Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Sam Harris: Σε Τι Θα Έπρεπε Να Πιστεύουμε;

Πιστεύουμε στα περισσότερα απ’ όσα πιστεύουμε σε σχέση με τον κόσμο, επειδή μας τα έχουν πει κάποιοι άλλοι. Η αποδοχή της αυθεντίας των ειδικών, και της μαρτυρίας συνηθισμένων ανθρώπων είναι, το υλικό από το οποίο παράγονται κοσμοαντιλήψεις. Μάλιστα, όσο περισσότερο μορφωμένοι γινόμαστε, τόσο περισσότερο τα πιστεύω μας έρχονται από δεύτερο χέρι.
 
Ένα άτομο που πιστεύει μόνο σε όσες προτάσεις μπορεί να υποστηρίξει πλήρως, με βάση τις αισθήσεις του ή τις θεωρητικές του απόψεις, δεν θα γνωρίζει σχεδόν τίποτε σε σχέση με τον κόσμο, αν βεβαίως δεν σκοτωθεί αμέσως, λόγω της αγνοίας του. Πώς γνωρίζεις ότι το να πέσεις από μεγάλο ύψος είναι επικίνδυνο για την υγεία σου; Εξαιρουμένης της περίπτωσης που έχεις δει κάποιον να σκοτώνεται με αυτόν τον τρόπο, έχεις υιοθετήσει αυτήν την πεποίθηση, με βάση την αυθεντία τρίτων.

Αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα. Η ζωή είναι πολύ σύντομη, και ο κόσμος πολύ πολύπλοκος, για να προσπαθήσει ο καθένας μας να τον αντιμετωπίσει μόνος, με επιστημολογικούς όρους. Εξαρτώμεθα πάντοτε από την εξυπνάδα και την ακρίβεια, αν όχι και από την καλοσύνη κάποιων αγνώστων.

Αυτό δεν υπονοεί, όμως, ότι όλες οι μορφές αυθεντίας είναι έγκυρες. Ούτε υπονοεί ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες αυθεντίες θα αποδειχθούν πάντοτε αξιόπιστες. Υπάρχουν καλά και κακά επιχειρήμα-κι, ακριβείς και ανακριβείς παρατηρήσεις. Ο καθένας από εμάς είναι υποχρεωμένος να λειτουργήσει ως τελικός κριτής όσον αφορά το κατά πόσον είναι λογικό να υιοθετήσει μία δεδομένη πεποίθηση σε σχέση με τον κόσμο.

Ας εξετάσουμε τις ακόλουθες πηγές πληροφοριών:
  • 1.Ο τηλεπαρουσιαστής του βραδινού δελτίου ειδήσεων λέει ότι έχει ξεσπάσει μία μεγάλη πυρκαγιά στην πολιτεία Κολοράντο. Έχουν ήδη καεί εκατό χιλιάδες στρέμματα, και η φωτιά είναι ακόμη εκτός ελέγχου.
  • 2. Κάποιοι βιολόγοι λένε ότι το DNA είναι η μοριακή βάση της γενετικής αναπαραγωγής των ειδών. Ο καθένας μας μοιάζει με τους γονείς του, διότι κληρονομεί ένα μέρος του δικού τους DNA. Έχουμε χέρια και πόδια, διότι το DNA μας περιέχει κωδικοποιημένες πρωτεΐνες, οι οποίες τα έπλασαν στις πρώτες φάσεις του σχηματισμού μας.
  • 3. Ο πάπας λέει ότι ο Χριστός γεννήθηκε από μία παρθένο και αναστήθηκε σωματικά μετά θάνατον. Είναι Υιός του Θεού, ο οποίος έπλασε το σύμπαν μέσα σε έξι ημέρες. Αν το πιστεύετε αυτό, όταν πεθάνετε θα πάτε στον Παράδεισο. Αν δεν το πιστεύετε, θα πάτε στην Κόλαση, όπου θα υφίστασθε βασανιστήρια στον αιώνα τον άπαντα.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις μορφές μαρτυρίας;
Για ποιον λόγο οι τρεις αυτές απόψεις εμπειρογνωμόνων δεν είναι εξ ίσου άξιες του σεβασμού μας; Με δεδομένη την ως τώρα ανάλυσή μας, δεν θα πρέπει να δυσκολευθούμε να αποδεχθούμε την αυθεντία των θέσεων 1 και 2, και να αγνοήσουμε τη θέση 3.

Πρόταση 1: Για ποιον λόγο κρίνουμε ότι η είδηση για την πυρκαγιά στο Κολοράντο είναι πειστική; Θα μπορούσε να είναι φάρσα.

Αλλά τι να πούμε για αυτά τα τηλεοπτικά πλάνα, στα οποία βλέπουμε ολόκληρες πλαγιές τυλιγμένες στις φλόγες και αεροπλάνα που ρίχνουν νερό για να τις σβήσουν; Ίσως να υπάρχει μία πυρκαγιά αλλά να έχει ξεσπάσει σε κάποια άλλη περιοχή. Ίσως, στην πραγματικότητα, να καίγεται το Τέξας. Είναι λογικό να κάνει κανείς τέτοιες υποθέσεις; Όχι. Γιατί όχι; Εδώ είναι που η έκφραση «κοινή λογική» αρχίζει να κερδίζει την εκτίμησή μας.

Με δεδομένα τα όσα πιστεύουμε για το ανθρώπινο μυαλό, την επιτυχία της ευρείας κλίμακας συνεργασίας μας με άλλα ανθρώπινα όντα, και λαμβανομένου υπ’ όψιν του πόσο βασιζόμαστε όλοι στα δελτία ειδήσεων, είναι σχεδόν αδιανόητο το ότι ένα έγκυρο τηλεοπτικό δίκτυο και ένας καλοπληρωμένος τηλεπαρουσιαστής μάς κάνουν κάποια φάρσα, ή ότι χιλιάδες πυροσβέστες, δημοσιογράφοι και τρομοκρατημένοι ιδιοκτήτες σπιτιών έχουν μπερδέψει το Τέξας με το Κολοράντο. Εν μέσω τέτοιων κρίσεων, που βασίζονται στην κοινή λογική, ενυπάρχει μία κατανόηση των αιτιοκρατικών συναρτήσεων ανάμεσα σε διάφορες διαδικασίες στον κόσμο, του πόσο πιθανές είναι διάφορες εξελίξεις, καθώς και των οργανωμένων συμφερόντων ή της απουσίας συμφέροντος εκείνων των οποίων κρίνουμε τη μαρτυρία. Τι έχει να κερδίσει ένας επαγγελματίας τηλεπαρουσιαστής δελτίου ειδήσεων, λέγοντας ψέματα σε σχέση με μία πυρκαγιά στο Κολοράντο; Σε αυτό το σημείο, δεν χρειάζεται να μπούμε σε λεπτομέρειες. Αν ο τηλεπαρουσιαστής του βραδινού δελτίου ειδήσεων λέει ότι έχει ξεσπάσει πυρκαγιά στο Κολοράντο, και στη συνέχεια μας δείχνει πλάνα με φλέγόμενα δένδρα, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι πράγματι υπάρχει μία πυρκαγιά στο Κολοράντο.

Πρόταση 2: Τι έχουμε να πούμε για τις αλήθειες της επιστήμης; Είναι αληθινές-, Πολλά έχουν γραφεί για την εγγενή προσωρινότητα των επιστημονικών θεωριών. Ο Καρλ Πόπερ μάς έχει πει ότι ποτέ δεν αποδεικνύουμε ότι μία θεωρία είναι ορθή. Απλώς δεν καταφέρνουμε να αποδείξουμε ότι είναι εσφαλμένη. Ο Τόμας Κουν μάς έχει πει ότι οι επιστημονικές θεωρίες υφίστανται δραστικές αναθεωρήσεις, με κάθε νέα γενιά, και επομένως δεν συγκλίνουν προς την αλήθεια. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια από τις σημερινές μας θεωρίες θα αποδειχθεί αύριο εσφαλμένη, επομένως πόση εμπιστοσύνη μπορούμε να τους έχουμε; Πολλοί απροετοίμαστοι δέκτες αυτών των ιδεών έχουν οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι φυσικές επιστήμες είναι απλώς ένας άλλος τομέας ανθρώπινης αναζήτησης, άρα δεν είναι περισσότερο βασισμένες σε γεγονότα αυτού του κόσμου εν σχέσει με τη λογοτεχνία ή τη θρησκεία. Όλες οι αλήθειες επιδέχονται αμφισβήτησης.

Αλλά όλοι οι τομείς αναζήτησης δεν εδράζονται στα ίδια θεμέλια, για τον απλό λόγο ότι δεν αναζητούν όλοι αυτοί οι τομείς τα ίδια θεμέλια (ή και κανένα απολύτως θεμέλιο). Η επιστήμη είναι η επιστήμη διότι εκπροσωπεί την πολύ μεγάλη προσπάθεια που καταβάλλουμε για να επαληθευτεί ότι οι δηλώσεις μας σχετικώς με τον κόσμο είναι αληθινές (ή τουλάχιστον όχι εσφαλμένες). Το πράττουμε αυτό μέσω των παρατηρήσεων και του πειράματος, μέσα στο πλαίσιο μίας θεωρίας. Το να πει κανείς ότι μία δεδομένη επιστημονική θεωρία μπορεί να είναι εσφαλμένη, δεν ισοδυναμεί με το να πει ότι ενδεχομένως είναι εσφαλμένη σε όλα της τα μέρη, ή ότι κάποια άλλη θεωρία έχει ίσες πιθανότητες να είναι ορθή. Τι πιθανότητες υπάρχουν να μην είναι το DNA η βάση για τη γενετική κληρονομικότητα; Λοιπόν, αν δεν είναι, η Μητέρα Φύση μάς οφείλει αρκετές εξηγήσεις. Πρέπει να εξηγήσει τα αποτελέσματα πειραμάτων διάρκειας πενήντα ετών, που έχουν καταδείξει ότι υπάρχουν αξιόπιστες συναρτήσεις ανάμεσα σε γενετικό τύπο και φαινότυπο (μαζί με τα αναπαρα-γώγιμα αποτελέσματα συγκεκριμένων γενετικών μεταλλαγών). Οποιαδήποτε ερμηνεία της κληρονομικότητας αντικαταστήσει τις σημερινές υποθέσεις της μοριακής βιολογίας, θα πρέπει να εξηγήσει τον ωκεανό των δεδομένων, που σήμερα συμφωνούν με αυτές τις παραδοχές. Ποιες είναι οι πιθανότητες ότι κάποια ημέρα θα ανακαλύψουμε ότι το DNA δεν έχει καμία απολύτως σχέση με την κληρονομικότητα; Είναι ουσιαστικά μηδενικές.

Πρόταση 3: Μπορούμε να βασισθούμε στην αυθεντία του πάπα; Φυσικά, εκατομμύρια καθολικών το πράττουν. Είναι μάλιστα αλάνθαστος σε θέματα πίστης και ηθικής. Μπορούμε στα αλήθεια να πούμε ότι οι καθολικοί σφάλλουν όταν πιστεύουν ότι ο πάπας γνωρίζει αυτά που λέει; Αναμφισβήτητα μπορούμε.

Γνωρίζουμε ότι κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν θα αρκούσε για να επιβεβαιώσει πολλά από τα θεμελιώδη πιστεύω του πάπα. Πώς μπορεί κάποιος που γεννήθηκε τον 20ό αιώνα να μάθει ότι ο Ιησούς γεννήθηκε πράγματι από μία παρθένο; Ποια συλλογιστική διαδικασία, μυστικιστική ή άλλη, θα μας παράσχει τα απαραίτητα στοιχεία για τη σεξουαλική ιστορία μίας γυναίκας από τη Γαλιλαία (γεγονότα που αντιβαίνουν σε πασίγνωστα δεδομένα της ανθρώπινης βιολογίας;). Δεν υπάρχει τέτοια διαδικασία. Ακόμη και μία μηχανή του χρόνου δεν θα μας βοηθούσε, εκτός αν ήμασταν διατεθειμένοι να παρακολουθούμε τη Μαρία είκοσι τέσσερεις ώρες το εικοσιτετράωρο για όσους μήνες είναι πιθανόν να έλαβε χώρα η σύλληψη του Ιησού.

Οι οραματικές εμπειρίες, από μόνες τους, δεν μπορεί ποτέ να επαρκέσουν για να απαντήσουν σε ερωτήματα που αφορούν ιστορικά γεγονότα. Ας πούμε ότι ο πάπας είδε ένα όνειρο σχετικώς με τον Ιησού, και ο Ιησούς παρουσιάσθηκε εμπρός του, φρέσκος-φρέσκος από το πινέλο του ντα Βίντσι. Ο πάπας δεν θα ήταν καν εις θέσιν να πει ότι ο Ιησούς που είδε στο όνειρό του έμοιαζε με τον αληθινό Ιησού. Το παπικό αλάθητο, ανεξαρτήτως του αριθμού των οραμάτων και των ονείρων που έχει δει, δεν εκτείνεται ούτε στη δυνατότητα να κρίνει αν ο ιστορικός Ιησούς είχε γένια, για να μη μιλήσουμε για το αν ήταν Υιός του Θεού, είχε γεννηθεί από μία παρθένο, ή είχε την ικανότητα να ανασταίνει νεκρούς. Απλούστατα, αυτά δεν είναι το είδος των προτάσεων που μπορεί να επιβεβαιώσει η μυστικιστική εμπειρία.

Φυσικά, θα μπορούσαμε να φαντασθούμε μία εκδοχή, στα πλαίσια της οποίας θα ήταν δυνατόν να πιστέψουμε στα οράματα του πάπα, ή στα δικά μας. Αν εμφανιζόταν ο Ιησούς και μας έλεγε πράγματα όπως «Η βιβλιοθήκη του Βατικανού έχει ακριβώς τριάντα επτά χιλιάδες διακόσια είκοσι έξι βιβλία» και ανακαλύπταμε ότι αυτό ήταν σωστό, τότε θα μπορούσαμε να αισθανθούμε ότι είχαμε το λιγότερο μπει σε έναν διάλογο, με κάποιον που είχε κάτι να πει σχετικώς με το πώς είναι ο κόσμος. Αν υπάρξει ένας επαρκής αριθμός δηλώσεων που μπορούν να επαληθευθούν, που θα προήρχοντο από τα «αιθέρια» στοιχεία των οραμάτων του Πάπα, θα μπορούσαμε να αρχίσουμε να μιλάμε σοβαρά για όποιους άλλους ισχυρισμούς του Ιησού. Το σημαντικό είναι ότι η αυθεντία του θα προέρχεται από τον μόνο τρόπο με τον οποίο κατακτάται η αυθεντία -με το να προβαίνει κανείς σε ισχυρισμούς σε σχέση με τον κόσμο, που μπορούν να διασταυρωθούν και να επιβεβαιωθούν από περαιτέρω παρατηρήσεις. Όσον αφορά την Πρόταση 3, είναι ολοφάνερο ότι ο πάπας δεν διαθέτει άλλα στοιχεία, πέραν της ιδίας της Βίβλου. Αυτό το έγγραφο δεν αποτελεί επαρκές υποστηρικτικό στοιχείο για τα πιστεύω του, αν λάβουμε υπ’ όψιν το επίπεδο των αποδεικτικών στοιχείων την εποχή που εγράφη η Βίβλος.

Και τι θα γίνει με την ελευθερία θρησκευτικής πίστης, που έχει τόσους υποστηρικτές; Δεν διαφέρει από την ελευθερία μας να πιστεύουμε στους δημοσιογράφους ή στους βιολόγους -και όποιος πιστεύει ότι τα μαζικά μέσα ενημέρωσης έχουν οργανώσει μία μαζική συνωμοσία σε σχέση με μία πυρκαγιά, ή ότι η μοριακή βιολογία δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία θεωρία που μπορεί να αποδειχθεί τελείως εσφαλμένη, έχει απλώς ασκήσει το δικαίωμά του να θεωρηθεί ανόητος. Ο θρησκευτικός παραλογισμός θα πρέπει να επισύρει μία ακόμη μεγαλύτερη απόρριψη στη συζήτησή μας, με δεδομένο ότι εξακολουθεί να αποτελεί μία από τις κύριες αιτίες ενόπλων συγκρούσεων στον κόσμο μας. Πριν φθάσετε στο τέλος αυτής της παραγράφου, ένα ακόμη άτομο θα έχει χάσει τη ζωή του, λόγω αυτών που πιστεύει κάποιος άλλος σε σχέση με τον Θεό. Ίσως να έφθασε η ώρα να απαιτήσουμε από τους συνανθρώπους μας να έχουν καλύτερους λόγους για να διατηρούν τις θρησκευτικές τους διαφορές, αν τέτοιοι λόγοι υπάρχουν.

