Ένας από τους σπουδαιότερους Έλληνες φιλοσόφους, ο Αριστοτέλης, συνόψισε σε λίγες γραμμές το πόσο δύσκολο είναι να θυμώσει κανείς όταν πρέπει, όσο πρέπει και με το άτομο που πρέπει. Όσον αφορά τις εpωτικές μας σχέσεις, σίγουρα έχεις κι εσύ κάποιον φίλο ή φίλη, εσένα φυσικά δε θα σου έχει συμβεί -ας κάνουμε ότι σε πιστεύουμε- που εξαρχής αρνιόταν να ξεκαθαρίσει πράγματα που τον ενοχλούσαν στη σχέση του και τα μάζευε μέσα του.
Φοβόταν μήπως ακουστεί υστερική ή τρελός και δεν ήθελε με τίποτα να έρθει σε σύγκρουση με τον άλλο άνθρωπο, ώσπου έφτασε η μέρα να βγουν όλα στη φόρα. Και όταν έγινε αυτό ο άλλος έμεινε άφωνος από το τι κρυβόταν πίσω από την φαινομενική ηρεμία του συντρόφου του.
Ωστόσο, σχεδόν πάντα ο θυμός μας είναι η κορυφή του παγόβουνου και όχι το παγόβουνο. Η καθημερινότητα, οι έντονοι ρυθμοί ζωής, τα όνειρα που έχουμε συχνά απωθημένα κάπου βαθιά στην ψυχή και στο μυαλό μας τείνουν να συσσωρεύονται και να μας προκαλούν τόσο έντονο άγχος που εκφράζεται μέσα από βίαια ξεσπάσματα, που κατευθύνονται όχι πάντοτε προς τους άλλους. Το να θυμώσει κανείς, όπως και το να εκφράσει ελεύθερα τα συναισθήματά του, δεν είναι μεμπτό. Εκείνο, όμως, που οφείλει να αναρωτηθεί είναι, γιατί θυμώνει, πόσο και προς ποιον εκδηλώνεται -στην πραγματικότητα- ο θυμός του.
Μια απλή ερώτηση, του τύπου «γιατί εκνευρίστηκα τώρα» ή «ποια είναι η αιτία της έκρηξης μου», θα μας δώσει ό,τι ακριβώς χρειαζόμαστε για τη μικρή μας ενδοσκόπηση, που θα πρέπει να έπεται ή ιδανικά να προηγείται του θυμού. Ξέρω πως ορισμένοι θα βρείτε παρηγοριά σε εναλλακτικές θεραπείες, γιόγκα, διαλογισμό ή και συζήτηση με τον πνευματικό, ώστε να προσπαθήσετε να διαχειριστείτε καταστάσεις έντονης συναισθηματικής φόρτισης και θυμού. Και καλά θα κάνετε! Τις ώρες που θα μείνετε μόνοι, όμως, κάντε μια συζήτηση με τον εαυτό σας και δείτε τι πραγματικά σας κάνει ευέξαπτους. Μήπως δε φταίει ο σύντροφός σας, αλλά το ότι θα θέλατε να έχετε περισσότερο χρόνο μαζί; Η μεταξύ σας συζήτηση ίσως σας διαφωτίσει. Μήπως θυμηθήκατε που εκείνο το καλοκαίρι πήγε διακοπές με τις φίλες της δέκα μέρες; Μήπως οι πολλές ώρες στο γραφείο σημαίνουν ελάχιστο χρόνο για τη σχέση σας ή ο χρόνος είναι αρκετός αλλά λίγο ποιοτικός; Εάν απαντήσατε σε κάτι από αυτά θετικά, δεν είναι ανησυχητικό! Ανησυχητικό θα γίνει εάν κάτι δεν αλλάξει προς το καλύτερο. Το μυστικό είναι να είμαστε εξαρχής ο εαυτός μας, να λέμε τι δε μας αρέσει και τι όχι και να μη συσσωρεύουμε ό,τι μας δυσαρεστεί. Γιατί εάν δεν το κάνουμε αυτό εξαρχής, μετά θα είναι αργά. Τη σχέση μπορεί να τη σώσουμε, τον έντονο καβγά όμως δε θα τον αποφύγουμε.
Κάτι άλλο που πρέπει να προσέξουμε είναι οι προσδοκίες που έχουμε απ’ στο ταίρι μας. Πολύ συχνά ξεκινάμε μια σχέση αναμένοντας να μας δώσει αυτά που θεωρούμε πως έχουμε ανάγκη. Έτσι, όσο περνάει ο καιρός και το άλλο μας μισό δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μας τόσο εμείς εκνευριζόμαστε και περιμένουμε μέχρι να καταλάβει ως δια μαγείας τις επιθυμίες μας. Μα, φταίει ο σύντροφός μας για τις δικές μας ελπίδες ή εμείς που αναμέναμε πράγματα εν αγνοία του και αισθανθήκαμε στην πορεία ότι αυτά δεν καλύπτονται;
Επιπλέον, ο θυμός ενίοτε μας εξωθεί να επικρίνουμε τον άλλο περισσότερο από όσο θα ήταν αποδεκτό και υγιές σε μια σχέση. Για παράδειγμα, όταν προσπαθούμε με το παραμικρό να την πούμε στο ταίρι μας, ίσως είναι γιατί έχουμε θυμώσει με τη συμπεριφορά ή τα λεγόμενά του και επιλέγουμε να το εκφράσουμε άμεσα.
Ο αρχαίος μας φιλόσοφος είχε δίκιο! «Ο καθένας μπορεί να θυμώσει, είναι εύκολο. Αλλά να θυμώσεις με τον σωστό άνθρωπο, στο σωστό βαθμό, για τον σωστό λόγο, τη σωστή στιγμή και με τον σωστό τρόπο, αυτό δεν είναι καθόλου εύκολο». Είμαστε άνθρωποι με συναισθήματα, ανάγκες και επιθυμίες και μακάρι να έχουμε τέτοια επαφή με εμάς που να μας βοηθήσει να ελαττώσουμε την επιθετικότητά μας. Για να το επιτύχουμε αυτό, αρκεί να παρακολουθούμε τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, να περιορίσουμε τις προσδοκίες και τις επικρίσεις μας και να μη φοβόμαστε να είμαστε ο εαυτός μας.
Παρασκευή 4 Δεκεμβρίου 2020
Καθώς μεγαλώνετε, συνειδητοποιείτε ότι μερικές μάχες δεν αξίζουν τον κόπο
Καθώς περνάει ο καιρός, συνειδητοποιούμε ότι μερικές μάχες δεν αξίζουν τον κόπο. Αφήνουμε πίσω μας πολλές συζητήσεις, όνειρα που είχαμε στα νιάτα μας ακόμα και ορισμένους ανθρώπους.
Αντί να θεωρούμε αυτά τα γεγονότα ως απώλειες, θα πρέπει να τα βλέπουμε για ό,τι πραγματικά είναι: πράγματα τα οποία επενδύσαμε με πολλές ελπίδες, όμως στη συνέχεια συνειδητοποιήσαμε ότι στην πραγματικότητα δεν άξιζε να δώσουμε μάχες γι’ αυτά.
Η προσωπική ανάπτυξη, η ωρίμανση και η πορεία στη ζωή, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζουν με την περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη συναρμολόγηση ενός παζλ.
Κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου της ζωής μας, αρκούμαστε στον να προσπαθούμε να ταιριάξουμε μεταξύ τους αταίριαστα κομμάτια του παζλ.
Μόνο ο χρόνος και η εκ των υστέρων γνώση μας κάνουν να δούμε τελικά την αλήθεια, ότι δηλαδή υπάρχουν πράγματα και άνθρωποι που ανήκουν σε χάρτες διαφορετικούς από το δικό μας.
Σας προτείνουμε να σκεφτείτε πάνω σε αυτό διαβάζοντας παρακάτω.
Μερικές φορές είναι απαραίτητο να χάσουμε τις μάχες που δεν αξίζουν τον κόπο.
Κατά τα νεανικά μας χρόνια, έρχονται στο δρόμο μας πολλά πράγματα χωρίς να τα επιλέγουμε. Είναι σαν να κατεβαίνουμε έναν οργισμένο ποταμό, νευρικοί και γεμάτοι ζωή.
Ένα παράδειγμα νεανικού σφάλματος που κάνουμε είναι το να ερωτευόμαστε το πρώτο άτομο που βλέπουμε και μας συνεπαίρνει.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι το να δημιουργούμε φιλίες με ανθρώπους μονάχα επειδή τους βλέπουμε συχνά. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να είναι συμμαθητές ή φίλοι φίλων. Η αποδοχή αυτών των ανθρώπων ως φίλων μοιάζει με την περίπτωση στην οποία σας σερβίρουν ένα γεύμα που τελικά δεν σας αρέσει αλλά το τρώτε για να μην απογοητεύσετε το άτομο που το μαγείρεψε.
Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου της ζωής μας, ενεργούμε έτσι επειδή έχουμε μόνο ένα στόχο: να ενταχθούμε σε μια κοινότητα, με άλλα λόγια να προσαρμοστούμε στο περιβάλλον μας.
Αυτό ακριβώς κάνουν οι έφηβοι, οι οποίοι κάνουν τα πρώτα τους βήματα στη ζωή αναζητώντας την έγκριση άλλων ανθρώπων. Αυτό περιλαμβάνει το να ακούνε ό,τι λένε οι άλλοι και να κάνουν ό,τι κάνουν οι άλλοι.
Να θυμάστε ότι οι τολμηροί άνθρωποι δεν αφιερώνουν όλες τις προσπάθειές τους σε κάτι χωρίς να παίρνουν τίποτα ως αντάλλαγμα.
Ωστόσο, καθώς μεγαλώνουμε, τα πράγματα αλλάζουν. Έρχεται μια μέρα που γινόμαστε επιλεκτικοί με τους φίλους μας ή με τις μάχες που δίνουμε -πολύ επιλεκτικοί. Με άλλα λόγια, ξέρουμε ακριβώς τι θέλουμε και ποιους δεν θέλουμε στη ζωή μας.
Ποιότητα αντί ποσότητας
Τελικά, έρχεται η μέρα που έχουμε λίγους αληθινούς φίλους αντί για πολλούς ψεύτικους.
Κοιτάζουμε πίσω ενώ αξιολογούμε τα συναισθήματά μας. Ωστόσο το σωστό είναι να ακούμε τι μας λέει η καρδιά μας, καθώς αυτό μας βοηθάει να αναγνωρίσουμε ορισμένα πράγματα. Για παράδειγμα:
Τελικά συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν πτυχές της ζωής που πιστεύαμε ότι ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, όμως τώρα συνειδητοποιούμε ότι δεν ήταν.
Για παράδειγμα, αν προηγουμένως συνηθίζατε να δίνετε αξία στο να έχετε μια επιτυχημένη κοινωνική ζωή και πολλούς φίλους, τώρα εκτιμάτε τις μικρότερες ομάδες φίλων.
Αν γεμίζατε το κεφάλι σας με πολλά τρελά σχέδια, τώρα εστιάζετε σε ένα στόχο κάθε φορά.
Είναι επίσης πιθανό να δώσατε μάχες που σας άφησαν πόνο. Για παράδειγμα, ίσως θέλατε να σας αγαπήσει κάποιο άτομο, να αναγνωριστείτε από την οικογένειά σας, να δείξετε σε όλους ότι ήσασταν αρκετά καλοί…
Ωστόσο, τώρα εγκαταλείπετε αυτές τις μάχες. Αυτό συμβαίνει επειδή είστε πιο σοφοί. Επιπλέον ακολουθείτε τη διαίσθησή σας, που σας λέει να μη συνεχίσετε να δίνετε μάχες για πράγματα που σας απομακρύνουν από τον αυθεντικό εαυτό σας.
Χρειάζεται να δείξετε μόνο σε ένα άτομο ότι είστε αρκετά καλοί και αυτό το άτομο είστε εσείς. Αν ορισμένοι άνθρωποι δεν σας αγαπούν, το τελευταίο πράγμα που πρέπει να κάνετε είναι να ικετεύετε για αγάπη.
Ωριμότητα σημαίνει προσωπική εξέλιξη
Υπάρχουν μάχες που δεν αξίζουν καθόλου να δίνονται.
Το να δίνετε τέτοιου είδους μάχες είναι σαν να έρχεστε σε αντίφαση με τον εαυτό σας. Επιπλέον, είναι σαν να προσπαθείτε να κάνετε ορισμένους ανθρώπους να αλλάξουν γνώμη ή να γίνουν κάποιοι που θα θέλατε να είναι.
Όταν ωριμάζουμε, συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν μονοπάτια που δεν πρέπει να ακολουθήσουμε, ειδικά εκείνα τα οποία μας λένε οι άλλοι να ακολουθήσουμε, τα οποία πηγαίνουν ενάντια στην ίδια την ουσία μας.
Τελικά η προσωπική εξέλιξη συνεπάγεται το να λέμε με θάρρος τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε, χωρίς να φοβόμαστε τι θα σκεφτούν ή θα πουν οι άλλοι.
Για να ακολουθήσουμε το δικό μας μονοπάτι, πρέπει να κόψουμε τους δεσμούς με ορισμένους ανθρώπους και να τερματίσουμε ορισμένες συνδέσεις. Αυτό σημαίνει να εγκαταλείψουμε ό,τι μας φέρνει δάκρυα και πολλές μάχες.
Αυτό το κάνουμε για να κερδίσουμε κάτι πιο σημαντικό: αξιοπρέπεια.
Δεν είναι εύκολο να κάνουμε αυτά τα προσωπικά βήματα. Για παράδειγμα, υπάρχουν ακόμα πολλοί άνθρωποι που συνεχίζουν να δίνουν αδύνατες μάχες με πράγματα που τους καταστρέφουν και μειώνουν την αυτοεκτίμησή τους.
Πώς να εγκαταλείψετε τις μάχες που δεν αξίζουν τον κόπο;
Καταρχάς, δεν πρόκειται για κάτι εύκολο. Απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να ξεφύγετε από αυτά τα προσωπικά πεδία μάχης.
Δυστυχώς, μερικές φορές πιστεύουμε ότι η αξιοπρεπής επιλογή είναι να συνεχίσουμε να δίνουμε μάχες για αδύνατες σχέσεις.
Για παράδειγμα, όλοι έχουμε φίλους με τους οποίους περνάμε χρόνο αλλά οι οποίοι συνεχίζουν να μας προδίδουν ξανά και ξανά. Άλλα παραδείγματα είναι τα εξής:
Λέμε στον εαυτό μας ότι, ως καλό παιδί, πρέπει να δίνουμε τα πάντα στην οικογένειά μας. Ωστόσο πολλές από αυτές τις μάχες είναι ήδη χαμένες επειδή, όχι μόνο μας φέρνουν πόνο, αλλά και επειδή οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν θα αλλάξουν ποτέ, παρόλο που εμείς πιστεύουμε το αντίθετο.
Αν και είναι οδυνηρό, μερικές φορές είναι καλύτερα να ξεκόψουμε από ορισμένους ανθρώπους στη ζωή μας και να βγούμε από αυτά τα «τοξικά περιβάλλοντα» που καταστρέφουν την αυτοεκτίμησή μας. Έχετε υπόψη σας ότι εκείνοι που σας πληγώνουν περισσότερο απλώς δεν σας αγαπούν.
Να θυμάστε ότι οι τολμηροί άνθρωποι δεν αφιερώνουν όλες τις προσπάθειές τους σε κάτι χωρίς να παίρνουν τίποτα ως αντάλλαγμα.
Αντί αυτού, είναι ικανοί να δίνουν τις μάχες που αξίζουν τον κόπο σε αυτή τη ζωή: τις μάχες για τη δική τους ευτυχία και για την ευτυχία των αγαπημένων τους προσώπων.
Αντί να θεωρούμε αυτά τα γεγονότα ως απώλειες, θα πρέπει να τα βλέπουμε για ό,τι πραγματικά είναι: πράγματα τα οποία επενδύσαμε με πολλές ελπίδες, όμως στη συνέχεια συνειδητοποιήσαμε ότι στην πραγματικότητα δεν άξιζε να δώσουμε μάχες γι’ αυτά.
Η προσωπική ανάπτυξη, η ωρίμανση και η πορεία στη ζωή, όσο περνάει ο καιρός, μοιάζουν με την περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένη συναρμολόγηση ενός παζλ.
Κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης περιόδου της ζωής μας, αρκούμαστε στον να προσπαθούμε να ταιριάξουμε μεταξύ τους αταίριαστα κομμάτια του παζλ.
Μόνο ο χρόνος και η εκ των υστέρων γνώση μας κάνουν να δούμε τελικά την αλήθεια, ότι δηλαδή υπάρχουν πράγματα και άνθρωποι που ανήκουν σε χάρτες διαφορετικούς από το δικό μας.
Σας προτείνουμε να σκεφτείτε πάνω σε αυτό διαβάζοντας παρακάτω.
Μερικές φορές είναι απαραίτητο να χάσουμε τις μάχες που δεν αξίζουν τον κόπο.
Κατά τα νεανικά μας χρόνια, έρχονται στο δρόμο μας πολλά πράγματα χωρίς να τα επιλέγουμε. Είναι σαν να κατεβαίνουμε έναν οργισμένο ποταμό, νευρικοί και γεμάτοι ζωή.
Ένα παράδειγμα νεανικού σφάλματος που κάνουμε είναι το να ερωτευόμαστε το πρώτο άτομο που βλέπουμε και μας συνεπαίρνει.
Ένα άλλο παράδειγμα είναι το να δημιουργούμε φιλίες με ανθρώπους μονάχα επειδή τους βλέπουμε συχνά. Για παράδειγμα, οι άνθρωποι αυτοί θα μπορούσαν να είναι συμμαθητές ή φίλοι φίλων. Η αποδοχή αυτών των ανθρώπων ως φίλων μοιάζει με την περίπτωση στην οποία σας σερβίρουν ένα γεύμα που τελικά δεν σας αρέσει αλλά το τρώτε για να μην απογοητεύσετε το άτομο που το μαγείρεψε.
Κατά τη διάρκεια αυτού του σταδίου της ζωής μας, ενεργούμε έτσι επειδή έχουμε μόνο ένα στόχο: να ενταχθούμε σε μια κοινότητα, με άλλα λόγια να προσαρμοστούμε στο περιβάλλον μας.
Αυτό ακριβώς κάνουν οι έφηβοι, οι οποίοι κάνουν τα πρώτα τους βήματα στη ζωή αναζητώντας την έγκριση άλλων ανθρώπων. Αυτό περιλαμβάνει το να ακούνε ό,τι λένε οι άλλοι και να κάνουν ό,τι κάνουν οι άλλοι.
Να θυμάστε ότι οι τολμηροί άνθρωποι δεν αφιερώνουν όλες τις προσπάθειές τους σε κάτι χωρίς να παίρνουν τίποτα ως αντάλλαγμα.
Ωστόσο, καθώς μεγαλώνουμε, τα πράγματα αλλάζουν. Έρχεται μια μέρα που γινόμαστε επιλεκτικοί με τους φίλους μας ή με τις μάχες που δίνουμε -πολύ επιλεκτικοί. Με άλλα λόγια, ξέρουμε ακριβώς τι θέλουμε και ποιους δεν θέλουμε στη ζωή μας.
Ποιότητα αντί ποσότητας
Τελικά, έρχεται η μέρα που έχουμε λίγους αληθινούς φίλους αντί για πολλούς ψεύτικους.
Κοιτάζουμε πίσω ενώ αξιολογούμε τα συναισθήματά μας. Ωστόσο το σωστό είναι να ακούμε τι μας λέει η καρδιά μας, καθώς αυτό μας βοηθάει να αναγνωρίσουμε ορισμένα πράγματα. Για παράδειγμα:
Τελικά συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν πτυχές της ζωής που πιστεύαμε ότι ήταν ιδιαίτερα σημαντικές, όμως τώρα συνειδητοποιούμε ότι δεν ήταν.
Για παράδειγμα, αν προηγουμένως συνηθίζατε να δίνετε αξία στο να έχετε μια επιτυχημένη κοινωνική ζωή και πολλούς φίλους, τώρα εκτιμάτε τις μικρότερες ομάδες φίλων.
Αν γεμίζατε το κεφάλι σας με πολλά τρελά σχέδια, τώρα εστιάζετε σε ένα στόχο κάθε φορά.
Είναι επίσης πιθανό να δώσατε μάχες που σας άφησαν πόνο. Για παράδειγμα, ίσως θέλατε να σας αγαπήσει κάποιο άτομο, να αναγνωριστείτε από την οικογένειά σας, να δείξετε σε όλους ότι ήσασταν αρκετά καλοί…
Ωστόσο, τώρα εγκαταλείπετε αυτές τις μάχες. Αυτό συμβαίνει επειδή είστε πιο σοφοί. Επιπλέον ακολουθείτε τη διαίσθησή σας, που σας λέει να μη συνεχίσετε να δίνετε μάχες για πράγματα που σας απομακρύνουν από τον αυθεντικό εαυτό σας.
Χρειάζεται να δείξετε μόνο σε ένα άτομο ότι είστε αρκετά καλοί και αυτό το άτομο είστε εσείς. Αν ορισμένοι άνθρωποι δεν σας αγαπούν, το τελευταίο πράγμα που πρέπει να κάνετε είναι να ικετεύετε για αγάπη.
Ωριμότητα σημαίνει προσωπική εξέλιξη
Υπάρχουν μάχες που δεν αξίζουν καθόλου να δίνονται.
Το να δίνετε τέτοιου είδους μάχες είναι σαν να έρχεστε σε αντίφαση με τον εαυτό σας. Επιπλέον, είναι σαν να προσπαθείτε να κάνετε ορισμένους ανθρώπους να αλλάξουν γνώμη ή να γίνουν κάποιοι που θα θέλατε να είναι.
Όταν ωριμάζουμε, συνειδητοποιούμε ότι υπάρχουν μονοπάτια που δεν πρέπει να ακολουθήσουμε, ειδικά εκείνα τα οποία μας λένε οι άλλοι να ακολουθήσουμε, τα οποία πηγαίνουν ενάντια στην ίδια την ουσία μας.
Τελικά η προσωπική εξέλιξη συνεπάγεται το να λέμε με θάρρος τι θέλουμε και τι δεν θέλουμε, χωρίς να φοβόμαστε τι θα σκεφτούν ή θα πουν οι άλλοι.
Για να ακολουθήσουμε το δικό μας μονοπάτι, πρέπει να κόψουμε τους δεσμούς με ορισμένους ανθρώπους και να τερματίσουμε ορισμένες συνδέσεις. Αυτό σημαίνει να εγκαταλείψουμε ό,τι μας φέρνει δάκρυα και πολλές μάχες.
Αυτό το κάνουμε για να κερδίσουμε κάτι πιο σημαντικό: αξιοπρέπεια.
Δεν είναι εύκολο να κάνουμε αυτά τα προσωπικά βήματα. Για παράδειγμα, υπάρχουν ακόμα πολλοί άνθρωποι που συνεχίζουν να δίνουν αδύνατες μάχες με πράγματα που τους καταστρέφουν και μειώνουν την αυτοεκτίμησή τους.
Πώς να εγκαταλείψετε τις μάχες που δεν αξίζουν τον κόπο;
Καταρχάς, δεν πρόκειται για κάτι εύκολο. Απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για να ξεφύγετε από αυτά τα προσωπικά πεδία μάχης.
Δυστυχώς, μερικές φορές πιστεύουμε ότι η αξιοπρεπής επιλογή είναι να συνεχίσουμε να δίνουμε μάχες για αδύνατες σχέσεις.
Για παράδειγμα, όλοι έχουμε φίλους με τους οποίους περνάμε χρόνο αλλά οι οποίοι συνεχίζουν να μας προδίδουν ξανά και ξανά. Άλλα παραδείγματα είναι τα εξής:
Λέμε στον εαυτό μας ότι, ως καλό παιδί, πρέπει να δίνουμε τα πάντα στην οικογένειά μας. Ωστόσο πολλές από αυτές τις μάχες είναι ήδη χαμένες επειδή, όχι μόνο μας φέρνουν πόνο, αλλά και επειδή οι συγκεκριμένοι άνθρωποι δεν θα αλλάξουν ποτέ, παρόλο που εμείς πιστεύουμε το αντίθετο.
Αν και είναι οδυνηρό, μερικές φορές είναι καλύτερα να ξεκόψουμε από ορισμένους ανθρώπους στη ζωή μας και να βγούμε από αυτά τα «τοξικά περιβάλλοντα» που καταστρέφουν την αυτοεκτίμησή μας. Έχετε υπόψη σας ότι εκείνοι που σας πληγώνουν περισσότερο απλώς δεν σας αγαπούν.
Να θυμάστε ότι οι τολμηροί άνθρωποι δεν αφιερώνουν όλες τις προσπάθειές τους σε κάτι χωρίς να παίρνουν τίποτα ως αντάλλαγμα.
Αντί αυτού, είναι ικανοί να δίνουν τις μάχες που αξίζουν τον κόπο σε αυτή τη ζωή: τις μάχες για τη δική τους ευτυχία και για την ευτυχία των αγαπημένων τους προσώπων.
Τα μεγαλύτερα ψυχολογικά μας τα ‘χει περάσει η οικογένεια μας
Τα βιώματά μας είναι αυτά που μας κάνουν αυτό που είμαστε. Καλά ή άσχημα μας διαμορφώνουν. Επηρεαζόμαστε από αυτά υποσυνείδητα ή συνειδητά. Τα ερεθίσματά μας γίνονται παραδείγματα προς μίμηση ή προς αποφυγή.
Κάπως έτσι γίνεται και με την οικογένειά μας κι ειδικά στη σχέση μας με τους γονείς μας. Πολλές φορές τους έχουμε στο μυαλό μας σαν αυθεντίες, αλλά ξεχνάμε πως κι εκείνοι είναι κοινοί θνητοί, που σίγουρα κουβαλούν κατάλοιπα απ’ τους δικούς τους γονείς, κάτι που μας περνάνε άθελά τους.
Μας μεταφέρουν δικά τους συμπλέγματα και φοβίες, μας επικρίνουν διαρκώς ή μας τοποθετούν σε ένα περιβάλλον υπερπροστατευτικότητας, με θετική διάθεση κι αγνές προθέσεις, μα με καταστροφικές πρακτικές συνέπειες για την ψυχική μας υγεία.
Το θέμα είναι κατά πόσο μας επηρεάζουν όλα αυτά τα βιώματα των γονιών μας και πώς τα περνάμε στις μετέπειτα σχέσεις μας κι εμείς οι ίδιοι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν υπάρχει manual στο πώς να γίνεις ο τέλειος γονιός ή πώς να συμπεριφερθείς στο παιδί σου. Επομένως είναι απόλυτα λογικό οι γονείς κι εμείς αργότερα ίσως, αν κάνουμε παιδιά, να περάσουμε, συχνά ασυνείδητα, πράγματα και τραύματα στα παιδιά μας. Είναι τα πρώτα άτομα που ερχόμαστε σε επαφή απ’ την αρχή της ζωής μας και τα πρώτα άτομα που μιμούμαστε.
Με πολύ απλές φράσεις, αλλά και πολύ ασήμαντες γι’ αυτούς πράξεις, μας κάνουν ίσως συχνά να νιώθουμε άσχημα με τον εαυτό μας ή μας περνούν λάθος πρότυπα, σeξιστικά ή ρατσιστικά. Όλα αυτά, φυσικά, δε γίνονται συνειδητά ούτε σκόπιμα, αλλά μέσω μικρών κι επαναλαμβανόμενων στάσεών τους, που συναντάμε απ’ την πολύ παιδική μας ηλικία.
Για παράδειγμα, κάποιος σχολιασμός που μπορεί να ακούσουμε για ένα πρόσωπο του κοινωνικού μας περιβάλλοντος ή ακόμη και κάποιο τηλεοπτικό πρόσωπο. Μέσω τέτοιων πολύ μικρών γεγονότων ίσως να μας περάσουν κι εμάς αντίστοιχες πεποιθήσεις που αργότερα θα μας επηρεάσουν στην κοινωνική μας ζωή.
Η αγάπη που θα νιώσει ένα παιδί απ’ τους γονείς του συνήθως θα είναι ανάλογη με αυτή που το παιδί αργότερα θα εκφράσει στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Αν ένα παιδί έχει λάβει μια αγάπη που βασίζεται στην εξάρτηση και στην εμμονή, τότε πιθανότερο να εκφράσει αργότερα στη ζωή του ένα ανάλογο ή παρόμοιο τρόπο αγάπης. Το ίδιο και με την αδιαφορία, τη ζήλια, την ανιδιοτέλεια κι όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά.
Κουβαλάμε μέσα μας για πάντα τους γονείς μας κι όσα εκείνοι μας πέρασαν μέσα απ’ την διαπαιδαγώγηση που λάβαμε. Είναι λογικό, λοιπόν, αν δεν το έχουμε σκεφτεί εμείς οι ίδιοι, να περνάμε στους ανθρώπους που έχουμε γύρω μας όσα ψυχολογικά χαρακτηριστικά πήραμε από εκείνους. Κι αν πρόκειται για θετικά χαρακτηριστικά έχει καλώς, τι γίνεται όμως όταν πρόκειται για αρνητικά κατάλοιπα του παρελθόντος;
Εκεί έρχεται η ανάγκη για προσωπική αυτοβελτίωση κι αναζήτηση. Εκεί είναι που εμείς πρέπει να κάτσουμε με τον εαυτό μας και να αναρωτηθούμε τι πρέπει να κρατήσουμε και τι να αφήσουμε στο παρελθόν. Είναι, λοιπόν, ώρα να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο με τους γονείς μας κι όσα εκείνοι μας εμφύτεψαν. Όχι γιατί δεν τους αγαπάμε ή δεν τους εκτιμάμε, αλλά γιατί είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι από εκείνους κι οφείλουμε να διαφοροποιηθούμε και να βελτιωθούμε, να στηριχτούμε στις καθαρά δικές μας απόψεις και να διαμορφώσουμε την αποκλειστικά προσωπική μας στάση ζωής.
Μπορεί τα χαρακτηριστικά που μας πέρασαν οι γονείς μας για την εποχή, την κοινωνία και το περιβάλλον που εκείνοι μεγάλωναν να ήταν τα κατάλληλα, όμως οι εποχές αλλάζουν, ευτυχώς, εξελίσσονται κι απαιτούν όσο το δυνατόν γρηγορότερη βελτίωση.
Ίσα-ίσα αν οι γονείς μας μάς δουν να διαφοροποιούμαστε, να αφήνουμε πίσω τα ψυχολογικά στίγματα που μας έχουν περάσει και να προσπαθούμε να αποκτήσουμε τη δική μας ταυτότητα, χωρίς να περνάμε τα κατάλοιπά μας στο γύρω κοινωνικό μας περιβάλλον, τότε είναι που θα νιώσουν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση για εμάς και για ό,τι εκείνοι δημιούργησαν.
Κάπως έτσι γίνεται και με την οικογένειά μας κι ειδικά στη σχέση μας με τους γονείς μας. Πολλές φορές τους έχουμε στο μυαλό μας σαν αυθεντίες, αλλά ξεχνάμε πως κι εκείνοι είναι κοινοί θνητοί, που σίγουρα κουβαλούν κατάλοιπα απ’ τους δικούς τους γονείς, κάτι που μας περνάνε άθελά τους.
Μας μεταφέρουν δικά τους συμπλέγματα και φοβίες, μας επικρίνουν διαρκώς ή μας τοποθετούν σε ένα περιβάλλον υπερπροστατευτικότητας, με θετική διάθεση κι αγνές προθέσεις, μα με καταστροφικές πρακτικές συνέπειες για την ψυχική μας υγεία.
