Δευτέρα 24 Ιουλίου 2017

Φιλικές σχέσεις και αληθινή φιλία

Αποτέλεσμα εικόνας για Amazon KindleΈνας καλός γείτονας είναι πρόθυμος να φροντίζει τον κήπο σας όταν λείπετε από το σπίτι. Ένας συνάδελφος δεν αρνείται ποτέ να σας καλύψει όταν χρειαστεί να λείψετε από τη δουλειά. Ένας παλιός σας γνώριμος επιδιώκει την παρέα σας τακτικά και κάθε φορά περνάτε πολύ ωραία μαζί. Οι άνθρωποι αυτοί είναι βέβαια φίλοι με μία έννοια και είστε τυχεροί που τους έχετε. Αλλά πόσοι από αυτούς είναι πραγματικοί φίλοι, αφοσιωμένοι στη φιλία σας κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες;

Λίγοι, λέει ο Αριστοτέλης, επειδή λίγοι άνθρωποι διαθέτουμε τα χαρακτηριστικά εκείνα που απαιτούνται σε μία «τέλεια φιλία». Από την άλλη, η αξία ενός αφοσιωμένου φίλου είναι ανεκτίμητη. Πώς μπορεί, όμως, κάποιος να δημιουργήσει μία τέτοια φιλία;

Μία όμορφη ιστορία για αρχή
Ο Ορέστης ήταν ο γιος του Αγαμέμνονα, του επικεφαλής της εκστρατείας εναντίον της Τροίας. Ο Πυλάδης ήταν ο εξάδελφός του, με τον οποίο είχαν μεγαλώσει μαζί στην Φωκίδα και είχαν γίνει αχώριστοι. Η φιλία τους αποτελεί πρότυπο αγάπης και αφοσίωσης, όπως θα διαπιστώσετε από το παρακάτω απόσπασμα, από το οποίο θα αρχίσει η εξερεύνηση της γνήσιας, αληθινής ή όπως την ονομάζει ο Αριστοτέλης, της ολοκληρωμένης φιλίας.

Η σκηνή διαδραματίζεται στο παλάτι του Άργους όπου τώρα κυβερνά ο Μενέλαος, ο αδελφός του Αγαμέμνονα. Έχει αποφασιστεί πως ο Ορέστης και η αδελφή του Ηλέκτρα πρέπει να εκτελεστούν ως φονιάδες της μητέρας τους. Ο Πυλάδης προτείνει στον εξάδελφο και φίλο του Ορέστη να δραπετεύσει, αλλά ο Ορέστης φοβάται πως οι Ερινύες, οι θεότητες που τιμωρούν τους μητροκτόνους, θα του προκαλέσουν τρέλα ώστε να εμποδίσουν την δραπέτευση. Κι ο Πυλάδης τον καθησυχάζει και τον ενθαρρύνει:

Πυλάδης: Αλλά εγώ θα σε φροντίσω
Ορέστης: Δύσκολο άρρωστο άνδρα ν’ αγγίζεις
Πυλάδης: Όχι βέβαια για εμένα, αν είσαι εσύ.
Ορέστης: Πρόσεχε μήπως την τρέλα μου κι εσύ κολλήσεις
Πυλάδης: Ασ’ το αυτό!
Ορέστης: Δεν θα διστάσεις λοιπόν;
Πυλάδης: Κακό μεγάλο ο δισταγμός ανάμεσα στους φίλους.
Ο Ορέστης ανακτά το θάρρος του, σκέφτεται πως η πράξη του ήταν δίκαια και αξίζει να σωθεί και στρέφεται με ευγνωμοσύνη στον φίλο του:
Ορέστης: Να τη αυτή η παλιά ρήση «ν’ αποκτάς φίλους και όχι συγγενείς μόνο», διότι από χιλιάδες συγγενείς, φίλος καλύτερος εκείνος είναι, που αν και ξένος, ένα γίνεται μαζί σου στη ζωή.
Ωστόσο, πιστός φίλος δεν είναι μόνο ο Πυλάδης. Και ο Ορέστης αγαπά τον φίλο του τόσο πολύ, ώστε προσπαθεί να τον αποδεσμεύσει. Του ζητά να μην εμπλακεί στην υπόθεση, αλλά να συνεχίσει ευτυχισμένος τη ζωή του. Αλλά αυτό είναι απαράδεκτο για τον φίλο του:
Πυλάδης: «Και τι θα πω όταν κάποτε γυρίσω στους Δελφούς, την ακρόπολη της Φωκίδας, πως ήμουν φίλος σου όταν όλα ήταν καλά, αλλά όταν σε βρήκε η δυστυχία έπαψα να είμαι; Όχι, αυτό δεν γίνεται. Είναι και δική μου υπόθεση».

Ο Πυλάδης αγαπά τον εαυτό του, θέλει να τον τιμούν και να απολαμβάνει την εκτίμηση των θεών και των ανθρώπων σε αυτόν ή στον άλλον κόσμο, να παραμείνει ένας ενάρετος άνθρωπος. Και το ίδιο επιθυμεί για τον φίλο του. Και εδώ ακριβώς είναι που θα συναντήσουμε τη σκέψη του Αριστοτέλη:

«Το αίσθημα της φιλίας συνίσταται στο να επιθυμεί κανείς για έναν άλλον αυτά που θεωρεί αγαθά, χάριν του φίλου του και όχι του εαυτού του, και στο να επιθυμεί, όσο μπορεί, να τα κάνει πραγματικότητα».

Έτσι ορίζει τη φιλία ο Αριστοτέλης στην «Ρητορική» του, και τώρα ίσως προσπαθείτε να ανακαλύψετε αν υπάρχει κάποιος από τους φίλους σας που σας προκαλεί αυτό το αίσθημα φιλίας, όπως περιγράφεται στον ορισμό. Οι περισσότεροι μάλλον, δεν θα σας προκαλούν κάτι τόσο ισχυρό. Μερικοί από αυτούς, θα πλησιάζουν αρκετά, αλλά ένα τόσο βαθύ αίσθημα, τόσο ισχυρή αγάπη είναι σπάνια. Θα επανέλθουμε όμως σε αυτό αργότερα. Προς το παρόν, μην ανησυχείτε, γιατί οι φίλοι, οποιουδήποτε είδους είναι σημαντικοί.

Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται πως το κίνητρο που μας ωθεί να συνδεθούμε φιλικά με άλλους ανθρώπους είναι επιθυμία μας να ωφεληθούμε από αυτούς. Στις πιο συνηθισμένες φιλίες επιλέγουμε ή μας επιλέγουν βάσει της χρησιμότητάς ή της ευχαρίστησης και αυτά είναι τα δύο πρώτα είδη φιλίας.

Οι συνηθισμένες φιλίες
Πόσοι άνθρωποι υπήρξαν φίλοι σας και σήμερα δεν γνωρίζετε καν πού βρίσκονται; Με πόσους από αυτούς τσακωθήκατε ή απλώς ψυχρανθήκατε και απομακρυνθήκατε; Πόσους χάσατε χωρίς να έχετε ακόμα καταλάβει πώς; Μην ανησυχείτε αν είναι πολλοί. Οι περισσότερες φιλίες είναι προσωρινές. Εμφανίζονται για να καλύψουν ορισμένες ανάγκες, δικές σας και των άλλων, αλλά όταν αυτές οι ανάγκες πάψουν να υπάρχουν, αυτοί οι φίλοι δεν έχουν πια ρόλο να παίξουν στη ζωή σας. Ή εσείς στη δική τους. Δεν είναι κακό, είναι ανθρώπινο.

Αυτή είναι η πρώτη κατηγορία φιλίας κατά την οποία συνδεόμαστε με κάποιον «όχι επειδή είναι φίλος, αλλά κατά το μέτρο κατά το οποίο είναι χρήσιμος». Η φιλία αυτή είναι σαν τις συμμαχίες που συνάπτουν μεταξύ τους τα κράτη, ανάλογα με τα συμφέροντά τους. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί κι εμείς να συνδεθούμε με έναν γείτονα, με έναν εργοδότη, με κάποιον επαγγελματία ή δημόσιο λειτουργό που ήταν εξυπηρετικός σε μία δύσκολη στιγμή. Φυσικά, κάποιοι άλλοι μας συνυπολογίζουν στους φίλους τους για τον ίδιο λόγο.

Η δεύτερη κατηγορία είναι όταν «αγαπούν αυτούς που τους προκαλούν ευχαρίστηση. Διότι δεν αγαπούν τους χαρισματικούς για αυτό που είναι, αλλά γιατί κοντά τους βρίσκουν ευχαρίστηση». Τέτοιοι φίλοι είναι οι τύποι που είναι η «ψυχή της παρέας», οι εραστές κι οι ερωμένες με ομορφιά και χάρες, οι άνθρωποι με χιούμορ που μας κάνουν και γελάμε, οι ευφυείς από τους οποίους αποκτούμε συναρπαστικές γνώσεις, οι καθηγητές στο σχολείο, οι μέντορες στην σταδιοδρομία μας. Τέτοιοι είμαστε κι εμείς για κάποιους άλλους άλλους.

Οι φιλίες της χρησιμότητας και της ευχαρίστησης είναι οι συχνότερες κι εμπεριέχουν το μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρώπων που κάποτε αποκαλέσαμε φίλους. Και ήταν φίλοι μας και ήμασταν κι εμείς φίλοι τους, αλλά μόνο μέχρι να ολοκληρωθεί μία συγκεκριμένη διαδικασία που απαιτείται για να ωριμάσουμε και να προχωρήσουμε, κι εμείς στη ζωή μας κι εκείνοι στη δική τους. Όμως, διαρκούν για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα κι ύστερα χάνονται και γίνονται γλυκές ή πικρές αναμνήσεις. Γιατί; Γιατί αυτό που αγαπάμε κι αγαπούν οι φίλοι αυτών των κατηγοριών είναι συγκεκριμένες ιδιότητες και όχι η προσωπικότητα συνολικά. Αναπόφευκτα, όταν δεν θα έχουμε πια ανάγκη αυτές τις ιδιότητες επειδή άλλαξε ο χαρακτήρας των φίλων ή άλλαξαν οι περιστάσεις, η φιλία δεν έχει πια λόγο ύπαρξης.

«Αυτού του είδους οι φιλίες διαλύονται εύκολα, διότι τα πρόσωπα που συνδέονται με φιλία δεν παραμένουν πάντοτε ίδια. Εξ άλλου, και το συμφέρον υφίσταται μεταβολή και σε κάθε εποχή είναι διαφορετικό. Έτσι, όταν εκλείψει ο συνδετικός δεσμός, μαζί εξαφανίζεται και η φιλία, έχοντας υπάρξει μόνο ως μέσο για συγκεκριμένο σκοπό».

Πώς συμβαίνει λοιπόν και κάποιες φιλίες επιβιώνουν για πολλά χρόνια ανεξαρτήτως των περιστάσεων;

Η τέλεια φιλία
Το μυστικό για μία γνήσια φιλία που αντέχει στον χρόνο, ο συνδετικός δεσμός πέρα από τη χρησιμότητα και την ευχαρίστηση, που δεν φθείρεται, δεν αλλάζει και είναι ίδιος πάντα και ίδιος για όλους, είναι μία μικρή αλλά σπουδαία λέξη:

«Αληθινοί φίλοι είναι αυτοί που επιθυμούν το καλό για τους φίλους τους, επειδή διαπνέονται από το αίσθημα της φιλίας αυτό καθ’ εαυτό και όχι ανάλογα με τις περιστάσεις. Αφού η αρετή είναι μόνιμη, όσο οι φίλοι παραμένουν ενάρετοι, η φιλία τους παραμένει σταθερή»

Ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται πως αναγκαία προϋπόθεση για μία τέτοια φιλία είναι η αρετή. Δεν αρκεί να ταιριάζουν τα γούστα και οι χαρακτήρες. Καμία φιλία δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη και διαρκής αν και οι δύο φίλοι δεν είναι ενάρετοι. Για παράδειγμα, δύο άνθρωποι που είναι άδικοι, μικρόψυχοι και οργίλοι, μπορούν να δημιουργήσουν φιλίες σαν αυτές που είδαμε προηγουμένως. Δεν θα γίνουν όμως ποτέ μόνιμοι και αξιόπιστοι φίλοι μεταξύ τους. Διότι με την πρώτη ευκαιρία θα αδικήσουν τον φίλο τους για να ωφεληθούν κάτι οι ίδιοι, εφόσον είναι άδικοι. Όταν θα πρέπει να διαχειριστούν μία διαφωνία με τον φίλο τους, θα τον προσβάλουν και θα του φερθούν βάναυσα, εφόσον είναι οργίλοι. Δεν έχει λοιπόν ο κακός άνθρωπος την ικανότητα να αγαπήσει αληθινά έναν όμοιό του ούτε να αγαπηθεί από αυτόν. Αλλά ούτε κι ένας ενάρετος θα μπορούσε να γίνει φίλος του.

Αντιθέτως, δύο άνθρωποι που έχουν αναπτύξει τις αρετές, όπως τις περιγράφει ο Αριστοτέλης, πρώτα απ’ όλα αγαπούν και σέβονται ο καθένας τον εαυτό του. Κι εφόσον είναι δίκαιοι, επιθυμούν για τον φίλο τους όσα επιθυμούν και για τον εαυτό τους. Είναι επίσης εγκρατείς και νηφάλιοι, ώστε μπορούν να διαχειρίζονται τις δυσκολίες με επιτυχία. Είναι γενναίοι και στη δύσκολη στιγμή διακινδυνεύουν για να σώσουν τον φίλο τους, όπως έκανε ο Πυλάδης λέγοντας πως για τους φίλους υπάρχει «εἷς ἀγών, δίκη μία, ἢ ζῆν ἅπασιν ἢ — θανεῖν ὀφείλεται» (ένας αγώνας, μία ποινή, και πρέπει ή όλοι μαζί να ζήσουμε ή όλοι μαζί να πεθάνουμε).

Μία τέτοια φιλία εξασφαλίζει και στα δύο μέρη και τη χρησιμότητα και την ευχαρίστηση που αναζητούμε στα δύο πρώτα είδη. Αλλά αυτά έρχονται ως αποτέλεσμα της σχέσης και δεν αποτελούν αυτοσκοπό. Έτσι, όταν οι περιστάσεις αλλάξουν, οι ενάρετοι φίλοι προσαρμόζονται με σωφροσύνη στα νέα δεδομένα ώστε να συνεχίσουν να απολαμβάνουν τη φιλία τους υπό τις νέες προϋποθέσεις.

Θα σκέφτεστε τώρα πως τέτοιες σχέσεις είναι πραγματικά σπάνιες και θα έχετε δίκιο. Αυτό συμβαίνει επειδή δεν είναι εύκολο ούτε να γίνουμε ενάρετοι ούτε να βρούμε άλλον έναν ενάρετο. Το ίδιο δύσκολο ήταν και στην εποχή του Αριστοτέλη και σε κάθε εποχή. Αλλά δεν είναι μόνο η σπανιότητά της που την κάνει πολύτιμη.

Αξίζει τον κόπο;
Μολονότι σε γενικές γραμμές οι φιλίες των δύο πρώτων κατηγοριών καλύπτουν τις κοινωνικές μας ανάγκες, πάντοτε λαχταρούμε έναν μόνιμο, γνήσιο φίλο που θα αγαπά αυτό που είμαστε και όχι αυτό που έχουμε. Το πρόβλημα είναι πως «Η επιθυμία για φιλία γεννιέται γρήγορα, όχι όμως και η ίδια φιλία». Ο Αριστοτέλης λέει πως δεν γίνεται να γνωρίσεις καλά έναν άνθρωπο πριν «ἅλας συναναλῶσαι», πριν δηλαδή φάτε μαζί αλάτι. Παρόμοια λέμε μέχρι σήμερα «φάγαμε μαζί ψωμί κι αλάτι», για κάποιον φίλο με τον οποίο έχουμε μοιραστεί πολλές, συνήθως δύσκολες, εμπειρίες. Χρειάζεται, λοιπόν, να περάσουμε πολύ χρόνο με τον φίλο μας μέχρι να γνωριστούμε καλά και να αντιληφθούμε πως πράγματι μπορούμε να χτίσουμε μία γνήσια φιλία. Η αρετή μπορεί να είναι ο συνδετικός παράγοντας, η συνήθεια όμως, μέσω της συναναστροφής ενδυναμώνει την σύνδεση, καθώς οι φίλοι αποκτούν κοινές εμπειρίες.

Οπωσδήποτε η γνήσια φιλία δεν είναι εύκολη υπόθεση, αλλά τα εύκολα συνήθως είναι μικρής αξίας. Πόση αξία έχει όμως μία σχέση, δοκιμασμένη στο χρόνο, μέσα στην οποία αισθανόμαστε ασφαλείς; Πόσο πιο όμορφη κι ενδιαφέρουσα γίνεται η ζωή μας, όταν υπάρχει κάποιος που νοιάζεται για την επιτυχία μας και κάνει ό, τι μπορεί για να τα καταφέρουμε. Κάποιος που μας συμβουλεύει σοφά, που χαίρεται με τη χαρά μας και λυπάται στη δυστυχία μας; Κάποιος που δεν θα εξαπατηθεί όταν οι άλλοι μας συκοφαντούν, που δεν θα φοβηθεί να θέσει σε κίνδυνο τον εαυτό του για μας στηρίξει.

Αν ένας τέτοιος ενάρετος άνθρωπος βρίσκεται στον περίγυρό σας, ένα τρόπος υπάρχει να δημιουργήσετε τη δική σας τέλεια φιλία: Να γίνεται κι εσείς ο ενάρετος άνθρωπος που θα ήθελε εκείνος στη ζωή του.

Άλλος τρόπος δεν υπάρχει!

Πάψε Να Είσαι Βαλτωμένος

Καθημερινότητα. Ρουτίνα. Καταστάσεις με εντάσεις που σε κάνουν να αμφιβάλλεις για το μέλλον αλλά και για τον ίδιο στον εαυτό. Αυτή η συνεχόμενη κατάσταση άγχους, που σε τραβάει μακριά από το να απολαμβάνεις τις στιγμές που περνάνε στη ζωή σου. Παραβλέπεις καθετί μπορεί να σου δώσει την ικανοποίηση της ευτυχίας μέσα από μικρές στιγμές και τρέχεις να προλάβεις τη ζωή. Οι καταστάσεις σε προλαβαίνουν και τότε συνειδητοποιείς πως όσο και αν τρέχεις, η ζωή πάντα θα βρίσκεται ένα βήμα πιο μπροστά από εσένα.

Περνάς τις μέρες σου ζυγίζοντας εκείνα που πέρασαν και λυπάσαι γι’ αυτά. Βάζεις τον εαυτό σου σε μία κατάσταση να μετράς τις δυσκολίες και να γειώνεσαι από αυτές. Κλαις, λυγίζεις και πιστεύεις ότι δεν μπορείς άλλο. Μα κάνεις λάθος. Κάνεις ένα τεράστιο λάθος. Κοιτάς τη ζωή από λάθος οπτική γωνία. Δεν πρέπει να μετράς τις δυσκολίες, αλλά εκείνες τις στιγμές που ένιωσες πραγματικά ικανοποιημένος από τη ζωή. Άσε το μέτρημα για τις εμπειρίες και τα μαθήματα που πήρες από αυτές.

