό αοιδό, σε δεύτερη από τον αφηγητή Οδυσσέα, ο οποίος ανταγωνίζεται και επισκιάζει τον αοιδό, εκπροσωπώντας τον ποιητή, επειδή οι συμβάσεις του αρχαϊκού έπους δεν επιτρέπουν την άμεση προβολή του μέσα στο έργο. Επομένως, ο Οδυσσέας δεν είναι μόνον ο ήρωας του σημαντικότερου μετατρωικού νόστου αλλά και ο καλύτερος αφηγητής του, και τούτο το οφείλει στον ποιητή της Οδύσσειας, που του ανέθεσε και αυτό τον ρόλο. Συμπέρασμα: ο υπερθετικός έπαινος της αφηγηματικής τέχνης, που μεταφέρεται στον πρόλογο των «Μεγάλων Απολόγων» από τον αοιδό Δημόδοκο στον αφηγητή Οδυσσέα, καταλήγει στον ποιητή. Αυτόν τον συνειρμό φρόντισε ο ίδιος ο επικός ποιητής να τον υποβάλει μέσα στο έπος του, σχηματίζοντας μια αναβατική κλίμακα: αοιδός-αφηγητής-ποιητής.

Η Ρώμη και ο κόσμος της: 15. Ποιος φοβάται τα λατινικά;

15.4. Δέκα παρά ένας (πιθανοί) λόγοι που δεν με ενδιαφέρουν τα λατινικά


Επειδή και οι αρχαιότεροι Έλληνες δεν καταδέχονταν να ασχοληθούν με μια γλώσσα που εξέφραζε έναν πολιτισμό τον οποίο θεωρούσαν λιγότερο σημαντικό από τον δικό τους.

Επειδή οι Ρωμαίοι ήρθαν στην Ελλάδα ως κατακτητές, και η γλώσσα των κατοχικών δυνάμεων απέκτησε αρνητικές συνδηλώσεις για τους Έλληνες.

Επειδή, περίπου μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ., η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαχώρισε οριστικά τη θέση της από το δυτικό τμήμα του κράτους και θέλησε να τονίσει τη δική της «ταυτότητα» αφήνοντας τα (δυτικά) λατινικά στο περιθώριο.

Επειδή, μετά το Σχίσμα των Εκκλησιών κατά τον 9ο αιώνα, οι Λατίνοι αντιμετωπίστηκαν με δυσμένεια και δυσπιστία, και η επίσημη γλώσσα της παπικής εκκλησίας, δηλαδή τα λατινικά, θεωρήθηκε ένα είδος «εχθρικής» ή «ανθελληνικής» γλώσσας που ταίριαζε μόνο σε αιρετικούς και «λατινόφρονες».

Επειδή, όπως ήταν εύλογο, οι λόγιοι του νεοελληνικού Διαφωτισμού, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν την ελληνική εθνική συνείδηση και τη δημιουργία ελληνικής ταυτότητας, ανέδειξαν κυρίως την ελληνική πλευρά του κλασικού παρελθόντος.

Επειδή οι Έλληνες, ακόμη και μετά τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους και παρά το γεγονός ότι τα βασικά πρότυπα πολιτειακής οργάνωσης και πολιτισμικής ζωής ήταν δυτικά, συνέχιζαν με κάποιο τρόπο να ορίζουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους σε αντιδιαστολή προς τους «Δυτικούς» (ή τους «Φράγκους»), οι οποίοι (παρόλο που αναγνώριζαν την πρωταρχική σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού) έβλεπαν τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές παραδόσεις τους ως συνέχεια της Ρώμης.

Επειδή η επίσημη εκπαιδευτική πρακτική του νεότερου ελληνικού κράτους (τόσο στη μέση όσο και στην ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα) διαιώνιζε την άποψη ότι ο ρωμαϊκός πολιτισμός, σε σχέση με τον αρχαιοελληνικό, είναι μιμητικός, παράγωγος και δευτερεύων, και έτσι το σύνολο σχεδόν της ρωμαϊκής γραμματείας αντιμετωπιζόταν ως ένα είδος λατινόγλωσσου συμπληρώματος της ελληνικής.

Επειδή, ως συνέπεια της εκπαιδευτικής αυτής ιδεολογίας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού πολιτισμικού χώρου (που είναι πολλά, άκρως ενδιαφέροντα και ιστορικά απαραίτητα για να καταλάβουμε την άμεση προϊστορία και την πολιτισμική εξέλιξη της δυτικής Ευρώπης) δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο σοβαρής μελέτης, και έτσι το ενδιαφέρον μαθητών και σπουδαστών για τη Ρώμη και τη γλώσσα της δεν ενθαρρύνθηκε αρκετά.

Επειδή, ακόμη και σήμερα, αυτό που ονομάζουμε «κλασικό πολιτισμό και παιδεία» τείνει να ταυτίζεται (στην Ελλάδα) με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμικό χώρο.

Θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου

Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού

Ο άνθρωπος (σαν ύπαρξη), στην πραγματική του ουσία, στο πνευματικό του μέρος, δεν είναι απλά το συνειδητό των ψυχολόγων, ούτε το απλό «είναι» των φιλοσόφων, είναι κάτι πολύ ευρύτερο, πέρα από το συνειδητό, που περιστρέφεται γύρω από την αντίληψη (σύμπλεγμα) του εγώ. Υπάρχουν ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής. Αυτό το βεβαιώνουν επιστήμονες ψυχολόγοι, φιλόσοφοι που δίδασκαν χρόνια στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, χώρια όλη την πνευματική παράδοση της ανατολής και της δύσης. Είναι όλοι ηλίθιοι;

Αυτό το βαθύτερο στρώμα της ψυχής δεν είναι απλά πέραν του συνειδητού (του εγώ) αλλά εμπειρικά αποδεικνύεται από όλους όσους έχουν πνευματική εμπειρία, αλλά και από φυσιολόγους-ψυχολόγους που έκαναν εργαστηριακές έρευνες με ανθρώπους που προσεύχονταν, (μιλάμε για την αληθινή προσευχή των νηπτικών...), ότι αυτοί που βιώνουν Αυτό Το Άλλο μέσα μας, φτάνουν σε μία κατάσταση συνείδησης πέραν του υποκειμένου –Αντικειμενική. Το τι περιεχόμενο έχει αυτή η Συνείδηση μπορεί να αναλυθεί. Και προκαλούμε όποιον θέλει να το επιχειρήσουμε... δεν αναλύεται πρώτα εννοιολογικά... πρέπει πρώτα να το βιώσουμε και μετά να αναλύσουμε εννοιολογικά τι αντιλαμβανόμαστε... πρώτα η πνευματική εμπειρία, μετά η σκέψη...

Το λογικό συμπέρασμα, εφ’ όσον παραμένουμε λογικά όντα, είναι ότι η «Αντικειμενική Συνείδηση» που μπορούμε να βιώσουμε, «λόγω του περιεχομένου της», δεν μπορεί να περιορίζεται στην ατομική ύπαρξη, πρέπει να επεκτείνεται πέραν της ατομικής ύπαρξης, προς μία Ευρύτερη Ύπαρξη που ουσιώνει κάθε ατομική ύπαρξη...

Συνεπώς Αυτό Το Άλλο που αποτελεί μία ευρύτερη πνευματική πραγματικότητα και μερικοί ονομάζουν Θεό δεν τίθεται αξιωματικά. Προκύπτει από την φύση μας, από την λειτουργία της φύσης μας, κι αναδύεται σαν Παρουσία όταν περνάμε πέραν του υποκειμένου προς τα ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής... Ο Θεός λοιπόν δεν είναι ούτε ιδέα, ούτε αντίληψη, ούτε τίθεται αξιωματικά: Προκύπτει από το βίωμα*, από την ζωή... Πρώτα η εμπειρία και μετά η θεμελίωση της γνώσης και της θεολογίας... Μήπως δεν το λέμε ελληνικά;

Έτσι, για να συνεχίσουμε τους συλλογισμούς μας... Αυτό Το Άλλο, Βρίσκεται μέσα μας, σαν η βαθύτερη ουσία της ψυχής, κι έξω από εμάς, ταυτόχρονα, σαν Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, που ουσιώνει την ψυχή: Από εδώ πηγάζει η αντίληψη του «κατ’ εικόνα Θεού»...

Η διεύρυνση του συνειδητού προς τα ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής που είναι της ίδιας ουσίας με την Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, η ολοκλήρωση του ανθρώπου (κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του) οδηγεί προς το «καθ’ ομοίωσιν Θεού»..

Έτσι ο Θεός είναι μέσα μας κι έξω από εμάς, μας ουσιώνει αλλά και μας Υπερβαίνει. Η συμμετοχή μας, η «κοινωνία» με Αυτή Την Πραγματικότητα, γίνεται σε διάφορους βαθμούς και από τον ίδιο άνθρωπο αλλά και από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Ο άνθρωπος βιώνει την υπέρβαση του συνειδητού (εγώ), του υποκειμένου, σαν μη-εγώ, σαν κάτι Αντικειμενικό. Αυτή η εμπειρία δεν είναι εμπειρία ενός υποκειμένου, οπότε θα είχαμε απλά αντιλήψεις υποκειμένων κάποιου πράγματος, αλλά επειδή συμβαίνει κι είναι δυνατή μόνο όταν ξεπερνιέται το υποκείμενο, είναι μία συνείδηση τελείως διαφορετική, Αντικειμενική «λόγω του περιεχομένου της»... Έτσι θεμελιώνεται η Αντικειμενικότητα Της Ευρύτερης Πνευματικής Πραγματικότητας, του Θεού... Μόνο με βιωματικό τρόπο... Πρώτα η πνευματική εμπειρία και μετά η εννοιολογική ανάλυση...

Αν λοιπόν εξ’ αρχής είμαστε κάτι Ευρύτερο του συνειδητού, του υποκειμένου, κι αν μπορούμε να βιώσουμε την πέραν του υποκειμένου ουσία μας, που είναι Ουσία των πάντων, τότε προς τι οι συζητήσεις; Ο Θεός Είναι εδώ, μέσα μας, κι έξω από εμάς. Ή βιώνουμε την Παρουσία Του ή όχι. Και πως μπορεί να γίνει συζήτηση ανάμεσα σε κάποιον που έχει εμπειρία και κάποιον που δεν έχει; Πρέπει να βρούμε ένα κοινό επίπεδο εμπειρίας και συζήτησης. Ποιο είναι αυτό; Της σκέψης; Γιατί; Της εμπειρίας; «Ιδού η Ρόδος...»

Ο Θεός να μας φωτίζει το δρόμο, στους λαβύρινθους της σκέψης... Ευτυχώς που δεν υπάρχουν μινώταυροι...

Θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου

Ο Θεός, σε κάθε περίπτωση, Είναι Ακατάληπτος στην Ουσία Του. Ακόμα κι όταν μέσω της Ενοποιού Αγάπης, Προσεγγίζουμε τον Θεό, Κοινωνούμε μαζί Του, αυτό που αποκομίζουμε από αυτή την Επικοινωνία με τον Ζωντανό Θεό, είναι:

1. Η Αντίληψη της Παρουσίας Του.

2. Η «Αίσθηση της Ενότητας» των πάντων μέσα στην Θεία Αγάπη.

3. Ο Ζωογόνος Φωτισμός που μας προσανατολίζει μέσα στην ύπαρξη.

4. Η «αίσθηση» της Ολοκλήρωσης, της Πληρότητας, η ανάπαυση της ψυχής, που ολοκληρώνει την αναζήτηση κι αφήνεται στα Χέρια του Θεού.

Όλα αυτά που γνωρίζουμε είναι το τελικό αποτέλεσμα της Επικοινωνίας με τον Θεό, το «Πνεύμα του Θεού» που πληρώνει τον άνθρωπο, η Θεία Χάρη, το Θείο Φως (όχι μόνο σαν συνειδησιακή κατανόηση αλλά και σαν «υποστασιακό» φως...)...

Δεν μπορούμε, μέσα από το μυστικό βίωμα, να γνωρίσουμε τίποτα περισσότερο από τα Ανεξερεύνητα Βάθη της Θείας Ουσίας... Το να μεταφέρουμε αυτό το μυστικό βίωμα, σε κατανοητή εννοιολογική γλώσσα, είναι ήδη δύσκολο, αλλά καθίσταται δυσκολότερο όταν απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάλογη εμπειρία. Για τον Θεό δύσκολα μιλάμε... Κάνει εντύπωση όμως ο τεράστιος όγκος των θεολογικών μελετών και συγγραμμάτων και συζητήσεων, γύρω από τον Θεό... Δυστυχώς όμως οι «θεολόγοι» (κάθε είδους) ολισθαίνουν από το μυστικό βίωμα σε θεωρίες περί Θεού, σε ιδέες, εννοιολογικές αναλύσεις, κλπ... κι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον Ζωντανό Θεό αλλά με την «ιδέα περί Θεού»...

Το να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν Θεού (είτε εκλάβουμε την ομοίωση σαν «ομοίωμα», είτε σαν δυναμική εξέλιξη που οδηγεί στην Ομοίωση... το εβραϊκό κείμενο δεν ξεκαθαρίζει...)...είναι πολύ ασαφές... Το να ομολογούμε ότι ο Θεός Είναι Ακατάληπτος στην Ουσία Του (και Γνωστός μόνο στις Θείες Ενέργειές Του, μέσα στην Θεία Χάρη, και την Ενοποιό Αγάπη Του, και την Κοινωνία μαζί Του...), και παράλληλα ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Ακατάληπτου Θεού, δεν μας διαφωτίζει σχεδόν καθόλου... Πέρα λοιπόν από την «θεολογική έννοια του ανθρωπίνου προσώπου» που είναι ασαφής, πέρα από θεωρίες και αντιλήψεις χρειάζεται να εξετάσουμε τι είναι ο άνθρωπος από την πλευρά του απλού ανθρώπου, που ξεκινά από μηδενική (θεολογική) βάση... Θα δούμε τότε αν μπορεί να θεμελιωθεί κάποια «θεολογία του ανθρώπινου προσώπου» κι αν έχουν εφαρμογή όλα όσα λέμε περί «Κοινωνίας με τον Θεό», θέωσης, κλπ...

Αντίθετα, και θεμιτό είναι, και δυνατόν, να διερευνήσουμε την ύπαρξη (την καταγραφή) μίας «χριστιανικής ανθρωπολογίας» μέσα στα ευαγγέλια και μέσα στα κείμενα των πατέρων...

Χριστιανική Ανθρωπολογία

Ο άνθρωπος ορίζεται (και στα ψυχολογικά και στα ανθρωπολογικά εγχειρίδια) σαν ένα όλον, μία ψυχοσωματική οντότητα (ψυχοβιολογική οντότητα πιο συγκεκριμένα). Μολονότι ο ορισμός είναι ικανοποιητικός και εξηγεί (δήθεν) το ανθρώπινο φαινόμενο, εν τούτοις «δείχνει» την επιστημονική ανεπάρκεια, την επιστημονική «αδυναμία» να ερμηνεύσει επακριβώς το φαινόμενο, και παράλληλα την επιστημονική «υποκρισία»... Ήδη στον ορισμό ψυχο-σωματικός αναγνωρίζονται δύο τάξεις φαινομένων (τα ψυχικά και τα σωματικά) που βέβαια συνδέονται αλλά δεν μπορούν να αναχθούν τα μεν στα δε (με τις δεδομένες σημερινές γνώσεις μας).. Κι έτσι, ορίζοντας τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματική οντότητα, απλά ομολογούμε ότι δεν γνωρίζουμε πως και γιατί και με ποιο σκοπό συνδέονται τα ψυχικά με τα σωματικά φαινόμενα (γνωρίζουμε μόνο ότι συνδέονται)... Δεν μπορούμε να αποδείξουμε «επιστημονικά» ότι από κάποια ψυχική, νοητική, ενέργεια παράγεται η ύλη, αλλά ούτε επίσης μπορούμε να αποδείξουμε ότι από μία υλική, βιολογική, βάση, (εγκέφαλος) παράγεται «συνείδηση», (όπως επιχειρούν να κάνουν ορισμένοι σύγχρονοι Άγγλοι βιολόγοι, που θέλουν να μιλήσουν για την συνείδηση και τον Θεό, ανάγοντάς τα όλα στην οργανωμένη ύλη...)... Έτσι καταλήγουμε πάλι να μιλάμε, ακόμα και σήμερα, για ψυχή και σώμα...

Ένα άλλο λογικό σφάλμα που κάνουμε συχνά (από φιλοσοφική άποψη...) είναι να «διαφοροποιούμε» φαινόμενα της ίδιας τάξης όταν δεν χρειάζεται (αφού αποδεικνύονται ταυτόσημα), ή να «ταυτίζουμε» φαινόμενα της ίδιας τάξης, όταν δεν πρέπει (αφού επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες...)... Συνείδηση, Αυτοσυνείδηση, Αντίληψη, είναι ταυτόσημα όταν αναφέρονται στην «Ίδια Ύπαρξη» (όταν δηλαδή οι πληροφορίες λαμβάνονται από την ίδια μας την ύπαρξη), αλλά αυτή η «τριαδική συγκροτημένη συνείδηση» διαφοροποιείται (συμπεριφέρεται διαφορετικά) όταν συσχετίζεται με το «έξω» (με το σώμα, με τον εξωτερικό κόσμο...).

Η Συνείδηση σαν φαινόμενο παραμένει πάντα η βάση (της αντίληψης της ύπαρξης) αλλά σαν φαινόμενο ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ούτε να εντοπιστεί μέσα στον εγκέφαλο (από αντιδράσεις του εγκεφάλου)... (Η ύπαρξη της «καθαρής συνείδησης» αποδεικνύεται βιωματικά...)...

Από την σχέση όμως της Συνείδησης με το σώμα αναδύεται μία συγκεκριμένη αυτοσυνείδηση (το ψυχοσωματικό όλο, η ψυχοβιολογική ύπαρξη) που είναι η ύπαρξη, το πρόσωπο, το εγώ... Πρόκειται για ένα συνειδησιακό σύμπλεγμα που λειτουργεί σαν κέντρο όλων των πληροφοριών, που προέρχονται είτε από το ψυχοβιολογικό όλο, την διανόηση, την αντίληψη του εξωτερικού κόσμου. Η λειτουργία της αυτοσυνείδησης, του εγώ, εντοπίζεται σε εγκεφαλικές λειτουργίες..

