Friedrich Nieztsche: 1844–1900
Νίτσε: είμαι το ακριβώς αντίθετο του παρακμιακού
§1
Ποιος είναι ο Νίτσε; Είναι η ηρωική εκείνη βούληση, που επιχείρησε να υπερβεί μια ανεπανόρθωτα κλονισμένη υγεία και να ανακαλύψει εκ νέου τη ζωή. Όπως ομο-λογεί ο ίδιος ο φιλόσοφος, η αναγκαία συναναστροφή του με την αρρώστια του αποτέλεσε ένα ισχυρό κίνητρο για ζωή, για περισσότερο ζωή (KSA 6, σ. 267). Εάν αυτό μπορεί να σημαίνει κάτι, είναι ακριβώς τούτο: Η βούληση για υγεία και ζωή φώτιζε τη σκέψη του και τον ώθησε να δημιουργήσει τη φιλοσοφία του (ό.π.), μακριά από κάθε ψυχολογική πρόσληψη της προσωπικής του εμπειρίας. Η ζωή έτσι και η μέγιστη δυνατή ζωτικότητά της καθίστανται το κεντρικό μοτίβο της σκέψης του και το συνεκτικό στοιχείο των πιο διαφορετικών πτυχών της. Αλλά ποια ζωή; Ακριβώς εκείνη των ανθρώπινων πραγμάτων και όχι η αφηρημένη της έννοια, με την οποία συναγελάζεται ο ορθός Λόγος (Vernunft) της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού και εντεύθεν, συμπεριλαμβανομένης και αυτής του Καντ και του Χέγκελ. Ο Νίτσε δεν τρέφει καμιά εμπιστοσύνη σ’ αυτό τον ορθό Λόγο της Διαφωτιστικής παράδοσης και στην αυτονομία της εξουσιαστικής του ισχύος, καθώς πρόκειται για μια αυτονομία που αυτοπροβάλλεται και επιβάλλεται ως δήθεν αμερόληπτη, αλλά στην πράξη λειτουργεί ως αξεπέραστη δεισιδαιμονία, ως εν έργω προκατάληψη, που αιχμαλωτίζει και τελικά καταπνίγει το πηγαίο ένστικτο του ανθρώπου. Εάν για τον Καντ ο ορθός Λόγος τελικά αντιμετωπίστηκε ως όργανο της γνώσης, για τον Νίτσε αποτέλεσε θεμελιακό φιλοσοφικό ερώτημα: «τι είναι αυτός τούτος ο Λόγος;» και έναυσμα για να εκδιπλώσει μέσα στο χρόνο τη γιγάντια κριτική του σκέψη. Δυνάμει αυτής της σκέψης, ο ίδιος γίνεται ο εαυτός του και όχι άλλος.
§2
Υπό την προοπτική ανάκτησης του Εαυτού σφυροκοπεί ως μέσα βαθιά στις ρίζες της τη νεωτερική φιλοσοφία κατ’ εξοχήν και δη εκείνες τις κατευθύνσεις της που κινούνται στη γραμμή των «καθαρών» εννοιών. Η ζωή, μας λέει ο φιλόσοφος, δεν βρίσκεται σ’ αυτά τα σχήματα, στις απελπιστικά πνιγηρές σχηματοποιήσεις της γνώσης, αλλά στο ίδιο το πάθος της τελευταίαςˑ ένα πάθος που συμπορεύεται με το πάθος της ζωής. Ένα και το αυτό πάθος: η ανθρώπινη πραγματικότητα να μη συνθλιβεί από την πολυκέφαλη και εν ταυτώ πολυπρόσωπη ηθική, ήτοι ηθικολογία, που για την ύπουλη διάδοσή/επικράτησή της φροντίζει εκάστοτε η επίσημη κρατική μηχανή με τα παντοειδή παρακλάδια της και κυρίως με την ακαδημαϊκή «φιλοσοφία» υπό τις οποιεσδήποτε μορφές της. Όλο το φιλοσοφικό εγχείρημα του Νίτσε συνοψίζεται στη λέξη – έννοια: αγώνας/πόλεμος (Kampf) με την Ηρακλείτια σημασία της. Αγώνας ενάντια στις πλάνες, τις απάτες και αυταπάτες της Εργαλειακής Γνώσης. Ως εκ τούτου, πόλεμος κατά του αντίστοιχου συστήματος αξιών, που κυκλώνει τον άνθρωπο και τον ακινητοποιεί κάτω από τη σιδερένια σκιά του εξαπατημένου εαυτού του, αλλά και της θεσμισμένης πολιτικής και όχι λιγότερο πολιτιστικής βίας, την οποία εν τέλει το ίδιος νομιμοποιεί, αναπαράγει και αγάλλεται γι’ αυτό. Να γιατί το πρόταγμα του Υπερανθρώπου διόλου δεν σημαίνει περιφρόνηση του ανθρώπινου όντος και κατ’ επέκταση εκμηδενισμός του, ξερίζωμά του. Απεναντίας μας ειδοποιεί για την αναγκαιότητα να ξεπεραστεί το δουλικό πρότυπο του ανθρώπου, τα εμπράγματο είδωλό του για χάρη της αυτόχθονης ελευθερίας του.
Δευτέρα 9 Ιανουαρίου 2023
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΕΡΙ ΑΝΤΙΔΟΣΕΩΣ
ΙΣΟΚΡ 15.186–192
Συνεχίζοντας την απολογία για τον βίο και την τέχνη του, ο Ισοκράτης παρέθεσε τα ονόματα επιφανών μαθητών του, για να αποδείξει την αξία και ποιότητα της διδασκαλίας του, ενώ επισήμανε την αφιλοχρηματία του, μια από την ενασχόληση με τη ρητορική δεν απέκτησε περιουσία. Συγκρίνοντας τις επιδιώξεις και το έργο του γυμναστή και του δασκάλου της ρητορικής, επισήμανε ότι παρά τις προσπάθειές τους δεν κατορθώνουν να κάνουν άριστους όλους τους μαθητές τους. Και συνεχίζει:
[186] Ὁ μὲν οὖν τύπος τῆς φιλοσοφίας τοιοῦτός τίς
ἐστιν. ἡγοῦμαι δ’ ὑμᾶς μᾶλλον ἂν ἔτι καταμαθεῖν τὴν
δύναμιν αὐτῆς, εἰ διέλθοιμι τὰς ὑποσχέσεις ἃς ποιούμεθα
πρὸς τοὺς πλησιάζειν ἡμῖν βουλομένους. [187] λέγομεν
γὰρ ὡς δεῖ τοὺς μέλλοντας διοίσειν ἢ περὶ τοὺς λόγους ἢ
περὶ τὰς πράξεις ἢ περὶ τὰς ἄλλας ἐργασίας πρῶτον μὲν
πρὸς τοῦτο πεφυκέναι καλῶς, πρὸς ὃ ἂν προῃρημένοι
τυγχάνωσιν, ἔπειτα παιδευθῆναι καὶ λαβεῖν τὴν ἐπιστήμην,
ἥτις ἂν ᾖ περὶ ἑκάστου, τρίτον ἐντριβεῖς γενέσθαι καὶ
γυμνασθῆναι περὶ τὴν χρείαν καὶ τὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν· ἐκ
τούτων γὰρ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐργασίαις τελείους γίγνεσθαι
καὶ πολὺ διαφέροντας τῶν ἄλλων. [188] εἶναι δὲ τούτων
προσῆκον ἑκατέροις, τοῖς τε διδάσκουσι καὶ τοῖς μανθά-
νουσιν, ἴδιον μὲν τοῖς μὲν εἰσενέγκασθαι τὴν φύσιν οἵαν
δεῖ, τοῖς δὲ δύνασθαι παιδεῦσαι τοὺς τοιούτους, κοινὸν
δ’ ἀμφοτέρων τὸ περὶ τὴν ἐμπειρίαν γυμνάσιον· δεῖν γὰρ
τοὺς μὲν ἐπιμελῶς ἐπιστατῆσαι τοῖς παιδευομένοις, τοὺς
δ’ ἐγκρατῶς ἐμμεῖναι τοῖς προσταττομένοις.
[189] Ταῦτα μὲν οὖν ἐστιν ἃ κατὰ πασῶν λέγομεν
τῶν τεχνῶν· εἰ δὲ δή τις ἀφέμενος τῶν ἄλλων ἔροιτό με
τί τούτων μεγίστην ἔχει δύναμιν πρὸς τὴν τῶν λόγων
παιδείαν, ἀποκριναίμην ἂν ὅτι τὸ τῆς φύσεως ἀνυπέρ-
βλητόν ἐστι καὶ πολὺ πάντων διαφέρει· τὸν γὰρ ἔχον-
τα τὴν μὲν ψυχὴν εὑρεῖν καὶ μαθεῖν καὶ πονῆσαι καὶ
μνημονεῦσαι δυναμένην, τὴν δὲ φωνὴν καὶ τὴν τοῦ
στόματος σαφήνειαν τοιαύτην ὥστε μὴ μόνοις τοῖς
λεγομένοις ἀλλὰ καὶ ταῖς τούτων εὐαρμοστίαις συμ-
πείθειν τοὺς ἀκούοντας, [190] ἔτι δὲ τὴν τόλμαν μὴ τὴν
ἀναισχυντίας σημεῖον γιγνομένην, ἀλλὰ τὴν μετὰ σω-
φροσύνης οὕτω παρασκευάζουσαν τὴν ψυχὴν ὥστε μηδὲν
ἧττον θαρρεῖν ἐν δὴ πᾶσι τοῖς πολίταις τοὺς λόγους
ποιούμενον ἢ πρὸς αὑτὸν διανοούμενον, τίς οὐκ οἶδεν ὅτι
τυχὼν ὁ τοιοῦτος παιδείας μὴ τῆς ἀπηκριβωμένης, ἀλλὰ
τῆς ἐπιπολαίου καὶ πᾶσι κοινῆς, τοιοῦτος ἂν εἴη ῥήτωρ
οἷος οὐκ οἶδ’ εἴ τις τῶν Ἑλλήνων γέγονεν; [191] καὶ μὲν
δὴ κἀκείνους ἴσμεν, τοὺς καταδεεστέραν μὲν τούτων τὴν
φύσιν ἔχοντας, ταῖς δ’ ἐμπειρίαις καὶ ταῖς ἐπιμελείαις
προέχοντας, ὅτι γίγνονται κρείττους οὐ μόνον αὑτῶν
ἀλλὰ καὶ τῶν εὖ μὲν πεφυκότων λίαν δ’ αὑτῶν κατημελη-
κότων· ὥσθ’ ἑκάτερόν τε τούτων δεινὸν ἂν καὶ λέγειν καὶ
πράττειν ποιήσειεν, ἀμφότερά τε γενόμενα περὶ τὸν αὐτὸν
ἀνυπέρβλητον ἂν τοῖς ἄλλοις ἀποτελέσειεν.
[192] Περὶ μὲν οὖν τῆς φύσεως καὶ τῆς ἐμπειρίας ταῦτα
γιγνώσκω· περὶ δὲ τῆς παιδείας οὐκ ἔχω τοιοῦτον λόγον
εἰπεῖν· οὔτε γὰρ ὁμοίαν οὔτε παραπλησίαν ἔχει τούτοις τὴν
δύναμιν. εἰ γάρ τις διακούσειεν ἅπαντα τὰ περὶ τοὺς λόγους
καὶ διακριβωθείη μᾶλλον τῶν ἄλλων, λόγων μὲν ποιητὴς
τυχὸν ἂν χαριέστερος γένοιτο τῶν πολλῶν, εἰς ὄχλον δὲ
καταστάς, τούτου μόνον ἀποστερηθείς, τοῦ τολμᾶν, οὐδ’ ἂν
φθέγξασθαι δυνηθείη.
ΙΣΟΚΡ 15.186–192
Φυσικό τάλαντο, άσκηση, εκπαίδευση: ποιο είναι σημαντικότερο για την ευδοκίμηση στη ρητορική;
Συνεχίζοντας την απολογία για τον βίο και την τέχνη του, ο Ισοκράτης παρέθεσε τα ονόματα επιφανών μαθητών του, για να αποδείξει την αξία και ποιότητα της διδασκαλίας του, ενώ επισήμανε την αφιλοχρηματία του, μια από την ενασχόληση με τη ρητορική δεν απέκτησε περιουσία. Συγκρίνοντας τις επιδιώξεις και το έργο του γυμναστή και του δασκάλου της ρητορικής, επισήμανε ότι παρά τις προσπάθειές τους δεν κατορθώνουν να κάνουν άριστους όλους τους μαθητές τους. Και συνεχίζει:
[186] Ὁ μὲν οὖν τύπος τῆς φιλοσοφίας τοιοῦτός τίς
ἐστιν. ἡγοῦμαι δ’ ὑμᾶς μᾶλλον ἂν ἔτι καταμαθεῖν τὴν
δύναμιν αὐτῆς, εἰ διέλθοιμι τὰς ὑποσχέσεις ἃς ποιούμεθα
πρὸς τοὺς πλησιάζειν ἡμῖν βουλομένους. [187] λέγομεν
γὰρ ὡς δεῖ τοὺς μέλλοντας διοίσειν ἢ περὶ τοὺς λόγους ἢ
περὶ τὰς πράξεις ἢ περὶ τὰς ἄλλας ἐργασίας πρῶτον μὲν
πρὸς τοῦτο πεφυκέναι καλῶς, πρὸς ὃ ἂν προῃρημένοι
τυγχάνωσιν, ἔπειτα παιδευθῆναι καὶ λαβεῖν τὴν ἐπιστήμην,
ἥτις ἂν ᾖ περὶ ἑκάστου, τρίτον ἐντριβεῖς γενέσθαι καὶ
γυμνασθῆναι περὶ τὴν χρείαν καὶ τὴν ἐμπειρίαν αὐτῶν· ἐκ
τούτων γὰρ ἐν ἁπάσαις ταῖς ἐργασίαις τελείους γίγνεσθαι
καὶ πολὺ διαφέροντας τῶν ἄλλων. [188] εἶναι δὲ τούτων
προσῆκον ἑκατέροις, τοῖς τε διδάσκουσι καὶ τοῖς μανθά-
νουσιν, ἴδιον μὲν τοῖς μὲν εἰσενέγκασθαι τὴν φύσιν οἵαν
δεῖ, τοῖς δὲ δύνασθαι παιδεῦσαι τοὺς τοιούτους, κοινὸν
δ’ ἀμφοτέρων τὸ περὶ τὴν ἐμπειρίαν γυμνάσιον· δεῖν γὰρ
τοὺς μὲν ἐπιμελῶς ἐπιστατῆσαι τοῖς παιδευομένοις, τοὺς
δ’ ἐγκρατῶς ἐμμεῖναι τοῖς προσταττομένοις.
[189] Ταῦτα μὲν οὖν ἐστιν ἃ κατὰ πασῶν λέγομεν
τῶν τεχνῶν· εἰ δὲ δή τις ἀφέμενος τῶν ἄλλων ἔροιτό με
τί τούτων μεγίστην ἔχει δύναμιν πρὸς τὴν τῶν λόγων
παιδείαν, ἀποκριναίμην ἂν ὅτι τὸ τῆς φύσεως ἀνυπέρ-
βλητόν ἐστι καὶ πολὺ πάντων διαφέρει· τὸν γὰρ ἔχον-
τα τὴν μὲν ψυχὴν εὑρεῖν καὶ μαθεῖν καὶ πονῆσαι καὶ
μνημονεῦσαι δυναμένην, τὴν δὲ φωνὴν καὶ τὴν τοῦ
στόματος σαφήνειαν τοιαύτην ὥστε μὴ μόνοις τοῖς
λεγομένοις ἀλλὰ καὶ ταῖς τούτων εὐαρμοστίαις συμ-
πείθειν τοὺς ἀκούοντας, [190] ἔτι δὲ τὴν τόλμαν μὴ τὴν
ἀναισχυντίας σημεῖον γιγνομένην, ἀλλὰ τὴν μετὰ σω-
φροσύνης οὕτω παρασκευάζουσαν τὴν ψυχὴν ὥστε μηδὲν
ἧττον θαρρεῖν ἐν δὴ πᾶσι τοῖς πολίταις τοὺς λόγους
ποιούμενον ἢ πρὸς αὑτὸν διανοούμενον, τίς οὐκ οἶδεν ὅτι
τυχὼν ὁ τοιοῦτος παιδείας μὴ τῆς ἀπηκριβωμένης, ἀλλὰ
τῆς ἐπιπολαίου καὶ πᾶσι κοινῆς, τοιοῦτος ἂν εἴη ῥήτωρ
οἷος οὐκ οἶδ’ εἴ τις τῶν Ἑλλήνων γέγονεν; [191] καὶ μὲν
δὴ κἀκείνους ἴσμεν, τοὺς καταδεεστέραν μὲν τούτων τὴν
φύσιν ἔχοντας, ταῖς δ’ ἐμπειρίαις καὶ ταῖς ἐπιμελείαις
προέχοντας, ὅτι γίγνονται κρείττους οὐ μόνον αὑτῶν
ἀλλὰ καὶ τῶν εὖ μὲν πεφυκότων λίαν δ’ αὑτῶν κατημελη-
κότων· ὥσθ’ ἑκάτερόν τε τούτων δεινὸν ἂν καὶ λέγειν καὶ
πράττειν ποιήσειεν, ἀμφότερά τε γενόμενα περὶ τὸν αὐτὸν
ἀνυπέρβλητον ἂν τοῖς ἄλλοις ἀποτελέσειεν.
[192] Περὶ μὲν οὖν τῆς φύσεως καὶ τῆς ἐμπειρίας ταῦτα
γιγνώσκω· περὶ δὲ τῆς παιδείας οὐκ ἔχω τοιοῦτον λόγον
εἰπεῖν· οὔτε γὰρ ὁμοίαν οὔτε παραπλησίαν ἔχει τούτοις τὴν
δύναμιν. εἰ γάρ τις διακούσειεν ἅπαντα τὰ περὶ τοὺς λόγους
καὶ διακριβωθείη μᾶλλον τῶν ἄλλων, λόγων μὲν ποιητὴς
τυχὸν ἂν χαριέστερος γένοιτο τῶν πολλῶν, εἰς ὄχλον δὲ
καταστάς, τούτου μόνον ἀποστερηθείς, τοῦ τολμᾶν, οὐδ’ ἂν
φθέγξασθαι δυνηθείη.
***
Αυτή μεν λοιπόν είναι η μορφή της πνευματικής μορφώσεως. Εγώ δε νομίζω ότι σεις καλύτερα ηθέλετε αντιληφθή την δύναμιν αυτής, εάν ήθελον εκθέσει εις σας τας υποσχέσεις τας οποίας δίδομεν εις εκείνους, οι οποίοι θέλουν να μας πλησιάζουν. Λέγομεν λοιπόν εις αυτούς, ότι εκείνοι οι οποίοι πρόκειται να διακριθούν είτε εις τους λόγους είτε εις την πράξιν είτε εις παν άλλο είδος ασχολίας, πρέπει ευθύς εξ αρχής να είναι πλουσίως προικισμένοι υπό της φύσεως διά την εργασίαν, την οποίαν εξέλεξαν, έπειτα δε να λάβουν την μόρφωσιν και την επιστήμην, η οποία αρμόζει εις εκάστην εργασίαν, τρίτον δε να γίνουν έμπειροι και ασκηθούν ως προς την χρήσιν και την πρακτικήν εφαρμογήν αυτών· διότι διά των μέσων τούτων εις παν είδος δραστηριότητος κατορθώνει τις να γίνη τέλειος και να ξεπεράση πολύ τους άλλους. Εξ όλων τούτων προκύπτει ότι εκείνο το οποίον έχουν καθήκον και οι δύο, και οι διδάσκοντες και οι μανθάνοντες, είναι οι μεν μαθηταί να εισφέρουν εις την μελέτην τα αναγκαία φυσικά προτερήματα, οι δε διδάσκαλοι να είναι ικανοί να παιδεύσουν τους ούτω προικισμένους, κοινόν δε καθήκον και των δύο η πρακτική εφαρμογή των γνώσεων· διότι πρέπει οι μεν διδάσκαλοι να κατευθύνουν προσεκτικά τους μαθητάς των, οι δε μαθηταί να παρακολουθήσουν με φροντίδα ενεργητικήν τας συμβουλάς τας οποίας τους δίδουν. Αυτά μεν λοιπόν είναι εκείνα, τα οποία λέγομεν δι' όλα τα επαγγέλματα· εάν δε κανείς αφήσας κατά μέρος τα άλλα ήθελε με ερωτήσει, ποίον εκ τούτων έχει την μεγαλυτέραν σημασίαν διά την ρητορικήν μόρφωσιν, ήθελον απαντήσει εις αυτόν, ότι τα φυσικά προτερήματα είναι ανυπέρβλητα και ξεπερνούν όλα τα άλλα· διότι εκείνος ο οποίος έχει διάνοιαν κατάλληλον να ευρίσκη, να μανθάνη, να κοπιάζη και να ενθυμήται, την δε φωνήν και την καθαρότητα της απαγγελίας τοιαύτην, ώστε όχι μόνον διά των λόγων του, αλλά και διά της επιτυχούς διατάξεως τούτων να πείθη τους ακούοντας, προσέτι δε εάν έχη τόλμην, όχι τοιαύτην, η οποία μαρτυρεί αναισχυντίαν, αλλ' εκείνην η οποία συνοδεύεται με σωφροσύνην και παρασκευάζει την ψυχήν, ώστε να μη έχη ολιγώτερον θάρρος, όταν ομιλεί ο ρήτωρ ενώπιον όλων των πολιτών παρά όταν σκέπτεται καθ' εαυτόν, ποίος αγνοεί, ότι λαβών τοιαύτην μόρφωσιν, όχι τελείαν, αλλ' επιφανειακήν, οποίαν πας τις δύναται να λάβη, ούτος θα γίνη τοιούτος ρήτωρ, οποίος δεν γνωρίζω αν υπάρχη άλλος μεταξύ των Ελλήνων; Εξ άλλου γνωρίζομεν ότι εκείνοι οι οποίοι είναι κατώτεροι κατά τα φυσικά προτερήματα των προηγουμένων, προέχουν δε κατά την εμπειρίαν και την άσκησιν, γίνονται ανώτεροι όχι μόνον των εαυτών των, αλλά και εκείνων οι οποίοι είναι μεν προικισμένοι με εξαίρετα φυσικά προτερήματα, έχουν όμως παραμελήσει πάρα πολύ τους εαυτούς των· ώστε καθέν εκ των δύο τούτων προτερημάτων (φύσις–άσκησις) δύναται να κάμη ένα άνθρωπον ικανόν να ομιλή και να πράττη, αλλά και τα δύο ηνωμένα εις έν άτομον δύνανται να καταστήσουν τούτο ανυπέρβλητον υπό των άλλων. Αυτήν μεν λοιπόν την γνώμην έχω εν σχέσει προς τα φυσικά προτερήματα και την άσκησιν· όσον αφορά όμως εις την μόρφωσιν (αγωγήν) δεν δύναμαι να είπω τα ίδια, διότι η δύναμίς της δεν είναι ούτε ίση, ούτε ανάλογος προς τα προηγούμενα προσόντα (φύσιν και άσκησιν). Εάν πράγματι κάποιος ήθελε ακούσει προσεκτικά όλα τα μαθήματα περί ευγλωττίας και κατείχεν όλας τας λεπτομερείας περί αυτής καλύτερον από όλους τους άλλους, αλλ' εμφανιζόμενος ενώπιον του όχλου, εάν ήθελε στερηθή ενός μόνον, δηλαδή της τόλμης, δεν θα ηδύνατο ουδέ μίαν λέξιν να είπη.
Αυτή μεν λοιπόν είναι η μορφή της πνευματικής μορφώσεως. Εγώ δε νομίζω ότι σεις καλύτερα ηθέλετε αντιληφθή την δύναμιν αυτής, εάν ήθελον εκθέσει εις σας τας υποσχέσεις τας οποίας δίδομεν εις εκείνους, οι οποίοι θέλουν να μας πλησιάζουν. Λέγομεν λοιπόν εις αυτούς, ότι εκείνοι οι οποίοι πρόκειται να διακριθούν είτε εις τους λόγους είτε εις την πράξιν είτε εις παν άλλο είδος ασχολίας, πρέπει ευθύς εξ αρχής να είναι πλουσίως προικισμένοι υπό της φύσεως διά την εργασίαν, την οποίαν εξέλεξαν, έπειτα δε να λάβουν την μόρφωσιν και την επιστήμην, η οποία αρμόζει εις εκάστην εργασίαν, τρίτον δε να γίνουν έμπειροι και ασκηθούν ως προς την χρήσιν και την πρακτικήν εφαρμογήν αυτών· διότι διά των μέσων τούτων εις παν είδος δραστηριότητος κατορθώνει τις να γίνη τέλειος και να ξεπεράση πολύ τους άλλους. Εξ όλων τούτων προκύπτει ότι εκείνο το οποίον έχουν καθήκον και οι δύο, και οι διδάσκοντες και οι μανθάνοντες, είναι οι μεν μαθηταί να εισφέρουν εις την μελέτην τα αναγκαία φυσικά προτερήματα, οι δε διδάσκαλοι να είναι ικανοί να παιδεύσουν τους ούτω προικισμένους, κοινόν δε καθήκον και των δύο η πρακτική εφαρμογή των γνώσεων· διότι πρέπει οι μεν διδάσκαλοι να κατευθύνουν προσεκτικά τους μαθητάς των, οι δε μαθηταί να παρακολουθήσουν με φροντίδα ενεργητικήν τας συμβουλάς τας οποίας τους δίδουν. Αυτά μεν λοιπόν είναι εκείνα, τα οποία λέγομεν δι' όλα τα επαγγέλματα· εάν δε κανείς αφήσας κατά μέρος τα άλλα ήθελε με ερωτήσει, ποίον εκ τούτων έχει την μεγαλυτέραν σημασίαν διά την ρητορικήν μόρφωσιν, ήθελον απαντήσει εις αυτόν, ότι τα φυσικά προτερήματα είναι ανυπέρβλητα και ξεπερνούν όλα τα άλλα· διότι εκείνος ο οποίος έχει διάνοιαν κατάλληλον να ευρίσκη, να μανθάνη, να κοπιάζη και να ενθυμήται, την δε φωνήν και την καθαρότητα της απαγγελίας τοιαύτην, ώστε όχι μόνον διά των λόγων του, αλλά και διά της επιτυχούς διατάξεως τούτων να πείθη τους ακούοντας, προσέτι δε εάν έχη τόλμην, όχι τοιαύτην, η οποία μαρτυρεί αναισχυντίαν, αλλ' εκείνην η οποία συνοδεύεται με σωφροσύνην και παρασκευάζει την ψυχήν, ώστε να μη έχη ολιγώτερον θάρρος, όταν ομιλεί ο ρήτωρ ενώπιον όλων των πολιτών παρά όταν σκέπτεται καθ' εαυτόν, ποίος αγνοεί, ότι λαβών τοιαύτην μόρφωσιν, όχι τελείαν, αλλ' επιφανειακήν, οποίαν πας τις δύναται να λάβη, ούτος θα γίνη τοιούτος ρήτωρ, οποίος δεν γνωρίζω αν υπάρχη άλλος μεταξύ των Ελλήνων; Εξ άλλου γνωρίζομεν ότι εκείνοι οι οποίοι είναι κατώτεροι κατά τα φυσικά προτερήματα των προηγουμένων, προέχουν δε κατά την εμπειρίαν και την άσκησιν, γίνονται ανώτεροι όχι μόνον των εαυτών των, αλλά και εκείνων οι οποίοι είναι μεν προικισμένοι με εξαίρετα φυσικά προτερήματα, έχουν όμως παραμελήσει πάρα πολύ τους εαυτούς των· ώστε καθέν εκ των δύο τούτων προτερημάτων (φύσις–άσκησις) δύναται να κάμη ένα άνθρωπον ικανόν να ομιλή και να πράττη, αλλά και τα δύο ηνωμένα εις έν άτομον δύνανται να καταστήσουν τούτο ανυπέρβλητον υπό των άλλων. Αυτήν μεν λοιπόν την γνώμην έχω εν σχέσει προς τα φυσικά προτερήματα και την άσκησιν· όσον αφορά όμως εις την μόρφωσιν (αγωγήν) δεν δύναμαι να είπω τα ίδια, διότι η δύναμίς της δεν είναι ούτε ίση, ούτε ανάλογος προς τα προηγούμενα προσόντα (φύσιν και άσκησιν). Εάν πράγματι κάποιος ήθελε ακούσει προσεκτικά όλα τα μαθήματα περί ευγλωττίας και κατείχεν όλας τας λεπτομερείας περί αυτής καλύτερον από όλους τους άλλους, αλλ' εμφανιζόμενος ενώπιον του όχλου, εάν ήθελε στερηθή ενός μόνον, δηλαδή της τόλμης, δεν θα ηδύνατο ουδέ μίαν λέξιν να είπη.
Κυριακή 8 Ιανουαρίου 2023
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 5. Εξωτερική αφήγηση και εσωτερικές διηγήσεις
5.2.3. Ο ακροατής
Αφήγηση χωρίς ακρόαση είναι αδιανόητη. Ο αφηγητής δίχως ακροατή πέφτει στο κενό. Οι δύο πόλοι σχηματίζουν κύκλωμα. Ο ένας εξυπακούει τον άλλον: πομπός και δέκτης, ζεύγος αχώριστο, όπου ο δεύτερος όρος υποδέχεται τον πρώτο και τελικά τον αξιολογεί. Η αφηγηματική αυτή αρχή εφαρμόζεται με παραδειγματικό τρόπο στις εσωτερικές διηγήσεις της Οδύσσειας, όπου ο ακροατής απαντά σε όλες τις δυνατές εκδοχές του. Μπορεί να είναι ένας, δύο ή πολλοί· άμεσος ή έμμεσος. Ο ένας δηλαδή και αναφαίρετος ακροατής μπορεί να διπλασιαστεί ή να πολλαπλασιαστεί. Άμεσος θεωρείται ο ακροατής εκείνος που εξαρχής προκαλεί και εισπράττει τη διήγηση. Έμμεσος εκείνος που συμπαρίσταται σε μια διήγηση, συνοδεύοντας ή πλαισιώνοντας τον άμεσο ακροατή.
Με τους όρους αυτούς στα προηγούμενα παραδείγματα εσωτερικών διηγήσεων αναγνωρίζουμε, παράλληλες ή διαπλεκόμενες, όλες τις παραλλαγές του ακροατή. Έτσι, στη διήγηση του Νέστορα (τρίτη ραψωδία) άμεσος ακροατής είναι ο Τηλέμαχος, αυτός που προκαλεί και τη διήγηση του βασιλιά της Πύλου· ενώ η Αθηνά, μεταμορφωμένη σε Μέντορα, παίζει τον ρόλο του έμμεσου ακροατή, που συμπαρίσταται στον νεαρό Τηλέμαχο. Το ίδιο σχήμα ισχύει λίγο πολύ και στη Σπάρτη το πρώτο βράδυ, όταν ο Τηλέμαχος και ο Πεισίστρατος φτάνουν στο παλάτι του Μενελάου (τέταρτη ραψωδία). Μόνο που εδώ το ακροατήριο ενδιαμέσως διευρύνεται, καθώς εμφανίζεται στην αίθουσα και η Ελένη, η οποία, σχεδόν αυθαίρετα, παίρνει τον λόγο από τον Μενέλαο, για να πει μια δική της σύντομη ιστορία. Παραλλαγή αυτού του σχήματος έχουμε στο παλάτι των Φαιάκων, όταν ο Οδυσσέας προκαλείται από τον βασιλιά να δηλώσει την ταυτότητά του και να ομολογήσει τα πάθη του (ένατη ραψωδία). Όπου άμεσος ακροατής, που προκαλεί τη διήγηση, είναι ο Αλκίνοος, έμμεσοι ακροατές οι προσκεκλημένοι Φαίακες, που ακούν τους «Απολόγους» του Οδυσσέα, καθισμένοι ένα γύρο στη μεγάλη αίθουσα. Κάπου στη μέση, ως παράπλευρος ακροατής, αναγνωρίζεται η γυναίκα του Αλκίνοου, η Αρήτη, η οποία στο διάλειμμα της μεγάλης αφήγησης, παίρνει τον λόγο, για να κάνει τη δική της αξιολόγηση και τη δική της πρόταση.
Στις πιο εμπιστευτικές συνομιλίες τα υποκείμενα της εσωτερικής διήγησης περιορίζονται σε δύο: σ᾽ αυτόν που διηγείται και σ᾽ εκείνον που ακούει τη διήγηση. Παραδείγματα: ο πρωινός μακρός απόλογος του Μενελάου, που προσφέρεται τώρα αποκλειστικά στον Τηλέμαχο (δ 306-592)· αλλά και οι δύο αμοιβαίες διηγήσεις, του Οδυσσέα στον Εύμαιο και του Εύμαιου στον Οδυσσέα, πλαστή η μία και γνήσια η άλλη (ξ 192-359 και ο 390-484). Επίσης, η μακρά πλαστή διήγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη (τ 165-202, 221-248, 261-307), όπως και η σύντομη αναγνωριστική διήγηση του Οδυσσέα στον Λαέρτη (ω 302-314). Έτσι το φάσμα των ακροατών στην Οδύσσεια συμπληρώνεται και ευνοεί διαφορετικές ακροαματικές αντιδράσεις.
Η πιο τυπική αντίδραση αναλογεί στο πληθυντικό ακροατήριο, που, ακούγοντας από κάποια απόσταση μια εσωτερική διήγηση, γοητεύεται και υποδέχεται το τέλος της με παρατεινόμενη σιωπή, δηλώνοντας έτσι τον θαυμασμό και την κατάπληξή του. Παράδειγμα η αντίδραση των Φαιάκων, όταν κλείνει ο Οδυσσέας τους «Απολόγους» του (ν 1-2). Η παθολογικότερη ανταπόκριση του ακροατή εκδηλώνεται με θρήνο - κάτι που θυμίζει την αντίδραση του ίδιου του Οδυσσέα, όταν ακούει το πρώτο και το τρίτο τραγούδι του Δημοδόκου. Δύο συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα: το ένα αφορά τον Τηλέμαχο, το άλλο την Πηνελόπη.
Η πρώτη και συνοπτικότερη ομολογία συμπάθειας του Μενελάου για τον αγνοούμενο Οδυσσέα (δ 78-112) προκαλεί στον Τηλέμαχο βουβό κλάμα, που προσπαθεί ο νεαρός να το κρύψει, σκεπάζοντας τα μάτια του με την πορφυρή του χλαμύδα. Ο μοναχικός ωστόσο θρήνος του σε λίγο γενικεύεται, όταν, με την αναγνωριστική παρέμβαση της Ελένης, ο Τηλέμαχος ταυτίζεται με τον μονάκριβο γιο του Οδυσσέα. Οπότε όλοι θρηνούν: η Ελένη και ο Μενέλαος από αναμνηστική συμπάθεια· ο Τηλέμαχος από πόνο για τον απόντα πατέρα του· ο συνοδός Πεισίστρατος για τον σκοτωμένο στην Τροία αδελφό του Αντίλοχο. Ώσπου ο γενικός θρήνος κατευνάζεται: πρώτα με τη φρόνιμη υπόδειξη του Πεισιστράτου (δεν έχει, λέει, νόημα η θρηνητική επιμονή, είναι καιρός να δειπνήσουν)· μετά με το μαγικό βοτάνι της Ελένης, που η βασίλισσα της Σπάρτης το ρίχνει στο κρασί τους, και όλοι ξεχνούν τον πόνο τους. Έτοιμοι είναι τώρα ν᾽ ακούσουν τη δική της διήγηση για ένα πρώιμο τρωικό κατόρθωμα (του Οδυσσέα και δικό της). Διήγηση που τη διπλασιάζει ο Μενέλαος, μιλώντας και αυτός για τον Οδυσσέα μέσα στην κοιλιά του δούρειου ίππου: πώς κατόρθωσε να αποκρούσει τον πειρασμό της Ελένης, που κόντεψε με τις μιμητικές της φωνές να ματαιώσει τον πιο διάσημο δόλο του ήρωα.