Μην λυγίζεις και μην κλαις αν κάτι δεν σου πάει καλά. Βρες εκείνη την οπτική γωνία που ακόμα και όταν πρέπει να λυγίσεις με την λογική σου, το συναίσθημά σου θα σου λέει να γελάσεις.

Ναι. Σωστά διάβασες. Χαμογέλα. Γέλα. Και όλα θα πάνε καλά. Τι και αν όλα πάνε στραβά. Γέλα και νιώσε περήφανος που μπορείς να ζεις τέτοιες καταστάσεις. Νιώσε περήφανος που ενώ όλα γύρω σου καταρρέουν, εσύ βρίσκεσαι εκεί όρθιος, ανάμεσα στα συντρίμμια σου και γέλα. Γέλα για εκείνες τις στιγμές που η ζωή σε δοκιμάζει αλλά εσύ την προλαβαίνεις, διότι γνωρίζεις τι θα πει να ζεις την κάθε στιγμή με χαμόγελο.

Προφανώς και δεν μπορείς όμως να τ’ αξιολογείς όλα έτσι, μ’ αυτόν τον τρόπο. Ζεις σε μία κοινωνία που άνθρωποι αποτυγχάνουν, πεθαίνουν, χάνονται. Φυσικά δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις τέτοιες καταστάσεις με χαμόγελο, αλλά βαθιά μέσα σου νιώσε ικανοποιημένος. Νιώσε δυνατός. Γελά και πάρε δύναμη από αυτό, γνωρίζοντας ότι υπάρχουν και χειρότερα αλλά εσύ συνεχίζεις να προχωράς στη ζωή.

Μην επηρεάζεσαι από την ασχήμια του κόσμου, παίρνοντας μέρος σ’ αυτή. Μην κλιμακώνεσαι σε καταστάσεις, μαυρίζοντας τις στιγμές της ζωής σου και χάνοντας το γέλιο σου. Μάθε να ζεις το δράμα με χαμόγελο ακόμα και αν αυτό φαίνεται ειρωνικό ή δύσκολο. Μάθε να ξεπερνάς κάθε δυσκολία και να μην γκρινιάζεις για την επόμενη. Η ζωή είναι πολύ μικρή για να χάνεσαι σε στιγμές που πιστεύεις ότι παίζουν σημαντικό ρόλο στη ζωή σου, επειδή σ’ έκαναν να επηρεαστείς από αυτές.

Μάθε να ονειρεύεσαι το μέλλον σου και θέσε στόχους. Μην αφήνεις την πραγματικότητα να σου στερεί όλα εκείνα που ονειρεύεσαι. Μην ξεχνάς ότι οι δύσκολες στιγμές στην ουσία δεν είναι μεγάλες. Είναι μικρές που τους δίνουμε εμείς την τόση μεγάλη έκταση τους. Πλάσε το όραμα σου στην πραγματικότητα και κολύμπα στην ουσία σου. Μην λυπάσαι για τις ήττες που σου δίνει η ζωή. Αντίθετα, χαμογέλα γιατί από κάθε ήττα παίρνεις ένα σημαντικό μάθημα για μια επόμενη νίκη σου.

Σταμάτα να ταΐζεις τις λύπες σου και γκρέμισε τα τείχη της ευτυχίας σου. Πάψε να είσαι βαλτωμένος σε μία φυλακισμένη ευτυχία και μάθε να βιώνεις με αυτογνωσία κάθε λεηλατημένη σου στιγμή.

Μπορείς άλλωστε να την μετατρέψεις σε κάτι άλλο. Πάντα θα μπορείς να βλέπεις το καλό μέσα από εκείνες τις σκοτεινές μέρες. Άνοιξε τα μάτια σου και δες όσο πιο βαθιά μπορείς. Εκεί βρίσκεται το νόημα. Στην οπτική γωνία. Πάρε την απόσταση σου και βρες την επιθυμητή θέση ώστε πάντα να χαμογελάς. Μην απελπίζεσαι αν αργήσεις να την βρεις ή μην τρέχεις απεγνωσμένα προς εκείνη. Η ευτυχία πάντα βρίσκεται στο τέρμα σου. Χαμογέλα και βρες το σημάδι της θέσης σου.

Οι φυσικοί εξακολουθούν να ερευνούν γιατί το σύμπαν δεν κατέρρευσε

Αποτέλεσμα εικόνας για σύμπανΣύμφωνα με τα καλύτερα σημερινά μοντέλα της φυσικής, το σύμπαν θα είχε καταρρεύσει αμέσως μετά τον πληθωρισμό, την περίοδο που διήρκεσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου αμέσως μετά το Big Bang.

Είναι η περιοχή «Νότιος Πυλώνας», εκεί όπου γίνεται η γέννηση των άστρων το λεγόμενο Νεφέλωμα Καρίνα (Carina). Όπως δε ανοίγουμε ένα καρπούζι και βρίσκουμε τους σπόρους του, έτσι και το υπέρυθρο τηλεσκόπιο «ξεσκεπάζει» αυτό το σκοτεινό νέφος για να αποκαλύψει τα άστρα -έμβρυα μέσα σε πυλώνες από πυκνή σκόνη.

Το πρόβλημα έγκειται εν μέρει στα μποζόνια Higgs, τα οποία παρήχθησαν κατά τη διάρκεια του πληθωρισμού. Εξηγούν δε γιατί τα άλλα σωματίδια έχουν τις μάζες που βλέπουμε. Προηγούμενη έρευνα έχει δείξει ότι, στο πρώιμο σύμπαν, το πεδίο Higgs μπορεί να είχε αρκετά μεγάλες διακυμάνσεις ώστε να ξεπεραστεί ένα ενεργειακό φράγμα, το οποίο να ανάγκασε το σύμπαν να μεταβεί από την κανονική κατάσταση του κενού σε μια κατάσταση με αρνητική ενέργεια του κενού, κάτι που θα είχε ως αποτέλεσμα το σύμπαν να καταρρεύσει γρήγορα στον εαυτό του.

Σε μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Physical Review Letters, ο Matti Herranen στο Πανεπιστήμιο της Κοπεγχάγης με τους συνεργάτες του μπορεί να έχουν έρθει ένα βήμα πιο κοντά στην επίλυση αυτού του προβλήματος, μέσω του περιορισμού της ισχύος της σύζευξης μεταξύ πεδίου Higgs και της βαρύτητας, η οποία είναι η τελευταία άγνωστη παράμετρος του καθιερωμένου μοντέλου.

Όπως οι φυσικοί εξηγούν, όσο ισχυρότερα είναι συνδεδεμένο το πεδίο Higgs με τη βαρύτητα, τόσο μεγαλύτερες είναι οι διακυμάνσεις που μπορεί τελικά να προκαλέσουν μια μοιραία μετάβαση στην αρνητική ενεργειακή κατάσταση του κενού.

Στη νέα δημοσίευση, οι επιστήμονες υπολόγισαν ότι μια κατάρρευση μετά τον πληθωρισμό θα είχε συμβεί μόνο αν η ισχύς της σύζευξης ήταν πάνω από την τιμή του 1.

Συνδυάζοντας αυτό το αποτέλεσμα με το χαμηλότερο όριο του 0.1, το οποίο οι ίδιοι οι φυσικοί βρήκαν πέρυσι αναλύοντας τις απαιτήσεις για σταθερότητα κατά τη διάρκεια (και όχι μετά) τον πληθωρισμό και το εύρος από 0,1 έως 1, περιόρισαν την σύζευξη στην εκτιμώμενη τιμή 1 / 6. Αυτή η τιμή του 1/6 χρησιμοποιείται παραδοσιακά ως κατ’ εκτίμηση επειδή αντιστοιχεί στην μηδενική σύζευξη ανάμεσα στο Higgs και τη βαρύτητα, αν και είναι πιθανά εσφαλμένη.

Η μείωση της ισχύος της σύζευξης ανάμεσα στο Higgs και τη βαρύτητας, θα καθοδηγήσει τους φυσικούς κατά την ανάλυση των πειραματικών δεδομένων, με σκοπό να υπολογίσουν οι φυσικοί την τιμή της σύζευξη με μεγαλύτερη ακρίβεια. Δεδομένα που σχετίζονται με την κοσμική μικροκυματική ακτινοβολία υπόβαθρου και τα κύματα της βαρύτητας, για παράδειγμα, αναμένεται να βοηθήσουν στον περαιτέρω περιορισμό της τιμής της σύζευξης. Όταν δε συνδυάζεται και με άλλες παραμέτρους, η ισχύς της σύζευξης Χιγκς-βαρύτητας θα πρέπει να παράγει μια εικόνα ενός σύμπαντος που δεν πήγε σε μια κατάσταση κατάρρευσης.

Στο σύνολό τους, τα αποτελέσματα αυτά θα πρέπει να βοηθήσουν τους επιστήμονες να τροποποιήσουν τα μοντέλα του πληθωρισμού, προκειμένου να περιγράψουν ένα σύμπαν που να μοιάζει περισσότερο με αυτό που ζούμε.

Η ζωή χωρίς smartphones

Οι περισσότεροι θα θυμόσαστε ότι και στην προ κινητών τηλεφώνων και πάσης φύσεως gadgets και κοινωνικών δικτύων εποχή μια χαρά περνούσαμε.

Ίσως και καλύτερα από σήμερα, διότι είχαμε πραγματικές και όχι εικονικές ανθρώπινες σχέσεις.

Ωστόσο δεν μπορούμε να μην παραδεχτούμε ότι είναι πολύ αστεία η διαφήμιση εταιρείας κινητής τηλεφωνίας, η οποία δείχνει με ευφάνταστο τρόπο τι θα συνέβαινε αν ξαφνικά ξεμέναμε από κινητά τηλέφωνα.

Η Θεωρία του Ερωτα

Οι άνθρωποι αισθάνονται αυτό το υπέροχο συναίσθημα και το αναγνωρίζουν εμπειρικά. Τι λέει όμως η επιστήμη γι” αυτό; Ερευνητές του Πανεπιστημίου Γέιλ επιχειρούν να δώσουν επιστημονικές εξηγήσεις.

Ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Γέιλ μελετούν διάφορες απόψεις του μυστηρίου του έρωτα. Η Laura King, καθηγήτρια Αγγλικής Φιλολογίας, εξετάζει μεσαιωνικά κείμενα που προειδοποιούσαν τους ανθρώπους σχετικά με τους κινδύνους της ρομαντικής αγάπης, ενθαρρύνοντάς τους να ψάχνουν για πιο πνευματικές σχέσεις. Ο κοινωνιολόγος Joshua Gamson ερευνά την ομοφυλοφιλία, ενώ η Susan Treggiari, επισκέπτρια καθηγήτρια Ιστορίας, μελετά τον έρωτα και τον γάμο στους αρχαίους Ρωμαίους.

Εντύπωση κάνει το γεγονός ότι, παρ’ όλη την παράδοση του πανεπιστημίου στις νευροεπιστήμες, δεν υπάρχουν φυσιολόγοι στο Γέιλ που να ερευνούν συστηματικά τη φύση του έρωτα. Για ποιον λόγο; Επειδή τα ποντίκια δεν ερωτεύονται! Δεν υπάρχει το κατάλληλο μοντέλο στο ζωικό βασίλειο και, επιπλέον, είναι δύσκολο να ερευνήσει κανείς την κανονική ανθρώπινη φυσιολογία, πόσο μάλλον ένα υποκειμενικό συναίσθημα, σύμφωνα με τον καθηγητή Eric J. Nestler.

Ο Robert Sternberg, καθηγητής Ψυχολογίας και Εκπαίδευσης στο Γέιλ και πρόεδρος της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας, δίνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία στην πολυσυζητημένη αυτή ερώτηση. Θεωρεί ότι η αγάπη είναι μια ιστορία, την οποία καθένας από εμάς γράφει και ξαναγράφει. Η αγάπη αναπτύσσεται, μεγαλώνει και διαρκεί, όταν ένας άνθρωπος βρίσκει κάποιον άλλον που ταιριάζει στην προσωπική του «ιστορία έρωτα».

Τα συστατικά του έρωτα

Η εργασία του Sternberg βρίσκεται ανάμεσα στην προσέγγιση που περιορίζει τον έρωτα σε ένα καλωδιακό διάγραμμα και μια συλλογή χημικών και στην προσέγγιση που αναζητάει καθολικές, αλλά ασαφέστερες αλήθειες.

Οταν ο Sternberg άρχισε να μελετάει τις σχέσεις, τη δεκαετία του ’70, ανακάλυψε ότι είχαν τρία βασικά συστατικά: οικειότητα, πάθος, αφοσίωση. Τα τρία αυτά στοιχεία αποτελούν τις βάσεις ενός τριγώνου, το οποίο, όταν ο έρωτας είναι ώριμος και ισορροπημένος, είναι ισόπλευρο. Καθώς ο έρωτας αναπτύσσεται, μεγαλώνει και το εμβαδόν του τριγώνου, με τις τρεις ίσες πλευρές να επιμηκύνονται αντίστοιχα. Οταν ένα ζευγάρι είναι σε γεωμετρική αρμονία, το αποτέλεσμα ονομάζεται τελειοποιημένος έρωτας, κάτι που, βέβαια, είναι σπάνιο. Τις περισσότερες φορές οι πλευρές του τριγώνου είναι διαφορετικού μήκους και συχνά ένα από τα βασικά στοιχεία λείπει εντελώς. Υπάρχει, για παράδειγμα, η ερωτική τρέλα – πάθος χωρίς οικειότητα ή αφοσίωση – ή ο ρομαντικός έρωτας – οικειότητα και πάθος αλλά χωρίς αφοσίωση – ή ο τρελός έρωτας – αφοσίωση και πάθος χωρίς οικειότητα. Υπάρχουν και άλλοι πιθανοί συνδυασμοί σύμφωνα με τον Sternberg, ο οποίος έχει αναπτύξει τη θεωρία του τριγώνου του έρωτα σε πολλά βιβλία και επιστημονικές δημοσιεύσεις.

Η θεωρία του τριγώνου του έρωτα εντοπίζει σε ποιο σημείο βρίσκεται κάποιος στη σχέση του, αλλά δεν εξηγεί πώς έφτασε εκεί. Για να καταλάβουμε τον έρωτα πρέπει να εξετάσουμε πώς αναπτύσσεται και εξελίσσεται στη συνέχεια.

Ερωτικοί ρόλοι

Τι ρόλο παίζετε στη σχέση σας; Είστε ο αστυνόμος, ο κωμικός, η πριγκίπισσα ή ο μάρτυρας; Ο ρόλος καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την έκβαση μιας σχέσης, μια που πρόκειται για «ιστορία έρωτα», δηλαδή για το πώς έχει ο καθένας στον νου του το τι ζητάει από κάποιον άλλο και το πώς πιστεύει ότι θα είναι η έκβαση της σχέσης. Η «ιστορία έρωτα» που πλάθει κανείς σχετίζεται με το ποιος είναι ατομικά. Η ιστορία του καθενός καθορίζεται από στοιχεία όπως η προσωπικότητα, οι οικογενειακές εμπειρίες, η θρησκεία, η εκπαίδευση, η κουλτούρα του ατόμου, και δεν είναι κάτι τελειωμένο, αλλά εξελίσσεται.

Οι σχέσεις μπορεί να είναι τόσο απρόβλεπτες όσο και μια ταινία μυστηρίου. Γιατί μερικά ζευγάρια «ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα», ενώ άλλα έχουν την τύχη του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας; Και γιατί μερικές φορές νιώθουμε καταδικασμένοι να κάνουμε τα ίδια ρομαντικά λάθη ξανά και ξανά, ακολουθώντας το ίδιο σενάριο με διαφορετικούς ανθρώπους σε διαφορετικά μέρη, σαν να ήταν η μοίρα των σχέσεών μας προκαθορισμένη;

Ισως γιατί, στην πραγματικότητα, είναι! Σύμφωνα με τον Sternberg, για να καταλάβουμε τον έρωτα θα πρέπει πρώτα να καταλάβουμε τις ατομικές μας ιστορίες έρωτα που υπαγορεύουν τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες μας από τις σχέσεις. Αυτές οι ιστορίες, τις οποίες αρχίζουμε να γράφουμε ήδη από την παιδική ηλικία, προβλέπουν τα μοτίβα των ρομαντικών μας εμπειριών. Ευτυχώς, μπορούμε να κατανοήσουμε και να μάθουμε να ξαναγράφουμε τις ιστορίες μας!

Ο ολοκληρωμένος έρωτας απαιτεί και τα τρία στοιχεία. Αλλά η θεωρία αφήνει μια βασική ερώτηση αναπάντητη: τι καθιστά ένα άτομο το είδος του εραστή που είναι; Τι το προσελκύει σε άλλα άτομα;

Ιστορίες σχέσεων

Κουβεντιάζοντας με άτομα που μόλις χώρισαν, η ιστορία του χωρισμού που διηγείται ο καθένας είναι εντελώς διαφορετική, σαν να περιγράφουν δύο εντελώς διαφορετικές σχέσεις. Κατά κάποιον τρόπο είναι. Κάθε μέλος του ζευγαριού έχει τη δική του εκδοχή της ερωτικής τους ιστορίας. Το σημαντικότερο για μια υγιή, χαρούμενη σχέση είναι να έχουν και τα δύο μέλη της συμβατές ιστορίες, δηλαδή συμβατές προσδοκίες. Μια έρευνα που έγινε το 1998 από τον Sternberg, τον Mahzad Hojjat, Ph.D., και τον Michael Barnes, Ph.D., έδειξε ότι όσο πιο παρόμοιες ήταν οι ιστορίες των ζευγαριών τόσο πιο ευτυχισμένα ήταν.

Οι ιστορίες είναι συνήθως συμβατές αν έχουν συμπληρωματικούς ρόλους σε μια ιστορία, όπως αυτή του πρίγκιπα και της πριγκίπισσας, ή αν οι ιστορίες είναι αρκετά παρόμοιες ώστε να μπορούν να ενοποιηθούν σε μία και μοναδική ιστορία.

Βέβαια, η συμβατότητα των σχέσεων δεν είναι το μοναδικό απαραίτητο συστατικό σε μια πετυχημένη σχέση. Μερικές φορές η αγαπημένη μας ιστορία μπορεί να είναι επικίνδυνη για την υγεία μας, μια που συχνά οι άνθρωποι επιθυμούν να πραγματοποιήσουν ριψοκίνδυνες ή δυσάρεστες ιστορίες. Οι άνθρωποι συνήθως παραπονιούνται ότι καταλήγουν με τον ίδιο τύπο «κακού» συντρόφου και ότι είναι άτυχοι στον έρωτα. Στην πραγματικότητα, κάτι τέτοιο δεν σχετίζεται με τον έρωτα, αλλά με το γεγονός ότι χωρίς να το αντιλαμβάνονται βρίσκουν άτομα τα οποία κατά κάποιον τρόπο υποχρεώνουν να παίξουν την προσωπική τους ιστορία έρωτας ή τους επιβάλλουν τη δική τους ιστορία, άσχετα με το ποια είναι η ιστορία του άλλου μέλους.

