Τετάρτη 10 Αυγούστου 2022

Φιλόδημος: Θυμώνουν οι θεοί;

Και ο σοφός έχει αισθήματα. Έτσι θα εχθρεύεται, από ό,τι μας λέει ο Φιλόδημος, σε ακραίο βαθμό αυτόν που του έκανε κακό και θα τον μισεί. Επειδή θα τον έχει βλάψει σε μεγάλο βαθμό. Όμως δεν θα ταραχθεί. Διότι θα θεωρήσει την οργή ως στιγμιαία. Και φυσικά δεν θα επιδιώξει εκδίκηση. Διότι η εκδίκηση κατά τον σοφό είναι γνώρισμα κατώτερου ανθρώπου. Και επιπλέον, ότι η εκδίκηση στρέφεται ενάντια στον εκδικητή.

Το “Περί Οργής” του Φιλόδημου αναφέρεται στο συναίσθημα του φόβου, του μένους, και της οργής.

Στις εξορίες βρίσκουν άλλους οργίλους. Και σχετίζονται με αυτούς που ο θυμός τους δεν έχει τελειωμό. Αυτούς τους οργίλους-θυμωμένους που παραλογίζονται και πικραίνονται και αγανακτούν. Και συχνά μιμούνται άτοπα την οργή των θεών. Όπως τουλάχιστον μας έχει παραδοθεί ο θυμός των θεών μέσα από την μυθολογία.

Και σαν από θεϊκή έμπνευση, καθυβρίζουν τους γονείς τους. Όπως πραγματικά καθύβρισαν στην μυθολογία τους γονείς τους, οι συγγενείς και οι γιοί του Οιδίποδα, του Πέλοπα, του Πλεισθένη. Όπως ακριβώς καθυβρίζουν μυριάδες άλλοι γιοί τους γονείς τους, και στο παρελθόν και στο τώρα.

Σίγουρα αυτό το κακό είναι πιο κραυγαλέο ακόμα και από την ερωτική επιθυμία. Και, ενώ ξεκινά ο θυμός από ασήμαντη αφορμή, οδηγεί τους ανθρώπους ώστε να εξοκείλουν ως τα έσχατα. Γιατί οδηγεί ακόμα καί σε ασέβεια εναντίον των ιερέων. Επίσης οδηγεί καί σε εξύβριση καί σε παροξυσμό εναντίον των ικετών. Καί τους οργίλους πιάνει μία βακχική μανία εναντίον πολλών άλλων παρομοίων καταστάσεων.

Γι’ αυτό οι ψυχές των οργίλων-θυμωμένων συνταράσσονται με πολλά απ’ όλα όσα συντελούνται και συμβαίνουν. Και λένε πως έχουν πάντα δίκιο. Και δεν πρέπει να αμφισβητείς την γνώμη τους εάν με θυμό, σου την λένε.

Επιπλέον, δεν μετανοούν για όσα έκαναν ακόμα κι αν περάσει πολύς καιρός. Αλλά, μόλις το θυμηθούν, αμέσως κάθονται και τραβούν τα μαλλιά τους και κλαίνε γι αυτούς με τους οποίους ερεθίστηκαν. Και τέλος, κάποτε αυτοτραυματίζονται.

Επίσης, τόσο τους παρασύρει το πάθος αυτό του θυμού, που κάνει τον θυμωμένο να βάζει στην άκρη ακόμα και τις σφοδρότερες επιθυμίες του.

Για παράδειγμα, ο θυμωμένος έχει μια κάποια οικονομική συναλλαγή με κάποιον άπληστο και απατεώνα άνθρωπο από την Φοινίκη σε ένα πλοίο. Και πάνω στην συναλλαγή ο Φοίνικας έχει χάσει ένα χάλκινο νόμισμα που χρωστά στον θυμωμένο. Τότε αυτός τον βρίζει λέγοντάς του “βαδίζεις χάσκοντας και δεν προσέχεις”. Και μετά αναγκάζει τον Φοίνικα να μετρήσει πολλές φορές τα χρήματά του για να συμπληρώσει το τετράδραχμο που χρωστάει ο Φοίνικας στον θυμωμένο. Αλλά ο θυμωμένος από τα νεύρα του ρίχνει μία μπουνιά στο χέρι του Φοίνικα, με αποτέλεσμα να του πέσουν όλα τα χρήματα του στο πέλαγος.

Έτσι λοιπόν είναι φανερό πως και τον εαυτό του έβλαψε, αφού δεν πήρε αυτά που του χρώσταγε ο Φοίνικας, και ο φιλοχρήματος Φοίνικας έχασε τα λεφτά του.

Ο Δίας κανονικά, αν ανακατευότανε στα ανθρώπινα, θα έπρεπε να ρίξει σε όλους τους κεραυνούς του, για να πουν όλοι “θαύμα ιδέσθαι” (θαύμα οφθαλμών).

Αυτά λοιπόν γίνονται ένεκα του θυμού. Και εκδικούνται με φόνο οι θυμωμένοι, όπως ακριβώς μας λέει ο μύθος ότι ο Απόλλωνας, όταν φόνευσε τα αγόρια της Νιόβης επειδή φώναζαν “να ντρέπεστε και τον ιερέα” και η αδελφή του η Άρτεμις [1]όταν σκότωσε τα κορίτσια της Νιόβης.

Επίσης το ίδιο έκανε και Διόνυσος [2] όταν έβαλε την μάνα του την Σεμέλη να κομματιάσει με τα ίδια της τα χέρια τον εγγονό του Κάδμου, Πενθέα και την μητέρα του. Την μητέρα του Πενθέα την Αγαύη που ήταν η αδελφή της μάνας του, της Σεμέλης.

Ακόμα οι οργίλοι καταντούν, όπως και οι θεοί, να ταράσσονται εύκολα από το πάθος του θυμού και να είναι επιρρεπείς στον παραλογισμό. Και πιστεύουν οι θεοί στις συκοφαντίες των τυχόντων. Και καμιά φορά πιστεύουν και τις συκοφαντίες των εχθρών τους ενάντια στα αγαπημένα τους πρόσωπα.
----------------------------
[1] Η Νιόβη ήταν κόρη του βασιλιά της Φρυγίας Ταντάλου και της Διώνης. Ήταν σύζυγος του Θηβαίου Αμφίονα και μητέρα από τον ίδιο, πολλών και ωραίων τέκνων. Κάποτε η Νιόβη υπερηφανεύτηκε για την ευγονία και την ομορφιά των τέκνων της έναντι των παιδιών της Λητούς. Την Άρτεμη και τον Απόλλωνα. Τότε η Λητώ παρακινεί τα παιδιά της να σκοτώσουν τα παιδιά της Νιόβης. Οι δύο θεοί τόξευσαν με τα αλάθητα βέλη τους, η μεν Άρτεμη τις κόρες, ο δε Απόλλων τους γιους.
[2] Ο Διόνυσος επανήλθε στη Βοιωτία. Δηλαδή στον τόπο καταγωγής της μητέρας του. Στη Θήβα τότε βασίλευε ο Πενθέας, ο διάδοχος του Κάδμου. Ο Διόνυσος τότε καθιέρωσε τα Βακχανάλια. Βακχικές γιορτές, στις οποίες όλος ο λαός, αλλά κυρίως οι γυναίκες, καταλαμβανόταν από μυστική έκσταση. Διέσχιζαν τους αγρούς βγάζοντας τελετουργικές κραυγές. Ο Πενθέας αντιστάθηκε στην εισαγωγή τόσο επικίνδυνων τελετουργιών. Γι’ αυτό τιμωρήθηκε και ο ίδιος και η μητέρα του Αγαύη, η οποία ήταν αδελφή της Σεμέλης. Ως γνωστό η Σεμέλη ήταν η μάνα του Διονύσου. Η Σεμέλη λοιπον, μέσα στην έκστασή της, κομμάτιασε με τα ίδια της τα χέρια τον Πενθέα και την Αγαύη στον Κιθαιρώνα.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΧΕΡΡΟΝΗΣΩ

ΔΗΜ 8.48–51

Επιβάλλεται να προλάβουν οι Αθηναίοι την περαιτέρω ενίσχυση της μακεδονικής δύναμης

Ο ρήτορας αποκάλυψε τους αληθινούς στόχους του Φιλίππου και επανέλαβε τις προτάσεις του για διατήρηση και ενίσχυση του στρατεύματος του Διοπείθη (βλ. και ΔΗΜ 8.13–18).


[48] Εἰ δέ τῳ δοκεῖ ταῦτα καὶ δαπάνης μεγάλης καὶ πόνων
πολλῶν καὶ πραγματείας εἶναι, καὶ μάλ’ ὀρθῶς δοκεῖ· ἀλλ’
ἐὰν λογίσηται τὰ τῇ πόλει μετὰ ταῦτα γενησόμενα, ἂν ταῦτα
μὴ ’θέλῃ, εὑρήσει λυσιτελοῦν τὸ ἑκόντας ποιεῖν τὰ δέοντα.
[49] εἰ μὲν γάρ ἐστί τις ἐγγυητὴς θεῶν (οὐ γὰρ ἀνθρώπων γ’
οὐδεὶς ἂν γένοιτ’ ἀξιόχρεως τηλικούτου πράγματος) ὡς, ἐὰν
ἄγηθ’ ἡσυχίαν καὶ ἅπαντα προῆσθε, οὐκ ἐπ’ αὐτοὺς ὑμᾶς
τελευτῶν ἐκεῖνος ἥξει, αἰσχρὸν μὲν νὴ τὸν Δία καὶ πάντας
θεοὺς καὶ ἀνάξιον ὑμῶν καὶ τῶν ὑπαρχόντων τῇ πόλει καὶ
πεπραγμένων τοῖς προγόνοις, τῆς ἰδίας ἕνεκα ῥᾳθυμίας τοὺς
ἄλλους πάντας Ἕλληνας εἰς δουλείαν προέσθαι, καὶ ἔγωγ’
αὐτὸς μὲν τεθνάναι μᾶλλον ἂν ἢ ταῦτ’ εἰρηκέναι βουλοίμην· οὐ
μὴν ἀλλ’ εἴ τις ἄλλος λέγει καὶ ὑμᾶς πείθει, ἔστω, μὴ ἀμύνεσθε,
ἅπαντα πρόεσθε. [50] εἰ δὲ μηδενὶ τοῦτο δοκεῖ, τοὐναντίον δὲ
πρόϊσμεν ἅπαντες, ὅτι ὅσῳ ἂν πλειόνων ἐάσωμεν ἐκεῖνον
γενέσθαι κύριον, τοσούτῳ χαλεπωτέρῳ καὶ ἰσχυροτέρῳ χρη-
σόμεθ’ ἐχθρῷ, ποῖ ἀναδυόμεθα; ἢ τί μέλλομεν; ἢ πότ’, ὦ
ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τὰ δέοντα ποιεῖν ἐθελήσομεν; [51] ὅταν νὴ
Δί’ ἀναγκαῖον ᾖ. ἀλλ’ ἣν μὲν ἄν τις ἐλευθέρων ἀνθρώπων
ἀνάγκην εἴποι, οὐ μόνον ἤδη πάρεστιν, ἀλλὰ καὶ πάλαι
παρελήλυθε, τὴν δὲ τῶν δούλων ἀπεύχεσθαι δήπου μὴ
γενέσθαι δεῖ. διαφέρει δὲ τί; ὅτι ἐστὶν ἐλευθέρῳ μὲν
ἀνθρώπῳ μεγίστη ἀνάγκη ἡ ὑπὲρ τῶν γιγνομένων αἰσχύνη,
καὶ μείζω ταύτης οὐκ οἶδ’ ἥντιν’ ἂν εἴποιμεν· δούλῳ δὲ
πληγαὶ καὶ ὁ τοῦ σώματος αἰκισμός, ἃ μήτε γένοιτο οὔτε
λέγειν ἄξιον.

***
[48] Εάν δε νομίζη τις ότι όλα αυτά χρειάζονται δαπάνας μεγάλας και κόπους πολλούς και εργασίαν επίμονον, έχει βεβαίως πολύ δίκαιον. Αλλ' εάν όμως υπολογίση τις, τι θα κοστίση βραδύτερον εις την πόλιν η παράλειψις αυτών, θα εύρη ότι πολύ συμφερώτερον είναι να κάμωμεν εκουσίως από τώρα ό,τι επιβάλλεται. [49] Υπάρχει άρα γε θεός τις διατεθειμένος να εγγυηθή ―διότι άνθρωπος βέβαια ουδείς υπάρχει τόσον αξιόχρεως― ότι, εάν σεις ζήτε εν ησυχία και εγκαταλείψετε τα πάντα, δεν θα έλθη εν τέλει να σας επιτεθή και εδώ ακόμη; Και αν η εγγύησις αυτή σας εδίδετο, και πάλιν, μα τον Δία και όλους τους θεούς, θα ήτο αίσχος και ανάξιον υμών και της δυνάμεως του κράτους και των κατορθωμάτων των προγόνων σας να θυσιάσετε την ελευθερίαν όλων των Ελλήνων χάρις εις την ιδικήν σας νωχέλειαν· εγώ τουλάχιστον θα προτιμούσα να αποθάνω μάλλον παρά να σας συστήσω τέτοιο πράγμα. Εάν όμως άλλος τις σας το προτείνη και σας πείση, έστω, μη αμύνεσθε, εγκαταλείψατε τα πάντα. [50] Εάν όμως ουδείς πιστεύη εις τα ανωτέρω, τουναντίον δε πάντες προβλέπωμεν ότι όσον περισσοτέρας κατακτήσεις του επιτρέψωμεν να κάμη, τόσον δυσκολώτερος και ισχυρότερος αντίπαλος θα καταστή, μέχρι ποίου σημείου θα υποχωρούμεν; Και πότε, ω πολίται Αθηναίοι, θα θελήσωμεν να κάμωμεν το καθήκον μας; [51] Όταν, μα τον θεόν, θα παραστή ανάγκη. Αλλ' εάν πρόκειται περί ανάγκης την οποίαν δυνάμεθα να καλέσωμεν ανάγκην ελευθέρων ανθρώπων, η τοιαύτη ανάγκη όχι μόνον έχει ήδη παρουσιασθή, αλλά και προ πολλού έχει περάσει· εάν δε πρόκειται περί ανάγκης δούλων, ας ευχώμεθα να μη παρουσιασθή ποτέ. Και τι διαφέρει η μία ανάγκη της άλλης; Ότι εις τον ελεύθερον άνθρωπον μεγίστη ανάγκη είναι το αίσθημα της τιμής· δεν γνωρίζω άλλην μεγαλυτέραν· διά δε τον δούλον ανάγκην αποτελούν τα κτυπήματα και αι κακώσεις του σώματος· ας μη τα αναφέρωμεν καν.

Τρίτη 9 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (9.500-9.566)

500 Ὣς φάσαν, ἀλλ᾽ οὐ πεῖθον ἐμὸν μεγαλήτορα θυμόν,
ἀλλά μιν ἄψορρον προσέφην κεκοτηότι θυμῷ·
«Κύκλωψ, αἴ κέν τίς σε καταθνητῶν ἀνθρώπων
ὀφθαλμοῦ εἴρηται ἀεικελίην ἀλαωτύν,
φάσθαι Ὀδυσσῆα πτολιπόρθιον ἐξαλαῶσαι,
505 υἱὸν Λαέρτεω, Ἰθάκῃ ἔνι οἰκί᾽ ἔχοντα.»
Ὣς ἐφάμην, ὁ δέ μ᾽ οἰμώξας ἠμείβετο μύθῳ·
«ὢ πόποι, ἦ μάλα δή με παλαίφατα θέσφαθ᾽ ἱκάνει.
ἔσκε τις ἐνθάδε μάντις ἀνὴρ ἠΰς τε μέγας τε,
Τήλεμος Εὐρυμίδης, ὃς μαντοσύνῃ ἐκέκαστο
510 καὶ μαντευόμενος κατεγήρα Κυκλώπεσσιν·
ὅς μοι ἔφη τάδε πάντα τελευτήσεσθαι ὀπίσσω,
χειρῶν ἐξ Ὀδυσῆος ἁμαρτήσεσθαι ὀπωπῆς.
ἀλλ᾽ αἰεί τινα φῶτα μέγαν καὶ καλὸν ἐδέγμην
ἐνθάδ᾽ ἐλεύσεσθαι, μεγάλην ἐπιειμένον ἀλκήν·
515 νῦν δέ μ᾽ ἐὼν ὀλίγος τε καὶ οὐτιδανὸς καὶ ἄκικυς
ὀφθαλμοῦ ἀλάωσεν, ἐπεί μ᾽ ἐδαμάσσατο οἴνῳ.
ἀλλ᾽ ἄγε δεῦρ᾽, Ὀδυσεῦ, ἵνα τοι πὰρ ξείνια θείω,
πομπήν τ᾽ ὀτρύνω δόμεναι κλυτὸν ἐννοσίγαιον·
τοῦ γὰρ ἐγὼ πάϊς εἰμί, πατὴρ δ᾽ ἐμὸς εὔχεται εἶναι.
520 αὐτὸς δ᾽, αἴ κ᾽ ἐθέλῃσ᾽, ἰήσεται, οὐδέ τις ἄλλος
οὔτε θεῶν μακάρων οὔτε θνητῶν ἀνθρώπων.»
Ὣς ἔφατ᾽, αὐτὰρ ἐγώ μιν ἀμειβόμενος προσέειπον·
«αἲ γὰρ δὴ ψυχῆς τε καὶ αἰῶνός σε δυναίμην
εὖνιν ποιήσας πέμψαι δόμον Ἄϊδος εἴσω,
525 ὡς οὐκ ὀφθαλμόν γ᾽ ἰήσεται οὐδ᾽ ἐνοσίχθων.»
Ὣς ἐφάμην, ὁ δ᾽ ἔπειτα Ποσειδάωνι ἄνακτι
εὔχετο, χεῖρ᾽ ὀρέγων εἰς οὐρανὸν ἀστερόεντα·
«Κλῦθι, Ποσείδαον γαιήοχε κυανοχαῖτα·
εἰ ἐτεόν γε σός εἰμι, πατὴρ δ᾽ ἐμὸς εὔχεαι εἶναι,
530 δὸς μὴ Ὀδυσσῆα πτολιπόρθιον οἴκαδ᾽ ἱκέσθαι
υἱὸν Λαέρτεω, Ἰθάκῃ ἔνι οἰκί᾽ ἔχοντα.
ἀλλ᾽ εἴ οἱ μοῖρ᾽ ἐστὶ φίλους ἰδέειν καὶ ἱκέσθαι
οἶκον ἐϋκτίμενον καὶ ἑὴν ἐς πατρίδα γαῖαν,
ὀψὲ κακῶς ἔλθοι, ὀλέσας ἄπο πάντας ἑταίρους,
535 νηὸς ἐπ᾽ ἀλλοτρίης, εὕροι δ᾽ ἐν πήματα οἴκῳ.»
Ὣς ἔφατ᾽ εὐχόμενος, τοῦ δ᾽ ἔκλυε κυανοχαίτης.
αὐτὰρ ὅ γ᾽ ἐξαῦτις πολὺ μείζονα λᾶαν ἀείρας
ἧκ᾽ ἐπιδινήσας, ἐπέρεισε δὲ ἶν᾽ ἀπέλεθρον,
κὰδ δ᾽ ἔβαλεν μετόπισθε νεὸς κυανοπρῴροιο
540 τυτθόν, ἐδεύησεν δ᾽ οἰήϊον ἄκρον ἱκέσθαι.
ἐκλύσθη δὲ θάλασσα κατερχομένης ὑπὸ πέτρης·
τὴν δὲ πρόσω φέρε κῦμα, θέμωσε δὲ χέρσον ἱκέσθαι.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ τὴν νῆσον ἀφικόμεθ᾽, ἔνθα περ ἄλλαι
νῆες ἐΰσσελμοι μένον ἁθρόαι, ἀμφὶ δ᾽ ἑταῖροι
545 ἥατ᾽ ὀδυρόμενοι, ἡμέας ποτιδέγμενοι αἰεί,
νῆα μὲν ἔνθ᾽ ἐλθόντες ἐκέλσαμεν ἐν ψαμάθοισιν,
ἐκ δὲ καὶ αὐτοὶ βῆμεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.
μῆλα δὲ Κύκλωπος γλαφυρῆς ἐκ νηὸς ἑλόντες
δασσάμεθ᾽, ὡς μή τίς μοι ἀτεμβόμενος κίοι ἴσης.
550 ἀρνειὸν δ᾽ ἐμοὶ οἴῳ ἐϋκνήμιδες ἑταῖροι
μήλων δαιομένων δόσαν ἔξοχα· τὸν δ᾽ ἐπὶ θινὶ
Ζηνὶ κελαινεφέϊ Κρονίδῃ, ὃς πᾶσιν ἀνάσσει,
ῥέξας μηρί᾽ ἔκαιον· ὁ δ᾽ οὐκ ἐμπάζετο ἱρῶν,
ἀλλ᾽ ἄρα μερμήριζεν ὅπως ἀπολοίατο πᾶσαι
555 νῆες ἐΰσσελμοι καὶ ἐμοὶ ἐρίηρες ἑταῖροι.
ὣς τότε μὲν πρόπαν ἦμαρ ἐς ἠέλιον καταδύντα
ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τ᾽ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ·
ἦμος δ᾽ ἠέλιος κατέδυ καὶ ἐπὶ κνέφας ἦλθε,
δὴ τότε κοιμήθημεν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.
560 ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
δὴ τότ᾽ ἐγὼν ἑτάροισιν ἐποτρύνας ἐκέλευσα
αὐτούς τ᾽ ἀμβαίνειν ἀνά τε πρυμνήσια λῦσαι.
οἱ δ᾽ αἶψ᾽ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῗσι καθῖζον,
ἑξῆς δ᾽ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς.
565 Ἔνθεν δὲ προτέρω πλέομεν ἀκαχήμενοι ἦτορ,
ἄσμενοι ἐκ θανάτοιο, φίλους ὀλέσαντες ἑταίρους.

