Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ (1455 - 1487)

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ (1455 - 1487)

ΓΕΝΙΚΑ

Ο Πόλεμος των (δυο) Ρόδων ήταν ένας εμφύλιος πόλεμος που ξέσπασε στην Αγγλία για τη διαδοχή στο θρόνο από το 1455 μέχρι το 1485. Πήρε το όνομά του από τα εμβλήματα των δυο αντιμαχόμενων Οίκων, το λευκό ρόδο του Οίκου της Υόρκης και το κόκκινο ρόδο του Οίκου των Λάνκαστερ. Στις μάχες που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια του πολέμου, επικρατούσε πότε η μια ή η άλλη πλευρά, με άμεσες συνέπειες στους διαδόχους του θρόνου...

Ο Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας υπήρξε ο τελευταίος Βασιλιάς της Αγγλίας από τον Οίκο της Υόρκης. Το 1485, τα στρατεύματά του συναντήθηκαν με εκείνα του Ερρίκου Τυδώρ, εγγονού του Όουεν Τυδώρ, στη μάχη του Μπόσγουορθ, κοντά στο Λέστερ, στην οποία νίκησε ο Ερρίκος. Κατά συνέπεια, ανέβηκε στο θρόνο ως Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας, πήρε για σύζυγό του την Ελισάβετ της Υόρκης, κόρη του Εδουάρδου Δ΄ της Υόρκης, βάζοντας τέλος στον πόλεμο των Ρόδων και εγκαινιάζοντας τη δυναστεία των Τυδώρ, η οποία θα βασιλεύσει συνεχώς σε Αγγλία και Ουαλία για 116 χρόνια.

ΟΝΟΜΑΣΙΑ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΑ

Η ονομασία "Πόλεμος των Ρόδων" δε θεωρείται ότι χρησιμοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου, αλλά προέρχεται από τα εραλδικά σύμβολα των δυο βασιλικών οίκων της Υόρκης και του Λάνκαστερ. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρέως το 19ο αιώνα, μετά την έκδοση του μυθιστορήματος "Anne of Geierstein" του σερ Γουόλτερ Σκοτ. Ο Σκοτ βασίστηκε σε μια σκηνή από το θεατρικό έργο του Σαίξπηρ Ερρίκος ο ΣΤ΄, μέρος 1, όπου ένας απλός καυγάς ανάμεσα σε εκπροσώπους των δύο οίκων τους έκανε να φοράνε στο καπέλο τους αντίστοιχα ένα άσπρο ή ένα κόκκινο τριαντάφυλλο.


Αν και τα τριαντάφυλλα δε χρησιμοποιούνταν παρά λίγες μόνο φορές ως σύμβολα κατά τη διάρκεια του Πολέμου, οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες φορούσαν εμβλήματα, που σχετίζονταν με τον άμεσο φεουδάρχη άρχοντα ή προστάτη τους. Για παράδειγμα, οι δυνάμεις του Ερρίκου Ζ΄ στη μάχη του Μπόσγουορθ πολέμησαν με έμβλημα τον Κόκκινο Δράκο (βρίσκεται και στη σημαία της Ουαλίας), ενώ ο στρατός των Υορκιστών χρησιμοποίησε το προσωπικό έμβλημα του Ριχάρδου Γ΄, ένα λευκό κάπρο.


Ωστόσο, απόδειξη για τη σπουδαιότητα των συμβόλων των ρόδων αποτελεί το γεγονός ότι ο βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας επέλεξε στο τέλος του Πολέμου να συνδυάσει το κόκκινο και το λευκό ρόδο του κάθε οίκου για να δημιουργήσει το έμβλημα της δυναστείας των Τυδώρ.


Οι ονομασίες των οίκων δεν έχουν σχέση με τις πόλεις του Γιορκ και του Λάνκαστερ ή τις κομητείες Γιόρκσαϊρ και Λάνκασαϊρ, αν και στις μέρες μας, αθλητικές αναμετρήσεις μεταξύ των δυο κομητειών στο κρίκετ ή στο ράγκμπι συχνά χαρακτηρίζονται ως "Πόλεμος των Ρόδων". Στην πραγματικότητα, τα εδάφη του Δουκάτου των Λάνκαστερ βρίσκονταν κυρίως στο Γκλόστερσαϊρ, το Τσέσαϊρ και τη βόρεια Ουαλία, ενώ τα εδάφη και κάστρα του Δουκάτου της Υόρκης απλώνονταν σε όλη την Αγγλία, καθώς και στην Ουαλία.

ΑΜΦΙΣΒΗΤΟΥΜΕΝΗ ΔΙΑΔΟΧΗ

Ο ανταγωνισμός μεταξύ των δυο οίκων άρχισε με την ανατροπή του Ριχάρδου Β΄ από τον ξάδερφό του, Ερρίκο Δ', δούκα του Λάνκαστερ, το 1399. Ο Ριχάρδος Β' δεν ήταν δημοφιλής και οι περισσότεροι ευγενείς υποστήριξαν τον Ερρίκο.

Ο Ερρίκος Δ' ως απόγονος του Ιωάννη της Γάνδης, τρίτου γιου του Εδουάρδου Γ', είχε λιγότερα δικαιώματα στο θρόνο απ' ότι οι απόγονοι του δεύτερου γιου, Λάιονελ της Αμβέρσας. Ο άτεκνος Ριχάρδος Β' μάλιστα είχε ορίσει ως διάδοχό του τον εγγονό του Λάιονελ, Ρότζερ Μόρτιμερ, 4ο κόμη του Μαρτς ο οποίος όμως είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο και κανένας από τους ευγενείς δεν υποστήριξε ή υπερασπίστηκε τα δικαιώματα του γιου του, Έντμοντ Μόρτιμερ, στον θρόνο.

Την περίοδο που ακολούθησε την άνοδό του στο θρόνο ο Ερρίκος Δ' αντιμετώπισε κάποιες εξεγέρσεις στην Ουαλία, στο Τσέσαϊρ και στο Νορθάμπερλαντ, τις οποίες χρησιμοποίησε ο Μόρτιμερ για να διεκδικήσει τον θρόνο. Αν και με δυσκολία, οι εξεγέρσεις αντιμετωπίσθηκαν.


Ο Ερρίκος πέθανε το 1413. Ο γιος και διάδοχός του, Ερρίκος Ε΄ της Αγγλίας, κληρονόμησε ένα προσωρινά ειρηνικό βασίλειο. Ο Ερρίκος Ε΄ ήταν καλός στρατιώτης και η στρατιωτική του επιτυχία ενάντια στη Γαλλία κατά τον Εκατονταετή Πόλεμο αύξησε τη δημοφιλία του, δίνοντάς του την ευκαιρία να ισχυροποιήσει τη θέση των Λάνκαστερ στον Αγγλικό θρόνο.

Επί Ερρίκου Ε΄ έλαβε χώρα και η συνωμοσία του Σάουθαμπτον από τον Ριχάρδο, κόμη του Κέμπριτζ, γιο του τέταρτου γιου του Εδουάρδου Γ΄, Εδμόνδου του Λάνκλεϋ. Ο κόμης του Κέμπριτζ καταδικάστηκε για προδοσία και εκτελέστηκε το 1415 στην αρχή της εκστρατείας που οδήγησε στη μάχη του Αζινκούρ. Η σύζυγός του Άννα Μόρτιμερ διεκδικούσε επίσης το θρόνο καθώς ήταν κόρη του Ρότζερ Μόρτιμερ, απόγονου του Λάιονελ της Αμβέρσας ο οποίος ήταν γιος του Εδουάρδου Γ', και ο αδερφός της είχε πεθάνει άτεκνος.

Ο Ριχάρδος της Υόρκης, γιος του Ριχάρδου του Κέμπριτζ και της Άννας Μόρτιμερ, ήταν τεσσάρων ετών όταν εκτελέστηκε ο πατέρας του. Κέρδισε τον τίτλο του Δούκα της Υόρκης από τον θείο του, Εδουάρδο του Νόργουιτς, που σκοτώθηκε στη μάχη του Αζινκούρ. Αν και ο πατέρας του είχε στερηθεί των δικαιωμάτων του, ο Ερρίκος Ε΄ επέτρεψε στο Ριχάρδο να κληρονομήσει τον τίτλο και την περιουσία του θανόντος θείου του: έχοντας τρεις νεότερους αδερφούς και καθώς ήταν ακόμη στη νιότη του, ο Ερρίκος Ε΄ ήταν σίγουρος ότι τα δικαιώματα των Λάνκαστερ στο θρόνο ήταν ασφαλή.

Παρόλ' αυτά μετά το θάνατό του, ο γιός του Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας αποδείχτηκε αδύναμος στην εξουσία και τα αδέρφια του δεν άφησαν νόμιμους απογόνους, με αποτέλεσμα διάδοχοι των Λάνκαστερ να υφίστανται μόνο μακρινά ξαδέρφια και συγγενείς από τον Οίκο των Μποφόρ και ο Ριχάρδος της Υόρκης να προβάλει σημαντικές διεκδικήσεις στο θρόνο.

 
ΠΡΩΤΗ ΜΑΧΗ ΣΤΟ ΣΕΝΤ ΟΛΜΠΑΝΣ

Ο δούκας της Υόρκης οδήγησε μια μικρή δύναμη προς το Λονδίνο και συνάντησε το στρατό του Ερρίκου στο Σεντ Όλμπανς, βόρεια του Λονδίνου, στις 22 Μαΐου 1455. Η σχετικά μικρή πρώτη μάχη του Σεντ Όλμπανς ήταν η πρώτη ανοιχτή αψιμαχία του εμφυλίου πολέμου. Στόχος του Ριχάρδου ήταν να απομακρύνει τους ανίκανους συμβούλους από το βασιλιά Ερρίκο. Το αποτέλεσμα της μάχης ήταν ήττα για τους Λάνκαστερ: εξέχοντες ηγέτες τους σκοτώθηκαν, όπως ο δούκας του Σόμερσετ και ο δούκας του Νορθάμπερλαντ. 

Μετά τη μάχη, οι Υορκιστές βρήκαν τον Ερρίκο στη σκηνή του, εγκαταλελειμμένο από υπηρέτες και συμβούλους, πιθανότατα έχοντας άλλο ένα ξέσπασμα διανοητικής κατάρρευσης. Ο Ριχάρδος και οι σύμμαχοί του ξανακέρδισαν θέση επιρροής κι ο ίδιος ξανάγινε Λόρδος προστάτης, ενώ ο βασιλιάς Ερρίκος έμενε αμέτοχος και απρόθυμος και η Μαργαρίτα του Ανζού παραμερίστηκε, έχοντας ως καθήκον της τη φροντίδα του συζύγου της.

Για λίγο και οι δυο πλευρές φάνηκαν να εκπλήσσονται από το γεγονός ότι μια πραγματική μάχη είχε λάβει χώρα κι έκαναν το παν για να γεφυρώσουν τις διαφορές τους, αλλά σύντομα εμφανίστηκαν και πάλι προβλήματα, ιδιαίτερα για το αν διάδοχος στο θρόνο θα ήταν ο δούκας της Υόρκης ή ο γιος του Ερρίκου, Εδουάρδος του Γουέστμινστερ.

Το Φεβρουάριο του 1456, ο Ερρίκος ανένηψε και απομάκρυνε τον Ριχάρδο από τη θέση του Λόρδου Προστάτη. Ο Ερρίκος ταξίδεψε το φθινόπωρο στην Ουαλία και η Μαργαρίτα του Ανζού δεν του επέτρεψε να γυρίσει στο Λονδίνο, όπου οι έμποροι ήταν εκνευρισμένοι από την παρακμή του εμπορίου και τη γενικότερη αναστάτωση. Η αυλή του βασιλιά μεταφέρθηκε στο Κόβεντρι. Μέχρι τότε, ο νέος δούκας του Σόμερσετ ανήλθε ως ο νέος ευνοούμενος της βασιλικής αυλής. Η Μαργαρίτα έπεισε το σύζυγό της να αναιρέσει όσα είχε κάνει ο Ριχάρδος της Υόρκης ως Λόρδος Προστάτης, ο οποίος αναγκάστηκε να επιστρέψει στο αξίωμα του Υποδιοικητή στην Ιρλανδία.


Εν τω μεταξύ, αυξανόταν η αναστάτωση στην πρωτεύουσα και τη βόρεια Αγγλία, καθώς και η πειρατεία στα νότια παράλια, αλλά το βασιλικό ζεύγος επέμενε περισσότερο στο να προστατεύσει το ίδιο: η βασίλισσα εισήγαγε για πρώτη φορά στην Αγγλία το θεσμό της στρατολόγησης. Ταυτόχρονα, ο σύμμαχος του δούκα της Υόρκης, Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ (ο λεγόμενος Kingmaker), αύξανε τη δημοτικότητά του στο Λονδίνο ως υπέρμαχος των εμπόρων.

Την άνοιξη του 1458, ο αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι προσπάθησε να συμφιλιώσει τους ευγενείς που βρίσκονταν σε μακροχρόνιους πολέμους μεταξύ τους. Στις 25 Μαρτίου, ανήμερα του Ευαγγελισμού, o βασιλιάς ηγήθηκε πομπής προς τον καθεδρικό του Αγίου Παύλου στο Λονδίνο, όπου γινόταν Μεγάλο Συμβούλιο, με ευγενείς από τους οίκους Λάνκαστερ και Υόρκης να τον ακολουθούν χέρι-χέρι.

ΣΥΝΕΧΙΣΗ ΤΩΝ ΣΥΓΚΡΟΥΣΕΩΝ

Οι εχθροπραξίες ξανάρχισαν μετά τη μη εξουσιοδοτημένη επιστροφή του Δούκα της Υόρκης από την Ιρλανδία, ο οποίος κάλεσε τους Νέβιλ να συμπαραταχθούν μαζί του στο κάστρο του Λάντλοου. Στις 23 Σεπτεμβρίου 1459, στη μάχη του Μπλορ Χιθ στο Στάφορντσαϊρ, ο στρατός των Λάνκαστερ δεν κατάφερε να εμποδίσει το Σάλσπουρι να προχωρήσει από το κάστρο του Μίντλχαμ (Γιόρκσαϊρ) στο Λάντλοου.

Λίγο αργότερα, οι συνδυασμένες δυνάμεις των Υορκιστών αντιμετώπισε το μεγαλύτερο στρατό των Λάνκαστερ στη μάχη του Λάντφορντ Μπριτζ. To άγημα του Γουόρικ από τη φρουρά του Καλαί αυτομόλησε στους Λάνκαστερ και οι ηγέτες των Υορκιστών τράπηκαν σε φυγή. Ο Ριχάρδος της Υόρκης επέστρεψε στην Ιρλανδία, ενώ ο μεγαλύτερος γιος του, Εδουάρδος, κόμης του Μαρτς, κατέφυγε στο Καλαί μαζί με τους Σάλσμπουρι και Γουόρικ.


Οι Λάνκαστερ επέστρεψαν εν πλήρη δυνάμει. Ο δούκας της Υόρκης και οι υποστηρικτές του κηρύχθηκαν προδότες και συνελήφθησαν. Μονάχα με μια επιτυχή εισβολή θα μπορούσαν να ανακτήσουν τους τίτλους και την περιουσία τους. Ο Σόμερσετ μετατέθηκε ως Κυβερνήτης του Καλαί. Οι προσπάθειές του για έξωση του Γουόρικ ήταν ανεπιτυχείς και οι Υορκιστές άρχισαν επιδρομές στις αγγλικές ακτές από το Καλαί, συμβάλλοντας ακόμα περισσότερο στο χάος και την αναρχία που επικρατούσε. Ο Γουόρικ μετέβη στην Ιρλανδία για περαιτέρω σχέδια με τον Ριχάρδο της Υόρκης, καταφέρνοντας να διαφύγει από το βασιλικό στόλο του δούκα του Έξετερ.

Τον Ιούνιο του 1460, οι προαναφερθέντες φυγάδες στο Καλαί εγκαταστάθηκαν γοργά στο Κεντ και στο Λονδίνο, όπου έτυχαν ευρείας υποστήριξης. Βάδισαν προς το βορρά, με την υποστήριξη επίσης ενός παπικού απεσταλμένου. Ο Ερρίκος έστειλε ένα στρατό νότια για να τους συναντήσει, ενώ η Μαργαρίτα του Ανζού έμεινε στο βορρά με τον Πρίγκιπα Εδουάρδο. Στη μάχη του Νορθάμπτον στις 10 Ιουλίου, ο στρατός των Υορκιστών νίκησε τους Λάνκαστερ, βοηθούμενοι από προδοσία στις τάξεις του βασιλιά. Για δεύτερη φορά κατά τη διάρκεια του πολέμου, ο Βασιλιάς Ερρίκος βρέθηκε στη σκηνή του μόνος, εγκαταλελειμμένος από τη συνοδεία του, προφανώς έχοντας υποστεί κι άλλη νευρική κρίση. Οι Υορκιστές επέστρεψαν στο Λονδίνο αιχμαλωτίζοντάς τον.

ΠΡΑΞΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ

Υπό τη σκιά της στρατιωτικής αυτής επιτυχίας, ο Ριχάρδος της Υόρκης διεκδίκησε το θρόνο, βασιζόμενος στη μη νομιμότητα της γραμμής των Λάνκαστερ. Έχοντας αφιχθεί στη βόρεια Ουαλία, αυτός και η σύζυγός του, Σεσίλ Νέβιλ, έφτασαν στο Λονδίνο με το εθιμοτυπικό που θα ταίριαζε σε ένα μονάρχη. 

Συγκλήθηκε το Αγγλικό Κοινοβούλιο κι όταν ο Ριχάρδος έφτασε στην αίθουσα, κατευθύνθηκε προς το θρόνο, περιμένοντας ενθάρρυνση και υποστήριξη από τους λόρδους. Αντ' αυτού, επικράτησε παγερή ησυχία και στο άκουσμα των διεκδικήσεών του, πολλοί ήταν αυτοί που εξεπλάγησαν. Σε αυτό το στάδιο, δεν επιθυμούσαν την ανατροπή του βασιλιά Ερρίκου, παρά μόνο την απομάκρυνση των κακών συμβούλων του.


Την επόμενη ημέρα, ο δούκας της Υόρκης παρουσίασε ένα αναλυτικό γενεαλογικό δέντρο, προκειμένου να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του για την καταγωγή του από το Λάιονελ της Αμβέρσας, γιο του Εδουάρδου Γ΄ της Αγγλίας. Τότε, αντιμετωπίστηκε με μεγαλύτερη κατανόηση: το Κοινοβούλιο συμφώνησε να εξετάσει το ζήτημα και δέχτηκε ότι ο Ριχάρδος είχε περισσότερα δικαιώματα στο θρόνο, αλά με πλειοψηφία ψηφίστηκε η παραμονή του Ερρίκου ως βασιλιά.

Τον Οκτώβριο του 1460, έγινε συμβιβασμός με την Πράξη Συμφωνίας, η οποία αναγνώριζε το Ριχάρδο ως διάδοχο του Ερρίκου, παραμερίζοντας τον εξάχρονο πρίγκιπα Εδουάρδο του Γουέστμινστερ. Ο δούκας της Υόρκης αποδέχτηκε τη συμφωνία αυτή, καθώς ήταν η καλύτερη προσφορά που μπορούσε να έχει, ειδικά γιατί γινόταν Λόρδος Προστάτης του βασιλείου και μπορούσε να κυβερνήσει στο όνομα του Ερρίκου.

ΟΙ ΛΑΝΚΑΣΤΕΡ ΑΝΤΕΠΙΤΙΘΕΝΤΑΙ

Η βασίλισσα Μαργαρίτα του Ανζού κατέφυγε στη βόρεια Ουαλία, ενώ πολλοί ευγενείς, υποστηρικτές του Οίκου, συγκέντρωναν στρατό στη βόρεια Αγγλία. Ο Δούκας της Υόρκης έφυγε από το Λονδίνο για να σταθεροποιήσει τη θέση του στο βορρά ενάντια στους Λάνκαστερ που μαζεύονταν στην πόλη του Γιορκ. Έλαβε αμυντική θέση στο Κάστρο του Σάνταλ κοντά στο Γουέικφιλντ τα Χριστούγεννα του 1460. 

Στις 30 Δεκεμβρίου, οι δυνάμεις του επιτέθηκαν στ' ανοιχτά στους Λάνκαστερ, αν και ήταν λιγότεροι απ' αυτούς. Η μάχη του Γουέικφιλντ έληξε με τελειωτική νίκη των Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος της Υόρκης σκοτώθηκε στη μάχη, ενώ κι ο Σάλσμπουρι και ο 17χρονος γιος του Ριχάρδου, Εδμόνδος του Ρούτλαντ, αιχμαλωτίστηκαν κι εκτελέστηκαν. Η βασίλισσα Μαργαρίτα διέταξε τα κεφάλια και των τριών να τοποθετηθούν στις πύλες του Γιορκ.


Η βασίλισσα Μαργαρίτα εν τω μεταξύ είχε ταξιδέψει στη Σκωτία για να ζητήσει βοήθεια. Η Μαρία του Γκέλντερς, βασίλισσα του Ιακώβου Β΄ της Σκωτίας, συμφώνησε να της παραχωρήσει ένα στρατό, με τον όρο να παραχωρήσει την πόλη Μπέργουικ στη Σκωτία και η κόρη της να αρραβωνιαστεί τον πρίγκιπα Εδουάρδο. Η Μαργαρίτα συμφώνησε, αν και δεν είχε χρήματα να καλύψει τα έξοδα του στρατού της και μπορούσε μονάχα να υποσχεθεί λάφυρα από τα πλούτη της νότιας Αγγλίας, αρκεί οι λεηλασίες να γίνονταν νότια του ποταμού Τρεντ.

Η Πράξη Συμφωνίας και τα γεγονότα στο Γουέικφιλντ έδωσαν στον 18οχρονο Εδουάρδο, κόμη του Μαρτς, μεγαλύτερο γιο του Ριχάρδου, τον τίτλο του Δούκα της Υόρκης και του κληρονόμου του θρόνου. Συνάντησε το στρατό των Λάνκαστερ υπό τον Τζάσπερ Τυδώρ που κατέφτανε από την Ουαλία και τον νίκησε στη μάχη του Μόρτιμερ Κρος στο Χέρφορντσαϊρ. Ενέπνευσε τους άνδρες του με το όραμα των τριών ήλιων την αυγή, ένα φαινόμενο γνωστό με τον όρο παρήλιο, ερμηνεύοντάς το ως σημάδι νίκης που συμβόλιζε τους τρεις επιζώντες γιους του Ριχάρδου: τον ίδιο, το Γεώργιο και το Ριχάρδο.

Ο στρατός της Μαργαρίτας κινούνταν νότια, λεηλατώντας τον πλούσιο αγγλικό νότο. Στο Λονδίνο, ο Γουόρικ το χρησιμοποίησε ως προπαγάνδα για να ενισχύσει την υποστήριξη στον οίκο της Υόρκης στο νότο: για παράδειγμα, η πόλη του Κόβεντρι ορκίστηκε πίστη στους Υορκιστές. Ο στρατός του Γουόρικ εγκαταστάθηκε νότια της πόλης του Σεντ Όλμπανς για να εμποδίσει το κεντρικό πέρασμα από το βορρά, αλλά ο στρατός της Μαργαρίτας εισέβαλε από δυτικά και επιτέθηκε από πίσω στο στρατό του Γουόρικ. Οι Λάνκαστερ νίκησαν και πάλι στη δεύτερη μάχη του Αγίου Αλβανού: οι Υορκιστές τράπηκαν σε φυγή, αφήνοντας πίσω το Βασιλιά Ερρίκο, που βρέθηκε να κάθεται απείραχτος σε ένα δέντρο.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΤΑΟΥΤΟΝ ΚΑΙ ΘΡΙΑΜΒΟΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥ ΤΗΣ ΥΟΡΚΗΣ 

O Εδουάρδος Δ΄ δεν μπορούσε πλέον να ισχυρίζεται ότι ήθελε απλά να "γλιτώσει" το βασιλιά από τους κακούς συμβούλους του. Η όλη διαμάχη είχε μετατραπεί σε έναν πόλεμο για το στέμμα. Όταν ο Επίσκοπος του Λονδίνου ζήτησε από το λαό της πόλης τη γνώμη του, κραύγασαν υπέρ του "βασιλιά Εδουάρδου". Γρήγορα επικυρώθηκε από το Κοινοβούλιο κι ο Εδουάρδος στέφθηκε ανεπίσημα στο αββαείο του Γουέστμινστερ, αν κι ο ίδιος υποσχέθηκε ότι δε θα προέβαινε σε επίσημη ενθρόνιση, μέχρι ο Ερρίκος και η Μαργαρίτα να εξορίζονταν ή να εκτελούνταν.


Ο Εδουάρδος και ο Γουόρικ προχώρησαν βόρεια, συγκεντρώνοντας έναν τεράστιο στρατό, που αντιμετώπισε έναν επίσης μεγάλο αριθμό υποστηρικτών των Λάνκαστερ στο Τάουτον. Η μάχη του Τάουτον ήταν η μεγαλύτερη του Πολέμου των Ρόδων, ενώ κράτησε μόλις μια μέρα, όπως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των δυο αντιπάλων. Νίκησαν οι Υορκιστές και πολλοί ηγέτες των Λάνκαστερ σκοτώθηκαν. Το βασιλικό ζεύγος και ο πρίγκιπας Εδουάρδος κατέφυγαν στο βορρά, μαθαίνοντας το αποτέλεσμα της μάχης.

Όσοι από τους Λάνκαστερ επέζησαν, ορκίστηκαν πίστη στο βασιλιά Εδουάρδο, ενώ όσοι δεν το έκαναν διώχθηκαν προς τα βόρεια σύνορα και κάστρα στην Ουαλία. Ο Εδουάρδος Δ΄ κατέλαβε την Υόρκη και αντικατέστησε τα κεφάλια του πατέρα του, του αδερφού του και του Σάλσμπουρι με αυτά ηττημένων λόρδων των Λάνκαστερ, όπως του Βαρόνου Τζον Κλίφορντ, που είχε κατηγορηθεί για την εκτέλεση του αδερφού του Εδουάρδου, Εδμόνδου του Ρούτλαντ, μετά τη μάχη του Γουέικφιλντ.

Η ΑΝΤΑΡΣΙΑ ΤΟΥ ΓΟΥΟΡΙΚ ΚΑΙ Η ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΣΤ'

Ο πανίσχυρος Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ είχε εν τω μεταξύ εξελιχθεί στο μεγαλύτερο ιδιοκτήτη γης στην Αγγλία, καθώς κατείχε την περιουσία της συζύγου του, είχε κληρονομήσει τα κτήματα του πατέρα του και του είχαν αποδοθεί αρκετές περιουσίες των Λάνκαστερ που είχαν παραδοθεί. Παράλληλα, είχε και πολλά κρατικά αξιώματα. Ήταν υπέρ της ειρήνης και συμμαχίας με τη Γαλλία, στα πλαίσια του 100ετούς πολέμου, και διαπραγματευόταν για το γάμο του βασιλιά Εδουάρδου με Γαλλίδα νύφη. Ωστόσο, ο Εδουάρδος είχε παντρευτεί την Ελισάβετ Γούντβιλ στα κρυφά το 1464 και το ανακοίνωσε αργότερα ως τετελεσμένο γεγονός, κάτι που έφερε μεγάλη δυσφορία στον Γουόρικ.

