Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2022

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΑΙ

ΘΟΥΚ 1.52.1–1.55.2

(ΘΟΥΚ 1.24.1–1.55.2: Τα "Κερκυραϊκά") 

Αποχώρηση του κορινθιακού στόλου – Κορίνθιοι και Κερκυραίοι στήνουν τρόπαια – Αξιολόγηση των "Κερκυραϊκών"

[1.52.1] Τῇ δὲ ὑστεραίᾳ ἀναγαγόμεναι αἵ τε Ἀττικαὶ τριάκοντα
νῆες καὶ τῶν Κερκυραίων ὅσαι πλώιμοι ἦσαν ἐπέπλευσαν
ἐπὶ τὸν ἐν τοῖς Συβότοις λιμένα, ἐν ᾧ οἱ Κορίνθιοι ὥρμουν,
βουλόμενοι εἰδέναι εἰ ναυμαχήσουσιν. [1.52.2] οἱ δὲ τὰς μὲν ναῦς
ἄραντες ἀπὸ τῆς γῆς καὶ παραταξάμενοι μετεώρους ἡσύχαζον,
ναυμαχίας οὐ διανοούμενοι ἄρχειν ἑκόντες ὁρῶντες προσγε-
γενημένας τε ναῦς ἐκ τῶν Ἀθηνῶν ἀκραιφνεῖς καὶ σφίσι
πολλὰ τὰ ἄπορα ξυμβεβηκότα, αἰχμαλώτων τε περὶ φυλακῆς
οὓς ἐν ταῖς ναυσὶν εἶχον, καὶ ἐπισκευὴν οὐκ οὖσαν τῶν
νεῶν ἐν χωρίῳ ἐρήμῳ· [1.52.3] τοῦ δὲ οἴκαδε πλοῦ μᾶλλον διε-
σκόπουν ὅπῃ κομισθήσονται, δεδιότες μὴ οἱ Ἀθηναῖοι νομί-
σαντες λελύσθαι τὰς σπονδάς, διότι ἐς χεῖρας ἦλθον, οὐκ
ἐῶσι σφᾶς ἀποπλεῖν. [1.53.1] ἔδοξεν οὖν αὐτοῖς ἄνδρας ἐς κελήτιον
ἐσβιβάσαντας ἄνευ κηρυκείου προσπέμψαι τοῖς Ἀθηναίοις
καὶ πεῖραν ποιήσασθαι. πέμψαντές τε ἔλεγον τοιάδε.
[1.53.2] «ἀδικεῖτε, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, πολέμου ἄρχοντες καὶ σπονδὰς
λύοντες· ἡμῖν γὰρ πολεμίους τοὺς ἡμετέρους τιμωρουμένοις
ἐμποδὼν ἵστασθε ὅπλα ἀνταιρόμενοι. εἰ δ’ ὑμῖν γνώμη
ἐστὶ κωλύειν τε ἡμᾶς ἐπὶ Κέρκυραν ἢ ἄλλοσε εἴ ποι βουλό-
μεθα πλεῖν καὶ τὰς σπονδὰς λύετε, ἡμᾶς τούσδε πρώτους
λαβόντες χρήσασθε ὡς πολεμίοις.» [1.53.3] οἱ μὲν δὴ τοιαῦτα
εἶπον· τῶν δὲ Κερκυραίων τὸ μὲν στρατόπεδον ὅσον ἐπήκου-
σεν ἀνεβόησεν εὐθὺς λαβεῖν τε αὐτοὺς καὶ ἀποκτεῖναι, οἱ
δὲ Ἀθηναῖοι τοιάδε ἀπεκρίναντο. [1.53.4] «οὔτε ἄρχομεν πολέμου,
ὦ ἄνδρες Πελοποννήσιοι, οὔτε τὰς σπονδὰς λύομεν, Κερκυ-
ραίοις δὲ τοῖσδε ξυμμάχοις οὖσι βοηθοὶ ἤλθομεν. εἰ μὲν
οὖν ἄλλοσέ ποι βούλεσθε πλεῖν, οὐ κωλύομεν· εἰ δὲ ἐπὶ
Κέρκυραν πλευσεῖσθε ἢ ἐς τῶν ἐκείνων τι χωρίων, οὐ
περιοψόμεθα κατὰ τὸ δυνατόν.»