Το θέμα είναι κατά πόσο μας επηρεάζουν όλα αυτά τα βιώματα των γονιών μας και πώς τα περνάμε στις μετέπειτα σχέσεις μας κι εμείς οι ίδιοι, χωρίς να το καταλαβαίνουμε.
Το μόνο σίγουρο είναι πως δεν υπάρχει manual στο πώς να γίνεις ο τέλειος γονιός ή πώς να συμπεριφερθείς στο παιδί σου. Επομένως είναι απόλυτα λογικό οι γονείς κι εμείς αργότερα ίσως, αν κάνουμε παιδιά, να περάσουμε, συχνά ασυνείδητα, πράγματα και τραύματα στα παιδιά μας. Είναι τα πρώτα άτομα που ερχόμαστε σε επαφή απ’ την αρχή της ζωής μας και τα πρώτα άτομα που μιμούμαστε.
Με πολύ απλές φράσεις, αλλά και πολύ ασήμαντες γι’ αυτούς πράξεις, μας κάνουν ίσως συχνά να νιώθουμε άσχημα με τον εαυτό μας ή μας περνούν λάθος πρότυπα, σeξιστικά ή ρατσιστικά. Όλα αυτά, φυσικά, δε γίνονται συνειδητά ούτε σκόπιμα, αλλά μέσω μικρών κι επαναλαμβανόμενων στάσεών τους, που συναντάμε απ’ την πολύ παιδική μας ηλικία.
Για παράδειγμα, κάποιος σχολιασμός που μπορεί να ακούσουμε για ένα πρόσωπο του κοινωνικού μας περιβάλλοντος ή ακόμη και κάποιο τηλεοπτικό πρόσωπο. Μέσω τέτοιων πολύ μικρών γεγονότων ίσως να μας περάσουν κι εμάς αντίστοιχες πεποιθήσεις που αργότερα θα μας επηρεάσουν στην κοινωνική μας ζωή.
Η αγάπη που θα νιώσει ένα παιδί απ’ τους γονείς του συνήθως θα είναι ανάλογη με αυτή που το παιδί αργότερα θα εκφράσει στις διαπροσωπικές του σχέσεις. Αν ένα παιδί έχει λάβει μια αγάπη που βασίζεται στην εξάρτηση και στην εμμονή, τότε πιθανότερο να εκφράσει αργότερα στη ζωή του ένα ανάλογο ή παρόμοιο τρόπο αγάπης. Το ίδιο και με την αδιαφορία, τη ζήλια, την ανιδιοτέλεια κι όλα τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά.
Κουβαλάμε μέσα μας για πάντα τους γονείς μας κι όσα εκείνοι μας πέρασαν μέσα απ’ την διαπαιδαγώγηση που λάβαμε. Είναι λογικό, λοιπόν, αν δεν το έχουμε σκεφτεί εμείς οι ίδιοι, να περνάμε στους ανθρώπους που έχουμε γύρω μας όσα ψυχολογικά χαρακτηριστικά πήραμε από εκείνους. Κι αν πρόκειται για θετικά χαρακτηριστικά έχει καλώς, τι γίνεται όμως όταν πρόκειται για αρνητικά κατάλοιπα του παρελθόντος;
Εκεί έρχεται η ανάγκη για προσωπική αυτοβελτίωση κι αναζήτηση. Εκεί είναι που εμείς πρέπει να κάτσουμε με τον εαυτό μας και να αναρωτηθούμε τι πρέπει να κρατήσουμε και τι να αφήσουμε στο παρελθόν. Είναι, λοιπόν, ώρα να κόψουμε τον ομφάλιο λώρο με τους γονείς μας κι όσα εκείνοι μας εμφύτεψαν. Όχι γιατί δεν τους αγαπάμε ή δεν τους εκτιμάμε, αλλά γιατί είμαστε διαφορετικοί άνθρωποι από εκείνους κι οφείλουμε να διαφοροποιηθούμε και να βελτιωθούμε, να στηριχτούμε στις καθαρά δικές μας απόψεις και να διαμορφώσουμε την αποκλειστικά προσωπική μας στάση ζωής.
Μπορεί τα χαρακτηριστικά που μας πέρασαν οι γονείς μας για την εποχή, την κοινωνία και το περιβάλλον που εκείνοι μεγάλωναν να ήταν τα κατάλληλα, όμως οι εποχές αλλάζουν, ευτυχώς, εξελίσσονται κι απαιτούν όσο το δυνατόν γρηγορότερη βελτίωση.
Ίσα-ίσα αν οι γονείς μας μάς δουν να διαφοροποιούμαστε, να αφήνουμε πίσω τα ψυχολογικά στίγματα που μας έχουν περάσει και να προσπαθούμε να αποκτήσουμε τη δική μας ταυτότητα, χωρίς να περνάμε τα κατάλοιπά μας στο γύρω κοινωνικό μας περιβάλλον, τότε είναι που θα νιώσουν τη μεγαλύτερη ικανοποίηση για εμάς και για ό,τι εκείνοι δημιούργησαν.
Είναι προτιμότερο να είναι κανείς ένας ανικανοποίητος άνθρωπος παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι
Ο Μιλλ στο κείμενο Utilitarianism (1861) [Ωφελιμισμός], ένα εκτενές δοκίμιο το οποίο έγραψε λίγο μετά το Περί ελευθερίας, προσπαθεί να δείξει ότι οι ωφελιμιστές μπορούν να διακρίνουν τις ανώτερες ηδονές από τις κατώτερες.
Για τον Μπένθαμ, η ηδονή είναι ηδονή και ο πόνος πόνος. Η μόνη βάση για να κρίνουμε αν μια εμπειρία είναι καλύτερη ή χειρότερη από μια άλλη είναι η ένταση και η διάρκεια της ηδονής ή του πόνου που προκαλεί. Οι λεγόμενες ανώτερες ηδονές ή ευγενέστερες αρετές είναι απλώς εκείνες που παράγουν μια δυνατότερη και διαρκέστερη ηδονή. Ο Μπένθαμ δεν κάνει καμία ποιοτική διάκριση ανάμεσα στις ηδονές. «Αν η ποσότητα της ηδονής είναι ίση», όπως γράφει, «το παιχνίδι με τις καρφίτσες είναι εξίσου καλό με την ποίηση» (το «παιχνίδι με τις καρφίτσες», στα αγγλικά «push-pin» ήταν ένα παιχνίδι για παιδιά).
Η απήχηση του ωφελιμισμού του Μπένθαμ οφείλεται εν μέρει σε αυτό το ουδέτερο πνεύμα του που αποφεύγει τις κρίσεις. Δέχεται τις προτιμήσεις των ανθρώπων όπως είναι, χωρίς να κρίνει την ηθική τους αξία. Όλες οι προτιμήσεις έχουν ίση αξία. Ο Μπένθαμ θεωρεί ότι είναι αλαζονικό να υποστηρίζουμε ότι ορισμένες ηδονές είναι εγγενώς καλύτερες από άλλες. Σε μερικούς αρέσει ο Μότσαρτ, σε άλλους η Μαντόνα. Σε μερικούς αρέσει το μπαλέτο, σε άλλους το μπόουλινγκ. Ορισμένοι διαβάζουν τον Πλάτωνα, άλλοι το Penthouse. Ποιος μπορεί να πει, θα ρωτούσε ο Μπένθαμ. ότι ορισμένες ηδονές είναι ανώτερες ή πιο αξιόλογες ή ευγενέστερες από άλλες;
Η άρνησή του να κάνει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ ανώτερων και κατώτερων ηδονών συνδέεται με την πεποίθηση του Μπένθαμ ότι όλες οι αξίες μπορούν να μετρηθούν και να συγκριθούν σε μια ενιαία κλίμακα. Αν οι εμπειρίες διαφέρουν μόνο κατά την ποσότητα της ηδονής ή του πόνου που προκαλούν, όχι ποιοτικά, τότε έχει νόημα να τις σταθμίσουμε με βάση μια ενιαία κλίμακα. Αλλά ορισμένοι απορρίπτουν τον ωφελιμισμό σε αυτό ακριβώς το σημείο: πιστεύουν ότι ορισμένες ηδονές είναι πραγματικά «ανώτερες» από άλλες. Αν μερικές ηδονές είναι αξιόλογες ενώ άλλες είναι ευτελείς, λένε, γιατί θα έπρεπε η κοινωνία να αποδίδει το ίδιο βάρος σε όλες, πόσω μάλλον να θεωρεί ότι το σύνολο όλων των προτιμήσεων συνιστά το ύψιστο αγαθό;
Σκεφτείτε ξανά τους Ρωμαίους που έριχναν ανθρώπους στα λιοντάρια του Κολοσσαίου. Μια κριτική παρατήρηση ενάντια στο αιμοδιψές θέαμα είναι ότι παραβιάζει τα δικαιώματα των θυμάτων. Αλλά μια επιπλέον ένσταση είναι ότι ικανοποιεί διαστροφικές ηδονές και όχι ευγενείς. Δεν θα ήταν καλύτερο να αλλάξουμε αυτές τις προτιμήσεις παρά να τις ικανοποιούμε;
Για να καθορίσει τη νομοθεσία, ο Μπένθαμ θα συνυπολόγιζε όλες τις κρίσεις, ανεξάρτητα από την αξία τους. Αλλά, αν περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να βλέπουν κυνομαχίες απ’ ό,τι πίνακες του Ρέμπραντ, θα πρέπει η κοινωνία να επιχορηγεί τις αρένες των κυνομαχιών αντί για τα μουσεία τέχνης; Αν ορισμένες ηδονές είναι ταπεινές και έκφυλες, γιατί θα πρέπει να συνυπολογίζονται, σε οποιονδήποτε βαθμό, στον καθορισμό των νόμων;
Ο Μιλλ δεν θέλει να εγκαταλείψει την ιδέα ότι ορισμένοι τρόποι ζωής είναι ευγενέστεροι από άλλους, ακόμη κι αν οι άνθρωποι που τους ζουν ικανοποιούνται πιο δύσκολα. «Ένα ον προικισμένο με ανώτερες λειτουργίες χρειάζεται πολλά για να γίνει ευτυχισμένο, δύναται κατά τα φαινόμενα να αισθανθεί εντονότερο πόνο… από ένα ον κατώτερου τύπου. Αλλά, παρ όλα αυτά τα μειονεκτήματα, δεν θα επιθυμήσει ποτέ να βυθιστεί σε κάτι που αισθάνεται ότι αποτελεί κατώτερη βαθμίδα ύπαρξης». Γιατί δεν θέλουμε να ανταλλάξουμε μια ζωή που ενεργοποιεί τις ανώτερες ικανότητές μας με μια ζωή ευτελούς ευχαρίστησης;
Ο Μιλλ παραδέχεται ότι «περιστασιακά… υπό την επήρεια του πειρασμού», ακόμη και οι καλύτεροι από εμάς αναβάλλουν τις ανώτερες ηδονές για να απολαύσουν κατώτερες. Όλοι μας ενδίδουμε μια στις τόσες στον πειρασμό της καθιστικής ζωής. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στον Ρέμπραντ και τις τηλεοπτικές σειρές. Ο Μιλλ προβάλλει αυτό το επιχείρημα σε ένα αξιομνημόνευτο χωρίο: «Είναι προτιμότερο να είναι κάνεις ένας ανικανοποίητος άνθρωπος παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι- ένας ανικανοποίητος Σωκράτης παρά ένας ικανοποιημένος ηλίθιος. Και εάν ο ηλίθιος ή το γουρούνι έχουν διαφορετική γνώμη, είναι επειδή βλέπουν μόνο τη μία όψη του ζητήματος, τη δική τους».
Αυτή η έκφραση της πίστης του στην αξία των ανώτερων ανθρώπινων δυνάμεων είναι εύγλωττη και πειστική. Αλλά στον βαθμό που στηρίζεται πάνω της, ο Μιλλ απομακρύνεται από την ωφελιμιστική αρχή. Οι πραγματικές εμπειρικές επιθυμίες δεν αποτελούν πλέον τη μόνη βάση για να κρίνουμε το ευγενές και το ποταπό. Τώρα το κριτήριο πηγάζει από ένα ιδεώδες ανθρώπινης αξιοπρέπειας που είναι ανεξάρτητο από τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες μας. Οι ανώτερες ηδονές δεν είναι ανώτερες επειδή τις προτιμάμε· τις προτιμάμε επειδή τις αναγνωρίζουμε ως ανώτερες. Θεωρούμε τον Άμλετ υψηλή τέχνη όχι επειδή μας αρέσει περισσότερο από λιγότερο καλές μορφές διασκέδασης, αλλά επειδή απευθύνεται στις ανώτερες ιδιότητές μας και μας κάνει πληρέστερα ανθρώπινους.
Ό,τι ισχύει για τα ατομικά δικαιώματα, το ίδιο ισχύει και για τις ανώτερες ηδονές: ο Μιλλ υπερασπίζεται τον ωφελιμισμό από την κατηγορία ότι ανάγει τα πάντα σε έναν χονδροειδή υπολογισμό ηδονής και πόνου, αλλά επικαλείται προς τούτο ένα ηθικό ιδεώδες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας που είναι ανεξάρτητο από την ίδια την ωφελιμότητα.
Από τους δύο μεγάλους κήρυκες του ωφελιμισμού, ο Μιλλ ήταν ο πιο ανθρώπινος φιλόσοφος και ο Μπένθαμ ο πιο συνεπής. Ο Μπένθαμ πέθανε το 1832, στην ηλικία των ογδόντα τεσσάρων ετών. Αλλά, αν πάτε στο Λονδίνο, μπορείτε και σήμερα να τον επισκεφθείτε. Ζήτησε στη διαθήκη του να διατηρήσουν το σώμα του, να το βαλσαμώσουν και να το εκθέσουν δημόσια. Και έτσι μπορεί κανείς να τον δει στο University College του Λονδίνου, όπου κάθεται σκεπτικός σε μια γυάλινη προθήκη, ντυμένος με τα πραγματικά του ρούχα.
Λίγο πριν πεθάνει, ο Μπένθαμ έθεσε στον εαυτό του ένα ερώτημα συνεπές προς τη φιλοσοφία του: σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύσει ένας νεκρός για τους ζωντανούς; Μια δυνατότητα, κατέληξε, θα ήταν να προσφέρει το σώμα του για τη μελέτη της ανατομίας. Στην περίπτωση των μεγάλων φιλοσόφων, ωστόσο, είναι καλύτερο να διασώζει κανείς τη φυσική του παρουσία για να εμπνέει μελλοντικές γενιές στοχαστών. Ο Μπένθαμ τοποθέτησε τον εαυτό του στη δεύτερη αυτή κατηγορία.
Είναι γεγονός ότι η μετριοπάθεια δεν ήταν ένα από τα εμφανή χαρακτηριστικά του Μπένθαμ. Δεν έδωσε απλώς αυστηρές οδηγίες για τη διατήρηση και την έκθεση του σώματός του, αλλά πρότεινε οι φίλοι και οι μαθητές του να συναντιούνται κάθε χρόνο «για να τιμούν τη μνήμη τού θεμελιωτή του ηθικού και νομοθετικού συστήματος της μεγαλύτερης ευτυχίας» και, όταν θα το έκαναν, θα έπρεπε να βγάζουν έξω και τον Μπένθαμ για την περίσταση.
Οι θαυμαστές του τού έκαναν τη χάρη. Η «αυτοεικόνα» του Μπένθαμ, όπως την ονόμασε, ήταν παρούσα στην ίδρυση της Διεθνούς Εταιρείας του Μπένθαμ τη δεκαετία του ’80. Και ο βαλσαμωμένος Μπένθαμ μεταφέρεται, λένε, με καροτσάκι στις συναντήσεις του διοικητικού συμβουλίου του κολεγίου, τα πρακτικά του οποίου αναφέρουν ότι «είναι παρών αλλά δεν ψηφίζει».
Παρά τον προσεκτικό σχεδιασμό του Μπένθαμ, η ταρίχευση του κεφαλιού του δεν πέτυχε, και έτσι σήμερα κρατάει το πόστο του με ένα κέρινο κεφάλι στη θέση του πραγματικού. Το πραγματικό του κεφάλι, που φυλάσσεται τώρα σε ένα κελλάρι, το εξέθεταν για μια περίοδο σε ένα πιάτο ανάμεσα στα πόδια του. Αλλά κάποιοι φοιτητές έκλεψαν το κεφάλι και ζήτησαν λύτρα για να το επιστρέψουν στο κολέγιο με σκοπό να κάνουν μια φιλανθρωπική δωρεά.
Ακόμη και νεκρός, ο Τζέρεμι Μπένθαμ κάνει το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό.
Για τον Μπένθαμ, η ηδονή είναι ηδονή και ο πόνος πόνος. Η μόνη βάση για να κρίνουμε αν μια εμπειρία είναι καλύτερη ή χειρότερη από μια άλλη είναι η ένταση και η διάρκεια της ηδονής ή του πόνου που προκαλεί. Οι λεγόμενες ανώτερες ηδονές ή ευγενέστερες αρετές είναι απλώς εκείνες που παράγουν μια δυνατότερη και διαρκέστερη ηδονή. Ο Μπένθαμ δεν κάνει καμία ποιοτική διάκριση ανάμεσα στις ηδονές. «Αν η ποσότητα της ηδονής είναι ίση», όπως γράφει, «το παιχνίδι με τις καρφίτσες είναι εξίσου καλό με την ποίηση» (το «παιχνίδι με τις καρφίτσες», στα αγγλικά «push-pin» ήταν ένα παιχνίδι για παιδιά).
Η απήχηση του ωφελιμισμού του Μπένθαμ οφείλεται εν μέρει σε αυτό το ουδέτερο πνεύμα του που αποφεύγει τις κρίσεις. Δέχεται τις προτιμήσεις των ανθρώπων όπως είναι, χωρίς να κρίνει την ηθική τους αξία. Όλες οι προτιμήσεις έχουν ίση αξία. Ο Μπένθαμ θεωρεί ότι είναι αλαζονικό να υποστηρίζουμε ότι ορισμένες ηδονές είναι εγγενώς καλύτερες από άλλες. Σε μερικούς αρέσει ο Μότσαρτ, σε άλλους η Μαντόνα. Σε μερικούς αρέσει το μπαλέτο, σε άλλους το μπόουλινγκ. Ορισμένοι διαβάζουν τον Πλάτωνα, άλλοι το Penthouse. Ποιος μπορεί να πει, θα ρωτούσε ο Μπένθαμ. ότι ορισμένες ηδονές είναι ανώτερες ή πιο αξιόλογες ή ευγενέστερες από άλλες;
Η άρνησή του να κάνει οποιαδήποτε διάκριση μεταξύ ανώτερων και κατώτερων ηδονών συνδέεται με την πεποίθηση του Μπένθαμ ότι όλες οι αξίες μπορούν να μετρηθούν και να συγκριθούν σε μια ενιαία κλίμακα. Αν οι εμπειρίες διαφέρουν μόνο κατά την ποσότητα της ηδονής ή του πόνου που προκαλούν, όχι ποιοτικά, τότε έχει νόημα να τις σταθμίσουμε με βάση μια ενιαία κλίμακα. Αλλά ορισμένοι απορρίπτουν τον ωφελιμισμό σε αυτό ακριβώς το σημείο: πιστεύουν ότι ορισμένες ηδονές είναι πραγματικά «ανώτερες» από άλλες. Αν μερικές ηδονές είναι αξιόλογες ενώ άλλες είναι ευτελείς, λένε, γιατί θα έπρεπε η κοινωνία να αποδίδει το ίδιο βάρος σε όλες, πόσω μάλλον να θεωρεί ότι το σύνολο όλων των προτιμήσεων συνιστά το ύψιστο αγαθό;
Σκεφτείτε ξανά τους Ρωμαίους που έριχναν ανθρώπους στα λιοντάρια του Κολοσσαίου. Μια κριτική παρατήρηση ενάντια στο αιμοδιψές θέαμα είναι ότι παραβιάζει τα δικαιώματα των θυμάτων. Αλλά μια επιπλέον ένσταση είναι ότι ικανοποιεί διαστροφικές ηδονές και όχι ευγενείς. Δεν θα ήταν καλύτερο να αλλάξουμε αυτές τις προτιμήσεις παρά να τις ικανοποιούμε;
Για να καθορίσει τη νομοθεσία, ο Μπένθαμ θα συνυπολόγιζε όλες τις κρίσεις, ανεξάρτητα από την αξία τους. Αλλά, αν περισσότεροι άνθρωποι προτιμούν να βλέπουν κυνομαχίες απ’ ό,τι πίνακες του Ρέμπραντ, θα πρέπει η κοινωνία να επιχορηγεί τις αρένες των κυνομαχιών αντί για τα μουσεία τέχνης; Αν ορισμένες ηδονές είναι ταπεινές και έκφυλες, γιατί θα πρέπει να συνυπολογίζονται, σε οποιονδήποτε βαθμό, στον καθορισμό των νόμων;
Ο Μιλλ δεν θέλει να εγκαταλείψει την ιδέα ότι ορισμένοι τρόποι ζωής είναι ευγενέστεροι από άλλους, ακόμη κι αν οι άνθρωποι που τους ζουν ικανοποιούνται πιο δύσκολα. «Ένα ον προικισμένο με ανώτερες λειτουργίες χρειάζεται πολλά για να γίνει ευτυχισμένο, δύναται κατά τα φαινόμενα να αισθανθεί εντονότερο πόνο… από ένα ον κατώτερου τύπου. Αλλά, παρ όλα αυτά τα μειονεκτήματα, δεν θα επιθυμήσει ποτέ να βυθιστεί σε κάτι που αισθάνεται ότι αποτελεί κατώτερη βαθμίδα ύπαρξης». Γιατί δεν θέλουμε να ανταλλάξουμε μια ζωή που ενεργοποιεί τις ανώτερες ικανότητές μας με μια ζωή ευτελούς ευχαρίστησης;
Ο Μιλλ παραδέχεται ότι «περιστασιακά… υπό την επήρεια του πειρασμού», ακόμη και οι καλύτεροι από εμάς αναβάλλουν τις ανώτερες ηδονές για να απολαύσουν κατώτερες. Όλοι μας ενδίδουμε μια στις τόσες στον πειρασμό της καθιστικής ζωής. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν γνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στον Ρέμπραντ και τις τηλεοπτικές σειρές. Ο Μιλλ προβάλλει αυτό το επιχείρημα σε ένα αξιομνημόνευτο χωρίο: «Είναι προτιμότερο να είναι κάνεις ένας ανικανοποίητος άνθρωπος παρά ένα ικανοποιημένο γουρούνι- ένας ανικανοποίητος Σωκράτης παρά ένας ικανοποιημένος ηλίθιος. Και εάν ο ηλίθιος ή το γουρούνι έχουν διαφορετική γνώμη, είναι επειδή βλέπουν μόνο τη μία όψη του ζητήματος, τη δική τους».
Αυτή η έκφραση της πίστης του στην αξία των ανώτερων ανθρώπινων δυνάμεων είναι εύγλωττη και πειστική. Αλλά στον βαθμό που στηρίζεται πάνω της, ο Μιλλ απομακρύνεται από την ωφελιμιστική αρχή. Οι πραγματικές εμπειρικές επιθυμίες δεν αποτελούν πλέον τη μόνη βάση για να κρίνουμε το ευγενές και το ποταπό. Τώρα το κριτήριο πηγάζει από ένα ιδεώδες ανθρώπινης αξιοπρέπειας που είναι ανεξάρτητο από τις προτιμήσεις και τις επιθυμίες μας. Οι ανώτερες ηδονές δεν είναι ανώτερες επειδή τις προτιμάμε· τις προτιμάμε επειδή τις αναγνωρίζουμε ως ανώτερες. Θεωρούμε τον Άμλετ υψηλή τέχνη όχι επειδή μας αρέσει περισσότερο από λιγότερο καλές μορφές διασκέδασης, αλλά επειδή απευθύνεται στις ανώτερες ιδιότητές μας και μας κάνει πληρέστερα ανθρώπινους.
Ό,τι ισχύει για τα ατομικά δικαιώματα, το ίδιο ισχύει και για τις ανώτερες ηδονές: ο Μιλλ υπερασπίζεται τον ωφελιμισμό από την κατηγορία ότι ανάγει τα πάντα σε έναν χονδροειδή υπολογισμό ηδονής και πόνου, αλλά επικαλείται προς τούτο ένα ηθικό ιδεώδες της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και προσωπικότητας που είναι ανεξάρτητο από την ίδια την ωφελιμότητα.
Από τους δύο μεγάλους κήρυκες του ωφελιμισμού, ο Μιλλ ήταν ο πιο ανθρώπινος φιλόσοφος και ο Μπένθαμ ο πιο συνεπής. Ο Μπένθαμ πέθανε το 1832, στην ηλικία των ογδόντα τεσσάρων ετών. Αλλά, αν πάτε στο Λονδίνο, μπορείτε και σήμερα να τον επισκεφθείτε. Ζήτησε στη διαθήκη του να διατηρήσουν το σώμα του, να το βαλσαμώσουν και να το εκθέσουν δημόσια. Και έτσι μπορεί κανείς να τον δει στο University College του Λονδίνου, όπου κάθεται σκεπτικός σε μια γυάλινη προθήκη, ντυμένος με τα πραγματικά του ρούχα.
Λίγο πριν πεθάνει, ο Μπένθαμ έθεσε στον εαυτό του ένα ερώτημα συνεπές προς τη φιλοσοφία του: σε τι θα μπορούσε να χρησιμεύσει ένας νεκρός για τους ζωντανούς; Μια δυνατότητα, κατέληξε, θα ήταν να προσφέρει το σώμα του για τη μελέτη της ανατομίας. Στην περίπτωση των μεγάλων φιλοσόφων, ωστόσο, είναι καλύτερο να διασώζει κανείς τη φυσική του παρουσία για να εμπνέει μελλοντικές γενιές στοχαστών. Ο Μπένθαμ τοποθέτησε τον εαυτό του στη δεύτερη αυτή κατηγορία.
Είναι γεγονός ότι η μετριοπάθεια δεν ήταν ένα από τα εμφανή χαρακτηριστικά του Μπένθαμ. Δεν έδωσε απλώς αυστηρές οδηγίες για τη διατήρηση και την έκθεση του σώματός του, αλλά πρότεινε οι φίλοι και οι μαθητές του να συναντιούνται κάθε χρόνο «για να τιμούν τη μνήμη τού θεμελιωτή του ηθικού και νομοθετικού συστήματος της μεγαλύτερης ευτυχίας» και, όταν θα το έκαναν, θα έπρεπε να βγάζουν έξω και τον Μπένθαμ για την περίσταση.
Οι θαυμαστές του τού έκαναν τη χάρη. Η «αυτοεικόνα» του Μπένθαμ, όπως την ονόμασε, ήταν παρούσα στην ίδρυση της Διεθνούς Εταιρείας του Μπένθαμ τη δεκαετία του ’80. Και ο βαλσαμωμένος Μπένθαμ μεταφέρεται, λένε, με καροτσάκι στις συναντήσεις του διοικητικού συμβουλίου του κολεγίου, τα πρακτικά του οποίου αναφέρουν ότι «είναι παρών αλλά δεν ψηφίζει».
Παρά τον προσεκτικό σχεδιασμό του Μπένθαμ, η ταρίχευση του κεφαλιού του δεν πέτυχε, και έτσι σήμερα κρατάει το πόστο του με ένα κέρινο κεφάλι στη θέση του πραγματικού. Το πραγματικό του κεφάλι, που φυλάσσεται τώρα σε ένα κελλάρι, το εξέθεταν για μια περίοδο σε ένα πιάτο ανάμεσα στα πόδια του. Αλλά κάποιοι φοιτητές έκλεψαν το κεφάλι και ζήτησαν λύτρα για να το επιστρέψουν στο κολέγιο με σκοπό να κάνουν μια φιλανθρωπική δωρεά.
Ακόμη και νεκρός, ο Τζέρεμι Μπένθαμ κάνει το μεγαλύτερο καλό για τον μεγαλύτερο αριθμό.
ERICH FROMM: Αυτοί που έχουν το κουράγιο, προχωρούν
Είναι μεγάλος πειρασμός να μην προχωρούμε, να μένουμε εκεί που βρισκόμαστε, να πισωδρομούμε, με άλλα λόγια να βασιζόμαστε σ’ αυτά που έχουμε, γιατί ότι έχουμε το γνωρίζουμε. Μπορούμε να στηριχτούμε σ’ αυτό, να αισθανθούμε ασφαλείς μέσα του. Φοβόμαστε, κι έτσι αποφεύγουμε να κάνουμε ένα βήμα προς το άγνωστο, το αβέβαιο. Γιατί πραγματικά, αν το βήμα μπορεί να μη μας φανεί ριψοκίνδυνο αφού το κάνουμε, πριν το κάνουμε οι προοπτικές μας φαίνονται πολύ ριψοκίνδυνες, και κατά συνέπεια τρομακτικές. Μόνο το παλιό, το δοκιμασμένο δίνει την αίσθηση της ασφάλειας· ή έτσι τουλάχιστον φαίνεται. Κάθε καινούργιο βήμα έχει μέσα του τον κίνδυνο της αποτυχίας, και αυτός είναι ένας από τους λόγους που οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ την ελευθερία.
Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.
Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία – τη θέση του, την οικογένειά του – και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Ο Αβραάμ και ο Μωυσής είναι ήρωες στην εβραϊκή παράδοση. Ο Χριστιανός ήρωας είναι ο Ιησούς, που δεν είχε τίποτα και – στα μάτια του κόσμου – δεν ήταν τίποτα. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.
Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».
Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.
Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.
Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.
Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. (Η «φλεγόμενη βάτος» που δεν καίγεται είναι ο βιβλικός συμβολισμός γι’ αυτό το παράδοξο). Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.
ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ, Να έχεις ή να Είσαι;
Βέβαια, σε κάθε στάδιο της ζωής μας το παλιό και το συνηθισμένο είναι διαφορετικά. Όταν είμαστε βρέφη, έχουμε μόνο το σώμα μας και το στήθος της μητέρας μας (αρχικά μη διαφοροποιημένα). Έπειτα αρχίζουμε να προσανατολιζόμαστε προς τον κόσμο, ξεκινώντας τη διαδικασία που χρειάζεται για να βρούμε μια θέση και για τον εαυτό μας μέσα σ’ αυτόν. Αρχίζουμε να θέλουμε να έχουμε πράγματα· έχουμε τη μητέρα μας, τον πατέρα, τ’ αδέρφια, τα παιχνίδια. Αργότερα, αποκτάμε γνώσεις, δουλειά, κοινωνική θέση, σύζυγο, παιδιά, και τότε έχουμε ένα είδος μετα-ζωής, όταν πια αποκτάμε ένα τάφο, μια ασφάλεια ζωής και κάνουμε τη «διαθήκη» μας.
