Κυριακή 17 Μαΐου 2020

Το πρόβλημα του εκτραχηλισμού της σημερινής νεολαίας

Το δράμα του Βέλγου συγγραφέα Ζοζέ‐Αντρέ Λακούρ «Τα νέα παιδιά» (ο γαλλικός του τίτλος λέγει «Η τάξη των τελειοφοίτων»), θέτει ένα πρόβλημα. Κάτι περισσότερο: προτείνει λύση σ’ ένα πρόβλημα που έχει πολλές φορές απασχολήσει και τον δικό μας και τον ξένο Τύπο, στο πρόβλημα του εκτραχηλισμού της σημερινής νεολαίας. Το φαινόμενο είναι σχεδόν παγκόσμιο και συχνά ‐ πυκνά παρουσιάζεται στις στήλες των εφημερίδων με διάφορες εικόνες και ερμηνείες. Οι περισσότερες εκφράζουν την οργή και την αγανάκτηση των «σοβαρών» ανθρώπων της κοινωνίας για τον κατήφορο που έχουν πάρει σήμερα τα νιάτα: φέρνονται εξωφρενικά, δεν σέβονται κανένα, επιτρέπουν στον εαυτό τους ελευθερίες που έχουν τη σφραγίδα μιας πολύ πρώιμης και αποκρουστικής διαφθοράς κ.ο.κ. Πώς έφτασαν σε τέτοιο βαθμό αυθάδειας και αναισχυντίας οι νέοι της εποχής μας, σε όλες τις «πολιτισμένες» χώρες του παλαιού και του νέου κόσμου; γιατί να μη λειτουργούν μέσα τους οι ηθικές αντιστάσεις, να μην αναχαιτίζει η αγωγή τα ένστικτά τους; που οφείλεται άραγε αυτή η εκτροπή που αγγίζει κάποτε τα όρια της διαστροφής και της εγκληματικότητας;

Η απάντηση του Βέλγου δραματουργού στα ερωτήματά μας είναι πολύ απλή: Αιτία, λέγει, του φαινομένου είναι κατά βάθος η αλγεινή απογοήτευση των νέων ανθρώπων από την κατάρρευση των ειδώλων τους, επομένως ο ξεπεσμός των γονέων τους που για τα παιδιά δεν είναι απλώς αυτοί που τα έφεραν στον κόσμο και προνοούν για τις ανάγκες τους, αλλά στηρίγματα ζωής: εικόνες λατρείας, το καμάρι και η περηφάνεια τους. Κάποτε οι νέοι ανακαλύπτουν (και όταν δεν είναι οι ίδιοι ικανοί για την ανακάλυψη, θα φροντίσουν οι συνάδελφοί τους να τους προσφέρουν αυτή την εκδούλευση από επιπολαιότητα ή κακία) ότι τα λαμπρά εκείνα πρότυπα δεν στέκονται στα υψηλά βάθρα, όπου τα έχει τοποθετήσει η εμπιστοσύνη και η αγάπη τους, αλλά έχουν τη λάμψη μόνο απέξω, ενώ μέσα τους υπάρχει διαφθορά, ψεύδος και υποκρισία. Και τότε ο μικρός ηθικός τους κόσμος εξαρθρώνεται, χάνει τους άξονές του, το ελαφρό οικοδόμημα γκρεμίζεται. Από την απογοήτευση πέφτουν στον κυνισμό, στην αναίδεια, ή στην απελπισία που μπορεί να τους οδηγήσει έως το θάνατο. — Εκεί φτάνει ο ένας από τους τρεις ήρωες του έργου, όταν ακούει από το φίλο του και έπειτα ο ίδιος εξακριβώνει ότι ο στρατηγός πατέρας του, παρά τη φλύαρη μεγαλαυχία του, όχι μόνο δεν είχε διακριθεί στον πόλεμο, αλλά ήταν ένας δειλός που εγκατέλειψε στρατιώτες και συντρόφους και κοίταξε μονάχα πώς να σωθεί. Ο δεύτερος, γιος καθηγητή γυμνασίου, πληγώνεται κάθε φορά πιο βαθιά που βλέπει τους συμμαθητές του να διακωμωδούν με τις φάρσες τους τον αφελή πατέρα του∙ όταν πια μαθαίνει ότι και η μητέρα του με τις ένοχες σχέσεις της εξευτελίζει τον άντρα της, πηγαίνει να σκοτωθεί, αντί όμως να πνιγεί στο ποτάμι, όπως λογάριαζε, πνίγεται στην ακολασία. Ο τρίτος έχει γονείς ένα αγαπημένο ζευγάρι και βρίσκεται με τον πατέρα του (ένα νέο, φίλαθλο, καλόκαρδο άντρα) σε φιλικές, τρυφερές σχέσεις. Αίφνης ανακαλύπτει ότι και το δικό του είδωλο είναι ικανό για πρόστυχες πράξεις∙ τότε γίνεται κυνικός και χύνει το δηλητήριό του που θα φαρμακώσει τον φιλότιμο γιο του ψευτοπαληκαρά στρατηγού. Είναι από τους τρεις ο μόνος που θα διαπλεύσει τη δεινή δοκιμασία χωρίς να ναυαγήσει∙ απεναντίας θα κατορθώσει να «χωνέψει» την πικρή πείρα της μικρής ζωής του και θα συμφιλιωθεί πάλι με τον ταπεινωμένο πατέρα του…

Ίσως μερικοί βρουν πολύ απλή, μονόχορδη και εύκολη, τη λύση που δίνει στο πρόβλημα ο Ζοζέ ‐ Αντρέ Λακούρ μέσα στο «L’ année du bac». Φαινόμενα σαν αυτό που συζητούμε έχουν πολλές και βαθιές αιτίες κοινωνικές, ψυχολογικές, ακόμη και βιολογικές, περιπλεγμένες σ’ ένα πυκνό δίχτυ με ποικίλα μεγέθη, και για να εξηγηθεί πρέπει πάντοτε να εντοπίζει κανείς το πρόβλημα, να το βλέπει μέσα στις συντεταγμένες που παρουσιάζει η κάθε γεωγραφική και εθνική, ακόμη και η κάθε ατομική περίπτωση. Οπωσδήποτε όμως οφείλομε ν’ αναγνωρίσομε ότι ο Βέλγος δραματουργός αγγίζει με το έργο του ένα πραγματικά νευραλγικό σημείο του Digitized by 10uk1s θέματος: την ευθύνη των μεγάλων στις εκτροπές των μικρών, και από την άποψη αυτή η εικόνα του έχει πολύ ενδιαφέρον, δραματικό, και ηθικό ταυτόχρονα. Εάν μάλιστα απλώσομε και βαθύνομε την έννοια του ειδώλου περισσότερο από κείνον, περιλάβομε δηλαδή μέσα της όχι μόνο τους γονείς (κατά προτίμηση τον πατέρα που υποσυνείδητα και συνειδητά αποτελεί για το παιδί τον «κανόνα», την ηγετική μορφή, την ενσάρκωση, των έγκυρων αξιών), αλλά ολόκληρη τη γενεά των ενηλίκων, αυτούς που ως σύνολο αντιπροσωπεύουν το οικονομικό, πολιτικό και πνευματικό «παρόν» της κοινωνίας και παίζουν αποφασιστικό ρόλο στη ζωή της, τότε η υπόθεση του θεατρικού συγγραφέα μας πλησιάζει με πολύ μεγάλη προσέγγιση την ορθή λύση του προβλήματος. Για τον εκτροχιασμό της νέας γενεάς αιτία είναι κατά ένα πολύ μεγάλο ποσοστό η ηθική έκπτωση της παλαιότερης, της δικής μας γενεάς∙ αυτή είναι ίσως η οδυνηρή αλλά και αναμφισβήτητη αλήθεια. Μας ενοχλεί όταν την ακούμε, μας εξοργίζει — ακριβώς επειδή η αλήθεια μάς πληγώνει. Τα παιδιά μας είναι τέτοια που είναι, γιατί εμείς είμαστε αυτοί που είμαστε. Γέννημα και θρέμμα μας, αποτελούν συνέχειά μας, εικόνα και ομοίωσή μας — έως την ώρα που θα σταθούν στα δικά τους πόδια και θα αποκτήσουν (εάν και όσο αποκτήσουν) την αυθυπαρξία τους. Αλλά και τότε κάτι από μας έχει περάσει και κατακαθίσει μέσα τους: γιατί τον εαυτό του τον φτιάχνει ο νέος είτε μαζί μας είτε εναντίον μας, πάντως με τη σύμπραξη ή την αντίπραξή του προς τους ηλικιωμένους.

Αμείλικτοι στην αυστηρότητά μας, όταν κρίνομε τα σημερινά νιάτα, δεν αναλογιζόμαστε πόσο υπεύθυνοι είμαστε για τα σφάλματά της. Όχι πάντοτε ο καθένας μας χωριστά (γιατί εξακολουθούν ευτυχώς να υπάρχουν στην κοινωνία μας πολλές οικογένειες που δεν παρουσιάζουν τη θλιβερή αποσύνθεση των προτύπων του Λακούρ), αλλά οπωσδήποτε όλοι μαζί. Η γενεά που ωρίμασε στα δίσεχτα χρόνια του τελευταίου πολέμου, η γενεά η δική μας, περνάει (αυτό όλοι το λέγουν και το αναγνωρίζουν) μια βαθιά ηθική κρίση. Το ψεύδος, η υποκρισία και η διαφθορά την έχουν διαβρώσει. Εκακούργησε στους πολέμους (και κακουργεί ακόμη) όσο καμιά άλλη∙ προσκύνησε (και προσκυνεί ακόμη) το ταπεινό συμφέρον με πρωτοφανή αναισχυντία∙ και για την αγνότητα των ηθών της όχι μόνο δεν υπερηφανεύεται, αλλά και ντρέπεται να μιλήσει η ίδια. Παράλληλα, επιμένει να παίζει τον ήρωα και να κηρύττει στους νέους με στόμφο την πίστη, την ευπρέπεια, την αρετή. Έχει την αφέλεια να νομίζει ότι, καθαρός καθώς είναι στην καρδιά ο νέος, θα συγκινηθεί από τα λόγια της και θα θεωρήσει ιερές και απαρασάλευτες τις υποθήκες της.

Το παιδί όμως είναι πολύ πιο έξυπνο απ’ ό,τι το φανταζόμαστε. Στην αρχή υπακούει από σεβασμό και από το θαυμασμό που μας έχει, μας βλέπει όχι όπως είμαστε, αλλά όπως εκείνο μας έχει σχηματίσει μέσα στην αγάπη και στην προσδοκία του. Έπειτα σιγά ‐ σιγά ή ξαφνικά ανακαλύπτει ότι αυτό που δείχνομε δεν είναι το πρόσωπο, αλλά το προσωπείο μας. Ότι την αρετή τη ζητούμε από τους άλλους, όχι από τον εαυτό μας∙ τον αυτοσεβασμό τον διδάσκομε, δεν τον ασκούμε∙ υμνούμε την αλήθεια, αλλά νόμος μας είναι το ψεύδος. Πώς μπορεί πλέον να πιστεύει στις «αξίες» που εμείς τις προδίνομε; Δικές του δεν έχει ακόμη νομοθετήσει∙ έχει αποδεχτεί τις δικές μας — πώς θα το κατηγορήσομε ότι τις περιφρονεί, όταν εμείς οι «ώριμοι», οι «στερεοί», οι «σοβαροί» δεν τις σεβόμαστε;

Ο νέος έχει ανάγκη από είδωλα, και είδωλά του είμαστε μεις, οι γονείς, οι δάσκαλοι, οι κυβερνήτες, οι λόγιοι που τους ακούει και τους διαβάζει. Όταν τα είδωλά του γκρεμιστούν και διαλυθούν μέσα στην ανυποληψία, κάτι βαθύ και μεγάλο μέσα του καταρρέει. Και επειδή πολύ λίγο γνωρίζει ακόμη τον άνθρωπο και λιγότερο ακόμη μπορεί να εξηγήσει τις αδυναμίες και τα λάθη του, ο κλονισμός που του δίνει η οδυνηρή διάψευση, η απογοήτευση και η αηδία, τον συντρίβει. Υπάρχουν βέβαια οι συνεσταλμένοι και οι άτολμοι νέοι∙ αυτοί μηρυκάζουν κρυφά την πίκρα τους και μένουν στην τροχιά που τους έβαλαν. Πολλοί όμως μέσα στην παραζάλη χάνουν τον έλεγχο και αφήνονται στον κατήφορο. Ευτυχώς που μερικοί κατορθώνουν και υπερνικούν, με θυσίες έστω, την κρίση∙ είναι εκείνοι που (όπως ο τρίτος ήρωας του έργου) θα μπορέσουν να ξανατοποθετήσουν πρόσωπα και πράγματα, όχι όπως τους έμαθαν να τα βάζουν ή όπως η προσδοκία τους τα ήθελε, αλλά σύμφωνα με τις Digitized by 10uk1s πραγματικές τους διαστάσεις. Τότε και ο άνθρωπος εξηγείται με τις σκιές του και η αρετή σώζεται με ανέπαφη την ομορφιά της. — Δύσκολα φτάνουν σ’ αυτή τη λύση οι νέοι, εάν δεν καθοδηγηθούν με αγάπη και γνώση από τους μεγαλύτερους. Μέσα στο δράμα του Λακούρ βοηθούν τον τρίτο νέο να βρει το σωστό δρόμο η μητέρα με την τρυφερότητα και την εγκαρτέρησή της, και ο πατέρας με την ταπεινοσύνη και την εγκαρδιότητά του. Λαμπρά μάθημα σε όσους ανατρέφουν παιδιά∙ δεν ωφελεί να παίζομε μπροστά τους θέατρο, γιατί τίποτα δεν αποστρέφονται περισσότερο από την υποκρισία — την αλήθεια ζητούν από μας, για να την τιμήσουν.

Δεν κάνω τίποτα

Θα ήταν απολύτως εύλογο, τώρα, να προβάλει κάποιος την ακόλουθη ένσταση: εάν στην προσπάθειά μου να εντοπίσω έναν πρόσφορο παράγοντα, έστω σε εμβρυώδη μορφή, δεν βρω τίποτα, τότε τι κάνω; Τι κάνω όταν δεν έχω να πιαστώ από πουθενά, όταν δεν υπάρχει ούτε ένας ελάχιστος ευνοϊκός παράγοντας στον οποίο να αφεθώ;

Απάντηση: δεν κάνω τίποτα. Διότι, προφανώς, εάν κάνω κάτι, όχι μόνο μπαίνω σε κίνδυνο, αλλά οδεύω κατευθείαν προς τον χαμό μου. Ο χαμός αυτός μπορεί να ’ναι όμορφος, τραγικός, ηρωικός δεν θα είναι, όμως, αποτελεσματικός. Εάν, καθώς προβαίνετε σε μια αξιολόγηση του δυναμικού της κατάστασης, δεν εντοπίζετε κανένα ευνοϊκό στοιχείο που να μπορούσατε να το αξιοποιήσετε, τότε περιμένετε. Διότι γνωρίζετε πως ο κόσμος δεν σταματά να ανανεώνεται, ότι η κατάσταση στην οποία βρίσκεστε θα μεταμορφωθεί και αναπόφευκτα θ’ αναδείξει νέα ενδεχόμενα στα οποία θα μπορέσετε αργότερα να στηριχτείτε.

Περιμένοντας, αποσύρομαι, προστατεύομαι, αφήνω την κακή συγκυρία να περάσει. Στο αρχαιότερο κείμενο της κινεζικής γραμματείας, το Βιβλίο των Ωδών, σύγχρονο της Ιλιάδας, λέγεται: «Εάν ο κόσμος είναι σε τάξη, μπορούμε να συμμετάσχουμε σε αυτόν· εάν είναι σε αταξία, πρέπει να γίνουμε ανεκτοί». Όταν γράφεται σε μια εφημερίδα πως ο τάδε πολιτικός αποσύρθηκε στην εξοχή ή ότι δήλωσε ασθενής, τότε ναι μεν ενδέχεται να είναι όντως άρρωστος ή να πήγε διακοπές, αλλά το πιο σύνηθες είναι ότι αποσύρθηκε επειδή αισθάνθηκε ότι πλέον τίποτα δεν τον ευνοεί: κάνει στην άκρη και περιμένει τα πράγματα «να περάσουν», γιατί γνωρίζει ότι η κατάσταση θα αλλάξει — γιατί κάθε κατάσταση αλλάζει. Και τότε θα ξαναεμφανιστεί κάποια δυναμική που θα τον ευνοεί.

Το τέλειωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας

Υπάρχει πολλή θλίψη στη ζωή μας και δεν ξέρουμε πώς να της δώσουμε ένα τέλος. Το τελείωμα της θλίψης είναι η αρχή της σοφίας. Αν δε γνωρίζουμε τι είναι η θλίψη, αν δεν καταλάβουμε τη φύση και τη δομή της, δε θα γνωρίσουμε τι είναι η αγάπη.

Όταν ο άντρας λέει στη γυναίκα του ότι την αγαπά, ενώ την ίδια στιγμή είναι φιλόδοξος, αυτή η αγάπη έχει κανένα νόημα; Μπορεί ένας φιλόδοξος άνθρωπος ν’ αγαπήσει;

Μπορεί ένας ανταγωνιστικός άνθρωπος ν’ αγαπήσει; Κι όμως, μιλάμε γι’ αγάπη, για τρυφερότητα, για το τελείωμα του πολέμου, τη στιγμή που είμαστε ανταγωνιστικοί, φιλόδοξοι, τη στιγμή που αναζητάμε τη δική μας προσωπική επιτυχία, πρόοδο, κ.λ.π.