Η διανόηση πάλι είναι κάτι άλλο, είναι η θεωρητική, αφηρημένη, σύλληψη (μέσω εννοιών και συλλογιστικών διαδικασιών) του έξω, του περιβάλλοντος... σύλληψη που εντάσσει μέσα στο πλαίσιο του χωροχρόνου (ή αλλιώς του «ρέοντος χώρου»), κάθε πληροφορία, σύλληψη που συχνά ολισθαίνει στην (πλασματική) αντίληψη ενός απόλυτου χρόνου εντός του οποίου εξελίσσονται τα πράγματα του χώρου...

Η αντίληψη πάλι (με την βοήθεια των αισθήσεων) αντλεί πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο... δομώντας «ένα κόσμο παραστάσεων» στον οποίο εντάσσει κάθε νέα αντίληψη... φτιάχνει μία εικόνα για τον κόσμο...

Η αίσθηση πάλι είναι μία ψυχοβιολογική λειτουργία...

Το σώμα είναι ένας βιολογικός οργανισμός, «οργανωμένη ύλη», που έχει σαν βάση υλικά στοιχεία...

Όλα αυτά τα φαινόμενα Συνείδηση, Αυτοσυνείδηση, Αντίληψη, (που στην καθαρή λειτουργία τους ταυτίζονται), αυτοσυνείδηση (του ψυχοβιολογικού όλου), διανόηση, αντίληψη, αίσθηση, σώμα, είναι φαινόμενα, λειτουργίες, διαφορετικά... Κι όταν χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους θα πρέπει να γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε...

Η Συνείδηση (που ταυτίζεται με την Αυτοσυνείδηση και την Αντίληψη, όταν η Συνείδηση θεωρεί τον εαυτό της), δεν ταυτίζεται με την αυτοσυνείδηση (του ψυχοβιολογικού όλου), που προκύπτει από την σχέση της Συνείδησης με το σώμα, ούτε αυτά ταυτίζονται με την διανόηση (σαν διαδικασία και σαν «περιεχόμενο») που μας πληροφορεί για το «έξω», ούτε όλα αυτά ταυτίζονται με την αντίληψη του εξωτερικού κόσμου...

Πιο πάνω περιγράψαμε τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες λειτουργίες, με όρους σύγχρονης ψυχολογίας (αν και προχωρήσαμε πέρα από την επίσημη ψυχολογία που διδάσκεται στα πανεπιστήμια και τα σχολεία... περνώντας στον χώρο της φιλοσοφικής ανάλυσης, θέτοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια μίας θεολογικής προσέγγισης της ανθρώπινης ύπαρξης – που θα αναλύσουμε παρακάτω...)...

Οι πατέρες πολλοί από τους οποίους είχαν ελληνική παιδεία αλλά χριστιανική σκέψη, χρησιμοποιούσαν όρους της ελληνικής φιλοσοφίας, προσαρμοσμένους στην χριστιανική αντίληψη...

Ο όρος «Ψυχή» χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ανώτερη φύση του ανθρώπου, τόσο στην καθαρή, πνευματική της ουσία, όσο και στις κατώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες.

Στην Συνείδηση αντιστοιχεί ο «νους» των πατέρων.

Στην Αυτοσυνείδηση αντιστοιχεί ο «λόγος».

Στην Αντίληψη αντιστοιχεί το «πνεύμα».

Αυτά τα τρία (σαν «τριαδική συγκροτημένη συνείδηση»), αποτελούν την καθαρή πνευματική ουσία, (που είναι η βάση κάθε αντίληψης), είτε στην απόλυτη λειτουργία της (όταν αντιλαμβάνεται τον «εαυτό»...), είτε όταν συσχετίζεται με το σώμα...

Στην αυτοσυνείδηση του ψυχοβιολογικού όλου αντιστοιχεί το «πρόσωπο», η συγκεκριμένη ύπαρξη, το εγώ.

Στην διανόηση αντιστοιχεί η λειτουργία του «λογισμού», με τα τρία είδη λογισμού, ανάλογα αν προέρχονται από άνωθεν, από την διανόηση, ή από τον εξωτερικό κόσμο...

Στην αντίληψη αντιστοιχεί η «αίσθηση» του κόσμου, στην εσωτερική, αφαιρετική, λειτουργία της αντίληψης, και στην εξωτερική αίσθηση του κόσμου...
------------------------
*Το βίωμα

Είναι προφανές, ότι όταν συνήθως φθάνουν σε αυτό το σημείο, τα λογικά επιχειρήματα δεν τους έχουν βοηθήσει και τα μόνα που έχουν είναι επιχειρήματα προσωπικού βιώματος, για τα οποία συνήθως νομίζουν ότι είναι μοναδικά στην θρησκεία τους και ένα εξαιρετικό όπλο που θα διαλύσει την “πλάνη” μας, αφού με αυτά δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα, φθάνει απλά η αναφορά τους και η δήλωση ότι, αν ήμασταν και εμείς ορθόδοξοι θα το βιώναμε.

“Η θρησκεία μας, λένε, (εν προκειμένω η Ορθοδοξία), δεν είναι θρησκεία και δεν έχουν σημασία όλα αυτά”. Αυτό φυσικά είναι μεγάλο ψέμα που τονίζει την υποκρισία τους, αλλά φυσικά δεν το καταλαβαίνουν, απόδειξη ότι ήδη έχουν χύσει πολύ μελάνι και πλέον εκατομμύρια bytes για να μας αποδείξουν ότι ισχύουν όλα αυτά που πλέον τώρα δεν τους ενδιαφέρουν, όχι γιατί άλλαξαν γνώμη αλλά γιατί δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν πλέον, γιατί δεν πείθουν όταν βρουν αντίλογο με στοιχεία. Αυτό που έχει σημασία, λένε, είναι η Ιερά Παράδοση και το ορθόδοξο βίωμα. “Έλα και εσύ στην Εκκλησία ή σε έναν πνευματικό, άφησε την καρδιά σου ελεύθερη και τότε θα δεις”.

Φυσικά, εδώ τους διαφεύγει ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι από εμάς γεννηθήκαμε και ανατραφήκαμε χριστιανικά και μάλιστα ορθόδοξα σαν και αυτούς. Τους διαφεύγει ότι γνωρίζουμε πολύ καλά και τα της πίστης τους και τα του ορθόδοξου βιώματος. Ας τα δούμε λίγο περισσότερο…

Η Ιερά Παράδοση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μύθοι κυρίως μέσα από τα απόκρυφα κείμενα ή τα αγιολόγια, που αρχικά δεν ήθελαν να τα θεωρήσουν ως επίσημα και ιερά βιβλία, αλλά κάποια γεγονότα από αυτά τους είναι χρήσιμα, ή τα θεωρούν αυθεντικά όπως τους βίους των αγίων, που φυσικά για ένα σοβαρό ερευνητή είναι αναξιόπιστα, πέρα από το να μας δείξουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και που απευθύνονται. Ή τα απόκρυφα που εκεί οι αντιφάσεις κτυπάνε κόκκινο, αλλά έχουν κάποια στοιχεία που τους βοηθούν να ολοκληρώσουν την μυθολογία τους.

Άλλωστε, έχει δειχθεί ότι η αποστολική συνέχεια, όπως λένε, είναι φτιαχτή και έγινε εκ των υστέρων για να αυθεντικοποιήσουν κάποιοι τις επισκοπικές τους έδρες. Τίποτα λοιπόν το χρήσιμο και το ουσιαστικό δεν προσφέρει η παράδοση αυτή και φυσικά κανένα επιχείρημα αληθείας.

Το βίωμα είναι η μυστικιστική εμπειρία ακόμα και η έκσταση που έχει ο κάθε θεϊστής μόνος ή σαν ομάδα και που νομίζει ότι μόνο αυτός ή μόνο στην δική του θρησκεία υπάρχει ή είναι αυθεντική και ότι αυτό το όραμα, όνειρο, ευφορία, σημάδι ή όποιο άλλο βίωμα, οφείλεται αποκλειστικά στο θεό του ή σε κάποιο άγιο του.

Σαν ομάδα, το έχουν στην Εκκλησία ή τραγουδώντας ύμνους όπου αισθάνονται ευφορία, την ευφορία της αγέλης που έχει κάτι κοινό. Εδώ βέβαια τα πρωτεία τα έχουν οι διάφορες προτεσταντικές οργανώσεις κυρίως στην Αμερική, κάποιες από τις οποίες όλα αυτά τα έχουν αναγάγει σε “επιστήμη”.

Σαν άτομα βιώνουν την εμπειρία τους με την προσευχή και την συνεχή εστίαση στα της πίστης τους, όπου τυχαία, πραγματικά, φανταστικά, ψυχολογικά ή ακόμα και ψυχιατρικά περιστατικά, παίρνουν ξαφνικά αξία και συγκεκριμένη νοηματοδότηση και πιστεύουν ότι είναι απαντήσεις που δίνονται προσωπικά σε αυτούς από έναν θεό ή άγιο ή απαντήσεις στις προσευχές τους.

Δυστυχώς για αυτούς και η ιατρική και η βιολογία και η ψυχολογία, αλλά ακόμα και η πρακτική για όσους έχουν μυαλό, έχουν δείξει ότι τα βιώματα αυτά είναι καθαρά προσωπικά, εξαρτώνται μόνο από τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή ομάδα, τροφοδοτούνται δε από το ασυνείδητό του, που είναι επηρεασμένο από τον κοινωνικό του περίγυρο. Όπως έχω ξανατονίσει, αν και τους το υπενθυμίζουμε συνέχεια και αυτοί συνέχεια θέλουν να το αγνοούν, ότι υπάρχουν και άλλες θρησκείες με αντίστοιχα, θαύματα, βιώματα, αγίους κ.λπ. Τίποτα λοιπόν δεν μπορεί να δείξει ότι το βίωμα του κάθε ανθρώπου προέρχεται από κάπου έξω από τον άνθρωπο και τον κοινωνικό του περίγυρο, για αυτό και λέγεται προσωπικό βίωμα. Τα δε βιώματα, ανά σέκτα και θρησκεία είναι παρόμοια, άρα δεν έχουν καμία αυθεντικότητα, καμία καθολική αποδοχή, εκτός αν φασιστικά όλοι αποδεχθούμε την ίδια θρησκευτική ιδεολογία, που και αυτό είναι σχετικό όπως αποδείχθηκε με τις αιρέσεις και πάντα ο κάθε ένας θα διαφοροποιείται λίγο ή πολύ κατά καιρούς από το σύνολο. Το ξεκάθαρο στοιχείο, είναι ότι αν υπήρχε κάτι αληθινό στα βιώματα μίας θρησκείας και μόνο, τότε δεν θα υπήρχαν πολλές θρησκείες και θα υπήρχε μόνο μια, αυτή με το αληθινό βίωμα.
Είναι λογικό, βέβαια, κάποια τέτοια θέματα να επανέρχονται στις συζητήσεις κατά διαστήματα, άλλοτε για να μας πουν ότι η θρησκεία τους δεν επηρεάζεται από αυτά, άλλοτε για να τα καταρρίψουν τελείως όπως νομίζουν και άλλοτε να τα καταρρίψουν μερικώς.
Παρ’ όλα αυτά, αν δεν έχουν ήδη αποχωρήσει, δεν σημαίνει ότι παραδέχονται την διαλογική τους ήττα και βλέποντας ότι δεν μπορούν σε αυτούς τους τομείς να πουν κάτι πιστευτό και αφού πάρουν τις απαντήσεις τους, ξαφνικά τα αγνοούν όλα αυτά, σαν να μην συνέβησαν ποτέ, σαν να μην ειπώθηκαν και το ρίχνουν σε άλλο ταμπλό στο οποίο αισθάνονται ότι δεν υπάρχει σοβαρός αντίλογος.

Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: Η κόλαση δεν είναι οι άλλοι. Είναι ο εαυτός σου

Τα όρια ενός ανθρώπου καθορίζονται από τα όρια της γλώσσας του.

Δεν ξέρω γιατί βρισκόμαστε εδώ, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο λόγος δεν είναι για να περάσουμε καλά.

Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του ανθρώπινου μυαλού. Όσα ξέρω είναι αυτά για τα οποία έχω λέξεις.

Η κόλαση δεν είναι οι άλλοι. Είναι ο εαυτός σου.

Για τα πράγματα που δεν μπορείς να μιλήσεις, πρέπει να σωπαίνεις.

Μπορεί κανείς να φυλακιστεί σ’ ένα δωμάτιο με ξεκλείδωτη πόρτα, αν τυχόν η πόρτα ανοίγει προς τα μέσα και δεν του περάσει απ’ το μυαλό να τραβήξει αντί να σπρώξει.

Αν οι άνθρωποι δεν έκαναν ποτέ ανοησίες, τίποτε έξυπνο δεν θα είχε γίνει ποτέ.

Οι περιορισμοί απελευθερώνουν.

Μη σκέφτεσαι. Κοίτα!

Όταν μιλάμε μιαν άλλη γλώσσα, αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο κάπως διαφορετικά.

Μια σοβαρή και καλή φιλοσοφική εργασία μπορεί να αποτελείται εξ ολοκλήρου από ανέκδοτα.

Κάποιος που ξέρει πάρα πολλά, δυσκολεύεται να μη λέει ψέματα.

Όταν φιλοσοφείς είναι σαν να προσπαθείς να ανοίξεις ένα χρηματοκιβώτιο με συνδυασμό. Όλες οι μικρές μετατοπίσεις του δίσκου δεν φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα. Μόνο όταν όλα μπουν στη θέση τους, η πόρτα ανοίγει.

Το ανθρώπινο σώμα είναι η καλύτερη εικόνα της ανθρώπινης ψυχής.

Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.

Ο φιλόσοφος πασχίζει να βρει την ελευθερώτρια λέξη, τη λέξη δηλαδή που θα μας επιτρέψει επιτέλους να συλλάβουμε εκείνο που συνεχώς μέχρι τώρα βάραινε στη συνείδησή μας, δίχως να καταλαβαίνουμε πώς.

Ένας φιλόσοφος που δεν θέλει να παίρνει μέρος σε συζητήσεις, είναι σαν ένα πυγμάχο που δεν θέλει να μπαίνει στο ρινγκ.

Η φιλοσοφία δεν είναι ένα δόγμα, αλλά μια δραστηριότητα.

Κάθε εξομολόγηση πρέπει να είναι μέρος της καινούργιας σου ζωής.

Από το λάθος πρέπει κανείς να ξεκινάει και να φέρνει στο φως την αλήθεια που κρύβει μέσα του.

Η φιλοσοφία δεν είναι θεωρία αλλά ενέργεια.

Και οι σκέψεις πέφτουν καμιά φορά από το δέντρο πριν ωριμάσουν.

Η επιστήμη χτίζει ένα σπίτι από τούβλα, το οποίο, αφού ολοκληρωθεί δεν το αγγίζουμε πια. Η φιλοσοφία τακτοποιεί ένα δωμάτιο, κι έτσι χρειάζεται να πάρει στα χέρια της τα πράγματα πολλές φορές.

Όταν θα έχουμε κατανοήσει κάθε μυστικό του σύμπαντος, θα μένει ακόμα το αιώνιο μυστικό της ανθρώπινης καρδιάς.

Στη γλώσσα μας υπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία.

Αν πιστεύεις στο Θεό σημαίνει ότι δεν κατανοείς την ερώτηση σχετικά με το νόημα της ζωής.

Ποτέ μη μένεις ψηλά στα άγονα υψίπεδα της εξυπνάδας. Έλα κάτω στα πράσινα λιβάδια της χαζομάρας.

Ο κόσμος είναι ένα σύνολο γεγονότων, όχι πραγμάτων.

Για να πείσεις κάποιον για την αλήθεια δεν αρκεί να την επισημάνεις, αλλά να του δείξεις το μονοπάτι που οδηγεί από το σφάλμα στην αλήθεια.

Εν τέλει, κάθε εξήγηση είναι απλά μια υπόθεση.

Τι γνωρίζω για τον Θεό και το νόημα της ζωής;
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι ο κόσμος υπάρχει.

Σε κάθε κουλτούρα φτάνω σε ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Σοφία». Και ξέρω ακριβώς τι πρόκειται να επακολουθήσει: Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.

Οι φιλόσοφοι μερικές φορές μοιάζουν με μικρά παιδιά που μουντζουρώνουν ένα φύλλο χαρτί με τυχαίες γραμμές και μετά ρωτούν έναν ενήλικο: «τι είναι αυτό;»

Η φιλοσοφία είναι ένας αγώνας για να λυθούν τα μάγια που έχει κάνει η γλώσσα στη σκέψη μας.

Ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι να υψώνει ένα τείχος στο σημείο όπου η γλώσσα –ούτως ή άλλως– σταματά.

Η δυσκολία στη φιλοσοφία είναι να μη λέμε παραπάνω από όσα ξέρουμε.

Τα λόγια είναι πράξεις.

Το να φιλοσοφείς σημαίνει να απορρίπτεις λανθασμένα επιχειρήματα.

Διαβάζοντας τους Σωκρατικούς διαλόγους έχεις την αίσθηση μιας τρομακτικής σπατάλης χρόνου. Τι νόημα έχει όλη αυτή η επιχειρηματολογία που δεν αποδεικνύει και δεν ξεκαθαρίζει τίποτα;

Η λογική ξέρει να τα βγάζει πέρα μόνη της, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς είναι να παρατηρούμε και να βρίσκουμε πώς το κάνει αυτό.

Στον πυρήνα κάθε καλά τεκμηριωμένης πεποίθησης βρίσκεται μια πεποίθηση που δεν είναι τεκμηριωμένη.

Η φιλοδοξία είναι ο θάνατος της σκέψης.

Αν ένα λιοντάρι μπορούσε να μιλήσει, δεν θα μπορούσαμε να το καταλάβουμε.

Η αμφιβολία μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχει κάποια ερώτηση, ερώτηση υπάρχει μόνο όταν υπάρχει απάντηση, και απάντηση μόνο όταν κάτι μπορεί να ειπωθεί.
--------------------------------
Ludwig Wittgenstein, 1889-1951
Αυστριακός φιλόσοφος που ασχολήθηκε κυρίως με την αναλυτική φιλοσοφία και τη λογική.
Από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Δημοσίευσε μόνο μία φιλοσοφική διατριβή, το Tractatus Logico-Philosophicus.
Συνεργάστηκε στενά με τον Μπέρναρντ Ράσσελ, στην Οξφόρδη. Αργότερα έγινε καθηγητής φιλοσοφίας στο Καίμπριτζ.

Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

Ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι ἕ­νας ἰ­δι­αί­τε­ρος τρό­πος ἀν­τί­λη­ψης το­ῦ κό­σμου· ἄλ­λοι τρό­ποι εἶ­ναι, γιά πα­ρά­δειγ­μα, ἡ θρη­σκεί­α ἤ ἡ τέ­χνη. Ὡς ἐκ τού­του, ἡ ἐ­πι­στή­μη εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής ἑρ­μη­νεί­α τοῦ κό­σμου. Ἀ­πο­κλεί­ει συ­νει­δη­τά τίς ἄλ­λες ἑρ­μη­νεῖ­ες κι αὐ­τό κα­θι­στᾶ τή μο­νο­μέ­ρειά της ἀ­κό­μα πιό τρο­μα­κτι­κή. Κα­τά συ­νέ­πεια καί ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα εἶ­ναι μιά μο­νο­με­ρής γλώσ­σα πού ἀ­γνο­εῖ ἤ ἐ­κτο­πί­ζει συγ­κε­κρι­μέ­νες γλωσ­σι­κές δο­μές ἐ­νῶ ἄλ­λες τίς εὐ­νο­εῖ.

Ἡ εὐ­ρω­πα­ϊ­κή ἐ­πι­στή­μη ἀ­νά­γε­ται στούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες. Καί στήν ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα μπο­ροῦ­με νά δοῦ­με τί συμ­βαί­νει στή γλώσ­σα, ὅ­ταν ἀρ­χί­ζει νά δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ὁ «ἐ­πι­στη­μο­νι­κός» λό­γος. Ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος εἶ­ναι αὐ­τό­χθων μό­νο στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λά­δα - ὅ­που ἀλ­λοῦ ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀρ­γό­τε­ρα, δα­νεί­ζε­ται ὅ­ρους ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά, τούς με­τα­φρά­ζει καί δι­ευ­ρύ­νει τή ση­μα­σί­α τους.

Ὅ­ταν μι­λᾶ­με γιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα, ἐν­νο­οῦ­με κα­τ’ ἀρ­χάς τήν ὁ­ρο­λο­γί­α. Οἱ νέ­ες εἰ­δι­κό­τη­τες πού συ­νε­χῶς ἐμ­φα­νί­ζον­ται χρη­σι­μο­ποι­οῦν νέ­ες λέ­ξεις, οἱ ὁ­ποῖ­ες κα­τά με­γά­λο μέ­ρος σχη­μα­τί­ζον­ται ἀ­πό τά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά - ἤ ἀ­πό τά λα­τι­νι­κά, πού καί αὐ­τά ὀ­φεί­λουν πολ­λά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά. Αὐ­τές οἱ λέ­ξεις δη­μι­ουρ­γοῦν­ται συ­νει­δη­τά, μί­α - μί­α, ἀ­πό με­μο­νω­μέ­νους ἐ­ρευ­νη­τές καί τό πα­ρά­δο­ξο εἶ­ναι ὅ­τι ἡ πλη­θώ­ρα αὐ­τή τῶν ἐ­πι­στη­μο­νι­κῶν ὅ­ρων δέν ἀ­νή­κει σέ κα­μί­α ζων­τα­νή γλώσ­σα. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ὅ­μως, εἰσ­δύ­ουν σέ κά­θε γλώσ­σα, ἐ­φό­σον στή γλώσ­σα αὐ­τή σκε­φτό­μα­στε καί μι­λᾶ­με (ἤ γρά­φου­με) μέ τούς ὅ­ρους τῆς ἐ­πι­στή­μης. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές συγ­κρό­τη­σαν ἕ­να δι­ε­θνές γλωσ­σι­κό ἰ­δί­ω­μα, τό ὁ­ποῖ­ο αὐ­τό κα­θαυ­τό κα­νείς δέν τό κα­τα­λα­βαί­νει, οὔ­τε οἵ εἰ­δι­κοί - ἐ­πει­δή ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον δέν ξέ­ρουν ἀρ­χαῖ­α ἕλ­λη­νι­κα - οὔ­τε οἱ φι­λό­λο­γοι - ἐ­φό­σον δέν γνω­ρί­ζουν τό ἀν­τι­κεί­με­νο στό ὁ­ποῖ­ο οἱ ὄ­ροι αὐ­τοί ἀ­να­φέ­ρον­ται. Πα­ρό­λα αὐ­τά, στό ἰ­δί­ω­μα αὐ­τό μπο­ρεῖ νά συ­νεν­νο­η­θεῖ κα­νείς ἐ­ξαι­ρε­τι­κά κα­λά ἀ­νε­ξαρ­τή­τως ἐ­θνι­κό­τη­τας.

Δέν θά ἀ­σχο­λη­θῶ μέ τό πώς οἱ Προ­σω­κρα­τι­κοί φι­λό­σο­φοι, καί μά­λι­στα οἱ Σο­φι­στές, προ­ε­τοί­μα­σαν τό ἔ­δα­φος γιά μιά τέ­τοι­α ὁ­ρο­λο­γί­α ἤ μέ τό πώς ὁ Πλά­τω­νας καί ὁ Ἀ­ρι­στο­τέ­λης τήν προ­ώ­θη­σαν δυ­να­μι­κά. Θά πῶ ὅ­μως ὅ­τι ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος εἶ­ναι μιά πο­λύ πε­ρι­πε­τει­ώ­δης ἱ­στο­ρί­α πού ξε­κί­να ἀ­πό τούς Ἕλ­λη­νες τῆς ἀρ­χα­ϊ­κῆς πε­ρι­ό­δου.

Ὁ ἀρ­χαι­ό­τε­ρος ἑλ­λη­νι­κός φι­λο­σο­φι­κός καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κός ὅ­ρος πού γνω­ρί­ζου­με εἶ­ναι τό ἄ­πει­ρον τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου. Βέ­βαι­α ἤ­δη στόν Ὅ­μη­ρο (Ἰ­λιά­δα II, 446) ὁ Πο­σει­δώ­νας ἀ­να­φέ­ρει ὅ­τι οἱ ἄν­θρω­ποι εἶ­ναι δι­α­σκορ­πι­σμέ­νοι ἐ­π’ ἄ­πει­ρον γαῖ­αν καί στήν Ὀ­δύσ­σεια (δ. 510) δι­α­βά­ζου­με ὅ­τι κά­ποι­ος ἐκ­σφεν­δο­νί­στη­κε, κα­τά πόν­τον ἀ­πεί­ρο­να. Κι αὐ­τό φυ­σι­κά ση­μαί­νει ὅ­τι κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά δεῖ ποῦ τε­λει­ώ­νει ἡ στε­ριά ἤ ἡ θά­λασ­σα· ὅ­τι ὅ­σο φτά­νει τό μά­τι, ὑ­πάρ­χει μό­νο στε­ριά ἤ θά­λασ­σα. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος ὅ­μως εἶ­ναι ὁ πρῶ­τος φι­λό­σο­φός του ὁ­ποί­ου δι­α­θέ­του­με ἀ­πο­σπά­σμα­τα καί ὁ ὁ­ποῖ­ος μι­λᾶ γιά τό ἄ­πει­ρον καί τό θέ­τει ὡς ἀρ­χή καί βά­ση τοῦ ὄν­τος.

Ἐ­δῶ συμ­βαί­νει κά­τι ἐν­τε­λῶς πα­ρά­δο­ξο. Μιά λέ­ξη πού δέν δη­λώ­νει τί­πο­τα θε­τι­κό ἀλ­λά ἁ­πλῶς δι­α­πι­στώ­νει ὅ­τι δέν ὑ­πάρ­χει ἕ­να τέ­λος ἤ κά­ποι­ο ὅ­ριο, χά­νει τήν ἀρ­χι­κή, οὐ­δέ­τε­ρη ση­μα­σί­α της. Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος κα­ταρ­γεῖ ἀ­να­φαν­δόν καί συ­νει­δη­τά τή λέ­ξη ἀ­πό τό λε­ξι­λό­γιο τοῦ ἀν­θρώ­που ὡς ὑ­πο­κεί­με­νου τῆς γνώ­σης. Οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­ών­τας τό ἐ­πί­θε­το, δη­μι­ουρ­γεῖ ἕ­να ἀν­τι­κεί­με­νο τό ὁ­ποῖ­ο δέν ἀ­παν­τᾶ στόν ἐμ­πει­ρι­κό κό­σμο. Τό πιό πα­ρά­λο­γο εἶ­ναι ὅ­τι αὐ­τή ἡ τό­σο τε­χνη­τά κα­τα­σκευ­α­σμέ­νη ἔν­νοι­α δέν εἶ­ναι κα­θό­λου ἀ­σα­φής καί ἀ­κα­θό­ρι­στη ἀλ­λά μπο­ρεῖ νά ὁ­ρι­στεῖ μέ ἀ­κρί­βεια καί χω­ρίς ἀν­τι­φά­σεις. Μπο­ρεῖ μά­λι­στα νά ὑ­πο­κα­τα­στα­θεῖ ἀ­πό ἕ­να μα­θη­μα­τι­κό σύμ­βο­λο, τό ὁ­ρι­ζόν­τιο 8 [∞].

Τί συ­νέ­βη; Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος ἀν­τι­με­τώ­πι­σε τή γλώσ­σα μ’ ἕ­ναν και­νούρ­γιο τρό­πο, στό ἐ­πί­πε­δό της λέ­ξης. Ἡ λέ­ξη ἄ­πει­ρον ὅ­μως ξε­περ­νᾶ ὄν­τως τήν κοι­νή ση­μα­σί­α της και, ἄν τό δοῦ­με αὐ­στη­ρά, δεν θά ἔ­πρε­πε ὁ Ὅ­μη­ρος νά κά­νει λό­γο γιά «ἀ­τέ­λει­ω­τη» θά­λασ­σα ἤ ξη­ρά «δί­χως ὅ­ρια». Ὁ ἴ­διος ὁ Ὅ­μη­ρος ξέ­ρει ὅ­τι πί­σω ἀ­πό τή θά­λασ­σα βρί­σκον­ται ἡ Κρή­τη ἤ ἡ Αἴ­γυ­πτος, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν μπο­ρεῖ κα­νείς νά τίς δι­α­κρί­νει. Αὐ­τό πού ὄν­τως «δέν ἔ­χει τέ­λος» (ἄ­πει­ρον) ξε­περ­νᾶ αὐ­τό πού ὁ ἄν­θρω­πος νο­μί­ζει πώς δέν ἔ­χει ὅ­ρια.

Ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος δη­μι­ούρ­γη­σε - ἔ­τσι πλη­ρο­φο­ρού­μα­στε - ἀ­πό λέ­ξη τῆς κα­θο­μι­λου­μέ­νης ἤ τῆς ποί­η­σης μιάν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔν­νοι­α. Τά ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κά τοῦ ἔ­δω­σαν ἕ­να μέ­σο, τή δυ­να­τό­τη­τα, δη­λα­δή, να κα­τα­σκευά­ζει ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά χρη­σι­μο­ποι­ών­τας πρίν ἀ­πό το ἐ­πί­θε­το τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο, π.χ. τό ἄ­πει­ρον. Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο και οἱ με­τα­γε­νέ­στε­ροι φι­λό­σο­φοι ἔ­φτια­ξαν καί ἄλ­λα τέ­τοι­α ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, τό ἀ­γα­θόν, κ.λπ. Αὐ­τή εἶ­ναι ἡ ἀρ­χή μιᾶς μή ἐ­λεγ­χό­με­νης ἐ­ξέ­λι­ξης. Φι­λό­σο­φοι καί ἐ­ρευ­νη­τές, γιά νά κα­λύ­ψουν τίς ἀ­νάγ­κες τους δη­μι­ουρ­γοῦν και­νούρ­για ἀν­τι­κεί­με­να, ἀν­τι­κεί­με­να τῆς σκέ­ψης τους. Ἡ ὁ­ρο­λο­γί­α πού δη­μι­ούρ­γη­σαν εἶ­ναι ἀ­ναμ­φί­βο­λα ἡ κο­ρω­νί­δα τοῦ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοῦ λό­γου.

Ἀλ­λά προ­τοῦ ἐ­πι­στρέ­φω στό τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ καί στό πώς ἡ γλώσ­σα μπο­ρεῖ νά τό ἐκ­φρά­σει, θά ἤ­θε­λα νά δεί­ξου­με ἕ­να ἀ­κό­μα πα­ρά­δειγ­μα ὅ­τι ἡ γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης με­τα­πλά­θει τόν φυ­σι­κό λό­γο καί δέν τοῦ πα­ρέ­χει ἁ­πλῶς νέ­ους ὅ­ρους. Ἄν μπο­ροῦ­σε κα­νείς σή­με­ρα νά ρω­τή­σει ἕ­ναν ἀρ­χαῖ­ο Ἕλ­λη­να βο­σκό «Πό­σων χρό­νων εἶ­σαι;», ὁ βο­σκός μᾶλ­λον θά τόν κοί­τα­ζε ἔκ­πλη­κτος, θά ἔ­βγα­ζε ἀ­πό τό που­κά­μι­σό του τό δερ­μά­τι­νο πουγ­κί του, θά τό ἄ­νοι­γε καί θά τοῦ ἔ­λε­γε: «Νά τά χρή­μα­τά μου. Τά ἔ­χω με­τρή­σει, για­τί μπο­ρεῖ νά μοῦ τά κλέ­ψουν. Τά χρό­νια μου ὅ­μως δέν τά ἔ­χω με­τρή­σει, για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά μοῦ τά πά­ρει». Γι’ αὐ­τον τόν βο­σκό ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση δέν ἔ­χει νό­η­μα, ἄν δέν σχε­τί­ζε­ται μέ μιά πρα­κτι­κή ἀ­νάγ­κη, νά ἐ­λέγ­ξει ὅ­σα εἶ­χε ἤ­δη μί­α φο­ρά κα­τα­με­τρή­σει. Ἐ­πι­πλέ­ον καί ἐν σχέ­σει πρός τό γε­γο­νός αὐ­τό, ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση συν­δέ­ε­ται μέ ἀν­τι­κεί­με­να πού μπο­ροῦν νά με­τρη­θοῦν. Τό τί ση­μαί­νει αὐ­τό γί­νε­ται σα­φές μό­νον ἀ­πό τά νο­μί­σμα­τα πού με­τρή­θη­καν καί ἀ­πό τήν προ­σω­πι­κή πρά­ξη τῆς κα­τα­μέ­τρη­σης. Στή γλούσ­σα μας, πού ἔ­χει ἤ­δη ἐμ­πο­τι­στεῖ σέ με­γά­λο βαθ­μό ἀ­πό ἐ­πι­στι­μο­νι­κούς ὄ­ο­ους, ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση εἶ­ναι κά­τι θε­ω­ρη­τι­κό καί ἀ­φη­ρη­μέ­νο. Δέν εἶ­ναι ὅ­μως ἕ­νας τε­χνη­τά κα­τα­σκευ­α­σμέ­νος ἐ­πι­στη­μο­νι­κός ὅ­ρος. Εἶ­ναι λέ­ξη τῆς κα­θη­με­ρι­νῆς γλώσ­σας, ἡ ὁ­ποί­α ἐν τού­τοις δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πό τόν «ἁ­πλοι­κό» λό­γο, πού δέν ἔ­χει ἐ­πη­ρε­α­στεῖ. Μο­λο­νό­τι σή­με­ρα ἔ­χει με­τα­βλη­θεῖ οὐ­σι­α­στι­κά ἡ ση­μα­σί­α τῶν λέ­ξε­ων «με­τρῶ» στήν γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης καί «κα­τα­με­τρη­τέ­ος», πα­ρό­λα αὐ­τά. εἴ­μα­στε σέ θέ­ση νά τίς κα­τα­νο­ή­σου­με καί γιά τόν λό­γο αὐ­τό ἐ­πέ­λε­ξα ἕ­να τέ­τοι­ο πα­ρά­δειγ­μα. Οἱ λέ­ξεις μπο­ρεῖ ν’ ἄλ­λα­ξαν ση­μα­σί­α· δι­α­τή­ρη­σαν ὅ­μως κά­τι. Ἡ πα­λαι­ό­τε­ρη ση­μα­σί­α ἐ­ξα­κο­λου­θεῖ νά δι­α­φαί­νε­ται πα­ρά τή μο­νο­μέ­ρεια πού ἐ­πέ­βα­λε ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος.

