Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΟΣΜΟΘΕΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΨΕΥΔΕΣ ΔΙΛΗΜΜΑ: «ΕΝΑΣ ή ΠΟΛΛΟΙ ΘΕΟΙ»

Οι των πραγμάτων έχοντες συνείδηση, χαιρετίζουμε στις αφανώς πολύ ενδιαφέρουσες ημέρες μας την καθολική αποσύνθεση ενός κόσμου που εδώ και πολλούς αιώνες βασίλευσε θρονιασμένος πάνω όχι μόνο στον Φόβο, αλλά επίσης και στο Ψεύδος και στην Εξαπάτηση, ή, αν θέλουμε να το πούμε διαφορετικά, πάνω στον απεινή διωγμό του Αληθινού. Αυτή όμως η αντεστραμμένη πραγματικότητα έφτασε πια στο τέλος της, αν και όχι όπως εμείς θα θέλαμε, δηλαδή σαφέστατα κι αμετάκλητα κατανικημένη από την ανθρώπινη σκέψη, αλλά με άδοξο τρόπο ως περίττωμα, απορριφθείσα από το ένα και αληθινό και μοναδικό μέτρο αποτίμησης απάντων των πραγμάτων του Συμ-Παντός, δηλαδή του Φυσικού Νόμου που αδέκαστος στέκει δικαστής κάθε ανισορροπίας ή διατάραξης.  

Ο ψευδής αυτός κόσμος λοιπόν τελειώνει, και το αργό αλλά σταθερότατο τέλος του αποδεινύει περίτρανα, αν και ομολογουμένως τραγικά, ότι ΔΕΝ είναι ο άνθρωπος το κέντρο του Συμ-Παντός και ότι επίσης η Φύση-Θεός είναι κάτι το οποίο δεν μπορούμε να προσβάλλουμε εσαεί ατιμωρητί.
  
Ενα από τα κύρια τμήματα αυτού του Μεγάλου Ψεύδους, είναι και ο παραπλανητικά ονομαζόμενος «Μονοθεϊσμός». Και λέω «παραπλανητικά» διότι η ονομασία αυτή παραπλανεί κι εξαπατά σοβαρά το ανθρώπινο αυτί, σχετικά με τις πραγματικές προθέσεις των εμπνευστών, εφαρμοστών και υπηρετών του κοσμοαντιληπτικού αυτού συστήματος. Άλλωστε, ο Κόσμος μας δεν θα είχε καταλήξει στα όσα πιο πάνω αναφέραμε, αν όντως η κυρίαρχη ιδεολογία προσπαθούσε απλώς να επιβάλει κάποιο πιό «μοντέρνο» δόγμα, που αντικαθιστούσε τινί τρόπω τους πολλούς Θεούς των άλλων πολιτισμών που αυτή κατέστρεψε, με τον Ένα δικό της που επιμένει να διαφημίζει ως «μόνον αληθινό». Ο κακοήθης όγκος πρέπει να αναζητηθεί, αλλού. Στο πώς αυτή η κυρίαρχη ιδεολογία, τοποθετεί τον εαυτό της -και κατ’επέκταση και τον Θεό της- απέναντι στον ιερό, απαράβατο και αιώνιο Φυσικό Νόμο.  

Από πολύ παλιά, από τον 6ο κιόλας αιώνα π.α.χ.χ., οι φιλόσοφοι της Ελέας είχαν διακηρύξει το μεταβλητό του Κόσμου αλλά το αναλοίωτο κι ενιαίο της Κοσμικής Ουσίας κι Αρχής, ήτοι του χαρακτηριστικά αποκαλούμενου «Είναι» και είχαν καθιερώσει ως βασικό σύνθημά τους το γνωστότατο «Έν Το Παν», το ότι δηλαδή όλα είναι ένα. Συνεπώς οι παραπλανητικά αυτοονομαζόμενοι «Μονοθεϊστές» δεν έφεραν τίποτα το καινούργιο στην ανθρώπινη σκέψη σε σχέση με τον... αριθμό του Θεού ή των Θεών, αφού και οι από αυτούς υποτιμούμενοι ως «πολυθεϊστές» ήξεραν πολύ καλά, δίχως να χρειάζονται τη βοήθεια άλλων να τους το μάθουν, ότι ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ.
 
«Τότε, γιατί υπήρξε σύγκρουση;» θα με ρωτήσετε, και μάλλον δικαιολογημένα. Μα, γιατί κάτω από το.. αγαθό τσόφλι του, ο παραπλανητικά ονομαζόμενος «Μονοθεϊσμός» έκρυβε άλλα κακά. Έκρυβε μια ολοκληρωτική αντίληψη για τον Κόσμο, τόσο βαθύτατα αντίθετη κι εχθρική προς εκείνη των υποτιμούμενων ως «πολυθεϊστών» κι εντελώς ασυμβίβαστη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια κι ελευθερία. Η αντίρρηση ημών συνεπώς, ως κατά τα πάτρια Ελλήνων, δεν έχει να κάνει με το αν είναι.. Ένας ο Θεός ή πολλοί, αλλά με το πού και πώς στέκεται αυτός ο.. Ένας ή αυτοί οι πολλοί Θεοί σε σχέση με τον Συμ-Παντα Κόσμο, με την ένθεο Φύση και με την άπειρη θειότητα, εκδηλωμένη ή μη (δηλαδή ασώματη).  

Ενας εσωκοσμικός Θεός -ή πολλοί εξ Ενός, το ίδιο κάνει..- που γεννήθηκε από τη Φύση, ζεί μέσα στη Φύση και συνεπώς υπόκειται στους Νόμους της, ταυτίζεται αναγκαστικά με αυτήν για να μην απορριφθεί, ΕΙΝΑΙ τελικά αυτή, τουλάχιστον με την έννοια που δίνει η Παν-Θεϊστική αντίληψη. Αντίθετα, ένας εξωκοσμικός Θεός -ή πολλοί εξ Ενός, το ίδιο κάνει..- που τάχα προϋπήρξε της Φύσης, δεν υπόκειται σε κανέναν από τους Νόμους της, οι οποίοι άλλωστε όπως και αυτή δεν είναι παρά θνητά «κτίσματά» του -και μπορεί να ασυδοτεί πάνω τους επιδεικνύοντας «θαύματα», ήτοι βίαιες εκτροπές της Φυσικής Τάξης-, στέκει αιωνίως έξω από αυτήν -υποτιμώντας την συνάμα ως χυδαία υλικοπνευματική διαδικασία- και την εξουσιάζει απόλυτα διατηρώντας πάνω της κάθε δικαίωμα για κάποιον ανα πάσα στιγμή αυθαίρετο «τερματισμό» της.

Για τον θεοδίδακτο δωδεκαθεϊστή Έλληνα, δηλαδή για τον πραγματικό και πνευματόδοξο Έλληνα της αρχαιότητας, ο Κόσμος υπήρξε αυτοδημιούργητος και αιώνιος, και απλώς οι απόψεις (Από-Όψεις) περί της αρχής της παρούσης (πολύ συγκεκριμένης και ελάχιστης μακροϊστορικά) φάσης του, διαφέρουν, δίχως -ως γνωστόν- ν' απαιτούν την καταδίκη των υπολοίπων ως.. «ανυπόστατων» ή -ακόμα χειρότερα- ως.. «αιρετικών» (!!) Αντιθέτως, στα τελευταία 2.000 χρόνια, της λεγόμενης Εποχής της Βαρβαρότητας (Era Vulgaris), που η σύμπασα η άτυχη ανθρωπότητα στέκει υπόδουλη στη δεισιδαιμονία και στον παραλογισμό της τυφλής πίστης σε μια δυϊστική και μυωπική αντίληψη του Κόσμου -έστω κι αν αυτή σήμερα φαίνεται καταδιασπασμένη τάχα σε αμέτρητα «δόγματα» κι «αιρέσεις»-, εκατομμύρια άνθρωποι πλήρωσαν αυτή την πίστη τους στο αυτοδημιούργητο του Κόσμου με τη ζωή τους. Και ανάμεσά τους μαρτύρησαν επίσης μυριάδες, πραγματικοί στην ψυχή, το πνεύμα και το αίμα, Έλληνες, που εξαιτίας αυτής ακριβώς της πεποίθησης ρίχτηκαν στις πυρές των βυζαντινών ιεροεξεταστών, στα θηρία του Ιπποδρόμου, ανασταυρώθηκαν, ανασκολοπίστηκαν, ή έγιναν κομμάτια στα περιβόητα κρεουργεία της Σκυθοπόλεως.  

Ο θεοδίδακτος Ομηρος -σύμφωνα με τον Πλάτωνα στον «Θεαίτητο» (152e)(α), σύμφωνα με τον Αριστοτέλη στα «Μεταφυσικά» (β) και τον Εύδημο στην περιπατητική ιστορία της Θεολογίας- φέρνει τα πάντα να προέρχονται από τη Ροή και την Κίνηση, δηλαδή από τον Ωκεανό και την Τηθύν, που χαρακτηριστικά τους αποκαλεί «γονείς» πάντων των Θεών (γ).

Ο μεταγενέστερός του θεογονιστής ποιητής Ησίοδος, φέρνει ως αρχές στην περίφημη «Θεογονία» του (116-122) το Χάος (δ) -πρωτογέννητο μάλιστα όλων, ως «χάσμα προς πλήρωσιν» περισσότερο, παρά ως «ρευστόν» εκ του «χέεσθαι» κατά την όψιμη ετυμολόγηση των Στωϊκών ή «Αμορφον» κατά τον Λουκιανό-, κι επίσης τη Γαία, τον Τάρταρο και τον Έρωτα.  

Ο Σπαρτιάτης λυρικός ποιητής Αλκμάν πάλι, -σύμφωνα με τον πάπυρο 2390 της Οξυρύγχχου-, διηγείται σχετικά με τη Θεά Θέτιδα ότι αυτή ήταν που οριοθέτησε την πρωταρχική αταξία του Κόσμου με την αρχή (τον «Πόρο») και το πέρας (το «Τέκμωρ») των πραγμάτων (ε).

Ο μέγας διδάσκαλος και θεογονιστής Φερεκύδης από τη Σύρο, υιός του Βάβυος, κάνει λόγο -σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο- για τρία κοσμικά στοιχεία (Τον Ζάντα, τον Χρόνο και τη Χθονίη), για τρείς Θεούς που «ήσαν αεί» δηλαδή υπήρχαν ανέκαθεν μέσα στο Σύμ-Παν και από τους οποίους αναδύθηκε στη συνέχεια μια πολυπληθής γενιά Θεών (ς).  

Ο περίφημος κρητικός μύστης, χρησμοδότης και θεραπευτής του 7ου αιώνα π.α.χ.χ. Επιμενίδης -σύμφωνα με τον Φιλόδημο στο «Περί Ευσεβείας» (47a) (ζ), τον Εύδημο και τον ύστερο νεοπλατωνικό διδάσκαλο Δαμάσκιο στο βιβλίο του «Περί Των Πρώτων Αρχών»- φέρνει στη δική του «Θεογονία» τα πάντα να προέρχονται από ένα πρωτογέννητο ζεύγος, τον Αέρα και τη Νύχτα, από τους οποίους γεννήθηκε στη συνέχεια ως τρίτη αρχή, ο Τάρταρος.

Ο Ακουσίλαος ο Αργείος -σύμφωνα πάντα με τον Φιλόδημο στο «Περί Ευσεβείας» (137, 5) (η) και τον Δαμάσκιο- παρουσιάζει τα πάντα ως προερχόμενα από το πρωτογενές Χάος, ενώ ο Μιλήσιος Θαλής, γιός του Εξαμύου, πρεσβεύει ότι ποιητική αρχή του έμψυχου και «Θεών πλήρους» Παντός είναι το Υδωρ που με την επίδραση των Θεών μετασχηματίζεται και σε γή, αέρα και φωτιά συγκροτώντας στη συνέχεια τα όσα υπάρχουν στη Φύση (θ).  

Ο συντοπίτης του Αναξίμανδρος του Πραξιάδου, διδάσκει ότι αρχή των πάντων υπήρξε το ανώλεθρον «Άπειρον» (ι), στοιχείο άφθαρτο κι αθάνατο από το οποίο τα πάντα προέρχονται για να ξαναγυρίσουν σε αυτό, στο πέρας της κάθε μορφικής τους ύπαρξης συμπεριλαμβανομένων και των «αναρίθμητων κόσμων» που ο ίδιος (σύμφωνα με τον Κικέρωνα) θεωρεί Θεούς.  

Ο τρίτος μέγας φιλόσοφος της Σχολής της Μιλήτου, ο Αναξιμένης του Ευρυστράτου, πρεσβεύει ως αρχή και στοιχείο του Κόσμου τον Αέρα-Πνεύμα (που ο Κικέρων διέσωσε ότι ο φιλόσοφος θεωρούσε Θεό) και όμοια με τον Αναξίμανδρο διδάσκει περί συνεχών, περιοδικών δημιουργιών και καταστροφών των Κόσμων, μέσα από μια ατελεύτητη διαδοχή (κ).

Ο Ξενοφάνης από τον Κολοφώνα, υιός του Δεξίου -ή του Ορθομένους σύμφωνα με τον Απολλόόδωρο-, αυτός ο βαθύτατος στοχαστής και θεωρούμενος ως ιδρυτής της Ελεατικής Σχολής, μέσα από το «ΕΝ ΤΟ ΠΑΝ» διδάσκει περί Ενός μεν αλλά σύμφυτου με τον Κόσμο (λ) Θεού που μέσα από την Ουσία του κινούνται τα πάντα σ'ένα Συμ-Παν που και εδώ φυσικά νοείται ως αγέννητο κι άφθαρτο: «ΕΙΣ ΘΕΟΣ ΕΝ ΤΕ ΘΕΟΙΣΙ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙΣΙ ΜΕΓΙΣΤΟΣ» («Ενας Θεός υπάρχει μέγιστος, ανάμεσα στους Θεούς και στους ανθρώπους»). Διδάσκει δηλαδή για έναν ενοποιημένο Θεό / Φύση που κατ'αυτόν αποτελείται από Νού («ΝΟΟΥ ΦΡΕΝΙ ΠΑΝΤΑ ΚΡΑΔΑΙΝΕΙ» λέει χαρακτηριστικά), Γή και Ύδωρ («ΠΑΝΤΕΣ ΓΑΡ ΓΑΙΗΣ ΤΕ ΚΑΙ ΥΔΑΤΟΣ ΕΚΓΕΝΟΜΕΘΑ»).  

Ο εξ Εφέσσου Ηράκλειτος, ο υιός του Βλύσωνος, για τον οποίο ο ομιλών δε διστάζει να ομολογήσει ότι τρέφει άπειρο θαυμασμό, ορίζοντας το αείζωον Πύρ ως Ουσία του Παντός υπογραμμίζει: «Τον Κόσμο αυτόν, που για όλους είναι ίδιος, ούτε Θεός ούτε άνθρωπος τον έφτιαξε, αλλά ήταν πάντοτε, είναι και θα είναι, φωτιά αιώνια που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο» (μ). Θεωρεί τον Κόσμο ως ενιαία ύπαρξη που ούτε γεννήθηκε, ούτε θα πεθάνει ποτέ, αλλά απλώς ζεί αιωνίως σε διαρκή ροή κι αδιάκοπη εναλλαγή μορφών του. «ΠΑΝΤΑ ΡΕΙ»: ένα ασύλληπτο γίγνεσθαι που μεγαλοπρεπέστατα χύνεται μέσα στους ατραπούς της αιωνιότητας, άδοντας τον Θείο Λόγο, την αφετηρία των Θεών που από αυτόν περιγράφεται με τα γνωστά λόγια «ΘΕΟΣ ΕΣΤΙΝ ΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΝΥΞ, ΘΕΡΟΣ ΚΑΙ ΧΕΙΜΩΝ, ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ, ΚΟΡΟΣ ΚΑΙ ΛΟΙΜΟΣ».

Ο κατά το ήμισυ ελεατης και κατά το έτερο ήμισυ πυθαγόρειος Παρμενίδης, υιός του Πύρητος, ο οποίος μιλάει για την Αιθερική Μονάδα-Ουσία, το «Είναι», ωσάν άχρονη, αδιαίρετη («ΟΥΔΕ ΠΟΤ’ ΗΝ ΟΥΔ’ ΕΣΤΑΙ, ΕΠΕΙ ΝΥΝ ΕΣΤΙΝ ΟΜΟΥ ΠΑΝ, ΕΝ ΣΥΝΕΧΕΣ. ΤΙΝ ΓΑΡ ΓΕΝΝΑΝ ΔΙΖΗΣΕΑΙ ΑΥΤΟΥ;» δηλαδή «ούτε ήταν ούτε θα είναι, επειδή το τώρα είναι και το πάν, ένα και συνεχές. Γιατί ποιά αφετηρία του μπορεί κανείς να αναζητήσει;») (ν), καθώς και πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα, στο «Τα Προς Δόξαν» μαζί με τις δύο ποιητικές αρχές του Κόσμου, το Πύρ και την Γή, χαιρετίζει τον Θεό Έρωτα ως πρώτιστο συνεργό στη δόμηση του «Είναι», ως «Βούληση του Ζείν».  

Ο επίσης ελεάτης Μέλισσος υιός του Ιθαγένη, από την Σάμο, στο «Περί Φύσεως ή Περί Του Όντος» βιβλίο του, υποστηρίζει επίσης το ενιαίο, την αφθαρτότητα κι αιωνιότητα του Κόσμου και τονίζει «ΑΕΙ ΗΝ Ο,ΤΙ ΗΝ ΚΑΙ ΑΕΙ ΕΣΤΑΙ», ενώ ο Ακραγαντίνος φιλόσοφος Εμπεδοκλής, υιός του Μέτωνος, διδάσκει για Τέσσαρα αιώνια Ριζώματα των πάντων (ξ), τον λάμποντα Δία, τη φερέσβιο Ήρα, τον Αϊδωνέα / Άδη και τη Νήστιδα (που ο Θεόφραστος αντίστοιχα ταυτίζει με τη Φωτιά, τον Αιθέρα, τη Γή και το Ύδωρ) τα οποία αδιάκοπα συντίθενται κι αποσυντίθενται κάτω από μια ατελείωτη μάχη ανάμεσα στο Μίσος και τον Έρωτα (στο «Κότος» ή «Νείκος» και τη «Φιλότητα» ή «Αφροδίτη») που αδιάκοπα αποχωρίζουν και συνενώνουν τα στοιχεία σε μορφές.  

Οι Πυθαγόριοι πάλι, όρισαν ως δημιουργική αρχή του Κόσμου και ουσία των όντων, τα οποία «κατ' αριθμόν εγένοντο», την αριθμητική Μονάδα, από την οποία τα πάντα γεννιώνται και η οποία μέσα στα πάντα ζεί, τη Μονάδα την αυτοτελή, την άναρχη και ατελεύτητη. (Πρέπει μάλιστα εδώ ν'αναφέρουμε ότι μέσα από τις δικές τους μελέτες πάνω στο λεγόμενο «Δωδεκάεδρον» που το ταυτίζουν με τη λεγόμενη «Σφαίρα του Κόσμου», ερμηνεύεται όλη η σοφία της δωδεκαθεϊστικής κοσμοαντίληψης, αυτού του υπέροχου κοσμολογικού και θρησκευτικού συστήματος των προγόνων μας που τόσο χυδαία καθυβρίστηκε και εξακολουθεί να καθυβρίζεται από τους απατεώνες υπηρέτες του Ιαχωβά. Ο καθηγητής J.Burnet του αφιερώνει ιδιαίτερο κεφάλαιο στο βιβλίο του «Η Αυγή Της Ελληνικής Φιλοσοφίας» και υπενθυμίζει ότι ο Ίππασος πιθανώς εκτελέστηκε γιατί είχε αποκαλύψει σε αμύητους τα μυστικά του «Δωδεκαέδρου»).  

Ο Κλαζομένιος Αναξαγόρας του Ηγεσιβούλου, δέχεται τους «αναρίθμητους κόσμους» των φιλοσόφων της Ιωνίας, και θέλοντας να μείνει πιστός στην παράδοσή τους περί μιάς μόνον ουσίας, υποκαθιστά ως αιτία της όλης κίνησης το Μίσος και τον Έρωτα του Εμπεδοκλέους με τον πολύπλευρο «συμπαντικό Νού» που εμπεριέχεται σε όλα τα ζώα και τα φυτά. Επίσης ο αθηναίος Αρχέλαος υιός του Απολλοδώρου μιλάει -σύμφωνα με τον Ιππόλυτο- για δύο αιτίες, τη μία θερμή κι εν κινήσει, την δε άλλη ψυχρή και σε ακινησία και για επίσης «κοσμικό Νού» που ενυπάρχει σε όλα τα έμβια (ο).  

Οι Ατομικοί Λεύκιππος και Δημόκριτος μιλούν ξεκάθαρα -σύμφωνα με τον Διογένη Λαέρτιο (ΙΧ, 31) και τον Ιππόλυτο- για άπειρους Κόσμους που ακμάζουν και παρακμάζουν, αλληλοσυγκρούονται, συντίθενται ή αποσυντίθενται διαρκώς: «ΤΟ ΜΕΝ ΠΑΝ ΑΠΕΙΡΟΝ ΦΗΣΙΝ ΚΟΣΜΟΥΣ ΤΕ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΑΠΕΙΡΟΥΣ ΕΙΝΑΙ ΚΑΙ ΔΙΑΛΥΕΣΘΑΙ ΕΙΣ ΤΑΥΤΑ» (Διογένης Λαέρτιος, ως άνω). Ο δε Δημόκριτος, ρητώς θεωρεί παντελώς αδύνατη τόσο την απόλυτη γένεση όσο και την απόλυτη φθορά.

Ο κρητικός φιλόσοφος Διογένης ο Απολλωνιάτης υιός του Απολλωθέμη, φέρνει -σύμφωνα με τους Θεόφραστο, Ψευδοπλούταρχο και Σιμπλίκιο- ως θεμελιώδη ουσία και αρχή των πάντων, «ΕΞ ΟΥ ΠΑΝΤΑ ΤΑ ΑΛΛΑ ΓΙΝΕΤΑΙ», τον Αέρα που με τη σειρά του επιμερίζεται με τη θεϊκή Νόηση σε θνητές μορφές, αλλά παραμένει «ΜΕΓΑΣ ΚΑΙ ΙΣΧΥΡΟΣ ΚΑΙ ΑΪΔΙΟΣ ΤΕ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΕΙΔΩΣ» («μεγάλος και δυνατός και αιώνιος και αθάνατος και πολύγνωρος», Σιμπλίκιος στα «Φυσικά», 153, 20).

Τέλος, η από κάποιους πονηρούς αποκαλούμενη περιφρονητικά «λαϊκή» ελληνική κοσμοθέαση -αυτή που βέβαια ανήγειρε Παρθενώνες !-,η οποία και δεχόταν πανελλαδικά ως γνωστόν ότι οι Θεοί δεν δημιούργησαν τον Κόσμο, αλλά αντίθετα γεννήθηκαν μέσα απο τις διεργασίες του και σε κάποια στιγμή απλώς τον κυρίευσαν, υποθέτω ότι μπορεί να δειχθεί αρκετά σωστά από ένα χορικό απόσπασμα των «Ορνίθων» του Αριστοφάνους (γύρω στα 414 π.α.χ.χ.): «ΧΑΟΣ ΗΝ ΚΑΙ ΝΥΞ ΕΡΕΒΟΣ ΤΕ ΜΕΛΑΝ ΠΡΩΤΟΝ ΚΑΙ ΤΑΡΤΑΡΟΣ ΕΥΡΥΣ..» («Στην αρχή υπήρχε το Χάος, η Νύκτα, το μαύρο Ερεβος και ο πλατύς Τάρταρος.»)