Όλ’ αυτά φέρνουν θλίψη. Μπορεί να τελειώσει η θλίψη; Μπορεί να πάρει ένα τέλος όταν καταλαβαίνετε τον εαυτό σας που, πραγματικά, είναι «αυτό που είναι». Τότε καταλαβαίνετε γιατί έχετε θλίψη, είτε αυτή η θλίψη είναι αυτολύπηση ή φόβος μη μείνετε μόνος ή η κενότητα της ζωής σας ή η θλίψη που έρχεται όταν εξαρτάστε από κάποιον άλλον.

Κι όλ’ αυτά είναι μέρος της ζωής μας.

JOHN STUART MILL

Ένας από τους κορυφαίους Άγγλους φιλοσόφους, κοινωνιολόγους και οικονομολόγους της εποχής του ήταν ο John Stuart Mill (Λονδίνο 1806 –Αβινιόν 1873), του οποίου οι απόψεις άσκησαν μεγάλη επιρροή στην πολιτική και φιλοσοφική σκέψη της εποχής του. Ήταν θεμελιωτής της φιλελεύθερης κλασικής παράδοσης του 19ου αιώνα, και προσπάθησε να καταστήσει τη λογική ως επιστήμη της αλήθειας.

Ο Mill ασπάστηκε την ωφελιμιστική θεωρία του Ιερεμία Μπένθαμ, την οποία ανανέωσε με τις δικές του ιδέες. Πολιτεύτηκε με το κόμμα των φιλελευθέρων και το 1865 μπήκε στην βουλή των κοινοτήτων. Ήταν υποστηρικτής της ισότητας των δύο φύλων, της εκπαίδευσης και υπέρμαχος της ελευθερίας, θέμα με το οποίο θα ασχοληθούμε στην παρούσα εργασία διεξοδικά.

Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα σημειώθηκε στο σύγχρονο κόσμο μια σημαντική μεταβολή που επηρέασε τη μορφή του, τη σύστασή του και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων καθοριστικά. Η Γαλλική επανάσταση και οι Ναπολεόντειοι πόλεμοι έληξαν (1815). Στη Βρετανία η περίοδος που ακολουθεί είναι περίοδος χωρίς πολεμικές αναταραχές και έτσι η χώρα οδηγείται σε οικονομική ανάπτυξη. Ήταν η εποχή κατά την οποία σημειώθηκε η βιομηχανική επανάσταση αρχικά στην Αγγλία και έπειτα σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η βιομηχανική παραγωγή οργανώθηκε εξαιτίας των εργοστασιακών συστημάτων παραγωγής και της τεχνολογικής ανάπτυξης.

Έντονη ήταν και η επιθυμία κάποιων ισχυρών χωρών, όπως η Μεγάλη Βρετανία, να επεκταθούν οικονομικά και εδαφικά ιδρύοντας αποικίες ανά τον κόσμο. Η πολιτική του αποικιακού επεκτατισμού συνέβαλε στην οικονομική ανάπτυξη των χωρών, καθώς και στην ευημερία της εργατικής τάξης. Αυτά τα γεγονότα δεν είχαν επηρεάσει μόνο την John Stuart Mill – John Rawls οικονομία των ευρωπαϊκών χωρών, αλλά επέφεραν και πολύ μεγάλες κοινωνικές μεταβολές.

Ο Mill παρατηρώντας αυτήν την ταραχώδη πολιτική κατάσταση τόσο στην Ευρώπη, αλλά κυρίως στη χώρα του, την Αγγλία, έγραψε ένα έργο, ίσως το πιο σπουδαίο εγχειρίδιο γύρω από το ζήτημα της ελευθερίας το “On Liberty”, στο οποίο υπερασπιζόταν σθεναρά το φιλελευθερισμό, ενώ παράλληλα προσπάθησε να θωρακίσει τις αρχές εκείνες στις οποίες θεμελιωνόταν. Σημαντικός παράγοντας επιρροής των αντιλήψεών του υπήρξε η γυναίκα του Harriet Taylor, με τη βοήθεια της οποίας δόθηκε ώθηση στη σκέψη του και ορμή στο συγγραφικό του έργο. Αξιοσημείωτο είναι να αναφερθούμε στον τρόπο ανατροφής του Mill και στα βιώματα που είχε στην παιδική και εφηβική του ηλικία, τα οποία επηρέασαν καθοριστικά τον τρόπο σκέψης του, δίπλα στον επίσης οικονομολόγο και ωφελιμιστή φιλόσοφο πατέρα του, James Mill.

Ο τελευταίος θέλοντας να εξετάσει αν και πόσο θα μπορούσε να αντέξει ένα παιδί μεγαλώνοντας και κατακτώντας σε ελάχιστο χρόνο τις γνώσεις ενός ενήλικα απομακρυσμένο από την ανεμελιά της παιδικής του ηλικίας επεχείρησε ένα ψυχολογικό πείραμα στο μικρό του γιο. Ο μικρός Mill έγινε παιδί – θαύμα.

Σε ηλικία τριών ετών άρχισε να μελετά ελληνικά και στα οχτώ λατινικά. Στα δεκατέσσερά του χρόνια κατείχε σημαντικές γνώσεις στους περισσότερους κλασικούς συγγραφείς, ενώ διέθετε και ικανότητες στην Άλγεβρα, τη Γεωμετρία και την Ιστορία. Την ευχαρίστηση ο Mill δεν την έβρισκε στα παιχνίδια, όπως τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του, αλλά στις πολύωρες βόλτες και συζητήσεις με τον πατέρα του.

Η μόρφωση του John Mill ήταν καθαρά υπόθεση του πατέρα του, ο οποίος φρόντισε ο γιος του να μεγαλώσει σε ένα περιβάλλον με πλούσια πνευματικά ερεθίσματα, αλλά φτωχό σε συναναστροφές με τους συνομηλίκους του. Ο Mill μάλιστα είχε παραδεχτεί ότι «τα John Stuart Mill – John Rawls συναισθήματά του λιμοκτονούσαν, ενώ το μυαλό του εξελίχθηκε με βίαιο τρόπο σε ατροφικό». Τα βιώματά του άσκησαν καταλυτική επίδραση στο έργο του. Ο πατέρας του ποτέ δεν του προσέφερε έτοιμη γνώση και απαντήσεις. Ο μικρός Mill έπρεπε μόνος του να αυτενεργήσει και να εξασκήσει το μυαλό του για να λύσει τα ̈αινίγματα ̈ με τα οποία ο πατέρας του συνεχώς τον προβλημάτιζε. Στο πρώτο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του ο ίδιος αναφέρει ότι εξαιτίας της μεθόδου του πατέρα του εξάσκησε την αντίληψη και τη σκέψη του προκειμένου να αντεπεξέλθει σ ́ αυτήν την υπερπροσπάθεια και αυτό ήταν που τον βοήθησε να γίνει σήμερα ένας σπουδαίος στοχαστής.

Αναφέρει όμως ότι αυτή η εκπαίδευση λειτούργησε και ως κατάρα, αφού αυτή η συσσωρευμένη πίεση στις αδύναμες πλάτες ενός παιδιού και αργότερα εφήβου οδήγησε σε έκρηξη.

Στο κεφάλαιο της αυτοβιογραφίας του που έχει τον τίτλο «Μία κρίση στην ιστορία της σκέψης μου» αναφέρεται στην κατάθλιψη που βίωσε, όταν ήταν είκοσι ετών. Περιγράφει τη λύπη και τη μοναξιά την οποία ένιωθε και την αδιαφορία που είχε αρχίσει να τον καταβάλει για τη ζωή και τους ανθρώπους. Γράφει χαρακτηριστικά: « Ένιωθα προσαραγμένος στην αρχή του ταξιδιού μου με ένα εξαιρετικά καλά εξοπλισμένο πλοίο (ιστιοφόρο) και με το πηδάλιό μου, αλλά χωρίς πανί…». Του έλειπε το πανί, δηλαδή η ορμή και η επιθυμία για ζωή και ας είχε όλα τα εφόδια, δηλαδή τη μόρφωση και την παιδεία, που του ήταν απαραίτητα για να ζήσει. Η ματαιότητα αυτή που τον είχε καταβάλει, έγινε ξαφνικά ελπίδα, καθώς διάβαζε το έργο του Μαρμοντό «Αναμνήσεις». Τότε ήταν που για πρώτη φορά συνέλαβε τον εαυτό του να συγκινείται. Τότε ήταν που κατάλαβε ότι ο συναισθηματικός του κόσμος δεν είχε απονεκρωθεί ολότελα και ότι η θλιβερή ψυχολογική του κατάσταση θα μπορούσε να ανατραπεί, αν ανακτούσε την επιθυμία για ζωή.

John Stuart Mill – John Rawls

Ο Mill κατάφερε να μην λυγίσει, αλλά να μετατρέψει όλη αυτήν την καταπίεση σε σθένος, που βρήκε αντίκτυπο και στον τρόπο σκέψης του, αλλά και στο συγγραφικό του έργο : «Αν θέσεις έναν άλλο στόχο και δώσεις όλη σου την ενέργεια σ’ αυτόν, θα εισπνεύσεις όλη την ευτυχία στον αέρα που αναπνέεις χωρίς να το επιδιώκεις μανιωδώς».

Αποτέλεσμα αυτής της κρίσης ήταν να του δημιουργηθεί μια νέα αντίληψη για την ευτυχία από αυτή που είχε ως τώρα. Θεωρούσε ότι η ευτυχία δεν είναι αγαθό μετρήσιμο ποσοτικά, αλλά κάτι πολύ σύνθετο, όπως ακριβώς και η φύση του ανθρώπου. Υποστήριζε πως δεν πρέπει να θεωρούμε την ευτυχία αυτοσκοπό, επειδή η κατάκτησή της θα επέλθει με το να ζούμε την ίδια τη ζωή και να απολαμβάνουμε τις χαρές της.

Προτεραιότητα στη ζωή των ανθρώπων πρέπει να έχει η πνευματική εσωτερική τους καλλιέργεια, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της παιδείας και της κάθε μορφής τέχνης. Καταλήγει στην ανάγκη της πνευματικής και συναισθηματικής τροφής βγάζοντας συμπεράσματα από την προσωπική του εμπειρία. Έτσι καλλιεργείται η ευαισθησία του, που τόσο πολύ απουσίαζε από τα δικά παιδικά και νεανικά του χρόνια.

E. Levinas: περί της φιλοσοφίας του προσώπου

Emmanuel Levinas: 1906-1995

Η ετερότητα του άλλου ανθρώπου

§1

     Ι. Ο Λεβινάς μας εξοικειώνει με μια νέα σκέψη γύρω από την ηθική, τη μεταφυσική, την αγιότητα, τη δοκιμασία του ανθρώπου ως άλλου, που είναι παρών σε κάθε στιγμή μας, άρα και τη δοκιμασία της κάθε στιγμής. Έλκει την καταγωγή του από τη Λιθουανία αλλά πολιτογραφήθηκε Γάλλος πολίτης το 1930/1. Aνήκει στη χορεία εκείνων των φιλοσόφων, που έχουν για φιλοσοφικό τόπο τη Γαλλία και έχουν αναπτύξει τη σκέψη τους υπό την επίδραση των θυελλωδών ρευμάτων της φιλοσοφίας εκείνης της πολυτάραχης περιόδου του μεσοπολέμου και μετά. Κυρίαρχο γνώρισμα της γαλλικής φιλοσοφίας, κατά την περίοδο συγκρότησης της λεβινασικής σκέψης, είναι, μεταξύ άλλων, και το ενδιαφέρον της για μια ορθολογιστικά προσανατολισμένη Φαινομενολογία. Ο Λεβινάς, μαθητής ο ίδιος του Χούσερλ και του Χάιντεγκερ, με τα πρώτα του ακόμη κείμενα συνέβαλε ουσιωδώς στη γνωριμία του γαλλικού κοινού με τη Φαινομενολογία του Χούσερλ.

     ΙΙ. Ήταν η ίδια περίπου περίοδος, που ανανεώθηκε το ενδιαφέρον των Γάλλων και για τη φιλοσοφία του Χέγκελ, ιδιαίτερα για τη Φαινομενολογία του πνεύματος. Έναν πρώτο αποφασιστικό ρόλο, σ’ αυτή τη διάδοση της εγελιανής Φαινομενολογίας, έπαιξε ο Κοζέβ (Kojève) με τις γνωστές διαλέξεις του (1933-1939). Παράλληλα, πρέπει να αναφέρεται, ξανά και ξανά, η ανεκτίμητη συμβολή του Jean Hyppolite (1907-1968) για τη διάδοση της εγελιανής φιλοσοφίας και δη της Φαινομενολογίας του πνεύματος, με την ανεπανάληπτη μετάφραση του εν λόγω έργου στα γαλλικά και τον μνημειώδη, αναντικατάστατο έως σήμερα σχολιασμό του. Υπό τους ήχους και τους απόηχους όλων αυτών ‒αλλά και άλλων εξίσου σημαντικών‒ πνευματικών/φιλοσοφικών κινημάτων ο Λεβινάς παράγει ένα σπουδαίο ποιοτικά έργο, αν και ποσοτικά περιορισμένο, με κυρίαρχο την ανανέωση της φιλοσοφικής σκέψης, έτσι ώστε η ζωή να λάβει ένα βαθύτερο νόημα.

§2

     Ι. Ο Γάλλος φιλόσοφος αναλαμβάνει, όπως ο Χάιντεγκερ, μια μεγάλης κλίμακας προσπάθεια να σκεφτεί το έως τώρα άσκεπτο. Προς αυτή την κατεύθυνση ανάγει σε καθοδηγητικό κέντρο της συνολικής του σκέψης τη μεταφυσική ως ηθική: πώς σκέπτεται την ηθική και το ηθικό στοιχείο; Σύμφωνα με τις επ-εξηγήσεις του ίδιου του φιλοσόφου δεν πρόκειται για την παραδοσιακή κανονιστική ηθική, αλλά για εκείνα τα ηθικά προτάγματα που συνδέονται με το Άγιο, με την αγιότητα του αγίου. Η βάση μια τέτοιας αγιότητας δεν αναζητείται θεμελιωδώς μέσα στη θρησκεία, αλλά στην ετερότητα του άλλου ανθρώπου. Το Εγώ, το υποκείμενο, δεν είναι ένας απρόσωπος Λόγος ή πνεύμα πριν από την κοινωνία, αλλ’ όμως για την κοινωνία, παρά ο εμπρόσωπος Λόγος ή το πνεύμα, τουτέστιν εκείνος που καθιδρύει μέσα στον άνθρωπο ένα Εγώ, ικανό να συνυπάρχει με το άλλο Εγώ. Το οντολογικό γεγονός που προορίζεται να εκπληρώσει η φιλοσοφία είναι να μετ-ουσιωθεί η ετερότητα του Άλλου και κάθε Άλλου, να υπερβαθεί κάθε βία του Είναι, κάθε σύνορο ανάμεσα στο Εγώ και το Άλλο.

     ΙΙ. Μια τέτοια συνύπαρξη δεν μπορεί να υπάρχει παρά ως συνύπαρξη προσώπων: η ύπαρξη του ανθρώπου πνέει εν ελευθερία, ουσιωδώς, ως διαπροσωπική σχέση. Κατ’ αυτήν τη σχέση, το ανθρώπινο υποκείμενο γίνεται συγκεκριμένο, διυποκειμενικό: θεάται τον άλλο και τον διατηρεί στη θέα του. Ετούτη η πράξη της θέας/θέασης είναι πράξη φανέρωσης, με κύρια χαρακτηριστικά τη δικαιοσύνη και την υπευθυνότητα. Κατ’ αυτό τον τρόπο, η ηθική αποβάλλει κάθε ‒λανθάνοντα ή μη‒ θεολογικό χαρακτήρα, γιατί τώρα έχει προορισμό να υπάρχει εντός του κόσμου, συνυφαίνεται με το πεπρωμένο του ανθρώπου. Είναι ακριβώς αυτό το πεπρωμένο, που μας επιτρέπει, μας επιβάλλει να καθιδρύουμε την προτεραιότητα της ατομικής μας ύπαρξης ως φανέρωση του Άλλου. Η πράξη έτσι της φανέρωσης του άλλου γίνεται ουσιαστική, μέσα στον κόσμο, στην κοινωνία, στην πολιτισμική μας πορεία, ως οδοιπορία του εαυτού μας μαζί με τον άλλο, κατ’ επέκταση ως φανέρωση του ίδιου του εαυτού μας. Φανέρωση του άλλου ανθρώπου και φανέρωση του εαυτού, αποφαίνεται ο Λεβινάς, υπαγορεύουν, με τη σειρά τους, αυτό που πρέπει να είμαστε και να πράττουμε.

§3

     Ι. Σε επίπεδο θεωρητικής φιλοσοφίας δεν υπάρχει ανθρώπινη οντολογία που να μην είναι, από τη φύση της, κοινωνική και τούτο σε συνάρτηση με το γεγονός ότι δεν υπάρχει Εαυτός χωρίς τον Άλλο. Γι’ αυτό και κάθε λόγος περί του Εαυτού έχει νόημα, όταν ο τελευταίος συζητείται ως συνυφασμένος με τον πραγματικό κόσμο. Δεν υπάρχει Εαυτός, ανθρώπινο υποκείμενο, που να ενεργεί μονομερώς στον κόσμο, σαν να πρόκειται για μια εντελώς αυτόνομη οντότητα έξω από τον κόσμο. Απεναντίας, ο εαυτός είναι υποκείμενο σε σχέση με ένα αντικείμενο, σε σχέση με τον άλλο, μέσα από τους δεσμούς του με τον άλλο. Ως Dasein, συνακόλουθα, διαμορφώνεται και υπάρχει στη ζωή μέσα από το άνοιγμά του στον κόσμο· ένα άνοιγμα που δεν είναι πάντα ανώδυνο, καθώς είναι επιρρεπές σε δοκιμασία. Η δοκιμασία, όπως την εννοεί ο Λεβινάς, είναι μια καθοριστική και πολύμορφη δοκιμασία, που έχει συγκαλυφτεί από το σύνολο της δυτικής φιλοσοφίας καθώς και από τον αυθαίρετο εγωισμό του Εγώ.