***
500 Έτσι μου μίλησαν· όμως δεν μπόρεσαν ν᾽ αλλάξουν το περήφανό μου θάρρος. 
Γυρνώντας τότε προς το μέρος του, φώναξα εγώ πνιγμένος στον θυμό:
«Κύκλωπα, αν κάποιος κάποτε απ᾽ τους θνητούς ανθρώπους
ρωτήσει ποιος σου χάλασε το μάτι, ποιος σε τύφλωσε,
να πεις: «Ο Οδυσσεύς μού το ᾽βγαλε, ο πορθητής,
γιος του Λαέρτη, που έχει το σπιτικό του στην Ιθάκη.»»
Ακούγοντας τον λόγο μου, βαριά αναστέναξε μιλώντας:
«Αλίμονό μου, να λοιπόν που τα παλιά μαντεύματα αληθεύουν·
ήτανε κάποτε στα μέρη μας ένας σπουδαίος και μεγάλος μάντης,
ο Ευρυμίδης Τήλεμος, με μαντοσύνη προικισμένος,
510 ως τα βαθιά του τα γεράματα μαντεύοντας στους Κύκλωπες.
Αυτός τα πάντα μού προφήτευε όσα στο μέλλον θα συμβούν,
πως θα χαθεί το φως μου από το χέρι κάποιου Οδυσσέα.
Χρόνια περίμενα έναν άντρα μέγα κι όμορφο
να φτάσει εδώ, που να ᾽χει πάνω του αντρεία μεγάλη·
μα τώρα κάποιος αχαμνός, ασήμαντος και λίγος,
μου χάλασε το μάτι, αφού πρώτα με νάρκωσε με το κρασί του.
Αλλά, Οδυσσέα, έλα, κόπιασε εδώ, να πάρεις
το δώρο σου φιλόξενο· από τον ξακουσμένο Κοσμοσείστη θα γυρέψω
την επιστροφή σου. Είμαι δικός του γιος, κι αυτός το δέχεται
520 πως είναι ο πατέρας μου. Ο ίδιος μόνο, αν το θελήσει, μπορεί
να με γιατρέψει· άλλος κανείς απ᾽ τους μακάριους θεούς
μήτε κι απ᾽ τους θνητούς ανθρώπους.»
Τελειώνοντας αυτός τον λόγο του, εγώ αμέσως του αποκρίθηκα:
«Άμποτε να μπορούσα να κόψω για καλά και τη ζωή και την πνοή σου,
κι έτσι τυφλό στον κάτω κόσμο να σε στείλω·
γιατί το μάτι σου κανείς δεν θα γιατρέψει, καν ο Κοσμοσείστης.»
Έτσι του μίλησα, κι αυτός, υψώνοντας τα χέρια στον έναστρο ουρανό,
ευχήθηκε στον μέγα Ποσειδώνα:
«Επάκουσέ με, Ποσειδών με την κατάμαυρή σου κόμη, εσύ κρατάς
530 τη γη στα χέρια σου· δώσε ποτέ να μη γυρίσει στην πατρίδα του
ο πορθητής της Τροίας Οδυσσεύς, γιος του Λαέρτη, που έχει
το σπιτικό του στην Ιθάκη.
Αν όμως είναι το γραφτό του να δει δικούς, να φτάσει
στο καλοχτισμένο σπιτικό του και να πατήσει της πατρίδας του το χώμα,
τότε να επιστρέψει αργά, χάνοντας πρώτα όλους τους συντρόφους,
πάνω σε ξενικό καράβι, και μες στο σπίτι του να βρει
καινούργια πάθη.»
Έτσι μιλώντας προσευχήθηκε, και τον συνάκουσε ο θεός
με την κατάμαυρή του χαίτη. Οπότε πάλι ο Κύκλωπας
σήκωσε τώρα βράχο μεγαλύτερο, τον στριφογύρισε με δύναμη ασυγκράτητη,
μετά τον άφησε να φύγει· έπεσε ο βράχος λίγο πιο πίσω
από τη βαθυγάλαζη πλώρη του καραβιού, κόντεψε να συντρίψει
540 του τιμονιού την άκρη.
Η πέτρα πέφτοντας, φουρτούνιασε τη θάλασσα· το κύμα
μας παρέσυρε μπροστά· μας έσπρωξε προς την αντικρινή στεριά.
Στο τέλος όμως φτάσαμε το νησί όπου και τ᾽ άλλα τα πλεούμενα,
γερές κουβέρτες, όλα μαζί περίμεναν· και γύρω οι σύντροφοι,
πάνω τους καθισμένοι, μας θρηνούσαν, τον ερχομό μας
καρτερώντας ώρα την ώρα.
Μόλις αράξαμε, τραβάμε το καράβι μας στην άμμο
και βγήκαμε στο ακροθαλάσσι πρώτοι.
Ύστερα βγάλαμε απ᾽ το βαθύ καράβι γίδια και πρόβατα του Κύκλωπα,
και τα μοιράσαμε σωστά, κανείς μη φύγει αδικημένος από τη μοιρασιά.
550 Για μένα μόνο ξεχωρίζουν οι καλοί μου εταίροι
ένα κριάρι χάρισμα από τα πρόβατα που μοίρασαν. Αυτό στην αμμουδιά
το σφάζω, θυσία στον Κρονίδη Δία, που τον σκεπάζουν μαύρα νέφη,
κύριο των πάντων, κι έκαψα τα μεριά· όμως δεν δέχτηκε ο θεός
την ιερή μου προσφορά, μόνο μουρμούριζε και συλλογιόταν πώς
να χαθούν όλα τα καλοκούβερτα καράβια, να αφανιστούν
οι τιμημένοι σύντροφοί μου.
Τότε λοιπόν όλη τη μέρα, ώσπου να βασιλέψει ο ήλιος,
μείναμε εκεί, να τρώμε κρέας άφθονο, να πίνουμε γλυκό κρασί.
Κι όταν ο ήλιος έπεσε στη δύση και το σκοτάδι απλώθηκε παντού,
γείραμε πια να κοιμηθούμε στο ακρογιάλι.
560 Την άλλη μέρα που ξημέρωσε, ροδίζοντας τον ουρανό η Αυγή,
παρακινώ και παραγγέλλω οι σύντροφοι στα πλοία
ν᾽ ανέβουν και να λύσουν τις πρυμάτσες.
Εκείνοι υπάκουσαν κι ανέβηκαν, κάθησαν στα ζυγά και, καθισμένοι
στη σειρά, με τα κουπιά χτυπούσαν την αφρισμένη θάλασσα.
Πήραμε τότε να ανοιχτούμε, με την ψυχή περίλυπη,
χαρούμενοι που δεν μας βρήκε ο χάρος, χάνοντας όμως
τους καλούς συντρόφους.

Με το να στενοχωριέσαι δε λύνονται τα προβλήματα, δε γίνεται καλύτερη η ζωή

Συχνά ακούω την ερώτηση «μα πώς να μη στεναχωριέμαι, αφού έχω οικονομικά προβλήματα/έχασα τη δουλειά μου/τσακώνομαι με τον/τη σύζυγο», κλπ. Η απάντηση μου, εν μέρει, είναι: «και αν στεναχωριέσαι για όλα αυτά, λύνονται τα προβλήματα; Γίνεται καλύτερη η ζωή σου»;

Φυσικά και υπάρχουν πράγματα που μας στεναχωρούν, τα οποία είναι αντικειμενικά, συχνά πέρα από τον έλεγχο ή την επιλογή μας. Ωστόσο, μπορεί να μην έχουμε διαλέξει αυτές τις άσχημες καταστάσεις ή να μην μπορούμε να τις αλλάξουμε, όμως μπορούμε να διαλέξουμε το πώς θα αντιδράσουμε σε αυτές τις καταστάσεις και το ποια θα είναι η διάθεσή μας.

Η στεναχώρια είναι επιλογή! Διαλέγουμε να στεναχωριόμαστε και να ζοριζόμαστε με πρόσωπα και καταστάσεις επειδή νομίζουμε ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι. Λάθος! Υπάρχουν πολλά πράγματα που μπορούμε να κάνουμε όταν στεναχωριόμαστε!

Να μερικές λύσεις για να σταματήσετε να στεναχωριέστε:
  • Καταρχήν, μπορείτε να αλλάξετε τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζετε τη στεναχώρια. «Αυτό είναι κάτι που με ζορίζει και με στεναχωρεί, αλλά δεν είναι ανάγκη να χαλάσω τη διάθεσή μου, αφού ακόμα και αν στεναχωρηθώ πάρα πολύ, δεν πρόκειται να το αλλάξω» είναι μια πρώτη σκέψη που μπορεί κανείς να κάνει για να αλλάξει τη διάθεσή του.
  • Απομακρυνθείτε από την κατάσταση ή το πρόσωπο που σας ζορίζει. Κυριολεκτικά! Πάτε σε άλλο δωμάτιο, σταματήστε τη συζήτηση, βγέστε έξω.
  • Δώστε στον εαυτό σας την επιλογή: «θέλω να είμαι στεναχωρημένος ή προτιμώ να έχω καλή διάθεση, παρόλο που έχω διάφορα προβλήματα»;
  • Αναρωτηθείτε: «με το να στεναχωριέμαι, λύνω το πρόβλημα που με απασχολεί»;
  • Τι είναι ένα μικρό πράγμα που μπορώ να κάνω τώρα για να μου φτιάξει τη διάθεση, ακόμα και αν δε μου λύσει το πρόβλημα; Και κάντε το!
  • Μιλήστε με ένα αγαπημένο σας πρόσωπο.
  • Βγείτε για περπάτημα ή πάτε στο γυμναστήριο. Οι ενδορφίνες που εκλύονται από τη φυσική άσκηση βελτιώνουν κατευθείαν τη διάθεση!
  • Βάλτε τα πράγματα σε προοπτική: «αυτό που με στεναχωρεί τώρα, θα με στεναχωρεί και σε έναν χρόνο; Θέλω να είναι έτσι η ζωή μου; Τι μπορώ να κάνω για να φτιάξω τη ζωή μου, παρόλο που δεν μπορώ να λύσω το συγκεκριμένο πρόβλημα»;
Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι δεν είστε το πρόβλημα και ότι η ζωή σας δεν είναι πρόβλημα, παρά τα διαφορετικά συναισθήματα που νιώθετε κατά καιρούς. Επικεντρωθείτε σε αυτά που είναι όμορφα στη ζωή σας και φροντίστε να βάλετε περισσότερα από αυτά τα πράγματα, καταστάσεις και ανθρώπους, για να υπάρχει περισσότερη χαρά και ομορφιά στη ζωή σας, παρά το όποια προβλήματα.

Το χάος της εποχής μας είναι –όπως σε κάθε εποχή- αντανάκλαση του μέσα χάους μας

Σήμερα που όλα ωθούν τους νέους να αγαπηθούν ελεύθερα, εκείνοι λες και αρνούνται.

Οι γονείς τούς προτρέπουν να ζευγαρώσουν, τους επιτρέπουν να ζουν ένα ειδύλλιο ελεύθερα, στα σχολεία γίνεται σεξουαλική ενημέρωση, η τηλεόραση τους τα φανερώνει από το πρωί μέχρι το βράδυ όλα και τα πιο σκανδαλιστικά, οι αφίσες στους δρόμους κρέμονται ερεθιστικές κι όμως…

Λες και τούτη η ελευθερία, που φτάνει στην ασυδοσία, να παγώνει τη διάθεση.

Λες και η ελευθερία που βαθιά αναζητούν οι έρωτες να είναι μια άλλου κόσμου κατάσταση της ύπαρξης που τούτη η γενικευμένη ελευθεριότητα όχι μόνο βοηθάει αλλά υποσκάπτει.

Καμιά σχέση δεν έχουν οι δυο τους.

Δε λειτουργούν όπως το λάδι στη φωτιά, αλλά όπως το νερό στη φωτιά.

Το χάος της εποχής μας είναι –όπως σε κάθε εποχή- αντανάκλαση του μέσα χάους μας.

Ο μανιακός καταναλωτισμός είναι αντανάκλαση του συναισθηματικού ανικανοποίητου.

Η μανιακή διασκέδαση, αντανάκλαση του μέσα φοβικού κενού.

Τα γεμάτα κόσμο, θορυβώδη, ανυπόφορα νυχτερινά μαγαζιά υποβοηθούν στο να κρύβεται πίσω απ’ τους ηλεκτρικούς ήχους η ανικανότητα για συνομιλία.

Ευτυχώς που ανακαλύφθηκαν τα γραπτά μηνύματα στα κινητά.

Έδωσαν μια διέξοδο σ’ αυτή τη δυσχέρεια συνομιλίας, και με πιο ασφαλή τρόπο οι νέοι άνθρωποι επικοινωνούν μεταξύ τους με την κάποια σιγουριά που δίνει η απόσταση και ο παρατεταμένος χρόνος που σου χαρίζεται για να δουλέψεις αυτό που θα εκφράσεις.

Άρχισε ξανά να καλλιεργείται ο γραπτός λόγος και η ορθογραφία.

Η προσπάθεια για πυκνότητα και για πρωτοτυπία.

Δεν είναι τυχαίο που αγαπήθηκε τόσο τούτη η νέα μέθοδος ανθρώπινης επαφής.

Θα πνιγόμασταν μες στα ανεκδήλωτά μας αλλιώς.

Η γέννηση του έρωτα

Να τι συμβαίνει μέσα στην ψυχή:

1ον Ο θαυμασμός.

2ον Λέμε μέσα μας: τι ευχαρίστηση να της δίνω φιλιά, να παίρνω φιλιά κλπ.!

3ον Η προσδοκία. Μελετάμε τα χαρίσματα. Είναι η στιγμή που μια γυναίκα θα έπρεπε να δίνεται για τη μέγιστη δυνατή σαρκική απόλαυση.

Ακόμη και στις πιο συγκρατημένες γυναίκες, τα μάτια κοκκινίζουν την ώρα της προσδοκίας∙ το πάθος είναι τόσο δυνατό, η απόλαυση τόσο έντονη, ώστε προδίδεται με χτυπητά σημάδια.

4ον Ο έρωτας γεννήθηκε.

Ερωτεύομαι σημαίνει αντλώ απόλαυση όταν βλέπω, αγγίζω, νιώθω με όλες τις αισθήσεις μου κι από όσο πιο κοντά μπορώ ένα αξιέραστο αντικείμενο, το οποίο επίσης με ερωτεύεται.

5ον Αρχίζει η πρώτη κρυστάλλωση.

Χαιρόμαστε να στολίζουμε με χίλια δυο προτερήματα μια γυναίκα για τον έρωτα της οποίας είμαστε σίγουροι∙ περιγράφουμε λεπτομερώς και με απέραντη ικανοποίηση την ευτυχία της. Όλο αυτό καταλήγει στο να εγκωμιάζουμε υπερβολικά μια εξαίσια ιδιοκτησία που μας ήρθε εξ ουρανών, που δεν τη γνωρίζουμε, είμαστε όμως σίγουροι για την απόκτησή της.

Αυτό που ονομάζω κρυστάλλωση είναι η διεργασία του πνεύματος το οποίο, με βάση όσα του παρουσιάζονται, ανακαλύπτει ότι το αντικείμενο του έρωτά του διαθέτει και καινούρια χαρίσματα.

Ένας παθιασμένος άνδρας βλέπει σε κείνη που ερωτεύεται όλα τα προτερήματα∙ εντούτοις, η προσήλωσή του μπορεί ακόμη να περισπαστεί, γιατί η ψυχή κορέννυται με ό,τι είναι πάντα ίδιο, ακόμη και με την τέλεια ευτυχία.

Να τι γίνεται τότε προκειμένου να σταθεροποιηθεί η προσήλωση:

6ον Γεννιέται η αμφιβολία.

Αφού δέκα ή δώδεκα ματιές ή οποιαδήποτε άλλη σειρά πράξεων που μπορούν να κρατήσουν από μια στιγμή ως πολλές ημέρες πρώτα γέννησαν και στη συνέχεια επιβεβαίωσαν τις προσδοκίες, ο ερωτευμένος, ο οποίος έχει συνέλθει από τον πρώτο εντυπωσιασμό και έχει ήδη συνηθίσει στην ευτυχία του ή καθοδηγείται από τη θεωρία που, βασιζόμενη πάντα στις πιο συχνές περιπτώσεις, δεν πρέπει να ασχολείται παρά μόνο με τις εύκολες γυναίκες, ο ερωτευμένος, λέω, ζητά πιο θετικές διαβεβαιώσεις και θέλει να σπρώξει πιο πέρα την ευτυχία του.