Ρομάντζα με αίσιο τέλος

Η προσπάθεια να αντιμετωπίσουμε προβλήματα στις σχέσεις αλλάζοντας τη συμπεριφορά ή τις συνήθειές μας τελικά δεν λειτουργεί, επειδή οι κρίσεις προέρχονται από τις ιστορίες που διαδραματίζουμε. Ετσι, εκτός και αν αλλάξουμε τις ιστορίες μας τελματώνουμε. Οι άνθρωποι περιγράφουν τον έρωτα ποικιλοτρόπως και η περιγραφή τους αποκαλύπτει την ιστορία τους. Για παράδειγμα, κάποιος που συμφωνεί με την πρόταση «Πιστεύω ότι οι καλές ερωτικές σχέσεις είναι σαν να έχεις έναν καλό συνεταίρο» διηγείται μια επιχειρηματική ιστορία, ενώ κάποιος που λέει ότι καταλήγει να κάνει σχέσεις με άτομα που φοβάται διαδραματίζει μια ιστορία τρόμου.

Τα ζευγάρια συνήθως ξεκινούν τη σχέση από φυσική έλξη και κοινά ενδιαφέροντα και αξίες, αλλά, σταδιακά, μπορεί να προσέξουν ότι κάτι λείπει από τη σχέση. Αυτό το κάτι συνήθως είναι συμβατότητα των προσωπικών ιστοριών ή προσδοκιών που έχουν. Ενα ζευγάρι με ιστορίες που δεν ταιριάζουν είναι σαν δύο χαρακτήρες επί σκηνής που όμως προέρχονται από διαφορετικό έργο – μπορεί αρχικά να δείχνουν σωστοί, αλλά δεν υπάρχει συγχρονισμός στην αλληλεπίδρασή τους.

Αυτός είναι ο λόγος που ζευγάρια τα οποία μοιάζουν να ταιριάζουν τελικά χωρίζουν, ενώ ζευγάρια που εκ πρώτης όψεως είναι αταίριαστα μπορεί και να παραμείνουν μαζί.

O ορισμός του έρωτα
 
Δέκα μυριάδες ορισμούς μπορείς να δώσεις στον έρωτα. Και οι ποιητές όλοι, από τον Όμηρο ως τον Καβάφη, δουλεύοντας ετούτο το μεταλλείο της άνοιξης, μας δείχνουν κάθε φορά κι από μια του όψη. Ο καθένας με τον τρόπο του.

Όμως ο έρωτας επιμένει να είναι αόριστος. Και αλίμονό μας, εάν γεννιόταν ο υπερποιητής που θα πετύχαινε να τον ορίσει. Τι θα γινότανε!
 
Την άλλη μέρα όλοι οι άνθρωποι, ουρές και κοπάδια και φάλαγγες κατά μιλιούνια, θα σπούδαζαν να επισκεφθούν τον τόπο, όπου χτίστηκε το πιο σπουδαίο μνημείο επί γης: ο Έρωτος Τάφος. Να προσκυνήσουν το περίτεχνο επιτύμβιο και να αποθέσουν μπροστά του ένα λευκό τριαντάφυλλο.
Όχι. Να μας λείπει ένας τέτοιος ποιητής. Ένας δεύτερος Αττίλας Φειδίας.
 
Γιατί ο Φειδίας που έχτισε τον Παρθενώνα, την ίδια στιγμή, και χωρίς να το υποψιάζεται, είχε χτίσει και τον τάφο της σοφίας του ανθρώπου˙ της Αθηνάς σοφίας. Ο Παρθενώνας είναι το ταφικό μνημείο της κλασσικής Ελλάδας. Την άλλη μέρα άρχισε ο πελοποννησιακός πόλεμος. Άρχισε το τέλος της κλασσικής Ελλάδας. Και την παράλλη έρχουνταν οι ελληνιστικοί χρόνοι της κάμψης. Και η κλασσική Ελλάδα είναι όλων των εποχών του ανθρώπου η πιο αληθινή εποχή.
 
Ωστόσο, εδόθηκε από τους ποιητές ο ορισμός του έρωτα. Ο πλήρης και ο ακριβής. Εκείνη την έννοια του ορισμού, δηλαδή, που τόσο βασανίστηκε ο Σωκράτης να την ανακαλύψει. Και που σαν την ανακάλυψε, είχε ταυτόχρονα ανακαλύψει και την επιστήμη. Την επιστήμη. Που σαν άλλος Φαέθοντας ανέβασε τον άνθρωπο στον ουρανό. Κι από κει κρατώντας στα δυο χέρια του τα γκέμια του φωτός και της φωτιάς μέλλει να τον καταγκρεμίσει στα Τάρταρα.
 
Ο ορισμός, λοιπόν, που εδόθηκε στον έρωτα, και που όλοι οι ποιητές τον διατύπωσαν με τα δικά του λόγια ο καθένας, είναι ο ακόλουθος: έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις.
 
Να φεύγεις, αλλά πώς να φεύγεις! Το πράγμα θέλει μεγάλη προσοχή. Γιατί ο ορισμός αυτός είναι τορπίλλι που το παίζει στα χέρια του μικρό παιδί. Το παίζει στα χέρια του και δεν ξέρει τι είναι… Ο Γιωργής τ’ Αποδέλοιπο, που λέει κι ο Μυριβήλης.
 
Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις. Αν εκείνος πονάει τρεις, εσύ να πονέσεις εννιά. Εδώ σε θέλω κάβουρα, που λένε, να περπατάς στα κάρβουνα. Χόρεψες ποτέ σου το χορό του αναστενάρη, χωρίς να είσαι αναστενάρης; 

Ορίζοντας τον έρωτα: ένα αίνιγμα

1. Ο «γρίφος» του έρωτα

Στο κεφάλαιο με τίτλο «Μικρός Κριτής» του βιβλίου «Γκέμμα», τελευταίου και πιο σημαντικού, από φιλοσοφική και λογοτεχνική άποψη, συγγράμματος του Δημήτρη Λιαντίνη, ο φιλόσοφος προτείνει τον πιο αινιγματικό, ίσως, ορισμό της έννοιας του έρωτα που θα μπορούσε κάποιος να επινοήσει:

«Έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις»
(χωρίς τόνο στο «του» – κι αυτό έχει τη σημασία του, όπως θα δούμε αργότερα). Αλλά, να φεύγεις πώς;

«Έτσι, που η σφαγή που θα νιώθεις να είναι πολύ πιο σφαγερή από τη σφαγή που νιώθει ο σύντροφος που αφήνεις» («Γκέμμα», σελ. 170).

Ο Λιαντίνης δεν δείχνει πρόθυμος στη συνέχεια να αναλύσει περαιτέρω τον – κάθε άλλο παρά συμβατικό – ορισμό του. Περιγράφει με απίστευτη λογοτεχνική δεινότητα την ερωτική συμπεριφορά (κυρίως σε ό,τι αφορά τον άντρα), όμως η ίδια η έννοια του έρωτα, έτσι όπως εκείνος επιχειρεί να την ορίσει, παραμένει αινιγματική.

Οι ακαδημαϊκοί του φιλοσοφικού χώρου, που θα μπορούσαν ίσως να μας δώσουν μια αξιόπιστη ερμηνεία του ορισμού, απέφυγαν, γενικά, να ασχοληθούν στο βάθος που θα έπρεπε με το έργο του Λιαντίνη. (Κάτι ήξεραν: Κάποιοι από τον ακαδημαϊκό χώρο των θετικών επιστημών, που επιχείρησαν να μιλήσουν με όχι προσωπολατρικό τρόπο για τον Λιαντίνη, το πλήρωσαν με σκληρές επιθέσεις εναντίον τους – συχνά στα όρια του προσωπικού εξευτελισμού – από τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς του φιλοσόφου…)

Από την άλλη, οι μαθητές και, εν γένει, οι θαυμαστές του Λιαντίνη αντιμετωπίζουν τον ορισμό αυτό του έρωτα ως θέσφατο, είτε αποφεύγοντας να τον ερμηνεύσουν με τρόπο πειστικό, είτε ακόμα και δίνοντας αυθαίρετες ερμηνείες (κάπου διάβασα, π.χ., ότι «πρέπει να βρίσκουμε τη δύναμη να φεύγουμε από μια ερωτική σχέση που μας πληγώνει»!). Δεν γνωρίζω αν ο ίδιος ο Λιαντίνης έδωσε μια εξήγηση σε κάποια από τις διαλέξεις του (ας με διαφωτίσουν εδώ οι αναγνώστες). Η μελέτη του βιβλίου, πάντως, δεν οδηγεί σε μια πιο ξεκάθαρη εικόνα…

Το βέβαιο είναι ότι ο αινιγματικός αυτός ορισμός δεν επιδέχεται μονοσήμαντη κι απόλυτη ερμηνεία. Θα επιχειρήσουμε στη συνέχεια να προτείνουμε κάποιες δικές μας ερμηνείες, χωρίς να ισχυριζόμαστε, φυσικά, ότι θα τις προσυπέγραφε ο ίδιος ο Λιαντίνης! Αυτό που θα ήθελα, πάντως, να τονίσω εξαρχής είναι ότι δεν συνδέω τον ορισμό αυτό του Λιαντίνη με τον γνωστό Λιαντινικό συσχετισμό του έρωτα με την καταστροφή, την οδύνη και τον θάνατο. Αυτά μπορεί να αποτέλεσαν και να αποτελούν αντικείμενα της Τέχνης, το ίδιο το βίωμά τους, όμως, δεν μπορεί να συνιστά τέχνη! Και ο Λιαντίνης ζύγιζε πολύ προσεχτικά τις λέξεις του..

2. Ο ιδανικός εραστής

Στον «Μικρό Κριτή», ο Λιαντίνης ορίζει ως ιδανικό εραστή εκείνον που μπορεί να κατανοήσει τη σύνθετη, πολυοργασμική ερωτική φύση της γυναίκας και να ανταποκριθεί – ακόμα και με κατάθεση δικής του οδύνης – στις απαιτήσεις της φύσης αυτής. Το κυρίαρχο δόγμα βασίζεται στην ετεροβαρή, κατά τον συγγραφέα, σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα, έτσι όπως η ίδια η Φύση προστάζει:

«Η φύση ορίζει το αρσενικό να γίνεται ατελείωτη προσφορά, και θεία στέρηση για το θηλυκό. (…) Στον έρωτα όλα γίνουνται για το θηλυκό.»

«Την ευθύνη για να γίνει και να μείνει ως το τέλος σωστή η ερωτική σμίξη, την έχει ο άντρας. Πάντα, όταν φεύγει η γυναίκα, θα φταίει ο άντρας.»

«Από τα δέκα μερίσματα του καρπού της ηδονής, για τη γυναίκα προορίστηκαν τα εννέα, και για τον άντρα το ένα.»

Ποιος είναι ο τρόπος λειτουργίας του δόκιμου εραστή κατά την «ερωτική σμίξη»; Ο Λιαντίνης την περιγράφει με μοναδική συμβολική και λογοτεχνική μαεστρία:

«Αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει, και του μακρινού που πιάνεται, όπως το πουλί στο ξώβεργο. Επώδυνη εγκράτεια και βασανιστική ετοιμασία.»

Όμως, πώς σχετίζονται όλα αυτά με τον ορισμό του έρωτα, όπως αυτός δόθηκε προηγουμένως;

3. Η τέχνη της επώδυνης απόδρασης

Η φράση-ορισμός «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις» μοιάζει εκ πρώτης όψεως ξεκομμένη από τη συζήτηση που ακολουθεί στον «Μικρό Κριτή» (τέτοιες ασυνέχειες δεν είναι σπάνιες στον Λιαντίνη, ιδιαίτερα στις ομιλίες του). Υπάρχει, όμως, ένας τρόπος να τα συνδέσουμε όλα μεταξύ τους, αν συσχετίσουμε το «η τέχνη να φεύγεις» (το δεύτερο ενικό απευθυνόμενο, υποτίθεται, στον άντρα) με την τέχνη του καλού εραστή, όπως περιγράφηκε πιο πάνω.

Μήπως, δηλαδή, αυτό το «να φεύγεις» αναφέρεται στην «αίσθηση του κοντινού που δραπετεύει», ενώ το «σφαγερό» της φυγής αφορά την «επώδυνη εγκράτεια» και τη «βασανιστική ετοιμασία» του αρσενικού;

Σε κατοπινό κεφάλαιο του βιβλίου, ο Λιαντίνης κάνει αναφορά στην ερωτική πρακτική του νεαρού σπαρτιάτη, λέγοντας:

«Με το χάραμα έφευγε προτού τη χορτάσει (σ.σ: τη γυναίκα του). Να του αφήσει την αίσθηση ότι όλη τη νύχτα δεν την άγγιξε. Αυτό είναι το θεϊκό αίσθημα της ερωτικής στέρησης. Και γι’ αυτό η μητέρα του Έρωτα είναι η Πενία» («Γκέμμα», σελ. 235).

Άθελα του εδώ ο Λιαντίνης, που τόσο μίσησε τον Βάγκνερ («Γκέμμα», σελ. 49), συνάντησε τον «Πάρσιφαλ» και κατανόησε το μαρτύριο που διάλεξε ως αντάλλαγμα για την ύστερη σοφία!

4. Η οδύνη του αποχωρισμού

Αν «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», θα μπορούσε, μήπως, το «να φεύγεις» να απευθύνεται και στη γυναίκα;

Πριν το εξετάσουμε, καλό είναι να θυμηθούμε τι γράφει ο Λιαντίνης για τον ορισμό των εννοιών, γενικά:

«Για να ορίσεις μια έννοια, θα την περιγράψεις με τόσες και τέτοιες λέξεις, ώστε να μην ημπορείς να προσθέσεις ούτε μία λέξη, να μην ημπορείς να αφαιρέσεις ούτε μία, και να μην ημπορείς να αλλάξεις ούτε μία» («Γκέμμα», σελ. 65-66).

Υποθέτουμε ότι, στον ορισμό μιας έννοιας, το «να αλλάξεις» επιβάλλει σχολαστικότητα ακόμα και στις παραμικρότερες λεπτομέρειες. Διότι, π.χ., η προσθήκη ή η παράλειψη ενός σημείου στίξης, ή ενός τόνου, μπορεί να αλλάξει ριζικά το νόημα μιας πρότασης.

Όπως προαναφέρθηκε, κατά τον Λιαντίνη, όταν η γυναίκα φεύγει «φταίει πάντα ο άντρας». Το να φύγει, έτσι, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί ερωτικά, δεν είναι ζήτημα τέχνης αλλά συνιστά άσκηση δικαιώματος («να το γράψετε να μείνει στον αστικό κώδικα», προτρέπει ο Λιαντίνης). Εκ πρώτης όψεως, λοιπόν, το «να φεύγεις» στον ορισμό του έρωτα δεν θα μπορούσε να αφορά τη γυναίκα.

Αν, παρ’ όλα αυτά, ο Λιαντίνης το «να φεύγεις» όντως το απευθύνει στη γυναίκα, τότε στη φράση «έρωτας είναι η τέχνη του να φεύγεις», η απουσία τόνου στο «του» (συνήθως τον υπονοούμε: «η τέχνη τού να φεύγεις») δεν θα πρέπει να είναι προϊόν απροσεξίας, αλλά η λέξη «του» έχει κτητική σημασία και θα πρέπει να διαβαστεί ως έχει. Και αυτό διότι, σύμφωνα με όσα αναφέραμε πιο πάνω, η εναλλακτική γραφή «τού» οδηγεί σε φράση δίχως νόημα (το να φύγει, δηλαδή, μία γυναίκα από μια σχέση που δεν την ικανοποιεί, θα έπρεπε να απαιτεί τέχνη αντί να συνιστά δικαίωμα!).

Έτσι, το «η τέχνη του» υπονοεί μία ιδιότητα, ένα χάρισμα του άντρα. Και το «η τέχνη του να φεύγεις» θα μπορούσε να σημαίνει, σε πλήρη ανάπτυξη, «η τέχνη του άντρα να κάνει εσένα, τη γυναίκα, να φεύγεις…». Η φράση μένει ανολοκλήρωτη και δίχως νόημα, μέχρι να έρθει το υπόλοιπο, αναπόσπαστο μέρος του ορισμού: «…και τη στιγμή που φεύγεις από κοντά του (μετά την ερωτική σμίξη) να βιώνεις την απώλειά του δέκα φορές πιο οδυνηρά απ’ ό,τι εκείνος τη δική σου»!

Η τέχνη του έρωτα, λοιπόν, είναι υπόθεση του άντρα, ενώ το μεγαλύτερο μερίδιο της οδύνης του αποχωρισμού (της «σφαγής», κατά τον Λιαντίνη) αναλογεί στη γυναίκα. Εκείνος ήδη πλήρωσε το τίμημα που του αναλογούσε σε οδύνη, παραμερίζοντας «εννέα φορές» το «εγώ» του κατά την ερωτική σμίξη. Μετά, είναι η σειρά της να πονέσει. Κι αυτή είναι η δικαιοσύνη που όρισε η Φύση…

5. Τελικά, λογική ή ποίηση;

Ας συνοψίσουμε: Είναι φανερό ότι μία «προφανής» ερμηνεία του ορισμού του έρωτα κατά Λιαντίνη (δηλαδή, ότι έρωτας είναι η τέχνη να φεύγεις από μία σχέση, πονώντας πολλαπλά σε σύγκριση με τον/την σύντροφο που αφήνεις πίσω σου) οδηγεί σε παραδοξολογία. Πράγματι, κάποιος που ζει την οριστική και αμετάκλητη φυγή δέκα φορές πιο σφαγερά από εκείνον που αφήνει, δεν έχει τη δυνατότητα να εφαρμόσει τέχνη. Γιατί, η τέχνη πάνω απ’ όλα απαιτεί καθαρό μυαλό, συγκέντρωση και λογική. Κι ο πόνος, αν και συχνά παράγει τέχνη, ποτέ δεν παράγεται από αυτήν!

Οι δύο ερμηνείες που επιχειρήθηκαν σε αυτό το κείμενο βασίστηκαν σε λογική επεξεργασία της διατύπωσης του ορισμού, εξετάζοντας χωριστά τις περιπτώσεις όπου η έκφραση «να φεύγεις» απευθύνεται στον άντρα ή στη γυναίκα. Αυτό μας οδήγησε, τελικά, σε μία σύνθεση των ερμηνειών σε ένα ενιαίο σχήμα, αφού οι ερμηνείες αυτές είναι κατ’ ουσίαν συμπληρωματικές και όχι αμοιβαία αποκλειόμενες.

Το ερώτημα, βέβαια, είναι κατά πόσον ο ίδιος ο Λιαντίνης θα ενέκρινε μια οποιαδήποτε απόπειρα αποκωδικοποίησης των συμβολισμών που περιέχονται στη «Γκέμμα», με δεδομένο ότι η (σκόπιμα;) αινιγματική γραφή δένει αρμονικά με το λογοτεχνικό – κατ’ ουσίαν ποιητικό – ύφος του κειμένου. Έτσι που μία καθαρά ορθολογική προσέγγιση των νοημάτων θα μπορούσε να απειλήσει την ωραιότητα του όλου οικοδομήματος.