Το άλλο παράδειγμα θρηνητικής αντίδρασης ανήκει στην Πηνελόπη. Μόλις έχει τελειώσει ο αδιάγνωστος ακόμη Οδυσσέας το πρώτο μέρος της πλαστής διήγησής του, και ο ποιητής σχολιάζει (τ 203-209):
Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά.
Κι η Πηνελόπη ακούγοντας, της έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι,
μαραίνοντας το πρόσωπο.
Όπως το χιόνι αναλιώνει στα πανύψηλα βουνά -
το στοίβαξε ο πουνέντες, μετά το λιώνει φυσώντας ο σιρόκος
και στα ποτάμια τα νερά φουσκώνουν·
έτσι κι εκείνη, μούσκευε τα ωραία της μάγουλα
με τα πολλά της δάκρυα, τον άντρα της θρηνώντας - ήταν ωστόσο εκεί,
μπροστά στα μάτια της.
Ο θρήνος (άλλοτε σπαρακτικός, άλλοτε ανακουφιστικός) αναλογεί σε ακροατές που έχουν προσωπική σχέση με το κεντρικό πρόσωπο της εσωτερικής διήγησης: γιος με πατέρα, γυναίκα με τον άντρα της, πολεμιστής με τον συντροφικό του φίλο. Αλλιώς η συγκίνηση του ακροατή δηλώνεται πιο συγκρατημένη. Κάποτε εξάλλου ο ακροατής εκφράζεται και με αξιολογικό σχόλιο για την τέχνη του διηγητή. Δύο χαρακτηριστικά και συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα.
Όταν στη μέση περίπου της «Μεγάλης Νέκυιας» (λ 330-332) ο Οδυσσέας κόβει μάλλον απότομα τη διήγησή του, γιατί αισθάνεται πως πέρασε η ώρα, παρεμβαίνει πρώτη η Αρήτη, σπάζοντας τη σιωπή των άλλων γοητευμένων Φαιάκων. Μ᾽ έναν λοξό έπαινο για τον αφηγητή Οδυσσέα, εξαίρει το ωραίο και επιβλητικό του παρουσιαστικό, που αντιστοιχεί σε τετράγωνο μυαλό. Προσόντα που της δίνουν το δικαίωμα να ονομάσει τώρα δικό της φιλοξενούμενο τον Οδυσσέα, προτείνοντας συνάμα στους Φαίακες να διπλασιάσουν τα φιλόξενα δώρα τους. Στον έμμεσο αυτόν έπαινο θα προσθέσει ο Αλκίνοος τον δικό του, άμεσο έπαινο. Απαλλάσσει πρώτα τον αφηγητή Οδυσσέα από την υποψία του περιφερόμενου λογά και απατεώνα. Μετά ο έπαινος γίνεται απροκάλυπτα θετικός: ο Αλκίνοος αναγνωρίζει πως τα λόγια του αφηγητή Οδυσσέα έχουν συγκροτημένη μορφή και το μυαλό του λάμπει· κατέχει καλά την τέχνη να ιστορεί τα πάθη των Αργείων και τα δικά του βάσανα· σαν αοιδός με άρτια γνώση - ἐπισταμένως, λέει το πρωτότυπο κείμενο. Τεχνικός όρος που θα τον χρησιμοποιήσει αργότερα και ο Ησίοδος στα Έργα (105-106) για τον εαυτό του, διαφημίζοντας τη δική του αφηγηματική δεξιοσύνη.
Την εξίσωση του αφηγητή Οδυσσέα με αοιδό την επικυρώνει στην Ιθάκη και ο Εύμαιος, συστήνοντας τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα στην Πηνελόπη μ᾽ αυτά τα λόγια (ρ 515-521):
Εγώ τον κράτησα τρεις νύχτες στο καλύβι μου, τον φύλαξα
τρεις μέρες· γιατί σ᾽ εμένα πρώτα κούρνιασε, ξεφεύγοντας
απ᾽ το καράβι. Κι όμως δεν πρόλαβε διηγώντας
ν᾽ αποτελειώσει τη βασανισμένη μοίρα του.
Πώς κάποιος προσηλώνεται σ᾽ έναν αοιδό, που από θεού γνωρίζει
να τραγουδά για τους ανθρώπους συναρπαστικά τραγούδια,
και λαχταρούν ακούγοντας οι άλλοι ποτέ να μην τελειώσει
το τραγούδι που άρχισε· έτσι κι αυτός εμένα, καθισμένος
στο μαντρί, με μάγεψε.
Η ρητή εξομοίωση του Οδυσσέα με δεξιοτέχνη και γοητευτικό αοιδό τόσο από τον Αλκίνοο όσο και από τον Εύμαιο επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι στον πρόλογο των «Απολόγων» (ι 1-11), επαινώντας ο ήρωας τον Δημόδοκο για τα προηγούμενα τραγούδια του, προκαταβάλλει διακριτικά και τον δικό του έπαινο· τον αυτοέπαινό του δηλαδή, προτού αρχίσει τη μακρά του διήγηση, που θα αποδειχτεί αντάξια ενός αναγνωρισμένου αοιδού. Αν υπολογίσουμε ότι η μορφή του αοιδού στο εσωτερικό της Οδύσσειας παραπέμπει, λοξά έστω, στη μορφή του εξωτερικού αφηγητή, δηλαδή του ποιητή, τότε η εξομοίωση του εσωτερικού αφηγητή, δηλαδή του Οδυσσέα, με έναν καλό αοιδό, τον εξομοιώνει, λοξά πάλι, και με τον ποιητή.
Για να το πούμε αλλιώς: στην Οδύσσεια η αφηγηματική τέχνη εκπροσωπείται σε πρώτη δόση από τον παραδοσιακό αοιδό, σε δεύτερη από τον αφηγητή Οδυσσέα, ο οποίος ανταγωνίζεται και επισκιάζει τον αοιδό, εκπροσωπώντας τον ποιητή, επειδή οι συμβάσεις του αρχαϊκού έπους δεν επιτρέπουν την άμεση προβολή του μέσα στο έργο. Επομένως, ο Οδυσσέας δεν είναι μόνον ο ήρωας του σημαντικότερου μετατρωικού νόστου αλλά και ο καλύτερος αφηγητής του, και τούτο το οφείλει στον ποιητή της Οδύσσειας, που του ανέθεσε και αυτό τον ρόλο. Συμπέρασμα: ο υπερθετικός έπαινος της αφηγηματικής τέχνης, που μεταφέρεται στον πρόλογο των «Μεγάλων Απολόγων» από τον αοιδό Δημόδοκο στον αφηγητή Οδυσσέα, καταλήγει στον ποιητή. Αυτόν τον συνειρμό φρόντισε ο ίδιος ο επικός ποιητής να τον υποβάλει μέσα στο έπος του, σχηματίζοντας μια αναβατική κλίμακα: αοιδός-αφηγητής-ποιητής.
Αφήγηση χωρίς ακρόαση είναι αδιανόητη. Ο αφηγητής δίχως ακροατή πέφτει στο κενό. Οι δύο πόλοι σχηματίζουν κύκλωμα. Ο ένας εξυπακούει τον άλλον: πομπός και δέκτης, ζεύγος αχώριστο, όπου ο δεύτερος όρος υποδέχεται τον πρώτο και τελικά τον αξιολογεί. Η αφηγηματική αυτή αρχή εφαρμόζεται με παραδειγματικό τρόπο στις εσωτερικές διηγήσεις της Οδύσσειας, όπου ο ακροατής απαντά σε όλες τις δυνατές εκδοχές του. Μπορεί να είναι ένας, δύο ή πολλοί· άμεσος ή έμμεσος. Ο ένας δηλαδή και αναφαίρετος ακροατής μπορεί να διπλασιαστεί ή να πολλαπλασιαστεί. Άμεσος θεωρείται ο ακροατής εκείνος που εξαρχής προκαλεί και εισπράττει τη διήγηση. Έμμεσος εκείνος που συμπαρίσταται σε μια διήγηση, συνοδεύοντας ή πλαισιώνοντας τον άμεσο ακροατή.
Με τους όρους αυτούς στα προηγούμενα παραδείγματα εσωτερικών διηγήσεων αναγνωρίζουμε, παράλληλες ή διαπλεκόμενες, όλες τις παραλλαγές του ακροατή. Έτσι, στη διήγηση του Νέστορα (τρίτη ραψωδία) άμεσος ακροατής είναι ο Τηλέμαχος, αυτός που προκαλεί και τη διήγηση του βασιλιά της Πύλου· ενώ η Αθηνά, μεταμορφωμένη σε Μέντορα, παίζει τον ρόλο του έμμεσου ακροατή, που συμπαρίσταται στον νεαρό Τηλέμαχο. Το ίδιο σχήμα ισχύει λίγο πολύ και στη Σπάρτη το πρώτο βράδυ, όταν ο Τηλέμαχος και ο Πεισίστρατος φτάνουν στο παλάτι του Μενελάου (τέταρτη ραψωδία). Μόνο που εδώ το ακροατήριο ενδιαμέσως διευρύνεται, καθώς εμφανίζεται στην αίθουσα και η Ελένη, η οποία, σχεδόν αυθαίρετα, παίρνει τον λόγο από τον Μενέλαο, για να πει μια δική της σύντομη ιστορία. Παραλλαγή αυτού του σχήματος έχουμε στο παλάτι των Φαιάκων, όταν ο Οδυσσέας προκαλείται από τον βασιλιά να δηλώσει την ταυτότητά του και να ομολογήσει τα πάθη του (ένατη ραψωδία). Όπου άμεσος ακροατής, που προκαλεί τη διήγηση, είναι ο Αλκίνοος, έμμεσοι ακροατές οι προσκεκλημένοι Φαίακες, που ακούν τους «Απολόγους» του Οδυσσέα, καθισμένοι ένα γύρο στη μεγάλη αίθουσα. Κάπου στη μέση, ως παράπλευρος ακροατής, αναγνωρίζεται η γυναίκα του Αλκίνοου, η Αρήτη, η οποία στο διάλειμμα της μεγάλης αφήγησης, παίρνει τον λόγο, για να κάνει τη δική της αξιολόγηση και τη δική της πρόταση.
Στις πιο εμπιστευτικές συνομιλίες τα υποκείμενα της εσωτερικής διήγησης περιορίζονται σε δύο: σ᾽ αυτόν που διηγείται και σ᾽ εκείνον που ακούει τη διήγηση. Παραδείγματα: ο πρωινός μακρός απόλογος του Μενελάου, που προσφέρεται τώρα αποκλειστικά στον Τηλέμαχο (δ 306-592)· αλλά και οι δύο αμοιβαίες διηγήσεις, του Οδυσσέα στον Εύμαιο και του Εύμαιου στον Οδυσσέα, πλαστή η μία και γνήσια η άλλη (ξ 192-359 και ο 390-484). Επίσης, η μακρά πλαστή διήγηση του Οδυσσέα στην Πηνελόπη (τ 165-202, 221-248, 261-307), όπως και η σύντομη αναγνωριστική διήγηση του Οδυσσέα στον Λαέρτη (ω 302-314). Έτσι το φάσμα των ακροατών στην Οδύσσεια συμπληρώνεται και ευνοεί διαφορετικές ακροαματικές αντιδράσεις.
Η πιο τυπική αντίδραση αναλογεί στο πληθυντικό ακροατήριο, που, ακούγοντας από κάποια απόσταση μια εσωτερική διήγηση, γοητεύεται και υποδέχεται το τέλος της με παρατεινόμενη σιωπή, δηλώνοντας έτσι τον θαυμασμό και την κατάπληξή του. Παράδειγμα η αντίδραση των Φαιάκων, όταν κλείνει ο Οδυσσέας τους «Απολόγους» του (ν 1-2). Η παθολογικότερη ανταπόκριση του ακροατή εκδηλώνεται με θρήνο - κάτι που θυμίζει την αντίδραση του ίδιου του Οδυσσέα, όταν ακούει το πρώτο και το τρίτο τραγούδι του Δημοδόκου. Δύο συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα: το ένα αφορά τον Τηλέμαχο, το άλλο την Πηνελόπη.
Η πρώτη και συνοπτικότερη ομολογία συμπάθειας του Μενελάου για τον αγνοούμενο Οδυσσέα (δ 78-112) προκαλεί στον Τηλέμαχο βουβό κλάμα, που προσπαθεί ο νεαρός να το κρύψει, σκεπάζοντας τα μάτια του με την πορφυρή του χλαμύδα. Ο μοναχικός ωστόσο θρήνος του σε λίγο γενικεύεται, όταν, με την αναγνωριστική παρέμβαση της Ελένης, ο Τηλέμαχος ταυτίζεται με τον μονάκριβο γιο του Οδυσσέα. Οπότε όλοι θρηνούν: η Ελένη και ο Μενέλαος από αναμνηστική συμπάθεια· ο Τηλέμαχος από πόνο για τον απόντα πατέρα του· ο συνοδός Πεισίστρατος για τον σκοτωμένο στην Τροία αδελφό του Αντίλοχο. Ώσπου ο γενικός θρήνος κατευνάζεται: πρώτα με τη φρόνιμη υπόδειξη του Πεισιστράτου (δεν έχει, λέει, νόημα η θρηνητική επιμονή, είναι καιρός να δειπνήσουν)· μετά με το μαγικό βοτάνι της Ελένης, που η βασίλισσα της Σπάρτης το ρίχνει στο κρασί τους, και όλοι ξεχνούν τον πόνο τους. Έτοιμοι είναι τώρα ν᾽ ακούσουν τη δική της διήγηση για ένα πρώιμο τρωικό κατόρθωμα (του Οδυσσέα και δικό της). Διήγηση που τη διπλασιάζει ο Μενέλαος, μιλώντας και αυτός για τον Οδυσσέα μέσα στην κοιλιά του δούρειου ίππου: πώς κατόρθωσε να αποκρούσει τον πειρασμό της Ελένης, που κόντεψε με τις μιμητικές της φωνές να ματαιώσει τον πιο διάσημο δόλο του ήρωα.
Το άλλο παράδειγμα θρηνητικής αντίδρασης ανήκει στην Πηνελόπη. Μόλις έχει τελειώσει ο αδιάγνωστος ακόμη Οδυσσέας το πρώτο μέρος της πλαστής διήγησής του, και ο ποιητής σχολιάζει (τ 203-209):
Αράδιαζε διηγώντας ψέματα πολλά, που όμως έμοιαζαν αληθινά.
Κι η Πηνελόπη ακούγοντας, της έτρεχαν τα δάκρυα ποτάμι,
μαραίνοντας το πρόσωπο.
Όπως το χιόνι αναλιώνει στα πανύψηλα βουνά -
το στοίβαξε ο πουνέντες, μετά το λιώνει φυσώντας ο σιρόκος
και στα ποτάμια τα νερά φουσκώνουν·
έτσι κι εκείνη, μούσκευε τα ωραία της μάγουλα
με τα πολλά της δάκρυα, τον άντρα της θρηνώντας - ήταν ωστόσο εκεί,
μπροστά στα μάτια της.
Ο θρήνος (άλλοτε σπαρακτικός, άλλοτε ανακουφιστικός) αναλογεί σε ακροατές που έχουν προσωπική σχέση με το κεντρικό πρόσωπο της εσωτερικής διήγησης: γιος με πατέρα, γυναίκα με τον άντρα της, πολεμιστής με τον συντροφικό του φίλο. Αλλιώς η συγκίνηση του ακροατή δηλώνεται πιο συγκρατημένη. Κάποτε εξάλλου ο ακροατής εκφράζεται και με αξιολογικό σχόλιο για την τέχνη του διηγητή. Δύο χαρακτηριστικά και συγγενικά μεταξύ τους παραδείγματα.
Όταν στη μέση περίπου της «Μεγάλης Νέκυιας» (λ 330-332) ο Οδυσσέας κόβει μάλλον απότομα τη διήγησή του, γιατί αισθάνεται πως πέρασε η ώρα, παρεμβαίνει πρώτη η Αρήτη, σπάζοντας τη σιωπή των άλλων γοητευμένων Φαιάκων. Μ᾽ έναν λοξό έπαινο για τον αφηγητή Οδυσσέα, εξαίρει το ωραίο και επιβλητικό του παρουσιαστικό, που αντιστοιχεί σε τετράγωνο μυαλό. Προσόντα που της δίνουν το δικαίωμα να ονομάσει τώρα δικό της φιλοξενούμενο τον Οδυσσέα, προτείνοντας συνάμα στους Φαίακες να διπλασιάσουν τα φιλόξενα δώρα τους. Στον έμμεσο αυτόν έπαινο θα προσθέσει ο Αλκίνοος τον δικό του, άμεσο έπαινο. Απαλλάσσει πρώτα τον αφηγητή Οδυσσέα από την υποψία του περιφερόμενου λογά και απατεώνα. Μετά ο έπαινος γίνεται απροκάλυπτα θετικός: ο Αλκίνοος αναγνωρίζει πως τα λόγια του αφηγητή Οδυσσέα έχουν συγκροτημένη μορφή και το μυαλό του λάμπει· κατέχει καλά την τέχνη να ιστορεί τα πάθη των Αργείων και τα δικά του βάσανα· σαν αοιδός με άρτια γνώση - ἐπισταμένως, λέει το πρωτότυπο κείμενο. Τεχνικός όρος που θα τον χρησιμοποιήσει αργότερα και ο Ησίοδος στα Έργα (105-106) για τον εαυτό του, διαφημίζοντας τη δική του αφηγηματική δεξιοσύνη.
Την εξίσωση του αφηγητή Οδυσσέα με αοιδό την επικυρώνει στην Ιθάκη και ο Εύμαιος, συστήνοντας τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα στην Πηνελόπη μ᾽ αυτά τα λόγια (ρ 515-521):
Εγώ τον κράτησα τρεις νύχτες στο καλύβι μου, τον φύλαξα
τρεις μέρες· γιατί σ᾽ εμένα πρώτα κούρνιασε, ξεφεύγοντας
απ᾽ το καράβι. Κι όμως δεν πρόλαβε διηγώντας
ν᾽ αποτελειώσει τη βασανισμένη μοίρα του.
Πώς κάποιος προσηλώνεται σ᾽ έναν αοιδό, που από θεού γνωρίζει
να τραγουδά για τους ανθρώπους συναρπαστικά τραγούδια,
και λαχταρούν ακούγοντας οι άλλοι ποτέ να μην τελειώσει
το τραγούδι που άρχισε· έτσι κι αυτός εμένα, καθισμένος
στο μαντρί, με μάγεψε.
Η ρητή εξομοίωση του Οδυσσέα με δεξιοτέχνη και γοητευτικό αοιδό τόσο από τον Αλκίνοο όσο και από τον Εύμαιο επιβεβαιώνει την υπόθεση ότι στον πρόλογο των «Απολόγων» (ι 1-11), επαινώντας ο ήρωας τον Δημόδοκο για τα προηγούμενα τραγούδια του, προκαταβάλλει διακριτικά και τον δικό του έπαινο· τον αυτοέπαινό του δηλαδή, προτού αρχίσει τη μακρά του διήγηση, που θα αποδειχτεί αντάξια ενός αναγνωρισμένου αοιδού. Αν υπολογίσουμε ότι η μορφή του αοιδού στο εσωτερικό της Οδύσσειας παραπέμπει, λοξά έστω, στη μορφή του εξωτερικού αφηγητή, δηλαδή του ποιητή, τότε η εξομοίωση του εσωτερικού αφηγητή, δηλαδή του Οδυσσέα, με έναν καλό αοιδό, τον εξομοιώνει, λοξά πάλι, και με τον ποιητή.
Για να το πούμε αλλιώς: στην Οδύσσεια η αφηγηματική τέχνη εκπροσωπείται σε πρώτη δόση από τον παραδοσιακό αοιδό, σε δεύτερη από τον αφηγητή Οδυσσέα, ο οποίος ανταγωνίζεται και επισκιάζει τον αοιδό, εκπροσωπώντας τον ποιητή, επειδή οι συμβάσεις του αρχαϊκού έπους δεν επιτρέπουν την άμεση προβολή του μέσα στο έργο. Επομένως, ο Οδυσσέας δεν είναι μόνον ο ήρωας του σημαντικότερου μετατρωικού νόστου αλλά και ο καλύτερος αφηγητής του, και τούτο το οφείλει στον ποιητή της Οδύσσειας, που του ανέθεσε και αυτό τον ρόλο. Συμπέρασμα: ο υπερθετικός έπαινος της αφηγηματικής τέχνης, που μεταφέρεται στον πρόλογο των «Μεγάλων Απολόγων» από τον αοιδό Δημόδοκο στον αφηγητή Οδυσσέα, καταλήγει στον ποιητή. Αυτόν τον συνειρμό φρόντισε ο ίδιος ο επικός ποιητής να τον υποβάλει μέσα στο έπος του, σχηματίζοντας μια αναβατική κλίμακα: αοιδός-αφηγητής-ποιητής.
Η Ρώμη και ο κόσμος της: 15. Ποιος φοβάται τα λατινικά;
15.4. Δέκα παρά ένας (πιθανοί) λόγοι που δεν με ενδιαφέρουν τα λατινικά
Επειδή και οι αρχαιότεροι Έλληνες δεν καταδέχονταν να ασχοληθούν με μια γλώσσα που εξέφραζε έναν πολιτισμό τον οποίο θεωρούσαν λιγότερο σημαντικό από τον δικό τους.
Επειδή οι Ρωμαίοι ήρθαν στην Ελλάδα ως κατακτητές, και η γλώσσα των κατοχικών δυνάμεων απέκτησε αρνητικές συνδηλώσεις για τους Έλληνες.
Επειδή, περίπου μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ., η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαχώρισε οριστικά τη θέση της από το δυτικό τμήμα του κράτους και θέλησε να τονίσει τη δική της «ταυτότητα» αφήνοντας τα (δυτικά) λατινικά στο περιθώριο.
Επειδή, μετά το Σχίσμα των Εκκλησιών κατά τον 9ο αιώνα, οι Λατίνοι αντιμετωπίστηκαν με δυσμένεια και δυσπιστία, και η επίσημη γλώσσα της παπικής εκκλησίας, δηλαδή τα λατινικά, θεωρήθηκε ένα είδος «εχθρικής» ή «ανθελληνικής» γλώσσας που ταίριαζε μόνο σε αιρετικούς και «λατινόφρονες».
Επειδή, όπως ήταν εύλογο, οι λόγιοι του νεοελληνικού Διαφωτισμού, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν την ελληνική εθνική συνείδηση και τη δημιουργία ελληνικής ταυτότητας, ανέδειξαν κυρίως την ελληνική πλευρά του κλασικού παρελθόντος.
Επειδή οι Έλληνες, ακόμη και μετά τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους και παρά το γεγονός ότι τα βασικά πρότυπα πολιτειακής οργάνωσης και πολιτισμικής ζωής ήταν δυτικά, συνέχιζαν με κάποιο τρόπο να ορίζουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους σε αντιδιαστολή προς τους «Δυτικούς» (ή τους «Φράγκους»), οι οποίοι (παρόλο που αναγνώριζαν την πρωταρχική σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού) έβλεπαν τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές παραδόσεις τους ως συνέχεια της Ρώμης.
Επειδή η επίσημη εκπαιδευτική πρακτική του νεότερου ελληνικού κράτους (τόσο στη μέση όσο και στην ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα) διαιώνιζε την άποψη ότι ο ρωμαϊκός πολιτισμός, σε σχέση με τον αρχαιοελληνικό, είναι μιμητικός, παράγωγος και δευτερεύων, και έτσι το σύνολο σχεδόν της ρωμαϊκής γραμματείας αντιμετωπιζόταν ως ένα είδος λατινόγλωσσου συμπληρώματος της ελληνικής.
Επειδή, ως συνέπεια της εκπαιδευτικής αυτής ιδεολογίας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού πολιτισμικού χώρου (που είναι πολλά, άκρως ενδιαφέροντα και ιστορικά απαραίτητα για να καταλάβουμε την άμεση προϊστορία και την πολιτισμική εξέλιξη της δυτικής Ευρώπης) δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο σοβαρής μελέτης, και έτσι το ενδιαφέρον μαθητών και σπουδαστών για τη Ρώμη και τη γλώσσα της δεν ενθαρρύνθηκε αρκετά.
Επειδή, ακόμη και σήμερα, αυτό που ονομάζουμε «κλασικό πολιτισμό και παιδεία» τείνει να ταυτίζεται (στην Ελλάδα) με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμικό χώρο.
Επειδή και οι αρχαιότεροι Έλληνες δεν καταδέχονταν να ασχοληθούν με μια γλώσσα που εξέφραζε έναν πολιτισμό τον οποίο θεωρούσαν λιγότερο σημαντικό από τον δικό τους.
Επειδή οι Ρωμαίοι ήρθαν στην Ελλάδα ως κατακτητές, και η γλώσσα των κατοχικών δυνάμεων απέκτησε αρνητικές συνδηλώσεις για τους Έλληνες.
Επειδή, περίπου μετά τον 6ο αιώνα μ.Χ., η Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία διαχώρισε οριστικά τη θέση της από το δυτικό τμήμα του κράτους και θέλησε να τονίσει τη δική της «ταυτότητα» αφήνοντας τα (δυτικά) λατινικά στο περιθώριο.
Επειδή, μετά το Σχίσμα των Εκκλησιών κατά τον 9ο αιώνα, οι Λατίνοι αντιμετωπίστηκαν με δυσμένεια και δυσπιστία, και η επίσημη γλώσσα της παπικής εκκλησίας, δηλαδή τα λατινικά, θεωρήθηκε ένα είδος «εχθρικής» ή «ανθελληνικής» γλώσσας που ταίριαζε μόνο σε αιρετικούς και «λατινόφρονες».
Επειδή, όπως ήταν εύλογο, οι λόγιοι του νεοελληνικού Διαφωτισμού, στην προσπάθειά τους να στηρίξουν την ελληνική εθνική συνείδηση και τη δημιουργία ελληνικής ταυτότητας, ανέδειξαν κυρίως την ελληνική πλευρά του κλασικού παρελθόντος.
Επειδή οι Έλληνες, ακόμη και μετά τη δημιουργία του νεότερου ελληνικού κράτους και παρά το γεγονός ότι τα βασικά πρότυπα πολιτειακής οργάνωσης και πολιτισμικής ζωής ήταν δυτικά, συνέχιζαν με κάποιο τρόπο να ορίζουν την ιδιαίτερη ταυτότητά τους σε αντιδιαστολή προς τους «Δυτικούς» (ή τους «Φράγκους»), οι οποίοι (παρόλο που αναγνώριζαν την πρωταρχική σημασία του αρχαιοελληνικού πολιτισμού) έβλεπαν τις κοινωνικές, πολιτισμικές και πολιτικές παραδόσεις τους ως συνέχεια της Ρώμης.
Επειδή η επίσημη εκπαιδευτική πρακτική του νεότερου ελληνικού κράτους (τόσο στη μέση όσο και στην ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα) διαιώνιζε την άποψη ότι ο ρωμαϊκός πολιτισμός, σε σχέση με τον αρχαιοελληνικό, είναι μιμητικός, παράγωγος και δευτερεύων, και έτσι το σύνολο σχεδόν της ρωμαϊκής γραμματείας αντιμετωπιζόταν ως ένα είδος λατινόγλωσσου συμπληρώματος της ελληνικής.
Επειδή, ως συνέπεια της εκπαιδευτικής αυτής ιδεολογίας, τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ρωμαϊκού πολιτισμικού χώρου (που είναι πολλά, άκρως ενδιαφέροντα και ιστορικά απαραίτητα για να καταλάβουμε την άμεση προϊστορία και την πολιτισμική εξέλιξη της δυτικής Ευρώπης) δεν αποτέλεσαν ποτέ αντικείμενο σοβαρής μελέτης, και έτσι το ενδιαφέρον μαθητών και σπουδαστών για τη Ρώμη και τη γλώσσα της δεν ενθαρρύνθηκε αρκετά.
Επειδή, ακόμη και σήμερα, αυτό που ονομάζουμε «κλασικό πολιτισμό και παιδεία» τείνει να ταυτίζεται (στην Ελλάδα) με τον αρχαιοελληνικό πολιτισμικό χώρο.
Θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου
Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού
Ο άνθρωπος (σαν ύπαρξη), στην πραγματική του ουσία, στο πνευματικό του μέρος, δεν είναι απλά το συνειδητό των ψυχολόγων, ούτε το απλό «είναι» των φιλοσόφων, είναι κάτι πολύ ευρύτερο, πέρα από το συνειδητό, που περιστρέφεται γύρω από την αντίληψη (σύμπλεγμα) του εγώ. Υπάρχουν ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής. Αυτό το βεβαιώνουν επιστήμονες ψυχολόγοι, φιλόσοφοι που δίδασκαν χρόνια στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, χώρια όλη την πνευματική παράδοση της ανατολής και της δύσης. Είναι όλοι ηλίθιοι;
Αυτό το βαθύτερο στρώμα της ψυχής δεν είναι απλά πέραν του συνειδητού (του εγώ) αλλά εμπειρικά αποδεικνύεται από όλους όσους έχουν πνευματική εμπειρία, αλλά και από φυσιολόγους-ψυχολόγους που έκαναν εργαστηριακές έρευνες με ανθρώπους που προσεύχονταν, (μιλάμε για την αληθινή προσευχή των νηπτικών...), ότι αυτοί που βιώνουν Αυτό Το Άλλο μέσα μας, φτάνουν σε μία κατάσταση συνείδησης πέραν του υποκειμένου –Αντικειμενική. Το τι περιεχόμενο έχει αυτή η Συνείδηση μπορεί να αναλυθεί. Και προκαλούμε όποιον θέλει να το επιχειρήσουμε... δεν αναλύεται πρώτα εννοιολογικά... πρέπει πρώτα να το βιώσουμε και μετά να αναλύσουμε εννοιολογικά τι αντιλαμβανόμαστε... πρώτα η πνευματική εμπειρία, μετά η σκέψη...
Το λογικό συμπέρασμα, εφ’ όσον παραμένουμε λογικά όντα, είναι ότι η «Αντικειμενική Συνείδηση» που μπορούμε να βιώσουμε, «λόγω του περιεχομένου της», δεν μπορεί να περιορίζεται στην ατομική ύπαρξη, πρέπει να επεκτείνεται πέραν της ατομικής ύπαρξης, προς μία Ευρύτερη Ύπαρξη που ουσιώνει κάθε ατομική ύπαρξη...
Συνεπώς Αυτό Το Άλλο που αποτελεί μία ευρύτερη πνευματική πραγματικότητα και μερικοί ονομάζουν Θεό δεν τίθεται αξιωματικά. Προκύπτει από την φύση μας, από την λειτουργία της φύσης μας, κι αναδύεται σαν Παρουσία όταν περνάμε πέραν του υποκειμένου προς τα ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής... Ο Θεός λοιπόν δεν είναι ούτε ιδέα, ούτε αντίληψη, ούτε τίθεται αξιωματικά: Προκύπτει από το βίωμα*, από την ζωή... Πρώτα η εμπειρία και μετά η θεμελίωση της γνώσης και της θεολογίας... Μήπως δεν το λέμε ελληνικά;
Έτσι, για να συνεχίσουμε τους συλλογισμούς μας... Αυτό Το Άλλο, Βρίσκεται μέσα μας, σαν η βαθύτερη ουσία της ψυχής, κι έξω από εμάς, ταυτόχρονα, σαν Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, που ουσιώνει την ψυχή: Από εδώ πηγάζει η αντίληψη του «κατ’ εικόνα Θεού»...
Η διεύρυνση του συνειδητού προς τα ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής που είναι της ίδιας ουσίας με την Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, η ολοκλήρωση του ανθρώπου (κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του) οδηγεί προς το «καθ’ ομοίωσιν Θεού»..
Έτσι ο Θεός είναι μέσα μας κι έξω από εμάς, μας ουσιώνει αλλά και μας Υπερβαίνει. Η συμμετοχή μας, η «κοινωνία» με Αυτή Την Πραγματικότητα, γίνεται σε διάφορους βαθμούς και από τον ίδιο άνθρωπο αλλά και από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Ο άνθρωπος βιώνει την υπέρβαση του συνειδητού (εγώ), του υποκειμένου, σαν μη-εγώ, σαν κάτι Αντικειμενικό. Αυτή η εμπειρία δεν είναι εμπειρία ενός υποκειμένου, οπότε θα είχαμε απλά αντιλήψεις υποκειμένων κάποιου πράγματος, αλλά επειδή συμβαίνει κι είναι δυνατή μόνο όταν ξεπερνιέται το υποκείμενο, είναι μία συνείδηση τελείως διαφορετική, Αντικειμενική «λόγω του περιεχομένου της»... Έτσι θεμελιώνεται η Αντικειμενικότητα Της Ευρύτερης Πνευματικής Πραγματικότητας, του Θεού... Μόνο με βιωματικό τρόπο... Πρώτα η πνευματική εμπειρία και μετά η εννοιολογική ανάλυση...
Αν λοιπόν εξ’ αρχής είμαστε κάτι Ευρύτερο του συνειδητού, του υποκειμένου, κι αν μπορούμε να βιώσουμε την πέραν του υποκειμένου ουσία μας, που είναι Ουσία των πάντων, τότε προς τι οι συζητήσεις; Ο Θεός Είναι εδώ, μέσα μας, κι έξω από εμάς. Ή βιώνουμε την Παρουσία Του ή όχι. Και πως μπορεί να γίνει συζήτηση ανάμεσα σε κάποιον που έχει εμπειρία και κάποιον που δεν έχει; Πρέπει να βρούμε ένα κοινό επίπεδο εμπειρίας και συζήτησης. Ποιο είναι αυτό; Της σκέψης; Γιατί; Της εμπειρίας; «Ιδού η Ρόδος...»
Ο Θεός να μας φωτίζει το δρόμο, στους λαβύρινθους της σκέψης... Ευτυχώς που δεν υπάρχουν μινώταυροι...
Θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου
Ο Θεός, σε κάθε περίπτωση, Είναι Ακατάληπτος στην Ουσία Του. Ακόμα κι όταν μέσω της Ενοποιού Αγάπης, Προσεγγίζουμε τον Θεό, Κοινωνούμε μαζί Του, αυτό που αποκομίζουμε από αυτή την Επικοινωνία με τον Ζωντανό Θεό, είναι:
1. Η Αντίληψη της Παρουσίας Του.
2. Η «Αίσθηση της Ενότητας» των πάντων μέσα στην Θεία Αγάπη.
3. Ο Ζωογόνος Φωτισμός που μας προσανατολίζει μέσα στην ύπαρξη.
4. Η «αίσθηση» της Ολοκλήρωσης, της Πληρότητας, η ανάπαυση της ψυχής, που ολοκληρώνει την αναζήτηση κι αφήνεται στα Χέρια του Θεού.
Όλα αυτά που γνωρίζουμε είναι το τελικό αποτέλεσμα της Επικοινωνίας με τον Θεό, το «Πνεύμα του Θεού» που πληρώνει τον άνθρωπο, η Θεία Χάρη, το Θείο Φως (όχι μόνο σαν συνειδησιακή κατανόηση αλλά και σαν «υποστασιακό» φως...)...
Δεν μπορούμε, μέσα από το μυστικό βίωμα, να γνωρίσουμε τίποτα περισσότερο από τα Ανεξερεύνητα Βάθη της Θείας Ουσίας... Το να μεταφέρουμε αυτό το μυστικό βίωμα, σε κατανοητή εννοιολογική γλώσσα, είναι ήδη δύσκολο, αλλά καθίσταται δυσκολότερο όταν απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάλογη εμπειρία. Για τον Θεό δύσκολα μιλάμε... Κάνει εντύπωση όμως ο τεράστιος όγκος των θεολογικών μελετών και συγγραμμάτων και συζητήσεων, γύρω από τον Θεό... Δυστυχώς όμως οι «θεολόγοι» (κάθε είδους) ολισθαίνουν από το μυστικό βίωμα σε θεωρίες περί Θεού, σε ιδέες, εννοιολογικές αναλύσεις, κλπ... κι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον Ζωντανό Θεό αλλά με την «ιδέα περί Θεού»...