Θα αντιμετωπίσει την αδιαφορία, την ψυχρότητα, ακόμη και τον θυμό, αν επιδείξει μεγάλη αυτοπεποίθηση∙ μια χροιά ειρωνείας που μοιάζει να λέει: «Έχετε προχωρήσει λιγότερο από όσο νομίζετε»

Ο εραστής φτάνει να αμφιβάλλει για την ευτυχία που υποσχόταν στον εαυτό του∙ βλέπει με αυστηρότητα τους λόγους που νόμιζε ότι είχε για να ελπίζει.

Θέλει να ριχτεί στις άλλες απολαύσεις της ζωής αλλά τις βρίσκει εκμηδενισμένες. Τον καταλαμβάνει ο φόβος μίας φρικτής δυστυχίας και, μαζί μ" αυτόν, η βαθιά προσήλωση.

7ον Δεύτερη κρυστάλλωση.

Αρχίζει τότε η δεύτερη κρυστάλλωση και τα διαμάντια που φτιάχνει είναι επιβεβαιώσεις τούτης της σκέψης:

Με αγαπάει.

Κάθε δευτερόλεπτο της νύχτας που ακολουθεί τη γέννηση των αμφιβολιών, και ύστερα από μια στιγμή φρικτής δυστυχίας, ο ερωτευμένος λέει μέσα του: «Ναι, με αγαπάει».

Και η κρυστάλλωση στρέφεται προς την ανακάλυψη νέων θέλγητρων∙ έπειτα τον αδράχνει ξανά η αμφιβολία με το αγριωπό βλέμμα και τον σταματά.

Το στήθος του ξεχνά να ανασάνει∙ μονολογεί: «Μα μ' αγαπά στ' αλήθεια;»

Και μέσα σ' αυτές τις βασανιστικές και ηδονικές εναλλαγές, ο καημένος ο ερωτευμένος νιώθει έντονα: «Θα μου έδινε απολαύσεις που μονάχα εκείνη στον κόσμο μπορεί να μου δώσει».

Το προφανές αυτής της αλήθειας, αυτό το μονοπάτι στο χείλος ενός τρομακτικού γκρεμού, και το άγγιγμα, με το άλλο χέρι, της τέλειας ευτυχίας κάνουν τη δεύτερη κρυστάλλωση να υπερέχει κατά πολύ της πρώτης.

Ο ερωτευμένος τριγυρίζει αδιάκοπα ανάμεσα στις τρεις ετούτες σκέψεις:

1ον Έχει όλα τα χαρίσματα.

2ον Με αγαπά.

3ον Τι να κάνω για να της αποσπάσω την πιο ατράνταχτη απόδειξη του έρωτά της;

Η πιο σπαρακτική στιγμή του νέου ακόμη έρωτα είναι όταν αντιλαμβάνεται ότι έχει κάνει έναν λάθος συλλογισμό και ότι πρέπει να καταστρέψει ένα ολόκληρο σχέδιο κρυστάλλωσης.

Αρχίζουν οι αμφιβολίες γι' αυτή καθαυτή την κρυστάλλωση.

H διάρκεια είναι που κάνει την παύση σιωπή

Ας θυμηθούμε τις μοναχικές βόλτες των λέξεων ενός ανθρώπου μόνου στην ζωή σ ένα δωμάτιο γεμάτο με ίσκιους απ' τις μορφές του παρελθόντος του.

Ας σκύψουμε συμπονετικά μπροστά στην αδυναμία του να αποφασίσει τώρα που θέλει να πάει. Στον φόβο του να πλησιάσει την πόρτα εξόδου.

Του υποσχέθηκε ο κόσμος μια ζωή χωρίς αναστεναγμούς, χωρίς τυραννία.

Κι αυτός τον πίστεψε.

Τα πουλιά μήνες τώρα του χτυπούν με τα ράμφη τα τζάμια στα παράθυρα.

Αυτός νομίζει πως κάθε μέρα πέφτει χαλάζι.

Ο κόσμος τρέχει πέφτει και ξανασηκώνεται και τρέχει πάλι.

Αυτός τα αγνοεί όλα αυτά.

Αφήνει άγραφες σελίδες παντού μεσ' στο δώμα. Στα πατώματα , κάτω απ' το κρεβάτι, στο τραπέζι , μέσα στα συρτάρια, στα πιάτα, στο ποτήρι, στα τασάκια, στα παπούτσια…

Έτσι έχασε και την ηλικία του, και τα νοήματα και σφιχταγκάλιασε την αβεβαιότητα της μιας μονότονης μέρας μετά την άλλην.

Και πιο νεκρός απ' τους νεκρούς πια είναι.

Μες στην σιωπή του. Που μήτε πρόλογο είχε και μήτε επίλογος θα υπάρξει όσο υφαίνει μια σιωπή τρωτή.

Και που δεν έχει για συγκομιδή ούτε μιας τόσο δα μικρής κραυγής στην άκρη της σιωπής του.

Ένα δειλό έστω σινιάλο ζωής.

Και έτσι όλα τα κάμει να φαντάζουν προορισμένα και θνητά, αδύναμα και μάταια.

Να φθείρεται ακίνδυνα ζωγραφίζοντας πόρτες στους τοίχους και πουλιά που πετούν μακριά ελεύθερα στο ταβάνι…χωρίς ποτέ ο ίδιος να υπήρξε.

Πεθαίνοντας χωρίς να έχει γεννηθεί.

Γιατί παθαίνω αυτό που φοβάμαι;

Το έχετε παρατηρήσει κι εσείς; Όταν φοβάσαι κάτι, τελικά το παθαίνεις… Όταν σου γίνεται έμμονη ιδέα πως κάτι κακό θα συμβεί, συμβαίνει. Είτε πρόκειται για αρρώστια, είτε για χωρισμό, είτε για οικονομική καταστροφή… Κι όταν το κακό έρχεται, το αποδίδουμε στη διαίσθηση που είχαμε. “Το ήξερα ότι κάτι κακό θα συμβεί, το ένιωθα!”, λέμε συνήθως. Όμως είναι έτσι;

Διαισθανόμαστε το κακό ή μήπως το προκαλούμε; Μήπως πράγματι ισχύει η θεωρία της θετικής και αρνητικής ενέργειας στο μαγνητικό σύμπαν που ζούμε; Και άρα, μήπως με το να φοβόμαστε κάτι, να το μελετάμε συνέχεια, τελικά το προκαλούμε, το ελκύουμε πάνω μας; Αυτό ισχύει από αρχαιοτάτων χρόνων. Δεν είναι καθόλου τυχαίες οι παροιμίες του λαού μας “η καλή μέρα απ’ το πρωί φαίνεται” και “ενός κακού μύρια έπονται”. Όλοι οι λαοί και όλες οι θρησκείες είχαν αυτή την κοινή θεωρία: το καλό φέρνει το καλύτερο και το κακό το χειρότερο. Σκεφτείτε πόσο συχνά λέμε “μην κακομελετάς” ή “φάε τη γλώσσα σου”!

Προσωπικά πιστεύω σε αυτή τη θεωρία και προτείνω και σε σας να κάνετε το ίδιο. Σταματήστε να φοβάστε για οτιδήποτε. Μην μιλάτε για πιθανές άσχημες καταστάσεις, μην τις σκέφτεστε καν!

Μην κάνετε αρνητικές σκέψεις, μην μελετάτε καμιά καταστροφή, τουναντίον να κάνετε συνεχώς όνειρα για όμορφα πράγματα που σας κάνουν να νιώθετε χαρά κι ευτυχία και μόνο που τα φαντάζεστε! Προσπαθήστε να βάλετε τον εαυτό σας μέσα σε μια πολύ όμορφη κατάσταση, με τα πράγματα να σας έχουν έρθει ακριβώς όπως τα θέλετε και νιώστε την ικανοποίηση που θα είχατε αν πραγματικά αυτά τα όμορφα είχαν ήδη συμβεί! Μέσα σε αυτή την κατάσταση δεν χωράει κανένας φόβος, κανένα “ναι, αλλά…”, κανένα “κι αν όμως…”.

Αν παρ’ όλα αυτά νιώσετε το φόβο να επανέρχεται, να κυριαρχεί μέσα στο μυαλό σας και να σας μπλοκάρει, αντιδράστε. Πιστέψτε πως δεν πρόκειται να συμβεί αυτό το κακό, νιώστε το μέσα σας, βιώστε το πραγματικά. Να έχετε την απόλυτη πεποίθηση πως δε θα συμβεί και να σκέφτεστε μόνο την θετική έκβαση των πραγμάτων. Σιγά σιγά θα δείτε ότι τα συναισθήματα που θα βιώνετε θα είναι αυτά της χαράς και της ελπίδας κι αυτό θα σας δώσει τόση δύναμη που πραγματικά θα καταφέρετε να διώξετε κάθε φόβο από την ψυχή σας και κάθε αρνητική σκέψη από το μυαλό σας. Κι αν πιστέψουμε και στη θεωρία της θετικής ενέργειας του σύμπαντος, τότε η δύναμη αυτή θα καταφέρει να αποτρέψει και το ίδιο το κακό από το να συμβεί.

Ακόμα και στην περίπτωση που τελικά έρθει μια αναποδιά, μην απογοητεύεστε. Να το σκεφτείτε απλά σαν ένα μικρό εμπόδιο, που όμως δε θα σταθεί ικανό να σας ρίξει ψυχολογικά ή να σας αποπροσανατολίσει από τον τελικό στόχο σας. Αν μείνετε πιστοί στο καλό που θέλετε να συμβεί και συνεχίσετε τη ζωή σας με αισιοδοξία, το καλό θα σας ανταμείψει. Αν για παράδειγμα είστε καιρό χωρίς δουλειά και τρέχετε από συνέντευξη σε συνέντευξη, μην απογοητευτείτε αν έρθει μια αρνητική απάντηση σε κάποια αίτηση σας. Αντί να θυμώσετε και να αρχίσετε να λέτε “το ήξερα εγώ, σιγά μην έπαιρναν εμένα, δεν πρόκειται να βρω δουλειά μέσα σε αυτή την κρίση” κ.ο.κ., χαμογελάστε με πείσμα κι αρχίστε να σκέφτεστε ΜΟΝΟ θετικά. Πείτε στον εαυτό σας και πιστέψτε το μέσα σας βαθιά πως κάθε εμπόδιο είναι για καλό κι ο λόγος που δεν σας πήραν σε εκείνη τη δουλειά είναι γιατί σας περιμένει κάποια καλύτερη. Και να είστε σίγουροι πως θα έρθει η καλύτερη δουλειά και να χαίρεστε κάθε στιγμή της ημέρας γι αυτό.

Ας δούμε ένα άλλο παράδειγμα. Όταν σε κάποια φάση της ζωής μας περάσουμε μια ερωτική απογοήτευση και εισπράξουμε απόρριψη από έναν άνθρωπο, συνήθως γενικεύουμε τις καταστάσεις κι αρχίζουμε να πιστεύουμε πως όλοι είναι ίδιοι, πως δεν πρόκειται να βρεθεί ποτέ κανένας κατάλληλος για μας που να μας εκτιμήσει κλπ. κλπ. Αυτού του είδους οι σκέψεις που τελικά γίνονται πεποίθηση μέσα μας, μας αλλοιώνουν τόσο στην εμφάνιση, όσο και στη συμπεριφορά μας.

Γινόμαστε κακότροποι, κατσούφηδες και άσχημοι και με άλλα λόγια, εκπέμπουμε αρνητική ενέργεια. Η ενέργεια αυτή είναι πλέον εμφανής σε όλους τους ανθρώπους με τους οποίους ερχόμαστε σε επαφή. Τελικά καταντάμε να είμαστε αποτρεπτικοί και κανείς μοιραία δεν μας πλησιάζει. Κι αυτό όχι γιατί έτσι είναι η κακιά μας η μοίρα όπως πιστεύουμε, αλλά επειδή εμείς οι ίδιοι τους διώχνουμε από κοντά μας.

Άρα όντως συμβαίνει αυτό που φοβόμαστε και συμβαίνει επειδή εμείς το κάνουμε να συμβεί. Επειδή εμείς οι ίδιοι το προκαλέσαμε.

Την ίδια ακριβώς “μέθοδο” δοκιμάστε να εφαρμόσετε και σε κάθε άλλο τομέα της ζωής σας. διώξτε τους φόβους σας και το ψυχικό σας κέρδος θα είναι τεράστιο. Δεν είναι καθόλου δύσκολο κι είναι απολύτως στο χέρι σας. Αρκεί να το πιστέψετε!

Όταν οι γονείς νομίζουν ότι κάνουν πάντα το σωστό

Έρχομαι καθημερινά σε επαφή με την Ελληνική οικογένεια. Η επαφή μου με γονείς μου δίνει μια εικόνα. Η μεγαλύτερη εικόνα όμως έρχεται μέσα από τα λεγόμενα των γονιών και των δασκάλων για οικογένειες που δεν εμφανίζονται σε καμία από τις παραπάνω περιπτώσεις ούτε καν στις δωρεάν ομιλίες που κάνω στα σχολεία.

Τί θα κάνουμε με όλους αυτούς τους πλανεμένους γονείς και παππουδογιαγιάδες που μεγαλώνουν νοσηρές προσωπικότητες και νομίζουν πως κάνουν και το σωστό; Πώς θα τους αφυπνίσουμε; Πώς θα τους φέρουμε στο δρόμο της αναγνώρισης των ευθυνών και των ορίων, πολύ περισσότερο των συνεπειών που δημιουργούν κατ’ αρχήν στα ίδια τα παιδιά και έπειτα στην κοινωνία; Πώς θα διδάξουμε τη διάκριση;

Παρατηρώ άκρα στις συμπεριφορές των γονιών. Έχουμε εκείνη την ομάδα των ενηλίκων που όντας μειονεκτικοί και άσημοι γαλουχούν τα παιδιά τους να γίνονται μάγκες και θύτες και έχουμε και εκείνους τους μειονεκτικούς και άσημους που με την έλλειψη αποδοχής και παραδοχής οδηγούν τα παιδιά τους στο ρόλο του θύματος. Τι θα κάνουμε για να τα αποφύγουμε και τα δύο που είναι εξ ίσου νοσηρά και απευκταία; Μεγάλος ο προβληματισμός. Μεγάλο το δίλημμα. Υπάρχουν περιπτώσεις που μόνο ο εισαγγελέας θα έπρεπε να παρέμβει. Υπάρχουν οικογενειακές συνθήκες που είναι τόσο νοσηρές για τον ψυχισμό του παιδιού που μόνο ένα υγιές κοινωνικό σύστημα θα έπρεπε να παρέμβει και να εξυγιάνει. Υπάρχει όμως; Για ποιο σύστημα να μιλήσουμε; Το ανύπαρκτο ή το διαβρωμένο;

Και έτσι μένουμε να παρατηρούμε εκ του μακρόθεν ότι πέφτει στην αντίληψή μας και να φτύνουμε τον κόρφο μας που δεν συμβαίνει σε μας. Γινόμαστε όμως μάρτυρες της νοσηρής συνθήκης, γινόμαστε συνεργοί στο τραύμα της κοινωνίας επειδή ανεχόμαστε τον αποπροσανατολισμένο, τον μη αφυπνισμένο, τον εξυπνάκια, τον ανόητο, τον μειονεκτικό που συμπεριφέρεται αλαζονικά γιατί νομίζει πως αυτός και ο κανακάρης του είναι το κέντρο του κόσμου. Γινόμαστε μάρτυρες της νοσηρής συνθήκης που ονομάζεται «δεμένη οικογένεια» με το τριώροφο με τα κλειδιά έξω απ’ τις πόρτες, όπου δεν υπάρχει όριο, δεν υπάρχει προσωπικός χώρος και χρόνος, δεν υπάρχει απογαλακτισμός. Γινόμαστε μάρτυρες της θυσίας της γιαγιάς – μάνας που μεγαλώνει τα εγγόνια, βάζει πλυντήρια, μαγειρεύει για «να έρθουν τα παιδιά να τα βρουν έτοιμα»! Τα παιδιά που δεν μεγαλώνουν ποτέ και δεν αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους ποτέ. Και στο βωμό της «δεμένης οικογένειες» θυσιάζονται όλοι αλλά κυρίως παραδειγματίζονται λανθασμένα τα παιδιά.

Γινόμαστε μάρτυρες εκείνης της μάνας που αφού δεν κατάφερε να γίνει βασίλισσα επιθυμεί να γίνει βασιλομήτωρ και κάνει στον κανακάρη της αυτά που θα έπρεπε να κάνει από χαρά και επιλογή για τον πατέρα του. Και παρατηρούμε τον πατέρα αποδυναμωμένο και δυστυχή να γίνεται ένα μοντέλο προς αποφυγήν του κανακάρη του. Παρατηρούμε εκείνη τη μάνα που υπομένει τον βάναυσο πατέρα και αναγκάζεται να σκύβει με θλίψη και μελαγχολία και μόνο της μέλημα να είναι οι δουλειές και η τηλεόραση. Τι εξαίρετο παράδειγμα για την κόρη που θέλει να φύγει με την πρώτη ευκαιρία να μην βλέπει να μην ακούει να μην αντιλαμβάνεται τον συμβιβασμό.

Και φεύγει με τον πρώτο που της υπόσχεται δράση και νόημα. Αλλά είναι ο κατάλληλος; Πώς να μάθει να επιλέγει! Αφού έζησε όλη τη ζωή μέσα στο συμβιβασμό. Έμαθε να κόβει με το μαχαίρι την δόνηση του συμβιβασμού, του φόβου, του θυμού, των ενοχών μέσα στο σπίτι. Έχω ακούσει πολλούς νέους να λένε. «Δεν θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου». «Δεν έχω τίποτα να κάνω στην απέραντη σιωπή των γονιών μου», «Δεν θέλω να τους ακούω να κατηγορεί ο ένας τον άλλο», αλλά εκείνοι αν τους ρωτήσεις θα πουν «θυσιάζομαι για τα παιδιά» και άλλα τέτοια τραγικά και ολέθρια για τον ψυχισμό του νέου ανθρώπου που υποτίθεται βάζει τα θεμέλια της δικής του συντροφικής ζωής. Πώς να χτίσει σχέσεις! Πώς να συνεργαστεί! Πώς να συνυπάρξει! Πού το είδε αυτό; Ποιος του το δίδαξε;

Χρειάζονται αφύπνιση οι γονείς. Χρειάζονται εκπαίδευση. Χρειάζονται μαθητεία. Δεν υπάρχει σπουδαιότερος ρόλος στη ζωή. Δεν υπάρχει πιο σημαντική ενασχόληση εκτός από εκείνη του γονιού. Ποιος μας έχει πείσει ότι είναι ένστικτος ο ρόλος; Ποιος μας έχει αναγκάσει να θεωρούμε ότι ξέρουμε ενώ δεν ξέρουμε και δεν κάνουμε και καμία προσπάθεια για να μάθουμε. Αφού η πολιτεία δεν το κάνει, αφού το Σχολείο δεν μπορεί γιατί το βάζουν να κάνει άλλα, ας το κάνουν οι Σύλλογοι Γονέων και Κηδεμόνων. Ας μην ασχολούνται με τις εμπάθειες και τις ίντριγκες των μεταξύ των σχέσεων. Ας οδηγηθούν να αντιληφθούν πως ο ρόλος τους είναι να γίνουν οι ίδιοι καλύτεροι γονείς και να εμπνεύσουν την αφύπνιση και όσων κοιμούνται ακόμη.

