Αγάπη, έρωτας, πάθος, οργή, κατάκτηση, εξουσία. Όλες αυτές οι λέξεις δηλώνουν τον ορισμό της σχέσης. Της δέσμευσης. Όχι απαραίτητα της αιώνιας δέσμευσης, αλλά οποιασδήποτε δέσμευσης.
Μια λέξη παρεξηγημένη. Μια λέξη αποκρουστική για κάποιους. Μια λέξη γεμάτη νόημα και εικόνες. Δέσμευση. Όταν την ακούς αυτό που σου περνάει σίγουρα από το μυαλό είναι εικόνες. Εικόνες από στιγμές. Στιγμές χαρούμενες, ξέγνοιαστες, αγαπημένες. Σκεπτόμενοι αυτές τις εικόνες όλοι μας επηρεαζόμαστε. Αρχίζει να μας αρέσει αυτή η ιδέα της κατάκτησης, της απόλυτης ηδονής, της απόλυτης ευτυχίας που δεν την ζεις μόνος σου αλλά την μοιράζεσαι με ένα αγαπημένο πρόσωπο.
Πλανεμένοι σε ένα παραμύθι, περιμένουμε όσα σκεφτόμαστε να γίνουνε. Ανυπομονούμε όσα ονειρευτήκαμε να γίνουν πραγματικότητα, να μην μείνουν απλά όνειρα ή σχέδια του πλανεμένου μυαλού. Και όταν λέω πλανεμένοι εννοώ στοιχειωμένοι στο ασυνείδητο, εγκλωβισμένοι στο Υπερεγώ. Οι ευαίσθητοι. Αυτός πιστεύω ότι είναι ο πιο σωστός χαρακτηρισμός. Φυσικά δεν έχει να κάνει με την ποσότητα ευαισθησίας του ατόμου. Η ποσότητα είναι περιττή στον κόσμο των συναισθημάτων. Όσο ευαίσθητος μπορεί να χαρακτηριστεί ένας άνθρωπος, λίγο, πολύ ή και καθόλου, δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Σημασία έχει ότι υπάρχει μια αδυναμία στον καθένα μας. Και όταν λέω αδυναμία δεν εννοώ φυσικά την αρέσκεια του, αλλά την κρυφή και προσωπική του αδυναμία. Αυτή που κάνει τον κάθε άνθρωπο να κλάψει, να θυμώσει, να ανησυχήσει όταν αισθανθεί πως την χάνει. Αυτή η αδυναμία είναι που κρατάει δεμένο και προστατευμένο το συναίσθημα. Που κρατάει τον άνθρωπο ευαίσθητο.
Όταν κάποιος δεν νιώθει κανένα συναίσθημα, δεν μπορεί να κλάψει, δεν μπορεί να φοβηθεί, να πονέσει τότε σημαίνει ένα πράγμα. Ότι δεν έχει καμία αδυναμία να τον κρατάει προστατευμένο από τον εσωτερικό του κόσμο. Δεν υπάρχει ισορροπία στο συναίσθημα και στη λογική. Η ζυγαριά έχει βαρύνει από τη συνείδηση, από την απέραντη λογική και αναισθησία που έχει εισχωρήσει στην καρδιά και στην ψυχή. Την έχει μαυρίσει. Όπως επεκτείνεται αργά και τρομακτικά το σκοτάδι. Έτσι έχει επεκταθεί και η μαυρίλα στην καρδιά, αργά, βασανιστικά και ολοκληρωτικά. Ολοκληρωτικά γιατί πιθανόν να μην υπάρχει γυρισμός, εκτός μόνο αν ο ίδιος το θελήσει. Μόνο ο ίδιος κενός χαρακτήρας μπορεί να τον επαναφέρει.
Είναι ταυτόχρονα ευλογία και κατάρα να μην νιώθεις τίποτα. Να μην έχεις συναισθήματα. Αλλά όλοι έτσι καταλήγουμε στο τέλος. Κενοί και αποξενωμένοι. Αποξενωμένοι από τον κόσμο, την ψυχή, την καρδιά και κυρίως από τον ίδιο μας τον εαυτό. Προσπαθούμε να γίνουμε όπως θέλουν οι άλλοι, για να μην είμαστε μόνοι, και τελικά καταλήγουμε μόνοι γιατί χάνουμε τον ίδιο μας τον εαυτό.
Ίσως είναι το χειρότερο πράγμα να χάνεις τον εαυτό σου. Μένεις προσκολλημένος σε ένα κόσμο φτιαγμένο από σένα. Για να αποφύγεις μια αλήθεια που δεν θες να θυμάσαι, η δεν θες να ξαναζήσεις. Το χαρακτηρίζεις ψέμα και ύστερα το πιστεύεις παράφορα ώστε να διώξει τον αναπάντεχο πόνο που σου έχει προξενήσει. Είτε το άτομο, είτε η κατάσταση είτε και τα δύο. Όλοι έτσι ξεκινάμε, πλανεμένοι από την υπέρτατη ευαισθησία μας και καταλήγουμε ξένοι. Τι είναι αυτό που μεσολαβεί ανάμεσα στις δυο αυτές καταστάσεις;
Η αγάπη είναι αυτή που μπορεί να φουντώσει τα συναισθήματα αλλά και να τα διαλύσει παντελώς. Η αγάπη είναι ένα από τα μεγαλύτερα συναισθήματα και τα πιο ισχυρά. Είναι αυτή που δημιουργεί την αδυναμία μας. Μα και φυσικά η αδυναμία μας είναι ένα έμψυχο ον, τίποτα άλλο δεν μπορεί να συγκριθεί απέναντι στην αληθινή αγάπη που υπάρχει ανάμεσα σε δυο άτομα. Ανάμεσα σε δυο ψυχές. Ανάμεσα σε δυο διαφορετικούς κόσμους. Αυτοί που δείχνουν πιο σκληροί, αυτοί που είναι πιο άκαρδοι και αναίσθητοι είναι αυτοί που κάποτε πλανεύτηκαν από τα όνειρα τους. Εκείνοι που δόθηκαν ολοκληρωτικά στο συναίσθημα. Που πίστεψαν λόγια απερίσκεπτα. Είναι εκείνοι που πόνεσαν περισσότερο γιατί πέρασαν μέσα από την καρδιά τους ένα μεγάλο αγκάθι , σπρωγμένο με τόση άνεση από δάχτυλα που αγάπησαν βαθιά. Τυφλώνονται με ό,τι αγαπάνε, αυτοί που αγαπάνε αληθινά.
Η αγάπη είναι ένα ιδιόρρυθμο συναίσθημα, διαφορετικό για τον καθέναν. Κανείς δεν μπορεί να το χαρακτηρίσει καλό ή κακό. Ως αναγκαίο ή άχρηστο. Διότι στην αρχή φαίνεται τόσο αγνό, τόσο όμορφο που εύχεσαι να μην τελειώσει ποτέ και όταν έρθει η ώρα που θα πρέπει να τελειώσει, δεν θα το περιμένεις, δεν θα το πιστεύεις κυρίως και τότε μισείς τον εαυτό σου που δόθηκες τόσο πολύ, που υπάκουσες το συναίσθημα σου χωρίς να υπολογίσεις την φωνή της λογικής που σου μιλούσε πάντα. Τότε πέφτεις σε έναν λήθαργο από άσχημα συναισθήματα και μόλις μπορέσεις και τα αντέξεις, θα εξοριστείς από αυτόν τον κόσμο. Τον κόσμο των συναισθημάτων. Τον κόσμο της ανθρώπινης φύσης. Θα πιέσεις τον εαυτό σου να νιώσει κενός και αποξενωμένος γιατί μόνο έτσι θα μπορέσεις να τον σώσεις από τις δυστυχίες, τις απογοητεύσεις και τις στεναχώριες της ζωής. Αλλά κάνουν λάθος. Όλοι κάνουμε λάθος. Έτσι δεν γλιτώνουμε τον εαυτό μας, τον σπρώχνουμε στην εξορία. Στην αποπλάνηση του ίδιου μας του μυαλού. Νομίζουμε ότι έτσι θα ξεχάσουμε αυτά που μας πληγώνουν, αυτά τα πρόσωπα και τις καταστάσεις. Κοροϊδεύουμε τον εαυτό μας ότι τα έχουμε ξεχάσει. Για την ακρίβεια δεν τα ξεχνάμε, απλά ζούμε με αυτά χωρίς να μας πονάνε πια.
Με αυτόν τον τρόπο χανόμαστε μέσα στον λαβύρινθο του υποσυνείδητου μας. Σαν το νερό που κυλάει σε ένα ποτάμι, σε ένα καταρράκτη. Τόσο εύκολα χανόμαστε. Τόσο γρήγορα. Και ύστερα τι μένει; Ένα σώμα με μια πλαστική και ανεξίτηλη καρδιά. Ό,τι έχει χαραχτεί μένει εκεί. Βαθιά στα έγκατα του ωκεανού μας.
Η αναισθησία εν τέλει είναι η αιτία της αδράνειας μας, της προσκόλλησης μας στο παρελθόν. Κρατάει το πρόσωπο, τις στιγμές, την αγάπη κλειδωμένη σε ένα απείραχτο σημείο της καρδιά μας. Ένα σημείο που ούτε καν εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να αγγίξουμε, μόνο μπορούμε να το γεμίζουμε με περισσότερες σκέψεις και συναισθήματα. Αυτά τα ελάχιστα συναισθήματα που θυμόμαστε να έχουμε. Είναι και αυτά φυλακισμένα στο βάθος μαζί με αυτά που θέλουμε να ξεχάσουμε, αυτά που θέλουμε να απομακρύνουμε από την ζωή μας. Αλλά ό,τι και να κάνουμε ένα κομμάτι του έχει προσκολληθεί βαθιά μέσα μας. Τόσο βαθιά που ούτε εμείς οι ίδιοι δεν μπορούμε να πλησιάσουμε.
Πολλές φορές ο μεγαλύτερος μας εχθρός είναι ο ίδιος μας ο εαυτός. Ανώριμος, αυτοκαταστροφικός, επιρρεπής. Στα ίδια λάθη, στα ίδια πρόσωπα. Τίποτα το παράφορο ή το σχετικό με την ακολασία δεν πρέπει να πλησιάζει τον πραγματικό έρωτα. Έρωτες έρχονται και φεύγουν, οι αγάπες μένουν μόνο τελικά. Αυτή η μία και μοναδική αγάπη. Η αληθινή, μόνο αυτή πρέπει να αγαπιέται.
Αχ αυτή η αγάπη…. Πόσο αθώα και γλυκιά φαίνεται αλλά πόσο δηλητήριο κουβαλάει μέσα της. Πόσες ψυχές ακόμα θα λιανίσει; Και πόσες ακόμα θα βυθίσει;
Σάββατο 24 Δεκεμβρίου 2022
Μην πιστεύεις κανέναν, αλλά άκουγε
Μην πιστεύεις κανέναν. Αυτό δεν σημαίνει να κλείσεις τον νου ή την καρδιά σου. Άκουσε τους άλλους ανθρώπους να διηγούνται το παραμύθι τους. Γνωρίζεις ότι είναι απλώς ένα παραμύθι και ότι είναι αλήθεια μόνο γι’ αυτούς. Όταν ακούς το παραμύθι τους μπορείς και να το καταλάβεις μπορείς να δεις τις ρίζες αυτών των ανθρώπων και η επικοινωνία μαζί τους να είναι υπέροχη. Έχουν ανάγκη να εκφράσουν το παραμύθι τους, να προβάλουν αυτό που πιστεύουν, αλλά δεν είναι ανάγκη να συμφωνείτε με αυτά που λένε. Μην πιστεύεις, αλλά μάθε να ακούς, Ακόμα κι αν είναι απλώς ένα παραμύθι, μερικές φορές οι λέξεις που έρχονται από άλλους παραμυθάδες κατευθύνονται από την ατομικότητά τους. Όταν συμβαίνει αυτό, η δική σου ατομικότητα θα το αναγνωρίσει αμέσως και θα συμφωνήσεις με αυτό που ακούς. Η φωνή τους πηγαίνει κατευθείαν στο πνεύμα σου και νιώθεις ότι ήδη ξέρεις πως αυτό που σου λένε είναι η αλήθεια.
Μην πιστεύεις κανέναν άλλο, αλλά άκουγε, επειδή μερικές φορές μπορεί να έρθει μέσα από τη φωνή των άλλων μια στιγμή έμπνευσης ή μια ευκαιρία. Ο τρόπος που δημιουργούν το παραμύθι τους οι άλλοι άνθρωποι, μπορεί να αντανακλά τον τρόπο που εσύ δημιουργείς το δικό σου και, όταν αποκαλύπτεται, μπορείς να δεις με ποιον τρόπο επενδύουν την πίστη τους σε ψέματα. Μπορεί να δεις τα ψέματα αμέσως, ενώ δεν μπορούσες να τα διακρίνεις στον εαυτό σου. Ακούγοντας το παραμύθι τους, μπορείς να αναγνωρίσεις την αλήθεια για κάτι που συνηθίζεις να κάνεις και αυτή η αλήθεια μπορεί να αλλάξει το δικό σου παραμύθι. Άκουγε το παραμύθι τους, αλλά μην το πιστεύεις. Αυτό είναι το κλειδί.
Αν σου πουν: «Κοίτα πώς είσαι ντυμένος!», αυτό το σχόλιο δεν θα χαλάσει τη μέρα σου. Ακούς το παραμύθι τους, αλλά δεν το πιστεύεις. Μπορείς να αποφασίσεις αν είναι αλήθεια ή όχι, α ανάλογα με το δικό σου παραμύθι, αλλά δεν έχεις πια καμιά συναισθηματική αντίδραση. Αν αποφασίσεις ότι είναι αλήθεια, μπορείς να αλλάξεις αυτά που φοράς και δεν θα υπάρχει πια πρόβλημα. Αυτό είναι κάτι απλό που συμβαίνει συνέχεια. Οι άνθρωποι εκφράζουν συνέχεια την άποψή τους και μπορείς ακόμα και να ζητήσεις την άποψή τους, αλλά μην τους πιστεύεις! Τώρα πια, όταν οι άνθρωποι μιλούν για εμάς, θα ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα μιλούν για έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα στο παραμύθι τους, που απλώς αντιπροσωπεύει εμάς. Μιλούν για μια εικόνα που δημιουργούν για εμάς. Γνωρίζουμε ότι δεν έχει καμία σχέση με εμάς. Αν όμως συμφωνούμε, αν πιστεύουμε αυτό που λένε, τότε το παραμύθι τους γίνεται μέρος του παραμυθιού μας. Αν το πάρουμε προσωπικά, τότε τροποποιείται το παραμύθι μας. Εάν δεν το πάρουμε προσωπικά, τότε οι απόψεις των άλλων δεν θα μας επηρεάζουν με τον τρόπο που μας επηρέαζαν μέχρι τώρα και θα έχουμε περισσότερη υπομονή με τους ανθρώπους. Αυτό θα μας βοηθήσει να απο φεύγουμε ένα μεγάλο μέρος των συγκρούσεων.
Το να είμαστε σκεπτικιστές δεν σημαίνει να είμαστε επικριτικοί δεν σημαίνει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από τους άλλους. Απλώς δεν πιστεύουμε, κι αυτό που είναι αληθινό θα γίνει κάποια στιγμή και φανερό. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή η αλήθεια αντέχει τη δοκιμασία του σκεπτικισμού μας ακόμα και αν δεν την πιστεύουμε. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ομορφιά της. Η αλήθεια δεν έχει ανάγκη να την πιστέψει κανένας. Θα παραμείνει αλήθεια είτε την πιστέψουμε είτε όχι. Μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα ψέματα; Όχι, τα ψέματα υπάρχουν μόνο επειδή εμείς τα πιστεύουμε. Αν δεν πιστεύουμε στα ψέματα, τότε απλώς θα εξαφανιστούν.
Μην πιστεύεις κανέναν άλλο, αλλά άκουγε, επειδή μερικές φορές μπορεί να έρθει μέσα από τη φωνή των άλλων μια στιγμή έμπνευσης ή μια ευκαιρία. Ο τρόπος που δημιουργούν το παραμύθι τους οι άλλοι άνθρωποι, μπορεί να αντανακλά τον τρόπο που εσύ δημιουργείς το δικό σου και, όταν αποκαλύπτεται, μπορείς να δεις με ποιον τρόπο επενδύουν την πίστη τους σε ψέματα. Μπορεί να δεις τα ψέματα αμέσως, ενώ δεν μπορούσες να τα διακρίνεις στον εαυτό σου. Ακούγοντας το παραμύθι τους, μπορείς να αναγνωρίσεις την αλήθεια για κάτι που συνηθίζεις να κάνεις και αυτή η αλήθεια μπορεί να αλλάξει το δικό σου παραμύθι. Άκουγε το παραμύθι τους, αλλά μην το πιστεύεις. Αυτό είναι το κλειδί.
Αν σου πουν: «Κοίτα πώς είσαι ντυμένος!», αυτό το σχόλιο δεν θα χαλάσει τη μέρα σου. Ακούς το παραμύθι τους, αλλά δεν το πιστεύεις. Μπορείς να αποφασίσεις αν είναι αλήθεια ή όχι, α ανάλογα με το δικό σου παραμύθι, αλλά δεν έχεις πια καμιά συναισθηματική αντίδραση. Αν αποφασίσεις ότι είναι αλήθεια, μπορείς να αλλάξεις αυτά που φοράς και δεν θα υπάρχει πια πρόβλημα. Αυτό είναι κάτι απλό που συμβαίνει συνέχεια. Οι άνθρωποι εκφράζουν συνέχεια την άποψή τους και μπορείς ακόμα και να ζητήσεις την άποψή τους, αλλά μην τους πιστεύεις! Τώρα πια, όταν οι άνθρωποι μιλούν για εμάς, θα ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα μιλούν για έναν δευτερεύοντα χαρακτήρα στο παραμύθι τους, που απλώς αντιπροσωπεύει εμάς. Μιλούν για μια εικόνα που δημιουργούν για εμάς. Γνωρίζουμε ότι δεν έχει καμία σχέση με εμάς. Αν όμως συμφωνούμε, αν πιστεύουμε αυτό που λένε, τότε το παραμύθι τους γίνεται μέρος του παραμυθιού μας. Αν το πάρουμε προσωπικά, τότε τροποποιείται το παραμύθι μας. Εάν δεν το πάρουμε προσωπικά, τότε οι απόψεις των άλλων δεν θα μας επηρεάζουν με τον τρόπο που μας επηρέαζαν μέχρι τώρα και θα έχουμε περισσότερη υπομονή με τους ανθρώπους. Αυτό θα μας βοηθήσει να απο φεύγουμε ένα μεγάλο μέρος των συγκρούσεων.
Το να είμαστε σκεπτικιστές δεν σημαίνει να είμαστε επικριτικοί δεν σημαίνει να πιστεύουμε ότι είμαστε πιο έξυπνοι από τους άλλους. Απλώς δεν πιστεύουμε, κι αυτό που είναι αληθινό θα γίνει κάποια στιγμή και φανερό. Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον, επειδή η αλήθεια αντέχει τη δοκιμασία του σκεπτικισμού μας ακόμα και αν δεν την πιστεύουμε. Εκεί ακριβώς βρίσκεται η ομορφιά της. Η αλήθεια δεν έχει ανάγκη να την πιστέψει κανένας. Θα παραμείνει αλήθεια είτε την πιστέψουμε είτε όχι. Μπορούμε να πούμε το ίδιο για τα ψέματα; Όχι, τα ψέματα υπάρχουν μόνο επειδή εμείς τα πιστεύουμε. Αν δεν πιστεύουμε στα ψέματα, τότε απλώς θα εξαφανιστούν.
Όταν τα πρόσωπα των ανθρώπων στον δρόμο θα φανερώνουν ελευθερία, ζωντάνια και χαρά
Αναρωτιέσαι πότε η ζωή σου θα γίνει όμορφη και ασφαλής, Ανθρωπάκο. Η απάντηση όμως είναι ξένη προς τον τρόπο σκέψης σου.
Η ζωή σου θα γίνει όμορφη και ασφαλής όταν η ζωντάνια αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για σένα από την ασφάλεια, όταν το δίκαιο γίνει πιο σημαντικό από τα χρήματα, όταν η ελευθερία σου γίνει πιο σημαντική από την κομματική γραμμή ή την κοινή γνώμη, όταν η διάθεση που προκαλεί η μουσική του Μπετόβεν και του Μπαχ γίνει η διάθεση της συνολικής σου ύπαρξης (την έχεις μέσα σου, Ανθρωπάκο, θαμμένη σε μια γωνίτσα της ύπαρξής σου),όταν η σκέψη σου θα είναι σε αρμονία, και όχι σε αντιδιαστολή, με τα συναισθήματά σου, όταν θα είσαι σε θέση να αναγνωρίζεις στην ώρα τους τα χαρίσματα σου και τα γηρατειά σου, όταν θα ζεις με βάση τους στοχασμούς των σπουδαίων ανθρώπων, και όχι με βάση τις ανομίες των μεγάλων πολεμιστών, όταν οι δάσκαλοι των παιδιών σου θα πληρώνονται καλύτερα από τους πολιτικούς σου, όταν θα σέβεσαι περισσότερο τον έρωτα μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας απ’ ό,τι μια ληξιαρχική πράξη γάμου, όταν θα αντιλαμβάνεσαι εγκαίρως τα λάθη στη σκέψη σου, και όχι όταν θα είναι πια αργά, όπως κάνεις τώρα, όταν θα ευφραίνεσαι ακούγοντας την αλήθεια και θα απεχθάνεσαι τις τυπικότητες, όταν θα έχεις απευθείας επαφή με τους συναδέλφους σου, και όχι μέσω μεσαζόντων, όταν η ευτυχία της έφηβης κόρης σου στον έρωτα θα σε χαροποιεί, αντί να σε εξοργίζει, όταν θα κουνάς το κεφάλι σου με αποδοκιμασία ενθυμούμενος τις εποχές που τιμωρούσαν τα μικρά παιδιά επειδή άγγιζαν τα γεννητικά τους όργανα, όταν τα πρόσωπα των ανθρώπων στον δρόμο θα φανερώνουν ελευθερία, ζωντάνια και χαρά, και όχι άλλο θλίψη και μιζέρια, όταν οι άνθρωποι δεν θα περπατούν πια πάνω σε αυτή τη γη άκαμπτοι, λες κι έχουν καταπιεί μπαστούνι – και με νεκρωμένα σεξουαλικά όργανα.
Θες καθοδήγηση και συμβουλές, Ανθρωπάκο. Λάμβανες καθοδήγηση και συμβουλές, καλές και κακές, επί χιλιάδες χρόνια. Εξακολουθείς να ζεις στην αθλιότητα όχι εξαιτίας κακών συμβουλών, αλλά λόγω της μικροψυχίας σου. Θα μπορούσα να σου προσφέρω καλές συμβουλές, αλλά, έτσι όπως είσαι και με τον τρόπο που σκέφτεσαι, δεν θα μπορούσες να τις εφαρμόσεις προς το συμφέρον όλων.
Η ζωή σου θα γίνει όμορφη και ασφαλής όταν η ζωντάνια αποκτήσει μεγαλύτερη σημασία για σένα από την ασφάλεια, όταν το δίκαιο γίνει πιο σημαντικό από τα χρήματα, όταν η ελευθερία σου γίνει πιο σημαντική από την κομματική γραμμή ή την κοινή γνώμη, όταν η διάθεση που προκαλεί η μουσική του Μπετόβεν και του Μπαχ γίνει η διάθεση της συνολικής σου ύπαρξης (την έχεις μέσα σου, Ανθρωπάκο, θαμμένη σε μια γωνίτσα της ύπαρξής σου),όταν η σκέψη σου θα είναι σε αρμονία, και όχι σε αντιδιαστολή, με τα συναισθήματά σου, όταν θα είσαι σε θέση να αναγνωρίζεις στην ώρα τους τα χαρίσματα σου και τα γηρατειά σου, όταν θα ζεις με βάση τους στοχασμούς των σπουδαίων ανθρώπων, και όχι με βάση τις ανομίες των μεγάλων πολεμιστών, όταν οι δάσκαλοι των παιδιών σου θα πληρώνονται καλύτερα από τους πολιτικούς σου, όταν θα σέβεσαι περισσότερο τον έρωτα μεταξύ ενός άντρα και μιας γυναίκας απ’ ό,τι μια ληξιαρχική πράξη γάμου, όταν θα αντιλαμβάνεσαι εγκαίρως τα λάθη στη σκέψη σου, και όχι όταν θα είναι πια αργά, όπως κάνεις τώρα, όταν θα ευφραίνεσαι ακούγοντας την αλήθεια και θα απεχθάνεσαι τις τυπικότητες, όταν θα έχεις απευθείας επαφή με τους συναδέλφους σου, και όχι μέσω μεσαζόντων, όταν η ευτυχία της έφηβης κόρης σου στον έρωτα θα σε χαροποιεί, αντί να σε εξοργίζει, όταν θα κουνάς το κεφάλι σου με αποδοκιμασία ενθυμούμενος τις εποχές που τιμωρούσαν τα μικρά παιδιά επειδή άγγιζαν τα γεννητικά τους όργανα, όταν τα πρόσωπα των ανθρώπων στον δρόμο θα φανερώνουν ελευθερία, ζωντάνια και χαρά, και όχι άλλο θλίψη και μιζέρια, όταν οι άνθρωποι δεν θα περπατούν πια πάνω σε αυτή τη γη άκαμπτοι, λες κι έχουν καταπιεί μπαστούνι – και με νεκρωμένα σεξουαλικά όργανα.
Θες καθοδήγηση και συμβουλές, Ανθρωπάκο. Λάμβανες καθοδήγηση και συμβουλές, καλές και κακές, επί χιλιάδες χρόνια. Εξακολουθείς να ζεις στην αθλιότητα όχι εξαιτίας κακών συμβουλών, αλλά λόγω της μικροψυχίας σου. Θα μπορούσα να σου προσφέρω καλές συμβουλές, αλλά, έτσι όπως είσαι και με τον τρόπο που σκέφτεσαι, δεν θα μπορούσες να τις εφαρμόσεις προς το συμφέρον όλων.
Αυτοί οι άνθρωποι δεν κοιτάζουν στα μάτια. Και όταν το κάνουν, βλέπουν με άλλον τρόπο
Εκείνο με το οποίο οφείλουμε να διαφωνούμε, είναι η άποψη ζωής σύμφωνα με την οποία οι άνθρωποι κοιτάζουν μόνο γι’ αυτό που μπορούν να πάρουν, κοιτάζουν μόνο για την προσωπική ωφέλεια. Αυτό είναι το πιο μεγάλο πραγματικό εμπόδιο στην ατομική και κοινή πρόοδο.
Μονάχα μέσα από το ενδιαφέρον μας για τους συνανθρώπους μας μπορεί να αναπτυχθεί οποιαδήποτε από τις ανθρώπινες ικανότητές μας.
Η ομιλία, η γραφή και η ανάγνωση, όλα προϋποθέτουν μια γέφυρα με τους συνανθρώπους. Η ίδια η γλώσσα είναι ένα κοινό δημιούργημα της ανθρωπότητας, το αποτέλεσμα του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η κατανόηση είναι μια κοινωνική λειτουργία, και όχι ιδιωτική. Το να κατανοούμε σημαίνει να κατανοούμε όπως θα περιμέναμε να κατανοήσει και οποιοσδήποτε άλλος. Είναι η σύνδεσή μας με τους άλλους ανθρώπους, με βάση μια κοινή αντίληψη, είναι ο έλεγχος από την κοινή λογική της ανθρωπότητας.
Υπάρχουν άνθρωποι που επιδιώκουν κυρίως τα δικά τους συμφέροντα και την προσωπική τους υπεροχή. Αυτοί δίνουν μια ιδιωτική σημασία στη ζωή. Η ζωή θα πρέπει να υπάρχει γι’ αυτούς μόνο. Αυτό όμως δεν είναι κατανόηση, είναι μια γνώμη την οποία δεν θα μπορούσε να συμμερισθεί κανείς άλλος σ’ ολόκληρο τον απέραντο κόσμο.
Επομένως, διαπιστώνουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ανίκανοι να συνδεθούν με τους συνανθρώπους τους.
Πολλές φορές όταν βλέπουμε ένα παιδί που έχει εκπαιδευθεί να ενδιαφέρεται για τον εαυτό του, διαπιστώνουμε ότι έχει μια έκφραση άδεια ή ένα βλέμμα κενό στο πρόσωπό του και μπορούμε να δούμε μια παρόμοια έκφραση στα πρόσωπα των εγκληματιών ή των παραφρόνων. Δεν χρησιμοποιούν τα μάτια τους για να συνδέονται με τους άλλους. Δεν βλέπουν με τον ίδιο τρόπο. Μερικές φορές τα παιδιά αυτά και οι μεγάλοι ούτε καν κοιτάζουν τους συνανθρώπους τους, στρέφουν τα μάτια τους και κοιτάζουν αλλού.
Η ίδια αποτυχία της σύνδεσης φανερώνεται και σε πολλά νευρωτικά συμπτώματα, πιο φανερή είναι, για παράδειγμα, στο ψυχαναγκαστικό κοκκίνισμα, στο τραύλισμα, στην ανικανότητα ή στην πρώιμη εκσπερμάτιση. Αυτά όλα αποκαλύπτουν την ανικανότητα για σύνδεση με τα άλλα ανθρώπινα όντα, που προέρχεται από μια έλλειψη ενδιαφέροντος για εκείνα.
Ο μεγαλύτερος βαθμός απομόνωσης αντιπροσωπεύεται στην παραφροσύνη. Αλλά και η παραφροσύνη είναι θεραπεύσιμη, εάν μπορούμε να διεγείρουμε το ενδιαφέρον για τους άλλους. Αυτή όμως αντιπροσωπεύει την πιο μεγάλη απόσταση από τους συνανθρώπους από οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση, εκτός, ίσως, από την αυτοκτονία. Υπάρχει μια τέχνη για τη θεραπεία αυτών των περιπτώσεων, αλλά μια πολύ δύσκολη τέχνη. Οφείλουμε να κερδίσουμε τον άνθρωπο και πάλι στη συνεργασία, και αυτό μπορούμε να το κάνουμε με την υπομονή, και με τον πιο ευγενικό και φιλικό τρόπο.
Μονάχα μέσα από το ενδιαφέρον μας για τους συνανθρώπους μας μπορεί να αναπτυχθεί οποιαδήποτε από τις ανθρώπινες ικανότητές μας.
Η ομιλία, η γραφή και η ανάγνωση, όλα προϋποθέτουν μια γέφυρα με τους συνανθρώπους. Η ίδια η γλώσσα είναι ένα κοινό δημιούργημα της ανθρωπότητας, το αποτέλεσμα του κοινωνικού ενδιαφέροντος. Η κατανόηση είναι μια κοινωνική λειτουργία, και όχι ιδιωτική. Το να κατανοούμε σημαίνει να κατανοούμε όπως θα περιμέναμε να κατανοήσει και οποιοσδήποτε άλλος. Είναι η σύνδεσή μας με τους άλλους ανθρώπους, με βάση μια κοινή αντίληψη, είναι ο έλεγχος από την κοινή λογική της ανθρωπότητας.
Υπάρχουν άνθρωποι που επιδιώκουν κυρίως τα δικά τους συμφέροντα και την προσωπική τους υπεροχή. Αυτοί δίνουν μια ιδιωτική σημασία στη ζωή. Η ζωή θα πρέπει να υπάρχει γι’ αυτούς μόνο. Αυτό όμως δεν είναι κατανόηση, είναι μια γνώμη την οποία δεν θα μπορούσε να συμμερισθεί κανείς άλλος σ’ ολόκληρο τον απέραντο κόσμο.
Επομένως, διαπιστώνουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί είναι ανίκανοι να συνδεθούν με τους συνανθρώπους τους.
Πολλές φορές όταν βλέπουμε ένα παιδί που έχει εκπαιδευθεί να ενδιαφέρεται για τον εαυτό του, διαπιστώνουμε ότι έχει μια έκφραση άδεια ή ένα βλέμμα κενό στο πρόσωπό του και μπορούμε να δούμε μια παρόμοια έκφραση στα πρόσωπα των εγκληματιών ή των παραφρόνων. Δεν χρησιμοποιούν τα μάτια τους για να συνδέονται με τους άλλους. Δεν βλέπουν με τον ίδιο τρόπο. Μερικές φορές τα παιδιά αυτά και οι μεγάλοι ούτε καν κοιτάζουν τους συνανθρώπους τους, στρέφουν τα μάτια τους και κοιτάζουν αλλού.
Η ίδια αποτυχία της σύνδεσης φανερώνεται και σε πολλά νευρωτικά συμπτώματα, πιο φανερή είναι, για παράδειγμα, στο ψυχαναγκαστικό κοκκίνισμα, στο τραύλισμα, στην ανικανότητα ή στην πρώιμη εκσπερμάτιση. Αυτά όλα αποκαλύπτουν την ανικανότητα για σύνδεση με τα άλλα ανθρώπινα όντα, που προέρχεται από μια έλλειψη ενδιαφέροντος για εκείνα.
Ο μεγαλύτερος βαθμός απομόνωσης αντιπροσωπεύεται στην παραφροσύνη. Αλλά και η παραφροσύνη είναι θεραπεύσιμη, εάν μπορούμε να διεγείρουμε το ενδιαφέρον για τους άλλους. Αυτή όμως αντιπροσωπεύει την πιο μεγάλη απόσταση από τους συνανθρώπους από οποιαδήποτε άλλη εκδήλωση, εκτός, ίσως, από την αυτοκτονία. Υπάρχει μια τέχνη για τη θεραπεία αυτών των περιπτώσεων, αλλά μια πολύ δύσκολη τέχνη. Οφείλουμε να κερδίσουμε τον άνθρωπο και πάλι στη συνεργασία, και αυτό μπορούμε να το κάνουμε με την υπομονή, και με τον πιο ευγενικό και φιλικό τρόπο.