Η δυσφορία έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν η οικογένεια Γούντβιλ ευνοούνταν πολύ περισσότερο στην αυλή από τους Νέβιλ. Πολλοί συγγενείς της βασίλισσας έκαναν γάμους με ευγενείς οικογένειες και σε άλλους δόθηκαν τίτλοι ευγενείας ή βασιλικά αξιώματα. Επίσης, ο Εδουάρδος προτίμησε να συνάψει συμμαχία με τη Βουργουνδία παρά με τη Γαλλία, ενώ φάνηκε διστακτικός να παντρέψει τα αδέρφια του, Γεώργιο του Κλάρενς και Ριχάρδο του Γκλόστερ, με τις κόρες του Γουόρικ, Ισαβέλλα και Άννα. Εν τέλει, η δημοτικότητά του έφθινε αυτή την περίοδο, λόγω της υψηλής φορολογίας και διατάραξης του νόμου και της τάξης.

 
Μέχρι το 1469, ο κόμης του Γουόρικ συμμάχησε με το ζηλόφθονο Γεώργιο του Κλάρενς. Συγκέντρωσαν στρατό και νίκησαν τις δυνάμεις του βασιλιά στη μάχη του Έτζκοτ Μουρ. Ο Εδουάρδος αιχμαλωτίστηκε στο Όλνεϊ και φυλακίστηκε στο Κάστρο του Μίντλχαμ στο Γιόρκσαϊρ. Ο Γουόρικ έδωσε εντολή για την εκτέλεση του πατέρα και του αδερφού της βασίλισσας Ελισάβετ Γούντβιλ, ενώ παράλληλα η χώρα βρέθηκε και πάλι σε αναβρασμό και οι Λάνκαστερ βρήκαν την ευκαιρία να επαναστατήσουν.

Κάποιες εξεγέρσεις σημειώθηκαν επίσης στο Λίνκολνσαϊρ, αλλά ο Εδουάρδος τις κατέπνιξε εύκολα στη μάχη του Λόουζκοτ. Ο κόμης του Γουόρικ και ο Γεώργιος του Κλάρενς ανακηρύχθηκαν προδότες και αναγκάστηκαν να καταφύγουν στη Γαλλία, όπου βρισκόταν ήδη εξόριστη η Μαργαρίτα του Ανζού.

Ο Λουδοβίκος ΙΑ΄ της Γαλλίας πρότεινε τη συμμαχία μεταξύ κόμη του Γουόρικ και Μαργαρίτας. Και οι δυο αρχικά, θανάσιμοι εχθροί μέχρι τότε, δεν βρήκαν ιδιαίτερα ελκυστική την ιδέα, ωστόσο αντιλήφθηκαν στην συνέχεια τα οφέλη από κάτι τέτοιο, αν και ήλπιζαν ο καθένας σε κάτι διαφορετικό: ο Γουόρικ για έναν βασιλιά-μαριονέτα π.χ. τον Ερρίκο ΣΤ΄ ή το γιο του, Εδουάρδο, ενώ η Μαργαρίτα θα κατάφερνε να διεκδικήσει και πάλι το θρόνο της οικογένειάς της. Έτσι, κανονίστηκε ο γάμος μεταξύ της Άννας Νέβιλ, κόρης του Γουόρικ, και του Εδουάρδου, γιου του Ερρίκου.

Ο κόμης του Γουόρικ εισέβαλε στην Αγγλία το φθινόπωρο του 1470. Κατέλαβε το Λονδίνο τον Οκτώβριο και ο Ερρίκος ΣΤ΄ παρήλασε στους δρόμους της πόλης ως ο βασιλιάς που αποκαταστάθηκε και πάλι στο θρόνο του. Ο Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας βρέθηκε απροετοίμαστος για ένα τέτοιο γεγονός, διέταξε τη διάλυση του στρατού του και μαζί με το Ριχάρδο του Γκλόστερ, τον αδερφό του, τράπηκαν σε φυγή προς τις ακτές, μετά στην Ολλανδία κι έπειτα σε εξορία στη Βουργουνδία. Ανακηρύχθηκαν προδότες και πολλοί εξόριστοι υποστηρικτές των Λάνκαστερ επέστρεψαν για να διεκδικήσουν τις περιουσίες τους.


Η επιτυχία του κόμη του Γουόρικ, ωστόσο δεν κράτησε για πολύ, καθώς υπερεκτίμησε το σχέδιό του να εισβάλει στη Βουργουνδία συμμαχώντας με το βασιλιά Λουδοβίκο ΙΑ΄ της Γαλλίας, έχοντας μπει σε πειρασμό από την υπόσχεση του τελευταίου να του δώσει ως δώρο τις Κάτω Χώρες. Η απειλή αυτή ώθησε τον Κάρολο της Βουργουνδίας, κουνιάδο του Εδουάρδου Δ΄, να του παραχωρήσει χρηματικούς και στρατιωτικούς πόρους για να εισβάλει στην Αγγλία το 1471. 

Πράγματι, ο Εδουάρδος αφίχθη στις ακτές του Γιόρκσαϊρ, ισχυριζόμενος αρχικά ότι ήθελε να υποστηρίξει τον Ερρίκο και να αποκαταστήσει μονάχα τον τίτλο του ως δούκας της Υόρκης. Έτσι, κατέλαβε την Υόρκη και στη συνέχεια το Λονδίνο. Τελικά, νίκησε το στρατό του Γουόρικ στη μάχη του Μπάρνετ, όπου ο Γουόρικ σκοτώθηκε και ο στρατός του τράπηκε σε φυγή, καθώς νόμιζαν ότι είχαν προδοθεί, λόγω του ότι υπήρχε πυκνή ομίχλη και επιτίθεντο ο ένας στον άλλο.

Η Μαργαρίτα του Ανζού κι ο γιος της, Εδουάρδος, ενώθηκαν με υποστηρικτές των Λάνκαστερ στην Ουαλία, αλλά εμποδίστηκαν από την πόλη του Γκλόστερ να προχωρήσουν πέρα από τον ποταμό Σέβερν. Ο στρατός της Μαργαρίτας υπό τον Εδμόνδο Μπωφόρ, 4ο δούκα του Σόμερσετ, ηττήθηκε στη μάχη του Τιούκσμπερι. Ο πρίγκιπας Εδουάρδος σκοτώθηκε, ενώ ο Ερρίκος ΣΤ΄ χωρίς διάδοχο πλέον δολοφονήθηκε στις 14 Μαΐου 1471, ενισχύοντας έτσι τους Υορκιστές στο θρόνο.

Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΟΥΚΑ ΤΟΥ ΜΠΑΚΙΓΧΑΜ

Αντίθεση στην εξουσία του Ριχάρδου Γ΄ είχε ήδη εμφανιστεί στο νότο, όταν στις 18 Οκτωβρίου ο Ερρίκος του Στάφορντ, 2ος δούκας του Μπάκιγχαμ, ηγήθηκε μιας εξέγερσης με σκοπό την άνοδο στο θρόνο του Ερρίκου Τυδώρ των Λάνκαστερ. Πολλοί ευγενείς αντιτέθηκαν επίσης στο Ριχάρδο, λόγω του τρόπου με τον οποίο χειρίστηκε το ζήτημα της μη νόμιμης διαδοχής των απογόνων του Εδουάρδου Δ΄, καθώς και λόγω του ότι θεωρούσαν ότι υπό τις διαταγές του ίδιου δολοφονήθηκαν οι Πρίγκιπες του Πύργου.


Ο Ερρίκος Τυδώρ διεκδικούσε το θρόνο με τα εξής επιχειρήματα: ο πατέρας του, Εδμόνδος Τυδώρ, 1ος κόμης του Ρίτσμοντ, ήταν ετεροθαλής αδερφός του Ερρίκου ΣΤ΄ της Αγγλίας, αλλά και η μητέρα του, Μαργαρίτα Μπωφόρ, καταγόταν από τον Ιωάννη Μπωφόρ, 1ο κόμη του Σόμερσετ, ο οποίος ήταν εγγονός του Εδουάρδου Γ΄, καθότι γιος του Ιωάννη της Γάνδης από την τρίτη σύζυγό του, Αικατερίνη Σουίνφορντ, η οποία όμως ήταν ερωμένη του για 25 χρόνια και τα παιδιά τους, ανάμεσα στα οποία και ο Μπωφόρ, αρχικά ήταν νόθα και μετά αναγνωρίστηκαν ως νόμιμα.

Ο Ερρίκος Τυδώρ είχε περάσει μεγάλο κομμάτι των παιδικών του χρόνων υπό πολιορκία στο Κάστρο Χάρλεχ ή υπό εξορία στη Βρεττάνη. Μετά το 1471, o Εδουάρδος Δ΄ είχε υποτιμήσει τις διεκδικήσεις του Ερρίκου στο θρόνο, αν και η μητέρα του Ερρίκου, Μαργαρίτα Μπωφόρ, συνεχώς προωθούσε και υποστήριζε τα δικαιώματα του γιου της.
 
Η Εξέγερση του δούκα του Μπάκιγχαμ απέτυχε κι ο ίδιος τελικά προδόθηκε και εκτελέστηκε. Αυτό όμως δεν έβαλε τέλος στις συνωμοσίες εναντίον του Ριχάρδου, ο οποίος δεν μπορούσε πλέον να αισθάνεται ασφαλής, καθώς είχε πεθάνει επίσης η γυναίκα του κι ο 11χρονος γιος τους: το μέλλον του οίκου της Υόρκης στο θρόνο διακυβευόταν.

ΜΠΟΣΓΟΥΟΡΘ 1485 ΤΟ ΡΕΚΒΙΕΜ ΤΟΥ ΛΕΥΚΟΥ ΡΟΔΟΥ ΣΤΟΝ ΑΓΓΛΙΚΟ ΘΡΟΝΟ

Πολλοί ιστορικοί ερευνητές ακόμη και σήμερα προσπαθούν να σκιαγραφήσουν την αινιγματική προσωπικότητα του Ριχάρδου Γ' της Υόρκης, που σκοτώθηκε πολεμώντας κατά την τελευταία μάχη του Πολέμου των Ρόδων στο Μπόσγουορθ της κεντρικής Αγγλίας, υπερασπιζόμενος τον θρόνο του, σε έναν εμφύλιο πόλεμο ο οποίος ξεκίνησε με το τέλος ενός άλλου πολέμου στη γειτονική Γαλλία που διήρκεσε παραπάνω από έναν αιώνα και έμελλε να συνεχιστεί επί άλλα τριάντα περίπου χρόνια στην Αγγλία. Με τον θάνατο του βασιλιά Ριχάρδου Γ', του τελευταίου Αγγλου βασιλιά που έπεσε πολεμώντας, ανέτειλε μια νέα δυναστεία με έναν νέο βασιλιά: τον Ερρίκο Ζ' του οίκου των Τυδώρ.


Το 1453 σηματοδότησε το τέλος πολύχρονων και αιματηρών συγκρούσεων στην ανατολική και στη δυτική Ευρώπη. Στην Ανατολή οι Οθωμανοί Τούρκοι κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη, την πρωτεύουσα της άλλοτε ισχυρής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και τελευταίο προπύργιο της Χριστιανοσύνης. Στη Δύση και συγκεκριμένα στη Γαλλία τελείωνε η πιο μακροχρόνια σύγκρουση μεταξύ δύο χωρών, ο Εκατονταετής Πόλεμος. 

Εκεί οι Γάλλοι υπό την καθοδήγηση του τελευταίου τους βασιλιά, Καρόλου Ζ', ο οποίος από τους χρονικογράφους της εποχής χαρακτηρίστηκε και ως "νικητής-βασιλιάς", και εμπνευσμένοι από την Ιωάννα της Λωραίνης κατάφεραν να εκδιώξουν τους Αγγλους από τη χώρα τους έπειτα από πολύχρονες πολιορκίες και πολλές μάχες σε έναν πόλεμο που διήρκεσε λίγο περισσότερο από εκατό χρόνια (1337-1453).

Οι εκδιωγμένοι και ηττημένοι (τελικά) στον πόλεμο Άγγλοι επέστρεψαν στην πατρίδα τους έχοντας να αντιμετωπίσουν τον χλευασμό των συμπατριωτών τους, αλλά και μία έκρυθμη πολιτική κατάσταση που θα οδηγούσε την πλειοψηφία των ευγενών τους σε μια σύρραξη με στόχο τον βασιλικό θρόνο.

Παρόλο που αυτή η σύρραξη διήρκεσε περισσότερα από τριάντα χρόνια (1455-1487), η πλειοψηφία του αγγλικού πληθυσμού δεν επηρεάστηκε άμεσα, διότι η χώρα δεν εγκαταλείφθηκε στο έλεος του πολέμου, με καταστροφές, λεηλασίες και καταστροφές πόλεων και οικισμών, αλλά, αντίθετα, γνώρισε μεγάλη οικονομική ανάπτυξη.


Οι δύο μεγαλύτεροι οίκοι της αγγλικής αριστοκρατίας, ο οίκος της Υόρκης (York) και ο οίκος των Λάνκαστερ (Lancaster), επιδόθηκαν σε έναν πολύχρονο αγώνα διεκδίκησης - τις περισσότερες φορές ένοπλο - της βασιλείας και κατ' επέκταση της εξουσίας, σε έναν πόλεμο που ονομάστηκε "Πόλεμος των Ρόδων". Εμβλημα του οίκου της Υόρκης ήταν το λευκό ρόδο. Η αγγλική παράδοση χρησιμοποιεί το κόκκινο ρόδο ως έμβλημα του οίκου των Λάνκαστερ, ωστόσο αυτό δεν ανταποκρίνεται απόλυτα στην αλήθεια. 

Στο έργο του Ουίλιαμ Σαίξπηρ "Ριχάρδος Γ'" προσωπικότητες των δύο οίκων ανταγωνίζονται μεταξύ τους σε ένα παιχνίδι στο οποίο ως σημείο αναφοράς τους χρησιμοποιούν τα ρόδα των δύο συγκεκριμένων χρωμάτων. Αυτή η σκηνή δημιούργησε και την κρατούσα ως σήμερα άποψη περί του ανταγωνισμού και της σύγκρουσης των δύο αυτών εμβλημάτων - του λευκού και του κόκκινου ρόδου.

Ο Ερρίκος Ε', γιος του πρώτου βασιλιά της Αγγλίας (που προερχόταν από τον οίκο των Λάνκαστερ) και θριαμβευτής της μάχης του Αζινκούρ (1415) και άλλων νικηφόρων εκστρατειών στη Γαλλία, πέθανε το 1422 από δυσεντερία, αφήνοντας ως διάδοχό του έναν νεογέννητο γιο που δεν είχε δει ποτέ. Ο Ερρίκος ΣΤ' το 1422 ήταν μόλις 9 μηνών.

Σύμφωνα με το πρωτόκολλο την ευθύνη για λογαριασμό του διαδόχου ως την ενηλικίωσή του θα έπρεπε να την αναλάβουν συγγενείς του εκλιπόντος βασιλιά. Ο Ιωάννης, δούκας του Μπέντφορντ, και ο Χάμφρεϋ, δούκας του Γκλόστερ, ανέλαβαν αυτό τον ρόλο.

 
Ο Ιωάννης ανέλαβε να συνεχίσει τις ως τότε επιτυχημένες εκστρατείες των Αγγλων στη Γαλλία, ενώ ο Χάμφρεϋ ανέλαβε προσωπικά τη φροντίδα του νεαρού. Στην προσπάθειά του να λάβει και τον τίτλο του προστάτη του βασιλείου, που θα του έδινε ουσιαστικά και την απόλυτη εξουσία, προκάλεσε αντιπάθειες και αντιζηλίες από τους ευγενείς της Αυλής, οι οποίοι αισθάνθηκαν απειλούμενοι από τη φιλοδοξία του και υποχείρια των εκάστοτε ορέξεών του.

Από εκείνη τη χρονική περίοδο η Αγγλία άρχισε να ταλανίζεται από ισχυρούς λόρδους-φεουδάρχες με προσωπικούς στρατούς. Καθώς ο Ερρίκος μεγάλωνε, οι προστάτες του αποδείχθηκαν ανίκανοι στη διακυβέρνηση της Αγγλίας αλλά και στον πόλεμο εναντίον της Γαλλίας. Ο Ερρίκος ΣΤ' ενηλικιώθηκε το 1437 και το 1444 νυμφεύθηκε τη Μαργαρίτα των Ανζού, κόρη του δούκα των Ανζού που ήταν αδελφός του βασιλιά της Γαλλίας. Αυτός ο γάμος πολιτικής σκοπιμότητας λόγω του πολέμου που συνεχιζόταν με τη γείτονα της Αγγλίας, δεν βοήθησε τη θέση του Ερρίκου. 

Η κατάσταση στη διακυβέρνηση της χώρας επιδεινώθηκε διότι ο τελευταίος δεν είχε τη βούληση και τις απαραίτητες ικανότητες. Τη δύσκολη αυτή κατάσταση έσπευσε να εκμεταλλευθεί ο Ριχάρδος των Πλανταγενέτων, δούκας της Υόρκης και επικεφαλής του οίκου αυτού, που ήταν ένας από τους δύο ισχυρότερους στην Αγγλία. Εκείνος μαζί με τη σύζυγο του βασιλιά, Μαργαρίτα των Ανζού, ήλεγχαν τον αδύναμο απόγονο του οίκου των Λάνκαστερ, Ερρίκο ΣΤ'.

Η αφορμή για τη σύγκρουση δεν άργησε να δοθεί. Τον Αύγουστο του 1453 ο Ερρίκος ΣΤ'
προσβλήθηκε από κατατονική σχιζοφρένεια (κληρονομιά από το γένος της μητέρας του), η οποία θα τον κρατούσε κλινήρη επί 16 μήνες. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η Μαργαρίτα ενίσχυσε τη θέση της, παρά την κατάσταση του συζύγου της, γεννώντας τον μοναδικό της γιο και διασφαλίζοντας έτσι τη συνέχεια του οίκου των Λάνκαστερ στον θρόνο.


Ο Ριχάρδος και οι ομοαίματοί του ζήτησαν την άμεση αντικατάσταση του ασθενούς βασιλιά και την απομάκρυνση των μελών του οίκου των Λάνκαστερ από το βασιλικό συμβούλιο. Ετσι ο πρώτος ανακηρύχθηκε προστάτης του βασιλείου επαναφέροντας μια κατάσταση που υπήρχε πριν από την ενηλικίωση του βασιλιά.

Μετά από 16 μήνες ο Ερρίκος ανένηψε και υπό την επιρροή της συζύγου του απάλλαξε τον Ριχάρδο από τα καθήκοντά του και επανέφερε τους ευνοούμενούς του στο βασιλικό συμβούλιο. Η Μαργαρίτα, που ζητούσε εκδίκηση για τη συμπεριφορά του Ριχάρδου, συνήψε ένα είδος συμμαχίας με τους υπόλοιπους ισχυρούς ευγενείς του οίκου των Λάνκαστερ εναντίον του. Ετσι το 1454 αυτός αποχώρησε τελικά από το βασιλικό συμβούλιο και για να δικαιωθεί κατέφυγε στα όπλα.

Η πρώτη εκστρατεία ξεκίνησε με μια ένοπλη απαίτηση των αριστοκρατών του οίκου της Υόρκης για την αποδέσμευση των αριστοκρατών του οίκου των Λάνκαστερ από το βασιλικό συμβούλιο, συμπεριλαμβανομένου και του βασιλιά Ερρίκου ΣΤ', λόγω της αδυναμίας στη διακυβέρνηση. Η μάχη στο Σαίντ Αλμπανς το 1455 κατέληξε σε νίκη των όπλων του οίκου της Υόρκης. Ο Ερρίκος, η Μαργαρίτα και οι ακόλουθοί τους κατάφεραν να διαφύγουν και άρχισαν να προετοιμάζονται για μια νέα σύγκρουση.

Τον Ιούλιο του 1460 και έπειτα από άλλη μια νικηφόρα μάχη για τον οίκο της Υόρκης στο Νορθάμπτον, όπου αιχμαλωτίστηκε ο βασιλιάς Ερρίκος, ο Ριχάρδος της Υόρκης έσπευσε στο Λονδίνο για να καταθέσει το αίτημά του να γίνει βασιλιάς. Επειτα από πολλές και έντονες διαβουλεύσεις επιτεύχθηκε ένας συμβιβασμός: ο Ερρίκος θα παρέμενε βασιλιάς, όμως ο Ριχάρδος και οι απόγονοί του θα ήταν οι νόμιμοι διάδοχοί του μετά τον θάνατό του.


Στις 30 Δεκεμβρίου του ίδιου έτους ο Ριχάρδος, ο μεγαλύτερος γιος του Εντμουντ και πολλά άλλα σημαντικά μέλη του οίκου της Υόρκης σκοτώθηκαν στη μάχη του Γουέηκφηλντ. Η ευθύνη του οίκου έπρεπε να ανατεθεί πλέον στον αμέσως επόμενο γιο του, Εδουάρδο.

Στις 4 Μαρτίου 1461 ο τελευταίος ανακηρύχθηκε Εδουάρδος Δ' από τον Ριχάρδο Νέβιλ, κόμη του Γουώργουικ. Ακολούθως συγκέντρωσε στρατό και αντιμετώπισε τον στρατό των Λάνκαστερ σε μια πεδιάδα κοντά στην πόλη Τόουτον, στις 29 Μαρτίου 1461. Βγήκε νικητής από αυτή τη μάχη, με μεγάλο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Κάθε πλευρά υπολογίζεται ότι έχασε από 10.000 άνδρες περίπου. Η σύγκρουση αυτή ήταν η πιο αιματηρή που έγινε σε αγγλικό έδαφος. Η ηττημένη βασίλισσα Μαργαρίτα, ο σύζυγός της και ο γιος τους κατέφυγαν στη Σκωτία, όμως όχι για πολύ.

Στις αρχές του 1465 ο Ερρίκος συνελήφθη και φυλακίστηκε στον πύργο του Λονδίνου. Το ίδιο έτος ξέσπασε άλλη μια κρίση, αυτή τη φορά στη σχέση των δύο ηγετών του οίκου της Υόρκης. Ο Εδουάρδος Δ' νυμφεύθηκε την Ελισάβετ Γκούντβιλ, μέλος του οίκου των Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος, κόμης του Γουώργουικ, εκτίμησε πως με αυτόν τον γάμο θα έχανε όσα είχε αποκτήσει συμμαχώντας με τον οίκο της Υόρκης. 

Κατέφυγε τότε μαζί με τον αδελφό του φυλακισμένου βασιλιά Γεώργιο, δούκα του Κλάρενς, στη Γαλλία και προσέγγισε την έκπτωτη πλέον βασίλισσα Μαργαρίτα των Ανζού υποστηρίζοντας τους σκοπούς της. Με τη βοήθεια του Γάλλου βασιλιά Λουδοβίκου ΙΑ' διέσχισε τη θάλασσα της Μάγχης τον Σεπτέμβριο του 1470 και επανέφερε τον Ερρίκο ΣΤ' στον θρόνο του. Ο Ριχάρδος του Γουώργουικ κατέλαβε με αυτό τον τρόπο τη θέση του βασιλικού συμβούλου μετά τον Ερρίκο. Για αυτή του την ενέργεια χαρακτηρίστηκε ως ο "δημιουργός των βασιλέων της Αγγλίας".


Ο Εδουάρδος, αν και εξόριστος τότε, δεν εγκατέλειψε την προσπάθειά του να ανακαταλάβει τον θρόνο. Με την οικονομική βοήθεια του δούκα της Βουργουνδίας, στη δυτική Γαλλία, αποβιβάστηκε στις ανατολικές ακτές της Υόρκης. Επειτα από διαδοχικές μάχες στο Μπάρνετ και στο Τιούκσμπερυ το 1471, τις οποίες κέρδισε, σκότωσε τον Ριχάρδο του Γουώργουικ και τον γιο του βασιλιά Ερρίκου Γεώργιο. Η Μαργαρίτα φυλακίστηκε και ο Ερρίκος φονεύθηκε, πιθανώς έπειτα από διαταγές του Εδουάρδου Δ'.

Επειτα από δώδεκα ειρηνικά χρόνια χωρίς συγκρούσεις ο βασιλιάς Εδουάρδος Δ' πέθανε
απροσδόκητα στις 9 Απριλίου 1483, αφού είχε χρίσει τον αδελφό του Ριχάρδο προστάτη του βασιλείου και των δύο γιων του. Ο μεγαλύτερος γιος, ο Εδουάρδος, ηλικίας 12 ετών, στέφθηκε βασιλιάς. Ο Ριχάρδος επί δύο περίπου μήνες διεκπεραίωνε τα καθήκοντά του στον ρόλο που του είχε αναθέσει ο αδελφός του, δίνοντας όρκο υποταγής και πίστης στον νεαρό βασιλιά. 

Ομως στη συνέχεια ανακάλυψε (ή κατασκεύασε) στοιχεία που αποδείκνυαν ότι ο γάμος του αδελφού του με την Ελισάβετ Γκούντβιλ δεν ήταν νόμιμος, διότι ο Εδουάρδος είχε υπογράψει ένα προγαμιαίο συμβόλαιο με μια άλλη γυναίκα πριν από τον γάμο του με την Ελισάβετ, και έτσι οι δύο γιοι τους δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν τον θρόνο. Υποστηριζόμενος από το κοινοβούλιο, που προσπαθούσε με κάθε τρόπο να αποφύγει μία νέα σύγκρουση (με απρόβλεπτες συνέπειες) μεταξύ των δύο αντιμαχόμενων οίκων, και ενώ υπήρχαν φήμες περί νέας αντίδρασης από τον οίκο των Λάνκαστερ, ο Ριχάρδος αποκλήρωσε τους δύο νέους ευγενείς.

Τους έθεσε μάλιστα "υπό την προστασία του", τοποθετώντας τους στον πύργο του Λονδίνου, που ήταν τότε ανάκτορο, χρησίμευε όμως και ως οχυρό και ως φυλακή. Ενας αριθμός πιθανών αντιπάλων του επίσης συνελήφθη και εκτελέστηκε με συνοπτικές διαδικασίες. Στις 26 Ιουνίου ο Ριχάρδος, μη έχοντας πλέον άλλους αντιπάλους ικανούς να τον αμφισβητήσουν και να του δημιουργήσουν προβλήματα, στέφθηκε στο αββαείο του Γουέστμίνστερ βασιλιάς ως Ριχάρδος Γ'.


Η ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Μετά τη στέψη του ο Ριχάρδος κατέστησε τον γιο του Εδουάρδο πρίγκηπα της Ουαλίας και νόμιμο διάδοχό του. Στις 11 Οκτωβρίου 1483 πληροφορήθηκε την εκδήλωση αναταραχών στο νότιο μέρος της χώρας του. Εκείνο που τον δυσαρέστησε περισσότερο ήταν το ότι ηγέτης αυτού του ένοπλου, όπως εξελίχθηκε, κινήματος ήταν ένας από τους πιο έντονους υποστηρικτές του, ο δούκας του Μπάκιγχαμ.

Επιθυμία του δούκα μπορεί να ήταν ο ίδιος ο θρόνος ή μια έντονη ένδειξη δυσαρέσκειας απέναντι στον νέο βασιλιά, διότι ο πατέρας του είχε σκοτωθεί κατά την πρώτη μάχη του Πολέμου των Ρόδων, στο Σαίντ Αλμπανς, υποστηρίζοντας τον οίκο των Λάνκαστερ. Είχε προσεταιρισθεί τον Ριχάρδο με ιδιαίτερη θέρμη όταν τα γεγονότα έδειχναν πως θα γινόταν βασιλιάς μετά τον θάνατο του αδελφού του Εδουάρδου, με την ελπίδα να αποκομίσει οφέλη πολιτικά και οικονομικά.

Αυτή η επανάσταση βοήθησε τον Ριχάρδο να αντιληφθεί πως είχε πολύ περισσότερους εχθρούς από εκείνους που είχε εξοντώσει. Ο δούκας του Μπάκιγχαμ ήθελε απλώς να είναι με το μέρος των νικητών αν η επανάσταση εξαπλωνόταν και συμμετείχαν σε αυτή και άλλοι ευγενείς και υποστηρικτές του οίκου των Λάνκαστερ. Στην πραγματικότητα οι σκέψεις του επιβεβαιώθηκαν: πολλοί ευγενείς υποστηρικτές του οίκου των Λάνκαστερ συμμετείχαν σε αυτή την εξέγερση. 