Δεν μπορεί να ακούω από στόματος Διευθυντού Δημοτικού Σχολείου, «κυρία μου τα Σχολεία έχουν γίνει parking παιδιών. Έχω τουλάχιστον 20 ανεπίδοτα ενδεικτικά μαθητών της προηγούμενης χρονιάς στο συρτάρι μου. Δεν έχουν έρθει να τα πάρουν! Δεν έχουν έρθει να μάθουν τι κάνει το παιδί τους στο Σχολείο».

Και απ’ την άλλη έχουμε γονείς οι οποίοι παρασυρόμενοι από τις διαδόσεις διασύρουν δασκάλους, εμποδίζουν το έργο του Σχολείου, παρεμποδίζουν τη δομή και την οργάνωση γιατί αμφισβητήθηκε η πρωτιά του παιδιού τους! Ας εμπνευστούν οι Σύλλογοι ιδέες για να φέρουν τους γονείς σε δράσεις συνεργατικές, δράσεις χαράς και ομαδικότητας. Ας δουν πώς να συνδράμουν στη ανάπτυξη σχέσεων. Έτσι κι αλλιώς η γειτονιά έχει εκλείψει ας την αναπαράγουμε στην αυλή του Σχολείου.

Νοσεί η κοινωνία μας. Νοσεί βαρύτατα! Χρειάζεται να κάνουμε κάτι. Χρειάζεται να λειτουργήσουμε ως πυρήνες αφύπνισης όποιος αντιλαμβάνεται την αλήθεια αυτών που λέγονται σ’ αυτές τις γραμμές ας τολμήσει. Ας γίνει η αλλαγή που θέλει. Ας φανταστεί! Ας οραματιστεί και ας τραβήξει το χορό. Ο δρόμος είναι δύσκολος έτσι κι αλλιώς, καλύτερα να τον πάμε χορεύοντας.

Η σιωπή όταν σπάει κάνει θόρυβο

Πόσο όμορφη και σπάνια ιδιότητα είναι τελικά η σιωπή. Η σιωπή είναι πιο δυνατή σε νόημα κι από την κάθε μικρούλα λέξη. Κάνει τον πιο ηχηρό, τον πιο εκκωφαντικό θόρυβο χωρίς να χρειαστεί να αρθρώσεις ούτε λέξη.

Οι λέξεις, ο λόγος, είναι αιτία παρεξηγήσεων, μα το να παραμένει κανείς σιωπηλός και ήσυχος σε μια γωνιά παρακολουθώντας λόγια και κουβέντες, διαλόγους, συζητήσεις επί συζητήσεων και πάει λέγοντας, του εξασφαλίζει μια υπέροχη αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης που καμιά λέξη δεν μπορεί να περιγράψει.

Πόσο περιττεύουν οι λέξεις μπροστά στο μεγαλείο της σιωπής. Πόσο άσκοπη ενέργεια σπαταλάει κανείς στην προσπάθειά του να πείσει, να μεταπείσει, να εξηγήσει, να αιτιολογήσει, να δικαιολογήσει, να συμβουλέψει, να πει τη γνώμη του απρόσκλητα και προκλητικά. Πόσο χώρο μεταξύ δυο ανθρώπων καταλαμβάνουν τα λόγια.

Τόσο που δε μένει χώρος για σκέψη, την κατεξοχήν πνευματική διεργασία αυτή του νου που λαμβάνει χώρο σιωπηλά. Πρώτα τρέχει η γλώσσα μας και μετα η σκέψη μας, δυστυχώς.

Κι εγώ το είχα συνήθεια να παραβγαίνω σε ατέρμονους διαλόγους και να μην αφήνω να πέφτει τίποτα κάτω, αλλά διέκρινα σε έναν άνθρωπο που γνώρισα τη δική του υπεροχή. Όσο εγώ φλυαρούσα κρίνοντας, χαρακτηρίζοντας, συμβουλεύοντας, υπεραναλύοντας κ.ο.κ., εκείνος απλώς άκουγε ενεργητικά συγκρατώντας την παραμικρή λεπτομέρεια από τα λεγόμενά μου. Τι ματαιότητα! Τι ρηχότητα! Πόσο πολύτιμη είναι τελικά η σιωπή.

Η σιωπή είναι χρυσός. Είναι δύναμη. Είναι αρετή. Όταν σιωπάς δε σημαίνει πως δεν έχεις τίποτα να πεις. Μερικές φορές, μπορεί να σημαίνει οτι ο άλλος δεν είναι έτοιμος να ακούσει τις σκέψεις σου. Να ακούσει, όχι με την πρόθεση να συμβουλέψει μήτε να απαντήσει, μα με πρόθεση να σε καταλάβει, να σε νιώσει, να σου κάνει χώρο να απλώσεις τις σκέψεις σου και να ακούσεις αυτά που σκέφτεσαι και λες. Και θα πάρεις ο ίδιος τις απαντήσεις που ζητάς. Όχι απο τον συνομιλητή, αλλά από τον ίδιο σου τον εαυτό. Ο συνομιλητής είναι απλώς παρών στο να ακούει ενεργητικά. Να διαισθάνεται, να ενσυναισθάνεται και να καθοδηγεί τη συζήτηση με τέτοιον τρόπο ώστε να πάρεις εσύ τις απαντήσεις που γυρεύεις.

Είναι σπουδαίο το να έχεις τη δύναμη να κλείσεις το στόμα μπροστά στη λύπη, στο θυμό, ακόμα και στην χαρά και στην ευτυχία του άλλου. Άστον να το μοιραστεί, άστον να το βγάλει από μέσα του, ό,τι κι αν είναι αυτό, χωρίς διάθεση κριτικής και συμβουλές, χωρίς να του κλέψεις το χρόνο και τη χαρά να το εκφράσει έτσι όπως θέλει, όσο θέλει, για όσο θέλει, και είναι βέβαιο ότι θα κάνει το ίδιο με σένα. Εσύ σε κάθε περίπτωση θα του έχεις προσφέρει το μεγάλο δώρο της σιωπής, του χρόνου που χρειάζεται να πει όσα σκέφτεται.

Η σιωπή μπορεί να σημαίνει κι άλλα πολλά. Μπορεί να σημαίνει αδιαφορία και απαξίωση, μπορεί να σημαίνει διαφωνία, ευαισθησία με την έννοια του ανθρώπου που έχει τις αισθήσεις του σε πλήρη λειτουργία• σε κάθε περίπτωση η σιωπή είναι ένα μάθημα που χαίρομαι πολύ που το διδάχτηκα έστω και αργά. Γι’ αυτό εκτιμώ τους ανθρώπους που μιλούν με τη σιωπή τους. Μου λένε περισσότερα από όσα προσπαθούν να μου πουν σε λέξεις. Ακόμη, οι πιο σιωπηλοί σε νοιάζονται περισσότερο από όσους με μανία προσπαθούν να σε πείσουν πως σε νοιάζονται.

Είναι αυτοί που θα μιλήσεις μαζί τους στο τηλέφωνο ή βγαίνετε για να τα πείτε και τους έχει πιάσει μια ανελέητη λύσσα για κουβέντα που στο τέλος της επαφής νιώθεις άδειος. Σαν να έβγαλε την υποχρέωση από πάνω του να γεμίσει το χρονικό διάστημα που βρίσκεται μαζί σου με ένα τεράστιο κενό, μιλώντας ασταμάτητα χωρίς να έχει αντιληφθεί την ελάχιστη δική σου οπτική. Ας λένε ότι το κάνουν, δεν μας γνωρίζουν βαθιά τέτοιοι άνθρωποι, είναι χάσιμο χρόνου μια ουσιαστική σχέση μαζί τους. Θα σου πάρουν κυριολεκτικά τα αφτιά, θα σηκώσουν τόσο σκόνη στο πέρασμά τους και θα είσαι ΕΣΥ και μόνο που θα την έχεις εισπνεύσει.

Η σιωπή είναι μια τέχνη που την κατέχουν μόνο όσοι γνωρίζονται σε βάθος, μόνο όσοι καταφέρνουν με ένα βλέμμα, μια αγκαλιά ή λέξη να πουν όσα με τα λόγια δεν μπορούν ή δε θέλουν να πουν. Γι’ αυτό, ας μιλάμε μόνο όταν έχουμε κάτι να πούμε, ας ακούμε χωρίς ανταπόκριση και ας είμαστε με όσους δε χρειάζεται να λέμε πολλά για να μας καταλάβουν. Αυτοί μας ξέρουν. Και είναι αυτοί που είναι έτοιμοι να ακούσουν τις σκέψεις μας.

Αν πρόκειται να προσπαθήσεις, πήγαινε μέχρι τέλους. Διαφορετικά, μην ξεκινήσεις καν

Αν πρόκειται να προσπαθήσεις, πήγαινε μέχρι τέλους. Διαφορετικά, μην ξεκινήσεις καν.

Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι θα χάσεις φίλους, συζύγους, συγγενείς και ίσως ακόμη και το μυαλό σου. Θα μπορούσε να σημαίνει ότι δεν θα τρως για τρεις ή τέσσερις ημέρες. Θα μπορούσε να σημαίνει να παγώσεις σε ένα παγκάκι στο πάρκο. Μπορεί να σημαίνει φυλακή. Θα μπορούσε να σημαίνει χλευασμό. Θα μπορούσε να σημαίνει κοροϊδία–απομόνωση.

Η απομόνωση είναι το δώρο. Όλα τα άλλα είναι μία δοκιμασία της αντοχής σου, του πόσο πραγματικά θέλεις να το κάνεις. Και, θα το κάνεις! Παρά την απόρριψη και τις χειρότερες συνέπειες. Και θα είναι καλύτερο από οτιδήποτε άλλο μπορείς να φανταστείς.

Αν πρόκειται να προσπαθήσεις, πήγαινε μέχρι τέλους. Δεν υπάρχει άλλο συναίσθημα σαν αυτό. Θα είσαι μόνος με τους θεούς και οι νύχτες θα φλέγονται από φωτιά. Θα οδηγήσεις τη ζωή σου κατευθείαν στο τέλειο γέλιο. Είναι η μόνη καλή μάχη που υπάρχει.

Λουκρήτιος: Ο χρόνος είναι ανύπαρκτος. Τα άτομα είναι στέρεα, άφθαρτα και αιώνια

“Το μνημειώδες έπος του Λουκρήτιου “Για την Φύση των Πραγμάτων”, προάγγελος και μοναδικός αρχαίος πρόγονος της σύγχρονης επιστήμης, είναι η ποιητική εκδοχή του χαμένου ελληνικού έργου Περί Φύσεως του Επίκουρου, της λαμπρότερης έκφανσης της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας: ένας αριστουργηματικός ύμνος στην ελευθερία από τα δεσμά της θρησκείας, του φόβου, των παθών, της άγνοιας”. Διαβάστε ένα απόσπασμα για τον χρόνο και τα άτομα:

Χρόνος δεν υπάρχει από μόνος του’ μόνο από τα ίδια τα πράγματα βγαίνει η αίσθηση για το τι έγινε στο παρελθόν, τι γίνεται τώρα και τι θ’ ακολουθήσει μετά. Ας το παραδεχτούμε λοιπόν ότι κανείς ποτέ δεν μπόρεσε ν’ αντιληφθεί το χρόνο ξεκομμένο από την κίνηση ή την γαλήνια ακινησία των πραγμάτων.

Τέλος, όταν κάποιοι λένε πως η «αρπαγή της κόρης του Τυνδάρεω» και η «ήττα των Τρώων στον πόλεμο» είναι γεγονότα, ας προσέξουμε να μη μας κάνουν να δεχτούμε ότι τα γεγονότα αυτά έχουν αυτόνομη υπόσταση. Τα χρόνια που πέρασαν έχουν πάρει ανεπιστρεπτί μαζί τους τις ανθρώπινες γενιές για τις οποίες, στ’ αλήθεια, τα γεγονότα εκείνα υπήρξαν συμπτώματα, Γιατί οποιοδήποτε συμβάν μπορούμε κάλλιστα να το χαρακτηρίσουμε σύμπτωμα:-είτε της οικουμένης όλης είτε συγκεκριμένων τόπων.

Και πάλι, αν δεν υπήρχε η ύλη των πραγμάτων, ο χώρος και το κενό όπου συμβαίνει το καθετί, ποτέ δε θα έκαιγε μες στα φρυγικά τα στήθη του Πάρη η ερωτική φλόγα που του άναψε της Ελένης η ομορφιά, και πυροδότησε τον ξακουστό εκείνο κι άσπλαχνο πόλεμο’ μήτε ο Δούρειος Ίππος θα ’χε πυρπολήσει τα Πέργαμα, βγάζοντας νύχτα μεσ’ από τα σωθικά του τους Έλληνες κρυφά απ’ τους Τρώες.

Μπορείς, λοιπόν, να το δεις καθαρά: τα γεγονότα σε καμία περίπτωση δεν έχουν αυτόνομη υπόσταση όπως η ύλη, μήτε υπάρχουν με την έννοια που υπάρχει και το κενό. Σωστότερο θα ήταν να τα ονομάσεις συμπτώματα της ύλης και του χώρου στον οποίο συμβαίνουν.

Τα υλικά σώματα, λοιπόν, είναι εν μέρει πρωταρχικά στοιχεία, και εν μέρει ό,τι προκύπτει από τις ενώσεις των πρωταρχικών στοιχείων. Όμως τα αρχικά στοιχεία των πραγμάτων καμία δύναμη δεν μπορεί να τα εξαλείψει – υπερισχύουν τελικά* γιατί είναι στέρεα και συμπαγή. Κι όμως, σου φαίνεται δύσκολο να πιστέψεις ότι μες στα πράγματα υπάρχει κάποια ουσία συμπαγής’ τους τοίχους των σπιτιών, σκέφτεσαι, τους διαπερνά ο κεραυνός, ο ήχος κι οι φωνές’ το σίδερο στη φωτιά πυρακτώνεται, κι οι βράχοι σκάζουν στο φλογερό καύσωνα’ λυγίζει το σκληρό χρυσάφι δουλεμένο σε μεγάλη θερμότητα, ενώ ο ψυχρός χαλκός λιώνει κι αυτός νικημένος από τη φλόγα’ μέσα απ’ το ασήμι περνά η ζέστη και το διαπεραστικό κρύο’ κι εμείς συχνά έχουμε νιώσει και τη ζέστη και το κρύο, όταν κατά το συνήθιο κρατάμε στο χέρι ένα ποτήρι και μέσα του πέφτουν οι σταγόνες του νερού.

Κι έτσι σου φαίνεται πως δεν υπάρχει πράγμα συμπαγές και αδιαπέραστο. Επειδή όμως ο ορθός λογισμός και η φύση το επιβάλλει, κάνε υπομονή’ με λίγους στίχους θα σου εξηγήσω ότι όντως υπάρχουν σώματα με ουσία συμπαγή και αναλλοίωτη τα οποία, όπως λέει η διδασκαλία μας, είναι σπέρματα και πρωταρχικά στοιχεία των πραγμάτων και από αυτά συνίσταται το σύνολο των πραγμάτων που υπάρχουν σήμερα στο σύμπαν.

Λουκρήτιος – Φραντσέσκο Άγιετς

Κατ’ αρχήν, αφού βρήκαμε ότι η φύση είναι διττή και αποτελείται από δυο πράγματα τελείως ανόμοια μεταξύ τους -δηλαδή την ύλη και το κενό μες στο οποίο συμβαίνουν τα πάντα-, αναγκαστικά προκύπτει ότι και τα δύο έχουν ύπαρξη αυτόνομη και αμιγή’ ο άδειος χώρος που ονομάζουμε «κενό» υφίσταται εκεί όπου δεν υπάρχει ύλη’ κι από την άλλη, εκεί όπου διατηρείται η ύλη δεν μπορεί με κανένα τρόπο να υπάρξει το κενό. Επομένως, τα πρωταρχικά στοιχεία είναι συμπαγή και χωρίς κενό.

Επιπλέον, αφού εμπεριέχεται το κενό μέσα στα δημιουργημένα σώματα, θα πρέπει να το περιβάλλει στέρεη ύλη’ δεν μπορείς λογικά ν’ αποδείξεις ότι υπάρχει πράγμα που μάσα του κρύβει κενό, παρά μόνο αν δεχτείς ότι το κενό περικλείεται από κάτι στέρεο. Και το μόνο πράγμα που έχει τη δυνατότητα να περικλείει το κενό μες στα αντικείμενα, δεν μπορεί παρά να είναι μια συσσώρευση ύλης.

Με δυο λόγια: τη στιγμή που όλα τα σώματα υπόκεινται σε διάλυση, η ίδια η ύλη, που αποτελείται από στέρεα στοιχεία, παραμένει αιώνια.

Έπειτα, αν δεν υπήρχε καθόλου το κενό, το σύμπαν θα ήταν μια στέρεη μάζα’ κι από την άλλη, αν δεν υπήρχαν ορισμένα σώματα για να γεμίζουν το χώρο, τους τόπους που κατέχουν, ολάκερο το σύμπαν θα ήταν μόνο διάστημα, κενός χώρος. Δίχως άλλο, λοιπόν, η ύλη και το κενό αμοιβαία εναλλάσσονται, αφού τίποτα δεν είναι ολωσδιόλου πλήρες μήτε πάλι εντελώς κενό. Υπάρχουν λοιπόν συγκεκριμένα στοιχεία ύλης που χαράζουν τα όρια ανάμεσα στο κενό διάστημα και τον συμπαγή χώρο.

Αυτά τα στοιχεία είναι αδύνατο να τα διαλύσει κάποιο πλήγμα που θα δεχτούν απ’ έξω, κι είναι αδύνατο να διαπεραστούν και να αποσυντεθούν’ με κανένα τρόπο δε γίνεται να διαλυθούν από κάποια δοκιμασία, όπως και σου απέδειξα πριν λίγο. Γιατί είναι προφανές ότι δίχως να υπάρχει το κενό τίποτε δεν μπορεί να συντρίβει ,ούτε να κοπεί και να χωριστεί στα δύο, να πιάσει υγρασία ή να διαπεραστεί από το κρύο και την φωτιά – όλα εκείνα, δηλαδή, που φέρνουν το τέλος των πραγμάτων. Όσο περισσότερο κενό κλείνει μέσα του ένα πράγμα, τόσο πιο βαθιά προσβάλλεται από τα παραπάνω και αρχίζει να καταρρέει.

