Σάββατο 4 Μαρτίου 2017

H ΦΘΟΡΑ ΤΩΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΩΝ ΘΕΣΜΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για Η ἑλληνική πόλιςἘπειδή ὁ χαρακτήρας τῶν ἀνθρωπίνων θεσμῶν ἐξαρτᾶται κατά κανόνα ἀπό τόν τρόπο ἐφαρμογῆς τους, ἡ μεταβολή τῶν κοινωνικῶν ἰδεῶν ἐπιφέρει ἀναγκαστικά σοβαρές ἀλλαγές στό πολιτικό καθεστώς. Ἡ Ἑλλάδα τοῦ 4ου αἰώνα ἀπέκτησε αὐτή τήν ἐμπειρία. Ἐνῶ ἄλλες πόλεις ἀναστατώνονταν ἀπό ἐπαναστάσεις τίς ὁποῖες συνόδευαν σφαγές, ἐξορίες καί συλλογικές δημεύσεις, ἡ Ἀθήνα, κατά τή διάρκεια ἀγώνων πού δέν ἐπέσυραν, τουλάχιστον, παρά μόνο ἀτομικές καταδίκες, ἔβγαζε ἀπό τή δημοκρατική ἀρχή καινούρια συμπεράσματα.
 
Α΄ Η ΕΚΚΛΗΣΙΑ TOΥ ΔΗΜΟΥ ΤΟΝ 4ο ΑΙΩΝΑ
 
Ἡ ἐκκλησία τοῦ δήμου δέν μποροῦσε νά παραμείνει ὁ,τι ἦταν πρίν ἀπό τόν πελοποννησιακό πόλεμο καί τά ὀλιγαρχικά πραξικοπήματα. Στό βαθμό πού ἡ ἱστορία ἔχει διαχωριστικές γραμμές, τό ἔτος ἀρχῆς του Εὐκλείδη (403/2) σημειώνει ἀπό κάθε ἄποψη ἕνα τέλος καί μιά ἀρχή. Ἀπό αὐτή τή στιγμή ἡ ἐκκλησία θά ἀσκήσει μιά ἐξουσία ὁλο καί πιό «τυραννική», θέτοντας ὅμως τά ἰδιωτικά συμφέροντα ὁλο καί περισσότερο πάνω ἀπό τήν κοινή ὠφέλεια: ἔτσι ἡ πόλη δέν φάνηκε ποτέ τόσο δυνατή ὅσο τήν ἐποχή ὁπου τά ἄτομα, μέ τό νά τήν ἐκμεταλλεύονται, ἑτοιμάζουν τήν καταστροφή της.
 
Τόν 4ο αἰώνα ἡ λαϊκή κυριαρχία παρουσιάζει παράξενο θέαμα. Θά παλέψει σταθερά ἀνάμεσα στήν τάση τῆς ἀπολυταρχίας πού τῆς εἶναι φυσική καί σέ μιά κληρονομική ἀνάγκη νά ἀντιτάσσει νόμους στίς ἀπροσδόκητες συνέπειες τῶν ψηφισμάτων.
 
Ἡ γραφή παρανόμων ἦταν ἄλλοτε ὁ κύριος τρόπος ἄμυνας τοῦ δημοκρατικοῦ συντάγματος. Μιά διπλή ἐμπειρία ἔδεῖξε ὅτι οἱ ὀπαδοί τῆς ὀλιγαρχίας δέν μποροῦσαν νά κατακτήσουν τήν ἐξουσία, ἄν δέν παραμέριζαν αὐτό τό ἐμπόδιο. Ἡ τελική ἥττα τους διασφάλισε τό θεσμό ἀπό κάθε ἀπόπειρα. Ἀλλά τόν καιρό ἀκριβῶς ὅπου ἀπέβαινε ἄτρωτος, τή χρονιά ἀκριβῶς πού ἦταν ἄρχων ὁ Εὔκλειδης,[1] μιά γενική ἀναθεώρηση τῶν νόμων τόν ἔκαμε λιγότερο ἀναγκαΐο. Ἔκτοτε θά γίνει κατάχρηση τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ κατά τόν κομματικό ἀνταγωνισμό. Ἀντί νά ἐξασφαλίζει μέ φοβερές ἀπειλές μιά προστασία ἀνώτερης μορφῆς στό πολίτευμα, δέν εἶναι πιά παρά ἕνα κοινό ὅπλό στά χέρια τῶν ἀντιπάλων πού συγκρούονται στήν Πνύκα: σύντομα ἀμβλύνεται καί χαλάει. Εἶναι ἀκόμη ἱκανός νά ἐπιφέρει θανατική ποινή·2 μπορεῖ ὅμως καί νά χρησιμοποιηθεῖ γιά νά ἐπιβληθεῖ ἕνα γελοῖο πρόστιμο εἴκοσι πέντε δραχμῶν.3 Νά ἕνα πολύ χαρακτηριστικό γεγονός: ἕνας ἀρχηγός κόμματος, ὁ Ἀριστοφών ὁ Ἀζηνιεύς, ὑποχρεώθηκε νά ὑπερασπιστεϊ τόν ἑαυτό του ἀπέναντι σέ κατηγορία γιά παρανομία ἑβδομήντα πέντε φορές. Ἔφτασαν σέ σημεῖο ὅπου ἡ γραφή παρανόμων, χωρίς νά ἐμποδίζει τήν ἐκκλησία νά νομοθετεῖ στά τυφλά, κατάντησε ἐμπόδιο ἀκόμη καί σέ σωστές καινοτομίες, καί χαλινός στήν ἐλευθερία τοῦ λόγου, γιά τήν ὁποία οἱ πολίτες ἦταν τόσο ὑπερήφανοι.4
 
Μιά ἄλλη διαδικασία θά μποροῦσε, ἴσως, νά ἀναπληρώσει τίς ἀνεπάρκειες τῆς γραφῆς παρανόμων: ἡ εἰσαγγελία. Ὑπέστη ὅμως τήν ἴδια φθορά.5 Τόν 5ο αἰώνα προοριζόταν νά τιμωρεῖ τά ἐγκλήματα πού δέν προέβλεπαν οἱ νόμοι καί πού ἐπιβουλεύονταν τήν ἀσφάλεια τοῦ κράτους, τήν προδοσία καί τήν ἐσχάτη προδοσία, ὅπου συμπεριλαμβανόταν ἡ ἀπόπειρα ἀνατροπῆς τῆς δημοκρατικῆς κυβέρνησης μέ ἔργα καί μέ λόγια. Ἐπειδή δέν ὑπῆρχαν εἰδικοί νόμοι, τά δικαστήρια δέν μποροῦσαν νά ἐπιληφθοῦν ἄμεσα· ἦταν ἔργο τῆς ἐκκλησίας ἤ τῆς βουλῆς νά λάβει τά ἀναγκαία μέτρα γιά τή σωτηρία τοῦ κράτους. Ἐπέσυρε τόσο μεγάλες ποινές, ὥστε οἱ κατηγορούμενοι αὐτοεξορίζονταν χωρίς νά περιμένουν τήν ἀπόφαση.6 Ὁ λαός ἀγαποῦσε αὐτόν τό θεσμό, τόν ὁποιο ἀπέδιδε στόν Σόλωνα,7 γιατί προσέδιδε φοβερή ἀπότελεσματικότητα στό δικαίωμά του νά ἐκδικάζει τίς πολιτικές ὑπόθεσεις. Ἡ εἰσαγγελία καταργήθηκε μαζί μέ τή γραφή παρανόμων ἀπό τους Τετρακόσιους8 καί ἀναμφίβολα ἀπό τους Τριάκοντα. Ἀποκαταστάθηκε κατά τήν ἀρχοντία τοῦ Εὐκλείδη·9 δημοσιεύτηκε μάλιστα καί ἕνας νόμος (ὁ εἰσαγγελτικός νόμος) ὁ ὁποιος, χωρίς νά τήν ὁρίζει ρητά, ἀπαριθμοΰσε τίς περιπτώσεις τῆς ἐφαρμογῆς της σύμφωνα μέ τά προηγούμενα.10 Αὐτός ὁ φαινομενικός περιορισμός δέν χρησίμευσε σέ τίποτε. Μέ μιά σειρά ἐξομοιώσεις οἱ Ἀθηναῖοι ἔφτασαν στό σημεῖο νά θεωροῦν ἀπόπειρες κατά τῆς δημοκρατίας ἐγκλήματα, ἀδικήματα ἤ ἁπλἀ πταίσματα πού δέν εἶχαν καμία σχέση μέ τίς πράξεις πού, κατά τό νόμο, ὑποκεινταν στήν εἰσαγγελία. Ὁ Ὑπερείδης διαμαρτύρεται γιά τέτοιες καταχρήσεις καί δίνει παραδείγματα πού δικαιολογημένα τά χαρακτηρίζει γελοῖα: ὁ Λυκόφρων ἔχει κατηγορηθεῖ ἐπειδή ἐξέτρεψε μιά γυναίκα ἀπό τό συζυγικό καθῆκον ὁ Ἀγασικλῆς, γιατί γράφτηκε σέ ἄλλο δῆμο ἀπό τόν δικό του· ὁ Δίογνις καί ὁ Ἀντίδωρος, γιατί νοικίασαν αὐλήτριες πάνω ἀπό τή νόμιμη ταρίφα· ὁ Εὐξένιππος, γιατί ἔκαμε ψεύτικη ἀναφορά γιά ἕνα ὄνειρο πού εἶχε δεῖ μέσα σ' ἕνα ναό.11 Ἕνα ἀκόμη ὅπλο τῆς πόλης πού τό ἔφθειραν τά πολιτικά μίση.
 
Τί νά κάμουν γιά νά ὀρθώσουν ἕνα φράγμα στό ξεχείλισμα τῶν παράνομων προτάσεων; Θυμήθηκαν τίς ἐπιτροπές τῶν νομοθετῶν οἱ ὁποῖες ἐπανέφεραν τούς νόμους τῆς δημοκρατίας μετά ἀπό τίς δίκες τοῦ 410 καί τοῦ 403. Τότε εἶχαν δώσει στίς ἐπιτροπές ἔκτακτες ἐξουσίες μέ μέτρα πού ἐπέβαλλαν οἱ περιστάσεις· τώρα τίς ἔκαμαν κανονικό θεσμό.12 Ἡ ὕπαρξη αὐτῶν τῶν νομοθετῶν νέου τύπου μαρτυρεῖται ἀπό μιά ἀγόρευση τοῦ Δημοσθένη κατά τοῦ Λεπτίνη τό 355 /4, ἴσαμε μιά ἐπιγραφή πού χρονολογεῖται τό 329 /8. Αὐτή τή φορά βλέπουμε τό λαό νά παραιτεῖται συστηματικά ἀπό τή νομοθετική ἐξουσία, γιά νά μήν μπεῖ στόν πειρασμό νά κάμει κατάχρηση. Ἡ ἀρχή εἶναι σαφής: «ἀπαγορεύεται νά καταργηθεῖ νόμος πού ὑπάρχει, ἐκτός ἐάν τό ἐπιτρέψουν οἱ νομοθέτες».
 
Ἔτσι, ἀπό τήν πρώτη συνεδρία τοῦ χρόνου, στίς 11 τοῦ Ἑκατομβαιώνα, ἡ ἐκκλησία πρέπει νά ψηφίσει γιά ὁλους τους νόμους (ἐπιχειροτονία τῶν νόμων), ὥστε νά φανεῖ ἄν κάποιος πρέπει νά καταργηθεῖ. Σ' αὐτή τήν ψηφοφορία ὁ λαός ἀποφασίζει λαμβάνοντας ὑπόψη ἐκθέσεις τῶν ἀρχόντων ὅπου ἐπισημαίνεται κάποιο ἐλάττωμα, κενό ἡ ἀντίφαση, πού ἀποκαλύφθηκε κατά τή διάρκεια τοῦ περασμένου χρόνου στήν ἰσχύουσα νομοθεσία. Ἄν ἡ πλειοψηφία ἀποφασίσει ἀναθεώρηση, κάθε πολίτης μπορεῖ νά προτείνει καινούριες διατάξεις πάνω στό ἀμφισβητούμενο σημεῖο, μέ τόν ὀρό νά ἀναρτήσει τό σχέδιό του στίς βάσεις τῶν ἀνδριάντων πού παρίσταναν τούς ἐπώνυμους ἥρωες τῶν φυλῶν καί νά ἀναλάβει τήν εὐθύνη γράφοντας τό ὄνομά του. Στήν τέταρτη τακτική συνεδρίαση τῆς πρώτης πρυτανείας ἕνα ψήφισμα καθορίζει τόν ἀριθμό τῶν νομοθετῶν πού καλοῦνται νά συνεδριάσουν, τή διάρκεια τῆς ὑπηρεσίας τους, τή διαδικασία πού θά ἀκολουθήσουν, τά κονδύλια ἀπό τά ὁποια θά πληρωθοῦν, καί καταρτίζει τό πρόγραμμά τους ὑποδείχνοντας τίς διατάξεις πού πρέπει ἐνδεχόμενα νά ἀλλάξουν ἤ νά συμπληρώσουν. Ἡ ἐκκλησία δίνει λοιπόν ὁδηγίες στούς νομοθέτες· ἐπιπλέον διορίζει τέσσερις ἤ πέντε συνηγόρους ἤ συνδίκους ἐπιφορτισμένους νά ὑποστηρίξουν τούς νόμους πού πρόκειται νά ἐξεταστοῦν. Ὁ ρόλος τῆς ὅμως τελειώνει, τό δικαίωμά της ἐξαντλεῖται, ἀπό τή στιγμή πού ὁρισε τούς ἐντολοδόχους της.
 
Ἀπό ἐκείνη τή στιγμή δέν νομοθετεῖ ἡ ἐκκλησία ἀλλά τό σῶμα τῶν νομοθετῶν, πού ἀποτελεῖται ἀπό πεντακόσια ἕνα ἤ χίλια ἕνα μέλη. Ὑποδείχνονται ἀνάμεσα στούς πολίτες πού ἔχουν δώσει τόν ἡλιαστικο ὁρκο, εἶναι ἡλικιωμένοι καί ἔμπειροι. Συγκαλοῦνται ἀπό τους πρυτάνεις καί ἔχουν τόν δικό τους κανονισμό. Ἡ γραμματεία τους ἀποτελεΐται, ὅπως καί τῆς ἐκκλησίας, ἀπό προέδρους, ὁ ἐπικεφαλῆς τῶν ὁποίων, ὁ ἐπιστάτης, ἀλλάζει σέ κάθε συνεδρίαση. Ὅσο γιά τή διαδικασία, εἶναι ἴδια μέ τή διαδικασία τῶν ἡλιαστῶν. Δέν συζητοῦν, ἀλλά διεξάγουν μιά δίκη ὡς κριτές. Οἱ συνήγοροι ὑπερασπίζονται τό νόμο πού προσβάλλεται, ὁ συντάκτης τοῦ καινούριου νόμου ὑποστηρίζει τά πλεονεκτήματά του σέ σχέση μέ τόν προηγούμενο. Μετά ἀπό αὐτό ὁ ἐπιστάτης καλεῖ τούς δικαστές νά ψηφίσουν γιά τόν παλαιό καί τό νέο νόμο διαδοχικά. Θά ἰσχύσει ὅποιος πάρει τίς περισσότερες ψήφους. Χωρίς ἄλλες διατυπώσεις, χωρίς ἐπέμβαση οὔτε τῆς βουλῆς οὔτε τῆς ἐκκλησίας, καταγράφεται ἀπό τόν γράμματέα-ἀρχειοφύλακα τοῦ κράτους, γιά νά ταξινομηθεῖ μέ τά κείμενα πού ἔχουν ἰσχύ νόμου.
 
Σύμφωνα μέ τά γραπτά πού ἔφτασαν ὡς ἐμᾶς αὐτή ἡ διαδικασία ἐφαρμόζεται σέ δύο περιπτώσεις: νομιμοποιεῖ τά ψηφίσματα τοῦ περασμένου ἔτους πού ἐπέβαλαν δαπάνες γιά τίς ὁποῖες δέν ὑπῆρχε πρόβλεψη στόν προϋπολογισμό,13 καί ἐπιτρέπει ἀλλαγές στούς ἱερούς νόμους, παραδείγματος χάρη γιά τίς ἀπαρχές ταῆς Ἐλευσίνας καί γιά τή γιορτή τοῦ Ἀμφιάραου.14 Ἀλλά δέν βλέπουμε γιατί δέν θά ἅρμοζε καί σέ πολλές ἄλλες περιπτώσεις. Πρέπει λοιπόν νά ὑποθέσουμε ὅτι αὐτή ἡ διαδικασία εἶχε γενική ἰσχύ.
 
Πῶς συμβαίνει ὅμως ὥστε ὁ Ἀριστοτέλης νά μήν πεῖ οὔτε λέξη σχετικά μέ αὐτήν, ὅταν περιγράφει τήν ἀθηναϊκή πολιτεία;
 
Μήπως ἐπειδή, ὅπως εἰπώθηκε,15 ὅλα ὁσα ἀφοροῦσαν τή νομοθεσία ὁ δάσκαλος τά ἄφησε γιά τό μαθητή του Θεοφραστο, πού ἐπρόκειτο πραγματικά νά γράψει μιά πραγματεία γιά τούς Νόμους; Ὄχι· γιατί, παραλείποντας μιά λέξη, ἀρκετή γιά νά ἀκριβολογήσει, θά παραποιοῦσε συνειδητά τόν πίνακα πού σκιαγραφοῦσε. Ἄλλωστε, στά Πολιτικά, ὄχι μόνο εἰσάγει τήν ἔκδοση νόμων στό χῶρο τῆς ἄσκησης τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, ἀλλά καί κατηγορεῖ ἐπανειλημμένα τήν ἀθηναϊκή δημοκρατία ὅτι νομοθετεῖ μέ ψηφίσματα.16 Φαίνεται λοιπόν ὅτι, κατά τήν κρίση του, ὅλη αὐτή ἡ διαδικασία δέν εἶχε μεγάλη σημασία, καί οἱ ἀποφάσεις τῶν νομοθετῶν, ἄν καί περιβάλλονταν μέ πιό περίπλοκους τύπους, δέν διέφεραν οὐσιαστικά ἀπό τά ψηφίσματα τῆς ἐκκλησίας. Οἱ καλύτερες προθέσεις, οἱ πιό σωστές ἰδέες, δέν ἦταν ἱκανές νά περιστείλουν τίς ἀσυνέπειες καί τίς αὐθαιρεσίες τῆς ἐκκλησίας τοῦ δήμου. «Τί ἀξίζουν οἱ νόμοι χωρίς ἡθη;»
 
Αὐτός ὁ λαός ὁ τόσο ὑπερήφανος γιά τά κυριαρχικά δικαιώματά του, ἐννοοῦσε, μολαταῦτα, νά πάρει σέ ἰσχυρό νόμισμα τήν ἀμοιβή γιά τόν κόπο πού κατέβαλε ἀκριβῶς γιά νά ἀσκήσει αὐτά τά δικαιώματα. Παρατηροῦμε ἐδῶ μιά ἀπό τίς πιό ἔντόνες διαφορές πού ὑπάρχουν ἀνάμεσα στούς Ἀθηναίους της παλαιᾶς καί τῆς νεώτερης ἐποχῆς. Τόν 5ο αἰώνα οἱ πολίτες ἐνδιαφέρονταν πολύ γιά τίς δημόσιες ὑπόθεσεις, καί πολλοί ἀπ' αὐτούς πήγαιναν στήν ἐκκλησία. Στήν ἄρχη τοῦ 4ου αἰώνα καθένας εἶναι τόσο ἀπασχολημένος μέ τίς ὑποθέσεις του, ὥστε ἡ Πνύκα μένει ἔρημη. Δέν πρέπει νά νομίσουμε ὅτι ἀπεῖχαν κυρίως οἱ εὔπορες τάξεις, ἄν καί συχνά ἔχει διατυπωθεῖ ὁ ἰσχυρισμός ὅτι οἱ πλούσιοι, ἀηδιασμένοι ἀπό τό νά ἐκμηδενίζονται σέ ὁλες τίς συζητήσεις, ἀποσύρονταν ἀπό τήν πολιτική ζωή. Καί οἱ φτωχοί ἀπεῖχαν ἐξίσου ἀπό τήν ἐκκλησία.17 Χρειαζόταν νά τούς ὠθήσουν νά πηγαίνουν στίς συνελεύσεις, γιατί κινδύνευε νά ἀλλοιωθεΐ ὁ ἴδιος ὁ χαρακτήρας τοῦ καθεστῶτος καί τῆς δημοκρατίας, νά μεταβληθεῖ ἡ κυβέρνηση τοῦ συνόλου σέ ὀλιγαρχία, σέ κυβέρνηση ἑνός μικροῦ ἀριθμοΰ. Τά τρομερά χρόνια πού ἀκολούθησαν τήν πτώση τῆς Ἀθήνας καί τήν τυραννία τῶν Τριάκοντα, ὅταν οἱ πιό σταθεροί ὑποστηρικτές τοῦ πολιτεύματος, οἱ βιοτέχνες, δυσκολεύονταν νά συντηρηθοῦν καί δέν μποροῦσαν νά χάσουν πολλές μέρες τοῦ μήνα ἀπό τήν ἐργασία τους, «οἱ πρυτάνεις μηχανεύονταν κάθε λογής τέχνασμα προκειμένου νά πετύχουν τόν ἀριθ-μό πού ἦταν ἀπαραίτητος γιά νά εἶναι ἔγκυρα τά ψηφίσματα».
 
Ἀποφάσισαν νά σταματήσουν μιά καί καλή τή μάστιγα τῆς ἀποχῆς. Δέν μποροῦσαν, ὅπως σέ μερικές ὀλιγαρχίες, νά βάλουν πρόστιμο στούς ἀποντες·19 μέ μιά ἀντιστροφή μέθοδο ἐξασφάλισαν ἀμοιβή στούς παρόντες. Ἀρκοῦσε νά ἐπεκταθεῖ στήν ἐκκλησία τό σύστημα τῆς μισθοφορίας πού ἴσχυε ἀπό ἑξήντα χρόνια στήν Ἠλιαία. Μέ πρόταση τοῦ Ἀγύρριου δόθηκε ἀρχικά ἕνας ὀβολός· λίγο ἀργότερα, ὁ Ἡρακλείδης ὁ Κλαζομένιος πρότεινε νά ἀνέβει σέ δύο ὀβολούς, καί ὁ Ἀγύρριος, ἀντεπιτιθέμενος, πέτυχε νά φτάσει στούς τρεῖς.20 Ἐπειδή τόν 4ο αἰώνα αὐξήθηκε τό κόστος ζωῆς, δέν σταμάτησαν ἐκεῖ: τήν ἐποχή τοῦ Ἀριστοτέλη τό ἐκκλησιαστικό κέρμα ἄξιζε μία δραχμή γιά τίς κανονικές συνεδριάσεις καί μιάμιση γιά τίς κύριες.21
 
Τό τριώβολο τῶν ἔκκλησιαστων, ἀκόμη περισσότερο ἡ δραχμή, ξεσήκωσε πολλές κριτικές. Στήν ἀρχαιότητα, τή δημοκρατία τήν κατηγοροῦσαν οἱ ἐχθροί της ὅτι ἔ'κᾶνε τό πλῆθος ὀκνηρό, φλύαρο καί ἄπληστο·22 πολλοί νεώτεροι ἔχουν ἐκφέρει τήν ἴδια γνώμη. Σ' αὐτές τίς κριτικές ἡ ἀπάντηση εἶναι εὔκολη. Εἴδαμε ποιοί ὑλικοί καί ἡθικοί λόγοι δικαιολογοῦν τό θεσμό: ἔπρεπε νά ἐξασφαλίζει στούς λιγότερο εὔπορους πολίτες τήν ἀπαραίτητη οἰκονομική ἄνεση, ὥστε νά μετέχουν στήν πολιτική ζωή.23 Θά ἦταν ὅμως ἀξιοκατάκριτο τέχνασμα, ἄν εἶχε καταστρέψει οἰκονομικά τό κράτος. Ἀλλά οἱ οἰκονομικές ἐπιπτώσεις δέν ἦταν τόσο σοβαρές. Σέ ἐποχή ὅπου ὁ ἡμερήσιος μισθός ἑνός ἐργάτη ἦταν μιάμιση δραχμή, τό τριώβολο ἦταν ἁπλῶς μιά μικρή ἀποζημίωση. Δέν δινόταν ἄλλωστε σέ ὅλους τους πολίτες: ἕνα προκαθορισμένο κονδύλι τοῦ προϋπολογισμοῦ κατανεμόταν ἀνάμεσα στίς συνεδριάσεις τοῦ χρόνου, καί τό ποσό πού προοριζόταν γιά κάθε συνεδρίαση καθόριζε καί τόν ἄριθμο τῶν κερμάτων πού θά μοιράζονταν σέ ὅσους ἔφταναν πρῶτοι. Γιά νά πάρει κανείς τριώβολο, ἔπρεπε νά εἶναι ἐκεῖ ἀπό πολύ νωρίς, ἀπό τό «δεύτερο λάλημα τοῦ πετεινοῦ»,24 καί νά περιμένει ὡς τό τέλος τῆς συνεδρίας, γιά νά ἀλλάξει τό κέρμα μέ χρήματα. Κοντολογίς, μέ λίγα ἔξοδα ἐπιτεύχθηκαν μεγάλα ἀποτελέσματα.
 
Ἀλλά, ὅσο καί ἄν ὁ ἐκκλησιαστικός μισθός δέν ἄξιζει τίς κατηγορίες πού διατυπώθηκαν ἐναντίον του, ἐξακολουθεῖ νά παραμένει ἀξιόλογη ἔνδειξη γιά τήν ἀλλαγή πού ἔγινε τόν 4ο αἰώνα στά ἡθη καί στό δημόσιο πνεῦμα. Δέν εἶναι πιά ἡ ἐποχή ὅπου ὁ πολίτης ἀφιερωνόταν στήν πόλη, χωρίς ἄλλο κέρδος ἀπό τήν ἱκανοποίηση πού παρέχει ἡ ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος καί ἡ συνείδηση ὅτι συμβάλλει στό κοινό καλό. Τώρα ἡ πόλη πρέπει νά καταλάβει ὅτι δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει παρά ἐνόσω φροντίζει πρῶτα γιά τά συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν πού ἀσχολοῦνται μ' αὐτήν: γιά νά πετύχει ἀπό τους πολίτες τή συνδρομή πού χρειάζεται, πρέπει νά πληρώσει.
 
Ἡ διεύθυνση τῆς ἐκκλησίας ὑφίσταται ἐπίσης τόν 4ο αἰώνα ἀλλαγές, τό νόημα τῶν ὁποίων χρειάζεται νά φωτιστεῖ.
 
Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Κλεισθένη τή γραμματεία τῆς βουλῆς καί τῆς ἐκκλησίας τήν ἀποτελοῦσαν οἱ πρυτάνεις, καί ἡ προεδρία ἀνῆκε σ' ἕναν ἐπιστάτη, πού κληρωνόταν γιά κάθε συνεδρία. Ἔπειτα ἀπό μιά χρονολογία, τήν ὁποία κανένα κείμενο δέν ὁρίζει ρητά, ἡ γραμματεία ἔχει ἐντελῶς διαφορετική σύνθεση: ὁ ἐπιστάτης τῶν πρυτάνεων κληρώνει πρίν ἀπό κάθε συνεδρία ἐννιά προέδρους, ἕναν ἀπό κάθε φυλή, ἐκτός ἀπό τήν πρυτανεύουσα, καί ἀπό αὐτούς κληρώνει τόν ἐπιστάτη τούς· τοῦ παραδίδει τήν ἡμερήσια διάταξη καί τοῦ ἀναθέτει τή φροντίδα νά διευθύνει τίς συζητήσεις.25 Πρός τί αὐτή ἡ ἀντικατάσταση τῶν πρυτάνεων ἀπό τους προέδρους; Μερικές φορές τήν ἀπέδωσαν στή συνηθισμένη δυσπιστία τῶν δημοκρατικῶν πού ἦταν πάντα ἕτοιμοι νά μοιράζουν καί νά ἀποδυναμώνουν τήν ἐξουσία, γιά νά βασιλεύουν πιό σίγουρα. Ὑπέρ αὐτῆς της ἄποψης θά μποροῦσε νά ἀναφερθεῖ τό γεγονός ὅτι ἕνας βουλευτής δέν μπορεῖ νά γίνει πρόεδρος περισσότερο ἀπό μιά φορά σέ κάθε πρυτανεία, οὔτε ἐπιστάτης τῶν προέδρων περισσότερο ἀπό μιά φορά τό χρόνο.26 Ὡστόσο αὐτή ἡ ἐξήγηση δέν ἰσχύει, γιατί ὁ θεσμός τῶν προέδρων στήν πραγματικότητα ἔχει ἡμιολιγαρχικό παρελθόν, ἀφοῦ ἴσχυσε ἐπί μερικούς μῆνες τό 411/10, μέ τό καθεστώς τῶν Πέντε Χιλιάδων.27
 
Ἐξάλλου, ἐάν κοιτάξουμε προσεκτικότερα τίς διατυπώσεις τῶν ψηφισμάτων πού ἐκδόθηκαν κατά τό πρῶτο τέταρτο τοῦ 4ου αἰώνα, φτάνουμε στό συμπέρασμα ὅτι οἱ γραμματεῖες τῶν προέδρων δημιουργήθηκαν κατά τό χειμώνα τοῦ 378/7.28 ΤΗταν ἡ στιγμή ὅπου ἡ Ἀθήνα ἄλλαζε τούς θεσμούς της, γιά νά τούς προσαρμόσει στήν καινούρια συμμαχία πού ξεκινοῦσε. Ἡ βουλή γινόταν ὁ σύνδεσμος ἀνάμεσα στήν ἀθηναϊκή ἐκκλησία καί τό συνέδρων τῶν ἄλλων πόλεων τό τμῆμα τῆς βουλῆς πού ἐφημέρευε καί ὁ πρόεδρος τοῦ εἶχαν πολλά ἄλλα πράγματα νά κάνουν ἀπό τό νά ἐμφανίζονται στή γραμματεία καί στήν προεδρία τῶν συνελεύσεων. Γιά νά ἐκτελεστοῦν αὐτές οἱ τυπικές ὑπηρεσίες ἦταν καλύτερα νά ὑποδειχθοῦν πρόσωπα μέ περισσότερο διαθέσιμο χρόνο, ἕνας ἀντιπρόσωπος ἀπό κάθε φυλή πού δέν ἄσκοϋσε τήν πρυτανεία. Αὐτό τό σύστημα πρόσφερε, ἐπιπλέον, τό πλεονέκτημα ὅτι ἐπικεφαλῆς σωμάτων πού βουλεύονταν τοποθετοῦνταν μιά πληρέστερη ἀντιπροσωπεία τῆς δημοκρατίας. Δέν ὑπάρχει λοιπόν λόγος ἐπίκλησης προκαταλήψεων τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς προκειμένου γιά μιά μεταρρύθμιση πού τήν ἐπέβαλαν ἀνάγκες ἐξωτερικῆς πολιτικῆς.
 
Ἄν ὅμως ἀπό τό πρωτόκολλο στρέψουμε τά μάτια πρός τήν πραγματικότητα, οἱ ἀληθινοί ἄρχηγοι τοῦ συγκεντρωμένου λαοῦ πού συνεδριάζει προσφέρουν ἕνα θέαμα συχνά δυσάρεστο. Δέν εἶναι πιά οἱ μεγαλογαιοκτήμονες, ἐκλεγμένοι στρατηγοί, ὅπως ὁ Περικλῆς: ἡ πρόοδος στήν κατανομή τῆς πολιτικῆς ἐργασίας περιόρισε, γενικά, τούς στρατηγούς σέ αὐστηρά στρατιωτικές ἁρμοδιότητες. Δέν εἶναι πιά οὔτε βιομήχανοι ἤ ἐμπορευόμενοι: ὁ βυρσοδέψης Ἀνυτος, ἡ σταδιοδρομία τοῦ ὁποίου ἐκτείνεται ἀπό τό 410 ὡς τό 399, εἶναι ὁ τελευταῖος δημαγωγός αὐτοῦ τοῦ εἴδους. Ἡ πολιτική ἔγινε εἰδικό ἐπάγγελμα πού περιλαμβάνει διάφορες ἀπασχόλησεις. Ἔχει τούς ἐπιλέκτους της, τούς ρήτορες.29 Οἱ ρήτορες, προερχόμενοι συχνά ἀπό πλούσιες καί εὐυπόληπτες οἰκογένειες,30 σχεδόν ὁλοι ἔξυπνοι καί μερικοί ἀξιόλογοι, μοιράζονται τίς ἁρμοδιότητες καί διεκδικοῦν μέ μανία τήν ἐξουσία. Ὁ Εὔβουλος καί ὁ Λυκοῦργος ὑπῆρξαν ἀληθινοί ὑπουργοί οἰκονομικῶν καί δημοσίων ἔργων ὁ Καλλίστρατος ὁ Ἀφιδναῖος καί ὁ Δημοσθένης, ὑπουργοί ἐξωτερικῶν. Κάτω ἀπό τους πολιτικούς ἡγέτες κινοῦνται ρήτορες δεύτερης σειρᾶς, «κύριοι τῶν ταραχῶν καί τῶν φωνασκιῶν»,31 πολιτικάντηδες πού καλλιεργοῦν τά πάθη τοῦ λαοΰ καί ἱκανοποιοῦν τίς ἐπιθυμίες τους διεγείροντας τίς ἐπιθυμίες τῶν ἄλλων, ἄνθρωποι πού ψαρεύουν σέ θολά νερά, δημαγωγοί καί συκοφάντες. Οἱ ἴδιοι λένε γιά τόν ἑαυτό τους ὅτι εἶναι «οἱ σκύλοι τοῦ λαοΰ»·32 ὑπερηφανεύονται ὅτι ὑπερασπίζουν τό λαό ἀπέναντι στούς λύκους πού παχαίνουν εἰς βάρος του. Μόλις ἀντιλαμβάνονται ἕναν πλούσιο, γαβγίζουν καί θέλουν νά δαγκάσουν. Αὐτόκλητοι κατάσκοποι καί καταδότες ἐξ ἐπαγγέλματος, σφετερίζονται τό δικαίωμα νά καταγγέλλουν τούς πάντες, ἐπικαλούμενοι κρατικά συμφέροντα - γίνονται ἕνα εἶδος εἰσαγγελέων. Στήν Πνύκα, ὅπως καί στήν Ἠλιαία, συντηροῦν ἔντεχνα τή δυσπιστία καί τό φθόνο, ὑπερθεματίζοντας στίς νόμιμες διεκδικήσεις, ἀκόμη καί στίς ὑπερβολικές ἀξιώσεις. Ἀπώτερος σκοπός τους δέν εἶναι νά προμηθεύσουν πόρους σέ ὅσους δέν ἔχουν, ἄλλα μᾶλλον νά ὑποβιβάσουν αὐτούς πού ἔχον κάτι στό ἐπίπεδο αὐτῶν πού δέν ἔχουν τίποτε· γιατί, γιά νά πᾶνε μπροστά, πρέπει νά ἀφήνουν πάντα ἀνοιχτή τήν πληγή τῆς ἀθλιότητας καί νά διατηροῦν τή διχόνοια πού ἀποτελεῖ τό λόγο ὕπαρξής τους.33
 
Μικροί ἡ μεγάλοι, αὐτοί οἱ ἄνθρωποι πού ζοΰν ἀπό τήν πολιτική, ὁρμοῦν διαρκῶς οἱ μέν ἐνάντιον τῶν δέ, μέ ἀφορμη τίς κομματικές διαφορές καί μέ κίνητρο τόν ἐπαγγελματικό ἀνταγωνισμό. Μοιραία φτάνουν στό σημεῖο νά ἐπιδιώκουν μᾶλλον προσωπικές ἐπιτυχίες παρά τό καλό του κράτους. Εἶναι γνωστό τό χωρίο ὅπου ὁ Πλάτων εἰρωνεύεται τήν ἅμιλλα τῶν ἀνίκανων πού θέλουν νά κρατήσουν τό τιμόνι· αὐτό τό διασκεδαστικό χωρίο ὅπου ἡ φράση πλαγιοδρομεΐ, ὅπως τό πλοῖο τοῦ ὁποίου περιγράφει τήν ταραγμένη πορεία:
 
«Σκέψου αὐτό πού μπορεῖ νά συμβεῖ σέ ἕνα ἡ σέ περισσότερα πλοῖα. Ἀπό τή μιά μεριά ἕνας καπετάνιος ἀνώτερος ἀπ' ὅλους τους ἄντρες τοῦ πληρώματος σέ ἀνάστημα καί σέ δύναμη, ἀλλά λίγο κουφός, λίγο μύωπας, καί μέ ναυτικές γνώσεις ἐλάχιστες. Ἀπό τήν ἄλλη μεριά ναῦτες πού διεκδικοῦν ἀναμεταξύ τους τή διεύθυνση τοῦ πλοίου, καθένας νομίζοντας ὅτι τοῦ ἀνήκει δικαιωματικά, χωρίς νά ἔχει μάθει ποτέ αὐτήν τήν τέχνη, χωρίς νά μπορεῖ νά πεῖ ποιός ἦταν ὁ δάσκαλός του οὔτε πότε τή διδάχτηκε· πού ἐπιπλέον ὑποστηρίζουν ὅτι αὐτή ἡ τέχνη δέν διδάσκεται, καί εἶναι ἕτοιμοι νά κομματιάσουν ὅποιον πεῖ τό ἀντίθετο· πού συνωστίζονται γύρω ἀπό τόν καπετάνιο καί κάνουν τά πάντα γιά νά τούς παραχωρήσει τό τιμόνι· πού ἀπό καιρό σέ καιρό, ἄν δέν τούς ἀκούει καί ἀκούει ἄλλους, σκοτώνουν τούς ἄλλους ἡ τούς πετοῦν στή θάλασσα, καί ἀποκτηνώνουν τό γενναῖο καπετάνιο μέ μανδραγόρα, μέ κρασί ἡ ὁτιδήποτε ἄλλο, παίρνουν τή διακυβέρνηση τοῦ πλοίου καί διαχειρίζονται ὅπως θέλουν ὅ,τι βρίσκεται στό πλοῖο, μεθοΰν καί φουσκώνουν ἀπό φαΐ, καί πλέουν πιά ὅπως μποροῦν, στήν κατάσταση πού βρίσκονται, ἐπαινώντας καί ὀνομάζοντας καλό ναύτη, καλό κυβερνήτη, ἄριστο γνώστη τῆς ναυτικῆς τέχνης ἐκεῖνον πού εἶναι ἱκανός νά τούς βοηθήσει νά πάρουν ἀπό τόν καπετάνιο τή διακυβέρνηση τοῦ πλοίου μέ τό καλό ἡ μέ τό ἄγριο, καί ψέγοντας γιά ἀνίκανο ὅποιον ἀρνεῖται, ἐνῶ δέν ἔχουν καμιά ἰδέα γιά τό τί εἶναι ὁ ἀληθινός κυβερνήτης, δέν ξέρουν ὅτι πρέπει νά λάβει ὑπόψη του τό χρόνο, τίς ἐποχές, τόν οὐρανο, τά ἄστρα, τούς ἀνέμους καί ὅλα ὅσα ἀφοροῦν τήν τέχνη του... Ὅταν τά πλοῖα ὁδηγοῦνται ἔτσι, δέν νομίζεις ὅτι ὁ ἀληθινός κυβερνήτης χαρακτηρίζεται μετεωροσκόπος, φλύαρος καί ἄχρηστος;»34
 
Ἀσφαλῶς ἡ πνευματώδης κριτική τοῦ ἰδεαλιστή θεωρητικοῦ χρειάζεται πολλούς περιορισμούς. Ὄχι μόνο κρύβει μιά ὀπισθοβουλία, δηλαδή τή γνώμη ὅτι ἕνας μόνο φιλόσοφος πρέπει νά κυβερνᾶ τούς ἀνθρώπους, ἀλλά καί ἀποσιωπᾶ τό γεγονός ὅτι ὁ ἀθηναϊκός λαός ἦταν πάντα σέ θέση νά ἐκλέγει σωστά. Ὡστόσο σέ πολλές περιπτώσεις δικαιολογεῖται ἀπό τίς διαμάχες στήν ἐκκλησία, ὅπως αὐτές παρουσιάζονται μέσα ἀπό τους λόγους τῶν ρητόρων. Ἄν κατά τούς ἰδεολογικούς ἀγῶνες, στήν Πνύκα, ἡ εὐγλωττία φτάνει καμιά φορά τό μεγαλεῖο, στίς προσωπικές συζητήσεις κατεβαίνει σέ θλιβερά χαμηλό ἐπίπεδο. Οἱ πιό μεγάλοι, ὁ Δημοσθένης τό ἴδιο μέ τούς ἄλλους, βρίσκουν μνησίκακη εὐχαρίστηση στό νά ἀπευθύνουν στόν ἀντίπαλο τίς πιό ποταπές ὕβρεις, τίς πιό ἀνέντιμες κατηγορίες, τίς πιό φοβερές συκοφαντίες, χωρίς νά φείδονται τήν ἰδιωτική ζωή του οὔτε καί τή ζωή τῆς οἰκογένειάς του. Δέν θά τάραζαν τόσο βοῦρκο, ἄν φοβόνταν τή γενική ἀποδοκιμασία. Ἀλλά αὐτές οἱ θανάσιμες μονομαχίες προκαλοῦσαν, φαίνεται, τίς ἴδιες συγκινήσεις μέ τούς ἀγῶνες τῶν πυγμάχων. Σπάνιοι θά ἦταν οἱ ἄνθρωποι μέ μυαλό ἀρκετά καθαρό γιά νά ἀντιληφθοῦν ὅτι τέτοια ἤθη, πού ἐξευτέλιζαν ρήτορες καί ἀκροατές, ἀτίμαζαν τό βῆμα καί τήν ἴδια τήν πόλη.
 
Ἀπό τίς πιό συνηθισμένες καί τίς πιό βαριές κατηγορίες πού ἀντάλλασσαν οἱ κομματιζόμενοι καί ἄκουγε εὐχάριστα ἡ δημόσια κακεντρέχεια ἦταν ἡ κατηγορία γιά διαφθορά ἤ δωροδοκία. Ἀγγίζουμε ἐδῶ ἕνα ἀπό τά ἑλληνικά ἐλαττώματα. Ἤδη τόν 5ο αἰώνα βλέπουμε τά πιό ἐπιφανῆ πρόσωπα τῆς Σπάρτης, ἀκόμη καί βασιλεῖς, νά τείνουν τό χέρι πρός τό χρυσάφι πού πρόσφεραν ξένοι· στήν Ἀθήνα, κατά τίς συζητήσεις γιά τήν ἐξωτερική πολιτική, ὑπερβολικά ἐπιπόλαιες ὑποψίες35 ἔκαναν τήν ἐλευθερία τοῦ λόγου νά παραλύει καί, ἐπιπλέον, καθιστοῦσαν ἐπικίνδυνη τή διαχείριση τῶν δημοσίων χρημάτων, κυρίως τῶν μυστικῶν κονδυλίων, γιά ὅσους ἦταν ἐπιφορτισμένοι μέ αὐτήν. Ὡστόσο, ἐκείνη τήν ἐποχή, γιά νά σταθοῦν οἱ ὑποψίες χρειάζονταν συγκεκριμένα γεγονότα. Τόν 4ο αἰώνα ὅμως, ὅταν οἱ πολιτικάντηδες εἶναι ἐπαγγελματίες, ὅταν πολλοί ἀπό αὐτούς, ἐνῶ ἄρχισαν φτωχοί τήν πολιτική σταδιοδρομία τους, κατοικοῦν τώρα σέ πλούσια σπίτια καί ἐπιδείχνουν ἀλαζονική πολυτέλεια, τί μπορεῖ νά σκεφτεῖ ὁ λαός γι' αὐτές τίς σκανδαλώδεις περιουσίες; Ἀπό καιρό σέ καιρό θυμώνει, κραδαίνει τά ὄπλα πού τοῦ προσφέρει τό ὁπλοστάσιο τοῦ ποινικοΰ δικαίου: τήν εἰσαγγελία, τίς ἀγωγές γιά ὑπεξαίρεση δημοσίου χρήματος ἤ γιά ἀποδοχή δώρων (γραφή κλοπῆς χρημάτων δημοσίων, δώρων, δωροξενίας). Ἀλλά ὅσοι δέν ἔχουν ἥσυχη τή συνείδησή τους καταφεύγουν στήν ὑποκρισία ἤ στόν κυνισμό, γιά νά ὑποδείξουν ὡς ἐξιλαστήριο θύμα κάποιον ἀπό αὐτούς τους λογογράφους πού κερδίζουν τή ζωή τους γράφοντας λόγους γιά τούς ἄλλους,36 σάν νά μήν ἦταν τό ἐπάγγελμα αὐτῶν τῶν δικηγόρων-συγγραφέων τό τιμιότερο ἀπό ὅσα δημιούργησαν οἱ ἀνάγκες ταῆς πολιτικῆς καί τῆς δικαστικῆς ζωῆς. Ἡ γενική δυσπιστία, παίρνοντας λαθεμένο δρόμο καί μήν ξέροντας πολύ καλά ἀπό ποῦ νά πιαστεῖ, ταλαντεύεται ἀνάμεσα στήν ὀργή καί στό σκεπτικισμό. Ὁ λαός, κλίνοντας πάντα πρός τή «φιλανθρωπία», ἐφαρμόζει μέ τόν τρόπο του τούς νόμους πού ἀπαγορεύουν στούς ρήτορες νά ἀποκομίζουν κέρδος ἀπό ὅσα λένε ἀπό τό βῆμα. Παραδέχεται ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς σκέψης καί τοῦ λόγου ἔχεῖ ἐπακόλουθο τό δικαίωμα νά δέχεται κανείς χρήματα, γιά νά ὑποστηρίξει μιά γνώμη, ἀρκεῖ νά εἶναι εἰλικρινής καί νά μή βλάπτει συνειδητά τή χώρα.37 Ἑρμηνεία πού πάει μακριά, ὅταν τό χρῆμα ἔρχεται ἀπό τό ἐξωτερικό. Ὁ Αἰσχίνης ἦταν σέ πλεονεκτική θέση. Τό γαϊδούρι τό φορτωμένο χρυσάφι πού ἔστέλνε ἡ Μακεδονία στίς πόλεις γιά τό συμφέρον της μποροῦσε νά περάσει τά τείχη τῆς Ἀθήνας ἐν γνώσει ὅλων. Αὐτό τό γεγονός δέν ἦταν ἀπό τίς μικρότερες αἰτίες καταστροφῆς τοῦ καθεστῶτος τῆς πόλης.
 
Ὁ λαός, κατευθυνόμενος ἀπό ἀνθρώπους πού πολύ συχνά πουλοῦσαν τό ταλέντο τούς χωρίς ἔγνοια γιά τό κοινό συμφέρον, ἐκμεταλλευόταν τήν κυριαρχία του γιά νά ἀποκομίσει ὑλικά ἀγαθά, ἀκόμη καί εἰς βάρος τοῦ δημόσιου ταμείου. Ἡ ἀρχή πού ἐφάρμοζε ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία δέν εἶναι, ἄλλωστε, εἰδική οὔτε στήν Ἀθήνα οὔτε στή δημοκρατία. Ὅλες τίς ἐποχές, σέ ὅλες τίς πόλεις τῆς Ἑλλάδας καί μέ ὅλα τά καθεστῶτα, ἡ πολιτική κυριαρχία ἐπέτρεπε οἰκονομικά πλεονεκτήματα. Εἶχαν δεχτεῖ, παραδείγματος χάρη, ὅτι μερικοί ἔκτακτοι πόροι τοῦ κράτους, ὅπως τά προϊόντα τῶν ὀρυχείων, μποροῦσαν νά μοιραστοῦν στούς πολίτες: αὐτο ἔκαμαν καί οἱ Σίφνιοι τόν 6ο αἰώνα.38 Ἀλλά ὁ διαφορετικός τρόπος μέ τόν ὁποῖο ἐφάρμοσαν οἱ Ἀθηναῖοι, αὐτόν τόν κανόνα δύο φορές σέ διάστημα ἑκατόν σαράντα χρόνων, φωτίζει ἀνελέητα τή μεταβολή τοῦ δημόσιου πνεύματος: τό 483, μέ πρόταση τοῦ Θεμιστοκλῆ ἀπέρριψαν τίς εἰσηγήσεις πού εἶχαν ἐγωιστικά κίνητρα καί διέθεσαν τελικά τό ἀσήμι τοῦ Λαυρίου στήν κατασκευή ἑνός στόλου, αὐτοῦ πού τούς ἔδωσε τή νίκη τῆς Σαλαμίνας·39 ἄλλα λίγο πρίν ἀπό τήν ἥττα στή Χαιρώνεια, ὁταν ὁ ρήτορας Λυκοῦργος πέτυχε τή θανατική καταδίκη καί τή δήμευση τῆς περιουσίας ἑνός ἀτόμου πού ἀπόκτησε τεράστια περιουσία μέ τήν παράνομη ἐκμετάλλευση μίας ἐκχώρησης μεταλλείων, μοιράστηκαν τήν περιουσία τοῦ κατάδικου ἀνά πενήντα δραχμές τό ἄτομο.40
 
Τό κόμμα πού ἦταν στήν ἐξουσία ἔβρισκε πολύ φυσικό νά οἰκειοποιηθεῖ ὁλα τά πιθανά κέρδη αὐτοῦ τοῦ κανόνα. Ἀλλά γιατί νά ἀρκεστοῦν σέ ἀβέβαια τυχερά; Δέν μποροῦσαν ἄραγε νά μεταβάλλουν τούς παλαιούς θεσμούς, ὥστε νά τούς προσαρμόσουν στίς καινούριες ἀνάγκες; Ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Περικλῆ τό κράτος ἔδινε σέ ὅσους πολίτες ἡθελαν δύο ὀβολούς γιά τήν εἴσοδο στό θέατρο: ἦταν ἡ διωβελία τῶν θεαμάτων, τά θεωρικά.· 41 Ἀργότερα, μετά τήν καταστροφή στή Σικελία καί τήν κατοχή τῆς Δεκέλειας ἀπό τους Σπαρτιάτες, μέ πρόταση τοῦ Κλεοφώντα ἔδωσαν στούς φτωχούς μιά καθημερινή ἐνίσχυση, πού ἦταν ἐπίσης δύο ὀβολοί καί τήν ὁποία ὀνόμαζαν ἐπίσης διωβελία.42 Ἄλλωστε, τό κράτος ἀνέκαθεν πρόσφερε κανονικά ἑκατόμβες στούς θεούς καί καμιά φορά δεχόταν ἀπό ξένους ἡγεμόνες, σάν διπλωματικά δῶρα, φορτία σταριοΰ:43 εὐκαιρίες γιά πλούσιες διανομές κρέατος καί δημητριακῶν. Γιατί νά μή γίνει ὁριστική καί διαρκῆς ἡ ὀργάνωση τῆς δημόσιας βοήθειας, ἔτσι ὥστε νά ἐνισχύουν τούς πολίτες πού εἶχαν ἀνάγκη, ἡ τουλάχιστον νά τούς χορταίνουν καί νά τούς διασκεδάζουν τίς μέρες τῶν ἑορτῶν; Τί καλύτερη χρήση γιά τά περισσεύματα τοῦ ταμείου; Ἔτσι, τά θεωρικά θά ἔχουν τό δικό τους ταμεῖο, πού θά τροφοδοτεῖται ἀπό χρόνο σέ χρόνο ὅλο καί πιό γενναιόδωρα: δέν πρέπει νά ἐξασφαλίσουν στό λαό ἄρτον καί θεάματα, panem et circenses;
 
Τόν 5ο αἰώνα, ὁταν ἀκόμη ἐπέμεναν νά συμβιβάσουν τά δικαιώματα τῶν πολιτῶν μέ τά δικαιώματα τῆς πόλης, ἔβλεπαν ἡδη στή μισθοφορά τό οὐσιαστικό στοιχεῖο τῆς δημοκρατικῆς διακυβέρνησης, ἔτσι ὥστε πρώτη πράξη τῆς ὀλιγαρχίας, ὁταν ἔπαιρνε πάλι τήν ἐξουσία, ἦταν νά τήν καταργήσει.44 Ἀπό τή στιγμή πού τό πλῆθος δέν σκέφτεται πιά τίποτε ἄλλο πέρα ἀπό τήν ἱκανοποίηση ἐγωιστικῶν ἐνστίκτων, τό θεωρικό ἀποβαίνει θεμέλιος λίθος τοῦ καθεστῶτος. Μερικοί πατριῶτες προσπαθοῦν ἀκόμη νά θυμίσουν τίς ἀνάγκες τῆς ἐθνικῆς ἄμυνας, νά ἀντιθέσουν στά θεωρικά τά στρατιωτικά· τά περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀποτελοΰν τό ἀντικείμενο τῆς παρτίδας πού παίζεται στήν Πνύκα· ὁ ἀχαλίνωτος ἀγώνας τῶν προσωπικῶν συμφερόντων καί τοῦ κοινοΰ συμφέροντος, αὐτό τό δράμα ἀπό τό ὁποῖο ἐξαρτᾶται ἡ τύχη τῆς Ἀθήνας, συμπυκνώνεται στόν ἀνταγωνισμό τῶν δύο ταμείων. Ἀλλά ἀκόμη καί οἱ ὑπερασπιστές τῆς πόλης, ξέροντας ὅτι δέν μπορεῖ πιά νά ὑπάρξει αὐτός ὁ θεσμός παρά μόνο μέ συνεννόηση ἀνάμεσα στούς πλούσιους καί στούς φτωχούς, εἶναι ὑποχρεωμένοι νά διακηρύξουν τήν σχεδόν συνταγματική ἀξία τῶν θεωρικῶν: δέν ἀνέχονται νά λένε κακό γι' αὐτά, νά τά «βλασφημοῦν», καί ζητοῦν νά τά θεωροῦν ὅλοι ἄθικτα.45 Οἱ δημαγωγοί φιλοτιμοῦνται νά προικίσουν τό πολυαγαπημένο ταμεῖο μέ νέους πόρους, κυνηγώντας τούς πλουσίους ἡ κάνοντας οἰκονομικές ταχυδακτυλουργίες. Γιά νά μπορέσει ὅλος ὁ κόσμος νά παρακολουθήσει τίς παραστάσεις τῶν τραγωδιῶν, δίνουν στόν καθένα μιά δραχμή, ὁταν εἶναι δυνατόν, ἀντί γιά δύο ὀβολούς.46 Ἀργότερα τό θεωρικό ἀνέβηκε σέ πέντε δραχμές καί διανεμήθηκε ὄχι μόνο στά Διονύσια καί στά Παναθήναια, ἀλλά γενικά στίς γιορτές.47 Ὁ Δημάδης, μάλιστα, θεωρεῖ τιμή του ὅτι πρόσφερε σέ κάθε πολίτη μισή μνᾶ γιά νά γιορτάσει μέ ἀξιοπρέπεια τή χαρούμενη μέρα τῶν Χόων.48
 
Δέν χρειαζόταν νά ἔχει κανείς μεγάλη ἡθική εὐαισθησία γιά νά ἀποδοκιμάσει τό σύστημα. Καταδικαζόταν μόνο του, μέ τήν ἀδυναμία του νά φτάσει τούς σκοπούς του, παρ' ὅλες τίς πλειοδοσίες τῶν δημαγωγῶν. Μιά αὐστηρή παρατήρηση τῶν γεγονότων καί τῶν ἀριθμῶν ἐπαληθεύει αὐτές τίς ἀπαισιόδοξες σκέψεις τοῦ Ἀριστοτέλη: «ἡ κακία τῶν ἀνθρώπων τους κάνει ἀχόρταγους: ἀρχικά ἱκανοποιοῦνται μέ δύο ὀβολούς· ἀπό τή στιγμή πού αὐτό γίνεται παράδοση, οἱ ἀνάγκες τους αὐξάνουν διαρκῶς, ὥσπου νά μή γνωρίζουν πλέον ὁρια· γιατί ἡ πλεονεξία εἶναι ἀπό τή φύση της ἀχόρταγη, καί οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι δέν ζοΰν παρά γιά νά τήν ἱκανοποιήσουν... Μοιράζονται τά περισσεύματα, καί οἱ ἀνάγκες μένουν ἴδιες: μιά τέτοια βοήθεια πρός τούς φτωχούς εἶναι βαρέλι χωρίς πάτο».49 Ὁ Δημάδης ὁ ἴδιος, πού εἶχε τήν πείρα τῶν δημαγωγικῶν διανομῶν, ὀνόμαζε τά θεωρικά «κόλλα τῆς δημοκρατίας».50 Διαρκῶς ἀνεπαρκές, διαρκῶς μεγαλύτερο, τό κονδύλι τῆς δημόσιας βοήθειας ἔφθεῖρε τό καθεστώς, διέλυε σέ μικροδῶρα τά ἔσοδα πού χρειάζονταν γιά οὐσιαστικές κρατικές ὑπηρεσίες, καί ὁδηγοῦσε τό ταμεῖο καί τήν πόλη στόν γκρεμό.
 