Πρέπει να αρχίσουμε να συζητάμε ελεύθερα για αυτά που πραγματικά περιέχονται στα ιερά μας βιβλία, πέρα από τις διατακτικές ετεροδοξίες που έχουν γίνει της μόδας -τους ομοφυλοφίλους και τις λεσβίες ιερωμένους, τους μουσουλμάνους κληρικούς που δεν συμφωνούν με τους δημόσιους ακρωτηριασμούς, ή αυτούς που πηγαίνουν την Κυριακή στην εκκλησία και δεν έχουν διαβάσει ποτέ στη ζωή τους ολόκληρη την Βίβλο. Μία προσεκτική μελέτη αυτών των βιβλίων καθώς και της ιστορίας, αποκαλύπτει ότι δεν υπάρχει πράξη σκληρότητας τόσο αποκρουστική, που να μη δικαιολογείται, ακόμη και να προωθείται, σε αυτές τις σελίδες. Μόνο μέσω της άκρως ταχυδακτυλουργικής αποφυγής εδαφίων, των οποίων η κανονικότητα δεν έχει ποτέ αμφισβητηθεί, μπορούμε να αποφύγουμε να αλληλοσκοτωθούμε για τη δόξα του Θεού. Ο Μπέρτραντ Ράσελ είχε δίκιο όταν έκανε την ακόλουθη παρατήρηση:

Οι Ισπανοί, στο Μεξικό και στο Περού συνήθιζαν να βαπτίζουν τα νεογέννητα των Ινδιάνων και μετά να τους τινάζουν τα μυαλά στον αέρα. Με αυτόν τον τρόπο, διασφάλιζαν ότι τα μωρά θα πήγαιναν στον Παράδεισο. Κανένας ορθόδοξος χριστιανός δεν μπορεί να βρει κάποιον βάσιμο λόγο για να καταδικάσει την ενέργειά τους αυτή, αν και σήμερα όλοι την καταδικάζουν. Με άπειρους τρόπους, το δόγμα της ατομικής αθανασίας στη χριστιανική του μορφή, έχει επιδράσει κατά τρόπο καταστροφικό στα ήθη...

Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων των οποίων η πίστη τούς ωθεί να επιτελούν σπουδαίες πράξεις αυτοθυσίας για το καλό των άλλων. Η βοήθεια την οποία δίνουν οι χριστιανοί ιεραπόστολοι στον αναπτυσσόμενο κόσμο δείχνει ότι οι θρησκευτικές ιδέες μπορούν να οδηγήσουν σε πράξεις που είναι συγχρόνως ωραίες και αναγκαίες. Αλλά υπάρχουν πολύ καλύτεροι λόγοι για αυτοθυσία, από αυτούς που παρέχει η θρησκεία. Το γεγονός ότι η πίστη έχει ωθήσει πολλούς ανθρώπους να κάνουν καλά πράγματα δεν σημαίνει ότι η πίστη αυτή καθαυτή είναι ένα αναγκαίο (ή ακόμη και καλό) κίνητρο για την καλοσύνη. Είναι απολύτως δυνατό, ακόμη και λογικό, να διακινδυνεύσει κανείς τη ζωή του για να σώσει άλλους, χωρίς να πιστεύει σε κάποιες απίθανες ιδέες σχετικώς με τη φύση του σύμπαντος.

Αντιθέτως, τα πιο τερατώδη εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας έχουν προέλθει σταθερά από κάποια αναπόδεικτα πιστεύω. Αυτό αποτελεί ουσιαστικά κοινοτοπία.


Οι εκστρατείες γενοκτονίας τείνουν να μην αντανακλούν τη λογικότητα των ενόχων, απλώς επειδή δεν υπάρχουν κάποιοι καλοί λόγοι για να σκοτωθούν φιλειρηνικά άτομα χωρίς διακρίσεις. Ακόμη και σε περιπτώσεις που αυτά τα εγκλήματα είχαν κοσμικό χαρακτήρα, απαιτήθηκε μία απίθανη ευπιστία ολόκληρων κοινωνιών για να εκτελεσθούν.

Το δίλημμα: αλτρουιστές ή εγωιστές;

Η ικανότητά μας να «συν-αισθανόμαστε» και να «βιώνουμε» σχεδόν σωματικά αλλότρια πάθη και συναισθήματα αποτελεί την απαραίτητη βιολογική προϋπόθεση για κάθε διανθρώπινη σχέση και συνεπώς ολόκληρης της κοινωνικής μας ζωής.
 
Πώς όμως είναι δυνατόν -και γιατί;- η βιολογική μας εξέλιξη να μας εφοδίασε με τη μαγική ικανότητα να βιώνουμε προσωπικά τα συναισθήματα ενός άλλου προσώπου;
 
Και τι ακριβώς συμβαίνει μέσα στον εγκέφαλό μας όταν βλέπουμε ένα αγαπημένο μας πρόσωπο να υποφέρει;
 
Αυτό που διαπιστώνουμε καθημερινά είναι ότι είμαστε όντως ικανοί όχι μόνο να αντιλαμβανόμαστε και να επεξεργαζόμαστε συνειδητά τον πόνο των άλλων, αλλά, ώς έναν βαθμό, να τον βιώνουμε προσωπικά.
 
Η κοινωνική μας ζωή, αντίθετα με ό,τι ισχυρίζονται κάποια νεοφιλελεύθερα ιδεολογήματα του συρμού, δεν μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην τυφλή ιδιοτέλεια και τον αιμοσταγή ανταγωνισμό.
 
Η δήθεν ιδιοτελής ή εγωιστική στρατηγική των γονιδίων μας, χωρίς τη συνεργατικότητα, την ενσυναίσθηση και τον αλτρουισμό των εγκεφάλων μας, θα ήταν μια αναποτελεσματική στρατηγική επιβίωσης.
 
Αναζητώντας την «ανθρώπινη φύση» μεταξύ επιστήμης και ιδεολογίας
Το γεγονός ότι όλα τα είδη ζώων διαθέτουν μια «ζωική φύση» θεωρείται από όλους προφανές και αυταπόδεικτο• το ότι όμως και οι άνθρωποι διαθέτουν μια ιδιαίτερη «ανθρώπινη φύση» δεν είναι διόλου προφανές, πόσω μάλλον αυταπόδεικτο.
 
Τα αίτια της διαχρονικής επιστημολογικής αλλά και πολιτικής αντιπαράθεσης σχετικά με το αν είναι θεμιτό (γνωσιακά) και παραγωγικό (κοινωνικά) να εφαρμόζουμε στη μελέτη της ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς τις μεθόδους και τις γνώσεις που, όλα αυτά τα χρόνια, έχει συσσωρεύσει η επιστημονική έρευνα δεν θα πρέπει να αναζητηθούν μόνο στις καινοφανείς ή ανατρεπτικές επιστημονικές ιδέες.
 
Εξίσου, αν όχι περισσότερο, θα έπρεπε να αποδοθούν στη μεταφυσική-θρησκευτική παράδοση που, μέχρι σήμερα, κυριαρχεί στον δυτικό πολιτισμό.
 
Αυτή η μεταφυσική παράδοση διαχωρίζει αυθαίρετα τη φύση από τον άνθρωπο, την ύλη από την ψυχή, το σώμα από τον νου.
 
Και συνεπώς, η άκριτη αποδοχή της μας επιβάλλει να αρνούμαστε το προφανές: ότι δηλαδή οι άνθρωποι διαθέτουν μια «βιολογική φύση» η οποία όχι μόνο εκδηλώνεται σε κάθε πτυχή της ζωής τους αλλά και επηρεάζει την κοινωνική συμπεριφορά τους.
 
Για να επιτύχουν αυτήν την αξιοπερίεργη υποβάθμιση ή και την εξάλειψη του βιολογικού, οι «ανθρωπιστικές επιστήμες» έπρεπε να αγνοήσουν και να υποτιμήσουν συστηματικά τη σημασία κάθε οργανικού-εξελικτικού ανθρώπινου χαρακτηριστικού.
 
Από τα εγωιστικά γονίδια…
Τα κοινά ανατομικά και λειτουργικά χαρακτηριστικά όλων των οργανισμών που ανήκουν στο είδος μας (Homo sapiens) οφείλονται προφανώς στην κοινή γονιδιακή κληρονομιά που μοιραζόμαστε ως άνθρωποι.
 
Ο λόγος ύπαρξης αυτής της κοινής γενετικής κληρονομιάς, το γεγονός δηλαδή ότι είναι ισότιμα κατανεμημένη σε όλα τα ανθρώπινα όντα, εξηγείται επαρκώς από την κοινή εξελικτική καταγωγή όλων των ανθρώπινων γονιδιωμάτων.
 
Αν, λοιπόν, τα γονίδια καθορίζουν, σε τελευταία ανάλυση, τη βιολογική ταυτότητα των ανθρώπων οι οποίοι συγκροτούν συλλογικά τις ανθρώπινες κοινωνίες, τότε στα γονίδιά μας -και μόνο σε αυτά!- θα πρέπει να αναζητηθεί η εξήγηση κάθε τυπικά ανθρώπινης κοινωνικής συμπεριφοράς, όσο περίπλοκη κι αν είναι αυτή.
 
Σε αυτόν τον φαινομενικά άψογο συλλογισμό στηρίχτηκε, από τα μέσα του εικοστού αιώνα και ύστερα, το πανίσχυρο ερευνητικό πρόγραμμα της μοριακής Βιολογίας: μία αναμφίβολα αναγωγιστική προσέγγιση που επιχειρεί να κατανοήσει και συνεπώς να εξηγήσει όλα τα ζωικά φαινόμενα σε μοριακό επίπεδο. Και χάρη στις πραγματικά εντυπωσιακές επιτυχίες της, η μοριακή προσέγγιση της ζωής θα αναδειχτεί, τις επόμενες δεκαετίες, σε κυρίαρχο εξηγητικό μοντέλο της Βιολογίας και θα επηρεάσει τους στόχους και τις εξελίξεις σε όλους σχεδόν τους τομείς έρευνας.
 
Ομως, συν τω χρόνω, πολλοί ερευνητές διαπίστωσαν ότι ο παραπάνω αναγωγιστικός συλλογισμός κάθε άλλο παρά συνεπής είναι αφού υποκρύπτει επιμελώς κάποια γνωστικά και λογικά άλματα.
 
Για παράδειγμα, αν όντως η γενετική ενότητα και η βιολογική ισότητα των ανθρώπων εξαρτάται, πρωτίστως, από τα κοινά τους γονίδια, τότε πώς εξηγείται η μεγάλη ποικιλομορφία του είδους μας, καθώς και η βιοψυχολογική μοναδικότητα κάθε ανθρώπινου όντος;
 
Επίσης, αν η κοινωνική συμπεριφορά μας καθορίζεται αποκλειστικά ή, έστω, κυρίως από τα γονίδιά μας, τότε γιατί, ενώ τα κοινωνικά πρότυπα συμπεριφοράς των ανθρώπων μεταβάλλονται σε κάθε ιστορική εποχή, τα γονίδια που την καθορίζουν παραμένουν αμετάβλητα;
 
Οι διαφορετικές επιστημονικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα εξαρτώνται από την οπτική γωνία που υιοθετεί κανείς: την αναγωγιστική ή την ολιστική.
 
Οσοι υιοθετούν την αναγωγιστική προσέγγιση διατείνονται ότι μόνο ο «γονότυπος», δηλαδή το σύνολο των γονιδίων ενός οργανισμού, καθορίζει τον «φαινότυπο», δηλαδή το σύνολο των ανατομικών και των συμπεριφορικών χαρακτηριστικών του οργανισμού.
 
Οσοι, αντίθετα, υιοθετούν μια ολιστική προσέγγιση, υποστηρίζουν ότι ο γονότυπος δεν προκαθορίζει αλλά συνδιαμορφώνει, μαζί με το περιβάλλον, τον φαινότυπο των έμβιων όντων.
 
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η ταυτόχρονη παρουσία και η άβολη συνύπαρξη στη σύγχρονη βιολογική σκέψη αυτών των δύο εκ διαμέτρου αντίθετων μεθοδολογικά προσεγγίσεων μας προϊδεάζει για το πόσο περίπλοκες είναι οι σχέσεις ανάμεσα στα γονίδια και τη συμπεριφορά μας.
 
Και θα ήταν αφελές να πιστεύει κανείς ότι θα μπορούσε ποτέ να προκύψει μια πλήρης ή επιστημονικά ικανοποιητική εξήγηση υιοθετώντας τη μία μόνο από τις δύο προσεγγίσεις, μελετώντας δηλαδή τα ανθρώπινα ζωικά φαινόμενα από μία είτε αναγωγιστική είτε ολιστική σκοπιά.
 
Για παράδειγμα, επιχειρώντας να κατανοήσουν τις συνήθεις -αλλά δυσεξήγητες επιστημονικά- ανθρώπινες συμπεριφορές όπως η αλληλεγγύη, ο αλτρουισμός και η συνεργασία, δύο κορυφαίοι βιολόγοι, ο Αμερικανός Τζορτζ Γουίλιαμς (George Williams) και ο Βρετανός Γουίλιαμ Χάμιλτον (William Hamilton) πρότειναν, κατά τα μέσα της δεκαετίας του 1960, μια ρηξικέλευθη γονιδιοκεντρική θεωρία: όλες αυτές οι φαινομενικά ανιδιοτελείς συμπεριφορές των κοινωνικών ζώων είναι στην πραγματικότητα η «σατανική» στρατηγική που υιοθετούν τα ιδιοτελή γονίδια των οργανισμών προκειμένου να αναπαραχθούν!
 
Από τη σκοπιά των γονιδίων, λοιπόν, τόσο ο συγκινητικός αλτρουισμός όσο και η φαινομενικά ανιδιοτελής αλληλεγγύη που εκδηλώνουν τα μέλη μιας κοινωνικής ομάδας (ζωικής ή ανθρώπινης, αδιάφορο) δεν είναι τίποτα περισσότερο από συγκαλυμμένη αναπαραγωγική ιδιοτέλεια, δηλαδή «γονιδιακός εγωισμός»!

Αυτή την πρωτότυπη και σαφώς γονιδιοκεντρική «εξήγηση» θα συνοψίσει θαυμάσια ο Ρίτσαρντ Ντόκινς (Richard Dawkins) στον τίτλο-σύνθημα του πολύ επιτυχημένου βιβλίου του «Το εγωιστικό γονίδιο».
 
Εναντίον αυτής της ακραιφνώς αναγωγιστικής ερμηνείας των πιο ανιδιοτελών ανθρώπινων συμπεριφορών έχουν διατυπωθεί πολλές σοβαρές επιστημονικές αλλά και κοινωνικοπολιτικές αντιρρήσεις, δεδομένου ότι η συγκεκριμένη επιστημονική θεωρία δεν είναι ιδεολογικά αμόλυντη αλλά, όπως ισχυρίζονται οι αντίπαλοί της, αναπαράγει υπόρρητα ή και νομιμοποιεί τις νεοφιλελεύθερες κοινωνικές αξίες και τις εμφανώς ιδιοτελείς οικονομικές επιταγές της εποχής μας.
 
Όμως, για τις φιλοσοφικές και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις σχετικά με αυτές τις επιστημονικές εξελίξεις θα πούμε περισσότερα στο επόμενο άρθρο.
 
…στους αλτρουιστικούς εγκεφάλους
Η Αρετή, ένα συμπαθητικό κοριτσάκι τριών ετών, βρίσκεται στην παιδική χαρά και βλέπει τον Γιώργο, ένα άγνωστο συνομήλικο παιδάκι, να κλαίει σπαραχτικά επειδή έπεσε από την κούνια.
 
Η άμεση αντίδρασή της είναι να βάλει κι αυτή τα κλάματα και αμέσως μετά να του προσφέρει την αγαπημένη της κούκλα για να τον παρηγορήσει.

Και θα ήταν μεγάλο σφάλμα να πιστέψει κανείς ότι τέτοιες εκδηλώσεις ενσυναίσθησης του πόνου των άλλων αφορούν μόνο τα νήπια.
 
Πώς θα μπορούσαμε, άραγε, να ορίσουμε αυτή την ευχέρεια των περισσότερων ανθρώπων να αναγνωρίζουν και να βιώνουν οι ίδιοι προσωπικά τις εμπειρίες και τα συναισθήματα των άλλων;
 
Το ότι οι άνθρωποι -όπως εξάλλου και τα περισσότερα ανώτερα θηλαστικά- μπορούν να συναισθάνονται και να εσωτερικεύουν βιωματικά τα αισθήματα της χαράς, της λύπης ή του πόνου που αισθάνεται ένας άλλος άνθρωπος είναι κάτι που επιβεβαιώνεται από την καθημερινή εμπειρία μας.
 