Παρόλη όμως την ασφάλεια του έχειν, οι άνθρωποι συνήθως θαυμάζουν εκείνους που ανοίγουν καινούργια μονοπάτια, που έχουν το κουράγιο να προχωρούν. Στη μυθολογία, αυτός ο τρόπος ύπαρξης αντιπροσωπεύεται συμβολικά από τον ήρωα. Ήρωες είναι εκείνοι που έχουν το θάρρος ν’ αφήσουν ό,τι έχουν – τη γη τους, την οικογένειά τους, την περιουσία τους – και να φύγουν, όχι χωρίς φόβο αλλά και χωρίς να υποκύπτουν στο φόβο τους. Στη βουδιστική παράδοση, ο Βούδας είναι ο ήρωας που αφήνει όλη του την περιουσία, όλη τη σιγουριά που υπάρχει στην ινδουιστική θεολογία – τη θέση του, την οικογένειά του – και προχωράει σε μια ζωή πέρα από δεσμεύσεις. Ο Αβραάμ και ο Μωυσής είναι ήρωες στην εβραϊκή παράδοση. Ο Χριστιανός ήρωας είναι ο Ιησούς, που δεν είχε τίποτα και – στα μάτια του κόσμου – δεν ήταν τίποτα. Η δράση του όμως βγαίνει μέσα από την πληρότητα που του δίνει η αγάπη του για όλα τα ανθρώπινα πλάσματα. Οι Έλληνες έχουν κοσμικούς ήρωες, που σκοπός τους είναι η ικανοποίηση της αλαζονείας τους, η κυριαρχία. Παρόλα αυτά, όμοια με τους πνευματικούς ήρωες, ο Ηρακλής και ο Οδυσσέας προχωρούν χωρίς να δειλιάζουν μπροστά στους κινδύνους που τους περιμένουν. Οι ήρωες των παραμυθιών λειτουργούν με τον ίδιο τρόπο: φεύγουν, τραβάνε μπροστά και υπομένουν την ανασφάλεια.
Θαυμάζουμε αυτούς τους ήρωες, γιατί βαθιά μέσα μας αισθανόμαστε ότι θα θέλαμε να είμαστε σαν κι αυτούς – αν βέβαια μπορούσαμε. Αλλά με το φόβο που έχουμε, πιστεύουμε ότι δε μπορούμε να γίνουμε έτσι, μόνο οι ήρωες μπορούν. Οι ήρωες γίνονται είδωλα. Προβάλλουμε σ’ αυτούς τη δική μας ικανότητα κίνησης, και μετά μένουμε εκεί που ήμασταν – «γιατί δεν είμαστε ήρωες».
Όλη αυτή η ανάλυση ίσως φαίνεται να υπονοεί ότι το να είσαι ήρωας είναι επιθυμητό, είναι όμως ταυτόχρονα ανόητο και ενάντια στο συμφέρον σου. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα. Τα άτομα τα επιφυλακτικά, τα κτητικά άτομα απολαμβάνουν την ασφάλεια, αλλά στην πραγματικότητα είναι πολύ ανασφαλή. Εξαρτιόνται από αυτά που έχουν: χρήματα, κύρος, το εγώ τους – δηλαδή από πράγματα που είναι έξω απ’ αυτούς. Τι θα γίνουν όμως αν χάσουν ό,τι έχουν; Γιατί, πραγματικά, οτιδήποτε κι αν έχει κανείς μπορεί να χαθεί. Είναι πιθανό ότι η περιουσία μπορεί να χαθεί – και μαζί της τόσο η θέση όσο και οι φίλοι – και σε κάθε στιγμή ο καθένας μπορεί, και αργά ή γρήγορα θα υποχρεωθεί, να χάσει τη ζωή του.
Αν είμαι ό,τι έχω κι αν ό,τι έχω χαθεί, τότε ποιος είμαι; Τίποτ’ άλλο, από μια νικημένη, άδεια, αξιολύπητη μαρτυρία ενός λαθεμένου τρόπου ζωής. Επειδή μπορεί να χάσω ό,τι έχω, είμαι αναγκαστικά συνεχώς ανήσυχος ότι θα χάσω αυτά που έχω. Φοβάμαι τους κλέφτες, τις οικονομικές αλλαγές, τις επαναστάσεις, τις αρρώστιες, το θάνατο· φοβάμαι ακόμα την αγάπη, την ελευθερία, την ανάπτυξη, την αλλαγή, το άγνωστο. Έτσι είμαι συνέχεια ανήσυχος, υποφέροντας από χρόνια υποχονδρία, που δε συνεπάγεται μόνο την απώλεια της υγείας μου αλλά και οποιουδήποτε άλλου αποκτήματός μου. Γίνομαι άνθρωπος αμυντικός, σκληρός, καχύποπτος, μοναχικός, που παρασύρομαι από την ανάγκη να έχω όλο και περισσότερα για να νιώθω μεγαλύτερη ασφάλεια. Ο Ίψεν έχει δώσει μια ωραία περιγραφή αυτού του εγωκεντρικού ανθρώπου στον Πέερ Γκύντ. Ο ήρωας είναι γεμάτος μόνο από τον εαυτό του. Μέσα στον απέραντο εγωισμό του πιστεύει ότι αυτός είναι ο εαυτός του, γιατί αυτός είναι ένα «σύμπλεγμα από επιθυμίες». Στο τέλος της ζωής του αναγνωρίζει ότι, επειδή όλη του η ύπαρξη ήταν χτισμένη πάνω στην ιδιοκτησία του, δεν κατάφερε ποτέ να είναι ο εαυτός του. Ένιωθε ότι ήταν ένα κρεμμύδι χωρίς ψίχα, ένας μισοτελειωμένος άνθρωπος που ποτέ δεν υπήρξε ο εαυτός του.
Η αγωνία και η ανασφάλεια που προκαλείται από τον κίνδυνο να χάσει κανείς ό,τι έχει, δεν υπάρχει στους ανθρώπους που προσπαθούν να είναι. Αν είμαι αυτός που είμαι και όχι αυτό που έχω, τότε κανένας δε μπορεί να μου στερήσει ή να με απειλήσει για την ασφάλεια και την αίσθηση της ταυτότητάς μου. Το κέντρο μου είναι μέσα μου, η δυνατότητά μου να υπάρχω και να εκφράζω τις βασικές μου δυνάμεις είναι κομμάτι της δομής του χαρακτήρα μου και εξαρτάται από εμένα. Αυτό βέβαια αληθεύει σε φυσιολογικές συνθήκες ζωής, όχι σε περιπτώσεις αρρώστιας, αναπηρίας, βασανισμού ή άλλες συνθήκες ισχυρών εξωτερικών περιορισμών.
Ενώ το έχειν βασίζεται σε κάποιο πράγμα που φθείρεται με τη χρήση, το είναι αναπτύσσεται με την εξάσκηση. (Η «φλεγόμενη βάτος» που δεν καίγεται είναι ο βιβλικός συμβολισμός γι’ αυτό το παράδοξο). Οι δυνάμεις της λογικής, της αγάπης, της καλλιτεχνικής και πνευματικής δημιουργίας, όλες οι βασικές δυνάμεις αναπτύσσονται μέσα από τη διαδικασία της έκφρασής τους. Ό,τι ξοδεύεται δεν πάει χαμένο, αντίθετα ό,τι φυλάγεται είναι χαμένο. Όταν προσπαθώ να είμαι, η μόνη απειλή για την ασφάλειά μου βρίσκεται μέσα μου: στην έλλειψη πίστης στη ζωή και στις δημιουργικές μου ικανότητες, στις τάσεις πισωδρόμησης, στην εσωτερική μαλθακότητα και στην προθυμία ν’ αφήσω τους άλλους ν’ αναλάβουν τη ζωή μου. Αλλά αυτοί οι κίνδυνοι εξαφανίζονται, δεν είναι συστατικά του είναι, ενώ ο κίνδυνος της απώλειας είναι έμφυτος στο έχειν.
ΕΡΙΧ ΦΡΟΜ, Να έχεις ή να Είσαι;
Σε έναν τέτοιο κόσμο είναι η ευτυχία δυνατή;
Η ευτυχία είναι 2 ειδών, με όλο που υπάρχουν και ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Τα 2 βασικά είδη που εννοώ θα μπορούσαν να καθοριστούν ως η γνήσια και η ψεύτικη ευτυχία, ή ως η πνευματική και κτηνώδης, ή ως η ευτυχία του πνεύματος και η ευτυχία της σάρκας. Ίσως ο απλούστερος τρόπος να περιγράψει κανείς τη διαφορά ανάμεσα στα 2 βασικά είδη ευτυχίας είναι να πει ότι το ένα είναι προσιτό για κάθε άνθρωπο και το άλλο για κείνους που ξέρουν να διαβάζουν και να γράφουν.
Όσο περισσότερα είναι τα ενδιαφέροντα ενός ανθρώπου, τόσο περισσότερες δυνατότητες ευτυχίας έχει και τόσο λιγότερο βρίσκεται στο έλεος της μοίρας, αφού μπροστά του ανοίγεται πλήθος επιλογών.
Η συντροφικότητα κι η συνεργασία είναι ουσιώδεις παράγοντες για την ευτυχία του μέσου ανθρώπου. Η πίστη σε κάτι είναι μία πηγή ευτυχίας για μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Το μυστικό της ευτυχίας είναι αυτό: πλάτυνε όσο μπορείς περισσότερο τα ενδιαφέροντά σου και κάνε τις αντιδράσεις σου προς τα πράγματα και τα πρόσωπα που σ’ ενδιαφέρουν όσο γίνεται φιλικές παρά εχθρικές.
Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, η ευτυχία δεν είναι κάτι που πέφτει μέσα στο στόμα μας σαν ώριμο φρούτο, χάρη στην απλή συνδρομή ευνοϊκών περιστάσεων. Να γιατί τιτλοφόρησα το βιβλίο αυτό «Η κατάκτηση της ευτυχίας». Γιατί σε έναν κόσμο τόσο πλούσιο σε δυστυχίες, αποφευκτές και αναπόφευκτες, σε αρρώστιες και ψυχολογικές συγκρούσεις, σε αγώνες, σε μιζέριες και σε κακή θέληση, ο άνδρας ή η γυναίκα που θέλει να είναι ευτυχισμένος, οφείλει να βρει τρόπους για να παλέψει ενάντια στις πολλαπλές αιτίες της δυστυχίας, στις οποίες κάθε άτομο είναι εκτεθειμένο. Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια.
Όσο περισσότερα είναι τα ενδιαφέροντα ενός ανθρώπου, τόσο περισσότερες δυνατότητες ευτυχίας έχει και τόσο λιγότερο βρίσκεται στο έλεος της μοίρας, αφού μπροστά του ανοίγεται πλήθος επιλογών.
Η συντροφικότητα κι η συνεργασία είναι ουσιώδεις παράγοντες για την ευτυχία του μέσου ανθρώπου. Η πίστη σε κάτι είναι μία πηγή ευτυχίας για μεγάλο αριθμό ανθρώπων.
Το μυστικό της ευτυχίας είναι αυτό: πλάτυνε όσο μπορείς περισσότερο τα ενδιαφέροντά σου και κάνε τις αντιδράσεις σου προς τα πράγματα και τα πρόσωπα που σ’ ενδιαφέρουν όσο γίνεται φιλικές παρά εχθρικές.
Εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις, η ευτυχία δεν είναι κάτι που πέφτει μέσα στο στόμα μας σαν ώριμο φρούτο, χάρη στην απλή συνδρομή ευνοϊκών περιστάσεων. Να γιατί τιτλοφόρησα το βιβλίο αυτό «Η κατάκτηση της ευτυχίας». Γιατί σε έναν κόσμο τόσο πλούσιο σε δυστυχίες, αποφευκτές και αναπόφευκτες, σε αρρώστιες και ψυχολογικές συγκρούσεις, σε αγώνες, σε μιζέριες και σε κακή θέληση, ο άνδρας ή η γυναίκα που θέλει να είναι ευτυχισμένος, οφείλει να βρει τρόπους για να παλέψει ενάντια στις πολλαπλές αιτίες της δυστυχίας, στις οποίες κάθε άτομο είναι εκτεθειμένο. Σε μερικές σπάνιες περιπτώσεις δεν απαιτείται μεγάλη προσπάθεια.
Ένας άνθρωπος προικισμένος με καλόβολο χαρακτήρα, που κληρονομεί μια μεγάλη περιουσία και έχει καλή υγεία και απλά γούστα, μπορεί να περάσει άνετα από την ζωή αναρωτώμενος γιατί οι άλλοι κάνουν τόσες ιστορίες. Αν μια όμορφη γυναίκα με ανεκτικό χαρακτήρα τύχει να παντρευτεί έναν πλούσιο σύζυγο που δε ζητά από αυτή τίποτε το εξαιρετικό, και αν, ύστερα από τον γάμο τους, η κυρία δεν φοβάται μήπως παχύνει, θα μπορέσει να χαρεί μια άνετη ζωή, με την προϋπόθεση πως θα σταθεί τυχερή με τα παιδιά της. Αλλά αυτές οι περιπτώσεις είναι εξαιρετικά σπάνιες. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι πλούσιοι, οι περισσότεροι δεν γεννιούνται με καλόβολο χαρακτήρα. Πολλοί έχουν βίαια πάθη που τους κάνουν να βλέπουν σαν αληθινό μαρτύριο μια ζωή ήσυχη και τακτική. Η υγεία είναι μια ευλογία που κανείς άνθρωπος δεν είναι βέβαιος ότι θα διατηρηθεί. Και ο γάμος δεν είναι μια πηγή αυτόματης ευτυχίας. Για όλους αυτούς τους λόγους η ευτυχία για τους ανθρώπους είναι μια κατάκτηση μάλλον παρά ένα δώρο των Θεών (sic), και σ' αυτή την κατάκτηση η προσπάθεια, εσωτερική και εξωτερική, παίζει μεγάλο ρόλο.
Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν είναι φτιαγμένη για να βρίσκει την ευτυχία στη φυλακή, και τα πάθη που μας κλείνουν στον εαυτό μας είναι η χειρότερη φυλακή. Ανάμεσα στα πιο κοινά πάθη είναι ο φόβος, ο φθόνος, το αίσθημα της ενοχής, ο οίκτος για τον εαυτό μας και ο αυτοθαυμασμός. Σ όλα αυτά τα πάθη οι επιθυμίες μας είναι συγκεντρωμένες στον εαυτό μας: δεν ενδιαφερόμαστε αληθινά για τον εξωτερικό κόσμο, παρά μόνο μας ανησυχεί η σκέψη μήπως μας θίξει ή δεν ικανοποιήσει το εγώ μας. Ο φόβος είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι οι άνθρωποι αρνούνται τόσο πολύ να παραδεχθούν την πραγματικότητα και για το ότι φροντίζουν τόσο πολύ να τυλιχθούν μέσα στο ζεστό ρούχο του μύθου.
Ευτυχισμένος είναι εκείνος που δεν υποφέρει από καμιά από τις ελλείψεις ενότητας, που η προσωπικότητά του δεν είναι διχασμένη ούτε βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει πως είναι πολίτης του κόσμου και απολαμβάνει ελεύθερα το θέαμα που του προσφέρει και τις χαρές που του παρέχει, χωρίς να τον ταράζει η σκέψη του θανάτου, γιατί νιώθει πως πραγματικά δεν είναι κάτι το χωριστό από αυτούς που θα ‘ρθουν ύστερα από αυτόν. Και ακριβώς μέσα σ’ αυτή τη βαθιά και ενστικτώδη ένωση με το ρεύμα της ζωής θα βρούμε τις πιο μεγάλες χαρές.
Η πλειονότητα των ανθρώπων δεν είναι φτιαγμένη για να βρίσκει την ευτυχία στη φυλακή, και τα πάθη που μας κλείνουν στον εαυτό μας είναι η χειρότερη φυλακή. Ανάμεσα στα πιο κοινά πάθη είναι ο φόβος, ο φθόνος, το αίσθημα της ενοχής, ο οίκτος για τον εαυτό μας και ο αυτοθαυμασμός. Σ όλα αυτά τα πάθη οι επιθυμίες μας είναι συγκεντρωμένες στον εαυτό μας: δεν ενδιαφερόμαστε αληθινά για τον εξωτερικό κόσμο, παρά μόνο μας ανησυχεί η σκέψη μήπως μας θίξει ή δεν ικανοποιήσει το εγώ μας. Ο φόβος είναι ο κύριος υπεύθυνος για το ότι οι άνθρωποι αρνούνται τόσο πολύ να παραδεχθούν την πραγματικότητα και για το ότι φροντίζουν τόσο πολύ να τυλιχθούν μέσα στο ζεστό ρούχο του μύθου.
Ευτυχισμένος είναι εκείνος που δεν υποφέρει από καμιά από τις ελλείψεις ενότητας, που η προσωπικότητά του δεν είναι διχασμένη ούτε βρίσκεται σε σύγκρουση με τον κόσμο. Ένας τέτοιος άνθρωπος νιώθει πως είναι πολίτης του κόσμου και απολαμβάνει ελεύθερα το θέαμα που του προσφέρει και τις χαρές που του παρέχει, χωρίς να τον ταράζει η σκέψη του θανάτου, γιατί νιώθει πως πραγματικά δεν είναι κάτι το χωριστό από αυτούς που θα ‘ρθουν ύστερα από αυτόν. Και ακριβώς μέσα σ’ αυτή τη βαθιά και ενστικτώδη ένωση με το ρεύμα της ζωής θα βρούμε τις πιο μεγάλες χαρές.
Η επίδραση του Ελληνικού Πολιτισμού στην Ρωμαική εποχή
Ωδείο Ηρώδου του Αττικού
Οι δύο πρώτοι αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εξελίχθηκαν σε μια περίοδο οικονομικής ευημερίας, εμπορικής ακμής και έντονων πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων για ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο.
Η Ελλάδα, λόγω του πλούσιου παρελθόντος της, αποτέλεσε τη σημαντικότερη πνευματική πηγή στη σύνθεση και συγκρότηση του ρωμαϊκού πολιτισμού. Οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν από τον Ελληνικό πολιτισμό, δανείστηκαν στοιχεία του και τα προσάρμοσαν στη δική τους τέχνη. Συχνά μάλιστα η τέχνη που δημιουργείται τα χρόνια μετά την κατάκτηση της Ελλάδας αποκαλείται Ελληνορωμαϊκή.
Πολλοί λόγιοι της Ρώμης (όπως ο Κικέρωνας) αγόραζαν έργα Ελλήνων και γίνονταν πάτρωνες της Eλληνικής τέχνης, ενώ η Ρώμη αποτέλεσε το κέντρο μαζικής παραγωγής έργων τέχνης.
Οκταβιανός Αύγουστος
Τα στοιχεία που δανείστηκε η ρωμαϊκή γλυπτική από την Eλληνική ήταν η στάση του ανθρώπινου σώματος, η εξιδανίκευση, ο ρυθμός και η κίνηση.
Η διαφορά της ρωμαϊκής καλλιτεχνικής αντίληψης από την Eλληνική βρίσκεται στην κοσμοθεωρία και αφορά το μέγεθος και τα θέματα των αναπαραστάσεων. Η ρωμαϊκή προτομή εισάγει στην τέχνη την ομοιότητα του προτύπου και όχι την εξιδανικευμένη απεικόνισή του ενώ το ιστορικό ανάγλυφο εξιστορεί πολεμικές επιχειρήσεις και θριάμβους αυτοκρατόρων και στρατηγών.
Τοιχογραφίες από την Πομπηία
Όσον αφορά την ζωγραφική οι Ρωμαίοι διακοσμούσαν τους τοίχους των σπιτιών τους με νωπογραφίες και ψηφιδωτά, κάποια από τα οποία έχουν διασωθεί. Πιστεύεται ότι στο μεγαλύτερο μέρος τους αποτελούσαν πιστά αντίγραφα ή παραλλαγές ελληνικών και ελληνιστικών προτύπων.
Από τον 1ο αι. π.Χ. υπήρχαν εύποροι Ρωμαίοι που συνέλλεγαν Eλληνικά έργα ζωγραφικής, πληρώνοντας πολλές φορές υπέρογκα ποσά για να τα αποκτήσουν. Γρήγορα έγινε μόδα η διακόσμηση των σπιτιών με Eλληνικά έργα τέχνης, γεγονός που πυροδότησε την έναρξη μιας συστηματικής παραγωγής αντιγράφων, που ήταν πιο προσιτά σε λιγότερο εύπορους φιλότεχνους.
Ενδεικτικό για τη σχέση διακόσμησης και κοινωνικής θέσης είναι το γεγονός ότι οι μορφωμένες ανώτερες τάξεις είχαν προτίμηση σε Eλληνικά θέματα, ενώ οι ακαλλιέργητοι νεόπλουτοι αστοί επιδείκνυαν την κοινωνική υπεροχή τους μέσα από υπερβολικές πολυτέλειες.
Αψίδα του Γαλερίου, Θεσσαλονίκη και Πύλη του Αδριανού, Αθήνα)
Στην αρχιτεκτονική, οι Ρωμαίοι είχαν πάρει από τους Έλληνες το σύστημα της αρχιτεκτονικής που αποτελούνταν από τον στυλοβάτη, τον κίονα και το επιστύλιο και το εμπλούτισαν με καμάρες και θόλους, τόξα και ασπίδες δημιουργώντας έτσι την δική τους αρχιτεκτονική. Οι ρυθμοί της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, τους οποίους οι Ρωμαίοι πήραν απευθείας από τους Έλληνες, είναι: α) Δωρικός, β) Ιωνικός, γ) Σύνθετος, δ) Κορινθιακός, ε) Τοσκανικός. Ο τελευταίος αποτελεί παραλλαγή του δωρικού, όπως και ο σύνθετος είναι μια παραλλαγή του κορινθιακού. Ο πιο διαδεδομένος ήταν ο Kορινθιακός, λόγω της πλούσιας εμφάνισής του. Η βασική ωστόσο διαφορά μεταξύ Eλληνικής και ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής ήταν ότι οι Ρωμαίοι έδιναν περισσότερο βάρος στην λειτουργικότητα των κτιρίων παρά στο πόσο αυτά θα μοιάζουν ως περίοπτα έργα τέχνης.
Το ρολόι του Κυρρήστου, Αθήνα
Την περίοδο αυτή γίνονται σε πολλές Eλληνικές πόλεις έργα δημόσιου χαρακτήρα που βελτιώνουν τις αστικές υποδομές (δρόμοι, γέφυρες, υδραγωγεία, λουτρά, θέατρα, ωδεία) και τα ιερά εμπλουτίζονται με λαμπρά αρχιτεκτονήματα. Νέα είδη κτιρίων δημιουργήθηκαν στις μεγάλες πόλεις όπως η βασιλική, η στοά, η αγορά (το forum). Εμφανίστηκαν επίσης οργανωμένα πολυώροφα συγκροτήματα κατοικιών για πολλές οικογένειες όπως οι σημερινές πολυκατοικίες. Μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία του Eλληνικού χώρου, είτε σε τόπους λατρείας είτε σε οικιστικά κέντρα της νότιας Ελλάδας και της Μακεδονίας, ανεγέρθηκαν την περίοδο των αυτοκρατόρων Τιβέριου, Τραϊανού και Αδριανού.
Ροτόντα, Θεσσαλονίκη
Είναι η εποχή που εξαπλώνεται με την βία σταδιακά ο Χριστιανισμός κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας αλλά και στην Ελλάδα, όπου οι χριστιανικές κοινότητες αρχίζουν να εμφανίζονται από τον 4ο αι. Στις αρχές του 4ου αι., οι εξελίξεις αυτές οδηγούν στην μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη και στην προσπάθεια σύζευξης του Ελληνορωμαϊκού παρελθόντος με το χριστιανικό παρόν. Όμως το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας από τον Ιουστινιανό το 529, σήμανε την οριστική ρήξη με την κλασική αρχαιότητα και σφράγισε το τέλος του αρχαίου κόσμου.
Οι δύο πρώτοι αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας εξελίχθηκαν σε μια περίοδο οικονομικής ευημερίας, εμπορικής ακμής και έντονων πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων για ολόκληρο τον μεσογειακό κόσμο.
Η Ελλάδα, λόγω του πλούσιου παρελθόντος της, αποτέλεσε τη σημαντικότερη πνευματική πηγή στη σύνθεση και συγκρότηση του ρωμαϊκού πολιτισμού. Οι Ρωμαίοι επηρεάστηκαν από τον Ελληνικό πολιτισμό, δανείστηκαν στοιχεία του και τα προσάρμοσαν στη δική τους τέχνη. Συχνά μάλιστα η τέχνη που δημιουργείται τα χρόνια μετά την κατάκτηση της Ελλάδας αποκαλείται Ελληνορωμαϊκή.
Αντιλήφθηκαν την αξία των Eλληνικών έργων και τα αναπαρήγαγαν ή τα συνέλεξαν.
Πολλοί λόγιοι της Ρώμης (όπως ο Κικέρωνας) αγόραζαν έργα Ελλήνων και γίνονταν πάτρωνες της Eλληνικής τέχνης, ενώ η Ρώμη αποτέλεσε το κέντρο μαζικής παραγωγής έργων τέχνης.
Οκταβιανός Αύγουστος
Τα στοιχεία που δανείστηκε η ρωμαϊκή γλυπτική από την Eλληνική ήταν η στάση του ανθρώπινου σώματος, η εξιδανίκευση, ο ρυθμός και η κίνηση.
Η διαφορά της ρωμαϊκής καλλιτεχνικής αντίληψης από την Eλληνική βρίσκεται στην κοσμοθεωρία και αφορά το μέγεθος και τα θέματα των αναπαραστάσεων. Η ρωμαϊκή προτομή εισάγει στην τέχνη την ομοιότητα του προτύπου και όχι την εξιδανικευμένη απεικόνισή του ενώ το ιστορικό ανάγλυφο εξιστορεί πολεμικές επιχειρήσεις και θριάμβους αυτοκρατόρων και στρατηγών.
Τοιχογραφίες από την Πομπηία
Όσον αφορά την ζωγραφική οι Ρωμαίοι διακοσμούσαν τους τοίχους των σπιτιών τους με νωπογραφίες και ψηφιδωτά, κάποια από τα οποία έχουν διασωθεί. Πιστεύεται ότι στο μεγαλύτερο μέρος τους αποτελούσαν πιστά αντίγραφα ή παραλλαγές ελληνικών και ελληνιστικών προτύπων.
Από τον 1ο αι. π.Χ. υπήρχαν εύποροι Ρωμαίοι που συνέλλεγαν Eλληνικά έργα ζωγραφικής, πληρώνοντας πολλές φορές υπέρογκα ποσά για να τα αποκτήσουν. Γρήγορα έγινε μόδα η διακόσμηση των σπιτιών με Eλληνικά έργα τέχνης, γεγονός που πυροδότησε την έναρξη μιας συστηματικής παραγωγής αντιγράφων, που ήταν πιο προσιτά σε λιγότερο εύπορους φιλότεχνους.
Ενδεικτικό για τη σχέση διακόσμησης και κοινωνικής θέσης είναι το γεγονός ότι οι μορφωμένες ανώτερες τάξεις είχαν προτίμηση σε Eλληνικά θέματα, ενώ οι ακαλλιέργητοι νεόπλουτοι αστοί επιδείκνυαν την κοινωνική υπεροχή τους μέσα από υπερβολικές πολυτέλειες.
Αψίδα του Γαλερίου, Θεσσαλονίκη και Πύλη του Αδριανού, Αθήνα)
Στην αρχιτεκτονική, οι Ρωμαίοι είχαν πάρει από τους Έλληνες το σύστημα της αρχιτεκτονικής που αποτελούνταν από τον στυλοβάτη, τον κίονα και το επιστύλιο και το εμπλούτισαν με καμάρες και θόλους, τόξα και ασπίδες δημιουργώντας έτσι την δική τους αρχιτεκτονική. Οι ρυθμοί της ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής, τους οποίους οι Ρωμαίοι πήραν απευθείας από τους Έλληνες, είναι: α) Δωρικός, β) Ιωνικός, γ) Σύνθετος, δ) Κορινθιακός, ε) Τοσκανικός. Ο τελευταίος αποτελεί παραλλαγή του δωρικού, όπως και ο σύνθετος είναι μια παραλλαγή του κορινθιακού. Ο πιο διαδεδομένος ήταν ο Kορινθιακός, λόγω της πλούσιας εμφάνισής του. Η βασική ωστόσο διαφορά μεταξύ Eλληνικής και ρωμαϊκής αρχιτεκτονικής ήταν ότι οι Ρωμαίοι έδιναν περισσότερο βάρος στην λειτουργικότητα των κτιρίων παρά στο πόσο αυτά θα μοιάζουν ως περίοπτα έργα τέχνης.
Το ρολόι του Κυρρήστου, Αθήνα
Την περίοδο αυτή γίνονται σε πολλές Eλληνικές πόλεις έργα δημόσιου χαρακτήρα που βελτιώνουν τις αστικές υποδομές (δρόμοι, γέφυρες, υδραγωγεία, λουτρά, θέατρα, ωδεία) και τα ιερά εμπλουτίζονται με λαμπρά αρχιτεκτονήματα. Νέα είδη κτιρίων δημιουργήθηκαν στις μεγάλες πόλεις όπως η βασιλική, η στοά, η αγορά (το forum). Εμφανίστηκαν επίσης οργανωμένα πολυώροφα συγκροτήματα κατοικιών για πολλές οικογένειες όπως οι σημερινές πολυκατοικίες. Μερικά από τα σημαντικότερα μνημεία του Eλληνικού χώρου, είτε σε τόπους λατρείας είτε σε οικιστικά κέντρα της νότιας Ελλάδας και της Μακεδονίας, ανεγέρθηκαν την περίοδο των αυτοκρατόρων Τιβέριου, Τραϊανού και Αδριανού.
Ροτόντα, Θεσσαλονίκη
Είναι η εποχή που εξαπλώνεται με την βία σταδιακά ο Χριστιανισμός κυρίως στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας αλλά και στην Ελλάδα, όπου οι χριστιανικές κοινότητες αρχίζουν να εμφανίζονται από τον 4ο αι. Στις αρχές του 4ου αι., οι εξελίξεις αυτές οδηγούν στην μεταφορά της πρωτεύουσας στην Κωνσταντινούπολη και στην προσπάθεια σύζευξης του Ελληνορωμαϊκού παρελθόντος με το χριστιανικό παρόν. Όμως το κλείσιμο των φιλοσοφικών σχολών της Αθήνας από τον Ιουστινιανό το 529, σήμανε την οριστική ρήξη με την κλασική αρχαιότητα και σφράγισε το τέλος του αρχαίου κόσμου.
Τα αμερικανικά σκάφη Voyager ανίχνευσαν έναν νέο τύπο ηλεκτρονίων κοσμικής ακτινοβολίας
Τα αμερικανικά σκάφη Voyager ανίχνευσαν ένα νέο τύπο ηλεκτρονίων κοσμικής ακτινοβολίας, όπως δείχνει μελέτη επιστημόνων.
Οι αγέραστες και χαλκέντερες αμερικανικές διαστημοσυσκευές Voyager 1 και 2, που συνεχίζουν να απομακρύνονται από τη Γη και να εισχωρούν στην αχανή επικράτεια του μεσοαστρικού διαστήματος, κάνουν ακόμη επιστημονικές ανακαλύψεις, παρόλο που έχουν περάσει περισσότερα από 40 χρόνια από τότε που εκτοξεύθηκαν.
Οι επιστήμονες που συνεχίζουν να λαμβάνουν και να αναλύουν στοιχεία από τα Voyager, ανακοίνωσαν ότι τα «δίδυμα» σκάφη της NASA ανίχνευσαν για πρώτη φορά εκρήξεις ηλεκτρονίων κοσμικής ακτινοβολίας, που επιταχύνονται από κρουστικά κύματα, τα οποία προέρχονται από μεγάλες εκρήξεις στον Ήλιο.
Η ανίχνευση, η οποία έγινε από τα όργανα και των δύο διαστημοσυσκευών, συνέβη καθώς αυτές συνεχίζουν το ταξίδι τους στο διαστρικό χώρο. Είναι η πρώτη ανακάλυψη τέτοιων ηλεκτρονίων στην επικράτεια ανάμεσα στα άστρα και η σχετική ανακοίνωση έγινε στο περιοδικό αστρονομίας «The Astronomical Journal».