Ἡ εὐθύνη γιά τό κακό ἀνάγεται βέβαια στήν ἐκκλησία. Σέ αὐτό τό σημεῖο ἔχουμε ἔναν ἀπρόβλεπτο μάρτυρα, τόν ἀντίπαλο τοῦ Δημοσθένη, τόν Αἰσχίνη. Μιά μέρα πού ἦταν ἀγανακτισμένος, ὄχι τόσο ἀπό ἀρετή ὅσο ἀπό συμφέρον, ὁ ἐπιτήδειος ρήτορας βρίσκει μιά ἐπιτυχημένη διατύπωση. Μιλᾶ γιά συνεδριάσεις ὅπου οἱ πολιτικοί ἄνδρες δέχονται κάθε εἴδους τιμές ἀπό τό λαό: «Βγαίνουν ἀπό ἐκεῖ, ὄχι ὅπως ἀπό μιά συνεδρίαση διαβουλευτική, ἀλλά σάν ἀπό συγκέντρωση μετόχων μετά ἀπό διανομή τῶν περισσευμάτων» (ὥσπερ ἐκ τῶν ἐράνων τά περιόντα νειμάμενοι).51 Μάλιστα· ἡ δημοκρατία ἔγινε ἀληθινά ἕνας ἔρανος, καί μ' αὐτήν τή λέξη μποροΰμε νά ἐννοήσουμε μιά ἑταιρεία ἀλληλοβοήθειας πού ζητᾶ ἀπό τους μέν τά μέσα πού χρειάζονται γιά νά συντηρηθοῦν οἱ δέ. Μέ μιά παράξενη ἀναστροφή τῶν σχέσεων πού κάποτε φαίνονταν φυσικές, δέν ὀφείλουν πιά οἱ πολίτες νά ἐκτελοῦν τό υἱικό καθῆκον τούς ἀπέναντι στήν πόλη, ἀλλά ἡ πόλη ἔχει ἀναλάβει τήν τροφοδοσία τῶν πολιτῶν, ὅπως τά παιδιά τρέφονται ἀπό τους γονεῖς.52
 
Β΄ ΔΙΚΑΣΤΙΚΕΣ, ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ
 
Στή δημόσια ζωή ὅλα σχετίζονται μεταξύ τους. Αὐτή ἡ ὑπεροχή τοῦ προσωπικοῦ συμφέροντος, πού νόθευε ὡς καί τήν ἔννοια τῆς πόλης, δέν μποροΰσε νά βαραίνει στίς συζητήσεις τῆς βουλῆς χωρίς νά ξεστρατίζει τή διοίκηση πού εἶχε γιά ἐλατήριο τή συνείδηση τοῦ πολίτη. Ἔβλαψε τή στρατολόγηση τῶν δικαστῶν καί ἀποδιοργάνωσε τό στρατό καί τά οἰκονομικά.
 
Τά πρῶτα χρόνια τοῦ 4ου αἰώνα, ὅταν ἡ ἔνδεια τοῦ ταμείου ἐμπόδιζε τήν ἐπαναφορά τοῦ δικαστικοῦ μισθοῦ, οἱ ἡλιαστές γίνονταν τόσο σπάνιοι, πού ἀναγκαστικά τούς ἐπιτράπηκε νά ἐγγράφονται σέ περισσότερα τμήματα. Μπόρεσαν νά παραιτηθοῦν ἀπό αὐτό τό μέτρο ὅταν τούς ἔδωσαν τό τριώβολο· ἀλλά καί τότε δέν εἶχαν τήν 'ἴδια εὐκολία, ὅπως ἄλλοτε, γιά νά συμπληρώνουν τά δικαστήρια. Ἀντί νά περιορίσουν τόν ἀριθμό τῶν ἐνόρκων σέ ἕξι χιλιάδες, ἀναγκάστηκαν νά ἐπιτρέψουν σέ κάθε πολίτη πού ἐκπλήρωνε τούς νόμιμους ὅρους νά ἐγγραφεῖ καί νά ὁρκιστεῖ ὡς δικαστής. Ἀντί νά τούς χωρίσουν κατά φυλές, ὅπως ἔκαναν σέ ὅλες τίς ἄλλες ὑπηρεσίες, τούς τακτοποιοῦσαν περίπου ἐξίσου κατά τμήματα, λαμβάνοντας ὑπόψη μόνο τίς ἀνάγκες της ὑπηρεσίας. Ἕνα κείμενο μᾶς δίνει ἄλλωστε μιά πολύτιμη πληροφορία γιά τήν ἀποστροφή πού ἔνιωθαν οἱ Ἀθηναῖοι, τό δεύτερο ἥμισυ τοῦ 4ου αἰώνα, στό νά ἐκπληρώνουν τό δικαστικό καθῆκον τους. Στόν κατάλογο τῶν δημόσιων διαιτητῶν τοῦ ἔτους 325 /4 ἐμφανίζονται 103 ὀνόματα. Αὐτός ὁ κατάλογος ἔπρεπε νά περιλαμβάνει τά ὀνόματα ὁλων τῶν πολιτῶν πού μέσα στό χρόνο ἔφτασαν τά ἑξήντα, δηλαδή τό 1 % τῶν 23-25.000 πολιτῶν πού εἶχε τότε ἡ Ἀθήνα.53 Μέ αὐτό τό παράδειγμα βλέπουμε ὅτι οἱ μισοί, καί παραπάνω, ἀπό ἐκείνους πού ἔπρεπε νά ἀσκήσουν ἕνα ὑποχρεωτικό λειτούργημα ἔβρισκαν κάποιον τρόπο νά ἀπαλλαγοῦν.
 
Οἱ Ἀθηναῖοι τοῦ 4ου αἰώνα ἀπεχθάνονταν ἀκόμη περισσότερο τό φορολογικό καθῆκον. Ἡ ἱστορία τῆς δημόσιας οἰκονομίας αὐτή τήν ἐποχή παρουσιάζει ἕνα ὄντως παράξενο θέαμα. Τό κράτος, πού οἱ συνεχεῖς πόλεμοι τό ὁδηγοῦν σέ συνεχή ἔνδεια, ἀγωνίζεται νά βρεῖ καινούριους πόρους: διπλασιάζει τούς ἔμμεσους φόρους, τό ἑκατοστό στίς εἰσαγωγές καί ἐξαγωγές, τό ἑκατοστό στίς πωλήσεις ἀκίνητων·54καταφεύγει ὅσο πιό συχνά μπορεῖ στήν ἔκτακτη πολεμική εἰσφορά, ἔτσι πού τήν κάνει σχεδόν κανονικό φόρο· ὀργανώνει τήν τριηραρχία μέ τρόπο πού ἀπό «λειτουργία» τή μεταβάλλει σέ ἄμεσο φόρο· κάνει ἔκκληση στίς ἐθελοντικές συνεισφορές. Ὅταν ὁλα αὐτά δέν ἐπαρκοῦν, πολλαπλασιάζει τίς δημεύσεις καί ἐπιφορτίζει τούς στρατηγούς νά ἐξασφαλίζουν τά ἔξοδα τοῦ πολέμου ἀπό τίς ἐχθρικές ἡ καί τίς φιλικές χῶρες.
 
Ἔτσι, οἱ πολιτικοί ἄνδρες πού μένουν γιά περισσότερο καιρό στήν ἐξουσία εἶναι οἰκονομολόγοι πρώτης τάξεως. Ὅ Καλλίστρατος ὁ Ἀφιδναῖος ὀργανώνει τό ταμεῖο τῆς δεύτερης συμμαχίας· ὁ Εὔβουλος σώζει τήν Ἀθήνα ἀπό τή χρεοκοπία, μετά τό συμμαχικό πόλεμο· ὁ Λυκοῦργος ξεπερνᾶ ὁλες τίς δυσκολίες τίς ὁποῖες προκάλεσε ἡ καταστροφική ἥττα τῆς Χαιρώνειας. Διδαγμένη πιά ἀπό τήν πείρα, ἡ ἀθηναϊκή δημοκρατία, προκειμένου γιά τά ὑψηλά ἀξιώματα μέ οἰκονομικές ἁρμοδιότητες παραιτεῖται ἀπό τήν κλήρωση, τήν ἐτήσια θητεία καί τή συλλογικότητα: οἱ διαχειριστές τῶν θεωρικῶν καί ὁ μοναδικός ταμίας τῶν στρατιωτικῶν ἐκλέγονται γιά τέσσερα χρόνια.55 Ἐνῶ οἱ φιλόσοφοι καί οἱ δημοσιολόγοι, ὁ Πλάτων καί ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Ξενοφῶν καί ὁ Ἰσοκράτης, παρακινημένοι ἀπό τή γενική ἀνη-συχία θέτουν τίς βάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης, ὁρισμένοι ἰδιῶτες μηχανεύονται τρόπους νά γεμίσουν τό δημόσιο ταμεῖο: προτείνουν στό κράτος νά ἀποκτήσει ξενοδοχεῖα, καταστήματα καί ἐμπορικά πλοῖα, νά ἐκμισθώσει δούλους κατά χιλιάδες γιά τά ὀρυχεῖα, νά μονοπωλήσει τό ἁλάτι ἡ τό μολύβι.56 Ὡραῖες προσπάθειες γιά νά βοηθηθεῖ ἡ πατρίδα! Δέν ὑπάρχει παρά μιά δυσκολία: οἱ φορολογούμενοι ἐξαφανίζονται ὅπως μπορεῖ ὁ καθένας, καί ἡ φορολογητέα ὕλη ἐξατμίζεται.
 
Αὐτή ἡ πάλη ἀνάμεσα στίς ἀπαιτήσεις τοῦ δημόσιου συμφέροντος καί στίς ὑπεκφυγές τῶν ἀπρόθυμων πουγκιῶν, πάλη μᾶλλον ἡθική παρά οἰκονομική, ἐξηγεῖ τίς διαδοχικές μεταμορφώσεις τῆς εἰσφορᾶς.
 
Ἀφότου ἡ ἐπέμβαση τοῦ περσικοῦ χρυσοῦ ἔδωσε στόν πελοποννησιακό πόλεμο χαρακτήρα πολέμου χρηματικῶν μέσων, ἡ Ἀθήνα, θέλοντας καί μή, κατέφυγε συχνά σ' αὐτόν τόν ἔκτακτο φόρο. Ὅταν τό 378 ἀποφάσισε νά ἀνασυστήσει τή ναυτική συμμαχία, σκέφτηκε μέ ποιά μέσα θά εἶχε μεγαλύτερα ἔσόδα. Ἄραγε αὔξησε τόν ἀριθμό τῶν φορολογουμένων στά σκοτεινά χρόνια τοῦ τέλους τοῦ 5ου αἰώνα, ἡ κάπου τριάντα χρόνια μετά; Δέν ξέρουμε. Πάντως τό ὕψος τοῦ τιμήματος πού καθόριζε τή μετάβαση ἀπό τους ζευγίτες στούς θῆτες, δηλαδή ἀνάμεσα στούς φορολογουμένους τῆς τελευταίας τάξης καί σέ αὐτούς πού ἑξαιροῦνταν, ἀπό τίς 200 δραχμές κατέβηκε στίς 150:57οἱ κατάλογοι τῶν φορολογουμένων καί τῶν ὁπλιτῶν μεγάλωσαν ἀνάλογα. Τότε ἐπίσης, ἐπειδή ζητοῦσαν τήν εἰσφορά ἀπό μεγαλύτερο ἄριθμο πολιτῶν, τήν ἔκαμαν, γιά λόγους ἰσότητας, φόρο πού μεγάλωνε προοδευτικά, ἤ μᾶλλον μειωνόταν ἀπό τίς μεγαλύτερες πρός τίς μικρότερες περιουσίες. Σέ μιά ἐποχή πού δεχόταν ὅτι ἕνα κεφάλαιο ἰσοδυναμοῦσε μέ δώδεκα χρόνων εἰσοδήματα, ὑπολόγισαν τίς περιουσίες τῶν πεντακοσιομεδίμνων ὡς ἴσες μέ τίς εἰσπράξεις δώδεκα ἔτων, τῶν ἱππέων ὡς ἴσες μέ τίς εἰσπράξεις δέκα ἔτων, καί τῶν ζευγιτῶν ὡς ἴσες μέ τίς εἰσπράξεις 6 2/3 ἔτων, καί δέν ἔλαβαν ὑπόψη τίς περιουσίες κάτω ἀπό 1.800 δραχμές. Τό φορολογούμενο κεφάλαιο (τίμημα) συνέπιπτε λοιπόν μέ τό πραγματικό κεφάλαιο γιά τήν πρώτη τάξη, ἄλλα περιοριζόταν κατά ἔνα ἕκτο γιά τή δεύτερη καί κατά ἕνα τρίτο γιά τήν τρίτη. Ἀνάλογα μέ τήν τάξη, ἦταν τό λιγότερο 6.000, 3.000 καί 1.000 δραχμές.58 Ὅ φόρος, μέ τό νά εἶναι ἀνάλογος μέ τό φορολογούμενο κεφάλαιο καί μέ τό νά ἐπιδέχεται ἀπαλλαγές στή βάση, μειωνόταν σημαντικά ἀπό τά ὑψηλότερα πρός τά χαμηλότερα εἰσοδήματα. Ἐξάλλου, φαινομενικά μόνο ἦταν φόρος στό κεφάλαιο· στήν πραγματικότητα ἦταν φόρος στό εἰσόδημα. Ξέρουμε πώς τό ὕψος του κατά τήν πρώτη ἀπογραφή, πού ἔγινε τό 378/7, ἦταν 5.750 τάλαντα· κατά τή διάρκεια τοῦ 4ου αἰώνα παρέμεινε γύρω στά 6.000.59 Ἀκόμη καί μέ μέτριο ὕψος, ἡ εἰσφορά, μ' αὐτή τήν ὀργάνωση, μποροῦσε νά ἐξασφαλίσει στήν πόλη μεγάλους πόρους.
 
Ἔπρεπε ὅμως νά λογαριάσουν καί τίς σχετικά μεγάλες φοροδιαφυγές. Γιά νά συντάξουν τά φορολογικά διαγράμματα στηρίζονταν στίς δηλώσεις τῶν φορολογουμένων. Οἱ ὀφειλές τῶν ἀγροκτημάτων μποροῦσαν, ἐπιπλέον, νά ὑποβληθοῦν σέ ἀρκετά σοβαρό ἔλεγχο ἀπό τους δημάρχους πού κρατοῦσαν ἕνα εἶδος κτηματολογίου (ἀπογραφή) καί μποροῦσαν νά ἐκτιμοῦν τίς ἀποδόσεις. Ἡ ἀξία τῶν οἰκημάτων μποροῦσε νά ὑπολογιστεῖ σέ λογικά ἐπίπεδα μέ βάση τό νοίκι. Τό ἴδιο τά ζῶα καί οἱ δοῦλοι: μποροῦσαν νά ἐκτιμηθοῦν σύμφωνα μέ τόν ἀριθμό καί τή φυσική κατάστασή τους.60 Ἀλλά ποιά ἐγγύηση εἶχε τό δημόσιο ταμεῖο γιά τήν εἰλικρίνεια τῶν δηλώσεων πού ἀφοροῦσαν τά κινητά ἔσοδα, τά ἀφανή ἀγαθά; Ἀκριβῶς ἐπειδή δέν τούς ἐνοχλοῦσε ἡ ἀπόκρυψη (ἀφανίζειν, ἀποκρύπτεσθαι), βλέπουμε τόσο συχνά, σέ δικανικούς λόγους, διάδικους πού καμαρώνουν ὅτι πληρώνουν τακτικά τους φόρους τους.
 
Ὡστόσο τό 378/7, τόν ἴδιο καιρό πού ἀναδιοργάνωναν τίς τάξεις τῶν τιμημάτων, πῆραν ἕνα δραστήριο μέτρο γιά νά εὐκολύνουν τήν εἴσπραξη τῆς εἰσφορᾶς καί νά βελτιώσουν τήν κατανομή της. Οἱ φορολογούμενοι ταξινομήθηκαν σέ εἴκοσι συμμορίες, μέ τέτοιον τρόπο πού ὅλες θά πλήρωναν γιά τό ἴδιο τμῆμα φορολογούμενου κεφαλαίου τό ἴδιο μέρος φόρου. Κάθε συμμορία ἦταν ὑπεύθυνη γιά τήν ὀφειλή της, καί γι' αὐτό ἐπιφορτιζόταν νά εἰσπράττει, τό φόρο πού τῆς ἀναλογοΰσε. Τό κράτος πίστευε ὅτι, δέν θά εἶχε παρά νά ὁρίσει, καί νά εἰσπράξει, ἕνα ὁλικό ποσό, μέ τήν προϋπόθεση ὅτι θά ἀναδιοργανώνει τίς συμμορίες ἀπό καιρό σέ καιρό σύμφωνα μέ τίς περιουσιακές μεταβολές καί τίς κληρονομικές μοιρασιές. Οἱ συμμορίες θά κατένειμαν τό μερίδιο τοῦ φόρου πού τούς ἀναλογοῦσε στά μέλη τους. Ἀλλά αὐτό δέν ἦταν εὔκολο: οἱ μικροί φορολογούμενοι ἔβρισκαν πάντα δικαιολογίες γιά νά ἐξαιρεθοῦν οἱ μεγάλοι ὄφειλαν νά δώσουν δείγματα πολιτικῆς εὐσυνειδησίας ξεπερνώντας τίς νόμιμες ὑποχρεώσεις τους. Ὁ Τιμόθεος, πού εἶχε πολύ μεγάλη περιουσία, ὑποχρεωνόταν νά πληρώνει τό ἕνα πέμπτο τοῦ εἰσοδήματός του, καί οἱ κηδεμόνες τοῦ Δημοσθένη, σέ στιγμή γενναιόδωρης παρόρμησης, πού δέν τούς στοίχιζε τίποτε, ἔκαμαν τό ἴδιο γιά λογαριασμό τοῦ ἀνήλικου ἐπιτροπευόμενού τους.61 Παρ' ὁλα αὐτά, ὑπῆρχαν οἱ φοροφυγάδες πού ἔπρεπε νά διωχθοῦν δικαστικά, οἱ ἀναξιόχρεοι πού ἡ συμμορία τους τούς καθιστοῦσε προσωπικά ὑ-πεύθυνους. Κοντολογίς οἱ καθυστερήσεις σέρνονταν ἀπό χρόνο σέ χρόνο, σέ ἀπελπιστικό βαθμό.
 
Τό 362, τό ἀργότερο, χρειάστηκε νά ἀναδιοργανώσουν τό θεσμό, γιά νά διασφαλίσουν τό κράτος ἀπό κάθε κίνδυνο ἐλλείμματος. Ἀνάμεσα στούς 1.200 πολίτες πού εἶχαν καταταγεῖ σέ εἴκοσι συμμορίες, 60 στήν καθεμιά, οἱ πλουσιότεροι, πού ἦταν 300, μοιράστηκαν ἀπό 15 σέ καθεμιά. Οἱ 300 ἔπρεπε νά προκαταβάλλουν στό δημόσιο ταμεῖο τήν εἰσφορά, καί νά τήν εἰσπράττουν κατά τή διάρκεια τοῦ χρόνου ἀπό τους ἄλλους πού ἄνηκαν στή δεύτερη κατηγορία· τούς ἐπέβαλλαν ἔτσι μιά ἔκτακτη λειτουργία, ἀνάλογη μέ τήν τριηραρχία: τήν προεισφορά. Αὐτή τή φορά τό κράτος θεωροῦσε βέβαιο ὅτι θά εἶχε ὁρισμένη μέρα τά ποσά πού ζητοῦσε. Ἀλλά καί πάλι εἶχε ἀπογοητεύσεις. Τό 355 χρειάστηκε νά διορίσουν μιά ἐπιτροπή, μέ ἐπικεφαλῆς τόν Ἀνδροτίωνα, γιά νά εἰσπράξει τά καθυστερούμενα πού εἶχαν συγκεντρωθεῖ ἀπό τό 378. Ὁ Ἀνδροτίων, ἐπικεφαλής της ἀστυνομίας, κυνήγησε τούς ὀφειλέτες, παραβίασε τήν κατοικία τους, κατάσχεσε τά ἔπιπλά τους καί τούς ἔσυρε στή φυλακή, ὅταν δέν πρόφταιναν νά κρυφτοῦν κάτω ἀπό τό κρεβάτι ἡ νά ξεφύγουν ἀπό τή στέγη.62 Ἡ ὑπηρεσία μάταια σοφιζόταν τεχνάσματα καί χρησιμοποιοῦσε αὐστηρότητα· ἡ κακή θέληση τῶν φορολογουμένων ἦταν ἰσχυρότερη. Τό 354 ὁ Δημοσθένης φωνάζει ἀπελπισμένα:
 
«Κοιτάξτε ὁλόκληρη τήν πόλη μας. Μέ τά πλούτη πού περικλείει, ἰσοφαρίζει σχεδόν ὅλες τίς ἄλλες πόλεις ἑνωμένες· ἄλλα αὐτοί πού ἔχουν τά πλούτη σκέφτονται ἔτσι πού, ἀκόμη καί ἄν ὅλοι οἱ ρήτορες ἀναγγελναν τό φοβερό νέο ὅτι ὁ βασιλέας θά ἔρθει, ὅτι δέν ὑπάρχει τρόπος νά ἄλλαξει ἡ φορᾶ τῶν πραγμάτων, ...αὐτοί ὄχι μόνο δέν θά κατέβαλλαν τήν εἰσφορά, ἀλλά θά ἔκρυβαν τήν περιουσία τους καί θά ἀρνιόνταν ὅτι ἔχουν».63
 
Αὐτός ὁ εὐτελισμός τοῦ ἤθους τῶν πολιτῶν φανερώνεται σέ ὁλο του τό μέγεθος μέσα ἀπό τήν ἱστορία ἑνός θεσμοῦ πού ἀφορᾶ συγχρόνως τό φορολογικό καί τό στρατιωτικό καθῆκον, τοῦ θεσμοῦ τῆς τριηραρχίας.
 
Ἡ τριηραρχία ἀρχικά ἐπιβαλλόταν σέ ἕναν μόνο πολίτη γιά κάθε πλοῖο, καί δέν μποροῦσε νά ἀπαιτηθεῖ πάλι ἀπό τόν ἴδιο παρά μόνο ἔπειτα ἀπό δύο χρόνια. Ἀλλά κατά τόν δεκελικό πόλεμο οἱ τριήραρχοι ἀπέκτησαν τό δικαίωμα νά συνεταιρίζονται ἀνά δύο γιά μιά τόσο μεγάλη δαπάνη: εἶναι αὐτό πού ὀνομάστηκε σνντριηραρχία.64 Ἡ ἁπλή τριηραρχία καί ἡ συντριηραρχία λειτουργοῦσαν συγχρόνως· οἱ φορολογούμενοι κανόνιζαν μέ ἐλεύθερες συμβάσεις τά προβλήματα τοῦ ἐξοπλισμοῦ καί τῆς διοίκησης τοῦ πλοίου.65 Κατά βάθος, ἡ ἀνακούφιση δέν ἦταν πολύ μεγάλη γι' αὐτούς: ἡ ἐπιβάρυνση, ἔτσι ὅπως τή μοίραζαν στά δυό, ἐπανερχόταν μέ διπλάσια συχνότητα. Τήν ἀνέχτηκαν ὅσο ὁ στόλος δέν περιλάμβανε παρά μιά ἑκατοστή πλοῖα καί ὁ ἐξοπλισμός τους ἦταν σπάνιος. Ἀλλά ὁταν ἡ Ἀθήνα ἐπανίδρυσε τή ναυτική συμμαχία, τό 378/7, ἀναγκάστηκε νά κατασκευάσει πολλά πλοῖα καί νά ἀποφασίσει ἐκστρατεῖες κάθε χρόνο. Τό 357/6, ὅταν ξέσπασε ὁ συμμαχικός πόλεμος, εἶχε 283 τριήρεις, ἴσως μάλιστα 383. Μάταια ἔκανε ἔκκληση στούς καλούς πολίτες, πού ἦταν διατεθειμένοι, ὅπως ὁ Δημοσθένης, νά μπούν μπροστά, ἔξω ἀπό τή σειρά τους·66 ἡ καλή διάθεση σπάνιζε. Οἱ περισσότεροι ζητοῦσαν νά γλιτώσουν ὅσο πιό φτηνά γινόταν.
 