Το μυστικό του «γυάλινου» βατράχου
Ένας βάτραχος που μεταμορφώνεται και γίνεται σχεδόν διάφανος, ενώ κοιμάται, μπορεί να κρατά τα «μυστικά» για την κατανόηση της πήξης του αίματος στον άνθρωπο.
Οι επιστήμονες γνώριζαν εδώ και πολύ καιρό για τον «γυάλινο» βάτραχο, αλλά δεν καταλάβαιναν το πώς κατάφερνε να αλλάζει τη μορφή του.
Νέα έρευνα ανακάλυψε ότι είναι σε θέση να «μεταφέρουν» το αίμα στο σώμα τους, χωρίς να εμφανίζουν θρόμβους, όπως θα συνέβαινε υπό κανονικές συνθήκες.
Τα ευρήματα θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ιατρική κατανόηση της επικίνδυνης πήξης του αίματος – μια κοινή, αλλά σοβαρή κατάσταση.
Ο γυάλινος βάτραχος -που έχει περίπου το μέγεθος ενός ζαχαρωτού- περνάει τις μέρες του κοιμώμενος πάνω σε καταπράσινα φύλλα στους τροπικούς. Για να αποφεύγει την προσοχή των αρπακτικών, κάνει το 61% του σώματός του διάφανο και κρύβεται.
«Αν γυρίσετε αυτούς τους βατράχους, θα μπορούσατε να παρακολουθήσετε την καρδιά τους να χτυπάει μόνη της.
Μπορείς να δεις μέσα από το δέρμα και να δεις τους μυς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της κοιλότητας του σώματος είναι πραγματικά διαφανές» δήλωσε στο BBC News ο Jesse Delia, ερευνητής στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης στις ΗΠΑ.
Τα ευρήματα του ιδίου και του συνεργάτη του, Carlos Taboada, του Πανεπιστημίου Duke των ΗΠΑ δείχνουν πώς οι γυάλινοι βάτραχοι επιτελούν αυτή την πολύ ασυνήθιστη λειτουργία.
Για να φτάσουν στα συμπεράσματά τους, οι επιστήμονες φώτισαν τα βατραχάκια με διαφορετικά κύματα φωτός, ενώ κοιμούνταν και ενώ ήταν ξύπνια. Ανακάλυψαν ότι τραβούσαν το αίμα τους στο ήπαρ.
«Συσσωρεύουν, με κάποιο τρόπο, τα περισσότερα ερυθρά αιμοσφαίρια στο ήπαρ, έτσι ώστε να απομακρύνονται από το πλάσμα του αίματος.
Εξακολουθούν να κυκλοφορούν στο πλάσμα… αλλά το κάνουν με κάποιο τρόπο χωρίς να προκαλούν μαζικό θρόμβο» εξήγησε ο Delia.
Έως και το 89% των κυττάρων του αίματος του συσσωρεύεται, διπλασιάζοντας σχεδόν το μέγεθος του ήπατος και επιτρέποντας στον βάτραχο να γίνει διαφανής. Έχει τη δυνατότητα να συντελέσει την ίδια διαδικασία, ακόμα και όταν είναι τραυματισμένος.
Τη νύχτα, όταν θέλει να δραστηριοποιηθεί ξανά για να κυνηγήσει ή να ζευγαρώσει, απελευθερώνει τα ερυθρά αιμοσφαίρια πίσω στην κυκλοφορία και το συκώτι συρρικνώνεται ξανά.
Αυτή η ικανότητα επιλεκτικής συγκέντρωσης και πήξης του αίματος είναι η «υπερδύναμη» του πλάσματος, επεσήμανε ο Taboada, και θα μπορούσε να ανοίξει πόρτες για την καλύτερη κατανόηση της πήξης του αίματος γενικότερα. Αυτό ωστόσο, μπορεί να απέχει δεκαετίες.
Οι επιστήμονες γνώριζαν εδώ και πολύ καιρό για τον «γυάλινο» βάτραχο, αλλά δεν καταλάβαιναν το πώς κατάφερνε να αλλάζει τη μορφή του.
Νέα έρευνα ανακάλυψε ότι είναι σε θέση να «μεταφέρουν» το αίμα στο σώμα τους, χωρίς να εμφανίζουν θρόμβους, όπως θα συνέβαινε υπό κανονικές συνθήκες.
Τα ευρήματα θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ιατρική κατανόηση της επικίνδυνης πήξης του αίματος – μια κοινή, αλλά σοβαρή κατάσταση.
Ο γυάλινος βάτραχος -που έχει περίπου το μέγεθος ενός ζαχαρωτού- περνάει τις μέρες του κοιμώμενος πάνω σε καταπράσινα φύλλα στους τροπικούς. Για να αποφεύγει την προσοχή των αρπακτικών, κάνει το 61% του σώματός του διάφανο και κρύβεται.
«Αν γυρίσετε αυτούς τους βατράχους, θα μπορούσατε να παρακολουθήσετε την καρδιά τους να χτυπάει μόνη της.
Μπορείς να δεις μέσα από το δέρμα και να δεις τους μυς, ενώ το μεγαλύτερο μέρος της κοιλότητας του σώματος είναι πραγματικά διαφανές» δήλωσε στο BBC News ο Jesse Delia, ερευνητής στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Νέας Υόρκης στις ΗΠΑ.
Τα ευρήματα του ιδίου και του συνεργάτη του, Carlos Taboada, του Πανεπιστημίου Duke των ΗΠΑ δείχνουν πώς οι γυάλινοι βάτραχοι επιτελούν αυτή την πολύ ασυνήθιστη λειτουργία.
Για να φτάσουν στα συμπεράσματά τους, οι επιστήμονες φώτισαν τα βατραχάκια με διαφορετικά κύματα φωτός, ενώ κοιμούνταν και ενώ ήταν ξύπνια. Ανακάλυψαν ότι τραβούσαν το αίμα τους στο ήπαρ.
«Συσσωρεύουν, με κάποιο τρόπο, τα περισσότερα ερυθρά αιμοσφαίρια στο ήπαρ, έτσι ώστε να απομακρύνονται από το πλάσμα του αίματος.
Εξακολουθούν να κυκλοφορούν στο πλάσμα… αλλά το κάνουν με κάποιο τρόπο χωρίς να προκαλούν μαζικό θρόμβο» εξήγησε ο Delia.
Έως και το 89% των κυττάρων του αίματος του συσσωρεύεται, διπλασιάζοντας σχεδόν το μέγεθος του ήπατος και επιτρέποντας στον βάτραχο να γίνει διαφανής. Έχει τη δυνατότητα να συντελέσει την ίδια διαδικασία, ακόμα και όταν είναι τραυματισμένος.
Τη νύχτα, όταν θέλει να δραστηριοποιηθεί ξανά για να κυνηγήσει ή να ζευγαρώσει, απελευθερώνει τα ερυθρά αιμοσφαίρια πίσω στην κυκλοφορία και το συκώτι συρρικνώνεται ξανά.
Αυτή η ικανότητα επιλεκτικής συγκέντρωσης και πήξης του αίματος είναι η «υπερδύναμη» του πλάσματος, επεσήμανε ο Taboada, και θα μπορούσε να ανοίξει πόρτες για την καλύτερη κατανόηση της πήξης του αίματος γενικότερα. Αυτό ωστόσο, μπορεί να απέχει δεκαετίες.
Νίτσε: η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές
Η μοίρα των ανθρώπων είναι φτιαγμένη από ευτυχισμένες στιγμές, όλων η ζωή τις έχει, αλλά όχι από ευτυχισμένες εποχές
Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές. αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση. Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης. τα δυο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.
Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού. Η άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα που δε χρειαζόμαστε. μοιάζει σαν να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας. αντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.
Το γεγονός ότι νιώθουμε τόσο ευχάριστα στη φύση οφείλεται στο ότι αυτή δεν έχει γνώμη για μας
Οι άνθρωποι του 21ου αιώνα είμαστε ξεκομμένοι από τη φύση κι αυτό συχνά μας κάνει να αισθανόμαστε σαν εξωγήινοι στον ίδιο μας τον πλανήτη. ακόμα κι αν πιστεύουμε ότι η παιδεία και ο πολιτισμός έχουν αναπληρώσει το πιο ζωώδες και ενστικτώδες μέρος του εαυτού μας, εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε την επαφή με το φυσικό μας περιβάλλον.
Για να σβήσουμε εικόνες άγχους που οφείλονται στην υπερβολική εργασία και σε αρκετά παρατεταμένη παραμονή στη ζούγκλα της πόλης, μια απόδραση δύο τριών ημερών κοντά στη φύση μπορεί να είναι περισσότερο αποτελεσματική από το να στουμπωθούμε με φάρμακα.
Με την ευωδιά της εξοχής, τον καθαρό αέρα, την ησυχία τη διακοπτόμενη μόνο από μικρά πλασματάκια που βουίζουν και τιτιβίζουν τριγύρω μας, ξαναβρίσκουμε τη δική μας φύση, την εγκαταλειμμένη πολύ μακριά.
Κι όπως τονίζει ο Νίτσε, στην πόλη οφείλουμε να υποδυόμαστε κάποιο ρόλο, επειδή μας ενδιαφέρει πολύ το τι σκέφτονται οι άλλοι για μας. αντίθετα, όταν επιστρέφουμε στη φύση, μπορούμε να επιτρέπουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Δε χρειάζεται να ντυνόμαστε, να μιλάμε ή να ενεργούμε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. αρκεί το να αφηνόμαστε να μας οδηγεί εκείνη στον πυρήνα του εαυτού μας, όπου μας περιμένει μια πηγή ηρεμίας.
Οφείλει κανείς να πληρώσει για την αθανασία, κι οφείλει να πεθάνει πολλές φορές ενώ συνεχίζει να ζει
Ο Νίτσε μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει ένας μόνο θάνατος κατά τη διάρκεια της ύπαρξης ενός ανθρώπου. Κατά τη διάρκεια της ζωής, ολοκληρώνουμε φάσεις και είναι χρήσιμο να πεθαίνουμε –συμβολικά– για να μπορούμε να γεννιόμαστε στο επόμενο στάδιο.
Αυτά τα άλματα από τη μια ζωή στην επόμενη, οι φυλές που είναι πιο προσκολλημένες στη γη τα αποκαλούν «διαβατήριες τελετές», μια στιγμή μετάβασης που ο πολιτισμός μας σήμερα πάει να τη χάσει. ο ανθρωπολόγος Ζουζέπ μαρία Φερίκγκλα σχολιάζει επ’ αυτού: «Η πρώτη κοινωνία, πέρα από θρησκευτικό ζήτημα, ήταν παραδοσιακά μια μυητική τελετουργία: μια συμβολική πύλη που οδηγούσε από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. με την πρώτη κοινωνία των αγοριών, τους αγόραζαν τα πρώτα τους μακριά παντελόνια, κι αυτό τα μεταμόρφωνε πλέον σε μικρούς άντρες. συνέπιπτε δε με τις πρώτες άδειες να βγαίνουν έξω μόνα τους, παρόλο που ήταν μονάχα για να αγοράσουν ψωμί. για τον ίδιο λόγο, ο νονός συνήθιζε να τους ανοίγει έναν τραπεζικό λογαριασμό.
Επίσης, κατά την πρώτη κοινωνία, χάριζαν στα παιδιά το πρώτο τους ρολόι, πράγμα που σήμαινε ενήλικο έλεγχο του χρόνου».
Μια καλή άσκηση για να συνειδητοποιήσουμε τις ζωές που υπάρχουν μέσα σε αυτήν τη ζωή είναι να καταγράψουμε σε ένα χαρτί τις διάφορες φάσεις που ολοκληρώσαμε και αν υπήρξε κάποια διαβατήρια τελετή από τη μια φάση στην άλλη. Κι έπειτα μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας τη μεγάλη ερώτηση: Ποια είναι η επόμενη ζωή στην οποία θέλω να γεννηθώ;
Συνδέουμε τη δυστυχία με τόση ευγένεια (σαν να ήταν το να νιώθουμε ευτυχισμένοι σημάδι χυδαιότητας, έλλειψης φιλοδοξίας) που, αν πούμε σε κάποιον «Μα τι ευτυχισμένος που είστε!», κατά γενικό κανόνα θα διαμαρτυρηθεί
Δεν είναι κοινοτοπία αν πούμε ότι οι φαινομενικά πιο πρωτόγονοι λαοί εμφανίζουν έναν ζωτικό ρυθμό πιο υψηλό απ’ ό,τι η δυτική κοινωνία του σήμερα. Πολλοί αναρωτιούνται γιατί αυτοί που δεν έχουν τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, μπορούν να είναι σε καλύτερη ψυχική διάθεση από εκείνους που συγκεντρώνουν κοπιαστικά περιουσίες κάθε είδους. μήπως η διαμαρτυρία, όπως επισημαίνει ο Νίτσε, είναι διακριτικό του πολιτισμού μας; στις τυπικές συζητήσεις σε εργασιακά κέντρα, στα καφενεία και στις τραπεζαρίες, τα παράπονα δεν τελειώνουν: Βλέπουμε τη δυστυχία στην άνοδο των επιτοκίων, στο κόστος της ζωής, στον θόρυβο και στη ρύπανση που μαστίζει τις πόλεις. μπορεί να μην κάνουμε τίποτα για να τα διορθώσουμε όλα αυτά, αλλά μας αρέσει να ασκούμαστε στο άθλημα του παραπόνου. Κι αυτό καταλήγει να μεταφράζεται σε άγχος και στρες.
Μια ενδιαφέρουσα επισήμανση: το στρες δεν το δημιουργούν οι εξωτερικές περιστάσεις που βιώνουμε αλλά η ερμηνεία που δίνουμε στις περιστάσεις αυτές. Ίσως το μυστικό της ευτυχίας να είναι αυτό: Να πάψουμε να ανησυχούμε από παράγοντες και στατιστικές που δεν εξαρτώνται από μας και να το ρίχνουμε πιο πολύ στην πλάκα.
Η ευτυχία είναι εύθραυστη και φευγαλέα, επειδή μπορεί να τη ζήσει κανείς μόνο σε ορισμένες στιγμές. αν μπορούσαμε να την απολαμβάνουμε αδιάκοπα, θα έχανε όλη την αξία της, αφού μπορούμε να την αντιληφθούμε μονάχα ως αντίθεση. Έπειτα από μια εβδομάδα με συννεφιά, η ηλιόλουστη μέρα μας φαίνεται σαν θαύμα της Δημιουργίας. Κατά τον ίδιο τρόπο, αισθανόμαστε τη χαρά πιο λαμπερή όταν βγαίνουμε από το πηγάδι της θλίψης. τα δυο συναισθήματα αλληλοσυμπληρώνονται και χρειάζονται το ένα το άλλο, γιατί ούτε η μελαγχολία είναι αιώνια ούτε θα μπορούσαμε να υποφέρουμε εκατό χρόνια ευτυχία.
Ένας από τους παράγοντες του στρες της σύγχρονης κοινωνίας είναι ακριβώς αυτό: το να πιστεύουμε ότι έχουμε την υποχρέωση να είμαστε ευτυχισμένοι πάντα και παντού. Η άρνηση της θλίψης προκαλεί τη διάδοση της κατανάλωσης αντικαταθλιπτικών και των θεραπειών, όπως και τη σπατάλη σε πράγματα που δε χρειαζόμαστε. μοιάζει σαν να πρέπει να νιώθουμε ντροπή αν δεν έχουμε ένα μόνιμο χαμόγελο χαραγμένο στο πρόσωπό μας. αντίθετα προς αυτή την ψευδή και παιδαριώδη οπτική γωνία, ο Νίτσε μας υπενθυμίζει πως η ευτυχία δίνεται μόνο σε αναλαμπές, κι όταν εμείς προσπαθούμε να τη διαιωνίσουμε καταστρέφουμε ακόμα και τις στιγμές αυτές, που μας βοηθούν να προχωράμε στον μακρύ και βασανιστικό δρόμο της ζωής.
Το γεγονός ότι νιώθουμε τόσο ευχάριστα στη φύση οφείλεται στο ότι αυτή δεν έχει γνώμη για μας
Οι άνθρωποι του 21ου αιώνα είμαστε ξεκομμένοι από τη φύση κι αυτό συχνά μας κάνει να αισθανόμαστε σαν εξωγήινοι στον ίδιο μας τον πλανήτη. ακόμα κι αν πιστεύουμε ότι η παιδεία και ο πολιτισμός έχουν αναπληρώσει το πιο ζωώδες και ενστικτώδες μέρος του εαυτού μας, εξακολουθούμε να χρειαζόμαστε την επαφή με το φυσικό μας περιβάλλον.
Για να σβήσουμε εικόνες άγχους που οφείλονται στην υπερβολική εργασία και σε αρκετά παρατεταμένη παραμονή στη ζούγκλα της πόλης, μια απόδραση δύο τριών ημερών κοντά στη φύση μπορεί να είναι περισσότερο αποτελεσματική από το να στουμπωθούμε με φάρμακα.
Με την ευωδιά της εξοχής, τον καθαρό αέρα, την ησυχία τη διακοπτόμενη μόνο από μικρά πλασματάκια που βουίζουν και τιτιβίζουν τριγύρω μας, ξαναβρίσκουμε τη δική μας φύση, την εγκαταλειμμένη πολύ μακριά.
Κι όπως τονίζει ο Νίτσε, στην πόλη οφείλουμε να υποδυόμαστε κάποιο ρόλο, επειδή μας ενδιαφέρει πολύ το τι σκέφτονται οι άλλοι για μας. αντίθετα, όταν επιστρέφουμε στη φύση, μπορούμε να επιτρέπουμε στον εαυτό μας την πολυτέλεια να είμαστε εμείς οι ίδιοι. Δε χρειάζεται να ντυνόμαστε, να μιλάμε ή να ενεργούμε με έναν ιδιαίτερο τρόπο. αρκεί το να αφηνόμαστε να μας οδηγεί εκείνη στον πυρήνα του εαυτού μας, όπου μας περιμένει μια πηγή ηρεμίας.
Οφείλει κανείς να πληρώσει για την αθανασία, κι οφείλει να πεθάνει πολλές φορές ενώ συνεχίζει να ζει
Ο Νίτσε μας υπενθυμίζει ότι δεν υπάρχει ένας μόνο θάνατος κατά τη διάρκεια της ύπαρξης ενός ανθρώπου. Κατά τη διάρκεια της ζωής, ολοκληρώνουμε φάσεις και είναι χρήσιμο να πεθαίνουμε –συμβολικά– για να μπορούμε να γεννιόμαστε στο επόμενο στάδιο.
Αυτά τα άλματα από τη μια ζωή στην επόμενη, οι φυλές που είναι πιο προσκολλημένες στη γη τα αποκαλούν «διαβατήριες τελετές», μια στιγμή μετάβασης που ο πολιτισμός μας σήμερα πάει να τη χάσει. ο ανθρωπολόγος Ζουζέπ μαρία Φερίκγκλα σχολιάζει επ’ αυτού: «Η πρώτη κοινωνία, πέρα από θρησκευτικό ζήτημα, ήταν παραδοσιακά μια μυητική τελετουργία: μια συμβολική πύλη που οδηγούσε από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. με την πρώτη κοινωνία των αγοριών, τους αγόραζαν τα πρώτα τους μακριά παντελόνια, κι αυτό τα μεταμόρφωνε πλέον σε μικρούς άντρες. συνέπιπτε δε με τις πρώτες άδειες να βγαίνουν έξω μόνα τους, παρόλο που ήταν μονάχα για να αγοράσουν ψωμί. για τον ίδιο λόγο, ο νονός συνήθιζε να τους ανοίγει έναν τραπεζικό λογαριασμό.
Επίσης, κατά την πρώτη κοινωνία, χάριζαν στα παιδιά το πρώτο τους ρολόι, πράγμα που σήμαινε ενήλικο έλεγχο του χρόνου».
Μια καλή άσκηση για να συνειδητοποιήσουμε τις ζωές που υπάρχουν μέσα σε αυτήν τη ζωή είναι να καταγράψουμε σε ένα χαρτί τις διάφορες φάσεις που ολοκληρώσαμε και αν υπήρξε κάποια διαβατήρια τελετή από τη μια φάση στην άλλη. Κι έπειτα μπορούμε να κάνουμε στον εαυτό μας τη μεγάλη ερώτηση: Ποια είναι η επόμενη ζωή στην οποία θέλω να γεννηθώ;
Συνδέουμε τη δυστυχία με τόση ευγένεια (σαν να ήταν το να νιώθουμε ευτυχισμένοι σημάδι χυδαιότητας, έλλειψης φιλοδοξίας) που, αν πούμε σε κάποιον «Μα τι ευτυχισμένος που είστε!», κατά γενικό κανόνα θα διαμαρτυρηθεί
Δεν είναι κοινοτοπία αν πούμε ότι οι φαινομενικά πιο πρωτόγονοι λαοί εμφανίζουν έναν ζωτικό ρυθμό πιο υψηλό απ’ ό,τι η δυτική κοινωνία του σήμερα. Πολλοί αναρωτιούνται γιατί αυτοί που δεν έχουν τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, μπορούν να είναι σε καλύτερη ψυχική διάθεση από εκείνους που συγκεντρώνουν κοπιαστικά περιουσίες κάθε είδους. μήπως η διαμαρτυρία, όπως επισημαίνει ο Νίτσε, είναι διακριτικό του πολιτισμού μας; στις τυπικές συζητήσεις σε εργασιακά κέντρα, στα καφενεία και στις τραπεζαρίες, τα παράπονα δεν τελειώνουν: Βλέπουμε τη δυστυχία στην άνοδο των επιτοκίων, στο κόστος της ζωής, στον θόρυβο και στη ρύπανση που μαστίζει τις πόλεις. μπορεί να μην κάνουμε τίποτα για να τα διορθώσουμε όλα αυτά, αλλά μας αρέσει να ασκούμαστε στο άθλημα του παραπόνου. Κι αυτό καταλήγει να μεταφράζεται σε άγχος και στρες.
Μια ενδιαφέρουσα επισήμανση: το στρες δεν το δημιουργούν οι εξωτερικές περιστάσεις που βιώνουμε αλλά η ερμηνεία που δίνουμε στις περιστάσεις αυτές. Ίσως το μυστικό της ευτυχίας να είναι αυτό: Να πάψουμε να ανησυχούμε από παράγοντες και στατιστικές που δεν εξαρτώνται από μας και να το ρίχνουμε πιο πολύ στην πλάκα.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 12.182–190
Ο ρήτορας απέδωσε την ηγεμονική θέση που είχε καταλάβει κάποτε η Αθήνα στο πολίτευμά της, που για πολλούς αιώνες εξασφάλιζε την εύρυθμη λειτουργία της πόλης και την αξιοκρατία. Συνεχίζοντας τον έπαινο των προγόνων, έκανε λόγο για τις ανιδιοτελείς ευεργεσίες τους προς τους άλλους Έλληνες, για να ισχυρισθεί κατόπιν ότι, αντίθετα με τις αντιλήψεις πολλών, οι Αθηναίοι ξεπερνούσαν τους Σπαρτιάτες ακόμη και στην πολεμική αρετή. Προσπαθώντας να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εξιστόρησε τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσαν οι Σπαρτιάτες να επιβληθούν σε όσους υπέταξαν κατά την άφιξή τους στην Πελοπόννησο, στερώντας τους ηττημένους από την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους.
[182] Τούτου δ’ ἕνεκα περὶ τῆς οἰκειότητος καὶ τῶν
ἡμαρτημένων εἰς αὐτοὺς διὰ πλειόνων διῆλθον, ἵν’ ἔρωμαι
τοὺς ἀποδεχομένους ἁπάσας τὰς Σπαρτιατῶν πράξεις, εἰ
καὶ ταύτας ἀποδέχονται, καὶ τὰς μάχας εὐσεβεῖς εἶναι
νομίζουσι καὶ καλὰς τὰς πρὸς τούτους γεγενημένας.
[183] ἐγὼ μὲν γὰρ ἡγοῦμαι μεγάλας μὲν αὐτὰς γεγενῆσθαι
καὶ δεινὰς καὶ πολλῶν αἰτίας τοῖς μὲν ἡττηθεῖσι κακῶν
τοῖς δὲ κατορθώσασι λημμάτων, ὧνπερ ἕνεκα πολεμοῦντες
ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦσιν, οὐ μὴν ὁσίας οὐδὲ καλὰς
οὐδὲ πρεπούσας τοῖς ἀρετῆς ἀντιποιουμένοις, μὴ τῆς ἐπὶ
τῶν τεχνῶν ὀνομαζομένης καὶ πολλῶν ἄλλων, ἀλλὰ τῆς τοῖς
καλοῖς κἀγαθοῖς τῶν ἀνδρῶν ἐν ταῖς ψυχαῖς μετ’ εὐσε-
βείας καὶ δικαιοσύνης ἐγγιγνομένης, περὶ ἧς ἅπας ὁ λόγος
ἐστίν. [184] ἧς ὀλιγωροῦντές τινες ἐγκωμιάζουσι τοὺς
πλείω τῶν ἄλλων ἡμαρτηκότας, καὶ οὐκ αἰσθάνονται τὰς
διανοίας ἐπιδεικνύντες τὰς σφετέρας αὐτῶν, ὅτι κἀκεί-
νους ἂν ἐπαινέσειαν, τοὺς πλείω μὲν κεκτημένους τῶν
ἱκανῶν, ἀποκτεῖναι δ’ ἂν τολμήσαντας τοὺς ἀδελφοὺς
τοὺς ἑαυτῶν καὶ τοὺς ἑταίρους καὶ τοὺς κοινωνοὺς ὥστε
καὶ τἀκείνων λαβεῖν· ὅμοια γὰρ τὰ τοιαῦτα τῶν ἔργων
ἐστὶ τοῖς ὑπὸ Σπαρτιατῶν πεπραγμένοις, ἃ τοὺς ἀπο-
δεχομένους ἀναγκαῖόν ἐστι καὶ περὶ τῶν εἰρημένων ἄρτι
τὴν αὐτὴν ἔχειν γνώμην.
[185] Θαυμάζω δ’ εἴ τινες τὰς μάχας καὶ τὰς νίκας τὰς
παρὰ τὸ δίκαιον γιγνομένας μὴ νομίζουσιν αἰσχίους εἶναι
καὶ πλειόνων ὀνειδῶν μεστὰς ἢ τὰς ἥττας τὰς ἄνευ κακίας
συμβαινούσας, καὶ ταῦτ’ εἰδότες ὅτι μεγάλαι δυνάμεις πονη-
ραὶ δὲ πολλάκις γίγνονται κρείττους ἀνδρῶν σπουδαίων καὶ
κινδυνεύειν ὑπὲρ τῆς πατρίδος αἱρουμένων. [186] οὓς πολὺ
ἂν δικαιότερον ἐπαινοῖμεν ἢ τοὺς περὶ τῶν ἀλλοτρίων ἑτοίμως
ἀποθνήσκειν ἐθέλοντας καὶ τοῖς ξενικοῖς στρατεύμασιν
ὁμοίους ὄντας· ταῦτα μὲν γάρ ἐστιν ἔργα πονηρῶν ἀνθρώπων,
τὸ δὲ τοὺς χρηστοὺς ἐνίοτε χεῖρον ἀγωνίζεσθαι τῶν ἀδικεῖν
βουλομένων θεῶν ἄν τις ἀμέλειαν εἶναι φήσειεν. [187] ἔχοιμι
δ’ ἂν τῷ λόγῳ τούτῳ χρήσασθαι καὶ περὶ τῆς συμφορᾶς τῆς
Σπαρτιάταις ἐν Θερμοπύλαις γενομένης, ἣν ἅπαντες ὅσοι περ
ἀκηκόασιν ἐπαινοῦσι καὶ θαυμάζουσι μᾶλλον ἢ τὰς μάχας καὶ
τὰς νίκας τὰς κρατησάσας μὲν τῶν ἐναντίων, πρὸς οὓς δ’ οὐκ
ἐχρῆν γεγενημένας· ἃς εὐλογεῖν τινες τολμῶσι, κακῶς εἰδότες
ὡς οὐδὲν οὔθ’ ὅσιον οὔτε καλόν ἐστι τῶν μὴ μετὰ δικαιοσύνης
καὶ λεγομένων καὶ πραττομένων. [188] ὧν Σπαρτιάταις μὲν
οὐδὲν πώποτ’ ἐμέλησεν· βλέπουσι γὰρ εἰς οὐδὲν ἄλλο πλὴν
ὅπως ὡς πλεῖστα τῶν ἀλλοτρίων κατασχήσουσιν· οἱ δ’ ἡμέτε-
ροι περὶ οὐδὲν οὕτω τῶν ὄντων ἐσπούδαζον ὡς τὸ παρὰ τοῖς
Ἕλλησιν εὐδοκιμεῖν· ἡγοῦντο γὰρ οὐδεμίαν ἂν γενέσθαι
κρίσιν οὔτ’ ἀληθεστέραν οὔτε δικαιοτέραν τῆς ὑπὸ παντὸς
τοῦ γένους γνωσθείσης. [189] δῆλοι δ’ ἦσαν οὕτως ἔχοντες
ἔν τε τοῖς ἄλλοις οἷς διῴκουν τὴν πόλιν, καὶ τοῖς μεγίστοις
τῶν πραγμάτων. τριῶν γὰρ πολέμων γενομένων ἄνευ τοῦ
Τρωικοῦ τοῖς Ἕλλησι πρὸς τοὺς βαρβάρους, ἐν ἅπασι τούτοις
πρωτεύουσαν αὐτὴν παρέσχον. ὧν εἷς μὲν ἦν ὁ πρὸς Ξέρξην,
ἐν ᾧ πλέον διήνεγκαν Λακεδαιμονίων ἐν ἅπασι τοῖς κινδύνοις
ἢ ’κεῖνοι τῶν ἄλλων, [190] δεύτερος δ’ ὁ περὶ τὴν κτίσιν τῶν
ἀποικιῶν, εἰς ὃν Δωριέων μὲν οὐδεὶς ἦλθεν συμπολεμήσων,
ἡ δὲ πόλις ἡμῶν ἡγεμὼν καταστᾶσα τῶν οὐκ εὐπορούντων καὶ
τῶν ἄλλων τῶν βουλομένων τοσοῦτον τὰ πράγματα μετέστη-
σεν, ὥστ’ εἰθισμένων τῶν βαρβάρων τὸν ἄλλον χρόνον τὰς
μεγίστας πόλεις τῶν Ἑλληνίδων καταλαμβάνειν ἐποίησε τοὺς
Ἕλληνας, ἃ πρότερον ἔπασχον, ταῦτα δύνασθαι ποιεῖν.
ΙΣΟΚΡ 12.182–190
Η στρατιωτική ανωτερότητα της Αθήνας
Ο ρήτορας απέδωσε την ηγεμονική θέση που είχε καταλάβει κάποτε η Αθήνα στο πολίτευμά της, που για πολλούς αιώνες εξασφάλιζε την εύρυθμη λειτουργία της πόλης και την αξιοκρατία. Συνεχίζοντας τον έπαινο των προγόνων, έκανε λόγο για τις ανιδιοτελείς ευεργεσίες τους προς τους άλλους Έλληνες, για να ισχυρισθεί κατόπιν ότι, αντίθετα με τις αντιλήψεις πολλών, οι Αθηναίοι ξεπερνούσαν τους Σπαρτιάτες ακόμη και στην πολεμική αρετή. Προσπαθώντας να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εξιστόρησε τον τρόπο με τον οποίο κατόρθωσαν οι Σπαρτιάτες να επιβληθούν σε όσους υπέταξαν κατά την άφιξή τους στην Πελοπόννησο, στερώντας τους ηττημένους από την ελευθερία και την αξιοπρέπειά τους.
[182] Τούτου δ’ ἕνεκα περὶ τῆς οἰκειότητος καὶ τῶν
ἡμαρτημένων εἰς αὐτοὺς διὰ πλειόνων διῆλθον, ἵν’ ἔρωμαι
τοὺς ἀποδεχομένους ἁπάσας τὰς Σπαρτιατῶν πράξεις, εἰ
καὶ ταύτας ἀποδέχονται, καὶ τὰς μάχας εὐσεβεῖς εἶναι
νομίζουσι καὶ καλὰς τὰς πρὸς τούτους γεγενημένας.