Τα εν λόγω ηλεκτρόνια ταξιδεύουν σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός, περίπου 670 φορές πιο γρήγορα από τα κρουστικά κύματα που τα ώθησαν αρχικά. Τα κύματα αυτά προέρχονται από εκτινάξεις στεμματικής μάζας του Ήλιου, αποτελούμενες από καυτά αέρια και ενέργεια, που κινούνται προς το διάστημα με ταχύτητα περίπου ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα. Ακόμη και με αυτές τις ταχύτητες, τα ηλιακά κρουστικά κύματα χρειάζονται πάνω από ένα έτος για να φθάσουν στα Voyager, τα οποία έχουν φθάσει σε απόσταση μεγαλύτερη των 14 δισεκατομμυρίων μιλίων από το μητρικό άστρο μας, μακρύτερα από κάθε άλλο ανθρώπινο κατασκεύασμα.
Η ανακάλυψη, με επικεφαλής τον ομότιμο καθηγητή φυσικής και αστρονομίας Ντον Γκάρνετ του Πανεπιστημίου της Αϊόβα, θα βοηθήσει τους φυσικούς να κατανοήσουν καλύτερα τη δυναμική των κρουστικών κυμάτων και της κοσμικής ακτινοβολίας που προέρχονται από τις ηλιακές εκλάμψεις και από άστρα που εκρήγνυνται. Η φυσική τέτοιων φαινομένων θα είναι σημαντική και θα ληφθεί υπόψη, όταν πρόκειται να σταλούν αστροναύτες σε μακρόχρονες αποστολές στη Σελήνη ή στον Άρη, στη διάρκεια των οποίων θα εκτεθούν σε συγκεντρώσεις κοσμικών ακτίνων πολύ μεγαλύτερες από αυτές στη Γη.
Οι αγέραστες και χαλκέντερες αμερικανικές διαστημοσυσκευές Voyager 1 και 2, που συνεχίζουν να απομακρύνονται από τη Γη και να εισχωρούν στην αχανή επικράτεια του μεσοαστρικού διαστήματος, κάνουν ακόμη επιστημονικές ανακαλύψεις, παρόλο που έχουν περάσει περισσότερα από 40 χρόνια από τότε που εκτοξεύθηκαν.
Οι επιστήμονες που συνεχίζουν να λαμβάνουν και να αναλύουν στοιχεία από τα Voyager, ανακοίνωσαν ότι τα «δίδυμα» σκάφη της NASA ανίχνευσαν για πρώτη φορά εκρήξεις ηλεκτρονίων κοσμικής ακτινοβολίας, που επιταχύνονται από κρουστικά κύματα, τα οποία προέρχονται από μεγάλες εκρήξεις στον Ήλιο.
Η ανίχνευση, η οποία έγινε από τα όργανα και των δύο διαστημοσυσκευών, συνέβη καθώς αυτές συνεχίζουν το ταξίδι τους στο διαστρικό χώρο. Είναι η πρώτη ανακάλυψη τέτοιων ηλεκτρονίων στην επικράτεια ανάμεσα στα άστρα και η σχετική ανακοίνωση έγινε στο περιοδικό αστρονομίας «The Astronomical Journal».
Τα εν λόγω ηλεκτρόνια ταξιδεύουν σχεδόν με την ταχύτητα του φωτός, περίπου 670 φορές πιο γρήγορα από τα κρουστικά κύματα που τα ώθησαν αρχικά. Τα κύματα αυτά προέρχονται από εκτινάξεις στεμματικής μάζας του Ήλιου, αποτελούμενες από καυτά αέρια και ενέργεια, που κινούνται προς το διάστημα με ταχύτητα περίπου ένα εκατομμύριο μίλια την ώρα. Ακόμη και με αυτές τις ταχύτητες, τα ηλιακά κρουστικά κύματα χρειάζονται πάνω από ένα έτος για να φθάσουν στα Voyager, τα οποία έχουν φθάσει σε απόσταση μεγαλύτερη των 14 δισεκατομμυρίων μιλίων από το μητρικό άστρο μας, μακρύτερα από κάθε άλλο ανθρώπινο κατασκεύασμα.
Η ανακάλυψη, με επικεφαλής τον ομότιμο καθηγητή φυσικής και αστρονομίας Ντον Γκάρνετ του Πανεπιστημίου της Αϊόβα, θα βοηθήσει τους φυσικούς να κατανοήσουν καλύτερα τη δυναμική των κρουστικών κυμάτων και της κοσμικής ακτινοβολίας που προέρχονται από τις ηλιακές εκλάμψεις και από άστρα που εκρήγνυνται. Η φυσική τέτοιων φαινομένων θα είναι σημαντική και θα ληφθεί υπόψη, όταν πρόκειται να σταλούν αστροναύτες σε μακρόχρονες αποστολές στη Σελήνη ή στον Άρη, στη διάρκεια των οποίων θα εκτεθούν σε συγκεντρώσεις κοσμικών ακτίνων πολύ μεγαλύτερες από αυτές στη Γη.
Hegel: Φαινομενολογία του πνεύματος, μια ερμηνεία (2)
Γκέοργκ Χέγκελ: 1770-1831
Φαινομενολογία του πνεύματος
Α. Συνείδηση
§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Ι. Επιχειρείται μια σύγχρονη ανάγνωση της Φαινομενολογίας του πνεύματος, με οδηγό την εγελιανή αρχή ότι το Λοιγικό-έλλογο-ορθολογικό είναι ενεργώς πραγματικό και αντίστροφα. Ετούτη η αρχή λειτουργεί, για τον Χέγκελ, ως η ενύπαρκτη στο σκεπτόμενο υποκείμενο πνευματική προστακτική, που το καλεί να συνειδητοποιεί, να γνωρίζει και να αναγνωρίζει τη Λογική εξέλιξη της πραγματικότητας και αναλόγως να διαμορφώνει το Λόγο του, τις ερμηνείες του, τις ανακατασκευές του, γιατί σε αντίθετη περίπτωση παράγει μόνο φαντασιακές οντογενέσεις, μακριά από την αλήθεια του Πράγματος, τέτοιες όπως η εννόηση του εγελιανού πνεύματος (Geist) ως Νου. Περί του τελευταίου θα μιλήσουμε εκτενώς και σε συναφή σημεία, κατά την πορεία των αναλύσεών μας.
ΙΙ. Η αρχή γίνεται με το πρώτο τμήμα με τίτλο: Συνείδηση και με το πρώτο κεφάλαιο αυτού του τμήματος, που σχετίζεται με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Σημειώνουμε παρευθύς: η Φαινομενολογία αρχίζει με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα και ολοκληρώνεται με την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen). Τι σημαίνει αυτό; Πως η Λογικο-δομική αρχή, με βάση την οποία ανα-λύεται και συν-τίθεται όλο αυτό το φιλοσοφικό δημιούργημα, είναι η Γνώση. Αλλά τι είδους γνώση: πληροφοριακή, αισθητηριακή, φιλοσοφική/εννοιολογική; Θεμελιωδώς φιλοσοφική Γνώση, αυτή δηλαδή που ο Χέγκελ ονομάζει απόλυτη Γνώση. Ωστόσο, ο φιλόσοφος δεν παραβλέπει και όλες τις άλλες μορφές γνώσης ούτε υποτιμά ή υπερτιμά τη σημασία τους.
ΙΙΙ. Απεναντίας, τις συνάπτει με την εκδίπλωση, ήτοι αυτό-εκδίπλωση της απόλυτης Γνώσης, δηλαδή με το γνωρίζειν ως γνωσιακή κίνηση/σχέση (Erkennen), όπως λέει ο ίδιος, και προσπαθεί να τις αποτιμήσει ως συγκεκριμένα στάδια (Momente) της ως άνω αυτό-εκδίπλωσης. Ετούτη η τελευταία πραγματοποιείται, σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική, απόλυτη ή επιστημονική γνώση, –και οι τρεις ονομασίες σημαίνουν το ίδιο για τον Χέγκελ– ως ένα ταξίδι ανακάλυψης αυτού που η ίδια είναι στο βασίλειο της σκέψης. Στον κόσμο της κοινωνικής και της ιστορικής πράξης, δηλαδή στην περιοχή του κοινωνικού και ιστορικού Είναι του ανθρώπου, αυτή η Γνώση εκδηλώνεται με διάφορες εμφανίσεις. Έτσι έρχεται στο Είναι ως εμφανιζόμενη Γνώση (erscheinendes Wissen) και καθίσταται αντικείμενο της φαινομενολογικής έρευνας.
§ 2
Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
ή
Το Αυτό και το Νομίζειν
1. Κείμενο–μετάφραση:
§ 90. Das Wissen, welches zuerst oder unmittelbar unser Gegenstand ist, kann kein anderes sein als dasjenige, welches selbst unmittelbares Wissen, Wissen des Unmittelbaren oder Seienden ist. Wir haben uns ebenso unmittelbar oder aufnehmend zu verhalten, also nichts an ihm, wie es sich darbietet, zu verändern, und von dem Auffassen das Begreifen abzuhalten.
§ 90. Η Γνώση, που κατ' αρχήν ή άμεσα είναι το αντι-κείμενό μας, δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο από εκείνο, που το ίδιο είναι άμεση Γνώση, Γνώση του άμεσου ή του όντος. Η στάση μας ως προς αυτή πρέπει να είναι το ίδιο άμεση ή δεκτικήˑ να τη δεχόμαστε δηλαδή όπως προσφέρεται, χωρίς ν' αλλοιώνουμε τίποτα σ' αυτή, και να διαστέλλουμε απ' αυτή τη σύλληψη την προσπάθεια να τη συλλάβουμε στην έννοια της.
2. Σχολιασμός – ερμηνεία:
Ι. Ο Χέγκελ εκκινεί με [ή από] την άμεση Γνώση. Τι θέλει να μας πει με τούτο; Πως η Γνώση που έχουμε, που έχει το ατομικό Εγώ, ο σκεπτόμενος άνθρωπος ως νοούσα συνείδηση, για τα πράγματα δεν προϋποθέτει κάποιες άλλες προκαταρκτικές γνώσεις, καμιά προηγούμενη, με βάση την ισχύ του Λόγου, διαδικασία παραγωγής γνώσης. Είναι μια γνωσιακή απαρχή, ένα ξεκίνημα, που δεν υπόκειται σε κάποιες προϋποθέσεις, ιστορικές, κοινωνικές, επιστημονικές κ.λπ. Ακριβώς όπως και στην επιστήμη της Λογικής, Διδασκαλία περί του Είναι (Βλ. σχετικά εκδ. Νόηση, σσ. 113 κ.εξ.) το ξεκίνημα γίνεται απροϋπόθετα με το καθαρό Είναι. Αυτή λοιπόν η Γνώση απλώς είναι: Για την ακρίβεια είναι αυτό που φαίνεται ότι είναι, που εμφανίζεται άμεσαˑ ό,τι δηλαδή προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, χωρίς καμιά περαιτέρω φιλοσοφική επεξεργασία.
ΙΙ. Σε γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό επίπεδο συνιστά, για τον άνθρωπο, μια άμεση μορφή της αναφορικής του σχέσης προς το αντι-κείμενο (Gegenstand). Το εν λόγω αντι-κείμενο είναι αυτό που κείται, που ίσταται απέναντι στο ατομικό Εγώ ως το υποκείμενο. Το τελευταίο συλλαμβάνει το αντι-κείμενο με τις αισθήσεις τουˑ τουτέστιν, το νοεί και το κατανοεί έτσι όπως εγγράφεται στις αισθητηριακές του εν-τυπώσεις, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας οποιασδήποτε θεωρίας ή στοχαστικής εκδίπλωσης. Το ίδιο το αντι-κείμενο , κατ’ αυτή την αναλογία, είναι κάτι το αισθητό και όχι νοούμενο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ετούτη η πρώτη μορφή Γνώσης, η αισθητήρια βεβαιότητα, απηχεί ή ενσαρκώνει μια άμεση γνωσιακή σχέση, εκείνη την άμεση σχέση υποκειμένου και αντι-κειμένου. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τούτη την εναρκτήρια φάση της Γνώσης; Μήπως στο νοούν υποκείμενο και ως τέτοιο συνιστά το νου που ενεργεί; Σε καμιά περίπτωση.
ΙΙΙ. Το πνεύμα δεν ταυτίζεται εδώ ούτε με το ενικό υποκείμενο που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις και νοεί στα όρια του αισθητού, δηλαδή με το νου ενός ενικού, συμπτωματικού ατομικού υποκειμένου ούτε με οποιαδήποτε πνευματοειδή εμφάνιση ενός μεταφυσικού, πάνω από τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο του ανθρώπου, υποκειμένου, ας πούμε του θεού. Είναι αυτή τούτη η εμφάνιση (Erscheinung) του εαυτού του, ως σχέση της συνείδησης με το αντι-κείμενο. Με άλλο τρόπο, το πνεύμα είναι η άμεση παρ-ουσία της συνείδησης και, ως τέτοια συνείδηση, έχει για τελικό σκοπό «να ταυτίσει την εμφάνισή του [δηλαδή τον εαυτό του ως φαινόμενο] με την ουσία του» (Werke 10, § 416). Τούτο σημαίνει δυο τινά: α) να αναπτυχθεί από αισθητήρια βεβαιότητα σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση του εαυτού. β) Με το ευρύτερο νόημα, στον κόσμο του κοινωνικού-ιστορικού Είναι του ανθρώπου, να αναχθεί σε οδήγηση της σκεπτόμενης ζωής η εγελιανή αρχή, που αναφέραμε στην αρχή: εναρμόνιση, ενδότερη συμφωνία Λογικού και πραγματικού. Όσο ο άνθρωπος θα πραγματοποιεί ετούτη τη δική του Φαινομενολογία του πνεύματος, τόσο θα απελευθερώνει το κοινωνικό του Είναι από τα άθλια σχήματα ενός ευτελούς πολιτικο-πολιτισμικού κουκλοθεάτρου, σαν αυτό των ημερών μας.
Φαινομενολογία του πνεύματος
Α. Συνείδηση
§1. Εισαγωγικές παρατηρήσεις
Ι. Επιχειρείται μια σύγχρονη ανάγνωση της Φαινομενολογίας του πνεύματος, με οδηγό την εγελιανή αρχή ότι το Λοιγικό-έλλογο-ορθολογικό είναι ενεργώς πραγματικό και αντίστροφα. Ετούτη η αρχή λειτουργεί, για τον Χέγκελ, ως η ενύπαρκτη στο σκεπτόμενο υποκείμενο πνευματική προστακτική, που το καλεί να συνειδητοποιεί, να γνωρίζει και να αναγνωρίζει τη Λογική εξέλιξη της πραγματικότητας και αναλόγως να διαμορφώνει το Λόγο του, τις ερμηνείες του, τις ανακατασκευές του, γιατί σε αντίθετη περίπτωση παράγει μόνο φαντασιακές οντογενέσεις, μακριά από την αλήθεια του Πράγματος, τέτοιες όπως η εννόηση του εγελιανού πνεύματος (Geist) ως Νου. Περί του τελευταίου θα μιλήσουμε εκτενώς και σε συναφή σημεία, κατά την πορεία των αναλύσεών μας.
ΙΙ. Η αρχή γίνεται με το πρώτο τμήμα με τίτλο: Συνείδηση και με το πρώτο κεφάλαιο αυτού του τμήματος, που σχετίζεται με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα (sinnliche Gewißheit). Σημειώνουμε παρευθύς: η Φαινομενολογία αρχίζει με την κατ’ αίσθηση βεβαιότητα και ολοκληρώνεται με την απόλυτη Γνώση (absolutes Wissen). Τι σημαίνει αυτό; Πως η Λογικο-δομική αρχή, με βάση την οποία ανα-λύεται και συν-τίθεται όλο αυτό το φιλοσοφικό δημιούργημα, είναι η Γνώση. Αλλά τι είδους γνώση: πληροφοριακή, αισθητηριακή, φιλοσοφική/εννοιολογική; Θεμελιωδώς φιλοσοφική Γνώση, αυτή δηλαδή που ο Χέγκελ ονομάζει απόλυτη Γνώση. Ωστόσο, ο φιλόσοφος δεν παραβλέπει και όλες τις άλλες μορφές γνώσης ούτε υποτιμά ή υπερτιμά τη σημασία τους.
ΙΙΙ. Απεναντίας, τις συνάπτει με την εκδίπλωση, ήτοι αυτό-εκδίπλωση της απόλυτης Γνώσης, δηλαδή με το γνωρίζειν ως γνωσιακή κίνηση/σχέση (Erkennen), όπως λέει ο ίδιος, και προσπαθεί να τις αποτιμήσει ως συγκεκριμένα στάδια (Momente) της ως άνω αυτό-εκδίπλωσης. Ετούτη η τελευταία πραγματοποιείται, σε ό,τι αφορά τη φιλοσοφική, απόλυτη ή επιστημονική γνώση, –και οι τρεις ονομασίες σημαίνουν το ίδιο για τον Χέγκελ– ως ένα ταξίδι ανακάλυψης αυτού που η ίδια είναι στο βασίλειο της σκέψης. Στον κόσμο της κοινωνικής και της ιστορικής πράξης, δηλαδή στην περιοχή του κοινωνικού και ιστορικού Είναι του ανθρώπου, αυτή η Γνώση εκδηλώνεται με διάφορες εμφανίσεις. Έτσι έρχεται στο Είναι ως εμφανιζόμενη Γνώση (erscheinendes Wissen) και καθίσταται αντικείμενο της φαινομενολογικής έρευνας.
§ 2
Η κατ’ αίσθηση βεβαιότητα
ή
Το Αυτό και το Νομίζειν
1. Κείμενο–μετάφραση:
§ 90. Das Wissen, welches zuerst oder unmittelbar unser Gegenstand ist, kann kein anderes sein als dasjenige, welches selbst unmittelbares Wissen, Wissen des Unmittelbaren oder Seienden ist. Wir haben uns ebenso unmittelbar oder aufnehmend zu verhalten, also nichts an ihm, wie es sich darbietet, zu verändern, und von dem Auffassen das Begreifen abzuhalten.
§ 90. Η Γνώση, που κατ' αρχήν ή άμεσα είναι το αντι-κείμενό μας, δε μπορεί να είναι τίποτε άλλο από εκείνο, που το ίδιο είναι άμεση Γνώση, Γνώση του άμεσου ή του όντος. Η στάση μας ως προς αυτή πρέπει να είναι το ίδιο άμεση ή δεκτικήˑ να τη δεχόμαστε δηλαδή όπως προσφέρεται, χωρίς ν' αλλοιώνουμε τίποτα σ' αυτή, και να διαστέλλουμε απ' αυτή τη σύλληψη την προσπάθεια να τη συλλάβουμε στην έννοια της.
2. Σχολιασμός – ερμηνεία:
Ι. Ο Χέγκελ εκκινεί με [ή από] την άμεση Γνώση. Τι θέλει να μας πει με τούτο; Πως η Γνώση που έχουμε, που έχει το ατομικό Εγώ, ο σκεπτόμενος άνθρωπος ως νοούσα συνείδηση, για τα πράγματα δεν προϋποθέτει κάποιες άλλες προκαταρκτικές γνώσεις, καμιά προηγούμενη, με βάση την ισχύ του Λόγου, διαδικασία παραγωγής γνώσης. Είναι μια γνωσιακή απαρχή, ένα ξεκίνημα, που δεν υπόκειται σε κάποιες προϋποθέσεις, ιστορικές, κοινωνικές, επιστημονικές κ.λπ. Ακριβώς όπως και στην επιστήμη της Λογικής, Διδασκαλία περί του Είναι (Βλ. σχετικά εκδ. Νόηση, σσ. 113 κ.εξ.) το ξεκίνημα γίνεται απροϋπόθετα με το καθαρό Είναι. Αυτή λοιπόν η Γνώση απλώς είναι: Για την ακρίβεια είναι αυτό που φαίνεται ότι είναι, που εμφανίζεται άμεσαˑ ό,τι δηλαδή προσλαμβάνουν οι αισθήσεις, χωρίς καμιά περαιτέρω φιλοσοφική επεξεργασία.
ΙΙ. Σε γνωσιοθεωρητικό και οντολογικό επίπεδο συνιστά, για τον άνθρωπο, μια άμεση μορφή της αναφορικής του σχέσης προς το αντι-κείμενο (Gegenstand). Το εν λόγω αντι-κείμενο είναι αυτό που κείται, που ίσταται απέναντι στο ατομικό Εγώ ως το υποκείμενο. Το τελευταίο συλλαμβάνει το αντι-κείμενο με τις αισθήσεις τουˑ τουτέστιν, το νοεί και το κατανοεί έτσι όπως εγγράφεται στις αισθητηριακές του εν-τυπώσεις, χωρίς τη διαμεσολάβηση μιας οποιασδήποτε θεωρίας ή στοχαστικής εκδίπλωσης. Το ίδιο το αντι-κείμενο , κατ’ αυτή την αναλογία, είναι κάτι το αισθητό και όχι νοούμενο. Υπ’ αυτό το πνεύμα, ετούτη η πρώτη μορφή Γνώσης, η αισθητήρια βεβαιότητα, απηχεί ή ενσαρκώνει μια άμεση γνωσιακή σχέση, εκείνη την άμεση σχέση υποκειμένου και αντι-κειμένου. Πού βρίσκεται το πνεύμα, σε τούτη την εναρκτήρια φάση της Γνώσης; Μήπως στο νοούν υποκείμενο και ως τέτοιο συνιστά το νου που ενεργεί; Σε καμιά περίπτωση.
ΙΙΙ. Το πνεύμα δεν ταυτίζεται εδώ ούτε με το ενικό υποκείμενο που προσλαμβάνει με τις αισθήσεις και νοεί στα όρια του αισθητού, δηλαδή με το νου ενός ενικού, συμπτωματικού ατομικού υποκειμένου ούτε με οποιαδήποτε πνευματοειδή εμφάνιση ενός μεταφυσικού, πάνω από τον ιστορικό και κοινωνικό κόσμο του ανθρώπου, υποκειμένου, ας πούμε του θεού. Είναι αυτή τούτη η εμφάνιση (Erscheinung) του εαυτού του, ως σχέση της συνείδησης με το αντι-κείμενο. Με άλλο τρόπο, το πνεύμα είναι η άμεση παρ-ουσία της συνείδησης και, ως τέτοια συνείδηση, έχει για τελικό σκοπό «να ταυτίσει την εμφάνισή του [δηλαδή τον εαυτό του ως φαινόμενο] με την ουσία του» (Werke 10, § 416). Τούτο σημαίνει δυο τινά: α) να αναπτυχθεί από αισθητήρια βεβαιότητα σε απόλυτη βεβαιότητα, δηλαδή σε απόλυτη Γνώση του εαυτού. β) Με το ευρύτερο νόημα, στον κόσμο του κοινωνικού-ιστορικού Είναι του ανθρώπου, να αναχθεί σε οδήγηση της σκεπτόμενης ζωής η εγελιανή αρχή, που αναφέραμε στην αρχή: εναρμόνιση, ενδότερη συμφωνία Λογικού και πραγματικού. Όσο ο άνθρωπος θα πραγματοποιεί ετούτη τη δική του Φαινομενολογία του πνεύματος, τόσο θα απελευθερώνει το κοινωνικό του Είναι από τα άθλια σχήματα ενός ευτελούς πολιτικο-πολιτισμικού κουκλοθεάτρου, σαν αυτό των ημερών μας.
ΠΛΑΤΩΝ: Πολιτεία (540d-541b)
[540d] Τί οὖν; ἔφην· συγχωρεῖτε περὶ τῆς πόλεώς τε καὶ πολιτείας μὴ παντάπασιν ἡμᾶς εὐχὰς εἰρηκέναι, ἀλλὰ χαλεπὰ μέν, δυνατὰ δέ πῃ, καὶ οὐκ ἄλλῃ ἢ εἴρηται, ὅταν οἱ ὡς ἀληθῶς φιλόσοφοι δυνάσται, ἢ πλείους ἢ εἷς, ἐν πόλει γενόμενοι τῶν μὲν νῦν τιμῶν καταφρονήσωσιν, ἡγησάμενοι ἀνελευθέρους εἶναι καὶ οὐδενὸς ἀξίας, τὸ δὲ ὀρθὸν περὶ [540e] πλείστου ποιησάμενοι καὶ τὰς ἀπὸ τούτου τιμάς, μέγιστον δὲ καὶ ἀναγκαιότατον τὸ δίκαιον, καὶ τούτῳ δὴ ὑπηρετοῦντές τε καὶ αὔξοντες αὐτὸ διασκευωρήσωνται τὴν ἑαυτῶν πόλιν;Πῶς; ἔφη.
Ὅσοι μὲν ἄν, ἦν δ᾽ ἐγώ, πρεσβύτεροι τυγχάνωσι δεκετῶν [541a] ἐν τῇ πόλει, πάντας ἐκπέμψωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς, τοὺς δὲ παῖδας αὐτῶν παραλαβόντες ἐκτὸς τῶν νῦν ἠθῶν, ἃ καὶ οἱ γονῆς ἔχουσι, θρέψωνται ἐν τοῖς σφετέροις τρόποισι καὶ νόμοις, οὖσιν οἵοις διεληλύθαμεν τότε· καὶ οὕτω τάχιστά τε καὶ ῥᾷστα πόλιν τε καὶ πολιτείαν, ἣν ἐλέγομεν, καταστᾶσαν αὐτήν τε εὐδαιμονήσειν καὶ τὸ ἔθνος ἐν ᾧ ἂν ἐγγένηται πλεῖστα ὀνήσειν;
Πολύ γ᾽, ἔφη· καὶ ὡς ἂν γένοιτο, εἴπερ ποτὲ γίγνοιτο, [541b] δοκεῖς μοι, ὦ Σώκρατες, εὖ εἰρηκέναι.
Οὐκοῦν ἅδην ἤδη, εἶπον ἐγώ, ἔχουσιν ἡμῖν οἱ λόγοι περί τε τῆς πόλεως ταύτης καὶ τοῦ ὁμοίου ταύτῃ ἀνδρός; δῆλος γάρ που καὶ οὗτος οἷον φήσομεν δεῖν αὐτὸν εἶναι.
Δῆλος, ἔφη· καὶ ὅπερ ἐρωτᾷς, δοκεῖ μοι τέλος ἔχειν.
Πώς;
Όσοι μες στην πόλη είναι πάνω από δέκα χρόνια, [541a] όλους αυτούς θα τους στείλουν στα χωράφια, κι αφού παραλάβουν τα παιδιά τους και τ᾽ αποσύρουν από τις τωρινές συνήθειες, που έχουν κι οι γονείς των, θα τ᾽ αναθρέψουν με τους δικούς των τρόπους και νόμους, που θα είναι τέτοιοι όπως τους αναφέραμε πριν· κι έτσι δε θα στερεώσει πολύ γρήγορα και εύκολα η πόλη και το πολίτευμα που λέγαμε, δε θα ευδαιμονήσει κι η ίδια και δε θα δει τη μεγαλύτερη ωφέλεια και το έθνος όπου ανήκει;
Χωρίς καμιά αμφιβολία· και μου φαίνεται, Σωκράτη, [541b] πως πολύ ωραία εξέθεσες και τον τρόπο που θα γίνουνται όλ᾽ αυτά, αν είναι ποτέ να γίνουν.
Αρκετά λοιπόν τα ᾽χομε πια συζητήσει και για την ίδια την πόλη και για τον άνθρωπο που θα ᾽ναι όμοιος μ᾽ αυτήν; Γιατί είναι φανερό τί λογής θα πούμε πως πρέπει να είναι κι αυτός.
Φανερό· κι έτσι η ερώτηση που μ᾽ έκαμες πήρε, μου φαίνεται, τέλος.
Ὅσοι μὲν ἄν, ἦν δ᾽ ἐγώ, πρεσβύτεροι τυγχάνωσι δεκετῶν [541a] ἐν τῇ πόλει, πάντας ἐκπέμψωσιν εἰς τοὺς ἀγρούς, τοὺς δὲ παῖδας αὐτῶν παραλαβόντες ἐκτὸς τῶν νῦν ἠθῶν, ἃ καὶ οἱ γονῆς ἔχουσι, θρέψωνται ἐν τοῖς σφετέροις τρόποισι καὶ νόμοις, οὖσιν οἵοις διεληλύθαμεν τότε· καὶ οὕτω τάχιστά τε καὶ ῥᾷστα πόλιν τε καὶ πολιτείαν, ἣν ἐλέγομεν, καταστᾶσαν αὐτήν τε εὐδαιμονήσειν καὶ τὸ ἔθνος ἐν ᾧ ἂν ἐγγένηται πλεῖστα ὀνήσειν;
Πολύ γ᾽, ἔφη· καὶ ὡς ἂν γένοιτο, εἴπερ ποτὲ γίγνοιτο, [541b] δοκεῖς μοι, ὦ Σώκρατες, εὖ εἰρηκέναι.
Οὐκοῦν ἅδην ἤδη, εἶπον ἐγώ, ἔχουσιν ἡμῖν οἱ λόγοι περί τε τῆς πόλεως ταύτης καὶ τοῦ ὁμοίου ταύτῃ ἀνδρός; δῆλος γάρ που καὶ οὗτος οἷον φήσομεν δεῖν αὐτὸν εἶναι.
Δῆλος, ἔφη· καὶ ὅπερ ἐρωτᾷς, δοκεῖ μοι τέλος ἔχειν.
***
[540d] Τί λέτε λοιπόν τώρα; συμφωνάτε πως όσα έχομε ειπεί για την πόλη και το πολίτευμα δεν είναι απλές ευχές, αλλά δύσκολα βέβαια, όχι όμως και ολότελα αδύνατα πράγματα, όταν ανώτατοι μες στην πόλη άρχοντες και εξουσιαστές, ένας ή περισσότεροι, γίνουν οι πραγματικοί φιλόσοφοι που, καταφρονώντας τις σημερινές τιμές σαν ανελεύθερες και μηδαμινής αξίας, θα εκτιμούν το καθήκον [540e] μονάχα και τις τιμές που πηγάζουν απ᾽ αυτό, και πάνω απ᾽ όλα μεγαλύτερο και αναγκαιότατο τη δικαιοσύνη, που αυτήν υπηρετώντας και αυξάνοντας θα αναλάβουν να αναμορφώσουν την πόλη τους;Πώς;
Όσοι μες στην πόλη είναι πάνω από δέκα χρόνια, [541a] όλους αυτούς θα τους στείλουν στα χωράφια, κι αφού παραλάβουν τα παιδιά τους και τ᾽ αποσύρουν από τις τωρινές συνήθειες, που έχουν κι οι γονείς των, θα τ᾽ αναθρέψουν με τους δικούς των τρόπους και νόμους, που θα είναι τέτοιοι όπως τους αναφέραμε πριν· κι έτσι δε θα στερεώσει πολύ γρήγορα και εύκολα η πόλη και το πολίτευμα που λέγαμε, δε θα ευδαιμονήσει κι η ίδια και δε θα δει τη μεγαλύτερη ωφέλεια και το έθνος όπου ανήκει;
Χωρίς καμιά αμφιβολία· και μου φαίνεται, Σωκράτη, [541b] πως πολύ ωραία εξέθεσες και τον τρόπο που θα γίνουνται όλ᾽ αυτά, αν είναι ποτέ να γίνουν.
Αρκετά λοιπόν τα ᾽χομε πια συζητήσει και για την ίδια την πόλη και για τον άνθρωπο που θα ᾽ναι όμοιος μ᾽ αυτήν; Γιατί είναι φανερό τί λογής θα πούμε πως πρέπει να είναι κι αυτός.