Ἀνακατεύτηκε καί ἡ κερδοσκοπία. Ἐπιχειρηματίες ἔπαιρναν ἐργολαβικά τήν τριηραρχία· προμήθευαν χρησιμοποιημένα ἐξαρτύματα, καί ἔτσι κέρδιζαν. Ξέρουμε, παραδείγματος χάρη, ὅτι ὁ Δημοσθένης ἀναγκάστηκε μέ δόλιες μηχανορραφίες νά ἀναλάβει ἕνα συμβόλαιο αὐτοῦ τοῦ εἴδους.67 Ἀκόμη πιό σοβαρό ἦταν τό γεγονός ὅτι οἱ τριήραρχοι ἔπαιρναν ἀντικαταστάτες σέ καιρό πολέμου: τό 361 ὁ Ἀριστοφών ὁ Ἀζηνιεύς κατηγόρησε πολλούς ἀπό αὐτούς γιά προδοσία καί δειλία, καί κατάφερε νά καταδικαστοῦν σέ θάνατο.68
 
Ἔπρεπε νά βρεθεῖ λύση. Ἀποφασίστηκε νά αὐξηθεῖ ὁ ἀριθμός τῶν ὑπόχρεων σέ τριηραρχία μέ τήν κατ' ἀναλογία συμμετοχή πολιτῶν πού εἶχαν μικρότερες περιουσίες. Τέτοιο ἦταν τό ἀντικείμενο ἑνός νόμου πού πρότεινε ὁ Περίανδρος. Αὐτός ὁ νόμος ἐφάρμοζε στήν τριηραρχία τό καθεστώς τῶν συμμοριῶν, ὅπως ἴσχυε ἀπό τό 362. Δημιουργήθηκαν λοιπόν εἴκοσι τριηραρχικές συμμορίες. Καθεμιά περιλάμβανε ἑξήντα μέλη, ταξινομημένα σέ κατηγορίες ἀνάλογα μέ τήν περιουσία τους, καί μέ δεκαπέντε ἀπό αὐτά ἐπικεφαλῆς τοῦ καταλόγου. Καθεμιά εἶχε τόν ἀρχηγό της (ἡγεμόνα), τοῦ ὁποίου ἔφερε τό ὄνομα, καί τό διαχειριστή της (ἐπιμελητή). Μιά ἐπιτροπή ἀπό εἴκοσι (τῶν εἴκοσι ἡγεμόνων ἡ τῶν εἴκοσι ἐπιμελητῶν) συνεργαζόταν μέ τούς στρατηγούς, γιά νά μοιράσει τίς τριηραρχικές ἐπιβαρύνσεις στίς συμμορίες. Οἱ τριήρεις, πού παλαιότερα κατανέμονταν ἄμεσα ἀπό τό κράτος στούς τριήραρχους (ἀπό μία σέ ἕναν ἡ σέ δύο), ἀπό τώρα καί ἑξῆς μοιράζονται ἀπό τίς συμμορίες, κατά τήν κρίση τους. Ἡ προσπάθεια πού ἔπρεπε νά καταβάλουν ἦταν ἀνάλογη μέ τή σημασία τοῦ ἐξοπλισμοῦ πού ἀποφασιζόταν: γιά ἕνα πλοῖο, κυρίως σέ καιρό εἰρήνης, ὅταν τά ἔξοδα δέν ἦταν πολύ μεγάλα, ἡ συμμορία ὑποδείκνυε ἕναν μόνο τριήραρχο· γιά κάποιο ἄλλο, κυρίως σέ καιρό πολέμου, ὅριζε ἕναν ἀριθμό συνεταίρων (συντελεῖς), πού ποίκιλλε, ἀριθμό πού βλέπουμε νά φτάνει τούς δεκαέξι.69
 
Μέ τήν πρώτη ματιά ἡ μεταρρύθμιση τοῦ Περιάνδρου φαίνεται νά σημειώνει μιά φοροτεχνική πρόοδο, ἀφοῦ μοίραζε σέ πολλούς τήν ἐπιβάρυνση πού ἄλλοτε ἔπεφτε σέ ἕναν ἡ δύο καί γιατί, τελικά, μετέβαλλε μιά λειτουργία σέ ἄμεσο φόρο. Ὡστόσο, ἀκόμη καί ἀπό ἄποψη ἀπόδοσης, τά ἀποτελέσματα ἦταν πολύ κατώτερα ἀπό αὐτά πού περίμεναν. Πολλοί ἀπό τους χίλιους διακόσιους ἐγγεγραμμένους, ὅπως οἱ χῆρες, οἱ ἐπίκληρες κόρες, οἱ κληροΰχοι καί οἱ κληρονόμοι ἐξ ἀδιαίρετου, εἶχαν δικαίωμα σέ προσωρινές ἀπαλλαγές. Ὁ Δημοσθένης μετρᾶ τετρακόσιες ὀγδόντα ἀπαλλαγές αὐτοῦ τοῦ εἴδους.70 Ἄλλοι ζητοῦσαν νά δί-ἀγραφοῦν λόγω περιουσιακῶν ἀτυχημάτων. Στήν πραγματικότητα ὁ κατάλογος δέν ἦταν ποτέ πλήρης, καί ἑκατοντάδες ὀνόματα ἐμφανίζονταν τυπικά μόνο. Τό σύστημα παρουσίαζε καί πολλά ἄλλα μειονεκτήματα. Ἀπό πολιτική ἄποψη ἀνακούφιζε τήν πιό πλούσια τάξη, ἐπιβαρύνοντας τήν πιό εὔπορη μερίδα τῆς μεσαίας τάξης. Ἀπό ἐθνική ἄποψη εἶχε ἀκόμη πιό σοβαρές ἐπιπτώσεις. Μοιράζοντας τήν εὐθύνη γιά τόν ἐξοπλισμό καί τή διοίκηση κάθε πλοίου, τήν καταργοῦσαν οὐσιαστικά καί δημιουργοῦσαν ἀδιάκοπες συγκρούσεις. Ἀντί νά παρακινοῦνται, ὅπως ἄλλοτε, ἀπό πατριωτική ἅμιλλα, πού ἔδινε στόν καθένα ὑπερηφάνεια γιά τό ἔργο του, οἱ ὑπόχρεοι σέ τριηραρχία καθοδηγοῦνταν ἀπό τά πλέον ποταπά κίνητρα προσωπικοῦ συμφέροντος.
 
Καί μόνη της ἡ ἱστορία τῆς τριηραρχίας θά ἀρκοῦσε νά δείξει ὅτι, μπροστά στήν κάμψη τοῦ πνεύματος δημοσίων ὑποχρεώσεων, ἡ Ἀθήνα τοῦ 4ου αἰώνα συναντοῦσε πολλές δυσκολίες προκειμένου νά ὀργανώσει σοβαρά τήν ἄμυνά της. Ἀλλά αὐτό εἶναι ἕνα σημαντικό γεγονός, τό ὁποῖο πρέπει νά ἐξετάσουμε ἀπό πιό κοντά.
 
Ἡ ἀγωγη πού ἔδιναν στούς νέους δέν πρόσφερε πιά στή δημοκρατία τίς στρατιωτικές δυνάμεις πού χρειαζόταν. Ἀπό τόν 5ο αἰώνα οἱ Ἀθηναῖοι, σέ σύγκριση μέ τούς Σπαρτιάτες, περηφανεύονταν ὅτι, τήν ὥρα τοῦ κινδύνου, στηρίζονταν περισσότερο στό φυσικό θάρρος τούς παρά σέ μιά μακροχρόνια πολεμική ἄσκηση. Ἐπικίνδυνη ἐμπιστοσύνη. Ἦταν ὅμως δικαιολογημένη κατά κάποιον τρόπο, σέ ἐποχή ὅπου ἡ καλλιέργεια τοῦ πνεύματος συμβιβαζόταν ἀκόμη μέ τήν ἀγάπη γιά τή δράση καί μέ τήν ἐκγύμναση τοῦ σώματος.71 Ὡστόσο, ἤδη ὁ Ἀριστοφάνης παραπονιέται γιά τά ἤθη πού εἰσήγαγαν οἱ σοφιστές, καί νοσταλγεῖ τόν καιρό ὅπου τά παιδιά πήγαιναν στό σχολεῖο χωρίς πανωφόρι ὅταν χιόνιζε, ὁπου οἱ νέοι διασκέδαζαν κάτω ἀπό τίς ἐλιές τοῦ γυμναστηρίου, ἀποπνέοντας τό ἄρωμα τοῦ σμίλακα καί τῶν βλαστῶν τῆς λεύκας, ἀποκτώντας ρωμαλέο στῆθος, φρέσκο πρόσωπο καί φαρδεῖς ὤμους.72 Ἀργότερα τά πράγματα χειροτέρεψαν.
 
Ἡ σωκρατική σχολή ἔκαμε ὅ,τι μποροῦσε γιά νά ἀντιδράσει.Ὅ δάσκαλος προσπάθησε νά ξυπνήσει τό στρατιωτικό πνεῦμα στούς συμπατριῶτες του, ἐπιμένοντας στίς ἱκανότητες καί στίς γνώσεις πού ὄφειλαν νά ἔχουν οἱ ἀξιωματικοί καί οἱ στρατηγοί, ζητώντας ἀπό τους πολιτικούς ἄνδρες νά μελετήσουν τούς ὑλικούς πόρους διαφόρων κρατῶν, παρακινώντας τούς ἁπλούς ἰδιῶτες νά γίνουν σωματικά ἱκανοί γιά νά βοηθήσουν τήν πόλη.73 Οἱ μαθητές τοῦ Σωκράτη θεώρησαν καθῆκον τους νά χτυπήσουν στή ρίζα τό κακό, δηλαδή τό δικαίωμα τῶν γονέων νά κατευθύνουν σύμφωνα μέ τίς ἀντιλήψεις τούς τήν ἀγωγή τῶν παιδιῶν τους. Ὁ Πλάτων, κατά τόν ὁποῖο κάθε προσωπικό στοιχεῖο πρέπει νά ἔξουδετερωθεϊ στήν ἰδεατή ἡ ἁπλῶς στήν ὀρθή δημοκρατία, διακηρύσσει τήν ὑποχρεωτική σχολική ἐκπαίδευση εἴτε μέ τή συγκατάθεση τῶν γονέων εἴτε χωρίς αὐτήν74 ὁ Ἀριστοτέλης διακηρύσσει ὅτι ὁ νόμος πρέπει νά κανονίζει τά παιδαγωγικά προβλήματα, καί θέλει τό δημόσιο καί μοναδικό σχολεῖο, τοῦ ὁποίου εἶναι ὀπαδός, νά διαμορφωθεῖ σύμφωνα μέ τίς ἀρχές τοῦ πολιτεύματος.75 Καί οἱ δύο ἀποδίδουν πολύ μεγάλη σημασία στή σωματική ἀγωγή, ἀπό τήν ὁποία ζητοῦν νά προπαρασκευάζει τή στρατιωτική ἐκπαίδευση·76 γιατί «ἡ παιδεία φέρνει τή νίκη».77
 
Ἀλλά, πρός μεγάλη λύπη τῶν φιλοσόφων, ἡ ἐλευθερία τῶν οἰκογενειῶν ἦταν ἀπόλυτη. Ἔκαναν χρήση αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας γιά νά δώσουν στήν ἀγωγή ἀποκλειστικά ὠφελιμιστικό χαρακτήρα, πράγμα γιά τό ὁποῖο διαμαρτύρεται ὁ Ἀριστοτέλης.78 Ὁ Ἰσοκράτης ὑποστηρίζει τό σύστημα τῆς ἰδιωτικῆς ἀγωγῆς γιά λόγους προσωπικοῦ συμφέροντος: «Ἀδύνατο νά ὁρίσει κανείς τίς ἴδιες ἀσκήσεις γιά ὁλους, ἐξαιτίας της ἀνισότητας τῶν περιουσιῶν πρέπει λοιπόν ὁ καθένας νά πάρει ἀγωγή ἀνάλογη μέ τά μέσα του: αὐτοί πού βρίσκονται σέ ἀδύνατη οἰκονομική κατάσταση πρέπει νά τραποῦν πρός τή γεωργία καί τό ἐμπόριο· οἱ γιοί τῶν πλουσίων πρέπει νά ἀσχοληθοῦν μέ τήν ἱππασία, τή γυμναστική, τό κυνήγι καί τή φιλοσοφία».79 Στήν πραγματικότητα ἡ γυμναστική ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ σέ ὁλες τίς κοινωνικές τάξεις, καί πρῶτος ὁ Ἰσοκράτης τήν περιφρονεῖ.80 Εἶναι ὁλο καί περισσότερο ὑπόθεση τῶν εἰδικῶν, τῶν ἐπαγγελματιῶν (ἀθλητῶν), σέ ἀντίθεση μέ τούς ἐρασιτέχνες (ἰδιῶται).81
 
Αὐτή ἡ παρακμή τοῦ στρατιωτικοῦ πνεύματος καί τῆς σωματικῆς ἀγωγῆς δέν περιορίζεται εἰδικά στήν Ἀθήνα· παρατηρεῖται σέ ὁλη σχεδόν τήν Ἑλλάδα, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι μοιραῖο ἐπακόλουθο της οἰκονομικῆς καί πνευματικῆς ἄναπτυξης σέ κάθε κοινωνία. Ἀπό πολύν καιρό οἱ Ἴωνες, ἐκφυλισμένοι ἀπό τήν εὐμάρεια, ὑπέμεναν τήν ὑποδούλωση, ἐπειδή τούς ἦταν ἀδύνατο νά ὑποφέρουν τόν κόπο καί τόν καυτό ἥλιο· ἦταν γεγονός ὅτι ὁ στρατός τους δέν ὑπολογιζόταν.82 Τότε οἱ ἄλλοι Ἕλληνες τούς περιφρονοῦσαν τώρα τούς μιμοῦνται. Τό 383, τήν ἐποχή πού ἡ Σπάρτη μαχόταν ἀκόμη γιά τήν ἡγεμονία, ἡ πελοποννησιακή συμμαχία ἐπέτρεψε στίς πόλεις νά ἐξαγοράζουν τή στρατιωτική ὑποχρέωση καταβάλλοντας πρόστιμο γιά κάθε ἄντρα πού ἔλειπε ἀπό τό ἐκστρατευτικό σῶμα τους.83 Ἡ γυμναστική, κατ' ἐξοχήν ἐθνική τέχνη, δέν εἶχε πιά πέραση παρά μόνο σέ φτωχές ἡ ἀπομονωμένες χῶρες: τρέχουν ἀπό παντοῦ στούς πανελλήνιους ἀγῶνες, ἀλλά οἱ ὀλυμπιονίκες εἶναι ὅλοι ἀπό τήν Ἀρκαδία καί τή Θεσσαλία. Τό κακό λοιπόν γενικεύτηκε· ἀλλά στήν πρωτεύουσα τοῦ ἐμπορίου καί τῶν γραμμάτων ἦταν βαθύτερο, η, πάντως, περισσότερο φανερό.
 
Ἡ Ἀθήνα, ἐνῶ εἶχε παραιτηθεῖ γιά ἕνα διαστημα - τόν καιρό τῆς σπαρτιατικῆς ἡγεμονίας - ἀπό κάθε πολεμική προετοιμασία, ἀναγκάζεται ἀπό τά πολιτικά γεγονότα νά ἀνασυγκροτήσει τό στρατό της· τό ἀποτέλεσμα ὅμως τῶν προσπαθειῶν της εἶναι οἰκτρό. Τό πλῆθος τῶν πολιτῶν εἰρωνεύεται ἐκείνους πού ξεχωρίζουν ἀπό τους ἄλλους μέ τό νά προσπαθοῦν νά γίνουν ρωμαλέοι. Ὁπλίτες καί ἱππεῖς ἀγαποῦν πολύ τήν καλοπέραση ὥστε νά δεχτοῦν τήν ὑποταγή στήν πειθαρχία.84 Ὅλες οἱ προφάσεις εἶναι καλές προκειμένου νά ξεφύγουν ἀπό τίς στρατιωτικές ὑποχρεώσεις. Ὀταν τό πετύχουν, ὑπερηφανεύονται σάν νά ἔκαμαν κάποια ἀξιέπαινη πράξη. Ὁ Αἰσχίνης, στόν ἐπίλογο τῆς ἀπολογίας του, μνημονεύει τά δύο χρόνια της στράτευσής του σάν τίτλο ἐξαιρετικό, ὑπαινισσόμενος ἔτσι σιωπηρά τό γεγονός ὅτι ὁ Δημοσθένης, ἀντίθετα, δέν θά μποροΰσε νά πεῖ τό ἴδιο.85 Ὅσο μειώνεται ὁ ἀριθμός τῶν πολιτῶν στό στρατό, τόσο μεγαλώνει ὁ ἀριθμός τῶν μισθοφόρων. Ἡ Ἑλλάδα ὁλόκληρη εἶναι γεμάτη τυχοδιῶκτες καί ἐξόριστους πού νοικιάζουν τά μπράτσα τους σέ ὁποῖον προσφέρει περισσότερα· ἀκολουθοῦν μέ ἐνθουσιασμό τόν ἀρχηγό πού τούς ὑπόσχεται, μαζί μέ ἕναν κανονικό μισθό, κερδοφόρες νίκες.
 
Ἡ Ἀθήνα καταφεύγει σ' αὐτούς, ὅπως καί οἱ ἄλλες πόλεις. Πολλές διαμαρτυρίες ξεσηκώνονται γι' αὐτήν τήν κατάσταση. Ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι ἔχασαν γιά δεύτερη φορά τήν αὐτοκρατορία τους, ὁ Ἰσοκράτης τούς δείχνει τήν κυριότερη αἰτία τῆς ἀτυχίας τους: ἀντικατάσταση τοῦ ἐθνικοῦ στρατοῦ ἀπό ἕνα πλῆθος ξεριζωμένων, λιποτακτῶν καί ἐγκληματιῶν, μισθοί πού δίνονται σέ ξένους ἀπό ἕνα ταμεῖο πού δέν εἶναι σέ θέση νά ἀνακουφίσει τήν ἀθλιότητα τοῦ λαοΰ. Γιά φάρμακο ὁ ρήτορας προτείνει τήν ἐπιστροφή στήν παράδοση: οἱ πολίτες νά ὑπερασπίζουν τή χώρα τους μέ τό κορμί τους, ἀντί νά ἐπιβάλλουν στόν ἑαυτό τους τήν ντροπή νά ὑπηρετοῦν ὡς κωπηλάτες, ἀφήνοντας σέ ἄλλους τή φροντίδα τοῦ πολέμου. Περίπου τήν ἴδια ἔποχη καί ὁ Ξενοφῶν προτείνει νά ἀπαλλάξουν τούς μέτοικους ἀπό τήν ὑπηρεσία τοῦ ὁπλίτη, γιατί ἕνα πεζικό ὅπου οἱ πολίτες δέν θά ἦταν ἀναμιγμέ-νοί μέ μιά ἑτερόκλητη μάζα θά ἦταν καλύτερο, καί γιατί ἕνας λαός τιμᾶ τόν ἑαυτό του ὅταν ὑπολογίζει περισσότερο στή δική του ἀξία παρά σέ ξένη βοήθεια. Ὁ Δημοσθένης πέρασε ὁλόκληρη τή ζωή τοῦ ζητώντας αὐτή τή μεταρρύθμιση· ὡς πολιτικός ὅμως εἶναι ὑποχρεωμένος νά λαμβάνει ὑπόψη τά γεγονότα καί τίς ἰδέες: γνωρίζοντας τίς ἀνάγκες τοῦ πολέμου, καί τόν ἀριθμό τῶν ἀντρῶν πού ἀπαιτεῖ, βλέπει ὅτι εἶναι ἀδύνατο στό ἑξῆς νά παραιτηθεῖ ἐντελῶς ἀπό τή βοήθεια τῶν ἐπαγγελματιῶν στρατιωτικῶν καί νά ἀποκαταστήσει καθαρά ἐθνικό στρατό: θέλει ἕναν συμπαγή, καλά ἀσκημένο καί καλά πληρωμένο πυρήνα πολιτῶν, στόν ὁποῖο θά προστεθοῦν σέ ὁρισμένο χρόνο καί τόπο μισθοφορικές μονάδες.86 Ἔκτοτε, ὅπως εἴδαμε, τό μεγάλο πρόβλημα πού γεννιέται στή συνείδηση τοῦ καθενός καί φέρνει σέ ἀντίθεση τά πολιτικά κόμματα εἶναι ἄν τά περισσεύματα τοῦ προϋπολογισμοῦ θά μποῦν στό ταμεῖο τῶν θεωρικῶν ἤ τοῦ στρατοῦ, ἄν θά ἀφιερωθοῦν στίς μικρές ἀπολαύσεις τοῦ λαοΰ ἡ στήν ἄμυνα. Ὁ Δημοσθένης δέν ἔπεισε τούς συμπολίτες του ἀρκετά νωρίς, ὥστε νά ἀποφευχθεῖ ἡ καταστροφή τῆς Χαιρώνειας. Στό χεῖλος τῆς ἀβύσσου ἡ Ἀθήνα ἀναζήτησε τή σωτηρία σέ μιά ἰσχυρή ὀργάνωση τῶν ἐφήβων, στήν ἐπαναφορά τῶν γυμναστικῶν ἀσκή-σεων καί στήν ἐκμάθηση τῶν ὁπλῶν.87 Ἦταν πολύ ἀργά.
 -------------------
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
 
1. Πρβ. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 40, 2.
2. Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτονς, 138· Δείναρχος, Κατ' Ἀριστογείτονος, 2.
3. Ὑπερείδης, Ὑπέρ Εὐξενίππου, 18.
4. Αἰσχίνης, Περί τῆς παραπρεσβείας, 6· πρβ. 194.
5. Πρβ. Caillemer, λ. «Eisaggelia», στό Daremberg - Saglio - Pottier - Lafaye, Dictionnaire...· Meier - Schoemann, Der attische Prozess, σ. 312 κ.ε.
6. Ὑπερείδης, .π., 2.
7. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 8, 4.
8. στό ἴδιο, 29, 4.
9. στό ἴδιο, 43, 4· 59, 2.
10.Ὑπερείδης, ὅ.π., 21 κ.ε.
11.στό ἴδιο, 3, καί Ὑπέρ Λυκόφρονος, Χ, 5 κ.ε.· πρβ. Felix Durrbach, L'orateur Lycurgue, Παρίσι 1890, σ. 135 κ.ε.
12. Γιά τούς νομοθέτες, βλ. Δημοσθένης, Κατά Τιμοκράτους, 18, 2027, 33, 47 κ.ε.· Πρός Λεπτίνην, 88 κ.ε., 93, 98 κ.ε., 146· Αἰσχίνης, Κατά Κτησιφῶντος, 38-40· Michel, Recueil..., ρ. 1459, 1462, 1465, 107, 108-Inscriptiones Graecae, τ. ΙΙ Παράρτ., ἄρ. 128b. Πρβ. R. Schoell, «t)ber att. Gesetzgebung», Sitzungsberichte der Bayer. Akademie..., 1886, σ. 83 κ.ε.· P. Foucart, στό Journal des Savants, 1902, a. ill κ.ε.· A. Elter, Ein att. Gesetz iiber die Eleusinische Aparche, Βόννη 1914, σ. 8 κ.ε.· Η. Lipsius, Das attische..., τ. I, σ. 383 κ.ε.· J. Η. Lipsius, Zur att. Nomothesiew, Berliner philologische Wochenschrift, 1917, σ. 909 κ.ε.· W. Bannier, «Zu den att. Gesetzanderungenw, Berliner..., 1918, σ. 1215 κ.ε.· Busolt, Griechische Staatskunde, σ. 462 κ.ε., 1011 κ.ε.
13. Michel, .π., ρ. 1462, 108· Inscriptiones Graecae, ο.π.
14. Michel, .π., ρ. 1465, 107· πρβ. Inscriptiones Graecae, τ. II, ρ. 162.
15. Πρβ. Η. Usener, στό Preussische Jahrbucher, τ. LIII, 1884, σ. 22· Haussoullier, ἔκδοση Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, σ. xxvi.
16. Βλ. ἐδῶ, σ. 178.
17. Ἰσοκράτης, Ἀρεοπαγιτικός, 38.
18. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 41, 3.
19. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VI (IV), 10, 6.
20.Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, ὅ.π. Ἡ μεταρρύθμιση ὁλοκληρώθηκε τό 392 (Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιαζουσαι, 184 κ.ε., 300 κ.ε., κτλ.).
21. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 62, 2.
22. Πλάτων, Γοργίας, σ. 515e.
23. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VI (IV), 5, 5.
24. Πρβ. Ἀριστοφάνης, ὅ.π., 282 κ.ε., 289 κ.ε., 380 κ.ε., 390 κ.ε., 548.
25. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 44, 2-3.
26. στό ἴδιο, 3.
27. στό ἴδιο, 30, 4· Θουκυδίδης, VIII, 67, 3· Inscriptiones Graecae, τ. II, Προσθῆκες, σ. 396, ἀρ. lc.
28. Βλ. Revue des Etudes Grecques, τ. XXXIV, 1921, σ. 1-19.
29. Πρβ. Georges Perrot, Essai sur le droit public d'Athenes, Παρίσι 1869, σ. 63-74.
30. Πρβ. Sundwall, Epigraphische Beitrage zur sozialpolitischen Geschichte Athens im Zeitalter des Demosthenes, Λιψία 1906.
31. Ὑπερείδης, Κατά Δημοσθένους, σ. 102b.
32. Ψευδο-Δημοσθένης, Κάτ Ἀριστογείτονος Ἅ, 40" Θεοφραστος, Χαρακτῆρες, 29, 3 Ἀριστοφάνης, Ἴππης, 1023· πρβ. Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, II, 9, 1.
33. Ἰσοκράτης, Περί εἰρήνης, 129 κ.ε.
34. Πλάτων, Πολιτεία, VI, σ. 288.
35. Θουκυδίδης, III, 42.
36. Αἰσχίνης, Περί τῆς παραπρεσβείας, 165· πρβ. Δείναρχος, Κατά Δημοσθένους, 111.
37. Ὑπερείδης, ο.π., σ. 110b.
38. Ἡρόδοτος, III, 57.
39. Ἡρόδοτος, VII, 144· Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 22, 7.
40. Ψευδο-Πλούταρχος, Βίοι τῶν δέκα ρητόρων, Λυκοῦργος, 34, σ. 843d.
41. Πλούταρχος, Περικλῆς, 9· Φιλοχορός, ἄπ. 85 (= Miiller, Frag-menta..., τ. I, σ. 397).
42. Ἀριστοτέλης, ὅ.π., 28, 3· Michel, ὅ.π., ἀρ. 569.
43. Πλούταρχος, ὅ.π., 37· Ἀριστοφάνης, Σφῆκες, 716 καί Σχόλια.
44. Θουκυδίδης, VIII, 67· Ἀριστοτέλης, ὅπ., 30, 1.
45. Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου Δ, 36 κ.ε.· πρβ. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VII (VI), 3, 4.
46. Βλ. Σούδα, λ. «δραχμή χαλαζῶσα»· Δημοσθένης, Περί τοῦ στεφάνου, 28.
47. Ὑπερείδης, ὅ.π., σ. 110c Δημοσθένης, Α΄ Ὀλυνθιακός, 20· Πρός Λεωχάρην, 37.
48. Πλούταρχος, Πολιτικά παραγγέλματα, 25, 1, σ. 818f.
49. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, II, 4, 11· VII (VI), 3, 4.
50. Πλούταρχος, Πλατωνικά ζητήματα, 4, 4, σ. 1011b.
51. Αἰσχίνης, Κατά Κτησιφῶντος, 251.
52. Πλάτων, Κριτίας, σ. 50d κ.ε.· Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου Δ, 41.
53. Michel, ο.π., ἀρ. 1028· πρβ. Gustav Gilbert, Handbuch der griechischen Staatsalterturner, τ. I, Λιψία 1881, σ. 435.
54. Ψευδο-Ξενοφῶν, Ἀθηναίων Πολιτεία, I, 17· Michel, ο.π., ἀρ. 564 κ.ε.
55. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 43, 1.
56. Ξενοφῶν, Πόροι, III, 12-14· IV, 13 κ.ε.· Ἀριστοφάνης, Ἐκκλησιάζουσαι, 814 καί Σχόλια- Ψευδο-Ἀριστοτέλης, Οἰκονομικά, II, 2, 3 καί 36.
57. Ψευδό-Δημοσθένης, Πρός Μακάρτατον, 54.
58. Βασική μαρτυρία: Πολυδεύκης, VIII, 130. Πρβ. Lecrivain, λ. «Eisphora», στό Daremberg - Saglio - Pottier - Lafaye, ο.π.· P. Guiraud, Etudes economiques sur L' Antiquite, Παρίσι 1905, σ. 77 κ.ε Η. Francotte, Les finances..., σ. 25 κ.ε.
59. Πολύβιος, II, 62, 7· Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 19, 30· Φιλόχορος, ἀπ. 151 (= Miiller, .π., τ. I, σ. 409).
60. Πρβ. Michel, .π., ἀρ. 1354, στ. 24 κ.ε.· 1351, στ. 7 κ.ε.· 1355, στ. 25 κ.ε.
61. Δημοσθένης, Κατά Ἀφόβου, I, 7.
62. Δημοσθένης, Κάτ Ἀνδροτίωνος, 49 κ.ε.
63. Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 25.
64. Λυσίας, Κατά Διογείτονος, 24· Ἰσοκράτης, Πρός Καλλίμαχον, 60.
65. Λυσίας, ὅ.π., 26· Δημοσθένης, Πρός Πολυκλέα, 39, 68.
66. Δημοσθένης, Κατά Μειδίου, 161· Περί τοῦ στεφάνου, 99· Michel, ο.π., ἀρ. 601, στ. 27.
67. Δημοσθένης, Κατά Ἀφόβου, II, 17.
68. Δημοσθένης, Κατά Μειδίου, 80, 155.
69. Ψευδο-Δημοσθένης, Κατά Εὐέργου, 21 κ.ε., 44, 78- Δημοσθένης, Περί τοῦ στεφάνου, 103· Inscriptiones Graecae, τ. II, ἀρ. 793b, 795f, 803c, e, f, 804b.
70. Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 16.
71. Θουκυδίδης, II, 39, 40.
72. Ἀριστοφάνης, Νεφέλαι, 965, 1002 κ.ε.· πρβ. Βάτραχοι, 1088.
73. Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, III, 1-6.
74. Πλάτων, Νόμοι, VII, σ. 804c-d.
75. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, V (VIII), 1, 1-3: «Καθώς ἡ πόλη δέν ἔχει παρά ἕνα σκοπό, ἡ ἀγωγή πρέπει νά εἶναι ἴδια γιά ὅλους· καί πρέπει νά εἶναι ὑπόθεση τοῦ κράτους καί ὄχι τῶν ἰδιωτῶν»· VIII (V), 7, 20: «Κεφαλαιῶδες στοιχεῖο γιά τή σταθερότητα τοῦ κράτους, ἄν καΐ ἐντελῶς παραμελημένο στίς μέρες μας, εἶναι νά συμμορφώνεται ἡ ἀγωγή μέ τό πολίτευμα».
a. 357-365J
76. Πλάτων, ὅ.π., σ. 794c, 804c- Πολιτεία, σ. 429e, 537b- Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, VIII (V), 3, 3.
77. Πλάτων, Νόμοι, I, σ. 641e.
78. Ἀριστοτέλης, Πολιτικά, V (VIII), 1, 4-3, 2.
79. Ἰσοκράτης, Ἀρεοπαγιτικός, 44.
80. Ξενοφῶν, ὅ.π., III, 5, 15· Ἰσοκράτης, Πανηγυρικός, 2.
81. Ξενοφῶν, ὅ.π., 7, 7· Ἱέρων, IV, 6. Πρβ. Norman Gardiner, Greek athletic sports and festivals, σ. 130 κ.ε.
82. Ἡρόδοτος, VI, 12· Θουκυδίδης, I, 124· V, 9' Ἱ, 77' VIII, 25· Ξενοφῶν, Ἑλληνικά, III, 2, 17.
83. Ξενοφῶν, ὅ.π., V, 2, 21.
84. Ξενοφῶν, Ἀπομνημονεύματα, III, 5, 15 καί 19.
85. Αἰσχινης, Περί τῆς παραπρεσβείας, 167.
86. Ἰσοκράτης, Περί εἰρήνης, 43-48· Ξενοφῶν, Πόροι, II, 3-4· Δημοσθένης, Περί συμμοριῶν, 15· Κατά Φιλίππου Δ, 46· Α΄ Ὀλυνθιακός, 20· Γ΄ Ὀλυνθιακός, 11, 19.
87. Ἀριστοτέλης, Ἀθηναίων Πολιτεία, 42, 2-5. Ἡ πρώτη χρονολογικά ἀπό τίς ἐφηβικές ἐπιγραφές (Michel, ὅ.π., ἀρ. 603) εἶναι τοϋ 334 /3.

