Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2019

Κ. Καστοριάδης: Ο ΟΜΗΡΟΣ

Σεμινάριο της 1ης Δεκεμβρίου 1982 
 
Ο Όμηρος. Το θέμα είναι, όπως είδαμε, εξαιρετικά σύνθετο· οι ερμηνείες πολυάριθμες, αντιφατικές, από την αρχαιότητα, από τον Ξενοφάνη και τον Πλάτωνα ήδη, και χαρακτηρίζονται ενίοτε από ακραία απλοϊκότητα, όπως είναι, φυσικά, η προβολή στο παρελθόν όσων φαίνονται αυτονόητα στον ερμηνευτή μίας ορισμένης εποχής, η άρνηση του να δει τη διαφορά και μάλιστα το αλλότριο που ενυπάρχει, στα έπη. Πρόκειται για μια απλοϊκή προσέγγιση, από την οποία όμως, όπως σας έλεγα στο πρώτο μας σεμινάριο, δεν μπορούμε ποτέ να απαλλαγούμε απόλυτα. Μιλάμε πάντα ξεκινώντας από κάτι, από την εποχή μας, από την κοινωνία όπου ζούμε. Μπορούμε σίγουρα να ασκήσουμε κριτική στις ίδιες μας τις προκαταλήψεις, στις προκατασκευασμένες αντιλήψεις μας κ.λπ., πώς μπορούμε όμως να ισχυριστούμε ότι έχουμε απαλλαγεί εντελώς; Υπάρχει μια άλλη απλοϊκότητα, συμμετρική και εξίσου βαριά, που είναι ιδίως χαρακτηριστικό των σύγχρονων ερευνητών και έγκειται στην αντιμετώπιση των επών - ή και. ολόκληρου άλλωστε του ελληνικού κόσμου - ξεκινώντας από προκαταλήψεις θετικιστικού τύπου, τις οποίες τείνω να χαρακτηρίσω «εθνολογίζουσες». Σύμφωνα με κάποιο είδος παραλλαγής της εθνοκεντρικής προκατάληψης] απαλείφεται κάθε διαφορά μεταξύ του ομηρικού κόσμου και κάθε άλλου γνωστού παρελθόντος κόσμου - αυτό μάλιστα έγινε και από πολύ σημαντικούς συγγραφείς -, προκειμένου να περιγράφει σαν πρωτόγονος κόσμος με την πιο απλοϊκή, θα έλεγα την πιο βλακώδη, έννοια του όρου, ένας κόσμος που βρίσκεται δήθεν στα πρώτα στάδια εξανθρωπισμού.
 
Αν νομίζετε πως στο σημείο αυτό υπερβάλλω, σας παραπέμπω σε ένα πολύ σοβαρό, σχετικά πρόσφατο, πασίγνωστο βιβλίο, το La decouverte de l'esprit του Bruno Snell. Υπάρχουν εκεί δυο τρία κεφάλαια ειδικά για τον Όμηρο, όπου βρίσκει κανείς αυτή την απίστευτη διατύπωση - η οποία θεωρείται βεβαίως ότι βασίζεται σε φιλολογικά, ακόμα και γλυπτά τεκμήρια - σύμφωνα με την οποία ο ομηρικός κόσμος δεν έχει καταφέρει ακόμα να συλλάβει την ενότητα της ανθρώπινης ύπαρξης και κυρίως των ψυχικών της δυνάμεων. Καθώς ο Όμηρος χρησιμοποιεί φυσικά πολλούς όρους -φρένες, θυμός, καρδία- οι οποίοι αντιπροσωπεύουν αναμφίβολος μεταφορικούς προσδιορισμούς, ο Snell βλέπει εκεί όργανα που αντιστοιχούν σε διάφορες ψυχικές ιδιότητες και φθάνει στο σημείο να υποστηρίξει τη θέση ότι στον Όμηρο δεν υπάρχει αντίληψη της ενότητας του ανθρώπινου όντος. Πρέπει να κατανοήσουμε τις τεράστιες επιπτώσεις ενός τέτοιου ισχυρισμού: η θεώρηση της ανθρώπινης ύπαρξης που συναντάμε στα ομηρικά κείμενα θα υπολειπόταν όχι μόνο της θεώρησης των πιο πρωτόγονων φυλών που μπορεί κανείς να φανταστεί, αλλά θα επρόκειτο επίσης για μια σχεδόν ψυχωτική οπτική. Η συγκρότηση του στοιχείου που ονομάζουμε στην ψυχανάλυση και στην ψυχιατρική «ενότητα της εικόνας του σώματος», συνεπώς δε και εικόνα των δυνατοτήτων των ανθρωπίνων όντων, συντελείται σε οποιοδήποτε παιδί μεταξύ του τέταρτου και του πέμπτου έ­τους. Και δεν θα βρούμε ούτε έναν πολιτισμό που να μη συλλαμβάνει αυτή την ενότητα της σωματικής εικόνας του ανθρώπου - συνεπώς και του ανθρώπινου όντος- ως έδρας δράσεων, δυνατοτήτων, συναισθημάτων κ.λπ.

     Έρχομαι τώρα στα ιστορικά και φιλολογικά προβλήματα που θέτουν τα ομηρικά έπη. Και πρώτα στο ερώτημα - το οποίο έχει τεθεί τουλάχιστον από την εποχή των αλεξανδρινών φιλολόγων - , δηλαδή των εμβόλιμων και πρόσθετων στίχων στα ομηρικά έπη. Ήδη ο Αρίσταρχος, που διηύθυνε τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας τον 2ο π.Χ. αιώνα, επιδιδόταν στη μέθοδο που ονομάστηκε αθέτηση^, δηλαδή στην καταδίκη ορισμένων εκ των παραδεδομένων στίχων του κειμένου ως μη αυθεντικών. Η σχετική συζήτηση γνωρίζει νέα αναζωπύρωση τον 18ο αιώνα, αυτός δε που θα την οδηγήσει στο από­γειό της και θα γίνει ο ιδρυτής της λεγόμενης αναλυτικής σχολής, είναι ένας μεγάλος γερμανός φιλόλογος, ο Friedrich Au­gust Wolf, με τα Prolegomena ad Homerum. Οι «αναλυτι­κοί» υποστηρίζουν ότι τα έπη, όπως μας παραδόθηκαν, αποτελούν βασικά συνονθύλευμα κομματιών από την ελληνική επική παράδοση, το οποίο συγκροτήθηκε σχετικά αργά, το αργότερο τον 6ο αιώνα. Βάζουν λοιπόν τα δυνατά τους για να δείξουν ότι το τάδε χωρίο δεν ταιριάζει με το ύφος των άλλων ή ότι διακόπτει τη ροή της δράσης, ότι το δείνα χωρίο στερείται αληθοφάνειας κ.ο.κ. Υπήρξε πάντα και η αντίθετη σχολή, αυτή των οπαδών της ενωτικής θεωρίας, των «ενωτικών» ή «ενωτιστών».  Υπάρχει μάλιστα ακόμα -και φαίνεται να ξανακερδίζει έδαφος μεταξύ των ομηριστών φιλολόγων. Οι «ενωτικοί» πιστεύουν ότι το βασικό μέρος των επών, αν δεν συντάχθηκε εξ ολοκλήρου, τουλάχιστον συγκεντρώθηκε, υπέστη περαιτέρω επεξεργασία και ενοποιήθηκε από έναν ή δύο «μνημειώδεις συνθέτες», για να ξαναθυμηθούμε την έκφραση του Kirk στην εργασία που σας ανέφερα στο προηγούμενο σεμινάριο, ένα από τα καλύτερα δείγματα πρόσφατης βιβλιογραφίας που γνωρίζω πάνω στο ομηρικό ζήτημα. Δεν χρειάζεται να πάρουμε θέση στη διαμάχη αυτή, που δεν μας αφορά παρά σε δύο μόνο σημεία: στο πρόβλημα του τρόπου σύνθεσης και την κατά προσέγγιση χρονολόγηση των επών, καθώς και στο πρόβλημα του κόσμου στον οποίο αναφέρονται. Ως προς το πρώτο ερώτημα, θα έλεγα απλώς ότι κατά τη γνώμη μου τα επιχειρήματα των μετριοπαθών ενωτιστών, όπως ο Kirk, ο Finley και ο Vidal-Naquet, πείθουν για την ύ­παρξη ενός ή πιθανότερα δύο μνημειωδών συνθετών, οι ο­ποίοι έδωσαν σε ένα προϋπάρχον επεξεργασμένο επί αιώνες και προφορικά παραδεδομένο επικό υλικό μια δομική και σημασιολογική ενότητα. Για τη χρονολόγηση, όπως ήδη σας εί­πα, υφίσταται σήμερα σχεδόν ομοφωνία: πρόκειται για το δεύτερο ήμισυ του 8ου π.Χ. αιώνα, με πιο πιθανή ημερομη­νία το 720^, η θέση όμως που θα αναπτύξω στο σεμινάριο σχετικά με το περιεχόμενο των επών και τη σημασία τους εί­ναι συμβατή με οποιαδήποτε χρονολογία μέσα στον 8ο π.Χ. αιώνα, ακόμα δε και στις αρχές του 7ου. Θα έλεγα μάλιστα ότι στο βαθμό που η θέση μου είναι ορθή, επιβεβαιώνει τη χρονολόγηση αυτή. Σας θυμίζω ότι το ενδιαφέρον μας για τα κείμενα κινείται γύρω από δύο άξονες: από τη μια μεριά, το κείμενο ως παρακαταθήκη κεντρικών φαντασιακών σημασιών οι οποίες, για να καταχωρηθούν εκεί, σημαίνει ότι υπήρχαν ήδη στο κεφάλι του συγγραφέα ή των συγγραφέων, όσοι κι αν είναι αυτοί, Από την άλλη, το κείμενο ως πηγή των ίδιων αυτών σημασιών, πρώτα για τους ακροατές και μετά για τους αναγνώστες του. Με άλλα λόγια, αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ είναι ο Όμηρος ως παιδαγωγός ή «δάσκαλος» της Ελλά­δας[1], σύμφωνα με την περίφημη έκφραση που παραθέτει ο Πλάτων στην Πολιτεία[2], ασκώντας της βεβαίως κριτική. Εκείνο που μας ενδιαφέρει είναι, επομένως, η εκπαίδευση που λάμβαναν οι ακροατές και οι αναγνώστες των επών και που δεν ήταν αναγκαστικά συνειδητή.
 
Εδώ, μια παρένθεση για τη λειτουργία της ποίησης στον ελληνικό κόσμο. Υπήρξαν πρώτα οι αοιδοί, ποιητές τραγουδιστές που ανάγονται και αυτοί αναμφιβόλως σ’ ένα απώτερο παρελθόν, πιθανότατα πλανόδιοι από κάποια στιγμή και μετά, συνοδεύονταν από μουσικό όργανο και αυτοσχεδίαζαν πάνω σε δεδομένα θέματα ακολουθώντας μοτίβα προφορικής σύνθεσης. Ύστερα, από τον 7o  αιώνα και εξής, οι ραψωδοί περιηγούνται την Ελλάδα εκφωνώντας ή απαγγέλλοντας τα έπη με συνοδεία έγχορδου οργάνου κατά τη διάρκεια καθιερωμένων δημόσιων εορτών ή και σε άλλες ευκαιρίες. Τα ομηρικά έπη απαγγέλλονται συχνά στην Αθήνα, στη γιορτή των Παναθηναίων (η Αθήνα παίζει εδώ σημαντικότατο ρό­λο, διότι πιθανότατα εκεί οριστικοποιήθηκε γραπτώς το κείμενο των επών), στην οποία συμμετέχει το σύνολο του πληθυσμού, όπως αργότερα στις παραστάσεις των τραγωδιών τον 5ο αιώνα, συμπεριλαμβανομένων των γυναικών, των παιδιών και των δούλων, διότι στον τομέα αυτό δεν γίνεται καμία απολύτως διάκριση. Μάλιστα, από τη στιγμή που τα έπη διατίθενται σε γραπτή μορφή, διδάσκονται στα σχολεία και πάνω σε αυτά οι νέοι μαθαίνουν ανάγνωση και γραφή. Τα αποστηθίζουν, τα παραθέτουν, τα αναθυμούνται με τη μορφή ρητών. Ο Ξενοφών αφηγείται ότι ο Νικίας, αθηναίος στρατηγός στα τέλη του 5ου αιώνα, είχε βάλει το γιο του να αποστηθίσει όλη την Αλιάδα και την Οδύσσεια. Με άλλα λόγια, δεν πρόκειται περί «λογοτεχνικού» κειμένου. Η σχέση του Ομήρου με τον ελληνικό πολιτισμό δεν είναι ανάλογη της σχέσης του Balzac με τη σύγχρονη, ας πούμε, γαλλική κουλτούρα· δεν πρόκειται για έργο που απευθύνεται σε ένα τμήμα της κοινωνίας, είναι κάτι που οι πολίτες πίνουν κυριολεκτικά μαζί με το μητρικό γάλα και στο οποίο επανέρχονται συνεχώς με κάθε ευκαιρία. Η μόνη ανάλογη περίπτωση θα ήταν, στον χριστιανικό π.χ. πολιτισμό - φυσικά δε και στον εβραϊκό -, ο παιδαγωγικός ρόλος της Βίβλου στον πιστό πληθυσμό, ο οποίος δεν περιορίζεται απλώς να πηγαίνει στην εκκλησία για να ακούσει αφηρημένος, αλλά παρακολουθεί τη λειτουργία και διαβάζει τακτικά τη Βίβλο, όπως συμβαίνει π.χ. με τους Διαμαρτυρόμενους.
 
Από την άποψη αυτή, και εφόσον η ημερομηνία σύνθεσης δεν τοποθετείται πολύ πρόσφατα, πράγμα ούτως ή άλλως αδύνατο καθώς διαθέτουμε ακλόνητα termini ante quem (δεν μπορούμε π.χ. να θεωρήσουμε τα ομηρικά έπη μεταγενέστερα του Ησιόδου, δηλαδή γύρω στο 680), τα υπόλοιπα - ο τρόπος σύνθεσης, η πολλαπλότητα των συγγραφέων, ακόμα και η αληθοφάνεια των γεγονότων που περιγράφονται, όπως π.χ. ο Τρωικός Πόλεμος ή τα χαρακτηριστικά της εποχής στην οποία υποτίθεται ότι αναφέρεται ο Όμηρος- είναι σχετικά αδιάφορα. Ας πάρουμε την περίπτωση ενός καλλιεργημένου αγγλικού κοινού που έχει γαλουχηθεί με τον Shakespeare: το ερώτημα αν τα όσα αναφέρονται στο Μάκβεθ ή στο Ριχάρδο Γ’ είναι ή όχι ιστορικά γεγονότα δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι η πνευματική αγωγή που ασκούν τα κείμενα αυτά. Άλλωστε, το ίδιο περίπου συμβαίνει με τη Βίβλο για τους χριστιανούς, με την Παλαιά Διαθήκη για τους εβραίους και με το Κοράνιο για τους μουσουλμάνους. Με μία σημαντική βέβαια διαφορά: η σχέση με τη Βίβλο και το Κοράνιο είναι σχέση με ιερά κείμενα, που καθορίζουν τον ιερό τους χαρακτήρα παραπέμποντας σε κάποιο γεγονός, δηλαδή στην αποκάλυψη. Η πίστη στον πραγματικό χαρακτήρα των γεγονότων αυτών, άρα και στον πραγματικό χαρακτήρα όλων όσων αναφέρονται εκεί, είναι ουσιαστικότατο στοιχείο γι’ αυτόν τον τύπο σχέσης με το κείμενο, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο με τα ομηρικά έπη. Στην πραγματικότητα, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων πίστευε ότι το περιεχόμενο των ομηρικών αφηγήσεων ήταν αληθές. Το σημαντικό όμως δεν ήταν ούτε η αλήθεια των αφηγήσεων ούτε καν η ένταση της πίστης σ’ αυτές. Το σημαντικό ήταν το πνεύμα και οι σημασίες  των κειμένων. Το επεισόδιο με τους Κύκλωπες στην Οδύσσεια ίσως με βοηθήσει να γίνω πιο κατανοητός. Τι μας ενδιαφέρει στο επεισόδιο αυτό; Δεν μας ενδιαφέρει βέβαια να μάθουμε αν οι Κύκλωπες υπήρξαν πραγματικά και σε ποιο νησί ούτε καν να ανακαλύψου με το πραγματικό γεγονός που επέτρεψε στον επιμελητή, στο «διασκευαστή» κατά τους «αναλυτικούς», να κατασκευάσει την πλοκή της ιστορίας. Αν αυτή η διευκρίνιση σας φαίνεται περιττή ή και γελοία, σας θυμίζω ότι ένας γάλλος λόγιος, ο Victor Berard, που επιμελήθηκε την Οδύσσεια στις εκδόσεις Bude - την κατακρεούργησε άλλωστε, μη διστάζοντας να μεταθέσει χωρία ολόκληρα -, πίστευε ακράδαντα ότι μπορεί να ξαναβρεί το 1930 όλη τη γεωγραφία των ταξιδιών του Οδυσσέα. Η γεωγραφική αυταπάτη επανέρχεται συχνά στην ερμηνεία της Οδύσσειας[3]. Αναζητούμε το νησί της Κίρκης, το νησί των Κυκλώπων... Πράγμα που πρέπει να ομολογήσουμε δεν έχει καμία σημασία για τη δική μας οπτική γωνία. Το σημαντικό είναι ότι στο επεισόδιο με τους Κύκλωπες βρίσκουμε απλώς τη θέση, τον ορισμό αυτού που διακρίνει τα ανθρώπινα όντα, μια ανθρώπινη κοινότητα, από το μη ανθρώπινο, από το τερατώδες, το απάνθρωπο - ή υπεράνθρωπο, όχι όμως θεϊκό. Ιδού τι βρίσκουμε στο επεισόδιο με τους Κύκλωπες - και που, ας μου επιτραπεί να το επαναλάβω, τα Ελληνόπουλα το έπιναν μαζί με το μητρικό γάλα. Και αυτό περιγράφεται με λίγες λέξεις: πρώτον, οι Κύκλωπες δεν είχαν θέμιστας. δηλαδή νομούς, και δεν διέθεταν επίσης βουληφόρους αγοράς[4], δηλαδή λαϊκές διαβουλευόμενες συνελεύσεις. Οι όροι αυτοί παραπέμπουν σε υπόρρητο ορισμό της ανθρώπινης κοινότητας: η ανθρώπινη κοινότητα έχει νόμους και κοινοβούλιο όπου τα πράγματα συζητούνται και αποφασίζονται. Η κοινότητα που δεν διαθέτει νόμους και βουλή είναι τερατώδης. Βέβαια, αν κάποιος παρά ταύτα κατάφερνε να αποδείξει ότι το χωρίο με τους Κύκλωπες είναι μεταγενέστερο του Κλεισθένη - ότι ένας ερανιστής του 6ου ή των αρχών του 5ου  αιώνα π.Χ. είχε εισάγει στην Οδύσσεια στοιχεία που ανταποκρίνονταν στις κοινωνικές φαντασιακές σημασίες της δικής του εποχής- θα βρισκόμασταν σε πολύ δύσκολη θέση. Δεν συμβαίνει όμως κάτι τέτοιο: το επεισόδιο έχει αποδειχθεί ότι χρονολογείται από τον 7ο αιώνα, και δίνει τον ορισμό της ανθρώπινης κοινωνίας ως πολιτικής κοινωνίας -το ζώον πολιτικόν είναι ήδη παρόν σε αυτές τις βουληφόρους αγοράς -, ως κοι­νωνίας υποκείμενης σε νόμους, σε θέμιστας.
 