Φανερό· κι έτσι η ερώτηση που μ᾽ έκαμες πήρε, μου φαίνεται, τέλος.
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020
ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Κύκλωψ (1-40)
ΣΙΛΗΝΟΣ
ΣΙΛΗΝΟΣ
Διόνυσε Κοσμοχαλαστή, δες τί τραβώ για σένα
τώρα, μα και στα νιάτα μου, που ᾽χα γερό κορμί.
Θυμάσαι που σου εσάλεψε τον νου σου η Ήρα, κι έφυγες,
μακριά απ᾽ τις παραμάνες σου, τις Νύμφες των βουνών;
5 Ή πιο μετά, σαν πολεμάγαμε τα τέρατα που φύτρωσαν
από τη μάνα Γη —τους Γίγαντες με τ᾽ όνομα—,
δεξί σου χέρι, υπασπιστής, βράχος ακλόνητος εγώ,
του ᾽δωσα μια του Εγκέλαδου, κέντρο δοξαπατρί,
με το κοντάρι μου γερά και τάβλα τον εξάπλωσα.
—Ένα λεπτό: ονειρεύομαι;— Όχι, το δίχως άλλο,
αφού έδειξα, μα τον Θεό, τα λάφυρα στον Βάκχο.
10 Μα οι φουρτούνες μου δεν τέλειωσαν· άλλες με πνίγουν τώρα.
Βλέπεις, σαν έμαθα πως έστειλε τους πειρατές οι Ήρα
για να σε διώξει μακριά, σ᾽ αγύριστο ταξίδι,
μπάρκαρα με τα τέκνα μου, κι εκίνησα να σέ ᾽βρω.
15 Έκατσα το λοιπόν εγώ στην πρύμνη άκρην άκρη,
και κουμαντάριζα το δίσκαρμο πλεούμενο — καπετάνιος!
Οι γιοι μου αδράξαν τα κουπιά, κι ελεύκαιναν χτυπώντας
τη γαλανή τη θάλασσα με παφλασμό κι αφρό.
Προορισμός του ταξιδιού εσύ ᾽σουν, άρχοντά μας.
Σαν πιάσαμε Καβομαλιά, Λεβάντες μανιασμένος
20 εφύσηξε· μας έριξε στης Σικελίας τα βράχια.
Μένουν εδώ μονόφθαλμα παιδιά του Ποσειδώνα,
οι ανθρωποφάγοι Κύκλωπες, στις έρημες σπηλιές.
Μας αιχμαλώτισε ένας τους και δούλους του μας έχει
—Πολύφημος με τ᾽ όνομα· τούτος είν᾽ ο αφέντης μας.
25 Κι αφήσαμε του Βάκχου μας την ιερή λατρεία,
και βόσκουμε του Κύκλωπα του ανόσιου τα κοπάδια.
Τα παιδιά μου, το λοιπόν, σαν νεαρούληδες που είναι,
μικρά βόσκουν προβατάκια στις πλαγιές ψηλά ψηλά.
Εγώ έμεινα δω πέρα — κι έχω ένα σωρό αγγαρείες:
30 να γεμίσω τις ποτίστρες, να σκουπίσω τη σπηλιά,
να ετοιμάσω το τραπέζι —φριχτό, ανόσιο φαΐ—
του Κύκλωπα, του απάνθρωπου, του τρισκαταραμένου.
Τώρα πρέπει το λοιπόν, όπως μ᾽ έχουνε προστάξει,
τη σπηλιά να συγυρίσω με τη σιδεροτσουγκράνα.
(Δείχνει το εργαλείο που βαστά στο χέρι του.)
Να στραφτοκοπά από πάστρα η σπηλιά, σαν θα γυρίσει
35ο αφέντης μου ο Κύκλωψ — και τα πρόβατα μαζί του.
(Ο Χορός των Σατύρων αρχίζει να πλησιάζει στην ορχήστρα από τη δεξιά είσοδο· χορεύουν ζωηρά. Τους συνοδεύουν δούλοι, που αργότερα θα μαντρώσουνε τα πρόβατα στη σπηλιά του Κύκλωπα)
Βρε, καλώς τα τά παιδιά μου! Σαλαγούνε κατά δω
τα κοπάδια. —Μα τί ᾽ν᾽ τούτο; Βρε σεις, πιάσατε χορό;
Τσιφτετέλια, ντιριντάχτα, βαρύ ποδοβολητό;
Έτσι κάνατε παλιά, τότε που τρεκλίζατε,
διμοιρία μεθυσμένη, από το ᾽να σπίτι στ᾽ άλλο,
για τις μπερμπαντιές του Βάκχου η τιμητική φρουρά!
40 —Όλοι σεινάμενοι κουνάμενοι, νταούλια και ζουρνάδες.
Ὦ Βρόμιε, διὰ σὲ μυρίους ἔχω πόνους
νῦν χὤτ᾽ ἐν ἥβηι τοὐμὸν εὐσθένει δέμας·
πρῶτον μὲν ἡνίκ᾽ ἐμμανὴς Ἥρας ὕπο
Νύμφας ὀρείας ἐκλιπὼν ὤιχου τροφούς·
5 ἔπειτά γ᾽ ἀμφὶ γηγενῆ μάχην δορὸς
ἐνδέξιος σῶι ποδὶ παρασπιστὴς βεβὼς
Ἐγκέλαδον ἰτέαν ἐς μέσην θενὼν δορὶ
ἔκτεινα — φέρ᾽ ἴδω, τοῦτ᾽ ἰδὼν ὄναρ λέγω;
οὐ μὰ Δί᾽, ἐπεὶ καὶ σκῦλ᾽ ἔδειξα Βακχίωι.
10 καὶ νῦν ἐκείνων μείζον᾽ ἐξαντλῶ πόνον.
ἐπεὶ γὰρ Ἥρα σοι γένος Τυρσηνικὸν
ληιστῶν ἐπῶρσεν, ὡς ὁδηθείης μακράν,
‹ἐγὼ› πυθόμενος σὺν τέκνοισι ναυστολῶ
σέθεν κατὰ ζήτησιν. ἐν πρύμνηι δ᾽ ἄκραι
15 αὐτὸς λαβὼν ηὔθυνον ἀμφῆρες δόρυ,
παῖδες δ᾽ ‹ἐπ᾽› ἐρετμοῖς ἥμενοι γλαυκὴν ἅλα
ῥοθίοισι λευκαίνοντες ἐζήτουν σ᾽, ἄναξ.
ἤδη δὲ Μαλέας πλησίον πεπλευκότας
ἀπηλιώτης ἄνεμος ἐμπνεύσας δορὶ
20 ἐξέβαλεν ἡμᾶς τήνδ᾽ ἐς Αἰτναίαν πέτραν,
ἵν᾽ οἱ μονῶπες ποντίου παῖδες θεοῦ
Κύκλωπες οἰκοῦσ᾽ ἄντρ᾽ ἔρημ᾽ ἀνδροκτόνοι.
τούτων ἑνὸς ληφθέντες ἐσμὲν ἐν δόμοις
δοῦλοι· καλοῦσι δ᾽ αὐτὸν ὧι λατρεύομεν
25 Πολύφημον· ἀντὶ δ᾽ εὐίων βακχευμάτων
ποίμνας Κύκλωπος ἀνοσίου ποιμαίνομεν.
παῖδες μὲν οὖν μοι κλειτύων ἐν ἐσχάτοις
νέμουσι μῆλα νέα νέοι πεφυκότες,
ἐγὼ δὲ πληροῦν πίστρα καὶ σαίρειν στέγας
30 μένων τέταγμαι τάσδε, τῶιδε δυσσεβεῖ
Κύκλωπι δείπνων ἀνοσίων διάκονος.
καὶ νῦν, τὰ προσταχθέντ᾽, ἀναγκαίως ἔχει
σαίρειν σιδηρᾶι τῆιδέ μ᾽ ἁρπάγηι δόμους,
ὡς τόν τ᾽ ἀπόντα δεσπότην Κύκλωπ᾽ ἐμὸν
35 καθαροῖσιν ἄντροις μῆλά τ᾽ ἐσδεχώμεθα.
ἤδη δὲ παῖδας προσνέμοντας εἰσορῶ
ποίμνας. τί ταῦτα; μῶν κρότος σικινίδων
ὁμοῖος ὑμῖν νῦν τε χὤτε Βακχίωι
κῶμος συνασπίζοντες Ἀλθαίας δόμους
40 προσῆιτ᾽ ἀοιδαῖς βαρβίτων σαυλούμενοι;
νῦν χὤτ᾽ ἐν ἥβηι τοὐμὸν εὐσθένει δέμας·
πρῶτον μὲν ἡνίκ᾽ ἐμμανὴς Ἥρας ὕπο
Νύμφας ὀρείας ἐκλιπὼν ὤιχου τροφούς·
5 ἔπειτά γ᾽ ἀμφὶ γηγενῆ μάχην δορὸς
ἐνδέξιος σῶι ποδὶ παρασπιστὴς βεβὼς
Ἐγκέλαδον ἰτέαν ἐς μέσην θενὼν δορὶ
ἔκτεινα — φέρ᾽ ἴδω, τοῦτ᾽ ἰδὼν ὄναρ λέγω;
οὐ μὰ Δί᾽, ἐπεὶ καὶ σκῦλ᾽ ἔδειξα Βακχίωι.
10 καὶ νῦν ἐκείνων μείζον᾽ ἐξαντλῶ πόνον.
ἐπεὶ γὰρ Ἥρα σοι γένος Τυρσηνικὸν
ληιστῶν ἐπῶρσεν, ὡς ὁδηθείης μακράν,
‹ἐγὼ› πυθόμενος σὺν τέκνοισι ναυστολῶ
σέθεν κατὰ ζήτησιν. ἐν πρύμνηι δ᾽ ἄκραι
15 αὐτὸς λαβὼν ηὔθυνον ἀμφῆρες δόρυ,
παῖδες δ᾽ ‹ἐπ᾽› ἐρετμοῖς ἥμενοι γλαυκὴν ἅλα
ῥοθίοισι λευκαίνοντες ἐζήτουν σ᾽, ἄναξ.
ἤδη δὲ Μαλέας πλησίον πεπλευκότας
ἀπηλιώτης ἄνεμος ἐμπνεύσας δορὶ
20 ἐξέβαλεν ἡμᾶς τήνδ᾽ ἐς Αἰτναίαν πέτραν,
ἵν᾽ οἱ μονῶπες ποντίου παῖδες θεοῦ
Κύκλωπες οἰκοῦσ᾽ ἄντρ᾽ ἔρημ᾽ ἀνδροκτόνοι.
τούτων ἑνὸς ληφθέντες ἐσμὲν ἐν δόμοις
δοῦλοι· καλοῦσι δ᾽ αὐτὸν ὧι λατρεύομεν
25 Πολύφημον· ἀντὶ δ᾽ εὐίων βακχευμάτων
ποίμνας Κύκλωπος ἀνοσίου ποιμαίνομεν.
παῖδες μὲν οὖν μοι κλειτύων ἐν ἐσχάτοις
νέμουσι μῆλα νέα νέοι πεφυκότες,
ἐγὼ δὲ πληροῦν πίστρα καὶ σαίρειν στέγας
30 μένων τέταγμαι τάσδε, τῶιδε δυσσεβεῖ
Κύκλωπι δείπνων ἀνοσίων διάκονος.
καὶ νῦν, τὰ προσταχθέντ᾽, ἀναγκαίως ἔχει
σαίρειν σιδηρᾶι τῆιδέ μ᾽ ἁρπάγηι δόμους,
ὡς τόν τ᾽ ἀπόντα δεσπότην Κύκλωπ᾽ ἐμὸν
35 καθαροῖσιν ἄντροις μῆλά τ᾽ ἐσδεχώμεθα.
ἤδη δὲ παῖδας προσνέμοντας εἰσορῶ
ποίμνας. τί ταῦτα; μῶν κρότος σικινίδων
ὁμοῖος ὑμῖν νῦν τε χὤτε Βακχίωι
κῶμος συνασπίζοντες Ἀλθαίας δόμους
40 προσῆιτ᾽ ἀοιδαῖς βαρβίτων σαυλούμενοι;
***
Σκηνικό: η σπηλιά του Κύκλωπα στη Σικελία. Στο βάθος της σκηνής φαίνεται το στόμιο της σπηλιάς. Η μία από τις εισόδους του θεάτρου (ας πούμε η δεξιά) υποτίθεται πως οδηγεί στα γειτονικά βοσκοτόπια· η άλλη (ας πούμε η αριστερή) βγάζει στο κοντινό λιμάνι.ΣΙΛΗΝΟΣ
Διόνυσε Κοσμοχαλαστή, δες τί τραβώ για σένα
τώρα, μα και στα νιάτα μου, που ᾽χα γερό κορμί.
Θυμάσαι που σου εσάλεψε τον νου σου η Ήρα, κι έφυγες,
μακριά απ᾽ τις παραμάνες σου, τις Νύμφες των βουνών;
5 Ή πιο μετά, σαν πολεμάγαμε τα τέρατα που φύτρωσαν
από τη μάνα Γη —τους Γίγαντες με τ᾽ όνομα—,
δεξί σου χέρι, υπασπιστής, βράχος ακλόνητος εγώ,
του ᾽δωσα μια του Εγκέλαδου, κέντρο δοξαπατρί,
με το κοντάρι μου γερά και τάβλα τον εξάπλωσα.
—Ένα λεπτό: ονειρεύομαι;— Όχι, το δίχως άλλο,
αφού έδειξα, μα τον Θεό, τα λάφυρα στον Βάκχο.
10 Μα οι φουρτούνες μου δεν τέλειωσαν· άλλες με πνίγουν τώρα.
Βλέπεις, σαν έμαθα πως έστειλε τους πειρατές οι Ήρα
για να σε διώξει μακριά, σ᾽ αγύριστο ταξίδι,
μπάρκαρα με τα τέκνα μου, κι εκίνησα να σέ ᾽βρω.
15 Έκατσα το λοιπόν εγώ στην πρύμνη άκρην άκρη,
και κουμαντάριζα το δίσκαρμο πλεούμενο — καπετάνιος!
Οι γιοι μου αδράξαν τα κουπιά, κι ελεύκαιναν χτυπώντας
τη γαλανή τη θάλασσα με παφλασμό κι αφρό.
Προορισμός του ταξιδιού εσύ ᾽σουν, άρχοντά μας.
Σαν πιάσαμε Καβομαλιά, Λεβάντες μανιασμένος
20 εφύσηξε· μας έριξε στης Σικελίας τα βράχια.
Μένουν εδώ μονόφθαλμα παιδιά του Ποσειδώνα,
οι ανθρωποφάγοι Κύκλωπες, στις έρημες σπηλιές.
Μας αιχμαλώτισε ένας τους και δούλους του μας έχει
—Πολύφημος με τ᾽ όνομα· τούτος είν᾽ ο αφέντης μας.
25 Κι αφήσαμε του Βάκχου μας την ιερή λατρεία,
και βόσκουμε του Κύκλωπα του ανόσιου τα κοπάδια.
Τα παιδιά μου, το λοιπόν, σαν νεαρούληδες που είναι,
μικρά βόσκουν προβατάκια στις πλαγιές ψηλά ψηλά.
Εγώ έμεινα δω πέρα — κι έχω ένα σωρό αγγαρείες:
30 να γεμίσω τις ποτίστρες, να σκουπίσω τη σπηλιά,
να ετοιμάσω το τραπέζι —φριχτό, ανόσιο φαΐ—
του Κύκλωπα, του απάνθρωπου, του τρισκαταραμένου.
Τώρα πρέπει το λοιπόν, όπως μ᾽ έχουνε προστάξει,
τη σπηλιά να συγυρίσω με τη σιδεροτσουγκράνα.
(Δείχνει το εργαλείο που βαστά στο χέρι του.)
Να στραφτοκοπά από πάστρα η σπηλιά, σαν θα γυρίσει
35ο αφέντης μου ο Κύκλωψ — και τα πρόβατα μαζί του.
(Ο Χορός των Σατύρων αρχίζει να πλησιάζει στην ορχήστρα από τη δεξιά είσοδο· χορεύουν ζωηρά. Τους συνοδεύουν δούλοι, που αργότερα θα μαντρώσουνε τα πρόβατα στη σπηλιά του Κύκλωπα)
Βρε, καλώς τα τά παιδιά μου! Σαλαγούνε κατά δω
τα κοπάδια. —Μα τί ᾽ν᾽ τούτο; Βρε σεις, πιάσατε χορό;
Τσιφτετέλια, ντιριντάχτα, βαρύ ποδοβολητό;
Έτσι κάνατε παλιά, τότε που τρεκλίζατε,
διμοιρία μεθυσμένη, από το ᾽να σπίτι στ᾽ άλλο,
για τις μπερμπαντιές του Βάκχου η τιμητική φρουρά!
40 —Όλοι σεινάμενοι κουνάμενοι, νταούλια και ζουρνάδες.
Ιστορία της αρχαίας Ελληνικής γλώσσας: Οι ήχοι της γλώσσας
2.4.3 Οι τρόποι με τους οποίους αρθρώνονται τα φωνήενταΑς δούμε τώρα τους πιο συχνούς τρόπους με τους οποίους σχηματίζονται τα φωνήεντα. Όπως έχουμε ήδη πει, τα φωνήεντα παράγονται από την ανεμπόδιστη ροή του αέρα μέσα στο φωνητικό κανάλι και με την παλμική κίνηση των φωνητικών χορδών - είναι ηχηρά, όπως λέγαμε. Αυτή είναι η πιο συχνή μορφή φωνηέντων στις γλώσσες του κόσμου. Η περιγραφή αυτή όμως δεν φτάνει για να περιγράψουμε ένα μέρος τουλάχιστον της ποικιλίας των φωνηέντων που βρίσκουμε στις γλώσσες.
Αν προσέξουμε πώς προφέρεται το πρώτο φωνήεν της λέξης ίδιος, θα παρατηρήσουμε ότι η γλώσσα ανασηκώνεται μπροστά, περίπου κάτω από τον ουρανίσκο. Το στόμα δεν είναι πολύ ανοιχτό. Tα πλάγια της γλώσσας ακουμπούν λίγο πάνω στα δόντια. Το ίδιο ισχύει και για τα πρώτα φωνήεντα λέξεων όπως ήλιος, λείπω, τοίχος, φιλάω, φυλάω. Όλα προφέρονται σαν το ι της λέξης ίδιος. Γιατί όμως γράφονται με διαφορετικά γράμματα; Επειδή, το έχουμε ήδη πει, κρατάμε την παλιά, αρχαία, γραφή που αντιστοιχούσε σε διαφορετική προφορά. Η προφορά άλλαξε, γιατί η γλώσσα αλλάζει μέσα στον χρόνο, αλλά δεν άλλαξε η γραφή - δεν την αλλάξαμε. Όπως έχουμε ήδη πει, το η των αρχαίων ελληνικών δήλωνε ένα μακρό [e], δηλαδή [ee]. Το υ (και αυτό το είδαμε) δήλωνε τον φθόγγο [u] . Για το οι της λέξης τοίχος και το ει της λέξης λείπω θα μιλήσουμε αργότερα. Αλλά μπορείτε από τώρα να καταλάβετε ότι, αν οι αρχαίοι έγραφαν τη λέξη τοίχος με οι, είναι γιατί την πρόφεραν με δύο φθόγγους, το [ο] και το [ί]. Το ίδιο ισχύει και για το ει της λέξης λείπω.
Επειδή το ι που συζητήσαμε σχηματίζεται με τη γλώσσα μπροστά, περίπου κάτω από τον ουρανίσκο, το ονομάζουμε μπροστινό φωνήεν. Με τη γλώσσα να κινείται προς το μπροστινό μέρος της στοματικής κοιλότητας σχηματίζεται και το πρώτο φωνήεν των λέξεων εγώ και αίμα - είναι και αυτό μπροστινό φωνήεν. Το στόμα είναι πιο ανοιχτό απ' ό,τι για τον φθόγγο [ί], ενώ τα χείλια δεν έχουν κάποια χαρακτηριστική θέση. Και εδώ θα παρατηρήσετε ότι, ενώ οι δύο λέξεις εγώ και αίμα προφέρονται ως προς το πρώτο φωνήεν με τον ίδιο τρόπο, γράφονται διαφορετικά (με ε και αι). Και αυτό γιατί κρατάμε, και πάλι, έναν τρόπο γραφής που αντιστοιχεί σε μια προφορά που χάθηκε. Όπως μπορείτε εύκολα να υποθέσετε, η λέξη αίμα προφερόταν στα αρχαία ελληνικά όπως ακριβώς γράφεται και όχι όπως στα νέα ελληνικά. Αλλά θα ξαναγυρίσουμε σε αυτό.
Από την άλλη, το [u] όπως στη λέξη που, το [ο] όπως στη λέξη πόνος και στη λέξη τώρα (θυμηθείτε τί είχαμε πει για τα γράμματα ο και ω) και το [a] όπως στη λέξη κάνω είναι πισινά φωνήεντα, σχηματίζονται δηλαδή με τη γλώσσα να ανασηκώνεται, να υψώνεται στο πίσω μέρος της. To [u] και το [ο] σχηματίζονται με τα χείλια περισσότερο ή λιγότερο στρογγυλά , ενώ στον φθόγγο [a] δεν υπάρχει στρογγύλεμα των χειλιών. To [u] και το [ο] μοιάζουν κατά το ότι και τα δύο σχηματίζονται με τη γλώσσα υψωμένη στο πίσω μέρος της αλλά στην περίπτωση του [ο] βρίσκεται λίγο πιο χαμηλά. Στην περίπτωση του [a] το στόμα ανοίγει περισσότερο και η γλώσσα είναι ακόμη πιο χαμηλά. Τα φωνήεντα που είδαμε (για τα νέα ελληνικά) ονομάζονται μπροστινά και πισινά ανάλογα με την ανύψωση της γλώσσας στο μπροστινό και πίσω μέρος της. Όταν ανυψώνεται το μέσο της γλώσσας (στο κέντρο του στόματος), παράγονται κεντρικά φωνήεντα . Τέτοια δεν υπάρχουν στην κοινή νέα ελληνική, υπάρχουν όμως σε άλλες γλώσσες, π.χ. στα αγγλικά και στα γερμανικά, ή και σε διαλέκτους της ελληνικής γλώσσας.
Όσο πιο ψηλά βρίσκεται η γλώσσα, τόσο πιο κλειστό είναι το στόμα. Γι' αυτό ένα μπροστινό φωνήεν όπως το [i] το ονομάζουμε ψηλό και κλειστό: ψηλό επειδή βρίσκεται ψηλά η γλώσσα, και κλειστό γιατί το στόμα είναι σχετικά κλειστό. Το άλλο μπροστινό φωνήεν (το [e]) το ονομάζουμε μεσαίο επειδή η γλώσσα είναι σε χαμηλότερη θέση, και μισόκλειστο επειδή το στόμα είναι πιο ανοιχτό. Το πισινό φωνήεν [u] είναι και αυτό ψηλό γιατί σχηματίζεται με τη γλώσσα υπερυψωμένη, και στρογγυλό γιατί στρογγυλεύουν τα χείλη στον σχηματισμό του. Το [ο] είναι μεσαίο γιατί η γλώσσα βρίσκεται σε χαμηλότερη θέση, και στρογγυλό, όπως το [u], γιατί στρογγυλεύουν τα χείλη. Το πισινό φωνήεν [a] είναι χαμηλό γιατί η γλώσσα βρίσκεται χαμηλά, και ανοιχτό γιατί το στόμα είναι ανοιχτό.
Για τα μακρά φωνήεντα έχουμε ήδη μιλήσει και έτσι δεν χρειάζεται να επανέλθουμε. Τέτοια φωνήεντα υπήρχαν, όπως είδαμε, στα αρχαία ελληνικά αλλά δεν υπάρχουν στα νέα ελληνικά. Σε ορισμένες γλώσσες, όπως στα γαλλικά, υπάρχουν έρρινα φωνήεντα φωνήεντα δηλαδή στα οποία ένα μέρος του αέρα που ξεκινάει από τα πνευμόνια βγαίνει από τη ρινική κοιλότητα (την κοιλότητα της μύτης).
Βρίσκε πάντα έναν καλό λόγο να πεις
Η αγάπη εκφράζεται με την επικοινωνία. Η χρήση των λέξεων έχει μεγάλη σημασία για την επικοινωνία μας με τους άλλους.
Η έννοια κάθε λέξης είναι διαφορετική για τον καθένα μας. Άλλο πράγμα σημαίνουν για εμένα οι λέξεις ευτυχία, οικογένεια, τέλεια, δύσκολα και άλλο για εσένα.
Σε ορισμένα περιβάλλοντα οι άνθρωποι είναι εύκολο να προσβληθούν από το ύφος, το περιεχόμενο μιας φράσης και από το ποιος τη λέει.
Απέναντι σε όποιον ζητήσει τη γνώμη σου ή τη συμβουλή σου, ποιες λέξεις διαλέγεις για να εκφράσεις την αλήθεια σου χωρίς να θίξεις τον άλλο και, ταυτόχρονα, να περάσεις το μήνυμα που θέλεις;
Υπάρχουν άνθρωποι που μιλάνε όπως τους έρθει. Ακούγονται γραφικοί, γιατί φαίνεται ότι δεν ζυγίζουν τα λόγια τους προτού τα ξεστομίσουν. Άλλοι φωνάζουν δυνατά για μια απλή διαφωνία. Οπότε, αντί να σου μείνουν οι απόψεις τους στο μυαλό, σου μένει το θυμωμένο τους ύφος. Άλλοι μιλούν απότομα, λες και οι συνομιλητές τους είναι υποχρεωμένοι να τους ανέχονται. Άλλοι μιλούν τόσο αόριστα και αμυντικά, που δεν σου στέλνουν κανένα μήνυμα σαν να φοβούνται να εκφράσουν οποιαδήποτε άποψη.
Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χαλάσεις μια βραδιά, μια σχέση, μια φιλία, επειδή διάλεξες μια λάθος φράση.
Όταν μιλάς από την καρδιά, μιλάς με αγάπη προς τον συνάνθρωπό σου, προς την κοινωνία. Αναλαμβάνεις την ευθύνη να μοιραστείς τα συναισθήματά σου, να μη θίξεις τον άλλο, να τηρήσεις την υπόσχεση που έδωσες προφορικά, να τιμήσεις με σεβασμό όποιον συνομιλεί μαζί σου. Να βρίσκεις πάντα έναν καλό λόγο να πεις. Ένα καλωσόρισμα σε έναν άγνωστο, μια λέξη συμπόνοιας, ένα κάλεσμα συμφιλίωσης, συγχαρητήρια, μια καλημέρα, ένα χαμόγελο.
Προσβολές, απειλές, βρισιές, αποκαλύπτουν πολλά για τον χαρακτήρα, την καταγωγή, τη μόρφωση, την αγωγή μας. Πολλοί άνθρωποι χάνουν ένα λαμπρό μέλλον με τέτοιες συμπεριφορές αποξένωσης από το περιβάλλον τους.
Όλοι έχουμε συγκρουστεί, γελοιοποιηθεί, αγνοηθεί, αδικηθεί, προδοθεί. Ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε κάθε περιστατικό, τα λόγια που λέμε ως αντίδραση έχουν δύναμη. Κάθε μας λέξη έχει δύναμη και επηρεάζει. Η δύναμη μιας ευγενικής κουβέντας, μιας σοφής αντίδρασης, παρηγορεί τη ραγισμένη μας καρδιά, μαλακώνει την ψυχή μας.
Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, λέει ο λαός μας. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε κάθε μέρα, επικοινωνώντας με τα οικεία μας πρόσωπα, είναι θέμα αγάπης.
Λέγε κάθε μέρα μια καλή κουβέντα στα αγαπημένα σου πρόσωπα και στους φίλους σου. Θα το πάρεις πίσω, είναι μεταδοτικό, θα είσαι πιο ευτυχισμένος.
Η έννοια κάθε λέξης είναι διαφορετική για τον καθένα μας. Άλλο πράγμα σημαίνουν για εμένα οι λέξεις ευτυχία, οικογένεια, τέλεια, δύσκολα και άλλο για εσένα.
Σε ορισμένα περιβάλλοντα οι άνθρωποι είναι εύκολο να προσβληθούν από το ύφος, το περιεχόμενο μιας φράσης και από το ποιος τη λέει.
Απέναντι σε όποιον ζητήσει τη γνώμη σου ή τη συμβουλή σου, ποιες λέξεις διαλέγεις για να εκφράσεις την αλήθεια σου χωρίς να θίξεις τον άλλο και, ταυτόχρονα, να περάσεις το μήνυμα που θέλεις;
Υπάρχουν άνθρωποι που μιλάνε όπως τους έρθει. Ακούγονται γραφικοί, γιατί φαίνεται ότι δεν ζυγίζουν τα λόγια τους προτού τα ξεστομίσουν. Άλλοι φωνάζουν δυνατά για μια απλή διαφωνία. Οπότε, αντί να σου μείνουν οι απόψεις τους στο μυαλό, σου μένει το θυμωμένο τους ύφος. Άλλοι μιλούν απότομα, λες και οι συνομιλητές τους είναι υποχρεωμένοι να τους ανέχονται. Άλλοι μιλούν τόσο αόριστα και αμυντικά, που δεν σου στέλνουν κανένα μήνυμα σαν να φοβούνται να εκφράσουν οποιαδήποτε άποψη.
Σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να χαλάσεις μια βραδιά, μια σχέση, μια φιλία, επειδή διάλεξες μια λάθος φράση.
Όταν μιλάς από την καρδιά, μιλάς με αγάπη προς τον συνάνθρωπό σου, προς την κοινωνία. Αναλαμβάνεις την ευθύνη να μοιραστείς τα συναισθήματά σου, να μη θίξεις τον άλλο, να τηρήσεις την υπόσχεση που έδωσες προφορικά, να τιμήσεις με σεβασμό όποιον συνομιλεί μαζί σου. Να βρίσκεις πάντα έναν καλό λόγο να πεις. Ένα καλωσόρισμα σε έναν άγνωστο, μια λέξη συμπόνοιας, ένα κάλεσμα συμφιλίωσης, συγχαρητήρια, μια καλημέρα, ένα χαμόγελο.
Προσβολές, απειλές, βρισιές, αποκαλύπτουν πολλά για τον χαρακτήρα, την καταγωγή, τη μόρφωση, την αγωγή μας. Πολλοί άνθρωποι χάνουν ένα λαμπρό μέλλον με τέτοιες συμπεριφορές αποξένωσης από το περιβάλλον τους.
Όλοι έχουμε συγκρουστεί, γελοιοποιηθεί, αγνοηθεί, αδικηθεί, προδοθεί. Ο τρόπος με τον οποίο χειριζόμαστε κάθε περιστατικό, τα λόγια που λέμε ως αντίδραση έχουν δύναμη. Κάθε μας λέξη έχει δύναμη και επηρεάζει. Η δύναμη μιας ευγενικής κουβέντας, μιας σοφής αντίδρασης, παρηγορεί τη ραγισμένη μας καρδιά, μαλακώνει την ψυχή μας.
Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει, λέει ο λαός μας. Η γλώσσα που χρησιμοποιούμε κάθε μέρα, επικοινωνώντας με τα οικεία μας πρόσωπα, είναι θέμα αγάπης.
Λέγε κάθε μέρα μια καλή κουβέντα στα αγαπημένα σου πρόσωπα και στους φίλους σου. Θα το πάρεις πίσω, είναι μεταδοτικό, θα είσαι πιο ευτυχισμένος.
Με κάθε αντίο μαθαίνεις
Μετά από λίγο μαθαίνεις την ανεπαίσθητη διαφορά ανάμεσα στο να κρατάς το χέρι και να αλυσοδένεις μια ψυχή.