Ποιος ξέρει, λοιπόν… Ίσως και να πρέπει, τελικά, να αφήσουμε αδιατάρακτες τις λέξεις στα ανεξερεύνητα σκοτάδια τους. Και ίσως οι ερμηνείες τους να πρέπει να αναζητηθούν όχι τόσο στα λεξικά, όσο στο ατομικό ένστικτο του καθενός. Γιατί, η «Γκέμμα» δεν είναι μία, είναι πολλές. Τόσες όσες και οι συνειδητότητες που χρόνια τώρα αγωνίζονται να την εξερευνήσουν. Πολλές φορές, ακόμα και μάταια…

Κ. Παλαμάς: Η ποιητική και το ηθικό-κοινωνικό

Αποτέλεσμα εικόνας για Κ. Παλαμάς: Η ποιητική και το ηθικό-κοινωνικόΚωστής Παλαμάς: 1859-1943

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου: Ο Ερχομός

Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου είναι το κορυφαίο και το πιο ποιητικό έργο του Παλαμά. Οι κεντρικές φιλοσοφικές του θεμελιώσεις έλκουν την προέλευσή τους από τη φιλοσοφία του Νίτσε και δη από τις συλλήψεις του περί του υπερανθρώπου, του θανάτου των θεών, της καταστροφής των ειδώλων, της «ηθικής» των δούλων, του πολέμου ως ζωοδότη και δημιουργού του ρυθμού, της αρμονίας, κ.λπ. Τέτοια, νιτσεϊκής κυρίως υφής, φιλοσοφικά ερείσματα δημιουργούν τους αναγκαίους ποιητικούς όρους, ώστε να πλημμυρίζει το έργο με οραματικά νοήματα που «ξαναμιλιούνται» (Παλαμάς) με τον τρόπο του αισθήματος και γίνονται ένα διαρκές παρόν στοχαστικής ανάβλεψης. Τελικά τι σημαίνει για τον ποιητή Δωδεκάλογος του Γύφτου; Σημαίνει τους Δώδεκα Λόγους που ο ήρωας του έργου, ο Γύφτος–ποιητής –και ο Γύφτος όχι μόνο ως ο ποιητής– απ-αγγέλλει υπό τη μορφή εκρηκτικών διαχύσεων της λυρικής σκέψης.

Ο Πρώτος Λόγος φέρει τον τίτλο: Ο Ερχομός. Τίνος αγγέλλεται ο Ερχομός; Του Γύφτου και του Ποιητή ως φορέα της ποιητικής σκέψης. Ο Γύφτος δεν κατονομάζεται ευθύς εξαρχής και έτσι αναλαμβάνει να μιλήσει ο Γύφτος- Ποιητής. Τα πρώτα λόγια του συμπυκνώνουν την πεπτουσία όλου του ποιητικού λέγειν ως συλ-λέγειν:

Τ’ αξεδιάλυτα σκοτάδια
τα χαράζει μια λιγνή λευκότη
νυχτοφέρνοντας και αυτή·
και είτανε του νου μου η πρώτη
χαραυγή.

Η αφετηρία, ποιητική και ιστορική, παραπέμπει σε αξεδιάλυτα σκοτάδια: ποιητική –δηλαδή ως δημιουργική πνοή– γιατί ο Ερχομός των Γύφτων στο κέντρο της ιστορικής ζωής [=Βυζάντιο πριν την άλωση, Ευρώπη πριν την Αναγέννηση], αλλά και στην κοινωνική-πολιτική πραγματικότητα της Πόλης [=Κωνσταντινούπολη] συνιστά μια ενατένιση –με την ευαίσθητη χορδή της ποιητικής λύρας– η οποία βαθμιαία θα αρχίσει να προβάλλεται ως συνειδητή πράξη αντίθεσης ανάμεσα στον αν-αρχο λαό των Γύφτων και την οργανωμένη –απόλυτα διεφθαρμένη– κοινωνία, όπως απεικονίζεται στο παράδειγμα της καλπάζουσας παρακμής της Πόλης.

 Η συνειδητή πράξη αναδύεται αργά και κοπιαστικά, ως εναντίωση στο σαπρό, και ως τέτοια νυχτοφέρνει. Ιστορική αφετηρία: όλο το περιεχόμενο της ποιητικής εικόνας [=ερχομός, ενατένιση, βαθμιαία συνειδητοποίηση κ.λπ.] εγγράφεται ως μια ελπιδοφόρα ιστορική αφετηρία, ένα πρώτο μάγμα ενθάρρυνσης για την αναγέννηση του Νέου Ελληνισμού μέσα από τις στάχτες του. Υπό μια γενική επισκόπηση, ο Πρώτος Λόγος επέχει θέση εισαγωγής στο όλο ποιητικό σύνθεμα και πραγματεύεται δυο κυρίως θεματικές, που στους επόμενους Λόγους συγκροτούν επί μέρους ή διεξοδικότερες παρουσιάσεις. Η πρώτη θεματική σχετίζεται με την παρουσία –δια του ποιητή– του λαού των Γύφτων ως του απέναντι, του άλλου, του παρά-νομου, του αντί-θετου προς τη νόμιμη –αλλά αφάνταστα διεφθαρμένη– πολιτεία και κοινωνία, η οποία όμως ιστορικά ιδωμένη είναι καταδικασμένη σε θάνατο από τις ίδιες τις δικές της αμαρτίες. Ο ποιητής εδώ είναι ο Λόγος που καταγγέλλει την πολιτική σήψη και συγχρόνως αγγέλλει την ανόρθωση έξω απ’ αυτήν. Η δεύτερη θεματική αναδεικνύεται ως αντινομία ανάμεσα στο λαό-μάζα των Γύφτων και τον Γύφτο-Ποιητή, το συνειδητό Είναι του ιστορικού γίγνεσθαι. Πάντοτε ο τελευταίος ως τέτοιο Είναι, ως προ-φήτης, ως υπεράνθρωπος, ως το αντίπαλο δέος του μαζάνθρωπου, αυτοπροσδιορίζεται:

Κ’ έτσι στα πανάλαφρα,
στα πανύψηλα έτσι εγώ είμουν
μέσα στους ξεχωριστούς
ο ξεχωριστός εγώ είμουν
όλα μέσα μου τα νιάτα
κι όλα τα γεράματα
και τους σπόρους και τις μήτρες
κλειώντας αξεχώριστα!

E. Bloch: Η ουτοπία ζει μέσα στο παρόν

Αποτέλεσμα εικόνας για ερνστ μπλοχΕρνστ Μπλοχ: 1885–1977

Η ουτοπία μέσα στην ιστορία

Ο γερμανός φιλόσοφος Ε. Μπλοχ αποτέλεσε παράδειγμα ενός πραγματικά μη-συστημικού διανοητή. Ανέπτυξε την προσωπική θεωρητική του συνείδηση σε ουσιώδη εναρμόνιση με την ιστορική προοπτική ενός μαρξικού οράματος, που δεν εννοούσε να υποτάσσεται στους ποικίλους πολιτικούς καταναγκασμούς ενός γραφειοκρατικού, οικονομίστικου, κρατιστικού «μαρξιστικού» παραδείγματος. Η αυθεντικότητα της σκέψης του δεν του άφησε ούτε για μια στιγμή περιθώρια να μεταποιήσει εαυτόν σε έναν διανοούμενο–απολογητή ελεγκτικών μηχανισμών και καταπιεστικών πολιτικών μορφωμάτων. Ο πυρήνας της φιλοσοφίας του θα μπορούσε να συνοψισθεί στο εξής: φύση και ανθρώπινη ιστορία κυοφορούν τις προϋποθέσεις για ένα νέο πρόταγμα ζωής που αφενός περιέχει κάτι το ανολοκλήρωτο, είναι δηλαδή ένα όχι ακόμη Είναι, και αφετέρου εκφράζει μια νέα κατάσταση, μια εντελώς ανέκδοτη πραγματικότητα, που δεν μπορεί να ακολουθεί υποχρεωτικά οποιουσδήποτε πρότερους ή συγχρονικούς σχεδιασμούς. Η ουσία της ουτοπίας του έτσι μέσα στην ιστορία συλλαμβάνεται ως μια οντολογική καινοτομία με το νόημα ότι η υπάρχουσα κοινωνική, πολιτική, οικονομική κ.λπ. κατάσταση, το ίδιο το υπάρχον κοινωνικο-οικονομικό και πολιτικό σύστημα, περιέχει μια λανθάνουσα δυνατότητα του νέου, αλλά όχι ακόμα πραγματοποιημένου. Έτσι οποιαδήποτε θεωρία ή σχεδιασμός κοινωνικής και πολιτικής αλλαγής είναι σε θέση να περιορίζει ή να ελέγχει πιθανές εγκεφαλικές ή αφηρημένες διεκδικήσεις του νέου. 

Σημαντικό επίσης, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής ουτοπίας του Μπλοχ, είναι η σύλληψη της «μη-συγχρονικότητας». Πρόκειται για μια φιλοσοφική καινοτομία, ικανή να θραύει εκείνη τη μηχανιστική αντίληψη που αντιμετωπίζει τον ιστορικό χρόνο ως μια ομογενή ροή μπρος–πίσω. Κατ’ αυτό τον τρόπο αποδομείται η γραμμική αντίληψη της ιστορικής εξέλιξης και εισέρχεται μέσα στην ιστορική και υπαρκτική μας παρουσία η δυνατότητα του πολλαπλού, του πολύμορφου, του σχετικά ορθού και αληθινού. Η μη-συγχρονικότητα έχει λοιπόν ιδιαίτερη αξία ως ένα είδος πολλαπλών διαστάσεων του ιστορικού χρόνου. Στη συνάφεια τούτη μας διανοίγει ορισμένως σε μια οδό σκέψης και πράξης, συμπεριφοράς και τρόπου ζωής, όπου τα δυο πιο επικίνδυνα άκρα για το ίδιο μας το Dasein, το απολύτως απόλυτο και το απεριόριστα σχετικιστικό, αποδυναμώνονται, απενεργοποιούνται και αποκαθηλώνονται. Στον μεγάκοσμο της κοινωνικής και πολιτικής πρακτικής τούτο σημαίνει, ανάμεσα στα άλλα, ότι απομυθοποιούνται οι εκάστοτε «σωτήρες» του Έθνους και αποκαλύπτονται ως αστικές-εξουσιαστικές μετριότητες που είναι «ικανές» μόνο για ένα πράγμα: να αναπαράγουν το βάρβαρο και το χυδαίο. Η υπό συζήτηση όμως ουτοπία έχει και ένα ακόμη στοιχείο που την καθιστά ζωντανή και σπουδαία. Ένα πολιτικό και κοινωνικό κίνημα απελευθέρωσης αγωνίζεται στο παρόν όχι μόνο για να καταργήσει τις οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, αλλά εν ταυτώ και για να προσχεδιάσει, να προεικονίσει, εδώ και τώρα, τη λανθάνουσα δυνατότητα μιας ανθρώπινης ευτυχίας, μιας ολικής απελευθέρωσης που μόνο στο μέλλον μπορεί να ολοκληρωθεί. Έτσι δύναται να αποκτά αδιάψευστο νόημα κάθε παροντικό, εάν δεν θέλει να χάνεται μέσα στην ανυποληψία και την ανημποριά.

Π. Κονδύλης: Θεωρία και πράξη της απόφασης

Απόφαση και κοσμοεικόνα

Πώς ορίζει την απόφαση ο Π. Κονδύλης; Ως «πράξη ή διαδικασία αποκοπής ή αποχωρισμού (γερμανικά: Ent-scheidung), από την οποία προκύπτει μια κοσμοεικόνα κατάλληλη να εγγυηθεί την ικανότητα προσανατολισμού την αναγκαία για την αυτοσυντήρηση». Για να υλοποιείται μια τέτοια –ή και οποιαδήποτε– πράξη προϋποτίθενται ως κύρια, ανάμεσα σε πολλά άλλα δευτερογενή, δυο τινά: ένα υποκείμενο και ένα αντι-κείμενο. Το μεν πρώτο αποφασίζει, το δε δεύτερο υπάρχει αντι-κειμενικά ως ένας ανομοιογενής κόσμος που για τον λογισμό, τα ενδιαφέροντα ή τα συμφέροντα του υποκειμένου, γενικώς για το αυτοσυντηρούμενο Είναι του συγκεκριμένου υποκειμένου, άρα και για την εικόνα, την αντίληψη που τούτο εδώ έχει για τον κόσμο, δεν απηχεί ή δεν εξυπηρετεί εξειδικευμένα νοήματα, καθορισμένες βλέψεις, προσανατολισμούς ή ανάγκες, γενικώς το βουλησιαρχικό, το προς αυτοσυντήρηση ή το κοσμοθεωρητικό του πράττειν. Αυτή η αντικειμενική κατάσταση, σε κάθε περίπτωση, προϋπάρχει, είναι πρωταρχική-αρχέγονη κατάσταση, χωρίς ιδιαίτερες επεξεργασίες, η οποία αποκτά πιο ειδικά νοήματα και εκτυλίσσεται περαιτέρω σε έναν πιο οργανωμένο, πιο τακτοποιημένο και έτσι πιο αξιόπιστο ή αποδεκτό κόσμο για το ίδιο το υποκείμενο από τις αποφάσεις, ήτοι την Απόφαση του τελευταίου τούτου. Αυτή η Από-φαση προορίζεται να χωρίσει, να αποκόψει διαμερίσματα, τμήματα, ενδογενή στοιχεία του δεδομένου προκαταρκτικού κόσμου και να τα μοιράσει πρωτίστως σε ενδιαφέροντα και μη-ενδιαφέροντα. Στη βάση αυτού κυρίως του διαχωρισμού, της κατάταξης ή της διευθέτησης, απαρτίζει το υποκείμενο ένα πρώτο, πρό-χειρο σχέδιο της κοσμοεικόνας ή της κοσμοθεωρίας του.

Η Απόφαση, ως έννοια, είναι μία και τείνει να νομιμοποιείται ως κοσμοθεωρία, κοσμοεικόνα εν γένει. Οι αποφάσεις όμως είναι πολλές και μας παραπέμπουν σε εξίσου πολλές κοσμοθεωρίες ή κοσμοεικόνες. Γιατί είναι πολλές; Επειδή υπάρχουν πολλά υποκείμενα αποφάσεων με αντιστοιχία σε ένα σύνολο προκαταρκτικών κόσμων. Ετούτο το σύνολο έχει τον χαρακτήρα αυτού που υπάρχει αντικειμενικά και το οποίο, ως αντικειμενικά υπαρκτό, «δονείται» εκάστοτε από τους φαινόμενους κόσμους που κατασκευάζει η απόφαση του υποκειμένου. Ετούτοι οι φαινόμενοι κόσμοι είναι οι δυνατοί κόσμοι της κοσμοθεωρητικά προσανατολισμένης απόφασης του υποκειμένου και της ερμηνευτικής της/του προοπτικής. Με δεδομένο ότι η απόφαση, καθότι πράξη αποκοπής, είναι λιγότερο ή περισσότερο βιασμός του αντικειμενικά υπαρκτού, το πεδίο δράσης του υποκειμένου καθορίζεται σχεδόν ασφυκτικά από τα όρια αυτής της απόφασης και της κοσμοεικόνας της. Το υποκείμενο συναναστρέφεται τόσα όσα του προσφέρει αυτή η κοσμοεικόνα. Κατασκευάζει εχθρούς και φίλους δυνάμει της τελευταίας τούτης. Τούτο σημαίνει ότι εχθροί και φίλοι συνάπτονται με ανάλογες αποφάσεις –εκ μέρους του υποκειμένου– για υπεράσπιση, προβολή, καθίδρυση της κοσμοεικόνας του. Σημαίνει, κατ’ επέκταση, ότι η κοσμοεικόνα είναι ο μάρτυρας και ο ρυθμιστής της ταυτότητας του υποκειμένου. Άρα και ο αγώνας για την υπεράσπισή της είναι απόφαση αυτοδικαίωσης, κάτι που του επιτρέπει κατά κανόνα να βλέπει μόνο πώς θα μπορεί να βρίσκει την ανύψωσή του μέσα στην κοσμοεικόνα και όχι πόσο ίσως υπολείπεται του αληθινού εαυτού του.  

Κυριακή 23 Ιουλίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΔΗΜΟΣΘΕΝΗΣ - Περὶ τοῦ στεφάνου (17-24)

[17] Πάντα μὲν τοίνυν τὰ κατηγορημέν᾽ ὁμοίως ἐκ τούτων ἄν τις ἴδοι, οὔτε δικαίως οὔτ᾽ ἐπ᾽ ἀληθείας οὐδεμιᾶς εἰρημένα· βούλομαι δὲ καὶ καθ᾽ ἓν ἕκαστον αὐτῶν ἐξετάσαι, καὶ μάλισθ᾽ ὅσ᾽ ὑπὲρ τῆς εἰρήνης καὶ τῆς πρεσβείας κατεψεύσατό μου, τὰ πεπραγμέν᾽ ἑαυτῷ μετὰ Φιλοκράτους ἀνατιθεὶς ἐμοί. ἔστι δ᾽ ἀναγκαῖον, ὦ ἄνδρες Ἀθηναῖοι, καὶ προσῆκον ἴσως, ὡς κατ᾽ ἐκείνους τοὺς χρόνους εἶχε τὰ πράγματ᾽ ἀναμνῆσαι, ἵνα πρὸς τὸν ὑπάρχοντα καιρὸν ἕκαστα θεωρῆτε.

[18] Τοῦ γὰρ Φωκικοῦ συστάντος πολέμου, οὐ δι᾽ ἐμέ (οὐ γὰρ ἔγωγ᾽ ἐπολιτευόμην πω τότε), πρῶτον μὲν ὑμεῖς οὕτω διέκεισθε ὥστε Φωκέας μὲν βούλεσθαι σωθῆναι, καίπερ οὐ δίκαια ποιοῦντας ὁρῶντες, Θηβαίοις δ᾽ ὁτιοῦν ἂν ἐφησθῆναι παθοῦσιν, οὐκ ἀλόγως οὐδ᾽ ἀδίκως αὐτοῖς ὀργιζόμενοι· οἷς γὰρ ηὐτυχήκεσαν ἐν Λεύκτροις οὐ μετρίως ἐκέχρηντο· ἔπειθ᾽ ἡ Πελοπόννησος ἅπασα διειστήκει, καὶ οὔθ᾽ οἱ μισοῦντες Λακεδαιμονίους οὕτως ἴσχυον ὥστ᾽ ἀνελεῖν αὐτούς, οὔθ᾽ οἱ πρότερον δι᾽ ἐκείνων ἄρχοντες κύριοι τῶν πόλεων ἦσαν, ἀλλά τις ἦν ἄκριτος καὶ παρὰ τούτοις καὶ παρὰ τοῖς ἄλλοις ἅπασιν ἔρις καὶ ταραχή.

[19] ταῦτα δ᾽ ὁρῶν ὁ Φίλιππος (οὐ γὰρ ἦν ἀφανῆ) τοῖς παρ᾽ ἑκάστοις προδόταις χρήματ᾽ ἀναλίσκων πάντας συνέκρουε καὶ πρὸς αὑτοὺς ἐτάραττεν· εἶτ᾽ ἐν οἷς ἡμάρτανον ἄλλοι καὶ κακῶς ἐφρόνουν, αὐτὸς παρεσκευάζετο καὶ κατὰ πάντων ἐφύετο. ὡς δὲ ταλαιπωρούμενοι τῷ μήκει τοῦ πολέμου οἱ τότε μὲν βαρεῖς, νῦν δ᾽ ἀτυχεῖς Θηβαῖοι φανεροὶ πᾶσιν ἦσαν ἀναγκασθησόμενοι καταφεύγειν ἐφ᾽ ὑμᾶς, ὁ Φίλιππος, ἵνα μὴ τοῦτο γένοιτο μηδὲ συνέλθοιεν αἱ πόλεις, ὑμῖν μὲν εἰρήνην, ἐκείνοις δὲ βοήθειαν ἐπηγγείλατο.