[1.54.1] Τοιαῦτα τῶν Ἀθηναίων ἀποκριναμένων οἱ μὲν Κορίνθιοι
τόν τε πλοῦν τὸν ἐπ’ οἴκου παρεσκευάζοντο καὶ τροπαῖον
ἔστησαν ἐν τοῖς ἐν τῇ ἠπείρῳ Συβότοις· οἱ δὲ Κερκυραῖοι τά
τε ναυάγια καὶ νεκροὺς ἀνείλοντο τὰ κατὰ σφᾶς ἐξενεχθέντα
ὑπό τε τοῦ ῥοῦ καὶ ἀνέμου, ὃς γενόμενος τῆς νυκτὸς διεσκέ-
δασεν αὐτὰ πανταχῇ, καὶ τροπαῖον ἀντέστησαν ἐν τοῖς ἐν τῇ
νήσῳ Συβότοις ὡς νενικηκότες. [1.54.2] γνώμῃ δὲ τοιᾷδε ἑκάτεροι
τὴν νίκην προσεποιήσαντο· Κορίνθιοι μὲν κρατήσαντες τῇ
ναυμαχίᾳ μέχρι νυκτός, ὥστε καὶ ναυάγια πλεῖστα καὶ νεκροὺς
προσκομίσασθαι, καὶ ἄνδρας ἔχοντες αἰχμαλώτους οὐκ ἐλάσ-
σους χιλίων ναῦς τε καταδύσαντες περὶ ἑβδομήκοντα ἔστησαν
τροπαῖον· Κερκυραῖοι δὲ τριάκοντα ναῦς μάλιστα διαφθεί-
ραντες, καὶ ἐπειδὴ Ἀθηναῖοι ἦλθον, ἀνελόμενοι τὰ κατὰ
σφᾶς αὐτοὺς ναυάγια καὶ νεκρούς, καὶ ὅτι αὐτοῖς τῇ τε
προτεραίᾳ πρύμναν κρουόμενοι ὑπεχώρησαν οἱ Κορίνθιοι
ἰδόντες τὰς Ἀττικὰς ναῦς, καὶ ἐπειδὴ ἦλθον οἱ Ἀθηναῖοι,
οὐκ ἀντεπέπλεον ἐκ τῶν Συβότων, διὰ ταῦτα τροπαῖον ἔστη-
σαν. [1.55.1] οὕτω μὲν ἑκάτεροι νικᾶν ἠξίουν· οἱ δὲ Κορίνθιοι
ἀποπλέοντες ἐπ’ οἴκου Ἀνακτόριον, ὅ ἐστιν ἐπὶ τῷ στόματι
τοῦ Ἀμπρακικοῦ κόλπου, εἷλον ἀπάτῃ (ἦν δὲ κοινὸν Κερκυ-
ραίων καὶ ἐκείνων) καὶ καταστήσαντες ἐν αὐτῷ Κορινθίους
οἰκήτορας ἀνεχώρησαν ἐπ’ οἴκου, καὶ τῶν Κερκυραίων ὀκτα-
κοσίους μὲν οἳ ἦσαν δοῦλοι ἀπέδοντο, πεντήκοντα δὲ καὶ
διακοσίους δήσαντες ἐφύλασσον καὶ ἐν θεραπείᾳ εἶχον
πολλῇ, ὅπως αὐτοῖς τὴν Κέρκυραν ἀναχωρήσαντες προσ-
ποιήσειαν· ἐτύγχανον δὲ καὶ δυνάμει αὐτῶν οἱ πλείους
πρῶτοι ὄντες τῆς πόλεως. [1.55.2] ἡ μὲν οὖν Κέρκυρα οὕτω περιγίγ-
νεται τῷ πολέμῳ τῶν Κορινθίων, καὶ αἱ νῆες τῶν Ἀθηναίων
ἀνεχώρησαν ἐξ αὐτῆς· αἰτία δὲ αὕτη πρώτη ἐγένετο τοῦ
πολέμου τοῖς Κορινθίοις ἐς τοὺς Ἀθηναίους, ὅτι σφίσιν ἐν
σπονδαῖς μετὰ Κερκυραίων ἐναυμάχουν.

***
[1.52.1] Την άλλη μέρα το πρωί βγήκαν στ' ανοιχτά τα τριάντα Αθηναϊκά καράβια και όσα Κερκυραϊκά ήταν ακόμα σε κατάσταση ν' αρμενίσουν, και πήγαν κατά το λιμάνι στα Σύβοτα, όπου ήταν αραγμένοι οι Κορίνθιοι, θέλοντας να ιδούν αν θα δώσουνε μάχη. [1.52.2] Οι Κορίνθιοι πάλι, αφού κατέβασαν τα καράβια από τη στεριά και τα 'βαλαν σε παράταξη μάχης στ' ανοιχτά, δεν κουνήθηκαν άλλο, χωρίς να το 'χουνε σκοπό ν' αρχίσουν ναυμαχία από δική τους θέληση, επειδή έβλεπαν πως είχαν προστεθεί στους εχτρούς τους τα καινούργια πλοία από την Αθήνα, κι αυτοί οι ίδιοι βρίσκονταν σε πολλή αμηχανία, πρώτα πώς να φρουρήσουν τους αιχμαλώτους που είχαν πιάσει και κρατούσαν μέσα στα πλοία, κ' ύστερα γιατί δεν είχαν τα μέσα να διορθώσουν τα βλαμμένα καράβια σε τόπο έρημο· [1.52.3] και στοχάζονταν περισσότερο με ποιο τρόπο θα μπορούσαν να περάσουν για να γυρίσουνε στον τόπο τους, και φοβούνταν μήπως οι Αθηναίοι, νομίζοντας πως είχε κι όλας ακυρωθεί η συνθήκη ειρήνης, μια και είχαν έρθει στα χέρια, δεν τους αφήσουν να ξεκινήσουν.

[1.53.1] Αποφάσισαν λοιπόν να κατεβάσουνε λίγους άντρες σε μια βάρκα και να τους στείλουν χωρίς επίσημο σύμβολο απεσταλμένων για ειρήνη στους Αθηναίους για να δοκιμάσουν πού βρίσκονται τα πράματα. Και με τους απεσταλμένους τους, είπαν πάνω–κάτω) τ' ακόλουθα: [1.53.2] «Δεν κάνετε καλά, Αθηναίοι, που αρχίζετε πόλεμο και αθετείτε τις συμφωνίες· γιατί μπαίνετε στη μέση και μας εμποδίζετε με τη βία των όπλων να πάρομε εκδίκηση από τους εχτρούς μας. Αν ακόμα έχετε στο νου σας να μας εμποδίσετε να πάμε στην Κέρκυρα ή όπου αλλού θέλομε, και καταργήσετε τη συνθήκη, τότε πιάστε μας πρώτα εμάς εδώ και μεταχειριστήτε μας σαν εχτρούς.» [1.53.3] Αυτά είπαν, και όσοι τ' άκουσαν από το στρατόπεδο των Κερκυραίων έβαλαν μεγάλη φωνή να τους πιάσουν αμέσως και να τους σκοτώσουν, οι Αθηναίοι όμως αποκρίθηκαν κάπως έτσι: [1.53.4] «Ούτε πόλεμο αρχίζομε, άντρες Πελοποννήσιοι, ούτε τη συνθήκη αθετούμε, ήρθαμε μόνο να βοηθήσομε τους Κερκυραίους από δω, που είναι σύμμαχοί μας. Αν λοιπόν θέλετε να πάτε οπουδήποτε αλλού, δε θα σας εμποδίσομε· αν όμως πάτε ενάντια στην Κέρκυρα ή σε κανένα μέρος που της ανήκει, δε θα μείνομε με τα χέρια σταυρωμένα, όσο είναι στη δύναμή μας».

[1.54.1] Με την απάντηση αυτή των Αθηναίων οι Κορίνθιοι άρχισαν να ετοιμάζονται να γυρίσουν στον τόπο τους, κ' έστησαν τρόπαιο στα στεριανά Σύβοτα· οι Κερκυραίοι πάλι σήκωσαν τα ναυάγια και τους νεκρούς τους δικούς τους που είχε ξεβράσει το θαλασσινό ρέμμα κι άνεμος που φύσηξε τη νύχτα τα είχε σκορπίσει παντού, κ' έστησαν κι αυτοί αντίθετο τρόπαιο στα νησιώτικα Σύβοτα, με την ιδέα πως είχανε νικήσει. [1.54.2] Κ' οι δυο αξίωναν πως νίκησαν, από τις ακόλουθες αντιλήψεις: οι Κορίνθιοι γιατί είχαν υπερισχύσει στη ναυμαχία ως τη νύχτα, έτσι που μπόρεσαν να περισώσουν τα περισσότερα ναυαγισμένα πλοία και να περιμαζέψουν τους νεκρούς τους και είχαν πιάσει αιχμαλώτους όχι λιγότερους από χίλιους κ' είχαν βυθίσει ως εβδομήντα εχτρικά καράβια· οι Κερκυραίοι πάλι επειδή είχαν καταστρέψει ως τριάντα καράβια των εχτρών, κι αφού ήρθαν οι Αθηναίοι, είχαν κι αυτοί περιμαζώξει τα δικά τους ναυάγια και νεκρούς, ως και γιατί την περασμένη μέρα οι Κορίνθιοι τους είχαν δείξει την πρύμα και είχαν υποχωρήσει μπροστά τους μόλις είδαν τ' Αττικά καράβια, κι από τη στιγμή που έφτασαν οι Αθηναίοι δε βγήκαν να τους πολεμήσουν από τα Σύβοτα. Για όλ' αυτά έστησαν τρόπαιο. [1.55.1] Έτσι κ' οι δυο αξίωναν πως νίκησαν.

Καθώς αρμένιζαν οι Κορίνθιοι γυρίζοντας, κυρίεψαν με δόλο το Ανακτόριο, που βρίσκεται στο έβγα του Αμπρακικού κόλπου (και το μέρος ανήκε μαζί στους Κερκυραίους και σ' αυτούς), κι αφού εγκατέστησαν εκεί Κορινθίους μονίμους κατοίκους, έφυγαν· και οχτακόσιους Κερκυραίους που ήταν δούλοι, τους επούλησαν, άλλους όμως διακόσιους πενήντα αιχμαλώτους τους φύλαγαν, και τους έκαναν μεγάλη περιποίηση, με την ελπίδα πως άμα γυρίσουν στην Κέρκυρα θα την κάνουν να πάει με το μέρος τους· οι περισσότεροι απ' αυτούς ήταν πρόκριτοι της πολιτείας και είχαν μεγάλη επιρροή. [1.55.2] Η Κέρκυρα λοιπόν βγήκε σωσμένη από τον πόλεμο με τους Κορινθίους με τον τρόπο που είπαμε, και τα καράβια των Αθηναίων έφυγαν από κει. Και τούτο στάθηκε για τους Κορινθίους πρώτη αφορμή που πολέμησαν ενάντια στους Αθηναίους, ότι ενώ είχαν συνθήκη μαζί τους, ναυμάχησαν με το μέρος των Κερκυραίων.

Δεν υπάρχουν σχόλια :

Δημοσίευση σχολίου