Το να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν Θεού (είτε εκλάβουμε την ομοίωση σαν «ομοίωμα», είτε σαν δυναμική εξέλιξη που οδηγεί στην Ομοίωση... το εβραϊκό κείμενο δεν ξεκαθαρίζει...)...είναι πολύ ασαφές... Το να ομολογούμε ότι ο Θεός Είναι Ακατάληπτος στην Ουσία Του (και Γνωστός μόνο στις Θείες Ενέργειές Του, μέσα στην Θεία Χάρη, και την Ενοποιό Αγάπη Του, και την Κοινωνία μαζί Του...), και παράλληλα ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Ακατάληπτου Θεού, δεν μας διαφωτίζει σχεδόν καθόλου... Πέρα λοιπόν από την «θεολογική έννοια του ανθρωπίνου προσώπου» που είναι ασαφής, πέρα από θεωρίες και αντιλήψεις χρειάζεται να εξετάσουμε τι είναι ο άνθρωπος από την πλευρά του απλού ανθρώπου, που ξεκινά από μηδενική (θεολογική) βάση... Θα δούμε τότε αν μπορεί να θεμελιωθεί κάποια «θεολογία του ανθρώπινου προσώπου» κι αν έχουν εφαρμογή όλα όσα λέμε περί «Κοινωνίας με τον Θεό», θέωσης, κλπ...
Αντίθετα, και θεμιτό είναι, και δυνατόν, να διερευνήσουμε την ύπαρξη (την καταγραφή) μίας «χριστιανικής ανθρωπολογίας» μέσα στα ευαγγέλια και μέσα στα κείμενα των πατέρων...
Χριστιανική Ανθρωπολογία
Ο άνθρωπος ορίζεται (και στα ψυχολογικά και στα ανθρωπολογικά εγχειρίδια) σαν ένα όλον, μία ψυχοσωματική οντότητα (ψυχοβιολογική οντότητα πιο συγκεκριμένα). Μολονότι ο ορισμός είναι ικανοποιητικός και εξηγεί (δήθεν) το ανθρώπινο φαινόμενο, εν τούτοις «δείχνει» την επιστημονική ανεπάρκεια, την επιστημονική «αδυναμία» να ερμηνεύσει επακριβώς το φαινόμενο, και παράλληλα την επιστημονική «υποκρισία»... Ήδη στον ορισμό ψυχο-σωματικός αναγνωρίζονται δύο τάξεις φαινομένων (τα ψυχικά και τα σωματικά) που βέβαια συνδέονται αλλά δεν μπορούν να αναχθούν τα μεν στα δε (με τις δεδομένες σημερινές γνώσεις μας).. Κι έτσι, ορίζοντας τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματική οντότητα, απλά ομολογούμε ότι δεν γνωρίζουμε πως και γιατί και με ποιο σκοπό συνδέονται τα ψυχικά με τα σωματικά φαινόμενα (γνωρίζουμε μόνο ότι συνδέονται)... Δεν μπορούμε να αποδείξουμε «επιστημονικά» ότι από κάποια ψυχική, νοητική, ενέργεια παράγεται η ύλη, αλλά ούτε επίσης μπορούμε να αποδείξουμε ότι από μία υλική, βιολογική, βάση, (εγκέφαλος) παράγεται «συνείδηση», (όπως επιχειρούν να κάνουν ορισμένοι σύγχρονοι Άγγλοι βιολόγοι, που θέλουν να μιλήσουν για την συνείδηση και τον Θεό, ανάγοντάς τα όλα στην οργανωμένη ύλη...)... Έτσι καταλήγουμε πάλι να μιλάμε, ακόμα και σήμερα, για ψυχή και σώμα...
Ένα άλλο λογικό σφάλμα που κάνουμε συχνά (από φιλοσοφική άποψη...) είναι να «διαφοροποιούμε» φαινόμενα της ίδιας τάξης όταν δεν χρειάζεται (αφού αποδεικνύονται ταυτόσημα), ή να «ταυτίζουμε» φαινόμενα της ίδιας τάξης, όταν δεν πρέπει (αφού επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες...)... Συνείδηση, Αυτοσυνείδηση, Αντίληψη, είναι ταυτόσημα όταν αναφέρονται στην «Ίδια Ύπαρξη» (όταν δηλαδή οι πληροφορίες λαμβάνονται από την ίδια μας την ύπαρξη), αλλά αυτή η «τριαδική συγκροτημένη συνείδηση» διαφοροποιείται (συμπεριφέρεται διαφορετικά) όταν συσχετίζεται με το «έξω» (με το σώμα, με τον εξωτερικό κόσμο...).
Η Συνείδηση σαν φαινόμενο παραμένει πάντα η βάση (της αντίληψης της ύπαρξης) αλλά σαν φαινόμενο ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ούτε να εντοπιστεί μέσα στον εγκέφαλο (από αντιδράσεις του εγκεφάλου)... (Η ύπαρξη της «καθαρής συνείδησης» αποδεικνύεται βιωματικά...)...
Από την σχέση όμως της Συνείδησης με το σώμα αναδύεται μία συγκεκριμένη αυτοσυνείδηση (το ψυχοσωματικό όλο, η ψυχοβιολογική ύπαρξη) που είναι η ύπαρξη, το πρόσωπο, το εγώ... Πρόκειται για ένα συνειδησιακό σύμπλεγμα που λειτουργεί σαν κέντρο όλων των πληροφοριών, που προέρχονται είτε από το ψυχοβιολογικό όλο, την διανόηση, την αντίληψη του εξωτερικού κόσμου. Η λειτουργία της αυτοσυνείδησης, του εγώ, εντοπίζεται σε εγκεφαλικές λειτουργίες..
Η διανόηση πάλι είναι κάτι άλλο, είναι η θεωρητική, αφηρημένη, σύλληψη (μέσω εννοιών και συλλογιστικών διαδικασιών) του έξω, του περιβάλλοντος... σύλληψη που εντάσσει μέσα στο πλαίσιο του χωροχρόνου (ή αλλιώς του «ρέοντος χώρου»), κάθε πληροφορία, σύλληψη που συχνά ολισθαίνει στην (πλασματική) αντίληψη ενός απόλυτου χρόνου εντός του οποίου εξελίσσονται τα πράγματα του χώρου...
Η αντίληψη πάλι (με την βοήθεια των αισθήσεων) αντλεί πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο... δομώντας «ένα κόσμο παραστάσεων» στον οποίο εντάσσει κάθε νέα αντίληψη... φτιάχνει μία εικόνα για τον κόσμο...
Η αίσθηση πάλι είναι μία ψυχοβιολογική λειτουργία...
Το σώμα είναι ένας βιολογικός οργανισμός, «οργανωμένη ύλη», που έχει σαν βάση υλικά στοιχεία...
Όλα αυτά τα φαινόμενα Συνείδηση, Αυτοσυνείδηση, Αντίληψη, (που στην καθαρή λειτουργία τους ταυτίζονται), αυτοσυνείδηση (του ψυχοβιολογικού όλου), διανόηση, αντίληψη, αίσθηση, σώμα, είναι φαινόμενα, λειτουργίες, διαφορετικά... Κι όταν χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους θα πρέπει να γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε...
Η Συνείδηση (που ταυτίζεται με την Αυτοσυνείδηση και την Αντίληψη, όταν η Συνείδηση θεωρεί τον εαυτό της), δεν ταυτίζεται με την αυτοσυνείδηση (του ψυχοβιολογικού όλου), που προκύπτει από την σχέση της Συνείδησης με το σώμα, ούτε αυτά ταυτίζονται με την διανόηση (σαν διαδικασία και σαν «περιεχόμενο») που μας πληροφορεί για το «έξω», ούτε όλα αυτά ταυτίζονται με την αντίληψη του εξωτερικού κόσμου...
Πιο πάνω περιγράψαμε τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες λειτουργίες, με όρους σύγχρονης ψυχολογίας (αν και προχωρήσαμε πέρα από την επίσημη ψυχολογία που διδάσκεται στα πανεπιστήμια και τα σχολεία... περνώντας στον χώρο της φιλοσοφικής ανάλυσης, θέτοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια μίας θεολογικής προσέγγισης της ανθρώπινης ύπαρξης – που θα αναλύσουμε παρακάτω...)...
Οι πατέρες πολλοί από τους οποίους είχαν ελληνική παιδεία αλλά χριστιανική σκέψη, χρησιμοποιούσαν όρους της ελληνικής φιλοσοφίας, προσαρμοσμένους στην χριστιανική αντίληψη...
Ο όρος «Ψυχή» χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ανώτερη φύση του ανθρώπου, τόσο στην καθαρή, πνευματική της ουσία, όσο και στις κατώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες.
Στην Συνείδηση αντιστοιχεί ο «νους» των πατέρων.
Στην Αυτοσυνείδηση αντιστοιχεί ο «λόγος».
Στην Αντίληψη αντιστοιχεί το «πνεύμα».
Αυτά τα τρία (σαν «τριαδική συγκροτημένη συνείδηση»), αποτελούν την καθαρή πνευματική ουσία, (που είναι η βάση κάθε αντίληψης), είτε στην απόλυτη λειτουργία της (όταν αντιλαμβάνεται τον «εαυτό»...), είτε όταν συσχετίζεται με το σώμα...
Στην αυτοσυνείδηση του ψυχοβιολογικού όλου αντιστοιχεί το «πρόσωπο», η συγκεκριμένη ύπαρξη, το εγώ.
Στην διανόηση αντιστοιχεί η λειτουργία του «λογισμού», με τα τρία είδη λογισμού, ανάλογα αν προέρχονται από άνωθεν, από την διανόηση, ή από τον εξωτερικό κόσμο...
Στην αντίληψη αντιστοιχεί η «αίσθηση» του κόσμου, στην εσωτερική, αφαιρετική, λειτουργία της αντίληψης, και στην εξωτερική αίσθηση του κόσμου...
Είναι προφανές, ότι όταν συνήθως φθάνουν σε αυτό το σημείο, τα λογικά επιχειρήματα δεν τους έχουν βοηθήσει και τα μόνα που έχουν είναι επιχειρήματα προσωπικού βιώματος, για τα οποία συνήθως νομίζουν ότι είναι μοναδικά στην θρησκεία τους και ένα εξαιρετικό όπλο που θα διαλύσει την “πλάνη” μας, αφού με αυτά δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα, φθάνει απλά η αναφορά τους και η δήλωση ότι, αν ήμασταν και εμείς ορθόδοξοι θα το βιώναμε.
“Η θρησκεία μας, λένε, (εν προκειμένω η Ορθοδοξία), δεν είναι θρησκεία και δεν έχουν σημασία όλα αυτά”. Αυτό φυσικά είναι μεγάλο ψέμα που τονίζει την υποκρισία τους, αλλά φυσικά δεν το καταλαβαίνουν, απόδειξη ότι ήδη έχουν χύσει πολύ μελάνι και πλέον εκατομμύρια bytes για να μας αποδείξουν ότι ισχύουν όλα αυτά που πλέον τώρα δεν τους ενδιαφέρουν, όχι γιατί άλλαξαν γνώμη αλλά γιατί δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν πλέον, γιατί δεν πείθουν όταν βρουν αντίλογο με στοιχεία. Αυτό που έχει σημασία, λένε, είναι η Ιερά Παράδοση και το ορθόδοξο βίωμα. “Έλα και εσύ στην Εκκλησία ή σε έναν πνευματικό, άφησε την καρδιά σου ελεύθερη και τότε θα δεις”.
Φυσικά, εδώ τους διαφεύγει ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι από εμάς γεννηθήκαμε και ανατραφήκαμε χριστιανικά και μάλιστα ορθόδοξα σαν και αυτούς. Τους διαφεύγει ότι γνωρίζουμε πολύ καλά και τα της πίστης τους και τα του ορθόδοξου βιώματος. Ας τα δούμε λίγο περισσότερο…
Η Ιερά Παράδοση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μύθοι κυρίως μέσα από τα απόκρυφα κείμενα ή τα αγιολόγια, που αρχικά δεν ήθελαν να τα θεωρήσουν ως επίσημα και ιερά βιβλία, αλλά κάποια γεγονότα από αυτά τους είναι χρήσιμα, ή τα θεωρούν αυθεντικά όπως τους βίους των αγίων, που φυσικά για ένα σοβαρό ερευνητή είναι αναξιόπιστα, πέρα από το να μας δείξουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και που απευθύνονται. Ή τα απόκρυφα που εκεί οι αντιφάσεις κτυπάνε κόκκινο, αλλά έχουν κάποια στοιχεία που τους βοηθούν να ολοκληρώσουν την μυθολογία τους.
Άλλωστε, έχει δειχθεί ότι η αποστολική συνέχεια, όπως λένε, είναι φτιαχτή και έγινε εκ των υστέρων για να αυθεντικοποιήσουν κάποιοι τις επισκοπικές τους έδρες. Τίποτα λοιπόν το χρήσιμο και το ουσιαστικό δεν προσφέρει η παράδοση αυτή και φυσικά κανένα επιχείρημα αληθείας.
Το βίωμα είναι η μυστικιστική εμπειρία ακόμα και η έκσταση που έχει ο κάθε θεϊστής μόνος ή σαν ομάδα και που νομίζει ότι μόνο αυτός ή μόνο στην δική του θρησκεία υπάρχει ή είναι αυθεντική και ότι αυτό το όραμα, όνειρο, ευφορία, σημάδι ή όποιο άλλο βίωμα, οφείλεται αποκλειστικά στο θεό του ή σε κάποιο άγιο του.
Σαν ομάδα, το έχουν στην Εκκλησία ή τραγουδώντας ύμνους όπου αισθάνονται ευφορία, την ευφορία της αγέλης που έχει κάτι κοινό. Εδώ βέβαια τα πρωτεία τα έχουν οι διάφορες προτεσταντικές οργανώσεις κυρίως στην Αμερική, κάποιες από τις οποίες όλα αυτά τα έχουν αναγάγει σε “επιστήμη”.
Σαν άτομα βιώνουν την εμπειρία τους με την προσευχή και την συνεχή εστίαση στα της πίστης τους, όπου τυχαία, πραγματικά, φανταστικά, ψυχολογικά ή ακόμα και ψυχιατρικά περιστατικά, παίρνουν ξαφνικά αξία και συγκεκριμένη νοηματοδότηση και πιστεύουν ότι είναι απαντήσεις που δίνονται προσωπικά σε αυτούς από έναν θεό ή άγιο ή απαντήσεις στις προσευχές τους.
Δυστυχώς για αυτούς και η ιατρική και η βιολογία και η ψυχολογία, αλλά ακόμα και η πρακτική για όσους έχουν μυαλό, έχουν δείξει ότι τα βιώματα αυτά είναι καθαρά προσωπικά, εξαρτώνται μόνο από τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή ομάδα, τροφοδοτούνται δε από το ασυνείδητό του, που είναι επηρεασμένο από τον κοινωνικό του περίγυρο. Όπως έχω ξανατονίσει, αν και τους το υπενθυμίζουμε συνέχεια και αυτοί συνέχεια θέλουν να το αγνοούν, ότι υπάρχουν και άλλες θρησκείες με αντίστοιχα, θαύματα, βιώματα, αγίους κ.λπ. Τίποτα λοιπόν δεν μπορεί να δείξει ότι το βίωμα του κάθε ανθρώπου προέρχεται από κάπου έξω από τον άνθρωπο και τον κοινωνικό του περίγυρο, για αυτό και λέγεται προσωπικό βίωμα. Τα δε βιώματα, ανά σέκτα και θρησκεία είναι παρόμοια, άρα δεν έχουν καμία αυθεντικότητα, καμία καθολική αποδοχή, εκτός αν φασιστικά όλοι αποδεχθούμε την ίδια θρησκευτική ιδεολογία, που και αυτό είναι σχετικό όπως αποδείχθηκε με τις αιρέσεις και πάντα ο κάθε ένας θα διαφοροποιείται λίγο ή πολύ κατά καιρούς από το σύνολο. Το ξεκάθαρο στοιχείο, είναι ότι αν υπήρχε κάτι αληθινό στα βιώματα μίας θρησκείας και μόνο, τότε δεν θα υπήρχαν πολλές θρησκείες και θα υπήρχε μόνο μια, αυτή με το αληθινό βίωμα.
Ο άνθρωπος (σαν ύπαρξη), στην πραγματική του ουσία, στο πνευματικό του μέρος, δεν είναι απλά το συνειδητό των ψυχολόγων, ούτε το απλό «είναι» των φιλοσόφων, είναι κάτι πολύ ευρύτερο, πέρα από το συνειδητό, που περιστρέφεται γύρω από την αντίληψη (σύμπλεγμα) του εγώ. Υπάρχουν ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής. Αυτό το βεβαιώνουν επιστήμονες ψυχολόγοι, φιλόσοφοι που δίδασκαν χρόνια στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια, χώρια όλη την πνευματική παράδοση της ανατολής και της δύσης. Είναι όλοι ηλίθιοι;
Αυτό το βαθύτερο στρώμα της ψυχής δεν είναι απλά πέραν του συνειδητού (του εγώ) αλλά εμπειρικά αποδεικνύεται από όλους όσους έχουν πνευματική εμπειρία, αλλά και από φυσιολόγους-ψυχολόγους που έκαναν εργαστηριακές έρευνες με ανθρώπους που προσεύχονταν, (μιλάμε για την αληθινή προσευχή των νηπτικών...), ότι αυτοί που βιώνουν Αυτό Το Άλλο μέσα μας, φτάνουν σε μία κατάσταση συνείδησης πέραν του υποκειμένου –Αντικειμενική. Το τι περιεχόμενο έχει αυτή η Συνείδηση μπορεί να αναλυθεί. Και προκαλούμε όποιον θέλει να το επιχειρήσουμε... δεν αναλύεται πρώτα εννοιολογικά... πρέπει πρώτα να το βιώσουμε και μετά να αναλύσουμε εννοιολογικά τι αντιλαμβανόμαστε... πρώτα η πνευματική εμπειρία, μετά η σκέψη...
Το λογικό συμπέρασμα, εφ’ όσον παραμένουμε λογικά όντα, είναι ότι η «Αντικειμενική Συνείδηση» που μπορούμε να βιώσουμε, «λόγω του περιεχομένου της», δεν μπορεί να περιορίζεται στην ατομική ύπαρξη, πρέπει να επεκτείνεται πέραν της ατομικής ύπαρξης, προς μία Ευρύτερη Ύπαρξη που ουσιώνει κάθε ατομική ύπαρξη...
Συνεπώς Αυτό Το Άλλο που αποτελεί μία ευρύτερη πνευματική πραγματικότητα και μερικοί ονομάζουν Θεό δεν τίθεται αξιωματικά. Προκύπτει από την φύση μας, από την λειτουργία της φύσης μας, κι αναδύεται σαν Παρουσία όταν περνάμε πέραν του υποκειμένου προς τα ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής... Ο Θεός λοιπόν δεν είναι ούτε ιδέα, ούτε αντίληψη, ούτε τίθεται αξιωματικά: Προκύπτει από το βίωμα*, από την ζωή... Πρώτα η εμπειρία και μετά η θεμελίωση της γνώσης και της θεολογίας... Μήπως δεν το λέμε ελληνικά;
Έτσι, για να συνεχίσουμε τους συλλογισμούς μας... Αυτό Το Άλλο, Βρίσκεται μέσα μας, σαν η βαθύτερη ουσία της ψυχής, κι έξω από εμάς, ταυτόχρονα, σαν Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, που ουσιώνει την ψυχή: Από εδώ πηγάζει η αντίληψη του «κατ’ εικόνα Θεού»...
Η διεύρυνση του συνειδητού προς τα ανεξερεύνητα βάθη της ψυχής που είναι της ίδιας ουσίας με την Ευρύτερη Πνευματική Πραγματικότητα, η ολοκλήρωση του ανθρώπου (κατά το μέτρο των δυνατοτήτων του) οδηγεί προς το «καθ’ ομοίωσιν Θεού»..
Έτσι ο Θεός είναι μέσα μας κι έξω από εμάς, μας ουσιώνει αλλά και μας Υπερβαίνει. Η συμμετοχή μας, η «κοινωνία» με Αυτή Την Πραγματικότητα, γίνεται σε διάφορους βαθμούς και από τον ίδιο άνθρωπο αλλά και από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Ο άνθρωπος βιώνει την υπέρβαση του συνειδητού (εγώ), του υποκειμένου, σαν μη-εγώ, σαν κάτι Αντικειμενικό. Αυτή η εμπειρία δεν είναι εμπειρία ενός υποκειμένου, οπότε θα είχαμε απλά αντιλήψεις υποκειμένων κάποιου πράγματος, αλλά επειδή συμβαίνει κι είναι δυνατή μόνο όταν ξεπερνιέται το υποκείμενο, είναι μία συνείδηση τελείως διαφορετική, Αντικειμενική «λόγω του περιεχομένου της»... Έτσι θεμελιώνεται η Αντικειμενικότητα Της Ευρύτερης Πνευματικής Πραγματικότητας, του Θεού... Μόνο με βιωματικό τρόπο... Πρώτα η πνευματική εμπειρία και μετά η εννοιολογική ανάλυση...
Αν λοιπόν εξ’ αρχής είμαστε κάτι Ευρύτερο του συνειδητού, του υποκειμένου, κι αν μπορούμε να βιώσουμε την πέραν του υποκειμένου ουσία μας, που είναι Ουσία των πάντων, τότε προς τι οι συζητήσεις; Ο Θεός Είναι εδώ, μέσα μας, κι έξω από εμάς. Ή βιώνουμε την Παρουσία Του ή όχι. Και πως μπορεί να γίνει συζήτηση ανάμεσα σε κάποιον που έχει εμπειρία και κάποιον που δεν έχει; Πρέπει να βρούμε ένα κοινό επίπεδο εμπειρίας και συζήτησης. Ποιο είναι αυτό; Της σκέψης; Γιατί; Της εμπειρίας; «Ιδού η Ρόδος...»
Ο Θεός να μας φωτίζει το δρόμο, στους λαβύρινθους της σκέψης... Ευτυχώς που δεν υπάρχουν μινώταυροι...
Θεολογία του ανθρωπίνου προσώπου
Ο Θεός, σε κάθε περίπτωση, Είναι Ακατάληπτος στην Ουσία Του. Ακόμα κι όταν μέσω της Ενοποιού Αγάπης, Προσεγγίζουμε τον Θεό, Κοινωνούμε μαζί Του, αυτό που αποκομίζουμε από αυτή την Επικοινωνία με τον Ζωντανό Θεό, είναι:
1. Η Αντίληψη της Παρουσίας Του.
2. Η «Αίσθηση της Ενότητας» των πάντων μέσα στην Θεία Αγάπη.
3. Ο Ζωογόνος Φωτισμός που μας προσανατολίζει μέσα στην ύπαρξη.
4. Η «αίσθηση» της Ολοκλήρωσης, της Πληρότητας, η ανάπαυση της ψυχής, που ολοκληρώνει την αναζήτηση κι αφήνεται στα Χέρια του Θεού.
Όλα αυτά που γνωρίζουμε είναι το τελικό αποτέλεσμα της Επικοινωνίας με τον Θεό, το «Πνεύμα του Θεού» που πληρώνει τον άνθρωπο, η Θεία Χάρη, το Θείο Φως (όχι μόνο σαν συνειδησιακή κατανόηση αλλά και σαν «υποστασιακό» φως...)...
Δεν μπορούμε, μέσα από το μυστικό βίωμα, να γνωρίσουμε τίποτα περισσότερο από τα Ανεξερεύνητα Βάθη της Θείας Ουσίας... Το να μεταφέρουμε αυτό το μυστικό βίωμα, σε κατανοητή εννοιολογική γλώσσα, είναι ήδη δύσκολο, αλλά καθίσταται δυσκολότερο όταν απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που δεν έχουν ανάλογη εμπειρία. Για τον Θεό δύσκολα μιλάμε... Κάνει εντύπωση όμως ο τεράστιος όγκος των θεολογικών μελετών και συγγραμμάτων και συζητήσεων, γύρω από τον Θεό... Δυστυχώς όμως οι «θεολόγοι» (κάθε είδους) ολισθαίνουν από το μυστικό βίωμα σε θεωρίες περί Θεού, σε ιδέες, εννοιολογικές αναλύσεις, κλπ... κι όλα αυτά δεν έχουν καμία σχέση με τον Ζωντανό Θεό αλλά με την «ιδέα περί Θεού»...
Το να λέμε ότι ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα Θεού και καθ’ ομοίωσιν Θεού (είτε εκλάβουμε την ομοίωση σαν «ομοίωμα», είτε σαν δυναμική εξέλιξη που οδηγεί στην Ομοίωση... το εβραϊκό κείμενο δεν ξεκαθαρίζει...)...είναι πολύ ασαφές... Το να ομολογούμε ότι ο Θεός Είναι Ακατάληπτος στην Ουσία Του (και Γνωστός μόνο στις Θείες Ενέργειές Του, μέσα στην Θεία Χάρη, και την Ενοποιό Αγάπη Του, και την Κοινωνία μαζί Του...), και παράλληλα ότι ο άνθρωπος είναι εικόνα του Ακατάληπτου Θεού, δεν μας διαφωτίζει σχεδόν καθόλου... Πέρα λοιπόν από την «θεολογική έννοια του ανθρωπίνου προσώπου» που είναι ασαφής, πέρα από θεωρίες και αντιλήψεις χρειάζεται να εξετάσουμε τι είναι ο άνθρωπος από την πλευρά του απλού ανθρώπου, που ξεκινά από μηδενική (θεολογική) βάση... Θα δούμε τότε αν μπορεί να θεμελιωθεί κάποια «θεολογία του ανθρώπινου προσώπου» κι αν έχουν εφαρμογή όλα όσα λέμε περί «Κοινωνίας με τον Θεό», θέωσης, κλπ...
Αντίθετα, και θεμιτό είναι, και δυνατόν, να διερευνήσουμε την ύπαρξη (την καταγραφή) μίας «χριστιανικής ανθρωπολογίας» μέσα στα ευαγγέλια και μέσα στα κείμενα των πατέρων...
Χριστιανική Ανθρωπολογία
Ο άνθρωπος ορίζεται (και στα ψυχολογικά και στα ανθρωπολογικά εγχειρίδια) σαν ένα όλον, μία ψυχοσωματική οντότητα (ψυχοβιολογική οντότητα πιο συγκεκριμένα). Μολονότι ο ορισμός είναι ικανοποιητικός και εξηγεί (δήθεν) το ανθρώπινο φαινόμενο, εν τούτοις «δείχνει» την επιστημονική ανεπάρκεια, την επιστημονική «αδυναμία» να ερμηνεύσει επακριβώς το φαινόμενο, και παράλληλα την επιστημονική «υποκρισία»... Ήδη στον ορισμό ψυχο-σωματικός αναγνωρίζονται δύο τάξεις φαινομένων (τα ψυχικά και τα σωματικά) που βέβαια συνδέονται αλλά δεν μπορούν να αναχθούν τα μεν στα δε (με τις δεδομένες σημερινές γνώσεις μας).. Κι έτσι, ορίζοντας τον άνθρωπο σαν ψυχοσωματική οντότητα, απλά ομολογούμε ότι δεν γνωρίζουμε πως και γιατί και με ποιο σκοπό συνδέονται τα ψυχικά με τα σωματικά φαινόμενα (γνωρίζουμε μόνο ότι συνδέονται)... Δεν μπορούμε να αποδείξουμε «επιστημονικά» ότι από κάποια ψυχική, νοητική, ενέργεια παράγεται η ύλη, αλλά ούτε επίσης μπορούμε να αποδείξουμε ότι από μία υλική, βιολογική, βάση, (εγκέφαλος) παράγεται «συνείδηση», (όπως επιχειρούν να κάνουν ορισμένοι σύγχρονοι Άγγλοι βιολόγοι, που θέλουν να μιλήσουν για την συνείδηση και τον Θεό, ανάγοντάς τα όλα στην οργανωμένη ύλη...)... Έτσι καταλήγουμε πάλι να μιλάμε, ακόμα και σήμερα, για ψυχή και σώμα...
Ένα άλλο λογικό σφάλμα που κάνουμε συχνά (από φιλοσοφική άποψη...) είναι να «διαφοροποιούμε» φαινόμενα της ίδιας τάξης όταν δεν χρειάζεται (αφού αποδεικνύονται ταυτόσημα), ή να «ταυτίζουμε» φαινόμενα της ίδιας τάξης, όταν δεν πρέπει (αφού επιτελούν διαφορετικές λειτουργίες...)... Συνείδηση, Αυτοσυνείδηση, Αντίληψη, είναι ταυτόσημα όταν αναφέρονται στην «Ίδια Ύπαρξη» (όταν δηλαδή οι πληροφορίες λαμβάνονται από την ίδια μας την ύπαρξη), αλλά αυτή η «τριαδική συγκροτημένη συνείδηση» διαφοροποιείται (συμπεριφέρεται διαφορετικά) όταν συσχετίζεται με το «έξω» (με το σώμα, με τον εξωτερικό κόσμο...).
Η Συνείδηση σαν φαινόμενο παραμένει πάντα η βάση (της αντίληψης της ύπαρξης) αλλά σαν φαινόμενο ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ούτε να εντοπιστεί μέσα στον εγκέφαλο (από αντιδράσεις του εγκεφάλου)... (Η ύπαρξη της «καθαρής συνείδησης» αποδεικνύεται βιωματικά...)...
Από την σχέση όμως της Συνείδησης με το σώμα αναδύεται μία συγκεκριμένη αυτοσυνείδηση (το ψυχοσωματικό όλο, η ψυχοβιολογική ύπαρξη) που είναι η ύπαρξη, το πρόσωπο, το εγώ... Πρόκειται για ένα συνειδησιακό σύμπλεγμα που λειτουργεί σαν κέντρο όλων των πληροφοριών, που προέρχονται είτε από το ψυχοβιολογικό όλο, την διανόηση, την αντίληψη του εξωτερικού κόσμου. Η λειτουργία της αυτοσυνείδησης, του εγώ, εντοπίζεται σε εγκεφαλικές λειτουργίες..
Η διανόηση πάλι είναι κάτι άλλο, είναι η θεωρητική, αφηρημένη, σύλληψη (μέσω εννοιών και συλλογιστικών διαδικασιών) του έξω, του περιβάλλοντος... σύλληψη που εντάσσει μέσα στο πλαίσιο του χωροχρόνου (ή αλλιώς του «ρέοντος χώρου»), κάθε πληροφορία, σύλληψη που συχνά ολισθαίνει στην (πλασματική) αντίληψη ενός απόλυτου χρόνου εντός του οποίου εξελίσσονται τα πράγματα του χώρου...
Η αντίληψη πάλι (με την βοήθεια των αισθήσεων) αντλεί πληροφορίες από τον εξωτερικό κόσμο... δομώντας «ένα κόσμο παραστάσεων» στον οποίο εντάσσει κάθε νέα αντίληψη... φτιάχνει μία εικόνα για τον κόσμο...
Η αίσθηση πάλι είναι μία ψυχοβιολογική λειτουργία...
Το σώμα είναι ένας βιολογικός οργανισμός, «οργανωμένη ύλη», που έχει σαν βάση υλικά στοιχεία...
Όλα αυτά τα φαινόμενα Συνείδηση, Αυτοσυνείδηση, Αντίληψη, (που στην καθαρή λειτουργία τους ταυτίζονται), αυτοσυνείδηση (του ψυχοβιολογικού όλου), διανόηση, αντίληψη, αίσθηση, σώμα, είναι φαινόμενα, λειτουργίες, διαφορετικά... Κι όταν χρησιμοποιούμε αυτούς τους όρους θα πρέπει να γνωρίζουμε για τι πράγμα μιλάμε...
Η Συνείδηση (που ταυτίζεται με την Αυτοσυνείδηση και την Αντίληψη, όταν η Συνείδηση θεωρεί τον εαυτό της), δεν ταυτίζεται με την αυτοσυνείδηση (του ψυχοβιολογικού όλου), που προκύπτει από την σχέση της Συνείδησης με το σώμα, ούτε αυτά ταυτίζονται με την διανόηση (σαν διαδικασία και σαν «περιεχόμενο») που μας πληροφορεί για το «έξω», ούτε όλα αυτά ταυτίζονται με την αντίληψη του εξωτερικού κόσμου...
Πιο πάνω περιγράψαμε τον άνθρωπο, τις ανθρώπινες λειτουργίες, με όρους σύγχρονης ψυχολογίας (αν και προχωρήσαμε πέρα από την επίσημη ψυχολογία που διδάσκεται στα πανεπιστήμια και τα σχολεία... περνώντας στον χώρο της φιλοσοφικής ανάλυσης, θέτοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια μίας θεολογικής προσέγγισης της ανθρώπινης ύπαρξης – που θα αναλύσουμε παρακάτω...)...
Οι πατέρες πολλοί από τους οποίους είχαν ελληνική παιδεία αλλά χριστιανική σκέψη, χρησιμοποιούσαν όρους της ελληνικής φιλοσοφίας, προσαρμοσμένους στην χριστιανική αντίληψη...
Ο όρος «Ψυχή» χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει την ανώτερη φύση του ανθρώπου, τόσο στην καθαρή, πνευματική της ουσία, όσο και στις κατώτερες ψυχονοητικές λειτουργίες.
Στην Συνείδηση αντιστοιχεί ο «νους» των πατέρων.
Στην Αυτοσυνείδηση αντιστοιχεί ο «λόγος».
Στην Αντίληψη αντιστοιχεί το «πνεύμα».
Αυτά τα τρία (σαν «τριαδική συγκροτημένη συνείδηση»), αποτελούν την καθαρή πνευματική ουσία, (που είναι η βάση κάθε αντίληψης), είτε στην απόλυτη λειτουργία της (όταν αντιλαμβάνεται τον «εαυτό»...), είτε όταν συσχετίζεται με το σώμα...
Στην αυτοσυνείδηση του ψυχοβιολογικού όλου αντιστοιχεί το «πρόσωπο», η συγκεκριμένη ύπαρξη, το εγώ.
Στην διανόηση αντιστοιχεί η λειτουργία του «λογισμού», με τα τρία είδη λογισμού, ανάλογα αν προέρχονται από άνωθεν, από την διανόηση, ή από τον εξωτερικό κόσμο...
Στην αντίληψη αντιστοιχεί η «αίσθηση» του κόσμου, στην εσωτερική, αφαιρετική, λειτουργία της αντίληψης, και στην εξωτερική αίσθηση του κόσμου...
------------------------
*Το βίωμα
Είναι προφανές, ότι όταν συνήθως φθάνουν σε αυτό το σημείο, τα λογικά επιχειρήματα δεν τους έχουν βοηθήσει και τα μόνα που έχουν είναι επιχειρήματα προσωπικού βιώματος, για τα οποία συνήθως νομίζουν ότι είναι μοναδικά στην θρησκεία τους και ένα εξαιρετικό όπλο που θα διαλύσει την “πλάνη” μας, αφού με αυτά δεν έχουν να αποδείξουν τίποτα, φθάνει απλά η αναφορά τους και η δήλωση ότι, αν ήμασταν και εμείς ορθόδοξοι θα το βιώναμε.
“Η θρησκεία μας, λένε, (εν προκειμένω η Ορθοδοξία), δεν είναι θρησκεία και δεν έχουν σημασία όλα αυτά”. Αυτό φυσικά είναι μεγάλο ψέμα που τονίζει την υποκρισία τους, αλλά φυσικά δεν το καταλαβαίνουν, απόδειξη ότι ήδη έχουν χύσει πολύ μελάνι και πλέον εκατομμύρια bytes για να μας αποδείξουν ότι ισχύουν όλα αυτά που πλέον τώρα δεν τους ενδιαφέρουν, όχι γιατί άλλαξαν γνώμη αλλά γιατί δεν μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν πλέον, γιατί δεν πείθουν όταν βρουν αντίλογο με στοιχεία. Αυτό που έχει σημασία, λένε, είναι η Ιερά Παράδοση και το ορθόδοξο βίωμα. “Έλα και εσύ στην Εκκλησία ή σε έναν πνευματικό, άφησε την καρδιά σου ελεύθερη και τότε θα δεις”.