[20] τί οὖν συνηγωνίσατ᾽ αὐτῷ πρὸς τὸ λαβεῖν ὀλίγου δεῖν ὑμᾶς ἑκόντας ἐξαπατωμένους; ἡ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, εἴτε χρὴ κακίαν εἴτ᾽ ἄγνοιαν εἴτε καὶ ἀμφότερα ταῦτ᾽ εἰπεῖν, οἳ πόλεμον συνεχῆ καὶ μακρὸν πολεμούντων ὑμῶν, καὶ τοῦτον ὑπὲρ τῶν πᾶσι συμφερόντων, ὡς ἔργῳ φανερὸν γέγονεν, οὔτε χρήμασιν οὔτε σώμασιν οὔτ᾽ ἄλλῳ οὐδενὶ τῶν ἁπάντων συνελάμβανον ὑμῖν· οἷς καὶ δικαίως καὶ προσηκόντως ὀργιζόμενοι ἑτοίμως ὑπηκούσατε τῷ Φιλίππῳ. ἡ μὲν οὖν τότε συγχωρηθεῖσ᾽ εἰρήνη διὰ ταῦτ᾽, οὐ δι᾽ ἐμέ, ὡς οὗτος διέβαλλεν, ἐπράχθη· τὰ δὲ τούτων ἀδικήματα καὶ δωροδοκήματ᾽ ἐν αὐτῇ τῶν νυνὶ παρόντων πραγμάτων, ἄν τις ἐξετάζῃ δικαίως, αἴτι᾽ εὑρήσει.

[21] καὶ ταυτὶ πάνθ᾽ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας ἀκριβολογοῦμαι καὶ διεξέρχομαι. εἰ γὰρ εἶναί τι δοκοίη τὰ μάλιστ᾽ ἐν τούτοις ἀδίκημα, οὐδέν ἐστι δήπου πρὸς ἐμέ· ἀλλ᾽ ὁ μὲν πρῶτος εἰπὼν καὶ μνησθεὶς ὑπὲρ τῆς εἰρήνης Ἀριστόδημος ἦν ὁ ὑποκριτής, ὁ δ᾽ ἐκδεξάμενος καὶ γράψας καὶ ἑαυτὸν μετὰ τούτου μισθώσας ἐπὶ ταῦτα Φιλοκράτης ὁ Ἁγνούσιος, ὁ σός, Αἰσχίνη, κοινωνός, οὐχ ὁ ἐμός, οὐδ᾽ ἂν σὺ διαρραγῇς ψευδόμενος, οἱ δὲ συνειπόντες ὅτου δήποθ᾽ εἵνεκα (ἐῶ γὰρ τοῦτό γ᾽ ἐν τῷ παρόντι) Εὔβουλος καὶ Κηφισοφῶν· ἐγὼ δ᾽ οὐδὲν οὐδαμοῦ.

[22] ἀλλ᾽ ὅμως, τούτων τοιούτων ὄντων καὶ ἐπ᾽ αὐτῆς τῆς ἀληθείας οὕτω δεικνυμένων, εἰς τοῦθ᾽ ἧκεν ἀναιδείας ὥστ᾽ ἐτόλμα λέγειν ὡς ἄρ᾽ ἐγὼ πρὸς τῷ τῆς εἰρήνης αἴτιος γεγενῆσθαι καὶ κεκωλυκὼς εἴην τὴν πόλιν μετὰ κοινοῦ συνεδρίου τῶν Ἑλλήνων ταύτην ποιήσασθαι. εἶτ᾽ ὦ — τί ἂν εἰπών σέ τις ὀρθῶς προσείποι; ἔστιν ὅπου σὺ παρὼν τηλικαύτην πρᾶξιν καὶ συμμαχίαν, ἡλίκην νυνὶ διεξῄεις, ὁρῶν ἀφαιρούμενόν με τῆς πόλεως, ἠγανάκτησας, ἢ παρελθὼν ταῦθ᾽ ἃ νῦν κατηγόρεις ἐδίδαξας καὶ διεξῆλθες;

[23] καὶ μὴν εἰ τὸ κωλῦσαι τὴν τῶν Ἑλλήνων κοινωνίαν ἐπεπράκειν ἐγὼ Φιλίππῳ, σοὶ τὸ μὴ σιγῆσαι λοιπὸν ἦν, ἀλλὰ βοᾶν καὶ διαμαρτύρεσθαι καὶ δηλοῦν τουτοισί. οὐ τοίνυν ἐποίησας οὐδαμοῦ τοῦτο, οὐδ᾽ ἤκουσέ σου ταύτην τὴν φωνὴν οὐδείς· οὔτε γὰρ ἦν πρεσβεία πρὸς οὐδέν᾽ ἀπεσταλμένη τότε τῶν Ἑλλήνων, ἀλλὰ πάλαι πάντες ἦσαν ἐξεληλεγμένοι, οὔθ᾽ οὗτος ὑγιὲς περὶ τούτων εἴρηκεν οὐδέν.

[24] χωρὶς δὲ τούτων καὶ διαβάλλει τὴν πόλιν τὰ μέγιστ᾽ ἐν οἷς ψεύδεται· εἰ γὰρ ὑμεῖς ἅμα τοὺς μὲν Ἕλληνας εἰς πόλεμον παρεκαλεῖτε, αὐτοὶ δὲ πρὸς Φίλιππον περὶ εἰρήνης πρέσβεις ἐπέμπετε, Εὐρυβάτου πρᾶγμα, οὐ πόλεως ἔργον οὐδὲ χρηστῶν ἀνθρώπων διεπράττεσθε. ἀλλ᾽ οὐκ ἔστι ταῦτα, οὐκ ἔστι· τί γὰρ καὶ βουλόμενοι μετεπέμπεσθ᾽ ἂν αὐτοὺς ἐν τούτῳ τῷ καιρῷ; ἐπὶ τὴν εἰρήνην; ἀλλ᾽ ὑπῆρχεν ἅπασιν. ἀλλ᾽ ἐπὶ τὸν πόλεμον; ἀλλ᾽ αὐτοὶ περὶ εἰρήνης ἐβουλεύεσθε. οὔκουν οὔτε τῆς ἐξ ἀρχῆς εἰρήνης ἡγεμὼν οὐδ᾽ αἴτιος ὢν ἐγὼ φαίνομαι, οὔτε τῶν ἄλλων ὧν κατεψεύσατό μου οὐδὲν ἀληθὲς ὂν δείκνυται.

***
[17] Με βάση λοιπόν αυτά που ανέφερα θα μπορούσε κανείς να διαπιστώσει ότι όλες οι κατηγορίες έχουν διατυπωθεί κατά τρόπο άδικο και δεν έχουν καμιά σχέση με την αλήθεια. Ωστόσο, θέλω να τις εξετάσω μία προς μία χωριστά, και ιδιαίτερα όσα ψέματα είπε εις βάρος μου για την ειρήνη και την αποστολή πρέσβεων, φορτώνοντας σ᾽ εμένα αυτά που έχει κάνει ο ίδιος μαζί με τον Φιλοκράτη. Είναι όμως απαραίτητο, Αθηναίοι, και πρέπον επίσης να σας υπενθυμίσω πώς είχαν τα πράγματα εκείνη την εποχή, για να κρίνετε το καθένα χωριστά ανάλογα με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε.

[18] Όταν λοιπόν ξέσπασε ο Φωκικός πόλεμος, όχι εξαιτίας μου (γιατί εγώ βέβαια δεν είχα αρχίσει ακόμη τότε να ασχολούμαι με την πολιτική), στην αρχή εσείς είχατε τέτοια διάθεση, ώστε να επιθυμείτε να σωθούν οι Φωκείς, μόλο που βλέπατε ότι αδικοπραγούσαν, αλλά θα χαιρόσασταν με οτιδήποτε πάθαιναν οι Θηβαίοι, με τους οποίους ήσασταν οργισμένοι, όχι βέβαια χωρίς λόγο ούτε και άδικα· γιατί δεν είχαν εκμεταλλευτεί με μέτρο τα πλεονεκτήματα που είχαν κερδίσει στα Λεύκτρα. Αργότερα όλη η Πελοπόννησος είχε μοιραστεί στα δύο· ούτε αυτοί που μισούσαν τους Λακεδαιμονίους ήταν τόσο ισχυροί ώστε να τους καταστρέψουν, ούτε οι αριστοκρατικοί που με τη βοήθεια των Λακεδαιμονίων είχαν αναδειχθεί στην εξουσία είχαν υπό τον έλεγχό τους τις πόλεις, αλλά επικρατούσαν και στις Πελοποννησιακές πόλεις και σε όλες τις άλλες συνεχείς έριδες και αναταραχές.

[19] Αυτά βλέποντας ο Φίλιππος (γιατί δεν ήταν κρυφά) ξόδευε χρήματα δωροδοκώντας τους προδότες σε όλες τις πόλεις, έβαζε όλους σε σύγκρουση μεταξύ τους και σε εσωτερική διαμάχη. Στη συνέχεια προετοιμαζόταν εκμεταλλευόμενος τα σφάλματα και τις ανοησίες των άλλων Ελλήνων και δυνάμωνε επικίνδυνα για όλους. Όταν όμως άρχισε να γίνεται φανερό σε όλους ότι οι τότε ισχυροί και τώρα δυστυχείς Θηβαίοι, καθώς ταλαιπωρούνταν από την παράταση του πολέμου, θα αναγκάζονταν να καταφύγουν σε σας, ο Φίλιππος, για να μη γίνει αυτό και να μην έρθουν σε συνεννόηση οι δύο πόλεις, υποσχέθηκε σε σας ειρήνη, σε εκείνους βοήθεια.

[20] Τί λοιπόν συνέβαλε στην επιτυχία του ώστε να σας βρει πρόθυμους να πέσετε στην παγίδα του σχεδόν με τη θέλησή σας; Η τακτική των άλλων Ελλήνων, είτε αθλιότητα πρέπει να την ονομάσει κανείς, είτε άγνοια, είτε και τα δύο μαζί, γιατί, ενώ εσείς διεξήγατε έναν πόλεμο συνεχή και μακροχρόνιο και μάλιστα, όπως αποδείχτηκε στην πράξη, για τα συμφέροντα όλων, δεν σας βοήθησαν ούτε με χρήματα, ούτε με στρατιώτες, ούτε με τίποτε άλλο. Γι᾽ αυτό, αγανακτισμένοι με αυτούς δίκαια και ταιριαστά, δεχτήκατε με προθυμία τις προτάσεις του Φιλίππου. Η ειρήνη λοιπόν που συμφωνήθηκε τότε με τον Φίλιππο είχε την αιτία της σ᾽ αυτά που ανέφερα και όχι σ᾽ εμένα, όπως διέδιδε ο Αισχίνης συκοφαντώντας με. Και τα αδικήματα αυτών, καθώς και τα δώρα που δέχτηκαν στη διάρκεια της συνομολόγησης της ειρήνης, θα διαπιστώσει κανείς, αν εξετάσει τα πράγματα δίκαια, ότι ήταν η αιτία των σημερινών προβλημάτων σας.

[21] Και όλα αυτά τα εξετάζω επακριβώς και τα αναφέρω λεπτομερώς χάριν της αλήθειας. Γιατί, αν φαίνεται ότι υπήρχε ανάμεσα σ᾽ αυτά κάποιο μεγάλο αδίκημα, δεν ευθύνομαι βέβαια καθόλου εγώ. Αλλά ο πρώτος που μίλησε και έκανε λόγο για την ειρήνη ήταν ο Αριστόδημος ο ηθοποιός, ενώ εκείνος που υιοθέτησε τη γνώμη του Αριστόδημου και υπέβαλε την πρόταση και μαζί με τον Αισχίνη έγινε πληρωμένο όργανο του Φιλίππου προς επίτευξη αυτών ήταν ο Φιλοκράτης ο Αγνούσιος, ο δικός σου φίλος, Αισχίνη, όχι ο δικός μου, ακόμη και αν σκάσεις από τα ψέματά σου. Οι για οποιονδήποτε λόγο υποστηρικτές τους (για την ώρα αυτό δεν το σχολιάζω) ήταν ο Εύβουλος και ο Κηφισοφών· εγώ δεν είχα καμιά ανάμειξη στο ζήτημα αυτό.

[22] Αλλ᾽ όμως, ενώ έτσι έχουν τα πράγματα και από την ίδια την αλήθεια άλλωστε αποδεικνύεται ότι έχουν έτσι, έφτασε ο Αισχίνης σε τέτοιο σημείο αναίδειας, ώστε τολμούσε να λέει ότι εγώ τάχα, εκτός του ότι υπήρξα αίτιος για τη συνομολόγηση της ειρήνης, είχα εμποδίσει την πόλη να συνάψει την ειρήνη σε κοινό συνέδριο των Ελλήνων. Έπειτα εσύ — πώς να σε ονομάσει κανείς, για να σε αποκαλέσει (: χαρακτηρίσει) σωστά; Σε ποιά περίπτωση εσύ ήσουν παρών και αγανάκτησες, επειδή με έβλεπες να προσπαθώ να στερήσω την πόλη από κάποια διαπραγμάτευση και συμμαχία τόσο εξαιρετικής σημασίας όσο μόλις τώρα περιέγραφες; Ή σε ποιά περίπτωση ανέβηκες στο βήμα και εξήγησες και ενημέρωσες λεπτομερώς τον λαό γι᾽ αυτά που τώρα με κατηγορείς;

[23] Επίσης, αν εγώ είχα πουληθεί στον Φίλιππο ώστε να εμποδίσω τον Πανελλήνιο συνασπισμό, εσύ όφειλες να μη σωπάσεις, αλλά να κραυγάζεις και να διαμαρτύρεσαι και να το κάνεις γνωστό σ᾽ αυτούς εδώ. Πουθενά όμως δεν έκανες κάτι τέτοιο ούτε και άκουσε κανείς την ωραία σου φωνή. Ούτε είχε σταλεί τότε πρεσβεία σε καμιά από τις ελληνικές πόλεις, αλλά από καιρό ήταν γνωστές οι απόψεις όλων για την ειρήνη (: είχαν βολιδοσκοπηθεί όλες οι πόλεις), ούτε αυτός έχει πει κάτι σωστό σχετικά με αυτά.

[24] Εκτός από αυτά, συκοφαντεί και την πόλη φοβερά με τα ψέματα που αραδιάζει. Γιατί, αν εσείς καλούσατε τους Έλληνες σε πόλεμο και ταυτόχρονα στέλνατε οι ίδιοι στον Φίλιππο πρέσβεις για ειρήνη, θα πετυχαίνατε κάτι που προσιδιάζει στον Ευρύβατο και όχι κάτι αντάξιο μιας λαμπρής πόλης ούτε και τίμιων ανθρώπων. Αλλά δεν είναι αλήθεια αυτά, δεν είναι αλήθεια. Γιατί για ποιό λόγο θα στέλνατε και θα καλούσατε τους Έλληνες σε τέτοια κρίσιμη στιγμή; Για να συνάψετε την ειρήνη; Μα υπήρχε σε όλους. Για τον πόλεμο; Μα οι ίδιοι συζητούσατε για την ειρήνη. Επομένως, είναι ολοφάνερο ότι ούτε πρωτεργάτης ούτε και υπεύθυνος της αρχικής ειρήνης ήμουν ούτε κανένα από τα άλλα ψέματα που αράδιασε για μένα αποδεικνύεται ότι ευσταθεί.

Ο μύθος του Προμηθέα

Αποτέλεσμα εικόνας για reinhold begasΈνα άλλο χαρακτηριστικό του ησιοδικού Προμηθέα το ξαναβρίσκουμε στον αισχυλικό και τον πλατωνικό Προμηθέα. Ο Προμηθέας φαίνεται ότι εί­χε αναλάβει ειδικότερα να μοιράσει τους κλήρους, να δώσει στον καθέναν το μερίδιο του. Στον Ησίοδο, σαν διαιτητής της φιλονεικίας ανάμεσα στους ανθρώπους και στους θεούς, έχει για καθήκον να καθορίσει το μερίδιο του καθενός. Στον Αισχύλο, όταν ο Δίας μοιράζει τα διάφορα προνόμια στους διά­φορους θεούς και καθορίζει τη θέση τους στο βασίλειο του, ο Προμηθέας εί­ναι ο μόνος που σκέφτεται το ανθρώπινο γένος κι αντιτάσσεται στα σχέδια του Δία. Στον Πλάτωνα, οι θεοί δίνουν εντολή στον Προμηθέα και στον Επι­μηθέα να μοιράσουν σ’ όλα τα πλάσματα της δημιουργίας τις Ιδιότητες (δυ­νάμεις), στο καθένα όπως πρέπει. Και η ιστορία συνεχίζεται, στον Πλάτω­να, με αρκετά σαφή τρόπο, έτσι που να μας φωτίζει σχετικά με το νόημα που πρέπει πιθανότατα ν' αποδοθεί σ’ αυτή τη λειτουργία του μοιραστή. Εί­ναι γνωστός ο μύθος, έτσι όπως τον διηγείται ο Πρωταγόρας στον Σωκράτη: ο Επιμηθέας σπαταλά και δίνει στα ζώα όλες τις ιδιότητες που είχε στη διάθεση του, χωρίς ν’ αφήσει τίποτε για τους ανθρώπους. Τότε ο Προμηθέ­ας, για να διορθώσει το κακό, κλέβει από το εργαστήρι του Ηφαίστου και της Αθηνάς τη φωτιά, δηλαδή το δημιουργικό πνεύμα των τεχνών. Έτσι λοιπόν, οι άνθρωποι αποχτούν όλες τις τεχνικές. Δεν γνωρίζουν όμως ούτε την πολιτική, ούτε τη στρατιωτική τέχνη, που αποτελεί μέρος της πρώτης, γιατί οι θεότητες των τεχνών δεν κατέχουν αυτές τις γνώσεις· ο μόνος που τις κατέχει είναι ο Δίας. Κι ο Προμηθέας δεν μπόρεσε να πλησιάσει στην α­κρόπολη του ηγεμόνα των θεών, που την προστατεύουν φύλακες. Τελικά, ο Δίας πρέπει να στείλει στους ανθρώπους τον Ερμή, για να τους φέρει, μαζί με το αίσθημα της τιμής και της δικαιοσύνης, την τέχνη να κυβερνούν τις πόλεις. Ο αγγελιαφόρος όμως ζητά πιο ακριβείς οδηγίες σχετικά με τον τρό­πο που θα εκπληρώσει την αποστολή του: πρέπει άραγε να ενεργήσει, όπως έκανε ο Προμηθέας για τις τεχνικές, δίνοντας στον καθένα μια τέχνη διαφο­ρετική από την τέχνη των άλλων; Όχι· στην πολιτική τέχνη θα συμμετέ­χουν όλοι από κοινού. Ο Πλάτωνας δεν μιλά βέβαια στα σοβαρά: γιατί, κατά την αντίληψη του Πρωταγόρα, ο μύθος χρησιμεύει για να αιτιολογηθεί η πρακτική της αθηναϊκής δημοκρατίας, που εξυμνήθηκε άλλοτε από τον Πε­ρικλή, αλλά που καταδικάζεται τώρα από τον Πλάτωνα, επειδή επιτρέπει να συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους οι χειροτέχνες. 'Να λοιπόν -καταλήγει ο Πρωταγόρας- πώς μ’ εντελώς εύλογο τρόπο οι συμπολίτες σου δέχονται, για τα πολιτικά ζητήματα, τις συμβουλές ενός χαλκιά ή ενός τσαγκάρη. Είναι γνωστό όμως πως ο Πλάτωνας ανήκει, αντίθετα, σ' εκεί­νους που υπογράμισαν, με τον πιο έντονο τρόπο, το ασυμβίβαστο της τεχνι­κής και της πολιτικής λειτουργίας: η απασχόληση κάποιου μ' ένα επάγγελ­μα τον αποκλείει από την άσκηση της εξουσίας. Ένα πάντως σημείο ισχύει για τον Πλάτωνα· ειρωνευόμενος, του αρέσει να υπογραμμίζει, στον ίδιο τον μύθο του Προμηθέα, την αντίθεση ανάμεσα στην πολιτική και τη στρατιω­τική τέχνη από τη μια μεριά, και στις ωφέλιμες τεχνικές από την άλλη. Έτσι έχουμε έναν Δία ηγεμόνα, που προστατεύεται από φύλακες και αντι­τάσσεται σε θεότητες, που βρίσκονται χαμηλότερα στην ιεραρχία και προ­στατεύουν τις τέχνες και την εργασία: αναγνωρίζει κανείς εδώ, εκφρασμένο στη γλώσσα της θρησκείας, το σχήμα των τριών κοινωνικών τάξεων και των λειτουργιών τους, που κυριαρχεί σ’ ένα ολάκερο ρεύμα της ελληνικής πολιτικής σκέψης. Για τον Πλάτωνα τώρα, οι αρετές που χαρακτηρίζουν τα μέλη των δύο πρώτων τάξεων, θεμελιώνουν ένα κοινωνικό κοινοκτημονικό σύστημα· η ψυχολογία όμως των ανθρώπων που ασκούν ένα επάγγελμα α­παιτεί αντίθετα μιαν οικονομία ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτήν εξάλλου την α­ντίληψη δεν την έχει μόνον ο Πλάτωνας· ήδη στον Ησίοδο διαγράφεται, ό­πως νομίζουμε, μια ανάλογη κατεύθυνση μέσα στην αντίθεση που εκδηλώνε­ται ανάμεσα σε δυο πλευρές της γονιμότητας: η βασιλική δικαιοσύνη εγγυάται για την ομάδα μια συλλογική ευημερία, ενώ ο πλούτος, που η εργασία ε­ξασφαλίζει στον καθένα, είναι αντίθετα μια ατομική θεϊκή χάρη.
 