Εκτός από τις θέσεις των μεταομηρικών και προσωκρατικών φιλοσόφων που αναφέραμε πιο πάνω, σαν ενδεικτικές για την αρχαιοελληνική κοσμοθέαση, θα ήθελα ν'αναφέρω εδώ και εκείνες των Ορφικών μυστών, για τον απλό και μόνο λόγο ότι στις μέρες μας επιχειρείται μια άνευ προηγουμένου καπηλεία των δοξασιών τους, επειδη ως μυστηριακές, στο μεγαλύτερο μέρος τους έχουν απωλεσθεί. Έτσι λοιπόν, γίνονται ιδανικό εφαλτήριο για να λέει ο καθένας ό,τι ψέμα θέλει σχετικά με αυτές, ακόμα και το εξωφρενικό ότι τάχα ο Ορφισμός απετέλεσε τον Ελληνικό «μονοθεϊσμό» (!!) Ο μαθητής λοιπόν του ίδιου του Ορφέα Μουσαίος φέρνει -σύμφωνα με τον Φιλόδημο στο «Περί Ευσεβείας» (137,5) τα πάντα ως έχοντα δημιουργηθεί από ένα ζεύγος, τον Τάρταρο, δηλαδή το σκότος, και τη Θεά Νύχτα.  

Ανάλογη η πλήρης ανυπαρξία εξωκοσμικού δημιουργού Θεού και στις ορφικές κοσμογονίες που διέσωσαν μέσα από τις περιγραφές τους οι όψιμοι Νεοπλατωνικοί (4ος-6ος αιώνας μ.α.χ.χ.): Ο Δαμάσκιος στο βιβλίο του «Περί Των Πρώτων Αρχών» (123 και 124) αποδίδει στον Ορφέα μια επίσης εκ Νυκτός Κοσμογονία -που βέβαια με τη σειρά της είχε γεννηθεί προηγουμένως από τον Φάνη, που είχε με τη σειρά του γεννηθεί προηγουμένως από τον Αγήραο Χρόνο. Ο ίδιος διασώζει, στο ίδιο επίσης βιβλίο του, την κεντρική ιδέα των ορφικών θεολογιών του Ιερωνύμου και του Ελλανίκου, όπου το Ύδωρ και η Ύλη εμφανίζονται ως στοιχεία υπάρχοντα «ΕΞ ΑΡΧΗΣ» που με τη σειρά τους γέννησαν τον Αγήραο Χρόνο, γενήτορα στη συνέχεια του Αιθέρος, του Χάους και του Ερέβους και πρόγονο του Κοσμικού Αυγού. Τέλος, ο χριστιανός αλλά με νεοπλατωνικές τάσεις Αθηναγόρας στο «Πρεσβεία Περί ων Χριστιανών" (18) του 2ου αιώνα, φέρνει ως ορφική αρχή των παντων το Υδωρ, από το οποίο γεννήθηκε ο Ηρακλής Χρόνος που γέννησε στη συνέχεια το Κοσμικό Αυγό.  

Από την ομηρική εποχή μέχρι τους ζοφερούς χρόνους που οι ύστεροι Νεοπλατωνικοί τσακίστηκαν από τους Βυζαντινούς και Σελτζούκους Τούρκους κατακτητές -και θάθελα ν' αναφέρω εδώ το συστηματικά αποσιωπημένο ιστορικό γεγονός ότι η Φιλοσοφική Σχολή της Χαρράν, που είχε ιδρυθεί από τον κυνηγημένο από τον αυτοκράτορα Γιουτπράδα (ελληνιστί Ιουστινιανό) διδάσκαλο Σιμπλίκιο, καταστράφηκε από τους Σελτζούκους μόλις τον 11ο αιώνα μ.α.χ.χ. !!- μπορούμε να διακρίνουμε μια συνεχή και απολύτως συνειδητή προσπάθεια απόλυτης συμμόρφωσης της Ελληνικής Σκέψης κι εν γένει Κοσμοαντίληψης με τις απαιτήσεις της αρχής «ΟΥΔΕΝ ΕΞ ΟΥΔΕΝΟΣ». Στο σύνολο της Αρχαιοελληνικής Κοσμοθέασης, φαντάζει έκλαμπρα μια γενική σχεδόν άρνηση ν' αναγνωρίσει αυτή Θεό-Δημιουργό του Κόσμου και μάλιστα από το μηδέν, μια άρνηση που συνιστά μια περί Σύμ-Παντός αντίληψη διαμετρικά αντίθετη προς εκείνη της εβραϊκής και εβραιογεννούς κοσμογονικής μυθολογίας και θρησκείας.

Βλέπουμε λοιπόν ότι στην Αρχαιοελληνική -δηλαδή στην πραγματικά Ελληνική- Κοσμοοθέαση ΔΕΝ υπάρχει πουθενά κάποιος έξωθεν δημιουργός του Κόσμου και συνεπώς μη συμμεριζόμενος την όποια μοίρα του υποτιθέμενου «κτίσματός» του, αλλά κυρίως μη υποκείμενος στον Φυσικό Νόμο, ο οποίος Φυσικός Νόμος σε μια τέτοια περίπτωση θα είχε εκπέσει σε απλό γρανάζι ενός δημιουργημένου, άρα πεπερασμένου και μακροϊστορικά θνητού Κόσμου. Όπως άλλωστε δεν υπήρξε και σε καμμιά προχριστιανική Κοσμοθέαση -πλην βέβαια της Εβραϊκής εκείνης!

Στην Κοσμογονία λ.χ. των Σκανδιναβογερμανών, η οποία για εμάς τους Έλληνες μάλιστα έχει μεγάλο ενδιαφέρον αφού και εκεί συναντάμε επίσης Δωδεκάθεο Πάνθεον (!), είναι εμφανέστατο το ότι ο λεγόμενος Αλφάδερ (Alfader, ο Θεός Tyr ή κατ’ άλλους ο Θεός Odin), ο αρχαιότερος πάντων των Θεών του Άσγκαρντ, που από τις δώδεκα ιδιότητές του γεννήθηκε το Οδινιστικό Πάνθεον, ως κατοικών μέσα στη Φύση και άρα σαφώς ταυτιζόμενος με αυτήν, καμμιά απολύτως σχέση δεν μπορεί να έχει με τον «έξωθεν» και «εκ του μηδενός ή μη όντος» υποτιθέμενο πλάστη της εβραϊκής μυθολογίας Ιαχωβά. Όπως δεν έχει σχέση και ο σαφέστατα γεννημένος Αγήραος Χρόνος των Ορφικών, ή ο επίσης σαφέστατα γεννημένος Υψιμέδων Ζεύς του Ολυμπίου Πανθέου.  

Το δίλημμα «Ένας ή Πολλοί Θεοί;» λοιπόν, είναι πέρα για πέρα ψευδές και οδηγεί την ανθρώπινη φιλοσοφική και θεολογική σκέψη σε πλήρη αποπροσανατολισμό. Απευθύνεται σε νηπιώδη μυαλά που ωστόσο η κυρίαρχη ιδεολογία έχει φροντίσει από πριν να τα υποβιβάσει σε τέτοια. Απευθύνεται σε μη σκεπτόμενους ανθρώπους που εσαεί θα τους εξαπατούν, κρύβοντάς τους συστηματικά το κέντρο βάρους των Συμ-Πάντων πραγμάτων. Πίσω από τον τόσο.. «αθώο» Ένα και Μόνο Θεό Ιαχωβά των παραπλανητικά αποκαλουμένων «Μονοθεϊστών» κρύβεται η πεμπτουσία του Ολοκληρωτισμού.

Ενας Θεός έξω από κάθε νόμο, του Φυσικού εκείνου συμπεριλαμβανομένου, άρα ένας Θεός ανεξέλεγκτος. Ένας Θεός που αφού τάχα δημιούργησε αυτός τον Κόσμο, μπορεί και δικαιούται ανά πάσα στιγμή να τον καταστρέψει δίχως καμμιά απολύτως συνέπεια γι' αυτόν. Με το «έτσι θέλω». Ένας Θεός που δεν έχει καμμιά Μοίρα, Αδράστεια, Ανάγκη, ή απλό «αντιπεπονθός» (εκ του «αντί-πάσχω») πάνω από το κεφάλι του για να τον ελέγχει και να τον κρατάει μακρυά από εξουσιαστικές παρεκτροπές και υπερβολές. Ένας αλαζονικός Θεός που κυριολεκτικά φτύνει τόσο την υφάντρια της θεϊκής ειμαρμένης Θέμιδα (Θεών Μίτος) οσο και τις τρείς σεπτές κόρες της, δηλαδή την Ευνομία, τη Δίκη και την Ειρήνη. Ένας Θεός-Αφέντης, ένας πραγματικός δικτάτορας των Ουρανών. Του οποίου ακόμα και το επίπλαστο και γι' αυτό γελοιωδέστατο -τουλάχιστον για εμάς τους κατά τα πάτρια Έλληνες- «αντίπαλο δέος», ο εβραϊκής κατασκευής Σατάν, Διάβολος ή Σεϊτάν, το μόνο που μοιάζει να θέλει, δεν είναι παρά το να γίνει.. δικτάτορας στη θέση του δικτάτορα, ένας Ιωσήφ Τζουγκατσβίλι Στάλιν, κόκκινος τύραννος στη θέση του προηγούμενου τσαρικού. Ήθη δούλων, κοσμοαντιλήψεις δούλων, δεισιδαιμονίες δούλων.  

Οι θεοδίδακτοι πρόγονοί μας, οι αληθινοί αυτοί Έλληνες, συνέλαβαν και πολύ συχνά πραγμάτωσαν πετυχημένα στην καθημερινή τους ζωή, σε γήϊνα φυσικά μέτρα, ιερές συμπαντικές έννοιες όπως Ευνομία, Δίκη, Αρμονία, Πολυμέρεια, Ελευθερία και Ισοπολιτεία, μόνο γιατί προηγουμένως είχαν κατορθώσει να τις ανιχνεύσουν και να τις αναγνωρίσουν στον πανίερο όλυμπο κόσμο όπου κατοικούσαν οι εθνικοί Θεοί τους. «Όπως και πάνω έτσι και κάτω», όπως θάλεγε ένας σύγχρονος εραστής των «εσωτερικών» λεγόμενων επιστημών ή ΕΠΟΥ ΘΕΟΙΣ όπως θάλεγε με τελείως διαφορετικό τρόπο ο δικός μας Ομηρος, που από την εποχή του κιόλας το άκρον άωτον της ηθικής και του «Κατά Φύσιν Ζείν» δεν ήταν άλλο από την ομοίωση «τώ Θεώ». Μία αντίληψη που επεβίωσε μέχρι την ύστατη αρχαιότητα έως το τολμηρό «ΘΕΟΙΣ ΣΥΖΕΙΝ» των Στωϊκών (Γιατί για τον Ελληνα, ο άνθρωπος οφείλει πάντοτε να φαντάζεται εαυτόν ενώπιον των Θεών του και τους Θεούς του ενώπιόν του)

Σήμερα, περισσότερο παρά ποτέ πριν, είναι επείγουσα η ανάγκη επαναφοράς στο προσκήνιο των επί γής συμβαινόντων, ενός Άλλου Ανθρώπου. Αρχαιότροπου, Φιλοσόφου και προπαντός Ηθικού με την έννοια του «ΚΑΤΑ ΦΥΣΙΝ ΖΕΙΝ» που μόλις αναφέραμε. Ενός Άλλου Ανθρώπου για τον οποίο όπως και για τους προγόνους μας πραγματικούς Ελληνες, ΑΥΤΗ Η ΙΔΙΑ Η ΦΥΣΗ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΕΠΙΦΑΝΕΙΑ ΤΩΝ ΘΕΩΝ, ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ, όντας εκδηλωμένο και πραγματωμένο Θείο. Και μέσα σε αυτό το κατεπείγον των καιρών, ποιά άραγε απύθμενη αφέλεια -και ίσως τύφλωση- χρειάζεται για να εξξακολουθούν να ελπίζουν κάποιοι ότι τάχα θα μπορέσουν ποτέ να λειτουργήσουν ελευθεριακά και με σεβασμό προς τη Μητέρα Φύση, ανθρώπινες κοινωνίες που το συλλογικό τους ασυνείδητο έχει αποδεδειγμένα «κουρδιστεί» εντέχνως στο να πιστεύει τυφλά σε μια έξω από τον Φυσικό Νόμο τυραννία στη σφαίρα του θεϊκού, σε μία κατεξοχήν και κατά κυριολεξία ΥΒΡΗ;  

Σε αυτό το ομολογουμένως σκληρό ερώτημα, στο επίσης όμως σκληρό Εδώ και Τώρα, όπου πλέον η οικολογική και όχι μόνον Νέμεσις ήδη στέκει προ των πυλών, εγώ δεν θα ήθελα να προκαταλάβω κανέναν. Ας απαντήσει ο καθένας μας στον εαυτό του και κατά την κρίση του.  

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ: 

(α) «ΟΜΗΡΟΣ (ΟΣ) ΕΙΠΩΝ “ΩΚΕΑΝΟΝ ΤΕ ΘΕΩΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΘΥΝ” ΠΑΝΤΑ ΕΙΡΗΚΕΝ ΕΚΓΟΝΑ ΡΟΗΣ ΤΕ ΚΑΙ ΚΙΝΗΣΕΩΣ» («ο Όμηρος ο οποίος έχει πεί “τον Ωκεανό πρόγονο των Θεών και την Τηθύν μητέρα τους” υποστήριξε ότι τα πάντα προέρχονται από τη ροή και την κίνηση») επίσης στον «Κρατύλο» (402 b) «ΩΣΠΕΡ ΑΥ ΟΜΗΡΟΣ “ΩΚΕΑΝΟΝ ΤΕ ΘΕΩΝ ΓΕΝΕΣΙΝ” ΦΗΣΙΝ “ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΘΥΝ”»

(β) «ΩΚΕΑΝΟΝ ΤΕ ΓΑΡ ΚΑΙ ΤΗΘΥΝ ΕΠΟΙΗΣΑΝ ΤΗΣ ΓΕΝΕΣΕΩΣ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΟΡΚΟΝ ΤΩΝ ΘΕΩΝ ΥΔΩΡ, ΤΗΝ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΝ ΥΠ’ ΑΥΤΩΝ ΣΤΥΓΑ ΤΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ» («Γιατί αυτοί έγραψαν ότι ο Ωκεανός και η Τηθύς υπήρξαν οι γεννήτορες του Κόσμου και ότι ό όρκος των Θεών είναι το νερό, αυτό που απεκάλεσαν Στύγα όπως και οι ποιητές»)

(γ) «ΕΙΜΙ ΓΑΡ ΟΨΟΜΕΝΗ ΠΟΛΥΦΟΡΒΟΥ ΠΕΙΡΑΤΑ ΓΑΙΗΣ, ΩΚΕΑΝΟΝ ΤΕ ΘΕΩΝ ΓΕΝΕΣΙΝ ΚΑΙ ΜΗΤΕΡΑ ΤΗΘΥΝ» («Πηγαίνω λοιπόν στα πέρατα της πολύτροφης γής (εγώ η Θεά Ήρα), τον Ωκεανό, των Θεών τον πρόγονο να δώ και την Τηθύ τη μάνα») «Ιλιάς» Ξ 200

(δ) «Η ΤΟΙ ΜΕΝ ΠΡΩΤΙΣΤΑ ΧΑΟΣ ΓΕΝΕΤ’, ΑΥΤΑΡ ΕΠΕΙΤΑ / ΓΑΙ’ ΕΥΡΥΣΤΕΡΝΟΣ, ΠΑΝΤΩΝ ΕΔΟΣ ΑΣΦΑΛΕΣ ΑΕΙ / ΤΑΡΤΑΡΑ Τ’ ΗΕΡΟΕΝΤΑ ΜΥΧΩΙ ΧΘΟΝΟΣ ΕΥΡΥΟΔΕΙΗΣ / ΗΔ’ ΕΡΟΣ, ΟΣ ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ ΕΝ ΑΘΑΝΑΤΟΙΣΙ ΘΕΟΙΣΙ / ΛΥΣΙΜΕΛΗΣ, ΠΑΝΤΩΝ ΔΕ ΘΕΩΝ ΠΑΝΤΩΝ Τ’ ΑΝΘΡΩΠΩΝ / ΔΑΜΝΑΤΑΙ ΕΝ ΣΤΗΘΕΣΣΙ ΝΟΟΝ ΚΑΙ ΕΠΙΦΡΟΝΑ ΒΟΥΛΗΝ» («Και λοιπόν πρώτα από όλα το Χάος εγεννήθη και μετά / η πλατύστερνη Γαία, η αιώνια και ασφαλής έδρα των πάντων / και ο σκοτεινός Τάρταρος σε μια τρύπα στα έγκατα της απλωμένης γής / και ο Έρως, ο πιό όμορφος ανάμεσα στους Αθάνατους Θεούς / που τα μέλη παραλύει σε Θεούς και σε ανθρώπους / που υποτάσσει τα στήθη, το μυαλό και τη σύνεση»)

(ε) «ΛΕΓΕΙ ΟΥΝ Ο ΑΛΚΜΑΝ ΤΗΝ ΥΛΗΝ ΠΑΝΤΩΝ ΤΕΤΑΡΑΓΜΕΝΗΝ ΚΑΙ ΑΠΟΗΤΟΝ. ΕΙΤΑ ΓΕΝΕΣΘΑΙ ΤΙΝΑ ΦΗΣΙΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΖΟΝΤΑ ΠΑΝΤΑ, ΕΙΤΑ ΓΕΝΕΣΘΑΙ ΠΟΡΟΝ, ΤΟΥ ΔΕ ΠΟΡΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ ΕΠΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΙ ΤΕΚΜΩΡ. ΚΑΙ ΕΣΤΙΝ Ο ΜΕΝ ΠΟΡΟΣ ΟΙΟΝ ΑΡΧΗ, ΤΟ ΔΕ ΤΕΚΜΩΡ ΟΙΟΝΕΙ ΤΕΛΟΣ. ΤΗΣ ΘΕΤΙΔΟΣ ΔΕ ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΑΡΧΗ ΚΑΙ ΤΕΛΟΣ ΤΑΥΤΑ ΠΑΝΤΩΝ ΕΓΕΝΕΤΟ» («Λέει λοιπόν ο Αλκμάν ότι η ύλη όλων των πραγμάτων ήταν αποίητη και ασαφής. Έπειτα, λέει, ότι γεννήθηκε κάποιος που μορφοποίησε τα πάντα και στη συνέχεια δημιουργήθηκε μία αφετηρία, όταν δε παρήλθε αυτή η αφετηρία επακολούθησε ένα τέρμα. Και η αφετηρία αυτή ήταν σαν ένα ξεκίνημα, ενώ το τέρμα εκείνο σαν μια ολοκλήρωση. Όταν δε γεννήθηκε η Θεά Θέτις, αυτά εξελίχθηκαν σε αρχή και τέλος πάντων των πραγμάτων»)

(ς) «ΣΩΖΕΤΑΙ ΔΕ ΤΟΥ ΣΥΡΙΟΥ ΤΟ ΤΕ ΒΙΒΛΙΟΝ Ο ΣΥΝΕΓΡΑΨΕΝ ΟΥ Η ΑΡΧΗ “ΖΑΣ ΜΕΝ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΣ ΗΣΑΝ ΑΕΙ ΚΑΙ ΧΘΟΝΙΗ. ΧΘΟΝΙΗΙ ΔΕ ΟΝΟΜΑ ΕΓΕΝΕΤΟ ΓΗ, ΕΠΕΙΔΗ ΑΥΤΗΙ ΖΑΣ ΓΗΝ ΓΕΡΑΣ ΔΙΔΟΙ”» («Σώζεται δε και το βιβλίο που συνέγραψε ο Σύριος συγγραφέας και που αρχίζει με το “ο Ζεύς και ο Χρόνος υπήρχαν από πάντοτε και το ίδιο υπήρχε η Χθονία. Και στη Χθονία δόθηκε δε το όνομα Γή, επειδή γή ο Ζεύς ήρθε να της δωρίσει”») επίσης στο «Περί Πρώτων Αρχών» (124) του νεοπλατωνικού Δαμασκίου: «ΦΕΡΕΚΥΔΗΣ ΔΕ Ο ΣΥΡΙΟΣ ΖΑΝΤΑ ΜΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΕΙ ΚΑΙ ΧΡΟΝΟΝ ΚΑΙ ΧΘΟΝΙΑΝ ΤΑΣ ΠΡΩΤΑΣ ΑΡΧΑΣ.. ΤΟΝ ΔΕ ΧΡΟΝΟΝ ΠΟΙΗΣΑΙ ΕΚ ΤΟΥ ΓΟΝΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΠΥΡ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑ ΚΑΙ ΥΔΩΡ.. ΕΞ ΩΝ ΕΝ ΠΕΝΤΕ ΜΥΧΟΙΣ ΔΙΗΙΡΗΜΕΝΩΝ ΠΟΛΛΗΝ ΑΛΛΗΝ ΓΕΝΕΑΝ ΣΥΣΤΗΝΑΙ ΘΕΩΝ, ΤΗΝ ΠΕΝΤΕΜΥΧΟΝ ΚΑΛΟΥΜΕΝΗΝ, ΤΑΥΤΟΝ ΔΕ ΙΣΩΣ ΕΙΠΕΙΝ ΠΕΝΤΕΚΟΣΜΟΝ» («Ο Σύριος Φερεκύδης έλεγε ότι ο Δίας υπήρχε ανέκαθεν καθώς και ο Χρόνος και η Χθονία που μαζί αποτελούσαν τις Πρώτες Αρχές.. και ότι ο Χρόνος δημιούργησε από το ίδιο το σπέρμα του φωτιά, αέρα και νερό.. από τα οποία στοιχεία, όταν αυτά διαιρέθηκαν στη συνέχεια σε πέντε μυχούς, δημιουργήθηκε μια θεϊκή γενεά πολυπληθής, η λεγόμενη Πεντάμυχη, η ίδια ίσως που ελέχθη και Πεντάκοσμη»)

(ζ) «ΕΝ ΔΕ ΤΟΙΣ ΕΙΣ ΕΠΙΜΕΝΙΔΗΝ (ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙΣ ΕΠΕΣΙΝ) ΕΞ ΑΕΡΟΣ ΚΑΙ ΝΥΚΤΟΣ ΤΑ ΠΑΝΤΑ ΣΥΣΤΗΝΑΙ» («Στα δε αποδιδόμενα στον Επιμενίδη έπη, τα πάντα σχηματίστηκαν από τον Αέρα και τη Νύκτα»)

(η) «ΑΚΟΥΣΙΛΑΟΣ ΔΕ ΕΚ ΧΑΟΥΣ (ΦΗΣΙ) ΠΡΩΤΟΥ ΤΑΛΛΑ» («ο δε Ακουσίλαος (λέει) ότι όλα από το Χαός προήλθαν που υπήρξε πρωτογέννητο»)