Πολύ λιγότερο κοινότοπη αποδεικνύεται η εξήγηση του γιατί εξελίχθηκαν οι συγκεκριμένοι εγκεφαλικοί και βιοψυχολογικοί μηχανισμοί πάνω στους οποίους στηρίζεται αυτή η σχεδόν «μαγική» ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε και κυρίως να βιώνουμε σε πρώτο πρόσωπο αλλότριες εμπειρίες ενός τρίτου προσώπου.
 
Πράγματι, πλήθος ηθολογικών και νευροβιολογικών ερευνών επιβεβαιώνουν ότι ο άνθρωπος δεν είναι το μοναδικό ζωικό είδος που έχει την ικανότητα να συναισθάνεται τους άλλους και να κοινοποιεί τα αισθήματά του.
 
Τα περισσότερα κοινωνικά ζώα, κυρίως τα θηλαστικά, διαθέτουν τις αναγκαίες νευρολογικές-εγκεφαλικές υποδομές για την εξυπηρέτηση των κοινωνικών τους αναγκών.
 
Γεγονός που το είχε αναγνωρίσει και διερευνήσει ο Κάρολος Δαρβίνος, ήδη από τα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα στα περίφημα βιβλία του «Η καταγωγή του ανθρώπου» και κυρίως στο «Η έκφραση των συγκινήσεων στον άνθρωπο και τα ζώα».
 
Σε αυτά τα δύο βιβλία ο πατέρας της σύγχρονης εξελικτικής θεωρίας περιγράφει με σχετική ακρίβεια την εντυπωσιακή ικανότητα πολλών θηλαστικών να αντιλαμβάνονται τις συγκινήσεις και τα συναισθήματα των άλλων ζώων.
 
Ο Δαρβίνος μάλιστα αποκαλούσε αυτή την ικανότητα «αίσθημα συμπάθειας», ό,τι δηλαδή, σήμερα, οι ειδικοί αποκαλούν «ενσυναίσθηση».
 
Ωστόσο, αυτή η ασήμαντη, φαινομενικά, αλλαγή ορολογίας: η μετατόπιση δηλαδή από τη «συμπάθεια» (sympathy) στην «ενσυναίσθηση» (empathy), αποτελεί στην πραγματικότητα ένα μεγάλο επιστημονικό άλμα.
 
Το σημαντικό, πάντως είναι να συγκρατήσουμε ότι ήδη από την εποχή του Δαρβίνου ήταν σαφές πως η σταδιακή εξέλιξη των κατάλληλων εγκεφαλικών δομών είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για την εμφάνιση των πιο σύνθετων συναισθηματικών ή νοητικών λειτουργιών.
 
Ισχύει όμως και το αντίστροφο: καμία ουσιαστική πρόοδος στην κατανόηση της εξέλιξης των σύνθετων νοητικών-συναισθηματικών λειτουργιών δεν είναι εφικτή όσο θα αγνοούμε τις πραγματικές βιολογικές-κοινωνικές τους προϋποθέσεις!
 
Δυστυχώς, χρειάστηκε να περάσει πάνω από ένας αιώνας μέχρι οι ειδικοί να λύσουν αυτόν τον δυσεπίλυτο γνωσιολογικό γρίφο και να αρχίσουν να διερευνούν τις βιολογικές προϋποθέσεις αλλά και τις περιβαλλοντικές ή κοινωνικές αναγκαιότητες που οδήγησαν, στην πορεία της βιολογικής μας εξέλιξης, στην ανάδυση αυτών των βιολογικών ικανοτήτων.
 
Προφανώς, τα πιο ευγενή συναισθήματά μας -όπως η συμπόνια, ο αλτρουισμός, ακόμη και ο έρωτας- εξαρτώνται από την ιδιαίτερα αναπτυγμένη ικανότητα του περίπλοκου ανθρώπινου εγκεφάλου για ενσυναίσθηση.
 
Πράγματι, όπως επιβεβαιώνεται από τις πιο πρόσφατες έρευνες, η «ενσυναίσθηση», δηλαδή η μη συνειδητή και μη λεκτική ικανότητά μας να αντιλαμβανόμαστε νοητικά τα «προσωπικά» βιώματα των συνανθρώπων μας, αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις όχι μόνο της κοινωνικής μας ζωής, αλλά και της επιβίωσής μας ως κοινωνικών όντων.
 
Συνεπώς, θα πρέπει να βρίσκεται βαθιά ριζωμένη στην αρχιτεκτονική του εγκεφάλου μας: είναι δηλαδή εγγεγραμμένη στα λειτουργικά νευρωνικά κυκλώματα της πολύπλοκης μηχανής του νου που υπάρχει μέσα στο κρανίο μας.
 
Σε ό,τι αφορά ειδικότερα την ανάδυση της ενσυναίσθησης, χάρη στις νέες νευροαπεικονιστικές μεθόδους, θεωρείται πλέον βέβαιο ότι εμπλέκονται ειδικές εγκεφαλικές δομές: από τις υποφλοιώδεις δομές, όπως είναι η νήσος, η αμυγδαλή και η υπόφυση (μεταιχμιακό σύστημα), μέχρι τις ανώτερες λειτουργικά δομές του σωματοαισθητικού και του προμετωπιαίου φλοιού του εγκεφάλου.
 
Και σαν να μην έφταναν οι δομές του κεντρικού νευρικού συστήματος, εμπλέκονται άμεσα και πολλές δομές του αυτόνομου και ειδικότερα του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος.

Μάλιστα, μια πιο πρόσφατη αλλά σημαντική έρευνα έδειξε ότι τα εγκεφαλικά κυκλώματα της ενσυναίσθησης κάθε ατόμου μετατοπίζονται ανάλογα με την ηλικία!
 
Πολύ συνοπτικά, στα παιδιά όσο και στους εφήβους η εμφάνιση της ενσυναίσθησης σχετίζεται κυρίως με την ενεργοποίηση της αμυγδαλής, της νήσου και του κογχο-μετωπιαίου φλοιού, εγκεφαλικές δομές που διαμορφώνουν μια μάλλον αυθόρμητη, αυτόματη και συναισθηματική εσωτερίκευση των έντονων ψυχολογικά εξωτερικών ερεθισμάτων.
 
Αντίθετα, στους ενηλίκους παρατηρείται η ενεργοποίηση ευρύτερων και πολύ περισσότερων δομών του προμετωπιαίου φλοιού που, ως γνωστόν, είναι η έδρα της έλλογης σκέψης.
 
Μετά χρόνια, λοιπόν, επέρχεται μια σαφής μετατόπιση προς τη μεγαλύτερη γνωστική και μνημονική επεξεργασία των αντιδράσεων ενσυναίσθησης.
 
Οσο για τον ρόλο των περίφημων «νευρώνων-κατόπτρων», αυτός βέβαια θεωρείται απαραίτητος και αποφασιστικός για την πυροδότηση των αρχικών διεργασιών της ενσυναίσθησης αλλά όχι και επαρκής για την ολοκλήρωσή τους.
 
Η προσπάθεια να εντοπιστεί επακριβώς η ενσυναίσθηση σε ορισμένες μόνο εγκεφαλικές δομές ή σε νευρωνικά μικροκυκλώματα του εγκεφάλου μας, ενώ είναι απολύτως θεμιτή από μεθοδολογικής απόψεως, φαίνεται πλέον περιοριστική και ως εξήγηση μάλλον αναγωγιστική για ένα τόσο σύνθετο βιοψυχολογικό φαινόμενο.
 
Αν και είναι αρκετά ακριβής, η νευρολογική περιγραφή δίνει την εσφαλμένη εντύπωση ότι οι μη εγωιστικές συμπεριφορές -όπως η ενσυναίσθηση, ο αλτρουισμός και η αυτοθυσία- αποτελούν ένα αποκλειστικά ανθρώπινο βιοψυχολογικό προνόμιο, παραβλέποντας το καλά επιβεβαιωμένο γεγονός ότι η παρουσία αυτών των συμπεριφορών έχει διαπιστωθεί, κατ’ επανάληψη, σε όλα τα ανώτερα θηλαστικά• και επιπλέον σε αυτές τις «εγκεφαλοκεντρικές» εξηγήσεις δεν τονίζονται επαρκώς ή παραβλέπονται οι κοινωνικοί παράγοντες που επηρεάζουν -άλλοτε θετικά και άλλοτε αρνητικά- την έκφραση των συγκεκριμένων εγκεφαλικών και νευροψυχολογικών εκδηλώσεων.

Η χαμένη δύναμη να αλλάζουμε το νου μας

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι το να αλλάζουμε το νου μας σημαίνει στην ουσία δημιουργικότητα. Η δημιουργικότητα είναι, κυριολεκτικά, το να αλλάζουμε από τον ένα τρόπο σκέψης στον άλλο. Όταν η δημιουργικότητα είναι στα καλύτερά της και μπορεί να επηρεάσει, συνιστά μια διαδικασία κατά την οποία γινόμαστε και δεκτικοί στο διαφορετικό.

Η σύνδεση αποδεικνύεται ακόμα πιο ισχυρή, όταν κοιτάμε πέρα από το άτομο. Η δημιουργικότητα, τουλάχιστον το είδος που παράγει κάτι αξιόλογο και επιδρά στον κόσμο, είναι πάντα συνδημιουργία. Αυτό σημαίνει ότι για να δημιουργήσουμε, χρειάζεται συνεχώς να αλλάζουμε ο ένας το νου του άλλου.

Η αλλαγή του τρόπου σκέψης μας σπάνια συμβαίνει σε καθεστώς απομόνωσης. Βέβαια, σε έναν κύκλο ημέρας 24 ωρών, όπου βομβαρδιζόμαστε συνεχώς από πληροφορίες και ειδήσεις, είναι δύσκολο να βρούμε τον χρόνο να αλλάξουμε εμείς οι ίδιοι, πόσο μάλλον να επηρεάσουμε το νου του άλλου.

Υπάρχει βέβαια και ένας άλλος σημαντικός παράγοντας που μπορεί να αλλάξει το νου μας: οι σχέσεις. Ο σημαντικός άλλος έχει την ικανότητα να μας κάνει να δούμε τα πράγματα με διαφορετικό τρόπο και να επιφέρει αλλαγές στις πράξεις μας, ακόμα και σε ανεπαίσθητο βαθμό.

Αλλά πίσω από τις διαπροσωπικές σχέσεις βρίσκονται δύο δυνάμεις που αποκαλύπτουν το πώς αυτές μπορούν να μας αλλάξουν: εμπιστοσύνη και κοινός σκοπός. Ασχέτως του είδους της σχέσης, οι νέες ιδέες υφαίνονται και πλέκονται μέσα από το βαθμό εμπιστοσύνης που έχουμε στους άλλους. Δεν χρειάζεται να θέλουν όλα όσα θέλουμε ή να είναι ίδιοι με εμάς. Χρειάζεται απλά να μπορούμε να τους εμπιστευτούμε.

Όταν μπορούμε να ξεδιπλώσουμε στον άλλο τις ιδέες μας και όταν ο άλλος εκφράζει μια αυθεντική επιθυμία να ακούσει, αυτόματα αποκτάμε το γόνιμο, πρόσφορο έδαφος να σκεφτούμε, να φανταστούμε και να συνδημιουργήσουμε κάτι καλύτερο μαζί. Και δεν χρειάζεται να αλλάξουμε και οι δύο πλευρές προς την ίδια κατεύθυνση. Αρκεί να αλλάξουμε τόσο το σκεπτικό ο ένας του άλλου, ώστε να ανοίξει η πόρτα των δυνατοτήτων και των πιθανοτήτων, μια πόρτα κλειστή σε όσους θα προσδιορίζαμε ως «κλειστόμυαλους».

Η γοητεία του να υπερνικάμε τους φόβους μας

Ορίστε μια πανίσχυρη ιδέα που θα μπορούσε να φέρει επανάσταση στον τρόπο που εργάζεστε και ζείτε – αρκεί να την ενσωματώσετε στο επίπεδο του DNA σας: Η ζωή σας θα διαστέλλεται ή θα συστέλλεται σε άμεση αναλογία με την προθυμία σας να προχωρήσετε κατά μέτωπο προς τα πράγματα που φοβάστε. Αν απαλλαγείτε από τους φόβους σας, θα ξεχωρίσετε. Αν το βάλετε στα πόδια μπροστά τους, θα ζαρώσετε μπροστά στο μεγαλείο.

Μου θυμίζει κάτι που έγραψε ο Φρανκ Χέρμπερτ στο Dune: «Δεν πρέπει να φοβάμαι. Ο φόβος σκοτώνει το μυαλό. Ο φόβος είναι ο μικρός θάνατος που φέρνει τον ολικό αφανισμό. Θα αντιμετωπίσω τον φόβο μου. Θα τον αφήσω να περάσει από πάνω μου και από μέσα μου. Και όταν περάσει θα στραφώ στο εσωτερικό μάτι μου για να δω τον δρόμο του. Εκεί όπου θα έχει πάει ο φόβος δεν θα υπάρχει τίποτε. Μόνο εγώ θα παραμείνω».

Είναι εκπληκτικό τι συμβαίνει όταν αντιμετωπίζετε μια κατάσταση που σας κάνει να νιώθετε αμηχανία/ ανασφάλεια/ φόβο και, αντί να σπεύσετε προς μια εικονική έξοδο κινδύνου, παραμένετε δυνατοί και κάνετε αυτό που γνωρίζετε ότι πρέπει να κάνετε. Πρώτα πρώτα, συνειδητοποιείτε ότι ο φόβος ήταν κυρίως μια ψευδαίσθηση.

Δεύτερον, αποκομίζετε κάποια αναπάντεχη ανταμοιβή για το θάρρος σας επειδή από την άλλη μεριά της πόρτας κάθε φόβου υπάρχουν πανέμορφα δώρα: προσωπική ανάπτυξη, αυτοπεποίθηση και σοφία. Το έχω δει ξανά και ξανά. Υποθέτω πως είναι κάποιος νόμος της ζωής.

Τρέξτε, λοιπόν, καταπάνω στο φόβο σας. Αρχίστε από τα πιο απλά. Αργά και σταθερά, πάντα θα κερδίζετε τον αγώνα σας. Και παρατηρήστε την επιτυχία που τόσο δίκαια σας αξίζει καθώς θα αρχίζει να ανατέλλει – όταν θα τη χρειάζεστε περισσότερο.

Ρωσία: Σε λειτουργία ο πρώτος… πλωτός πυρηνικός αντιδραστήρας

Αποτέλεσμα εικόνας για world's first floating nuclear power stationΗ ρωσική υπηρεσία πυρηνικής ενέργειας Rosatom έθεσε σήμερα επιτυχώς σε λειτουργία τον αντιδραστήρα του πρώτου ρωσικού πλωτού πυρηνικού σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας.

Ο αντιδραστήρας του πλωτού πυρηνικού σταθμού «Ακαδημαϊκός Λομονόσοφ» τέθηκε σε λειτουργία χθες  Παρασκευή στις 17.58 ώρα Μόσχας, επιτυγχάνοντας το μίνιμουμ ελεγχόμενο επίπεδο ισχύος, δήλωσε πηγή του ρωσικού ειδησεογραφικού πρακτορείου Ria Novosti.

Ο πλωτός πυρηνικός σταθμός «Ακαδημαϊκός Λομονόσοφ» αποτελεί ένα κινητό σταθμό παραγωγής ενέργειας μικρής ισχύος. Ο πλωτός αυτός σταθμός κατασκευάστηκε σε ναυπηγείο της Αγίας Πετρούπολης και θα χρησιμοποιηθεί σε περιοχές του Απώτερου Βορρά και της ρωσικής Απω Ανατολής.

Ο πλωτός πυρηνικός σταθμός θα είναι πάροχος ηλεκτρικής ενέργειας σε απομακρυσμένες βιομηχανικές επιχειρήσεις, σε πόλεις που έχουν λιμάνια καθώς σε πλατφόρμες εξόρυξης φυσικού αερίου και πετρελαίου που βρίσκονται σε θαλάσσιες περιοχές.

Ο σταθμός, όπως προβλέπει το σχετικό χρονοδιάγραμμα, θα αρχίσει να λειτουργεί πλήρως στο λιμάνι Πεβέκ στην περιοχή Τσουκότσκα τον Δεκέμβριο του 2019.

Ο σταθμός «Ακαδημαϊκός Λομονόσοφ» διαθέτει δύο πυρηνικούς αντιδραστήρες τύπου KPT-40C οι οποίοι μπορούν να παράγουν ηλεκτρική και θερμική ενέργεια για μια πόλη με πληθυσμό 100.000 κατοίκων.