     ΙΙ. Όταν επομένως κάνει λόγο για ηθική ο Γάλλος φιλόσοφος, ουσιαστικά μας παραπέμπει σε μια τέτοια δοκιμασία, κατά την οποία η υποκειμενικότητα συλλαμβάνεται, κατανοείται μέσα από την παρουσία του Άλλου και ως εκ τούτου εμπλέκεται σε μια ηθική σχέση με το Άλλο, με τον άλλο άνθρωπο, ήδη από την αρχή, προτού ακόμα αναπτύξει την ικανότητα να διακρίνει το ορθό από το ψευδές, το αρνητικό από το θετικό. Η κατανόηση συνεπώς της υποκειμενικότητας παραπέμπει στην εγγύτητα του Άλλου. Πώς κατανοείται τούτη η εγγύτητα; Σε κάθε περίπτωση όχι με το κοινό νόημα της γνώριμης σχέσης ενός υποκειμένου με έναν άλλο άνθρωπο, δηλαδή με κάποιον άλλο γνωστό μου· όχι με το νόημα της γνωσιακής σχέσης, για την οποία κάνει λόγο η παραδοσιακή φιλοσοφία, μεταξύ ενός υποκειμένου και ενός αντικειμένου γνώσης, ακόμη κι ανθρώπινου αντικειμένου γνώσης παρά με το νόημα ότι το υποκείμενο συνδέεται με τον άλλο υπό έναν δεσμό ευθύνης: ο άλλος έρχεται κοντά μου ως τέτοιος, στο μέτρο που Εγώ ως ον νιώθω υπεύθυνος γι’ αυτόν· με άλλα λόγια, η παρουσία μου ως όντος έχει τον χαρακτήρα της ευθύνης που έχω για την υπευθυνότητα του άλλου, ανεξάρτητα από το πώς και από το εάν υποδέχεται ή αποδέχεται ο άλλος αυτή την ευθύνη.

§4

     Ι. Μια τέτοια δοκιμασία δείχνει τον καθοριστικό ρόλο, που παίζει η φαινομενολογία, ήτοι μετα-φαινομενολογία του Levinas στη διαμόρφωση της σύγχρονης ηθικής σκέψης: εκκινεί από την ηθική για να πάει στην οντολογία και όχι αντίθετα, καθώς είναι η ίδια η ηθική κι ακόμη το άγιο, η αγιότητα του αγίου, που μας διανοίγει σε μια οντολογική κινητοποίηση, προκειμένου να βρίσκει η ανθρώπινη ύπαρξη τον κατάλληλο χώρο μέσα στον κόσμο και να μην αφήνεται να ζει μέσα στην αλλοτρίωση της ταυτότητάς της. Το ζητούμενο ιστορικά, για τον Λεβινάς, τοποθετείται σε μια εσχατολογική συσχέτιση με το Είναι, σε μια εσχατολογία της μεσσιανικής ειρήνης:

«Ιστορικά, η ηθική θα αντιταχθεί στην πολιτική και θα έχει ξεπεράσει τις λειτουργίες της φρόνησης ή τους κανόνες του ωραίου, για να διεκδικήσει για τον εαυτό της να είναι ανυπόθετη, δηλ. να μην υπόκειται σε όρους, και οικουμενική, όταν η εσχατολογία της μεσσιανικής ειρήνης θα έχει επιβληθεί στην οντολογία του πολέμου»[1].

     ΙΙ. Όλοι μιλούν για την ειρήνη και μάλιστα στο όνομα μιας ψευδούς ολότητας, υπό την κυριαρχία της οποίας, ας πούμε, ως κράτους τα άτομα υποχρεώνονται να διεκδικούν την κατάφασή τους πάντα με αγωνία που εγγίζει τα όρια μιας πολεμικής σχέσης του Εγώ με το Άλλο, με τον άλλο άνθρωπο. Συμβαίνει πράγματι, τίποτα, ακόμη ούτε κι ο θάνατος, να μην μπορεί να ανακόψει το Εγώ να βεβαιώνει την ύπαρξή του και όχι σπάνια υπό τη μορφή ενοχής έναντι του άλλου, με το νόημα ότι ο πόλεμος για την επιβίωσή του ως Εγώ εκθέτει σε κίνδυνο την επιβίωση του άλλου. Το γεγονός και μόνο ότι το Εγώ αγωνιά θεμελιωδώς για την κατάφαση της ατομικής του ύπαρξης ομιλεί τη γλώσσα της διακινδύνευσης μιας άλλης ύπαρξης:

«H “ύπαρξή μου στον κόσμο”, η “θέση μου υπό τον ήλιο”, η εστία μου – δεν είναι σφετερισμός των τόπων/θέσεων που ανήκουν στον άλλο άνθρωπο που έχει ήδη καταπιεστεί ή έχει καταδικαστεί σε λιμοκτονία από μένα; Ας παραθέσουμε ξανά τον Pascal: “Aυτή είναι η θέση μου υπό τον ήλιο”. Ιδού η απαρχή και το πρωτότυπο της σφετερισμού πάνω σε όλη τη γη. Φόβο για όλη τη βία και τη δολοφονία της ύπαρξής μου, παρά την εκ προθέσεως και συνειδητή της αθωότητα, μπορεί να επιφέρει… Ένας φόβος που έρχεται σε μένα από το πρόσωπο του άλλου ανθρώπου».[2]

Εάν επομένως η σύγχρονη πραγματικότητα του ανθρώπου χαρακτηρίζεται, σύμφωνα με τον Λεβινάς, από την ως άνω μνημονευθείσα ωμότητα των οντολογικής υφής σχέσεων, το κύριο ζητούμενο είναι: η θεμελίωση μια ηθικά προσανατολισμένης ή συγκροτημένης μεταφυσικής του απείρου, της πεπερασμένης απειρότητας, έτσι ώστε τα ανθρώπινα όντα να μπορούν να βρουν τη λαλιά τους, να ανακαλύψουν την ικανότητα να ομιλούν και να σκέπτονται. Τότε δεν θα παραδίδουν την πνοή τους μέσα στην ανωνυμία της ιστορίας.
----------------------------
[1] Emmanuel Levinas: Totalité et infiniti, σ. 9
[2] Emmanuel Levinas: Entre Nous: on thinking-of-the-other, σ. 130.

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (27.1-27.16) - ΟΨΙΜΑΘΙΑΣ

ΚΖ'. ΟΨΙΜΑΘΙΑΣ


[27.1] [Ἡ δὲ ὀψιμαθία φιλοπονία δόξειεν ἂν εἶναι ὑπὲρ τὴν ἡλικίαν,]
[27.2] ὁ δὲ ὀψιμαθὴς τοιοῦτός τις, οἷος ῥήσεις μανθάνειν ἑξήκοντα ἔτη γεγονὼς καὶ ταύτας λέγων παρὰ πότον ἐπιλανθάνεσθαι.
[27.3] καὶ παρὰ τοῦ ὑοῦ μανθάνειν τὸ «Ἐπὶ δόρυ» καὶ «Ἐπ᾽ ἀσπίδα» καὶ «Ἐπ᾽ οὐράν».
[27.4] καὶ εἰς ἡρῷα συμβάλλεσθαι τοῖς μειρακίοις ‹καὶ› λαμπάδα τρέχειν.
[27.5] ἀμέλει δὲ κἄν που κληθῇ εἰς Ἡράκλειον, ῥίψας τὸ ἱμάτιον τὸν βοῦν αἴρεσθαι, ἵνα τραχηλίσῃ.
[27.6] καὶ προσανατρίβεσθαι εἰσιὼν εἰς τὰς παλαίστρας.

[27.7] καὶ ἐν τοῖς θαύμασι τρία ἢ τέτταρα πληρώματα ὑπομένειν τὰ ᾄσματα ἐκμανθάνων.
[27.8] καὶ τελούμενος τῷ Σαβαζίῳ σπεῦσαι, ὅπως καλλιστεύσῃ παρὰ τῷ ἱερεῖ.
[27.9] καὶ ἐρῶν ἑταίρας καὶ κριὸς προσβάλλων ταῖς θύ‹ραις› πληγὰς εἰληφὼς ὑπ᾽ ἀντεραστοῦ δικάζεσθαι.

[27.10] καὶ εἰς ἀγρὸν ἐφ᾽ ἵππου ἀλλοτρίου ὀχούμενος ἅμα μελετᾶν ἱππάζεσθαι καὶ πεσὼν τὴν κεφαλὴν καταγῆναι.
[27.11] καὶ ἐν δεκαδισταῖς συνάγειν τοὺς μεθ᾽ αὑτοῦ συναύξοντας.
[27.12] καὶ μακρὸν ἀνδριάντα παίζειν πρὸς τὸν ἑαυτοῦ ἀκόλουθον.
[27.13] καὶ διατοξεύεσθαι καὶ διακοντίζεσθαι τῷ τῶν παιδίων παιδαγωγῷ καὶ ἅμα μανθάνειν παρ᾽ αὑτοῦ ‹παραινεῖν›, ὡς ἂν καὶ ἐκείνου μὴ ἐπισταμένου.
[27.14] καὶ ‹ὡς› παλαίων δ᾽ ἐν τῷ βαλανείῳ πυκνὰ ἕδραν στρέφειν, ὅπως πεπαιδεῦσθαι δοκῇ.
[27.15] καὶ ὅταν ὦσι‹ν ἐγγὺς› γυναῖκ‹ες›, μελετᾶν ὀρχεῖσθαι αὐτὸς αὑτῷ τερετίζων.
[27.16] [Οὕτως ὁ τῆς διδασκαλίας ἐρεθισμὸς μανικοὺς καὶ ἐξεστηκότας ἀνθρώπους τοῖς ἤθεσι ποιεῖ.]


***

27. Ο ΟΨΙΜΑΘΗΣ


[27.1] [Η οψιμάθεια θα φαινόταν ότι είναι η όρεξη που έχει κανείς να κάνει πράγματα αταίριαστα με την ηλικία του,]
[27.2] ενώ ο οψιμαθής το είδος του ανθρώπου που μαθαίνει απ᾽ έξω στίχους, όταν έχει πια πατήσει τα εξήντα, και ενώ προσπαθεί να τους απαγγείλει στο συμπόσιο, τους ξεχνά.
[27.3] Από το γιο του μαθαίνει το «κλίνατ᾽ επί δεξιά» και το «κλίνατ᾽ επ᾽ αριστερά» και το «μεταβολή».
[27.4] Στις γιορτές των ηρώων ενώνεται με τους νέους και τρέχει στη λαμπαδηδρομία.
[27.5] Είναι βέβαιο ότι, αν τον καλέσουν σε κάποιο ιερό του Ηρακλή, θα πετάξει το ιμάτιό του και θα προσπαθήσει να σηκώσει το βόδι και να του κάνει λαβή στον τράχηλο.
[27.6] Πηγαίνει στις παλαίστρες και ρίχνεται στον αγώνα.
[27.7] Στα θεάματα παραμένει σε τρεις και τέσσερις παραστάσεις, για να μάθει απ᾽ έξω τα τραγούδια.
[27.8] Όταν μυείται στη λατρεία του Σαβάζιου, προσπαθεί να φανεί στον ιερέα ως ο ωραιότερος (από τους μύστες).
[27.9] Ερωτεύεται μια πόρνη και πολιορκεί σαν κριάρι την πόρτα της, τρώει όμως ξύλο από τον αντεραστή του και καταλήγει στο δικαστήριο.

[27.10] Καβάλα σε ξένο άλογο στην εξοχή προσπαθεί συνάμα να εξασκήσει και την τέχνη της ιππασίας, πέφτει όμως και σπάει το κεφάλι του.
[27.11] Ως μέλος των «Δεκαδιστών» συγκεντρώνει (στο συμπόσιο) τους φίλους που, όπως κι αυτός, θα ωφελήσουν τα συμφέροντα του συλλόγου.
[27.12] Παίζει τη «μακριά γαϊδούρα» με τον ακόλουθό του.
[27.13] Συναγωνίζεται στην τοξοβολία και τον ακοντισμό με τον παιδαγωγό των παιδιών του και τον προτρέπει συνάμα να μαθαίνει απ᾽ αυτόν, λες και ο ίδιος ο παιδαγωγός δεν ξέρει τίποτε.
[27.14] Όταν κάνει πως παλεύει στα λουτρά, στρίβει συχνά τους γοφούς του, για να φαίνεται ότι έχει εκπαιδευτεί.
[27.15] Κι όταν βρίσκονται κοντά του γυναίκες, αυτός εξασκείται στο χορό σφυρίζοντας σκοπούς από μόνος του.
[27.16] [Τόσο παράφρονες και έξαλλους στο χαρακτήρα κάνει τους ανθρώπους ο παροξυσμός τους για διδαχή].

Σάββατο 16 Μαΐου 2020

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΕΥΡΙΠΙΔΗΣ - Ἡλέκτρα (432-486)

ΧΟ. κλειναὶ νᾶες, αἵ ποτ᾽ ἔβατε Τροίαν [στρ. α]
τοῖς ἀμετρήτοις ἐρετμοῖς
πέμπουσαι χορεύματα Νηρήιδων,
435 ἵν᾽ ὁ φίλαυλος ἔπαλλε δελ-
φὶς πρώιραις κυανεμβόλοι-
σιν εἱλισσόμενος,
πορεύων τὸν τᾶς Θέτιδος
κοῦφον ἅλμα ποδῶν Ἀχιλῆ
440 σὺν Ἀγαμέμνονι Τρωίας
ἐπὶ Σιμουντίδας ἀκτάς.

Νηρῆιδες δ᾽ Εὐβοῖδας ἄκρας λιποῦσαι [ἀντ. α]
μόχθους ἀσπιστὰς ἀκμόνων
Ἡφαίστου χρυσέων ἔφερον τευχέων,
445 ἀνά τε Πήλιον ἀνά τ᾽ ἐρυ-
μνᾶς Ὄσσας ἱερὰς νάπας
Νυμφαίας σκοπιὰς
†κόρας μάτευσ᾽† ἔνθα πατὴρ
ἱππότας τρέφεν Ἑλλάδι φῶς
450 Θέτιδος εἰναλίας γόνον
ταχύπορον πόδ᾽ Ἀτρείδαις.

Ἰλιόθεν δ᾽ ἔκλυόν τινος ἐν λιμέσιν [στρ. β]
Ναυπλίοις βεβῶτος
τᾶς σᾶς, ὦ Θέτιδος παῖ,
455 κλεινᾶς ἀσπίδος ἐν κύκλωι
τοιάδε σήματα †δείματα
Φρύγια† τετύχθαι·
περιδρόμωι μὲν ἴτυος ἕδραι
Περσέα λαιμοτόμαν ὑπὲρ ἁλὸς
460 ποτανοῖσι πεδίλοις κορυφὰν Γοργόνος ἴσχειν,
Διὸς ἀγγέλωι σὺν Ἑρμᾶι,
τῶι Μαίας ἀγροτῆρι κούρωι

ἐν δὲ μέσωι κατέλαμπε σάκει φαέθων [ἀντ. β]
465 κύκλος ἁλίοιο
ἵπποις ἂμ πτεροέσσαις
ἄστρων τ᾽ αἰθέριοι χοροί,
Πλειάδες Ὑάδες, †Ἕκτορος
ὄμμασι† τροπαῖοι·
470 ἐπὶ δὲ χρυσοτύπωι κράνει
Σφίγγες ὄνυξιν ἀοίδιμον ἄγραν
φέρουσαι· περιπλεύρωι δὲ κύτει πύρπνοος ἔσπευ-
δε δρόμωι λέαινα χαλαῖς
475 Πειρηναῖον ὁρῶσα πῶλον.
ἄορι δ᾽ ἐν φονίωι τετραβάμονες ἵπποι ἔπαλλον,
κελαινὰ δ᾽ ἀμφὶ νῶθ᾽ ἵετο κόνις.
τοιῶνδ᾽ ἄνακτα δοριπόνων
480 ἔκανεν ἀνδρῶν, Τυνδαρί,
σὰ λέχεα, κακόφρον κόρα.
τοιγάρ σοί ποτ᾽ οὐρανίδαι
πέμψουσιν θανάτου δίκαν.
485 ἔτ᾽ ἔτι φόνιον ὑπὸ δέραν
ὄψομαι αἷμα χυθὲν σιδάρωι.

***
ΧΟΡ. Καράβια ξακουσμένα που κινήσατε
κάποτε για την Τροία με πλήθος
τ᾽ αμέτρητα κουπιά και του Νηρέα
οι κόρες με χορούς σάς συνοδεύαν·
τριγύρω στις γαλάζιες πλώρες
πηδούσαν τα δελφίνια μεθυσμένα
με της φλογέρας τον σκοπό,
ξεπροβοδώντας στου Σιμόεντα
τους τρωικούς γιαλούς τον Αχιλλέα,
τον γοργοπόδη γιο της Θέτιδας,
440 αντάμα με τον Αγαμέμνονα.

Αφήνοντας της Εύβοιας τ᾽ ακρογιάλια
βαστούσαν οι θαλασσοκόρες την ασπίδα
και τ᾽ άρματα απ᾽ τον Ήφαιστο φτιαγμένα
στα ολόχρυσά του αμόνια και πηγαίναν
στο Πήλιο και της Όσσας τους ιερούς,
σύμπυκνους λόγγους, και στις βίγλες
που κατοικούν νεράιδες, για να βρούνε
450 τον γιο της πελαγίσιας Θέτιδας
εκεί που ο αλογατάρης
γονιός του τον μεγάλωνε,
καμάρι της Ελλάδας
και φτεροπόδη βοηθό των Ατρειδών.