Φυσικά, εδώ τους διαφεύγει ότι οι περισσότεροι, αν όχι όλοι από εμάς γεννηθήκαμε και ανατραφήκαμε χριστιανικά και μάλιστα ορθόδοξα σαν και αυτούς. Τους διαφεύγει ότι γνωρίζουμε πολύ καλά και τα της πίστης τους και τα του ορθόδοξου βιώματος. Ας τα δούμε λίγο περισσότερο…
Η Ιερά Παράδοση δεν είναι τίποτα άλλο παρά μύθοι κυρίως μέσα από τα απόκρυφα κείμενα ή τα αγιολόγια, που αρχικά δεν ήθελαν να τα θεωρήσουν ως επίσημα και ιερά βιβλία, αλλά κάποια γεγονότα από αυτά τους είναι χρήσιμα, ή τα θεωρούν αυθεντικά όπως τους βίους των αγίων, που φυσικά για ένα σοβαρό ερευνητή είναι αναξιόπιστα, πέρα από το να μας δείξουν το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργήθηκαν και που απευθύνονται. Ή τα απόκρυφα που εκεί οι αντιφάσεις κτυπάνε κόκκινο, αλλά έχουν κάποια στοιχεία που τους βοηθούν να ολοκληρώσουν την μυθολογία τους.
Άλλωστε, έχει δειχθεί ότι η αποστολική συνέχεια, όπως λένε, είναι φτιαχτή και έγινε εκ των υστέρων για να αυθεντικοποιήσουν κάποιοι τις επισκοπικές τους έδρες. Τίποτα λοιπόν το χρήσιμο και το ουσιαστικό δεν προσφέρει η παράδοση αυτή και φυσικά κανένα επιχείρημα αληθείας.
Το βίωμα είναι η μυστικιστική εμπειρία ακόμα και η έκσταση που έχει ο κάθε θεϊστής μόνος ή σαν ομάδα και που νομίζει ότι μόνο αυτός ή μόνο στην δική του θρησκεία υπάρχει ή είναι αυθεντική και ότι αυτό το όραμα, όνειρο, ευφορία, σημάδι ή όποιο άλλο βίωμα, οφείλεται αποκλειστικά στο θεό του ή σε κάποιο άγιο του.
Σαν ομάδα, το έχουν στην Εκκλησία ή τραγουδώντας ύμνους όπου αισθάνονται ευφορία, την ευφορία της αγέλης που έχει κάτι κοινό. Εδώ βέβαια τα πρωτεία τα έχουν οι διάφορες προτεσταντικές οργανώσεις κυρίως στην Αμερική, κάποιες από τις οποίες όλα αυτά τα έχουν αναγάγει σε “επιστήμη”.
Σαν άτομα βιώνουν την εμπειρία τους με την προσευχή και την συνεχή εστίαση στα της πίστης τους, όπου τυχαία, πραγματικά, φανταστικά, ψυχολογικά ή ακόμα και ψυχιατρικά περιστατικά, παίρνουν ξαφνικά αξία και συγκεκριμένη νοηματοδότηση και πιστεύουν ότι είναι απαντήσεις που δίνονται προσωπικά σε αυτούς από έναν θεό ή άγιο ή απαντήσεις στις προσευχές τους.
Δυστυχώς για αυτούς και η ιατρική και η βιολογία και η ψυχολογία, αλλά ακόμα και η πρακτική για όσους έχουν μυαλό, έχουν δείξει ότι τα βιώματα αυτά είναι καθαρά προσωπικά, εξαρτώνται μόνο από τον συγκεκριμένο άνθρωπο ή ομάδα, τροφοδοτούνται δε από το ασυνείδητό του, που είναι επηρεασμένο από τον κοινωνικό του περίγυρο. Όπως έχω ξανατονίσει, αν και τους το υπενθυμίζουμε συνέχεια και αυτοί συνέχεια θέλουν να το αγνοούν, ότι υπάρχουν και άλλες θρησκείες με αντίστοιχα, θαύματα, βιώματα, αγίους κ.λπ. Τίποτα λοιπόν δεν μπορεί να δείξει ότι το βίωμα του κάθε ανθρώπου προέρχεται από κάπου έξω από τον άνθρωπο και τον κοινωνικό του περίγυρο, για αυτό και λέγεται προσωπικό βίωμα. Τα δε βιώματα, ανά σέκτα και θρησκεία είναι παρόμοια, άρα δεν έχουν καμία αυθεντικότητα, καμία καθολική αποδοχή, εκτός αν φασιστικά όλοι αποδεχθούμε την ίδια θρησκευτική ιδεολογία, που και αυτό είναι σχετικό όπως αποδείχθηκε με τις αιρέσεις και πάντα ο κάθε ένας θα διαφοροποιείται λίγο ή πολύ κατά καιρούς από το σύνολο. Το ξεκάθαρο στοιχείο, είναι ότι αν υπήρχε κάτι αληθινό στα βιώματα μίας θρησκείας και μόνο, τότε δεν θα υπήρχαν πολλές θρησκείες και θα υπήρχε μόνο μια, αυτή με το αληθινό βίωμα.
Είναι λογικό, βέβαια, κάποια τέτοια θέματα να επανέρχονται στις συζητήσεις κατά διαστήματα, άλλοτε για να μας πουν ότι η θρησκεία τους δεν επηρεάζεται από αυτά, άλλοτε για να τα καταρρίψουν τελείως όπως νομίζουν και άλλοτε να τα καταρρίψουν μερικώς.
Παρ’ όλα αυτά, αν δεν έχουν ήδη αποχωρήσει, δεν σημαίνει ότι παραδέχονται την διαλογική τους ήττα και βλέποντας ότι δεν μπορούν σε αυτούς τους τομείς να πουν κάτι πιστευτό και αφού πάρουν τις απαντήσεις τους, ξαφνικά τα αγνοούν όλα αυτά, σαν να μην συνέβησαν ποτέ, σαν να μην ειπώθηκαν και το ρίχνουν σε άλλο ταμπλό στο οποίο αισθάνονται ότι δεν υπάρχει σοβαρός αντίλογος.
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν: Η κόλαση δεν είναι οι άλλοι. Είναι ο εαυτός σου
Τα όρια ενός ανθρώπου καθορίζονται από τα όρια της γλώσσας του.
Δεν ξέρω γιατί βρισκόμαστε εδώ, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο λόγος δεν είναι για να περάσουμε καλά.
Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του ανθρώπινου μυαλού. Όσα ξέρω είναι αυτά για τα οποία έχω λέξεις.
Η κόλαση δεν είναι οι άλλοι. Είναι ο εαυτός σου.
Για τα πράγματα που δεν μπορείς να μιλήσεις, πρέπει να σωπαίνεις.
Μπορεί κανείς να φυλακιστεί σ’ ένα δωμάτιο με ξεκλείδωτη πόρτα, αν τυχόν η πόρτα ανοίγει προς τα μέσα και δεν του περάσει απ’ το μυαλό να τραβήξει αντί να σπρώξει.
Αν οι άνθρωποι δεν έκαναν ποτέ ανοησίες, τίποτε έξυπνο δεν θα είχε γίνει ποτέ.
Οι περιορισμοί απελευθερώνουν.
Μη σκέφτεσαι. Κοίτα!
Όταν μιλάμε μιαν άλλη γλώσσα, αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο κάπως διαφορετικά.
Μια σοβαρή και καλή φιλοσοφική εργασία μπορεί να αποτελείται εξ ολοκλήρου από ανέκδοτα.
Κάποιος που ξέρει πάρα πολλά, δυσκολεύεται να μη λέει ψέματα.
Όταν φιλοσοφείς είναι σαν να προσπαθείς να ανοίξεις ένα χρηματοκιβώτιο με συνδυασμό. Όλες οι μικρές μετατοπίσεις του δίσκου δεν φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα. Μόνο όταν όλα μπουν στη θέση τους, η πόρτα ανοίγει.
Το ανθρώπινο σώμα είναι η καλύτερη εικόνα της ανθρώπινης ψυχής.
Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Ο φιλόσοφος πασχίζει να βρει την ελευθερώτρια λέξη, τη λέξη δηλαδή που θα μας επιτρέψει επιτέλους να συλλάβουμε εκείνο που συνεχώς μέχρι τώρα βάραινε στη συνείδησή μας, δίχως να καταλαβαίνουμε πώς.
Ένας φιλόσοφος που δεν θέλει να παίρνει μέρος σε συζητήσεις, είναι σαν ένα πυγμάχο που δεν θέλει να μπαίνει στο ρινγκ.
Η φιλοσοφία δεν είναι ένα δόγμα, αλλά μια δραστηριότητα.
Κάθε εξομολόγηση πρέπει να είναι μέρος της καινούργιας σου ζωής.
Από το λάθος πρέπει κανείς να ξεκινάει και να φέρνει στο φως την αλήθεια που κρύβει μέσα του.
Η φιλοσοφία δεν είναι θεωρία αλλά ενέργεια.
Και οι σκέψεις πέφτουν καμιά φορά από το δέντρο πριν ωριμάσουν.
Η επιστήμη χτίζει ένα σπίτι από τούβλα, το οποίο, αφού ολοκληρωθεί δεν το αγγίζουμε πια. Η φιλοσοφία τακτοποιεί ένα δωμάτιο, κι έτσι χρειάζεται να πάρει στα χέρια της τα πράγματα πολλές φορές.
Όταν θα έχουμε κατανοήσει κάθε μυστικό του σύμπαντος, θα μένει ακόμα το αιώνιο μυστικό της ανθρώπινης καρδιάς.
Στη γλώσσα μας υπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία.
Αν πιστεύεις στο Θεό σημαίνει ότι δεν κατανοείς την ερώτηση σχετικά με το νόημα της ζωής.
Ποτέ μη μένεις ψηλά στα άγονα υψίπεδα της εξυπνάδας. Έλα κάτω στα πράσινα λιβάδια της χαζομάρας.
Ο κόσμος είναι ένα σύνολο γεγονότων, όχι πραγμάτων.
Για να πείσεις κάποιον για την αλήθεια δεν αρκεί να την επισημάνεις, αλλά να του δείξεις το μονοπάτι που οδηγεί από το σφάλμα στην αλήθεια.
Εν τέλει, κάθε εξήγηση είναι απλά μια υπόθεση.
Τι γνωρίζω για τον Θεό και το νόημα της ζωής;
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι ο κόσμος υπάρχει.
Σε κάθε κουλτούρα φτάνω σε ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Σοφία». Και ξέρω ακριβώς τι πρόκειται να επακολουθήσει: Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.
Οι φιλόσοφοι μερικές φορές μοιάζουν με μικρά παιδιά που μουντζουρώνουν ένα φύλλο χαρτί με τυχαίες γραμμές και μετά ρωτούν έναν ενήλικο: «τι είναι αυτό;»
Η φιλοσοφία είναι ένας αγώνας για να λυθούν τα μάγια που έχει κάνει η γλώσσα στη σκέψη μας.
Ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι να υψώνει ένα τείχος στο σημείο όπου η γλώσσα –ούτως ή άλλως– σταματά.
Η δυσκολία στη φιλοσοφία είναι να μη λέμε παραπάνω από όσα ξέρουμε.
Τα λόγια είναι πράξεις.
Το να φιλοσοφείς σημαίνει να απορρίπτεις λανθασμένα επιχειρήματα.
Διαβάζοντας τους Σωκρατικούς διαλόγους έχεις την αίσθηση μιας τρομακτικής σπατάλης χρόνου. Τι νόημα έχει όλη αυτή η επιχειρηματολογία που δεν αποδεικνύει και δεν ξεκαθαρίζει τίποτα;
Η λογική ξέρει να τα βγάζει πέρα μόνη της, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς είναι να παρατηρούμε και να βρίσκουμε πώς το κάνει αυτό.
Στον πυρήνα κάθε καλά τεκμηριωμένης πεποίθησης βρίσκεται μια πεποίθηση που δεν είναι τεκμηριωμένη.
Η φιλοδοξία είναι ο θάνατος της σκέψης.
Αν ένα λιοντάρι μπορούσε να μιλήσει, δεν θα μπορούσαμε να το καταλάβουμε.
Η αμφιβολία μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχει κάποια ερώτηση, ερώτηση υπάρχει μόνο όταν υπάρχει απάντηση, και απάντηση μόνο όταν κάτι μπορεί να ειπωθεί.
--------------------------------
Ludwig Wittgenstein, 1889-1951
Αυστριακός φιλόσοφος που ασχολήθηκε κυρίως με την αναλυτική φιλοσοφία και τη λογική.
Από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Δημοσίευσε μόνο μία φιλοσοφική διατριβή, το Tractatus Logico-Philosophicus.
Συνεργάστηκε στενά με τον Μπέρναρντ Ράσσελ, στην Οξφόρδη. Αργότερα έγινε καθηγητής φιλοσοφίας στο Καίμπριτζ.
Δεν ξέρω γιατί βρισκόμαστε εδώ, αλλά είμαι σχεδόν σίγουρος ότι ο λόγος δεν είναι για να περάσουμε καλά.
Τα όρια της γλώσσας είναι τα όρια του ανθρώπινου μυαλού. Όσα ξέρω είναι αυτά για τα οποία έχω λέξεις.
Η κόλαση δεν είναι οι άλλοι. Είναι ο εαυτός σου.
Για τα πράγματα που δεν μπορείς να μιλήσεις, πρέπει να σωπαίνεις.
Μπορεί κανείς να φυλακιστεί σ’ ένα δωμάτιο με ξεκλείδωτη πόρτα, αν τυχόν η πόρτα ανοίγει προς τα μέσα και δεν του περάσει απ’ το μυαλό να τραβήξει αντί να σπρώξει.
Αν οι άνθρωποι δεν έκαναν ποτέ ανοησίες, τίποτε έξυπνο δεν θα είχε γίνει ποτέ.
Οι περιορισμοί απελευθερώνουν.
Μη σκέφτεσαι. Κοίτα!
Όταν μιλάμε μιαν άλλη γλώσσα, αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο κάπως διαφορετικά.
Μια σοβαρή και καλή φιλοσοφική εργασία μπορεί να αποτελείται εξ ολοκλήρου από ανέκδοτα.
Κάποιος που ξέρει πάρα πολλά, δυσκολεύεται να μη λέει ψέματα.
Όταν φιλοσοφείς είναι σαν να προσπαθείς να ανοίξεις ένα χρηματοκιβώτιο με συνδυασμό. Όλες οι μικρές μετατοπίσεις του δίσκου δεν φαίνεται να έχουν αποτέλεσμα. Μόνο όταν όλα μπουν στη θέση τους, η πόρτα ανοίγει.
Το ανθρώπινο σώμα είναι η καλύτερη εικόνα της ανθρώπινης ψυχής.
Το να ξεστομίζεις μια λέξη είναι σαν να χτυπάς μια νότα στο πληκτρολόγιο της φαντασίας.
Ο φιλόσοφος πασχίζει να βρει την ελευθερώτρια λέξη, τη λέξη δηλαδή που θα μας επιτρέψει επιτέλους να συλλάβουμε εκείνο που συνεχώς μέχρι τώρα βάραινε στη συνείδησή μας, δίχως να καταλαβαίνουμε πώς.
Ένας φιλόσοφος που δεν θέλει να παίρνει μέρος σε συζητήσεις, είναι σαν ένα πυγμάχο που δεν θέλει να μπαίνει στο ρινγκ.
Η φιλοσοφία δεν είναι ένα δόγμα, αλλά μια δραστηριότητα.
Κάθε εξομολόγηση πρέπει να είναι μέρος της καινούργιας σου ζωής.
Από το λάθος πρέπει κανείς να ξεκινάει και να φέρνει στο φως την αλήθεια που κρύβει μέσα του.
Η φιλοσοφία δεν είναι θεωρία αλλά ενέργεια.
Και οι σκέψεις πέφτουν καμιά φορά από το δέντρο πριν ωριμάσουν.
Η επιστήμη χτίζει ένα σπίτι από τούβλα, το οποίο, αφού ολοκληρωθεί δεν το αγγίζουμε πια. Η φιλοσοφία τακτοποιεί ένα δωμάτιο, κι έτσι χρειάζεται να πάρει στα χέρια της τα πράγματα πολλές φορές.
Όταν θα έχουμε κατανοήσει κάθε μυστικό του σύμπαντος, θα μένει ακόμα το αιώνιο μυστικό της ανθρώπινης καρδιάς.
Στη γλώσσα μας υπάρχει ενσωματωμένη μια ολόκληρη μυθολογία.
Αν πιστεύεις στο Θεό σημαίνει ότι δεν κατανοείς την ερώτηση σχετικά με το νόημα της ζωής.
Ποτέ μη μένεις ψηλά στα άγονα υψίπεδα της εξυπνάδας. Έλα κάτω στα πράσινα λιβάδια της χαζομάρας.
Ο κόσμος είναι ένα σύνολο γεγονότων, όχι πραγμάτων.
Για να πείσεις κάποιον για την αλήθεια δεν αρκεί να την επισημάνεις, αλλά να του δείξεις το μονοπάτι που οδηγεί από το σφάλμα στην αλήθεια.
Εν τέλει, κάθε εξήγηση είναι απλά μια υπόθεση.
Τι γνωρίζω για τον Θεό και το νόημα της ζωής;
Εκείνο που ξέρω εγώ είναι ότι ο κόσμος υπάρχει.
Σε κάθε κουλτούρα φτάνω σε ένα κεφάλαιο με τον τίτλο «Σοφία». Και ξέρω ακριβώς τι πρόκειται να επακολουθήσει: Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.
Οι φιλόσοφοι μερικές φορές μοιάζουν με μικρά παιδιά που μουντζουρώνουν ένα φύλλο χαρτί με τυχαίες γραμμές και μετά ρωτούν έναν ενήλικο: «τι είναι αυτό;»
Η φιλοσοφία είναι ένας αγώνας για να λυθούν τα μάγια που έχει κάνει η γλώσσα στη σκέψη μας.
Ο σκοπός της φιλοσοφίας είναι να υψώνει ένα τείχος στο σημείο όπου η γλώσσα –ούτως ή άλλως– σταματά.
Η δυσκολία στη φιλοσοφία είναι να μη λέμε παραπάνω από όσα ξέρουμε.
Τα λόγια είναι πράξεις.
Το να φιλοσοφείς σημαίνει να απορρίπτεις λανθασμένα επιχειρήματα.
Διαβάζοντας τους Σωκρατικούς διαλόγους έχεις την αίσθηση μιας τρομακτικής σπατάλης χρόνου. Τι νόημα έχει όλη αυτή η επιχειρηματολογία που δεν αποδεικνύει και δεν ξεκαθαρίζει τίποτα;
Η λογική ξέρει να τα βγάζει πέρα μόνη της, και το μόνο που έχουμε να κάνουμε εμείς είναι να παρατηρούμε και να βρίσκουμε πώς το κάνει αυτό.
Στον πυρήνα κάθε καλά τεκμηριωμένης πεποίθησης βρίσκεται μια πεποίθηση που δεν είναι τεκμηριωμένη.
Η φιλοδοξία είναι ο θάνατος της σκέψης.
Αν ένα λιοντάρι μπορούσε να μιλήσει, δεν θα μπορούσαμε να το καταλάβουμε.
Η αμφιβολία μπορεί να υπάρχει μόνο όταν υπάρχει κάποια ερώτηση, ερώτηση υπάρχει μόνο όταν υπάρχει απάντηση, και απάντηση μόνο όταν κάτι μπορεί να ειπωθεί.
--------------------------------
Ludwig Wittgenstein, 1889-1951
Αυστριακός φιλόσοφος που ασχολήθηκε κυρίως με την αναλυτική φιλοσοφία και τη λογική.
Από τους πιο σημαντικούς φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Δημοσίευσε μόνο μία φιλοσοφική διατριβή, το Tractatus Logico-Philosophicus.
Συνεργάστηκε στενά με τον Μπέρναρντ Ράσσελ, στην Οξφόρδη. Αργότερα έγινε καθηγητής φιλοσοφίας στο Καίμπριτζ.
Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΜΙΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ
Ἡ ἐπιστήμη εἶναι ἕνας ἰδιαίτερος τρόπος ἀντίληψης τοῦ κόσμου· ἄλλοι τρόποι εἶναι, γιά παράδειγμα, ἡ θρησκεία ἤ ἡ τέχνη. Ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἐπιστήμη εἶναι μιά μονομερής ἑρμηνεία τοῦ κόσμου. Ἀποκλείει συνειδητά τίς ἄλλες ἑρμηνεῖες κι αὐτό καθιστᾶ τή μονομέρειά της ἀκόμα πιό τρομακτική. Κατά συνέπεια καί ἡ ἐπιστημονική γλώσσα εἶναι μιά μονομερής γλώσσα πού ἀγνοεῖ ἤ ἐκτοπίζει συγκεκριμένες γλωσσικές δομές ἐνῶ ἄλλες τίς εὐνοεῖ.
Ἡ εὐρωπαϊκή ἐπιστήμη ἀνάγεται στούς ἀρχαίους Ἕλληνες. Καί στήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα μποροῦμε νά δοῦμε τί συμβαίνει στή γλώσσα, ὅταν ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ὁ «ἐπιστημονικός» λόγος. Ὁ ἐπιστημονικός λόγος εἶναι αὐτόχθων μόνο στήν ἀρχαία Ἑλλάδα - ὅπου ἀλλοῦ ἐμφανίζεται ἀργότερα, δανείζεται ὅρους ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά, τούς μεταφράζει καί διευρύνει τή σημασία τους.
Ὅταν μιλᾶμε γιά ἐπιστημονική γλώσσα, ἐννοοῦμε κατ’ ἀρχάς τήν ὁρολογία. Οἱ νέες εἰδικότητες πού συνεχῶς ἐμφανίζονται χρησιμοποιοῦν νέες λέξεις, οἱ ὁποῖες κατά μεγάλο μέρος σχηματίζονται ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά - ἤ ἀπό τά λατινικά, πού καί αὐτά ὀφείλουν πολλά στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Αὐτές οἱ λέξεις δημιουργοῦνται συνειδητά, μία - μία, ἀπό μεμονωμένους ἐρευνητές καί τό παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ πληθώρα αὐτή τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων δέν ἀνήκει σέ καμία ζωντανή γλώσσα. Παρόλα αὐτά, ὅμως, εἰσδύουν σέ κάθε γλώσσα, ἐφόσον στή γλώσσα αὐτή σκεφτόμαστε καί μιλᾶμε (ἤ γράφουμε) μέ τούς ὅρους τῆς ἐπιστήμης. Οἱ λέξεις αὐτές συγκρότησαν ἕνα διεθνές γλωσσικό ἰδίωμα, τό ὁποῖο αὐτό καθαυτό κανείς δέν τό καταλαβαίνει, οὔτε οἵ εἰδικοί - ἐπειδή ὡς ἐπί τό πλεῖστον δέν ξέρουν ἀρχαῖα ἕλληνικα - οὔτε οἱ φιλόλογοι - ἐφόσον δέν γνωρίζουν τό ἀντικείμενο στό ὁποῖο οἱ ὄροι αὐτοί ἀναφέρονται. Παρόλα αὐτά, στό ἰδίωμα αὐτό μπορεῖ νά συνεννοηθεῖ κανείς ἐξαιρετικά καλά ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητας.
Δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό πώς οἱ Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, καί μάλιστα οἱ Σοφιστές, προετοίμασαν τό ἔδαφος γιά μιά τέτοια ὁρολογία ἤ μέ τό πώς ὁ Πλάτωνας καί ὁ Ἀριστοτέλης τήν προώθησαν δυναμικά. Θά πῶ ὅμως ὅτι ὁ ἐπιστημονικός λόγος εἶναι μιά πολύ περιπετειώδης ἱστορία πού ξεκίνα ἀπό τούς Ἕλληνες τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου.
Ὁ ἀρχαιότερος ἑλληνικός φιλοσοφικός καί ἐπιστημονικός ὅρος πού γνωρίζουμε εἶναι τό ἄπειρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Βέβαια ἤδη στόν Ὅμηρο (Ἰλιάδα II, 446) ὁ Ποσειδώνας ἀναφέρει ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι διασκορπισμένοι ἐπ’ ἄπειρον γαῖαν καί στήν Ὀδύσσεια (δ. 510) διαβάζουμε ὅτι κάποιος ἐκσφενδονίστηκε, κατά πόντον ἀπείρονα. Κι αὐτό φυσικά σημαίνει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά δεῖ ποῦ τελειώνει ἡ στεριά ἤ ἡ θάλασσα· ὅτι ὅσο φτάνει τό μάτι, ὑπάρχει μόνο στεριά ἤ θάλασσα. Ὁ Ἀναξίμανδρος ὅμως εἶναι ὁ πρῶτος φιλόσοφός του ὁποίου διαθέτουμε ἀποσπάσματα καί ὁ ὁποῖος μιλᾶ γιά τό ἄπειρον καί τό θέτει ὡς ἀρχή καί βάση τοῦ ὄντος.
Ἐδῶ συμβαίνει κάτι ἐντελῶς παράδοξο. Μιά λέξη πού δέν δηλώνει τίποτα θετικό ἀλλά ἁπλῶς διαπιστώνει ὅτι δέν ὑπάρχει ἕνα τέλος ἤ κάποιο ὅριο, χάνει τήν ἀρχική, οὐδέτερη σημασία της. Ὁ Ἀναξίμανδρος καταργεῖ ἀναφανδόν καί συνειδητά τή λέξη ἀπό τό λεξιλόγιο τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὑποκείμενου τῆς γνώσης. Οὐσιαστικοποιώντας τό ἐπίθετο, δημιουργεῖ ἕνα ἀντικείμενο τό ὁποῖο δέν ἀπαντᾶ στόν ἐμπειρικό κόσμο. Τό πιό παράλογο εἶναι ὅτι αὐτή ἡ τόσο τεχνητά κατασκευασμένη ἔννοια δέν εἶναι καθόλου ἀσαφής καί ἀκαθόριστη ἀλλά μπορεῖ νά ὁριστεῖ μέ ἀκρίβεια καί χωρίς ἀντιφάσεις. Μπορεῖ μάλιστα νά ὑποκατασταθεῖ ἀπό ἕνα μαθηματικό σύμβολο, τό ὁριζόντιο 8 [∞].
Τί συνέβη; Ὁ Ἀναξίμανδρος ἀντιμετώπισε τή γλώσσα μ’ ἕναν καινούργιο τρόπο, στό ἐπίπεδό της λέξης. Ἡ λέξη ἄπειρον ὅμως ξεπερνᾶ ὄντως τήν κοινή σημασία της και, ἄν τό δοῦμε αὐστηρά, δεν θά ἔπρεπε ὁ Ὅμηρος νά κάνει λόγο γιά «ἀτέλειωτη» θάλασσα ἤ ξηρά «δίχως ὅρια». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος ξέρει ὅτι πίσω ἀπό τή θάλασσα βρίσκονται ἡ Κρήτη ἤ ἡ Αἴγυπτος, ἀκόμα κι ἄν δέν μπορεῖ κανείς νά τίς διακρίνει. Αὐτό πού ὄντως «δέν ἔχει τέλος» (ἄπειρον) ξεπερνᾶ αὐτό πού ὁ ἄνθρωπος νομίζει πώς δέν ἔχει ὅρια.
Ὁ Ἀναξίμανδρος δημιούργησε - ἔτσι πληροφορούμαστε - ἀπό λέξη τῆς καθομιλουμένης ἤ τῆς ποίησης μιάν ἀφηρημένη ἔννοια. Τά ἀρχαία ἑλληνικά τοῦ ἔδωσαν ἕνα μέσο, τή δυνατότητα, δηλαδή, να κατασκευάζει ἀφηρημένα οὐσιαστικά χρησιμοποιώντας πρίν ἀπό το ἐπίθετο τό ὁριστικό ἄρθρο, π.χ. τό ἄπειρον. Μέ τόν ἴδιο τρόπο και οἱ μεταγενέστεροι φιλόσοφοι ἔφτιαξαν καί ἄλλα τέτοια ἀφηρημένα οὐσιαστικά, τό ἀγαθόν, κ.λπ. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή μιᾶς μή ἐλεγχόμενης ἐξέλιξης. Φιλόσοφοι καί ἐρευνητές, γιά νά καλύψουν τίς ἀνάγκες τους δημιουργοῦν καινούργια ἀντικείμενα, ἀντικείμενα τῆς σκέψης τους. Ἡ ὁρολογία πού δημιούργησαν εἶναι ἀναμφίβολα ἡ κορωνίδα τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου.
Ἀλλά προτοῦ ἐπιστρέφω στό τί συμβαίνει ἐδῶ καί στό πώς ἡ γλώσσα μπορεῖ νά τό ἐκφράσει, θά ἤθελα νά δείξουμε ἕνα ἀκόμα παράδειγμα ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ἐπιστήμης μεταπλάθει τόν φυσικό λόγο καί δέν τοῦ παρέχει ἁπλῶς νέους ὅρους. Ἄν μποροῦσε κανείς σήμερα νά ρωτήσει ἕναν ἀρχαῖο Ἕλληνα βοσκό «Πόσων χρόνων εἶσαι;», ὁ βοσκός μᾶλλον θά τόν κοίταζε ἔκπληκτος, θά ἔβγαζε ἀπό τό πουκάμισό του τό δερμάτινο πουγκί του, θά τό ἄνοιγε καί θά τοῦ ἔλεγε: «Νά τά χρήματά μου. Τά ἔχω μετρήσει, γιατί μπορεῖ νά μοῦ τά κλέψουν. Τά χρόνια μου ὅμως δέν τά ἔχω μετρήσει, γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά μοῦ τά πάρει». Γι’ αὐτον τόν βοσκό ἡ καταμέτρηση δέν ἔχει νόημα, ἄν δέν σχετίζεται μέ μιά πρακτική ἀνάγκη, νά ἐλέγξει ὅσα εἶχε ἤδη μία φορά καταμετρήσει. Ἐπιπλέον καί ἐν σχέσει πρός τό γεγονός αὐτό, ἡ καταμέτρηση συνδέεται μέ ἀντικείμενα πού μποροῦν νά μετρηθοῦν. Τό τί σημαίνει αὐτό γίνεται σαφές μόνον ἀπό τά νομίσματα πού μετρήθηκαν καί ἀπό τήν προσωπική πράξη τῆς καταμέτρησης. Στή γλούσσα μας, πού ἔχει ἤδη ἐμποτιστεῖ σέ μεγάλο βαθμό ἀπό ἐπιστιμονικούς ὄοους, ἡ καταμέτρηση εἶναι κάτι θεωρητικό καί ἀφηρημένο. Δέν εἶναι ὅμως ἕνας τεχνητά κατασκευασμένος ἐπιστημονικός ὅρος. Εἶναι λέξη τῆς καθημερινῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἐν τούτοις διακρίνεται ἀπό τόν «ἁπλοικό» λόγο, πού δέν ἔχει ἐπηρεαστεῖ. Μολονότι σήμερα ἔχει μεταβληθεῖ οὐσιαστικά ἡ σημασία τῶν λέξεων «μετρῶ» στήν γλώσσα τῆς ἐπιστήμης καί «καταμετρητέος», παρόλα αὐτά. εἴμαστε σέ θέση νά τίς κατανοήσουμε καί γιά τόν λόγο αὐτό ἐπέλεξα ἕνα τέτοιο παράδειγμα. Οἱ λέξεις μπορεῖ ν’ ἄλλαξαν σημασία· διατήρησαν ὅμως κάτι. Ἡ παλαιότερη σημασία ἐξακολουθεῖ νά διαφαίνεται παρά τή μονομέρεια πού ἐπέβαλε ὁ ἐπιστημονικός λόγος.
Τέτοιες μεταβολές δέν ὑπέστη μόνον ἡ ἔννοια μεμονωμένων λέξεων ἀλλά καί ἡ ἐκφορά τοῦ λόγου ἐν συνόλω. Ὁ βοσκός δέν θά ἔλεγε ἁπλῶς: «Λέν ἔχω μετρήσει τά χρόνια μου, γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά μοῦ τά πάρει». Θά ἔδειχνε παραστατικά καί διεξοδικά τήν ἀντίθεση ἀνάμεσα σέ ὅ,τι ἔχει ἤδη καταμετρηθεῖ καί σέ ὅ,τι εἶναι δυνατόν νά καταμετρηθεῖ. Μέ τήν ἀντίθεση αὐτή ἔγινε εὔλογη ἡ εἰκόνα. Αὐτοῦ τοῦ εἴοους ἡ ἐπιχειρηματολογία μᾶς εἶναι οἰκεία ἀπό τήν ἀρχαϊκη λυρική ποίηση. Τό λεγόμενο Priamel ἐνισχύει ἕναν ἰσχυρισμό παραβάλλοντας τόν μέ ἕναν ἀντι-ισχυρισμό. Ἄν θελήσει κανείς νά πεῖ π.χ. πώς ὁ ἔρωτας εἶναι δυνατή φωτιά, ἀρχίζει ἔτσι: «Καμιά φωτιά, κανένα κάρβουνο δέν μπορεῖ νά κάψει τόσο...». Ἀλλά γι’ αὐτό θά μιλήσουμε καί στή συνέχεια. Πρῶτα ὅμως ἐπείγει νά ποῦμε τό ἑξῆς: ὅπου ἀναπτύσσεται ὁ ἐπιστημονικός λόγος, ἡ δομή γλώσσας μεταβάλλεται, ὄχι μόνον ἐπειδή δημιουργοῦνται καινούργιες λέξεις ἀλλά καί ἐπειδή ἀλλάζει ἡ σημασία ἀρχαιότερων λέξεων καί τροποποιεῖται ἡ σύνταξη. Ὅπως κάθε γλώσσα ἔχει ἕνα σύστημα καί ὅλες οἱ προτάσεις γίνονται κατανοητές στίς ἀμοιβαῖες σχέσεις τους μέσα σ’ αὐτό τό σύστημα, ἔτσι καί ἡ ἐπιστημονική γλώσσα ἔχει τή δική της δομή. Ὅλοι συμφωνοῦμε ὅτι ἡ ἐπιστημονική γλώσσα εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα τῆς ἀνθρωπότητας καί γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀσχολούμαστε μαζί της. Ἀλλά τό ὅτι ἔπρεπε νά πληρώσουμε ἀκριβά τό κέρδος μας αὐτό, εἶναι κάτι πού θά τό μάθουμε ἀπό τόν ἀρχαῖο βοσκό πρίν τόν ἀποχωριστοῦμε. Ποιός δέν παρατήρησε ὅτι ὁ λόγος του εἶναι πιό φυσικός ἀπό τόν δικό μας, πού εἶναι τόσο καλλιεργημένος;
Στά δύο παραδείγματα πού χρησιμοποιήσαμε, οἱ λέξεις ἄπειρον καί «μετρῶ» ἀποτέλεσαν ὅρους μίας ἐπιστημονικῆς γλώσσας, ἀπό τή στιγμή πού ἡ καταμέτρηση καί ἡ ἀρίθμηση ἀπέκτησαν σημασία γιά μας, ἀπό τή στιγμή, δηλαδή, πού ἀπομονώσαμε τίς ἔννοιες τοῦ αριθμοῦ καί τοῦ μέτρου στή γλώσσα ἀπογυμνώνοντάς τες ἀπό κάθε συναισθηματική καί πρακτική ἀναφορά. Ἐμᾶς, πού εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες, δέν μᾶς ἐκπλήσσει πού μιά ἐπστημονική γλώσσα προετοιμάζει τό ἔδαφος γιά τήν καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ. Παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πρῶτοι ἔφτασαν στήν καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ, σέ μᾶς φαίνεται μᾶλλον ὅτι ὁ Ὅμηρος καί ὁ βοσκός χρησιμοποιοῦσαν τίς λέξεις ἄπειρον καί «μετρῶ» μέ ἀσαφῆ σημασία, καθώς δέν ἀναγνωρίζουμε στίς λέξεις αὐτές τήν ἔννοια πού σήμερα πλέον τούς προσδίδουμε.