Ο πλωτός πυρηνικός σταθμός παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας έχει κατασκευαστεί σύμφωνα με όλες της προδιαγραφές ασφαλείας, ώστε να μπορεί να διατηρεί την σταθερότητα του σε όλες τις πιθανές αντίξοες συνθήκες, καθιστώντας τους πυρηνικούς του αντιδραστήρες άτρωτους ακόμη και σε περίπτωση που εκδηλωθεί τσουνάμι ή άλλες φυσικές καταστροφές.

Η λειτουργία των αντιδραστήρων ανταποκρίνεται σε όλους τους όρους της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (ΙΑΕΑ) ώστε να μην απειλείται το περιβάλλον.

Αρχαία Ελληνική Τραγωδία: Όψεις της τραγικής σύνθεσης - Η σημασία του εξωσκηνικού χώρου και χρόνου

Ι.
Η τραγωδία διαδραματίζεται μπροστά στο σκηνικό οικοδόμημα, το οποίο παριστάνει ένα παλάτι, ένα σπίτι, έναν ναό, μια στρατιωτική σκηνή ή, σπανιότερα, μια σπηλιά. Ο χώρος αυτός παραμένει αναλλοίωτος καθ' όλη τη διάρκεια του δράματος. Μετακινήσεις στον χώρο είναι σπάνιες και απαντούν στις Χοηφόρες (τάφος του Αγαμέμνονα και παλάτι των Ατρειδών, μολονότι η αλλαγή ενδέχεται να απαιτεί μόνο την εστίαση της προσοχής του θεατή από τον τάφο στο παλάτι, χωρίς αυτό, φυσικά, να σημαίνει ότι ο τάφος βρισκόταν έξω από το παλάτι) και στις Ευμενίδες (μαντείο του Απόλλωνα στους Δελφούς, Άρειος Πάγος στην Αθήνα) του Αισχύλου, καθώς και στον Αίαντα του Σοφοκλή (σκηνή του Αίαντα στο ελληνικό στρατόπεδο, ερημική τοποθεσία για την πραγματοποίηση της αυτοκτονίας). Ωστόσο, η σκηνή δεν αποτελεί το επίκεντρο της δράσης με την επική έννοια του όρου αλλά εστία λήψης σημαντικών αποφάσεων, λεκτικών αντιπαραθέσεων και συναισθηματικών αντιδράσεων σε όσα συμβαίνουν στον κοντινό ή τον μακρινό εξωσκηνικό χώρο και γίνονται γνωστά με την αγγελική ρήση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα προσφέρουν οι Πέρσες του Αισχύλου, οι οποίοι συνιστούν τη θρηνητική αντίδραση των Περσών στην αγγελία της ήττας που υπέστησαν κατά τη ναυμαχία της Σαλαμίνας. Παράλληλα ο Χορός, πλην σπανίων εξαιρέσεων, βρίσκεται ανελλιπώς στην ορχήστρα. Αυτοί οι περιορισμοί συντελούν στην ενότητα του χώρου, αφού οι υποκριτές, είτε εξέρχονται από το σκηνικό οικοδόμημα είτε προέρχονται από κάποιον εξωσκηνικό χώρο, εμφανίζονται πάντοτε στο ίδιο σκηνικό περιβάλλον. Από την άλλη πλευρά, η διαρκής παρουσία του Χορού στην ορχήστρα δημιουργεί την εντύπωση ότι η πλοκή δεν εκτυλίσσεται σε χρόνο μεγαλύτερο της μίας ημέρας, μολονότι υπάρχουν εξαιρέσεις. Πρόκειται για την περίφημη ενότητα του χρόνου, την οποία επισήμανε ήδη ο Αριστοτέλης στο πέμπτο κεφάλαιο της Ποιητικής του. Στις γραμμές που ακολουθούν θα περιγραφεί με κάθε δυνατή συντομία ο χειρισμός του χώρου και του χρόνου από τους τρεις μείζονες τραγικούς.
 
Στα πρώιμα δράματα του Αισχύλου ο σκηνικός χώρος παραμένει ασαφής. Στους Πέρσες γίνεται λόγος για κάποιο στέγος αρχαίον (141), αλλά η φύση του δεν προσδιορίζεται ακριβέστερα. Γνωρίζουμε ότι στις Φοίνισσες του Φρυνίχου ο πρόλογος εκτελούνταν στην αίθουσα των συνεδριάσεων του συμβουλίου του στέμματος, αλλά μια παρόμοια σκηνοθεσία στους Πέρσες δημιουργεί προβλήματα, γιατί η Άτοσσα έρχεται με άρμα από το παλάτι, όπου εύλογα θα προσδοκούσαμε να στεγάζεται και η αίθουσα των συσκέψεων, γιατί θα φαινόταν περίεργη η ύπαρξη ενός ανεξάρτητου βουλευτηρίου. Μολονότι έχει υποστηριχθεί ότι η είσοδος του Χορού δεν οφείλεται σε κάποιο συγκεκριμένο κίνητρο, είναι σαφές ότι ο λόγος της συγκέντρωσής του είναι η έντονη ανησυχία του για τη μακρόχρονη απουσία ειδήσεων σχετικά με την τύχη της εκστρατείας του Ξέρξη στην Ελλάδα. Δεν θα απείχαμε, επομένως, πολύ από την πραγματικότητα, αν υποστηρίζαμε ότι ο καταλληλότερος χώρος για τον σκοπό αυτόν θα ήταν ο τάφος του Δαρείου (όπως μαρτυρεί και η αρχαία υπόθεση), όπου ο Χορός θα ζητούσε ηθική στήριξη εκ μέρους του νεκρού βασιλιά και την εκτόνωση του άγχους του. Βέβαια, η ένσταση που ενδέχεται να προβληθεί συνίσταται στην άποψη ότι ένα τόσο σημαντικό μνημείο θα ήταν αδύνατο να μείνει ασχολίαστο, και μάλιστα όταν η προσέλευση του Χορού δεν συνοδεύεται από τις προβλεπόμενες χοές. Η ίδια ένσταση ισχύει και για την παρουσία της βασίλισσας, η οποία, θορυβημένη από το ανησυχητικό όνειρό της, θα ήταν εύλογο να επισκεφθεί τον τάφο του συζύγου της με χοές, όπου θα συναντούσε και τον Χορό (πρβ. την ανάλογη περίπτωση στις Χοηφόρες). Ο Χορός όμως συμβουλεύει την Άτοσσα να επισκεφθεί με χοές τον τάφο του συζύγου της, άρα ο αρχικός χώρος της συνάντησής τους αποκλείεται να ταυτίζεται με τον τάφο. Επιπλέον, ο άγγελος δεν κάνει λόγο για τον χώρο στον οποίο συναντά τον Χορό και τη βασίλισσα, ενώ θα ήταν αδικαιολόγητο, αν ο Ξέρξης επιστρέφοντας συναντούσε τον Χορό στον τάφο του πατέρα του και δεν του απηύθυνε κάποιον χαιρετισμό. Βέβαια, μια εμφάνιση του ηττημένου βασιλιά με φόντο τον τάφο του πατέρα του θα αποκτούσε ιδιαίτερη δραστικότητα, γιατί έτσι θα δημιουργούνταν μια αντιστοιχία με το όνειρο της Άτοσσας σύμφωνα με το οποίο ο Δαρείος ήταν παρών κατά την πτώση του γιου του από το άρμα. Από την άλλη πλευρά, ο χαρακτηρισμός στέγος αρχαίον παραμένει αινιγματικός και ίσως θα ταίριαζε σε ένα αξιοσέβαστο μνημείο, που παραμένει όμως απροσδιόριστο. Υπό αυτούς τους όρους, μολονότι η λύση του τάφου είναι η οικονομικότερη, γιατί εξασφαλίζει την ενότητα του χώρου, κρίνεται συνετό, λόγω των δυσκολιών που αναφύονται, να εκφράσουμε την αβεβαιότητά μας για τη φύση του κτίσματος και να διατυπώσουμε την εικασία ότι ο Αισχύλος όχι μόνο τίμησε τις Φοίνισσες του Φρυνίχου με τη σύνθεση του πρώτου στίχου των Περσών, αλλά υιοθέτησε και τη σκηνοθεσία της προ τετραετίας παράστασής τους, αδιαφορώντας για τα προβλήματα που προκύπτουν από αυτήν, τα οποία ίσως δεν απασχολούσαν ούτε τους θεατές. Η αποδοχή της πρότασης αυτής συνεπάγεται το αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι το κτίσμα μπορεί να μεταμορφώνεται κατά περίπτωση σε αίθουσα συσκέψεων και σε τάφο χωρίς κειμενική προειδοποίηση εκ μέρους του ποιητή. Μερικοί μελετητές υποστήριξαν ότι το κτίσμα είναι ανύπαρκτο και ότι οι γέροντες σύμβουλοι υποτίθεται ότι συνεδριάζουν στο εσωτερικό του. Αυτή η λύση όμως προσκρούει σε αρκετά εμπόδια. Το ουσιαστικότερο συνίσταται στο γεγονός ότι δεν επιτρέπεται να αγνοηθεί η ρητή μαρτυρία του κειμένου (σήμερα γίνεται γενικά αποδεκτή η βασική αρχή σύμφωνα με την οποία στην αρχαία ελληνική τραγωδία κάθε σημαντική σκηνοθετική επιλογή υπαγορεύεται από το κείμενο). Αν οι σύμβουλοι συνεδριάζουν στο εσωτερικό πώς συναντούν στη συνέχεια τη βασίλισσα; Η απάντηση ότι τα όρια εσωτερικού και εξωτερικού χώρου είναι ρευστά δεν ικανοποιεί. Θα πρέπει, επομένως, να δεχθούμε ότι το κτίσμα είναι υπαρκτό και ότι παρ' όλα αυτά η συνεδρίαση πραγματοποιείται έξω από το κτίσμα. Αυτή η αντιρεαλιστική άποψη βρίσκει επαρκές στήριγμα σε ένα όψιμο δράμα του Ευριπίδη, τον Ορέστη (408 π.Χ.). Εκεί ο ομώνυμος ήρωας κοιμάται άρρωστος στο κρεβάτι, άρα βρισκόμαστε σαφώς σε εσωτερικό χώρο. Ωστόσο, ο Χορός πρέπει να κάνει ησυχία κατά την είσοδό του, για να μην τον ξυπνήσει. Τίποτε δεν εμποδίζει και στους Πέρσες ο Χορός να βρίσκεται μπροστά στο κτίσμα. Ο Χορός με τις ορχηστικές του κινήσεις θα υπέβαλλε στη συνέχεια την εντύπωση της μετάβασής του από την αίθουσα συσκέψεων στον τάφο. Και στις Χοηφόρες ο Χορός παραμένει επίσης στην ορχήστρα, ενώ πραγματοποιείται αλλαγή της σκηνής από τον τάφο του Αγαμέμνονα στο παλάτι. Την προτεινόμενη λύση ευνοεί και η σκέψη ότι ο Δαρείος εμφανίζεται στην κορυφή του τύμβου του, άρα στην οροφή του στέγους, και στη συνέχεια δηλώνει ότι θα επιστρέψει στα σκοτάδια του Άδη, κάτι που μας κάνει να υποθέσουμε ότι θα κατέβαινε από το πίσω μέρος του κτίσματος. Είναι αυτονόητο ότι αυτό το κτίσμα ήταν μια απλή αλλά στέρεη ξύλινη κατασκευή χωρίς ειδοποιά χαρακτηριστικά, ώστε να προσλαμβάνει κάθε φορά την επιθυμητή μορφή ανάλογα με τις ανάγκες της πλοκής. Είναι ενδεικτικό προς την κατεύθυνση αυτή το γεγονός ότι όλα τα πρόσωπα (Χορός, Άτοσσα, άγγελος, Ξέρξης) προέρχονται από εξωτερικούς χώρους, και κανείς δεν εισέρχεται ή δεν εξέρχεται από το κτίσμα αυτό. Όσο για τις συναντήσεις των προσώπων, οι οποίες πραγματοποιούνται σε κάποιον χώρο χωρίς καμιά ιδιαίτερη αιτιολογία, ισχύει η αρχή σύμφωνα με την οποία συμβαίνουν επειδή πρέπει να συμβούν. Το βέβαιο είναι ότι ο άγγελος και ο Ξέρξης που έρχονται από τη Σαλαμίνα δεν πρέπει να εμφανίζονται από την ίδια πλευρά από την οποία εισήλθε η βασίλισσα, γιατί θα πρέπει να αποδοθεί με κάποιον τρόπο η μακρινή απόσταση. Σημαντικό ρόλο για τη διάκριση των δύο εξωσκηνικών χώρων (παλάτι, Σαλαμίνα) φαίνεται ότι διαδραμάτισε αυτό το απροσδιόριστο κτίσμα.
 
Και στους Επτά όλα τα πρόσωπα εμφανίζονται από εξωτερικούς χώρους, και, σε αντίθεση με τους Πέρσες, δεν γίνεται λόγος για κάποιο κτίσμα. Αυτό σημαίνει ότι ο Ετεοκλής απευθύνεται στον πρόλογο στους συμπολίτες του, χωρίς να έχει εγκαταλείψει το επί σκηνής παριστανόμενο παλάτι, όπως συμβαίνει με τον Οιδίποδα και τους ικέτες Θηβαίους στον σοφόκλειο Οιδίποδα Τύραννο, με την αρχή του οποίου η έρευνα έχει εντοπίσει αρκετές ομοιότητες του προλόγου των Επτά. Η μόνη πρόσφορη λύση είναι να δεχθούμε ότι το έργο αρχίζει με μια έτοιμη εικόνα (ταμπλό), με τους συγκεντρωμένους πολίτες σε κάποιον υπαίθριο χώρο υπό τύπον λαϊκής συνέλευσης, μπροστά στην οποία σύντομα θα εμφανιστεί ο Ετεοκλής. Άλλες σκηνοθετικές λύσεις, όπως η πρόταση σύμφωνα με την οποία ο βασιλιάς απευθύνεται στους θεατές, δεν ευσταθούν, γιατί είναι ξένες προς την πρακτική της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Σχετικά με το ερώτημα για τον αριθμό των συγκεντρωμένων πολιτών, που συνήθως θεωρούνται πρόσθετα βωβά πρόσωπα (παραχορήγημα), θα προτείναμε τα 12 μέλη του Χορού, τα οποία διαθέτουν τον απαραίτητο χρόνο να αποχωρήσουν και να αλλάξουν σκευή. Ο Χορός των τρομοκρατημένων γυναικών έχει καταφύγει σε μια κοινοβωμία με αγάλματα των θεών, από όπου προσλαμβάνει οπτικά και ακουστικά ερεθίσματα από τον προελαύνοντα στρατό των εχθρών στον εξωσκηνικό χώρο. Η παράλληλη αναγγελία από τον Χορό της εισόδου του Ετεοκλή και του αγγέλου-κατασκόπου πριν από τα εφτά ζεύγη ρήσεων δηλώνει χωρίς αμφιβολία ότι τα δύο πρόσωπα εισέρχονται από διαφορετικές εισόδους και ότι η συνάντηση αυτή πραγματοποιείται στον χώρο όπου βρίσκεται και ο Χορός. Η αξιοσημείωτη ταυτόχρονη συνάντηση συντελείται σύμφωνα με την αρχή που διατυπώθηκε για τη συνάντηση των προσώπων στους Πέρσες. Την ανυπαρξία του παλατιού υπαινίσσεται και ένα πρόσθετο στοιχείο, που δεν έχει ληφθεί σοβαρά υπόψη. Συγκεκριμένα, έχει υποστηριχθεί ότι ο Ετεοκλής, πριν αναχωρήσει για την έβδομη πύλη, ενδύεται την πανοπλία του επί σκηνής. Μια τέτοια ενέργεια όμως, παρά την εξαιρετική σημασία της, δεν βρίσκει έρεισμα στο κείμενο. Για τον λόγο αυτόν υποστηρίχθηκε ότι ο Ετεοκλής από την αρχή κιόλας του έργου εμφανίζεται οπλισμένος. Αυτή η λύση υποστηρίζεται από το γεγονός ότι κάποιος υπηρέτης θα έπρεπε να του φέρει την πανοπλία από το παλάτι, αλλά κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Στους Ηρακλείδες του Ευριπίδη, για παράδειγμα, ο Ιόλαος προμηθεύεται τα όπλα από τα αφιερώματα του παρακείμενου ναού, ενώ στους Επτά πουθενά δεν δηλώνεται η ύπαρξη του παλατιού. Η πρόταση, επομένως, ότι ο βασιλιάς εμφανίζεται ήδη οπλισμένος αποκτά έρεισμα και από αυτή την πλευρά. Ο αγγελιοφόρος που φέρνει την είδηση της σωτηρίας της πόλης και του θανάτου των δύο αδερφών έρχεται προφανώς από το πεδίο της μάχης. Ακολουθεί η μεταφορά των πτωμάτων στη σκηνή και ο θρήνος. Στο σημείο αυτό ανακύπτει ένα σοβαρό πρόβλημα, που έχει προκαλέσει αντικρουόμενες απόψεις, μολονότι η πλειονότητα των υπομνηματιστών και των μελετητών κλίνει προς τη θέση ότι το τέλος του έργου είναι νόθο, προϊόν ενός διασκευαστή που γνώριζε τη σοφόκλεια Αντιγόνη ή τις ευριπίδειες Φοίνισσες. Μια από τις πολλές δυσκολίες έγκειται στην πληροφορία του ίδιου του έργου ότι τα αδέρφια θα ταφούν δίπλα στον πατέρα τους που τα καταράστηκε, ενώ στο τέλος του έργου αναγγέλλεται η απαγόρευση ταφής του Πολυνείκη. Σε αυτήν την περίπτωση πρέπει να φανταστούμε ότι η Ισμήνη συνοδεύει τον Ετεοκλή, ενώ η Αντιγόνη τον Πολυνείκη, και ότι οι δύο αδερφές, καθεμιά τους συνοδευόμενη από ένα ημιχόριο, αποχωρούν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Αν στις δυσκολίες αυτές προστεθεί και το γεγονός ότι έχει αμφισβητηθεί η συμμετοχή της Αντιγόνης και της Ισμήνης στο έργο, δεν γνωρίζουμε πώς σκηνοθετήθηκε το γνήσιο τέλος του δράματος. Δικαιούμαστε ίσως να υποθέσουμε ότι ο Χορός αποχωρούσε εν σώματι συνοδεύοντας προς ενταφιασμό τις σορούς των δύο αδερφών.
 