Άκουσα κάποιον που ᾽χε φτάσει
από την Τροία στα λιμάνια του Ναυπλίου
να λέει, ω! γιε της Θέτιδας,
για τη δικιά σου ξακουστήν ασπίδα·
ήτανε, λέει, στολισμένη
με τέτοιες ζωγραφιές, για να σκορπίζει
τρόμο στους Φρύγες. Είχε γύρω γύρω
με φτερωτά σαντάλια τον Περσέα
πάνω απ᾽ τη θάλασσα πετώντας να κρατάει
460 κομμένο το κεφάλι της Γοργόνας,
και δίπλα του ο Ερμής,
μαντατοφόρος του Διός, της Μαίας
ο αγρότης γιος.

Στη μέση της ασπίδας έλαμπε
αστραφτερός του ήλιου ο κύκλος
απάνω σε άρμα που το σέρναν
άλογα φτερωτά και γύρω
οι ουράνιοι χοροί των αστεριών,
Υάδες και Πλειάδες, τρόμος
για του Έκτορα τα μάτια·
470 κι απάνω στο χρυσό του κράνος
οι Σφίγγες, που βαστούσανε στα νύχια τους
του τραγουδιού τους το κυνήγι·
φλογόπνοη στο θώρακά του λιόντισσα
η Χίμαιρα τον Πήγασο θωρώντας,
ακράτητη με νύχια σουβλερά
χιμούσε φτερολάμνοντας.

Γύρω σε μάχη φονική καλπάζαν
αλόγατα και μαύρο κουρνιαχτό
σήκωναν πίσωθέ τους. Τέτοιων
αντρών κονταρομάχων βασιλιά
480 σκότωσ᾽ ο έρωτάς σου, Κλυταιμήστρα,
κόρη κακούργα του Τυνδάρεω.
Γι᾽ αυτό μακάρι και σε σένα κάποια μέρα
θάνατο να σου στείλουν οι θεοί.
Κι αληθινά, θα δω με το σπαθί
να σφάζουν τον λαιμό σου και το αίμα
να τρέχει απ᾽ τη θανάσιμη πληγή.

Μελέτες για την Αρχαία Μακεδονία, Παλατιανό. Η εγκατάσταση της εποχής του σιδήρου - Κτίριο Α'

Στο βορειότερο τμήμα του δρόμου αποκαλύφθηκε σε μήκος 14 μ. και πλ. 1,60-2 μ., το βορειοδυτικό τμήμα ενός ορθογώνιου κτιρίου (κτίριο Α) κτισμένου στον άξονα Β > Ν. Τα όρια του κτιρίου προς τα νότια δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν με ακρίβεια και η συνέχειά του προς τα ανατολικά είχε διακοπεί με την κατασκευή του αναλημματικού τοίχου που στήριζε τον ρωμαϊκό δρόμο.[1]
 
Ο τρόπος κατασκευής του ήταν ενδεικτικός για τα οικοδομήματα αυτής της περιόδου, που είχαν κτιστεί στο βραχώδες και κατηφορικό έδαφος της πλαγιάς του λόφου. Οι θεμελιώσεις του βόρειου και του δυτικού του τοίχου είχαν γίνει πάνω σε στενές, λαξευμένες, επίπεδες επιφάνειες και σε επαφή με τον κατακόρυφα λαξευμένο βράχο. Για την κατασκευή τους είχαν χρησιμοποιηθεί μεγάλες και μικρότερες αργές πέτρες, πελεκημένες στην εξωτερική τους επιφάνεια, και το πάχος τους δεν ξεπερνούσε τα 0,30 μ. Στις περισσότερες περιπτώσεις είχαν διασωθεί μία ή δύο στρώσεις λίθων και μόνο σε ένα σημείο το ύψος τους έφτανε τα 0,70 μ-0,80 μ..
 
Στα δύο άκρα ενός τμήματος του δυτικού τοίχου, μήκους 3 μ., όπου το πλάτος της επίπεδης επιφάνειας θεμελίωσης ήταν κατά 0,50 μ. μεγαλύτερο από το πάχος του τοίχου, διαμορφώνονταν δύο εσοχές όπου, όπως φάνηκε από τις λιγοστές πέτρες που είχαν παραμείνει στη θέση τους, προσαρμόζονταν δύο εγκάρσιοι τοίχοι που χώριζαν τον εσωτερικό χώρο σε τρία δωμάτια· δύο ισομεγέθη μήκους 3 μ. στο βορειότερο τμήμα και ένα τρίτο με αδιευκρίνιστες διαστάσεις στα νότια.
Η ανωδομή ήταν κατασκευασμένη από ωμά πλιθιά και το δάπεδο στους εσωτερικούς χώρους διαμορφωνόταν από στρώσεις κιτρινωπού πηλού, που αποκαλύφθηκαν αποσπασματικά σε διάφορα σημεία.
 
Δύο αβαθείς ωοειδείς λάκκοι, καλυμμένοι στο μεγαλύτερο τμήμα τους με λίθινες πλάκες, φαίνεται ότι χρησίμευαν ως βάσεις ξύλινων στύλων υποστήριξης της στέγης και την ίδια χρήση ίσως να είχε ένα τμήμα βράχου διαστάσεων 0,50 x 0,50 μ. που εξείχε από το βορειότερο τμήμα δυτικού του τοίχου.
 
Εκτεταμένο στρώμα καταστροφής με καμένο μαύρο χώμα, κάρβουνα, καμένους λίθους και θραύσματα πλιθιών από την ανωδομή, είχε καλύψει όλους τους χώρους. Το στρώμα συνεχιζόταν χωρίς διακοπή προς τα νότια επιβεβαιώνοντας τη συνέχεια του κτιρίου προς εκείνη την κατεύθυνση. Στο νοτιότερο τμήμα του στρώματος καταστροφής βρέθηκαν ακέραια, τέσσερα ορθογώνια πλιθιά, διαστάσεων 0,20 x 0,15 μ., ενώ αποτυπώματα πλιθιών διακρίνονταν και πάνω στη στρώση του κιτρινωπού πηλού του δαπέδου.
 
Βρέθηκαν αρκετά τμήματα πιθαριών, δύο μεγάλες ωοειδείς αγνύθες και δύο σφονδύλια, ακονόπετρα, δύο κέρατα ελαφιών και λιγοστά οστά ζώων, όλα ευρήματα που είχαν σχέση με τη λειτουργία ενός οικιακού χώρου. Η κεραμική περιλάμβανε κυρίως όστρακα από χειροποίητα αγγεία καθημερινής χρήσης, όπως κύπελλα, φιάλες, λεκανίδες, αρκετά με εμπίεστη διακόσμηση στο χείλος, και λιγότερα όστρακα από γκρίζα αγγεία, κυρίως από τροχήλατες πρόχους με στενές αυλακώσεις στο χείλος.
---------------------------
1  Η ανασκαφή των κτισμάτων της εποχής του Σιδήρου γινόταν αναγκαστικά μέσα στα όρια του δρόμου της ρωμαϊκής περιόδου, δηλαδή ανάμεσα στα ρωμαϊκά οικοδομήματα που υπήρχαν στα δυτικά και τον αναλημματικό τοίχο, που είχε κατασκευαστεί για να στηρίζει τον δρόμο από τα ανατολικά. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να είναι δυνατή η ανασκαφή μόνο ενός τμήματος (του δυτικού κατά κανόνα) των κτιρίων της εποχής του Σιδήρου, ενώ η συνέχειά τους προς τα ανατολικά ανιχνευόταν στα χαμηλότερα στρώματα των ρωμαϊκών οικοδομημάτων που είχαν κατασκευαστεί ανατολικά του αναλημματικού τοίχου. Έτσι, στα χαμηλότερα στρώματα του ρωμαϊκού κτίσματος ΙΧ, ανατολικά του αναλημματικού τοίχου, υπήρξαν εμφανείς ενδείξεις, όπως βαθμιδωτά επίπεδα που διαμορφώνονταν στον φυσικό βράχο και οριοθετούνταν σε αρκετές περιπτώσεις από πασσαλότρυπες και λάκκοι διαφόρων μεγεθών και σχημάτων με κεραμική της εποχής του Σιδήρου, που μαρτυρούσαν τη συνέχεια του κτιρίου Α προς τα ανατολικά. Η αναλυτική μελέτη αυτών των ευρημάτων θα δώσει περισσότερα στοιχεία για τη συνολική εικόνα του κτιρίου.

Αυτό που είμαι

Τι με κάνει να είμαι αυτό που είμαι; Είναι το DNA μου; Είναι ο τρόπος που μεγάλωσα; Πού θα ρίξω ευθύνες; Είναι φύσει ή θέσει; Ερωτήματα που έχουν επιβιώσει στο πέρασμα των χρόνων και ταυτόχρονα, έχουν απασχολήσει όχι μόνο το ευρύ κοινό, αλλά και την επιστημονική κοινότητα στο σύνολό της. Είναι η φύση αυτή που μας κάνει να είμαστε, είναι η ανατροφή μας, ή ένας πολύμορφος συνδυασμός και των δύο;

Διαμόρφωση προσωπικότητας


Ο Naom Chomsky υποστήριξε πως ο άνθρωπος ορίζεται από τη φύση του. Εκφράζει συμπεριφορές, επιτελεί δραστηριότητες οι οποίες είναι αποτυπωμένες μέσα του, εγγενώς. Ο Skinner από την άλλη, μίλησε για τη μάθηση μέσω την μίμησης. Ο άνθρωπος είναι ένας λευκός καμβάς, που μέσω της μίμησης και της επιβεβαίωσης, διαμορφώνεται. Η ανατροφή και το εξωτερικό περιβάλλον επομένως, είναι οι παράγοντες που ορίζουν το άτομο, κατά τον Skinner.

Η αλήθεια θα μπορούσε να κρύβεται κάπου στη μέση. Ίσως ένας συνδυασμός φύσης και ανατροφής, βιολογίας και εξωτερικού περιβάλλοντος να συμπεριλαμβάνει όλα όσα μας διαμορφώνουν σαν προσωπικότητες. Και ως προσωπικότητα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε το μοναδικό τρόπο με τον οποίο ο κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται, ερμηνεύει, αλλά και εξωτερικεύει τα συναισθήματά και τις αντιλήψεις του.

Βιολογικοί παράγοντες όπως τα γονίδια, θέτουν τα θεμέλια για τη μετέπειτα διαμόρφωση της προσωπικότητας του ατόμου. Εξωτερικοί παράγοντες σαν την οικογένεια, το σχολείο, τον κοινωνικό περίγυρο, το πολιτισμικό περιβάλλον, είναι ικανοί να ενισχύσουν μια τυχόν βιολογική προδιάθεση του ατόμου, να επηρεάσουν και τελικά, να συμβάλλουν στην ολοκλήρωση της διαμόρφωσης της συμπεριφοράς. Ωστόσο, ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και ένας άλλος πολύ σημαντικός παράγοντας. Εκείνος της προσωπικής επιλογής καθώς και της ανάληψης ευθύνης. Ίσως να μην ξέρω ποιος είμαι, όμως μπορώ να επιλέξω να αγκαλιάσω αυτό που είμαι, ό,τι κι αν είναι αυτό, καθώς και να δεσμευτώ στην εξέλιξη και στην αυτοβελτίωσή μου.
 

Ταυτότητα: Ποιός/ά είμαι;


Σε μια εποχή που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο προσδιορισμός της ταυτότητας μοιάζει μια αρκετά δύσβατη διαδικασία. Μέσα σε μια κοινωνία που δημιουργεί ολοένα και περισσότερες ανάγκες, απαιτείται μια πιο ενεργητικού τύπου συμμετοχή από εμάς τόσο στο ρόλο μας μέσα σε αυτήν, όσο και στις ευθύνες που έχουμε απέναντι στον εαυτό μας. Πρωτίστως, αξίζει να αναρωτηθούμε κατά πόσο το ποιοι είμαστε ορίζεται από εμάς τους ίδιους, ή από τους άλλους. Προτιμότερο θα ήταν να πούμε πως δεν έχουμε έναν εαυτό (και όχι δεν αναφέρομαι στη διασχιστική διαταραχή προσωπικότητας), αλλά πολλούς, ή καλύτερα πολλά κομμάτια που απαρτίζουν τελικά το σύνολο του εαυτού μας.

Σύμφωνα με τον Higgins, θα μπορούσε να θεωρηθεί πως έχουμε τρεις εαυτούς: Ο πραγματικός εαυτός, που είναι στην ουσία η ρεαλιστική αποτύπωση του ποιοι πραγματικά είμαστε, ο ιδανικός εαυτός, ο οποίος προβάλει όλα όσα θέλουμε να γίνουμε, ή αλλιώς όλα όσα ελπίζουμε πως θα γίνουμε και τέλος, ο δεσποτικός εαυτός που συμπεριλαμβάνει το τι πρέπει να είμαστε. Συχνά ο πραγματικός μας εαυτός απωθείται, ενώ δύσκολα αναγνωρίζεται στην πραγματική του μορφή από εμάς. Εν αντιθέσει, ο ιδανικός εαυτός φαίνεται πως αποκτά μια πιο ξεκάθαρη φιγούρα, κουβαλάει πάνω του όλες μας τις φιλοδοξίες, κάποια από τα όνειρά μας και θα μπορούσε να χαρακτηριστεί είτε ως κινητήρια δύναμη, είτε ως απλά μια παθητικοποιημένη ονειροπόληση.

Δεσποτικός εαυτός


Τέλος, αναλυτικότερα για το δεσποτικό εαυτό, είναι ίσως το κομμάτι του εαυτού που χρήζει μεγαλύτερης προσοχής. Εδώ ενσωματώνονται όλα τα κατασκευάσματα που έχουμε για τον κόσμο, όλα τα αρχέτυπα που μεταφέρουμε και όλες εκείνες οι νόρμες, τα στατιστικά κριτήρια, που διαμορφώνουν τους κανόνες ορθόδοξων συμπεριφορών. Ο δεσποτικός εαυτός θα μπορούσε σε κάποιες περιπτώσεις να χαρακτηριστεί και ως ένα είδους δαιμόνιο που καταπιέζει το άτομο, το εγκλωβίζει και ταυτοχρόνως εμποδίζει την ελεύθερη βούληση, παρερμηνεύει ερεθίσματα, μπερδεύει και τελικά, χαοτικοποιεί.

Σημείο παγίδα σε αυτή την πτυχή του εαυτού αποτελεί η ερμηνεία των πρέπει. Δηλαδή, ο δεσποτικός εαυτός μπορεί να υπερασπίζεται όλα τα πρέπει από τον κοινωνικό περίγυρο, όμως μπορεί και να απασχολεί όλα εκείνα τα πρέπει που θέτει ο άνθρωπος στον ίδιο του τον εαυτό, προβάλλοντάς τα σε άλλους.

Αγαπώ όσα είμαι


Τελικά, δεν ξέρω κατά πόσο έχει σημασία να δώσουμε έναν ορισμό για το ποιοι είμαστε, ή αν αυτό είναι εφικτό εντέλει. Το ποιοι είμαστε δε θα μπορούσε να χωρέσει σε λέξεις, όσο ευφάνταστες και να ήταν αυτές. Το σημαντικότερο όλων θα έλεγε κανείς, είναι να θέτουμε ρεαλιστικούς στόχους για το μέλλον, να είμαστε συνεπείς και σεβαστικοί απέναντι στις ανάγκες του εαυτού μας και κυρίως, να συνειδητοποιήσουμε πως ο ιδανικός μας εαυτός είναι ουτοπικός.

Το τέλειο αποτελεί μια απρόσιτη προσδοκία που δε θα φτάσουμε ποτέ. Επιδιώκοντας να το ακουμπήσουμε, το μόνο που προσφέρουμε στον εαυτό μας είναι διαρκείς απογοητεύσεις και ματαιώσεις. Τέλος, ας αγαπήσουμε λιγάκι παραπάνω αυτό που είμαστε. Ας συμφιλιωθούμε με όλες τις πτυχές του εαυτού, ας συγχωρέσουμε τις αδυναμίες του, ας είμαστε πιο μαλακοί μαζί του, ας επαινέσουμε τις προσπάθειές του και ας πιστέψουμε σε αυτόν. Εάν δεν το κάνουμε εμείς για τον εαυτό μας, τότε ποιος;

Megapolisomancy: Ο “Περιπλανητής” & το Derive

Όσοι γνωρίζουν έστω και λίγο την θεωρία του Megapolisomancy, της Αστυμαγικής Θεώρησης που αποκαλύπτει την ύπαρξη παράλληλων κόσμων που παρεισφρύουν στα όρια του δικού μας μέσα από τα ενεργειακά loci (Πύλες εισόδου και εξόδου προς την μία πραγματικότητα ή την άλλη), θα αναρωτιούνται πως μπορεί να προσεγγιστούν αυτές οι ιδιαίτερες ενεργειακά περιοχές μέσα στις διαδρομές των πόλεων δίχως κάποια εξειδικευμένη εκπαίδευση.
 
Σαφώς και ολόκληρη η σκιώδης λόγω έλλειψης πληροφοριών θεωρία του Megapolisomancy ενέχει άπειρες απορίες σε σχέση με την πραγματική ύπαρξή της και τις «παλαβές» διαπιστώσεις που κάνει για το παιχνίδι που παίζεται εκεί έξω και που μας αποκρύπτει τις άπειρες δυνατότητες ενός Ενεργειακά Εξελιγμένου ανθρώπου (αλλά και τη σκοτεινή πλευρά των παράλληλων κόσμων και των κατοίκων τους).
 
Για  αυτό και θα επιχειρήσω σε κάποιο μεταγενέστερο άρθρο να αναλύσω την γενική έννοια της Μαγικής θεωρίας που ονομάζουμε Αστυμαγεία (Megapolisomancy) σε μία προσπάθεια να αναζητήσω αν το μυστήριό της μπορεί να αποκαλυφθεί σε όλο του το εύρος (αν και πιθανότατα το ζήτημα αυτό συμπεριλαμβάνεται σε όλη την παραφυσική δραστηριότητα και θεωρία).
 