Αν, λοιπόν, είναι συμπαγή και χωρίς κενό τα αρχικά στοιχεία, όπως έδειξα, τότε κατ’ ανάγκη είναι και αιώνια. Αν δεν ήταν αθάνατη η ύλη, τότε προ πολλού τα πράγματα θα είχαν περιέλθει στην ανυπαρξία και ό,τι βλέπουμε σήμερα μπροστά μας θα είχε ξαναγεννηθεί από το τίποτα. Επειδή όμως, όπως σου έδειξα πιο πριν, τίποτα δεν μπορεί να γεννηθεί από το τίποτα, κι επίσης είναι αδύνατο ό,τι έχει γεννηθεί να επιστρέφει στο τίποτα, τότε θα πρέπει τα αρχικά στοιχεία να αποτελούνται από ουσία αθάνατη, στην οποία να καταλήγει το κάθε τι που διαλύεται σαν έρχεται η τελευταία του στιγμή, έτσι ώστε να υπάρχει αρκετό απόθεμα ύλης για να ξαναγεννιούνται τα πράγματα. Είναι, συνεπώς, τα αρχικά στοιχεία συμπαγή και ενιαία, διαφορετικά δεν θα διατηρούνταν στους αιώνες, ούτε θα συνέχιζαν, χρόνους αμέτρητους τώρα, να ξαναγεννούν τα πράγματα.

Κι έπειτα, αν δεν είχε θέσει η φύση ένα όριο στην διάλυση των πραγμάτων, τότε τα σωματίδια της ύλης θα είχαν τόσο πολύ μειωθεί απ’ τη φθορά στο διάβα των αιώνων, που θα ’ταν αδύνατο να συλλάβουν το παραμικρό και να το φτάσουν στην ακμή της ύπαρξής του μέσα σε ορισμένο χρόνο. Το βλέπουμε άλλωστε, πως γρηγορότερα καταστρέφονται τα πράγματα παρά ξαναγεννιούνται. Έτσι, οτιδήποτε συνέτριψε ο μακρύς, αμέτρητος χρόνος, μες στους αιώνες που πέρασαν φέρνοντας αφανισμό και διάλυση, δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκατασταθεί μες στο χρόνο που απέμεινε.

Όπως έχουν τα πράγματα, όμως, είμαστε σίγουροι ότι έχει τεθεί ένα καθορισμένο τέρμα στην διάλυση των όντων, αφού βλέπουμε πως το κάθε τι ξαναγεννιέται και πως για όλα τα είδη έχουν οριστεί χρονικά όρια μες στα οποία να μπορούν να φτάνουν στην ακμή τους.

Πρόσθεσε εδώ επίσης πως αν και τα υλικά σώματα είναι τελείως συμπαγή, μπορεί παρ’ όλα αυτά να εξηγηθεί πώς γεννιούνται και με ποιες δυνάμεις κινούνται τα μαλακά πράγματα όπως ο αέρας, το νερό, το χώμα κι η φωτιά, άπαξ και σμίξει το κενό με την ύλη.

Από την άλλη, αν τα πρωταρχικά στοιχεία ήταν μαλακά, δεν θα μπορούσαμε να εξηγήσουμε πώς φτιάχτηκαν τα γρανιτένια βράχια και το σίδερο’ θα ’λείπε από τη φύση κάθε θεμέλιο και αφετηρία. Είναι λοιπόν τα πρωταρχικά στοιχεία στέρεα, συμπαγή και αδιαίρετα, κι όσο πιο πυκνές είναι οι ενώσεις τους, τόσο πιο σφιχτά σώματα προκύπτουν, με ανθεκτικές δυνάμεις.

Λουκρήτιος

Πέρα απ’ αυτό, έστω ότι η διάλυση των πραγμάτων δεν έχει όριο’ θα πρέπει παρ’ όλα αυτά να δεχτούμε πως μέχρι τα σήμερα επιβιώνουν κάποια αιώνια στοιχεία μέσα σε σώματα κάθε λογής, χωρίς να έχουν απειληθεί από κανένα κίνδυνο. Κι αν η φύση τους είναι φθαρτή, θα ήταν αντιφατικό να λέμε ότι κατάφεραν -αν και εκτεθειμένα σε αναρίθμητα πλήγματα ανά τους αιώνες-, να επιβιώσουν αιώνια στον χρόνο.

Και πάλι, αφού για κάθε είδος έχει τεθεί όριο στην ανάπτυξη και στη διάρκεια της ζωής, κι οι νόμοι της φύσης ορίζουν το τι μπορεί να πετύχει το κάθε είδος και τι όχι, κι αφού κανένα τους δεν αλλάζει και παραμένουν ίδια και απαράλλαχτα -τόσο που ακόμα και τα διάφορα είδη των πουλιών παρουσιάζουν από γενιά σε γενιά όλα τα γνωρίσματα του είδους τους-, τότε φυσιολογικά τα σώματά τους θα πρέπει να ’ναι από αμετάβλητη ύλη.

Γιατί αν μπορούσαν τα άτομα της ύλης να κατανικηθούν με οποιονδήποτε τρόπο και ν’ αλλοιωθούν, θα ήταν αβέβαιο τι μπορεί να προκύψει από αυτά και τι όχι, κοντολογίς, το πώς καθορίζονται τα όρια της δύναμης κι οι ακρογωνιαίοι λίθοι στο καθετί’ κι ούτε θα μπορούσαν οι νέες γενιές να αναπαράγουν τα φυσικά γνωρίσματα, τους τρόπους, τη ζωή και τις κινήσεις των γονιών τους σύμφωνα με το είδος τους.

Λουκρήτιος, Για την φύση των πραγμάτων

Γιατί είναι τόσο θυμωμένοι στο διαδίκτυο;

Δεν μπορεί κανείς παρά να παρατηρήσει την επιθετικότητα των χρηστών του internet, όχι όμως μόνο στην Ελλάδα. Είναι καλό ή κακό; Ψυχολόγοι, σύμφωνα με το Scientific American λένε πως αυτή η εθιστική ανταλλαγή δηλητηριωδών σχολίων στα κοινωνικά δίκτυα και το internet, θα πρέπει να αποφεύγεται –ή απλά να λογοκρίνεται από τις ιστοσελίδες- γιατί κάνουν κακό στην κοινωνία και την ψυχική υγεία.

Τα σχόλια πια είναι «υπερβολικά επιθετικά, χωρίς να οδηγούν σε κανένα συμπέρασμα» λέει ο Art Markman, καθηγητής ψυχολογίας στο πανεπιστήμιο του Τέξας. «Στο τέλος ενός τέτοιου διαδικτυακού τσακωμού δεν υπάρχει περίπτωση να πιστέψεις ότι κάποιος σε ακούει. Βιώνοντας, λοιπόν, μία δυνατή συναισθηματική εμπειρία που δεν εκτονώνεται με υγιή τρόπο, αυτό δεν μπορεί να είναι για καλό».

Αν, όμως, δεν είναι υγιές και δεν μας προσφέρει ικανοποίηση, γιατί το κάνουμε;

Σύμφωνα με τον Markman, μία ολόκληρη καταιγίδα από παράγοντες προκαλούν την επιθετικότητα και την αγένεια στο κομμάτι των ιστοσελίδων με τα σχόλια. Πρώτα απ’ όλα, συχνά, τα σχόλια είναι ανώνυμα, οπότε οι συγγραφείς τους δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη της αγένειάς τους. Δεύτερον, βρίσκονται σε κάποια απόσταση από τον στόχο του θυμού τους –είτε αυτό είναι το άρθρο που διαβάζουν ή κάποιο σχόλιο στο συγκεκριμένο άρθρο και οι άνθρωποι τείνουμε να ανταγωνιζόμαστε μακρινούς εχθρούς με περισσότερη ευκολία απ’ ότι στην πραγματική ζωή μας, που τα πράγματα ή οι άνθρωποι που μας θυμώνουν βρίσκονται μπροστά μας. Τρίτον, είναι πολύ ευκολότερο να γίνει κάποιος κακός μέσω του γραπτού λόγου, αντί του προφορικού κι αυτό, επίσης, το βιώνουμε σχεδόν όλοι.

Κι επειδή οι διαφωνίες στα πεδία σχολίων των αναρτήσεων δεν γίνονται σε πραγματικό χρόνο, οι σχολιαστές γράφουν ευμεγέθεις μονολόγους που τείνουν να τους βυθίζουν ακόμα περισσότερο στις ακραίες απόψεις τους. «Όταν κάνετε μία συζήτηση με ένα άνθρωπο, ποιος απ’ όλους αυτούς αραδιάζει ένα μεγάλο μονόλογο, εκτός αν είναι ήρωας σε ταινία; Ακόμα κι αν θυμώσετε, οι συζητητές ανταλλάσσουν κουβέντες ο ένας με τον άλλον, με αποτέλεσμα (συνήθως) να ηρεμούν και να ακούν, άρα να έχουν μία πραγματική συζήτηση».

Οι αψιμαχίες στα πεδία των σχολίων επίσης, μπορεί να δώσουν σε κάποιον μία αίσθηση ικανότητας και ικανοποίησης, η οποία φευ, είναι ψευδής. «Συμβαίνουν τόσα πολλά πράγματα στη ζωή μας που μας είναι δύσκολο να βγούμε έξω και να υποστηρίξουμε έναν σκοπό με την φυσική μας παρουσία, πράγμα που κάνει τον ακτιβισμό της πολυθρόνας’ μία πολύ ελκυστική πρόταση», γράφει ένας blogger στην εφημερίδα Daily Kos.

Τέλος, ο Edward Wasserman, καθηγητής της Ηθικής της Δημοσιογραφίας επεσήμανε άλλο ένα λόγο γι αυτό το δηλητήριο που «χύνεται» στα σχόλια: κακά παραδείγματα που έχουν δώσει τα ίδια τα μέσα. «Δυστυχώς, τα Media έχουν κερδίσει άπειρα χρήματα διδάσκοντας τους ανθρώπους να συζητούν με λάθος τρόπους, προσφέροντας πρότυπα όπως ο Jerry Springer, ή τον Bill O’Reilly. Με αυτά τα πρότυπα, οι θεατές συμπεραίνουν πως η οργή είναι ο τρόπος με τον οποίο συζητούνται οι δημόσιες ιδέες», έγραφε ο καθηγητής. «Κι όμως, δεν είναι αυτός ο τρόπος.».

Η ουσία της επικοινωνίας είναι να εισπράττουμε την προοπτική του άλλου, να την κατανοούμε και να απαντάμε. «Ο τόνος της φωνής και οι χειρονομίες έχουν τεράστια επιρροή στην ικανότητά μας να καταλάβουμε τι λέει κάποιος» λέει ο Markman. “Όσο ο διάλογος απομακρύνεται από την πρόσωπο με πρόσωπο συνδιαλλαγή, τόσο πιο δύσκολο είναι να επικοινωνήσουμε».

Κατά τη γνώμη του, τα διαδικτυακά μέσα θα πρέπει να μειώσουν τον θυμό και το μίσος που έχει γίνει κανόνας στις ανταλλαγές σχολίων ανάμεσα στους αναγνώστες. «Έχει μεγάλη αξία να αφήνεις όλες τις πλευρές μίας διαφωνίας να ακουστούν. Δεν έχει καμία αξία όμως να υπάρχουν προσωπικές επιθέσεις, ή να αφήνονται σχόλια που έχουν υπερβολικά θυμωμένο τόνο. Ακόμα κι αν κάποιος εκφράζει μία βάσιμη γνώμη αλλά το κάνει με θυμωμένο τόνο, φθήρει την φύση της διαφωνίας γιατί προσκαλεί και τους υπόλοιπους να απαντούν με αυτό τον τόνο. Αν σε ένα website τα σχόλια που περνούν συμπεριλαμβάνουν προσωπικές επιθέσεις με τον πιο άσχημο τρόπο, στέλνεται έτσι το μήνυμα ότι αυτή είναι μία αποδεκτή ανθρώπινη συμπεριφορά».

Από την δική τους πλευρά, οι αναγνώστες θα πρέπει να αναζητήσουν ανθρώπους με τους οποίους θα συζητούν, στην πραγματική τους ζωή, λέει ο Markman. Και θα είναι χρήσιμο να περιλαμβάνουμε στους κοινωνικούς μας κύκλους ανθρώπους που έχουν διαφορετικές απόψεις από τις δικές μας. «Με αυτό τον τρόπο θα αναπτύξουμε ένα υγιή σεβασμό για τους ανθρώπους που σκέφτονται με διαφορετικό τρόπο», αναφέρει.

Η προσπάθεια να βρούμε λύσεις στα δύσκολα προβλήματα σαν αυτά που μαζεύουν πολλά σχόλια στις ιστοσελίδες, απαιτεί μεγάλες συζητήσεις και συμβιβασμούς. «Η ανταλλαγή απόψεων και η διαπραγμάτευση που κάνουμε σε μία συζήτηση με κάποιον που δεν συμφωνεί μαζί μας, είναι τέχνη», λέει ο Markman. Κι η τέχνη αυτή εκλείπει, τόσο ανάμεσα στο κοινό, όσο ανάμεσα και σε όσους μας κυβερνούν.

Ανθολόγιο Αττικής Πεζογραφίας

ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ, ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΕΝ ΧΕΡΡΟΝΗΣΩ

ΔΗΜ 8.38–42

Ο Φίλιππος είναι εχθρός της Αθήνας και του πολιτεύματός της

Ο ρήτορας, αποκρούοντας τις επιθέσεις της φιλομακεδονικής μερίδας εναντίον του στρατηγού Διοπείθη (βλ. σχετικά ΔΗΜ 8.13–18), αιτιολόγησε τις επιλογές του τελευταίου και επέκρινε για μια ακόμη φορά (βλ. και ΔΗΜ 8.21–23) τους συμπολίτες του, κατηγορώντας τους για ακρισία, αναποφασιστικότητα και αδυναμία εκμετάλλευσης των ευνοϊκών συγκυριών.


[38] Εἰσὶ τοίνυν τινὲς οἳ τότ’ ἐξελέγχειν τὸν παριόντ’ οἴονται,
ἐπειδὰν ἐρωτήσωσι «τί οὖν χρὴ ποιεῖν;» οἷς ἐγὼ μὲν τὸ
δικαιότατον καὶ ἀληθέστατον τοῦτ’ ἀποκρινοῦμαι, ταῦτα μὴ
ποιεῖν ἃ νυνὶ ποιεῖτε, οὐ μὴν ἀλλὰ καὶ καθ’ ἕκαστον ἀκριβῶς
ἐρῶ. καὶ ὅπως, ὥσπερ ἐρωτῶσι προθύμως, οὕτω καὶ ποιεῖν
ἐθελήσουσιν. [39] πρῶτον μέν, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, τοῦτο παρ’
ὑμῖν αὐτοῖς βεβαίως γνῶναι, ὅτι τῇ πόλει Φίλιππος πολεμεῖ
καὶ τὴν εἰρήνην λέλυκεν (καὶ παύσασθε περὶ τούτου κατη-
γοροῦντες ἀλλήλων) καὶ κακόνους μέν ἐστι καὶ ἐχθρὸς ὅλῃ
τῇ πόλει καὶ τῷ τῆς πόλεως ἐδάφει, [40] προσθήσω δὲ καὶ τοῖς
ἐν τῇ πόλει πᾶσιν ἀνθρώποις, καὶ τοῖς μάλιστ’ οἰομένοις αὐτῷ
χαρίζεσθαι (εἰ δὲ μή, σκεψάσθων Εὐθυκράτη καὶ Λασθένη
τοὺς Ὀλυνθίους, οἳ δοκοῦντες οἰκειότατ’ αὐτῷ διακεῖσθαι,
ἐπειδὴ τὴν πόλιν προὔδοσαν, πάντων κάκιστ’ ἀπολώλασιν),
οὐδενὶ μέντοι μᾶλλον ἢ τῇ πολιτείᾳ πολεμεῖ οὐδ’ ἐπιβουλεύει,
καὶ σκοπεῖ μᾶλλον οὐδὲ ἓν τῶν πάντων, ἢ πῶς ταύτην κατα-
λύσει. [41] καὶ τοῦτ’ εἰκότως τρόπον τινὰ πράττει· οἶδεν γὰρ
ἀκριβῶς ὅτι οὐδ’ ἂν πάντων τῶν ἄλλων γένηται κύριος,
οὐδὲν ἔστ’ αὐτῷ βεβαίως ἔχειν, ἕως ἂν ὑμεῖς δημοκρατῆσθε,
ἀλλ’ ἐάν ποτε συμβῇ τι πταῖσμα, ἃ πολλὰ γένοιτ’ ἂν ἀνθρώπῳ,
ἥξει πάντα τὰ νῦν συμβεβιασμένα καὶ καταφεύξεται πρὸς
ὑμᾶς· [42] ἐστὲ γὰρ ὑμεῖς οὐκ αὐτοὶ πλεονεκτῆσαι καὶ κατασχεῖν
ἀρχὴν εὖ πεφυκότες, ἀλλ’ ἕτερον λαβεῖν κωλῦσαι καὶ ἔχοντ’
ἀφελέσθαι δεινοί, καὶ ὅλως ἐνοχλῆσαι τοῖς ἄρχειν βουλο-
μένοις καὶ πάντας ἀνθρώπους εἰς ἐλευθερίαν ἐξελέσθαι
ἕτοιμοι. οὔκουν βούλεται τοῖς ἑαυτοῦ καιροῖς τὴν παρ’
ὑμῶν ἐλευθερίαν ἐφεδρεύειν, οὐδὲ πολλοῦ δεῖ, οὐ κακῶς οὐδ’
ἀργῶς ταῦτα λογιζόμενος.