Μερικά λόγια τώρα για τον τρόπο σύνθεσης των επών. Επικρατεί σήμερα η αντίληψη ότι τα έπη βασίζονται σε μακρά προφορική παράδοση, η οποία εκτείνεται ίσως σε αιώνες, πλασμένη και συντηρούμενη από αοιδούς, τραγουδιστές που δεν περιορίζονται στην επανάληψη αλλά παρεμβάλλουν κάθε φορά παραλλαγές και συμπληρώματα, παραμένοντας πάντα μέσα σε ένα πλαίσιο και χρησιμοποιώντας σχετικά σταθερά μέσα^. Αυτά περιλαμβάνουν τα εξής τρία στοιχεία: Πρώτον, τα επικά στερεότυπα σχήματα, τις εκφράσεις που επανέρχονται συνεχώς στον Όμηρο: ο νεφεληγερέτης Δίας, ο γοργοπόδαρος Αχιλλέας κ.λπ. δεν υπακούουν μόνο σε εσωτερική αναγκαιότητα (να υπάρχει ενιαίος χαρακτηρισμός των προσώπων) - αν και μπορεί να επιτελούν και τέτοια λειτουργία - αλλά απορρέουν απλούστατα από τις δεσμεύσεις του μέτρου. Πρόκειται για στίχους και ημιστίχια, ενίοτε και μικρότερες μονάδες, τα οποία ο αοιδός χρησιμοποιεί ως ρυθμικά κύτταρα. Συναντάμε επίσης και μόνιμα θέματα, όπως τη μονομαχία των δύο ηρώων, που εμφανίζεται με τρόπο αρκετά στερεότυπο στην Ιλιάδα. Από κάθε στρατόπεδο ένας ήρωας ξεχωρίζει από το πλήθος των πολεμιστών, προκαλεί τον άλλο, μιλά για τη δόξα των προγόνων του, ορισμένες φορές λοιδορεί τον α­ντίπαλό του. Τις περισσότερες φορές εκείνος απαντά: «Όχι, οι δικοί μου πρόγονοι είναι ενδοξότεροι από τους δικούς σου», και την ίδια στιγμή το δόρυ του ενός βρίσκει ή δεν βρίσκει τον άλλο, ο οποίος ανταποδίδει με τη σειρά του το χτύπημα. Κάποιος θεός μπορεί να παρέμβει για να μεταστρέψει την πορεία του δόρατος. Η τυπική αυτή μονομαχία επανέρχε­ται συχνότατα με στοιχεία που περιέχουν παραλλαγές. Η συνέλευση των θεών και οι διαβουλεύσεις τους αποτελούν ένα άλλο θέμα που επανέρχεται συχνά στην Ιλιάδα και στην Οδύσσεια. Διότι υπάρχει αγορά των θεών, και ο Δίας, παρά την ανώτερη και κυρίαρχη εξουσία του, δεν παραβλέπει καθόλου τις απόψεις των άλλων θεών. Το τρίτο στοιχείο είναι βέβαια ο ίδιος ο θρύλος, δηλαδή ο Τρωικός Κύκλος, το σύνολο των γεγονότων και των περιπετειών.
 
Η επανάληψη των ομηρικών στερεότυπων εκφράσεων είχε βεβαίως ανέκαθεν κινήσει την προσοχή, μόνο όμως περί το 1930 άρχισε να της αποδίδεται σημαντικός ρόλος. Ο αμερικανός Milman Parry διαπίστωσε την ομοιότητα μεταξύ ορισμένων κύριων χαρακτηριστικών αυτής της στερεότυπης ποίησης και των χαρακτηριστικών άλλων προφορικών λαϊκών ποιητικών παραδόσεων. Ο προφορικός χαρακτήρας είναι θεμελιώδης, γιατί το γραπτό κείμενο καταστρέφει τη μνήμη του αοιδού και του λαϊκού τραγουδιστή, αποτελεί δε το λόγο ύπαρξης της στερεότυπης επανάληψης. Όταν γράφετε, επανέρχεστε στα προηγούμενα. Λέτε «αυτό το είπα ήδη με αυτή τη μορφή» και αλλάζετε λέξεις ή εκφράσεις. Όταν αυτοσχεδιάζετε σε προφορικό ποιητικό λόγο, εργάζεστε υπό τον ακριβώς αντίστροφο περιορισμό: βασίζεστε σε προκατασκευασμένες διατυπώσεις. Το καλύτερο ανάλογο που μπορούμε να βρούμε στη σύγχρονη κουλτούρα είναι ασφαλώς οι διάφορες ερμηνείες των μεγάλων μουσικών και τραγουδιστών της τζαζ: βρίσκουμε το θέμα, π.χ. το Saint Louis Blues, το οποίο αντιστοιχεί σε ό, τι αποκάλεσα «θρύλο» στα ομηρικά έπη, όπως επίσης και άλλες μουσικές μορφές, τυποποιημένα ακόρντα, που χρησιμοποιούνται με παραλλαγές από το μουσικό.
 
 Ο Parry διαπίστωσε λοιπόν ότι στους Σλάβους του Νότου επιβίωνε ακόμα στην εποχή του - βρέθηκε εκεί μεταξύ 1933 και 1935- μια προφορική ποίηση και λαϊκοί τραγουδιστές που δούλευαν, όπως οι αοιδοί, με ρυθμική δέσμευση, δηλαδή με κάτι αντίστοιχο του ομηρικού δακτυλικού εξάμετρου (στίχος έξι ποδών, όπου το βασικό μέτρο είναι ο δάκτυλος: μία μακρά και δύο βραχείες συλλαβές), δηλαδή δεκασύλλαβος με παύση μετά την τέταρτη συλλαβή. Η δέσμευση αυτή διευκολύνει τη δουλειά των προφορικών ποιητών, που συνοδεύονται άλλωστε από ένα είδος μικροσκοπικού βιολιού, την guzla. Οι στερεότυπες εκφράσεις που περιγράφουν εδώ τους Σλάβους, τους Τούρκους και τους λοιπούς πολεμιστές επανέρχονται διαρκώς, ενώ συναντάμε επίσης τα ίδια θέματα. Ο θρύλος που αντικαθιστά τον Τρωικό Κύκλο είναι κυρίως η Μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389) και ό, τι επακολούθησε, όπως τα κατορθώματα του Μάρκο Κράλιεβιτς. Ένας ολόκληρος επικός κύκλος γύρω από τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου υπήρχε ακόμα το 1933, όταν ο Parry έ- φτασε εκεί και άρχισε να ηχογραφεί. Έχουμε λοιπόν εν προκειμένω επί των ημερών μας μια προφορική παράδοση της ο- ποίας η μελέτη μας επιτρέπει να λύσουμε, μέχρις ενός σημείου, το αίνιγμα της σύνθεσης και της προφορικής απαγγελίας ποιημάτων 16.000 και 12.000 στίχων, όπως η Ιλιάδα και η Οδύσσεια αντίστοιχα. Βέβαια, τούτο δεν έγινε μονομιάς. Υπήρξε δημιουργία στο πλαίσιο της παράδοσης των αοιδών και διαδοχικές προσθήκες, συγχρόνως δηλαδή σταθερότητα και βραδεία εξέλιξη, όπως σε όλες τις πιο ζωντανές μορφές κάθε πραγματικά λαϊκής τέχνης, κάθε λαογραφικής παράδοσης. Έχει αποδειχθεί πλέον ότι κάποιος τέτοιος αοιδός μπορεί να συνθέσει και – κυρίως - να συγκρατήσει ένα τόσο μεγάλο ποίημα. Ένας από αυτούς, για παράδειγμα, κατόπιν αιτήματος του Parry συνέθεσε κατά τη διάρκεια πολλών ημερών, δουλεύοντας από δύο ώρες πρωί και απόγευμα, ένα ποίημα 12.000 στίχων, πραγματικό προϊόν αυτοσχεδιασμού, το οποίο ηχογραφήθηκε από τον Parry. (Είναι αλήθεια ότι οι αυτοσχεδιασμοί αυτοί αφορούσαν κυρίως πρόσθετα επεισόδια, παραλλαγές σε σχέση με το θρύλο βασισμένες ουσιαστικά στη χρήση στερεότυπων εκφράσεων, ημιστιχίων και ολόκληρων στίχων που υπήρχαν ήδη στη λαϊκή ποίηση). Πρόκειται λοιπόν για. μια.μακρά παράδοση, η οποία ξεκινάει πιθανότατα περί τα τέλη της Μυκηναϊκής Περιόδου, ίσως και νωρίτερα. Ας θυμίσουμε εν παρόδω ότι τα τέλη της Μυκηναϊκής Περιόδου χρονολογούνται με ακρίβεια: συμπίπτουν με τη σχεδόν ταυτόχρονη καταστροφή μιας σειράς Μυκηναϊκών πόλεων περί το 1200 (η Πύλος υπήρξε η τελευταία πόλη που καταστράφηκε το 1190) και με την εξαφάνιση της αυτοκρατορίας των Χετταίων. Εν ολίγοις, από την εποχή αυτή μέχρι και τον 9ο, ίσως και τον 8ο αιώνα, αναπτύσσεται η προφορική ποιητική παράδοση και ύστερα, κατά πάσα πιθανότητα περί το 720, ένας ή δύο μνημειώδεις ποιητές παίρνουν όλο αυτό το υλικό και το οργανώνουν σε δύο μεγάλα έπη. Και αν στην Iλιάδα δεν βρίσκει κανείς στοιχεία που κάποιος σύγχρονος απλοϊκά θα αποκαλούσε «σφάλματα σύνθεσης», στην Οδύσσεια υπάρχουν στοιχεία που μοιάζουν κάπως περίεργα: ο οργανικός χαρακτήρας της σύνθεσης είναι πράγματι προβληματικός. Εν πάση περιπτώσει, από τη στιγμή εκείνη είμαστε σε θέση να υποθέσουμε ότι το κείμενο παραμένει πρακτικά αναλλοίωτο, εκτός από ορισμένα τελείως δευτερεύοντα στοιχεία.
 
Ένα άλλο σημαντικό σημείο αφορά στην εποχή στην οποία παραπέμπουν τα έπη, που δεν είναι κατ' ανάγκην εκείνη στην οποία αναφέρεται ο θρύλος. Τα έπη εξιστορούν ένα μικρής εντέλει διάρκειας επεισόδιο του Τρωικού Πολέμου, και στη συνέχεια τις περιπέτειες του Οδυσσέα και την επιστροφή του στην Ιθάκη, τη δολοφονία των σφετεριστών του θρόνου κ.λπ. Έγινε πράγματι ο πόλεμος αυτός; Κατά πάσα πιθανότητα όχι, παρά την έντονη επιμονή ορισμένων αρχαιολόγων στην οποία αναφέρθηκα την προηγούμενη φορά. Το ερώτημα όμως που μας απασχολεί δεν βρίσκεται εκεί. Ακόμα κι αν ο Τρωικός Πόλεμος αποτελεί μύθο, ο μύθος αυτός δεν εκτυλίσσεται οπουδήποτε* η πολιορκία της Τροίας δεν είναι η πολιορκία του Στάλινγκραντ. Θέλω να πω μ' αυτό ότι τα έπη μας μιλούν για ανθρώπους οπλισμένους και οργανωμένους με συγκεκριμένο τρόπο. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι ο πραγματικός κόσμος που περιγράφουν. Για ποια εποχή πρόκειται; Θεωρητικά, υπάρχουν τρεις δυνατότητες ερμηνείας. Η πρώτη είναι ότι τα έπη περιγράφουν τον πραγματικό κόσμο της εποχής κατά την οποία συντέθηκαν: ο ποιητής μιλάει όντως για ό, τι βλέπει γύρω του - σκεφτείτε ένα σημερινό μυθιστοριογράφο που θα έγραφε για τους πολέμους της Γαλλικής Επανάστασης και της αυτοκρατορίας του Ναπολέοντα του οποίου όμως οι ήρωες θα δρούσαν στο πλαίσιο των θεσμών της Δημοκρατίας του Ντε Γκωλ, θα φορούσαν δερμάτινα σακάκια και θα είχαν ακουστικά στ' αυτιά. Πρόκειται για υπόθεση που πρέπει να αποκλειστεί, αν δεχθούμε ότι τα έπη γράφτηκαν τον 8ο, ή το αργότερο στις αρχές του 7ου αιώ­να, διότι η ελληνική κοινωνία εκείνης της εποχής ήταν πολύ διαφορετική από αυτή που περιγράφεται σε αυτά. Για να φέρω ένα μόνο παράδειγμα, πρόκειται για μια κοινωνία όπου τα όπλα κατασκευάζονται από σίδερο, ενώ στον Όμηρο τα όπλα είναι πάντα χάλκινα. Στην κοινωνία αυτή υπάρχουν πόλεις με ιδιαίτερη οργάνωση -και τούτο άσχετα από το αν είχε ήδη αναδυθεί την εποχή εκείνη το δημοκρατικό πολίτευμα ή κάποια στοιχεία δημοκρατίας- που δεν μοιάζει με την κοινωνία του Ομήρου, όπου άλλωστε οι πόλεις περιγράφονται πο­λύ σχηματικά. Μπορούμε να προβάλουμε χιλιάδες επιχειρήματα για να δείξουμε ότι δεν βρίσκουμε την εποχή κατά την οποία θα έπρεπε να έχουν γραφεί τα έπη τις πολιτικοκοινωνικές δομές των ηρωικών κοινωνιών που περιγράφει ο Όμηρος. Η μάχη, για παράδειγμα, δεν είναι πλέον μονομαχία μεταξύ δύο ηρώων αλλά έχει ήδη εξελιχθεί σε σύγκρουση μεταξύ τακτικών στρατευμάτων (φάλαγγας) οπλιτών. Ωστόσο, ο συγκεκριμένος τύπος μονομαχίας δεν είναι καθόλου ανεκδοτολογικός. Παραπέμπει στο σύνολο της κοινωνικής οργάνωσης, σε μια κοινωνία όπου ήρωες, πρίγκιπες και ευγενείς κατέχουν την πρωτοκαθεδρία περιστοιχισμένοι από ανώνυμο πλήθος, που αν και παίρνει μέρος στις μάχες δεν αναφέρεται πολύ. Στον Όμηρο όλο το βάρος δίνεται στους ήρωες.
 
Δεύτερη δυνατότητα: η κοινωνία που περιγράφουν τα έπη είναι ακριβώς ο κόσμος στον οποίο αναφέρεται ο θρύλος. Πρόκειται άραγε για τον μυκηναϊκό κόσμο; Ξαναβρίσκουμε εδώ το πρόβλημα της ιστορικότητας του Τρωικού Πολέμου - δεν θα μπούμε όμως στη συζήτηση αυτή- και, κυρίως, το πρόβλημα της συμβατότητας του κόσμου που περιγράφουν τα έπη με τη μυκηναϊκή κοινωνία έτσι όπως τη γνωρίζουμε. Ερώτημα που συζητείται από παλιά και στο οποίο ο Finley έδωσε μίαν απάντηση - ο κόσμος των επών δεν ταυτίζεται με τον μυκηναϊκό - χρησιμοποιώντας επιχειρήματα που για πρώτη φορά δεν είναι αρχαιολογικά αλλά βασίζονται - πράγμα πολύ σημαντικό από μεθοδολογική άποψη - σε κοινωνικές αναλύσεις και, ως ένα βαθμό, σε ανάλυση των σημασιών. Το υποστήριξε στην πρώτη έκδοση του Κόσμου τον Οδυσσέα το 1954 και η αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β το επιβεβαίωσε πανηγυρικά: ο μυκηναϊκός κόσμος, ανεξάρτητα ακόμα και από τα υλικά τεκμήρια, τα αρχαιολογικά ευρήματα κ.λπ., φαίνεται πολύ απομακρυσμένος από τον ομηρικό. Υπάρχουν διαφόρων ειδών επιχειρήματα. Πρώτα απ’ όλα μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι οι Μυκηναίοι είχαν γραφή - τη Γραμμική Β - και ότι ο Όμηρος αγνοεί πράγματι τη γραφή. Μόνο δύο στίχοι[5] αναφέρονται αόριστα σε σημεία, τα οποία δεν αποτελούν αναγκαστικά γραφή. Εξάλλου, η γεωγραφία του ομηρικού κόσμου δεν συμπίπτει με τη γεωγραφία των Μυκηνών, όχι γιατί τα νησιά άλλαξαν θέση, αλλά γιατί οι περιοχές που αναφέρονται ως σημαντικές στα έπη δεν ταυτίζονται μ’ αυτές που αποκαλύφθηκαν στις ανασκαφές. Ομοίως, η κοινωνική δομή δεν είναι η ίδια με τη δομή του μυκηναϊκού κόσμου. Έτσι όπως εμφανίζεται μέσα από τις πινακίδες - πράγμα που αντιστοιχεί πλήρως στα αρχαιολογικά δεδομένα-, πρόκειται για ανακτορικό πολιτισμό με γραφειοκρατική μοναρχία και γραμματείς που καταγράφουν το δούναι και λαβείν των διαφόρων στρωμάτων του πληθυσμού. Τέλος, σημαντικότατη πτυχή αποτελεί το γεγονός ότι στον Όμηρο η καύση των νεκρών έχει αντικαταστήσει τις μυκηναϊκές ταφές.
 
Τρίτη δυνατότητα είναι αυτή που προέβαλε με πολύ ισχυρά - και κατά τη γνώμη μου πειστικά- επιχειρήματα ο Fin­ley. Τα έπη περιγράφουν την πραγματική κοινωνία της εποχής των αοιδών. Οι διαδοχικές συνεισφορές των αοιδών συνέθεσαν τα έπη γύρω από ένα κληρονομημένο θρύλο του οποίου έμεινε ο καμβάς, χωρίς όμως να ανήκει στην εποχή αυτή. Περιγράφουν την κοινωνία των σκοτεινών χρόνων της Ελλάδας, του ελληνικού Μεσαίωνα μεταξύ του 11ου και του 9ου-8ου αιώνα. Ο Αγαμέμνων και ο Αχιλλέας κινούνται σε μια πραγματικότητα της οποίας ολόκληρα τμήματα ανή­κουν σ’ εκείνη την εποχή. Πρόκειται άλλωστε για κοινότατο φαινόμενο. Στο Άσμα του Ρολάνδου, για παράδειγμα, ο θρύλος αναφέρεται στην εποχή του Καρλομάγνου, αλλά τα γεγονότα που περιγράφονται αντιστοιχούν σε μια ενδιάμεση περίοδο, πράγμα που προδίδουν οι πολλαπλές προσθήκες που συνθέτουν το έπος μέσα σε μια προφορική παράδοση. Το ίδιο ισχύει για Το τραγούδι των Νίμπελοννγκεν στη Γερμανία κ.ο.κ.
 