Πως μπορεί όμως ένας μέσος άνθρωπος να διακρίνει τα δυσδιάκριτα όρια της εναλλαγής αυτών των διαστάσεων; Υπάρχουν κάποια φανερά στο απαίδευτο μάτι σημάδια ύπαρξης ενός τέτοιου φαινομένου; Φαίνεται πως η Τέχνη της Ψυχογεωγραφίας μας δίνει κάποιες τεχνικές βαδίσματος μέσα στην πόλη, και στις οποίες δίνονται κάποια «υπερ-συνειδησιακά» τρικ που μετατοπίζουν την «πραγματικότητα» του ατόμου κανοντάς τον να ρίξει κλεφτές ματιές σε εκείνους τους άλλους τόπους που κρύβονται μέσα στις πόλεις μας.
 
Προσεγγίζοντας έτσι μέσα από περιπατητικές τεχνικές εκείνα τα ενεργειακά εστιακά σημεία που ενώνουν τις Γραμμές Ley (περισσότερα στο άρθρο εδώ), που φαίνεται πως είναι και οι σχισμές που ενώνουν τις δύο πραγματικότητες. Ας δούμε παρακάτω:
 

Megapolisomancy: Περιπατητικές Τεχνικές

 
Εφησυχασμένοι από τους ρυθμούς της ρουτίνας που υπάρχει στη ζωή και την καθημερινότητα μπορούμε εύκολα να πέσουμε μέσα στην παγίδα της άνετης μα επιπόλαιης ύπαρξης, ανήμποροι να αναλογιστούμε την πιθανή «φυλάκιση» της Καταναλωτικής κουλτούρας σε συνάρτηση με την Υποδούλωση της σύγχρονης πόλης που τείνει να εξαφανίσει την Πολιτισμική ποικιλία και να περιορίσει την ατομική ελευθερία.
 
Η έννοια της περιπλάνησης στην πόλη χρονολογείται πίσω στην λογοτεχνία των αρχών του 19ου Αιώνα, καθώς οι Συγγραφείς και οι ερευνητές αποπειράθηκαν να συμβιβαστούν με τις νέες πραγματικότητες που εισήγαγε ο Εκμοντερνισμός. Στην εργασία του «The Painter of Modern Life» ο Μποντλαίρ αποκαλύπτει  ένα όνομα για τόν Αστικό παρατηρητή,τον Διαδραστικό φιλόσοφο,  τον «Πλάνητα» (Flaneur), Παρομοίως με το «Man of the Crowd» του Έντγκαρ Α. Πόε, o Μποντλαίρ περιγράφει έναν άνδρα που έπεσε θύμα της ακαταμάχητης περιέργειας του αστικού τοπίου που τον περιέβαλε, έναν άνδρα που «ψάχνει για αυτό το απροσδιόριστο κάτι» που αποκαλούμε Νεωτερισμό.
 
Ο Γουόλτερ Μπέντζαμιν πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα την έννοια της άσκοπης περιπλάνησης στην ημιτελή συλλογή του Arcades Project που εξιστορεί τις προσπάθειες του Προμενάδα να αναγνωρίσει την εξέλιξη της πόλης και τις στενώσεις του Καπιταλιστικού Νεωτερισμού. Ο Πλάνητας, αδιαφορώντας για τις σικάτες περιοχές και τα χλιδάτα συγκροτήματα αναζητά και εξασφαλίζει την ελευθερία του μέσα στα όρια της αστικής κουλτούρας ως εξωτερικός παρατηρητής και μονάχα ως παρατηρητής.
 
Αυτή η ιδέα της περιπλάνησης ακόμη περισσότερο από ένα κοινωνιολογικό φαινόμενο του 19ου αιώνα, υπάρχει και ως εκθέτης μίας συγκεκριμένης «οπτικής» που συνδυάζει το «μάτι του περιπλανητή με το σκωπτικό βλέμμα ενός Ντετέκτιβ». Αυτή η διερευνητική διαδικασία του Πλάνητα αποδειχθηκε  σημαίνουσα για τους αυτόματους φιδογυριστούς περίπατους των Σουρεαλιστών στις αρχές του 20ου Αιώνα.
 
Οι σουρεαλιστές αναδιατύπωσαν την Τεχνική του Πλάνητα, δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στον ρόλο της τυχαιότητας που παρεμβαίνει στην δραστηριότητα του Περιπλανητή. Η εκδοχή αυτή αφορούσε την επινόηση πειραμάτων που συμπεριλάμβαναν την τυχαιότητα και την συγχρονικότητα για να εξερευνήσουν το αστικό τοπίο χωρίς να τυφλώνονται από την τετριμμένη καθημερινότητα. Για παράδειγμα, ακολουθούσαν όμορφες κοπέλες μέσα στην πόλη, ή επισκέπτονταν μια πόλη και περιπλανιόντουσαν μέσα της χρησιμοποιώντας τον χάρτη μιας άλλης πόλης.
 
Ο Υπέρτατος Σουρεαλιστικός στόχος ήταν να ανακαλύψουν ένα ανώτερο πεδίο αλήθειας στο οποίο ο Ρεαλισμός και ο  Σουρεαλισμός ενώνονταν καθιστώντας δυσδιάκριτη την διαφορά τους. Παίζοντας με τα τυχαία περιστατικά κατά την περιπλάνησή τους στην πόλη, ο Σουρεαλιστής Πλάνητας αναζητούσε την Ανώτερη  επίγνωση της πόλης, που βρίσκεται πέρα από την άμεση πραγματικότητα.
Παρ’όλα αυτά οι ιδέες της Αστικής Εξερεύνησης δεν είχαν αναπτύξει όλες τις προοπτικές τους ώσπου ο Guy Debord και το Κίνημα των Καταστασιακών υιοθέτησαν την ιδέα ως βάση για την ανάπτυξη της Τέχνης του Derive. Οι καταστασιακοί χρησιμοποίησαν μία κριτική και πειραματική τεχνική «μετατόπισης» (Derive) αφήνοντας πίσω όλους τους καταναγκασμούς που απαιτούν πράξεις και κίνηση με σκοπό να εγκαταλείψουν τον εαυτό τους πλήρως στο αστικό τοπίο που τους περιέβαλε.
 
Το Derive (Μετατόπιση) είναι στην ουσία η τεχνική του γρήγορου περάσματος μέσα από διαφορετικές «ατμόσφαιρες» που περιλαμβάνουν συμπεριφορές με κατασκευασμένα παιχνίδια του αστικού τοπίου και συνειδητότητα των Ψυχογεωγραφικών επιδράσεων. Οι συμμετέχοντες του Derive πρέπει να αφήσουν τους εαυτούς τους να αλληλεπιδράσουν πλήρως στο αστικό τερέ και την έλξη του και τις διαδράσεις που μπορεί αυτό να επιφέρει.
 
Η Τυχαιότητα εδώ δεν παίζει μεγάλο ρόλο. Κοιτώντας μέσα από μία οπτική Derive (Μετατόπισης) το Αστικό τοπίο αποκτά ένα ψυχογεωγραφικό περίγραμμα, με συνεχή ρεύματα, στοχευμένα σημεία εστίασης και «δίνες» που με τη δύναμή τους ενθαρρύνουν ή αποτρέπουν την είσοδο ή έξοδο από συγκεκριμένες «ζώνες». Η τεχνική του Derive επιβάλλει την κυριαρχία πάνω στις ψυχογεωγραφικές μεταβλητές μέσω της γνώσης και τον υπολογισμό των πιθανοτήτων τους».

Όσοι σηκώθηκαν απ’ τον πάτο δεν επέτρεψαν να ξαναπέσουν

Γνωρίζεις τι πάει να πει, η έκφραση «έπιασα πάτο»; Έρχεται εκείνη τη στιγμή που συνειδητοποιείς πως πλέον είσαι μόνος, τουλάχιστον έτσι νιώθεις. Όλα γύρω σου έχουν πια γκρεμιστεί, κάθε σταθερά σου έχει μεταμορφωθεί σε μεταβλητότητα.

Έχεις χάσει, τα αβγά και τα πασχάλια, τον εαυτό σου. Το κόκκινο χαλί έχει τραβηχτεί πολύ απότομα κάτω απ’ τα πόδια σου κι εσύ μάταια προσπαθείς να αντιληφθείς τι έχει γίνει. Τι στο καλό έχει φταίξει, καταβάλλεις προσπάθειες να αφουγκραστείς την κατάσταση, μήπως καταφέρεις να κατανείμεις τις ευθύνες.

Ήταν οι στιγμές που κάποιος σε είχε αφήσει πίσω, που εσύ έπρεπε να αφήσεις κάποιον για να προχωρήσεις μπροστά. Μια σχέση που δε σου έκανε καλό, ένας έντονος χωρισμός, μια φιλία χρόνων που έγινε θρύψαλα σε κλάσματα δευτερολέπτων.

Επένδυσες πολλά πάνω στους ανθρώπους που θεωρούσες δικούς σου, πίστευες πως δε θα σε πουλούσαν ποτέ, πως δε θα μπορούσαν να σε προδώσουν. Πίστεψες για κάποιο λόγο στη δύναμή τους κι έδωσες ό,τι είχες και δεν είχες. Δε σε σταμάτησαν ενδοιασμοί, «πρέπει» και «μη». Έκλεισες τα μάτια και τα αφτιά σου κι έκανες εκείνο που σου φώναζε το μέσα σου.

Να λοιπόν, με λίγη παραπάνω ανιδιοτέλεια και συναίσθημα και χωρίς ίχνος επιφυλακτικότητας ή λογικής, πώς μπορεί ένας άνθρωπος να βρεθεί αγκαλιά με τον πυθμένα. Ο καθένας μας έχει διαφορετικές αντιδράσεις σε τέτοιες περιστάσεις, πάντως ένα είναι το σίγουρο: Ο πάτος όπως κι αν έχει, παραμένει κοινός για όλους.

Έλα, όμως, που ακριβώς επειδή τίποτα δεν κρατάει για πάντα, το ίδιο συμβαίνει και μ’ αυτήν την κατάσταση. Εκείνοι που κάποτε έπεσαν χαμηλά, ακούμπησαν κι αγκάλιασαν το πάτωμα, πλέον χάραξαν πορεία μόνο ανοδική και δύσκολο πολύ να ξαναβρεθούν χαμηλά.

Βλέπεις, τώρα πια έπαθαν κι έμαθαν και το τελευταίο που θέλουν είναι να ξαναδούν τον εαυτό τους έτσι. Δεν τους αγγίζουν πια με ευκολία άνθρωποι και καταστάσεις. Αποφεύγουν να σκορπίζονται αλόγιστα αριστερά και δεξιά, περιμένουν, φιλτράρουν κι αφήνονται μόνο σε ό,τι εκείνοι θεωρούν πως αξίζει. Άλλωστε, πλέον τους είναι ευκολότερο να διακρίνουν την απάτη.

Δε συγκινούνται από βλακώδη δράματα και μικροπράγματα, γνωρίζουν πως η ζωή είναι σκληρή για τέτοιες αφέλειες. Εκτιμάνε την ευτυχία τους, που κοπιάζουν για να την χτίσουν, γι’ αυτό και δε σπαταλάνε φαιά ουσία για τον κάθε τυχάρπαστο εγωιστάκο που θα βρεθεί στο δρόμο τους.

Συνήθως είναι ήρεμοι, χαμογελαστοί, όλα τα παίρνουν στην πλάκα, κάποιοι μιλάνε για την τότε εμπειρία τους, άλλοι πάλι κρατούν την απογοήτευσή τους μόνο για ‘κείνους. Αν δεν τους ξέρεις καλά, ίσως να τους περάσεις για τύπους αδιάφορους, οριακά αναίσθητους, ωχαδερφιστές. Απλώς επιλέγουν προσεχτικά πια με ποιους και τι θα ασχοληθούν.

Μην ξεχνάς πως είναι και θέμα εμπιστοσύνης, έχουν περάσει πολλά, αλλά επιμένουν στην προσπάθειά τους να βρουν τον εαυτό τους. Ίσως κάποτε τους αισθανθείς να σε ειρωνεύονται, αλλά στην πραγματικότητα απλώς αστειεύονται.

Καθετί που μας συμβαίνει στη ζωή μας έχει πολλές διαστάσεις κι ερμηνείες. Αν επιλέγαμε τη θετική, θα κάναμε ένα βήμα πιο κοντά στην ευτυχία μας. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στην προκειμένη περίπτωση. Θα τους ήταν πολύ εύκολο να επαναπαυτούν στην κατσουφιά τους και τις πληγές τους, να κλειδωθούν και να απομονωθούν, όμως σηκώθηκαν και πλέον τίποτα δεν τους ρίχνει.

Όταν απ’ τον πάτο καταφέρει κάποιος να ανέβει, μετά δεν ξαναγυρίζει πίσω.

Ανθρώπινες σχέσεις: Θάρρος ή αλήθεια;

Όλοι μας έχουμε παίξει, έστω για μια φορά, αυτό το παιχνίδι όταν ήμασταν μικροί.

Πού να φανταζόμασταν όμως ότι μεγαλώνοντας το παιχνίδι αυτό θα γινόταν μέρος της πραγματικότητάς μας και ειδικότερα των σχέσεών μας.

Ζούμε σε μια μεταβατική περίοδο. Μια περίοδο που όλα γύρω μας αλλάζουν. Οι άνθρωποι γύρω μας. Εμείς οι ίδιοι. Οι ανθρώπινες σχέσεις. Τα “θέλω” και τα “πιστεύω” μας. Το ερώτημα είναι: η αλλαγή αυτή γίνεται προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Ποιος έχει λοιπόν το θάρρος να αποδεχθεί την αλήθεια; Θάρρος ή αλήθεια λοιπόν; Θέλει θάρρος για να πεις την αλήθεια. Και ακόμη περισσότερο για να την ακούσεις. Γιατί η αλήθεια πονάει, όμως μερικές φορές το ψέμα πονάει περισσότερο.

Κοιτώντας στο παρελθόν, βλέπουμε ότι οι ανθρώπινες σχέσεις ήταν πολύ πιο απλές και πολύ πιο ειλικρινείς. Τι είναι αυτό όμως που κάνει τις ανθρώπινες σχέσεις όλο και πιο δύσκολες με τον καιρό;

Ίσως να μην είναι μόνο μία η αιτία. Ίσως να είναι ένας συνδυασμός δύο ή και παραπάνω παραγόντων. Έχουμε αρχίσει ασυνείδητα να μετατρεπόμαστε από μία κοινωνία του «είναι» σε μία κοινωνία του «φαίνεσθαι». Μένουμε προσκολλημένοι είτε στην εξωτερική εμφάνιση, είτε στα υλικά αγαθά είτε σε αυτό που μπορούμε να πάρουμε από τον άλλον.

Οι ανθρώπινες σχέσεις έχουν πλέον μετατραπεί σε ένα καθαρά συναλλαγματικό «εμπόριο συναισθημάτων», σε ένα αμιγώς «δούναι και λαβείν» που το μόνο που έχει σημασία είναι το τι μπορείς να κερδίσεις από τον άλλον και όχι το τι θα μπορούσες να του δώσεις.

Έχουμε ξεχάσει την έννοια της ποιότητας του ανθρώπου. Έχουμε ξεχάσει να επικοινωνούμε πραγματικά. Φοβόμαστε να ανοιχτούμε και να εμπιστευθούμε ο ένας τον άλλον, φοβόμαστε να δεθούμε και να δοθούμε, προτιμάμε απλώς να κρατήσουμε μια απόσταση, μια επιφύλαξη, ενώ παράλληλα φοβόμαστε να μείνουμε μόνοι.

Μήπως τελικά ζούμε σε μια «διπολική» κοινωνία όπου οι μισοί φοβούνται να ανοιχτούν και οι άλλοι μισοί φοβούνται να εμπιστευθούν; Και όλο αυτό που οδηγεί; Να απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλον, να χτίζουμε τείχη γύρω μας, νομίζοντας πως έτσι ζούμε σε ένα πιο ασφαλές περιβάλλον, κρυμμένοι πίσω από την δικαιολογία «την έχω πατήσει πολλές φορές», διατηρώντας έτσι επιφανειακές σχέσεις με χαλαρούς δεσμούς. Και το αποτέλεσμα; Μηδέν εις το πηλίκον !

Οι άνθρωποι είμαστε ψυχές φτιαγμένες από γυαλί. Στην πορεία της ζωής μας συναντάμε δύσκολες στιγμές που τον καθένα μας τον κάνει να σπάει σε διαφορετικά σημεία. Άλλοι ζητάνε καταφύγιο στους αυτοδημιούργητους γυάλινους κόσμους τους και άλλοι προσπαθούνε να διαφυλάξουνε τη μοναδικότητά τους. Ωστόσο, μερικές φορές τη χάνουμε και κάπως έτσι παραδιδόμαστε στην ισοπέδωση της ομοιομορφίας και άλλες φορές την ακολουθούμε και χαράζουμε δικά μας μονοπάτια. Γιατί ακόμα κι αν λάμπουμε στο φως των άλλων, ακόμα κι αν το γυαλί σπάει εύκολα, πολλοί από εμάς ζούμε με την ελπίδα ότι θα καταφέρουμε να νικήσουμε ολόκληρο τον κόσμο, με μόνο μας όπλο ένα μικρό κομμάτι εύθραυστο γυαλί.