Στον Πλάτωνα, ο μύθος του Προμηθέα εκφράζει μια πολύ επεξεργασμένη αντίληψη της τεχνικής σαν κοινωνικής λειτουργίας. Σ' αυτό δεν υπάρχει τί­ποτε το παράδοξο: εκείνη την εποχή, όπως είναι γνωστό, η θέση που είχαν οι τεχνικές σ' όλους τους τομείς ήταν σημαντική. Στην Αθήνα, ο καταμερισμός της εργασίας είχε ήδη προχωρήσει και οι χειροτέχνες είχαν παίξει, στην πολι­τική ζωή και στην ευημερία της πόλης, έναν ρόλο που ο Πλάτωνας άλλωστε τον κατάκρινε. Παράλληλα, η θεωρητική εξέταση των τεχνών είχε γίνει κάτι το κοινό, και ιδιαίτερα στους Σοφιστές. Και στον ίδιον όμως τον Πλάτωνα, το ενδιαφέρον για την τεχνολογία εκδηλώνεται στο γεγονός ότι, στους διάλογους του, καταφεύγει συχνά σε παραδείγματα δανεισμένα από τις τεχνικές. Ο κα­ταμερισμός της εργασίας αναλύεται λεπτομερειακά, και τα πλεονεκτήματα του χρησιμεύουν σαν επιχείρημα για να δικαιολογηθεί η εξειδίκευση της πολι­τικής εξουσίας.
 
Είναι πάντως αξιοσημείωτο πως αυτή η σημασία που δίνει στην τεχνική δεν επηρέασε την αντίληψη του για τον άνθρωπο· ή μάλλον, την επηρέασε θα λέγαμε μόνο αρνητικά. Καμιά από τις ψυχολογικές πλευρές αυτής της λειτουργίας δεν φαίνεται, κατά τον Πλάτωνα, να παρουσιάζει αξιόλογο αν­θρώπινο περιεχόμενο: ούτε η ένταση της εργασίας, σαν ανθρώπινης προσπά­θειας ιδιαίτερου τύπου, ούτε το τεχνούργημα σαν νοητική εφεύρεση, ούτε η τεχνική σκέψη στον ρόλο που έχει να διαμορφώνει τον λογισμό. Αντίθετα, ο Πλάτωνας φροντίζει να ξεχωρίζει και ν’ αντιτάσσει την τεχνική νόηση και την καθαυτό νόηση, τον τεχνικό άνθρωπο και το ιδεώδες που έχει για τον άνθρωπο, όπως ακριβώς ξεχωρίζει κι αντιτάσσει, μέσα στην πόλη, την τε­χνική λειτουργία και τις δύο άλλες. Αυτή η προκατάληψη εξηγεί και το γε­γονός πως ο Πλάτωνας, στο 4ο βιβλίο της Πολιτείας, αλλοιώνει τη θεωρία του για τον κοινωνικό τριμερισμό, αλλοίωση που εκδηλώνεται με μιαν αισθη­τή αδεξιότητα στην έκθεση. Έχοντας διατυπώσει την αντίληψη του για τις τρεις κοινωνικές τάξεις, τις τρεις λειτουργίες τους και τους τρεις τύπους αν­θρώπων που τις αποτελούν, ο Πλάτωνας εξετάζει διαδοχικά τρεις αρετές, θέλοντας να εκθέσει σε τι συνίσταται η δικαιοσύνη μέσα στην Πολιτεία. Η πρώτη αρετή, η σοφία επιστήμη), ανήκει στα μέλη της πρώτης τάξης (στους κυβερνήτες): αυτή ακριβώς τους επιτρέπει ν' ασκήσουν τη λειτουρ­γία τους επικεφαλής της πόλης. Το ίδιο ισχύει και για τη δεύτερη αρετή, την ανδρεία, σε σχέση με τα μέλη της δεύτερης τάξης (τους πολεμιστές). Περιμένει κανείς πως η τρίτη αρετή θα προσιδιάζει στα μέλη της τρίτης τά­ξης (τους χειροτέχνες και τους γεωργούς) και πως θα είναι επίσης δεμένη με τη λειτουργία τους: θα μπορούσε να ήταν η αρετή της εργασίας, πηγή ευημερίας για την Πολιτεία. Δεν συμβαίνει όμως αυτό: η τρίτη αρετή, η σω­φροσύνη, δεν προσιδιάζει σε καμιά τάξη· είναι διάχυτη σ’ όλες τις κοινωνικές τάξεις, χωρίς ν’ ανήκει ειδικότερα σε καμιά. Αυτή την παράδοξη ασυμμετρία την εξηγεί η άρνηση του Πλάτωνα να δώσει μια θετική αρετή σ’ αυτούς που έχουν σαν κοινωνική λειτουργία την εργασία. Μπορεί να πει κανείς πως, για τον Πλάτωνα, η εργασία δεν έχει καμιά σχέση με τις ανθρώπινες αξίες και πως τη θεωρεί μάλιστα, από ορισμένες απόψεις, σαν κάτι το αντίθετο στην ουσία του ανθρώπου.

Κομφούκιος: Ο καλός δάσκαλος και ο καλός μαθητής

Ο Κομφούκιος κάθισε να ξεκουραστεί κι ευθύς οι μαθητές του άρχισαν να του θέτουν ερωτήσεις. Εκείνη τη μέρα ο δάσκαλος ήταν σε καλή διάθεση και αποφάσισε να απαντήσει.

-Μπορείτε και εξηγείτε ό,τι νιώθετε. Γιατί δεν πάτε να δείτε τον αυτοκράτορα και να συνομιλήσετε μαζί του;
-Κι ο αυτοκράτορας βγάζει ωραίους λόγους, είπε ο Κομφούκιος. Και οι ωραίοι λόγοι είναι απλά ζήτημα τεχνικής, δεν περιέχουν μέσα τους την αρετή.
-Στείλτε του λοιπόν το βιβλίο σας με τα Ποιήματα.
-Τα τριακόσια ποιήματα που βρίσκονται σ΄αυτό μπορούν να συνοψιστούν σε μια μόνη φράση: να σκέφτεσαι σωστά. Αυτό είναι το μυστικό.
-Τι σημαίνει «να σκέφτεσαι σωστά»;
-Σημαίνει να ξέρεις να χρησιμοποιήσεις το πνεύμα της καρδιάς, της ακρίβειας και του συναισθήματος. Όταν επιθυμούμε κάτι, η ζωή μπορεί να μας οδηγήσει μέχρι εκεί, αλλά από δρόμους που δεν τους περιμένουμε και οι οποίοι μας εκπλήσσουν.
Συχνά, αφηνόμαστε να προβληματιστούμε και νομίζουμε ότι παραπλανηθήκαμε. Γι΄αυτό λέω: αφεθείτε να οδηγηθείτε από το συναίσθημα, αλλά να έχετε το κουράγιο να προχωρήσετε πιο πέρα.
-Εσείς αυτό κάνετε;
-Στα δεκαπέντε μου άρχισα να μαθαίνω. Στα τριάντα ήμουν βέβαιος γι΄αυτά που επιθυμούσα. Στα σαράντα οι αμφιβολίες επέστρεψαν. Στα πενήντα ανακάλυψα πως ο ουρανός είχε ένα σχέδιο για μένα, όπως και για κάθε άνθρωπο πάνω στη γη. Στα εξήντα κατάλαβα το σχέδιο αυτό και βρήκα την ηρεμία για να το ακολουθήσω. Τώρα, στα εβδομήντα, μπορώ να ακούσω την καρδιά μου χωρίς να βγω από την Οδό.
-Τότε, τι διαφορετικό κάνετε εσείς από τους ανθρώπους που δέχονται κι αυτοί τη θέληση του ουρανού;
-Αναζητώ να τη μοιραστώ μαζί σας. Κι αυτός που καταφέρνει να συζητήσει μια αρχαία αλήθεια με μια νέα γενιά χρησιμοποιεί την ικανότητά του για να διδάξει. Αυτή είναι η μόνη αρετή μου: να είμαι ένας καλός δάσκαλος.
-Τι είναι «καλός δάσκαλος»;
-Είναι αυτός που εξετάζει ό,τι διδάσκει. Οι αρχαίες ιδέες δεν μπορούν να σκλαβώσουν τον άνθρωπο, γιατί προσαρμόζονται και αποκτούν νέες μορφές. Τότε παίρνουμε το φιλοσοφικό πλούτο του παρελθόντος χωρίς να ξεχνάμε τις προκλήσεις που μας παρουσιάζει το παρόν.
-Τι είναι ένας «καλός μαθητής»;
-Είναι αυτός που ακούει τα λόγια μου αλλά προσαρμόζει τις διδαχές μου στη ζωή του και δεν τις ακολουθεί κατά γράμμα. Αυτός που δεν αναζητεί μια δουλειά αλλά μια εργασία που θα τον κάνει άξιο. Αυτός που δεν προσπαθεί να ξεχωρίσει, αλλά να εκπληρώσει κάτι ξεχωριστό.

Τα άτομα που μας προξενούν θυμό είναι μια ισχυρή πηγή σοφίας

Τα άτομα που μας προξενούν θυμό είναι μια ισχυρή πηγή σοφίας, καθώς φέρνουν στο φως τα αδύνατα σημεία μας και γίνονται καθρέπτης στον οποίον κοιταζόμαστε.

Ο Αριστοφάνης έλεγε ότι «οι σοφοί άνθρωποι μαθαίνουν πολλά από τους εχθρούς τους».

Ένας δάσκαλος μπορεί να μας διδάξει τη σπουδαιότητα της υπομονής, του ελέγχου και της ανεκτικότητας. Όλες όμως αυτές τις ικανότητες δεν έχουμε την δυνατότητα να τις εξασκήσουμε, παρά μόνο στην αληθινή ζωή, όταν θα συναντήσουμε τον “εχθρό”.

Στις πολεμικές τέχνες μαθαίνουμε ότι η επίθεση του αντιπάλου μπορεί να χρησιμοποιηθεί προς όφελός μας όταν γνωρίζουμε πώς να διοχετεύσουμε την ορμή της, την κατάλληλη στιγμή, προς τη σωστή κατεύθυνση.

Ο εχθρός μας αναγκάζει να δράσουμε εδώ και τώρα και να βγούμε από την άνεση μας που τελικά θα μας κάνει μαλθακούς. Μας αναγκάζει να φέρουμε στην επιφάνεια τον καλύτερο καθώς και τον χειρότερο εαυτό μας και να μεταλλάξουμε τη γνώση σε σοφία μέσω της εμπειρίας.

Όταν καταφέρουμε να δούμε τις αντιδράσεις μας αποστασιοποιημένοι και με λίγο χιούμορ, τότε θα ανακαλύψουμε πως σε κάθε σύγκρουση κρύβεται ένα μεγάλο μάθημα σχετικά με τις ποιότητές μας αλλά και τις αδυναμίες μας.

Οι αποκλειστικά αρμονικές σχέσεις γεννάνε μια απάθεια που μπορεί να μας παραλύσει καθώς δεν αισθανόμαστε την ανάγκη να αναζητήσουμε καινούργια πράγματα, ούτε αναγκαζόμαστε να αναθεωρήσουμε τις πεποιθήσεις μας.

Αρκούμαστε στο να ακολουθούμε τον ίδιο δρόμο πάντα. Για την διανοητική και συναισθηματική εξέλιξή μας έχουμε ανάγκη να συγκρουόμαστε, να αντιδρούμε, να δοκιμάζουμε τον εαυτό μας, να αλλάζουμε οπτική γωνία, να νιώθουμε πόνο. Με άλλα λόγια, να μαθαίνουμε.

Όπως στις πολεμικές τέχνες, έτσι και στη ζωή, για να τα καταφέρουμε είναι ανάγκη κάποιος να μας παρακινεί.

Είναι η θέση κι η αντίθεση που δημιουργούν συγκρουόμενες την αυριανή σύνθεση.

«Πόλεμος πάντων πατήρ εστί» έγραψε ο Εφέσιος σκοτεινός φιλόσοφος Ηράκλειτος.

Ας πάρουμε μέρος με όλες μας τις δυνάμεις, χωρίς προσκόλληση όμως στο μικρό μας «εγώ», σ’ αυτό που θα μας βγάλει «εκτός Εαυτού», θα μας κάνει να θυμώσουμε, να χάσουμε τη συγκέντρωσή μας και να κινδυνέψουμε να χάσουμε τη μάχη. Έτσι κι αλλιώς δεν είναι αυτό που μας δίδαξε ο “δάσκαλος”.

Όταν τα πράγματα γύρω μας δεν είναι ιδανικά, όταν δεχόμαστε επιθέσεις, όταν δε νιώθουμε ικανοποιημένοι από τη ζωή μας, αυτή η αντιξοότητα, αυτή η αρνητική δύναμη που πλήττει τη σταθερότητά μας και δρα ως εχθρός, πρέπει να χρησιμοποιείται ως κινητήρια δύναμη και ώθηση για αλλαγή.

Κάθε σύγκρουση τελικά, μας αποκαλύπτει τι δεν πάει καλά μέσα μας και μας επιτρέπει να διατηρούμε τη σπίθα της δημιουργικότητας μας αναμμένη. Χωρίς κάποιον ή κάτι απέναντί μας να μας προκαλεί, η σπίθα αυτή θα έμενε σβηστή.

Γι’ αυτό, βλέποντας από ένα μεγαλύτερο βάθος την κατάσταση, θα έπρεπε ίσως να μακαρίζουμε τους εχθρούς μας, γιατί χάρη σ’ αυτούς μπορούμε να αλλάξουμε και να ανεβούμε άλλο ένα σκαλοπάτι στο δρόμο της προσωπικής μας ολοκλήρωσης.

Απαίσια, κτηνώδης και σύντομη

Αποτέλεσμα εικόνας για london libraryΟ Τόμας Χομπς (1588-1679) ήταν ένας από τους σπουδαιότερους Άγγλους πολιτικούς στοχαστές. Λιγότερο γνωστό είναι ότι ήταν φανατικός με τη σωματική άσκηση. Κάθε πρωί έκανε έναν μακρύ περίπατο, δρασκελίζοντας λόφους μέχρις εξάντλησης. Σε περίπτωση που του ερχόταν καμιά καλή ιδέα ενόσω ήταν έξω, είχε ένα ειδικό ραβδί με ένα σκαφτό μελανοδοχείο στη λαβή. Αυτός ο ψηλός, ερυθροπρόσωπος, εύθυμος άνδρας με το μουστάκι και το κοντό μουσάκι υπήρξε φιλάσθενο παιδί. Όμως ως ενήλικας ήταν εξαιρετικά υγιής, και σε μεγάλη ηλικία έπαιζε μάλιστα και τένις. Έτρωγε πολλά ψάρια, έπινε ελάχιστο κρασί, και τραγούδαγε – σε κλειστά δωμάτια, χωρίς να ακούγεται- για να εξασκεί τους πνεύμονές του. Και, φυσικά, όπως πολλοί φιλόσοφοι, το μυαλό του ήταν άκρως δραστήριο. Ίο αποτέλεσμα ήταν να ζήσει 91 χρόνια, ένα εκπληκτικό νούμερο για τον 17ο αιώνα, όταν το μέσο προσδόκιμο ζωής ήταν 35 χρόνια.

Παρά τον προσηνή χαρακτήρα του, ο Χομπς, όπως και ο Μακιαβέλλι, δεν είχε σε ιδιαίτερη εκτίμηση τους ανθρώπους. Πίστευε πως είμαστε όλοι εγωιστές και πως μας παρακινούν ο φόβος του θανάτου και η ελπίδα του προσωπικού κέρδους. Όλοι μας πασχίζουμε να εξουσιάζουμε τους άλλους, είτε το συνειδητοποιούμε είτε όχι. Αν δεν αποδέχεστε την εικόνα που έχει ο Χομπς για την ανθρωπότητα, γιατί κλειδώνετε την πόρτα όταν φεύγετε από το σπίτι; Μήπως επειδή ξέρετε ότι υπάρχουν πολλοί εκεί έξω που ευχαρίστως θα έκλεβαν όλα σας τα υπάρχοντα; Ωστόσο, θα υποστηρίζατε πως μόνο κάποιοι άνθρωποι είναι εγωιστές. Ο Χομπς διαφωνούσε. Πίστευε πως κατά βάθος όλοι είμαστε εγωιστές, και ότι αυτό που πραγματικά μας αναχαιτίζει είναι η ισχύς του νόμου και η απειλή της τιμωρίας.