Ας προσθέσουμε στα παραπάνω ότι αναμφίβολα περί τα τέλη της περιόδου αυτής, και εν πάση περιπτώσει κατά την οριστική σύνθεση των επών, συγκροτούνται ή τουλάχιστον εμφανίζονται για πρώτη φορά ορισμένες κεντρικές, κοινωνικές φαντασιακές σημασίες που θα παίξουν στη συνέχεια μείζονα παιδαγωγικό ρόλο στον ελληνικό κόσμο. Και τείνω να πιστέψω ότι η συγκρότηση των σημασιών αυτών, αυτή η νέα σύλληψη του κόσμου, αρχίζει πιθανότατα πολύ νωρίς. Σαν να υπήρξε γι’ αυτά τα ελληνικά φύλα ένα καινούργιο ξεκίνημα μετά την εξαφάνιση του μυκηναϊκού κόσμου. Διότι αυτό συνδυάζεται με πολύ σημαντικές αλλαγές σε πολλούς τομείς - και ιδιαίτερα στο θρησκευτικό πεδίο- οι οποίες εκφράζουν μια διαφορετική σύλληψη του κόσμου. Παίρνω ως ένδειξη ένα μόνο κεντρικό στοιχείο: τη σημασία που αποδίδεται στο θάνατο και τις επιπτώσεις της σε όλες τις υπόλοιπες σημασίες. Ωστόσο, η σημασία αυτή, καθώς και όλο το επί μέρους μάγμα που οργανώνεται με κέντρο και αφετηρία αυτή τη σημασία, δεν βασίζεται σε κάποιο μεμονωμένο στίχο που θα μπορούσε να έχει προστεθεί ή παρεμβληθεί από κάποιο ραψωδό, γραμματέα, τον ίδιο τον Πεισίστρατό ή όποιον θέλετε. Η σημασία του θανάτου εκφράζεται από την ίδια την οργάνωση όλης της Ιλιάδας. Αφαιρέστε 2.000 στίχους και θα τη βρείτε πάλι μπροστά σας. Κατά τη γνώμη μου αυτό τείνει να αποδείξει ότι συντελέστηκε τεράστια αλλαγή στη σύλληψη του κόσμου, ίσως από την αρχή της σύνθεσης των επών, η δημιουργία της οποίας αποτελεί μαρτυρία ότι συνεχίστηκε μέχρι την εποχή της οριστικής τους σύνθεσης. Δεν είναι μόνο το επεισόδιο του Κύκλωπα που μοιάζει χαρακτηριστικό μιας όψιμης εποχής στη διαδικασία αυτή· και οι φράσεις οι σχετικές με τη δικαιοσύνη στο τέλος της Οδύσσειας εισάγουν νέα στοιχεία σε σχέση με το υπόλοιπο έπος - θα επανέλθουμε επ’ αυτού. Εδώ, υπό μία έννοια, χωρίς να διαφωνώ με τον Finley, ακολουθώ άλλη κατεύθυνση. Ο Finley ενδιαφέρεται κυρίως για τον πραγματικό κόσμο στον οποίο αναφέρονται τα έπη. Πρέπει να διαβάσετε τον Κόσμο του Οδυσσέα, είναι ένα πολύ όμορφο βιβλίο και, κατά τη γνώμη μου, πολύ αληθινό. Αποκλίνουμε απ' αυτό μόνο στο βαθμό που το ενδιαφέρον μας επικεντρώνεται κυρίως στην ύστατη παρακαταθήκη των σημασιών που βρίσκουμε στα έπη και που αναγγέλλουν -και μάλιστα ακόμα περισσότερο, είναι ήδη τα σπέρματα - όλα τα στοιχεία που θα συγκροτήσουν τον ελληνικό κλασικό κόσμο. Αυτό σκιαγραφείται ήδη στο τέλος του βιβλίου του Finley, αλλά με ένα νόημα που δεν συμμερίζομαι πλήρως.
 
Ας επιστρέφουμε τώρα σ’ αυτό που έχει λεχθεί τόσες φορές για τον Όμηρο ως παιδαγωγό της Ελλάδας: ότι είναι το σπέρμα όλων όσο3ν θα συναντήσουμε στη συνέχεια. Είναι κλασικός κοινός τόπος, αλλά είναι αλήθεια. Αυτό το διαπιστώνουμε και πριν ακόμα αρχίσουμε την εξέταση του περιεχομένου των επών, βλέποντας μόνο τι είναι τα κείμενα αυτά, ποια είναι η θέση τους. Μπορούμε να το πούμε με λίγες λέξεις: Το «ιερό» κείμενο της Ελλάδας δεν είναι ιερό. Πρόκειται ήδη για θεμελιώδη διαφορά με όλους σχεδόν τους γνωστούς ιστορικούς πολιτισμούς. Το κείμενο αυτό δεν είναι ούτε θρησκευτικό ούτε προφητικό, είναι ποιητικό. Ο συγγραφέας δεν είναι προφήτης, είναι ποιητής, είναι ο ποιητής. Ή, αν προτιμάτε, ο προφήτης της Ελλάδας είναι ένας ποιητής που δεν είναι και προφήτης. Και, με μία έννοια, όταν το πούμε αυτό είναι σαν να τα έχουμε πει όλα. Είναι ο ποιητής, αυτός που ποιεί, που δημιουργεί την ύπαρξη. Και ο ποιητής αυτός δεν απαγορεύει τίποτα, δεν επιβάλλει τίποτα, δεν δίνει διαταγές, δεν υπόσχεται τίποτα: λέγει. Και λέγοντας, δεν αποκαλύπτει τίποτα - δεν υπάρχει αποκάλυψη-, υπενθυμίζει. Θυμίζει αυτό που έχει υπάρξει και συγχρόνως την καταγωγή του είναι και του δυναμένου να είναι. Τα επαναφέρει στη μνήμη των ανθρώπων με τη βοήθεια των Μουσών[6], θυγατέρων της Μνημοσύνης. Πριν προχωρήσω σε μια μικρή παρέμβαση για τη Μνημοσύνη, θα σας πω κάτι που ίσως το βρείτε υπερβολικό. Προφανέστατα όλες οι μυθολογίες όλων των λαών εκφράζουν σημασίες που στις περισσότερες περιπτώσεις είναι όμορφες, και μάλιστα πολύ όμορφες. Αυτό που διακρίνει την ελληνική μυθολογία -ωραία ή όχι, δεν μας αφορά- είναι ότι είναι αληθινή. Οι ελληνικοί μύθοι είναι αληθινοί, ο μύθος του Ουρανού, του Κρόνου και του Δία είναι αληθινός, ο μύθος του Οιδίποδα είναι αληθινός, ο μύθος του Ναρκίσ­σου είναι αληθινός. Θέλω να πω ότι εξακολουθεί να είναι παρών: κοιταχτείτε σ’ έναν καθρέφτη... Οι Μούσες διαφεντεύουν την ποίηση με την ισχυρότερη, την ανώτερη έννοια του όρου, τη δημιουργία του ωραίου. Ωστόσο είναι κόρες της Μνημοσύνης, δεν είναι κατασκευάσματά της ούτε πιστά αντίγραφα της Μνημοσύνης: είναι οι θυγατέρες της. Η κόρη μοιάζει στη μητέρα της αλλά συγχρόνως διαφέρει από αυτή. Από πού προέρχεται η δημιουργία του ωραίου; Από τη δημιουργική φαντασία. Και η δημιουργική φαντασία κινητοποιεί όλες τις δυνάμεις του ανθρώπινου όντος και της φαντασίας, τόσο της ριζικής φαντασίας και της συγκροτούσας φαντασίας όσο και της συγκροτημένης φαντασίας. Συνεπάγεται επομένως ποικιλοτρόπως τη μνήμη, αλλά δεν εξαντλείται σ’ αυτήν. Μούσες και Μνημοσύνη συγγενεύουν στενά αλλά δεν ταυτίζονται. Η αλήθεια που διεκδικώ σήμερα, εν έτει 1982, ως αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης σε ό, τι αφορά τη φαντασία, δηλαδή σε ό, τι αφορά τα πάντα, έχει καταγραφεί εκεί εξαρχής. Έχει καταγραφεί εκεί, από την πρώτη στιγμή, μέσα σ’ αυτό τον μικρό μύθο, το παραμύθι, το θρύλο, πέστε το όπως σας αρέσει. Οι Μούσες είναι κόρες της Μνημοσύνης. Και υπάρχει στη μικρή αυτή ιστορία, κατά μία έννοια, περισσότερη φιλοσοφία από όλα όσα οι φιλόσοφοι μπόρεσαν να πουν για τη φαντασία. Για παράδειγμα, όπως γνωρίζετε - μιλήσαμε επί τρία χρόνια επ’ αυτού - η φαντασία θεωρήθηκε τις περισσότερες φορές στη φιλοσοφία, με μερικές σπάνιες εξαιρέσεις, μεταξύ τον οποίων ο Αριστοτέλης και ο Kant, ως παράγωγο της μνήμης[7]. Και το ίδιο συμβαίνει, κατά μία έννοια, με τη θεωρία της μιμήσεως. Τι λέει η θεωρία αυτή μεταφρασμένη στη γλώσσα της μυθολογίας; Ότι οι Μούσες δεν θεωρούνται κόρες της Μνημοσύνης, αλλά προϊόν κατασκευασμένο απ' αυτή. Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα; Είναι εμφανές ότι η φαντασία προϋποθέτει κατά την άσκησή της τη μνήμη: σχετίζεται πάντοτε με ένα μάγμα μορφών που είναι ήδη παρόν και αποτελεί, φυσικά, τελείως άλλο πράγμα από ένα άψυχο υλικό προς αναδόμηση. Από πού έρχονται όμως αυτές οι μορφές; Για να υπάρξει καταγραφή μορφών που θα μπορέσει να χρησιμοποιήσει η φαντασία χάρη στη μνήμη χρειάστηκε να προϋπάρξει δραστηριότητα εικόνισης, δηλαδή δημιουργία εικόνων, διαμόρφωση του άμορφου ή διαμόρφωση χωρίς καμία αναφορά, δηλαδή ριζική φαντασία. Μπορούμε εδώ να συμπληρώσουμε, αν τολμώ να πω, το μύθο. Οι Μούσες είναι κόρες της Μνημοσύνης. Συγχρόνως αυτές ακριβώς οι θυγατέρες γεννούν  κύκλος ή παράδοξο- την τροφή με την οποία τρέφεται η μητέρα τους, με την οποία τρέφονταν ήδη πριν από τη γέννησή τους, το νερό που έπινε και τον αέρα που ανέπνεε. Οι θυγατέρες αυτές είναι μητέρες της μητέρας τους. Εδώ υπερβαίνουμε τα όρια του μύθου. Ωστόσο, ο ίδιος ο μύθος καθορίζει τη βασική σχέση μεταξύ δημιουργικής φαντασίας και μνήμης, και την καθορίζει όχι ως απόρροια αλλά ως βαθιά συγγένεια και συγχρόνως ως ετερότητα.
 
Ιδού σχετικά με το χαρακτήρα του κειμένου: δεν πρόκειται για ιερό αλλά για ποιητικό κείμενο. Η ίδια η μοίρα των ομηρικών ποιημάτων μας επιτρέπει να δούμε την αντιστροφή της σχέσης. Γίνονται τελικά «ιερά», όχι βεβαίως με τη θρησκευτική έννοια του όρου αλλά γιατί αποτελούν σημαντικά κείμενα στα οποία αναφέρονται οι πάντες και των οποίων η τροποποίηση απαγορεύεται διά νόμοι στην Αθήνα, από τον 6ο αιώνα, επειδή οι ραψωδοί έδειχναν απέναντι τους μεγάλη ελευθεριότητα. Το ποιητικό ακριβώς κείμενο ανάγεται σε «ιερό» εξαιτίας του θεμελιακού χαρακτήρα του - και όχι το αντίστροφο.
 
Τι βρίσκουμε λοιπόν στο κέντρο των σημασιών των επών; Απλούστατα, την ουσία του ελληνικού φαντασιακού, δηλαδή την τραγική σύλληψη του κόσμου. Απ’  όσα λέγονται σαφώς, τα στοιχεία αυτής της τραγικής σύλληψης είναι ήδη παρόντα και στα δύο έπη| Όσο για τη δράση - την πράξιν, όπως θα πει αργότερα ο Αριστοτέλης στον ορισμό της τραγωδίας-, η τραγική αυτή σύλληψη είναι δεδομένη, όπως σας το έλεγα πριν από λίγο, με την ίδια την υπόσταση του κειμένου και την οργάνωση όλων όσων εξιστορούνται στην Ιλιάδα: δεν πρόκειται για σχόλιο που προστίθεται στην ιστορία, είναι η ίδια η δομή της ιστορίας που αποπνέει τραγικότητα. Η Ιλιάδα είναι - κυριολεκτικά και στην πράξη - τραγωδία, πράγμα που κατάλαβε ο Πλάτων, όταν στον Θεαίτητο[8] χαρακτήρισε τον Όμηρο τραγικό ποιητή. Αυτό έχει ήδη ειπωθεί και δεν αποτελεί καινοτομία. Οφείλουμε όμως να προχωρήσουμε παραπέρα, να μιλήσουμε για μετά-τραγωδία ή για υπέρ-τραγωδία. Και αυτό με δύο τουλάχιστον έννοιες. Πρώτον, και αντίθετα με ό, τι θα συμβεί αργότερα με τους τραγικούς ήρωες, ο Αχιλλέας, όπως άλλωστε και ο Έκτορας, γνωρίζει ευθύς εξαρχής τι τον περιμένει. Υπάρχει μια όμορφη φράση στην Αντιγόνη του Anouilh όπου ο χορός, αναγγέλλοντας στους θεατές τι πρόκειται να συμβεί - παραπέμπω από μνήμης, πρόκειται για παλιές αναμνήσεις, δεν ξαναδιάβασα έκτοτε το έργο - , καθορίζει με ενάργεια τη διάκριση μεταξύ τραγωδίας και δράματος, δηλαδή μελοδράματος. Λέει ο χορός: στο δράμα υπάρχει αβεβαιότητα και μια σειρά συμπτώσεων που μπορεί να επηρεάσουν την εξέλιξη της δράσης. Αχ, αν ο χωροφύλακας είχε φθά- σει γρηγορότερα! Αχ, αν το αυτοκίνητο είχε ακολουθήσει άλλη πορεία... τα πράγματα θα είχαν πάρει διαφορετική τροπή. Η τραγωδία δεν εξαρτάται από τέτοιες επιλογές. Πρόκειται για το αναπόφευκτο. Στην κλασική τραγωδία οι θεατές -όπως άλλωστε οι ακροατές και αργότερα οι αναγνώστες της Iλιάδας - είναι ενήμεροι. Δεν πηγαίνουν να δουν τον Οιδίποδα Τύραννο για να μάθουν την ιστορία. Την ιστορία τη γνωρίζουν. Γνωρίζουν μάλιστα περισσότερες παραλλαγές της. Ίσως υπάρχει ενίοτε κάποια περιέργεια, διερωτώνται ποια παραλλαγή θα χρησιμοποιήσει ο Σοφοκλής, ποια επιμέρους αλλαγή θα εισάγει. Όμως γνωρίζουν. Ενώ ο τραγικός ήρωας δεν αναπαριστάνεται ως άτομο που γνωρίζει. Το αντίθετο μάλιστα, δεδομένου ότι η εξέλιξη της τραγωδίας αποτελεί ακριβώς την αποκάλυψη της αλήθειας στον ήρωα μέσω του τρόμου, μέσω της τύφλωσης ή του φόνου —και όχι μέσα από το λαμπερό ξέφωτο του είναι. Ο ήρωας δεν γνωρίζει. Ωστόσο, στην Ιλιάδα ο Αχιλλέας γνωρίζει εξαρχής. Και ο Έκτορας επίσης γνωρίζει εξαρχής. Κι αυτό βέβαια δεν εμποδίζει τίποτα, ακόμα και τις ίδιες τους τις πράξεις. Κι αυτό δεν εμποδίζει επίσης - πολύ σημαντικό σημείο - την εκπληκτική συνύπαρξη αυτής της προκαταβολικής γνώσης με την αυθεντικότητα των αποφάσεων που λαμβάνονται ελεύθερα ξανά και ξανά κατά τη διάρκεια της δράσης. Ο Αχιλλέας, που γνωρίζει εκ των προτέρων, βυθίζεται κάθε φορά μέσα σ’ έναν κόσμο όπου πρέπει να αποφασίσει αν θα πράξει ή αν θα απόσχει. Πρόκειται, όπως θα το διατυπώσει αργότερα ο Αριστοτέλης, για την ἀρχήν τῶν ἐσομένων, για την αρχή αυτών που θα γίνουν, και η μοίρα, η αίσα, πραγματοποιείται μέσω αυτών των ελεύθερων αποφάσεων του Αχιλλέα, που λαμβάνονται πάντα ελεύθερα και που δεν αλλάζουν όμως τίποτα ως προς το αναπόφευκτο.
 
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο μπορούμε να μιλάμε για μετά-τραγωδία ή υπέρ-τραγωδία, είναι ότι πράγματι, σε αντίθεση με τις κλασικές τραγωδίες του 5ου αιώνα, έχουμε να κάνουμε με ένα κομμάτι ιστορίας κατά μία έννοια αυτόνομο ή, αν προτιμάτε, αύταρκες. Ωστόσο, από μια άλλη σκοπιά, πρόκειται επίσης για ένα κομμάτι δράσης που άρχισε στο απώτερο παρελθόν και θα συνεχιστεί στο απώτερο μέλλον. Το ότι η δράση είχε αρχίσει στο απώτερο παρελθόν ισχύει και για την κλασική τραγωδία. Καμία όμως δεν αρχίζει σε τέτοιο βαθμό in medias res, όπως θα πουν αργότερα οι Ρωμαίοι[9]. Τα προηγούμενα της τραγικής δράσης στην Ιλιάδα υπάρχουν από πολύ καιρό. Η εχθρική στάση του Ποσειδώνα απέναντι στους Τρώες, για παράδειγμα, παραπέμπει - θα το θυμάστε ίσως- σε μια σκοτεινή ιστορία κάποιας αμοιβής που υποσχέθηκε αλλά δεν πλήρωσε ο Λαομέδων, βασιλιάς της Τροίας, στον Απόλλωνα και στον Ποσειδώνα για την ανέγερση των τειχών της πόλης. Από την ημέρα εκείνη ο Ποσειδών, ο μεγάλος θεός της θάλασσας, τρέφει άσβεστο μίσος προς τους Τρώες, πράγμα που θα παίξει συνεχή ρόλο στην εξέλιξη της δράσης. Και όλη η ιστορία, άλλωστε, ανάγεται σε ένα σαφώς μικρό περιστατικό, όταν ο Πάρις επέλεξε την Αφροδίτη και όχι την Ήρα ή την Αθηνά, ως την πιο όμορφη θεά και της προσέφερε ένα μήλο - ακόμα ένα μήλο... Από τότε και η Ήρα και η Αθηνά επιζητούν διακαώς την καταστροφή του Πάριδος και της πόλης του. Τελικά, ολόκληρη η ιστορία, όλες αυτές οι χιλιάδες νεκροί —θα επανέλθουμε επί τούτου- προέρχονται από εκείνη την ασήμαντη αιτία. Όλα γίνονται, κατά μία έννοια, χωρίς καμιά αιτία. Αυτό το κομμάτι δράσης λοιπόν περικλείεται σε μια υπέρ-τραγω­δία που εκτείνεται προς το παρελθόν και προς το μέλλον. Ορισμένα στοιχεία του παρελθόντος αναφέρονται στο κείμενο, ενώ αυτά που θα συμβούν στο μέλλον, γνωστά στους ακροατές και τους θεατές, θα περιληφθούν εν μέρει στην Οδύσσεια. Δεν θα βρούμε μέσα σε όλα αυτά το πρᾶξις σπουδαία και τε­λεία που ορίζει την τραγωδία, κατά τον Αριστοτέλη[10]. Δεν πρόκειται για κλειστό σύστημα με επιστέγασμα την κάθαρση, αλλά παραπέμπει στην υπέρ-τραγωδία και συγχέεται μ’ αυτή. Υπέρ-τραγωδία που αποτελεί το σύνολο της ιστορίας των ανθρώπων και του κόσμου.
 
Ίσως θα έπρεπε να προσθέσουμε στο σημείο αυτό λίγα πράγματα. Όπως ήδη είδαμε, στην Ιλιάδα δεν υπάρχει ούτε αβεβαιότητα ούτε προσμονή. Προβάλλονται, αντιθέτως, το αναπόφευκτο και η ανθρώπινη αδυναμία, ο αναπότρεπτος χαρακτήρας της πραγματοποίησης του πεπρωμένου, της μοίρας. Με άλλα λόγια, αν ο σύγχρονος αναγνώστης του Ομήρου δεν αισθάνεται καμία ανησυχία για την εξέλιξη της δράσης, δεν σημαίνει ότι ο συγγραφέας δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να προσθέσει το στοιχείο αυτό. Η απουσία αβεβαιότητας εί­ναι εγγενής και σύμφυτη με την απόρρητη οντολογία των επών. Δεν είναι δυνατό να υπάρξει αβεβαιότητα[11]. Έχουμε ήδη εδώ το βάθρο όχι μόνο της τραγωδίας αλλά και όλης της ελληνικής θεώρησης του κόσμου. Αυτό που πρέπει επίσης να σημειώσουμε, από την άποψη αυτή, είναι ότι στην Ιλιάδα, αλλά και στην Οδύσσεια - σήμερα όμως εξετάζω την Ιλιάδα - η εξέλιξη της δράσης, η πραγμάτωση της μοίρας, συνεπώς καθορίζεται από παραβάσεις, από την υπέρβαση των ορίων, από την ύβριν. Το στοιχείο αυτό υπάρχει από την αρχή. Ο Αγαμέμνων προσβάλει τον υπηρέτη του Απόλλωνα, ο Απόλλων εξαπολύει επιδημία χολέρας στο στρατόπεδο των Ελλήνων. Όταν ο Αγαμέμνων υποχρεώνεται να επιστρέφει τη Χρυσηίδα, κάνει μια πράξη που υπερβαίνει τα δικαιώματά του, παίρνει μια γυναίκα που ανήκε στη λεία του Αχιλλέα, τη Βρισηίδα. Ο Αχιλλέας βυθίζεται στο θυμό του με τρόπο που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε υβριστικό. Όταν οι Τρώες μπαίνουν τελικά στο στρατόπεδο των Ελλήνων, ο Αχιλλέας στέλνει εναντίον τους τον Πάτροκλο δίνοντάς του διαταγή να μην επιτεθεί αλλά να περιοριστεί στην απώθησή τους. Ο Πάτροκλος υπερβαίνει τα όρια και σκοτώνεται. Συνεπώς, η ύβρις φέρνει συνεχώς καινούργιες καταστροφές και αναζωπυρώνει τη δράση.
 
Άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο: το τέλος της Ιλιάδας δεν αποτελεί κάθαρση με την αριστοτελική έννοια. Το τέλος της Ιλιάδας, η θαυμάσια ραψωδία Ω, αποτελεί, όπως γνωρίζετε, συμφιλίωση: ο Αχιλλέας δέχεται να παραδώσει τη σορό του Έκτορα στον Πρίαμο. Κύμα εμπάθειας ή συμπάθειας διαπερνά και τους δυο που στέκονται αντικριστά - δεν πρόκειται για σύγκρουση - στη σκηνή αυτή, κλαίνε μαζί για τη μοίρα των ανθρώπων, ο ένας σκεπτόμενος το γιο του, Έκτορα, ο άλλος τον Πάτροκλο και τον γέρο πατέρα του. Υπάρχει εδώ μετάθεση ή ακριβέστερα επικοινωνία σημασιών και συναισθημάτων ανάμεσα στα δύο πρόσωπα, που επισφραγίζει αυτή τη Versohnung, όπως λένε στα Γερμανικά - στα Γαλλικά δεν υπάρχει κατάλληλη λέξη (ούτε στα Ελληνικά)-, αυτή τη συμφιλίωση. Δεν πρόκειται για συμφιλίωση ανθρώπων που καυγαδίζουν και καταφέρνουν τελικά να ησυχάσουν, αλλά μοιάζει περισσότερο με επανένωση ανταγωνιστικών μέχρι τότε στοιχείων, με την ο­ποία κλείνει το έπος.
 
Μια παρατήρηση τέλος για ένα θέμα που είναι ενδεχομένως αποτέλεσμα της ιστορικής διαστρωμάτωσης της δημιουργίας των επών - πράγμα που λίγο μας αφορά γιατί εξετάζουμε το κείμενο συγχρονικά ή δομικά, με έμφαση στο περιεχόμενο όπως προσφέρεται σε έναν Έλληνα του 600 π.Χ. Πρόκειται για μια άποψη που μόλις πρόσφατα ήρθε στο φως και στην οποία δεν δόθηκε η προσήκουσα σημασία ούτε αντιμετωπίστηκε σε όλο της το βάθος. Τα έπη αυτά, που περιγράφουν έναν κόσμο ηρώων, περιέχουν συγχρόνως και κριτική του κόσμου αυτού. Ας πάρουμε τα λόγια του Αχιλλέα στη Ραψωδία I της Ιλιάδας, στα οποία θα επανέλθω στη συνέχεια. Ο Αχιλλέας απορρίπτει την πρόταση του Αγαμέμνονα να ξαναρχίσει τις εχθροπραξίες με αντάλλαγμα πολύτιμα δώρα, λέγοντας περίπου τα εξής: ο πόλεμος αυτός δεν έχει νόημα, τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή. Αυτά ακούγονται από το στόμα του Αχιλλέα, μέσα σ’ ένα ηρωικό πλαίσιο όπου παρόμοια φράση είναι απολύτως ασύλληπτη. Διότι στον κόσμο των ηρώων η φράση «τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή» είναι ασύλληπτη, ενώ η φράση «ο πόλεμος δεν έχει κανένα νόημα» είναι ακόμα πιο ασύλληπτη, γιατί το νόημα της ηρωικής ύπαρξης είναι ο πόλεμος. Υφίσταται επομένως εδώ μια ενδογενής κρι­τική του κόσμου που περιγράφεται, την οποία πρέπει κατά τη γνώμη μου να αποδώσουμε στις διαδοχικές προσθήκες του κειμένου. Σε κάθε περίπτωση, το τελικό αποτέλεσμα για τον αναγνώστη ή τον ακροατή του έπους δεν μπορεί να είναι παρά μια θέση (position στα Γαλλικά, impostazione στα Ιταλικά, Einstellung στα Γερμανικά) τραγική. Αυτό θα δούμε αμέσως παρακάτω εξετάζοντας την πιο σημαντική πλευρά του ομηρικού έπους: το θάνατο.
 
Στην καρδιά των ποιημάτων, και ιδίως της Ιλιάδας, υπάρχει η εμπειρία αυτού του αναπόφευκτου δεδομένου που είναι ο θάνατος. Και το δεδομένο αυτό το βρίσκουμε εκεί χωρίς συμβιβασμούς, χωρίς ψευδαισθήσεις, χωρίς ωραιοποίηση. Λέει ο Αχιλλέας στη ραψωδία I (πρόκειται για τους στίχους 400-409): τίποτα δεν αξίζει για μένα όσο η ζωή, τίποτα δεν είναι ψυχῆς ἀντάξιον. Και προσθέτει: μπορούμε να αποκτήσουμε βόδια και παχουλά αρνιά, να αγοράσουμε τρίποδες και άλογα, η ζωή όμως του ανθρώπου δεν γυρίζει πίσω έτσι και ξεφύγει από την άκρη των δοντιών του. Γνωρίζετε επίσης στην Οδύσσεια την περίφημη συνάντηση μεταξύ Οδυσσέα και Αχιλλέα[12] στον Κάτω Κόσμο - για την οποία σας έχω μιλήσει εκατό φορές— όπου ο Οδυσσέας αναφέρεται στη δόξα του Αχιλλέα, που, όπως όλοι οι νεκροί, είναι κι αυτός στον Άδη μια σκιά χωρίς νόον, χωρίς πνεύμα, ούτε αισθήσεις. Γιατί μόνο ο θεϊκός Τειρεσίας, μετά από χαριστική παρέμβαση της Περσεφόνης, κρατά στον Άδη τα λογικά του, τις πνευματικές του ικανότητες. Όλες οι άλλες ψυχές είναι σκιές που πετούν[13], που δεν γνωρίζουν τίποτα, που δεν θυμούνται τίποτα, που πρέπει να πιουν αίμα για να είναι σε θέση να αρθρώσουν «αληθινό λόγο[14]». Και ο Αχιλλέας αποκρίνεται στον Οδυσσέα: «Μην προσπαθείς να μου γλυκάνεις το θάνατο, θα προτιμούσα να ήμουν ζωντανός, εργάτης μεροκαματιάρης ενός φτωχού αγρότη, παρά να βασιλεύω ανάμεσα στους νεκροί». Ιδού η αλήθεια της ανθρώπινης ύπαρξης μέσα στα έπη: υπάρχει σίγουρα επιβίωση, η επιβίωση όμως αυτή είναι ακόμα πιο άθλια και από τον επίγειο βίο. Ακόμα πιο άθλια· αυτή είναι όλη κι όλη η υπόσχεση. Και θα μπορούσα στο σημείο αυτό να θυμίσω και να σχολιάσω κι άλλα χωρία, όπως τα λόγια του Αχιλλέα στον Λυκάονα[15] στην Ιλιάδα, στη ραψωδία Φ, όταν τον ικετεύει να μην τον σκοτώσει με αντάλλαγμα υψηλά λύτρα. Ο Αχιλλέας του απαντά ουσιαστικά «Γιατί κλαις έτσι; Ο Πάτροκλος, που ήταν πολύ καλύτερος από σένα, είναι ήδη νεκρός. Και μένα που με βλέπεις έτσι, ωραίο και ψηλό, γιο θεάς, ε, λοιπόν, κι από μένα μια μέρα, την αυγή ή το σούρουπο ή ίσως μες το καταμεσήμερο, ο Άρης θα πάρει όλη τη δύναμη από το κορμί και θα πεθάνω. Πέθανε λοιπόν και συ». Και τον σκοτώνει.
 
Αυτή η σύλληψη του θανάτου μπορεί να φανεί παράξενη μέσα στην ίδια της την κοινοτοπία. Διότι μπορείτε κάλλιστα να μου πείτε: μας ταλαιπωρείτε, αυτό είναι πασίγνωστο, κ.λπ. Το ξέρουν όχι μόνο ο Όμηρος και οι Έλληνες, αλλά και ο κόσμος ολόκληρος. Προφανώς πρόκειται για μέγα λάθος. Κανείς δεν το ξέρει. Η ανθρωπότητα σπαταλά το χρόνο της με ιστορούσες για την αθανασία σε όλες της τις μορφές. Το βίαιο γεγονός, φυσικά, κρύβεται πάντοτε στη φαντασιακή θέσμιση όλων των κοινωνιών. Μπορούμε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα: από πού προέρχεται η ιδέα αυτή που συναντάμε στον Όμηρο: Προφανώς δεν προέρχεται από τους Αιγυπτίους, που είχαν έναν ολόκληρο κύκλο μετεμψυχώσεων και τα σχετικά, ούτε από τους Βαβυλωνίους, ούτε από τους Μυκηναίους. Απλούστατα, ανταποκρίνεται δίχως αμφιβολία στην πραγματικότητα. Είναι περίεργο κι όμως αληθινό: οι Έλληνες ανακάλυψαν το γεγονός ότι υπάρχει ένας τελειωτικός θάνατος, οριστικός θάνατος - τέλος θανάτοιο, επαναλαμβάνεται συνέχεια στην Ιλιάδα-, ότι δεν υπάρχει τίποτα άλλο να πούμε πάνω σ' αυτό, δεν είναι δυνατό να του δώσου- με άλλη σημασία, να τον μετουσιώσουμε και να τον ωραιοποιήσουμε.
 
Παρένθεση: θα βρούμε και άλλους λαούς που φαίνεται να μην πιστεύουν στην αθανασία της ψυχής, όπως π.χ. οι Εβραίοι πριν από τον Ησαΐα. Παρεμβαίνουν όμως δύο στοιχεία που, κατά κάποιον τρόπο, μειώνουν την αυστηρότητα της πίστης αυτής. Πρώτον, ο ευλαβής άνθρωπος τον οποίο αγαπά ο Θεός θα έχει ευτυχισμένα γηρατειά, όπως ο Αβραάμ. Θα πεθάνει ευτυχής και πλήρης ημερών, λέει κατά λέξη η Παλαιά Διαθήκη. Πράγμα που για τους Έλληνες είναι αδιανόητο: δεν γνωρίζουμε κανένα ήρωα που να πεθαίνει γέρος και ευτυχής. Ακόμα και ο Ηρακλής έχει φρικτό θάνατο (ο χιτώνας του Νέσσου). Δεύτερον, όπως η κατάρα του Θεού που περνά από γενιά σε γενιά, έτσι και η ευλογία Του προς τους ευλαβείς μεταφέρεται και στους απογόνους τους. Πράγμα που επίσης δεν έχει νόημα για τους Έλληνες, αφού δεν υπάρχει καμία εγγύηση για τους απογόνους.
 
Πρέπει όμως να πάμε και πιο μακριά και να διακρίνουμε μεταξύ του θανάτου που υφιστάμεθα και του θανάτου που επιλέγουμε. Αν περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι οι Έλληνες - πράγμα ήδη εκπληκτικό - είναι οι πρώτοι που ανακάλυψαν ότι ο άνθρωπος είναι θνητός με την οριστική και τελική έννοια, θα ήταν βέβαια πολύ ενδιαφέρον, θα μέναμε όμως στην απλή γνώση μίας μόνο πλευράς του ανθρώπου ως θνητού ζωικού οργανισμού. Τα βόδια πεθαίνουν, τα άλογα πεθαίνουν, οι άνθρωποι κι αυτοί επίσης πεθαίνουν. Ή, το πολύ, θα φθάναμε μέχρι τις πιο προχωρημένες θέσεις της σύγχρονης φιλοσοφίας, του Heidegger π.χ., για τον οποίο ο άνθρωπος αποτελεί το μοναδικό ζώο που γνωρίζει ότι θα πεθάνει. Προφανώς το ουσιώδες στον αρχαίο ελληνικό κόσμο προχωρεί παραπέρα. Υπάρχει όχι μόνο η γνώση της θνητότητας μας, αλλά η επιλογή του τρόπου θανάτου και η επιλογή του ίδιου του θανάτου. Τα δύο ίσως σημαντικότερα πρόσωπα του ελληνικού φαντασιακού, το πρώτο στην αρχή του, ένας πλασματικός ήρωας, ο Αχιλλέας, και το άλλο στην κατάληξή του, ο Σωκράτης, προσωπικότητα σαφώς ιστορική και υπαρκτή, επιλέγουν και οι δύο το θάνατο. Ο Αχιλλέας γνωρίζει πως τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, και παρ’ όλα αυτά διαλέγει το θάνατο. Δεν επιστρέφει στη Φθία, αλλά προχωρεί προς τη μάχη σίγουρος ότι θα βρει τη δό­ξα αλλά και το θάνατο. Η τραγική σύλληψη εδώ δεν είναι επομένως η απλή ανακάλυψη του θανάτου ούτε απλώς το γεγονός ότι το Dasein είναι Sein zum Tode, όπως θα έλεγε ο Heidegger, ότι η ενθαδική ύπαρξη είναι ύπαρξη-προς-το-θάνατο. Απλούστατα, μέσα στο ον που προορίζεται να πεθάνει δεν υπάρχει αντίφαση. Η τραγική σύλληψη έγκειται στη σύλληψη αυτής της έσχατης αντίφασης: τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, αλλά αν τίποτα δεν αξίζει περισσότερο από τη ζωή, τότε η ζωή δεν αξίζει τίποτα. Όπως λέει ο Σωκράτης, ο ανεξέταστος βίος, η απερίσκεπτη ζωή -θεωρώντας τη σκέψη με την ισχυρή έννοια του όρου-, δεν είναι βιώσιμος, έτσι θα έλεγε και ο Αχιλλέας ότι τον ἀτίμητον ἤ ἀκλεή βίον, μια ζωή δίχως δόξα και φήμη, δεν αξίζει να τον ζήσει κανείς. Έχουμε εδώ μια αντίφαση στο ίδιο το αντικείμενο, δηλαδή στην ύφανση της ύπαρξης ασχέτως της υποκειμενικότητας. Και η αντίφαση αυτή στην κατάσταση των ανθρώπινων όντων μεταφράζεται βέβαια, με σαφήνεια και ενάργεια, στο υποκειμενικό πεδίο, αν μπορώ να χρησιμοποιήσω σύγχρονη ορολογία: ο άνθρωπος διχάζεται αναπόφευκτα από αντιφατικά κίνητρα, δηλαδή από τη μια μεριά την αποφυγή του θανάτου, τη συνείδηση ότι τίποτα δεν αξίζει όσο η ζωή, και από την άλλη την αποφυγή μιας ζωής στερούμενης οτιδήποτε θα την καθιστούσε άξια να βιωθεί.[Άλλωστε ο διχασμός αυτός είναι συνεχώς παρών στα έπη. Αν τα ξαναδιαβάσετε προσεκτικά, θα δείτε ότι, αντίθετα με όσα θα μας άφηναν να υποθέσουμε οι ανοησίες ορισμένων σύγχρονων μελετητών, δύο φορές στις τρεις ο ήρωας που φεύγει για τη μάχη μονολογεί: μήπως πρέπει να το βάλω στα πόδια; Ο Αίας διερωτάται: μπορώ να μείνω εδώ; Όχι, είναι φρικτό, θα φύγω. Ο Οδυσσέας σκέφτεται με τον ίδιο τρόπο, όπως και ο Πάτροκλος και ο Έκτωρ· ο Έκτωρ, και όχι ο Αχιλλέας, είναι ο κατεξοχήν ήρωας της Ιλιάδας -θα επανέλθουμε σ’ αυτό. Τα όντα αυτά που, όπως μας λένε μερικοί, δεν έχουν ακόμα καταφέρει να ιδιοποιηθούν τις ψυχικές τους δυνατότητες ή στα οποία ο ποιητής δεν διακρίνει ενσωμάτωση των ψυχικών τους δυνάμεων, τα όντα αυτά που δεν είναι πρόσωπα, γιατί το πρόσωπο αποτελεί, υποτίθεται, εφεύρεση του χριστιανισμού, που δεν είναι πραγματικά άτομα, που είναι μονάχα λειτουργίες, σκιές, συμβολικά κατηγορήματα - αυτά τα όντα στέκουν εκεί συνεχώς, κάθιδρα από φόβο μπροστά στον εχθρό που προελαύνει και διερωτώνται: μένω στη θέση μου ή το βάζω στα πόδια; Δίνω τη μάχη ή φεύγω και διατηρώ την ωραία μου ζωή; Και στο τέλος αυτού του εσωτερικού διαλόγου, που επαναλαμβάνεται στην Ιλιάδα τουλάχιστον δέκα φορές, ο ήρωας παίρνει συνήθως -όχι όμως πάντα - την απόφαση να μείνει, να πολεμήσει και, ενδεχομένως, να σκοτωθεί. Όχι πάντοτε, γιατί υπάρχουν και ήρωες που τρέπονται σε φυγή, όπως συμβαίνει στον Μενέλαο, αλλά και στον Έκτορα - όχι γιατί ο Έκτωρ είναι δειλός, το αντίθετο μάλιστα, είναι ο πιο γενναίος πολεμιστής. Δεν πρόκειται συνεπώς για διάλογο της ψυχής με τον εαυτό της, για να δανειστούμε την έκφραση του Σωκράτη και του Πλάτωνα, που βρίσκεται εκεί μόνο για διακοσμητικούς λόγους ή για φιγούρα. Το αποτέλεσμα του διαλόγου αυτού δεν είναι προκαθορισμένο, αφού υπάρχουν στιγμές που ο ήρωας εγκαταλείπει το πεδίο της μάχης. Και όταν μένει - πράγμα που συμβαίνει φυσικά τις περισσότερες φορές, αλλιώς δεν θα ήταν ήρωας και δεν θα επρόκειτο για επική ποίηση- μένει μετά από αυτή τη διαβούλευση.
-------------------------
[1] [Σημ. περιθ.: πράγμα που δείχνουν επίσης οι επιθέσεις του Ξενοφάνη <DK Β11 και 12>, του Ηρακλείτου <Β42> κ.λπ.]
[2] <Πολιτεία, A, 606e.> 
[3][Σημ. περιθ.: Βλ. το άρθρο του Bollack (ζ).] 
[4] <Οδ.,ι,112 (η)>
[5] <Ιλ.,Ζ, 168-169.>
[6] <Ησίοδος, Θεογ., 54κ.εξ. και 915 κ.εξ.> 
[7] <Βλ. C. Castoriadis, «La decouverte de Γ imagination» (1985), αναδημοσίευση στο Doimaines de L’  homme, σ. 327-363 και επανέκδοση σ. 409-454.> [«Η ανακάλυψη της φαντασίας», στο Χώροι τον ανθρώπου, σ. 233-274. (ΣτΕ)] 
[8] <Πλάτων, Θεαίτητος, 152d> 
[9] <Οράτιος, Ars Poetica, 148.>
[10] <Αριστοτέλης, Περί ποιητικής, 6, 1449b, 23-24.>
[11]  [Σημ. περιθ.: Το πραγματικό «μυθιστόρημα» δεν είναι δυνα­τό να γεννηθεί παρά σ’ έναν κόσμο που έχει ήδη μερικώς απαρνηθεί αυτή την οπτική.] 
[12]<Οδ., λ, 467-541.>
[13] <Οδ., κ, 491-495.>
[14] <Οδ., λ, 148-149.>
[15] <Ιλ., Φ, 100-115.>

Πώς μπορούμε να αλλάξουμε τα μοτίβα σκέψης μας για να μαθαίνουμε αποτελεσματικότερα

Όλοι θέλουμε να έχουμε μια ευτυχισμένη ζωή μέσα από την οποία θα εξελισσόμαστε συνεχώς και αυτή μας η εξέλιξη θα επικυρώνεται από τους άλλους. Δεν υπάρχει γρήγορος και εύκολος τρόπος να φτάσουμε στην αυτοπραγμάτωση, αλλά μπορούμε να ξεκινήσουμε από ένα υπέροχο μέσο: την εκπαίδευση. Φυσικά, η εκπαίδευση δεν σταματά όταν τελειώνουμε το σχολείο ή αποφοιτούμε από το πανεπιστήμιο.