Σήμερα περισσότερο από ποτέ, ζούμε κρυμμένοι στους γυάλινους κόσμους μας και το πρόβλημα με το γυαλί είναι ότι όσο προσεκτικοί κι αν είμαστε σπάει πολύ εύκολα. Είμαστε όλοι ψυχές από γυαλί που τις εμπιστευόμαστε στα χέρια των άλλων ή μήπως θα είναι καλύτερα να τις κρατήσουμε κλειδωμένες σε ένα ασφαλές μέρος;

Τα δύο χειρότερα στρατηγικά λάθη

Υπάρχει ένα σύνθημα στην Αλχημεία: “Διαλύστε και συμπυκνώστε” .

Όπως ίσως γνωρίζετε, οι αλχημιστές προσπαθούσαν, μέσω εργαστηριακών μελετών, να αποστάξουν τον υδράργυρο από το θείο και στη συνέχεια επεξεργάζονταν τον υδράργυρο μέχρι αυτός να μετατραπεί σε χρυσό.

Αυτή η αναζήτηση θα τους οδηγούσε στην Φιλοσοφική Λίθο (που ήταν το στερεό συστατικό) και το Ελιξίριο της Μακροζωίας (όχι το Ελιξίριο της Αθανασίας – επειδή όσο περισσότερο ζείτε, οι πιθανότητες ενός ατυχήματος αυξάνονται).

Μέσω αυτής της ρουτίνας, οι αλχημιστές εκπαίδευαν επίσης την υπομονή τους και έτσι αναδιαμόρφωναν την αντίληψή τους για τον κόσμο.

Σεβόμαστε την κύρια διδασκαλία του Ching: «Η εμμονή είναι ευνοϊκή».

Η εμμονή δεν είναι το ίδιο με την επιμονή. Υπάρχουν φορές που οι μάχες συνεχίζονται περισσότερο από ό, τι είναι απαραίτητο, αποστραγγίζοντας όλους από τη δύναμη και τον ενθουσιασμό.

Ένας παρατεταμένος πόλεμος τελικά καταστρέφει και τους νικητές.

Πρέπει να ξέρουμε πότε να επιμείνουμε και πότε να αποσύρουμε τις δυνάμεις μας από το πεδίο μάχης.

Διάλυση (λύση) σημαίνει: χρόνος για ανάπαυση

Coagula (συμπύκνωση) σημαίνει: χρόνος δράσης

Τα δύο χειρότερα στρατηγικά λάθη είναι τα εξής: πρώτον να ενεργείς πρόωρα και δεύτερον να αφήνεις μία ευκαιρία να ξεφύγει.

BERTRAND RUSSEL: Η ΜΑΝΙΑ ΚΑΤΑΔΙΩΞΕΩΣ

Στις πιο οξείες εκδηλώσεις της, η μανία καταδιώξεως είναι μια αναγνωρισμένη μορφή ψυχοπάθειας. Υπάρχουν άνθρωποι που φαντάζονται πως θέλουν να τους σκοτώσουν ή να τους κλείσουν στη φυλακή ή να τους κάνουν μεγάλη αδικία. Συχνά η επιθυμία να προστατευθούν από τις φανταστικές καταδιώξεις, τους παρασύρει σε βίαιες πράξεις και καθίσταται αναγκαίος ο περιορισμός της ελευθερίας τους. Αυτό, όπως και πολλές άλλες μορφές ψυχοπάθειας, δεν είναι παρά οξεία μορφή μιας τάσης πολύ κοινής σε ανθρώπους θεωρούμενους ως υγιείς και ομαλούς.

Δεν έχω την πρόθεση να εξετάσω τις οξύτερες μορφές: το θέμα αυτό ανήκει στην ψυχιατρική. Εκείνο που θέλω να εξετάσω είναι οι πιο ήπιες εκδηλώσεις, γιατί αυτές είναι πολύ συχνό εμπόδιο στην ευτυχία. Επειδή δεν πρόκειται για καθαυτό ψυχοπάθεια, ο άρρωστος μπορεί να θεραπευθεί μόνος του, αρκεί να είναι σε θέση να διαγνώσει την αρρώστια του με ειλικρίνεια και να δει πως η αιτία είναι αυτός ο ίδιος και όχι η υποτιθέμενη εχθρότητα ή μοχθηρία των άλλων.

Αυτός ο τύπος άνδρα ή γυναίκας που, σύμφωνα με τα λόγια του, είναι το αιώνιο θύμα αχαριστίας, μοχθηρίας και προδοσίας μας είναι οικείος. Οι αφηγήσεις αυτών των ανθρώπων είναι συχνά πειστικές και αποσπούν μεγάλη συμπάθεια ανάμεσα σε κείνους που δεν τους γνωρίζουν πολύ καιρό. Γενικά, δεν υπάρχει τίποτα το απίθανο σε κάθε ιστορία που διηγούνται, αν τις κρίνεις χωριστά την καθεμία. Η κακή μεταχείριση, για την οποία παραπονιούνται, μπορεί πραγματικά να είναι αληθινή. Εκείνο που αρχίζει να ξυπνά τη δυσπιστία του ακροατή, είναι ο μεγάλος αριθμός των μοχθηρών ανθρώπων που το θύμα είχε την ατυχία να συναντήσει στη ζωή του. Σύμφωνα με το νόμο των πιθανοτήτων, διάφορα πρόσωπα που ζουν σε μια δεδομένη κοινωνία, μπορούν να υποστούν στη διάρκεια της ζωής τους την ίδια αναλογία κακής μεταχείρισης.

Αν ένα πρόσωπο μέσα σε μια δεδομένη ομάδα δεν κάνει άλλο παρά, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, να συναντά πάντοτε την κακή μεταχείριση, η αιτία βρίσκεται πιθανότατα μέσα στο ίδιο αυτό πρόσωπο, που επινοεί αυτές τις προσβολές και αδικίες που στην πραγματικότητα δεν τις υπέστη ποτέ, ή ασυνείδητα, φέρεται με τέτοιον τρόπο ώστε να προκαλεί στους άλλους ακατανίκητο εκνευρισμό.

Να γιατί οι άνθρωποι που είναι προικισμένοι με διαίσθηση δυσπιστούν προς τους ανθρώπους που, σύμφωνα με τα λεγόμενά τους, όλος ο κόσμος τους κακομεταχειρίζεται. Με τους αντιπαθητικούς τους τρόπους, οι άμοιροι αυτοί τείνουν να επιβεβαιώσουν ότι πραγματικά έχουν όλο τον κόσμο εναντίον τους. Αληθινά, είναι δύσκολο να θεραπευθούν αυτές οι ψυχικές παθήσεις γιατί προκαλούνται ταυτόχρονα και από τη συμπάθεια και από την έλλειψη συμπάθειας. Αν ένα πρόσωπο που έχει προδιάθεση στη μανία καταδιώξεως βλέπει πως οι ιστορίες του για τα παθήματά του γίνονται πιστευτές, θα καλλωπίσει την αφήγησή του ώσπου να την καταστήσει απίστευτη. Αν, αντίθετα, δει πως δεν τον πιστεύουν, θα βρει απλούστατα ένα καινούργιο παράδειγμα της αναισθησίας του κόσμου απέναντί του. Αυτή η πάθηση δεν μπορεί να θεραπευθεί παρά μόνο με την κατανόηση και αυτή η κατανόηση πρέπει να γίνεται γνωστή στον άρρωστο, αν θέλουμε να τον κάνει καλό. Στο κεφάλαιο αυτό, ο σκοπός μου είναι να διατυπώσω μερικές γενικές σκέψεις που θα βοηθήσουν, νομίζω, τον άρρωστο ν’ ανακαλύψει μέσα του συστατικά της μανίας καταδιώξεως (από την οποίαν όλος ο κόσμος υποφέρει σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό), και, αφού τ’ ανακαλύψει, θα μπορέσει να τ’ απομακρύνει. Αυτό είναι απαραίτητο στην κατάκτηση της ευτυχίας γιατί μας είναι όλως διόλου αδύνατο να ’μαστε ευτυχισμένοι αν έχουμε το αίσθημα ότι όλος ο κόσμος μας αδικεί και μας κακομεταχειρίζεται. Ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά μιας παράλογης συμπεριφοράς, είναι η στάση που τηρεί όλος ο κόσμος απέναντι στα μοχθηρά κουτσομπολιά.

Ελάχιστοι άνθρωποι ξέρουν ν’ ανθίστανται στον πειρασμό να πουν το κακό για τους γνωστούς τους, και, ακόμα, αν το φέρει η στιγμή, και για τους φίλους τους. Ωστόσο, όποιος ακούσει ότι κάτι κακό ειπώθηκε για λογαριασμό του νοιώθει να τον πιάνει μια έκπληξη γεμάτη αγανάκτηση. Ασφαλώς ποτέ δεν του πέρασε από το μυαλό ότι όπως αυτός κακολογεί τους άλλους, έτσι και ο πρώτος τυχών μπορεί να κακολογήσει τον ίδιο. Αυτό είναι μια ήπια μορφή της στάσης που, αν φθάσει σε υπερβολές, μπορεί να οδηγήσει στη μανία καταδιώξεως. Απαιτούμε από όλο τον κόσμο την τρυφερή αγάπη και το βαθύ σεβασμό που νιώθουμε οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Δε σκεπτόμαστε πως δεν μπορούμε να ζητήσουμε από τους άλλους να έχουν για μας καλύτερη ιδέα απ’ ό,τι έχουμε εμείς γι’ αυτούς κι ο λόγος είναι ότι οι δικές μας αρετές είναι μεγάλες και χτυπούν στο μάτι, ενώ οι αρετές των άλλων, αν τύχει και υπάρχουν, δε διακρίνονται παρά μόνο από το καλόβολο μάτι.

Όταν μαθαίνετε ότι κάποιος είπε κάτι κακό για σας, θα Θυμηθείτε αμέσως τις 99 φορές που εσείς κατανικήσατε την επιθυμία σας να εκφράσετε την πιο σωστή και δίκαιη επίκριση γι’ αυτό το πρόσωπο και θα ξεχάσετε την εκατοστή φορά, όπου σε μια στιγμή απροσεξίας είπατε γι’ αυτόν ό,τι πιστεύατε πως ήταν η αλήθεια. Αυτό είναι, θα σκεφθείτε, η ανταμοιβή μού γι’ αυτή μου την επιφυλακτικότητα; Στον επικριτή σας όμως, η στάση σας αυτή θα φανεί όπως ακριβώς φαίνεται στα δικά σας τα μάτια η δική του στάση απέναντί σας. Δεν ξέρει τίποτα για τις φορές που αποφύγατε να μιλήσετε άσχημα για το άτομό του, αλλά ξέρει την εκατοστή φορά που μιλήσατε. Αν είχαμε τη μαγική δύναμη να διαβάζουμε τις σκέψεις των άλλων, νομίζω πως το πρώτο αποτέλεσμα Θα ήταν να χαθεί ολότελα η φιλία απ’ αυτό τον κόσμο. Το δεύτερο, ωστόσο, αποτέλεσμα ίσως να ήταν θαυμάσιο, γιατί ένας κόσμος δίχως φίλους θα φαινόταν ανυπόφορος και τότε θα μαθαίναμε ν’ αγαπάμε τον εαυτό μας, δίχως να ‘χουμε ανάγκη από ένα πέπλο αυταπατών για να κρύβουμε από τον εαυτό μας το γεγονός πως δε θεωρούμε τον εαυτό μας απόλυτα τέλειο. Ξέρουμε πως οι φίλοι μας έχουν τα ελαττώματά τους, ξέρουμε επίσης πως είναι από τα πιο ευχάριστα πρόσωπα ανάμεσα στους γνωστούς μας, και ότι μας είναι αγαπητοί. Ωστόσο, δεν ανεχόμαστε να υιοθετήσουν οι φίλοι μας τη στάση που έχουμε υιοθετήσει εμείς απέναντι τους. Περιμένουμε να σκέπτονται ότι, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει με όλη την ανθρωπότητα, εμείς είμαστε δίχως ελαττώματα.

Όταν αναγκαζόμαστε να παραδεχθούμε πως έχουμε ελαττώματα, παίρνουμε αυτό το ολοφάνερο γεγονός κατάκαρδα. Κανείς δε Θα πρέπει να περιμένει από τον εαυτό του να ’ναι τέλειος και κανείς δεν πρέπει να ταράζεται υπερβολικά από το γεγονός ότι δεν είναι.

BERTRAND RUSSEL, Η ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Μόνο όταν έχουμε βιώσει την αγάπη συνειδητοποιούμε πραγματικά τι θα χάναμε αν δεν τη συναντούσαμε

Βασικό στοιχείο της αγάπης είναι η θέληση να ενωθούμε άρρηκτα μ’ ένα άλλο άτομο. Είναι φυσικό να θέλουμε να είμαστε σημαντικό και αναπόσπαστο κομμάτι των προσώπων που αγαπάμε. Πιστεύουμε ότι μπορούμε να τους κάνουμε ευτυχισμένους μόνο εφόσον γνωρίσουμε το μυαλό, το σώμα και το πνεύμα τους.

Αυτό ωστόσο μπορεί να αποβεί επικίνδυνο εάν δοθούμε στον άλλο τόσο ώστε να χάσουμε τον εαυτό μας. Έτσι γινόμαστε «πιο λίγοι» για όποιον μας αγαπά. Κι αυτό επειδή, όταν ταυτιζόμαστε πλήρως με τον άλλο, απαρνιόμαστε το δικό μας παρελθόν και όλα όσα μας κάνουν αυτό που είμαστε. Μια σχέση αγάπης λειτουργεί καλύτερα ως εκούσια ένωση δύο ξεχωριστών προσωπικοτήτων. Μέσα από την αμοιβαία αφοσίωση και το σεβασμό, δημιουργείται μια νέα οντότητα, που δεν είναι ούτε ο ένας ούτε ο άλλος, αλλά ένα κομμάτι και απ’ τους δύο – η σχέση τους.

Οι καινούριες σχέσεις είναι πάντοτε εύθραυστες. Αυτές που επιβιώνουν μοιάζουν είτε να ωριμάζουν όμορφα είτε απλώς να γερνούν. Στην πρώτη περίπτωση, πρόκειται για δύο ανθρώπους που διατήρησαν την προσωπική τους ακεραιότητα και θέλησαν να ενώσουν τις δυνάμεις και τη μοναδικότητά τους για να οικοδομήσουν την αγάπη τους.

Δεν υπάρχουν ειδικοί στην αγάπη. Τη μελετώ περισσότερα από είκοσι πέντε χρόνια κι ακόμα διστάζω να δώσω τoν ορισμό της. Κάθε φορά που πιστεύω πως έχω καταλήξει κάπου, ανακαλύπτω μια νέα, συναρπαστική πλευρά, που με αναγκάζει να αναθεωρήσω τις απόψεις μου. Όσοι ζητούν να δουν την πλήρη εικόνα της αγάπης θα είναι σίγουρα διαρκώς απογοητευμένοι.

Στην αγάπη ωστόσο δεν είναι τόσο σημαντικό το να πάρουμε οριστικές απαντήσεις, αλλά το να συνεχίσουμε να τις ψάχνουμε. Θα ήταν τραγωδία να φτάσουμε στο τέλος της ζωής μας χωρίς να έχουμε καταλάβει όσο περισσότερα μπορούμε για την αγάπη, γιατί είμαι βέβαιος ότι οι ζωές πας θα κριθούν. τελικά, από την αγάπη που θα έχουμε βιώσει.

Το να εξακολουθούμε να αναπτυσσόμαστε στην αγάπη είναι ένα χαρούμενο και μυστικιστικό ταξίδι, γεμάτο εμπειρίες, συγκινήσεις και απρόοπτα.

Η θυσία για προσωπικό όφελος είναι εξευτελιστική και αφύσικη. Εντούτοις, φωτισμένη από την αγάπη, η αυτοθυσία γίνεται ιερή.

Παρά πολύ συχνά ακούμε την εξής φράση: «Έτσι μου δείχνεις την ευγνωμοσύνη σου, ύστερα από όσα σου έχω προσφέρει;» Αυτού του είδους η χειραγώγηση -συνηθισμένη όσο και θλιβερή-αναιρεί κάθε έννοια αγάπης. Μοιάζει περισσότερο με εμπορική συναλλαγή, που πραγματοποιείται υπό τον όρο ότι θα ξεπληρώσουμε το «χρέος» μας σε είδος.

Όταν παραιτούμαστε από κάτι για χάρη κάποιου που αγαπάμε, όσο μεγάλη κι αν είναι η θυσία, είναι αδύνατο να τίθενται όροι. Ό,τι κάνουμε το κάνουμε επειδή το θέλουμε, χωρίς την παραμικρή σκέψη ανταπόδοσης, χρέους ή ενοχής. Μόνο μ αυτό τον τρόπο η θυσία αποτελεί υγιή εκδήλωση αγάπης.

Η αγάπη μάς διευρύνει

Η αγάπη μάς παροτρύνει να εξερευνήσουμε περιοχές του μυαλού και της καρδιάς μας που, χωρίς αυτή, δε θα μας είχαν ποτέ αποκαλυφθεί. Στην ουσία, η αγάπη μάς αποκαλύπτει στον ίδιο μας τον εαυτό.

Στην αγάπη βρίσκουμε τη σιγουριά που μας ενθαρρύνει να ρισκάρουμε, να ξαναδοκιμάσουμε, να υιοθετήσουμε καινούριους τρόπους συμπεριφοράς. Καθώς ανακαλύπτουμε ο ένας τον άλλο, καταδυόμαστε πιο βαθιά στον εαυτό μας. Οι ορίζοντές μας διευρύνονται, συνειδητοποιούμε ότι ο κόσμος μας μπορεί μέχρι τώρα να ήταν περιορισμένος και ανοιγόμαστε σε νέες ιδέες και αντιλήψεις, πράγμα που μπορεί να γίνει μόνο μέσα από τα μάτια κάποιου άλλου.