(θ) Σχολιάζει σχετικά ο Αριστοτέλης στα «Μεταφυσικά» του: «ΛΑΒΩΝ ΙΣΩΣ (ΘΑΛΗΣ) ΤΗΝ ΥΠΟΛΗΨΙΝ ΤΑΥΤΗΝ ΕΚ ΤΟΥ ΠΑΝΤΩΝ ΟΡΑΝ ΤΗΝ ΤΡΟΦΗΝ ΥΓΡΑΝ ΟΥΣΑΝ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΘΕΡΜΟΝ ΕΚ ΤΟΥΤΟΥ ΓΙΝΟΜΕΝΟΝ ΚΑΙ ΤΟΥΤΩΙ ΖΩΝ (ΤΟ Δ’ ΕΞ ΟΥ ΓΙΓΝΕΤΑΙ, ΤΟΥΤ’ ΕΣΤΙΝ ΑΡΧΗ ΠΑΝΤΩΝ), ΔΙΑ ΤΕ ΔΗ ΤΟΥΤΟ ΤΗΝ ΥΠΟΛΗΨΙΝ ΛΑΒΩΝ ΤΑΥΤΗΝ ΚΑΙ ΔΙΑ ΤΟ ΠΑΝΤΩΝ ΤΑ ΣΠΕΡΜΑΤΑ ΤΗΝ ΦΥΣΙΝ ΥΓΡΑΝ ΕΧΕΙΝ. ΤΟ Δ’ ΥΔΩΡ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΦΥΣΕΩΣ ΕΣΤΙ ΤΟΙΣ ΥΓΡΟΙΣ» («Αντλήσας ίσως αυτή την αντίληψη ο Θαλής από την παρατήρηση ότι η τροφή όλων των όντων είναι υγρή και επίσης από το ότι και αυτό ακόμη το θερμό από το νερό ζεί (και αυτό δε από το οποίο τα πάντα δημιουργούνται, αυτό είναι και η πρώτη αρχή) όσο και από την παρατήρηση ότι όλα τα κάθε είδους σπέρματα είναι από τη φύση τους υγρά. Το δε νερό αποτελεί τη φυσική αρχή του κάθε υγρού»)

(ι) «ΤΟΥ ΔΕ ΑΠΕΙΡΟΥ ΟΥΚ ΕΣΤΙΝ ΑΡΧΗ.. ΑΛΛ’ ΑΥΤΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΙΝΑΙ ΔΟΚΕΙ ΚΑΙ ΠΕΡΙΕΧΕΙΝ ΑΠΑΝΤΑ ΚΑΙ ΠΑΝΤΑ ΚΥΒΕΡΝΑΝ.. ΑΘΑΝΑΤΟΝ ΓΑΡ ΚΑΙ ΑΝΩΛΕΘΡΟΝ, ΩΣΠΕΡ ΦΗΣΙΝ Ο ΑΝΑΞΙΜΑΝΔΡΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΤΩΝ ΦΥΣΙΟΛΟΓΩΝ» («το δε Άπειρον δεν έχει αρχή.. Φαίνεται αντιθέτως ότι αυτό είναι όλων των άλλων η αρχή και τα πάντα αυτό περιέχει και εξουσιάζει.. γιατί είναι αθάνατο και άφθαρτο, όπως λέει ο Αναξίμανδρος και οι περισσότεροι από τους φυσιολόγους φιλόσοφους» Αριστοτέλης, «Φυσικά» Γ 4, 203)

(κ) «ΑΝΑΞΙΜΕΝΗΣ ΤΟΝ ΑΕΡΑ (ΘΕΟΝ ΕΙΝΑΙ ΦΗΣΙ). ΔΕΙ Δ’ ΥΠΑΚΟΥΕΙΝ ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΥΤΩΣ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΑΣ ΕΝΔΙΗΚΟΥΣΑΣ ΤΟΙΣ ΣΤΟΙΧΕΙΟΙΣ Ή ΤΟΙΣ ΣΩΜΑΣΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ» («Ο Αναξιμένης αποκαλεί Θεό τον Αέρα. Πρέπει δε να καταλαβαίνουμε από τέτοιες ρήσεις ότι γίνεται αναφορά στις δυνάμεις που διαποτίζουν τα διάφορα στοιχεία ή σώματα», Αέτιος, Α 7,13) και στον ίδιο συγγραφέα επίσης, στο σημείο (Α 3,4)«..ΑΡΧΗΝ ΤΩΝ ΟΝΤΩΝ ΑΕΡΑ ΑΠΕΦΗΝΑΤΟ. ΕΚ ΓΑΡ ΤΟΥΤΟΥ ΠΑΝΤΑ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΕΣ ΑΥΤΟΝ ΠΑΛΙΝ ΑΝΑΛΥΕΣΘΑΙ» («Αποφάνθηκε (ο Αναξιμένης) ότι η αρχή όλων των υπαρχόντων είναι ο Αέρας. Γιατί από αυτόν γεννιούνται τα πάντα και σε αυτόν όλα αποσυντίθενται»)

(λ) «ΟΥΛΟΣ ΟΡΑΙ, ΟΥΛΟΣ ΔΕ ΝΟΕΙ, ΟΥΛΟΣ ΔΕ Τ’ ΑΚΟΥΕΙ» («Βλέπει ολόκληρος, σκέφτεται ολόκληρος και ακούει ολόκληρος», Σέξτος Εμπειρικός «Προς Μαθηματικούς» ΙΧ 144)

(μ) «ΚΟΣΜΟΝ ΤΟΝΔΕ ΟΥΤΕ ΤΙΣ ΘΕΩΝ ΟΥΤΕ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΕΠΟΙΗΣΕΝ, ΑΛΛ’ ΗΝ ΑΕΙ ΚΑΙ ΕΣΤΙΝ ΚΑΙ ΕΣΤΑΙ. ΠΥΡ ΑΕΙΖΩΟΝ, ΑΠΤΟΜΕΝΟΝ ΜΕΤΡΑ ΚΑΙ ΑΠΟΣΒΕΝΝΥΜΕΝΟΝ ΜΕΤΡΑ» (Κλήμης Αλεξανδρεύς, «Στρωματείς» V 104, 1)

(ν) Σιμπλίκιος, «Φυσικά», 78, 5-6

(ξ) «ΤΕΣΣΑΡΑ ΓΑΡ ΠΑΝΤΩΝ ΡΙΖΩΜΑΤΑ ΠΡΩΤΟΝ ΑΚΟΥΕ. / ΖΕΥΣ ΑΡΓΗΣ ΗΡΗ ΤΕ ΦΕΡΕΣΒΙΟΣ ΗΔ’ ΑΙΔΩΝΕΥΣ / ΝΗΣΤΙΣ Θ’ Η ΔΑΚΡΥΟΙΣ ΤΕΓΓΕΙ ΚΡΟΥΝΩΜΑ ΒΡΟΤΕΙΟΝ» (Αέτιος, Ι, 3, 20) και «ΚΑΙ ΤΑΥΤ’ ΑΛΑΣΣΟΝΤΑ ΔΙΑΜΠΕΡΕΣ ΟΥΔΑΜΑ ΛΗΓΕΙ / ΑΛΛΟΤΕ ΜΕΝ ΦΙΛΟΤΗΤΙ ΣΥΝΕΡΧΟΜΕΝ’ ΕΙΣ ΕΝ ΑΠΑΝΤΑ / ΑΛΛΟΤΕ Δ’ ΑΥ ΔΙΧ’ ΕΚΑΣΤΑ ΦΟΡΕΥΜΕΝΑ ΝΕΙΚΕΟΣ ΕΧΘΕΙ» («Και ποτέ δεν λήγει αυτή η εναλλαγή / άλλοτε η φιλότητα συνενώνει όλα τα πράγματα σε ένα / και άλλοτε η έχθρα της φιλονικίας τα διαλύει», Σιμπλίκιος, «Φυσικά» 158, 6-8)

(ο) «ΟΥΤΟΣ ΕΦΗ ΤΗΝ ΜΙΞΙΝ ΤΗΣ ΥΛΗΣ ΟΜΟΙΩΣ ΑΝΑΞΑΓΟΡΑΙ ΤΑΣ ΔΕ ΑΡΧΑΣ ΩΣΑΥΤΩΣ. ΟΥΤΟΣ ΔΕ ΤΩΙ ΝΩΙ ΕΝΥΠΑΡΧΕΙΝ ΤΙ ΕΥΘΕΩΣ ΜΙΓΜΑ, ΕΙΝΑΙ Δ’ ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΚΙΝΗΣΕΩΣ ΤΟ ΑΠΟΚΡΙΝΕΣΘΑΙ ΕΠ’ ΑΛΛΗΛΩΝ ΤΟ ΘΕΡΜΟΝ ΚΑΙ ΤΟ ΨΥΧΡΟΝ, ΚΑΙ ΤΟ ΜΕΝ ΘΕΡΜΟΝ ΚΙΝΕΙΣΘΑΙ, ΤΟ ΔΕ ΨΥΧΡΟΝ ΗΡΕΜΕΙΝ» («Αυτός (ο Αρχέλαος) εξήγησε τη φύση της ύλης όμοια με τον Αναξαγόρα και με τις ίδιες αρχές. Έλεγε όμως αυτός ότι εξ αρχής ενυπήρχε στον Νού μία κάποια ύλη, η δε αφετηρία της κίνησής της υπήρξε ο αποχωρισμός του θερμού και του ψυχρού στοιχείου της, από τα οποία το μεν θερμό κινείται το δε ψυχρό παραμένει σε ηρεμία», Ιππόλυτος «Έλεγχος» Ι, 9, 1)

Ο Ιησούς και οι απόστολοι: Πέρα από την θεολογία

Εισαγωγή

«Των Γαλιλαίων η σκευωρία πλάσμα εστίν ανθρώπων υπό κακουργίας συντεθέν. Έχουσα μεν ουδέν θείον…».
(Ιουλιανός, «Κατά Γαλιλαίων λόγος», 39a)

(Δηλαδή: «Η μηχανορραφία των Γαλιλαίων είναι κατασκεύασμα ανθρώπων που την σύνταξαν από κακή πρόθεση. Δεν έχει τίποτε το θεόπνευστο…»).

Οι ευαγγελικές διηγήσεις είναι επικαλυμμένες με πολλά στοιχεία που προσαρμόστηκαν σε αυτές και είναι παρμένα είτε από την Παλαιά Διαθήκη, είτε από τις παραδόσεις των εθνικών. Για παράδειγμα, ο πολλαπλασιασμός των άρτων είναι μια βελτιοποιημένη αντιγραφή της αντίστοιχης διηγήσεως της Παλαιάς Διαθήκης, όπου ο Ελισαιέ πολλαπλασιάζει τους κριθαρένιους άρτους. Το περπάτημα στο νερό, είναι αντιγραφή του περπατήματος του Βούδα, του Διόνυσου, και του Ποσειδώνα, πάνω στο νερό. Είναι επίσης επικαλυμμένες με ερμηνείες που προστέθηκαν σταδιακά στο διάβα των αιώνων, με σκοπό να εξυπηρετήσουν τις εκάστοτε ερμηνευτικές και απολογητικές ανάγκες της Εκκλησίας. Ωστόσο, όλη αυτή η θεολογική κατασκευή καταρρέει όταν κανείς προσέξει ιδιαίτερα τις λεπτομέρειες, όπου αποκαλύπτεται η καθαρά ανθρώπινη διάσταση των πραγμάτων. Και αυτή δεν είναι ούτε όμορφη ούτε λαμπρή. Είναι δύσκολο όλα αυτά να γίνουν αποδεκτά, διότι ο Χριστιανισμός κυριαρχεί εδώ και αιώνες. Η εικόνα που έχει σχηματίσει ο μέσος άνθρωπος για τον Ιησού και τους αποστόλους του, είναι τελείως διαφορετική από αυτά που θα διαβάσει παρακάτω. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ακόμα και εκείνος που θρησκεύει και δείχνει ενδιαφέρον για τα περί της πίστεώς του, πολλές φορές κατανοεί αυτό που του έχουν εξηγήσει και ερμηνεύσει οι επαγγελματίες χριστιανοί (ιερείς, θεολόγοι). Διαβάζει, αλλά κατανοεί αυτό που οι άλλοι θέλουν για αυτόν να κατανοήσει. Δεν υποτιμώ, στο σημείο αυτό, την νοημοσύνη κανενός. Άλλωστε και ο υποφαινόμενος, στην ίδια παγίδα έπεσε κάποτε.

Επισημαίνω όμως το γεγονός ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος «μαθαίνει» ή καλύτερα τον «μαθαίνουν» να λειτουργεί με έναν συγκεκριμένο τρόπο. Σε συλλογικό επίπεδο, το κατηχητικό, η παιδεία που με βάση το Σύνταγμα είναι «ελληνοχριστιανική»(!), η Εκκλησία με όσα επιβάλλει στο Κράτος, όλα αυτά περιορίζουν την ανθρώπινη σκέψη και την εγκλωβίζουν σε κουτιά και σε υποχρεώσεις. Σε συνήθειες. «Πρέπει» να γίνεται «αγιασμός», «πρέπει» να γίνεται προσευχή στα σχολεία, «πρέπει» να εκκλησιαζόμαστε, «πρέπει» στην εορτή των τριών Ιεραρχών να πηγαίνουν και τα σχολεία (άσχετο αν οι τρείς Ιεράρχες καθυβρίζουν στα κείμενά τους την ελληνική σκέψη και παιδεία). «Πρέπει» τα Θρησκευτικά να έχουν χαρακτήρα ομολογιακό-απολογητικό και όχι θρησκειολογικό. «Πρέπει» δηλαδή, να κατηχείται ο μαθητής και όχι να διδάσκεται αντικειμενικά και τις άλλες θρησκείες. Και πόσα άλλα «πρέπει»…

Σε ατομικό επίπεδο, πόσες φορές δεν προσπερνά κανείς κάποιες λεπτομέρειες, ή πόσες φορές δεν ανατρέχει σε ερμηνευτικές προσεγγίσεις άλλων (θεολογικά υπομνήματα, πατερική γραμματεία, στον πνευματικό του «πατέρα» κοκ), προκειμένου να μάθει τι εννοεί το τάδε ή το δείνα εδάφιο, ενώ αυτό είναι ξεκάθαρο σε αυτό που θέλει να πει; Για παράδειγμα, τι άλλο θα μπορούσε να εννοεί ο Ιησούς, όταν φέρεται να λέει στον πλούσιο νέο που τον αποκαλεί «αγαθό», το «τι με λες αγαθό; Κανείς δεν είναι αγαθός παρά μόνο ένας, ο Θεός»;

Η λύση είναι απλή, αλλά τα αποτελέσματα που ίσως φέρει να είναι άβολα. Και κανένας δεν θα ήθελε να «ξεβολευτεί». Η θέση που θα πάρει ο καθένας εξαρτάται μόνο από την φιλαλήθειά του. Φιλαλήθεια σημαίνει αντιπάθεια για το «βόλεμα» και θάρρος να αντικρύσει κανείς κατάματα την αλήθεια.

Αυτό που λέει το χωρίο, αυτό και εννοεί. Το αυτό, ισχύει για πλείστα όσα χωρία. Τότε ο άνθρωπος που πραγματικά αγαπάει την αλήθεια, που θέλει να κατανοεί αυτό που διαβάζει, αρχίζει να βλέπει τις αντιφάσεις, τα λάθη, τις ανακρίβειες. Κοντολογίς την απάτη. Μια απάτη αιώνων που στηρίζεται και διατηρείται στο ημίφως των θεολογικών ερμηνειών και στο σκοτάδι της άγνοιας των πολλών. Η γνώση, ως ήλιος που καταυγάζει τα πάντα, αποκαλύπτει όχι μόνο τις θρησκευτικές δεισιδαιμονίες, αλλά επίσης το πόσο μικρά και ποταπά είναι στην πραγματικότητα όλα όσα θεωρούσε κανείς επί πολύ καιρό «υψηλές αξίες».

Η βάση μας, όπως πάντα, θα είναι τα ίδια τα κείμενα των τεσσάρων ευαγγελίων, όσων δηλαδή ευαγγελίων κρίθηκαν ως «κανονικά» (εντός του κανόνος) μεταξύ πολλών άλλων. Σκοπός είναι να αποδειχθεί ότι τα ευαγγέλια στην ουσία τους όχι μόνο δεν έχουν τίποτα το υψηλό και ωφέλιμο να προσφέρουν στον άνθρωπο, αλλά κρατούν τον άνθρωπο σε χαμηλό επίπεδο και αντενεργό, χωρισμένο από αυτό που μπορεί να κατορθώσει.

Ο σκοπός της μελέτης αυτής (όπως και κάθε μελέτης), δεν είναι να πείσει τον αναγνώστη. Είναι κυρίως να τον προβληματίσει, και σε δεύτερη φάση να του δώσει το έναυσμα για μια δική του έρευνα. Για αυτόν τον λόγο, δεν παρουσιάζονται όλα τα στοιχεία εδώ, αλλά ενδεικτικά. Ακόμα ένα πράγμα που θα έπρεπε να τονιστεί, είναι ότι σκοπός δεν είναι η υποστήριξη της ιστορικότητας του Ιησού ή μη. Είτε υπήρξε κάποιο ιστορικό πρόσωπο το οποίο έντυσαν με μύθους, είτε όχι, αυτό που μετρά είναι αν υπήρξε ο Ιησούς όπως φανερώνεται μέσα από τα ευαγγέλια. Στην πραγματικότητα όμως δεν υπήρξε ποτέ.

Πίνακας περιεχομένων
  • Α. Τί είδους άνθρωποι ήταν οι «πανεύφημοι» απόστολοι;
    • 1) Μαθητές οπλοφορούντες
    • 2) Στην σύλληψη του Ιησού…
    • 3) Φιλόδοξοι και συμφεροντολόγοι
  • Β. Ο βιοπορισμός
    • Γ. Τα ψέματα του Ιησού
      • 1)Στην καθημερινή ζωή
      • 2) Ψευδείς υποσχέσεις προς αφελείς οπαδούς
      • 3) Ψευδής υπόσχεση της αναμενόμενης «Βασιλείας»
    • Δ. Ασυνέπειες Ιησού ως προς την ίδια του την διδασκαλία
      • Ε. Ο Ιησούς είχε ψυχολογικά προβλήματα και δεν ήταν παντογνώστης
        • ΣΤ. Καθαριότητα
          • Ζ. Διδασκαλία
            • 1) Ηθική
            • 2) Εσχατολογία
            • 3) Δυισμός
            • 4) Παραβολές
            • 5) Αντιδιαλεκτικός χαρακτήρας

          Τί είδους άνθρωποι ήταν οι «πανεύφημοι» απόστολοι;


          Πολυτελείς ναοί, αφιερώματα και προσκυνήματα στο όνομα και προς τιμήν των «πανεύφημων αποστόλων» υπάρχουν παντού ανά τον κόσμο. Αλλά τί είδους άνθρωποι ήταν σύμφωνα με όσα καταγράφτηκαν στα ευαγγέλια;

          1) Μαθητές οπλοφορούντες


          Οι μαθητές, κατά την εντολή του ίδιου του δασκάλου τους, κουβαλούσαν πάνω τους μαχαίρια…
          εἶπεν οὖν αὐτοῖς Ἀλλὰ νῦν ὁ ἔχων βαλάντιον ἀράτω ὁμοίως καὶ πήραν καὶ ὁ μὴ ἔχων πωλησάτω τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγορασάτω μάχαιραν· λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἔτι τοῦτο τὸ γεγραμμένον δεῖ τελεσθῆναι ἐν ἐμοί τὸ Καὶ μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθη• καὶ γὰρ τὰ περὶ ἐμοῦ τέλος ἔχει· οἱ δὲ εἶπον, Κύριε ἰδού, μάχαιραι ὧδε δύο ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς Ἱκανόν ἐστιν.
          (Κατά Λουκάν, 22:36-38)
          Στην παραπάνω περικοπή, ο Ιησούς λέει στους μαθητές να πουλήσουν το ιμάτιό τους και να αγοράσουν μαχαίρι. Από τα επόμενα λόγια φαίνεται ότι ο Ιησούς δεν τους το είπε μεταφορικά. Διότι του λένε ότι εδώ υπάρχουν δύο μαχαίρια και η απάντηση του Ιησού ήταν ότι «είναι αρκετό». Ας προσεχθεί, ότι και πριν την εντολή αυτή, κάποιοι είχαν πάνω τους μαχαίρια. Διότι δεν τους είπε «αγοράστε όλοι μαχαίρια», αλλά είπε «ο μη έχων», πράγμα που σημαίνει ότι κάποιοι είχαν. Και γιατί να λογιστεί μεταξύ των ανόμων, ένας έντιμος διδάσκαλος του Νόμου; Ένας άνθρωπος γνωστός; Δεν θα βρίσκονταν οι υποστηριχτές του, όσοι ευεργετήθηκαν από αυτόν, να απαντήσουν σε τυχών διαβολές και συκοφαντίες; Ή μήπως η κατηγορία αυτή έχει βάση;
           

          2) Στην σύλληψη του Ιησού…


          Από πού όμως γνωρίζουμε ότι όλοι οπλοφορούσαν; Παραπάνω έγινε λόγος για δύο μαχαίρια. Το ότι όλοι οι μαθητές οπλοφορούσαν φαίνεται από το ότι η εντολή απευθύνονταν σε όσους δεν είχαν («ὁ μὴ ἔχων πωλησάτω τὸ ἱμάτιον αὐτοῦ καὶ ἀγορασάτω μάχαιραν»), αλλά και από την περιγραφή της σκηνής όπου ο Ιούδας καταφτάνει για να προδώσει τον Ιησού…
          Ἔτι δέ αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδού, ὄχλος καὶ ὁ λεγόμενος Ἰούδας εἷς τῶν δώδεκα προήρχετο αὐτῶν, καὶ ἤγγισεν τῷ Ἰησοῦ φιλῆσαι αὐτόν· ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ Ἰούδα φιλήματι τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου παραδίδως· ἰδόντες δὲ οἱ περὶ αὐτὸν τὸ ἐσόμενον εἶπον αὐτῷ, Κύριε εἰ πατάξομεν ἐν μαχαίρᾳ· καὶ ἐπάταξεν εἷς τις ἐξ αὐτῶν τὸν δοῦλον τοῦ ἀρχιερέως καὶ ἀφεῖλεν αὐτοῦ τὸ οὖς τὸ δεξιόν.
          (Κατά Λουκάν, 22:47-50)
          Ας προσέξουμε ότι δεν ήταν ένας ή δύο που είχαν μαχαίρια, αλλά η διατύπωση της Γραφής αναφέρεται σε όλους, «οἱ περὶ αὐτὸν». Και οι δώδεκα, επομένως, είχαν μαχαίρι, ο καθένας το δικό του. Και οι δώδεκα ήταν έτοιμοι να υπερασπιστούν τον δάσκαλό τους, με κάθε κόστος. Ακόμα και με την ίδια τους την ζωή, όπως αναφέρεται στα ευαγγέλια. «Λέγει αὐτῷ ὁ Πέτρος Κἂν δέῃ με σὺν σοὶ ἀποθανεῖν οὐ μή σε ἀπαρνήσομαι ὁμοίως καὶ πάντες οἱ μαθηταὶ εἶπον» (Κατά Ματθαίον, 26:35).

          Στο «κατά Ματθαίον» αναφέρεται ότι τον Ιούδα ακολούθησε ένας όχλος με μαχαίρια και ξύλα (Κατά Ματθαίον, 26:47). Στο «Κατά Ιωάννην», ένα ρωμαϊκό τάγμα με όπλα. Για ποιόν λόγο, τόσοι πολλοί οπλισμένοι άνθρωποι να πάνε να συλλάβουν έναν αγνό δάσκαλο; Ο λόγος είναι προφανής. Διότι γνώριζαν πολύ καλά ότι είχαν να κάνουν με δώδεκα οπλισμένους άνδρες. Ο Πέτρος μάλιστα επιτέθηκε σε έναν δούλο του αρχιερέως και του έκοψε το αφτί. Ο Ιησούς, βλέποντας ότι δεν μπορούν δώδεκα να τα βάλουν με όχλο και στρατό, είπε στον Πέτρο την παροιμιώδη πια ρήση, «Ἀπόστρεψόν σου τὴν μάχαιραν εἰς τὸν τόπον αὐτῆς• πάντες γὰρ οἱ λαβόντες μάχαιραν ἐν μαχαίρᾳ ἀπολοῦνται» (Κατά Ματθαίον, 26:52).