Τέ­τοι­ες με­τα­βο­λές δέν ὑ­πέ­στη μό­νον ἡ ἔν­νοι­α με­μο­νω­μέ­νων λέ­ξε­ων ἀλ­λά καί ἡ ἐκ­φο­ρά τοῦ λό­γου ἐν συ­νό­λω. Ὁ βο­σκός δέν θά ἔ­λε­γε ἁ­πλῶς: «Λέν ἔ­χω με­τρή­σει τά χρό­νια μου, για­τί κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά μοῦ τά πά­ρει». Θά ἔ­δει­χνε πα­ρα­στα­τι­κά καί δι­ε­ξο­δι­κά τήν ἀν­τί­θε­ση ἀ­νά­με­σα σέ ὅ,τι ἔ­χει ἤ­δη κα­τα­με­τρη­θεῖ καί σέ ὅ,τι εἶ­ναι δυ­να­τόν νά κα­τα­με­τρη­θεῖ. Μέ τήν ἀν­τί­θε­ση αὐ­τή ἔ­γι­νε εὔ­λο­γη ἡ εἰ­κό­να. Αὐ­τοῦ τοῦ εἴ­ο­ους ἡ ἐ­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γί­α μᾶς εἶ­ναι οἰ­κεί­α ἀ­πό τήν ἀρ­χα­ϊ­κη λυ­ρι­κή ποί­η­ση. Τό λε­γό­με­νο Priamel ἐ­νι­σχύ­ει ἕ­ναν ἰ­σχυ­ρι­σμό πα­ρα­βάλ­λον­τας τόν μέ ἕ­ναν ἀν­τι-ι­σχυ­ρι­σμό. Ἄν θε­λή­σει κα­νείς νά πεῖ π.χ. πώς ὁ ἔ­ρω­τας εἶ­ναι δυ­να­τή φω­τιά, ἀρ­χί­ζει ἔ­τσι: «Κα­μιά φω­τιά, κα­νέ­να κάρ­βου­νο δέν μπο­ρεῖ νά κά­ψει τό­σο...». Ἀλ­λά γι’ αὐ­τό θά μι­λή­σου­με καί στή συ­νέ­χεια. Πρῶ­τα ὅ­μως ἐ­πεί­γει νά ποῦ­με τό ἑ­ξῆς: ὅ­που ἀ­να­πτύσ­σε­ται ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος, ἡ δο­μή γλώσ­σας με­τα­βάλ­λε­ται, ὄ­χι μό­νον ἐ­πει­δή δη­μι­ουρ­γοῦν­ται και­νούρ­γι­ες λέ­ξεις ἀλ­λά καί ἐ­πει­δή ἀλ­λά­ζει ἡ ση­μα­σί­α ἀρ­χαι­ό­τε­ρων λέ­ξε­ων καί τρο­πο­ποι­εῖ­ται ἡ σύν­τα­ξη. Ὅ­πως κά­θε γλώσ­σα ἔ­χει ἕ­να σύ­στη­μα καί ὅ­λες οἱ προ­τά­σεις γί­νον­ται κα­τα­νο­η­τές στίς ἀ­μοι­βαῖ­ες σχέ­σεις τους μέ­σα σ’ αὐ­τό τό σύ­στη­μα, ἔ­τσι καί ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα ἔ­χει τή δι­κή της δο­μή. Ὅ­λοι συμ­φω­νοῦ­με ὅ­τι ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα εἶ­ναι ἕ­να ἀ­πό τά με­γα­λύ­τε­ρα ἐ­πι­τεύγ­μα­τα τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τας καί γι’ αὐ­τό ἄλ­λω­στε ἀ­σχο­λού­μα­στε μα­ζί της. Ἀλ­λά τό ὅ­τι ἔ­πρε­πε νά πλη­ρώ­σου­με ἀ­κρι­βά τό κέρ­δος μας αὐ­τό, εἶ­ναι κά­τι πού θά τό μά­θου­με ἀ­πό τόν ἀρ­χαῖ­ο βο­σκό πρίν τόν ἀ­πο­χω­ρι­στοῦ­με. Ποι­ός δέν πα­ρα­τή­ρη­σε ὅ­τι ὁ λό­γος του εἶ­ναι πιό φυ­σι­κός ἀ­πό τόν δι­κό μας, πού εἶ­ναι τό­σο καλ­λι­ερ­γη­μέ­νος;

Στά δύ­ο πα­ρα­δείγ­μα­τα πού χρη­σι­μο­ποι­ή­σα­με, οἱ λέ­ξεις ἄ­πει­ρον καί «με­τρῶ» ἀ­πο­τέ­λε­σαν ὅ­ρους μί­ας ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γλώσ­σας, ἀ­πό τή στιγ­μή πού ἡ κα­τα­μέ­τρη­ση καί ἡ ἀ­ρίθ­μη­ση ἀ­πέ­κτη­σαν ση­μα­σί­α γιά μας, ἀ­πό τή στιγ­μή, δη­λα­δή, πού ἀ­πο­μο­νώ­σα­με τίς ἔν­νοι­ες τοῦ α­ριθ­μοῦ καί τοῦ μέ­τρου στή γλώσ­σα ἀ­πο­γυ­μνώ­νον­τάς τες ἀ­πό κά­θε συ­ναι­σθη­μα­τι­κή καί πρα­κτι­κή ἀ­να­φο­ρά. Ἐ­μᾶς, πού εἴ­μα­στε ἐ­ξοι­κει­ω­μέ­νοι μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες, δέν μᾶς ἐκ­πλήσ­σει πού μιά ἐπ­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα προ­ε­τοι­μά­ζει τό ἔ­δα­φος γιά τήν κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ. Πα­ρά τό γε­γο­νός ὅ­τι οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες πρῶ­τοι ἔ­φτα­σαν στήν κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ, σέ μᾶς φαί­νε­ται μᾶλ­λον ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος καί ὁ βο­σκός χρη­σι­μο­ποι­οῦ­σαν τίς λέ­ξεις ἄ­πει­ρον καί «με­τρῶ» μέ ἀ­σα­φῆ ση­μα­σί­α, κα­θώς δέν ἀ­να­γνω­ρί­ζου­με στίς λέ­ξεις αὐ­τές τήν ἔν­νοι­α πού σή­με­ρα πλέ­ον τούς προσ­δί­δου­με.

Τό ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή εἶ­ναι ὅ­τι ἡ ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ ὡς δυ­να­τό­τη­τα ὑ­πάρ­χει καί στήν πρω­τό­γο­νη γλώσ­σα. Δέν ὑ­πάρ­χει που­θε­νά ἀλ­λοῦ πα­ρά μό­νο στή γλώσ­σα και, ἀ­κό­μα κι ἄν δέν ἔ­χει ἀ­να­κα­λυ­φθεῖ, μπο­ρεῖ νά ἔρ­θει στό φῶς φυ­σι­κά καί ἀ­βί­α­στα.

Τό ἴ­διο συμ­βαί­νει καί μέ ἄλ­λες ἔν­νοι­ες, ὄ­χι μό­νον τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ. Φαί­νε­ται πώς ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ μί­α μα­κρά ἑ­νια­ία ἐ­ξέ­λι­ξη.

Καί στό ση­μα­σι­ο­λο­γι­κό πε­δί­ο τοῦ εἰ­δέ­ναι καί τοῦ γνῶ­ναι, οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἀ­πέ­σπα­σαν στα­δια­κά ἀ­πό τίς κα­θη­με­ρι­νές λέ­ξεις ὅ,τι τίς κα­θι­στοῦ­σε χρή­σι­μες καί γό­νι­μες στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλο­όσ­σα καί μά­λι­στα μέ τόν ἴ­διο τε­χνη­τό - καί ὅ­μως τό­σο φυ­σι­κό - τρό­πο.

Ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή λέ­ξη εἰ­δέ­ναι ση­μαί­νει οὐ­σι­α­στι­κά «ἔ­χω δεῖ». Πε­ρι­γρά­φει ἐ­πο­μέ­νως μό­νον τό ἀ­πο­τέ­λε­σμα μί­ας συγ­κε­κρι­μέ­νης ἐμ­πει­ρι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης - τήν ἥτ­τα, δη­λα­δή, πού ὑ­πέ­στη ἡ ὁ­ποί­α πνευ­μα­τι­κή ἀ­να­φο­ρά ὑ­πάρ­χει στό «βλέ­πω» - καί ἀρ­γό­τε­ρα, τήν κα­θα­ρά νο­η­τι­κή κα­τά­στα­ση τῆς γνώ­σης, ἀ­νε­ξάρ­τη­τα ἀ­πό τόν τρό­πο πού ἀ­πο­κτή­θη­κε. Ὅ­πως θά φα­νεῖ, ἡ γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μέ­σω τῆς ὁ­ρά­σε­ως ἦ­ταν πάν­τα ἕ­να εἶ­δος μον­τέ­λου ἐ­πί τῇ βά­σει τοῦ ὁ­ποί­ου οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες ἔ­τει­ναν νά ἑρ­μη­νεύ­ουν καί τή γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μ’ ἄλ­λους τρό­πους. Στόν Ὅ­μη­ρο (κυ­ρί­ως σ' αὐ­τόν, ἄν καί ἡ ἀρ­χι­κή ση­μα­σί­α δι­α­τη­ρή­θη­κε καί στούς με­τα­γε­νέ­στε­ρους) τό εἰ­δέ­ναι ση­μαί­νει «κα­τέ­χω». «ξέ­ρω», ὅ­πως τό savoir στά γαλ­λι­κά. Ἤ­δη στόν Ὅ­μη­ρο ἡ λέ­ξη εἶ­χε τό­σο εὐ­ρεί­α ση­μα­σί­α, ὥ­στε κα­τόρ­θω­σε στή συ­νέ­χεια νά κα­λύ­ψει τίς ἀ­νάγ­κες τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης. Καί ἀ­πο­τε­λεῖ ση­μαν­τι­κό ἐ­πί­τευγ­μα ὅ­τι σέ σχε­τι­κά πρώ­ι­μη ἐ­πο­χή προ­έ­κυ­ψε ἀ­πό τό ρῆ­μα ἤ εἰ­δι­κό­τε­ρη ση­μα­σί­α τῆς πνευ­μα­τι­κῆς/νο­η­τι­κῆς λει­τουρ­γί­ας.

Δι­α­φο­ρε­τι­κά εἶ­ναι τά πράγ­μα­τα μέ τή λέ­ξη γνῶ­ναι. Καί αὐ­τή ἀ­νή­κει ἀρ­χι­κά στή σφαί­ρα τῆς νο­η­τι­κῆς ἀν­τί­λη­ψης ἡ ὁ­ποί­α δι­α­μορ­φώ­θη­κε μέ­σω τῆς δρά­σε­ως· αὐ­τό ἰ­σχύ­ει ἤ­δη ἀ­πό τόν Ὅ­μη­ρο. Μιά συ­χνή (καί προ­φα­νῶς ἡ ἀρ­χι­κή) χρή­ση εἶ­ναι: τόν εἶ­δε καί τόν ἀ­να­γνώ­ρι­σε πώς ἦ­ταν ὁ Δι­ο­μή­δης, ἤ ἀ­κό­μα, πώς ἦ­ταν κά­ποι­ος θε­ός. Ἐ­πί­σης, ἡ Ἀ­ρή­τη ἀ­να­γνώ­ρι­σε τό ροῦ­χο πού ἡ ἴ­δια εἶ­χε φτιά­ξει. Πα­ράλ­λη­λα ὅ­μως ὑ­πάρ­χουν χρή­σεις ὅ­πως: ἀ­να­γνώ­ρι­σε ὅ­τι ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν εὐ­νο­ϊ­κή, δύ­σκο­λη, κ.λπ., χω­ρίς ὅ­μως νά ὑ­περ­βαί­νουν ὅ,τι πε­ρί­που μπο­ρεῖ νά ση­μαί­νει ἡ λέ­ξη sehen στά γερ­μα­νι­κά, π.χ. εἶ­δε πώς ἡ κα­τά­στα­ση ἦ­ταν σο­βα­ρή, κ.λπ. Στόν Ὅ­μη­ρο ὅ­μως τό γνῶ­ναι δέν ση­μαί­νει ἀ­κό­μα τήν ἑ­κού­σια δρα­στη­ρι­ό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που καί δέν ἔ­χει κα­μί­α σχέ­ση μέ τήν πο­ρεί­α πού ὁ Πλά­τω­νας πε­ρι­έ­γρα­ψε στό Συμ­πό­σιο, τά προ­σχε­δι­α­σμέ­να βή­μα­τα ἀ­πό τήν ἀ­βέ­βαι­η ὑ­πό­θε­ση στήν ἀ­λή­θεια. Τό γνῶ­ναι εἶ­ναι ρῆ­μα στόν ἀ­ό­ρι­στο χρό­νο, δη­λα­δή πε­ρι­γρά­φει κά­τι πού συ­νέ­βη σέ συγ­κε­κρι­μέ­νη χρο­νι­κή στιγ­μή, σάν νά πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά ἕ­να γε­γο­νός πού μου συμ­βαί­νει πα­ρά μιά ἀ­το­μι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα: ξαφ­νι­κά ἀ­να­γνω­ρί­ζω κά­ποι­ον πού συ­ναν­τῶ ἤ ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι ὅ­τι αὐ­τό εἶ­ναι ἕ­να τρα­πέ­ζι.

Τό ἴ­διο πρέ­πει νά ὑ­πο­θέ­σου­με καί γιά τό νο­εῖν, πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ἀ­πο­κτή­σει τή ση­μα­σί­α «σκέ­πτο­μαι». Στόν Ὅ­μη­ρο ση­μαί­νει «ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι», «βλέ­πω», «δι­α­βλέ­πω». Καί αὐ­τή ἡ λέ­ξη σχε­τί­ζε­ται μέ τήν ὅ­ρα­ση καί δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ, ὅ­πως τό γνῶ­ναι καί τό εἰ­δέ­ναι, τό μή νο­η­τι­κό πού πε­ρι­έ­χε­ται στήν νο­η­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη ἀ­πό τήν κα­θα­ρή νο­η­τι­κή ἀν­τί­λη­ψη. Ἐ­πί­σης, δη­λώ­νει τήν πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α πού εἶ­ναι ἄρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νη μέ τήν ὅ­ρα­ση. Ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ ὅ,τι ἀ­πο­τε­λεῖ τόν πυ­ρή­να καί τήν οὐ­σί­α του «βλέ­πω», για­τί ἡ ὅ­ρα­ση χω­ρίς ἀ­να­γνώ­ρι­ση, πα­ρα­τή­ρη­ση καί ὡς ἐκ τού­του γνώ­ση, εἶ­ναι ἄ­χρη­στη καί χω­ρίς νό­η­μα. Ἀλ­λά τό νο­εῖν δέν ἀ­να­φέ­ρε­ται στήν γνώ­ση πού ἀ­πο­κτή­θη­κε μέ τή βο­ή­θεια τῆς ὅ­ρα­σης. ὅ­πως τό εἰ­δέ­ναι οὔ­τε πε­ρι­γρά­φει τή δι­α­δι­κα­σί­α τῆς ταύ­τι­σης αὐ­τοῦ πού ἔ­χου­με δεῖ μέ ἄλ­λα ἤ­δη γνω­στά. Ἀ­να­φέ­ρε­ται σέ αὐ­τό πού μᾶς γί­νε­ται σα­φές με­τά ἀ­πό προ­σε­κτι­κή πα­ρα­τή­ρη­ση. Τά «βλέ­πω» καί «δι­α­βλέ­πω» εἶ­ναι ἀ­πο­δό­σεις πού δεί­χνουν πώς ἡ λέ­ξη ἀ­νή­κει στό λε­ξι­λο­γι­κό πε­δί­ο τοῦ «βλέ­πω· ὑ­περ­βαί­νει ὅ­μως τίς ση­μα­σί­ες αὐ­τές. Στόν Ὅ­μη­ρο ἡ λέ­ξη δέν δη­λώ­νει ἀ­κό­μα τήν πνευ­μα­τι­κή προ­σπά­θεια πού κα­τα­βάλ­λου­με γιά νά λύ­σου­με π.χ. ἕ­να πρό­βλη­μα, τήν ἰ­δι­αί­τε­ρη ἐ­κεί­νη πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, καί γι’ αὐ­τό εἴ­μα­στε ἀ­ναγ­κα­σμέ­νοι νά τό με­τα­φρά­σου­με μέ τό «σκέ­πτο­μαι» - ἄν καί με­ρι­κές φο­ρές πλη­σιά­ζει τή ση­μα­σί­α τοῦ «ἀν­τι­λαμ­βά­νο­μαι», «ἀ­να­λο­γί­ζο­μαι», «λαμ­βά­νω ὑ­πό­ψη»[1].

Τό γε­γο­νός πώς δέν ὑ­πάρ­χει στόν Ὅ­μη­ρο κα­μί­α λέ­ξη γιά τό «σκέ­πτο­μαι» καί τό γε­γο­νός πώς ἡ γνώ­ση δέν γί­νε­ται ἀ­κό­μα ἀν­τι­λη­πτή ὡς δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ὀ­φεί­λε­ται στό ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος δέν δι­α­θέ­τει ἀ­πο­λύ­τως κα­νέ­ναν ὄ­ρο γιά τή νό­η­ση ὡς πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ὡς γνω­στόν, ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­γνο­εῖ καί τήν ἀν­τί­θε­ση σώ­μα­τος καί πνεύ­μα­τος, κορ­μιοῦ καί ψυ­χῆς.

Αὐ­τό πού ἐ­μεῖς ὀ­νο­μά­ζου­με πνεῦ­μα ἤ ψυ­χή, δέν ἐμ­φα­νί­ζε­ται ἀ­κό­μη οὐ­σι­α­στι­κά δι­α­φο­ρο­ποι­η­μέ­νο ἀ­πό τό σῶ­μα, μό­νον πού ἡ σω­μα­τι­κό­τη­τά του πα­ρου­σι­ά­ζε­ται ἀρ­κε­τά πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νη. Ἡ ψυ­χή, πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ση­μά­νει καί γιά τούς ἀρ­χαί­ους Ἕλ­λη­νες ὅ,τι καί γιά μᾶς σή­με­ρα, εἶ­ναι ἡ πνο­ή πού κρα­τᾶ τόν ἄν­θρω­πο στή ζω­ή (αὐ­τή εἶ­ναι ἡ μο­να­δι­κή της λει­τουρ­γί­α στόν Ὅ­μη­ρο καί δέν σχε­τί­ζε­ται μέ τή σκέ­ψη καί τίς αἰ­σθή­σεις). Με­τά τόν θά­να­το ἡ ψυ­χή κα­τε­βαί­νει σάν σκιά στόν Ἅ­δη. Ὁ νό­ος, τό ὄρ­γα­νο τοῦ νο­εῖν, εἶ­ναι τρό­πον τι­νά ἕ­νας «ἐ­σω­τε­ρι­κός ὀ­φθαλ­μός». Ὁ Ὅ­μη­ρος δέν μᾶς λέ­ει μέ σα­φή­νεια ποῦ τόν το­πο­θε­τεῖ ἤ πῶς τόν φαν­τά­ζε­ται. Τοῦ ἀ­πο­δί­δει ὅ­μως ὀ­πτι­κές λει­τουρ­γί­ες: ὁ σκο­πός του εἶ­ναι νά ἀν­τι­λαμ­βά­νε­ται, νά βλέ­πει, νά δι­α­βλέ­πει.