Η αγάπη μάς προσφέρει το πιο εύφορο έδαφος για ανάπτυξη. Φροντίζουμε αυτό το έδαφος εμπλουτίζοντάς το με τη θέληση να εγκαταλείψουμε τον παλιό μας εαυτό και τις άχρηστες προκαταλήψεις μας. Σε αντάλλαγμα, μας προσφέρεται μια πολύ ευρύτερη άποψη του εαυτού μας και ένας κόσμος με απεριόριστες δυνατότητες για εξερεύνηση. Η αγάπη δεν είναι τυφλή. Έχει τέλεια όραση. Και μας δίνει τη δυνατότητα να δούμε όπως δεν είχαμε δει ποτέ πριν.

Το μακροχρόνιο άγχος βάζει σε δοκιμασία τα εσωτερικά μας χαρίσματα

Αρχίζουμε να νιώθουμε άγχος, μόλις θεωρήσουμε ότι απειλείται η ύπαρξή μας. Αμέσως μπαίνουν στο χορό και τα συναισθήματα του θυμού ή του φόβου ή και των δύο μαζί. Σχεδόν αμέσως ενεργοποιείται μια αλυσιδωτή αντίδραση νευροχημικών αντιδράσεων, που απλώνεται σε ολόκληρο το σώμα μας για να το προετοιμάσει για μάχη ή φυγή.

Το άγχος δεν είναι πάντοτε βλαβερό για τον οργανισμό μας. Οι ειδικοί στον τομέα της αντιμετώπισής του συμφωνούν ότι υπάρχει ωφέλιμο και βλαβερό άγχος. Το ωφέλιμο άγχος είναι εκείνο που σε υποκινεί να πετύχεις ένα στόχο ή σε παρακινεί να κάνεις κάτι. Το βλαβερό, που ονομάζεται και καταπόνηση, σε σπρώχνει πέρα από τα όρια εκείνα μέσα στα οποία νιώθεις καλά. Το συναίσθημα της καταπόνησης μπορεί να είναι οξύ και σύντομο ή λιγότερο οξύ και μακροχρόνιο. Το οξύ άγχος είναι έντονο, αλλά σύντομο. Είναι, για παράδειγμα, το άγχος που νιώθεις όταν ο τροχονόμος σου δίνει κλήση για υπερβολική ταχύτητα ή όταν ανακαλύπτεις ότι έχεις αφήσει τα κλειδιά σου μέσα στο κλειδωμένο αυτοκίνητο. Σε τέτοιου είδους περιπτώσεις, η “απειλή” περνάει πολύ γρήγορα και η ζωή σου επιστρέφει στον κανονικό της ρυθμό. Το χρόνιο άγχος έχει μεγάλη διάρκεια, μπορεί να κρατάει μήνες ή χρόνια, και το αισθάνεσαι όταν, για παράδειγμα, έχεις συζυγικά ή οικονομικά προβλήματα, όταν κάποιος υπονομεύει την καριέρα σου ή όταν ο εργοδότης σου είναι καταπιεστικός. Οι περισσότεροι επιστήμονες που ασχολούνται με το θέμα συμφωνούν ότι οι χρόνιες καταστάσεις άγχους σχετίζονται με τις χρόνιες ασθένειες. Το σώμα μπορεί να παραμείνει σε επιφυλακή ακολουθώντας το ρυθμό του άγχους μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα, γιατί κάποια στιγμή τα διάφορα όργανα αρχίζουν να παρουσιάζουν σημάδια δυσλειτουργίας. Το μακροχρόνιο άγχος βάζει σε δοκιμασία τα εσωτερικά μας χαρίσματα, όπως είναι το χιούμορ, η δημιουργικότητα, η πίστη, η υπομονή, το θάρρος, η συμπόνια, η ικανότητα να συγχωρούμε και η δύναμη της θέλησης.

Τη στιγμή που αρχίζει να μας κυριεύει το άγχος, ένα πλήθος συναισθημάτων μας κατακλύζει: ανυπομονησία, στενοχώρια, ανησυχία, απογοήτευση και πολλά άλλα. Ο θυμός εμφανίζεται με τη μορφή της ενοχής, της προκατάληψης, του φθόνου, της ζήλιας, της επιθετικότητας και της οργής. Ο φόβος έχει τόσο μεγάλη δύναμη, ώστε μπορεί να ακινητοποιήσει όλες τις σκέψεις και τις πράξεις μας και είναι στενά δεμένος με την κατάθλιψη.

Διαφέρει ο θυμός από το φόβο; Κάποιοι επιμένουν πως δεν υπάρχει διαφορά. Ισχυρίζονται ότι ο θυμός είναι απλώς μια έκφραση του φόβου. Παρ’ όλο που αυτή η θεωρία μπορεί να έχει κάποια δόση αλήθειας, ωστόσο, όσον αφορά στην αντιμετώπιση του άγχους, υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές ανάμεσά τους. Η μάχη και η φυγή δεν είναι ταυτόσημες. Ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε ότι ο θυμός και ο φόβος είναι οι δύο όψεις του νομίσματος του άγχους.

Όπως η αγάπη και η χαρά, έτσι και ο θυμός και ο φόβος είναι βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα δύο τελευταία έχουν τη δική τους θέση στο εκκρεμές των ανθρώπινων συναισθημάτων και συχνά δημιουργούν άφθονη αρνητικότητα, με αποτέλεσμα να μην μπορούμε να βιώσουμε αρκετά τα θετικά συναισθήματα. Τότε επέρχεται ανισορροπία στη συναισθηματική μας ευεξία. Η τάση προς τις αρνητικές σκέψεις δεν παρατηρείται μόνο στη νέα γενιά. Είναι ευρύτατα εξαπλωμένη σε όλες τις ομάδες των ανθρώπων, ανεξάρτητα από την ηλικία, το επάγγελμα ή το ύψος των εισοδημάτων τους. Στο χώρο της ψυχολογίας, αυτή η τάση είναι γνωστή ως “συνειδητότητα θύματος”.

Το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν ξέρει καλύτερα από τον καθένα αυτό που έχω στις αποσκευές μου

Μια κυρία πηγαίνει σε μια αεροπορική εταιρία ν’ αγοράσει δύο εισιτήρια πρώτης θέσης για Μαδρίτη. Συζητώντας με την κυρία, η υπάλληλος ζητάει να μάθει τα ονόματα των επιβατών και μαθαίνει ότι ο σύνοδός της κυρίας είναι ένας πίθηκος. Αυτό αντίκειται στους κανονισμούς της εταιρίας, η οποία απορρίπτει το επιχείρημα της κυρίας ότι, εφόσον πληρώνει τα ναύλα, μπορεί να ταξιδέψει με όποιον θέλει.

Παρόλο που σαν αρχή η εταιρία υιοθετεί αυτή τη στάση, το σημείωμα ενός πολιτικού με τις δέουσες συστάσεις καταφέρνει να δοθεί στην κυρία η άδεια να πάρει μαζί της τον πίθηκο, όχι όμως σε Θέση μέσα στην καμπίνα, αλλά σε κλουβί, όπως ορίζει ο κανονισμός, τυλιγμένο με καραβόπανο, στη ζώνη των αποσκευών των αεροσυνοδών, στο βάθος της καμπίνας τον αεροπλάνου.

Η κυρία δέχεται αυτήν τη διαπραγμάτευση δυσαρεστημένη, και την ημέρα της πτήσης ανεβαίνει στο αεροπλάνο με το κλουβί τυλιγμένο μ’ ένα πράσινο καραβόπανο που έχει κεντημένο το όνομα του πιθήκου: ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ. Το μεταφέρει η ίδια στο ράφι μπροστά στην πόρτα στο βάθος της καμπίνας και αποχαιρετάει τον πίθηκο: «Σύντομα θα είμαστε στην πατρίδα σου, Φεντερίκο, όπως το υποσχέθηκα στον Χοακίν».

Ρίχνει ένα τελευταίο βλέμμα, ελέγχει τον χώρο κι επιστρέφει στην πρώτη θέση όπου τακτοποιείται στο κάθισμά της.

Στα μισά του ταξιδιού, μια πολύ ευγενική αεροσυνοδός έχει την ιδέα να κεράσει τον πίθηκο μια μπανάνα και, προς μεγάλη της έκπληξη, βλέπει το ζώο ακίνητο στο πάτωμα του χλουβιού. Η αεροσυνοδός βγάζει μια κραυγή και καλεί τον υπεύθυνο καμπίνας, ανήσυχη όχι τόσο για τον πίθηκο όσο για τη δουλειά της. Είχαν ενημερωθεί όλοι ότι η ιδιοκτήτρια του πιθήκου ήταν συστημένη από κάποιον πολύ υψηλά ιστάμενο.

Στο αεροπλάνο δημιουργείται πανικός. Τρέχουν όλοι πάνω-κάτω. Ο κυβερνήτης πλησιάζει τον Φεντερίκο και του κάνει τεχνητή αναπνοή, στόμα με στόμα, και μασάζ στην καρδιά. Προσπαθούν για πάνω από μία ώρα να τον συνεφέρουν, αλλά δεν γίνεται τίποτα. Το ζώο είναι νεκρό.

Το πλήρωμα παίρνει την απόφαση να στείλουν ένα τηλεγράφημα στη βάση και να εξηγήσουν την κατάσταση. Η απάντηση έρχεται μετά από μισή ώρα. Να αποφύγουν με κάθε τρόπο να ενημερωθεί η επιβάτις για το συμβάν «Αν κάνει φασαρία η κυρία, αν δημιουργηθεί σκάνδαλο, το πιθανότερο είναι να βρεθούμε όλοι στον δρόμο. Έχουμε μια ιδέα: βγάλτε μια φωτογραφία του πιθήκου και στείλτε τη με φαξ στο αεροδρόμιο Μπαράχας της Μαδρίτης. Εμείς θα δώσουμε οδηγίες να αντικαταστήσουν τον πίθηκο μόλις προσγειωθεί το αεροπλάνο.»

Το πλήρωμα καμπίνας εκτελεί την εντολή κατά γράμμα. Στέλνουν τη φωτογραφία και, αμέσως, γίνονται στο αεροδρόμιο οι απαραίτητες ενέργειες για την επιχείρηση αντικατάστασης τον νεκρού πιθήκου. Ενώ περιμένουν να προσγειωθεί το αεροπλάνο, συγκρίνουν τη φωτογραφία τον πιθήκου της επιβάτιδος με τον πίθηκο που κατάφεραν να βρουν. Από τον νεκρό πίθηκο λείπει ένα δόντι. Οπότε, με μια τανάλια βγάζουν το αντίστοιχα δόντι από τον ψεύτικο Φεντερίκο. Μετά βλέπουν ότι ο Φεντερίκο έχει ένα ροζ σημάδι στο μέτωπο, έτσι λοιπόν, μ’ έναν μαρκαδόρο μακιγιάρουν τον καινούργιο πίθηκο. Προσέχουν κάθε λεπτομέρεια και διορθώνουν και την παραμικρή διαφορά μέχρι πού στο τέλος με μια τσεκουριά εξισώνουν και το μήκος της ουράς του. Ίσα-ίσα προλαβαίνουν να τελειώσουν αυτή τη δουλειά και το αεροπλάνο προσγειώνεται. Τρέχουν αμέσως οι υπάλληλοι της εταιρίας, βγάζουν τον Φεντερίκο από το κλουβί, τον πετάνε στο τεράστιο καλάθι των σκουπιδιών και βάζουν τον καινούργιο πίθηκο στο κλουβί. Το κλείνουν με το καραβόπανο και αναθέτουν στον φροντιστή να τον παραδώσει.

Με χαμόγελο, ο φροντιστής παραδίδει το κλουβί στην κυρία λέγοντάς της:
«Κυρία, ο πίθηκός σας».
Η κυρία σηκώνει το πανί και λέει:
«’Ει, Φεντερίκο. Είμαστε πάλι στην πατρίδα σου».
Τον κοιτάζει όμως καλά, και ξαφνικά φωνάζει:
«Αυτός δεν είναι ο Φεντερίκο!»
«Μα τι λέτε; Πώς δεν είναι ο Φεντερίκο; Για κοιτάξτε εδώ, έχει το ροζ σημάδι, του λείπει το δοντάκι…»
«Ο πίθηκος αυτός δεν είναι ο Φεντερίκο!»
«Κυρία… όλοι οι πίθηκοι είναι ίδιοι. Πώς ξέρετε ότι αυτός δεν είναι ο Φεντερίκο;»
«Γιατί σ Φεντερίκο ήταν… πεθαμένος.»

Τότε πληροφορήθηκαν αυτό που δεν τούς είχε περάσει καθόλου απ’ το μυαλό. Η κυρία μετέφερε τον πίθηκο στην Ισπανία για να τον θάψει. Ήταν μια υπόσχεση που είχε δώσει στον άντρα της, λίγο πριν πεθάνει.

Το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν ξέρει καλύτερα από τον καθένα αυτό που έχω στις αποσκευές μου. Αυτό που έχω, το ξέρω μόνο εγώ.

ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΪ, Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΗΣ

Επόμενη μέρα: “Πώς είναι να μην ξέρεις τι σου ξημερώνει;”

Πολύ δημιουργικό θα σας απαντήσω. Εδώ χρειάζεται πραγματικά να αναλογιστούμε τη φράση που υποστηρίζει “η σταθερότητα δε φέρνει απαραίτητα ανάπτυξη” και να δούμε αυτή την αναγκαστική “παύση” σαν μια ευκαιρία να πάρουμε δυνάμεις, ανάσες, να ανασυγκροτηθούμε, να αναλογιστούμε τις δυνάμεις μας και να ξαναμπούμε στο παιχνίδι με περισσότερη θετικότητα και σιγουριά πως θα τα καταφέρουμε. Η διαφορά είναι πως αυτή τη φορά δεν θα είμαστε σίγουροι για τους όρους αλλά και τις διαδικασίες και τους κανόνες που θα αλλάζουν συνέχεια.

Και τι θα κάνουμε; Πώς θα συνεχίσουμε; Πώς θα ξεπεράσουμε τους φόβους μας; Μέχρι πού μπορούμε να ονειρευτούμε; Να σχεδιάσουμε; Να προσδοκούμε;

Μέχρι εκεί που μπορούμε και αντέχουμε όπως κάναμε και πριν.

Ναι, άλλαξαν τα δεδομένα, φυσικά και τα επακόλουθα, και σίγουρα δεν είναι να τα αγνοεί κανείς. Όμως αν βγούμε λίγο από την εικόνα και δούμε αυτό που τελικά η ίδια η ζωή ορίζει ως συνθήκη όσο ζούμε και αναπνέουμε σ’ αυτή τη γη, τίποτα, ποτέ δεν ήταν δεδομένο.

Οι αλλαγές, τα απρόσμενα, οι δυσκολίες, οι προκλήσεις, οι αναποδιές δεν ήταν πάντα μέσα στη ζωή μας; Υπήρξε ποτέ όρος που έλεγε αν τα κάνουμε όλα σωστά θα έχουμε άλλη μεταχείριση; Άλλη έκβαση; Άλλη πορεία; Όχι, υπήρξε όμως και θα υπάρχει πάντα το υπέροχο δυναμικό του καθενός μας που πιθανώς κανείς μας δεν αξιοποιεί στο έπακρο.

Η ερώτηση λοιπόν στα σημερινά δεδομένα δεν είναι “πώς θα είναι η επόμενη μέρα” ή “πότε θα επανέλθουμε στην κανονικότητα” αλλά “τι είναι αυτό που ενώ ξέρω πως το έχω δεν το έχω ακόμα δοκιμάσει υπέρ μου”, ” τι είναι αυτό που ενώ ξέρω πως θα μου κάνει καλό δεν έχω τολμήσει να εφαρμόσω”;

Σε αυτή την εποχή ζούμε!

Στην εποχή που χρειάζεται τάχιστα να αναλάβουμε δράση και να αρχίσουμε να πειραματιζόμαστε, να ρισκάρουμε, να δοκιμάζουμε. Μεγάλο ποσοστό ανθρώπων ασχολήθηκαν αυτή την περίοδο με την αυτοβελτίωση, την προσωπική φροντίδα, την επιμόρφωση.

Ασχοληθήκαμε με τον εαυτό μας, την ανακάλυψη, την αυτογνωσία και όλοι μας με ένα τρόπο, τώρα περισσότερο από ποτέ, χρειάζεται να “ξεβολευτούμε” και να επιστρατεύσουμε αυτή τη γνώση για να κάνουμε την καθημερινότητα και το μέλλον μας καλύτερο, θετικότερο, αποδοτικότερο. Με πράξεις, δράση, ενέργειες. Γιατί για κάθε σημερινή ή μελλοντική μας “δυσκολία” υπάρχει η απάντηση και η λύση μέσα μας.

Ας βγούμε λοιπόν από το “τι θα γίνει” κι ας μετακινηθούμε στο “ό,τι και να γίνει θα το αντιμετωπίσω”.

Από το “θέλω χρόνο” στο “έχω την ετοιμότητα ανά πάσα στιγμή”.

Από το “εγώ έτσι ήξερα” στο “θα δοκιμάσω άλλο τρόπο ή θα δημιουργήσω ένα νέο“.

Από το “μπορώ και μόνος-η μου” στο “ποιους έχω κοντά μου να συνεργαστούμε“.

Από το “δεν το έχω ξανακάνει” στο “ευκαιρία να το μάθω“.

Από το “έχασα αυτά που είχα” στο “είμαι ευγνώμων για αυτά που έχω“.

Ένα refresh στο mindset χρειαζόμαστε. Μια νοοτροπία ταυτισμένη με τη συνειδητοποιήση πως κάτι μοναδικό που είχαμε τότε, έχουμε και τώρα: Μία σταθερά, απίστευτη, μοναδική, ικανή, θαυματουργή που σε κάθε συνθήκη, σοκ και ανατροπή είναι εκεί να μας σηκώσει, να μας ανακουφίσει, να μας εμψυχώσει, να μας ενδυναμώσει, να μας πάει μπροστά: Ο ίδιος μας ο εαυτός και το μεγαλείο του.