[183] ἐγὼ μὲν γὰρ ἡγοῦμαι μεγάλας μὲν αὐτὰς γεγενῆσθαι
καὶ δεινὰς καὶ πολλῶν αἰτίας τοῖς μὲν ἡττηθεῖσι κακῶν
τοῖς δὲ κατορθώσασι λημμάτων, ὧνπερ ἕνεκα πολεμοῦντες
ἅπαντα τὸν χρόνον διατελοῦσιν, οὐ μὴν ὁσίας οὐδὲ καλὰς
οὐδὲ πρεπούσας τοῖς ἀρετῆς ἀντιποιουμένοις, μὴ τῆς ἐπὶ
τῶν τεχνῶν ὀνομαζομένης καὶ πολλῶν ἄλλων, ἀλλὰ τῆς τοῖς
καλοῖς κἀγαθοῖς τῶν ἀνδρῶν ἐν ταῖς ψυχαῖς μετ’ εὐσε-
βείας καὶ δικαιοσύνης ἐγγιγνομένης, περὶ ἧς ἅπας ὁ λόγος
ἐστίν. [184] ἧς ὀλιγωροῦντές τινες ἐγκωμιάζουσι τοὺς
πλείω τῶν ἄλλων ἡμαρτηκότας, καὶ οὐκ αἰσθάνονται τὰς
διανοίας ἐπιδεικνύντες τὰς σφετέρας αὐτῶν, ὅτι κἀκεί-
νους ἂν ἐπαινέσειαν, τοὺς πλείω μὲν κεκτημένους τῶν
ἱκανῶν, ἀποκτεῖναι δ’ ἂν τολμήσαντας τοὺς ἀδελφοὺς
τοὺς ἑαυτῶν καὶ τοὺς ἑταίρους καὶ τοὺς κοινωνοὺς ὥστε
καὶ τἀκείνων λαβεῖν· ὅμοια γὰρ τὰ τοιαῦτα τῶν ἔργων
ἐστὶ τοῖς ὑπὸ Σπαρτιατῶν πεπραγμένοις, ἃ τοὺς ἀπο-
δεχομένους ἀναγκαῖόν ἐστι καὶ περὶ τῶν εἰρημένων ἄρτι
τὴν αὐτὴν ἔχειν γνώμην.
[185] Θαυμάζω δ’ εἴ τινες τὰς μάχας καὶ τὰς νίκας τὰς
παρὰ τὸ δίκαιον γιγνομένας μὴ νομίζουσιν αἰσχίους εἶναι
καὶ πλειόνων ὀνειδῶν μεστὰς ἢ τὰς ἥττας τὰς ἄνευ κακίας
συμβαινούσας, καὶ ταῦτ’ εἰδότες ὅτι μεγάλαι δυνάμεις πονη-
ραὶ δὲ πολλάκις γίγνονται κρείττους ἀνδρῶν σπουδαίων καὶ
κινδυνεύειν ὑπὲρ τῆς πατρίδος αἱρουμένων. [186] οὓς πολὺ
ἂν δικαιότερον ἐπαινοῖμεν ἢ τοὺς περὶ τῶν ἀλλοτρίων ἑτοίμως
ἀποθνήσκειν ἐθέλοντας καὶ τοῖς ξενικοῖς στρατεύμασιν
ὁμοίους ὄντας· ταῦτα μὲν γάρ ἐστιν ἔργα πονηρῶν ἀνθρώπων,
τὸ δὲ τοὺς χρηστοὺς ἐνίοτε χεῖρον ἀγωνίζεσθαι τῶν ἀδικεῖν
βουλομένων θεῶν ἄν τις ἀμέλειαν εἶναι φήσειεν. [187] ἔχοιμι
δ’ ἂν τῷ λόγῳ τούτῳ χρήσασθαι καὶ περὶ τῆς συμφορᾶς τῆς
Σπαρτιάταις ἐν Θερμοπύλαις γενομένης, ἣν ἅπαντες ὅσοι περ
ἀκηκόασιν ἐπαινοῦσι καὶ θαυμάζουσι μᾶλλον ἢ τὰς μάχας καὶ
τὰς νίκας τὰς κρατησάσας μὲν τῶν ἐναντίων, πρὸς οὓς δ’ οὐκ
ἐχρῆν γεγενημένας· ἃς εὐλογεῖν τινες τολμῶσι, κακῶς εἰδότες
ὡς οὐδὲν οὔθ’ ὅσιον οὔτε καλόν ἐστι τῶν μὴ μετὰ δικαιοσύνης
καὶ λεγομένων καὶ πραττομένων. [188] ὧν Σπαρτιάταις μὲν
οὐδὲν πώποτ’ ἐμέλησεν· βλέπουσι γὰρ εἰς οὐδὲν ἄλλο πλὴν
ὅπως ὡς πλεῖστα τῶν ἀλλοτρίων κατασχήσουσιν· οἱ δ’ ἡμέτε-
ροι περὶ οὐδὲν οὕτω τῶν ὄντων ἐσπούδαζον ὡς τὸ παρὰ τοῖς
Ἕλλησιν εὐδοκιμεῖν· ἡγοῦντο γὰρ οὐδεμίαν ἂν γενέσθαι
κρίσιν οὔτ’ ἀληθεστέραν οὔτε δικαιοτέραν τῆς ὑπὸ παντὸς
τοῦ γένους γνωσθείσης. [189] δῆλοι δ’ ἦσαν οὕτως ἔχοντες
ἔν τε τοῖς ἄλλοις οἷς διῴκουν τὴν πόλιν, καὶ τοῖς μεγίστοις
τῶν πραγμάτων. τριῶν γὰρ πολέμων γενομένων ἄνευ τοῦ
Τρωικοῦ τοῖς Ἕλλησι πρὸς τοὺς βαρβάρους, ἐν ἅπασι τούτοις
πρωτεύουσαν αὐτὴν παρέσχον. ὧν εἷς μὲν ἦν ὁ πρὸς Ξέρξην,
ἐν ᾧ πλέον διήνεγκαν Λακεδαιμονίων ἐν ἅπασι τοῖς κινδύνοις
ἢ ’κεῖνοι τῶν ἄλλων, [190] δεύτερος δ’ ὁ περὶ τὴν κτίσιν τῶν
ἀποικιῶν, εἰς ὃν Δωριέων μὲν οὐδεὶς ἦλθεν συμπολεμήσων,
ἡ δὲ πόλις ἡμῶν ἡγεμὼν καταστᾶσα τῶν οὐκ εὐπορούντων καὶ
τῶν ἄλλων τῶν βουλομένων τοσοῦτον τὰ πράγματα μετέστη-
σεν, ὥστ’ εἰθισμένων τῶν βαρβάρων τὸν ἄλλον χρόνον τὰς
μεγίστας πόλεις τῶν Ἑλληνίδων καταλαμβάνειν ἐποίησε τοὺς
Ἕλληνας, ἃ πρότερον ἔπασχον, ταῦτα δύνασθαι ποιεῖν.
***
Ένεκα δε τούτων ανέπτυξα διά μακρών τα σχετικά με την διαγωγήν των Σπαρτιατών εις τας ιδιαιτέρας σχέσεις των με τους ανθρώπους τούτους και τα κατ' αυτών αδικήματα, διά να δυνηθώ να ερωτήσω εκείνους, οι οποίοι παραδέχονται όλας τας πράξεις των Σπαρτιατών, εάν επιδοκιμάζουν και τας πράξεις των ταύτας και νομίζουν ότι είναι ευσεβείς και ευγενείς αι μάχαι, τας οποίας έκαμαν εναντίον του μέρους τούτου των συμπολιτών των. Διότι εγώ νομίζω ότι αι μάχαι αύται ήσαν μεγάλαι και καταστρεπτικαί και αιτία μεγάλων μεν κακών διά τους νικηθέντας, μεγάλων δε ωφελειών διά τους νικητάς, προς διατήρησιν των οποίων εξακολουθούν διαρκώς να πολεμούν· αλλ' έχω την γνώμην ότι αι πράξεις αύται δεν ήσαν συγχρόνως ούτε όσιαι, ούτε ευγενείς, ούτε πρέπουσαι εις εκείνους, οι οποίοι επιδιώκουν την υπεροχήν επί των άλλων, όχι εκείνην η οποία επιτυγχάνεται εις τας τέχνας και τα άλλα παρόμοια ζητήματα, αλλά εκείνην, η οποία εις τας μεγάλας και γενναιόφρονας ψυχάς είναι ο καρπός της ευσεβείας και της δικαιοσύνης. Την αρετήν ταύτην μη λαμβάνοντες καθ' όλου υπ' όψιν μερικοί εγκωμιάζουν εκείνους, οι οποίοι διέπραξαν εγκλήματα περισσότερα των άλλων και χωρίς να το καταλάβουν δεικνύουν την νοοτροπίαν των και είναι ικανοί να επαινέσουν και εκείνους, οι οποίοι, καίτοι έχουν αρκετά, ήθελον τολμήσει να φονεύσουν τους αδελφούς των και τους συντρόφους των και τους φίλους των, ώστε να λάβουν τας περιουσίας των· διότι η διαγωγή αύτη είναι τόσον παρομοία προς την των Σπαρτιατών, ώστε εκ τούτου προκύπτει διά τους επιδοκιμάζοντας την διαγωγήν ταύτην η ανάγκη επιδοκιμασίας και των πράξεων, περί ων προ ολίγου ωμίλησα.
Εκπλήττομαι δε, διότι μερικοί δεν νομίζουν τας μάχας και τας νίκας τας επιτυγχανομένας παρά το δίκαιον αισχροτέρας και αξίας μεγαλυτέρου ονειδισμού παρά τας ήττας, αι οποίαι συμβαίνουν άνευ δειλίας, και τούτο όταν γνωρίζουν ότι συχνά μεγάλος στρατός, αποτελούμενος από κακούς και διεφθαρμένους ανθρώπους, νικά άλλους στρατούς αποτελουμένους από άνδρας χρηστούς και αποφασισμένους να κινδυνεύσουν υπέρ της πατρίδος· εν τούτοις θα έπρεπε πολύ δικαιότερον να επαινώμεν τούτους παρά εκείνους, οι οποίοι είναι έτοιμοι να αποθνήσκουν διά να γίνουν κύριοι των αγαθών των άλλων και ομοιάζουν προς τα μισθοφορικά στρατεύματα· διότι ταύτα μεν είναι έργα πονηρών ανθρώπων, το να φαίνωνται δε εις τας συγκρούσεις ατυχέστεροι οι ενάρετοι άνθρωποι των επιθυμούντων να αδικούν, τούτο ήθελε τις αποδώσει εις αμέλειαν των θεών. Θα ηδυνάμην δε να μεταχειρισθώ τους λόγους τούτους και εν σχέσει προς την συμφοράν, την οποίαν υπέστησαν οι Σπαρτιάται εις τας Θερμοπύλας, την οποίαν όλοι όσοι ήκουσαν επαινούν και θαυμάζουν περισσότερον παρά τας μάχας και τας νίκας, κατά τας οποίας υπερίσχυσαν των αντιπάλων, κατά των οποίων δεν έπρεπε να γίνουν· ταύτας τολμούν να επαινούν μερικοί, οι οποίοι κακώς έχουν σχηματίσει την γνώμην ότι κανέν δεν είναι ούτε όσιον ούτε ευγενές εξ όσων λέγονται και πράττονται παρά την δικαιοσύνην. Αλλά διά τας αληθείας ταύτας ποτέ δεν εφρόντισαν οι Λακεδαιμόνιοι, διότι δεν τους απασχολεί τίποτε άλλο παρά πώς θα καταλάβουν περισσότερα από τα ξένα αγαθά. Οι πρόγονοί μας όμως δεν εφιλοδόξουν να αποκτήσουν τίποτε άλλο τόσον, όσον την εκτίμησιν εκ μέρους των Ελλήνων· διότι ενόμιζον, ότι ουδεμία κρίσις ήτο δυνατόν να είναι αληθεστέρα και δικαιοτέρα παρά η προερχομένη από την Ελλάδα ολόκληρον.
Ήσαν δε φανεροί ότι είχον τας αντιλήψεις ταύτας και εις την εσωτερικήν διοίκησιν της πόλεώς των και εις τας άλλας υποθέσεις, που είχον μεγίστην σημασίαν. Διότι τρεις πόλεμοι έγιναν των Ελλήνων κατά των βαρβάρων, χωρίς να συμπεριλάβωμεν τον Τρωϊκόν, και εις τους τρεις τούτους πολέμους η πόλις μας ευρέθη εις την πρώτην γραμμήν. Εκ τούτων των πολέμων ο είς μεν είναι ο γενόμενος εναντίον του Ξέρξου, κατά τον οποίον διεκρίθησαν των Λακεδαιμονίων οι πρόγονοί μας εις όλους τους κινδύνους περισσότερον παρά εκείνοι των άλλων Ελλήνων, ο δεύτερος είναι ο σχετικός με την εγκατάστασιν των αποικιών, εις τον οποίον εκ των Δωριέων κανείς δεν ήλθε διά να πολεμήση, ενώ η πόλις ημών τεθείσα επί κεφαλής των δυστυχούντων Ελλήνων και των άλλων, οι οποίοι ηθέλησαν να λάβουν μέρος εις τας προσπαθείας ταύτας, ήλλαξε τόσον πολύ την μορφήν των πραγμάτων, ώστε, ενώ κατά τον άλλον χρόνον ήσαν συνηθισμένοι οι βάρβαροι να καταλαμβάνουν τας μεγίστας των Ελληνικών πόλεων, έφερε τους Έλληνας εις θέσιν να πράττουν ταύτα, τα οποία προηγουμένως ήσαν υποχρεωμένοι να υποφέρουν.
Ένεκα δε τούτων ανέπτυξα διά μακρών τα σχετικά με την διαγωγήν των Σπαρτιατών εις τας ιδιαιτέρας σχέσεις των με τους ανθρώπους τούτους και τα κατ' αυτών αδικήματα, διά να δυνηθώ να ερωτήσω εκείνους, οι οποίοι παραδέχονται όλας τας πράξεις των Σπαρτιατών, εάν επιδοκιμάζουν και τας πράξεις των ταύτας και νομίζουν ότι είναι ευσεβείς και ευγενείς αι μάχαι, τας οποίας έκαμαν εναντίον του μέρους τούτου των συμπολιτών των. Διότι εγώ νομίζω ότι αι μάχαι αύται ήσαν μεγάλαι και καταστρεπτικαί και αιτία μεγάλων μεν κακών διά τους νικηθέντας, μεγάλων δε ωφελειών διά τους νικητάς, προς διατήρησιν των οποίων εξακολουθούν διαρκώς να πολεμούν· αλλ' έχω την γνώμην ότι αι πράξεις αύται δεν ήσαν συγχρόνως ούτε όσιαι, ούτε ευγενείς, ούτε πρέπουσαι εις εκείνους, οι οποίοι επιδιώκουν την υπεροχήν επί των άλλων, όχι εκείνην η οποία επιτυγχάνεται εις τας τέχνας και τα άλλα παρόμοια ζητήματα, αλλά εκείνην, η οποία εις τας μεγάλας και γενναιόφρονας ψυχάς είναι ο καρπός της ευσεβείας και της δικαιοσύνης. Την αρετήν ταύτην μη λαμβάνοντες καθ' όλου υπ' όψιν μερικοί εγκωμιάζουν εκείνους, οι οποίοι διέπραξαν εγκλήματα περισσότερα των άλλων και χωρίς να το καταλάβουν δεικνύουν την νοοτροπίαν των και είναι ικανοί να επαινέσουν και εκείνους, οι οποίοι, καίτοι έχουν αρκετά, ήθελον τολμήσει να φονεύσουν τους αδελφούς των και τους συντρόφους των και τους φίλους των, ώστε να λάβουν τας περιουσίας των· διότι η διαγωγή αύτη είναι τόσον παρομοία προς την των Σπαρτιατών, ώστε εκ τούτου προκύπτει διά τους επιδοκιμάζοντας την διαγωγήν ταύτην η ανάγκη επιδοκιμασίας και των πράξεων, περί ων προ ολίγου ωμίλησα.
Εκπλήττομαι δε, διότι μερικοί δεν νομίζουν τας μάχας και τας νίκας τας επιτυγχανομένας παρά το δίκαιον αισχροτέρας και αξίας μεγαλυτέρου ονειδισμού παρά τας ήττας, αι οποίαι συμβαίνουν άνευ δειλίας, και τούτο όταν γνωρίζουν ότι συχνά μεγάλος στρατός, αποτελούμενος από κακούς και διεφθαρμένους ανθρώπους, νικά άλλους στρατούς αποτελουμένους από άνδρας χρηστούς και αποφασισμένους να κινδυνεύσουν υπέρ της πατρίδος· εν τούτοις θα έπρεπε πολύ δικαιότερον να επαινώμεν τούτους παρά εκείνους, οι οποίοι είναι έτοιμοι να αποθνήσκουν διά να γίνουν κύριοι των αγαθών των άλλων και ομοιάζουν προς τα μισθοφορικά στρατεύματα· διότι ταύτα μεν είναι έργα πονηρών ανθρώπων, το να φαίνωνται δε εις τας συγκρούσεις ατυχέστεροι οι ενάρετοι άνθρωποι των επιθυμούντων να αδικούν, τούτο ήθελε τις αποδώσει εις αμέλειαν των θεών. Θα ηδυνάμην δε να μεταχειρισθώ τους λόγους τούτους και εν σχέσει προς την συμφοράν, την οποίαν υπέστησαν οι Σπαρτιάται εις τας Θερμοπύλας, την οποίαν όλοι όσοι ήκουσαν επαινούν και θαυμάζουν περισσότερον παρά τας μάχας και τας νίκας, κατά τας οποίας υπερίσχυσαν των αντιπάλων, κατά των οποίων δεν έπρεπε να γίνουν· ταύτας τολμούν να επαινούν μερικοί, οι οποίοι κακώς έχουν σχηματίσει την γνώμην ότι κανέν δεν είναι ούτε όσιον ούτε ευγενές εξ όσων λέγονται και πράττονται παρά την δικαιοσύνην. Αλλά διά τας αληθείας ταύτας ποτέ δεν εφρόντισαν οι Λακεδαιμόνιοι, διότι δεν τους απασχολεί τίποτε άλλο παρά πώς θα καταλάβουν περισσότερα από τα ξένα αγαθά. Οι πρόγονοί μας όμως δεν εφιλοδόξουν να αποκτήσουν τίποτε άλλο τόσον, όσον την εκτίμησιν εκ μέρους των Ελλήνων· διότι ενόμιζον, ότι ουδεμία κρίσις ήτο δυνατόν να είναι αληθεστέρα και δικαιοτέρα παρά η προερχομένη από την Ελλάδα ολόκληρον.
Ήσαν δε φανεροί ότι είχον τας αντιλήψεις ταύτας και εις την εσωτερικήν διοίκησιν της πόλεώς των και εις τας άλλας υποθέσεις, που είχον μεγίστην σημασίαν. Διότι τρεις πόλεμοι έγιναν των Ελλήνων κατά των βαρβάρων, χωρίς να συμπεριλάβωμεν τον Τρωϊκόν, και εις τους τρεις τούτους πολέμους η πόλις μας ευρέθη εις την πρώτην γραμμήν. Εκ τούτων των πολέμων ο είς μεν είναι ο γενόμενος εναντίον του Ξέρξου, κατά τον οποίον διεκρίθησαν των Λακεδαιμονίων οι πρόγονοί μας εις όλους τους κινδύνους περισσότερον παρά εκείνοι των άλλων Ελλήνων, ο δεύτερος είναι ο σχετικός με την εγκατάστασιν των αποικιών, εις τον οποίον εκ των Δωριέων κανείς δεν ήλθε διά να πολεμήση, ενώ η πόλις ημών τεθείσα επί κεφαλής των δυστυχούντων Ελλήνων και των άλλων, οι οποίοι ηθέλησαν να λάβουν μέρος εις τας προσπαθείας ταύτας, ήλλαξε τόσον πολύ την μορφήν των πραγμάτων, ώστε, ενώ κατά τον άλλον χρόνον ήσαν συνηθισμένοι οι βάρβαροι να καταλαμβάνουν τας μεγίστας των Ελληνικών πόλεων, έφερε τους Έλληνας εις θέσιν να πράττουν ταύτα, τα οποία προηγουμένως ήσαν υποχρεωμένοι να υποφέρουν.
Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2022
Αρχαϊκή Επική Ποίηση: Από την Ιλιάδα στην Οδύσσεια - 2. Μύθος και πλοκή στα ομηρικά έπη
2.3. Ομηρικά μεγαθέματα: πόλεμος - ομιλία - νόστος
Τρία μεγάλα θέματα (με μια λέξη: μεγαθέματα) συμπλέκονται και συγκρούονται μεταξύ τους στα δύο ομηρικά έπη, με διαφορετικό όμως τρόπο και αντίθετη έκβαση στο ένα και στο άλλο: ο πόλεμος, η ομιλία και ο νόστος. Στην Ιλιάδα το ισχυρό θέμα του έπους είναι ο πόλεμος, ο οποίος δοκιμάζει ή και συνθλίβει τις ομιλητικές σχέσεις και αποκλείει εξ ορισμού, όσο συνεχίζεται, τον νικηφόρο νόστο. Παράδειγμα κορυφαίο της εξοντωτικής επίδρασης του πολέμου στις ενδιάμεσες ομιλίες είναι η διάλυση που επιφέρει στη συζυγική ομιλία του Έκτορα και της Ανδρομάχης, η οποία διαβαθμίζεται σε τρεις σκηνές της έκτης, της εικοστής δεύτερης και της εικοστής τέταρτης ραψωδίας.
Στην έκτη ραψωδία η Ανδρομάχη, με τον νήπιο Αστυάνακτα στην αγκαλιά της, προσπαθεί να αποσπάσει τον Έκτορα από το επικίνδυνο πεδίο της μάχης στις ασφαλέστερες προσβάσεις του κάστρου, αλλά εκείνος δεν πείθεται, μολονότι προαισθάνεται την τελική πτώση της Τροίας, που συνεπάγεται τον δικό του αφανισμό και την αιχμαλωσία της γυναίκας του. Όταν στην εικοστή δεύτερη ραψωδία ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, ο σπαρακτικός θρήνος της Ανδρομάχης παροξύνει το προηγούμενο κλάμα της στο τέλος της έκτης ραψωδίας. Και εδώ αναγνωρίζεται η δεύτερη βαθμίδα της εξαρθρωμένης συζυγικής ομιλίας εξαιτίας του πολέμου. Η τρίτη και τελική βαθμίδα της εντοπίζεται στην τελευταία ραψωδία του έπους: ο Πρίαμος επιστρέφει το σώμα του σκοτωμένου Έκτορα στην τειχισμένη Τροία, και τότε, ανάμεσα στους άλλους επικήδειους θρήνους, ξεχωρίζει πάλι ο συζυγικός κομμός της Ανδρομάχης. Στο σημείο εξάλλου αυτό διασταυρώνονται, λοξά έστω, τα μεγαθέματα του πολέμου και της ομιλίας στην Ιλιάδα με το μεγάθεμα του νόστου· ενός νόστου όμως νεκρώσιμου, που τον αναγγέλλει η Κασσάνδρα από τις επάλξεις του κάστρου της Τροίας, όταν διακρίνει τον Πρίαμο να πλησιάζει με το σώμα του αδελφού της και θυμάται πώς νοστούσε ο Έκτορας, επιστρέφοντας άλλοτε από το πεδίο της μάχης, ζωντανός στην Τροία. Εκείνο τον νόστο παραβάλλει τώρα με τον νεκρώσιμο νόστο που βλέπει μπροστά της (τον εξονομάζει με το ίδιο ρήμα: νοστέω - νοστῶ).
Στη μεταπολεμική Οδύσσεια το μεγάθεμα του πολέμου υποχωρεί. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι και μηδενίζεται. Κατά κανόνα, εμφανίζεται παραλλαγμένο, συντηρώντας μόνο τον πυρήνα του, δηλαδή τον φόνο, ατομικό και συλλογικό. Έτσι, αν εξαιρεθεί η πρώτη περιπέτεια των «Απολόγων» (η σύγκρουση των εταίρων του Οδυσσέα με τους Κίκονες της θρακικής ακτής), που προσομοιάζει με κανονική μάχη, στις άλλες περιπτώσεις το θέμα του πολέμου εμφανίζεται σε ιδιόρρυθμες παραλλαγές. Η προφανέστερη παραλλαγή είναι αυτή της μνηστηροφονίας: φονική επιχείρηση, σε κλειστό όμως χώρο, ενός (έστω λίγων) με πολλούς, όπου στην πρώτη και σημαντικότερη φάση της ως φονικό όπλο χρησιμοποιείται εξ επαφής το τόξο - τακτική που δεν ισχύει κατά κανόνα στις ιλιαδικές συγκρούσεις. Μόνον όταν τα βέλη του Οδυσσέα εξαντλούνται, ο αμοιβαίος αγώνας προσφεύγει στα δόρατα. Κατά τα άλλα, οι μνηστήρες απειλούν με προσωπικό φόνο τον νεαρό Τηλέμαχο, κατά την επιστροφή του από την Πελοπόννησο, αλλά τελικά το φονικό τους σχέδιο δεν ευοδώνεται χάρη στην προειδοποίηση της Αθηνάς. Τέλος, φονικές απειλές εκτοξεύονται από τους μνηστήρες και εναντίον του Οδυσσέα, όσο λείπει ο ήρωας ή κυκλοφορεί μέσα στο παλάτι της Ιθάκης σαν ξένος ζήτουλας.
Αντίθετα προς την υποβάθμιση του πολέμου, στην Οδύσσεια αναβαθμίζονται τα μεγαθέματα του νόστου και της ομιλίας, τα οποία, όπως είδαμε, στην Ιλιάδα συνθλίβονται. Η αναβάθμισή τους συντελείται προοδευτικά και κορυφώνεται στο τέλος του έπους, όταν ο Οδυσσέας επιβάλλει πια με τη μνηστηροφονία τον νόστο του και ξανακερδίζει τη βασιλική εξουσία και τη γυναίκα του. Στο μεταξύ, το θέμα του νόστου προσκρούει σε διαδοχικές αντιστάσεις: κυρίως στον θυμό του Ποσειδώνα, όσο ο ήρωας βρίσκεται ακόμη μακριά από την Ιθάκη· έπειτα στην αντίσταση των μνηστήρων, οι οποίοι μέχρι την τελευταία στιγμή πιστεύουν ότι ο Οδυσσέας έχει αφανιστεί στον δρόμο της επιστροφής του· τέλος, στη δυσπιστία των δικών και των φίλων (κατά σειρά: του Τηλεμάχου, της Ευρύκλειας, του Εύμαιου και του Φιλοίτιου, της Πηνελόπης και του Λαέρτη) - η δυσπιστία αυτή αίρεται κάθε φορά με τη μέθοδο του αναγνωρισμού.
Μαζί με την επιβράβευση του νόστου επιβραβεύεται στην Οδύσσεια και το μεγάθεμα της ομιλίας, όχι μόνο της συζυγικής αλλά και της παρασυζυγικής. Και εδώ έχουμε χαρακτηριστική απόκλιση από την Ιλιάδα, όπου η παρασυζυγική σχέση του Πάρη με την Ελένη θεωρείται αφορμή του τρωικού πολέμου και αντιμετωπίζεται αρνητικά ή τουλάχιστον με επιφύλαξη. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι παρασυζυγικές σχέσεις του Οδυσσέα πρώτα με την Κίρκη και μετά με την Καλυψώ (σχέσεις εν μέρει προαιρετικές και εν μέρει αναγκαστικές) λειτουργούν στην αρχή αρνητικά, ύστερα όμως θετικά, προάγοντας τον νόστο του Οδυσσέα. Και οι δύο αυτές δαιμονικές θεές δοκιμάζουν να καθηλώσουν, καθεμιά με τον τρόπο της, τον Οδυσσέα στο κρεβάτι τους· μετά όμως υποχωρούν στον πόθο επιστροφής του ήρωα στον τόπο του και γίνονται καλοί αγωγοί του νόστου του.
Όσο για την κορυφαία ομιλητική σχέση του έπους, τη συζυγική ομιλία Οδυσσέα και Πηνελόπης, αυτή φαίνεται να αντιγράφει την ιλιαδική συζυγική ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης, αντιστρέφοντας όμως και τη φορά και την έκβασή της. Όπως η διάσημη ιλιαδική συζυγική ομιλία, έτσι και η οδυσσειακή διαβαθμίζεται σε τρεις ραψωδίες. Στη δέκατη έβδομη ραψωδία η πρώτη διαλογική επικοινωνία της Πηνελόπης με τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα γίνεται μέσω διερμηνέα, του Εύμαιου, όπου και συμφωνείται ο άμεσος διάλογός τους για αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, όταν θα αδειάσει η αίθουσα του παλατιού από τους ενοχλητικούς μνηστήρες. Η δεύτερη αυτή προγραμματισμένη βαθμίδα της συζυγικής ομιλίας (μακρότερη της πρώτης και δραματοποιημένη) συντελείται στη δέκατη ένατη ραψωδία· εκεί παρ᾽ ολίγον να καταλήξει στον αναγνωρισμό του Οδυσσέα από την Πηνελόπη, αλλά τελικά τον προσδοκώμενο αναγνωρισμό τον κλέβει κατά κάποιον τρόπο από τη βασίλισσα της Ιθάκης η Ευρύκλεια, με το επεισόδιο των «Νίπτρων». Η τρίτη και κορυφαία βαθμίδα επιφυλάσσεται για μετά τη μνηστηροφονία, στην εικοστή τρίτη ραψωδία του έπους: εδώ δοκιμάζονται και αναγνωρίζονται οι σύζυγοι με σημάδια απαραγνώριστα, και η συζυγική ομιλία στεφανώνεται με τη διαλογική τους συνομιλία πρώτα, και με την ερωτική τους συνεύρεση μετά.
Υπάρχουν πολλές ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, για άμεση ή έμμεση σχέση της Οδύσσειας με την Ιλιάδα· οι οποίες άλλους ερευνητές τους οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ταυτίζεται ο ποιητής τους, και άλλους ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση «χωρίζονται» δύο ποιητές, που ο ένας (ο νεότερος της Οδύσσειας) μαθητεύει στον αρχαιότερο (της Ιλιάδας). Όπως κι αν έχει το πράγμα, η αντιθετική αναλογία ανάμεσα στην ιλιαδική και στην οδυσσειακή συζυγική ομιλία δεν μπορεί να είναι τυχαία: προϋποθέτει αποφασισμένη παραπομπή της δεύτερης στην πρώτη.
Τρία μεγάλα θέματα (με μια λέξη: μεγαθέματα) συμπλέκονται και συγκρούονται μεταξύ τους στα δύο ομηρικά έπη, με διαφορετικό όμως τρόπο και αντίθετη έκβαση στο ένα και στο άλλο: ο πόλεμος, η ομιλία και ο νόστος. Στην Ιλιάδα το ισχυρό θέμα του έπους είναι ο πόλεμος, ο οποίος δοκιμάζει ή και συνθλίβει τις ομιλητικές σχέσεις και αποκλείει εξ ορισμού, όσο συνεχίζεται, τον νικηφόρο νόστο. Παράδειγμα κορυφαίο της εξοντωτικής επίδρασης του πολέμου στις ενδιάμεσες ομιλίες είναι η διάλυση που επιφέρει στη συζυγική ομιλία του Έκτορα και της Ανδρομάχης, η οποία διαβαθμίζεται σε τρεις σκηνές της έκτης, της εικοστής δεύτερης και της εικοστής τέταρτης ραψωδίας.
Στην έκτη ραψωδία η Ανδρομάχη, με τον νήπιο Αστυάνακτα στην αγκαλιά της, προσπαθεί να αποσπάσει τον Έκτορα από το επικίνδυνο πεδίο της μάχης στις ασφαλέστερες προσβάσεις του κάστρου, αλλά εκείνος δεν πείθεται, μολονότι προαισθάνεται την τελική πτώση της Τροίας, που συνεπάγεται τον δικό του αφανισμό και την αιχμαλωσία της γυναίκας του. Όταν στην εικοστή δεύτερη ραψωδία ο Αχιλλέας σκοτώνει τον Έκτορα, ο σπαρακτικός θρήνος της Ανδρομάχης παροξύνει το προηγούμενο κλάμα της στο τέλος της έκτης ραψωδίας. Και εδώ αναγνωρίζεται η δεύτερη βαθμίδα της εξαρθρωμένης συζυγικής ομιλίας εξαιτίας του πολέμου. Η τρίτη και τελική βαθμίδα της εντοπίζεται στην τελευταία ραψωδία του έπους: ο Πρίαμος επιστρέφει το σώμα του σκοτωμένου Έκτορα στην τειχισμένη Τροία, και τότε, ανάμεσα στους άλλους επικήδειους θρήνους, ξεχωρίζει πάλι ο συζυγικός κομμός της Ανδρομάχης. Στο σημείο εξάλλου αυτό διασταυρώνονται, λοξά έστω, τα μεγαθέματα του πολέμου και της ομιλίας στην Ιλιάδα με το μεγάθεμα του νόστου· ενός νόστου όμως νεκρώσιμου, που τον αναγγέλλει η Κασσάνδρα από τις επάλξεις του κάστρου της Τροίας, όταν διακρίνει τον Πρίαμο να πλησιάζει με το σώμα του αδελφού της και θυμάται πώς νοστούσε ο Έκτορας, επιστρέφοντας άλλοτε από το πεδίο της μάχης, ζωντανός στην Τροία. Εκείνο τον νόστο παραβάλλει τώρα με τον νεκρώσιμο νόστο που βλέπει μπροστά της (τον εξονομάζει με το ίδιο ρήμα: νοστέω - νοστῶ).
Στη μεταπολεμική Οδύσσεια το μεγάθεμα του πολέμου υποχωρεί. Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι και μηδενίζεται. Κατά κανόνα, εμφανίζεται παραλλαγμένο, συντηρώντας μόνο τον πυρήνα του, δηλαδή τον φόνο, ατομικό και συλλογικό. Έτσι, αν εξαιρεθεί η πρώτη περιπέτεια των «Απολόγων» (η σύγκρουση των εταίρων του Οδυσσέα με τους Κίκονες της θρακικής ακτής), που προσομοιάζει με κανονική μάχη, στις άλλες περιπτώσεις το θέμα του πολέμου εμφανίζεται σε ιδιόρρυθμες παραλλαγές. Η προφανέστερη παραλλαγή είναι αυτή της μνηστηροφονίας: φονική επιχείρηση, σε κλειστό όμως χώρο, ενός (έστω λίγων) με πολλούς, όπου στην πρώτη και σημαντικότερη φάση της ως φονικό όπλο χρησιμοποιείται εξ επαφής το τόξο - τακτική που δεν ισχύει κατά κανόνα στις ιλιαδικές συγκρούσεις. Μόνον όταν τα βέλη του Οδυσσέα εξαντλούνται, ο αμοιβαίος αγώνας προσφεύγει στα δόρατα. Κατά τα άλλα, οι μνηστήρες απειλούν με προσωπικό φόνο τον νεαρό Τηλέμαχο, κατά την επιστροφή του από την Πελοπόννησο, αλλά τελικά το φονικό τους σχέδιο δεν ευοδώνεται χάρη στην προειδοποίηση της Αθηνάς. Τέλος, φονικές απειλές εκτοξεύονται από τους μνηστήρες και εναντίον του Οδυσσέα, όσο λείπει ο ήρωας ή κυκλοφορεί μέσα στο παλάτι της Ιθάκης σαν ξένος ζήτουλας.
Αντίθετα προς την υποβάθμιση του πολέμου, στην Οδύσσεια αναβαθμίζονται τα μεγαθέματα του νόστου και της ομιλίας, τα οποία, όπως είδαμε, στην Ιλιάδα συνθλίβονται. Η αναβάθμισή τους συντελείται προοδευτικά και κορυφώνεται στο τέλος του έπους, όταν ο Οδυσσέας επιβάλλει πια με τη μνηστηροφονία τον νόστο του και ξανακερδίζει τη βασιλική εξουσία και τη γυναίκα του. Στο μεταξύ, το θέμα του νόστου προσκρούει σε διαδοχικές αντιστάσεις: κυρίως στον θυμό του Ποσειδώνα, όσο ο ήρωας βρίσκεται ακόμη μακριά από την Ιθάκη· έπειτα στην αντίσταση των μνηστήρων, οι οποίοι μέχρι την τελευταία στιγμή πιστεύουν ότι ο Οδυσσέας έχει αφανιστεί στον δρόμο της επιστροφής του· τέλος, στη δυσπιστία των δικών και των φίλων (κατά σειρά: του Τηλεμάχου, της Ευρύκλειας, του Εύμαιου και του Φιλοίτιου, της Πηνελόπης και του Λαέρτη) - η δυσπιστία αυτή αίρεται κάθε φορά με τη μέθοδο του αναγνωρισμού.
Μαζί με την επιβράβευση του νόστου επιβραβεύεται στην Οδύσσεια και το μεγάθεμα της ομιλίας, όχι μόνο της συζυγικής αλλά και της παρασυζυγικής. Και εδώ έχουμε χαρακτηριστική απόκλιση από την Ιλιάδα, όπου η παρασυζυγική σχέση του Πάρη με την Ελένη θεωρείται αφορμή του τρωικού πολέμου και αντιμετωπίζεται αρνητικά ή τουλάχιστον με επιφύλαξη. Στην Οδύσσεια αντίθετα οι παρασυζυγικές σχέσεις του Οδυσσέα πρώτα με την Κίρκη και μετά με την Καλυψώ (σχέσεις εν μέρει προαιρετικές και εν μέρει αναγκαστικές) λειτουργούν στην αρχή αρνητικά, ύστερα όμως θετικά, προάγοντας τον νόστο του Οδυσσέα. Και οι δύο αυτές δαιμονικές θεές δοκιμάζουν να καθηλώσουν, καθεμιά με τον τρόπο της, τον Οδυσσέα στο κρεβάτι τους· μετά όμως υποχωρούν στον πόθο επιστροφής του ήρωα στον τόπο του και γίνονται καλοί αγωγοί του νόστου του.
Όσο για την κορυφαία ομιλητική σχέση του έπους, τη συζυγική ομιλία Οδυσσέα και Πηνελόπης, αυτή φαίνεται να αντιγράφει την ιλιαδική συζυγική ομιλία Έκτορα και Ανδρομάχης, αντιστρέφοντας όμως και τη φορά και την έκβασή της. Όπως η διάσημη ιλιαδική συζυγική ομιλία, έτσι και η οδυσσειακή διαβαθμίζεται σε τρεις ραψωδίες. Στη δέκατη έβδομη ραψωδία η πρώτη διαλογική επικοινωνία της Πηνελόπης με τον αδιάγνωστο ακόμη Οδυσσέα γίνεται μέσω διερμηνέα, του Εύμαιου, όπου και συμφωνείται ο άμεσος διάλογός τους για αργά το βράδυ της ίδιας μέρας, όταν θα αδειάσει η αίθουσα του παλατιού από τους ενοχλητικούς μνηστήρες. Η δεύτερη αυτή προγραμματισμένη βαθμίδα της συζυγικής ομιλίας (μακρότερη της πρώτης και δραματοποιημένη) συντελείται στη δέκατη ένατη ραψωδία· εκεί παρ᾽ ολίγον να καταλήξει στον αναγνωρισμό του Οδυσσέα από την Πηνελόπη, αλλά τελικά τον προσδοκώμενο αναγνωρισμό τον κλέβει κατά κάποιον τρόπο από τη βασίλισσα της Ιθάκης η Ευρύκλεια, με το επεισόδιο των «Νίπτρων». Η τρίτη και κορυφαία βαθμίδα επιφυλάσσεται για μετά τη μνηστηροφονία, στην εικοστή τρίτη ραψωδία του έπους: εδώ δοκιμάζονται και αναγνωρίζονται οι σύζυγοι με σημάδια απαραγνώριστα, και η συζυγική ομιλία στεφανώνεται με τη διαλογική τους συνομιλία πρώτα, και με την ερωτική τους συνεύρεση μετά.
Υπάρχουν πολλές ενδείξεις, αν όχι αποδείξεις, για άμεση ή έμμεση σχέση της Οδύσσειας με την Ιλιάδα· οι οποίες άλλους ερευνητές τους οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ταυτίζεται ο ποιητής τους, και άλλους ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση «χωρίζονται» δύο ποιητές, που ο ένας (ο νεότερος της Οδύσσειας) μαθητεύει στον αρχαιότερο (της Ιλιάδας). Όπως κι αν έχει το πράγμα, η αντιθετική αναλογία ανάμεσα στην ιλιαδική και στην οδυσσειακή συζυγική ομιλία δεν μπορεί να είναι τυχαία: προϋποθέτει αποφασισμένη παραπομπή της δεύτερης στην πρώτη.
Νικάω τον φόβο εκεί ακριβώς που γεννιέται: στο μυαλό μου
Ο φόβος είναι ένα από τα πιο ισχυρά ανθρώπινα συναισθήματα. Το να μπορέσουμε να μάθουμε να τον ελέγχουμε είναι πολύ σημαντικό όπως επίσης και να μάθουμε να τον χρησιμοποιούμε σαν οδηγό.
Μάθετε πώς, εύκολα και απλά
Τα συναισθήματα είναι σημαντικό κομμάτι της ζωής του ανθρώπου από την αρχή της ύπαρξής του. Ο φόβος είναι από τα πιο αρχέγονα συναισθήματα, τα οποία βοηθούσαν τον άνθρωπο στην επιβίωσή του.
Στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον όμως σε τι εξυπηρετεί ο φόβος; Μπορούμε να ελέγξουμε αυτό το αρνητικό συναίσθημα και τι σημαίνει στην πραγματικότητα ο όρος «αρνητικό» συναίσθημα;
Η διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων, που αποτελεί κομμάτι της συναισθηματικής νοημοσύνης (το λεγόμενο EQ στα αγγλικά) είναι πολύ σημαντική ικανότητα που μπορεί να είναι καίρια στη ζωή μας.
Πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα αρνητικά συναισθήματα προς όφελός μας;
Τα αρνητικά συναισθήματα είναι ενδεικτικά η λύπη, ο φόβος, ο θυμός ή το άγχος και τα θεωρούμε αρνητικά διότι μας είναι δυσάρεστα. Όμως ακόμα και τα δυσάρεστα συναισθήματα μας δείχνουν πράγματα για τον εαυτό μας και μπορούν να αποτελέσουν έναν «φάρο» ώστε να φτάσουμε πιο κοντά στην αυτογνωσία.
Ειδικά τα αρνητικά συναισθήματα είναι χρήσιμα γιατί μεταφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για εμάς. Μας αποκαλύπτουν τις βαθύτερες ανάγκες μας που μπορεί να είναι ακάλυπτες και μπορούν να είναι μια αρχή, εφόσον τα αποκωδικοποιήσουμε, ώστε να γίνουμε καλύτεροι.
Όπως και σε όλα τα συναισθήματα -θετικά ή αρνητικά - πρέπει να τα αναγνωρίσουμε, να τα αποδεχτούμε, να τα κατανοήσουμε, και στο τέλος να τα διαχειριστούμε. Ο φόβος δεν αποτελεί εξαίρεση.
Τι είναι ο φόβος;
Ο φόβος είναι η συνειδητοποίηση ενός μελλοντικού και επερχόμενου κινδύνου.
Ο κίνδυνος αυτός συνήθως είναι φανταστικός ή δεν έχουμε καμία ένδειξη αν θα πραγματοποιηθεί στην πραγματικότητα. Με λίγα λόγια, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο φόβος είναι ένα φαινόμενο το οποίο δεν είναι αληθινό και δεν έχει λογική υπόσταση.
Επίσης πρέπει να τονίσουμε ότι δεν είναι έμφυτος ο φόβος, αλλά επίκτητος.
Συγκεκριμένα ο άνθρωπος έχει μόνο 2 έμφυτους φόβους, τον φόβο της πτώσης και τον φόβο του θορύβου. Οι υπόλοιποι φόβοι είναι επίκτητοι και υπεύθυνοι για τη δημιουργία τους είμαστε εμείς.
Είναι σημαντική η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, διότι από την στιγμή που εμείς είμαστε υπεύθυνοι για αυτό το συναίσθημα και εμείς είμαστε οι δημιουργοί του, έχουμε άμεση επίδραση πάνω του και άρα μπορούμε και να το ελέγξουμε.
Πως δημιουργείται ο φόβος;
Ο φόβος είναι συναίσθημα το οποίο λειτουργεί σαν οδηγός. Μας δείχνει ότι υπάρχει μια επικείμενη απειλή, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Όμως αυτό που τον δημιουργεί στην πραγματικότητα είναι η δική μας σκέψη, η οποία τον εντείνει. Μας κάνει να δημιουργούμε υποθετικά σενάρια για τα οποία δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα συμβούν, μια και δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον.
Κατά βάση ο φόβος προκαλείται γιατί προβλέπουμε κακά μελλοντικά σενάρια, που δεν ξέρουμε ότι θα συμβούν, απλώς εμείς το πιστεύουμε ότι θα συμβούν.
Ο φόβος λοιπόν προκαλείται από αρνητικές σκέψεις για το μέλλον, που εμείς τις πιστεύουμε “σαν να” αποτελούν γεγονός.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σκέψεων που κάνουμε είναι ότι συνήθως είναι μη αποδείξιμες, καθώς κανείς δεν μπορεί να αποδείξει τι θα συμβεί στο μέλλον, γιατί δεν το ξέρει με σιγουριά και φυσικά κανείς δεν ελέγχει το μέλλον.
Πως αντιμετωπίζεται ο φόβος;
Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε αν αυτό που νιώθουμε είναι φόβος ή άγχος. Το άγχος είναι συναίσθημα που νιώθουμε για κίνδυνο ο οποίος υφίσταται τώρα.
Το αμέσως επόμενο βήμα είναι να κατανοήσουμε αν ο φόβος είναι πραγματικός ή όχι και αν είναι λογικός. Αν είναι λογικός και στηριγμένος σε πραγματικά δεδομένα, πρέπει να αναλάβουμε δράση και να προετοιμαστούμε να τον αντιμετωπίσουμε.
Δηλαδή αν αξίζει κάτι να το φοβόμαστε, καλό είναι να προετοιμαστούμε, ώστε να προστατευτούμε. Όπως για παράδειγμα φοράς κράνος ή ζώνη ασφαλείας για αν προστατευτείς από τον κίνδυνο ατυχήματος.
Αν πάλι δεν είναι λογικός ο φόβος, τότε μπορούμε να αλλάξουμε τη διάθεσή μας, χρησιμοποιώντας μια άλλη θετική σκέψη ή εκλογικεύοντάς τον.
Πώς μειώνουμε τον φόβο;
Επίσης είναι βασικό να μάθουμε να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας και μάλιστα σε πρώτο ενικό, ώστε να κατανοούμε ότι κάθε στιγμή εμείς τα ελέγχουμε.
Ο τρόπος, ο τόνος και ακόμα και το ύφος με τα οποία εκφραζόμαστε είναι πολύ σημαντικά και ασκούν επίδραση στη δική μας ψυχολογία αρχικά.
Το αντίθετο συναίσθημα του φόβου, ή καλύτερα, το αντίδοτο στο φόβο είναι το θάρρος. Θάρρος είναι να μπορούμε να δράσουμε με τον φόβο και να μην παραλύουμε και όχι το να δρούμε χωρίς φόβο. Στόχος μας είναι να προσπαθούμε να μειώσουμε την ένταση του φόβου, τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται και τη χρονική του διάρκεια.
Πώς μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε το φόβο;
Ο φόβος μπορεί να μην βασίζεται σε πραγματικό κίνδυνο και να είναι απλώς η δική μας σκέψη που το προκαλεί, αλλά οι επιπτώσεις του είναι πέρα για πέρα αληθινές και αρνητικές, συνήθως για αυτόν που το βιώνει. Κατ’επέκταση, είναι σκόπιμο να προσπαθήσουμε κατά το δυνατόν να μειώσουμε τις αρνητικές επιδράσεις του πάνω μας.
Το να νικήσουμε τον φόβο είναι απολύτως εφικτό, αρκεί να τον αντιμετωπίζουμε εν τη γενέσει του και συγκεκριμένα στο μυαλό μας. Αν μάθουμε να ελέγχουμε τη σκέψη μας, θα ελέγχουμε τα συναισθήματά μας.
Σε αυτό θα μάθετε και το πώς να διαχειρίζεστε τα αρνητικά μας συναισθήματα γενικά, αλλά και πιο συγκεκριμένα την απόρριψη και τις ενοχές, που πολύ συχνά πηγάζουν από φανταστικούς φόβους.
Ο φόβος της έκθεσης, ο φόβος της επίκρισης και ο φόβος της απόρριψης, αλλά και οι ενοχές σε μεγάλο βαθμό, πηγάζουν από αρνητικές προβλέψεις του πώς θα αντιδράσουν οι άλλοι απέναντί μας.
Γιατί να περιορίζουμε τη ζωή μας με αρνητικά σενάρια και να μην νικήσουμε το φόβο, ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ;
Μάθετε πώς, εύκολα και απλά
Τα συναισθήματα είναι σημαντικό κομμάτι της ζωής του ανθρώπου από την αρχή της ύπαρξής του. Ο φόβος είναι από τα πιο αρχέγονα συναισθήματα, τα οποία βοηθούσαν τον άνθρωπο στην επιβίωσή του.
Στο σύγχρονο αστικό περιβάλλον όμως σε τι εξυπηρετεί ο φόβος; Μπορούμε να ελέγξουμε αυτό το αρνητικό συναίσθημα και τι σημαίνει στην πραγματικότητα ο όρος «αρνητικό» συναίσθημα;
Η διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων, που αποτελεί κομμάτι της συναισθηματικής νοημοσύνης (το λεγόμενο EQ στα αγγλικά) είναι πολύ σημαντική ικανότητα που μπορεί να είναι καίρια στη ζωή μας.
Πως μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε τα αρνητικά συναισθήματα προς όφελός μας;
Τα αρνητικά συναισθήματα είναι ενδεικτικά η λύπη, ο φόβος, ο θυμός ή το άγχος και τα θεωρούμε αρνητικά διότι μας είναι δυσάρεστα. Όμως ακόμα και τα δυσάρεστα συναισθήματα μας δείχνουν πράγματα για τον εαυτό μας και μπορούν να αποτελέσουν έναν «φάρο» ώστε να φτάσουμε πιο κοντά στην αυτογνωσία.
Ειδικά τα αρνητικά συναισθήματα είναι χρήσιμα γιατί μεταφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για εμάς. Μας αποκαλύπτουν τις βαθύτερες ανάγκες μας που μπορεί να είναι ακάλυπτες και μπορούν να είναι μια αρχή, εφόσον τα αποκωδικοποιήσουμε, ώστε να γίνουμε καλύτεροι.
Όπως και σε όλα τα συναισθήματα -θετικά ή αρνητικά - πρέπει να τα αναγνωρίσουμε, να τα αποδεχτούμε, να τα κατανοήσουμε, και στο τέλος να τα διαχειριστούμε. Ο φόβος δεν αποτελεί εξαίρεση.
Τι είναι ο φόβος;
Ο φόβος είναι η συνειδητοποίηση ενός μελλοντικού και επερχόμενου κινδύνου.
Ο κίνδυνος αυτός συνήθως είναι φανταστικός ή δεν έχουμε καμία ένδειξη αν θα πραγματοποιηθεί στην πραγματικότητα. Με λίγα λόγια, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι ο φόβος είναι ένα φαινόμενο το οποίο δεν είναι αληθινό και δεν έχει λογική υπόσταση.
Επίσης πρέπει να τονίσουμε ότι δεν είναι έμφυτος ο φόβος, αλλά επίκτητος.
Συγκεκριμένα ο άνθρωπος έχει μόνο 2 έμφυτους φόβους, τον φόβο της πτώσης και τον φόβο του θορύβου. Οι υπόλοιποι φόβοι είναι επίκτητοι και υπεύθυνοι για τη δημιουργία τους είμαστε εμείς.
Είναι σημαντική η συνειδητοποίηση αυτού του γεγονότος, διότι από την στιγμή που εμείς είμαστε υπεύθυνοι για αυτό το συναίσθημα και εμείς είμαστε οι δημιουργοί του, έχουμε άμεση επίδραση πάνω του και άρα μπορούμε και να το ελέγξουμε.
Πως δημιουργείται ο φόβος;
Ο φόβος είναι συναίσθημα το οποίο λειτουργεί σαν οδηγός. Μας δείχνει ότι υπάρχει μια επικείμενη απειλή, η οποία πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Όμως αυτό που τον δημιουργεί στην πραγματικότητα είναι η δική μας σκέψη, η οποία τον εντείνει. Μας κάνει να δημιουργούμε υποθετικά σενάρια για τα οποία δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι θα συμβούν, μια και δεν μπορούμε να προβλέψουμε το μέλλον.
Κατά βάση ο φόβος προκαλείται γιατί προβλέπουμε κακά μελλοντικά σενάρια, που δεν ξέρουμε ότι θα συμβούν, απλώς εμείς το πιστεύουμε ότι θα συμβούν.
Ο φόβος λοιπόν προκαλείται από αρνητικές σκέψεις για το μέλλον, που εμείς τις πιστεύουμε “σαν να” αποτελούν γεγονός.
Χαρακτηριστικό γνώρισμα των σκέψεων που κάνουμε είναι ότι συνήθως είναι μη αποδείξιμες, καθώς κανείς δεν μπορεί να αποδείξει τι θα συμβεί στο μέλλον, γιατί δεν το ξέρει με σιγουριά και φυσικά κανείς δεν ελέγχει το μέλλον.
Πως αντιμετωπίζεται ο φόβος;
Αρχικά πρέπει να κατανοήσουμε αν αυτό που νιώθουμε είναι φόβος ή άγχος. Το άγχος είναι συναίσθημα που νιώθουμε για κίνδυνο ο οποίος υφίσταται τώρα.
Το αμέσως επόμενο βήμα είναι να κατανοήσουμε αν ο φόβος είναι πραγματικός ή όχι και αν είναι λογικός. Αν είναι λογικός και στηριγμένος σε πραγματικά δεδομένα, πρέπει να αναλάβουμε δράση και να προετοιμαστούμε να τον αντιμετωπίσουμε.
Δηλαδή αν αξίζει κάτι να το φοβόμαστε, καλό είναι να προετοιμαστούμε, ώστε να προστατευτούμε. Όπως για παράδειγμα φοράς κράνος ή ζώνη ασφαλείας για αν προστατευτείς από τον κίνδυνο ατυχήματος.
Αν πάλι δεν είναι λογικός ο φόβος, τότε μπορούμε να αλλάξουμε τη διάθεσή μας, χρησιμοποιώντας μια άλλη θετική σκέψη ή εκλογικεύοντάς τον.
Πώς μειώνουμε τον φόβο;
Επίσης είναι βασικό να μάθουμε να εκφράζουμε τα συναισθήματά μας και μάλιστα σε πρώτο ενικό, ώστε να κατανοούμε ότι κάθε στιγμή εμείς τα ελέγχουμε.
Ο τρόπος, ο τόνος και ακόμα και το ύφος με τα οποία εκφραζόμαστε είναι πολύ σημαντικά και ασκούν επίδραση στη δική μας ψυχολογία αρχικά.
Το αντίθετο συναίσθημα του φόβου, ή καλύτερα, το αντίδοτο στο φόβο είναι το θάρρος. Θάρρος είναι να μπορούμε να δράσουμε με τον φόβο και να μην παραλύουμε και όχι το να δρούμε χωρίς φόβο. Στόχος μας είναι να προσπαθούμε να μειώσουμε την ένταση του φόβου, τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται και τη χρονική του διάρκεια.
Πώς μαθαίνουμε να αντιμετωπίζουμε το φόβο;
Ο φόβος μπορεί να μην βασίζεται σε πραγματικό κίνδυνο και να είναι απλώς η δική μας σκέψη που το προκαλεί, αλλά οι επιπτώσεις του είναι πέρα για πέρα αληθινές και αρνητικές, συνήθως για αυτόν που το βιώνει. Κατ’επέκταση, είναι σκόπιμο να προσπαθήσουμε κατά το δυνατόν να μειώσουμε τις αρνητικές επιδράσεις του πάνω μας.
Το να νικήσουμε τον φόβο είναι απολύτως εφικτό, αρκεί να τον αντιμετωπίζουμε εν τη γενέσει του και συγκεκριμένα στο μυαλό μας. Αν μάθουμε να ελέγχουμε τη σκέψη μας, θα ελέγχουμε τα συναισθήματά μας.
Σε αυτό θα μάθετε και το πώς να διαχειρίζεστε τα αρνητικά μας συναισθήματα γενικά, αλλά και πιο συγκεκριμένα την απόρριψη και τις ενοχές, που πολύ συχνά πηγάζουν από φανταστικούς φόβους.
Ο φόβος της έκθεσης, ο φόβος της επίκρισης και ο φόβος της απόρριψης, αλλά και οι ενοχές σε μεγάλο βαθμό, πηγάζουν από αρνητικές προβλέψεις του πώς θα αντιδράσουν οι άλλοι απέναντί μας.
Γιατί να περιορίζουμε τη ζωή μας με αρνητικά σενάρια και να μην νικήσουμε το φόβο, ΕΔΩ ΚΑΙ ΤΩΡΑ;
Το προφίλ του ευαίσθητου
Τι θα λέγαμε αν μαθαίναμε ότι ο ευαίσθητος άνθρωπος δεν υπάρχει, ότι ο αναίσθητος μπορεί να είναι απλώς ψύχραιμος και ότι ο συναισθηματικός συγκινείται πιο πολύ επειδή σκέφτεται τον εαυτό του και όχι τους άλλους;
Όλοι θεωρούμε τους εαυτούς μας και τους γύρω μας λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητους και ανάλογα με την κουλτούρα μας, τις εμπειρίες μας, τις προσλαμβάνουσές μας, τις αρχές της οικογένειάς μας, τα βιώματά μας κ.λπ. θεωρούμε το χαρακτηριστικό αυτό της προσωπικότητας καλό, επιθυμητό ή αντίθετα δείγμα αδυναμίας, αφέλειας κ.λπ.
Ποια είναι όμως η γνώμη των ειδικών; Ποια χαρακτηριστικά έχει ένας ευαίσθητος άνθρωπος, ποια ένας συναισθηματικός και ποια ένας αναίσθητος (όπως συχνά χαρακτηρίζουμε όποιον συγκινείται σπάνια ή δυσκολεύεται να εκφράσει τα όσα πιθανώς νιώθει);
Από την άλλη πλευρά, εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει να μάθουμε αν τελικά γεννιόμαστε ή γινόμαστε όλα τα παραπάνω, κατά πόσον μπορούμε να καλλιεργήσουμε ή όχι την πιθανή μας ευαισθησία και βέβαια πώς μετράμε το πόσο ευαίσθητοι είμαστε τελικά.
1. Ο ευαίσθητος δεν υπάρχει
Αν η παραπάνω φράση μάς φαίνεται ακατανόητη και ατυχής, αρκεί ίσως να εξηγήσουμε καλύτερα ότι ο όρος ευαισθησία στην ψυχολογία δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι όπως τον αντιλαμβανόμαστε όλοι εμείς. Αντίθετα, οι επιστήμονες όταν μιλάνε για ένα ευαίσθητο άτομο περιγράφουν μια πολύ συγκεκριμένη και σχετικά συχνή παραλλαγή του φυσιολογικού που αφορά περίπου έναν στους πέντε ανθρώπους.
Τα χαρακτηριστικά μάλιστα του ευαίσθητου αυτού ατόμου, που έχει γεννηθεί με πιο ευαίσθητο νευρικό σύστημα, γίνονται αντιληπτά από την παιδική ηλικία, αφού πρόκειται για παιδιά που ξεχωρίζουν, καθώς είναι ντροπαλά, κλεισμένα στον εαυτό τους, τρομάζουν εύκολα, ενοχλούνται από τα πολύ έντονα ερεθίσματα, όπως είναι π.χ. η επαφή της ετικέτας της μπλούζας στο γυμνό τους δέρμα, το να έχουν λερωθεί, οι θόρυβοι, οι μυρωδιές κ.ά., παρατηρούν προσεκτικά τις αντιδράσεις των άλλων και δείχνουν ευαισθησία στα συναισθήματά τους, ακόμα και όταν οι άλλοι δεν μιλάνε γι' αυτά αλλά φαίνονται στο πρόσωπό τους, και επίσης κάνουν πολλές ερωτήσεις σχετικά με τα συναισθήματα. Πολλές φορές μάλιστα οι γονείς παρατηρούν ότι τα παιδιά αυτά είναι λίγο σαν να διαβάζουν το μυαλό τους.
Κατά κανόνα, έχουν υψηλό IQ, καλή αίσθηση του χιούμορ, έχουν καλή σχέση με την τέχνη (μπορούν να κρίνουν και να εκτιμήσουν πολύ σωστά τα έργα τέχνης). Επιπλέον, έχουν ανάγκη να κλείνονται συχνά στον εαυτό τους και επιζητούν κάποιες ώρες την απομόνωση, δεν τους αρέσουν οι συγκρούσεις, οι φωνές, οι εντάσεις και οι καβγάδες και αποφεύγουν τις βίαιες κινήσεις.
Άραγε, όμως, είναι καλό ή κακό να είναι κάποιος ευαίσθητος;
Αυτό έχει να κάνει με την κουλτούρα, τις αρχές μας, τις πεποιθήσεις της οικογένειάς μας. Σε κάποιους πολιτισμούς η ευαισθησία είναι θεμιτή, ενώ σε άλλους -όπως ο δικός μας- θεωρείται αδυναμία.
2. Υπάρχει όμως ο συναισθηματικός
Οι ειδικοί εξηγούν ότι κατά πάσα πιθανότητα όταν μιλάμε για την ευαισθησία στην πραγματικότητα αναφερόμαστε σε αυτό που οι ειδικοί χαρακτηρίζουν ως συναισθηματισμό.
Ο συναισθηματικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν αντέχει την κριτική (αυτό έχει να κάνει βέβαια και με την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή του και το πόσο καλά και σίγουρος νιώθει με τον εαυτό του), τις συγκρούσεις και τις συναισθηματικές εξάρσεις των άλλων. Κάποιοι άνθρωποι είναι συναισθηματικοί σε όλα τα ζητήματα, ενώ κάποιοι άλλοι νιώθουν συγκίνηση μόνο όσον αφορά συγκεκριμένα θέματα - που καθορίζονται από τις τραυματικές τους εμπειρίες, το παρελθόν, τα βιώματα και τις εμπειρίες τους.
Πιο συναισθηματικές είναι συνήθως οι γυναίκες, που η κοινωνία τούς δίνει περισσότερο το «δικαίωμα» να εκφράζονται.
Επίσης, οι συναισθηματικοί άνθρωποι είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν κάποια στιγμή στη ζωή τους κατάθλιψη (ανάλογα βέβαια και με τους εκλυτικούς παράγοντες, δηλαδή τα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή τους).
3. Drama queen
Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι συναισθηματικοί άνθρωποι -κυρίως οι γυναίκες- τείνουν να δραματοποιούν τα συναισθήματά τους χωρίς απαραίτητα να τα νιώθουν τόσο έντονα.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι συχνά ανώριμοι και εξαρτημένοι από τους άλλους και γι' αυτό μπορεί να φαίνονται σαγηνευτικοί σε κάποιους. Άλλωστε, η δραματοποίηση των συναισθημάτων είναι μία χειριστική μέθοδος που χρησιμοποιούμε οι άνθρωποι, κυρίως οι γυναίκες (στις οποίες είναι και πιο αποδεκτό από την κοινωνία).
Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, έτσι και όσον αφορά στην εκδραμάτιση των συναισθημάτων, τα πράγματα μπορεί -σε σπάνιες περιπτώσεις- να φτάσουν στην παθολογία για κάποιους και τότε η εκδραμάτιση ονομάζεται δραματική ή οιστριονική διαταραχή προσωπικότητας (Histrionic Personality Disorder).
Οι ασθενείς αυτοί χαρακτηρίζονται από την κραυγαλέα, δραματική, ευέξαπτη και υπερδραστήρια συμπεριφορά τους με σκοπό την προσέλκυση της προσοχής. Επίσης, είναι συχνά ανίκανοι να διατηρήσουν βαθιές, μακροχρόνιες δεσμεύσεις σε μια σχέση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνδρομή ενός ειδικού μπορεί να αποδειχτεί πολύ βοηθητική.
4. Ζητείται ενσυναίσθηση
Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν είναι απίθανο όταν μιλάμε για έναν ευαίσθητο άνθρωπο να εννοούμε αυτόν που έχει την ικανότητα να συναισθάνεται αυτά που νιώθει ο άλλος όχι επειδή είχε παρόμοια εμπειρία, αλλά επειδή έχει την ικανότητα να μπαίνει στη θέση του άλλου και να κατανοεί τα συναισθήματά του.
Στα αγγλικά ο όρος περιγράφεται ως empathy, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως ενσυναίσθηση, ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει και ο όρος sympathy, που περιγράφει το συμπάσχω. Ακόμη κι αν εκ πρώτης όψεως οι όροι μάς φαίνονται παρόμοιοι, εντούτοις ανάμεσά τους υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Ο ευαίσθητος άνθρωπος, έτσι όπως εμείς τον περιγράφουμε στην καθημερινότητά μας, συμπάσχει, κάνει το πρόβλημα του άλλου δικό του, σαν να το ζει εκείνος, ενώ αυτός που έχει υψηλή ενσυναίσθηση αντιλαμβάνεται-κατανοεί το τι νιώθει ο άλλος μέσα από τα δικά του μάτια, χωρίς όμως και να υιοθετεί τον κόσμο του. Για παράδειγμα, χάνει ο φίλος μας κάποιον δικό του άνθρωπο.
Όταν έχουμε ενσυναίσθηση, καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό για εκείνον και δεν στενοχωριόμαστε σκεφτόμενοι τι θα σήμαινε για εμάς η απώλεια.
Το συνηθισμένο είναι οι περισσότεροι να συμπάσχουμε και όχι να συναισθανόμαστε - αυτό μας συμβαίνει ενδεχομένως εξαιτίας της κουλτούρας μας, πιθανώς επειδή το πρώτο είναι πιο εύκολο από το δεύτερο. Είναι πιο εύκολο να συμπάσχουμε, γιατί αυτό δεν απαιτεί το να βλέπουμε το πρόβλημα μέσα από τα μάτια του άλλου (κατανοώντας απόλυτα ποιος είναι, ποιες εμπειρίες, ποια βιώματα έχει κ.λπ.), αλλά να το βλέπουμε μέσα από τα δικά μας (πώς θα νιώθαμε εμείς στη θέση του δηλαδή). Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι η ενσυναίσθηση είναι μια δύσκολη υπόθεση.
Αυτή χρησιμοποιούν για να μας βοηθήσουν και οι θεραπευτές, που παίρνουν την απαιτούμενη απόσταση για να δουν τα πράγματα όπως τα βλέπουμε εμείς που έχουμε το πρόβλημα. Το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν και άλλοι επαγγελματίες που είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να βοηθούν τους συνανθρώπους τους, όπως οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι ιερείς, ακόμα και οι γιατροί.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός που πετυχαίνει να συναισθάνεται δεν κατακλύζεται από συναισθήματα, δεν κάνει κριτική, δεν δίνει συμβουλές, και κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων χωρίς να τα οικειοποιείται.
Αντίθετα, αυτός που συμπάσχει κατακλύζεται από συναισθήματα, αλλά για διαφορετικούς λόγους από εκείνους που έχει ο άνθρωπος που βιώνει το πρόβλημα. Συνήθως συμπάσχουμε με προβλήματα που αναγνωρίζουμε, μπορούμε να κατανοήσουμε, έχουν συμβεί και σε εμάς, έχουν να κάνουν με τους φόβους και τις ανασφάλειές μας.
5. Υπάρχουν αναίσθητοι άνθρωποι;
Προφανώς ο όρος αυτός δεν γίνεται δεκτός από τους ειδικούς, οι οποίοι τονίζουν ότι τα συναισθήματα είναι ένα περίπλοκο ζήτημα. Σημαντικό ρόλο παίζει πώς έχουμε μάθει, συνηθίσει, αναγκαστεί να ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας.
Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί -ως άμυνα- να έχει αναγκαστεί να καταπιέζει ή και βάζει στην άκρη τα συναισθήματά του και αργότερα ως ενήλικος να μην μπορεί πια να τα αναγνωρίζει, εκφράζει κ.λπ. και έτσι στους άλλους να φαίνεται «αναίσθητος». Από την άλλη πλευρά, αναίσθητος μπορεί να θεωρείται και κάποιος που είναι ψύχραιμος (και δεν εκφράζεται υπερβολικά) ή που δυσκολεύεται να εκφραστεί.
Βέβαια, υπάρχουν και κάποιες ακραίες μορφές ανθρώπων που έχουν έλλειψη συναισθημάτων, σε περιπτώσεις όπως ο συναισθηματικός αναλφαβητισμός και η αλεξιθυμία, που είχε περιγράψει ο διάσημος έλληνας ψυχίατρος Πέτρος Σιφναίος και μιλάει για τους ανθρώπους που δεν έχουν και δεν μπορούν να κατανοήσουν συναισθήματα και έτσι μοιάζουν διαφορετικοί, σαν εξωγήινοι.
Μερικές φορές μάλιστα σε αυτούς τους ανθρώπους σωματοποιούνται τα συναισθήματα και αφού δεν μπορούν να τα εκφράσουν οι ίδιοι, τα εκφράζει το σώμα τους. Έλλειψη συναισθημάτων φαίνεται να παρουσιάζουν και όσοι έχουν αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, οι άνθρωποι δηλαδή που θα φτάσουν στην παραβατικότητα και θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτό που κάνουν είναι παράνομο, αλλά δεν θα έχουν καμία ενοχή ή ίχνος μεταμέλειας.
6. Τι είναι το περιβόητο eq;
Πρόκειται για έναν πολυσυζητημένο όρο με διάφορους ορισμούς, που περιγράφεται πολύ επιτυχημένα μέσα από μία ρήση του Αριστοτέλη που λέει: «Ο καθένας μας μπορεί να αισθανθεί θυμό, αλλά το να θυμώσει με το πρόσωπο που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει, στο βαθμό που πρέπει, με τον σωστό τρόπο, δεν είναι εύκολο».
Έτσι, οι άνθρωποι με υψηλό EQ είναι αυτοί που αντιλαμβάνονται και εκφράζουν σωστά τα συναισθήματα και καταφέρνουν να τα κάνουν να δουλέψουν γι' αυτούς.
Αυτοί διαθέτουν τα παρακάτω βασικά χαρακτηριστικά:
Έχουν καλύτερη δυνατότητα αντίληψης των συναισθημάτων, τόσο των δικών τους όσο και των άλλων (ενσυναίσθηση). Μάλιστα, μπορούν να κατανοήσουν συναισθήματα και από την εξωλεκτική επικοινωνία, π.χ. από τη γλώσσα του σώματος, το ύφος, τις γκριμάτσες του συνομιλητή τους, και επίσης αντιλαμβάνονται καλά τα έργα τέχνης.
Έχουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν με αντικειμενικότητα τα συναισθήματα και να ξεχωρίζουν ποια πληροφορία είναι χρήσιμη και ποια όχι.
Κατανοούν τα συναισθήματα και το από πού προέρχονται. Επίσης, μπορούν να ελέγχουν και να διαχειρίζονται, να ρυθμίζουν και να εκφράζουν κατάλληλα τα συναισθήματά τους.
Είναι ψύχραιμοι και έχουν θετική στάση απέναντι στη ζωή.
Χαρακτηριστικά, μπορούμε να περιγράψουμε κάποιους τύπους ανθρώπων σε σχέση με το EQ τους. Έτσι:
Ο άνδρας που έχει υψηλό EQ είναι κοινωνικά ισορροπημένος, εκδηλωτικός, δεν φοβάται να εκφράσει τα συναισθήματά του, είναι πρόσχαρος, ελεύθερος από φοβίες και σκέψεις άγχους, έχει την ικανότητα να αφοσιώνεται σε ανθρώπους ή σκοπούς, αναλαμβάνει ευθύνες, είναι τρυφερός και δοτικός στις σχέσεις του.
Ο άνδρας με υψηλό IQ και χαμηλό EQ είναι πεισματάρης, ανέκφραστος, απόμακρος, ψυχρός.
Η γυναίκα με υψηλό EQ εκφράζει ευθέως τα συναισθήματα της, νιώθει και αντιλαμβάνεται τα συναισθήματα τόσο τα δικά της όσο και των άλλων, είναι εκδηλωτική και κοινωνική, ευδιάθετη, αντιδρά καλά στο στρες, είναι αυθόρμητη και ανοιχτή στις εμπειρίες.
Η γυναίκα με υψηλό IQ και χαμηλό EQ εκφράζει εύκολα σκέψεις, ενδιαφέρεται πιο πολύ για τα πνευματικά ζητήματα, έχει υψηλή πνευματική αυτοπεποίθηση (εμπιστοσύνη στη νοημοσύνη της δηλαδή), είναι επιρρεπής στο άγχος, στις ενοχές, και δεν εκφράζει ανοιχτά τον θυμό της.
Γεννιόμαστε Ή γινόμαστε;
Όπως και σε πολλά άλλα σχετικά ερωτήματα, έτσι και σε αυτό δεν υπάρχει μία μόνη και ξεκάθαρη απάντηση. Η μία εξήγηση είναι ότι γεννιόμαστε με έναν συγκεκριμένο δείκτη ευαισθησίας και η άλλη εκδοχή ότι αυτό έχει να κάνει με το πώς επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες με βάση τα όσα έχουμε μάθει, τις εμπειρίες μας, την κουλτούρα μας, ακόμη και το φύλο μας (οι γυναίκες θεωρείται ότι είμαστε πιο ευαίσθητες) κ.λπ.
Έτσι, κάποιοι επιστήμονες θεωρούν ότι η ευαισθησία, η ενσυναίσθηση και το EQ καλλιεργούνται και άλλοι ότι είναι έμφυτα. Οι περισσότεροι πάντως πιστεύουν μάλλον στην αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι όποιοι τα έχουν έμφυτα μπορούν και να τα καλλιεργήσουν. Συχνά, μάλιστα, αυτοί οι άνθρωποι ασκούν ανθρωπιστικά επαγγέλματα.
Όλοι θεωρούμε τους εαυτούς μας και τους γύρω μας λιγότερο ή περισσότερο ευαίσθητους και ανάλογα με την κουλτούρα μας, τις εμπειρίες μας, τις προσλαμβάνουσές μας, τις αρχές της οικογένειάς μας, τα βιώματά μας κ.λπ. θεωρούμε το χαρακτηριστικό αυτό της προσωπικότητας καλό, επιθυμητό ή αντίθετα δείγμα αδυναμίας, αφέλειας κ.λπ.
Ποια είναι όμως η γνώμη των ειδικών; Ποια χαρακτηριστικά έχει ένας ευαίσθητος άνθρωπος, ποια ένας συναισθηματικός και ποια ένας αναίσθητος (όπως συχνά χαρακτηρίζουμε όποιον συγκινείται σπάνια ή δυσκολεύεται να εκφράσει τα όσα πιθανώς νιώθει);
Από την άλλη πλευρά, εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει να μάθουμε αν τελικά γεννιόμαστε ή γινόμαστε όλα τα παραπάνω, κατά πόσον μπορούμε να καλλιεργήσουμε ή όχι την πιθανή μας ευαισθησία και βέβαια πώς μετράμε το πόσο ευαίσθητοι είμαστε τελικά.
1. Ο ευαίσθητος δεν υπάρχει
Αν η παραπάνω φράση μάς φαίνεται ακατανόητη και ατυχής, αρκεί ίσως να εξηγήσουμε καλύτερα ότι ο όρος ευαισθησία στην ψυχολογία δεν υπάρχει, τουλάχιστον όχι όπως τον αντιλαμβανόμαστε όλοι εμείς. Αντίθετα, οι επιστήμονες όταν μιλάνε για ένα ευαίσθητο άτομο περιγράφουν μια πολύ συγκεκριμένη και σχετικά συχνή παραλλαγή του φυσιολογικού που αφορά περίπου έναν στους πέντε ανθρώπους.
Τα χαρακτηριστικά μάλιστα του ευαίσθητου αυτού ατόμου, που έχει γεννηθεί με πιο ευαίσθητο νευρικό σύστημα, γίνονται αντιληπτά από την παιδική ηλικία, αφού πρόκειται για παιδιά που ξεχωρίζουν, καθώς είναι ντροπαλά, κλεισμένα στον εαυτό τους, τρομάζουν εύκολα, ενοχλούνται από τα πολύ έντονα ερεθίσματα, όπως είναι π.χ. η επαφή της ετικέτας της μπλούζας στο γυμνό τους δέρμα, το να έχουν λερωθεί, οι θόρυβοι, οι μυρωδιές κ.ά., παρατηρούν προσεκτικά τις αντιδράσεις των άλλων και δείχνουν ευαισθησία στα συναισθήματά τους, ακόμα και όταν οι άλλοι δεν μιλάνε γι' αυτά αλλά φαίνονται στο πρόσωπό τους, και επίσης κάνουν πολλές ερωτήσεις σχετικά με τα συναισθήματα. Πολλές φορές μάλιστα οι γονείς παρατηρούν ότι τα παιδιά αυτά είναι λίγο σαν να διαβάζουν το μυαλό τους.
Κατά κανόνα, έχουν υψηλό IQ, καλή αίσθηση του χιούμορ, έχουν καλή σχέση με την τέχνη (μπορούν να κρίνουν και να εκτιμήσουν πολύ σωστά τα έργα τέχνης). Επιπλέον, έχουν ανάγκη να κλείνονται συχνά στον εαυτό τους και επιζητούν κάποιες ώρες την απομόνωση, δεν τους αρέσουν οι συγκρούσεις, οι φωνές, οι εντάσεις και οι καβγάδες και αποφεύγουν τις βίαιες κινήσεις.
Άραγε, όμως, είναι καλό ή κακό να είναι κάποιος ευαίσθητος;
Αυτό έχει να κάνει με την κουλτούρα, τις αρχές μας, τις πεποιθήσεις της οικογένειάς μας. Σε κάποιους πολιτισμούς η ευαισθησία είναι θεμιτή, ενώ σε άλλους -όπως ο δικός μας- θεωρείται αδυναμία.
2. Υπάρχει όμως ο συναισθηματικός
Οι ειδικοί εξηγούν ότι κατά πάσα πιθανότητα όταν μιλάμε για την ευαισθησία στην πραγματικότητα αναφερόμαστε σε αυτό που οι ειδικοί χαρακτηρίζουν ως συναισθηματισμό.
Ο συναισθηματικός άνθρωπος είναι αυτός που δεν αντέχει την κριτική (αυτό έχει να κάνει βέβαια και με την αυτοεκτίμηση και την αυτοπεποίθησή του και το πόσο καλά και σίγουρος νιώθει με τον εαυτό του), τις συγκρούσεις και τις συναισθηματικές εξάρσεις των άλλων. Κάποιοι άνθρωποι είναι συναισθηματικοί σε όλα τα ζητήματα, ενώ κάποιοι άλλοι νιώθουν συγκίνηση μόνο όσον αφορά συγκεκριμένα θέματα - που καθορίζονται από τις τραυματικές τους εμπειρίες, το παρελθόν, τα βιώματα και τις εμπειρίες τους.
Πιο συναισθηματικές είναι συνήθως οι γυναίκες, που η κοινωνία τούς δίνει περισσότερο το «δικαίωμα» να εκφράζονται.
Επίσης, οι συναισθηματικοί άνθρωποι είναι πιο πιθανό να εμφανίσουν κάποια στιγμή στη ζωή τους κατάθλιψη (ανάλογα βέβαια και με τους εκλυτικούς παράγοντες, δηλαδή τα γεγονότα που συμβαίνουν στη ζωή τους).
3. Drama queen
Ας μην ξεχνάμε βέβαια ότι σε κάποιες περιπτώσεις οι συναισθηματικοί άνθρωποι -κυρίως οι γυναίκες- τείνουν να δραματοποιούν τα συναισθήματά τους χωρίς απαραίτητα να τα νιώθουν τόσο έντονα.
Αυτοί οι άνθρωποι είναι συχνά ανώριμοι και εξαρτημένοι από τους άλλους και γι' αυτό μπορεί να φαίνονται σαγηνευτικοί σε κάποιους. Άλλωστε, η δραματοποίηση των συναισθημάτων είναι μία χειριστική μέθοδος που χρησιμοποιούμε οι άνθρωποι, κυρίως οι γυναίκες (στις οποίες είναι και πιο αποδεκτό από την κοινωνία).
Όπως και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, έτσι και όσον αφορά στην εκδραμάτιση των συναισθημάτων, τα πράγματα μπορεί -σε σπάνιες περιπτώσεις- να φτάσουν στην παθολογία για κάποιους και τότε η εκδραμάτιση ονομάζεται δραματική ή οιστριονική διαταραχή προσωπικότητας (Histrionic Personality Disorder).
Οι ασθενείς αυτοί χαρακτηρίζονται από την κραυγαλέα, δραματική, ευέξαπτη και υπερδραστήρια συμπεριφορά τους με σκοπό την προσέλκυση της προσοχής. Επίσης, είναι συχνά ανίκανοι να διατηρήσουν βαθιές, μακροχρόνιες δεσμεύσεις σε μια σχέση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η συνδρομή ενός ειδικού μπορεί να αποδειχτεί πολύ βοηθητική.
4. Ζητείται ενσυναίσθηση
Σε κάποιες περιπτώσεις, δεν είναι απίθανο όταν μιλάμε για έναν ευαίσθητο άνθρωπο να εννοούμε αυτόν που έχει την ικανότητα να συναισθάνεται αυτά που νιώθει ο άλλος όχι επειδή είχε παρόμοια εμπειρία, αλλά επειδή έχει την ικανότητα να μπαίνει στη θέση του άλλου και να κατανοεί τα συναισθήματά του.
Στα αγγλικά ο όρος περιγράφεται ως empathy, που στα ελληνικά μεταφράζεται ως ενσυναίσθηση, ενώ από την άλλη πλευρά υπάρχει και ο όρος sympathy, που περιγράφει το συμπάσχω. Ακόμη κι αν εκ πρώτης όψεως οι όροι μάς φαίνονται παρόμοιοι, εντούτοις ανάμεσά τους υπάρχει μεγάλη διαφορά.
Ο ευαίσθητος άνθρωπος, έτσι όπως εμείς τον περιγράφουμε στην καθημερινότητά μας, συμπάσχει, κάνει το πρόβλημα του άλλου δικό του, σαν να το ζει εκείνος, ενώ αυτός που έχει υψηλή ενσυναίσθηση αντιλαμβάνεται-κατανοεί το τι νιώθει ο άλλος μέσα από τα δικά του μάτια, χωρίς όμως και να υιοθετεί τον κόσμο του. Για παράδειγμα, χάνει ο φίλος μας κάποιον δικό του άνθρωπο.
Όταν έχουμε ενσυναίσθηση, καταλαβαίνουμε τι σημαίνει αυτό για εκείνον και δεν στενοχωριόμαστε σκεφτόμενοι τι θα σήμαινε για εμάς η απώλεια.
Το συνηθισμένο είναι οι περισσότεροι να συμπάσχουμε και όχι να συναισθανόμαστε - αυτό μας συμβαίνει ενδεχομένως εξαιτίας της κουλτούρας μας, πιθανώς επειδή το πρώτο είναι πιο εύκολο από το δεύτερο. Είναι πιο εύκολο να συμπάσχουμε, γιατί αυτό δεν απαιτεί το να βλέπουμε το πρόβλημα μέσα από τα μάτια του άλλου (κατανοώντας απόλυτα ποιος είναι, ποιες εμπειρίες, ποια βιώματα έχει κ.λπ.), αλλά να το βλέπουμε μέσα από τα δικά μας (πώς θα νιώθαμε εμείς στη θέση του δηλαδή). Θα πρέπει όμως να γνωρίζουμε ότι η ενσυναίσθηση είναι μια δύσκολη υπόθεση.
Αυτή χρησιμοποιούν για να μας βοηθήσουν και οι θεραπευτές, που παίρνουν την απαιτούμενη απόσταση για να δουν τα πράγματα όπως τα βλέπουμε εμείς που έχουμε το πρόβλημα. Το ίδιο θα μπορούσαν να κάνουν και άλλοι επαγγελματίες που είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να βοηθούν τους συνανθρώπους τους, όπως οι κοινωνικοί λειτουργοί, οι ιερείς, ακόμα και οι γιατροί.
Σε κάθε περίπτωση, αυτός που πετυχαίνει να συναισθάνεται δεν κατακλύζεται από συναισθήματα, δεν κάνει κριτική, δεν δίνει συμβουλές, και κατανοεί τα συναισθήματα των άλλων χωρίς να τα οικειοποιείται.
Αντίθετα, αυτός που συμπάσχει κατακλύζεται από συναισθήματα, αλλά για διαφορετικούς λόγους από εκείνους που έχει ο άνθρωπος που βιώνει το πρόβλημα. Συνήθως συμπάσχουμε με προβλήματα που αναγνωρίζουμε, μπορούμε να κατανοήσουμε, έχουν συμβεί και σε εμάς, έχουν να κάνουν με τους φόβους και τις ανασφάλειές μας.
5. Υπάρχουν αναίσθητοι άνθρωποι;
Προφανώς ο όρος αυτός δεν γίνεται δεκτός από τους ειδικούς, οι οποίοι τονίζουν ότι τα συναισθήματα είναι ένα περίπλοκο ζήτημα. Σημαντικό ρόλο παίζει πώς έχουμε μάθει, συνηθίσει, αναγκαστεί να ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας.
Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί -ως άμυνα- να έχει αναγκαστεί να καταπιέζει ή και βάζει στην άκρη τα συναισθήματά του και αργότερα ως ενήλικος να μην μπορεί πια να τα αναγνωρίζει, εκφράζει κ.λπ. και έτσι στους άλλους να φαίνεται «αναίσθητος». Από την άλλη πλευρά, αναίσθητος μπορεί να θεωρείται και κάποιος που είναι ψύχραιμος (και δεν εκφράζεται υπερβολικά) ή που δυσκολεύεται να εκφραστεί.
Βέβαια, υπάρχουν και κάποιες ακραίες μορφές ανθρώπων που έχουν έλλειψη συναισθημάτων, σε περιπτώσεις όπως ο συναισθηματικός αναλφαβητισμός και η αλεξιθυμία, που είχε περιγράψει ο διάσημος έλληνας ψυχίατρος Πέτρος Σιφναίος και μιλάει για τους ανθρώπους που δεν έχουν και δεν μπορούν να κατανοήσουν συναισθήματα και έτσι μοιάζουν διαφορετικοί, σαν εξωγήινοι.
Μερικές φορές μάλιστα σε αυτούς τους ανθρώπους σωματοποιούνται τα συναισθήματα και αφού δεν μπορούν να τα εκφράσουν οι ίδιοι, τα εκφράζει το σώμα τους. Έλλειψη συναισθημάτων φαίνεται να παρουσιάζουν και όσοι έχουν αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, οι άνθρωποι δηλαδή που θα φτάσουν στην παραβατικότητα και θα συνειδητοποιήσουν ότι αυτό που κάνουν είναι παράνομο, αλλά δεν θα έχουν καμία ενοχή ή ίχνος μεταμέλειας.
6. Τι είναι το περιβόητο eq;
Πρόκειται για έναν πολυσυζητημένο όρο με διάφορους ορισμούς, που περιγράφεται πολύ επιτυχημένα μέσα από μία ρήση του Αριστοτέλη που λέει: «Ο καθένας μας μπορεί να αισθανθεί θυμό, αλλά το να θυμώσει με το πρόσωπο που πρέπει, τη στιγμή που πρέπει, στο βαθμό που πρέπει, με τον σωστό τρόπο, δεν είναι εύκολο».
Έτσι, οι άνθρωποι με υψηλό EQ είναι αυτοί που αντιλαμβάνονται και εκφράζουν σωστά τα συναισθήματα και καταφέρνουν να τα κάνουν να δουλέψουν γι' αυτούς.
Αυτοί διαθέτουν τα παρακάτω βασικά χαρακτηριστικά:
Έχουν καλύτερη δυνατότητα αντίληψης των συναισθημάτων, τόσο των δικών τους όσο και των άλλων (ενσυναίσθηση). Μάλιστα, μπορούν να κατανοήσουν συναισθήματα και από την εξωλεκτική επικοινωνία, π.χ. από τη γλώσσα του σώματος, το ύφος, τις γκριμάτσες του συνομιλητή τους, και επίσης αντιλαμβάνονται καλά τα έργα τέχνης.
Έχουν την ικανότητα να χρησιμοποιούν με αντικειμενικότητα τα συναισθήματα και να ξεχωρίζουν ποια πληροφορία είναι χρήσιμη και ποια όχι.
Κατανοούν τα συναισθήματα και το από πού προέρχονται. Επίσης, μπορούν να ελέγχουν και να διαχειρίζονται, να ρυθμίζουν και να εκφράζουν κατάλληλα τα συναισθήματά τους.
Είναι ψύχραιμοι και έχουν θετική στάση απέναντι στη ζωή.
Χαρακτηριστικά, μπορούμε να περιγράψουμε κάποιους τύπους ανθρώπων σε σχέση με το EQ τους. Έτσι:
Ο άνδρας που έχει υψηλό EQ είναι κοινωνικά ισορροπημένος, εκδηλωτικός, δεν φοβάται να εκφράσει τα συναισθήματά του, είναι πρόσχαρος, ελεύθερος από φοβίες και σκέψεις άγχους, έχει την ικανότητα να αφοσιώνεται σε ανθρώπους ή σκοπούς, αναλαμβάνει ευθύνες, είναι τρυφερός και δοτικός στις σχέσεις του.
Ο άνδρας με υψηλό IQ και χαμηλό EQ είναι πεισματάρης, ανέκφραστος, απόμακρος, ψυχρός.
Η γυναίκα με υψηλό EQ εκφράζει ευθέως τα συναισθήματα της, νιώθει και αντιλαμβάνεται τα συναισθήματα τόσο τα δικά της όσο και των άλλων, είναι εκδηλωτική και κοινωνική, ευδιάθετη, αντιδρά καλά στο στρες, είναι αυθόρμητη και ανοιχτή στις εμπειρίες.
Η γυναίκα με υψηλό IQ και χαμηλό EQ εκφράζει εύκολα σκέψεις, ενδιαφέρεται πιο πολύ για τα πνευματικά ζητήματα, έχει υψηλή πνευματική αυτοπεποίθηση (εμπιστοσύνη στη νοημοσύνη της δηλαδή), είναι επιρρεπής στο άγχος, στις ενοχές, και δεν εκφράζει ανοιχτά τον θυμό της.
Γεννιόμαστε Ή γινόμαστε;
Όπως και σε πολλά άλλα σχετικά ερωτήματα, έτσι και σε αυτό δεν υπάρχει μία μόνη και ξεκάθαρη απάντηση. Η μία εξήγηση είναι ότι γεννιόμαστε με έναν συγκεκριμένο δείκτη ευαισθησίας και η άλλη εκδοχή ότι αυτό έχει να κάνει με το πώς επεξεργαζόμαστε τις πληροφορίες με βάση τα όσα έχουμε μάθει, τις εμπειρίες μας, την κουλτούρα μας, ακόμη και το φύλο μας (οι γυναίκες θεωρείται ότι είμαστε πιο ευαίσθητες) κ.λπ.
Έτσι, κάποιοι επιστήμονες θεωρούν ότι η ευαισθησία, η ενσυναίσθηση και το EQ καλλιεργούνται και άλλοι ότι είναι έμφυτα. Οι περισσότεροι πάντως πιστεύουν μάλλον στην αλληλεπίδραση γονιδίων και περιβάλλοντος. Αυτό που είναι βέβαιο είναι ότι όποιοι τα έχουν έμφυτα μπορούν και να τα καλλιεργήσουν. Συχνά, μάλιστα, αυτοί οι άνθρωποι ασκούν ανθρωπιστικά επαγγέλματα.
Επιλύουμε τα προβλήματά μας ή απλώς ανησυχούμε;
Σκέψεις για το πώς να περάσουμε στη δράση
Όλοι έχουμε προβλήματα – είναι μια αναπόφευκτη πλευρά της ζωής. Όμως, ορισμένες φορές, όταν προσπαθούμε να διοχετεύσουμε όλη μας την ενέργεια στην επίλυση αυτών των προβλημάτων, καταλήγουμε απλώς να κάνουμε κάτι λιγότερο παραγωγικό: να ανησυχούμε.
Στην ορολογία του άγχους, η ανησυχία ορίζεται ως ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αρνητικής σκέψης για ανεπίλυτα και απειλητικά ζητήματα που θα μπορούσαν να λήξουν άσχημα. Δεν είναι απλώς η εμφάνιση μιας αρνητικής σκέψης (Ωχ, ξέχασα να γράψω εκείνη την αναφορά που έπρεπε). Αντιθέτως, η ανησυχία συνιστά μια περίοδο που διαρκεί και κυριαρχείται από αρνητικές σκέψεις για ένα ζήτημα, οι οποίες συχνά εστιάζουν στο χειρότερο δυνατό σενάριο (π.χ. Τι θα γίνει αν δεν τελειώσω στην ώρα μου; Τι θα σκεφτούν οι άλλοι για εμένα; Μπορεί να απολυθώ κλπ.).
Δεν είναι σπάνιο να συγχέουμε την ανησυχία με την επίλυση του προβλήματος. Αλλά δυστυχώς, παρά τις καλύτερες προθέσεις μας, η ανησυχία στην πραγματικότητα εκτροχιάζει τη διαδικασία επίλυσης.
Παρακάτω, προτείνονται κάποιες ιδέες για το πώς να διακρίνουμε πότε ανησυχούμε και πότε προσπαθούμε να λύσουμε το πρόβλημα. Επίσης, αναφερόμαστε και στο πώς να αλλάξουμε αυτά τα μοτίβα.
1) Όταν σκέφτεστε για το ζήτημα που σας απασχολεί, αφιερώστε λίγο χρόνο στο να αξιολογήσετε πώς νιώθετε. Είστε τσιτωμένοι, αγχωμένοι και ταραγμένοι; Αν ναι, μάλλον ανησυχείτε περισσότερο παρά ψάχνετε λύσεις.
Προσπαθήστε να πάρετε λίγες βαθιές διαφραγματικές αναπνοές και να χαλαρώσετε. Αν αυτό δεν βοηθά, αναβάλετε την ενασχόληση με το πρόβλημα όταν θα έχετε ξανά την ευκαιρία και κάνετε κάτι χαλαρωτικό. Αλλά βεβαιωθείτε ότι πράγματι θα επιστρέψετε σε αυτό.
2) Περνάτε πολύ χρόνο εστιάζοντας στο πώς τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε εντελώς λάθος (καταστροφολογία δηλαδή); Αν ναι, μάλλον ανησυχείτε περισσότερο.
Να θυμάστε ότι αν συνεχώς εστιάζετε στο τι δεν θέλετε να συμβεί, δαπανάτε χρόνο από την παραγωγική σκέψη. Αντιθέτως, συγκεντρωθείτε στους στόχους σας – αυτό θα σας διευκολύνει να ανοίξετε ένα δικό σας μονοπάτι προς την επίτευξή τους.
3) Όσο ψάχνετε να βρείτε λύσεις, μήπως τελικά τις απορρίπτετε όλες ως αναποτελεσματικές; Αν ναι, μπορεί να ανησυχείτε περισσότερο.
Να θυμάστε ότι η ανησυχία μας κάνει να νιώθουμε απαισιόδοξοι για τη διαδικασία εύρεσης λύσεων. Στο τέλος, μπορούμε να αποθαρρυνθούμε τόσο που να τα παρατήσουμε. Η εξέταση πολλών λύσεων (ακόμα κι αν δεν είναι σπουδαίες) αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επίλυσης προβλημάτων. Απλώς δεχτείτε τες όπως έρχονται – μπορείτε να τις αξιολογήσετε και να τις τεστάρετε αργότερα.
Όταν πρόκειται να κάτσετε και να συγκεντρωθείτε σε ένα πρόβλημα, προσπαθήστε να το κάνετε με ανοιχτό, ήρεμο και μη επικριτικό τρόπο. Προσδιορίστε το πρόβλημα με ξεκάθαρο τρόπο, αναγνωρίστε τους απώτερους σκοπούς σας και σκεφτείτε θετικά.
Όμως, αν αντιληφθείτε ότι παρασέρνεστε στον αρνητικό τρόπο σκέψης (στα χειρότερα δυνατά σενάρια), μην μπερδεύεστε ή αποθαρρύνεστε. Απλώς χρειάζεστε μια αναπλαισίωση του ζητήματος. Για να το κάνετε αυτό, χρειάζεστε πρώτα τα εργαλεία του χρόνου και της χαλάρωσης.
Όλοι έχουμε προβλήματα – είναι μια αναπόφευκτη πλευρά της ζωής. Όμως, ορισμένες φορές, όταν προσπαθούμε να διοχετεύσουμε όλη μας την ενέργεια στην επίλυση αυτών των προβλημάτων, καταλήγουμε απλώς να κάνουμε κάτι λιγότερο παραγωγικό: να ανησυχούμε.
Στην ορολογία του άγχους, η ανησυχία ορίζεται ως ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αρνητικής σκέψης για ανεπίλυτα και απειλητικά ζητήματα που θα μπορούσαν να λήξουν άσχημα. Δεν είναι απλώς η εμφάνιση μιας αρνητικής σκέψης (Ωχ, ξέχασα να γράψω εκείνη την αναφορά που έπρεπε). Αντιθέτως, η ανησυχία συνιστά μια περίοδο που διαρκεί και κυριαρχείται από αρνητικές σκέψεις για ένα ζήτημα, οι οποίες συχνά εστιάζουν στο χειρότερο δυνατό σενάριο (π.χ. Τι θα γίνει αν δεν τελειώσω στην ώρα μου; Τι θα σκεφτούν οι άλλοι για εμένα; Μπορεί να απολυθώ κλπ.).
Δεν είναι σπάνιο να συγχέουμε την ανησυχία με την επίλυση του προβλήματος. Αλλά δυστυχώς, παρά τις καλύτερες προθέσεις μας, η ανησυχία στην πραγματικότητα εκτροχιάζει τη διαδικασία επίλυσης.
Παρακάτω, προτείνονται κάποιες ιδέες για το πώς να διακρίνουμε πότε ανησυχούμε και πότε προσπαθούμε να λύσουμε το πρόβλημα. Επίσης, αναφερόμαστε και στο πώς να αλλάξουμε αυτά τα μοτίβα.
1) Όταν σκέφτεστε για το ζήτημα που σας απασχολεί, αφιερώστε λίγο χρόνο στο να αξιολογήσετε πώς νιώθετε. Είστε τσιτωμένοι, αγχωμένοι και ταραγμένοι; Αν ναι, μάλλον ανησυχείτε περισσότερο παρά ψάχνετε λύσεις.
Προσπαθήστε να πάρετε λίγες βαθιές διαφραγματικές αναπνοές και να χαλαρώσετε. Αν αυτό δεν βοηθά, αναβάλετε την ενασχόληση με το πρόβλημα όταν θα έχετε ξανά την ευκαιρία και κάνετε κάτι χαλαρωτικό. Αλλά βεβαιωθείτε ότι πράγματι θα επιστρέψετε σε αυτό.
2) Περνάτε πολύ χρόνο εστιάζοντας στο πώς τα πράγματα θα μπορούσαν να πάνε εντελώς λάθος (καταστροφολογία δηλαδή); Αν ναι, μάλλον ανησυχείτε περισσότερο.
Να θυμάστε ότι αν συνεχώς εστιάζετε στο τι δεν θέλετε να συμβεί, δαπανάτε χρόνο από την παραγωγική σκέψη. Αντιθέτως, συγκεντρωθείτε στους στόχους σας – αυτό θα σας διευκολύνει να ανοίξετε ένα δικό σας μονοπάτι προς την επίτευξή τους.
3) Όσο ψάχνετε να βρείτε λύσεις, μήπως τελικά τις απορρίπτετε όλες ως αναποτελεσματικές; Αν ναι, μπορεί να ανησυχείτε περισσότερο.
Να θυμάστε ότι η ανησυχία μας κάνει να νιώθουμε απαισιόδοξοι για τη διαδικασία εύρεσης λύσεων. Στο τέλος, μπορούμε να αποθαρρυνθούμε τόσο που να τα παρατήσουμε. Η εξέταση πολλών λύσεων (ακόμα κι αν δεν είναι σπουδαίες) αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της επίλυσης προβλημάτων. Απλώς δεχτείτε τες όπως έρχονται – μπορείτε να τις αξιολογήσετε και να τις τεστάρετε αργότερα.
Όταν πρόκειται να κάτσετε και να συγκεντρωθείτε σε ένα πρόβλημα, προσπαθήστε να το κάνετε με ανοιχτό, ήρεμο και μη επικριτικό τρόπο. Προσδιορίστε το πρόβλημα με ξεκάθαρο τρόπο, αναγνωρίστε τους απώτερους σκοπούς σας και σκεφτείτε θετικά.
Όμως, αν αντιληφθείτε ότι παρασέρνεστε στον αρνητικό τρόπο σκέψης (στα χειρότερα δυνατά σενάρια), μην μπερδεύεστε ή αποθαρρύνεστε. Απλώς χρειάζεστε μια αναπλαισίωση του ζητήματος. Για να το κάνετε αυτό, χρειάζεστε πρώτα τα εργαλεία του χρόνου και της χαλάρωσης.
Ο άνθρωπος είναι ένα ον χωρίς όρια. Όταν το συνειδητοποιήσει θα είναι ελεύθερος
Θα έρθει η μέρα που ο άνθρωπος θα ξυπνήσει από την λήθη και θα καταλάβει επιτέλους ποιος είναι πραγματικά και σε ποιον παρέδωσε τα ινία της ύπαρξης του, σε ένα παραπλανητικό μυαλό, ψευδή, που τον κρατά και τον καθιστά σκλάβο.
Ο άνθρωπος δεν έχει όρια και όταν μια μέρα θα το καταλάβει και θα το συνειδητοποιήσει, θα είναι ελεύθερος και εδώ σε αυτόν τον κόσμο.
Είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, εμείς είμαστε η αιτία του εαυτού μας. Έχοντας γεννηθεί σε αυτόν τον κόσμο, πέφτουμε στην ψευδαίσθηση των συναισθημάτων; πιστεύουμε σε ότι βλέπουμε. Αγνοούμε πως είμαστε τυφλοί και κουφοί. Τότε μας επιτίθεται ο φόβος και ξεχνάμε πως είμαστε θεϊκοί, πως μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των συμβάντων, ακόμα μέχρι και το ζωδιακό κύκλο.
Δεν γνωρίζω το πότε, αλλά γνωρίζω πως έχουμε έρθει πάρα πολλοί αυτόν τον αιώνα για να αναπτύξουμε τέχνες και επιστήμες, για να βάλουμε τα θεμέλια ενός νέου πολιτισμού που θα ανθίσει, απρόσμενα, αναπάντεχα, τότε που η εξουσία θα έχει την ψευδαίσθηση πως έχει νικήσει!
Ο άνθρωπος δεν έχει όρια και όταν μια μέρα θα το καταλάβει και θα το συνειδητοποιήσει, θα είναι ελεύθερος και εδώ σε αυτόν τον κόσμο.
Είτε μας αρέσει είτε δεν μας αρέσει, εμείς είμαστε η αιτία του εαυτού μας. Έχοντας γεννηθεί σε αυτόν τον κόσμο, πέφτουμε στην ψευδαίσθηση των συναισθημάτων; πιστεύουμε σε ότι βλέπουμε. Αγνοούμε πως είμαστε τυφλοί και κουφοί. Τότε μας επιτίθεται ο φόβος και ξεχνάμε πως είμαστε θεϊκοί, πως μπορούμε να αλλάξουμε την πορεία των συμβάντων, ακόμα μέχρι και το ζωδιακό κύκλο.
Δεν γνωρίζω το πότε, αλλά γνωρίζω πως έχουμε έρθει πάρα πολλοί αυτόν τον αιώνα για να αναπτύξουμε τέχνες και επιστήμες, για να βάλουμε τα θεμέλια ενός νέου πολιτισμού που θα ανθίσει, απρόσμενα, αναπάντεχα, τότε που η εξουσία θα έχει την ψευδαίσθηση πως έχει νικήσει!
Γι’ αυτό οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο
Στην πραγματικότητα, δεν χρειαζόμαστε τόση σιγουριά και τόση αυτοπεποίθηση όση νομίζουμε ότι χρειαζόμαστε. Η σιγουριά και η αυτοπεποίθηση μπορούν είτε να είναι σπουδαία ποιότητα είτε να είναι εμπόδιο για κάποιον. Για παράδειγμα, οι ανόητοι άνθρωποι έχουν πάντοτε περισσότερη σιγουριά και αυτοπεποίθηση από ότι οι άνθρωποι που είναι ευφυείς. Η βλακεία είναι πάντοτε σίγουρη κι έχει αυτοπεποίθηση. Οι ανόητοι είναι πιο πεισματάρηδες και επειδή είναι τυφλοί, επειδή δεν μπορούν να δουν, ορμάνε οπουδήποτε.
Ο άνθρωπος που είναι ευφυής είναι αναπόφευκτο να έχει κάποιο δισταγμό. Η ευφυΐα είναι διστακτική. Αυτό δείχνει απλώς ότι υπάρχουν εκατομμύρια ευκαιρίες, εκατομμύρια εναλλακτικές και πρέπει κανείς να επιλέξει. Κάθε επιλογή οδηγεί σε ένα διαφορετικό δρόμο, οπότε είναι αναπόφευκτο να υπάρχει έλλειψη σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Όσο περισσότερο ευφυής είσαι, τόσο περισσότερο θα το νιώθεις αυτό. Η αυτοπεποίθηση λοιπόν δεν είναι πάντοτε καλή. Το ενενήντα εννέα τοις εκατό της αυτοπεποίθησης είναι βλακεία. Μόνο το ένα τοις εκατό είναι καλό – και εκείνο το ένα τοις εκατό δεν είναι ποτέ απόλυτο.
Πάντοτε στέκεσαι σε σταυροδρόμια και δεν ξέρεις ποιος δρόμος είναι πραγματικά ο σωστός. Πώς μπορείς να έχεις αυτοπεποίθηση; Γιατί περιμένεις να έχεις αυτοπεποίθηση;
Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν σχεδόν ίδιοι, ένας όμως πρέπει να επιλεγεί. Είναι σαν να ποντάρεις στη ρουλέτα. Έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που είναι έτσι. Αν το κάθε τι ήταν ξεκάθαρο, προσχεδιασμένο και σου δινόταν οδηγίες – στρίψε δεξιά, στρίψε αριστερά, κάνε αυτό κι εκείνο – τότε θα υπήρχε σιγουριά, αλλά τι νόημα θα είχε; Τίποτα δεν θα ήταν συναρπαστικό. Τότε δεν θα υπήρχε κανένα φως στη ζωή. Θα ήταν μια νεκρή ρουτίνα.
Η ζωή είναι πάντοτε συναρπαστική, επειδή κάθε βήμα σε φέρνει σε ένα άλλο σταυροδρόμι, όπου υπάρχουν και πάλι τόσο πολλοί δρόμοι και πάλι πρέπει να επιλέξεις. Αρχίζεις να τρέμεις. Θα επιλέξεις το σωστό ή όχι; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος και να έχεις αυτοπεποίθηση; Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να σκεφτείς όλες τις εναλλακτικές και όποια αισθάνεσαι πως είναι λίγο καλύτερη από τις άλλες…
Μην ψάχνεις το απόλυτα σωστό και το απόλυτα λάθος. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, υπάρχουν μόνο ποσοστά. Το ένα είναι λίγο καλύτερο από το άλλο – αυτό είναι όλο. Η ζωή δεν χωρίζεται σε δύο πόλους, στο καλό και στο κακό. Υπάρχουν χίλιες δυο καταστάσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό. Κοίτα λοιπόν γύρω σου αντικειμενικά, σιωπηλά, χωρίς ανησυχία, δες κάθε πιθανότητα και κινήσου προς αυτό που νιώθεις πως είναι λίγο καλύτερο από τα άλλα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να κινηθείς, ξέχνα τις άλλες εναλλακτικές, επειδή τώρα δεν έχουν καμία σημασία. Ύστερα κινήσου με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Αυτή είναι η πραγματικά ευφυής αυτοπεποίθηση.
Δεν καταστρέφει τελείως το δισταγμό. Χρησιμοποιεί το δισταγμό. Δεν καταστρέφει τις εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές βρίσκονται εκεί. Σκέφτεται συνειδητά και συλλογίζεται όλες τις εναλλακτικές, όσο πιο σιωπηλά είναι ανθρωπίνως εφικτό. Η ευφυΐα δεν απαιτεί ποτέ κάτι απάνθρωπο.
Υπάρχουν πολλά μονοπάτια. Πολλοί άνθρωποι κινούνται προς τα δεξιά και θεωρούν ότι αυτό είναι το καλύτερο. Εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι το καλύτερο είναι να κινηθείς προς τα αριστερά, οπότε είναι φυσικό να υπάρχει δισταγμός, επειδή ξέρεις ότι πολλοί ευφυείς άνθρωποι κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πώς μπορείς να έχεις σιγουριά και αυτοπεποίθηση; Δεν είσαι μόνος σου εδώ. Πολλοί ευφυείς άνθρωποι πηγαίνουν προς τα εκεί κι εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι κάτι άλλο είναι το σωστό για σένα.
Στάσου πάνω στο σταυροδρόμι, σκέψου, διαλογίσου, από τη στιγμή όμως που αποφασίσεις, τότε ξέχνα όλες τις εναλλακτικές και προχώρα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να προχωρήσεις, χρειάζεται όλη σου η ενέργεια. Μη διχάζεσαι και μην αφήνεις το μισό νου σου να σκέφτεται τις άλλες εναλλακτικές. Μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να χρησιμοποιεί κανείς το δισταγμό.
Και δεν υπάρχει καμία σιγουριά ότι αυτό που κάνεις, είναι οπωσδήποτε το σωστό. Δεν λέω αυτό. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να είσαι σίγουρος. Μπορεί να κάνεις λάθος, δεν υπάρχει όμως κανένας τρόπος να το μάθεις, αν δεν περπατήσεις όλο το δρόμο ως το τέλος, ως το τέρμα.
Η δική μου κατανόηση είναι ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται σωστά. Η ίδια η σκέψη σε κάνει να ωριμάζεις. Προχωράς σε ένα δρόμο. Το αν είναι ο σωστός ή ο λάθος, δεν έχει καμία σημασία. Το ίδιο το γεγονός ότι προχωράς, σε ωριμάζει. Για μένα, ζήτημα δεν είναι προς το που πηγαίνεις. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είσαι κολλημένος, ότι προχωράς.
Ακόμη κι αν αυτός ο δρόμος φτάσει σε αδιέξοδο και δεν οδηγεί πουθενά και πρέπει να γυρίσεις πίσω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς. Είναι καλό που τον περπάτησες. Περπατώντας τον, έχεις γίνει πολύ πιο έμπειρος. Γνώρισες τον λάθος δρόμο. Τώρα είσαι περισσότερο εξοικειωμένος με το λάθος από ό,τι ήσουν προηγουμένως. Τώρα ξέρεις τι είναι το ψεύτικο κι αυτό θα σε βοηθήσει να βρεις την αλήθεια.
Το να γνωρίσεις το ψεύτικο είναι σπουδαία εμπειρία, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθει κανείς σιγά-σιγά να γνωρίσει τι είναι η αλήθεια. Για να γνωρίσεις την αλήθεια, χρειάζεται να έχεις γνωρίσει προηγουμένως το ψέμα. Και χρειάζεται να περπατήσει κανείς σε πολλούς λάθος δρόμους, μέχρι να έρθει στον σωστό. Για μένα λοιπόν, ακόμη κι αν πηγαίνεις προς την κόλαση, είναι ευλογία, επειδή δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να γνωρίσεις την κόλαση. Κι αν δεν γνωρίσεις την κόλαση, δεν θα είσαι ποτέ σε θέση να γνωρίσεις τι είναι ο παράδεισος. Μπες μέσα στο σκοτάδι, επειδή αυτός είναι ο τρόπος να γνωρίσεις το φως. Το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι το να μην κολλήσεις κήπου. Μη στέκεσαι απλώς πάνω στο σταυροδρόμι διστάζοντας, χωρίς να πηγαίνεις πουθενά. Μην κάνεις συνήθειά σου το δισταγμό, χρησιμοποίησέ τον.
Σκέψου όλες τις εναλλακτικές. Εγώ δεν σου λέω ούτε να μη σκέφτεσαι ούτε να μη διστάζεις. Μην προχωράς σαν ανόητος, σαν τυφλός, με κλειστά μάτια — οπότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, αφού δεν γνωρίζεις ότι υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι. Γι’ αυτό οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν υπήρχαν λιγότεροι άνθρωποι με σιγουριά και αυτοπεποίθηση.
Ο άνθρωπος που είναι ευφυής είναι αναπόφευκτο να έχει κάποιο δισταγμό. Η ευφυΐα είναι διστακτική. Αυτό δείχνει απλώς ότι υπάρχουν εκατομμύρια ευκαιρίες, εκατομμύρια εναλλακτικές και πρέπει κανείς να επιλέξει. Κάθε επιλογή οδηγεί σε ένα διαφορετικό δρόμο, οπότε είναι αναπόφευκτο να υπάρχει έλλειψη σιγουριάς και αυτοπεποίθησης. Όσο περισσότερο ευφυής είσαι, τόσο περισσότερο θα το νιώθεις αυτό. Η αυτοπεποίθηση λοιπόν δεν είναι πάντοτε καλή. Το ενενήντα εννέα τοις εκατό της αυτοπεποίθησης είναι βλακεία. Μόνο το ένα τοις εκατό είναι καλό – και εκείνο το ένα τοις εκατό δεν είναι ποτέ απόλυτο.
Πάντοτε στέκεσαι σε σταυροδρόμια και δεν ξέρεις ποιος δρόμος είναι πραγματικά ο σωστός. Πώς μπορείς να έχεις αυτοπεποίθηση; Γιατί περιμένεις να έχεις αυτοπεποίθηση;
Όλοι οι δρόμοι μοιάζουν σχεδόν ίδιοι, ένας όμως πρέπει να επιλεγεί. Είναι σαν να ποντάρεις στη ρουλέτα. Έτσι όμως είναι η ζωή. Και είναι καλό που είναι έτσι. Αν το κάθε τι ήταν ξεκάθαρο, προσχεδιασμένο και σου δινόταν οδηγίες – στρίψε δεξιά, στρίψε αριστερά, κάνε αυτό κι εκείνο – τότε θα υπήρχε σιγουριά, αλλά τι νόημα θα είχε; Τίποτα δεν θα ήταν συναρπαστικό. Τότε δεν θα υπήρχε κανένα φως στη ζωή. Θα ήταν μια νεκρή ρουτίνα.
Η ζωή είναι πάντοτε συναρπαστική, επειδή κάθε βήμα σε φέρνει σε ένα άλλο σταυροδρόμι, όπου υπάρχουν και πάλι τόσο πολλοί δρόμοι και πάλι πρέπει να επιλέξεις. Αρχίζεις να τρέμεις. Θα επιλέξεις το σωστό ή όχι; Πώς μπορείς να είσαι σίγουρος και να έχεις αυτοπεποίθηση; Το μόνο που μπορείς να κάνεις, είναι να σκεφτείς όλες τις εναλλακτικές και όποια αισθάνεσαι πως είναι λίγο καλύτερη από τις άλλες…
Μην ψάχνεις το απόλυτα σωστό και το απόλυτα λάθος. Στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο, υπάρχουν μόνο ποσοστά. Το ένα είναι λίγο καλύτερο από το άλλο – αυτό είναι όλο. Η ζωή δεν χωρίζεται σε δύο πόλους, στο καλό και στο κακό. Υπάρχουν χίλιες δυο καταστάσεις ανάμεσα στο καλό και το κακό. Κοίτα λοιπόν γύρω σου αντικειμενικά, σιωπηλά, χωρίς ανησυχία, δες κάθε πιθανότητα και κινήσου προς αυτό που νιώθεις πως είναι λίγο καλύτερο από τα άλλα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να κινηθείς, ξέχνα τις άλλες εναλλακτικές, επειδή τώρα δεν έχουν καμία σημασία. Ύστερα κινήσου με σιγουριά και αυτοπεποίθηση. Αυτή είναι η πραγματικά ευφυής αυτοπεποίθηση.
Δεν καταστρέφει τελείως το δισταγμό. Χρησιμοποιεί το δισταγμό. Δεν καταστρέφει τις εναλλακτικές. Οι εναλλακτικές βρίσκονται εκεί. Σκέφτεται συνειδητά και συλλογίζεται όλες τις εναλλακτικές, όσο πιο σιωπηλά είναι ανθρωπίνως εφικτό. Η ευφυΐα δεν απαιτεί ποτέ κάτι απάνθρωπο.
Υπάρχουν πολλά μονοπάτια. Πολλοί άνθρωποι κινούνται προς τα δεξιά και θεωρούν ότι αυτό είναι το καλύτερο. Εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι το καλύτερο είναι να κινηθείς προς τα αριστερά, οπότε είναι φυσικό να υπάρχει δισταγμός, επειδή ξέρεις ότι πολλοί ευφυείς άνθρωποι κινούνται προς την αντίθετη κατεύθυνση. Πώς μπορείς να έχεις σιγουριά και αυτοπεποίθηση; Δεν είσαι μόνος σου εδώ. Πολλοί ευφυείς άνθρωποι πηγαίνουν προς τα εκεί κι εσύ εξακολουθείς να νιώθεις ότι κάτι άλλο είναι το σωστό για σένα.
Στάσου πάνω στο σταυροδρόμι, σκέψου, διαλογίσου, από τη στιγμή όμως που αποφασίσεις, τότε ξέχνα όλες τις εναλλακτικές και προχώρα. Από τη στιγμή που αποφασίζεις να προχωρήσεις, χρειάζεται όλη σου η ενέργεια. Μη διχάζεσαι και μην αφήνεις το μισό νου σου να σκέφτεται τις άλλες εναλλακτικές. Μ’ αυτόν τον τρόπο πρέπει να χρησιμοποιεί κανείς το δισταγμό.
Και δεν υπάρχει καμία σιγουριά ότι αυτό που κάνεις, είναι οπωσδήποτε το σωστό. Δεν λέω αυτό. Δεν υπάρχει κανένας τρόπος να είσαι σίγουρος. Μπορεί να κάνεις λάθος, δεν υπάρχει όμως κανένας τρόπος να το μάθεις, αν δεν περπατήσεις όλο το δρόμο ως το τέλος, ως το τέρμα.
Η δική μου κατανόηση είναι ότι πρέπει κανείς να σκέφτεται σωστά. Η ίδια η σκέψη σε κάνει να ωριμάζεις. Προχωράς σε ένα δρόμο. Το αν είναι ο σωστός ή ο λάθος, δεν έχει καμία σημασία. Το ίδιο το γεγονός ότι προχωράς, σε ωριμάζει. Για μένα, ζήτημα δεν είναι προς το που πηγαίνεις. Για μένα, το πιο σημαντικό είναι ότι δεν είσαι κολλημένος, ότι προχωράς.
Ακόμη κι αν αυτός ο δρόμος φτάσει σε αδιέξοδο και δεν οδηγεί πουθενά και πρέπει να γυρίσεις πίσω, δεν υπάρχει κανένας λόγος να ανησυχείς. Είναι καλό που τον περπάτησες. Περπατώντας τον, έχεις γίνει πολύ πιο έμπειρος. Γνώρισες τον λάθος δρόμο. Τώρα είσαι περισσότερο εξοικειωμένος με το λάθος από ό,τι ήσουν προηγουμένως. Τώρα ξέρεις τι είναι το ψεύτικο κι αυτό θα σε βοηθήσει να βρεις την αλήθεια.
Το να γνωρίσεις το ψεύτικο είναι σπουδαία εμπειρία, επειδή αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να έρθει κανείς σιγά-σιγά να γνωρίσει τι είναι η αλήθεια. Για να γνωρίσεις την αλήθεια, χρειάζεται να έχεις γνωρίσει προηγουμένως το ψέμα. Και χρειάζεται να περπατήσει κανείς σε πολλούς λάθος δρόμους, μέχρι να έρθει στον σωστό. Για μένα λοιπόν, ακόμη κι αν πηγαίνεις προς την κόλαση, είναι ευλογία, επειδή δεν υπάρχει κανένας άλλος τρόπος να γνωρίσεις την κόλαση. Κι αν δεν γνωρίσεις την κόλαση, δεν θα είσαι ποτέ σε θέση να γνωρίσεις τι είναι ο παράδεισος. Μπες μέσα στο σκοτάδι, επειδή αυτός είναι ο τρόπος να γνωρίσεις το φως. Το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι το να μην κολλήσεις κήπου. Μη στέκεσαι απλώς πάνω στο σταυροδρόμι διστάζοντας, χωρίς να πηγαίνεις πουθενά. Μην κάνεις συνήθειά σου το δισταγμό, χρησιμοποίησέ τον.
Σκέψου όλες τις εναλλακτικές. Εγώ δεν σου λέω ούτε να μη σκέφτεσαι ούτε να μη διστάζεις. Μην προχωράς σαν ανόητος, σαν τυφλός, με κλειστά μάτια — οπότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, αφού δεν γνωρίζεις ότι υπάρχουν κι άλλοι δρόμοι. Γι’ αυτό οι ανόητοι έχουν μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση, έχουν κάνει όμως μεγάλη ζημιά στον κόσμο. Ο κόσμος θα ήταν καλύτερος αν υπήρχαν λιγότεροι άνθρωποι με σιγουριά και αυτοπεποίθηση.
Πολλοί όμως δε θέλουν να κάνουν αυτή την προσπάθεια
Όσο λιγότερο καθαρά βλέπουμε την πραγματικότητα του κόσμου – όσο περισσότερο το πνεύμα μας είναι θολωμένο από ψέματα, απατηλές αντιλήψεις, και ψευδαισθήσεις – τόσο λιγότερο ικανοί θα είμαστε να χαράζουμε μια σωστή πορεία δράσης και να παίρνουμε σωστές αποφάσεις. Ο τρόπος που βλέπουμε την πραγματικότητα είναι σαν ένας χάρτης με τον οποίο ανιχνεύουμε το έδαφος της ζωής. Αν ο χάρτης είναι αληθινός και ακριβής, θα ξέρουμε γενικά πού βρισκόμαστε, κι αν έχουμε αποφασίσει πού θέλουμε να πάμε, θα ξέρουμε γενικά πώς να φτάσουμε εκεί. Αν ο χάρτης είναι λαθεμένος και ανακριβής, το αποτέλεσμα γενικά είναι να χαθούμε. Μολονότι αυτό είναι ολοφάνερο, οι περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να το αγνοούν. Το αγνοούν γιατί η όδευσή μας προς την πραγματικότητα δεν είναι εύκολη. Πρώτα πρώτα δε γεννιόμαστε με χάρτες· πρέπει να τους φτιάξουμε. Και το φτιάξιμό τους απαιτεί προσπάθεια.
Όσο μεγαλύτερη προσπάθεια καταβάλουμε για να εκτιμήσουμε και να αντιληφθούμε την πραγματικότητα, τόσο μεγαλύτεροι και ακριβέστεροι θα είναι οι χάρτες μας. Πολλοί όμως δε θέλουν να κάνουν αυτή την προσπάθεια. Μερικοί σταματούν να την κάνουν όταν φτάνουν στο τέλος της εφηβείας. Οι χάρτες τους είναι μικροί και πρόχειροι, και οι απόψεις τους για τον κόσμο περιορισμένες και παραπλανητικές. Προς το τέλος της μέσης ηλικίας, οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν παραιτηθεί από την προσπάθεια. Αισθάνονται σίγουροι ότι οι χάρτες τους είναι πλήρεις και ότι η Weltanschauung (κοσμοθεωρία) τους είναι σωστή (και μάλιστα ιερή) και δεν ενδιαφέρονται πια για καινούργιες γνώσεις. Λες και είναι κουρασμένοι. Μόνο μια σχετικά μικρή και τυχερή μειοψηφία συνεχίζει μέχρι τη στιγμή του θανάτου να εξερευνά το μυστήριο της πραγματικότητας μεγαλώνοντας, εξειδικεύοντας και αναθεωρώντας συνεχώς την κοσμοαντίληψή τους και την άποψή τους για το τι είναι αλήθεια.
Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χάραξη του χάρτη δεν είναι ότι πρέπει να αρχίσουμε από το μηδέν, αλλά ότι, αν θέλουμε να είναι οι χάρτες μας ακριβείς, θα χρειαστεί να τους αναθεωρούμε συνεχώς. Ο ίδιος ο κόσμος διαρκώς αλλάζει. Παγετώνες έρχονται, …παγετώνες φεύγουν. Πολιτισμοί έρχονται, πολιτισμοί φεύγουν. Υπάρχει πολύ λίγη τεχνολογία, υπάρχει πάρα πολλή τεχνολογία. Ακόμα πιο δραματικά, η σκοπιά από όπου θεωρούμε τον κόσμο αλλάζει διαρκώς και πολύ γρήγορα. Όταν είμαστε παιδιά είμαστε εξαρτημένοι και αδύναμοι. Όταν γίνουμε ενήλικοι, μπορούμε να είμαστε δυνατοί. Ωστόσο, σε περίπτωση αρρώστιας ή γεροντικής αναπηρίας μπορεί να ξαναγίνουμε αδύναμοι και εξαρτημένοι. Όταν έχουμε παιδιά που πρέπει να φροντίσουμε, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν δεν έχουμε κανένα παιδί. Όταν ανατρέφουμε μικρά, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν ανατρέφουμε εφήβους. Όταν είμαστε φτωχοί, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν είμαστε πλούσιοι. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε με νέες πληροφορίες για τη φύση της πραγματικότητας. Αν θέλουμε να αφομοιώσουμε αυτές τις πληροφορίες, πρέπει συνεχώς να αναθεωρούμε τους χάρτες μας, και μερικές φορές όταν αρκετές νέες πληροφορίες έχουν συσσωρευτεί, πρέπει να κάνουμε πολύ σημαντικές αναθεωρήσεις. Η διεργασία της αναθεώρησης, και ιδιαίτερα της σημαντικής αναθεώρησης, είναι επίμοχθη, μερικές φορές μάλιστα βασανιστική. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη πηγή πολλών από τα κακά του ανθρώπινου γένους.
Τι συμβαίνει όταν ένας έχει μοχθήσει πολύ και για μακρόχρονο διάστημα για να σχηματίσει μιαν ικανοποιητική κοσμοαντίληψη, έναν φαινομενικά χρήσιμο και πρακτικό χάρτη, και ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πληροφορία που δείχνει πως η αντίληψη αυτή είναι λαθεμένη και πως ο χάρτης χρειάζεται σε ένα μεγάλο μέρος του να ξανασχεδιαστεί; Η απαιτούμενη οδυνηρή προσπάθεια φαίνεται τρομερή, σχεδόν συντριπτική. Εκείνο που κάνουμε πιο συχνά και συνήθως ασύνειδα είναι να αγνοούμε το νέο στοιχείο. Πολλές φορές αυτή η πράξη της ηθελημένης άγνοιας είναι πολύ περισσότερο από παθητική. Μπορεί να καταγγείλουμε το νέο στοιχείο ως λαθεμένο, επικίνδυνο, αιρετικό, έργο του διαβόλου. Μπορεί και να κηρύξουμε σταυροφορία εναντίον του, κι ακόμα να προσπαθήσουμε να παραπλανήσουμε τον κόσμο ώστε να τον κάνουμε να συμφωνήσει με τη δική μας αντίληψη τια την πραγματικότητα. Ένα άτομο αντί να προσπαθήσει να αλλάξει τον χάρτη, μπορεί να προσπαθήσει να καταστρέψει το νέο στοιχείο.
Είναι λυπηρό το γεγονός ότι ένα τέτοια άτομο μπορεί να ξοδεύει πολύ περισσότερη ενέργεια υπερασπίζοντας μια απαρχαιωμένη κοσμοθεωρία από ό,τι θα χρειαζόταν για να την αναθεωρήσει ή να την διορθώσει.
Αλλά το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χάραξη του χάρτη δεν είναι ότι πρέπει να αρχίσουμε από το μηδέν, αλλά ότι, αν θέλουμε να είναι οι χάρτες μας ακριβείς, θα χρειαστεί να τους αναθεωρούμε συνεχώς. Ο ίδιος ο κόσμος διαρκώς αλλάζει. Παγετώνες έρχονται, …παγετώνες φεύγουν. Πολιτισμοί έρχονται, πολιτισμοί φεύγουν. Υπάρχει πολύ λίγη τεχνολογία, υπάρχει πάρα πολλή τεχνολογία. Ακόμα πιο δραματικά, η σκοπιά από όπου θεωρούμε τον κόσμο αλλάζει διαρκώς και πολύ γρήγορα. Όταν είμαστε παιδιά είμαστε εξαρτημένοι και αδύναμοι. Όταν γίνουμε ενήλικοι, μπορούμε να είμαστε δυνατοί. Ωστόσο, σε περίπτωση αρρώστιας ή γεροντικής αναπηρίας μπορεί να ξαναγίνουμε αδύναμοι και εξαρτημένοι. Όταν έχουμε παιδιά που πρέπει να φροντίσουμε, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν δεν έχουμε κανένα παιδί. Όταν ανατρέφουμε μικρά, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν ανατρέφουμε εφήβους. Όταν είμαστε φτωχοί, ο κόσμος φαίνεται διαφορετικός απ’ όταν είμαστε πλούσιοι. Καθημερινά βομβαρδιζόμαστε με νέες πληροφορίες για τη φύση της πραγματικότητας. Αν θέλουμε να αφομοιώσουμε αυτές τις πληροφορίες, πρέπει συνεχώς να αναθεωρούμε τους χάρτες μας, και μερικές φορές όταν αρκετές νέες πληροφορίες έχουν συσσωρευτεί, πρέπει να κάνουμε πολύ σημαντικές αναθεωρήσεις. Η διεργασία της αναθεώρησης, και ιδιαίτερα της σημαντικής αναθεώρησης, είναι επίμοχθη, μερικές φορές μάλιστα βασανιστική. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγαλύτερη πηγή πολλών από τα κακά του ανθρώπινου γένους.
Τι συμβαίνει όταν ένας έχει μοχθήσει πολύ και για μακρόχρονο διάστημα για να σχηματίσει μιαν ικανοποιητική κοσμοαντίληψη, έναν φαινομενικά χρήσιμο και πρακτικό χάρτη, και ξαφνικά βρίσκεται μπροστά σε μια νέα πληροφορία που δείχνει πως η αντίληψη αυτή είναι λαθεμένη και πως ο χάρτης χρειάζεται σε ένα μεγάλο μέρος του να ξανασχεδιαστεί; Η απαιτούμενη οδυνηρή προσπάθεια φαίνεται τρομερή, σχεδόν συντριπτική. Εκείνο που κάνουμε πιο συχνά και συνήθως ασύνειδα είναι να αγνοούμε το νέο στοιχείο. Πολλές φορές αυτή η πράξη της ηθελημένης άγνοιας είναι πολύ περισσότερο από παθητική. Μπορεί να καταγγείλουμε το νέο στοιχείο ως λαθεμένο, επικίνδυνο, αιρετικό, έργο του διαβόλου. Μπορεί και να κηρύξουμε σταυροφορία εναντίον του, κι ακόμα να προσπαθήσουμε να παραπλανήσουμε τον κόσμο ώστε να τον κάνουμε να συμφωνήσει με τη δική μας αντίληψη τια την πραγματικότητα. Ένα άτομο αντί να προσπαθήσει να αλλάξει τον χάρτη, μπορεί να προσπαθήσει να καταστρέψει το νέο στοιχείο.
Είναι λυπηρό το γεγονός ότι ένα τέτοια άτομο μπορεί να ξοδεύει πολύ περισσότερη ενέργεια υπερασπίζοντας μια απαρχαιωμένη κοσμοθεωρία από ό,τι θα χρειαζόταν για να την αναθεωρήσει ή να την διορθώσει.
ΑΙΣΩΠΟΣ: Ο κύριός του, τον είχε συμβουλεύσει πως αν κάποιος λύκος επιτεθεί στο κοπάδι θα έπρεπε να καλέσει για βοήθεια
Ένας νεαρός βοσκός φρόντιζε τα πρόβατα του κυρίου του κοντά σε ένα πυκνό δάσος, σε μικρή απόσταση από το χωριό. Πολύ σύντομα όμως βρήκε τη ζωή στο βοσκότοπο πληκτική καθώς το μόνο που μπορούσε να κάνει για να διασκεδάσει ήταν να μιλάει με τον σκύλο του ή να παίζει μουσική με τη φλογέρα του.
Μια μέρα, καθώς κάθονταν κοιτάζοντας τα πρόβατα και το ήσυχο δάσος, σκέφτηκε τι θα έκανε αν έβλεπε ένα λύκο. Σκέφτηκε λοιπόν ένα σχέδιο για να διασκεδάσει.
Όπως το περίμενε, οι χωρικοί που άκουσαν τις φωνές, άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν γρήγορα στο βοσκότοπο για βοήθεια. Όμως όταν έφτασαν εκεί βρήκαν το αγόρι να ξεκαρδίζεται στα γέλια που κατάφερε να τους κοροϊδέψει.
Λίγες μέρες αργότερα ο νεαρός βοσκός φώναξε ξανά: «Τρέξτε συγχωριανοί. Λύκοι τρώνε τα πρόβατά μου. Βοήθεια! Βοήθεια!». Και πάλι οι χωρικοί έτρεξαν για να τον βοηθήσουν, αλλά και πάλι τον βρήκαν να γελάει και να τους κοροϊδεύει που την πάτησαν ξανά.
Μετά από μερικές μέρες, καθώς βράδιαζε ένας λύκος έκανε την εμφάνισή του και επιτέθηκε στα πρόβατα αυτή τη φορά στα αλήθεια.
Με τρόμο το αγόρι έτρεξε προς το χωριό, φωνάζοντας: «Τρέξτε συγχωριανοί! Ένας Λύκος τρώει τα πρόβατά μου. Βοήθεια Λύκος! Λύκος!». Αλλά αυτή τη φορά αν και οι χωρικοί άκουγαν τις φωνές του, δεν έτρεξαν για να τον βοηθήσουν όπως πριν.
«Δεν μπορεί να μας ξεγελάσει πάλι», είπαν.
Ο Λύκος σκότωσε πολλά από τα πρόβατα του ψεύτη βοσκού και στη συνέχεια χάθηκε στο δάσος.
Μια μέρα, καθώς κάθονταν κοιτάζοντας τα πρόβατα και το ήσυχο δάσος, σκέφτηκε τι θα έκανε αν έβλεπε ένα λύκο. Σκέφτηκε λοιπόν ένα σχέδιο για να διασκεδάσει.
Ο κύριός του, τον είχε συμβουλεύσει πως αν κάποιος λύκος επιτεθεί στο κοπάδι θα έπρεπε να καλέσει για βοήθεια και οι χωρικοί θα έρχονταν για να διώξουν τον λύκο μακριά. Τώρα λοιπόν, αν και δεν είχε δει τίποτα, έτρεξε προς το χωριό και φώναξε δυνατά: «Βοήθεια! Τρέξτε συγχωριανοί. Λύκοι τρώνε τα πρόβατά μου. Βοήθεια!».
Όπως το περίμενε, οι χωρικοί που άκουσαν τις φωνές, άφησαν τις δουλειές τους και έτρεξαν γρήγορα στο βοσκότοπο για βοήθεια. Όμως όταν έφτασαν εκεί βρήκαν το αγόρι να ξεκαρδίζεται στα γέλια που κατάφερε να τους κοροϊδέψει.
Λίγες μέρες αργότερα ο νεαρός βοσκός φώναξε ξανά: «Τρέξτε συγχωριανοί. Λύκοι τρώνε τα πρόβατά μου. Βοήθεια! Βοήθεια!». Και πάλι οι χωρικοί έτρεξαν για να τον βοηθήσουν, αλλά και πάλι τον βρήκαν να γελάει και να τους κοροϊδεύει που την πάτησαν ξανά.
Μετά από μερικές μέρες, καθώς βράδιαζε ένας λύκος έκανε την εμφάνισή του και επιτέθηκε στα πρόβατα αυτή τη φορά στα αλήθεια.
Με τρόμο το αγόρι έτρεξε προς το χωριό, φωνάζοντας: «Τρέξτε συγχωριανοί! Ένας Λύκος τρώει τα πρόβατά μου. Βοήθεια Λύκος! Λύκος!». Αλλά αυτή τη φορά αν και οι χωρικοί άκουγαν τις φωνές του, δεν έτρεξαν για να τον βοηθήσουν όπως πριν.
«Δεν μπορεί να μας ξεγελάσει πάλι», είπαν.
Ο Λύκος σκότωσε πολλά από τα πρόβατα του ψεύτη βοσκού και στη συνέχεια χάθηκε στο δάσος.
Τέλειος σαν Τέλος
Όποιος πει πως είναι τέλειος έμμεσα ομολογεί ότι έφτασε στο τέλος της εξέλιξης & της βελτίωσής του.
«Τελειομανία» Ο σπόρος της φωλιάζει κάποια στιγμή μέσα μας, χωρίς να το καταλάβουμε, χωρίς να το προσέξουμε, χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την απαρχή της. Και μεγαλώνει μέσα μας. Μεγαλώνουμε μαζί. Και κάποια στιγμή μετά βίας διαχωρίζεται το ένα από το άλλο. Είμαστε ένα. Η τελειομανία κι εμείς. Ο σπόρος έγινε ολόκληρο δέντρο. Πώς να το ξεριζώσεις;
Εγώ σε βοήθησα. Εγώ σε έφερα εδώ που είσαι σήμερα. Χάρη σ’ εμένα προχώρησες, πέτυχες, κατέκτησες. Αν δεν υπήρχα εγώ, πού θα ήσουν εσύ; Αν δεν σε πίεζα, αν δεν σε έσπρωχνα για το περισσότερο, το καλύτερο, το τέλειο; Πού θα βρισκόσουν; Στην μετριότητα; Η μετριότητα δεν είναι αρκετά καλή. Δεν ξεχωρίζει. Δεν φέρνει καταξίωση. Δεν με ικανοποιεί. Πρέπει να είσαι ο πρώτος, ο καλύτερος! Πρέπει να είσαι τέλειος. Δεν πρέπει να κάνεις λάθη, δεν επιτρέπεται να μην ξέρεις, να μην μπορείς. Δεν δέχομαι τις αδυναμίες και πιστεύω ότι δεν θα τις δεχτεί και κανένας άλλος. Γι’ αυτό να τις κρύβεις. Είναι ντροπή να είσαι αδύναμος και να χρειάζεσαι βοήθεια. Λεκιάζεις την άμεμπτη εικόνα μου. Αυτήν που βγάζω προς τα έξω και που δεν έχει ψεγάδια.
Πρέπει να λειτουργείς σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή. Πάντα έτοιμη, ακούραστη, σωστή και αποτελεσματική. Με συνέπεια. Και χωρίς να δείχνεις ότι δυσκολεύεσαι. Αν δυσκολεύεσαι, αυτό σημαίνει ότι δεν είσαι αρκετά καλός. Κι οτιδήποτε λιγότερο από αυτό είναι μια αποτυχία. Δεν αξίζεις. Δεν φέρνεις τα σωστά αποτελέσματα. Και δεν δέχομαι παρατηρήσεις. Παρατηρήσεις και σχόλια υποδηλώνουν ότι δεν ήσουν προσεκτικός. Κάπου έκανες λάθος. Κάτι παρέλειψες, κάτι σου ξέφυγε.
Πρέπει να είσαι τέλειος για να είσαι αρεστός κι αποδεκτός. Αν δείξεις ατέλειες, λάθη και αδυναμίες θα γκρεμιστεί η εικόνα της τελειότητας. Θα χαλάσει η εικόνα που έχεις επιτρέψει στους άλλους να δουν και να κατασκευάσουν για σένα. Και δεν θα είσαι πια αρεστός. Δεν θα σε θέλουν. Θα σε απομακρύνουν, θα σε απορρίψουν. Και θα μείνεις μόνος σου.
Πρέπει να ματώνεις, να κοπιάζεις για το στόχο. Δεν με νοιάζει αν κουράζεσαι υπερβολικά. Δεν με νοιάζει αν δεν κοιμάσαι καλά ή και καθόλου. Δεν έχει σημασία που δεν ξεκουράζεσαι, που δεν τρως καλά και δεν έχεις χρόνο για σένα. Χρειάζεσαι χρόνο για να είσαι τέλειος και να πετύχεις το στόχο σου. Δεν πειράζει που δεν έχεις χρόνο για τους ανθρώπους σου. Ο στόχος μετράει. Οι θυσίες σου θα ανταμειφθούν στο τέλος. Όταν πετύχεις.
Πρέπει πάντα να έχεις τον έλεγχο. Είναι καταστροφικό να μην τον έχεις. Όλα μπορεί να πάνε τόσο στραβά! Και πώς θα το χειριστείς μετά; Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για το χειρότερο. Να σκέφτεσαι πάντα τι άλλο μπορείς να κάνεις για να προλάβεις καταστάσεις. Είναι τόσο φοβερό κι αγχωτικό να μην έχεις τον έλεγχο! Τόσο αβέβαιο…
Δεν πειράζει που δεν έχεις χρόνο για τόσα άλλα πράγματα για τα οποία διψάς μέσα σου. Αν δεν έχεις χρόνο γι’ αυτά, για να επενδύσεις σε αυτά, τότε δεν θα είσαι καλός σε αυτά. Και αν δεν είσαι καλός, τότε για ποιο λόγο να καταπιαστείς μαζί τους; Γιατί να δοκιμάσεις κάτι στο οποίο μπορεί να είσαι κάτι λιγότερο από τέλειος; Ποιο το νόημα; Μην προσπαθήσεις καν γι’ αυτά.
Συγκεντρώσου στους άλλους στόχους σου. Στους σημαντικούς. Ναι, είσαι κουρασμένος τώρα. Και πιεσμένος. Συνέχεια ανήσυχος. Δεν φροντίζεις τον εαυτό σου, δεν αναπαύεσαι ποτέ, είσαι μόνιμα στην τσίτα, έχεις ξεχάσει πώς είναι να απολαμβάνεις κάτι…
Θα χαρείς όταν πετύχεις. Θα απολαύσεις τότε τους καρπούς του κόπου σου. Θα διασκεδάσεις τότε. Θα βρεις χρόνο για τους αγαπημένους σου και για σένα μετά. Θα κάνεις το ταξίδι που θες αργότερα…Η τελειότητα θέλει θυσίες. Είναι για τους σκληροπυρηνικούς. Αν ήταν εύκολο θα το έκαναν όλοι. Θα απολαύσεις τα οφέλη της. «Αργότερα».
Μα, για μια στιγμή! Και στον προηγούμενο στόχο που έθεσα, το ίδιο μου είπες. «Μετά. Αργότερα…» Και δεν τον απόλαυσα. Δεν τον χάρηκα. Δεν θυμάμαι καν να τον βιώνω. Με το που τον πέτυχα, τον υποτίμησα. Και σκέφτηκα τι καλύτερο θα μπορούσα να είχα κάνει. Τι περισσότερο, τι διαφορετικό. Και κοίταξα μπροστά, οραματίστηκα τον επόμενο μεγάλο στόχο. Λογικά θα είναι μεγαλύτερη η ικανοποίηση που θα νιώσω άμα πετύχω «αυτό». Όταν πετύχω «αυτό». Έτσι μου ψιθύρισες.
Συνέχεια προβάλλω τον εαυτό μου στο μέλλον. Συνέχεια κυνηγάω το μετά. Γι’ αυτό δεν ζω το τώρα. Γι’ αυτό είμαι γεμάτος ένταση και άγχος. Μόνιμα πιεσμένος. «Μετά…»
Επαγρύπνηση και καταστροφολογία. Μην χάσω τον έλεγχο, μην κάνω λάθος, μην δείξω αδυναμία. Και τρέχω ξοπίσω της τελειότητας. Κυνηγώ το άπιαστο, το ανέφικτο. Πώς να το καταφέρω;
Ποτέ δεν μπορώ να σε ικανοποιήσω με τίποτα. Συνέχεια μου ζητάς. Απαιτείς πολλά. Μου υπόσχεσαι μια ικανοποίηση που ποτέ δεν μ’ αφήνεις να νιώσω. Γιατί ακόμα κι αν θυσιάσω τα πάντα για να σου δώσω αυτό που θες, δεν είναι ποτέ αρκετό για σένα.
Θες κι άλλα. Μου εξαντλείς όλο τον χρόνο. Και με αφήνεις άδειο. Άδειο, μόνο, και μη ικανοποιημένο. Κι αν αποπειραθώ να σου πάω κόντρα και να είμαι οτιδήποτε λιγότερο από τέλειος, με γεμίζεις ενοχή, θυμό, θλίψη και άγχος. Δεν με αφήνεις να ησυχάσω. Δεν με αφήνεις να ηρεμήσω. Να σταματήσω για λίγο.
Έστω για να ευχαριστηθώ με όσα πέτυχα. Όχι, για σένα όταν δεν κάνω, δεν είμαι παραγωγικός, γίνομαι βάρος, δεν έχει νόημα η ύπαρξή μου. Μένω στάσιμος. Είμαι ένας άχρηστος, ένας αποτυχημένος. Πρέπει πάντα να κάνω, για να μην σε ακούω να επικρίνεις κάθε μου κίνηση. Δεν μπορώ να είμαι τέλειος. Δεν μπορώ να τα έχω όλα υπό τον έλεγχό μου, δεν μπορώ να είμαι σωστός και άψογος σε όλα μου, πάντα. Με εξαντλείς. Δεν αντέχω άλλο αυτό το βάρος της τελειότητας.
Δεν περνάνε όλα από μένα και στ’ αλήθεια μου δίνει ανακούφιση αυτό. Γιατί όσο και να πασχίζω ούτε χρειάζεται να έχω τον έλεγχο πάντοτε ούτε και μπορώ. Δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό αυτό. Με κάνεις να ανησυχώ τόσο για να μην χάσω τον έλεγχο και όλη η υπερπροσπάθεια γι’ αυτό είναι πιο αγχωτική εν τέλει.
Και να σου πω και κάτι; Με έπεισες να φοβάμαι μη χάσω τον έλεγχο. Μα πώς να χάσω κάτι που δεν έχω εξαρχής; Με έκανες όμως να χάνω εμένα. Nα χάνω τις στιγμές. Πράγματα που αγαπώ ή που θέλω να δοκιμάσω και φοβάμαι μην αποτύχω, οπότε τα αποφεύγω, για να μην ακούω τον επικριτικό μονόλογό σου. Με κράτησες σε απόσταση από ανθρώπους, από φόβο μη δείξω τι;
Ότι δεν είμαι τέλειος; Ότι κάνω λάθη και έχω αδυναμίες; Ότι δυσκολεύομαι και δεν τα έχω όλα λυμένα στη ζωή μου; Με φυλάκισες σε μια τέλεια εικόνα για να μη δείξω ότι είμαι άνθρωπος, όπως όλοι; Δεν ηρεμώ ποτέ. Δεν χαλαρώνω. Δεν κοιμάμαι καλά. Κάποιες φορές μπορεί να ξεχάσω και να φάω.
Ξεχνάω να με φροντίσω. Ναι, έχω ανάγκη και άλλα πράγματα, όχι μόνο όσα μου ζητάς εσύ. Χρειάζομαι κι άλλα για να είμαι ισορροπημένος, ολοκληρωμένος κι ευχαριστημένος. Υπάρχουν ένα σωρό θέλω που συχνά συγκρούονται με τα πρέπει σου. Κι αναρωτιέμαι αν αξίζει. Αν τα οφέλη που μου υπόσχεσαι και μου επιδεικνύεις με τόσο ζήλο είναι αρκετά για να αντισταθμίσουν το κόστος.
Τι ζημιά μου κάνεις! Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω ότι η σκοτεινή σου πλευρά, επισκιάζει την φωτεινή σου. Με ξεγέλασες. Μου έδειξες κάτι πλασματικό. Κάτι τέλειο. Ναι, σε λένε τελειομανία. Μα ποτέ δεν μου εξήγησες όλο το όνομά σου. Δεν μου μίλησες ποτέ για την μανία σου. Για την ακόρεστη επιθυμία σου να ζητάς, να απαιτείς όλο και περισσότερα.
Για την εμμονική σου ανάγκη να μην είσαι ποτέ ικανοποιημένη ό, τι κι αν κάνω, που με αναγκάζει να κλέβω χρόνο κι ενέργεια από οτιδήποτε άλλο για να το αφιερώνω σε σένα. Ποτέ δεν μου είπες πως μαζί με την τελειότητα θα παντρευόμουν και όλον αυτόν το δυσλειτουργικό τρόπο σκέψης σου.
«Τελειομανία». Ήταν ελκυστικό στο άκουσμα. Γιατί μέσα κρύβει την τελειότητα. Όμως, δεν μπορώ να πάρω τελειότητα χωρίς μανία. Η εμμονή για την κατάκτηση της τελειότητας και για την διατήρησή της, εάν θεωρήσω ότι έστω την άγγιξα ποτέ, με κάνει να δυσλειτουργώ. Αν σκεφτώ ότι δεν μπορώ να είμαι τελειομανής χωρίς να είμαι και δυσλειτουργικός παράλληλα, πόσο ελκυστικό είναι να κυνηγάω την τελειότητα;
Η ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ «ΠΡΕΠΕΙ»
Υπάρχουν 9 είδη τελειομανίας:
1) Ηθική τελειομανία: «Δεν πρέπει να συγχωρώ τον εαυτό μου όταν δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες μου».
2) Τελειομανία απόδοσης: «Για να αξίζω ως άνθρωπος, πρέπει να πετυχαίνω σε οτιδήποτε κάνω».
3) Τελειομανία δύναμης: «Δεν πρέπει να είμαι ευάλωτος κι αδύναμος, διότι οι άνθρωποι θα με απορρίψουν».
4) Τελειομανία του αλάνθαστου: «Δεν πρέπει να κάνω ποτέ λάθη. Αν κάνω λάθη, οι άνθρωποι θα με απορρίψουν».
5) Συναισθηματική τελειομανία: «Πρέπει πάντα να προσπαθώ να είμαι ευτυχής. Πρέπει να ελέγχω τα αρνητικά συναισθήματά μου και να μη νιώθω ποτέ άγχος ή κατάθλιψη».
6) Ρομαντική τελειομανία: «Πρέπει να βρω τον τέλειο σύντροφο και να είμαι πάντα ερωτευμένη μαζί του».
7) Τελειομανία σχέσεων: «Οι άνθρωποι που αγαπούν ο ένας τον άλλον δεν πρέπει ποτέ να θυμώνουν ή να τσακώνονται». Αν πιστεύεις σε κάτι τέτοιο, η υπεργενίκευση σού την έχει στημένη στην επόμενη γωνία.
8) Σεξουαλική τελειομανία: Αυτή εκδηλώνεται διαφορετικά στους άντρες απ’ ό,τι στις γυναίκες. Στους άντρες έχει την εξής μορφή: «Πρέπει πάντα να έχω μια πλήρη στύση διαρκείας. Είναι ντροπή και δείγμα έλλειψης ανδρισμού, αν έχω ποτέ ένα επεισόδιο ανικανότητας ή πρόωρης εκσπερμάτωσης». Στις γυναίκες είναι κάπως έτσι: «Πρέπει πάντα να έχω οργασμό, αλλιώς δεν είμαι ολοκληρωμένη γυναίκα». Γι’ αυτό και μερικές προσποιούνται οργασμό χωρίς να έχουν.
9) Εμφανισιακή τελειομανία: Την συναντάμε πιο συχνά στις γυναίκες, αλλά και οι άντρες δεν πάμε πίσω. Βασίζεται στην άποψη ότι υπάρχει «τέλεια» εμφάνιση. Αν μας πάρεις όλους έναν έναν, θα διαπιστώσεις ότι ακόμα και ο πιο εμφανίσιμος άνθρωπος έχει κάτι στο σώμα του που δεν του αρέσει. Μπορεί να είναι το βάρος, το ύψος, η μύτη, οι γοφοί κι ό,τι άλλο διανοηθείς.
Πιθανόν πρόσεξες ότι όλες οι παραπάνω απόψεις έχουν ένα κοινό: έχουν όλες την λέξη «πρέπει». Η πρεπολογία από μόνη της είναι μια διανοητική παραμόρφωση. Αν κάποιος καταφέρει να βγάλει τα αδικαιολόγητα «πρέπει» από την καθημερινή του σκέψη, έχει πολλές πιθανότητες να μειωθούν σημαντικά οι διανοητικές παραμορφώσεις του και κατ’ επέκταση τα άγχη του.
Τι θα πει «τέλειος»;
Τα λεξικά που κοίταξα δεν δίνουν έναν ικανοποιητικό ορισμό. Εκείνο που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι η συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στις λέξεις «τέλειος» και «τέλος». Αυτή η συγγένεια βοηθά να βρούμε έναν ορισμό πιο ικανοποιητικό από αυτόν που δίνουν τα λεξικά: «Τέλειος είναι αυτός που δεν επιδέχεται περαιτέρω βελτίωση». Ο άνθρωπος που θέλει να γίνει τέλειος καλά θα κάνει να καταλάβει πως -όποιος πει πως είναι τέλειος- ομολογεί ότι έφτασε στο τέλος της εξέλιξης, της ανέλιξης και της βελτίωσής του.
«Τελειομανία» Ο σπόρος της φωλιάζει κάποια στιγμή μέσα μας, χωρίς να το καταλάβουμε, χωρίς να το προσέξουμε, χωρίς να μπορούμε να προσδιορίσουμε με ακρίβεια την απαρχή της. Και μεγαλώνει μέσα μας. Μεγαλώνουμε μαζί. Και κάποια στιγμή μετά βίας διαχωρίζεται το ένα από το άλλο. Είμαστε ένα. Η τελειομανία κι εμείς. Ο σπόρος έγινε ολόκληρο δέντρο. Πώς να το ξεριζώσεις;
Εγώ σε βοήθησα. Εγώ σε έφερα εδώ που είσαι σήμερα. Χάρη σ’ εμένα προχώρησες, πέτυχες, κατέκτησες. Αν δεν υπήρχα εγώ, πού θα ήσουν εσύ; Αν δεν σε πίεζα, αν δεν σε έσπρωχνα για το περισσότερο, το καλύτερο, το τέλειο; Πού θα βρισκόσουν; Στην μετριότητα; Η μετριότητα δεν είναι αρκετά καλή. Δεν ξεχωρίζει. Δεν φέρνει καταξίωση. Δεν με ικανοποιεί. Πρέπει να είσαι ο πρώτος, ο καλύτερος! Πρέπει να είσαι τέλειος. Δεν πρέπει να κάνεις λάθη, δεν επιτρέπεται να μην ξέρεις, να μην μπορείς. Δεν δέχομαι τις αδυναμίες και πιστεύω ότι δεν θα τις δεχτεί και κανένας άλλος. Γι’ αυτό να τις κρύβεις. Είναι ντροπή να είσαι αδύναμος και να χρειάζεσαι βοήθεια. Λεκιάζεις την άμεμπτη εικόνα μου. Αυτήν που βγάζω προς τα έξω και που δεν έχει ψεγάδια.
Πρέπει να λειτουργείς σαν μια καλοκουρδισμένη μηχανή. Πάντα έτοιμη, ακούραστη, σωστή και αποτελεσματική. Με συνέπεια. Και χωρίς να δείχνεις ότι δυσκολεύεσαι. Αν δυσκολεύεσαι, αυτό σημαίνει ότι δεν είσαι αρκετά καλός. Κι οτιδήποτε λιγότερο από αυτό είναι μια αποτυχία. Δεν αξίζεις. Δεν φέρνεις τα σωστά αποτελέσματα. Και δεν δέχομαι παρατηρήσεις. Παρατηρήσεις και σχόλια υποδηλώνουν ότι δεν ήσουν προσεκτικός. Κάπου έκανες λάθος. Κάτι παρέλειψες, κάτι σου ξέφυγε.
Πρέπει να είσαι τέλειος για να είσαι αρεστός κι αποδεκτός. Αν δείξεις ατέλειες, λάθη και αδυναμίες θα γκρεμιστεί η εικόνα της τελειότητας. Θα χαλάσει η εικόνα που έχεις επιτρέψει στους άλλους να δουν και να κατασκευάσουν για σένα. Και δεν θα είσαι πια αρεστός. Δεν θα σε θέλουν. Θα σε απομακρύνουν, θα σε απορρίψουν. Και θα μείνεις μόνος σου.
Πρέπει να ματώνεις, να κοπιάζεις για το στόχο. Δεν με νοιάζει αν κουράζεσαι υπερβολικά. Δεν με νοιάζει αν δεν κοιμάσαι καλά ή και καθόλου. Δεν έχει σημασία που δεν ξεκουράζεσαι, που δεν τρως καλά και δεν έχεις χρόνο για σένα. Χρειάζεσαι χρόνο για να είσαι τέλειος και να πετύχεις το στόχο σου. Δεν πειράζει που δεν έχεις χρόνο για τους ανθρώπους σου. Ο στόχος μετράει. Οι θυσίες σου θα ανταμειφθούν στο τέλος. Όταν πετύχεις.
Πρέπει πάντα να έχεις τον έλεγχο. Είναι καταστροφικό να μην τον έχεις. Όλα μπορεί να πάνε τόσο στραβά! Και πώς θα το χειριστείς μετά; Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για το χειρότερο. Να σκέφτεσαι πάντα τι άλλο μπορείς να κάνεις για να προλάβεις καταστάσεις. Είναι τόσο φοβερό κι αγχωτικό να μην έχεις τον έλεγχο! Τόσο αβέβαιο…
Δεν πειράζει που δεν έχεις χρόνο για τόσα άλλα πράγματα για τα οποία διψάς μέσα σου. Αν δεν έχεις χρόνο γι’ αυτά, για να επενδύσεις σε αυτά, τότε δεν θα είσαι καλός σε αυτά. Και αν δεν είσαι καλός, τότε για ποιο λόγο να καταπιαστείς μαζί τους; Γιατί να δοκιμάσεις κάτι στο οποίο μπορεί να είσαι κάτι λιγότερο από τέλειος; Ποιο το νόημα; Μην προσπαθήσεις καν γι’ αυτά.
Συγκεντρώσου στους άλλους στόχους σου. Στους σημαντικούς. Ναι, είσαι κουρασμένος τώρα. Και πιεσμένος. Συνέχεια ανήσυχος. Δεν φροντίζεις τον εαυτό σου, δεν αναπαύεσαι ποτέ, είσαι μόνιμα στην τσίτα, έχεις ξεχάσει πώς είναι να απολαμβάνεις κάτι…
Θα χαρείς όταν πετύχεις. Θα απολαύσεις τότε τους καρπούς του κόπου σου. Θα διασκεδάσεις τότε. Θα βρεις χρόνο για τους αγαπημένους σου και για σένα μετά. Θα κάνεις το ταξίδι που θες αργότερα…Η τελειότητα θέλει θυσίες. Είναι για τους σκληροπυρηνικούς. Αν ήταν εύκολο θα το έκαναν όλοι. Θα απολαύσεις τα οφέλη της. «Αργότερα».
Μα, για μια στιγμή! Και στον προηγούμενο στόχο που έθεσα, το ίδιο μου είπες. «Μετά. Αργότερα…» Και δεν τον απόλαυσα. Δεν τον χάρηκα. Δεν θυμάμαι καν να τον βιώνω. Με το που τον πέτυχα, τον υποτίμησα. Και σκέφτηκα τι καλύτερο θα μπορούσα να είχα κάνει. Τι περισσότερο, τι διαφορετικό. Και κοίταξα μπροστά, οραματίστηκα τον επόμενο μεγάλο στόχο. Λογικά θα είναι μεγαλύτερη η ικανοποίηση που θα νιώσω άμα πετύχω «αυτό». Όταν πετύχω «αυτό». Έτσι μου ψιθύρισες.
Συνέχεια προβάλλω τον εαυτό μου στο μέλλον. Συνέχεια κυνηγάω το μετά. Γι’ αυτό δεν ζω το τώρα. Γι’ αυτό είμαι γεμάτος ένταση και άγχος. Μόνιμα πιεσμένος. «Μετά…»
Επαγρύπνηση και καταστροφολογία. Μην χάσω τον έλεγχο, μην κάνω λάθος, μην δείξω αδυναμία. Και τρέχω ξοπίσω της τελειότητας. Κυνηγώ το άπιαστο, το ανέφικτο. Πώς να το καταφέρω;
Ποτέ δεν μπορώ να σε ικανοποιήσω με τίποτα. Συνέχεια μου ζητάς. Απαιτείς πολλά. Μου υπόσχεσαι μια ικανοποίηση που ποτέ δεν μ’ αφήνεις να νιώσω. Γιατί ακόμα κι αν θυσιάσω τα πάντα για να σου δώσω αυτό που θες, δεν είναι ποτέ αρκετό για σένα.
Θες κι άλλα. Μου εξαντλείς όλο τον χρόνο. Και με αφήνεις άδειο. Άδειο, μόνο, και μη ικανοποιημένο. Κι αν αποπειραθώ να σου πάω κόντρα και να είμαι οτιδήποτε λιγότερο από τέλειος, με γεμίζεις ενοχή, θυμό, θλίψη και άγχος. Δεν με αφήνεις να ησυχάσω. Δεν με αφήνεις να ηρεμήσω. Να σταματήσω για λίγο.
Έστω για να ευχαριστηθώ με όσα πέτυχα. Όχι, για σένα όταν δεν κάνω, δεν είμαι παραγωγικός, γίνομαι βάρος, δεν έχει νόημα η ύπαρξή μου. Μένω στάσιμος. Είμαι ένας άχρηστος, ένας αποτυχημένος. Πρέπει πάντα να κάνω, για να μην σε ακούω να επικρίνεις κάθε μου κίνηση. Δεν μπορώ να είμαι τέλειος. Δεν μπορώ να τα έχω όλα υπό τον έλεγχό μου, δεν μπορώ να είμαι σωστός και άψογος σε όλα μου, πάντα. Με εξαντλείς. Δεν αντέχω άλλο αυτό το βάρος της τελειότητας.
Δεν περνάνε όλα από μένα και στ’ αλήθεια μου δίνει ανακούφιση αυτό. Γιατί όσο και να πασχίζω ούτε χρειάζεται να έχω τον έλεγχο πάντοτε ούτε και μπορώ. Δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό αυτό. Με κάνεις να ανησυχώ τόσο για να μην χάσω τον έλεγχο και όλη η υπερπροσπάθεια γι’ αυτό είναι πιο αγχωτική εν τέλει.
Και να σου πω και κάτι; Με έπεισες να φοβάμαι μη χάσω τον έλεγχο. Μα πώς να χάσω κάτι που δεν έχω εξαρχής; Με έκανες όμως να χάνω εμένα. Nα χάνω τις στιγμές. Πράγματα που αγαπώ ή που θέλω να δοκιμάσω και φοβάμαι μην αποτύχω, οπότε τα αποφεύγω, για να μην ακούω τον επικριτικό μονόλογό σου. Με κράτησες σε απόσταση από ανθρώπους, από φόβο μη δείξω τι;
Ότι δεν είμαι τέλειος; Ότι κάνω λάθη και έχω αδυναμίες; Ότι δυσκολεύομαι και δεν τα έχω όλα λυμένα στη ζωή μου; Με φυλάκισες σε μια τέλεια εικόνα για να μη δείξω ότι είμαι άνθρωπος, όπως όλοι; Δεν ηρεμώ ποτέ. Δεν χαλαρώνω. Δεν κοιμάμαι καλά. Κάποιες φορές μπορεί να ξεχάσω και να φάω.
Ξεχνάω να με φροντίσω. Ναι, έχω ανάγκη και άλλα πράγματα, όχι μόνο όσα μου ζητάς εσύ. Χρειάζομαι κι άλλα για να είμαι ισορροπημένος, ολοκληρωμένος κι ευχαριστημένος. Υπάρχουν ένα σωρό θέλω που συχνά συγκρούονται με τα πρέπει σου. Κι αναρωτιέμαι αν αξίζει. Αν τα οφέλη που μου υπόσχεσαι και μου επιδεικνύεις με τόσο ζήλο είναι αρκετά για να αντισταθμίσουν το κόστος.
Τι ζημιά μου κάνεις! Έχω αρχίσει να καταλαβαίνω ότι η σκοτεινή σου πλευρά, επισκιάζει την φωτεινή σου. Με ξεγέλασες. Μου έδειξες κάτι πλασματικό. Κάτι τέλειο. Ναι, σε λένε τελειομανία. Μα ποτέ δεν μου εξήγησες όλο το όνομά σου. Δεν μου μίλησες ποτέ για την μανία σου. Για την ακόρεστη επιθυμία σου να ζητάς, να απαιτείς όλο και περισσότερα.
Για την εμμονική σου ανάγκη να μην είσαι ποτέ ικανοποιημένη ό, τι κι αν κάνω, που με αναγκάζει να κλέβω χρόνο κι ενέργεια από οτιδήποτε άλλο για να το αφιερώνω σε σένα. Ποτέ δεν μου είπες πως μαζί με την τελειότητα θα παντρευόμουν και όλον αυτόν το δυσλειτουργικό τρόπο σκέψης σου.
«Τελειομανία». Ήταν ελκυστικό στο άκουσμα. Γιατί μέσα κρύβει την τελειότητα. Όμως, δεν μπορώ να πάρω τελειότητα χωρίς μανία. Η εμμονή για την κατάκτηση της τελειότητας και για την διατήρησή της, εάν θεωρήσω ότι έστω την άγγιξα ποτέ, με κάνει να δυσλειτουργώ. Αν σκεφτώ ότι δεν μπορώ να είμαι τελειομανής χωρίς να είμαι και δυσλειτουργικός παράλληλα, πόσο ελκυστικό είναι να κυνηγάω την τελειότητα;
Η ΤΕΛΕΙΟΜΑΝΙΑ ΚΑΙ ΤΑ «ΠΡΕΠΕΙ»
Υπάρχουν 9 είδη τελειομανίας:
1) Ηθική τελειομανία: «Δεν πρέπει να συγχωρώ τον εαυτό μου όταν δεν ανταποκρίνομαι στις προσδοκίες μου».
2) Τελειομανία απόδοσης: «Για να αξίζω ως άνθρωπος, πρέπει να πετυχαίνω σε οτιδήποτε κάνω».
3) Τελειομανία δύναμης: «Δεν πρέπει να είμαι ευάλωτος κι αδύναμος, διότι οι άνθρωποι θα με απορρίψουν».
4) Τελειομανία του αλάνθαστου: «Δεν πρέπει να κάνω ποτέ λάθη. Αν κάνω λάθη, οι άνθρωποι θα με απορρίψουν».
5) Συναισθηματική τελειομανία: «Πρέπει πάντα να προσπαθώ να είμαι ευτυχής. Πρέπει να ελέγχω τα αρνητικά συναισθήματά μου και να μη νιώθω ποτέ άγχος ή κατάθλιψη».
6) Ρομαντική τελειομανία: «Πρέπει να βρω τον τέλειο σύντροφο και να είμαι πάντα ερωτευμένη μαζί του».
7) Τελειομανία σχέσεων: «Οι άνθρωποι που αγαπούν ο ένας τον άλλον δεν πρέπει ποτέ να θυμώνουν ή να τσακώνονται». Αν πιστεύεις σε κάτι τέτοιο, η υπεργενίκευση σού την έχει στημένη στην επόμενη γωνία.
8) Σεξουαλική τελειομανία: Αυτή εκδηλώνεται διαφορετικά στους άντρες απ’ ό,τι στις γυναίκες. Στους άντρες έχει την εξής μορφή: «Πρέπει πάντα να έχω μια πλήρη στύση διαρκείας. Είναι ντροπή και δείγμα έλλειψης ανδρισμού, αν έχω ποτέ ένα επεισόδιο ανικανότητας ή πρόωρης εκσπερμάτωσης». Στις γυναίκες είναι κάπως έτσι: «Πρέπει πάντα να έχω οργασμό, αλλιώς δεν είμαι ολοκληρωμένη γυναίκα». Γι’ αυτό και μερικές προσποιούνται οργασμό χωρίς να έχουν.
9) Εμφανισιακή τελειομανία: Την συναντάμε πιο συχνά στις γυναίκες, αλλά και οι άντρες δεν πάμε πίσω. Βασίζεται στην άποψη ότι υπάρχει «τέλεια» εμφάνιση. Αν μας πάρεις όλους έναν έναν, θα διαπιστώσεις ότι ακόμα και ο πιο εμφανίσιμος άνθρωπος έχει κάτι στο σώμα του που δεν του αρέσει. Μπορεί να είναι το βάρος, το ύψος, η μύτη, οι γοφοί κι ό,τι άλλο διανοηθείς.
Πιθανόν πρόσεξες ότι όλες οι παραπάνω απόψεις έχουν ένα κοινό: έχουν όλες την λέξη «πρέπει». Η πρεπολογία από μόνη της είναι μια διανοητική παραμόρφωση. Αν κάποιος καταφέρει να βγάλει τα αδικαιολόγητα «πρέπει» από την καθημερινή του σκέψη, έχει πολλές πιθανότητες να μειωθούν σημαντικά οι διανοητικές παραμορφώσεις του και κατ’ επέκταση τα άγχη του.
Τι θα πει «τέλειος»;
Τα λεξικά που κοίταξα δεν δίνουν έναν ικανοποιητικό ορισμό. Εκείνο που έχει πολύ ενδιαφέρον είναι η συγγένεια που υπάρχει ανάμεσα στις λέξεις «τέλειος» και «τέλος». Αυτή η συγγένεια βοηθά να βρούμε έναν ορισμό πιο ικανοποιητικό από αυτόν που δίνουν τα λεξικά: «Τέλειος είναι αυτός που δεν επιδέχεται περαιτέρω βελτίωση». Ο άνθρωπος που θέλει να γίνει τέλειος καλά θα κάνει να καταλάβει πως -όποιος πει πως είναι τέλειος- ομολογεί ότι έφτασε στο τέλος της εξέλιξης, της ανέλιξης και της βελτίωσής του.
Νίτσε: Ο θησαυρός μας βρίσκεται στην κυψέλη της γνώσης μας
Ο θησαυρός μας βρίσκεται στην κυψέλη της γνώσης μας. Και πάντα προς τα εκεί πηγαίνουμε, αφού είμαστε φτερωτά έντομα της φύσης και συλλέκτες του μελιού του νου
Όπως ο Σοπενχάουερ, έτσι και ο Νίτσε ενδιαφέρθηκε στη νεότητά του για το φάσμα των ανατολικών φιλοσοφιών που συγκλίνουν στην Ινδία. Κληρονόμος μιας μακράς πνευματικής παράδοσης προσανατολισμένης στο γνώθι σ αυτόν, ο Rαμάνα Mαχάρσι υπήρξε ίσως ο τελευταίος «μεγάλος γκουρού» που εργάστηκε με το όργανο που μας κάνει ανθρώπους: τον νου.
O Rαμάνα ενθάρρυνε τους μαθητές του να σχηματίζουν την ερώτηση «Ποιος είμαι εγώ;». μόλις έμαθε ότι είχε προχωρημένο καρκίνο, καθησύχασε τους μαθητές του λέγοντάς τους: «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Πού θα μπορούσα να πάω;».
O Νίτσε συγκρίνει την κατάκτηση της νόησης με μια μέλισσα που πετάει προς την κυψέλη για να πλάσει το πιο αγνό μέλι, ενώ ο μαχάρσι περιέγραφε με αυτό τον τρόπο το ταξίδι προς το εσώτερο του καθενός: «Όπως ο αλιεύς μαργαριταριών δένει μια πέτρα στη μέση του και βυθίζεται στον πάτο της θάλασσας για να τα περισυλλέξει, έτσι και ο καθένας μας πρέπει να οπλίζεται με απάρνηση όλων, να βουτάει στο εσωτερικό του εαυτού του και να αποκτά το μαργαριτάρι του εαυτού του».
Και για να βρει κανείς το μαργαριτάρι αυτό, δε χρειάζεται να πάει προσκυνητής στην Ινδία ούτε να επιδοθεί σε περίπλοκες πνευματικές ασκήσεις. Φτάνει να κοιτάξει μέσα του με ηρεμία.
Η πιο πρόστυχη λέξη και το πιο χυδαίο γράμμα είναι καλύτερα και ευγενέστερα από τη σιωπή
Oι περισσότεροι ψυχολογικοί πόλεμοι ξεκινούν από αυτό που δεν ειπώνεται παρά από αυτό που έχει ειπωθεί. ας φέρουμε στον νου μας την εξής σκηνή: ο α θύμωσε με τον Β και του έκοψε την κουβέντα από τότε που ο τελευταίος ξέχασε να του ευχηθεί για τα γενέθλιά του. αρχικά ο α μπορεί να θέλησε να του πει «Άκου, μήπως δεν ξέρεις τι μέρα ήταν χτες;», όμως, καθώς η αμέλεια του Β τον πλήγωσε –στην πραγματικότητα ήταν απλώς ένα κενό μνήμης–, αποφάσισε να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα: τη σιωπή. ο Β τελικά θύμωσε με τον α επειδή έπαψε ξαφνικά να απαντάει στα τηλεφωνήματά του, ενώ τη μοναδική φορά που κατάφερε να του μιλήσει έδειχνε δυσαρεστημένος είναι μια κατάσταση παιδαριώδης αλλά πολύ πιο συνηθισμένη απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.
Πόσα ζευγάρια θυμώνουν από παρεξηγήσεις που κάνουν μέρες ή μήνες να βγουν στο φως; Άραγε, δε βρίσκεται στην έλλειψη επικοινωνίας η ρίζα πολλών συγκρούσεων που προκαλούνται στη δουλειά;
Tο να μη λέμε τα πράγματα εγκαίρως αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα στρες για τους γύρω μας, καθώς δημιουργεί πληθώρα ερμηνειών που καταλήγουν εναντίον μας.
O Νίτσε, ο οποίος δεν ήταν βεβαίως από εκείνους που μάλλιαζε η γλώσσα τους, μας διδάσκει ότι είναι καλύτερα να εκφράζουμε αυτό που αισθανόμαστε –ακόμα κι αν δε βρίσκουμε τα κατάλληλα λόγια– παρά να προσβάλλουμε τον άλλον με τη σιωπή μας.
O άνθρωπος που θα πίστευε τον εαυτό του ως απόλυτα καλό, θα ήταν πνευματικά ηλίθιος.
Αν η συνείδηση μας κάνει ανθρώπους, τότε και η ατέλεια είναι ένα διακριτικό χαρακτηριστικό του είδους μας. Οι άνθρωποι περνάμε σχεδόν τον περισσότερο χρόνο μας διορθώνοντας λάθη – φτάνει να διαβάσει κανείς μια οποιαδήποτε εφημερίδα- παρά φτιάχνοντας πράγματα αξίας.
Η αποδοχή του στοιχείου αυτού του ανθρώπινου χαρακτήρα μας βοηθάει να είμαστε ταπεινοί και ακόμα πιο σημαντικό, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το τεράστιο πεδίο που έχουμε μπροστά μας για βελτίωση. Κάθε αποτυχία ή λάθος μας διδάσκει παράλληλα πως θα επιτύχουμε το καλύτερο. Τα άκαμπτα άτομα, που προσπαθούν να τα κάνουν όλα καλά, υποφέρουν από πριν συνέπειες των ατελών πράξεων τους. Συνηθίζουν να ενοχοποιούν τους άλλους για ό,τι τους βγαίνει άσχημα και χάνουν την ψυχραιμία τους όταν κάποιος τους επισημάνει ένα σφάλμα που μπορεί να έχουν κάνει.
Η πνευματική συμβολή που μας δίνει ο Νίτσε είναι αυτή: Δεν μπορούμε να φιλοδοξούμε να είμαστε πάντα καλοί και να τα κάνουμε όλα καλά, αρκεί απλώς η διάθεση να κάνουμε σήμερα τα πράγματα λίγο καλύτερα απ΄ ό,τι τα κάναμε χτες.
Οι Ιάπωνες έχουν μία λέξη, wabi-sabi, που προσδιορίζει την τέχνη της ατέλειας, σε αυτό που είναι ανολοκλήρωτο, ακανόνιστο και πρόσκαιρο υπάρχει ομορφιά και ζωή, γιατί εμπεριέχει τη λαχτάρα της φύσης να τελειοποιήσει τον εαυτό της.
Όπως ο Σοπενχάουερ, έτσι και ο Νίτσε ενδιαφέρθηκε στη νεότητά του για το φάσμα των ανατολικών φιλοσοφιών που συγκλίνουν στην Ινδία. Κληρονόμος μιας μακράς πνευματικής παράδοσης προσανατολισμένης στο γνώθι σ αυτόν, ο Rαμάνα Mαχάρσι υπήρξε ίσως ο τελευταίος «μεγάλος γκουρού» που εργάστηκε με το όργανο που μας κάνει ανθρώπους: τον νου.
O Rαμάνα ενθάρρυνε τους μαθητές του να σχηματίζουν την ερώτηση «Ποιος είμαι εγώ;». μόλις έμαθε ότι είχε προχωρημένο καρκίνο, καθησύχασε τους μαθητές του λέγοντάς τους: «Δεν πρόκειται να πάω πουθενά. Πού θα μπορούσα να πάω;».
O Νίτσε συγκρίνει την κατάκτηση της νόησης με μια μέλισσα που πετάει προς την κυψέλη για να πλάσει το πιο αγνό μέλι, ενώ ο μαχάρσι περιέγραφε με αυτό τον τρόπο το ταξίδι προς το εσώτερο του καθενός: «Όπως ο αλιεύς μαργαριταριών δένει μια πέτρα στη μέση του και βυθίζεται στον πάτο της θάλασσας για να τα περισυλλέξει, έτσι και ο καθένας μας πρέπει να οπλίζεται με απάρνηση όλων, να βουτάει στο εσωτερικό του εαυτού του και να αποκτά το μαργαριτάρι του εαυτού του».
Και για να βρει κανείς το μαργαριτάρι αυτό, δε χρειάζεται να πάει προσκυνητής στην Ινδία ούτε να επιδοθεί σε περίπλοκες πνευματικές ασκήσεις. Φτάνει να κοιτάξει μέσα του με ηρεμία.
Η πιο πρόστυχη λέξη και το πιο χυδαίο γράμμα είναι καλύτερα και ευγενέστερα από τη σιωπή
Oι περισσότεροι ψυχολογικοί πόλεμοι ξεκινούν από αυτό που δεν ειπώνεται παρά από αυτό που έχει ειπωθεί. ας φέρουμε στον νου μας την εξής σκηνή: ο α θύμωσε με τον Β και του έκοψε την κουβέντα από τότε που ο τελευταίος ξέχασε να του ευχηθεί για τα γενέθλιά του. αρχικά ο α μπορεί να θέλησε να του πει «Άκου, μήπως δεν ξέρεις τι μέρα ήταν χτες;», όμως, καθώς η αμέλεια του Β τον πλήγωσε –στην πραγματικότητα ήταν απλώς ένα κενό μνήμης–, αποφάσισε να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα: τη σιωπή. ο Β τελικά θύμωσε με τον α επειδή έπαψε ξαφνικά να απαντάει στα τηλεφωνήματά του, ενώ τη μοναδική φορά που κατάφερε να του μιλήσει έδειχνε δυσαρεστημένος είναι μια κατάσταση παιδαριώδης αλλά πολύ πιο συνηθισμένη απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς.
Πόσα ζευγάρια θυμώνουν από παρεξηγήσεις που κάνουν μέρες ή μήνες να βγουν στο φως; Άραγε, δε βρίσκεται στην έλλειψη επικοινωνίας η ρίζα πολλών συγκρούσεων που προκαλούνται στη δουλειά;
Tο να μη λέμε τα πράγματα εγκαίρως αποτελεί έναν σημαντικό παράγοντα στρες για τους γύρω μας, καθώς δημιουργεί πληθώρα ερμηνειών που καταλήγουν εναντίον μας.
O Νίτσε, ο οποίος δεν ήταν βεβαίως από εκείνους που μάλλιαζε η γλώσσα τους, μας διδάσκει ότι είναι καλύτερα να εκφράζουμε αυτό που αισθανόμαστε –ακόμα κι αν δε βρίσκουμε τα κατάλληλα λόγια– παρά να προσβάλλουμε τον άλλον με τη σιωπή μας.
O άνθρωπος που θα πίστευε τον εαυτό του ως απόλυτα καλό, θα ήταν πνευματικά ηλίθιος.
Αν η συνείδηση μας κάνει ανθρώπους, τότε και η ατέλεια είναι ένα διακριτικό χαρακτηριστικό του είδους μας. Οι άνθρωποι περνάμε σχεδόν τον περισσότερο χρόνο μας διορθώνοντας λάθη – φτάνει να διαβάσει κανείς μια οποιαδήποτε εφημερίδα- παρά φτιάχνοντας πράγματα αξίας.
Η αποδοχή του στοιχείου αυτού του ανθρώπινου χαρακτήρα μας βοηθάει να είμαστε ταπεινοί και ακόμα πιο σημαντικό, μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε το τεράστιο πεδίο που έχουμε μπροστά μας για βελτίωση. Κάθε αποτυχία ή λάθος μας διδάσκει παράλληλα πως θα επιτύχουμε το καλύτερο. Τα άκαμπτα άτομα, που προσπαθούν να τα κάνουν όλα καλά, υποφέρουν από πριν συνέπειες των ατελών πράξεων τους. Συνηθίζουν να ενοχοποιούν τους άλλους για ό,τι τους βγαίνει άσχημα και χάνουν την ψυχραιμία τους όταν κάποιος τους επισημάνει ένα σφάλμα που μπορεί να έχουν κάνει.
Η πνευματική συμβολή που μας δίνει ο Νίτσε είναι αυτή: Δεν μπορούμε να φιλοδοξούμε να είμαστε πάντα καλοί και να τα κάνουμε όλα καλά, αρκεί απλώς η διάθεση να κάνουμε σήμερα τα πράγματα λίγο καλύτερα απ΄ ό,τι τα κάναμε χτες.
Οι Ιάπωνες έχουν μία λέξη, wabi-sabi, που προσδιορίζει την τέχνη της ατέλειας, σε αυτό που είναι ανολοκλήρωτο, ακανόνιστο και πρόσκαιρο υπάρχει ομορφιά και ζωή, γιατί εμπεριέχει τη λαχτάρα της φύσης να τελειοποιήσει τον εαυτό της.
Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας
ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ
ΙΣΟΚΡ 12.130–133
Ο ρήτορας συνέκρινε τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονταν προς τους συμμάχους τους κατά τα χρόνια της ηγεμονίας τους οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες, προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι πρώτοι ήταν ηπιότεροι και μετριοπαθέστεροι. Μάλιστα, υποστήριξε ότι, ενώ οι Αθηναίοι υπέταξαν κάποια μικρά και ασήμαντα νησιά, οι Σπαρτιάτες υποδούλωσαν σπουδαίες πόλεις της Πελοποννήσου, ανάμεσά τους και το Άργος, την πατρίδα του Αγαμέμνονα. Η αναφορά σε αυτόν οδήγησε τον ρήτορα σε μια εκτενή παρέκβαση–εγκώμιο του βασιλιά των Μυκηνών, πριν περάσει σε ευθεία επίθεση εναντίον των πρακτικών και των ενεργειών της Σπάρτης. Αντικείμενο πραγμάτευσης έγινε κατόπιν το πολίτευμα της Αθήνας με αφετηρία τα χρόνια της βασιλείας, οπότε δόθηκε στον ρήτορα η ευκαιρία να παραθέσει τεκμήρια της ανδρείας ενός άλλου διαπρεπούς βασιλιά, του Θησέα. Και συνεχίζει:
[130] Περὶ μὲν οὖν τῆς Θησέως ἀρετῆς νῦν μὲν ὡς
οἷόν τ’ ἦν ἀνεμνήσαμεν, πρότερον δ’ ἁπάσας αὐτοῦ τὰς
πράξεις οὐκ ἀμελῶς διήλθομεν· περὶ δὲ τῶν παραλαβόντων
τὴν τῆς πόλεως διοίκησιν, ἣν ἐκεῖνος παρέδωκεν, οὐκ
ἔχω τίνας ἐπαίνους εἰπὼν ἀξίους ἂν εἴην εἰρηκὼς τῆς
ἐκείνων διανοίας. οἵτινες ἄπειροι πολιτειῶν ὄντες, οὐ
διήμαρτον αἱρούμενοι τῆς ὑπὸ πάντων ἂν ὁμολογηθείσης
οὐ μόνον εἶναι κοινοτάτης καὶ δικαιοτάτης, ἀλλὰ καὶ
συμφορωτάτης ἅπασι καὶ τοῖς χρωμένοις ἡδίστης.
[131] κατεστήσαντο γὰρ δημοκρατίαν οὐ τὴν εἰκῇ πολιτευο-
μένην, καὶ νομίζουσαν τὴν μὲν ἀκολασίαν ἐλευθερίαν εἶναι,
τὴν δ’ ἐξουσίαν ὅ τι βούλεταί τις ποιεῖν εὐδαιμονίαν,
ἀλλὰ τὴν τοῖς τοιούτοις μὲν ἐπιτιμῶσαν, ἀριστοκρατίᾳ δὲ
χρωμένην· ἣν οἱ μὲν πολλοὶ χρησιμωτάτην οὖσαν ὥσπερ
τὴν ἀπὸ τῶν τιμημάτων ἐν ταῖς πολιτείαις ἀριθμοῦσιν,
οὐ δι’ ἀμαθίαν ἀγνοοῦντες, ἀλλὰ διὰ τὸ μηδὲν πώποτ’
αὐτοῖς μελῆσαι τῶν δεόντων. [132] ἐγὼ δὲ φημὶ τὰς
μὲν ἰδέας τῶν πολιτειῶν τρεῖς εἶναι μόνας, ὀλιγαρχίαν,
δημοκρατίαν, μοναρχίαν, τῶν δ’ ἐν ταύταις οἰκούντων ὅσοι
μὲν εἰώθασιν ἐπὶ τὰς ἀρχὰς καθιστάναι καὶ τὰς ἄλλας
πράξεις τοὺς ἱκανωτάτους τῶν πολιτῶν καὶ τοὺς μέλλοντας
ἄριστα καὶ δικαιότατα τῶν πραγμάτων ἐπιστατήσειν,
τούτους μὲν ἐν ἁπάσαις ταῖς πολιτείαις καλῶς οἰκήσειν
καὶ πρὸς σφᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους· [133] τοὺς
δὲ τοῖς θρασυτάτοις καὶ πονηροτάτοις ἐπὶ ταῦτα χρωμέ-
νους, καὶ τῶν μὲν τῇ πόλει συμφερόντων μηδὲν φρον-
τίζουσιν, ὑπὲρ δὲ τῆς αὑτῶν πλεονεξίας ἑτοίμοις οὖσιν
ὁτιοῦν πάσχειν, τὰς δὲ τούτων πόλεις ὁμοίως οἰκήσεσθαι
ταῖς τῶν προεστώτων πονηρίαις· τοὺς δὲ μήθ’ οὕτω μήθ’ ὡς
πρότερον εἶπον, ἀλλ’ ὅταν μὲν θαρρῶσι, τούτους μάλιστα
τιμῶντας, τοὺς πρὸς χάριν λέγοντας, ὅταν δὲ δείσωσιν,
ἐπὶ τοὺς βελτίστους καὶ φρονιμωτάτους καταφεύγοντας,
τοὺς δὲ τοιούτους ἐναλλὰξ τοτὲ μὲν χεῖρον τοτὲ δὲ βέλτιον
πράξειν.
ΙΣΟΚΡ 12.130–133
Η εγκαθίδρυση του πρώτου "δημοκρατικού" πολιτεύματος – Η θέση του ομιλητή για τα είδη των πολιτευμάτων
Ο ρήτορας συνέκρινε τον τρόπο με τον οποίο συμπεριφέρονταν προς τους συμμάχους τους κατά τα χρόνια της ηγεμονίας τους οι Αθηναίοι και οι Σπαρτιάτες, προσπαθώντας να αποδείξει ότι οι πρώτοι ήταν ηπιότεροι και μετριοπαθέστεροι. Μάλιστα, υποστήριξε ότι, ενώ οι Αθηναίοι υπέταξαν κάποια μικρά και ασήμαντα νησιά, οι Σπαρτιάτες υποδούλωσαν σπουδαίες πόλεις της Πελοποννήσου, ανάμεσά τους και το Άργος, την πατρίδα του Αγαμέμνονα. Η αναφορά σε αυτόν οδήγησε τον ρήτορα σε μια εκτενή παρέκβαση–εγκώμιο του βασιλιά των Μυκηνών, πριν περάσει σε ευθεία επίθεση εναντίον των πρακτικών και των ενεργειών της Σπάρτης. Αντικείμενο πραγμάτευσης έγινε κατόπιν το πολίτευμα της Αθήνας με αφετηρία τα χρόνια της βασιλείας, οπότε δόθηκε στον ρήτορα η ευκαιρία να παραθέσει τεκμήρια της ανδρείας ενός άλλου διαπρεπούς βασιλιά, του Θησέα. Και συνεχίζει:
[130] Περὶ μὲν οὖν τῆς Θησέως ἀρετῆς νῦν μὲν ὡς
οἷόν τ’ ἦν ἀνεμνήσαμεν, πρότερον δ’ ἁπάσας αὐτοῦ τὰς
πράξεις οὐκ ἀμελῶς διήλθομεν· περὶ δὲ τῶν παραλαβόντων
τὴν τῆς πόλεως διοίκησιν, ἣν ἐκεῖνος παρέδωκεν, οὐκ
ἔχω τίνας ἐπαίνους εἰπὼν ἀξίους ἂν εἴην εἰρηκὼς τῆς
ἐκείνων διανοίας. οἵτινες ἄπειροι πολιτειῶν ὄντες, οὐ
διήμαρτον αἱρούμενοι τῆς ὑπὸ πάντων ἂν ὁμολογηθείσης
οὐ μόνον εἶναι κοινοτάτης καὶ δικαιοτάτης, ἀλλὰ καὶ
συμφορωτάτης ἅπασι καὶ τοῖς χρωμένοις ἡδίστης.
[131] κατεστήσαντο γὰρ δημοκρατίαν οὐ τὴν εἰκῇ πολιτευο-
μένην, καὶ νομίζουσαν τὴν μὲν ἀκολασίαν ἐλευθερίαν εἶναι,
τὴν δ’ ἐξουσίαν ὅ τι βούλεταί τις ποιεῖν εὐδαιμονίαν,
ἀλλὰ τὴν τοῖς τοιούτοις μὲν ἐπιτιμῶσαν, ἀριστοκρατίᾳ δὲ
χρωμένην· ἣν οἱ μὲν πολλοὶ χρησιμωτάτην οὖσαν ὥσπερ
τὴν ἀπὸ τῶν τιμημάτων ἐν ταῖς πολιτείαις ἀριθμοῦσιν,
οὐ δι’ ἀμαθίαν ἀγνοοῦντες, ἀλλὰ διὰ τὸ μηδὲν πώποτ’
αὐτοῖς μελῆσαι τῶν δεόντων. [132] ἐγὼ δὲ φημὶ τὰς
μὲν ἰδέας τῶν πολιτειῶν τρεῖς εἶναι μόνας, ὀλιγαρχίαν,
δημοκρατίαν, μοναρχίαν, τῶν δ’ ἐν ταύταις οἰκούντων ὅσοι
μὲν εἰώθασιν ἐπὶ τὰς ἀρχὰς καθιστάναι καὶ τὰς ἄλλας
πράξεις τοὺς ἱκανωτάτους τῶν πολιτῶν καὶ τοὺς μέλλοντας
ἄριστα καὶ δικαιότατα τῶν πραγμάτων ἐπιστατήσειν,
τούτους μὲν ἐν ἁπάσαις ταῖς πολιτείαις καλῶς οἰκήσειν
καὶ πρὸς σφᾶς αὐτοὺς καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους· [133] τοὺς
δὲ τοῖς θρασυτάτοις καὶ πονηροτάτοις ἐπὶ ταῦτα χρωμέ-
νους, καὶ τῶν μὲν τῇ πόλει συμφερόντων μηδὲν φρον-
τίζουσιν, ὑπὲρ δὲ τῆς αὑτῶν πλεονεξίας ἑτοίμοις οὖσιν
ὁτιοῦν πάσχειν, τὰς δὲ τούτων πόλεις ὁμοίως οἰκήσεσθαι
ταῖς τῶν προεστώτων πονηρίαις· τοὺς δὲ μήθ’ οὕτω μήθ’ ὡς
πρότερον εἶπον, ἀλλ’ ὅταν μὲν θαρρῶσι, τούτους μάλιστα
τιμῶντας, τοὺς πρὸς χάριν λέγοντας, ὅταν δὲ δείσωσιν,
ἐπὶ τοὺς βελτίστους καὶ φρονιμωτάτους καταφεύγοντας,
τοὺς δὲ τοιούτους ἐναλλὰξ τοτὲ μὲν χεῖρον τοτὲ δὲ βέλτιον
πράξειν.
***
Περί μεν λοιπόν της αρετής του Θησέως τώρα μεν, όσον μου ήτο δυνατόν, ωμίλησα, πρότερον δε όλας τας πράξεις αυτού επιμελώς διεξήλθον· όσον αφορά δε εκείνους, εις τους οποίους ενεπιστεύθη και οι οποίοι έλαβον παρ' αυτού την αποστολήν να οργανώσουν την κυβέρνησιν της πολιτείας, δεν γνωρίζω πώς να τους επαινέσω κατά τρόπον άξιον προς την σύνεσίν των. Διότι ούτοι, καίτοι ήσαν άπειροι διά οργανώσεις πολιτειών, δεν ηπατήθησαν εις την εκλογήν, την οποίαν έκαμαν, εκείνης της πολιτείας, η οποία θεωρείται υπό όλων όχι μόνον ως η περισσότερον δικαία και ίση δι' όλους, αλλά συγχρόνως και η πλέον ωφέλιμος και ευχάριστος δι' εκείνους, οι οποίοι την μεταχειρίζονται. Εγκατέστησαν πράγματι δημοκρατίαν, όχι εκείνην, η οποία κυβερνάται εις την τύχην και νομίζει, ότι η μεν ακολασία είναι ελευθερία, η δε εξουσία του να πράττη ό,τι θέλει τις ευδαιμονία, αλλ' εκείνην, η οποία, κατηγορούσα τας τοιαύτας υπερβολάς, μεταχειρίζεται την αριστοκρατίαν, την οποίαν ο λαός θεωρεί ως την περισσότερον ωφέλιμον μεταξύ των πολιτικών θεσμών, διότι αύτη στηρίζεται επί της αξίας και του πλούτου· και εις τούτο ο λαός ενεργεί όχι από άγνοιαν, αλλά διότι δεν ησχολήθη ποτέ με παρόμοια ζητήματα.
Εγώ δε υποστηρίζω, ότι τρεις μόνον τρόποι υπάρχουν οργανώσεως της πολιτείας, η ολιγαρχία, η δημοκρατία και η μοναρχία, και ότι μεταξύ των λαών, οι οποίοι ζουν υπό τα πολιτικά ταύτα καθεστώτα, εκείνοι οι οποίοι συνηθίζουν να τοποθετούν ως άρχοντας και επί κεφαλής των δημοσίων συμφερόντων τους ικανωτάτους πολίτας και εκείνους, οι οποίοι πρόκειται να διαχειρισθούν τας υποθέσεις με μεγίστην δικαιοσύνην και επιδεξιότητα, ούτοι θα είναι υπό όλας τας μορφάς της διακυβερνήσεως της πόλεως εις κατάστασιν ευτυχίας και διά τους εαυτούς των και διά τους άλλους· αντιθέτως πιστεύω, ότι εκείνοι οι οποίοι μεταχειρίζονται τους περισσότερον θρασείς και κακούς εις τα τοιαύτα έργα και δεν φροντίζουν καθόλου διά τα συμφέροντα της πόλεως, είναι δε έτοιμοι να υποφέρουν το παν διά να ικανοποιήσουν την πλεονεξίαν των, ούτοι θέλουν αι πόλεις των να διοικώνται κατά τρόπον ανάλογον προς την κακίαν εκείνων, τους οποίους θέτουν επί κεφαλής των υποθέσεων· όσον αφορά δε εκείνους οι οποίοι δεν θέλουν να κυβερνώνται ούτε κατά τον τρόπον τούτον, ούτε όπως είπον προηγουμένως, αλλ' οι οποίοι, όταν μεν αισθάνωνται εαυτούς εν ασφαλεία, τιμώσιν εξαιρετικά εκείνους, οι οποίοι ομιλούν διά να τους κολακεύσουν, όταν δε ευρεθώσιν εις κίνδυνον, καταφεύγουν εις τους αρίστους και φρονιμωτάτους, ούτοι εναλλάξ άλλοτε θα ευτυχούν και άλλοτε θα δυστυχούν.
Περί μεν λοιπόν της αρετής του Θησέως τώρα μεν, όσον μου ήτο δυνατόν, ωμίλησα, πρότερον δε όλας τας πράξεις αυτού επιμελώς διεξήλθον· όσον αφορά δε εκείνους, εις τους οποίους ενεπιστεύθη και οι οποίοι έλαβον παρ' αυτού την αποστολήν να οργανώσουν την κυβέρνησιν της πολιτείας, δεν γνωρίζω πώς να τους επαινέσω κατά τρόπον άξιον προς την σύνεσίν των. Διότι ούτοι, καίτοι ήσαν άπειροι διά οργανώσεις πολιτειών, δεν ηπατήθησαν εις την εκλογήν, την οποίαν έκαμαν, εκείνης της πολιτείας, η οποία θεωρείται υπό όλων όχι μόνον ως η περισσότερον δικαία και ίση δι' όλους, αλλά συγχρόνως και η πλέον ωφέλιμος και ευχάριστος δι' εκείνους, οι οποίοι την μεταχειρίζονται. Εγκατέστησαν πράγματι δημοκρατίαν, όχι εκείνην, η οποία κυβερνάται εις την τύχην και νομίζει, ότι η μεν ακολασία είναι ελευθερία, η δε εξουσία του να πράττη ό,τι θέλει τις ευδαιμονία, αλλ' εκείνην, η οποία, κατηγορούσα τας τοιαύτας υπερβολάς, μεταχειρίζεται την αριστοκρατίαν, την οποίαν ο λαός θεωρεί ως την περισσότερον ωφέλιμον μεταξύ των πολιτικών θεσμών, διότι αύτη στηρίζεται επί της αξίας και του πλούτου· και εις τούτο ο λαός ενεργεί όχι από άγνοιαν, αλλά διότι δεν ησχολήθη ποτέ με παρόμοια ζητήματα.
Εγώ δε υποστηρίζω, ότι τρεις μόνον τρόποι υπάρχουν οργανώσεως της πολιτείας, η ολιγαρχία, η δημοκρατία και η μοναρχία, και ότι μεταξύ των λαών, οι οποίοι ζουν υπό τα πολιτικά ταύτα καθεστώτα, εκείνοι οι οποίοι συνηθίζουν να τοποθετούν ως άρχοντας και επί κεφαλής των δημοσίων συμφερόντων τους ικανωτάτους πολίτας και εκείνους, οι οποίοι πρόκειται να διαχειρισθούν τας υποθέσεις με μεγίστην δικαιοσύνην και επιδεξιότητα, ούτοι θα είναι υπό όλας τας μορφάς της διακυβερνήσεως της πόλεως εις κατάστασιν ευτυχίας και διά τους εαυτούς των και διά τους άλλους· αντιθέτως πιστεύω, ότι εκείνοι οι οποίοι μεταχειρίζονται τους περισσότερον θρασείς και κακούς εις τα τοιαύτα έργα και δεν φροντίζουν καθόλου διά τα συμφέροντα της πόλεως, είναι δε έτοιμοι να υποφέρουν το παν διά να ικανοποιήσουν την πλεονεξίαν των, ούτοι θέλουν αι πόλεις των να διοικώνται κατά τρόπον ανάλογον προς την κακίαν εκείνων, τους οποίους θέτουν επί κεφαλής των υποθέσεων· όσον αφορά δε εκείνους οι οποίοι δεν θέλουν να κυβερνώνται ούτε κατά τον τρόπον τούτον, ούτε όπως είπον προηγουμένως, αλλ' οι οποίοι, όταν μεν αισθάνωνται εαυτούς εν ασφαλεία, τιμώσιν εξαιρετικά εκείνους, οι οποίοι ομιλούν διά να τους κολακεύσουν, όταν δε ευρεθώσιν εις κίνδυνον, καταφεύγουν εις τους αρίστους και φρονιμωτάτους, ούτοι εναλλάξ άλλοτε θα ευτυχούν και άλλοτε θα δυστυχούν.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)