Ναρκισσισμός: Όταν το φαίνεσθαι είναι σημαντικότερο του είναι

Σχετική εικόναΟ Νάρκισσος περνούσε ώρες ή και μέρες ολόκληρες κάνοντας τίποτα άλλο πέρα από το να θαυμάζει την ομορφιά του στο ποτάμι. Αλλά δυστυχώς αυτό του το πάθος του κόστισε την ίδια του τη ζωή, καθώς μια μέρα στην προσπάθειά του να φιλήσει αυτό που θεωρούσε πως ήταν νύμφη έπεσε στο ποτάμι και πνίγηκε.

Αυτός λοιπόν ήταν ο Νάρκισσος της μυθολογίας ο οποίος έδωσε -και όχι άδικα- το όνομά του σε μια σύγχρονη ψυχολογική διαταραχή προσωπικότητας. Η ιστορία του μας λέει πολλά για τα χαρακτηριστικά της διαταραχής αυτής.

Σύμφωνα με το DSM-IV-TR για να διαγνωσθεί κάποιος με ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας πρέπει να έχει τουλάχιστον πέντε από τα ακόλουθα συμπτώματα:

Έχει έντονο αίσθημα υπεροψίας και μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του/της.

Έχει φαντασιώσεις απεριόριστης επιτυχίας, δύναμης, ομορφιάς κτλ.

Θεωρεί τον εαυτό του/της ξεχωριστό και μοναδικό και πιστεύει πως οι μόνοι οι οποίοι μπορούν να τον/την καταλάβουν είναι άτομα που είναι επίσης ξεχωριστά.

Απαιτεί τον θαυμασμό των άλλων.

Αναμένει ξεχωριστή εξυπηρέτηση από τρίτους και απαιτεί όλοι να συμφωνούν αυτόματα με τις προσδοκίες του/της.

Είναι άτομο ιδιαίτερα χειριστικό το οποίο εκμεταλλεύεται τους άλλους με κάθε μέσο ώστε να επιτύχει το σκοπό του.

Δεν έχει ενσυναίσθηση απέναντι στα συναισθήματα των άλλων και γι’ αυτό αδυνατεί να τα κατανοήσει.

Είναι πολύ ζηλόφθονος με τους άλλους ή πιστεύει πως οι άλλοι είναι πολύ ζηλόφθονες απέναντί του/της.

Είναι αλαζόνας και έχει υπεροπτική στάση απέναντι στους άλλους.

Όπως γίνεται εμφανές, το κύριο χαρακτηριστικό του νάρκισσιστή είναι η αλαζονεία, το αίσθημα ανωτερότητας και η έλλειψη ενσυναίσθησης.

Τα άτομα αυτά είναι ανίκανα να κατανοήσουν τα συναισθήματα των άλλων και δεν είναι λίγες οι φορές που θα φτάσουν να πληγώσουν ή ακόμη και να καταστρέψουν (π.χ. οικονομικά, κοινωνικά) τους ανθρώπους του περιβάλλοντός τους μόνο και μόνο για να καταφέρουν να πετύχουν τον στόχο τους.

Οι ναρκισσιστές θεωρούν πως κοινωνικοί κανόνες που ακολουθούνται από όλους μας δεν ισχύουν για τους ίδιους καθώς ως “ξεχωριστά άτομα” απαιτούν να έχουν “ειδική μεταχείριση”.

Αυτό όμως που θα πρέπει να καταλάβουμε για τους ναρκισσιστές είναι πως δεν είναι εγωιστές, μιας και αυτό με το οποίο είναι ερωτευμένοι είναι η περσόνα τους και όχι ο ίδιος τους ο εαυτός. Όπως ακριβώς ο Νάρκισσος του αρχαίου μύθου, έτσι και αυτοί είναι παθολογικά ερωτευμένοι με το είδωλο στον “καθρέφτη” τους και θυσιάζουν τα πάντα για να το διατηρήσουν.

Στην πραγματικότητα δηλαδή αυτά τα άτομα είναι πολύ απομακρυσμένα από τον εαυτό τους και αυτή είναι ουσιαστικά η πηγή της δυστυχίας τους.

Ανήμποροι να δεχτούν τον εαυτό τους ως έχει, με τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά του, αναλώνουν όλη τους την ενέργεια στη διατήρηση του κοινωνικού τους προφίλ και είναι έτοιμοι να βρουν εξιλαστήρια θύματα όταν πιστεύουν πως η εικόνα αυτή έχει αμαυρωθεί με κάποιο τρόπο.

Ένας νάρκισος για παράδειγμα δεν θα μπορέσει να ανεχτεί ούτε ένα “Λίαν Καλώς” στην βαθμολογία του, ακόμη και αν όλα τα υπόλοιπα μαθήματα τα έχει περάσει με “Άριστα”, θα φροντίσει να δημιουργήσει μια ολόκληρη θεωρία συνωμοσίας και έντονης ζηλοφθονίας από πλευράς του καθηγητή που “τόλμησε” να μην του βάλει τον μέγιστο δυνατό βαθμό και είναι ικανός να γίνει έντονα εκδικητικός απέναντί του.

Θεωρίες/Αιτιολογία

Έχουν προταθεί διάφορες θεωρίες για την ανάπτυξη της ναρκισσιστικής διαταραχής, οι σημαντικότερες από τις οποίες είναι ψυχοδυναμικής φύσεως, όπως άλλωστε συμβαίνει για τις περισσότερες των διαταραχών προσωπικότητας. Σε γενικές γραμμές είναι αποδεκτό πως ο ναρκισσισμός οφείλεται στην σχέση που αναπτύσσει το άτομο με τα πρότυπα συμπεριφοράς που είναι διαθέσιμα κατά την παιδική του ηλικία[1] .

Η ύπαρξη ενός ιδεατού εαυτού προς μίμηση δεν είναι καθόλου ασυνήθιστο φαινόμενο. Αντιθέτως, στο βαθμό που ο ιδεατός εαυτός δεν καθίσταται εμμονή, λειτουργεί θετικά στην εξέλιξη της προσωπικότητας ενός ατόμου. Συνήθως όμως στα πρώτα στάδια της ανάπτυξης της προσωπικότητάς μας έχουμε κάποια σταθερά πρότυπα με τα οποία μπορούμε να ταυτιστούμε (γονείς, συγγενείς κτλ), οπότε η δημιουργία ενός ιδεατού μοντέλου του εαυτού μας δεν εκδηλώνεται άμεσα.

Στις περιπτώσεις όμως παιδιών που για κάποιον λόγο μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον με έλλειψη σταθερών προτύπων- όπως είναι επί παραδείγματι τα παιδιά οικογενειών με σοβαρά προβλήματα ψυχιατρικής φύσεως ή κατάχρησης ουσιών ή με παιδιά που μεγάλωσαν χωρίς γονείς- η δημιουργία ενός φανταστικού ιδεατού εαυτού καθίσταται απαραίτητη, μιας και το παιδί δεν μπορεί να ταυτιστεί, να εσωτερικοποιήσει και εν τέλει να αντιγράψει την εικόνα κάποιου ενήλικου προτύπου συμπεριφοράς.

Στις περιπτώσεις αυτές τα παιδιά αναζητούν στοιχεία ταύτισης σε άλλες κοινωνικές ομάδες (π.χ. συμμορίες) ή ακόμη αρχίζουν και ταυτίζονται με χαρισματικές ηγετικές φυσιογνωμίες (π.χ. πολιτικούς, καλλιτέχνες, θρησκευτικούς ηγέτες κ.α.) τα στοιχεία των οποίων εσωτερικοποιούνται και εμφυτεύονται στον ιδεατό εαυτό.

Σε αυτό το στάδιο μπαίνει και ο σπόρος που αργότερα μπορεί να δώσει ως καρπό έναν ναρκισσιστικό χαρακτήρα, ταυτισμένο και υποταγμένο αιωνίως σε μια ψεύτικη κοινωνική εικόνα.

Όπως συμβαίνει και με την ανάπτυξη των περισσότερων διαταραχών προσωπικότητας, ένας βασικός παράγοντας που λειτουργεί καταλυτικά στην εμφάνισή τους είναι η κακοποίηση του παιδιού στην παιδική ηλικία. Η κακοποίηση αυτή φυσικά δεν είναι απαραίτητο να είναι σωματική.

Ένα παιδί μπορεί να κακοποιηθεί επίσης συναισθηματικά και ψυχολογικά. Το αποτέλεσμα αυτών των τριών ειδών κακοποίησης είναι τελικά να γκρεμιστεί η αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ παιδιού-γονιών και έτσι το παιδί να απομακρυνθεί όλο και περισσότερο από αυτούς, το οποίο, όπως αναφέραμε ήδη, μπορεί να έχει ως συνέπεια το κυνήγι άλλων εικόνων ταύτισης.

Ο Ναρκισσισμός και η Δύση

Μήπως όμως η κοινωνία μας μάς ωθεί στον ναρκισσισμό ή εν πάση περιπτώσει λειτουργεί θετικά ως προς την ανάπτυξη τέτοιου είδους στοιχείων συμπεριφοράς;

Αυτό το ερώτημα παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον, μιας και ο κοινωνικός παράγοντας είναι ένας από τρεις βασικούς παράγοντες επεξήγησης όλων των ψυχικών διαταραχών (σε συνδυασμό με την βιολογία και την ατομική ψυχολογία). Ζούμε σε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.

Η παγκοσμιοποίηση αυτή όμως πέρα από οικονομική είναι και κοινωνική, το οποίο σημαίνει πως πλέον ο κόσμος δεν μοιράζεται μόνο τα οικονομικά αγαθά αλλά και είδωλα.

Πριν 50-60 χρόνια κάποιος το πολύ-πολύ να ήταν “εθνικός σταρ”. Πλέον όμως έχουμε διασημότητες παγκόσμιας εμβέλειας οι οποίες τραβούν -οι περισσότεροι εσκεμμένα- πάνω τους τα φώτα της δημοσιότητας. Ολόκληρος ο κόσμος ασχολείται με το που, πως και γιατί πήγε κάπου κάποιος.

Οι δυτικές κοινωνίες θεοποιούν την ατομική αναγνωρισιμότητα και την ταυτίζουν με την επιτυχία. Εκεί που κάποτε κάποιος θεωρούνταν επιτυχημένος εάν κατάφερνε να ζήσει ηθικά και με αξιοπρέπεια, πλέον τα κριτήρια της επιτυχίας έχουν αλλάξει και επιτυχημένος θεωρείται κάποιος μόνο εάν καταφέρει να “ξεχωρίσει από το πλήθος” και να έχει πάνω από τα “10 λεπτά δημοσιότητας” που -υποτίθεται- αναλογούν στον καθένα μας [2].

Τα καταναλωτικά προϊόντα προωθούνται με διαφημιστικές καμπάνιες που δίνουν έμφαση στο πόσο ξεχωριστούς θα μας κάνουν να είμαστε από τους υπόλοιπους γύρω μας, ενώ ακόμη και εκπαιδευτικά ιδρύματα προωθούν την φήμη τους ως φυτώρια ξεχωριστών επιστημόνων.

Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι τόσο οι γραφικές και αστείες πρόσκαιρες ναρκισσιστικές διασημότητες των μεσημεριανών κουτσομπολίστικων εκπομπών που θυσιάζουν τα πάντα για να καταφέρουν να βγουν στο γυαλί για λίγα λεπτά παραπάνω, όσο και το γενικότερο ξέφρενο κυνήγι της τελειότητας και του ελιτισμού που συνοδεύεται αρμονικά με τη δημιουργία πλασματικών και άπιαστων ειδώλων ταύτισης.

Η προσωπική ζωή ορισμένων προσώπων γιγαντώνεται σε βαθμό που πλέον τα πρόσωπα αυτά παίρνουν μυθικές διαστάσεις και θεωρείται δεδομένο πως αυτά τα άτομα είναι ξεχωριστά από όλους τους υπόλοιπους και ισχύουν άλλοι κανόνες απέναντί τους. Πρόσφατα μάλιστα έτυχε να ακούσω δύο παρόμοιες ιστορίες διάσημων τους οποίους θα μπορούσα άνετα να χαρακτηρίσω ως ναρκισιστές.

Η πρώτη είχε να κάνει με την διάσημη Αμερικανίδα παρουσιάστρια Όπρα, η οποία πήγε στο Παρίσι και αποφάσισε να επισκεφθεί ένα πανάκριβο κατάστημα πολυτελών ειδών.

Το πρόβλημα όμως ήταν πως το εν λόγω κατάστημα είχε κλείσει και οι υπάλληλοι καθάριζαν το εσωτερικό του. Επομένως όταν η Όπρα πήγε εκεί και προσπάθησε να μπει, όπως ήταν το σωστό, της αρνήθηκαν την είσοδο[3] .

Αποτέλεσμα αυτής της “προσβλητικής”, όπως την χαρακτήρισε η ίδια η Όπρα, συμπεριφοράς ήταν στην επόμενη εκπομπή της να αφιερώσει αρκετό χρόνο για να διαπομπεύσει δημόσια το εν λόγω κατάστημα μη διστάζοντας να χαρακτηρίσει τους υπαλλήλους ως ρατσιστές (καθώς θεώρησε πως ο λόγος άρνησης της εισόδου ήταν το … χρώμα του δέρματός της(!) και όχι το ωράριο του καταστήματος).

Στην δεύτερη περίπτωση ο Ντέιβιντ Χάσελχοφ είχε κάνει ταξίδι στην Γερμανία και θέλησε, για τις ανάγκες μιας εκπομπής του, να κάνει κάποια γυρίσματα σε έναν πυροσβεστικό σταθμό. Όταν πήγε εκεί όμως οι πυροσβέστες του αρνήθηκαν την είσοδο καθώς, πέραν του ότι δεν τον αναγνώρισαν, η είσοδος στον πυροσβεστικό σταθμό δίχως άδεια απαγορεύεται από τους κανόνες. Και πάλι το αποτέλεσμα ήταν ο διάσημος κ. Χασελχοφ να ξεσπάσει με οργή εναντίον των πυροσβεστών, θεωρώντας αδιανόητη την άρνησή τους.

Αυτό που βλέπουμε και στις δύο περιπτώσεις είναι η δυσκολία των νάρκισων πρωταγωνιστών να αποδεχτούν πως οι κανόνες που ισχύουν για όλους τους υπόλοιπους “κοινούς θνητούς” ισχύουν και για τους ίδιους. Το πιο τρομακτικό βεβαίως είναι πως η αντίδραση της Όπρα και του Χάσελχοφ θεωρήθηκε απολύτως δικαιολογημένη από μεγάλο μέρος του κοινού το οποίο θεωρεί αυτονόητο πως οι διασημότητες αυτές μπορούν να κάνουν ό,τι θέλουν, όποτε θέλουν.
----------------
Βιβλιογραφία
1. Shapiro, J.L., Bernadett-Shapiro, S. (2006). Narcissism: Greek Tragedy,Psychological Syndrome,Cultural Norm. In Thomas, G. Plante (Ed.), Mental Disorders of the New Millennium, Vol. 1. Westport:Praeger. 
2. Christopher Lasch (1979). The Culture of Narcissism: American Life in an Age of Diminishing Expectations. New York: Norton
3. CNN: Luxury store apologizes to Oprah

Η μοίρα μιας φλογερής καρδιάς

Αποτέλεσμα εικόνας για christian schloe portrait of a heartΟι φλογερές καρδιές ρίχνονται στον πόλεμο του έρωτα χωρίς να τον φοβούνται.
Είναι ατρόμητες και επιπόλαιες, θαρραλέες και ρομαντικές.
Ξέρουν ότι θα διαλυθούν και πάλι θα ριχτούν στη θανάσιμη πάλη σαν πεινασμένα θηρία.
Οι φλογερές καρδιές είναι πάντα πληγωμένες. Γιατί ρισκάρουν, δίνουν το αίμα τους για αυτό που αγαπούν.
Ετούτες οι καρδιές δεν ξέρουν τη ρουτίνα και την επανάληψη, δεν τις αποζητούν. Δεν θέλουν την ησυχία τους. Ψάχνουν τις φλόγες γιατί εκεί μονάχα μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν.

Η φωτιά με τη φωτιά.
Μια τέτοια καρδιά όποιος γνώρισε, δεν έμεινε καιρό μαζί της. Γιατί όποιος πλησιάζει και δεν καίει μέσα του μια τέτοια φλόγα, είναι σίγουρο πως θα καεί. Ή θα κοιτάξει να τη σβήσει.
Και τότε η ζωντανή καρδιά θα αμυνθεί και θα τον κάψει.
Μια φλογερή καρδιά είναι πάνω από τα άλλα στοιχεία, είναι ζωή και θάνατος μαζί. Είναι η γέννηση και το τέλος, η πρώτη και η τελευταία πνοή.
Οι φλογερές καρδιές νοιώθουν πάντα αδικημένες. Γιατί δεν βρίσκουν ανταπόκριση, γιατί κανείς δεν τις καταλαβαίνει. Γιατί στον κόσμο είναι λίγες και δεν συναντιούνται συχνά.

Κι αν τύχει να συναντηθούν από κάποια σύμπτωση, τότε η φωτιά τους ανεβαίνει ως τον ουρανό και ανυψώνονται και οι άλλοι ζηλόφθονα τις παρατηρούν.
Και λένε : «μα κοίτα πως μαζί αυτοί οι δυο δημιουργούν και πως φωτίζει ο ένας τον άλλον».

Κι οι άνθρωποι είναι κακοί κι όσο ωραία λόγια κι αν ακούγονται για αυτές τις γεμάτες φως καρδιές, πίσω από τις όμορφες λέξεις χλευάζουν και φθονούν. Και τότε οι καρδιές πεθαίνουν παραπονεμένες.

Μια φλογερή καρδιά δεν έχει φύλο. Είναι πάνω από τα ανθρώπινα. Πάνω από τη γη και τα τιποτένια της πάθη. Πάνω από το χώμα και τη λάσπη, μέσα στο νερό και κόντρα στον αέρα.

Αλλά και η φλόγα μιας τέτοιας καρδιάς μπορεί κάποτε να ξεγελαστεί και να σιωπήσει. Να σβήσει με τη θέλησή της, ως υπέρτατη θυσία απέναντι στον έρωτα. Αυτή η καρδιά είναι η ανώτερη από όλες τις φλογερές καρδιές γιατί μπορεί να ανυψωθεί σε δυσθεώρητα ύψη για τους κοινούς θνητούς.

Μια φλογερή καρδιά είναι πάντα ερωτευμένη.
Αυτός είναι ο προορισμός της. Ακόμα κι όταν μείνει μονάχα ένα μικρό, σχεδόν σβηστό καρβουνάκι, ασήμαντο μέσα στις στάχτες της, θα αναζητήσει τον έρωτα που θα την ανάψει πάλι, τον έρωτα για τη ζωή, έναν άντρα, ένα παιδί, ένα έργο.

Μια φλογερή καρδιά πρέπει να προσέχει. Τα μάτια της όταν κοιτάζει προς τα μέσα της, να μη καούν. Τα δάχτυλα της όταν αγγίζει το αντικείμενο του πόθου της. Το παιδί της όταν κουρνιάζει μέσα στη θερμή της αγκαλιά.
Μια τέτοια καρδιά είναι κίνδυνος.

Είναι η μοίρα μιας φλογερής καρδιάς, να καίει και να καίγεται, να ερωτεύεται και να αδικείται, να τρεμοσβήνει και να φουντώνει ξανά μέχρι τους ουρανούς, να ψάχνει μια ισάξια φωτιά αέναα κι αυτή ποτέ της να μην βρίσκεται.

Γιατί η μοίρα μιας φλογερής καρδιάς είναι η μοναξιά. Μονάχα για λίγο θα καταλαγιάζει η φλόγα της κι ύστερα πάλι θα φουντώνει και θα αναζητά ακόμα μια ίδια σαν αυτήν.

Μα η μοίρα μιας τέτοιας καρδιάς είναι να είναι σπάνια.
Και μόνη. Αν συμβεί να συναντήσετε μια τέτοια καρδιά, να είστε προσεκτικοί.
Γιατί αυτή η καρδιά δεν σας φοβάται.

ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΑΞΙΩΝ

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιατί αξίζει να καλωσορίζουμε τις δύσκολες εποχές στη ζωή μας;Σ’ ολόκληρη τη φύση δεν υπάρχει τίποτα
πιο εύπλαστο κι ενδοτικό απ’ το νερό.
Κι όμως, αν του δώσεις χρόνο
διαβρώνει ακόμα και τα σκληρότερα βράχια.

Τίποτα δεν μπορεί να το νικήσει,
επειδή τίποτα δεν μπορεί να το αποφύγει.
Το ότι το ενδοτικό μπορεί να υπερισχύσει του δυνατού
και το ευλύγιστο να νικήσει το σκληρό
το ξέρουν όλοι.

Όμως, δεν το εφαρμόζουν.
Γι’ αυτό, ο συνετός λέει:
«Ν’ αποδέχεσαι τις αδυναμίες».
Ο ορθός λόγος συχνά ακούγεται παράδοξος.

 ΛΑΟ ΤΣΕ, ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΝΗ ΤΗΣ ΑΡΜΟΝΙΑΣ

Κι όλα αυτά για να τους πουν κομψούς και καθώς πρέπει

Αποτέλεσμα εικόνας για καλη πρωτομαγιαΜέχρι κι αυτά τα συμπόσιά τους δε θα μπορούσα, να τα περιλάβω στις διασκεδάσεις τους, τη στιγμή που βλέπω πόσο άγχος τους πιάνει για το πώς θα τοποθετήσουν τα ασημικά τους, για το πώς θα στρώνει η χλαμύδα στο κορμί του νεαρού εραστή τους, για το πόσο ασχολούνται με την εμφάνιση που αποκτά το αγριογούρουνο στα χέρια του μάγειρά τους ή για την ταχύτητα με την οποία οι νεαροί όμορφοι υπηρέτες σπεύδουν, μόλις τους γνέψουν, εκεί που ο καθένας τους έχει ορισθεί ή για το αν τα κομμάτια από τα πουλερικά έχουν κοπεί με ακρίβεια και με τέχνη ή ακόμη μήπως οι ταλαίπωροι μικροί σκλάβοι δεν είναι ανά πάσα στιγμή έτοιμοι να καθαρίσουν τους εμετούς των μεθυσμένων συνδαιτυμόνων. Κι όλα αυτά για να τους πουν κομψούς και καθώς πρέπει. Και στο μεταξύ η ζωή τους κατατρέχεται τόσο πολύ από το να μην κάνουν κάτι λάθος στους τρόπους συμπεριφοράς ώστε να μην μπορούν να χαρούν ούτε το ποτό, ούτε ο φαγητό με άλλο τρόπο, παρά μόνο με το να τα επιδεικνύουν!

ΣΕΝΕΚΑΣ, Είναι μικρή η ζωή

Γιατί αξίζει να καλωσορίζουμε τις δύσκολες εποχές στη ζωή μας;

Αποτέλεσμα εικόνας για Γιατί αξίζει να καλωσορίζουμε τις δύσκολες εποχές στη ζωή μας;Η ζωή είναι ρόδα και γυρίζει. Άλλοτε ζούμε τις πιο λαμπερές στιγμές και άλλοτε τις πιο σκοτεινές. Και ενώ είναι σαφές ότι όλοι προτιμούμε να ζούμε μόνο τις ευτυχισμένες μέρες της ζωής, η πικρή αλήθεια είναι ότι όχι μόνο αυτό δεν είναι δυνατό να συμβεί αλλά και ότι η πραγματική εξέλιξή μας ως ανθρώπινα και πνευματικά όντα κάνει άλματα στις πιο σκοτεινές και δύσκολες περιόδους. Τότε είναι που καθαρίζει η ήρα από το στάχυ, τότε είναι που βιώνουμε το σχολείο της ζωής. Μακάρι να το συνειδητοποιούσαμε μέσα στην καρδιά μας όλοι και όταν έρχονται οι δύσκολες εποχές να τις καλωσορίζουμε για τα δώρα που θα μας προσφέρουν.

Γιατί αξίζει να καλωσορίζουμε τις δύσκολες εποχές στη ζωή μας;

1. Συνειδητοποιούμε ότι είμαστε πιο δυνατοί από ότι πιστεύαμε

Όλοι μας έχουμε κάποια αυτοεικόνα ως προς το όριο των ικανοτήτων μας. Και συνήθως όλοι μας υποτιμούμε τον εαυτό μας. Στις δύσκολες εποχές συναντούμε έναν πιο δυνατό εαυτό, διαχειριζόμαστε πράγματα που δεν θα πιστεύαμε ποτέ ότι μπορούσαμε.

Στα δύσκολα είναι που δείχνεις τις πραγματικές σου δυνάμεις!

2. Αλλάζουμε την κοσμοθεωρία μας

Όταν διανύουμε δύσκολες εποχές, τότε η κοσμοθεωρία μας αλλάζει. Σε άλλους προς το καλύτερο, σε άλλους προς το χειρότερο. Δεν έχει σημασία όμως. Μπορούμε να πούμε ότι κάθε φορά η κοσμοθεωρία μας προσεγγίζει περισσότερο την πραγματικότητα. Εξάλλου, καμία θεωρία δεν μπορεί να είναι ολοκληρωμένη εάν δεν ζήσουμε όλες τις πλευρές της ζωής.

3. Σπάμε τα όριά μας

Οι δύσκολες εποχές μας βοηθούν να κάνουμε υπερβάσεις. Οι αποτυχίες, οι απώλειες, οι χωρισμοί, μπορούν να μας βοηθήσουν να σπάσουμε τους περιορισμούς μας και να ανοίξουμε έναν εντελώς νέο δρόμο στη ζωή μας.

4. Αναδεικνύονται οι αληθινοί φίλοι

Σε αυτές τις περιόδους είναι που μπορούμε να μετρήσουμε τους πραγματικούς φίλους. Διότι, στην τελική, ο πραγματικός φίλος θα φανεί στις πιο δύσκολες στιγμές. Και συνήθως είναι τότε που τους μετράμε με τα δάχτυλα του ενός χεριού.

5. Συνειδητοποιούμε τι έχει πραγματική σημασία

Δεν είναι τυχαίο ότι μετά από ένα σοκαριστικό συμβάν, οι άνθρωποι αλλάζουν 180 μοίρες και αρχίζουν να απολαμβάνουν περισσότερο τη ζωή.