Υποστήριξη παρείχε και η οικογένεια Γκούντβιλ, που είχε χάσει το σκήπτρο μετά τη φυλάκιση των γιων του Εδουάρδου Δ' και την εξορία της συζύγου του Μαργαρίτας. Μάλιστα η τελευταία πρότεινε στον Ερρίκο του οίκου των Τυδώρ να νυμφευθεί την κόρη της, Ελισάβετ της Υόρκης, και να στεφθεί εκείνος βασιλιάς μετά την ενδεχόμενη πτώση του Ριχάρδου.

 
Ο Ερρίκος Τυδώρ, γεννημένος τον Ιανουάριο του 1457 ήταν εξόριστος στη Γαλλία (από το 1471) όταν ο οίκος της Υόρκης κατέλαβε το βασιλικό αξίωμα στην Αγγλία μέσω του Εδουάρδου Δ'. Υποστήριξε πως του ανήκε το δουκάτο του Ρίτσμοντ και η Μαργαρίτα, διακρίνοντας τη φιλοδοξία που τον χαρακτήριζε, εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία για να προωθήσει τα δικά της συμφέροντα.

Ενα άλλο πρόβλημα για τον Ριχάρδο ήταν η έκταση που θα μπορούσε να λάβει αυτή η εξέγερση. Οι ενδείξεις ήταν πολύ αρνητικές για εκείνον. Ο ίδιος είχε συμμετάσχει σε δύο μάχες του Πολέμου των Ρόδων, αυτές του Μπάρνετ στις 14 Απριλίου 1471 και του Τιούκσμπερυ τον Μάιο του ίδιου έτους, επικεφαλής μιας μεγάλης δύναμης στρατιωτών. Επιπλέον είχε αναλάβει την καταστολή δύο εξεγέρσεων των Σκωτσέζων, το 1480 και το 1483, με απόλυτη επιτυχία. Γνωρίζοντας πώς να συγκεντρώνει σε σύντομο χρονικό διάστημα στρατό για να αντιμετωπίσει ένοπλες εξεγέρσεις, κινήθηκε γρήγορα προς τις νότιες περιοχές με μεγάλη δύναμη και κατέπνιξε το κίνημα πριν λάβει απειλητικές διαστάσεις.

Συνέλαβε πολλούς ευγενείς που είχαν κινηθεί εναντίον του, όπως π.χ. τον δούκα του Μπάκιγχαμ (τον οποίο εκτέλεσε), και επανέφερε προσωρινά την τάξη στο βασίλειό του. Τον Απρίλιο του 1484 ο Ριχάρδος δέχθηκε το ισχυρότερο πλήγμα από την ημέρα που έγινε βασιλιάς.

Ο γιος του Εδουάρδος πέθανε ξαφνικά. Ο μοναδικός του διάδοχος δεν υπήρχε πια. Αυτός ο θάνατος επανέφερε την αβεβαιότητα και την αμφισβήτηση έναντι του Ριχάρδου. Εξαιτίας του πολύχρονου πολέμου και της συχνότητας με την οποία οι ευγενείς άλλαζαν πλευρές και υποστήριζαν με μοναδικό γνώμονα τα συμφέροντά τους τους εκάστοτε διεκδικητές του θρόνου, ο Ριχάρδος δεν μπορούσε να εμπιστευθεί κανέναν τους.

 
Ετσι άρχισε να προετοιμάζεται ζητώντας από τους "συμμάχους" του να συγκεντρώσουν στρατό για να αντιμετωπίσουν ενδεχόμενη εισβολή από τον Ερρίκο Τυδώρ, που βρισκόταν στη Γαλλία και σκόπευε να εκστρατεύσει εναντίον του. Αφού άφησε φρουρές σε κάστρα σε κομβικά σημεία ανά τη χώρα και απέσπασε τη δέσμευση για στρατιωτική υποστήριξη από τους ευγενείς, αποσύρθηκε στα μέσα Ιουνίου στο κάστρο του Νόττιγχαμ στην κεντρική Αγγλία. Ετσι είχε τη δυνατότητα να βρεθεί σε οποιαδήποτε τοποθεσία της Αγγλίας απειλείτο σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΙΧΑΡΔΟΥ

Παρά τη δύναμη και τη διάθεση που είχε ο Ριχάρδος να προετοιμαστεί κατάλληλα συγκεντρώνοντας έναν στρατό για την επερχόμενη εισβολή του Ερρίκου Τυδώρ, το σχετικό εγχείρημα παρέμενε μια πολύ δύσκολη και ακριβή διαδικασία. Ο βασιλιάς έπρεπε να καταβάλει πολλά χρήματα για να αποζημιώσει τους ευγενείς και τους αριστοκράτες - για το κόστος συγκέντρωσης ανδρών έτοιμων να πολεμήσουν. Ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος ήταν η συγκέντρωση χρημάτων μέσω δανείων, φορολογώντας τις περιουσίες των υπηκόων του. Ετσι όμως υπήρχε ο κίνδυνος οι λόρδοι να δημιουργήσουν μεγάλους στρατούς από ακολούθους τους.

Κάθε ευγενής όφειλε, αφού κάλυπτε τις ανάγκες του στρατού που συγκέντρωνε, να ακολουθήσει τον άρχοντά του σε κάθε εκστρατεία. Εκτός από τους αμειβόμενους στρατιώτες, που ήταν και ακόλουθοι ευγενών, υπήρχαν και οι κοινοί στρατιώτες οι οποίοι συγκεντρώνονταν με επιστράτευση μέσω απεσταλμένων του βασιλιά από ολόκληρη την επικράτεια και ο τελευταίος ανελάμβανε τον εξοπλισμό και την κάλυψη των αναγκών τους. Οι μεγάλες πόλεις είχαν την υποχρέωση να διατηρούν σε μόνιμη σχεδόν βάση μια φρουρά ικανή να αμυνθεί μέσα από τα τείχη έναντι κάθε εξωτερικής απειλής.

Η ποικιλομορφία αυτών των στρατών ήταν εμφανής. Οι πλούσιοι ευγενείς και οι ιππότες
θωρακίζονταν με πανοπλίες κατασκευασμένες στα μέτρα τους από τα καλύτερα εργαστήρια της Ευρώπης (Ιταλία, Γερμανία, Φλάνδρα). Κάθε εργαστήριο κατασκευής πανοπλιών χαρακτηριζόταν από διαφορετική τεχνοτροπία και σχεδιασμό, σύμφωνα με τις απόψεις του περί αποτελεσματικότητας και αισθητικής. Κάθε ευγενής ή ιππότης είχε την οικονομική δυνατότητα να αποκτήσει τη δική του πανοπλία και τα δικά του όπλα.


Η θωράκιση των πτωχότερων πεζών (men at arms) και των λογχοφόρων απαρτιζόταν από λιγότερα τμήματα τοποθετημένα στα πιο ζωτικά σημεία του σώματος, ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Για όσους δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν σε αυτές τις αγορές υπήρχαν τα δερμάτινα γιλέκα με τις μεταλλικές πλάκες θωράκισης ραμμένες στο εσωτερικό τους, που παρείχαν κάποια προστασία.

Τα όπλα, που ήταν κυρίως ξίφη, λόγχες και τόξα, παρουσίαζαν μεγαλύτερη ποικιλία διότι
κατασκευάζονταν σε κάθε γωνιά της Ευρώπης και φυσικά στην Αγγλία. Ετσι υπήρχαν ξίφη με πιο αιχμηρή άκρη, ξίφη με πιο κοφτερή λεπίδα και άλλα που οι στρατιώτες τα χειρίζονταν και με τα δύο χέρια λόγω του μεγέθους και του βάρους τους. Οι λόγχες, με πιο συνηθισμένη μορφή αυτή του λογχοπέλεκυ, ήταν τοποθετημένες σε ένα ξύλινο κοντάρι και είχαν λεπίδες μακριές και στενές, προορισμένες για διάτρηση, ή γάντζους και πλατιές λεπίδες για την ανατροπή ιππέων και τον ακρωτηριασμό τους.

Οι τοξότες ήταν εξοπλισμένοι με το φημισμένο μακρύ τόξο (longbow) και συνήθως με μια μικρή ασπίδα και στιλέτα για τις μάχες σώμα με σώμα. Τα βέλη τους χωρίζονταν σε τρεις κατηγορίες: αυτά με την πλατιά λεπίδα προορίζονταν για τα άλογα (παρέμεναν στα σώματά τους μετά τη διάτρηση, λόγω του εύρους τους), τα μεσαίου εύρους λεπίδας και μήκους χρησιμοποιούντο κυρίως εναντίον πεζικού και εκείνα με τη στενόμακρη απόληξη προορίζονταν για τη διάτρηση των πανοπλιών των ιπποτών.

Στα τέλη του 15ου αιώνα χρησιμοποιούντο και πυροβόλα, που είχαν γνωρίσει μεγάλη ανάπτυξη κατά τα τελευταία στάδια του Εκατονταετούς Πολέμου, κατά τις συνεχείς και μακροχρόνιες πολιορκίες. Δεν ήταν πολύ αποτελεσματικά όπλα, όμως προκαλούσαν φόβο στον αντίπαλο.
 
Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΡΡΙΚΟΥ ΤΥΔΩΡ


Ο στρατός του Ερρίκου δεν ήταν δυνατό να δημιουργηθεί με τη φορολογία των υπηκόων, όπως αυτός του Ριχάρδου. Ο Ερρίκος και οι άνθρωποί του έπρεπε να βασιστούν στις δικές τους περιουσίες και στην οικονομική ενίσχυση από άλλους υποστηρικτές του. Παράλληλα 4.000 μισθοφόροι, πλήρως εξοπλισμένοι, είχαν τεθεί στη διάθεσή του από τον Γάλλο βασιλιά. Σκωτσέζοι, Ουαλοί εξόριστοι και Βρεττόνοι από τη Γαλλία συμπλήρωναν τον στρατό του. Οι Ουαλοί δημιουργούσαν τον πυρήνα των τοξοτών του.
 
Η ΕΙΣΒΟΛΗ

Μετά την επιτυχή αντιμετώπιση της εξέγερσης, τον Οκτώβριο του 1483, και τον θάνατο του γιου του, τον Απρίλιο του επόμενου έτους, ο Ριχάρδος άρχισε να προετοιμάζεται συστηματικά για την εισβολή του Ερρίκου Τυδώρ και των υποστηρικτών του που σκόπευαν να τον εκθρονίσουν. Ηταν γνώστης των προθέσεων του αντιπάλου του ήδη από τα Χριστούγεννα του 1483, όταν ο τελευταίος στον καθεδρικό ναό της Ρεν στη Γαλλία εξέφρασε δημόσια την επιθυμία ανάληψης της βασιλείας και ορκίστηκε να νυμφευθεί την κόρη του Εδουάρδου Δ', Ελισάβετ της Υόρκης.

Ο επόμενος χρόνος ήταν περίοδος προετοιμασίας και για τον Ερρίκο, που συγκέντρωνε χρήματα και στρατιώτες για να εισβάλει στην Αγγλία και να διεκδικήσει τον θρόνο. Η προετοιμασία καθυστερούσε λόγω αδυναμίας εύρεσης χρημάτων για τη συγκρότηση στρατού. Ο Γάλλος βασιλιάς, Κάρολος Η', φοβούμενος ενδεχόμενη εισβολή από τον Ριχάρδο στη χώρα του, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει κατά το μεγαλύτερο ποσοστό τον Ερρίκο και να του παράσχει και 4.000 Γάλλους μισθοφόρους. Ετσι στα μέσα του 1485 και με τις τελευταίες προετοιμασίες να εξελίσσονται στη Γαλλία, ο Ερρίκος ήταν έτοιμος να κινηθεί.

Την 1η Αυγούστου τελικά απέπλευσε από την πόλη Αρφλέρ στις όχθες του ποταμού Σηκουάνα. Επειτα από έξι ημέρες αποβιβάστηκε στην ακτή του Πέμπροκσάιρ στη νοτιοδυτική Ουαλία. Στις 7 Αυγούστου άρχισε να κινείται βορειοανατολικά προς αναζήτηση συμμάχων και στρατιωτών. Επιστολές για συνδρομή στον αγώνα του εναντίον του Ριχάρδου εστάλησαν προς κάθε δυνατή κατεύθυνση σε όλο το βασίλειο.


Μικρά σώματα Ουαλών υποστηρικτών ενώθηκαν με τον στρατό του Ερρίκου καθώς εκείνος διέσχιζε την ουαλική ενδοχώρα. Ο Ερρίκος δεν μπορούσε να γνωρίζει μέχρι τότε πόσοι άνθρωποι θα τον ακολουθούσαν, έστω κι αν ήταν γνωστός ευγενής με αξιώματα ο οποίος διεκδικούσε τον θρόνο της Αγγλίας.
 
Οι δύο ισχυρότεροι ευγενείς της περιοχής, Ράις απ Τόμας και Γουώλτερ Χέρμπερτ, τηρούσαν στάση αναμονής και δεν συνέδραμαν τον αγώνα του Ερρίκου, ούτε έσπευσαν να τον αντιμετωπίσουν σε μάχη, καθιστώντας τον έτσι πολύ προσεκτικό στις κινήσεις του. Ο Ράις απ Τόμας ήταν ηττημένος υποστηρικτής του οίκου των Λάνκαστερ αλλά ο βασιλιάς Ριχάρδος, φοβούμενος τη δύναμη που είχε στην Ουαλία, είχε απαιτήσει να κρατήσει ως όμηρο τον γιο του με αντάλλαγμα την υποταγή του. 

Εκείνος είχε αρνηθεί να του τον παραδώσει, κλονίζοντας περαιτέρω τη σχέση του με τον Ριχάρδο. Με την ελπίδα να αποκαταστήσει την τιμή του ονόματός του και του οίκου τον οποίο υποστήριζε, αποφάσισε μετά από λίγες ημέρες παραμονής του Ερρίκου στην Ουαλία να τον υποστηρίξει στον σκοπό του.

Ενας άλλος ευγενής και πατριός του Ερρίκου, ο λόρδος Στάνλεϋ Τάλμποτ, δεν είχε δώσει σημεία προσέγγισης και ήταν εξαιρετικά αμφίβολο αν θα το έκανε όταν ο Ριχάρδος πληροφορείτο την εισβολή του Ερρίκου. Στις 11 Αυγούστου ο Ριχάρδος ενημερώθηκε αλλά δεν ανησύχησε διότι πίστευε πως θα ήταν μια εισβολή μικρή σε έκταση, λόγω της περιορισμένης κινητικότητας των αντιπάλων του στην Αγγλία.

 
Αφού παρακολούθησε την τέλεση του μυστηρίου της Κοίμησης της Θεοτόκου στις 15 Αυγούστου, έδωσε εντολές σε ευγενείς, αξιωματικούς και υπεύθυνους επιστράτευσης να κινητοποιηθούν και να συγκεντρώσουν στρατό. Παράλληλα πληροφορήθηκε την αυτομόληση του Ουαλού Ράις απ Τόμας και την αύξηση της δύναμης του στρατού του Ερρίκου, που απαρτιζόταν (μεταξύ των άλλων) και από ευγενείς οι οποίοι έδειχναν την προτίμησή τους στον τελευταίο.

Ο Ερρίκος κατά το διάστημα αυτό αποφάσισε να κινηθεί προς τα ανατολικά ώστε να προσεγγίσει το Λονδίνο με απώτερο σκοπό να αποσπάσει τη βοήθεια του πατριού του, λόρδου Στάνλεϋ Τάλμποτ και του αδελφού του τελευταίου Γουλιέλμου. Χωρίς τη συνδρομή τους, που περιελάμβανε μεγάλο αριθμό στρατιωτών, οι πιθανότητες να αντιμετωπίσει με επιτυχία τον βασιλικό στρατό ήταν πολύ λίγες. Η στάση τους θα έκρινε κατά ένα μεγάλο ποσοστό την έκβαση της επερχόμενης μάχης.

Στις 20 Αυγούστου, έπειτα από μια μακρά πορεία στην αγγλική ενδοχώρα και ενίσχυση των στρατευμάτων του από πιστούς στον οίκο των Λάνκαστερ, ο Ερρίκος στρατοπέδευσε στην πόλη Λέστερ. Εκεί ήλθε σε επαφή με τους αδελφούς Τάλμποτ για να εξακριβώσει τις προθέσεις τους. Την ίδια ημέρα ο Ριχάρδος ξεκίνησε από το κάστρο του Νότιγχαμ σε σχηματισμό μάχης. Εφθασε κοντά στο Λέστερ στις 21 Αυγούστου και στρατοπέδευσε στον λόφο Αλμπιον, τρία χιλιόμετρα περίπου νότια του χωριού Μπόσγουορθ, αναμένοντας τον αντίπαλό του.

Η ΜΑΧΗ

Ο Ριχάρδος τα ξημερώματα της 22ας Αυγούστου κάλπασε με το άλογό του μαζί με τους ακολούθους του ως την άκρη του λόφου για να παρατηρήσει τη διάταξη του αντίπαλου στρατού που ξεδιπλωνόταν στο βάθος του ορίζοντα.


Ο Ερρίκος και ο στρατός του, δύναμης 5.000 ανδρών, άρχισε την ανάπτυξή του για να αντιμετωπίσει τον πολυάριθμο βασιλικό στρατό. Λόγω του μικρού αριθμού των στρατιωτών του συγκρότησε ένα συμπαγές σώμα, ικανό να αμυνθεί αλλά και να επιτεθεί αποτελεσματικά αν η τροπή της μάχης του επέτρεπε κάτι τέτοιο. Επικεφαλής τέθηκε ο πιστός του ακόλουθος από την εξορία στη Γαλλία Ιωάννης, κόμης της Οξφόρδης. Ο Ερρίκος παρέμεινε πίσω από το στράτευμα με μια μικρή σωματοφυλακή από τους ικανότερους ιππότες και το λάβαρό του.

Ο στρατός του Ριχάρδου (10.000 άνδρες) χωρίστηκε σε τρία τμήματα λόγω του μεγέθους του και σύμφωνα με την τακτική της εποχής. Την εμπροσθοφυλακή οδηγούσε ο Ιωάννης, δούκας του Νόρφολκ, ικανός στρατιώτης και σύμμαχος του Ριχάρδου. Ο Ριχάρδος τέθηκε επικεφαλής του κυρίου σώματος μαζί με τη βασιλική φρουρά. Στην οπισθοφυλακή ορίστηκε επικεφαλής ο Ερρίκος Πέρσυ, κόμης του Νορθάμπερλαντ, ένας ισχυρός αριστοκράτης του βορρά της Αγγλίας.

Οι αδελφοί Τάλμποτ έφθασαν στο πεδίο της επερχόμενης μάχης μετά την τοποθέτηση των δύο αντιπάλων, έχοντας υπό τις διαταγές τους ένα σώμα 6.000 ανδρών περίπου. Επέλεξαν μια θέση ανάμεσα στους δύο στρατούς στα δυτικά, σαν να ήταν επόπτες της μάχης. Σύντομα θα αποδεικνυόταν η καταλυτική επίδρασή τους στην έκβασή της.

Ο Ερρίκος Τυδώρ βλέποντας αυτή την εξέλιξη έστειλε έναν απεσταλμένο στον πατριό του, λόρδο Στάνλεϋ, ζητώντας του να τον ενισχύσει την ύστατη εκείνη στιγμή πριν από τη σύγκρουση. Ο λόρδος του απάντησε λέγοντάς του να είναι προσεκτικός με τη διάταξη του στρατού του αντί να ζητά τη βοήθεια των δικών του ανδρών.


Ο Ερρίκος μη έχοντας άλλη επιλογή από το να πολεμήσει μόνος του άρχισε να κινείται εναντίον του Ριχάρδου. Ο λόρδος Στάνλεϋ με 3.000 άνδρες αποσύρθηκε στους πρόποδες ενός λόφου κοντά στην πόλη Ντάρλιγκτον, διατηρώντας την εντύπωση πως αποτελούσε την οπισθοφυλακή του Ριχάρδου.

Εστειλε όμως και μια μικρή δύναμη από επίλεκτους άνδρες στον στρατό του Ερρίκου για βοήθεια. Συγχρόνως ο αδελφός του Γουλιέλμος, επικεφαλής των υπόλοιπων 3.000 ανδρών, πλησίασε αρκετά τους εισβολείς. Αυτή η εξέλιξη εξόργισε τον Ριχάρδο, που παρακολουθούσε από τον λόφο Αλμπιον. Οι φόβοι του για την πίστη των αδελφών Στάνλεϋ προς το πρόσωπό του επιβεβαιώθηκαν με τον πλέον επώδυνο τρόπο. Οργισμένος καθώς ήταν, διέταξε την εκτέλεση του γιου του λόρδου Στάνλεϋ, Τζώρτζ.

Ο στρατός του Ερρίκου άρχισε τότε να προχωρεί με συνοχή και αποφασιστικότητα υπό την ηγεσία του κόμη της Οξφόρδης. Οταν πλησίαζε τις δυνάμεις του Ριχάρδου εκείνος διέταξε τους χειριστές των πυροβόλων να ανοίξουν πυρ. Οι οβίδες άρχισαν να δημιουργούν κενά στην παράταξη του Ερρίκου, αναγκάζοντας τον κόμη της Οξφόρδης να αλλάξει την πορεία του. Από την κατά μέτωπο προσβολή του εχθρού, η οποία θα προκαλούσε πολλές απώλειες στον ήδη σκληρά δοκιμαζόμενο στρατό του, ο κόμης αποφάσισε να πλευροκοπήσει την αντίπαλη παράταξη.

Κινήθηκε παράλληλα με τον στρατό του Ριχάρδου και όταν έφθασε σε απόσταση βολής για τους Ουαλούς τοξότες του επιτέθηκε εναντίον του Ιωάννη, δούκα του Νόρφολκ, που ήταν επικεφαλής του τρίτου σώματος του βασιλικού στρατού. Μετά από εκτοξεύσεις βελών και από τις δύο πλευρές και μερικά πυρά από φορητά πυροβόλα όπλα ο δούκας του Νόρφολκ αποφάσισε να λάβει την πρωτοβουλία και επιτέθηκε εναντίον του στρατού των επαναστατών κατεβαίνοντας γρήγορα τον λόφο.

 
Προσπάθησε να εκμεταλλευθεί στο έπακρο το τακτικό πλεονέκτημα που του έδινε η θέση του από την κορυφή του λόφου. Η πρώτη σύγκρουση ήταν σφοδρή, με έναν κρότο που θύμιζε βροντή κεραυνού, καθώς το μέταλλο κτυπούσε πάνω σε μέταλλο. Θωρακισμένοι ιππότες, βαρύ πεζικό, λογχοφόροι και τοξότες ενεπλάκησαν στη σφαγή. Σπαθιά, δόρατα και λογχοπελέκεις είχαν αναλάβει τον ρόλο τον οποίο πριν από λίγο είχαν τα τόξα και τα πυροβόλα όπλα.

Η παράταξη του κόμη της Οξφόρδης κλονίστηκε από την ορμή της επίθεσης. Ομως οι άνδρες του δεν υποχώρησαν. Αντιστάθηκαν λυσσαλέα και προκάλεσαν πολλές απώλειες στους αντιπάλους τους. Μετά από μια αμφίρροπη σύγκρουση οι άνδρες του Ερρίκου πέρασαν στην αντεπίθεση, απώθησαν κι άλλο τους αντιπάλους τους και σχημάτισαν ένα νέο μέτωπο, στενόμακρο αυτή τη φορά, προκειμένου να διασπάσουν την εχθρική παράταξη. Οι άνδρες του Νόρφολκ, μη μπορώντας να περικυκλώσουν τους αντιπάλους τους εξαιτίας αυτού του ελιγμού αλλά και της παρενόχλησης από τους έφιππους ιππότες του Γουλιέλμου Τάλμποτ, μάχονταν τοπικά και έτσι γίνονταν πολύ ευάλωτοι.

Ο Ριχάρδος άρχισε να χάνει την ψυχραιμία του λόγω αυτής της εξέλιξης και της προκλητικής απραξίας στην οποία είχε υποχρεώσει ο λόρδος Στάνλεϋ Τάλμποτ τους στρατιώτες του
παρακολουθώντας από μακριά τη μάχη. Ο Ερρίκος με τη σειρά του άρχισε να προωθείται με τους εναπομείναντες επίλεκτους στρατιώτες του που δεν είχαν εμπλακεί ακόμη στη μάχη, αναγκάζοντας τον Ριχάρδο να αποφασίσει να επέμβει προσωπικά επιτιθέμενος κατά μέτωπο εναντίον του. 

Εκείνος, αφού φόρεσε την περικεφαλαία με το βασιλικό στέμμα, συγκέντρωσε τους πιστούς στρατιώτες και την ακολουθία του και μαζί τον σημαιοφόρο του Πέρσιβαλ Θίργουολ και κάλπασε προς τον Ερρίκο. Ο Ριχάρδος απογοητευμένος είδε και το δεύτερο σώμα του στρατού του με επικεφαλής τον Ερρίκο Πέρσυ να μη σπεύδει προς βοήθεια του κλονιζόμενου κόμη του Νόρφολκ και των ανδρών του. Επρεπε να κερδίσει τη μάχη εκείνη την ημέρα, αλλιώς θα πέθαινε. Δεν θα είχε άλλη μέρα για να πολεμήσει.

 
Ηδη η εμπιστοσύνη των ευγενών ακολούθων του είχε κλονιστεί και αυτό φαινόταν στην αρνητική εξέλιξη της μάχης. Επρεπε να αντιμετωπίσει ο ίδιος τον Ερρίκο και να τον σκοτώσει. Πιστοί στον Ερρίκο ιππότες έσπευσαν να του κλείσουν τον δρόμο. Ομως ήταν τέτοια η μανία του ώστε σκότωσε πολλούς από αυτούς, ανάμεσά τους και τον σημαιοφόρο του Ερρίκου. Ο τελευταίος προς ανακούφιση των στρατιωτών του δεν υποχώρησε, αλλά περίμενε να αντιμετωπίσει τον Ριχάρδο. Τότε η σωματοφυλακή του τοποθετήθηκε ανάμεσα σε εκείνον και στον Ριχάρδο και τον συγκράτησε.

Μέσα στον ορυμαγδό της αμφίρροπης μάχης ο Γουλιέλμος Τάλμποτ έδειξε έμπρακτα τις προθέσεις του. Εσπευσε να ενισχύσει το δοκιμαζόμενο σώμα του Ερρίκου με τους στρατιώτες του προκειμένου να σκοτώσει τον Ριχάρδο. Ο τελευταίος ήξερε ότι είχε φθάσει το τέλος. Δεχόταν τη μοίρα άφοβος, χωρίς να χαμηλώσει το κεφάλι και τα όπλα του.

Φωνάζοντας "Προδοσία, Προδοσία, Προδοσία!" εξόντωσε μερικούς ακόμη αντιπάλους του. Ομως ήταν απελπιστικά μόνος και περικυκλωμένος. Τελικά έπεσε πληγωμένος θανάσιμα από έναν απλό πεζό που τον κτύπησε με τη λόγχη του. Ο Ριχάρδος ήταν νεκρός. Ο δούκας του Νόρφολκ το ίδιο. Η μάχη είχε τελειώσει. Ο Ερρίκος ήταν νικητής και βασιλιάς.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Μετά τον θάνατο του Ριχάρδου ο Ερρίκος αποσύρθηκε σε παρακείμενο λόφο. Εκεί έλαβε και το βασιλικό στέμμα που είχε βρεθεί κοντά στη σορό του Ριχάρδου. Ο χώρος αυτός ονομάστηκε αργότερα «Λόφος του στέμματος».