          3) Φιλόδοξοι και συμφεροντολόγοι


          Κάποια στιγμή οι δύο αδελφοί, Ιάκωβος και Ιωάννης, έβαλαν ως μέσον την μητέρα τους, για να ζητήσουν από τον Ιησού θέσεις στην Βασιλεία. Ο Ιησούς απάντησε ότι δεν ήταν στο χέρι του. Όταν το έμαθαν οι άλλοι δέκα, αντί να λυπηθούν που δύο συγκεκριμένοι σκέφτηκαν τόσο συμφεροντολογικά, αγανάκτησαν. Προφανώς επειδή και οι ίδιοι σκέφτονταν το ίδιο για τον εαυτό τους…
          Τότε προσῆλθεν αὐτῷ ἡ μήτηρ τῶν υἱῶν Ζεβεδαίου μετὰ τῶν υἱῶν αὐτῆς προσκυνοῦσα καὶ αἰτοῦσά τι παρ’ αὐτοῦ· ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ Τί θέλεις λέγει αὐτῷ Εἰπὲ ἵνα καθίσωσιν οὗτοι οἱ δύο υἱοί μου εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων ἐν τῇ βασιλείᾳ σου· ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν Οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ μέλλω πίνειν καὶ τὸ βάπτισμα ὁ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι λέγουσιν αὐτῷ Δυνάμεθα· καὶ έγει αὐτοῖς Τὸ μὲν ποτήριόν μου πίεσθε καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε• Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων μου οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι ἀλλ’ οἷς ἡτοίμασται ὑπὸ τοῦ πατρός μου. Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἠγανάκτησαν περὶ τῶν δύο ἀδελφῶν.
          (Κατά Ματθαίον, 20:20-24)
          Και σε άλλες όμως περιπτώσεις, φαίνεται καθαρά ότι τα κίνητρα των μαθητών δεν ήταν αγνά και καθαρά. Το συμφέρον προείχε. Όταν ο Ιησούς δίδαξε ότι δεν πρέπει να χωρίζει το ανδρόγυνο, παρ’ ότι ο Μωυσής είχε θεσπίσει το «αποστάσιον» (το διαζύγιο), οι μαθητές το έφεραν βαρέως. Του είπαν ότι αν έτσι ήταν τα πράγματα, τότε δεν συνέφερε στον άνθρωπο να νυμφεύεται (Κατά Ματθαίον, 19:1-10).

          Σε άλλη περίπτωση, ρώτησε ο Πέτρος τον Ιησού τι θα λάμβαναν ως αντάλλαγμα που τον ακολουθούσαν. «Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἰπεν αὐτῷ Ἰδού, ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι• τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;» (Κατά Ματθαίον, 19:27).

          Εσείς θα θέλατε να ανήκε σε μια τέτοια ομάδα ανθρώπων, οι οποίοι κουβαλούν μαχαίρια, έχουν πίστη και αφοσίωση (όχι με το αζημίωτο βέβαια) σε έναν άνθρωπο που λέει ότι τον έστειλε ο Θεός και αγαπούν τις πρωτοκαθεδρίες;

          Β. Ο βιοπορισμός


          Στα ευαγγέλια διαβάζουμε ότι οι απόστολοι άφησαν τις εργασίες τους, όταν έλαβαν την κλήση από τον Ιησού. Το ίδιο έκανε και ο Ιησούς, μετά την βάπτισή του, όταν ανέλαβε δημόσια δράση.

          Ο Πέτρος και ο Ανδρέας ήταν ψαράδες. Ο Ιησούς τους συνάντησε και τους είπε ότι θα τους έκανε ψαράδες ανθρώπων. Αυτοί, «εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα ἠκολούθησαν αὐτῷ». Το ίδιο και με τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη, τους οποίους ο Ιησούς τους βρήκε με τον πατέρα τους, να μπαλώνουν τα δίχτυα τους. «Οἱ δὲ εὐθέως ἀφέντες τὸ πλοῖον καὶ τὸν πατέρα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ» (Κατά Ματθαίον, 4:18-22). Εγκατέλειψαν εργασία και οικογένεια, για χάρη του Ιησού. Αργότερα, ο Ματθαίος θα αφήσει το τελώνιο (Κατά Ματθαίον, 9:9). Το ίδιο συνέβη και με τους δώδεκα. Εγκατέλειψαν εργασίες και οικογένειες, για να τριγυρίζουν μαζί με τον Ιησού στις γύρω περιοχές. Αυτό το μαθαίνουμε και πάλι από τα ευαγγέλια. Ο Πέτρος, εκπροσωπώντας τους δώδεκα, ρώτησε τον Ιησού: «ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι: τί ἄρα ἔσται ἡμῖν;». Από την απάντηση του Ιησού, καταλαβαίνουμε πιο συγκεκριμένα τι εννοούσε ο Πέτρος με την λέξη «πάντα». «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδείς ἐστιν ὃς ἀφῆκεν οἰκίαν ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ μητέρα ἢ πατέρα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν ἐμοῦ καὶ ἕνεκεν τοῦ εὐαγγελίου, ἐὰν μὴ λάβῃ ἑκατονταπλασίονα νῦν ἐν τῷ καιρῷ τούτῳ οἰκίας καὶ ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφὰς καὶ μητέρας καὶ τέκνα καὶ ἀγροὺς μετὰ διωγμῶν, καὶ ἐν τῷ αἰῶνι τῷ ἐρχομένῳ ζωὴν αἰώνιον» (Κατά Μάρκον, 10:29-30). Και είναι επόμενο να τα αφήσουν όλα αυτά, καθώς ο Ιησούς περιόδευε όλη την περιοχή της Ιουδαίας και Γαλιλαίας, επισκεπτόμενος πόλεις και χωριά. «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ καθεξῆς καὶ αὐτὸς διώδευεν κατὰ πόλιν καὶ κώμην κηρύσσων καὶ εὐαγγελιζόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ θεοῦ, καὶ οἱ δώδεκα σὺν αὐτῷ» (Κατά Λουκάν, 8:1).

          Το ερώτημα που τίθεται, είναι από πού ζούσαν; Εφόσον εγκατέλειψαν τις εργασίες τους, πως μπορούσαν να συντηρούν τους εαυτούς τους; Μήπως είχαν αφήσει την μέριμνά τους στον Θεό, όπως δίδασκε ο Ιησούς; Σαφώς όχι. Εξοικονομούσαν τα ως προς το ζην, με τουλάχιστον τρεις τρόπους. Από τα ευαγγέλια μαθαίνουμε ότι εκτός από τους δώδεκα μαθητές, τους οποίους χώρισε από τις οικογένειές τους για την «πίστη» («ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς» (Κατά Ματθαίον, 10:35), υπήρχαν και μερικές μαθήτριες, οι οποίες υπηρετούσαν τον Ιησού και τους αποστόλους του, από τις περιουσίες τους. «Ιωάννα γυνὴ Χουζᾶ ἐπιτρόπου Ηρῴδου καὶ Σουσάννα καὶ ἕτεραι πολλαί, αἵτινες διηκόνουν αὐτοῖς ἐκ τῶν ὑπαρχόντων αὐταῖς» (Κατά Λουκάν, 8:3). Οι γυναίκες αυτές ήταν πλούσιες, εφόσον συντηρούσαν δεκατρείς άνδρες. Επίσης, ο Ιησούς και η ομάδα του, διέθεταν και ένα κοινό ταμείο. Από την περίπτωση του μύρου με το οποίο άλειψε τον Ιησού μια γυναίκα, και την οργισμένη αντίδραση των δώδεκα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι οι πιστοί έδιναν τα αντικείμενά τους στους μαθητές, εκείνοι τα πωλούσαν, και τα έσοδα είτε τα μάζευαν στο κοινό ταμείο τους, είτε τα έδιναν κατευθείαν στους φτωχούς (σε ποιους «φτωχούς», είναι άλλη ιστορία). «Ηδύνατο γὰρ τοῦτο τὸ μύρον πραθῆναι ἐπάνω δηναρίων τριακοσίων καὶ δοθῆναι τοῖς πτωχοῖς: καὶ ἐνεβριμῶντο αὐτῇ» (Κατά Μάρκον, 14:5). Στο «κατά Ιωάννη» ευαγγέλιο, ο συγγραφέας μας δίνει επιπλέον πληροφορίες. «Διὰ τί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖσ; εἶπεν δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν καὶ τὸ γλωσσόκομον ἔχων τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν» (12:5-6). Αυτό το λέει ο Ιούδας, ο οποίος είχε τεθεί υπεύθυνος του ταμείου. Ο συγγραφέας σχολιάζει ότι ο Ιούδας ήταν κλέφτης και κρατούσε για τον εαυτό του, όσα προορίζονταν για τους φτωχούς. Το ερώτημα είναι, αφού ήξεραν ότι ήταν κλέφτης, γιατί τον άφηναν να κλέβει; Διότι δεν έκλεψε μια φορά, αλλά το έκανε επανειλημμένα. Και αν οι μαθητές δεν το γνώριζαν, έπρεπε να το ξέρει ο Ιησούς. Στο ίδιο ευαγγέλιο αναφέρεται ότι ο Ιησούς ήξερε τι ήταν εντός του ανθρώπου. Έτσι, το δεύτερο μέσο επιβίωσης, ήταν η επαιτεία. Διότι, πως αλλιώς θα μπορούσε ποτέ να γεμίσει ένα ταμείο, όταν κανένας δεν δουλεύει; Από δωρεές και επαιτεία. Γιατί επαιτεία; Διότι τα λεφτά του ταμείου δεν προορίζονταν μόνο για τους φτωχούς, αλλά και για τις ανάγκες της ομάδος. Όταν λοιπόν φροντίζω να μαζέψω χρήματα χωρίς εργασία ή χωρίς να πουλήσω τα υπάρχοντά μου αλλά δίνοντάς μου οι άλλοι και τα χρήματα αυτά τα καρπώνομαι ο ίδιος, επαιτεία είναι.

          Όταν ο Ιησούς είπε στον Ιούδα, ό,τι έχει να κάνει να το κάνει γρήγορα, θεώρησαν κάποιοι «ἐπεὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχεν Ιούδας, ὅτι λέγει αὐτῷ Ιησοῦς, ἀγόρασον ὧν χρείαν ἔχομεν εἰς τὴν ἑορτήν, ἢ τοῖς πτωχοῖς ἵνα τι δῷ» (Κατά Ιωάννην, 13:29), που σημαίνει ότι τα χρήματα του ταμείου δεν προορίζονταν μόνο για τις ανάγκες των φτωχών, αλλά και για τους ίδιους.

          Το τρίτο μέσο, είναι η ίδια η ιεραποστολή. Τα ευαγγέλια είναι και πάλι ξεκάθαρα. Όταν ο Ιησούς απέστειλε τους δώδεκα, ανάμεσα στα άλλα τους είπε: «ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τῆς τροφῆς αὐτοῦ» (Κατά Ματθαίον, 10:10). Επίσης, τους είπε «ὅπου ἐὰν εἰσέλθητε εἰς οἰκίαν, ἐκεῖ μένετε ἕως ἂν ἐξέλθητε ἐκεῖθεν» (Κατά Μάρκον, 6:10). Ακόμα, «ἐν αὐτῇ δὲ τῇ οἰκίᾳ μένετε, ἐσθίοντες καὶ πίνοντες τὰ παρ’ αὐτῶν, ἄξιος γὰρ ὁ ἐργάτης τοῦ μισθοῦ αὐτοῦ» (Κατά Λουκάν, 10:7).

          Οι απόστολοι έμπαιναν στα σπίτια μέχρι να φύγουν, τρώγοντας και πίνοντας ό,τι τους έβγαζαν μπροστά. Το αυτό αναφέρεται ως εντολή και στους εβδομήντα αποστόλους.

          Ο Κέλσος, χαρακτηρίζει τους αποστόλους ως «επίρρητους ανθρώπους», δηλαδή με κακή φήμη, «πονηρότατους», οι οποίοι συντηρούνταν «αισχρώς και γλισχρώς», δηλαδή με τρόπο αισχρό και φορτικό. (PG 11, 773, «Κατά Κέλσου»).

          Η κρίση του συγγραφέα της επιστολής «Βαρνάβα» για τους αποστόλους τους «όντας υπέρ πάσαν αμαρτίαν ανομωτέρους», δεν είναι μακριά από συγκεκριμένες λεπτομέρειες των ίδιων των ευαγγελίων αλλά και του Κέλσου. Βέβαια, ο χριστιανός συγγραφέας της επιστολής το δικαιολογεί, εφόσον ο Ιησούς ήρθε «ίνα δείξη ότι ουκ ήλθε καλέσαι δικαίους, αλλά αμαρτωλούς» (5. 9).

          Πως θα σας φαινόταν εάν είχατε μία διόλου ευκαταφρόνητη περιουσία την οποία η γυναίκα σας θα διέθετε προς την συντήρηση τόσων άεργων ανδρών, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι επιτελούν «έργο θεού»; Ή, θα σας άρεσε να εγκαταλείψετε την γυναίκα σας και τα παιδιά σας και να ακολουθείτε έναν που «προφητεύει» ότι το τέλος του παρόντος κόσμου θα γίνει πολύ γρήγορα; Σε τί διαφέρουν όλα αυτά από τις χιλιάδες θρησκευτικές αιρέσεις που οι αρχηγοί τους ισχυρίζονται τα ίδια;

          Γ. Τα ψέματα του Ιησού


          Εκείνος που ισχυρίστηκε ότι είναι «η αλήθεια, η οδός, και η ζωή», στην πραγματικότητα ήταν ψεύτης και μέθυσος, που όταν ρωτήθηκε από τον Πιλάτο «τι εστί αλήθεια», δεν έδωσε καμία απάντηση.

          1) Στην καθημερινή ζωή


          Στο «κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο αναφέρεται ότι ο Ιησούς δεν ήθελε να περπατά στην περιοχή της Ιουδαίας διότι ζητούσαν να τον σκοτώσουν. Όταν πλησίαζε η γιορτή της Σκηνοπηγίας, τα αδέλφια του, του είπαν να πάνε όλοι μαζί στην Ιερουσαλήμ (που ήταν στην Ιουδαία) για να εορτάσουν μαζί, και να δουν και οι μαθητές τα έργα που κάνει. Του είπαν, «οὐδεὶς γάρ ἐν κρυπτῷ τι ποιεῖ καὶ ζητεῖ αὐτὸς ἐν παρρησίᾳ εἶναι εἰ ταῦτα ποιεῖς φανέρωσον σεαυτὸν τῷ κόσμῳ» (Κατά Ιωάννην, 7:4).

          Δηλαδή, του είπαν να μην κρύβεται αλλά εάν πράγματι είναι αλήθεια όσα κάνει, να φανερώσει τον εαυτό του στον κόσμο. Και συνεχίζει ο συγγραφέας του ευαγγελίου, «οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν». Ο Ιησούς τους απάντησε ότι «Ὁ καιρὸς ὁ ἐμὸς οὔπω πάρεστιν». Δεν ήταν ακόμα ο καιρός του. Δεν θα πήγαινε ακόμα στην εορτή. «ὑμεῖς ἀνάβητε εἰς τὴν ἑορτήν ταύτην· ἐγὼ οὔπω ἀναβαίνω εἰς τὴν ἑορτὴν ταύτην». Έτσι, έμεινε στην Γαλιλαία. Όμως, «Ὡς δὲ ἀνέβησαν οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ τότε καὶ αὐτὸς ἀνέβη εἰς τὴν ἑορτήν οὐ φανερῶς ἀλλ’ ὡς ἐν κρυπτῷ». Τους είπε ψέματα. Πήγε αμέσως μετά, και μάλιστα όχι φανερά αλλά κρυφά. Απλά, δεν ήθελε να πάει μαζί τους.

          Σε άλλη περίπτωση, ισχυρίζεται ότι ο Ιωάννης ο Βαπτιστής είναι ο Ηλίας που έμελλε να έρθει, σύμφωνα με τον Μαλαχία. «ἀπὸ δὲ τῶν ἡμερῶν Ἰωάννου τοῦ βαπτιστοῦ ἕως ἄρτι ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν βιάζεται καὶ βιασταὶ ἁρπάζουσιν αὐτήν· πάντες γὰρ οἱ προφῆται καὶ ὁ νόμος ἕως Ἰωάννου προεφήτευσαν• καὶ εἰ θέλετε δέξασθαι, αὐτός ἐστιν Ἠλίας ὁ μέλλων ἔρχεσθαι» (Κατά Ματθαίον, 11:12-14). Ο Ιωάννης όμως το αρνείται. «καὶ ἠρώτησαν αὐτόν Τί οὖν Ἠλίας εἶ Σύ καὶ λέγει Οὐκ εἰμί» (Κατά Ιωάννην, 1:21). Είτε ο Ιησούς ψεύδεται είτε ο Ιωάννης.

          2) Ψευδείς υποσχέσεις προς αφελείς οπαδούς


          Ο Ιησούς υποσχέθηκε πολλά πράγματα που θα πραγματοποιούνταν στην επίγεια ζωή των αποστόλων…
          ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς Ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ· καὶ πᾶς ὅς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκά ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει.
          (Κατά Ματθαίον, 19:28-29)
          Οι δώδεκα άφησαν οικίες, αδελφούς, αδελφές, πατέρα, μητέρα, γυναίκα, παιδιά, αγρούς, για τον Ιησού. Αυτό το είδαμε παραπάνω, όταν έγινε λόγος για τον βιοπορισμό. Σύμφωνα με τα λόγια αυτά του Ιησού, θα έπρεπε να λάβουν στο εκατονταπλάσιο, σπίτια και αγρούς (για να μην πούμε και…γυναίκες!). Δεν τους είπε όμως με ποιον τρόπο θα γίνονταν όλα αυτά. Ίσως να εννοούσε την κοινοκτημοσύνη. Αλλά ακόμα και αν ο καθένας από τους πιστούς συνεισέφερε από τα υπάρχοντά του για τα μέλη της κοινότητας, δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να πραγματοποιηθούν οι υποσχέσεις αυτές. Διότι αλλού, ο Ιησούς δίνει ρητή εντολή στο να μην έχουν οι ακόλουθοί του, υπάρχοντα. Μια εντολή που την συνδέει με την πλήρη εμπιστοσύνη που πρέπει να δείξει ο πιστός στον Θεό. Ας προσέξουμε τα ακόλουθα χωρία…
          Εἶπεν δὲ πρὸς τοὺς μαθητάς αὐτοῦ Διὰ τοῦτο ὑμῖν• λέγω μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν, τί φάγητε μηδὲ τῷ σώματι τί ἐνδύσησθε· ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστιν τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος· κατανοήσατε τοὺς κόρακας ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οἷς οὐκ ἔστιν ταμεῖον οὐδὲ ἀποθήκη καὶ ὁ θεὸς τρέφει αὐτούς• πόσῳ μᾶλλον ὑμεῖς διαφέρετε τῶν πετεινῶν· τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα· εἰ οὖν οὐτὲ ἐλάχιστον δύνασθε τί περὶ τῶν λοιπῶν μεριμνᾶτε· κατανοήσατε τὰ κρίνα πῶς αὐξάνει• οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει• λέγω δὲ ὑμῖν οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων· εἰ δὲ τὸν χόρτον ἐν τῷ ἀγρῷ σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον ὁ θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν πόσῳ μᾶλλον ὑμᾶς ὀλιγόπιστοι· καὶ ὑμεῖς μὴ ζητεῖτε τί φάγητε ἢ τί πίητε καὶ μὴ μετεωρίζεσθε• ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἐπιζητεῖ• ὑμῶν δὲ ὁ πατὴρ οἶδεν ὅτι χρῄζετε τούτων· πλὴν ζητεῖτε τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν· Μὴ φοβοῦ τὸ μικρὸν ποίμνιον ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν. Πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν καὶ δότε ἐλεημοσύνην• ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλάντια μὴ παλαιούμενα θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει οὐδὲ σὴς διαφθείρει.
          (Κατά Λουκάν, 12:22-33)
          Άλλα δύο ατράνταχτα ψεύδη του Ιησού που αφορούν υποσχέσεις, είναι τα ακόλουθα…
          Ἀμὴν λέγω ὑμῖν• ὅσα ἐὰν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς ἔσται δεδεμένα ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ὅσα ἐὰν λύσητε ἐπὶ τῆς γῆς ἔσται λελυμένα ἐν τῷ οὐρανῷ. Πάλιν λέγω ὑμῖν ὅτι ἐὰν δύο ὑμῶν συμφωνήσωσιν ἐπὶ τῆς γῆς περὶ παντὸς πράγματος οὗ ἐὰν αἰτήσωνται γενήσεται αὐτοῖς παρὰ τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς· οὗ γάρ εἰσιν δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν.
          (Κατά Ματθαίον, 18:18-20)
          Αν δύο πιστοί συμφωνήσουν περί παντός πράγματος και κάνουν αίτηση, ο Πατήρ ο ουράνιος θα το κάνει. Αν ήταν αληθινός ο λόγος, πόσα πράγματα θα μπορούσαν να άλλαζαν δια μιας.

          Άλλο ένα ψέμα, είναι ότι όποιος πιστεύει στον Ιησού, θα κάνει τα ίδια έργα με εκείνον, ακόμα και μεγαλύτερα: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὁ πιστεύων εἰς ἐμὲ τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ κἀκεῖνος ποιήσει καὶ μείζονα τούτων ποιήσει» (Κατά Ιωάννην, 14:12).

          Είτε λοιπόν ο Ιησούς έκανε τα σημεία που του αποδίδονται αλλά κανείς δεν πιστεύει πραγματικά (άρα απέτυχε), είτε ο Ιησούς έκανε τα σημεία αλλά είπε ψέματα, είτε ο Ιησούς δεν έκανε κανένα από τα περιγραφόμενα σημεία στην Γραφή. Εκτός και αν κάποιος μας υποδείξει έναν άγιο πιστό που να έκανε ανώτερα πράγματα από τον Ιησούς.

          3) Ψευδής υπόσχεση της αναμενόμενης «Βασιλείας»


          Αλλά και η εσχατολογία του Ιησού πάσχει. Στα ευαγγέλια «Κατά Μάρκον (1.14-15)» και «Κατά Ματθαίον» (4.17/ 10.7), ο καιρός έχει ήδη συμπληρωθεί και πλησιάσει. Κάποιοι από τους μαθητές δεν θα πέθαιναν, διότι η Βασιλεία θα έρχονταν στον καιρό τους («Κατά Μάρκον» 9.1 – «Κατά Ματθαίον» 16.27-28 – «Κατά Λουκάν» 9.26-27). Ο Ιησούς είπε πολύ καθαρά ότι οι άνδρες του θρησκευτικού συνεδρίου που τον ανέκρινε, θα έβλεπαν την Δευτέρα Παρουσία («Κατά Ματθαίον» 26.64). Μάλιστα, η γενεά που άκουγε το εσχατολογικό του κήρυγμα, θα ζούσε τα «γεγονότα» («Κατά Ματθαίον» 24.34). Ο ίδιος ο Ιησούς, τοποθέτησε την «Ημέρα του Κυρίου», στην εποχή την δική του («Κατά Ματθαίον» 11.12-14 & 17.10-13 – Μαλαχίας 4.1-6).