6. Αποκτάμε περισσότερη αυτογνωσία

Είπαμε πριν ότι στις δύσκολες εποχές αναδεικνύονται οι αληθινοί φίλοι. Ταυτόχρονα όμως αναδεικνύεται και ένα μέρος του εαυτού μας το οποίο είτε θα είναι πολύ σκοτεινό, είτε πολύ φωτεινό. Μέση οδό δεν έχει… Και όχι, δεν φταίνε οι συνθήκες. Αυτό το φωτεινό ή σκοτεινό κομμάτι ήταν πάντα εκεί και περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να βγει.

7. Γινόμαστε πιο ανεξάρτητοι

Είναι εκείνες οι στιγμές που όσο κι αν καλείς σε βοήθεια, συγγενείς, φίλους, γνωστούς, συναδέλφους, συνειδητοποιείς ότι μόνο εσύ μπορείς να βγάλεις τα κάστανα από τη φωτιά. Και όσο πιο γρήγορα το συνειδητοποιούμε, τόσο το καλύτερο.

Αυτά και άλλα πολλά είναι τα δώρα που φέρνουν οι δύσκολες εποχές στη ζωή μας. Εάν αρχίσουμε να τις βλέπουμε ως μια εποχή δώρων, τότε, και θα τελειώνουν πιο γρήγορα και θα γινόμαστε σοφότεροι. Εξάλλου, τις κρίσεις δεν μπορούμε να τις επιλέξουμε, μπορούμε να επιλέξουμε όμως τον τρόπο που θα τις αντιμετωπίσουμε.

Γονείς και έφηβοι: Γεφυρώνοντας τη σχέση τους

majka i kcerΟ έφηβος έρχεται αντιμέτωπος με πολλά δυσάρεστα και δύστροπα συναισθήματα, η ένταση των οποίων αυξομειώνεται συνεχώς και με ασυνέπεια.
 
• Φόβος και ανησυχία για τη σωματική του εμφάνιση και τη σεξουαλική καταλληλόλητά του.
• Ανία
• Νευρικότητα, εχθρικότητα απέναντι σε κάθε μορφή εξουσίας.
• Ονειροπόληση και ευσυγκινησία.
• Αντιδραστική στάση προς το αντίθετο φύλο μέχρι να αποσαφηνίσει το ρόλο των φύλων.
• Αναποφασιστικότητα.
• Κριτική διάθεση έναντι των άλλων. Αμφισβήτηση γονέων, δασκάλων.
• Θυμός, ευερεθιστότητα
 
Μέσα σε αυτό το κλίμα των έντονων αντιθέσεων-αντιδράσεων, ο έφηβος ενδέχεται να οδηγηθεί σε ανησυχητικές συμπεριφορές όπως κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, παραβατικότητα, επιθετικότητα, εξαρτήσεις ουσιών, φυγή από το σπίτι, διαταραχές διατροφής (ανορεξία- βουλιμία), κοινωνική απόσυρση κ.α.
 
Σε μια τέτοια δύσκολη περίοδο, οι γονείς ανησυχούν ότι «χάνουν» το παιδί τους καθώς δεν γνωρίζουν πώς να αντιμετωπίσουν τις νέες συμπεριφορές με αποτέλεσμα να ασκούν μεγαλύτερη πίεση κι έλεγχο. Αναπόφευκτα, έρχεται η σύγκρουση μεταξύ των γονέων και του παιδιού όπου τα κυρίαρχα συναισθήματα και στις δύο πλευρές είναι θυμός, αδικία, νευρικότητα και απόσυρση. Η αποξένωση έχει πλέον τελεσθεί.
 
Όμως, η γεφύρωση της σχέσης είναι η μόνη διέξοδος ώστε να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Οι γονείς μπορούν να πετύχουν καλύτερη επικοινωνία με τον έφηβο, αν ακολουθήσουν τις παρακάτω συμβουλές:
 
• Ακούστε τον καλά
 • Κοιτάξτε τον/την στα μάτια.
 • Μην διακόπτετε
 • Προσοχή στον τόνο της φωνής σας
 • Κάντε του ερωτήσεις που προάγουν τον διάλογο, αποφεύγοντας να μιλάτε απόλυτα και με άκαμπτο τρόπο.
 • Αδράξτε ευκαιρίες για διάλογο (οδήγηση/διαδρομή με το αυτοκίνητο), χωρίς να τον πιέζετε να μοιραστεί μαζί σας αυτό που επιθυμείτε
 • Επανειλημμένα καθησυχάστε τον και διαβεβαιώστε τον ότι μπορεί να απευθυνθεί σε εσάς για οτιδήποτε.
 • Μπορείτε να βρείτε άλλους ενήλικες στους οποίους ο έφηβος θα μπορούσε να μιλήσει (θείους, νονούς, ξαδέλφια)
 • Συζητείστε με το παιδί σας για γενικού ενδιαφέροντος θέματα, ανταλλάξτε απόψεις, μοιραστείτε ιδέες και αποφασίστε τι δραστηριότητες μπορείτε να κάνετε μαζί.
 • Είναι χρήσιμο να καλέσετε τους φίλους του παιδιού σας στο σπίτι και να μην κριτικάρετε την συμπεριφορά τους η το ντύσιμο τους.
 • Μπορείτε να πείτε στο παιδί σας τι επιτρέπεται και τι όχι, μην περιμένετε ότι το παιδί σας θα μαντέψει τι θέλετε και συμφωνήστε όλοι μαζί για αυτούς τους κανόνες. Πείτε στο παιδί σας εξαρχής τι θα γίνει εάν οι κανόνες παραβιαστούν.
 • Είναι καλό να είστε σταθεροί και συνεπείς στην συμπεριφορά σας, ούτως ώστε να γίνουν τα παιδιά υπεύθυνα των πράξεων τους.
 • Απαραίτητο είναι να μην απορρίπτετε το παιδί σας ποτέ, απορρίψτε μόνο τις συμπεριφορές τους. (π.χ Λέμε: Η συμπεριφορά σου αυτή είναι απαράδεκτη ΟΧΙ είσαι απαράδεκτος)
 • Αποδεχτείτε, λοιπόν ότι είναι απόλυτα φυσιολογικό και ψυχικά υγιές το παιδί σας να απομακρύνεται και να επιθυμεί την ανεξαρτητοποίηση του. Βοηθήστε το παιδί να ανακαλύψει τον νέο του εαυτό και γίνετε συνοδοιπόροι του σε αυτό το ταξίδι.
 
Αν θυμηθείτε την δική σας εφηβική ηλικία, θα δείτε πώς εκεί κρύβονται οι απαντήσεις στις αγωνιώδεις ερωτήσεις σας. Τότε, θα ανακαλύψετε πώς το κλειδί είναι ήδη στα χέρια σας.

Μύθοι και αλήθειες για τη σχέση των δύο φύλων

couple1Η εκτίμηση και η εξισορρόπηση των ατομικών αναφορών στη σχέση των δύο φύλων δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Υπάρχουν πολλές θεωρίες, πεποιθήσεις και μύθοι για τα δύο φύλα, που επηρεάζουν τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους και μειώνουν την ικανότητά μας να δούμε καθαρά τις σχέσεις μας.
 
Οι μύθοι αυτοί καθώς μεγαλώνουμε γίνονται στερεότυπες, φορεμένες κι άψυχες προσωπικές «αλήθειες», οι οποίες είναι ξένα δημιουργήματα και έχουν ως αποτέλεσμα να μας οδηγούν σε συνεχή μπλοκαρίσματα στις ερωτικές ή φιλικές μας σχέσεις με το αντίθετο φύλο.

Ας δούμε τρεις μύθους με τους οποίους …παραμυθιαζόμαστε από τα γεννοφάσκια μας.
 
Πρώτος μύθος: Οι γυναίκες είναι καλές στο να εκφράζουν τα συναισθήματά τους.
 
Είναι αλήθεια πως οι γυναίκες είναι περισσότερο σε επαφή με τα συναισθήματά τους σε σχέση με τους άντρες, χρησιμοποιούν περισσότερο συναισθηματικό λόγο στην καθημερινότητά τους και αποζητούν περισσότερο συναίσθημα από την μεριά του άνδρα. Όμως, αποφεύγουν πολλές φορές να εκφράζουν τα δυσάρεστα συναισθήματα τους, τείνοντας να τα απωθούν ή να τα εκλογικεύουν.
 
Ένα από τα συναισθήματα που οι γυναίκες δυσκολεύονται να αναγνωρίσουν είναι ο θυμός. Στις γυναίκες, η κατάθλιψη είναι περισσότερο αυξημένη σε σχέση με τους άνδρες. Αρκεί λοιπόν να σκεφτούμε τι σημαίνει κατάθλιψη. Με λίγα, σύντομα και σαφή λόγια, κατάθλιψη είναι ο καταπιεσμένος θυμός ο οποίος δεν έχει εξωτερικευτεί, αλλά αντιθέτως στρέφεται προς τον εαυτό με τη μορφή ενοχών ή και αυταπαξίωσης. Επίσης, πολλές φορές οι γυναίκες για διάφορους κοινωνικοψυχολογικούς λόγους δυσκολεύονται να εκφράσουν ή να έρθουν σε επαφή με τις πραγματικές τους ανάγκες. Γι αυτό, πολλές φορές συναντούμε άντρες αλλά και γυναίκες που παραδέχονται πως: «Οι γυναίκες, τελικά δεν ξέρουν τι θέλουν».
 
Καταλήγουμε, λοιπόν πως το ότι ένας από τους δυο συντρόφους εκφράζει μεγαλύτερη συγκίνηση δε σημαίνει απαραίτητα ότι έχει μεγαλύτερη πρόσβαση και στα συναισθήματά του. Στην πραγματικότητα ορισμένες φορές ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Ο υπερβολικός συναισθηματισμός μπορεί να μας απομακρύνει από τις πραγματικές μας ανάγκες ή να τις διαστρεβλώσει.
 
Δεύτερος μύθος: Οι γυναίκες βάζουν πιο εύκολα στόχους στη ζωή τους γιατί είναι πιο κοντά στα συναισθήματά τους.
 
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, οι γυναίκες μπορεί να είναι περισσότερο συναισθηματικές από τους άνδρες, αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι είναι και περισσότερο σε επαφή με τις πραγματικές τους ανάγκες. Στην συμβουλευτική ζευγαριών, συναντούμε πολύ συχνά άντρες οι οποίοι έχουν ξεκάθαρες ανάγκες και στόχους για το μέλλον, σε αντίθεση με τις γυναίκες οι οποίες πολλές φορές χάνονται μέσα στον υπέρμετρο συναισθηματισμό, με συνέπεια να συμπεριφέρονται λιγότερο οργανωτικά και περισσότερο πανικόβλητα. Βάσει της νευροψυχολογίας, ο ανδρικός εγκέφαλος φαίνεται να είναι περισσότερο πρακτικός, ενώ ο γυναικείος περισσότερο συναισθηματικός. Αυτό το στοιχείο της πρακτικότητας είναι που βοηθά στην οργάνωση των στόχων.
 
Άνδρες και γυναίκες μπορούν να αλληλοβοηθηθούν πολύ περισσότερο όταν επιδιώκουν να ισορροπήσουν μεταξύ τους και με τον εαυτό τους, παρά όταν ο καθένας θεωρεί ότι ο δικός του τρόπος αντίδρασης είναι ανώτερος από τον τρόπο του άλλου. Άλλωστε, φαίνεται πως άνδρας και γυναίκα είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο. Μήπως οι γυναίκες να υιοθετούσαμε λίγη από την πρακτικότητα της ανδρικής σκέψης κι οι άνδρες λίγο από τον συναισθηματισμό μας;
 
Τρίτος μύθος: Η αδιαφορία και η έλλειψη αγάπης μεταξύ των συζύγων οφείλεται στο ότι οι άντρες δεν αντιλαμβάνονται τις ανάγκες της συντρόφου τους.
 
Η πίστη σε αυτό το μύθο θεωρείται μια από τις πιο διαδεδομένες αιτίες σύγκρουσης και πόνου που παρατηρούνται στις σχέσεις των δύο φύλων. Πρόκειται για μια σιωπηρή υπόθεση που παίρνει την ακόλουθη μορφή:
 
‹‹Αν με αγαπούσες, θα ήξερες από ένστικτο τι χρειάζομαι και θα μου το έδινες. Δεν θα χρειαζόταν να στο ζητήσω. Δε με καταλαβαίνεις››.
 
Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι όταν δυο άνθρωποι είναι ερωτευμένοι, ο καθένας τους μπορεί να ολοκληρώσει αυτό που ξεκίνησε να λέει ο άλλος, καθώς επίσης να γνωρίζει τι κρύβει στην καρδιά του, τι χρειάζεται. Εξαιτίας αυτού του τρόπου σκέψης, το άτομο δε ζητά ανοιχτά αυτά που επιθυμεί.
 
Είναι απαραίτητο να εκφράζουμε ανοιχτά τις ανάγκες μας, να συζητούμε και να επικοινωνούμε μεταξύ μας. Η έλλειψη της επικοινωνίας είναι αυτή που οδηγεί σε συγκρούσεις, παρεξηγήσεις κι άλυτες διαφωνίες. Αν λοιπόν οι γυναίκες γίνουν περισσότερο σαφείς στα αιτήματά τους κι οι άνδρες δείξουν περισσότερη ενσυναίσθηση και τις αφουγκραστούν συναισθηματικά, τότε οι συγκρούσεις θα είναι λιγότερες κι ηπιότερες.

Η καλύτερη εκδίκηση είναι η αναμονή

woman_clock Μακάρι οι ανθρώπινες σχέσεις να ήταν αρμονικές. Δίχως ζήλια, φθόνο, μικρές και μεγάλες κακίες. Θα ήμασταν τότε, δισεκατομμύρια ανθρώπων, ροδαλών και χαμογελαστών, δίχως πάθη, λάθη και πληγές. Κυρίως δίχως προδοσίες, αδικίες και πισώπλατα μαχαιρώματα.
 
Για μια τουλάχιστον φορά στη ζωή του, ο καθένας μας έχει νιώσει εκείνο το πνιγηρό συναίσθημα της αδικίας. Της κατάφορης καταπάτησης των δικαιωμάτων του στη ζωή, την εργασία, τη συναναστροφή, τον έρωτα. Τον έχουν αδικήσει, ποδοπατήσει, πληγώσει, προδώσει. Φίλος, συνεργάτης, σύντροφος ή συγγενής, δεν έχει καμία σημασία.
 
Η προδοσία είναι προδοσία και η επιθυμία μία και μοναδική: Να πάρει το αίμα του πίσω.
 
Είναι εκείνες οι ώρες που ενεργοποιείται κάθε μηχανισμός του ανθρώπινου νου, παράγοντας επιμελώς επιτελικά σχέδια, υπομνήματα κι υποσημειώσεις. Όλα τα πιθανά σενάρια υπόγειων ενεργειών και υποψήφιων σκηνικών είναι διαθέσιμα. Δαίμονες παλεύουν στο κεφάλι αναζητώντας την εκδίκηση.
 
Άντε κι εκδικήθηκες, λέω εγώ. Τι θα κερδίσεις πέρα από το στιγμιαίο αίσθημα ικανοποίησης, που την ίδια ακριβώς στιγμή θα σε ρίξει στο ίδιο επίπεδο μ’αυτόν που σε αδίκησε.
 
Αξίζει τον κόπο να κάνεις τον θύτη, θύμα; Αξίζει να θολώνεις την αύρα σου, να χαλάς το κάρμα σου και κυρίως να απαρνείσαι τον εαυτό σου για μια στιγμή εκδίκησης;
 
Θα μου πείτε ότι τον καλό, τον λένε και μαλάκα. Το έχω ακούσει άπειρες φορές και δεν είναι λίγες μάλιστα εκείνες, που το χρησιμοποίησα και για τον εαυτό μου.
 
Δεν αξίζει ο κόπος, ο χρόνος και η φαιά ουσία που θα σπαταλήσεις για να εκδικηθείς. Και το λέω εγώ, που ακόμη και τώρα σκέφτομαι ορισμένους ανθρώπους που με συκοφάντησαν, αδίκησαν και πρόδωσαν και νιώθω την πίεσή μου να χτυπάει κόκκινα.
 
Ασυναίσθητα το βλέμμα θολώνει, οι σφυγμοί αυξάνονται και τα σχέδια εκδίκησης ανασύρονται από το συρτάρι που τα έχω καταχωνιάσει. Και μπορούν να είναι ιδιαίτερα ευφάνταστα. Το ξέρετε φαντάζομαι αυτό, τόσο καλά όσο κι εγώ. Μετά όμως ηρεμώ και μετανιώνω.
 
Το εν θερμώ δεν κέρδισε ποτέ. Αλλά και οι εν ψυχρώ κινήσεις, λύσεις δε φέρνουν.
 
Θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο η εκδίκηση; Θα πάρει πίσω το παράπονο του άδικου; Εκείνη τη μοναδικά άσχημη στιγμή, που μαθαίνεις τι συμβαίνει και σπάει κάτι μέσα σου; Για να μην ξανακολλήσει ενδεχομένως και ποτέ;
 
Όχι. Και δεν το λέω κινούμενη από θρησκευτικά ανθρωπιστικά αισθήματα. Το καλό και το κακό, δε μας το υπαγορεύει κανένα δόγμα, καμία θρησκεία. Κανείς Βούδας ή Αλλάχ, ή κάποιος Θεός του Ολύμπου. Μόνο ο εαυτός μας.
 
Πιστεύω πως το άδικο έχει κοντά πόδια και δεν πάει μακριά.
 
Πιστεύω πως όλα αυτά για τα κρύα και τα ζεστά πιάτα της εκδίκησης είναι βλακείες.
 
Μα πάνω απ’όλα, πιστεύω πως η καλύτερη εκδίκηση είναι η αναμονή.
Όλα εδώ πληρώνονται. Εδώ η Κόλαση κι ο Παράδεισος εδώ. Όλα , αργά ή γρήγορα φανερώνονται κι αποκαθίσταται η φυσική τάξη των πραγμάτων.
 
Ο πόνος που ένιωσες δε σβήνει. Ποιό το όφελος όμως ν’αναπαράγεται; Ότι ζούμε, είναι η δύναμή μας. Είναι η διαδικασία που ευχάριστα ή δυσάρεστα μας οδηγεί στο να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι.
 
Όχι,δε λανσάρομαι άγιος. Απέχω μάλιστα έτη φωτός. Μια χαρά θα το χαρώ να την πάθει ο εχθρός μου. Γιατί θα την πάθει, να το ξέρετε. Μα δε θα σπαταλήσω δευτερόλεπτο από τη ζωή μου για ανθρωπάκια που δεν αξίζουν δεύτερη σκέψη. Δε θα αναλάβω εγώ το ρόλο του τιμωρού.
 
Η μόνη εκδίκηση άλλωστε δεν είναι ούτε τα αντίποινα, ούτε η λησμονιά, ούτε η αδιαφορία.

Η αναμονή είναι.

Θα συνεχίσω τη ζωή μου όπως της πρέπει. Γιατί για κανέναν δεν αξίζει να τη μαγαρίζουμε. Ως γνήσια φυσιολάτρης, θα ξαπλώσω στην άκρη στο ποτάμι, θα βολευτώ και θα περιμένω. Μέχρι να περάσει το “πτώμα” του εχθρού. Ξεπουπουλιασμένο, ξεκατινιασμένο και ηδονικά απελπισμένο. Κι εγώ δε θα έχω κουνήσει καν το δαχτυλάκι μου. Θα τα έχει κανονίσει κάποιος αόρατος θιασάρχης εκεί ψηλά.. Γιατί το άδικο δεν το μπορεί κανείς, ούτε καν το σύμπαν.
 
Κι εγώ θα είμαι εκεί να το απολαύσω. Γιατί πάνω από όλα είμαι ανώτερος άνθρωπος.

Κλείσε τον κύκλο! Ότι τελείωσε, άστο να φύγει

Αποτέλεσμα εικόνας για Κλείσε τον κύκλο! Ότι τελείωσε, άστο να φύγειΠάντα πρέπει να ξέρουμε πότε κάποιο στάδιο φτάνει στο τέλος του. Αν επιμείνουμε να παραμείνουμε εκεί περισσότερο απ’ όσο χρειάζεται, θα χάσουμε τη χαρά και το νόημα των άλλων σταδίων, τα οποία πρέπει να ζήσουμε. Να κλείνουμε κύκλους, πόρτες, να γυρίζουμε σελίδα, να ολοκληρώνουμε κεφάλαια – δεν έχει σημασία πώς το λέμε, αυτό που έχει σημασία είναι να αφήνουμε στο παρελθόν τις στιγμές της ζωής μας που πέρασαν.

Χάσατε τη δουλειά σας; Τελείωσε μια σχέση; Φύγατε απ’ το σπίτι των γονιών σας; Φύγατε στο εξωτερικό; Η φιλία που καλλιεργούσατε τόσο καιρό εξαφανίστηκε χωρίς εξηγήσεις;

Μπορείτε να περάσετε πολύ καιρό απορώντας γιατί συνέβη αυτό. Μπορείτε να πείτε στον εαυτό σας ότι δεν θα κάνετε ούτε ένα βήμα πριν κατανοήσετε τις αιτίες που έκαναν ξαφνικά σκόνη κάποια πράγματα που ήταν τόσο σημαντικά και σταθερά στη ζωή σας.

Αυτή η στάση όμως θα αποδειχτεί πολύ ψυχοφθόρα για όλους: Οι γονείς σας, ο άντρας ή η γυναίκα σας, οι φίλοι σας, τα παιδιά σας, η αδερφή σας, όλοι θα ολοκληρώνουν κεφάλαια, θα γυρίζουν σελίδα, θα προχωρούν και όλοι θα στεναχωριούνται επειδή εσείς βρίσκεστε σε τέλμα.

Κανείς δεν μπορεί να βρίσκεται ταυτόχρονα στο παρόν κ στο παρελθόν, ούτε καν όταν προσπαθούμε να κατανοήσουμε αυτά που μας συμβαίνουν. Αυτά που πέρασαν, δεν θα ξαναγυρίσουν: Δεν μπορούμε να μείνουμε για πάντα παιδιά, όψιμοι έφηβοι, γιοι που νιώθουν ενοχές ή μνησικακία για τους γονείς τους, εραστές που ζουν μέρα και νύχτα ένα δεσμό με κάποιον που έχει πια φύγει και δεν έχει την παραμικρή πρόθεση να επιστρέψει.

Οι καταστάσεις περνούν και το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τις αφήσουμε πράγματι να φύγουν.

Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό (όσο επίπονο κι αν είναι) να καταστρέφουμε αναμνηστικά, να μετακομίζουμε, να δίνουμε πράγματα σε ορφανοτροφεία, να πουλάμε ή να χαρίζουμε τα βιβλία που έχουμε. Τα πάντα στον ορατό κόσμο είναι εκδήλωση του αοράτου, όσων συμβαίνουν στην καρδιά μας – και καταστρέφοντας ορισμένες αναμνήσεις, σημαίνει και ότι δημιουργούμε χώρο για να πάρουν τη θέση τους άλλες.

Αποδεσμευτείτε από τα πράγματα. Αφήστε τα να φύγουν. Απαγκιστρωθείτε. Κανείς δεν παίζει με σημαδεμένη τράπουλα στη ζωή, έτσι λοιπόν μερικές φορές κερδίζουμε και μερικές χάνουμε. Μην ελπίζετε να σας δώσουν κάτι πίσω, να αναγνωρίσουν τις προσπάθειες σας, να ανακαλύψουν τη μεγαλοφυϊα σας, να κατανοήσουν την αγάπη σας.

Σταματήστε να ανοίγετε την τηλεόραση των συναισθημάτων σας και να βλέπετε συνέχεια την ίδια εκπομπή που σας δείχνει πόσο έχετε υποφέρει από μια απώλεια: Αυτό απλώς σας δηλητηριάζει, τίποτα άλλο.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο επικίνδυνο από το να μην αποδεχόμαστε ερωτικούς χωρισμούς, υποσχέσεις για δουλειά που δεν έχουν συγκεκριμένη ημερομηνία εκκίνησης, αποφάσεις που αναβάλλονται συνεχώς στο όνομα της “ιδανικής στιγμής”. Πριν αρχίσει ένα νέο κεφάλαιο, πρέπει να ολοκληρωθεί το παλιό: Πείτε στον εαυτό σας ότι αυτό που πέρασε δεν θα ξαναγυρίσει ποτέ.

Θυμηθείτε ότι κάποτε μπορούσατε να ζήσετε χωρίς αυτό το πράγμα ή αυτόν τον άνθρωπο – τίποτα δεν είναι αναντικατάστατο, η συνήθεια δεν είναι ανάγκη. Μπορεί να μοιάζει προφανές, μπορεί να είναι ακόμα και δύσκολο, άλλα είναι πολύ σημαντικό.

Κλείνοντας κύκλους. Όχι από υπεροψία, από αδυναμία ή από αλαζονεία, απλώς επειδή κάτι δεν είναι πια μέρος της ζωής σας. Κλείστε την πόρτα, αλλάξτε δίσκο, καθαρίστε το σπίτι σας, τινάξτε τη σκόνη.

Σταματήστε να είστε αυτός που ήσασταν και μεταμορφωθείτε σ’ αυτόν που είστε.

«Κβαντικά βήματα» προς τη Μεγάλη Έκρηξη

kbantika-bimata-pros-ti-megali-ekriksi
To σύμπαν αποτελείται από «άτομα του χώρου». Η κβαντική βαρύτητα, σύμφωνα με τους ερευνητές, είναι η νέα θεωρία που χρειάζεται για να περιγράψει τα άτομα αυτά, καθώς και την εξέλιξη του σύμπαντος από τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης έως και σήμερα.

Η ενοποίηση της γενικής σχετικότητας με τη κβαντική φυσική, είναι εδώ και περίπου έναν αιώνα το όνειρο των φυσικών. Η ενοποιημένη θεωρία, η κβαντική βαρύτητα, θα πρέπει να είναι σε θέση να περιγράφει όλη την ιστορία του Σύμπαντος, από τη Μεγάλη Έκρηξη μέχρι και σήμερα, εντός ενός μοναδικού πλαισίου.

Επιστήμονες του Ινστιτούτου Max Planck στη Γερμανία, και του ερευνητικού κέντρου Perimeter στον Καναδά, δουλεύοντας προς αυτή την κατεύθυνση, κατάφεραν να αναπαράγουν μια από τις πιο γνωστές εξισώσεις της κοσμολογίας, την εξίσωση Friedmann, χρησιμοποιώντας επαναστατικές ιδέες.

Η σημερινή κατάσταση της φυσικής δεν επαρκεί για να περιγράψουμε επακριβώς τη Μεγάλη Έκρηξη. Αυτό συμβαίνει γιατί ενώ η Γενική Σχετικότητα περιγράφει με επιτυχία φαινόμενα του μακρόκοσμου και η κβαντομηχανική φαινόμενα του μικρόκοσμου, και οι δύο καταρρέουν σε ακραίες συνθήκες ενεργειών. Ο χώρος και ο χρόνος σταματούν να έχουν νόημα εντός μια μαύρης τρύπας, ή τη στιγμή της Μεγάλης Έκρηξης, υποδεικνύοντας πως μια θεωρία ενοποίησης, θα πρέπει να είναι ανεξάρτητη από το χωροχρόνο.

Η επαναστατική ιδέα που χρησιμοποίησαν οι επιστήμονες, ήταν να σταματήσουν να σκέφτονται το χωροχρόνο ως μια συνεχή οντότητα. Οι ερευνητές φαντάζονται πως ο ίδιος ο χώρος αποτελείται από «άτομα». Εφαρμόζοντας τις αρχές της κβαντικής μηχανικής και της σχετικότητας στα άτομα χώρου, προκύπτει μια ενοποιητική ιδέα. Είναι μια ιδέα που συνδέεται στενά με τη κβαντική βαρύτητα βρόχων, όμως οι ερευνητές την πήγαν ένα βήμα παραπέρα.

«Μπορούμε να περιγράψουμε τη συμπεριφορά μιας ποσότητας νερού που ρέει, χρησιμοποιώντας τους νόμους της υδροδυναμικής», λέει ο Daniele Orti, φυσικός του Ινστιτούτου Άλμπερτ Αϊνστάιν. «Όσο προχωράμε όμως σε μικρότερες κλίμακες, φτάνουμε στα άτομα, και τότε η υδροδυναμική δεν ισχύει. Χρειαζόμαστε τη κβαντική φυσική». Το ίδιο ισχύει και με το χώρο, λένε οι ερευνητές: η νέα θεωρία που χρειάζεται για να περιγράψει τα άτομα χώρου είναι η κβαντική βαρύτητα.