Το αποτέλεσμα όλων αυτών, όπως πίστευε, ήταν ότι αν η κοινωνία διαλυόταν και έπρεπε να ζήσετε σε αυτό που ονόμαζε «φυσική κατάσταση», δίχως νόμους ή κανέναν με την εξουσία να τους φτιάξει, εσείς, όπως όλοι, θα κλέβατε και θα σκοτώνατε αν ήταν απαραίτητο. Τουλάχιστον, θα έπρεπε να το κάνετε προκειμένου να συνεχίζατε να ζείτε. Σε έναν κόσμο ανεπαρκών φυσικών πόρων, ιδίως αν παλεύατε να βρείτε τροφή και νερό για να επιβιώσετε, θα ήταν λογικό να σκοτώσετε άλλους ανθρώπους προτού σας σκότωναν εκείνοι. Στην αξιομνημόνευτη περιγραφή του Χομπς, η ζωή εκτός κοινωνίας θα ήταν «μοναχική, φτωχή, απαίσια, κτηνώδης και σύντομη».

Αφαιρέστε την εξουσία του κράτους να εμποδίζει τους ανθρώπους από το να καταπατούν τη γη των άλλων και να σκοτώνουν όποιον θέλουν, και το αποτέλεσμα είναι ένας ατέλειωτος πόλεμος όλων εναντίον όλων. Δύσκολα φανταζόμαστε χειρότερη κατάσταση. Σε αυτό τον κόσμο της ανομίας ακόμα και οι ισχυροί δε θα ήταν ασφαλείς για πολύ. Όλοι μας πρέπει να κοιμόμαστε, και όταν πέφτουμε για ύπνο είμαστε ευάλωτοι στην επίθεση. Ακόμα και οι ανίσχυροι, αν είναι αρκούντως πανούργοι, θα μπορούσαν να καταστρέψουν τους ισχυρούς.

Θα φανταζόσασταν πως ένας τρόπος να αποφύγουμε τον θάνατο θα ήταν να συμπράξουμε με φίλους. Το πρόβλημα είναι ότι δε θα ήσασταν σίγουροι ποιος είναι αξιόπιστος. Αν οι άλλοι σας υπόσχονταν βοήθεια, τότε μπορεί κάποια στιγμή να τους συνέφερε να αθετήσουν την υπόσχεσή τους. Κάθε δραστηριότητα που θα απαιτούσε συνεργασία, όπως η παραγωγή τροφής σε μεγάλη κλίμακα ή το χτίσιμο σπιτιών, θα ήταν αδύνατη δίχως ένα στοιχειώδες επίπεδο εμπιστοσύνης. Δε θα ξέρατε ότι σας έχουν ξεγελάσει παρά όταν θα ήταν πια αργά, και ίσως μέχρι εκείνη τη στιγμή θα σας την είχαν φέρει κυριολεκτικά πισώπλατα. Κανείς δε θα βρισκόταν εκεί για να τιμωρήσει τον άνθρωπο που θα σας μαχαίρωνε πισώπλατα. Οι εχθροί σας θα μπορούσαν να είναι παντού. Θα ζούσατε όλη σας τη ζωή μόνοι σας, με τον φόβο της επίθεσης. Αυτή η προοπτική δεν είναι καθόλου ελκυστική.

Η λύση, υποστήριξε ο Χομπς, είναι να θέσουμε επικεφαλής ένα ισχυρό άτομο ή κοινοβούλιο. Τα άτομα στη φυσική κατάσταση θα πρέπει να συστήσουν ένα «κοινωνικό συμβόλαιο», τη συμφωνία να εγκαταλείψουν μερικές από τις επικίνδυνες ελευθερίες τους για χάρη της ασφάλειας. Δίχως αυτό που αποκαλούσε «κυρίαρχος», η ζωή θα ήταν μια κόλαση. Αυτός ο κυρίαρχος θα είχε λάβει το δικαίωμα να τιμωρεί αυστηρά όποιον υπερέβαινε τα όρια. Ο Χομπς πίστευε πως υπάρχουν ορισμένοι φυσικοί νόμοι τους οποίους θα αναγνωρίζαμε ως σημαντικούς, όπως ότι οφείλουμε να μεταχειριζόμαστε τους άλλους όπως θα περιμέναμε να μας μεταχειρίζονται αυτοί. Οι νόμοι δεν έχουν αξία αν δεν υπάρχουν κάποια άτομα ή πράγματα αρκούντως ισχυρά ώστε να κάνουν τους πάντες να τους τηρούν. Δίχως νόμους και δίχως έναν ισχυρό κυρίαρχο, οι άνθρωποι στη φυσική κατάσταση πρέπει να αναμένουν τον βίαιο θάνατο. Η μόνη παρηγοριά είναι ότι μια τέτοια ζωή θα ήταν συντομότατη.

Ο Λεβιάθαν (1651), το σημαντικότερο βιβλίο του Χομπς, εξηγεί λεπτομερώς τα αναγκαία βήματα για να κινηθούμε από την εφιαλτική συνθήκη της φυσικής κατάστασης σε μια ασφαλή κοινωνία όπου η ζωή είναι ανεκτή. Ο «Λεβιάθαν» ήταν ένα γιγάντιο θαλάσσιο τέρας που περιγράφεται στη Βίβλο. Για τον Χομπς, είναι μια αναφορά στη μεγάλη ισχύ του κράτους. Ο Λεβιάθαν αρχίζει με την εικόνα ενός γίγαντα πάνω σε έναν λόφο, ο οποίος κρατά ένα σπαθί και ένα σκήπτρο. Αυτή η μορφή τελείται από πολλούς μικρότερους ανθρώπους που αναγνωρίζονται ως μεμονωμένα άτομα. Ο γίγαντας αντιπροσωπεύει το ισχυρό κράτος με τον κυρίαρχο επικεφαλής. Δίχως έναν κυρίαρχο, πίστευε ο Χομπς, όλα θα κατέρρεαν και η κοινωνία θα αποσυντίθετο σε ξεχωριστούς ανθρώπους έτοιμους να αλληλοσπαραχτούν για να επιβιώσουν.

Τα άτομα στη φυσική κατάσταση έχουν συνεπώς πολύ καλούς λόγους να θέλουν να συνεργαστούν και να αναζητήσουν την ειρήνη. Αυτός είναι ο μόνος τρόπος να προστατευτούν. Ειδάλλως, η ζωή τους θα ήταν φοβερή. Η ασφάλεια είναι σημαντικότερη από την ελευθερία. Ο φόβος του θανάτου ωθεί τους ανθρώπους στον σχηματισμό μιας κοινωνίας. Ο Χομπς πίστευε ότι οι άνθρωποι θα συναινούσαν στην παραχώρηση αρκετής ελευθερίας προκειμένου να συστήσουν ένα κοινωνικό συμβόλαιο μεταξύ τους, μια υπόσχεση να αφήσουν τον κυρίαρχο να τους επιβάλλει νόμους. Μια ισχυρή εξουσία είναι προτιμότερη από έναν πόλεμο όλων εναντίον όλων.

Όπως πολλοί στοχαστές της εποχής του, ο Χομπς δεν ήταν μόνο φιλόσοφος – ήταν αυτό που αποκαλούμε αναγεννησιακός άνθρωπος. Ενδιαφερόταν βαθιά για τη γεωμετρία και την επιστήμη, καθώς και για την αρχαία ιστορία. Αγαπούσε τη λογοτεχνία και όταν ήταν νεαρός έγραφε και μετέφραζε λογοτεχνία. Στη φιλοσοφία, με την οποία ασχολήθηκε όταν έγινε μεσήλικας, ήταν υλιστής, δηλαδή πίστευε ότι οι άνθρωποι είναι απλώς σωματικά όντα. Δεν υπάρχει ψυχή: είμαστε απλώς σώματα, δηλαδή πολύπλοκες μηχανές.

Η χρησιμότητα των διεφθαρμένων και των τεράτων

Σχετική εικόναΕίναι βέβαιο ότι όσο λιγότερες είναι οι επιθυμίες κάποιου τόσο λιγότερο ορέγεται πράγματα και τόσο πιο καλά τα ‘χει με τον εαυτό του. Όσο πιο ενεργός είναι εξυπηρετώντας τις δικές του ανάγκες τόσο λιγότερο χρειάζεται να τον υπηρετούν, κι όσο πιο αγαπητός είναι τόσο λιγότερο οχληρός θα είναι σε μία οικογένεια. Όσο περισσότερο αγαπά την ειρηνική ζωή και την ομόνοια τόσο πιο ελεήμων είναι προς τον πλησίον του, κι όσο περισσότερο διακρίνεται από αληθινή αρετή, στον ίδιο βαθμό αναμφίβολα είναι αποδεκτός από τους ανθρώπους.

Αλλά ας είμαστε αντικειμενικοί, σε τι ωφελούν όλα τούτα, πώς μπορούν να συμβάλουν στον πλούτο, τη δόξα και το μεγαλείο των εθνών; Είναι ο φιλήδονος αυλικός του οποίου η χλιδή δεν έχει όρια, είναι ο ακόλαστος που επινοεί νέες μόδες κάθε βδομάδα, είναι η υπεροπτική δούκισσα που με την ακολουθία, τις δεξιώσεις και την όλη συμπεριφορά της προσπαθεί να παραστήσει την πριγκίπισσα, είναι ο ανήθικος άσωτος κι ο σπάταλος κληρονόμος αυτοί που πετάνε τα χρήματά τους δίχως μυαλό και κρίση, που αγοράζουν ό,τι βλέπουνε μπροστά τους για να το καταστρέψουν ή να το δώσουν την επομένη, είναι ο άπληστος και δόλιος ουτιδανός που έφτιαξε την περιουσία του εξαπατώντας χήρες κι ορφανά αυτός που κληροδοτεί τα χρήματά του σε άσωτους να τα δαπανούν.

Ιδού ποιοι αποτελούν την κατάλληλη λεία και τροφή για έναν Λεβιάθαν στην πλήρη του άνθηση. Με άλλα λόγια, η ολέθρια κατάσταση των ανθρώπινων υποθέσεων είναι τέτοια που μας κάνει να έχουμε ανάγκη τους διεφθαρμένους και τα τέρατα για να επιτελούν τις διάφορες εργασίες τις οποίες η ανθρώπινη δεξιότητα είναι ικανή να επινοήσει προκειμένου να προμηθεύσει ένα μέσο έντιμης επιβίωσης στις πλατιές μάζες των φτωχών εργαζομένων που είναι απαραίτητοι για τη σύσταση μιας μεγάλης κοινωνίας. Θα ήταν τρελό να φανταστεί κανείς ότι τα μεγάλα και πλούσια έθνη μπορούν να υφίστανται και να είναι συγχρόνως ισχυρά και πολιτισμένα με διαφορετικό τρόπο.

BERNARD MANDEVILLE, Περί της φύσης της κοινωνίας

Πώς να είστε εντελώς ασήμαντοι

Σύμφωνα με τις φήμες της σόου μπίζνες, η σταρ του σινεμά και καλλιτέχνιδα του καμπαρέ Μάρλεν Ντίτριχ ήταν διαβόητη για τον εγωτισμό της. Κάποτε, υστέρα από μια ζωντανή συναυλία, η Ντίτριχ συγκέντρωσε μια ομάδα φανατικών θαυμαστών της στο καμαρίνι της και ρώτησε, μάλλον ανειλικρινά: «Δεν τραγούδησα ωραία το πρώτο τραγούδι; Και δεν είμαι μια κούκλα με αυτό το κόκκινο φόρεμα; Και δε γελάσατε με την ψυχή σας με το ανέκδοτο που είπα;… Αλλά αρκετά μ’ εμένα. Πείτε μου, εσείς τι πιστεύετε για την παρουσία μου;».

Το 1914 ο Σίγκμουντ Φρόυντ έγραψε ένα σπουδαίο δοκίμιο, την «Εισαγωγή στον ναρκισσισμό», όπου περιέγραφε με σαφήνεια το κλινικό φαινόμενο κατά το οποίο κάποιοι άνθρωποι αποκτούν εμμονή με τον εαυτό τους και πείθονται για το πόσο σπουδαίοι είναι. Ο Φρόυντ πίστευε πως ο νάρκισσος είναι ουσιαστικά ένα νήπιο, καθώς και κάποιος που πιστεύει πως είναι το κέντρο του σύμπαντος, όπως ακριβώς το νεογέννητο, που δεν έχει ούτε την ικανότητα ούτε την ανάγκη να νοιάζεται για τους άλλους.

Κάθε μωρό αρχίζει τη ζωή ως ένας παντοδύναμος νάρκισσος. Το νεογέννητο θέλει τροφή και, οποία έκπληξη, ένα στήθος εμφανίζεται ως δια μαγείας γεμάτο με λαχταριστό γάλα. Το νεογέννητο κρυώνει και, με εντυπωσιακό τρόπο, εμφανίζεται μια κουβέρτα, σαν από το πουθενά, και το ζεσταίνει. Αυτές οι πρώτες εμπειρίες της φροντίδας από έναν στοργικό γονέα επιτρέπουν στο κοριτσάκι ή το αγοράκι να αναπτύξει αυτό που ο Φρόυντ ονόμαζε «πρωτογενή ναρκισσισμό», ένα υγιές και αναγκαίο στάδιο ανάπτυξης που θέτει στο προσκήνιο τις σωματικές και ψυχικές ανάγκες του μωρού. Οι καλοί γονείς δε νοιάζονται και πολύ αν το νεογέννητο συμπεριφέρεται σαν επίδοξη ντίβα. Εξάλλου, τα μικρά αγόρια και κορίτσια δε διαθέτουν ούτε τις κινητικές ούτε τις γνωστικές ικανότητες για να μαγειρέψουν ή να ντυθούν. Οι γονείς πρέπει να γίνουν υπηρέτες, να παρέχουν εικοσιτετράωρη υπηρεσία δωματίου για κάθε απαίτηση του νεογέννητου, προκειμένου το παιδί να επιβιώσει.

Ενώ όμοως οι περισσότεροι από μας γινόμαστε πιο ανεξάρτητοι και αυτοδύναμοι όσο μεγαλώνουμε, κάποιοι άνθρωποι δεν αποκηρύσσουν ποτέ τη ναρκισσιστική στάση της νηπιακής ηλικίας τους και γίνονται κλινικά νάρκισσοι στην ενήλικη ζωή τους. Η επίμονη απορρόφηση στον εαυτό τους προσβάλλει βάναυσα την οικογένεια, τους φίλους και τους συναδέλφους τους. Ο Φρόυντ υποστήριξε πως ο ενήλικας νάρκισσος πάσχει από ψυχικό πρόβλημα.

Όσο μεγαλώνουμε, οι περισσότεροι από μας μαθαίνουμε να δίνουμε χώρο στους άλλους, πρώτα στα αδέρφια μας και μετά στους συμμαθητές μας. Συνειδητοποιούμε με μάλλον οδυνηρό τρόπο πως και τα άλλα παιδάκια έχουν γενέθλια, και τα άλλα αγόρια και κορίτσια παίρνουν άριστα στην αριθμητική, και τα λοιπά. Πολλοί άνθρωποι, ωστόσο, που πάσχουν από μια βαθιά αίσθηση ανεπάρκειας και στέρησης, δεν μπορούν να εγκαταλείψουν αυτή την πρώιμη ναρκισσιστική στάση τους και επιμένουν, σαν την Ντίτριχ, να θέλουν να τραβούν πάνω τους τους προβολείς.

Ο Φρόυντ συνειδητοποίησε πως ot νάρκισσοι δεν αντέχουν την κοινοτοπία της ζωής τους και γι’ αυτό συχνά παραπονούνται:

Γιατί να μη μας έχει δωρίσει η φύση τους χρυσούς βοστρύχους του Μπάλντερ ή τη ρώμη του Ζίγκφριντ, το πλατύ μέτωπο μιας ιδιοφυίας ή την ευγενική κατατομή ενός ευπατρίδη; Γιατί να γεννηθούμε σε σπίτι αστών και όχι σε βασιλικό ανάκτορο; Θα τα καταφέρναμε εξίσου καλά να είμαστε όμορφοι και αριστοκράτες, όπως όλοι εκείνοι τους οποίους φθονούμε για τα προσόντα τους.

Προκειμένου να γίνουμε συναισθηματικά υγιείς ενήλικες, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τον νηπιακό ναρκισσισμό μας και να βρούμε έναν τρόπο να γίνουμε λιγότερο μεγαλομανείς, λιγότερο φίλαυτοι και πιο ικανοί στο να μοιραζόμαστε τον πλανήτη με τα άλλα 7 δισεκατομμύρια ανθρώπους. Με άλλα λόγια, πρέπει να μάθουμε πώς θα γίνουμε ασήμαντοι, πρέπει να αποδεχτούμε το γεγονός πως στη ζωή υπάρχουν και άλλα πράγματα με νόημα, και άλλες πηγές ικανοποίησης, πέρα από την επιδίωξη της φήμης και της δόξας, πέρα από το χτίσιμο αγαλμάτων προς τιμή μας.

Όμως ο Φρόυντ κατανόησε ακόμα βαθύτερα τη φύση της ασημαντότητας. Όχι μόνο υπογράμμισε τη σημασία τού να απεκδυθούμε τον νηπιακό ναρκισσισμό μας – την ανάγκη μας να είμαστε οι σταρ της παράστασης- αλλά και διέλυσε τις ναρκισσιστικές αυταπάτες της ανθρωπότητας, καθώς υποστήριξε πως εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε σε γενικές γραμμές τόσο εντυπωσιακοί όσο νομίζουμε.

Ο Φρόυντ ήξερε καλά πως οι περισσότεροι άνθρωποι θεωρούν τον εαυτό τους έναν ανεξάρτητο δρώντα, που ελέγχει τη ζωή του, καθορίζει το πεπρωμένο του, επιλέγει την καριέρα του και τον σύντροφο ή τη σύντροφό του προσεκτικά. Ωστόσο επέμενε ότι, ενώ παριστάνουμε πως είμαστε οι αρχιτέκτονες της ύπαρξης μας, στην πραγματικότητα είμαστε σκλάβοι πανίσχυρων ασυνείδητων δυνάμεων που κυβερνούν τον νου και τη συμπεριφορά μας. Σε όλα του τα ψυχαναλυτικά γραπτά ο Φρόυντ περιέγραφε τον εαυτό του (ίσως λιγάκι ναρκισσιστικά) ως έναν μεγάλο επαναστάτη στην ιστορία, ο οποίος διέλυσε τις ναρκισσιστικές αυταπάτες των ανθρώπων. Τοποθέτησε τον εαυτό του σε μια τριάδα μεγαλοφυών ανδρών, μαζί με τον Νικόλαο Κοπέρνικο, τον αστρονόμο του 16ου αιώνα, και τον Κάρολο Δαρβίνο, τον εξελικτικό βιολόγο του 19ου αιώνα – εντυπωσιακή παρέα, αν μη τι άλλο.

Ο Φρόυντ συνόψισε τις επικές παρατηρήσεις του ως εξής:
Μετά από αυτή την εισαγωγή θέλω να αναφέρω οτι ο γενικός ναρκισσισμός, η φιλαυτια της ανθρωπότητας, έχει υποστεί ως τώρα τρεις βαριές προσβολές από μέρους της επιστημονικής έρευνας.