Και μαθαίνεις πως αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια. Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις!
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου, με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο σήμερα, γιατί το έδαφος του αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις, πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ, αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια.
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις! Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη! Και ότι, αλήθεια, αξίζεις!
Και μαθαίνεις, μαθαίνεις, με κάθε αντίο μαθαίνεις!
Και μαθαίνεις πως αγάπη δε σημαίνει στηρίζομαι και συντροφικότητα δε σημαίνει ασφάλεια. Και αρχίζεις να μαθαίνεις πως τα φιλιά δεν είναι συμβόλαια και τα δώρα δεν είναι υποσχέσεις!
Και αρχίζεις να δέχεσαι τις ήττες σου, με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ορθάνοιχτα με τη χάρη μιας γυναίκας και όχι με τη θλίψη ενός παιδιού.
Και μαθαίνεις να φτιάχνεις όλους τους δρόμους σου στο σήμερα, γιατί το έδαφος του αύριο είναι πολύ ανασφαλές για σχέδια και τα όνειρα πάντα βρίσκουν τον τρόπο να γκρεμίζονται στη μέση της διαδρομής.
Μετά από λίγο καιρό μαθαίνεις, πως ακόμα κι η ζέστη του ήλιου μπορεί να σου κάνει κακό.
Έτσι φτιάχνεις τον κήπο σου εσύ, αντί να περιμένεις κάποιον να σου φέρει λουλούδια.
Και μαθαίνεις ότι, αλήθεια, μπορείς να αντέξεις! Και ότι, αλήθεια, έχεις δύναμη! Και ότι, αλήθεια, αξίζεις!
Και μαθαίνεις, μαθαίνεις, με κάθε αντίο μαθαίνεις!
Pessôa: Η επανάσταση του συναισθήματος
Τίποτα πια δεν μπορεί σήμερα να αλλάξει τη ζωή μου. Αν... ή αν... Ναι, αλλά ένα «αν» αντιπροσωπεύει πάντα κάτι που δεν έχει συμβεί∙ κι αφού δεν έχει συμβεί, ποιο το όφελος να φανταζόμαστε τι θα γινόταν αν είχε συμβεί;
Η μεγαλύτερη τραγωδία για μία ψυχή ή έναν άνθρωπο είναι να διαθέτει διάνοια και ηθική εξίσου ισχυρές. Για να είναι κάποιος αναμφισβήτητα και «απόλυτα» ηθικός, πρέπει να είναι και λιγάκι ανόητος. Για να είναι απόλυτα διανοούμενος, πρέπει να είναι και λιγάκι ανήθικος. Δεν ξέρω ποιο παιχνίδι της Μοίρας ή ποια ειρωνεία της Τύχης δεν επιτρέπει στον άνθρωπο αυτόν τον δυϊσμό σε υψηλό επίπεδο. Προς μεγάλη μου δυστυχία, κάτι τέτοιο συμβαίνει στην περίπτωσή μου.
Διαθέτοντας λοιπόν δυο αρετές, δεν κατόρθωσα ποτέ μου να γίνω τίποτα. Αυτό που με έφθειρε στη ζωή δεν είναι ότι διέθετα υπερβολικά ανεπτυγμένο ένα προσόν, αλλά δύο.
Το κακό δεν βρίσκεται στον ατομικισμό μας, αλλά στον τύπο του ατομικισμού που μας χαρακτηρίζει, ο οποίος είναι στατικός αντί να είναι δυναμικός. Στα μάτια μας, η αξία μας εξαρτάται απ’ αυτό που σκεφτόμαστε, κι όχι από αυτό που πράττουμε. Ξεχνάμε πως αυτό που δεν κάναμε δεν το βιώσαμε∙ πως η πρωταρχική λειτουργία της ζωής είναι η δράση, όπως το πρωταρχικό χαρακτηριστικό των πραγμάτων είναι η κίνηση.
Προσδίδουμε σημασία στις σκέψεις μας απλώς και μόνο επειδή είναι δικές μας. Θεωρούμε εαυτούς όχι, όπως έλεγε εκείνος ο Έλληνας, «μέτρον πάντων», αλλά κανόνα ή μονάδα μέτρησης των πάντων∙ κι έτσι δημιουργήσαμε ανάμεσά μας όχι απλώς μια ερμηνεία, αλλά μια κριτική του σύμπαντος (ενώ, εφόσον δεν το γνωρίζουμε, δεν είμαστε ικανοί να το κρίνουμε) και βλέπουμε τα πιο αδύναμα και πιο διαταραγμένα πνεύματα ανάμεσά μας να ανάγουν αυτήν την κριτική σε ερμηνεία που επιβάλλεται σαν παραίσθηση, και όχι μέσω συλλογισμού, αλλά διά μιας απλούστατης επαγωγής. Πρόκειται για μια καθαρή περίπτωση παραίσθησης, δηλαδή για μια ψευδαίσθηση που γεννήθηκε από την εσφαλμένη κατανόηση ενός γεγονότος.
Ποτέ δεν κατάφερα να πιστέψω ότι θα μπορούσε κανείς, είτε εγώ ο ίδιος είτε οποιοσδήποτε άλλος, να έχει τη βεβαιότητα ότι θα φέρει κάποια ανακούφιση, πραγματική ή βαθιά, στις δυστυχίες του ανθρώπου, κι ακόμη λιγότερο να τις γιατρέψει. Ούτε κατάφερα, όμως, να πάψω να το σκέφτομαι.
Η παραμικρή ανθρώπινη αγωνία -ή και μόνο το να τη φανταστώ- πάντα μου δημιουργούσε άγχος, κι ακόμη με αναστάτωνε, μου απαγόρευε να συγκεντρωθώ και ν’ αφιερωθώ στο «εγώ» μου. Η πεποίθηση ότι κάθε θεραπευτική της ψυχής είναι εντελώς ανώφελη θα έπρεπε, αντίθετα, να με υψώσει μέχρι τις κορυφές της αδιαφορίας, όπου οι γήινες ανησυχίες θα κρύβονταν πίσω από το νεφελώδες πέπλο αυτής της πεποίθησης. Παρ’ όλα αυτά, όσο δυνατή και να είναι η σκέψη, είναι εντελώς ανίσχυρη απέναντι στην επανάσταση του συναισθήματος. Είναι αδύνατον να μην αισθανόμαστε, όπως είναι αδύνατον να μην περπατάμε.
Η έλλειψη ορμής μέσα μου ήταν πάντα, σε τελική ανάλυση, η πηγή και η αιτία όλων των δεινών μου -το να μην μπορώ να θελήσω πριν σκεφτώ, το να μην μπορώ να αφοσιωθώ, το να μην μπορώ να πάρω μιαν απόφαση με τον μόνο τρόπο που αποφασίζουν οι άνθρωποι: με την αποφασιστικότητα, κι όχι με το μυαλό- όπως ο γάιδαρος του Μπυριντάν που πεθαίνει πάνω στη μαθηματική διχοτόμο που χωρίζει το νερό από τη συγκίνηση και το άχυρο από την προσπάθεια, ενώ, αν δεν το σκεφτόταν, ίσως και να πέθαινε, αλλά δεν θα πέθαινε ούτε από πείνα, ούτε από δίψα.
Fernando Pessôa, Η αγωγή του στωικού
Η μεγαλύτερη τραγωδία για μία ψυχή ή έναν άνθρωπο είναι να διαθέτει διάνοια και ηθική εξίσου ισχυρές. Για να είναι κάποιος αναμφισβήτητα και «απόλυτα» ηθικός, πρέπει να είναι και λιγάκι ανόητος. Για να είναι απόλυτα διανοούμενος, πρέπει να είναι και λιγάκι ανήθικος. Δεν ξέρω ποιο παιχνίδι της Μοίρας ή ποια ειρωνεία της Τύχης δεν επιτρέπει στον άνθρωπο αυτόν τον δυϊσμό σε υψηλό επίπεδο. Προς μεγάλη μου δυστυχία, κάτι τέτοιο συμβαίνει στην περίπτωσή μου.
Διαθέτοντας λοιπόν δυο αρετές, δεν κατόρθωσα ποτέ μου να γίνω τίποτα. Αυτό που με έφθειρε στη ζωή δεν είναι ότι διέθετα υπερβολικά ανεπτυγμένο ένα προσόν, αλλά δύο.
Το κακό δεν βρίσκεται στον ατομικισμό μας, αλλά στον τύπο του ατομικισμού που μας χαρακτηρίζει, ο οποίος είναι στατικός αντί να είναι δυναμικός. Στα μάτια μας, η αξία μας εξαρτάται απ’ αυτό που σκεφτόμαστε, κι όχι από αυτό που πράττουμε. Ξεχνάμε πως αυτό που δεν κάναμε δεν το βιώσαμε∙ πως η πρωταρχική λειτουργία της ζωής είναι η δράση, όπως το πρωταρχικό χαρακτηριστικό των πραγμάτων είναι η κίνηση.
Προσδίδουμε σημασία στις σκέψεις μας απλώς και μόνο επειδή είναι δικές μας. Θεωρούμε εαυτούς όχι, όπως έλεγε εκείνος ο Έλληνας, «μέτρον πάντων», αλλά κανόνα ή μονάδα μέτρησης των πάντων∙ κι έτσι δημιουργήσαμε ανάμεσά μας όχι απλώς μια ερμηνεία, αλλά μια κριτική του σύμπαντος (ενώ, εφόσον δεν το γνωρίζουμε, δεν είμαστε ικανοί να το κρίνουμε) και βλέπουμε τα πιο αδύναμα και πιο διαταραγμένα πνεύματα ανάμεσά μας να ανάγουν αυτήν την κριτική σε ερμηνεία που επιβάλλεται σαν παραίσθηση, και όχι μέσω συλλογισμού, αλλά διά μιας απλούστατης επαγωγής. Πρόκειται για μια καθαρή περίπτωση παραίσθησης, δηλαδή για μια ψευδαίσθηση που γεννήθηκε από την εσφαλμένη κατανόηση ενός γεγονότος.
Ποτέ δεν κατάφερα να πιστέψω ότι θα μπορούσε κανείς, είτε εγώ ο ίδιος είτε οποιοσδήποτε άλλος, να έχει τη βεβαιότητα ότι θα φέρει κάποια ανακούφιση, πραγματική ή βαθιά, στις δυστυχίες του ανθρώπου, κι ακόμη λιγότερο να τις γιατρέψει. Ούτε κατάφερα, όμως, να πάψω να το σκέφτομαι.
Η παραμικρή ανθρώπινη αγωνία -ή και μόνο το να τη φανταστώ- πάντα μου δημιουργούσε άγχος, κι ακόμη με αναστάτωνε, μου απαγόρευε να συγκεντρωθώ και ν’ αφιερωθώ στο «εγώ» μου. Η πεποίθηση ότι κάθε θεραπευτική της ψυχής είναι εντελώς ανώφελη θα έπρεπε, αντίθετα, να με υψώσει μέχρι τις κορυφές της αδιαφορίας, όπου οι γήινες ανησυχίες θα κρύβονταν πίσω από το νεφελώδες πέπλο αυτής της πεποίθησης. Παρ’ όλα αυτά, όσο δυνατή και να είναι η σκέψη, είναι εντελώς ανίσχυρη απέναντι στην επανάσταση του συναισθήματος. Είναι αδύνατον να μην αισθανόμαστε, όπως είναι αδύνατον να μην περπατάμε.
Η έλλειψη ορμής μέσα μου ήταν πάντα, σε τελική ανάλυση, η πηγή και η αιτία όλων των δεινών μου -το να μην μπορώ να θελήσω πριν σκεφτώ, το να μην μπορώ να αφοσιωθώ, το να μην μπορώ να πάρω μιαν απόφαση με τον μόνο τρόπο που αποφασίζουν οι άνθρωποι: με την αποφασιστικότητα, κι όχι με το μυαλό- όπως ο γάιδαρος του Μπυριντάν που πεθαίνει πάνω στη μαθηματική διχοτόμο που χωρίζει το νερό από τη συγκίνηση και το άχυρο από την προσπάθεια, ενώ, αν δεν το σκεφτόταν, ίσως και να πέθαινε, αλλά δεν θα πέθαινε ούτε από πείνα, ούτε από δίψα.
Fernando Pessôa, Η αγωγή του στωικού
Οι θεωρίες συνωμοσίας ως βραχυκυκλώματα της λογικής
Προφανώς, υπάρχουν και θα υπάρχουν συνωμοσίες. Διάφοροι τύποι που αποφασίζουν να συνενώσουν τις δυνάμεις τους για την επίτευξη ενός συνήθως ιδιοτελούς σκοπού, με χρήση όλων των "μέσων". Μαζεύονται, λοιπόν, αυτά τα μπουμπούκια και σχεδιάζουν πως θα επιτευχθεί μακροχρονίως ο στόχος τους.
Όμως:
Έτσι, οι συνωμοσίες σπανίως επιτυγχάνουν τους αρχικούς τους σκοπούς.
Η συνεργασία, η επικοινωνία, η αλληλεπίδραση, η ανοιχτή κοινωνία, η εργατικότητα και η χρήση των επιστημονικών μεθόδων, είναι ασφαλέστερος τρόπος για να επιτύχει κανείς τους στόχους του.
Για όλους εμάς όμως, τους απλούς πολίτες, που πιστεύουμε στις θεωρίες συνωμοσίας, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί ότι η θεωρία συνωμοσίας είναι ένα βραχυκύκλωμα κατανόησης του κόσμου, αφού προσφέρει εύπεπτο, μαγικό και απλοϊκό τρόπο κατανόησης ενός φαινομένου, χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στην επώδυνη, μακρά και κουραστική διαδικασία της επιστημονικής ανάλυσης, που απαιτεί και σχετικό γνωστικό υπόβαθρο. Έτσι, είναι επιρρεπείς στις θεωρίες συνωμοσίας συνάνθρωποί μας με ελλιπή παιδεία και απλουστευτική σκέψη, που δεν απαιτεί χρόνο και κόπο.
Ο άνθρωπος που θέλει να εξηγήσει επαρκώς ένα φαινόμενο, θα ήταν χρήσιμο να ρωτήσει έναν ειδικό στο θέμα και να πάψει να "ψάχνεται" και να πελαγοδρομεί στις ταραγμένες ατραπούς των τσαρλατάνων. Μια δεύτερη γνώμη από ειδικό και λίγο διάβασμα των τυπικών συγγραμμάτων επί του θέματος, θα φωτίσει αρκετά τον δρόμο του. Επίσης, η ηθική και όχι η γνωσιακή αξιολόγηση των ειδικών είναι αυτή που θα ήταν καλό να γίνεται από όλους μας, ώστε να σταθούμε με εμπιστοσύνη στα λεγόμενά τους.
Τέλος, οι θεωρίες συνωμοσίας επιτρέπουν στους Πολίτες να διαφύγουν των ευθυνών τους και να επιρρίψουν το φταίξιμο για τα προβλήματά τους σε μυστικές και απόκρυφες δράσεις, πέραν των δυνάμεών τους. Με αυτή την έννοια, οι θεωρίες συνωμοσίας, παύουν να είναι ακίνδυνα γραφικά κατασκευάσματα και μετατρέπονται σε φορείς διάχυσης ευθύνης και απάθειας, τόσο χαρακτηριστικών της απολυταρχίας.
Και όπως έγραφε στην "Ανοιχτή κοινωνία" ο αγαπημένος μου Karl Popper: «Δεν υπονοώ ότι δεν γίνονται ποτέ συνωμοσίες. Αντιθέτως, αποτελούν τυπικά κοινωνικά φαινόμενα. Ωστόσο, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ότι, σε πείσμα της συχνής εμφάνισής τους, λίγες από αυτές έχουν αίσιο αποτέλεσμα. Οι συνωμότες σπάνια απολαμβάνουν τη συνωμοσία τους και αυτό είναι η καλύτερη απάντηση στις θεωρίες συνωμοσίας».
Όμως:
- Οι πράξεις μας, σχεδόν πάντα , έχουν μη ηθελημένα αποτελέσματα
- Οι κοινωνίες αλλάζουν και δεν επιδέχονται των παρεμβάσεων που είχαν αρχικά σχεδιασθεί
- Οι συνωμότες σπανίως διακρίνονται από πραότητα και πνεύμα συνεργασίας, διότι αν είχαν αυτά τα καλά χαρακτηριστικά, δεν θα χρειαζόταν να διαβούν τις σκοτεινές ατραπούς της συνωμοσίας
- Oι άνθρωποι είναι πολύπλοκα όντα που δεν αντιδρούν πάντα όπως θα ήθελαν οι συνωμότες
Έτσι, οι συνωμοσίες σπανίως επιτυγχάνουν τους αρχικούς τους σκοπούς.
Η συνεργασία, η επικοινωνία, η αλληλεπίδραση, η ανοιχτή κοινωνία, η εργατικότητα και η χρήση των επιστημονικών μεθόδων, είναι ασφαλέστερος τρόπος για να επιτύχει κανείς τους στόχους του.
Για όλους εμάς όμως, τους απλούς πολίτες, που πιστεύουμε στις θεωρίες συνωμοσίας, θα ήταν χρήσιμο να αναφερθεί ότι η θεωρία συνωμοσίας είναι ένα βραχυκύκλωμα κατανόησης του κόσμου, αφού προσφέρει εύπεπτο, μαγικό και απλοϊκό τρόπο κατανόησης ενός φαινομένου, χωρίς να χρειάζεται να μπούμε στην επώδυνη, μακρά και κουραστική διαδικασία της επιστημονικής ανάλυσης, που απαιτεί και σχετικό γνωστικό υπόβαθρο. Έτσι, είναι επιρρεπείς στις θεωρίες συνωμοσίας συνάνθρωποί μας με ελλιπή παιδεία και απλουστευτική σκέψη, που δεν απαιτεί χρόνο και κόπο.
Ο άνθρωπος που θέλει να εξηγήσει επαρκώς ένα φαινόμενο, θα ήταν χρήσιμο να ρωτήσει έναν ειδικό στο θέμα και να πάψει να "ψάχνεται" και να πελαγοδρομεί στις ταραγμένες ατραπούς των τσαρλατάνων. Μια δεύτερη γνώμη από ειδικό και λίγο διάβασμα των τυπικών συγγραμμάτων επί του θέματος, θα φωτίσει αρκετά τον δρόμο του. Επίσης, η ηθική και όχι η γνωσιακή αξιολόγηση των ειδικών είναι αυτή που θα ήταν καλό να γίνεται από όλους μας, ώστε να σταθούμε με εμπιστοσύνη στα λεγόμενά τους.
Τέλος, οι θεωρίες συνωμοσίας επιτρέπουν στους Πολίτες να διαφύγουν των ευθυνών τους και να επιρρίψουν το φταίξιμο για τα προβλήματά τους σε μυστικές και απόκρυφες δράσεις, πέραν των δυνάμεών τους. Με αυτή την έννοια, οι θεωρίες συνωμοσίας, παύουν να είναι ακίνδυνα γραφικά κατασκευάσματα και μετατρέπονται σε φορείς διάχυσης ευθύνης και απάθειας, τόσο χαρακτηριστικών της απολυταρχίας.
Και όπως έγραφε στην "Ανοιχτή κοινωνία" ο αγαπημένος μου Karl Popper: «Δεν υπονοώ ότι δεν γίνονται ποτέ συνωμοσίες. Αντιθέτως, αποτελούν τυπικά κοινωνικά φαινόμενα. Ωστόσο, εκείνο που εντυπωσιάζει είναι ότι, σε πείσμα της συχνής εμφάνισής τους, λίγες από αυτές έχουν αίσιο αποτέλεσμα. Οι συνωμότες σπάνια απολαμβάνουν τη συνωμοσία τους και αυτό είναι η καλύτερη απάντηση στις θεωρίες συνωμοσίας».
Η αναλυτική σκέψη υποσκάπτει την πίστη και προάγει την αθεΐα
Πολλοί πιστοί είναι σίγουροι ότι η πίστη τους είναι στέρεη σαν βράχος, όμως ίσως να υπερεκτιμούν τη σταθερότητα των πεποιθήσεών τους. Η αναλυτική σκέψη μπορεί να μειώσει τη θρησκευτική και μεταφυσική πίστη ακόμα και σε αφοσιωμένους πιστούς, σύμφωνα με μία νέα έρευνα Καναδών ψυχολόγων, η οποία επιβεβαιώνει ότι ο λογικός τρόπος σκέψης έχει τη δυνατότητα να υποσκάψει τη θρησκευτικότητα και να προάγει τον σκεπτικισμό και την αθεΐα.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας Ara Norenzayan του Τμήματος Ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Science», ανέφεραν ότι πολλοί παράγοντες επηρεάζουν την πνευματικότητα του καθενός και η τάση για περισσότερη ή λιγότερη αναλυτική σκέψη είναι ένας από αυτούς.
Οι ψυχολόγοι έκαναν διάφορα τεστ και πειράματα με 650 εθελοντές, συσχετίζοντας τον βαθμό αναλυτικής σκέψης του καθενός με την ένταση των θρησκευτικών και άλλων μεταφυσικών πεποιθήσεών του (π.χ. πίστη σε αγγέλους), διαπιστώνοντας ότι αυτά τα δύο πράγματα είναι γενικά αντιστρόφως ανάλογα. Όσο περισσότερο οι εθελοντές ανέπτυσσαν αναλυτικούς συλλογισμούς και έκαναν λογικές σκέψεις, τόσο έτεινε να μειώνεται η θρησκευτική πίστη τους και, αντίθετα, αυξανόταν ο αθεϊσμός ή έστω ο αγνωστικισμός και ο σκεπτικισμός τους σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα.
Η έρευνα δείχνει ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις σχετίζονται όχι τόσο με το πιο αργό και αναλυτικό σύστημα λειτουργίας του νου, όσο με το διαισθητικό- συναισθηματικό που είναι πιο γρήγορο και αυτόματο. Όταν ενεργοποιείται περισσότερο το αναλυτικό σύστημα, τότε «σκεπάζει» το διαισθητικό και αντίστροφα. Αυτό εξηγεί γιατί οι περισσότεροι (αν και όχι όλοι) επιστήμονες, που καλλιεργούν την αναλυτική σκέψη, τείνουν να είναι άθεοι ή αγνωστικιστές.
Με πιο απλά λόγια, όσοι άνθρωποι τείνουν να λειτουργούν ενστικτωδώς, είναι πιο πιθανό να πιστεύουν στον Θεό, σε σχέση με όσους σκέφτονται πιο πολύ και είναι λιγότερο ενστικτώδεις και αυτό γιατί η πίστη είναι περισσότερο συναίσθημα παρά σκέψη. Μελλοντικές έρευνες από τους ίδιους ψυχολόγους θα μελετήσουν κατά πόσον είναι πρόσκαιρη ή διαρκής η επίδραση της αναλυτικής σκέψης στη θρησκευτική πίστη και αν αυτή η επίδραση ισχύει σε όλους τους πολιτισμούς της Γης και όχι μόνο στη Δύση.
Οι πιο πρόσφατες έρευνες της κοινής γνώμης αποκαλύπτουν ότι η μεγάλη πλειονότητα της ανθρωπότητας πιστεύει στον Θεό, αν και οι αγνωστικιστές και οι άθεοι είναι αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια. Το ποσοστό των πιστών και των άθεων μεταβάλλεται διαχρονικά υπό την επίδραση διαφόρων ψυχολογικών και πολιτισμικών παραγόντων.
Οι ερευνητές ξεκαθάρισαν πάντως ότι δεν αρκεί η αναλυτική σκέψη για να μετατρέψει έναν πιστό σε άπιστο. Άλλοι ισχυροί υποσυνείδητοι παράγοντες, όπως ο φόβος του θανάτου και η επιθυμία για διαιώνιση της ζωής, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανατροφοδότηση της πίστης στη θρησκεία και σε άλλες πνευματικές παραδόσεις. Οι ερευνητές επίσης φρόντισαν να διευκρινίσουν ότι η μελέτη τους δεν έχει να κάνει με την ίδια την αξία της θρησκείας, αλλά με τους γνωσιακούς-νοητικούς μηχανισμούς που την υποσκάπτουν ή την ενισχύουν.
Ο διάσημος νομπελίστας ψυχολόγος Daniel Kahneman, του πανεπιστημίου Πρίνστον, δήλωσε ότι «αυτό ουσιαστικά που δείχνει η νέα έρευνα, είναι πως όταν κανείς σκέφτεται με πιο κριτικό τρόπο, απορρίπτει πεποιθήσεις που αλλιώς θα τις υιοθετούσε. Δείχνει ότι υπάρχουν ορισμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις που οι άνθρωποι πιστεύουν και τις οποίες δεν θα υιοθετούσαν, αν σκέφτονταν πιο κριτικά».
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή κοινωνικής ψυχολογίας Ara Norenzayan του Τμήματος Ψυχολογίας του πανεπιστημίου της Βρετανικής Κολομβίας στο Βανκούβερ, που δημοσίευσαν τη σχετική μελέτη στο περιοδικό «Science», ανέφεραν ότι πολλοί παράγοντες επηρεάζουν την πνευματικότητα του καθενός και η τάση για περισσότερη ή λιγότερη αναλυτική σκέψη είναι ένας από αυτούς.
Οι ψυχολόγοι έκαναν διάφορα τεστ και πειράματα με 650 εθελοντές, συσχετίζοντας τον βαθμό αναλυτικής σκέψης του καθενός με την ένταση των θρησκευτικών και άλλων μεταφυσικών πεποιθήσεών του (π.χ. πίστη σε αγγέλους), διαπιστώνοντας ότι αυτά τα δύο πράγματα είναι γενικά αντιστρόφως ανάλογα. Όσο περισσότερο οι εθελοντές ανέπτυσσαν αναλυτικούς συλλογισμούς και έκαναν λογικές σκέψεις, τόσο έτεινε να μειώνεται η θρησκευτική πίστη τους και, αντίθετα, αυξανόταν ο αθεϊσμός ή έστω ο αγνωστικισμός και ο σκεπτικισμός τους σχετικά με τα θρησκευτικά ζητήματα.
Η έρευνα δείχνει ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις σχετίζονται όχι τόσο με το πιο αργό και αναλυτικό σύστημα λειτουργίας του νου, όσο με το διαισθητικό- συναισθηματικό που είναι πιο γρήγορο και αυτόματο. Όταν ενεργοποιείται περισσότερο το αναλυτικό σύστημα, τότε «σκεπάζει» το διαισθητικό και αντίστροφα. Αυτό εξηγεί γιατί οι περισσότεροι (αν και όχι όλοι) επιστήμονες, που καλλιεργούν την αναλυτική σκέψη, τείνουν να είναι άθεοι ή αγνωστικιστές.
Με πιο απλά λόγια, όσοι άνθρωποι τείνουν να λειτουργούν ενστικτωδώς, είναι πιο πιθανό να πιστεύουν στον Θεό, σε σχέση με όσους σκέφτονται πιο πολύ και είναι λιγότερο ενστικτώδεις και αυτό γιατί η πίστη είναι περισσότερο συναίσθημα παρά σκέψη. Μελλοντικές έρευνες από τους ίδιους ψυχολόγους θα μελετήσουν κατά πόσον είναι πρόσκαιρη ή διαρκής η επίδραση της αναλυτικής σκέψης στη θρησκευτική πίστη και αν αυτή η επίδραση ισχύει σε όλους τους πολιτισμούς της Γης και όχι μόνο στη Δύση.
Οι πιο πρόσφατες έρευνες της κοινής γνώμης αποκαλύπτουν ότι η μεγάλη πλειονότητα της ανθρωπότητας πιστεύει στον Θεό, αν και οι αγνωστικιστές και οι άθεοι είναι αρκετές εκατοντάδες εκατομμύρια. Το ποσοστό των πιστών και των άθεων μεταβάλλεται διαχρονικά υπό την επίδραση διαφόρων ψυχολογικών και πολιτισμικών παραγόντων.
Οι ερευνητές ξεκαθάρισαν πάντως ότι δεν αρκεί η αναλυτική σκέψη για να μετατρέψει έναν πιστό σε άπιστο. Άλλοι ισχυροί υποσυνείδητοι παράγοντες, όπως ο φόβος του θανάτου και η επιθυμία για διαιώνιση της ζωής, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ανατροφοδότηση της πίστης στη θρησκεία και σε άλλες πνευματικές παραδόσεις. Οι ερευνητές επίσης φρόντισαν να διευκρινίσουν ότι η μελέτη τους δεν έχει να κάνει με την ίδια την αξία της θρησκείας, αλλά με τους γνωσιακούς-νοητικούς μηχανισμούς που την υποσκάπτουν ή την ενισχύουν.
Ο διάσημος νομπελίστας ψυχολόγος Daniel Kahneman, του πανεπιστημίου Πρίνστον, δήλωσε ότι «αυτό ουσιαστικά που δείχνει η νέα έρευνα, είναι πως όταν κανείς σκέφτεται με πιο κριτικό τρόπο, απορρίπτει πεποιθήσεις που αλλιώς θα τις υιοθετούσε. Δείχνει ότι υπάρχουν ορισμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις που οι άνθρωποι πιστεύουν και τις οποίες δεν θα υιοθετούσαν, αν σκέφτονταν πιο κριτικά».
Το Σύμπαν ξεκίνησε από το Μηδέν ή από το Τίποτα και γιατί;
Αν ορίσουμε το τίποτα και το μηδέν εννοούμε το ίδιο; Αν σκεφτούμε τον κενό χώρο θα σκεφτούμε το μηδέν;
Αρχικά θα πρέπει να σκεφτούμε το ''Κάτι''. Το κάτι είναι αυτό που έχει σχήμα. Το τίποτα είναι αυτό που δεν έχει σχήμα. Αλλά είναι ''κάτι'' ενώ το μηδέν ταυτίζεται με το ουδέν.
Το μηδέν είναι ένας αριθμός του οποίου η ποσότητα είναι απόλυτα ανύπαρκτου μεγέθους. Φανταστείτε ότι υπάρχει το ανύπαρκτο. Κανένας άνθρωπος καμία ζωή καμία γη ούτε πλανήτες ούτε ήλιος ούτε αστέρια ούτε γαλαξίες. Είναι αδύνατον σωστά; Επειδή γνωρίζουμε ότι υπάρχει πάντα κάτι. Ακόμα και σε μέρη όπου δεν υπάρχει τίποτα- όπως στο κενό- υπάρχει η ενέργεια. Το τίποτα έχει σχήμα έναντι «έλλειψης σχήματος». Το σχήμα είναι μιά καθολική ιδιότητα που έχουν όλα τα αντικείμενα. Μπορείτε να σκεφτείτε ένα αντικείμενο που δεν έχει σχήμα;
Μερικοί ισχυρίζονται πως το ''τίποτα" σημαίνει το αντίθετο από οτιδήποτε υπάρχει. Εφόσον το "τίποτα" είναι το αντίθετο από οτιδήποτε υπάρχει είναι συνεπώς και το αντίθετο από οποιαδήποτε ιδέα - εφόσον οι ιδέες υπάρχουν. Συνεπώς θα είναι και αντίθετο από την ίδια την έννοια-ιδέα του "τίποτα". Όταν χρησιμοποιούμε μια αφηρημένη έννοια ως αντικείμενο μιας φράσης την σκεφτόμαστε σιωπηρά ως ένα «πράγμα» για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε. Αλλά στην κοινή ομιλία μας οι λέξεις «πράγμα» και «έννοια» δεν έχουν καθοριστεί ποτέ με απόλυτη ακρίβεια επιστημονικά.