          Τα ψέματά του ήταν τέτοια, ώστε ούτε τα σαρκικά του αδέλφια δεν τον πίστευαν, παρ’ όλο που είχαν για γονείς τον Ιωσήφ και την Μαρία. «οὐδὲ γὰρ οἱ ἀδελφοὶ αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς αὐτόν» (Κατά Ιωάννην, 7:5).

          Φαγάς και οινοπότης…

          «ἦλθεν ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐσθίων καὶ πίνων καὶ λέγουσιν Ἰδού, ἄνθρωπος φάγος καὶ οἰνοπότης τελωνῶν φίλος καὶ ἁμαρτωλῶν καὶ ἐδικαιώθη ἡ σοφία ἀπὸ τῶν τέκνων αὐτῆς» (Κατά Ματθαίον, 11:19).

          Σήμερα, αν κατηγορούσαμε ένα πρόσωπο που το ξέρουν πολλοί, ως άνθρωπο που πίνει πολύ, είτε θα συμφωνούσαν μαζί μας όσοι τον ήξεραν, είτε θα γελούσαν μαζί μας και θα μας χαρακτήριζαν συκοφάντες και ψεύτες. Θα ήταν πολύ κουτό εκ μέρους των Φαρισαίων, εάν ψεύδονταν για ένα πρόσωπο που συνεχώς το βρίσκουμε (στις ευαγγελικές διηγήσεις) να είναι σε σπίτια, τρώγοντας και πίνοντας. Οι Φαρισαίοι ισχυρίζονται τα παραπάνω επειδή τα είδαν. Ο ισχυρισμός ενισχύεται και από την διήγηση του τι συνέβη στο γάμο της Κανά. Εκεί, κάποια στιγμή, έλειψε ο οίνος. Ο Ιησούς τότε μετέτρεψε το νερό σε κρασί. Η ποσότητα ήταν πολύ μεγάλη. Η Γραφή αναφέρει ότι η ποσότητα του κρασιού ήταν έξι υδρίες, που η κάθε μία χωρούσε δύο ή τρεις μετρητές (Κατά Ιωάννην, 2:6-7). Ο Τρεμπέλας στην παράφρασή του μας εξηγεί ότι η κάθε υδρία χωρούσε 100 κιλά κρασί. Δηλαδή, τους έδωσε επιπλέον 600 κιλά κρασί!

          Οι χριστιανοί πολλές φορές αρέσκονται στο να χρησιμοποιούν την ρήση του Ιακώβ και να την ερμηνεύουν ότι δήθεν προαναγγέλλει τον Χριστό. Βέβαια, ακόμα και αν προανήγγειλε κάτι, απέτυχε παταγωδώς. Διότι στην εποχή του Ιησού, εξέλειπε ο άρχοντας που να κατάγεται από την φυλή Ιούδα. Ωστόσο, την αναφέρουν μισή και όχι ολόκληρη. Λέει λοιπόν η «προφητεία» του απατεώνα Ιακώβ: «ουκ εκλείψει άρχων εξ Ιούδα και ηγούμενος εκ των μηρών αυτού έως αν έλθη τα αποκείμενα αυτώ και αυτός προσδοκία εθνών· δεσμεύων προς άμπελον τον πώλον αυτού και τη ελικι τον πώλον της όνου αυτού πλυνει εν οίνω την στολήν αυτού και εν αίματι σταφυλής την περιβολήν αυτού· χαροποί οι οφθαλμοί αυτού από οίνου και λευκοί οι οδόντες αυτού» (Γένεση, 49:10-12).

          Ο Ν. Βάμβας που μεταφράζει από το Μασοριτικό, αναφέρει: «Οι οφθαλμοί αυτού θέλουσιν είσθαι ερυθροί εκ του οίνου».

          Δ. Ασυνέπειες Ιησού ως προς την ίδια του την διδασκαλία


          Ο Ιησούς δίδαξε ότι αν σε κτυπήσουν στο ένα μάγουλο, να τους δίνεις και το άλλο. «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ• ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπί τὴν δεξιὰν σου σιαγόνα στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» (Κατά Ματθαίον, 5:39). Σε άλλο σημείο όμως, όταν δέχεται χαστούκι από τον δούλο του αρχιερέως, όχι μόνο δεν γυρίζει και το άλλο μάγουλο αλλά επιπλέον ζητά εξηγήσεις: «εἷς τῶν ὑπηρετῶν παρεστηκὼς ἔδωκεν ῥάπισμα τῷ Ἰησοῦ εἰπών Οὕτως ἀποκρίνῃ τῷ ἀρχιερεῖ· ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς Εἰ κακῶς ἐλάλησα μαρτύρησον περὶ τοῦ κακοῦ• εἰ δὲ καλῶς τί με δέρεις» (Κατά Ιωάννην, 18:22-23). Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι καλά κάνει και ζητά εξηγήσεις, διότι η πράξη του υπηρέτη ήταν άδικη. Ο Ιησούς όμως δίδαξε να δεχόμαστε την σφαλιάρα εις διπλούν, όχι μόνο στην περίπτωση που έχουμε άδικο, αλλά και δίκιο. Δεν πρέπει να αντιστέκεται ο πιστός στον πονηρό άνθρωπο. Αυτό προϋποθέτει ότι ο πονηρός άνθρωπος μας αδικεί. «μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ• ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίσει ἐπί τὴν δεξιὰν σου σιαγόνα στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην• καὶ τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον» (Κατά Ματθαίον, 5:39-40).

          Άλλη μια ασυνέπεια, είναι ο φόβος του θανάτου. Ενώ τόνισε στους μαθητές του, «μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτεινόντων τὸ σῶμα τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Κατά Ματθαίον, 10:28), ο ίδιος, λίγο πριν τον σταυρό, άρχισε να δειλιάζει και να αδημονεί. Ας δούμε τι προσευχήθηκε τρεις φορές…
          καὶ παραλαμβάνει τὸν Πέτρον καὶ Ιάκωβον καὶ Ιωάννην μετ’ αὐτοῦ, καὶ ἤρξατο ἐκθαμβεῖσθαι καὶ ἀδημονεῖν, καὶ λέγει αὐτοῖς, περίλυπός ἐστιν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου: μείνατε ὧδε καὶ γρηγορεῖτε. Και προελθὼν μικρὸν ἔπεσεν ἐπὶ τῆς γῆς καὶ προσηύχετο ἵνα εἰ δυνατόν ἐστιν παρέλθῃ ἀπ’ αὐτοῦ ἡ ὥρα καὶ ἔλεγεν Αββα ὁ πατήρ πάντα δυνατά σοι• παρένεγκε τὸ ποτήριον ἀπ’ ἐμοῦ τοῦτο• ἀλλ’ οὐ τί ἐγὼ θέλω ἀλλὰ τί σύ.
          (Κατά Μάρκον, 14:33-36)
          Μάλιστα, στο «Κατά Λουκάν», προστίθεται ότι άγγελος από τον ουρανό τον ενίσχυε (22:43) και ότι η αγωνία του ήταν τόση, ώστε ο ιδρώτας του έπεφτε στην γη σαν θρόμβοι αίματος (22:44).

          Οι χριστιανοί ερμηνευτές προσπαθούν να πουν ότι ο Ιησούς δείλιασε κατά την ανθρώπινη φύση του. Όπως ήταν σε όλα θεός, σε όλα ήταν και άνθρωπος. Προκειμένου να αιτιολογήσουν την στάση αυτή, επιμένουν στην συνέχεια του χωρίου, όπου τελικά ο Ιησούς πρόθυμα αφήνεται στην βουλή του Πατρός. Και λένε ότι με αυτόν τον τρόπο, ο Ιησούς έδειξε το ύψος της μέγιστης αυταπάρνησης. Με αυτά όμως, οι ίδιοι οι χριστιανοί μειώνουν την αξία του θεού τους. Ο Ιησούς πεθαίνει στον σταυρό, όχι γιατί πραγματικά μας αγαπούσε, αλλά επειδή υπακούει ως πιόνι στα χέρια του Θεού. Επιπλέον, ποιός δείχνει ανώτερη στάση; Ο Ιησούς που δείλιασε, αλλά υποτάχτηκε, ή οι «άγιοι μάρτυρες» που ρίχνονταν πρόθυμα και αυτοβούλως στο μαρτύριο, σύμφωνα με τις μυθοπλασίες του συναξαριστή; Άλλοι πάλι εκκλησιαστικοί, θεώρησαν ότι ο Ιησούς δεν δείλιασε για τον επικείμενο θάνατό του, αλλά για το ότι θα έπρεπε για κάποιο χρονικό διάστημα να υποστεί την κρίση του Πατρός (εφόσον σήκωσε την αμαρτία του κόσμου) και ο Πατήρ να αποστρέψει το πρόσωπό του από αυτόν. Κατά αυτόν τον τρόπο ερμηνεύεται η έκλειψη ηλίου που υποτίθεται ότι συνέβη σε περίοδο πανσελήνου(!), όπου εορτάζονταν το εβραϊκό Πάσχα. Όμως ο συγγραφέας της «Προς Εβραίους» επιστολής είναι σαφής, ότι ο Ιησούς προσευχόταν να γλιτώσει τον θάνατο: «ὃς ἐν ταῖς ἡμέραις τῆς σαρκὸς αὐτοῦ, δεήσεις τε καὶ ἱκετηρίας πρὸς τὸν δυνάμενον σῴζειν αὐτὸν ἐκ θανάτου μετὰ κραυγῆς ἰσχυρᾶς καὶ δακρύων προσενέγκας καὶ εἰσακουσθεὶς ἀπὸ τῆς εὐλαβείας» (5:7).

          Ε. Ο Ιησούς είχε ψυχολογικά προβλήματα και δεν ήταν παντογνώστης


          Όσο περίεργο και αν διαβάζεται αυτό, υπάρχουν σημεία από τα ευαγγέλια που το δείχνουν.

          Οι ίδιοι του οι συγγενείς, έλεγαν ότι έχει σαλεμένο νου. «καὶ ἀκούσαντες οἱ παρ’ αὐτοῦ ἐξῆλθον κρατῆσαι αὐτόν• ἔλεγον γὰρ ὅτι ἐξέστη» (Κατά Μάρκον, 3:21).

          Ενώ μακαρίζει τον Πέτρο (Κατά Ματθαίον, 16:17), στην συνέχεια τον αποκαλεί «Σατανά» (Κατά Ματθαίον, 16:22-23). Θα μπορούσε αντί να βρίζει, να εξηγήσει στον Πέτρο το γιατί ήταν λάθος αυτό που είπε…
          καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ λέγων, Ἵλεώς σοι κύριε• οὐ μὴ ἔσται σοι τοῦτο· ὁ δὲ στραφεὶς εἶπεν τῷ Πέτρῳ Ὕπαγε ὀπίσω μου Σατανᾶ• σκάνδαλον μου, εἶ ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπων.
          (Κατά Ματθαίον, 16:22-23)
          καὶ παρρησίᾳ τὸν λόγον ἐλάλει καὶ προσλαβόμενος αὐτὸν ὁ Πέτρος ἤρξατο ἐπιτιμᾶν αὐτῷ· ὁ δὲ ἐπιστραφεὶς καὶ ἰδὼν τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ ἐπετίμησεν τῷ Πέτρῳ λέγων, Ὕπαγε ὀπίσω μου σατανᾶ ὅτι οὐ φρονεῖς τὰ τοῦ θεοῦ ἀλλὰ τὰ τῶν ἀνθρώπω.
          (Κατά Μάρκον, 8:32-33)
          Ο Ιησούς δεν απευθύνεται στον Σατανά που υποβάλλει στον Πέτρο τέτοιους λογισμούς, καθώς λένε ορισμένοι χριστιανοί, αλλά στον Πέτρο.

          Σε άλλη περίπτωση, πρώτα προσβάλλει την Χαναναία και έπειτα δίνει τη λύση, κατά την βιβλική αφήγηση. Η γυναίκα αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα με το παιδί της το οποίο είχε καταληφθεί από δαίμονα. Ο καλός Θεός επέτρεψε στον δαίμονα να βασανίζει το παιδί, προφανώς επειδή το παιδί είχε δώσει δικαιώματα στον Διάβολο εξαιτίας των πολλών αμαρτιών του. Αποκάλεσε «σκυλάκι» μια γυναίκα που εξήλθε από τα γεωγραφικά όρια της περιοχής της προκειμένου να τον βρει, αφού πρώτα την αγνόησε επιδεκτικά. Αφού όμως την ταπείνωσε, μετά την επαίνεσε για την…πίστη της (Κατά Ματθαίον, 15:21-28).

          Έχουμε όμως και την περίπτωση του ανθρώπου που είχε τον γιο του δαιμονιζόμενο. Ο άνθρωπος αυτός πήγε γονατιστός στον Ιησού και τον παρακαλούσε για βοήθεια. Ο Ιησούς, πρώτα αποκάλεσε την γενεά εκείνη «άπιστη» και «διεστραμμένη», επειδή οι μαθητές δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι (ενώ τους είχε δοθεί η εξουσία και η δύναμη) και μετά έδρασε (Κατά Ματθαίον, 17:14-18). Πού είναι η συμμετοχή στον πόνο του πατέρα;

          Η ίδια ιστορία αναφέρεται και στο «Κατά Μάρκον». Εκεί, ο Ιησούς ρωτάει από πότε υπάρχει το πρόβλημα: «καὶ ἐπηρώτησεν τὸν πατέρα αὐτοῦ Πόσος χρόνος ἐστὶν ὡς τοῦτο γέγονεν αὐτῷ ὁ δὲ εἶπεν παιδιόθεν» (Κατά Μάρκον, 9:21). Συνεπώς, ούτε παντογνώστης είναι, εφόσον ρωτά. Άλλη μια περίπτωση που ο θεός της αγάπης επιτρέπει στον Διάβολο να ταλαιπωρεί έναν νέο από την παιδική του ηλικία.

          Ο Ιησούς αγνοεί πολλά πράγματα. Δεν γνωρίζει ότι ο μικρότερος σπόρος είναι της παπαρούνας και όχι του σιναπιού (Κατά Ματθαίον, 13:32), δεν γνωρίζει ότι όσο ψηλά και να ανέβει κανείς, δεν μπορεί να δει τα βασίλεια όλου του κόσμου (Κατά Ματθαίον, 4:8). Επίσης, δεν ξέρει την ημέρα που θα ξαναέρθει! (Κατά Μάρκον, 13:32). Όταν τον αγγίζει η αιμορροούσα γυναίκα μέσα στο πλήθος, ο Ιησούς διερωτάται ποιός τον άγγιξε (Κατά Μάρκον, 5:30).

          ΔΕΣ: Ο Ιησούς της Ναζαρέτ: Η προσωπικότητα!

          ΣΤ. Καθαριότητα


          Ο Ιησούς και οι μαθητές του, κατηγορήθηκαν από τους γραμματείς και τους Φαρισαίους ότι παρέβαιναν την παράδοση των πρεσβυτέρων, διότι δεν έπλεναν τα χέρια τους πριν να φάνε (Κατά Ματθαίον, 15,1-2). Η κατηγορία έχει να κάνει περισσότερο με το ότι δεν τηρούσαν την νίψη των χεριών ως παράδοση. Αφού ο Ιησούς τους ανταπαντά ότι είναι υποκριτές διότι οι ίδιοι αθετούσαν την θεϊκή εντολή περί τιμής των γονέων, θέτοντας αντί αυτής, μια άλλη δική τους παράδοση, στρεφόμενος στον όχλο, τους είπε ότι «οὐ τὸ εἰσερχόμενον εἰς τὸ στόμα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον ἀλλὰ τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ στόματος τοῦτο κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον». (Κατά Ματθαίον, 15:11). Δεν τους μιλάει πια για την παράδοση μόνο, αλλά γενικότερα, ότι η ψυχική καθαρότητα είναι ανώτερη αυτής των χεριών. Αυτό φαίνεται ακόμα πιο καθαρά, στους στίχους 17 και 18: «πᾶν τὸ εἰσπορευόμενον εἰς τὸ στόμα εἰς τὴν κοιλίαν χωρεῖ καὶ εἰς ἀφεδρῶνα ἐκβάλλεται· τὰ δὲ ἐκπορευόμενα ἐκ τοῦ στόματος ἐκ τῆς καρδίας ἐξέρχεται κἀκεῖνα κοινοῖ τὸν ἄνθρωπον». Από εδώ βλέπουμε και την περιφρόνηση του σώματος έναντι της ψυχής.

          Αυτή η αρχή που εκφράζει εδώ ο Ιησούς, χρησιμοποιήθηκε κατά κόρον στον μοναχισμό. Υπάρχουν πολλές ιστορίες, όπως για παράδειγμα στην «Λαυσαϊκή ιστορία» του Παλλαδίου, επισκόπου Ελενοπόλεως, όπου αναφέρονται παραδείγματα πιστών αγίων που ποτέ δεν πλύθηκαν. Ο δε Ευσέβιος, αναφερόμενος στον Ιάκωβο, τον κατά σάρκα αδελφό του Ιησού, αναφέρει ότι ήταν άγιος, επειδή δεν ήπιε ποτέ κρασί, δεν έτρωγε κρέας, ποτέ δεν κούρεψε τα μαλλιά του και ποτέ δεν έκανε μπάνιο (Εκκλησιατική Ιστορία Ευσεβίου, Β΄ βιβλίο, 23). Αλλά και ο Αντώνιος, σύμφωνα με τον βιογράφο του τον Αθανάσιο, ποτέ δεν άλλαξε ένδυμα και ποτέ δεν έπλυνε το σώμα του ή τα πόδια του, μιμούμενος τον Ιησού.

          Ζ. Διδασκαλία


          Η διδασκαλία του Ιησού, όπως παρουσιάζεται μέσα στα ευαγγέλια, μπορεί να διακριθεί χονδρικά στο ηθικό κομμάτι και στο εσχατολογικό. Αυτά τα δύο στοιχεία συνδυάζονται στο κήρυγμά του, εφόσον πίστευε ότι η Βασιλεία των ουρανών είχε ήδη πλησιάσει. «πεπλήρωται ὁ καιρὸς καὶ ἤγγικεν ἡ βασιλεία τοῦ θεοῦ: μετανοεῖτε καὶ πιστεύετε ἐν τῷ εὐαγγελίῳ» (Κατά Μάρκον, 1:15). Επίσης, πρέπει να επισημανθεί ότι η διδασκαλία του απευθύνονταν αποκλειστικά σε όσους δέχονταν την Ιουδαϊκή θρησκεία. Δυστυχώς, πάρα πολλοί άνθρωποι, πιστεύουν ότι ο Ιησούς δίδαξε για όλον τον κόσμο. Αυτό το συμπεραίνουν, επειδή διαβάζουν στην Καινή Διαθήκη πολλά σημεία, όπου φαίνεται ότι το μήνυμα του Ιησού διαδίδεται από τους αποστόλους σε όλον τον κόσμο. Τα σημεία αυτά όμως είναι νοθευμένα. Μπορεί να διαπιστωθεί με μια σύγκριση μεταξύ της διδασκαλίας του Παύλου και του Ιησού, ή από το γεγονός ότι ο Πέτρος δυσκολεύτηκε πολύ για να αποφασίσει να πάει να κηρύξει στον εθνικό Κορνήλιο και στους δικούς του, επίσης εθνικοί. Επίσης, κατά την αποστολική σύνοδο που περιγράφεται στο δέκατο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου των «Πράξεων», συζητούνταν το θέμα αν θα έπρεπε οι μη Ιουδαίοι (εθνικοί) που πίστεψαν στον Ιησού, να τηρούν τον Νόμο του Μωυσή. Εάν γνώριζαν αυτό που σήμερα θεωρείται δεδομένο από πολλούς, δεν θα υπήρχε λόγος να συναχθούν, ούτε θα υπήρχε λόγος να δείξει ο Θεός όραση στον Πέτρο για να τον πείσει περί του Κορνηλίου.

          Η χρονική απόσταση που χωρίζει την «δράση» του Ιησού από τα πρώτα χριστιανικά γραπτά (αυτά του Παύλου), είναι περίπου είκοσι χρόνια. Ενώ η χρονική απόσταση διευρύνεται σε σχέση με τα ευαγγέλια. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν σημεία που δείχνουν ότι το αρχικό κήρυγμα του Ιησού προορίζονταν είτε για τους πιστούς στον Ιουδαϊσμό, είτε για προσήλυτους…
          μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον καταλῦσαι τὸν νόμον ἢ τοὺς προφήτας: οὐκ ἦλθον καταλῦσαι ἀλλὰ πληρῶσαι. ἀμὴν γὰρ λέγω ὑμῖν, ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται. ὃς ἐὰν οὖν λύσῃ μίαν τῶν ἐντολῶν τούτων τῶν ἐλαχίστων καὶ διδάξῃ οὕτως τοὺς ἀνθρώπους, ἐλάχιστος κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν: ὃς δ’ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ, οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν.

          1) Ηθική


          Η ηθική που κατεξοχήν προβάλλεται, είναι η αγάπη στον άνθρωπο και η πίστη στον Θεό. Όπως έχουμε δείξει, η αγάπη απευθύνεται πάντα στον ομόπιστο. Δεν είναι δηλαδή γενική. Η ηθική που προβάλλεται κρατάει τον άνθρωπο χαμηλά, αντενεργό, ταπεινό, μη δυνάμενο να κάνει τον εαυτό του μια ισχυρή, αυτόνομη, και αυτοδύναμη προσωπικότητα. Δημιουργεί ανθρώπους υποχείρια που εύκολα πέφτουν θύματα στα χέρια επιτήδειων, και όχι ανθρώπους ισχυρούς με προσωπικότητα. Τα παρακάτω εδάφια είναι ενδεικτικά αλλά κατατοπιστικά…

          «μακάριοι οἱ πτωχοὶ τῷ πνεύματι» (Κατά Ματθαίον, 5:3).
          «μακάριοι οἱ πεινῶντες καὶ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην» (Κατά Ματθαίον, 5:6), κάτι που δείχνει έλλειψη και παθητική προσμονή αντί ενεργητικότητα.
          «μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ: ἀλλ’ ὅστις σε ῥαπίζει εἰς τὴν δεξιὰν σιαγόνα, στρέψον αὐτῷ καὶ τὴν ἄλλην» (Κατά Ματθαίον, 5:39).
          «τῷ θέλοντί σοι κριθῆναι καὶ τὸν χιτῶνά σου λαβεῖν, ἄφες αὐτῷ καὶ τὸ ἱμάτιον καὶ ὅστις σε ἀγγαρεύσει μίλιον ἕν, ὕπαγε μετ’ αὐτοῦ δύο» (Κατά Ματθαίον, 5:40-41). Δηλαδή, άφησε τους άλλους να σε εκμεταλλεύονται.
          «ὅταν ποιήσητε πάντα τὰ διαταχθέντα ὑμῖν, λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν» (Κατά Λουκάν, 17:10). Υπακοή στα διαταχθέντα (και όχι αυτονομία στην σκέψη), και θεώρηση του εαυτού μας όχι μόνο ως δούλου αλλά και άχρηστου.