***
[38] Υπάρχουν αληθώς άνθρωποι οι οποίοι φρονούν ότι θα αποστομώσουν τον ρήτορα εάν τον ερωτήσουν «τι πρέπει λοιπόν να πράξωμεν;» Εις αυτούς εγώ θα απαντήσω τούτο που είναι σύμφωνον με το δίκαιον και με την πλήρη αλήθειαν: να μη πράττετε αυτό που πράττετε τώρα· ή μάλλον θα εισέλθω και εις λεπτομερείας. Και είθε να φανούν τόσον πρόθυμοι διά την δράσιν όσον είναι διά την υποβολήν ερωτήσεων! [39] Προ παντός άλλου, Αθηναίοι πολίται, πρέπει να βάλετε καλά εις τον νουν σας ότι ο Φίλιππος πολεμεί κατά της πόλεώς μας και έχει διαρρήξει την συνθήκην της ειρήνης ―παύσατε δε επί του σημείου αυτού τας εναντίον αλλήλων κατηγορίας― και ότι έχει κακάς προθέσεις και είναι εχθρός ολοκλήρου της πόλεως και του εδάφους της πόλεως, [40] θα προσθέσω δε (ότι είναι εχθρός) και όλων εδώ ανεξαιρέτως, ακόμη και εκείνων οι οποίοι νομίζουν περισσότερον παντός άλλου ότι του είναι ευχάριστοι. Εάν αμφιβάλλουν, ας αναλογισθούν τον Ευθυκράτη και τον Λασθένη τους Ολυνθίους, οι οποίοι, ενώ ενόμιζον ότι ευρίσκονται εις στενωτάτας μετ' αυτού σχέσεις, αφού επρόδωσαν την πόλιν των κατεστράφησαν χειρότερα από κάθε άλλον. Αλλά κυρίως πολεμεί και επιβουλεύεται το πολίτευμά μας, και προ παντός άλλου εις του πολιτεύματος την κατάργησιν αποβλέπει. [41] Και είναι, τρόπον τινά, φυσικόν να πράττη τούτο· διότι γνωρίζει πολύ καλά ότι, και αν όλων των άλλων γίνη κύριος, ουδέν θα κατέχη ασφαλώς, εφ' όσον σεις θα έχετε λαοκρατικόν πολίτευμα· αλλ' εάν ποτέ τού συμβή ατύχημα ―όλα δε συμβαίνουν εις τους ανθρώπους― πάντες εκείνοι που κρατεί σήμερον ηνωμένους διά της βίας θα έλθουν σε σας και θα ριφθούν εις τας αγκάλας σας. [42] Και τούτο διότι σεις δεν είσθε εκ φύσεως πλασμένοι ούτως ώστε να επιθυμήτε την δεσποτείαν ή να κατακρατήτε αυτήν· αλλ' είσθε ισχυροί μόνον και μόνον διά να εμποδίσετε άλλους να την αποκτήσουν και διά να την αφαιρέσετε εάν την κατέχουν, και γενικώς διά να είσθε εμπόδιον εις τους επιθυμούντας την κυριαρχίαν και διά να αποδώσετε την ελευθερίαν εις όλους τους ανθρώπους· διά πάντα ταύτα είσθε πρόθυμοι. Δεν θέλει λοιπόν αυτός η ελευθερία η ιδική σας να ενεδρεύη την κατάλληλον κατ' αυτού ευκαιρίαν· βεβαίως δεν το θέλει, και ο υπολογισμός του αυτός αποδεικνύει ότι βλέπει ορθώς τα πράγματα και δεν αποκοιμάται.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2022

ΟΜΗΡΟΣ: Ὀδύσσεια (9.437-9.499)

Ἦμος δ᾽ ἠριγένεια φάνη ῥοδοδάκτυλος Ἠώς,
καὶ τότ᾽ ἔπειτα νομόνδ᾽ ἐξέσσυτο ἄρσενα μῆλα,
θήλειαι δ᾽ ἐμέμηκον ἀνήμελκτοι περὶ σηκούς·
440 οὔθατα γὰρ σφαραγεῦντο. ἄναξ δ᾽ ὀδύνῃσι κακῇσι
τειρόμενος πάντων ὀΐων ἐπεμαίετο νῶτα
ὀρθῶν ἑσταότων· τὸ δὲ νήπιος οὐκ ἐνόησεν,
ὥς οἱ ὑπ᾽ εἰροπόκων ὀΐων στέρνοισι δέδεντο.
ὕστατος ἀρνειὸς μήλων ἔστειχε θύραζε,
445 λάχνῳ στεινόμενος καὶ ἐμοὶ πυκινὰ φρονέοντι.
τὸν δ᾽ ἐπιμασσάμενος προσέφη κρατερὸς Πολύφημος·
«Κριὲ πέπον, τί μοι ὧδε διὰ σπέος ἔσσυο μήλων
ὕστατος; οὔ τι πάρος γε λελειμμένος ἔρχεαι οἰῶν,
ἀλλὰ πολὺ πρῶτος νέμεαι τέρεν᾽ ἄνθεα ποίης
450 μακρὰ βιβάς, πρῶτος δὲ ῥοὰς ποταμῶν ἀφικάνεις,
πρῶτος δὲ σταθμόνδε λιλαίεαι ἀπονέεσθαι
ἑσπέριος· νῦν αὖτε πανύστατος. ἦ σὺ ἄνακτος
ὀφθαλμὸν ποθέεις, τὸν ἀνὴρ κακὸς ἐξαλάωσε
σὺν λυγροῖς ἑτάροισι, δαμασσάμενος φρένας οἴνῳ,
455 Οὖτις, ὃν οὔ πώ φημι πεφυγμένον ἔμμεν ὄλεθρον.
εἰ δὴ ὁμοφρονέοις ποτιφωνήεις τε γένοιο
εἰπεῖν ὅππῃ κεῖνος ἐμὸν μένος ἠλασκάζει·
τῷ κέ οἱ ἐγκέφαλός γε διὰ σπέος ἄλλυδις ἄλλῃ
θεινομένου ῥαίοιτο πρὸς οὔδεϊ, κὰδ δέ κ᾽ ἐμὸν κῆρ
460 λωφήσειε κακῶν, τά μοι οὐτιδανὸς πόρεν Οὖτις.»
Ὣς εἰπὼν τὸν κριὸν ἀπὸ ἕο πέμπε θύραζε.
ἐλθόντες δ᾽ ἠβαιὸν ἀπὸ σπείους τε καὶ αὐλῆς
πρῶτος ὑπ᾽ ἀρνειοῦ λυόμην, ὑπέλυσα δ᾽ ἑταίρους.
καρπαλίμως δὲ τὰ μῆλα ταναύποδα, πίονα δημῷ,
465 πολλὰ περιτροπέοντες ἐλαύνομεν, ὄφρ᾽ ἐπὶ νῆα
ἱκόμεθ᾽· ἀσπάσιοι δὲ φίλοις ἑτάροισι φάνημεν,
οἳ φύγομεν θάνατον· τοὺς δὲ στενάχοντο γοῶντες.
ἀλλ᾽ ἐγὼ οὐκ εἴων, ἀνὰ δ᾽ ὀφρύσι νεῦον ἑκάστῳ,
κλαίειν· ἀλλ᾽ ἐκέλευσα θοῶς καλλίτριχα μῆλα
470 πόλλ᾽ ἐν νηῒ βαλόντας ἐπιπλεῖν ἁλμυρὸν ὕδωρ.
οἱ δ᾽ αἶψ᾽ εἴσβαινον καὶ ἐπὶ κληῗσι καθῖζον·
ἑξῆς δ᾽ ἑζόμενοι πολιὴν ἅλα τύπτον ἐρετμοῖς.
ἀλλ᾽ ὅτε τόσσον ἀπῆν ὅσσον τε γέγωνε βοήσας,
καὶ τότ᾽ ἐγὼ Κύκλωπα προσηύδων κερτομίοισι·
475 «Κύκλωψ, οὐκ ἄρ᾽ ἔμελλες ἀνάλκιδος ἀνδρὸς ἑταίρους
ἔδμεναι ἐν σπῆϊ γλαφυρῷ κρατερῆφι βίηφι.
καὶ λίην σέ γ᾽ ἔμελλε κιχήσεσθαι κακὰ ἔργα,
σχέτλι᾽, ἐπεὶ ξείνους οὐχ ἅζεο σῷ ἐνὶ οἴκῳ
ἐσθέμεναι· τῷ σε Ζεὺς τίσατο καὶ θεοὶ ἄλλοι.»
480 Ὣς ἐφάμην, ὁ δ᾽ ἔπειτα χολώσατο κηρόθι μᾶλλον·
ἧκε δ᾽ ἀπορρήξας κορυφὴν ὄρεος μεγάλοιο,
κὰδ δ᾽ ἔβαλε προπάροιθε νεὸς κυανοπρῴροιο
τυτθόν, ἐδεύησεν δ᾽ οἰήϊον ἄκρον ἱκέσθαι.
ἐκλύσθη δὲ θάλασσα κατερχομένης ὑπὸ πέτρης·
485 τὴν δ᾽ αἶψ᾽ ἤπειρόνδε παλιρρόθιον φέρε κῦμα,
πλημυρὶς ἐκ πόντοιο, θέμωσε δὲ χέρσον ἱκέσθαι.
αὐτὰρ ἐγὼ χείρεσσι λαβὼν περιμήκεα κοντὸν
ὦσα παρέξ· ἑτάροισι δ᾽ ἐποτρύνας ἐκέλευσα
ἐμβαλέειν κώπῃς, ἵν᾽ ὑπὲκ κακότητα φύγοιμεν,
490 κρατὶ κατανεύων· οἱ δὲ προπεσόντες ἔρεσσον.
ἀλλ᾽ ὅτε δὴ δὶς τόσσον ἅλα πρήσσοντες ἀπῆμεν,
καὶ τότ᾽ ἐγὼ Κύκλωπα προσηύδων· ἀμφὶ δ᾽ ἑταῖροι
μειλιχίοις ἐπέεσσιν ἐρήτυον ἄλλοθεν ἄλλος·
«Σχέτλιε, τίπτ᾽ ἐθέλεις ἐρεθιζέμεν ἄγριον ἄνδρα;
495 ὃς καὶ νῦν πόντονδε βαλὼν βέλος ἤγαγε νῆα
αὖτις ἐς ἤπειρον, καὶ δὴ φάμεν αὐτόθ᾽ ὀλέσθαι.
εἰ δὲ φθεγξαμένου τευ ἢ αὐδήσαντος ἄκουσε,
σύν κεν ἄραξ᾽ ἡμέων κεφαλὰς καὶ νήϊα δοῦρα
μαρμάρῳ ὀκριόεντι βαλών· τόσσον γὰρ ἵησιν.»

***
Κι όταν, την άλλη μέρα ξημερώνοντας, φάνηκε ρόδινη στον ουρανό η Αυγή,
εκείνος τα έβγαλε, για να βοσκήσουν, τα σερνικά του κοπαδιού·
τα θηλυκά, βελάζοντας που δεν τ᾽ αρμέξαν, μείναν στις μάντρες
440 με τους μαστούς τους σπαργωμένους. Ο αφέντης, τυραννισμένος
από τους φριχτούς του πόνους, όλα τα ψηλαφούσε τα κριάρια του στη ράχη,
κι αυτά ορθωμένα στέκονταν μπροστά του·
δεν συλλογίστηκε ο μωρός ποιοι στα μαλλιαρά τους στήθη ήσαν δεμένοι.
Απ᾽ το κοπάδι τελευταίος πήγαινε ο κριός μπροστάρης
προς το πέρασμα, βαρύς απ᾽ το μαλλί του κι από μένα,
που ᾽χε συλλάβει ο νους μου τέτοια τέχνη.
Σ᾽ αυτόν τα χέρια του ακουμπώντας, έτσι του μίλησε ο δυνατός Πολύφημος:
«Κριάρι μου καλό, πώς και γιατί απ᾽ όλο το κοπάδι τελευταίο
βγαίνεις κι αφήνεις τη σπηλιά; Δεν το συνήθιζες πιο πριν
ν᾽ ακολουθείς και να ξεμένεις πίσω· το πρώτο πρώτο ήσουν
από τα γιδοπρόβατά μου που πηλαλώντας έτρεχες να βοσκήσεις
450 τη λουλουδισμένη χλόη· το πρώτο που έφτανες στου ποταμού το ρέμα·
και πάλι πρώτο γύρευες να γυρίσεις στο μαντρί,
σαν έπεφτε το βράδυ. Κι έγινες τώρα το στερνό και τελευταίο!
Μάλλον θ᾽ αποζητάς του αφεντικού το μάτι, που του το τύφλωσε
ο κακός εχθρός κι οι άθλιοι σύντροφοί του, αφού του σκότισε
τον νου με το κρασί, αυτός ο Ούτις —
όχι, μα την αλήθεια, δεν ξέφυγε τον όλεθρό του ακόμη.
Αν να σκεφτείς μπορούσες σαν κι εμένα, μιλιά αν είχες και μιλούσες,
να ομολογήσεις το πού κρύβεται, για να ξεφύγει εκείνος
την οργή μου· τότε, σ᾽ το λέω, θα ράντιζα με τα μυαλά του ολούθε
τη σπηλιά, στο χώμα πάνω θα τον τσάκιζα· λίγο ν᾽ αλάφρωνε η ψυχή μου
460 απ᾽ το κακό, αυτό που μου ᾽κανε ο τιποτένιος Ούτις.»
Έτσι μιλώντας στο κριάρι του, τ᾽ άφησε να τον προσπεράσει.
Τότε κι εμείς, μόλις λιγάκι πιο μακριά βρεθήκαμε
απ᾽ τη σπηλιά και την αυλή, λύθηκα πρώτος από τον κριό,
λύνω μετά και τους συντρόφους.
Όσο πιο γρήγορα μπορούσαμε, τρέχαμε πίσω απ᾽ τα λιγνόποδα βοσκήματα,
θρεμμένα ωστόσο από το πάχος, στρέφοντας συνεχώς το μάτι μας
τριγύρω, ώσπου επιτέλους φτάσαμε στο πλοίο.
Εκεί μας είδαν οι καλοί σύντροφοι με αγαλλίαση,
εμάς που τον ξεφύγαμε τον θάνατο· στέναζαν όμως και θρηνούσαν
για τους άλλους. Κι όμως εγώ, κάνοντας νεύμα στον καθένα,
έδειξα πως δεν πρέπει να θρηνούν· προστάζοντας,
μόλις φορτώσουν τα πολλά καλόμαλλα βοσκήματα στο πλοίο,
470 να ξανοιχτούμε ευθύς στην αλμυρή τη θάλασσα.
Εκείνοι ανέβηκαν αμέσως, κάθησαν στα ζυγά και, καθισμένοι στη σειρά,
με τα κουπιά χτυπούσαν την αφρισμένη θάλασσα.
Πήραμε κάποια απόσταση, τόση ωστόσο που ν᾽ ακούγεται η φωνή,
κι εγώ φώναξα τότε προς τον Κύκλωπα χλευάζοντας:
«Κύκλωπα, δεν σου έμελλε να πέσεις σε δειλό αρχηγό,
που πήγες κι έφαγες στη θολωτή σπηλιά σου τους συντρόφους του
μ᾽ άγρια βία· έπρεπε να πληρώσεις με το παραπάνω τα τόσα
ανόσια έργα σου. Άσπλαχνε εσύ, που δεν φοβήθηκες, μέσα στο σπίτι σου,
τους ξένους να καταβροχθίσεις· γι᾽ αυτό και σε τιμώρησαν
ο Δίας κι οι θεοί.»
480 Έτσι του μίλησα, κι αυτός χολώθηκε μέσα του πιο πολύ.
Κόβει λοιπόν μια κορυφή ψηλού βουνού και πάνω μας τη ρίχνει·
ο βράχος έπεσε μπροστά απ᾽ το καράβι με τη γαλάζια πλώρη,
ακόμη λίγο και θα σύντριβε του τιμονιού την άκρη.
Φουρτούνιασε στο πέσιμο του βράχου η θάλασσα, το κύμα
αγρίεψε και πίσω γύρισε απ᾽ τ᾽ ανοιχτά, το πλοίο παρασύροντας
προς τη στεριά — πήγαμε να καθήσουμε στην άμμο.
Όμως εγώ, στα χέρια πιάνοντας μακρύ κοντάρι,
έσπρωξα πάλι το καράβι προς τα μέσα· συγχρόνως φώναξα στους συντρόφους,
τους παραγγέλλω στα κουπιά να πέσουν, για να γλιτώσουμε απ᾽ το κακό —
κουνώντας το κεφάλι μου τους έδινα ρυθμό
490 κι αυτοί σκυμμένοι στα κουπιά κωπηλατούσαν.
Όταν πια σχίζοντας το κύμα βρεθήκαμε σ᾽ απόσταση από την ακτή,
πες δυο φορές μακρύτερα απ᾽ ό,τι πριν, θέλησα πάλι
να στραφώ στον Κύκλωπα, μόλο που γύρω μου οι σύντροφοί μου γύρευαν
πώς θα με συγκρατήσουν με λόγια μαλακά, καθένας από μέρους του:
«Σκληρέ κι αλύγιστε, τι σ᾽ έπιασε και προκαλείς ένα θεριό,
που τώρα μόλις, ρίχνοντας βράχο στ᾽ ανοιχτά,
έφερε πίσω το καράβι στη στεριά, κι είπαμε έφτασε το τέλος!
Αν κάποιος πάλι του μιλούσε δυνατά, αν άκουγε εκείνος τη φωνή του,
σίγουρα θα μας τσάκιζε όλων τις κεφαλές, θα σύντριβε τα καραβίσια ξύλα,
ρίχνοντας πάνω μας βράχο τραχύ και μυτερό,
αφού μπορεί ακόμη να μας φτάσει.»

Σπείρε αγάπη κι ας μη θερίσεις. Έτσι, για να μοσχοβολάει ο τόπος

Όλοι αναζητάμε την αγάπη, τον ένα και μοναδικό άνθρωπο που θα μας προσφέρει τη ζεστασιά, την προστασία και την ευτυχία που τόσο αναζητάμε. Όταν φανταζόμαστε την ιδανική σχέση τείνουμε να εξιδανικεύουμε όχι μόνο τον σύντροφο που θα έχουμε στη ζωή μας αλλά και την ίδια την αγάπη. Η αγάπη μπορεί να υπάρχει στην καθημερινή μας ζωή μαζί με την ρουτίνα, τα προβλήματα, την βαρεμάρα. Για αυτό μην ξεχνάτε τι είναι πραγματικά η αγάπη:

1.Η αγάπη είναι επιλογή: Η αγάπη διαφέρει από την επιθυμία, το πάθος και άλλα συναισθήματα που διαρκούν συνήθως λίγο αλλά είναι πολύ έντονα. Η αγάπη είναι μια επιλογή. Έχουμε επιλέξει να αγαπάμε κάποιον και κανείς και τίποτα δεν μπορεί να μας πιέσει να αισθανθούμε αγάπη.

2. Η αγάπη δεν είναι παθιασμένη: Η αγάπη δεν είναι ένα συναίσθημα υπερβολικό. Δεν μας οδηγεί να κάνουμε τρελά πράγματα και δεν βγάζει τον κακό μας εαυτό προς τα έξω. Η αγάπη είναι ένα συναίσθημα που μπορούμε να αντέξουμε για αυτό και διαρκεί για πάντα.

3.Η αγάπη χρειάζεται χρόνο για να δημιουργηθεί: Η αγάπη μεταξύ δύο ανθρώπων χρειάζεται αρκετό χρόνο, εμπιστοσύνη και οικειότητα για να δημιουργηθεί. Βασίζεται στον χρόνο που περνάμε με τον σύντροφό μας για να τον γνωρίσουμε, να μοιραστούμε τα ενδιαφέροντά μας και τις απόψεις μας. Η αγάπη εμφανίζεται όταν γνωρίζουμε τον άλλο τόσο καλά ώστε να τον σεβόμαστε για αυτό που είναι και να τον θαυμάζουμε.

4. Αγάπη σημαίνει υπομονή: Για να αγαπήσουμε πρέπει να ξέρουμε να αγαπάμε τον εαυτό μας, να έχουμε υπομονή με τα συναισθήματά μας και τους άλλους. Δεν χρειάζεται να περιμένουμε άμεση αντίδραση ή ανταπόδοση, αλλά αρκεί να αφήσουμε τα πράγματα να κυλήσουν μόνα τους.

5. Η αγάπη απαιτεί δουλειά: Χρειάζεται προσπάθεια και δύο ανθρώπους που δουλεύουν καθημερινά για τη σχέση τους. Έτσι η αγάπη γίνεται πιο δυνατή και δεν εξασθενεί.