Το σώμα του Ριχάρδου υπέστη κακομεταχείριση. Οι στρατιώτες του Ερρίκου αφαίρεσαν όλα σχεδόν τα ενδύματα. Αργότερα η σορός μεταφέρθηκε στο Λέστερ και εκτέθηκε στον ναό της Παρθένου Μαρίας επί δύο ημέρες, ώστε οι υπήκοοι να πιστέψουν πως ο βασιλιάς ήταν νεκρός. Κατόπιν ετάφη βιαστικά χωρίς καμιά επιτύμβια στήλη και μετά από λίγα χρόνια τα οστά ρίφθηκαν στον ποταμό Σόαρ.

Η νέα τάξη πραγμάτων άρχισε να υλοποιείται στην Αγγλία μέσω των πράξεων του Ερρίκου μετά τη νίκη του κατά τη μάχη του Μπόσγουορθ.

Πιθανοί αντίπαλοι και αντίζηλοι φυλακίζονταν και κρατούντο όμηροι σε διάφορα κάστρα ανά την επικράτεια. Οσοι είχαν υποστηρίξει τον Ερρίκο κατά την παραμονή του στη Γαλλία και μετέπειτα στην Αγγλία ανταμείβονταν από τον ίδιο με χρήματα, κτήματα και αξιώματα. Στις 30 Οκτωβρίου 1485 ο Ερρίκος Τυδώρ στέφθηκε βασιλιάς ως Ερρίκος Ζ'. Στις 18 Ιανουαρίου του επόμενου έτους νυμφεύθηκε την Ελισάβετ της Υόρκης, ώστε με αυτό τον τρόπο να ενώσει τους δύο μέχρι τότε αντιμαχόμενους οίκους των Λάνκαστερ και της Υόρκης.

Τριάντα χρόνια έντονων συγκρούσεων δεν τερματίστηκαν με αυτό τον γάμο, όμως τυπικά τα πράγματα είχαν αλλάξει προς το καλύτερο. Κατά τη βασιλεία του Ερρίκου η Αγγλία γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη και πλούτο, σε αντίθεση με την περίοδο μετά το τέλος του Εκατονταετούς Πολέμου.

ΧΡΟΝΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΤΩΝ ΡΟΔΩΝ
 
  • 1455 - Ξεκινά ο Πόλεμος των Ρόδων, με τους υποστηρικτές του Οίκου της Υόρκης να νικούν στην πρώτη μάχη του Αγίου Αλβανού και να αιχμαλωτίζεται ο βασιλιάς Ερρίκο ΣΤ΄ της Αγγλίας. Εγκαθιδρύεται το κρατίδιο της Υόρκης και ο Ριχάρδος της Υόρκης γίνεται λόρδος προστάτης του βασιλείου.
  • 1456 - Ο Ερρίκος ΣΤ΄ αναλαμβάνει την εξουσία, αλλά το 1459 καταρρέει. Υποστηρικτές της Υόρκης ωθήθηκαν σε εξορία και οι περιουσίες τους κατασχέθηκαν.
  • 1460 - Ο Εδουάρδος του Νόργουιτς, γιος του Ριχάρδου της Υόρκης, νικά στη μάχη του Νορθάμπτον και ο Ερρίκος ΣΤ΄ αιχμαλωτίζεται εκ νέου. Εκτελούνται οι ηγέτες του οίκου του Λάνκαστερ. O Ερρίκος συνεχίζει να ασκεί εξουσία, αλλά με την προϋπόθεση ότι με το θάνατό του ο θρόνος θα περνούσε στον Εδουάρδο. Η βασίλισσα Μαργαρίτα του Ανζού δε δέχτηκε τους όρους και καταφεύγει στη Σκωτία. Ο στρατός των Λάνκαστερ, πιστός στον Ερρίκο ΣΤ΄, νικά στη μάχη του Γουέικφιλντ και σκοτώνεται ο Ριχάρδος της Υόρκης.
  • 1461 - Στη δεύτερη μάχη του Αγίου Αλβανού, η Μαργαρίτα του Ανζού νικά τους Υορκιστές κι απελευθερώνει το σύζυγό της, Ερρίκο ΣΤ΄. Ωστόσο, ο Εδουάρδος της Υόρκης, που έχει νικήσει στη μάχη του Μόρτιμερ Κρος, καταλαμβάνει το Λονδίνο και ανακηρύσσεται βασιλιάς ως Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας. Στη Μάχη του Τάουτον, ο Εδουάρδος νικά τη βασίλισσα Μαργαρίτα του Ανζού κι οι Λάνκαστερ δολοφονούνται, εξορίζονται ή εκτελούνται.
  • 1464 - Οι Λάνκαστερ ηττούνται στη Μάχη του Χέξαμ και την επόμενη χρονιά αιχμαλωτίζεται ο Ερρίκος ΣΤ΄.
  • 1471 - Ο Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας συμμαχεί με τη Βουργουνδία, επιστρέφει στην Αγγλία και κερδίζει στη μάχη του Μπάρνετ τους Λάνκαστερ. Στη μάχη σκοτώνεται ο Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ. Με τη μάχη του Τιούκσμπερι, τίθεται προσωρινό τέλος στις διεκδικήσεις των Λάνκαστερ στον αγγλικό θρόνο και μεσολαβούν 14 χρόνια ειρήνης μέχρι το επόμενο πραξικόπημα.
  • 1483 - Ο Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας πεθαίνει και ο Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας σφετερίζεται το θρόνο από τα αδέρφια Εδουάρδο Ε΄ και Ριχάρδο, τους Πρίγκιπες του Πύργου, οι οποίοι αιχμαλωτίζονται και πεθαίνουν. Ανέρχεται ο Ερρίκος Τυδώρ, κόμης του Ρίτσμοντ, απόγονος του Εδουάρδου Γ΄.
  • 1485 - Με τη μάχη του Μπόσγουορθ, νικούν οι Λάνκαστερ και πεθαίνει ο Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας. Στο θρόνο ανεβαίνει ο Ερρίκος Τυδώρ ως Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας.
ΚΥΡΙΑΡΧΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΕΣ

Άγγλοι Βασιλείς
  • Ερρίκος ΣΤ΄ της Αγγλίας 
  • Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας 
  • Εδουάρδος Ε΄ της Αγγλίας 
  • Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας 
  • Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας (Ιδρυτής των Τυδώρ, παντρεύτηκε κληρονόμο της Υόρκης)
Ανταγωνιστές

Οίκος της Υόρκης
  • Ελισάβετ Γούντβιλ, σύζυγος του Εδουάρδου Δ΄
  • Γεώργιος του Κλάρενς
  • Ριχάρδος της Υόρκης
  • Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ (Kingmaker)
  • Ρίτσαρντ Νέβιλ, 5ος κόμης του Σάλσμπουρι
  • Τζον Νέβιλ, μαρκήσιος του Μονταγκού
  • Γουίλιαμ Νέβιλ, κόμης του Κεντ
  • Τόμας Νέβιλ

Οίκος του Λάνκαστερ
  • Μαργαρίτα του Ανζού, σύζυγος του Ερρίκου ΣΤ΄
  • Ερρίκος Πέρσυ, 2ος κόμης του Νορθάμπερλαντ
  • Ερρίκος Πέρσυ, 3ος κόμης του Νορθάμπερλαντ
  • Ρίτσαρντ Νέβιλ, 16ος κόμης του Γουόρικ (Kingmaker)
  • Εδμόνδος Μπωφόρ, 2ος δούκας του Σόμερσετ
  • Ερρίκος Μπωφόρ, 3ος δούκας του Σόμερσετ
  • Εδμόνδος Μπωφόρ, 4ος δούκας του Σόμερσετ
ΕΡΡΙΚΟΣ ΣΤ΄

Ανέβηκε στο θρόνο μετά τον αιφνίδιο θάνατο του πατέρα του το 1422, ενώ ήταν μόλις εννέα μηνών. Μετά το θάνατο του θείου του, Ιωάννη του Λάνκαστερ, δούκα του Μπέντφορντ, το 1435, περικυκλώθηκε από αντιδημοτικούς συμβούλους και αντιβασιλείς, οι πιο εξέχοντες εκ των οποίων ήταν ο θείος του Ερρίκου, Χάμφρεϊ Δούκας του Γκλόστερ, ο καρδινάλιος Ερρίκος Μπωφόρ και ο Γουλιέλμος του Σάφοκ. Οι δυο τελευταίοι κατηγορήθηκαν για κυβερνητική κακοδιαχείριση και κακό χειρισμό του συνεχιζόμενου Εκατονταετούς Πολέμου με τη Γαλλία. Επί Ερρίκου ΣΤ΄, χάθηκαν όλες οι αγγλικές κτήσεις στη Γαλλία, ακόμα και αυτές που είχαν κερδηθεί από τον πατέρα του.

Ο δούκας του Σάφοκ πέτυχε τη σύλληψη του Χάμφρεϊ του Γκλόστερ για προδοσία, ο οποίος πέθανε πριν γίνει η δίκη του, το 1447. Ο ίδιος ο Σάφοκ αργότερα στερήθηκε του αξιώματός του και δολοφονήθηκε κατά την εξόρισή του. Τον διαδέχτηκε ο Εδμόνδος Μπωφόρ, 2ος δούκας του Σόμερσετ, ο οποίος επιθυμούσε να συνάψει ειρήνη με τη Γαλλία. Ο δούκας της Υόρκης, που είχε διαδεχτεί τον δούκα του Μπέντφορντ ως Υποδιοικητής στη Γαλλία, αντιπροσώπευε εκείνους που επιθυμούσαν να συνεχίσουν ακόμα πιο δραστήρια τον πόλεμο και κατηγόρησε την αυλή, και ιδιαίτερα τον δούκα του Σόμερσετ, ότι του στερούσαν χρηματικούς πόρους και στρατιώτες κατά την εκστρατεία στη Γαλλία.

Σε όλες αυτές τις διαμάχες, ο Ερρίκος ΣΤ' δε συμμετείχε σχεδόν καθόλου, γι' αυτό και θεωρήθηκε αδύναμος και ανεπαρκής βασιλιάς. Επιπροσθέτως, ήταν διανοητικά ασταθής, που ίσως κληρονόμησε από τον παππού του, Κάρολο ΣΤ΄ της Γαλλίας. Ως το 1450, πολλοί θεωρούσαν ήδη τον Ερρίκο ανίκανο να ανταποκριθεί στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις του ως βασιλιά.


Το 1450, πραγματοποιήθηκε στο Κεντ μια βίαιη λαϊκή εξέγερση, με αρχηγό τον Τζακ Κέιντ, με αίτια εκβιασμούς από βασιλικούς αξιωματούχους και την αποτυχία του δικαστικού συστήματος να προστατέψει τους γηγενείς ιδιοκτήτες γης όλων των τάξεων. Οι επαναστάτες κατέλαβαν τμήματα του Λονδίνου, αλλά εκδιώχθηκαν από τους ίδιους πολίτες σε κάποια στιγμή, καθώς επιδόθηκαν σε πλιάτσικο. Οι επαναστάτες διαλύθηκαν μετά από υποτιθέμενη αμνηστία, αλλά ορισμένοι εκτελέστηκαν αργότερα, ανάμεσα στους οποίους και ο ίδιος ο Τζακ Κέιντ.

Δυο χρόνια αργότερα, ο Ριχάρδος της Υόρκης επέστρεψε στην Αγγλία ως Υποδιοικητής της Ιρλανδίας και βάδισε προς το Λονδίνο, ζητώντας την απομάκρυνση του δούκα του Σόμερσετ και ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Σε αυτό το στάδιο, πολύ λίγοι ευγενείς δέχονταν μια τόσο δραστική λύση, με αποτέλεσμα ο Ριχάρδος να συλληφθεί στο Μπλάκχιθ του Λονδίνου. Φυλακίστηκε κατά τα έτη 1452-1453, αλλά ελευθερώθηκε με τον όρο ότι δε θα στασίαζε εναντίον της αυλής.

Η αυξανόμενη διχόνοια στην αυλή αντικατοπτριζόταν και σε ολόκληρη τη χώρα, όπου οικογένειες ευγενών έμπαιναν σε βεντέτα μεταξύ τους και δεν έδειχναν καθόλου σεβασμό στη βασιλική εξουσία και στη δικαιοσύνη, συνήθως οικογένειες παλαιών αριστοκρατών εναντίον μικρότερων ευγενών, οι οποίοι είχαν αυξήσει τη δύναμη και την επιρροή τους λόγω των διαφόρων εξεγέρσεων εναντίον του Ερρίκου. Η αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια, η πληθώρα ευγενών με ιδιωτικούς στρατούς και φέουδα και η διαφθορά της αυλής του Ερρίκου δημιούργησαν ένα πολιτικό κλίμα ώριμο για έναν εμφύλιο πόλεμο. 

Μιας και ο βασιλιάς επηρεαζόταν τόσο εύκολα, η εξουσία βρισκόταν στα χέρια των αυλικών που βρίσκονταν κοντύτερα στον ίδιο, με άλλα λόγια τον δούκα του Σόμερσετ και τους Λάνκαστερ. Ο Ριχάρδος της Υόρκης και οι υπόλοιποι υποστηρικτές του οίκου, που δε βρίσκονταν τόσο κοντά στη θέση εξουσίας, βρέθηκαν να χάνουν σταδιακά τη δύναμή τους, ενώ παράλληλα ο Ερρίκος Δ' πειθόταν να προσφέρει όλο και περισσότερη γη στους Λάνκαστερ.


Το 1453, ο Ερρίκος Δ΄ υπέφερε από την πρώτη διανοητική κατάρρευση, σε σειρά πολλών υπολοίπων τα επόμενα χρόνια, κατά την οποία δεν αναγνώριζε ούτε τον ίδιο το νεογέννητο γιο του, Εδουάρδο του Γουέστμινστερ. Οργανώθηκε συμβούλιο Αντιβασιλείας, με ηγέτη τον Ριχάρδο της Υόρκης ως Λόρδο προστάτη του βασιλείου. Ο Ριχάρδος φυλάκισε το δούκα του Σόμερσετ και υποστήριξε τους συμμάχους του, την οικογένεια των Νέβιλ, στη συνεχιζόμενη βεντέτα τους με τους Πέρσυ.

Ο Ερρίκος ανένηψε το 1455 και για άλλη μια φορά βρέθηκε υπό την επιρροή των κοντινότερων αυλικών του. Ο Ριχάρδος της Υόρκης εκδιώχθηκε από την αυλή από την ισχυρή και επιθετική σύζυγο του Ερρίκου, Μαργαρίτα του Ανζού, η οποία δρούσε ως ντε φάκτο ηγέτης των Λάνκαστερ και είχε φτιάξει μια συμμαχία ευγενών εναντίον του Ριχάρδου και της επιρροής του. O ανατραπείς Ριχάρδος, ο οποίος φοβόταν πιθανή σύλληψη για προδοσία, αναγκάστηκε να καταφύγει σε ένοπλη αντίδραση το 1455.

ΕΔΟΥΑΡΔΟΣ Δ'

Ο Εδουάρδος στέφθηκε ως Εδουάρδος Δ΄ της Αγγλίας το 1461 στο Λονδίνο. Κατάφερε να βασιλέψει ειρηνικά για δέκα χρόνια.

Στο βορρά, απέκτησε πλήρη έλεγχο μέχρι το 1465. Ο Ερρίκος και η Μαργαρίτα είχαν καταφύγει στην αυλή του Ιακώβου Γ΄. Προσπάθησαν να επιτεθούν στην πόλη του Καρλάιλ, αλλά, ελλείψει χρηματικών πόρων, εύκολα απωθήθηκαν από τους άνδρες του Εδουάρδου.


To 1464, υπήρξαν εξεγέρσεις των Λάνκαστερ στη βόρεια Αγγλία, αλλά αντιμετωπίστηκαν από τον Τζον Νέβιλ, μαρκήσιο του Μονταγκού. Στις 25 Απριλίου, ένας μικρός στρατός των Λάνκαστερ καταστράφηκε στη μάχη του Χέτζλεϊ Μουρ και στις 15 Μαΐου στη μάχη του Χέξαμ, ο Σόμερσετ αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε.

Ο βασιλιάς Ερρίκος αργότερα αιχμαλωτίστηκε για τρίτη φορά στο Κλίθερο του Λάνκασαϊρ το 1465. Μεταφέρθηκε στον Πύργο του Λονδίνου, όπου αντιμετωπίστηκε αξιοπρεπώς, ενώ η Μαργαρίτα του Ανζού κι ο γιος της αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Σκωτία και να μεταβούν στη Γαλλία, όπου παρέμειναν για κάποια χρόνια σε εξορία.

ΡΙΧΑΡΔΟΣ Γ'

Με την επιστροφή στο θρόνο του Εδουάρδου Δ΄ το 1471, αποκαταστάθηκε η ειρήνη μέχρι το τέλος της βασιλείας του. Όταν πέθανε ξαφνικά το 1483, άρχισε και πάλι ο πολιτικός και δυναστικός αναβρασμός στη χώρα. Πολλοί ευγενείς ακόμη αποδοκίμαζαν την επιρροή των συγγενών της βασίλισσας Ελισάβετ Γούντβιλ και τους θεωρούσαν ως τυχάρπαστους και νεόπλουτους, διψασμένους για εξουσία.

Ο αποθανών Εδουάρδος, λοιπόν, άφηνε πίσω το διάδοχό του, Εδουάρδο Ε΄, ο οποίος ήταν μονάχα 12 ετών, ενώ είχε ορίσει τον αδερφό, του Ριχάρδο του Γκλόστερ, ως Λόρδο προστάτη της Αγγλίας. Ο Ερρίκος του Στάφορντ, 2ος δούκας του Μπάκιγχαμ, είχε δηλώσει την υποστήριξή του στο Ριχάρδο. Μαζί έστησαν παγίδα στον συνοδό του μικρού Εδουάρδου Ε΄, τον αιχμαλώτισαν και μαζί με τον ανιψιό του τον εκτέλεσαν στο Κάστρο του Πόντεφρακτ.


Ο Εδουάρδος Ε΄ εισήλθε στο Λονδίνο υπό τη συνοδεία του Ριχάρδου στις 4 Μαΐου και μεταφέρθηκε στον Πύργο του Λονδίνου. Η Ελισάβετ Γούντβιλ είχε ήδη βρει καταφύγιο στο Γουέστμινστερ με τα υπόλοιπα παιδιά της, ωστόσο γίνονταν προετοιμασίες για τη στέψη του Εδουάρδου Ε΄ στις 22 Ιουνίου. 

Ο Αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι έπεισε την Ελισάβετ να αφήσει τον εννιάχρονο γιο της, Ριχάρδο, μαζί με τον Εδουάρδο στον Πύργο του Λονδίνου. Τότε, ο Ριχάρδος Γ΄ υποστήριξε ότι ο γάμος του Εδουάρδου Δ΄ με την Γούντβιλ δεν ήταν νόμιμος, καθώς ένας επίσκοπος υποστήριξε ότι ο Εδουάρδος είχε ήδη παντρευτεί την Ελεονώρα Μπάτλερ, κι έτσι τα δυο αγόρια δεν αναγνωρίζονταν από το νόμο.

To Κοινοβούλιο συμφώνησε και θέσπισε τον Βασιλικό Τίτλο (λατ. Titulus Regius), με τον οποίο αναγνωριζόταν ο Ριχάρδος του Γκλόστερ ως βασιλιάς Ριχάρδος Γ΄ της Αγγλίας. Τα δυο φυλακισμένα παιδιά, γνωστά ως Πρίγκιπες του Πύργου, εξαφανίστηκαν και πιθανότατα δολοφονήθηκαν.

 
ΕΡΡΙΚΟΣ ΤΥΔΟΡ

Πολλοί υποστηρικτές του δούκα του Μπάκιγχαμ ενώθηκαν στην εξορία με τον Ερρίκο Τυδόρ. Ο Ριχάρδος Γ΄ προσπάθησε να χρηματίσει τον υπουργό του δούκα της Βρεττάνης για να προδώσει τον Ερρίκο, αλλά ο τελευταίος ενημερώθηκε και απέδρασε στη Γαλλία, όπου του δόθηκε άσυλο και βοήθεια.

Στις 7 Αυγούστου 1485, κατέφτασε με άλλους εξόριστους και Γάλλους μισθοφόρους στο Πέμπροουκσαϊρ. Οι αξιωματούχοι του Ριχάρδου στην Ουαλία είτε ενώθηκαν με τον Ερρίκο είτε έμειναν στην άκρη. Ο Ερρίκος συγκέντρωσε υποστηρικτές στην πορεία του από την Ουαλία και νίκησε το Ριχάρδο Γ΄ στη μάχη του Μπόσγουορθ. Ο Ριχάρδος σκοτώθηκε και ο Ερρίκος αναγνωρίστηκε ως βασιλιάς Ερρίκος Ζ΄ της Αγγλίας. 

Ισχυροποίησε τη θέση του, νυμφευόμενος την Ελισάβετ της Υόρκης, κόρη του Εδουάρδου Δ΄ και διάδοχο του Οίκου της Υόρκης. Έτσι, ένωσε τους δυο αντιμαχόμενους βασιλικούς οίκους, ενώνοντας και τα σύμβολά τους στο έμβλημα του κόκκινου και λευκού ρόδου των Τυδώρ. Ο Ερρίκος εκτέλεσε όλους τους υπόλοιπους πιθανούς διεκδικητές του οίκου της Υόρκης, όποτε παρουσιαζόταν η ευκαιρία, πολιτική που ακολούθησε κι ο γιος του, Ερρίκος Η΄ της Αγγλίας.


Πολλοί ιστορικοί θεωρούν την ενθρόνιση του Ερρίκου Ζ΄ το τέλος του Πολέμου των Ρόδων, ενώ άλλοι τη μάχη του Στόουκ το 1487, η οποία προκλήθηκε από την εμφάνιση ενός διεκδικητή, του νεαρού Λάμπερτ Σίμνελ, ο οποίος έμοιαζε με το γιο του Γεωργίου του Κλάρενς. Ο Ερρίκος νίκησε στη μάχη και δόθηκε αμνηστία στον Σίμνελ.

Ο Ερρίκος απειλήθηκε άλλη μια φορά, το 1491, όταν ο Πέρκιν Γουόρμπεκ ισχυρίστηκε ότι ήταν ο Ριχάρδος, αδερφός του Εδουάρδου Ε΄, ο μικρότερος από τους δυο Πρίγκιπες του Πύργου. Ωστόσο, το 1499 αιχμαλωτίστηκε και εκτελέστηκε.

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΥΛΙΚΟ

Έλληνας: Η λέξη που απαγορεύονταν 1500 χρόνια με ποινή θανάτου!

Έλληνας: Η λέξη που απαγορεύονταν 1500 χρόνια με ποινή θανάτου!Η μεγαλύτερη καταστροφή του ελληνισμού –χωρίς αμφιβολία– έγινε κατά τη διάρκεια του 4ου μ.Χ. αιώνα. Από τότε και για τα επόμενα 1500 χρόνια ακόμη και το όνομα Έλληνας απαγορεύτηκε τελείως να χρησιμοποιείται. Στη διάρκεια αυτών των 1500 ετών ψάξτε να βρείτε το όνομα Έλληνας σε ότι έμεινε γραπτό στην Ελληνική γλώσσα. Δεν υπάρχει. Έγινε καταπιεστικά Ρωμαίος ή Ρωμιός και η Ελλάδα και οι Έλληνες ξεχάστηκαν για πάντα.

Το όνομα Έλληνας ήταν απαγορευμένο επί ποινή ΘΑΝΑΤΟΥ.

Συκοφαντήθηκε ανελέητα και κακόβουλα και έγινε συνώνυμο του ειδωλολάτρη, μία λέξη ειδικά κατασκευασμένη για τους Έλληνες μόνο με «πνευματική» μανία.

Κατά το υπόλοιπο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, τα χρόνια του Βυζαντίου και κατά την τουρκοκρατία, ο ραγιάς Ρωμιός είχε ξεχάσει τελείως την Ελλάδα, την ελληνικότητά του και το ίδιο το όνομά του. Τον έκαναν να απεχθάνεται τον Έλληνα και για αυτό έγινε Ρωμιός και μάλιστα να είναι υπερήφανος για αυτό.

Κανένας άλλος λαός στον κόσμο δεν πέταξε το όνομά του για να πάρει το όνομα του κατακτητή. Θλιβερό κατάντημά μας. Έμεινε, όμως, η ελληνική γλώσσα η οποία εξυπηρέτησε το εκάστοτε κατεστημένο, αλλά και αυτή αλλοιώθηκε βάναυσα να το υπηρετεί. Χιλιάδες λέξεις της πήραν άλλη σημασία που ήθελαν οι κατακτητές οι οποίοι ήξεραν ότι ένα λαό τον κατακτάς όταν όντως του αλλάζεις τη γλώσσα του.

Η 25η Μαρτίου 1821 έφτασε σαν ένας εφιάλτης και τον ξύπνησε, γιατί στο βαθύ υποσυνείδητο όλοι οι σκλάβοι Ρωμιοί ήξεραν ότι ήταν «Έλληνες». Ευτυχώς τους είχε μείνει και αυτό μέσα στη ρωμαίικη παράδοση. Τα δημοτικά μας τραγούδια και πάλι ευτυχώς κράτησαν κάτι από αυτή την καταστροφική ισοπέδωση. Αυτή ήταν η ζοφερή κατάσταση των Ελλήνων όταν ανέτειλε το 1821.

Κατά την Αναγέννηση οι Ευρωπαίοι μας «άνοιξαν» λίγο τα μάτια, αλλά η λάμψη της, δυστυχώς, δεν μπορούσε να φτάσει σε κάθε ελληνική γωνιά της Μεσογείου. Εξάλλου ακολούθησαν και τα 400 χρόνια της μαύρης Τουρκοκρατίας. Μέχρι και το 1821 –και πολύ μετά από αυτό– η πραγματικότητα ήταν ότι όλος ο Ελληνισμός έμεινε πρώτα από όλα ανιστόρητος και συνεπώς ανελλήνιστος.

Η ρωμιοσύνη τον κρατούσε απολίτιστο και κάτω από την εξουσία των δογμάτων και τον τυραννούσε πολιτικά, αλλά περισσότερο πνευματικά. Ακόμη και μετά το 1821 η Ευρώπη φιλελληνικά προσπάθησε να μας βοηθήσει, αλλά το ρωμαίικο έμεινε πάντοτε εναντίον της Ελλάδας και κάθε τι ελληνικό. Ακόμη και σήμερα ονομάζουμε τους προγόνους μας, τους φωτοδότες της ανθρωπότητας φευ, τους ιδεολάτρες που έσπειραν το σημερινό μας πολιτισμό, χλευαστικά τους υποβιβάζουμε και τους αποκαλούμε αηδιαστικά ειδωλολάτρες!
  
Η ελληνικότητά μας ακόμη και σήμερα διαστρεβλώνεται, τις περισσότερες φορές αποκρύπτεται και αλλοιώνεται τόσο άδικα ώστε να την απωθούμε. Ο σημερινός Έλληνας αγνοεί τελείως το παρελθόν του και τον εαυτό του. Με τη ρωμιοσύνη γίναμε ένας λαός σχιζοφρενής. Τι μέλλον μπορεί να έχει ένας λαός ο οποίος δεν γνωρίζει την ένδοξη ιστορία και το λαμπρό παρελθόν του το οποίο θα πρέπει να τον οδηγεί στο μέλλον για σημαντικότερα κατορθώματα;

Οι Ευρωπαίοι ακόμη και σήμερα περιμένουν σπίθες αναλαμπής από τον ελληνισμό που δεν έρχονται. Ως Ρωμιοί τι έχουμε δώσει στον κόσμο; Η Ευρώπη κατά την Αναγέννηση αναγεννήθηκε μέσα στο αρχαίο Ελληνικό πνεύμα. Εμείς είμαστε αιώνες πίσω και ζούμε μέσα σε ένα δογματισμό και κρατικισμό που δεν είναι ελληνικά και αυτό ακριβώς μας απομονώνει από την Ευρώπη, αλλά περισσότερο εκμηδενίζει τις δημιουργικές δυνάμεις του Ελληνισμού.