Το να εξαχθούν γενικότεροι νόμοι από τη συμπεριφορά «ατόμων» είναι μια επίπονη μαθηματική διαδικασία. Στο συγκεκριμένο έργο τα κατάφεραν όμως με μεγάλη επιτυχία, καθώς πρόκειται για την πρώτη φορά που ανακατασκευάζεται μια βασική εξίσωση που περιγράφει τον Σύμπαν, η εξίσωση Friedmann, από επιχειρήματα που ξεκινάνε από τα άτομα χώρου, φτάνοντας σε ένα Σύμπαν που διαστέλλεται, γεφυρώνοντας έτσι το χάσμα μικρόκοσμου και μακρόκοσμου. Ο Ρώσος μαθηματικός Alexander Friedmann, είχε εξάγει την ομώνυμη εξίσωση τη δεκαετία του 1920 από μια άλλη σκοπιά, χρησιμοποιώντας τη Γενική Σχετικότητα.

Το επόμενο βήμα για την ομάδα των ερευνητών είναι να ασχοληθούν με κάτι πολύ πιο δύσκολο: τη μελέτη της Μεγάλης Έκρηξης. Αν η προσπάθειά τους στεφθεί με επιτυχία ίσως μπορέσουν να εξηγήσουν μυστήρια της κοσμολογίας όπως ο κοσμικός πληθωρισμός και η σκοτεινή ενέργεια.

«Θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πραγματικά την εξέλιξη του Σύμπαντος, μόνο όταν θα έχουμε μια θεωρία κβαντικής βαρύτητας» λέει ο φυσικός Lorenzo Sidoni, που συμμετείχε στην ομάδα. Η εργασία των ερευνητών δημοσιεύεται στο περιοδικό Physical Review Letters.

Η έννοια της ζωής στο Σύμπαν

ennoia-zvis
Tο αν υπάρχει ζωή στο Σύμπαν, είναι ένα πρόβλημα που δύσκολα μπορεί να μελετηθεί και να λυθεί, γιατί παρουσιάζει αρκετές ιδιομορφίες. Προκειμένου να την αναζητήσουμε στα πέρατα της Δημιουργίας, θα πρέπει να γνωρίζουμε πώς είναι δομημένη αυτή η μορφή ζωής. Αρχικά υποθέταμε ότι θα πρέπει να είναι βιολογικά όμοια με αυτήν της Γης. Γνωρίζουμε όμως τι σημαίνει ζωή, έστω και στο γήινο πεδίο; Είναι η ζωή μια πολύπλοκη συναρμολόγηση ύλης ή υπάρχει και κάτι άλλο, μέσα και πάνω από αυτήν; Για παράδειγμα, ο βιοχημικός ορισμός της γήινης ζωής, ως ένα σύνολο νουκλεϊνικών οξέων, πρωτεϊνών και άλλων πιο σύνθετων μορίων είναι ουσιαστικά προσαρμοσμένος στα γήινα μέτρα. Άλλωστε, όπως αναφέρει σε άρθρο του ο αναπληρωτής καθηγητής Αστροφυσικής στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης Λουκάς Bλάχος, «Στη μοντέρνα γλώσσα των μη-γραμμικών συστημάτων η ζωή είναι μια ξαφνική εμφάνιση οργάνωσης (τάξης) μέσα στο χάος, ένα φαινόμενο πολύ συνηθισμένο στα αριθμητικά μοντέλα πολύπλοκων συστημάτων».

Συνεπώς, το πρόβλημα σήμερα θεωρείται πιο σύνθετο, εφ’ όσον όλοι πλέον αποδέχονται ότι πολύ πιθανόν η αναζητούμενη εξωγήινη ζωή να είναι βιολογικά διαφορετική από εκείνη της Γης. Το δύσκολο αυτό πρόβλημα προσπαθεί να λύσει ένας νέος επιστημονικός κλάδος, η «Aστροβιολογία», η οποία έχει την ιδιαιτερότητα να ψάχνει να βρει κάτι που δεν γνωρίζει πώς και τι ακριβώς είναι.

Στις παλαιότερες εποχές, τότε που οι άνθρωποι δεν είχαν τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δομή ενός βιολογικού συστήματος, η γέννηση ενός παιδιού ή η μετατροπή του σπόρου σε δένδρο, αποδιδόταν πολύ φυσικά στην παρέμβαση μιας υπέρλογης «Θείας Δύναμης». H αντίληψη αυτή άλλαξε ριζικά κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής επανάστασης, όταν η ανάπτυξη της Ουράνιας Mηχανικής ώθησε την επιστήμη να διατυπώσει την άποψη ότι οι έμβιοι οργανισμοί δεν αποτελούν παρά πολύπλοκους ωρολογιακούς μηχανισμούς. H έρευνα όμως δεν στάθηκε ικανή να ανακαλύψει έναν τέτοιο μηχανισμό, γεγονός που ανάγκασε τους ερευνητές να επινοήσουν την ύπαρξη μιας μυστηριώδους «ζωτικής δύναμης» (vis vitalis). Oι επιστήμονες επικαλούνταν την αδιευκρίνιστη αυτή δύναμη κάθε φορά που τα βιολογικά φαινόμενα δεν ήταν δυνατόν να ερμηνευτούν μέσω κάποιων γνωστών φυσικών μηχανισμών.

Αργότερα, με την ανάπτυξη της Mοριακής Bιολογίας, η ύπαρξη της ζωτικής δύναμης παραμερίστηκε και άρχισε πάλι να κερδίζει έδαφος η άποψη ότι τα βιολογικά συστήματα δεν είναι παρά δομές μορίων και ατόμων. Στους υποστηρικτές αυτής της άποψης, εντείνεται η βεβαιότητα ότι αφού το Σύμπαν είναι φτιαγμένο από το ίδιο υλικό, υπάρχουν μεγάλες ελπίδες να ζουν και άλλα όντα σαν εμάς στο Σύμπαν.

Το πρόβλημα όμως της ζωής δεν έχει βρει την τελική του λύση. Mέσα σ’ ένα Σύμπαν διαρκών φυσικών εκπλήξεων, που ακόμα δεν είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ούτε τη δομή ούτε τη φύση του, δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη δυνατότητα ύπαρξης κάτι άλλου «έξω από την ύλη», που έχει τη δυνατότητα να την δημιουργεί και να της δίνει την ιδιότητα της ζωής. Εξάλλου οι σύγχρονες ανακαλύψεις της Κβαντομηχανικής έχουν αποκαλύψει ότι αυτό που ονομάζουμε «στοιχειώδη ύλη», δεν είναι παρά η έκφραση ενός στοιχειώδους πεδίου, που δημιουργείται από επιμέρους ενεργειακές συμπυκνώσεις, οι οποίες γίνονται αισθητές ως στοιχειώδη σωμάτια.

Αστροβιολογία και Κυβερνητική

Επειδή, όπως ήδη αναφέραμε, έχουμε πλέον αντιληφθεί ότι η έννοια ζωή μέσα στο Σύμπαν δεν συνδέεται υποχρεωτικά με τα αντίστοιχα γήινα πρότυπα, και ότι θα μπορούσαν οι λειτουργίες της να ακολουθούν εντελώς διαφορετικές αρχές, δημιουργήθηκε η ανάγκη καθορισμού ενός νέου ορισμού της έννοιας ζωή, που να μην περιορίζεται από τα στενά γήινα πρότυπα.

Λύση σ’ αυτό το πρόβλημα επιχειρεί να δώσει μία νέα επιστήμη, η «Kυβερνητική», η οποία προσπαθεί να απομονώσει τις λειτουργίες που παραμένουν αναλλοίωτες, ασχέτως από τη διαφοροποίηση του εξωτερικού περιβάλλοντος στο οποίο δημιουργείται η ζωή. Οπως πρεσβεύει ο Ρώσος μαθηματικός A.A. Λιαπούνοφ, τα έμβια συστήματα παρουσιάζουν την ιδιότητα —μέσω απόλυτα προσδιορισμένων καναλιών— να μεταβιβάζουν μικρές ποσότητες ενέργειας ή υλικού, που περιέχει συμπυκνωμένο έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών.

Προσπαθώντας να περιγράψουμε λεπτομερέστερα την ιδέα αυτή θα μπορούσαμε να σημειώσουμε ότι, μέσω των αισθήσεων, ο κάθε οργανισμός συλλέγει πληροφορίες με τη μορφή κωδικοποιημένων σημάτων ενέργειας. Oι πληροφορίες αυτές, αφού επεξεργαστούν, επανεκπέμπονται με τη μορφή νέων σημάτων, και μέσω προκαθορισμένων καναλιών οδηγούνται σε κέντρα τα οποία ενεργοποιούμενα προκαλούν μια εσωτερική αναδιοργάνωση του συστήματος, που βοηθάει στη διατήρηση της ακεραιότητάς του.

O μηχανισμός που επεξεργάζεται τις πληροφορίες ονομάζεται «σύστημα ελέγχου». Οι πληροφορίες που συλλέγονται από έναν μεγάλο αριθμό στοιχείων εισόδου, έχουν τη δυνατότητα να αποθηκεύονται σ’ ένα σύστημα μνήμης μέσω ενός δικτύου καναλιών. Mε τον προηγούμενο τρόπο η «Κυβερνητική» προσπαθεί να δώσει έναν λειτουργικό ορισμό της έννοιας ζωή, που ικανοποιεί με μεγάλη ακρίβεια τις αρχές λειτουργίας των ηλεκτρονικών υπολογιστικών μηχανών και, σύμφωνα με πολλές απόψεις, μοιάζει αρκετά με τα γήινα βιολογικά συστήματα.

Iσως στο μέλλον, ένας συνδυασμός των απόψεων της Κυβερνητικής και της Mοριακής Bιολογίας μάς οδηγήσει στην κατανόηση της φύσης της ζωής, που —όπως πρέπει να παραδεχθούμε— ακόμη μας είναι άγνωστη.

Με ποιό τρόπο λειτουργεί ένα μικροσκόπιο σάρωσης σήραγγας;

Η εφεύρεση του συμβατικού μικροσκοπίου αντιπροσώπευσε ένα μεγάλο βήμα προς τα εμπρός για την επιστήμη, ιδιαίτερα στη βιολογία και την ιατρική. Δεδομένου ότι ολοένα και καλύτερα μικροσκόπια φτιάχτηκαν, ανακαλύφθηκε ότι υπάρχει ένα όριο που δεν μπορεί να ξεπεραστεί. Αυτό συνδέεται με τα χαρακτηριστικά των κυμάτων του φωτός.

Χρησιμοποιώντας τα φωτεινά κύματα, είναι αδύνατο να διακριθούν εκείνες οι λεπτομέρειες που είναι μικρότερες από το μήκος κύματος του φωτός. Ο όρος «ανάλυση» αναφέρεται στην απόσταση μεταξύ δύο λεπτομερειών μιας εικόνας που μπορεί, με ακρίβεια, να διακριθεί. Για ένα συμβατικό μικροσκόπιο που χρησιμοποιεί το ορατό φως, η ανάλυση είναι περίπου 4.000 A (1 A, angstrom = l0-8cm).Μικροσκόπιο Σάρωσης Σήραγγας

Αργότερα, στη δεκαετία του ’20, ένας νέος τότε φοιτητής, ο Ernst Ruska, στο Τεχνικό Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, διαπίστωσε ότι ένα μαγνητικό πηνίο θα μπορούσε να ενεργήσει ως φακός για τα ηλεκτρόνια, και ότι ένας τέτοιος φακός ηλεκτρονίων θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για να λάβει μια εικόνα ενός αντικειμένου που ακτινοβολήθηκε με ηλεκτρόνια. Με τον συνδυασμό δύο ηλεκτρονικών φακών, παρήγαγε ένα πρωτόγονο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο. Πολύ γρήγορα βελτίωσε τις διάφορες λεπτομέρειες και το 1933 ήταν σε θέση να φτιάξει το πρώτο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο με μια απόδοση σαφώς ανώτερη από αυτήν του συμβατικού μικροσκοπίου του ορατού φωτός.

Εκ των υστέρων βρέθηκε πως η διακριτική ικανότητα του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου, μεταβάλλεται με την αύξηση της ταχύτητας των ηλεκτρονίων. Έτσι μπόρεσαν να διεισδύσουν μέσα στο άτομο.

 
Ο Ruska συνέβαλε στη συνέχεια ενεργά στην ανάπτυξη ηλεκτρονικών μικροσκοπίων σε μαζικές ποσότητες, που βρήκαν γρήγορα εφαρμογές σε πολλούς τομείς της επιστήμης. Η σημασία του ηλεκτρονικού μικροσκοπίου σε διαφορετικά πεδία της επιστήμης όπως η βιολογία και η ιατρική έχει καθιερωθεί πλήρως: είναι μια από τις σημαντικότερες εφευρέσεις αυτού του εικοστού αιώνα.

Το 1981, σχετικά πρόσφατα δηλαδή, οι Gerd Binnig και Heinrich Rohrer ανακάλυψαν στα εργαστήρια της IBM της Ζυρίχης, ένα νέο μικροσκόπιο που ονομάζεται Μικροσκόπιο Σάρωσης μέσω του φαινομένου Σήραγγας». Με αυτό μπορούμε να επιτύχουμε μεγέθυνση πάνω από 100 εκατομμύρια φορές.

Και οι δύο τελευταίοι Gerd Binnig και Heinrich Rohrer αλλά και ο Ernst Ruska, μοιράστηκαν το βραβείο Nobel στη Φυσική το 1986.

Το μικροσκόπιο σάρωσης μέσω του κβαντικού φαινομένου σήραγγας, βασίζεται απολύτως στο κβαντικό φαινόμενο σήραγγας. Αν δύο άτομα, πχ υδρογόνου, βρεθούν κοντά το ένα με το άλλο, τότε είναι πιθανόν το ένα ηλεκτρόνιο του Α να βρεθεί σύμφωνα με τις αρχές της κβαντομηχανικής, στο άλλο άτομο Β. Δηλαδή να ξεπεράσει το ενεργειακό φράγμα που τα χωρίζει τα άτομα και να «ανοίξει μια σήραγγα» για να βρεθεί στο άλλο άτομο. Στο όργανο αυτό, υπάρχει μια ακίδα από βολφράμιο, που βρίσκεται εξαιρετικά κοντά στο δείγμα, για να μπορούν τα ηλεκτρόνια να «ρέουν» από την ακίδα προς το δείγμα αλλά και αντίστροφα.


(αριστερά) Εικόνα 7nm X 7nm, μιας απλής αλυσίδας ατόμων Cs (με κόκκινο χρώμα) πάνω σε επιφάνεια GaAs (σε μπλε).
(Δεξιά) Εικόνα 35nm X 35 nm, ακαθαρσίες Cr (μικρά εξογκώματα) πάνω σε επιφάνεια Fe.

Όταν η ακίδα, με υψηλό θετικό δυναμικό, βρεθεί δηλαδή πάνω από το υλικό που εξετάζεται, τότε το ενεργειακό φράγμα που χωρίζει τα ηλεκτρόνια του υλικού από την ακίδα γίνεται κβαντομηχανικά διαβατό και κάνει την εμφάνισή του ένα ασθενές ηλεκτρικό ρεύμα. Αντίθετα, όταν η ακίδα βρίσκεται πάνω από μια εσοχή της επιφάνειας, το ενεργειακό φράγμα γίνεται απαγορευτικά μεγάλο και το ηλεκτρικό ρεύμα μειώνεται δραστικά ή σταματάει τελείως. ‘Ετσι οι διακυμάνσεις αυτού του ρεύματος «ψυχρής εκπομπής» καταγράφουν με εκπληκτική ακρίβεια τις ανωμαλίες της παρατηρούμενης επιφάνειας.

Με πολύ υψηλής ποιότητας ακίδα είναι δυνατό να δούμε όχι πλέον τις κοινές ανωμαλίες μιας επιφάνειας αλλά τις «ανωμαλίες» που προέρχονται από την ίδια την ατομική υφή της. Μπορούμε να δούμε τα άτομα τα ίδια!

Βλέπουμε δηλαδή, πως το όργανο αυτό, δεν είναι ένα αληθινό μικροσκόπιο (δηλ. ένα όργανο που δίνει μια άμεση εικόνα ενός αντικειμένου) δεδομένου ότι είναι βασισμένο στην αρχή ότι η δομή μιας επιφάνειας μπορεί να μελετηθεί, χρησιμοποιώντας μια ακίδα που ανιχνεύει την επιφάνεια σε μια σταθερή απόσταση από αυτή.

Η κάθετη ρύθμιση της ακίδας (η απόστασή της από το δείγμα), ελέγχεται με τη βοήθεια του κβαντικού φαινομένου που αναφέραμε πριν, του φαινομένου της σήραγγας – έτσι βγήκε και η ονομασία αυτού του οργάνου.

Ένα ηλεκτρικό δυναμικό μεταξύ της άκρης της ακίδας και της επιφάνειας αναγκάζει ένα ηλεκτρικό ρεύμα να ρεύσει μεταξύ τους παρά το γεγονός ότι δεν βρίσκονται σε επαφή. Η ένταση του ρεύματος εξαρτάται έντονα από την απόσταση τους, και αυτό καθιστά δυνατό, να διατηρηθεί η απόσταση ανάμεσα στην ακίδα και το δείγμα σταθερή, περίπου 10 -7 εκατ. (δηλ. περίπου δύο ατομικές διαμέτρους).

Η ακίδα είναι επίσης εξαιρετικά αιχμηρή, η άκρη της σχηματίζεται από ένα και μοναδικό άτομο. Αυτό της επιτρέπει, να ακολουθήσει ακόμη και τις μικρότερες λεπτομέρειες της επιφάνειας που ανιχνεύει. Καταγράφοντας την κάθετη μετακίνηση της ακίδας, το καθιστά δυνατό να μελετηθεί η δομή της επιφάνειας άτομο με άτομο.

Όσο για τον έλεγχο της οριζόντιας μετακίνησης της ακίδας, σε δύο ξεχωριστές κάθετες κατευθύνσεις, χρησιμοποιούνται πιεζοηλεκτρικά στοιχεία. Αυτό γίνεται για να ανιχνεύεται η επιφάνεια σε δύο παράλληλες γραμμές, σαν να σαρώνεται ταυτόχρονα. Γι’ αυτό και το όνομα του οργάνου περιέχει τη λέξη σάρωση.

Η ακρίβεια της εικόνας είναι ιδιαίτερα μεγάλη, αν σκεφθούμε ότι η ακίδα αποτελείται από 1 έως 2 άτομα. Η οριζόντια ανάλυση είναι περίπου 2 A και η κάθετη ανάλυση περίπου 0.1 8 A. Αυτό το καθιστά δυνατό, να απεικονίζει μεμονωμένα άτομα, δηλαδή να έχουμε τη μέγιστη δυνατή λεπτομέρεια στην ατομική δομή της επιφάνειας του υλικού που εξετάζεται.

Οι πρώτοι ερευνητές πέτυχαν με εξαιρετική ακρίβεια την οικοδόμηση ενός τέτοιου μικροσκοπίου ανίχνευσης. Ένα παράδειγμα αυτής της μηχανικής ακρίβειας, είναι το γεγονός ότι οι ενοχλητικές δονήσεις από το περιβάλλον αποβλήθηκαν με την οικοδόμηση του μικροσκοπίου επάνω σε έναν βαρύ μόνιμο μαγνήτη που επιπλέει ελεύθερα σε ένα πιάτο υπεραγωγικού μολύβδου.

Είναι εμφανές ότι αυτή η τεχνική μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εφαρμογές στη φυσική και τη μικροηλεκτρονική ημιαγωγών. Στη χημεία, επίσης, για τη μελέτη των αντιδράσεων επιφάνειας και το ρόλο της κατάλυσης. Είναι επίσης δυνατό να σταθεροποιηθούν τα οργανικά μόρια σε μια επιφάνεια και να μελετηθούν οι δομές τους. Μεταξύ άλλων εφαρμογών, αυτή η τεχνική έχει χρησιμοποιηθεί στη μελέτη των μορίων DNA.

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

ΡΗΤΟΡΙΚΗ: ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ - Πανηγυρικός (75-81)

[75] Πλείστων μὲν οὖν ἀγαθῶν αἰτίους καὶ μεγίστων ἐπαίνων ἀξίους ἡγοῦμαι γεγενῆσθαι τοὺς τοῖς σώμασιν ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος προκινδυνεύσαντας· οὐ μὴν οὐδὲ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου τούτου γενομένων καὶ δυναστευσάντων ἐν ἑκατέρᾳ τοῖν πολέοιν δίκαιον ἀμνημονεῖν· ἐκεῖνοι γὰρ ἦσαν οἱ προασκήσαντες τοὺς ἐπιγιγνομένους καὶ τὰ πλήθη προτρέψαντες ἐπ᾽ ἀρετὴν καὶ χαλεποὺς ἀνταγωνιστὰς τοῖς βαρβάροις ποιήσαντες.

[76] οὐ γὰρ ὠλιγώρουν τῶν κοινῶν, οὐδ᾽ ἀπέλαυον μὲν ὡς ἰδίων, ἠμέλουν δ᾽ ὡς ἀλλοτρίων, ἀλλ᾽ ἐκήδοντο μὲν ὡς οἰκείων, ἀπείχοντο δ᾽ ὥσπερ χρὴ τῶν μηδὲν προσηκόντων· οὐδὲ πρὸς ἀργύριον τὴν εὐδαιμονίαν ἔκρινον, ἀλλ᾽ οὗτος ἐδόκει πλοῦτον ἀσφαλέστατον κεκτῆσθαι καὶ κάλλιστον, ὅστις τοιαῦτα τυγχάνοι πράττων ἐξ ὧν αὐτός τε μέλλοι μάλιστ᾽ εὐδοκιμήσειν καὶ τοῖς παισὶν μεγίστην δόξαν καταλείψειν.

[77] οὐδὲ τὰς θρασύτητας τὰς ἀλλήλων ἐζήλουν, οὐδὲ τὰς τόλμας τὰς αὑτῶν ἤσκουν, ἀλλὰ δεινότερον μὲν ἐνόμιζον εἶναι κακῶς ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἀκούειν ἢ καλῶς ὑπὲρ τῆς πόλεως ἀποθνῄσκειν, μᾶλλον δ᾽ ᾐσχύνοντ᾽ ἐπὶ τοῖς κοινοῖς ἁμαρτήμασιν ἢ νῦν ἐπὶ τοῖς ἰδίοις τοῖς σφετέροις αὐτῶν.

[78] τούτων δ᾽ ἦν αἴτιον, ὅτι τοὺς νόμους ἐσκόπουν ὅπως ἀκριβῶς καὶ καλῶς ἕξουσιν, οὐχ οὕτω τοὺς περὶ τῶν ἰδίων συμβολαίων ὡς τοὺς περὶ τῶν καθ᾽ ἑκάστην τὴν ἡμέραν ἐπιτηδευμάτων· ἠπίσταντο γὰρ ὅτι τοῖς καλοῖς κἀγαθοῖς τῶν ἀνθρώπων οὐδὲν δεήσει πολλῶν γραμμάτων, ἀλλ᾽ ἀπ᾽ ὀλίγων συνθημάτων ῥᾳδίως καὶ περὶ τῶν ἰδίων καὶ περὶ τῶν κοινῶν ὁμονοήσουσιν.

[79] οὕτω δὲ πολιτικῶς εἶχον ὥστε καὶ τὰς στάσεις ἐποιοῦντο πρὸς ἀλλήλους, οὐχ ὁπότεροι τοὺς ἑτέρους ἀπολέσαντες τῶν λοιπῶν ἄρξουσιν, ἀλλ᾽ ὁπότεροι φθήσονται τὴν πόλιν ἀγαθόν τι ποιήσαντες· καὶ τὰς ἑταιρείας συνῆγον οὐχ ὑπὲρ τῶν ἰδίᾳ συμφερόντων, ἀλλ᾽ ἐπὶ τῇ τοῦ πλήθους ὠφελείᾳ.

[80] τὸν αὐτὸν δὲ τρόπον καὶ τὰ τῶν ἄλλων διῴκουν, θεραπεύοντες, ἀλλ᾽ οὐχ ὑβρίζοντες τοὺς Ἕλληνας, καὶ στρατηγεῖν οἰόμενοι δεῖν, ἀλλὰ μὴ τυραννεῖν αὐτῶν, καὶ μᾶλλον ἐπιθυμοῦντες ἡγεμόνες ἢ δεσπόται προσαγορεύεσθαι καὶ σωτῆρες, ἀλλὰ μὴ λυμεῶνες ἀποκαλεῖσθαι, τῷ ποιεῖν εὖ προσαγόμενοι τὰς πόλεις, ἀλλ᾽ οὐ βίᾳ καταστρεφόμενοι,

[81] πιστοτέροις μὲν τοῖς λόγοις ἢ νῦν τοῖς ὅρκοις χρώμενοι, ταῖς δὲ συνθήκαις ὥσπερ ἀνάγκαις ἐμμένειν ἀξιοῦντες, οὐχ οὕτως ἐπὶ ταῖς δυναστείαις μέγα φρονοῦντες ὡς ἐπὶ τῷ σωφρόνως ζῆν φιλοτιμούμενοι, τὴν αὐτὴν ἀξιοῦντες γνώμην ἔχειν πρὸς τοὺς ἥττους ἥνπερ τοὺς κρείττους πρὸς σφᾶς αὐτούς, ἴδια μὲν ἄστη τὰς αὑτῶν πόλεις ἡγούμενοι, κοινὴν δὲ πατρίδα τὴν Ἑλλάδα νομίζοντες εἶναι.

***
Έπαινος των προγόνων, που διαμόρφωσαν τη γενιά των Μηδικών.
[75] Βέβαια πρόσφεραν, νομίζω, παρά πολλές ευεργεσίες και αξίζουν χωρίς άλλο τον πιο μεγάλο έπαινο αυτοί που πρόταξαν τα στήθη τους για την ελευθερία των Ελλήνων. Όμως σωστό δεν είναι να ξεχνούμε και εκείνους που έζησαν πριν από αυτόν τον πόλεμο και είχαν στα χέρια τους την τύχη τόσο της μιας όσο και της άλλης πολιτείας: Εκείνοι είναι που άσκησαν τους μεταγενέστερους, έδειξαν στο λαό το δρόμο για την αρετή και τον έκαναν να γίνει ο φόβος και ο τρόμος των βαρβάρων.

[76] Και αυτό γιατί δεν έδειχναν αδιαφορία για τα δημόσια πράγματα, δεν τα εκμεταλλεύονταν σαν να ήταν προσωπικό τους βιος αδιαφορώντας σύγκαιρα γι᾽ αυτά, σαν να ήταν ξένα. Αντίθετα τα νοιάζονταν με την καρδιά τους, σα να ήταν δικό τους χτήμα, μα απομάκρυναν κάθε προσωπικό συμφέρον από αυτά, όπως είναι σωστό να γίνεται πάντα για πράγματα που δε μας ανήκουν. Ούτε και μετρούσαν την ευτυχία με βάση τη χρηματική περιουσία του καθενός· πλούτη σπουδαία και άξια πίστευαν πως έχει αυτός μονάχα που κάνει όσα είναι για να του εξασφαλίσουν το πιο έντιμο όνομα και για να αφήσει στα παιδιά του κληρονομιά την πιο μεγάλη δόξα.

[77] Δε ζήλευαν επίσης την επίδειξη παράτολμης παλικαριάς — γι᾽ αυτό και δεν έπαιρναν μέτρα για να ασκηθεί η τόλμη τους. Παρ᾽ όλα αυτά τους ήταν πιο οδυνηρό να τους κακολογούν οι συμπολίτες τους, παρά να δώσουν τη ζωή τους τιμημένα υπερασπίζοντας την πόλη· και περισσότερη ντροπή τούς έφερνε το σφάλμα που είχε αντίχτυπο στο κοινό συμφέρον από όση νιώθουμε σήμερα εμείς για τα προσωπικά μας λάθη.