Τό ἀξιοσημείωτο στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ ὡς δυνατότητα ὑπάρχει καί στήν πρωτόγονη γλώσσα. Δέν ὑπάρχει πουθενά ἀλλοῦ παρά μόνο στή γλώσσα και, ἀκόμα κι ἄν δέν ἔχει ἀνακαλυφθεῖ, μπορεῖ νά ἔρθει στό φῶς φυσικά καί ἀβίαστα.
Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ ἄλλες ἔννοιες, ὄχι μόνον τοῦ ἀριθμοῦ. Φαίνεται πώς ἔχουμε νά κάνουμε μέ μία μακρά ἑνιαία ἐξέλιξη.
Καί στό σημασιολογικό πεδίο τοῦ εἰδέναι καί τοῦ γνῶναι, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀπέσπασαν σταδιακά ἀπό τίς καθημερινές λέξεις ὅ,τι τίς καθιστοῦσε χρήσιμες καί γόνιμες στήν ἐπιστημονική γλοόσσα καί μάλιστα μέ τόν ἴδιο τεχνητό - καί ὅμως τόσο φυσικό - τρόπο.
Ἡ ἀρχαία ἑλληνική λέξη εἰδέναι σημαίνει οὐσιαστικά «ἔχω δεῖ». Περιγράφει ἐπομένως μόνον τό ἀποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης ἐμπειρικῆς ἀντίληψης - τήν ἥττα, δηλαδή, πού ὑπέστη ἡ ὁποία πνευματική ἀναφορά ὑπάρχει στό «βλέπω» - καί ἀργότερα, τήν καθαρά νοητική κατάσταση τῆς γνώσης, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τρόπο πού ἀποκτήθηκε. Ὅπως θά φανεῖ, ἡ γνώση πού ἀποκτήθηκε μέσω τῆς ὁράσεως ἦταν πάντα ἕνα εἶδος μοντέλου ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔτειναν νά ἑρμηνεύουν καί τή γνώση πού ἀποκτήθηκε μ’ ἄλλους τρόπους. Στόν Ὅμηρο (κυρίως σ' αὐτόν, ἄν καί ἡ ἀρχική σημασία διατηρήθηκε καί στούς μεταγενέστερους) τό εἰδέναι σημαίνει «κατέχω». «ξέρω», ὅπως τό savoir στά γαλλικά. Ἤδη στόν Ὅμηρο ἡ λέξη εἶχε τόσο εὐρεία σημασία, ὥστε κατόρθωσε στή συνέχεια νά καλύψει τίς ἀνάγκες τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης. Καί ἀποτελεῖ σημαντικό ἐπίτευγμα ὅτι σέ σχετικά πρώιμη ἐποχή προέκυψε ἀπό τό ρῆμα ἤ εἰδικότερη σημασία τῆς πνευματικῆς/νοητικῆς λειτουργίας.
Διαφορετικά εἶναι τά πράγματα μέ τή λέξη γνῶναι. Καί αὐτή ἀνήκει ἀρχικά στή σφαίρα τῆς νοητικῆς ἀντίληψης ἡ ὁποία διαμορφώθηκε μέσω τῆς δράσεως· αὐτό ἰσχύει ἤδη ἀπό τόν Ὅμηρο. Μιά συχνή (καί προφανῶς ἡ ἀρχική) χρήση εἶναι: τόν εἶδε καί τόν ἀναγνώρισε πώς ἦταν ὁ Διομήδης, ἤ ἀκόμα, πώς ἦταν κάποιος θεός. Ἐπίσης, ἡ Ἀρήτη ἀναγνώρισε τό ροῦχο πού ἡ ἴδια εἶχε φτιάξει. Παράλληλα ὅμως ὑπάρχουν χρήσεις ὅπως: ἀναγνώρισε ὅτι ἡ κατάσταση ἦταν εὐνοϊκή, δύσκολη, κ.λπ., χωρίς ὅμως νά ὑπερβαίνουν ὅ,τι περίπου μπορεῖ νά σημαίνει ἡ λέξη sehen στά γερμανικά, π.χ. εἶδε πώς ἡ κατάσταση ἦταν σοβαρή, κ.λπ. Στόν Ὅμηρο ὅμως τό γνῶναι δέν σημαίνει ἀκόμα τήν ἑκούσια δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου καί δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν πορεία πού ὁ Πλάτωνας περιέγραψε στό Συμπόσιο, τά προσχεδιασμένα βήματα ἀπό τήν ἀβέβαιη ὑπόθεση στήν ἀλήθεια. Τό γνῶναι εἶναι ρῆμα στόν ἀόριστο χρόνο, δηλαδή περιγράφει κάτι πού συνέβη σέ συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σάν νά πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα γεγονός πού μου συμβαίνει παρά μιά ἀτομική δραστηριότητα: ξαφνικά ἀναγνωρίζω κάποιον πού συναντῶ ἤ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα τραπέζι.
Τό ἴδιο πρέπει νά ὑποθέσουμε καί γιά τό νοεῖν, πού ἀργότερα θά ἀποκτήσει τή σημασία «σκέπτομαι». Στόν Ὅμηρο σημαίνει «ἀντιλαμβάνομαι», «βλέπω», «διαβλέπω». Καί αὐτή ἡ λέξη σχετίζεται μέ τήν ὅραση καί διαφοροποιεῖ, ὅπως τό γνῶναι καί τό εἰδέναι, τό μή νοητικό πού περιέχεται στήν νοητική ἀντίληψη ἀπό τήν καθαρή νοητική ἀντίληψη. Ἐπίσης, δηλώνει τήν πνευματική λειτουργία πού εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση. Ἀναφέρεται σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ τόν πυρήνα καί τήν οὐσία του «βλέπω», γιατί ἡ ὅραση χωρίς ἀναγνώριση, παρατήρηση καί ὡς ἐκ τούτου γνώση, εἶναι ἄχρηστη καί χωρίς νόημα. Ἀλλά τό νοεῖν δέν ἀναφέρεται στήν γνώση πού ἀποκτήθηκε μέ τή βοήθεια τῆς ὅρασης. ὅπως τό εἰδέναι οὔτε περιγράφει τή διαδικασία τῆς ταύτισης αὐτοῦ πού ἔχουμε δεῖ μέ ἄλλα ἤδη γνωστά. Ἀναφέρεται σέ αὐτό πού μᾶς γίνεται σαφές μετά ἀπό προσεκτική παρατήρηση. Τά «βλέπω» καί «διαβλέπω» εἶναι ἀποδόσεις πού δείχνουν πώς ἡ λέξη ἀνήκει στό λεξιλογικό πεδίο τοῦ «βλέπω· ὑπερβαίνει ὅμως τίς σημασίες αὐτές. Στόν Ὅμηρο ἡ λέξη δέν δηλώνει ἀκόμα τήν πνευματική προσπάθεια πού καταβάλλουμε γιά νά λύσουμε π.χ. ἕνα πρόβλημα, τήν ἰδιαίτερη ἐκείνη πνευματική δραστηριότητα, καί γι’ αὐτό εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά τό μεταφράσουμε μέ τό «σκέπτομαι» - ἄν καί μερικές φορές πλησιάζει τή σημασία τοῦ «ἀντιλαμβάνομαι», «ἀναλογίζομαι», «λαμβάνω ὑπόψη»[1].
Τό γεγονός πώς δέν ὑπάρχει στόν Ὅμηρο καμία λέξη γιά τό «σκέπτομαι» καί τό γεγονός πώς ἡ γνώση δέν γίνεται ἀκόμα ἀντιληπτή ὡς δραστηριότητα ὀφείλεται στό ὅτι ὁ Ὅμηρος δέν διαθέτει ἀπολύτως κανέναν ὄρο γιά τή νόηση ὡς πνευματική δραστηριότητα. Ὡς γνωστόν, ὁ Ὅμηρος ἀγνοεῖ καί τήν ἀντίθεση σώματος καί πνεύματος, κορμιοῦ καί ψυχῆς.
Αὐτό πού ἐμεῖς ὀνομάζουμε πνεῦμα ἤ ψυχή, δέν ἐμφανίζεται ἀκόμη οὐσιαστικά διαφοροποιημένο ἀπό τό σῶμα, μόνον πού ἡ σωματικότητά του παρουσιάζεται ἀρκετά περιορισμένη. Ἡ ψυχή, πού ἀργότερα θά σημάνει καί γιά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅ,τι καί γιά μᾶς σήμερα, εἶναι ἡ πνοή πού κρατᾶ τόν ἄνθρωπο στή ζωή (αὐτή εἶναι ἡ μοναδική της λειτουργία στόν Ὅμηρο καί δέν σχετίζεται μέ τή σκέψη καί τίς αἰσθήσεις). Μετά τόν θάνατο ἡ ψυχή κατεβαίνει σάν σκιά στόν Ἅδη. Ὁ νόος, τό ὄργανο τοῦ νοεῖν, εἶναι τρόπον τινά ἕνας «ἐσωτερικός ὀφθαλμός». Ὁ Ὅμηρος δέν μᾶς λέει μέ σαφήνεια ποῦ τόν τοποθετεῖ ἤ πῶς τόν φαντάζεται. Τοῦ ἀποδίδει ὅμως ὀπτικές λειτουργίες: ὁ σκοπός του εἶναι νά ἀντιλαμβάνεται, νά βλέπει, νά διαβλέπει.
Ἄν τό νοεῖν στόν Ὅμηρο δέν συνεπάγεται τήν πνευματική δραστηριότητα, τότε ἔτσι ἴσως ἐξηγεῖται μιά ἀκόμα ὁμηρική φράση πού, ὅσο γνωρίζω, δέν ἔχει μέχρι σήμερα ἐρμηνευτεῖ. Ἐμεῖς σήμερα ἐντοπίζουμε τή σκέψη στό κεφάλι καί οὐσιαστικά τήν αἰσθανόμαστε στό κεφάλι μετά ἀπό ἔντονη πνευματική δραστηριότητα. Στόν Ὅμηρο ὅμως τό νοεῖν κι ὅλα ὁσα ἔχουν νά κάνουν μέ τόν νοῦν, συνδέονται μέ τό διάφραγμα, μέ τίς φρένες. Αυτό. ὅσο ὁ ἴδιος γνωρίζω καί ὄπως πληροφορήθηκα καί ἀπό ἄλλους, δέν μποροῦμε νά τό ἑρμηνεύσουμε ὅσο ἀντιλαμβανόμαστε τό νοεῖν ὡς «σκέπτομαι». Καταλαβαίνουμε ὅμως πολύ καλά γιατί οἱ φρένες συμμετέχουν στή διαδικασία αὐτή, ἄν τό νοεῖν σημαίνει ὅ,τι καί τό ὁμηρικό γνῶναι: πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα συμβάν. Ἄν τό νοεῖν ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἀντίληψης πού «συμβαίνει» στόν ἄνθρωπο σάν ἕνα ἤπιο σόκ. τότε μποροῦμε νά καταλάβουμε καλά γιατί τόν χτυπᾶ στό διάφραγμα[2].
Παράλληλα ἄς σημειώσουμε ὅτι τά ρήματα πράττω καί ποιῶ στόν Ὅμηρο συνεπάγονται πολύ μικρότερη δραστηριότητα ἀπ’ ὅ,τι τά ἀντίστοιχα δικά μας. Πράττω σημαίνει οὐσιαστικά «περνῶ ἕναν δρόμο». Ὅμως τό ὅτι ἡ λέξη σημαίνει λιγότερο τήν προσωπική προσπάθεια καί περισσότερο τό ὅτι κάτι «πηγαίνει καλά», τό ἀποδεικνύει καί ἡ φράση εὖ πράττω πού σώθηκε στήν ἀττική διάλεκτο. Ἔτσι τώρα μποροῦμε νά συσχετίσουμε τό τεύχειν (παράγω κάτι) μέ τό τυχεῖν (συμβαίνει κάτι) κατά τόν τρόπο πού τό φεύγειν σχετίζεται μέ τό φυγεῖν. Καί μολονότι ὁ Boisacq πιστεύει πώς ἡ σημασία τους δέν συνηγορεῖ στή σύνδεσή τους, οἱ μετοχές ὅμως τετυγμένος καί τετυχώς - «εὐτυχής» ἤ «καλοφιαγμενος» - δείχνουν ὅτι τό τεύχειν δέν σημαίνει τόσο τήν προσωπική προσπάθεια ὅσο τήν ἐπιτυχῆ ἐξέλιξη.
Αὐτο τό στοιχεῖο τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς δραστηριότητας πού ἀποτελεῖ τή βάση κάθε ἐπιστημονικῆς καί φιλοσοφικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ κόσμου λείπει καί ἀπό ἄλλα ρήματα πού δέν προέρχονται ἀπό τή σφαίρα τοῦ «βλέπω». Στή σφαίρα τοῦ «ἀκούω» ἀνήκει τό ρῆμα συνιέναι πού ἀργότερα θά ἀποκτήσει τή σημασία «καταλαβαίνω». Ὅμως ἡ σημασία τοῦ συνιέναι στόν Ὅμηρο δέν ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς κατανόησης μιᾶς λέξης ἤ φράσης. Τό συνιέναι δέν σημαίνει ἀκόμα καί σέ αὐτά τά συμφραζόμενα τήν καθαρά θεωρητική κατανόηση ἀλλά ἁπλῶς «ἀκούω κάποιον καί τόν ἀκολούθῶ σέ ἀπόσταση τέτοια ὥστε νά μπορῶ νά τόν ἀκούω».
Ἀπό ἕναν ἄλλο πάλι χῶρο προέρχεται ἡ λέξη ἐπίστασθαι ἀπό τήν ὁποία παράγεται ἡ ἐπιστήμη, ὁ πλατωνικός ὅρος γιά τή γνώση. Ἐπίστασθαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «ξέρω κάτι» καί συνεπάγεται τή γνώση πού ἀφορᾶ σέ πρακτικές δραστηριότητες. Ἀναφέρεται ἐπίσης σέ τεχνικές δεξιότητες, σέ ὅλες τίς τέχνες καθώς καί στόν λόγο καί σέ καταστάσεις πού μπορεῖ κανείς νά ἀντιμετωπίσει. Στό ἴδιο πεδίο τῶν πρακτικῶν δεξιοτήτων ἀνήκει καί ἡ λέξη σοφός πού χαρακτηρίζει τόν ἐπιδέξιο σέ κάποιο χειροτέχνημα, πρό πάντων αὐτόν πού κατέχει μιά τέχνη ἡ ὁποία ἐντάσσεται στά πλαίσια τῆς πρώιμης οἰκοτεχνίας· σημαίνει τόν εἰδικό πού εἶναι ἀπαραίτητος γιά τήν κοινότητα, τόν δημιουργόν.
Τό πώς αὐτοί οἱ τρόποι κατάκτησης τῆς γνώσης στόν Ὅμηρο ἐπενεργοῦν στή ζωή τῶν ἀνθρώπου, τό δείχνει ἡ μορφή τοῦ Ὀδυσσέα, τοῦ διανοούμενου, ἄν μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο αὐτό γιά τόν ὁμηρικό κόσμο. Ὁ Ὀδυσσέας εἶδε πολλά καί ἔμαθε πολλά. Εἶναι ἐκτός αὐτοῦ ὁ πολυμήχανος, ὁ ἱκανός νά ἐνεργήσει μέ τούς πιό πρωτότυπους τρόπους, ἐν τέλει εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἀκούσει τή φωνή τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς, τῆς προστάτιδάς του. Δέν ἀπέκτησε τήν γνώση μέσω τῆς ὁράσεως οὔτε τό πλῆθος τῶν ἐμπειριῶν του μέ δική του δραστηριότητα καί προσωπική ἔρευνα. Μᾶλλον αὐτά συνέζησαν σέ ἐκεῖνον, ὅς μάλα πολλά/πλάγχθη. Δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ τόν Σόλωνα, γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἡρόδοτος λέει πώς πρῶτος ταξίδεψε θεωρίης ἕνεκεν. Στόν Ὀδυσσέα ἡ πολυγνωσία τοποθετεῖται στό ἐπίπεδό του ἐπίστασθαι καί διακρίνεται ἀπό τή δράση του κατά τρόπο ἀξιοσημείωτο. Τό γεγονός αὐτό περιορίζει τή δράση του στήν ἐξεύρεση μέσων προκειμένου νά ἐπιτύχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, νά σώζει δηλαδή τή ζωή τῶν συντρόφων του καί τή δική του. Καί στό ἐπιπεδο τῆς κατανόησης καί τῆς ἑρμηνείας, ὁ Ὄδυσσέας κατανοεῖ ἁπλῶς, ὅπως καί κάθε ὕπαρξη στόν Ὅμηρο, τούς λόγους πού διατυπώνονται μέ σαφήνεια. Σέ περίπτωση πού γεγονότα, πράξεις, ἄνθρωποι δέν δηλώνουν ἄμεσα τί σημαίνουν, ποιά εἶναι ἡ ἐννοιά τους, τότε μπορεῖ νά τά καταστήσει σαφῆ ἕνας θεός μιλώντας μέ λόγια κατανοητά, μπορεῖ π.χ. νά τά ἀνακοινώσει σέ ἕναν προφήτη καί αὐτός μέ τή σειρά του νά τά πεῖ στούς ἄλλους ἤ μπορεῖ νά τά πεῖ ἡ Μούσα στόν ποιητή. Ὅμως οὔτε ὁ προφήτης εἶναι σέ θέση νά ἐρευνήσει τό σκοτεινό μέλλον οὔτε ὁ ποιητής προσπαθεῖ νά φέρει στό φῶς μιά κρυμμένη ἀλήθεια· ὁ μέν προφήτης μαθαίνει τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον πού ὁ θεός τοῦ ἀποκαλύπτει, ὁ δέ ποιητής ἀνακοινώνει μόνον ὅ,τι ἡ Μούσα τοῦ γνωστοποιεῖ. Οἱ θεοί τά γνωρίζουν ὅλα, τά ἔχουν δεῖ ὅλα καί εἶναι πανταχοῦ παρόντες (ὅπως λέγεται στή Β ραψωδία τῆς Ἰλιάδας [στ. 485-486]). Ἡ πνευματική δυνατότητα βασίζεται καί στίς δύο περιπτώσεις στή γνώση πού κατέχει ἡ θεότητα. Στήν περιπτωση τῶν Μουσῶν ὁ Ὅμηρος ἀποδίδει τή γνώση τους αὐτή στό γεγονός ὅτι ὑπῆρξαν αὐτόπτεις μάρτυρες ὅσων μεταδίδουν στόν ποιητή.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἄνθρώπου πού ἀσχολεῖται μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες, πού σκέπτεται καί ἐρευνᾶ, γίνεται δυνατή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά συλλαμβάνει τό πνεῦμα «πιό ἀφαιρετικά». Τί σημαίνει ὅμως «ἀφαιρετικά»; Εἶναι πλέον κοινότοπη ἡ διαπίστευση ὅτι ἡ ἀφαίρεση εἶναι ἀπαραίτητη στήν ἐπιστημονική σκέψη καί τόν λόγο. Ἤδη τό ζήτημα αὐτό τό θίξαμε, ὅταν μιλήσαμε γιά τό ἄπειρον του Ἀναξιμάνδρου, καθώς ἐπίσης γιά τήν ἔννοια τοῦ «μέτρου», τή γνώση καί τή σκέψη. Τό θέμα ὁλόκληρου του κεφαλαίου αὐτοῦ θά μποροῦσε νά ἐξαντληθεῖ στήν πρόταση: οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δημιούργησαν μιά ἐπιστημονική γλώσσα κατασκευάζοντας ἀφηρημένα οὐσιαστικά - ἄν εἶναι βέβαια δυνατόν νά προσδιορίσουμε τή διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στά συγκεκριμένα καί τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά. Πιστεύω πώς θά ἦταν καλύτερο νά μιλήσουμε γιά σταδιακή μετάβαση ἀπό πιό συγκεκριμένα σέ πιό ἀφαιρετικά στάδια. Ἄν, ὅπως φάνηκε ἀπό τά δυό-τρία παραδείγματα, μπορεῖ νά ἀπομονωθεῖ ἀβίαστα ἡ πνευματική λειτουργία ἀπό τίς φράσεις τῆς γλώσσας, τότε ἡ γλώσσα πρέπει νά εἶναι ἕνας πολύπλοκος ὀργανισμός, ἱκανός νά παραγάγει ἀπό τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό κάτι διαφορετικό. Ἀλλά γιά νά δοῦμε ἄν ἡ μονομέρεια στόν ἐπιστημονικό λόγο, μ’ ἄλλα λόγια ἄν μιά ἀπό τίς ἀρχές του - ἡ ὁποία, μολονότι ὑπάρχει σέ κάποιο βαθμό καί στήν καθημερινή γλώσσα, ἀναδεικνύεται ὁμως κατεξοχήν στήν ἀνεπτυγμένη σκέψη τῶν Ἑλλήνων - εἶναι πράγματι συμπαγής, πρέπει νά μελετήσουμε προσεκτικά πώς ἡ τάση γιά ἀφαίρεση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά καταστοῦν κάποιες γλωσσικές δομές τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν κατάλληλες γιά νά ἐκφράσουν τήν ἐπιστημονική σκέψη.
Νομίζω πώς ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι παραγωγῆς ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ οὐσιαστικοποίηση ὅπως τήν εἴδαμε στό ἅπειρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Ὁ δεύτερος συνίσταται στή μετεξέλιξή του χαρακτηρισμοῦ ἑνός ὀργάνου σέ χαρακτηρισμό τῆς λειτουργίας του. Π.χ. ὅταν λέμε ὅτι κάποιος ἔχει γερό κεφάλι, ἐννοοῦμε ὅτι ἔχει γερό μυαλό ἤ διαθέτει σωστή σκέψη. Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι ἡ μετατροπή ταν κυρίων ὀνομάτων, θεῶν ἤ δαιμόνων, σέ ἀφηρημένα οὐσιαστικά. Στά ἀρχαῖα ἑλληνικά οἱ ἐπιστημονικοί ὅροι δημιουργήθηκαν - ὅσον ἀφορᾶ στά ἀφηρημένα οὐσιαστικά - καί μέ τούς τρεῖς αὐτούς τρόπους.
Τόν πρῶτο τρόπο ἀκολούθησε ὁ Ἀναξίμανδρος μέ τό ἄπειρον καί εἴδαμε ὅτι στην περίπτωση αὐτή ἡ ἀφαιρετική σκέψη ἐκφράστηκε μέ την οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου. Ἡ ἐξέλιξη αὐτή σημαίνει κατ’ οὐσίαν ὅτι κάτι πού εἶχε ἀρχικά μία ὑλική ὑπόσταση μετατρέπεται σέ ἀντικείμενο - ἀντικείμενο, βέβαια, πού δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε ὡς ὑλική ὀντότητα, ἀλλά πού μποροῦμε μόνο νά τό σκεφτοῦμε, σέ ἀντικείμενο τῆς σκέψης μας. Καί ἐδῶ φαίνεται καθαρά ἡ σημασία τῆς λέξης «οὐσιαστικοποίηση».
Τί σημαίνει ἡ οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου γιά τήν ἀφαιρετική σκέψη καί τήν πνευματική δραστηριότητα, θά τό διευκρινήσουμε μέ μερικά ἀκόμα παραδείγματα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀναξίμανδρου, τά ὁποῖα δέν σχετίζονται τόσο ἄμεσα μέ τήν ἐπιστημονική γλώσσα.
Ὁ Ἡρόδοτος διηγεῖται τήν ἱστορία τοῦ ζασιλιᾶ τῆς Λυδίας Κροίσου, ὁ ὁποῖος ρώτησε τόν Σόλωνα τόν Ἀθηναῖο ποιός εἶναι ὁ πιό εὐτυχισμένος ἄνθρωπος. Ὁ Σόλωνας (καί αὐτή εἶναι ἐν πάςῃ περιπτώσει ἡ ἐκδοχή πού μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὡς τήν παλαιότερη) κατονόμασε ἕναν ἁπλό χωρικό της Ἀττικῆς, τόν Τέλλο, ἐνῶ ὁ Κροῖσος, ὁ πλούσιος καί ἰσχυρός βασιλιάς, περίμενε φυσικά νά ἀκούσει τ’ ὄνομά του.
Ἡ ἱστορία θέλει νά δείξει τή διαφορά ἀνάμεσα στή φαινομενική εὐτυχία καί τήν ἀληθινή. Ὁ Σόλωνας λέει πώς κανείς δέν μπορεῖ νά ἀξιωθεῖ τόν χαρακτηρισμό «εὐτυχής» πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του.
Καί ὁ Κροῖσος ἀναγνωρίζει τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Σόλωνα, ὅταν πιά ἔχει χάσει τό πλούσιο βασίλειό του καί βρίσκεται πάνω στήν πυρά.
Γενικά θεωροῦμε εὐτυχῆ ἕναν ἰσχυρό βασιλιά στό ἀπόγειο της δόξας του. Ἀλλά μπορεῖ νά τεθεῖ τό ἐρώτημα ἄν εἶναι «ὄντως» εὐτυχής κανείς, ὅταν τοῦ ἀποδίδεται τό ἐπίθετο αὐτό μ’ ὅλη τή σημασία του. Ἕνας μέσος ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι «πραγματικά» εὐτυχισμένος.
Πίσω ἀπό αὐτήν τή διαπίστωση προβάλλει τό ἐρώτημα ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή εὐδαιμονία, αὐτό πού κάνει τόν εὐδαίμονα εὐδαίμονα. To ἐρώτημα «ποιός εἶναι ὁ πιό εὐτυχισμένος;» προκαλεῖ τήν ἑπόμενη ἐρώτηση: «ποιά εἶναι ἡ πραγματική εὐτυχία; Τί εἶναι ἡ εὐτυχία;» Τό ἐρώτημα γιά τό πρόσωπο θά ἐξελιχθεῖ τελικά σέ ἐρώτημα γιά τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό.
Ἄν ὅμως ἔτσι δημιουργεῖται ἕνα ἀφηρημένο οὐσιαστικό. τό «εὐτυχές», καί παράγεται ὅπως τό ἄπειρον του Ἀναξιμάνδρου, μέ οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου, τότε καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ σημασία τῆς νέας αὐτῆς λέξης προϋποθέτει τή βασική σημασία τοῦ ἐπιθέτου. «Ἄπειρο» μέ τή σημασία τοῦ «ὄντως ἀπείρου» καί «εὐτυχές» μέ τή σημασία τοῦ «ἀπολύτως εὐτυχοῦς» εἶναι ἤδη κάτι πού ὑπερβαίνει τήν «ἁπλοϊκή», προεπιστημονική γλώσσα. Ἔτσι ὅμως ἔχουμε ἕνα ἀκόμα ἀντικείμενο, π.χ. τό ἄπειρο, τό εὐτυχές, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου μπορεῖ νά τεθεῖ ὑπό ἀμφισβήτηση.
Στίς διηγήσεις γιά τούς Ἑπτά Σοφούς - στούς ὁποίους συγκαταλέγονται τόσο ὁ Σόλωνας ὅσο καί ὁ Θαλῆς. ὁ δάσκαλος τοῦ Ἀναξίμανδρου – συναντοῦμε συχνά τέτοιες ἐρωτήσεις ὑπό τόν τύπο αἰνίγματος. Κάποιες δέν ζητοῦν μόνον τό πρόσωπο πού ἔχει μιά συγκεκριμένη ἰδιότητα σέ ἕναν ἰδιαίτερο βαθμό ἀλλά καί τό πρᾶγμα πού διαθέτει κάποια ἰδιότητα: «Ποιό εἶναι τό καλύτερο;», «ποιό εἶναι τό παλαιότερο;», «ποιό εἶναι τό δικαιότερο;», κ.λπ. Τέτοιες ἐρωτήσεις ὁδηγοῦν κατ’ ἀνάγκη στόν ὁρισμό: «Ποιό εἶναι τό καλό;», «ποιό εἶναι τό δίκαιο;» Αὐτοῦ του εἴδους, ἐν πάςῃ περιπτώσει. οἱ πνευματώδεις ἀλλά καί βαθυστόχαστες ἱστορίες μᾶς παραδίδονται ἀμέσως μετά τήν ἐποχή τῶν Ἑπτά Σοφῶν. Τό σημαντικό στίς ἱστορίες αὐτές ἔγκειται στό ὅτι κάτι παρουσιάζεται νά ἔχει μιά ἰδιότητα τήν ὁποία κανείς δέν τοῦ ἀναγνώριζε ὡς τότε. Ἐπίσης, στό ὅτι στίς ἱστορίες αὐτές διαμορφώνεται μιά σχετικά σαφής εἰκόνα τῆς ἰδιότητας στήν ὁποία ἀναφέρονται. Κάτι παρόμοιο π.χ. ἔχουμε καί στόν μύθο τοῦ Αἰσώπου καί στό λαϊκό ἀνάγνωσμα τοῦ ἀγώνα τοῦ Ὁμήρου καί Ἡσιόδου[3], τά ὁποῖα ἀνάγονται στόν 6ο αἰώνα π.Χ. Τά ἐρεθιστικά ἐρωτήματα ὑπό τόν τύπο αἰνίγματος, πού ἀποσκοποῦν στήν κατάκτηση νέων γνώσεων, δείχνουν πώς οἱ γνώσεις αὐτές δέν πρέπει νά παρουσιάζονται ἄμεσα καί νά ἐπιβάλλονται ἀλλά πρέπει νά καταβάλλεται προσπάθεια προκειμένου νά ἀναζητηθοῦν καί νά ἀνευρεθοῦν. Ἡ γνώση συνεπάγεται ἑπομένως πνευματική δραστηριότητα. Ἀπό ἐδῶ ξεκινᾶ ἡ ἔρευνα, ἡ βάσανος γιά τήν ἀλήθεια.
Ἄν παραλληλίσουμε τά λεγόμενα πού διαρκῶς περιπλέκονται: ὁ Κροῖσος εἶναι εὐτυχής... εἶναι εὐτυχέστερος... εἶναι ὁ πιό εὐτυχής, εὐτυχία εἶναι νά κατέχει κανείς αὐτό κι ἐκεῖνο, ἡ εὐτυχία συνίσταται στό νά.... τότε φαίνεται καθαρά πώς τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό «εὐτυχία» προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ἐπίθετο «εὐτυχής» μπορεῖ νά ὑπάρξει ὡς κατηγορούμενο[4] καί ἡ ἔννοια «εὐτυχής», ἀπό την πλευρά της, μπορεῖ νά ἀποτελέσει τό ἀντικείμενο μίας φράσης ὅπως ἡ ἀκόλουθη: «Τό νά εἶναι κάνεις εὐτυχής σημαίνει...». Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα μπορεϊ νά χειριστεῖ καί τά ρήματα. Στήν περίπτωση αὐτή τό ὁριστικό ἄρθρο προσπαθεῖ νά «ἐκμαιεύσει» σημασίες: ἔτσι μπορεῖ κανείς νά μιλᾶ γιά τό βλέπειν, τό σκέπτεσθαι, κ.λπ. Καί ἔτσι δημιουργοῦνται ἀφηρημένα οὐσιαστικά, καθώς τό ἀπαρέμφατο τοῦ ρήματος, πού δέν εἶναι οὐσιαστικό, μετατρέπεται μέ τή βοήθεια τοῦ ἄρθρου σέ οὐσιαστικό. Καί ἄλλοι ρηματικοί τύποι πού δέν ἀπαντοῦν ὡς verba finita μποροῦν νά οὐσιαστικοποιηθοῦν, π.χ. οἱ μετοχές πού χρησιμοποιοῦνται πολύ συχνά στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Στήν περίπτωση αὐτή φαίνεται πώς τά ὅρια ἀνάμεσα στά ἀφηρημένα καί συγκεκριμένα οὐσιαστικά εἶναι ρευστά. Ὅταν λέω «τό βλέπον» ἐννοῶ τά μάτια, τό ὄργανο, πού ἀναμφίβολα εἶναι συγκεκριμένο οὐσιαστικό. Μπορῶ ὅμως νά μιλῶ γιά «τό βλέπον» καί νά ἐννοῶ τή λειτουργία τοῦ ματιοῦ. Ἔτσι «τό βλέπον» προσεγγίζει αὐτό πού δηλώνει «τό βλέπειν». Ἡ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης στά ἀρχαῖα ἑλληνικά δημιούργησε ἀπό τήν ἐποχή τῶν Σοφιστῶν ἕνα πλῆθος ρηματικῶν οὐσιαστικῶν, τά ὁποῖα κατά τήν σημασία προσεγγίζουν τά οὐσιαστικοποιημένα ἀπαρέμφατα καί τίς μετοχές, τυπικά ὅμως ἀνήκουν στά οὐσιαστικά: ἡ γνῶσις πού ἰσοδυναμεῖ πάνω-κάτω μέ τό γνῶναι, ἡ κίνησις, κ.ο.κ.
Ἡ συσχέτιση ἑνός συγκεκριμένου ὀργάνου μέ τήν ἀφηρημένη λειτουργία του εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ δεύτερος δρόμος πρός τήν ἀφαιρετική σκέψη. Ἀνέφερα ἤδη τό παράδειγμα «ἔχει γερό κεφάλι», δηλαδή ἡ ἐσωτερική λειτουργία τοῦ μυαλοῦ του εἶναι καλή, εἶναι ἔξυπνος. Πρόκειται συνήθως γιά μεταφορικές χρήσεις τῶν λέξεων. Σέ πρωτόγονες γλώσσες τό ὄργανο δηλώνει ἀναμφίβολα καί τή λειτουργία. Μά καί ἐκεῖ ὅπου πρόκειται γιά καθαρή μεταφορά, αὐτός ὁ παραλληλισμός τοῦ ὀργάνου καί τῆς λειτουργίας παίζει μεγάλο ρόλο, π.χ. στίς τόσο συχνές μεταφορικές χρήσεις τῶν ἐργαλείων. Ὅταν μιλῶ γιά τό «σφυρί» τῆς μοίρας, ἐννοῶ τή συντριβή. Ἀκριβῶς τό ἴδιο ἐννοῶ, ὅταν μιλῶ γιά τή «γροθιά» τῆς μοίρας. Ἐδῶ μποροῦμε ἀκόμη νά ἀναφέρουμε καί τίς παρομοιώσεις μέ κάποιο ζῶο πού παλαιότερα συνήθιζαν νά χρησιμοποιοῦν γιά νά δείξουν τά χαρακτηριστικά ἤ τίς δραστηριότητες ἑνός ἀνθρώπου ἤ τίς λειτουργίες τῶν ὀργάνων του καί γιά νά δηλώσουν μιά πνευματική λειτουργία στή γλώσσα.
Αὐτός πού βλέπει σάν λύγκας. ἔχει καλή ὅραση, βλέπει καλά. Ὅποιος εἶναι ἀλεπού, εἶναι πονηρός. Ἔτσι, μέσω τῆς παρομοίωσης μέ τά ζῶα, σκιαγραφεῖται αὐτό πού ἀργότερα ὀνομάστηκε πνευματική ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀνθρώπου, χαρακτήρας. Στούς μύθους μέ ζῶα περιγράφονται τύποι ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς.