          Η πίστη, είναι ένα στοιχείο που τονίζεται. Ακόμα και αν σε οδηγεί στο να εξαπατάς τον εαυτό σου: «πάντα ὅσα προσεύχεσθε καὶ αἰτεῖσθε, πιστεύετε ὅτι ἐλάβετε, καὶ ἔσται ὑμῖν» (Κατά Μάρκον, 11:24). Εμπιστοσύνη στην Πρόνοια του Θεού, ακόμα και σε σημείο να πουλήσει κανείς ότι έχει, και να τα δώσει στους φτωχούς. «καὶ ὑμεῖς μὴ ζητεῖτε τί φάγητε καὶ τί πίητε, καὶ μὴ μετεωρίζεσθε· ταῦτα γὰρ πάντα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἐπιζητοῦσιν: ὑμῶν δὲ ὁ πατὴρ οἶδεν ὅτι χρῄζετε τούτων. πλὴν ζητεῖτε τὴν βασιλείαν αὐτοῦ, καὶ ταῦτα προστεθήσεται ὑμῖν. μὴ φοβοῦ, τὸ μικρὸν ποίμνιον, ὅτι εὐδόκησεν ὁ πατὴρ ὑμῶν δοῦναι ὑμῖν τὴν βασιλείαν. πωλήσατε τὰ ὑπάρχοντα ὑμῶν καὶ δότε ἐλεημοσύνην: ποιήσατε ἑαυτοῖς βαλλάντια μὴ παλαιούμενα, θησαυρὸν ἀνέκλειπτον ἐν τοῖς οὐρανοῖς, ὅπου κλέπτης οὐκ ἐγγίζει οὐδὲ σὴς διαφθείρε» (Κατά Λουκάν, 12:29-33). Άνευ όρων παράδοση του εαυτού μας «εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι»(Κατά Ματθαίον, 16:24).

          ΔΕΣ: Η «Επί του Όρους ομιλία» του Ιησού

          2) Εσχατολογία


          Ο φοβισμένος άνθρωπος, είναι ένας ευάλωτος άνθρωπος. Για τα εσχατολογικά σενάρια του Ιησού που διαψεύστηκαν, αναφερθήκαμε παραπάνω, όταν κάναμε λόγο για την «ψευδή υπόσχεση της αναμενόμενης Βασιλείας». Επίσης, γράφτηκαν αρκετά εδώ. Συμπληρωματικά, μπορούμε να πούμε για την διδασκαλία του Ιησού περί Κολάσεως, τιμωρίας και κρίσεως, που δεν μοιάζει καθόλου με την μεταγενέστερη πατερική ερμηνεία που εκλαμβάνει την Κόλαση ως κατάσταση πνευματική. «πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Κατά Ματθαίον, 25:41). Πορεία στο αιώνιο πυρ, τόπος του κλάματος και του τριξίματος των δοντιών (Κατά Ματθαίον, 24:51), τόπος σκότους (Κατά Ματθαίον, 22:13). Όποιος δεν τον δέχεται, θα έχει στην Κρίση κακά ξεμπερδέματα. «τότε ἤρξατο ὀνειδίζειν τὰς πόλεις ἐν αἷς ἐγένοντο αἱ πλεῖσται δυνάμεις αὐτοῦ, ὅτι οὐ μετενόησαν· οὐαί σοι, χοραζίν: οὐαί σοι, βηθσαϊδά ὅτι εἰ ἐν τύρῳ καὶ σιδῶνι ἐγένοντο αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν ὑμῖν, πάλαι ἂν ἐν σάκκῳ καὶ σποδῷ μετενόησαν. πλὴν λέγω ὑμῖν, τύρῳ καὶ σιδῶνι ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ ὑμῖν. καὶ σύ, καφαρναούμ, μὴ ἕως οὐρανοῦ ὑψωθήσῃ; ἕως ᾅδου καταβήσῃ. ὅτι εἰ ἐν σοδόμοις ἐγενήθησαν αἱ δυνάμεις αἱ γενόμεναι ἐν σοί, ἔμεινεν ἂν μέχρι τῆς σήμερον. πλὴν λέγω ὑμῖν ὅτι γῇ σοδόμων ἀνεκτότερον ἔσται ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως ἢ σοί» (Κατά Ματθαίον, 11:20-24).

          3) Δυισμός


          Έκδηλος είναι και ο έντονος δυισμός στο κήρυγμα του Ιησού. Ο Ιησούς χωρίζει τον κόσμο σε επίγειο και ουράνιο. Καθορίζει ότι μόνο δύο επιλογές έχει ο άνθρωπος. Χωρίζει τα συστατικά του ανθρώπου σε ψυχή και σώμα, όπου ανυψώνει το πρώτο και υποβαθμίζει το δεύτερο. Υπάρχει το βασίλειο του Θεού και το βασίλειο του Διαβόλου.

          Ας δούμε κάποια χωρία…

          «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν» (Κατά Ματθαίον, 6:24).
          «εἰσέλθατε διὰ τῆς στενῆς πύλης: ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι’ αὐτῆς· τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν» (Κατά Ματθαίον, 7:13-14).
          «μὴ φοβεῖσθε ἀπὸ τῶν ἀποκτεννόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι: φοβεῖσθε δὲ μᾶλλον τὸν δυνάμενον καὶ ψυχὴν καὶ σῶμα ἀπολέσαι ἐν γεέννῃ» (Κατά Ματθαίον, 10:28).
          «ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς» (Κατά Ματθαίον, 10:35).
          «ὁ μὴ ὢν μετ’ ἐμοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐστιν, καὶ ὁ μὴ συνάγων μετ’ ἐμοῦ σκορπίζει» (Κατά Ματθαίον, 12:30).
          «εἰ δὲ καὶ ὁ Σατανᾶς ἐφ’ ἑαυτὸν διεμερίσθη πῶς σταθήσεται ἡ βασιλεία αὐτοῦ;» (Κατά Λουκάν, 11:18).

          4) Παραβολές


          Ο Ιησούς δίδασκε με παραβολές. Δηλαδή, έπλαθε κάποιες ιστορίες που είχαν αλληγορικό νόημα και με αυτές προσπαθούσε να μεταδώσει τα δικά του μηνύματα. Σε ποιούς απευθύνονταν και γιατί δίδασκε με αυτόν τον τρόπο;
          προσελθόντες οἱ μαθηταὶ εἶπαν αὐτῷ, διὰ τί ἐν παραβολαῖς λαλεῖς αὐτοῖς; ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν αὐτοῖς ὅτι ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐκείνοις δὲ οὐ δέδοται. ὅστις γὰρ ἔχει, δοθήσεται αὐτῷ καὶ περισσευθήσεται: ὅστις δὲ οὐκ ἔχει, καὶ ὃ ἔχει ἀρθήσεται ἀπ’ αὐτοῦ. διὰ τοῦτο ἐν παραβολαῖς αὐτοῖς λαλῶ, ὅτι βλέποντες οὐ βλέπουσιν καὶ ἀκούοντες οὐκ ἀκούουσιν οὐδὲ συνίουσιν.
          (Κατά Ματθαίον, 13:10-13)
          Ο λόγος λοιπόν, για τον οποίο μιλούσε με παραβολές προς τον όχλο, ήταν επειδή δεν τους δόθηκε το να γνωρίσουν τα μυστήρια της Βασιλείας των ουρανών. Η εκ παραλλήλου σύγκριση του χωρίου όπως αναφέρεται στο «Κατά Λουκάν», ίσως να διαφωτίσει περισσότερο το σημείο αυτό: «ὑμῖν δέδοται γνῶναι τὰ μυστήρια τῆς βασιλείας τοῦ θεοῦ, τοῖς δὲ λοιποῖς ἐν παραβολαῖς, ἵνα βλέποντες μὴ βλέπωσιν καὶ ἀκούοντες μὴ συνιῶσιν» (8:10). Το «δεν τους δόθηκε», εξαρτάται άμεσα με την ίδια την παραβολή. Όταν μιλούσε παραβολικά, χωρίς να δίνει την εξήγηση, είναι απολύτως φυσικό οι ακροατές να μην καταλαβαίνουν. Οι ακροατές του, δεν σήμαινε ότι ήταν και μαθητές του. Ότι δηλαδή, είχαν ασπαστεί την διδασκαλία του. Συνεπώς, το «δέδοται» και το «ου δέδοται», έχει άμεση συνάφεια με το αν έμπαιναν στο κύκλο των οπαδών του ή όχι. Για όσους δεν προσχωρούσαν στην ομάδα, ίσχυε η παραβολή. Για όσους όμως έμπαιναν στην ομάδα του Ιησού, στον κλειστό κύκλο των «μυημένων», ο Ιησούς τους έδινε τις ερμηνείες κατ’ ιδίαν: «τοιαύταις παραβολαῖς πολλαῖς ἐλάλει αὐτοῖς τὸν λόγον, καθὼς ἠδύναντο ἀκούειν: χωρὶς δὲ παραβολῆς οὐκ ἐλάλει αὐτοῖς, κατ’ ἰδίαν δὲ τοῖς ἰδίοις μαθηταῖς ἐπέλυεν πάντα» (Κατά Μάρκον, 4:33-34). Το ότι ο Ιησούς προσπαθούσε να πιάσει οπαδούς και να τους μυήσει στην ομάδα του, φαίνεται και από το «κατά Ιωάννην» ευαγγέλιο, όπου οι απόστολοι βάπτιζαν. Το βάπτισμα (όπως και η διδασκαλία), αποτελούν στοιχεία μύησης. Το βάπτισμα αυτό, δεν είχε καμία σχέση με το χριστιανικό βάπτισμα, που θεσπίστηκε αργότερα. «ὡς οὖν ἔγνω ὁ ἰησοῦς ὅτι ἤκουσαν οἱ φαρισαῖοι ὅτι ἰησοῦς πλείονας μαθητὰς ποιεῖ καὶ βαπτίζει ἢ ἰωάννης καίτοιγε ἰησοῦς αὐτὸς οὐκ ἐβάπτιζεν ἀλλ’ οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ» (4:1-2).

          5) Αντιδιαλεκτικός χαρακτήρας


          Ο Ιησούς δεν διαλέγεται. Κηρύττει. Αυτό είναι δείγμα δογματισμού και μη ανοχής στην αντίθετη άποψη. Πουθενά δεν δείχνουν τα ευαγγέλια τον Ιησού να διαλέγεται, με την πραγματική σημασία του όρου. Μόνο στο «Κατά Ιωάννην» διασώζονται κάποιοι «διάλογοι». Σημαντικότεροι, οι διάλογοι με τους γραμματείς και νομοδιδασκάλους των Ιουδαίων. Ας δούμε κάποια σημεία, έχοντας κατά νου, ότι το συγκεκριμένο ευαγγέλιο είναι αντι-ιουδαϊκό. Στην πραγματικότητα, ο Ιησούς δεν μπορούσε να αντέξει μια ουσιαστική συζήτηση με τους γνώστες των θρησκευτικών πραγμάτων της εποχής.

          Στον διάλογο με τον Νικόδημο, ο οποίος ήταν μέλος του θρησκευτικού συνεδρίου, παρουσιάζεται ο Νικόδημος να πηγαίνει νύχτα στον Ιησού και να βεβαιώνει την εκ του Πατρός έλευση του δεύτερου. «ῥαββί, οἴδαμεν ὅτι ἀπὸ Θεοῦ ἐλήλυθας διδάσκαλος· οὐδεὶς γὰρ ταῦτα τὰ σημεῖα δύναται ποιεῖν ἃ σὺ ποιεῖς, ἐὰν μὴ ᾖ ὁ Θεὸς μετ᾿ αὐτοῦ» (Κατά Ιωάννην, 3:2). Εντυπωσιάζει το γεγονός ότι ο συγγραφέας του ευαγγελίου, βάζει τον Νικόδημο αλλά και κάποιους άλλους τους οποίους δεν κατονομάζει, να αναφέρουν τον Ιησού ως «διδάσκαλο» και όχι ως «μεσσία». Επίσης, ότι πείθονται από τα σημεία, τα θαύματα, χωρίς να κάνει λόγο για εκπλήρωση προφητειών. Ασφαλώς, κανένας νομοδιδάσκαλος δεν είχε τα παραπάνω ως αποδείξεις μεσσιανικότητας. Ο προσδοκώμενος Μεσσίας τους, ούτε διδάσκαλος θα ήταν, ούτε θα έκανε θαύματα. Οι προφητείες των Ιουδαίων μιλούσαν πολύ καθαρά για έναν στρατηλάτη θεόσταλτο, ο οποίος με τις νίκες του θα έδινε στον Ισραήλ όχι μόνο την ελευθερία του από τους εχθρούς του, αλλά θα έκανε τον Ισραήλ κυρίαρχο πάντων και την λατρεία του Γιαχβέ παγκόσμια. Αυτά βρίσκονται στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης. Το δε βιβλίο «Ησαΐας», θα μπορούσε να θεωρηθεί ως σιωνιστικό κείμενο.

          Στο έβδομο κεφάλαιο, κάποιοι από τα Ιεροσόλυμα διερωτώνται αν οι θρησκευτικοί άρχοντες των Ιουδαίων αναγνώρισαν τον Ιησού ως «Χριστό». Κάτι τέτοιο θα ήταν δυνατό να γίνει μόνο υπό την προϋπόθεση ότι θα εξέταζαν τις Γραφές τους και θα διαπίστωναν πράγματι ότι εκπληρώνει την μεσσιανική προφητεία. Όμως, ούτε εδώ συμβαίνει κάτι τέτοιο. Σε κανένα σημείο των τεσσάρων «κανονικών» ευαγγελίων δεν παρουσιάζεται ο Ιησούς να αποδεικνύει μέσα από τις Γραφές, στίχο προς στίχο, ότι ήταν πράγματι ο αναμενόμενος Μεσσίας τους. Πάντα γενικότητες, ποτέ συγκεκριμένα πράγματα («εἰ γὰρ ἐπιστεύετε μωϋσεῖ, ἐπιστεύετε ἂν ἐμοί, περὶ γὰρ ἐμοῦ ἐκεῖνος ἔγραψεν» [Κατά Ιωάννην, 5:46]), όπως επίσης και επίκληση χωρίων που δεν υπάρχουν στην Παλαιά Διαθήκη (Κατά Ιωάννην, 7.38). Πάντα μεταφορές και αλληγορίες, ποτέ κατά κυριολεξία (όπως λ.χ. η ύψωση του φιδιού στην έρημο, που εικονίζει την ύψωση του Ιησού στον σταυρό). Αντί λοιπόν να αποδείξει ότι ήταν αυτό που ισχυρίζονταν, τους έλεγε ότι ήταν αληθινός εκείνος που τον έστειλε και τον οποίο αυτοί δεν γνώριζαν.

          Στο όγδοο κεφάλαιο οι Φαρισαίοι ισχυρίζονται ότι ο Ιησούς μαρτυρεί για τον εαυτό του. Αυτό έχει το νόημα ότι ο Ιησούς ισχυρίζεται χωρίς να αποδεικνύει. Μάλιστα, κατά τον Νόμο, κάθε μαρτυρία έπρεπε να στηρίζεται το λιγότερο σε δύο ή τρείς μάρτυρες.

          «Σὺ περὶ σεαυτοῦ μαρτυρεῖς• ἡ μαρτυρία σου οὐκ ἔστιν ἀληθής· ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτοῖς Κἂν ἐγὼ μαρτυρῶ περὶ ἐμαυτοῦ ἀληθής ἐστιν ἡ μαρτυρία μου ὅτι οἶδα πόθεν ἦλθον καὶ ποῦ ὑπάγω• ὑμεῖς δὲ οὐκ οἴδατε πόθεν ἔρχομαι καὶ ποῦ ὑπάγω» (8:13-14). Η απάντηση του Ιησού ήταν ότι η μαρτυρία του είναι αληθινή διότι…ξέρει από πού ήλθε και που πηγαίνει, ενώ αυτοί δεν γνώριζαν! Βεβαίως, όπως φαίνεται από την συνέχεια, ο Ιησούς ήξερε τι έλεγε ο Νόμος: «τῷ νόμῳ δὲ τῷ ὑμετέρῳ γέγραπται ὅτι δύο ἀνθρώπων ἡ μαρτυρία ἀληθής ἐστιν» (στ. 17). Ο δεύτερος μάρτυρας που βάζει ο Ιησούς, είναι ο Πατέρας του που τον έστειλε: «ἐγώ εἰμι ὁ μαρτυρῶν περὶ ἐμαυτοῦ καὶ μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ ὁ πέμψας με πατήρ· ἔλεγον οὖν αὐτῷ Ποῦ ἐστιν ὁ πατήρ σου ἀπεκρίθη ὁ Ἰησοῦς Οὔτε ἐμὲ οἴδατε οὔτε τὸν πατέρα μου• εἰ ἐμὲ ᾔδειτε καὶ τὸν πατέρα μου ᾔδειτε ἂν». Στο ερώτημα, «πού είναι ο πατέρας σου;», ο Ιησούς απάντησε ότι δεν γνωρίζουν ούτε αυτόν ούτε τον πατέρα του. Εάν γνώριζαν τον ίδιο, θα γνώριζαν και τον πατέρα του.

          Στο δέκατο κεφάλαιο, οι Ιουδαίοι βρίσκουν τον Ιησού και του απευθύνουν το εξής απλό: «ἕως πότε τὴν ψυχὴν ἡμῶν αἴρεις; εἰ σὺ εἶ ὁ Χριστός, εἰπὲ ἡμῖν παῤῥησίᾳ» (10:24). Θα περίμενε κανείς ότι ο Ιησούς θα τους αποδείκνυε από τους προφήτες και το Νόμο ότι ήταν αυτός που περίμεναν. Ωστόσο, τους είπε: «εἶπον ὑμῖν, καὶ οὐ πιστεύετε· τὰ ἔργα ἃ ἐγὼ ποιῶ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ πατρός μου, ταῦτα μαρτυρεῖ περὶ ἐμοῦ». Απλά το ισχυρίστηκε. Η απόδειξη όμως δεν ήρθε από τις Γραφές, αλλά από τα θαύματα, κατά τον συγγραφέα του ευαγγελίου. Οι Ιουδαίοι όμως γνώριζαν πολύ καλά από την παράδοσή τους, ότι κανένα θαύμα και κανένα τεράστιο σημείο δεν θα μπορούσε να είναι απόδειξη για κάτι. Το αντίθετο μάλιστα. Θα μπορούσε να είναι μια δοκιμασία από τον Γιαχβέ, προκειμένου να αποδειχτεί η πίστη του λαού στο θέλημα εκείνου. Μάλιστα, οι παραβάτες που θα πείθονταν σε αυτούς τους ψευδοπροφήτες που θα τους επιδείκνυαν θαυμαστά πράγματα και θα τους έβγαζαν από την διδασκαλία, θα τιμωρούνταν αυστηρά από τον θεό (πρβλ. Δευτερονόμιο, κεφ. 13). Η δικαιολογία του Ιησού για την δικαιολογημένη απιστία τους στους ισχυρισμούς του, είναι ότι δεν ήταν από τα πρόβατα τα δικά του!

          Στον διάλογο με τον Πιλάτο, όταν ο Πιλάτος έθεσε το μέγιστο φιλοσοφικό ερώτημα «τί είναι αλήθεια;», ο Ιησούς δεν απάντησε και ο ευαγγελιστής έβαλε τον Πιλάτο να βγαίνει έξω από το πραιτόριο. Όπως παρατηρεί ο Πορφύριος
          Γιατί ο Χριστός δεν είπε ούτε έναν λόγο αντάξιο σοφού και θεϊκού ανθρώπου ούτε στον αρχιερέα όπου τον οδήγησαν ούτε στον κυβερνήτη, ενώ μπορούσε και τον δικαστή και τους παρευρισκομένους να τους διαπαιδαγωγήσει και να τους κάνει καλύτερους, αλλά ανέχτηκε τα χτυπήματα με το καλάμι, τα φτυσίματα και το αγκάθινο στεφάνι; […] Έπρεπε να είχε απευθύνει κάποια σπουδαία και σοφά λόγια προς τον Πιλάτο, τον δικαστή του και όχι να κάθεται να τον βρίζουν χυδαία σαν κανέναν ασήμαντο.
          (απ. 63)
          ΔΕΣ:  
        • Αποστολικά ευαγγέλια – Μυθεύματα και ασυμφωνίες ευαγγελιστών
        • Δείγματα βιβλικής «θεοπνευστίας» – «Ιερές» αντιφάσεις και ασυναρτησίες
        • Οι αποτυχημένες προφητείες του Ιησού των Ευαγγελίων
        • Πώς ο Ιησούς έγινε «θεός»
        • Η κατασκευή του «χριστιανικού θεού», κατά τις δύο πρώτες «οικουμενικές» συνόδους

        • Οι Γελωτοποιοί του Μεσαίωνα

          Commedia dell arte (2)«Ζήτω η τρέλα. Τούτο μόνο. Ας το μάθουνε πολλοί. Μια φορά μόνο το χρόνο πρέπει να ‘μεθα τρελοί» Αυτά τα λόγια τραγουδιόταν τις ημέρες της αθηναϊκής αποκριάς στις αρχές του αιώνα μας, τονίζοντας την ανάγκη για εκδήλωση κι εκτόνωση της τρέλας, του παραλόγου, του γέλιου, τουλάχιστον μια φορά το χρόνο.

          Σε όλους τους πολιτισμούς όλων των εποχών η ανάγκη αυτή υπήρχε και ικανοποιούνταν μέσα από μια πολύ μεγάλη ποικιλία γιορτών στη διάρκεια ενός έτους. Και αυτή η εκτόνωση είναι πολύ σημαντική για τους ανθρώπους, γεγονός που αποδεικνύεται από το ότι το καρναβάλι και οι γιορτές γέλιου, κεφιού και ξεφαντώματος είναι από τα λίγα στοιχεία των παραδόσεων των λαών που έχουν διατηρηθεί μέχρι τις μέρες μας, παρά τις κατά καιρούς προσπάθειες της Χριστιανικής Εκκλησίας ή της πολιτικής εξουσίας να τις καταργήσει ως ειδωλολατρικές, αλλοτριωτικές για τους ανθρώπους ή και επικίνδυνες για το Κράτος.

          Ένα από τα στοιχεία που συνδέεται άρρηκτα με γιορτές τρέλας και ξεφαντώματος είναι το γέλιο. Πρόκειται για ένα συναίσθημα πολύ ευχάριστο – τουλάχιστον σε μία από τις πολλές του αποχρώσεις – και προκαλείται όταν μπορούμε να αντιληφθούμε στις καταστάσεις που ζει ο καθένας μας κάτι κωμικό, αστείο, παράλογο, κάτι που δεν υπακούει σε κανόνες λογικής ούτε υποτάσσεται στην τάξη. Πολλά γεγονότα του κόσμου που μας περιβάλλει τα αντιλαμβανόμαστε σαν φυσικά, λογικά, σωστά, από συνήθεια, σχεδόν αυτόματα. Για να γελάσει κανείς θα πρέπει να έχει την ικανότητα να βγει έξω από τον συνηθισμένο αυτοματισμό της αντίληψης και να δει στις φυσιολογικές πράξεις και αμοιβαίες σχέσεις των ανθρώπων το αλόγιστο και παράλογο.

          Υπάρχουν άτομα λοιπόν που έχουν έμφυτη την ικανότητα να συλλαμβάνουν το παράλογο και αλόγιστο διάφορων καταστάσεων ή να το αναπαριστάνουν μέσω του λόγου και των κινήσεων προκαλώντας το γέλιο σε όσους τους παρακολουθούν. Τέτοιου τύπου άνθρωποι υπήρξαν σε όλες τις εποχές και όλους τους πολιτισμούς διασκεδάζοντας, κριτικάροντας, επικρίνοντας καταστάσεις και πρόσωπα του κοινωνικού τους περίγυρου. Πρόκειται για τους γελωτοποιούς.