Ἄν τό νο­εῖν στόν Ὅ­μη­ρο δέν συ­νε­πά­γε­ται τήν πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, τό­τε ἔ­τσι ἴ­σως ἐ­ξη­γεῖ­ται μιά ἀ­κό­μα ὁ­μη­ρι­κή φρά­ση πού, ὅ­σο γνω­ρί­ζω, δέν ἔ­χει μέ­χρι σή­με­ρα ἐρ­μη­νευ­τεῖ. Ἐ­μεῖς σή­με­ρα ἐν­το­πί­ζου­με τή σκέ­ψη στό κε­φά­λι καί οὐ­σι­α­στι­κά τήν αἰ­σθα­νό­μα­στε στό κε­φά­λι με­τά ἀ­πό ἔν­το­νη πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Στόν Ὅ­μη­ρο ὅ­μως τό νο­εῖν κι ὅ­λα ὁ­σα ἔ­χουν νά κά­νουν μέ τόν νοῦν, συν­δέ­ον­ται μέ τό δι­ά­φραγ­μα, μέ τίς φρέ­νες. Αυ­τό. ὅ­σο ὁ ἴ­διος γνω­ρί­ζω καί ὄ­πως πλη­ρο­φο­ρή­θη­κα καί ἀ­πό ἄλ­λους, δέν μπο­ροῦ­με νά τό ἑρ­μη­νεύ­σου­με ὅ­σο ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε τό νο­εῖν ὡς «σκέ­πτο­μαι». Κα­τα­λα­βαί­νου­με ὅ­μως πο­λύ κα­λά για­τί οἱ φρέ­νες συμ­με­τέ­χουν στή δι­α­δι­κα­σί­α αὐ­τή, ἄν τό νο­εῖν ση­μαί­νει ὅ,τι καί τό ὁ­μη­ρι­κό γνῶ­ναι: πρό­κει­ται μᾶλ­λον γιά ἕ­να συμ­βάν. Ἄν τό νο­εῖν ἀ­πο­τε­λεῖ ἕ­να εἶ­δος ἀν­τί­λη­ψης πού «συμ­βαί­νει» στόν ἄν­θρω­πο σάν ἕ­να ἤ­πιο σόκ. τό­τε μπο­ροῦ­με νά κα­τα­λά­βου­με κα­λά για­τί τόν χτυ­πᾶ στό δι­ά­φραγ­μα[2].

Πα­ράλ­λη­λα ἄς ση­μει­ώ­σου­με ὅ­τι τά ρή­μα­τα πράτ­τω καί ποι­ῶ στόν Ὅ­μη­ρο συ­νε­πά­γον­ται πο­λύ μι­κρό­τε­ρη δρα­στη­ρι­ό­τη­τα ἀ­π’ ὅ,τι τά ἀν­τί­στοι­χα δι­κά μας. Πράτ­τω ση­μαί­νει οὐ­σι­α­στι­κά «περ­νῶ ἕ­ναν δρό­μο». Ὅ­μως τό ὅ­τι ἡ λέ­ξη ση­μαί­νει λι­γό­τε­ρο τήν προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια καί πε­ρισ­σό­τε­ρο τό ὅ­τι κά­τι «πη­γαί­νει κα­λά», τό ἀ­πο­δει­κνύ­ει καί ἡ φρά­ση εὖ πράτ­τω πού σώ­θη­κε στήν ἀτ­τι­κή δι­ά­λε­κτο. Ἔ­τσι τώ­ρα μπο­ροῦ­με νά συ­σχε­τί­σου­με τό τεύ­χειν (πα­ρά­γω κά­τι) μέ τό τυ­χεῖν (συμ­βαί­νει κά­τι) κα­τά τόν τρό­πο πού τό φεύ­γειν σχε­τί­ζε­ται μέ τό φυ­γεῖν. Καί μο­λο­νό­τι ὁ Boisacq πι­στεύ­ει πώς ἡ ση­μα­σί­α τους δέν συ­νη­γο­ρεῖ στή σύν­δε­σή τους, οἱ με­το­χές ὅ­μως τε­τυγ­μέ­νος καί τε­τυ­χώς - «εὐ­τυ­χής» ἤ «κα­λο­φι­αγ­με­νος» - δεί­χνουν ὅ­τι τό τεύ­χειν δέν ση­μαί­νει τό­σο τήν προ­σω­πι­κή προ­σπά­θεια ὅ­σο τήν ἐ­πι­τυ­χῆ ἐ­ξέ­λι­ξη.

Αὐ­το τό στοι­χεῖ­ο τῆς προ­σω­πι­κῆς πνευ­μα­τι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας πού ἀ­πο­τε­λεῖ τή βά­ση κά­θε ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς καί φι­λο­σο­φι­κῆς ἀν­τι­με­τώ­πι­σης τοῦ κό­σμου λεί­πει καί ἀ­πό ἄλ­λα ρή­μα­τα πού δέν προ­έρ­χον­ται ἀ­πό τή σφαί­ρα τοῦ «βλέ­πω». Στή σφαί­ρα τοῦ «ἀ­κού­ω» ἀ­νή­κει τό ρῆ­μα συ­νι­έ­ναι πού ἀρ­γό­τε­ρα θά ἀ­πο­κτή­σει τή ση­μα­σί­α «κα­τα­λα­βαί­νω». Ὅ­μως ἡ ση­μα­σί­α τοῦ συ­νι­έ­ναι στόν Ὅ­μη­ρο δέν ξε­περ­νᾶ τά ὅ­ρια τῆς κα­τα­νό­η­σης μιᾶς λέ­ξης ἤ φρά­σης. Τό συ­νι­έ­ναι δέν ση­μαί­νει ἀ­κό­μα καί σέ αὐ­τά τά συμ­φρα­ζό­με­να τήν κα­θα­ρά θε­ω­ρη­τι­κή κα­τα­νό­η­ση ἀλ­λά ἁ­πλῶς «ἀ­κού­ω κά­ποι­ον καί τόν ἀ­κο­λού­θῶ σέ ἀ­πό­στα­ση τέ­τοι­α ὥ­στε νά μπο­ρῶ νά τόν ἀ­κού­ω».

Ἀ­πό ἕ­ναν ἄλ­λο πά­λι χῶ­ρο προ­έρ­χε­ται ἡ λέ­ξη ἐ­πί­στα­σθαι ἀ­πό τήν ὁ­ποί­α πα­ρά­γε­ται ἡ ἐ­πι­στή­μη, ὁ πλα­τω­νι­κός ὅ­ρος γιά τή γνώ­ση. Ἐ­πί­στα­σθαι στόν Ὅ­μη­ρο ση­μαί­νει «ξέ­ρω κά­τι» καί συ­νε­πά­γε­ται τή γνώ­ση πού ἀ­φο­ρᾶ σέ πρα­κτι­κές δρα­στη­ρι­ό­τη­τες. Ἀ­να­φέ­ρε­ται ἐ­πί­σης σέ τε­χνι­κές δε­ξι­ό­τη­τες, σέ ὅ­λες τίς τέ­χνες κα­θώς καί στόν λό­γο καί σέ κα­τα­στά­σεις πού μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἀν­τι­με­τω­πί­σει. Στό ἴ­διο πε­δί­ο τῶν πρα­κτι­κῶν δε­ξι­ο­τή­των ἀ­νή­κει καί ἡ λέ­ξη σο­φός πού χα­ρα­κτη­ρί­ζει τόν ἐ­πι­δέ­ξιο σέ κά­ποι­ο χει­ρο­τέ­χνη­μα, πρό πάν­των αὐ­τόν πού κα­τέ­χει μιά τέ­χνη ἡ ὁ­ποί­α ἐν­τάσ­σε­ται στά πλαί­σια τῆς πρώ­ι­μης οἰ­κο­τε­χνί­ας· ση­μαί­νει τόν εἰ­δι­κό πού εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τος γιά τήν κοι­νό­τη­τα, τόν δη­μι­ουρ­γόν.

Τό πώς αὐ­τοί οἱ τρό­ποι κα­τά­κτη­σης τῆς γνώ­σης στόν Ὅ­μη­ρο ἐ­πε­νερ­γοῦν στή ζω­ή τῶν ἀν­θρώ­που, τό δεί­χνει ἡ μορ­φή τοῦ Ὀ­δυσ­σέ­α, τοῦ δι­α­νο­ού­με­νου, ἄν μπο­ροῦ­με νά χρη­σι­μο­ποι­ή­σου­με τόν ὅ­ρο αὐ­τό γιά τόν ὁ­μη­ρι­κό κό­σμο. Ὁ Ὀ­δυσ­σέ­ας εἶ­δε πολ­λά καί ἔ­μα­θε πολ­λά. Εἶ­ναι ἐ­κτός αὐ­τοῦ ὁ πο­λυ­μή­χα­νος, ὁ ἱ­κα­νός νά ἐ­νερ­γή­σει μέ τούς πιό πρω­τό­τυ­πους τρό­πους, ἐν τέ­λει εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος πού μπο­ρεῖ νά ἀ­κού­σει τή φω­νή τῆς θε­ᾶς Ἀ­θη­νᾶς, τῆς προ­στά­τι­δάς του. Δέν ἀ­πέ­κτη­σε τήν γνώ­ση μέ­σω τῆς ὁ­ρά­σε­ως οὔ­τε τό πλῆ­θος τῶν ἐμ­πει­ρι­ῶν του μέ δι­κή του δρα­στη­ρι­ό­τη­τα καί προ­σω­πι­κή ἔ­ρευ­να. Μᾶλ­λον αὐ­τά συ­νέ­ζη­σαν σέ ἐ­κεῖ­νον, ὅς μά­λα πολ­λά/πλάγ­χθη. Δέν ἔ­χου­με νά κά­νου­με μέ τόν Σό­λω­να, γιά τόν ὁ­ποῖ­ο ὁ Ἡ­ρό­δο­τος λέ­ει πώς πρῶ­τος τα­ξί­δε­ψε θε­ω­ρί­ης ἕ­νε­κεν. Στόν Ὀ­δυσ­σέ­α ἡ πο­λυ­γνω­σί­α το­πο­θε­τεῖ­ται στό ἐ­πί­πε­δό του ἐ­πί­στα­σθαι καί δι­α­κρί­νε­ται ἀ­πό τή δρά­ση του κα­τά τρό­πο ἀ­ξι­ο­ση­μεί­ω­το. Τό γε­γο­νός αὐ­τό πε­ρι­ο­ρί­ζει τή δρά­ση του στήν ἐ­ξεύ­ρε­ση μέ­σων προ­κει­μέ­νου νά ἐ­πι­τύ­χει κά­ποι­ο συγ­κε­κρι­μέ­νο σκο­πό, νά σώ­ζει δη­λα­δή τή ζω­ή τῶν συν­τρό­φων του καί τή δι­κή του. Καί στό ἐ­πι­πε­δο τῆς κα­τα­νό­η­σης καί τῆς ἑρ­μη­νεί­ας, ὁ Ὄ­δυσ­σέ­ας κα­τα­νο­εῖ ἁ­πλῶς, ὅ­πως καί κά­θε ὕ­παρ­ξη στόν Ὅ­μη­ρο, τούς λό­γους πού δι­α­τυ­πώ­νον­ται μέ σα­φή­νεια. Σέ πε­ρί­πτω­ση πού γε­γο­νό­τα, πρά­ξεις, ἄν­θρω­ποι δέν δη­λώ­νουν ἄ­με­σα τί ση­μαί­νουν, ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἐν­νοι­ά τους, τό­τε μπο­ρεῖ νά τά κα­τα­στή­σει σα­φῆ ἕ­νας θε­ός μι­λών­τας μέ λό­για κα­τα­νο­η­τά, μπο­ρεῖ π.χ. νά τά ἀ­να­κοι­νώ­σει σέ ἕ­ναν προ­φή­τη καί αὐ­τός μέ τή σει­ρά του νά τά πεῖ στούς ἄλ­λους ἤ μπο­ρεῖ νά τά πεῖ ἡ Μού­σα στόν ποι­η­τή. Ὅ­μως οὔ­τε ὁ προ­φή­της εἶ­ναι σέ θέ­ση νά ἐ­ρευ­νή­σει τό σκο­τει­νό μέλ­λον οὔ­τε ὁ ποι­η­τής προ­σπα­θεῖ νά φέ­ρει στό φῶς μιά κρυμ­μέ­νη ἀ­λή­θεια· ὁ μέν προ­φή­της μα­θαί­νει τό πα­ρελ­θόν, τό πα­ρόν καί τό μέλ­λον πού ὁ θε­ός τοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτει, ὁ δέ ποι­η­τής ἀ­να­κοι­νώ­νει μό­νον ὅ,τι ἡ Μού­σα τοῦ γνω­στο­ποι­εῖ. Οἱ θε­οί τά γνω­ρί­ζουν ὅ­λα, τά ἔ­χουν δεῖ ὅ­λα καί εἶ­ναι παν­τα­χοῦ πα­ρόν­τες (ὅ­πως λέ­γε­ται στή Β ρα­ψω­δί­α τῆς Ἰ­λιά­δας [στ. 485-486]). Ἡ πνευ­μα­τι­κή δυ­να­τό­τη­τα βα­σί­ζε­ται καί στίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις στή γνώ­ση πού κα­τέ­χει ἡ θε­ό­τη­τα. Στήν πε­ρι­πτω­ση τῶν Μου­σῶν ὁ Ὅ­μη­ρος ἀ­πο­δί­δει τή γνώ­ση τους αὐ­τή στό γε­γο­νός ὅ­τι ὑ­πῆρ­ξαν αὐ­τό­πτεις μάρ­τυ­ρες ὅ­σων με­τα­δί­δουν στόν ποι­η­τή.

Ἡ εἰ­κό­να τοῦ ἄν­θρώ­που πού ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες, πού σκέ­πτε­ται καί ἐ­ρευ­νᾶ, γί­νε­ται δυ­να­τή, ὅ­ταν ὁ ἄν­θρω­πος ἀρ­χί­ζει νά συλ­λαμ­βά­νει τό πνεῦ­μα «πιό ἀ­φαι­ρε­τι­κά». Τί ση­μαί­νει ὅ­μως «ἀ­φαι­ρε­τι­κά»; Εἶ­ναι πλέ­ον κοι­νό­το­πη ἡ δι­α­πί­στευ­ση ὅ­τι ἡ ἀ­φαί­ρε­ση εἶ­ναι ἀ­πα­ραί­τη­τη στήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη καί τόν λό­γο. Ἤ­δη τό ζή­τη­μα αὐ­τό τό θί­ξα­με, ὅ­ταν μι­λή­σα­με γιά τό ἄ­πει­ρον του Ἀ­να­ξι­μάν­δρου, κα­θώς ἐ­πί­σης γιά τήν ἔν­νοι­α τοῦ «μέ­τρου», τή γνώ­ση καί τή σκέ­ψη. Τό θέ­μα ὁ­λό­κλη­ρου του κε­φα­λαί­ου αὐ­τοῦ θά μπο­ροῦ­σε νά ἐ­ξαν­τλη­θεῖ στήν πρό­τα­ση: οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες δη­μι­ούρ­γη­σαν μιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα κα­τα­σκευ­ά­ζον­τας ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά - ἄν εἶ­ναι βέ­βαι­α δυ­να­τόν νά προσ­δι­ο­ρί­σου­με τή δι­α­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή ἀ­νά­με­σα στά συγ­κε­κρι­μέ­να καί τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά. Πι­στεύ­ω πώς θά ἦ­ταν κα­λύ­τε­ρο νά μι­λή­σου­με γιά στα­δια­κή με­τά­βα­ση ἀ­πό πιό συγ­κε­κρι­μέ­να σέ πιό ἀ­φαι­ρε­τι­κά στά­δια. Ἄν, ὅ­πως φά­νη­κε ἀ­πό τά δυ­ό-τρί­α πα­ρα­δείγ­μα­τα, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­μο­νω­θεῖ ἀ­βί­α­στα ἡ πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α ἀ­πό τίς φρά­σεις τῆς γλώσ­σας, τό­τε ἡ γλώσ­σα πρέ­πει νά εἶ­ναι ἕ­νας πο­λύ­πλο­κος ὀρ­γα­νι­σμός, ἱ­κα­νός νά πα­ρα­γά­γει ἀ­πό τόν ἴ­διο της τόν ἑ­αυ­τό κά­τι δι­α­φο­ρε­τι­κό. Ἀλ­λά γιά νά δοῦ­με ἄν ἡ μο­νο­μέ­ρεια στόν ἐ­πι­στη­μο­νι­κό λό­γο, μ’ ἄλ­λα λό­για ἄν μιά ἀ­πό τίς ἀρ­χές του - ἡ ὁ­ποί­α, μο­λο­νό­τι ὑ­πάρ­χει σέ κά­ποι­ο βαθ­μό καί στήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα, ἀ­να­δει­κνύ­ε­ται ὁ­μως κα­τε­ξο­χήν στήν ἀ­νε­πτυγ­μέ­νη σκέ­ψη τῶν Ἑλ­λή­νων - εἶ­ναι πράγ­μα­τι συμ­πα­γής, πρέ­πει νά με­λε­τή­σου­με προ­σε­κτι­κά πώς ἡ τά­ση γιά ἀ­φαί­ρε­ση εἶ­χε ὡς ἀ­πο­τέ­λε­σμα νά κα­τα­στοῦν κά­ποι­ες γλωσ­σι­κές δο­μές τῶν ἀρ­χαί­ων ἑλ­λη­νι­κῶν κα­τάλ­λη­λες γιά νά ἐκ­φρά­σουν τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή σκέ­ψη.

Νο­μί­ζω πώς ὑ­πάρ­χουν τρεῖς τρό­ποι πα­ρα­γω­γῆς ἀ­φη­ρη­μέ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν. Ὁ πρῶ­τος εἶ­ναι ἡ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση ὅ­πως τήν εἴ­δα­με στό ἅ­πει­ρον τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου. Ὁ δεύ­τε­ρος συ­νί­στα­ται στή με­τε­ξέ­λι­ξή του χα­ρα­κτη­ρι­σμοῦ ἑ­νός ὀρ­γά­νου σέ χα­ρα­κτη­ρι­σμό τῆς λει­τουρ­γί­ας του. Π.χ. ὅ­ταν λέ­με ὅ­τι κά­ποι­ος ἔ­χει γε­ρό κε­φά­λι, ἐν­νο­οῦ­με ὅ­τι ἔ­χει γε­ρό μυα­λό ἤ δι­α­θέ­τει σω­στή σκέ­ψη. Ὁ τρί­τος τρό­πος εἶ­ναι ἡ με­τα­τρο­πή ταν κυ­ρί­ων ὀ­νο­μά­των, θε­ῶν ἤ δαι­μό­νων, σέ ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά. Στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά οἱ ἐ­πι­στη­μο­νι­κοί ὅ­ροι δη­μι­ουρ­γή­θη­καν - ὅ­σον ἀ­φο­ρᾶ στά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά - καί μέ τούς τρεῖς αὐ­τούς τρό­πους.

