Πέμπτη 6 Αυγούστου 2020

Ξύπνα τον γίγαντα μέσα σου

Ξύπνα τον γίγαντα μέσα σου!

Βήμα 1ο:

Κάθε φορά που θέλεις ειλικρινά να πετύχεις μια αλλαγή στη ζωή σου, το πρώτο πράγμα που πρέπει να κάνεις είναι να ανεβάσεις τα στάνταρντς. Το απολύτως σπουδαιότερο πράγμα είναι να αλλάξεις αυτό που απαιτείς από τον εαυτό σου.

Γράψε κάτω όλα τα πράγματα που δεν αποδέχεσαι πια στη ζωή σου, που δεν θα τα ανεχτείς.

Γράψε όλα τα πράγματα που θα ήθελες να γίνεις.

Η αλλαγή που θέλεις να κάνεις σε έναν οργανισμό, μια εταιρεία, μια χώρα, αρχίζει πρώτα από τον εαυτό σου.

Βήμα 2ο:

Άλλαξε τα πιστεύω που σε περιορίζουν. Εάν υψώσεις τα στάνταρντς αλλά δεν πιστεύεις ότι μπορείς να τα πετύχεις, έχεις ήδη σαμποτάρει τον εαυτό σου.

Αλλάζοντας τα συστήματα των πιστεύω μας είναι βασικό στο να κάνουμε οποιαδήποτε πραγματική και βιώσιμη αλλαγή στη ζωή μας.

Πρέπει να αναπτύξουμε μια αίσθηση βεβαιότητας ότι μπορούμε και θα επιτύχουμε τα καινούργια στάνταρντς, προτού το κάνουμε στην πραγματικότητα.

Χωρίς να αποκτήσεις τον έλεγχο των πιστεύω σου, μπορείς να υψώνεις τα στάνταρντς όσο θέλεις αλλά δεν θα έχεις ποτέ τη βεβαιότητα να τα υποστηρίξεις.

Βήμα 3ο:

Για να διατηρήσετε τη δέσμευσή σας χρειάζεστε την καλύτερη στρατηγική για να πετύχετε αποτελέσματα.

Ένα θέσεις ένα υψηλότερο στάνταρντ και κάνεις τον εαυτό σου να το πιστέψει, τότε βεβαίως μπορείς να καθορίσεις τη στρατηγική. Θα βρεις τρόπο.

Στη ζωή πολλοί άνθρωποι γνωρίζουν τι να κάνουν, αλλά λίγοι κάνουν πράξη αυτό που γνωρίζουν. Το να γνωρίζεις δεν αρκεί. Πρέπει να αναλάβεις δράση.

1. Κυριαρχία επί των συναισθημάτων

Στην κυριολεξία το κάθε τι που κάνουμε είναι για ν' αλλάξουμε τον τρόπο που νιώθουμε.

Όμως, οι περισσότεροι έχουμε ελάχιστη ή μηδαμινή εκπαίδευση στο πώς θα το κάνουμε αποτελεσματικά.

Πάρα πολλοί από μας αφήνουμε τον εαυτό μας στο έλεος εξωτερικών γεγονότων, πάνω στα οποία μπορεί να μην έχουμε κανένα έλεγχο, αποτυγχάνοντας ν' αποκτήσουμε κυριαρχία πάνω στα συναισθήματά μας, τα οποία μπορούμε να ελέγξουμε.

2. Φυσική κυριαρχία

Πρέπει ν' αποκτήσουμε τον έλεγχο στη φυσική μας υγεία ούτως ώστε όχι μόνο να δείχνουμε καλά αλλά και να νιώθουμε καλά, και ακόμη να γνωρίζουμε ότι έχουμε τον έλεγχο της ζωής μας.

Ο Thomas Muffet, ένας γιατρός του 16ου αιώνα, είχε πει ότι "σκάβουμε το λάκκο μας με τα δόντια μας". Φορτώνουμε τα σώματά μας με τροφές υψηλών λιπαρών ή τροφές χωρίς διατροφική αξία, και τα δηλητηριάζουμε με τα τσιγάρα, το αλκοόλ, και τα φάρμακα, ενώ καθόμαστε παθητικά μπροστά στις τηλεοράσεις μας.

3. Κυριαρχία στις σχέσεις μας

Εκτός από τη συναισθηματική και τη σωματική κυριαρχία, το τρίτο σπουδαιότερο που πρέπει να μάθουμε είναι πώς ν' αποκτήσουμε τον έλεγχο στις σχέσεις μας, πρώτα στη σχέση με τον εαυτό μας, και κατόπιν στις ρομαντικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές σχέσεις.

Καθώς αποκτούμε κυριαρχία πάνω σ' αυτή τη σπουδαιότατη ικανότητα των ανθρωπίνων σχέσεων, θα μάθουμε πώς να επικοινωνούμε με τους συνανθρώπους μας σε βαθύτερο επίπεδο και θα ανταμειφθούμε με κάτι που όλοι θέλουμε να βιώσουμε: μία αίσθηση συνεισφοράς, της γνώσης ότι έχουμε κάνει τη διαφορά στη ζωή άλλων ανθρώπων.

4. Οικονομική κυριαρχία

Πρέπει να βάζουμε στόχους πιο πάνω από την απλή επιβίωση, όχι μόνο για το παρόν αλλά και όταν θα φτάσουμε στην τρίτη ηλικία.

Ωστόσο, η μεγάλη αυταπάτη του πολιτισμού μας είναι πως όταν αποκτήσουμε πλούτο θα απαλλαγούμε από το άγχος και την καθημερινή πίεση που νιώθουμε. Όμως αυτό είναι μια μεγάλη πλάνη διότι όσο περισσότερα χρήματα έχει κανείς τόσο περισσότερη πίεση νιώθει.

Το κλειδί δεν είναι η απλή επιδίωξη πλούτου αλλά η αλλαγή των πιστεύω και της νοοτροπίας για το χρήμα έτσι ώστε να το δούμε σαν μέσο συνεισφοράς κι όχι σαν το τέλος και το παν για την ευτυχία.

5. Κυριαρχία στο χρόνο

Πρέπει να χειριζόμαστε το χρόνο ως σύμμαχο και όχι ως εχθρό. Βραχυπρόθεσμες αξιολογήσεις μπορεί να οδηγήσουν σε μακροπρόθεσμο πόνο.

Πρέπει να ελέγχουμε την επιθυμία για άμεση ικανοποίηση και να επιτρέπουμε στις ιδέες, τις δημιουργίες, ακόμη και στο δυναμικό μας, το χρόνο που χρειάζεται για να φτάσουν σε πλήρη καρποφορία.

Σχεδιάζοντας τους χάρτες και τις στρατηγικές για την υλοποίηση μιας απόφασης, επιθυμώντας να αναλάβουμε μαζική δράση, αλλά και να έχουμε την υπομονή και την ελαστικότητα να τροποποιούμε τη στρατηγική μας όσο συχνά χρειάζεται, είναι τα μυστικά της επιτυχίας.

Πώς γεννιέται η αρνητική στάση ζωής

Υπάρχει μια γενική αντίληψη ότι οι πιέσεις του σύγχρονου τρόπου ζωής μας μπορεί να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία μιας γενικευμένης μορφής αρνητικότητας σε κάθε έναν από εμάς. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι για το πώς μπορεί να προκύψει αυτή η αρνητικότητα και στη συνέχεια να ριζώσει στην προσωπικότητα του ατόμου.

Κάποιοι από εμάς μπορεί να έχουμε μεγαλώσει σε ένα αρνητικό οικογενειακό σύστημα. Δηλαδή γεννηθήκαμε σε μια οικογένεια όπου οι γονείς μας και ίσως και οι παππούδες μας ήταν απαισιόδοξοι, επικριτικοί ή αρνητικοί προς τη ζωή.

Οι στάσεις, οι πεποιθήσεις, τα συμπεράσματά τους για τη ζωή και η αρνητική συναισθηματική χροιά, εσωτερικεύθηκαν και σε μας μέσα από μια φυσική υποσυνείδητη διαδικασία που αποκαλείται καθρέφτισμα και μοντελοποίηση. Εμείς, ως παιδιά είμαστε σφουγγάρια που «απορροφούν» τους τρόπους ύπαρξης των φροντιστών μας, καθώς και τις πεποιθήσεις και τις στάσεις τους.

Μπορεί να πιστεύουμε ότι δρούμε με τη δική μας ελεύθερη βούληση όταν γινόμαστε ενήλικες αλλά στην πραγματικότητα παρατηρούμε ότι όσο μεγαλώνουμε γινόμαστε όλο και περισσότερο όπως και οι γονείς μας. Αν οι φροντιστές μας υπήρξαν αρνητικοί, διατρέχουμε σοβαρό κίνδυνο να γίνουμε και 'μεις αρνητικοί ή επικριτικοί ως συνέπεια.

Αυτό το αποτέλεσμα το παρατηρούμε στις οικογένειες, καθώς τα ίδια περιοριστικά αρνητικά συστήματα πεποιθήσεων διατηρούνται από γενιά σε γενιά, από τους παππούδες στους γονείς και στα παιδιά. Είναι μια αρνητική συναισθηματική πληγή που ταξιδεύει μέσα στα οικογενειακά συστήματα και γίνεται ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των μελών αυτής της οικογένειας.

Το περίεργο είναι ότι ένα ή δύο μέλη της οικογένειας δεν θα υποκύψουν στο να γίνουν αρνητικοί, παρά το ότι ζουν στο ίδιο περιβάλλον και συνθήκες όπως εκείνοι που υποκύπτουν σε αυτό το αρνητικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, μπορεί ασυνείδητα να προσελκύονται από σημαντικούς-για-τη-ζωή-τους ανθρώπους και επαγγελματικούς συνεργάτες που είναι αρνητικοί ή επικριτικοί και έτσι ξαναδημιουργούν ασυνείδητα ένα οικείο περιβάλλον διαβίωσης που μοιάζει με αυτό που μεγάλωσαν οι ίδιοι.

Αυτό το αποτέλεσμα έχει συστημική προέλευση, αν θεωρήσουμε την οικογένεια ως ένα σύστημα. Μερικά άτομα δεν έγιναν αρνητικά ή επικριτικά λόγω της συστημικής δυναμικής αλλά ίσως λόγω μιας πιο προσωπικής δυναμικής που είχαν με τους γονείς, τα αδέλφια ή άτομα εξουσίας όπως οι δάσκαλοι, όταν μεγάλωναν.

Σε αυτό το προσωπικό πλαίσιο, το παιδί παρενοχλήθηκε, δέχτηκε εκφοβισμό, αρνητική ή επικριτική προσοχή ή αισθάνθηκε την ανάγκη να τα πάει καλά και να είναι τέλειο αλλά είτε πήρε ως σχόλιο ότι απέτυχε είτε το ίδιο εσωτερίκευσε το συμπέρασμα ότι απέτυχε, ότι ήταν αντιπαθητικό, κακό, ελλιπές ή κάπως «ελαττωματικό».

Αν έχεις δεχτεί αδιαφορία, ταπείνωση, αποκλεισμό, παρενόχληση, βασανισμό, είναι αρκετά πιθανό αυτό να προκαλέσει ως αποτέλεσμα, μια αρνητική νοοτροπία αργότερα στη ζωή σου. Για παράδειγμα, αν είχαμε έναν αδερφό/αδερφή που ξεχώριζε σε ικανότητες ή ήταν το αγαπημένο παιδί των γονιών, αυτό σημαίνει ότι η δική μας προσωπική εμπειρία μπορεί να μας έκανε να πιστεύουμε ότι με κάποιο τρόπο υστερούσαμε σε σχέση με αυτόν/αυτήν και έτσι θα έχουμε την τάση να γίνουμε αρνητικοί ως προς τον εαυτό μας και τις προοπτικές της ζωής μας.

Ένας άλλος συνήθης λόγος για να γίνουμε αρνητικοί ή απαισιόδοξοι είναι οι επιλογές της ζωής που κάνουμε και οι συνέπειες που αυτές έχουν σε μας ως αποτέλεσμα.

Το είδος των επιλογών ζωής που κάνουμε μπορεί να είναι σε οποιαδήποτε διάσταση της ζωής μας αλλά όταν ως αποτέλεσμα, οι προσδοκίες μας δεν εκπληρώνονται ή θεωρούμε ότι αποτύχαμε ή υπάρχουν πραγματικά αρνητικά αποτελέσματα, όλα αυτά μπορεί να μας διαταράξουν και να αποκτήσουμε μια αρνητική κατάσταση ύπαρξης. Οι περισσότεροι από μας κάνουμε λάθη στη ζωή, που αργότερα μετανιώνουμε και όλα αυτά είναι μέρος της διαδικασίας μάθησης και εξέλιξης σε όλη τη ζωή μας.

Για πολλούς από μας, είτε ένα μεμονωμένο γεγονός ή ένα μοτίβο αρνητικών γεγονότων, μπορεί να μας συντρίψει, να σπάσει την εμπιστοσύνη μας ή να μας κάνει να νιώθουμε ότι είμαστε ευάλωτοι ή θύματα στη ζωή. Από τη θέση αυτή, μπορεί με την πάροδο του χρόνου να πέσουμε σε μια κατάσταση πικρίας, θλίψης, απογοήτευσης, θυμού, οργής ή αδυναμίας να αφήσουμε πίσω ό,τι έχει συμβεί και να προχωρήσουμε στη ζωή.

Σε αυτή την κατάσταση, πλέον δεν ζούμε πλήρως στην παρούσα στιγμή καθώς το μυαλό μας συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από τα άλυτα τραύματα, την ακόρεστη απογοήτευση, το θυμό προς τον εαυτό μας ή τους άλλους για ό,τι συνέβη και όποιες αρνητικές ή επικριτικές κρίσεις και νοοτροπίες προκύπτουν ως συνέπεια.

Μια ακόμη συνήθης αιτία για να γίνει κάποιος αρνητικός είναι να έχει πέσει πραγματικά θύμα κακοποίησης ή να έχει υποστεί τραύμα κάποιας μορφής. Η ψυχολογική βία, η σωματική, σεξουαλική, ψυχολογική, συναισθηματική ή πνευματική κακοποίηση, έχουν όλα την τάση να αφήνουν αρνητικά αποτυπώματα.

Ό,τι συνέβη σε ένα άτομο μπορεί να τον καθηλώσει σε μια αρνητική, επικριτική, απαισιόδοξη ή θυματοποιημένη κατάσταση με την οποία παλεύει συνεχώς στην ενήλικη ζωή του.

Αν κάποιος διαπιστώσει ότι έχει καταλήξει σε μια τέτοια κατάσταση, είναι σημαντικό να ασχοληθεί πιο επισταμένα με την αρνητική του νοοτροπία, καθώς και με τις αιτίες και την προέλευση αυτής. Μέρος της διαδικασίας αποκατάστασης είναι να εκπαιδεύσουμε το μυαλό μας να είναι θετικό και χαρούμενο.

ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΕΙΤΕ, ΝΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΖΕΣΤΕ ΓΙΑ ΕΚΕΙΝΟ ΠΟΥ ΔΕΝ ΠΕΡΙΜΕΝΕΤΕ ΔΙΟΤΙ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ ΣΕ ΚΟΙΝΗ ΘΕΑ - ΜΗΝ ''ΚΟΙΤΑΤΕ'' ΠΑΡΑΤΗΡΕΙΤΕ

Μην αφήνεις να σε κατευθύνουν τα αστόχαστα μάτια, η ηχούσα ακοή και η γλώσσα. Να κρίνεις με την λογική." *ΣΚΕΨΟΥ-ΨΑΞΕ-ΚΡΙΝΕ-ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΕ* 

Ο σκοπός του κειμένου δεν είναι να τρομοκρατήσει κανέναν, ούτε να διασπείρει πανικό, αλλά για να αλλάξει τρόπο σκέψης στους αναγνώστες και να τους κάνει πιο παρατηρητικούς σε όλα όσα έρχονται σύντομα.

Ο άνθρωπος από την φύση του είναι μια οντότητα που του αρέσει να ερευνά τα πάντα και μέσα από την έρευνα να εξελίσσεται διαρκώς και αενάως προς την τελειοποίηση του.

Διακατέχεται από μια εσωτερική επιθυμία αναζήτησης, επί παντός επιστητού, που τον κρατά διαρκώς σε μία εγρήγορση, στο ταξίδι του προς την Ιθάκη. Το κυριότερο στοιχείο που πρέπει να έχουμε σαν άνθρωποι, ώστε να συλλέξουμε τις σωστές πληροφορίες από το «περιβάλλον» μας, που θα μας βοηθήσουν στην εξέλιξη μας, είναι η ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ.

Γι' αυτό τον λόγο θα κατατάξω την παρατήρηση σαν ένα είδος «ανώτερης αίσθησης», διότι τα δεδομένα που συγκεντρώνονται από τις πέντε αισθήσεις μας (και όχι μόνο), οδηγούνται στην «νοητική σφαίρα» της παρατήρησης, όπου γίνεται η επεξεργασία τους και καταλήγουμε σε ένα απαύγασμα συμπερασμάτων, ικανό να μας οδηγήσει σε νέες ατραπούς.

Φιλοσοφικά και πνευματικά, η έννοια της παρατήρησης δεν 'χει καμία σχέση με την έννοια της «όρασης», διότι η λέξη παρατήρηση σημαίνει ότι ορώ (τηρώ) παρά του σημείου, δηλαδή βρίσκομαι εκτός του σημείου – γεγονότος που παρατηρώ, άρα δεν συμμετέχω στο γεγονός που παρατηρώ, ούτε με αγγίξει συναισθηματικά, είμαι ατάραχος, άλυπος, αμέτοχος, είμαι αληθινός παρατηρητής (ΥΠΑΡΧΩ).

Αυτή είναι και η σημαντικότερη διάφορα της έννοιας «παρατηρώ» από την έννοια «κοιτάω» ή «βλέπω». Όσο πιο «καθαρή» είναι η παρατήρηση (χωρίς να αναμειγνύονται συναισθήματα και σκέψεις) τόσο μεγαλύτερο μέρος από την αλήθεια γίνεται ορατό. Ο (νοητικός) παρατηρητής γνωρίζει σε βάθος, ξέρει τι ¨πλησιάζει¨, ενώ αυτός που απλά βλέπει – κοιτάει με τα υλικά του μάτια, δεν μπορεί να αντιληφθεί τίποτα.