Με μία τόσο μακραίωνη ταπείνωση, ο σημερινός Έλληνας δεν γνωρίζει το χθες και είναι ανίκανος να προβλέψει και να βαδίσει στο ελληνικό του μέλλον. Αυτό μας έχει φέρει σε μία κατάσταση βαρβαρότητας που τη ζει σήμερα ο Έλληνας μέσα στη χρεοκοπία του.

Το πιο σημαντικό πράγμα που μας έφερε τα ο 1821 –εκτός από την ελευθερία από τον τουρκικό ζυγό– είναι που ξαναέφερε στην επιφάνεια και ζωντάνεψε τα ονόματα Ελλάς και Έλληνες. Να, λοιπόν γιατί η γενναία Ελληνική Επανάσταση αφορίστηκε τόσο πανηγυρικά! Η ρωμιοσύνη μας ήθελε ανιστόρητους, βάρβαρους και σκλάβους. Ποιος το αμφιβάλει αυτό;

Εάν έχετε διαβάσει δύο-τρία βιβλία Ιστορίας, βάλτε το χέρι στην καρδιά σας και πέστε ότι όλα τα ανωτέρω είναι ψέματα. Η καρδιά που χτυπάει ελληνικά και βλέπει ελεύθερα και με πόνο την κατάντιά μας, θα ομολογήσει την αλήθεια που φαίνεται με γυμνό μάτι. Ας κοιτάξουμε λίγο γύρω μας.

Είχε απόλυτο δίκιο ο ποιητής μας Κωστής Παλαμάς που διακήρυξε:
Αυτό το λόγο θα σας πω δεν έχω άλλο κανένα, Μεθύστε με το αθάνατο κρασί του Εικοσιένα.

Μόνο τότε θα ψάλλουμε με πολλή υπερηφάνεια τα αθάνατα λόγια του εθνικού μας ποιητή Διονυσίου Σολωμού.

Απ’ τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά Και σαν πρώτα ανδρειωμένη Χαίρε, ω χαίρε Ελευθεριά!

Ας σκεφτούμε όμως τι μας λένε και τι μας συμβουλεύουν τα λόγια αυτά!

Πορνεία στην Βυζαντινή Ιερή Γη

Πορνεία στην Βυζαντινή Ιερή ΓηΟίκοι ανοχής, Λουτρά και Μωρά
Η Ελληνορωμαϊκή οικιακή σεξουαλική δραστηριότητα στηριζόταν σε μία τριάδα: την σύζυγο, την παλλακίδα και την εταίρα. Ο Αθηναίος ρήτορας του 4ου αι. π.κ.ε. Απολλόδωρος, στον λόγο του Κατά Νεαίρας, όπως μνημονεύεται από τον Δημοσθένη (59.122), αναφέρει ξεκάθαρα ότι «έχουμε τις εταίρες για την ηδονή, και τις παλλακίδες για την καθημερινή περιποίηση του σώματος, αλλά τις συζύγους για να έχουμε νόμιμους απογόνους και μια πιστή φύλακα της οικιακής περιουσίας».

Όποια κι αν ήταν η αλήθεια για αυτό το οικιακό μοντέλο της καθημερινής ζωής στην αρχαία Ελλάδα αυτός ο ιδιόμορφος τύπος ‘τριγώνου’ συνέχισε απρόσκοπτα την πορεία του κατά τη ρωμαϊκή περίοδο: η νόμιμη μονογαμία φαίνεται να ήταν μόνο ένα πρόσχημα για την πραγματική πολυγαμία. Η έλευση της χριστιανοσύνης ανέτρεψε αυτή την εύθραυστη ισορροπία. Απαγορεύοντας στους έγγαμους άνδρες να διατηρούν παλλακίδες επί ποινή σωματικής τιμωρίας, το εκκλησιαστικό δίκαιο, όπως εξελίχθηκε μέσω των εκκλησιαστικών συνεδρίων, αφαίρεσε απ’ αυτό το τριγωνικό σύστημα ένα από τα τρία συστατικά του. Εφεξής, παρέμειναν μόνο η σύζυγος και η εταίρα.

Εάν πιστέψουμε τους Βίους των όσιων μοναχών της Βυζαντινής Παλαιστίνης, η Ιερή Γη (ιδιαίτερα η Ιερή Πόλη της Ιερουσαλήμ, ο στόχος των προσκυνητών στην καρδιά της χριστιανοσύνης) ήταν γεμάτη από ‘κατοικίες λαγνείας’ και οι πόρνες συναντούσαν τους μοναχούς στις ερημικές τους σπηλιές κοντά στον Ιορδάνη Ποταμό. Έτσι, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα παράδοξο: την συνύπαρξη της ιερότητας και της ακολασίας, του Χριστιανικού ασκητισμού και της λαγνείας.

Από τον φόβο μήπως ξεχάσουμε ότι η αρετή καθίσταται άνευ σημασίας χωρίς την διαφθορά, ότι η ιερότητα δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την χυδαιότητα, ένας Γνωστικός ύμνος του 5ου αι. από το Nag-Hammadi της Μέσης Αιγύπτου διακήρυττε: «Είμαι Εκείνη που τιμάται και περιφρονείται. / Είμαι η Αγία και η πόρνη. / Είμαι η παρθένος και η σύζυγος. / Είμαι η γνώση και είμαι η άγνοια. / Είμαι η δύναμη και είμαι ο φόβος. / Είμαι άθεη και είμαι το Μεγαλείο του Θεού».

Στην Παλαιά Διαθήκη, η Ιερουσαλήμ εμφανιζόταν ως η Πόρνη σε έσχατη ανάγκη εξαγνισμού δια της θεϊκής τιμωρίας (Εζ. 16 και 23). Η κατάπτωσή της ερχόταν σε αντιπαράθεση με την αρχική της πίστη: «Πώς η πιστή πόλη έχει καταντήσει πόρνη, αυτή που ήταν η ίδια η δικαιοσύνη!» θρηνολογεί ο προφήτης Ησαΐας (1:21). Ο άγιος Ιωάννης χρησιμοποίησε το επίθετο Πόρνη «ντυμένη με ακριβό λινό και πορφυρό και κόκκινο, και επικαλυμμένη με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια!» (Αποκ. 18.16-17) για την ειδωλολατρική Μεγάλη Πόλη, τη Βαβυλώνα, τη Ρώμη και τελικά για οποιαδήποτε μεγάλη πόλη.

Μια παρόμοια άποψη εκφράστηκε από τους ραββίνους του Βαβυλωνιακού Ταλμούδ τον 5ο αι. μ.κ.ε. οι οποίοι θεωρούσαν ότι ένας εργένης που κατάφερνε να παραμείνει αγνός σε μια μεγάλη πόλη ήταν χωρίς αμφιβολία ένας υπερβολικά ευσεβής άνθρωπος. Παρομοίως, οι μοναχοί της Νιτρίας (σημερινή Wadi Natrun), των Κελλιών και της Σκήτης στην Αίγυπτο και εκείνοι της Ερήμου της Ιουδαίας στην Παλαιστίνη, θεωρούσαν ότι η πόλη ήταν κατεξοχήν ένα άντρο ακολασίας, πειρασμού και αμαρτίας. Λιμάνια με διεθνείς θαλάσσιους εμπορικούς δεσμούς όπως η Αλεξάνδρεια και η Βηρυτός, και η οικουμενική χριστιανική πρωτεύουσα Ιερουσαλήμ, παρείχαν στους πανδοχείς και στις πόρνες μια κοσμοπολίτικη πελατεία από κατοίκους, ταξιδιώτες και προσκυνητές.

Ελεύθερη πορνεία

Σε δρόμους
Τα βυζαντινά ερωτικά επιγράμματα, ιδιαίτερα εκείνα του Αγαθία Σχολαστικού του 6ου αιώνα, περιγράφουν γενικά συναντήσεις με πόρνες του δρόμου. Τα ελικοειδή, σκοτεινά σοκάκια της Παλιάς Πόλης της Ιερουσαλήμ ήταν ιδιαζόντως κατάλληλα για αποπλάνηση από τις scortae erraticae ή τις ambulatrices. Παραμόνευαν κάτω από τις ψηλές αψίδες που γεφύρωναν τους δρόμους της Ιερής Πόλης και ανεβοκατέβαιναν την cardo maximus. Στις μικρές πόλεις της Ρωμαϊκής και Βυζαντινής Παλαιστίνης, ωστόσο, φαίνεται ότι οι πλατείες (και όχι οι δρόμοι) αποτελούσαν τα αγαπημένα λημέρια των ιερόδουλων.

Ο ραββί Judah σχολίασε: «Πόσο τέλεια είναι τα έργα αυτών των ανθρώπων [των Ρωμαίων] ! Έφτιαξαν δρόμους, έχτισαν γέφυρες, ίδρυσαν λουτρά!» Ο ραββί Yose παρέμεινε σιωπηλός. Ο ραββί Simeon ben Yohai απάντησε, «Ό,τι έφτιαξαν, το έφτιαξαν για τον εαυτό τους· οικοδόμησαν αγορές, για να εγκαταστήσουν πόρνες σε αυτές· λουτρά για να ξανανιώνουν· γέφυρες για να εισπράττουν διόδια» (Βαβυλωνιακό Ταλμούδ, Shabbat 33b).

Σε σπίτια
Κάποιες πόρνες εργάζονταν στο σπίτι, για λογαριασμό δικό τους, όπως η Μαρία η Αιγύπτια της οποίας τον βίο κατέγραψε τον 6ο αιώνα ο Σωφρόνιος, ο τελευταίος Πατριάρχης της Ιερουσαλήμ πριν από την Αραβική Κατάκτηση ή για κάποιον προαγωγό. Από τις μαρτυρίες της νομοθεσίας του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού στα μέσα του 6ου αιώνα, ιδιαίτερα στη Novella 14 εκ 535, καθίσταται φανερό ότι η παροχή στέγης ήταν μέρος της συμφωνίας που έκλειναν οι προαγωγοί της Κωνσταντινούπολης με τους πατεράδες των νεαρών κοριτσιών, στις αγορές της επαρχίας που τις αγόραζαν. Στέγη δε σήμαινε απαραίτητα σπίτι, και συχνά δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια παράγκα, καλύβα ή δωμάτιο.

Οι βυζαντινές ιερόδουλες περιορίζονταν στις ‘περιοχές με τα κόκκινα φανάρια’ με τον ίδιο τρόπο που οι πόρνες στην Ρώμη ζούσαν και εργάζονταν στην Subura και κοντά στο Circus Maximus, δηλαδή στα βόρεια και στα νότια της Αγοράς. Ο Λεόντιος επίσκοπος Νεαπόλεως περιγράφει, στο έργο Βίος Ιωάννου του Ελεήμονος, Πατριάρχου Αλεξανδρείας, στα τέλη του 6ου αιώνα, έναν μοναχό που έρχεται στην Τυρό για κάποια δουλειά. Καθώς περνούσε από ‘το μέρος’, τον πλησίασε μια ιερόδουλη φωνάζοντας: «Σώσε με, Πατέρα, όπως ο Χριστός έσωσε την πόρνη», όπως αναφέρεται στο κατά Λουκά 7:37.

Αυτές οι συνοικίες ήταν γενικά οι πιο φτωχικές περιοχές της πόλης. Το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Pesahim 113b) αφηγείται πως ο ραββί Χανινά και ο ραββί Χοσάια, και οι δύο φτωχοί τσαγκάρηδες στη Γη του Ισραήλ, διέμεναν σε έναν δρόμο ιερόδουλων για τις οποίες έφτιαχναν παπούτσια. Οι ιερόδουλες είχαν τόσο εντυπωσιαστεί από την αγνότητα των ραββίνων (γιατί δε σήκωναν ούτε τα μάτια τους για να κοιτάξουν τα κορίτσια) που κατέληξαν να ορκίζονται ‘στη ζωή των αγίων ραββίνων του Ισραήλ’!

Σε ταβέρνες
Στις ταβέρνες των πόλεων (tavernae) καθώς και στα σημεία που σταματούσαν για να αλλάξουν σέλες (mutationes) ή για να διανυκτερεύσουν (mansiones) κατά μήκος του επίσημου ρωμαϊκού οδικού δικτύου (cursus publicus), όλες οι ανάγκες των ταξιδιωτών καλύπτονταν από τις σερβιτόρες. Τους σέρβιραν κρασί, χόρευαν μαζί τους και συχνά τους οδηγούσαν στα δωμάτια του επάνω ορόφου. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Ιουστινιάνειο Κώδικα, μια σερβιτόρα δεν μπορούσε να διωχθεί για μοιχεία, εφόσον θεωρούνταν ούτως ή άλλως ότι ήταν ιερόδουλη (JC 9.9.28).

Για να εμποδίσουν τους χριστιανούς ταξιδιώτες να πέφτουν θύματα τέτοιου είδους σεξουαλικών κινδύνων, οι εκκλησιαστικοί κανόνες απαγόρευαν στους κληρικούς να εισέρχονται σε τέτοια ιδρύματα. Σύντομα, επομένως, εκκλησιαστικά ξενοδοχεία (xenodochia) και πανδοχεία ειδικά για προσκυνητές (pandocheia) που διευθύνονταν από μέλη του κλήρου άρχισαν να ξεπετάγονται κατά μήκος των διαδρομών των προσκυνητών.
Ιδρυματοποιημένη πορνεία

Οίκοι ανοχής
Η πορνεία ήταν, επίσης, ιδρυματοποιημένη με τη μορφή οίκων ανοχής, τους οποίους ο Γιουβενάλης ονόμαζε lupanaria (Σάτιρες 11.172-173) και ο Οράτιος fornices (Επιστολές 1.14.21). Τον έκτο αιώνα ο Ιωάννης Μόσχος περιέγραψε στο Λειμωνάριο ένα ‘σπίτι πορνείας’ στην Ιεριχώ ή ακόμα πιο ασαφώς μία ‘κατοικία λαγνείας’ στην Ιερουσαλήμ (Λειμών 17). Οι ιερόδουλες που εργάζονταν σε αυτά τα ιδρύματα ήταν σκλάβες και αποτελούσαν περιουσιακό στοιχείο του μαστροπού (leno) ή της ‘Μαντάμ’ (lena).

Το αποκαλύπτει το ίδιο το όνομα μιας πόρνης στην Τύρο που προσκάλεσε έναν μοναχό να τη σώσει – Κυρία Πορφυρία. Ήταν τόσο συνηθισμένη ως ‘Μαντάμ’ να διατάζει άλλες γυναίκες ώστε, αφού αναμορφώθηκε και έπεισε και άλλες πόρνες (προφανώς τα πρώην ‘κορίτσια’ της) να εγκαταλείψουν την πορνεία, τις οργάνωσε σε ένα γυναικείο κοινοβιακό μοναστήρι του οποίου έγινε η ηγουμένη – το κατοπτρικό είδωλο του οίκου ανοχής της.

Ένας Βυζαντινός οίκος ανοχής ήρθε πρόσφατα στο φως κατά τη διάρκεια ανασκαφών που διεξάγονταν στην Bet She ‘an, την αρχαία Σκυθόπολη, πρωτεύουσα της Πρώτης Παλαιστίνης. Στην καρδιά αυτής της ακμάζουσας μητρόπολης, ένα Ρωμαϊκό Ωδείο που ιδρύθηκε το δεύτερο μισό του δεύτερου αιώνα καταστράφηκε μερικώς τον έκτο αιώνα. Τα Βυζαντινά Λουτρά εφάπτονταν με τη δυτική του πλευρά.

Στα νοτιοδυτικά, η δεύτερη σειρά μαγαζιών του δυτικού προστεγάσματος της εντυπωσιακής Οδού της Παλλάδος είχε επίσης κατεδαφιστεί ώστε να δημιουργηθεί χώρος για μια ημικυκλική εξέδρα (13x15m). Κάθε ήμισυ της εξέδρας περιελάμβανε έξι τραπεζοειδή δωμάτια με εξώπορτες. Κάποια από αυτά τα δωμάτια άνοιγαν επίσης προς έναν διάδρομο ή ένα χολ στο πίσω μέρος του κτιρίου. Σε ένα δωμάτιο μια σκάλα οδηγούσε σε έναν άνω όροφο. Μερικά δωμάτια είχαν εσοχές με αυλάκια στους τοίχους για ξύλινα ράφια. Οι αψίδες και στα δύο άκρα της εξέδρας και στο κέντρο του ημικυκλίου, καθώς και οι προσόψεις των δωματίων, έφεραν επικάλυψη μαρμάρινων πλακών, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν χαθεί, μένοντας μόνο οι τρύπες των καρφιών που στήριζαν αυτές τις πλάκες στη θέση τους. Οι εσωτερικές όψεις των τοίχων αυτών των δωματίων αναδεικνύουν δύο στρώσεις χοντροκομμένου λευκού ασβεστοκονιάματος.

Το πάτωμα αυτών των δωματίων ήταν επιστρωμένο με ψηφιδωτά τα οποία απεικόνιζαν γεωμετρικά μοτίβα που ενέκλειαν ελληνικά ποιήματα, ζώα και φυτά, και τελικά, σε ένα έμβλημα, μια μεγαλειώδη Τύχη στεφανωμένη με τα τείχη της Σκυθόπολης, που κρατούσε Κέρας της Αμαλθείας. Τα επιδαπέδια ψηφιδωτά κάποιων δωματίων αντικαταστάθηκαν αργότερα από τούβλα ή από ένα στρώμα συνθλιμμένου ασβέστη. Ίχνη επιδιορθώσεων με ασβεστοκονίαμα στα ψηφιδωτά και η εισαγωγή ταβλών σε άλλα δωμάτια υποδηλώνουν ότι το κτίριο είχε περάσει από πολλά στάδια κατασκευής. Ένα ημικυκλικό προαύλιο (21x30m) εκτεινόταν μπροστά από τα δώδεκα δωμάτια.

Από τη μεριά του δρόμου είχε αποκλειστεί από μια σειρά δωματίων, τα οποία συσσωμάτωναν τα καταστήματα που βρίσκονταν πριν στο βόρειο άκρο του προστεγάσματος της Οδού της Παλλάδος, ενώ είχαν τεθεί σε διαφορετική χρήση. Αυτή η σειρά δωματίων πιθανότατα διακοπτόταν από την κύρια είσοδο του συγκροτήματος, που άνοιγε πάνω σε ένα προστέγασμα με ένα opus sectile πάτωμα με μαύρο και άσπρο μάρμαρο. Το περίπου δύο μέτρων πλάτους προστέγασμα επέτρεπε την πρόσβαση από τον δρόμο. Το προστέγασμα και τα δωμάτια είχαν οροφή από κεραμίδια. Η εξέδρα κατεδαφίστηκε στα τέλη του έκτου αιώνα ή στις αρχές του έβδομου αιώνα.

Οι θάλαμοι της εξέδρας της Bet She an μιμούνταν τα κελιά του lupanarium της Πομπηίας, το οποίο αποτελούνταν από ισόγεια δωμάτια, το καθένα εξοπλισμένο με ένα πέτρινο κρεβάτι και μια μαξιλάρα. Μια εξωτερική σκάλα παρείχε πρόσβαση στο μπαλκόνι του πρώτου ορόφου στο οποίο άνοιγαν άλλα πέντε ευρύχωρα δωμάτια. Στην Bet She ‘an, οι πίσω πόρτες μερικών δωματίων στο ισόγειο επέτρεπαν στους πελάτες που ήθελαν να παραμείνουν ανώνυμοι να εισέλθουν σε μια κατοικία λαγνείας χωρίς να είναι ορατοί από την κύρια οδό και έτσι να ικανοποιήσουν λαθραία τις σεξουαλικές τους φαντασιώσεις.

Το προστέγασμα στο οποίο τα κορίτσια σεργιάνιζαν με την ελπίδα να προσελκύσουν περαστικούς από την oδό της Παλλάδος, καθώς επίσης και από τα γειτονικά Βυζαντινά Λουτρά, ήταν τμήμα ενός συναρπαστικού δικτύου: πλάνεμα στα Λουτρά, στο προστέγασμα και στην αυλή της εξέδρας, ακολουθούμενο από σεξ στους θαλάμους· στο πίσω μέρος του κτιρίου, ένα σύστημα εισόδου-εξόδου για υποτιθέμενους ‘αξιοσέβαστους πελάτες’.

Ιεραρχία και κανονισμοί στην πορνεία
Υπήρχαν δύο κατηγορίες βυζαντινών ιερόδουλων: από την μια μεριά, θεατρίνες και εταίρες (scenicae), από την άλλη, φτωχές ιερόδουλες (pornai) που δραπέτευαν από την αγροτική φτώχια και παγιδεύονταν στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Κωνσταντινούπολη και η Ιερουσαλήμ. Εκεί, ακόμα μεγαλύτερη ένδεια της έσπρωχνε κατευθείαν στα αρπακτικά νύχια απατεώνων και μαστροπών.

Θεατρίνες και εταίρες
Οι scenicae συμμετείχαν σε μια συντεχνία που στόχευε κυρίως στους θεατρόφιλους. Έχει περιγραφεί ως μια ‘κλειστή συντεχνία’, εφόσον οι κόρες αναλάμβαναν τη δουλειά των μανάδων. Το κλασικό παράδειγμα είναι αυτό της μητέρας της μέλλουσας Αυτοκράτειρας Θεοδώρας, η οποία έβαλε τις τρεις νεαρές κόρες της να παίξουν στη σκηνή ασελγή έργα. Ο ποιητής Οράτιος περιέγραψε στις Σάτιρές του (1.2.1) κορίτσια από τη Συρία (των οποίων το όνομα ambubaiae πιθανώς κατάγεται από την συριακή λέξη για τον αυλό, abbut ή ambut) που ζωντάνευαν τα συμπόσια χορεύοντας λάγνα με καστανιέτες κάτω από τον ήχο αυλών.

Ο Σουητόνιος απλά τις εξομοίωνε με πόρνες (Νέρων 27). Για αυτό το λόγο ο Ιάκωβος, Επίσκοπος της Σαρούγ (451-521) στη Μεσοποταμία, προειδοποιούσε στο Τρίτο του Κήρυγμα για τα Θεάματα του Θεάτρου ότι ο χορός είναι «η μητέρα κάθε λαγνείας» που «υποκινεί με ασελγείς χειρονομίες την διάπραξη απεχθών πράξεων». Ένα ψηφιδωτό του έκτου αιώνα στην Madaba στην Ιορδανία απεικονίζει μια χορεύτρια που χτυπά καστανιέτες ντυμένη με διάφανη μουσελίνα δίπλα σε έναν σάτυρο που είναι φανερά ερεθισμένος σεξουαλικά.

Σύμφωνα με τους Βίους των Ανατολικών Αγίων του Επισκόπου Ιωάννη της Εφέσου του πέμπτου αιώνα, η σύζυγος του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού ήταν γνωστή στους Σύριους μοναχούς ως ‘η Θεοδώρα που προέρχεται από οίκο ανοχής’. Η καριέρα της αποδεικνύει ότι οι Βυζαντινές εταίρες όπως οι Αρχαίες Ελληνίδες εταίραι μπορούσαν να αναρριχηθούν σε θέσεις με επιρροή στις υψηλές σφαίρες της πολιτικής. Πολύ πριν την εφηβεία της η Θεοδώρα εργαζόταν σε έναν οίκο ανοχής της Κωνσταντινούπολης όπου, σύμφωνα με την Απόκρυφη Ιστορία του αυλικού-ιστορικού Προκόπιου Καισαρείας, απασχολούνταν με φτηνό μισθό από σκλάβους, καθώς το μόνο που μπορούσε να κάνει τότε ήταν να παίξει το ρόλο μιας ‘αρσενικής πόρνης’.

Μόλις έγινε σεξουαλικά ώριμη βγήκε στην σκηνή, αλλά εφόσον δεν ήξερε να παίζει ούτε αυλό ούτε άρπα, ούτε να χορεύει, έγινε μια κοινή εταίρα. Μόλις προήχθη στον βαθμό της θεατρίνας γδύθηκε μπροστά στους θεατές και ξάπλωσε πάνω στη σκηνή. Οι σκλάβοι άδειασαν κουβάδες με δημητριακά στα γεννητικά της όργανα, τα οποία ράμφιζαν χήνες. Παρέθετε συχνά συμπόσια επιμελώς, προσφέροντας τον εαυτό της σε όλους αδιακρίτως, ακόμα και στους χαμάληδες. Ακολούθησε στη Λιβύη έναν εραστή που είχε διοριστεί Κυβερνήτης της Πεντάπολης.

Σύντομα, ωστόσο, αυτός την ξεφορτώθηκε και αυτή εφάρμοσε τα ταλέντα της στην Αλεξάνδρεια και μετέπειτα σε όλη την Ανατολή. Μετά την επιστροφή της στην Κωνσταντινούπολη μάγεψε τον Ιουστινιανό, που τότε ήταν μόνο ο διάδοχος του αυτοκρατορικού θρόνου. Αυτός εξύψωσε την ερωμένη του στον βαθμό της Πατρικίας. Μετά τον θάνατο της Αυτοκράτειρας, θείας του και συζύγου του Ιουστίνου Β΄ (που δε θα επέτρεπε μια εταίρα στην αυλή), ο Ιουστινιανός εξανάγκασε τον θείο του Ιουστίνο Β΄ να ακυρώσει το νόμο που απαγόρευε στους συγκλητικούς να παντρεύονται εταίρες. Σύντομα έγινε συν-αυτοκράτορας με τον θείο του και μετά τον θάνατο του τελευταίου, ως μόνος αυτοκράτωρ, τοποθέτησε αμέσως την σύζυγό του στον θρόνο (Ανέκδοτα 9.1-10).

Φτωχές ιερόδουλες
Μόνο λίγες εταίρες μπορούσαν να ανέλθουν την κοινωνική σκάλα με αυτό το πρωτοφανή τρόπο. Οι περισσότερες ιερόδουλες, που εργάζονταν σε οίκους ανοχής και ταβέρνες και αναφέρονται ως πόρναι, ήταν σκλάβες ή αγράμματες χωριατοπούλες, όπως η Μαρία η Αιγύπτια που αργότερα έγινε η άγια ερημίτισσα της ερήμου της Ιουδαίας. Επειδή ούτε οι εταίραι ούτε οι πόρναι είχαν καμία νομική ιδιότητα, και εφόσον οι εταίραι ήταν επίσης σκλάβες που ανήκαν σε έναν προαγωγό ή σε έναν μεσίτη, η διάκριση μεταξύ των εταίρων και των πορνών βασιζόταν αποκλειστικά στην διαφορετική οικονομική τους αξία. Αυτή η όψη του εμπορίου ενυπήρχε στο λατινικό όνομα meretrix για την πορνεία, που σημαίνει ‘αυτή που βγάζει χρήματα από το κορμί της’.

Τρία είδη τιμών πρέπει να λαμβάνονταν υπόψη: η τιμή αγοράς, η τιμή εξαγοράς και η τιμή μίσθωσης. Οι χωρικοί της επαρχίας της Κωνσταντινούπολης πουλούσαν τις κόρες τους σε μαστροπούς για μερικά χρυσά νομίσματα (σόλιδους). Ρούχα, παπούτσια και η καθημερινή διατροφή ήταν ο μόνος ‘μισθός’ αυτών των αξιοθρήνητων κοριτσιών. Η εξαγορά μιας νεαρής πόρνης στην Κωνσταντινούπολη επί αυτοκράτορα Ιουστινιανού ήταν φθηνή (Novella 39.2). Κόστιζε 5 σόλιδους, δηλαδή μόνο λίγο περισσότερο από το ποσό που χρειαζόταν για την αγορά μιας καμήλας (41/3 σόλιδους) και λίγο λιγότερο από ότι για μια γαϊδούρα (51/3 σόλιδους) ή ένα αγόρι-σκλάβο (6 σόλιδους) στη Νότια Παλαιστίνη στα τέλη του έκτου αιώνα ή στις αρχές του έβδομου αιώνα. Το ότι αυτές οι γυναίκες μπορούσαν να υποβιβαστούν τόσο ώστε να κατατάσσονται μαζί με τα υποζύγια μας λέει πολλά για την Βυζαντινή κοινωνία.