          Ο γελωτοποιός (αγγλ. fool ή jester· γαλλ. bouffon) είναι πρόσωπο του οποίου η τρέλα ή η ηλιθιότητα, πραγματική ή προσποιητή, αποτελεί πηγή γέλιου και τού επιτρέπει να χωρατεύει, να κουτσομπολεύει ή να ειρωνεύεται ακόμη και τον κύριό του.

          «Οι γελωτοποιοί πρέπει να υπήρχαν από την εποχή εκείνη ακόμα που οι άνθρωποι ζούσαν σε σπηλιές. Τόσο παλιά είναι η τέχνη να κάνει κανείς τους άλλους να γελούν !»

          Ας δούμε τους γελωτοποιούς μέσα στην Ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών.

          Επαγγελματίες γελωτοποιοί υπήρχαν από τα πολύ αρχαία χρόνια, οι οποίοι διασκέδαζαν είτε τα πλήθη στους δρόμους, είτε τους άρχοντες και τους πλούσιους στις αυλές τους. Εμφανίζονται από την εποχή των Φαραώ της Αιγύπτου μέχρι και τον 18ο αιώνα, σε κοινωνίες τόσο διαφορετικές, όσο οι Αζτέκοι του Μεξικού και οι Μεσαιωνικές Αυλές της Ευρώπης. Συχνά δύσμορφοι, νάνοι ή σακάτηδες, οι γελωτοποιοί χρησίμευαν σ’ αυτές τις αυλές τόσο για διασκέδαση όσο και για γούρι (τύχη), επειδή υπήρχε η αντίληψη ότι η δυσμορφία τους μπορούσε να αποτρέψει το κακό μάτι και ότι τα χοντροειδή τους πειράγματα μπορούσαν να μεταφέρουν τη γρουσουζιά από το θύμα της ειρωνείας στον ειρωνευόμενο.

          Τα παλαιότερα στοιχεία ύπαρξης αυλικών γελωτοποιών ανάγονται στην 5η Δυναστεία της Αιγύπτου, της οποίας οι φαραώ έδειχναν μεγάλη προτίμηση στους Πυγμαίους, που προέρχονταν από τις μυστηριώδεις περιοχές της Νότιας Αφρικής και τους χρησιμοποιούσαν ως χορευτές και παλιάτσους. Η ύπαρξη γελωτοποιών στην Αίγυπτο φαίνεται και στις εικόνες που διακοσμούν τους τάφους της Μέσης Αιγύπτου.

          Στην Αρχαία Ελλάδα, και συγκεκριμένα στην Αθήνα, υπήρξαν πολλοί τέτοιοι πλανώδιοι, οι οποίοι απ’ τους δρόμους, όπου ασκούσαν την τέχνη τους, πήγαιναν προσκαλεσμένοι ή αυτόκλητοι στα συμπόσια των πλουσίων και τους διασκέδαζαν στη διάρκεία τους. Επίσης υπήρχε και ο θεός του γέλιου. Πρόκειται για έναν δαίμονα προσωποποίηση του γέλιου με το όνομα «Γέλως». Λατρευόταν κυρίως στην Σπάρτη, όπου ο Λυκούργος είχε αναθέσει αγαλμάτιο του Γέλωτος. Εκεί υπήρχε επίσης και ιερό του θεού όπως και στα Ύπατα της Θεσσαλίας, όπου τελούσαν ετήσιους αγώνες προς τιμήν του. Απεικονίζεται συνήθως ως μέλος του θιάσου του Διόνυσου, ως νέος με μακρύ ένδυμα και κιθάρα.

          Ο Έρασμος στο έργο του «Μωρίας Εγκώμιον» ανάγει την ύπαρξη των γελωτοποιών στους χρόνους του Ηφαίστου, τον οποίο παρουσιάζει ως γελωτοποιό του Ολύμπου.

          Τους γελωτοποιούς συναντάμε στα πολύ αρχαία χρόνια και στην Περσία. Κατά τον Πλούταρχο (Λάκων, αποφθέγμ. 220, c.) ο Δαρείος είχε έναν τέτοιο, ο οποίος κατ’ επανάληψη περιγελούσε τον Δημάρατο για την φυγή του μπροστά στο Μεγάλο Βασιλιά. Επίσης οι Συβαρίτες διατηρούσαν γελωτοποιούς, στην πλειοψηφία τους νάνους, τους αποκαλούμενους σκωπαίους. Ακόμα και στις Ινδίες δεν ήταν άγνωστο το επάγγελμα του γελωτοποιού, αφού στη «Ραμαγιάνα» αναφέρεται ότι η Σίττα είχε κοντά της γελωτοποιό, ο οποίος περιγελούσε τα προτερήματα των εραστών της.

          Γελωτοποιούς είχαν και οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες, αλλά και οι άλλοι πλούσιοι ευγενείς για να τους διασκεδάζουν στα συμπόσιά τους. Τους αποκαλούσαν «urbani scurrae» και απλούστερα ridiculi. Αλλά υπήρχε και ιδιαίτερη τάξη από αυτούς, οι ονομαζόμενοι moriones απ’ την ελληνική λέξη «μωρός». Αυτοί οι moriones ήταν δούλοι δύσμορφοι (άσχημοι) και μωροί, τους οποίους αγόραζαν, από ειδικές μάλιστα αγορές που υπήρχαν στη Ρώμη. Οι γελωτοποιοί γίνονταν ιδιαίτερα απαραίτητοι στους ηγεμόνες της Ευρώπης κατά τον Μεσαίωνα και ιδιαίτερα στη Γαλλία, όπου τους ονόμαζαν «Fous de cour» και «Fous en titre d’office». Ήταν σχεδόν πάντοτε νάνοι, δύσμορφοι και καμπούρηδες, φορούσαν στο κεφάλι καπέλο με αυτιά γαϊδάρου και κάλλαιον σαν του πετεινού, κουδούνια στην υπόλοιπη περιβολή τους και κρατούσαν στα χέρια κορύνη σαν σκήπτρο.

          Όλοι αυτοί οι άνθρωποι λοιπόν, με την κάλυψη που τους πρόσφερε ο ρόλος τους σαν τρελοί, παράλογοι, πλανόδιοι καλλιτέχνες, που δεν θα έπρεπε κανείς να τους παίρνει στα σοβαρά, σκόρπιζαν γύρω τους γέλιο, χαρά, διασκέδαση αλλά και κάτι άλλο πολύ σημαντικό· έλεγαν αλήθειες, επέκριναν και καταδίκαζαν τα κακώς κείμενα της κοινωνίας και της εποχής τους, ασκούσαν κριτική σε πρόσωπα που βρίσκονταν στα ανώτερα σκαλοπάτια της εξουσίας και ιεραρχίας, αφαιρώντας τους έτσι τη δυνατότητα να χειρίζονται τα πράγματα προς δικό τους συμφέρον και μόνο. Η Εκκλησία για παράδειγμα γνώριζε ότι υπάρχουν κάποιοι που την παρακολουθούν και την επικρίνουν.

          Και ακόμα κάτι σημαντικό: το γέλιο που μετέδιδαν οι γελωτοποιοί του Μεσαίωνα, αλλά και οι απλοί άνθρωποι που μεταλλάσσονταν σε γελωτοποιούς μερικές φορές μέσα στο χρόνο (γιορτές και πανηγύρια) αποτελούσε μια έκφραση της αλήθειας για τη ζωή, τον άνθρωπο, τον κόσμο. Πρώτα απ’ όλα, το γέλιο αυτό ήταν καθολικό – γελοιοποιούσε δηλαδή όλες τις πλευρές της ζωής και του κόσμου. Όχι μόνο δεν έκανε καμιά εξαίρεση για ό,τι ήταν “ανώτερο” αλλά απεναντίας στρεφόταν κυρίως εναντίον του. Επιπλέον, στόχος του δεν ήταν μια ιδιαίτερη περίπτωση ή ένα μέρος, αλλά το σύνολο, το καθολικό, το ολόκληρο. Οικοδομούσε το δικό του κόσμο απέναντι στον επίσημο κόσμο, τη δική του Εκκλησία απέναντι στην επίσημη Εκκλησία, το δικό του κράτος απέναντι στο επίσημο κράτος.

          Ωστόσο αυτή η καθολική γελοιοποίηση δεν είναι μόνο σκώμμα, χλευασμός ή σάτιρα, δηλαδή μια αμιγής άρνηση· εκφράζει συνάμα κάτι θετικό που εμπνέει αγαλλίαση και αισιοδοξία. Το γέλιο αυτό είναι αμφίπλευρο και αμφίσημο: καταλύει αλλά ταυτόχρονα οικοδομεί, υποβιβάζει αλλά και ανυψώνει, “εκθρονίζει” αλλά και “ενθρονίζει”, “σκοτώνει” αλλά και “ανασταίνει”.

          Αυτή είναι η άλλη όψη της καθολικότητάς του: όλοι γελούν με όλα και με όλους, ακόμα και με τον εαυτό τους, γιατί το γέλιο τους είναι πριν απ’ όλα ένα σημάδι γενικής χαράς και ευθυμίας που αποκλείει τον πικρό, μονοσήμαντο σαρκασμό. Ταυτόχρονα οι γιορτές γέλιου απελευθέρωναν διπλά τους ανθρώπους από τη μεσαιωνική καταπίεση. Αυτό που γινόταν ήταν : «απελευθέρωση του γέλιου και του σώματος, που ερχόταν σε χτυπητή αντίθεση με τη νηστεία που είχε προηγηθεί ή θα ακολουθούσε»· και «προσωρινή διακοπή ολόκληρου του επίσημου συστήματος με τις απαγορεύσεις και τους ιεραρχικούς φραγμούς του», δηλαδή, απελευθέρωση του πνεύματος και του λόγου, που εκδηλωνόταν με τη σάτιρα, την αθυροστομία, την «ατμόσφαιρα εφήμερης ελευθερίας» της γιορτής. Το γέλιο εξέφραζε έτσι τη «λαϊκή επίσημη αλήθεια».

          Πραγματικά, «στους πρωτόγονους καιρούς οι σοβαρές και οι κωμικές όψεις της θεότητας, του κόσμου και του ανθρώπου ήταν εξίσου ιερές, εξίσου θα μπορούσε κανείς να πει «επίσημες». Το γέλιο είχε αρχικά έναν ιερό ή τελετουργικό χαρακτήρα, καθώς το μαρτυρούν αρκετοί μύθοι και εορταστικά έθιμα της αρχαιότητας. Ας θυμηθούμε ότι στην Ελλάδα, όπως και στην Αίγυπτο, η ίδια η δημιουργία του κόσμου αποδίδεται κάποτε στο Θεϊκό γέλιο – τον «άσβεστο γέλωτα» των Θεών, όπως τον ονομάζει ο Όμηρος (Ιλ. Α’, 599).

          Ας θυμηθούμε την Βαυβώ, την άξεστη μα φιλόξενη γυναίκα της Ελευσίνας, που με μια άκοσμη χειρονομία προκαλεί το γέλιο της – απελπισμένης για το χαμό της Περσεφόνης – Δήμητρας, η οποία τότε μόνο δέχεται να πιεί τον μαγικό κυκεώνα (εξ ου και η εικασία ότι η πόση του κυκεώνα στα Ελευσίνια μυστήρια γινόταν ύστερα από ένα τελετουργικό ξέσπασμα γέλιου). Ας θυμηθούμε τις άσεμνες χειρονομίες και τις υβριστικές αισχρολογίες που αντάλλασσαν – εντελώς νόμιμα – οι γυναίκες στα Θεσμοφόρια· τα ανάλογα έθιμα στις γιορτές του Βουβάστεως στην Αίγυπτο (Ηρόδοτος, ΙΙ, 60)· το τελετουργικό γέλιο – σύμβολο επιστροφής στη ζωή – στις γιορτές που τελούνταν προς τιμήν της Ήρας στη Βοιωτία· τις μυητικές τελετές στο άντρο του Τρωφωνίου στη Λεβάδεια, όπου κάποιος παρίστανε τον πεθαμένο και “ανασταινόταν” χάρη στο γέλιο (Παυσανίας, ΙΧ, 39)· και, φυσικά, τα περίφημα ρωμαϊκά Λουπερκάλια, όπου ο ιερέας άγγιζε με το ματωμένο μαχαίρι της θυσίας το μέτωπο δύο νέων αγοριών, που έπρεπε την ίδια στιγμή να σκάσουν στα γέλια.

          Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η παραβίαση ενός ταμπού, η βρισιά, η βωμολοχία, το γέλιο περιβάλλονται με τη μαγική δύναμη να διώχνουν τα πνεύματα του κακού, να καθαίρουν, να αναζωογονούν και συνάμα να αφυπνίζουν, με το παράδειγμα μιας πληθωρικής ευθυμίας, τις κοιμισμένες δυνάμεις της φύσης. Το στοιχείο της πρόκλησης, της “αμφισβήτησης”, που μοιάζει σύμφυτο με το γέλιο, θεωρείται αναπόσπαστο τμήμα, μιας ιερουργίας, η οποία θεσμοποιεί την αναζωογονητική και καθαρτήρια λειτουργία του.

          Αντίληψη κοινή σε πολλά έθιμα των πρωτογονικών λαών – π.χ. σε αφρικανικές τελετές όπου ο γελωτοποιός οφείλει να προκαλεί την κυρίαρχη σοβαρότητα και που μας παραπέμπει πιθανώς σε μια πανάρχαια, μυθική για μάς, εποχή: τότε που οι άνθρωποι «λοιδορούσαν, χλεύαζαν τον ήλιο (υπέρτατη Θεότητα) και άλλους Θεούς, καθώς και την ανώτατη ανθρώπινη εξουσία, για να τους αναγκάσουν να ανανεωθούν» εκδηλώνοντας μ’ αυτό το τελετουργικό γέλιο «την αντίδραση στις κρίσεις που γνώριζε η ζωή του ήλιου (ηλιοστάσια), των Θεών, του σύμπαντος, του ανθρώπου.»

          Όσο για τη θεατρική κυρίως παράδοση της Ασίας – παράδοση διαμορφωμένη μέσα σε αυστηρά διαμορφωμένες κοινωνίες, όχι ακριβώς ταξικές με τη νεότερη δυτική σημασία του όρου – δεν διστάζει να συνδυάσει το κωμικό με το σοβαρό (θρησκευτικό, μυθολογικό, ηρωικό ή τραγικό) ακόμα και μέσα στο ίδιο είδος. Στον πρόλογο π.χ., του κλασικού ινδικού δράματος, βρίσκουμε συχνά μια φαιδρή σκηνή, όπου εμφανίζεται λέγοντας κωμικές ασυναρτησίες ο Βιντούσακα, ο παραδοσιακός γελωτοποιός του ινδικού θεάτρου· και στην ηρωική κωμωδία του ίδιου τόπου (νάτακα), ο ήρωας συντροφεύεται μόνιμα από έναν παρόμοιο Βιντούσακα, σχηματίζοντας μαζί του ένα αντιστικτικό ζευγάρι που μας θυμίζει κάπως τον Δον Κιχώτη και τον Σάντσο Πάντσα ή, ακόμα πιο έντονα, τον Μεγαλέξανδρο (ή τον Αθανάσιο Διάκο) και τον Καραγκιόζη στο ελληνικό θέατρο σκιών.

          Στο θέατρο του Θιβέτ, οι γελωτοποιοί είναι «άγιοι» που επιδίδονται σε μια αρκετά ωμή κριτική της κοινωνίας – χωρίς να εξαιρούν τα θρησκευτικά τάγματα, τον ανώτερο κλήρο, τους ευγενείς και τις ιερότερες τελετές. Παράδοση των «τρελών αγίων» που θυμίζει τους joculatores, τους γελωτοποιούς μαθητές του Αγίου Φραγκίσκου της Ασίζης, οι οποίοι επίσης κατέκριναν με χοντρά αστεία τις αρτηριοσκληρωτικές συμβάσεις της επίσημης εκκλησιαστικής ιεραρχίας και τις καταχρήσεις των ανώτερων τάξεων και δεν μας είναι δύσκολο να θυμηθούμε ακόμα εδώ τους «δια Χριστόν σαλούς» της ανατολικής Εκκλησίας : αυτούς τους αγίους που έφταναν ως το σημείο να παριστάνουν τους μίμους και τους αμαρτωλούς, διασύροντας την εκκλησιαστική τάξη, την ευπρέπεια του ναού και την υποχρέωση της νηστείας.

          Αυτή η παράδοση του καθολικού γέλιου συνεχίστηκε και στον Μεσαίωνα μέσα από τις «Γιορτές των Τρελών» (γελοτοποιών) αλλά και μέσα από γιορτές καρναβαλιού, όπου προκαλούσαν όλες τις εξουσίες και όλα τα «επίσημα και σοβαρά». Η μεσαιωνική σοβαρότητα ήταν διαποτισμένη από στοιχεία φόβου, αδυναμίας, υπακοής, υποταγής, ψέματος, υποκρισίας, ή αντίστροφα, βίας, εκφοβισμού, απειλών, απαγορεύσεων. Η έκρηξη του γέλιου που προκαλούσαν οι γελωτοποιοί λύτρωνε από το φόβο, καταργούσε την επίσημη σοβαρότητα, «φώτιζε την ανθρώπινη συνείδηση» και αποκαλύπτονταν ένας νέος κόσμος, όπου όλα ήταν ανάποδα και οι δουλοπάροικοι μπορούσαν να γελούν και να κοροϊδεύουν τους αφέντες τους.

          Στις Γιορτές των Τρελών ή των Μωρών που γινόταν στο δυτικό κόσμο, την Πρωτοχρονιά ή κάποια άλλη στιγμή του Δωδεκάμερου, οι κατώτεροι κληρικοί εξέλεγαν μέσα στις εκκλησίες έναν επίσκοπο, αρχιεπίσκοπο ή και πάπα των τρελών, μόνο και μόνο για να γελάσουν. Τον χειροτονούσαν, παρωδούσαν όλο το τελετουργικό της επίσημης λατρείας. Έκαιγαν παλιά παπούτσια αντί για λιβάνι, χόρευαν στη μέση του ναού, έβριζαν. Η γιορτή αυτή θυμίζει έντονα τα ρωμαϊκά Σατουρνάλια, όπου οι δούλοι έπαιρναν τη θέση των αφεντικών και τα αφεντικά υπηρετούσαν τους δούλους.

          Ο τρελός, είτε εμφανίζεται στα τρίστρατα των πόλεων, είτε στις αυλές των μεγιστάνων, είναι ένας από τους πιο αντιπροσωπευτικούς τύπους του Μεσαίωνα – όσο και ο κληρικός, ο μοναχός, ο ιππότης. Η μορφή του, εξαιρετικά οικεία χάρη σε μια παραδοσιακή φορεσιά – την κουκούλα με τα γαϊδουρινά αυτιά, το παρωδικό σκήπτρο ή ποιμαντικό ραβδί, που έχει στην άκρη του ένα κεφάλι γυναίκας ή τρελού, και το παρδαλό ρούχο του από το οποίο κρέμονται κουδούνια – είναι ταυτόχρονα αινιγματική και αμφίσημη.

          Από τη μια ενσαρκώνει τη μωρία, δηλαδή. μαζί τη χαζομάρα, την άγνοια και την παλαβομάρα. Από την άλλη, αποκαλύπτεται ένας τολμηρός σοφός που ξεμασκαρεύει το ψέμα, την υποκρισία και την απάτη των κάθε λογής ισχυρών, λέγοντας μεγαλόφωνα όσα ο λαός ψιθυρίζει μέσα του.

          Αλλά αυτές οι γιορτές ικανοποιούσαν και μια ακόμη πολύ σημαντική ανάγκη: την ανάγκη των ανθρώπων (ιδιαίτερα οι άνθρωποι που ζουν μέσα σε κάποιες κλειστές και έντονα απαγορευτικές κοινωνίες) να εκτονωθούν συλλογικά, σπάζοντας κάποιες στιγμές στο χρόνο όλους τους συμβατικούς φραγμούς της σοβαρής καθημερινότητας. Έθιμα όπως η Γιορτή των Τρελών θεωρούνταν πολύ σημαντικά και απαραίτητα επειδή όπως έλεγαν και οι ίδιοι «τα κρασοβάρελα θα έσκαζαν αν δεν τραβούσαμε κάπου κάπου την τάπα, αν δεν αφήναμε να περάσει μέσα σ’ αυτά λίγος αέρας». Κι αυτός «ο λίγος αέρας», η ανατροπή της τάξης του κόσμου και των πραγμάτων για λίγες μέρες ενίσχυε τελικά την τάξη την οποία συμβολικά αντέστρεφε.

          Φιλοσοφία της επικοινωνίας

          Η ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΗΜΕΡΑ

          1. Πώς ορίζεται η επικοινωνία;

          Είναι η δυνατότητα του ανθρώπου να ανταλλάσσει αποτελεσματικά και συστηματικά πληροφορίες. Η ανταλλαγή αυτή απαιτεί τέχνη κατά τη χρήση του λόγου και ολοκληρώνεται με την επίτευξη μιας αμοιβαίας κατανόησης ανάμεσα σε δύο πλευρές: άτομα ή ομάδες ή κοινότητες ή κράτη κ.λπ.

          Γενικώς η επικοινωνία είναι μια σύνθετη διαδικασία, η οποία δεν ορίζεται δια μιας. Κατά τη διαδικασία αυτή λαμβάνουν χώρα πολλοί παράγοντες:

          –Κοινή βάση συζήτησης ή ένα κοινό πεδίο γνώσης.
          –Ικανότητα χειρισμού του λόγου.
          –Αλληλοκατανόηση και αντικειμενική αξιολόγηση του συνομιλητή και των συνθηκών συζήτησης.
          –Παρακολούθηση της επιχειρηματολογίας του άλλου και ανάλογη διείσδυση στις προθέσεις και στις θέσεις του.
          –Υπάρχει πάντοτε σαφής στόχος με συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Λαμβάνεται επίσης υπόψη ένα ορισμένο φυσικό, κοινωνικό, πολιτισμικό περιβάλλον και οι εκάστοτε ανάγκες.

          Η επικοινωνία είναι μια κατ’ εξοχήν κοινωνική πράξη, η οποία συνδέεται με υποκειμενικά νοήματα, συναισθήματα, σκέψεις των εμπλεκομένων πλευρών, αλλά εκφράζει και αντικειμενική σχέση ανθρώπων, ανεξάρτητα από τις πεποιθήσεις τους ή τις ιδεολογίες τους.

          2. Μορφές επικοινωνίας:

          Οι μορφές επικοινωνίας δεν εξαντλούνται σε αυτές που αναφέρονται στη συνέχεια. Απλώς συζητούνται ορισμένες που συνδέονται κυρίως με κοινωνικοπολιτικές, οικονομικές, πολιτισμικές καταστάσεις ή εμπειρίες του σημερινού ανθρώπου.