6.Η αγάπη απαιτεί την παρουσία μας: Δεν μπορούμε να αγαπάμε κάποιον από ‘απόσταση’. Πρέπει να είμαστε μέρος της ζωής τους, να ακούμε τα προβλήματα τους, να τους βοηθάμε και να προσφέρουμε την συμπαράστασή μας. Η αγάπη δηλώνει το παρόν σωματικά, συναισθηματικά, ψυχικά και πνευματικά.

7. Αγάπη είναι η καλοσύνη: Εάν η αγάπη σας πληγώνει τον άλλο, τότε δεν είναι αγάπη. Αν τον καταπιέζει, δημιουργεί άσχημα συναισθήματα ή καταστάσεις, τότε δεν είναι μια ώριμη αγάπη. Η αγάπη πρέπει να μας κάνει να αισθανόμαστε σιγουριά και να δημιουργεί μια σταθερότητα στη ζωή μας.

8.Η αγάπη δεν είναι εγωιστική: Όταν αγαπάμε σταματάμε να ενδιαφερόμαστε μόνο για τον εαυτό μας. Γινόμαστε ένα με τον άλλο και λειτουργούμε μαζί του σαν μια οντότητα.

9. Η αγάπη δεν είναι ποτέ τέλεια: Η ιδανική αγάπη υπάρχει μόνο στον κινηματογράφο. Η πραγματική αγάπη υπάρχει μαζί με την ρουτίνα, τα προβλήματα και τη βαρεμάρα. Ο συμβιβασμός είναι το κλειδί για μια ευτυχισμένη σχέση όπου υπάρχει αγάπη.

10. Η αγάπη απαιτεί δέσμευση: Πάντα θα υπάρχουν πειρασμοί, όμως όταν δύο άνθρωποι έχουν δεσμευτεί να αγαπούν ο ένας τον άλλο, ξέρουν τον τρόπο για να λειτουργήσει η σχέση τους. Η αληθινή αγάπη δεν μας αφήνει να αναρωτιόμαστε αν ‘υπάρχει κάποιος καλύτερος’ για εμάς αλλά υπάρχει μόνο όταν έχουμε αποφασίσει να μοιραστούμε με ένα άνθρωπο τη ζωή μας.

Αυτό που παραμένει είναι μόνο το πρωτότυπο, όχι το αντίγραφο

Ο Λύκος της στέπας του Έσσε εξηγεί με μαεστρία αυτή τη διπλή ταυτότητα του ανθρώπου, αγελαίου από τη μία μεριά και επαναστάτη και μοναδικού από την άλλη:

Ήταν μια φορά ένα άτομο ονόματι Χάρρυ, αποκαλούμενος ο λύκος της στέπας. Περπάταγε με δυο πόδια, φορούσε ρούχα και ήταν άνθρωπος, αλλά στο βάθος ήταν, πράγματι, ένας λύκος της στέπας. Είχε μάθει πολλά από αυτά που μπορούν να μάθουν τα άτομα με καλή αντίληψη και ήταν ένας άντρας αρκετά έξυπνος. Όμως ένα πράγμα δεν είχε μάθει: να είναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του και με τη ζωή του. Αυτό δεν μπόρεσε να το καταφέρει.

Ίσως αυτό να προερχόταν από το ότι κάθε στιγμή στο βάθος της καρδιάς του ήξερε -ή νόμιζε πως ήξερε- ότι δεν ήταν στ’ αλήθεια άνθρωπος αλλά λύκος της στέπας. Ας ερίζουν οι ευφυείς για το αν ήταν στα αλήθεια λύκος, αν κάποια φορά, ίσως και πριν από την γέννηση του, είχε μεταμορφωθεί χάρη στην τέχνη της μαγείας από λύκο σε άνθρωπο, ή αν είχε γεννηθεί άνθρωπος βεβαίως αλλά προικισμένος με την ψυχή ενός λύκου της στέπας και κατεχόμενος ή κυριευμένος από αυτή, ή, τέλος, αν αυτή η δοξασία ότι είναι λύκος δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα προϊόν της φαντασίας του ή μιας παθολογικής κατάστασης. Επίσης, είναι πιθανόν, για παράδειγμα, αυτός ο άνθρωπος στη νηπιακή του ηλικία να ήταν ίσως άγριος και αδάμαστος και απείθαρχος, και οι εκπαιδευτές του να προσπάθησαν να το σκοτώσουν μέσα του το ζώο και ακριβώς γι’ αυτό να έκαναν να να ριζώσει μέσα του η ιδέα ότι, πράγματι, ήταν ένα ζώο καλυμμένο μόνο από ένα ασθενικό κάλυμμα εκπαίδευσης και ανθρώπινης λογικής.

Το να διατηρούμε τον εσωτερικό κόσμο του λύκου της στέπας μας επιτρέπει να αντιμετωπίζουμε τις αντιξοότητες από μόνοι μας, να καταφεύγουμε στη δική μας δύναμη. Το να ξέρουμε ότι βρισκόμαστε μέσα στο κοπάδι -ότι είμαστε δηλαδή αντίγραφο- ή ότι περπατάμε χωριστά από την ομάδα- ότι είμαστε πρωτότυπο- μας επιτρέπει να ζούμε δυο ζωές που αλληλοσυμπληρώνονται.

Έρμαν Έσσε

Αγάπη και ελευθερία – και οι δυο φτερούγες χρειάζονται

Όταν είσαι μόνος, νιώθεις μοναξιά, νιώθεις να σου λείπει ο άλλος. Η ζωή σου μοιάζει μισή. Χάνει τη χαρά, χάνει τη ροή, το άνθισμα. Παραμένει υποσιτισμένη.

Αν είσαι με άλλον, τότε προκύπτει ένα καινούργιο πρόβλημα, γιατί ο άλλος αρχίζει να καταπατά τον χώρο σου. Αρχίζει να σου βάζει όρους, να ζητάει πράγματα από σένα, αρχίζει να καταστρέφει την ελευθερία σου κι αυτό πληγώνει.

Και μέχρι τώρα η ανθρωπότητα έχει ζήσει με τέτοιο τρελό τρόπο, που μόνο μία ανάγκη μπορείς να ικανοποιήσεις: Μπορείς να είσαι ελεύθερος, μόνον αν εγκαταλείψεις την ιδέα της αγάπης.

Εγκατέλειψε την ιδέα της αγάπης και είσαι ελεύθερος.

Δεν υπάρχει κανένας για να σε εμποδίσει, δεν υπάρχει κανένας για να ανακατευτεί μαζί σου, κανένας για να έχει απαιτήσεις, κανένας για να σε κατέχει. Τότε όμως η ζωή γίνεται κρύα, σχεδόν νεκρή.

Δεν υπάρχει χορός ούτε χαρά ούτε τραγούδι. Όλα τα τραγούδια έχουν εξαφανιστεί, κάθε χαρά έχει πεθάνει. Είναι παράλυτοι. Πώς μπορούν να χορέψουν; Είναι ανάπηροι. Πώς μπορούν να χορέψουν; Δεν υπάρχει τίποτα για να χορέψουν. Οι ενέργειές τους είναι κολλημένες, δεν ρέουν πια. Για τη ροή χρειάζεται ο άλλος. Χωρίς τον άλλο δεν υπάρχει ροή.

Και η πλειοψηφία της ανθρωπότητας έχει προτιμήσει την αγάπη κι έχει εγκαταλείψει την ιδέα της ελευθερίας. Τότε οι άνθρωποι ζουν σαν σκλάβοι. Ο άντρας έχει υποβιβάσει τη γυναίκα σε πράγμα, σε είδος και το ίδιο έχει κάνει και η γυναίκα με τον δικό της επιδέξιο τρόπο: Έχει καταδυναστεύσει όλους τους συζύγους.

Ο άντρας έχει υποβιβάσει τη γυναίκα σε σκλάβα και η γυναίκα έχει υποβιβάσει τον άντρα σε σκλάβο. Και φυσικά και οι δύο μισούν τη σκλαβιά και οι δύο της αντιστέκονται. Συνεχώς μάχονται και με την παραμικρή αφορμή αρχίζει η μάχη.

Στο βάθος όμως βρίσκεται η πραγματική μάχη: Η πραγματική μάχη βρίσκεται στο ότι και οι δύο αποζητούν την ελευθερία. Δεν μπορούν να το πουν τόσο ξεκάθαρα, μπορεί ακόμη και να το έχουν ξεχάσει εντελώς.

Για χιλιάδες χρόνια, αυτός είναι ο τρόπος που έχουν ζήσει οι άνθρωποι. Έχουν δει τον πατέρα τους και τη μητέρα τους να έχουν ζήσει με τον ίδιο τρόπο, έχουν δει τους παππούδες τους να έχουν ζήσει με τον ίδιο τρόπο… Μ’ αυτόν τον τρόπο ζουν οι άνθρωποι, τον έχουν αποδεχτεί. Η ελευθερία τους έχει καταστραφεί.

Είναι σαν να προσπαθούμε να πετάξουμε στον ουρανό με ένα φτερό. Μερικοί άνθρωποι έχουν το φτερό της αγάπης και μερικοί έχουν το φτερό της ελευθερίας. Και οι δύο είναι ανίκανοι να πετάξουν. Χρειάζονται και τα δύο φτερά.

Η αγάπη είναι φυσική ανάγκη. Είναι σαν το φαγητό. Αν πεινάς, φυσικά θα αισθάνεσαι μια βαθιά ανησυχία. Χωρίς αγάπη, η ψυχή σου πεινάει. Η αγάπη είναι η τροφή της ψυχής.

Όπως ακριβώς το σώμα χρειάζεται φαγητό, νερό και αέρα, έτσι και η ψυχή χρειάζεται αγάπη. Αλλά η ψυχή χρειάζεται και ελευθερία. Και είναι ένα από τα πιο περίεργα πράγματα το ότι δεν έχουμε δεχθεί ακόμη αυτό το γεγονός.

Αν αγαπάς, δεν υπάρχει ανάγκη να σου καταστρέψουν την ελευθερία σου. Και τα δύο μπορούν να συνυπάρχουν, δεν υπάρχει ανταγωνισμός μεταξύ τους. Εξαιτίας της ανοησίας μας έχουμε δημιουργήσει ανταγωνισμό.

Γι’ αυτό οι μοναχοί νομίζουν πως οι εγκόσμιοι άνθρωποι είναι ανόητοι και κατά βάθος οι εγκόσμιοι άνθρωποι ξέρουν πως οι μοναχοί είναι ανόητοι, γιατί χάνουν όλες τις χαρές της ζωής.

Μάλλον θα πρέπει να αλλάξεις τη νοοτροπία σου σχετικά με την αγάπη και την ελευθερία. Αγάπα τον άλλο, δώσε του όμως ολοκληρωτική ελευθερία. Αγάπα τον άλλο, ξεκαθάρισέ του όμως από την πρώτη κιόλας στιγμή πως δεν πουλάς την ελευθερία σου.

Επέμενε για ελευθερία και μη χάνεις την αγάπη! Δεν υπάρχει ανάγκη. Δεν υπάρχει φυσική έχθρα ανάμεσα στην ελευθερία και την αγάπη. Πρόκειται απλώς για μια καλλιεργημένη εχθρότητα. Φυσικά, επί αιώνες έχει γίνει έτσι, οπότε το έχεις συνηθίσει, έχει γίνει κατεστημένο.

Όταν είσαι απελευθερωμένος, θα μπορέσεις να δεις την ομορφιά της αγάπης και της ελευθερίας μαζί. Είναι οι δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν πραγματικά αγαπάς το άτομο, θα του δώσεις απόλυτη ελευθερία. Αυτό είναι ένα δώρο αγάπης. Και όταν υπάρχει ελευθερία, τότε η αγάπη ανταποκρίνεται απεριόριστα.

Όταν δίνεις ελευθερία σε κάποιον, του έχεις δώσει το μεγαλύτερο δώρο και τότε
η αγάπη έρχεται σε σένα τρέχοντας.

Η αγάπη είναι μια βασική ανάγκη, όσο βασική είναι η ελευθερία, οπότε και οι δύο χρειάζεται να ικανοποιηθούν. Και ένας άνθρωπος γεμάτος από αγάπη και ελευθερία είναι ένα από τα πιο όμορφα φαινόμενα στον κόσμο. Και όταν συναντιόνται δύο πρόσωπα τέτοιας ομορφιάς, τότε η σχέση τους δεν είναι καθόλου σχέση. Είναι σύνδεσμος. Είναι μια συνεχής ροή, σαν του ποταμού. Συνεχώς κατευθύνεται προς μεγαλύτερα ύψη.

Όταν ένα ώριμο άτομο είναι μόνο του, νιώθει πληρότητα. Όταν ένα ώριμο άτομο δίνει αγάπη, τη δίνει χωρίς κανένα κίνητρο, απλώς τη δίνει. Και όταν ένα ώριμο άτομο δίνει αγάπη, αισθάνεται ευγνωμοσύνη που έχεις δεχθεί την αγάπη. Δεν προσδοκεί να είσαι ευγνώμων γι’ αυτό, όχι, καθόλου, ούτε και χρειάζεται τις ευχαριστίες σου. Σε ευχαριστεί που δέχθηκες την αγάπη του.

Και όταν δύο ώριμα άτομα είναι ερωτευμένα, συμβαίνει ένα από τα μεγαλύτερα παράδοξα της ζωής, ένα από τα πιο όμορφα φαινόμενα: Είναι μαζί κι όμως απίστευτα μόνοι. Είναι τόσο πολύ μαζί, που είναι σχεδόν σαν ένα.

Η ενότητά τους όμως δεν καταστρέφει την ατομικότητά τους, στην πραγματικότητα, την εντείνει: Γίνονται περισσότερο άτομα. Δύο ερωτευμένα ώριμα άτομα βοηθούν το ένα το άλλο να γίνουν περισσότερο ελεύθερα. Δεν υπεισέρχεται καμία πολιτική ούτε διπλωματία, καμία προσπάθεια για κυριαρχία. Πώς μπορείς να δυναστεύεις το άτομο που αγαπάς;

Σκέψου το μονάχα. Η κυριαρχία είναι ένα είδος μίσους, θυμού, εχθρότητας. Πώς μπορείς να δυναστεύσεις το άτομο που αγαπάς; Θα ήθελες να δεις το άτομο τελείως ελεύθερο, ανεξάρτητο, οπότε θα του δώσεις περισσότερη ατομικότητα.

Γι’ αυτό το αποκαλώ το μεγαλύτερο παράδοξο: Είναι τόσο πολύ μαζί, ώστε να γίνονται σχεδόν ένα, όμως, μέσα σ’ αυτή την ενότητα, παραμένουν ακόμη άτομα. Οι προσωπικότητές τους δεν εξαλείφονται, εξυψώνονται περισσότερο. Ο σύντροφός τους τους έχει εμπλουτίσει σε ό, τι αφορά την ελευθερία τους.

Όταν ερωτεύονται οι ανώριμοι άνθρωποι, καταστρέφουν την ελευθερία του άλλου, υποδουλώνουν, φυλακίζουν. Όταν ερωτεύονται τα ώριμα άτομα, βοηθούν ο ένας τον άλλο να είναι ελεύθεροι, βοηθούν ο ένας τον άλλο να καταστρέψουν κάθε είδους υποδούλωση. Και όταν η αγάπη ρέει με ελευθερία, υπάρχει ομορφιά. Όταν όμως ρέει με εξάρτηση, υπάρχει ασχήμια.

Να θυμάσαι, η ελευθερία έχει μεγαλύτερη αξία από την αγάπη. Οπότε, αν η αγάπη καταστρέφει την ελευθερία, τότε δεν αξίζει. Η αγάπη μπορεί και να παραληφθεί.

Η ελευθερία πρέπει να διασωθεί. Η ελευθερία έχει μεγαλύτερη αξία. Και χωρίς ελευθερία δεν μπορείς ποτέ να είσαι χαρούμενος. Αυτό είναι αδύνατον! Η ελευθερία είναι επιθυμία κάθε άντρα και κάθε γυναίκας.

Απόλυτη ελευθερία! Πέρα για πέρα ελευθερία! Έτσι, οτιδήποτε καταστρέφει την ελευθερία, ο άλλος αρχίζει να το μισεί.

Πράγματι, όταν δύο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι, δεν θα πρέπει να μένουν μαζί όλο το εικοσιτετράωρο. Είναι πάρα πολύ βλαβερό για εκείνους κι ακόμη περισσότερο είναι βλαβερό για την ίδια την αγάπη.

Οι άνθρωποι σκοτώνουν και καταστρέφουν την αγάπη τους με το να μένουν μαζί τόσο πολύ, γιατί στο βάθος κάτι παραβιάζεται. Ο καθένας χρειάζεται ένα συγκεκριμένο χώρο και οι εραστές αναμιγνύονται υπερβολικά, ο ένας στη ζωή του άλλου, χωρίς να το γνωρίζουν. Αγαπούν, έτσι θέλουν να προσκολλούνται και ν’ αναμιγνύονται με το καθετί. Και να πώς καταστρέφεται κάθε αγάπη.

Η αγάπη μπορεί να είναι υπερβολικά όμορφη, όταν δεν καταστρέφεται. Αν καταστρέφεται, μπορεί να γίνει η μεγαλύτερη κόλαση που υπάρχει.

Αν ζεις για πάρα πολύ καιρό μόνος, βαριέσαι. Δεν υπάρχει διέγερση. Μονάχα εσύ και εσύ και εσύ. Είναι μονότονο, μία και μοναδική νότα. Θέλεις μια αλλαγή, λίγο καρύκευμα. Ο άλλος φέρνει την αλλαγή, φέρνει έναν άλλο κόσμο μέσα στο δικό σου κι αυτό είναι χρήσιμο.

Έτσι, όταν αισθάνεσαι την ανάγκη του άλλου, αναζήτησέ τον. Και μόλις νιώσεις ότι η ανάγκη έχει εκπληρωθεί, επέστρεψε στο δικό σου κόσμο. Οι εραστές μπορούν να μάθουν αυτό το ρυθμό: Να είναι ο καθένας μόνος του, αλλά και να συνυπάρχουν. Και συνεχώς να κινούνται ανάμεσα στα δύο.

Αν το άλλο πρόσωπο σ’ αγαπά, θα σεβαστεί την ανάγκη σου να μείνεις μόνος, και αν το αγαπάς, θα σεβαστείς την ανάγκη του. Η εναλλακτική λύση βρίσκεται ανάμεσα στην αγάπη και στη μη αγάπη.

Αν δεν αφήνεις χώρο στο άλλο πρόσωπο, τότε, σιγά-σιγά αυτό γίνεται δυστυχισμένο και θα δραπετεύσει τελείως. Λοιπόν, δώσε του λίγο χώρο, μην προσκολλάσαι και τότε η ερωτική σχέση μπορεί να γίνει κάτι μόνιμο. Μπορεί να συνεχίζεται και να συνεχίζεται, αν το σχοινί είναι αρκετά μακρύ.

Αν το σχοινί είναι πολύ κοντό, αργά ή γρήγορα ο ένας αισθάνεται φυλακισμένος και μόλις έρθει αυτό το συναίσθημα, τότε η ελευθερία γίνεται πιο σημαντική από την αγάπη.

Η ελευθερία δεν είναι πιο σημαντική από την αγάπη, αλλά την αισθάνεσαι έτσι, αν η ίδια η αγάπη γίνει μια φυλακή. Αν η αγάπη συνεχίζει να ξεχειλίζει από ελευθερία, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα.