Υπάρχουν πολλά ακόμα να δοκιμάσετε που ακόμα δεν έχετε τολμήσει.

Εμπιστευθείτε σας, και νιώστε ασφαλής γνωρίζοντας πως κάθε μέρα είναι μία “επόμενη μέρα”!

Από τον κόσμο των ιδεών: Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ

Ι. Η ΙΔΕΑ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ
                    
· Πολλοί άνθρωποι αξιολογούν την ιδέα της προόδου με ποσοτικά κριτήρια· τη συνδέουν συνήθως με τη σύγχρονη έννοια της τεχνολογίας και με την τεχνολογική πρόοδο ή με την πρόοδο του τεχνικού πολιτισμού.
· Πιο ειδικά θεωρούν ως πρόοδο του ανθρώπου και της κοινωνίας την ποσότητα των επιτευγμάτων ή φαινομένων που συνεπάγεται η ανάπτυξη της τεχνο-επιστήμης.
· Υποστηρίζεται συγκεκριμένα ότι η διάδοση της επιστήμης συντελεί στη διάλυση εδραιωμένων προκαταλήψεων ή εσφαλμένων πεποιθήσεων και στην κατάκτηση ενός συνόλου πεποιθήσεων ή αντιλήψεων, οι οποίες χαρακτηρίζονται για τον ορθολογικό και προοδευτικό τους χαρακτήρα.
· Ακόμη υποστηρίζεται, με ένα τρόπο πολύ αφηρημένο, πως η επιστήμη με τις τεχνολογικές της εφαρμογές μπορεί να επιλύσει εν πολλοίς ή και οριστικά τα περισσότερα προβλήματα των ανθρώπων.
· Τα στοιχεία που αναφέρονται συνήθως προς επαλήθευση των πιο πάνω ισχυρισμών ή θεωρήσεων είναι περίπου τα εξής: α) τα επίπεδα διαβίωσης είναι τα υψηλότερα από κάθε άλλη περίοδο του παρελθόντος· β) η προσδοκία της μακροζωίας είναι πιο μεγαλύτερη από ποτέ· γ) τα επίπεδα υγείας και διατροφής έχουν βελτιωθεί εντυπωσιακά· δ) οι πιο πολλές ασθένειες έχουν νικηθεί· ε) τα ταξίδια και οι επικοινωνίες γίνονται με μεγαλύτερη ταχύτητα· στ) η γνώση αυξάνεται με τους πιο γοργούς ρυθμούς· ζ) καθημερινά παρατηρείται μια επαναστατική αλλαγή στις συνήθειες, τα ήθη, τις κοσμοαντιλήψεις, στις πεποιθήσεις κ.λπ.
· Γενικώς, οι αποτιμήσεις της εποχής μας περί προόδου δεν είναι μονοσήμαντες. Οι μεν ταυτίζουν την τεχνολογική πρόοδο με την πρόοδο ως καθολικό φαινόμενο, οι δε την θεωρούν ως μια πρόοδο σε ποσότητες, οι οποίες έχουν αρνητικές συνέπειες για τον άνθρωπο.
· Τέτοιες αρνητικές συνέπειες είναι η μόλυνση του περιβάλλοντος και η υποβάθμισή του, η καταστροφή των παραδοσιακών ηθών, η υποταγή των ανθρώπων στην εξουσία των μηχανών και των ασημαντοτήτων, η αποξένωση των ανθρώπινων σχέσεων, η καλπάζουσα ανθρώπινη δυστυχία κ.λπ.
· Αναμφισβήτητα καμιά άποψη δεν μπορεί να υιοθετείται απόλυτα: η ποσοτικοποίηση της θετικής ή αρνητικής προόδου είναι δεδομένη. Η πρόοδος εμφανίζεται να έχει αντιφατικό χαρακτήρα.
· Το ερώτημα συνεπώς είναι: πώς πρέπει να αποτιμά ο σημερινός άνθρωπος την πρόοδο και την εξέλιξη του τεχνολογικού πολιτισμού;
· Για να απαντήσει κανείς σε ένα τέτοιο ερώτημα, πρέπει να ξεκινά από αυτό που υπάρχει και αναπαράγεται συνεχώς:
· Σήμερα όλα «είναι περισσότερα»· α) ποσοτικοποίηση θετικής προόδου: ειδικοί, μηχανές, υπολογιστές, πληροφορίες, γνώσεις, επικοινωνίες, τεχνικοί, επιστήμονες κ.α. β) ποσοτικοποίηση της αρνητικής προόδου: ορισμένες ασθένειες έχουν εξαλειφθεί ή υποχωρήσει, εμφανίζονται όμως άλλες και με ταχύ ρυθμό, οι πόλεμοι «ευδοκιμούν», ο αμοραλισμός αυξάνεται, μαζοποίηση ανθρώπων, αμετρία κ.λπ.
· Η πρόοδος, στην αυθεντική της σύλληψη, δεν είναι μόνο και κύρια αυτή η ποσοτικοποίηση ούτε πολύ περισσότερο ο αχαλίνωτος καταναλωτισμός.
· Απεναντίας συνιστά θεμελιώδη εκδήλωση και ιδιότητα του ανθρώπινου πολιτισμού.
· Κάθε επίτευγμα ενσωματώνεται και οφείλει να ενσωματώνεται στον πολιτισμό και να αντιμετωπίζεται ως προϊόν του ανθρώπου. Άρα προϋποθέτει την ποιοτική του αξιοποίηση.
· Με δεδομένη την πιο πάνω περιγραφή πώς πρέπει να σκεπτόμαστε την τεχνολογική πρόοδο, που λαμβάνει χώρα ραγδαία αλλά δεν παύει να γεμίζει τη ζωή μας με αντιθέσεις και αντιφάσεις;
· Με κριτικό μάτι και με διαλεκτική αποτίμηση του θετικού και του αρνητικού, της ποιότητας και της ποσότητας, της ανθρωπιάς και της τεχνολογίας.
· Είτε κανείς είναι παρατηρητής των επιστημονικών επιτευγμάτων και των τρόπων, με τους οποίους αυτά εισάγονται ή εφαρμόζονται στη ζωή μας, είτε συμμετέχει –έμμεσα ή άμεσα– πρέπει να καλλιεργεί την ευαισθησία του, να διέπεται από ανώτερες αρχές, να αναπτύσσει την πνευματικότητά του και να αποκτά αισθητικό κριτήριο.
· Τότε μπορούμε να διακρίνουμε το θετικό και το αρνητικό που μας επιφυλάσσει η μια ή η άλλη πολιτισμική εξέλιξη.
· Από άποψη αρχής, ο πολιτισμός οφείλει να λειτουργεί λυτρωτικά και απελευθερωτικά, κάτι που παραμένει το ζητούμενο.
· Ο διαχωρισμός πνευματικού και υλικού πολιτισμού σημαίνει ότι ο κόσμος αποξενώνεται από τον άλλο του εαυτό.
· Αυτός ο διαχωρισμός γίνεται στη συνέχεια μοιραίος και για τη διχοτόμηση της ανθρώπινης ουσίας ανάμεσα σε στεγνή, αναίσθητη εξειδίκευση και σε ευαίσθητη πνευματικότητα.
· Η χαοτική όψη του σύγχρονου τεχνολογικού πολιτισμού δεν έλκει την καταγωγή της από την έννοια του πολιτισμού. Η τεχνική έχει αποκτήσει δομή και θέση άσχετη με τις ανάγκες των ανθρώπων (Adorno).
· Η οικονομική παραφροσύνη τείνει να αυτονομήσει την τεχνολογία από την πνευματική υπόσταση του ανθρώπου και να προκαλέσει τόση σύγχυση, ώστε η αυξανόμενη αποβλάκωση να ονομάζεται πολιτισμός (Adorno).
· Σήμερα κυριαρχεί μια κατάσταση ολοκληρωτικά και ανεξέλεγκτα διαμελισμένη: εξατομίκευση, απουσία εσωτερικής συνεννόησης και παράλληλα εγκαθίσταται η δύναμη του όχλου: «ο τύπος του σύγχρονου ανθρώπου του σπηλαίου» (Spengler).
· Τελικά κάθε περίοδος της ζωής μας απηχεί μια ουσιαστική πρόοδο ή εξέλιξη, όταν αντιμετωπίζει τις πραγματικές ανάγκες (υλικές και πνευματικές) της κοινωνίας με απώτερο στόχο όχι μόνο το ζειν αλλά το ευ ζειν.

ΙΙ. Κείμενα

1. «Οι μηχανές γίνονται όλο και πιο απάνθρωπες στη μορφή τους, όλο και πιο ασκητικές, μυστικιστικές και για όλο και πιο λίγους μυημένους. Περιπλέκουν τη γη με έναν απέραντο ιστό λεπτών δυνάμεων, ρευμάτων και τάσεων. Το σώμα τους γίνεται όλο και πιο πνευματικό, όλο και πιο σιωπηλό. Αυτοί οι τροχοί, κύλινδροι και μοχλοί δεν μιλούν πια. Καθετί αποφασιστικό αποσύρεται στην εσωτερικότητά τους…».

2. «Έχει δημιουργηθεί κάποια παρεξήγηση γύρω από τη διάκριση μεταξύ εφαρμοσμένης επιστήμης και τεχνολογίας· και αυτό είναι λογικό, γιατί η διάκριση αυτή δεν έγινε ποτέ με σαφήνεια. Η διαφορά τους στηρίζεται κυρίως στον τύπο προσέγγισης. Ο εκπρόσωπος της εφαρμοσμένης επιστήμης ασχολείται με την ανακάλυψη εφαρμογών για την καθαρή θεωρία. Ο τεχνολόγος έχει ένα πρόβλημα που βρίσκεται λίγο πιο κοντά στην πρακτική».

3. «Ο τεχνικός είναι πάντα ένας ειδικός και δεν μπορεί καθόλου να ισχυριστεί ότι ελέγχει κάποια τεχνική εκτός από τη δική του. Εκείνοι για τους οποίους η τεχνολογία αντλεί το νόημά της από τον ίδιο τον εαυτό της πολύ δύσκολα θα ανακαλύψουν τις αξίες που δίνουν νόημα σε αυτό που κάνουν. Και μάλιστα ποτέ δεν θα τις αναζητήσουν».

ΘΕΟΦΡΑΣΤΟΣ: Χαρακτῆρες (26.1-26.6) - ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ

ΚϚ'. ΟΛΙΓΑΡΧΙΑΣ


[26.1] [Δόξειεν δ᾽ ἂν εἶναι ἡ ὀλιγαρχία ‹προαίρεσίς› τις ἰσχύος καὶ κέρδους γλιχομένη,]
[26.2] ὁ δὲ ὀλιγαρχικὸς τοιοῦτός ‹τις›, οἷος τοῦ δήμου βουλευομένου, τίνας τῷ ἄρχοντι προσαιρήσονται τῆς πομπῆς τοὺς συνεπιμελησομένους, παρελθὼν ἀποφήνασθαι ὡς δεῖ αὐτοκράτορας τούτους εἶναι, κἂν ἄλλοι προβάλλωνται δέκα, λέγειν ὅτι «Ἱκανὸς εἷς ἐστι, τοῦτον δὲ δεῖ ἄνδρα εἶναι»· καὶ τῶν Ὁμήρου ἐπῶν τοῦτο ἓν μόνον κατέχειν, ὅτι «Οὐκ ἀγαθὸν πολυκοιρανίη, εἷς κοίρανος ἔστω», τῶν δὲ ἄλλων μηδὲν ἐπίστασθαι.
[26.3] ἀμέλει δὲ δεινὸς τοῖς τοιούτοις τῶν λόγων χρήσασθαι, ὅτι «Δεῖ αὐτοὺς ἡμᾶς συνελθόντας περὶ τούτων βουλεύσασθαι καὶ ἐκ τοῦ ὄχλου καὶ τῆς ἀγορᾶς ἀπαλλαγῆναι καὶ παύσασθαι ἀρχαῖς πλησιάζοντας καὶ ὑπὸ τούτων οὕτως ὑβριζομένους ἢ τιμωμένους» ‹καὶ› ὅτι «Ἢ τούτους δεῖ ἢ ἡμᾶς οἰκεῖν τὴν πόλιν».
[26.4] καὶ τὸ μέσον δὲ τῆς ἡμέρας ἐξιὼν [καὶ] τὸ ἱμάτιον ἀναβεβλημένος καὶ μέσην κουρὰν κεκαρμένος καὶ ἀκριβῶς ἀπωνυχισμένος σοβεῖν τοὺς τοιούτους λόγους ‹λέγων› τὴν τοῦ Ὠιδείου· «Διὰ τοὺς συκοφάντας οὐκ οἰκητόν ἐστιν ἐν τῇ πόλει» καὶ ὡς «Ἐν τοῖς δικαστηρίοις δεινὰ πάσχομεν ὑπὸ τῶν δεκαζομένων» καὶ ὡς «Θαυμάζω τῶν πρὸς τὰ κοινὰ προσιόντων τί βούλονται» καὶ ὡς «Ἀχάριστόν ἐστι ‹τὸ πλῆθος καὶ ἀμνῆμον› τοῦ νέμοντος καὶ διδόντος» καὶ ὡς αἰσχύνεται ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ, ὅταν παρακάθηταί τις αὐτῷ λεπτὸς καὶ αὐχμῶν.
[26.5] καὶ εἰπεῖν «Πότε παυσόμεθα ὑπὸ τῶν λειτουργιῶν καὶ τῶν τριηραρχιῶν ἀπολλύμενοι;» καὶ ὡς «Μισητὸν τὸ τῶν δημαγωγῶν γένος» ‹καὶ› τὸν Θησέα πρῶτον φῆσαι τῶν κακῶν τῇ πόλει γεγονέναι αἴτιον· τοῦτον γὰρ ἐκ δώδεκα πόλεων εἰς μίαν συναγαγεῖν τὰ ‹πλήθη› λυθείσης βασιλείας· καὶ δίκαια αὐτὸν παθεῖν· πρῶτον γὰρ αὐτὸν ἀπολέσθαι ὑπ᾽ αὐτῶν.
[26.6] [καὶ τοιαῦτα ἕτερα πρὸς τοὺς ξένους καὶ τῶν πολιτῶν τοὺς ὁμοτρόπους καὶ ταὐτὰ προαιρουμένους.]

***

26. Ο ΟΛΙΓΑΡΧΙΚΟΣ


[26.1] [Η ολιγαρχία θα φαινόταν ότι είναι η πολιτική που ορέγεται ισχύ και κέρδος,]
[26.2] ενώ ο ολιγαρχικός το είδος του ανθρώπου που, όταν συνεδριάζει ο λαός για να αποφασίσει ποιούς ανθρώπους θα εκλέξει για την επιμέλεια της πομπής μαζί με τον (υπεύθυνο) άρχοντα, ανεβαίνει στο βήμα κι αποφαίνεται ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να έχουν απόλυτη εξουσία. Αν οι άλλοι (ομιλητές) προτείνουν δέκα ανθρώπους, αυτός λέει: «Ένας είναι αρκετός, πρέπει όμως να είναι αληθινός άνδρας». Κι από τους στίχους του Ομήρου μόνο αυτόν κατέχει, ότι «Δεν είναι καλό να υπάρχουν πολλοί αρχηγοί, ένας να είναι ο ηγέτης». Από τον υπόλοιπο Όμηρο δεν κατέχει τίποτα.
[26.3] Χωρίς αμφιβολία είναι ικανός να χρησιμοποιεί την ακόλουθη φρασεολογία: «Πρέπει μόνοι μας να κάνουμε συνέλευση, για να αποφασίσουμε γι᾽ αυτά τα ζητήματα, και να απαλλαγούμε από τον όχλο και την αγορά. Πρέπει να σταματήσουμε να επιδιώκουμε τα αξιώματα και μ᾽ αυτό τον τρόπο να πάψουμε να λαμβάνουμε ύβρεις ή τιμές από αυτούς. Πρέπει ή αυτοί ή εμείς να κατοικούμε σ᾽ αυτή την πόλη.»
[26.4] Αφού βγει από το σπίτι του κατά το μέσον της ημέρας, φορώντας το ιμάτιό του, κουρεμένος με έναν καθώς πρέπει τρόπο και με νύχια περιποιημένα στην εντέλεια, περπατά καμαρωτός στο δρόμο για το Ωδείο λέγοντας τα ακόλουθα: «Η ζωή στην πόλη έγινε αφόρητη από τους συκοφάντες» και «Στα δικαστήρια μας κάνουν να υποφέρουμε άνθρωποι που χρηματίστηκαν» και «Απορώ τί επιζητούν όσοι ανακατεύονται στην πολιτική» και «Ο λαός είναι αχάριστος και ξεχνά αυτόν που του κάνει μοιρασιές και δώρα» και «Ντρέπομαι στην Εκκλησία του Δήμου, όταν κάθεται δίπλα μου κάποιος κοκαλιάρης κι αλάδωτος».
[26.5] Λέει ακόμη: «Πότε θα πάψουμε να αφανιζόμαστε από τις δημόσιες χορηγίες και τις τριηραρχίες;» και «Το γένος των δημαγωγών είναι μισητό»· και ισχυρίζεται ότι ο Θησέας έγινε ο πρώτος αίτιος των συμφορών της πόλης. Γιατί αυτός ήταν που συγκέντρωσε τον πληθυσμό δώδεκα πόλεων σε μία και καταλύθηκε η βασιλεία. Έπαθε όμως ό,τι του άξιζε, γιατί πρώτον αυτόν κατέστρεψε ο λαός.
[26.6] [Αυτά και άλλα παρόμοια λέει στους ξένους και τους πολίτες που μοιράζονται μαζί του τον ίδιο χαρακτήρα και τις ίδιες πολιτικές προτιμήσεις.]