Ἔτσι φτάνουμε στήν τρίτη μορφή, προκειμένου νά κατανοήσουμε τή σκοπιμότητα τῆς δημιουργίας τῶν ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν. Πρόκειται γιά τό μυθικό ὄνομα, τό ὄνομα δηλαδή ἑνός θεοῦ ἤ ἑνός δαίμονα. Ὁ Ἄρης εἶναι ὁ θεός τοῦ πολέμου ἀλλά τό ὄνομά του ἔχει σχεδόν τή σημασία τοῦ ἀφηρημένου οὐσιαστικοῦ «πόλεμος». Ὁ πόλεμος εἶναι ἔργο τοῦ Ἄρη. Σέ φράσεις ὅμως ὅπως ἔρχεται Ἄρης, δέν διαφαίνεται καθόλου κατά πόσον ὁ ὁμιλῶν φαντάζεται ἕναν θεό μέ συγκεκριμένη μορφή. Σέ μεταγενέστερες ἐποχές προσπάθησαν νά ἑρμηνεύσουν ἀλληγορικά τους θεούς καί θεώρησαν πώς ἡ Ἀφροδίτη εἶναι κατ’ οὐσίαν ὁ ἔρωτας, ἡ Ἀθηνᾶ ἡ σύνεση καί ὅτι ὁ Ὅμηρος μίλησε μόνον ποιητικῇ ἀδείᾳ γιά θεούς. Φυσικά οἱ θεοί στόν Ὅμηρο δέν ἀποτελοῦν τέτοιου εἴδους αἰσθητικά βοηθητικά μέσα. Παρόλα αὐτά, ἔχει κάποια ἀλήθεια ἡ ἄποψη ὅτι οἱ θεοί ἀποκτοῦν ὀντότητα, ὅταν ταυτίζονται μέ ἀφηρημένες ἔννοιες. Τά ὀνόματα τῶν θεῶν εἶναι συχνά καί ρηματικά οὐσιαστικά. Φόβος σημαίνει ἀρχικά τόν «τρόμο»· εἶναι ἐπίσης ἕνας δαίμονας πού τρέπει σέ φυγή. Στήν περίπτωση αὐτή δέν εἴμαστε πάντοτε σέ θέση νά διακρίνουμε ἄν ἐννοεῖται ὁ θεός ἤ τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό - κι αὐτό μας φέρνει, σέ ἀμηχανία γιά τό ἄν πρέπει νά γράψουμε στά κείμενά μας τή λέξη μέ κεφαλαῖο ἤ μικρό ἀρχικό. Ἕνα ὅμως διαφοροποιεῖ τόν θεό ἀπό τήν ἀφηρημένη ἔννοια, τό ὅτι ὁ θεός δρᾶ ἄμεσα, ἐπιβάλλεται στόν ἄνθρωπο, ἐνῶ τό πλήρως ἀνεπτυγμένο ἀφηρημένο οὐσιαστικό (ὅπως φάνηκε παραπάνω μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου) εἶναι ὁ στόχος τῆς ἀνρώπινης σκέψης καί τῆς πνευματικῆς δραστηριότητας.
Τή στιγμή αὐτή δέν μπορῶ νά δώσω καμιά συστηματική θεώρηση τῶν μεταφορῶν, τῶν παρομοιώσεων, τῶν διηγήσεων μέ ζῶα καί τῶν μύθων. Ἐδῶ ἔπρεπε μόνο νά φανεῖ ὅτι οἱ προεπιστημονικές μορφές σκέψης καί λόγου ἔχουν ἀφενός πολλά κοινά μέ τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά — ἐφόσον ἔχουν κοινό στόχο - ἀφετέρου διαφοροποιοῦνται ἀπό τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά, καθώς θέλουν τόν στόχο τους νά συνδέεται μέ κάτι ζωντανό, κάτι ὀργανικό, κ.τ.τ. Περισσότερο ὅμως δέν θά ἀσχοληθοῦμε μ’ αὐτό τό θέμα, γιατί καταλήγουμε στόν ταυτολογικό καί ἀρνητικό ὁρισμό, ὅτι τά μή ἀφηρημένα οὐσιαστικά δέν εἶναι ἀφηρημένα οὐσιαστικά.
Ἴσως μπορέσουμε νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ὁρίσουμε ἀκριβέστερα τήν ἰδιαιτερότητα τῆς ἐπιστιμονικῆς γλώσσας πού δημιούργησαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἄν ἀντιστρέψουμε τά πράγματα. Τόν σκοπό μας αὐτό ἴσως θά ἐξυπηρετοῦσε μιά παρέκβαση σέ μιά ἐντελῶς διαφορετική ὁμάδα λέξεων, στίς προθέσεις καί τούς συνδέσμους. Οἱ λέξεις αὐτές συνδέουν παραστάσεις τοπικά, χρονικά ἤ αἰτιολογικά. Ἡ ἱστορία τῆς γλώσσας δείχνει ὅτι οἱ τοπικοί καί σέ περιορισμένο βαθμό οἱ χρονικοί προσδιορισμοί εἶναι παλαιότεροι ἀπό τους αἰτιολογικούς. Οἱ αἰτιολογικοί δέν διέθεταν ἐξαρχῆς δικές τους λέξεις, ἀλλά οἱ λέξεις πού τούς δηλώνουν προέκυψαν ἀπό μεταβολή τῆς σημασίας τοπικῶν (ἀλλά καί χρονικῶν) προθέσεων καί συνδέσμων. Στή γλώσσα τῆς ἐπιστήμης καί τῆς φιλοσοφίας, φυσικά, προϋποτίθεται ἡ ἀρχή ὅτι οἱ αἰτιακές σχέσεις μποροῦν νά ἀνακαλυφθοῦν καί νά διατυπωθοῦν. Πῶς γίνεται στήν πράξη αὐτό; Στά Γερμανικά τό durch σημαίνει ἀρχικά μία τοπική σχέση (durch das Feld), ἐν συνεχείᾳ καί μιά χρονική (durch den Tag). Μπορῶ ἐπίσης νά πῶ πώς ὁ Ἀλέξανδρος γνώρισε τόν Ἀριστοτέλη μέσω τοῦ πατέρα του - καί ἐδῶ θά ἦταν παράλογο νά ἐννοήσω τό μέσῳ (durch) τοπικά ἤ χρονικά. Ἀφετηρία γιά μιά τέτοια χρήση ὑπῆρξαν προτάσεις ὅπως «μέσω τοῦ καινούργιου δρόμου φτάνει κανείς γρηγορότερα στήν πόλη». Ἀρχικά νοεῖται τοπικά ἀλλά, ὅταν καταλάβουμε ἀπό τήν πρόταση πώς ὁ δρόμος κατασκευάστηκε γιά νά συντομεύσει τήν ἀπόσταση πρός τήν πόλη, τό «μέσω» (durch) ἀποκτᾶ μιά αἰτιακή σημασία. Αὐτό εἶναι μιά φοβερή παρανόηση, ἄν πρέπει νά ὀνομάσουμε παρανόηση τό γεγονός ὅτι ἡ νέα χρήση τῆς λέξης δηλώνει τήν πραγματικότητα καί τήν οὐσία. Ἄν στήν περαιτέρω ἐξέλιξη τό «μέςῳ» (durch) ἀποβάλει τήν τοπική καί χρονική σημασία καί ἀποκτήσει σέ συγκεκριμένα συμφραζόμενα καθαρά αἰτιακή, τότε ἡ ἄμεση σχέση μέ τά πράγματα θά ἐξαφανιστεῖ ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι τό πραγματικό, τό ἀντικειμενικό θά χαθεῖ κατ’ ἀνάγκη. Ἀντίθετα μπορεῖ νά παρουσιαστεῖ ἀβίαστα ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες.
Ἡ φράση «ἐπειδή βρέχει, θά μουσκέψουν ὅλα» σημαίνει ἀρχικά «διότι βρέχει...»· χαρακτηρίζει ἐπομένως μόνον τή χρονική ὑπόταξη «καθώς βρέχει...». Οὐσιαστικά ὅμως πρόκειται γιά κάτι παραπάνω». Μόλις ἀντιληφθοῦμε τό «ἐπειδή» ὡς αἰτιολογικό, ἀντιλαμβανόμαστε καί τίς ἄλλες σχέσεις.
Ἡ γλώσσα τοῦ Ὁμήρου εἶναι σχετικά φτωχή σέ τέτοιες συνδετικές λέξεις μέ αἰτιολογική σημασία. Ὅπου ἐννοοῦνται τέτοιες αἰτιακές σχέσεις, ὑποδηλώνονται ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἔμμεσα, δηλαδή εἴτε ἡ σύνδεση δέν δηλώνεται καθόλου εἴτε χρησιμοποιοῦνται λέξεις πού δηλώνουν τόπο ἤ χρόνο. Ὁ λόγος ὅμως τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης καθίσταται ἐφικτός, ὅταν ἡ γλώσσα μπορεῖ νά κάνει αὐτήν τή διάκριση. Αἰτιολογικούς συνδέσμους καί μετοχές πλήρους ἀναπτυγμένες συναντοῦμε ὄντως τόν 6ο αἰώνα, καθώς τότε διαμορφώθηκαν ἡ καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ, τό ὁριστικό ἄρθρο, πού χρησιμοποιήθηκε γιά τούς ἀφαιρετικούς συλλογισμούς, καί κάποια ἄλλα πράγματα.
Προφανῶς πρόκειται γιά μία μεγάλη ἑνιαία πορεία πού ἐπιφέρει αὐτήν τή δομική μεταβολή στή γλώσσα καί καθιστᾶ δυνατή τήν ἐμφάνιση τῆς ἐπιστημονικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἀπελευθερώνει τόν λόγο, τήν ἀφαιρετική σκέψη - ἤ ὅπως ἀλλιῶς τό ὀνομάσει κανείς - ἀπό τήν καθημερινή γλώσσα.
Μπορεῖ ἡ πορεία αὐτή στή γλώσσα νά γίνει ἀντιληπτή μέ ἀκόμα καλύτερο τρόπο ἤ τουλάχιστον νά περιγραφεῖ ἀκριβέστερα;
Προφανῶς πρέπει νά ὑπάρχει κάτι στήν ἴδια τή γλώσσα πού νά μπορεῖ νά ἀναπτύσσεται - φυσικά εἰς βάρος κάποιου ἄλλου - ὥστε νά δοθεῖ ἡ δυνατότητα νά συγκροτηθεῖ ὁ ἐπιστημονικός λόγος καί σκέψη. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἐπιβάλλεται νά ἀναλύσουμε ἐξαντλητικά τή γλώσσα.
Πρίν ἀπό μερικά χρόνια προσπάθησα νά περιγράψω τή δομή τῆς γλώσσας μέ γνώμονα αὐτά τά ἐρωτήματα. Ὅπως ὅμως διαπίστωσα, οὔτε οἱ φιλόλογοι οὔτε οἱ φιλόσοφοι ἔμειναν ἱκανοποιημένοι ἀπό τό ἐγχείρημά μου αὐτό. Πιστεύω πώς μπορεῖ κανείς νά ἐντοπίσει στή δομή τῆς γλώσσας τρία στοιχεῖα: τό στοιχεῖο τῆς ἀναπαράστασης, τῆς ἔκφρασης καί τῆς προθετικότητας, τά ὁποῖα διασταυρώνονται ὅπου ἤ κυριαρχία ἕνος ἐξ αὐτῶν σφραγίζει κάθε φορά μιά γλωσσική μορφή. Στό σημεῖο αὐτό ὑπεισέρχονται οἱ ψυχικές λειτουργίες, ὅπως τίς εἶδαν ὁ Dilthey καί ὁ Buhler. Ἀλλά ἀπό τήν ἄποψη τῆς ψυχολογίας, ὅπως ἔδειξε στούς νεώτερους χρόνους ὁ Husserl, οἱ λειτουργίες αὐτές δέν μποροῦν νά ἀνταγωνίζονται τό περιεχομένο τῆς γλώσσας, γιατί τό οὐσιαστικό στή γλώσσα εἶναι τό πνεῦμα, τό περιεχόμενο δηλαδή καί ἡ σημασία.
Ὅλα ὅσα θίξαμε μέχρι στιγμῆς ἴσως γίνουν σαφέστερα ὅταν, ἐπί τῇ βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων, ἑρμηνεύσουμε τίς παρατηρήσεις πού κάνει γιά πρώτη φορά ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας σχετικά μέ τό πῶς πρέττει νά δοῦμε τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων, ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τόν κόσμο μέ τόν τρόπο τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ἐδῶ φαίνεται σαφῶς ὁ ρόλος τῆς γλώσσας. Ἀλλά πρίν ἀπό αὐτό ἄς κάνουμε μιά ἀκόμα σύντομη παρατήρηση γιά τό πῶς ἡ καθημερινή γλώσσα χειρίζεται τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων καί πῶς μπορεῖ κανείς νά μιλήσει π.χ. γιά μία «ἔννοια» τῶν χρωμάτων, καθώς ἐδῶ ἐπικεντρώνονται οἱ περισσότερες ἀντιρρήσεις.
Μέ τίς δηλώσεις τῶν χρωμάτων κίτρινο, μπλέ, κόκκινο, κ.ο.κ.. ἔχουμε τήν ἀντίθεση τῶν ἀποχρώσεων πού προσλαμβάνουν οἱ αἰσθήσεις μας. Ἄν μποροῦμε νά σκεφτοῦμε μιά ἐπιστήμη πού ἀσχολεῖται μέ αὐτά τά χρώματα τά ὁποῖα μᾶς συγκινοῦν ἰδιαίτερα, π.χ. τή θεωρία τοΰ Γκαΐτε γιά τά χρώματα ἤ μία ἔρευνα γιά τό κίτρινο καί τό μπλέ στούς πίνακες τοῦ Vermeer van Delft, τότε μπορῶ ν’ ἀποδείξω ὅτι τά χρώματα ἔχουν «ἔννοια». Ἀλλά αὐτό δέν ἔχει νά κάνει μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες. Ἡ ἔννοια ἐδῶ ἐξαρτᾶται ἀπό τό βίωμα, πρόκειται γιά ἐντύπωση, ἔκφραση, κ.ο.κ., πράγματα δηλαδή πού δέν βρίσκονται στόν χῶρο τοῦ ἀντικειμενικοῦ. Μπορῶ ὅμως νά μιλήσω ἐπιστημονικά γιά τήν ἔννοια τῶν χρωμάτων, ἄν ἐννοῶ μ’ αὐτό τή σκοπιμότητά τους. Ἄν, γιά παράδειγμα, πῶ ὅτι οἱ ρῶγες τῶν σταφυλιῶν εἶναι κυρίως κόκκινες γιά νά ἐντοπίζονται ἀπό τά πουλιά, ἀντιθέτως τά λουλούδια εἶναι κυρίως μπλέ, κίτρινα ἤ ἄσπρα γιά νά προσελκύουν τά ἔντομα. Ἔτσι τοποθετοῦμε τά χρώματα σέ ἐκλογικευμένες σχέσεις. Ὅμως οὔτε αὐτό ἀποτελεῖ ἀντικειμενική ἐπιστήμη.
Ἡ ἐπιστήμη ἐπιδιώκει νά εἶναι «ἀντικειμενική», θέλει δηλαδή νά γνωρίσει τόν κόσμο ὅπως αὐτός στέκεται ἀνεξάρτητος ἔξω ἀπό ἐμᾶς. «Ἔλλογο» δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά τό δυνάμενο νά μετρηθεῖ.
Ὁ πρῶτος ἀρχαῖος Ἕλληνας πού ἀντιμετωπίζει σύμφωνα μέ αὐτές τίς ἀρχές - ἐπιστημονικά» - τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων, εἶναι ὁ Δημοκριτος. Ἐξηγεῖ μέ σαφήνεια ὅτι στήν πραγματικότητα οἱ ἰδιότητες δέν ὑπάρχουν, ὅτι πρέπει κανείς νά τίς ἀποκλείσει γιά νά δεῖ αὐτό πού πραγματικά εἶναι. Κατά τόν Δημοκριτο, πραγματικά εἶναι μόνον τά ἄτομα, τά ὁποῖα διαφοροποιοῦνται μεταξύ τους ἐξαιτίας τοῦ γεωμετρικοῦ τους σχήματος.
Τί συμβαίνει ἐδῶ; Μᾶς ἀρέσει τό γλυκό μέλι - ὁ Δημοκριτος κάνει λόγο γιά τό γλυκύ. Μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου, ἀπό μία ἰδιότητα πού ὑπῆρχε στό ἀντικείμενο φτιάχνει ἕνα δικό του ἀντικείμενο, ἕνα ἀφηρημένο οὐσιαστικό. Καί ἀπό τά διαφορετικά γνωρίσματα πού μπορεῖ νά ὑπάρχουν σέ διάφορα ἀντικείμενα φτιάχνει ἕνα ἀκόμη «γενικότερο» ἀντικείμενο, τήν ἰδιότητα. Ἔτσι ὑποστηρίζει ὅτι αὐτό πού θά δηλωνόταν μέ τήν οὐσιαστικοποίηση, δέν ὑπάρχει στήν πραγματικότητα. Στήν πραγματικότητα ὑπάρχουν μόνον τά ἐλάχιστα τμήματα ὕλης - ἑπομένως τά πολύ μικρά ἀντικείμενα - πού διαφοροποιοῦνται μεταξύ τους ἀπό τό διαφορετικό τους σχῆμα, τό ἕνα εἶναι στρογγυλό, τό ἄλλο αἰχμηρό, κ.ο.κ.
Ἑπομένως δέν χάνονται ὅλες οἱ ἰδιότητες. Μένουν μᾶλλον ἐκεῖνες πού ἀφοροῦν στό γεωμετρικό σχῆμα. Ἀπό τό σχῆμα αὐτό, πού εἶναι ἀντικειμενικό καί πραγματικό, ἀποδεχόμαστε ὅ,τι μπορεῖ νά συλληφθεῖ μαθηματικά. Αὐτό τό μαθηματικό στοιχεῖο ὑπερβαίνει ὅμως καί τήν καθημερινή γλώσσα καί τήν ἀλήθεια πού μπορεῖ νά διαπιστωθεῖ ἐμπειρικά, καθώς δίνουμε ὁπωσδήποτε βάρος στίς λέξεις, ὅπως εἴδαμε καί στήν περιπτωση τοῦ ἀπείρου. Οἱ ἔννοιες «στρογγυλό» ἤ «εὐθύ» δηλώνουν τό στρογγυλό ἤ εὐθύ κατά τέτοιο τρόπο ὥστε αὐτά νά μήν ὑπάρχουν πλέον στόν κόσμο.
Ἡ τάση γιά ἀντικειμενικοποίηση ὑπολανθάνει στήν ἀρχαία Ἑλληνική ἐπιστημονική γλίοσσα, καθώς ἡ ἀρχαία ἑλληνική ἔννοια τῆς γνώσης καθορίζεται ἀπό τήν ὅραση καί ἀπό τή γνώση πού ἀποκτᾶται μέσω αὐτῆς. Ἡ ὅραση εἶναι κυρίως ἡ ἔννοια μέσω τῆς ὁποίας μᾶς παρουσιάζονται τά πράγματα ἀντικειμενικά, ἔξω ἀπό μᾶς. Ἡ ἀφαίρεση, αὐτό τό θεμελιῶδες μέσο γιά τή δημιουργία κατάλληλων φιλοσοφικῶν καί ἐπιστημονικὼν ἐννοιῶν, ἱδρύει καί αὐτή ἀντικείμενα. Ὅ,τι μπορεῖ νά συλληφθεῖ ἀρχικῶς ὡς ἐπίθετο ἤ ρῆμα δέν μετατρέπεται, μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου ἤ τοῦ ρήματος, σέ κατ’ οὐσίαν ἀντικείμενο, ἀλλά σέ ἀντικείμενο τῆς σκέψης. Ἔτσι διευρύνεται ἡ λεξιλογική κατηγορία πού στήν προεπιστημονική γλώσσα χρησιμεύει προπαντός γιά νά παραστήσει τόν κόσμο στήν πληρότητά του καί δημιουργοῦνται καινούργια ἀντικείμενα στά ὁποῖα μπορεῖ κανείς νά προσδώσει μιά πιό ἀντικειμενική πραγματικότητα ἀπό αὐτήν ταῶν ὑλικῶν ἀντικείμενων.
Ἡ γλώσσα εἶναι τό πεδίο ὅπου πάντα συναντῶνται οἱ διάφορες νοητικές λειτουργίες καί πάντα θά μποροῦν ἐκ νέου νά συναντῶνται. Ἡ ἐπιστημονική ὅμως γλώσσα βασίζεται στό ὅτι σέ αὐτήν προβάλλεται τό ἀντικειμενικό, ἀναπαραστατικό στοιχεῖο τόσο ἔντονα, ὥστε συνθλίβει σέ ἀρκετά μεγάλο βαθμό αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐν πολλοῖς «γλώσσα».
Ὁ φιλόλογος μπορεῖ, ὅταν ἐξετάζει μιά ἐπιστημονική γλώσσα, νά ἀπορήσει σέ τί μᾶς ὠφελεῖ μιά τέτοια χρήση τῆς γλώσσας. Τό γεγονός ὅμως ὅτι ὠφελούμαστε - καί γι’ αὐτό δέν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλουμε καθόλου - μᾶλλον ὀφείλεται στό ὅτι ἡ γλώσσα μᾶς προσφέρεται γιά τέτοιες περιπέτειες. Τουλάχιστον οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, πού ἔχουν ἐκφραστεῖ μέ σκεπτικισμό γιά τίς δυνατότητές της, τόλμησαν νά τήν δοκιμάσουν σ’ αὐτούς τούς τρόπους.
-----------------------
[1] Ὅλους αὐτούς τούς ὅρούς ἐξέτασε ὁ Κ. v. Fritz σέ τρεῖς μελέτες του: «Νοῦς άπό νοεῖν in the Homeric poems», Class. Philol. 38, 1943 , σσ. 79-93· «Νοῦς, νοεῖν and their derivatives in Pre-Socratic philosophy I», ὅ.π. 40, 1945, σσ. 223-242· II, ὅ.π. 41, 1946, σσ. 12-34. Ἐπίσης πρβλ. Gert Plambock, Erfassen, Gegenwartigen, Innesein. Aspekte homerischen Psychologie, διατρ. Kiel 1959.
[2] Δέν μπορῶ φυσικά νά ὑπεισέλθω σέ ζητήματα ἰατρικῆς πού ἀνακύπτουν ἐδῶ. Ἄν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού κυβερνᾶ, τότε κανείς δέν θά ἰσχυριζόταν πώς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου δέν διέθεταν πλήρως ἀνεπτυγμένο ἐγκέφαλο. Τό ζήτημα εἶναι κατά πόσον μπόρεσαν συνειδητά νά τόν θέσουν σέ δραστηριότητα καί νά τόν δοκιμάσουν. Λέξεις γιά τό «ἐρευνῶ» ἔχουμε στά ἀρχαῖα ἑλληνικά του 5ου αἰώνα π.Χ.: δίζημαι στόν Ἡράκλειτο Β 101 (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ μέ τά μάτια κάποιον, ἐπιθυμῶ, ζητῶ κάποιον, ἐπιδιώκω κάτι. προσπαθῶ νά κερδίσω»)· ἐρευνάω ἀπό τόν Πίνδαρο καί τόν Αἰσχύλο καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀνιχνεύω, ἰχνηλατῶ»)· ζητῶ ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ξενοφώντα καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ»)· ἱστορέω ἀπό τόν Αίσχύλο καί στό ἑξῆς· πεύθομαι/πυνθάνομαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «μαθαίνω κάτι, ζητῶ πληροφορίες γιά κάτι».
[3] Γιά τό ἐρώτημα τῆς Σαπφοῦς «Ποιό εἶναι τό ὡραιότερο;» (16L-P), τόν προβληματισμό τοῦ Ἀλκαίου γιά τόν «πραγματικό» φίλο (333L-P) καί τοῦ Σιμωνίδη γιά τόν «ἀληθινά» ἀγαθόν ἄνθρωπο (4D), βλ. Aufbau der Sprache (2η ἔκδ.), 188, καί Poetry and Society, 34, 47 καί 51.
[4] Γιά τό ὅτι ἡ ἔννοια «λιοντάρι» εἶναι δυνατή, ἐπειδή τό οὐσιαστικό ὡς κατηγορούμενο ἔχει «γενική» σημασία, βλ. Ἡ Ἀνακάλυψη τοῦ Πνεύματος, ὅ.π., σσ. 300-301.
Ἡ εὐρωπαϊκή ἐπιστήμη ἀνάγεται στούς ἀρχαίους Ἕλληνες. Καί στήν ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα μποροῦμε νά δοῦμε τί συμβαίνει στή γλώσσα, ὅταν ἀρχίζει νά δημιουργεῖται ὁ «ἐπιστημονικός» λόγος. Ὁ ἐπιστημονικός λόγος εἶναι αὐτόχθων μόνο στήν ἀρχαία Ἑλλάδα - ὅπου ἀλλοῦ ἐμφανίζεται ἀργότερα, δανείζεται ὅρους ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά, τούς μεταφράζει καί διευρύνει τή σημασία τους.
Ὅταν μιλᾶμε γιά ἐπιστημονική γλώσσα, ἐννοοῦμε κατ’ ἀρχάς τήν ὁρολογία. Οἱ νέες εἰδικότητες πού συνεχῶς ἐμφανίζονται χρησιμοποιοῦν νέες λέξεις, οἱ ὁποῖες κατά μεγάλο μέρος σχηματίζονται ἀπό τά ἀρχαῖα ἑλληνικά - ἤ ἀπό τά λατινικά, πού καί αὐτά ὀφείλουν πολλά στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Αὐτές οἱ λέξεις δημιουργοῦνται συνειδητά, μία - μία, ἀπό μεμονωμένους ἐρευνητές καί τό παράδοξο εἶναι ὅτι ἡ πληθώρα αὐτή τῶν ἐπιστημονικῶν ὅρων δέν ἀνήκει σέ καμία ζωντανή γλώσσα. Παρόλα αὐτά, ὅμως, εἰσδύουν σέ κάθε γλώσσα, ἐφόσον στή γλώσσα αὐτή σκεφτόμαστε καί μιλᾶμε (ἤ γράφουμε) μέ τούς ὅρους τῆς ἐπιστήμης. Οἱ λέξεις αὐτές συγκρότησαν ἕνα διεθνές γλωσσικό ἰδίωμα, τό ὁποῖο αὐτό καθαυτό κανείς δέν τό καταλαβαίνει, οὔτε οἵ εἰδικοί - ἐπειδή ὡς ἐπί τό πλεῖστον δέν ξέρουν ἀρχαῖα ἕλληνικα - οὔτε οἱ φιλόλογοι - ἐφόσον δέν γνωρίζουν τό ἀντικείμενο στό ὁποῖο οἱ ὄροι αὐτοί ἀναφέρονται. Παρόλα αὐτά, στό ἰδίωμα αὐτό μπορεῖ νά συνεννοηθεῖ κανείς ἐξαιρετικά καλά ἀνεξαρτήτως ἐθνικότητας.
Δέν θά ἀσχοληθῶ μέ τό πώς οἱ Προσωκρατικοί φιλόσοφοι, καί μάλιστα οἱ Σοφιστές, προετοίμασαν τό ἔδαφος γιά μιά τέτοια ὁρολογία ἤ μέ τό πώς ὁ Πλάτωνας καί ὁ Ἀριστοτέλης τήν προώθησαν δυναμικά. Θά πῶ ὅμως ὅτι ὁ ἐπιστημονικός λόγος εἶναι μιά πολύ περιπετειώδης ἱστορία πού ξεκίνα ἀπό τούς Ἕλληνες τῆς ἀρχαϊκῆς περιόδου.
Ὁ ἀρχαιότερος ἑλληνικός φιλοσοφικός καί ἐπιστημονικός ὅρος πού γνωρίζουμε εἶναι τό ἄπειρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Βέβαια ἤδη στόν Ὅμηρο (Ἰλιάδα II, 446) ὁ Ποσειδώνας ἀναφέρει ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι διασκορπισμένοι ἐπ’ ἄπειρον γαῖαν καί στήν Ὀδύσσεια (δ. 510) διαβάζουμε ὅτι κάποιος ἐκσφενδονίστηκε, κατά πόντον ἀπείρονα. Κι αὐτό φυσικά σημαίνει ὅτι κανείς δέν μπορεῖ νά δεῖ ποῦ τελειώνει ἡ στεριά ἤ ἡ θάλασσα· ὅτι ὅσο φτάνει τό μάτι, ὑπάρχει μόνο στεριά ἤ θάλασσα. Ὁ Ἀναξίμανδρος ὅμως εἶναι ὁ πρῶτος φιλόσοφός του ὁποίου διαθέτουμε ἀποσπάσματα καί ὁ ὁποῖος μιλᾶ γιά τό ἄπειρον καί τό θέτει ὡς ἀρχή καί βάση τοῦ ὄντος.
Ἐδῶ συμβαίνει κάτι ἐντελῶς παράδοξο. Μιά λέξη πού δέν δηλώνει τίποτα θετικό ἀλλά ἁπλῶς διαπιστώνει ὅτι δέν ὑπάρχει ἕνα τέλος ἤ κάποιο ὅριο, χάνει τήν ἀρχική, οὐδέτερη σημασία της. Ὁ Ἀναξίμανδρος καταργεῖ ἀναφανδόν καί συνειδητά τή λέξη ἀπό τό λεξιλόγιο τοῦ ἀνθρώπου ὡς ὑποκείμενου τῆς γνώσης. Οὐσιαστικοποιώντας τό ἐπίθετο, δημιουργεῖ ἕνα ἀντικείμενο τό ὁποῖο δέν ἀπαντᾶ στόν ἐμπειρικό κόσμο. Τό πιό παράλογο εἶναι ὅτι αὐτή ἡ τόσο τεχνητά κατασκευασμένη ἔννοια δέν εἶναι καθόλου ἀσαφής καί ἀκαθόριστη ἀλλά μπορεῖ νά ὁριστεῖ μέ ἀκρίβεια καί χωρίς ἀντιφάσεις. Μπορεῖ μάλιστα νά ὑποκατασταθεῖ ἀπό ἕνα μαθηματικό σύμβολο, τό ὁριζόντιο 8 [∞].
Τί συνέβη; Ὁ Ἀναξίμανδρος ἀντιμετώπισε τή γλώσσα μ’ ἕναν καινούργιο τρόπο, στό ἐπίπεδό της λέξης. Ἡ λέξη ἄπειρον ὅμως ξεπερνᾶ ὄντως τήν κοινή σημασία της και, ἄν τό δοῦμε αὐστηρά, δεν θά ἔπρεπε ὁ Ὅμηρος νά κάνει λόγο γιά «ἀτέλειωτη» θάλασσα ἤ ξηρά «δίχως ὅρια». Ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος ξέρει ὅτι πίσω ἀπό τή θάλασσα βρίσκονται ἡ Κρήτη ἤ ἡ Αἴγυπτος, ἀκόμα κι ἄν δέν μπορεῖ κανείς νά τίς διακρίνει. Αὐτό πού ὄντως «δέν ἔχει τέλος» (ἄπειρον) ξεπερνᾶ αὐτό πού ὁ ἄνθρωπος νομίζει πώς δέν ἔχει ὅρια.
Ὁ Ἀναξίμανδρος δημιούργησε - ἔτσι πληροφορούμαστε - ἀπό λέξη τῆς καθομιλουμένης ἤ τῆς ποίησης μιάν ἀφηρημένη ἔννοια. Τά ἀρχαία ἑλληνικά τοῦ ἔδωσαν ἕνα μέσο, τή δυνατότητα, δηλαδή, να κατασκευάζει ἀφηρημένα οὐσιαστικά χρησιμοποιώντας πρίν ἀπό το ἐπίθετο τό ὁριστικό ἄρθρο, π.χ. τό ἄπειρον. Μέ τόν ἴδιο τρόπο και οἱ μεταγενέστεροι φιλόσοφοι ἔφτιαξαν καί ἄλλα τέτοια ἀφηρημένα οὐσιαστικά, τό ἀγαθόν, κ.λπ. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή μιᾶς μή ἐλεγχόμενης ἐξέλιξης. Φιλόσοφοι καί ἐρευνητές, γιά νά καλύψουν τίς ἀνάγκες τους δημιουργοῦν καινούργια ἀντικείμενα, ἀντικείμενα τῆς σκέψης τους. Ἡ ὁρολογία πού δημιούργησαν εἶναι ἀναμφίβολα ἡ κορωνίδα τοῦ ἐπιστημονικοῦ λόγου.
Ἀλλά προτοῦ ἐπιστρέφω στό τί συμβαίνει ἐδῶ καί στό πώς ἡ γλώσσα μπορεῖ νά τό ἐκφράσει, θά ἤθελα νά δείξουμε ἕνα ἀκόμα παράδειγμα ὅτι ἡ γλώσσα τῆς ἐπιστήμης μεταπλάθει τόν φυσικό λόγο καί δέν τοῦ παρέχει ἁπλῶς νέους ὅρους. Ἄν μποροῦσε κανείς σήμερα νά ρωτήσει ἕναν ἀρχαῖο Ἕλληνα βοσκό «Πόσων χρόνων εἶσαι;», ὁ βοσκός μᾶλλον θά τόν κοίταζε ἔκπληκτος, θά ἔβγαζε ἀπό τό πουκάμισό του τό δερμάτινο πουγκί του, θά τό ἄνοιγε καί θά τοῦ ἔλεγε: «Νά τά χρήματά μου. Τά ἔχω μετρήσει, γιατί μπορεῖ νά μοῦ τά κλέψουν. Τά χρόνια μου ὅμως δέν τά ἔχω μετρήσει, γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά μοῦ τά πάρει». Γι’ αὐτον τόν βοσκό ἡ καταμέτρηση δέν ἔχει νόημα, ἄν δέν σχετίζεται μέ μιά πρακτική ἀνάγκη, νά ἐλέγξει ὅσα εἶχε ἤδη μία φορά καταμετρήσει. Ἐπιπλέον καί ἐν σχέσει πρός τό γεγονός αὐτό, ἡ καταμέτρηση συνδέεται μέ ἀντικείμενα πού μποροῦν νά μετρηθοῦν. Τό τί σημαίνει αὐτό γίνεται σαφές μόνον ἀπό τά νομίσματα πού μετρήθηκαν καί ἀπό τήν προσωπική πράξη τῆς καταμέτρησης. Στή γλούσσα μας, πού ἔχει ἤδη ἐμποτιστεῖ σέ μεγάλο βαθμό ἀπό ἐπιστιμονικούς ὄοους, ἡ καταμέτρηση εἶναι κάτι θεωρητικό καί ἀφηρημένο. Δέν εἶναι ὅμως ἕνας τεχνητά κατασκευασμένος ἐπιστημονικός ὅρος. Εἶναι λέξη τῆς καθημερινῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἐν τούτοις διακρίνεται ἀπό τόν «ἁπλοικό» λόγο, πού δέν ἔχει ἐπηρεαστεῖ. Μολονότι σήμερα ἔχει μεταβληθεῖ οὐσιαστικά ἡ σημασία τῶν λέξεων «μετρῶ» στήν γλώσσα τῆς ἐπιστήμης καί «καταμετρητέος», παρόλα αὐτά. εἴμαστε σέ θέση νά τίς κατανοήσουμε καί γιά τόν λόγο αὐτό ἐπέλεξα ἕνα τέτοιο παράδειγμα. Οἱ λέξεις μπορεῖ ν’ ἄλλαξαν σημασία· διατήρησαν ὅμως κάτι. Ἡ παλαιότερη σημασία ἐξακολουθεῖ νά διαφαίνεται παρά τή μονομέρεια πού ἐπέβαλε ὁ ἐπιστημονικός λόγος.