α) Ο άνθρωπος πίστευε πρώτα, στις αρχές της έρευνας του, ότι η κατοικία του, η Γη, βρίσκεται ήσυχη στο κέντρο του σύμπαντος, ενώ ο ήλιος, το φεγγάρι και οι πλανήτες κινούνται σε κυκλικές τροχιές γύρω από τη Γη. Αυτό το συμπέρασμα το έβγαλε ακολουθώντας αυθόρμητα την εντύπωση που σχημάτιζε με τις αισθήσεις του- γιατί δεν αντιλαμβάνεται καμιά κίνηση της Γης, και όπου κι αν κοιτάζει ελεύθερα γύρω του, βρίσκεται στο κέντρο ενός κύκλου που περικλείει τον εξωτερικό κόσμο. Η κεντρική θέση της Γης ήταν όμως στα μάτια του και μια εγγύηση για τον κυρίαρχο ρόλο της μέσα στο σύμπαν και φαινόταν να ταιριάζει καλά με την τάση που είχε να αισθάνεται τον εαυτό του κύριο του κόσμου.

Η άρση αυτής της ναρκισσιστικής αυταπάτης συνδέεται για μας με το όνομα και το έργο του Κοπέρνικου τον 16ο αιώνα. Πολύ πριν από αυτόν, οι Πυθαγόρειοι αμφέβαλλαν για την προνομιακή θέση της Γης, και ο Αρίσταρχος ο Σάμιος είχε πει τον 3ο της Γης αιώνα πΧ ότι η Γη είναι πολύ πιο μικρή από τον ήλιο και κινείται γύρω από αυτό το ουράνιο σώμα. Η μεγάλη ανακάλυψη του Κοπέρνικου είχε γίνει λοιπόν ήδη πριν από αυτόν. Όταν όμως πέτυχε τη γενική αναγνώριση, η ανθρώπινη φιλαυτία είχε υποστεί την πρώτη της, την κοσμολογική προσβολή.

β) Κατά την πορεία της πολιτισμικής του εξέλιξης ο άνθρωπος υψώθηκε πάνω από τα άλλα ζωικά πλάσματα και έγινε κύριός τους. Δεν έμεινε όμως ικανοποιημένος με αυτή του την επικράτηση και άρχισε να ανοίγει ένα χάσμα ανάμεσα στη φύση του και στη δική τους. Έπαψε να αναγνωρίζει σε αυτά τη νοημοσύνη και απέδωσε στον εαυτό του μια αθάνατη ψυχή- επικαλέστηκε μια υψηλή θεϊκή καταγωγή, που του επέτρεψε να διαρρήξει τα δεσμά που τον συνέδεαν με τον ζωικό κόσμο. Είναι παράξενο ότι αυτή η έπαρση λείπει ακόμα από το μικρό παιδί, όπως και από τον πρωτόγονο. Είναι αποτέλεσμα μιας κατοπινής, πιο φιλόδοξης εξέλιξης.

‘Ολοι μας ξέρουμε ότι οι έρευνες του Κάρολου Δαρβίνου, των συνεργατών του και των προδρόμων του έδωσαν τέλος σε αυτή την έπαρση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος δεν είναι τίποτε άλλο και τίποτα καλύτερο από ένα ζώο- προέρχεται κι αυτός από το ζωικό βασίλειο και συγγενεύει με ορισμένα είδη περισσότερο, με άλλα λιγότερο. Τα μεταγενέστερα επιτεύγματα του δεν κατάφεραν να εξαφανίσουν τις μαρτυρίες που πιστοποιούν την ισοτιμία του με τα ζώα και που τις βρίσκουμε στη σωματική του διάπλαση καθώς και στις ψυχικές του προδιαθέσεις. Αυτή όμως είναι η δεύτερη, η βιολογική προσβολή του ανθρώπινου ναρκισσισμού.

γ) Πιο οδυνηρή πρέπει να είναι η τρίτη προσβολή, μια προσβολή ψυχολογικής φύσης.

Ο άνθρωπος, αν και ταπεινωμένος έξω, αισθάνεται κυρίαρχος μέσα στην ίδια του την ψυχή. Κάπου μέσα στην πυρήνα του εγώ του δημιούργησε ένα εποπτικό όργανο, το οποίο επιτηρεί τις ορμές και τις ενέργειές του και ελέγχει αν συμφωνούν με τις απαιτήσεις του.

Αυτές οι δύο εξηγήσεις που δώσαμε, ωστόσο, ότι η ορμική ζωή της σεξουαλικότητας μέσα μας δεν μπορεί να δαμαστεί εντελούς και ότι οι ψυχικές διεργασίες είναι στην πραγματικότητα ασύνειδες και δε φτάνουν ούτε υποτάσσονται στο εγώ παρά με τη βοήθεια μιας λειψής και αναξιόπιστης αντίληψης, σημαίνουν: το εγώ δεν είναι κύριος μέσα στο ίδιο τον το σπίτι. Αποτελούν την τρίτη προσβολή της φιλαυτίας, που θα ήθελα να την ονομάσω ψυχολογική προσβολή. Ας μην απορούμε λοιπόν που το εγώ δε χαρίζει την εύνοιά του στην ψυχανάλυση και της αρνείται με πείσμα την εμπιστοσύνη του.

Ο Κοπέρνικος μας ανάγκασε να συνειδητοποίησουμε πως η Γη περιστρέφεται γύρω από τον Ήλιο. Ο Δαρβίνος μάς βοήθησε να αναγνωρίσουμε ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε τον εαυτό μας απόγονο του Αδάμ και της Εύας. Και ο Φρόυντ επέμενε πως δεν ελέγχουμε τον ίδιο μας τον νου. Αυτές οι τρεις επαναστάσεις συγκροτούν μια συντριπτική προσβολή της ναρκισσιστικής έννοιας του ανθρώπου ως κέντρου του σύμπαντος. Η εμπειρία ότι είμαστε ένα σπουδαίο μωρό, που εκλαμβάνει τον εαυτό του ως το εξυψωμένο τέκνο κάποιας θεότητας και που πιστεύει πως ο πλανήτης Γη είναι ο καλύτερος τόπος στο σύμπαν, μπορεί να φέρνει ικανοποίηση ως έναν βαθμό. Τελικά, όμως, για να αντιμετωπίσουμε τη ζωή που ζούμε ως κοινοί άνθρωποι που εργάζονται πολύ και γερνούν, που έχουν περιορισμένα μέσα και ικανότητες, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε τη νηπιακή, μεγαλομανή, ναρκισσιστική αυτοεικόνα μας και να μάθουμε πώς θα είμαστε ένα άτομο ανάμεσα στα δισεκατομμύρια των συνανθρώπων μας μέσα σε ένα τεράστιο ηλιακό σύστημα, καθώς και ότι μια μέρα όλοι θα πεθάνουμε. Όπως εξήγησε ο Φρόυντ:

Όπως ο πλανήτης περιστρέφεται γύρω από ένα κεντρικό σώμα, εκτός από την κίνηση γύρω από τον άξονά του, έτσι συμμετέχει και το ξεχωριστό άτομο στην εξελικτική πορεία της ανθρωπότητας, ενώ βαδίζει τον δρόμο της δικής του ζωής. Αλλά στα κουτά μας μάτια το παιχνίδι των δυνάμεων στον ουρανό φαίνεται παγωμένο σε μια αιώνια, ίδια τάξη· στο οργανικό γίγνεσθαι βλέπουμε ακόμη πώς αντιμάχονται μεταξύ τους οι δυνάμεις και πώς μεταβάλλονται διαρκώς τα αποτελέσματα της σύγκρουσης. Όπως οι δύο τάσεις, αυτή για ατομική ευτυχία και αυτή για ανθρώπινη σύνδεση, πρέπει να αντιμάχονται μεταξύ τους μέσα σε κάθε άτομο, έτσι και οι δύο διαδικασίες της ατομικής και της πολιτισμικής εξέλιξης πρέπει να διασταυρώνονται μεταξύ τους εχθρικά και να αμφισβητούν η μια στην άλλη το έδαφος.

Για να είναι κανείς πνευματικά υγιής, θα πρέπει φυσικά να θέλει να αυξάνει τη δημιουργικότητά του, αλλά επίσης θα πρέπει να αποδεχτεί το γεγονός ότι όσο θαυμαστά επιτεύγματα κι αν είναι οι πίνακες, τα ποιήματα, οι μουσικές συνθέσεις ή τα επιστημονικά του πειράματα, όσο ωραίο πρόσωπο και σώμα κι αν έχει, όσα λεφτά κι αν έχει, πάντα θα υπάρχει κάποιος που θα τον ξεπερνά. Ο Φρόυντ παρατήρησε πως όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με μεγάλους συγγραφείς όπως ο Ράντγιαρντ Κίπλινγκ, ο Μαρκ Τουέιν και ο Εμίλ Ζολά, μεταξύ άλλων, δεν μπορούμε να αποφύγουμε “την αίσθηση του πόσο μικροί είμαστε σε σχέση με το μεγαλείο τους”

Τι είναι η συνεξάρτηση και πως υπονομεύει τη ζωή μας

Η έννοια της συνεξάρτησης είναι σύνθετη. Αποτελείται από το πρώτο συνθετικό το «συν» και το δεύτερο που είναι η «εξάρτηση». Η συνεξάρτηση εκδηλώνεται σε δύο βασικούς άξονες, στη σχέση που έχει ένας ενήλικας με τον εαυτό του και στη σχέση που έχει με τους άλλους.

Τι σημαίνει όμως αυτό;

Η σχέση που διαμορφώνει ο καθένας με τον εαυτό του είναι η πιο σημαντική γιατί καθώς οι άνθρωποι είναι σε θέση να εκφράσουν τον αυτοσεβασμό και τη σιγουριά που τρέφουν για τον εαυτό τους αυτομάτως και οι σχέσεις με τους άλλους γίνονται λιγότερο δυσλειτουργικές. Ο αυτοσεβασμός δηλώνει την εκτίμηση που έχει ο καθένας για τον εαυτό του, την εικόνα που έχει συνθέσει από τα επιτεύγματα του καθώς και την αίσθηση του «αξίζω». Σε συνάρτηση με την εμπιστοσύνη, τη σιγουριά δηλαδή που έχει για το κάθε του βήμα, δομεί έναν ώριμο και ικανό ενήλικα να ζήσει και να ευχαριστηθεί τη ζωή.

Αντίθετα ένας συνεξαρτημένος ενήλικας δυσκολεύεται να ικανοποιήσει μόνος του τις πραγματικές ανάγκες του, να θέσει λειτουργικά όρια και να εκφράσει την πραγματικότητά του με μέτρο. Δυσκολεύεται να εμπιστευτεί τον εαυτό του και τείνει να σχετίζεται με ανθρώπους που ικανοποιεί μέσα από αυτούς κάποιες ανάγκες του που δεν ικανοποιήθηκαν όσο ήταν παιδί. Για παράδειγμα η τάση να μιλάει σε μία παρέα ο ένας για τον άλλον και όχι ο ένας στον άλλον αυτόματα προκαλούνται εντάσεις στην παρέα γιατί με αυτόν τον τρόπο συνεχίζει να καλλιεργεί τις συνήθειες της παιδικής ηλικίας ενώ είναι στην ενήλικη ζωή. Καθώς συγχέει την παιδική ηλικία με την ενήλικη ζωή συγχύζεται και νοιώθει μπερδεμένος ή χαμένος. Αυτό συνεχίζει να συμβαίνει στη ζωή του γιατί κάποτε στο παρελθόν, στην οικογένεια του συγκεκριμένα, ίσως βίωσε κακοποιητική στάση από τους γονείς του η οποία ερμηνεύτηκε από τον ίδιο ως «αγάπη», «ενδιαφέρον», ως μία υγιής ανατροφή.

Για παράδειγμα, πολλοί άνθρωποι θεωρούν ότι στο πλαίσιο της φυσιολογικής ανατροφής μπορούν να χτυπάνε το παιδί τους με τη ζώνη, να το χαστουκίζουν (επαναλαμβανόμενα),να χρησιμοποιούν χαρακτηρισμούς, να το φέρνουν να κοιμάται μαζί τους, να κυκλοφορούν γυμνοί μπροστά σε ένα παιδί τριών ή τεσσάρων ετών. Άλλοι γονείς θεωρούν ότι οι σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού έχουν μηδαμινή εγκυρότητα επειδή τα παιδιά είναι ανώριμα και χρειάζεται να μεγαλώσουν για να καταλάβουν. Άλλοι πάλι γονείς υπερπροστατεύουν τα παιδιά τους, χωρίς να τα αφήνουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες από τις επιλογές τους. Τέτοιοι γονείς είναι συχνά πολύ κοντά στα παιδιά τους χρησιμοποιώντας τα σαν έμπιστους, λέγοντάς τους μυστικά πέρα από το επίπεδο ανάπτυξή τους. Αυτό θα μπορούσε να είναι κακοποιητικό για το ίδιο το παιδί.

Σε πολλούς από εμάς, πολύ πιθανόν να μας είναι γνώριμες αντίστοιχες συμπεριφορές και να θεωρούμε ότι αυτό που μας συνέβη ήταν φυσιολογικό και σωστό. Κάπως έτσι έχει σχηματιστεί μία αντίληψη ότι οι γονείς μας μας μεγάλωσαν «σωστά».

Είναι απαραίτητο να μην ξεχνάμε ότι η πραγματικότητα ενός ανθρώπου απαρτίζεται από το σώμα, τη σκέψη, τα συναισθήματα, τις αισθήσεις και τη συμπεριφορά του. Ο αυτοέλεγχος (η θετική όψη) λαμβάνει χώρα μόνο όταν καθορίζω τη δική μου πραγματικότητα ξέχωρα από την πραγματικότητα των άλλων. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει διέξοδος από τον φαύλο κύκλο της κακοποίησης. Τα πρώτα σημάδια εμφανίζονται καθώς αρχίζει και αναρωτιέται το τι του συμβαίνει. Αν επιτρέψει να διογκωθεί ο προβληματισμός του και απευθυνθεί σε κάποιον/α για θεραπεία πολύ πιθανόν να καταφέρει να αμφισβητήσει τα διαστρεβλωμένα μηνύματα φροντίδας και να επαναπροσδιορίσει τη χαμένη έννοια της αξίας του.

Τον Χρόνο Δεν Μπορείς Να Τον Αγγίξεις

Εκείνος Υπάρχει Για Να Κυλάει. Εσύ Υπάρχεις Για Να Ζεις

Έχεις έναν δρόμο μπροστά σου και προσπαθείς να φτάσεις στο τέλος του. Εκεί, γνωρίζεις πολύ καλά ότι κρύβεται η ουσία σου, το νόημα σου, η ευτυχία σου. Προχωράς μα δεν φτάνεις ποτέ. Βηματίζεις όλο και πιο γρήγορα και τότε γίνεσαι όλο και πιο ανυπόμονος. Πάλι όμως δεν φτάνεις στο τέλος του. Αρχίζεις και τρέχεις γρήγορα, με όση δύναμη σου έχει απομείνει νομίζοντας πως έτσι θα φτάσει ακόμα πιο κοντά στο τέρμα, μα ο δρόμος βρίσκεται εκεί. Ατελείωτος.

Απελπίζεσαι, ώσπου φτάνει η στιγμή που μπροστά σου εμφανίζεται κάτι που αρχίζει να σου δίνει ελπίδες, αλλά σε μπερδεύει ταυτόχρονα. Πολλά μονοπάτια. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να διαλέξεις. Αρχίζεις και σκέφτεσαι. Κάνεις υποθέσεις πιο μονοπάτι είναι πιο κοντά στο τέρμα σου. Σπας το κεφάλι σου γνωρίζοντας ότι έχεις μία επιλογή και εχθρό σου τον χρόνο.

Τότε αρχίζεις και τρέχεις δίχως να σκέφτεσαι. Τρέχεις σε καθένα από τα μονοπάτια εκείνα, αναζητώντας το ένα και μοναδικό που θα σε οδηγήσει στο τέρμα σου. Κάθε φορά όμως απελπίζεσαι όλο και πιο πολύ γιατί κανένα από όσα πέρασες δεν οδηγεί στο επιθυμητό σου. Τα μονοπάτια εξαντλούνται και ο χρόνος τρέχει πιο γρήγορα απ’ ότι εσύ.

Φτάνεις στο τελευταίο μονοπάτι και εναποθέτεις όλες τις ελπίδες σου σ’ εκείνο. Τρέχεις με την λαχτάρα ότι η ευτυχία σου βρίσκεται στο τέλος του μα εκείνο δεν τελειώνει. Συγκρούεσαι με ένα ανεπιθύμητο αδιέξοδο. Πεισμώνεις και ψάχνεις τρόπους να σπάσεις αυτόν τον τοίχο μπροστά σου, μα τίποτα δεν σε βοηθάει. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις ένα καινούριο μονοπάτι, συνεπώς ούτε και το τέρμα του. Ο χρόνος έχει τελειώσει και εσύ δεν έχεις καν ιδέα τι πήγε λάθος.

Κάπως έτσι γίνεται και με τις σχέσεις. Δεν μπορείς να εναποθέσεις τις ελπίδες σου σ’ έναν άνθρωπο προκειμένου να βρεις την ευτυχία σ’ εκείνον, ο οποίος δεν μπορεί να στην προσφέρει. Όσες φορές και αν προσπαθήσεις να βρεις τρόπους, πάντα θα φτάνεις στο σημείο εκείνο που δεν θα υπάρχει τίποτα, πέρα από αυτό το αδιέξοδο. Ψάχνεις την ευτυχία σε άτομα που δεν ανταποκρίνονται καν στις προϋποθέσεις σου. Βρίσκεις ανθρώπους που τα μονοπάτια τους είναι αδιέξοδα. Και όλο αυτό γιατί βιάζεσαι. Βιάζεσαι να φτάσεις στο τέρμα, αγνοώντας το ταξίδι. Βιάζεσαι να νιώσεις την ευτυχία, χωρίς να την έχεις ζήσει καν στις μικρές σου στιγμές.

Είναι αδύνατον να πεις ότι νιώθεις ευτυχισμένος χάνοντας όλη την ουσία των στιγμών σου, νομίζοντας ότι θα σε προλάβει ο χρόνος. Τον χρόνο δεν μπορείς να τον αγγίξεις καν. Εκείνος υπάρχει για να κυλάει. Εσύ υπάρχεις για να ζεις. Επικεντρώνεσαι στο τέρμα προσπερνώντας τη ζωή. Ο οργανισμός σου αντιδρά ανούσια και ουσιαστικά χάνεις όλη την διαδρομή προς την ευτυχία, νομίζοντας ότι αν την κατακτήσεις πιο γρήγορα θα είναι δική σου. Μα κάνεις λάθος. Εκείνη βρίσκεται στο τέρμα και σε περιμένει. Δεν χρειάζεται να βιαστείς. Όσο πιο αργά πας, τόσο καλύτερη εμπειρία ζωής θα έχεις εισπράξει.

Μην βασίζεται σ’ άχρηστα μονοπάτια όμως. Βρες ένα μονοπάτι και κάντο δικό σου. Άφησε τα ίχνη σου πάνω του και δείξε του την πορεία σου. Που ξέρεις, μπορεί εκείνο να κρύβει το τέρμα που επιθυμείς. Και αν όχι, μπορείς να δημιουργήσεις μια μικρή τρύπα στο τέρμα του και να δεις την ευτυχία σου εκεί.