Στις Ικέτιδες επίσης δεν υπάρχει κάποιο κτίσμα αλλά μια κοινοβωμία με αγάλματα θεών, στην οποία έχουν καταφύγει ως ικέτισσες οι θυγατέρες του Δαναού. Ο πατέρας τους φαίνεται ότι βρίσκεται σε κάποιο ύψωμα (πάγος 189), από όπου βλέπει να πλησιάζει ο Πελασγός με συνοδεία στρατιωτών. Πώς ο βασιλιάς των Αργείων έχει ειδοποιηθεί για την άφιξη των ξένων δεν γίνεται γνωστό από το κείμενο, και δεν είναι απαραίτητο, σύμφωνα με τη γνωστή πλέον αρχή που διέπει τις συναντήσεις προσώπων στο πρώιμο δράμα, σε αντίθεση με τον σοφόκλειο Οιδίποδα επί Κολωνώ, όπου οι Αθηναίοι πληροφορούνται από κάποιον κάτοικο του Κολωνού την άφιξη του Οιδίποδα. Ο Δαναός βλέπει επίσης από την υπερυψωμένη θέση του τον Αιγύπτιο αγγελιοφόρο να πλησιάζει από την αντίθετη πλευρά από εκείνην της πόλης, από το λιμάνι. Στην περίπτωση αυτή δεν θα ήταν σκόπιμο να ταυτίσουμε τις παρόδους με βάση τη σύμβαση που μαρτυρεί ο Πολυδεύκης, γιατί οι πάροδοι στο θέατρο του 5ου αιώνα παρουσιάζουν κάποια ποικιλία, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι χρησιμοποιούνται τυχαία. Είναι προφανές ότι η αντιπαλότητα Χορού και Αιγυπτίων γίνεται και σκηνοθετικά αντιληπτή, αν ο άγγελος εισέλθει από την αντίθετη πλευρά από εκείνην από την οποία εμφανίστηκε ο Πελασγός, γιατί έτσι προβάλλεται εντονότερα η αντίθεση ασφάλειας και κινδύνου. Ενώ στους Πέρσες και τους Επτά η αντίπαλη πλευρά (Έλληνες και Αργείοι αντίστοιχα) δεν αντιπροσωπεύεται επί σκηνής, με εξαίρεση τη μεταφορά της σορού του Πολυνείκη, η παρουσία του αντιπάλου μαρτυρείται για πρώτη φορά στις Ικέτιδες και είναι επιβεβλημένη από τον αφηγηματικό σχηματισμό (story pattern), γιατί στα δράματα ικεσίας λειτουργεί το τρίγωνο ικέτης-διώκτης-προστάτης (βλ. το δοκίμιο για την ικεσία). Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι οι Δαναΐδες μένουν εκτεθειμένες στον κίνδυνο, όσο ο πατέρας τους απουσιάζει στην πόλη, αλλά σώζονται με παρέμβαση του Πελασγού και οδηγούνται ασφαλείς στην πόλη.
 
ΙΙ.
Αν οι Πέρσες ολοκληρώνονται με την άφιξη του Ξέρξη και τον επακόλουθο θρήνο, στον Αγαμέμνονα, επίσης ένα δράμα νόστου από την τρωική εκστρατεία αυτή τη φορά, η επιστροφή του βασιλιά τοποθετείται στο κέντρο του δράματος, γιατί θέμα του έργου είναι η δολοφονία του, η οποία θα πραγματοποιηθεί μέσα στο σκηνικό οικοδόμημα. Το παλάτι γίνεται για πρώτη φορά μέτοχος στη δράση, καθώς προσφέρει το εσωτερικό του για το κορυφαίο γεγονός, τη συζυγοκτονία, ενώ στους Πέρσες ο Χορός κατά την έξοδό του συνοδεύει τον Ξέρξη στο παλάτι που βρίσκεται στον εξωσκηνικό χώρο. Ο Φύλακας, ο οποίος εκτελεί τον πρόλογο πάνω στη στέγη του παλατιού περιμένοντας το φωτεινό σήμα που θα δηλώσει την πτώση της Τροίας, κατεβαίνει από την οπίσθια πλευρά του σκηνικού οικοδομήματος, όπως υποθέσαμε και για την αποχώρηση του φαντάσματος του Δαρείου στους Πέρσες. Και εδώ η μία πάροδος οδηγεί στο λιμάνι, ενώ η άλλη στην πόλη, από όπου εισέρχονται ο Χορός και ο Αίγισθος στο τέλος του έργου. Από την αντίθετη πάροδο εμφανίζονται ο άγγελος και ο βασιλιάς πάνω σε άρμα συνοδευόμενος από την Κασσάνδρα. Είναι, πάντως, αξιοσημείωτο ότι ο εξωσκηνικός χώρος διαδραματίζει τελείως δευτερεύοντα ρόλο, καθώς η δράση στο σύνολό της εξελίσσεται αποκλειστικά στο παλάτι. Σε αυτό κυρίαρχη μορφή είναι η Κλυταιμήστρα, η οποία στρώνει τα διακοσμημένα υφαντά και οδηγεί τον σύζυγό της, που κατεβαίνοντας από το άρμα διασχίζει τον πορφυρόστρωτο δρόμο, στον θάνατο. Αντίθετα με τον βασιλιά, που αγνοεί τη σκευωρία και υποχωρεί στις απαιτήσεις της συζύγου του, η μάντισσα Κασσάνδρα γνωρίζει καλά ότι μόλις διαβεί το κατώφλι του παλατιού είναι καταδικασμένη να πεθάνει· παρόλα αυτά προχωρεί με αποφασιστικά βήματα, προλέγοντας την εκδίκηση του Ορέστη και προετοιμάζοντας έτσι το επόμενο δράμα της τριλογίας. Η αργοπορημένη εμφάνιση του Αιγίσθου υπογραμμίζει ότι η φριχτή πράξη συντελέστηκε με αποκλειστική ευθύνη της Κλυταιμήστρας, η οποία όμως, κατανοώντας ότι με τον φόνο έχει υπαχθεί στον νόμο του Δία σύμφωνα με τον οποίο όποιος πράττει πρέπει να πληρώνει, επιχειρεί να επιφέρει κάποια συμφιλίωση με την πόλη και τον δαίμονα που βαραίνει τον οίκο των Ατρειδών και ζητά, νιώθοντας πλέον αδύναμη, τη συνδρομή του Αιγίσθου.
 
Στις Χοηφόρες η σκηνοθεσία είναι πιο σύνθετη, καθώς ο τάφος του Αγαμέμνονα δεν βρίσκεται στον εξωσκηνικό χώρο, όπως στην Ηλέκτρα των δύο ομοτέχνων του, και αυτό σημαίνει ότι ο Ορέστης και ο Πυλάδης εισέρχονται στη σκηνή από την πάροδο που οδηγεί σε μακρινό εξωσκηνικό χώρο, αφού υποτίθεται ότι έχουν φτάσει στο Άργος από τη Φωκίδα. Ο τάφος αποτελεί το κέντρο του σκηνικού ενδιαφέροντος στο πρώτο μέρος του δράματος. Εδώ συντελείται η αναγνώριση των δύο αδερφών και γίνεται γνωστή η στάση της Ηλέκτρας απέναντι στους σφετεριστές της εξουσίας και δολοφόνους του Αγαμέμνονα. Από το δεύτερο μέρος του έργου η Ηλέκτρα απουσιάζει τελείως από τη δράση, αλλά με τον μεγαλειώδη κομμό έχει διαμορφωθεί ήδη το κλίμα για την εκδίκηση. Βέβαια, δεν επιτρέπεται να φανταστούμε ότι ο τάφος βρισκόταν έξω από το παλάτι, γιατί η διαρκής παρουσία του θα ήταν ενοχλητική για τους σφετεριστές. Αν έχουν έτσι τα πράγματα, τότε ο Χορός παραμένει στην ορχήστρα, στην οποία εισήλθε μαζί με την Ηλέκτρα από την αντίθετη πάροδο από εκείνην από την οποία εμφανίστηκε ο Ορέστης, και, μετά την εκτέλεση του κομμού, η Ηλέκτρα μαζί με τον αδερφό της και τον φίλο του αποχωρούν από την πάροδο από την οποία εισήλθε νωρίτερα η Ηλέκτρα, για να κατευθυνθούν προς το παλάτι, κάτι που δείχνει συμβολικά την απόσταση μεταξύ του παλατιού και του τάφου. Είναι προφανές ότι η επανεστίαση του ενδιαφέροντος των θεατών από τον τάφο στο παλάτι πραγματοποιείται χωρίς μετακίνηση του Χορού, όπως συνέβη και στους Πέρσες, όπου όμως απουσιάζει το παλάτι, ενώ οι δύο χώροι, η αίθουσα των συσκέψεων και ο τάφος, ταυτίζονται μεταξύ τους. Οι δύο φίλοι εμφανίζονται από την πάροδο από την οποία είχαν αποχωρήσει και χτυπούν τη θύρα του παλατιού, στην οποία απροσδόκητα εμφανίζεται η Κλυταιμήστρα. Η βασίλισσα ακούει την είδηση του υποτιθέμενου θανάτου του Ορέστη, αλλά επιμένει να φιλοξενήσει τους ταξιδιώτες. Η Κίλισσα εξέρχεται από την πάροδο που οδηγεί στην πόλη, για να καλέσει τον Αίγισθο να επιστρέψει στο παλάτι, και μάλιστα χωρίς σωματοφυλακή. Η επί σκηνής παρουσία του Αιγίσθου είναι εξαιρετικά βραχεία (μόλις 17 στίχοι), και ακολουθεί ο θάνατός του. Ένας δούλος έντρομος ειδοποιεί την Κλυταιμήστρα για τη δολοφονία, αλλά η παρουσία του δημιουργεί δυσεπίλυτα προβλήματα. Έχει προταθεί η υπόθεση ότι οι κραυγές του απλώς ακούγονται από τον εξωσκηνικό χώρο, ενώ η βασίλισσα εξέρχεται από μια παράπλευρη είσοδο του σκηνικού οικοδομήματος, η οποία οδηγεί στον γυναικωνίτη. Το πιθανότερο όμως είναι ότι η Κλυταιμήστρα εξέρχεται από την κύρια και μοναδική πύλη του παλατιού, γιατί οι είσοδοι που οδηγούν στον γυναικωνίτη και τον ανδρωνίτη, όπου ο Ορέστης θα σκοτώσει τον Αίγισθο, ανήκουν στην εσωτερική διαρρύθμιση του παλατιού και δεν χρειάζεται να εκπροσωπηθούν από ιδιαίτερες θύρες. Και στην Άλκηστη του Ευριπίδη ο Άδμητος δίνει εντολή σε κάποιον δούλο να οδηγήσει τον Ηρακλή σε απομονωμένα διαμερίσματα του παλατιού, για να μην ακούει ο ξένος τούς θρήνους, αλλά η είσοδος του Ηρακλή και του δούλου σε αυτά πραγματοποιείται από την κύρια πύλη. Τα διαμερίσματα ανήκουν στην αθέατη εσωτερική διαρρύθμιση. Το συμπέρασμα που εξάγεται από αυτή τη σκηνοθετική λύση είναι ότι μοναδικός δίαυλος επικοινωνίας εσωτερικού χώρου και σκηνής είναι η κύρια είσοδος του παλατιού. Από αυτήν εμφανίζονται ο δούλος και στη συνέχεια η βασίλισσα που ζητά επειγόντως ένα τσεκούρι για να αντιμετωπίσει τον δολοφόνο του Αιγίσθου. Το πρόβλημα που ανακύπτει από την εμφάνιση του δούλου έγκειται στο γεγονός ότι μεσολαβούν ελάχιστοι στίχοι που ίσως δεν προσφέρουν τον απαραίτητο χρόνο για να αλλάξει ενδυμασία ο υποκριτής και να αναλάβει τον ρόλο του Πυλάδη. Μια λύση πιθανόν να αποτελεί η σκέψη ότι ο δούλος εμφανίζεται με την ενδυμασία του Πυλάδη, που ως ταξιδιωτική ενδυμασία δεν πρέπει να ήταν ιδιαίτερα επιμελημένη, και αλλάζει μόνο το προσωπείο. Το σημαντικό είναι, ασφαλώς, ότι ο Ορέστης συναντά τη μητέρα του επί σκηνής, η οποία εκλιπαρεί για τη ζωή της και προς στιγμή προκαλεί στον Ορέστη έντονο δισταγμό. Ο Πυλάδης όμως, υπενθυμίζοντας την εντολή του Απόλλωνα, ενισχύει την απόφαση για τη μητροκτονία, που εκτελείται στον ανδρωνίτη δίπλα στο πτώμα του Αιγίσθου. Η είσοδός τους, όπως τονίστηκε προηγουμένως, συντελείται από την κεντρική πύλη, και όχι από μια βοηθητική θύρα. Στο τέλος του έργου ο Ορέστης, κυνηγημένος από τις Ερινύες, αναχωρεί για τους Δελφούς, για να ζητήσει προστασία από τον θεό που του έδωσε την εντολή της μητροκτονίας, και εγκαταλείπει τη σκηνή από την πάροδο από την οποία εισήλθε στην αρχή του έργου.
 