Στην εποχή που ζούμε, υπάρχουν πολλοί «μηχανισμοί» που μας αποσπούν την προσοχή ώστε να μην διακρίνουνε το αυτονόητο, να μην γίνουμε ποτέ παρατηρητές των γεγονότων που έρχονται, μας θέλουν άβουλα όντα για να κοιτάμε τις επιφανειακές μαριονέτες που κινούνται έντεχνα στο θέατρο που παραλόγου που βιώνουμε καθημερινά.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι «αρχή πάσης σοφίας εστί η παρατήρησις», άρα ας γίνουμε για λίγο παρατηρητές της καθημερινότητας μας τόσο σε ατομικό επίπεδο, όσο και σε συλλογικό και σίγουρα θα παρατηρήσουμε τρομερά πράγματα να έρχονται από το μέλλον και να μας πλησιάσουν στο παρόν. Αν βρεθούμε στην ζούγκλα και δεν ξέρουμε προς τα που να πάμε, τότε αυτό που θα κάνουμε είναι να ανέβουμε σε ένα μια ψηλή κορυφή για να γίνουμε «παρατηρητές» του τοπίου.

Έτσι και τώρα θα πρέπει να βγούμε από τον γκρίζο (ψεύτικο) γραμμικό χρόνο και να ανέβουμε «ψηλότερα», για να μπορέσουμε να παρατηρήσουμε το πρόσφατο παρελθόν της εξέλιξης του ανθρώπου, το παρόν, και στο τέλος να διακρίνουμε που καταλήγει ο δρόμος του πολιτισμού που έχουμε (;) χαράξει.

Ας σταθούμε λοιπόν στην «κορυφή» και ας γυρίσουμε πίσω στον χρόνο, στην δεκαετία του 1950. Εκείνη την περίοδο ο άνθρωπος δεν είχε τη ανάγκη του σούπερ μάρκετ, του φαρμακείου, του ρεύματος, της τράπεζας και ήταν σχεδόν αυτόνομος σε όλους τους τομείς. Η αυτονομία του ανθρώπου εκείνη την περίοδο ήταν σοβαρό εμπόδιο για το σύστημα και την ολοκλήρωση του «μεγάλου σχεδίου» που αποσκοπούσε στον απόλυτο έλεγχο των μαζών.

Έτσι έθεσαν σε εφαρμογή το σχέδιο της «μεγάλης συγκομιδής», και πλασάροντας όμορφα επιχειρήματα – δολώματα ξεκίνησαν να συγκεντρώνουν τον κόσμο στις μητροπόλεις. Τότε ο κόσμος «τσίμπησε», εγκατέλειψε την αυτονομία του για ένα καλύτερο μέλλον (;) και άρχισε σε όλη την υφήλιο να εγκαταλείπει μαζικά την επαρχία και την ύπαιθρο, για να κατοικήσει στις μεγαλουπόλεις. Το νέο (σαθρό) μέλλον «υποσχόταν», καλυτέρευση και ασφάλεια στην ζωή των ανθρώπων μέσα από το πεντάπτυχο εκπαίδευση, υγειά, διατροφή, εργασία, τεχνολογία.

Όλοι θα είχαν ένα λαμπρό ένα μέλλον για να σπουδάσουν οι ίδιοι και τα παιδία τους.
Άμεση ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και φροντίδα.
Πρόσβαση σε όλα τα είδη των τροφίμων χωρίς πλέον αγροτικό κόπο.
Εργασία για όλους σε μεγάλες πολυεθνικές και εργοστάσια.
Παροχή τεχνολογίας για μια πιο άνετη ζωή, αμάξι, τηλεόραση, ψυγείο κτλ.

Από την δεκαετία του 1950 έως και σήμερα σε αυτούς του πέντε τομείς η ανθρωπότητα έχει κάνει τρομερά εξελικτικά άλματα, με τέτοια εκθετική πρόοδο, όση δεν έχει κάνει τα υπόλοιπα χιλιάδες χρόνια της ύπαρξης της. Θα έλεγε κανείς «συνομοσιολόγος» ότι κάποιοι μας δίνουν τεχνολογία στο χέρι, διότι φαντάζει αδύνατον να είναι ομαλή αυτή η εξέλιξη. Κύλησε που νερό στα αυλάκι και πέρασαν σχεδόν δυο γενιές, ¨βουτηγμένες¨ σε αυτήν την αλόγιστη υπερ-τεχνολογική ανάπτυξη, που ξεκίνησε από τις πλακέτες πυριτίου, την δίοδο και το τρανζίστορ και φτάσαμε στο I phone και στην αναζήτηση του σωματιδίου του θεού (ασχέτως αν το αναζητούμε για λογαριασμών ¨άλλων¨).

Αν θα κάνουμε ένα δυσδιάστατο σχεδιάγραμμα με δεδομένα την διάρκεια ζωής του ανθρώπου, την πρόσβαση στα αγαθά τρόφιμα, την πρόσβαση στη τεχνολογία, στην ιατρική περίθαλψη, σε συνάρτηση με τον χρόνο (τελευταίες δεκαετίες) τότε θα βλέπαμε ότι επικρατεί μια διαρκής τάση ανόδου στις ¨τιμές¨ των τεσσάρων δεδομένων, και συγκεκριμένα η άνοδος τους μετά την δεκαετία του 1990 είναι σχεδόν κατακόρυφη. Άρα σύμφωνα με την ¨θεωρία¨ της καθημερινότητα μας, πρέπει να έχουμε:

1) Αύξηση της διάρκειας του Μ.Ο. της ανθρώπινης ζωής καθώς και του βιοτικού του επιπέδου.
2) Άμεση πρόσβαση σε όλα τα είδη τα τροφίμων και υλικών Αγάθων ανά πάσα στιγμή.
3) Αναβαθμιστεί τρομερά στον τομέα της τεχνολογίας-επιστήμων σε σημείο που η ζωή μας είναι πολύ πιο άνετη με την βοήθεια της τεχνολογίας, έχουμε και περισσότερο ελεύθερο χρόνο για εμάς.
4) Μείωση ασθενειών & νόσων και πρόσβαση σε όλα τα φάρμακα και θεραπείες.

Ήδη ενώ διαβάζουμε αυτές τις γραμμές θα έπρεπε (λογικά) … «να ζούμε ευτυχισμένοι, μακριά από προβλήματα, έχοντας καθημερινά πολύ χρόνο για να αφιερώσουμε στον εαυτό μας».

Ας κάνουμε λοιπόν άλλο ένα γράφημα με άλλα τέσσερα δεδομένα, τις ψυχολογικές παθήσεις, τον καρκίνο & ανίατες ασθένειες, το άγχος & στρες, την βία & εγκληματικότητα, σε συνάρτηση με το ίδιο χρονικό διάστημα. Λογικά θα έπρεπε να μας βγάλει τα δεδομένα αυτά με μηδενικές τιμές ή με τάση να μηδενίσουν. Δηλαδή θα έπρεπε να μην υπάρχει τίποτα από όλα αυτά στην ζωή μας πλέον, με βάση την εξέλιξη του πολιτισμού μας!

ΓΙΑ ΝΑ ΔΟΥΜΕ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΕΤΣΙ;

Όπα, κάτι δεν πάει καλά… η καθημερινότητα μας είναι χαλιά, δεν είναι ζωή αυτή που κάνουμε και το αποδεικνύουμε ακόμη και με μαθηματικά.

Άρα κάτι χάσαμε την ώρα της παρατήρησης, κάτι δεν πάει καλά, πως είναι δυνατόν να «ανεβαίνουν» όλα τα θετικά χαρακτηριστικά της καθημερινότητας μας και εμείς αντί να είμαστε κάθε μέρα όλο και πιο ευτυχισμένοι, να βουλιάζουμε ολοένα στον βούρκο της ανυπαρξίας;

Πρέπει να «παρατηρήσουμε» τι συμβαίνει, να δούμε που χάθηκε το νόημα της παρατήρησης και επιτρέψαμε σε τόσο λανθασμένες πληροφορίες να γίνουν οι στυλοβάτες της ¨εξέλιξης¨ μας και καθοδηγήσουν το μέλλον μας. Συνεπώς, τα τόσα ¨καλά¨ που μας έδωσε το σύστημα, όχι μόνο δεν βοήθησαν να βελτιώσουμε τις συνθήκες διαβίωσης και το βιοτικό μας επίπεδο, αλλά μας κατακρήμνισε σε ένα βάραθρο τόσο βαθύ, που είναι τρομερά δύσκολο να υπάρξει επιστροφή.

ΜΑΣ ΚΟΡΟΪΔΕΨΑΝ…

Μας έδωσαν «τεχνολογική ταχύτητα» για να γίνονται όλα πιο γρήγορα και αντί για βελτιωθούν ο συνθήκες της ζωής μας και να έχουμε περισσότερο χρόνο για τον εαυτό μας, ο χρόνος σήμερα δεν μας φτάνει ούτε για να καλύψουμε τις βασικές μας ανάγκες.

Μας έδωσαν όλα τα αγαθά της φύσης έτοιμα σε συσκευασίες, αλλά ξεχάσαμε να καλλιεργούμε την γη και να σκυταλοδρομούμε τους θησαυρούς της (σπόρους) από γενεά σε γενεά.

Μας έδωσαν φάρμακα και θεραπείες για μερικές ασθένειες, αλλά μας δημιούργησαν άλλες ασθένειες πιο θανατηφόρες.

Μας ¨έκλεψαν¨ τα βότανα του Ιπποκράτη και μας τα αντικατέστησαν με εμβόλια, ψεκάσματα και χημικά.

Μας πήραν την ξεγνοιασιά που είχαμε στην ύπαιθρο και μας έδωσαν άγχος και στρες.

Μας έβαλαν να πουλήσουμε το βίο μας και την γη μας για να πάρουμε χρωματιστά χαρτιά δίχως αντίκρισμα.

Και τώρα…. δεν έχουμε γη, άρα ούτε ¨δικά μας¨ τρόφιμα, ενώ το νερό είναι δικό τους. Τα χρήματα (που είναι δικά μας ?) είναι εικονικά πέρα για πέρα.

ΕΚΕΙ ΧΑΣΑΜΕ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΣΑΝ ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΕΣ, ΓΙΑΤΙ ΑΠΛΑ ¨ΚΟΙΤΟΥΣΑΜΕ¨ ΚΑΙ ΔΕΝ ¨ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΣΑΜΕ¨.

Είδατε όλοι το πρόσφατο παρελθόν μας και βιώνουμε το αυτονόητο παρόν μας, ας παρατηρήσουμε τώρα λίγο στο εγγύς μέλλον και ας επεκτείνουμε τις γραμμές των γραφημάτων λίγο ακόμη, κατά ελάχιστα έτη (ίσως και μήνες) και θα δούμε τι είναι αυτό που περιμένουμε να συμβεί στον πολιτισμό μας. Αυτοί που μας ελέγχουν μας οδήγησαν (κυρίως) εδώ και δεκαετίες σε έναν δρόμο που οδηγεί σε γκρεμό και μόνο όσοι έχουν ανέβει στην «κορυφή» μπορούν να παρατηρήσουν το χάσμα που βρίσκεται ακριβώς μπροστά μας.

Ένα χάσμα που εκδηλώνεται ήδη μέσα από βίαιες κοινωνικές αναταραχές, πόλεμους, γεωφυσικά φαινόμενα, με κατάληξη την οριστική οικονομική και πολιτική κατάρρευση των πάντων. Με λίγα λόγια έρχεται χάος, (στην Ελλάδα πιο σύντομα) διότι αυτό ήταν το σύνθημα στα πρωτόκολλα των σκοτεινών στοών της Γης …«Από χάος τάξη». Τώρα έρχεται το χάος και μετά οι ίδιοι θα επαναφέρουν την τάξη με (δήθεν) ¨αντάλλαγμα¨ τον απόλυτο έλεγχο.

Δεν θα υπάρξει ανάκαμψη πουθενά στην Γη, σε κανέναν τομέα γιατί πολύ απλά στα περισσότερα που βασιστήκαμε να επενδύσουμε σαν άνθρωποι ήταν ένα ελεγχόμενο ψέμα. Πλανάται οικτρά οποίος νομίσει ότι όλα είναι αποτέλεσμα μιας γενικευμένης κρίσης που σύντομα θα βελτιωθούν οι συνθήκες προς το καλύτερο. ΔΕΝ ΘΑ ΒΕΛΤΙΩΘΟΥΝ απλά θα συνεχίσουν να επιδίδονται μέχρι να φτάσουμε στην κρίσιμη καμπή της αλληλουχίας των γεγονότων. Διαβαίνοντας το όριο αυτής της καμπής, οι γραμμές των γραφημάτων θα ανέβουν κατακόρυφα σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα που σημαίνει πρακτικά… ΧΑΟΣ εντός ορισμένου σύντομου χρονικού διαστήματος (απόλυτη επιτάχυνση γεγονότων). Μιλάμε για γεγονότα ντόμινο που δε να προλαβαίνουμε να τα αφομοιώσουμε από την επιτάχυνση που θα έχει πάρει η κατρακύλα μας (σε παγκόσμιο επίπεδο).

Ένας ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ αυτή την στιγμή άνετα θα μπορούσε να παρατηρήσει….

Την κεφαλή της παγκόσμιας οικονομικής πυραμίδας να καταρρέει (ΗΠΑ)
Την ακολουθία της άμεσης κατάρρευσης της ΚΙΝΑΣ
Την αποδόμηση του ευρώ από τις νότιες ευρωπαϊκές χώρες

Επίσης ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕ:

Την συγκέντρωση των στρατευμάτων τους σε διάφορες περιοχές του πλανήτη για την επίλυση των δήθεν προβλημάτων τους, με κατοχή οπλών υπερ-προηγμένης τεχνολογίας.

Οι οικογένειες Ροκφέλερ και Ρότσιλθ έχουν χρηματοδοτήσει τους πρώτους 2 πόλεμους και το κάνουν ήδη τώρα και για τον τρίτο.

Η Βασιλική οικογένεια της Αγγλίας ελέγχει το 75% της παραγωγής σιτηρών, σόγιας και ρυζιού παγκοσμίως, ενώ οι οικονομικοί τους δολοφόνοι (βλέπε Τζ. Σόρος) αγοράζουν τις πήγες πόσιμου ύδατος και καλλιεργήσιμες εκτάσεις.

Κατασκευάζονται τερατώδη καταφύγια παντού, ενώ απαγορεύουν στους λαούς να αυτονομηθούν από τρόφιμα, καλλιέργειες, νερό και σπόρους.

Δεν θα σας πω περισσότερα, αλλά θα σας συμβουλέψω να ξεφύγετε από τα κομματικά, θρησκευτικά, οικονομικά κτλ. δρώμενα για λίγο και να ανεβείτε λίγο ¨ψηλά¨ για να παρατηρήσετε την καταιγίδα που έρχεται. Δεν θέλω να απογοητεύσω κανέναν αλλά ούτε και να ¨χαϊδέψω¨ την ψυχολογία κανενός για να μην τρομάξει. Για να αλλάξουν άρδην και άμεσα οι παρούσες συνθήκες θέλει ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας, να επέμβει ταυτόχρονα και συνειδητά στον ορίζοντα των γεγονότων, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο.

Ελπίδα υπάρχει ακόμη, έστω και οριακά. Μπορεί να μην μπορούμε να αναστρέψουμε εύκολα το κλίμα, μπορούμε όμως να προστατευτούμε από αυτό. Όταν κάνουμε ένα σοβαρό λάθος, πολλές φορές ευχόμαστε να μπορούσαμε να γυρίσουμε τον χρόνο πίσω για να το διορθώσουμε. Το ίδιο πρέπει να κάνουμε τώρα, να γυρίσουμε πολλές δεκαετίες πίσω, όχι σε νοοτροπία ή χρονικά, αλλά σε τρόπο ζωής. Μπορεί να ακούγεται παράξενο αυτό, αλλά το σύστημα θα σε γυρίσει ούτως ή άλλως δεκάδες χρόνια πίσω, πολύ σύντομα, δια της βίας και ξαφνικά. Είτε γυρνάς ¨πίσω¨ έχοντας τον έλεγχο της αυτονομίας σου και εξοικειώνοντας την ψυχοσύνθεση σου (όσο προλαβαίνεις) ή σε γυρνάνε από τις πόλεις στα χώρια εντός ενός σαββατοκύριακου και μένεις με άδεια χέρια.

Δεν είναι εύκολο να απαγκιστρωθεί κανείς από τον σημερινό τρόπο ζωής, αλλά αν το καταφέρει σώθηκε. Άλλωστε ούτε αυτά που έρχονται θα είναι εύκολα. Ο άνθρωπος έχει τρομερή δύναμη και αλίμονο στους δυνάστες του, όταν θα μάθει τι άξια έχει ο ίδιος. Ας φροντίσουμε λοιπόν για τα καθημερινά μας που είναι ήδη αρκετά, ας πάψουμε να αγχωνόμαστε για το μέλλον μας αγνοώντας το παρόν, ας σταματήσουμε να ψυχορραγούμε για τα παιδία μας, έχουν και αυτά την προστασία τους και ας βγάλουμε την μέρα μας όσο πιο ανώδυνα γίνεται. Ας γίνει σκοπός & στόχος μας η επιστροφή μας στην φύση και για όλα τα υπόλοιπα υπάρχουν ουράνιες αόρατες δυνάμεις που θα μεριμνήσουν.

ΜΗΝ ΑΜΦΙΒΑΛΕΙΣ ΓΙΑΥΤΟ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ,
ΣΕ ΚΡΑΤΟΥΝ ΥΠΝΩΤΙΣΜΕΝΟ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.

Γιατί οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η φάλαγγα του πεζικού ήταν αυτή που κέρδιζε τους πολέμους

Η αρχαία ελληνική δημοκρατία στις περίφημες πόλεις-κράτη, ήταν ένα πρωτοποριακό πολιτικό σύστημα που στηριζόταν κατά βάση στον μικρό και μεσαίο αγρότη, στον βιοτέχνη και στον τεχνίτη.

Αυτή η κοινωνική ραχοκοκαλιά εξέλεγε τους άρχοντες και τους στρατηγούς, διατύπωνε τη γνώμη της στην εκκλησία του δήμου και έπαιρνε μέρος στις ψηφοφορίες που αποφάσιζαν για τα μικρά και μεγάλα προβλήματα της πόλης. Με δυο λόγια, ο αγρότης και ο βιοτέχνης της πόλης είχε πολιτικά δικαιώματα, πράγμα ανήκουστο στις δεσποτικές αυτοκρατορίες της ανατολής.