Η δια βίου μάθηση θα οξύνει το νου σας, θα σας βοηθήσει να συγκεντρωθείτε περισσότερο σε σημαντικά πράγματα στη ζωή και να έρθετε σε επαφή με τα συναισθήματά σας.

Κι όμως, η κοινωνία έχει δημιουργήσει ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο που συχνά αποτυγχάνει να εκμεταλλευτεί τον κάθε διαφορετικό νου στον κόσμο μας. Όλοι γνωρίζουν ότι η εκπαίδευση είναι σημαντική, αλλά αδυνατούμε να δημιουργήσουμε ένα περιβάλλον ενσωμάτωσης στο οποίο να επιτρέπουμε στους ανθρώπους με διαφορετικές εμπειρίες και μοτίβα μάθησης να διαπρέψουν.

Ένα τέτοιο διάσημο παράδειγμα είναι ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, ο οποίος δεν «χωρούσε» στο τότε σύστημα εκπαίδευσης. Ή ο Alan Turing, ο εφευρέτης των σύγχρονων υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης, που ήταν κακός μαθητής.

Διάφοροι στοχαστές, λοιπόν, αποδέχτηκαν ότι το εκπαιδευτικό σύστημα δεν διαθέτει όλα τα μέσα για ν’ ανταποκριθεί επαρκώς στην κάθε περίπτωση. Αποδεχόμενοι αυτό, ανακάλυψαν και έχτισαν φιλοσοφίες και στρατηγικές για να κάνουν το εκπαιδευτικό μας σύστημα όσο πιο αποτελεσματικό γίνεται. Αν και οι περισσότερες από αυτές τις θεωρίες φτιάχτηκαν για να βελτιώσουν το σχολικό σύστημα, μπορούν επίσης να εφαρμοστούν σε ατομικό επίπεδο για να αναπτύξουμε ισχυρότερες μαθησιακές συνήθειες, που με τη σειρά μπορούν να οδηγήσουν σε έναν πιο παραγωγικό τρόπο ζωής.

Η αυτοεξερεύνηση είναι το πιο αξιόπιστο μονοπάτι προς την ευεξία και την αυτοβελτίωση. Αν αφιερώσουμε χρόνο στο να σκεφτούμε πώς μπορούμε να μάθουμε αποτελεσματικότερα και πώς οι δεξιότητες και τα δυνατά μας σημεία μπορούν να βοηθήσουν σε αυτό, τότε η δυναμική μας θα βελτιωθεί κατά πολύ.

Ο Howard Gardner ήταν ένας ακαδημαϊκός που δίδασκε στο Harvard και εισήγαγε μια έννοια που ονομάζεται «Πολλαπλή νοημοσύνη». Η ιδέα είναι ότι η παραδοσιακή έννοια του IQ είναι περιορισμένη και ότι δεν μπορεί να περιγράψει επακριβώς τα ιδιαίτερα στοιχεία του κάθε ατόμου, ούτε και τις εμπειρίες του. Σημαίνει επίσης ότι όλοι διαθέτουμε δυνατά σημεία και μπορούμε να συνεισφέρουμε στον κόσμο κάτι ενδιαφέρον και πάνω απ’ όλα μοναδικό. Η θεωρία του Gardner χωρίζεται σε διάφορες ξεχωριστές κατηγορίες:

Οπτικο- χωρική: Την διαθέτουν οι άνθρωποι που μαθαίνουν καλύτερα παρατηρώντας πράγματα και αλληλεπιδρώντας με το περιβάλλον τους. Λατρεύουν να εξερευνούν νέα μέρη και να οπτικοποιούν έννοιες.

Σωματική-κιναισθητική: Την έχουν οι άνθρωποι που μαθαίνουν καλύτερα μέσα από πράξεις και δραστηριότητες. Είναι βαθιά εναρμονισμένοι και συνδεδεμένοι με το σώμα τους και μαθαίνουν χρησιμοποιώντας το. Μπορεί να περιλαμβάνονται εδώ καλλιτέχνες, γιατροί και τεχνίτες.

Μουσική: Αυτοί οι άνθρωποι νιώθουν μια βαθύτερη σύνδεση με τη μουσική. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι είναι οι ίδιοι μουσικοί, αλλά επίσης σημαίνει ότι δουλεύουν καλύτερα ακούγοντας μουσική ή σκεπτόμενοι ρυθμικά.

Διαπροσωπική: Είναι εκείνοι που λειτουργούν καλύτερα αλληλεπιδρώντας με τους άλλους. Λατρεύουν να μιλούν σε άλλους για τα συναισθήματα και τα προβλήματά τους και μπορούν να γίνουν καταπληκτικοί πωλητές ή πολύτιμα μέλη μιας ομάδας.

Ενδοπροσωπική: Αυτοί οι άνθρωποι συνδέονται πολύ με τις δικές τους διαδικασίες σκέψεις και τα δικά τους συναισθήματα. Χρησιμοποιούν τη διαίσθησή τους πολύ για να επιλύσουν προβλήματα και λατρεύουν την περισυλλογή και το διάβασμα. Είναι πολύ καλοί συγγραφείς.

Γλωσσική: Αυτοί οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη γλώσσα για την επίλυση προβλημάτων. Είναι επίσης πολύ καλοί συγγραφείς και τους αρέσει να μαθαίνουν διαβάζοντας και αναλύοντας κείμενα.

Λογική-μαθηματική: Την διαθέτουν όσοι είναι πολύ καλοί στην κατανόηση θεωριών, εννοιών και μοτίβων και χρησιμοποιούν αποτελεσματικά την επαγωγική σκέψη και τη λογική για την επίλυση προβλημάτων.

Διακρίνοντας διαφορετικές κατηγορίες μέσα στην ίδια τη νοημοσύνη, ο Gardner μας αποκαλύπτει άπειρες κρυμμένες δυνατότητες. Δοκιμάστε να σκεφτείτε ποια κατηγορία σας περιγράφει καλύτερα και φυσικά μην ξεχνάτε ότι μπορεί να ανήκετε σε πάνω από μία.

Αντί να παλεύετε να αλλάξετε τα δυνατά σας σημεία και να προσπαθείτε να χωρέσετε σε ένα κουτί, εξερευνήστε τα και εκμεταλλευτείτε τα. Εξερευνώντας τα μοτίβα σκέψης σας μπορείτε επίσης να επεξεργαστείτε και να καταλάβετε άλλα μοτίβα και συμπεριφορές στη ζωή σας. Η συναισθηματική νοημοσύνη είναι εξίσου σημαντική όσο και οι πιο παραδοσιακοί ορισμοί της νοημοσύνης και ορισμένοι θεωρητικοί έχουν μάλιστα ισχυριστεί ότι είναι και η πιο σημαντική.

Η ανακάλυψη της κατηγορίας ή των κατηγοριών οι οποίες σας εκφράζουν περισσότερο συνδέονται και με το πώς μπορείτε να εξελιχθείτε συναισθηματικά. Για παράδειγμα, αν σας εκφράζει καλύτερη η ενδοπροσωπική κατηγορία, σημαίνει ότι μαθαίνετε καλύτερα όταν εργάζεστε μόνοι σας, και οι ατομικές δραστηριότητες βελτιώνει την ψυχική σας ευεξία – οπότε εδώ μπορείτε να εκμεταλλευτείτε τη γραφή ή τις μοναχικές βόλτες και τα ταξίδια.

Το μονοπάτι προς την ολοκλήρωση βρίσκεται μέσα σας

Όταν φοβηθείτε και αγχωθείτε, μην εμπιστευθείτε τη φωνή του φόβου. Όταν είστε σε μια χαοτική κατάσταση, βρείτε έναν τρόπο να αποκαταστήσετε την τάξη και την ηρεμία. Όταν αντιμετωπίζετε μια γεμάτη θυμό σύγκρουση, μην πάρετε καμία απόφαση μέχρι ο θυμός να καταλαγιάσει.

Όταν οι άλλοι εκφράζουν αντιρρήσεις στις ιδέες σας, εξετάστε τα πράγματα από τη δική τους σκοπιά. Όταν μπείτε στον πειρασμό να καταδικάσετε κάποιον άλλο, ελέγξτε αν αυτό που δεν σας αρέσει στον ίδιο υπάρχει κρυμμένο και κάπου μέσα σας. Όταν γνωρίσετε την αλήθεια, διαδώστε την.

Αυτά είναι μόνο κάποια παραδείγματα της σοφίας στην πράξη· ισχύουν για καθημερινές καταστάσεις παρά για πνευματικά θέματα. Η βεδική παράδοση αφηγείται την ιστορία ενός νεαρού άντρα που ξεκίνησε να βρει το μυστικό του πλούτου. Για πολλούς μήνες ταξίδευε στην ύπαιθρο, ώσπου μια μέρα, βαθιά μέσα σε ένα δάσος, συνάντησε έναν πνευματικό δάσκαλο και τον ρώτησε πώς μπορεί να κάνει τα όνειρά του πραγματικότητα.

«Τι θέλεις πραγματικά;» τον ρώτησε ο δάσκαλος. «Θέλω να έχω αμύθητα πλούτη, αλλά όχι για εγωιστικούς λόγους», απάντησε ειλικρινά ο νεαρός άντρας. «Θέλω να τα χρησιμοποιήσω για να βοηθήσω όλο τον κόσμο. Μπορείς, σε παρακαλώ, να μου πεις το μυστικό της δημιουργίας τέτοιου πλούτου;».

Ο δάσκαλος ένευσε καταφατικά. «Στην καρδιά κάθε ανθρώπινου πλάσματος υπάρχουν δυο θεές. Η Λάκσμι, η θεά του πλούτου, είναι γενναιόδωρη και όμορφη. Αν τη λατρέψεις, μπορεί να σε γεμίσει πλούτη· είναι όμως απρόβλεπτη και ίσως αποσύρει την ευλογία της απροειδοποίητα. Η άλλη θεά είναι η Σαρασβάτι, η θεά της σοφίας. Αν τη λατρέψεις ευλαβικά και αφιερώσεις τον εαυτό σου στη σοφία, η Λάκσμι θα ζηλέψει και θα σου δώσει περισσότερη σημασία. Όσο περισσότερο αναζητάς τη σοφία, τόσο πιο πολύ θα σε κυνηγά η Λάκσμι, περιλούζοντάς σε με θησαυρούς και πλούτη».

Αυτή η συμβουλή δεν είναι σαν τα συνηθισμένα ρητά σοφίας που μπορεί να ακούσει κανείς στις μέρες μας, του τύπου «Κάνε αυτό που αγαπάς και τα χρήματα θα έρθουν» ή «Ακολούθησε την ευδαιμονία σου». Τα μαθήματα σοφίας δεν είναι πάντα ευχάριστα, και αυτό που αγαπάτε μπορεί να αλλάξει. Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η αφοσίωση στη Σαρασβάτι ή αλλιώς στη σοφία σημαίνει να συνδεθείτε με αυτό που πραγματικά είστε, να ανακαλύψετε και στη συνέχεια να χρησιμοποιήσετε αυτό που είναι μοναδικό σ’ εσάς.

Το μονοπάτι προς την ολοκλήρωση βρίσκεται μέσα σας. Πάρτε ένα μονοπάτι που βρίσκεται έξω από σας και όλα τα οφέλη των χρημάτων, του γοήτρου και των υλικών αγαθών μπορεί να καταλήξουν άχρηστα, διότι δεν καταφέρατε να βρείτε αυτό που θα σας ολοκλήρωνε. Το να λέμε όμως σε κάποιον ότι τα χρήματα δεν φέρνουν την ευτυχία είναι μάταιο – αυτό που τα χρήματα αγοράζουν είναι αρκετά καλό.

Το πραγματικό πρόβλημα είναι ο προγραμματισμός του νου. Αν το μόνο που σας χαρακτηρίζει είναι ο υλισμός, τότε ο δρόμος ο λιγότερο ταξιδεμένος δεν υπάρχει καν. Τον γκρέμισαν για να φτιάξουν μια μεγάλη λεωφόρο προς το εμπορικό κέντρο.

Αλλά ο εγκέφαλος δεν είναι το ίδιο ελεύθερος να ερευνήσει μέσα του, τον εαυτό του

Ο εγκέφαλος, που βρίσκεται μέσα στο κρανίο, είναι το πιο εκπληκτικό ανθρώπινο όργανο. Έχει αποκτήσει τρομερές γνώσεις, σχεδόν για τα πάντα. Έχει εφεύρει τα πιο απίστευτα πράγματα, όπως το κομπιούτερ, τα μέσα γρήγορης τηλεπικοινωνίας και τα εργαλεία του πολέμου. Και είναι εντελώς ελεύθερος να ερευνήσει, να εφεύρει, να ψάξει. Αρχίζει με βάση τη γνώση και συσσωρεύει όλο και περισσότερες γνώσεις. Αν κάποια θεωρία δεν δουλεύει, εγκαταλείπεται. Αλλά ο εγκέφαλος δεν είναι το ίδιο ελεύθερος να ερευνήσει μέσα του, τον εαυτό του. Είναι διαμορφωμένος, πλασμένος, προγραμματισμένος να είναι ινδουιστής, μουσουλμάνος, χριστιανός, βουδιστής. Ινδός, Αμερικάνος, Γάλλος, Ρώσος και λοιπά. Ο ανθρώπινος εγκέφαλος, όπως ένα κομπιούτερ, είναι προγραμματισμένος για το ότι πρέπει να υπάρχουν πόλεμοι, ότι ανήκεις σε κάποια ομάδα, ότι οι ρίζες σου βρίσκονται στο τάδε μέρος της Γης και λοιπά. Όλοι μας είμαστε προγραμματισμένοι από την παράδοση, από την αδιάκοπη επανάληψη που κάνουν οι εφημερίδες, τα περιοδικά και η τηλεόραση, από τα χιλιάδες χρόνια εξωτερικής πίεσης. Ο εγκέφαλος είναι ελεύθερος προς μια κατεύθυνση: προς τον κόσμο της τεχνολογίας. Αλλά αυτός ακριβώς ο εγκέφαλος που είναι τόσο εκπληκτικά ικανός, είναι περιορισμένος από την ίδια του την ιδιοτέλεια. Ο εγκέφαλος μας -που είναι εξαιρετικά ελεύθερος προς μια κατεύθυνση – ψυχολογικά είναι ανάπηρος. Είναι δυνατόν, λοιπόν, ο ανθρώπινος εγκέφαλος να είναι ελεύθερος από όλα, έτσι ώστε να έχει τρομακτική ενέργεια;

Όχι για να κάνει περισσότερες απάτες, όχι για να έχει περισσότερη εξουσία ή χρήματα -παρόλο που πρέπει κανείς να έχει κάποια χρήματα-, αλλά για να βρει έναν τρόπο ζωής όπου δεν υπάρχει φόβος, δεν υπάρχει μοναξιά και θλίψη, και να ερευνήσει βαθιά τη φύση του θανάτου, του διαλογισμού και της αλήθειας. Είναι δυνατόν για τον ανθρώπινο εγκέφαλο, που διαμορφώνεται εδώ και χιλιάδες χρόνια, να είναι εντελώς ελεύθερος; Ή μήπως οι άνθρωποι πρέπει να είναι για πάντα σκλάβοι και να μη γνωρίζουν την ελευθερία; Όχι την “ελευθερία” με την αφηρημένη έννοια, αλλά την ελευθερία από την ψυχολογική σύγκρουση, γιατί ζούμε μέσα σ’ αυτή τη σύγκρουση. Εκείνο που είναι γεγονός για όλους τους ανθρώπους-από την παιδική ηλικία μέχρι να πεθάνουν- είναι ότι όντας ανασφαλείς θέλουν ασφάλεια- είναι αυτός ο αδιάκοπος αγώνας αναζήτησης ψυχολογικής ασφάλειας που ποτέ δεν βρίσκουν και που τους δημιουργεί εσωτερική σύγκρουση.

Είναι, λοιπόν, δυνατόν για τους ανθρώπους στον σύγχρονο κόσμο, με όλες τους τις πολυπλοκότητες, να ζήσουν χωρίς τη σκιά της σύγκρουσης; Γιατί η σύγκρουση παραμορφώνει τον εγκέφαλο, μειώνει τις ικανότητες και την ενέργειά του κι έτσι γρήγορα ο εγκέφαλος φθείρεται. Μπορείτε, καθώς μεγαλώνετε, να παρατηρήσετε μέσα σας αυτή την αδιάκοπη σύγκρουση.

Τι είναι σύγκρουση; Σας παρακαλώ, μην περιμένετε εμένα να σας πω την απάντηση. Κάντε αυτή την ερώτηση στον εαυτό σας και δώστε όλο σας τον νου στο να βρείτε ποια είναι η φύση της σύγκρουσης. Σύγκρουση υπάρχει σίγουρα όταν υπάρχει διττότητα: “εγώ” και “εσύ”, η γυναίκα μου- ή ο άντρας μου- ως κάτι το χωριστό από μένα- ο διαχωρισμός σε σκεπτόμενο και σκέψη. Όσο, λοιπόν, θα υπάρχει διαίρεση ανάμεσα σε εθνικότητες, ανάμεσα σε θρησκείες, ανάμεσα σε ανθρώπους, ανάμεσα στο ιδανικό και στο πραγματικό, ανάμεσα σε “εκείνο που είναι γεγονός’ και στο “πώς θα έπρεπε να είναι” δεν μπορεί παρά να υπάρχει σύγκρουση. Αυτό είναι νόμος. Όπου υπάρχει διαχωρισμός, η αίσθηση της διαίρεσης- Άραβας και Εβραίος, ινδουιστής και μουσουλμάνος, πατέρας και γιος και λοιπά-, δεν μπορεί παρά να υπάρχει σύγκρουση. Αυτό είναι γεγονός.

Ποιος έχει δημιουργήσει αυτή τη διαίρεση ανάμεσα σε “εκείνο που είναι γεγονός” και στο “πώς θα έπρεπε να είναι”; Και τη διαίρεση ανάμεσα στον αποκαλούμενο “Θεό” -αν υπάρχει τέτοια οντότητα- και στον εαυτό σας; Όπως και τη διαίρεση ανάμεσα στην επιθυμία σας για γαλήνη και στο να είστε σε σύγκρουση; Αυτή είναι η αληθινή πραγματικότητα της καθημερινή μας ζωής. Και ο ομιλητής αναρωτιέται – όπως θα έπρεπε να αναρωτιέστε κι εσείς: Ποιος έχει δημιουργήσει αυτή τη διαίρεση- όχι μόνο εξωτερικά, αλλά και εσωτερικά; Σας παρακαλώ, κάντε στον εαυτό σας αυτή την ερώτηση. Ποιος είναι υπεύθυνος για όλο αυτό το χάος που υπάρχει στον κόσμο, την ατέλειωτη πάλη ανάμεσα στους ανθρώπους και μέσα τους, τη μοναξιά, την απελπισία, τον ατέλειωτο πόνο και μια αίσθηση θλίψης, από την οποία ο άνθρωπος μοιάζει να μην έχει ξεφύγει ποτέ; Ποιος είναι υπεύθυνος για όλο αυτό; Έτσι, πρέπει κανείς να ερευνήσει σε βάθος όχι μόνο γιατί τα ανθρώπινα πλάσματα ζούνε σε αδιάκοπη σύγκρουση και θλίψη και γιατί αναζητάνε ασφάλεια, αλλά επίσης και τη φύση της δικαιοσύνης. Υπάρχει καθόλου δικαιοσύνη στον κόσμο; Ο ένας είναι έξυπνος και ο άλλος δεν είναι. Ο ένας έχει όλα τα προνόμια και ο άλλος δεν έχει το παραμικρό. Ο ένας ζει σε αρχοντικό σπίτι και ο άλλος σε καλύβα έχοντας με δυσκολία ένα γεύμα την ημέρα. Υπάρχει, λοιπόν, καθόλου δικαιοσύνη; Δεν είναι σημαντικό να το βρει κανείς από μόνος του; Για να κατανοήσεις τη φύση της δικαιοσύνης και για να βρεις αν υπάρχει καθόλου δικαιοσύνη, πρέπει να ερευνήσεις πολύ πολύ βαθιά τη φύση της θλίψης και το αν είναι δυνατόν να μην υπάρχει καθόλου ιδιοτέλεια. Και επίσης, θα πρέπει να ερευνήσουμε σε βάθος τι είναι ελευθερία και τι είναι καλοσύνη.