Και οι Ευμενίδες διαιρούνται σε δύο μέρη, και μάλιστα με ριζική αλλαγή του σκηνικού χώρου. Το πρώτο μέρος εκτυλίσσεται στους Δελφούς, όπου ο Ορέστης έχει καταφύγει ως ικέτης, και το δεύτερο στην Αθήνα. Στον Αγαμέμνονα κυριαρχεί σε ολόκληρο το δράμα το παλάτι, στο πρώτο μέρος όμως έχει ιδιαίτερη σημασία ένας μακρινός εξωσκηνικός χώρος, η Τροία, από όπου αναμένεται το φωτεινό σήμα, που συνεπάγεται την επιστροφή του βασιλιά και τον φόνο του στο δεύτερο μέρος του έργου. Στις Χοηφόρες ο χώρος στο πρώτο μέρος ταυτίζεται με τον τάφο του Αγαμέμνονα, ενώ στο δεύτερο επίκεντρο του ενδιαφέροντος αποτελεί το παλάτι, όπου επίσης θα συντελεστούν οι φόνοι του Αιγίσθου και της Κλυταιμήστρας. Στις Ευμενίδες και οι δύο χώροι, οι Δελφοί και η Αθήνα, είναι σκηνικά παρόντες, αν και βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ τους σε σχέση με τις Χοηφόρες. Παρατηρούμε, επομένως, ότι ο Αισχύλος συγκρότησε την τριλογία του από τρία διμερή δράματα. Στο πρώτο μέρος διαμορφώνεται το κλίμα, και στο δεύτερο συντελείται η πράξη (δολοφονία του Αγαμέμνονα, μητροκτονία, αθώωση του Ορέστη). Ως προς τη χρήση του χώρου οι Ευμενίδες παρουσιάζουν μια ιδιοτυπία, καθώς δύο φορές η σκηνή και η ορχήστρα μένουν τελείως άδειες. Στην αρχή του έργου η Ιέρεια εισέρχεται από κάποια πάροδο για να αναλάβει τα καθήκοντά της στον ναό, αλλά τον εγκαταλείπει έντρομη στη θέα των Ερινύων. Στο διάστημα της βραχύχρονης απουσίας της δημιουργείται ένα κενό. Κενό παρατηρείται επίσης κατά τη μετάβαση του Ορέστη από τους Δελφούς στην Αθήνα, ενώ ο Χορός των Ερινύων που εγκαταλείπει τον ναό για να τον καταδιώξει αφήνει την ορχήστρα άδεια (μετάστασις του Χορού, βλ. το σχετικό με την πάροδο δοκίμιο). Οι Ερινύες αφυπνίζονται από το φάντασμα της Κλυταιμήστρας, η οποία εμφανίζεται στο όνειρό τους και τους προτρέπει να συνεχίσουν την καταδίωξή τους. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι αν ο Χορός βρίσκεται στη σκηνή με τη βοήθεια του εκκυκλήματος, της κυλιόμενης εξέδρας που παριστάνει σκηνές από τον εσωτερικό χώρο του σκηνικού οικοδομήματος, ή αν οι άναρθρες αντιδράσεις τους ακούγονται από το εσωτερικό του ναού. Αν επιλεγεί η δεύτερη περίπτωση, ώστε να δημιουργηθεί η αναγκαία επιβράδυνση που θα κορυφώσει την αγωνία των θεατών να δουν τα αποτρόπαια όντα, τότε το επόμενο ερώτημα αφορά την εμφάνιση της Κλυταιμήστρας. Η νεκρή βασίλισσα εμφανίζεται πεζή και βρίσκεται κοντά στη θύρα του ναού πάνω από τα κεφάλια των αθέατων κοιμωμένων Ερινύων, όπως ακριβώς στην Εκάβη το είδωλο του Πολυδώρου εμφανίζεται στο όνειρο της μητέρας του, που κοιμάται στο εσωτερικό ενός αντισκήνου, πάνω από το κεφάλι της. Στην Αθήνα ο Ορέστης προσπέφτει ικέτης στο άγαλμα της Αθηνάς στην ακρόπολη και στη συνέχεια δικάζεται στον Άρειο Πάγο με υπερασπιστές του την Αθηνά και τον Απόλλωνα, οι οποίοι εισέρχονται στη σκηνή πεζοί. Και εδώ εντοπίζεται μια μετάβαση που συντελείται με μια ανεπαίσθητη επανεστίαση από την ακρόπολη στον Άρειο Πάγο χωρίς μετακίνηση του Χορού. Όταν ο Ορέστης αθωώνεται, αποχωρεί για το Άργος, ενώ η τραγωδία ολοκληρώνεται με την εγκατάσταση και λατρεία των Ερινύων στην Αθήνα ως Ευμενίδων. Και εδώ εντοπίζεται το τρίγωνο που απαντά στις Ικέτιδες, αλλά η ουσιώδης διαφορά έγκειται στο γεγονός ότι ο διώκτης ασκεί την αποστολή του έως το τέλος του έργου, οπότε πείθεται και μεταμορφώνεται σε ευεργετική δύναμη.
 
Η συνοπτική ανάλυση που προηγήθηκε έδειξε μερικά αξιοπρόσεκτα χαρακτηριστικά ως προς τον χειρισμό του χώρου στην τραγωδία του Αισχύλου, μολονότι ορισμένα από αυτά, όπως είναι αναμενόμενο, επανέρχονται και στους νεότερους ομοτέχνους του. Τρία έργα, οι Πέρσες, οι Επτά και οι Ικέτιδες, δεν προϋποθέτουν την ύπαρξη σκηνικού οικοδομήματος, με εξαίρεση το απροσδιόριστο κτίσμα στους Πέρσες. Σε αρκετά δράματα (Πέρσες, Χοηφόρες, Ευμενίδες) παρατηρούνται επανεστιάσεις στον σκηνικό χώρο χωρίς μετακίνηση του Χορού. Ειδικότερα στους Πέρσες η επανεστίαση πραγματοποιείται με τη βοήθεια ενός απροσδιόριστου κτίσματος που κατά περίπτωση μεταμορφώνεται από αίθουσα συσκέψεων σε τάφο (αυτό συμβαίνει ακριβώς επειδή δεν υπάρχει ακόμη σκηνικό οικοδόμημα, ενώ η κατάσταση μεταβάλλεται στα δύο τελευταία δράματα της Ορέστειας). Αξιοσημείωτη αλλαγή στα σκηνοθετικά δεδομένα, τουλάχιστον με βάση τις σωζόμενες τραγωδίες, πραγματοποιείται στην Ορέστεια του Αισχύλου (458 π.Χ.), στις δύο πρώτες τραγωδίες της οποίας το παλάτι διαδραματίζει σημαντικό ρόλο. Στον Αγαμέμνονα και στις Χοηφόρες χρησιμοποιείται το εκκύκλημα για την παρουσίαση σκηνών εσωτερικού χώρου (παρουσίαση νεκρών). Οι συναντήσεις των προσώπων δεν απαιτούν ιδιαίτερη αιτιολόγηση ή συγκεκριμένο κίνητρο. Ο εσωτερικός χώρος επικοινωνεί με τη σκηνή με τη βοήθεια κραυγών (δολοφονία του Αγαμέμνονα, άναρθρες αντιδράσεις των κοιμωμένων Ερινύων). Υπάρχει μόνο μία θύρα στο σκηνικό οικοδόμημα, από την οποία εξέρχονται τα πρόσωπα, ακόμη και όταν υποτίθεται ότι εγκαταλείπουν διαμερίσματα που βρίσκονται στο εσωτερικό του σκηνικού οικοδομήματος (π.χ. τον γυναικωνίτη). Στις Ευμενίδες παρατηρούνται κατά τη διάρκεια του έργου δύο κενά στον σκηνικό χώρο: στον πρόλογο η Ιέρεια εισέρχεται στον ναό και στη συνέχεια έντρομη τον εγκαταλείπει, ο Χορός εγκαταλείπει την ορχήστρα, για να δηλώσει τη μετάβασή του από τους Δελφούς στην Αθήνα.
 
Στα προηγούμενα δράματα δεν συμπεριλήφθηκε ο Προμηθέας Δεσμώτης, αφενός επειδή έχει θεωρηθεί μη αισχύλειο έργο και αφετέρου επειδή, με εξαίρεση την Ιώ, δεν περιέχει ανθρώπινους χαρακτήρες. Μια τρίτη ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι ο πρωταγωνιστής, ο Τιτάνας Προμηθέας, μένει καθηλωμένος, και οι επισκέπτες του προέρχονται από τον εξωσκηνικό χώρο, κάποτε μάλιστα πετώντας. Υπό αυτούς τους όρους δεν παρατηρείται στενή σχέση σκηνικού και εξωσκηνικού χώρου, καθώς πρόκειται για απλές επισκέψεις που δεν προϋποθέτουν ανάληψη κάποιας εξωσκηνικής δράσης με αποτελέσματα επί της σκηνικής.
 
Στον Σοφοκλή παγιώνεται το σκηνοθετικό σχήμα της Ορέστειας, το σκηνικό οικοδόμημα με το εσωτερικό του και τις δύο παρόδους. Σύμφωνα με το τέταρτο κεφάλαιο της Ποιητικής του Αριστοτέλη, στον Σοφοκλή οφείλεται η εισαγωγή της σκηνογραφίας, η οποία προσδίδει συγκεκριμένη ταυτότητα στο σκηνικό οικοδόμημα. Ωστόσο, δεν διαθέτουμε σαφείς πληροφορίες για τη ζωγραφική απόδοση: άραγε ήταν ζωγραφισμένη η πρόσοψη του σκηνικού οικοδομήματος ή υπήρχαν κινητά ζωγραφισμένα ταμπλό; Πολλοί μελετητές κλίνουν προς τη δεύτερη άποψη με το επιχείρημα ότι θα ήταν δύσκολη μια αλλαγή του σκηνικού, αν ήταν ζωγραφισμένη η πρόσοψη. Πώς θα δηλωνόταν, για παράδειγμα, η αλλαγή από ένα έργο στο επόμενο, αν στο πρώτο παριστανόταν ένα παλάτι και στο δεύτερο μια αγροικία ή ένα στρατιωτικό αντίσκηνο; Τα πρόσωπα που αντιπροσωπεύουν αντίπαλες θέσεις συνδέονται συνήθως με διαφορετικούς εξωσκηνικούς χώρους. Αυτή η πρακτική δεν είναι ακόμη τόσο σαφής στον Αίαντα και τις Τραχίνιες, ισχύει όμως από την Αντιγόνη και εξής. Πράγματι, ο Κρέων στην Αντιγόνη συνδέεται σταθερά με το παλάτι και την κρατική εξουσία, ενώ η μία πάροδος οδηγεί στον τόπο όπου κείται άταφος ο Πολυνείκης, τόπο με τον οποίο συνδέεται στενά η Αντιγόνη. Από εκεί θα εμφανιστεί δύο φορές ο φύλακας του πτώματος, για να αναγγείλει την πρώτη φορά τη δυσερμήνευτη ταφή του νεκρού και τη δεύτερη φορά για να συνοδέψει την Αντιγόνη που επιχείρησε το απονενοημένο διάβημα. Ίσως προς την ίδια κατεύθυνση βρίσκεται και ο τάφος-φυλακή της Αντιγόνης. Ο Τειρεσίας εισέρχεται από την αντίθετη μάλλον πάροδο προερχόμενος από την πόλη, ενώ το παλάτι εκπροσωπεί τη διχασμένη πλέον οικογένεια με τη διαμάχη Αίμονα και Κρέοντα και την αυτοκτονία της Ευρυδίκης.
 
Στον πρόλογο της Ηλέκτρας ο Παιδαγωγός ξεναγεί τον Ορέστη στο Άργος που ο νέος το επισκέπτεται για πρώτη φορά μετά την πολυετή παραμονή του στη Φωκίδα. Η ομώνυμη ηρωίδα κυριαρχεί στη σκηνή και εκπροσωπεί το διχασμένο παλάτι. Η Χρυσόθεμη επισκέπτεται στον εξωσκηνικό χώρο τον τάφο του πατέρα τους με χοές εκ μέρους της Κλυταιμήστρας και ανακαλύπτει τις προσφορές του Ορέστη. Η ειρωνεία που προκύπτει από την ευχάριστη είδηση της αδερφής της έγκειται στο γεγονός ότι τα σημάδια του ζωντανού Ορέστη έρχονται σε ευθεία αντίθεση με την απατηλή αγγελία του Παιδαγωγού ότι ο Ορέστης είναι νεκρός. Συνέπεια αυτής της ειρωνικής κατάστασης είναι η καθυστερημένη αναγνώριση των δύο αδερφών και η πραγματοποίηση της εκδίκησης. Οι επιπτώσεις από τη μητροκτονία δεν θεματοποιούνται από τον ποιητή, όπως συμβαίνει στο ομόθεμο δράμα του Ευριπίδη. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι η σκηνή γίνεται τόπος μεγάλων εντάσεων, αντιθέσεων και αντιπαραθέσεων.
 
Από τα υπόλοιπα δράματα του Σοφοκλή αξίζει να επισημανθεί ο Οιδίπους Τύραννος, γιατί δύο εξωσκηνικοί χώροι παρουσιάζουν μια αξιοσημείωτη ιδιοτυπία. Συγκεκριμένα, ο αγγελιοφόρος που έρχεται από την Κόρινθο και αναγγέλλει τον θάνατο του υποτιθέμενου πατέρα του Οιδίποδα, του βασιλιά Πόλυβου, δεν είναι τυχαίο πρόσωπο αλλά ο βοσκός που είχε παραλάβει τον εκτεθειμένο Οιδίποδα ως βρέφος και τον είχε χαρίσει στο άκληρο βασιλικό ζεύγος της Κορίνθου. Και ο Θηβαίος βοσκός, ο μόνος ακόλουθος του Λαΐου που επέζησε από τη μοιραία σύγκρουση του Οιδίποδα με τον πατέρα του στο τρίστρατο, είναι εκείνος που είχε εμπιστευθεί το βρέφος στον Κορίνθιο βοσκό. Η κατά αντιπαράσταση εξέτασή τους οδηγεί στην αναγνώριση της πραγματικής ταυτότητας του Οιδίποδα. Αυτοί οι δευτερεύοντες ρόλοι, επομένως, δεν ανήκουν σε πρόσωπα που έχουν αναλάβει κάποια αποστολή στον εξωσκηνικό χώρο και επιστρέφουν, όπως ο Κρέων που επιστρέφει από τους Δελφούς, ούτε είναι απλοί κομιστές ειδήσεων ενός εξωσκηνικού γεγονότος που συμβαίνει στο χρονικό πλαίσιο του δράματος, αλλά αποτελούν συγκεκριμένους φορείς του απώτερου παρελθόντος που φωτίζουν αναδρομικά το τραγικό παρόν. Οι υπόλοιπες είσοδοι και έξοδοι ακολουθούν την κλασική τους πλέον πορεία και δεν απαιτούν ιδιαίτερη ανάλυση. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι γυναίκες που αποχωρούν για να αυτοκτονήσουν, όπως η Ιοκάστη, η Δηιάνειρα και η Ευρυδίκη, εγκαταλείπουν τη σκηνή σιωπηλές εξαιτίας της μεγάλης απόγνωσής τους.
 
Η προηγούμενη δειγματοληψία δείχνει ότι ο Σοφοκλής πραγματεύεται συγκρούσεις ατόμων που εκπροσωπούν συνήθως αντίθετους χώρους. Στον Αίαντα και τις Τραχίνιες απουσιάζει μια παρόμοια σύγκρουση, με εξαίρεση τη διχογνωμία Οδυσσέα και Ατρειδών στο τέλος του Αίαντα, η οποία όμως δεν αποτελεί το κύριο θέμα του έργου. Στην Αντιγόνη και την Ηλέκτρα το παλάτι παρουσιάζεται διχασμένο, ενώ η Αντιγόνη και ο Ορέστης συνδέονται στενά με συγκεκριμένο εξωσκηνικό χώρο (με τον άταφο Πολυνείκη και τον τάφο του Αγαμέμνονα αντίστοιχα). Στον Φιλοκτήτη η (προσωποποιημένη) σπηλιά του μοναχικού ήρωα διάκειται εχθρικά προς τους επήλυδες από την Τροία, τον Νεοπτόλεμο και τον Οδυσσέα, ενώ στον Οιδίποδα επί Κολωνώ ο Οιδίπους συγκρούεται με τον Κρέοντα και τον Πολυνείκη. Τέλος, στον Οιδίποδα Τύραννο δεν υπάρχει σύγκρουση ως κεντρικό θέμα, με εξαίρεση τη δευτερεύουσα αντιπαράθεση του Οιδίποδα με τον Κρέοντα και τον Τειρεσία, αλλά συντελείται η αποκάλυψη της πραγματικής ταυτότητας του Οιδίποδα.
 
ΙΙΙ.
Στον Ευριπίδη παρατηρείται μια χαλάρωση της σοφόκλειας αυστηρής αντιθετικής πρακτικής των εξωσκηνικών χώρων, καθώς οι χώροι αυτοί πολλαπλασιάζονται. Ήδη στην Άλκηστη και τη Μήδεια, τα αρχαιότερα σωζόμενα δράματα του ποιητή, απαντά η σοφόκλεια αντίθεση (παλάτι του Αδμήτου-Άδης, σπίτι της Μήδειας-παλάτι του Κρέοντα), αλλά εμφανίζονται πρόσωπα και από άλλους χώρους, και μάλιστα ως βοηθοί, ο Ηρακλής από το Άργος και ο Αιγέας από την Αθήνα. Στον Ιππόλυτο η κατάσταση μεταβάλλεται ακόμη περισσότερο. Η αντίθεση ανάμεσα στον Ιππόλυτο (αγνότητα) και τη Φαίδρα (ερωτική επιθυμία) συνυπάρχει στον ίδιο χώρο, στο παλάτι του Θησέα στην Τροιζήνα. Ο ήρωας στην αρχή του έργου επιστρέφει από το κυνήγι, αλλά το δάσος ως εξωσκηνικός χώρος δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση του Θησέα ο οποίος επιστρέφει από τους Δελφούς. Η σύγκρουση πατέρα και γιου, κατοίκων του ίδιου χώρου, αφορά την ενοχή ή την αθωότητα του Ιππόλυτου με κριτήριο την επιστολή της νεκρής Φαίδρας, δεν σχετίζεται δηλαδή με συγκεκριμένους εξωσκηνικούς χώρους.
 