Μέχρι σήμερα δεν βρίσκουμε λογικούς ορισμούς αυτών των δύο λέξεων σε κανένα λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια. Μια λέξη ορίζεται επιστημονικά -δηλαδή ορθολογικά- μόνο όταν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με συνέπεια. Αυτό είναι το αντικειμενικό κριτήριο. Αλλά γιατί υπάρχει το Σύμπαν; Ούτε αυτό είναι το σωστό ερώτημα διότι γνωρίζουμε ότι υπάρχει αλλά δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει κάποιο κίνητρο πίσω από αυτό ή όχι. 'Αρα μπορούμε να αναδιατυπώσουμε την ερώτηση ως εξής.
"Υπάρχει λόγος ύπαρξης του Σύμπαντος;"
Τώρα έχετε δύο επιλογές. Μπορεί να πιστεύετε ότι υπάρχει ένας λόγος η να μην πιστεύετε ότι υπάρχει ένας λόγος για την ύπαρξη του. Εξαρτάται από εσάς. Αλλά αν ψάχνετε για κάποιο επιστημονικό ή τεχνικό λόγο περί της υπάρξεώς του τότε θα απογοητευτείτε καθώς δεν γνωρίζει κανένας τον λόγο και δεν σημαίνει πως υπάρχει ένας λόγος. Μπορεί μια μέρα να δούμε πώς πραγματικά δημιουργήθηκε αλλά ακόμα το ερώτημα θα παραμείνει.
Εδώ έχετε και πάλι δύο επιλογές. Μπορείτε να αναζητήσετε την απάντηση στην φιλοσοφία ή την θρησκεία. Σύμφωνα όμως με τη Θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης το Σύμπαν ήταν κάποτε ένα και μοναδικό πολύ πυκνό σημείο. Τόσο πυκνό ώστε να μην ανέχεται τη δική του πίεση με αποτέλεσμα να εκτοξευτεί οπότε διάφοροι παράγοντες και γεγονότα οδήγησαν στο σημερινό σύμπαν που γνωρίζουμε. Δεν μπορείς να το περιγράψεις πιο απλά.
Η Ενέργεια είναι ο λόγος που υπάρχει το σύμπαν. Είναι πάντα εκεί ανεξάρτητα από το πώς και τι. Επειδή κάτι πρέπει να υπάρχει και αυτό είναι η ενέργεια πού δεν μπορεί να δημιουργηθεί από το μηδέν και δεν μπορεί να καταστραφεί η να χαθεί. Μπορεί να αλλάζει μόνο μορφή και τόπο αλλά το σύνολο της ενέργειας στο Σύμπαν είναι σταθερό."
Αρχικά θα πρέπει να σκεφτούμε το ''Κάτι''. Το κάτι είναι αυτό που έχει σχήμα. Το τίποτα είναι αυτό που δεν έχει σχήμα. Αλλά είναι ''κάτι'' ενώ το μηδέν ταυτίζεται με το ουδέν.
Το μηδέν είναι ένας αριθμός του οποίου η ποσότητα είναι απόλυτα ανύπαρκτου μεγέθους. Φανταστείτε ότι υπάρχει το ανύπαρκτο. Κανένας άνθρωπος καμία ζωή καμία γη ούτε πλανήτες ούτε ήλιος ούτε αστέρια ούτε γαλαξίες. Είναι αδύνατον σωστά; Επειδή γνωρίζουμε ότι υπάρχει πάντα κάτι. Ακόμα και σε μέρη όπου δεν υπάρχει τίποτα- όπως στο κενό- υπάρχει η ενέργεια. Το τίποτα έχει σχήμα έναντι «έλλειψης σχήματος». Το σχήμα είναι μιά καθολική ιδιότητα που έχουν όλα τα αντικείμενα. Μπορείτε να σκεφτείτε ένα αντικείμενο που δεν έχει σχήμα;
Μερικοί ισχυρίζονται πως το ''τίποτα" σημαίνει το αντίθετο από οτιδήποτε υπάρχει. Εφόσον το "τίποτα" είναι το αντίθετο από οτιδήποτε υπάρχει είναι συνεπώς και το αντίθετο από οποιαδήποτε ιδέα - εφόσον οι ιδέες υπάρχουν. Συνεπώς θα είναι και αντίθετο από την ίδια την έννοια-ιδέα του "τίποτα". Όταν χρησιμοποιούμε μια αφηρημένη έννοια ως αντικείμενο μιας φράσης την σκεφτόμαστε σιωπηρά ως ένα «πράγμα» για το οποίο πρέπει να μιλήσουμε. Αλλά στην κοινή ομιλία μας οι λέξεις «πράγμα» και «έννοια» δεν έχουν καθοριστεί ποτέ με απόλυτη ακρίβεια επιστημονικά.
Μέχρι σήμερα δεν βρίσκουμε λογικούς ορισμούς αυτών των δύο λέξεων σε κανένα λεξικό ή εγκυκλοπαίδεια. Μια λέξη ορίζεται επιστημονικά -δηλαδή ορθολογικά- μόνο όταν μπορεί να χρησιμοποιηθεί με συνέπεια. Αυτό είναι το αντικειμενικό κριτήριο. Αλλά γιατί υπάρχει το Σύμπαν; Ούτε αυτό είναι το σωστό ερώτημα διότι γνωρίζουμε ότι υπάρχει αλλά δεν γνωρίζουμε αν υπάρχει κάποιο κίνητρο πίσω από αυτό ή όχι. 'Αρα μπορούμε να αναδιατυπώσουμε την ερώτηση ως εξής.
"Υπάρχει λόγος ύπαρξης του Σύμπαντος;"
Τώρα έχετε δύο επιλογές. Μπορεί να πιστεύετε ότι υπάρχει ένας λόγος η να μην πιστεύετε ότι υπάρχει ένας λόγος για την ύπαρξη του. Εξαρτάται από εσάς. Αλλά αν ψάχνετε για κάποιο επιστημονικό ή τεχνικό λόγο περί της υπάρξεώς του τότε θα απογοητευτείτε καθώς δεν γνωρίζει κανένας τον λόγο και δεν σημαίνει πως υπάρχει ένας λόγος. Μπορεί μια μέρα να δούμε πώς πραγματικά δημιουργήθηκε αλλά ακόμα το ερώτημα θα παραμείνει.
Εδώ έχετε και πάλι δύο επιλογές. Μπορείτε να αναζητήσετε την απάντηση στην φιλοσοφία ή την θρησκεία. Σύμφωνα όμως με τη Θεωρία της Μεγάλης Έκρηξης το Σύμπαν ήταν κάποτε ένα και μοναδικό πολύ πυκνό σημείο. Τόσο πυκνό ώστε να μην ανέχεται τη δική του πίεση με αποτέλεσμα να εκτοξευτεί οπότε διάφοροι παράγοντες και γεγονότα οδήγησαν στο σημερινό σύμπαν που γνωρίζουμε. Δεν μπορείς να το περιγράψεις πιο απλά.
Η Ενέργεια είναι ο λόγος που υπάρχει το σύμπαν. Είναι πάντα εκεί ανεξάρτητα από το πώς και τι. Επειδή κάτι πρέπει να υπάρχει και αυτό είναι η ενέργεια πού δεν μπορεί να δημιουργηθεί από το μηδέν και δεν μπορεί να καταστραφεί η να χαθεί. Μπορεί να αλλάζει μόνο μορφή και τόπο αλλά το σύνολο της ενέργειας στο Σύμπαν είναι σταθερό."
Ψυχικές ηλικίες
"Το μυστικό της ευτυχίας είναι η ελευθερία και το μυστικό της ελευθερίας είναι το θάρρος." -Θουκυδίδης (471-400 π.Χ.).
Η ψυχική ηλικία δεν έχει πάντα σχέση με την πραγματική. Παιδιά τα οποία μεγαλώνουν με δυσκολίες μπορεί να ωριμάζουν γρηγορότερα και να φέρονται σαν μικροί ενήλικες, ενώ ενήλικες μπορεί να φέρονται σαν παιδιά ή έφηβοι.
Σήμερα, λοιπόν, θα καταπιαστούμε με αυτό το θέμα και θα εξετάσουμε τα βασικά ψυχικά χαρακτηριστικά κάθε ηλικιακής ομάδας. Κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να μην χάνονται ποτέ ή ποτέ να μην εμφανίστηκαν και αυτό σχετίζεται με τις συνθήκες και το περιβάλλον που μεγαλώνει ο άνθρωπος. Μερικά είναι απαραίτητα για την ψυχική υγεία ενώ άλλα είναι επιζήμια αν παραμένουν ή αν λείπουν.
Συνήθως, κάποιος εμφανίζει συμπεριφορές παιδικές, εφηβικές (πολύ συχνά και βρεφικές) όταν συμβαίνει ένα τραύμα που χαρακτηρίζει αυτή την περίοδο, ή αν το περιβάλλον, με τον τρόπο του, καθηλώνει το υποκείμενο σε ένα στάδιο μην αφήνοντάς το να αναπτυχθεί ψυχικά.
Ας δούμε όμως τα χαρακτηριστικά της κάθε περιόδου, χαρακτηριστικά που όπως είπαμε ξεπερνούν την πραγματική ηλικία του υποκειμένου ενίοτε και μπορεί κάποιος να φέρεται με αυτό τον τρόπο πάντα ή για μεγάλη χρονική περίοδο της ζωής.
Βρεφική ηλικία
Όσοι έχουν «κολλήσει» σε μία τέτοια περίοδο θεωρούν ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την απόλυτη εξάρτησή τους από κάποιον άλλον. Ακριβώς όπως το ανθρώπινο βρέφος δεν είναι δυνατό να επιβιώσει χωρίς την φροντίδα του ενήλικα, έτσι και αυτοί που έχουν προσκολληθεί σε αυτή την περίοδο νοιώθουν την εξάρτησή τους από τον άλλο ως ζήτημα ζωής και θανάτου. Η απόλυτη εξάρτηση είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου και ένα αίσθημα αδυναμίας και ανικανότητας να σταθεί κάποιος στα πόδια του. Είναι επίσης οι άνθρωποι που δεν μιλούν για να εκφράσουν αυτό που νοιώθουν, αλλά περιμένουν τον άλλο να καταλάβει από μόνος του (όπως η μητέρα το βρέφος το οποίο δεν διαθέτει ακόμη λόγο).
Παιδική ηλικία
Κατά την παιδική ηλικία, ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να συμμορφώνεται στις επιταγές των ενηλίκων. Δεν μπορεί να ελέγξει τις συνθήκες που μεγαλώνει, τουλάχιστον ως την προεφηβεία. Σταδιακά αποκτά όλο και μεγαλύτερο έλεγχο του περιβάλλοντος αλλά ακόμη είναι εξαρτημένος από τις οικογενειακές συνθήκες που δεν έχει ο ίδιος επιλέξει, αλλά του έχουν δοθεί. Το παιχνίδι είναι βασική και πολύ ευχάριστη δραστηριότητα του παιδιού όπως και η απουσία κάθε ευθύνης.
Επίσης, το παιδί θέλει να μάθει, έχει ενθουσιασμό και είναι περισσότερο αυθόρμητο και παρορμητικό από τον ενήλικα. Ως χαρακτηριστικά καθήλωσης στην παιδική ηλικία μπορούμε να δούμε κάποιον που αισθάνεται ότι δεν ορίζει καθόλου τη ζωή του, αποδίδοντας τα πάντα στις εξωτερικές συνθήκες ή σε άλλα κοντινά πρόσωπα. Επίσης, παρατηρούμε μία συμμόρφωση και συχνά τον ρόλο του καλού παιδιού (που δεν μπορεί να πει όχι). Στα ωφέλιμα αυτής της περιόδου ανήκει η χαρά της ζωής, το παιχνίδι, η φιλομάθεια, ο ενθουσιασμός.
Εφηβική ηλικία
Η εφηβική ηλικία χαρακτηρίζεται από την δόμηση της ταυτότητας, την αποκαθήλωση των γονιών ως προτύπων, και την αναζήτηση νέων συντρόφων έξω από την οικογένεια. Εκεί που το παιδί συμμορφωνόταν, τώρα ο έφηβος, δυναμωμένος πια σωματικά, αντιδρά. Η αντίδραση έρχεται ως απάντηση στη δράση των γονιών ή όποιας άλλης μορφής εξουσίας (καθηγητή, διευθυντή κλπ).
Η αντίδραση είναι σχεδόν αυτοματοποιημένη στον έφηβο. Δεν είναι προϊόν συνειδητής απόφασης. Προέρχεται από την ανάγκη του να πάρει αποστάσεις από τους γονείς πηγαίνοντας στο άλλο άκρο. Επίσης, στην εφηβεία έχουμε την αίσθηση ψευδοανεξαρτησίας, αλλά η αυτονομία δεν έχει κατακτηθεί ακόμη.
Οι ενήλικες έφηβοι εμφανίζονται με το ίδιο νεύρο και ένταση που έχουν οι έφηβοι και με την αντίδραση ως κεντρική συμπεριφορά. Επίσης, ενώ επιθυμούν διακαώς την ελευθερία, δεν γεύονται παρά σπασμωδικά ψήγματα ψευδοανεξαρτησίας που τους γεμίζουν χαρά, αλλά μετά θλίψη γιατί καταλαβαίνουν ότι είναι ουσιαστικά ανελεύθεροι.
Ενήλικη ζωή
Η ενήλικη ζωή χαρακτηρίζεται από την ανάληψη της ευθύνης. Ο ενήλικας ξέρει τι θέλει και ποιος είναι. Η επιθυμία του είναι αυτή που κινεί την πράξη του, αυτή που τον οδηγεί να θέτει στόχους τους οποίους προσπαθεί να κατακτήσει.
Η χαρά της ενήλικης ζωής έγκειται ακριβώς σε αυτή την ελευθερία που δίνει η αυτονόμηση (αυτοπεριορισμός). Αποφασίζει ο ίδιος για την ζωή του. Έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν.
Ο ενήλικας είναι έτοιμος να κάνει την δική του οικογένεια και είναι ικανός να μεγαλώσει παιδιά. Η απουσία τελετών ενηλικίωσης στην περίπτωση της σύγχρονης Ελλάδας κάνει το πέρασμα στην ενηλικίωση μία ακόμη πιο δύσκολη περίπτωση. (Έτσι κι αλλιώς δεν είναι μια απλή υπόθεση και γιαυτό άλλωστε σε άλλες κουλτούρες υπάρχουν τέτοιες τελετές μύησης-περάσματος, προκειμένου να διευκολυνθεί ο νεαρός-ή, σ' αυτή την διέλευση). Ψυχικά, τον ενήλικο τον αντιλαμβανόμαστε από την σταθερότητα του, την αποφασιστικότητα, την υπευθυνότητά του και την ελευθερία του.
Τρίτη ηλικία
Από την απόλυτη εξάρτηση της βρεφικής ηλικίας, περάσαμε στην συμμόρφωση της παιδικής ηλικίας, μετά στην αντίδραση και μετά στην αυτονόμηση του ενήλικα οργανισμού.
Η Τρίτη ηλικία χαρακτηρίζεται από την συσσώρευση εμπειρίας. Αυτή διαμορφώνει τον άνθρωπο και στην καλύτερη περίπτωση τον καθιστά σοφό.
Ο σοφός δεν είναι διανοούμενος. Δεν έχει να κάνει με τις ακαδημαϊκές ή εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, αλλά με την άμεση εμπειρία και τον αναστοχασμό που έχει τη δυνατότητα κάθε άνθρωπος να κάνει. Ο απολογισμός της ζωής, η ανεύρεση των λαθών, των παθημάτων αλλά και των καλών στιγμών μπορεί να οδηγήσει σε μία πλούσια ψυχική ζωή ευτυχίας.
Παρεξηγημένη η τρίτη ηλικία, ίσως εξαιτίας του ότι λίγοι μπορούν τελικά να φτάσουν χωρίς καθηλώσεις και να την χαρούν, δίνει δυνατότητες που δεν υπάρχουν πριν. Μια τέτοια είναι η καλύτερη κρίση που έχει ένας ηλικιωμένος.
Βρέθηκε πρόσφατα, ότι ο μεγαλύτερος χρόνος απόκρισης που χρειάζεται ένας ηλικιωμένος όταν τον ρωτάς κάτι δεν είναι επειδή τα έχει χάσει, αλλά επειδή ο εγκέφαλός του λειτουργεί περισσότερο περίπλοκα από των νεοτέρων, έχοντας περισσότερες συνδέσεις σε διαφορετικά σημεία. Το ίδιο συμβαίνει και με την πρεσβυωπία.
Βλέπει τα πράγματα από μεγαλύτερη απόσταση, εντάσσοντας τα σε ένα όλο...
Ο Κομφούκιος έλεγε ότι ο άνθρωπος στα 70 είναι ικανός να κάνει πια ό,τι θέλει χωρίς να διαταρράσσεται η τάξη του ουρανού. Για να φτάσει όμως κανείς σε αυτό το επίπεδο, θα πρέπει να έχει καταφέρει να περάσει με επιτυχία τα προηγούμενα στάδια και να έχει ξεπεράσει την όποια καθήλωση. Το σώμα που γερνά μειώνει την κινητικότητα αλλά αυξάνει την ψυχική κινητικότητα, καθώς ο ηλικιωμένος έχει πια χρόνο να αναλογιστεί, να παρατηρήσει, να θυμηθεί, να παίξει με τα παιδιά ή να κάνει χόμπυ του.
Ο εγκέφαλός μας συνεχώς εξελίσσεται. Νέες δυνατότητες εμφανίζονται και άλλες χάνονται κατά την διάρκεια των χρόνων. Καμία ηλικία δεν είναι παράδεισος, καμία δεν είναι κόλαση. Πάντα κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμε ή μας λείπει ακόμη.
Παραπάνω περιγράψαμε τέσσερις βασικές κατηγορίες. Ωστόσο, η ζωή έχει μία ροή και μία τέτοια κατηγοριοποίηση υπόκειται σε ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Έτσι υπάρχουν κι άλλες στιγμές εξέλιξης που δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το άρθρο, στο οποίο περιοριζόμαστε στις πιο βασικές...
Λίγοι ωστόσο καταφέρνουν να ζήσουν μία πλήρη ζωή. Πλήρη με την έννοια να καταφέρουν να περάσουν όλα αυτά τα στάδια και να ζήσουν κάθε δυνατότητα που δίνει η ύπαρξή μας. Πολλοί καθηλώνονται σε ένα στάδιο και μένουν εκεί. Η καθήλωση ποτέ δεν συνδέεται με την ευτυχία. Είναι σα να φορά κανείς στενά παπούτσια ενώ τα πόδια του μεγαλώνουν. Ο χρόνος περνά, η φθορά εμφανίζεται και γίνεται ορατή από όλους και από τον ίδιο τον άνθρωπο, που όμως μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως παιδί ή έφηβος.
Κάποιες φορές αυτές οι καθηλώσεις σχετίζονται με μία αδυναμία να ζήσει κάποιος αυτά που του προσφέρει η κάθε ηλικιακή ομάδα εξαιτίας δυσκολιών και προβλημάτων. Έτσι, έχουμε βρέφη που δεν έχουν λάβει την φροντίδα που θα έπρεπε, παιδιά που δεν έχουν παίξει, εφήβους που δεν αμφισβήτησαν....
Αυτές οι ελλείψεις που όσο πιο πρώιμα συμβαίνουν τόσο πιο τραυματικές είναι, λειτουργούν συχνά ως εμπόδιο στην ψυχική ανάπτυξη και προκαλλούν πολλά προβλήματα στη ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων που τα έχουν υποστεί.
Σε αυτή την περίπτωση μιλούμε για ναρκισσιστικά ελλείματα, ενώ οι άλλες περιπτώσεις ψυχικών καθηλώσεων σχετίζονται κυρίως με νευρώσεις (δηλαδή άλυτες ενδοψυχικές συγκρούσεις).
Η θεραπεία είναι απαραίτητη και στις δύο περιπτώσεις προκειμένου να γευτεί κανείς ολόκληρο το δώρο της ζωής και να ταξιδέψει ψυχικά σε όλα τα στάδια κατακτώντας την αρμονία.
Στην περίπτωση της ψυχικής υγείας παίρνουμε κάποια θετικά από κάθε ηλικία και προχωράμε αφήνοντας τα επιζήμια. Έτσι, από την βρεφική ηλικία διατηρούμε την μη λεκτική επικοινωνία, την χαρά της επαφής δέρμα με δέρμα, την αναγνώριση των εκφράσεων του προσώπου του άλλου. Από την παιδική διατηρούμε τη χαρά, το παιχνίδι (αλλά όχι με την ζωή), τον ενθουσιασμό, τη φιλομάθεια, την περιέργεια.
Από την εφηβική τον έρωτα, τις κοινωνικές επαφές με άτομα εκτός οικογένειας, την ψυχική ζωτικότητα και το πάθος για περιπέτεια. Από την ενήλικη κρατούμε κυρίως το τιμόνι που οδηγεί την ζωή και την επιθυμία, που ξέρουμε επιτέλους ποια είναι. Με αυτά τα δώρα, ελπίζουμε την άφιξη στην τρίτη ηλικία και την κατάκτηση της σοφίας (που ενέχει την αρμονία με το σύμπαν και την γαλήνη-ανάχωμα στον φόβο του θανάτου).
Σήμερα, λοιπόν, θα καταπιαστούμε με αυτό το θέμα και θα εξετάσουμε τα βασικά ψυχικά χαρακτηριστικά κάθε ηλικιακής ομάδας. Κάποια από αυτά τα χαρακτηριστικά μπορεί να μην χάνονται ποτέ ή ποτέ να μην εμφανίστηκαν και αυτό σχετίζεται με τις συνθήκες και το περιβάλλον που μεγαλώνει ο άνθρωπος. Μερικά είναι απαραίτητα για την ψυχική υγεία ενώ άλλα είναι επιζήμια αν παραμένουν ή αν λείπουν.
Συνήθως, κάποιος εμφανίζει συμπεριφορές παιδικές, εφηβικές (πολύ συχνά και βρεφικές) όταν συμβαίνει ένα τραύμα που χαρακτηρίζει αυτή την περίοδο, ή αν το περιβάλλον, με τον τρόπο του, καθηλώνει το υποκείμενο σε ένα στάδιο μην αφήνοντάς το να αναπτυχθεί ψυχικά.
Ας δούμε όμως τα χαρακτηριστικά της κάθε περιόδου, χαρακτηριστικά που όπως είπαμε ξεπερνούν την πραγματική ηλικία του υποκειμένου ενίοτε και μπορεί κάποιος να φέρεται με αυτό τον τρόπο πάντα ή για μεγάλη χρονική περίοδο της ζωής.
Βρεφική ηλικία
Όσοι έχουν «κολλήσει» σε μία τέτοια περίοδο θεωρούν ότι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς την απόλυτη εξάρτησή τους από κάποιον άλλον. Ακριβώς όπως το ανθρώπινο βρέφος δεν είναι δυνατό να επιβιώσει χωρίς την φροντίδα του ενήλικα, έτσι και αυτοί που έχουν προσκολληθεί σε αυτή την περίοδο νοιώθουν την εξάρτησή τους από τον άλλο ως ζήτημα ζωής και θανάτου. Η απόλυτη εξάρτηση είναι ένα βασικό χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου και ένα αίσθημα αδυναμίας και ανικανότητας να σταθεί κάποιος στα πόδια του. Είναι επίσης οι άνθρωποι που δεν μιλούν για να εκφράσουν αυτό που νοιώθουν, αλλά περιμένουν τον άλλο να καταλάβει από μόνος του (όπως η μητέρα το βρέφος το οποίο δεν διαθέτει ακόμη λόγο).
Παιδική ηλικία
Κατά την παιδική ηλικία, ο άνθρωπος είναι αναγκασμένος να συμμορφώνεται στις επιταγές των ενηλίκων. Δεν μπορεί να ελέγξει τις συνθήκες που μεγαλώνει, τουλάχιστον ως την προεφηβεία. Σταδιακά αποκτά όλο και μεγαλύτερο έλεγχο του περιβάλλοντος αλλά ακόμη είναι εξαρτημένος από τις οικογενειακές συνθήκες που δεν έχει ο ίδιος επιλέξει, αλλά του έχουν δοθεί. Το παιχνίδι είναι βασική και πολύ ευχάριστη δραστηριότητα του παιδιού όπως και η απουσία κάθε ευθύνης.
Επίσης, το παιδί θέλει να μάθει, έχει ενθουσιασμό και είναι περισσότερο αυθόρμητο και παρορμητικό από τον ενήλικα. Ως χαρακτηριστικά καθήλωσης στην παιδική ηλικία μπορούμε να δούμε κάποιον που αισθάνεται ότι δεν ορίζει καθόλου τη ζωή του, αποδίδοντας τα πάντα στις εξωτερικές συνθήκες ή σε άλλα κοντινά πρόσωπα. Επίσης, παρατηρούμε μία συμμόρφωση και συχνά τον ρόλο του καλού παιδιού (που δεν μπορεί να πει όχι). Στα ωφέλιμα αυτής της περιόδου ανήκει η χαρά της ζωής, το παιχνίδι, η φιλομάθεια, ο ενθουσιασμός.
Εφηβική ηλικία
Η εφηβική ηλικία χαρακτηρίζεται από την δόμηση της ταυτότητας, την αποκαθήλωση των γονιών ως προτύπων, και την αναζήτηση νέων συντρόφων έξω από την οικογένεια. Εκεί που το παιδί συμμορφωνόταν, τώρα ο έφηβος, δυναμωμένος πια σωματικά, αντιδρά. Η αντίδραση έρχεται ως απάντηση στη δράση των γονιών ή όποιας άλλης μορφής εξουσίας (καθηγητή, διευθυντή κλπ).
Η αντίδραση είναι σχεδόν αυτοματοποιημένη στον έφηβο. Δεν είναι προϊόν συνειδητής απόφασης. Προέρχεται από την ανάγκη του να πάρει αποστάσεις από τους γονείς πηγαίνοντας στο άλλο άκρο. Επίσης, στην εφηβεία έχουμε την αίσθηση ψευδοανεξαρτησίας, αλλά η αυτονομία δεν έχει κατακτηθεί ακόμη.
Οι ενήλικες έφηβοι εμφανίζονται με το ίδιο νεύρο και ένταση που έχουν οι έφηβοι και με την αντίδραση ως κεντρική συμπεριφορά. Επίσης, ενώ επιθυμούν διακαώς την ελευθερία, δεν γεύονται παρά σπασμωδικά ψήγματα ψευδοανεξαρτησίας που τους γεμίζουν χαρά, αλλά μετά θλίψη γιατί καταλαβαίνουν ότι είναι ουσιαστικά ανελεύθεροι.
Ενήλικη ζωή
Η ενήλικη ζωή χαρακτηρίζεται από την ανάληψη της ευθύνης. Ο ενήλικας ξέρει τι θέλει και ποιος είναι. Η επιθυμία του είναι αυτή που κινεί την πράξη του, αυτή που τον οδηγεί να θέτει στόχους τους οποίους προσπαθεί να κατακτήσει.
Η χαρά της ενήλικης ζωής έγκειται ακριβώς σε αυτή την ελευθερία που δίνει η αυτονόμηση (αυτοπεριορισμός). Αποφασίζει ο ίδιος για την ζωή του. Έχει συμφιλιωθεί με το παρελθόν.
Ο ενήλικας είναι έτοιμος να κάνει την δική του οικογένεια και είναι ικανός να μεγαλώσει παιδιά. Η απουσία τελετών ενηλικίωσης στην περίπτωση της σύγχρονης Ελλάδας κάνει το πέρασμα στην ενηλικίωση μία ακόμη πιο δύσκολη περίπτωση. (Έτσι κι αλλιώς δεν είναι μια απλή υπόθεση και γιαυτό άλλωστε σε άλλες κουλτούρες υπάρχουν τέτοιες τελετές μύησης-περάσματος, προκειμένου να διευκολυνθεί ο νεαρός-ή, σ' αυτή την διέλευση). Ψυχικά, τον ενήλικο τον αντιλαμβανόμαστε από την σταθερότητα του, την αποφασιστικότητα, την υπευθυνότητά του και την ελευθερία του.
Τρίτη ηλικία
Από την απόλυτη εξάρτηση της βρεφικής ηλικίας, περάσαμε στην συμμόρφωση της παιδικής ηλικίας, μετά στην αντίδραση και μετά στην αυτονόμηση του ενήλικα οργανισμού.
Η Τρίτη ηλικία χαρακτηρίζεται από την συσσώρευση εμπειρίας. Αυτή διαμορφώνει τον άνθρωπο και στην καλύτερη περίπτωση τον καθιστά σοφό.
Ο σοφός δεν είναι διανοούμενος. Δεν έχει να κάνει με τις ακαδημαϊκές ή εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, αλλά με την άμεση εμπειρία και τον αναστοχασμό που έχει τη δυνατότητα κάθε άνθρωπος να κάνει. Ο απολογισμός της ζωής, η ανεύρεση των λαθών, των παθημάτων αλλά και των καλών στιγμών μπορεί να οδηγήσει σε μία πλούσια ψυχική ζωή ευτυχίας.
Παρεξηγημένη η τρίτη ηλικία, ίσως εξαιτίας του ότι λίγοι μπορούν τελικά να φτάσουν χωρίς καθηλώσεις και να την χαρούν, δίνει δυνατότητες που δεν υπάρχουν πριν. Μια τέτοια είναι η καλύτερη κρίση που έχει ένας ηλικιωμένος.
Βρέθηκε πρόσφατα, ότι ο μεγαλύτερος χρόνος απόκρισης που χρειάζεται ένας ηλικιωμένος όταν τον ρωτάς κάτι δεν είναι επειδή τα έχει χάσει, αλλά επειδή ο εγκέφαλός του λειτουργεί περισσότερο περίπλοκα από των νεοτέρων, έχοντας περισσότερες συνδέσεις σε διαφορετικά σημεία. Το ίδιο συμβαίνει και με την πρεσβυωπία.
Βλέπει τα πράγματα από μεγαλύτερη απόσταση, εντάσσοντας τα σε ένα όλο...
Ο Κομφούκιος έλεγε ότι ο άνθρωπος στα 70 είναι ικανός να κάνει πια ό,τι θέλει χωρίς να διαταρράσσεται η τάξη του ουρανού. Για να φτάσει όμως κανείς σε αυτό το επίπεδο, θα πρέπει να έχει καταφέρει να περάσει με επιτυχία τα προηγούμενα στάδια και να έχει ξεπεράσει την όποια καθήλωση. Το σώμα που γερνά μειώνει την κινητικότητα αλλά αυξάνει την ψυχική κινητικότητα, καθώς ο ηλικιωμένος έχει πια χρόνο να αναλογιστεί, να παρατηρήσει, να θυμηθεί, να παίξει με τα παιδιά ή να κάνει χόμπυ του.
Ο εγκέφαλός μας συνεχώς εξελίσσεται. Νέες δυνατότητες εμφανίζονται και άλλες χάνονται κατά την διάρκεια των χρόνων. Καμία ηλικία δεν είναι παράδεισος, καμία δεν είναι κόλαση. Πάντα κάτι κερδίζουμε και κάτι χάνουμε ή μας λείπει ακόμη.
Παραπάνω περιγράψαμε τέσσερις βασικές κατηγορίες. Ωστόσο, η ζωή έχει μία ροή και μία τέτοια κατηγοριοποίηση υπόκειται σε ψυχοκοινωνικές παραμέτρους. Έτσι υπάρχουν κι άλλες στιγμές εξέλιξης που δεν συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το άρθρο, στο οποίο περιοριζόμαστε στις πιο βασικές...
