Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Μελετώντας τον κόσμο και παρηγορώντας την ψυχή: Η στωική τέχνη της ζωής

Το πιο καλό ταξίδι το ᾽δωσε το ναυάγιο

Ο Επίκουρος δεν είχε έρθει ακόμη στην Αθήνα να ιδρύσει τη Σχολή του, όταν γύρω στο 312 π.Χ. ένα πλοίο φορτωμένο πορφύρα από τη Φοινίκη ναυάγησε έξω από τον Πειραιά. Ο νεαρός που συνόδευε το εμπόρευμα σώθηκε και βγήκε στην κοντινή στεριά. Είχε αρκετά χρήματα μαζί του και το πολυσύχναστο λιμάνι μπορούσε εύκολα και ευχάριστα να τα αποσπάσει από έναν εικοσάχρονο: τόσα καταστήματα με μυρωδικά κάθε λογής, βραδινή ζωή με φαγητό, χορό και τραγούδια, καπηλειά που έφερναν κοπέλες από την Ελευσίνα.

Όμως εκείνος ο αδύνατος, ψηλός, μελαχρινός νεαρός δεν στάθηκε. Μια και το εμπόρευμα έδινε χρώμα στον βυθό του Σαρωνικού, του έμενε άφθονος χρόνος ώσπου να επιστρέψει στην πατρίδα του, το Κίτιο της Κύπρου (τη σημερινή Λάρνακα). Εκεί θα εξηγούσε τα καθέκαστα στον ιδιοκτήτη του εμπορεύματος. Δεν αμφέβαλλε ότι θα τον έπειθε πως το φορτίο είχε βουλιάξει και πως δεν έκλεψε τα χρήματα πουλώντας το. Στο κάτω κάτω, ο Μνασέας, ο έμπορος της πορφύρας, ήταν ο πατέρας του! Βρήκε, λοιπόν, την ευκαιρία και τράβηξε για την Αθήνα.

Πήγε κατευθείαν στην Αγορά της πόλης. Δεν του άρεσε και τόσο η πολυκοσμία, οι κραυγές των πωλητών, οι επιδείξεις των ρητόρων, ο εσμός των νέων που περιφέρονταν για να ακούσουν τον έναν ή τον άλλο δάσκαλο. Έτσι, προχωρούσε μέσα στο πλήθος χωρίς να γνωρίζει κανέναν, να βρει μια γωνιά κάπως απόμερη. Στεκόταν στον πάγκο ενός βιβλιοπώλη και διάβαζε στα πεταχτά το δεύτερο βιβλίο από τα Απομνημονεύματα του Ξενοφώντα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που μάθαινε για τον Σωκράτη. Στο σπίτι του είχε βιβλία των Σωκρατικών· φρόντιζε και του τα έφερνε ο πατέρας του, που συχνά πυκνά έλειπε στην Αθήνα για δουλειές. Πώς το ᾽φερε η στιγμή (η μοίρα που θα ᾽λεγε κι ο ίδιος αργότερα) και αναρωτήθηκε φωναχτά πού να συχνάζουν τέτοιοι σπουδαίοι άνθρωποι. Τον άκουσε ο βιβλιοπώλης, από εκείνους τους λίγους που γνωρίζουν πρόσωπα και πράγματα, και του είπε: «Βλέπεις αυτόν που περνά; Αυτό τον άνθρωπο πρέπει ν᾽ ακολουθήσεις.» Ήταν ο Κράτης, ο κυνικός φιλόσοφος. Και ο Ζήνων, έτσι έλεγαν τον νεαρό, τον ακολούθησε. Και άφησε το εμπόριο και το Κίτιο, και έμεινε στην Αθήνα και στη φιλοσοφία.

Κάποιοι έλεγαν ότι η αιτία που ο Ζήνων στράφηκε στη φιλοσοφία ήταν ένας χρησμός του μαντείου των Δελφών. Ρώτησε τον θεό τι πρέπει να κάνει για να ζήσει μια άριστη ζωή, και η Πυθία τού αποκρίθηκε ότι πρέπει να συναναστρέφεται με τους νεκρούς. Ο Ζήνων έπιασε το υπονοούμενο - ή, τουλάχιστον, έτσι νόμισε. Δεν έγινε γιατρός ούτε νεκροθάφτης, δεν αυτοκτόνησε ούτε έγινε μέντιουμ. Έγινε φιλόσοφος, για να επικοινωνήσει με το πνεύμα και το γράμμα των αρχαίων σοφών.

Κάποιοι άλλοι έλεγαν ότι απλώς ξεπούλησε στην Αθήνα το εμπόρευμα, ή ότι έβγαλε λεφτά δανείζοντας με τόκο από τη μεγάλη περιουσία του, που την υπολόγιζαν στα χίλια τάλαντα.

Ό,τι κι αν έλεγαν, σε ένα συμφωνούσαν: ότι ο Ζήνων μεταστράφηκε στη φιλοσοφία και αφιερώθηκε σε αυτήν. Εξάλλου, από τότε άρεσαν οι εντυπωσιακές ιστορίες που αφηγούνταν τη ριζική μεταστροφή της ζωής κάποιου ξεχωριστού ανθρώπου. Το σημαντικό ήταν ότι ο Ζήνων άφησε μια ζωή που του πρόσφερε πολλά και, καθώς ήταν νέος ακόμη, του υποσχόταν περισσότερα. Ξέκοψε από την καθημερινή ζωή, τον συνηθισμένο τρόπο να βλέπει τα πράγματα και να πράττει, να ασκεί το επάγγελμά του και να ικανοποιεί τις τρέχουσες ανάγκες του. Επέλεξε τον φιλοσοφικό βίο: να ζει μέσα στον κόσμο, αλλά διαφορετικά από τον κόσμο.

«Μ᾽ όποιον δάσκαλο καθίσεις…»

Αν πραγματικά ο Ζήνων επιδίωξε να έρθει σε ρήξη με τη συμβατικότητα της καθημερινής ζωής, τότε επέλεξε και τον καλύτερο δάσκαλο γι᾽ αυτό, έναν Κυνικό σαν τον Κράτη. Ήταν ένας πλούσιος Θηβαίος που είχε απαρνηθεί την περιουσία του και κατέβηκε στην Αθήνα. Είχε πατήσει τα πενήντα, αλλά ακόμη τριγυρνούσε στους δρόμους και στα στέκια της πόλης, αμφισβητώντας και χλευάζοντας με την παράδοξη συμπεριφορά του και τα περιπαικτικά λόγια του τις συνήθειες και τις αντιλήψεις των Αθηναίων.

Ο Ζήνων κάθισε αρκετά χρόνια κοντά στον Κράτη και κέρδισε πολλά. Κάτι όμως δεν του ταίριαζε απόλυτα, κάτι τον απωθούσε και τον απέτρεπε από το να υιοθετήσει πλήρως τον κυνισμό ως υπόδειγμα φιλοσοφικού βίου.

Είχε σεμνότητα ο Ζήνων, που δεν τον άφηνε να νιώθει άνετα με τη συμπεριφορά του Κράτη· τη θεωρούσε αισχρή. Και όσο ο δάσκαλός του τον έβλεπε συνεσταλμένο τόσο του έκανε καψώνια, για να τον θεραπεύσει, όπως έλεγε, από τις ντροπές. Μια φορά του έδωσε ένα τσουκάλι γεμάτο φακές (μαγειρεμένες άραγε;) να το περάσει μέσα από τον Κεραμεικό. Ο Ζήνων φυσικά δείλιαζε. Το μέρος είχε ως συνήθως πολύ κόσμο: συγγενείς μαζεμένοι στους τάφους, μάστορες στα εργαστήρια, πελάτες πέρα δώθε… Προσπάθησε να κρύψει το τσουκάλι στα ρούχα του και τότε ο Κράτης το χτύπησε με το ραβδί του και το έσπασε. Διπλά ντροπιασμένος ο Ζήνων, με τις φακές να χύνονται πάνω του, το ᾽βαλε στα πόδια κι άκουγε από πίσω του τον Κράτη να τον κοροϊδεύει: «Μικρέ Φοίνικα, τι φεύγεις; Δεν έπαθες και τίποτε!»

Δεν άντεχε ο Ζήνων αυτό τον κυνικό τρόπο θεραπείας: να ξεπερνάς μια αδυναμία σου μέσα από την υπερβολή. Είπαμε (σκεφτόταν) να αψηφούμε την κοινή γνώμη, να ειρωνευόμαστε τις συνήθειες των πολλών, ακόμη και να τους σκανδαλίζουμε· φιλόσοφοι είμαστε, θα κλονίζουμε τις βεβαιότητες του απλού ανθρώπου, για να τον ταρακουνήσουμε, να τον κάνουμε να υποψιαστεί ότι μπορεί να ζήσει καλύτερα και διαφορετικά, να του δείξουμε το δικό μας παράδειγμα. Αλλά για να το πετύχουμε αυτό και για να ζήσουμε κι εμείς μια ευτυχισμένη ζωή, είναι ανάγκη να φτάνουμε σε τέτοιες ακρότητες; Μπορεί να ζούμε διαφορετικά από τον κόσμο, αλλά δεν παύουμε να ζούμε μέσα στον κόσμο.

Λίγο οι σκέψεις αυτές, λίγο ο συγκρατημένος του χαρακτήρας, λίγο η φιλομάθειά του, και ο Ζήνων ξέκοψε από τον Κράτη. Το μέγιστο μάθημα που πήρε ήταν ότι η φιλοσοφία δεν είναι μόνο βιβλία και γράμματα, αλλά κυρίως ένας τρόπος ζωής. Υιοθέτησε για πάντα τη σωκρατική άποψη ότι ο φιλόσοφος έχει ουσιαστικό ρόλο στην κοινωνία, να προτρέπει και να διαπαιδαγωγεί (ἔργῳ καὶ λόγῳ) τους ανθρώπους, και όχι μόνο τους νέους.

Από τον Κράτη κράτησε και κάτι άλλο: να δίνει τσουχτερές απαντήσεις σε αυτούς που τις αξίζουν. Και πρώτα απ᾽ όλα στον παλιό του δάσκαλο. Όταν ο Ζήνων πήγε να μαθητεύσει στον Στίλπωνα, κατέφθασε ο Κράτης και, που λέει ο λόγος, τον τραβούσε από τα ρούχα, για να τον αποσπάσει από τον καινούργιο του δάσκαλο. Ο Ζήνων δεν του χαρίστηκε, παρά τον πρέποντα σεβασμό: «Η επιδέξια λαβή για τον φιλόσοφο είναι από τα αφτιά (λαβὴ φιλοσόφων ἐστὶν ἐπιδέξιος ἡ διὰ τῶν ὤτων). Πείσε με, και θα με τραβάς από αυτά. Αν με πάρεις με το ζόρι, το σώμα μου θα ᾽ναι με σένα, η καρδιά μου όμως με τον Στίλπωνα (τὸ μὲν σῶμα παρὰ σοὶ ἔσται, ἡ δὲ ψυχὴ παρὰ Στίλπωνι)» (Διογένης Λαέρτιος 7.24).

Ο Ζήνων δίπλα στον Στίλπωνα και στον Διόδωρο (της Μεγαρικής Σχολής κι οι δυο) ασκήθηκε καλά στη λογική, και την ικανότητα αυτή την αξιοποίησε αργότερα. Δεν πήγε όμως μόνο σε εκπροσώπους των λεγόμενων Σωκρατικών σχολών. Προχωρημένος στις φιλοσοφικές σπουδές, αλλά πάντα μετριόφρων, πήγε και στην Ακαδημία και μάλιστα παρακολουθούσε τα μαθήματα με μεγάλη προσοχή. Δεν δυσανασχέτησε (ούτε βέβαια και οι γονείς του) που πλησίαζε τα τριάντα και ακόμη σπούδαζε. Ίσως είχε κι αυτός μια ιδέα για τη διά βίου εκπαίδευση. Πάντως, ο σχολάρχης Πολέμων τον πείραζε: «Δεν μου ξεφεύγεις, Ζήνωνα, που τρυπώνεις από τις πόρτες του κήπου και κλέβεις τις ιδέες, ντύνοντάς τες στα φοινικικά.» Η αλήθεια είναι ότι τουλάχιστον τις πλατωνικές ιδέες δεν τις έκλεψε· τις άφησε στον υπερουράνιο τόπο τους να ξεχαστούν. Εντυπωσιάστηκε όμως από τη συνοχή και τη στιβαρότητα της φιλοσοφίας του Πλάτωνα - στοιχεία που θα τα ήθελε και στη δική του φιλοσοφία.

Αν στους δύο χώρεσε τρίτος, γιατί όχι και τέταρτος; Μια νέα σχολή στην Αθήνα

Πάνω από δέκα χρόνια ο Ζήνων μαθήτευσε σε σχολές της Αθήνας και γνώρισε καλά τη σύγχρονή του φιλοσοφία, αλλά και παλαιότερους φιλοσόφους, όπως ο Ηράκλειτος. Αυτή η εξοικείωση ίσως εξηγεί και το ότι ήταν ο πιο «ανοιχτός» φιλόσοφος σε επιδράσεις. Και εκεί που όλα κυλούσαν ήσυχα, ο Επίκουρος έκανε μια τομή στην πνευματική ζωή της πόλης, ανοίγοντας τη δική του εναλλακτική σχολή γύρω στο 306 π.Χ.

Ο Ζήνων καταλάβαινε ότι ο Επίκουρος προσπαθούσε να απαντήσει σε ανησυχίες που και ο ίδιος είχε, να προβάλει και να ασκήσει τη φιλοσοφία ως τρόπο ζωής, αλλά και να συγκροτήσει ένα ολοκληρωμένο φιλοσοφικό σύστημα. Από τη μία, ο Ζήνων πρέπει να ένιωσε έλξη και θαυμασμό, μια και κάποιος έκανε κάτι που και ο ίδιος πίστευε ότι χρειαζόταν. Από την άλλη, πρέπει να ένιωσε φθόνο, γιατί ο Επίκουρος έκανε πριν από τον Ζήνωνα αυτό που θα μπορούσε να είχε κάνει ο Ζήνων.

Βέβαια, ο Ζήνων διαφωνούσε έντονα με τις απαντήσεις του Επίκουρου, και κυρίως με δύο βασικές απόψεις του: ότι τα πάντα αποτελούν σύνθεση από άτομα και ότι το αγαθό και η ευδαιμονία ταυτίζονται με την ηδονή. Με τις θέσεις αυτές ο Επίκουρος πρόσφερε στον Ζήνωνα έναν έτοιμο αντίπαλο και τον βασικό στόχο της πολεμικής του. Αυτό επέδρασε θετικά στον Ζήνωνα: απέναντι σε έναν συγκροτημένο αντίπαλο ασκεί κάποιος (ή είναι υποχρεωμένος να ασκήσει) πιο συστηματική πολεμική, αλλά και συγκροτεί το δικό του σύστημα, ως απάντηση σε όλες τις θέσεις του αντιπάλου. Γιατί θέλει να υπερισχύσει, δείχνοντας ότι η δική του φιλοσοφία απαντά πειστικότερα σε κάθε πρόβλημα - αποτελεί μια ολοκληρωμένη και προτιμότερη πρόταση ζωής. Η διαμάχη γίνεται εντονότερη, όταν οι δύο φιλόσοφοι έχουν κοινό σκοπό, καθώς φιλοδοξούν να δείξουν στους ανθρώπους τον ασφαλή και βέβαιο δρόμο προς την ευτυχία.

Αν ο Επίκουρος «πρόλαβε» τον Ζήνωνα και ίδρυσε τον Κήπο, η κίνησή του αυτή επέδρασε σαν καταλύτης. Υπέδειξε στον Ζήνωνα ποια θα ήταν η δική του επόμενη κίνηση. Και πράγματι, λίγα χρόνια μετά, γύρω στο 301/0 π.Χ., ο Ζήνων (μόλις είχε περάσει τα τριάντα) αισθάνθηκε έτοιμος να παρουσιάσει μια νέα κοσμοθεωρία, εναλλακτική στον Επικουρισμό, τον κύριο αντίζηλο, και χωρίς αναφορά στον Πλάτωνα ή στον Αριστοτέλη.

Μετά την πολύχρονη μαθητεία του, ήρθε η σειρά του να γίνει δάσκαλος. Δεν έχτισε ιδιαίτερο κτίσμα ούτε αγόρασε κάποιο κτήμα - δεν ήταν εξάλλου αθηναίος πολίτης, όπως ο Πλάτων και ο Επίκουρος. Άρχισε να περιφέρεται στην Ποικίλη Στοά της Αγοράς. Η θέα από εκεί ήταν (και παραμένει μέχρι σήμερα) καταπληκτική: μέσα οι πίνακες του Πολύγνωτου, έξω τα δημόσια κτήρια και η Ακρόπολη, και στο βάθος… ο Κήπος.

Ο Ζήνων όμως ήθελε τα μάτια του κόσμου στραμμένα πάνω του, γι᾽ αυτό διάλεξε έναν πολυσύχναστο δημόσιο χώρο· ταυτόχρονα ήθελε να έχει σχετικά λίγους ακροατές, γι᾽ αυτό και όταν δίδασκε έβρισκε κάποια απόμερη γωνιά, για να έχει λίγη ησυχία. Πρόθεσή του δεν ήταν να μαζεύει τα πολυπληθή ακροατήρια του αριστοτελικού Θεόφραστου, που τα ειρωνευόταν, ούτε τους αργόσχολους της Αγοράς, που ήταν ακόμη περισσότεροι. Και μηχανευόταν τρόπους να διώχνει τους περίεργους: τους ζητούσε χρήματα, ώστε να σηκωθούν να φύγουν, ή τους έλεγε ευθέως ότι αν φύγουν δεν θα ενοχλούν. Οι μαθητές του όμως πλήθαιναν και, επειδή σύχναζαν στη Στοά, ονομάστηκαν Στωικοί.

Ο πιο καλός ο μαθητής - αυτός που άφησε την παλαίστρα για να πάρει τη γραφίδα

Οι μαθητές που προσκολλήθηκαν στον Ζήνωνα ήταν πολλοί, όσο κι αν έκανε ο ίδιος πως δεν ήθελε. Άλλοι απλοί ακροατές, άλλοι πραγματικοί μαθητές και φίλοι. Άλλοι με φιλοσοφική παιδεία, άλλοι χωρίς. Στη Στοά, χάρη στον διαλεκτικό τρόπο διδασκαλίας, έγιναν ικανοί συζητητές και σταδιακά μάθαιναν να φιλοσοφούν.

Οι αντίπαλοί του, βέβαια, διέδιδαν ότι μάζευε βρωμοκουρελήδες και πλήθος εργατών, φτωχών και ματαιόδοξων. Δεν είναι σίγουρο ότι συγκέντρωνε τους φτωχούς, τουλάχιστον συνειδητά. Είναι όμως σίγουρο ότι, αν ερχόταν στη Σχολή του κάποιος πλούσιος και ξιπασμένος (και στην Αθήνα εκείνης της εποχής μαζεύονταν αρκετοί τέτοιοι), έκανε ό,τι μπορούσε για να τον αποθαρρύνει. Είχε έρθει ένας από τη Ρόδο, όμορφος και καλοντυμένος - κατά τα άλλα μηδενικό (ἄλλως δὲ μηδέν): ο Ζήνων τον έβαζε να κάθεται σε σκονισμένα βάθρα ή δίπλα σε φτωχούς, για να ακουμπάει στα κουρέλια τους. Στο τέλος ο Ρόδιος δεν άντεξε τη δοκιμασία κι έφυγε. Έτσι κι αλλιώς δεν έκανε για στωικός!

Κάποιοι μαθητές του δεν συμφωνούσαν μαζί του. Ο Αρίστων από τη Χίο αυτονομήθηκε, ενώ ο Ήριλλος από την Καρχηδόνα διατύπωσε αντιρρήσεις στις διδασκαλίες του δασκάλου του. Κάποιοι τον πρόδωσαν και στράφηκαν στο αντίπαλο στρατόπεδο των Κυρηναϊκών, όπως ο Διονύσιος από την Ηράκλεια.

Οι περισσότεροι έμειναν κοντά του και μερικοί ξεχώρισαν: ο Περσαίος από το Κίτιο, ο Κλεάνθης από την Άσσο, ο Σφαίρος από τον Βόσπορο, ο Φιλωνίδης από τη Θήβα, ο Κάλλιππος από την Κόρινθο, ο Ποσειδώνιος από την Αλεξάνδρεια, ο Αθηνόδωρος από τους Σόλους, ο Ζήνων από τη Σιδώνα. Ποιο ήταν το χαρακτηριστικό όλων αυτών των μαθητών του Ζήνωνα; Ότι κανείς τους δεν καταγόταν από την Αθήνα! Η πρωτεύουσα μάλλον χρειαζόταν επειγόντως και διαρκώς εισαγωγή ξένων μυαλών.

Από τους μαθητές μου άλλοι είναι φίλοι των λόγων (φιλόλογοι) και άλλοι φίλοι με τα λόγια (λογόφιλοι).
Ζήνων, απόσπ. 300

Ο Ζήνων σκιαγράφησε την εικόνα ενός νέου, όπως ο ίδιος τον φανταζόταν και ίσως θα ήθελε για μαθητή του: «Το πρόσωπό του να ᾽ναι καθαρό· τα φρύδια αρυτίδωτα· τα μάτια ούτε ορθάνοιχτα ούτε μισόκλειστα· ο λαιμός να μη γέρνει προς τα πίσω· τα μέλη του κορμιού να μην είναι άτονα αλλά ευθυτενή· το αφτί ορθωμένο, πρόθυμο να δεχθεί τον λόγο· η κορμοστασιά και οι κινήσεις του να μην δίνουν ελπίδα στους ακόλαστους. Η σεμνότητα και η αρρενωπότητα να ανθίζουν πάνω του» (Κλήμης Αλεξανδρεύς, Παιδαγωγός 3.11.74). Δεν αναζητούσε απλώς την εξωτερική ομορφιά ο Ζήνων, αλλά τη σωματική γοητεία που φανερώνει «φυσική προδιάθεση για την αρετή».

Αγαπημένος μαθητής του Ζήνωνα ήταν ο Περσαίος, ίσως επειδή καταγόταν κι αυτός από το Κίτιο. Ο Ζήνων τον θεωρούσε τόσο ικανό ώστε, όταν ο βασιλιάς Αντίγονος Γονατάς τον προσκάλεσε στην Πέλλα, έστειλε τον Περσαίο στη θέση του. Ο μαθητής του ανέλαβε την ανατροφή του γιου του Αντίγονου και έγινε για ένα διάστημα και άρχοντας στην Κόρινθο.

Άλλον αγαπούσε ο Ζήνων κι άλλον έκανε διάδοχο στη διεύθυνση της Σχολής, έναν σχεδόν συνομήλικό του, τον Κλεάνθη. Ήταν πρώην πυγμάχος, που πάμφτωχος έφτασε στην Αθήνα και συνέχισε να μην υπολογίζει τα χρήματα· που έγινε στα πενήντα του μαθητής του Ζήνωνα και έμεινε άλλα τόσα πιστός στη Στοά· που δεν μπορούσε να αγοράσει χαρτί και αναγκαζόταν να κρατά σημειώσεις από τα μαθήματα πάνω σε όστρακα και σε κόκκαλα από ωμοπλάτες βοδιών. Κανείς δεν τον θεωρούσε σπουδαίο μυαλό, φημιζόταν για τη βραδύτητά του, κατηγορήθηκε για δειλία. Κανείς δεν αρνιόταν όμως την εργατικότητά του και την αφοσίωσή του σε ό,τι έκανε.

Ο Κλεάνθης, με το αθλητικό κορμί που όλοι θαύμαζαν, δεν αντιδρούσε βίαια, αλλά σιωπηλός ανεχόταν τις ύβρεις, και στο τέλος κέρδιζε τον θαυμασμό και για το ήθος του. Όταν τον έλεγαν γάιδαρο, απαντούσε ότι γι᾽ αυτό μπορούσε μόνος του να κουβαλά το φορτίο του Ζήνωνα. Και αυτό αποδείχθηκε όταν ο Ζήνων, ανάμεσα σε τόσους μαθητές, τον επέλεξε για Σχολάρχη της Στοάς. Γιατί εκείνο που πραγματικά χρειαζόταν η Στοά ήταν να κρατηθεί και να διατηρηθεί πιστά η διδασκαλία του Ζήνωνα, μέχρι ίσως να έρθει ο προικισμένος διάδοχος που θα τη συνέχιζε προς νέες κατευθύνσεις - όπως και έγινε. Ο Κλεάνθης ήταν αυτό που είχε πει ο δάσκαλός του: «σαν σκληρό πινάκιο· δύσκολα γράφουμε πάνω του, αλλά ό,τι γράψουμε διατηρείται.»

Τα πρώτα εκατό χρόνια είναι δύσκολα: οι τρεις σωματοφύλακες της Στοάς

Το 230/29 π.Χ. ο Κλεάνθης πέθανε και ήρθε η σειρά του Χρύσιππου από την Ταρσό να διευθύνει τη Στοά. Είναι σχεδόν άγνωστο τι έκανε ο Χρύσιππος τα 73 περίπου χρόνια που έζησε. Αν σκεφτούμε, βέβαια, τον τεράστιο αριθμό των βιβλίων που έγραψε, δεν μπορούμε να φανταστούμε ότι θα έκανε τίποτε άλλο. Μια ζωή αφιερωμένη στην έρευνα, τη διδασκαλία και τη συγγραφή.

Ο Χρύσιππος ήταν γρήγορος στο γράψιμο, ίσως περισσότερο από ό,τι στους αγώνες ταχύτητας, που τους εγκατέλειψε όταν έγινε μαθητής του Κλεάνθη. Με προσόν την ταχύτητά του, ακολούθησε μια τακτική που έκτοτε εφάρμοσαν καθηγητές και άλλων σχολών, φιλοσοφικών και μη: στα συγγράμματά του παρέθετε σε μεγάλη έκταση κείμενα άλλων ή επαναλάμβανε τον εαυτό του· σε ένα έργο του μάλιστα συμπεριέλαβε ολόκληρη τη Μήδεια του Ευριπίδη. Δεν κέρδιζε, ωστόσο, χρήματα από τη διανομή των βιβλίων του στους μαθητές του. Κέρδισε, τουλάχιστον, τη φήμη του πλέον παραγωγικού συγγραφέα, με 705 τίτλους!