Τόν πρῶ­το τρό­πο ἀ­κο­λού­θη­σε ὁ Ἀ­να­ξί­μαν­δρος μέ τό ἄ­πει­ρον καί εἴ­δα­με ὅ­τι στην πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή ἡ ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη ἐκ­φρά­στη­κε μέ την οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του. Ἡ ἐ­ξέ­λι­ξη αὐ­τή ση­μαί­νει κα­τ’ οὐ­σί­αν ὅ­τι κά­τι πού εἶ­χε ἀρ­χι­κά μί­α ὑ­λι­κή ὑ­πό­στα­ση με­τα­τρέ­πε­ται σέ ἀν­τι­κεί­με­νο - ἀν­τι­κεί­με­νο, βέ­βαι­α, πού δέν τό ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε ὡς ὑ­λι­κή ὀν­τό­τη­τα, ἀλ­λά πού μπο­ροῦ­με μό­νο νά τό σκε­φτοῦ­με, σέ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς σκέ­ψης μας. Καί ἐ­δῶ φαί­νε­ται κα­θα­ρά ἡ ση­μα­σί­α τῆς λέ­ξης «οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση».

Τί ση­μαί­νει ἡ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του γιά τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη καί τήν πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα, θά τό δι­ευ­κρι­νή­σου­με μέ με­ρι­κά ἀ­κό­μα πα­ρα­δείγ­μα­τα ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου, τά ὁ­ποῖ­α δέν σχε­τί­ζον­ται τό­σο ἄ­με­σα μέ τήν ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα.

Ὁ Ἡ­ρό­δο­τος δι­η­γεῖ­ται τήν ἱ­στο­ρί­α τοῦ ζα­σι­λιᾶ τῆς Λυ­δί­ας Κροί­σου, ὁ ὁ­ποῖ­ος ρώ­τη­σε τόν Σό­λω­να τόν Ἀ­θη­ναῖ­ο ποι­ός εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νος ἄν­θρω­πος. Ὁ Σό­λω­νας (καί αὐ­τή εἶ­ναι ἐν πά­ςῃ πε­ρι­πτώ­σει ἡ ἐκ­δο­χή πού μπο­ροῦ­με νά θε­ω­ρή­σου­με ὡς τήν πα­λαι­ό­τε­ρη) κα­το­νό­μα­σε ἕ­ναν ἁ­πλό χω­ρι­κό της Ἀτ­τι­κῆς, τόν Τέλ­λο, ἐ­νῶ ὁ Κροῖ­σος, ὁ πλού­σιος καί ἰ­σχυ­ρός βα­σι­λιάς, πε­ρί­με­νε φυ­σι­κά νά ἀ­κού­σει τ’ ὄ­νο­μά του.

Ἡ ἱ­στο­ρί­α θέ­λει νά δεί­ξει τή δι­α­φο­ρά ἀ­νά­με­σα στή φαι­νο­με­νι­κή εὐ­τυ­χί­α καί τήν ἀ­λη­θι­νή. Ὁ Σό­λω­νας λέ­ει πώς κα­νείς δέν μπο­ρεῖ νά ἀ­ξι­ω­θεῖ τόν χα­ρα­κτη­ρι­σμό «εὐ­τυ­χής» πρίν τό τέ­λος τῆς ζω­ῆς του.

Καί ὁ Κροῖ­σος ἀ­να­γνω­ρί­ζει τήν ἀ­λή­θεια τῶν λό­γων τοῦ Σό­λω­να, ὅ­ταν πιά ἔ­χει χά­σει τό πλού­σιο βα­σί­λει­ό του καί βρί­σκε­ται πά­νω στήν πυ­ρά.

Γε­νι­κά θε­ω­ροῦ­με εὐ­τυ­χῆ ἕ­ναν ἰ­σχυ­ρό βα­σι­λιά στό ἀ­πό­γει­ο της δό­ξας του. Ἀλ­λά μπο­ρεῖ νά τε­θεῖ τό ἐ­ρώ­τη­μα ἄν εἶ­ναι «ὄν­τως» εὐ­τυ­χής κα­νείς, ὅ­ταν τοῦ ἀ­πο­δί­δε­ται τό ἐ­πί­θε­το αὐ­τό μ’ ὅ­λη τή ση­μα­σί­α του. Ἕ­νας μέ­σος ἄν­θρω­πος μπο­ρεῖ νά εἶ­ναι «πραγ­μα­τι­κά» εὐ­τυ­χι­σμέ­νος.

Πί­σω ἀ­πό αὐ­τήν τή δι­α­πί­στω­ση προ­βάλ­λει τό ἐ­ρώ­τη­μα ποι­ά εἶ­ναι ἡ ἀ­λη­θι­νή εὐ­δαι­μο­νί­α, αὐ­τό πού κά­νει τόν εὐ­δαί­μο­να εὐ­δαί­μο­να. To ἐ­ρώ­τη­μα «ποι­ός εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χι­σμέ­νος;» προ­κα­λεῖ τήν ἑ­πό­με­νη ἐ­ρώ­τη­ση: «ποι­ά εἶ­ναι ἡ πραγ­μα­τι­κή εὐ­τυ­χί­α; Τί εἶ­ναι ἡ εὐ­τυ­χί­α;» Τό ἐ­ρώ­τη­μα γιά τό πρό­σω­πο θά ἐ­ξε­λι­χθεῖ τε­λι­κά σέ ἐ­ρώ­τη­μα γιά τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό.

Ἄν ὅ­μως ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γεῖ­ται ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. τό «εὐ­τυ­χές», καί πα­ρά­γε­ται ὅ­πως τό ἄ­πει­ρον του Ἀ­να­ξι­μάν­δρου, μέ οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του, τό­τε καί στίς δύ­ο πε­ρι­πτώ­σεις ἡ ση­μα­σί­α τῆς νέ­ας αὐ­τῆς λέ­ξης προ­ϋ­πο­θέ­τει τή βα­σι­κή ση­μα­σί­α τοῦ ἐ­πι­θέ­του. «Ἄ­πει­ρο» μέ τή ση­μα­σί­α τοῦ «ὄν­τως ἀ­πεί­ρου» καί «εὐ­τυ­χές» μέ τή ση­μα­σί­α τοῦ «ἀ­πο­λύ­τως εὐ­τυ­χοῦς» εἶ­ναι ἤ­δη κά­τι πού ὑ­περ­βαί­νει τήν «ἁ­πλο­ϊ­κή», προ­ε­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα. Ἔ­τσι ὅ­μως ἔ­χου­με ἕ­να ἀ­κό­μα ἀν­τι­κεί­με­νο, π.χ. τό ἄ­πει­ρο, τό εὐ­τυ­χές, ἡ ὕ­παρ­ξη τοῦ ὁ­ποί­ου μπο­ρεῖ νά τε­θεῖ ὑ­πό ἀμ­φι­σβή­τη­ση.

Στίς δι­η­γή­σεις γιά τούς Ἑ­πτά Σο­φούς - στούς ὁ­ποί­ους συγ­κα­τα­λέ­γον­ται τό­σο ὁ Σό­λω­νας ὅ­σο καί ὁ Θα­λῆς. ὁ δά­σκα­λος τοῦ Ἀ­να­ξί­μαν­δρου – συ­ναν­τοῦ­με συ­χνά τέ­τοι­ες ἐ­ρω­τή­σεις ὑ­πό τόν τύ­πο αἰ­νίγ­μα­τος. Κά­ποι­ες δέν ζη­τοῦν μό­νον τό πρό­σω­πο πού ἔ­χει μιά συγ­κε­κρι­μέ­νη ἰ­δι­ό­τη­τα σέ ἕ­ναν ἰ­δι­αί­τε­ρο βαθ­μό ἀλ­λά καί τό πρᾶγ­μα πού δι­α­θέ­τει κά­ποι­α ἰ­δι­ό­τη­τα: «Ποι­ό εἶ­ναι τό κα­λύ­τε­ρο;», «ποι­ό εἶ­ναι τό πα­λαι­ό­τε­ρο;», «ποι­ό εἶ­ναι τό δι­και­ό­τε­ρο;», κ.λπ. Τέ­τοι­ες ἐ­ρω­τή­σεις ὁ­δη­γοῦν κα­τ’ ἀ­νάγ­κη στόν ὁ­ρι­σμό: «Ποι­ό εἶ­ναι τό κα­λό;», «ποι­ό εἶ­ναι τό δί­και­ο;» Αὐ­τοῦ του εἴ­δους, ἐν πά­ςῃ πε­ρι­πτώ­σει. οἱ πνευ­μα­τώ­δεις ἀλ­λά καί βα­θυ­στό­χα­στες ἱ­στο­ρί­ες μᾶς πα­ρα­δί­δον­ται ἀ­μέ­σως με­τά τήν ἐ­πο­χή τῶν Ἑ­πτά Σο­φῶν. Τό ση­μαν­τι­κό στίς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές ἔγ­κει­ται στό ὅ­τι κά­τι πα­ρου­σι­ά­ζε­ται νά ἔ­χει μιά ἰ­δι­ό­τη­τα τήν ὁ­ποί­α κα­νείς δέν τοῦ ἀ­να­γνώ­ρι­ζε ὡς τό­τε. Ἐ­πί­σης, στό ὅ­τι στίς ἱ­στο­ρί­ες αὐ­τές δι­α­μορ­φώ­νε­ται μιά σχε­τι­κά σα­φής εἰ­κό­να τῆς ἰ­δι­ό­τη­τας στήν ὁ­ποί­α ἀ­να­φέ­ρον­ται. Κά­τι πα­ρό­μοι­ο π.χ. ἔ­χου­με καί στόν μύ­θο τοῦ Αἰ­σώ­που καί στό λα­ϊ­κό ἀ­νά­γνω­σμα τοῦ ἀ­γώ­να τοῦ Ὁ­μή­ρου καί Ἡ­σι­ό­δου[3], τά ὁ­ποῖ­α ἀ­νά­γον­ται στόν 6ο αἰ­ώ­να π.Χ. Τά ἐ­ρε­θι­στι­κά ἐ­ρω­τή­μα­τα ὑ­πό τόν τύ­πο αἰ­νίγ­μα­τος, πού ἀ­πο­σκο­ποῦν στήν κα­τά­κτη­ση νέ­ων γνώ­σε­ων, δεί­χνουν πώς οἱ γνώ­σεις αὐ­τές δέν πρέ­πει νά πα­ρου­σι­ά­ζον­ται ἄ­με­σα καί νά ἐ­πι­βάλ­λον­ται ἀλ­λά πρέ­πει νά κα­τα­βάλ­λε­ται προ­σπά­θεια προ­κει­μέ­νου νά ἀ­να­ζη­τη­θοῦν καί νά ἀ­νευ­ρε­θοῦν. Ἡ γνώ­ση συ­νε­πά­γε­ται ἑ­πο­μέ­νως πνευ­μα­τι­κή δρα­στη­ρι­ό­τη­τα. Ἀ­πό ἐ­δῶ ξε­κι­νᾶ ἡ ἔ­ρευ­να, ἡ βά­σα­νος γιά τήν ἀ­λή­θεια.

Ἄν πα­ραλ­λη­λί­σου­με τά λε­γό­με­να πού δια­ρκῶς πε­ρι­πλέ­κον­ται: ὁ Κροῖ­σος εἶ­ναι εὐ­τυ­χής... εἶ­ναι εὐ­τυ­χέ­στε­ρος... εἶ­ναι ὁ πιό εὐ­τυ­χής, εὐ­τυ­χί­α εἶ­ναι νά κα­τέ­χει κα­νείς αὐ­τό κι ἐ­κεῖ­νο, ἡ εὐ­τυ­χί­α συ­νί­στα­ται στό νά.... τό­τε φαί­νε­ται κα­θα­ρά πώς τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό «εὐ­τυ­χί­α» προ­κύ­πτει ἀ­πό τό γε­γο­νός ὅ­τι τό ἐ­πί­θε­το «εὐ­τυ­χής» μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­ξει ὡς κα­τη­γο­ρού­με­νο[4] καί ἡ ἔν­νοι­α «εὐ­τυ­χής», ἀ­πό την πλευ­ρά της, μπο­ρεῖ νά ἀ­πο­τε­λέ­σει τό ἀν­τι­κεί­με­νο μί­ας φρά­σης ὅ­πως ἡ ἀ­κό­λου­θη: «Τό νά εἶ­ναι κά­νεις εὐ­τυ­χής ση­μαί­νει...». Μέ τόν ἴ­διο τρό­πο ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή γλώσ­σα μπο­ρε­ϊ νά χει­ρι­στεῖ καί τά ρή­μα­τα. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο προ­σπα­θεῖ νά «ἐκ­μαι­εύ­σει» ση­μα­σί­ες: ἔ­τσι μπο­ρεῖ κα­νείς νά μι­λᾶ γιά τό βλέ­πειν, τό σκέ­πτε­σθαι, κ.λπ. Καί ἔ­τσι δη­μι­ουρ­γοῦν­ται ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θώς τό ἀ­πα­ρέμ­φα­το τοῦ ρή­μα­τος, πού δέν εἶ­ναι οὐ­σι­α­στι­κό, με­τα­τρέ­πε­ται μέ τή βο­ή­θεια τοῦ ἄρ­θρου σέ οὐ­σι­α­στι­κό. Καί ἄλ­λοι ρη­μα­τι­κοί τύ­ποι πού δέν ἀ­παν­τοῦν ὡς verba finita μπο­ροῦν νά οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­η­θοῦν, π.χ. οἱ με­το­χές πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται πο­λύ συ­χνά στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή φαί­νε­ται πώς τά ὅ­ρια ἀ­νά­με­σα στά ἀ­φη­ρη­μέ­να καί συγ­κε­κρι­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά εἶ­ναι ρευ­στά. Ὅ­ταν λέ­ω «τό βλέ­πον» ἐν­νο­ῶ τά μά­τια, τό ὄρ­γα­νο, πού ἀ­ναμ­φί­βο­λα εἶ­ναι συγ­κε­κρι­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. Μπο­ρῶ ὅ­μως νά μι­λῶ γιά «τό βλέ­πον» καί νά ἐν­νο­ῶ τή λει­τουρ­γί­α τοῦ μα­τιοῦ. Ἔ­τσι «τό βλέ­πον» προ­σεγ­γί­ζει αὐ­τό πού δη­λώ­νει «τό βλέ­πειν». Ἡ γλώσ­σα τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης στά ἀρ­χαῖ­α ἑλ­λη­νι­κά δη­μι­ούρ­γη­σε ἀ­πό τήν ἐ­πο­χή τῶν Σο­φι­στῶν ἕ­να πλῆ­θος ρη­μα­τι­κῶν οὐ­σι­α­στι­κῶν, τά ὁ­ποῖ­α κα­τά τήν ση­μα­σί­α προ­σεγ­γί­ζουν τά οὐ­σι­α­στι­κο­ποι­η­μέ­να ἀ­πα­ρέμ­φα­τα καί τίς με­το­χές, τυ­πι­κά ὅ­μως ἀ­νή­κουν στά οὐ­σι­α­στι­κά: ἡ γνῶ­σις πού ἰ­σο­δυ­να­μεῖ πά­νω-κά­τω μέ τό γνῶ­ναι, ἡ κί­νη­σις, κ.ο.κ.

Ἡ συ­σχέ­τι­ση ἑ­νός συγ­κε­κρι­μέ­νου ὀρ­γά­νου μέ τήν ἀ­φη­ρη­μέ­νη λει­τουρ­γί­α του εἶ­ναι, ὅ­πως εἴ­πα­με, ὁ δεύ­τε­ρος δρό­μος πρός τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη. Ἀ­νέ­φε­ρα ἤ­δη τό πα­ρά­δειγ­μα «ἔ­χει γε­ρό κε­φά­λι», δη­λα­δή ἡ ἐ­σω­τε­ρι­κή λει­τουρ­γί­α τοῦ μυα­λοῦ του εἶ­ναι κα­λή, εἶ­ναι ἔ­ξυ­πνος. Πρό­κει­ται συ­νή­θως γιά με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις τῶν λέ­ξε­ων. Σέ πρω­τό­γο­νες γλώσ­σες τό ὄρ­γα­νο δη­λώ­νει ἀ­ναμ­φί­βο­λα καί τή λει­τουρ­γί­α. Μά καί ἐ­κεῖ ὅ­που πρό­κει­ται γιά κα­θα­ρή με­τα­φο­ρά, αὐ­τός ὁ πα­ραλ­λη­λι­σμός τοῦ ὀρ­γά­νου καί τῆς λει­τουρ­γί­ας παί­ζει με­γά­λο ρό­λο, π.χ. στίς τό­σο συ­χνές με­τα­φο­ρι­κές χρή­σεις τῶν ἐρ­γα­λεί­ων. Ὅ­ταν μι­λῶ γιά τό «σφυ­ρί» τῆς μοί­ρας, ἐν­νο­ῶ τή συν­τρι­βή. Ἀ­κρι­βῶς τό ἴ­διο ἐν­νο­ῶ, ὅ­ταν μι­λῶ γιά τή «γρο­θιά» τῆς μοί­ρας. Ἐ­δῶ μπο­ροῦ­με ἀ­κό­μη νά ἀ­να­φέ­ρου­με καί τίς πα­ρο­μοι­ώ­σεις μέ κά­ποι­ο ζῶ­ο πού πα­λαι­ό­τε­ρα συ­νή­θι­ζαν νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν γιά νά δεί­ξουν τά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά ἤ τίς δρα­στη­ρι­ό­τη­τες ἑ­νός ἀν­θρώ­που ἤ τίς λει­τουρ­γί­ες τῶν ὀρ­γά­νων του καί γιά νά δη­λώ­σουν μιά πνευ­μα­τι­κή λει­τουρ­γί­α στή γλώσ­σα.

Αὐ­τός πού βλέ­πει σάν λύγ­κας. ἔ­χει κα­λή ὅ­ρα­ση, βλέ­πει κα­λά. Ὅ­ποι­ος εἶ­ναι ἀ­λε­πού, εἶ­ναι πο­νη­ρός. Ἔ­τσι, μέ­σω τῆς πα­ρο­μοί­ω­σης μέ τά ζῶ­α, σκι­α­γρα­φεῖ­ται αὐ­τό πού ἀρ­γό­τε­ρα ὀ­νο­μά­στη­κε πνευ­μα­τι­κή ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που, χα­ρα­κτή­ρας. Στούς μύ­θους μέ ζῶ­α πε­ρι­γρά­φον­ται τύ­ποι ἀν­θρώ­πι­νης συμ­πε­ρι­φο­ρᾶς.