Στην Ανδρομάχη η διαμάχη της ομώνυμης ηρωίδας με την Ερμιόνη εκτυλίσσεται πάλι κάτω από την ίδια στέγη, αφού η πρώτη είναι ένα είδος παλλακίδας, ενώ η δεύτερη η νόμιμη σύζυγος. Στο δράμα μετέχουν ο Πηλέας και ο Μενέλαος, που προέρχονται από τη Φάρσαλο και τη Σπάρτη αντίστοιχα, και ο Ορέστης που προέρχεται από τους Δελφούς. Από αυτούς τους εξωσκηνικούς χώρους σημασία έχουν μόνο οι Δελφοί, όπου ο Ορέστης οργάνωσε μια σκευωρία κατά του Νεοπτολέμου, ο οποίος στο τέλος του έργου επιστρέφει ως άψυχο σώμα. Το δράμα αρθρώνεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο απειλείται η Ανδρομάχη και σώζεται τελικά από τον Πηλέα, ενώ στο δεύτερο φαίνεται να κινδυνεύει η Ερμιόνη που σώζεται από τον Ορέστη. Παρόμοια δίπτυχα δράματα απαντούν στην Εκάβη και τον Ηρακλή.
 
Ενώ στον Σοφοκλή οι πάροδοι είναι, κατά κανόνα, συνδεδεμένες με έναν εξωσκηνικό χώρο, στον Ευριπίδη συνδέονται με διαφορετικούς χώρους. Στον Ηρακλή, για παράδειγμα, ο ομώνυμος ήρωας επιστρέφει από τον Άδη μέσω μιας παρόδου, από όπου, κατά πάσα πιθανότητα, εισέρχεται και ο Θησέας προερχόμενος από την Αθήνα. Συχνά η επιλογή αντίθετης παρόδου συνεπάγεται και διαφωνία ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Έτσι, στις Φοίνισσες Πολυνείκης και Ετεοκλής, τα δύο αντίπαλα αδέρφια, εισέρχονται από διαφορετικές παρόδους. Ο Ευριπίδης, όπως τονίστηκε, μπορεί να διαιρεί έναν ενιαίο χώρο όπως το παλάτι στον Ιππόλυτο. Η Ελένη προσφέρει ένα πρόσθετο καλό παράδειγμα προς την ίδια κατεύθυνση. Η ηρωίδα βρίσκεται στην Αίγυπτο, αλλά νοσταλγεί τη Σπάρτη, ενώ οι Έλληνες πιστεύουν ότι βρίσκεται στην Τροία. Ο Μενέλαος, ο οποίος φαντάζεται ότι μεταφέρει την Ελένη στο πλοίο του νόστου για τη Σπάρτη, βρίσκεται δηλαδή στον χώρο μεταξύ της Τροίας και της πατρίδας του, ναυαγεί στις ακτές της Αιγύπτου, όπου συναντά την πραγματική Ελένη με την οποία δραπετεύει για τη Σπάρτη. Στο εγχείρημα του επανενωμένου ζεύγους συντελεί η αδερφή του Θεοκλύμενου, η μάντισσα Θεονόη, η οποία προδίδει τον αδερφό της βοηθώντας τους Έλληνες. Οι Διόσκουροι, που εμφανίζονται ως από μηχανής θεοί, αποκαθιστούν τη διασαλευμένη τάξη και καταπραΰνουν την οργή του βασιλιά, επαναφέροντας την ειρήνη και την ενότητα στο παλάτι.
 
Ο εξωσκηνικός χώρος περιέχει κάποτε πρόσωπα που εμφανίζονται αιφνίδια και προσδίδουν νέα τροπή στη δράση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Τειρεσία στην Αντιγόνη, ο οποίος όμως δεν μπορεί να αποτρέψει τη συμφορά, παρά την αλλαγή της στάσης του Κρέοντα, ή της Ιέρειας του ναού του Απόλλωνα στον Ίωνα, η οποία εμφανίζει το καλάθι στο οποίο είχε εκτεθεί ο ήρωας ως βρέφος και συντελεί αποφασιστικά στην αναγνώριση μητέρας και γιου. Ο εξωσκηνικός χώρος προσφέρει τη δυνατότητα στους υποκριτές να αναλάβουν νέο ρόλο, αλλάζοντας το προσωπείο και το κοστούμι τους (στον Αισχύλο ένας υποκριτής μπορεί να υποδυθεί το πολύ 4 ρόλους, στον Σοφοκλή 5 και στον Ευριπίδη 7), ενώ κρατά σε απόσταση πρόσωπα που πρέπει να αγνοούν ορισμένες πληροφορίες, όπως στις περιπτώσεις κατάστρωσης μιας σκευωρίας. Συντελεί επίσης στην πραγματοποίηση πράξεων που είναι αδύνατο ή απρόσφορο να παρασταθούν επί σκηνής: μάχες (π.χ. Ευριπίδη Ηρακλείδες, Ικέτιδες), μονομαχίες (π.χ. Ευριπίδη Φοίνισσες), αυτοκτονίες (π.χ. Σοφοκλή Τραχίνιες, Οιδίπους Τύραννος· προβληματική παραμένει η παράσταση της αυτοκτονίας του Αίαντα στην ομώνυμη τραγωδία του Σοφοκλή), φόνοι (π.χ. συζυγοκτονία στον Αγαμέμνονα και μητροκτονία στις Χοηφόρες του Αισχύλου, παιδοκτονία στη Μήδειακαι τις Βάκχες του Ευριπίδη), ανθρωποθυσία (Πολυξένη στην Εκάβη, Μακαρία στους Ηρακλείδες, Ιφιγένεια στην Ιφιγένεια την εν Αυλίδι), θαύμα (αναδιπλασιασμός της Ελένης ως φαντάσματος και πραγματικής γυναίκας, επιστροφή της Άλκηστης από τον Άδη στις ομώνυμες τραγωδίες του Ευριπίδη), μανία (του Ηρακλή στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη, της Αγαύης στις Βάκχες), ακρωτηριασμός (τύφλωση του Οιδίποδα στον Οιδίποδα Τύραννο και του Πολυμήστορα στην ευριπίδεια Εκάβη), πτώση κτισμάτων (Ευριπίδη Βάκχες, Ηρακλής, όπου όμως πάνω σε εκκύκλημα παρουσιάζεται ο ομώνυμος ήρωας δεμένος σε έναν κίονα), μυστηριώδης ανάληψη (η Ελένη στον Ορέστη και η Ιφιγένεια στην Ιφιγένεια την εν Αυλίδι του Ευριπίδη, ο Οιδίπους στον Οιδίποδαεπί Κολωνώ του Σοφοκλή). Οι θάνατοι επί σκηνής είναι σπάνιοι και δεν είναι ποτέ αποτέλεσμα κάποιας επί σκηνής παριστανόμενης βίαιης πράξης. Έτσι, η Άλκηστη στο ομώνυμο δράμα του Ευριπίδη πεθαίνει επί σκηνής, καθώς και ο θανάσιμα τραυματισμένος Ιππόλυτος, ο οποίος ζητά από τον πατέρα του να του σκεπάσει το πρόσωπο. Είναι ενδεικτικό ότι και στις δύο περιπτώσεις οι θεοί (Απόλλων, Άρτεμη) αποχωρούν για να μην προσβληθούν από το μίασμα που προκαλεί ο νεκρός.
 
Η σκηνή επικοινωνεί με το εσωτερικό του σκηνικού οικοδομήματος με διαφόρους τρόπους. Συχνά ακούγεται η κραυγή του θύματος, όπως στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου, όπου ο Χορός σκέφτεται πώς να αντιδράσει, αλλά τελικά η σύμβαση δεν του επιτρέπει να εγκαταλείψει την ορχήστρα και να εισέλθει στο παλάτι, όπως συμβαίνει στην Ελένη του Ευριπίδη, όπου ο Χορός, σε μια από τις σπάνιες μεταστάσεις του, συνοδεύει την ηρωίδα για να συμβουλευθεί τη Θεονόη σχετικά με την τύχη του Μενελάου, και όχι για να παρέμβει σε κάποιο εξωσκηνικό γεγονός. Και στην Ηλέκτρα του Σοφοκλή η ηρωίδα που βρίσκεται επί σκηνής, ακούγοντας την κραυγή της πληγωμένης μητέρας της, φωνάζει στον αδερφό της να επιφέρει και δεύτερο πλήγμα, αν το αντέχει. Η Ελένη στον ευριπίδειο Ορέστη επίσης δημιουργεί με τις κραυγές της την εντύπωση ότι δολοφονείται, αλλά στη συνέχεια προκύπτει από την πρωτοποριακή και θεαματική πλοκή αυτού του σχεδόν επινοημένου έργου ότι, χάρη σε παρέμβαση του Απόλλωνα, αναλήφθηκε στον ουρανό. Και τα παιδιά της Μήδειας στην ομώνυμη τραγωδία του Ευριπίδη φωνάζουν από πόνο, αλλά και εδώ ο Χορός δεν παρεμβαίνει. Στην ίδια τραγωδία οι κραυγές της προδομένης Μήδειας ακούγονται πριν από την πάροδο του Χορού και δεν προοιωνίζονται τίποτε το θετικό. Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ του Σοφοκλή η βροντή που ακούγεται από το άλσος των Ευμενίδων συνοδεύει τον ήρωα στον άλλο κόσμο.
 
Από την προηγούμενη περιγραφή της λειτουργίας του εξωσκηνικού χώρου ανακύπτει το κρίσιμο ερώτημα για τη διάρκεια της δράσης, το οποίο γίνεται επιτακτικότερο, αν ληφθεί υπόψη το πέμπτο κεφάλαιο της αριστοτελικής Ποιητικής, σύμφωνα με το οποίο η πλοκή μιας τραγωδίας περιορίζεται, όσο αυτό είναι δυνατόν, στο πλαίσιο μίας και μόνο ημέρας. Αν εξετάσουμε τη μόνη σωζόμενη αισχύλεια τριλογία με θέμα τη μοίρα του οίκου των Ατρειδών, εύλογα συμπεραίνουμε ότι ούτε όλες οι τραγωδίες διαρκούν μία ημέρα ούτε ο νεκρός χρόνος που μεσολαβεί στα διάκενα των τραγωδιών είναι μικρός. Συγκεκριμένα, στην αρχή του Αγαμέμνονα ο Φύλακας βλέπει το φωτεινό σήμα που δηλώνει την πτώση της Τροίας. Στο δεύτερο μέρος του έργου ο βασιλιάς βρίσκεται στο Άργος, και μάλιστα αφού επιβίωσε από μια επικίνδυνη θαλασσοταραχή. Δεν υπάρχει, επομένως, καμιά αμφιβολία ότι ο χρόνος ανάμεσα στα δύο μέρη του έργου είναι μεγαλύτερος από μία ημέρα. Όπως όμως επισημάνθηκε, το πρώτο μέρος της τραγωδίας δημιουργεί το κλίμα για την υποδοχή του βασιλιά στο Άργος, ενώ το δεύτερο αποτελεί την καθαυτό τραγωδία του Αγαμέμνονα, η οποία δεν διαρκεί, πράγματι, περισσότερο από λίγες ώρες από τη στιγμή της εμφάνισής του. Ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο δράμα της τριλογίας πρέπει να μεσολαβούν αρκετά χρόνια. Αν ο Ορέστης ήταν βρέφος που ακόμη δεν περπατούσε, άρα ήταν ενός έτους όταν ο βασιλιάς ξεκίνησε τον δεκαετή πόλεμο, τότε, όταν ο Αγαμέμνων δολοφονείται, είναι περίπου έντεκα χρονών και ζει στη Φωκίδα, όπου τον έστειλε η μητέρα του, σύμφωνα με δική της πρωτοβουλία. Όταν αρχίζουν οι Χοηφόρες, ο Ορέστης είναι πια έφηβος 17-18 χρονών, κάτι που συμφωνεί και με τη μαρτυρία της ευριπίδειας Ηλέκτρας, σύμφωνα με την οποία την Κλυταιμήστρα θα θάψει ο Μενέλαος, ο οποίος γνωρίζουμε ότι νοστεί ύστερα από 17 χρόνια από την έκρηξη του τρωικού πολέμου. Και οι Χοηφόρες διαιρούνται σε δύο μέρη με παντελή απουσία της Ηλέκτρας από την κύρια δράση του δεύτερου μέρους, γεγονός που προσδίδει μια αυτονομία στο πρώτο μέρος με την αναγνώριση των δύο αδερφών και τον μεγαλειώδη κομμό στον τάφο του Αγαμέμνονα. Τα δύο μέρη διακρίνονται μεταξύ τους με τη μεσολάβηση μικρού χρονικού διαστήματος, όσο δηλαδή απαιτείται για τη μετακίνηση από τον τάφο στο παλάτι. Το βέβαιο είναι ότι ο Ορέστης δείχνει στον ήλιο το ένδυμα που ακινητοποίησε τον βασιλιά ώστε να πραγματοποιηθεί η συζυγοκτονία, άρα είναι ακόμη ημέρα. Μετά τη μητροκτονία ο Ορέστης καταδιώκεται από τις Ερινύες και καταφεύγει στους Δελφούς ζητώντας προστασία από τον Απόλλωνα, στον οποίο οφείλεται η εντολή της μητροκτονίας. Μεταξύ των δύο δραμάτων μεσολαβεί, επομένως, το ταξίδι από το Άργος στους Δελφούς. Ο θεός τον συμβουλεύει να μεταβεί στην Αθήνα και να προσπέσει ικέτης στο άγαλμα της Αθηνάς, η οποία συγκαλεί για πρώτη φορά και θεσμοθετεί το δικαστήριο του Άρειου Πάγου. Μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μέρους των Ευμενίδων μεσολαβεί το ταξίδι από τους Δελφούς στην Αθήνα, που επίσης απαιτεί την πάροδο μερικών τουλάχιστον ημερών ή και μεγαλύτερου διαστήματος, γιατί ο Ορέστης υποστηρίζει ότι περιπλανήθηκε πριν φτάσει στην Αθήνα. Βέβαια, εδώ η τομή ανάμεσα στα δύο μέρη του έργου αποτυπώνεται ρητά με τη μετάσταση του Χορού. Το συμπέρασμα από την προηγούμενη ευσύνοπτη ανάλυση είναι σαφές: τα δύο ακραία έργα της τριλογίας είναι βέβαιο ότι αποκλείεται να διαρκούν μόνο μία ημέρα. Ο Αισχύλος, φυσικά, πουθενά δεν αναφέρεται σε πάροδο χρόνου, κάτι που, όπως φαίνεται, διόλου τον απασχολεί. Το ερώτημα που ανακύπτει είναι το εξής: πώς είναι δυνατόν ο διεισδυτικός και συστηματικός Αριστοτέλης να μην είχε κάνει παρόμοιες διαπιστώσεις; Η απάντηση περιέχει δύο αλληλένδετα σκέλη: α) Ο φιλόσοφος δεν ασχολείται σχεδόν καθόλου με τον Αισχύλο, ίσως επειδή τον θεωρεί ακόμη πρώιμο εκπρόσωπο της τραγωδίας, και, επομένως, δεν αναλύει δράματά του. β) Ο Αριστοτέλης θεωρεί υποδειγματική τραγωδία τον σοφόκλειο Οιδίποδα Τύραννο και χαρακτηρίζει τον Ευριπίδη τραγικότατο των ποιητών, φαίνεται δηλαδή ότι επικεντρώνει το ενδιαφέρον του σε αυτούς τους δύο τραγικούς. Γενικά ο Αισχύλος είναι κάπως ασαφής αποφεύγοντας να περιλαμβάνει στα δράματά του συγκεκριμένους χρονικούς προσδιορισμούς, όπως πράττει ο Σοφοκλής και κυρίως ο Ευριπίδης, ο οποίος ως ο πλέον ρεαλιστής δραματουργός, προσδιορίζει ρητά το χρονικό πλαίσιο των δραμάτων του. Στον Οιδίποδα Τύραννο, για παράδειγμα, ο Τειρεσίας προφητεύει ότι η ημέρα του δράματος θα αναδείξει και θα καταστρέψει τον Οιδίποδα (438). Η Αφροδίτη στον πρόλογο του Ιππόλυτου προαναγγέλλει ότι την ημέρα του δράματος ο ομώνυμος ήρωας θα χάσει τη ζωή του. Περισσότερο εντυπωσιακή είναι η περίπτωση της Μήδειας, μολονότι ο χρόνος προσδιορίζεται εκτός προλόγου. Η ηρωίδα ζητά από τον Κρέοντα την αναβολή της εξορίας της από την Κόρινθο για μία μόνο ημέρα και έτσι κερδίζει το διάστημα μέσα στο οποίο θα εξοντώσει τον Κρέοντα και τη θυγατέρα του (και υποψήφια σύζυγο του Ιάσονα) και θα σφάξει τα ίδια της τα παιδιά. Μερικές φορές απαντά και κάποιος πιο συγκεκριμένος προσδιορισμός του ημερήσιου κύκλου: στον Αγαμέμνονα του Αισχύλου ο Φύλακας περιμένει το φωτεινό σήμα που θα αναγγείλει την πτώση της Τροίας. Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι το δράμα αρχίζει λίγο πριν από την αυγή, ώστε το σήμα να γίνει ορατό. Άρα η σύμπτωση της έναρξης του πρώτου έργου της τριλογίας με την πραγματικότητα των θεατών είναι πιθανή. Και στην Ηλέκτρα του Ευριπίδη η ηρωίδα στη μονωδία της κάνει αναφορά στη νύχτα, ενώ ο γεωργός σύζυγός της ετοιμάζεται να πάει στο χωράφι. Παρόμοιες αναφορές οδήγησαν τους μελετητές στην άποψη ότι αυτά τα έργα, ακόμη και αν δεν υπάρχει ρητή εξωτερική μαρτυρία, πρέπει να κατείχαν την πρώτη θέση στην τριλογία, γιατί διαφορετικά ο τραυματισμός του ρεαλισμού θα ήταν ανεπίτρεπτος. Η υπόθεση αυτή φαίνεται καταρχήν εύλογη, αλλά η διατύπωση κάποιας επιφύλαξης είναι επίσης αξιοσύστατη.
 
Δύο ευριπίδεια δράματα, ωστόσο, δεν φαίνεται να συμμορφώνονται με αυτόν τον «κανόνα της ενότητας του χρόνου», οι Ηρακλείδες και οι Ικέτιδες, και αυτό γιατί συμπεριλαμβάνουν μάχες εναντίον του Ευρυσθέα και των Θηβαίων αντίστοιχα. Η ερμηνεία αυτής της απόκλισης δεν είναι δύσκολη. Τα δράματα αυτά είναι πολιτικά, με την έννοια ότι εξυμνούν την Αθήνα ως προστάτιδα όλων των κατατρεγμένων. Με άλλα λόγια, δεν πραγματεύονται το ευμετάβολο της τύχης ενός ατόμου, όπως συμβαίνει με τα υπόλοιπα έργα. Η απουσία του ατομοκεντρικού χαρακτήρα εξηγεί και την απόκλιση. Ιδιαίτερα στις Ικέτιδες αντικείμενο της ικεσίας είναι η απόδοση για ταφή των πεσόντων Αργείων αρχηγών στην εκστρατεία κατά της Θήβας, δηλαδή η υποβολή ενός αιτήματος που απέρριψαν οι Θηβαίοι, χωρίς να παριστάνεται η μεταβολή της τύχης κάποιου ζωντανού από την ευτυχία στη δυστυχία.
 
Οι ενότητες του χώρου και του χρόνου, αντίθετα, δεν τηρούνται στην αριστοφανική κωμωδία, γιατί το ενδιαφέρον της δεν εστιάζεται ούτε στην υπογράμμιση του ευμετάβολου της ανθρώπινης μοίρας (τραγωδία) ούτε στην άρση μιας παρεξήγησης και την αποκατάσταση της αλήθειας (Νέα Κωμωδία). Τα αστικά, και ιδιαίτερα τα ερωτικά, θέματα της Νέας ευνοούν τη γειτνίασή της με την ευριπίδεια τραγωδία, σε αντίθεση με την αριστοφανική κωμωδία, όπου η εντυπωσιακή ποικιλία και η απόλυτη ελευθερία των θεμάτων εναντιώνονται σε παρόμοιου τύπου δεσμεύσεις. Ένα ενδεικτικό παράδειγμα προσφέρουν οι Αχαρνείς, όπου μνημονεύονται δύο γιορτές, που συνεπάγονται την πάροδο ανάλογου χρόνου: τα κατ' αγρούς Διονύσια και τα Ανθεστήρια. Η ενότητα του χρόνου τηρείται στον Μένανδρο, πράγμα που αποτελεί πρόσθετη ένδειξη της εξάρτησης του κωμωδιογράφου από την τραγωδία, και ειδικότερα από τον Ευριπίδη.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2018

ΔΡΑΜΑΤΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ: ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Προμηθεὺς δεσμώτης (944-1006)

ΕΡΜΗΣ
σὲ τὸν σοφιστήν, τὸν πικρῶς ὑπέρπικρον,
945 τὸν ἐξαμαρτόντ᾽ εἰς θεοὺς ἐφημέροις
πορόντα τιμάς, τὸν πυρὸς κλέπτην λέγω·
πατὴρ ἄνωγέ σ᾽ οὕστινας κομπεῖς γάμους
αὐδᾶν, πρὸς ὧν ἐκεῖνος ἐκπίπτει κράτους·
καὶ ταῦτα μέντοι μηδὲν αἰνικτηρίως,
950 ἀλλ᾽ αὔθ᾽ ἕκαστα φράζε· μηδέ μοι διπλᾶς
ὁδούς, Προμηθεῦ, προσβάλῃς· ὁρᾷς δ᾽ ὅτι
Ζεὺς τοῖς τοιούτοις οὐχὶ μαλθακίζεται.
ΠΡ. σεμνόστομός γε καὶ φρονήματος πλέως
ὁ μῦθός ἐστιν, ὡς θεῶν ὑπηρέτου.
955 νέον νέοι κρατεῖτε καὶ δοκεῖτε δὴ
ναίειν ἀπενθῆ πέργαμ᾽· οὐκ ἐκ τῶνδ᾽ ἐγὼ
δισσοὺς τυράννους ἐκπεσόντας ᾐσθόμην;
τρίτον δὲ τὸν νῦν κοιρανοῦντ᾽ ἐπόψομαι
αἴσχιστα καὶ τάχιστα. μή τί σοι δοκῶ
960 ταρβεῖν ὑποπτήσσειν τε τοὺς νέους θεούς;
πολλοῦ γε καὶ τοῦ παντὸς ἐλλείπω. σὺ δὲ
κέλευθον ἥνπερ ἦλθες ἐγκόνει πάλιν·
πεύσῃ γὰρ οὐδὲν ὧν ἀνιστορεῖς ἐμέ.
ΕΡ. τοιοῖσδε μέντοι καὶ πρὶν αὐθαδίσμασιν
965 ἐς τάσδε σαυτὸν πημονὰς καθώρμισας.
ΠΡ. τῆς σῆς λατρείας τὴν ἐμὴν δυσπραξίαν,
σαφῶς ἐπίστασ᾽, οὐκ ἂν ἀλλάξαιμ᾽ ἐγώ.
ΕΡ. κρεῖσσον γὰρ οἶμαι τῇδε λατρεύειν πέτρᾳ
ἢ πατρὶ φῦναι Ζηνὶ πιστὸν ἄγγελον;
970 ΠΡ. οὕτως ὑβρίζειν τοὺς ὑβρίζοντας χρεών.
ΕΡ. χλιδᾶν ἔοικας τοῖς παροῦσι πράγμασιν.
ΠΡ. χλιδῶ; χλιδῶντας ὧδε τοὺς ἐμοὺς ἐγὼ
ἐχθροὺς ἴδοιμι· καὶ σὲ δ᾽ ἐν τούτοις λέγω.
ΕΡ. ἦ κἀμὲ γάρ τι συμφοραῖς ἐπαιτιᾷ;
975 ΠΡ. ἁπλῷ λόγῳ τοὺς πάντας ἐχθαίρω θεούς,
ὅσοι παθόντες εὖ κακοῦσί μ᾽ ἐκδίκως.
ΕΡ. κλύω σ᾽ ἐγὼ μεμηνότ᾽ οὐ σμικρὰν νόσον.
ΠΡ. νοσοῖμ᾽ ἄν, εἰ νόσημα τοὺς ἐχθροὺς στυγεῖν.
ΕΡ. εἴης φορητὸς οὐκ ἄν, εἰ πράσσοις καλῶς.
ΠΡ. ὤμοι.
980 ΕΡ. ‹ὤμοι·› τόδε Ζεὺς τοὔπος οὐκ ἐπίσταται.
ΠΡ. ἀλλ᾽ ἐκδιδάσκει πάνθ᾽ ὁ γηράσκων χρόνος.
ΕΡ. καὶ μὴν σύ γ᾽ οὔπω σωφρονεῖν ἐπίστασαι.
ΠΡ. σὲ γὰρ προσηύδων οὐκ ἂν ὄνθ᾽ ὑπηρέτην.
ΕΡ. ἐρεῖν ἔοικας οὐδὲν ὧν χρῄζει πατήρ.
985 ΠΡ. καὶ μὴν ὀφείλων γ᾽ ἂν τίνοιμ᾽ αὐτῷ χάριν.
ΕΡ. ἐκερτόμησας δῆθεν ὥστε παῖδά με.
ΠΡ. οὐ γὰρ σὺ παῖς τε κἄτι τοῦδ᾽ ἀνούστερος,
εἰ προσδοκᾷς ἐμοῦ τι πεύσεσθαι πάρα;
οὐκ ἔστιν αἴκισμ᾽ οὐδὲ μηχάνημ᾽ ὅτῳ
990 προτρέψεταί με Ζεὺς γεγωνῆσαι τάδε,
πρὶν ἂν χαλασθῇ δεσμὰ λυμαντήρια.
πρὸς ταῦτα ῥιπτέσθω μὲν αἰθαλοῦσσα φλόξ,
λευκοπτέρῳ δὲ νιφάδι καὶ βροντήμασι
χθονίοις κυκάτω πάντα καὶ ταρασσέτω·
995 γνάμψει γὰρ οὐδὲν τῶνδέ μ᾽ ὥστε καὶ φράσαι
πρὸς οὗ χρεών νιν ἐκπεσεῖν τυραννίδος.
ΕΡ. ὅρα νυν εἴ σοι ταῦτ᾽ ἀρωγὰ φαίνεται.
ΠΡ. ὦπται πάλαι δὴ καὶ βεβούλευται τάδε.
ΕΡ. τόλμησον, ὦ μάταιε, τόλμησόν ποτε
1000 πρὸς τὰς παρούσας πημονὰς ὀρθῶς φρονεῖν.
ΠΡ. ὀχλεῖς μάτην με κῦμ᾽ ὅπως παρηγορῶν.
εἰσελθέτω σε μήποθ᾽ ὡς ἐγὼ Διὸς
γνώμην φοβηθεὶς θηλύνους γενήσομαι,
καὶ λιπαρήσω τὸν μέγα στυγούμενον
1005 γυναικομίμοις ὑπτιάσμασιν χερῶν
λῦσαί με δεσμῶν τῶνδε· τοῦ παντὸς δέω.

***
ΕΡΜΗΣ
Σε σένα το σοφό, που ᾽σαι γιομάτος πίκρα,
που στους θεούς αμάρτησες και πήες να δώσεις
στους ανθρώπους τιμές, της φωτιάς λέω τον κλέφτη,
στέλνει ο πατέρας προσταγή να φανερώσεις
αυτούς τους γάμους, που κομπάζεις πως θα γίνουν
τάχ᾽ αφορμή τους θρόνους του να χάσει εκείνος·
κι αυτά, όχι μ᾽ αινίγματα και στριφτά λόγια
950 μα ένα προς ένα ξάστερα, μηδέ με βάλεις
να κάμω διπλούς δρόμους, γιατί βέβαια βλέπεις
πως δε μαλάζεται εύκολα ο Δίας με τέτοια.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μεγαλόστομα λόγια κι έπαρση γιομάτα
καθώς ταιριάζουν στων θεών τον υπηρέτη.
Νέοι, με χθεσινή εξουσία και θαρρείτε
πως πύργους έχετ᾽ άπαρτους· μα εγώ δεν είδα
δυο βασιλιάδες απ᾽ αυτούς να γκρεμνιστούνε;
και τρίτο αυτόν θα δω, που βασιλεύει τώρα,
πολύ γρήγορα και άτιμα· μήπως σου μοιάζω
960 πως δείλιασα και σκιάχτηκα τους νέους θεούς σου;
μακριά από μένα αυτή η ντροπή· μα εσύ το δρόμο
που πήρες νά ᾽ρθεις, βιάσου να γυρίσεις πάλι
κι απ᾽ όσα με ρωτάς τίποτα δε θα μάθεις.
ΕΡΜΗΣ
Μα με τις τέτοιες σου και πριν τις κομποφάνειες
σ᾽ αυτές τις συμφορές καλό λιμάνι βρήκες.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μ᾽ αυτή σου, ξέρε το καλά, τη λάτρα πὄχεις
εγώ ποτέ δε θ᾽ άλλαζα τη συμφορά μου.
και βέβαια πιο καλά σ᾽ αυτό το βράχο σκλάβος
παρά να ᾽μ᾽ άγγελος πιστός του Δία πατέρα.
970 Έτσι δίκιο να βρίζουνται κείνοι που βρίζουν.
ΕΡΜΗΣ
Τα ᾽χεις καμάρι φαίνεται τα βάσανά σου.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Καμάρι; έτσι άμποτε να δω να καμαρώνουν
οι εχθροί οι δικοί μου· και μ᾽ αυτούς και σένα βάζω.
ΕΡΜΗΣ
Μη ρίχτεις τάχα φταίξιμο γι᾽ αυτά και μένα;
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μ᾽ ένα λόγο, μισώ τους θεούς όλους, όσοι
είδαν καλό κι έτσι άδικα μου το πληρώνουν.
ΕΡΜΗΣ
Βλάβη έχει ο νους σου όχι μικρή μ᾽ αυτά π᾽ ακούω.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Ίσως, αν να μισείς εχθρούς του νου είναι βλάβη.
ΕΡΜΗΣ
Θενα ήσουν όχι υποφερτός, αν ευτυχούσες.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αλίμονο!
ΕΡΜΗΣ
980 Αλίμονο, το λόγο αυτό δε ξέρει ο Δίας.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μα όλα ο χρόνος που γερνά μας τα μαθαίνει.
ΕΡΜΗΣ
Κι όμως εσύ δεν έμαθες ακόμα γνώση.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Αλήθεια, αλλιώς με δούλο εσέ δε θα μιλούσα.
ΕΡΜΗΣ
Φαίνεται δε θα πεις ό,τι ζητά ο πατέρας.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Μα βέβαια, χάρη που χρωστώ να του πληρώσω!
ΕΡΜΗΣ
Σαν να ᾽μουν δηλαδή παιδί με περιπαίζεις.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Παιδί κι ακόμα πιο άμυαλος δεν είσαι τάχα,
αν περιμένεις τίποτ᾽ από με να μάθεις;
μα δεν υπάρχει βάσανο και καμιά τέχνη
990 που ο Δίας θα με κατάφερνε το μυστικό μου
να πω, πριν τ᾽ άτιμά μου αυτά δεσμά λυθούνε.
Κι έτσι λοιπόν ας πάει να σκα η πυρφόρα η φλόγα,
με τουλούπες λευκόφτερες χιονιάς κι υπόγειους
ας σει τα πάντα βροντισμούς κι ας συνταράζει,
μα εμένα τίποτ᾽ απ᾽ αυτά δε θα λυγίσει,
που να του πω από ποιόν το θρόνο του θα χάσει.
ΕΡΜΗΣ
Βλέπε αν σου φαίνουνται όλα αυτά πώς σ᾽ ωφελούνε.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Τώρ᾽ από μιας και τα ᾽χω ιδεί κι αποφασίσει.
ΕΡΜΗΣ
Τόλμησε, μάταιε, τόλμησε, μια φορά τέλος
1000 να βάλεις γνώση μες σ᾽ αυτές τις συμφορές σου.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ
Χάνεις τα λόγια σου άδικα, κι ως κουφό κύμα
τις γαλιφιές σου τις γρικώ· βγάλτ᾽ το απ᾽ το νου σου
που εγώ το Δία θα φοβηθώ και θα ζαρώσω
μπρος του σα θηλυκό και με γυναίκειους τρόπους
δεητικά τα χέρια μου θενα τα υψώσω
στον πολυμισημένο μου για να με λύσει
απ᾽ τα δεσμά μου αυτά· κάθε άλλο παρά τούτο!