Το πρόβλημα προκύπτει γιατί νομίζουν ότι εσύ προσπαθείς να δραπετεύσεις και ότι η αγάπη θα καταστραφεί, οπότε φοβούνται και προσκολλώνται περισσότερο. Όσο περισσότερο προσκολλώνται, τόσο περισσότερο αρχίζεις να δραπετεύεις. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Εφόσον η κατανόηση ρέει μεταξύ σας, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Είμαστε εδώ για να κάνουμε ο ένας τον άλλο ευτυχισμένο, όχι δυστυχισμένο. Αν κάνεις τον άλλο ευτυχισμένο, η δική σου ευτυχία αυξάνεται και ο άλλος στο ανταποδίδει ατελείωτα. Μπορεί να συνεχίσει να αντανακλάται με χίλιους δυο τρόπους.

Υπάρχει ένα από τα πιο βαθιά ριζωμένα προβλήματα σε κάθε σχέση άντρα – γυναίκας. Ο άντρας έχει περισσότερη ανάγκη από ελευθερία, παρά από αγάπη και η γυναίκα έχει περισσότερη ανάγκη από αγάπη, παρά από ελευθερία. Δεν είναι μόνο δικό σου πρόβλημα. Αποτελεί πρόβλημα για όλο τον κόσμο, για κάθε ζευγάρι.

Η γυναίκα δεν ανησυχεί καθόλου για ελευθερία. Είναι έτοιμη να γίνει σκλάβα αν κάνει και τον άλλο σκλάβο. Είναι έτοιμη να κάνει οποιαδήποτε δέσμευση, αν δεσμευτεί και ο άλλος. Είναι έτοιμη να ζήσει σε μια φυλακή, αν κι ο άλλος είναι έτοιμος να ζήσει σ’ ένα σκοτεινό κελί.

Και ο άντρας είναι έτοιμος να θυσιάσει ακόμη και την αγάπη του, αν ριψοκινδυνεύει η ελευθερία του. Θα ήθελε να ζήσει στον ανοιχτό ουρανό, ακόμη και μόνος, δεν πειράζει. Θα ήθελε να ζει σε μια αγαπημένη σχέση, αυτή όμως γίνεται σκοτεινή φυλακή. Λοιπόν αυτό είναι το πρόβλημα.

Αν έχουν κατανόηση, τα βρίσκουν. Αυτός μειώνει λίγο την ανάγκη του για ελευθερία και η γυναίκα την ανάγκη της για δέσμευση και κτητικότητα και έρχονται σε ισορροπία. Τότε, η γυναίκα χρειάζεται πενήντα τοις εκατό αγάπη, πενήντα τοις εκατό δέσμευση και ο άνδρας πενήντα τοις εκατό αγάπη, πενήντα τοις εκατό ελευθερία. Τότε υπάρχει μια δυνατότητα για κατανόηση και ανάπτυξη.

Αν εσύ ζητάς εκατό τοις εκατό δέσμευση κι εκείνος ζητάει εκατό τοις εκατό ελευθερία, τότε θα υπάρχει συνεχής διαμάχη και διαπληκτισμοί και γκρίνια κι αυτό είναι άσχημο. Και ποιό είναι το νόημα όλου αυτού; Βρίσκεις κάποιον άλλον. Εσύ μπορεί να βρεις κάποιον που να θέλει να είναι δεσμευμένος και ο άλλος μπορεί να βρει κάποια που να του επιτρέπει την ελευθερία του.

Η παροχή της ελευθερίας πρέπει να γίνεται χωρίς όρους. Με ή χωρίς σεξ, δεν είναι εκεί το θέμα. Όταν δίνεις στο άλλο άτομο το δικό του χώρο, τον δίνεις ολοκληρωτικά, χωρίς περιορισμούς. Δεν πρόκειται για ένα μακρύ σχοινί, δεν υπάρχει σχοινί. Αν με την ελευθερία εννοείς ένα μακρύ σχοινί, αυτό δεν είναι ελευθερία. Είναι απλά εξυπνάδα και πανουργία και δεν πρόκειται να σε βοηθήσει. Δίνεις χώρο και ελευθερία, αλλά συνεχίζεις να ελπίζεις πως δεν θα θεωρηθεί δεδομένο. Εδώ βρίσκεται και η σύγχυση, γι’ αυτό αισθάνεσαι ανισορροπία. Δίνουμε ελευθερία στον άλλο, με την ιδέα ότι ο άλλος δεν πρόκειται να τη χρησιμοποιήσει. Στο βάθος συνεχίζουμε να ελπίζουμε ότι ο άλλος θα αισθάνεται υποχρεωμένος σε μας, ότι θα μας ερωτευθεί περισσότερο. Δίνουμε ελευθερία, αλλά με τη βαθιά ασυνείδητη ελπίδα πως ο άλλος δεν πρόκειται να τη χρησιμοποιήσει. Αν ο άλλος τη χρησιμοποιήσει, τότε δημιουργείται το πρόβλημα.

Δώσε απόλυτη ελευθερία. Το να κάνεις κάποιον να αισθάνεται ένοχος, είναι αμαρτία.

Δεν υπάρχει άλλη αμαρτία σαν αυτή. Ακρωτηριάζει τους ανθρώπους, τους παραλύει. Λοιπόν πες στον άλλο να είναι τελείως ελεύθερος και να μην αισθάνεται καμία ενοχή.

Από τη στιγμή που το έχεις αποδεχτεί, θα αισθανθείς μια πάρα πολύ βαθιά ελευθερία μέσα σου, γιατί αυτός είναι ένας βασικός νόμος: Αν μπορείς να δώσεις ελευθερία στους άλλους, τότε την έχεις κι εσύ. Και δεν υπάρχει τίποτα σαν την ελευθερία.

Αν δεν δίνεις ελευθερία στους άλλους, τότε δεν την έχεις, δεν μπορείς να την έχεις. Όσο περισσότερο τη δίνεις, τόσο περισσότερο την έχεις. Όσο πιο λίγο δίνεις, τόσο πιο λίγο έχεις.

Είναι δίκοπο μαχαίρι. Κόβει κι απ’ τις δυο πλευρές. Δίνεις ελευθερία στον άλλο κι αμέσως είσαι ελεύθερος. Προσπάθησε να δημιουργήσεις μια δέσμευση, μια κτητικότητα γύρω απ’ τον άλλο και είσαι κι εσύ δεμένος, είσαι σκλάβος. Είναι αμοιβαίο.

Μπορείς να βρίσκεσαι κοντά σε κάποιον με δύο τρόπους. Μπορείς να υποχρεωθείς με το νόμο, με τη συνείδηση, με την ενοχή, με τη θρησκεία, με την αστυνομία. Τότε βρίσκεσαι κοντά, αλλά δεν είσαι κοντά. Μόνο με το σώμα βρίσκεσαι κοντά. Υπάρχει ένα άλλο πλησίασμα, που προκύπτει από την ελευθερία. Και οι δύο σύντροφοι είναι ελεύθεροι να είναι όσο μακριά θέλουν, παρά ταύτα διαλέγουν να είναι κοντά. Είναι μια επιλογή που πηγάζει από απόλυτη ελευθερία. Έχει μια διαφορετική ευωδιά. Δεν έχει να κάνει μ’ αυτόν τον κόσμο! Σχεδόν πρόκειται για κάτι από άλλον κόσμο.

Γι’ αυτό απλά δέξου το και δέξου το με χαρά. Νιώσε χαρούμενος, που μπόρεσες να της προσφέρεις τέτοια ελευθερία.

Το ψυχικό κόστος της συνεργασίας με ψυχοπαθείς στο εταιρικό περιβάλλον

Οι εταιρικοί ψυχοπαθείς κοστίζουν στην οικονομία δισεκατομμύρια δολάρια, όχι μόνο μέσω της απάτης και άλλων εγκλημάτων, αλλά και μέσω της ψυχολογικής και οργανωτικής ζημιάς που αφήνουν πίσω τους, καθώς ανεβαίνουν στην εταιρική ιεραρχία.

Η ζωή των ατόμων που ξεφεύγει από τα φυσιολογικά πλαίσια, μπορεί να φαίνεται ιδιαίτερα συναρπαστική, είτε αυτά πρωταγωνιστούν σε ψυχολογικά θρίλερ, είτε σε αληθινές εγκληματικές ιστορίες. Και πάνω από όλα, οι ψυχοπαθείς.

Ωστόσο, αν δουλεύει κανείς μαζί ή για ένα ψυχοπαθή, τότε δεν είναι σίγουρα διασκεδαστικό.

Γενικά, η έρευνα συμφωνεί ότι το 1% του πληθυσμού είναι ψυχοπαθητικό. Αυτό σημαίνει ότι δεν μπορούν να αναπτύξουν το φυσιολογικό εύρος συναισθημάτων, δεν έχουν ενσυναίσθηση για τους άλλους και είναι πιο διατεθειμένοι σε αντικοινωνική και ανεμπόδιστη συμπεριφορά.

Μεταξύ φυλακισμένων, το ποσοστό με ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά εκτιμάται από 15% έως 20%. Οι ψυχοπαθείς, όμως, εκπροσωπούνται και δυσανάλογα στον επιχειρηματικό κόσμο. Μεταξύ των υψηλότερων κλιμάκων των μεγάλων οργανισμών, το ποσοστό ψυχοπάθειας εκτιμάται στο 3,5%. Μερικές εκτιμήσεις σχετικά με τα ανώτατα στελέχη είναι πολύ υψηλότερα.

Μόνο τις τελευταίες δεκαετίες, η έρευνα σχετικά με την ψυχοπάθεια άρχισε να αντικατοπτρίζει το κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο των μη εγκληματικών εταιρικών ψυχοπαθών. Η έρευνα υποστηρίζει ότι οι εταιρικοί ψυχοπαθείς κοστίζουν στην οικονομία δισεκατομμύρια δολάρια, όχι μόνο μέσω της απάτης και άλλων εγκλημάτων, αλλά και μέσω της ψυχολογικής και οργανωτικής ζημιάς που αφήνουν πίσω τους, καθώς ανεβαίνουν στην εταιρική ιεραρχία.

Τρυπώντας με ύπουλα μέσα

Οι ψυχοπαθείς, συνήθως, δεν έχουν ενσυναίσθηση ή τύψεις. Είναι εγωκεντρικοί, χειριστικοί, χωρίς συναισθήματα, παραπλανητικοί, ανέντιμοι και αυτάρεσκοι.

Επίσης, όμως, είναι άφοβοι και με αυτοπεποίθηση, κάτι που τους βοηθά να παρουσιάζονται ως δυνητικά επινοητικοί υπάλληλοι και να κερδίζουν τη θέση.

Στην πραγματικότητα είναι δύσκολο να αντιληφθούμε οποιαδήποτε κατάσταση, όπου ένας οργανισμός θα ωφεληθεί από την πρόσληψη κάποιου με ψυχοπαθητικές τάσεις. Μόλις βρεθούν στη θέση τους, ο συνδυασμός των χαρακτηριστικών τους συχνά θα τους οδηγήσει να αναπτύξουν ανήθικη και εκμεταλλευτική συμπεριφορά, αγνοώντας τους κανόνες που επιτρέπουν την αρμονική συνεργασία μεταξύ των ατόμων.

Διάφοροι μελετητές έχουν περιγράψει πώς οι εταιρικοί ψυχοπαθείς:
  • Χρησιμοποιούν την οργανωτική αναδιάρθρωση για να αποδυναμώσουν πιθανές απειλές.
  • Τρομοκρατούν τους συναδέλφους, ώστε να υπακούν.
  • Διαδίδουν φήμες για να υπονομεύσουν τους ανταγωνιστές.
  • Αναπτύσσουν «τεχνικές διαχείρισης εντυπωσιασμού των ανώτερων», ώστε να δείχνουν αυτοπεποίθηση.
  • Δικαιολογούν την κακή συμπεριφορά ως «σκληρές αποφάσεις που έπρεπε να ληφθούν».
Τι προβλέπει ο νόμος

Η ψυχοπάθεια δεν είναι παράνομη. Ο μόνος τομέας, όπου ο νόμος παρεμβαίνει με βάση μιας ψυχολογικής διάγνωσης, είναι όταν η ψυχική ασθένεια θεωρείται ότι θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια του ίδιου του ατόμου ή άλλων. Η ψυχοπάθεια είναι μια διαταραχή της προσωπικότητας, και όχι ψυχική ασθένεια. Δεν υπάρχει νομική λύση για ψυχοπαθητικές συμπεριφορές που δεν ανέρχονται σε επίπεδο ενός αδικήματος απόλυσης – όπως απάτη, κλοπή ή σεξουαλική παρενόχληση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να περιοριστεί η ζημιά που μπορεί να προκαλέσει ένας ψυχοπαθής, υιοθετώντας πιο αυστηρά πρότυπα συμπεριφοράς. Ο εκφοβισμός και η παρενόχληση είναι εμφανή προειδοποιητικά σημάδια άλλων τοξικών συμπεριφορών στην εργασιακή κουλτούρα. Η καταγραφή μιας τέτοιας συμπεριφοράς πρέπει να είναι ένα χτύπημα κατά της εξουσίας που ασκεί στους άλλους.

Η αλήθεια είναι η καλύτερη άμυνα

Η πρώτη και κύρια γραμμή άμυνας κατά των εταιρικών ψυχοπαθών πρέπει να είναι η πρόληψη.

Δεν υπάρχει σίγουρος τρόπος να αποφύγετε την πρόσληψη ενός ψυχοπαθούς, αλλά το κλειδί για τη μείωση του κινδύνου είναι η «επιφυλακτική επιμέλεια», δηλαδή ο έλεγχος των ισχυρισμών που κάνει ένας υποψήφιος για εργασία.

Οι ψυχοπαθείς έχουν ένα φυσικό πλεονέκτημα σε οποιαδήποτε επιφανειακή διαδικασία πρόσληψης, λόγω της χαμηλότερης αναστολής τους σχετικά με τη διεκδίκηση προσόντων, εμπειριών και ικανοτήτων που δε διαθέτουν και να λάβουν έπαινο για μια δουλειά που δεν έκαναν.

Επομένως, αξίζει να επαληθευτούν τα απαιτούμενα προσόντα του υποψήφιου, να επαληθευτούν όλοι οι προφορικοί και γραπτοί ισχυρισμοί, και να ελεγχθεί ως προς την ειλικρίνειά του, τη φιλαλήθειά του και την ικανότητά του να εμπιστευτεί, όπου χρειάζεται.

Μπορεί να έχει μια εντυπωσιακή αναφορά από έναν προηγούμενο διευθυντή, αλλά τι γίνεται με τους άλλους συναδέλφους; Κάποιος με κατώτερο ρόλο στην υπό εξέταση πρόσληψη, είναι πιο πιθανό να έχει δει τον πραγματικό χαρακτήρα του ατόμου, από έναν προηγούμενο διευθυντή.

Η υποβολή δύσκολων ερωτήσεων πριν από την πρόσληψη, αναμφισβήτητα, γίνεται πιο σημαντική, όσο πιο υψηλή είναι η θέση. Σε ένα ευρύ φάσμα αναγνωρίζουμε όλο και περισσότερο τις συνέπειες της μη σοβαρής αντιμετώπισης των καταγγελιών. Ο καπνός δεν ισοδυναμεί με φωτιά, αλλά όταν ένα άτομο είναι υπεύθυνο για μια φωτιά, είναι πιθανό να έχει ανάψει και άλλες.

Ο εταιρικός ψυχοπαθής είναι ένας συναρπαστικός, αλλά και επικίνδυνος, χαρακτήρας. Καθώς κατανοούμε πόση ζημιά μπορεί να προκαλέσει, κατανοούμε, επίσης, ότι δεν είναι ένας χαρακτήρας που πρέπει να μελετήσουμε από κοντά.

Ίσως αυτό είναι το παλαιότερο όνομα στον κόσμο

Οι άνθρωποι αποκαλούν ο ένας τον άλλον με ονόματα πιθανώς εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια από τότε που τα πρώτα ανθρώπινα όντα εξελίχθηκαν από τον Homo heidelbergensis και μετανάστευσαν από την Αφρική.

Δεν ξέρουμε πώς ακούγονταν αυτά τα πρώτα ονόματα, επειδή δεν υπήρχε μέθοδος εγγραφής ήχων. Η γραφή δεν θα εφευρέθηκε παρά πολύ αργά στην ανθρώπινη ιστορία, περίπου πριν από 5.500 χρόνια στην αρχαία Μεσοποταμία. Οι Σουμέριοι ήταν οι πρώτοι που ανέπτυξαν ένα σενάριο για την καταγραφή πληροφοριών. Γνωστό ως σφηνοειδής γραφή, χρησιμοποιούσε έναν συνδυασμό από εικόνες και σύμβολα για να καταγράψει γεγονότα και αριθμούς, όπως επιχειρηματικές συναλλαγές.

Για παράδειγμα, αυτό το πήλινο δισκίο (δες εικόνα) που ανακτήθηκε από την αρχαία πόλη των Σουμερίων Ουρούκ και χρονολογείται από 3.100 χρόνια, περιγράφει λεπτομερώς μια συναλλαγή κριθαριού με αυτά τα εικονογράμματα:

Στο κεντρικό κάτω μέρος του δισκίου υπάρχει ένα φύλλο κριθαριού. Στα αριστερά του βρίσκεται ένα κτίριο με καμινάδα, πιθανότατα ζυθοποιείο. Στα αριστερά του είναι πάλι ένα δέμα τώρα μέσα σε ένα δοχείο, που αντιπροσωπεύει ότι το κριθάρι πρόκειται να μετατραπεί σε μπύρα. Η σχετική ποσότητα σημειώνεται πάνω από την εικόνα. Αριστερά είναι η χρονική περίοδος που χαρακτηρίζεται από 3 κυκλικές τρύπες και επτά μικρές κοιλότητες. Συνολικά, το αρχείο μάλλον λέει: «29.086 μέτρα ελήφθησαν σε διάστημα 37 μηνών».

Επάνω αριστερά πάνω από το αγγείο με το κριθαρένιο δεμάτι, υπάρχουν δύο σύμβολα που σχηματίζουν τη λέξη “KU-SIM”. Με βάση την τοποθέτησή τους στο τέλος της πρότασης, έχει προταθεί ότι το Kushim είναι ένα όνομα, το όνομα του ατόμου ή του λογιστή που έλαβε το κριθάρι. Αν συμβαίνει αυτό, το Kushim θα μπορούσε να είναι το πρώτο όνομα που γνωρίζουμε από την ιστορία!

Ωστόσο, το Kushim θα μπορούσε επίσης να ήταν ο γενικός τίτλος ενός αξιωματούχου ή ενός επαγγέλματος παρά το όνομα του ατόμου. Είναι δύσκολο να προσδιοριστεί εάν τέτοιοι συνδυασμοί σημείων υποδηλώνουν ένα άτομο, το γραφείο του ατόμου ή ακόμα και ένα ολόκληρο ίδρυμα. Το όνομα Kushim εμφανίζεται σε 18 ξεχωριστές ταμπλέτες αυτής της περιόδου.