Στη Ρώμη και την Πομπηία οι υπηρεσίες μιας ‘πληβείας Αφροδίτης’ κόστιζαν γενικά δύο ασσάρια – όχι περισσότερο από ένα καρβέλι ψωμί ή δύο κούπες κρασί σε μια ταβέρνα. Αν και το πιο χυδαίο είδος πορνείας κόστιζε μόνο 1 ασσάριο, o Μαρτιάλης ισχυρίζεται στα Επιγράμματα 1.103.10: «Αγοράζεις βραστά ρεβίθια με 1 ασσάριο και επίσης κάνεις έρωτα με 1 ασσάριο» ο R. Duncan-Jones σημειώνει ότι η χρέωση στην Πομπηία μπορούσε να φτάσει στα 16 ασσάρια ή 4 σηστέρσια.
Στην Αλεξάνδρεια των αρχών του έβδομου αιώνα το μέσο κόστος μίσθωσης μιας πόρνης δίνεται από τον Βίο του Ιωάννη του Ελεήμονος. Ως απλός εργάτης, ο μοναχός Βιτάλιος κέρδιζε καθημερινά 1 κεράτιον (το οποίο ισοδυναμούσε με 72 φόλλεις), των οποίων το μικρότερο μέρος (1 φόλλις) του επέτρεπε να φάει μια φασολάδα. Με τους υπόλοιπους 71 φόλλεις, πλήρωνε για τις υπηρεσίες μιας πόρνης, τις οποίες, όντας άγιος φυσικά, δε χρησιμοποιούσε, καθώς σκοπός του ήταν να τις προσηλυτίσει στη χριστιανική ζωή.

Η έλλειψη πελατών για πολλές μέρες σήμαινε φτώχεια και πείνα. Έτσι μια πόρνη στην Έμεσα, σημερινή Homs στην κεντρική Συρία, τρεφόταν μόνο με νερό για τρεις συνεχόμενες μέρες, έως ότου ο άγ. Συμεών Σαλός της έφερε μαγειρεμένο φαγητό, ψωμί και μια κανάτα κρασί. Τις μέρες που κέρδιζε πολλά η Μαρία η Αιγύπτια, πόρνη στην Αλεξάνδρεια, έτρωγε ψάρια, έπινε κρασί υπερβολικά και τραγουδούσε ακόλαστα τραγούδια πιθανώς σε συμπόσια. Αποκηρύσσοντας τον αισχρό πόθο των Βυζαντινών εταίρων για χρυσάφι, ο ρήτορας του 6ου αιώνα Αγαθίας Σχολαστικός αντηχεί τους συγγραφείς της Αθηναϊκής Μέσης Κωμωδίας του 4ου αιώνα π.κ.ε.

Συγκεκριμένα, ο ποιητής Αλέξης ισχυρίζεται ότι «Πάνω από όλα, ενδιαφέρονται [οι ιερόδουλες] να κερδίζουν χρήματα». Μερικές φορές τα κοσμήματα των ιερόδουλων αποτελούσαν τη μόνη τους περιουσία. Όταν το 539 οι κάτοικοι της Έδεσσας, σημερινή Urfa στη νοτιοανατολική Τουρκία, αποφάσισαν να εξαγοράσουν την ελευθερία των συμπολιτών τους, οι οποίοι κρατούνταν αιχμάλωτοι από τους Πέρσες, οι ιερόδουλες (οι οποίες δεν είχαν αρκετά χρήματα) πρόσφεραν τα κοσμήματά τους (Προκόπιος Υπέρ των Πολέμων 2.13.4).

Ο λόγος που το χριστιανικό Βυζαντινό Κράτος έκανε τα στραβά μάτια ήταν πιθανόν ότι η πορνεία μπορούσε να είναι πολύ προσοδοφόρα περιστασιακά και ως εκ τούτου ευεργετική μέσω της φορολογίας. Από την εποχή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας, σύμφωνα με τον Τάκιτο (Χρονικά II.85.1-2), οι άνδρες και οι γυναίκες πόρνες καταγράφονταν ονομαστικά σε καταλόγους οι οποίοι κρατούνταν υπό την εποπτεία του aediles. Από την εποχή του Καλιγούλα οι πόρνες φορολογούνταν (Σουητόνιος Καλιγούλας 40).

Η χριστιανική καταδίκη κάθε είδους μη-αναπαραγωγικής σεξουαλικής επαφής έθεσε εκτός νόμου την ομοφυλοφιλία στην Δυτική Αυτοκρατορία τον τρίτο αιώνα και κατά συνέπεια και την ανδρική πορνεία. Το 390 ένα διάταγμα του Αυτοκράτορα Θεοδόσιου Α΄ απειλούσε με θανατική ποινή τον πειθαναγκασμό ή το εμπόριο ανδρών για πορνεία. (C. Th. 9.7.6). Πίσω από αυτό το διάταγμα δεν κρυβόταν η βδελυγμία για την πορνεία, αλλά το γεγονός ότι το σώμα ενός άνδρα θα χρησιμοποιείτο στην ομοφυλοφιλική επαφή με τον ίδιο τρόπο με αυτό της γυναίκας. Και αυτό ήταν απαράδεκτο, αφού όπως είχε δηλώσει και ο αγ. Αυγουστίνος «το σώμα ενός άνδρα είναι τόσο ανώτερο από αυτό μιας γυναίκας, όσο η ψυχή είναι ανώτερη από το σώμα» (Περί Ψεύδους 7.10).

Κατά την εφαρμογή του διατάγματος του Θεοδοσίου στην Ρώμη, οι πόρνοι σέρνονταν έξω από τα ανδρικά μπορντέλα και καίγονταν ζωντανοί μπροστά στα μάτια του όχλου που χειροκροτούσε. Παρόλα αυτά, η ανδρική πορνεία παρέμεινε νόμιμη στις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας. Από την εποχή του Κωνσταντίνου Α΄ ένας αυτοκρατορικός φόρος επιβλήθηκε στην ομοφυλόφιλη πορνεία, αποτελώντας την νόμιμη εξασφάλιση εκείνων που μπορούσαν έτσι να ασχοληθούν με αυτήν ‘ατιμώρητα’.

Ο Ευάγριος τονίζει στην Εκκλησιαστική Ιστορία του (3.39-41) ότι κανένας αυτοκράτορας δεν παρέλειψε ποτέ να συλλέξει αυτόν το φόρο. Η καταστολή του στις αρχές του έκτου αιώνα αφαίρεσε την αυτοκρατορική προστασία από την ανδρική πορνεία. Το 533 ο Ιουστινιανός έθεσε όλες τις ομοφυλοφιλικές σχέσεις κάτω από την ίδια κατηγορία με την μοιχεία και υπέβαλε και για τα δύο τη θανατική ποινή (Inst. 4.18.4).

Ήδη το 529 ο Ιουστινιανός είχε επιχειρήσει να χαλιναγωγήσει την γυναικεία παιδική πορνεία επιβάλλοντας τιμωρία σε όσους εμπλέκονταν σε αυτό το εμπόριο, ιδιαίτερα τους ιδιοκτήτες των οίκων ανοχής (JC 8.51.3). Το 535 ακύρωσε τα συμβόλαια με τα οποία οι προαγωγοί της Κωνσταντινούπολης έβαζαν στη δουλειά χωριατοπούλες που είχαν αγοράσει από τους γονείς τους (Novella 14). Η πορνεία ενήλικων γυναικών, ωστόσο, δεν φαίνεται να ανησυχούσε ιδιαίτερα τον αυτοκρατορικό νομοθέτη. Η τιμωρία που επιβλήθηκε στους προαγωγούς που διηύθυναν το δίκτυο της παιδικής πορνείας ποίκιλλε ανάλογα με την περιουσία και το κύρος τους. Παραδόξως, η Βυζαντινή διοίκηση θεωρούσε την θέση του Αυτοκρατορικού Επιθεωρητή Οίκων Ανοχής ως εξαιρετικά τιμητική, τόσο που το 630 η θέση αυτή ανατέθηκε στον Επίσκοπο του Παλέρμο.

Η στρατολόγηση των ιερόδουλων
Τα στοιχεία της Ιουστινιάνειας νομοθεσίας φέρνουν στο φως μια αλλαγή της παιδικής πορνείας από τους ρωμαϊκούς χρόνους, όταν η παιδοφιλία που στόχευε σε μικρά αγόρια εξυμνούνταν τόσο από τον Τίβουλλο (Ελεγείες 1.9.53), στην Βυζαντινή περίοδο, όταν τα μικρά κορίτσια βρίσκονταν στο κέντρο του δικτύου πορνείας. Κάποιες από τις χωριατοπούλες στρατολογούνταν από μαστροπούς στην ενδοχώρα της Κωνσταντινούπολης, ενώ δεν ήταν ακόμα ούτε 10 χρονών. Η Αγία Μαρία η Αιγύπτια παραδέχεται ότι άφησε τους γονείς της και το χωριό της στην ηλικία των δώδεκα ετών και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου έχασε την παρθενιά της και την τιμή της εκδίδοντας τον εαυτό της και απολαμβάνοντάς το, κάτι που στα μάτια των σεμνότυφων Βυζαντινών αποτελούσε την ύψιστη αμαρτία.

Τα εγκαταλελειμμένα παιδιά προμήθευαν σε έναν μεγάλο βαθμό την αγορά της πορνείας. Ο Ιουστίνος ο Μάρτυρας παρατήρησε ότι σχεδόν όλα τα νεογέννητα μωρά που εκθέτονταν, «τόσο τα αγόρια όσο και τα κορίτσια, θα χρησιμοποιηθούν ως ιερόδουλες» (1 Απολογία 27). Αυτό συνεπαγόταν τον κίνδυνο της αιμομιξίας που κατάτρυχε τους χριστιανούς θεολόγους: «Πόσοι πατεράδες, ξεχνώντας τα παιδιά που εγκατέλειψαν, ασυνείδητα έχουν σεξουαλικές σχέσεις με έναν γιο που είναι πόρνος ή μια κόρη που έγινε ιερόδουλη;» ρωτά ο Κλήμης Αλεξανδρείας (Παιδαγωγός 3.3).

Η πατερική και ραββινική απαγόρευση για τον έλεγχο των γεννήσεων, εκτός της αποχής κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και του θηλασμού, καθώς και η αποτυχία και των δύο να επιβάλλουν την τήρηση του εκκλησιαστικού ημερολογίου για τη συζυγική συνουσία ή της πλήρους αποχής όπως συνηγορούσε ο Λακτάντιος (Θείοι Θεσμοί 6.20.25), είχε ως αποτέλεσμα την αύξηση των ανεπιθύμητων βρεφών που κατέληγαν θύματα της ανέχειας στην Βυζαντινή αγορά πορνείας.

Το 329 ο Κωνσταντίνος Α΄ θέσπισε διάταγμα σύμφωνα με το οποίο ένα νεογέννητο μπορούσε να πουληθεί από τους γονείς του σε περίπτωση έσχατης ένδειας. Ένας νόμος του 428 μνημονεύει πάλι την πενία ως την κύρια αιτία της εκμετάλλευσης φτωχών κοριτσιών από προαγωγούς. Έναν αιώνα αργότερα, ο Βυζαντινός ιστορικός Μαλάλας τονίζει ότι μόνο οι φτωχοί πουλούσαν τις κόρες τους στους προαγωγούς (Χρονογραφία 18). Επίσης, εξαιτίας της ανάγκης και της πείνας μια απελπισμένη εκχριστιανισμένη αράβισα γυναίκα πρόσφερε το κορμί της στον Πατέρα Σισσίνιο, έναν ερημίτη που ζούσε σε μια σπηλιά κοντά στον Ιορδάνη Ποταμό στα τέλη του έκτου αιώνα. Όταν ο Σισσίνιος την ρώτησε γιατί εξέδιδε τον εαυτό της, η απάντησή της περιορίστηκε σε ένα παθητικό: «Επειδή πεινάω» (Μόσχος Λειμών 136). Παρομοίως, κατά τη διάρκεια του πολέμου 1914-1918 στην Παλαιστίνη, η πείνα ανάγκασε κορίτσια στην εφηβεία να πουληθούν στα Γερμανικά και Τουρκικά στρατεύματα.

Πορνεία, Λουτρά και αρρώστια
Διάσημες εταίρες και κοινές πόρνες, όλες συναντούνταν στα δημόσια Λουτρά, στα οποία σύχναζαν πόρνες και των δύο φύλων ήδη από την ρωμαϊκή περίοδο. Κάποια από αυτά τα λουτρά ήταν αποκλειστικά για ιερόδουλες και οι αξιοσέβαστες κυρίες δεν έπρεπε να θεαθούν κοντά σε αυτά (Μαρτιάλης Επιγράμματα 3.93). Οι άνδρες πήγαιναν εκεί όχι για να πλυθούν αλλά για να ψυχαγωγήσουν τις ερωμένες τους, όπως στα Ιταλικά bagnios του δέκατου έκτου αιώνα. Τα Λουτρά του τετάρτου ως έκτου αιώνα που ανακαλύφθηκαν στην Ασκαλόν το 1986 από την αποστολή του Harvard-Chicago φαίνεται να ήταν τέτοιου είδους. Η υπόθεση των ανασκαφέων υποστηρίζεται από μια ελληνική προτροπή ‘Εισέλθετε και διασκεδάστε’, η οποία είναι πανομοιότυπη με μια επιγραφή που βρέθηκε σε ένα Βυζαντινό μπουρδέλο στην Έφεσο, και από μια μακάβρια ανακάλυψη.

Τα οστά σχεδόν 100 νηπίων ήταν στοιβαγμένα σε έναν υπόνομο κάτω από τα λουτρά, με την υδρορροή να τρέχει κατά μήκος του καλά-ασβεστωμένου πυθμένα του. Ο υπόνομος είχε φραγεί από απορρίμματα κάποια στιγμή τον έκτο αιώνα. Αναμεμειγμένα με οικιακά απορρίμματα – πήλινα θραύσματα, ζωικά οστά, όστρακα και νομίσματα – τα οστά των νηπίων ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους ανέπαφα. Τα οστά των νηπίων είναι εύθραυστα και τείνουν να θρυμματίζονται όταν διαταράσσονται ή μετακινούνται για δεύτερη κηδεία. Η καλή κατάσταση των οστών των νηπίων της Ασκαλόν υποδηλώνει ότι τα βρέφη είχαν πεταχτεί στην αποχέτευση αμέσως μετά τον θάνατό τους, με τους μαλακούς ιστούς τους ακόμα άθικτους.

Η εξέταση αυτών των οστών από την οστεολόγο της αποστολής, καθηγήτρια Patricia Smith στην Ιατρική Σχολή της Hadassah – Εβραϊκό Πανεπιστήμιο της Ιερουσαλήμ, αποκάλυψε ότι όλα τα βρέφη είχαν περίπου το ίδιο μέγεθος και είχαν τον ίδιο βαθμό οδοντικής ανάπτυξης. Οι νεογνικές γραμμές στα δόντια των μωρών αποδεικνύουν την επιβίωσή τους για περισσότερο από τρεις μέρες μετά τη γέννα. Η απουσία νεογνικών γραμμών στα δόντια των μωρών της Ασκάλωνας ενισχύει την υπόθεση του θανάτου στη γέννα.

Παρά την άποψη ότι τα βρέφη που βρέθηκαν στον οχετό πέθαναν κατά τη γέννα, ο αριθμός τους, η ηλικία τους και η κατάστασή τους υποδηλώνουν ισχυρά ότι αυτά δολοφονήθηκαν και πετάχτηκαν στον υπόνομο αμέσως μετά τη γέννα. Ως εκ τούτου, οι ιερόδουλες της Ασκαλόν δε χρησιμοποιούσαν τα λουτρά μόνο για να ψαρεύουν πελάτες, αλλά και για να ξεφορτώνονται κρυφά τις ανεπιθύμητες γέννες υπό τον σάλαγο των συνωστισμένων αιθουσών των λουτρών. Είναι εύλογο ότι οι μοναχοί και οι ραββίνοι ήταν ενήμεροι του γεγονότος και ότι αυτό (και όχι μόνο ο φόβος του πειρασμού) ήταν η κύρια αιτία που εξομοίωναν τα λουτρά με τη λαγνεία.

Στα μάτια των ευσεβών Ιουδαίων της Βυζαντινής Παλαιστίνης, οποιαδήποτε δημόσια λουτρά που δεν χρησιμοποιούνταν για τελετουργικό εξαγνισμό (mikveh) ήταν μολυσμένα από την ειδωλολατρία, όχι μόνο επειδή ανήκαν στους Εθνικούς, αλλά και επειδή ένα άγαλμα της Αφροδίτης στεκόταν στην είσοδο πολλών λουτρών. Το άγαλμα της Αφροδίτης που χαιρετούσε τους χρήστες των Λουτρών της Αφροδίτης στην Ptolemais-Akko, στα οποία σύχναζε ο Εβραίος Πατριάρχης Γαμαλιήλ Β΄, επικαλέστηκε ο Φιλόσοφος Πρόκλος για να κατηγορήσει τον Γαμαλιήλ ως ειδωλολάτρη. Ο Πατριάρχης κατάφερε να αθωωθεί για αυτή την κατηγορία, καταδεικνύοντας ότι το άγαλμα της Αφροδίτης απλά διακοσμούσε τα Λουτρά και δεν αποτελούσε υπό καμία έννοια είδωλο (Μισνά, Abodah Zarah 3.4).

Παρόλα αυτά, η Αφροδίτη, στην οποία ο Λουκρήτιος (4.1071) πρόσθεσε το επίθετο Volgivaga – ‘η διαβάτισσα’, ήταν η προστάτιδα των ιερόδουλων και εορταζόταν στις 23 Απριλίου κατά την ύστερη Βυζαντινή εποχή. Αυτό επίσης, μπορεί να εξηγήσει την σφοδρή έχθρα μερικών ραββίνων για τα δημόσια λουτρά των Εθνικών στα οποία η Θεά δέσποζε τόσο in marmore όσο και in corpore. Από τις Βιβλικές εποχές, η λαγνεία συνδεόταν πάντα στενά με την ειδωλολατρική λατρεία της ashera – μια άτεχνη αναπαράσταση της Βαβυλωνιακής Θεάς της γονιμότητας Ιστάρ, η οποία είχε μετεξελιχθεί στην Αστάρτη της Καναάν, της Σιδώνας και της Φιλισταίας και στην Αταργάτις της Συρίας (1 Βασ. 14.15) – καθώς και με το πράσινο δέντρο κάτω από το οποίο τοποθετούνταν το είδωλο (1 Βασ. 14.23; Εζ. 6.13). Έτσι δεν είχε κατηγορήσει και ο προφήτης Ιερεμίας (2.20) την Ιερουσαλήμ ότι εξέδιδε τον εαυτό της: «Ναι, πάνω από κάθε λόφο / και κάτω από κάθε πράσινο δέντρο / σκύβεις σαν πόρνη»;

Πορνεία και αμαρτία
Η ικανοποίηση των σεξουαλικών πειρασμών και συνεπώς η παραβίαση μιας απαγόρευσης αναπόφευκτα επέφερε την θεϊκή τιμωρία της οποίας κατεξοχήν προσωποποίηση ήταν η λέπρα. Επίμονα ενοχλούμενος από το ‘μιαρό πνεύμα’, ένας μοναχός εγκατέλειψε το μοναστήρι της Πενθούκλα στη βόρεια Κοιλάδα της Ιορδανίας και περπάτησε ως την Ιεριχώ, ώστε ‘να ικανοποιήσει τον διαβολικό του πόθο’ γράφει ο Ιωάννης Μόσχος (Λειμών 14). «Όταν εισήλθε στον οίκο ανοχής, αμέσως καλύφθηκε από στίγματα της λέπρας· και αφού συνειδητοποίησε πόσο απαίσιος έδειχνε, επέστρεψε αμέσως στο μοναστήρι του, ευχαριστώντας τον Θεό και λέγοντας: ‘ο Θεός μου προκάλεσε την ασθένεια, ώστε να σωθεί η ψυχή μου’».

Σύφιλη
Στην πραγματικότητα, το πιο πιθανό είναι να μην είχε κολλήσει λέπρα (η οποία δε μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή) αλλά σύφιλη, όπως ο Χέρων, ένας νεαρός μοναχός της Σκήτης, ο οποίος -φλεγόμενος- άφησε το κελί του στην έρημο και πήγε στην Αλεξάνδρεια όπου επισκέφτηκε μια ιερόδουλη. Η αφήγηση του Παλλάδιου στην Λαυσαϊκή Iστορία 26 συνεχίζει έτσι: «Ένας από τους όρχεις του προσβλήθηκε από άνθρακα, και ήταν τόσο άρρωστος για έξι μήνες που τα γεννητικά του όργανα έπαθαν γάγγραινα και αποκολλήθηκαν». Σύμφωνα με το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Shabbat 33a), ο ραββί Hoshaia της Καισαρείας επίσης απείλησε με σύφιλη ‘τους μοιχούς’. Θα βγάλουν ‘βλεννώδεις πληγές από σύφιλη’ και επιπλέον θα κολλήσουν hydrocon – ένα οξύ πρήξιμο του πέους. Αυτά είναι ακριβώς τα συμπτώματα της πρωταρχικής φάσης της αφροδίσιας σύφιλης.

Υπάρχουν, φυσικά, δύο αντικρουόμενες θεωρίες αναφορικά με τη σύφιλη. Σύμφωνα με την Κολομβιανή ή Αμερικανική θεωρία, η σύφιλη (Treponema pallidum) εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Βαρκελώνη το 1493, την έφεραν μαζί τους από τις Δυτικές Ινδίες οι ναυτικοί που συνόδευαν τον Χριστόφορο Κολόμβο. Από την άλλη μεριά, η μονιστική θεωρία ισχυρίζεται ότι η ωχρή treponema υπάρχει από τις προϊστορικές εποχές και έχει διαδοθεί με τέσσερα διαφορετικά σχήματα: την pinta στην Αμερικανική ήπειρο, την pian στην Αφρική, την bejel στην Sahel, και τέλος την αφροδίσια σύφιλη, η οποία είναι η τελική μορφή μιας σπειροχαίτης με το εντυπωσιακό χάρισμα της μετάλλαξης και της προσαρμογής.

Η τελευταία υπόθεση υποστηρίζεται από μια πρόσφατη ανακάλυψη υψίστης σημασίας από το Εργαστήριο ανθρωπολογίας και προϊστορίας των χωρών της δυτικής Μεσογείου του CNRS στην Aix-en-Provence. Χαρακτηριστικά αλλοίωσης από σύφιλη ανιχνεύτηκαν σε ένα έμβρυο κυοφορούμενο από έγκυο γυναίκα που είχε θαφτεί μεταξύ του τρίτου και του πέμπτου αιώνα στη νεκρόπολη της Costobelle στην περιοχή Var. Η bejel είναι ακόμη ενδημική σε κάποιους πληθυσμούς της Ανατολικής Μεσογείου. Μερικές περιπτώσεις έχουν καταγραφεί από αρχαιολόγους σε σκελετούς Βεδουίνων εποίκων Αράβων της Οθωμανικής Παλαιστίνης.

Περιοριζόμενη στην παιδική ηλικία, η bejel μεταδίδεται με φυσική αλλά όχι απαραίτητα με σεξουαλική επαφή, ενώ η σύφιλη είναι ασθένεια των ενηλίκων και μεταδίδεται μόνο σεξουαλικά. Και στις δύο περιπτώσεις, η φθορά των οστών καθώς και τα συμπτώματα και η πρόοδος της ασθένειας είναι πανομοιότυπα. Εντούτοις, μόνο η αφροδίσια σύφιλη έχει την ικανότητα να διαπερνά τον πλακούντα και να προσβάλλει το έμβρυο. Η μητέρα του κυήματος της Costobelle θα πρέπει επομένως να υπέφερε από αφροδίσια σύφιλη. Αυτό θα επιβεβαίωνε την άποψη των σύγχρονων παθολόγων ότι η αφροδίσια σύφιλη υπήρχε ήδη στην Αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη.

Η αμαρτία της σεξουαλικής απόλαυσης
Εκτός από την αμαρτία της λαγνείας που τιμωρούνταν με την αρρώστια με την οποία οι ιερόδουλες προσέβαλαν όσους τις πλησίαζαν σαρκικά, οι πόρνες ενσάρκωναν επίσης και την αμαρτία της σεξουαλικής απόλαυσης αναμεμειγμένη με εκείνη του μη-αναπαραγωγικού έρωτα που καταδικάζονταν από τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες. Οι Αποστολικές Εντολες (7.2) απαγόρευαν κάθε μη-αναπαραγωγική γενετήσια πράξη, συμπεριλαμβανομένου του πρωκτικού και του στοματικού έρωτα. Η τέχνη που επιδείκνυαν οι ιερόδουλες αφορούσε ακριβώς την πλήρη χρήση των σεξουαλικών τεχνικών που αύξαναν την απόλαυση των πελατών τους. Δεν εκπλήσσει, επομένως, το γεγονός ότι ο Λακτάντιος καταδίκαζε μαζί τον σοδομισμό, τον στοματικό έρωτα και την πορνεία (Θείοι Θεσμοί 5.9.17).

Μια τεχνική που τελειοποιήθηκε από τις ιερόδουλες πετύχαινε διπλό στόχο: αύξανε την απόλαυση των παρτενέρ τους και ήταν αντισυλληπτική. Την περιγραφή του Λουκρήτιου για τις πόρνες που περιστρέφονταν κατά τη διάρκεια της συνουσίας (Περί φύσεως πραγμάτων 4.1269-1275) απηχεί το Βαβυλωνιακό Ταλμούδ (Ketuboth 37a): «ο ραββί Γιοσέ είναι της άποψης ότι μια γυναίκα που εκδίδει τον εαυτό της περιστρέφεται για να αποφύγει τη σύλληψη».

Αντισύλληψη
Στα κηρύγματα των Εκκλησιαστικών Πατέρων η αντισύλληψη και η πορνεία αποτελούσαν ένα δίδυμο που μπορούσε μόνο να φέρει θάνατο. Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος έκραζε στο Κήρυγμα 24 της Δ΄ Επιστολής προς Ρωμαίους: «Για σας, μια εταίρα δεν είναι μόνο μια εταίρα· την μετατρέπετε και σε δολοφόνο. Δεν μπορείτε να δείτε τη σύνδεση: μετά την κραιπάλη, συνουσία· μετά τη συνουσία, μοιχεία· μετά τη μοιχεία, φόνος;». Σύμφωνα με τον Πλαύτο η άμβλωση ήταν μια πολύ πιθανή επιλογή για μια εγκυμονούσα πόρνη (Truc. 179), είτε -όπως υπονοεί ο Οβίδιος- πίνοντας δηλητήρια ή κάνοντας παρακέντηση με ένα αιχμηρό εργαλείο που ονομαζόταν εμβρυοκτόνο στον αμνιακό σάκο που περιβάλλει το έμβρυο (Amor. 2.14). Ο Προκόπιος Καισαρείας δηλώνει εμφατικά ότι όταν ήταν ιερόδουλη, η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα γνώριζε όλες τις μεθόδους που προκαλούσαν άμεσα άμβλωση (Ανέκδοτα 9.20).