[78] Αυτό οφείλεται βασικά στο γεγονός ότι αγρυπνούσαν πάντα για τη δικαιοσύνη και τη σωστή εφαρμογή των νόμων — όχι τόσο γι᾽ αυτούς που αναφέρονταν σε ιδιωτικές συναλλαγές, όσο γι᾽ αυτούς που ρύθμιζαν τις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις των πολιτών. Ήξεραν δα ότι οι τίμιοι άνθρωποι δε χρειάζονταν πολλές γραπτές διατυπώσεις· μια απλή έντιμη συμφωνία εύκολα θα μπορούσε να στηρίξει και τις προσωπικές και τις δημόσιες συναλλαγές τους.

[79] Και είχαν τέτοια πολιτική συνείδηση, ώστε ο ανταγωνισμός ανάμεσα στα κόμματα είχε σκοπό όχι βέβαια ποιό θα εξοντώσει το άλλο, για να αναλάβει ύστερα την εξουσία, αλλά ποιό θα πρωτοπροσφέρει τις αγαθές υπηρεσίες του στην πόλη. Και τα πολιτικά τους κόμματα δεν απόβλεπαν σε κομματικά οφέλη, αλλά εξυπηρετούσαν μόνο του συνόλου τα συμφέροντα.

[80] Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο ρύθμιζαν και τις σχέσεις τους με τις άλλες πόλεις, τις συμμαχικές: Προστάτευαν τους Έλληνες και δεν τους καταπίεζαν· θεωρούσαν χρέος τους να είναι οι στρατηγοί τους και όχι οι τύραννοί τους· προτιμούσαν να τους αποκαλούν ηγέτες και όχι αφεντικά, σωτήρες και όχι εξολοθρευτές.

[81] Έπαιρναν με το μέρος τους τις πόλεις με τις ευεργεσίες τους και δεν τους ανάγκαζαν με τη βία, και ήταν ο λόγος τους πιο αξιόπιστος από ό,τι είναι σήμερα οι όρκοι. Είχαν την αξίωση οι συμφωνίες και οι συνθήκες να είναι απαραβίαστες σαν την ανάγκη· όχι πως είχαν καμιά έπαρση, που ήταν οι αρχηγοί, αλλά καμάρωναν πραγματικά για τη ζωή τους, που ήταν μετρημένη και άψογη. Ένιωθαν ακόμα χρέος τους στους κατώτερους να φέρονται όπως θα ήθελαν οι ίδιοι να φέρονται οι ανώτεροι σ᾽ αυτούς. Τέλος ο καθένας έβλεπε την πόλη του σαν ιδιαίτερα δικό του τόπο, μα ένιωθε για κοινή πατρίδα όλων την Ελλάδα.

Οι μη πολίτες στην κλασική Αθήνα και Σπάρτη

Αποτέλεσμα εικόνας για Οι μη πολίτες στην κλασική Αθήνα και ΣπάρτηΣτην παρούσα μελέτη θα προσπαθήσουμε να δείξουμε τα χαρακτηριστικά των πληθυσμιακών ομάδων των μη πολιτών σε δύο διαφορετικές πόλεις της αρχαιότητας, την Αθήνα και τη Σπάρτη, να οριοθετήσουμε την προσφορά τους στη ζωή της πόλης και - στο βαθμό που τούτο είναι εφικτό - να τις συγκρίνουμε με τις πληθυσμιακές ομάδες υπηκόων βορειότερων χωρών, που ζουν και εργάζονται σύννομα ή παράνομα στη σύγχρονη Ελλάδα.
 
Παρόλο που οι δούλοι και οι είλωτες σε Αθήνα και Σπάρτη αντίστοιχα ανήκουν στην κατηγορία των μη πολιτών, δε θα ασχοληθούμε μαζί τους, καθώς τούτο έχει γίνει εκτενώς σε προηγούμενη δημοσίευση. Ωστόσο, καθίσταται σχεδόν απαραίτητο να αναφερθούμε στην ιδέα του πολίτη και του μη πολίτη και να προσπαθήσουμε να ξεκαθαρίσουμε το ιδεολογικό υπόβαθρο της κάθε έννοιας στις πιθανές διαστρωματώσεις της, ώστε να δούμε τον γενικό κανόνα πίσω από τις ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν το πολιτικό σύστημα της κάθε μίας πόλης χωριστά και να αιτιολογήσουμε γιατί στις πληθυσμιακές ομάδες των μη πολιτών δεν περιλαμβάνεται ο γυναικείος πληθυσμός, που σαφώς στερείται πολιτικών δικαιωμάτων.
 
Πολίτες και μη πολίτες
 
Στα Πολιτικά ο Αριστοτέλης βεβαιώνει ότι η πόλις δε χρειάζεται να συνδυάζεται με μια συγκεκριμένη γεωγραφική θέση[1]. Όμως, η έννοια της χωρικής οριοθέτησης είναι ιστορικά συνδεδεμένη με την έννοια της πόλης-κράτους και πολύ περισσότερο με την ιδέα της υπηκοότητας. Η παροχή της ιδιότητας του πολίτη και η διάκρισή του από τον μη πολίτη ανήκει στο σκληρό πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας, έτσι όπως διαμορφώθηκε βάσει πολιτικο-οικονομικών συγκυριών και θρησκευτικών πεποιθήσεων στις πόλεις-κράτη της κλασικής αρχαιότητας, χαρακτηριστικά παραδείγματα των οποίων αποτελούν η Σπάρτη και η Αθήνα.
 
Ως πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες θεωρούμε εκείνες που διαμορφώνουν την ιδεολογική σχέση πόλης-κράτους και πολίτη, ορίζοντας ταυτόχρονα και τη διάκρισή του από τον μη πολίτη. Είναι εκείνες που διαμόρφωσαν την ιδεολογία του τι είναι βέλτιστος πολίτης και την ίδια στιγμή ευνόησαν τη συμμετοχή των μη-πολιτών στα οικονομικά δρώμενα της πόλης-κράτους[2]. Ως θρησκευτικές πεποιθήσεις εννοούμε το ρόλο που έπαιξαν τα τοπικά ιερά -αστικά ή μη- στην εδραίωση μιας θρησκευτικής συνοχής[3], από την οποία εξαρτάτο άμεσα η ιδιότητα του πολίτη και η διαφορά του από τον μη πολίτη. Σε ένα πρωτογενές επίπεδο ο νόμος είναι συνέπεια της ιδέας του ιερού. Το ιερό στις αρχαϊκές κοινωνίες επιβάλλει κανόνες συμπεριφοράς και οι κανόνες συμπεριφοράς στην ιστορική τους πορεία καταγράφονται ως νόμοι, γύρω από τους οποίους συσπειρώνεται μια κοινότητα με θρησκευτική ενότητα. Ο ξένος δεν μπορεί να συμμετέχει στη λατρεία του ιερού, δεσμευμένος από τις ευλογίες ή τις κατάρες που ξεστομίζονται για την προστασία της κοινότητας[4]. Η παρουσία του είναι μίασμα, είναι tabu για τη θρησκευτική λειτουργία και συνεπώς δεν μπορεί να υπερβεί την αόρατη διαχωριστική γραμμή που περιβάλλει και προστατεύει τον γνήσιο πολίτη ως μέλος μιας κοινότητας.
 
Αυτός είναι και ο βασικότερος πιθανώς λόγος για τον οποίο δεν μπορούμε να εντάξουμε τις γυναικείες πληθυσμιακές ομάδες στην κατηγορία των μη πολιτών, παρόλο που εμφανώς οι γυναίκες της αρχαιότητας στερούνται πολιτικών δικαιωμάτων. Η γυναίκα ως ιέρεια είναι απόλυτα αναγκαία για τη λειτουργία του ιερού και η παρουσία της –τουλάχιστον στα Θεσμοφόρια και τα Παναθήναια - εγγυάται τη σχέση της γης και του θεσμού πόλης-κράτους Ακόμα και ο Αριστοτέλης με τους αυστηρούς ενίοτε διαχωρισμούς του αναφέρει έστω και καταχρηστικά τον όρο πολίτιδα[5], γεγονός που αιτιολογεί εν μέρει τη θέση μας. Ένας άλλος λόγος είναι ο ρόλος της γυναίκας στην εξασφάλιση της κληρονομικής διαδοχής και συνεπώς του κληρονομικού δικαιώματος του πολίτη[6].
 
Μη πολίτες, λοιπόν, στην αρχαιότητα θεωρούνταν όλοι εκείνοι οι ελεύθεροι πολίτες που δεν πληρούσαν τις πολιτικές, οικονομικές και θρησκευτικές προϋποθέσεις του πολίτη. Δε διέθεταν ακίνητη περιουσία ή πρόσβαση στην πολιτική ιεραρχία και συνεπώς δεν μπορούσαν να παρέμβουν στις αποφάσεις της πόλης–κράτους[7]. Ας δούμε τώρα με ποιο τρόπο συνυ¬πήρξαν με τους γνήσιους πολίτες οι πληθυσμιακές ομάδες των μη πολιτών σε δύο χαρακτη¬ριστικά παραδείγματα ελληνικών πόλεων, την Αθήνα και τη Σπάρτη.
 
Αθήνα
 
Στην Αθήνα οι μέτοικοι είναι εκείνοι που απαρτίζουν την πληθυσμιακή ομάδα των μη πολιτών. Πολιτικά δικαιώματα στην Αθήνα χορηγούνταν μόνο σε ειδικές περιπτώσεις κατά τις οποίες μη πολίτες πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στην πόλη και μπορούσαν να γίνουν ισοτελείς[8], αλλά όχι πολίτες[9]. Αυτή ήταν η προστασία του συστήματος, καθώς ο ξένος δεν μπορούσε να συμμετέχει στις αποφάσεις του Δήμου ή να διεκδικήσει κάποιο είδος πολιτικής εξουσίας. Όσον αφορά στην οικονομική βοήθεια της αθηναϊκής δημοκρατίας προς τους μη πολίτες ήταν μάλλον ανύπαρκτη, καθώς δε δικαιούνταν μισθού. Αντίθετα, υπήρξαν οικονομικές υποχρεώσεις των μετοίκων προς την πόλη, όπως το μετοίκιον[10], που συγκαταλεγόταν στα επίσημα έσοδα του κράτους ή τα θεωρικά (για τους εύπορους μέτοικους). Η αθηναϊκή δημοκρατία δεν κατόρθωσε, παρά το γόνιμο σπόρο της, να μεταβληθεί σε οικονομική δημοκρατία. Το μικρό χρονικό διάστημα των μεταρρυθμίσεων που απέδωσαν μετά τους περσικούς πολέμους ένα είδος οικονομικής δημοκρατίας, δε διατηρήθηκε επί μακρόν και δεν αγκάλιασε τις πληθυσμιακές ομάδες των μη πολιτών.
 
Ο αριθμός των μη πολιτών είναι πρακτικά αδιευκρίνιστος. Οι πόλεις στην κλασική περίοδο ήταν πληθυσμιακά μικρές. Δεν αριθμούσαν στην πλειονότητά τους πάνω από 10.000 πολίτες με εξαίρεση την Αθήνα, η οποία στην περίοδο της δημογραφικής ακμής της αριθμούσε περίπου 45.000 πολίτες, άτομα δηλαδή που είχαν πολιτικά δικαιώματα[11]. Οι γυναίκες, οι μέτοικοι και οι δούλοι που αποτελούσαν την πλειοψηφία, στερούνταν πολιτικών δικαιωμάτων. Κατ’ εκτίμησιν, λοιπόν, υπολογίζουμε ένα ποσοστό που αγγίζει το 1/3 του συνολικού πληθυσμού της Αθήνας, αν υποτεθεί ότι στην περίοδο της δημογραφικής ακμής της ο συνολικός πληθυσμός έφθανε τον εκπληκτικό για την εποχή αριθμό των 100.000 περίπου ατόμων.
 
Οι μέτοικοι συμμετείχαν ενεργά στις στρατιωτικές δραστηριότητες ως στρατιώτες κυρίως σε συνοριακά φυλάκια[12], όπως επίσης και στους περισσότερους παραγωγικούς τομείς και όσον αφορά στο εμπόριο, ο ρόλος τους είναι κυριαρχικός[13]. Τα μεγάλα δημόσια έργα[14], οι περισσότερες βιοτεχνίες και αρκετά επαγγέλματα που σχετίζονταν με τις επιστήμες, τις τέχνες, τη φιλοσοφία και τη ρητορική είχαν περιέλθει στα χέρια τους[15]. Ο Αναξαγόρας, ο Δημόκριτος, ο Ιππόδαμος, ο Αριστοτέλης και άλλες σημαντικές φυσιογνωμίες της κλασικής Αθήνας είναι παραδείγματα τέτοιων ανθρώπων που δεν κατείχαν την ιδιότητα του πολίτη, αλλά πρόσφεραν σημαντικές υπηρεσίες στην πόλη.
 
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι στο πολιτικοοικονομικό σύστημα της Αθήνας υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές, όσον αφορά στα δικαιώματα του πολίτη και του μη-πολίτη. Αντιλαμβανόμαστε ότι ο ιδιοκτήτης γης -πολίτης αθηναίος- έχει την εξουσία και τον απόλυτο έλεγχο του κράτους και των φορέων του, ενώ ο μη-πολίτης είναι μέλος αυτής της οργανωμένης κοινωνίας με σημαντική προσφορά τουλάχιστον στον οικονομικό τομέα, αλλά ξένος[16] σε εκείνα τα θέματα που αφορούν στα προνόμια του γνήσιου Αθηναίου, (πολιτική ιεραρχία, ακίνητη περιουσία, ιερατικά και στρατιωτικά αξιώματα).
 
Σπάρτη
 
Στη Σπάρτη, ένα διαφορετικό κοινωνικό μοντέλο, οι γνήσιοι πολίτες ή ομοίοι ήταν θεωρητικά ίσοι. Οι μη πολίτες, ελεύθεροι κάτοικοι των περιχώρων, ή περίοικοι, ζούσαν με σχετική αυτονομία σε πόλεις η κώμες της ευρύτερης περιφέρειας χωρίς να διαθέτουν λόγο στο χειρισμό των κρατικών υποθέσεων[17].
 
Το κοινωνικό σύστημα που διαμόρφωσε τη σχέση πολιτών και μη πολιτών στη συγκεκριμένη πόλη-κράτος είναι διαφορετικό και βασίζεται σε μια μοναδική παραδοχή. Στη Σπάρτη ο πολίτης είναι ταυτόχρονα και στρατιώτης, όμως ο κλήρος του ανήκει ουσιαστικά στο κράτος. Επίσης, οι Σπαρτιάτες δε σχετίζονται με παραγωγικά επαγγέλματα, αφού η προεξέχουσα ιδιότητά τους είναι η στρατιωτική[18]. Η συμμετοχή των πολιτών στις μεγάλες αποφάσεις της πόλης ήταν μάλλον περιορισμένη[19], πολύ περισσότερο για τους περίοικους, που συνέθεταν την πληθυσμιακή ομάδα των μη πολιτών. Οι περίοικοι στην περίπτωση της Σπάρτης είναι οι κάτοικοι που ζουν στις περιοχές γύρω από τις τέσσερις κώμες στις οποίες είχαν εγκατασταθεί οι σπαρτιάτες πολίτες[20]. Είναι σημαντικό να αναφέρουμε ότι η σπαρτιατική ισονομία δεν είναι άμοιρη της κατοχής γης. Η ύπαρξη πλουσίων Σπαρτιατών και μεγάλων γαιοκτημόνων θέτει αμφισβητήσεις στο θέμα της ισότητας τουλάχιστον όσον αφορά στο θέμα της οικονομίας και των επιδράσεών της στη συγκεκριμένη πόλη-κράτος[21].
 
Όποια εκδοχή και αν θεωρήσουμε ορθή για την καταγωγή των περίοικων, εκείνη του Έφορου ή εκείνη του Ισοκράτη, οι περίοικοι φαίνεται πως διατηρούν σχετική αυτονομία οικο¬νομική και δικαιϊκή στους δήμους τους και συμετέχουν ισότιμα στις πολεμικές επιχειρήσεις ως οπλίτες[22]. Αποκαλούνται γενικώς Λακεδαιμόνιοι και δεν εκδηλώνουν εχθρικές διαθέσεις προς τη Σπάρτη. Ασκούν το επάγγελμα του ξυλουργού, του γεωργού, του κτηνοτρόφου ή του αλιέα, καλύπτοντας το παραγωγικό κενό των ομοίων. Η οικονομική τους δραστηριότητα όμως παραμένει περιορισμένη, εξαιτίας της αυστηρής σπαρτιατικής κηδεμονίας.
 
Ο αριθμός της πληθυσμιακής ομάδας των περιοίκων είναι ουσιαστικά άγνωστος, εξαιτίας έλλειψης συγκεκριμένων στοιχείων. Δεν μπορούμε εδώ να ακολουθήσουμε τον κανό¬να της αναλογίας 1/3, καθώς η Σπάρτη φαίνεται εξαιρετικά ολιγάριθμη ως προς τα μέλη της κοινωνία. Οι 8-9.000 σπαρτιάτες πολίτες[23] σαφώς ήταν υποδεέστεροι αριθμητικά από τους περιβάλλοντες περίοικους. Άλλωστε, η αριθμητική έλλειψη και οι αυστηροί κανόνες αστυνόμευσης των μη πολιτών συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση.
 
Παρατηρούμε, λοιπόν και στην περίπτωση της Σπάρτης μια χαρακτηριστική συμμετοχή της πληθυσμιακής ομάδας των μη-πολιτών, σε παραγωγικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ο περιορισμός της στον παραγωγικό τομέα ήταν επ’ ωφελεία της σπαρτιατικής κοινωνίας, η οποία διατηρούσε μικρή έως ανύπαρκτη σχέση με το σύνολο των τεχνικών επαγγελμάτων[24].
 
Συμπεράσματα και συγκρίσεις
 
Αν αναγάγουμε την έννοια περίοικος και μέτοικος στη σύγχρονη πραγματικότητα, τότε ερχόμαστε αντιμέτωποι με την εικόνα του μετανάστη. Όχι μόνο του διεθνούς αλλά και του εσωτερικού μετανάστη του ‘50 και του ’60, των δύο δεκαετιών που σημάδεψαν το ελληνικό αστυφιλικό φαινόμενο. Ωστόσο, για λόγους μεθοδολογίας δεν μπορούμε να συγκρίνουμε την εσωτερική μετανάστευση με τη συρροή των μετοίκων ή και των περιοίκων ακόμα στις πόλεις-κράτη της αρχαιότητας, καθώς η Ελλάδα του σήμερα είναι μια ενιαία κρατική οντότητα και όχι ένα σύνολο διεσπαρμένων κρατιδίων.
 
Τα ρεύματα της σύγχρονης μετανάστευσης και η άφιξη πληθυσμιακών ομάδων που ζουν και εργάζονται σύννομα ή παράνομα στην ελλαδική επικράτεια, παρουσιάζουν σημαντικές ομοιότητες με εκείνα τα ρεύματα εσωτερικής μετανάστευσης που διαμόρφωσαν το σώμα των μη πολιτών στις μεγάλες πόλεις-κράτη της κλασικής αρχαιότητας. Ωστόσο, θα πρέπει να εντοπίσουμε πως η σύγκριση ανάμεσα στο ζωντανό παρόν και το νεκρό παρελθόν, για το οποίο εμμέσως προσπαθούμε να αντλήσουμε πληροφορίες, είναι ενίοτε παρακινδυνευμένη.
 
Το γεγονός είναι ότι οι πληθυσμιακές ομάδες μεταναστών –το μεγαλύτερο ποσοστό των οποίων συνθέτουν οι Αλβανοί, οι Βούλγαροι, οι Ρουμάνοι και οι Πολωνοί[25]- ως σύγχρονοι μέτοικοι έχουν να αντιμετωπίσουν τον εθνικό μύθο, που έχει χτιστεί πάνω στην κοινή παραδοχή μιας εθνοτικής, θρησκευτικής και γλωσσικής ομοιογένειας του ελληνικού πληθυσμού[26]. Η διαφορά βρίσκεται στο γεγονός ότι η πόλις-κράτος – πιθανώς εξαιτίας της περιορισμένης έκτασής της - διέθετε αποτελεσματικότερο τρόπο ελέγχου του μεταναστευτικού ρεύματος και σαφώς ορθολογικότερο τρόπο εκμετάλλευσης του ανθρώπινου δυναμικού που της παρείχε.
 
Η ελληνική κοινωνία δέχθηκε χιλιάδες μετανάστες[27], στην πλειοψηφία τους παράνομους, χωρίς να διαθέτει το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο[28]. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σπασμωδική αντίδραση της ελληνικής κοινωνίας (βλ. φαινόμενο Τσενάι) και την αφύπνιση της συλλογικής μνήμης σε σχέση με τη μεταναστευτική εμπειρία του ίδιου του ελληνικού λαού. Στο μακρινό παρελθόν δε διακρίνεται η ίδια σπασμωδική αντίδραση[29], πιθανώς εξαιτίας του γεγονότος ότι ο μετανάστης της αρχαιότητας είχε να αντιμετωπίσει εξαρχής ένα δομημένο σύστημα συμπεριφοράς και πολιτικής το οποίο είτε αποδεχόταν είτε όχι.
 
Τα θρησκευτικά κριτήρια για την αποδοχή της εικόνας του μετανάστη εμφανίζουν δυνατότητες αναλογικής σύγκρισης, ιδιαίτερα μετά τις ομαδικές βαπτίσεις αλβανών μεταναστών που είχαν ως στόχο την αλλαγή της εικόνας τους στην κοινή γνώμη, τη διευκόλυνση της ενσωμάτωσής τους στην ελληνική κοινωνία και τη διεκδίκηση της πολιτικής νομιμότητας. Όσον αφορά τώρα στην προσφορά τους, οι σύγχρονοι μετανάστες –τουλάχιστον εκείνοι της πρώτης γενεάς- αναλαμβάνουν τη διαχείριση επαγγελμάτων που θεωρούνται κατώτερα ή υποτιμητικά για την ελληνική κοινή γνώμη και αναλογικά θυμίζουν τους χειρώνακτες του Αριστοτέλη, τους μέτοικους και τους περίοικους που αναλάμβαναν την εκτέλεση βαρέων επαγγελμάτων στην αρχαιότητα. Η συμβολή των μεταναστών, στην αύξηση του ακαθάριστου εθνικού εισοδήματος είναι σημαντική, ιδιαίτερα μάλιστα μετά τη σχετική νομιμοποίηση και την ένταξή τους στο φορολογικό σύστημα.
 
Τα στρατιωτικά κριτήρια δεν παρουσιάζουν προς το παρόν αναλογίες, εκτός και αν υπάρξουν σχετικές νομοθετικές ρυθμίσεις στο δίκαιο της ευρωπαϊκής ένωσης για την παροχή διπλής ιθαγένειας οι οποίες θα περιέχουν και τη διάταξη της υποχρεωτικής στράτευσης. Μια τέτοια διάταξη ευνοεί ιδιαίτερα χώρες με υψηλούς αριθμούς μεταναστών όπως η Ελλάδα, η Γερμανία και η Αγγλία, αλλά είναι εξαιρετικά αμφίβολη έως αδύνατη η εφαρμογή της προς το παρόν, παρόλο που το συγκεκριμένο μοντέλο εφαρμόζεται στις Η.Π.Α.
 
Βάσει των παραπάνω, η γενική εικόνα που διαμορφώνεται από την ανάλυση της έννοιας μη πολίτης αναδεικνύει τη δυναμική και τη ρευστότητα των πληθυσμιακών μοντέλων τόσο κατά την αρχαιότητα όσο και στη σύγχρονη εποχή. Σήμερα, σε μια εποχή παγκόσμιων πληθυσμιακών αλλαγών και ανακατατάξεων, το μάθημα που αντλείται από τη σχέση περιοίκων ή μετοίκων και πολιτών είναι επίκαιρο και υποδεικνύει το δεν πρέπει να γίνει, προκειμένου να αποφευχθούν ιδιαίτερα οδυνηρές τριβές για την ανθρωπότητα στο εγγύς μέλλον.
 ---------------------------------
Σημειώσεις - Παραπομπές
 
[1] Ιστορικά, οι πολίτες διάφορων πόλεων-κρατών μετακίνησαν απλά ολόκληρο το κράτος τους σε μια νέα θέση. Είναι κλασικό το παράδειγμα των Ίωνων της Φώκαιας και της Τέω, που μετέφεραν τις πόλεις τους στην Ιταλία (Ελέα) ή τη Θράκη (Άβδηρα) αντίστοιχα, για να αποφύγουν τον πέρση βασιλέα Κύρο. Βλ. επίσης, Manville Ph. B., The Origins of Citizenship in Ancient Athens, (Princeton NJ, 1990): 39
[2] Η άρνηση εν γένει του Αριστοτέλη να αποδώσει την ιδιότητα του πολίτη στον χειρώνακτα, αντανάκλαση της γενικότερης ιδεολογίας της εποχής του, αφήνει ένα παραγωγικό κενό που ευνοεί κατά την άποψή μας την αθρόα συρροή μετοίκων. Περισσότερα για το θέμα βλ. P. Borgeaud κ. ά, Ο έλληνας άνθρωπος4, μτφρ. Χ. Τασάκος, (Αθήνα 1996): 67
[3] Polignac F. de, Η γέννηση της αρχαίας ελληνικής πόλης, μτφρ.Ν. Κυριαζόπουλος, Μ.Ι.Ε.Τ., (Αθήνα 2000): 113.
[4] Βλ. Λεξικό Σουϊδα, Β. Κατασαρός, (εισαγ), (Αθήνα 2002): 414, λήμμα Εξαράσασθαι. «το εκτελέσαι τα αράς, τουτέστι τας ευχάς ας επί ταις ιδρύσεσι των ναών ειώθασι ποιείσαι».
[5] Σακελαρίου Μ.Β., Η αθηναϊκή δημοκρατία2, ( Ηράκλειο 2000): 129, σημ. 2.
[6] Finley M.I. Ancient History, Evidence and Models, (London 1985):92
[7] ό.π. Σακελλαρίου, σ. 132.
[8] ό.π. Σακελλαρίου σ. 138
[9] Οι τραπεζίτες Πασίων ή ο Φορμίων που απέκτησαν πλήρη πολιτικά δικαιώματα είναι σπάνιες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν μάλλον τον κανόνα. Βλ. Σακελαρίου σ 36-37.
[10] Το ίδιο σ. 140.
[11] Andrewes Αρχαία Ελληνική Κοινωνία2, μτφρ. Α. Παναγόπουλος, (Αθήνα, 1987): 104 «Όχι βέβαια ότι στην Αθήνα παρακολουθούσαν ταχτικά τις συνεδρίες της εκκλησίας του δήμου περισσότεροι από ένα μικρό ποσοστό (σε εποχή που μπορεί να υπήρχαν ακόμη και 45 χιλιάδες πολίτες με δικαίωμα ψήφου), ...».
[12] ό.π. Σακελλαρίου σ. 140.
[13] Το ίδιο σ. 139.
[14] ό.π. Andrewes σ. 206-208.
[15] Το ίδιο σ.177
[16] ό.π. Σακελαρίου σ. 139
[17] ό.π. Andrewes σ. 98.
[18] Μήλιος Α. κ. ά., Δημόσιος και ιδιωτικός βίος στην Ελλάδα Ι: Από την αρχαιότητα έως και τα μεταβυζαντινά χρόνια, (Πάτρα 2000): 49
[19] το ίδιο σ. 94. Βλ. Επίσης Andrewes σ. 98.
[20] το ίδιο σ. 37.
[21] το ίδιο σ. 18.
[22] ό.π. Μήλιος σ. 185. Βλ., επίσης, Andrewes σ. 242.
[23] ό.π. Andrewes σ. 98.
[24]ό.π., Borgeaud σ. 153.
[25] Μαρβάκης Αθ. και άλλοι (Επιμ.), Μετανάστες στην Ελλάδα, (Αθήνα 2001):109
[26] Το ίδιο σ. 21
[27] Από στοιχεία του Ο.Α.Ε.Δ. και του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας ο αριθμός των σύννομων μεταναστών ανέρχεται στο 1.000.000. Το 50% διαμένει στην Αθήνα.
[28] Νιτσιάκος Β. Μαρτυρίες αλβανών μεταναστών, (Αθήνα 2003): 15
[29] ό.π. Σακελαρίου, σελ 140