Οι κοινωνίες στις οποίες ζούμε έχουν δημιουργηθεί από κάθε ανθρώπινο πλάσμα, με την απληστία του, τον φθόνο του, την επιθετικότητά του και την αναζήτησή του για ασφάλεια. Εμείς έχουμε δημιουργήσει την κοινωνία στην οποία ζούμε κι έχουμε γίνει μετά και σκλάβοι αυτής της κοινωνίας. Το καταλαβαίνετε όλο αυτό; Εμείς οι άνθρωποι , μέσα από φόβο, μέσα από μοναξιά και την αναζήτηση ασφάλειας- χωρίς ποτέ να κατανοούμε τι είναι ανασφάλεια, αλλά θέλοντας πάντα ασφάλεια-, έχουμε δημιουργήσει τον πολιτισμό μας, την κοινωνία μας, τις θρησκείες μας, τους θεούς μας.

Πώς ο εγκέφαλός μας βιώνει το χρόνο μέσα σε ένα νευρωνικό του δίκτυο

Ερευνητές στο Ινστιτούτο Kavli ανακάλυψαν δίκτυο εγκεφαλικών κυττάρων το οποίο εκφράζει την αίσθηση του χρόνου μέσα από εμπειρίες και μνήμες. Η περιοχή όπου βιώνεται ο χρόνος βρίσκεται ακριβώς δίπλα στην περιοχή που κωδικοποιεί το χώρο.

Τα ρολόγια είναι συσκευές που δημιουργήθηκαν από τους ανθρώπους για να μετρούν το χρόνο. Με κοινωνική σύμβαση, συμφωνούμε να συντονίζουμε τις δραστηριότητές μας σύμφωνα με το χρόνο του ρολογιού. Ωστόσο, ο εγκέφαλός μας δεν αντιλαμβάνεται τη χρονική διάρκεια με τις τυπικές μονάδες των λεπτών και ωρών στο ρολόι του χεριού μας. Η υπογραφή του χρόνου στις εμπειρίες μας και τις αναμνήσεις μας ανήκει σε ένα εντελώς διαφορετικό είδος χρονικότητας. Κατά τη διάρκεια της εξέλιξης, οι ζώντες οργανισμοί, συμπεριλαμβανομένων των ανθρώπων, ανέπτυξαν πολλαπλά βιολογικά ρολόγια για να μας βοηθήσουν να παρακολουθούμε το χρόνο. Αυτό που διακρίνει τους ποικίλους χρονομέτρες του εγκεφάλου δεν είναι μόνο η κλίμακα του χρόνου που μετριέται, αλλά επίσης τα φαινόμενα που συντόνισαν τα νευρωνικά ρολόγια.

Ορισμένοι χρονομέτρες τίθενται από εξωτερικές διεργασίες, όπως το κιρκάδιο ρολόι που συντονίστηκε στην ανάδυση και εξαφάνιση του ημερήσιου φωτός. Αυτό το ρολόι βοηθάει τους οργανισμούς να προσαρμόζονται με τους ρυθμούς της μέρας. Άλλοι χρονομέτρες τίθενται από φαινόμενα με πιο εσωτερική προέλευση, όπως τα κύτταρα του ιπποκάμπιου χρόνου που σχηματίζουν μια, σαν ντόμινο, αλυσίδα σήματος που παρακολουθούν χρονικές διάρκειες μέχρι και 10 δευτερόλεπτα ακριβώς. Σήμερα γνωρίζουμε πολλά σχετικά με τους μηχανισμούς του εγκεφάλου για τη μέτρηση μικρών χρονικών κλιμάκων όπως τα δευτερόλεπτα. Λίγα είναι γνωστά, ωστόσο, σχετικά με τη χρονική κλίμακα που ο εγκέφαλος χρησιμοποιεί για να καταγράψει τις εμπειρίες και τις μνήμες μας, οι οποίες μπορούν να διαρκούν από δευτερόλεπτα, μέχρι λεπτά ή ώρες.

Ένα νευρωνικό ρολόι για το χρόνο που βιώνεται

Ένα νευρωνικό ρολόι που παρακολουθεί το χρόνο που διαρκούν οι εμπειρίες είναι ακριβώς αυτό που ο Albert Tsao και οι συνάδελφοί του στο Ινστιτούτο Kavli για Συστήματα Νευροεπιστήμης του Νορβηγικού Πανεπιστημίου Επιστήμης και Τεχνολογίας, θεωρούν ότι έχουν ανακαλύψει. Με την καταγραφή στοιχείων από έναν πληθυσμό εγκεφαλικών κυττάρων οι ερευνητές προσδιόρισαν ένα ισχυρό σήμα κωδικοποίησης χρόνου βαθιά μέσα στον εγκέφαλο. «Η μελέτη μας αποκαλύπτει πώς ο εγκέφαλος κατανοεί το χρόνο καθώς βιώνεται ένα γεγονός», αναφέρει ο Tsao στην ιστοσελίδα Gemini. «Το δίκτυο δεν κωδικοποιεί το χρόνο αναλυτικά. Αυτό που καταγράφουμε είναι μάλλον ένας υποκειμενικός χρόνος που παράγεται από την εν εξελίξει ροή της εμπειρίας».

Το δίκτυο παρέχει χρονοσημάνσεις για τα γεγονότα και παρακολουθεί τη σειρά των γεγονότων μέσα σε μια εμπειρία, αναφέρει ο καθηγητής Moser. Το νευρωνικό ρολόι λειτουργεί οργανώνοντας τη ροή των εμπειριών μας σε μια διευθετημένη σειρά γεγονότων. Η δραστηριότητα αυτή δίνει το έναυσμα στο ρολόι του εγκεφάλου για τον υποκειμενικό χρόνο. Η εμπειρία, και η αλληλουχία των γεγονότων μέσα στην εμπειρία, είναι έτσι το υλικό του οποίου ο υποκειμενικός χρόνος γεννιέται και μετριέται από τον εγκέφαλο.

Χρόνος, Χώρος και Μνήμη στον Εγκέφαλο

Όπως αναφέρει, στην ίδια ιστοσελίδα, ο καθηγητής Moser: «Σήμερα, έχουμε μια αρκετά καλή κατανόηση του τρόπου που οι εγκέφαλοί μας διαχειρίζονται το χώρο, ενώ οι γνώση του χρόνου είναι λιγότερο σαφής. Ο χώρος στον εγκέφαλο είναι σχετικά εύκολο να ερευνηθεί. Συνίσταται από εξειδικευμένους τύπους κυττάρου που είναι ειδικοί για συγκεκριμένες λειτουργίες. Μαζί συνιστούν τις λεπτομέρειες του συστήματος». Το 2005, οι May-Britt και EdvardMoser ανακάλυψαν πλέγμα κυττάρων, που χαρτογραφεί το περιβάλλον μας σε διαφορετικές κλίμακες χωρίζοντας το χώρο σε εξαγωνικές μονάδες. Το 2014, ο Mosers μοιράστηκε το βραβείο Nobel με τον συνάδελφο και μέντορά τους John O’Keefe στο UCL (University College London) για τις ανακαλύψεις τους των κυττάρων που συνιστούν το σύστημα προσδιορισμού θέσης.

Το 2007, εμπνευσμένος από την ανακάλυψη του κυτταρικού πλέγματος χωρικής κωδικοποίησης των Mosers, ο τότε υποψήφιος διδάκτορας στο Ινστιτούτο Kavli, Albert Tsao, σχεδίασε να σπάσει τον κώδικα του τι συμβαίνει στον αινιγματικό πλευρικό ενδορινικό φλοιό (lateralentorhinal cortex ή LEC). Η περιοχή αυτή του εγκεφάλου είναι ακριβώς δίπλα στον έσω ενδορινικό φλοιό (medial entorhinal cortex ή MEC), όπου οι επιβλέποντες του Tsao, Mosers, είχαν ανακαλύψει το πλέγμα κυττάρων. «Ήλπιζα να βρω ένα παρόμοιο βασικό λειτουργικό κύτταρο που θα αποκάλυπτε τη λειτουργική ταυτότητα αυτού του νευρωνικού δικτύου», λέει ο Tsao. Η εργασία αποδείχθηκε να είναι ένα χρονοβόρο πρόγραμμα. «Δεν έμοιαζε να υπάρχει ένα μοτίβο στη δραστηριότητα αυτών των κυττάρων. Το σήμα άλλαζε συνεχώς» αναφέρει ο καθηγητής Moser.

Ήταν μόνο στα δυο τελευταία χρόνια που οι ερευνητές άρχισαν να υποψιάζονται ότι το σήμα πράγματι άλλαζε με το χρόνο. Έξαφνα τα καταγεγραμμένα δεδομένα άρχισαν να αποκτούν νόημα. «Ο χρόνος είναι μια εκτός-ισορροπίας διαδικασία. Είναι πάντα μοναδικός και μεταβαλλόμενος», αναφέρει ο καθηγητής. «Εάν αυτό το δίκτυο πράγματι κωδικοποιούσε το χρόνο, το σήμα θα πρέπει να αλλάζει με το χρόνο προκειμένου να καταγράφει τις εμπειρίες ως μοναδικές αναμνήσεις». Ο Mosers χρειάστηκε μόνο να αποκωδικοποιήσει το σήμα ενός απλού κυτταρικού πλέγματος για να ανακαλύψουν πώς κωδικοποιείται ο χώρος στον έσω ενδορινικό φλοιό. Η αποκωδικοποίηση του χρόνου στον πλευρικό ενδορινικό φλοιό αποδείχθηκε ότι είναι μια πιο περίπλοκη εργασία. Ήταν μόνο μετά από την έρευνα στην δραστηριότητα εκατοντάδων κυττάρων που ο Tsao μπόρεσε να δει ότι το σήμα κωδικοποιούσε τον χρόνο.

Το σχήμα του χρόνου

Η δομή του χρόνου υπήρξε από μακρού πεδίο αντιπαράθεσης φιλοσόφων και φυσικών. Τι μπορεί ο νεοανακαλυφθής μηχανισμός του εγκεφάλου για τον επεισοδιακό χρόνο να μας πει σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε το χρόνο; Είναι η αντίληψη του χρόνου γραμμική μοιάζοντας με ένα ποτάμι που ρέει ή κυκλική σαν ένα τροχό ή έλικα;

Τα δεδομένα από τη μελέτη του Kavli υποστηρίζουν ότι και τα δυο είναι σωστά και ότι το σήμα στο δίκτυο που κωδικοποιεί το χρόνο μπορεί να πάρει πολλές μορφές που εξαρτώνται από την εμπειρία.

Με ένα σύνολο πειραμάτων ακόμη ελέγχθηκε η υπόθεση ότι το δίκτυο LEC (πλευρικoύ ενδορινικού φλοιού) κωδικοποιούσε τον επεισοδιακό χρόνο, ελέγχοντας ευρείες και πιο στενές περιοχές εμπειριών και επιλογών δράσης. Σύμφωνα με τον καθηγητή Moser, η μελέτη δείχνει ότι αλλάζοντας τις δραστηριότητες που κάνετε, το περιεχόμενο της εμπειρίας σας, μπορείτε πραγματικά να αλλάξετε τη πορεία του χρονικού σήματος στο LEC και έτσι τον τρόπο που αντιλαμβάνεστε το χρόνο.

Ερευνητές αποκαλύπτουν που βρίσκεται κρυμμένη η ελλείπουσα μάζα του σύμπαντος και την υπολογίζουν

Οι αστρονόμοι έχουν ξοδέψει δεκαετίες ψάχνοντας για κάτι που ακούγεται σαν κάτι που είναι δύσκολο να λείπει: περίπου το ένα τρίτο της «κανονικής» ύλης στο Σύμπαν. Τα νέα αποτελέσματα από το Παρατηρητήριο Ακτίνων-Χ Chandra της NASA, μάλλον τους έχουν βοηθήσει να εντοπίσουν αυτή την ασύλληπτη εκτεταμένη ελλείπουσα ύλη. Από ανεξάρτητες καλά εμπεριστατωμένες παρατηρήσεις, οι επιστήμονες έχουν με ασφάλεια υπολογίσει πόση κανονική ύλη – που σημαίνει υδρογόνο, ήλιο και άλλα στοιχεία – υπήρξαν ακριβώς μετά τη Μεγάλη Έκρηξη. Στην περίοδο ανάμεσα στα λίγα πρώτα λεπτά και στα πρώτα δισεκατομμύρια χρόνια κατά προσέγγιση, πολλή από την κανονική ύλη διαμορφώθηκε σε κοσμική σκόνη, αέριο και αντικείμενα όπως τα άστρα και οι πλανήτες που τα τηλεσκόπια μπορούν σήμερα να δούνε στο Σύμπαν.

Το πρόβλημα είναι ότι όταν οι αστρονόμοι προσθέτουν τη μάζα όλης της κανονικής ύλης στην τωρινή περίοδο του Σύμπαντος, περίπου το ένα τρίτο από αυτή δεν μπορεί να βρεθεί. (Αυτή η ελλείπουσα μάζα είναι διακριτή από την ακόμη μυστήρια σκοτεινή ύλη). Μια ιδέα είναι ότι η ελλείπουσα ύλη συσσωρεύεται σε γιγάντιες αλυσίδες ή νήματα θερμού (θερμοκρασίες μικρότερες από 100 000 βαθμοί Κέλβιν) ή καυτού (θερμοκρασίες μεγαλύτερες από 100 000 βαθμοί Κέλβιν) αερίου στον διαγαλαξιακό χώρο. Τα νήματα αυτά είναι γνωστά στους αστρονόμους ως «θερμό-καυτό διαγαλαξιακό μέσο» ή WHIM (warm-hot intergalactic medium). Είναι αόρατη στα τηλεσκόπια ορατού φωτός, όμως κάποιο από το θερμό αέριο στα νήματα ανιχνεύεται στο υπεριώδες φως.

Χρησιμοποιώντας μια νέα τεχνική, οι ερευνητές έχουν βρει νέα και ισχυρά στοιχεία για το καυτό συστατικό του WHIM βασιζόμενοι σε δεδομένα από το Chandra και άλλα τηλεσκόπια. «Εάν βρούμε αυτή την ελλείπουσα μάζα, μπορούμε να λύσουμε ένα από τα μεγαλύτερα αινίγματα στην αστροφυσική», αναφέρθηκε από την Orsolya Kovacs του Harvard & Smithsonian Κέντρου για την Αστροφυσική (CfA) στο Cambridge της Μασαχουσέτης. «Που έκρυβε το σύμπαν τόση πολύ από την ύλης του, που συγκροτεί πράγματα όπως άστρα και πλανήτες και εμάς;».

Αστρονόμοι χρησιμοποίησαν το Chandra για να ψάξουν και μελετήσουν νήματα θερμού αερίου που απλώνονται κατά μήκος του δρόμου παρατήρησης ενός κβάζαρ, μιας φωτεινής πηγής ακτίνων-Χ που τροφοδοτείται από μια ταχύτατα αυξανόμενη υπερμεγέθη μαύρη τρύπα. Το κβάζαρ αυτό βρίσκεται περίπου 3,5 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη. Εάν η συνιστώσα «καυτό αέριο» του WHIM συνδέεται με αυτά τα νήματα, ορισμένες από τις ακτίνες-Χ από το κβάζαρ θα πρέπει να απορροφούνται από αυτό το καυτό αέριο. Έτσι, ψάχνουν για μια υπογραφή του καυτού αερίου που εντυπώνεται στο φως των ακτίνων-Χ του κβάζαρ που ανιχνεύεται από το Chandra.

Ένα από τα προβλήματα αυτής της μεθόδου είναι ότι το σήμα της απορρόφησης από το WHIM είναι ασθενές σε σύγκριση με το ολικό ποσό των ακτίνων-Χ που προέρχεται από το κβάζαρ. Όταν ερευνάται το συνολικό φάσμα των ακτίνων-Χ σε διάφορα μήκη κύματος, είναι δύσκολο να διακρίνονται τα χαρακτηριστικά τέτοιας ασθενούς απορρόφησης – τα πραγματικά σήματα του WHIM – από τις τυχαίες διακυμάνσεις.

Η Kovacs και η ομάδα της ξεπέρασε το πρόβλημα αυτό εστιάζοντας την έρευνά τους μόνο σε ορισμένο τμήμα του φάσματος του φωτός των ακτίνων-Χ, μειώνοντας την πιθανότητα μιας ψευδούς θετικής καταγραφής. Το έκαναν αυτό κατά πρώτον προσδιορίζοντας γαλαξίες κοντά στη γραμμή παρατήρησης για το κβάζαρ που βρίσκονται στην ίδια απόσταση από τη Γη, ως περιοχές θερμού αερίου που ανιχνεύθηκε από τα υπεριώδη δεδομένα. Με αυτή την τεχνική προσδιόρισαν 17 εφικτά νήματα μεταξύ του κβάζαρ και ημών και βρήκαν τις αποστάσεις τους.

Λόγω της διαστολής του σύμπαντος, που απλώνει το φως καθώς ταξιδεύει, όποια απορρόφηση ακτίνων-Χ από την ύλη σε αυτά τα νήματα θα μετατοπίζεται σε ερυθρότερα μήκη κύματος. Τα ποσά της μετατόπισης εξαρτώνται από τις γνωστές αποστάσεις από το νήμα, έτσι η ομάδα γνώριζε που να ψάξει στο φάσμα για απορρόφηση από το WHIM. «Η τεχνική μας είναι παρόμοια, ως αρχή, με το πώς πρέπει να διεξάγεται μια αποτελεσματική έρευνα για ζώα στις τεράστιες πεδιάδες της Αφρικής», ανέφερε ο Akos Bogdan, μέλος της συγγραφικής ομάδας της έρευνας επίσης από το CfA. «Γνωρίζουμε ότι τα ζώα χρειάζονται να πιουν, έτσι έχει νόημα να ψάξεις πρώτα γύρω από νερόλακκους».

Ενώ το στένεμα της περιοχής της έρευνάς τους βοήθησε, οι ερευνητές είχαν επίσης να υπερβούν το πρόβλημα της ασθενικότητας της απορρόφησης των ακτίνων-Χ. Έτσι, ενίσχυσαν το σήμα προσθέτοντας τα φάσματα από τα 17 νήματα, αλλάζοντας την διάρκειας 5,5 ημερών παρατήρηση στο ισοδύναμο πλούτο δεδομένων των περίπου 100 ημερών. Με την τεχνική αυτή ανίχνευσαν οξυγόνο με χαρακτηριστικά που υποδηλώνουν ότι ήταν σε αέριο με θερμοκρασία περίπου ένα εκατομμύριο βαθμούς Κέλβιν.