Στο ίδιο πνεύμα η Αποστολική Διδασκαλία (2.2) καταδίκαζε τόσο την άμβλωση όσο και την βρεφοκτονία: «Δε θα σκοτώνετε το παιδί με άμβλωση και δε θα το δολοφονείτε αφού γεννηθεί». Το 374 ένα διάταγμα των Αυτοκρατόρων Βαλεντιανού Α΄ και Βαλέντιου απαγόρευσε τη βρεφοκτονία επί ποινή θανάτου (C. Th. 9.14.1). Παρόλα ταύτα, η συνήθης πρακτική κατά τη ρωμαϊκή περίοδο συνεχίστηκε. Για αυτό η Tosephta (Oholoth 18.8) επαναλαμβάνει τον τέταρτο αιώνα την προειδοποίηση του Μίσνα του δεύτερου αιώνα: «οι κατοικίες των Εθνικών είναι μιαρές. Τι εξετάζουν [οι ραββίνοι]; Τους βαθείς υπονόμους και το γεμάτο νερό». Αυτό υπαινίσσεται ότι οι Εθνικοί πέταγαν τα έμβρυα από τις αμβλώσεις στους υπονόμους των σπιτιών τους.

Τα νεογέννητα μωρά που δολοφονούνταν και ρίχνονταν στον υπόνομο των Λουτρών της Ασκάλωνας ήταν κατά το μεγαλύτερο μέρος αγόρια. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τη δήλωση του W. Petersen ότι «η βρεφοκτονία σχετίζεται με την μεγαλύτερη αποτίμηση των αρσενικών». Σύμφωνα με αυτόν, όποτε εφαρμόζονται η βρεφοκτονία, τα κορίτσια είναι τα πρώτα που εξοντώνονται, ακολουθούμενα από τα δύσμορφα και φιλάσθενα παιδιά, τους απογόνους που είναι ανεπιθύμητοι για λόγους μαγείας (όπως οι πολλαπλές γέννες, δίδυμα ή τρίδυμα) ή κοινωνικού εξοβελισμού (όπως τα νόθα). Πέρα από το βιολογικό δεδομένο ότι γεννιούνται περισσότερα αγόρια παρά κορίτσια, η αρσενική κυριαρχία στο πρότυπο της βρεφοκτονίας της Ασκαλόν μπορεί να απορρέει στη συγκεκριμένη περίπτωση από το ίδιο το επάγγελμα των μανάδων αυτών των νεογέννητων παιδιών.

Σύμφωνα με το Κατά Νεαίρας του Απολλόδωρου, οι βυζαντινές εταίρες κατά κύριο λόγο ανέτρεφαν νεαρές σκλάβες ή υιοθετούσαν νεογέννητα κορίτσια που έβρισκαν εκτεθειμένα. Τις εκπαίδευαν στο επάγγελμα της πορνείας και τις περιόριζαν στους οίκους ανοχής, έως ότου αυτά τα κορίτσια έφταναν στην κατάλληλη ηλικία ώστε να εξασκήσουν το επάγγελμά τους μόνες τους και να θρέψουν τις μητριές τους στα γεράματά τους. Συνεπώς, σε μια κοινωνία ιερόδουλων, η ‘φυσική’ επιλογή του Petersen δε θα είχε αντιστραφεί; Τα θηλυκά βρέφη θα έμεναν ζωντανά και θα ανατρέφονταν στους οίκους ανοχής, ώστε τελικά να συνεχίσουν το επάγγελμα των μανάδων τους όταν τα θέλγητρα των τελευταίων θα είχαν σβήσει. Δεν θα ήταν δυνατόν να αναθρέψουν αρσενικά βρέφη με τον ίδιο τρόπο.

Μιασμένες από την αμαρτία της λαγνείας, της σεξουαλικής απόλαυσης και της δολοφονίας, οι Βυζαντινές ιερόδουλες, εντούτοις, δε ‘στιγματίστηκαν’ ποτέ, αντίθετα με τις Ρωμαίες ιερόδουλες, που έπρεπε σύμφωνα με το νόμο να φαίνονται διαφορετικές από τις ευυπόληπτες κοπέλες και κυρίες και ως εκ τούτου υποχρεώνονταν να φορούν την τήβεννο (toga), την οποία φορούσαν μόνο άντρες (Οράτιος Σάτιρες 1.2.63)· αντίθετα, επίσης, με τις μεσαιωνικές πόρνες της Δυτικής Ευρώπης που απεικονίζονται πάντα να φορούν ριγέ φορέματα, καθώς οι ρίγες αποτελούσαν το εικονογραφικό γνώρισμα των ‘παράνομων’ όπως οι λεπροί και οι αιρετικοί.

Οι περιγραφές της φυσικής όψης των Βυζαντινών ιερόδουλων είναι στην καλύτερη περίπτωση αδρές, όπως ‘ντυμένη σαν εταίρα’ στο Midrash Genesis Rabbah (23.2). Μπορούμε μόνο να φανταστούμε την εμφάνισή τους από αποσπασματικές μαρτυρίες, όπως η μπλε φαγιάντσα διακοσμημένη με ιερόδουλες που φορούν διχτυωτά φορέματα στην Αρχαία Αίγυπτο, της οποίας πολλά κομμάτια βρίσκονται στο Μουσείο Weingreen Βιβλικής Αρχαιολογίας του Κολεγίου Τρίνιτι στο Δουβλίνο.

Πορνεία – μια κοινωνική νομοτέλεια
«Εξοστρακίστε τις πόρνες και θα καταντήσετε την κοινωνία σε χάος εξαιτίας του ανικανοποίητου πόθου», προειδοποιούσε ο άγ. Αυγουστίνος (Περί Θείας Πρόνοιας 2.12). Κήρυττε, εξάλλου, ότι «ο αφύσικος έρωτας είναι ειδεχθής εάν διαπράττεται με μια πόρνη, ακόμα πιο ειδεχθής δε εάν διαπράττεται με μια σύζυγο. Εάν ένας άντρας επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ένα μέρος του γυναικείου σώματος το οποίο απαγορεύεται να χρησιμοποιήσει για αυτό το λόγο, είναι περισσότερο επαίσχυντο για τη σύζυγο να επιτρέψει να διαπραχθεί ένα τέτοιο έγκλημα στο σώμα της παρά να επιτρέψει να γίνει σε μια άλλη γυναίκα» (Περί του αγαθού του γάμου 11.12).

Έτσι, στον καλά οργανωμένο χριστιανικό κόσμο της Πολιτείας του Θεού δεν υπήρχε απολύτως καμία ανάγκη για ενδο-οικογενειακή αντισύλληψη. Εάν ένας άντρας καταλαμβανόταν από μια ακατανίκητη μη-αναπαραγωγική ανάγκη έπρεπε απλά να πάει σε μια πόρνη και να χύσει το σπέρμα του, αλλά στον κόλπο αφού η διακεκομμένη συνουσία απαγορευόταν αυστηρά. Η πόρνη επομένως έπαιζε το ρόλο μιας ‘φυσικής’ αντισύλληψης.

Ως αποτέλεσμα μιας αλυσίδας λανθασμένης λογικής, η σεξουαλική καταπίεση που υπαγορεύτηκε από τους Εκκλησιαστικούς Πατέρες οδήγησε τον ερωτισμό καθεαυτό στα χέρια των ιερόδουλων. Ενώ η ελεγχόμενη αναπαραγωγική σεξουαλικότητα παρέμενε χαλιναγωγημένη στο σπίτι, η απόλαυση ανθοφορούσε ανάμεσα στις πόρνες. Το Midrash Genesis Rabbah (23.2) εξηγούσε ότι κατά την εποχή της Μεγάλης Πλημμύρας συνηθίζονταν ο άνδρας να παντρεύεται δύο γυναίκες, μια για να του κάνει παιδιά και μια άλλη για σεξουαλική επαφή μόνο. Η τελευταία έπαιρνε ένα ‘αφέψημα από ρίζες’ για να καταστήσει τον εαυτό της στείρα και συνήθιζε να του κρατάει συντροφιά ντυμένη σαν εταίρα. Δε θυμίζει αυτό την τριάδα του Απολλόδωρου με ακρωτηριασμένη την παλλακίδα; Δεν είχαν αλλάξει επομένως οι αξίες, παρά την έλευση του Ιουδαιοχριστιανικού πολιτισμού.

Στην πραγματικότητα, οι αξίες είχαν αλλάξει αλλά προς το χειρότερο. Η ειλικρίνεια είχε παραχωρήσει τη θέση της στην σεμνότυφη ατιμία επιδεικνυόμενη τόσο από Ραββινικό ιουδαϊσμό όσο και από τον Πατερικό χριστιανισμό. Σε αυτόν τον πουριτανισμό οφείλεται ασφαλώς η εξάπλωση της βυζαντινής πορνείας και στα αχνάρια της η αύξηση του αριθμού των εγκαταλελειμμένων παιδιών. Η κακοπιστία που μοιράζονταν ο Αυγουστίνος και ο Ιερώνυμος στο θέμα της πορνείας ενθάρρυνε την πορνεία με τον ίδιο τρόπο που το Βικτοριανό μπορντέλο ήταν, σύμφωνα με τον Michel Foucault, το παραβλάστημα του πουριτανισμού.

«Αι πάνδημοι γυναίκες»
Τον πανεπιστημιακό και ακαδημαϊκό Φαίδωνα Κουκουλέ τον θυμόμαστε για το πολύτιμο εξάτομο έργο «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός». Στην προσπάθειά του να καλύψει όσο το δυνατόν πληρέστερα τη ζωή στο Βυζάντιο ο αξιότιμος βυζαντινολόγος ασχολήθηκε με σόκιν θέματα όπως οι βρισιές των Βυζαντινών και η πορνεία. Στο δεύτερο τόμο του έργου υπάρχει μελέτη με τίτλο «Αι πάνδημοι γυναίκες».

Ο Κουκουλές, λοιπόν, μας πληροφορεί ότι η λέξη πόρνη στο Βυζάντιο σήμαινε κυρίως την ξετσίπωτη και δεν αναφερόταν μόνο στις επαγγελματίες. Αυτή που σήμερα αποκαλούμε πόρνη οι Βυζαντινοί την ονόμαζαν πολιτική, προϊσταμένη, κούρβα, πουτάνα. Τα πορνεία τα λέγανε εργαστήρια, καταγώγια, πολιτικαρεία και, αργότερα, μπουρδέλα. Τα πορνεία δεν ήταν μόνο ιδιωτικά, υπήρχαν και δημόσια, αλλά κατά καιρούς διάφοροι σεμνοί αυτοκράτορες τα έκλειναν. Έτσι, το πορνείο που ίδρυσε ο “Μέγας” Κωνσταντίνος το μετέτρεψε ο αυτοκράτορας Θεόφιλος σε νοσοκομείο, ενώ άλλα πορνεία κατέληξαν γηροκομεία ή γυναικεία μοναστήρια.

Οι βυζαντινοί νόμοι δεν απαγόρευαν την πορνεία, μια που τη θεωρούσαν «ευκολίαν». Ας δούμε παραδείγματα της αμφιθυμίας των βυζαντινών νόμων απέναντι στις πόρνες. Ήδη από την αρχαιοελληνική Νέα Κωμωδία μαθαίνουμε πόσο συχνή ήταν η διά της βίας είσοδος στο οίκημα πόρνης με σπάσιμο της πόρτας. Η συνήθεια διατηρήθηκε στο Βυζάντιο. Αυτός, ωστόσο, που έσπαζε την πόρτα είχε, κατά το βυζαντινό δίκαιο, ελαφρυντικά, γιατί δεν έκανε αυτή την πράξη με σκοπό να κλέψει, αλλά για ερωτικούς λόγους «ου γαρ κλοπής, αλλ’ ηδονής χάριν τούτο εποίησεν». Το σπάσιμο της πόρτας συνοδευόταν συνήθως από απαγωγή της πόρνης, την οποία ο απαγωγέας μετέφερε σε τόπο στον οποίο αισθανόταν ασφαλής για τα περαιτέρω. Κι αν στο μεταξύ από τη σπασμένη πόρτα έβρισκαν ευκαιρία διάφοροι να κατακλέψουν τα υπάρχοντα της πόρνης!

Κατά το βυζαντινό δίκαιο γι’ αυτό ουδόλως ευθυνόταν ο απαγωγέας, ο οποίος για όλη τη διαδικασία του σπασίματος, της εισβολής, της απαγωγής, του βιασμού και της ενδεχόμενης κλοπής από περαστικούς τιμωρείτο με μικρό χρηματικό πρόστιμο. Από την άλλη, διά νόμου απαγορευόταν να ζητήσει κάποιος πίσω δώρο που είχε προσφέρει σε πόρνη. Ο νόμος αυτός δεν εξαιρούσε ούτε καν τον προαγωγό της πόρνης. Αν παρ’ όλα αυτά κάποιος πελάτης επέμενε όσα είχε προσφέρει στην πόρνη να τα πάρει πίσω, έπρεπε πρώτα να πάρει ΑΠΟ πίσω «να εισδεχθή εκ των όπισθεν», γράφει ο Κουκουλές, «ξύλινον πόσθης ομοίωμα» (πόσθη: το ανδρικό μόριο) και μάλιστα τόσες φορές, όσες, κατά τη μαρτυρία της ίδιας της πόρνης, ο πελάτης είχε συνευρεθεί μαζί της.

Στα πορνεία υπήρχαν κοπέλες από δέκα ετών και άνω
Ήταν δούλες, αιχμάλωτες, αλλά και κοπέλες που συγκέντρωναν οι πορνοβοσκοί από τις επαρχίες, αγοράζοντάς τες από τους γονείς τους. Σε τέτοιες περιπτώσεις υπογραφόταν συνήθως συμβόλαιο που όριζε το χρόνο παραμονής της κοπέλας στο πορνείο, ενώ συχνά υπήρχαν και εγγυητές για την τήρηση του συμβολαίου. Και τι γινόταν, αν πατέρας που είχε πουλήσει καιρό πριν την κόρη του συνευρισκόταν μαζί της σε πορνείο, χωρίς να την αναγνωρίσει; Η αιμομιξία τιμωρείτο στο Βυζάντιο με αποκεφαλισμό. Αλλά ειδικά γι’ αυτή την περίπτωση ο νόμος απάλλασσε πλήρως τον πατέρα.

Τουλάχιστον οι πατέρες μπορούσαν να παρηγορηθούν για την ατυχή αυτή σύμπτωση από το γεγονός ότι οι Βυζαντινοί πίστευαν πως κάποιες ήταν προορισμένες να γίνουν πόρνες. Στους αστρολογικούς βυζαντινούς κώδικες που μας έχουν σωθεί υπάρχει ειδικό κεφάλαιο που μας πληροφορεί σχετικά με το κάτω από ποιες αστρολογικές συνθήκες το νεογέννητο θηλυκό προορίζεται να γίνει πόρνη.

Άλλες προλήψεις θεωρούσαν καλό σημάδι το να δεις στον ύπνο σου πόρνη. Ειδικά οι έμποροι πίστευαν ότι, αν ονειρεύονταν πόρνη, θα πετύχαιναν ευνοϊκές συμφωνίες, γιατί η πόρνη «εργάσιμος λέγεται και ουδέν αρνησαμένη παρέχει εαυτήν». Αν μάλιστα ονειρευόσουν όχι απλώς πόρνη, αλλά ότι συνευρέθηκες με πόρνη, αυτό σήμαινε «πλούτου αύξησιν και προμήνυμα μελλούσης
χαράς».

Όπως κάθε εποχή, το επάγγελμα της πόρνης και στο Βυζάντιο έκρυβε κινδύνους και συχνά οι πόρνες αναγκάζονταν να κρύβονται. Όταν ήθελαν να περάσουν απαρατήρητες από τις αρχές, μεταμφιέζονταν σε καλόγριες. Φαίνεται ότι η μεταμφίεση αυτή ήταν τόσο συχνή, ώστε υπήρχαν νόμοι που τιμωρούσαν με σωματικές ποινές και εξορία τις πόρνες που ανακαλύπτονταν να κρύβονται κάτω από ένδυμα καλόγριας. Ατυχώς ο αξιότιμος κ. Κουκουλές δε μας δίνει πληροφορίες για το πώς στο καλό γινόταν αυτή η ανακάλυψη!

Οι Άγιοι της Εκκλησίας που δικαιολόγησαν την πορνεία.

Γιατί η Εκκλησία ήταν πιο ανεκτική με τις ιερόδουλες παρά με τους ομοφυλόφιλους.

Ο νόμος που επέβαλε τα πορνεία να είναι κοντά στις εκκλησίες!
«Μια σταγόνα ιστορία» [Δημήτρης Καμπουράκης] Όταν ο χριστιανισμός κυριάρχησε στο ρωμαϊκό κόσμο έπρεπε να βρει μια λύση και για το ευρύτατα διαδεδομένο φαινόμενο της πορνείας. Θεωρητικώς, η απαγόρευση και η καταδίκη του ήταν απόλυτη. Το γεγονός ότι πολλοί ειδωλολατρικοί ναοί ήταν συγχρόνως και πορνεία ήταν άλλωστε από τα βασικότερα επιχειρήματα των χριστιανών θεολόγων κατά των παλαιότερων θρησκειών. Είναι όμως δυνατόν να καταργηθεί η πορνεία; Μάλλον όχι.

Οι επικεφαλής της Εκκλησίας λοιπόν αποφάσισαν να την καταδικάσουν μεν ως αμαρτία, αλλά στην πράξη να κάνουν τα στραβά μάτια. «Μακριά από μας η πορνεία» είπαν. «Τοποθετείται στο κοινωνικό περιθώριο και όποιος θέλει μπορεί εκ των υστέρων να μετανοήσει». Έφτιαξαν μάλιστα και ειδικά μοναστήρια για πόρνες που ήθελαν να ξαναμπούν στον δρόμο του Θεού. Παρά τη καταδίκη όμως της σαρκικής αμαρτίας, παρά την εξύμνηση της παρθενίας, υπήρξαν και πατέρες της εκκλησίας που αναγκάστηκαν σε στιγμές ειλικρίνειας να ομολογήσουν την κοινωνική χρησιμότητα του αγοραίου έρωτα.

Ο Άγιος Αντώνιος έλεγε: «Καταργήστε την πορνεία και τότε η ακολασία θα παρασύρει τα πάντα». Πιο γλαφυρός ήταν ο Θωμάς ο Ακινάτης: «Η πορνεία στις πόλεις είναι σαν το βόθρο στα παλάτια. Αν αφαιρέσετε το βόθρο, το παλάτι θα γίνει ένας χώρος γεμάτος βρόμα και δυσωδία».

Ο πιο ευρηματικός απ’όλους ήταν αργότερα ο βασιλιάς Λουδοβίκος ο ΙΓ’ της Γαλλίας. Για να τα έχει καλά και με την Εκκλησία και με τους λάγνους υπηκόους του, έβγαλε τον ακόλουθο απίστευτο νόμο: «Όλοι οι οίκοι ανοχής πρέπει να βρίσκονται σε απόσταση όχι μεγαλύτερη από τριακόσια μέτρα από κάποια εκκλησία, ώστε εκείνοι που φεύγουν από εκεί να μπορούν εύκολα να πηγαίνουν στην εκκλησία για εξαγνισμό». Οι Λουδοβίκοι είχαν παράδοση σε τέτοιες φαεινές ιδέες.

Ο Λουδοβίκος ο Θ’ απαγόρευσε στους σταυροφόρους του που βάδιζαν κατά των Αγίων Τόπων να κουβαλούν μαζί τους πόρνες, διότι αυτό ήταν μεγάλη αμαρτία. Τους επέτρεψε όμως να πηγαίνουν με μουσουλμάνες πόρνες, διότι δεν ήταν χριστιανές και συνεπώς δεν υπόκεινταν στην απαγόρευση.  Τον 13ο αιώνα έκαναν την εμφάνιση τους και τα πρώτα δημοτικά πορνεία, ειδικά σε πόλεις που ήταν κέντρα εμπορίου, όπου στάθμευαν καραβάνια εμπόρων. Μπροστά στον φόβο του να ξελογιάζουν οι πλούσιοι ξένοι τυχοδιώκτες τις γυναίκες των ντόπιων, οι ίδιες οι κοινότητες άνοιγαν τα πορνεία, εξασφαλίζοντας και την ησυχία τους και κάποια έσοδα για το κοινοτικό ταμείο.

Στη Φλωρεντία, στη Βενετία και στη Λεύκα άνοιξαν από το 1360 ως το 1400 δεκάδες δημόσια πορνεία, που είχαν συγκεκριμένη αποστολή. Επειδή οι επιδημίες και κυρίως η πανώλη είχαν αποδεκατίσει τον πληθυσμό, οι πολιτικές Αρχές των πόλεων αποφάσισαν να προσφέρουν στους νέους πόρνες σε πολύ χαμηλές τιμές, ώστε αυτοί να γλυκαθούν από την επαφή να τη συνηθίσουν κι έπειτα να καταφύγουν στο γάμο, απαραίτητο σκαλοπάτι για την αύξηση του πληθυσμού. Ήταν ένα είδος επιδοτούμενης από το κράτος πορνείας.

Συχνότατα επίσης στον Μεσαίωνα, με την έμμεση επιδοκιμασία της Εκκλησίας, έσπρωχναν τους νεαρούς στα πορνεία, προτιμώντας αυτά από τις παρά φύσιν εμπειρίες των εφήβων, όπως η σοδομία ή ο αυνανισμός. Πολλές φορές και επισήμως η Καθολική Εκκλησία ομολόγησε ότι θεωρεί τις σχέσεις με τις κοινές γυναίκες σαφώς μικρότερη αμαρτία από τη βδελυρή ομοφυλοφιλία. Τον Μεσαίωνα άνθησαν επίσης οι πόρνες των πανηγυριών, γυναίκες που πήγαιναν από πανηγύρι σε πανηγύρι με αραμπάδες και πρόσφεραν μέσα σε αυτούς αγοραίο έρωτα.

Διαβόητες ήταν τέλος τον Μεσαίωνα οι λεγόμενες πόρνες των συνταγμάτων. Ήταν οι χειρότερες του είδους και ακολουθούσαν συστηματικά τα μισθοφορικά σώματα των βασιλιάδων και των ηγεμόνων στους πολέμους και στις επιδρομές τους. Αυτές ήταν υπεύθυνες για τη μετάδοση φοβερών επιδημιών και αφροδίσιων νοσημάτων. Ήταν ρακένδυτες, βρόμικες και αδίσταχτες. Λεηλατούσαν κι αυτές τις περιοχές που έμπαιναν τα στρατεύματα, ενώ βοηθούσαν τους αιμοσταγείς μισθοφόρους να βιάζουν και να σκοτώνουν τις κυρίες και τις νοικοκυρές των πόλεων που καταλάμβαναν, τις οποίες οι πόρνες των συνταγμάτων μισούσαν θανάσιμα για την καλή τους τύχη να έχουν σπίτι και οικογένεια.

Επίσκοπος Γάζας, Πορφύριος - Ο «άγιος» καταστροφέας μνημείων

Ο γεννημένος στη Θεσσαλονίκη, ποιμενάρχης της Γάζας, Πορφύριος (347–420), ζούσε για μια δεκαετία μια ζωή γεμάτη στερήσεις, πρώτα στη σκητική έρημο της Αιγύπτου, ύστερα στην Παλαιστίνη, έως ότου οι χριστιανοί της Γάζας παρακάλεσαν να τους δοθεί ένας ποιμένας «που να είναι ικανός να αντιμετωπίσει τους υπηρέτες των ειδώλων με έργα και με λόγια», όπως γράφει ο Μάρκος ο Διάκονος, ο βιογράφος του Πορφύριου. Έτσι, το 395 ο Πορφύριος έγινε επίσκοπος της Γάζας.

Η πόλη εξακολουθούσε να είναι εκείνη την εποχή -με την ανοχή του καθολικού αυτοκράτορα- ένα οχυρό της ειδωλολατρίας, διότι οι ειδωλολάτρες πολίτες της πλούσιας Γάζας πλήρωναν υψηλούς φόρους. Έτσι, ο Πορφύριος, αναλαμβάνοντας καθήκοντα, βρήκε εκεί οχτώ ναούς, ανάμεσά τους και το περίφημο Μαρνείο (ναός του Κρηταγενούς Διός), τον οποίο είχε ίσως ανεγείρει ο Αδριανός, με ένα πολυσύχναστο μαντείο.

Υπήρχαν συχνά συμπλοκές ανάμεσα σε ειδωλολάτρες και οπαδούς του επισκόπου -παρ' ότι όλοι κι όλοι οι χριστιανοί ήταν 80. Αλλά το έτος 395, ο ιεράρχης πρόλαβε ακριβώς προτού βρέξει, να παρακαλέσει τον Θεό για βροχή, και 78 άντρες, 35 γυναίκες, 9 αγοράκια και 5 κοριτσάκια προσηλυτίστηκαν. Αλλά, παρ' ότι στη διάρκεια του έτους προστέθηκαν και 35 αργοπορημένοι, η Γάζα δεν είχε και τώρα περισσότερους από πεντακόσιους χριστιανούς και έως το 398, καθώς φαίνεται, ούτε άλλον προσηλυτισμό, ούτε θαυματουργική βροχή ή κάτι παρόμοιο. Αλλά, εκείνη τη χρονιά ο Άγιος Πορφύριος κατάφερε μέσω του αυτοκράτορα Αρκάδιου να διατάξει κάποιον Ιλάριο, έναν υποβοηθό του μαγίστρου των οφικίων, να κλείσει επτά από τους οχτώ ειδωλολατρικούς ναούς, και πέρα από αυτό να σώσει μια διάσημη κυρία στο κρεβάτι της λεχώνας -η μητέρα μαζί με το βρέφος και άλλες 64 ψυχές προσηλυτίστηκαν στη μοναδική ψυχοσωτήρια θρησκεία. Αλλά κι αυτό δεν ήταν αρκετό, παρ' όλον τον κόπο. Και το κλείσιμο του Μαρνείου, του κύριου ιερού του Μάρνα («του Κυρίου μας»), το εμπόδισε ο χρηματισμός του Ιλάριου. Ακόμη κι όταν ο άγιος έκανε ενέργειες στην αυτοκρατορική αυλή υπέρ της βασιλείας του Θεού στη Γάζα, ακόμη κι όταν κατά την επιστροφή του έπεσε και διαλύθηκε ένα άγαλμα της Αφροδίτης και δέχτηκαν την ορθή πίστη άλλοι 32 άντρες και 7 γυναίκες (ωστόσο και οι πλούσιοι ειδωλολάτρες, προαισθανόμενοι κακά, άρχισαν να εγκαταλείπουν τη Γάζα), οι δείκτες προσηλυτισμού ήταν θλιβεροί.