Ἔ­τσι φτά­νου­με στήν τρί­τη μορ­φή, προ­κει­μέ­νου νά κα­τα­νο­ή­σου­με τή σκο­πι­μό­τη­τα τῆς δη­μι­ουρ­γί­ας τῶν ἀ­φη­ρη­μέ­νων οὐ­σι­α­στι­κῶν. Πρό­κει­ται γιά τό μυ­θι­κό ὄ­νο­μα, τό ὄ­νο­μα δη­λα­δή ἑ­νός θε­οῦ ἤ ἑ­νός δαί­μο­να. Ὁ Ἄ­ρης εἶ­ναι ὁ θε­ός τοῦ πο­λέ­μου ἀλ­λά τό ὄ­νο­μά του ἔ­χει σχε­δόν τή ση­μα­σί­α τοῦ ἀ­φη­ρη­μέ­νου οὐ­σι­α­στι­κοῦ «πό­λε­μος». Ὁ πό­λε­μος εἶ­ναι ἔρ­γο τοῦ Ἄ­ρη. Σέ φρά­σεις ὅ­μως ὅ­πως ἔρ­χε­ται Ἄ­ρης, δέν δι­α­φαί­νε­ται κα­θό­λου κα­τά πό­σον ὁ ὁ­μι­λῶν φαν­τά­ζε­ται ἕ­ναν θε­ό μέ συγ­κε­κρι­μέ­νη μορ­φή. Σέ με­τα­γε­νέ­στε­ρες ἐ­πο­χές προ­σπά­θη­σαν νά ἑρ­μη­νεύ­σουν ἀλ­λη­γο­ρι­κά τους θε­ούς καί θε­ώ­ρη­σαν πώς ἡ Ἀ­φρο­δί­τη εἶ­ναι κα­τ’ οὐ­σί­αν ὁ ἔ­ρω­τας, ἡ Ἀ­θη­νᾶ ἡ σύ­νε­ση καί ὅ­τι ὁ Ὅ­μη­ρος μί­λη­σε μό­νον ποι­η­τι­κῇ ἀ­δεί­ᾳ γιά θε­ούς. Φυ­σι­κά οἱ θε­οί στόν Ὅ­μη­ρο δέν ἀ­πο­τε­λοῦν τέ­τοι­ου εἴ­δους αἰ­σθη­τι­κά βο­η­θη­τι­κά μέ­σα. Πα­ρό­λα αὐ­τά, ἔ­χει κά­ποι­α ἀ­λή­θεια ἡ ἄ­πο­ψη ὅ­τι οἱ θε­οί ἀ­πο­κτοῦν ὀν­τό­τη­τα, ὅ­ταν ταυ­τί­ζον­ται μέ ἀ­φη­ρη­μέ­νες ἔν­νοι­ες. Τά ὀ­νό­μα­τα τῶν θε­ῶν εἶ­ναι συ­χνά καί ρη­μα­τι­κά οὐ­σι­α­στι­κά. Φό­βος ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά τόν «τρό­μο»· εἶ­ναι ἐ­πί­σης ἕ­νας δαί­μο­νας πού τρέ­πει σέ φυ­γή. Στήν πε­ρί­πτω­ση αὐ­τή δέν εἴ­μα­στε πάν­το­τε σέ θέ­ση νά δι­α­κρί­νου­με ἄν ἐν­νο­εῖ­ται ὁ θε­ός ἤ τό ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό - κι αὐ­τό μας φέρ­νει, σέ ἀ­μη­χα­νί­α γιά τό ἄν πρέ­πει νά γρά­ψου­με στά κεί­με­νά μας τή λέ­ξη μέ κε­φα­λαῖ­ο ἤ μι­κρό ἀρ­χι­κό. Ἕ­να ὅ­μως δι­α­φο­ρο­ποι­εῖ τόν θε­ό ἀ­πό τήν ἀ­φη­ρη­μέ­νη ἔν­νοι­α, τό ὅ­τι ὁ θε­ός δρᾶ ἄ­με­σα, ἐ­πι­βάλ­λε­ται στόν ἄν­θρω­πο, ἐ­νῶ τό πλή­ρως ἀ­νε­πτυγ­μέ­νο ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό (ὅ­πως φά­νη­κε πα­ρα­πά­νω μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του) εἶ­ναι ὁ στό­χος τῆς ἀν­ρώ­πι­νης σκέ­ψης καί τῆς πνευ­μα­τι­κῆς δρα­στη­ρι­ό­τη­τας.

Τή στιγ­μή αὐ­τή δέν μπο­ρῶ νά δώ­σω κα­μιά συ­στη­μα­τι­κή θε­ώ­ρη­ση τῶν με­τα­φο­ρῶν, τῶν πα­ρο­μοι­ώ­σε­ων, τῶν δι­η­γή­σε­ων μέ ζῶ­α καί τῶν μύ­θων. Ἐ­δῶ ἔ­πρε­πε μό­νο νά φα­νεῖ ὅ­τι οἱ προ­ε­πι­στη­μο­νι­κές μορ­φές σκέ­ψης καί λό­γου ἔ­χουν ἀ­φε­νός πολ­λά κοι­νά μέ τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά — ἐ­φό­σον ἔ­χουν κοι­νό στό­χο - ἀ­φε­τέ­ρου δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται ἀ­πό τά ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά, κα­θώς θέ­λουν τόν στό­χο τους νά συν­δέ­ε­ται μέ κά­τι ζων­τα­νό, κά­τι ὀρ­γα­νι­κό, κ.τ.τ. Πε­ρισ­σό­τε­ρο ὅ­μως δέν θά ἀ­σχο­λη­θοῦ­με μ’ αὐ­τό τό θέ­μα, για­τί κα­τα­λή­γου­με στόν ταυ­το­λο­γι­κό καί ἀρ­νη­τι­κό ὁ­ρι­σμό, ὅ­τι τά μή ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά δέν εἶ­ναι ἀ­φη­ρη­μέ­να οὐ­σι­α­στι­κά.

Ἴ­σως μπο­ρέ­σου­με νά ἀν­τι­λη­φθοῦ­με καί νά ὁ­ρί­σου­με ἀ­κρι­βέ­στε­ρα τήν ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τα τῆς ἐ­πι­στι­μο­νι­κῆς γλώσ­σας πού δη­μι­ούρ­γη­σαν οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, ἄν ἀν­τι­στρέ­ψου­με τά πράγ­μα­τα. Τόν σκο­πό μας αὐ­τό ἴ­σως θά ἐ­ξυ­πη­ρε­τοῦ­σε μιά πα­ρέκ­βα­ση σέ μιά ἐν­τε­λῶς δι­α­φο­ρε­τι­κή ὁ­μά­δα λέ­ξε­ων, στίς προ­θέ­σεις καί τούς συν­δέ­σμους. Οἱ λέ­ξεις αὐ­τές συν­δέ­ουν πα­ρα­στά­σεις το­πι­κά, χρο­νι­κά ἤ αἰ­τι­ο­λο­γι­κά. Ἡ ἱ­στο­ρί­α τῆς γλώσ­σας δεί­χνει ὅ­τι οἱ το­πι­κοί καί σέ πε­ρι­ο­ρι­σμέ­νο βαθ­μό οἱ χρο­νι­κοί προσ­δι­ο­ρι­σμοί εἶ­ναι πα­λαι­ό­τε­ροι ἀ­πό τους αἰ­τι­ο­λο­γι­κούς. Οἱ αἰ­τι­ο­λο­γι­κοί δέν δι­έ­θε­ταν ἐ­ξαρ­χῆς δι­κές τους λέ­ξεις, ἀλ­λά οἱ λέ­ξεις πού τούς δη­λώ­νουν προ­έ­κυ­ψαν ἀ­πό με­τα­βο­λή τῆς ση­μα­σί­ας το­πι­κῶν (ἀλ­λά καί χρο­νι­κῶν) προ­θέ­σε­ων καί συν­δέ­σμων. Στή γλώσ­σα τῆς ἐ­πι­στή­μης καί τῆς φι­λο­σο­φί­ας, φυ­σι­κά, προ­ϋ­πο­τί­θε­ται ἡ ἀρ­χή ὅ­τι οἱ αἰ­τια­κές σχέ­σεις μπο­ροῦν νά ἀ­να­κα­λυ­φθοῦν καί νά δι­α­τυ­πω­θοῦν. Πῶς γί­νε­ται στήν πρά­ξη αὐ­τό; Στά Γερ­μα­νι­κά τό durch ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά μί­α το­πι­κή σχέ­ση (durch das Feld), ἐν συ­νε­χεί­ᾳ καί μιά χρο­νι­κή (durch den Tag). Μπο­ρῶ ἐ­πί­σης νά πῶ πώς ὁ Ἀ­λέ­ξαν­δρος γνώ­ρι­σε τόν Ἀ­ρι­στο­τέ­λη μέ­σω τοῦ πα­τέ­ρα του - καί ἐ­δῶ θά ἦ­ταν πα­ρά­λο­γο νά ἐν­νο­ή­σω τό μέ­σῳ (durch) το­πι­κά ἤ χρο­νι­κά. Ἀ­φε­τη­ρί­α γιά μιά τέ­τοι­α χρή­ση ὑ­πῆρ­ξαν προ­τά­σεις ὅ­πως «μέ­σω τοῦ και­νούρ­γιου δρό­μου φτά­νει κα­νείς γρη­γο­ρό­τε­ρα στήν πό­λη». Ἀρ­χι­κά νο­εῖ­ται το­πι­κά ἀλ­λά, ὅ­ταν κα­τα­λά­βου­με ἀ­πό τήν πρό­τα­ση πώς ὁ δρό­μος κα­τα­σκευ­ά­στη­κε γιά νά συν­το­μεύ­σει τήν ἀ­πό­στα­ση πρός τήν πό­λη, τό «μέ­σω» (durch) ἀ­πο­κτᾶ μιά αἰ­τια­κή ση­μα­σί­α. Αὐ­τό εἶ­ναι μιά φο­βε­ρή πα­ρα­νό­η­ση, ἄν πρέ­πει νά ὀ­νο­μά­σου­με πα­ρα­νό­η­ση τό γε­γο­νός ὅ­τι ἡ νέ­α χρή­ση τῆς λέ­ξης δη­λώ­νει τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα καί τήν οὐ­σί­α. Ἄν στήν πε­ραι­τέ­ρω ἐ­ξέ­λι­ξη τό «μέ­ςῳ» (durch) ἀ­πο­βά­λει τήν το­πι­κή καί χρο­νι­κή ση­μα­σί­α καί ἀ­πο­κτή­σει σέ συγ­κε­κρι­μέ­να συμ­φρα­ζό­με­να κα­θα­ρά αἰ­τια­κή, τό­τε ἡ ἄ­με­ση σχέ­ση μέ τά πράγ­μα­τα θά ἐ­ξα­φα­νι­στεῖ ἀλ­λά αὐ­τό δέν ση­μαί­νει ὅ­τι τό πραγ­μα­τι­κό, τό ἀν­τι­κει­με­νι­κό θά χα­θεῖ κα­τ’ ἀ­νάγ­κη. Ἀν­τί­θε­τα μπο­ρεῖ νά πα­ρου­σια­στεῖ ἀ­βί­α­στα ὑ­πό ὁ­ρι­σμέ­νες συν­θῆ­κες.

Ἡ φρά­ση «ἐ­πει­δή βρέ­χει, θά μου­σκέ­ψουν ὅ­λα» ση­μαί­νει ἀρ­χι­κά «δι­ό­τι βρέ­χει...»· χα­ρα­κτη­ρί­ζει ἐ­πο­μέ­νως μό­νον τή χρο­νι­κή ὑ­πό­τα­ξη «κα­θώς βρέ­χει...». Οὐ­σι­α­στι­κά ὅ­μως πρό­κει­ται γιά κά­τι πα­ρα­πά­νω». Μό­λις ἀν­τι­λη­φθοῦ­με τό «ἐ­πει­δή» ὡς αἰ­τι­ο­λο­γι­κό, ἀν­τι­λαμ­βα­νό­μα­στε καί τίς ἄλ­λες σχέ­σεις.

Ἡ γλώσ­σα τοῦ Ὁ­μή­ρου εἶ­ναι σχε­τι­κά φτω­χή σέ τέ­τοι­ες συν­δε­τι­κές λέ­ξεις μέ αἰ­τι­ο­λο­γι­κή ση­μα­σί­α. Ὅ­που ἐν­νο­οῦν­ται τέ­τοι­ες αἰ­τια­κές σχέ­σεις, ὑ­πο­δη­λώ­νον­ται ὡς ἐ­πί τό πλεῖ­στον ἔμ­με­σα, δη­λα­δή εἴ­τε ἡ σύν­δε­ση δέν δη­λώ­νε­ται κα­θό­λου εἴ­τε χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται λέ­ξεις πού δη­λώ­νουν τό­πο ἤ χρό­νο. Ὁ λό­γος ὅ­μως τῆς φι­λο­σο­φί­ας καί τῆς ἐ­πι­στή­μης κα­θί­στα­ται ἐ­φι­κτός, ὅ­ταν ἡ γλώσ­σα μπο­ρεῖ νά κά­νει αὐ­τήν τή δι­ά­κρι­ση. Αἰ­τι­ο­λο­γι­κούς συν­δέ­σμους καί με­το­χές πλή­ρους ἀ­να­πτυγ­μέ­νες συ­ναν­τοῦ­με ὄν­τως τόν 6ο αἰ­ώ­να, κα­θώς τό­τε δι­α­μορ­φώ­θη­καν ἡ κα­θα­ρή ἔν­νοι­α τοῦ ἀ­ριθ­μοῦ, τό ὁ­ρι­στι­κό ἄρ­θρο, πού χρη­σι­μο­ποι­ή­θη­κε γιά τούς ἀ­φαι­ρε­τι­κούς συλ­λο­γι­σμούς, καί κά­ποι­α ἄλ­λα πράγ­μα­τα.

Προ­φα­νῶς πρό­κει­ται γιά μί­α με­γά­λη ἑ­νια­ία πο­ρεί­α πού ἐ­πι­φέ­ρει αὐ­τήν τή δο­μι­κή με­τα­βο­λή στή γλώσ­σα καί κα­θι­στᾶ δυ­να­τή τήν ἐμ­φά­νι­ση τῆς ἐ­πι­στη­μο­νι­κῆς γλώσ­σας, ἡ ὁ­ποί­α ἀ­πε­λευ­θε­ρώ­νει τόν λό­γο, τήν ἀ­φαι­ρε­τι­κή σκέ­ψη - ἤ ὅ­πως ἀλ­λι­ῶς τό ὀ­νο­μά­σει κα­νείς - ἀ­πό τήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα.

Μπο­ρεῖ ἡ πο­ρεί­α αὐ­τή στή γλώσ­σα νά γί­νει ἀν­τι­λη­πτή μέ ἀ­κό­μα κα­λύ­τε­ρο τρό­πο ἤ του­λά­χι­στον νά πε­ρι­γρα­φεῖ ἀ­κρι­βέ­στε­ρα;

Προ­φα­νῶς πρέ­πει νά ὑ­πάρ­χει κά­τι στήν ἴ­δια τή γλώσ­σα πού νά μπο­ρεῖ νά ἀ­να­πτύσ­σε­ται - φυ­σι­κά εἰς βά­ρος κά­ποι­ου ἄλ­λου - ὥ­στε νά δο­θεῖ ἡ δυ­να­τό­τη­τα νά συγ­κρο­τη­θεῖ ὁ ἐ­πι­στη­μο­νι­κός λό­γος καί σκέ­ψη. Σ’ αὐ­τήν τήν πε­ρί­πτω­ση ἐ­πι­βάλ­λε­ται νά ἀ­να­λύ­σου­με ἐ­ξαν­τλη­τι­κά τή γλώσ­σα.

Πρίν ἀ­πό με­ρι­κά χρό­νια προ­σπά­θη­σα νά πε­ρι­γρά­ψω τή δο­μή τῆς γλώσ­σας μέ γνώ­μο­να αὐ­τά τά ἐ­ρω­τή­μα­τα. Ὅ­πως ὅ­μως δι­α­πί­στω­σα, οὔ­τε οἱ φι­λό­λο­γοι οὔ­τε οἱ φι­λό­σο­φοι ἔ­μει­ναν ἱ­κα­νο­ποι­η­μέ­νοι ἀ­πό τό ἐγ­χεί­ρη­μά μου αὐ­τό. Πι­στεύ­ω πώς μπο­ρεῖ κα­νείς νά ἐν­το­πί­σει στή δο­μή τῆς γλώσ­σας τρί­α στοι­χεῖ­α: τό στοι­χεῖ­ο τῆς ἀ­να­πα­ρά­στα­σης, τῆς ἔκ­φρα­σης καί τῆς προ­θε­τι­κό­τη­τας, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­σταυ­ρώ­νον­ται ὅ­που ἤ κυ­ρι­αρ­χί­α ἕ­νος ἐξ αὐ­τῶν σφρα­γί­ζει κά­θε φο­ρά μιά γλωσ­σι­κή μορ­φή. Στό ση­μεῖ­ο αὐ­τό ὑ­πει­σέρ­χον­ται οἱ ψυ­χι­κές λει­τουρ­γί­ες, ὅ­πως τίς εἶ­δαν ὁ Dilthey καί ὁ Buhler. Ἀλ­λά ἀ­πό τήν ἄ­πο­ψη τῆς ψυ­χο­λο­γί­ας, ὅ­πως ἔ­δει­ξε στούς νε­ώ­τε­ρους χρό­νους ὁ Husserl, οἱ λει­τουρ­γί­ες αὐ­τές δέν μπο­ροῦν νά ἀν­τα­γω­νί­ζον­ται τό πε­ρι­ε­χο­μέ­νο τῆς γλώσ­σας, για­τί τό οὐ­σι­α­στι­κό στή γλώσ­σα εἶ­ναι τό πνεῦ­μα, τό πε­ρι­ε­χό­με­νο δη­λα­δή καί ἡ ση­μα­σί­α.

Ὅ­λα ὅ­σα θί­ξα­με μέ­χρι στιγ­μῆς ἴ­σως γί­νουν σα­φέ­στε­ρα ὅ­ταν, ἐ­πί τῇ βά­σει αὐ­τῶν τῶν στοι­χεί­ων, ἑρ­μη­νεύ­σου­με τίς πα­ρα­τη­ρή­σεις πού κά­νει γιά πρώ­τη φο­ρά ἕ­νας ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας σχε­τι­κά μέ τό πῶς πρέτ­τει νά δοῦ­με τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των, ἄν θέ­λου­με νά κα­τα­νο­ή­σου­με τόν κό­σμο μέ τόν τρό­πο τῶν φυ­σι­κῶν ἐ­πι­στη­μῶν. Ἐ­δῶ φαί­νε­ται σα­φῶς ὁ ρό­λος τῆς γλώσ­σας. Ἀλ­λά πρίν ἀ­πό αὐ­τό ἄς κά­νου­με μιά ἀ­κό­μα σύν­το­μη πα­ρα­τή­ρη­ση γιά τό πῶς ἡ κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα χει­ρί­ζε­ται τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των καί πῶς μπο­ρεῖ κα­νείς νά μι­λή­σει π.χ. γιά μί­α «ἔν­νοι­α» τῶν χρω­μά­των, κα­θώς ἐ­δῶ ἐ­πι­κεν­τρώ­νον­ται οἱ πε­ρισ­σό­τε­ρες ἀν­τιρ­ρή­σεις.