Τέτοιες μεταβολές δέν ὑπέστη μόνον ἡ ἔννοια μεμονωμένων λέξεων ἀλλά καί ἡ ἐκφορά τοῦ λόγου ἐν συνόλω. Ὁ βοσκός δέν θά ἔλεγε ἁπλῶς: «Λέν ἔχω μετρήσει τά χρόνια μου, γιατί κανείς δέν μπορεῖ νά μοῦ τά πάρει». Θά ἔδειχνε παραστατικά καί διεξοδικά τήν ἀντίθεση ἀνάμεσα σέ ὅ,τι ἔχει ἤδη καταμετρηθεῖ καί σέ ὅ,τι εἶναι δυνατόν νά καταμετρηθεῖ. Μέ τήν ἀντίθεση αὐτή ἔγινε εὔλογη ἡ εἰκόνα. Αὐτοῦ τοῦ εἴοους ἡ ἐπιχειρηματολογία μᾶς εἶναι οἰκεία ἀπό τήν ἀρχαϊκη λυρική ποίηση. Τό λεγόμενο Priamel ἐνισχύει ἕναν ἰσχυρισμό παραβάλλοντας τόν μέ ἕναν ἀντι-ισχυρισμό. Ἄν θελήσει κανείς νά πεῖ π.χ. πώς ὁ ἔρωτας εἶναι δυνατή φωτιά, ἀρχίζει ἔτσι: «Καμιά φωτιά, κανένα κάρβουνο δέν μπορεῖ νά κάψει τόσο...». Ἀλλά γι’ αὐτό θά μιλήσουμε καί στή συνέχεια. Πρῶτα ὅμως ἐπείγει νά ποῦμε τό ἑξῆς: ὅπου ἀναπτύσσεται ὁ ἐπιστημονικός λόγος, ἡ δομή γλώσσας μεταβάλλεται, ὄχι μόνον ἐπειδή δημιουργοῦνται καινούργιες λέξεις ἀλλά καί ἐπειδή ἀλλάζει ἡ σημασία ἀρχαιότερων λέξεων καί τροποποιεῖται ἡ σύνταξη. Ὅπως κάθε γλώσσα ἔχει ἕνα σύστημα καί ὅλες οἱ προτάσεις γίνονται κατανοητές στίς ἀμοιβαῖες σχέσεις τους μέσα σ’ αὐτό τό σύστημα, ἔτσι καί ἡ ἐπιστημονική γλώσσα ἔχει τή δική της δομή. Ὅλοι συμφωνοῦμε ὅτι ἡ ἐπιστημονική γλώσσα εἶναι ἕνα ἀπό τά μεγαλύτερα ἐπιτεύγματα τῆς ἀνθρωπότητας καί γι’ αὐτό ἄλλωστε ἀσχολούμαστε μαζί της. Ἀλλά τό ὅτι ἔπρεπε νά πληρώσουμε ἀκριβά τό κέρδος μας αὐτό, εἶναι κάτι πού θά τό μάθουμε ἀπό τόν ἀρχαῖο βοσκό πρίν τόν ἀποχωριστοῦμε. Ποιός δέν παρατήρησε ὅτι ὁ λόγος του εἶναι πιό φυσικός ἀπό τόν δικό μας, πού εἶναι τόσο καλλιεργημένος;
Στά δύο παραδείγματα πού χρησιμοποιήσαμε, οἱ λέξεις ἄπειρον καί «μετρῶ» ἀποτέλεσαν ὅρους μίας ἐπιστημονικῆς γλώσσας, ἀπό τή στιγμή πού ἡ καταμέτρηση καί ἡ ἀρίθμηση ἀπέκτησαν σημασία γιά μας, ἀπό τή στιγμή, δηλαδή, πού ἀπομονώσαμε τίς ἔννοιες τοῦ αριθμοῦ καί τοῦ μέτρου στή γλώσσα ἀπογυμνώνοντάς τες ἀπό κάθε συναισθηματική καί πρακτική ἀναφορά. Ἐμᾶς, πού εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες, δέν μᾶς ἐκπλήσσει πού μιά ἐπστημονική γλώσσα προετοιμάζει τό ἔδαφος γιά τήν καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ. Παρά τό γεγονός ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες πρῶτοι ἔφτασαν στήν καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ, σέ μᾶς φαίνεται μᾶλλον ὅτι ὁ Ὅμηρος καί ὁ βοσκός χρησιμοποιοῦσαν τίς λέξεις ἄπειρον καί «μετρῶ» μέ ἀσαφῆ σημασία, καθώς δέν ἀναγνωρίζουμε στίς λέξεις αὐτές τήν ἔννοια πού σήμερα πλέον τούς προσδίδουμε.
Τό ἀξιοσημείωτο στήν περίπτωση αὐτή εἶναι ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ ὡς δυνατότητα ὑπάρχει καί στήν πρωτόγονη γλώσσα. Δέν ὑπάρχει πουθενά ἀλλοῦ παρά μόνο στή γλώσσα και, ἀκόμα κι ἄν δέν ἔχει ἀνακαλυφθεῖ, μπορεῖ νά ἔρθει στό φῶς φυσικά καί ἀβίαστα.
Τό ἴδιο συμβαίνει καί μέ ἄλλες ἔννοιες, ὄχι μόνον τοῦ ἀριθμοῦ. Φαίνεται πώς ἔχουμε νά κάνουμε μέ μία μακρά ἑνιαία ἐξέλιξη.
Καί στό σημασιολογικό πεδίο τοῦ εἰδέναι καί τοῦ γνῶναι, οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἀπέσπασαν σταδιακά ἀπό τίς καθημερινές λέξεις ὅ,τι τίς καθιστοῦσε χρήσιμες καί γόνιμες στήν ἐπιστημονική γλοόσσα καί μάλιστα μέ τόν ἴδιο τεχνητό - καί ὅμως τόσο φυσικό - τρόπο.
Ἡ ἀρχαία ἑλληνική λέξη εἰδέναι σημαίνει οὐσιαστικά «ἔχω δεῖ». Περιγράφει ἐπομένως μόνον τό ἀποτέλεσμα μίας συγκεκριμένης ἐμπειρικῆς ἀντίληψης - τήν ἥττα, δηλαδή, πού ὑπέστη ἡ ὁποία πνευματική ἀναφορά ὑπάρχει στό «βλέπω» - καί ἀργότερα, τήν καθαρά νοητική κατάσταση τῆς γνώσης, ἀνεξάρτητα ἀπό τόν τρόπο πού ἀποκτήθηκε. Ὅπως θά φανεῖ, ἡ γνώση πού ἀποκτήθηκε μέσω τῆς ὁράσεως ἦταν πάντα ἕνα εἶδος μοντέλου ἐπί τῇ βάσει τοῦ ὁποίου οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἔτειναν νά ἑρμηνεύουν καί τή γνώση πού ἀποκτήθηκε μ’ ἄλλους τρόπους. Στόν Ὅμηρο (κυρίως σ' αὐτόν, ἄν καί ἡ ἀρχική σημασία διατηρήθηκε καί στούς μεταγενέστερους) τό εἰδέναι σημαίνει «κατέχω». «ξέρω», ὅπως τό savoir στά γαλλικά. Ἤδη στόν Ὅμηρο ἡ λέξη εἶχε τόσο εὐρεία σημασία, ὥστε κατόρθωσε στή συνέχεια νά καλύψει τίς ἀνάγκες τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης. Καί ἀποτελεῖ σημαντικό ἐπίτευγμα ὅτι σέ σχετικά πρώιμη ἐποχή προέκυψε ἀπό τό ρῆμα ἤ εἰδικότερη σημασία τῆς πνευματικῆς/νοητικῆς λειτουργίας.
Διαφορετικά εἶναι τά πράγματα μέ τή λέξη γνῶναι. Καί αὐτή ἀνήκει ἀρχικά στή σφαίρα τῆς νοητικῆς ἀντίληψης ἡ ὁποία διαμορφώθηκε μέσω τῆς δράσεως· αὐτό ἰσχύει ἤδη ἀπό τόν Ὅμηρο. Μιά συχνή (καί προφανῶς ἡ ἀρχική) χρήση εἶναι: τόν εἶδε καί τόν ἀναγνώρισε πώς ἦταν ὁ Διομήδης, ἤ ἀκόμα, πώς ἦταν κάποιος θεός. Ἐπίσης, ἡ Ἀρήτη ἀναγνώρισε τό ροῦχο πού ἡ ἴδια εἶχε φτιάξει. Παράλληλα ὅμως ὑπάρχουν χρήσεις ὅπως: ἀναγνώρισε ὅτι ἡ κατάσταση ἦταν εὐνοϊκή, δύσκολη, κ.λπ., χωρίς ὅμως νά ὑπερβαίνουν ὅ,τι περίπου μπορεῖ νά σημαίνει ἡ λέξη sehen στά γερμανικά, π.χ. εἶδε πώς ἡ κατάσταση ἦταν σοβαρή, κ.λπ. Στόν Ὅμηρο ὅμως τό γνῶναι δέν σημαίνει ἀκόμα τήν ἑκούσια δραστηριότητα τοῦ ἀνθρώπου καί δέν ἔχει καμία σχέση μέ τήν πορεία πού ὁ Πλάτωνας περιέγραψε στό Συμπόσιο, τά προσχεδιασμένα βήματα ἀπό τήν ἀβέβαιη ὑπόθεση στήν ἀλήθεια. Τό γνῶναι εἶναι ρῆμα στόν ἀόριστο χρόνο, δηλαδή περιγράφει κάτι πού συνέβη σέ συγκεκριμένη χρονική στιγμή, σάν νά πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα γεγονός πού μου συμβαίνει παρά μιά ἀτομική δραστηριότητα: ξαφνικά ἀναγνωρίζω κάποιον πού συναντῶ ἤ ἀντιλαμβάνομαι ὅτι αὐτό εἶναι ἕνα τραπέζι.
Τό ἴδιο πρέπει νά ὑποθέσουμε καί γιά τό νοεῖν, πού ἀργότερα θά ἀποκτήσει τή σημασία «σκέπτομαι». Στόν Ὅμηρο σημαίνει «ἀντιλαμβάνομαι», «βλέπω», «διαβλέπω». Καί αὐτή ἡ λέξη σχετίζεται μέ τήν ὅραση καί διαφοροποιεῖ, ὅπως τό γνῶναι καί τό εἰδέναι, τό μή νοητικό πού περιέχεται στήν νοητική ἀντίληψη ἀπό τήν καθαρή νοητική ἀντίληψη. Ἐπίσης, δηλώνει τήν πνευματική λειτουργία πού εἶναι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν ὅραση. Ἀναφέρεται σέ ὅ,τι ἀποτελεῖ τόν πυρήνα καί τήν οὐσία του «βλέπω», γιατί ἡ ὅραση χωρίς ἀναγνώριση, παρατήρηση καί ὡς ἐκ τούτου γνώση, εἶναι ἄχρηστη καί χωρίς νόημα. Ἀλλά τό νοεῖν δέν ἀναφέρεται στήν γνώση πού ἀποκτήθηκε μέ τή βοήθεια τῆς ὅρασης. ὅπως τό εἰδέναι οὔτε περιγράφει τή διαδικασία τῆς ταύτισης αὐτοῦ πού ἔχουμε δεῖ μέ ἄλλα ἤδη γνωστά. Ἀναφέρεται σέ αὐτό πού μᾶς γίνεται σαφές μετά ἀπό προσεκτική παρατήρηση. Τά «βλέπω» καί «διαβλέπω» εἶναι ἀποδόσεις πού δείχνουν πώς ἡ λέξη ἀνήκει στό λεξιλογικό πεδίο τοῦ «βλέπω· ὑπερβαίνει ὅμως τίς σημασίες αὐτές. Στόν Ὅμηρο ἡ λέξη δέν δηλώνει ἀκόμα τήν πνευματική προσπάθεια πού καταβάλλουμε γιά νά λύσουμε π.χ. ἕνα πρόβλημα, τήν ἰδιαίτερη ἐκείνη πνευματική δραστηριότητα, καί γι’ αὐτό εἴμαστε ἀναγκασμένοι νά τό μεταφράσουμε μέ τό «σκέπτομαι» - ἄν καί μερικές φορές πλησιάζει τή σημασία τοῦ «ἀντιλαμβάνομαι», «ἀναλογίζομαι», «λαμβάνω ὑπόψη»[1].
Τό γεγονός πώς δέν ὑπάρχει στόν Ὅμηρο καμία λέξη γιά τό «σκέπτομαι» καί τό γεγονός πώς ἡ γνώση δέν γίνεται ἀκόμα ἀντιληπτή ὡς δραστηριότητα ὀφείλεται στό ὅτι ὁ Ὅμηρος δέν διαθέτει ἀπολύτως κανέναν ὄρο γιά τή νόηση ὡς πνευματική δραστηριότητα. Ὡς γνωστόν, ὁ Ὅμηρος ἀγνοεῖ καί τήν ἀντίθεση σώματος καί πνεύματος, κορμιοῦ καί ψυχῆς.
Αὐτό πού ἐμεῖς ὀνομάζουμε πνεῦμα ἤ ψυχή, δέν ἐμφανίζεται ἀκόμη οὐσιαστικά διαφοροποιημένο ἀπό τό σῶμα, μόνον πού ἡ σωματικότητά του παρουσιάζεται ἀρκετά περιορισμένη. Ἡ ψυχή, πού ἀργότερα θά σημάνει καί γιά τούς ἀρχαίους Ἕλληνες ὅ,τι καί γιά μᾶς σήμερα, εἶναι ἡ πνοή πού κρατᾶ τόν ἄνθρωπο στή ζωή (αὐτή εἶναι ἡ μοναδική της λειτουργία στόν Ὅμηρο καί δέν σχετίζεται μέ τή σκέψη καί τίς αἰσθήσεις). Μετά τόν θάνατο ἡ ψυχή κατεβαίνει σάν σκιά στόν Ἅδη. Ὁ νόος, τό ὄργανο τοῦ νοεῖν, εἶναι τρόπον τινά ἕνας «ἐσωτερικός ὀφθαλμός». Ὁ Ὅμηρος δέν μᾶς λέει μέ σαφήνεια ποῦ τόν τοποθετεῖ ἤ πῶς τόν φαντάζεται. Τοῦ ἀποδίδει ὅμως ὀπτικές λειτουργίες: ὁ σκοπός του εἶναι νά ἀντιλαμβάνεται, νά βλέπει, νά διαβλέπει.
Ἄν τό νοεῖν στόν Ὅμηρο δέν συνεπάγεται τήν πνευματική δραστηριότητα, τότε ἔτσι ἴσως ἐξηγεῖται μιά ἀκόμα ὁμηρική φράση πού, ὅσο γνωρίζω, δέν ἔχει μέχρι σήμερα ἐρμηνευτεῖ. Ἐμεῖς σήμερα ἐντοπίζουμε τή σκέψη στό κεφάλι καί οὐσιαστικά τήν αἰσθανόμαστε στό κεφάλι μετά ἀπό ἔντονη πνευματική δραστηριότητα. Στόν Ὅμηρο ὅμως τό νοεῖν κι ὅλα ὁσα ἔχουν νά κάνουν μέ τόν νοῦν, συνδέονται μέ τό διάφραγμα, μέ τίς φρένες. Αυτό. ὅσο ὁ ἴδιος γνωρίζω καί ὄπως πληροφορήθηκα καί ἀπό ἄλλους, δέν μποροῦμε νά τό ἑρμηνεύσουμε ὅσο ἀντιλαμβανόμαστε τό νοεῖν ὡς «σκέπτομαι». Καταλαβαίνουμε ὅμως πολύ καλά γιατί οἱ φρένες συμμετέχουν στή διαδικασία αὐτή, ἄν τό νοεῖν σημαίνει ὅ,τι καί τό ὁμηρικό γνῶναι: πρόκειται μᾶλλον γιά ἕνα συμβάν. Ἄν τό νοεῖν ἀποτελεῖ ἕνα εἶδος ἀντίληψης πού «συμβαίνει» στόν ἄνθρωπο σάν ἕνα ἤπιο σόκ. τότε μποροῦμε νά καταλάβουμε καλά γιατί τόν χτυπᾶ στό διάφραγμα[2].
Παράλληλα ἄς σημειώσουμε ὅτι τά ρήματα πράττω καί ποιῶ στόν Ὅμηρο συνεπάγονται πολύ μικρότερη δραστηριότητα ἀπ’ ὅ,τι τά ἀντίστοιχα δικά μας. Πράττω σημαίνει οὐσιαστικά «περνῶ ἕναν δρόμο». Ὅμως τό ὅτι ἡ λέξη σημαίνει λιγότερο τήν προσωπική προσπάθεια καί περισσότερο τό ὅτι κάτι «πηγαίνει καλά», τό ἀποδεικνύει καί ἡ φράση εὖ πράττω πού σώθηκε στήν ἀττική διάλεκτο. Ἔτσι τώρα μποροῦμε νά συσχετίσουμε τό τεύχειν (παράγω κάτι) μέ τό τυχεῖν (συμβαίνει κάτι) κατά τόν τρόπο πού τό φεύγειν σχετίζεται μέ τό φυγεῖν. Καί μολονότι ὁ Boisacq πιστεύει πώς ἡ σημασία τους δέν συνηγορεῖ στή σύνδεσή τους, οἱ μετοχές ὅμως τετυγμένος καί τετυχώς - «εὐτυχής» ἤ «καλοφιαγμενος» - δείχνουν ὅτι τό τεύχειν δέν σημαίνει τόσο τήν προσωπική προσπάθεια ὅσο τήν ἐπιτυχῆ ἐξέλιξη.
Αὐτο τό στοιχεῖο τῆς προσωπικῆς πνευματικῆς δραστηριότητας πού ἀποτελεῖ τή βάση κάθε ἐπιστημονικῆς καί φιλοσοφικῆς ἀντιμετώπισης τοῦ κόσμου λείπει καί ἀπό ἄλλα ρήματα πού δέν προέρχονται ἀπό τή σφαίρα τοῦ «βλέπω». Στή σφαίρα τοῦ «ἀκούω» ἀνήκει τό ρῆμα συνιέναι πού ἀργότερα θά ἀποκτήσει τή σημασία «καταλαβαίνω». Ὅμως ἡ σημασία τοῦ συνιέναι στόν Ὅμηρο δέν ξεπερνᾶ τά ὅρια τῆς κατανόησης μιᾶς λέξης ἤ φράσης. Τό συνιέναι δέν σημαίνει ἀκόμα καί σέ αὐτά τά συμφραζόμενα τήν καθαρά θεωρητική κατανόηση ἀλλά ἁπλῶς «ἀκούω κάποιον καί τόν ἀκολούθῶ σέ ἀπόσταση τέτοια ὥστε νά μπορῶ νά τόν ἀκούω».
Ἀπό ἕναν ἄλλο πάλι χῶρο προέρχεται ἡ λέξη ἐπίστασθαι ἀπό τήν ὁποία παράγεται ἡ ἐπιστήμη, ὁ πλατωνικός ὅρος γιά τή γνώση. Ἐπίστασθαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «ξέρω κάτι» καί συνεπάγεται τή γνώση πού ἀφορᾶ σέ πρακτικές δραστηριότητες. Ἀναφέρεται ἐπίσης σέ τεχνικές δεξιότητες, σέ ὅλες τίς τέχνες καθώς καί στόν λόγο καί σέ καταστάσεις πού μπορεῖ κανείς νά ἀντιμετωπίσει. Στό ἴδιο πεδίο τῶν πρακτικῶν δεξιοτήτων ἀνήκει καί ἡ λέξη σοφός πού χαρακτηρίζει τόν ἐπιδέξιο σέ κάποιο χειροτέχνημα, πρό πάντων αὐτόν πού κατέχει μιά τέχνη ἡ ὁποία ἐντάσσεται στά πλαίσια τῆς πρώιμης οἰκοτεχνίας· σημαίνει τόν εἰδικό πού εἶναι ἀπαραίτητος γιά τήν κοινότητα, τόν δημιουργόν.
Τό πώς αὐτοί οἱ τρόποι κατάκτησης τῆς γνώσης στόν Ὅμηρο ἐπενεργοῦν στή ζωή τῶν ἀνθρώπου, τό δείχνει ἡ μορφή τοῦ Ὀδυσσέα, τοῦ διανοούμενου, ἄν μποροῦμε νά χρησιμοποιήσουμε τόν ὅρο αὐτό γιά τόν ὁμηρικό κόσμο. Ὁ Ὀδυσσέας εἶδε πολλά καί ἔμαθε πολλά. Εἶναι ἐκτός αὐτοῦ ὁ πολυμήχανος, ὁ ἱκανός νά ἐνεργήσει μέ τούς πιό πρωτότυπους τρόπους, ἐν τέλει εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νά ἀκούσει τή φωνή τῆς θεᾶς Ἀθηνᾶς, τῆς προστάτιδάς του. Δέν ἀπέκτησε τήν γνώση μέσω τῆς ὁράσεως οὔτε τό πλῆθος τῶν ἐμπειριῶν του μέ δική του δραστηριότητα καί προσωπική ἔρευνα. Μᾶλλον αὐτά συνέζησαν σέ ἐκεῖνον, ὅς μάλα πολλά/πλάγχθη. Δέν ἔχουμε νά κάνουμε μέ τόν Σόλωνα, γιά τόν ὁποῖο ὁ Ἡρόδοτος λέει πώς πρῶτος ταξίδεψε θεωρίης ἕνεκεν. Στόν Ὀδυσσέα ἡ πολυγνωσία τοποθετεῖται στό ἐπίπεδό του ἐπίστασθαι καί διακρίνεται ἀπό τή δράση του κατά τρόπο ἀξιοσημείωτο. Τό γεγονός αὐτό περιορίζει τή δράση του στήν ἐξεύρεση μέσων προκειμένου νά ἐπιτύχει κάποιο συγκεκριμένο σκοπό, νά σώζει δηλαδή τή ζωή τῶν συντρόφων του καί τή δική του. Καί στό ἐπιπεδο τῆς κατανόησης καί τῆς ἑρμηνείας, ὁ Ὄδυσσέας κατανοεῖ ἁπλῶς, ὅπως καί κάθε ὕπαρξη στόν Ὅμηρο, τούς λόγους πού διατυπώνονται μέ σαφήνεια. Σέ περίπτωση πού γεγονότα, πράξεις, ἄνθρωποι δέν δηλώνουν ἄμεσα τί σημαίνουν, ποιά εἶναι ἡ ἐννοιά τους, τότε μπορεῖ νά τά καταστήσει σαφῆ ἕνας θεός μιλώντας μέ λόγια κατανοητά, μπορεῖ π.χ. νά τά ἀνακοινώσει σέ ἕναν προφήτη καί αὐτός μέ τή σειρά του νά τά πεῖ στούς ἄλλους ἤ μπορεῖ νά τά πεῖ ἡ Μούσα στόν ποιητή. Ὅμως οὔτε ὁ προφήτης εἶναι σέ θέση νά ἐρευνήσει τό σκοτεινό μέλλον οὔτε ὁ ποιητής προσπαθεῖ νά φέρει στό φῶς μιά κρυμμένη ἀλήθεια· ὁ μέν προφήτης μαθαίνει τό παρελθόν, τό παρόν καί τό μέλλον πού ὁ θεός τοῦ ἀποκαλύπτει, ὁ δέ ποιητής ἀνακοινώνει μόνον ὅ,τι ἡ Μούσα τοῦ γνωστοποιεῖ. Οἱ θεοί τά γνωρίζουν ὅλα, τά ἔχουν δεῖ ὅλα καί εἶναι πανταχοῦ παρόντες (ὅπως λέγεται στή Β ραψωδία τῆς Ἰλιάδας [στ. 485-486]). Ἡ πνευματική δυνατότητα βασίζεται καί στίς δύο περιπτώσεις στή γνώση πού κατέχει ἡ θεότητα. Στήν περιπτωση τῶν Μουσῶν ὁ Ὅμηρος ἀποδίδει τή γνώση τους αὐτή στό γεγονός ὅτι ὑπῆρξαν αὐτόπτεις μάρτυρες ὅσων μεταδίδουν στόν ποιητή.
Ἡ εἰκόνα τοῦ ἄνθρώπου πού ἀσχολεῖται μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες, πού σκέπτεται καί ἐρευνᾶ, γίνεται δυνατή, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά συλλαμβάνει τό πνεῦμα «πιό ἀφαιρετικά». Τί σημαίνει ὅμως «ἀφαιρετικά»; Εἶναι πλέον κοινότοπη ἡ διαπίστευση ὅτι ἡ ἀφαίρεση εἶναι ἀπαραίτητη στήν ἐπιστημονική σκέψη καί τόν λόγο. Ἤδη τό ζήτημα αὐτό τό θίξαμε, ὅταν μιλήσαμε γιά τό ἄπειρον του Ἀναξιμάνδρου, καθώς ἐπίσης γιά τήν ἔννοια τοῦ «μέτρου», τή γνώση καί τή σκέψη. Τό θέμα ὁλόκληρου του κεφαλαίου αὐτοῦ θά μποροῦσε νά ἐξαντληθεῖ στήν πρόταση: οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες δημιούργησαν μιά ἐπιστημονική γλώσσα κατασκευάζοντας ἀφηρημένα οὐσιαστικά - ἄν εἶναι βέβαια δυνατόν νά προσδιορίσουμε τή διαχωριστική γραμμή ἀνάμεσα στά συγκεκριμένα καί τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά. Πιστεύω πώς θά ἦταν καλύτερο νά μιλήσουμε γιά σταδιακή μετάβαση ἀπό πιό συγκεκριμένα σέ πιό ἀφαιρετικά στάδια. Ἄν, ὅπως φάνηκε ἀπό τά δυό-τρία παραδείγματα, μπορεῖ νά ἀπομονωθεῖ ἀβίαστα ἡ πνευματική λειτουργία ἀπό τίς φράσεις τῆς γλώσσας, τότε ἡ γλώσσα πρέπει νά εἶναι ἕνας πολύπλοκος ὀργανισμός, ἱκανός νά παραγάγει ἀπό τόν ἴδιο της τόν ἑαυτό κάτι διαφορετικό. Ἀλλά γιά νά δοῦμε ἄν ἡ μονομέρεια στόν ἐπιστημονικό λόγο, μ’ ἄλλα λόγια ἄν μιά ἀπό τίς ἀρχές του - ἡ ὁποία, μολονότι ὑπάρχει σέ κάποιο βαθμό καί στήν καθημερινή γλώσσα, ἀναδεικνύεται ὁμως κατεξοχήν στήν ἀνεπτυγμένη σκέψη τῶν Ἑλλήνων - εἶναι πράγματι συμπαγής, πρέπει νά μελετήσουμε προσεκτικά πώς ἡ τάση γιά ἀφαίρεση εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα νά καταστοῦν κάποιες γλωσσικές δομές τῶν ἀρχαίων ἑλληνικῶν κατάλληλες γιά νά ἐκφράσουν τήν ἐπιστημονική σκέψη.
Νομίζω πώς ὑπάρχουν τρεῖς τρόποι παραγωγῆς ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ οὐσιαστικοποίηση ὅπως τήν εἴδαμε στό ἅπειρον τοῦ Ἀναξίμανδρου. Ὁ δεύτερος συνίσταται στή μετεξέλιξή του χαρακτηρισμοῦ ἑνός ὀργάνου σέ χαρακτηρισμό τῆς λειτουργίας του. Π.χ. ὅταν λέμε ὅτι κάποιος ἔχει γερό κεφάλι, ἐννοοῦμε ὅτι ἔχει γερό μυαλό ἤ διαθέτει σωστή σκέψη. Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι ἡ μετατροπή ταν κυρίων ὀνομάτων, θεῶν ἤ δαιμόνων, σέ ἀφηρημένα οὐσιαστικά. Στά ἀρχαῖα ἑλληνικά οἱ ἐπιστημονικοί ὅροι δημιουργήθηκαν - ὅσον ἀφορᾶ στά ἀφηρημένα οὐσιαστικά - καί μέ τούς τρεῖς αὐτούς τρόπους.
Τόν πρῶτο τρόπο ἀκολούθησε ὁ Ἀναξίμανδρος μέ τό ἄπειρον καί εἴδαμε ὅτι στην περίπτωση αὐτή ἡ ἀφαιρετική σκέψη ἐκφράστηκε μέ την οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου. Ἡ ἐξέλιξη αὐτή σημαίνει κατ’ οὐσίαν ὅτι κάτι πού εἶχε ἀρχικά μία ὑλική ὑπόσταση μετατρέπεται σέ ἀντικείμενο - ἀντικείμενο, βέβαια, πού δέν τό ἀντιλαμβανόμαστε ὡς ὑλική ὀντότητα, ἀλλά πού μποροῦμε μόνο νά τό σκεφτοῦμε, σέ ἀντικείμενο τῆς σκέψης μας. Καί ἐδῶ φαίνεται καθαρά ἡ σημασία τῆς λέξης «οὐσιαστικοποίηση».
Τί σημαίνει ἡ οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου γιά τήν ἀφαιρετική σκέψη καί τήν πνευματική δραστηριότητα, θά τό διευκρινήσουμε μέ μερικά ἀκόμα παραδείγματα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Ἀναξίμανδρου, τά ὁποῖα δέν σχετίζονται τόσο ἄμεσα μέ τήν ἐπιστημονική γλώσσα.
Ὁ Ἡρόδοτος διηγεῖται τήν ἱστορία τοῦ ζασιλιᾶ τῆς Λυδίας Κροίσου, ὁ ὁποῖος ρώτησε τόν Σόλωνα τόν Ἀθηναῖο ποιός εἶναι ὁ πιό εὐτυχισμένος ἄνθρωπος. Ὁ Σόλωνας (καί αὐτή εἶναι ἐν πάςῃ περιπτώσει ἡ ἐκδοχή πού μποροῦμε νά θεωρήσουμε ὡς τήν παλαιότερη) κατονόμασε ἕναν ἁπλό χωρικό της Ἀττικῆς, τόν Τέλλο, ἐνῶ ὁ Κροῖσος, ὁ πλούσιος καί ἰσχυρός βασιλιάς, περίμενε φυσικά νά ἀκούσει τ’ ὄνομά του.
Ἡ ἱστορία θέλει νά δείξει τή διαφορά ἀνάμεσα στή φαινομενική εὐτυχία καί τήν ἀληθινή. Ὁ Σόλωνας λέει πώς κανείς δέν μπορεῖ νά ἀξιωθεῖ τόν χαρακτηρισμό «εὐτυχής» πρίν τό τέλος τῆς ζωῆς του.
Καί ὁ Κροῖσος ἀναγνωρίζει τήν ἀλήθεια τῶν λόγων τοῦ Σόλωνα, ὅταν πιά ἔχει χάσει τό πλούσιο βασίλειό του καί βρίσκεται πάνω στήν πυρά.
Γενικά θεωροῦμε εὐτυχῆ ἕναν ἰσχυρό βασιλιά στό ἀπόγειο της δόξας του. Ἀλλά μπορεῖ νά τεθεῖ τό ἐρώτημα ἄν εἶναι «ὄντως» εὐτυχής κανείς, ὅταν τοῦ ἀποδίδεται τό ἐπίθετο αὐτό μ’ ὅλη τή σημασία του. Ἕνας μέσος ἄνθρωπος μπορεῖ νά εἶναι «πραγματικά» εὐτυχισμένος.
Πίσω ἀπό αὐτήν τή διαπίστωση προβάλλει τό ἐρώτημα ποιά εἶναι ἡ ἀληθινή εὐδαιμονία, αὐτό πού κάνει τόν εὐδαίμονα εὐδαίμονα. To ἐρώτημα «ποιός εἶναι ὁ πιό εὐτυχισμένος;» προκαλεῖ τήν ἑπόμενη ἐρώτηση: «ποιά εἶναι ἡ πραγματική εὐτυχία; Τί εἶναι ἡ εὐτυχία;» Τό ἐρώτημα γιά τό πρόσωπο θά ἐξελιχθεῖ τελικά σέ ἐρώτημα γιά τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό.
Ἄν ὅμως ἔτσι δημιουργεῖται ἕνα ἀφηρημένο οὐσιαστικό. τό «εὐτυχές», καί παράγεται ὅπως τό ἄπειρον του Ἀναξιμάνδρου, μέ οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου, τότε καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ σημασία τῆς νέας αὐτῆς λέξης προϋποθέτει τή βασική σημασία τοῦ ἐπιθέτου. «Ἄπειρο» μέ τή σημασία τοῦ «ὄντως ἀπείρου» καί «εὐτυχές» μέ τή σημασία τοῦ «ἀπολύτως εὐτυχοῦς» εἶναι ἤδη κάτι πού ὑπερβαίνει τήν «ἁπλοϊκή», προεπιστημονική γλώσσα. Ἔτσι ὅμως ἔχουμε ἕνα ἀκόμα ἀντικείμενο, π.χ. τό ἄπειρο, τό εὐτυχές, ἡ ὕπαρξη τοῦ ὁποίου μπορεῖ νά τεθεῖ ὑπό ἀμφισβήτηση.
Στίς διηγήσεις γιά τούς Ἑπτά Σοφούς - στούς ὁποίους συγκαταλέγονται τόσο ὁ Σόλωνας ὅσο καί ὁ Θαλῆς. ὁ δάσκαλος τοῦ Ἀναξίμανδρου – συναντοῦμε συχνά τέτοιες ἐρωτήσεις ὑπό τόν τύπο αἰνίγματος. Κάποιες δέν ζητοῦν μόνον τό πρόσωπο πού ἔχει μιά συγκεκριμένη ἰδιότητα σέ ἕναν ἰδιαίτερο βαθμό ἀλλά καί τό πρᾶγμα πού διαθέτει κάποια ἰδιότητα: «Ποιό εἶναι τό καλύτερο;», «ποιό εἶναι τό παλαιότερο;», «ποιό εἶναι τό δικαιότερο;», κ.λπ. Τέτοιες ἐρωτήσεις ὁδηγοῦν κατ’ ἀνάγκη στόν ὁρισμό: «Ποιό εἶναι τό καλό;», «ποιό εἶναι τό δίκαιο;» Αὐτοῦ του εἴδους, ἐν πάςῃ περιπτώσει. οἱ πνευματώδεις ἀλλά καί βαθυστόχαστες ἱστορίες μᾶς παραδίδονται ἀμέσως μετά τήν ἐποχή τῶν Ἑπτά Σοφῶν. Τό σημαντικό στίς ἱστορίες αὐτές ἔγκειται στό ὅτι κάτι παρουσιάζεται νά ἔχει μιά ἰδιότητα τήν ὁποία κανείς δέν τοῦ ἀναγνώριζε ὡς τότε. Ἐπίσης, στό ὅτι στίς ἱστορίες αὐτές διαμορφώνεται μιά σχετικά σαφής εἰκόνα τῆς ἰδιότητας στήν ὁποία ἀναφέρονται. Κάτι παρόμοιο π.χ. ἔχουμε καί στόν μύθο τοῦ Αἰσώπου καί στό λαϊκό ἀνάγνωσμα τοῦ ἀγώνα τοῦ Ὁμήρου καί Ἡσιόδου[3], τά ὁποῖα ἀνάγονται στόν 6ο αἰώνα π.Χ. Τά ἐρεθιστικά ἐρωτήματα ὑπό τόν τύπο αἰνίγματος, πού ἀποσκοποῦν στήν κατάκτηση νέων γνώσεων, δείχνουν πώς οἱ γνώσεις αὐτές δέν πρέπει νά παρουσιάζονται ἄμεσα καί νά ἐπιβάλλονται ἀλλά πρέπει νά καταβάλλεται προσπάθεια προκειμένου νά ἀναζητηθοῦν καί νά ἀνευρεθοῦν. Ἡ γνώση συνεπάγεται ἑπομένως πνευματική δραστηριότητα. Ἀπό ἐδῶ ξεκινᾶ ἡ ἔρευνα, ἡ βάσανος γιά τήν ἀλήθεια.