Έτσι, ο Άγιος Πορφύριος ταξιδεύει την άνοιξη του 401 στην Κωνσταντινούπολη, συνοδευόμενος από τον μητροπολίτη του, τον αρχιεπίσκοπο της Καισάρειας. Εκεί, οι πνευματικοί κύριοι της Εκκλησίας απευθύνονται στον ίδιο τον Άγιο Χρυσόστομο και τον ενημερώνουν για την καταστροφή των «ειδωλολατρικών ναών» της Γάζας. Φυσικά αυτά τα ακούει ο πατριάρχης με «χαρά και εγκαρδιότητα». Στα κηρύγματά του δίδασκε μεν αγάπη και πραότητα: «Μπορείς να κάνεις θαύματα, μπορείς να ανασταίνεις νεκρούς, μπορείς να κάνεις ό,τι θέλεις· ποτέ δεν θα σε θαυμάσουν οι ειδωλολάτρες περισσότερο, παρά μόνο όταν σε δουν να είσαι πράος και ευγενικός στις συναναστροφές σου... Διότι, τίποτα δεν κερδίζει τις καρδιές όσο η αγάπη». (Τους ίδιους τόνους γνωρίζουμε βέβαια μέχρι αηδίας από αμέτρητους άλλους άγιους ανθρώπους, π.χ. από τον Αυγουστίνο, ο οποίος ωστόσο διδάσκει και την εκδίκηση, τη δίωξη, τους βασανισμούς, ανάλογα με τις ανάγκες του). Στην πράξη όμως, ο Άγιος Χρυσόστομος μαζί με τον Άγιο Πορφύριο -μέσω του ευσεβούς αρχιθαλαμηπόλου Αμύντα- κερδίζει υπέρ του καταστροφικού έργου και την αυστηρά καθολική αυτοκράτειρα Ευδοξία, μια γυναίκα η οποία επηρεάζει την εσωτερική και θρησκευτική πολιτική, παίρνοντας και το χρυσάφι της. Αλλά, παρ' ότι το μοιράζουν επί τόπου στο παλάτι, ταμειακοί ενδοιασμοί, οι υψηλοί φόροι της Γάζας και οι συχνές δωρεές προς το δημόσιο ταμείο, κάνουν τον αυτοκράτορα να καθυστερεί την απόφασή του. Ύστερα όμως βάζουν τη γραπτή παράκληση για την καταστροφή των ναών στην αθώα ποδιά του νεογέννητου πρίγκιπα κατά τη βάπτισή του και τώρα ο Άγιος Πορφύριος κατάφερε να ισοπεδώσει οχτώ ολόκληρα χτίσματα ειδωλολατρικών θεών μέσα και έξω από τη πόλη.

Αυτό συνέβη με τη βοήθεια του στρατού και των ντόπιων χριστιανών. Σε δέκα ημέρες κατεδαφίστηκαν επτά ναοί, καταστράφηκαν είδωλα, οι θησαυροί των ναών κατασχέθηκαν. Μόνο το Μαρνείο πείσμωνε, προστατευόμενο ιδιαίτερα από τους ιερείς. Αλλά το νίκησαν με τη φωτιά και στη θέση του ανέγειραν μια εκκλησία, την Ευδοξιανή -κι αυτή με το χρυσάφι της αυτοκράτειρας, η οποία χάρισε και στον επίσκοπο της Καισάρειας χίλια χρυσά νομίσματα και άλλα δώρα, όπως επίσης έδωσε στο κάθε μέλος της επισκοπικής αποστολής εκατό χρυσά νομίσματα για τα ταξιδιωτικά έξοδά τους. Ο ευσεβής Πορφύριος, μετά την καταστροφή του Μαρνείου, έβαλε να πλακοστρώσουν τον χώρο μπροστά από τον ναό με τα μάρμαρα του αδύτου τα οποία θεωρούνταν ιερά, για να διαδηλώσει ιδιαίτερα τον θρίαμβο επί της ειδωλολατρίας, «ώστε εκείνα να μην ποδοπατιούνται μόνο από άνδρες, αλλά κι από γυναίκες, σκύλους, γουρούνια και άλλα ζώα», πράγμα που παρεμπιπτόντως μας υπενθυμίζει σε τι επίπεδο είχαν τοποθετήσει οι καθολικοί άγιοι τη γυναίκα, ανεξαιρέτως!
Αλλά, ο Άγιος Πορφύριος διέταξε να συντρίψουν και πολλά είδωλα σε σπίτια ιδιωτών και ταυτόχρονα να διοργανώσουν μια αστυνομική έφοδο για «βιβλία μαγείας» τα οποία έριξαν στη φωτιά. Ο ευσεβής επίσκοπος δεν δίστασε μάλιστα να κανονίσει και τους ναούς στα περίχωρα, όπως εικάζεται, χωρίς καν αυτοκρατορικό πληρεξούσιο.

Το «Θεολογικό και Εκκλησιαστικό Λεξικό» εξυμνεί ακόμη και τον 20ό αιώνα το «φλογερό ζήλο» του Αγίου Πορφύριου για την «εξάπλωση του Χριστιανισμού... Εκφράζοντας παράπονα στην Κωνσταντινούπολη δύο φορές (το 401 μάλιστα ο ίδιος αυτοπροσώπως) πέτυχε την αποστολή αυτοκρατορικών στρατευμάτων στη Γάζα, τα οποία κατέστρεψαν εκεί όλους τους ναούς των ειδωλολατρών». Και τον αγώνα του Πορφύριου εναντίον των μανιχαϊστών χαρακτηρίζει το λεξικό «αποτελεσματικό». Και κάπου-κάπου ο ευσεβής επίσκοπος όλο έκανε και κανένα θαυματάκι, αλλιώς δεν θα ήταν άγιος, όπως σε εκείνη την οπαδό του Μανιχαϊσμού την οποία σκότωσε με το σημάδι του σταυρού...

Πως Επηρεάζει το Περιβάλλον Αυτό που Είμαστε

Αποτέλεσμα εικόνας για invierno y primaveraΤο σημείο συνειδητοποίησης όλων των «γιατί» στη ζωή μας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι δε θα το φτάσουμε ποτέ. Αυτό, βέβαια, είναι και το ενδιαφέρον κομμάτι στην όλη πορεία μας, διότι μας προκαλεί να εξερευνούμε και να αμφισβητούμε κάθε πτυχή της, με διαφορετική οπτική κάθε φορά.

Η ποιότητα αντιληπτικότητας και ο τρόπος με τον οποίο εξετάζουμε γεγονότα και καταστάσεις, σχετίζεται άμεσα με τον εαυτό που έχουμε χτίσει μέχρι εκείνη τη στιγμή και σε αυτό έχει επιδράσει σε μεγάλο βαθμό το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινούμαστε.

Πόσο συνειδητά και με ποια κριτήρια επιλέγουμε τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε;

Όταν δεν έχουμε καταλάβει ποιοι είμαστε εμείς οι ίδιοι, είναι πολύ δύσκολο να κρίνουμε ορθολογικά την καταλληλόλητα ύπαρξης μιας άλλης οντότητας, που αλληλεπιδρά στον μικρόκοσμό μας.

Οφείλουμε, όμως, να παραδεχτούμε την επίδραση που έχει στη διαμόρφωση της πραγματικότητάς μας και να είμαστε άκρως σχολαστικοί, όταν επιτρέπουμε την είσοδό τους στη ζωή μας και την ίδια στιγμή σταθεροί, όταν αποφασίζουμε την αποχώρησή τους από αυτή.

Μερικές φορές είναι δύσκολο να διαχωριστεί η ασθενής ανάγκη του ανήκειν, από τη θέληση για ποιοτική συναναστροφή με διαδραστική ανιδιοτέλεια.

Είναι παράδοξο να μη μπορούμε να μείνουμε μόνοι μας και να αναζητάμε διαπροσωπικές επαφές, μόνο και μόνο γιατί δεν έχουμε κάτι καλύτερο να κάνουμε. Είναι παράταιρο να δημιουργούμε και να διαιωνίζουμε σχέσεις με ημερομηνία λήξης, απλά και μόνο γιατί φοβόμαστε να παραδεχτούμε ότι κάτι τελείωσε ή ότι δεν είχε αρχίσει, καν, ποτέ.

Συνάπτουμε επαφές που δε μας καλύπτουν, δε μας εκφράζουν, δε μας γεμίζουν, δε μας εξελίσσουν. Αυτό συμβαίνει, κυρίως, όταν δεν εξετάζουμε εις βάθος τον άνθρωπο που φέρνουμε κοντά μας, αλλά αρκούμαστε σε επιφανειακά «χαρίσματα», που μας προσφέρουν προσωρινά μια ναρκωμένη χαρά. Οι περιπτώσεις αυτές, λειτουργούν, όπως και η ζάχαρη: απότομη και στιγμιαία ευχαρίστηση και ύστερα αναπόφευκτη κατακόρυφη πτώση, που σε αφήνει με μια αίσθηση ψυχοσωματικής κόπωσης.

Αναλώνουμε τον εαυτό μας και το χρόνο μας με παρέες, που δε ταιριάζουν στην ιδιοσυγκρασία μας και, δυστυχώς, σε αυτό το σημείο, αντί να προσαρμόζουμε την συμπεριφορά μας έτσι ώστε να ταιριάζει στις πεποιθήσεις μας, προσαρμόζουμε τις πεποιθήσεις μας έτσι ώστε να ταιριάζουν στη συμπεριφορά μας, με αποτέλεσμα να φτάνουμε στα όριά μας, ψάχνοντας τον υπαίτιο, ο οποίος δεν είναι άλλος από εμάς.

Πολλές φορές, είναι δύσκολο να αποφύγουμε τέτοιες συναναστροφές, γιατί μπορεί αυτός ο κάποιος να είναι η οικογένειά μας, ο παιδικός μας φίλος, η μακροχρόνιά μας σχέση και πάει λέγοντας. Δεν είναι, όμως, ακατόρθωτο. Το ότι νοιάζεται για εμάς –ή αντίστοιχα νοιαζόμαστε εμείς για κάποιον-, δε σημαίνει ότι κάνει καλό να υπάρχει στη ζωή μας.

Μπορούμε να κατευθύνουμε ορθώς τις σκέψεις μας, εάν ελέγξουμε τα συναισθήματά μας. Επομένως, αν δε θέλουμε να χρησιμοποιούμε δικαιολογίες για να καθησυχάζουμε τον εαυτό μας, είμαστε σε θέση να αποκοπούμε από κάθε ασθενή επαφή.

Η έλλειψη στόχων και ιδανικών, η κακή διάθεση, η κατάσταση στην οποία βρίσκεται και έχει υιοθετήσει ως τρόπο ζωής με πρότυπά του κατώτερα συναισθήματα και χαμηλής ουσίας σκέψης, το ανθυγιεινό modus vivendi, είναι λίγα από τα κολλητικά νοσήματα, που είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα κολλήσουμε, εάν έχουμε στην καθημερινή εμβέλειά μας τέτοιο είδος ανθρώπου.

Αντίθετα, μια ποιοτική συναναστροφή, μπορεί να είναι υπεύθυνη μεγάλης αλλαγής στον τρόπο σκέψης και αντίληψης του έως τώρα εαυτού μας και να μας ανοίξει νέους ορίζοντες στις προβολές που έχουμε από τον κόσμο έως τώρα. Έχοντας ανθρώπους στη ζωή μας με θετική ενέργεια, με ανιδιοτελή πρόθεση και σεβασμό προς τον εαυτό τους, δημιουργούμε μια συμπαγώς διαφανή σχέση, στην οποία αξίζει να δώσουμε προσοχή και να διατηρήσουμε.

Ποιότητα, αυτό-σεβασμός και ειλικρίνεια, είναι τρία από τα κυριότερα χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει κάποιος, στον οποίο θα αφιερώσουμε ό,τι πολυτιμότερο έχουμε: το χρόνο μας! Ας μη ξεχνάμε, ότι όσους βάζουμε δίπλα μας, πρέπει να τους θαυμάζουμε και να μας ωθούν στην ανάδειξη του καλύτερου και του πιο γνήσιου Εγώ.

Αν δε θέλουμε να μεταλλαχθούμε σε κάτι απεχθές, σύμφωνα με τα πιστεύω μας, αξίζει να επενδύσουμε σε ταυτότητες ακέραιες και σταθερές, οι οποίες θα μπουν γοητευτικά αθόρυβα στη ζωή μας.

Αρχαίο σμήνος γαλαξιών βαρέων βαρών φιλοξενεί 800 τρισεκατομμύρια ήλιους

galaxy_heavyweight_cluster
Τώρα που οι επιστήμονες έχουν φτιάξει τον αναλυτικό χάρτη του Κοσμικού Υποβάθρου Μικροκυμάτων, μπορούν να τον χρησιμοποιήσουν για να βρουν κρυμμένους θησαυρούς από τον αρχαίο Κόσμο..

Το βαρέων βαρών σμήνος των γαλαξιών παρέμεινε κρυφό μέχρις ότου το Τηλεσκόπιο του Νότιου Πόλου το εντόπισε, ερευνώντας για στρεβλώσεις στο κοσμικό υπόβαθρο μικροκυμάτων. Η μπλε ράβδωση δεξιά είναι ένας δορυφόρος που διέρχεται μέσα από το οπτικό πεδίο του τηλεσκοπίου κατά τον χρόνο της έκθεσης

Έτσι, με την βοήθεια του Τηλεσκόπιου του Νότιου Πόλου (SPT), βρήκαν μια μητρική φλέβα: το μεγαλύτερο σμήνος γαλαξιών που έχουμε δει ποτέ, που φιλοξενεί περίπου 800 τρισεκατομμύρια ήλιους μέσα σε εκατοντάδες γαλαξίες

Το τεράστιο σμήνος παρέμεινε κρυφό μέχρις ότου οι επιστήμονες του SPT το εντόπισαν, αναζητώντας το μέσα στις στρεβλώσεις της Κοσμικής Ακτινοβολίας Μικροκυμάτων, το λυκόφως του Big Bang. Αυτές οι στρεβλώσεις δημιουργούνται καθώς η ακτινοβολία υποβάθρου περνά μέσα από ένα μεγάλο σμήνος γαλαξιών, σύμφωνα με το Κέντρο Smithsonian .για την Αστροφυσική του Harvard.

Το σύμπλεγμα, που βρίσκεται στο νότιο αστερισμό Pictor (ο ζωγράφος), είναι γεμάτο από γαλαξίες που σχηματίστηκαν όταν το σύμπαν ήταν κάπου δύο δισεκατομμυρίων ετών μόνο. Αυτοί οι γαλαξίες είναι αρκετά εξασθενημένοι και το φως τους μετατοπίζεται προς το ερυθρό άκρο του φάσματος, που σημαίνει ότι είναι πολύ πολύ μακριά. Σύμφωνα με τους επιστήμονες η τιμή του redshift (μετατόπιση προς το ερυθρό) του σμήνους αυτού το τοποθετεί, περίπου, 7 δισεκατομμύρια έτη φωτός από τη Γη.

Αυτό σημαίνει ότι βλέπουμε το σμήνος όπως εμφανιζόταν πριν 7 δισεκατομμύρια χρόνια. Αν μπορούσαμε να το δούμε τώρα, θα είχε πιθανώς τετραπλάσιο μέγεθος λόγω της διαστολής.

Τα παλιά, τεράστια σμήνη των γαλαξιών, όπως αυτό μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να μελετήσουμε πώς η σκοτεινή ύλη και η σκοτεινή ενέργεια οδήγησαν την εξέλιξη του σύμπαντος. Η βαρύτητα αφενός διατηρεί τα σμήνη και τα συνδεδεμένα δια-γαλαξιακά αέρια ενωμένα, ενώ η σκοτεινή ενέργεια τα οδηγεί μακριά το ένα από το άλλο.

Όταν το σύμπαν ήταν μικρότερης ηλικίας, η βαρύτητα είχε ισχυρότερη επιρροή πάνω στα συμπλέγματα. Σε μια μελέτη του 2009, οι επιστήμονες δήλωσαν ότι η βαρύτητα θα έπρεπε να οδηγήσει τα σμήνη των γαλαξιών σε μια αύξηση κατά 50 φορές για 5,5 δισεκατομμύρια χρόνια. Αλλά η σκοτεινή ενέργεια εμπόδισε την εξάπλωση αυτών των κολοσσών, και έτσι αυξήθηκαν μόνο κατά 10 φορές.

Το γαλαξιακό σμήνος μπορεί να βοηθήσει τους αστροφυσικούς να μετρήσουν την καταστατική εξίσωση της σκοτεινής ενέργειας – τον μαγικό αριθμό που εξηγεί τον κοσμικό πληθωρισμό και την επιτάχυνση της διαστολής του σύμπαντος. Η μέθοδος αναζήτησης του CMB παρέχει μια ακριβή μάζα φια το σμήνος, που είναι σημαντικό για τις μελέτες αυτές.

Το νέο σμήνος βρέθηκε μέσω μιας συνεχιζόμενης έρευνας με το τηλεσκόπιο SPT. Οι ερευνητές θα μελετήσουν, επίσης, την εξέλιξη του θερμού αερίου μέσα στα σμήνη των γαλαξιών, την εξέλιξη των μεγάλων γαλαξιών μέσα στα σμήνη, και τέλος θα προσδιορίσουν μακρινούς γαλαξίες όπου σχηματίζονται νέα άστρα

Εκρήξεις σε κβάζαρ υπερθέρμαναν το πρώιμο Σύμπαν

Γαλαξίες-τέρατα, με μια υπερβαρέα μαύρη τρύπα στην καρδιά τους (τα γνωστά κβάζαρ), ελευθέρωσαν πύρινες εκλάμψεις οι οποίες υπερθέρμαναν το πρώιμο σύμπαν. Αυτό προτείνουν νέες παρατηρήσεις του Διαστημικού Τηλεσκοπίου Hubble. Οι καυτές συνθήκες, επίσης, εμπόδισαν και την ανάπτυξη των μικρότερων νάνων γαλαξιών, όπως δείχνει άλλη μια έρευνα.

Μια αρχέγονη μαύρη τρύπα, που περιβάλλεται από αέριο, σκόνη, και αστέρια (εικόνα καλλιτεχνική)

Μεταξύ 11,7 έως 11.3 δισεκατομμύρια χρόνια πριν, η υπεριώδης (UV) ακτινοβολία που εκπεμπόταν από τα κβάζαρ – δηλαδή οι τεράστιοι γαλαξίες με υπερβαρέες μαύρες τρύπες στα κέντρα τους – απογύμνωσαν από τα ηλεκτρόνια του το κοσμικό ήλιο, σύμφωνα με τις παρατηρήσεις που έγιναν με τον φασματογράφο (COS) του Hubble. Η Μεγάλη Έκρηξη που δημιούργησε το σύμπαν μας ως γνωστό εμφανίστηκε περίπου πριν 13,7 δισεκατομμύρια χρόνια.

Πώς το ψυχρό ήλιο μεγάλωσε τους νάνους γαλαξίες

Η διαδικασία απογύμνωσης από τα ηλεκτρόνια, γνωστή ως ιονισμός, υπερθέρμανε το αέριο ήλιο από τους 10.000 έως σχεδόν τους 22.000 βαθμούς Κελσίου. Το ήλιο, το δεύτερο πιο άφθονο στοιχείο στο σύμπαν μετά το υδρογόνο, αποτελεί ένα από τα κύρια συστατικά του σχηματισμού των αστεριών.

Επειδή το καυτό αέριο κινείται πιο γρήγορα από ό,τι το ψυχρό αέριο γι αυτό και το καυτό ήλιο δεν ‘υπάκουε’ στην βαρυτική έλξη των νάνων γαλαξιών.

"Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι νάνοι γαλαξίες δεν τρέφονταν και πολύ καλά, γιατί δεν μπορούσαν να έλξουν το γρήγορο ήλιο ”, δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης Michael Shull του Πανεπιστημίου του Κολοράντο στο Boulder.

Με τη βοήθεια του Hubble, ο Michael Shull και η ομάδα του ανίχνευσαν ένα συγκεκριμένο μήκος κύματος του υπεριώδους φωτός που είχε εκπεμφθεί από τα απόμακρα κβάζαρ, περίπου, πριν 11 δισεκατομμύρια χρόνια.

Στο φως που έρχεται από πιο μακρινά – και κατά συνέπεια από τις παλαιότερες εποχές – κβάζαρ, λείπει αυτό το μήκος κύματος, επειδή τούτο το μήκος κύματος είχε αρχίσει να απορροφάται από το ουδέτερο ήλιο καθώς και από το ιόν του ηλίου (με ένα μόνο ηλεκτρόνιο).

Το αέριο ήλιο έγινε διαφανές στο υπεριώδες φως μόνον όταν το ήλιο έχασε και τα δύο του ηλεκτρόνια. Βλέποντας λοιπόν πότε έγινε αυτή η μετάβαση, οι επιστήμονες μπορούν να καθορίσουν την ημερομηνία έναρξης της εποχής του ιονισμού του ηλίου.

Μετά από περίπου 500 εκατομμύρια χρόνια, το ιονισμένο ήλιο στα κβάζαρ ψύχθηκε και επιβραδύνθηκε τόσο, ώστε οι νάνοι γαλαξίες να μπορούσαν να συγκρατήσουν το ήλιο και να ξεκινήσουν την ανάπτυξή τους.

«Πολλοί από αυτούς είχαν αναπτύξει μόνο τους πυρήνες τους, και έπρεπε έτσι να περιμένουν μέχρι την προαναφερθείσα περίοδο, προτού αυτοί μπορέσουν να φέρουν κοντά τους κάποιο αέριο και πάλι», λέει ο Shull.

Εκρήξεις αερίων συνέβησαν στη Γη

Ένα παρόμοιο φαινόμενο συμβαίνει με τους πλανήτες του ηλιακού μας συστήματος, πρόσθεσε ο Shull.

Οι γίγαντες πλανήτες αερίου, όπως ο Δίας και ο Κρόνος έχουν αρκετή μάζα για να συγκρατήσουν τα άτομα του υδρογόνου και ήλιου που θερμαίνονται από τον ήλιο, αλλά πλανήτες με μικρότερη μάζα όπως η Γη έχουν ήδη χάσει όλα τους τα ελαφρύτερα στοιχεία.

Για παράδειγμα, η ατμόσφαιρα της Γης περιέχει μόνο ίχνη από ήλιο και υδρογόνο, που δημιουργήθηκαν από διαδικασίες όπως η ραδιενεργός διάσπαση. Αλλά αυτά τα αέρια διαφεύγουν από τη Γη προς το διάστημα αμέσως μετά το σχηματισμό του αερίου, εξηγεί ο Shull.

Ένας νέος τρόπος για να ζυγίσετε πλανήτες

Αποτέλεσμα εικόνας για  ζυγίσετε πλανήτεςΜια διεθνής ομάδα αστρονόμων έχει αναπτύξει ένα νέο τρόπο για να ζυγίσουν τους πλανήτες στο ηλιακό μας σύστημα – χρησιμοποιώντας ραδιοσήματα από τα μικρά περιστρεφόμενα άστρα, τα γνωστά πάλσαρ "Αυτή είναι η πρώτη φορά που κάποιος έχει ζυγίσει ολόκληρο το πλανητικό σύστημα – τους πλανήτες με τα φεγγάρια τους και τους δακτυλίους τους”, δήλωσε ο αρχηγός της ομάδας, David Champion από το Ινστιτούτο Max Planck της Γερμανίας. «Και μάλιστα έχουμε προσφέρει έναν ανεξάρτητη έλεγχο στα προηγούμενα αποτελέσματα, κάτι που είναι κάτι σημαντικό για την πλανητική επιστήμη».

Οι μετρήσεις της μάζας των πλανητών με αυτόν το νέο τρόπο θα μπορούσε να τροφοδοτήσει με στοιχεία, τα οποία απαιτούνται για τις μελλοντικές διαστημικές αποστολές.

Μέχρι σήμερα, οι αστρονόμοι ζύγιζαν τους πλανήτες μετρώντας τις τροχιές των δορυφόρων τους ή των διαστημοπλοίων που πήγαιναν σε αποστολές κοντά τους κατά το παρελθόν. Αυτό συμβαίνει γιατί μάζα δημιουργεί βαρύτητα, και η βαρυτική έλξη ενός πλανήτη καθορίζει την τροχιά οποιουδήποτε αντικειμένου στρέφεται γύρω από αυτόν – τόσο το μέγεθος της τροχιάς όσο και της περιόδου της περιστροφής.

Η νέα μέθοδος βασίζεται σε διορθώσεις που οι αστρονόμοι κάνουν σε σήματα από τα πάλσαρ – μικρά αστέρια που περιστρέφονται ταχύτατα και στέλνουν ραδιοκύματα στο διάστημα, σαν το φως των φάρων.

Η Γη κινείται γύρω από τον Ήλιο, και αυτή βεβαίως η κίνηση επηρεάζει ακριβώς πότε ακριβώς τα σήματα των πάλσαρ φθάνουν εδώ στη Γη. Για να αφαιρέσουν αυτή την επίδραση, οι αστρονόμοι υπολογίζουν πότε οι παλμοί θα έχουν φθάσει στο κέντρο της μάζας του ηλιακού συστήματος, ή βαρύκεντρο, όπως το λένε οι φυσικοί, γύρω από το οποίο στρέφονται όλοι οι πλανήτες.

Επειδή η διάταξη των πλανητών γύρω από τον Ήλιο αλλάζει όλη την ώρα, φυσικά και το βαρύκεντρο κινείται κι αυτό.

Για να βρουν λοιπόν τη θέση του, οι αστρονόμοι χρησιμοποιούν και την αστρονομική εφημερίδα που δείχνει τη θέση όλων των πλανητών σε μια δεδομένη στιγμή και τις τιμές για τις μάζες τους που έχουν ήδη μετρηθεί.

Ο ερευνητής Dick Manchester του Αυστραλιανού Κέντρου Αστρονομίας και Διαστημικής Επιστήμης (CASS) , λέει ότι αν τα στοιχεία αυτά είναι ελαφρώς λάθος, και η θέση του βαρύκεντρου είναι κι αυτή ελαφρώς λανθασμένη, τότε εμφανίζεται στα δεδομένα των πάλσαρ ένα κανονικό, επαναλαμβανόμενο μοτίβο σφαλμάτων του χρονισμού των δεδομένων.

«Για παράδειγμα, εάν η μάζα του Δία με τα φεγγάρια τους είναι λάθος, τότε βλέπουμε λάθη που επαναλαμβάνονται πάνω από 12 χρόνια τώρα, στην περίοδο του Δία γύρω από του Ήλιο», σημειώνει ο Dick Manchester .

"Αλλά εάν η μάζα του Δία και των φεγγαριών του διορθωθούν, τότε τα σφάλματα χρονισμού εξαφανίζονται. Αυτή είναι η διαδικασία ανατροφοδότησης που οι αστρονόμοι χρησιμοποιούν για τον προσδιορισμό της μάζας των πλανητών."

Έτσι, δεδομένα από τέσσερα πάλσαρ έχουν χρησιμοποιηθεί για να ζυγίσουν οι αστρονόμοι τον Ερμή, την Αφροδίτη, τον Άρη, τον Δία και τον Κρόνο με τα φεγγάρια και τους δακτυλίους τους.

Οι μάζες τους ήταν σύμφωνες με εκείνες που μετρώνται από τα διαστημικά σκάφη. Η μάζα του συστήματος του Δία είναι 9.547921 x 10-4 φορές τη μάζα του Ήλιου, και είναι πολύ πιο ακριβής από ότι η μάζα που καθορίστηκε από το Pioneer και το Voyager, και σύμφωνα με, αλλά λιγότερο ακριβής από ό,τι, την τιμή από το διαστημόπλοιο Γαλιλαίος.

Η νέα τεχνική μέτρησης είναι ευαίσθητη σε μια διαφορά μάζας διακόσιες χιλιάδες εκατομμύρια εκατομμυρίων τόνων – ή μόλις το 0,003 τοις εκατό της μάζας της Γης, και το ένα δεκάκις εκατομμυριοστό της μάζας του Δία.

Η τεχνική αυτή με τα πάλσαρ θα είναι ο,τι καλύτερο για τους πλανήτες που δεν επισκέπτονται τα διαστημικά σκάφη, αλλά και για τη μέτρηση της συνδυασμένης μάζας των πλανητών και των δορυφόρων τους, δηλώνουν οι επιστήμονες.

Ο καθηγητής Michael Kramer στο Ινστιτούτο Max-Planck, λέει ότι οι αστρονόμοι χρειάζονται την ακριβή χρονομέτρηση στα πάλσαρ, γιατί τα χρησιμοποιούν για να ψάξουν για τα κύματα της βαρύτητας, που προβλέπονται από τη γενική θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν. Και η ανακάλυψη τους εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ακριβή χρονομέτρηση της περιοδικής ακτινοβολίας που εκπέμπουν τα πάλσαρ.