Λίγοι ωστόσο καταφέρνουν να ζήσουν μία πλήρη ζωή. Πλήρη με την έννοια να καταφέρουν να περάσουν όλα αυτά τα στάδια και να ζήσουν κάθε δυνατότητα που δίνει η ύπαρξή μας. Πολλοί καθηλώνονται σε ένα στάδιο και μένουν εκεί. Η καθήλωση ποτέ δεν συνδέεται με την ευτυχία. Είναι σα να φορά κανείς στενά παπούτσια ενώ τα πόδια του μεγαλώνουν. Ο χρόνος περνά, η φθορά εμφανίζεται και γίνεται ορατή από όλους και από τον ίδιο τον άνθρωπο, που όμως μπορεί ακόμη να λειτουργεί ως παιδί ή έφηβος.
Κάποιες φορές αυτές οι καθηλώσεις σχετίζονται με μία αδυναμία να ζήσει κάποιος αυτά που του προσφέρει η κάθε ηλικιακή ομάδα εξαιτίας δυσκολιών και προβλημάτων. Έτσι, έχουμε βρέφη που δεν έχουν λάβει την φροντίδα που θα έπρεπε, παιδιά που δεν έχουν παίξει, εφήβους που δεν αμφισβήτησαν....
Αυτές οι ελλείψεις που όσο πιο πρώιμα συμβαίνουν τόσο πιο τραυματικές είναι, λειτουργούν συχνά ως εμπόδιο στην ψυχική ανάπτυξη και προκαλλούν πολλά προβλήματα στη ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων που τα έχουν υποστεί.
Σε αυτή την περίπτωση μιλούμε για ναρκισσιστικά ελλείματα, ενώ οι άλλες περιπτώσεις ψυχικών καθηλώσεων σχετίζονται κυρίως με νευρώσεις (δηλαδή άλυτες ενδοψυχικές συγκρούσεις).
Η θεραπεία είναι απαραίτητη και στις δύο περιπτώσεις προκειμένου να γευτεί κανείς ολόκληρο το δώρο της ζωής και να ταξιδέψει ψυχικά σε όλα τα στάδια κατακτώντας την αρμονία.
Στην περίπτωση της ψυχικής υγείας παίρνουμε κάποια θετικά από κάθε ηλικία και προχωράμε αφήνοντας τα επιζήμια. Έτσι, από την βρεφική ηλικία διατηρούμε την μη λεκτική επικοινωνία, την χαρά της επαφής δέρμα με δέρμα, την αναγνώριση των εκφράσεων του προσώπου του άλλου. Από την παιδική διατηρούμε τη χαρά, το παιχνίδι (αλλά όχι με την ζωή), τον ενθουσιασμό, τη φιλομάθεια, την περιέργεια.
Από την εφηβική τον έρωτα, τις κοινωνικές επαφές με άτομα εκτός οικογένειας, την ψυχική ζωτικότητα και το πάθος για περιπέτεια. Από την ενήλικη κρατούμε κυρίως το τιμόνι που οδηγεί την ζωή και την επιθυμία, που ξέρουμε επιτέλους ποια είναι. Με αυτά τα δώρα, ελπίζουμε την άφιξη στην τρίτη ηλικία και την κατάκτηση της σοφίας (που ενέχει την αρμονία με το σύμπαν και την γαλήνη-ανάχωμα στον φόβο του θανάτου).
Ο άνθρωπος δεν διαφωτίζεται φανταζόμενος φιγούρες φωτός, αλλά κάνοντας το σκοτάδι συνειδητό
Ο Carl Jung ήταν ένας άνθρωπος με ετερόκλητα ενδιαφέροντα και αυτό αντανακλάται στη γόνιμη φύση των γραπτών του. Αλλά απ’ όλα όσα έγραψε, ένα θέμα ξεχωρίζει ως το σημαντικότερο γι’ αυτόν και αυτό είναι το ερώτημα του πώς μπορεί κανείς να καλλιεργήσει έναν σπουδαίο χαρακτήρα. Γιατί ο Jung αναγνώριζε την αλήθεια στη δήλωση του Ηράκλειτου ότι «ο χαρακτήρας μας είναι το πεπρωμένο».
Μπορεί η μοίρα να είναι καλή ή σκληρή και οι άλλοι να μας συμπεριφέρονται άσχημα ή καλά, αλλά η εμπειρία αυτών των πραγμάτων και τι κάνουμε με όσα μας δίνονται εξαρτώνται από την κατάσταση του χαρακτήρα μας. Η καλλιέργεια ενός σπουδαίου χαρακτήρα αποτελεί μια διαδικασία ύψιστης σημασίας και ο Jung μας δίνει ορισμένες κατευθύνσεις.
Αρχικά, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Jung πίστευε ότι η απόκτηση ενός σπουδαίου χαρακτήρα είναι κάτι που ο καθένας μπορεί να επιτύχει. Δεν εξαρτάται από την εξωτερική επιτυχία, είτε αυτή είναι πλούτος είτε κύρος, ούτε όμως απαιτεί ιδιαίτερα ταλέντα και διανοητικές ικανότητες. Για να καταλάβουμε τι είναι απαραίτητο για εκείνον, η παρακάτω φράση του θα μας διαφωτίσει:
«Ο άνθρωπος δεν διαφωτίζεται φανταζόμενος φιγούρες φωτός, αλλά κάνοντας το σκοτάδι συνειδητό»
Δηλαδή το να κάνουμε το ασυνείδητο, συνειδητό. Ο Jung δίνει τόση έμφαση στη δύναμη του ασυνείδητου, το οποίο μεταμορφώνει το ποιοι είμαστε, επειδή αποτελεί τη μεγαλύτερη σφαίρα του ψυχισμού μας. Όλα αυτά για τα οποία έχουμε επίγνωση είναι μόνο η κορυφή ενός μεγάλου, τεράστιου παγόβουνου. Απωθούμε και καταπιέζουμε πολλά από αυτά που είμαστε, ξεχνάμε και ζούμε με τους όρους των άλλων.
Αλλά γιατί όλα αυτά είναι ασυνείδητα; Μήπως είναι καλύτερο να επιτρέψουμε σε ορισμένα στοιχεία της προσωπικότητάς μας να παραμείνουν έξω από τη συνείδηση; O Jung απαντά εμφατικά όχι και για τον απλό λόγο ότι τα στοιχεία του ασυνειδήτου συνεχίζουν να μας επηρεάζουν παρά το γεγονός ότι δεν τα γνωρίζουμε.
«Η απόρριψη του ασυνειδήτου συνήθως έχει ανεξέλεγκτα αποτελέσματα… Όσο πιο αρνητική στάση του συνειδητού προς το ασυνείδητο, τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται το τελευταίο»
Ένας ακόμα λόγος για να αποκτήσουμε περισσότερη επίγνωση είναι επειδή το ασυνείδητο δεν φιλοξενεί μόνο στοιχεία του χαρακτήρα μας τα οποία συγκρούονται με την αυτοεικόνα και εγείρουν ντροπή, όπως τα αδύναμα στοιχεία του, αλλά επίσης περιέχει και πολλά από τα καλά μας, θετικά στοιχεία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον σύγχρονο κόσμο, όπου τείνουμε να βασιζόμαστε τόσο πολύ στον κοινωνικό μας ρόλο ή σε αυτό που ο Jung ονόμαζε persona στο χτίσιμο του χαρακτήρα μας.
Η περσόνα αποτελεί έναν συμβιβασμό με τον εξωτερικό κόσμο, μια αυθεντική αυτοθυσία. Η περσόνα μας δεν πρέπει να μας ορίζει, έλεγε ο Jung, χρειάζεται απλώς να είναι ένας ρόλο που παίζουμε σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Γιατί όταν καταλήξουμε να πιστέψουμε ότι είμαστε οι μάσκες που φοράμε, θα έχουμε θυσιάσει όλα τα καλά του χαρακτήρα μας που δεν συμβαδίζουν με τις τάσεις του κατεστημένου, της περσόνας που μας έχει δοθεί. Γιατί έτσι γινόμαστε ο καθρέφτης αυτού που πιστεύουμε ότι οι άλλοι θέλουν από εμάς να είμαστε. Αυτό έρχεται με ένα τίμημα που πληρώνουμε, αφού τόσα πολλά μένουν στο σκοτάδι, αρνούμαστε στοιχεία του χαρακτήρα μας και συνεπώς δημιουργεί ένας διαχωρισμένος εαυτός.
Για να καλλιεργήσουμε έναν σπουδαίο χαρακτήρα, πρέπει να είμαστε ένας από τους λίγους που επουλώνει αυτή την εσωτερική σύγκρουση που αναδύεται από την ιδιαίτερα ισχυρή ταύτιση με τον κοινωνικό ρόλο. Χρειάζεται να αποδεχτούμε ότι η περσόνα μας αναπαριστά μόνο ένα μέρος του συνολικού μας χαρακτήρα και πρέπει να γίνει καθήκον μας να βγάλουμε την κοινωνική μας μάσκα και να μάθουμε τι βρίσκεται από πίσω.
Για να το πετύχουμε αυτό, ο Jung προτείνει να ξεκινήσουμε υιοθετώντας μια πιο συλλογική θέαση του ποιοι είμαστε. Το βλέμμα μας χρειάζεται να στραφεί προς τα έξω και να παρατηρήσει, να σημειώσει τα χαρακτηριστικά εκείνων γύρω μας. Αυτή η συμβουλή μπορεί να φαίνεται παράδοξη, αφού η περσόνα μας διαμορφώνεται κυρίως μέσω της παρατήρησης και της μίμησης των άλλων ανθρώπων. Αλλά η ουσία της άσκησης αυτής είναι να μάθουμε τι βρίσκεται αληθινά πίσω από τις μάσκες των γύρω μας και να εκθέσουμε τον εαυτό μας στα στοιχεία που απασχολεί το δικό τους ασυνείδητο.
Γιατί είναι πολύ ευκολότερο να ερευνήσει κανείς πέρα από την περσόνα του άλλου ανθρώπου, να παρατηρήσει τις ασυμφωνίες στη συμπεριφορά τους, τα ρήγματα στον εξοπλισμό τους, παρά να αναγνωρίζει αυτά τα ίδια στοιχεία μέσα του. Επιπλέον, χάρη στην τάση να προβάλουμε στοιχεία του ασυνειδήτου του χαρακτήρα μας σε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αυτή η άσκηση μπορεί επίσης να μας φέρει σε επαφή με αυτά τα προβαλλόμενα στοιχεία.
Αλλά η ανάπτυξη του χαρακτήρα δεν τελειώνει εκεί. Γιατί αν και ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης φύσης είναι κοινό, ο Jung επίσης έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι η κατανομή αυτών των κοινών χαρακτηριστικών και ο βαθμός στον οποίο κάθε άνθρωπος θα αναπτύξει μια συγκεκριμένη ικανότητα είναι πάντα μοναδικός. Μια χρήσιμη προσέγγιση για να βρούμε τη μοναδική σύνθεση του δικού μας χαρακτήρα είναι να προσέξουμε ποια χαρακτηριστικά των άλλων πυροδοτούν συναισθήματα κατωτερότητας σε εμάς.
Μια συγκεκριμένη ευαισθησία σε ένα χαρακτηριστικό ενός άλλου ανθρώπου, κι αυτό ισχύει τόσο για τα δυνατά όσο και για τα αδύνατα σημεία, αποτελεί ένα καλό σημάδι ότι αυτό αποτελεί ένα χαρακτηριστικό που βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στο σκοτάδι του ασυνειδήτου μας. Και κάθε φορά που θα αποδεχόμαστε μια αδυναμία, αντί να την αρνούμαστε, θα αποκτούμε όλο και περισσότερο τον έλεγχο της και θα μάθουμε να μειώνουμε τις επιδράσεις της πάνω μας. Κάθε φορά που θα ανακαλύπτουμε μια νέα δύναμη του χαρακτήρα μας, μια νέα σειρά δυνατοτήτων θα ανοίγεται μπροστά μας.
Μπορεί η μοίρα να είναι καλή ή σκληρή και οι άλλοι να μας συμπεριφέρονται άσχημα ή καλά, αλλά η εμπειρία αυτών των πραγμάτων και τι κάνουμε με όσα μας δίνονται εξαρτώνται από την κατάσταση του χαρακτήρα μας. Η καλλιέργεια ενός σπουδαίου χαρακτήρα αποτελεί μια διαδικασία ύψιστης σημασίας και ο Jung μας δίνει ορισμένες κατευθύνσεις.
Αρχικά, χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε ότι ο Jung πίστευε ότι η απόκτηση ενός σπουδαίου χαρακτήρα είναι κάτι που ο καθένας μπορεί να επιτύχει. Δεν εξαρτάται από την εξωτερική επιτυχία, είτε αυτή είναι πλούτος είτε κύρος, ούτε όμως απαιτεί ιδιαίτερα ταλέντα και διανοητικές ικανότητες. Για να καταλάβουμε τι είναι απαραίτητο για εκείνον, η παρακάτω φράση του θα μας διαφωτίσει:
«Ο άνθρωπος δεν διαφωτίζεται φανταζόμενος φιγούρες φωτός, αλλά κάνοντας το σκοτάδι συνειδητό»
Δηλαδή το να κάνουμε το ασυνείδητο, συνειδητό. Ο Jung δίνει τόση έμφαση στη δύναμη του ασυνείδητου, το οποίο μεταμορφώνει το ποιοι είμαστε, επειδή αποτελεί τη μεγαλύτερη σφαίρα του ψυχισμού μας. Όλα αυτά για τα οποία έχουμε επίγνωση είναι μόνο η κορυφή ενός μεγάλου, τεράστιου παγόβουνου. Απωθούμε και καταπιέζουμε πολλά από αυτά που είμαστε, ξεχνάμε και ζούμε με τους όρους των άλλων.
Αλλά γιατί όλα αυτά είναι ασυνείδητα; Μήπως είναι καλύτερο να επιτρέψουμε σε ορισμένα στοιχεία της προσωπικότητάς μας να παραμείνουν έξω από τη συνείδηση; O Jung απαντά εμφατικά όχι και για τον απλό λόγο ότι τα στοιχεία του ασυνειδήτου συνεχίζουν να μας επηρεάζουν παρά το γεγονός ότι δεν τα γνωρίζουμε.
«Η απόρριψη του ασυνειδήτου συνήθως έχει ανεξέλεγκτα αποτελέσματα… Όσο πιο αρνητική στάση του συνειδητού προς το ασυνείδητο, τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται το τελευταίο»
Ένας ακόμα λόγος για να αποκτήσουμε περισσότερη επίγνωση είναι επειδή το ασυνείδητο δεν φιλοξενεί μόνο στοιχεία του χαρακτήρα μας τα οποία συγκρούονται με την αυτοεικόνα και εγείρουν ντροπή, όπως τα αδύναμα στοιχεία του, αλλά επίσης περιέχει και πολλά από τα καλά μας, θετικά στοιχεία. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα στον σύγχρονο κόσμο, όπου τείνουμε να βασιζόμαστε τόσο πολύ στον κοινωνικό μας ρόλο ή σε αυτό που ο Jung ονόμαζε persona στο χτίσιμο του χαρακτήρα μας.
Η περσόνα αποτελεί έναν συμβιβασμό με τον εξωτερικό κόσμο, μια αυθεντική αυτοθυσία. Η περσόνα μας δεν πρέπει να μας ορίζει, έλεγε ο Jung, χρειάζεται απλώς να είναι ένας ρόλο που παίζουμε σε συγκεκριμένες περιστάσεις. Γιατί όταν καταλήξουμε να πιστέψουμε ότι είμαστε οι μάσκες που φοράμε, θα έχουμε θυσιάσει όλα τα καλά του χαρακτήρα μας που δεν συμβαδίζουν με τις τάσεις του κατεστημένου, της περσόνας που μας έχει δοθεί. Γιατί έτσι γινόμαστε ο καθρέφτης αυτού που πιστεύουμε ότι οι άλλοι θέλουν από εμάς να είμαστε. Αυτό έρχεται με ένα τίμημα που πληρώνουμε, αφού τόσα πολλά μένουν στο σκοτάδι, αρνούμαστε στοιχεία του χαρακτήρα μας και συνεπώς δημιουργεί ένας διαχωρισμένος εαυτός.
Για να καλλιεργήσουμε έναν σπουδαίο χαρακτήρα, πρέπει να είμαστε ένας από τους λίγους που επουλώνει αυτή την εσωτερική σύγκρουση που αναδύεται από την ιδιαίτερα ισχυρή ταύτιση με τον κοινωνικό ρόλο. Χρειάζεται να αποδεχτούμε ότι η περσόνα μας αναπαριστά μόνο ένα μέρος του συνολικού μας χαρακτήρα και πρέπει να γίνει καθήκον μας να βγάλουμε την κοινωνική μας μάσκα και να μάθουμε τι βρίσκεται από πίσω.
Για να το πετύχουμε αυτό, ο Jung προτείνει να ξεκινήσουμε υιοθετώντας μια πιο συλλογική θέαση του ποιοι είμαστε. Το βλέμμα μας χρειάζεται να στραφεί προς τα έξω και να παρατηρήσει, να σημειώσει τα χαρακτηριστικά εκείνων γύρω μας. Αυτή η συμβουλή μπορεί να φαίνεται παράδοξη, αφού η περσόνα μας διαμορφώνεται κυρίως μέσω της παρατήρησης και της μίμησης των άλλων ανθρώπων. Αλλά η ουσία της άσκησης αυτής είναι να μάθουμε τι βρίσκεται αληθινά πίσω από τις μάσκες των γύρω μας και να εκθέσουμε τον εαυτό μας στα στοιχεία που απασχολεί το δικό τους ασυνείδητο.
Γιατί είναι πολύ ευκολότερο να ερευνήσει κανείς πέρα από την περσόνα του άλλου ανθρώπου, να παρατηρήσει τις ασυμφωνίες στη συμπεριφορά τους, τα ρήγματα στον εξοπλισμό τους, παρά να αναγνωρίζει αυτά τα ίδια στοιχεία μέσα του. Επιπλέον, χάρη στην τάση να προβάλουμε στοιχεία του ασυνειδήτου του χαρακτήρα μας σε αυτούς που βρίσκονται γύρω μας, αυτή η άσκηση μπορεί επίσης να μας φέρει σε επαφή με αυτά τα προβαλλόμενα στοιχεία.
Αλλά η ανάπτυξη του χαρακτήρα δεν τελειώνει εκεί. Γιατί αν και ένα μεγάλο μέρος της ανθρώπινης φύσης είναι κοινό, ο Jung επίσης έδωσε έμφαση στο γεγονός ότι η κατανομή αυτών των κοινών χαρακτηριστικών και ο βαθμός στον οποίο κάθε άνθρωπος θα αναπτύξει μια συγκεκριμένη ικανότητα είναι πάντα μοναδικός. Μια χρήσιμη προσέγγιση για να βρούμε τη μοναδική σύνθεση του δικού μας χαρακτήρα είναι να προσέξουμε ποια χαρακτηριστικά των άλλων πυροδοτούν συναισθήματα κατωτερότητας σε εμάς.
Μια συγκεκριμένη ευαισθησία σε ένα χαρακτηριστικό ενός άλλου ανθρώπου, κι αυτό ισχύει τόσο για τα δυνατά όσο και για τα αδύνατα σημεία, αποτελεί ένα καλό σημάδι ότι αυτό αποτελεί ένα χαρακτηριστικό που βρίσκεται εδώ και πολύ καιρό στο σκοτάδι του ασυνειδήτου μας. Και κάθε φορά που θα αποδεχόμαστε μια αδυναμία, αντί να την αρνούμαστε, θα αποκτούμε όλο και περισσότερο τον έλεγχο της και θα μάθουμε να μειώνουμε τις επιδράσεις της πάνω μας. Κάθε φορά που θα ανακαλύπτουμε μια νέα δύναμη του χαρακτήρα μας, μια νέα σειρά δυνατοτήτων θα ανοίγεται μπροστά μας.
Γιατί νιώθουμε μοναξιά μέσα σε μια σχέση και πώς να το διαχειριστούμε
Είναι κάτι για το οποίο σπάνια μιλάμε, ίσως γιατί ντρεπόμαστε: η μοναξιά που ορισμένες φορές βιώνουμε μέσα στις ερωτικές σχέσεις. Ακόμα και οι σύντροφοι που είναι παντρεμένοι, είναι ευάλωτοι σε περιόδους απομόνωσης, έλλειψης στήριξης ή μοναξιάς.
Καθώς η συντροφικότητα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο πολλές σχέσεις χτίζονται, μπορεί να είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι καταλήγουμε να νιώθουμε μόνοι παρά την αρχική αίσθηση ικανοποίησης και πλήρωσης. Ποιοι είναι οι λόγοι που μπορεί να νιώθουμε μόνοι ενώ βρισκόμαστε σε ερωτική σχέση και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό.
3 λόγοι για τους οποίους νιώθουμε μοναξιά μέσα σε μια σχέση και τι μπορούμε να κάνουμε
Δεν έχουμε επιτύχει ακόμα οικειότητα
Η οικειότητα είναι ένας ασφαλής συναισθηματικός και φυσικός χώρος που επιτρέπει σε δύο ανθρώπους να είναι ευάλωτοι χωρίς φόβο ή ντροπή, επίκριση ή απόρριψη. Ορισμένοι άνθρωποι μπερδεύουν την οικειότητα με το σεξ, που μπορεί μεν να είναι δείκτης οικειότητας αλλά σίγουρα δεν είναι το μόνο στοιχείο.
Πολλά ζευγάρια, λοιπόν, πιστεύουν ότι έχουν χτίσει οικειότητα σε μια πρώτη φάση. Όμως, όταν έρχεται η στιγμή να ζητήσουμε στήριξη μέσα από μια δυσκολία ή κρίση, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχει χτιστεί όπως περιμέναμε. Έτσι, μπορεί να νιώσουμε μοναξιά.
Τι μπορούμε να κάνουμε: Το χτίσιμο της οικειότητας είναι μια διαδικασία που μπορεί να επεκταθεί και πολύ παραπέρα από την αρχική φάση της ερωτικής σας σχέσης. Προσέξτε το πώς ο/η σύντροφός σας στηρίζει στις προκλήσεις και κρίσεις της ζωής. Εκφράστε τις προσδοκίες σας όσο καθαρότερα μπορείτε από την αρχή και μιλήστε με παραδείγματα αν δεν είστε ευχαριστημένοι. Αν δεν μπορούν να σας στηρίξουν έτσι όπως νιώθετε ότι το χρειάζεστε, μπορεί να μην ικανοποιηθείτε ποτέ πλήρως στη σχέση σας.
Έχουμε αντίθετα ενδιαφέροντα
Λέμε ότι τα ετερώνυμα έλκονται. Πολλοί από εμάς ελκόμαστε από ανθρώπους με διαφορετικές συνήθειες και ενδιαφέροντα ενώ μοιραζόμαστε ορισμένες βασικές σημαντικές αξίες και πορευόμαστε προς έναν κοινό στόχο μαζί. Προϋποθέτει υπομονή και αποδοχή το να αγαπάμε κάποιον που προσεγγίζει τη ζωή διαφορετικά, και αυτό είναι καλό να το παρατηρούμε κατά τις πρώτες φάσεις της γνωριμίας μας.
Όταν οι σύντροφοι είναι στα καλύτερά τους, είναι γοητευτικό να έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα και στόχους αν το κοιτάξουν υπό όρους συμπληρωματικούς. Αλλά ύστερα, είναι φυσικό επακόλουθο τα διαφορετικά ενδιαφέροντα να παίρνουν και διαφορετικούς δρόμους. Πολλοί σύντροφοι σοκάρονται όταν ανακαλύπτουν πόσα λίγα κοινά έχουν τελικά. Αυτό μπορεί να ενισχύσει την μοναξιά σε μια σχέση.
Τι μπορούμε να κάνουμε: Προσαρμόστε τις προσδοκίες σας για τη σχέση. Αρχικά μπορεί να πιστεύατε ότι έχετε κοινά ενδιαφέροντα και στόχους, αλλά τώρα να μην το βλέπετε τόσο ειδυλλιακά. Κάντε την προσπάθεια να ανακαλύψετε δραστηριότητες τις οποίες να απολαμβάνετε μαζί και βεβαιωθείτε ότι είστε και οι δύο πλήρως παρόντες όταν είστε μαζί. Στόχος σας όμως δεν είναι στο τέλος να μοιράζεστε τα πάντα• χρειάζεται να χτίσετε και υγιείς φιλίες.
Υπάρχει ένα κενό μέσα μας που μια ερωτική σχέση δεν μπορεί να συμπληρώσει
Οι διαφορετικές εμπειρίες ζωής μπορεί να μας δημιουργήσουν ανάγκη επιβεβαίωσης, επαίνου και στήριξης από εξωτερικές πηγές. Ορισμένες φορές, δεν ξέρουμε πώς να συνδέσουμε τις εμπειρίες από το παρελθόν μας με τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές του τώρα. Για παράδειγμα, αν έχετε λάβει υγιείς δόσεις αγάπης και σύνδεσης ενώ μεγαλώνατε, μπορεί να αναζητάμε μεγάλες ποσότητες από κάποιον στο σήμερα. Ακόμα και οι βαθιές πληγές προηγούμενων σχέσεων μπορεί να παρεμποδίζουν την ικανότητά μας να νιώσουμε πλήρεις και ευτυχισμένοι.
Τι μπορούμε να κάνουμε: Αν έχετε λάβει σχόλια από τους συντρόφους σας για το ότι έχετε μη ρεαλιστικές προσδοκίες ή ανάγκες, εξετάστε αν αυτοί οι ισχυρισμοί είναι έγκυροι. Η χρόνια μοναξιά στις σχέσεις είναι ένας δείκτης με τον οποίο χρειάζεται να εργαστείτε για να βεβαιωθείτε ότι έχετε υγιή αυτοεκτίμηση και αγαπάτε τον εαυτό σας χωρίς να χρειάζεστε επιβεβαίωση.
Καθώς η συντροφικότητα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος πάνω στον οποίο πολλές σχέσεις χτίζονται, μπορεί να είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι καταλήγουμε να νιώθουμε μόνοι παρά την αρχική αίσθηση ικανοποίησης και πλήρωσης. Ποιοι είναι οι λόγοι που μπορεί να νιώθουμε μόνοι ενώ βρισκόμαστε σε ερωτική σχέση και τι μπορούμε να κάνουμε γι’ αυτό.
3 λόγοι για τους οποίους νιώθουμε μοναξιά μέσα σε μια σχέση και τι μπορούμε να κάνουμε
Δεν έχουμε επιτύχει ακόμα οικειότητα
Η οικειότητα είναι ένας ασφαλής συναισθηματικός και φυσικός χώρος που επιτρέπει σε δύο ανθρώπους να είναι ευάλωτοι χωρίς φόβο ή ντροπή, επίκριση ή απόρριψη. Ορισμένοι άνθρωποι μπερδεύουν την οικειότητα με το σεξ, που μπορεί μεν να είναι δείκτης οικειότητας αλλά σίγουρα δεν είναι το μόνο στοιχείο.
Πολλά ζευγάρια, λοιπόν, πιστεύουν ότι έχουν χτίσει οικειότητα σε μια πρώτη φάση. Όμως, όταν έρχεται η στιγμή να ζητήσουμε στήριξη μέσα από μια δυσκολία ή κρίση, τότε αντιλαμβανόμαστε ότι δεν έχει χτιστεί όπως περιμέναμε. Έτσι, μπορεί να νιώσουμε μοναξιά.
Τι μπορούμε να κάνουμε: Το χτίσιμο της οικειότητας είναι μια διαδικασία που μπορεί να επεκταθεί και πολύ παραπέρα από την αρχική φάση της ερωτικής σας σχέσης. Προσέξτε το πώς ο/η σύντροφός σας στηρίζει στις προκλήσεις και κρίσεις της ζωής. Εκφράστε τις προσδοκίες σας όσο καθαρότερα μπορείτε από την αρχή και μιλήστε με παραδείγματα αν δεν είστε ευχαριστημένοι. Αν δεν μπορούν να σας στηρίξουν έτσι όπως νιώθετε ότι το χρειάζεστε, μπορεί να μην ικανοποιηθείτε ποτέ πλήρως στη σχέση σας.
Έχουμε αντίθετα ενδιαφέροντα
Λέμε ότι τα ετερώνυμα έλκονται. Πολλοί από εμάς ελκόμαστε από ανθρώπους με διαφορετικές συνήθειες και ενδιαφέροντα ενώ μοιραζόμαστε ορισμένες βασικές σημαντικές αξίες και πορευόμαστε προς έναν κοινό στόχο μαζί. Προϋποθέτει υπομονή και αποδοχή το να αγαπάμε κάποιον που προσεγγίζει τη ζωή διαφορετικά, και αυτό είναι καλό να το παρατηρούμε κατά τις πρώτες φάσεις της γνωριμίας μας.
Όταν οι σύντροφοι είναι στα καλύτερά τους, είναι γοητευτικό να έχουν διαφορετικά ενδιαφέροντα και στόχους αν το κοιτάξουν υπό όρους συμπληρωματικούς. Αλλά ύστερα, είναι φυσικό επακόλουθο τα διαφορετικά ενδιαφέροντα να παίρνουν και διαφορετικούς δρόμους. Πολλοί σύντροφοι σοκάρονται όταν ανακαλύπτουν πόσα λίγα κοινά έχουν τελικά. Αυτό μπορεί να ενισχύσει την μοναξιά σε μια σχέση.
Τι μπορούμε να κάνουμε: Προσαρμόστε τις προσδοκίες σας για τη σχέση. Αρχικά μπορεί να πιστεύατε ότι έχετε κοινά ενδιαφέροντα και στόχους, αλλά τώρα να μην το βλέπετε τόσο ειδυλλιακά. Κάντε την προσπάθεια να ανακαλύψετε δραστηριότητες τις οποίες να απολαμβάνετε μαζί και βεβαιωθείτε ότι είστε και οι δύο πλήρως παρόντες όταν είστε μαζί. Στόχος σας όμως δεν είναι στο τέλος να μοιράζεστε τα πάντα• χρειάζεται να χτίσετε και υγιείς φιλίες.
Υπάρχει ένα κενό μέσα μας που μια ερωτική σχέση δεν μπορεί να συμπληρώσει
Οι διαφορετικές εμπειρίες ζωής μπορεί να μας δημιουργήσουν ανάγκη επιβεβαίωσης, επαίνου και στήριξης από εξωτερικές πηγές. Ορισμένες φορές, δεν ξέρουμε πώς να συνδέσουμε τις εμπειρίες από το παρελθόν μας με τα συναισθήματα και τις συμπεριφορές του τώρα. Για παράδειγμα, αν έχετε λάβει υγιείς δόσεις αγάπης και σύνδεσης ενώ μεγαλώνατε, μπορεί να αναζητάμε μεγάλες ποσότητες από κάποιον στο σήμερα. Ακόμα και οι βαθιές πληγές προηγούμενων σχέσεων μπορεί να παρεμποδίζουν την ικανότητά μας να νιώσουμε πλήρεις και ευτυχισμένοι.
Τι μπορούμε να κάνουμε: Αν έχετε λάβει σχόλια από τους συντρόφους σας για το ότι έχετε μη ρεαλιστικές προσδοκίες ή ανάγκες, εξετάστε αν αυτοί οι ισχυρισμοί είναι έγκυροι. Η χρόνια μοναξιά στις σχέσεις είναι ένας δείκτης με τον οποίο χρειάζεται να εργαστείτε για να βεβαιωθείτε ότι έχετε υγιή αυτοεκτίμηση και αγαπάτε τον εαυτό σας χωρίς να χρειάζεστε επιβεβαίωση.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις
(
Atom
)