Μέ τίς δη­λώ­σεις τῶν χρω­μά­των κί­τρι­νο, μπλέ, κόκ­κι­νο, κ.ο.κ.. ἔ­χου­με τήν ἀν­τί­θε­ση τῶν ἀ­πο­χρώ­σε­ων πού προσ­λαμ­βά­νουν οἱ αἰ­σθή­σεις μας. Ἄν μπο­ροῦ­με νά σκε­φτοῦ­με μιά ἐ­πι­στή­μη πού ἀ­σχο­λεῖ­ται μέ αὐ­τά τά χρώ­μα­τα τά ὁ­ποῖ­α μᾶς συγ­κι­νοῦν ἰ­δι­αί­τε­ρα, π.χ. τή θε­ω­ρί­α το­ΰ Γκα­ΐ­τε γιά τά χρώ­μα­τα ἤ μί­α ἔ­ρευ­να γιά τό κί­τρι­νο καί τό μπλέ στούς πί­να­κες τοῦ Vermeer van Delft, τό­τε μπο­ρῶ ν’ ἀ­πο­δεί­ξω ὅ­τι τά χρώ­μα­τα ἔ­χουν «ἔν­νοι­α». Ἀλ­λά αὐ­τό δέν ἔ­χει νά κά­νει μέ τίς φυ­σι­κές ἐ­πι­στῆ­μες. Ἡ ἔν­νοι­α ἐ­δῶ ἐ­ξαρ­τᾶ­ται ἀ­πό τό βί­ω­μα, πρό­κει­ται γιά ἐν­τύ­πω­ση, ἔκ­φρα­ση, κ.ο.κ., πράγ­μα­τα δη­λα­δή πού δέν βρί­σκον­ται στόν χῶ­ρο τοῦ ἀν­τι­κει­με­νι­κοῦ. Μπο­ρῶ ὅ­μως νά μι­λή­σω ἐ­πι­στη­μο­νι­κά γιά τήν ἔν­νοι­α τῶν χρω­μά­των, ἄν ἐν­νο­ῶ μ’ αὐ­τό τή σκο­πι­μό­τη­τά τους. Ἄν, γιά πα­ρά­δειγ­μα, πῶ ὅ­τι οἱ ρῶ­γες τῶν στα­φυ­λι­ῶν εἶ­ναι κυ­ρί­ως κόκ­κι­νες γιά νά ἐν­το­πί­ζον­ται ἀ­πό τά που­λιά, ἀν­τι­θέ­τως τά λου­λού­δια εἶ­ναι κυ­ρί­ως μπλέ, κί­τρι­να ἤ ἄ­σπρα γιά νά προ­σελ­κύ­ουν τά ἔν­το­μα. Ἔ­τσι το­πο­θε­τοῦ­με τά χρώ­μα­τα σέ ἐ­κλο­γι­κευ­μέ­νες σχέ­σεις. Ὅ­μως οὔ­τε αὐ­τό ἀ­πο­τε­λεῖ ἀν­τι­κει­με­νι­κή ἐ­πι­στή­μη.

Ἡ ἐ­πι­στή­μη ἐ­πι­δι­ώ­κει νά εἶ­ναι «ἀν­τι­κει­με­νι­κή», θέ­λει δη­λα­δή νά γνω­ρί­σει τόν κό­σμο ὅ­πως αὐ­τός στέ­κε­ται ἀ­νε­ξάρ­τη­τος ἔ­ξω ἀ­πό ἐ­μᾶς. «Ἔλ­λο­γο» δέν εἶ­ναι τί­πο­τα ἄλ­λο πα­ρά τό δυ­νά­με­νο νά με­τρη­θεῖ.

Ὁ πρῶ­τος ἀρ­χαῖ­ος Ἕλ­λη­νας πού ἀν­τι­με­τω­πί­ζει σύμ­φω­να μέ αὐ­τές τίς ἀρ­χές - ἐ­πι­στη­μο­νι­κά» - τίς ἰ­δι­ό­τη­τες τῶν πραγ­μά­των, εἶ­ναι ὁ Δη­μο­κρι­τος. Ἐ­ξη­γεῖ μέ σα­φή­νεια ὅ­τι στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες δέν ὑ­πάρ­χουν, ὅ­τι πρέ­πει κα­νείς νά τίς ἀ­πο­κλεί­σει γιά νά δεῖ αὐ­τό πού πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι. Κα­τά τόν Δη­μο­κρι­το, πραγ­μα­τι­κά εἶ­ναι μό­νον τά ἄ­το­μα, τά ὁ­ποῖ­α δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται με­τα­ξύ τους ἐ­ξαι­τί­ας τοῦ γε­ω­με­τρι­κοῦ τους σχή­μα­τος.

Τί συμ­βαί­νει ἐ­δῶ; Μᾶς ἀ­ρέ­σει τό γλυ­κό μέ­λι - ὁ Δη­μο­κρι­τος κά­νει λό­γο γιά τό γλυ­κύ. Μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του, ἀ­πό μί­α ἰ­δι­ό­τη­τα πού ὑ­πῆρ­χε στό ἀν­τι­κεί­με­νο φτιά­χνει ἕ­να δι­κό του ἀν­τι­κεί­με­νο, ἕ­να ἀ­φη­ρη­μέ­νο οὐ­σι­α­στι­κό. Καί ἀ­πό τά δι­α­φο­ρε­τι­κά γνω­ρί­σμα­τα πού μπο­ρεῖ νά ὑ­πάρ­χουν σέ δι­ά­φο­ρα ἀν­τι­κεί­με­να φτιά­χνει ἕ­να ἀ­κό­μη «γε­νι­κό­τε­ρο» ἀν­τι­κεί­με­νο, τήν ἰ­δι­ό­τη­τα. Ἔ­τσι ὑ­πο­στη­ρί­ζει ὅ­τι αὐ­τό πού θά δη­λω­νό­ταν μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση, δέν ὑ­πάρ­χει στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Στήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὑ­πάρ­χουν μό­νον τά ἐ­λά­χι­στα τμή­μα­τα ὕ­λης - ἑ­πο­μέ­νως τά πο­λύ μι­κρά ἀν­τι­κεί­με­να - πού δι­α­φο­ρο­ποι­οῦν­ται με­τα­ξύ τους ἀ­πό τό δι­α­φο­ρε­τι­κό τους σχῆ­μα, τό ἕ­να εἶ­ναι στρογ­γυ­λό, τό ἄλ­λο αἰχ­μη­ρό, κ.ο.κ.

Ἑ­πο­μέ­νως δέν χά­νον­ται ὅ­λες οἱ ἰ­δι­ό­τη­τες. Μέ­νουν μᾶλ­λον ἐ­κεῖ­νες πού ἀ­φο­ροῦν στό γε­ω­με­τρι­κό σχῆ­μα. Ἀ­πό τό σχῆ­μα αὐ­τό, πού εἶ­ναι ἀν­τι­κει­με­νι­κό καί πραγ­μα­τι­κό, ἀ­πο­δε­χό­μα­στε ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συλ­λη­φθεῖ μα­θη­μα­τι­κά. Αὐ­τό τό μα­θη­μα­τι­κό στοι­χεῖ­ο ὑ­περ­βαί­νει ὅ­μως καί τήν κα­θη­με­ρι­νή γλώσ­σα καί τήν ἀ­λή­θεια πού μπο­ρεῖ νά δι­α­πι­στω­θεῖ ἐμ­πει­ρι­κά, κα­θώς δί­νου­με ὁ­πωσ­δή­πο­τε βά­ρος στίς λέ­ξεις, ὅ­πως εἴ­δα­με καί στήν πε­ρι­πτω­ση τοῦ ἀ­πεί­ρου. Οἱ ἔν­νοι­ες «στρογ­γυ­λό» ἤ «εὐ­θύ» δη­λώ­νουν τό στρογ­γυ­λό ἤ εὐ­θύ κα­τά τέ­τοι­ο τρό­πο ὥ­στε αὐ­τά νά μήν ὑ­πάρ­χουν πλέ­ον στόν κό­σμο.

Ἡ τά­ση γιά ἀν­τι­κει­με­νι­κο­ποί­η­ση ὑ­πο­λαν­θά­νει στήν ἀρ­χαί­α Ἑλ­λη­νι­κή ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλί­οσ­σα, κα­θώς ἡ ἀρ­χαί­α ἑλ­λη­νι­κή ἔν­νοι­α τῆς γνώ­σης κα­θο­ρί­ζε­ται ἀ­πό τήν ὅ­ρα­ση καί ἀ­πό τή γνώ­ση πού ἀ­πο­κτᾶ­ται μέ­σω αὐ­τῆς. Ἡ ὅ­ρα­ση εἶ­ναι κυ­ρί­ως ἡ ἔν­νοι­α μέ­σω τῆς ὁ­ποί­ας μᾶς πα­ρου­σι­ά­ζον­ται τά πράγ­μα­τα ἀν­τι­κει­με­νι­κά, ἔ­ξω ἀ­πό μᾶς. Ἡ ἀ­φαί­ρε­ση, αὐ­τό τό θε­με­λι­ῶ­δες μέ­σο γιά τή δη­μι­ουρ­γί­α κα­τάλ­λη­λων φι­λο­σο­φι­κῶν καί ἐ­πι­στη­μο­νι­κὼν ἐν­νοι­ῶν, ἱ­δρύ­ει καί αὐ­τή ἀν­τι­κεί­με­να. Ὅ,τι μπο­ρεῖ νά συλ­λη­φθεῖ ἀρ­χι­κῶς ὡς ἐ­πί­θε­το ἤ ρῆ­μα δέν με­τα­τρέ­πε­ται, μέ τήν οὐ­σι­α­στι­κο­ποί­η­ση τοῦ ἐ­πι­θέ­του ἤ τοῦ ρή­μα­τος, σέ κα­τ’ οὐ­σί­αν ἀν­τι­κεί­με­νο, ἀλ­λά σέ ἀν­τι­κεί­με­νο τῆς σκέ­ψης. Ἔ­τσι δι­ευ­ρύ­νε­ται ἡ λε­ξι­λο­γι­κή κα­τη­γο­ρί­α πού στήν προ­ε­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα χρη­σι­μεύ­ει προ­παν­τός γιά νά πα­ρα­στή­σει τόν κό­σμο στήν πλη­ρό­τη­τά του καί δη­μι­ουρ­γοῦν­ται και­νούρ­για ἀν­τι­κεί­με­να στά ὁ­ποῖ­α μπο­ρεῖ κα­νείς νά προσ­δώ­σει μιά πιό ἀν­τι­κει­με­νι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ἀ­πό αὐ­τήν τα­ῶν ὑ­λι­κῶν ἀν­τι­κεί­με­νων.

Ἡ γλώσ­σα εἶ­ναι τό πε­δί­ο ὅ­που πάν­τα συ­ναν­τῶν­ται οἱ δι­ά­φο­ρες νο­η­τι­κές λει­τουρ­γί­ες καί πάν­τα θά μπο­ροῦν ἐκ νέ­ου νά συ­ναν­τῶν­ται. Ἡ ἐ­πι­στη­μο­νι­κή ὅ­μως γλώσ­σα βα­σί­ζε­ται στό ὅ­τι σέ αὐ­τήν προ­βάλ­λε­ται τό ἀν­τι­κει­με­νι­κό, ἀ­να­πα­ρα­στα­τι­κό στοι­χεῖ­ο τό­σο ἔν­το­να, ὥ­στε συν­θλί­βει σέ ἀρ­κε­τά με­γά­λο βαθ­μό αὐ­τό πού ὀ­νο­μά­ζου­με ἐν πολ­λοῖς «γλώσ­σα».

Ὁ φι­λό­λο­γος μπο­ρεῖ, ὅ­ταν ἐ­ξε­τά­ζει μιά ἐ­πι­στη­μο­νι­κή γλώσ­σα, νά ἀ­πο­ρή­σει σέ τί μᾶς ὠ­φε­λεῖ μιά τέ­τοι­α χρή­ση τῆς γλώσ­σας. Τό γε­γο­νός ὅ­μως ὅ­τι ὠ­φε­λού­μα­στε - καί γι’ αὐ­τό δέν πρέ­πει ν’ ἀμ­φι­βάλ­λου­με κα­θό­λου - μᾶλ­λον ὀ­φεί­λε­ται στό ὅ­τι ἡ γλώσ­σα μᾶς προ­σφέ­ρε­ται γιά τέ­τοι­ες πε­ρι­πέ­τει­ες. Του­λά­χι­στον οἱ ἀρ­χαῖ­οι Ἕλ­λη­νες, πού ἔ­χουν ἐκ­φρα­στεῖ μέ σκε­πτι­κι­σμό γιά τίς δυ­να­τό­τη­τές της, τόλ­μη­σαν νά τήν δο­κι­μά­σουν σ’ αὐ­τούς τούς τρό­πους.
-----------------------
[1] Ὅλους αὐτούς τούς ὅρούς ἐξέτασε ὁ Κ. v. Fritz σέ τρεῖς μελέτες του: «Νοῦς άπό νοεῖν in the Homeric poems», Class. Philol. 38, 1943 , σσ. 79-93· «Νοῦς, νοεῖν and their derivatives in Pre-Socratic philosophy I», ὅ.π. 40, 1945, σσ. 223-242· II, ὅ.π. 41, 1946, σσ. 12-34. Ἐπίσης πρβλ. Gert Plambock, Erfassen, Gegenwartigen, Innesein. Aspekte homerischen Psychologie, διατρ. Kiel 1959.

[2] Δέν μπορῶ φυσικά νά ὑπεισέλθω σέ ζητήματα ἰατρικῆς πού ἀνακύπτουν ἐδῶ. Ἄν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού κυβερνᾶ, τότε κανείς δέν θά ἰσχυριζόταν πώς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου δέν διέθεταν πλήρως ἀνεπτυγμένο ἐγκέφαλο. Τό ζήτημα εἶναι κατά πόσον μπόρεσαν συνειδητά νά τόν θέσουν σέ δραστηριότητα καί νά τόν δοκιμάσουν. Λέξεις γιά τό «ἐρευνῶ» ἔχουμε στά ἀρχαῖα ἑλληνικά του 5ου αἰώνα π.Χ.: δίζημαι στόν Ἡράκλειτο Β 101 (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ μέ τά μάτια κάποιον, ἐπιθυμῶ, ζητῶ κάποιον, ἐπιδιώκω κάτι. προσπαθῶ νά κερδίσω»)· ἐρευνάω ἀπό τόν Πίνδαρο καί τόν Αἰσχύλο καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀνιχνεύω, ἰχνηλατῶ»)· ζητῶ ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ξενοφώντα καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ»)· ἱστορέω ἀπό τόν Αίσχύλο καί στό ἑξῆς· πεύθομαι/πυνθάνομαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «μαθαίνω κάτι, ζητῶ πληροφορίες γιά κάτι».

[3] Γιά τό ἐρώτημα τῆς Σαπφοῦς «Ποιό εἶναι τό ὡραιότερο;» (16L-P), τόν προβληματισμό τοῦ Ἀλκαίου γιά τόν «πραγματικό» φίλο (333L-P) καί τοῦ Σιμωνίδη γιά τόν «ἀληθινά» ἀγαθόν ἄνθρωπο (4D), βλ. Aufbau der Sprache (2η ἔκδ.), 188, καί Poetry and Society, 34, 47 καί 51.

[4] Γιά τό ὅτι ἡ ἔννοια «λιοντάρι» εἶναι δυνατή, ἐπειδή τό οὐσιαστικό ὡς κατηγορούμενο ἔχει «γενική» σημασία, βλ. Ἡ Ἀνακάλυψη τοῦ Πνεύματος, ὅ.π., σσ. 300-301.

Erich Fromm: Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα

Τι σημαίνει όμως δόσιμο;

Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές.

Η πιο διαδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι.

Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία.

Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού.

Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου.

Αυτό το αίσθημα της πλουτισμένης ζωτικότητας και του δυναμισμού με γεμίζει χαρά.

Νιώθω τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να χαρίζει, ολοζώντανος και γι'αυτό χαρούμενος.

Το να δίνω μου φέρνει μεγαλύτερη χαρά από το να παίρνω, όχι γιατί είναι αποστέρησή μου αλλά γιατί στην πράξη της προσφοράς εκφράζεται η ζωντάνια μου, η ίδια μου η ύπαρξη.

Ωστόσο η πιο σημαντική περιοχή της προσφοράς δε βρίσκεται στα υλικά πράγματα αλλά στον ιδιαίτερο ανθρώπινο κόσμο.

Τι δίνει αλήθεια ένας άνθρωπος στον συνάνθρωπό του;

Δίνει από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, δίνει από τη ζωή του.

Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο, αλλά ότι του δίνει από κείνο που είναι ζωντανό μέσα του.

Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’ όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του.

Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο, εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης.

Δε δίνει με το σκοπό να πάρει. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά.

Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ’ αυτόν.

Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορεί παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται.

Το να δίνεις, έχει σαν επακόλουθο να μεταβάλεις και τον άλλο άνθρωπο σε δότη, γιαυτό κι οι δυο τους μετέχουν στη χαρά αυτού του καινούργιου που δημιούργησαν.

Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο τους.

Ιδιαίτερα σε σχέση με την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που δημιουργεί αγάπη.

Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα.

Στην αγάπη το να δίνεις σημαίνει και να παίρνεις.

Και ο δάσκαλος διδάσκεται από τους μαθητές του, ο ηθοποιός ενθαρρύνεται από το κοινό του, ο ψυχαναλυτής θεραπεύεται από τον ασθενή του – με τον όρο ότι δε μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο σαν αντικείμενα, αλλά συνδέονται ανάμεσά τους πηγαία και δημιουργικά.

Erich Fromm, Η Τέχνη της Αγάπης