Προεκτείνοντας από αυτές τις παρατηρήσεις του οξυγόνου σε όλο το σύνολο των στοιχείων και από την παρατηρούμενη περιοχή στο τοπικό σύμπαν, οι ερευνητές αναφέρουν ότι μπορούν να υπολογίσουν τον πλήρες ποσό της ελλείπουσας ύλης. Τουλάχιστον σε αυτή την ειδική περίπτωση, τελικά η ελλείπουσα ύλη είχε κρυφτεί στο WHIM. «Συγκινηθήκαμε που μπορέσαμε να εντοπίσουμε ορισμένη από αυτή την ελλείπουσα ύλη», ο Randall Smith, ένα από τα μέλη της συγγραφικής ομάδας, από το CfA επίσης. «Στο μέλλον μπορούμε να εφαρμόσουμε την ίδια αυτή μέθοδο σε άλλα δεδομένα από κβάζαρ για να επιβεβαιώσουμε ότι αυτό το μακροχρόνιο μυστήριο έχει επιτέλους σπάσει».

Το πρώτο φωτόνιο που τηλεμεταφέρθηκε με επιτυχία από τη Γη σε ένα κινέζικο δορυφόρο

Το 2017 οι Κινέζοι εκτόξευσαν τον δορυφόρο  Micius, που πήρε το όνομά του από έναν αρχαίο Κινέζο φιλόσοφο που πέθανε το 391 π.Χ. Ο δορυφόρος Micius βρίσκεται σε μια σύγχρονη τροχιά με τον Ήλιο και σε ύψος 500 χιλιομέτρων, έτσι ώστε να ταξιδεύει πάνω από το ίδιο σημείο ακριβώς της Γης και την ίδια ώρα κάθε μέρα.
 
Ο Micius είναι πολύ σημαντικός για κβαντικά πειράματα. Έχει ένα πολύ ευαίσθητο δέκτη που μπορεί να ανιχνεύσει τις κβαντικές καταστάσεις μεμονωμένων φωτονίων που αποστέλλονται από το έδαφος στον δορυφόρο. Το πείραμα αυτό είναι πολύ χρήσιμο στα πειράματα της διεμπλοκής, της κρυπτογράφησης και της τηλεμεταφοράς. 
 
Ο δορυφόρος Micius κινείται σε ένα ύψος 500 χιλιομέτρων και για το μεγαλύτερο μέρος αυτής της απόστασης, τα φωτόνια που κάνουν το ταξίδι ταξιδεύουν μέσα στο κενό. Για να ελαχιστοποιηθεί η επίδραση της ατμόσφαιρας η κινεζική ομάδα δημιούργησε τον επίγειο σταθμό της στο Ngari στο Θιβέτ, σε υψόμετρο πάνω από 4.000 μέτρα. Έτσι, η απόσταση από το σταθμό έως το δορυφόρο κυμαίνεται από 1.400 χιλιόμετρα όταν είναι κοντά στον ορίζοντα σε 500 χιλιόμετρα όταν είναι ψηλά.
 
Για να εκτελέσει το πείραμα, η κινεζική ομάδα δημιούργησε πεπλεγμένα ζεύγη φωτονίων στο έδαφος με ρυθμό περίπου 4.000 ανά δευτερόλεπτο. Έπειτα έστειλαν ένα από αυτά τα φωτόνια στον δορυφόρο, ο οποίος περνούσε κάθε μέρα από πάνω τους τα μεσάνυχτα. Διατήρησαν δε το άλλο πεπλεγμένο φωτόνιο στο έδαφος.
 
Τέλος, μέτρησαν τα φωτόνια στο έδαφος και στην τροχιά για να επιβεβαιώσουν ότι έγινε η διεμπλοκή και ότι μπόρεσαν να τηλεμεταφέρουν φωτόνια με αυτόν τον τρόπο. Σε 32 ημέρες, έστειλαν εκατομμύρια φωτόνια και βρήκαν θετικά αποτελέσματα σε 913 περιπτώσεις.
 
«Αναφέρουμε την πρώτη κβαντική τηλεμεταφορά ανεξάρτητων qubits ενός μοναδικού φωτονίου από ένα παρατηρητήριο του εδάφους σε ένα δορυφόρο χαμηλού ύψους – μέσω ενός καναλιού προς τα πάνω – σε απόσταση έως και 1400 χλμ», λέει η κινεζική ομάδα.
 
Μετά από ένα χρόνο η επιστημονική ομάδα του Micius δημοσίευσε τα αποτελέσματα των πρώτων πειραμάτων της. Χρησιμοποίησαν τον Micius για να τηλεμεταφέρουν με επιτυχία το πρώτο αντικείμενο από το έδαφος στον δορυφόρο.  Η τεχνική βασίζεται στο περίεργο φαινόμενο της διεμπλοκής. Αυτό συμβαίνει όταν δύο κβαντικά αντικείμενα, όπως τα φωτόνια, σχηματίζονται την ίδια στιγμή στο έδαφος και στο διάστημα και έτσι μοιράζονται τις ίδιες ιδιότητες. Από τεχνική άποψη, περιγράφονται με την ίδια κυματική συνάρτηση.
 
Αυτή είναι η πρώτη φορά που κάποιο αντικείμενο έχει τηλεμεταφερθεί από τη Γη σε τροχιά και επίσης σπάει το ρεκόρ για τη μεγαλύτερη απόσταση σε μία διεμπλοκή.
 
Το πείραμα δείχνει επίσης την σαφή κυριαρχία της Κίνας και το προβάδισμα σε έναν τομέα που μέχρι τώρα ήταν υπό την κυριαρχία της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Nietzsche: Η Διαφθορά του Λογικού

«Λυκόφως των ειδώλων»

Παρατηρήστε τα συμπτώματα αυτών των κοινωνικών περιστάσεων, πού είναι απαραίτητα κάπου – κάπου και πού τα ονομάζουν «διαφθορά».

Από τη στιγμή πού εισχωρεί κάπου ή διαφθορά, βλέπεις να βασιλεύει μια πολλαπλή δεισιδαιμονία πού απέναντι της ή πίστη πού έχει υιοθετήσει γενικά ο λαός, εξασθενίζει και γίνεται ανίκανη, γιατί ή δεισιδαιμονία είναι ένας ελεύθερος στοχασμός δεύτερης τάξεως, Όποιος τού παραδίνεται διαλέγει ορισμένα σχήματα, ορισμένες φόρμουλες πού του αρέσουν. Δίνει στον εαυτό τον το δικαίωμα να διαλέγει. O προληπτικός έχει κάτι το πιο «προσωπικό» από τον πιστό. Προληπτική κοινωνία θα είναι εκείνη όπου θα βρίσκουμε κιόλας πολλά άτομα και πολλή ευχαρίστηση για κάθε τι το ατομικό. Απ’ αυτή την άποψη ή δεισιδαιμονία δείχνει πάντα μια πρόοδο απέναντι στην πίστη, εκδηλώνει πώς ή νόηση απελευθερώνεται και απαιτεί τα δικαιώματά της.

Τότε οι οπαδοί της παλιάς θρησκείας και της παλιάς θρησκευτικότητας παραπονιούνται ότι υπάρχει διαφθορά — μα αυτοί ακριβώς προσδιόριζαν ως τα τώρα τη χρήση της στον τρόπο πού εκφράζονται και πού έδωσαν στη δεισιδαιμονία την κακή της φήμη, ακόμα και στους κύκλους, των πιο ελεύθερων πνευμάτων.

Ας μάθουμε, λοιπόν, πώς ή δεισιδαιμονία είναι σύμπτωμα της χειραφέτησης.
Ακόμα κατηγορούν για χαλάρωση την κοινωνία εκείνη όπου εγκατασταίνεται ή διαφθορά: πραγματικά, το γόητρο τού πολέμου και τού πολεμικού ενθουσιασμού παθαίνουν φανερή πτώση», στην κοινωνία αυτή, ποθούν τις διασκεδάσεις της ζωής με το ίδιο πάθος πού επιδίωκαν άλλοτε τις στρατιωτικές ή τις γυμναστικές τιμές· Αλλά οι παρατηρητές αμελούν γενικά να παρατηρήσουν πώς εκείνη, ή παλιά δραστηριότητα, εκείνο το παλιό πάθος του έθνους πού φανέρωναν με τόσο πομπόίδικο τρόπου, μεταμορφώθηκε ·σε άπειρα ιδιωτικά πάθη και απ’ αυτό δεν έκανε άλλο παρά να γίνει λιγότερο φανερό.

Είναι πιθανό, μάλιστα, πώς, στην κατάσταση της «διαφθοράς», το έθνος στο έξης ξοδεύει μια δύναμη, μια βιαιότητα ενέργειας πολύ μεγαλύτερη από κάθε άλλη φορά, και πώς το άτομο ξοδιάζει αυτή; την ενέργεια πολύ πιο σπάταλα απ’ όσο μπορούσε πρωτύτερα, τότε πού ακόμα δεν ήταν αρκετά πλούσιο! Στις εποχές, λοιπόν, ακριβώς τής «χαλάρωσης», τρέχει ή τραγωδία στους δρόμους και στα σπίτια, και βλέπουμε να γεννιέται ο μεγάλος έρωτας, το μεγάλο μίσος, και ή φλόγα τής γνώσης αναπηδάει πυρωμένη προς τον ουρανό·

Τρίτο: Ισχυρίζονται πώς, επειδή, με κάποιο τρόπο συμψηφίζουν την κατηγορία της δεισιδαιμονίας και της χαλάρωσης πού μπορούν να προκαλέσουν στις εποχές της διαφθοράς, τα ήθη, γίνονται ηπιότερα σ’ αυτές τις περιόδους, πώς ή σκληρότητα ελαττώνεται σημαντικά σε σχέση με τις προηγούμενες εποχές, πού είχαν πιότερη πίστη, και δύναμη. Δεν θα μπορούσα να υπογράψω σ’ αυτό το εγκώμιο, όπως δεν υπέγραψα και στην προηγούμενη μομφή, το μόνο πού παραδέχομαι, είναι πώς ή σκληρότητα σταθεροποιείται και πώς το καινούργιο γούστο απεχθάνεται τις παλιές της μορφές, αλλά, από την άλλη μεριά, ή τέχνη του να πληγώνουμε, να βασανίζουμε με το λόγο ή με τη ματιά, φθάνουν, στις εποχές της διαφθοράς, στην υπέρτατη τελειοποίησή τους, τότε μονάχα γεννιούνται ή πονηριά και ή ευχαρίστηση τού να είμαστε κακοί. Οι άνθρωποι των διεφθαρμένων εποχών είναι πνευματώδεις, συκοφάντες και ξέρουν, ακόμα, πώς γίνεται πιστευτό ο τι είναι καλά ειπωμένο.

Τέταρτο, όταν «διαφθείρονται τα ήθη», είναι ή στιγμή όπου ξεπετιούνται εκείνα τα όντα πού ονομάζονται «τύραννοι» είναι οι προάγγελοι, είναι, ας πούμε, οι πρώιμοι προπομποί τού ατόμου. Άλλη μια στιγμή υπομονή, κι’ αυτό το φρούτο θα κρεμαστεί επιτέλους, ώριμο και χρυσωπό, στο δέντρο ενός λαού μόνο γι’ αυτόν υπάρχει αυτό το δέντρο! Σαν φτάνει στο απόγειο ή αποσύνθεση, όπως κι ο αγώνας των κάθε λογής τυράννων, βλέπουμε πάντα να ‘ρχεται ο Καίσαρας, ο οριστικός τύραννος πού καταφέρνει τη χαριστική βολή στον εξασθενισμένο αγώνα αυτών πού ανταγωνίζονται για την υπεροχή βάζοντας την κόπωση να δουλέψει για λογαριασμό του.

Και σαν έρχεται, το άτομο, γενικά, βρίσκεται στη στιγμή τής τέλειας ωριμότητάς του κι ο «πολιτισμός», κατά συνέπεια, στο ζενίθ της γονιμότητας του, μα αυτό δε γίνεται χάρη σ’ αυτόν, από το γεγονός δηλαδή τού τυράννου, μ’ όλο πού τούς πολύ καλλιεργημένους ανθρώπους αρέσει να κολακεύουν τον Καίσαρα λέγοντας πώς είναι έργο του. Ή αλήθεια είναι πώς χρειάζονται εξωτερική γαλήνη γιατί έχουν μέσα τους την ανησυχία τους, γιατί ή δουλειά τους είναι εσωτερικό πράγμα.

Είναι η μεγάλη στιγμή της προδοσίας, του ευδιάφθορου
Γιατί, ή αγάπη για το φρεσκοανακαλυπτόμενο εγώ είναι τότε πολύ πιο ισχυρή από την αγάπη για την «πατρίδα», πού είναι παλιά και φθαρμένη έννοια, θαμμένη κάτω από λεξιλογικές υπερβολές, και ή ανάγκη να εξασφαλιστούν απέναντι στις φοβερές ιδιοτροπίες της τύχης, ανοίγει ακόμα και τα πιο ευγενικά χέρια από τη στιγμή πού βρίσκεται ένας πλούσιος και ισχυρός άνθρωπος έτοιμος να ρίξει μέσα χρυσάφι.

Το μέλλον είναι τόσο αβέβαιο πού οι άνθρωποι ζούνε μέρα με τη μέρα, κι’ αυτή ή ψυχική κατάστασή, δίνει θαυμάσιες ευκαιρίες στους κάθε λογής πειρατές. Γιατί, κι’ όταν αποπλανιόμαστε και διαφθειρόμαστε, τo κάνουμε μόνο «για μια μέρα», και φυλάμε την αρετή για το μέλλον. Ξέρουμε πώς το άτομο, αυτός ο πραγματικός «καθαυτό» άνθρωπος, σκέφτεται πολύ περισσότερο τα πράγματα της στιγμής από τον αντίποδα του, τον άνθρωπο της αγέλης, γιατί δεν πιστεύει πώς μπορεί να βασίζεται στον εαυτό του περισσότερο απ’ όσο βασίζεται στο μέλλον.

Όμοια, προσηλώνεται στους τυράννους, γιατί πιστεύει πώς είναι ικανός για πράξεις και για έρευνες, πού δεν μπορούν να υπολογίζουν ούτε στην νοημοσύνη, ούτε στη συγγνώμη του πλήθους ενώ ο τύραννος ή ο Καίσαρας καταλαβαίνει το ατομικό δίκαιο, ακόμα κι’ ως τις φρικαλεότητες του, γιατί αυτός, έχει συμφέρον να επιτρέπει μια τολμηρότερη προσωπική ηθική, και μάλιστα να της δίνει και το χέρι του.

Γιατί για τον εαυτό του πιστεύει, και θέλει να πιστεύουν και οι άλλοι, εκείνο πού είχε εκφράσει μια μέρα ο Ναπολέοντας μ’ εκείνη την κλασσική έκφραση πού του ήταν χαρακτηριστική: «Έχω το δικαίωμα ν’ απαντήσω σ’ όλα σας τα παράπονα: μ’ ενα αιώνιο εγώ. Είμαι ξέχωρος απ’ όλο τον κόσμο και δε δέχομαι τούς όρους κανενός. Πρέπει να υποταχθεί τε σε όλες μου τις ιδιοτροπίες και να το βρίσκετε απλό το ότι διασκεδάζω μ’ αυτό το τρόπο». Αυτά είπε στην σύζυγό του μια μέρα πού εκείνη είχε λόγους να αμφιβάλλει για την πίστη του. Εποχές διαφθοράς είναι εκείνες πού τα μήλα πέφτουνε από τα δένδρα: δηλαδή, τα άτομα, εκείνα, πού φέρουν μέσα τους το σπέρμα του μέλλοντος, οι πρωτεργάτες του πνευματικοί αποικισμού, εκείνοι πού θέλουν ν’ αλλάξουν τούς δεσμούς του Κράτους και της Κοινωνίας. Ή λέξη διαφθορά δεν είναι άλλο παρά ένας υβριστικός όρος των φθινοπώρων ενός λαού.

Μεγάλα λάθη που κάνουν οι άνθρωποι

*Το λάθος της σύγχυσης αιτίας και αποτελέσματος. Δεν υπάρχει πιο επικίνδυνο λάθος από το μπέρδεμα της αιτίας με το αποτέλεσμα. Το ονομάζω πραγματική διαφθορά του λογικού. Κι όμως τούτο το λάθος εντάσσεται στις αρχαιότερες και στις νεότερες συνήθειες της ανθρωπότητας: είναι καθαγιασμένο και φέρει το όνομα της «θρησκείας» ή της «ηθικής». Οποια πρόταση διατυπωθεί από τη θρησκεία και την ηθική το περιέχει. Οι ιερείς και οι νομοθέτες ηθικών κανόνων είναι οι γεννήτορες τούτης της διαφθοράς του λογικού.

*Το λάθος της ψευδούς αιτιότητας. Οι άνθρωποι πάντα πίστευαν ότι γνωρίζουν τί είναι μια αιτία: από που παίρναμε όμως τη γνώση μας – ή ακριβέστερα, την πίστη μας ότι είχαμε αυτήν τη γνώση; Από τη σφαίρα των περίφημων «εσωτερικών γεγονότων», από τα οποία κανένα δεν αποδείχτηκε μέχρι σήμερα πως είναι όντως γεγονός. Πιστεύαμε ότι είμασταν αιτιώδεις στην πράξη της θέλησης: νομίζαμε πως τουλάχιστον εδώ συλλαμβάναμε την αιτιότητα επί το έργον. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία πως όλα τα προηγούμενα μιας πράξης, οι αιτίες της, έπρεπε να αναζητηθούν στη συνείδηση, και πως θα βρίσκονταν εκεί αν πράγματι αναζητούνταν – με τη μορφή «κινήτρων»: αλλιώς κανείς δεν θά ‘ταν ελεύθερος και υπεύθυνος για την πράξη αυτή. Τέλος, ποιος θα αρνιόταν ότι μια σκέψη προκαλείται από μια αιτία; Οτι το εγώ γίνεται αίτιο της σκέψης;

*Το λάθος των φανταστικών αιτιών. Για να αρχίσουμε με τα όνειρα: κατόπιν εορτής, μια αιτία τοποθετείται λαθραία κάτω από μια αίσθηση (λόγου χάρη, την αίσθηση που δημιουργείται από το μακρινό πυροβολισμό ενός κανονιού) – συχνά η αιτία αυτή είναι ένα ολοκληρωμένο μυθιστόρημα όπου κεντρικό πρόσωπο είναι ακριβώς αυτός που ονειρεύεται. Η αίσθηση διαρκεί στο μεταξύ, μ’ ένα είδος αντήχησης: περιμένει, ώσπου να της επιτρέψει το αιτιώδες ένστικτο νά ‘ρθει στην πρώτη σειρά, όχι πια σαν τυχαίο συμβάν, αλλά σαν «νόημα». Ο πυροβολισμός του κανονιού παρουσιάζεται μ’ έναν αιτιώδη τρόπο, μέσα σε μια φαινομενική αντιστροφή του χρόνου. Αυτό που είναι πραγματικά τελευταίο, το κίνητρο, βιώνεται πρώτο -συχνά με εκατοντάδες λεπτομέρειες που περνούν σαν αστραπή – και ο πυροβολισμός ακολουθεί. Τι συνέβη; Οι παραστάσεις που δημιουργήθηκαν από μια ορισμένη κατάσταση θεωρήθηκαν λανθασμένα αιτίες της.

Το λάθος της ελεύθερης θέλησης. Σήμερα δε νιώθουμε καμιά λύπηση για την έννοια της «ελεύθερης θέλησης» ξέρουμε πολύ καλά τι είναι – το πιο ολοκληρωμένο κατασκεύασμα των θεολόγων που θέλει να κάνει «υπεύθυνη» την ανθρωπότητα με τη δική τους έννοια, δηλαδή να την κάνει να εξαρτάται απ’ αυτούς. Δίνω εδώ μόνο την ψυχολογία κάθε «απόπειρας υπευθυνοποίησης».