Η επαναστατική διαφορά με τα υπόλοιπα πολιτικά καθεστώτα, ήταν ότι ο πολίτης αυτός ήταν μαζί και στρατιώτης. Στην αρχαία Ελλάδα πρωτοεμφανίστηκε ο θεσμός του στρατού εκ ελευθέρων πολιτών. Ο αγρότης δηλαδή, όταν εμφανιζόταν ένα πρόβλημα στην πόλη, έφευγε απ’ το χωράφι του, πήγαινε στη συνέλευση, αποφάσιζε αν και που θα εμπλακεί πολεμικά η πόλη του, εξέλεγε τους στρατηγούς του, έβαζε την πανοπλία του και έβγαινε ο ίδιος να πολεμήσει μαζί με τους συγγενείς και τους γείτονες του, σε εφαρμογή των ίδιων του των αποφάσεων.
 
Έτσι εφευρέθηκε και επεκτάθηκε η περίφημη φάλαγγα του ελληνικού πεζικού, που στάθηκε νικηφόρα απέναντι στους μεγαλύτερους μισθοφορικούς στρατούς της εποχής της. Η φάλαγγα δεν αποτελούνταν από επαγγελματίες και δεξιοτέχνες του πολέμου, οπότε στήριζε την αποτελεσματικότητα της στην ομαδικότητα και την συνοχή της.

Αυτό το πολιτικοστρατιωτικό σύστημα εξηγεί εν πολλοίς και την περιφρόνηση, την αντιπάθεια ή και την καχυποψία των αρχαίων Ελλήνων στο ιππικό. Ιππείς ήταν οι αριστοκράτες και οι πλούσιοι. Εφόσον κάθε πολίτης έπρεπε να αγοράζει και να συντηρεί με δικά του έξοδα τον οπλισμό του (από την ποιότητα του οποίου εξαρτιόταν και η επιβίωση του μέσα στη μάχη), η συντήρηση ενός πολεμικού αλόγου μαζί με τον εξοπλισμό του ιππέα ήταν έξοδο που μπορούσαν να αντέξουν λίγοι. Οι πλούσιοι και οι αριστοκράτες όμως, ήταν φύσει και θέσει εχθροί του δημοκρατικού συστήματος και δεν έχαναν ευκαιρία να υπονομεύουν ή να καταργούν τη συμμετοχή των φτωχών στη διακυβέρνηση της πόλης.

Έτσι, ολόκληρη η πολεμική κουλτούρα της αρχαίας ελληνικής δημοκρατίας μέχρι και τον Αλέξανδρο που χρειάστηκε ιππικό για να προχωρήσει στις αχανείς Ασιατικές πεδιάδες, ήταν προσαρμοσμένη στην υπεράσπιση της αξίας του πεζικού.

Εγγυητής της ασφάλειας της πόλης και του δημοκρατικού πολιτεύματος ήταν η συμμετοχική φάλαγγα του πεζικού με τους σκληροτράχηλους αγρότες και όχι το ύποπτο ιππικό των πλούσιων ραδιούργων. Επί τέσσερις αιώνες, η ελληνική στρατιωτική κουλτούρα δόξαζε τους πεζούς και στηλίτευε τους καβαλάρηδες.

Κατά τον Ξενοφώντα «οι πιο αδύναμοι στο σώμα και οι λιγότερο φιλόδοξοι ανέβαιναν στα άλογα», ενώ ο Λυσίας ξέσπασε σε επαίνους για τον αριστοκράτη Μαντίθεο, ο οποίος στη μάχη της Αλιάρτου προτίμησε να πολεμήσει ως οπλίτης παρά να υπηρετήσει «με ασφάλεια» ως ιππέας.

Το πολιτικά και στρατιωτικά ήθη όμως, δεν είναι ποτέ αποκομμένα από τις οικονομικές δυνατότητες ατόμων και ομάδων. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, ο μέσος Έλληνας αγρότης την κλασσική περίοδο κατείχε έναν κλήρο σαράντα στρεμμάτων. Με τις παραγωγικές δυνατότητες της εποχής εκείνης, η εκτροφή ενός καλού αλόγου χρειαζόταν είκοσι στρέμματα τον χρόνο.

Ήταν λοιπόν προτιμότερο τα σαράντα αυτά στρέμματα να τρέφουν μια πολυμελή αγροτική οικογένεια, παρά να συντηρούν δύο άλογα ενός πλούσιου, ο οποίος με την πρώτη ευκαιρία θα τα χρησιμοποιούσε για να ανατρέψει το πολίτευμα και να βγάλει τους φτωχούς απ’ το πολιτικό παιχνίδι.

Γι' αυτό η κλασσική Ελλάδα δεν είχε ποτέ αξιόλογο ιππικό. Ούτε ήταν τυχαίο που ο Θεσσαλικός κάμπος και οι Μακεδονικές πεδιάδες που προμήθευσαν με ιππικό τον Αλέξανδρο, είχαν πάντα αριστοκρατικό πολίτευμα, βασιλικούς θεσμούς και τεράστιες ιδιοκτησίες γης όπου κυριαρχούσε ένα είδος αρχαίας δουλοπαροικίας.

Όπου υπήρχαν πολλά άλογα και ευγενείς αλογατάρηδες που τα καβαλούσαν, υπήρχαν ελάχιστοι ή και καθόλου ελεύθεροι αγρότες. Τα ίδια συνέβαιναν και στο στόλο άλλωστε.

Όταν η Αθήνα κυριαρχούσε στο Αιγαίο με τα εκατοντάδες πλοία της, στα κουπιά κάθονταν μόνο ελεύθεροι πολίτες με πολιτικά δικαιώματα, όχι σκλάβοι. Έτσι μεγαλούργησε.

Η επική ηλιθιότητα της πίστεως

Ο Ιεχωβάς που από όλους τους θεούς που λάτρεψαν οι άνθρωποι, υπήρξε οπωσδήποτε ο πιο φθονερός, ματαιόδοξος, θηριώδης, άδικος, αιμοχαρής και τυραννικός, ο μεγαλύτερος εχθρός της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και ελευθερίας, έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, άγνωστο γιατί, ίσως για να αποκτήσει καινούργιους σκλάβους.

Έθεσε γενναιόδωρα στην διάθεσή τους ολόκληρη την γη, με τους καρπούς της και τα ζώα της, και έθεσε έναν μονάχα φραγμό σε αυτήν την πλήρη απόλαυση: Τους απαγόρευσε ρητά να αγγίξουν τον καρπό του δένδρου της Επιστήμης. Ήθελε να παραμείνει ο άνθρωπος για πάντα κτηνώδες πλάσμα, στερημένο από κάθε αυτοσυνείδηση, αιώνια γονατισμένος μπροστά στον «ζωντανό» Θεό, πλάστη και αφέντη του. Να όμως που πρόβαλε ο Σατάν, ο αιώνιος εξεγερμένος, το πρώτο ατίθασο πνεύμα, ο απελευθερωτής των κόσμων! Κάνει τον άνθρωπο να ντραπεί για την ζωώδη άγνοια και δουλικότητά του και τον χειραφετεί, τον σημαδεύει με την σφραγίδα της ελευθερίας και της υπερηφάνειας, ωθώντας τον στην ανυπακοή και πείθοντάς τον να γευτεί τον απαγορευμένο καρπό.

Τα υπόλοιπα είναι γνωστά. Ο καλός Θεός, που όμως η μελλογνωσία του, μια από τις κλασικές θεϊκές ιδιότητες, θα ‘πρεπε κανονικά να τον είχε προειδοποιήσει για όλα όσα θα συνέβαιναν, παραδόθηκε σε μια τρομερή όσο και γελοία έκρηξη οργής: Καταράστηκε τον Σατάν, τον άνθρωπο και τον κόσμο που ο ίδιος υποτίθεται ότι δημιούργησε, βάζοντάς τα κατά κάποιον τρόπο με τον ίδιο του τον εαυτό, όπως τα θυμωμένα παιδιά. Και δεν αρκέστηκε να πλήξει τους προπάτορές μας, αλλά καταράστηκε όλες τις μέλλουσες γενεές, που φυσικά ήσαν αμέτοχες του όποιου εγκλήματος των προγόνων τους. Οι χριστιανοί θεολόγοι βρίσκουν αυτό το πράγμα πολύ σοφό και δίκαιο, επειδή ακριβώς είναι τερατώδες, άνομο και παράλογο.

Έπειτα ο Ιεχωβάς θυμήθηκε ότι δεν είναι μόνο θεός της εκδίκησης και της οργής, αλλά και θεός της αγάπης και, αφού βασάνισε μερικά δισεκατομμύρια φτωχά ανθρώπινα πλάσματα και τα καταδίκασε στην αιώνια κόλαση, λυπήθηκε τους υπόλοιπους και, για να τους σώσει, για να συμβιβάσει την αιώνια και θεία αγάπη του με την εξίσου αιώνια και θεία οργή του που τον έκανε πάντα να διψάει για θύματα και αίμα, έστειλε στον κόσμο σαν εξιλαστήριο θύμα τον μοναδικό γιο του, προορισμένο δήθεν να σκοτωθεί από τους ανθρώπους.

Αυτό είναι το εκπληκτικό μυστήριο της «Λύτρωσης» στο οποίο στηρίζονται όλες οι χριστιανικές δοξασίες. Και να ΄χε τουλάχιστον όντως λυτρώσει τον κόσμο αυτός ο θείος σωτήρας! Όμως όχι. Στον παράδεισο που υποσχέθηκε ο Χριστός είναι γνωστό και ρητά διατυπωμένο, ότι θα υπάρχουν ελάχιστοι εκλεκτοί. Οι υπόλοιποι, η τεράστια πλειονότητα των παρόντων και μελλουσών γενεών, είναι αιώνια καταδικασμένοι στο πυρ το εξώτερον.

Στο αναμεταξύ, για να μας παρηγορήσει ο πάντα δίκαιος και πανάγαθος Θεός, παραδίδει τον κόσμο στην διακυβέρνηση των Ναπολεόντων Γ, των Γουλιέλμων Α, των Φερδινάνδων της Αυστρίας και των Αλεξάνδρων πασών των Ρωσιών. Τέτοια είναι τα παραμύθια που σερβίρονται και τα τερατώδη δόγματα που διδάσκονται ακόμα και σήμερα στα σχολεία της Ευρώπης, με ρητή εντολή των κυβερνήσεων. Και αυτό ονομάζεται μόρφωση των λαών! Δεν είναι ολοφάνερο ότι όλες οι κυβερνήσεις δηλητηριάζουν συστηματικά και αποκτηνώνουν εσκεμμένα τις λαϊκές μάζες;

Αυτά τα ποταπά και εγκληματικά μέσα χρησιμοποιούν για να διαιωνίσουν την σκλαβιά των λαών, για να μπορούν πιο εύκολα να νέμονται τα προϊόντα του ιδρώτα τους. Τί βαρύτητα έχουν τα εγκλήματα όλων των δολοφόνων της υφηλίου μπροστά σε αυτό το συνεχές έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, που διαπράττεται καθημερινά και απροκάλυπτα σε όλη την έκταση του πολιτισμένου κόσμου από αυτούς που έχουν το θράσος να αυτοαποκαλούνται κηδεμόνες και πατέρες των λαών;

Και όμως, στο παραμύθι του προπατορικού αμαρτήματος, ο Θεός δικαίωσε τον Σατάν, αναγνώρισε ότι εκείνος δεν είχε εξαπατήσει τον Αδάμ και την Εύα όταν υποσχόταν την Επιστήμη και την Ελευθερία σαν ανταμοιβή για την πράξη ανυπακοής που τους ώθησε να διαπράξουν. Αμέσως μόλις έφαγαν τον απαγορευμένο καρπό, ο Θεός είπε στον εαυτό του, σύμφωνα τουλάχιστον με την Βίβλο: «Ιδού, έγινε ο Αδάμ όμοιος με εμάς ως προς την γνώση του καλού και του κακού. Και τώρα ας φροντίσουμε να μην απλώσει το χέρι του και πιάσει τον καρπό της ζωής και φάει και ζήσει αιωνίως».

Ας αφήσουμε τώρα το φανταστικό μέρος αυτού του παραμυθιού και ας εξετάσουμε το πραγματικό νόημά του, που άλλωστε είναι ολοφάνερο. Ο άνθρωπος χειραφετήθηκε, έπαψε να είναι ζώο και έγινε άνθρωπος, άρχισε την Ιστορία του και την ειδικά ανθρώπινη ανάπτυξή του με μια πράξη ανυπακοής και επιστήμης, δηλαδή με την ΕΞΕΓΕΡΣΗ και την ΣΚΕΨΗ…

Είναι ολοφάνερο ότι το τρομερό αυτό και ανεξήγητο μυστήριο του Ιεχωβά στηρίζεται στον παραλογισμό, επειδή ακριβώς μόνο το παράλογο δεν επιτρέπει να του δοθεί καμιά εξήγηση. Είναι ολοφάνερο ότι όποιος το χρειάζεται για να ζήσει και να ευτυχίσει, πρέπει να αποκηρύξει την λογική του και να επιστρέψει, αν το μπορεί, στην αφελή, τυφλή και ηλίθια πίστη. Πρέπει να επαναλάβει μαζί με τον Τερτυλλιανό και όλους τους πραγματικούς πιστούς τα λόγια που συνοψίζουν την πεμπτουσία της θεολογίας: «CREDO QUIA ABSURDUM!» (ΠΙΣΤΕΥΩ ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΛΟΓΟ!). Τότε σταματάει κάθε συζήτηση και απομένει η επική ηλιθιότητα της πίστης. Όμως αμέσως τίθεται ένα άλλο ερώτημα: Πώς μπορεί να γεννηθεί σε έναν έξυπνο και μορφωμένο άνθρωπο η ανάγκη να πιστέψει σε τέτοια πράγματα;…

ΔΕΣ: Είναι δυνατόν τόσος κόσμος να πιστεύει σε ένα ψέμα;

Από τον Heidegger στον Πλάτωνα

Μάρτιν Χάιντεγκερ: Η φιλοσοφία ομιλεί Ελληνικά

§1

     Ο Μ. Χάιντεγκερ (1889-1976), ένας από τους μεγαλύτερους φιλοσόφους της σύγχρονης εποχής, εξοπλίζει με μια τέτοια δυναμική τη φιλοσοφία, ώστε τούτη να ανοιχτεί στο μεγαλειώδες βάθος που της αναλογεί και στο δρόμο μιας ανυπέρβλητης ανα-τροπής των κανονιστικών αρχών της νεωτερικής, ήτοι μετανεωτερικής σκέψης. Μέσα από μια αδιάκοπη ανασκαφή στα κεφαλαιώδη κείμενα της φιλοσοφικής μας παράδοσης έφτασε να σκεφτεί εκ νέου το σύνολο της ιστορίας της δυτικής σκέψης, από τους Έλληνες έως και την εποχή μας, και να επαναθέσει εξ αρχής και εκ νέου σε διά-Λογο τα θεμέλια της εν λόγω παράδοσης με μια ριζοσπαστικότητα, που μετά τον Χέγκελ και τον Νίτσε κανείς δεν την αποτολμούσε πια. Τα καίρια ζητήματα της φιλοσοφίας, προ παντός το ερώτημα για το νόημα του Είναι, έγιναν το πλαίσιο, όπου ο φιλόσοφος αναλογίζεται, με σεισμογραφική ευαισθησία, τις μεγάλες ανησυχίες της εποχής μας: τη φυγή των θεών και την κρίση των παραδοσιακών αξιών, τον θρίαμβο της «τεχνο-επιστήμης» και την επίπονη αναζήτηση νέων συμβολικών περασμάτων, μια ολοένα και πιο περίπλοκη νεωτερικότητα και έναν ολοένα και πιο στοιχειώδη άνθρωπο. Και όλα τούτα για έναν φιλόσοφο και για μια φιλοσοφία, που φαντάζει άκρως αφαιρετική και δείχνει να είναι σε απόσταση από την τρέχουσα πραγματικότητα. Ο Χάιντεγκερ ανέλαβε να ανοίξει νέους δρόμους στη σύγχρονη σκέψη και να κατασκευάσει μια φιλοσοφική γλώσσα, που περιέχει τέτοιους ριζοσπαστικούς όρους και τέτοιες αντιστοίχως συνάφειες νοημάτων, ώστε να κονιορτοποιεί πλήρως τις θεμελιώδεις τάσεις της εποχής μας. Κάθε καλόπιστος μελετητής του Χάιντεγκερ δεν θα δυσκολευόταν να συγκρίνει τη ριζοσπαστικότητα της σκέψης του, μέσα στην ιστορία του φιλοσοφικού πολιτισμού, με εκείνη του Βαν Γκογκ (Van Gogh) στην περιοχή της ζωγραφικής: όπως αυτός-εδώ εξέφρασε στη βία των χρωμάτων την κρίση των παραδοσιακών εικόνων της τέχνης, έτσι και ο Χάιντεγκερ κατέδειξε την κρίση, στην οποία έχει περιέλθει η σύγχρονη φιλοσοφία, πειραματιζόμενος με νέους τρόπους σκέψης που μας επιτρέπουν να βρούμε διεξόδους από τα πολλαπλά αδιέξοδα. Αυτός ο πειραματισμός λογίζεται για τον ίδιο τον φιλόσοφο ως ερμηνεία που φέρνει βία.

§2

    Ανήκει λοιπόν στις εύλογες επιθυμίες του ανθρώπου να αναζητεί μέσα στις φιλοσοφικές ή γενικότερα στις πνευματικές του παραδόσεις βεβαιότητες που η καθημερινή βίωση δεν τις εγγυάται. Συμβαίνει μάλιστα τα ρείθρα του ιστορικού παρόντος να είναι γεμάτα από φρικτά ερειπωμένες υπάρξεις, που κατέρρευσαν μπροστά στη βίαιη εισβολή του ασήμαντου. Την ίδια στιγμή καταφθάνουν απροσδόκητα τα συνταρακτικά γεγονότα του κόσμου και μας προσκαλούν να βιώνουμε την καταιγίδα, να αποτολμούμε την επικίνδυνη αναμέτρηση με την αβεβαιότητα. Πόσο έτοιμος είναι ο σημερινός άνθρωπος να αποδεχτεί μια τέτοια προσ-κληση; Ο Σωκράτης πάντως, όπως δείχνει, ας πούμε, η πλατωνική Απολογία, αποδέχτηκε την προσ-κληση της εποχής του και την ανέγνωσε ως πρό-κληση για τον εαυτό του και για τους άλλους· δεν συμβιβάστηκε με την υπολογιστική οργάνωση της ζωής, γιατί πίστευε πως μια τέτοια οργάνωση θολώνει τόσο πολύ τον ορίζοντα του ανθρώπου, ώστε να καθηλώνει την ύπαρξή του σε μια ιδιοτελή συνάντηση υποκειμένου και αντικειμένου· σε μια συνάντηση δηλαδή, η οποία, όταν τίθεται ως αυτοσκοπός, μεταποιεί το υποκείμενο σε αντικείμενο, το πραγμοποιεί και το καθηλώνει στην τάξη του παρακμιακού μηδενιστή ή του άβουλου εκτελεστή. Κι όταν το ανθρώπινο άτομο ή το ανθρώπινο περιβάλλον υποκύπτει χωρίς όρους στο μηδενισμό, ένας γενικευμένος ανορθολογισμός συμβαίνει να καταλαμβάνει ηρωικά όλα τα πεδία της ζωής: τα ανθρώπινα σύνολα τότε δεν αντλούν από τον εαυτό τους τη λογική και τη δυναμική τους, δεν σχεδιάζουν μόνοι τους την κατευθυντήρια γραμμή τους παρά μόνο υλοποιούν ξένες μηχανεύσεις, χωρίς να γνωρίζουν από πού αυτές εκκινούν. Πόσοι από τους ηλιαστές δικαστές π.χ. ήξεραν τι ψήφιζαν στην περίπτωση του Σωκράτη και γιατί αποφάσιζαν την καταδίκη του; Ο ίδιος ο φιλόσοφος επίσης, εάν κινούνταν από εξωτερικά ή καθαρά ωφελιμιστικά κίνητρα, εάν δεν αυτοκαθόριζε τη λογική και τη δυναμική των πράξεών του, δεν θα άλλαζε στάση στο δικαστήριο, ανάλογα με τη δεσπόζουσα τάση, προκειμένου να σώσει το σαρκίο του; Δεν θα εθιζόταν στην ιδέα της παντί τρόπω αθωότητάς του, δεν θα παραδιδόταν ατιμωρητί στην ευτέλεια του συμβιβασμού με τις προκαταλήψεις των δικαστών και της κοινής γνώμης;

§3

     Αντί για όλα τούτα, αποφασίζει να υπερασπίσει στο δικαστήριο τον τρόπο ζωής του ως φιλοσόφου παρά να αντικρούσει συμβατικώς πειστικά τις επίσημες κατηγορίες. Λέει λοιπόν στους δικαστές ανάμεσα στα άλλα, όπως μας παραδίδει ο Πλάτων στην Απολογία Σωκράτους:

«Κάνετε λάθος…αν νομίζετε πως ένας άνδρας που αξίζει έστω και λίγο, θα έπρεπε να σπαταλά τον χρόνο του ζυγιάζοντας τις πιθανότητές του να ζήσει ή να πεθάνει. Μόνο ένα πράγμα πρέπει να σκέπτεται, όταν ενεργεί: αν ενεργεί δίκαια ή άδικα».

Γι’ αυτό και αποχαιρετώντας τους δικαστές αποτόλμησε τη μεγάλη αμφισβήτηση:

«Τώρα είναι ώρα να πηγαίνουμε, εγώ για να πεθάνω και σεις για να ζήσετε. Ποιος από μας πηγαίνει στο καλύτερο, κανένας δεν το ξέρει, παρά μόνο ο θεός».

Τι αμφισβητείται μέσα σε τούτες τις προτάσεις; Η βεβαιότητα της εμπειρικής μας ύπαρξης [=δικαστών, κατηγόρων, ποιητών, κοινής γνώμης κ.λπ.] και η εμμονή σε μια οριζόντια τακτοποίηση του βιωμένου κόσμου. Σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνικής πράξης αμφισβητείται η ισχύουσα τάξη πραγμάτων, θεωρητικό έρεισμα της οποίας είναι η αναγωγή της γνώμης σε γνώση· μια αναγωγή που εισάγει την πλάνη στη θεσμική λειτουργία της δημοκρατίας και ενισχύει την εξωλογικότητα των αποφάσεων των οργάνων της. Εμμονή και αναγωγή τέτοιου είδους ταιριάζουν μάλλον στη Σοφιστική, σύμφωνα με τον Πλάτωνα, η οποία προκρίνει τον πειστικό, ακόμη και τον παραπειστικό, παρά τον αποδεικτικό λόγο· προωθεί ανάλογες μεθόδους διδασκαλίας και προσδίδει τέτοια αίγλη στο ρητορικό λόγο, ώστε να τον καθιστά αναντικατάστατο όπλο επιβολής ή επίδειξης δύναμης.

§4

     Ο σοφιστικός λόγος δεν είναι εξ ορισμού κακός: απηχεί συνήθως το νέο δημοκρατικό φρόνημα της πόλης και εν πολλοίς έχει διδακτικό και παιδαγωγικό χαρακτήρα· ενθαρρύνει το υποκείμενο να σκέφτεται και να ενεργεί με βάση συγκεκριμένα νέα πρότυπα. Τα πρότυπα αυτά αφήνουν πίσω τους τα παλαιά πρότυπα του αθλητικού ιδεώδους, της πολεμικής αρετής, των Μαραθωνομάχων και των Σαλαμινομάχων· ευθυγραμμίζονται με το νέο πολιτικό παιχνίδι της δημοκρατικής διακυβέρνησης, κατά το οποίο διαδραματίζεται ένας παρατεταμένος διάλογος για όλα τα πράγματα της πόλης. Όταν, κατά τον διάλογο αυτό, ο σοφιστικός λόγος χρησιμοποιείται για την κατασκευή της δημόσιας γνώμης, τότε δεν είναι εντελώς αθώος. Γίνεται εργαλείο άκρως υποκειμενικών κρίσεων με απουσία λογικού ειρμού και με κατάληξη την ακατάσχετη διασπορά γνωμών σε βάρος της αυθεντικής γνώσης.

Η διαδικασία παραγωγής γνωμών διαγράφει ορισμένη πορεία: η γνώμη μιας ομάδας, π.χ. ορισμένων σοφιστών, άλλων διανοουμένων, επαγγελματιών της πολιτικής κ.λπ., μεταπλάθεται, στο πλαίσιο του πολιτικού παιχνιδιού της Αθήνας, σε καθολική ή ανώνυμη γνώμη και αποκτά την αξία της δημόσιας ή κοινής γνώμης, με την έννοια ότι δεν είναι πλέον ιδιωτική, δεν ανήκει σε κάποιο πρόσωπο αλλά είναι κοινοποιημένη. Ως κοινοποιημένη, κηρύσσεται απρόσωπη από την κυρίαρχη πολιτική και κοινωνική τάση και μοιάζει να ταυτίζεται με τη γνώμη του λαού, ο οποίος στην πλειονότητά του δεν έχει την ανάλογη παιδεία [βλ. π.χ. τη σύνθεση των δικαστών του Σωκράτη] και αναπαράγει άκριτα, και όχι λιγότερο επικίνδυνα, οποιαδήποτε κατευθυνόμενη γνώμη ως δήθεν αληθινή γνώση. Έτσι συνέβη με τη δίκη και καταδίκη του Σωκράτη, με τη δίωξη του Πρωταγόρα και άλλων διανοητών ή άλλων δημόσιων προσώπων που έδρασαν στην Αθήνα.

§5

     Η δημόσια γνώμη αφορά τώρα τόσο τους πολιτικούς άρχοντες όσο και τους διανοούμενους που συμφύρονται με την πολιτική. Σχεδόν όλοι ενδιαφέρονται να κερδίσουν την κοινή γνώμη και ως δημόσιοι λειτουργοί να την καταστήσουν πηγή δικής τους επαλήθευσης. Από άποψη γενετικής αρχής, η γνώμη τοποθετείται ανάμεσα στη βεβαιότητα και την αμφισβήτηση και απαιτεί την επιτηδειότητα του δημόσιου άνδρα για να κατισχύει ως τέτοια πηγή. Εάν κανείς λοιπόν θέλει να γίνει στρατηγός ή πολιτικός άρχοντας, πρέπει να έχει με το μέρος του την κοινή γνώμη· για να το πετύχει αυτό, χρειάζεται να είναι καλός ρήτορας και να χειραγωγεί με το λόγο του το ανώνυμο πλήθος. Στην Αθήνα, η οποία αναδείχθηκε ως το πιο σημαντικό πολιτικό και πνευματικό κέντρο της Ελλάδας, η κοινή ή δημόσια γνώμη είχε καταστεί πλέον μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να αφήνεται στη δικαιοδοσία των σοφιστών ή των πολιτικό-ρητόρων. Το πρόβλημα επομένως που τίθεται πολύ συγκεκριμένα από τον Σωκράτη και πιο συστηματικά από τον Πλάτωνα είναι: ποια ηθικά θεμέλια χρειάζεται η κοινή γνώμη της αθηναϊκής κοινωνίας, ώστε να μη χειραγωγείται άνευ όρων, και ποια αντιστοιχία μπορεί να αποκτήσει με τη γνώση; Προϋπόθεση για να ερευνηθούν αυτά τα ερωτήματα, αλλά και παρόμοια άλλα, είναι η αλλαγή του τρόπου σκέψης και του τρόπου ζωής. Έτσι εκείνο το είδος της φιλοσοφίας, που απασχόλησε κατά κόρο τον Σωκράτη και αποτέλεσε το έναυσμα για την ανάπτυξη της πλατωνικής φιλοσοφίας, καλείται να απαντήσει σε αιτήματα οργάνωσης της ζωής και της σκέψης των ανθρώπων με βάση την ηθική του λόγου. Τούτο σημαίνει, πώς ο Σωκράτης δείχνει έντονο ενδιαφέρον για την ηθική φιλοσοφία, ενώ ο Πλάτων για ένα είδος ηθικού ρεαλισμού, που συνδυάζει ηθική και αισθητική του λόγου. Στην πράξη πρόκειται για μια κατ’ εξοχήν στροφή της φιλοσοφίας στο Dasein του ανθρώπου· κάτι που απασχολεί για πρώτη φορά συστηματικά τον Χάιντεγκερ στο Είναι και Χρόνος, ανεξάρτητα αν ο Γερμανός φιλόσοφος θέλει να αποστασιοποιείται από τον Πλάτωνα. 

§6

     Η ελληνική φιλοσοφία τώρα αντικρίζει τον λόγο ως το μόνο δυνατό πεδίο παραγωγής γνώσης και όχι ως όργανο για δύναμη και επιδεξιότητα, δεν τον αντικρίζει δηλαδή ως εργαλειακό λόγο. Με άλλα λόγια, αυτά που ήθελε να σκέπτεται ο Σωκράτης και στη συνέχεια πιο ριζικά ο Πλάτων δεν εκπέμπουν απλώς διαφορές στην τακτική των συζητήσεων ή των προσεγγίσεων του αντικειμενικού κόσμου [π.χ. και οι σοφιστές διαλέγονται και αυτοί σκέφτονται] αλλά θέτουν την καθοριστική διαφορά: ο λόγος τίθεται ως διά-Λογος που ενώνει εσωτερικά άτομο και πολιτεία και διαφοροποιείται από τον εριστικό, τον ιδιοτελή λόγο που χωρίζει άτομο και πολιτεία. Ο ιδιοτελής ή εριστικός λόγος, κατά Πλάτωνα ο σοφιστικός λόγος, δεν μπορεί να εκφράσει όρους απαρχής, θεμελίωσης ή προοπτικής ως προς εκείνα που σκέφτηκαν προγενέστεροι διανοητές και ως προς ό,τι χρειάζεται ακόμα να σκεφθεί κανείς· ούτε επίσης τον λογικό τόπο, απ’ όπου εκκινεί ένα μεταβλητό υποκείμενο για να συνάψει σχέσεις νοήματος με ένα αντικείμενο. Αντίθετα, τείνει μόνο να εγκαθιδρύει, μέσω ενός απόλυτου αγνωστικισμού, το Εγώ ως σημείο αφηρημένης αυτο-αναφοράς, να το καθιστά ένα υποκείμενο που κατασκευάζει μέσα στη ροή του χρόνου διαβεβαιώσεις και το οποίο, μέσω αυτής της κατασκευής, ενεργοποιεί την απόκρυφη επιθυμία του να προβάλλει ή να επιβάλλει την ηγεμονία του. Από μια άποψη, τούτη η εγκαθίδρυση της υποκειμενικότητας ως μοχλού κίνησης της σκέψης και της άμεσης πραγματικότητας ενδυναμώνει την παρρησία του λόγου και φαίνεται να ακυρώνει την αξιωματική επιβολή ενός συστήματος σκέψης. Στην πράξη ωστόσο εξελίσσεται σε «έναν μονόχρωμο φορμαλισμό»[1] που παράγει τυπικούς σχηματισμούς λόγου ή επινοεί αυθαίρετα περιεχόμενα. Απουσιάζει από το υποκείμενο η διαμεσολάβησή του με το όχι ακόμα Είναι του, με αυτό δηλαδή που το ίδιο ακόμα δεν είναι· το μόνο που κατορθώνει ένα τέτοιο υποκείμενο είναι να λέγει την εξωτερική διάκριση του ενός περιεχομένου από το άλλο. Αυτό το λέγειν καταμαρτυρεί ο Πλάτων στους σοφιστές και από αυτό ξεκινά για να το αποκαταστήσει στην πιο εσωτερική του ενότητα: η φιλοσοφία είναι λόγος και για τον σοφιστή και για τον Πλάτωνα· για τον μεν πρώτο είναι εν πολλοίς ένας λόγος αιτιοκρατικός και φυσικαλιστικός, μια τυπικά λογική μέθοδος που επιχειρηματολογεί μόνο με και για εξωτερικά ή φυσικά δεδομένα· για τον δεύτερο όμως είναι ένας εσωτερικευμένος λόγος που λαμβάνει υπόψη τα εξωτερικά δεδομένα, για να αξιοποιήσει τη δική του ποιητικότητα και να εμβαθύνει στην ουσία του ανθρώπου.

§7

     Πολύ παραστατικά λέγει ο Σωκράτης στο Φαίδρο τι ακόμα δεν είναι και τι αναζητεί να είναι πέρα από τον διασκορπισμό του υποκειμένου σε περιεχομενικές διακρίσεις εξωτερικής υφής: προτού αρχίσει τη συζήτηση με τον Φαίδρο, ο πλατωνικός Σωκράτης παριστάνεται να φέρνει στο νου του το μυθολόγημα, κατά το οποίο ο Βορέας άρπαξε την ωραία παρθένα, Ωρείθυια· στην ερώτηση του Φαίδρου, αν πιστεύει στην αλήθεια αυτού του μυθολογήματος, ο Σωκράτης δίνει, κάπως σκωπτικά, μια σχετική εξήγηση σύμφωνα με την αιτιοκρατική ή φυσικαλιστική λογική των «πεφωτισμένων σοφών»: η Ωρείθυια έπαιζε με τη Φαρμακεία και τότε φύσηξε ο βοριάς και την έριξε κάτω από τα βράχια· αφού χάθηκε με τέτοιο θάνατο, επινοήθηκε ο λόγος ότι την άρπαξε ο Βορέας[2]. Εξαντλώντας κανείς, παρατηρεί ο Σωκράτης, τη νοηματική ισχύ του φιλοσοφικού λόγου μόνο επινοητικά για να εξηγεί, όπως κάνουν οι εν λόγω «σοφοί», τον ένα ή τον άλλο μύθο, χάνει τον καιρό του και μαζί τον δρόμο προς τον εαυτό του: 

«Εγώ όμως, Φαίδρε, φρονώ ότι τέτοιου είδους εξηγήσεις έχουν βέβαια τη χάρη τους, αλλά ταιριάζουν σε άνθρωπο πάρα πολύ ικανό, που καταπονείται πολύ και δεν αξίζει να τον καλοτυχίζει κανείς, όχι για άλλο τίποτε, παρά γιατί θα είναι αναγκασμένος, μετά από την εξήγηση της αρπαγής της Ωρειθυίας, να εξηγήσει και τη μορφή των Ιπποκενταύρων, και ύστερα εκείνη της Χίμαιρας· και μετά θα συρρεύσει πληθώρα από τέτοια πλάσματα, Γοργόνες και Πήγασοι, καθώς και πολλά άλλα ανεξήγητα, τερατόμορφα όντα με τις αλλοκοτιές τους. Αν λοιπόν κανείς, χωρίς να πιστεύει αυτά, προσπαθήσει να συνταιριάσει το καθένα ανάλογα με το πώς φαίνεται να έγινε, θα χάσει πολύ καιρό, αφού θα έχει ασχοληθεί με μια τόσο άξεστη γνώση. Εγώ όμως δεν έχω καθόλου χρόνο γι’ αυτά· και η αιτία, φίλε μου, είναι τούτη: δεν μπορώ ακόμα, καθώς λέει το Δελφικό ρητό, να γνωρίσω τον εαυτό μου· μου φαίνεται λοιπόν πως είναι γελοίο, ενώ εξακολουθώ να μην ξέρω τούτο, να εξετάζω ξένα πράγματα. Γι’ αυτό λοιπόν τα αφήνω αυτά όπως είναι, και τα δέχομαι όπως όλος ο κόσμος, και κάνω ό,τι έλεγα τώρα δα, νοιάζομαι όχι γι’ αυτά αλλά για τον εαυτό μου, για να δω δηλαδή μήπως είμαι κανένα θηρίο πιο μπερδεμένο και πιο μανιασμένο από τον Τυφώνα, ή κανένα πιο ήμερο και απλό ζώο, που από τη φύση του έχει μερίδιο σε κάποιο θεϊκό και λογικό κλήρο»[3].

§8

     Ο Πλάτων εδώ μας υποβάλλει τη διερώτηση, την ενύπαρκτη στο φιλοσοφικό λόγο: επινόηση ή εν-νόηση, εξήγηση ή κατανόηση· μια τέτοια διερώτηση, στο μέτρο που τίθεται στο κέντρο της συνομιλίας, αναδεικνύει την ποίηση αυτού που λέγεται και πράττεται: στην περίπτωση της επινόησης ή της απλής εξήγησης ο φιλοσοφικός λόγος διασπείρεται στο χώρο του ανώνυμου θρύλου, αποτεφρώνεται· εκφυλίζεται σε μυθοπλασία. Στη δεύτερη περίπτωση της εν-νόησης και της κατα-νόησης αποκαλύπτει κρυμμένα νοήματα και μη-νοήματα· μας ανοίγει τον δρόμο προς την άγνωστη γη, η οποία πρωτίστως βρίσκεται μέσα μας εγκατεσπαρμένη και επιστρωμένη από λεκτικές μορφές είτε ανύποπτης βεβαιότητας είτε εξουσιαστικά δομημένης γνώμης. Αυτές και άλλες παρόμοιες λεκτικές μορφές εξωτερικεύονται ως ισχνά διανοήματα επί μέρους ατόμων που δεν κατόρθωσαν να βρεθούν στην αλήθεια του εαυτού μέσα από την υποκειμενική τους αναζήτηση ή δεν έχουν τουλάχιστον αποφανθεί ικανοποιητικά για τη διαλογική προσέγγιση του εαυτού και του ετέρου. Ο φιλοσοφικός λόγος, όπως αρχίζει να συγκροτείται ήδη στους πρώιμους διαλόγους του Πλάτωνα και να αποκορυφώνεται στα ώριμα έργα του, ενδιαφέρεται να απαλλάξει τη σκέψη από τέτοια ισχνά διανοήματα, από λειτουργικές συναρτήσεις δοξοσοφίας, και να την στρέψει πρωτίστως προς έναν εσωτερικό διά-Λογο, που αποτελεί θεμελιακό όρο για κάθε είδους εξωτερική επικοινωνία. Αυτή ακριβώς η στροφή εκθρονίζει την τυποποιημένη λεκτική συναναστροφή, που πρότειναν οι σοφιστές, και ανοίγει δρόμους σε ερωτηματικές διαμεσολαβήσεις του υποκειμένου. Το υποκείμενο παραδίδεται τώρα στην πρόκληση της ερώτησης, η οποία αμφισβητεί την ομολογία πίστης στο άμεσα προφανές και αποδομεί την άμεση προσκόλληση στα πράγματα.

§9

     Όσο η ερώτηση αποδομεί την πεζή επαφή με τα πράγματα, τόσο πιο αποφασιστικά οδηγεί το ανθρώπινο άτομο σε διερώτηση: το ανθρώπινο άτομο, ας πούμε ο Σωκράτης, αντί να στέκεται προσαρμοσμένος σε έναν απολιθωμένο κόσμο, αντι-στέκεται στον εφησυχασμό του εαυτού μέσα στο άλλο, μέσα στο εμπράγματο, με το να διερωτάται ποιος είναι και τι είναι. Η διερώτηση προκύπτει ουσιαστικά ως η εσωτερική του εγρήγορση να κατανοήσει αυτό που εμφανίζεται και το οποίο διατρέχει το Είναι του. Όταν λοιπόν τελεί σε διερώτηση, αντικειμενικά τίθεται ο ίδιος υπό ερώτηση, δηλαδή εκ-τίθεται ερωτηματικά σε ό,τι δεν είναι: υπόκειται σε μια κατάσταση, η οποία τον απομακρύνει από τον εαυτό του, τον εγκαθιστά σε απόσταση απ’ αυτό που νομίζει ότι είναι, ήτοι από την ιδέα ή τη γνώμη του υποκειμένου, και από την απόσταση τούτη, συγχρόνως, τον ερωτά· τον καλεί να ανοίξει διάλογο με τον εαυτό του, να ανα-λογισθεί τι ακόμα δεν είναι και τι μπορεί να είναι. Στο πιο πάνω απόσπασμα του Πλάτωνα π.χ., ο Σωκράτης παρουσιάζεται να υλοποιεί σημείο προς σημείο την πράξη της διερώτησης και, ενόσω τελεί υπ’ αυτή την πράξη, να τίθεται υπό ερώτηση: α) διερωτάται με το να προβληματίζεται για τα διάφορα μυθολογήματα, τα οποία είναι εδραιωμένα στον κοινό νου ως αδιαμφισβήτητη γνώση που καθορίζει το συμπαντικό του Είναι. Πώς προβληματίζεται όμως; β) Με το να τίθεται υπό ερώτηση: παίρνει τη θέση αυτών που επινοούν εξηγήσεις για τα μυθολογήματα αυτά· ήτοι εκ-τίθεται σε αυτό που ο ίδιος δεν είναι, δηλαδή σε «πεφωτισμένο σοφό» ή σε κοινό νου, και ταυτίζεται με τον επινοητικό ή τον καθημερινό λόγο, που τον απομακρύνει από τον εαυτό του και συγχρόνως από την απόσταση αυτή τον κάνει να ανα-λογίζεται τι είναι· π.χ. τη στιγμή που δεν μπορεί να γνωρίσει τον εαυτό του, ξέρει άραγε αν είναι θηρίο ή άνθρωπος;
------------------------------
[1] Χέγκελ: Φαινομενολογία του πνεύματος Ι, σ. 136.

[2] Πλάτωνος Φαίδρος, εισαγωγή, 229c-d

[3] Πλάτωνος Φαίδρος, ό.π., 229 d-230a

ΠΛΑΤΩΝ: Μενέξενος (241e-244b)

Καὶ οὗτος μὲν δὴ πάσῃ τῇ πόλει διηντλήθη ὁ πόλεμος ὑπὲρ [242a] ἑαυτῶν τε καὶ τῶν ἄλλων ὁμοφώνων πρὸς τοὺς βαρβάρους· εἰρήνης δὲ γενομένης καὶ τῆς πόλεως τιμωμένης ἦλθεν ἐπ᾽ αὐτήν, ὃ δὴ φιλεῖ ἐκ τῶν ἀνθρώπων τοῖς εὖ πράττουσι προσπίπτειν, πρῶτον μὲν ζῆλος, ἀπὸ ζήλου δὲ φθόνος· ὃ καὶ τήνδε τὴν πόλιν ἄκουσαν ἐν πολέμῳ τοῖς Ἕλλησι κατέστησεν. μετὰ δὲ τοῦτο γενομένου πολέμου, συνέβαλον μὲν ἐν Τανάγρᾳ ὑπὲρ τῆς Βοιωτῶν ἐλευθερίας Λακεδαιμονίοις [242b] μαχόμενοι, ἀμφισβητησίμου δὲ τῆς μάχης γενομένης, διέκρινε τὸ ὕστερον ἔργον· οἱ μὲν γὰρ ᾤχοντο ἀπιόντες, καταλιπόντες [Βοιωτοὺς] οἷς ἐβοήθουν, οἱ δ᾽ ἡμέτεροι τρίτῃ ἡμέρᾳ ἐν Οἰνοφύτοις νικήσαντες τοὺς ἀδίκως φεύγοντας δικαίως κατήγαγον. οὗτοι δὴ πρῶτοι μετὰ τὸν Περσικὸν πόλεμον, Ἕλλησιν ἤδη ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας βοηθοῦντες πρὸς Ἕλληνας, ἄνδρες ἀγαθοὶ [242c] γενόμενοι καὶ ἐλευθερώσαντες οἷς ἐβοήθουν, ἐν τῷδε τῷ μνήματι τιμηθέντες ὑπὸ τῆς πόλεως πρῶτοι ἐτέθησαν.
Μετὰ δὲ ταῦτα πολλοῦ πολέμου γενομένου, καὶ πάντων τῶν Ἑλλήνων ἐπιστρατευσάντων καὶ τεμόντων τὴν χώραν καὶ ἀναξίαν χάριν ἐκτινόντων τῇ πόλει, νικήσαντες αὐτοὺς ναυμαχίᾳ οἱ ἡμέτεροι καὶ λαβόντες αὐτῶν τοὺς ἡγεμόνας Λακεδαιμονίους ἐν τῇ Σφαγίᾳ, ἐξὸν αὐτοῖς διαφθεῖραι [242d] ἐφείσαντο καὶ ἀπέδοσαν καὶ εἰρήνην ἐποιήσαντο, ἡγούμενοι πρὸς μὲν τὸ ὁμόφυλον μέχρι νίκης δεῖν πολεμεῖν, καὶ μὴ δι᾽ ὀργὴν ἰδίαν πόλεως τὸ κοινὸν τῶν Ἑλλήνων διολλύναι, πρὸς δὲ τοὺς βαρβάρους μέχρι διαφθορᾶς. τούτους δὴ ἄξιον ἐπαινέσαι τοὺς ἄνδρας, οἳ τοῦτον τὸν πόλεμον πολεμήσαντες ἐνθάδε κεῖνται, ὅτι ἐπέδειξαν, εἴ τις ἄρα ἠμφεσβήτει ὡς ἐν τῷ προτέρῳ πολέμῳ τῷ πρὸς τοὺς βαρβάρους ἄλλοι τινὲς εἶεν ἀμείνους Ἀθηναίων, ὅτι οὐκ ἀληθῆ ἀμφισβητοῖεν· οὗτοι [242e] γὰρ ἐνταῦθα ἔδειξαν, στασιασάσης τῆς Ἑλλάδος περιγενόμενοι τῷ πολέμῳ, τοὺς προεστῶτας τῶν ἄλλων Ἑλλήνων χειρωσάμενοι, μεθ᾽ ὧν τότε τοὺς βαρβάρους ἐνίκων κοινῇ, τούτους νικῶντες ἰδίᾳ.
Τρίτος δὲ πόλεμος μετὰ ταύτην τὴν εἰρήνην ἀνέλπιστός τε καὶ δεινὸς ἐγένετο, ἐν ᾧ πολλοὶ καὶ ἀγαθοὶ τελευτήσαντες ἐνθάδε κεῖνται, πολλοὶ μὲν ἀμφὶ [243a] Σικελίαν πλεῖστα τρόπαια στήσαντες ὑπὲρ τῆς Λεοντίνων ἐλευθερίας, οἷς βοηθοῦντες διὰ τοὺς ὅρκους ἔπλευσαν εἰς ἐκείνους τοὺς τόπους, διὰ δὲ μῆκος τοῦ πλοῦ εἰς ἀπορίαν τῆς πόλεως καταστάσης καὶ οὐ δυναμένης αὐτοῖς ὑπηρετεῖν, τούτῳ ἀπειπόντες ἐδυστύχησαν· ὧν οἱ ἐχθροὶ καὶ προσπολεμήσαντες πλείω ἔπαινον ἔχουσι σωφροσύνης καὶ ἀρετῆς ἢ τῶν ἄλλων οἱ φίλοι· πολλοὶ δ᾽ ἐν ταῖς ναυμαχίαις ταῖς καθ᾽ Ἑλλήσποντον, μιᾷ μὲν ἡμέρᾳ πάσας τὰς τῶν πολεμίων [243b] ἑλόντες ναῦς, πολλὰς δὲ καὶ ἄλλας νικήσαντες· ὃ δ᾽ εἶπον δεινὸν καὶ ἀνέλπιστον τοῦ πολέμου γενέσθαι, τόδε λέγω τὸ εἰς τοσοῦτον φιλονικίας ἐλθεῖν πρὸς τὴν πόλιν τοὺς ἄλλους Ἕλληνας, ὥστε τολμῆσαι τῷ ἐχθίστῳ ἐπικηρυκεύσασθαι βασιλεῖ, ὃν κοινῇ ἐξέβαλον μεθ᾽ ἡμῶν, ἰδίᾳ τοῦτον πάλιν ἐπάγεσθαι, βάρβαρον ἐφ᾽ Ἕλληνας, καὶ συναθροῖσαι ἐπὶ τὴν πόλιν πάντας Ἕλληνάς τε καὶ βαρβάρους. οὗ δὴ καὶ [243c] ἐκφανὴς ἐγένετο ἡ τῆς πόλεως ῥώμη τε καὶ ἀρετή. οἰομένων γὰρ ἤδη αὐτὴν καταπεπολεμῆσθαι καὶ ἀπειλημμένων ἐν Μυτιλήνῃ τῶν νεῶν, βοηθήσαντες ἑξήκοντα ναυσίν, αὐτοὶ ἐμβάντες εἰς τὰς ναῦς, καὶ ἄνδρες γενόμενοι ὁμολογουμένως ἄριστοι, νικήσαντες μὲν τοὺς πολεμίους, λυσάμενοι δὲ τοὺς φιλίους, ἀναξίου τύχης τυχόντες, οὐκ ἀναιρεθέντες ἐκ τῆς θαλάττης κεῖνται ἐνθάδε. ὧν χρὴ ἀεὶ μεμνῆσθαί τε καὶ [243d] ἐπαινεῖν· τῇ μὲν γὰρ ἐκείνων ἀρετῇ ἐνικήσαμεν οὐ μόνον τὴν τότε ναυμαχίαν, ἀλλὰ καὶ τὸν ἄλλον πόλεμον· δόξαν γὰρ δι᾽ αὐτοὺς ἡ πόλις ἔσχεν μή ποτ᾽ ἂν καταπολεμηθῆναι μηδ᾽ ὑπὸ πάντων ἀνθρώπων —καὶ ἀληθῆ ἔδοξεν— τῇ δὲ ἡμετέρᾳ αὐτῶν διαφορᾷ ἐκρατήθημεν, οὐχ ὑπὸ τῶν ἄλλων· ἀήττητοι γὰρ ἔτι καὶ νῦν ὑπό γε ἐκείνων ἐσμέν, ἡμεῖς δὲ αὐτοὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ ἐνικήσαμεν καὶ ἡττήθημεν.
Μετὰ δὲ ταῦτα [243e] ἡσυχίας γενομένης καὶ εἰρήνης πρὸς τοὺς ἄλλους, ὁ οἰκεῖος ἡμῖν πόλεμος οὕτως ἐπολεμήθη, ὥστε εἴπερ εἱμαρμένον εἴη ἀνθρώποις στασιάσαι, μὴ ἂν ἄλλως εὔξασθαι μηδένα πόλιν ἑαυτοῦ νοσῆσαι. ἔκ τε γὰρ τοῦ Πειραιῶς καὶ τοῦ ἄστεως ὡς ἁσμένως καὶ οἰκείως ἀλλήλοις συνέμειξαν οἱ πολῖται καὶ παρ᾽ ἐλπίδα τοῖς ἄλλοις Ἕλλησι, τόν τε πρὸς τοὺς Ἐλευσῖνι [244a] πόλεμον ὡς μετρίως ἔθεντο· καὶ τούτων ἁπάντων οὐδὲν ἄλλ᾽ αἴτιον ἢ ἡ τῷ ὄντι συγγένεια, φιλίαν βέβαιον καὶ ὁμόφυλον οὐ λόγῳ ἀλλ᾽ ἔργῳ παρεχομένη. χρὴ δὲ καὶ τῶν ἐν τούτῳ τῷ πολέμῳ τελευτησάντων ὑπ᾽ ἀλλήλων μνείαν ἔχειν καὶ διαλλάττειν αὐτοὺς ᾧ δυνάμεθα, εὐχαῖς καὶ θυσίαις, ἐν τοῖς τοιοῖσδε, τοῖς κρατοῦσιν αὐτῶν εὐχομένους, ἐπειδὴ καὶ ἡμεῖς διηλλάγμεθα. οὐ γὰρ κακίᾳ ἀλλήλων ἥψαντο οὐδ᾽ ἔχθρᾳ [244b] ἀλλὰ δυστυχίᾳ. μάρτυρες δὲ ἡμεῖς αὐτοί ἐσμεν τούτων οἱ ζῶντες· οἱ αὐτοὶ γὰρ ὄντες ἐκείνοις γένει συγγνώμην ἀλλήλοις ἔχομεν ὧν τ᾽ ἐποιήσαμεν ὧν τ᾽ ἐπάθομεν.

***
Κι έτσι όλη η πολιτεία μας επολέμησε μ᾽ όλες τις δυνάμεις της, ετέλειωσε τον πόλεμο κι εθριάμβευσε στους απελευθερωτικούς αγώνες της [242a] εναντίον των βαρβάρων και για τη δική της σωτηρία, άλλα και για τη σωτηρία όλων των άλλων ομογλώσσων μας Ελλήνων. Αλλ᾽ όταν έγινε η ειρήνη και η πολιτεία μας ήταν σ᾽ όλη της τη λάμψη και δόξα, εξέσπασε απάνω της το κακό που αγαπάει να ξεσπάει απάνω σ᾽ όλους εκείνους από τους ανθρώπους που ευτυχούν στη ζωή τους, πρώτα πρώτα η ζήλεια κι έπειτα ο φθόνος που γεννιέται απ᾽ τη ζήλεια. Και το κακό αυτό έριξε την πόλη ετούτη άθελά της σε πόλεμο με τους άλλους Έλληνες. Όταν ύστερ᾽ απ᾽ αυτά εξέσπασε ο εμφύλιος πόλεμος των Ελλήνων, οι δικοί μας επολέμησαν στην Τανάγρα εναντίον των Λακεδαιμονίων [242b] για τη λευτεριά των συμμαχικών μας πόλεων της Βοιωτίας, αλλ᾽ επειδή ήταν αμφίρροπη η μάχη, τα κατοπινά γεγονότα έκριναν τον αγώνα εκείνο· γιατί ύστερ᾽ απ᾽ τη μάχη αυτή της Τανάγρας απ᾽ το ᾽να μέρος οι Λακεδαιμόνιοι αποτραβήχτηκαν απ᾽ τον αγώνα κι άφησαν μονάχους τους εκείνους από τους Βοιωτούς που είχαν έρθει για να τους βοηθήσουνε, απ᾽ τ᾽ άλλο μέρος οι δικοί μας ενίκησαν την τρίτη ημέρα στα Οινόφυτα και αποκαταστήσανε, όπως επέβαλε το δίκαιο, στις πατρίδες τους όλους τους πολιτικούς εξορίστους, που ᾽χαν άδικα εξοριστεί από τους πολιτικούς τους αντιπάλους. Πρώτοι λοιπόν ύστερ᾽ από τους Ελληνοπερσικούς πολέμους οι αγωνιστές της εποχής εκείνης Έλληνες επολέμησαν εναντίον Ελλήνων για τη λευτεριά Ελλήνων και αναδειχτήκανε άντρες ηρωικοί [242c] κι ελευτέρωσαν με τις ηρωικές νίκες τους τους συμμάχους τους που επήγαν να βοηθήσουν κι εθαφτήκανε πρώτοι στο μνημείο αυτό στα χρόνια εκείνα με τις τιμές και τη λατρεία όλης της πολιτείας μας.
Κι όταν ύστερ᾽ από τα γεγονότα αυτά εγενικεύτηκε σ᾽ όλη την Ελλάδα ο εμφύλιος πόλεμος κι όλοι οι Έλληνες ερρίχτηκαν εναντίον της χώρας μας μ᾽ όλες τις πολεμικές δυνάμεις τους κι ελεηλάτησαν κι ερήμαξαν όλη τη γη μας, εξοφλώντας μ᾽ αυτό τον τρόπο και με τόση αχαριστία το χρέος της ευγνωμοσύνης που εχρώσταγαν στην πόλη μας (γιατί τους είχε σώσει στον καιρό των Ελληνοπερσικών πολέμων απ᾽ το ζυγό των Περσών), οι δικοί μας ενίκησαν όλους τους εχθρούς τους ενωμένους σε ναυμαχία κι επιάσανε στη Σφαχτηρία αιχμαλώτους τους Λακεδαιμονίους, αυτούς τους ηγεμόνες όλων των συμμάχων τους. Αλλ᾽ ενώ ήταν στο χέρι τους να ξεκάμουν όλους τους αιχμαλώτους τους, [242d] ωστόσο τους ελυπήθηκαν και τους εχαρίσανε τη ζωή και τους αφήσανε ελεύθερους να γυρίσουνε στην πατρίδα τους κι έκλεισαν ειρήνη με τη Σπάρτη, γιατί επίστευαν ότι εναντίον των ομοεθνών τους δεν έπρεπε να πολεμούν παρά μονάχα ώσπου να κερδίσουνε τη νίκη, κι αυτό για να μην καταστρέφεται για τον εγωισμό και απ᾽ το πάθος μιας πολιτείας ολόκληρο το ελληνικό έθνος, εναντίον όμως των βαρβάρων έπρεπε να πολεμούνε ώσπου να τους ξεκάμουν τελείως και να τους εξολοθρεύσουν ολωσδιόλου. Αξίζει λοιπόν να εγκωμιάσουμε κι ετούτους τους άντρες, που επολέμησαν στον πόλεμο αυτό και αναπαύονται τώρα κι αυτοί στο μνήμα αυτό εδώ μπροστά μας, γιατί και οι άντρες αυτοί εδείξανε με τα πολεμικά αντραγαθήματα και κατορθώματά τους σ᾽ όλο τον κόσμο πως, αν υπήρχε κανείς που αμφισβητούσε την αλήθεια και υποστήριζε πως άλλοι Έλληνες εφάνηκαν ανώτεροι από τους Αθηναίους στους πολέμους εναντίον των βαρβάρων, δεν είχε δίκαιο και δεν έλεγε την αλήθεια· γιατί οι άντρες αυτοί [242e] που κείτονται ήδη εδώ μπροστά μας αποκάλυψαν σ᾽ όλο τον κόσμο με τις νίκες τους στον εμφύλιο πόλεμο όλης της Ελλάδας και με τον αιχμαλωτισμό των ηγεμόνων όλων των άλλων Ελλήνων, των Λακεδαιμονίων, πως ήσαν ικανοί μόνοι τους και μοναχά με τις δίκες τους δυνάμεις να νικήσουνε όλους εκείνους που μαζί τους ενωμένοι ενικούσαν στους χρόνους εκείνους (των Ελληνοπερσικών πολέμων) τους βαρβάρους.
Αλλ᾽ ύστερ᾽ από την ειρήνη αυτή ένας τρίτος εξέσπασε ανέλπιστος και τρομερός πόλεμος, που σ᾽ αυτόνε βρήκανε το θάνατο πολλοί και γενναίοι άντρες, που κείτονται κι αυτοί μες στον τάφο αυτόν εδώ. Πολλοί από τους άντρες αυτούς έπεσαν στ᾽ ακρογιάλια [243a] της Σικελίας, αφού εστήσανε πάρα πολλά τρόπαια για τη λευτεριά των Λεοντίνων που είχαν πλεύσει στους τόπους εκείνους για να τους βοηθήσουνε, πιστοί στους όρκους που είχαν δώσει σ᾽ αυτούς ως συμμάχους τους. Αλλ᾽ επειδή η Σικελία ήταν πολύ μακριά απ᾽ τη χώρα μας, η πόλη μας εβρέθηκε σε μεγάλη στενοχώρια και δυσκολία στον αγώνα αυτό και δεν μπόρεσε να τους στείλει την πολεμική βοήθεια που ᾽πρεπε κι έτσι βρέθηκαν στην ανάγκη να υποχωρήσουν κι επάθανε την τρομερή συφορά που επάθανε. Αλλά κι οι άντρες αυτοί που επολέμησαν στη Σικελία έδειξαν τέτοιο ηρωισμό, ώστε κι αυτοί ακόμα οι εχθροί μας, οι Σικελοί, κι όταν τους ενίκησαν, περισσότερο τους εθαύμαζαν και τους εγκωμιάζανε για τη σωφροσύνη τους και την αντρεία τους απ᾽ ό,τι εγκωμιάζουν οι φίλοι τους τους άλλους. Πολλοί επίσης εβρήκανε το θάνατο στις ναυμαχίες του Ελλησπόντου, που σ᾽ αυτές οι άντρες μας σε μια μόνο ημέρα κατόρθωσαν [243b] να αιχμαλωτίσουν όλο το στόλο των εχθρών μας κι άλλες εκέρδισαν πολλές νίκες. Αλλ᾽ εκείνο που με κάνει να χαρακτηρίζω ως τρομερό κι ανέλπιστο τον τελευταίο αυτό πόλεμο είναι το γεγονός ότι ο φθόνος των άλλων Ελλήνων εναντίον της πολιτείας μας έφτασε σε τέτοιο σημείο, ώστε να τολμήσουν να συμμαχήσουν με τον πιο μεγάλο και πιο φοβερό εχθρό του ελληνικού έθνους, το βασιλιά της Περσίας, αυτόνε που άλλοτε όλοι οι Έλληνες ενωμένοι μαζί μ᾽ εμάς έδιωξαν μακριά από την ελληνική γη, και να τον ξαναφέρουνε για το συμφέρον τους πάλι στην Ελλάδα, τον βάρβαρο αυτόν εναντίον Ελλήνων, και να συνασπίσουν εναντίον της πολιτείας μας όλο τον άλλο κόσμο, κι Έλληνες και βαρβάρους. Αλλ᾽ ακριβώς στις στιγμές αυτές [243c] έλαμψε σ᾽ όλο τον κόσμο και η ηθική ρώμη και ο ηρωισμός της πολιτείας μας. Γιατί, ενώ όλοι οι συνασπισμένοι εχθροί μας επίστευαν πως η πόλη μας ήταν κιόλας νικημένη και πως ο στόλος μας ήτανε αποκλεισμένος στη Μυτιλήνη, οι άντρες μας, μαζί με τους άντρες που τους εστάλθηκαν απ᾽ εδώ ως βοήθεια μ᾽ εξήντα καράβια που είχαν αρματώσει οι ίδιοι οι πολίτες της πόλης αυτής κι είχαν οι ίδιοι μπει ως πολεμιστές μέσα σ᾽ αυτά, αναδειχτήκανε, κατά γενική ομολογία όλου του κόσμου, ηρωικότατοι, ενίκησαν τον εχθρικό στόλο κι ελευτέρωσαν τους φίλους συμμάχους τους, αλλά θύματα ανάξιας τύχης, γιατί δεν κατορθώθηκε να περιμαζευτούν τα πτώματα των νεκρών στη θάλασσα απ᾽ τη φοβερή τρικυμία, έχουν κι αυτοί τον τάφο τους στο χώρο αυτόν εδώ. Και τους άντρες αυτούς πρέπει να ᾽χουμε πάντα στη μνήμη μας και [243d] να τους εγκωμιάζουμε αιώνια, γιατί με την παλικαριά τους δεν ενικήσαμε μονάχα στη ναυμαχία εκείνη, αλλά και σ᾽ όλο τον άλλο πόλεμο. Χάρη σ᾽ αυτούς και μόνο η πόλη μας εδοξάστηκε σ᾽ όλο τον κόσμο κι έβγαλε τη φήμη πως ήταν στ᾽ αληθινά αήττητη και δεν ήταν δυνατό να νικηθεί ποτέ από καμιά δύναμη μηδέ κι αν έσμιγε εναντίον της κι ερριχνότανε κατ᾽ απάνω της όλο το ανθρώπινο γένος. Και η φήμη αυτή εβγήκε πέρα για πέρα αληθινή, γιατί αν ενικηθήκαμε, ενικηθήκαμε μονάχα από τις εσωτερικές διαμάχες μας κι όχι από τους άλλους· γιατ᾽ είμαστε τωόντι ακόμα και σήμερα αήττητοι από τους εξωτερικούς εχθρούς μας και μόνο εμείς οι ίδιοι ενικήσαμε τους εαυτούς μας κι εμείς οι ίδιοι ενικηθήκαμε από τους εαυτούς μας.
Όταν ετελείωσε ο εμφύλιος πόλεμος των Ελλήνων [243e] κι ησύχασε η Ελλάδα κι η πολιτεία μας έκλεισε ειρήνη με τους άλλους Έλληνες, ο δικός μας εσωτερικός εμφύλιος πόλεμος είχε τέτοια εξέλιξη, ώστε, αν στη μοίρα του ανθρώπινου γένους είναι να συγκλονίζεται στο μέλλον από εμφύλιους πολέμους και σπαραγμούς, κανένας άνθρωπος να μην εύχεται τίποτ᾽ άλλο στη ζωή του παρά μόνο να περάσει η πατρίδα του την αρρώστια αυτή όπως η πόλη μας. Γιατί με πόση χαρά και πόση αγάπη κι αδερφοσύνη εσμίξανε και δώσανε τα χέρια την εποχή εκείνη και τα δυο αντίμαχα μέρη, κι εκείνοι π᾽ ανέβηκαν απ᾽ τον Πειραιά κι όσοι κατέβηκαν απ᾽ το άστυ, πράγμα που δεν το ᾽λπιζε κανένας απ᾽ όλους τους άλλους Έλληνες, [244a] και με πόση συγκατάβαση και μετριοπάθεια συμπεριφέρθηκαν όλοι κι ετέλειωσαν τον εμφύλιο πόλεμο και μ᾽ όσους είχαν καταφύγει στην Ελευσίνα. Κι όλων αυτών το βαθύτερο αίτιο δεν είναι άλλο κανένα παρά μόνο ο πραγματικός φυσικός δεσμός της φυλετικής μας συγγένειας, που μας σφιχτοδένει όλους και δημιουργεί όχι μονάχα με λόγια, άλλα και μ᾽ έργα μια γερή και στερεή αδελφική φιλία μεταξύ μας θεμελιωμένη απάνω στον εθνικό δεσμό μας και την κοινή φυλετική ρίζα μας. Χρέος μας είναι να φέρνουμε ολοένα στη μνήμη μας κι όσους εβρήκαν το θάνατο απ᾽ αδερφικά χέρια στις εσωτερικές αυτές διαμάχες μας και να τους συμφιλιώνουμε, όσο μας είναι δυνατό, μ᾽ ευχές και θυσίες, στην τελετή αυτή της ταφής και του εγκωμιασμού των νεκρών όλων των πολέμων της πολιτείας μας, και με δέησες και ικεσίες στους θεούς του κάτου κόσμου που τους κρατούν στον άλλο κόσμο, γιατί κι εμείς οι ίδιοι που ζούμε έχουμε ωστόσο συμφιλιωθεί πια μεταξύ μας. Στ᾽ αληθινά δεν εβρήκανε το θάνατο απ᾽ αδερφικά χέρια από δική τους κακία κι ούτε από προσωπική έχθρα, [244b] αλλά μόνο γιατί η τραγική τους μοίρα τούς έγραφε ένα τέτοιο τέλος. Μάρτυρες για όλα αυτά είμαστε εμείς οι ίδιοι, που ζούμε τώρα και που επειδή είμαστε όλοι αδέρφια μ᾽ εκείνους, βλαστάρια απ᾽ την ίδια φυλή κι εθνική ρίζα, δίνουμε τόπο στα πάθη μας και συχωράμε ο ένας τον άλλο και για όσα κακά εκάμαμε στους άλλους και για όσα κακά επάθαμε απ᾽ τους άλλους.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡρακλῆς Μαινόμενος (1214-1254)

ΘΗ. εἶἑν· σὲ τὸν θάσσοντα δυστήνους ἕδρας
1215 αὐδῶ φίλοισιν ὄμμα δεικνύναι τὸ σόν.
οὐδεὶς σκότος γὰρ ὧδ᾽ ἔχει μέλαν νέφος
ὅστις κακῶν σῶν συμφορὰν κρύψειεν ἄν.
τί μοι προσείων χεῖρα σημαίνεις φόβον;
ὡς μὴ μύσος με σῶν βάληι προσφθεγμάτων;
1220 οὐδὲν μέλει μοι σύν γε σοὶ πράσσειν κακῶς·
καὶ γάρ ποτ᾽ εὐτύχησ᾽. ἐκεῖσ᾽ ἀνοιστέον
ὅτ᾽ ἐξέσωσάς μ᾽ ἐς φάος νεκρῶν πάρα.
χάριν δὲ γηράσκουσαν ἐχθαίρω φίλων
καὶ τῶν καλῶν μὲν ὅστις ἀπολαύειν θέλει,
1225 συμπλεῖν δὲ τοῖς φίλοισι δυστυχοῦσιν οὔ.
ἀνίστασ᾽, ἐκκάλυψον ἄθλιον κάρα,
βλέψον πρὸς ἡμᾶς. ὅστις εὐγενὴς βροτῶν
φέρει †τὰ τῶν θεῶν γε† πτώματ᾽ οὐδ᾽ ἀναίνεται.
ΗΡ. Θησεῦ, δέδορκας τόνδ᾽ ἀγῶν᾽ ἐμῶν τέκνων;
1230 ΘΗ. ἤκουσα καὶ βλέποντι σημαίνεις κακά.
ΗΡ. τί δῆτά μου κρᾶτ᾽ ἀνεκάλυψας ἡλίωι;
ΘΗ. τί δ᾽; οὐ μιαίνεις θνητὸς ὢν τὰ τῶν θεῶν.
ΗΡ. φεῦγ᾽, ὦ ταλαίπωρ᾽, ἀνόσιον μίασμ᾽ ἐμόν.
ΘΗ. οὐδεὶς ἀλάστωρ τοῖς φίλοις ἐκ τῶν φίλων.
1235 ΗΡ. ἐπήινεσ᾽· εὖ δράσας δέ σ᾽ οὐκ ἀναίνομαι.
ΘΗ. ἐγὼ δὲ πάσχων εὖ τότ᾽ οἰκτίρω σε νῦν.
ΗΡ. οἰκτρὸς γάρ εἰμι τἄμ᾽ ἀποκτείνας τέκνα;
ΘΗ. κλαίω χάριν σὴν ἐφ᾽ ἑτέραισι συμφοραῖς.
ΗΡ. ηὗρες δέ γ᾽ ἄλλους ἐν κακοῖσι μείζοσιν;
1240 ΘΗ. ἅπτηι κάτωθεν οὐρανοῦ δυσπραξίαι.
ΗΡ. τοιγὰρ παρεσκευάσμεθ᾽ ὥστε κατθανεῖν.
ΘΗ. δοκεῖς ἀπειλῶν σῶν μέλειν τι δαίμοσιν;
ΗΡ. αὔθαδες ὁ θεός, πρὸς δὲ τοὺς θεοὺς ἐγώ.
ΘΗ. ἴσχε στόμ᾽, ὡς μὴ μέγα λέγων μεῖζον πάθηις.
1245 ΗΡ. γέμω κακῶν δὴ κοὐκέτ᾽ ἔσθ᾽ ὅπηι τεθῆι.
ΘΗ. δράσεις δὲ δὴ τί; ποῖ φέρηι θυμούμενος;
ΗΡ. θανών, ὅθενπερ ἦλθον, εἶμι γῆς ὕπο.
ΘΗ. εἴρηκας ἐπιτυχόντος ἀνθρώπου λόγους.
ΗΡ. σὺ δ᾽ ἐκτὸς ὤν γε συμφορᾶς με νουθετεῖς.
1250 ΘΗ. ὁ πολλὰ δὴ τλὰς Ἡρακλῆς λέγει τάδε;
ΗΡ. οὔκουν τοσαῦτά γ᾽· ἐν μέτρωι μοχθητέον.
ΘΗ. εὐεργέτης βροτοῖσι καὶ μέγας φίλος;
ΗΡ. οἱ δ᾽ οὐδὲν ὠφελοῦσί μ᾽, ἀλλ᾽ Ἥρα κρατεῖ.
ΘΗ. οὐκ ἄν ‹σ᾽› ἀνάσχοιθ᾽ Ἑλλὰς ἀμαθίαι θανεῖν.

***
ΘΗΣ. Σένα μιλώ, που κάθεσαι δυστυχισμένος,
και λέω την όψη σου στους φίλους σου να δείξεις,
γιατί κανένα σκότος δεν έχει έτσι μαύρο
σύννεφο, που τις συμφορές σου να τις κρύψει.
Τί δείχνεις μου τους φόνους σου σειώντας το χέρι;
δεν θες των λόγων σου να με προσβάλ᾽ η φρίκη;
1220 Μαζί σου δεν με νοιάζει εμέ να κακοπάθω
γιατί ᾽βρα κάποτε καλό από σε· θυμούμαι
όταν συ μ᾽ έφερες στο φως από τον Άδη.
Και μισώ την ευγνωμοσύνη που γηράζει,
και τόν που θέλει τα καλά ν᾽ απολαβαίνει
μα με τους φίλους να μην πλέει στη δυστυχιά τους.
Σήκω, ξεσκέπασε την άθλια κεφαλή σου,
δες μας! Ευγενικός άνθρωπος όποιος είναι
δέχεται τους νεκρούς των θεών και δεν αρνιέται.
ΗΡΑ. Κοιτάς το πάθημα, ω Θησέα, εδώ των παιδιών μου;
1230 ΘΗΣ. Το ᾽μαθα· και κακά μού λέγεις που τα βλέπω.
ΗΡΑ. Τί με ξεσκέπασες λοιπόν στο φως του ηλίου;
ΘΗΣ. Γιατί; τους θεούς εσύ άνθρωπος δεν τους μιαίνεις.
ΗΡΑ. Φεύγε, ω ταλαίπωρε, το ανόσιο μίασμά μου.
ΘΗΣ. Κανείς με την αγάπη τους φίλους δεν βλάπτει.
ΗΡΑ. Σωστά· πως σου έκαμα καλό εγώ δεν τ᾽ αρνιέμαι.
ΘΗΣ. Τότε ευεργετημένος, τώρα σε λυπάμαι.
ΗΡΑ. Να με κλαιν είμαι, τι σκότωσα τα παιδιά μου.
ΘΗΣ. Κλαίω για την τύχη σου, που σου έφερε άλλες λύπες.
ΗΡΑ. Άλλους σε μεγαλύτερες δυστυχιές βρήκες;
1240 ΘΗΣ. Γγίζεις τον ουρανό με την κακοτυχιά σου.
ΗΡΑ. Ώστε δεν μου μένει πια παρά ν᾽ αποθάνω.
ΘΗΣ. Θαρρείς για τις φοβέρες σου τους θεούς τους μέλει;
ΗΡΑ. Αυθάδεις είναι οι θεοί κι εγώ ειμαι προς εκείνους.
ΘΗΣ. Κράτα το στόμα σου, μην πιο μεγάλα πάθεις.
ΗΡΑ. Είμαι κακά γεμάτος· δεν μου χωρούν άλλα.
ΘΗΣ. Ε! τί θα κάμεις; πού πηγαίνεις θυμωμένος;
ΗΡΑ. Θα πάω νεκρός κάτου στη γην, απ᾽ όπου και ήρθα.
ΘΗΣ. Τώρα μας είπες λόγον επιτυχημένον!
ΗΡΑ. Έξω όντας συ από συμφορές με συμβουλεύεις.
1250 ΘΗΣ. Αυτά ο Ηρακλής, που τόσα υπόφερε, τα λέγει;
ΗΡΑ. Όχι τόσο μεγάλ᾽, αν μ᾽ αυτά τα μετρήσεις.
ΘΗΣ. Εσύ, ο ευεργέτης των θνητών και μέγας φίλος;
ΗΡΑ. Δεν με ωφελούν αυτοί, μα είναι νικήτρα η Ήρα.
ΘΗΣ. Δεν θ᾽ ανεχθεί η Ελλάδ᾽ ανόητα ν᾽ αποθάνεις.

Η Αρχαία Ελληνική Τέχνη και η Ακτινοβολία της, Η τέχνη της ώριμης κλασικής εποχής

5.2. Η κορυφαία στιγμή της αρχαίας ελληνικής τέχνης: Η μνημειακή διαμόρφωση της Ακρόπολης της Αθήνας, τα χρυσελεφάντινα αγάλματα του Φειδία και ο Κανών του Πολυκλείτου

5.2.1. Το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή


Μετά το τέλος των Περσικών Πολέμων η Αθήνα, αν και κατεστραμμένη, βρέθηκε να είναι η πιο ισχυρή από όλες τις ελληνικές πόλεις. Αυτό το χρωστούσε κυρίως στο ναυτικό της, που είχε παίξει καθοριστικό ρόλο για τη νίκη των Ελλήνων στη ναυμαχία της Σαλαμίνας τον Σεπτέμβριο του 480 π.Χ., η οποία ανάγκασε τον Ξέρξη να επιστρέψει ντροπιασμένος στην Περσία. Τον επόμενο χρόνο στη μάχη των Πλαταιών ηττήθηκε οριστικά ο περσικός στρατός που είχε μείνει στην Ελλάδα με αρχηγό τον Μαρδόνιο. Δύο χρόνια αργότερα οι Αθηναίοι τέθηκαν επικεφαλής μιας μεγάλης συμμαχίας ελληνικών πόλεων, κυρίως από τα νησιά του Αιγαίου και τη Μικρά Ασία· η συμμαχία συνέχισε τον πόλεμο εναντίον των Περσών, μεταφέροντάς τον στα μικρασιατικά παράλια και στην ανατολική Μεσόγειο, έχοντας ως διακηρυγμένο στόχο να εξαλείψει οριστικά την περσική απειλή. Κέντρο της συμμαχίας ήταν η Δήλος, το μικρό νησί των Κυκλάδων στο κέντρο του Αιγαίου, όπου βρισκόταν το σημαντικότερο ιερό των Ιώνων. Εκεί βρισκόταν το κοινό ταμείο της συμμαχίας, δηλαδή τα χρήματα που συνεισέφεραν κάθε χρόνο οι σύμμαχοι για την κοινή πολεμική προσπάθεια. Η ηγεσία της συμμαχίας ανήκε όμως αναμφισβήτητα στους Αθηναίους, οι οποίοι αποφάσιζαν και διεξήγαν τις πολεμικές επιχειρήσεις όλο και περισσότερο μόνοι τους, χωρίς τη συμβολή των υπόλοιπων συμμάχων. Το 454 π.Χ. οι Αθηναίοι πήραν την απόφαση να μεταφέρουν το ταμείο της συμμαχίας στην πόλη τους, κάτι που τους έδινε τη δυνατότητα να διαχειρίζονται τα χρήματα χωρίς να χρειάζεται να δίνουν λογαριασμό στους συμμάχους. Έτσι η συμμαχία μετατράπηκε σε ηγεμονία, καθώς η χρηματική συμβολή που κατέβαλλαν οι σύμμαχοι στο κοινό ταμείο μετατράπηκε σε φόρο που ήταν πλέον υποχρεωμένοι να πληρώνουν στην Αθήνα.
 
Καθοριστική για τη μεταφορά του συμμαχικού ταμείου στην Αθήνα ήταν η παρέμβαση του Περικλή, ο οποίος έπεισε τους Αθηναίους να χρησιμοποιήσουν το κεφάλαιο που είχε συγκεντρωθεί, και μπορούσαν πλέον να το διαχειρίζονται ελεύθερα, για να υλοποιήσουν ένα εξαιρετικά φιλόδοξο οικοδομικό πρόγραμμα. Η πρώτη και σημαντικότερη απόφαση ήταν να αναδιαμορφώσουν το σημαντικότερο ιερό της πόλης, την Ακρόπολη, που την είχαν πυρπολήσει οι Πέρσες το 480 π.Χ., και να κατασκευάσουν νέους ναούς στη θέση των κατεστραμμένων, με πρώτο τον μεγάλο εκατόμπεδο ναό της Αθηνάς, ο οποίος χτιζόταν ακόμη όταν ο στρατός του Ξέρξη κατέλαβε την Αθήνα και έκαψε την Ακρόπολη. Τους ταλαιπωρημένους από τη φωτιά σφονδύλους των κιόνων του ναού αυτού τους εντοίχισαν οι Αθηναίοι στο βόρειο τείχος της Ακρόπολης, ώστε βλέποντάς τους να θυμούνται τη βεβήλωση που είχε υποστεί το ιερό της Αθηνάς. Με τα χρήματα που είχαν πλέον στη διάθεσή τους θέλησαν να ανεγείρουν στην ίδια θέση έναν μεγαλύτερο και λαμπρότερο ναό για τη θεά, αυτόν που ονομάζουμε σήμερα Παρθενώνα. Πόση σημασία απέδιδαν οι Αθηναίοι στις νίκες τους εναντίον των Περσών, ιδιαίτερα μάλιστα στον Μαραθώνα, όπου πολέμησαν μόνοι, χωρίς βοήθεια από τους άλλους Έλληνες, φαίνεται από το γεγονός ότι αφιέρωσαν στην Ακρόπολη σχεδόν 40 χρόνια μετά τη μάχη, γύρω στα μέσα του 5ου αιώνα, ένα τεράστιο χάλκινο άγαλμα της Αθηνάς (είχε ύψος 9 m μαζί με τη βάση), έργο του Φειδία. Το άγαλμα αυτό, σύμφωνα με την επιγραφή που το συνόδευε, είχε γίνει με το δέκατο από τα λάφυρα της μάχης του Μαραθώνα. Η θεά εικονιζόταν όρθια με κράνος, ασπίδα και δόρυ. Το λοφίο του κράνους και η αιχμή του δόρατος του αγάλματος φαίνονταν από το Σούνιο, όταν η ατμόσφαιρα ήταν διαυγής.
 
Εκτός από την ανοικοδόμηση και τη νέα διαμόρφωση της Ακρόπολης, το οικοδομικό πρόγραμμα του Περικλή περιελάμβανε την κατασκευή και άλλων ναών σε ιερά της Αττικής, ενός νέου τελεστηρίου για την τέλεση των Μυστηρίων της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελευσίνα, ένα στεγασμένο ὠδεῖον δίπλα στο Διονυσιακό θέατρο, στους νότιους πρόποδες της Ακρόπολης, για τις μουσικές εκδηλώσεις, καθώς και άλλα δημόσια κτήρια. Προβλεπόταν επίσης η κατασκευή μεγάλων και πολυδάπανων αγαλμάτων των θεών, την πρώτη θέση ανάμεσα στα οποία είχε το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς, έργο του Φειδία, που στήθηκε μέσα στον Παρθενώνα. Σκοπός του σχεδίου αυτού δεν ήταν μόνο να στολίσει την Αθήνα και να προβάλει τη δύναμή της κάνοντάς την τη λαμπρότερη πόλη της Ελλάδας, αλλά και να δώσει δουλειά στους τεχνίτες, τους επαγγελματίες και τους εργάτες της πόλης και να την καταστήσει κέντρο των τεχνών. Έτσι. η Αθήνα απέκτησε τα μνημεία για τα οποία είναι γνωστή σε όλο τον κόσμο ακόμη και σήμερα.
 
Στην πρόταση του Περικλή για την κατασκευή μεγάλων και πολυτελών δημόσιων κτηρίων αντιτάχθηκαν με μένος οι πολιτικοί του αντίπαλοι, που ανήκαν στην αριστοκρατική παράταξη. Υποστήριζαν ότι ήταν δείγμα αλαζονείας και προσβολή απέναντι στις συμμαχικές πόλεις, που πλήρωναν για τη συνέχιση του πολέμου κατά των Περσών, να δαπανούν οι Αθηναίοι τα χρήματά τους για να λαμπρύνουν την πόλη τους με πολυτελείς κατασκευές, προβάλλοντας με αυτό τον τρόπο τη δύναμη και τον πλούτο που είχαν αποκτήσει με τη συνδρομή των συμμάχων τους. Ο Πλούταρχος (Περικλής 12-13) στη βιογραφία του Περικλή μάς παραδίδει τη συζήτηση που έγινε στις συνελεύσεις και τα επιχειρήματα που ακούστηκαν από τις δύο πλευρές και μας δίνει ταυτόχρονα πληροφορίες για την κατασκευή των πιο σημαντικών από τα οικοδομήματα του προγράμματος:
 
«Όμως εκείνο που ευχαρίστησε περισσότερο τους Αθηναίους και στόλισε την πόλη τους κάνοντας τους υπόλοιπους ανθρώπους να εντυπωσιαστούν πάρα πολύ —και που παραμένει η μόνη χειροπιαστή μαρτυρία ότι δεν είναι ψέμα η δύναμη εκείνη που λέγεται πως είχε κάποτε η Ελλάδα ούτε η παλαιά της ευδαιμονία— ήταν η κατασκευή των μνημείων που ήταν αφιερωμένα στους θεούς. Από όλα τα έργα της πολιτικής του Περικλή αυτό ήταν που φθονούσαν περισσότερο οι εχθροί του· φώναζαν λοιπόν στις συνελεύσεις κατηγορώντας ότι ντροπιάζεται και κακολογείται ο λαός, επειδή μετέφερε στη δική του πόλη από τη Δήλο τα χρήματα των Ελλήνων, τη στιγμή που το καλύτερο επιχείρημα που θα μπορούσαν να αντιτάξουν, ότι δηλαδή πήραν τα κοινά χρήματα για να τα φυλάξουν σε ασφαλές μέρος επειδή φοβούνταν τους βαρβάρους, τους το στέρησε ο Περικλής, έτσι ώστε η Ελλάδα να δίνει την εντύπωση ότι υφίσταται μια βάναυση προσβολή και μιαν απροκάλυπτη τυραννία, καθώς βλέπει πως με τα χρήματα που είναι υποχρεωμένη να συνεισφέρει για τον πόλεμο εμείς στολίζουμε με χρυσάφι και λαμπρύνουμε την πόλη μας, σαν μια φιλάρεσκη γυναίκα, καλλωπίζοντάς την με πολύτιμες πέτρες και με αγάλματα και με πολυδάπανους ναούς.
 
Ο Περικλής όμως ανέπτυσσε στον λαό την άποψη ότι δεν υπάρχει λόγος να δίνουν λογαριασμό στους συμμάχους για τα χρήματα, όταν αυτοί πολεμούν για να τους υπερασπίζονται και κρατούν μακριά τους βαρβάρους, τη στιγμή που εκείνοι δεν συνεισφέρουν ούτε άλογο, ούτε πλοίο, ούτε στρατιώτη, παρά μόνο χρήματα. Τα χρήματα αυτά δεν ανήκουν σε αυτούς που τα δίνουν, αλλά σε αυτούς που τα παίρνουν, εφόσον παρέχουν τις υπηρεσίες για τις οποίες τα έλαβαν. Αφού λοιπόν η πόλη είναι πλέον εφοδιασμένη με όλα όσα χρειάζεται για τον πόλεμο, πρέπει να δαπανά τα έσοδα της για τα έργα αυτά, που θα της φέρουν δόξα αθάνατη όταν τελειώσουν, ενώ όσο κατασκευάζονται θα διατηρούν την ευημερία, καθώς θα φέρουν πολλές και διάφορες δουλειές και θα δημιουργήσουν ποικίλες ανάγκες, οι οποίες θα αναζωογονήσουν όλα τα επαγγέλματα και θα κινητοποιήσουν όλες τις παραγωγικές δυνάμεις, παρέχοντας αμειβόμενη εργασία σε ολόκληρη την πόλη, η οποία θα καταφέρει έτσι από μόνη της να στολίζεται και ταυτόχρονα να τρέφεται.
 
Σε όσους είχαν την κατάλληλη ηλικία και σωματική δύναμη οι εκστρατείες έδιναν την ευκαιρία να ωφεληθούν οικονομικά από το δημόσιο ταμείο. Επειδή όμως ο Περικλής δεν ήθελε το πλήθος των μεροκαματιάρηδων που δεν υπηρετούσε στο στρατό να μένει χωρίς εισόδημα, ούτε όμως και να πληρώνεται χωρίς να εργάζεται, πρότεινε με αποφασιστικότητα στον λαό την ανάληψη μεγάλων κατασκευών και τον σχεδιασμό πολύπλοκων και μακροπρόθεσμων έργων, ώστε να μπορούν όσοι έμεναν στην πόλη να ωφελούνται και να έχουν μερίδιο από τη δημόσια περιουσία. Πρώτες ύλες των έργων αυτών ήταν η πέτρα, ο χαλκός, το ελεφαντόδοντο, ο χρυσός, ο έβενος, το κυπαρίσσι· υπήρχαν επίσης οι επαγγελματίες που ήξεραν να τις κατεργάζονται (χτίστες, πηλοπλάστες, χαλκουργοί, λιθοξόοι, βαφείς, χρυσοχόοι, τεχνίτες ελεφαντοστού, ζωγράφοι, διακοσμητές, γλύπτες) και εκείνοι που μπορούσαν να τις στείλουν και να τις μεταφέρουν στη θάλασσα (έμποροι, ναύτες και κυβερνήτες) και στη στεριά (αμαξοποιοί και ζευγίτες και αμαξάδες και σχοινοποιοί και λιναράδες και δερματάδες και οδοποιοί και μεταλλουργοί). Όπως λοιπόν ο στρατηγός έχει το στράτευμά του, έτσι κάθε επάγγελμα διέθετε ένα οργανωμένο πλήθος τεχνιτών και εργατών, το οποίο γινόταν η συγκροτημένη ομάδα και το σώμα που το υπηρετούσε. Έτσι μπορεί να πει κανείς ότι οι ανάγκες μοίραζαν και διέχεαν την ευημερία σε όλες τις ηλικίες και τις τάξεις.
 
Τα μνημεία λοιπόν υψώνονταν και είχαν επιβλητικό μέγεθος και απαράμιλλη ομορφιά και χάρη, καθώς οι τεχνίτες συναγωνίζονταν μεταξύ τους να κάνουν όσο μπορούσαν ωραιότερα τα δημιουργήματά τους. Αλλά το πιο εκπληκτικό από όλα ήταν η ταχύτητα της εκτέλεσης. Γιατί αυτά τα έργα, που το καθένα τους φαινόταν ότι θα χρειαζόταν πολλές γενιές για να ολοκληρωθεί, τελείωσαν όλα στη διάρκεια της πολιτικής σταδιοδρομίας ενός ανθρώπου. Λένε ότι όταν κάποτε ο Αγάθαρχος περηφανευόταν επειδή έφτιαχνε τις ζωγραφιστές μορφές του γρήγορα και χωρίς κόπο άκουσε τον Ζεύξη να του λέει: «Εγώ όμως χρειάζομαι πολύν χρόνο.» Πραγματικά η ευχέρεια και η ταχύτητα στην εκτέλεση δεν προσδίδει σε ένα έργο επιβλητικότητα μόνιμη ούτε τέλεια ομορφιά· ο χρόνος που επενδύει ο καλλιτέχνης για την κατασκευή του μαζί με την προσπάθεια είναι το στοιχείο που χαρίζει στο δημιούργημα διάρκεια και δύναμη. Αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που κάνει τα έργα του Περικλή τόσο θαυμαστά, ότι κατασκευάστηκαν σε σύντομο διάστημα για να διαρκέσουν στον χρόνο. Πραγματικά το καθένα τους ήδη από τότε ήταν σαν αρχαίο, όμως η λαμπρή του όψη το κάνει να μοιάζει ακόμη και σήμερα καινούργιο και φρεσκοτελειωμένο. Έτσι τα έργα αποπνέουν μια νεότητα που διατηρεί την όψη τους ανέπαφη από τον χρόνο, σαν να έχουν κρατήσει μέσα τους μιαν αειθαλή φρεσκάδα και μιαν αγέραστη ψυχή.
 
Όλα τα διηύθυνε και όλα τα παρακολουθούσε για λογαριασμό του ο Φειδίας, παρόλο που τα έργα είχαν δοθεί σε μεγάλους αρχιτέκτονες και καλλιτέχνες. Έτσι τον εκατόμπεδο Παρθενώνα τον κατασκεύασαν ο Καλλικράτης και ο Ικτίνος. Το τελεστήριο της Ελευσίνας άρχισε να το χτίζει ο Κόροιβος, που έστησε τους κίονες στο δάπεδο και τους ένωσε με τα επιστύλια. Όταν εκείνος πέθανε, ο Μεταγένης από την Ξυπετή τοποθέτησε το διάζωμα και τους επάνω κίονες, ενώ το οπαίο επάνω από το ανάκτορο το ολοκλήρωσε ο Ξενοκλής από τον Χολαργό. Όσο για το Μακρό Τείχος, που ο Σωκράτης λέει ότι άκουσε ο ίδιος τον Περικλή να εισηγείται την κατασκευή του, αυτό ανέλαβε να το χτίσει ο Καλλικράτης.
 
Το Ωδείο, που η εσωτερική του διάταξη περιλαμβάνει πολλά έδρανα και πολλούς στύλους, ενώ η στέγη του είναι επικλινής και κατωφερική και καταλήγει σε ένα κορυφαίο σημείο, λέγεται ότι μοιάζει με τη σκηνή του βασιλιά [Ξέρξη] και ότι έγινε κατά το πρότυπό της.
 
Τα Προπύλαια της Ακρόπολης οικοδομήθηκαν σε μια πενταετία με αρχιτέκτονα τον Μνησικλή, ενώ ένα παράδοξο τυχαίο περιστατικό, που συνέβη όσο χτίζονταν, απέδειξε ότι η θεά [Αθηνά] όχι μόνο δεν αδιαφορούσε, αλλά συνεργαζόταν και βοηθούσε να τελειώσει το έργο. Ο πιο εργατικός και πρόθυμος τεχνίτης γλίστρησε και έπεσε από ψηλά και βρισκόταν σε κακή κατάσταση, τόσο που οι γιατροί προεξοφλούσαν το τέλος του. Καθώς λοιπόν ο Περικλής ήταν στενοχωρημένος, η θεά εμφανίστηκε στο όνειρό του και διέταξε μια θεραπεία, που εφαρμόζοντάς την ο Περικλής γιάτρεψε γρήγορα και εύκολα τον άνθρωπο. Γι᾽ αυτό και έστησε χάλκινο άγαλμα της Υγείας Αθηνάς στην Ακρόπολη κοντά στο βωμό που υπήρχε, όπως λένε, από παλιότερα.»
 
Τα έργα του προγράμματος του Περικλή αποτελούν σταθμό για την αρχαία ελληνική τέχνη όχι μόνο επειδή άνοιξαν νέους δρόμους και αποτέλεσαν πρότυπα για τη μετέπειτα καλλιτεχνική δημιουργία, αλλά και επειδή σε αυτά συνεργάστηκαν ή μαθήτευσαν καλλιτέχνες από όλη την Ελλάδα, οι οποίοι διέδωσαν στη συνέχεια παντού τις εμπειρίες που απέκτησαν. Τα μεγάλα έργα της Αθήνας (που κατασκευάστηκαν από το 450 ως το 405 π.Χ.) είναι η κύρια αιτία για την οποία οι τέχνες γνώρισαν εξαιρετική άνθηση στην Ελλάδα το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ. Στα χρόνια αυτά διαμορφώθηκε μια νέα αισθητική και αναπτύχθηκαν δυναμικές τεχνοτροπικές τάσεις, οι οποίες γρήγορα εξαπλώθηκαν δίνοντας νέα πνοή στις τέχνες. Είναι επομένως σκόπιμο να αναφέρουμε τα πιο σημαντικά από τα έργα αυτά.
 
Στην Ακρόπολη, εκτός από τον Παρθενώνα, τον οποίο θα εξετάσουμε διεξοδικότερα, κατασκευάστηκε μια νέα μνημειακή είσοδος στη δυτική πλευρά, τα Προπύλαια, με σχέδιο του αρχιτέκτονα Μνησικλή στα χρόνια 437-432 π.Χ.. Το κτήριο έχει δύο προσόψεις δωρικού ρυθμού στην ανατολική και τη δυτική πλευρά με πλάτος λίγο μεγαλύτερο από 18 m. Κοντά στην ανατολική πρόσοψη και σε απόσταση 15,25 m από τη δυτική υπάρχει εγκάρσιος τοίχος με πέντε πύλες, από τις οποίες η κεντρική έχει πλάτος 4 m· από εκεί περνούσαν τα αμάξια, οι ιππείς καθώς και τα ζώα που οδηγούνταν στην Ακρόπολη για να θυσιαστούν. Οι στενότερες πλαϊνές είσοδοι βρίσκονται σε υψηλότερο επίπεδο και προορίζονταν για όσους ανέβαιναν πεζοί στην Ακρόπολη. Εξαιτίας της κλίσης του εδάφους η δυτική πρόσοψη βρίσκεται χαμηλότερα από την ανατολική. Ο στεγασμένος χώρος ανάμεσα στις προσόψεις έχει μνημειακή διαμόρφωση με δύο σειρές από τρεις ψηλούς ιωνικούς κίονες, που στηρίζουν την οροφή από μαρμάρινες πλάκες με φατνώματα. Στη βόρεια πτέρυγα των Προπυλαίων (αριστερά ανεβαίνοντας) υπάρχει μια μεγάλη αίθουσα με προστώο και δύο παράθυρα δεξιά και αριστερά από την είσοδο. Εκεί ήταν εκτεθειμένοι σημαντικοί πίνακες ζωγραφικής και γι᾽ αυτό η αίθουσα είναι γνωστή ως Πινακοθήκη. Ο Πελοποννησιακός Πόλεμος, που ξέσπασε το 431 π.Χ., είναι πιθανότατα η αιτία για την οποία οι εργασίες στα Προπύλαια δεν ολοκληρώθηκαν, με αποτέλεσμα η νότια πτέρυγα να παραμείνει αδιαμόρφωτη. Μια σαφής ένδειξη ότι το έργο διακόπηκε πριν τελειώσει είναι ότι οι λίθοι στους τοίχους διατηρούν ακόμη τους αγκώνες ανύψωσης.
 
Το οικοδομικό πρόγραμμα της Ακρόπολης περιελάμβανε ακόμη δύο ναούς, τον ναό της Αθηνάς Νίκης και το Ερεχθείο, των οποίων όμως η κατασκευή αναβλήθηκε λόγω του πολέμου. Οι εργασίες επαναλήφθηκαν μετά την ειρήνη του Νικία το 421 π.Χ. και τα δύο αυτά κτίσματα θα τα εξετάσουμε σε επόμενο άρθρο.

Εμπειρία και ερμηνείες

Η Πραγματικότητα, σαν Εμπειρία, βρίσκεται πέρα από την σκέψη (κι όσα δημιουργεί η σκέψη), στην Άμεση Επαφή με αυτό που πραγματικά συμβαίνει, σε όλα τα επίπεδα της ζωής. Η Εμπειρία της Πραγματικότητας, καθώς ανήκει σε ένα υπερδιανοητικό χώρο, δεν μπορεί να μεταφερθεί στο διανοητικό επίπεδο, παρά, ίσως, μόνο με φτωχές αναλογίες. Το λάθος που κάνουν οι άνθρωποι είναι να νομίζουν ότι γνωρίζοντας ένα πράγμα διανοητικά (με «πληροφορίες») το γνωρίζουν. Αλλά αυτό δεν έχει καμία σχέση με την Άμεση Εμπειρία.

Στην πραγματικότητα, η προσπάθεια του ανθρώπου να προσεγγίσει την Πραγματικότητα, αυτό που ονομάζουν, εσωτερική θεώρηση, μυστικό βίωμα, κλπ., εφόσον είναι Άμεση Επαφή με το πραγματικό, βρίσκεται πέρα από την θεωρητική διανοητική εξήγηση, πέρα από θεωρητικές διδασκαλίες, ορολογίες των εννοιών, πέρα από εξωτερικές δραστηριότητες των ανθρώπων. Το Βίωμα, αυτό που ζούμε, είναι η Ουσία της ζωής κι όχι οι θεωρίες, κοσμοθεωρίες, διδασκαλίες, πρακτικές και δραστηριότητες.

Οι άνθρωποι που δεν μπορούν να προσεγγίσουν πραγματικά το Αληθινό και μένουν στο διανοητικό επίπεδο φτιάχνουν όλες αυτές τις θεωρίες, νομίζοντας ότι αυτό είναι Γνώση, Αλήθεια, ο Δρόμος της ζωής κλπ. Όλα αυτά είναι στην πραγματικότητα διανοητικά σκουπίδια. Δεν βοηθούν καθόλου, κανέναν, να γίνει καλύτερος άνθρωπος, πόσο μάλλον να γίνει Ολοκληρωμένος Άνθρωπος.

Όταν οι άνθρωποι έχουν μια διανοητική εικόνα για τα εξωτερικά πράγματα μπορούν, κατά προσέγγιση να εφαρμόσουν την θεώρηση αυτή στην πράξη, στον εξωτερικό κόσμο. Αλλά εδώ πρόκειται για πράγματα της κοινής εμπειρίας. Όταν όμως οι άνθρωποι, χωρίς να έχουν οι ίδιοι Εμπειρία του Αγνώστου, ακούνε για Αυτό, πληροφορούνται για Αυτό, νομίζουν ότι με μόνο εφόδιο αυτή την διανοητική γνώση και με διαφόρους μεθόδους (διαλογισμό, προσευχή, κλπ.) θα φτάσουν σε Αυτό το Άγνωστο. Ψάχνουν να πραγματοποιήσουν την διανοητική εικόνα που έχουν. Και το μόνο που μπορούν να βρουν είναι ακριβώς η φαντασία τους. Όλη αυτή η διαδικασία δεν υπερβαίνει το διανοητικό επίπεδο, τους κρατά δεμένους στον χώρο της σκέψης.

Προφανώς δεν είναι αυτός ο τρόπος για να φτάσουμε στο Άγνωστο. Κι ούτε ποτέ, κάποιος Σοφός δίδαξε αυτόν τον τρόπο. Αντίθετα Όλοι οι Μεγάλοι Σοφοί, σαν τον Ορφέα, τον Λάο Τσε, τον Βούδα κλπ., δίδαξαν Πρακτικούς Τρόπους για να Φτάσουμε στην Καρδιά της Πραγματικότητας, όχι μέσω κάποιας δήθεν γνώσης ή με δραστηριότητες, αλλά ξεπερνώντας όλες τις περιοριστικές δραστηριότητες, διαλύοντας τις αυταπάτες, απελευθερώνοντας τον εαυτό μας από τις ψευδαισθήσεις.

Ποτέ δεν ξεκινάμε με μια θεωρητική εικόνα, με μια ιδέα περί της Πραγματικότητας, για να την Αναζητήσουμε. Δεν γνωρίζουμε τι θα βρούμε. Αυτό μένει να το βιώσουμε, να το ανακαλύψουμε, να το κατανοήσουμε. Αντίθετα, αντί για μια θετική αναζήτηση (που είναι στην πραγματικότητα ψευδής), πολύ απλά απαλλασσόμαστε από τις αυταπάτες μας, από τις ψευδαισθήσεις και τις αδιέξοδες δραστηριότητες, Μόνο τότε μπορούμε να Φτάσουμε στην Αλήθεια που Αποκαλύπτεται Ασαφής και Θολή στην αρχή, Ολόλαμπρη και στην Πληρότητά της όσο Εμβαθύνουμε στην Πραγματικότητα.

Αν θέλουμε λοιπόν να πάμε στην ουσία των πραγμάτων πρέπει να εγκαταλείψουμε το διανοητικό επίπεδο των θεωρητικών ερμηνειών και των διανοητικών προσπαθειών να πραγματοποιήσουμε το Αληθινό, να εγκαταλείψουμε όλα αυτά τα δημιουργήματα του ανθρώπου που ονομάζουμε θρησκείες και μυστικές διδασκαλίες και να Αναδυθούμε στην Μόνη Αληθινή εμπειρία του Βιώματος. Αυτή είναι η μόνη πραγματική προσέγγιση της Αλήθειας είναι ο Μόνος Δρόμος για να περάσουμε από το όνειρο στην Αληθινή Ζωή, όλοι οι άλλοι δρόμοι είναι αδιέξοδοι. Ακριβώς Εδώ Αρχίζει η Αλήθεια, η Ζωή, η Αιωνιότητα, έξω από τον χρόνο.

Χωρίς το Γιν δε θα υπήρχε το Γιανγκ (και αντίστροφα)

Το σύμβολο του Γιν-Γιανγκ είναι γνώριμο σχεδόν σε όλους μας, καθώς είτε το έχουμε κάπου συναντήσει είτε το διαθέτουμε σε μπρελόκ, σε στάμπες ή και σε τατουάζ. Πριν από κάποια χρόνια ήταν στη μόδα και θα έλεγε κανείς πως είχαμε πάθει ψύχωση μαζί του! Αν ρωτήσει κάποιος μια μερίδα ανθρώπων ποια είναι η σημασία του, η συνηθέστερη απάντηση που θα λάβει είναι «το καλό και το κακό», που είναι πολύ αόριστη μπροστά στην πραγματική του σημασία.

Το Γιν-Γιανγκ αντιπροσωπεύει, κυρίως, τις διαζεύξεις του καλού και του κακού, του φωτός και του σκότους, της ζωής και του θανάτου, αλλά και κάθε άλλο αντιθετικό ζεύγος που σχετίζεται με οποιαδήποτε κατάσταση. Πρεσβεύει πως για να υφίσταται η θετική όψη ενός πράγματος, πρέπει να υφίσταται και αντίστοιχη αρνητική και πως στον καθένα υπάρχουν στοιχεία και του αντιθέτου του. Ανήκει στην κινεζική φιλοσοφία και πιο συγκεκριμένα στη θρησκεία του ταοϊσμού. Πολλοί ταοϊστές φιλόσοφοι υποστήριξαν, επίσης, ότι η θέση του λευκού και του μαύρου εναλλάσσονται∙ δηλαδή, πως το θετικό μπορεί να γίνει αρνητικό και αντίστροφα. Για να γίνει λίγο πιο κατανοητό, θα μπορούσαμε να πούμε πως η θεωρία του Γιν-Γιανγκ ταυτίζεται σ’ έναν βαθμό με την αρχαία ρήση «ουδέν κακόν αμιγές καλού», που συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας, σε συνδυασμό με τον τελεολογικό χαρακτήρα στην ύπαρξη κάθε όντος, που αποδίδει ο δικός μας αρχαίος φιλόσοφος, ο Αριστοτέλης.

Για να καταστεί, όμως, ακόμη πιο σαφές, ας το συσχετίσουμε με τις ερωτικές μας σχέσεις, δίνοντας κάποια παραδείγματα. Ο ενθουσιασμός που νιώθουμε για κάποιον άνθρωπο είναι το Γιν, δηλαδή το θετικό κομμάτι, ενώ το ξενέρωμα που τυγχάνει να επέλθει το Γιανγκ, ήτοι το αρνητικό κομμάτι. Η ερωτική μας επιτυχία είναι το Γιν, ενώ η απογοήτευση το Γιανγκ. Το ξεκίνημα της σχέσης μας είναι το Γιν και το φινάλε της είναι το Γιανγκ. Η αμέριστη προσοχή του συντρόφου μας είναι το Γιν και η αδιαφορία το Γιανγκ. Η αφοσίωση είναι το Γιν, η προδοσία είναι το Γιανγκ. Όλα αυτά υπάρχουν και γνωρίζουμε ότι ενδέχεται να έρθουμε αντιμέτωποι μ’ αυτά, είτε πρόκειται για κάποιο απ’ τα όμορφα, είτε για κάποιο απ’ τα άσχημα.

Όπως φαίνεται λογικό, αν δεν υπήρχε η μία όψη, δε θα γινόταν να υπάρχει η άλλη, και ακόμη και να γινόταν, δε θα είχε την ίδια σημασία ούτε η μεν ούτε η δε. Βέβαια, κάποια φάση απ’ τις παραπάνω, αν και φαινομενικά είναι καλή, μπορεί να λειτουργήσει αρνητικά για εμάς και κάποια αντίστοιχα κακή, μπορεί να λειτουργήσει θετικά. Γι’ αυτό λέγεται πως το Γιν-Γιανγκ κάνει στροφή 180 μοιρών, κι εδώ φαίνεται κι η σχετικότητα των πραγμάτων∙ τα πάντα καθορίζονται απ’ τις περιστάσεις. Οτιδήποτε χαρακτηρίζει μια κατάσταση ή εμάς, δε θα μπορούσε να υφίσταται χωρίς το αντίστοιχο αντίθετό του. Ο λόγος ύπαρξης του ενός εξαρτάται απ’ τον λόγο ύπαρξης του άλλου.

Ακόμα, μια πολύ σημαντική αρχή του ταοϊσμού που συνδέεται άμεσα με το Γιν-Γιανγκ, είναι το Γου-Γουέι και συμβολίζει το πότε καλούμαστε να ενεργούμε και πότε όχι, πότε πρέπει να κάνουμε κάτι, επειδή είναι σημαντικό ή θα λειτουργήσει θετικά, και πότε δε χρειάζεται να κάνουμε τίποτα, διότι δε θα έχει κάποια σημασία ή θα λειτουργήσει αρνητικά.

Συσχετίζοντας κι αυτό με τις ερωτικές μας σχέσεις, θα μπορούσαμε να φέρουμε ως παράδειγμα κάποιες καταστάσεις ή συμπεριφορές, ώστε να αντιληφθούμε καλύτερα τη σημασία του. Το να διατηρούμε μια σχέση που δεν είναι υγιής, επειδή κάποτε ήταν ή έχει γίνει συνήθεια, είναι άσκοπο, καθώς παρά την επιμονή μας δεν πρόκειται να επιστρέψει στην αρχική της κατάσταση. Το να δείχνουμε υπερβολικό ενδιαφέρον, σε σημείο που μπορεί να μεταφραστεί ως εξάρτηση, είναι κάτι που θα τρομάξει και πιθανότατα θα διώξει το ταίρι μας. Αντιθέτως, το να υπάρχει κάποιο πρόβλημα στη σχέση μας και να μην το συζητάμε, είναι κάτι που δεν κάνουμε κι έχει κι αυτό αρνητικό πρόσημο. Το να μη δίνουμε τόση σημασία στις επιθυμίες του ανθρώπου μας ή να μην έχουμε τη διάθεση να τον κατανοήσουμε, επίσης θα επιδράσει αρνητικά στη σχέση μας.

Το Γιν-Γιανγκ έχει απασχολήσει σε μεγάλο βαθμό τη φιλοσοφία, αλλά και άλλους επιστημονικούς κλάδους, όπως η ψυχολογία και η φυσική. Θα συμπεραίναμε πως είναι μια πολύ σύνθετη θεωρία, η οποία όμως θέλει να μας διδάξει με απλά λόγια πως οφείλουμε να είμαστε ευγνώμονες για καθετί που ζούμε και αποτελούμε. Όλα τα αντώνυμα δημιουργούν, συμπληρώνουν, υποστηρίζουν, σχετίζονται και μεταμορφώνουν το ένα τ’ άλλο. Κι όσο για το συγγενές του, το Γου-Γουέι, θέλει να μας δείξει πως δε χρειάζεται να καταβάλλουμε για όλα υπερπροσπάθεια, αλλά να αφήνουμε τη ροή των πραγμάτων να φέρει αυτό που προορίζεται, όταν δε βρίσκεται κάτι υπό τον έλεγχό μας. Ας μην κάνουμε συνέχεια τα απλά, σύνθετα!