Ἄν παραλληλίσουμε τά λεγόμενα πού διαρκῶς περιπλέκονται: ὁ Κροῖσος εἶναι εὐτυχής... εἶναι εὐτυχέστερος... εἶναι ὁ πιό εὐτυχής, εὐτυχία εἶναι νά κατέχει κανείς αὐτό κι ἐκεῖνο, ἡ εὐτυχία συνίσταται στό νά.... τότε φαίνεται καθαρά πώς τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό «εὐτυχία» προκύπτει ἀπό τό γεγονός ὅτι τό ἐπίθετο «εὐτυχής» μπορεῖ νά ὑπάρξει ὡς κατηγορούμενο[4] καί ἡ ἔννοια «εὐτυχής», ἀπό την πλευρά της, μπορεῖ νά ἀποτελέσει τό ἀντικείμενο μίας φράσης ὅπως ἡ ἀκόλουθη: «Τό νά εἶναι κάνεις εὐτυχής σημαίνει...». Μέ τόν ἴδιο τρόπο ἡ ἀρχαία ἑλληνική γλώσσα μπορεϊ νά χειριστεῖ καί τά ρήματα. Στήν περίπτωση αὐτή τό ὁριστικό ἄρθρο προσπαθεῖ νά «ἐκμαιεύσει» σημασίες: ἔτσι μπορεῖ κανείς νά μιλᾶ γιά τό βλέπειν, τό σκέπτεσθαι, κ.λπ. Καί ἔτσι δημιουργοῦνται ἀφηρημένα οὐσιαστικά, καθώς τό ἀπαρέμφατο τοῦ ρήματος, πού δέν εἶναι οὐσιαστικό, μετατρέπεται μέ τή βοήθεια τοῦ ἄρθρου σέ οὐσιαστικό. Καί ἄλλοι ρηματικοί τύποι πού δέν ἀπαντοῦν ὡς verba finita μποροῦν νά οὐσιαστικοποιηθοῦν, π.χ. οἱ μετοχές πού χρησιμοποιοῦνται πολύ συχνά στά ἀρχαῖα ἑλληνικά. Στήν περίπτωση αὐτή φαίνεται πώς τά ὅρια ἀνάμεσα στά ἀφηρημένα καί συγκεκριμένα οὐσιαστικά εἶναι ρευστά. Ὅταν λέω «τό βλέπον» ἐννοῶ τά μάτια, τό ὄργανο, πού ἀναμφίβολα εἶναι συγκεκριμένο οὐσιαστικό. Μπορῶ ὅμως νά μιλῶ γιά «τό βλέπον» καί νά ἐννοῶ τή λειτουργία τοῦ ματιοῦ. Ἔτσι «τό βλέπον» προσεγγίζει αὐτό πού δηλώνει «τό βλέπειν». Ἡ γλώσσα τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης στά ἀρχαῖα ἑλληνικά δημιούργησε ἀπό τήν ἐποχή τῶν Σοφιστῶν ἕνα πλῆθος ρηματικῶν οὐσιαστικῶν, τά ὁποῖα κατά τήν σημασία προσεγγίζουν τά οὐσιαστικοποιημένα ἀπαρέμφατα καί τίς μετοχές, τυπικά ὅμως ἀνήκουν στά οὐσιαστικά: ἡ γνῶσις πού ἰσοδυναμεῖ πάνω-κάτω μέ τό γνῶναι, ἡ κίνησις, κ.ο.κ.
Ἡ συσχέτιση ἑνός συγκεκριμένου ὀργάνου μέ τήν ἀφηρημένη λειτουργία του εἶναι, ὅπως εἴπαμε, ὁ δεύτερος δρόμος πρός τήν ἀφαιρετική σκέψη. Ἀνέφερα ἤδη τό παράδειγμα «ἔχει γερό κεφάλι», δηλαδή ἡ ἐσωτερική λειτουργία τοῦ μυαλοῦ του εἶναι καλή, εἶναι ἔξυπνος. Πρόκειται συνήθως γιά μεταφορικές χρήσεις τῶν λέξεων. Σέ πρωτόγονες γλώσσες τό ὄργανο δηλώνει ἀναμφίβολα καί τή λειτουργία. Μά καί ἐκεῖ ὅπου πρόκειται γιά καθαρή μεταφορά, αὐτός ὁ παραλληλισμός τοῦ ὀργάνου καί τῆς λειτουργίας παίζει μεγάλο ρόλο, π.χ. στίς τόσο συχνές μεταφορικές χρήσεις τῶν ἐργαλείων. Ὅταν μιλῶ γιά τό «σφυρί» τῆς μοίρας, ἐννοῶ τή συντριβή. Ἀκριβῶς τό ἴδιο ἐννοῶ, ὅταν μιλῶ γιά τή «γροθιά» τῆς μοίρας. Ἐδῶ μποροῦμε ἀκόμη νά ἀναφέρουμε καί τίς παρομοιώσεις μέ κάποιο ζῶο πού παλαιότερα συνήθιζαν νά χρησιμοποιοῦν γιά νά δείξουν τά χαρακτηριστικά ἤ τίς δραστηριότητες ἑνός ἀνθρώπου ἤ τίς λειτουργίες τῶν ὀργάνων του καί γιά νά δηλώσουν μιά πνευματική λειτουργία στή γλώσσα.
Αὐτός πού βλέπει σάν λύγκας. ἔχει καλή ὅραση, βλέπει καλά. Ὅποιος εἶναι ἀλεπού, εἶναι πονηρός. Ἔτσι, μέσω τῆς παρομοίωσης μέ τά ζῶα, σκιαγραφεῖται αὐτό πού ἀργότερα ὀνομάστηκε πνευματική ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀνθρώπου, χαρακτήρας. Στούς μύθους μέ ζῶα περιγράφονται τύποι ἀνθρώπινης συμπεριφορᾶς.
Ἔτσι φτάνουμε στήν τρίτη μορφή, προκειμένου νά κατανοήσουμε τή σκοπιμότητα τῆς δημιουργίας τῶν ἀφηρημένων οὐσιαστικῶν. Πρόκειται γιά τό μυθικό ὄνομα, τό ὄνομα δηλαδή ἑνός θεοῦ ἤ ἑνός δαίμονα. Ὁ Ἄρης εἶναι ὁ θεός τοῦ πολέμου ἀλλά τό ὄνομά του ἔχει σχεδόν τή σημασία τοῦ ἀφηρημένου οὐσιαστικοῦ «πόλεμος». Ὁ πόλεμος εἶναι ἔργο τοῦ Ἄρη. Σέ φράσεις ὅμως ὅπως ἔρχεται Ἄρης, δέν διαφαίνεται καθόλου κατά πόσον ὁ ὁμιλῶν φαντάζεται ἕναν θεό μέ συγκεκριμένη μορφή. Σέ μεταγενέστερες ἐποχές προσπάθησαν νά ἑρμηνεύσουν ἀλληγορικά τους θεούς καί θεώρησαν πώς ἡ Ἀφροδίτη εἶναι κατ’ οὐσίαν ὁ ἔρωτας, ἡ Ἀθηνᾶ ἡ σύνεση καί ὅτι ὁ Ὅμηρος μίλησε μόνον ποιητικῇ ἀδείᾳ γιά θεούς. Φυσικά οἱ θεοί στόν Ὅμηρο δέν ἀποτελοῦν τέτοιου εἴδους αἰσθητικά βοηθητικά μέσα. Παρόλα αὐτά, ἔχει κάποια ἀλήθεια ἡ ἄποψη ὅτι οἱ θεοί ἀποκτοῦν ὀντότητα, ὅταν ταυτίζονται μέ ἀφηρημένες ἔννοιες. Τά ὀνόματα τῶν θεῶν εἶναι συχνά καί ρηματικά οὐσιαστικά. Φόβος σημαίνει ἀρχικά τόν «τρόμο»· εἶναι ἐπίσης ἕνας δαίμονας πού τρέπει σέ φυγή. Στήν περίπτωση αὐτή δέν εἴμαστε πάντοτε σέ θέση νά διακρίνουμε ἄν ἐννοεῖται ὁ θεός ἤ τό ἀφηρημένο οὐσιαστικό - κι αὐτό μας φέρνει, σέ ἀμηχανία γιά τό ἄν πρέπει νά γράψουμε στά κείμενά μας τή λέξη μέ κεφαλαῖο ἤ μικρό ἀρχικό. Ἕνα ὅμως διαφοροποιεῖ τόν θεό ἀπό τήν ἀφηρημένη ἔννοια, τό ὅτι ὁ θεός δρᾶ ἄμεσα, ἐπιβάλλεται στόν ἄνθρωπο, ἐνῶ τό πλήρως ἀνεπτυγμένο ἀφηρημένο οὐσιαστικό (ὅπως φάνηκε παραπάνω μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου) εἶναι ὁ στόχος τῆς ἀνρώπινης σκέψης καί τῆς πνευματικῆς δραστηριότητας.
Τή στιγμή αὐτή δέν μπορῶ νά δώσω καμιά συστηματική θεώρηση τῶν μεταφορῶν, τῶν παρομοιώσεων, τῶν διηγήσεων μέ ζῶα καί τῶν μύθων. Ἐδῶ ἔπρεπε μόνο νά φανεῖ ὅτι οἱ προεπιστημονικές μορφές σκέψης καί λόγου ἔχουν ἀφενός πολλά κοινά μέ τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά — ἐφόσον ἔχουν κοινό στόχο - ἀφετέρου διαφοροποιοῦνται ἀπό τά ἀφηρημένα οὐσιαστικά, καθώς θέλουν τόν στόχο τους νά συνδέεται μέ κάτι ζωντανό, κάτι ὀργανικό, κ.τ.τ. Περισσότερο ὅμως δέν θά ἀσχοληθοῦμε μ’ αὐτό τό θέμα, γιατί καταλήγουμε στόν ταυτολογικό καί ἀρνητικό ὁρισμό, ὅτι τά μή ἀφηρημένα οὐσιαστικά δέν εἶναι ἀφηρημένα οὐσιαστικά.
Ἴσως μπορέσουμε νά ἀντιληφθοῦμε καί νά ὁρίσουμε ἀκριβέστερα τήν ἰδιαιτερότητα τῆς ἐπιστιμονικῆς γλώσσας πού δημιούργησαν οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, ἄν ἀντιστρέψουμε τά πράγματα. Τόν σκοπό μας αὐτό ἴσως θά ἐξυπηρετοῦσε μιά παρέκβαση σέ μιά ἐντελῶς διαφορετική ὁμάδα λέξεων, στίς προθέσεις καί τούς συνδέσμους. Οἱ λέξεις αὐτές συνδέουν παραστάσεις τοπικά, χρονικά ἤ αἰτιολογικά. Ἡ ἱστορία τῆς γλώσσας δείχνει ὅτι οἱ τοπικοί καί σέ περιορισμένο βαθμό οἱ χρονικοί προσδιορισμοί εἶναι παλαιότεροι ἀπό τους αἰτιολογικούς. Οἱ αἰτιολογικοί δέν διέθεταν ἐξαρχῆς δικές τους λέξεις, ἀλλά οἱ λέξεις πού τούς δηλώνουν προέκυψαν ἀπό μεταβολή τῆς σημασίας τοπικῶν (ἀλλά καί χρονικῶν) προθέσεων καί συνδέσμων. Στή γλώσσα τῆς ἐπιστήμης καί τῆς φιλοσοφίας, φυσικά, προϋποτίθεται ἡ ἀρχή ὅτι οἱ αἰτιακές σχέσεις μποροῦν νά ἀνακαλυφθοῦν καί νά διατυπωθοῦν. Πῶς γίνεται στήν πράξη αὐτό; Στά Γερμανικά τό durch σημαίνει ἀρχικά μία τοπική σχέση (durch das Feld), ἐν συνεχείᾳ καί μιά χρονική (durch den Tag). Μπορῶ ἐπίσης νά πῶ πώς ὁ Ἀλέξανδρος γνώρισε τόν Ἀριστοτέλη μέσω τοῦ πατέρα του - καί ἐδῶ θά ἦταν παράλογο νά ἐννοήσω τό μέσῳ (durch) τοπικά ἤ χρονικά. Ἀφετηρία γιά μιά τέτοια χρήση ὑπῆρξαν προτάσεις ὅπως «μέσω τοῦ καινούργιου δρόμου φτάνει κανείς γρηγορότερα στήν πόλη». Ἀρχικά νοεῖται τοπικά ἀλλά, ὅταν καταλάβουμε ἀπό τήν πρόταση πώς ὁ δρόμος κατασκευάστηκε γιά νά συντομεύσει τήν ἀπόσταση πρός τήν πόλη, τό «μέσω» (durch) ἀποκτᾶ μιά αἰτιακή σημασία. Αὐτό εἶναι μιά φοβερή παρανόηση, ἄν πρέπει νά ὀνομάσουμε παρανόηση τό γεγονός ὅτι ἡ νέα χρήση τῆς λέξης δηλώνει τήν πραγματικότητα καί τήν οὐσία. Ἄν στήν περαιτέρω ἐξέλιξη τό «μέςῳ» (durch) ἀποβάλει τήν τοπική καί χρονική σημασία καί ἀποκτήσει σέ συγκεκριμένα συμφραζόμενα καθαρά αἰτιακή, τότε ἡ ἄμεση σχέση μέ τά πράγματα θά ἐξαφανιστεῖ ἀλλά αὐτό δέν σημαίνει ὅτι τό πραγματικό, τό ἀντικειμενικό θά χαθεῖ κατ’ ἀνάγκη. Ἀντίθετα μπορεῖ νά παρουσιαστεῖ ἀβίαστα ὑπό ὁρισμένες συνθῆκες.
Ἡ φράση «ἐπειδή βρέχει, θά μουσκέψουν ὅλα» σημαίνει ἀρχικά «διότι βρέχει...»· χαρακτηρίζει ἐπομένως μόνον τή χρονική ὑπόταξη «καθώς βρέχει...». Οὐσιαστικά ὅμως πρόκειται γιά κάτι παραπάνω». Μόλις ἀντιληφθοῦμε τό «ἐπειδή» ὡς αἰτιολογικό, ἀντιλαμβανόμαστε καί τίς ἄλλες σχέσεις.
Ἡ γλώσσα τοῦ Ὁμήρου εἶναι σχετικά φτωχή σέ τέτοιες συνδετικές λέξεις μέ αἰτιολογική σημασία. Ὅπου ἐννοοῦνται τέτοιες αἰτιακές σχέσεις, ὑποδηλώνονται ὡς ἐπί τό πλεῖστον ἔμμεσα, δηλαδή εἴτε ἡ σύνδεση δέν δηλώνεται καθόλου εἴτε χρησιμοποιοῦνται λέξεις πού δηλώνουν τόπο ἤ χρόνο. Ὁ λόγος ὅμως τῆς φιλοσοφίας καί τῆς ἐπιστήμης καθίσταται ἐφικτός, ὅταν ἡ γλώσσα μπορεῖ νά κάνει αὐτήν τή διάκριση. Αἰτιολογικούς συνδέσμους καί μετοχές πλήρους ἀναπτυγμένες συναντοῦμε ὄντως τόν 6ο αἰώνα, καθώς τότε διαμορφώθηκαν ἡ καθαρή ἔννοια τοῦ ἀριθμοῦ, τό ὁριστικό ἄρθρο, πού χρησιμοποιήθηκε γιά τούς ἀφαιρετικούς συλλογισμούς, καί κάποια ἄλλα πράγματα.
Προφανῶς πρόκειται γιά μία μεγάλη ἑνιαία πορεία πού ἐπιφέρει αὐτήν τή δομική μεταβολή στή γλώσσα καί καθιστᾶ δυνατή τήν ἐμφάνιση τῆς ἐπιστημονικῆς γλώσσας, ἡ ὁποία ἀπελευθερώνει τόν λόγο, τήν ἀφαιρετική σκέψη - ἤ ὅπως ἀλλιῶς τό ὀνομάσει κανείς - ἀπό τήν καθημερινή γλώσσα.
Μπορεῖ ἡ πορεία αὐτή στή γλώσσα νά γίνει ἀντιληπτή μέ ἀκόμα καλύτερο τρόπο ἤ τουλάχιστον νά περιγραφεῖ ἀκριβέστερα;
Προφανῶς πρέπει νά ὑπάρχει κάτι στήν ἴδια τή γλώσσα πού νά μπορεῖ νά ἀναπτύσσεται - φυσικά εἰς βάρος κάποιου ἄλλου - ὥστε νά δοθεῖ ἡ δυνατότητα νά συγκροτηθεῖ ὁ ἐπιστημονικός λόγος καί σκέψη. Σ’ αὐτήν τήν περίπτωση ἐπιβάλλεται νά ἀναλύσουμε ἐξαντλητικά τή γλώσσα.
Πρίν ἀπό μερικά χρόνια προσπάθησα νά περιγράψω τή δομή τῆς γλώσσας μέ γνώμονα αὐτά τά ἐρωτήματα. Ὅπως ὅμως διαπίστωσα, οὔτε οἱ φιλόλογοι οὔτε οἱ φιλόσοφοι ἔμειναν ἱκανοποιημένοι ἀπό τό ἐγχείρημά μου αὐτό. Πιστεύω πώς μπορεῖ κανείς νά ἐντοπίσει στή δομή τῆς γλώσσας τρία στοιχεῖα: τό στοιχεῖο τῆς ἀναπαράστασης, τῆς ἔκφρασης καί τῆς προθετικότητας, τά ὁποῖα διασταυρώνονται ὅπου ἤ κυριαρχία ἕνος ἐξ αὐτῶν σφραγίζει κάθε φορά μιά γλωσσική μορφή. Στό σημεῖο αὐτό ὑπεισέρχονται οἱ ψυχικές λειτουργίες, ὅπως τίς εἶδαν ὁ Dilthey καί ὁ Buhler. Ἀλλά ἀπό τήν ἄποψη τῆς ψυχολογίας, ὅπως ἔδειξε στούς νεώτερους χρόνους ὁ Husserl, οἱ λειτουργίες αὐτές δέν μποροῦν νά ἀνταγωνίζονται τό περιεχομένο τῆς γλώσσας, γιατί τό οὐσιαστικό στή γλώσσα εἶναι τό πνεῦμα, τό περιεχόμενο δηλαδή καί ἡ σημασία.
Ὅλα ὅσα θίξαμε μέχρι στιγμῆς ἴσως γίνουν σαφέστερα ὅταν, ἐπί τῇ βάσει αὐτῶν τῶν στοιχείων, ἑρμηνεύσουμε τίς παρατηρήσεις πού κάνει γιά πρώτη φορά ἕνας ἀρχαῖος Ἕλληνας σχετικά μέ τό πῶς πρέττει νά δοῦμε τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων, ἄν θέλουμε νά κατανοήσουμε τόν κόσμο μέ τόν τρόπο τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν. Ἐδῶ φαίνεται σαφῶς ὁ ρόλος τῆς γλώσσας. Ἀλλά πρίν ἀπό αὐτό ἄς κάνουμε μιά ἀκόμα σύντομη παρατήρηση γιά τό πῶς ἡ καθημερινή γλώσσα χειρίζεται τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων καί πῶς μπορεῖ κανείς νά μιλήσει π.χ. γιά μία «ἔννοια» τῶν χρωμάτων, καθώς ἐδῶ ἐπικεντρώνονται οἱ περισσότερες ἀντιρρήσεις.
Μέ τίς δηλώσεις τῶν χρωμάτων κίτρινο, μπλέ, κόκκινο, κ.ο.κ.. ἔχουμε τήν ἀντίθεση τῶν ἀποχρώσεων πού προσλαμβάνουν οἱ αἰσθήσεις μας. Ἄν μποροῦμε νά σκεφτοῦμε μιά ἐπιστήμη πού ἀσχολεῖται μέ αὐτά τά χρώματα τά ὁποῖα μᾶς συγκινοῦν ἰδιαίτερα, π.χ. τή θεωρία τοΰ Γκαΐτε γιά τά χρώματα ἤ μία ἔρευνα γιά τό κίτρινο καί τό μπλέ στούς πίνακες τοῦ Vermeer van Delft, τότε μπορῶ ν’ ἀποδείξω ὅτι τά χρώματα ἔχουν «ἔννοια». Ἀλλά αὐτό δέν ἔχει νά κάνει μέ τίς φυσικές ἐπιστῆμες. Ἡ ἔννοια ἐδῶ ἐξαρτᾶται ἀπό τό βίωμα, πρόκειται γιά ἐντύπωση, ἔκφραση, κ.ο.κ., πράγματα δηλαδή πού δέν βρίσκονται στόν χῶρο τοῦ ἀντικειμενικοῦ. Μπορῶ ὅμως νά μιλήσω ἐπιστημονικά γιά τήν ἔννοια τῶν χρωμάτων, ἄν ἐννοῶ μ’ αὐτό τή σκοπιμότητά τους. Ἄν, γιά παράδειγμα, πῶ ὅτι οἱ ρῶγες τῶν σταφυλιῶν εἶναι κυρίως κόκκινες γιά νά ἐντοπίζονται ἀπό τά πουλιά, ἀντιθέτως τά λουλούδια εἶναι κυρίως μπλέ, κίτρινα ἤ ἄσπρα γιά νά προσελκύουν τά ἔντομα. Ἔτσι τοποθετοῦμε τά χρώματα σέ ἐκλογικευμένες σχέσεις. Ὅμως οὔτε αὐτό ἀποτελεῖ ἀντικειμενική ἐπιστήμη.
Ἡ ἐπιστήμη ἐπιδιώκει νά εἶναι «ἀντικειμενική», θέλει δηλαδή νά γνωρίσει τόν κόσμο ὅπως αὐτός στέκεται ἀνεξάρτητος ἔξω ἀπό ἐμᾶς. «Ἔλλογο» δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά τό δυνάμενο νά μετρηθεῖ.
Ὁ πρῶτος ἀρχαῖος Ἕλληνας πού ἀντιμετωπίζει σύμφωνα μέ αὐτές τίς ἀρχές - ἐπιστημονικά» - τίς ἰδιότητες τῶν πραγμάτων, εἶναι ὁ Δημοκριτος. Ἐξηγεῖ μέ σαφήνεια ὅτι στήν πραγματικότητα οἱ ἰδιότητες δέν ὑπάρχουν, ὅτι πρέπει κανείς νά τίς ἀποκλείσει γιά νά δεῖ αὐτό πού πραγματικά εἶναι. Κατά τόν Δημοκριτο, πραγματικά εἶναι μόνον τά ἄτομα, τά ὁποῖα διαφοροποιοῦνται μεταξύ τους ἐξαιτίας τοῦ γεωμετρικοῦ τους σχήματος.
Τί συμβαίνει ἐδῶ; Μᾶς ἀρέσει τό γλυκό μέλι - ὁ Δημοκριτος κάνει λόγο γιά τό γλυκύ. Μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου, ἀπό μία ἰδιότητα πού ὑπῆρχε στό ἀντικείμενο φτιάχνει ἕνα δικό του ἀντικείμενο, ἕνα ἀφηρημένο οὐσιαστικό. Καί ἀπό τά διαφορετικά γνωρίσματα πού μπορεῖ νά ὑπάρχουν σέ διάφορα ἀντικείμενα φτιάχνει ἕνα ἀκόμη «γενικότερο» ἀντικείμενο, τήν ἰδιότητα. Ἔτσι ὑποστηρίζει ὅτι αὐτό πού θά δηλωνόταν μέ τήν οὐσιαστικοποίηση, δέν ὑπάρχει στήν πραγματικότητα. Στήν πραγματικότητα ὑπάρχουν μόνον τά ἐλάχιστα τμήματα ὕλης - ἑπομένως τά πολύ μικρά ἀντικείμενα - πού διαφοροποιοῦνται μεταξύ τους ἀπό τό διαφορετικό τους σχῆμα, τό ἕνα εἶναι στρογγυλό, τό ἄλλο αἰχμηρό, κ.ο.κ.
Ἑπομένως δέν χάνονται ὅλες οἱ ἰδιότητες. Μένουν μᾶλλον ἐκεῖνες πού ἀφοροῦν στό γεωμετρικό σχῆμα. Ἀπό τό σχῆμα αὐτό, πού εἶναι ἀντικειμενικό καί πραγματικό, ἀποδεχόμαστε ὅ,τι μπορεῖ νά συλληφθεῖ μαθηματικά. Αὐτό τό μαθηματικό στοιχεῖο ὑπερβαίνει ὅμως καί τήν καθημερινή γλώσσα καί τήν ἀλήθεια πού μπορεῖ νά διαπιστωθεῖ ἐμπειρικά, καθώς δίνουμε ὁπωσδήποτε βάρος στίς λέξεις, ὅπως εἴδαμε καί στήν περιπτωση τοῦ ἀπείρου. Οἱ ἔννοιες «στρογγυλό» ἤ «εὐθύ» δηλώνουν τό στρογγυλό ἤ εὐθύ κατά τέτοιο τρόπο ὥστε αὐτά νά μήν ὑπάρχουν πλέον στόν κόσμο.
Ἡ τάση γιά ἀντικειμενικοποίηση ὑπολανθάνει στήν ἀρχαία Ἑλληνική ἐπιστημονική γλίοσσα, καθώς ἡ ἀρχαία ἑλληνική ἔννοια τῆς γνώσης καθορίζεται ἀπό τήν ὅραση καί ἀπό τή γνώση πού ἀποκτᾶται μέσω αὐτῆς. Ἡ ὅραση εἶναι κυρίως ἡ ἔννοια μέσω τῆς ὁποίας μᾶς παρουσιάζονται τά πράγματα ἀντικειμενικά, ἔξω ἀπό μᾶς. Ἡ ἀφαίρεση, αὐτό τό θεμελιῶδες μέσο γιά τή δημιουργία κατάλληλων φιλοσοφικῶν καί ἐπιστημονικὼν ἐννοιῶν, ἱδρύει καί αὐτή ἀντικείμενα. Ὅ,τι μπορεῖ νά συλληφθεῖ ἀρχικῶς ὡς ἐπίθετο ἤ ρῆμα δέν μετατρέπεται, μέ τήν οὐσιαστικοποίηση τοῦ ἐπιθέτου ἤ τοῦ ρήματος, σέ κατ’ οὐσίαν ἀντικείμενο, ἀλλά σέ ἀντικείμενο τῆς σκέψης. Ἔτσι διευρύνεται ἡ λεξιλογική κατηγορία πού στήν προεπιστημονική γλώσσα χρησιμεύει προπαντός γιά νά παραστήσει τόν κόσμο στήν πληρότητά του καί δημιουργοῦνται καινούργια ἀντικείμενα στά ὁποῖα μπορεῖ κανείς νά προσδώσει μιά πιό ἀντικειμενική πραγματικότητα ἀπό αὐτήν ταῶν ὑλικῶν ἀντικείμενων.
Ἡ γλώσσα εἶναι τό πεδίο ὅπου πάντα συναντῶνται οἱ διάφορες νοητικές λειτουργίες καί πάντα θά μποροῦν ἐκ νέου νά συναντῶνται. Ἡ ἐπιστημονική ὅμως γλώσσα βασίζεται στό ὅτι σέ αὐτήν προβάλλεται τό ἀντικειμενικό, ἀναπαραστατικό στοιχεῖο τόσο ἔντονα, ὥστε συνθλίβει σέ ἀρκετά μεγάλο βαθμό αὐτό πού ὀνομάζουμε ἐν πολλοῖς «γλώσσα».
Ὁ φιλόλογος μπορεῖ, ὅταν ἐξετάζει μιά ἐπιστημονική γλώσσα, νά ἀπορήσει σέ τί μᾶς ὠφελεῖ μιά τέτοια χρήση τῆς γλώσσας. Τό γεγονός ὅμως ὅτι ὠφελούμαστε - καί γι’ αὐτό δέν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλουμε καθόλου - μᾶλλον ὀφείλεται στό ὅτι ἡ γλώσσα μᾶς προσφέρεται γιά τέτοιες περιπέτειες. Τουλάχιστον οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, πού ἔχουν ἐκφραστεῖ μέ σκεπτικισμό γιά τίς δυνατότητές της, τόλμησαν νά τήν δοκιμάσουν σ’ αὐτούς τούς τρόπους.
-----------------------
[1] Ὅλους αὐτούς τούς ὅρούς ἐξέτασε ὁ Κ. v. Fritz σέ τρεῖς μελέτες του: «Νοῦς άπό νοεῖν in the Homeric poems», Class. Philol. 38, 1943 , σσ. 79-93· «Νοῦς, νοεῖν and their derivatives in Pre-Socratic philosophy I», ὅ.π. 40, 1945, σσ. 223-242· II, ὅ.π. 41, 1946, σσ. 12-34. Ἐπίσης πρβλ. Gert Plambock, Erfassen, Gegenwartigen, Innesein. Aspekte homerischen Psychologie, διατρ. Kiel 1959.
[2] Δέν μπορῶ φυσικά νά ὑπεισέλθω σέ ζητήματα ἰατρικῆς πού ἀνακύπτουν ἐδῶ. Ἄν εἶναι ὁ ἐγκέφαλος πού κυβερνᾶ, τότε κανείς δέν θά ἰσχυριζόταν πώς οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες στήν ἐποχή τοῦ Ὁμήρου δέν διέθεταν πλήρως ἀνεπτυγμένο ἐγκέφαλο. Τό ζήτημα εἶναι κατά πόσον μπόρεσαν συνειδητά νά τόν θέσουν σέ δραστηριότητα καί νά τόν δοκιμάσουν. Λέξεις γιά τό «ἐρευνῶ» ἔχουμε στά ἀρχαῖα ἑλληνικά του 5ου αἰώνα π.Χ.: δίζημαι στόν Ἡράκλειτο Β 101 (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ μέ τά μάτια κάποιον, ἐπιθυμῶ, ζητῶ κάποιον, ἐπιδιώκω κάτι. προσπαθῶ νά κερδίσω»)· ἐρευνάω ἀπό τόν Πίνδαρο καί τόν Αἰσχύλο καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀνιχνεύω, ἰχνηλατῶ»)· ζητῶ ἀπό τόν Πλάτωνα καί τόν Ξενοφώντα καί στό ἑξῆς (στόν Ὅμηρο «ἀναζητῶ»)· ἱστορέω ἀπό τόν Αίσχύλο καί στό ἑξῆς· πεύθομαι/πυνθάνομαι στόν Ὅμηρο σημαίνει «μαθαίνω κάτι, ζητῶ πληροφορίες γιά κάτι».
[3] Γιά τό ἐρώτημα τῆς Σαπφοῦς «Ποιό εἶναι τό ὡραιότερο;» (16L-P), τόν προβληματισμό τοῦ Ἀλκαίου γιά τόν «πραγματικό» φίλο (333L-P) καί τοῦ Σιμωνίδη γιά τόν «ἀληθινά» ἀγαθόν ἄνθρωπο (4D), βλ. Aufbau der Sprache (2η ἔκδ.), 188, καί Poetry and Society, 34, 47 καί 51.
[4] Γιά τό ὅτι ἡ ἔννοια «λιοντάρι» εἶναι δυνατή, ἐπειδή τό οὐσιαστικό ὡς κατηγορούμενο ἔχει «γενική» σημασία, βλ. Ἡ Ἀνακάλυψη τοῦ Πνεύματος, ὅ.π., σσ. 300-301.
Erich Fromm: Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα
Τι σημαίνει όμως δόσιμο;
Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές.
Η πιο διαδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι.
Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία.
Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού.
Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου.
Αυτό το αίσθημα της πλουτισμένης ζωτικότητας και του δυναμισμού με γεμίζει χαρά.
Νιώθω τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να χαρίζει, ολοζώντανος και γι'αυτό χαρούμενος.
Το να δίνω μου φέρνει μεγαλύτερη χαρά από το να παίρνω, όχι γιατί είναι αποστέρησή μου αλλά γιατί στην πράξη της προσφοράς εκφράζεται η ζωντάνια μου, η ίδια μου η ύπαρξη.
Ωστόσο η πιο σημαντική περιοχή της προσφοράς δε βρίσκεται στα υλικά πράγματα αλλά στον ιδιαίτερο ανθρώπινο κόσμο.
Τι δίνει αλήθεια ένας άνθρωπος στον συνάνθρωπό του;
Δίνει από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, δίνει από τη ζωή του.
Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο, αλλά ότι του δίνει από κείνο που είναι ζωντανό μέσα του.
Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’ όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του.
Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο, εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης.
Δε δίνει με το σκοπό να πάρει. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά.
Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ’ αυτόν.
Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορεί παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται.
Το να δίνεις, έχει σαν επακόλουθο να μεταβάλεις και τον άλλο άνθρωπο σε δότη, γιαυτό κι οι δυο τους μετέχουν στη χαρά αυτού του καινούργιου που δημιούργησαν.
Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο τους.
Ιδιαίτερα σε σχέση με την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που δημιουργεί αγάπη.
Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα.
Στην αγάπη το να δίνεις σημαίνει και να παίρνεις.
Και ο δάσκαλος διδάσκεται από τους μαθητές του, ο ηθοποιός ενθαρρύνεται από το κοινό του, ο ψυχαναλυτής θεραπεύεται από τον ασθενή του – με τον όρο ότι δε μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο σαν αντικείμενα, αλλά συνδέονται ανάμεσά τους πηγαία και δημιουργικά.
Erich Fromm, Η Τέχνη της Αγάπης
Όσο κι αν φαίνεται απλή η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα, ωστόσο είναι γεμάτη από αμφισβητήσεις και περιπλοκές.
Η πιο διαδομένη παρεξήγηση είναι εκείνη σύμφωνα με την οποία υποτίθεται ότι δόσιμο σημαίνει χάσιμο, παραχώρηση, να στερείσαι κάτι, να θυσιάζεις κάτι.
Για το δημιουργικό χαρακτήρα, το δόσιμο έχει μια ολότελα διαφορετική σημασία.
Το να δίνεις είναι η πιο υψηλή έκφραση του δυναμισμού.
Στην ίδια την πράξη του δοσίματος νιώθω τη δύναμή μου, τον πλούτο, την ικανότητά μου.
Αυτό το αίσθημα της πλουτισμένης ζωτικότητας και του δυναμισμού με γεμίζει χαρά.
Νιώθω τον εαυτό μου να πλημμυρίζει, να χαρίζει, ολοζώντανος και γι'αυτό χαρούμενος.
Το να δίνω μου φέρνει μεγαλύτερη χαρά από το να παίρνω, όχι γιατί είναι αποστέρησή μου αλλά γιατί στην πράξη της προσφοράς εκφράζεται η ζωντάνια μου, η ίδια μου η ύπαρξη.
Ωστόσο η πιο σημαντική περιοχή της προσφοράς δε βρίσκεται στα υλικά πράγματα αλλά στον ιδιαίτερο ανθρώπινο κόσμο.
Τι δίνει αλήθεια ένας άνθρωπος στον συνάνθρωπό του;
Δίνει από τον εαυτό του, από το πιο πολύτιμο που έχει, δίνει από τη ζωή του.
Αυτό δε σημαίνει αναγκαστικά ότι θυσιάζει τη ζωή του για τον άλλο, αλλά ότι του δίνει από κείνο που είναι ζωντανό μέσα του.
Του δίνει από τη χαρά του, από το ενδιαφέρον, την κατανόηση, τη γνώση, το χιούμορ, τη θλίψη του – απ’ όλες τις εκφράσεις και εκδηλώσεις της ζωής που κρύβει μέσα του.
Και καθώς δίνει μ’ αυτό τον τρόπο, εμπλουτίζει το συνάνθρωπο, δυναμώνει το αίσθημα της ζωντάνιας του με το να δυναμώνει τη δική του αίσθηση ύπαρξης.
Δε δίνει με το σκοπό να πάρει. Η προσφορά είναι από μόνη της μια εξαίσια χαρά.
Καθώς όμως δίνει δε μπορεί παρά να γεννήσει κάτι καινούργιο μέσα στον άλλο άνθρωπο και αυτό που γεννιέται αντανακλάται πάλι σ’ αυτόν.
Όταν αληθινά δίνεις, δε μπορεί παρά να λάβεις εκείνο που σου ξαναδίνεται.
Το να δίνεις, έχει σαν επακόλουθο να μεταβάλεις και τον άλλο άνθρωπο σε δότη, γιαυτό κι οι δυο τους μετέχουν στη χαρά αυτού του καινούργιου που δημιούργησαν.
Στην πράξη της προσφοράς κάτι νέο γεννιέται και τα δύο πρόσωπα νιώθουν ευγνωμοσύνη για τη ζωή που γεννήθηκε και για τους δυο τους.
Ιδιαίτερα σε σχέση με την αγάπη, αυτό σημαίνει: η αγάπη είναι μία δύναμη που δημιουργεί αγάπη.
Η αδυναμία να δημιουργήσεις αγάπη, είναι ανικανότητα.
Στην αγάπη το να δίνεις σημαίνει και να παίρνεις.
Και ο δάσκαλος διδάσκεται από τους μαθητές του, ο ηθοποιός ενθαρρύνεται από το κοινό του, ο ψυχαναλυτής θεραπεύεται από τον ασθενή του – με τον όρο ότι δε μεταχειρίζονται ο ένας τον άλλο σαν αντικείμενα, αλλά συνδέονται ανάμεσά τους πηγαία και δημιουργικά.
Erich Fromm, Η Τέχνη της Αγάπης
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)