Παντού όπου αναζητούνται ευθύνες, εκείνο που λειτουργεί συνήθως είναι το ένστικτο της επιθυμίας για κρίση και για τιμωρία. Το γίγνεσθαι χάνει την αθωότητά του όταν οποιοσδήποτε συγκεκριμένος τρόπος ύπαρξης αποδίδεται στη θέληση, σε σκοπούς, σε υπεύθυνες πράξεις: η θεωρία της θέλησης επινοήθηκε ουσιαστικά για το σκοπό της τιμωρίας, δηλαδή της επιθυμίας για εύρεση ενόχων. Ολόκληρη η παλιά ψυχολογία, η ψυχολογία της θέλησης, καθορίστηκε από το γεγονός ότι οι προπάτορές της, οι ιερείς που ήταν επικεφαλής των παλιών κοινοτήτων, ήθελαν να δημιουργήσουν για τους εαυτούς τους το δικαίωμα να τιμωρούν – ή ήθελαν νά δημιουργήσουν τούτο, το δικαίωμα για το Θεό. Οι άνθρωποι θεωρούνταν «ελεύθεροι» ώστε να μπορούν να κρίνονται και να τιμωρούνται – ώστε να μπορούν να γίνονται ένοχοι, κατά συνέπεια, κάθε πράξη έπρεπε να θεωρηθεί ηθελημένη και η καταγωγή κάθε πράξης έπρεπε να θεωρηθεί πως βρισκόταν μέσα στη συνείδηση.

Τι μπορεί νά ‘ναι η θεωρία μας; Η θεωρία μας είναι ότι κανείς δεν απονέμει στον άνθρωπο τις ιδιότητες του – ούτε ο Θεός, ούτε η κοινωνία, ούτε οι γονείς και οι πρόγονοί του, ούτε ο εαυτός του. Η ανοησία της τελευταίας ιδέας διδάχτηκε ως «νοητή ελευθερία» από τον Καντ ή ίσως κι από τον Πλάτωνα. Κανείς δεν είναι λοιπόν υπεύθυνος για το ότι είναι έτσι, για το ότι είναι φτιαγμένος με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ή για το ότι βρίσκεται σ’ αυτές τις συνθήκες ή σ’ αυτό το περιβάλλον. Η αδυσώπητη μοίρα της ουσίας του δεν πρέπει να διαχωρίζεται από την αδυσώπητη μοίρα αυτού που υπήρξε και αυτού που θα υπάρξει. Ο άνθρωπος δεν είναι το αποτέλεσμα κάποιας ειδικής επιδίωξης, μιας θέλησης, ενός σκοπού, ούτε είναι το αντικείμενο μιας απόπειρας προσέγγισης ενός «ιδανικού ανθρώπου» ή μιας «ιδανικής ευτυχίας» ή μιας «ιδανικής ηθικής». Είναι παράλογο να θέλουμε να αναθέσουμε την ουσία κάποιου στον ένα ή στον άλλο σκοπό. Επινοήσαμε την έννοια του «σκοπού»: στην πραγματικότητα δεν υπάρχει σκοπός.

Η θεωρία του Σκοπού της Ζωής

Κάθε άνθρωπος με το να κάνει το καλό ή το κακό, εξασκεί τη δύναμή του σε άλλους και δεν ζητά τίποτε περισσότερο. Κάνοντας το κακό, εξασκείς τη δύναμή σου σ’ όλους εκείνους που είσαι αναγκασμένος να τους κάνεις να τη νιώσουν, να την αισθανθούν, γιατί το κακό, ο πόνος δηλαδή, για τον σκοπό αυτό είναι ένα μέσο περισσότερο αισθητό από την ηδονή. Ο πόνος πάντοτε ζητά να μάθει την αιτία του, ενώ η ηδονή έχει την τάση να κλείνεται στον εαυτό της και να μη γυρίζει να κοιτάξει προς τα πίσω.

Κάνοντας το καλό, ή με το να επιθυμούμε το καλό των άλλων, εξασκούμε τη δύναμή μας σε όλους εκείνους που, με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, εξαρτώνται κιόλας από μας (δηλ. που έχουν συνηθίσει να μας σκέπτονται σαν αιτία τους). Προσπαθούμε να αυξήσουμε την δύναμή τους γιατί έτσι μεγαλώνουμε και τη δική μας δύναμη, ή θέλουμε να τους αποδείξουμε πόσο κερδισμένοι είναι που βρίσκονται στην εξουσία μας. Έτσι θα τους ικανοποεί περισσότερο η κατάστασή τους, θα κάνουν εχθρούς, τους εχθρούς της δικής μας δύναμης και θα είναι περισσότερο έτοιμοι να τους πολεμήσουν.

Το γεγονός ότι κάνουμε θυσίες για το καλό ή το κακό, ακόμα κι αν παίζουμε κορώνα-γράμματα τη ζωή μας, όπως ο μάρτυρας κάνει θυσία για το πιστεύω του, για την εκκλησία του, και τότε πάλι κάνουμε θυσίες για την ανάγκη μας για δύναμη, ή για να διατηρήσουμε το συναίσθημα της δύναμής μας. Αν συλλαμβάναμε σε όλη του την έκταση το «κατέχω την αλήθεια», πόσα και πόσα αγαθά δεν θα αφήναμε στην άκρη, για να διατηρήσουμε το συναίσθημα αυτό!

Πόσα και πόσα πράγματα δεν θα ρίχναμε στο «ποτάμι», για να μπορέσουμε να σταθούμε στην επιφάνεια, να σταθούμε δηλαδή πάνω απ’ όλους εκείνους που στερούνται την αλήθεια. Βέβαια, είναι πολύ σπάνιο, η κακή πράξη να είναι το ίδιο ευχάριστη με κείνη την πράξη του καλού. Αυτό είναι ένα δείγμα που φανερώνει πως μας λείπει ακόμα δύναμη ή που εκδηλώνει το πείσμα μας γι’ αυτή τη φτώχεια. Είναι ο προάγγελος για νέους κινδύνους ή για νέες αβεβαιότητες στο κεφάλαιο της δύναμης που διαθέτουμε. Είναι ο προάγγελος του ορίζοντά μας που τον σκεπάζουν προοπτικές εκδίκησης, τιμωρίας, αποτυχίας, εμπαιγμού. Μονάχα οι πιο ευέξαπτοι άνθρωποι, οι πιο άπληστοι για το αίσθημα της δύναμης, μπορούν να νιώσουν κάποια ευχαρίστηση, όταν αποτυπώνουν τη σφραγίδα της κυριαρχίας τους σ’ έναν δύστροπο άνθρωπο. Το ίδιο συμβαίνει και με κείνους που βλέπουν μόνο ανία και βάρος στο αντίκρισμα ενός πλάσματος που έχει πλέον υποδουλωθεί, που έγινε, δηλαδή, αντικείμενο καλοσύνης.

Πρέπει να ξέρουμε τι «καρυκεύματα» μας αρέσει να βάζουμε στη ζωή μας; Πρέπει να ξέρουμε, αν θέλουμε το αργό ή το απότομο μεγάλωμα της δύναμής μας; Το σίγουρο, ή το επικίνδυνο και παράτολμο; Είναι πλέον ζήτημα γούστου. Γυρεύουμε το ένα ή το άλλο καρύκευμα, ανάλογα με την κλίση της ιδιοσυγκρασίας μας. Για τις αγέρωχες φύσεις, η εύκολη λεία είναι κάτι το ευκολοκαταφρόνητο. Μονάχα στο αντίκρισμα ολοκληρωμένων ανθρώπων που θα μπορούσαν να γίνουν εχθροί τους, νιώθουν ένα αίσθημα ευεξίας, καθώς επίσης και στο αντίκρισμα απρόσιτων αποκτημάτων.

Πολλές φορές, είναι σκληροί για όποιον υποφέρει, γιατί δεν τον θεωρούν άξιο για την προσπάθεια και την περηφάνια τους, ενώ δείχνουν ευγένεια στους όμοιούς τους, που μ’ αυτούς η πάλη θα ήταν σίγουρα τιμητική αν παρουσιαζόταν η ευκαιρία. Κάτω από την εντύπωση του συναισθήματος της ευεξίας που τους δίνει την προοπτική, οι άνθρωποι της ιπποτικής κάστας έχουν συνηθίσει να συμπεριφέρονται ο ένας στον άλλο με πολύ λεπτή ευγένεια.

Ο οίκτος είναι το πιο ευχάριστο συναίσθημα σε κείνους που δεν είναι αρκετά υπερήφανοι και που δεν έχουν πιθανότητες να κάνουν μεγάλες κατακτήσεις. Η εύκολη λεία -και κάθε άνθρωπος που υποφέρει είναι εύκολη λεία- είναι ένα πράγμα που τους χαροποιεί. Επαινούν τον οίκτο σαν αρετή των πρόστυχων γυναικών.

Να μην σκέφτεσαι πια τον εαυτό σου
Θα έπρεπε να σκεφτούμε σοβαρά: γιατί πηδούμε στο νερό για να ανασύρου­με κάποιον που βλέπουμε να πνίγεται, ενώ δεν τρέφουμε καμιά συμπάθεια γι’ αυτόν; Από έλεος, εδώ δεν σκέφτεσαι πια παρά τον πλησίον σου, απαντά ο παραλογισμός. Η αλήθεια είναι ότι στον οίκτο -εννοώ σ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε εσφαλμένα οίκτο – δεν σκεπτόμαστε πια τον εαυτό μας συ­νειδητά, αλλά τον σκεφτόμαστε πολύ έντονα με ασυνείδητο τρόπο, όπως όταν το πόδι μας γλιστρά και κάνουμε ασυνείδη­τα τις αντίθετες κινήσεις που αποκαθιστούν την ισορροπία μας, χρησιμοποιώντας καταφανώς όλη μας τη λογική.

Το ατύ­χημα ενός άλλου προσώπου μας προσβάλλει γιατί μας κάνει να νιώσουμε την αδυναμία μας, ίσως και τη δειλία μας, αν δεν τον βοηθήσουμε. Ή μάλλον αυτό προκαλεί ήδη από μόνο του μείωση της τιμής μας μπροστά στους άλλους ή και στον ίδιο τον εαυτό μας. Ακόμη περισσότερο βρίσκουμε στο ατύχημα και στον πόνο ένα σήμα κινδύνου που παραμονεύει για μας. Και ήδη αυτές οι ενδείξεις της ανθρώπινης αβεβαιότητας και αδυ­ναμίας μπορούν να μας προκαλέσουν οδυνηρές συνέπειες. Απωθούμε αυτό το είδος αθλιότητας και προσβολής και απα­ντούμε σ’ αυτό με μια πράξη συμπόνιας που μπορεί να κρύβει μια λεπτή άμυνα και ακόμη μια εκδίκηση.

Μαντεύει κανείς ότι στο βάθος σκεφτόμαστε πολύ τον εαυτό μας, όταν βλέπει την απόφαση που παίρνουμε σε όλες τις περιπτώσεις όπου μπο­ρούμε να αποφύγουμε το θέαμα του άλλου που πάσχει, που στερείται, που οδύρεται: αποφασίζουμε να μην το αποφύγου­με όταν μπορούμε να το πλησιάζουμε ως άνθρωποι δυνατοί και συμπονετικοί, σίγουροι για την επιδοκιμασία, θέλοντας να νιώσουμε την αντίθεση της δικής μας ευτυχίας, ή καλύτερα ελ­πίζοντας να διασκεδάσουμε την πλήξη μας.

Οδηγούμε στην παραπλάνηση όταν αποκαλούμε οίκτο (Mitleid) την οδύνη (Leid) που μας προκαλεί ένα τέτοιο θέαμα και που μπορεί να είναι πολύ ποικιλόμορφο, επειδή σε κάθε περίπτωση, είναι μια οδύνη από την οποία λυτρώνεται αυτός που υποφέρει μπρο­στά μας: αυτό είναι δικό μας, όπως εκείνου είναι δικός του ο πόνος του. Οταν λοιπόν επιδιδόμαστε σε συμπονετικές πρά­ξεις, απαλλασσόμαστε μόνο από τον προσωπικό πόνο. Ωστό­σο, δεν ενεργούμε ποτέ έτσι από ένα μόνο κίνητρο: όπως είναι βέβαιο ότι θέλουμε να λυτρωθούμε από ένα πόνο, το ίδιο βέ­βαιο είναι ότι, για την ενέργεια, υποχωρούμε σε μια παρόρμηση ευχαρίστησης – και η ευχαρίστηση προκαλείται από το θέα­μα μιας κατάστασης αντίθετης με τη δική μας, επειδή η σκέψη της δύναμης να βοηθούμε μόνο αν θέλουμε, αποσκοπεί σε επαίνους και σε αναγνώριση στην περίπτωση που θα βοηθού­σαμε, με την πράξη της ίδιας της βοήθειας, εφόσον η πράξη πετυχαίνει (και όπως πετυχαίνει προοδευτικά, προκαλεί από μόνη της χαρά στον εκτελεστή της), αλλά κυρίως από το αί­σθημα ότι η παρέμβασή μας θέτει ένα όρο σε μια εξοργιστική αδικία (η εκτόνωση της οργής αρκεί ήδη για να ανακουφίσει).

Όλα αυτά μαζί με πολλά ακόμη λεπτότερα στοιχεία, είναι «οί­κτος» («Mitleid»): -πόσο αδέξια επιτίθεται η γλώσσα μας μ’ αυ­τή τη λέξη για ένα τόσο περίπλοκο οργανισμό! – Το ότι, αντίθε­τα, η συμπόνια είναι ταυτόσημη με την οδύνη που την προκα­λεί η θέα της, ή το ότι έχει γι’ αυτό μια ιδιαίτερα διεισδυτική και ευαίσθητη κατανόηση – αυτά αντιτίθενται στην εμπειρία, κι εκείνος που έχει εγκωμιάσει τον οίκτο μ’ αυτές τις δύο σχέ­σεις, στερείται αρκετής πείρας στο ηθικό πεδίο.

Γι’ αυτό μου εγείρονται αμφιβολίες όταν διαβάζω τα απίστευτα πράγματα που αναφέρει ο Σοπενχάουερ για την ηθική: αυτός που θα ήθε­λε με όλα αυτά να μας πείσει να πιστέψουμε στην μεγάλη και­νοτομία της εφεύρεσής του, ότι δηλαδή ο οίκτος – αυτός ο οί­κτος που παρατηρεί τόσο επιπόλαια και που περιγράφει τόσο αδέξια – είναι η πηγή κάθε ηθικής πράξης για το παρόν και για το μέλλον – ακριβώς εξαιτίας των ικανοτήτων που αυτός πρώ­τος επινόησε γι’ αυτόν.

Στο κάτω- κάτω, τι ξεχωρίζει τα άτομα χωρίς έλεος από τα συμπονετικά άτομα;
Πριν απ’ όλα -για να δώσουμε ακόμη ένα σκίτσο με αδρές γραμμές- δεν έχουν την ευερέθιστη φαντασία που προκαλεί ο φόβος, ούτε την επιδεξιότητα να προαισθάνονται τον κίνδυνο. Έτσι, η ματαιοδοξία τους πληγώνεται πιο αργά αν γίνει κάτι που θα μπορούσαν να το είχαν αποφύγει (για να διαφυλαχτεί η περηφάνια τους, τους προστάζει να μην αναμιχτούν ανώφελα σε υποθέσεις των άλ­λων και μάλιστα, εφόσον ενεργούν έτσι, τους αρέσει να βοη­θά ο καθένας τον εαυτό του και να παίζει με τα δικά του χαρ­τιά). Επιπλέον, έχουν συνηθίσει γενικά να υπομένουν περισσό­τερα βάσανα απ’ όσο οι συμπονετικοί άνθρωποι, και δεν τους φαίνεται άδικο να υποφέρουν οι άλλοι εφόσον έχουν υποφέ­ρει κι αυτοί οι ίδιοι.

Στο κάτω-κάτω, το θέαμα των ευαίσθητων αισθημάτων τους προκαλεί τον ίδιο πόνο που προκαλεί το θέα­μα της στωικής απάθειας στους συμπονετικούς ανθρώπους. Κι έχουν για τις ευαίσθητες καρδιές περιφρονητικά λόγια και φοβούνται ότι το αρρενωπό πνεύμα τους και η ψύχραιμη ανδρεία τους κινδυνεύουν: μπροστά στους άλλους κρύβουν τα δάκρυά τους και όταν είναι μόνοι τους τα σφουγγίζουν οργι­σμένοι με τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτοί ανήκουν σε ένα άλλο είδος εγωιστών από τους συμπονετικούς ανθρώπους. Αλλά με το να τους χαρακτηρίσουμε κακούς με διακριτική σημασία και να αποκαλέσουμε τα συμπονετικά άτομα καλούς, δεν σημαίνει τίποτα άλλο από μια ηθική της μόδας: ακριβώς όπως είχε η αντίθετη μόδα στην εποχή της, μια πολύ μακρόχρονη εποχή!

Friedrich Nietzsche

Ελληνιστική Γραμματεία: Ιστορικό, πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, Μια μοντέρνα κοινωνία, Τα ήθη της μεγαλούπολης

Ένας από τους βασικούς στόχους του Αλέξανδρου ήταν η ίδρυση πόλεων, μια τάση που συνεχίστηκε καθόλη τη διάρκεια της ελληνιστικής περιόδου. Οι μεγαλύτερες και μικρότερες πόλεις που χτίστηκαν ή αναβίωσαν σε ολόκληρη την ελληνιστική οικουμένη ήταν διοικητικά, οικονομικά, εμπορικά, στρατιωτικά και οπωσδήποτε πολιτισμικά κέντρα. Κοντά στις παλαιότερες πόλεις που συνέχιζαν να αποτελούν πόλο έλξης για όσους αναζητούσαν την ελληνική παιδεία (χαρακτηριστικό παράδειγμα η Αθήνα που υπήρξε κέντρο της φιλοσοφίας και της τέχνης για πολλούς αιώνες μετά τα κλασικά χρόνια), μεγαλουπόλεις όπως η Αλεξάνδρεια και η Πέργαμος συνέβαλαν στη διάσωση του ελληνικού πολιτισμού μέσα από τη λειτουργία πνευματικών ιδρυμάτων και βιβλιοθηκών.
 
Στα ελληνιστικά χρόνια τελειοποιείται η αστική αρχιτεκτονική και οι πόλεις, συνήθως πυκνοκατοικημένες, ακολουθούν πλέον μαζικά το ιπποδάμειο σχέδιο. Στο κέντρο τους χτίζονται πλήθος μνημείων και αρχιτεκτονημάτων προκειμένου να εξυπηρετηθούν οι διοικητικές, θρησκευτικές και οικονομικές δραστηριότητες των πολιτών. Ναοί, δικαστήρια, αγορές, στοές, κρατικά αρχεία, βιβλιοθήκες, γυμνάσια, παλαίστρες και φυσικά τα ανάκτορα αντικατοπτρίζουν την αίγλη και τη δύναμη του εκάστοτε μονάρχη. Η πληθυσμιακή σύνθεση είναι πολυπολιτισμική, Έλληνες και ντόπιοι συνυπάρχουν, νέες οικονομικές ευκαιρίες παρουσιάζονται για όλες τις κοινωνικές τάξεις, το εμπόριο ανθεί, οι γυναίκες βελτιώνουν σημαντικά τη θέση τους.
 
Η ελληνιστική πόλη, που βγαίνει από τα στενά όρια της κλασικής της μορφής και εξελίσσεται σε μεγαλούπολη, συμβάλλει στη ραγδαία αστικοποίηση του μετακλασικού κόσμου. Αυτή η αστικοποίηση μεταβάλλει ριζικά τις αξίες και τα πιστεύω των ανθρώπων. Η προσήλωση στα υλικά αγαθά, την πολυτέλεια και τη μεγαλοπρέπεια, την επίδειξη και τον υλισμό είναι ενδεικτικά πλέον της κοινωνικής θέσης και σύμβολα δύναμης. Μέσα στις μεγαλουπόλεις, ο πολίτης γίνεται κοσμοπολίτης, και, σε ό,τι αφορά κυρίως την ελίτ των μορφωμένων, συχνά δοκιμάζει να αναμίξει πολιτισμικά το ελληνικό και το ανατολικό στοιχείο. Η σημαντικότερη ωστόσο συνέπεια αφορά την οριστική απώλεια του δημόσιου χαρακτήρα της πόλης και την προσήλωση του πολίτη στην ιδιωτική του ζωή. Καθώς το δημόσιο και το ιδιωτικό διαχωρίζονται, ένα πνεύμα ατομικισμού κυριαρχεί σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής — την κοινωνία, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία.