Τετάρτη 9 Μαΐου 2018

Ντέιβιντ Χιουμ – Η λογική θα είναι πάντοτε σκλάβος των παθών

Ο Ντέιβιντ Χιουμ (1711-1776), από τους κορυφαίους φιλοσόφους στην ιστορία του πνεύματος, γεννήθηκε και πέθανε στο Εδιμβούργο της Σκωτίας, το οποίο, στην διάρκεια του βίου του, επισκεπτόταν κατά διαστήματα. Ενδεχομένως να είχε ζήσει εκεί όλη του την ζωή, αν δεν αποτύγχανε να εκλεγεί καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου, στο οποίο σπούδασε[1]. Άλλη μια απόπειρά του να εκλεγεί καθηγητής –στο πανεπιστήμιο της Γλασκόβης, αυτή την φορά– υπήρξε το ίδιο ανεπιτυχής.

Η αποτυχία του να ακολουθήσει ακαδημαϊκή σταδιοδρομία είχε σαν αποτέλεσμα να κάνει διάφορες δουλειές. Αρχικά εργάστηκε ως υπάλληλος σε εμπορικό οίκο εισαγωγής ζάχαρης, έπειτα, αφού εν τω μεταξύ πήγε στην Γαλλία όπου έζησε επί τρία χρόνια, έγινε παιδαγωγός ενός παράφρονα Μαρκήσιου, ύστερα διετέλεσε γραμματέας στην περιπετειώδη στρατιωτική εκστρατεία της Βρετανίας εναντίον της Γαλλίας στο Κεμπέκ και στην διπλωματική αποστολή της χώρας του στις αυλές της Βιέννης και του Τορίνο, ακολούθως δούλεψε ως βιβλιοθηκάριος στην βιβλιοθήκη του Εδιμβούργου, κατόπιν υπήρξε γραμματέας του βρετανού Πρέσβη στην Γαλλία και τέλος διορίσθηκε για έναν χρόνο υφυπουργός Εσωτερικών Υποθέσεων στο Λονδίνο, οπότε αποσύρθηκε στο Εδιμβούργο, όπου πέρασε ήσυχα τα τελευταία οκτώ χρόνια της ζωής του, συντροφιά με φίλους που όλοι τους δεν ήταν «μορφωμένοι και λόγιοι», πράγμα που σημαίνει, όπως ο ίδιος σημειώνει, ότι η παρέα του «ήταν αποδεκτή και μεταξύ των νέων και των ανέμελων».

Μια νεαρή μάλιστα, γύρω στα είκοσι, γοητευτική, ζωντανή και ιδιαίτερα πνευματώδης, ονόματι Νάνσυ Όρντ, είχε βρει την συντροφιά του ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα. Φήμες, που έφτασαν ως τα αφτιά των θαμώνων των σαλονιών στο Παρίσι, λέγανε ότι είχαν αρραβωνιαστεί κιόλας. Γεγονός, πάντως, είναι ότι παρέμεινε άγαμος και ότι απλώς στον κωδίκελλο της διαθήκης του, που πρόσθεσε λίγο μόλις πριν πεθάνει, εξέφρασε την επιθυμία να διατεθούν γι’ αυτήν δέκα Γκίνες «προκειμένου», όπως αναφέρει, «να αγοράσει ένα δαχτυλίδι, εις μνήμην της φιλίας μου και της προσήλωσής μου σε ένα τόσο αγαπητό και ταλαντούχο πρόσωπο».

Ο Χιουμ –που υπήρξε επίσης αξιόλογος ιστορικός[2]– ως φιλόσοφος υιοθέτησε την διδασκαλία του εμπειρισμού[3]. Την υιοθέτησε δε με άκρα συνέπεια, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί στον σκεπτικισμό[4].

Εντυπώσεις και ιδέες

Ειδικότερα ο Χιουμ παρατήρησε ότι τα μόνα πράγματα που μπορούμε να γνωρίσουμε είναι οι «εντυπώσεις και οι ιδέες»[5], όπως τα αποκαλεί, οι οποίες περιορίζονται στον κόσμο της εμπειρίας μας, βρίσκονται δηλαδή μέσα μας χάρη στις αισθήσεις μας που μας τις εφοδίασαν. Αν, ας πούμε, την στιγμή αυτή στο δωμάτιο όπου βρίσκομαι δω πάνω στο τραπέζι ένα λεμόνι, η εικόνα του χρώματός του, η παράσταση του σχήματός του, η εμπειρία της μυρωδιάς που εκπέμπει ή της γεύσης που νιώθω δοκιμάζοντάς το, όπως και κάθε άλλη επίσης παράσταση ή εμπειρία που προκαλείται μέσα μου καθώς το παρατηρώ, συνιστούν ό,τι ο Χιουμ ονομάζει εντυπώσεις.

Τις ίδιες, όμως, εικόνες, εμπειρίες ή παραστάσεις που σχημάτισα για το λεμόνι καθώς το παρατηρούσα, λέει ο Χιουμ, έχω μέσα μου και μετά, όταν φύγω από το δωμάτιο και δεν έχω μπροστά μου πλέον το λεμόνι –υπό μιαν άλλη, όμως, ιδιότητα: όχι πλέον ως εντυπώσεις, αλλά ως ιδέες, όπως τις χαρακτηρίζει ο ίδιος. Εντυπώσεις, λοιπόν, στο πλαίσιο της διδασκαλίας του Χιουμ, είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες των πραγμάτων που μας δίνουν οι αισθήσεις μας την ώρα που τα παρατηρούμε, ενώ ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες των πραγμάτων που σκεφτόμαστε χωρίς να έχομε τα πράγματα ενώπιον μας για να τα παρατηρήσουμε με τις αισθήσεις μας.

Οι εντυπώσεις και οι ιδέες, όμως σύμφωνα με τον Χιουμ, πέρα από τον ξεχωριστό τρόπο που δημιουργούνται μέσα μας, διαφέρουν και κατά τον βαθμό ζωηρότητας που μας παρουσιάζονται. Οι εντυπώσεις, ορισμένως, εμφανίζονται εντός μας πιο έντονες και πιο ζωντανές από όσο οι ιδέες, οι οποίες αποτελούν αμυδρές εικόνες των εντυπώσεών μας, που έχουν αποθηκευθεί στην σκέψη μας.

Οι εντυπώσεις, όπως και οι ιδέες βέβαια, καθόσον αποτελούν αναπαραστάσεις των εντυπώσεων, διακρίνονται, όπως επισημαίνει ο Χιουμ, σε απλές και σε σύνθετες.

Απλές εντυπώσεις ή ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες εκείνες που δεν μπορούν να αναλυθούν, όπως, ας πούμε, η εμπειρία του κίτρινου χρώματος του λεμονιού, που, όσο κι αν προσπαθήσουμε, δεν μπορούμε να την «σπάσουμε» σε άλλες απλούστερες εικόνες.

Σύνθετες εντυπώσεις ή ιδέες είναι οι εικόνες, οι παραστάσεις ή οι εμπειρίες που αποτελούνται από άλλες απλούστερες εντυπώσεις ή οι ιδέες, όπως, η εντύπωση ή η ιδέα του λεμονιού, που σύγκειται από την εικόνα του κίτρινου χρώματος, από την παράσταση του σχήματός του, από την εμπειρία που νιώθομε μυρίζοντάς το, κ.ο.κ.

Οι άνθρωποι, όμως, κατά τον Χιουμ, δεν περιορίζονται σε ό,τι πραγματικά μπορούν να γνωρίσουν, ήγουν στις εντυπώσεις και τις ιδέες που υπάρχουν μέσα τους, αλλά προχωρούν, πέρα από αυτές, σε εικασίες, όπως η αρχή της αιτιότητας, σύμφωνα με την οποία οι ίδιες αιτίες προκαλούν τα ίδια αποτελέσματα, καθόσον μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος υπάρχει αναγκαίος δεσμός, ή η μέθοδος της επαγωγής, σύμφωνα με την οποία από τις επιμέρους παρατηρήσεις των γεγονότων στην φύση μπορούμε να διατυπώνομε νόμους που προδικάζουν ότι τα ίδια γεγονότα θα επαναληφθούν.

Πρόκειται, ωστόσο, υποστηρίζει ο Χιουμ, για εικασίες αυθαίρετες[6]. Τόσο η αρχή της αιτιότητας, όσο και η μέθοδος της επαγωγής δεν μπορούν να δικαιολογηθούν κατά τρόπο που να μην επιδέχεται αμφισβήτηση. Μοιραία, λοιπόν, όλο το οικοδόμημα της γνώσης, που έχουν ως τώρα με τόσο μόχθο στήσει οι άνθρωποι, κινδυνεύει, καθόσον στηρίζεται πάνω στην αρχή της αιτιότητας και την μέθοδο της επαγωγής, να γίνει ένας σωρός από σκόρπια υλικά.

Η απόρριψη της αρχής της αιτιότητας

Ως προς την αρχή της αιτιότητας, συγκεκριμένα, αυτή συνίσταται σε τρεις όρους: την αιτία, το αποτέλεσμα και τον αναγκαίο δεσμό μεταξύ τους. Από τους τρεις αυτούς όρους της αιτιότητας, κατά τον Χιουμ, μόνο για τους δυο, ήγουν για την αιτία και το αποτέλεσμα, δικαιούμεθα να μιλάμε, αφού μόνο γι’ αυτούς μπορούμε να σχηματίσομε μέσα μας εντυπώσεις ή ιδέες, τα μόνα πράγματα που έχομε την δυνατότητα να γνωρίσομε.

Για παράδειγμα, στην περίπτωση ενός μετάλλου που διαστέλλεται εξαιτίας της θερμότητας, τι παρατηρούμε; Αφενός μεν την θερμότητα, που είναι η αιτία, αφετέρου δε την διαστολή του μετάλλου, που είναι το αποτέλεσμα. Τον αναγκαίο δεσμό, όμως, μεταξύ θερμότητας και διαστολής των μετάλλων, ο οποίος θα μας επέτρεπε να πούμε ότι κάθε φορά που θερμαίνεται ένα μέταλλο θα πρέπει να ακολουθήσει η διαστολή του, δεν τον παρατηρούμε πουθενά. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ο ισχυρισμός των επιστημόνων ότι η θερμότητα συνεπάγεται κατ΄ ανάγκην την διαστολή των μετάλλων δεν ισχύει.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι πώς προέκυψε ο αναγκαίος αυτός δεσμός μεταξύ θερμότητας και διαστολής των μετάλλων και, γενικότερα, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος, τι είναι εκείνο που μας κάνει να πιστεύουμε ότι, αν συμβεί η αιτία, θα ακολουθήσει υποχρεωτικά και το αποτέλεσμα, ότι, αν, ορισμένως, θερμανθεί ένα μέταλλο, θα πρέπει να ακολουθήσει η διαστολή του; Δεν μπορεί να τον φανταστήκαμε ξαφνικά, στα καλά καθούμενα.

Ο λόγος, κατά τον Χιουμ, για τον οποίο υποθέτομε ότι από μια ορισμένη αιτία θα ακολουθήσει υποχρεωτικά ένα ορισμένο αποτέλεσμα, ότι όταν, δηλαδή, ζεσταθεί ένα μέταλλο περιμένομε να ακολουθήσει η διαστολή, είναι γιατί μέσα στο μυαλό μας σχηματίστηκε ένας συνειρμός μεταξύ θερμότητας και διαστολής μετάλλων και, γενικά, μεταξύ αιτίας και αποτελέσματος. Επειδή, δηλαδή, είδαμε οι ίδιοι ή ακούσαμε από άλλους άπειρες φορές ότι η θερμότητα προκαλεί την διαστολή ενός μετάλλου, σχηματίσαμε ακολούθως μόνοι μας την εντύπωση ότι αυτό θα συμβαίνει πάντοτε.

Κατά τον ίδιο τρόπο, επειδή είδαμε ή ακούσαμε άπειρες φορές ότι, όταν το νερό φτάνει στους 0 βαθμούς Κελσίου, παγώνει, ότι η δράση προκαλεί αντίδραση, συνδέσαμε συνειρμικά τους 0 βαθμούς Κελσίου με το πάγωμα του νερού, την δράση με την αντίδραση, την αιτία με το αποτέλεσμα έτσι, ώστε, όταν συμβεί το ένα, να ακολουθήσει το άλλο. Πόσοι, όμως, συνειρμοί, πόσα πράγματα που συνηθίσαμε να τα βλέπομε να συμβαίνουν γύρω μας με έναν ορισμένο τρόπο δεν έχουν ανατραπεί!

Το πρόβλημα της επαγωγής

Ανάλογες επιφυλάξεις, κατά τον Χιουμ, θα πρέπει να έχουμε και για την μέθοδο της επαγωγής. Λέμε ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε 24 ώρες και θεωρούμε ότι πρόκειται για έναν νόμο της φύσης σύμφωνα με τον οποίο ο ήλιος θα ανατέλλει πάντοτε κάθε 24 ώρες.

Το σωστό, όμως, λέει ο Χιουμ είναι να μιλάμε για έναν νόμο της φύσης που ισχύει ως αυτή την στιγμή που μιλάμε τώρα, αφού τίποτε δεν αποκλείει αύριο ο ήλιος να μην ανατείλει. Η μόνη περίπτωση, για να είμαστε βέβαιοι ότι αύριο ο ήλιος θα ανατείλει και ότι αυτό θα συμβαίνει πάντοτε στο μέλλον, είναι αν υπάρχει ομοιομορφία στην φύση, αν, δηλαδή, κάτι που συνέβη στο παρελθόν επαναλαμβάνεται απαρέγκλιτα στο μέλλον.

Αλλά πώς μπορούμε να ισχυριστούμε ότι υπάρχει μια τέτοια σταθερή ομοιομορφία στην φύση; Το μόνο που μπορούμε να πούμε είναι ότι μέχρι τώρα πράγματι η φύση συμπεριφέρεται με τρόπο ομοιόμορφο, ότι κάτι, η ανατολή του ήλιου κάθε 24 ώρες λόγου χάριν, που συνέβη στο παρελθόν, θα συμβεί και στο μέλλον. Ξέρουμε, όμως, αν η φύση θα συνεχίσει και στο μέλλον να συμπεριφέρεται με την ίδια ομοιομορφία;

Μόνο όταν έλθει η συντέλεια του κόσμου, μπορούμε, κάνοντας γενική αποτίμηση της ιστορίας της φύσης, να αποφανθούμε αν ισχύει η αρχή της ομοιομορφίας στην φύση. Μέχρι τότε, όμως, αφού δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ισχύει στην φύση η ομοιομορφία, είμαστε υποχρεωμένοι να ζούμε μέσα στην αμφιβολία –μια αμφιβολία, όμως, παρατηρεί ο Χιουμ, που δεν αναφέρεται μόνο σε ό,τι υπάρχει ή συμβαίνει γύρω μας, στην φύση έξω από μας, αλλά αφενός εκτείνεται πέρα από τον κόσμο, στον Θεό[7], και αφετέρου εντοπίζεται επίσης μέσα μας, στον ίδιο τον εαυτό μας[8].

Η αμφισβήτηση της ύπαρξης του εαυτού μας

Ως προς τον εαυτό μας μεν, λέει ο Χιουμ, όταν σκύψουμε μέσα μας για να τον ανακαλύψουμε, δεν τον βρίσκουμε πουθενά, αφού τα μόνα πράγματα πουν υπάρχουν εντός μας είναι εντυπώσεις και ιδέες, ήγουν εικόνες, παραστάσεις ή εμπειρίες, που αποκτήσαμε μέσω των αισθήσεών μας και τις αποθηκεύσαμε μέσα μας. Εν τοιαύτη περιπτώσει, ό,τι αποκαλούμε «εαυτό» μας δεν είναι παρά μια δέσμη εντυπώσεων και ιδεών και τίποτε άλλο έτσι, ώστε, όταν χαθεί αυτή, να εξανεμίζεται μαζί κι ο εαυτός μας –όπως συμβαίνει στην διάρκεια του ύπνου μας.

Είναι γνωστό, το ζούμε όλοι μας, πως, όταν κοιμόμαστε, δεν έχομε καμιά συναίσθηση του εαυτού μας, δεν ξέρομε ότι υπάρχομε, επειδή ακριβώς, καθώς την ώρα του ύπνου μας δεν έχομε συνείδηση των εικόνων, των παραστάσεων και των εμπειριών μέσα μας, χάνεται η δέσμη των εντυπώσεών μας και των ιδεών μας. Η απάλειψη της δέσμης των εντυπώσεων και των ιδεών από μέσα μας συνεπάγεται μοιραία και την εξαφάνιση του εαυτού μας, πράγμα που απλά σημαίνει ότι ο εαυτός μας δεν είναι τίποτε άλλο παρά το σύνολο των εντυπώσεων και των ιδεών μέσα μας.

Η αμφιβολία για τον Θεό

Ως προς τον Θεό, εξάλλου, ο Χιουμ επιχείρησε να τον αμφισβητήσει στρέφοντας την κριτική του προς δύο κατευθύνσεις. Αφενός μεν θεώρησε ανεπαρκείς τις αποδείξεις υπέρ της ύπαρξης του Θεού, αφετέρου δε ισχυρίστηκε ότι δεν είναι λογικό να πιστέψουμε ότι έγιναν τα θαύματα, τα οποία, ασφαλώς, αν μπορούσε να αποδειχθεί ότι τελέστηκαν, θα αποτελούσαν σοβαρό λόγο για να δεχθούμε και την ύπαρξη εκείνου που τα προκάλεσε, ήγουν του Θεού.

Ειδικότερα, ένα από τα συνήθη επιχειρήματα που προβάλλονται για να αποδειχθεί η ύπαρξη του Θεού είναι ο ισχυρισμός ότι, όπως ένα ρολόι, που, λόγω της πολυπλοκότητάς του και της αρμονίας που διέπει την λειτουργία των μερών του, είναι αδύνατον να δημιουργήθηκε μόνο του, αλλά απεναντίας ξέρομε καλά ότι το έφτιαξε κάποιος τεχνίτης, κατά τρόπον ανάλογο και ο κόσμος γύρω μας, καθόσον διέπεται από αρμονία και παρουσιάζει πολυπλοκότητα, δεν μπορεί να δημιουργήθηκε αφ’ εαυτού. Κάποιος, λοιπόν, θα πρέπει να έφτιαξε και τον κόσμο. Και επειδή η πολυπλοκότητα και η αρμονία που χαρακτηρίζουν τον κόσμο είναι τόσο μεγάλες που να μην μπορεί, όπως λέμε, να τις χωρέσει το ανθρώπινο μυαλό, ο δημιουργός του δεν μπορεί να είναι ένας κοινός τεχνίτης, αλλά θα πρέπει να είναι ένα ον με υπερφυσικές ικανότητες. Ένα τέτοιο ον είναι μόνον ο Θεός. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Η αδυναμία της απόδειξης αυτής για την ύπαρξη του Θεού έγκειται, κατά τον Χιουμ, στο γεγονός ότι οι εισηγητές της θεωρούν τον κόσμο πεπερασμένο, ενώ στην πραγματικότητα ο κόσμος είναι αχανής. Μπορεί, πράγματι, στην έκταση στην οποία, με την βοήθεια της επιστήμης, ξέρομε ότι υπάρχει ο κόσμος, ο τελευταίος αυτός να έχει αρμονία και πολυπλοκότητα. Ξέρουμε, όμως, ότι, πέρα από τα όρια του γνωστού σε μας κόσμου, ο κόσμος παρουσιάζει την ίδια αρμονία και πολυπλοκότητα και ότι από ένα σημείο και μετά αυτός δεν είναι ακατάστατος, άναρχος, χαώδης; Εν τοιαύτη περιπτώσει, η απόδειξη ότι από την ύπαρξη της αρμονίας και της πολυπλοκότητας στον κόσμο είμαστε υποχρεωμένοι να συμπεράνουμε την ύπαρξη του Θεού καταρρίπτεται –όπως επίσης αίρεται και μια άλλη απόδειξη, όπου οι εισηγητές της επικαλούνται πάλι την ύπαρξη του κόσμου, για να δικαιολογήσουν τον ισχυρισμό ότι ο Θεός υπάρχει.

Σύμφωνα, ορισμένως, με την απόδειξη αυτή, είναι γεγονός ότι το καθετί που συμβαίνει στον κόσμο έχει κάποια αιτία που το προκαλεί, η οποία, με την σειρά της, έχει μιαν άλλη αιτία που την γεννάει, και ούτω καθεξής, μέχρι να καταλήξομε σε μια αρχική αιτία, που είναι δημιουργός των πάντων. Αυτή, λοιπόν, η πρώτη αιτία από την οποία προήλθαν όλα, είναι σύμφωνα με την απόδειξη αυτή, ο Θεός. Άρα ο Θεός υπάρχει.

Στην πραγματικότητα, όμως, με την απόδειξη αυτή εκβιάζεται μάλλον παρά τεκμαίρεται η ύπαρξη του Θεού. Η συνεχής αναγωγή από μιαν αιτία σε μιαν άλλη αιτία μέχρι να καταλήξουμε σε μιαν αρχική αιτία, πάνω στην οποία βασίζεται η απόδειξη του Θεού, είναι ένα εφεύρημα παρά μια διαδικασία που ακολουθούν οι άνθρωποι, προκειμένου να εξηγήσουν τα πράγματα. Αν, δηλαδή, θέλει να εξηγήσει κανείς πώς δημιουργείται το φαινόμενο της βροχής, θα περιοριστεί στο να μάθει πώς προκαλείται η εξάτμιση των υδάτων της θάλασσας, πώς δημιουργούνται τα νέφη, πώς μετατρέπονται αυτά σε σταγόνες νερού, κ.ά.τ. χωρίς να χρειαστεί, προχωρώντας παραπέρα, να σκεφτεί πώς φτιάχτηκε η θάλασσα, πώς δημιουργήθηκε η γη πάνω στην οποία βρίσκεται η θάλασσα, πώς κατασκευάστηκε ο ήλιος από την θερμότητα του οποίου προκαλείται η εξάτμιση, πώς προέκυψε το σύστημα όπου ανήκουν η γη και ο ήλιος, κ.λπ., κ.λπ.

Γενικώς, κατά τον Χιουμ, δεν μπορούμε να επικαλούμαστε τον κόσμο, για να αποδείξομε την ύπαρξη ενός τέλειου όντος, όπως ο Θεός. Ο κόσμος, όπως μπορούμε να διαπιστώσομε παρατηρώντας τον γύρω μας, παρουσιάζει ατέλειες έτσι, ώστε να μην είναι θεμιτό από την ύπαρξη ενός ατελούς κόσμου να συμπεράνομε την ύπαρξη ενός τέλειου όντος, όπως ορίζεται ο Θεός.

Ο Χιουμ, όμως, πέρα από τις αδυναμίες των αποδείξεων για την ύπαρξη του Θεού τις οποίες επισήμανε, αμφισβήτησε επίσης την τέλεση των θαυμάτων που οι πιστοί, αποδίδοντάς τα στον Θεό, τα επικαλούνται, για να δικαιολογήσουν το γεγονός ότι ο Θεός υπάρχει. Το ότι οι μαρτυρίες για την ύπαρξη των θαυμάτων προέρχονται από πρόσωπα που δεν διακρίνονται για την αξιοπιστία τους, το ότι τα θαύματα απαντώνται συνήθως σε λαούς που δεν ανήκουν στα πολιτισμένα έθνη, το ότι τα θαύματα αποτελούν συστατικό αντίπαλων μεταξύ τους θρησκειών έτσι, που τα θαύματα της μιας θρησκείας να εξουδετερώνουν και να διαψεύδουν τα θαύματα της άλλης, το ότι υπάρχει μέσα στους ανθρώπους η τάση να διογκώνουν τα πράγματα δίνοντάς τους μεταφυσικές διαστάσεις ούτω, ώστε φαινόμενα που εκ πρώτης όψεως παρουσιάζουν κάποια ιδιαιτερότητα να τα αποδίδουν στην δράση ή την παρέμβαση ενός υπερβατικού όντος χωρίς να μπαίνουν στον κόπο να ψάξουν να βρουν μιαν εύλογη εξήγηση –όλα αυτά είναι, κατά τον Χιουμ, ισχυροί λόγοι, για να πειστεί κανείς ότι η αναφορά στα θαύματα είναι αυθαίρετη και κάθε άλλο παρά μπορεί να δικαιολογηθεί λογικά.

Λογικό, εξηγεί ο Χιουμ, είναι εκείνο για το οποίο έχομε ενδείξεις ότι συμβαίνει, ή, αν πρόκειται να αποφασίσουμε μεταξύ της πιθανότητας να συμβεί κάτι και της πιθανότητας να συμβεί κάτι άλλο, λογικό είναι εκείνο για το οποίο έχομε περισσότερες ενδείξεις ότι θα γίνει. Είναι λογικό, για παράδειγμα, όταν υπάρχει χαμηλή και πυκνή νέφωση να περιμένουμε να βρέξει παρά να σκεφτούμε ότι θα πέσει το μάνα, γιατί έχει συμβεί πάμπολλες φορές ως τώρα, όταν υπάρχει χαμηλή και πυκνή νέφωση, να βρέξει, ενώ δεν έχει τύχει ποτέ –ή, αν υιοθετήσουμε την σχετική περιγραφή από την Βίβλο, έχει συμβεί μια μόνο φορά– να πέσει το μάνα από τον ουρανό.

Τα θαύματα αποτελούν ανατροπές της κανονικής πορείας της φύσης, παραβιάσεις των νόμων που περιγράφουν την σταθερή συμπεριφορά της φύσης. Έχομε, λοιπόν, να διαλέξουμε μεταξύ των νόμων της φύσης και των θαυμάτων. Τι είναι λογικό να επιλέξομε: τους νόμους της φύσης ή τα θαύματα; Αν, κατά τον Χιουμ, φανταζόμασταν μια ζυγαριά με δυο δίσκους και στον μεν έναν βάζαμε ένα θαύμα στον δε άλλον τοποθετούσαμε τον αντίστοιχο νόμο της φύσης, στον οποίο αποτυπώνεται η απαρέγκλιτη συμπεριφορά μιας κατηγορίας φαινομένων της φύσης, η ζυγαριά θα έκλινε πάντοτε προς το μέρος του νόμου της φύσης.

Το γεγονός, βέβαια, ότι ο Χιουμ με τα επιχειρήματά του τόσο εναντίον της τέλεσης των θαυμάτων από ένα υπερφυσικό ον όσο και εναντίον των αποδείξεων ότι ο Θεός υπάρχει αμφισβήτησε την ύπαρξη του Θεού δεν σημαίνει ότι τάχθηκε με ττην πλευρά του άθεου, που διατείνεται την ανυπαρξία του Θεού, αφού ο τελευταίος αυτός, εξίσου, δεν παρέχει καμιά απόδειξη που να μας πείθει ότι ο Θεός δεν υπάρχει. Έτσι, όσο κι αν ο Χιουμ αποποιήθηκε την ύπαρξη του Θεού, δεν έπαψε, εντούτοις, να υποστηρίζει την ανεκτικότητα απέναντι στην διάθεση άλλων συνανθρώπων του να πιστεύουν στον Θεό.

Εμπειρικές προτάσεις και ταυτολογίες

Ο σκεπτικισμός –στον οποίο οδηγήθηκε ο Χιουμ στην προσπάθειά του να μείνει συνεπής στο αξίωμα της διδασκαλίας του εμπειρισμού, σύμφωνα με το οποίο τα μόνα πράγματα που μπορούμε να γνωρίσομε είναι τα περιεχόμενα της εμπειρίας μας, ήγουν οι εντυπώσεις και οι ιδέες, που προέρχονται από τις αισθήσεις μας– όσο ακραίος κι αν είναι, καθόσον αναφέρεται σε όλα τα επίπεδα της γνώσης (είτε, δηλαδή, πρόκειται για τον ίδιο τον εαυτό μας είτε για την φύση γύρω από μας είτε για τον Θεό πέρα από την φύση) δεν είναι, εντούτοις, ολοκληρωτικός. Κι αυτό, γιατί, πέρα από τον τομέα της γνώσης, όπου αμφισβητείται η βεβαιότητα που μπορούν να μας εξασφαλίσουν οι προτάσεις με τις οποίες περιγράφουμε τον εαυτό μας, τα γεγονότα στην φύση ή τον Θεό, υπάρχουν, υποστηρίζει ο Χιουμ, άλλα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας, όπου ο σκεπτικισμός του δεν έχει θέση, καθόσον σε αυτά ο στόχος δεν είναι η απόκτηση γνώσης. Τέτοια πεδία, ορισμένως, είναι η λογική και τα μαθηματικά αφενός, και η ηθική αφετέρου.

Ο Χιουμ διέκρινε τις προτάσεις[9] σε εμπειρικές και σε ταυτολογίες[10]. Εμπειρικές προτάσεις είναι εκείνες που, όπως οι προτάσεις «έξω βρέχει», «οι άνθρωποι, εκτός από σώμα, διαθέτουν μέσα τους εμπειρίες» ή «ο Θεός υπάρχει», αναφέρονται σε γεγονότα που εκδηλώνονται είτε στην φύση είτε μέσα μας είτε πέρα από τον φυσικό κόσμο και διατυπώνονται με στόχο να παράσχουν, βάσει των αισθήσεων, πληροφορίες. Με τις προτάσεις αυτές, όπως ειπώθηκε, οι χειριστές των δεν μπορούν να μας εξασφαλίσουν καμιά βεβαιότητα για όσα υποστηρίζουν. Οι ταυτολογίες, αντίθετα, είναι προτάσεις που, όπως οι προτάσεις «ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο» ή «ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες», δεν προσφέρουν μεν καμιά πληροφορία, δεν λένε, δηλαδή, κάτι που δεν είναι ήδη γνωστό από την στιγμή της εκφοράς του υποκειμένου, αλλά και δεν μπορούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο να αμφισβητηθούν. Το να πει κάποιος «άσπρο λουλούδι» εννοείται ότι είναι άσπρο ή το να πει «τρίγωνο» εννοείται ότι πρόκειται για ένα σχήμα με τρεις γωνίες.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, λέγοντας ότι ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο ή ότι ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες δεν προσκομίζει τίποτε καινούριο. Παράλληλα, όμως, αρθρώνοντας τις προτάσεις «ένα άσπρο λουλούδι είναι άσπρο» και «ένα τρίγωνο έχει τρεις γωνίες» διατυπώνει κάτι που είναι αδύνατον να αμφισβητηθεί. Το να πει κανείς ότι ένα άσπρο λουλούδι δεν είναι άσπρο ή ότι ένα τρίγωνο δεν έχει τρεις γωνίες λέει κάτι που είναι αδύνατον να ισχύει ποτέ και πουθενά. Επειδή, ακριβώς, στην λογική και στα μαθηματικά οι χειριστές των μεταχειρίζονται ταυτολογίες, οι τομείς αυτοί της ανθρώπινης δραστηριότητας δεν υπόκειται στον σκεπτικισμό, που εισηγήθηκε –κάτι που ισχύει επίσης στην περίπτωση της ηθικής.

Τι κάνουμε όταν συμπεριφερόμαστε ηθικά

Ο στόχος στην ηθική δεν είναι να περιγράψουμε γεγονότα, να υποστηρίξουμε τι συμβαίνει πράγματι, αλλά να αποφασίσει ο καθένας μας πώς πρέπει να συμπεριφέρεται όποτε καλείται να πράξει. Αυτό, δυστυχώς, σημειώνει ο Χιουμ, δεν το κατάλαβαν ως την εποχή του οι εισηγητές των διαφόρων ηθικών θεωριών και, έτσι, προσπάθησαν να αναγάγουν εκείνο που πρέπει να κάνει κανείς σε εκείνο που θεωρούν ότι υφίσταται στην πραγματικότητα[11]. Έτσι, από το γεγονός, ας πούμε, ότι υπάρχει μέσα μας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης συμπέραναν ότι πρέπει να κάνομε ό,τι ικανοποιεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, ή από το γεγονός ότι είναι θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια θεώρησαν ότι πρέπει να λέμε την αλήθεια.

Μεταξύ, όμως, αυτού που υποτίθεται ότι ισχύει στην πραγματικότητα, τουτέστιν του είναι[12], και του πρέπει, λέει ο Χιουμ, υπάρχει αγεφύρωτο χάσμα έτσι, ώστε να μην μπορεί λογικά να συμπερανθεί το πρέπει από το είναι. Ειδικότερα, μια από τις βασικές προϋποθέσεις σε έναν συλλογισμό, για να είναι έγκυρος, είναι οι όροι που αναφέρονται στο συμπέρασμα να έχουν μνημονευθεί στις προκείμενες. Για παράδειγμα, ο συλλογισμός:

Όλοι οι άνθρωποι είναι θνητοί

Ο Σωκράτης είναι άνθρωπος

Ο Σωκράτης είναι θνητός

είναι έγκυρος, γιατί οι όροι «Σωκράτης» και «θνητός», που περιλαμβάνονται στο συμπέρασμα, αναφέρονται στις προκείμενες. Δεν συμβαίνει το ίδιο, όμως, με τον συλλογισμό:

Είναι θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια

Πρέπει να λέω την αλήθεια,

όπου ο όρος «πρέπει», που απαντάται στο συμπέρασμα, δεν περιέχεται στην προκείμενη.

Ο Χιουμ επιχείρησε να εξηγήσει πώς συμπεριφερόμαστε ως ηθικά πρόσωπα έχοντας υπόψη του το χάσμα που χωρίζει το πρέπει από το είναι.

Διέκρινε, συγκεκριμένα, μέσα μας δυο βασικές λειτουργίες: τον λόγο και την βούληση. Με τον λόγο προβαίνομε σε διαπιστώσεις, διατυπώνομε προτάσεις του είναι, περιγράφουμε τι συμβαίνει –χωρίς αυτό, βέβαια, στο πλαίσιο του σκεπτικισμού του, να σημαίνει ότι δεν μπορούν να αμφισβητηθούν οι διαπιστώσεις του λόγου. Με την βούληση παρακινούμεθα να κάνομε κάτι. Μπορεί, ας πούμε, με τον λόγο να διαπιστώσομε ότι υπάρχει μέσα μας το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή ότι είναι θέλημα Θεού να λέμε την αλήθεια. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι θα κάνει κανείς κιόλας ό,τι του λέει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή ότι θα ανταποκριθεί στο θέλημα του Θεού να λέμε την αλήθεια. Θα πρέπει, για να δράσει ή να συμπεριφερθεί ανάλογα, και να θέλει να κάνει κανείς ό,τι του λέει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης ή να θέλει επίσης να ανταποκριθεί στο θέλημα του Θεού να λέμε την αλήθεια.

Αλλά θέλει να κάνει κανείς κάτι –είτε αυτό του το υπαγορεύει το ένστικτο της αυτοσυντήρησης είτε του το επιτάσσει το θέλημα του Θεού είτε του το υποδεικνύει οτιδήποτε άλλο–, εφόσον από αυτό που θα κάνει θα νιώσει ευχαρίστηση. Διαφορετικά, αν από την πράξη του πρόκειται να αισθανθεί πόνο, δεν θέλει να το κάνει, και αποφεύγει να το κάνει. Το κίνητρο, λοιπόν, για να κάνουμε κάτι, δεν είναι να σκεφτούμε, όπως μας λέει ο λόγος, να το κάνομε, αλλά χρειάζεται να θέλομε να το κάνομε και, επιπλέον να προσδοκάμε ότι, κάνοντάς το, θα νιώσουμε ευχαρίστηση, ενώ το κίνητρο, για να αποφύγουμε να το κάνομε, είναι ότι, κάνοντάς το, θα νιώσουμε πόνο. Τα συναισθήματα της ευχαρίστησης και του πόνου είναι, σε τελευταία ανάλυση, το κίνητρο, αντίστοιχα, για να κάνομε ή να μην κάνομε κάτι. Προσοχή, όμως: απλώς για να κάνουμε ή να μη κάνουμε κάτι, όχι για το αν πρέπει να κάνουμε κάτι ή αν δεν πρέπει να κάνουμε κάτι. Γιατί, αν ο καθένας κάνει ό,τι του αρέσει, ό,τι του προκαλεί ευχαρίστηση, αποφεύγοντας να κάνει ό,τι του δημιουργεί πόνο, τότε, στην προσπάθειά του να επιτύχει ο καθένας ό,τι τον συμφέρει, ο ένας θα στρεφόταν εναντίον του άλλου και, έτσι, θα κινδύνευε το ανθρώπινο γένος, πράγμα ασφαλώς που δεν συνάδει προς την ηθική, η οποία έχει σαν στόχο την ευτυχία των ανθρώπων και όχι τον όλεθρό τους[13].

Ο στόχος μας, λοιπόν, όταν πράττουμε, θα πρέπει να είναι η ευτυχία των ανθρώπων, το κοινό καλό, η κοινωνική ωφέλεια, και όχι το καθαρά ατομικό συμφέρον μας. Η ευχαρίστηση, λοιπόν, προκειμένου να αποτελέσει ηθικό κίνητρο σε κάποιον για να κάνει κάτι, θα πρέπει να συμφωνεί με το συναίσθημα της συμπάθειας, με την έγνοιας του ότι, κάνοντας αυτό, θα ωφεληθεί ένας αριθμός συνανθρώπων του –και μάλιστα όσο γίνεται μεγαλύτερος αριθμός συνανθρώπων τουּ ο Χιουμ, εν προκειμένω, υιοθέτησε το αξίωμα «μεγαλύτερη ευτυχία για μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων»[14].

Η συμπάθεια, όμως –η οποία θα πρέπει να συνοδεύει την ευχαρίστηση, που περιμένομε να νιώσομε κάνοντας κάτι, ώστε η τελευταία αυτή να μπορέσει να θεωρηθεί ηθικό κίνητρο για μας–, είναι ένα γενικό, αφηρημένο πλαίσιο μέσα στο οποίο καλούμεθα να δράσομε. Το πώς η συμπάθεια στην ορισμένη στιγμή που καλούμεθα να πράξομε θα πάρει σάρκα και οστά έτσι, που να μπορεί να αξιολογηθεί ηθικά, εξαρτάται από την αρχή βάσει της οποίας θα επιλέξομε να πράξομε. Ας υποθέσομε ότι είμαι επιτηρητής σε έναν διαγωνισμό για την πλήρωση ορισμένων θέσεων στο Δημόσιο και ότι ευχαρίστησή μου είναι, σύμφωνα με την συμπάθεια που τρέφω προς τους συνανθρώπους μου, να βοηθήσω όσο γίνεται περισσότερους από τους διαγωνιζόμενους στην αίθουσα που επιτηρώ. Θα μπορούσα, λοιπόν, να κάνω τα στραβά μάτια και να τους αφήσω να αντιγράψουν. Θα μπορούσα, όμως, να σκεφτώ ότι αυτό θα στρεφόταν εναντίον των άλλων υποψηφίων που διαγωνίζονται για τον ίδιο σκοπό σε άλλες αίθουσες, όπου οι επιτηρητές είναι αυστηροί.

Θα μπορούσα, ακόμη, να υποθέσω ότι, βοηθώντας κάποιους διαγωνιζόμενους να επιτύχουν χωρίς να το αξίζουν, η πράξη μου βλάπτει μακροπρόθεσμα το κοινωνικό σύνολο, αφού έτσι, με την πλήρωση των θέσεων από ακατάλληλους υπαλλήλους, θα συνέβαλα στην κακή λειτουργία του Δημοσίου. Οι αρχές αυτές, όπως και άλλες, βέβαια, που θα μπορούσα να σκεφτώ, εξυπηρετούν με τον δικό της τρόπο η καθεμιά το συναίσθημα της συμπάθειας που οφείλω να τρέφω προς τους συνανθρώπους μου. Η ευθύνη για το ποια από τις αρχές αυτές θα επιλέξω, η οποία θα δώσει τελικά και το ηθικό περιεχόμενο στην συμπάθειά μου, για το οποίο και θα κριθώ τελικά, ανήκει σε μένα.

Η δικαίωση

Ο Χιουμ από νωρίς στην ζωή του, από τότε που ήταν ακόμη φοιτητής, έβαλε σαν στόχο να γίνει «λόγιος και φιλόσοφος». Προς τον σκοπό αυτόν, λοιπόν, ακολούθησε εκών ένα σκληρό πρόγραμμα μελέτης και στοχασμού επί τρία χρόνια, μέχρι που του γεννήθηκε η ιδέα να δημιουργήσει ένα καινούριο σύστημα φιλοσοφίας –σαν να άνοιξε μέσα του, όπως λέει ο ίδιος, «μια νέα σκηνή Στοχασμού».

Η εξέλιξη των πραγμάτων δικαίωσε ασφαλώς την πρόβλεψή του. Οι απόψεις του για την γνώση του φυσικού κόσμου, την αιτιότητα και την επαγωγή πάνω στις οποίες στηρίζεται αυτή, για την ψυχή, για την θρησκεία, για την ηθική, για τα μαθηματικά και την λογική ανέτρεψαν πράγματι το σκηνικό της φιλοσοφίας, όπως είχε διαμορφωθεί αυτό ως τις μέρες του, και εξακολουθούν ως σήμερα ακόμη να αποτελούν σημείο αναφοράς για πολλούς από τους φιλοσοφούντας είτε για να τις σχολιάσουν –θετικά ή αρνητικά, δεν έχει τόση σημασία αυτό, όσο έχει το γεγονός ότι παραμένουν ζωντανές στην σκέψη μας– είτε για να εμπνευστούν από αυτές, προκειμένου να αναπτύξουν τον δικό τους στοχασμό, όπως συνέβη, για παράδειγμα, με τον πολύ Καντ[15], ο οποίος δεν δίστασε να ομολογήσει ότι, χάρη στον σκεπτικισμό του Χιουμ, μπόρεσε να ξυπνήσει από τον δογματικό λήθαργο, στον οποίο ο στοχασμός του είχε περιπέσει επί δεκαετίες πριν.

Η δικαίωσή του Χιουμ, πάντως, ως διακεκριμένου φιλοσόφου δεν ήρθε γρήγορα ούτε και υπήρξε ανώδυνη. Στο διάστημα των τριών ετών που έμεινε στην Γαλλία, από το 1734 έως το 1737, έγραψε το πρώτο και σημαντικότερο, ίσως, όπως θεωρείται σήμερα, έργο του, την Πραγματεία για την ανθρώπινη φύση, που αποτελείται από τρία βιβλία. Η υποδοχή, όμως, που επιφύλαξαν οι αναγνώστες στο βιβλίο του, όταν εκδόθηκε αυτό ύστερα από τριών χρόνων προσπάθειες, ήταν απογοητευτική. Ο ίδιος, μάλιστα, πριν εκδοθεί το έργο του, προκειμένου να κερδίσει την συμπάθεια ενός ανθρώπου, όπως ο επίσκοπος Μπάτλερ[16], που η άποψή του είχε βαρύνουσα σημασία, του έδωσε να διαβάσει τα χειρόγραφα του έργου του φροντίζοντας προηγουμένως, ευνουχίζοντάς τα, να αφαιρέσει κομμάτια που μπορούσαν να προκαλέσουν την αντίδρασή του, ενώ αποφάσισε, όταν εκδόθηκαν το πρώτο και το δεύτερο βιβλίο της Πραγματείας του, να κυκλοφορήσουν ανώνυμα. Αλλά και το τελευταίο του, από χρονική σειρά, έργο του, που φέρει τον τίτλο Διάλογοι αναφορικά με την φυσική θρησκεία, το οποίο είχε ήδη γράψει από την δεκαετία του 1750 και επιμελήθηκε πριν πεθάνει, δεν τόλμησε να το εκδώσει όσο ζούσε λόγω των αντιδράσεων που περίμενε ότι θα προκαλούσε η δημοσίευσή του. Το έργο εκδόθηκε τρία χρόνια μετά τον θάνατό του με την φροντίδα του συνεπώνυμού του ανεψιού του.
------------------
Υποσημειώσεις

[1] Στο πανεπιστήμιο γράφτηκε σε ασυνήθιστα μικρή ηλικία, 12 μόλις ετών, για να σπουδάσει αρχικά δίκαιο, μια και οι δικοί του τον προόριζαν να ακολουθήσει το επάγγελμα του νομικού, αλλά αυτός, όπως λέει ο ίδιος, αισθανόταν ιδιαίτερα μεγάλη αποστροφή προς οτιδήποτε άλλο εκτός από την «φιλοσοφία και την γενική μόρφωση». Έτσι, ενώ στην οικογένειά του νόμιζαν ότι ασχολούνταν με τους συγγραφείς του δικαίου, οι συγγραφείς που του προκαλούσαν το ενδιαφέρον ήταν ο Κικέρων και ο Βιργίλιος. Ως προς του καθηγητές, δεν τους είχε και σε μεγάλη υπόληψη. Πεποίθησή του ήταν, όπως είπε κάποτε, το 1735, σε φίλο του, ότι «δεν υπάρχει τίποτε να μάθεις από έναν καθηγητή, που να μην το βρεις μέσα στα βιβλία».

[2] Το έργο του History of England, που εκδόθηκε σε 6 τόμους στο διάστημα μεταξύ των ετών 1754 και 1762, έγινε μπεστ-σέλερ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Βρετανική Βιβλιοθήκη και η Βιβλιοθήκη του Πανεπιστήμιου του Κέιμπριτζ τον καταλογογραφούν ακόμη ως «Ντέιβιντ Χιουμ: ιστορικός».

[3] Η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία πηγή της γνώσης μας είναι η εμπειρία μας, συγκεκριμένα οι πληροφορίες που μας δίνουν οι αισθήσεις μας. Ξέρω ότι ένα δέντρο έχει κορμό, κλαδιά, φύλλα, άνθη, ρίζες κ.λπ., επειδή μπορώ όλα αυτά να τα αντιληφθώ με τις αισθήσεις μου –να δω το χρώμα τους και το σχήμα τους, να νιώσω την μυρωδιά τους, να αισθανθώ την σκληρότητά τους κ.ο.κ. «Τίποτε δεν υπάρχει στον νου που δεν υπήρξε πριν στην αίσθηση» είναι το βασικό αξίωμα της θεωρίας του εμπειρισμού. Βλ. Θ. Πελεγρίνης, Λεξικό της Φιλοσοφίας (Ελληνικά Γράμματα, 2005), στα λήμματα «Εμπειρισμός» και «Τίποτε δεν υπάρχει στον νου …»)

[4] Η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία τα πάντα μπορούν να αμφισβητηθούν. Κατά τον σκεπτικισμό, τίποτε δεν είναι αληθές και το να πασχίζει να κατακτήσει κανείς την γνώση και να εξασφαλίσει την αλήθεια είναι καθαρή ματαιοπονία. Βλ. Θ. Πελεγρίνης Λεξικό της Φιλοσοφίας, στο λήμμα «Σκεπτικισμός».

[5] D. Hume, Enquiry concerning Human Understanding (1748) ενότ. 2 και A Treatise of Human Nature (1739-1740) βιβλ. 1, μέρ. 1, ενότ, 1-2

[6] Βλ. Θ. Πελεγρίνης, Εμπειρία και Πραγματικότητα (Καρδαμίτσα 1988) σσ. 143 κε.

[7] D. Hume, «Of Miracles» και «Of a Particular Providence and of a Future State» (στο έργο Enquiry Concerning Human Understanding, ενότ, 10 και 11) και Dialogues Concerning Natural Religion (1779).

[8] D. Hume, A Treatise of Human Nature βιβλ. 1, μέρ. 4, ενότ. 6.

[9] Ως προτάσεις στην φιλοσοφία ορίζονται οι φράσεις με τις οποίες δηλώνεται ότι κάτι είναι αληθές ή ψευδές. Από την άποψη αυτή, λοιπόν, οι φράσεις, «η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα της Ελλάδας» και «ο Αξιός είναι βουνό» είναι προτάσεις, καθόσον δηλώνουν κάτι που είναι, αντίστοιχα, αληθές και ψευδές. Αντίθετα η προσταγή «άνοιξε την πόρτα» ή η φράση «πρέπει να είσαι ευγενής» δεν συνιστούν προτάσεις, καθόσον δεν αναφέρονται σε κάτι που μπορεί να είναι αληθές ή ψευδές. Προφανώς δεν έχει νόημα να ρωτήσω: «είναι αλήθεια ή ψέμα να ανοίξω την πόρτα;» ή «είναι αλήθεια ή ψέμα ότι πρέπει να είμαι ευγενής;»

[10] D. Hume, Enquiry Concerning Human Understanding ενότ 4, μέρ 1: «όλα τα αντικείμενα της ανθρώπινης νόησης ή έρευνας μπορούν να διαιρεθούν σε δυο είδη: σε σχέσεις ιδεών και θέματα γεγονότος». Πρόκειται για την γνωστή ως «διχάλα του Χιουμ» θεωρία του Χιουμ, σύμφωνα με την οποία οι προτάσεις (βλ. παραπάνω υποσημ. 10) χωρίζονται σε δύο κατηγορίες: σε εμπειρικές προτάσεις, με τις οποίες περιγράφονται τα γεγονότα που εκδηλώνονται στην φύση ή σε μας τους ίδιους, και σε ταυτολογίες, που χρησιμοποιούνται στην λογική και τα μαθηματικά, για να δηλώσουν σχέσεις μεταξύ αριθμών, πλευρών, μεγεθών κ.ά.τ. Αν κάτι, κατά τον Χιουμ, που θεωρείται ότι είναι αλήθεια ή ψέμα δεν βασίζεται στην εμπειρία ή δεν είναι ταυτολογία, δεν αποτελεί, δηλαδή, εμπειρική πρόταση ή ταυτολογία, αυτό δεν έχει καμιά απολύτως αξία. «Αν», λέει χαρακτηριστικά ο Χιουμ (Enquiry Concerning Human Understanding ενότ. 12, μέρ. 3), «πέσει στα χέρια μας οποιοδήποτε βιβλίο θεολογικού ή μεταφυσικού, ας πούμε, περιεχομένου, ας αναρωτηθούμε: περιλαμβάνει κανέναν αφηρημένο συλλογισμό που να αναφέρεται σε ποσότητες ή αριθμούς; Όχι. Περιλαμβάνει κανέναν εμπειρικό συλλογισμό που να αναφέρεται σε γεγονότα ή στην ύπαρξη; Όχι. Τότε, ας το πετάξομε στην φωτιά, αφού δεν περιέχει τίποτε άλλο παρά σοφιστεία και φαντασία»

[11] Ο Χιουμ επισημαίνει συγκεκριμένα: «σε κάθε σύστημα ηθικής που γνώρισα μέχρι σήμερα, παρατήρησα πάντοτε ότι για ένα χρονικό διάστημα ο συγγραφέας προχωρεί κατά τον συνήθη τρόπο της σκέψης και εισάγει το ον του Θεού ή κάνει παρατηρήσεις σχετικά με τα ανθρώπινα ζητήματα. Ξαφνικά, όμως, διαπιστώνω με έκπληξη ότι όλες οι προτάσεις σχετίζονται με το «πρέπει» ή το «δεν πρέπει» αντί με τα συνήθη συνδετικά ρήματα των προτάσεων «είναι» και «δεν είναι» … Επειδή το «πρέπει» ή το δεν «πρέπει» εκφράζουν κάποια νέα σχέση ή απόφανση, είναι ανάγκη να αποτελέσουν αντικείμενο έρευνας και να ερμηνευθούν. Συγχρόνως είναι απαραίτητο να δοθεί κάποια εξήγηση για κάτι που είναι εντελώς ακατανόητο: πώς η νέα αυτή σχέση μπορεί να συμπερανθεί από άλλες σχέσεις που είναι τελείως διαφορετικές από εκείνη. Καθώς, όμως, οι συγγραφείς των συστημάτων γενικώς δεν εφιστούν την προσοχή στο σημείο αυτό, παίρνω το θάρρος να το επισημάνω εγώ στους αναγνώστες. Και είμαι πεπεισμένος ότι η μικρή αυτή παρέμβασή μου θα αναιρούσε όλα τα χονδροειδή ηθικά συστήματα, και θα μας επέτρεπε να δούμε ότι η διάκριση της κακίας από την αρετή δεν ανάγεται απλώς στις σχέσεις των αντικειμένων ούτε και συλλαμβάνεται με τον λόγο» (A Treatise of Human Nature βιβλ. 3, μέρ. 1, ενότ. 1).

[12] Ο όρος «είναι», όπως και όρος «ον», στην φιλοσοφία εξισώνεται με τον όρο «πραγματικότητα». Το είναι, όπως και το ον, δηλώνει εκείνο που θεωρούμε ότι υπάρχει ή συμβαίνει πράγματι.

[13] Όπως αναφέρει ο Σωκράτης, με τον οποίο αρχίζει η ιστορία της ηθικής φιλοσοφίας, το αντικείμενο της τελευταίας αυτής δεν είναι ένα μικρό ζήτημα, αλλά αναφέρεται στο πώς πρέπει να ζούμε, ώστε να γίνομε ευτυχισμένοι

[14] Το εν λόγω αξίωμα εισηγήθηκε ο σκότος φιλόσοφος Φράνσις Χάτσισον (1694-1746), συγγραφέας των έργων An Inquiry into the Original of Our Ideas of Beauty and Virtue (1725) και An Essay on the Nature and Conduct of the Passions and Affections, with Illustrations on the Moral Sense (1728). Μολονότι ο Χάτσισον ήταν μεταξύ των πρώτων φιλοσόφων που κατέγιναν σε ζητήματα αισθητικής φιλοσοφίας, εντούτοις είναι περισσότερο γνωστός για την ενασχόλησή του με την ηθική φιλοσοφία.

[15] Ιμμάνουελ Καντ (1724-184), γερμανός φιλόσοφος, του οποίου η πνευματική δράση χωρίζεται σε δύο περιόδους: στην προκριτική περίοδο και στην κριτική περίοδο. Κριτική ονομάζεται η όψιμη περίοδος της φιλοσοφικής δραστηριότητας του Καντ, επειδή σε αυτό το χρονικό διάστημα της ζωής του συνέγραψε τα τρία κορυφαία συγγράμματά του –ήγουν την Κριτική του καθαρού λόγου (1781), την Κριτική του πρακτικού λόγου (1788) και την Κριτική της κριτικής δύναμης (1790)– χάρη στα οποία καταξιώθηκε σαν ένας από τους πιο σπουδαίους φιλοσόφους. Πριν από την κριτική περίοδο, στην προκριτική φάση της φιλοσοφικής δραστηριότητάς του, ο Καντ ήταν απλώς ένα καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Καινιξβέργης χωρίς ιδιαίτερη απήχηση στην φιλοσοφική κοινότητα. Αφορμή για να περάσει στην κριτική περίοδο και να μπει, έτσι, στο πάνθεο των μεγάλων φιλοσόφων στάθηκε η εντύπωση που προκάλεσε στον στοχασμό του ο σκεπτικισμός του Χιουμ.

[16] Joseph Butler (!692-1752), άγγλος επίσκοπος, θεολόγος και φιλόσοφος που χρωστάει την φήμη του στα έργα του Fifteen Sermons on Human Nature (1726) και Analogy of Religion, Natural and Revealed (1736).

Τρίτη 8 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (403-436)

λιποῦσα δ᾽ ἀστοῖσιν ἀσπίστορας [στρ. β]
κλόνους λοχισμούς τε καὶ
405 ναυβάτας ὁπλισμούς,
ἄγουσά τ᾽ ἀντίφερνον Ἰλίῳ φθορὰν
βεβάκει ῥίμφα διὰ
πυλᾶν ἄτλητα τλᾶσα· πολλὰ δ᾽ ἔστενον
τόδ᾽ ἐννέποντες δόμων προφῆται·
410 «ἰὼ ἰὼ δῶμα δῶμα καὶ πρόμοι,
ἰὼ λέχος καὶ στίβοι φιλάνορες.
† πάρεστι σιγᾶς ἄτιμος † ἀλοίδορος
ἄλιστος ἀφεμένων ἰδεῖν.
πόθῳ δ᾽ ὑπερποντίας
415 φάσμα δόξει δόμων ἀνάσσειν.»
εὐμόρφων δὲ κολοσσῶν
ἔχθεται χάρις ἀνδρί·
ὀμμάτων δ᾽ ἐν ἀχηνίαις
ἔρρει πᾶσ᾽ Ἀφροδίτα.

ὀνειρόφαντοι δὲ πειθήμονες [ἀντ. β] 420
πάρεισι δόξαι φέρου-
σαι χάριν ματαίαν.
μάταν γάρ, εὖτ᾽ ἂν ἐς θιγὰς δοκῶν ὁρᾷ,
παραλλάξασα διὰ
425 χερῶν βέβακεν ὄψις, οὐ μεθύστερον
πτεροῖς ὀπαδοῦσ᾽ ὕπνου κελεύθοις.
τὰ μὲν κατ᾽ οἴκους ἐφ᾽ ἑστίας ἄχη
τάδ᾽ ἐστὶ καὶ τῶνδ᾽ ὑπερβατώτερα.
τὸ πᾶν δ᾽ ἀπ᾽ αἴας Ἕλλαδος συνορμένοις
430 πένθεια τλησικάρδιος
δόμῳ ᾽ν ἑκάστου πρέπει.
πολλὰ γοῦν θιγγάνει πρὸς ἧπαρ·
οὓς μὲν γάρ ‹τις› ἔπεμψεν
οἶδεν, ἀντὶ δὲ φωτῶν
435 τεύχη καὶ σποδὸς εἰς ἑκά-
στου δόμους ἀφικνεῖται.

***
Ασπίδων κρότους και λόγχων στη χώρα της
αφήνοντας και καραβιών αρματωμούς
και φέρνοντας αντίς προικιά
στην Τροία χαλασμό,
γοργά τις πύλες διάβηκε
με τόλμη που δε βάζει ο νους.
Κι έτσι οι προφήτες βαριά στέναζαν
και λέγανε μες στο παλάτι:
410 «Ω σπίτι, σπίτι οϊμένα! κι άρχοντες,
οϊμέ του τίμιου γάμου των κρεβάτι
κι ω χνάρια της αγάπης του ερωτόθυμα!
θα ᾽χεις να δεις, οι αισχρά παρατημένοι
στην αλοιδόρητη ατιμία τους
δίχως μιλιά να μένουν βυθισμένοι,
ενώ απ᾽ τον πόθο της φευγάτης
πως βασιλεύει μες στ᾽ ανάχτορα θα λες
το φάντασμά της.
Στα ωραία τ᾽ αγάλματα καμιά
δε βρίσκει εκείνος χάρη πια
και σβήνει κάθ᾽ αποθυμιά
στο στερεμένο μάτι.

420 Κι έρχουντ᾽ ονειροφάνταχτες και πένθιμες
να φέρουν χάρη ανώφελη υπνοφαντασιές.
γιατί του κάκου! ενώ κανείς
ανέλπιστες χαρές
θαρρεί πως βλέπει, τ᾽ όραμα
γλιστρά απ᾽ τα χέρια με γοργές
φτερούγες, ακλουθώντας σύνωρα
τους δρόμους του ύπνου του φευγάτου.»
Τέτοια μες στα παλάτια η θλίψη των·
μα είν᾽ κι άλλες που δεν πέφτουν παρακάτω:
παντού που απ᾽ την Ελλάδα για το μακρινό
ξεκίνησαν τον πόλεμο οι δικοί τους,
στα σπίτια βασιλεύει καθενός
430 πένθος βαρύ που δε βαστά η ψυχή τους·
πολλά μες στην καρδιά τους ᾽γγίζουν,
γιατ᾽ όλοι κείνους πὄστειλαν στον πόλεμο
καλά γνωρίζουν,
μ᾽ αντίς για τους ανθρώπους των
μονάχα υδρίες νεκρικές
με λίγη στάχτη γεμιστές
στα σπίτια τους γυρίζουν.

Μην φοβάσαι να κάνεις σύμμαχο τη φαντασία

Αχ! φαντασία μου τρελή και πλανεύτρα! Πλάθεις άλλη ζωή, ονειρεμένη, ποθητή.
Δεν αφήνεις το μυαλό σε ησυχία.
Φτιάχνεις εικόνες, σκηνικά, κουβέντες που ξυπνούν τις αισθήσεις και κρατούν σε εγρήγορση το καθημερινό σκηνικό.

Ποιος είναι αυτός που δεν ταξιδεύει με τον κόσμο της φαντασίας του;
Ποιος είναι αυτός που δεν πλάθει φανταστικές ιστορίες και καταστάσεις για να ηρεμεί και να γαληνεύει κάποιες στιγμές στη ζωή του;

Η φαντασία κάνει το νου να επαναστατεί, να εξελίσσεται, να είναι ζωντανός!
Κάνει το πιθανό να φαντάζει δυνατό!

Έλα! Βάλε τη φαντασία σου να δουλέψει.
“Τρόμαξε” τις αρνητικές σκέψεις φτιάχνοντας θετικές εικόνες.
Και όσο πιο πολύ τις φαντάζεσαι τόσο πιο εύκολα θα πραγματοποιηθούν.
Χρησιμοποίησε τη φαντασία σου για καλό.
Φαντάσου τη ζωή σου όπως θες να γίνει και θα γίνει!

Στόλισε την καθημερινότητά σου με παιχνίδια φαντασίας για να ομορφύνουν και όχι να μπλοκάρουν τη ζωή σου.

Πρόσεξε όμως! Μην επιτρέψεις στη φαντασία να σε χειρίζεται. Μην τη χρησιμοποιείς για να απομονώνεσαι συνεχώς.

Μην πέσεις στην παγίδα της και γίνει τροχοπέδη στη ζωή σου αλλά έμπνευση σ’ αυτήν.
Μη δημιουργείς κακόβουλα και επικίνδυνα σενάρια!

Ξεγέλασε λοιπόν την καθημερινότητά σου με φαντασία παντού.
Στη δουλειά, στην παρέα, στο φαγητό, στον έρωτα! Παίξε με το μυαλό σου. Αφήσου στη δύναμή της!

Είναι τα μάτια της ψυχής σου!

Το άγχος και το αύριο

Μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα θα ήθελα να παραθέσω κάτι που διάβασα τυχαία στο διαδίκτυο από άγνωστο συγγραφέα και ταιριάζει γάντι στην περίπτωση. Ο κύριος αυτός, είπε το εξής, «Μη στεναχωριέσαι για το αύριο. Αύριο μπορεί να κερδίσεις 1.000.000 δολάρια ή να σε χτυπήσει φορτηγό. Ή μπορεί να κερδίσεις 1.000.000 δολάρια και να σε χτυπήσει φορτηγό». Με είκοσι και κάτι λέξεις και με δύο πολύ δυνατά παραδείγματα κατάφερε να περιγράψει πόσο περιττό είναι το άγχος για το αύριο.

Το άγχος για την επόμενη ημέρα, για την επόμενη εβδομάδα, για το πώς θα είναι η ζωή μας σε ένα χρόνο από τώρα. Άγχος για λάθος κινήσεις, λάθος προγραμματισμούς, για χαζές αποφάσεις και μέτριες επιλογές. Όλα τα καίμε εκεί, στο βωμό του «άγχους για το αύριο» και τον αφήνουμε να φουντώσει και να μας βάλει φωτιά. Μας καίει το σήμερα, μας καίει το τώρα. Όλες αυτές τις στιγμές που αναλώνουμε τόσο επιδεικτικά για να προβληματιστούμε για τις επόμενες που θα έρθουν. Έπειτα αναλώνουμε κι εκείνες με τη σειρά τους με τον ίδιο τρόπο μπροστά σε ένα μέλλον που μας βλέπει και γελά.

Η αγωνία έχει πάρει τη μορφή επιδημίας. Κυριότερες πηγές της; Τα απρόβλεπτα, τα άγνωστα. Όλες εκείνες οι καταστάσεις που λόγω τις αβεβαιότητας στην εξέλιξή τους, μας κόβουν τα χέρια. Ταυτόχρονα μας κόβουν τα όνειρα, μας κλέβουν τις επιθυμίες. Και μένουμε εκεί, ανίσχυροι μπροστά σε ένα σύννεφο άγχους κι αγωνίας που μας μειώνει την ορατότητα. Οι στόχοι μας ξεθωριάζουν, το άγχος φουντώνει, μας ζαλίζει και χάνουμε τον ύπνο μας. Αυτό σε πρώτο στάδιο. Σε δεύτερο στάδιο, χάνουμε σιγά-σιγά τον εαυτό μας.

Οι ψυχολόγοι υποστηρίζουν πως αν αυτή η αγωνία για το τι θα ακολουθήσει καταφέρει να καταλάβει μεγάλο κομμάτι της καθημερινότητάς μας, ίσως υπάρχουν ανεπεξέργαστα κατάλοιπα μέσα μας. Κατάλοιπα από στόχους που είχαμε στο παρελθόν και δεν καταφέραμε να τους επιτύχουμε. Κατάλοιπα από όνειρα που ήταν τόσο κοντά, έμοιαζαν πραγματικά εφικτά, αλλά που, τελικά, δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα. Επίσης, οι πολύ ξαφνικές αλλαγές που μπορεί να προέκυψαν στον κοντινό μας περίγυρο δεν είναι δύσκολο να μας προβληματίσουν για το τι μπορεί να έπεται στη συνέχεια.

Μικρά γεγονότα που μας αποδεικνύουν περίτρανα πως δεν έχουμε τον έλεγχο όσο νομίζαμε πως τον είχαμε, μας καταρρίπτουν τις σταθερές, μας δένουν και μας λύνουν και ξαφνικά βρισκόμαστε μετέωροι. Δεν ξέρουμε πού πατάμε και πού βρισκόμαστε. Είμαστε πάνω σε ένα τεντωμένο λεπτό σκοινί. Κι ακροβατούμε. Συσσωρεύουμε τόσες πολλές σκέψεις κι άλλους τόσους προβληματισμούς που μας είναι αδύνατο να συγκεντρωθούμε όσο χρειάζεται για να το περπατήσουμε σωστά και να μη χάσουμε την ισορροπία μας.

Το πρόβλημα στην περίπτωση αυτή είναι πως εμείς οι ίδιοι έχουμε τραβήξει τόσο πολύ το σκοινί. Το έχουμε τσιτώσει. Κατηγορούμε τους πάντες και τα πάντα, αλλά η αλήθεια είναι πως εμείς φέραμε τον εαυτό μας εδώ. Έχουμε ευθύνη κι όσο δύσκολο κι αν είναι, πρέπει να δούμε τα γεγονότα όπως πραγματικά έχουν, να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να αναγνωρίσουμε τους φόβους μας.

Είναι πολύ δύσκολο να απαλλαγείς από αυτό το βάρος. Φαντάζει βουνό που σε πλακώνει, που σε ακινητοποιεί. Αλλά όπως έχω ξαναπεί και νομίζω πως δε θα σταματήσω ποτέ να το λέω, τα πράγματα είναι όσο απλά ή όσο περίπλοκα τα κάνουμε εμείς. Όσο τροφοδοτούμε φόβους κι ανασφάλειες, τόσο πιο έντονες και πιο δυνατές θα επιστρέφουν σε εμάς.

Έτσι κι οι τρόποι για την αντιμετώπιση αυτού του άγχους πρέπει να είναι όσο πιο απλοί κι όσο πιο ανώδυνοι γίνεται. Σε μία κρίση άγχους, ας προσπαθήσουμε να μαζέψουμε όλη μας την ενέργεια για λίγα λεπτά στο γεγονός κι όχι να τη σκορπάμε αλόγιστα σε ένα κατά φαντασία σενάριο. Όσο κι αν αγχωθούμε, όσο μα όσο και αν πανικοβληθούμε, το μόνο σίγουρο είναι πως αν δεν περνάει απ’ το χέρι μας, τίποτα καλό δε θα προκύψει από αυτόν τον πανικό.

Ας πάρουμε μερικές αναπνοές, ας καταγράψουμε τους φόβους μας σε ένα χαρτί αν αυτό βοηθάει. Ας ανακαλύψουμε κάτι παραγωγικό και κάτι όμορφο για να διοχετεύσουμε την αρνητική ενέργεια που μας διέπει κι ίσως έτσι τη μετατρέψουμε σε θετική.

Δε θα είναι εύκολο. Αλλά μέρα με τη μέρα θα μοιάζει πιο εφικτό.

Ζούμε όπως παίξαμε

Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι;
Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια.
 
Σύμφωνα με τον ανθρωπολόγο Μαρσέλ Μάους, μέσω του παιχνιδιού καθίσταται δυνατή η ανάγνωση μιας κοινωνίας. Η θέση μας σήμερα ως ενήλικες απέναντι στο παιχνίδι των παιδιών, καθρεφτίζει την κοινωνίας μας, η οποία μοιάζει να το αντιστρατεύεται.
 
Κατά τον Φρόιντ, «Το αντίθετο του παιχνιδιού δεν είναι η σοβαρότητα , αλλά η πραγματικότητα», με τον σημερινό άνθρωπο να προσαρμόζεται εύκολα, πεπεισμένος ότι δεν μπορεί να κάνει και πολλά για να την αλλάξει.
 
Ο μεταβατικός χώρος του παιχνιδιού είναι το σημείο όπου το παιδί διερευνά το άγνωστο, βιώνοντας την ελευθερία της ύπαρξής του, αναδημιουργώντας τον εαυτό του και τον κόσμο του.
 
Παίζοντας έτσι ως παιδί, είναι πιο πιθανό ως ενήλικας να είναι σε θέση να βιώνει τις επερχόμενες μεταβολές ως προκλήσεις και όχι ως μείζονα προσωπική αμφισβήτηση και να συμβάλλει στην δημιουργία του κόσμου του αύριο, απαρνούμενος τη θέση του παθητικού υποκειμένου.
 
Δυστυχώς σήμερα η παιγνιότητα, αν και πρωταρχική ιδιότητα του παιδιού, μοιάζει να μην του επιτρέπεται από τους ενήλικες.
 
Ως εκπρόσωποι του καταναλωτισμού τείνουμε να συγχέουμε τα υλικά παιχνίδια με την πράξη του παιχνιδιού. Παρέχουμε στα παιδιά πληθώρα παιχνιδιών που τελούν στην υπηρεσία ενός μετρήσιμου γνωστικού στόχου, στομώνοντας έτσι την δημιουργικότητά τους.
 
Ξεχνάμε πως «παίζω δεν σημαίνει τείνω προς ένα συγκεκριμένο στόχο αλλά είμαι δεκτικός στο απρόσμενο».
 
Ξεχνάμε πως η λειτουργία του παιχνιδιού δεν αφορά την εξάρτηση του «έχω» μα την ελευθερία του «είναι». Μια χαρτοπετσέτα, ένα κουρελάκι μπορεί να «είναι» καπέλο, πουλί, αέρας, σύννεφο, ένας ολόκληρος κόσμος εν τη γενέσει του.
 
Αυτή η δυνητικότητα συνιστά την συναρπαστικότητα του παιχνιδιού, την περιέργεια για το τι θα συμβεί μετά, την έκπληξη μπρος στο απρόσμενο, την δυναμική -του τι μπορώ να κάνω, την εξερεύνηση -του πώς μπορώ να είμαι.
 
Πόσο φοβόμαστε τελικά το παιχνίδι; Πόσο τρέμουμε την ελευθερία της αταξίας που δημιουργεί, των αναπόφευκτων αμφισβητήσεων που προκύπτουν από αυτό, ώστε να αισθανόμαστε την ανάγκη να το υποτάξουμε στους νόμους της αγοράς και της ζήτησης, να το καθηλώσουμε σε ένα ακόμη προϊόν ή και παρεχόμενη υπηρεσία μέσω των εργαστηρίων παιχνιδιού για παιδιά και γονείς που εμφανίζονται τα τελευταία χρόνια.
 
Γιατί προωθούνται τα παιχνίδια -games εις βάρος του ελεύθερου παιχνιδιού – play;
Με τα games, διασφαλίζεται εκ των προτέρων, το σημείο λήξης του παιχνιδιού: νίκη, ήττα, ισοπαλία, σκορ. Αυτό που ορίζει τα games, δεν είναι η αυτοδιάθεση του παιδιού μα η φύση του αποτελέσματος. Με την αυστηρή δομή τους το ωθούν να δομεί με τη σειρά του, μια άμυνα απέναντι στο μη προβλέψιμο που προσφέρει το συμβολικό ελεύθερο παιχνίδι (play).
 
Κι επειδή, «χωρίς καμία αμφιβολία θα ζήσουμε όπως παίξαμε», μεγαλώνοντας εξακολουθούμε να παίζουμε με αφάνταστη σοβαρότητα παρόμοια παιχνίδια με τον εαυτό μας και τους άλλους.
 
Χρειάζονται και τα games-παιχνίδια. Μα στον καιρό μας μοιάζει να υπερκαλύπτουν το μεταβατικό χώρο του συμβολικού παιχνιδιού. Κι έχει σημασία αυτό να το δούμε. Γιατί, ό,τι μας κρατά ως παιδιά περιορισμένους μέσα σε ένα συγκεκριμένο εύρος αλληλεπιδράσεων, χρησιμοποιώντας ένα επιβεβλημένο σύνολο κανόνων, εξακολουθεί και στη ζωή μας να μας κινεί και να θέτει όρια στο τι μπορούμε να κάνουμε, «φυλακίζοντάς» μας, σε ένα ανταγωνιστικό πλαίσιο συμμόρφωσης κι εξάρτησης.
 
Σίγουρα έτσι νοιώθουμε ασφαλείς. Κάθε ιδέα ενός μεγαλύτερου ή και διαφορετικού εύρους αλληλεπίδρασης μοιάζει τρομακτική ακόμη και για να την φανταστεί κανείς. Εύκολα μπορούμε να κάνουμε τις αναγωγές σε σχέση με την λειτουργία μας στην κοινωνία και τις αντιστάσεις μας στη δημιουργικότητα και την αλλαγή που οδηγούν σε νέους τρόπους ύπαρξης, συνοχής και αλληλεπίδρασης.
 
Στο ελεύθερο συμβολικό παιχνίδι, το παιδί ακολουθεί την εσωτερική του παρώθηση. Αφήνεται σε μια περιπέτεια, εξερευνώντας το άγνωστο μέσα κι έξω από τον εαυτό του, εμπιστευόμενο τη διαδικασία του παιχνιδιού.
 
Αν αφιερώναμε λίγο χρόνο να το παρατηρήσουμε χωρίς να επεμβαίνουμε, θα ανακαλούσαμε την φράση του Σίλο: «Σου μιλώ για απελευθέρωση, για κίνηση, για διαδικασία».
 
Παίζοντας μοιράζονται πράγματα και εμπειρίες, συναισθήματα, νέες αισθήσεις, δημιουργούνται αναφορές. Κι όλα αυτά τα γεννήματα της στιγμής τα υποδέχονται με χαρά και πνεύμα ανοίγματος. Μη προσδοκώντας κανένα όφελος, παρά μόνο ελπίζοντας στην επόμενη στιγμή.
 
Ο Λάο Τσε είχε πει: «Του τροχού τον άξονα μοιράζονται τριάντα ακτίνες. Χρήσιμος όμως γίνεται από την κεντρική του τρύπα. Πλάσε κανάτι με πηλό. Χρήσιμο γίνεται από τον εσωτερικό του άδειο χώρο. Το όφελος λοιπόν έρχεται από τούτο που υπάρχει. Το χρήσιμο προκύπτει από εκείνο που λείπει».
 
Είναι ανάγκη να αφήνουμε κενό χώρο στα παιδιά να παίζουν ελεύθερα, χωρίς σκοπό. Αυτό μόνο αρκεί!
 
Σήμερα αποτιμάται ως χάσιμο χρόνου το να μην κάνουμε τίποτα άλλο εκτός από το να παίζουμε, το να μην έχουμε άλλο σκοπό εκτός από το να γνωριστούμε. Κι όμως μέσω αυτού που παραχωρούμε οι ενήλικες στον εαυτό μας ως ευκαιρία για απόλαυση και παιχνίδι, μεταβιβάζουμε στα παιδιά το πιο ουσιώδες, την επιθυμία και την χαρά για ζωή.

Ο έρωτας είναι η υπέρβαση που μας βοηθά να δώσουμε νόημα στη ζωή

Όταν ρωτήθηκε ο Johnny Cash, ο δημοφιλής τραγουδιστής, τι είναι ο παράδεισος για εκείνον, αυτός απάντησε: «Ένα πρωινό μαζί της, να πίνουμε παρέα τον καφέ μας». Η ευτυχία γι’ αυτόν είναι να μοιράζεται κάτι που απολαμβάνει, κάτι καθημερινό και απλό όπως ένας καφές, μαζί με τη γυναίκα που αγαπά.

Ίσως χρειαστεί να φτάσουμε στη μέση ηλικία για να συνειδητοποιήσουμε πόση πληρότητα μπορεί να μας προσφέρει μια συντροφική σχέση. Συντροφικότητα σημαίνει να περνάμε ποιοτικό χρόνο μαζί, κάνοντας απλά καθημερινά πράγματα, όπως το να μαγειρέψουμε, να φάμε το γεύμα μας παρέα, να πάμε μια βόλτα, να δούμε μια ταινία, να κάνουμε μια δραστηριότητα που τη χαιρόμαστε και οι δυο.

Και πόσο πιο κοντά θα νιώσουμε αν μιλήσουμε τρυφερά στον άνθρωπό μας. Αν του ανοίξουμε την καρδιά μας και μοιραστούμε τα συναισθήματά μας, τα όνειρά μας, αλλά και αυτά που μας δυσκολεύουν. Να τον ακούσουμε με τη σειρά μας προσεχτικά, να κατανοήσουμε πώς νιώθει, να του συμπαρασταθούμε εκεί που το χρειάζεται. Να του πούμε πόσο σημαντικός είναι για μας και να του το δείξουμε με μικρές πράξεις φροντίδας. Να τον πάρουμε αγκαλιά, να τον χαϊδέψουμε, να κοιμηθούμε ακουμπώντας ο ένας τον άλλον.

Φυσικά, χρειάζεται να υπάρχει μια αλληλεπίδραση σε όλα τα παραπάνω. Ίσως στην αρχή χρειάζεται να κάνουμε εμείς τα πρώτα βήματα, ώστε να βοηθήσουμε το σύντροφό μας να αφεθεί στη σχέση ή να τον μυήσουμε στην αγάπη. Αν όμως εκείνος δυσκολεύεται να ανταποκριθεί, τότε χρειάζεται ν’ αναρωτηθούμε αν αυτός ο άνθρωπος είναι ικανός για μια καλή συντροφική σχέση. Δεν μπορεί ο ένας να προσφέρεται στη σχέση και ο άλλος μόνο να απολαμβάνει.

Σημαντικό επίσης είναι να μοιραζόμαστε και τις δυσκολίες της ζωής. Μια σχέση δεν είναι μόνο για να μοιραζόμαστε τη χαρά, κι όταν έρχονται τα δύσκολα να το βάζουμε στα πόδια. Όταν αγαπάς και νοιάζεσαι για κάποιον δεν τον εγκαταλείπεις όταν του χτυπά την πόρτα η αρρώστια ή όταν αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Ίσα ίσα, τα δύσκολα φέρνουν τους ανθρώπους πιο κοντά και η φροντίδα σε κάνει ν’ αγαπάς ακόμα περισσότερο αυτόν που φροντίζεις.

Μην ξεχνάμε βέβαια, ότι το ζητούμενο σε μια σχέση δεν είναι να μην μπορούμε να κάνουμε τίποτα χωρίς το σύντροφό μας. Το να έχει ο καθένας κάποιο προσωπικό χώρο και χρόνο, να πάει για καφέ με έναν φίλο, να έχει μια δική του δραστηριότητα ή να θέλει να μείνει για λίγο μόνος, εμπλουτίζει τη σχέση. Τον πρώτο καιρό δεν θέλουμε να ξεκολλάμε ο ένας απ’ τον άλλον.

Όσο περνάει όμως ο χρόνος και αναπτύσσεται η εμπιστοσύνη στη σχέση, νιώθουμε ασφαλείς να απομακρυνθούμε και να ξαναγυρίσουμε πίσω με εμπειρίες απ’ τον έξω κόσμο. Έτσι ανανεώνεται η σχέση μας. Χρειάζεται όμως να είμαστε πολύ προσεκτικοί ώστε να μην προδώσουμε την εμπιστοσύνη που μας δείχνει ο σύντροφός μας, μιας και όταν ραγίσει το γυαλί, δεν ξανακολλάει.

Όσοι από εμάς είμαστε μόνοι, ας ανοιχτούμε σε νέες γνωριμίες, ας ρισκάρουμε να μπούμε σε μια νέα σχέση, κι ας έχουμε πληγωθεί, κι ας νιώθουμε μεγάλοι για έρωτες. Ας επιλέξουμε συντρόφους που μπορούμε να χαρούμε μαζί τους τα καθημερινά απλά πράγματα, που μπορούμε να τους κοιτάξουμε στα μάτια, να τους αγκαλιάσουμε, να τους ψιθυρίσουμε σ’ αυτί, και όχι να τους βλέπουμε σε οθόνες.

Όσοι από μας είμαστε δεσμευμένοι, ας τολμήσουμε να ξαναερωτευτούμε, να δώσουμε ένα χάδι, ένα φιλί, μια αγκαλιά, μια βόλτα χέρι χέρι, ας κάνουμε κάτι όμορφο μαζί. Κι ας νιώθουμε θυμωμένοι ή αποξενωμένοι με το σύντροφό μας. Ας παλέψουμε να ξαναβρούμε την ερωτική αγάπη. Κι αν δεν μπορούμε με κανένα τρόπο ν’ αναστήσουμε τη σχέση, ας ζητήσουμε βοήθεια από έναν ειδικό ή στην χειρότερη περίπτωση, ας πάρουμε την απόφαση να δώσουμε ένα τέλος.

Ο έρωτας στη ζωή είναι το αλατοπίπερο, είναι η υπέρβαση που μας βοηθά να δώσουμε νόημα στη ζωή, είναι η συγκολλητική ουσία που μας φέρνει πιο κοντά με το σύντροφό μας. Ο έρωτας είναι πάντα αμοιβαίος και μπορεί να μας οδηγήσει στην αγάπη που είναι η ουσία της ύπαρξής μας. Οι άνθρωποι που συντροφεύονται, που μοιράζονται τα καλά και τα δύσκολα, που αγαπούν και αγαπιούνται, ζούνε τη ζωή πιο ολοκληρωμένα. Ας γίνουμε εμείς αυτοί οι άνθρωποι…

Ελεύθεροι να επιλέγουμε ή ανίκανοι να επιθυμούμε;

Ας ανακεφαλαιώσουμε. Επειδή θέλουμε να πάμε εκεί όπου μας σπρώχνει ο άνεμος, πιστεύουμε ότι η κίνησή μας εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή μας. Όταν ο άνεμος μας σπρώχνει προς την αντίθετη κατεύθυνση, κατηγορούμε τον εαυτό μας για έλλειψη βούλησης και αυτοπειθαρχίας. Υπάρχουν όμως και φορές που επικρατεί γαλήνη ή ο άνεμος φυσάει ταυτόχρονα λίγο πολύ από παντού- κι εμείς βρισκόμαστε ανάμεσα σε αντίθετες επιθυμίες.

Σε μια τέτοια κατάσταση μπορούμε εξίσου να αισθανθούμε είτε ότι βασανιζόμαστε από ασυμβίβαστες επιθυμίες είτε ότι στερούμαστε κινήτρου είτε ότι είμαστε αναποφάσιστοι και αδιάφοροι. Αφού τίποτα δεν μας σπρώχνει προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, νομίζουμε ότι θα έπρεπε να ήμασταν ελεύθεροι να διαλέξουμε τη μία ή την άλλη. Έχουμε έτσι την εντύπωση πως διαθέτουμε ελευθερία βούλησης, πως μπορούμε να προχωρήσουμε ή να οπισθοχωρήσουμε, να δεχθούμε ή να αρνηθούμε, να πιούμε ή να φάμε, γιατί τελικά το ίδιο μας κάνει. Το να διαλέξουμε τη μία ή την άλλη από αυτές τις δυνατότητες φαίνεται να μην απαιτεί παρά μια μικρή προσπάθεια της θέλησής μας. Κι όμως, η κατάσταση αυτή δεν δείχνει την ελευθερία της βούλησής μας, αλλά την αναποφασιστικότητα των επιθυμιών μας. Και έχουμε κάθε λόγο να στοιχηματίσουμε πως, όταν καταλήγουμε να πάρουμε μια απόφαση, δεν είναι επειδή η θέλησή μας έκανε την επιλογή της, αλλά επειδή ο συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στις αντίθετες επιθυμίες μας άλλαξε και κάποια από αυτές κατάφερε να επιβληθεί.

Πρόσφατα πειράματα στη νευροβιολογία επιβεβαιώνουν σημείο προς σημείο αυτό που ο Σπινόζα διαισθάνθηκε. Μελετώντας τις κινήσεις των νευρώνων σε άτομα που είχαν κληθεί να πάρουν μια απόφαση, ο Μπέντζαμιν Λάιμπετ απέδειξε ότι συνειδητοποιούμε πως παίρνουμε μια απόφαση μισό με ένα δευτερόλεπτο μετά την ανταλλαγή νευρο- διαβιβαστών, η οποία είναι η αιτία αυτής της απόφασης. Οι πραγματικές αποφάσεις μας λαμβάνονται εν αγνοία μας και ανεξάρτητα από το τι θέλουμε ή δεν θέλουμε. Η συνειδητή απόφαση -η προσπάθεια της βούλησης για την οποία τόσο πολύ καμαρώνουμε- έρχεται πολύ αργά ώστε να έχει την παραμικρή επίδραση στις ενέργειές μας· δεν είναι παρά ένα επιφαινόμενο, ο απόηχος ή ο ίσκιος των πραγματικών δυνάμεων που μας κάνουν να ενεργούμε. Άρα είχε δίκιο ο Σπινόζα όταν έγραφε πριν από τριακόσια και πλέον χρόνια:

«Οι άνθρωποι σφάλλουν ως προς την πεποίθησή τους πως είναι ελεύθεροι, η οποία βασίζεται μόνο στο ότι έχουν συνείδηση των ενεργειών τους και άγνοια των αιτίων από τα οποία αυτές καθορίζονται. Άρα η ιδέα της ελευθερίας τους έγκειται στο ότι δεν γνωρίζουν κανένα αίτιο των ενεργειών τους. Διότι όταν λένε ότι οι ανθρώπινες ενέργειες εξαρτώνται από τη βούληση, δεν έχουν ιδέα για τι μιλάνε. Όλοι αγνοούν πράγματι τι είναι η βούληση και πώς κινητοποιεί το σώμα, ενώ όσοι διατυμπανίζουν άλλα και πλάθουν με το μυαλό τους έδρες και ενδιαιτήματα της ψυχής, προκαλούν συνήθως γέλιο ή αηδία».

Ο ΣΠΙΝΟΖΑ ΚΑΙ Η ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ

Η καλλιτεχνική ομορφιά των μαθηματικών

Η γοητεία που ασκούν τα μαθηματικά στον ανθρώπινο εγκέφαλο επιβεβαιώνεται μέσω μίας νέας βρετανικής επιστημονικής έρευνας σύμφωνα με την οποί όσοι θεωρούν πραγματικά όμορφες τις εξισώσεις, τις βλέπουν σαν αυθεντικά έργα τέχνης. Η νέα μελέτη ενισχύει τη θεωρία ότι υπάρχει μια ενιαία νευροβιολογική βάση για την ομορφιά και την αισθητική αντίληψη του ωραίου.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Σεμίρ Ζέκι του Εργαστηρίου Νευροβιολογίας Wellcome του University College του Λονδίνου, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Frontiers in Human Neuroscience», (Σύνορα στην Ανθρώπινη Νευροεπιστήμη), σύμφωνα με το BBC, χρησιμοποίησαν την τεχνική της λειτουργικής μαγνητικής απεικόνισης (fMRI) για να μελετήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα 15 εθελοντών μαθηματικών, την ώρα που αυτοί καλούνταν να δουν 60 μαθηματικές εξισώσεις και να τις αξιολογήσουν ως όμορφες, άσχημες ή ουδέτερες.

Η μελέτη έδειξε ότι η εμπειρία του «μαθηματικά ωραίου» καταγράφεται στην ίδια συναισθηματική περιοχή του εγκεφάλου (στον μέσο κογχομετωπιαίο φλοιό), όπου αποτυπώνεται και γίνεται η επεξεργασία του «ωραίου» στην μουσική ή τη ζωγραφική.

«Σε πολλούς από εμάς οι μαθηματικές εξισώσεις φαίνονται ξερές και ακατανόητες, όμως για έναν μαθηματικό μια εξίσωση μπορεί να ενσωματώνει την πεμπτουσία της ομορφιάς. Η ομορφιά μιας εξίσωσης μπορεί να προέρχεται από την απλότητά της, τη συμμετρία της, την κομψότητά της ή την έκφραση μιας αναλλοίωτης αλήθειας. Για τον Πλάτωνα, η αφηρημένη ποιότητα των μαθηματικών εξέφραζε το αποκορύφωμα της ομορφιάς», δήλωσε ο Σεμίρ Ζέκι.

Το πείραμα έδειξε ότι οι εξισώσεις που συστηματικά γεννούν την πιο έντονη αισθητική απόλαυση, είναι η ταυτότητα του Όιλερ, το Πυθαγόρειο θεώρημα και οι εξισώσεις Κοσί-Ρίμαν.

Το σύνδρομο του βραστού βατράχου

Η θεωρία του βατράχου είναι πολύ διδακτική. Εάν πετάξεις ένα βάτραχο σε μια κατσαρόλα με βραστό νερό, αυτός θα τιναχτεί αμέσως έξω. Το απότομο, οδυνηρό κάψιμο από το νερό θα είναι η σωτηρία του, γιατί θα ενεργοποιήσει αυτόματα τα αντανακλαστικά του, της επιβίωσης. Εάν όμως τον βάλεις σε κρύο νερό και δυναμώνεις τη φωτιά πολύ αργά, σταδιακά, ο καημένος ο βάτραχος θα χαλαρώσει, θα χουχουλιάσει και θα απολαύσει το μπάνιο του, μέχρι να γίνει βραστός, με ένα στωικό χαμόγελο στο πρόσωπό του.

Προλαβαίνουμε – δεν προλαβαίνουμε να πηδήξουμε έξω από την κατσαρόλα.

Το σύνδρομο του βραστού βατράχου αναφέρεται στη κακομεταχείριση. Αυτό το είδος εξάντλησης εμφανίζεται όταν βρίσκετε τον εαυτό σας μπλοκαρισμένο σε μια κατάσταση από την οποία σας φαίνεται αδύνατο να ξεφύγετε. Έτσι συνεχίζετε να την ανέχεστε, μέχρι που τελικά σας καταστρέφει.

Μπορεί να πει κανείς ότι κρατάτε τον εαυτό σας μέσα σε ένα φαύλο κύκλο που σας καταστρέφει ψυχικά και συναισθηματικά και στο τέλος αισθάνεστε μια ατελείωτη κούραση.

Ο Olivier Clerc, Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος, χρησιμοποίησε απλά λόγια για να δημιουργήσει αυτή την έννοια και μια ενδεικτική ιστορία σχετικά με το «σύνδρομο του βραστού βατράχου». Ας ρίξουμε μια καλύτερη ματιά στο τι εννοούσε και στο πώς μπορούμε να εφαρμόσουμε τα διδάγματα που μας προσφέρει.

Το σύνδρομο του βραστού βατράχου: ο βάτραχος που σπατάλησε όλη την ενέργειά του.

Αυτό το παραμύθι βασίζεται σε ένα φυσικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο: «αν ο ρυθμός θέρμανσης του νερού είναι 0,02 βαθμούς κελσίου ανά λεπτό, ο βάτραχος θα παραμείνει ακίνητος και θα πεθάνει μόλις ζεσταθεί πολύ. Οποιαδήποτε άλλη ταχύτητα μεγαλύτερη από αυτή, θα κάνει το βάτραχο να πηδήξει έξω και να το σκάσει.»

Επομένως, όπως ακριβώς εξήγησε ο Olivier Clerc, αν βάλετε ένα βάτραχο σε μια κατσαρόλα με νερό και αρχίσετε να το θερμαίνετε αργά, ο βάτραχος σταδιακά προσαρμόζει τη θερμοκρασία του σώματός του με αυτή του νερού.

Μόλις το νερό αρχίσει να βράζει, δεν θα μπορεί πλέον να προσαρμόσει τη θερμοκρασία του και θα προσπαθήσει να πηδήξει έξω από την κατσαρόλα.

Αλλά δυστυχώς, σε αυτό το σημείο είναι αδύνατο να το σκάσει επειδή έχει ήδη σπαταλήσει όλη την ενέργειά του προσαρμόζοντας τη θερμοκρασία του και πλέον δεν έχει τη δύναμη να αποδράσει.

Κατά συνέπεια, ο βάτραχος βράζει μέχρι που πεθαίνει και δεν έχει τη δύναμη να πηδήξει έξω από την κατσαρόλα για να σωθεί.

Και αυτό δημιουργεί το εξής ερώτημα: τι ήταν αυτό που σκότωσε το βάτραχο; Ήταν το βραστό νερό ή η ανικανότητά του να αποφασίσει ποια είναι η κατάλληλη στιγμή για να πηδήξει;

Αν τον είχατε βυθίσει σε μια κατσαρόλα με νερό στους 50 βαθμούς Κελσίου, θα πηδούσε απευθείας έξω από την κατσαρόλα για να σωθεί. Ωστόσο, όση ώρα προσπαθούσε να ανεχτεί τη σταδιακή αύξηση της θερμοκρασίας, δεν συνειδητοποίησε ότι θα μπορούσε και θα έπρεπε να είχε πηδήξει έξω. Αυτή η σιωπηλή επιδείνωση, μας κάνει να προσποιούμαστε ότι είμαστε μια χαρά.

Όταν η συναισθηματική επιδείνωση εξελίσσεται με αργό ρυθμό, περνά απαρατήρητη. Αυτό δικαιολογεί την έλλειψη της αντιδραστικότητας, το λόγο που δεν εναντιωνόμαστε και καταλήγουμε να ασφυκτιούμε από τοξικά αέρια που αργά αλλά σταθερά μας δηλητηριάζουν.

Όταν λαμβάνει χώρα μια αλλαγή, αργή αλλά σταθερή, ξεφεύγει της προσοχής μας. Και συνεπώς αποτυγχάνει να προκαλέσει οποιοδήποτε είδος αντίδρασης ή εναντίωσης.

Επομένως, όταν η εξάρτηση, η περηφάνια, ο εγωισμός ή οι απαιτήσεις αρχίζουν να κάνουν σιγά-σιγά την εμφάνισή τους, είναι δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε πόσο δύσκολο είναι να βρισκόμαστε σε αυτή τη θέση.

Ωστόσο με την πάροδο του χρόνου, αυτές οι απαιτήσεις μειώνουν αργά την αντίδρασή σας και το χρόνο απόκρισής σας.

Η σιωπηλή διαδικασία της προσαρμογής στη δυσφορία θα επιδεινώσει την κατάστασή σας. Έτσι, με αργό τρόπο θα αρχίσει κάποιος άλλος να ελέγχει τη ζωή σας. Αυτό σας εμποδίζει να δείτε και να προετοιμάσετε τον εαυτό σας για να αντιμετωπίσει αυτή την κατάσταση όπως πρέπει.

Γι’ αυτό το λόγο είναι απολύτως απαραίτητο να κάνετε μια συνειδητή προσπάθεια για να κρατάτε τα μάτια σας ανοιχτά και να μάθετε τι είναι αυτό που πραγματικά θέλετε. Αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να μπορέσετε να ελέγξετε αυτό το κάτι που επιδεινώνει τις αισθήσεις σας.

Ο μοναδικός τρόπος για να αναπτυχθείτε θα σας κάνει να αισθάνεστε άβολα για λίγο καιρό.

Πολλές φορές στους ανθρώπους γύρω σας δεν αρέσει όταν αποφασίζετε να ακολουθήσετε και να εκτιμήσετε τα δικαιώματά σας. Έχουν ήδη συνηθίσει να τα χρησιμοποιούν προς το δικό τους όφελος και αυτή η αλλαγή στάσης είναι άβολη για εκείνους.

Να θυμάστε ότι μερικές φορές η λέξη «φτάνει!» μπορεί να σας εξασφαλίσει την ευεξία, να προστατεύσει την αγάπη σας για τον εαυτό σας, την αξιοπρέπεια και τα συμφέροντά σας.

Συνεπώς, θα πρέπει να θυμάστε το σύνδρομο του βραστού βατράχου και ότι μπορείτε να αποφύγετε τον πόνο που μπορεί να προκαλέσετε στον εαυτό σας, αν το παρατηρήσετε εγκαίρως.

Ανακαλύφθηκε ο πρώτος «καυτός γίγαντας» εξωπλανήτης δίχως νέφη

Ευρωπαίοι και Αμερικανοί αστρονόμοι ανακάλυψαν για πρώτη φορά έναν εξωπλανήτη, του οποίου η ατμόσφαιρα είναι πλήρως ανέφελη. Πρόκειται για τον WASP-96b, ο οποίος βρίσκεται σε απόσταση 980 ετών φωτός από τη Γη. Είναι ένας καυτός αέριος γίγαντας, παρόμοιος με τον Κρόνο σε μάζα και 20% μεγαλύτερος από τον Δία. Κινείται σε τροχιά γύρω από ένα άστρο σαν τον Ήλιο μας στον νότιο αστερισμό του Φοίνικα.
 
Ο WASP-96b βρίσκεται σε απόσταση 980 ετών φωτός από τη Γη και η μάζα του είναι κατά 20% μεγαλύτερη από εκείνη του Δία.
 
Η μελέτη της ατμόσφαιράς του έγινε με το διαμέτρου 8,2 μέτρων Πολύ Μεγάλο Τηλεσκόπιο (VLT) του Ευρωπαϊκού Νοτίου Αστεροσκοπείου (ESO) στη Χιλή. Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον Νικολάι Νικόλοφ του βρετανικού Πανεπιστημίου του Έξετερ, έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό «Nature».
 
«Ο WASP-96b είναι ο μόνος εξωπλανήτης, μέχρι σήμερα, που φαίνεται να μην έχει καθόλου νέφη», δήλωσε ο κ. Νικόλοφ.
 
Νέφη έχουν ανιχνευθεί σε αρκετούς από τους πιο καυτούς αλλά και τους πιο ψυχρούς πλανήτες του ηλιακού συστήματός και και σε εξωπλανήτες πέρα από αυτό. Προς το παρόν, είναι δύσκολο για τους επιστήμονες να προβλέψουν πού θα βρουν τα πιο πυκνά νέφη.
 
Όταν η ατμόσφαιρα ενός πλανήτη είναι καθαρή από νέφη, τότε το κυριότερο χαρακτηριστικό στη φασματική ανάλυσή του είναι η έντονη παρουσία νατρίου, κάτι που είναι πολύ αισθητό στον WASP-96b. Το νάτριο είναι το έβδομο συχνότερο χημικό στοιχείο στο σύμπαν.

Σχεδόν όλος ο πάγος στη Βερίγγειο Θάλασσα εξαφανίστηκε ένα μήνα νωρίτερα

Σχεδόν όλος ο πάγος που καλύπτει τη Βερίγγειο θάλασσα έχει εξαφανιστεί επιβεβαιώνουν ανήσυχοι οι επιστήμονες που μελέτησαν τα φετινά στοιχεία. Ο πάγος που καλύπτει την περιοχή θα έπρεπε κανονικά να διατηρηθεί για τουλάχιστον έναν ακόμη μήνα και φέτος έχει εξαφανιστεί νωρίτερα από οποιοδήποτε άλλο έτος, εκτός από το 2017. Την περασμένη χρονιά σημειώθηκαν πάλι τόσο πρώιμα φαινόμενα, αλλά φέτος το ποσοστό εμφανίζεται χαμηλό σε συνολικό διάστημα χρόνου.

Η Βερίγγειος Θάλασσα βρίσκεται στον βόρειο Ειρηνικό Ωκεανό μεταξύ Αλάσκας και Ρωσίας και φαίνεται πως αντιμετωπίζει το κύμα της κλιματικής αλλαγής με την έκταση του φαινομένου να λιώνει τους πάγους με πρωτοφανή ρυθμό.

Τον Φεβρουάριο, οι αυξανόμενες θερμοκρασίες της Αρκτικής, οδήγησαν στην εξαφάνιση περίπου της μισής περιοχής μέσα σε δύο μόλις εβδομάδες.

Η τάση αυτή συνεχίστηκε μέχρι την άνοιξη και οι επιστήμονες επιβεβαίωσαν ότι μέχρι το τέλος Απριλίου μόνο το 10% των κανονικών επιπέδων πάγου παρέμειναν ανέπαφα.

Μια έκθεση που δημοσιοποιήθηκε από το Διεθνές Κέντρο Έρευνας της Αρκτικής στο Πανεπιστήμιο της Αλάσκας έχει σκιαγραφήσει τις πραγματικές επιπτώσεις αυτών των περιβαλλοντικών αλλαγών στις πολλές κοινότητες που κατοικούν στην περιοχή της Θάλασσας.

«Ο πάγος της θάλασσας έχει ήδη αντίκτυπο στις ζωές και τα μέσα διαβίωσης των ανθρώπων στις παράκτιες κοινότητες της Δυτικής Αλάσκας, περιορίζοντας το κυνήγι και την αλιεία που είναι οι βασικοί άξονες των οικονομιών αυτών των κοινοτήτων», δήλωσε ο κλιματολόγος Δρ. Rick Thoman στην εφημερίδα «The Washington Post».

«Το ταξίδι μεταξύ των κοινοτήτων μέσω σκάφους ή μηχανών χιονιού γίνεται όλο και πιο δύσκολο και περιορισμένο λόγω του λεπτού ασταθούς θαλάσσιου πάγου», ανέφερε η έκθεση.

Η έκθεση σημειώνει πως η έλλειψη θαλάσσιου πάγου τους τελευταίους μήνες έχει εκθέσει αυτές τις κοινότητες σε καιρικά φαινόμενα καθώς ο πάγος λειτουργεί κανονικά ως «τείχος» έναντι ακραίων καιρικών φαινομένων.

Μια μεγάλη καταιγίδα το Φεβρουάριο κατέστρεψε το νησί Little Diomede προκαλώντας πολλά προβλήματα και ζημιές σε κατοικημένες περιοχές.

Αυτή η έλλειψη σταθερότητας επηρέασε και τα ζώα καθώς πολλά εγκατέλειψαν την περιοχή ενώ επηρεάζει την ισορροπία όλου του συστήματος.

Πίσω από την πρόωρη εξαφάνιση του πάγου είναι τόσο η μακροπρόθεσμη υπερθέρμανση του πλανήτη όσο και μια ατυχής συγκυρία καιρικών φαινομένων.

Οι μελέτες δεδομένων που πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρη την περιοχή επιβεβαίωσαν ότι τόσο οι θερμοκρασίες των ωκεανών όσο και του αέρα ήταν πολύ υψηλότερες από τις φυσιολογικές τιμές που προηγήθηκαν.

Το ποσοστό του θαλάσσιου πάγου στη Βερίγγειο ήταν συνολικά χαμηλότερο αυτό το χειμώνα σε σχέση με κάθε άλλη χρονιά από τότε που τα αλιευτικά σκάφη άρχισαν να τηρούν γραπτά αρχεία το 1850.

Στην έκθεσή τους, οι επιστήμονες του Διεθνούς Κέντρου Έρευνας για την Αρκτική έγραψαν ότι, αν και δεν πρόκειται κάθε χρόνο να σημειώνονται τόσο χαμηλά επίπεδα, ο σχηματισμός πάγου είναι πιθανόν να παραμείνει μειωμένος εάν τα νερά παραμείνουν ζεστά.

Προειδοποιούν επίσης ότι οι κοινότητες θα πρέπει να προετοιμαστούν για περισσότερους χειμώνες με λίγο πάγο στη θάλασσα και περισσότερες καταιγίδες.

Σ. Μπωντλαίρ: Τα Ανθη του Κακού

Τo βιβλίο αυτό δεν γράφτηκε για τις γυναίκες μου, τις κόρες μου ή τις αδελφές μου· δεν γράφτηκε όμως ούτε και για τις γυναίκες, τις κόρες ή τις αδελφές του πλησίον μου. Αφήνω αυτή την ενασχόληση σε όσους έχουν λόγους να συγχέουν τις καλές πράξεις με την καλλιέπεια.

Ξέρω ότι ο παθιασμένος εραστής του ωραίου ύφους είναι εκτεθειμένος στο μίσος του πλήθους. Κανένας όμως ανθρώπινος σεβασμός, καμιά ψευτο-αιδημοσύνη, κανενός είδους σύμπραξη εναντίον μου, κανένα οικουμενικό δημοψήφισμα δεν θα με αναγκάσουν να μιλήσω την απαράμιλλη διάλεκτο αυτού του αιώνα, αλλά ούτε και να αναμείξω το μελάνι με την αρετή.

Ένδοξοι ποιητές έχουν ήδη καταλάβει, εδώ και καιρό, τους πιο ανθηρούς τόπους της Ποίησης. Από την πλευρά μου, θεώρησα ότι θα ήταν ευάρεστο -και μάλιστα, όσο πιο δύσκολο, τόσο πιο ευχάριστο- να συλλέξω το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό. Το βιβλίο αυτό, κατά βάσιν άχρηστο και απολύτως αθώο, γράφτηκε αποκλειστικά και μόνο για να με διασκεδάσει και να ασκήσει το πάθος μου για τους σκοπέλους.

Κάποιοι μου είπαν ότι τα ποιήματα αυτά θα μπορούσαν να κάνουν κακό· δεν χάρηκα γι’ αυτό. Άλλοι, καλόψυχοι, ότι θα μπορούσαν να κάνουν καλό· κι αυτό δεν με λύπησε. Την ίδια κατάπληξη μου προξένησαν ο φόβος των πρώτων και η ελπίδα των δεύτερων, μου απέδειξαν όμως γι’ άλλη μια φορά -κι αυτή ήταν η μοναδική τους χρησιμότητα- ότι ο αιώνας αυτός έχει ξεμάθει τις κλασικές έννοιες που έχουν να κάνουν με τη λογοτεχνία.

Παρά την υποστήριξη που παρείχαν μερικοί επιφανείς σοφολογιότατοι στην φυσική βλακεία του ανθρώπου, δεν θα πίστευα ποτέ ότι η πατρίδα μας θα μπορούσε να βαδίζει με τέτοια ταχύτητα την οδό της προόδου. Αυτός ο κόσμος έχει περιβληθεί με τόσο λίπος χυδαιότητας, που προσδίδει στην περιφρόνηση προς τον πνευματικό άνθρωπο την βιαιότητα ενός πάθους.

Υπάρχουν όμως και κάτι ευτυχισμένα τσόφλια, που δεν τα διαπερνά ούτε δηλητήριο.

Στην αρχή, είχα την πρόθεση ν’ απαντήσω στις πολυάριθμες κριτικές, και ταυτόχρονα, να εξηγήσω μερικά απλούστατα ζητήματα, που τα έχει συσκοτίσει πλήρως το φως των ημερών μας: τι είναι Ποίηση· ποιος είν’ ο σκοπός της· πώς διακρίνονται το Καλό από το Ωραίο· για το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό· για το ότι ο ρυθμός και η ρίμα καλύπτουν τις προ αιώνιες ανάγκες του ανθρώπου για μονοτονία, συμμετρία και έκπληξη· για την προσαρμογή του ύφους στο θέμα· για την ματαιοδοξία και τους κινδύνους της έμπνευσης κ.λπ. κ.λπ.

Είχα όμως σήμερα την απρονοησία να διαβάσω κάτι δημόσιες φυλλάδες· αίφνης, μια ραθυμία, πιέσεως είκοσι ατμοσφαιρών, με πλάκωσε, κι έμεινα άπρακτος μπροστά στην τρομαχτική αχρηστότητα του να εξηγήσεις ό,τι και να ’ναι σ’ όποιον να ’ναι. Όσοι γνωρίζουν, με μαντεύουν· γι’ αυτούς που δεν μπορούν ή δεν θέλουν να καταλάβουν, θα στοίβαζα ατελέσφορα εξηγήσει.

Σαρλ Μπωντλαίρ

Ανταποκρίσεις (Correspondances)
Η φύση είναι ένας ναός, όπου κίονες ζωντανοί
αφήνουν κάποτε συγκεχυμένα λόγια ν’ ακουστούν·
ο άνθρωπος μέσα από συμβόλων δάση περνάει εκεί
που με οικείο βλέμμα τον κοιτούν.
Σαν τις μακριές ηχούς που από πέρα συγκερνιούνται
μέσα σε σκοτεινή, βαθιά ενότητα
πλατιά, όπως η νύχτα κι όπως η καθαρότητα,
τα αρώματα, τα χρώματα κι οι ήχοι ανταπαντιούνται.
Υπάρχουν αρώματα φρέσκα σαν τη σάρκα στα παιδιά,
γλυκά όπως οι βαρύαυλοι, πράσινα όπως οι αγροί
και άλλα νοθεμένα, πλούσια και θριαμβικά,
που έχουν των ατέλειωτων πραγμάτων την ορμή,
όπως του κεχριμπαριού, του μόσχου, του μοσχολίβανου, του λιβανιού,
που τραγουδάνε τις εξάρσεις των αισθήσεων και του νου.

Οι μεταμορφώσεις της λάμιας (Les métamorphoses du vampire)
Όμως αυτή που είχε μια φράουλα για στόμα
σα φίδι πάνω στη φωτιά γύρναε το σώμα
και τους μαστούς μαλάζοντας μες στον κορσέ της
τις λέξεις πρόφερε τις μοσχοβολιστές της:
-«Τα χείλη μου είν’ υγρά, ξέρω την επιστήμη
στην κλίνη τη βαθιά να σβήνω κάθε μνήμη.
Στο θρίαμβο του κόρφου μου δάκρυα στεγνώνω
και τα γερόντια σε παιδιά μεταμορφώνω.
Γι’ αυτόν που με κοιτά γυμνή έχω τη χάρη
να γίνω άστρο, ουρανός, ήλιος, φεγγάρι!
Είσαι σοφός, μα εγώ όποιον μέσα μου κι αν κλείσω,
κάθε ανείπωτη ηδονή θα του χαρίσω,
κι όταν δαγκώνουνε τα στήθη μου τα ωραία,
άσεμνη εγώ και ντροπαλή, δειλή, γενναία,
πάνω στο στρώμα μου, που από λαγνεία στενάζει,
στρατιές αγγέλων το κορμί μου αυτό κολάζει!»
Όταν μου ήπιε το μεδούλι απ’ τα οστά μου,
και γέρνω όλος πόθο, μες στον έρωτά μου,
να τη φιλήσω με λατρεία -βλέπω ένα
σακί γεμάτο κόκαλα, πύο και βλέννα!
Κλείνω τα μάτια μου στην παγωνιά του τρόμου
κι όταν στο φως τ’ ανοίγω έχω στο πλευρό μου,
αντί γι’ αυτή την κούκλα τη δυναμωμένη
που νόμιζες πως με αίμα ήταν χορτασμένη,
τα άθλια απομεινάρια σκελετού που τρέμαν
και σαν του ανεμοδείχτη την κραυγή εκλαίγαν
ή σαν ταμπέλα σε δοκάρι κρεμασμένη
που η καταιγίδα του χειμώνα ανεμοδέρνει.

G. Hegel: πνεύμα και διαλεκτική

Διαλεκτική και ελευθερία σκέψης

§1

     Ι. Για να ανοιχτεί κανείς στον κόσμο της ελεύθερης σκέψης χρειάζεται πρώτα να προσδιορίζει: τι είναι σκέψη; Τι είναι λοιπόν σκέψη για τον Χέγκελ; Είναι η «Γνώση του καθολικού (Wissen des Allgemeinen)». Μια τέτοια Γνώση όμως δεν συμβαίνει ερήμην του ανθρώπου, αλλά μόνο στο δικό του πεδίο και από τον ίδιο: η Γνώση δηλαδή παραπέμπει στο ίδιο το Είναι του ανθρώπου ως συνείδηση (Bewußtsein), ως ενεργό, ατομικό, ζωντανό Εγώ που τελεί σε εσωτερικά διαλεκτική σχέση με την ιστορική του ύπαρξη, με την ιστορικότητα δηλαδή του Dasein του: αντικειμενικά είναι ο Εαυτός και το άλλως-Είναι του Εαυτού· ήτοι το αντι-κείμενο (Gegen-stand), το Πραγματικό που κείτεται απέναντι στον Εαυτό και συνδέεται μαζί του –λιγότερο ή περισσότερο– έλλογα, δηλαδή με βάση τα ενδότερα κοινά νοήματα και δια-νοήματα.

     ΙΙ. Υποκειμενικά είναι ο Εαυτός που εξελίσσεται ιστορικο-Λογικά: αποκτά επίγνωση της συγκεκριμένης του ιστορικότητας, την εσωτερικεύει, την καθιστά δηλαδή περιεχόμενο σκέψης ή πνευματικό του περιεχόμενο, και έτσι εισέρχεται μέσα στην Ιστορία ως Bewußt-Sein [=συνειδητό-Είναι]: ως σκεπτόμενο πνεύμα. Σκεπτόμενο πνεύμα σημαίνει ο άνθρωπος, ως νοούσα συνείδηση, που δεν χρησιμοποιεί τον λογισμό του, τον Λόγο, χρησιμοθηρικά ή εργαλειακά, παρά ως μια μεταστοχαστική διεργασία επί του ιστορικού συμβάντος: ξανασκέπτομαι τον εαυτό μου και το άλλο του Εαυτού με βάση μια ιστορικά διαμορφωμένη γνώση. Τούτο σημαίνει περαιτέρω πως η εν λόγω μεταστοχαστική διεργασία εκτυλίσσεται ως μια αρχέγονη, πρωτότυπη διεργασία γνώσης, κατά την οποία συγκροτούνται έννοιες ως πτυχές ενός και του αυτού καθολικού Λόγου.

§2

     Ι. Ιδωμένη υπό το βλέμμα της εγελιανής διαλεκτικής, η πιο πάνω Γνώση είναι η μορφή: η στάση ή σχέση ζωής, η συμπεριφορά του πνεύματος, ενώ το περιεχόμενο είναι όλη η ως άνω ιστορικο-λογική κίνηση του πνεύματος που το κάνει να είναι σκεπτόμενο ή αυτοσυνείδητο πνεύμα, δηλαδή να είναι ο αυτοπροσδιοριζόμενος άνθρωπος ως τέτοιο πνεύμα. Με αυτό το νόημα, μας λέει ο γερμανός φιλόσοφος, ο άνθρωπος προορίζεται να είναι σκεπτόμενο ον και έτσι να διαφοροποιείται από το ζώο. Η σκέψη, στη συνάφεια τούτη, είναι η ρίζα της φύσης του ανθρώπου, που του επιτρέπει να εγκαθίσταται στο θρόνο της ιστορίας όχι ως μια απλώς φυσική [=όχι ακόμα πνευματική] αμεσότητα ή, όπως λέει ο Χέγκελ στη Φαινομενολογία του πνεύματος, ως φυσική συνείδηση , αλλά ως το πνεύμα ή το Είναι, που γνωσιο-οντο-λογικά μέλλει να ολοκληρώνει τον κύκλο του, δηλαδή την προαναφερθείσα καθολική κίνηση [=τη Γνώση του καθολικού], ως μεταστοχαστική επιστροφή εντός εαυτού.

ΙΙ. Και η φιλοσοφία πώς νοείται εδώ; Ως η ικανότητα της σκέψης να σκέπτεται τον εαυτό της, δηλαδή να είναι η εν λόγω καθολική κίνηση ως σκεπτόμενη ή ως πνευματική εξέλιξη ή ανάπτυξη. Υπ’ αυτή την έννοια Είναι:

«Η φιλοσοφία, σύμφωνα με τη φύση της, είναι κάτι το εσωτερικό, που διεαυτό [=κατά την αυθύπαρκτη ουσία του] δεν προορίζεται για τον όχλο ούτε προσφέρει κάποια προπαρασκευαστική δυνατότητα γι’ αυτόν. Είναι φιλοσοφία μόνο επειδή είναι ευθέως αντί-θετη προς την απλή νόηση [=τη διάνοια σε αντίθεση με το διαλεκτικό Λόγο] και πολύ περισσότερο, ως εκ τούτου, στον υγιή κοινό νου, υπό τον οποίο νοείται ο τοπικός και χρονικός περιορισμός μιας κατηγορίας ανθρώπων. Αναλογικά προς αυτόν τον κοινό νου, ο κόσμος της φιλοσοφίας, καθεαυτόν και διεαυτόν, είναι ένας ανεστραμμένος κόσμος».

§3

Η φιλοσοφία, ως τέτοια ικανότητα και καθολική κίνηση, πέρα από τον τοπικό και χρονικό περιορισμό του κοινού νου, δεν παύει να είναι ριζικός και αείζωος μεταστοχασμός. Ακριβώς επειδή είναι ένας τέτοιος μεταστοχασμός, μέσα στην κινητική της καθολικότητα, συμπεριλαμβάνει και την υλικότητα της νόησης. Τούτο υποδηλώνει πως ο Χέγκελ δεν αντιπαραθέτει το υλικό στο πνευματικό, αλλά τα συλλαμβάνει στη διαλεκτική τους ανέλιξη ή στη διαλεκτική πορεία προς τα μέσα, προς το βάθος της σκέψης ή της μνημονευθείσας μορφής ή της καθολικής ιδέας, και προς τα έξω, προς το αντι-κειμενικό: περιδινούμενος κύκλος κατ’ αίσθηση εμπειρίας και θεωρητικής σκέψης. Αλλά μέσα στην ένταση της εξωτερικότητας η σκέψη είναι ανάπτυξη όχι με τη μορφή του διασκορπισμού, της διασποράς ή της διάλυσης, παρά με εκείνη της συνεκτικής κίνησης του όλου. Πώς κατανοείται όμως τούτη η συνεκτικότητα; Κατανοείται ως η σκέψη ή η φιλοσοφία, ως σκεπτόμενη ανάπτυξη, που μέσα στην εξωτερικότητα ασκεί την ελευθερία της: δηλαδή δεν είναι μια απλή παράσταση του αντι-κειμένου ή απλοϊκή, αφελής γνώμη ή γνώση, αλλά η καθολική-δια-νοηματική Εν-ότητα του Εαυτού και του αντι-κειμένου. Η ελευθερία της σκέψης, κατ’ αυτή την έννοια, είναι η συνείδηση ελευθερίας ως καθολική διαλεκτική κίνηση, που διατρέχει τη σκέψη –προς τα μέσα και προς τα έξω– και της επιτρέπει να αναγνωρίζει 

«το Είναι –που μπορεί να είναι και ο εαυτός της– ως την ουσία των πραγμάτων, ως την απόλυτη ολότητα και την εμμενή ουσία όλων· επομένως, να το συλλαμβάνει ως σκέψη, ακόμη κι αν επρόκειτο να είναι ένα εξωτερικό Είναι».

Δευτέρα 7 Μαΐου 2018

ΑΙΣΧΥΛΟΣ - Ἀγαμέμνων (355-402)

ΣΤΑΣΙΜΟΝ ΠΡΩΤΟΝ


355 ΧΟ. — ὦ Ζεῦ βασιλεῦ καὶ νὺξ φιλία
μεγάλων κόσμων κτεάτειρα,
ἥτ᾽ ἐπὶ Τροίας πύργοις ἔβαλες
στεγανὸν δίκτυον, ὡς μήτε μέγαν
μήτ᾽ οὖν νεαρῶν τιν᾽ ὑπερτελέσαι
360 μέγα δουλείας
γάγγαμον, ἄτης παναλώτου.
Δία τοι ξένιον μέγαν αἰδοῦμαι
τὸν τάδε πράξαντ᾽, ἐπ᾽ Ἀλεξάνδρῳ
τείνοντα πάλαι τόξον, ὅπως ἂν
365 μήτε πρὸ καιροῦ μήθ᾽ ὑπὲρ ἄστρων
βέλος ἠλίθιον σκήψειεν.

— Διὸς πλαγὰν ἔχουσιν εἰπεῖν, [στρ. α]
πάρεστιν τοῦτό γ᾽ ἐξιχνεῦσαι.
ἔπραξεν ὡς ἔκρανεν. οὐκ ἔφα τις
370 θεοὺς βροτῶν ἀξιοῦσθαι μέλειν
ὅσοις ἀθίκτων χάρις
πατοῖθ᾽· ὁ δ᾽ οὐκ εὐσεβής.
πέφανται δ᾽ ἐγγονοῦσα τόλμη τῶν Ἄρη
375 πνεόντων μεῖζον ἢ δικαίως,
φλεόντων δωμάτων ὑπέρφευ
ὑπὲρ τὸ βέλτιστον. ἔστω δ᾽ ἀπή-
μαντον, ὥστ᾽ ἀπαρκεῖν
380 εὖ πραπίδων λαχόντι.
οὐ γὰρ ἔστιν ἔπαλξις
πλούτου πρὸς κόρον ἀνδρὶ
λακτίσαντι μέγαν Δίκας
βωμὸν εἰς ἀφάνειαν.

βιᾶται δ᾽ ἁ τάλαινα πειθώ, [ἀντ. α] 385
προβούλου παῖς ἄφερτος ἄτας.
ἄκος δὲ πᾶν μάταιον. οὐκ ἐκρύφθη,
πρέπει δέ, φῶς αἰνολαμπές, σίνος·
390 κακοῦ δὲ χαλκοῦ τρόπον
τρίβῳ τε καὶ προσβολαῖς
μελαμπαγὴς πέλει δικαιωθείς, ἐπεὶ
395 διώκει παῖς ποτανὸν ὄρνιν,
πόλει πρόστριμμα θεὶς ἄφερτον·
λιτᾶν δ᾽ ἀκούει μὲν οὔτις θεῶν·
τὸν δ᾽ ἐπίστροφον τῶν[δε]
φῶτ᾽ ἄδικον καθαιρεῖ.
οἷος καὶ Πάρις ἐλθὼν
400 ἐς δόμον τὸν Ἀτρειδᾶν
ᾔσχυνε ξενίαν τράπε-
ζαν κλοπαῖσι γυναικός.

***
Ω Δία παντοδύναμε και Νύχτ᾽ αγαπητή,
που τ᾽ αναρίθμητα έχεις τα στολίδια,
πυκνά πλεμάτια τύλιξες τη γη την Τρωική
μ᾽ άσπαστα σιδερένια δαχτυλίδια,
Μήτε μεγάλοι να μπορούν μήτ᾽ άγουρα παιδιά
— κι ανώφελα κανείς ας μη γυρεύει —
360 το δίχτυ να πηδήσουνε που ξάπλωσ᾽ η σκλαβιά
κι όλους τριγύρω μέσα του μαζεύει.
Σε τρέμω, Δία ξένιε, και τα έργα σου τιμώ,
που από καιρό τεντώνεις το δοξάρι
για να μη ρίξεις άνεργο το δίκιο σου θυμό
επάνω στον αδικητή τον Πάρη.

Του Δία το χτύπημα έχουνε να πουν,
το χέρι του φως φανερό καθένας βλέπει·
βουλή του η τύχη των· και αν πει κανείς
πως δεν τους μέλει
370 να γνοίαζουντ᾽ οι θεοί για όσους πατούν
τ᾽ ανέγγιχτ᾽ άγια, είν᾽ ασεβής·
θα το ᾽βρει κάπου όλη᾽ η γενιά
κείνου, που αχόρταγη φουντώνει
πέρ᾽ απ᾽ το δίκιο η αποκοτιά,
ενώ με βιος τα σπίτια του
πάν᾽ από κάθε μέτρο τα φορτώνει.
Ας θέλει όσα του φτάνουν ξέγνοιαστος
380 κι ακίνδυνα να ζει ο που έχει γνώση·
μα ένας, που μέσα στο μεθύσι
του πλούτου θα ποδοπατήσει
το μέγα το βωμό της Δίκης,
κάστρο δεν είναι να τον σώσει.

Καβάλα παίρνει τον η άθλια η Πειθώ,
της τύφλωσης η κόρη, και τον σέρνει
εκεί που τότε κάθε πια γιατρειά
είναι χαμένη.
Δεν κρύβεται· φαντάζει μαύρο φως
390 καταραμένο η συμφορά του
κι όπως χρυσάφι ψεύτικο στερνά
με τη τριβήν αχνόμαυρο προβάλλει,
δικαιώθηκε, που σα μωρό
πουλί να πιάσει κυνηγά
και στους δικούς ζημιά άφερτη έχει βάλει·
θεός κανείς τα παρακάλια δε γρικά
κι όποιος στην ανομία ζει, θα τον χαλάσει·
Καθώς ο Πάρης, που το σπίτι
400 που τον εφίλευε του Ατρείδη
με την κλεψιά της γυναικός του
δε ντράπηκε να το ατιμάσει.

Η σημαντική ευγνωμοσύνη

Η έννοια της ευγνωμοσύνης έχει δύο στοιχεία. Πρώτον είναι μια “επιβεβαίωση καλοσύνης”, με την έννοια ότι νιώθουμε πως υπάρχουν καλά στοιχεία σε αυτόν το κόσμο, δώρα και οφέλη που έχουμε δεχτεί. Δεύτερον, αναγνωρίζουμε ότι η πηγή αυτής της καλοσύνης βρίσκεται εκτός του εαυτού μας… νιώθουμε ότι άλλοι άνθρωποι (ή κάποια ανώτερη δύναμη αν έχουμε κάποια θρησκευτική-πνευματική πίστη) μας έδωσαν αρκετά δώρα, μεγάλα και μικρά, προκειμένου να γευτούμε το συναίσθημα της καλοσύνης. Η ευγνωμοσύνη χαρακτηρίζεται ως ένα “συναίσθημα ενδυνάμωσης των ανθρωπίνων σχέσεων” αφού μας βοηθά να νιώσουμε πως έχουμε υποστηριχθεί από άλλους ανθρώπους και πως έχουμε “απολαύσει” την καλοσύνη που προκύπτει από την στενή επαφή. 

Επιπλέον, δεδομένου ότι η ευγνωμοσύνη μας ενθαρρύνει όχι μόνο να εκτιμούμε τα καλά που μας δόθηκαν αλλά και να θέλουμε να “ανταποδώσουμε το καλό”, η ευγνωμοσύνη χαρακτηρίζεται ως η «ηθική μνήμη της ανθρωπότητας». Αυτός είναι ο τρόπος με τον οποίο ενδεχομένως εξελίχθηκε η ευγνωμοσύνη: ενισχύοντας τους δεσμούς ανάμεσα στα μέλη του ίδιου είδους, τα οποία βοηθούσαν το ένα το άλλο.
 
Τα τελευταία χρόνια εκατοντάδες έρευνες έχουν αναδείξει τα κοινωνικά, σωματικά και ψυχολογικά οφέλη της ευγνωμοσύνης. Πιο συγκεκριμένα:
  1. Η ευγνωμοσύνη αυξάνει την ευτυχία: Σύμφωνα με σχετικές έρευνες (Robert Emmons και Sonja Lyubomirsky) η ευγνωμοσύνη έχει αποδειχθεί πως αποτελεί μια από τις πιο αξιόπιστες μεθόδους για την αύξηση της ευτυχίας και της ικανοποίησης από τη ζωή. Ενισχύει επίσης συναισθήματα αισιοδοξίας, χαράς, ευχαρίστησης, ενθουσιασμού και άλλα θετικά συναισθήματα.
  2. Η αίσθηση ευγνωμοσύνης μειώνει το άγχος και την κατάθλιψη σε άτομα με χρόνιες παθήσεις.
  3. Η ευγνωμοσύνη είναι καλή για το σώμα μας: Οι μελέτες του Emmons και του Michael McCullough δείχνουν ότι η ευγνωμοσύνη ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα, μειώνει την αρτηριακή πίεση, μειώνει τα συμπτώματα ασθενειών, ενώ μειώνετε η ένταση του πόνου. Επίσης, μας ενθαρρύνει να ασκούμαστε περισσότερο και να φροντίζουμε περισσότερο την υγεία μας.
  4. Η ευγνωμοσύνη μας κάνει να κοιμόμαστε καλύτερα: Οι άνθρωποι που νιώθουν ευγνωμοσύνη κοιμούνται περισσότερες ώρες κάθε βράδυ, μένουν λιγότερο χρόνο ξύπνιοι πριν κοιμηθούν και αισθάνονται πιο ανανεωμένοι το πρωί. Αν θέλετε να κοιμηθείτε πιο καλά, μετρήστε “τα καλά” που σας έχουν δοθεί και όχι προβατάκια.
  5. Η ευγνωμοσύνη αυξάνει την ψυχική ανθεκτικότητα: Βοηθά τους ανθρώπους να ανακάμπτουν μετά από κάποιο τραυματικό γεγονός, συμπεριλαμβανομένων βετεράνων του πολέμου στο Βιετνάμ με σύνδρομο μετατραυματικού στρες, θύματα φυσικών καταστροφών και ανθρώπους που ζουν σε καθεστώς βίαιων, πολιτικών συγκρούσεων.
  6. Η ευγνωμοσύνη ενισχύει τις σχέσεις: Μας κάνει να νιώθουμε πιο κοντά και πιο αφοσιωμένοι στους φίλους και τους ερωτικούς μας συντρόφους. Όταν οι σύντροφοι αισθάνονται και εκφράζουν ευγνωμοσύνη ο ένας στον άλλον, νιώθουν πιο ικανοποιημένοι από τη σχέση τους. Επίσης, η ευγνωμοσύνη μπορεί να βοηθήσει το ζευγάρι να κάνει έναν πιο ισότιμο καταμερισμό εργασιών (π.χ. στο νοικοκυριό).
  7. Η ευγνωμοσύνη προωθεί τη συγχώρεση – ακόμη και μεταξύ πρώην συζύγων μετά από διαζύγιο.
  8. Η ευγνωμοσύνη αυξάνει την προκοινωνική συμπεριφορά: Οι ευγνώμονες άνθρωποι είναι περισσότερο βοηθητικοί, αλτρουιστές και συμπονετικοί.
  9. Η ευγνωμοσύνη είναι καλή για τα παιδιά: Τα παιδιά ηλικίας 6-7 ετών είναι πιο γενναιόδωρα όταν αισθάνονται ευγνωμοσύνη, ενώ οι ευγνώμονες έφηβοι φαίνεται πως επιδεικνύουν υψηλότερη ψυχική ανθεκτικότητα. Όταν τα παιδιά και έφηβοι (10-19 ετών) ασκούνται σε πρακτικές ευγνωμοσύνης, αναφέρουν μεγαλύτερη ικανοποίηση από τη ζωή, έχουν ένα πιο θετικό συναίσθημα και αισθάνονται πιο συνδεδεμένοι με την κοινότητά τους.
  10. Η ευγνωμοσύνη είναι καλή για τα σχολεία: Οι έρευνες δείχνουν ότι η ευγνωμοσύνη βοηθά τους μαθητές να αισθάνονται καλύτερα για το σχολείο τους, ενώ βοηθά τους εκπαιδευτικούς να αισθάνονται πιο ικανοποιημένοι, πετυχημένοι και λιγότερο συναισθηματικά εξαντλημένοι (ενδεχομένως μειώνοντας συμπτώματα burnout)

Φερνάντο Πεσσόα: Δεν έκανα τίποτα άλλο από το να ονειρεύομαι

Αυτό ήταν, και μόνο αυτό, το νόημα της ζωής μου. Ποτέ δεν είχα άλλη πραγματική ενασχόληση πέρα από την εσωτερική μου ζωή. Οι μεγαλύτερες συμφορές της ζωής μου σβήνουν όταν ανοίγοντας το παράθυρο μέσα μου μπορώ και τις ξεχνώ κοιτάζοντας την αδιάλειπτη κίνηση εντός μου. Ποτέ δεν θέλησα να είμαι τίποτα άλλο πέρα από ονειροπόλος.
 
Σε όποιον μου είπε να ζήσω δεν έδωσα ποτέ σημασία. Ανήκα ανέκαθεν σ’ αυτό που δεν είναι όπου είμαι και σ’ αυτό που ποτέ δεν μπόρεσα να είμαι. Ό,τι δεν είναι δικό μου, όσο ταπεινό και να είναι, είχε πάντα ποίηση για μένα. Ποτέ δεν αγάπησα άλλο από το τίποτα. Ποτέ δεν επιθύμησα άλλο από αυτό που δεν μπορούσα να φανταστώ. 
 
Από τη ζωή τίποτα άλλο δεν ζήτησα πέρα από το να περάσει από μέσα μου χωρίς να την αισθανθώ. Από την αγάπη το μόνο που ζήτησα ήταν να μείνει για πάντα ένα όνειρο μακρινό. Από τα εσωτερικά μου τοπία, όλα τους μη πραγματικά, αυτό που με είλκυε ήταν το μακρινό, και τα τοξωτά γεφύρια που έσβηναν, σχεδόν στην απόσταση των τοπίων των ονείρων μου, είχαν μια γλυκύτητα ονείρου σε σχέση με άλλα μέρη του τόπου -μια γλυκύτητα που μ’ έκανε να τ’ αγαπώ.
 
Εγώ την ημέρα είμαι μηδαμινός, αλλά τη νύχτα είμαι εγώ.
«Έχω δημιουργήσει μέσα μου πολλές και διαφορετικές προσωπικότητες. Αδιάκοπα δημιουργώ προσωπικότητες. Κάθε ένα από τα όνειρα μου, τη στιγμή ακριβώς που ονειρεύομαι έχει ήδη ενσαρκωθεί σε ένα άλλο πρόσωπο που το ονειρεύεται, εκείνο, όχι εγώ.
Ποτέ δεν αγαπάμε κάποιον. Αγαπάμε απλώς την ιδέα που σχηματίζουμε για κάποιον. Τελικά αυτό που αγαπάμε είναι μια δική μας έννοια και ο εαυτός μας.
Αυτό είναι αλήθεια σε όλη την κλίμακα του έρωτα. Στο σεξουαλικό έρωτα αναζητάμε τη δική μας απόλαυση με τη μεσολάβηση ενός ξένου κορμιού. Στον έρωτα που διαφέρει από τον σεξουαλικό αναζητάμε τη δική μας απόλαυση με τη μεσολάβηση μιας δική μας ιδέας. Ο αυνανιστής είναι αποτρόπαιος, αλλά, στην απόλυτη αλήθεια, ο αυνανιστής είναι η απόλυτη λογική έκφραση του ερωτευμένου. Είναι ο μόνος που δεν προσποιείται μήτε κοροϊδεύει τον εαυτό του.
Για να δημιουργώ καταστρέφομαι. Έχω τόσο πολύ αποκαλύψει το εσωτερικό της ψυχής μου, ώστε μέσα μου δεν υπάρχω παρά μόνο εξωτερικά. Είμαι η ζωντανή σκηνή όπου ανεβαίνουν διάφοροι ηθοποιοί και ζωντανεύουν διαφορετικά έργα.»
 
«Αλλά η αντίθεση δεν με συνθλίβει – με απελευθερώνει. Η ειρωνεία που υπάρχει σ΄ αυτήν είναι αίμα μου. Αυτό που θα έπρεπε να με ταπεινώνει είναι η σημαία που ξεδιπλώνω.
 
Και το γέλιο με το οποίο θα έπρεπε να γελάω με τον εαυτό μου είναι μια σάλπιγγα με την οποία χαιρετώ και δημιουργώ την αυγή στην οποία μεταλάσσομαι.»
 
«Γράφω, λυπημένος, στο ήσυχο δωμάτιό μου, μόνος όπως υπήρξα πάντα, μόνος όπως θα υπάρχω πάντα. Κι αναρωτιέμαι αν η φωνή μου, φαινομενικά τόσο ασήμαντη, δεν ενσαρκώνει την ουσία χιλιάδων φωνών, τη δίψα να μιλήσουν χιλιάδων ζωών, την υπομονή εκατομμυρίων ψυχών υποταγμένων σαν την δική μου στο καθημερινό πεπρωμένο, στο ανώφελο όνειρο, στην ελπίδα που δεν αφήνει ίχνη. Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει».

Ο ΜΑΗΣ ΤΟΥ ’68: Νοσταλγία ή διάψευση;

«Εγώ είμαι τέκνο της Ανάγκης κι ώριμο τέκνο της Οργής»

            Ο Γαλλικός Μάης του 1968 σε κάποιους ηλικιωμένους διεγείρει τη μνήμη και διευρύνει τα όρια και την ένταση της νοσταλγίας τους. θυμούνται την εφηβεία τους, τα ανεκπλήρωτα όνειρά τους και όλα εκείνα τα γεγονότα που άλλαξαν τη ζωή τους, έστω και για λίγες μέρες.

            Κάποιοι άλλοι, πιο ψυχροί και ορθολογιστές, ρεαλιστές και προσγειωμένοι κάνουν τον απολογισμό της εξέγερσης του Μάη του 68, αφού τα 50 χρόνια είναι αρκετά για να καταστήσουν την κρίση τους αντικειμενική, απαλλαγμένη από φανατισμούς και ιδεοληψίες. Όταν κάνεις απολογισμό συνυπολογίζεις τα όνειρα που έκανες, τον αγώνα που έδωσες, τις νίκες και τις ήττες αλλά κι αυτό που παραδόθηκε μέχρι σήμερα ως κατάκτηση (προσωπική και κοινωνική).

            Υπάρχει και μια τρίτη ομάδα ανθρώπων που για τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη έχουν μια απόλυτα απορριπτική στάση. Γι’ αυτούς ήταν μια εξέγερση των ακροαριστερών και όσων αναζητούσαν διέξοδο από τα ψυχολογικά τους αδιέξοδα. Ήταν μια τρέλα νεανική, που, όμως, ενέπνευσε χιλιάδες φοιτητές, εργάτες, υπαλλήλους, αγρότες και γιατί όχι πολλούς αστούς. Άνδρες και γυναίκες.

            «Γίνετε ρεαλιστές, απαιτήστε το αδύνατο», «η δράση δεν πρέπει να είναι αντίδραση αλλά δημιουργία», «η φαντασία στην εξουσία», «όσο περισσότερο καταναλώνεις, τόσο λιγότερο ζεις», «οι ανέσεις είναι το όπιο του λαού», «σου αγοράζουν την ευτυχία κλέψ’ την», «Απαγορεύεται το απαγορεύεται», «όχι στα σύνορα», «Ζωή, όχι επιβίωση», «αρνηθείτε τους ρόλους που σας δώσανε», «κάθε εξουσία διαφθείρει, η απόλυτη εξουσία διαφθείρει απόλυτα».

             Η σταχυολόγηση των παραπάνω συνθημάτων αποσκοπεί στο να καταδείξει το εύρος των αιτημάτων και στόχων του Μάη του 68 αλλά και να μας προβληματίσει γι’ αυτό που έμεινε ως ζώσα παρακαταθήκη.

            Η καταναλωτική κοινωνία βρίσκεται στο απόγειό της, η εξουσία παραμένει πεζή, η ευτυχία χάθηκε στην καθημερινότητα του άγχους, ο κομφορμισμός και η αγελοποίηση ανθρώπων και κοινωνιών συνιστά μια θλιβερή πραγματικότητα, οι νόμοι της αγοράς εκτόπισαν την πολιτική και την ηθική, η ελευθερία θυσιάζεται στο όνομά της ασφάλειας, η πρωτότυπη δημιουργία υποχώρησε κάτω από το βάρος της εξειδίκευσης και της μαζικής κουλτούρας, η παγκοσμιοποίηση που ευαγγελίζεται τον ασύνορο κόσμο τρομάζει τους λαούς και τρέφει τον εθνικισμό. Νέα τείχη εγείρονται ανάμεσα στους λαούς και στους ανθρώπους. Η αλλοτρίωση μας αποπροσωποποιεί και μας απανθρωπίζει.

            Από την ουτοπία, λοιπόν, των συνθημάτων οδηγηθήκαμε στη δυστοπία των σημερινών κοινωνιών; Πολλοί μιλούν για μια διάψευση και μια ιστορική αποτυχία της εξέγερσης, αφού αυτά που κατήγγειλε το 1968 όχι μόνο δεν υποχώρησαν αλλά επέστρεψαν και σκιάζουν την πολιτική και τη ζωή μας. Κι αυτό όχι γιατί τα αιτήματα ήταν σουρεαλιστικά, όχι γιατί κάποιοι από τους πρωταγωνιστές ενσωματώθηκαν στο σύστημα που πολέμησαν, όχι γιατί ο αντίπαλος ήταν δυνατός κι ανίκητος αλλά γιατί αυτή είναι η τύχη των εξεγέρσεων.

            Περισσότερο εμπνέουν, ενθουσιάζουν και γονιμοποιούν το μέλλον και λιγότερο πείθουν για την ικανότητά τους να αλλάξουν την πραγματικότητα. Εξάλλου ο αντίπαλος έχει πάντα ένα ακαταμάχητο επιχείρημα. Το φόβο του χάους. «Μεταρρυθμίσεις, ναι. Χάος, όχι». Με το σύνθημα αυτό οι αντίπαλοι κέρδισαν τις εκλογές φοβίζοντας τα πλήθη, που από τη φύση τους σαγηνεύονται από την «τάξη» και νιώθουν άβολα στο χάος και την αταξία.

             «Εξεγείρομαι, άρα υπάρχω» (Α. Καμύ)

            Μπορεί ο Μάης του 68 κάποιους να λυπεί για τα πολλά συνθήματα και τα υπεσχημένα, αλλά οι περισσότεροι ονειρεύονται τη δική τους εξέγερση. Εξάλλου όλοι ζούμε για να πραγματώσουμε την απωθημένη επιθυμία μας για μια εξέγερση, ως στοιχείο αυτοεπιβεβαίωσης.

            Μπορεί να μας φοβίζουν οι ουτοπίες αλλά δεν αντέχουμε και τον επαχθή ρεαλισμό. Έχουμε ανάγκη να διαμαρτυρηθούμε για το παρόν, την πεζότητα της ζωής μας, για τα κενά σύμβολά μας, για την ελευθερία που μας «δώρισαν», για την «ανήθικη» ηθική, τα αληθινά ψεύδη, τις ψευδείς αλήθειες, τον αρρωστημένο ατομικισμό μας, τον αντικοινωνικό ναρκισσισμό μας, την κατευθυνόμενη κριτική, το μύθο της προόδου, την ιδεολογία της καριέρας, τα προσωπεία που πνίγουν το πρόσωπό μας, τη διασκέδαση που βιώνεται ως ψυχαγωγία, για τα πολλά «πρέπει» και τα «μη» της ζωής μας και τελικά για τις «τοξίνες» που παράγει ο πολιτισμός μας.

            Εξέγερση, βέβαια, δεν είναι μόνο τα οδοφράγματα, οι καταλήψεις, οι οδομαχίες, τα δακρυγόνα, ο ιδρώτας και τα δάκρυα. Είναι κι αυτά που βιώνεις όταν συνειδητά νιώθεις εχθρός και ενάντιος σε ό,τι σε υποβιβάζει και σε εξαχρειώνει. Δεν υπάρχει η απόλυτη εξέγερση σε μια κοινωνία κανονικότητας, ούτε η απόλυτη άρνηση σε ό,τι σε περιβάλλει. Είμαστε τέκνα της κοινωνίας και της φύσης. Αξία έχει μέσα στα κοινωνικά και φυσικά πλαίσια να πετύχουμε την αυτονομία, την αυτοθέσμισή μας. Να πετύχουμε την αρμονία ανάμεσα στην απόρριψη και τη δημιουργία, στην καταστροφή με την οικοδόμηση. Να βρούμε και να οικοδομήσουμε τη νέα διαλεκτική, συμπληρώνοντας εκείνη του Έγελου.

            «Στο πνεύμα εκείνο που απαρνείται ενυπάρχει το πνεύμα εκείνου που δημιουργεί, το πάθος για καταστροφή συνυπάρχει με το πάθος για δημιουργία» (Μπακούνιν).

            Η εξέγερση δεν συνιστά μόνο μια πολιτική πράξη αλλά και μια προσπάθεια αναστοχασμού και αυτογνωσίας. Εξάλλου ο άνθρωπος είναι το μόνο έμβιο ον που εξεγείρεται τόσο εναντίον του περιβάλλοντός του όσο και εναντίον του εαυτού του. Μπορεί η εξέγερση να προϋποθέτει την απόλυτη αποδοχή του εαυτού μας αλλά αυτό δεν συνεπάγεται τον έσχατο σχετικισμό και το μηδενισμό των πάντων.

            Η κοινωνική εξέγερση είναι ορφανή χωρίς την ατομική εσωτερική εξέγερση. Ο τύραννος και ο αντίπαλος δεν είναι πάντοτε και υποχρεωτικά έξω από εμάς. Δεν χρειαζόμαστε μόνο συνθήματα για να εκφράσουμε την οργή μας και το όραμά μας. Τα συνθήματα εμπνέουν αλλά και παραπλανούν. Τα συνθήματα μπορούν ακόμη και σήμερα να δονούν την ψυχή μας, αλλά δεν είναι ικανά να πυροδοτήσουν την εξέγερση. Οι εξεγέρσεις του μέλλοντος χρειάζονται τόσο τη λογική – συνείδηση, όσο και τη φαντασία.

            «Δεν μπορείς να εξαρτάσαι από την κρίση σου όταν η φαντασία σου δεν λειτουργεί» (Μαρκ Τουέιν).

Ο σωστός χρόνος κι η σωστή στιγμή, δεν θα υπάρξουν ποτέ. Ζήσε το τώρα και κάντο να αξίζει

“Δεν ήταν η στιγμή μας”.
“Ο χρόνος δεν είναι ο σωστός”
“Κάποτε θα το ζήσουμε, αλλά τώρα είναι αδύνατον”

Κάθε μια από αυτές τις φράσεις, τις έχουμε πει ή ακούσει επανειλημμένα.
Κάθε φορά που τις ακούμε, αντιλαμβανόμαστε το ψέμα, αλλά κολλάμε στην προσδοκία.
Γιατί η πραγματικότητα είναι απλή.
Όταν θες, γυρνάς τον κόσμο ανάποδα και κάνεις τη στιγμή σωστή. Κι αν δεν τα καταφέρεις δεν πειράζει.

Μένεις, μέσα στην λάθος στιγμή και την κάνεις να αξίζει.
Ναι ρε, κάνεις το λάθος να ΑΞΙΖΕΙ.
Ξέρεις πόση ψυχή χρειάζεται αυτό;
Ξέρεις πόσες μάχες με το χρόνο θα χρειαστούν;
Ποτέ δεν θα υπάρχει “σωστός” χρόνος.
Πάντα κάτι θα λείπει. Πάντα κάποια ρωγμή θα ξεφεύγει. Πάντα κάποια σκιά θα σκοτεινιάζει τον ήλιο.
Και;

Και τι έγινε αν ο χρόνος δεν είναι ο σωστός;
Και τι έγινε αν ο χρόνος δεν είναι τέλειος;
Δεν θέλω την τελειότητα. Δεν θέλω να το ζήσω “όταν”…
Γιατί όσο εσύ νομίζεις πως φτιάχνεις τις συνθήκες του “όταν”… εμένα μου μαθαίνεις πώς είναι να ζω χωρίς εσένα.
Μου μαθαίνεις να ζω με την απουσία σου, να την συνηθίζω.
Μου μαθαίνεις να φτιάχνω το χρόνο μου δικό μου χωρίς προσδοκίες, χωρίς αναμονή.

Γιατί γι’αυτό που θες να ζήσεις, για τον άνθρωπο που θες στην ζωή σου, δεν περιμένεις.
Δίνεις τις μάχες σου, και στέκεσαι εκεί. Κάνεις τα λάθη σου και τα σβήνεις στο φιλί του.
Κλείνεις μέσα σε μια αγκαλιά όλο το σκοτάδι και το κάνεις δικό σας.
Λες τις αλήθειες σου και μένεις. Ακούς τις αλήθειες και μένεις.
Γιατί καλύτερα ένα “μαζί” μέσα στην καταιγίδα, παρά ένα “μαζί” όταν θα…
Γιατί αυτό το “όταν θα” ισούται με ποτέ.

Η πένα σου είναι το όπλο σου

Υπάρχουν χιλιάδες τρόποι για να εκφραστείς. Άλλοι επιλέγουν να το δείξουν με τις πράξεις τους, άλλοι με τα λόγια τους και κάποιοι άλλοι, πάλι, γράφουν. Ας εστιάσουμε σ’ αυτούς τους τελευταίους. Στον κόσμο της γραφής, που δεν είναι άλλος από ελεύθερες σκέψεις, συναισθήματα που έχουν για καλεσμένους τους αναγνώστες κι ένα μυαλό τετράδιο. Μια ταινία με πρωταγωνιστή τη χρυσή πένα που ζωγραφίζει τις λέξεις σε έναν καμβά βιβλίου κι ένα σενάριο με διαφορετικό θέμα κάθε φορά. Έχοντας για σκηνοθέτη το συναίσθημα και για κομπάρσο το μυαλό.

Ένας τρόπος έκφρασης σίγουρα διαφορετικός απ’ τους άλλους, διότι τους περιέχει όλους μαζί. Μέσα απ’ το γράψιμο διαβάζεις τα λόγια που θα άκουγες και βλέπεις τις εικόνες σαν πράξεις που θα ήθελες να δεις. Στην ουσία; Τρία σε ένα. Όλοι μπορούν να γράψουν, να πάρουν ένα στιλό, ένα μολύβι ή μια πένα και να αφήσουν απλά την καρδιά τους να μιλήσει είτε να ουρλιάξει.

Άφησε το συναίσθημά σου να μιλήσει, να πει όλα όσα σε στεναχωρούν. Να συμπληρωθούν όλα τα «θέλω να σου μιλήσω» σε μια κόλλα χαρτί κι ύστερα να σταλθούν στον αποστολέα που ίσως να περιμένει με ανυπομονησία μια κίνηση. Ίσως, πάλι, απλώς να το αγνοήσει σαν να μην το παρέλαβε ποτέ. Όπως και να ΄χει θα σε ανακουφίσει.

Όταν, όμως, παίρνεις την απόφαση να πιάσεις το μολύβι και ξεκινάς να γράφεις, είσαι ήδη νικητής στη μάχη του μυαλού που σου λέει «μη». Άρπαξε την ευκαιρία, βάλε την κόλλα κάτω σαν να είναι η ασπίδα σου για να πολεμήσεις, πάρε το όπλο σου, που θα είναι η πένα σου και ξεκινά να πυροβολείς. Έτσι κάνουμε κάποιοι, πολεμάμε γράφοντας αλήθειες, που πολλοί φοβούνται να ακούσουν, μα δεν μπορούν να τους κρυφτούν διότι είναι γραμμένες παντού.

Γραμμένες σε τοίχους σχολείων, κολλημένες αφίσες σε κολόνες και χαραγμένες σε ματιές. Αυτό είναι η γραφή, η αλήθεια. Εκείνη που πολύ θα ήθελες να ακούσεις, αλλά την πλάθεις σαν μια ιστορία φαντασίας βάζοντας ανύπαρκτα άτομα στη θέση σου και πράγματα τα οποία θέλεις σαν τρελός να συμβούν.

Ήδη απ’ τα έξι μας χρόνια μαθαίνουμε να γράφουμε, γιατί η γραφή είναι εκπαίδευση, είναι μόρφωση, είναι ένας μαγικός κόσμος λέξεων που χάνεσαι σαν βρεθείς σ’ αυτόν. Μια μαγεία που την κρατάς στο χέρι και μια έκφραση που θα σ’ ακολουθεί για πάντα. Μοναδική και ξεχωριστή, αφού ο καθένας έχει ένα δικό του, διαφορετικό, τρόπο γραμματοσειράς, μια καλλιτεχνία.

Καθώς, λοιπόν, κάθεσαι στην καρέκλα σου, πιάνεις το στιλό σου, αφήνεις μια παράγραφο και γράφεις την πρώτη λέξη για να ξεκινήσεις το άρθρο σου, διήγημα ή γράμμα σου, ακολουθεί από μόνη της μια σειρά προτάσεων σαν ένας σχολικός χορός που κάνει ένας τολμηρός το πρώτο βήμα κι ύστερα ακολουθούν όλοι. Στο χορό αυτό έχοντας για ντάμα τη γόμα και για καβαλιέρο τη σκέψη.

Μια μουσική χρωμάτων δίνουν τα μπλε και μαύρα χρώματα που ζωγραφίζονται στον καμβά του τετραδίου. Μπλε όπως ο ουρανός κι η θάλασσα. Μαύρο όπως ένας έναστρος ουρανός. Διάλεξε, λοιπόν, το χρώμα που θα ήθελες ζωγραφίσεις, άφησε το χέρι σου και θα δεις πως θα δημιουργήσεις έναν πίνακα που σίγουρα όλοι θα ήθελαν να έχουν στα σπίτια τους. Έναν πίνακα έμπνευση δίχως τέλος κι ένα όπλο πένας.

Τόλμησα να πω «σ’αγαπώ» και τόλμησα να το ακούσω…

Τόλμησα να δω τον εαυτό μου στον καθρέφτη κατάματα χωρίς αναστολές και ψέματα.
Να τον αποδεχτώ και να τον αγαπήσω πραγματικά.

Τόλμησα να δω τα ελαττώματα και τα λάθη μου,
και να προσπαθήσω να τα βελτιώσω.

Τόλμησα να δω πως η ζωή δεν είναι μόνο ωραίες στιγμές αλλά και άσχημες.
Και να καταλάβω πως οι άσχημες στιγμές είναι αναγκαίες και μεγάλα σχολεία…

Τόλμησα να κοιτάω τον άλλον στα μάτια και να λέω μόνο αλήθεια,
κι ας μη με βόλευε… κι ας πλήρωνα το τίμημα.

Τόλμησα να πιστέψω στις δυνάμεις μου και να κυνηγήσω αυτό που θέλω στη ζωή,
κι ας με έβγαλε σε άγνωστους δρόμους… τους περπάτησα.

Τόλμησα να συγχωρήσω ανθρώπους που με πλήγωσαν βαθιά,
για να μπορέσω να προχωρήσω χωρίς το βάρος στην πλάτη μου.

Τόλμησα να πω «όχι» εκεί που με ήθελαν,
και «ναι» εκεί που ήθελα εγώ.

Τόλμησα να δω τη ζωή όπως είναι,
κάθε μέρα μια καινούρια αρχή που δεν ξέρεις ποτέ τι θα σου φέρει.

Τόλμησα να πω «σ’ αγαπώ»,
και τόλμησα να το ακούσω…

Τόλμησα και τολμώ να ονειρεύομαι και να κοιτάω ψηλά,
γιατί ο άνθρωπος δεν έχει όρια και πάει πάντα εκεί που κοιτά…

Είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε και γινόμαστε, έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας

Στον βίο είναι όπως στο σκάκι: εμείς καταστρώνουμε κάποιο σχέδιο, η εκτέλεσή του, όμως, εξαρτάται από το τι αποφασίζει να πράξει στο μεν σκάκι ο αντίπαλος, στον δε βίο η μοίρα. Οι τροποποιήσεις στις οποίες υποβάλλεται το αρχικό μας σχέδιο είναι συνήθως τόσο μεγάλες που, κατά την εκτέλεσή του, μόλις και μετά βίας αναγνωρίζεται χάρη σε μερικές βασικές κινήσεις.

Εξάλλου, υπάρχει στην διαδρομή της ζωής μας και κάτι πέρα απ’ όλα αυτά. Πρόκειται για μία αλήθεια τετριμμένη και πάμπολλες φορές πιστοποιημένη, πως δηλ. είμαστε συχνά πιο ανόητοι απ’ ό,τι πιστεύουμε, ενώ, αντίθετα, το ότι είμαστε συχνά φρονιμότεροι απ’ ό,τι πιστεύουμε είναι μία ανακάλυψη που κλίνουν μόνον όσοι έχουν βρεθεί σ’ αυτήν την κατάσταση, και μάλιστα δεν την κάνουν παρά μόνον αργότερα.

Στις κύριες γραμμές, τις βασικές καμπές της πορείας του βίου μας, δεν ενεργούμε τόσο βάσει σαφούς γνώσεως του ορθού όσο σύμφωνα με μια εσωτερική παρόρμηση μ’ ένα –θα ‘λεγε κανείς- ένστικτο προερχόμενο από τα βάθη της οντότητας μας και, κατόπιν, κατακρίνουμε σχολαστικά τις πράξεις μας με γνώμονα έννοιες σαφείς, όμως ανεπαρκείς, έννοιες επίκτητες ή, μάλλον, δανεισμένες , και γινόμαστε έτσι, εύκολα άδικοι με τον ίδιο μας τον εαυτό μας.

Ωστόσο, στο τέλος γίνεται φανερό ποιος είχε δίκιο, μόνο δε το γήρας- όταν αισίως φθάσουμε σ‘αυτό- μας παρέχει την δυνατότητα, υποκειμενικά και αντικειμενικά, να κρίνουμε το ζήτημα.

ARTHUR SCHOPENHAUER, ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

ΓΙΑΤΙ ΕΡΩΤΕΥΤΗΚΑΤΕ ΤΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΕΝΟΣ ΑΛΛΟΥ

Ως ψυχοθεραπευτής που δε δουλεύει αποκλειστικά με μεμονωμένα άτομα αλλά και με ζευγάρια, έχω σταθεί μάρτυρας αρκετής ενδοσυζυγικής σφαγής τα τελευταία τριάντα χρόνια. Κάθε βδομάδα, παντρεμένες και παντρεμένοι, γυναίκες και άνδρες με μακροχρόνιο δεσμό, καθώς και ζευγάρια ομοφυλόφιλων, έρχονται στο γραφείο μου και παραπονιούνται για τη δυστυχία που έχει εδραιωθεί για τα καλά και έχει διαλύσει τις ερωτικές και σεξουαλικές τους σχέσεις. Ενώ σκέφτομαι καμιά φορά πως έχω δει και ακούσει σχεδόν κάθε συνδυασμό συζυγικού παραπόνου, σύντομα ανακαλύπτω άλλη μια παραλλαγή των πολλών τρόπων με τους οποίους οι άλλοτε στενοί σύντροφοι απομακρύνονται ο ένας από τον άλλον, ή ακόμα και πληγώνουν βαθιά ο ένας τον άλλον. Μέσα σε αυτό τον ορυμαγδό σύγχυσης και στενοχώριας στις ερωτικές σχέσεις, δύο συγκεκριμένες κατηγορίες συμπτωμάτων αναλώνουν μεγάλο μέρος του χρόνου στις συνεδρίες, και αυτές είναι:

1. ζευγάρια που απολάμβαναν το σεξ πριν από τον γάμο, αλλά αφότου πέρασαν τις βέρες δε νιώθουν πια καμιά έλξη μεταξύ τους·
2. μακροχρόνιοι σύντροφοι των οποίων ο γάμος διαλύεται εξαιτίας μιας εξωσυζυγικής σχέσης.
Γιατί οι άνθρωποι αγωνίζονται τόσο πολύ να διατηρήσουν συνεπείς, διαρκείς, στενές σχέσεις; Γιατί τείνουμε να αναστέλλουμε την ηδονή μας;

Ευτυχώς ο Σίγκμουν Φρόυντ μάς πρόσφερε μερικές σπουδαίες ιδέες σχετικά με τους τρόπους που υπονομεύουμε τη σεξουαλική μας ζωή και τις συζυγικές μας σχέσεις. Ο Φρόυντ είχε καλό λόγο να βρει απαντήσεις σε αυτά τα ζητήματα. Όχι μόνο ήρθε αντιμέτωπος με περιπτώσεις μάλλον παρόμοιες με τις δικές μου στο πλαίσιο της ψυχαναλυτικής κλινικής πρακτικής, αλλά πάσχισε επίσης να βρει απαντήσεις εν μέρει λόγω της περίπλοκης κατάστασης μες στο ίδιο του το σπίτι. Όντας παντρεμένος επί πολλά χρόνια με την αγαπημένη του Μάρθα, μητέρα των έξι παιδιών του, ο Φρόυντ, όπως παραδέχτηκε ο ίδιος, διέκοψε κάθε σεξουαλική επαφή μαζί της. Στη συνέχεια ενδέχεται να είχε μια μακροχρόνια σχέση με τη νεότερη αδερφή της γυναίκας του, τη Μίννα Μπέρναϋς, μια ανύπαντρη γυναίκα που ζούσε στην οικία του Φρόυντ και είχε αφιερώσει πολύ χρόνο στην ανατροφή των παιδιών του.

Ο Φρόυντ υποστήριζε πως πολλοί άνδρες ερεθίζονται αν εμπλακούν σε μια σχέση είτε με μια παντρεμένη γυναίκα είτε με μια γυναίκα-ταμπού (για παράδειγμα, η κουνιάδα του Φρόυντ), επειδή, όταν το κάνουν αυτό, αποκομίζουν κάποια κρυφή, μη συνειδητή ηδονή από το γεγονός ότι κάποιοι θα πληγωθούν, είτε ο κερατωμένος σύζυγος είτε η σύζυγος του μοιχού, είτε ο ίδιος ο μοιχός, που διακινδυνεύει να γίνει μισητός από όλους.Ο Φρόυντ εξέφρασε επίσης την άποψη πως όχι μόνο πολλοί άνδρες απολαμβάνουν το σεξ με τις συζύγους των άλλων ανδρών, αλλά και ότι πολλοί θα σαγηνευτούν από γυναίκες εξώλης και προώλης.Όταν κοιμάται με μια πόρνη, ένας άνδρας μπορεί να λαμβάνει την κρυφή ικανοποίηση ότι παίρνει την «κακόφημη» γυναίκα από όλους τους άλλους άνδρες με τους οποίους αυτή είχε σεξουαλική επαφή. Με αυτό τον τρόπο ο εν λόγω άνδρας γίνεται, όπως νομίζει ο ίδιος, αυτό που θα αποκαλούσαμε «κυρίαρχο αρσενικό».

Τι μπορούμε να μάθουμε λοιπόν από τις παρατηρήσεις του Φρόυντ για την ψυχολογία του έρωτα; Πρώτον, θα πρέπει να ανακαλύψουμε, άλλη μια φορά, την ασυνείδητη ροπή μας προς την καταστροφή και τον σαδισμό στις στενότερες σχέσεις μας. Ως μικρά παιδιά, ο καθένας από μας λαχταρούσε την αποκλειστική προσοχή της μητέρας, ή του πατέρα, ή όποιου άλλου προσώπου μας φρόντιζε. Στην κλασική κατάσταση ποθούσαμε να είμαστε ο αγαπημένος στρατιώτης της μαμάς ή το αγαπημένο κορίτσι του μπαμπά. Έπρεπε όμως να μοιραζόμαστε την περιορισμένη γονική στοργή με τα ενοχλητικά αδέρφια μας και, ακόμα χειρότερα, με τον σύντροφο της μαμάς —γενικά, τον πατέρα— ή με τον σύντροφο του μπαμπά — γενικά, τη μητέρα. Στην ενήλικη ζωή προσπαθούμε να επαναλαμβάνουμε αυτή την κατάσταση -συνήθως ασυνείδητα— χωρίζοντας ζευγάρια.

Ο Φρόυντ θα υπέθετε πως όταν παντρευόμαστε όχι μόνο εκπληρώνουμε την παλιά επιθυμία να έχουμε έναν ιδιαίτερο σεξουαλικό σύντροφο, όπως είχαν η μαμά και ο μπαμπάς, αλλά συνάμα νιώθουμε θλίψη και ενοχή ότι παντρευτήκαμε το λάθος πρόσωπο, κάποιον άλλο από τη μαμά ή τον μπαμπά που υπεραγαπούσαμε όταν ήμασταν μωρά και παιδιά. Πολλοί άνθρωποι, λοιπόν, όταν ανταλλάσσουν βέρες, έχουν ένα συνειδητό αίσθημα ευχαρίστησης και επιτυχίας, αλλά και έναν ασυνείδητο φόβο ότι έχουν προδώσει τους γονείς- μοιάζει σαν να τους λένε: «Κοίτα, μαμά, βρήκα μια γυναίκα πολύ καλύτερη από σένα», ή «Κοίτα, μπαμπά, ο άντρας μου βγάζει περισσότερα λεφτά από σένα». Οι ψυχοθεραπευτές έχουν συνειδητοποιήσει πως για να διαχειριστούν τα ζευγάρια αυτή την ενοχή συχνά αποφεύγουν το σεξ στον γάμο τους ως τρόπο να παραμένουν κρυφά πιστοί στους γονείς τους. Παρότι τέτοιες παρατηρήσεις μπορεί να μοιάζουν πολύπλοκες, ακόμα και παράδοξες, οι σύγχρονοι επαγγελματίες ψυχοθεραπευτές αντιμετωπίζουν επανειλημμένα αυτή την τάση στη δουλειά τους.

Με τον δείκτη διαζυγίων στη Βρετανία να φτάνει το 40%, ξέρουμε πολύ καλά πόσο οδυνηρός και τρωτός μπορεί να είναι ο γάμος. Ο Φρόυντ σίγουρα μας βοήθησε να καταλάβουμε ότι οι εκρήξεις και οι αναστολές που καταστρέφουν τις πιο στενές μας σχέσεις μπορεί συχνά να συμβαίνουν χωρίς τη συνειδητή μας επίγνωση ή τον συνειδητό μας έλεγχο. Όταν όμως αναγνωρίζουμε πως το να είμαστε σε ένα ζευγάρι —κάτι που οι περισσότεροι ποθούμε— μπορεί επίσης να είναι κάτι που μας τρομοκρατεί βαθιά, έχουμε την ευκαιρία να αναζητήσουμε βοήθεια αν βρεθούμε σε δυσκολία.

Επιπλέον, όσα έγραψε ο Φρόυντ για την ψυχολογία του έρωτα μπορούν να μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε τις κρυφές επιθυμίες που μπορεί να λανθάνουν κάτω από τον συνειδητό μας πόθο. Ευτυχώς, την επόμενη φορά που θα μας σαγηνεύσει ερωτικά η θέα ενός παντρεμένου ατόμου που φορά μια αστραφτερή χρυσή βέρα, θα μπορούμε να το προσεγγίσουμε πιο επιφυλαχτικά, έχοντας συνείδηση του γεγονότος ότι μπορείς να μας σαγηνεύσει η βέρα (και αυτό που αντιπροσωπεύει, δηλαδή την επιθυμία να πληγώσουμε έναν ανταγωνιστή), καθώς και η δυνατότητά μας να προκαλούμε πόνο, αντί για τις καμπλύλες του στήθους ή τα γυμνασμένα μπράτσα. Και την επόμενη φορά που θα χάσουμε το ενδιαφέρον μας για τον άνθρωπο που έχουμε παντρευτεί, θα μπορούσαμε να σκεφτούμε ότι ίσως τον μπερδέψαμε κρυφά με τους γονείς μας που μας φρόντιζαν στην πρώιμη παιδική ηλικία.

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΖΩΗΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΦΡΟΫΝΤ

Κατάλαβα ότι το να προσπαθώ να το κάνω τέλειο, ήταν η αιτία που δεν ήταν τέλειο

Εσύ γνωρίζεις το κέντρο σου; Αν δεν το γνωρίζεις, τότε συνεχώς θα φοβάσαι. Γι’ αυτό και η συνείδηση τού εαυτού πάντοτε φοβάται, πάντοτε τρέμει. Και πάντοτε χρειάζεσαι υποστήριξη από τους άλλους, κάποιον να σε χειροκροτήσει, κάποιον να σε αναγνωρίσει, κάποιον να σου πει πόσο όμορφος είσαι και πόσο ευφυής. Χρειάζεσαι κάποιον να σου τα πει όλα αυτά, σαν υπνωτιστική υποβολή, ώστε να μπορέσεις να πιστέψεις ότι ναι, είσαι όμορφος, είσαι δυνατός. Βλέπεις όμως ότι έτσι εξαρτάσαι από τους άλλους;

Ένας ανόητος έρχεται και σου λέει πως είσαι ευφυής. Και στην πραγματικότητα, φαίνεσαι ευφυής μόνο σε έναν ανόητο. Αν εκείνος είναι πιο ευφυής από σένα, ασφαλώς και δεν θα του φαίνεσαι ευφυής. Έτσι, έρχεται ένας ανόητος και πιστοποιεί την ευφυΐα σου κι εσύ είσαι πολύ ευτυχής. Μπορείς να φαίνεσαι όμορφος μόνο σε έναν άσχημο άνθρωπο. Αν εκείνος είναι πιο όμορφος από σένα, θα του φαίνεσαι άσχημος, επειδή όλα είναι σχετικά. Κι όταν άσχημοι άνθρωποι πιστοποιούν πως είσαι όμορφος, εσύ είσαι τρομερά ευτυχής.

Τί είδους ευφυΐα είναι αυτή, που χρειάζεται να πιστοποιηθεί από ανόητους ανθρώπους; Τί είδους ομορφιά είναι αυτή, που χρειάζεται να πιστοποιηθεί από άσχημους ανθρώπους; Αυτό είναι τελείως ψεύτικο, είναι ανόητο! Εμείς όμως αναζητούμε συνεχώς στον έξω κόσμο, να βρούμε κάποια υποστήριξη για το εγώ μας, κάποιον να μας υποστηρίξει λίγο, ένα στήριγμα. Διαφορετικά, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να καταρρεύσει το εγώ μας. Έτσι, πρέπει να το υποστηρίζουμε από όλες τις πλευρές και συνεχώς εμφανίζεται ανησυχία.

Γι’ αυτό έχεις περισσότερη χάρη όταν είσαι μόνος — επειδή δεν έχεις ανησυχίες. Κανένας δεν βρίσκεται εκεί για να σε δει. Είσαι πιο αθώος όταν είσαι μόνος. Μέσα στο μπάνιο σου, είσαι πιο αθώος — είσαι και πάλι παιδί. Στέκεσαι μπροστά στον καθρέφτη και κάνεις γκριμάτσες και το απολαμβάνεις. Αν όμως αντιληφθείς ότι το παιδί σου σε βλέπει από την κλειδαρότρυπα, αμέσως γίνεσαι τελείως διαφορετικός. Τώρα διακυβεύεται το εγώ. Γι αυτό, οι άνθρωποι φοβούνται τόσο πολύ τους άλλους. Όταν είσαι μόνος, δεν έχεις καμία αγωνία.

Υπάρχει μια διάσημη ιστορία από το Ζεν:
Ένας δάσκαλος τού Ζεν ζωγράφιζε και είχε πει στον επικεφαλής των μαθητών του να καθίσει δίπλα του και να του πει όταν ο πίνακας θα ήταν τέλειος. Ο μαθητής ανησυχούσε κι ο δάσκαλος ανησυχούσε επίσης, επειδή κανένας δεν είχε δει ποτέ τον δάσκαλο να κάνει κάτι που δεν ήταν τέλειο. Εκείνη την ημέρα όμως, τα πράγματα πήγαιναν στραβά. Ο δάσκαλος προσπαθούσε. Κι όσο περισσότερο προσπαθούσε, τόσο χειρότερα πήγαιναν τα πράγματα.

Στην Ιαπωνία και στην Κίνα, όλη η τέχνη της καλλιγραφίας γίνεται πάνω σε ριζόχαρτο, σε ένα πολύ ευαίσθητο χαρτί, πολύ εύθραυστο. Αν διστάσεις έστω και λίγο, αυτό θα φανεί στην καλλιγραφία — επειδή χύνεται περισσότερο μελάνι πάνω στο χαρτί κι απλώνεται και γίνεται μουτζούρα. Πρέπει να έχεις συνεχή ροή και να μη διστάσεις ούτε στιγμή.

Αν διστάσεις έστω και για μια στιγμή, για ένα κλάσμα τού δευτερολέπτου, τι να κάνεις; — την πάτησες. Κι εκείνος που έχει διαπεραστικό μάτι, θα πει αμέσως; «Αυτή δεν είναι Ζεν ζωγραφική!» Επειδή η Ζεν ζωγραφική πρέπει να είναι αυθόρμητη, ρευστή.

Ο δάσκαλος προσπαθούσε και προσπαθούσε. Κι όσο περισσότερο προσπαθούσε… Άρχισε να ιδρώνει. Ο μαθητής καθόταν εκεί και κουνούσε ξανά και ξανά το κεφάλι του αρνητικά: «Όχι, αυτό δεν είναι τέλειο.» Κι ο δάσκαλος έκανε ολοένα και περισσότερα λάθη.

Ύστερα τέλειωνε το μελάνι, οπότε ο δάσκαλος είπε: «Πήγαινε να ετοιμάσεις κι άλλο μελάνι.» Όσο ο μαθητής βρισκόταν έξω και ετοίμαζε το μελάνι, ο δάσκαλος έφτιαξε ένα αριστούργημα. Όταν ήρθε ο μαθητής, είπε: «Δάσκαλε, αυτό είναι τέλειο! Τί συνέβη;»

Ο δάσκαλος γέλασε. Είπε: «Κατάλαβα ένα πράγμα: Η παρουσία σου, η ίδια η ιδέα ότι κάποιος βρισκόταν εδώ για να παινέσει ή για να επικρίνει, για να πει ναι ή όχι, τάραξε την εσωτερική μου ηρεμία. Κατάλαβα ότι το να προσπαθώ να το κάνω τέλειο, ήταν η αιτία που δεν ήταν τέλειο.»

Αυτογνωσία και ψυχής επιμέλεια

Εγώ, Αθηναίοι, σας εκτιμώ και σας αγαπώ, αλλά θα υπακούσω στον θεό και όχι σε σας· και όσο θα αναπνέω και θα έχω τη δύναμη, δε θα σταματήσω να φιλοσοφώ και να σας παρακινώ και να κάνω υποδείξεις σε οποίον από σας τύχει να συναντήσω, λέγοντας αυτά που συνηθίζω: «Άνθρωπε σπουδαίε, ενώ είσαι Αθηναίος, πολίτης της μεγαλύτερης και της πιο φημισμένης πόλης για τη σοφία και την ισχύ της, δεν ντρέπεσαι από τη μια να πασχίζεις να αποκτήσεις όσο γίνεται περισσότερα χρήματα, φήμη και τιμές, ενώ από την άλλη για τη φρόνηση και την αλήθεια και το πώς η ψυχή σου θα γίνει όσο το δυνατόν καλύτερη ούτε φροντίζεις ούτε μεριμνάς».

Γιατί, να το ξέρετε καλά, αυτά διατάζει ο θεός και εγώ νομίζω ότι ποτέ δεν υπήρξε μεγαλύτερο καλό για την πόλη από τη δική μου δραστηριότητα στην υπηρεσία του θεού. Γιατί εγώ δεν κάνω τίποτε άλλο από το να τριγυρίζω και να προσπαθώ να σας πείσω όλους, νέους και γέρους, να μη φροντίζετε πρώτα από όλα και με τόσο ζήλο για το σώμα σας και τα χρήματα, αλλά για το πώς θα κάνετε την ψυχή σας όσο το δυνατόν καλύτερη. Σας λέω ότι «δε δημιουργείται από τα χρήματα η αρετή, αλλά από την αρετή τα χρήματα και όλα τα άλλα αγαθά των ανθρώπων, και στην ιδιωτική και στη δημόσια ζωή».

Πλάτων, Απολογία Σωκράτους

Οι κούφιοι άνθρωποι

Σχετική εικόναΕίμαστε οι κούφιοι άνθρωποι

Είμαστε οι παραγεμισμένοι άνθρωποι

Που σκύβουμε μαζί

Καύκαλα μ’ άχερα γεμάτα, αλίμονο!

Οι στεγνές μας φωνές

Σαν να ψιθυρίζουμε μαζί

Είναι ήσυχες κι ασήμαντες

Σαν τον αγέρα στο ξερό χορτάρι

Ή σε σπασμένα γυαλικά των ποντικών το ποδάρι

Μες στο ξερό μας το κελάρι.

Μορφή χωρίς σχήμα, σκιά δίχως χρώμα,

Παραλυμένη δύναμη, γνέψιμο χωρίς κίνηση·

Εκείνοι που ταξίδεψαν

Με ίσιες ματιές στου θανάτου την άλλη Βασιλεία

Μας θυμούνται –α θυμούνται- όχι σα να ‘μαστε

χαμένες

Παράφορες ψυχές, μα μοναχά

Οι κούφιοι άνθρωποι

Οι παραγεμισμένοι άνθρωποι.

Τ.Σ. ΕΛΙΟΤ, Οι κούφιοι άνθρωποι