Από το 301 έως το 204 π.Χ. ο Στωικισμός αναπτύχθηκε και επιβλήθηκε χάρη στο έργο και τη ζωή των τριών πρώτων Σχολαρχών: του Ζήνωνα, του Κλεάνθη και του Χρύσιππου. Αυτή η τόσο διαφορετική τριάδα διαμόρφωσε τη στωική φιλοσοφία. Ο ένας, πλούσιος, εύστροφος και συνεσταλμένος, άνοιξε τον δρόμο ιδρύοντας τη Σχολή, έθεσε τις βασικές θεωρητικές αρχές και εδραίωσε τη θέση της Στοάς στο ελληνιστικό φιλοσοφικό τοπίο. Ο δεύτερος, φτωχός, φιλότιμος και μάλλον αργός, διατήρησε τη διδασκαλία του πρώτου και συνέβαλε στον καθορισμό της στωικής ορθοδοξίας, διακρίνοντάς την από την Ακαδημία και τον Αρίστωνα. Ο τρίτος, ευφυής, υπεροπτικός και πολυγραφότατος, συστηματοποίησε τη διδασκαλία, τη βάθυνε και τη διεύρυνε, και πολέμησε τους αντίπαλους φιλοσόφους.

Οι φιλοσοφικοί αντίπαλοι των Στωικών αντέδρασαν αμέσως μόλις εμφανίστηκε η Στοά. Οι ομότεχνοι του Ζήνωνα άρχισαν να διαδίδουν (και το συνέχισαν για αιώνες) ότι δεν είχε κανένα λόγο να φύγει από την Ακαδημία και να απαρνηθεί τον Πλάτωνα, ότι το μόνο που πέτυχε ήταν να εισαγάγει καινούργιους περίτεχνους όρους, ότι πολλές ιδέες του δεν είναι παρά μεταμφιέσεις παλαιών. Τον Χρύσιππο, που κι αυτός πέρασε από την Ακαδημία, τον κατηγόρησαν ότι τίποτε από τα πολλά που έγραψε δεν ήταν δικό του, ή ότι πολλά από αυτά που έγραψε ήταν αναίσχυντα.

Αυτές οι συκοφαντίες, όχι ασυνήθιστες στους φιλοσοφικούς κύκλους της εποχής, αποτελούσαν απλώς το καρύκευμα μιας ουσιαστικής διαμάχης. Το ζητούμενο ήταν αν έκριναν αληθινή ή δικαιολογημένη τη θεωρία της μίας ή της άλλης Σχολής· αν όλα τα σημεία μιας θεωρίας ταίριαζαν μεταξύ τους ή ήταν αντιφατικά· αν μια θεωρία αντιμετώπιζε πιο αποτελεσματικά ένα πρόβλημα από μία άλλη· αν η ζωή που πρότεινε η μια Σχολή ήταν προτιμότερη από τη ζωή που πρότειναν οι άλλες.

Οι πρώτοι Στωικοί έδειξαν ότι γνώριζαν τις θέσεις των αντιπάλων τους και έλαβαν υπόψη τους την κριτική που τους ασκήθηκε (όσο κι αν την αντέκρουσαν). Φάνηκαν ευέλικτοι και κατάφεραν, σε μεγάλο βαθμό, να προσαρμόσουν τις απαντήσεις τους στα ερωτήματα που τους έθεταν οι μορφωμένοι συμπολίτες τους. Πρώτος ο Ζήνων και στη συνέχεια οι άλλοι δύο άσκησαν σημαντική επίδραση στις γενιές της αθηναϊκής ελίτ του 3ου αιώνα.

Γνωρίζεις τη φύση; Γνωρίζεις πώς γνωρίζεις; Καιρός να γνωρίσεις και τον εαυτό σου

Όπως οι Επικούρειοι, έτσι και οι Στωικοί έδιναν μεγάλη σημασία στη φυσική, και ιδιαίτερα στο μέρος της που ονόμαζαν «θεολογία». Ο Χρύσιππος, παρότι έγραψε εκατοντάδες βιβλία λογικής και φυσικής, δεν δίσταζε να γράψει ότι «ο μόνος λόγος για να μελετήσουμε τη φύση είναι για να διακρίνουμε τα αγαθά από τα κακά». Άρα, η γνώση από τη μελέτη αυτή είναι υποταγμένη στον τελικό στόχο, που δεν είναι άλλος από την πρακτική σοφία. Με τις σκέψεις αυτές μοιάζει να υποβιβάζεται η φυσική, επειδή δεν θεωρείται αυτόνομη. Όμως ο υψηλός σκοπός της, που βρίσκεται έξω από αυτή, αναβαθμίζει ουσιαστικά τη φυσική επειδή της δίνει ηθική σκοπιμότητα: η γνώση της φύσης γίνεται προϋπόθεση για την ευτυχία.

Η βασική θέση της στωικής φιλοσοφίας της φύσης είναι ότι ολόκληρος ο κόσμος αποτελεί έναν ενιαίο ζωντανό οργανισμό που συνίσταται από δύο στοιχεία, τη φύση (ή λόγο ή θεό) και την ύλη. Ο θεός ταυτίζεται με τη φύση και είναι ένα είδος φωτιάς, η οποία δίνει ζωή στον κόσμο, που γεννιέται, καταστρέφεται και συνεχώς ξαναγεννιέται. Το μόνο που υπάρχει, υποστήριζαν οι Στωικοί, είναι σώματα· τα σώματα όμως αποτελούνται από ύλη και λόγο.

Αυτές οι απόψεις των Στωικών δεν βασίζονται, όπως φαίνεται άλλωστε, στην παρατήρηση φυσικών φαινομένων, αν και γενικά πίστευαν ότι πηγή της ανθρώπινης γνώσης είναι η εμπειρία των αισθήσεων.

Ποιο είναι το βασικό δίδαγμα της φυσικής που αφορά την ηθική; Ότι υπάρχουν πράγματα που ο άνθρωπος αδυνατεί να ελέγξει, πράγματα αναγκαία που εξαρτώνται από εξωτερικές αιτίες. Γι᾽ αυτό και είμαστε ανυπεράσπιστοι μπροστά στις κακοτυχίες, στις αρρώστιες και στον θάνατο. Κάτι άλλο που παρατηρούμε είναι ότι ο κόσμος βρίσκεται σε αρμονία εσωτερική και κάθε μέρος του έχει σχέση με το άλλο, το ένα χρειάζεται το άλλο.

Η λογική και η τάξη που βασιλεύει στο σύμπαν δείχνει στον άνθρωπο τι πρέπει να κάνει. Ο άνθρωπος είναι ένα ελάχιστο μέρος του κόσμου: γνωρίζοντας και αποδεχόμενος το Όλο στο οποίο ανήκει, μπορεί και αυτός να ζήσει σε αρμονία με τον εαυτό του και με τον κόσμο.

Όλα έπρεπε να ᾽ρθουν καθώς ήρθαν: ελευθερία και αναγκαιότητα

Η φυσική θεωρία έδειξε ότι τα πάντα γίνονται σύμφωνα με μια «δύναμη που ζωογονεί την παγκόσμια συμπάθεια, που κάνει όλα τα πράγματα να βρίσκονται σε αλληλοπάθεια, ενωμένα σφιχτά το ένα με το άλλο με μια αμοιβαία φιλία». Αυτή η δύναμη ονομάζεται εἱμαρμένη και είναι συνώνυμη με τη φύση και την πρόνοια. Είναι ο λόγος σύμφωνα με τον οποίο λειτουργεί ο κόσμος. Δεν είναι μια απρόβλεπτη ή παράλογη μοίρα, αλλά η τάξη του κόσμου που δεν μπορεί να παραβιαστεί.

Τα πράγματα, λοιπόν, συμβαίνουν αναγκαστικά όπως συμβαίνουν. Αν όμως η ζωή του κόσμου (και του ανθρώπου, που αποτελεί μέρος του) είναι προκαθορισμένη, ποια περιθώρια επιλογών έχουμε; Είμαστε ελεύθεροι σε κάτι; Υπάρχει κάτι που εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς; Ή το μόνο που μας μένει, εφόσον δεν μπορούμε να αντιδράσουμε, είναι να υποταχθούμε στην ειμαρμένη;

Η μοίρα καθοδηγεί όποιον την αποδέχεται, σέρνει όποιον της αντιστέκεται.

Ο Χρύσιππος προσπάθησε να συμβιβάσει την αυστηρή αντίληψη, ότι όλα γίνονται κατ᾽ ανάγκην, με κάποια σχετική ανθρώπινη αυτονομία. Θέλησε να διαφυλάξει τη δυνατότητα του ανθρώπου να επηρεάζει τη ζωή του και το μέλλον. Αν όλα είναι καθορισμένα να γίνουν, τότε ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος σε αυτά που κάνει αλλά ούτε και σε αυτά που θέλει.

Ένας τέτοιος άνθρωπος, όμως, δεν είναι υπεύθυνος για τις πράξεις του, άρα δεν μπορεί να του αποδοθεί έπαινος ούτε, κυρίως, να του καταλογιστεί τιμωρία. Με μια παρόμοια σκέψη προσπάθησε να ξεφύγει από τον Ζήνωνα ένας δούλος που τον μαστίγωναν επειδή είχε κλέψει: «Ήταν γραφτό μου να κλέψω,» διαμαρτυρήθηκε. «Ήταν γραφτό σου και να μαστιγωθείς,» απάντησε ο Ζήνων, για να δείξει ότι κανείς δεν απαλλάσσεται από την ηθική ευθύνη των πράξεών του.

Για να προσαρμοστεί ο άνθρωπος στην ειμαρμένη, πρέπει να τη γνωρίσει· και τότε μπορεί να την ακολουθήσει. Αυτή είναι η μόνη ελευθερία που έχει ο άνθρωπος και μπορεί να κατακτήσει μόνον ο σοφός: να πράττει με τη θέλησή του αυτό που προκαθορίζει η θεία πρόνοια για το καλό του κόσμου.

Ἄγου δέ μ᾽, ὦ Ζεῦ, καὶ σύ γ᾽ ἡ πεπρωμένη,
ὅποι ποθ᾽ ὑμῖν εἰμὶ διατεταγμένος,
ὡς ἕψομαί γ᾽ ἄοκνος· ἢν δὲ μὴ θέλω
κακός γενόμενος, οὐδέν ἧττονἕψομαι.

***
Οδήγησέ με, Δία, κι εσύ πεπρωμένο,
εκεί όπου από καιρό με έχετε προορίσει.
Γιατί θ᾽ ακολουθήσω αγόγγυστα·
κι αν ακόμη δεν θελήσω, και γίνω κακός,
έτσι κι αλλιώς θα ακολουθήσω.
Κλεάνθης, απόσπ. 2

Πάντως, οι απόψεις των πρώτων Στωικών άφηναν στον άνθρωπο την αίσθηση μιας ελευθερίας ανάπηρης και μιας άδικης εἱμαρμένης, που ενώ καθορίζει τα πάντα, τον καθιστά υπεύθυνο. Θα έπρεπε να έρθει μερικούς αιώνες αργότερα ένας δούλος, ο στωικός Επίκτητος, για να μιλήσει πιο πειστικά για την ελευθερία.

Τότε όμως γιατί να υπάρχει το κακό στον κόσμο;

Καλά τα έλεγε η τριάδα: όλα ωραία τακτοποιημένα από τον Δία, από τη θεία πρόνοια. Αυτός ο κόσμος είναι ο καλύτερος δυνατός. Όμως όλα όσα συμβαίνουν σε αυτό τον κόσμο δεν είναι τα καλύτερα δυνατά, έσπευδαν να συμπληρώσουν με νόημα οι αντίπαλοι των Στωικών. Ας δούμε τα πράγματα γύρω μας: ένας σεισμός καταστρέφει σπίτια, ένας λύκος πνίγει ένα κοπάδι πρόβατα, ένας άνθρωπος σκοτώνει τον συνάνθρωπό του, ο πλούσιος κλέβει τον φτωχό, ο δυνατός καταπιέζει τον αδύνατο. Τι κάνει για αυτά ο θεός που όλα τα γνωρίζει, όλα τα μπορεί και θέλει πάντα το καλό; Αν είναι υπεύθυνος για τα πάντα, όπως υποστηρίζουν οι Στωικοί, τότε θα είναι υπεύθυνος και για αυτά - που μόνο καλά δεν είναι. Άρα, αντέτειναν οι αντίπαλοί τους, ο θεός είναι υπεύθυνος όχι μόνο για το καλό αλλά και για το κακό στον κόσμο.

Οι Στωικοί προσπάθησαν να απαντήσουν στο πρόβλημα της ύπαρξης του κακού, αλλά ακόμη και ο πολυπράγμων Χρύσιππος θεωρούσε λογικό που όλοι απορούμε για το πώς γεννήθηκε η κακία: πώς θα βρούμε την αιτία της, από τη στιγμή που δεν μπορεί να είναι ο θεός και η φύση; Μήπως αυτά που θεωρούμε κακά δεν είναι κακά; Πρέπει να δεχθούμε ότι οι σεισμοί και οι καταποντισμοί δεν είναι πραγματικά κακά. Ό,τι κάνει η φύση το κάνει με καλό σκοπό, που ίσως εμείς δεν μπορούμε πάντα να τον καταλάβουμε: κάτι μπορεί να είναι κακό για κάποιους, αλλά να φέρνει αγαθά για το σύνολο. Ίσως τα φαινόμενα αυτά είναι συνέπειες των καλών πραγμάτων που υπάρχουν.

Ο Χρύσιππος έδινε ένα παράδειγμα: το κεφάλι μας αποτελείται από πολύ λεπτά και μικρά κόκαλα και γι᾽ αυτό είναι εύθραστο. Αυτό είναι κακό για το κεφάλι, αλλά χάρη σ᾽ αυτό μπορεί να λειτουργήσει. Και είναι προτιμότερο ένα εύθραυστο και καλό κεφάλι από ένα στέρεο αλλά κακό.

Έστω ότι η φύση ξέρει τι κάνει. Τι γίνεται, όμως, με τις ανθρώπινες πράξεις; Όλα όσα κάνουμε είναι σύμφωνα με τη φύση, εκτός από «όσα κάνουν οι κακοί από την ανεμυαλιά τους». Η φύση έδωσε στον άνθρωπο το λογικό και μια κλίση προς την αρετή. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν γνωρίζουν ή δεν ακολουθούν αυτή τη φυσική κλίση, γιατί ο άνθρωπος είναι το μόνο ον που μπορεί να ενεργεί ενάντια στη βούληση της φύσης. Αλλά, κατά τους Στωικούς, ακριβώς επειδή μπορούμε να κάνουμε και το κακό, είμαστε ικανοί να κατακτήσουμε το αντίθετό του, την αρετή.

Το καλό, το κακό και το αδιάφορο

Αφού γνωρίσουμε με βεβαιότητα τη δομή και τη λειτουργία του φυσικού κόσμου (και του εαυτού μας), μπορούμε να πράττουμε σύμφωνα με τη φύση, που είναι ο τρόπος για να πετύχουμε τον τελικό μας σκοπό, δηλαδή την τέλεια ευδαιμονία. «Να ζεις σύμφωνα με την αρετή (κατ᾽ ἀρετὴν ζῆν), γιατί προς αυτή μας οδηγεί η φύση μας,» είπε ο Ζήνων και με πολλές παραλλαγές επανέλαβαν οι διάδοχοί του. Να ζεις σε αρμονία με τον λόγο των πραγμάτων (ὁμολογουμένως τῇ φύσει ζῆν), γιατί όποιοι ζουν σε διαμάχη με τον εαυτό τους είναι δυστυχισμένοι.

Και τι θα γίνει με τα πράγματα που δεν ελέγχονται από εμάς; Αν συμβάλλουν στην ευτυχία μας, τότε η ευτυχία μας δεν είναι ζήτημα εσωτερικό αλλά άμεσα εξαρτώμενο από εξωτερικούς παράγοντες. Οι Στωικοί δεν μπορούσαν να το δεχθούν αυτό. Θεωρούσαν ότι το ύψιστο αγαθό είναι η αρετή, και σε αυτή βασίζεται η ευδαιμονία. Όλα τα άλλα δεν είναι αληθινά αγαθά. Νομίζουμε ότι είναι αγαθά εξαιτίας των κοινωνικών συμβάσεων ή των παθών μας· στην πραγματικότητα είναι «αδιάφορα». Έτσι όλα τα όντα χωρίζονται σε τρεις μεγάλες κατηγορίες:



Αδιάφορα για την αρετή οι Στωικοί ονόμαζαν πράγματα που συνήθως πολλοί άνθρωποι τα επιδιώκουν σαν αναγκαία προϋπόθεση για την ευδαιμονία. Πρόκειται για γνωρίσματα του ανθρώπου, σωματικά, ψυχικά και άλλα. Μερικά τα θεωρούσαν απορριπτέα, επειδή είναι αντίθετα προς τη φύση: τον πόνο, την απουσία φήμης, την έλλειψη ευφυΐας, την ανεπιτηδειότητα, τη φτώχεια, την αρρώστια, την ασχήμια, την ταπεινή καταγωγή, την αδυναμία, την καχεξία, την αναπηρία. Μερικά τα θεωρούσαν προτιμητέα, επειδή είναι σύμφωνα με τη φύση: την ηδονή, τη δόξα, την ευφυΐα, την επιτηδειότητα, τον πλούτο, την υγεία, την ομορφιά, την ευγενική καταγωγή, τη δύναμη, την ευεξία, την αρτιμέλεια.

Η ανατροπή των κατεστημένων αξιών από τους Στωικούς είναι πλήρης. Όλα τα θεωρούν πράγματα που μπορεί να χρησιμοποιηθούν άλλοτε με θετικό τρόπο κι άλλοτε με αρνητικό. Απλώς πρέπει να προτιμάται η δεύτερη ομάδα. Ωστόσο, κανένα από τα χαρακτηριστικά αυτά δεν έχει σημασία για την ηθικότητα του ανθρώπου. Το μόνο που μετρά είναι η ηθική του πρόθεση και η ενάρετη ζωή.

Η αρετή είναι η μοναδική αξία και η κατοχή της είναι αρκετή για να φέρει την ευτυχία. Η αρετή είναι μία και αδιαίτερη: δεν υπάρχουν πράξεις που είναι περισσότερο ή λιγότερο ενάρετες· ή είναι ή δεν είναι. Όπως και το αντίθετο: οι πράξεις που είναι αντίθετες στην αρετή είναι όμοιες: όλες απέχουν εξίσου από την αρετή, είτε είναι μια κλοπή σοκολάτας είτε ένας φόνος!

Εφόσον δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις, η αρετή δεν κατακτιέται σταδιακά ούτε το ήθος μπορεί να βελτιώνεται σταδιακά. Ο άνθρωπος περνά διαμιάς από τη μια κατάσταση στην άλλη· από την αχρειότητα στην τελειότητα.

Οι διάφορες αρετές που βρίσκουμε στους καταλόγους που άρεσαν στους Στωικούς (από αγάπη στη συστηματοποίηση και για διδακτικούς λόγους) ουσιαστικά αποτελούν όψεις ενός αδιάσπαστου όλου.



Επειδή όμως η αρετή είναι μία, αυτό σημαίνει ότι οι αρετές δεν διαφοροποιούνται ανάλογα με την ηλικία, το φύλο, την κοινωνική τάξη ή άλλες συνθήκες. Όλοι οι άνθρωποι είναι προορισμένοι για το ένα και μοναδικό είδος αρετής.

Τα πάθη και η απάθεια

Η αρετή είναι η βασιλική και μόνη οδός για την ευδαιμονία. Αντίθετα, πηγή της δυστυχίας είναι τα πάθη. Αν μάθουμε πώς δημιουργούνται, θα τα καταπολεμήσουμε - υπόσχονταν οι Στωικοί. Τα πάθη δεν είναι απλώς τα ισχυρά συναισθήματα (ο έρωτας, η ηδονή, η φιλοδοξία), αλλά ένα πλήθος ψυχικών καταστάσεων.

Όλα αυτά τα πάθη δεν προέρχονται από κάποιο άλογο τμήμα της ψυχής. Για τους Στωικούς είναι λανθασμένες κρίσεις, μη λογικές κινήσεις της λογικής ψυχής του ανθρώπου. Δημιουργούνται όταν ο άνθρωπος βασίζεται σε ψευδείς εντυπώσεις και επιζητεί ή αποφεύγει πράγματα τα οποία είναι αδιάφορα. Είναι ανεξέλεγκτες κινήσεις, ορμή που πλεονάζει, υπερβολικές παρορμήσεις.

Τα πάθη δεν περιορίζονται. Ούτε εδώ υπάρχει μέση λύση: τα πάθη πρέπει να εξαλειφθούν τελείως, ώστε οι επιθυμίες του ανθρώπου να εναρμονιστούν με τον λόγο. Και τότε θα μπορέσει ο άνθρωπος να ζήσει σύμφωνα με τη φύση.

Ο μόνος που καταφέρνει να απαλλαγεί από όλα τα πάθη είναι ο σοφός, έλεγαν οι Στωικοί. Βέβαια και ο Περσαίος, ο μαθητής του Ζήνωνα, νόμιζε ότι είχε απαλλαγεί από τα πάθη, όπως ακριβώς δίδασκε. Για να τον δοκιμάσει ο βασιλιάς Αντίγονος, φρόντισε να φτάσει στα αφτιά του Περσαίου η ψεύτικη είδηση ότι οι εχθροί τού είχαν αρπάξει την περιουσία. Λυπήθηκε και σκυθρώπιασε ο Περσαίος, και ο Αντίγονος αμέσως τον πείραξε: «Βλέπεις ότι ο πλούτος δεν είναι αδιάφορος;» (Διογένης Λαέρτιος 7.36).



Ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, όχι όμως ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ: ο στωικός σοφός

Είναι αλήθεια δυνατόν ένας άνθρωπος να μπορέσει να γίνει σοφός; Το ιδεώδες που υποστήριξαν οι Στωικοί μοιάζει τόσο αυστηρό και τόσο ανέφικτο! Εφόσον δεν υπάρχουν διαβαθμίσεις του καλού, εφόσον κάτι δεν μπορεί να είναι λίγο καλύτερο από κάτι άλλο, εφόσον τα πράγματα είναι ή καλά ή κακά, τότε, μέχρι να γίνεις καλός είσαι κακός, και μέχρι να γίνεις σοφός είσαι ανόητος. Αν ο σοφός έχει το κεφάλι του έξω από το νερό, όλοι οι άλλοι το έχουν μέσα στο νερό. Τι σημασία έχει αν κάποιος το έχει ένα μέτρο κάτω από την επιφάνεια και κάποιος άλλος πέντε; Όσοι είναι μέσα στο νερό θα πνιγούν.

Ο Χρύσιππος καταλάβαινε ότι η διδασκαλία τους είναι σκληρή σε αυτό το σημείο: «Δίνουμε την εντύπωση ότι μιλάμε για πράγματα που, λόγω της εξαιρετικής σπουδαιότητας και της ομορφιάς τους, μοιάζουν με πλάσματα της φαντασίας και δεν είναι σύμφωνα με τον άνθρωπο και την ανθρώπινη φύση.» Κι αν ίσως δεν είναι τελείως ακατόρθωτο να γίνει κάποιος σοφός, μόνο δυο τρεις άνθρωποι (κατά τον ίδιο) κατόρθωσαν στο πέρασμα των αιώνων να κατακτήσουν τον ηθικά τέλειο βίο. Άρα, όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι είναι ανόητοι και αχρείοι.

Ποιες ελπίδες έχουν τότε οι κοινοί θνητοί; Χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια μέχρι οι Στωικοί να αναθεωρήσουν τις απόψεις τους, πιεσμένοι από το ενδιαφέρον και τις ερωτήσεις των απλών ανθρώπων. Από τον 2ο αιώνα π.Χ. διατύπωσαν μια πιο ρεαλιστική ηθική του πρέποντος. Η ηθική αυτή υπαγορεύει μια συμπεριφορά που δεν ταυτίζεται με την αρετή, αλλά τη μιμείται· και προσφέρει κάποια στηρίγματα, κάποιες υποδείξεις στον μέσο άνθρωπο για τις καταστάσεις της ζωής. Οι άνθρωποι θα εφαρμόζουν τα καθήκοντά τους, ηθικά ταιριαστές πράξεις που είναι σύμφωνες με τη λογική ανθρώπινη φύση: να τιμάς τους γονείς και την πατρίδα σου, να φροντίζεις την υγεία σου και άλλα παρόμοια.

Ο Χρύσιππος προφανώς ένιωθε ότι ένας συνεπής στωικός ποτέ δεν θα διέπραττε κακό. Θα ένιωθε όμως ατάραχος κι όταν έβλεπε γύρω του να γίνονται τόσα κακά που ο καθένας καθημερινά μπορεί να δει. Θα του αρκούσε που ο ίδιος δεν συμμετείχε και, προκειμένου να διατηρήσει τη γαλήνη της ψυχής του, δεν θα έκανε κάτι για να εμποδίσει το κακό ή να ανακουφίσει όποιον το έπαθε.

Μέσα στον σοφό, όπως τον όρισαν οι θεμελιωτές της Στοάς, υποβόσκει μια σύγκρουση ανάμεσα στη ζωή που θα έπρεπε να ζει και στις συνήθειες της καθημερινότητας. Ο Ζήνων αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα: ήθελε, και το έδειχνε όπως μπορούσε, να είναι στον κόσμο αλλά να μην είναι με τον κόσμο. Να μην αποσυρθεί πλήρως, αλλά να απομονώνεται, να μοιάζει ξένος μέσα στο πλήθος. Να μη συμπεριφέρεται όπως θα περίμεναν οι άλλοι - κι ας τον θεωρούσαν παράξενο, κι ας γινόταν ως και νούμερο στις κωμωδίες και τις σάτιρες (όπως άλλωστε είχε γίνει και ο Σωκράτης). Ίσα ίσα, σκεφτόταν: τότε γεννιέται η απορία και ο θαυμασμός για τον φιλόσοφο βίο. Ο Ζήνων επιδίωξε να ζήσει διαφορετικά από τους πολλούς αλλά και να ξεχωρίσει από τους υπόλοιπους φιλοσόφους. Και τα κατάφερε.

Αν όμως ο στωικός σοφός είναι αυτάρκης και κύριος του εαυτού του, η πολιτεία χάνει τη δύναμή της. Η ιδεώδης κοινότητα, στην οποία ζει ο σοφός, έχει ως βασιλιά τον νόμο· ο νόμος καθορίζει τι είναι άξιο και τι ανάξιο, τι πρέπει και τι δεν πρέπει να πράττουν όσοι έχουν φύση πολιτική. Μόνο σε αυτή την κοινότητα κυριαρχεί η ομόνοια, που επιτυγχάνεται χάρη στην πολιτική αρετή, και ένας τρόπος ζωής που καταργεί τις διακρίσεις ως προς το φύλο, την εθνικότητα, την καταγωγή ή την περιουσία.

ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΑ ΣΤΑ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ

Το μυστικό της επιτυχίας (Γιατί πέτυχε ο Στωικισμός και ο Επικουρισμός;)

Ο Ζήνων μπορεί να ζήλεψε τον Επίκουρο όταν ίδρυσε τον Κήπο και να έσπευσε να ιδρύσει τη δική του Στοά, κανείς τους όμως δεν μπορούσε να φανταστεί ότι οι σχολές τους θα γνώριζαν τέτοια επιτυχία επί πέντε τουλάχιστον αιώνες. Οι δυο τους το μόνο που επεδίωκαν (και δεν ήταν λίγο) ήταν να προβάλουν μια εναλλακτική πρόταση φιλοσοφίας και ζωής στην ελληνιστική Αθήνα.

Και τα πέτυχαν όλα: αντικατέστησαν τους Κυρηναϊκούς, τους Μεγαρικούς, τους Κυνικούς και τις υπόλοιπες σχολές που ακολούθησαν με τον ένα ή τον άλλον τρόπο τη σωκρατική παράδοση. Δεν υποχώρησαν μπροστά στον όγκο και την ισχύ του πλατωνικού έργου και του αριστοτελικού συστήματος, αλλά τα πολέμησαν και, εν μέρει, τα υποσκέλισαν. Έθεσαν τη δική τους σφραγίδα στην πορεία της φιλοσοφίας, στον προσανατολισμό της και στον χαρακτήρα της.

Τα πέτυχαν όλα αυτά επειδή υπερασπίστηκαν σθεναρά και με επιχειρήματα τις διδασκαλίες τους, και έπεισαν. Επειδή προσέγγισαν τη φιλοσοφία πιο συστηματικά από τις σωκρατικές σχολές και πιο κοντά στο πνεύμα της εποχής από τους Πλατωνικούς και τους Αριστοτελικούς. Επειδή οι δύο Σχολές τους ανέδειξαν παραδειγματικές προσωπικότητες, ανθρώπους που οι συμπολίτες τους τους έβλεπαν να ζουν τη φιλοσοφία που δίδασκαν. Και αυτό το εκτιμούσαν όλοι.

Η περίπτωση των δύο ιδρυτών των Σχολών είναι χαρακτηριστική. Ο Ζήνων έθεσε πολύ ψηλά τον πήχυ της ευδαιμονίας και σκιαγράφησε σχεδόν ανέφικτο το ιδανικό του σοφού. Κι όμως ο ίδιος, ο τόσο αυστηρός στην ηθική του, γνώριζε πολύ καλά πώς να περάσει την εικόνα του στους άλλους: επιδείκνυε μια υπερβολική φτώχεια και προσπαθούσε να τον βλέπουν σαν τον συνεχιστή του Σωκράτη. Γιατί εκείνος ήταν σε όλη την αρχαιότητα η πιο αναγνωρίσιμη φιλοσοφική μορφή και το κατεξοχήν πρότυπο του φιλοσοφικού βίου. Από την άλλη, ο Επίκουρος διακήρυξε σε όλους τους τόνους ότι μια ήσυχη ζωή είναι φυσική και ότι το ιδανικό της ευδαιμονίας είναι εφικτό για όλους, απέφευγε όμως να επιδεικνύει δημοσίως το πόσο εύκολα (ή δύσκολα) είναι πραγματοποιήσιμο. Σημασία είχε ότι και οι δυο τους πέτυχαν αυτό που είχαν σκοπό.

Ήταν και η περίοδος ευνοϊκή, καθώς η φιλοσοφία βρέθηκε ίσως στην καλύτερη εποχή της. Υπήρχε ποικιλία απόψεων σε ζητήματα που κάλυπταν όλο το εύρος της ανθρώπινης γνώσης (και άγνοιας): τη δημιουργία και τη λειτουργία του κόσμου, τη σύσταση της φύσης και του ανθρώπου, την ύπαρξη και τις ενέργειες των θεών, το πώς και τι γνωρίζει ο άνθρωπος, το πώς σκέφτεται, το πώς μιλά για τα πράγματα, το πόσο ελεύθερος είναι, τις σχέσεις του με τους συνανθρώπους του, την κατάκτηση της ευτυχίας, την ορθή λειτουργία της πόλης.

Η φιλοσοφική διαμάχη ανάμεσα στις σχολές για τα ζητήματα αυτά ήταν σκληρή: όλες οι πλευρές έγραφαν πολεμικά βιβλία, διατύπωναν λογικά επιχειρήματα για να στηρίξουν τις απόψεις τους και να αναιρέσουν τις αντίθετες, αλλά (καμιά φορά) κατέφευγαν και στις εύκολες συκοφαντίες. Τέλος, η φιλοσοφία κατείχε κεντρική θέση στην εκπαίδευση, και μια πόλη όπως η Αθήνα θεωρούσε τιμή της να φιλοξενεί τις φιλοσοφικές Σχολές. Οι ίδιοι οι φιλόσοφοι μπορεί να θαυμάζονταν από τους οπαδούς τους και να χλευάζονταν από ποιητές και συγγραφείς· αλλά δεν τους έλειψε η δημόσια αναγνώριση και ο έπαινος - για να μην πούμε για τα αγάλματα που στήθηκαν προς τιμήν τους.

Στωικοί και Επικούρειοι (κυρίως οι πρώτοι) ασχολήθηκαν με όλες τις περιοχές της φιλοσοφίας και ανέλυσαν προσεκτικά τους συλλογισμούς και τις έννοιες που χρησιμοποίησαν. Ό,τι έβρισκαν στη φυσική ή στη λογική είχε συνάφεια και τους βοηθούσε να στηρίξουν την ηθική θεωρία τους. Ως φιλοσοφίες της ζωής έδιναν στα πάντα αυτή την κατεύθυνση, την επίτευξη του ενός σκοπού. Αυτή ήταν η καινοτομία και του Στωικισμού και του Επικουρισμού. Ξεκινούσαν από το πιο οικείο και σημαντικό πράγμα για όλους τους ανθρώπους, από τον εαυτό τους και την προσωπική τους ζωή. Δεν έδιναν απλώς έμφαση στην ηθική θεωρία· έδιναν προτεραιότητα στην πρακτική, στην ενασχόληση με τα καθημερινά προβλήματα και στη διατύπωση και την εφαρμογή κανόνων ζωής. Όποιος άνθρωπος ήταν πρόθυμος να σκεφτεί για τον εαυτό του και τις εμπειρίες του, μπορούσε να βρει σε αυτές τις φιλοσοφίες ένα σχέδιο ζωής, έναν λογικό προσανατολισμό στον κόσμο, μια πρακτική καθοδήγηση. Τι άλλο μπορούσε (ή ήθελε) να ζητήσει από τη φιλοσοφία ο άνθρωπος εκείνης (ή ίσως όχι μόνο εκείνης) της εποχής;

Τέλος εποχής;

Οι Στωικοί και οι Επικούρειοι κυριάρχησαν σε ολόκληρη την Ελληνιστική εποχή, παραμερίζοντας τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη. Προερχόμενοι από τις εκτεταμένες επικράτειες του καινούργιου ελληνικού κόσμου, συγκεντρώθηκαν στην Αθήνα, πέρασαν από τις Σχολές της και πολλοί παρέμειναν εκεί. Η φιλοσοφική τους σκέψη διαμορφώθηκε στο περιβάλλον μιας πόλης που δεν είχε πια τη δύναμη του ξίφους αλλά κρατούσε ακόμη την πρωτοκαθεδρία του πνεύματος· διατυπώθηκε σε χιλιάδες έργα (που έχουν χαθεί!), από απλές περιλήψεις και εκλαϊκευτικές συνόψεις έως εκτεταμένες πραγματείες γεμάτες τεχνικούς όρους· διαβάστηκε από χιλιάδες ανθρώπους, Έλληνες και Ρωμαίους, άνδρες και γυναίκες, ελεύθερους και δούλους, πλούσιους και φτωχούς· και, κυρίως, επηρέασε τη ζωή αυτών των ανθρώπων, που είδαν στην άσκηση της μίας ή της άλλης φιλοσοφίας τον δρόμο και το τέρμα μιας ευτυχισμένης πορείας.

Τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν πριν έρθουν οι Αυτοκρατορικοί Χρόνοι. Οι Στωικοί και οι Επικούρειοι δεν χάθηκαν κάθε άλλο! Ήδη όμως από τον 2ο αιώνα π.Χ. η ελληνιστική φιλοσοφία έχανε ένα βασικό χαρακτηριστικό της, ότι ήταν μια υπόθεση της Αθήνας. Εκτός από τις σκόρπιες κοινότητες των Επικούρειων, που έτσι κι αλλιώς ζούσαν τη δική τους ζωή, το κράτος της φιλοσοφίας ήταν υδροκέφαλο και αθηναιοκεντρικό: οι τέσσερις μεγάλες σχολές ήταν εκεί, όποιος ήθελε να σπουδάσει πήγαινε σε αυτές, όποιος γινόταν καλός φιλόσοφος έμενε σε αυτές, και όποιος διακρινόταν σ᾽ αυτές αναλάμβανε Σχολάρχης τους.

Όταν η Αθήνα το 155 π.Χ. απέστειλε μια πρεσβεία στη Ρώμη για να δικαιολογηθεί που παραβίασε μια συνθήκη, διάλεξε να στείλει ό,τι καλύτερο είχε: τους φιλοσόφους της. Τους τρεις Σχολάρχες: τον ακαδημεικό Καρνεάδη, τον στωικό Διογένη από τη Βαβυλώνα και τον περιπατητικό Κριτόλαο. Από τότε αρκετοί φιλόσοφοι έφευγαν από την Αθήνα, άλλος για να ιδρύσει σχολή, άλλος για να μπει στον κύκλο κάποιου ισχυρού Ρωμαίου. Η ίδια η βιβλιοθήκη του Αριστοτέλη μεταφέρθηκε στη Ρώμη το 87 π.Χ., όταν ο Σύλλας κατέλαβε την Αθήνα. Οι Σχολάρχες της Ακαδημίας και του Λυκείου βρέθηκαν στη Ρώμη και οι δύο σχολές ουσιαστικά σταμάτησαν να υπάρχουν.

Η Αθήνα έχασε το μονοπώλιο της φιλοσοφίας και νέα κέντρα αναδείχθηκαν: η Ρώμη, η Αλεξάνδρεια, η Ρόδος. Στα χρόνια του Χριστού πιο εύκολα εύρισκες έναν αξιόλογο φιλόσοφο στην Αλεξάνδρεια παρά στην Αθήνα. Κι αν οι γονείς συνέχιζαν να στέλνουν τους γόνους τους για σπουδές στην Αθήνα, ήταν ζήτημα συνήθειας και περασμένων μεγαλείων. Η κατάρρευση του παραδοσιακού κέντρου οδήγησε τους φιλοσόφους στα νέα κέντρα και δημιούργησε μια πρωτόγνωρη κατάσταση: δεν ήταν μόνο οι φιλόσοφοι πολλοί και σκορπισμένοι, αλλά και οι διδασκαλίες τους αναπτύχθηκαν ξεχωριστά και ανεξάρτητα.

Ενώ ο Πλατωνισμός και ο Αριστοτελισμός παρέπαιαν, ο Στωικισμός είχε ελεύθερο το πεδίο να δράσει και να επιδράσει. Ωστόσο, οι συνθήκες δεν τον άφησαν ανεπηρέαστο: κάποτε, όταν γνώριζες τη διδασκαλία του Χρύσιππου, γνώριζες τη διδασκαλία της Στοάς· από τον 1ο αιώνα π.Χ., αν γνώριζες τη διδασκαλία ενός φιλοσόφου, γνώριζες απλώς τη δική του διδασκαλία. Πρόβαλαν πολλοί «στωικισμοί» και φιλόσοφοι που διεκδικούσαν για τον εαυτό τους τον χαρακτηρισμό του Στωικού, οι απόψεις τους όμως διέφεραν σε πολλά ζητήματα. Χάθηκε έτσι η ενότητα στο εσωτερικό της στωικής φιλοσοφίας. Μόνο οι Επικούρειοι έμεναν ακλόνητοι και πιστοί στα όσα τους είχε ορίσει ο ιδρυτής του Κήπου.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 1.52.1–1.55.2

(ΘΟΥΚ 1.24.1–1.55.2: Τα "Κερκυραϊκά") 

Αποχώρηση του κορινθιακού στόλου – Κορίνθιοι και Κερκυραίοι στήνουν τρόπαια – Αξιολόγηση των "Κερκυραϊκών"

[1.52.1] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀναγαγόμεναι αἵ τε Ἀττικαὶ τριάκοντα
νῆες καὶ τῶν Κερκυραίων ὅσαι πλώιμοι ἦσαν ἐπέπλευσαν
ἐπὶ τὸν ἐν τοῖς Συβότοις λιμένα, ἐν ᾧ οἱ Κορίνθιοι ὥρμουν,
βουλόμενοι εἰδέναι εἰ ναυμαχήσουσιν. [1.52.2] οἱ δὲ τὰς μὲν ναῦς
ἄραντες ἀπὸ τῆς γῆς καὶ παραταξάμενοι μετεώρους ἡσύχαζον,
ναυμαχίας οὐ διανοούμενοι ἄρχειν ἑκόντες ὁρῶντες προσγε-
γενημένας τε ναῦς ἐκ τῶν Ἀθηνῶν ἀκραιφνεῖς καὶ σφίσι
πολλὰ τὰ ἄπορα ξυμβεβηκότα, αἰχμαλώτων τε περὶ φυλακῆς
οὓς ἐν ταῖς ναυσὶν εἶχον, καὶ ἐπισκευὴν οὐκ οὖσαν τῶν
νεῶν ἐν χωρίῳ ἐρήμῳ· [1.52.3] τοῦ δὲ οἴκαδε πλοῦ μᾶλλον διε-
σκόπουν ὅπῃ κομισθήσονται, δεδιότες μὴ οἱ Ἀθηναῖοι νομί-
σαντες λελύσθαι τὰς σπονδάς, διότι ἐς χεῖρας ἦλθον, οὐκ
ἐῶσι σφᾶς ἀποπλεῖν. [1.53.1] ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς ἄνδρας ἐς κελήτιον
ἐσβιβάσαντας ἄνευ κηρυκείου προσπέμψαι τοῖς Ἀθηναίοις
καὶ πεῖραν ποιήσασθαι. πέμψαντές τε ἔλεγον τοιάδε.
[1.53.2] «ἀδικεῖτε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πολέμου ἄρχοντες καὶ σπονδὰς
λύοντες· ἡμῖν γὰρ πολεμίους τοὺς ἡμετέρους τιμωρουμένοις
ἐμποδὼν ἵστασθε ὅπλα ἀνταιρόμενοι. εἰ δ’ ὑμῖν γνώμη
ἐστὶ κωλύειν τε ἡμᾶς ἐπὶ Κέρκυραν ἢ ἄλλοσε εἴ ποι βουλό-
μεθα πλεῖν καὶ τὰς σπονδὰς λύετε, ἡμᾶς τούσδε πρώτους
λαβόντες χρήσασθε ὡς πολεμίοις.» [1.53.3] οἱ μὲν δὴ τοιαῦτα
εἶπον· τῶν δὲ Κερκυραίων τὸ μὲν στρατόπεδον ὅσον ἐπήκου-
σεν ἀνεβόησεν εὐθὺς λαβεῖν τε αὐτοὺς καὶ ἀποκτεῖναι, οἱ
δὲ Ἀθηναῖοι τοιάδε ἀπεκρίναντο. [1.53.4] «οὔτε ἄρχομεν πολέμου,
ὦ ἄνδρες Πελοποννήσιοι, οὔτε τὰς σπονδὰς λύομεν, Κερκυ-
ραίοις δὲ τοῖσδε ξυμμάχοις οὖσι βοηθοὶ ἤλθομεν. εἰ μὲν
οὖν ἄλλοσέ ποι βούλεσθε πλεῖν, οὐ κωλύομεν· εἰ δὲ ἐπὶ
Κέρκυραν πλευσεῖσθε ἢ ἐς τῶν ἐκείνων τι χωρίων, οὐ
περιοψόμεθα κατὰ τὸ δυνατόν.»

[1.54.1] Τοιαῦτα τῶν Ἀθηναίων ἀποκριναμένων οἱ μὲν Κορίνθιοι
τόν τε πλοῦν τὸν ἐπ’ οἴκου παρεσκευάζοντο καὶ τροπαῖον
ἔστησαν ἐν τοῖς ἐν τῇ ἠπείρῳ Συβότοις· οἱ δὲ Κερκυραῖοι τά
τε ναυάγια καὶ νεκροὺς ἀνείλοντο τὰ κατὰ σφᾶς ἐξενεχθέντα
ὑπό τε τοῦ ῥοῦ καὶ ἀνέμου, ὃς γενόμενος τῆς νυκτὸς διεσκέ-
δασεν αὐτὰ πανταχῇ, καὶ τροπαῖον ἀντέστησαν ἐν τοῖς ἐν τῇ
νήσῳ Συβότοις ὡς νενικηκότες. [1.54.2] γνώμῃ δὲ τοιᾷδε ἑκάτεροι
τὴν νίκην προσεποιήσαντο· Κορίνθιοι μὲν κρατήσαντες τῇ
ναυμαχίᾳ μέχρι νυκτός, ὥστε καὶ ναυάγια πλεῖστα καὶ νεκροὺς
προσκομίσασθαι, καὶ ἄνδρας ἔχοντες αἰχμαλώτους οὐκ ἐλάσ-
σους χιλίων ναῦς τε καταδύσαντες περὶ ἑβδομήκοντα ἔστησαν
τροπαῖον· Κερκυραῖοι δὲ τριάκοντα ναῦς μάλιστα διαφθεί-
ραντες, καὶ ἐπειδὴ Ἀθηναῖοι ἦλθον, ἀνελόμενοι τὰ κατὰ
σφᾶς αὐτοὺς ναυάγια καὶ νεκρούς, καὶ ὅτι αὐτοῖς τῇ τε
προτεραίᾳ πρύμναν κρουόμενοι ὑπεχώρησαν οἱ Κορίνθιοι
ἰδόντες τὰς Ἀττικὰς ναῦς, καὶ ἐπειδὴ ἦλθον οἱ Ἀθηναῖοι,
οὐκ ἀντεπέπλεον ἐκ τῶν Συβότων, διὰ ταῦτα τροπαῖον ἔστη-
σαν. [1.55.1] οὕτω μὲν ἑκάτεροι νικᾶν ἠξίουν· οἱ δὲ Κορίνθιοι
ἀποπλέοντες ἐπ’ οἴκου Ἀνακτόριον, ὅ ἐστιν ἐπὶ τῷ στόματι
τοῦ Ἀμπρακικοῦ κόλπου, εἷλον ἀπάτῃ (ἦν δὲ κοινὸν Κερκυ-
ραίων καὶ ἐκείνων) καὶ καταστήσαντες ἐν αὐτῷ Κορινθίους
οἰκήτορας ἀνεχώρησαν ἐπ’ οἴκου, καὶ τῶν Κερκυραίων ὀκτα-
κοσίους μὲν οἳ ἦσαν δοῦλοι ἀπέδοντο, πεντήκοντα δὲ καὶ
διακοσίους δήσαντες ἐφύλασσον καὶ ἐν θεραπείᾳ εἶχον
πολλῇ, ὅπως αὐτοῖς τὴν Κέρκυραν ἀναχωρήσαντες προσ-
ποιήσειαν· ἐτύγχανον δὲ καὶ δυνάμει αὐτῶν οἱ πλείους
πρῶτοι ὄντες τῆς πόλεως. [1.55.2] ἡ μὲν οὖν Κέρκυρα οὕτω περιγίγ-
νεται τῷ πολέμῳ τῶν Κορινθίων, καὶ αἱ νῆες τῶν Ἀθηναίων
ἀνεχώρησαν ἐξ αὐτῆς· αἰτία δὲ αὕτη πρώτη ἐγένετο τοῦ
πολέμου τοῖς Κορινθίοις ἐς τοὺς Ἀθηναίους, ὅτι σφίσιν ἐν
σπονδαῖς μετὰ Κερκυραίων ἐναυμάχουν.

***
[1.52.1] Την άλλη μέρα το πρωί βγήκαν στ' ανοιχτά τα τριάντα Αθηναϊκά καράβια και όσα Κερκυραϊκά ήταν ακόμα σε κατάσταση ν' αρμενίσουν, και πήγαν κατά το λιμάνι στα Σύβοτα, όπου ήταν αραγμένοι οι Κορίνθιοι, θέλοντας να ιδούν αν θα δώσουνε μάχη. [1.52.2] Οι Κορίνθιοι πάλι, αφού κατέβασαν τα καράβια από τη στεριά και τα 'βαλαν σε παράταξη μάχης στ' ανοιχτά, δεν κουνήθηκαν άλλο, χωρίς να το 'χουνε σκοπό ν' αρχίσουν ναυμαχία από δική τους θέληση, επειδή έβλεπαν πως είχαν προστεθεί στους εχτρούς τους τα καινούργια πλοία από την Αθήνα, κι αυτοί οι ίδιοι βρίσκονταν σε πολλή αμηχανία, πρώτα πώς να φρουρήσουν τους αιχμαλώτους που είχαν πιάσει και κρατούσαν μέσα στα πλοία, κ' ύστερα γιατί δεν είχαν τα μέσα να διορθώσουν τα βλαμμένα καράβια σε τόπο έρημο· [1.52.3] και στοχάζονταν περισσότερο με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να περάσουν για να γυρίσουνε στον τόπο τους, και φοβούνταν μήπως οι Αθηναίοι, νομίζοντας πως είχε κι όλας ακυρωθεί η συνθήκη ειρήνης, μια και είχαν έρθει στα χέρια, δεν τους αφήσουν να ξεκινήσουν.

[1.53.1] Αποφάσισαν λοιπόν να κατεβάσουνε λίγους άντρες σε μια βάρκα και να τους στείλουν χωρίς επίσημο σύμβολο απεσταλμένων για ειρήνη στους Αθηναίους για να δοκιμάσουν πού βρίσκονται τα πράματα. Και με τους απεσταλμένους τους, είπαν πάνω–κάτω) τ' ακόλουθα: [1.53.2] «Δεν κάνετε καλά, Αθηναίοι, που αρχίζετε πόλεμο και αθετείτε τις συμφωνίες· γιατί μπαίνετε στη μέση και μας εμποδίζετε με τη βία των όπλων να πάρομε εκδίκηση από τους εχτρούς μας. Αν ακόμα έχετε στο νου σας να μας εμποδίσετε να πάμε στην Κέρκυρα ή όπου αλλού θέλομε, και καταργήσετε τη συνθήκη, τότε πιάστε μας πρώτα εμάς εδώ και μεταχειριστήτε μας σαν εχτρούς.» [1.53.3] Αυτά είπαν, και όσοι τ' άκουσαν από το στρατόπεδο των Κερκυραίων έβαλαν μεγάλη φωνή να τους πιάσουν αμέσως και να τους σκοτώσουν, οι Αθηναίοι όμως αποκρίθηκαν κάπως έτσι: [1.53.4] «Ούτε πόλεμο αρχίζομε, άντρες Πελοποννήσιοι, ούτε τη συνθήκη αθετούμε, ήρθαμε μόνο να βοηθήσομε τους Κερκυραίους από δω, που είναι σύμμαχοί μας. Αν λοιπόν θέλετε να πάτε οπουδήποτε αλλού, δε θα σας εμποδίσομε· αν όμως πάτε ενάντια στην Κέρκυρα ή σε κανένα μέρος που της ανήκει, δε θα μείνομε με τα χέρια σταυρωμένα, όσο είναι στη δύναμή μας».

[1.54.1] Με την απάντηση αυτή των Αθηναίων οι Κορίνθιοι άρχισαν να ετοιμάζονται να γυρίσουν στον τόπο τους, κ' έστησαν τρόπαιο στα στεριανά Σύβοτα· οι Κερκυραίοι πάλι σήκωσαν τα ναυάγια και τους νεκρούς τους δικούς τους που είχε ξεβράσει το θαλασσινό ρέμμα κι άνεμος που φύσηξε τη νύχτα τα είχε σκορπίσει παντού, κ' έστησαν κι αυτοί αντίθετο τρόπαιο στα νησιώτικα Σύβοτα, με την ιδέα πως είχανε νικήσει. [1.54.2] Κ' οι δυο αξίωναν πως νίκησαν, από τις ακόλουθες αντιλήψεις: οι Κορίνθιοι γιατί είχαν υπερισχύσει στη ναυμαχία ως τη νύχτα, έτσι που μπόρεσαν να περισώσουν τα περισσότερα ναυαγισμένα πλοία και να περιμαζέψουν τους νεκρούς τους και είχαν πιάσει αιχμαλώτους όχι λιγότερους από χίλιους κ' είχαν βυθίσει ως εβδομήντα εχτρικά καράβια· οι Κερκυραίοι πάλι επειδή είχαν καταστρέψει ως τριάντα καράβια των εχτρών, κι αφού ήρθαν οι Αθηναίοι, είχαν κι αυτοί περιμαζώξει τα δικά τους ναυάγια και νεκρούς, ως και γιατί την περασμένη μέρα οι Κορίνθιοι τους είχαν δείξει την πρύμα και είχαν υποχωρήσει μπροστά τους μόλις είδαν τ' Αττικά καράβια, κι από τη στιγμή που έφτασαν οι Αθηναίοι δε βγήκαν να τους πολεμήσουν από τα Σύβοτα. Για όλ' αυτά έστησαν τρόπαιο. [1.55.1] Έτσι κ' οι δυο αξίωναν πως νίκησαν.

Καθώς αρμένιζαν οι Κορίνθιοι γυρίζοντας, κυρίεψαν με δόλο το Ανακτόριο, που βρίσκεται στο έβγα του Αμπρακικού κόλπου (και το μέρος ανήκε μαζί στους Κερκυραίους και σ' αυτούς), κι αφού εγκατέστησαν εκεί Κορινθίους μονίμους κατοίκους, έφυγαν· και οχτακόσιους Κερκυραίους που ήταν δούλοι, τους επούλησαν, άλλους όμως διακόσιους πενήντα αιχμαλώτους τους φύλαγαν, και τους έκαναν μεγάλη περιποίηση, με την ελπίδα πως άμα γυρίσουν στην Κέρκυρα θα την κάνουν να πάει με το μέρος τους· οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν πρόκριτοι της πολιτείας και είχαν μεγάλη επιρροή. [1.55.2] Η Κέρκυρα λοιπόν βγήκε σωσμένη από τον πόλεμο με τους Κορινθίους με τον τρόπο που είπαμε, και τα καράβια των Αθηναίων έφυγαν από κει. Και τούτο στάθηκε για τους Κορινθίους πρώτη αφορμή που πολέμησαν ενάντια στους Αθηναίους, ότι ενώ είχαν συνθήκη μαζί τους, ναυμάχησαν με το μέρος των Κερκυραίων.

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (14.273-14.359)

αὐτὰρ ἐμοὶ Ζεὺς αὐτὸς ἐνὶ φρεσὶν ὧδε νόημα
ποίησ᾽· ὡς ὄφελον θανέειν καὶ πότμον ἐπισπεῖν
275 αὐτοῦ ἐν Αἰγύπτῳ· ἔτι γάρ νύ με πῆμ᾽ ὑπέδεκτο·
αὐτίκ᾽ ἀπὸ κρατὸς κυνέην εὔτυκτον ἔθηκα
καὶ σάκος ὤμοιϊν, δόρυ δ᾽ ἔκβαλον ἔκτοσε χειρός·
αὐτὰρ ἐγὼ βασιλῆος ἐναντίον ἤλυθον ἵππων
καὶ κύσα γούναθ᾽ ἑλών· ὁ δ᾽ ἐρύσατο καί μ᾽ ἐλέησεν,
280 ἐς δίφρον δέ μ᾽ ἕσας ἄγεν οἴκαδε δάκρυ χέοντα.
ἦ μέν μοι μάλα πολλοὶ ἐπήϊσσον μελίῃσιν,
ἱέμενοι κτεῖναι ―δὴ γὰρ κεχολώατο λίην―
ἀλλ᾽ ἀπὸ κεῖνος ἔρυκε, Διὸς δ᾽ ὠπίζετο μῆνιν
ξεινίου, ὅς τε μάλιστα νεμεσσᾶται κακὰ ἔργα.
285 ἔνθα μὲν ἑπτάετες μένον αὐτόθι, πολλὰ δ᾽ ἄγειρα
χρήματ᾽ ἀν᾽ Αἰγυπτίους ἄνδρας· δίδοσαν γὰρ ἅπαντες.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ ὄγδοόν μοι ἐπιπλόμενον ἔτος ἦλθε,
δὴ τότε Φοῖνιξ ἦλθεν ἀνὴρ ἀπατήλια εἰδώς,
τρώκτης, ὃς δὴ πολλὰ κάκ᾽ ἀνθρώποισιν ἐώργει·
290 ὅς μ᾽ ἄγε παρπεπιθὼν ᾗσι φρεσίν, ὄφρ᾽ ἱκόμεσθα
Φοινίκην, ὅθι τοῦ γε δόμοι καὶ κτήματ᾽ ἔκειτο.
ἔνθα παρ᾽ αὐτῷ μεῖνα τελεσφόρον εἰς ἐνιαυτόν.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ μῆνές τε καὶ ἡμέραι ἐξετελεῦντο
ἂψ περιτελλομένου ἔτεος καὶ ἐπήλυθον ὧραι,
295 ἐς Λιβύην μ᾽ ἐπὶ νηὸς ἐέσσατο ποντοπόροιο
ψεύδεα βουλεύσας, ἵνα οἱ σὺν φόρτον ἄγοιμι,
κεῖθι δέ μ᾽ ὡς περάσειε καὶ ἄσπετον ὦνον ἕλοιτο.
τῷ ἑπόμην ἐπὶ νηός, ὀϊόμενός περ, ἀνάγκῃ.
ἡ δ᾽ ἔθεεν Βορέῃ ἀνέμῳ ἀκραέϊ καλῷ,
300 μέσσον ὑπὲρ Κρήτης· Ζεὺς δέ σφισι μήδετ᾽ ὄλεθρον.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ Κρήτην μὲν ἐλείπομεν, οὐδέ τις ἄλλη
φαίνετο γαιάων, ἀλλ᾽ οὐρανὸς ἠδὲ θάλασσα,
δὴ τότε κυανέην νεφέλην ἔστησε Κρονίων
νηὸς ὕπερ γλαφυρῆς, ἤχλυσε δὲ πόντος ὑπ᾽ αὐτῆς.
305 Ζεὺς δ᾽ ἄμυδις βρόντησε καὶ ἔμβαλε νηῒ κεραυνόν·
ἡ δ᾽ ἐλελίχθη πᾶσα Διὸς πληγεῖσα κεραυνῷ,
ἐν δὲ θεείου πλῆτο· πέσον δ᾽ ἐκ νηὸς ἅπαντες.
οἱ δὲ κορώνῃσιν ἴκελοι περὶ νῆα μέλαιναν
κύμασιν ἐμφορέοντο· θεὸς δ᾽ ἀποαίνυτο νόστον.
310 αὐτὰρ ἐμοὶ Ζεὺς αὐτός, ἔχοντί περ ἄλγεα θυμῷ,
ἱστὸν ἀμαιμάκετον νηὸς κυανοπρῴροιο
ἐν χείρεσσιν ἔθηκεν, ὅπως ἔτι πῆμα φύγοιμι.
τῷ ῥα περιπλεχθεὶς φερόμην ὀλοοῖς ἀνέμοισιν.
ἐννῆμαρ φερόμην, δεκάτῃ δέ με νυκτὶ μελαίνῃ
315 γαίῃ Θεσπρωτῶν πέλασεν μέγα κῦμα κυλίνδον.
ἔνθα με Θεσπρωτῶν βασιλεὺς ἐκομίσσατο Φείδων
ἥρως ἀπριάτην· τοῦ γὰρ φίλος υἱὸς ἐπελθὼν
αἴθρῳ καὶ καμάτῳ δεδμημένον ἦγεν ἐς οἶκον,
χειρὸς ἀναστήσας, ὄφρ᾽ ἵκετο δώματα πατρός·
320 ἀμφὶ δέ με χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματα ἕσσεν.
ἔνθ᾽ Ὀδυσῆος ἐγὼ πυθόμην· κεῖνος γὰρ ἔφασκε
ξεινίσαι ἠδὲ φιλῆσαι ἰόντ᾽ ἐς πατρίδα γαῖαν,
καί μοι κτήματ᾽ ἔδειξεν ὅσα ξυναγείρατ᾽ Ὀδυσσεύς,
χαλκόν τε χρυσόν τε πολύκμητόν τε σίδηρον.
325 καί νύ κεν ἐς δεκάτην γενεὴν ἕτερόν γ᾽ ἔτι βόσκοι·
τόσσα οἱ ἐν μεγάροις κειμήλια κεῖτο ἄνακτος.
τὸν δ᾽ ἐς Δωδώνην φάτο βήμεναι, ὄφρα θεοῖο
ἐκ δρυὸς ὑψικόμοιο Διὸς βουλὴν ἐπακούσαι,
ὅππώς νοστήσει᾽ Ἰθάκης ἐς πίονα δῆμον
330 ἤδη δὴν ἀπεών, ἢ ἀμφαδὸν ἦε κρυφηδόν.
ὤμοσε δὲ πρὸς ἔμ᾽ αὐτόν, ἀποσπένδων ἐνὶ οἴκῳ,
νῆα κατειρύσθαι καὶ ἐπαρτέας ἔμμεν ἑταίρους,
οἳ δή μιν πέμψουσι φίλην ἐς πατρίδα γαῖαν.
ἀλλ᾽ ἐμὲ πρὶν ἀπέπεμψε· τύχησε γὰρ ἐρχομένη νηῦς
335 ἀνδρῶν Θεσπρωτῶν ἐς Δουλίχιον πολύπυρον.
ἔνθ᾽ ὅ γέ μ᾽ ἠνώγει πέμψαι βασιλῆϊ Ἀκάστῳ
ἐνδυκέως· τοῖσιν δὲ κακὴ φρεσὶν ἥνδανε βουλὴ
ἀμφ᾽ ἐμοί, ὄφρ᾽ ἔτι πάγχυ δύης ἐπὶ πῆμα γενοίμην.
ἀλλ᾽ ὅτε γαίης πολλὸν ἀπέπλω ποντοπόρος νηῦς,
340 αὐτίκα δούλιον ἦμαρ ἐμοὶ περιμηχανόωντο.
ἐκ μέν με χλαῖνάν τε χιτῶνά τε εἵματ᾽ ἔδυσαν,
ἀμφὶ δέ με ῥάκος ἄλλο κακὸν βάλον ἠδὲ χιτῶνα,
ῥωγαλέα, τὰ καὶ αὐτὸς ἐν ὀφθαλμοῖσιν ὅρηαι·
ἑσπέριοι δ᾽ Ἰθάκης εὐδειέλου ἔργ᾽ ἀφίκοντο.
345 ἔνθ᾽ ἐμὲ μὲν κατέδησαν ἐϋσσέλμῳ ἐνὶ νηῒ
ὅπλῳ ἐϋστρεφέϊ στερεῶς, αὐτοὶ δ᾽ ἀποβάντες
ἐσσυμένως παρὰ θῖνα θαλάσσης δόρπον ἕλοντο.
αὐτὰρ ἐμοὶ δεσμὸν μὲν ἀνέγναμψαν θεοὶ αὐτοὶ
ῥηϊδίως· κεφαλῇ δὲ κατὰ ῥάκος ἀμφικαλύψας
350 ξεστὸν ἐφόλκαιον καταβὰς ἐπέλασσα θαλάσσῃ
στῆθος, ἔπειτα δὲ χερσὶ διήρεσσ᾽ ἀμφοτέρῃσι
νηχόμενος, μάλα δ᾽ ὦκα θύρηθ᾽ ἔα ἀμφὶς ἐκείνων.
ἔνθ᾽ ἀναβάς, ὅθι τε δρίος ἦν πολυανθέος ὕλης,
κείμην πεπτηώς. οἱ δὲ μεγάλα στενάχοντες
355 φοίτων· ἀλλ᾽ οὐ γάρ σφιν ἐφαίνετο κέρδιον εἶναι
μαίεσθαι προτέρω, τοὶ μὲν πάλιν αὖτις ἔβαινον
νηὸς ἔπι γλαφυρῆς· ἐμὲ δ᾽ ἔκρυψαν θεοὶ αὐτοὶ
ῥηϊδίως, καί με σταθμῷ ἐπέλασσαν ἄγοντες
ἀνδρὸς ἐπισταμένου· ἔτι γάρ νύ μοι αἶσα βιῶναι.»

***
Όσο για μένα, μέσα μου έβαλε μιαν άλλη σκέψη ο Δίας
(όμως καλύτερα να ᾽μουνα σκοτωμένος, ο θάνατος να μ᾽ έβρισκε,
κάτω στην Αίγυπτο, γιατί καραδοκούσε το μελλούμενο κακό) ·
γύμνωσα αμέσως το κεφάλι μου απ᾽ το καλοδεμένο κράνος,
έριξα το σκουτάρι από τους ώμους, το δόρυ μου άφησα να πέσει
από το χέρι, άοπλος στάθηκα στ᾽ άλογα εμπρός του βασιλιά,
έσκυψα και του φίλησα τα γόνατα, κι εκείνος με λυπήθηκε,
αποφασίζει να με σώσει, με τράβηξε πάνω στο αμάξι του,
280 στο δάκρυ μουσκεμένον.
Στο μεταξύ εφορμούσαν πάμπολλοι με φράξινα κοντάρια
πάνω μου, άγρια χολωμένοι, θέλησαν να με σκοτώσουν· εκείνος όμως
με προστάτεψε, σεβάστηκε τον ξένιο Δία, που θυμωμένος
αποστρέφεται τα αφιλόξενα έργα.
Επτά χρόνους παρέμεινα στη χώρα, μάζεψα πλούτη ένα σωρό
γυρίζοντας την Αίγυπτο, σε σπίτια αρχόντων — όλοι μου ᾽δωσαν κάτι.
Αλλά ο καιρός γυρίζοντας, σαν μπήκε ο όγδοος χρόνος,
φτάνει στα μέρη εκείνα κάποιος Φοίνικας, δόλιος απατεώνας,
ένας πανούργος, που ήξερε μόνο το κακό να κάνει στους ανθρώπους.
290 Αυτός και με παρέσυρε, με λόγια δολερά με πλάνεψε, να πάμε
στη Φοινίκη, όπου είχε σπίτια και περιουσία μεγάλη.
Επήγα κι έμεινα κοντά του ένα γεμάτο χρόνο.
Αλλ᾽ όπως κύλησαν οι μήνες, οι μέρες συντελέστηκαν,
γύρισε πάλι ο καιρός και πήρε να φουντώνει η άνοιξη,
μ᾽ ανέβασε σε ποντοπόρο φορτηγό, τώρα για τη Λιβύη,
αφού με γέμισε με ψέματα, πως δήθεν το φορτίο
μαζί του θα περνούσα, ενώ στ᾽ αλήθεια γύρευε να με πουλήσει,
για να κερδίσει αντίτιμο που το λογάριαζε μεγάλο.
Εγώ ακολούθησα αναγκαστικά, κι ας έβλεπα το πράγμα ύποπτο.
Αρμένιζε λοιπόν το πλοίο με καλό βοριά, φυσούσε πρίμο αγέρι,
κι έτσι βρεθήκαμε στη μέση του πελάγους, ψηλότερα η Κρήτη φάνταζε δεξιά,
300 όταν ο Δίας σοφίστηκε τον όλεθρό τους.
Γιατί, μόλις αφήσαμε την Κρήτη και δεν φαινόταν πουθενά στεριά,
μόνο ουρανός και θάλασσα, κρέμασε ξαφνικά του Κρόνου ο γιος
μια μελανή νεφέλη πάνω στο βαθουλό μας πλοίο,
κι ο πόντος μούχρωσε.
Ευθύς ο Δίας βρόντηξε, έριξε στο καράβι κεραυνό,
κι αυτό κεραυνωμένο συγκλονίστηκε από του Δία τ᾽ αστροπελέκι,
μπούκωσε θειάφι, κι έπεσαν όλοι ναυαγοί στη θάλασσα· σαν τις κουρούνες,
γύρω στο μαύρο μας πλεούμενο, στο κύμα παραδόθηκαν —
έτσι ο θεός τούς έκοψε τον νόστο.
310 Μόνο σ᾽ εμένα, όσο κι αν έσφαζε τα σωθικά μου ο πόνος,
ο Δίας ο ίδιος έβαλε στο χέρι μου το στιβαρό κατάρτι,
απομεινάρι απ᾽ το καράβι με τη γαλάζια πλώρη,
για να γλιτώσω πάλι τον χαμό.
Σ᾽ αυτό περιτυλίχτηκα, και να λυσσομανούν οι ολέθριοι άνεμοι!
Εννιά μερόνυχτα παράδερνα· δέκατη μέρα, μέσα στη μαύρη νύχτα,
με σήκωσε ένα μεγάλο κύμα και με ρίχνει στων Θεσπρωτών τη χώρα.
Εκεί ο Φείδων, βασιλιάς των Θεσπρωτών, ηρωική ψυχή, με δέχτηκε σαν φίλος,
λύτρα δεν γύρεψε· ο γιος του ήλθε και με βρήκε δαμασμένο
από τον κάματο κι από την παγωνιά, αυτός με πήρε από το χέρι
να με φέρει σπίτι του, με πήγε ο ίδιος στο παλάτι του πατέρα του,
320 όπου μου φόρεσε και ρούχα, χλαμύδα και χιτώνα.
Εκεί λοιπόν και για τον Οδυσσέα άκουσα να μιλούν· τον είχε, λέει,
με την αγάπη του φιλοξενήσει ο βασιλιάς, καθώς γυρνούσε πίσω στην πατρίδα.
Ο Φείδων μού έδειξε κι όλα τα μαζεμένα πλούτη του Οδυσσέα,
χαλκό, μαλάματα και σίδηρο σφυρήλατο,
τόσα αγαθά που θα ᾽φταναν να θρέψουνε δέκα γενιές —
σκεύη πολύτιμα έβλεπες να στέκουν στο βασιλικό παλάτι.
Για κείνον είπε ο βασιλιάς πως είχε πάει προσώρας στη Δωδώνη,
ν᾽ ακούσει του Διός απόφαση από την αψηλή και φουντωμένη δρυ,
πώς θα μπορούσε να νοστήσει στα καρπερά χώματα της Ιθάκης,
330 μετά από τόσα χρόνια ξενιτιάς, στα φανερά ή μήπως στα κρυφά.
Κι ο βασιλιάς, την ώρα της σπονδής του στο παλάτι,
ορκίστηκε σ᾽ εμένα πως είχαν κιόλας ρίξει το καράβι στα ρηχά,
πως τον περίμεναν οι ναυτικοί πανέτοιμοι, για να τον συντροφέψουν
στην πατρική του γη.
Εμένα ο Φείδων δέχτηκε να με ξεπροβοδίσει πιο νωρίς:
κάποιο περαστικό καράβι, με ναύτες Θεσπρωτούς, πήγαινε
στο πολύσιτο Δουλίχιο· αυτούς λοιπόν τους πρόσταξε να με οδηγήσουν
ασφαλώς στον βασιλέα Άκαστο. Εκείνων όμως το μυαλό γλυκάθηκε
μ᾽ άλλην ιδέα, σ᾽ εμένα κάκιστη, για να βρεθώ σε συμφορά πικρότερη.
Όταν το ποντοπόρο πλοίο ξανοίχτηκε πολύ μακριά από τη στεριά,
340 αμέσως μηχανεύτηκαν τη μέρα της σκλαβιάς μου·
μου πέταξαν τα ρούχα, χλαμύδα και χιτώνα, ρίχνοντας πάνω μου
κουρέλια, κι ένα πουκάμισο σχισμένο, άθλιο — αυτά που βλέπουν
τώρα και τα δικά σου μάτια.
Σαν πήρε να βραδιάζει κι έφταναν πια στα ξάγναντα χωράφια της Ιθάκης,
μ᾽ έδεσαν χειροπόδαρα μέσα στο καλοκούβερτο καράβι
μ᾽ ένα χοντρό σχοινί στριμμένο, στα γρήγορα κι αυτοί πηδούν
στο περιγιάλι της θαλάσσης, να φαν το δείπνο τους.
Αλλά οι θεοί βάζουν το χέρι τους κι εύκολα μ᾽ έλυσαν
απ᾽ τα δεσμά μου· τότε κι εγώ τυλίγω το κεφάλι μου στα ράκη,
350 πιάνομαι στο καλοξυσμένο δοιάκι και με το στήθος γλίστρησα
στη θάλασσα· ευθύς κάνω κουπιά τα δυο μου χέρια
κολυμπώντας, κι όσο μπορούσα γρηγορότερα βγήκα παρέξω, πολύ μακριά
από κείνους. Ανέβηκα μετά τη λαγκαδιά, σ᾽ ένα λουλουδισμένο σύδεντρο
κούρνιασα ακίνητος· αυτοί πηγαινοέρχονταν όλο φωνή και σύγχυση,
αλλ᾽ όταν πια τους φάνηκε κουτό να συνεχίσουνε το ψάξιμο,
γύρισαν πάλι στο βαθουλό καράβι, κι έφυγαν. Εμένα μ᾽ έκρυψαν, με δίχως κόπο,
οι θεοί, εκείνοι οδηγώντας μ᾽ έφεραν σε τούτο το μαντρί
ενός ανθρώπου γνωστικού — το είχε η μοίρα μου να ζήσω ακόμη.»

Βίλχελμ Ράιχ: Ο ισχυρός άνθρωπος

Σε φωνάζουν Ανθρωπάκο, Κοινό Άνθρωπο.

Λένε πως χάραξε η εποχή σου, Η «Εποχή του Κοινού Ανθρώπου».

Μα δεν είσαι συ που το λες, ανθρωπάκο. Το λένε εκείνοι, οι αντιπρόεδροι των μεγάλων εθνών, οι εργατοπατέρες, οι μετανιωμένοι γιοι των αστών, οι πολιτικοί και οι φιλόσοφοι. Σου προσφέρουν το μέλλον, μα δε ρωτούν για το παρελθόν σου.

Κι όμως, είσαι κληρονόμος ενός τρομερού παρελθόντος. Τούτη η κληρονομιά καίει στη χούφτα σου σα διαμάντι φλεγόμενο. Εγώ αυτό έχω να σου πω.

Ο γιατρός, ο τσαγκάρης, ο μηχανικός ή ο εκπαιδευτικός, για να προκόψουν στη δουλειά τους και να κερδίσουν το ψωμί τους, πρέπει να γνωρίζουν τις ελλείψεις τους.

Εδώ και κάμποσες δεκαετίες παίρνεις παγκοσμίως τα ηνία στα χέρια σου. Το μέλλον της ανθρωπότητας θα εξαρτηθεί από τις σκέψεις και τις πράξεις σου.

Όμως, οι δάσκαλοι και οι αφέντες σου δε σου μιλάνε για τον τρόπο που σκέφτεσαι πραγματικά. Δε σου λένε ποιος είσαι στα αλήθεια.

Κανένας δεν τολμά να σε φέρει αντιμέτωπο με τη μοναδική πραγματικότητα που έχει τη δύναμη να σε καταστήσει κύριο του πεπρωμένου σου.

Είσαι «ελεύθερος» από μια άποψη μονάχα: ελεύθερος από την αυτοκριτική, που μπορεί να σε βοηθήσει να κουμαντάρεις τη ζωή σου.

Δε σ' άκουσα να παραπονιέσαι ποτέ: «Με εκθειάζετε σαν το μελλοντικό αφέντη του εαυτού μου και του κόσμου μου. Αλλά δε μου λέτε πώς γίνεται κανείς αφέντης του εαυτού του. Δε μου λέτε ποια είναι τα λάθη και τα ελαττώματα μου, πού σφάλλω στον τρόπο που σκέφτομαι και πράττω».

Επιτρέπεις στους ισχυρούς να απαιτούν τη δύναμη εν ονόματι «του ανθρωπάκου».

Όμως, εσύ ο ίδιος παραμένεις βουβός.

Ενισχύεις τους ισχυρούς με περισσότερη δύναμη.

Επιλέγεις για εκπροσώπους ανθρώπους αδύναμους και κακοήθεις.

Τελικά διαπιστώνεις πάντα, πολύ αργά, πως σ' έπιασαν κορόιδο.

Σε καταλαβαίνω!

Κι ετούτο επειδή αντίκρισα αμέτρητες φορές το γυμνό κορμί και την ψυχή σου.

Σε είδα δίχως τη μάσκα σου, την κομματική σου ταυτότητα ή την εθνική σου υπερηφάνεια.

Γυμνό σα νεογέννητο, γυμνό σα στρατάρχη ξεβράκωτο.

Σ' άκουσα να κλαις και να οδύρεσαι.

Μου μίλησες για τα προβλήματά σου, τις αγάπες και τους πόθους σου.

Σε ξέρω και σε καταλαβαίνω.

Και θα σου πω τι είσαι, ανθρωπάκο, επειδή πιστεύω πραγματικά στο τρανό σου μέλλον.

Μα επειδή το μέλλον σου ανήκει, αναμφίβολα σου ανήκει, ρίξε μια ματιά στον εαυτό σου.

Κοίτα τον όπως είναι πραγματικά.

Άκου αυτό που κανένας από τους ηγέτες και τους αντιπροσώπους σου δεν τολμά να σου πει:

Είσαι «άνθρωπος μικρός, κοινός».

Συλλογίσου τη διπλή έννοια που έχουν τούτες οι λέξεις, «μικρός» και «κοινός»...

Μην το βάζεις στα πόδια! Βρες το κουράγιο να αντικρίσεις τον εαυτό σου!

«Με ποιο δικαίωμα μου κάνεις κήρυγμα;» Βλέπω την ερώτηση στο τρομαγμένο βλέμμα σου.

Σ' ακούω να την ξεστομίζεις όλο αυθάδεια.

Φοβάσαι να αντικρίσεις τον εαυτό σου, ανθρωπάκο.

Φοβάσαι την κριτική, όσο και τη δύναμη που σου υποσχέθηκαν.

Αλήθεια, πώς σκέφτεσαι να χρησιμοποιήσεις τη δύναμή σου;

Δεν ξέρεις.

Φοβάσαι και να σκεφτείς ακόμη πως μπορεί κάποια μέρα να 'σαι διαφορετικός: ελεύθερος αντί φοβισμένος, ειλικρινής αντί ραδιούργος, να χαίρεσαι τον έρωτα, όχι σαν τον κλέφτη μες στη νύκτα, αλλά ανοικτά, στο φως του ήλιου.

Απεχθάνεσαι τον εαυτό σου, ανθρωπάκο.

Αναρωτιέσαι, «Ποιος είμαι εγώ που θα 'χω άποψη, θα κουμαντάρω τη ζωή μου και θα αποκαλώ ολάκερη την οικουμένη δική μου;»

Δίκιο έχεις. Ποιος είσαι εσύ που θα διεκδικήσεις τη ζωή σου;

Ε, λοιπόν, θα σου πω ποιος είσαι.

Διαφέρεις από τον ισχυρό σε τούτο μόνο, ο ισχυρός υπήρξε κάποτε ένας πολύ μικρός ανθρωπάκος, αλλά ανέπτυξε μια σημαντική ικανότητα.

Αναγνώρισε την ποταπότητα και την ανεπάρκεια των σκέψεων και των πράξεών του.

Κάτω από την πίεση κάποιου έργου που θεώρησε σημαντικό, έμαθε να διακρίνει ότι η μικρότητα κι η ευτέλειά του απειλούσαν την ευτυχία του.

Με άλλα λόγια ο ισχυρός γνωρίζει πότε και σε τι είναι ανθρωπάκος.

Ο ανθρωπάκος, όμως, δε γνωρίζει ότι είναι ποταπός και φοβάται να το μάθει.

Κρύβει την ποταπότητα και την ανεπάρκειά του πίσω από αυταπάτες δύναμης και μεγαλείου, τη δύναμη και του μεγαλείου κάποιου άλλου.

Είναι περήφανος για τους μεγάλους στρατηγούς του, αλλά όχι για τον εαυτό του.

Θαυμάζει την ιδέα που δεν είχε κι όχι εκείνη που είχε.

Όσο λιγότερο καταλαβαίνει κάτι, τόσο περισσότερο πιστεύει σ' αυτό. Κι όσο καλύτερα αντιλαμβάνεται μια ιδέα, τόσο η πίστη του σ' αυτήν κλονίζεται.

Βίλχελμ Ράιχ, Άκου Ανθρωπάκο
-------------------------
Ο Βίλχελμ Ράιχ (Wilhelm Reich, 24 Μαρτίου 1897 - 3 Νοεμβρίου 1957) ήταν Αυστριακός ψυχαναλυτής, μέλος της δεύτερης γενιάς ψυχαναλυτών μετά τον Σίγκμουντ Φρόυντ και μία από τις πιο ριζοσπαστικές προσωπικότητες στην ιστορία της ψυχιατρικής.

Όταν ζητάς συγγνώμη στο παιδί σου, δεν δείχνεις αδύναμος, αλλά δυνατός

Αν και όλοι κάνουμε λάθη και αναγνωρίζουμε πως κανένας μας δεν είναι τέλειος, το να ζητήσουμε συγγνώμη μας φαίνεται κάτι αρκετά δύσκολο. Οι περισσότεροι από εμάς δεχόμαστε με ευχαρίστηση μια ειλικρινή συγνώμη, αλλά μοιάζει διαφορετικό το λαμβάνω από το δίνω. Κάποιες φορές μπορεί να μη μας αρέσει να παραδεχόμαστε ότι είμαστε λάθος, άλλες φορές να φοβόμαστε πως θα απορριφθεί η συγγνώμη μας, κάποιες άλλες να αισθανόμαστε πως είναι σημάδι αδυναμίας ή πως θα χάσουμε την εξουσία μας και το κύρος μας, ή μπορεί να σκεφτόμαστε πως η συγγνώμη ισοδυναμεί με ταπείνωση.

Ακόμα όμως και αν είναι δύσκολο να ζητήσουμε συγγνώμη, φαίνεται πως είναι απαραίτητη στη δημιουργία υγιών σχέσεων γιατί η φύση μας είναι ατελής και λανθάνει συνεχώς – κάτι που ισχύει απόλυτα και στη σχέση μας με τα παιδιά!

Η σημασία της συγγνώμης στα παιδιά…

Το να παραδεχόμαστε το λάθος μας όταν έχει να κάνει με παιδιά, η αλήθεια είναι πως δεν είμαι μέρος της κουλτούρας μας. Αυτό συμβαίνει είτε γιατί πολλοί γονείς δεν συνειδητοποιούν τη σημασία της συγγνώμης για τα παιδιά, είτε γιατί πιστεύουν πως δεν πρέπει να παραδέχονται τα λάθη τους μπροστά τους για να χρειαστεί να ζητήσουν συγγνώμη. Στην πραγματικότητα όμως, τρεις απλές λέξεις “Συγγνώμη, έκανα λάθος”, έχουν σημαντικό αντίκτυπο στα παιδιά και προσφέρουν μαθήματα ζωής.

Τα παιδιά μπορεί να δυσκολεύονται να το εκφράσουν, αλλά συχνά αναγνωρίζουν τα λάθη των γονιών τους. Όταν οι γονείς έχουν ενεργήσει εσφαλμένα και δεν αναγνωρίζουν τα λάθη τους, είναι σαν να κρύβονται πίσω από το δάχτυλό τους. Για παράδειγμα, όταν ζητούν από τα παιδιά τους να μη φωνάζουν ή να μιλούν άσχημα και στη συνέχεια φωνάζουν και βρίζουν οι ίδιοι χωρίς συγγνώμη για το λάθος τους, στέλνουν ένα μικτό μήνυμα στα παιδιά.

Αντίθετα, όταν οι γονείς ζητούν συγγνώμη στα παιδιά για το λάθος τους, ενισχύουν τη σχέση γονιού – παιδιού και παρέχουν την αίσθηση της ασφάλειας. Ταυτόχρονα, μεταφέρουν στα παιδιά ένα σύστημα αξιών και την πεποίθηση πως οι άνθρωποι κάνουν λάθη και ως εκ τούτου είναι ατελείς. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό για να καταφέρουν τα παιδιά να αποδεχτούν τον εαυτό τους με τα όποια λάθη τους.

Τα παιδιά έχουν ανάγκη να καταλάβουν πως το να κάνεις λάθος δεν είναι το ίδιο με το να είσαι αδύναμος. Το να ζητάς συγχώρεση και να αποδέχεσαι τα σφάλματά σου, δεν είναι μόνο πιο σημαντικό από το να καλύψεις το λάθος σου, αλλά σημάδι δύναμης και ανδρείας. Ζητώντας συγγνώμη επομένως οι γονείς, διδάσκουν στα παιδιά πως το ψέμα είναι χειρότερο από το να παραδέχεσαι το λάθος σου.

Τέλος, οι γονείς μέσα από τη συγγνώμη τους λειτουργούν ως μοντέλα συμπεριφοράς δείχνοντας πως η αποδοχή της ευθύνης μετά από ένα λάθος είναι πιο σημαντικό από το ίδιο το λάθος και έτσι βοηθούν τα παιδιά να κάνουν το ίδιο. Όταν οι γονείς παραδέχονται το σφάλμα τους, δείχνουν στα παιδιά πως αισθάνονται αρκετά καλά με τον εαυτό τους για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των πράξεών τους. Προωθούν δηλαδή μια υγιή αυτοεκτίμηση η οποία λειτουργεί ως μοντέλο για να την αναπτύξει και το ίδιο το παιδί.

Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς;

Οι γονείς πρέπει να θυμούνται πως λέγοντας συγγνώμη δεν χάνουν κάτι από τον ρόλο τους ως γονείς. Ο στόχος δεν είναι να κυριαρχούν απέναντι στα παιδιά, αλλά να καθοδηγούν και να λειτουργούν ως παράδειγμα για το πώς να αλληλοεπιδρούν με τους άλλους ανθρώπους. Οι γονείς πρέπει να διδάξουν στα παιδιά πως η συγγνώμη προϋποθέτει μεγάλη δύναμη για να δοθεί αβίαστα και από την καρδιά μας. Είναι αυτή που μας επιτρέπει να έχουμε συναίσθηση του κακού που κάναμε και μας οδηγεί στη βελτίωση.

Η συγγνώμη των γονιών επομένως, είναι απαραίτητη για να εισπράξουν τα παιδιά το σεβασμό και την ασφάλεια, να δεχτούν την ατελή τους φύση, αλλά και να διδαχτούν πως η έκφραση της συγγνώμης είναι χαρακτηριστικό των δυνατών και όχι των αδυνάτων!

Erich Fromm: Η θλίψη είναι αμαρτία και η χαρά αρετή

Αντίθετα με την υπόθεση του Φρόιντ σχετικά με το “ένστικτο του θανάτου”, συμφωνώ με την υπόθεση που κάνουν πολλοί βιολόγοι και φιλόσοφοι ότι είναι μια έμφυτη ιδιότητα κάθε ζωντανής ύλης να ζει, να διατηρεί την ύπαρξή της. Όπως το εξέφρασε ο Σπινόζα: “Οτιδήποτε αυθύπαρκτο πασχίζει να διατηρήσει τη δική του ύπαρξη” (Ηθική, ΙΙΙ, Προτ. VI). Αποκάλεσε αυτή την προσπάθεια την ουσία του εν λόγω πράγματος (Στο ίδιο, Προτ. VII).

Παρατηρούμε αυτή την τάση για ζωή σε κάθε ζωντανή ύλη γύρω μας· στο γρασίδι που διαπερνά την πέτρα για να βρει φως και να ζήσει· στο ζώο που θα πολεμήσει μέχρι τέλους για να ξεφύγει από τον θάνατο· στον άνθρωπο που θα κάνει σχεδόν τα πάντα για την αυτοσυντήρησή του.

Η τάση της αυτοσυντήρησης και η πάλη κατά του θανάτου αποτελούν την πιο στοιχειώδη μορφή του βιόφιλου προσανατολισμού και είναι κοινή σε κάθε ζωντανή ύλη. Στον βαθμό που είναι μια τάση συντήρησης της ζωής και πάλης κατά του θανάτου, αντιπροσωπεύει μόνο μία πτυχή της παρόρμησης προς τη ζωή. Η άλλη πτυχή είναι πιο θετική: η ζωντανή ύλη έχει την τάση να αφομοιώνει και να ενώνεται· την τάση να συγχωνεύεται με διαφορετικές και αντίθετες οντότητες και να αναπτύσσεται με δομημένο τρόπο. Η ενοποίηση και η αφομοιωτική ανάπτυξη αποτελούν χαρακτηριστικά όλων των διεργασιών της ζωής, όχι μόνο αναφορικά με τα κύτταρα αλλά και με τα συναισθήματα και τη σκέψη.

Η πιο στοιχειώδης έκφραση αυτής της τάσης είναι η συνένωση μεταξύ κυττάρων και οργανισμών, από τη μη σεξουαλική κυτταρική συνένωση μέχρι τη σεξουαλική ένωση στα ζώα και στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο η σεξουαλική ένωση βασίζεται στην έλξη μεταξύ του αρσενικού και του θηλυκού πόλου. Το δίπολο αρσενικό-θηλυκό αποτελεί τον πυρήνα αυτής της ανάγκης συνένωσης, από την οποία εξαρτάται η ζωή του ανθρώπινου είδους. Φαίνεται ότι γι’ αυτόν τον λόγο η φύση έχει προσφέρει στον άνθρωπο την πιο έντονη ηδονή στη συνένωση των δύο πόλων. Κανονικά, το βιολογικό αποτέλεσμα αυτής της συνένωσης είναι η δημιουργία ενός νέου όντος. Ο κύκλος της ζωής αποτελείται από την ένωση, τη γέννηση και την ανάπτυξη· όπως ο κύκλος του θανάτου αποτελείται από τη διακοπή της ανάπτυξης, την αποσύνθεση, την παρακμή.

Εντούτοις, ακόμη και το σεξουαλικό ένστικτο, παρότι βιολογικά υπηρετεί τη ζωή, δεν είναι απαραίτητο ότι ψυχολογικά αποτελεί έκφραση βιοφιλίας. Φαίνεται να μην υπάρχει σχεδόν κανένα έντονο συναίσθημα που το σεξουαλικό ένστικτο να μην μπορεί να το έλξει και να αναμειχθεί μαζί του. Η ματαιοδοξία, η επιθυμία για πλούτη ή για περιπέτεια, ακόμη και η έλξη του θανάτου μπορούν κατά κάποιο τρόπο να θέσουν το σεξουαλικό ένστικτο υπό τις υπηρεσίες τους. Γιατί συμβαίνει αυτό αποτελεί θέμα προς διερεύνηση. Θα ήταν δελεαστικό να σκεφτεί κανείς ότι ήταν μια πονηριά της φύσης να κάνει το σεξουαλικό ένστικτο τόσο εύπλαστο, ώστε να μπορεί να κινητοποιηθεί από οποιοδήποτε είδος έντονης επιθυμίας, ακόμη και από εκείνες που βρίσκονται σε αντίθεση με τη ζωή. Αλλά, ανεξάρτητα από τον λόγο, το γεγονός της πρόσμειξης της σεξουαλικής επιθυμίας και της καταστροφικότητας είναι σχεδόν αδιαμφισβήτητο. (Ο Φρόιντ αναφέρθηκε σε αυτή την πρόσμειξη, ιδιαίτερα στη συζήτηση του συγκερασμού του ενστίκτου του θανάτου με το ένστικτο της ζωής, όπως εμφανίζεται στον σαδισμό και τον μαζοχισμό.)Ο σαδισμός, ο μαζοχισμός, η νεκροφαγία και η κοπροφαγία είναι διαστροφές όχι επειδή παρεκκλίνουν από τα τα αποδεκτά πρότυπα σεξουαλικής συμπεριφοράς, αλλά ακριβώς επειδή σημαίνουν τη μια στοιχειώδη διαστροφή: την πρόσμειξη ζωής και θανάτου.

Την πλήρη εκδίπλωση της βιοφιλίας τη συναντάμε στον δημιουργικό προσανατολισμό. Το άτομο που αγαπάει ολοκληρωτικά τη ζωή έλκεται από τη διαδικασία της ζωής και της ανάπτυξης σε όλες τις σφαίρες. Προτιμά να φτιάχνει αντί να συντηρεί. Έχει τη δυνατότητα να θαυμάζει και προτιμά να βλέπει κάτι καινούριο από την ασφάλεια του να βρίσκει επιβεβαίωση στο παλιό. Η προσέγγισή του στη ζωή είναι λειτουργική και όχι μηχανική. Βλέπει το σύνολο και όχι μόνο τα μέρη, τις δομές αντί για τα αθροίσματα. Επιθυμεί να διαπλάσει και να επηρεάσει μέσω της αγάπης, της λογικής και του παραδείγματός του· όχι δια της βίας, τεμαχίζοντας πράγματα ή μέσω του γραφειοκρατικού τρόπου διοίκησης των ανθρώπων σαν να ήταν πράγματα. Απολαμβάνει τη ζωή και όλες τις εκδηλώσεις της και όχι μόνο τις συγκινήσεις.

Η βιοφιλική ηθική έχει τη δική της αρχή περί Καλού και Κακού. Καλό είναι ό,τι υπηρετεί τη ζωή- Κακό είναι ό,τι υπηρετεί τον θάνατο. Το Καλό είναι σεβασμός για τη ζωή- ό,τι ενισχύει τη ζωή, την ανάπτυξη, την εξέλιξη. Κακό είναι ό,τι πνίγει τη ζωή, την περιορίζει, την κόβει κομμάτια. Η χαρά είναι αρετή και η θλίψη αμαρτία. Έτσι, από την οπτική της βιοφιλικής ηθικής η Βίβλος, αναφέρει ως βασικό αμάρτημα των Εβραίων: “γιατί δεν υπηρέτησες τον Κύριο τον Θεό σου με ευφροσύνη και χαρά στην καρδιά για όλα τα αναρίθμητα αγαθά που σου έδωκε” (Δευτερονόμιο 28:47). Η συνείδηση του βιόφιλου ατόμου είναι τέτοια που αναγκάζει τον εαυτό του να αποφεύγει το κακό και να κάνει το καλό. Δεν πρόκειται για το υπερεγώ που περιγράφει ο Φρόιντ, το οποίο είναι ένας αυστηρός επιτηρητής που χρησιμοποιεί τον σαδισμό κατά του εαυτού του για χάρη της αρετής. Η βιόφιλη συνείδηση παρακινείται από την έλξη της για τη ζωή και τη χαρά. Η ηθική προσπάθεια συνίσταται στην ενίσχυση της πλευράς του εαυτού του που αγαπά τη ζωή. Γι’ αυτόν τον λόγο ο βιόφιλος δεν εμμένει στη μεταμέλεια και στις τύψεις, τα οποία αποτελούν εντέλει μόνο διαφορετικές πτυχές αυτοαπέχθειας και θλίψης. Στρέφεται γρήγορα προς τη ζωή και προσπαθεί να κάνει καλό. Η Ηθική του Σπινόζα αποτελεί σαφές παράδειγμα βιοφιλικής ηθικής. “Η ηδονή αφ’ εαυτή δεν είναι κακή, αλλά καλή- αντιθέτως, ο πόνος αφ’ εαυτός είναι κακός”. (Ηθική, ΙV, Προτ. XLI.) Και στο ίδιο πνεύμα: ” Ένας ελεύθερος άνθρωπος στοχάζεται τον θάνατο λιγότερο από οτιδήποτε άλλο- και η σοφία του αποτελεί διαλογισμό όχι του θανάτου αλλά της ζωής”.

(Στο ίδιο, Προτ. LXVIII.) Η αγάπη για τη ζωή αποτελεί το υπόβαθρο διάφορων εκφάνσεων της ουμανιστικής φιλοσοφίας. Σε διαφορετικές νοητικές μορφές αυτές οι φιλοσοφίες διακατέχονται από το ίδιο πνεύμα με εκείνο του Σπινόζα· εκφράζουν την αρχή ότι ο λογικός άνθρωπος αγαπά τη ζωή, ότι η θλίψη είναι αμαρτία και η χαρά αρετή, ότι ο στόχος του ανθρώπου στη ζωή είναι να έλκεται από ό,τι είναι ζωντανό και να διαχωρίζει τον εαυτό του από ό,τι είναι νεκρό και μηχανικό.

Erich Fromm, Η Καρδιά του Ανθρώπου

Όπως οι μεγαλύτερες γενιές έτσι κι οι νέοι μολονότι στην αρχή δυσφορούν σύντομα φοβούνται να διαφωνήσουν με την κοινωνία

Όσο η επιτυχία είναι ο στόχος μας, δεν θα καταφέρουμε να ξεφορτωθούμε τον φόβο, αφού η επιθυμία για επιτυχία μοιραία προκαλεί τον φόβο της αποτυχίας. Γι’ αυτόν τον λόγο οι νέοι δεν πρέπει να διδάσκονται τη λατρεία της επιτυχίας. Οι περισσότεροι αναζητούν την επιτυχία στη μια ή στην άλλη της μορφή, σε γήπεδα του τένις, στον επιχειρηματικό κόσμο ή στην πολιτική. Όλοι θέλουμε να φτάσουμε στην κορυφή, και τούτη η επιθυμία προκαλεί συνεχείς συγκρούσεις μέσα μας και μας κάνει να συγκρουόμαστε με τους γείτονές μας οδηγεί σε ανταγωνισμό, σε φθόνο, σε έχθρα κι εντέλει σε πόλεμο.

Όπως οι μεγαλύτερες γενιές έτσι κι οι νέοι επιδιώκουν την επιτυχία και την ασφάλεια μολονότι στην αρχή δυσφορούν, σύντομα γίνονται ευυπόληπτοι και φοβούνται να διαφωνήσουν με την κοινωνία. Τα τείχη των επιθυμιών τους αρχίζουν να τους περιβάλλουν, ευθυγραμμίζονται με την κοινωνία και παίρνουν τα ηνία της εξουσίας. Η δυσφορία τους, που είναι η ίδια η φλόγα της διερεύνησης, της αναζήτησης, της κατανόησης, εξασθενεί λίγο λίγο ώσπου σβήνει και τη θέση της παίρνει η επιθυμία για μια καλή δουλειά, έναν πλούσιο γάμο, μια επιτυχημένη σταδιοδρομία, τα οποία όλα είναι πόθος για περισσότερη ασφάλεια.

Δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στους μεγάλους και στους μικρούς, αφού κι οι δυο είναι δέσμιοι των επιθυμιών και της ικανοποίησής τους. Η ωριμότητα δεν είναι ζήτημα ηλικίας έρχεται με την κατανόηση. Το φλογερό ερευνητικό πνεύμα μπορεί να ξυπνά πιο εύκολα στους νέους, διότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι έχουν κακοποιηθεί απ’ τη ζωή, οι συγκρούσεις τούς έχουν φθείρει, ενώ ο θάνατος στις διάφορες μορφές του καραδοκεί. Τούτο δεν σημαίνει ότι είναι ανίκανοι για συνειδητή διερεύνηση, παρά μόνο ότι είναι πιο δύσκολο γι’ αυτούς, Πολλοί ενήλικες είναι ανώριμοι και παιδιαρίζουν αρκετά, γεγονός που συντελεί στη σύγχυση και στη δυστυχία του κόσμου…

Την ασφάλεια και την επιτυχία κυνηγάμε οι περισσότεροι κι ο νους που αναζητεί την ασφάλεια, που ποθεί την επιτυχία δεν είναι ευφυής και, ως εκ τούτου, δεν είναι ικανός για ενιαία δράση. Η ενιαία δράση είναι εφικτή μονάχα όταν έχει κανείς επίγνωση της διαμόρφωσής του, των φυλετικών, εθνικών, πολιτικών και θρησκευτικών προκαταλήψεών του δηλαδή, μονάχα όταν συνειδητοποιεί ότι οι συνήθειες του εαυτού είναι πάντοτε διαχωριστικές.

Η ζωή είναι ένα βαθύ πηγάδι. Μπορεί να πάει κανείς σε αυτό με μικρούς κουβάδες και να τραβήξει λίγο νερό ή μπορεί να πάει με μεγάλα δοχεία και να αντλήσει άφθονο νερό που θα τον θρέψει και θα τον συντηρήσει.

Κάπως έτσι συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι

Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τον φόβο για να εξημερώσουν τους άλλους, και ο φόβος μας αυξάνεται όταν βιώνουμε την αδικία. Το αίσθημα της αδικίας είναι σαν ένα μαχαίρι που ανοίγει πληγές στο συναισθηματικό μας σώμα. Το συναισθηματικό δηλητήριο δημιουργείται από την αντίδρασή μας σε αυτό που θεωρούμε άδικο. Κάποιες πληγές επουλώνονται, άλλες ωστόσο μολύνονται με όλο και περισσότερο δηλητήριο. Μόλις γεμίσουμε με συναισθηματικό δηλητήριο, έχουμε ανάγκη να απαλλαγούμε από αυτό και εξασκούμαστε στο να το απελευθερώνουμε στέλνοντάς το σε κάποιον άλλο. Πώς το πετυχαίνουμε αυτό; Τραβώντας τους την προσοχή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός συνηθισμένου ζευγαριού.

Για έναν οποιονδήποτε λόγο, η γυναίκα είναι θυμωμένη. Έχει συναισθηματικό δηλητήριο από κάποια αδικία που έκανε ο άντρας της. Ο άντρας της δεν είναι σπίτι, αλλά εκείνη θυμάται την αδικία και το δηλητήριο συσσωρεύεται μέσα της. Όταν εκείνος γυρίζει, το πρώτο πράγμα που θέλει να κάνει είναι να του τραβήξει την προσοχή, γιατί μόλις το κάνει, όλο το δηλητήριο θα πάει στον άντρα της και η ίδια θα ανακουφιστεί. Με το που θα του πει πόσο κακός, πόσο χαζός ή πόσο άδικος είναι, το δηλητήριο που έχει μέσα της μεταδίδεται σε εκείνον.

Μιλάει συνεχώς, μέχρι να του τραβήξει την προσοχή. Εκείνος, τελικά, αντιδρά και θυμώνει, και τότε η γυναίκα αισθάνεται καλύτερα. Όμως, τώρα έχει εκείνος το δηλητήριο μέσα του και πρέπει να την εκδικηθεί. Πρέπει να της τραβήξει την προσοχή και να το απελευθερώσει, κι όχι μόνο όσο του μετέδωσε, αλλά το δικό της συν το δικό του. Αν προσέξετε αυτή την αλληλεπίδραση, θα δείτε ότι αγγίζει ο ένας τις πληγές του άλλου και παίζουν συναισθηματικό πιγκ πογκ με το δηλητήριο.Έτσι, αυτό συνεχίζει να αυξάνεται, μέχρι που μια μέρα ένας από τους δύο θα ξεσπάσει. Κάπως έτσι συμπεριφέρονται μεταξύ τους οι άνθρωποι.

Τραβώντας την προσοχή, η ενέργεια μεταδίδεται από το ένα άτομο στο άλλο. Η προσοχή είναι μια πανίσχυρη λειτουργία του ανθρώπινου νου. Όλοι πασχίζουμε να τραβήξουμε την προσοχή των άλλων. Όταν τα καταφέρνουμε, δημιουργούμε κανάλια επικοινωνίας. Το όνειρο μεταδίδεται, η δύναμη μεταδίδεται, αλλά το ίδιο συμβαίνει και με το συναισθηματικό δηλητήριο.

Συνήθως, απελευθερώνουμε το δηλητήριο στο άτομο που θεωρούμε υπεύθυνο για την αδικία, αλλά αν το άτομο αυτό είναι τόσο ισχυρό που δεν μπορούμε να του το μεταφέρουμε, δεν μας νοιάζει σε ποιον θα το στείλουμε, αρκεί να το ξεφορτωθούμε. Έτσι, το στέλνουμε στα παιδιά, που δεν έχουν αναπτύξει άμυνες εναντίον μας, και με αυτόν τον τρόπο δημιουργούνται οι σχέσεις κακοποίησης. Οι ισχυροί κακοποιούν τους λιγότερο ισχυρούς, επειδή θέλουν να απελευθερώσουν το συναισθηματικό τους δηλητήριο. Είναι μια ανάγκη που έχουμε, και πολλές φορές δεν θέλουμε δικαιοσύνη παρά μόνο να απελευθερώσουμε το δηλητήριό μας για να ηρεμήσουμε. Γι’ αυτό οι άνθρωποι αποζητούν συνεχώς τη δύναμη, επειδή όσο δυνατότεροι είναι, τόσο ευκολότερο είναι να απελευθερώσουν το δηλητήριό τους σε όσους δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

Φυσικά, μιλάμε για τις σχέσεις στην κόλαση αυτής της ζωής, για την ψυχική ασθένεια που υπάρχει σε αυτόν τον πλανήτη. Δεν φταίει κάποιος για αυτή, δεν είναι καλή ή κακή, δίκαιη ή άδικη- είναι η φυσιολογική παθολογία της ασθένειας. Κανείς δεν φταίει για την παθολογική του συμπεριφορά. Όπως οι άνθρωποι του φανταστικού πλανήτη δεν έφταιγαν για τη δερματική τους ασθένεια, ούτε εσείς φταίτε που οι πληγές σας είναι μολυσμένες με συναισθηματικό δηλητήριο. Όταν έχετε κάποια σωματική ασθένεια ή έναν τραυματισμό, δεν κατηγορείτε τον εαυτό σας ούτε αισθάνεστε ένοχοι. Τότε, γιατί να αισθάνεστε άσχημα ή να νιώθετε ενοχές επειδή νοσεί το συναισθηματικό σας σώμα;

Το σημαντικό είναι να έχετε επίγνωση του προβλήματος. Όταν έχουμε επίγνωση, έχουμε την ευκαιρία να θεραπεύσουμε το συναισθηματικό μας σώμα και τον συναισθηματικό μας νου, και να σταματήσουμε να υποφέρουμε. Χωρίς αυτή την επίγνωση δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, παρά μόνο να συνεχίσουμε να υποφέρουμε από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, αλλά και με τον εαυτό μας, γιατί αγγίζουμε και μόνοι μας τις πληγές μας, για να αυτοτιμωρηθούμε.

Κράτης ο Θυρεπανοίκτης και Ιππαρχία

Η Κυνική Σχολή φιλοσοφίας είναι πολύ ενδιαφέρουσα έκφανση της αρχαίας σκέψης, γιατί μας πρότεινε ένα τελείως πρωτότυπο τρόπο διαβίωσης και ένα ιδεώδες που είχε ευρύτατη απήχηση και αξιοπρόσεκτη ιστορική διάρκεια. Οι μεγάλες μορφές της Κυνικής Σχολής, ο Αντισθένης, ο Διογένης, ο Κράτης, πάντα θα εντυπωσιάζουν για την προσήλωσή τους στις αρχές που διακήρυτταν, για τη συνέπεια και την ειλικρίνειά τους.

Ο Κράτης ήταν μαθητής του Διογένη και ανέπτυξε ακόμα περισσότερο τη φιλοσοφία της «αυτάρκειας», της απάρνησης των υλικών αγαθών και κάθε περιουσίας, καθώς και της αδιαφορίας προς τις καθιερωμένες αρχές συμπεριφοράς. Η διαφορά του Κράτη προς τον Αντισθένη και τον Διογένη βρίσκεται στο ότι τις απόψεις του τις διατύπωνε με μειλίχιο τρόπο, χωρίς το απότομο ύφος του πρώτου και την προκλητική ειρωνεία του δεύτερου.

Ο Κράτης άκμασε γύρω στα μέσα του 4ου π.Χ. αιώνα, ήταν δηλαδή περίπου σύγχρονος με τον Αριστοτέλη και τον Επίκουρο. Γεννήθηκε στη Θήβα και ο πατέρας του Ασκώνδας ήταν πολύ πλούσιος.

Ο Κράτης όμως, από τη στιγμή που ενστερνίστηκε τις απόψεις του Διογένη, μοίρασε το μερίδιο της περιουσίας που κληρονόμησε στους φτωχούς και πέταξε στη θάλασσα, όσα μετρητά είχε (ή σύμφωνα με άλλους συγγράφεις τα κατέθεσε σε έναν τραπεζίτη για να τα δώσει στα παιδιά που θα αποκτούσε, εφ’ όσον όμως δεν θα γίνονταν κι αυτά φιλόσοφοι, γιατί ως φιλόσοφοι δε θα είχαν ανάγκη περιουσίας). Από τότε ζούσε με πολύ πενιχρά μέσα, σαν γνήσιος μαθητής του Διογένη.

Όταν του είπαν πως ο Αλέξανδρος πριν πεθάνει είχε δώσει εντολή να ανοικοδομηθεί η Θήβα, την οποία είχε καταστρέψει εκ θεμελίων δεκαπέντε χρόνια πιο μπροστά, σχολίασε “και λοιπόν; Θα την ξαναχτίσει για να την ισοπεδώσει πάλι κάποιος άλλος Αλέξανδρος;”

Ο Κράτης είχε ένα φίλο, επίσης κυνικό φιλόσοφο, τον Μητροκλή, που καταγόταν από πλούσια οικογένεια της θρακικής πόλης Μαρώνεια. Αδελφή αυτού του Μητροκλή ήταν η Ιππαρχία, η οποία όταν τον γνώρισε τον ερωτεύθηκε, μολονότι ο Κράτης ήταν μάλλον άσχημος και ελαφρώς καμπούρης. Παρ’ όλα αυτά στα νιάτα του ήταν πολύ γυναικάς, αλλά από τη στιγμή που μαθήτευσε στον Διογένη και έγινε κυνικός φιλόσοφος, αντιμετώπιζε τις γυναίκες διαφορετικά.

Η Ιππαρχία, που δεν ήταν μόνο πλούσια αλλά και νέα, ωραία και μορφωμένη, γοητεύτηκε από την καλοσύνη και την ψυχική ομορφιά του Κράτη και σχεδόν εκείνη του ζήτησε να παντρευτούν. Όπως ήταν φυσικό οι γονείς της, που σχεδίαζαν να την παντρέψουν με κάποιον της σειράς τους, προσπάθησαν να την αποτρέψουν, περνώντας από τις νουθεσίες στις απειλές, αλλά μάταια. Στο τέλος, στην απελπισία τους ζήτησαν τη βοήθεια του ίδιου του Κράτη.

Πράγματι αυτός συμφώνησε μαζί τους και προσπάθησε να μεταπείσει την Ιππαρχία, εκείνη όμως έμεινε βράχος. Τότε φώναξε την κοπελίτσα στο καλύβι όπου ζούσε, της έδειξε τα ελάχιστα υπάρχοντά του και ύστερα σηκώθηκε έβγαλε τα ρούχα του και της λέει:

“Λοιπόν, αυτός είναι ο γαμπρός και αυτή είναι η περιουσία του. Σκέψου πως τίποτ’ άλλο δε θα βρεις κοντά του”

Η κοπελίτσα όμως τον αγκάλιασε και του είπε πως τον θέλει όπως είναι, και κατόπιν ανακοίνωσε στους γονείς της την απόφαση της.

Από τότε που ζευγάρωσαν, ο παλιός γυναικάς δε γύρισε πια να κοιτάξει άλλη γυναίκα. Δέθηκε με την Ιππαρχία και πέρασαν μαζί όλη τη ζωή τους αγαπημένοι. Η Ιππαρχία του χάρισε ένα γιο, τον Πασικλή, ζούσε το ίδιο φτωχικά μ’ εκείνον και τον ακολουθούσε σε όλες τις δημόσιες εμφανίσεις του, φορώντας τα ίδια απλά ρούχα με αυτόν. Αλλά δεν ήταν απλώς η “καλή σύζυγος, που ζούσε στη σκιά ενός διάσημου φιλοσόφου”. Αποτελεί εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μορφή της φιλοσοφίας, έγινε και η ίδια κυνική φιλόσοφος και μάλιστα διαπρεπής, και της αποδίδονται αρκετές διατριβές, που έχουν όμως χαθεί. Ο Λαέρτιος αναφέρει πολλά γι΄αυτήν στο ΣΤ’ Βιβλίο των Βίων του, που είναι αφιερωμένο στους Κυνικούς.

Φαίνεται πως μια τέτοια διατριβή (που άλλοι αποδίδουν στον Κράτη και άλλοι στην ίδια), εξυμνούσε την “πήρα”, δηλαδή τη σακούλα ή τον τορβά, χαρακτηριστικό εξάρτημα όλων των κυνικών φιλοσόφων, που την κρεμούσαν στον ώμο τους και βάζαν μέσα όλη τους την κινητή περιουσία και όσα τρόφιμα τους έδιναν ή βρίσκανε.

Η πήρα είναι σαν μία πόλη ανάμεσα σ’ ατμούς κρασιού,
όμορφη και μακάρια, αν και βρώμικη ολόγυρα,
που τίποτα δεν έχει για να τραβήξει τους άμυαλους,
τους παράσιτους και τους ακόλαστους.
Όλοι αυτοί δε θα βρούνε στην πήρα, ούτε χρήματα ούτε δόξα, ούτε καλοπέραση, ούτε γοφούς πόρνης
θα βρούνε όμως θυμάρι, σκόρδα, σύκα και ψωμί που οι άνθρωποι τα χαίρονται,
αλλά δεν πολεμάνε μεταξύ τους γι’ αυτά.


Μολονότι οι απόψεις όλων των Κυνικών απέναντι στους θεούς τους κατατάσσουν στην κατηγορία των αγνωστικιστών, η Ιππαρχία δεν τα πήγε καλά με έναν διακηρυγμένο άθεο, τον Θεόδωρο, όχι όμως για τις αντιλήψεις του αλλά για τη συμπεριφορά του. Ο Θεόδωρος ήταν θρασύς και ενοχλητικός τύπος, που σχεδόν κανένας σύγχρονός του δε χώνευε, με την Ιππαρχία δε λογομαχούσε συνεχώς. Βέβαια οι αντιπαραθέσεις αυτές ήταν κάτι πολύ συνηθισμένο μεταξύ φιλοσόφων, κάποτε όμως ο Θεόδωρος άπλωσε το χέρι του και πήγε να σηκώσει το ρούχο της, οπότε η Ιππαρχία τον έδειρε. Δικαιολόγησε την αντίδρασή της λέγοντας:

“Αν έκανε κάτι ο Θεόδωρος και δεν το θεωρούσαν αδικία, τότε δεν θα το θεωρούσαν αδικία αν έκανε το ίδιο και η Ιππαρχία. Αν ο Θεόδωρος απλώνοντας το χέρι του στην Ιππαρχία δεν διέπραξε αδίκημα, τότε ούτε η Ιππαρχία διαπράττει αδίκημα απλώνοντας το χέρι της στον Θεόδωρο”.

Ο Κράτης μοίραζε τις μέρες του μεταξύ Θήβας και Αθήνας, και γρήγορα έγινε τόσο αγαπητός στον κόσμο, ώστε στο τέλος έμπαινε απρόσκλητος σε όποιο σπίτι διάλεγε, για να δει πώς ζούσαν οι άνθρωποι που κατοικούσαν σ’ αυτό και να τους δώσει συμβουλές, που τις θεωρούσαν τόσο πολύτιμες, ώστε πολλοί γράψανε στην πόρτα του σπιτιού τους είσοδος Κράτητι, αγαθώ δαίμονι και τον ονόμασαν «Θυρεπανοίκτη».

Πέθανε σε βαθιά γεράματα και τον έθαψαν με μεγάλες τιμές στη Θήβα.

ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΛΑΕΡΤΙΟΣ, Βίοι Φιλοσόφων- Βιβλίο Στ’ 85-93 και 96-98 

Αν είσαι ευτυχισμένος όμως, οι άνθρωποι σε ζηλεύουν

Κοίταξε τη δυστυχία σου και θα βρεις μερικά βασικά πράματα. Σου δίνει σεβασμό. Οι άνθρωποι συμπεριφέρονται πιο φιλικά απέναντί σου, πιο συμπαθητικά.

Αν είσαι δυστυχισμένος, θα έχεις περισσότερους φίλους. Αυτός είναι ένας πολύ παράξενος κόσμος. Κάτι είναι θεμελιωδώς λάθος μ’ αυτόν. Δεν θα έπρεπε να είναι έτσι.

Ο ευτυχισμένος άνθρωπος είναι αυτός που θα έπρεπε να έχει περισσότερους φίλους. Αν είσαι ευτυχισμένος όμως, οι άνθρωποι σε ζηλεύουν, δεν είναι πια φιλικοί. Νιώθουν εξαπατημένοι. Εσύ έχεις κάτι, που δεν είναι διαθέσιμο σ’ εκείνους. Εσύ γιατί είσαι ευτυχισμένος; ‘Έτσι, έχουμε μάθει εδώ και αιώνες έναν αδιόρατο μηχανισμό: Να καταπιέζουμε την ευτυχία και να εκφράζουμε τη δυστυχία. Αυτό έχει γίνει δεύτερη φύση.

Πρέπει να εγκαταλείψεις αυτό το μηχανισμό. Μάθε πώς να είσαι ευτυχισμένος και μάθε να σέβεσαι τους ευτυχισμένους ανθρώπους και να δίνεις περισσότερη προσοχή στους ευτυχισμένους ανθρώπους. Αυτό θα είναι μεγάλη υπηρεσία προς την ανθρωπότητα. Μη δείχνεις τόσο πολλή συμπάθεια στους ανθρώπους που είναι στενοχωρημένοι και δυστυχισμένοι.

Αν κάποιος είναι δυστυχισμένος, βοήθησέ τον, αλλά μην του δείχνεις συμπάθεια. Μην του δίνεις την ιδέα ότι η δυστυχία είναι κάτι που αξίζει να την έχει. Άφησέ τον να ξέρει πολύ καλά ότι τον βοηθάς, αλλά «αυτό δεν είναι από σεβασμό, απλώς επειδή το έχει ανάγκη.» Και άφησέ τον να αισθανθεί ότι η στενοχώρια, η δυστυχία και η μιζέρια είναι άσχημα πράγματα, ότι με το να είναι στενοχωρημένος, δεν κάνει καμία ενάρετη πράξη, ότι δεν προσφέρει καμία υπηρεσία στην ανθρωπότητα.

Να είσαι χαρούμενος κι ευτυχισμένος, να σέβεσαι τη χαρά και την ευτυχία και να βοηθάς τους ανθρώπους να καταλάβουν ότι η χαρά και η ευτυχία είναι ο σκοπός τής ζωής. Όποτε βλέπεις έναν ευδαιμονικό άνθρωπο, σεβάσου τον, είναι άγιος. Και όποτε αισθάνεσαι ότι μια συντροφιά είναι χαρούμενη, ευδαιμονική, γιορτινή, βλέπε την σαν κάτι το ιερό.

Πρέπει να μάθουμε μια εντελώς καινούρια γλώσσα. Μόνο τότε θα αλλάξει αυτή η παλιά, σαθρή ανθρωπότητα. Πρέπει να μάθουμε τη γλώσσα της υγείας, της ολότητας, της ευτυχίας. Αυτό πρόκειται να είναι δύσκολο, επειδή έχουμε κάνει μεγάλες επενδύσεις στη στενοχώρια, τη μιζέρια και τη δυστυχία.

Γιατί δεν εγκαταλείπουμε τη στενοχώρια, τη μιζέρια μας, την άγνοιά μας και τη δυστυχία μας; Πώς μπορούν οι άνθρωποι να είναι ευτυχισμένοι και ευδαιμονικοί; Αυτή είναι μία από τις πιο θεμελιώδεις ερωτήσεις που μπορεί να κάνει ένας άνθρωπος. Είναι παράξενο, επειδή θα έπρεπε να είναι εύκολο το να εγκαταλείψουμε τα βάσανα, την ανησυχία, τη στενοχώρια, τη δυστυχία, τη μιζέρια. Δεν θέλεις να είσαι στενοχωρημένος, οπότε πρέπει να υπάρχει ένα βαθύ μπέρδεμα πίσω απ’ αυτό.

Το μπέρδεμα είναι ότι από την παιδική σου ηλικία, δεν σου επιτρεπόταν να είσαι ευτυχισμένος, να είσαι χαρούμενος, να είσαι ευδαιμονικός. Ήσουν αναγκασμένος να είσαι σοβαρός και η σοβαρότητα υπονοεί στενοχώρια.

Ήσουν αναγκασμένος να κάνεις πράγματα που ποτέ δεν ήθελες να κάνεις. Ήσουν αδύναμος, εξαρτιόσουν από τους άλλους και φυσικά έπρεπε να κάνεις αυτό που σου έλεγαν. Εσύ έκανες εκείνα τα πράγματα απρόθυμα, με βαθιά αντίσταση κι αυτό σε στενοχωρούσε και σ’ έκανε να νιώθεις δυστυχισμένος και μίζερος.

Ήσουν αναγκασμένος να κάνεις τόσο πολλά πράγματα που εναντιωνόταν στον εαυτό σου, που σιγά-σιγά, σου έγινε σαφές ότι το να κάνεις αυτό που σου προκαλεί χαρά και ευχαρίστηση είναι λάθος και πως οτιδήποτε εναντιώνεται στον εαυτό σου, είναι το σωστό. Και όλος αυτός ο τρόπος που μεγάλωνες, σε γέμιζε συνεχώς με στενοχώρια, πράγμα που δεν είναι φυσικό.

Το φυσικό είναι να είσαι χαρούμενος, όπως το φυσικό είναι το να είσαι υγιής. Μεγάλωσες μέσα σε μια άρρωστη κοινωνία, όπου το να είσαι ευδαιμονικός χωρίς λόγο, σημαίνει ότι είσαι τρελός. Αν απλώς χαμογελάς χωρίς λόγο, οι άνθρωποι θα σκεφτούν ότι κάτι έχει λασκάρει μέσα στο κεφάλι σου: Εσύ γιατί χαμογελάς; Γιατί φαίνεσαι τόσο ευτυχισμένος;

Κι αν πεις, «δεν ξέρω, απλώς είμαι ευτυχισμένος,» το μόνο που θα κάνει η απάντησή σου, θα είναι το να δυναμώσει την ιδέα τους ότι κάτι πάει στραβά μ’ εσένα.

Αν όμως είσαι στενοχωρημένος, κανένας δεν πρόκειται να σε ρωτήσει γιατί είσαι στενοχωρημένος. Το να είσαι στενοχωρημένος και δυστυχισμένος μοιάζει κάτι φυσικό – οι πάντες αυτό είναι.

Ασυνείδητα, αυτή η ιδέα εδραιώνεται μέσα σου, ότι η στενοχώρια και η δυστυχία είναι φυσικά πράγματα κι ότι η ευτυχία είναι κάτι αφύσικο. Η ευδαιμονία πρέπει να αποδειχθεί.

Η στενοχώρια, η δυστυχία και η μιζέρια δεν χρειάζονται καμία απόδειξη. Αυτό, σιγά-σιγά βυθίζεται μέσα σου – μέσα στο αίμα σου, μέσα στα κόκαλά σου, μέσα στο μεδούλι σου – αν και φυσικά εναντιώνεται στην ίδια σου τη φύση.

Έτσι, έχεις αναγκαστεί να συμπεριφέρεσαι με έναν τρόπο που εναντιώνεται στην ίδια σου τη φύση. Έχεις απομακρυνθεί από τον εαυτό σου κι έχεις γίνει κάτι που δεν είσαι.

NASA: Πλούσιες αποθέσεις οργανικών υλικών βρέθηκαν σε αρχαία λίμνη στον Άρη

Πλούσιες αποθέσεις οργανικών υλικών, των οποίων δείγματα θα μεταφερθούν στη Γη προκειμένου να διαπιστωθεί αν πρόκειται για ίχνη αρχαίων μικροοργανισμών, εντόπισε το ρομπότ Perseverance της NASA στη λεκάνη μιας Αρειανής λίμνης που στέγνωσε πριν από δισεκατομμύρια χρόνια.

«Αν και η ανίχνευση αυτής της ομάδας οργανικών ουσιών δε σημαίνει από μόνη της ότι σίγουρα υπήρχε ζωή, οι παρατηρήσεις αρχίζουν να μοιάζουν με ευρήματα εδώ στη Γη», δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου η Σουσάνα Σάρμα του Εργαστηρίου Αεριώθησης (JPL) της NASA στην Καλιφόρνια.

«Για να το θέσω απλά, αν βρισκόμαστε σε “κυνήγι θησαυρού” για πιθανές ενδείξεις ζωής σε άλλους πλανήτες, η οργανική ύλη είναι μία ένδειξη», πρόσθεσε η ίδια.

Η Σ. Σάρμα είναι μέλος της ομάδας του οργάνου SHERLOCK το οποίο χρησιμοποιεί το Perseverance για να εξετάζει δείγματα πετρωμάτων με μια δέσμη λέιζερ.

Οι οργανικές ενώσεις βρέθηκαν λίγο κάτω από την επιφάνεια ενός βράχου διαμέτρου ενός μέτρου, ο οποίος βρισκόταν στο δέλτα του ποταμού που τροφοδοτούσε κάποτε μια αλμυρή λίμνη στη λεκάνη του κρατήρα Τζέζερο.

Η περιοχή των εκβολών του ποταμού έχει διαφορετική γεωλογική σύσταση από τον πυθμένα του κρατήρα, ο οποίος αποτελείται από ηφαιστειακά, βασαλτικά πετρώματα.

Σημειώνεται ότι οργανικές ενώσεις, οι οποίες μπορούν να δημιουργηθούν και από μη βιολογικές διαδικασίες, είχαν ανακαλυφθεί και στο παρελθόν στον Άρη, τόσο από το Perseverance όσο και από τον προκάτοχό του, Curiosity. Αυτή τη φορά, όμως, βρέθηκαν σε μια περιοχή που θα μπορούσε να είχε φιλοξενήσει ζωή όσο ο Άρης ήταν υγρός.

Η Λιτανεία Του Παραλόγου

Άνοιξε τα μάτια σου σ’ αυτό που συμβαίνει: οι κυβερνήσεις δεν θέλουν το καλό μας.

Δεν μας αντιμετωπίζουν ως άτομα.

Είναι δύσκολο να σκεφτείς το αδιανόητο. Είναι δύσκολο να πεις στον εαυτό σου ότι σε κορόιδεψαν και σε παρέσυραν.

Είναι δύσκολο να αναλογιστείς το αδιανόητο – αλλά έρχεται μια στιγμή που δεν υπάρχει τίποτα άλλο εκτός από αυτό. Οι άνθρωποι που έχουν μεγαλώσει μαθαίνοντας να εμπιστεύονται την εξουσία – οι οποίοι υπέθεταν, όπως κι εγώ κάποτε, ότι το κράτος, ανεξαρτήτως της πολιτικής του απόχρωσης σε κάθε δεδομένη στιγμή, είναι κατά βάση αγαθό και καλοπροαίρετο – θα προσπαθούν φυσικά να διατηρήσουν αυτή την καλοπροαίρετη διάθεση στο μυαλό τους όταν πασχίζουν να κατανοήσουν τι συμβαίνει γύρω τους.

Η πίστη στο κράτος αρχίζει να κλονίζεται.

Άνθρωποι, σαν εσάς και εμένα, που μεγαλώσαμε με την αντίληψη ότι είμαστε ελεύθεροι, ότι έχουμε αναφαίρετα δικαιώματα και ότι οι θεσμοί αυτής της χώρας έχουν κατά νου το βέλτιστο συμφέρον μας, θα προτιμήσουμε να δέσουμε τον εαυτό τους κόμπο, παρά να εξετάσουμε την εκδοχή ότι αυτοί οι θεσμοί μπορεί στην πραγματικότητα να εργάζονται εναντίον μας.

Για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου, θεωρούσα αυτή την εικόνα της αγαθής, καλοπροαίρετης εξουσίας ως δεδομένη. Χωρίς να θέλω να μεγαλοποιήσω τα πράγματα, υπήρξα τόσο αφελής όσο και ο χειρότερος βλάκας που υπάρχει. Πριν από μερικά χρόνια, όμως, άρχισα να σκέφτομαι το αδιανόητο και κάθε μέρα που περνάει μου γίνεται όλο και πιο φανερό ότι δεν μας αντιμετωπίζουν πλέον ως άτομα που έχουν το δικαίωμα να προσπαθούν να αξιοποιήσουν στο έπακρο την ζωή τους – αλλά σαν έναν ορνιθοτροφείο γεμάτο κότες ωοτοκίας.

Είμαστε ένα ακόμη προϊόν που αγοράζεται και πουλιέται, κοψοχρονιά.

Επιτρέψτε μου να το θέσω αλλιώς: αν έχετε οδηγηθεί σχεδόν στην παραφροσύνη στην προσπάθειά σας να σκέφτεστε τα καλύτερα για τους κυβερνώντες – αυτούς που βρίσκονται σε ανώτερες θέσεις στην κυβέρνηση, αυτούς που είναι υπεύθυνοι για τους μεγάλους κρατικούς θεσμούς, αυτούς που διοικούν τις μεγάλες εταιρείες – αλλά το βρίσκετε όλο και πιο αδύνατο να το κάνετε, τότε η λύση του προβλήματος θα μπορούσε να είναι να γυρίσετε την οπτική σας γωνία κατά 180 μοίρες και να αποδεχτείτε, έστω και απρόθυμα, ότι μας… πώς να το θέσω εύσχημα… μας δουλεύουν.

Όταν βρίσκετε το χέρι ενός αγνώστου στο πορτοφόλι σας, στην εσωτερική τσέπη του σακακιού σας, αντί να προσπαθήσετε να πείσετε τον εαυτό σας ότι απλώς φροντίζει να μην σας πέσει κάτω, ίσως είναι πιο λογικό να βγάλετε το συμπέρασμα ότι σας ληστεύει. Μόλις φύγουν οι παρωπίδες από τα μάτια ενός ατόμου, η διαύγεια της όρασης που προκύπτει είναι συγκλονιστική. Είναι σαν να σου δίνουν ένα πασπαρτού που ανοίγει κάθε κλειδωμένη πόρτα, ή σαν να έχεις πρόσβαση σε μια στήλη της Ροζέτας που μεταφράζει κάθε ξένη λέξη σε μια γλώσσα που γίνεται αμέσως κατανοητή.

Η τεχνητή ενεργειακή κρίση.

Πάρτε την ενεργειακή κρίση: Αν νιώθετε να σας λούζει κρύος ιδρώτας στην ιδέα ότι οι λογαριασμοί θα αυξηθούν, από εκατοντάδες σε αρκετές χιλιάδες λίρες, ενώ διαβάζετε για τις ενεργειακές εταιρείες που διπλασιάζουν τα κέρδη τους μέσα σε μια νύχτα και ταυτόχρονα σας διατάζουν να επιδοτείτε τις λεγόμενες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας που κάθε άλλο παρά πράσινες είναι, ενώ ακούτε τον έναν ή τον άλλο πολιτικό να ανανεώνει τους όρκους του στις καταστροφικές φαντασιώσεις του Net Zero (μηδενικό αποτύπωμα άνθρακα) και της Ατζέντας 2030 του ΟΗΕ, γνωρίζοντας ότι η ηλεκτρική ενέργεια για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα προέρχεται, κυρίως και πιο αξιόπιστα, από τα ορυκτά καύσιμα, αν δεν μπορείτε να τα καταλάβετε όλα αυτά και ξέρετε απλώς ότι όλα αυτά καταλήγουν σε ένα μέλλον στο οποίο ίσως χρειαστεί να διαλέξετε μεταξύ του να φάτε ή να ζεσταθείτε, τότε κάντε στον εαυτό σας το δώρο να συνειδητοποιήσετε ότι οι κυβερνώντες σκοπεύουν απολύτως συνειδητά να έχουμε λιγότερη θέρμανση και λιγότερα καύσιμα και ότι στο μέλλον που σχεδιάζουν μόνο οι πλούσιοι θα έχουν αυτοκίνητα, ούτως ή άλλως.

Το σχέδιο τους δεν είναι να διορθωθεί η κατάσταση.

Το σχέδιο είναι να χαλάσει και να την αφήσουν χαλασμένη.

Αν δυσκολεύεστε να κάνετε τις καλύτερες σκέψεις για τους πλουσιότερους αυτού του κόσμου – κενές, εγωπαθείς διασημότητες πρώτης κατηγορίας ανάμεσά τους – που κάνουν ατελείωτες βόλτες στον πλανήτη με ιδιωτικά τζετ και σούπερ γιοτ, ώστε να παρευρίσκονται σε συγκεντρώσεις όπου θα μπορούν να κάνουν κήρυγμα σε εμάς τους ταπεινούς προλετάριους για το πώς πρέπει να ξεχάσουμε τα αυτοκίνητά μας και τις περιστασιακές μικρές διακοπές χαλάρωσης – ακόμη και το κρέας στο τραπέζι… αν αναρωτιέστε πώς έχουν αυτό το απύθμενο θράσος… τότε είναι πιο εύκολο να δεχτούμε απλώς ότι η ειλικρινά δεδηλωμένη και διαφημισμένη πρόθεσή τους είναι να συνεχιστεί η πολυτελής και κακομαθημένη ζωή τους όπως πριν, ενώ εμείς θα μένουμε πεινασμένοι, παγωμένοι και κατά κανόνα άπλυτοι στα δίχως θέρμανση σπίτια μας.

Τα πράγματα έχουν ως εξής: αν οποιοσδήποτε ηγέτης ή διάσημος εννοούσε ειλικρινά έστω και μια λέξη από τα κηρύγματά του για το CO2 και τα υπόλοιπα, τότε προφανώς θα έδινε πρώτα εκείνος το σωστό παράδειγμα. Θα ήταν οι πρώτοι από όλους μας που θα εγκατέλειπαν οικειοθελώς τα διεθνή ταξίδια εντελώς… θα έκαναν περικοπές μετακομίζοντας σε μεσαίου μεγέθους σπίτια που θα θερμαίνονταν με αντλίες θερμότητας.

Θα απέφευγαν κάθε ηλεκτρική ενέργεια εκτός από εκείνη που προέρχεται από τον ήλιο και τον άνεμο. Θα έτρωγαν, με ευχαρίστηση, έντομα και φυτά. Θα κατέφευγαν στο περπάτημα, τα ποδήλατα και τις δημόσιες συγκοινωνίες. Αν το Net Zero και τα υπόλοιπα αφορούσαν το καλό του πλανήτη -και όχι την εκκαθάριση των ουρανών και των παραλιών από αποβράσματα σαν εμάς- δεν νομίζετε ότι αυτοί οι αγιασμένοι πολιτικοί και οι διασημότητες θα μας έδειχναν το δρόμο με το παράδειγμά τους; Αν ο τρόπος ζωής που μας κηρύττουν άξιζε να τον ζούμε, δεν θα τον ζούσαν ήδη; Ίσως ακούσατε τον Μπιλ Γκέιτς να λέει ξεδιάντροπα, ότι τα ιδιωτικά τζετ είναι η ένοχη απόλαυσή του…

Η τεχνητή επισιτιστική κρίση.

Και τι γίνεται με τα τρόφιμα – και πιο συγκεκριμένα με την προαναγγελθείσα έλλειψή τους;

Οι κουστουμαρισμένοι και οι διευθύνοντες σύμβουλοι τα ρίχνουν όλα στον Βλαντιμίρ Πούτιν. Αλλά αν οι χώρες του κόσμου πραγματικά ξεμένουν από τρόφιμα, τότε γιατί η βρετανική κυβέρνησή προσφέρει στους αγρότες εκατοντάδες χιλιάδες λίρες για να αποχωρήσουν από τον κλάδο και να πουλήσουν την γη τους σε πολυεθνικές εταιρείες για άγνωστη χρήση, ή αχρησία;

Γιατί δεν κοιτάμε πέρα από την Βόρεια Θάλασσα προς την Ολλανδία, όπου μια διαβρωμένη από το WEF (Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ) κυβέρνηση εκβιάζει τους αγρότες να εγκαταλείψουν εντελώς την γη τους, αναγκάζοντάς τους να σφάξουν το μισό ζωικό κεφάλαιο της χώρας;

Αυτοί οι Ολλανδοί αγρότες είναι από τους πιο παραγωγικούς και καταρτισμένους στον τομέα αυτόν στον κόσμο, κρατώντας στο νου και στα χέρια τους τις απαντήσεις σε κάθε είδους ερωτήματα σχετικά με τον καλύτερο τρόπο παραγωγής τροφίμων και παρόλα αυτά η κυβέρνησή τους είναι τόσο αποφασισμένη να τους εκφοβίσει για να εγκαταλείψουν την δραστηριότητά τους, ώστε ένας έφηβος σ’ ένα τρακτέρ, που συμμετείχε σε διαμαρτυρία για την υπεράσπιση των μέχρι πρότινος δικαιωμάτων και παραδόσεων, δέχθηκε πυρά από την αστυνομία. Γιατί νομίζετε ότι έχει τόση σημασία, για την κυβέρνηση του δεύτερου πιο παραγωγικού πληθυσμού αγροτών στον κόσμο, να αποκεφαλίσει και να «φιλετάρει» αυτή την βιομηχανία; ΓΙΑΤΙ;

Γιατί άραγε παρόμοιες διαμαρτυρίες, σε χώρες σε όλη την Ευρώπη και τον ευρύτερο κόσμο, αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης – μέσα ενημέρωσης που θα σερνόταν γονατιστά πάνω σε σπασμένα γυαλιά, μόνο και μόνο για να αναφέρουν ότι ένας διαδηλωτής της BLM άνοιξε μια σακούλα με… απροσδιορίστου φύλου πατατάκια.

Γιατί αυτή η σιωπή γύρω από όλη αυτήν την επίθεση κατά της γεωργίας;

Και μιας και μιλάμε για την ιδιοκτησία γεωργικών εκτάσεων, γιατί ο πωλητής υπολογιστών Bill Gates αγοράζει τόση πολλή γεωργική γη στις ΗΠΑ – πάνω από ένα εκατομμύριο στρέμματα σε 19 Πολιτείες σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση, ενώ ταυτόχρονα προωθεί την παραγωγή και πώληση τεχνητού κρέατος; Και γιατί τόσα πολλά μικρά αεροπλάνα έχουν πέσει πάνω σε τεράστιες μονάδες επεξεργασίας τροφίμων στις ΗΠΑ, προκαλώντας πυρκαγιές και εμποδίζοντας έτσι την παραγωγή και την διανομή ακόμη περισσότερων από τα αγαθά της ίδιας της ζωής; Γιατί συμβαίνει αυτό στους αγρότες και την γεωργία σε όλο τον μέχρι πρότινος ανεπτυγμένο κόσμο;

Δεν είναι άραγε η απλή, προφανής απάντηση εκείνη που βγάζει περισσότερο νόημα και που μας κοιτάζει στα ευπειθή πρόσωπά μας, ότι δηλαδή η εξουσία, για τους πεινασμένους για εξουσία, ανέκαθεν στηριζόταν πιο αποτελεσματικά στον έλεγχο της τροφής και του εφοδιασμού της.

Τα πραγματικά αίτια

Γιατί άραγε οι εξουσιαστές αποδίδουν αυτό το γεγονός σε μια κρίση κόστους ζωής, όταν όλοι όσοι έχουν έστω δύο εγκεφαλικά κύτταρα για να τα ενώσουν μεταξύ τους μπορούν να καταλάβουν ότι πρόκειται για μια κρίση κόστους του εγκλεισμού – την αναπόφευκτη συνέπεια του κλεισίματος ολόκληρης της χώρας – και μάλιστα ολόκληρου του κόσμου – για το μεγαλύτερο μέρος των δύο τελευταίων ετών.

Εκτίναξη του πληθωρισμού, αύξηση των επιτοκίων, διατάραξη των αλυσίδων εφοδιασμού. Μήπως την αποκαλούν «κρίση κόστους ζωής» ως μέρος της απροκάλυπτης προσπάθειάς τους να μας αποσπάσουν την προσοχή από το γεγονός ότι, ενώ οι απλοί πολίτες αντιμετωπίζουν έναν αγώνα ζωής και θανάτου τους επόμενους μήνες, οι εταιρείες πανηγύρισαν για το μερίδιό τους στην μεγαλύτερη μεταφορά πλούτου στην ιστορία; Δεν φαίνεται αυτό πιο πιθανό;

Όσο αδιανόητο κι αν είναι, μήπως δεν θα ήταν πιο επιτακτικό να αναρωτηθούμε γιατί η κυβέρνησή μας και οι κυβερνήσεις σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο, έμειναν ουσιαστικά αμέτοχες και περιφρούρησαν τα συμφέροντα των γιγάντιων εταιρειών, ενώ αυτοί οι μεγιστάνες τράβηξαν σχεδόν όλο τον παγκόσμιο πλούτο στα ήδη γεμάτα ταμεία τους; Μήπως οι κυβερνήσεις μας ενδιαφέρονται περισσότερο για την παροχή δυνατοτήτων, για την υποβοήθηση και την υποκίνηση των πλουσίων, παρά για να κουνήσουν έστω και το μικρό τους δαχτυλάκι ώστε να προστατεύσουν τα προς το ζην και τον τρόπο ζωής μας; Αναρωτιέμαι!

Η αντικατάσταση των μετρητών με ψηφιακό κρατικό νόμισμα (CBDC)

Τι γίνεται με τα χρήματα στις τσέπες μας; Γιατί γίνεται όλο και πιο δύσκολο να χρησιμοποιούμε τα παλιά καλά μετρητά, χαρτονομίσματα και κέρματα; Γιατί μας σπρώχνουν όλο και πιο μακριά από την αγοραστική δύναμη που μπορούμε να δούμε και να ψηλαφίσουμε, προς μια ψηφιακή εναλλακτική που υπάρχει μόνο στους σκληρούς δίσκους των τραπεζών που κυβερνούν τον κόσμο; Γιατί συμβαίνει αυτό πιστεύετε;

Αντί να απορρίψουμε σαν άλλη μια θεωρία συνωμοσίας την ιδέα ότι τα μετρητά θα αντικατασταθούν τελικά από συναλλαγές που θα βασίζονται στην ανταλλαγή αυτών που ισοδυναμούν με κουπόνια φαγητού, τα οποία θα γίνονται δεκτά μόνο αν η κοινωνική μας βαθμολόγηση αποδεικνύει ότι ήμασταν υπάκουα κορίτσια ή αγόρια, τι θα λέγατε να κάνουμε το άλμα και να επικεντρωθούμε στο κατάφωρα προφανές: αν δεν είμαστε ελεύθεροι να αγοράζουμε ό,τι και όποτε θέλουμε, χωρίς την επιτήρηση και την παρακολούθηση των κυβερνήσεων και των τραπεζών που τις διοικούν, τότε δεν έχουμε απολύτως καμία ελευθερία.

Και, μιας και αναφερθήκαμε στο θέμα του χρήματος και των τραπεζών, γιατί να μην σταθούμε λίγο για να παρατηρήσουμε κάτι άλλο που είναι εξόφθαλμα προφανές – δηλαδή ότι τα νομίσματα της Δύσης ακροβατούν στο χείλος του γκρεμού και ότι η μία τράπεζα μετά την άλλη αποκαλύπτεται -σε όσους κάνουν τον κόπο να παρακολουθούν- ότι είναι τόσο κοντά στην χρεοκοπία όσο είναι ανθρωπίνως δυνατόν να είναι χωρίς να πέφτουν πραγματικά από το χείλος του γκρεμού.

Το σκάνδαλο του εκβιαστικού, μαζικού εμβολιασμού.

Στην συνέχεια, υπάρχουν τα λεγόμενα εμβόλια για το Covid – λέω επίτηδες «λεγόμενα» διότι πλέον θα πρέπει να είναι ήδη σαφές σε όλους, εκτός από τους εθελοτυφλούντες, ότι οι ενέσεις αυτές δεν λειτουργούν όπως διαφημίζονται. Μπορείτε ακόμα να κολλήσετε τον ιό, να μεταδώσετε τον ιό, να αρρωστήσετε από τον ιό και να πεθάνετε από τον ιό.

Η Δανία έχει σταματήσει την χρήση των εμβολίων σε παιδιά κάτω των 18 ετών. Σε όλο τον κόσμο, κάθε μέρα, εμφανίζονται περισσότερα στοιχεία – όσο κι αν οι διάφορες συνένοχες αρχές και οι μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες δεν θέλουν να το παραδεχτούν – για αμέτρητους θανάτους και βλάβες που προκαλούνται από αυτές τις ιατρικές πράξεις. Και όμως, εδώ στην Βρετανία και σχεδόν παντού αλλού, οι κυβερνήσεις συνεχίζουν να προσπαθούν να τρυπήσουν μ’ αυτές τις βελόνες όσο το δυνατόν περισσότερα χέρια, ακόμη και τα χέρια νεότερων και μικρότερων.

Οι διεφθαρμένοι DemocRats – Η βρώμα της διαφθοράς είναι παντού.

Εμπιστευόμουν την εξουσία για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου. Τώρα αναρωτιέμαι καθημερινά πώς αγνοούσα τόσο καιρό την δυσωδία.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Λευκός Οίκος του Μπάιντεν έστειλε το FBI να κάνει έφοδο στο σπίτι του πρώην προέδρου Ντόναλντ Τραμπ. Εν τω μεταξύ, ο Τζο Μπάιντεν και ο γιος του, Χάντερ, – αυτός με τον φορητό υπολογιστή γεμάτο με τον πιο φρικτό και ενοχοποιητικό περιεχόμενο – πετούν μαζί με το Προεδρικό αεροπλάνο Airforce. Δεν έχουν προγραμματιστεί επιδρομές στον Ομπάμα, ούτε στον Κλίντον. Η πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Νάνσι Πελόζι πέταξε στην Ταϊβάν και στην συνέχεια στην Κίνα. Ο γιος της Πολ, επενδυτής σε κινεζική εταιρεία τεχνολογίας και με θέσεις στο διοικητικό συμβούλιο εταιρειών που ασχολούνται με το λίθιο, ήταν μαζί της, σε αυτό το μέρος του κόσμου όπου κατασκευάζονται τα τρία τέταρτα των μπαταριών λιθίου παγκοσμίως. Η Ταϊβάν κατέχει ηγετική θέση σε αυτή την τεχνολογία και η Κίνα την θεωρεί δικό της έδαφος.

Επίλογος

Είναι δύσκολο να σκεφτείς το αδιανόητο. Είναι δύσκολο να σκεφτείς ότι όλα αυτά, όλη η δυστυχία, όλα τα δεινά του παρελθόντος και του μέλλοντος μπορεί να αφορούν μόνο το χρήμα, την απληστία και την εξουσία.

Όμως άνοιξε τα μάτια σου και δες.

Λουκρήτιος: Εκ του μηδενός ουδέν

Η θεωρία πως, σε τελική ανάλυση, η φύση αποτελείται από αδιαίρετα άτομα είχε τις απαρχές της στον Λεύκιππο και αναπτύχθηκε στην Ελλάδα του πέμπτου π.Χ. αιώνα από τον Δημόκριτο. Έναν μόνον αιώνα αργότερα την υιοθέτησε ο Αθηναίος φιλόσοφος Επίκουρος, από τον οποίο προέρχεται και ο όρος «επικούρειος», για όσους πιστεύουν στις λεπτές γαστριμαργικές και σινικές απολαύσεις. Αυτή η εικόνα ενός εκλεπτυσμένου ηδονισμού δεν αντανακλά σωστά τη φιλοσοφία του Επίκουρου.

Ο Επίκουρος δίδασκε μια μηχανιστική κοσμοθεωρία και πίστευε στην αναζήτηση της ευτυχίας, με μέτρο, όμως, πάντα. Η ευτυχία μπορούσε να επιτευχθεί μέσα από την απομάκρυνση από τα δημόσια με μια ήσυχη ζωή, την οποία θα μπορούσε να βρει κανείς περιορίζοντας τις επιθυμίες του (ακριβώς εκείνες για τις οποίες ο σύγχρονος επικούρειος θεωρεί πως θα έπρεπε να επαίρεται).

H επικούρεια φιλοσοφία ήταν δημοφιλής για επτά αιώνες και έφθασε στο απόγειο της δόξας της κατά τη λαμπρή παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, κατά την οποία, κατά γενική ομολογία, υιοθέτησε πολλές από τις ηδονιστικές πτυχές που τη χαρακτηρίζουν. Με την επικράτηση του χριστιανισμού στη Ρώμη, η αυστηρότητα και η μετάνοια ήρθαν στην ημερήσια διάταξη, οδηγώντας τους πρώτους χριστιανούς στο να ταυτίσουν τον Επίκουρο με τον Αντίχριστο, ενσάρκωση του Κακού που, με τη μορφή του θηρίου, θα γίνει αιτία να σημάνει τη σάλπιγγα για τη συντέλεια του κόσμου.

Η ηθική φιλοσοφία του Επίκουρου ίσως να είναι ανοιχτή προς ένα ευρύ φάσμα αποκλινουσών ερμηνειών, η φυσική του, όμως, φιλοσοφία ήταν σαφής και επιστημονική. Πέρα από το γεγονός ότι αποδεχόταν έναν αμιγώς μηχανιστικό κόσμο, ο Επίκουρος υιοθέτησε και την ατομική θεωρία του Δημόκριτου. Ο κόσμος απογυμνώθηκε από κάθε υπερφυσική δύναμη καταλήγοντας να είναι, σε τελική ανάλυση, ένα σύνολο μικροσκοπικών σωματιδίων που ήταν αδύνατον να δημιουργηθούν ή να καταστραφούν.

Ο Επίκουρος δεν θα εκπλησσόταν μαθαίνοντας ότι η φιλοσοφία του επιβίωσε τόσο πολύ μετά το θάνατό του (αν και δεν θα ένιωθε και πολύ ευχάριστα με τη μορφή που αυτή προσέλαβε). Στη διάρκεια της ζωής του προώθησε ακούραστα τις ιδέες του και λέγεται πως είχε γράψει πάνω από τριακόσιες πραγματείες. Ποια ήταν η μοίρα τους; Επιβίωσαν μονάχα σπαράγματά τους. «Η ιδέα του αγαθού καθίσταται αδιανόητη στο βαθμό που δεν συμπεριλαμβάνει τις ηδονές της γεύσης, του έρωτα, της γνώσης και της όρασης… Η αρετή, όμως, αυτή είναι κενή περιεχομένου, εκτός και αν συνεπάγεται τη σωφροσύνη στην αναζήτηση της ηδονής».

Πριν το έργο του Επίκουρου καταλήξει να απαρτίζεται από σκόρπια κομμάτια, τράβηξε την προσοχή ενός ρωμαίου ποιητή του πρώτου π.Χ. αιώνα, του Λουκρήτιου. Οι Ρωμαίοι πρόσθεσαν ελάχιστα πράγματα στην αρχαιοελληνική σκέψη, αν και αρκετοί συγγραφείς τους διέδωσαν τις ελληνικές ιδέες. Ο κορυφαίος όλων αυτών ήταν ο Λουκρήτιος, ο οποίος συνδύαζε ποίηση, επιστημονική σκέψη και αντιμεταφυσική φιλοσοφία, ένα συνδυασμό που αργότερα θεωρήθηκε «σπάνιος και δυσεύρετος σαν τη φιλοσοφική λίθο». Οι εξαιρετικές αυτές ιδιότητές του τού εξασφάλισαν τις ποταπές διαβολές των πρώιμων χριστιανών σχολιαστών, για τους οποίους η επιστημονική και ορθολογική εικόνα που παρουσίαζε αποτελούσε αιτία αναθέματος. Με αποτέλεσμα να είμαστε υποχρεωμένοι να βασιζόμαστε στον Άγιο Ιερώνυμο για τις πενιχρές βιογραφικές λεπτομέρειες που συνοδεύουν το όνομα του Λουκρήτιου.

Σύμφωνα με τον Άγιο Ιερώνυμο, ο Λουκρήτιος υπέφερε από περιόδους παραφροσύνης, οφειλόμενες σε ένα ερωτικό φίλτρο με το οποίο τον είχε ποτίσει η γυναίκα του. Μονάχα στα μεσοδιαστήματα πνευματικής διαύγειας ήταν σε θέση να γράφει ποίηση, που την «εξέδιδε» ο φίλος του, ο μεγάλος Ρωμαίος ρήτορας Κικέρων. Σε ηλικία σαράντα τεσσάρων ετών και σε μια κρίση τρέλας, ο Λουκρήτιος προέβη στο απονενοημένο διάβημα. Παραφροσύνη, σεξουαλική ακολασία, υπαινιγμοί πως το έργο του ήταν προϊόν κάποιου άλλου, αυτοκτονία: όλα αυτά ηχούν κάπως σαν προσπάθεια εξόντωσης. Υποτίθεται, όμως, πως οι άγιοι δεν καταφεύγουν σε ψεματάκια και πως οι ποιητές, ακόμη και οι φιλοσοφούντες, σπάνια διάγουν άμεμπτο βίο, οπότε, ίσως ακόμη και οι φοβερές και τρομερές συκοφαντίες του Αγίου Ιερώνυμου να βασίζονται σε κάποιο πυρήνα αλήθειας.

Ο Λουκρήτιος πίστευε πως το σύμπαν ήταν προϊόν εξέλιξης, φυσικής και βιολογικής, και πως, κατά παρόμοιο τρόπο, ο πολιτισμός ήταν προϊόν κοινωνικής εξέλιξης. Ήταν ο πρώτος που διαίρεσε την ιστορία σε ξεχωριστές περιόδους ανάπτυξης του ανθρώπινου γένους. Έτρεφε επίσης και μια παράξενη δυσπιστία προς την αθανασία. «Ο θάνατος, το χειρότερο από όλα τα κακά, δε σημαίνει για μας τίποτα… στο βαθμό που όταν επέλθει εμείς πια δεν υπάρχουμε». Όταν πεθαίνουμε, η ψυχή απλώς αχνοσβήνει «σαν καπνός». «Οι γενεές των έμβιων όντων μεταβάλλονται γοργά και μεταφέρουν μαζί τους σα σκυτάλη τον πυρσό της ζωής». Το ποιητικό μέρος είναι σαφώς έργο του Λουκρήτιου, όμως το πόσες από τις ιδέες είναι του Λουκρήτιου και πόσες επικούρειες, για αυτό, εν πολλοίς, είναι δύσκολο να αποφανθεί κανείς. ‘Ισως να πρέπει απλά και μόνο να σταθούμε και να σταθμίσουμε την πιο φημισμένη ρήση του Λουκρήτιου: «Εκ του μηδενός ουδέν (Ex nihilo nihil)».

Όλες αυτές οι ιδέες, καθώς και πληθώρα άλλων, εμφανίζονται στο αριστούργημά του De Rerum Natura (Περί Φύσεως), του οποίου ο τίτλος απηχεί συνειδητά τον ομώνυμο τίτλο απωλεσθέντος έργου του Επίκουρου. Η ατομική θεωρία κατέχει εξέχουσα θέση στα πρώτα δύο βιβλία του εκτενούς αυτού επικού ποιήματος. Σε ό,τι αφορά την προφητική του ακρίβεια το έργο μιλάει από μόνο του. Αναφέρει πως υπάρχει άπειρος αριθμός ατόμων στο σύμπαν. Είναι διαφόρων τύπων αλλά υπάρχει συγκεκριμένος αριθμός διαφορετικών τύπων. Διαφέρουν στο βάρος, στο σχήμα και στο μέγεθος. Είναι όλα τους μικροσκοπικά, στερεά και αδιαίρετα. Αποτελούνται, εντούτοις, από αδιαχώριστα μέρη, τα δε μεγαλύτερα άτομα χαρακτηρίζονται από περισσότερα από αυτά τα μέρη.

Το τελευταίο αυτό σημείο, εκ πρώτης όψεως αντιφατικό, θεωρήθηκε από πολλούς ως μια ρωγμή στην ατομική του θεωρία. Αν τα άτομα αποτελούνται από μέρη, σε τελική ανάλυση δεν μπορεί να είναι άτμητα. Η εμφάνιση της υποατομικής φυσικής στις αρχές του εικοστού αιώνα, όχι μόνον οδήγησε σε μια υπέρβαση της αντινομίας, αλλά κατέδειξε και το πόσο αξιοθαύμαστη ικανότητα πρόγνωσης διέθετε αυτό το προ-επιστημονικό έργο. Τι ήταν, λοιπόν, αυτή η πρώιμη ατομική θεωρία; Δεν είχε καμιά δυνατότητα να δικαιωθεί πειραματικά. Η ατομική θεωρία ήταν καρπός της καθαρής θεωρίας (της θεωρίας εκ του θεώμαι, με την έννοια της ενατένισης και της εικασίας). Αυτή η εκπληκτική διορατικότητα μονάχα συμπτωματική θα μπορούσε να ήταν. Όπως θα δούμε, όμως, όποτε η ατομική θεωρία επανερχόταν στην επιστημονική σκέψη, σχεδόν πάντοτε προανήγγελλε μια υπέρβαση μείζονος σημασίας. Θαρρείς και η ιδέα αυτή είχε την ιδιότητα να φέρνει γούρι στην επιστήμη.

Το έργο Περί Φύσεως τον Λουκρήτιου έτυχε μεγάλης αναγνώρισης στη ρωμαϊκή εποχή, εμπνεόντας μορφές όπως ο Βιργίλιος, ο οποίος, αναφερόμενος στον Λουκρήτιο, αποφαίνεται: «Ευτυχής όποιος μπορεί να διαβάζει τα αίτια των πραγμάτων». Κατά τη διάρκεια, όμως, της κατάρρευσης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, το εκτενές ποίημα του Λουκρήτιου απωλέσθηκε. Πιστεύεται πως το τελευταίο αντίγραφο κατέληξε στις φλόγες κατά τη λεηλασία της Αιώνιας Πόλης από τους Βησιγότθους, τότε που περιφέρονταν αλαλάζοντας στις καλλιμάρμαρες αίθουσες.

Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, η ύπαρξη του ποιήματος έγινε γνωστή μόνον μέσω αναφορών σε αυτό που βρίσκονταν σε έργα άλλων. Έπειτα, το 1417, ήρθε στο φως το μόνο διασωζόμενο χειρόγραφο. Μισόν αιώνα αργότερα, το Περί Φύσεως ήταν ένα από τα πρώτα μη θρησκευτικά βιβλία που τυπώθηκε στο πιεστήριο του Γουτεμβέργιου, έγινε δε γρήγορα μπεστ σέλερ. Μια εποχή το ποίημα του Λουκρήτιου είχε φθάσει να είναι πιο δημοφιλές και από τη Θεία Κωμωδία του Δάντη. Διαβαζόταν από ευρύτατες ομάδες ως λογοτεχνικό έργο, αν και η φιλοσοφία του είχε εξασφαλισμένη την απήχηση του έργου και στην ουμανιστική σκέψη. Αντίθετα, η φυσική του φιλοσοφία, η ατομική θεωρία, για παράδειγμα, θεωρείτο αναχρονιστική, μέχρι που το βιβλίο το διάβασε κι ο Τζορντάνο Μπρούνο.

***
Μετά από τον Νικόλαο Κουζάνο, θα ήταν ο Λουκρήτιος εκείνος που περισσότερο θα επηρέαζε την επιστημονική σκέψη του Μπρούνο, παρά το γεγονός ότι ο Νικόλαος Κουζάνος και ο Λουκρήτιος ήταν σε όλα αντίθετοι, πλην της επιστήμης. Ο Λουκρήτιος απέρριπτε κάθε μεταφυσική σκέψη’ η σκέψη του Νικόλαου Κουζάνου, σε όλα τα θέματα, ήταν διαποτισμένη από τα νάματα της θεολογίας. Ο Μπρούνο, όμως, κατάφερε να ακολουθήσει τα χνάρια και των δυο! Επί αιώνες θεωρείτο ως ένας κατ’ ουσίαν ουμανιστής επιστήμονας, κατά το πρότυπο του Λουκρήτιου, με κάποιες ελαφρές πινελιές ρομαντικού αποκρυφισμού. Αργότερα μόνον ήρθε στην επιφάνεια το γεγονός ότι οι επιστημονικές του ιδέες είχαν οικοδομηθεί στα ίχνη του σκοτεινού αποκρυφισμού και της μεταφυσικής. Δεν θα πρέπει όμως να λησμονούμε πως αυτό που έγινε ευρύτερα γνωστό ήταν το λουκρητιανό στοιχείο. Ήταν το στοιχείο εκείνο που χαρακτήριζε δημόσια τόσο τον άνθρωπο όσο και όλο το επιστημονικό του έργο, από το κοπερνίκειο σύστημα μέχρι την ατομική θεωρία. Και στάθηκε και η αιτία της καταστροφής του Μπρούνο.

Εγκαταλείποντας την Αγγλία, προτού αποκαλυφθεί τι πραγματικά ήταν (κατάσκοπος, πράκτορας της αντικατασκοπίας, κοινός αιρετικός ή ό,τι άλλο βάζει ο νους σας), ο Μπρούνο επανέκαμψε εις Παρισίους. Σύντομα, όμως, «Λόγω των ταραχών έφυγα από το Παρίσι και πήγα στη Γερμανία». Οι περιπλανήσεις του τον οδήγησαν μακριά, μέχρι το Μάρμπουργκ, την Πράγα και τη Ζυρίχη, δημιουργώντας φιλίες καθ’ οδόν με πολλούς από τους λαμπρότερους διανοητές της εποχής του, με τους οποίους στη συνέχεια τσακωνόταν. Οι σοφοί αυτοί έβλεπαν με μεγάλη κατανόηση τις ιδέες του Μπρούνο, έστω και αν, τελικά, ήταν αναγκασμένοι να απομακρύνουν από κοντά τους τον άνθρωπο που τις είχε εμπνευσθεί. Από την άλλη, όμως, η Εκκλησία άρχιζε να τις βλέπει από εντελώς αντίθετο πρίσμα.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 1.48.1–1.51.5

(ΘΟΥΚ 1.24.1–1.55.2: Τα "Κερκυραϊκά") 
Η ναυμαχία στα Σύβοτα

[1.48.1] Ἐπειδὴ δὲ παρεσκεύαστο τοῖς Κορινθίοις, λαβόντες τριῶν
ἡμερῶν σιτία ἀνήγοντο ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν ἀπὸ τοῦ Χειμερίου
νυκτός, [1.48.2] καὶ ἅμα ἕῳ πλέοντες καθορῶσι τὰς τῶν Κερκυραίων
ναῦς μετεώρους τε καὶ ἐπὶ σφᾶς πλεούσας. [1.48.3] ὡς δὲ κατεῖδον
ἀλλήλους, ἀντιπαρετάσσοντο, ἐπὶ μὲν τὸ δεξιὸν κέρας Κερ-
κυραίων αἱ Ἀττικαὶ νῆες, τὸ δὲ ἄλλο αὐτοὶ ἐπεῖχον τρία
τέλη ποιήσαντες τῶν νεῶν, ὧν ἦρχε <τῶν> τριῶν στρατηγῶν
ἑκάστου εἷς. [1.48.4] οὕτω μὲν Κερκυραῖοι ἐτάξαντο, Κορινθίοις
δὲ τὸ μὲν δεξιὸν κέρας αἱ Μεγαρίδες νῆες εἶχον καὶ αἱ
Ἀμπρακιώτιδες, κατὰ δὲ τὸ μέσον οἱ ἄλλοι ξύμμαχοι ὡς
ἕκαστοι· εὐώνυμον δὲ κέρας αὐτοὶ οἱ Κορίνθιοι ταῖς ἄριστα
τῶν νεῶν πλεούσαις κατὰ τοὺς Ἀθηναίους καὶ τὸ δεξιὸν
τῶν Κερκυραίων εἶχον. [1.49.1] ξυμμείξαντες δέ, ἐπειδὴ τὰ σημεῖα
ἑκατέροις ἤρθη, ἐναυμάχουν, πολλοὺς μὲν ὁπλίτας ἔχοντες
ἀμφότεροι ἐπὶ τῶν καταστρωμάτων, πολλοὺς δὲ τοξότας τε
καὶ ἀκοντιστάς, τῷ παλαιῷ τρόπῳ ἀπειρότερον ἔτι παρε-
σκευασμένοι. [1.49.2] ἦν τε ἡ ναυμαχία καρτερά, τῇ μὲν τέχνῃ
οὐχ ὁμοίως, πεζομαχίᾳ δὲ τὸ πλέον προσφερὴς οὖσα. [1.49.3] ἐπειδὴ
γὰρ προσβάλοιεν ἀλλήλοις, οὐ ῥᾳδίως ἀπελύοντο ὑπό τε
τοῦ πλήθους καὶ ὄχλου τῶν νεῶν, καὶ μᾶλλόν τι πιστεύοντες
τοῖς ἐπὶ τοῦ καταστρώματος ὁπλίταις ἐς τὴν νίκην, οἳ κατα-
στάντες ἐμάχοντο ἡσυχαζουσῶν τῶν νεῶν· διέκπλοι δ’ οὐκ
ἦσαν, ἀλλὰ θυμῷ καὶ ῥώμῃ τὸ πλέον ἐναυμάχουν ἢ ἐπιστήμῃ.
[1.49.4] πανταχῇ μὲν οὖν πολὺς θόρυβος καὶ ταραχώδης ἦν ἡ ναυ-
μαχία, ἐν ᾗ αἱ Ἀττικαὶ νῆες παραγιγνόμεναι τοῖς Κερκυραίοις,
εἴ πῃ πιέζοιντο, φόβον μὲν παρεῖχον τοῖς ἐναντίοις, μάχης
δὲ οὐκ ἦρχον δεδιότες οἱ στρατηγοὶ τὴν πρόρρησιν τῶν
Ἀθηναίων. [1.49.5] μάλιστα δὲ τὸ δεξιὸν κέρας τῶν Κορινθίων
ἐπόνει· οἱ γὰρ Κερκυραῖοι εἴκοσι ναυσὶν αὐτοὺς τρεψάμενοι
καὶ καταδιώξαντες σποράδας ἐς τὴν ἤπειρον καὶ μέχρι τοῦ
στρατοπέδου πλεύσαντες αὐτῶν καὶ ἐπεκβάντες ἐνέπρησάν
τε τὰς σκηνὰς ἐρήμους καὶ τὰ χρήματα διήρπασαν. [1.49.6] ταύτῃ
μὲν οὖν οἱ Κορίνθιοι καὶ οἱ ξύμμαχοι ἡσσῶντό [τε] καὶ οἱ
Κερκυραῖοι ἐπεκράτουν· ᾗ δὲ αὐτοὶ ἦσαν οἱ Κορίνθιοι, ἐπὶ
τῷ εὐωνύμῳ, πολὺ ἐνίκων, τοῖς Κερκυραίοις τῶν εἴκοσι νεῶν
ἀπὸ ἐλάσσονος πλήθους ἐκ τῆς διώξεως οὐ παρουσῶν. [1.49.7] οἱ δὲ
Ἀθηναῖοι ὁρῶντες τοὺς Κερκυραίους πιεζομένους μᾶλλον ἤδη
ἀπροφασίστως ἐπεκούρουν, τὸ μὲν πρῶτον ἀπεχόμενοι ὥστε
μὴ ἐμβάλλειν τινί· ἐπειδὴ δὲ ἡ τροπὴ ἐγίγνετο λαμπρῶς
καὶ ἐνέκειντο οἱ Κορίνθιοι, τότε δὴ ἔργου πᾶς εἴχετο ἤδη
καὶ διεκέκριτο οὐδὲν ἔτι, ἀλλὰ ξυνέπεσεν ἐς τοῦτο ἀνάγκης
ὥστε ἐπιχειρῆσαι ἀλλήλοις τοὺς Κορινθίους καὶ Ἀθηναίους.

[1.50.1] Τῆς δὲ τροπῆς γενομένης οἱ Κορίνθιοι τὰ σκάφη μὲν οὐχ
εἷλκον ἀναδούμενοι τῶν νεῶν ἃς καταδύσειαν, πρὸς δὲ τοὺς
ἀνθρώπους ἐτράποντο φονεύειν διεκπλέοντες μᾶλλον ἢ ζω-
γρεῖν, τούς τε αὑτῶν φίλους, οὐκ ᾐσθημένοι ὅτι ἥσσηντο οἱ
ἐπὶ τῷ δεξιῷ κέρᾳ, ἀγνοοῦντες ἔκτεινον. [1.50.2] πολλῶν γὰρ νεῶν
οὐσῶν ἀμφοτέρων καὶ ἐπὶ πολὺ τῆς θαλάσσης ἐπεχουσῶν,
ἐπειδὴ ξυνέμειξαν ἀλλήλοις, οὐ ῥᾳδίως τὴν διάγνωσιν
ἐποιοῦντο ὁποῖοι ἐκράτουν ἢ ἐκρατοῦντο· ναυμαχία γὰρ
αὕτη Ἕλλησι πρὸς Ἕλληνας νεῶν πλήθει μεγίστη δὴ τῶν
πρὸ αὑτῆς γεγένηται. [1.50.3] ἐπειδὴ δὲ κατεδίωξαν τοὺς Κερκυ-
ραίους οἱ Κορίνθιοι ἐς τὴν γῆν, πρὸς τὰ ναυάγια καὶ τοὺς
νεκροὺς τοὺς σφετέρους ἐτράποντο, καὶ τῶν πλείστων ἐκρά-
τησαν ὥστε προσκομίσαι πρὸς τὰ Σύβοτα, οἷ αὐτοῖς ὁ κατὰ
γῆν στρατὸς τῶν βαρβάρων προσεβεβοηθήκει· ἔστι δὲ τὰ
Σύβοτα τῆς Θεσπρωτίδος λιμὴν ἐρῆμος. τοῦτο δὲ ποιή-
σαντες αὖθις ἁθροισθέντες ἐπέπλεον τοῖς Κερκυραίοις. [1.50.4] οἱ
δὲ ταῖς πλωίμοις καὶ ὅσαι ἦσαν λοιπαὶ μετὰ τῶν Ἀττικῶν
νεῶν καὶ αὐτοὶ ἀντεπέπλεον, δείσαντες μὴ ἐς τὴν γῆν σφῶν
πειρῶσιν ἀποβαίνειν. [1.50.5] ἤδη δὲ ἦν ὀψὲ καὶ ἐπεπαιάνιστο
αὐτοῖς ὡς ἐς ἐπίπλουν, καὶ οἱ Κορίνθιοι ἐξαπίνης πρύμναν
ἐκρούοντο κατιδόντες εἴκοσι ναῦς Ἀθηναίων προσπλεούσας,
ἃς ὕστερον τῶν δέκα βοηθοὺς ἐξέπεμψαν οἱ Ἀθηναῖοι,
δείσαντες, ὅπερ ἐγένετο, μὴ νικηθῶσιν οἱ Κερκυραῖοι καὶ αἱ
σφέτεραι δέκα νῆες ὀλίγαι ἀμύνειν ὦσιν. [1.51.1] ταύτας οὖν προϊ-
δόντες οἱ Κορίνθιοι καὶ ὑποτοπήσαντες ἀπ’ Ἀθηνῶν εἶναι
οὐχ ὅσας ἑώρων ἀλλὰ πλείους ὑπανεχώρουν. [1.51.2] τοῖς δὲ
Κερκυραίοις ἐπέπλεον γὰρ μᾶλλον ἐκ τοῦ ἀφανοῦς οὐχ
ἑωρῶντο, καὶ ἐθαύμαζον τοὺς Κορινθίους πρύμναν κρουομέ-
νους, πρίν τινες ἰδόντες εἶπον ὅτι νῆες ἐκεῖναι ἐπιπλέουσιν.
τότε δὲ καὶ αὐτοὶ ἀνεχώρουν· ξυνεσκόταζε γὰρ ἤδη, καὶ οἱ
Κορίνθιοι ἀποτραπόμενοι τὴν διάλυσιν ἐποιήσαντο. [1.51.3] οὕτω
μὲν ἡ ἀπαλλαγὴ ἐγένετο ἀλλήλων, καὶ ἡ ναυμαχία ἐτελεύτα
ἐς νύκτα. [1.51.4] τοῖς δὲ Κερκυραίοις στρατοπεδευομένοις ἐπὶ τῇ
Λευκίμμῃ αἱ εἴκοσι νῆες αἱ ἐκ τῶν Ἀθηνῶν αὗται, ὧν
ἦρχε Γλαύκων τε ὁ Λεάγρου καὶ †Ἀνδοκίδης ὁ Λεωγόρου†,
διὰ τῶν νεκρῶν καὶ ναυαγίων προσκομισθεῖσαι κατέπλεον
ἐς τὸ στρατόπεδον οὐ πολλῷ ὕστερον ἢ ὤφθησαν. [1.51.5] οἱ δὲ
Κερκυραῖοι (ἦν γὰρ νύξ) ἐφοβήθησαν μὴ πολέμιαι ὦσιν,
ἔπειτα δὲ ἔγνωσαν· καὶ ὡρμίσαντο.

***
[1.48.1] Αφού τέλειωσαν όλες οι προετοιμασίες τους, ανοίχτηκαν νύχτα οι Κορίνθιοι από το Χειμέριο με σκοπό να ναυμαχήσουν, έχοντας πάρει τρόφιμα για τρεις μέρες, [1.48.2] και μόλις χάραξε, βλέπουν τα καράβια των Κερκυραίων έξω από το λιμάνι ν' αρμενίζουν κατά πάνω τους. [1.48.3] Κι' όταν αντικρύστηκαν, παρατάχτηκαν για μάχη, ο ένας απέναντι στον άλλον, και στα δεξιά των Κερκυραίων ήταν τ' Αττικά καράβια, κι όλη την άλλη παράταξη την κρατούσαν οι Κερκυραίοι οι ίδιοι, χωρίζοντας τα καράβια σε τρία τμήματα, με αρχηγό στο καθένα τον έναν από τους στρατηγούς. [1.48.4] Στην παράταξη των Κορινθίων τη δεξιά πτέρυγα την κρατούσαν τα καράβια των Μεγαρέων και των Αμπρακιωτών, το κέντρο οι άλλοι σύμμαχοι και την αριστερή οι Κορίνθιοι οι ίδιοι με τα πιο καλοτάξιδα καράβια τους απέναντι στους Αθηναίους, και το δεξί των Κερκυραίων.

[1.49.1] Κι αφού σήκωσαν κ' οι δυο τα φλάμπουρα, συγκρούστηκαν κι άρχισε η ναυμαχία, έχοντας κ' οι δυο απάνω στα καταστρώματα πολλούς στρατιώτες με βαρύ οπλισμό, καθώς και πολλούς τοξότες, και ακοντιστές, οπλισμένοι δηλ. με τον παλιό τρόπο, γιατί δεν είχαν μεγάλη πείρα. [1.49.2] Κ' ήταν η ναυμαχία σφοδρή, αλλά όσο για την τέχνη του πολέμου δεν έμοιαζε με ναυμαχία, αλλά συγγένευε περισσότερο με μάχη πεζικού. [1.49.3] Γιατί μια και συμπλέκονταν δεν ήταν εύκολο πια να χωρίσουν, τόσο από τα πολλά και στριμωγμένα καράβια, κι ακόμα περισσότερο γιατί έβαζαν το θάρρος τους για να νικήσουν στους στρατιώτες με το βαρύ οπλισμό πάνω στα καταστρώματα, που μπήκαν στη μάχη και πολεμούσαν, ενώ τα καράβια έμεναν ακίνητα. Και δεν ήταν τρόπος να περάσουν ανάμεσα στ' άλλα καράβια για να χτυπήσουν στα πλευρά με τα έμβολα, αλλά πολεμούσαν μάλλον με ορμή και δύναμη παρά με στρατηγική γνώση. [1.49.4] Κι ολούθε γινόταν ταραχή μεγάλη. Και μέσα στην αναμπουμπούλα τ' Αττικά καράβια έτρεχαν να παρασταθούν στους Κερκυραίους, όπου βρίσκονταν στενεμένοι, και τρόμαζαν πολύ τους εχτρούς, αλλά δεν έδιναν μάχη, καθώς φοβόνταν οι στρατηγοί από τις ορμήνειες που είχαν πάρει πριν ξεκινήσουν. [1.49.5] Και η δεξιά πτέρυγα των Κορινθίων υπόφερε περισσότερο από τους άλλους. Γιατί οι Κερκυραίοι, αφού τους ανάγκασαν να υποχωρήσουν, τους πήραν το κατόπι με είκοσι καράβια και τους εσκόρπισαν ως το ακρογιάλι κι αρμένισαν αυτοί ως το στρατόπεδό τους, κατέβηκαν στη στεριά, έκαψαν τις σκηνές τους που ήταν αφρούρητες κι άρπαξαν τα υπάρχοντά τους. [1.49.6] Στο σημείο λοιπόν εκείνο νικήθηκαν οι Κορίνθιοι με τους συμμάχους τους, και οι Κερκυραίοι πήραν το απάνω χέρι· εκεί όμως που ήταν οι Κορίνθιοι οι ίδιοι, στο αριστερό, ενίκησαν με μεγάλη υπεροχή, γιατί έλειψαν από τους Κερκυραίους, που και αρχικά είχαν μικρότερο αριθμό, τα είκοσι καράβια που κυνηγούσαν το δεξιό των Κορινθίων. [1.49.7] Βλέποντας τότε οι Αθηναίοι σε τι δυσκολίες βρίσκονταν οι Κερκυραίοι, άρχισαν να τους βοηθούν πια χωρίς να κρατούν τα προσχήματα, ενώ στην αρχή κρατιόνταν μακρυά να μην πέσουν απάνω σε κανένα· όταν όμως γύρισαν πια φανερά τα πράματα, και βρίσκονταν οι Κορίνθιοι πάνωθέ τους, τότε πια ο καθένας ρίχτηκε στη μάχη με τα όλα του, και δε γινόταν καμιά διάκριση, παρά έφτασαν σε τόση ανάγκη ώστε συγκρούστηκαν οι Κορίνθιοι με τους Αθηναίους.

[1.50.1] Κι όταν γύρισαν τα πράματα οι Κορίνθιοι δεν κοίταζαν να σύρουν έξω και να σηκώσουν τα καράβια που είχαν βυθίσει, αλλά ρίχτηκαν στους ανθρώπους κι αρμενίζοντας πάνω–κάτω προτιμούσαν να σκοτώνουν παρά να πιάνουν ζωντανούς. Και σκότωναν και τους δικούς τους χωρίς να τους γνωρίζουν, γιατί δεν είχαν καταλάβει πως είχαν νικηθεί στη δεξιά πτέρυγα. [1.50.2] Κ' επειδή ήταν πολλά τα καράβια κι απ' τις δυο μεριές, κι απλώνονταν σε μεγάλο μέρος της θάλασσας, μια κ' έσμιγαν ο ένας με τον άλλον δεν ήταν εύκολο να ξεκρίνει κανείς καθαρά ποιοι νικούσαν και ποιοι έχαναν· η ναυμαχία λοιπόν αυτή ανάμεσα σ' Έλληνες στάθηκε η πιο μεγάλη σε αριθμό πλοίων από κάθε προηγούμενη. [1.50.3] Κι αφού πια οι Κορίνθιοι κυνήγησαν τους Κερκυραίους ως τη στεριά, άρχισαν ν' αναζητούν τα δικά τους ναυαγισμένα καράβια και τους νεκρούς τους, και περιμάζεψαν τα περισσότερα, ώστε να τα φέρουνε στα Σύβοτα, όπου ο φιλικός στρατός των βαρβάρων είχε έρθει να τους βοηθήσει· αυτά τα Σύβοτα είναι έρημο λιμάνι της Θεσπρωτίας. Κι αφού τα έκαναν αυτά, ξανανοίχτηκαν ενάντια στους Κερκυραίους. [1.50.4] Αυτοί πάλι αρμένισαν κατά πάνω τους, με όσα καράβια τούς έμεναν ολόκληρα και με τα Αττικά κι όσα άλλα μπορούσαν να βγούνε στ' ανοιχτά, από φόβο μήπως επιχειρήσουν απόβαση στον τόπο τους οι εχτροί. [1.50.5] Βράδυαζε κι όλας κ' είχαν ηχήσει οι παιάνες για επίθεση, κι άξαφνα οι Κορίνθιοι γύρισαν πίσω–μπρος καθώς είδαν ν' αρμενίζουν κατά πάνω τους είκοσι Αθηναϊκά καράβια που είχαν στείλει αργότερα οι Αθηναίοι να βοηθήσουν τα δέκα, επειδή φοβήθηκαν, όπως κ' έγινε, μήπως νικηθούν οι Κερκυραίοι και τα δέκα δικά τους είναι πολύ λίγα για να τους δώσουν αποτελεσματική βοήθεια.

[1.51.1] Τα είδαν λοιπόν από μακρυά οι Κορίνθιοι και επειδή υποψιάστηκαν πως έρχονται από την Αθήνα όχι τόσα όσα έβλεπαν, αλλά περισσότερα, υποχώρησαν. [1.51.2] Οι Κερκυραίοι όμως δεν μπορούσαν να ιδούν (γιατί πλησίαζαν μάλλον από κατεύθυνση που δε φαίνονταν), και σάστισαν που γύρισαν οι Κορίνθιοι τα μπρος–πίσω, ώσπου κάποιος τους είπε πως είχαν έρθει εκείνα τα καράβια. Γύρισαν τότε πίσω κι αυτοί (γιατί σκοτείνιαζε πια για καλά), και οι Κορίνθιοι που είχαν απομακρυνθεί διέλυσαν πρώτοι την επιχείρηση. [1.51.3] Έτσι λοιπόν ξέμπλεξαν ο ένας από τον άλλον και η ναυμαχία τέλειωσε με τη νύχτα. [1.51.4] Και τα είκοσι εκείνα καράβια από την Aθήνα, με αρχηγούς το Γλαύκωνα γιο του Λεάγρου και τον Ανδοκίδη γιο του Λεωγόρου, ανοίγοντας δρόμο μεσ' απ' τα ναυάγια και τους νεκρούς έφτασαν κι αγκυροβόλησαν κοντά στο στρατόπεδο των Κερκυραίων πάνω στη Λευκίμμη, λίγη ώρα από τη στιγμή που τα πρωτοείδαν. [1.51.5] Οι Κερκυραίοι όμως φοβήθηκαν στην αρχή μήπως ήταν εχτρικά, γιατί είχε νυχτώσει εντελώς, ύστερα όμως τα γνώρισαν και τα πλοία άραξαν.