          2.1 Μαζική επικοινωνία:

          · Η μαζική επικοινωνία συνδέεται με την πραγματικότητα των Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας (Μ.Μ.Ε.). Πρόκειται για μια δημόσια επικοινωνία, η οποία χάρη στα Μ.Μ.Ε. εξαπλώνεται εύκολα και σε μεγάλη έκταση.
          · Μια τέτοια επικοινωνία δεν προορίζεται μόνο να πληροφορεί, αν και ξεκινά από την ανάγκη της πληροφόρησης, αλλά και να προσφέρει ένα είδος κοινωνικοποίησης, όχι σπάνια κατευθυνόμενης, μια πολυσύνθετη μορφή αγωγής σε βάθος χρόνου και σε έκταση χώρου.
          · Η μαζική επικοινωνία απευθύνεται κυρίως σε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, ανώνυμο ή επώνυμο, και προσφέρει ελάχιστες δυνατότητες για μια αυθεντικά διαλογική συζήτηση.
          · Γίνεται κυρίως με τη βοήθεια ηλεκτρονικών μέσων επικοινωνίας, απέναντι στα οποία στέκεται μια περιστασιακή ομάδα ή κοινότητα ανθρώπων. Αυτοί οι άνθρωποι δέχονται μηνύματα, στα οποία μπορούν ή δεν μπορούν να απαντήσουν άμεσα ή έμμεσα. Π.χ. μπορούν, εάν πρόκειται για μηνύματα μέσω διαδικτύου, δεν μπορούν, αν πρόκειται για μηνύματα μέσω τηλεόρασης ή ραδιοφώνου κ.λπ.
          · Ουσιαστικά η μαζική επικοινωνία κατευθύνεται από τα Μ.Μ.Ε., γι’ αυτό και δεν μπορεί πάντοτε να προσφέρει μια αντικειμενική εικόνα στο κοινό. Διαμορφώνεται έτσι μια μάζα που ακροάται, ένα ανώνυμο και απρόσωπο κοινό, που αναπαράγει με τη μέθοδο της διάδοσης ή του ψιθύρου ή της καθημερινής κουβέντας ό,τι προσλαμβάνει από τα Μ.Μ.Ε.
          · Η μαζική επικοινωνία, εφόσον είναι κατευθυνόμενη, κατασκευάζει την κοινή γνώμη: καθορίζει τον γλωσσικό της κώδικα, παρέχει ελεγχόμενες ή επιλεγμένες πληροφορίες, αποτείνεται πολλές φορές στο ένστιχτο και όχι στη λογική της μάζας, υπαγορεύει συμπεριφορές, ενσταλάζει ενδιαφέροντα με βάση μεγάλα συμφέροντα, δημιουργεί ανάλογη ψυχολογία της μάζας.

          2.2 Επικοινωνία στην αγορά εργασίας:

          · Η επικοινωνία παίζει σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της αγοράς εργασίας. Συντονίζει τις προσπάθειες για παροχή πληροφοριών σχετικά με θέσεις εργασίας, σχετικά με το είδος και την ψυχολογία των στελεχών μιας επιχείρησης ή ενός οργανισμού.
          · Εδώ εντάσσεται και η επικοινωνία μέσα σε μια επιχείρηση ή σε ένα οργανισμό: μια τέτοια επικοινωνία γίνεται είτε με μηνύματα είτε με γραπτό ή έντυπο λόγο ή και προφορικά.
          · Οι διαδικασίες επικοινωνίας, που αφορούν σε έναν οργανισμό ή επιχείρηση, δεν επηρεάζονται μόνο από το μήνυμα που εκπέμπει ο πομπός, δηλαδή η επιχείρηση ή ο οργανισμός, αλλά κυρίως από την εικόνα που έχει ο δέκτης, ας πούμε η κοινή γνώμη, οι εργαζόμενοι του εν λόγω οργανισμού.
          · Βασικό στοιχείο σε κάθε μορφή επικοινωνίας είναι πώς δέχεται ο δέκτης το μήνυμα. Το πώς το δέχεται εξαρτάται από πολλούς παράγοντες, κυριότεροι των οποίων είναι οι ακόλουθοι:

          -  ο βαθμός αυτογνωσίας και παιδείας του ατόμου επιτρέπει να κατανοεί πιο αντικειμενικά και κριτικά.
          -  η εμπειρία συνδυασμένη με θεωρητική γνώση διαμορφώνει ένα κατάλληλο ή όχι πλαίσιο για να επεξεργαστεί κανείς αυτό που δέχεται.
          -  η ικανότητα ερμηνείας και κατανόησης του άλλου.
          -  Το πολιτισμικό και κοινωνικό περιβάλλον, στο οποίο μεγαλώνει και ζει το άτομο.
          -  Η ψυχολογική κατάσταση του υποκειμένου τη στιγμή ή το χρόνο που δέχεται το μήνυμα.
          -  Ο τρόπος σκέψης και η στάση ζωής του κάθε ανθρώπου.
          -  Οι γενικότερες ιδέες ή κοσμοαντιλήψεις που κυριαρχούν σε μια εποχή και επηρεάζουν την πλειονότητα της κοινωνίας.

          ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: Ρητορική (1384a-1385a)

          Ἃ μὲν οὖν αἰσχύνονται, ταῦτ᾽ ἐστὶ καὶ τὰ τοιαῦτα· ἐπεὶ δὲ περὶ ἀδοξίας φαντασία ἐστὶν ἡ αἰσχύνη, καὶ ταύτης αὐτῆς χάριν ἀλλὰ μὴ τῶν ἀποβαινόντων, οὐδεὶς δὲ τῆς δόξης φροντίζει ἀλλ᾽ ἢ διὰ τοὺς δοξάζοντας, ἀνάγκη τούτους αἰσχύνεσθαι ὧν λόγον ἔχει· λόγον δὲ ἔχει τῶν θαυμαζόντων, καὶ οὓς θαυμάζει, καὶ ὑφ᾽ ὧν βούλεται θαυμάζεσθαι, καὶ πρὸς οὓς φιλοτιμεῖται, καὶ ὧν μὴ καταφρονεῖ τῆς δόξης· θαυμάζεσθαι μὲν οὖν βούλονται ὑπὸ τούτων καὶ θαυμάζουσι τούτους ὅσοι τι ἔχουσιν ἀγαθὸν τῶν τιμίων, ἢ παρ᾽ ὧν τυγχάνουσιν δεόμενοι σφόδρα τινὸς ὧν ἐκεῖνοι κύριοι, οἷον οἱ ἐρῶντες· φιλοτιμοῦνται δὲ πρὸς τοὺς ὁμοίους· φροντίζουσι δ᾽ ὡς ἀληθευόντων τῶν φρονίμων, τοιοῦτοι δ᾽ οἵ τε πρεσβύτεροι καὶ οἱ πεπαιδευμένοι. καὶ τὰ ἐν ὀφθαλμοῖς καὶ τὰ ἐν φανερῷ μᾶλλον (ὅθεν καὶ ἡ παροιμία τὸ ἐν ὀφθαλμοῖς εἶναι αἰδῶ)· διὰ τοῦτο τοὺς ἀεὶ παρεσομένους μᾶλλον αἰσχύνονται καὶ τοὺς

          [1384b] προσέχοντας αὐτοῖς, διὰ τὸ ἐν ὀφθαλμοῖς ἀμφότερα. καὶ τοὺς μὴ περὶ ταὐτὰ ἐνόχους· δῆλον γὰρ ὅτι τἀναντία δοκεῖ τούτοις. καὶ τοὺς μὴ συγγνωμονικοὺς τοῖς φαινομένοις ἁμαρτάνειν· ἃ γάρ τις αὐτὸς ποιεῖ, ταῦτα λέγεται τοῖς πέλας οὐ νεμεσᾶν, ὥστε ἃ μὴ ποιεῖ, δῆλον ὅτι νεμεσᾷ. καὶ τοὺς ἐξαγγελτικοὺς πολλοῖς· οὐδὲν γὰρ διαφέρει μὴ δοκεῖν ἢ μὴ ἐξαγγέλλειν· ἐξαγγελτικοὶ δὲ οἵ τε ἠδικημένοι, διὰ τὸ παρατηρεῖν, καὶ οἱ κακολόγοι· εἴπερ γὰρ καὶ τοὺς μὴ ἁμαρτάνοντας, ἔτι μᾶλλον τοὺς ἁμαρτάνοντας. καὶ οἷς ἡ διατριβὴ ἐπὶ ταῖς τῶν πέλας ἁμαρτίαις, οἷον χλευασταῖς καὶ κωμῳδοποιοῖς· κακολόγοι γάρ πως οὗτοι καὶ ἐξαγγελτικοί. καὶ ἐν οἷς μηδὲν ἀποτετυχήκασιν· ὥσπερ γὰρ θαυμαζόμενοι διάκεινται· διὸ καὶ τοὺς πρῶτον δεηθέντας τι αἰσχύνονται ὡς οὐδέν πω ἠδοξηκότες ἐν αὐτοῖς· τοιοῦτοι δὲ οἱ ἄρτι βουλόμενοι φίλοι εἶναι (τὰ γὰρ βέλτιστα τεθέανται· διὸ εὖ ἔχει ἡ τοῦ Εὐριπίδου ἀπόκρισις πρὸς τοὺς Συρακοσίους), καὶ τῶν πάλαι γνωρίμων οἱ μηδὲν συνειδότες. αἰσχύνονται δὲ οὐ μόνον αὐτὰ τὰ ῥηθέντα αἰσχυντηλὰ ἀλλὰ καὶ τὰ σημεῖα, οἷον οὐ μόνον ἀφροδισιάζοντες ἀλλὰ καὶ τὰ σημεῖα αὐτοῦ, καὶ οὐ μόνον ποιοῦντες τὰ αἰσχρά, ἀλλὰ καὶ λέγοντες. ὁμοίως δὲ οὐ τοὺς εἰρημένους μόνον αἰσχύνονται, ἀλλὰ καὶ τοὺς δηλώσοντας αὐτοῖς, οἷον θεράποντας καὶ φίλους τούτων. ὅλως δὲ οὐκ αἰσχύνονται οὔθ᾽ ὧν πολὺ καταφρονοῦσι τῆς δόξης τοῦ ἀληθεύειν (οὐδεὶς γὰρ παιδία καὶ θηρία αἰσχύνεται), οὔτε ταὐτὰ τοὺς γνωρίμους καὶ τοὺς ἀγνῶτας, ἀλλὰ τοὺς μὲν γνωρίμους τὰ πρὸς ἀλήθειαν δοκοῦντα τοὺς δ᾽ ἄπωθεν τὰ πρὸς τὸν νόμον.

          Αὐτοὶ δὲ ὧδε διακείμενοι αἰσχυνθεῖεν ἄν, πρῶτον μὲν εἰ ὑπάρχοιεν πρὸς αὐτοὺς ἔχοντες οὕτως τινὲς οἵους ἔφαμεν εἶναι οὓς αἰσχύνονται. ἦσαν δ᾽ οὗτοι ἢ θαυμαζόμενοι ἢ θαυμάζοντες ἢ ὑφ᾽ ὧν βούλονται θαυμάζεσθαι, ἢ ὧν δέονταί τινα χρείαν ἧς μὴ τεύξονται ἄδοξοι ὄντες, καὶ οὗτοι ἢ ὁρῶντες (ὥσπερ Κυδίας περὶ τῆς Σάμου κληρουχίας ἐδημηγόρησεν· ἠξίου γὰρ ὑπολαβεῖν τοὺς Ἀθηναίους περιεστάναι κύκλῳ τοὺς Ἕλληνας, ὡς ὁρῶντας καὶ μὴ μόνον ἀκουσομένους ἃ ἂν ψηφίσωνται), ἢ ἂν πλησίον ὦσιν οἱ τοιοῦτοι, ἢ μέλλωσιν αἰσθήσεσθαι· διὸ καὶ ὁρᾶσθαι ἀτυχοῦντες ὑπὸ τῶν ζηλούντων

          [1385a] ποτὲ οὐ βούλονται· θαυμασταὶ γὰρ οἱ ζηλωταί. καὶ ὅταν ἔχωσιν ἃ καταισχύνουσιν ἔργα καὶ πράγματα ἢ αὑτῶν ἢ προγόνων ἢ ἄλλων τινῶν πρὸς οὓς ὑπάρχει αὐτοῖς ἀγχιστεία τις. καὶ ὅλως ὑπὲρ ὧν αἰσχύνονται αὐτοί· εἰσὶ δ᾽ οὗτοι οἱ εἰρημένοι καὶ οἱ εἰς αὐτοὺς ἀναφερόμενοι, ἢ ὧν διδάσκαλοι ἢ σύμβουλοι γεγόνασιν, ἢ ἐὰν ὦσιν ἕτεροι ὅμοιοι πρὸς οὓς φιλοτιμοῦνται· πολλὰ γὰρ αἰσχυνόμενοι διὰ τοὺς τοιούτους καὶ ποιοῦσι καὶ οὐ ποιοῦσιν. καὶ μέλλοντες ὁρᾶσθαι καὶ ἐν φανερῷ ἀναστρέφεσθαι τοῖς συνειδόσιν αἰσχυντηλοὶ μᾶλλον εἰσίν· ὅθεν καὶ Ἀντιφῶν ὁ ποιητής, μέλλων ἀποτυμπανίζεσθαι ὑπὸ Διονυσίου, εἶπεν, ἰδὼν τοὺς συναποθνῄσκειν μέλλοντας ἐγκαλυπτομένους ὡς ᾔεσαν διὰ τῶν πυλῶν, «τί ἐγκαλύπτεσθε;» ἔφη· «ἦ μὴ αὔριόν τις ὑμᾶς ἴδῃ τούτων;»

          Περὶ μὲν οὖν αἰσχύνης ταῦτα· περὶ δὲ ἀναισχυντίας δῆλον ὡς ἐκ τῶν ἐναντίων εὐπορήσομεν.

          ***
          Αυτά λοιπόν και άλλα παρόμοια είναι τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι αισθάνονται ντροπή. Δεδομένου, τώρα, ότι η ντροπή ξεκινάει από την ιδέα που έχουμε ενσχέσει με την απώλεια της υπόληψής μας, για την απώλεια μάλιστα αυτή καθεαυτή και όχι για τα επακόλουθά της, και δεδομένου ότι κανείς δεν νοιάζεται για τη γνώμη των άλλων καθεαυτή, παρά μόνο ενσχέσει με τους ανθρώπους που την έχουν, κατανάγκην ντροπή αισθάνεται κανείς μόνο μπροστά στους ανθρώπους που λογαριάζει και σέβεται. Λογαριάζει λοιπόν και σέβεται αυτούς που τον θαυμάζουν, αυτούς που θαυμάζει και αυτούς που θέλει να τον θαυμάζουν· επίσης αυτούς με τους οποίους αναμετριέται και αυτούς των οποίων δεν περιφρονεί τη γνώμη. Οι άνθρωποι θέλουν να θαυμάζονται από αυτούς που— και θαυμάζουν αυτούς που έχουν κάποιο από τα αγαθά που εκτιμούν οι άνθρωποι, ή αυτούς από τους οποίους συμβαίνει να χρειάζονται πάρα πολύ κάτι που εκείνοι το έχουν στην κυριότητά τους (αυτή είναι π.χ. η περίπτωση των ερωτευμένων). Οι άνθρωποι, πάλι, αναμετριούνται με τους ομοίους τους. Λογαριάζουν, επίσης, και σέβονται τους φρόνιμους ανθρώπους, επειδή αυτοί πετυχαίνουν και λένε την αλήθεια· τέτοιοι είναι οι ηλικιωμένοι και οι μορφωμένοι άνθρωποι. Αισθάνονται επίσης περισσότερη ντροπή για πράγματα που γίνονται «μπροστά στα μάτια» και «στο φανερό» (εξού και η παροιμία «στα μάτια κατοικεί η ντροπή»)· αυτός είναι ο λόγος που οι άνθρωποι ντρέπονται περισσότερο αυτούς που πρόκειται να είναι συνεχώς παρόντες δίπλα τους

          [1384b] και αυτούς που έχουν στραμμένα τα μάτια τους επάνω τους: και στις δύο αυτές περιπτώσεις βρίσκεται κανείς κάτω από τα μάτια των άλλων. Επίσης αυτούς που δεν κατηγορούνται για τα ίδια με αυτούς πράγματα· γιατί είναι φανερό ότι οι γνώμες αυτών των ανθρώπων είναι αντίθετες με τις δικές τους. Επίσης αυτούς που δεν έχουν καμιά κατανόηση για εκείνους που ολοφάνερα κάνουν σφάλματα· γιατί, καθώς λένε, κανένας δεν θυμώνει με τους άλλους για πράγματα που κάνει και ο ίδιος, άρα είναι φανερό ότι θυμώνει για όσα δεν κάνει ο ίδιος. Επίσης αυτούς που έχουν την τάση να κουτσομπολεύουν και να κοινολογούν κάτι σε πολύ κόσμο· γιατί ανάμεσα στο να μη διαδίδεις κάτι παντού και στο να μη το θεωρείς σφάλμα δεν υπάρχει καμιά διαφορά. Την τάση να κουτσομπολεύουν και να κοινολογούν κάτι την έχουν αφενός αυτοί που έχουν υποστεί αδικία (γιατί αυτοί καραδοκούν για μια ευκαιρία να μιλήσουν) και αφετέρου οι κακολόγοι (γιατί, αν οι άνθρωποι αυτοί κακολογούν αυτούς που δεν έσφαλαν, θα κακολογήσουν πολύ περισσότερο αυτούς που έσφαλαν). Αυτούς, επίσης, που ξοδεύουν όλο τους τον χρόνο στο να παρακολουθούν και να καταγράφουν τα σφάλματα των άλλων· τέτοιοι είναι π.χ. οι χλευαστές και οι κωμωδιογράφοι· γιατί και αυτοί είναι κατά κάποιο τρόπο κακολόγοι και κουτσομπόληδες. Επίσης αυτούς μπροστά στους οποίους δεν είχαν ποτέ καμιά αποτυχία· γιατί αισθάνονται σαν να έχουν τον θαυμασμό αυτών των ανθρώπων· αυτός είναι και ο λόγος που αισθάνονται ντροπή απέναντι σ᾽ αυτούς που τους ζητούν κάτι για πρώτη φορά, γιατί ποτέ ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε τραυματισθεί μπροστά σ᾽ αυτούς τους ανθρώπους η υπόληψή τους· εδώ ανήκουν αυτοί που μόλις πρόσφατα εκδήλωσαν την επιθυμία να γίνουν φίλοι τους (οι άνθρωποι αυτοί πρόλαβαν, βλέπεις, να γνωρίσουν μόνο την καλή τους πλευρά· γι᾽ αυτό και ήταν πολύ πετυχημένη η απάντηση που έδωσε ο Ευριπίδης στους Συρακούσιους), και από τους παλαιούς γνωστούς τους αυτοί που δεν είναι εν γνώσει κάποιου σφάλματός τους.

          Οι άνθρωποι όμως δεν ντρέπονται μόνο για τις ίδιες τις ντροπιαστικές πράξεις που μνημονεύσαμε πιο πάνω, αλλά και για ό,τι αποτελεί σχετική ένδειξη· όχι π.χ. μόνο για την εκτέλεση αφροδισιαστικών πράξεων αλλά και για κάθε σχετικό σημάδι. Ντρέπονται επίσης όχι μόνο όταν κάνουν ντροπιαστικές πράξεις, αλλά και όταν μιλούν γι᾽ αυτές. Παρόμοια, ντρέπονται όχι μόνο αυτούς που μνημονεύσαμε, αλλά και αυτούς που θα παν να μιλήσουν στους ανθρώπους αυτούς για τα δικά τους σφάλματα, π.χ. τους δούλους και τους φίλους αυτών των ανθρώπων. Γενικά οι άνθρωποι δεν ντρέπονται ούτε αυτούς που για τη γνώμη τους ενσχέσει με την αλήθεια αδιαφορούν ολότελα (κανένας, πράγματι, δεν ντρέπεται τα παιδιά και τα ζώα) ούτε τα γνωστά και τα άγνωστά τους πρόσωπα για τα ίδια πράγματα: τα γνωστά τους πρόσωπα για πράγματα που θεωρούνται πράγματι ντροπιαστικά, τα άγνωστά τους για πράγματα που θεωρούνται ντροπιαστικά κατά τις ανθρώπινες συμβάσεις.

          Οι άνθρωποι, τώρα, θα έλεγα ότι αισθάνονται ντροπή, αν βρίσκονται στην ακόλουθη, γενικά, κατάσταση: Πρώτα πρώτα αν κάποιοι συμβαίνει να έχουν μαζί τους τη σχέση που λέγαμε πως έχουν οι ίδιοι με εκείνους μπροστά στους οποίους αισθάνονται ντροπή. Τέτοιοι λέγαμε πως είναι αυτοί τους οποίους οι ίδιοι θαυμάζουν, αυτοί των οποίων έχουν τον θαυμασμό, αυτοί των οποίων επιθυμούν να έχουν τον θαυμασμό, ή αυτοί από τους οποίους χρειάζονται κάποια εξυπηρέτηση, που όμως δεν πρόκειται να την εξασφαλίσουν αν χάσουν το καλό όνομα που έχουν σ᾽ αυτούς τους ανθρώπους, και αυτό είτε γιατί οι άνθρωποι αυτοί τους βλέπουν με τα ίδια τους τα μάτια (τέτοιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της δημηγορίας του Κυδία για την κληρουχία στη Σάμο: ο Κυδίας ζήτησε από τους Αθηναίους να σκεφτούν ότι όλοι οι Έλληνες στέκονταν γύρω τους, όχι μόνο για να ακούσουν —κάποια στιγμή—, αλλά και για να δουν τώρα, με τα ίδια τους τα μάτια, ποιά θα ήταν η ψήφος τους για το θέμα), είτε γιατί οι άνθρωποι αυτοί βρίσκονται κοντά τους, είτε γιατί κάποια στιγμή θα έχουν όλες τις σχετικές πληροφορίες. Αυτός είναι και ο λόγος που σε μια στιγμή κακοτυχίας οι άνθρωποι

          [1385a] δεν θέλουν να τους δουν αυτοί που ήταν κάποτε ανταγωνιστές τους· γιατί οι ανταγωνιστές είναι θαυμαστές. Επίσης όταν έχουν στην προσωπική τους ιστορία πράξεις ή πράγματα που φέρνουν ντροπή, είτε δικά τους είτε των προγόνων τους είτε κάποιων άλλων με τους οποίους τους συνδέει κάποια συγγένεια. Και γενικά ενσχέσει με αυτούς εξαιτίας των οποίων αισθάνονται ντροπή οι ίδιοι· εδώ ανήκουν αυτοί τους οποίους μνημονεύσαμε και αυτοί οι οποίοι τους έχουν ως σημείο αναφοράς: αφενός αυτοί των οποίων υπήρξαν δάσκαλοι ή σύμβουλοι και αφετέρου κάποιοι άλλοι, όμοιοί τους, με τους οποίους οι ίδιοι αναμετριούνται· ο λόγος είναι ότι η ντροπή που αισθάνονται εξαιτίας αυτών των ανθρώπων τούς υποχρεώνει να κάνουν ή να μην κάνουν ένα πλήθος από πράγματα. Η ντροπή που αισθάνονται οι άνθρωποι γίνεται μεγαλύτερη αν πρόκειται να στραφούν επάνω τους τα βλέμματα των άλλων και να εμφανισθούν δημόσια με πρόσωπα τα οποία γνωρίζουν τις επονείδιστες πράξεις τους. Γι᾽ αυτό και ο Αντιφώντας ο ποιητής, τη στιγμή που, κατά διαταγή του Διονύσιου, επρόκειτο να μαστιγωθεί μέχρι θανάτου, μόλις είδε τους συγκαταδίκους του να σκεπάζουν το πρόσωπό τους καθώς περνούσαν από τις πύλες της πόλης, τους είπε: «Γιατί σκεπάζετε το πρόσωπό σας ; Φαντάζεστε πως θα σας ξαναδεί και αύριο κανείς από αυτούς τους ανθρώπους;»

          Αυτά για το θέμα της ντροπής. Όσο για την αναισχυντία είναι φανερό ότι μπορούμε να αντλήσουμε πολλές γνώσεις και χρήσιμο υλικό από τα αντίθετά τους.